Μπύρες, ναπάλμ, νάρκες, Βιετνάμ

  [3 Σχόλια]

Ανυπόφορη υγρασία, ζέστη, κουνούπια, ο απειλητικός βόμβος ενός ελικοπτέρου που μόλις καλύπτει κάτι που μοιάζει – και είναι – ο θόρυβος από διαδοχικές επιθέσεις με όλμους κάπου κοντά, ανιχνευτές ναρκών, δακρυγόνα, και τώρα πέτρες που πέφτουν βροχή από τις κερκίδες: ίσως δεν ήταν πολύ καλή ιδέα αυτή η σειρά φιλικών ματς στο Βιετνάμ, ειδικά που βρισκόμαστε στον Νοέμβριο του 1967, της πιο φονικής χρονιάς ενός πολέμου που μαίνεται από το 1955 και θα διαρκέσει συνολικά είκοσι έτη.

Μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι οι ποδοσφαιριστές της Εθνικής Αυστραλίας που βρίσκονται εδώ και μιάμιση ώρα κλεισμένοι στα αποδυτήρια του σταδίου Κονγκ Χόα της Σαϊγκόν προκειμένου να γλιτώσουν από 30.000 εξαγριωμένους Βιετναμέζους φιλάθλους, γελούν πικρά με την ονομασία του τουρνουά στο οποίο κλήθηκαν να πάρουν μέρος, μαζί με τους όχι λιγότερο τυχερούς παίκτες άλλων επτά εθνικών ομάδων: Friendly Nations Tournament, το Τουρνουά των Φιλικών Εθνών.

Τα φιλικά, ως προς το Νότιο Βιετνάμ, έθνη (Νέα Ζηλανδία, Νότια Κορέα, Ταϋλάνδη, Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Μαλαισία, Αυστραλία) είναι αφενός σύμμαχοί του, όπως και οι Αμερικάνοι, στον πόλεμο εναντίον του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, δηλαδή του Βόρειου Βιετνάμ. Αφετέρου, δεν διαθέτουν ιδιαίτερη ποδοσφαιρική παράδοση. Η Αυστραλία, ίσως η ισχυρότερη όλων, είχε αποκλειστεί, αν και γηπεδούχος, στους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης από την Ινδία, ενώ στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966 διαλύθηκε (6-1, 3-1) από τη Βόρεια Κορέα, μια ομάδα που, βέβαια, θα κάνει πράματα και θάματα στην Αγγλία –αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Ο αμυντικός Γκάρι Γουίλκινς δένει τα κορδόνια του εν μέσω οπαδών της αντίπαλης ομάδας

Τι στο καλό οδήγησε όλους αυτούς τους νεαρούς, κατά κύριο λόγο ερασιτέχνες, ποδοσφαιριστές, στη Σαϊγκόν; Πρώτα από όλα, λόγοι προπαγάνδας και δημόσιων σχέσεων: ο τοπικός πληθυσμός αντιμετωπίζει με δυσπιστία τα ξένα συμμαχικά στρατεύματα και, ως γνωστόν, ο αθλητισμός ενώνει – κι ανυψώνει το ηθικό των μαχομένων. Ο πιο σημαντικός όμως παράγοντας είναι το γεγονός ότι, όταν οι αθώοι παίκτες δέχτηκαν την πρόσκληση των κυβερνήσεων και των ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών τους να πάρουν μέρος στο τουρνουά, δεν είχαν ιδέα για το τι θα αντιμετωπίσουν.

Οι Αυστραλοί το είδαν σαν ένα ακόμη σταθμό της δίμηνης περιοδείας τους στην Ασία, μια ευκαιρία να παίξουν λίγο μπάλα, να προετοιμαστούν για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 και να γνωρίσουν νέες χώρες –μετά από το Βιετνάμ, θα πήγαιναν στη Μαλαισία. Έχουν ακούσει, βέβαια, ότι γίνεται πόλεμος, μερικοί έχουν φίλους που ήδη συμμετέχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά η ιδέα που έχουν για το τι ακριβώς σημαίνει αυτό είναι πολύ αφηρημένη και υποψιαζόμαστε ότι η ενημέρωση που είχαν πριν ξεκινήσουν δεν ήταν η πληρέστερη δυνατή. Η Αυστραλία και ο συντηρητικός πρωθυπουργός της Χαρολντ Χολτ θα στείλουν συνολικά 60.000 στρατιώτες στη μάχη ενάντια στον κομμουνισμό· μόνο για το 1967, θα μετρήσουν 81 νεκρούς.

Η περιπέτεια αρχίζει ήδη πριν πατήσουν τη ναρκοθετημένη γη της Σαϊγκόν, όταν ο πιλότος του αεροπλάνου τούς ζητά συγγνώμη για την απότομη αλλαγή ύψους στην πτήση : κάποιοι Βιετκόνγκ – σύντμηση των λέξεων «Βιετναμέζοι» και «Κομμουνιστές» – παραταγμένοι στους ορυζώνες πυροβολούν το σκάφος. Αποβιβάζονται εν μέσω δεκάδων βομβαρδιστικών αεροπλάνων κι ενώ γύρω τους κινούνται πάνοπλοι στρατιώτες διαφορετικών εθνικοτήτων. Κατευθείαν στην Πρεσβεία για μια σύντομη ενημέρωση σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας που πρέπει να ακολουθούν για καλό και για κακό. Πρώτον, να αποφεύγουν τους ποδηλάτες, διότι υπάρχει ο κίνδυνος να είναι αντάρτες με εκρηκτικά – η ζουμερή λεπτομέρεια είναι ότι στη Σαϊγκόν κυκλοφορούν δεκάδες χιλιάδες ποδήλατα. Δεύτερον, να αποφεύγουν να συναναστρέφονται με τους κύριους στόχους των επιθέσεων, δηλαδή τους σύμμαχους Αμερικάνους, οι οποίοι έχουν πάνω από 200.000 στρατιώτες στη χώρα.

Μια τελευταία συμβουλή από τον Μπράιαν Κόριγκαν, τον γιατρό της ομάδας : να μην πίνουν το αμφιβόλου ποιότητας νερό και να προτιμούν την μπύρα. Με την τελευταία αυτή οδηγία που πρόσθεσε μια νότα κεφιού στο ταξίδι, ξεκινούν για το Golden Building, το Χρυσό Κτίριο που κάποτε ήταν ξενοδοχείο. Κάθε ομάδα έχει έναν όροφο. Αργότερα θα αποκαλυφθεί πως οι Βιετκόνγκ σχεδίαζαν να ανατινάξουν τον όροφο της Νότιας Κορέας, ακριβώς κάτω από αυτόν των Αυστραλών. Συνελήφθησαν ενώ κουβαλούσαν τα εκρηκτικά.

Μένουν τέσσερις-τέσσερις στα δωμάτια, έχοντας ως άτυπους συγκατοίκους τις ευμεγέθεις σαύρες που τρέχουν στους διαδρόμους. Ο Σταν Άκερλυ, που είχε ξεκινήσει την καριέρα του στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ πριν ξενιτευτεί στην Αυστραλία, πάτησε κάτι γυμνά ηλεκτρικά καλώδια και κόντεψε να μείνει στον τόπο. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου το έχει σκάσει, παίρνοντας μαζί του όλα τα δελτία τροφίμων για το εστιατόριο, κι έτσι οι παίκτες τρώνε στο στρατόπεδο, ακούγοντας προειδοποιητικούς πυροβολισμούς κάθε φορά που ένας ύποπτος, δηλαδή ένας ποδηλάτης, πλησιάζει τις εγκαταστάσεις. Συχνά παίζουν για ζέσταμα και ένα φιλικό με τους συμπατριώτες τους, πριν οι τελευταίοι βάλουν στολή και ζωστούν τα όπλα για να πάνε να πολεμήσουν.

Η προετοιμασία για τα ματς είναι ένα άλλο ακανθώδες ζήτημα. Έχει αρχίσει η περίοδος των βροχών και το χωράφι που τους έχει διατεθεί για να προπονηθούν είναι σε άθλια χάλια. Όταν κάποιος έχει τη λαμπρή ιδέα να τρέξει να πιάσει την μπάλα που κατέληξε από στραβοκλωτσιά στην άλλη μεριά του φράχτη, οι περίεργοι που έχουν μαζευτεί να τους καμαρώσουν πανικοβάλλονται : «Μα τι κάνεις! Μη! Έχει νάρκες!». Στη Σαϊγκόν του 1967, η ευστοχία είναι υπέρτατη αρετή. Καταλήγουν να τρέχουν για ζέσταμα στην ταράτσα του ξενοδοχείου, από όπου μπορούν να βλέπουν από ψηλά τα άρματα μάχης να οργώνουν τους δρόμους, τα πολεμικά αεροπλάνα να απογειώνονται στο βάθος και τους δόλιους κατοίκους της Σαϊγκόν να τρέχουν αλαφιασμένοι στον ήχο των εκρήξεων. Ο αρχηγός της ομάδας και θρύλος του αυστραλιανού ποδοσφαίρου Τζόνι Γουόρεν θα γράψει αργότερα στην αυτοβιογραφία του ότι όταν είδε το φιλμ Good Morning Vietnam αναγνώρισε στην οθόνη μερικές από τις κωμικοτραγικές καταστάσεις που κι  οι ίδιοι έζησαν.

Στο πρώτο ματς κερδίζουν τους Νεοζηλανδούς 5-3. Στο δεύτερο αντιμετωπίζουν τους γηπεδούχους σε ένα ματς μεγάλης σημασίας –ο αντιπρόεδρος της βιετναμέζικης κυβέρνησης κατεβαίνει στο ημίχρονο στα αποδυτήρια για να υποσχεθεί έξι μήνες μισθούς ως πριμ νίκης. Οι Αυστραλοί κερδίζουν με ένα γκολ του Γουόρεν στο 35΄ και καταλήγουν έτσι όπως τους είδαμε στην αρχή : κλεισμένοι στα αποδυτήρια ενώ έξω βρέχει πέτρες. Η σκηνή δεν έχει τίποτε να κάνει με τον πόλεμο· είναι απλώς αυτό που αντιμετωπίζουν ποδοσφαιριστές σε όλον τον κόσμο όταν οι θεατές είναι φανατισμένοι και δυσαρεστημένοι, ακόμη κι όταν το ματς είναι φιλικό, ακόμη κι αν ο αντίπαλος είναι, θεωρητικά, σύμμαχος. Θεωρητικά, διότι η φήμη λέει ότι οι συνεχείς βομβιστικές επιθέσεις σταματούσαν στη διάρκεια των αγώνων επειδή οι ποδοσφαιρόφιλοι Βιετκόνγκ προτιμούσαν να πάνε κι αυτοί στο γήπεδο να δουν μπάλα. Οι Αυστραλοί έφυγαν μετά από δυο ώρες αναμονή, ξαπλωμένοι μπρούμυτα στο πούλμαν και με τους σάκους τους πάνω από το κεφάλι  για κάθε ενδεχόμενο.

Μετά κι από την τρίτη νίκη τους (5-1 τη Σιγκαπούρη) παίζουν ημιτελικά με τον δεύτερο του άλλου ομίλου, τη Μαλαισία. Τα επεισόδια αυτή τη φορά ξεκινούν από τον αγωνιστικό χώρο. Οι Μαλαισιανοί παίζουν σκληρά, οι Αυστραλοί ανταποδίδουν, η κατάσταση εκτραχύνεται με τσαμπουκάδες και ξύλο. Θα χρειαστεί η επέμβαση της αστυνομίας και του στρατού και η ρίψη δακρυγόνων ώστε να συνεχιστεί το ματς. Ο Αμπόνι, μικρό όνομα Αττίλας, που θα αναδειχτεί πρώτος σκόρερ του τουρνουά, θα χάσει πέναλτι αλλά τελικά οι Αυστραλοί θα κερδίσουν στην παράταση με γκολ του Ρέι Μπαάρτζ.

Ο τελικός θα παιχτεί στις 14 Νοεμβρίου. Οι Βιετναμέζοι υποστηρίζουν τώρα σύσσωμοι τους Socceroos απέναντι στη μισητή Νότια Κορέα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η ανέλπιστη υποστήριξη είναι υπερβολικά μαζική: το γήπεδο είναι φίσκα και οι Αυστραλοί στρατιώτες που παρακολουθούν φανατικά όλα τα ματς της Εθνικής τους, δεν χωράνε. Τελικά και αφού ο Τζόνι Γουόρεν απειλεί ότι θα πάρει την ομάδα να φύγει, θα καθίσουν στο χορτάρι, δίπλα στις γραμμές. Στην αρχή θα στριμωχτούν λίγο ώστε να γίνει ο απαραίτητος έλεγχος του τερέν για νάρκες αλλά στην συνέχεια θα καμαρώσουν την ομάδα τους να νικά 3-2 και να κερδίζει αήττητη το πρώτο τρόπαιο στην ιστορία της,

Ο ουγγρικής καταγωγής προπονητής Τζόε Βλάσιτς και οι παίκτες με τα μετάλια

Μετά τον τελικό, οι μπαρουτοκαπνισμένοι νικητές πετάχτηκαν να γιορτάσουν τη νίκη στην αυστραλιανή στρατιωτική βάση του Βουνγκ Τάο, στη νότια άκρη της βιετναμέζικης χερσονήσου με ένα αεροπλάνο-σουρωτήρι από τις σφαίρες. Απτόητοι, ξαναγύρισαν στο Βιετνάμ για προετοιμασία το 1970 και το 1972, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν. Το πριμ νίκης που τους περίμενε μετά τον θρίαμβό τους ήταν η δυνατότητα να κρατήσουν ως δώρο τις πρασινοκίτρινες αθλητικές τους εμφανίσεις.

Για πολλούς αυτή η νίκη αλλά κι αυτή η απίστευτη περιπέτεια στο εμπόλεμο Βιετνάμ, η οποία, όσο να΄ναι, δημιούργησε μοναδικό κλίμα ομοψυχίας ανάμεσα στους παίκτες, ήταν το ιδρυτικό γεγονός της Εθνικής Αυστραλίας.

Οχτώ από τους θριαμβευτές της Σαϊγκόν, μαζί κι ο αρχηγός τους, οδήγησαν τους Socceroos για πρώτη φορά σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου. Θα είναι στα 1974, στο Μουντιάλ της Δυτικής Γερμανίας, που υπήρξε ίσως το πιο πολιτικό από όλα. Έχασαν από τις δυο Γερμανίες και ήρθαν ισόπαλοι με τη Χιλή. Το 2017, πενήντα χρόνια μετά τη νίκη της Σαϊγκόν, τα μέλη της αποστολής, συγκινημένοι και θαλεροί γέροντες οι περισσότερο, θα τιμηθούν από την Ομοσπονδία για την προσφορά τους στο ποδόσφαιρο.

Ο πρόεδρος που γύρισε από το Κάλι (ζωντανός και με μεταγραφή)

  [7 Σχόλια]

Ο Φρανσουά Υβινέκ, μεσήλικας ιδιοκτήτης μιας μικρής βιομηχανίας ζαχαρωτών στη Βρετάνη της Γαλλίας, βρίσκεται σε ένα ξενοδοχείο στην Μπογκοτά της Κολομβίας με εισαγγελική απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και δυο σωματώδεις, οπλισμένους τύπους έξω από την πόρτα του δωματίου του. Οι μπράβοι έχουν σταλεί από την Γαλλική Πρεσβεία με εντολή του πρωθυπουργού Ζακ Σιράκ, διότι η ζωή του φιλήσυχου κυρίου Υβινέκ κινδυνεύει.

Είναι Δεκέμβριος του 1987. Τα καρτέλ της κοκαΐνης, αυτό του Μεντεγίν αλλά και το ανερχόμενο του Κάλι, είναι παντοδύναμα κι έχουν πάρει τον νόμο, κι άλλα πολλά πράγματα, μεταξύ των οποίων και διάφορες ποδοσφαιρικές ομάδες, στα χέρια τους. Και η ζωή του Γάλλου, που είναι κι αυτός πρόεδρος ομάδας, της γαλλικής Μπρεστ –Σταντ Μπρεστουά 29 σήμερα, Μπρεστ Αρμορίκ τότε – κινδυνεύει ακριβώς γι΄αυτό.

Ο Υβινέκ δε μασάει. Είναι το τρίτο του ταξίδι από το καλοκαίρι. Μεράκι του είναι ο Ρομπέρτο «Πάνθηρας» Καμπάνιας, ο θεαματικός επιθετικός που στα 18 του οδήγησε την Παραγουάη στην κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα και στα 19 βρέθηκε στην Κόσμος της Νέας Υόρκης. Έμαθε μπαλίτσα από τον Πελέ – που τον συμπάθησε ιδιαίτερα – έπαιξε δίπλα στον Κινάλια και τον Μπεκενμπάουερ και αναδείχτηκε καλύτερος παίκτης του αμερικάνικου πρωταθλήματος το 1983.

Μετά τη διάλυση της Κόσμος, ο Καμπάνιας βρέθηκε στην Κολομβία, στην Αμέρικα του Κάλι, την ομάδα που από το 1979 γνωρίζει μια περίοδο ακμής με δυο πρωταθλήματα το 1985 και το 1986 και τρεις συνεχόμενους – χαμένους – τελικούς του Κόπα Λιμπερταδόρες. Η οικονομική της ευμάρεια οφείλεται στην αδυναμία που της έχει ο Μιγκέλ Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα.

Ο Μιγκέλ, παρατσούκλι El Señor, είναι ο μικρότερος από τους δυο αδελφούς Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα που δημιούργησαν το αιμοσταγές Καρτέλ του Κάλι, το οποίο θα γινόταν σύντομα και σύμφωνα με τους Αμερικάνους διώκτες του «η πιο επικίνδυνη εγκληματική οργάνωση στον κόσμο».

Πού έχει μπλέξει ο βιομήχανος μπισκότων;

Οι δυο ομάδες έχουν, υποτίθεται, συμφωνήσει από τα τέλη Αυγούστου για την μεταγραφή, η Μπρεστ έχει δώσει 305 χιλ. δολάρια προκαταβολή κι υπάρχει και συμβόλαιο με την υπογραφή του Παραγουανού ο οποίος έτσι κι αλλιώς ψάχνεται να φύγει – έχει τσακωθεί με τον προπονητή και έχει και ένα μπλέξιμο με την κόρη ενός ναρκέμπορα. Ξαφνικά, η διοίκηση της Αμέρικα αρνείται ότι υπάρχει συμφωνία και καταθέτει μήνυση για πλαστογραφία και απόπειρα απάτης εναντίον του μάνατζερ του παίκτη, ο οποίος έχει ήδη φύγει νύχτα από την Κολομβία, αλλά κι εναντίον του Υβινέκ που μόλις έχει φτάσει από τη Γαλλία για να λύσει την παρεξήγηση. Η ΦΙΦΑ τον δικαιώνει, αλλά του απαγορεύεται η έξοδος από τη χώρα – μέτρο πρωτοφανές για τέτοια υπόθεση, αλλά είπαμε, τα καρτέλ έχουν τις ακρούλες τους στη δικαιοσύνη. Κι έτσι, ο Γάλλος βρίσκεται εδώ κι έξι εβδομάδες αποκλεισμένος στην Κολομβία χωρίς διαβατήριο, μετακινούμενος μόνο με συνοδεία σωματοφυλάκων και πάντα σε τεθωρακισμένο όχημα.

Η υπόθεση συγκλονίζει την Γαλλία. Ο Σιράκ δηλώνει πως αν συνεχιστεί η ομηρεία, δεν θα επιτραπεί σε κανέναν Κολομβιανό να πάρει μέρος στον ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας. Ο Μιγκέλ Ροντρίγκεζ απαντά ότι, αν του τη δώσει, θα αγοράσει και τον Γύρο της Γαλλίας, κι αν χρειαστεί και το Παρίσι. Ο Υβινέκ δίνει τηλεφωνική συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό της Βρετάνης, κι ανάμεσα σε άλλα καθησυχαστικά που λέει, γλιστράει μια λέξη της βρετόνικης διαλέκτου, ribin, μυστικό πέρασμα, αναγγέλλοντας, κωδικοποιημένα ώστε να μην τον πάρουν είδηση οι διώκτες του, ότι σχεδιάζει να διαφύγει. Αλλά όχι χωρίς τον Καμπάνιας!

Τα υπόλοιπα γίνονται άνετα ταινία: ο Υβινέκ έχει ραντεβού στο Κάλι με την εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεσή του – λεπτομέρεια: η συνάντηση έχει κανονιστεί να γίνει στο πεζοδρόμιο μπροστά από το δικαστικό μέγαρο διότι οι δικαστικοί υπάλληλοι απεργούν. Στις 18 Δεκεμβρίου του 1987 πληρώνει τον λογαριασμό του ξενοδοχείου και φεύγει για το αεροδρόμιο. Έχει κλείσει εισιτήριο σε μια πολύ πρωινή εσωτερική πτήση, κανονίζοντας όμως να είναι στη λίστα αναμονής. Δεν μπαίνει στο αεροπλάνο. Με τη συνεργασία ενός άλλου επιβάτη καταφέρνει να επιβιβαστεί ως κ. Λόπεζ σε μια πτήση για Παναμά. Από εκεί, παίρνει ένα άλλο αεροπλάνο για το Καράκας της Βενεζουέλας, όπου τον περιμένουν ο Καμπάνιας, η διερμηνέας του και μέλλουσα σύζυγος του Υβινέκ, κι ένας δημοσιογράφος της Εκίπ που έχουν ταξιδέψει ξεχωριστά. Το παρεάκι φτάνει μετά από πολλές περιπέτειες στη Βρέστη και γνωρίζει υποδοχή ηρώων. H πιθανότατα δυσκολότερη μεταγραφή της ιστορίας είχε μόλις ολοκληρωθεί αλλά όλα ήταν σχεδόν μάταια. Σχεδόν.

Από την υποδοχή των ηρώων που νίκησαν το Καρτέλ του Κάλι

Η Μπρεστ έπαιξε το πρώτο μισό του πρωταθλήματος του 1987-1988 χωρίς τον πολυπόθητο Παραγουανό. Έτσι, ενώ ο πρόεδρος βρισκόταν στην Κολομβία, αποκτήθηκε ο Κάρλος Τάπια της Μπόκα. Αποτέλεσμα; όταν ο Καμπάνιας πατάει την τιμημένη γη της Βρετάνης, δεν υπάρχει ελεύθερη θέση ξένου στην ομάδα, η οποία έτσι κι αλλιώς πάει καρφωτή για υποβιβασμό.

Για τους επόμενους μήνες ο Καμπάνιας θα βλέπει τη νέα του ομάδα από την κερκίδα. Κι όμως, όχι μόνο δεν θα φύγει στο τέλος της σεζόν αλλά θα κάνει πράματα και θάματα στη δεύτερη κατηγορία : βάζει 21 γκολ, τα πανηγυρίζει ανεβαίνοντας στα κάγκελα του πετάλου, παίζει με σπασμένη μύτη και μάσκα στα μπαράζ ανόδου, κι οδηγεί τη Μπρεστ ξανά στην ελίτ. Την επόμενη χρονιά, θα δικαιώσει και πάλι τον Υβινέκ. Μια μέρα πριν το ματς με τη Μαρσέιγ, που είχε τότε φοβερή ομάδα μέσα – με Γουάντλ, Παπέν, Φραντσέσκολι, Ντεσάν…– κι έξω από τα γήπεδα, καταγγέλει απόπειρα δωροδοκίας του. Την επόμενη, κάνει αυτό:

Στο τέλος της σεζόν, ο Καμπάνιας φεύγει στη Λυόν και με τα λεφτά της μεταγραφής θα γίνουν προσπάθειες να μπαλωθούν μερικές από τις τεράστιες τρύπες στον προϋπολογισμό – ματαίως.

Βρισκόμαστε ήδη στην αρχή του τέλους του ονείρου του Φρανσουά Υβινέκ.

Μικρή επιστροφή στο παρελθόν.

Ο Υβινέκ γίνεται πρόεδρος το 1981 με όνειρο να κάνει την ομάδα του τόσο ισχυρή ώστε να ανταγωνίζεται στα ίσα την Μπορντό, τη Ρασίγκ ή τη Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί. Ο δρόμος για να το πετύχει μοιάζει μακρύς. Η Μπρεστ είναι μια μικρή ομάδα που ανεβαίνει στην πρώτη κατηγορία για πρώτη φορά στην ιστορία της στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με παίκτες δημιουργικούς στο γήπεδο αλλά κι έξω από αυτό. Δυο από αυτούς, ο Ζοέλ Ανρί κι ο Μπερνάρ Παρντό – που αργότερα θα μπλεχτεί και σε μια ιστορία διακίνησης ναρκωτικών – έχουν ένα μπαρ, ενώ κι τεχνικός διευθυντής της ομάδας διατηρεί ένα άλλο, το «Χρυσό Παπούτσι»· αυτά είναι μόνο δύο από τα πολλά στα οποία συχνάζουν κάθε βράδυ όλοι οι ποδοσφαιριστές, παραβιάζοντας συχνά το μετρίως αυστηρό ωράριο κατακλίσεως που τους επιβάλλει η διοίκηση – «παιδιά, στις 4 το πρωί το αργότερο να έχετε γυρίσει σπίτι!». Πολλές φορές, για να γιορτάσουν κάποιο ευτυχές γεγονός, όπως τη γέννηση του παιδιού του συμπαίκτη τους Πασκάλ Ντυπρά, εξαφανίζονται για μέρες ώστε να γνωρίσουν τη νυχτερινή ζωή και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας. Τις ομιλίες του προπονητή τις διακόπτουν συχνά αυτοσχέδιοι αγώνες ταχύτητας ζωντανών αστακών – βρισκόμαστε στην Αρμορική χερσόνησο και το συμπαθές αρθρόποδο αποτελεί ένα από τα τοπικά προϊόντα.

Ο καινούργιος πρόεδρος, όμως, αλλάζοντας συνεχώς προπονητές και ξοδεύοντας λεφτά που δεν έχει αλλά που καταφέρνει και ξετρυπώνει από διάφορους ευκαιριακούς χορηγούς, φέρνει σε αυτήν τη μικρή, επαρχιακή ομάδα διάφορους ξένους σούπερ-σταρ, κατά προτίμηση νοτιοαμερικάνους, όπως ο αμυντικός της Εθνικής Βραζιλίας Ζούλιο Σέζαρ – που θα περάσει στα γεράματα κι από τον Παναθηναϊκό– και ο Αργεντίνος παγκόσμιος πρωταθλητής Χοσέ Λούις «Τάτα» Μπράουν, σκόρερ του πρώτου γκολ στον τελικό του Μουντιάλ του 1986 απέναντι στη Γερμανία.

Τάτα Μπράουν, Ζούλιο Σέζαρ ως σωσίας του Ντένζελ Γουάσιγκτον στο Αμέρικαν Γκάνγκστερ, Φρανσουά Υβινέκ κι ένας κύριος με καρό σακάκι

Χάρη σ΄αυτούς, η Μπρεστ θα πετύχει τη σεζόν 1986-1987 να βρεθεί στην όγδοη θέση του πρωταθλήματος με φιλοδοξίες για έξοδο στην Ευρώπη την επόμενη χρονιά.

Όμως, το καλοκαίρι του 1987, λίγους μήνες πριν από την κολομβιανή του περιπέτεια, ο Υβινέκ θα διώξει τον προπονητή Ρεμόν Κερυζορέ. Αιτία της σύγκρουσης; Ο πρόεδρος υποστήριξε, επικαλούμενος μάλιστα πηγές των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών, πως ο αριστερός συνδικαλιστής και γνωστός από τη θητεία του στη Ρεν ως «μαοΐστρια μάγισσα» – ο κόοουτς είναι μακρυμάλλης – Κερυζορέ συνωμοτούσε στα αποδυτήρια με τους παίκτες προκειμένου να ανατρέψουν την διοίκηση και να επιβάλλουν την αυτοδιαχείριση. Μαζί με τον προπονητή θα φύγει ο βασικός χορηγός – μια αλυσίδα σούπερ-μάρκετ – και οι δυο νοτιοαμερικάνοι.

Αλλά, είπαμε, ο πρόεδρος δεν μασάει. Συνεχίζει αυτήν την ξέφρενη πορεία προς το όνειρό του με κάθε μέσο. Πείθει την περιφερειακή διοίκηση να χτίσουν καινούργιο γήπεδο και προπονητικό κέντρο· το εργοτάξιο πιάνει φωτιά και τελικά τα έργα κοστίζουν το τριπλάσιο από το αναμενόμενο ενώ η περιοχή που επιλέχτηκε για προπονητικό κέντρο γίνεται στόχος επιδρομής χιλιάδων σαλιγκαριών και τα σχέδια αναγκαστικά ανατρέπονται. Για να αντικαταστήσει τον Μπράουν και τον Σέζαρ και ενώ βρίσκεται ακόμη σε διαπραγματεύσεις για τον Καμπάνιας, φέρνει από την Μπόκα Τζούνιορς τον σκληροτράχηλο Αργεντίνο Χόρχε «Πίπα» Ιγκουαΐν. Ο συμπαθέστατος Χόρχε θα βάλει ένα μοναδικό γκολ εναντίον των Καννών.

Δεν προλαβαίνει να θαμπώσει με την απόδοσή του αλλά απολαμβάνει την ζωή στη Βρετάνη. Πηγαίνει για ψάρεμα, παίζει χαρτιά και πετάνκ, μαθαίνει τη γλώσσα, αποκτά φίλους και γνωρίζει τις χαρές της πατρότητας: στη διάρκεια της μιας και μοναδικής σεζόν που έμεινε στη Βρέστη, θα γεννηθεί ο γιος του, Γκονσάλο, ο οποίος, θεωρητικά, μπορεί έτσι να αποκτήσει γαλλική αθλητική υπηκοότητα. Ο Ρεμόν Ντομενέκ θα καλέσει στα 2006 τον 18χρονο τότε Πιπίτα στην Εθνική Γαλλίας για ένα φιλικό με την Ελλάδα – ο Γκονσάλο δεν δέχτηκε, προτίμησε την Εθνική Αργεντινής κι όλοι ξέρουμε πού τον οδήγησε αυτή η επιλογή και πού οδήγησε και την Αργεντινή…

Στην πραγματικότητα, η Μπρεστ, παρόλο το κάπως οικογενειακό και ερασιτεχνικό κλίμα που κυριαρχούσε, διέθετε πλούσια δεξαμενή ταλέντων χάρη στην καλή δουλειά που γινόταν στις νεανικές ομάδες που ήταν απο τις καλύτερες στη Γαλλία, ενώ το έμπειρο μάτι των ατζέντηδων με τους οποίους συνεργαζόταν τής επέτρεπε να στρατολογεί νεαρότατους πολλούς ταλαντούχους ποδοσφαιριστές.

Από το δυναμικό της θα περάσουν, εκτός από όσους έχουμε αναφέρει, δυο μελλοντικοί Γάλλοι παγκόσμιοι πρωταθλητές – ο Στεφάν Γκιβάρς και ο Κλοντ Μακελελέ –, η μισή Παρί Σεν Ζερμέν που θα αναδειχτεί πρωταθλήτρια Γαλλίας το 1994 – Πολ Λε Γκουέν, Νταβίντ Ζινολά, Μπερνάρ Λαμά, Βενσάβ Γκεράν, Πατρίκ Κολτέρ – και, χρόνια αργότερα, κι ο Φρανσουά Ριμπερί.

Όμως, η πτώση της και θα είναι αναπόφευκτη καθώς, κοντά σε όλες τις άλλες περιπέτειες, θα μπλεχτεί σε ένα μεγάλο πολιτικο-οικονομικό σκάνδαλο. Μετά την πώληση του Καμπάνιας, ο Υβινέκ στρέφεται σε έναν μυστήριο τύπο, τον τραπεζίτη Αχμέντ «Σαρλί» Σακέρ, φίλο και συνεργάτη – εμπορευόταν όπλα – του Γιασέρ Αραφάτ και του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο Σακέρ εμφανίζεται ως πάμπλουτος και γενναιόδωρος οπαδός της Μπρεστ, και χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων φιλανθρωπιών, την αγορά του ήρωα τερματοφύλακα του Μουντιάλ του 1990 Σέρχιο Γκοϊκοετσέα.

Στην πραγματικότητα, ο Σακέρ είναι μεγάλο μούτρο. Η τράπεζά του, όπως και διάφορες άλλες επιχειρήσεις του στο Ιράκ, στην Ιταλία και στη Βρετάνη, είναι μια μεγάλη απάτη μέσω της οποίας μπήκαν στην τσέπη του καταθέσεις 120 εκ. φράγκων (18 εκ. ευρώ) μικροκαταθετών. Στη συνέχεια θα αποδειχθεί ότι εμπλέκεται και σε μια σκοτεινή ιστορία χρηματοδότησης πολιτικών. Θα καταλήξει στη φυλακή, εκεί όπου μέλλει να πάει κι ο Υβινέκ.

30 Νοεμβρίου 1991. Ο Ζινολά κι ο Πασκάλ Πιερ εγκαταλείπουν το γήπεδο στο τελευταίο ματς πριν τη διάλυση

Η Μπρεστ, στο τέλος της σεζόν 1990-1991, κι ενώ έχει τερματίσει κάπου στη μέση της βαθμολογίας, θα υποβιβαστεί για οικονομικούς λόγους. Έξι μήνες αργότερα και μετά από ένα ντου των οπαδών στη διάρκεια ενός ντέρμπι με την Γκενγκάν, θα πέσει στο ερασιτεχνικό λόγω οριστικής χρεοκοπίας. Για πολλούς αυτή η σκληρή μοίρα οφείλεται και στην προσωπική βεντέτα που είχε ανοίξει ο Υβινέκ με τον πανίσχυρο Μπερνάρ Ταπί – η Μπρεστ είχε αρνηθεί την αναβολή του μεταξύ τους αγώνα πριν τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ τον Μάιο του 1991 ενώ ένα άλλο σημείο τριβής ήταν ότι δεν έδωσε με μεταγραφή τον Ζινολά. Ο θρύλος λέει ότι ο Νταβίντ έψαχνε σε κάτι χωράφια να δείρει τον πρόεδρό του για κάτι χρωστούμενα αλλά, όπως είπαμε, εκείνος είχε γνωρίσει και χειρότερες περιπέτειες. Και τον περίμεναν και άλλα.

Μετά τον υποβιβασμό, θα κατηγορηθεί για δόλια χρεοκοπία και κατάχρηση. Θα μείνει πενήντα μία μέρες προφυλακισμένος και τελικά θα δικαστεί σε έναν χρόνο με αναστολή. Το μόνο αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ήταν κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί και τίτλος τιμής για έναν πρόεδρο ποδοσφαιρικής ομάδας: ξόδευε περισσότερα λεφτά από όσα διέθετε. Στο δικαστήριο, θα έρθει να τον υπερασπιστεί, ανάμεσα σε άλλους, ο Νταβίντ Ζινολά. Ο πρόεδρος σήμερα ζει στην Ισπανία κι ασχολείται με τη ζωγραφική. «Όταν ανέλαβα την Μπρεστ, ήξερα τι με περίμενε, ότι έπρεπε να είμαι έτοιμος να πάω ακόμη και φυλακή».

Πριν λίγα χρόνια, οι Ιγκουαΐν, πατέρας και γιος, γύρισαν στη Βρετάνη. Ο Γκονσάλο ουσιαστικά τη γνώριζε για πρώτη φορά: «Η Βρέστη δεν είναι η ομορφότερη πόλη του κόσμου, δεν είναι όμως και η πιο άσχημη. Είναι μια πόλη λαϊκή κι οι κάτοικοί της είναι καλοί άνθρωποι». Και αγαπούν παθολογικά την μπάλα. Ένας από αυτούς, ο συνθέτης και τραγουδιστής Κριστόφ Μιοσέκ, θα γράψει αυτό το τραγούδι, τρυφερή και πικρή ανάμνηση μιας μαγικής περιόδου: «Κι όμως, είχαμε τον Γκοϊκοετσέα, τον Γκιβάρς, τον Ζινολά, τον Λαμά […] και παρόλα αυτά βρήκαμε τρόπο να εκτροχιαστούμε».

Η Μπρεστ ανέβηκε ξανά φέτος μετά από εννιά χρόνια στη Λιγκ 1. Από τον Αύγουστο θα είναι μια ακόμη από αυτές τις, συνήθως μονοσύλλαβες, γαλλικές ομάδες που υποχρεώνουν τους φανατικούς του στοιχήματος να μελετήσουν γεωγραφία για να μην τις μπερδεύουν. Είναι όμως διαφορετική· μια ομάδα που έζησε στιγμές δόξας και περιπέτειας στη διάρκεια της μυθικής, έτσι κι αλλιώς, δεκαετίας του 1980. Όπως θα έλεγε κι ο Καπετάνιος Χάντοκ στον Τεν Τεν: «Μα τους χίλιες χιλιάδες κεραυνούς της Βρέστης, δεν είναι δυνατόν να έχουν συμβεί όλα αυτά!». Και όμως.

Όμαρ Σίβορι: ο πρώτος Αργεντίνος που λατρεύτηκε στην Ιταλία

  [4 Σχόλια]

Όταν ο Χατέμ Μπεν Αρφά ανέφερε, ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές που θαυμάζει – Κρόιφ, Μαραντόνα, Ροναλντίνιο, Ρονάλντο – τον Όμαρ Ενρίκε Σίβορι, πολλοί το απέδωσαν στην εμμονική τάση των χίπστερ συνανθρώπων μας να διαφοροποιούνται από ό,τι θεωρείται συνηθισμένο, μέινστριμ. Υποψιάζομαι όμως ότι όταν ο μελετηρός Χατέμ διάβασε την ιστορία του εκνευριστικά ταλαντούχου αριστεροπόδαρου Αργεντινο-ιταλού συναδέλφου του, σίγουρα θα σκέφτηκε έναν άλλον παίκτη με παρόμοια χαρακτηριστικά: τον εαυτό του. Και μοιραζόμαστε την πίκρα που θα ένιωσε αναλογιζόμενος ότι υπήρξε κάποτε μια εποχή που το ποδόσφαιρο συγχωρούσε τα ελαττώματα – προβλήματα συμπεριφοράς, τεμπελιά, θράσος…– των εκνευριστικά ταλαντούχων αριστεροπόδαρων.

Αυτές οι εποχές όμως ανήκουν στο παρελθόν, το πολύ μακρινό. Ο Σίβορι φτάνει στην Ιταλία και στη Γιουβέντους το 1957, όταν είναι 22 χρονών. «Είναι κάτι περισσότερο από πρωταθλητής. Για όποιον αγαπάει το ποδόσφαιρο, ο Σίβορι είναι μια ένοχη απόλαυση»: μιλάει ένας άνθρωπος με αναμφισβήτητο γούστο, ο Τζιάνι Ανιέλι, που έδωσε το μυθικό ποσό των 180 εκ. λιρετών στη Ρίβερ Πλέιτ για να τον αποκτήσει – στην εποχή της ήταν η πιο ακριβή μεταγραφή στον κόσμο – και δεν θα το μετανιώσει. Παρά τα όσα δυσάρεστα ακολούθησαν, ο Σίβορι παρέμεινε, μαζί με τον Πλατινί, ο πιο αγαπημένος του ποδοσφαιριστής.

Όταν ο Αργεντινός έφτασε στο Τορίνο, η Γιουβέντους δεν ήταν αυτή που σήμερα γνωρίζουμε, η ομάδα που δεσπόζει στο ιταλικό και το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο – τις δύο προηγούμενες σεζόν είχε τερματίσει ένατη στο πρωτάθλημα. Πριν την τραγωδία της Σουπέργκα το 1949, δεν ήταν καν η καλύτερη ομάδα της πόλης της.

Ούτε κι ο Σίβορι έχει φτάσει ακόμη στην ακμή της καριέρας του, όχι επειδή είχε πετύχει λίγα μέχρι τότε αλλά επειδή επέπρωτο να κάνει ακόμη περισσότερα. Έχει ήδη έχει κερδίσει τρία πρωταθλήματα στη σειρά με τη Ρίβερ Πλέιτ ενώ λίγους μήνες πριν, τον Απρίλιο του 57, μαζί με τον Αντόνιο Βαλεντίν Ανχελίγιο και τον Ουμπέρτο Μάστσιο ήταν ένας από τους τρεις Αγγέλους με βρώμικο πρόσωπο που μεγαλούργησαν στα γήπεδα του Περού με τη φανέλα της Αργεντινής, κερδίζοντας το Κόπα Αμέρικα και διαλύοντας, μεταξύ άλλων, τη Βραζιλία 3-0. Και ο Σίβορι, που ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης, κι οι άλλοι δυο θα γίνουν ανάρπαστοι από τις ιταλικές ομάδες: ο Ανχελίγιο θα βρεθεί στην Ίντερ και ο Μάτσιο στη Αταλάντα. Και οι τρεις θα το πληρώσουν, καθώς εκείνα τα χρόνια στην Αργεντινή δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτούς τους ξενιτεμούς στη Γηραιά Ήπειρο. Δεν θα κληθούν στην Εθνική για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, όπου η Αλμπισελέστε θα αποκλειστεί από τον πρώτο γύρο μετά από ένα ταπεινωτικό 6-1 από την Τσεχοσλοβακία. Και οι τρεις θα παίξουν αργότερα για την Εθνική Ιταλίας ως oriundi, δηλαδή ως έχοντες ιταλικές ρίζες – ρίζες υπαρκτές, χάρη στις οποίες ο Όμαρ συγγενεύει με έναν άλλο δημοφιλέστατο στην Ιταλία Αργεντίνο, τον Πάπα Φραγκίσκο του οποίου η μαμά ήταν από τη Λιγκουρία, όπως όλοι οι Σίβορι.

Μόνο που όταν ο σταρ της Ρίβερ φτάνει στην Ιταλία, ταλαιπωρημένος από το ταξίδι κι από μια εγχείριση στις αμυγδαλές, δεν πολυμοιάζει με ποδοσφαιριστή. Είναι κοντόχοντρος, με δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι – ένα από τα παρατσούκλια του του είναι El Cabezón, ο Κεφάλας αλλά κι ο ξεροκέφαλος– με κάπως εναλλακτική οδοντοστοιχία, και βαρύθυμος. Στην παρουσίασή, απαντάει στα πειράγματα του ελαφρώς ανήσυχου Ανιέλι – «καλός είσαι αλλά σα να μου φαίνεται ότι δεν χρησιμοποιείς πολύ το δεξί σου πόδι» – με μια επίδειξη ζογκλαρίσματος με το αριστερό γύρω γύρω από το γήπεδο και μια απάντηση : «Και με το δεξί, τι με συμβουλεύετε να κάνω;».

Οι πρώτες εντυπώσεις που αφήνει στα φιλικά ματς δεν είναι οι καλύτερες: ατομιστής, αργός, βαρύς, με κακή φυσική κατάσταση. Μια ζωντανή αντίθεση στις επιταγές του σύγχρονου ποδοσφαίρου που τις προσωποποιούν με τον καλύτερο τρόπο δυο συμπαίκτες του: ο επίσης νεοφερμένος Τζον Τσαρλς, ο πανύψηλος, αριστοκρατικός κι ομαδικός Ουαλλός της Λιντς κι ο Τζιανπιέρι Μπονιπέρτι, το απόλυτο τορινέζικο ίνδαλμα, και μελλοντικός πρόεδρος της ομάδας για μια εικοσαετία.

Il Trio Magico

Όμως, κι εδώ ο Χατέμ Μπεν Αρφά έχει κάθε λόγο να αισθάνεται αδικημένος από τη ζωή, η διοίκηση αποφασίζει να ακούσει τις υποδείξεις του μάνατζερ του παίκτη: είναι απαραίτητη μια κάποια ελαστικότητα στην πειθαρχία διότι ο Όμαρ είναι ασυνήθιστος στις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν στο Τορίνο, κυρίως στις πρωινές προπονήσεις, ειδικά χωρίς μπάλα· στην Αργεντινή ξυπνούσε το μεσημεράκι. Χρειάστηκε η κατανόηση του προπονητή Λιούμπισα Μπρόσιτς και μια μικρή βοήθεια από τον Μπονιπέρτι που δέχτηκε να υποχωρήσει λίγο προς το κέντρο ώστε να γλιτώσει το ξύλο που έτρωγε από τους αμυντικούς και να βολέψει τους νέους, ξένους συμπαίκτες του. Οι τρεις τους θα γίνουν η Μαγική Τριπλέτα της ομάδας που θα γίνει Μεγάλη Κυρία, αρχίζοντας με το ιστορικό πρωτάθλημα του 1957-8. Ιστορικό διότι είναι το δέκατο κι έτσι η Γιουβέντους γίνεται η πρώτη ομάδα που στολίζει την φανέλα της με το περίφημο αστέρι. Θα ακολουθήσουν το Κύπελλο Ιταλίας το 1958-9, το νταμπλ το 1959-60 και ξανά το πρωτάθλημα το 1960-1.

Και οι τρεις της Τριπλέτας είχαν φοβερό ταλέντο και η συγκυρία να ανταμώσουν για τέσσερα χρόνια ήταν ευτυχής για τη Γιουβέντους. Όμως, ο απόλυτος σταρ ήταν ο Όμαρ. Αυτός άλλωστε θα γίνει το 1961 ο πρώτος Γουβεντίνος κι ο πρώτος παίκτης της Σέριε Α που θα κερδίσει Χρυσή Μπάλα – θα ακολουθήσουν πολλοί.

Ο Σίβορι υπήρξε το αρχέτυπο του Αργεντίνου ποδοσφαιριστή έτσι όπως τον φανταζόμαστε οι περισσότεροι: κυνικός, ακούρευτος, τεχνικός, αδίστακτος, απείθαρχος, αλαζόνας, τσατίλας, προκλητικός και με μια ερωτική σχέση με την μπάλα η οποία του έκανε όλα τα χατίρια όταν τη χάιδευε με το μαγικό του αριστερό πόδι – ένα άλλο του παρατσούκλι ήταν El Gran Zurdo, ο Μεγάλος Αριστεροπόδαρος. Ακριβώς όπως για τον Μαραντόνα ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, ο κόσμος συνέρρεε στο γήπεδο από νωρίς για τον προλάβει στο ζέσταμα, να τον δει να ζογκλάρει με την μπάλα, πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη, με κάθε δυνατό τρόπο, όρθιος ή ξαπλωμένος. Ο ίδιος εμπλουτίζει το σόου καλώντας μερικές φορές πιτσιρίκια από την εξέδρα με τα οποία παρουσιάζει το μπούμερανγκ: τους στέλνει με μια ελαφριά πάσα την μπάλα, αλλά βάζοντας τέτοιο φάλτσο που η μπάλα να γυρνάει ξανά σ΄αυτόν. Μια φορά με τη Μίλαν και κάτω από καταρρακτώδη βροχή, θρυλείται ότι κατάφερε να κατεβάσει την μπάλα και να σκοράρει σε ένα γήπεδο-λίμνη παίζοντας κουτσό, με την μπάλα κολλημένη στο κουτεπιέ του άλλου του ποδιού.

Στο πρώτο του ματς σκοράρει, κι έτσι θα συνεχίσει. Σε οχτώ σεζόν με τη Γιουβέντους, θα βάλει συνολικά 174 γκολ σε 259 ματς. Μπορούμε να αναφέρουμε και ένα ρεκόρ του αν και το πέτυχε σε ένα σκανδαλώδες ματς. Τον Ιούνιο του 1961, την χρονιά που κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα, έβαλε έξι γκολ στην Ίντερ· οι Μιλανέζοι είχαν κατεβάσει την ομάδα των νέων για να διαμαρτυρηθούν για την απόφαση ακύρωσης της τιμωρίας της Γιουβέντους και για την επανάληψη του αγώνα που έκρινε τον τίτλο.

Ο Κεφάλας, όμως, δεν ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που θα κέρδιζε ποτέ βραβείο fair play. Σε ένα ματς με την Πάντοβα, κι ενώ το σκορ είναι 3-0, σφυρίζεται ένα αμφισβητήσιμο πέναλτι. Διαμαρτυρίες, κακό, ο αγώνας έχει κριθεί, πλησιάζει λοιπόν τον τερματοφύλακα Πιν και του ψιθυρίζει «μην ανησυχείς, δίκιο έχετε κι εγώ θα το χτυπήσω προς τα αριστερά για να το πιάσεις». Σουτάρει εντελώς προς τα δεξιά και το βάζει. Ο Πιν τον κυνηγάει σε όλο το γήπεδο. «Εννοούσα αριστερά για μένα».

Ακόμη και σήμερα, όταν κανείς παρακολουθεί τα στιγμιότυπα των αγώνων, η αίσθηση που αποκομίζει είναι ότι ο άνθρωπος αυτός, που, με την απίστευτη τεχνική και φαντασία που διέθετε, μπορούσε να δημιουργήσει φάσεις από το τίποτε και είχε καταπληκτικά τελειώματα μέσα στην περιοχή, απολάμβανε ίσως λίγο περισσότερο όσα προηγούνταν του γκολ: «Είναι δύσκολο να κρατήσεις το ενδιαφέρον 60-70.000 θεατών. Πρέπει να τους προσφέρεις συνεχώς θέαμα, διασκέδαση»: αυτή ήταν η θεωρία του. Γι΄αυτό οι χορευτικές ντρίμπλες – ένα από τα τραγούδια που γράφτηκαν γι΄αυτόν λέγεται «Σίβορι τσα-τσα» –, συχνά με μια μικρή οπισθοχώρηση ώστε να ξαναβρεί τον παίκτη που μόλις ξεπέρασε και να τον ταπεινώσει πάλι, οι προσποιήσεις, οι διαγώνιες επελάσεις, οι αστραπιαίες αλλαγές κατεύθυνσης, και, η μεγάλη του σπεσιαλιτέ: οι ποδιές. Ο Σίβορι ανέδειξε σε τέχνη το να περνάει την μπάλα ανάμεσα στα πόδια των αντιπάλων, και, γενικότερα, να τους ξεφτιλίζει. Κάποτε είχε βάλει στοίχημα τον συμπαίκτη του Μπρούνο Γκαρτζένα πως σε κάθε ματς θα έκανε ποδιά στον πρώτο αντίπαλο που θα τον πλησίαζε μετά τη σέντρα. Ο Γκαρτζένα εγκατέλειψε μετά το τρίτο δείπνο που αναγκάστηκε να πληρώσει.

Ακόμη και η επιμονή του να παίζει με κατεβασμένες κάλτσες είχε ακριβώς την ίδια λογική, να δείξει σε κάθε αμυντικό που φιλοδοξούσε να τον σταματήσει ή, έστω, να του πατήσει καμιά σκαριά, ότι δεν τον φοβάται. Η αλήθεια είναι ότι τους φοβόταν λίγο – όταν εκνευρισμένοι άρχιζαν να τον κυνηγούν κρυβόταν πίσω από τον αγαθό γίγαντα Τζον Τσαρλς –, κι είχε ένα δίκιο. Εκείνα τα μακρινά χρόνια, οι αμυντικοί είχαν αιμοσταγή παρατσούκλια και ψιθύριζαν στο αυτί του σταρ της αντίπαλης ομάδας τρυφερά λόγια. «Κανόνισε να περάσεις τη γραμμή της περιοχής και θα σου σπάσω τα πόδια»: αυτό είπε μια μέρα του Φλεβάρη του 1961 στον Σίβορι ο Έλιο «ll Mastino [=το Πίτμπουλ]» Γκράνι της Κατάνια. «Σύμφωνοι, αλλά μην αργήσεις πολύ διότι δεν θα προλάβεις, θα χτυπήσω πρώτος». Σε λίγα λεπτά ο Πίτμπουλ φεύγει με φορείο και με κατεστραμμένο γόνατο.

Διότι ο Σίβορι, ακόμη και όταν πολιτογραφήθηκε Ιταλός, παρέμεινε ένα πιτσιρίκι που έμαθε μπάλα στις αλάνες του Σαν Νικολάς, διακόσια χιλιόμετρα μακριά από το Μπουένος Άιρες: έφτυνε, έσπρωχνε, τραβούσε μαλλιά, καμωνόταν πως πήγαινε να παρηγορήσει έναν πεσμένο αντίπαλο ενώ στην πραγματικότητα τον κλωτσούσε, έβριζε, τα έβαζε με τους διαιτητές. Κατάφερε να αποβληθεί δέκα φορές και να τιμωρηθεί συνολικά με 33 αγωνιστικές. Σε έναν ματς με την Ίντερ, ανάγκασε ακόμη και τον Τσαρλς, ο οποίος ήταν γνωστός για το φιλειρηνικό του πνεύμα και την ψυχραιμία με την οποία αντιμετώπιζε τα πάντα, να τον χαστουκίσει για να τον ηρεμήσει.

Το χαστούκι στο 2.10΄

Η Μαγική Τριπλέτα θα χωρίσει. Ο Μπονιπέρτι θα κρεμάσει νεότατος τα παπούτσια του το 1961, ο Τσαρλς θα γυρίσει στη Λιντς το 1962. Ο Σίβορι, κάτοχος πλέον του τίτλου του καλύτερου Ευρωπαίου ποδοσφαιριστή θα συνεχίσει να μαγεύει τα πλήθη, σκοράροντας, για παράδειγμα, απέναντι στη Ρεάλ του Ντι Στέφανο και χαρίζοντας στη Γιούβε την πρώτη της νίκη μέσα στο Μπερναμπέου.

Κι ο Μαραντόνα, πόσες Χρυσές Μπάλες έχει, είπαμε;

Αυτή η ιστορία αγάπης, όμως, δεν θα αποδώσει άλλους καρπούς και θα έχει πικρό τέλος. Το 1964, ο Παραγουανός προπονητής Εριμπέρτο Ερέρα έρχεται με όρεξη στο Τορίνο. Ο Ρομπέρτο Βιέρι, πατέρας του Κρίστιαν θυμάται: «Οι προπονήσεις του ήταν τόσο κουραστικές που ξεθεωνόμουν και μόνο που τις παρακολουθούσα». Αυστηρός, άτεγκτος, οπαδός της ομαδικής προσπάθειας, της συνεχούς κίνησης και της σκληρής προπόνησης, δεν εντυπωσιάζεται από τις χορευτικές ικανότητες του Σίβορι: «Είναι γελωτοποιός κι ατομιστής, φέρεται λες και το ποδόσφαιρο είναι ατομικό σπορ! Ή θα αλλάξει ή ένας από τους δυο μας θα φύγει».

Το καλοκαίρι του 1965, ο Όμαρ φεύγει από το Τορίνο. Το γεγονός είναι τόσο συγκλονιστικό που αποτελεί το σημείο εκκίνησης ενός κοινωνικού δράματος του Έντζο Μπατάλια. Από την ταινία, στην οποία παίζει ρόλο-κλειδί και ο ίδιος, που  φιγουράρει και με γαλάζια φανέλα στην αφίσα, μας έχει μείνει ένα υπέροχο τραγούδι του Ένιο Μορικόνε:

Ο Σίβορι, λοιπόν, πηγαίνει στη νεοφώτιστη Νάπολι όπου θα βρει έναν άλλο αποδιωγμένο σταρ, τον Ζοσέ Αλταφίνι. Υποτίθεται ότι δίνουν αμοιβαία υπόσχεση να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον ώστε να εκδικηθούν τις ομάδες που τους ανάγκασαν να φύγουν: τη Μίλαν και τη Γιούβε – ή μάλλον τον Ερέρα. Και είναι πιστοί στον όρκο τους: τη σεζόν 1965-6, οι δυο ισχυροί του Βορρά φεύγουν με ήττες 1-0 από το Σαν Πάολο. Σκόρερ με τη Μίλαν ο Σίβορι, με τη Γιούβε ο Αλταφίνι.

Μετά από μια τρίτη θέση στο πρωτάθλημα κι ένα Κύπελλο Άλπεων, ένας Μεγάλος Αριστεροπόδαρος γίνεται ο βασιλιάς της Νάπολης είκοσι χρόνια πριν τον Μαραντόνα. Ένα ξύλινο ομοίωμά του περιφέρεται στους δρόμους όπως το άγαλμα του Σαν Τζενάρο, του προστάτη της πόλης, ενώ ο θρύλος λέει ότι χήρες έκλαιγαν πάνω από τους τάφους των αντρών τους λέγοντας: «Πέθανες και δεν μπορείς να δεις τον Σίβορι και τον Αλαταφίνι να φοράνε τα γαλάζια!».

Και βέβαια δεν ξεχνά: κάθε αναμέτρηση με τη Γιούβε του Ερέρα είναι ευκαιρία για εκδίκηση. Πηγαίνει κοντά στον πάγκο, τον βρίζει, τον κοροϊδεύει, του κάνει χειρονομίες. Όχι ότι ο Παραγουανός πάει πίσω: κάθε φορά, οι εντολές που δίνονται στον αμυντικό που τον φυλάει είναι να του σπάσει τα νεύρα ώστε να αποβληθεί.

Η έκρηξη έρχεται τον Δεκέμβριο του 1968. Νάπολι-Γιουβέντους 2-1, με μια ασίστ του Αργεντίνου. Ο Ερμίνιο Φαβάλι πέφτει σφαδάζοντας κάπως υπερβολικά στο έδαφος μετά από επαφή με τον Σίβορι. Επεμβαίνει ο διαιτητής, σπρωξίματα, τσαμπουκάδες. Εφορμά ο εκδικητής Ντίνο Παντζανάτο και πατάει στο πρόσωπο τον ακόμη ξαπλωμένο στο χορτάρι Φαβάλι. Ανταπάντηση από τον Σάντρο Σαλβαντόρε που γκρεμίζει τον Ναπολιτάνο με μια εντυπωσιακή γροθιά. Γενική σύρραξη. Το ξύλο συνεχίζεται στα αποδυτήρια. Τρεις κόκκινες κάρτες, συνολικά είκοσι αγωνιστικές τιμωρία και πολλά ράμματα. Ο Σίβορι, όπως ο Μαραντόνα – μην τα ξαναλέμε! – πολλά χρόνια μετά, αποφασίζει ότι οι συνθήκες ωρίμασαν ώστε να εγκαταλείψει την αγαπημένη του Ιταλία και να επιστρέψει άρον άρον στα πάτρια χώματα.

Με σομπρέρο και τον Τζιάνι Ριβέρα

Αφοσιώνεται αμέσως στην προπονητική. Περνάει από τη Ροσάριο Σεντράλ, την Εστουδιάντες, τη Ρασίγκ, ακόμη κι από την Εθνική Αργεντινής στα προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1974. Αργότερα θα γίνει το μάτι της Γιουβέντους στα αργεντίνικα γήπεδα – λέγεται ότι είχε εισηγηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, την απόκτηση του Μαραντόνα –   και θα αποσυρθεί στα δυο αγροκτήματά του, που τα βάφτισε Γιουβέντους και Νάπολι.

Πέθανε το 2005, έχοντας γνωρίσει τη σπάνια τύχη να μπαίνει στο γήπεδο λίγο πριν αρχίσει ένα μεγάλο ντέρμπι ανάμεσα στις δυο μεγάλες ιταλικές ομάδες και να αποθεώνεται από τους οπαδούς και των δυο. Ίσως γιατί, όπως έγραψε το περιοδικό Guerin Sportivo «μέσα από τις ασπρόμαυρες εικόνες που διασώθηκαν, μας δείχνει το ποδόσφαιρο όταν ακόμη ήταν έγχρωμο». Το Μονουμεντάλ, το ιστορικό γήπεδο της Ρίβερ, που ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε με τα λεφτά της μεταγραφής του, ακόμη έχει μια κερκίδα με το όνομά του.

Εκεί που μισούν τον Ροναλντίνιο

  [7 Σχόλια]

Η εικόνα είναι γνωστή: 19 Νοεμβρίου 2005, το Σαντιάγο Μπερναμπέου χειροκροτά τον άνθρωπο που μόλις πέτυχε το 0-3 εις βάρος της Ρεάλ. Λιγότερη γνωστή μια παρόμοια φάση, δυόμισι χρόνια νωρίτερα, όταν ο ίδιος Ροναλντίνιο –διότι περί αυτού πρόκειται, βέβαια– με τη φανέλα της Παρί τότε, κατάφερε να αποσπάσει το χειροκρότημα των Μαρσεγέζων μέσα στο φανατισμένο Βελοντρόμ, μετά από μια απίστευτη ενέργεια που κατέληξε, πάλι, σε ένα ταπεινωτικό 0-3. Ποιος μπορεί να αντισταθεί στο ταλέντο του καλύτερου και του θεαματικότερου παίκτη στον κόσμο, ακόμη κι αν αυτός φορά τη φανέλα της μισητής αντιπάλου; Σε ποιο μέρος του πλανήτη οι φίλοι του ποδοσφαίρου δεν λατρεύουν το γελαστό παιδί από το Πόρτο Αλέγκρε που στις αρχές του 21ου αιώνα ενσάρκωσε όσο κανείς άλλος το jogo bonito;

Υπάρχει ένα τέτοιο μέρος, μια πόλη όπου το όνομα του Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα ανακαλεί τραγωδίες και προκαλεί γκριμάτσες αηδίας και δηλώσεις όπως: «Δεν θέλω να μιλήσω για τον Ροναλντίνιο, αν μιλήσω θα πω χοντράδες». Είναι ακριβώς η πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, εκεί όπου πιτσιρικάς κάθε απόγευμα έπαιζε ατέλειωτες ώρες μπάλα με τα γειτονόπουλά του στους χωματόδρομους της συνοικίας Βίλα Νόβα, ή όπου, λίγο πιο πέρα, στο γήπεδο «Περικίτο» η οικογένεια ντε Ασίς –τα αδέρφια, τα ξαδέρφια, οι θείοι του– κατέβαζε πλήρη ενδεκάδα στα ματς του σαββατοκύριακου, ενδεκάδα ανίκητη όταν στη ζούλα έπαιζε κι ο Ρομπέρτο, ο μεγάλος αδερφός και τότε σπουδαίο ταλέντο της Γκρέμιο.

Τι μεσολάβησε ώστε να είναι, αντί για είδωλο, αντικείμενο μίσους και θέμα ταμπού στις συζητήσεις; Ώστε η μητέρα του, η Ντόνα Μιγκελίνα, κι η αδερφή του να αναγκάζονται να ζουν σχεδόν έγκλειστες στη μυθικών διαστάσεων βίλα τους, απέναντι από την υπερπολυτελή ντισκοτέκ που έφτιαξε κάποτε ο Ροναλντίνιο (φήμες λένε πως υπάρχει ένα υπόγειο τούνελ που του επέτρεπε να πηγαίνει ινκόγκνιτο κατευθείαν από το σπίτι του); Ώστε οι μονοκατοικίες που έχτισε η οικογένεια στη θέση του παλιού σπιτιού τους να παραμένουν ανοίκιαστες κι ερημωμένες; Ώστε ο ίδιος ο Ροναλντίνιο, μόνιμος κάτοικος Ρίο πλέον, όταν θέλει να κάνει μια βόλτα στις γειτονιές που μεγάλωσε, να φροντίζει να περνά απαρατήρητος ή να συνοδεύεται από σωματοφύλακες ;


Ρομπέρτο και Ρονάλντο ντε Ασίς

Ο Ζοάο ντε Ασίς υπήρξε στα νιάτα του ένας καλούτσικος επιθετικός μέσος αλλά στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 πολεμάει να θρέψει την οικογένειά του κάνοντας μεροκάματα τα σαββατοκύριακα ως φύλακας στο πάρκινγκ του γηπέδου της Γκρέμιο. Στο χορτάρι του ίδιου γηπέδου, διαπρέπει ο μεγάλος του γιος, ο 17χρονος Ρομπέρτο, διεθνής και καμάρι της ομάδας. Έχει ήδη γυαλίσει σε πολλές ευρωπαϊκές ομάδες, κυρίως στην Τορίνο. Η Γκρέμιο, θα κάνει τα πάντα για να τον κρατήσει, ο Ζοάο θα το παρακάνει λίγο στα παζάρια και, την τελευταία στιγμή λίγο πριν την υπογραφή των τελικών συμβολαίων, θα απαιτήσει λίγο εκβιαστικά και μια βίλα με πισίνα. Λίγους μήνες αργότερα, κι ενώ η υπόλοιπη οικογένεια ντε Ασίς σε πλήρη σύνθεση είναι μαζεμένη γύρω από το μπάρμπεκιου της εν λόγω βίλας, ο 8χρονος Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα θα βγει να ψάξει τον άφαντο πατέρα του στα γύρω σπίτια –κυρίως στα γύρω μπαρ, καθώς ο Ζοάο έχει μια ορισμένη τάση προς το αλκοόλ. Θα τον βρουν αργότερα, πνιγμένο στα βρώμικα νερά της περίφημης πισίνας που τόσο επιθύμησε.

Θα αφήσει ως ανάμνηση αμέτρητες βιντεοκασέτες που είχε τραβήξει με την κάμερά του. Πολύτιμο υλικό με πρωταγωνιστή όχι τον Ρομπέρτο  αλλά τον μικρό του γιο, που πριν ακόμη πάει σχολείο σκανδάλιζε τους γονείς των συνομηλίκων του με τις ικανότητές του: «Δεν μπορεί να παίζει με τα μικρά, τα κομπλάρει με αυτά που κάνει!». Όχι ότι όταν έπαιζε με τα μεγαλύτερα παιδιά δεν έκανε τέρατα: ο τοπικός θρύλος λέει ότι κάποτε πέρασε με τη μπάλα ολόκληρος κάτω από τα πόδια ενός ψηλότερου αντιπάλου. Σε μια από τις βιντεοκασέτες ο Ζοάο σχολιάζει: «Ροναλντίνιο, άκουσέ με καλά: εσύ μια μέρα θα σηκώσεις το Παγκόσμιο Κύπελλο!».

Ο επίδοξος παγκόσμιος πρωταθλητής συνεχίζει, όπως γνωρίζουμε, την ξέφρενη πορεία του και μετά τον θάνατο του πατέρα του. Είναι ένα ντροπαλό κι ευγενικό πιτσιρίκι που από μαθήματα προτιμάει το διάλειμμα (και λίγο τα τεχνικά), διαπρέπει στα σχολικά τουρνουά που αρχίζουν γρήγορα να μαζεύουν πλήθος θεατών, προβάρει ντρίπλες με τα σκυλιά του, τον Μπονμπόν και την Μπάλα, κάνει σομπρέρο στη μαμά του («Το είχε κάνει τόσες φορές που και τώρα να μου πετάξεις μια μπάλα πάνω από το κεφάλι ούτε που θα το προσέξω», θυμάται η βασανισμένη μητέρα), και ηγείται μιας εφηβικής ομάδας ποδοσφαίρου σάλας, της Procergs, η οποία κερδίζει όλους τους πιθανούς τίτλους από το 1990 ως το 1994. Από τους αγώνες της Procergs προέρχονται και οι πιο εντυπωσιακές εικόνες του μικρού Ροναλντίνιο. Ήδη σταρ, ήδη «νέος Πελέ» για όσους τον είδαν με τα μάτια τους, 12 χρονών, να μιμείται την περίφημη προσποίηση στον τερματοφύλακα που έγινε αθάνατη από τον παλιό Πελέ στο Μεξικό ή να βάζει και τα 23 γκολ της ομάδας του σε ένα ματς. Τα καλοκαίρια, οι παραστάσεις συνεχίζονται στην παραλία Καπάο Νόβο, όπου ο Ροναλντίνιο κι οι φίλοι του χορεύουν στην άμμο ως «Παλμεϊρίνιας», «μικρή Παλμέιρας» από το όνομα της ομάδας του Σάο Πάολο στη οποία, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, έπαιζαν αστέρια όπως ο Ριβάλντο κι ο Ρομπέρτο Κάρλος.

Το 1994, η Γκρέμιο αποφασίζει ότι τα τριπλά σομπρέρο στο ποδόσφαιρο σάλας είναι καλά αλλά καλύτερο να βάλει ένα χαλινάρι στον μικρό καλλιτέχνη. Στα 14 του μπαίνει στις Ακαδημίες. Σε δυο χρόνια έχει ήδη συμβόλαιο με τη Nike κι ετοιμάζεται να κερδίσει με τη Βραζιλία το Παγκόσμιο Κύπελλο U17. Το 1998, αρχίζει να παίζει με την πρώτη ομάδα της Γκρέμιο, ένα χρόνο αργότερα κερδίζει, με το νούμερο 10 στην πλάτη, το πρωτάθλημα του Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, τον τίτλο του καλύτερου παίκτη και του πρώτου σκόρερ, ταπεινώνοντας, στο ματς με την Ιντερνασιονάλ, τον Ντούνγκα. Θα ακολουθήσει η Εθνική Βραζιλίας, το Κόπα Αμέρικα κι η Ιστορία. Το Πόρτο Αλέγκρε λατρεύει τον Ροναλντίνιο.

Ο Ρομπέρτο, ο μεγάλος αδερφός που δεν έγινε ποτέ ο μεγάλος παίκτης που υποσχόταν λόγω του εύθραυστου σώματός του, έχει ήδη αναλάβει τα ηνία της οικογένειας και την καριέρα του Ροναλντίνιο. Η Γκρέμιο, μέσα στην ευφορία των επιτυχιών, ολιγωρεί, δεν ανανεώνει έγκαιρα το συμβόλαιο του ήρωά της, που ενώ βρισκόταν ήδη στην κορυφή του κόσμου πληρωνόταν, συγκριτικά πάντα, ψίχουλα. Ενώ οι διαπραγματεύσεις με τον Ρομπέρτο φαίνεται να συνεχίζονται σε καλό κλίμα, ενώ ο Ροναλντίνιο δηλώνει δημόσια ότι λατρεύει την ομάδα του, ενώ η ντόνα Μιγκελίνα παρακαλάει τη διοίκηση να κάνει ό,τι μπορεί για να μην ξενιτευτεί ο γιόκας της, ο άνθρωπος που θα γινόταν ο νέος Πελέ επωφελείται από τον ολοκαίνουργιο «νόμο Πελέ», που επιτρέπει, σε όσους παίκτες βρίσκονται στο τέλος του συμβολαίου τους, να μείνουν ελεύθεροι, και υπογράφει με την Παρί Σεν Ζερμέν. Η εξέδρα σφυρίζει άγρια τον πρώην αγαπημένο της στα υπόλοιπα ματς του πρωταθλήματος, η διοίκηση τον καταγγέλει στη ΦΙΦΑ, το όνομά του απουσιάζει από το Hall of Fame στις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια του συλλόγου.

Μετά την Παρί, έρχεται το Παγκόσμιο Κύπελλο, η Μπαρτσελόνα, η Μίλαν, οι τίτλοι, τα κορίτσια, το ποτό, το φαγητό, η κούραση. Στις αρχές της νέας δεκαετίας αποφασίζει ότι η Ευρώπη τελείωσε γι΄αυτόν. Η νέα διοίκηση της Γκρέμιο το μαθαίνει από τον γνωστό Ρομπέρτο: «Γυρίζει! Γυρίζει στη Βραζιλία για την Γκρέμιο!». Ο πρόεδρος της ομάδας διστάζει, είναι από αυτούς που δεν ξεχνούν. Τελικά πείθεται: ο Ροναλντίνιο θα είναι η απάντηση της ομάδας στο Κόπα Λιμπερταδόρες που κέρδισε η μισητή Ιντερνασιονάλ. Θα είναι ο καλύτερος τρόπος να εγκαινιαστεί το νέο γήπεδο, η πιο ελκυστική υπόσχεση για τους χορηγούς που ρίχνουν άφθονα λεφτά με την προοπτική του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Αρχικά κρυφά, για να μην εξαγριωθούν οι φίλαθλοι που δεν τον έχουν συγχωρέσει, αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις για τη επιστροφή του Άσωτου Υιού.


«Απατεώνα»

Τα ηχεία κι οι εξέδρες στήνονται ήδη στο Ολίμπικο Μονουμεντάλ για το μεγάλο πάρτι που θα ακολουθήσει την υπογραφή, οι γύρω δρόμοι στολίζονται με γιρλάντες και γκράφιτι αλλά ο Ρομπέρτο, άξιος γιος του πατέρα του, ζητάει όλο και πιο πολλά. 25 εκατομμύρια για τρία χρόνια. Ένα θεωρείο στα επίσημα. 12 εκατομμύρια για τη Μίλαν. Πριν προλάβει η διοίκηση να αρνηθεί την τελευταία απαίτηση, ο Ροναλντίνιο, μουδιασμένος ενώ αστράφτουν τα φλας των φωτογράφων, υπογράφει στη Φλαμένγκο. Στην Γκρέμιο το μαθαίνουν από την τηλεόραση. Ακόμη κι οι λίγοι υποστηρικτές του στο Πόρτο Αλέγκρε τον εγκαταλείπουν οριστικά. Στο πρώτο ματς κόντρα στην Φλαμένγκο, τα σφυρίγματα είναι εκκωφαντικά. «Φίλαθλοι, μην του πετάτε λεφτά, θα τα μαζέψει».

Η Γκρέμιο μετακόμισε στην Αρένα, το Ολίμπικο έχει γίνει στέκι όπου τα βράδια μαζεύονται τζάνκια, η συνοικία ολόκληρη ερήμωσε. Η ντισκοτέκ του Ροναλντίνιο έκλεισε το 2012, μετά τη δολοφονία ενός νεαρού από έναν μπράβο. Το Περικίτο είναι εγκαταλελειμμένο, το τσιμεντένιο γήπεδο του παλιού του σχολείου ρημάζει. Στο Πόρτο Αλέγκρε δεν έχει μείνει ούτε η σκόνη από τα παπούτσια ή μάλλον από τις τάπες του πιο λαμπρού ταλέντου που γέννησε η πόλη.

Όταν το Κύπελλο Συνομοσπονδιών φορούσε σομπρέρο

  [1 Σχόλιο]

Αν είστε πραγματικός φίλος του ποδοσφαίρου, από αυτούς που νιώθουν ένα κενό μετά τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ και μετρούν μέρες μέχρι τη σέντρα του επόμενου επίσημου ματς, τότε θυμάστε τι κάνατε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 20ής Ιουνίου 2013. Είχατε μόλις παρακολουθήσει την αναμέτρηση Ταϊτή-Ισπανία 0-10 και σχολιάζατε τις φάσεις. Το πώς γίνεται η Ταϊτή να ανήκει στην συνομοσπονδία της Ωκεανίας ενώ οι ομάδες της παίρνουν μέρος στο Κύπελλο Γαλλίας το είχατε αναλύσει διεξοδικά ήδη από τον πρώτο αγώνα της κόντρα στη Νιγηρία (1-6). Ίσως ακόμη να θυμάστε και ότι η Εθνική Ελλάδας έχει πάρει μέρος στη διοργάνωση του 2005, κερδίζοντας μάλιστα και τίτλο –αυτόν του φερπλέι!

Αγαπητοί πραγματικοί ποδοσφαιρόφιλοι, ξέρετε πολύ καλά πως άρχισε και πάλι το Κύπελλο Συνομοσπονδιών ή Παρηγοριάς Για Τα Χαρμάνια, το Κύπελλο που διοργανώνει πλέον η FIFA έν είδει γενικής δοκιμής ένα χρόνο πριν το Μουντιάλ, αλλά που ξεκίνησε με άλλο όνομα (Κύπελλο Αρτέμιο Φράνκι, Κύπελλο του Βασιλιά Φαχντ, Διηπειρωτικό Κύπελλο Εθνών, Διηπειρωτικό Πρωτάθλημα…) και με φιλοδοξία να δώσει οριστική απάντηση στην ερώτηση «Ευρώπη ή Νότια Αμερική;». Μάλλον, και εφόσον μιλάμε για συνομοσπονδίες, στην ερώτηση «UEFA ή CONMEBOL;» –ας μη γελιόμαστε, οι υπόλοιπες συνομοσπονδίες παίζουν ρόλο κομπάρσου, μπορεί να το επιβεβαιώσει κι η Ταϊτή.

Το 1999 το Μεξικό απάντησε: «Ούτε Ευρώπη ούτε Νότια Αμερική». Και το είπε με τον καλύτερο τρόπο. Με μυθικούς παίκτες, σε μυθικά στάδια, απέναντι σε μεγάλο αντίπαλο και με πολλά γκολ.

Η πρώτη διοργάνωση υπό τη σκέπη της FIFA έγινε το 1997 στη Σαουδική Αραβία: ο Ρομάριο και ο Ρονάλντο ασταμάτητοι, θρίαμβος της Βραζιλίας –παρεμπιπτόντως, όπως λένε οι προληπτικοί, τον νικητή μοιάζει να τον ακολουθεί μια κατάρα στο Παγκόσμιο Κύπελλο που ακολουθεί.

Δυο χρόνια αργότερα, το 1999, το Κύπελλο ταξιδεύει στο Μεξικό. Στη χώρα που έχει ήδη υποδεχτεί δυο αξέχαστα Παγκόσμια Κύπελλα και που αγαπάει πολύ την μπάλα. Άρα, ακόμη και το Συνομοσπονδιών –εξάλλου, έχει πάρει μέρος στις έξι από τις εννιά διοργανώσεις και φέτος ισοφαρίζει το ρεκόρ της απούσας Βραζιλίας.

Μέσος όρος 60.000 θεατές σε κάθε ματς, συνολικά πάνω από ένα εκατομμύριο διψασμένοι για θέαμα φίλαθλοι, μερικοί σίγουρα με σομπρέρο. Σύμφωνοι, ακόμη κι οι Μεξικάνοι έχουν τα όριά τους, και μόλις καμιά δεκαπενταριά χιλιάδες θεατές ήταν παρόντες στο Σαουδική Αραβία-Αίγυπτος ώστε να δουν τον Μαρζούκ Αλ-Οταϊμπί να βάζει τέσσερα γκολ σε ένα ματς. Θα βάλει συνολικά έξι, όσα και ένας 19χρονος κοντοκουρεμένος Βραζιλιάνος, που ήδη κουβαλάει το παρατσούκλι «Μικρός Ρονάλντο» κι ένας ντόπιος ήρωας που συνηθίζει να δίνει πάσες με τα οπίσθια και να πηδάει σαν βάτραχος: το 1999 υπήρξε χωρίς αμφιβολία μια καλή χρονιά για το Κύπελλο Συνομοσπονδιών.

Η πρωταθλήτρια κόσμου Γαλλία δεν καταδέχεται να έρθει, η πρωταθλήτρια Ευρώπης Γερμανία, με κάπως αμήχανη σύνθεση –ποιος θυμάται τον Μουσταφά Ντογκάν; – τρώει τέσσερα από τη Βραζιλία, χάνει κι από τις Η.Π.Α. και μένει έξω από τη δεύτερη φάση. Η οποία καθαρίζεται με συνοπτικές διαδικασίες από το Μεξικό και τη Βραζιλία –κυρίως από τη Βραζιλία που βάζει οχτώ στους Σαουδάραβες.

Ακολουθεί ένας ονειρεμένος τελικός σε υψόμετρο 2.000 μέτρα, στη σκιά του ηφαιστείου Τσίτλε, στο μυθικό Στάδιο Αζτέκα, ένα από τα ωραιότερα γήπεδα στον κόσμο κι από τα πιο σημαντικά στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ο Κολοσσός της Σάντα Ούρσουλα, το μόνο γήπεδο στον κόσμο που φιλοξένησε δυο τελικούς Μουντιάλ, σχεδιάστηκε να χωράει πάνω από 100.000 θεατές και να τους προσφέρει τέλεια οπτική από οποιαδήποτε θέση, ώστε να μπορούν να θαυμάζουν με την άνεσή τους τα όσα εκτυλίσσονται στον αγωνιστικό χώρο. Όπως, για παράδειγμα, τον Πελέ και τον Μαραντόνα να στέφονται πρωταθλητές κόσμου, το «ματς του αιώνα», δηλαδή τον συγκλονιστικό ημιτελικό στις 17 Ιουνίου 1970 ανάμεσα στην Γερμανία και την Ιταλία, ή τη θεϊκή επέμβαση που κατέληξε στο πρώτο γκολ της Αργεντινής επί της Αγγλίας στις 22 Ιουνίου 1986. Ή τον τοπικό ημίθεο, τον Κουάτεμοκ Μπλάνκο να ξεκινάει μια γενικευμένη, θεαματική σύρραξη εντός γηπέδου με μια αγκωνιά στα μούτρα του Άντερσον Λίμα σε ένα ματς του Λιμπερταδόρες.

Το Αζτέκα είναι η έδρα της Αμέρικα, της ομάδας στην οποία λατρεύτηκε ο Μπλάνκο, αλλά και της Εθνικής Μεξικού. Μια έδρα φιλόξενη: το Μεξικό δεν έχει χάσει ποτέ στο σπίτι του σε επίσημο αγώνα από το 1966, που εγκαινιάστηκε, μέχρι την 1η Αυγούστου 1999, τη μέρα δηλαδή του τελικού των Συνομοσπονδιών, τον οποίο δεν σκοπεύει βέβαια να χάσει. Κι ας έχει απέναντί του τη Βραζιλία κι αυτόν τον πολλά υποσχόμενο πιτσιρικά της.

Ο 19χρονος Ροναλντίνιο ίσως χρωστάει την παρουσία του στο Συνομοσπονδιών του 1999 στην απουσία των καταπονημένων σταρ Ρονάλντο και Ριβάλντο, που μια βδομάδα πριν έπαιζαν στο τελικό του Κόπα Αμέρικα. Αλλά τη χρωστάει σίγουρα και στα κατορθώματά του στον τελικό του Καμπεονάτο Γκάουτσο λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Φοράει τα χρώματα της Γκρέμιο –μετά το ματς θα πει ότι θα έπαιζε ακόμη και τσάμπα για την ομάδα της καρδιάς του–, της χαρίζει τον τίτλο και ταπεινώνει με σομπρέρο, σακούλες κλπ. τον αρχηγό της Εθνικής και παγκόσμιο πρωταθλητή Ντούνγκα. «Και λίγα του έκανα, φτηνά τη γλίτωσε. Του είχα ετοιμάσει κι άλλα, πρόβαρα ντρίπλες ειδικά για τον Ντούνγκα!». Πληροφοριακά, έντεκα χρόνια αργότερα, το θύμα του, εκλέκτορας της Βραζιλίας πλέον, θα τον αφήσει έξω από τη λίστα του για το Μουντιάλ του 2010.

Παρόμοια προβλήματα αντιμετώπισε κι ο σταρ και πρώτος σκόρερ της άλλης φιναλίστ του 1999. Χοντρός, κακοχυμένος, προκλητικός, παλιοχαρακτήρας. «Δεν έχει λαιμό και πάει σαν πάπια. Ο Κουάτεμοκ Μπλάνκο είναι η απόδειξη ότι το ποδόσφαιρο είναι δημοκρατικό σπορ. Μπορούν να παίξουν όλοι». Και να το γλεντήσουν σαν παιδιά. Ο Μπλάνκο, λοιπόν, θα πέσει κι αυτός αργότερα θύμα της εκδίκησης ενός προπονητή. Ο άνθρωπος που έπαιξε σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα (1998, 2002, 2010) σκοράροντας και στα τρία, δεν μπόρεσε να τα κάνει τέσσερα επειδή ο Αργεντινός εκλέκτορας Ρικάρντο Λα Βόλπε τον άφησε έξω στο Μουντιάλ του 2006 παρότι βρισκόταν σε σπουδαία φόρμα. Μπορούμε να αναζητήσουμε την αιτία σε αυτή τη φάση. Γκολ και κοροϊδία στα μούτρα του μουστακαλή Λα Βόλπε, με τον οποίον είχε κάτι προηγούμενα.

Αλλά αυτά θα γίνουν μετά. Τώρα είμαστε στο Αζτέκα, κι είναι Αύγουστος του 1999. Ο Ροναλντίνιο έχει σκοράρει σε όλα τα μέχρι τώρα ματς, έχει δώσει χορταστικά δείγματα του σπουδαίου ταλέντου του, πάντα με το χαμόγελο, κι έχει ήδη ψηφιστεί «καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης», δεν απομένει παρά η τελική νίκη απέναντι στο Μεξικό, που θέλει όσο τίποτε να κερδίσει τη Βραζιλία κι αυτόν τον τίτλο  μπροστά σε 110.000 θεατές.

Στο τέρμα είναι ο μικροσκοπικός Χόρχε Κάμπος, διακριτικά ντυμένος με μια φλούο κίτρινη στολή με μεγάλες μοβ βούλες. Στο κέντρο της άμυνας, ο νεαρός Ράφα Μάρκες δεν γνωρίζει ότι δεκαοχτώ χρόνια αργότερα θα βρίσκεται ακριβώς στην ίδια θέση, συμμετέχοντας στο τέταρτο Συνομοσπονδιών του. Και βέβαια, ο Μπλάνκο βρίσκεται ακριβώς εκεί που του ταιριάζει: κάτω από τα φώτα των προβολέων, στο γήπεδό του, σε μια μεγάλη διοργάνωση. Θα γιορτάσει την περίσταση με έναν εισαγωγικό τσαμπουκά, θα πανηγυρίσει στο 1-0 μετά από μια φοβερή γκάφα του Ντίντα, θα δει τον Ροναλντίνιο να δίνει ασίστ στον Ρόνι που θα κάνει το 2-2, θα πετύχει τέλος ένα ωραιότατο γκολ που θα σφραγίσει τη μεγάλη μεξικάνικη νίκη και θα πανηγυρίσει σαν τρελός.

Τελικό σκορ 4-3. Το Μεξικό κερδίζει επιτέλους μια μεγάλη διοργάνωση. Θα προσπαθήσει να τα καταφέρει και φέτος, αντιμετωπίζοντας αρχικά στους ομίλους την Πορτογαλία, τη Νέα Ζηλανδία και τη Ρωσία.

Παρόλο που ακολουθεί το Gold Cup, συν τα ματς για τα προκριματικά του Μουντιάλ, ο Κολομβιανός προπονητής Χουάν Κάρλος Οσόριο κατεβάζει με όλα τα αστέρια της ομάδας. Τον Χαϊλάντερ αρχηγό Ράφα Μάρκες, τον Τσιτσαρίτο Χερνάντες, τον Μάρκο Φαμπιάν, τον Κάρλος Βέλα, τον Τζιοβάνι ντος Σάντος που κάποτε καλλιεργούσε μια κάποια ομοιότητα με τον Ροναλντίνιο, και την προσωπική μας αδυναμία, τον Ίρβινγκ Λοσάνο, παρατσούκλι «Τσάκι». Όχι λόγω της ομοιότητας με την κινηματογραφική ομώνυμη κούκλα του Σατανά, αλλά επειδή ο Τσάκι Λοσάνο συνηθίζει να κρύβεται κάτω από τα κρεβάτια των συμπαικτών του για να πετάγεται και να τους τρομάζει. Στο Μεξικό αγαπούν πολύ το ποδόσφαιρο και το ποδόσφαιρο είναι δημοκρατικό σπορ, μπορούν να παίξουν όλοι.

Ο τελικός που κλόνισε μια δικτατορία

  [5 Σχόλια]

«Τι πρωτάθλημα μου λέτε; Αύριο γράφω γερμανικά!»: είμαστε στα 1967. Ο στρεσαρισμένος φοιτητής-ποδοσφαιριστής που αποπαίρνει τον δημοσιογράφο είναι ο Άρτουρ Ζόρζε, παίκτης τότε της Ακαντέμικα Κόιμπρα –αργότερα θα κάνει καριέρα στην Μπενφίκα, θα αφήσει ένα μουστάκι-φόρο τιμής στον Φρίντριχ Νίτσε, θα κερδίσει ευρωπαϊκό τίτλο ως προπονητής και, κυρίως, θα πραγματοποιήσει το όνειρό του, θα πάρει το πτυχίο της Γερμανικής Φιλολογίας.

Οι Πορτογάλοι προπονητές, σα να μην τους φτάνουν οι τίτλοι που κερδίζουν με χαρακτηριστική ευκολία, είναι και κουλτουριάρηδες. Έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση, είναι γλωσσομαθείς, διαβάζουν φιλοσοφία, φιλοσοφούν οι ίδιοι ή, τέλος πάντων, αφήνουν φιλοσοφικά μουστάκια. Από πού έρχεται αυτή η παράδοση «πρώτοι στα μαθήματα-πρώτοι στον αγώνα» –ή «στους αγώνες», όπως θα δούμε στη συνέχεια;

22 Ιουνίου 1969. 70.000 θεατές στριμώχνονται στο Εστάδιο Νασιονάλ Ζαμόρ της Λισαβόνας για να παρακολουθήσουν τον τελικό του Κυπέλλου Πορτογαλίας. Οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν πως συμμετέχουν στη μεγαλύτερη πολιτική συγκέντρωση που έγινε στη ποτέ στη χώρα, μια διαδήλωση εναντίον του Εστάδο Νόβο, του δικτατορικού καθεστώτος που εγκαθίδρυσε ο Αντόνιο Σαλαζάρ το 1933.

Οι ομάδες που διεκδικούν το Κύπελλο; Από τη μια, το μεγάλο φαβορί, η δυο φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης Μπενφίκα, η ομάδα που και την προηγούμενη χρονιά είχε φτάσει στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών –έχασε από τη Μάντσεστερ– με παίκτες σαν τον Αντόνιο Σιμόες, τον Μάριο Κολούνα και κυρίως τον μεγάλο Εουσέμπιο. Από την άλλη, η Ασοσιασάο Ακαντέμικα ντε Κόιμπρα, ή σκέτο Ακαντέμικα, η  ομάδα του συλλόγου φοιτητών του Πανεπιστημίου της Κόιμπρα. Ομάδα κυριολεκτικά φοιτητική: μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, οι παίκτες της, φοιτητές ή μαθητές σχεδόν όλοι, εκμεταλλεύονται το ταλέντο τους στην μπάλα ώστε να έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους, οι οποίες συχνά τους ενδιαφέρουν περισσότερο. Είναι ερασιτέχνες, η αθλητική προετοιμασία τους δεν είναι συχνά η ιδανική αλλά το παιχνίδι τους, φανταζόμαστε, είναι πιο εγκεφαλικό. Το παρατσούκλι της ομάδας είναι Εστουντάντες (Φοιτητές), ενώ οι οπαδοί της είναι συνήθως συμφοιτητές των ποδοσφαιριστών.

Οι περισσότεροι παίκτες της ομάδας του τελικού του 1969 θα κάνουν καριέρα ως γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί. Αυτό δεν τους εμπόδισε να βγουν δεύτεροι στο πρωτάθλημα το 1967 –τη χρονιά που ο Άρτουρ Ζόρζε ανησυχούσε για τα γερμανικά– πίσω από την Μπενφίκα και μπροστά από την Πόρτο, ή να φτάσουν στα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1970. Ή, να φτάσουν, λοιπόν, στον τελικό Κυπέλλου του 1969 με πειστικές νίκες που συνοδεύτηκαν από πρωτοφανείς εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Είπαμε: πρώτοι στα μαθήματα κλπ.

Το Πανεπιστήμιο της Κόιμπρα είναι ένα από τα παλαιότερα στον κόσμο –ιδρύθηκε το 1290– κι εκεί ξεκίνησε την πολιτική και την ακαδημαϊκή του καριέρα ο δικτάτορας Σαλαζάρ. Το 1969, ο Σαλαζάρ έχει ήδη αποσυρθεί, μετά από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά η πολιτική του συνεχίζεται, μέσα κι έξω από τη χώρα. Πάνω από ένα εκατομμύριο Πορτογάλοι έχουν οδηγηθεί στη μετανάστευση από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όχι μόνο για να αναζητήσουν δουλειά αλλά και για να αποφύγουν τη στράτευση: απαιτούνται όλο και περισσότερα χρήματα, όλο και περισσότερος στρατός για να κατασταλεί ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας στις αποικίες, την Ανγκόλα, τη Μοζαμβίκη, τη Γουινέα-Μπισάου.

Τον Απρίλιο του 1969, κι ενώ πληθαίνουν κάποιες διστακτικές αντιδράσεις ενάντια στον πόλεμο, ο πρόεδρος της χώρας, Αμέρικο Τομάς, πηγαίνει στην Κόιμπρα για να εγκαινιάσει μια καινούρια πτέρυγα του πανεπιστημίου. Ο Αλμπέρτο Μαρτίνς, πρόεδρος του συλλόγου των φοιτητών, ζητάει το λόγο μέσα στην κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων. Δεν θα τον πάρει. Οι αντιδράσεις του κοινού είναι τέτοιες που η εκδήλωση διακόπτεται κι ο δικτάτορας φεύγει. Την ίδια νύχτα η αστυνομία συλλαμβάνει τον Μαρτίνς. Τις επόμενες μέρες, πάνω από διακόσιοι συμφοιτητές του έχουν την ίδια τύχη και πολλοί οδηγούνται κατευθείαν στα στρατόπεδα κι από κεί στις αποικίες για να πολεμήσουν. Οι φοιτητικές διαδηλώσεις καταστέλλονται με απίστευτη βία, οι τραυματίες είναι δεκάδες. «Η ατμόσφαιρα στην Κόιμπρα θύμιζε Σαϊγκόν». Ο σύλλογος των φοιτητών αποφασίζει στην γενική του συνέλευση αποχή από τις εξετάσεις. Η κυβέρνηση διατάζει τη διάλυση του συλλόγου. Και η μπάλα; Η μπάλα είναι ευκαιρία για να γίνει γνωστό σε όλη την Πορτογαλία αυτό που συμβαίνει στην Κόιμπρα.

Οι παίκτες της Ακαντέμικα εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους προς τους φυλακισμένους ή απεργούς συμφοιτητές τους. Στα προημιτελικά του Κυπέλλου με τη Βιτόρια Γκιμαράες κρατούν ένα λεπτό σιγής πριν αρχίσει ο αγώνας –και πριν βάλουν πέντε γκολ. Στα ημιτελικά, απέναντι στη Σπόρτινγκ, δεν φορούν τις κανονικές, μαύρες εμφανίσεις τους, αλλά ολόλευκες και μαύρα περιβραχιόνια. «Το κάναμε για τη ζέστη, κανείς δεν φοράει μαύρα στην παραλία».

Κερδίζουν 2-1 αλλά οι εξηγήσεις τους δεν ικανοποιούν την Ομοσπονδία, η οποία βγάζει φιρμάνι ότι απαγορεύονται οι αυτοσχεδιασμοί στα χρώματα. Στη ρεβάνς, η Ακαντέμικα θα κερδίσει 1-0, χάρη στον πρώτο σκόρερ του πρωταθλήματος, Μανουέλ Αντόνιο, και θα προκριθεί. Στις μαύρες φανέλες των παικτών ένα αυτοκόλλητο σκεπάζει το έμβλημα της ομάδας.

Και έτσι φτάσαμε στο Ζαμόρ της Λισαβόνας, μπροστά στους 70.000 θεατές. Ανάμεσά τους δεν βρίσκεται ο πρώτος πολίτης της χώρας –αποφάσισε τελευταία στιγμή ότι θα ήταν πιο συνετό να μην απονείμει το έπαθλο με πιθανή υπόκρουση αποδοκιμαστικά σφυρίγματα. Για παρόμοιους λόγους δεν θα υπάρχει τηλεοπτική κάλυψη. Αντίθετα, εκατοντάδες αστυνομικοί βρίσκονται παντού. Γίνονται συλλήψεις ακόμη και λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ποδοσφαιριστών. Η ώρα πλησιάζει. Οι οπαδοί της Ακαντέμικα ξεδιπλώνουν πανό: «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο», «Περισσότερα σχολεία-Λιγότερη αστυνομία», «Παιδεία για τον λαό». Περνούν από χέρι σε χέρι, από θύρα σε θύρα με μεγάλη ταχύτητα, η αστυνομία τα κυνηγάει πάνω κάτω στις κερκίδες.

Οι ομάδες εμφανίζονται στον αγωνιστικό χώρο. Σιωπή, ανατριχίλα. Οι παίκτες της Ακαντέμικα μπαίνουν βαδίζοντας αργά, φορώντας ριχτή στους ώμους κι ανοιχτή μπροστά την παραδοσιακή μαύρη φοιτητική τήβεννο. «Μα γιατί πενθείτε;» ρωτάει ο ακραίος επιθετικός της Μπενφίκα, Αντόνιο Σιμόες, τον Μάριο Κάμπος. Η λογοκρισία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι τόσο αποτελεσματική που τα νέα της Κόιμπρα δεν έχουν φτάσει στην πρωτεύουσα.

Λίγο πριν, στα αποδυτήρια, ο προπονητής Φρανσίσκο Αντράντε είχε βρει τα λόγια που απαιτούσε η περίσταση: «Μπορούμε να γίνουμε αυτοί που άνοιξαν ένα παράθυρο όταν τα πάντα ήταν κλειστά». Μπόρεσαν;

Η ευθύνη είναι βαριά αλλά αντέχουν. Στο 81′ ο Μανουέλ Αντόνιο σκοράρει και φέρνει την Ακαντέμικα μια ανάσα από τον τίτλο –«Είχαμε σκεφτεί ότι αν κερδίζαμε θα καλούσαμε τον Αλμπέρτο Μαρτίνς να σηκώσει το κύπελλο μαζί μας», θα πει ο σκόρερ. Ο Σιμόες ισοφαρίζει στο 85′ και απομακρύνει αυτή την προοπτική. Στην παράταση ο Εουσέμπιο θα κάνει το 2-1 με κεφαλιά. Στο τέλος του αγώνα, οι παίκτες των δυο ομάδων κάνουν τον γύρο του θριάμβου μαζί.

Η Ακαντέμικα θα κερδίσει το Κύπελλο Πορτογαλίας το 2012 αλλά ο χαμένος τελικός του 1969 παραμένει το μεγαλύτερο τρόπαιο που κέρδισε ποτέ. Το παράθυρο που μισάνοιξαν οι φοιτητές και οι ποδοσφαιριστές της Κόιμπρα την άνοιξη του 1969, θα ανοίξει οριστικά πέντε χρόνια αργότερα, στις 25 Απριλίου 1974, όταν θα πέσει η δικτατορία.

* Το 2009, ο Ρικάρντο Αντούνες Μαρτίνς θα γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για την εποποιία του 1969. Τίτλος του: Futebol de Causas.

Το Χρυσό Μυστρί του Λεονάρντο Ζαρντίμ

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Λεονάρντο Ζαρντίμ είναι Πορτογάλος και γεννήθηκε στη Βαρκελώνη. Τη Βαρκελώνη της Βενεζουέλας. Για αρκετά χρόνια, πιστεύαμε πως αυτή η πληροφορία ήταν το μόνο αξιοσημείωτο γεγονός στην καριέρα και τη ζωή του. Εντάξει, πέρασε κι από τον Ολυμπιακό, απ΄όπου έφυγε στα μισά της σεζόν, με την ομάδα αήττητη στο πρωτάθλημα και καμιά δεκαριά βαθμούς μπροστά από τη δεύτερη, επειδή δεν προσέφερε αρκετά θεαματικό ποδόσφαιρο. Αλλά αυτό ακόμη κι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι φίλοι κι ο πρόεδρος του Ολυμπιακού, προτιμούν να το ξεχάσουν, ειδικά τώρα. Για να είμαστε δίκαιοι, πάντως, είχαν θυμηθεί να του στείλουν το μετάλλιο του πρωταθλητή ώστε να πλουτίσει τη φτωχή συλλογή του.

Αδιάφορο παρουσιαστικό, χλιαρή συμπεριφορά, ποδοσφαιρική καριέρα ανύπαρκτη –έπαιξε κυρίως χάντμπολ–, πέρασμα από τον πάγκο διάφορων πορτογαλικών, όχι ιδιαίτερα φωτογενών, ομάδων όπου είχε επιτυχίες χωρίς ποτέ να κατακτήσει τίτλο στην υψηλή κατηγορία. Όταν, προς γενική έκπληξη, ήρθε στη δευτεραθλήτρια Μονακό του Ρώσου μεγιστάνα Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ το καλοκαίρι του 2014 για να αντικαταστήσει τον χαρισματικό κι αγαπησιάρη Κλάουντιο Ρανιέρι, πολλοί σκέφτηκαν ότι οι φιλοδοξίες –δηλαδή το μπάτζετ– της ομάδας, περιορίστηκαν δραματικά. Δεν έκαναν λάθος.

Η αρχή ήταν δύσκολη. Ο Χάμες Ροντρίγκεζ μοσχοπουλιέται, ο Ραδαμέλ Φαλκάο φεύγει δανεικός αφού έχει αρχίσει το πρωτάθλημα, ο διαβόητος Πορτογάλος ατζέντης Ζόρζε Μέντεζ τρίβει τα χέρια του. Μετά τις δυο ήττες στις δυο πρώτες αγωνιστικές οι οπαδοί διαμαρτύρονται βίαια –για οπαδοί της Μονακό. (Υπενθυμίζουμε ότι οι λιγοστοί Μονεγάσκοι, οι οποίοι σπάνια γεμίζουν τα 18.523 κίτρινα καρεκλάκια του σταδίου Λουί ΙΙ, υποχρεώνονται να περάσουν τα σύνορα για να πιουν μια μπύρα πριν το γήπεδο διότι η κατανάλωση αλκοόλ απαγορεύεται τις ημέρες του ματς).

«Αν ποτέ δεν σε ζαλίζει του θριάμβου το κρασί»:  Ράντγιαρντ Κίπλινγκ,  «Αν»

Κι ο Ζαρντίμ; «Πολύ καλός ο Φαλκάο αλλά έφυγε. Συνεχίζουμε να δουλεύουμε». Τα ίδια πάνω κάτω είπε όταν την επόμενη σεζόν πουλήθηκαν και οι αντικατάστάτες του Φαλκάο και του Ροντρίγκεζ. Το συμπέρασμα βγήκε εύκολα: τα κύρια προτερήματα του νέου προπονητή ήταν η ικανότητά του να κάνει ό,τι του λένε και το ότι μιλούσε πορτογαλικά. Λίγοι πρόσεξαν ότι ο ίδιος δεν είχε μάνατζερ τον Μέντεζ και ότι οι προπονητές είναι βασικό εξαγώγιμο προϊόν της πορτογαλικής οικονομίας.

Η Μονακό συνέχισε να δουλεύει πολύ, σύμφωνα με τις επιθυμίες του Ζαρντίμ, ο οποίος παρατήρησε γρήγορα την τάση των νεαρών Γάλλων παικτών να τεμπελιάζουν. Άρχισε να φέρνει αποτελέσματα χωρίς να βγάζει μάτια με την απόδοσή της. Οι σκέψεις που αρχίζουν με το περίφημο «μόνο στην Ελλάδα…» είναι πάντα λανθασμένες: ο Πορτογάλος δεν γλίτωσε την άγρια κριτική ούτε στο Πριγκιπάτο. Εικάζουμε πως αν δεν απολύθηκε μετά την περσινή τελευταία αγωνιστική, την ταπεινωτική εξάρα από τη Λυόν και την απώλεια της δεύτερης θέσης, είναι επειδή ακριβώς ο ιδιοκτήτης της Μονακό δεν ήταν φίλαθλός της από παιδί –και ούτε συνηθίζει να κατεβαίνει στον αγωνιστικό χώρο με το πουκάμισο έξω από το παντελόνι του κι ένα κουμπί να λείπει.

Τα προηγούμενα χρόνια, γράφτηκαν πολλά: «ο Ζαρντίμ καταστρέφει το ποδόσφαιρο», «αν έπαιζε τέτοια μπάλα Γάλλος προπονητής θα τον είχαν πάρει με τις πέτρες», «είναι βασανιστήριο να τους βλέπεις να παίζουν». Ορισμένοι καλοπροαίρετοι μετρούσαν πόσες φορές η Μονακό, με κύριο προσόν τη σφιχτή άμυνα, κέρδιζε με ένα γκολ διαφορά, γκολ που έμπαινε συνήθως στο β΄ ημίχρονο. Το 2014-15 κατάφερε να τερματίσει πρώτη στον όμιλό της στο Τσάμπιονς Λιγκ έχοντας βάλει όλα κι όλα τέσσερα γκολ σε έξι αγώνες –το ότι τα έβαλε μαζεμένα μετά στην Άρσεναλ θεωρήθηκε τυχαίο. Ο Ζαρντίμ δεν μασάει, είναι Πορτογάλος και ξέρει από νίκες με μισό-μηδέν: «Και νίκες και ωραία μπάλα; Αυτά είναι για την Μπαρτσελόνα».

Εν ολίγοις, η ομάδα ήταν μέσα στους στόχους της αλλά δεν ήταν σέξι. Κάτι σαν τον προπονητή της.

Ένα εκπαιδευμένο μάτι θα μπορούσε ίσως να υποψιαστεί, αν όχι τι μας περίμενε φέτος, τουλάχιστον ότι πίσω από το αφελές, ελαφρά προγναθικό χαμόγελο του Ζαρντίμ κρυβόταν κάποιος που πιθανότατα μας κορόιδευε μέσα στα μούτρα μας. Κατ΄αρχάς, κανείς δεν πιστεύει πλέον ότι μιλάει ακόμη τόσο χάλια γαλλικά και κυρίως ότι επιμένει να τα μιλάει δημόσια. Κυκλοφορούν διάφορα βίντεο όπου τον ακούμε να δίνει συνεντεύξεις τύπου, με ταυτόχρονο υποτιτλισμό στα κανονικά γαλλικά των όσων μοιάζει να λέει: δεν βγαίνει νόημα αλλά ο ίδιος είναι σοβαρότατος και, κυρίως, λαλίστατος, είτε όταν αποκαλύπτει ότι αφήνει μούσι γιατί παρατήρησε πως είναι στη μόδα είτε όταν ανακαλεί τη σκέψη μεγάλων προπονητών: «Το 1910, ο ποιητής Ράντγιαρντ Κίπλινγκ έγραψε ότι η νίκη και η ήττα είναι δυο απατεώνες που μας κάνουν να αλλάζουμε συμπεριφορά. Εμείς διατηρούμε την ίδια ηρεμία στις ήττες και τις νίκες»». Ο συμπατριώτης του, Σέρζιο Κονσεϊσάο, προπονητής της Ναντ, αποκάλυψε πρόσφατα ότι δυσκολεύεται να τον καταλάβει ακόμη κι όταν μιλάει πορτογαλικά.

Αντίθετα, ο Λεονάρντο Ζαρντίμ χειρίζεται ωραιότατα την ειρωνεία. Το 2016 και παρά τις επιτυχίες της Μονακό, δεν ήταν ανάμεσα στους τέσσερις υποψήφιους για τον τίτλο του καλύτερου προπονητή της Λιγκ 1: «Οι τέσσερις υποψήφιοι είναι οι τέσσερις καλύτεροι Γάλλοι προπονητές. Εγώ διαγωνίζομαι για καλύτερος Πορτογάλος οικοδόμος. Με την ευκαιρία, στέλνω τους χαιρετισμούς μου σε όλους τους Πορτογάλους οικοδόμους που με ακούν». Στη διάρκεια της πολύχρονης δικτατορίας του Σαλαζάρ, πολλοί συμπατριώτες του είχαν πάρει τον δρόμο της ξενιτιάς για τη Γαλλία, όπου και διέπρεψαν σε βοηθητικές και κακοπληρωμένες δουλειές, πολύ συχνά ως θυρωροί και οικοδόμοι. Το «Πορτογάλος οικοδόμος» υπήρξε, λοιπόν, ιστορικά ο πρόγονος του «Πολωνού υδραυλικού». Φέτος, όταν επιτέλους αναγνωρίστηκε κάπως το έργο του–και χρειάστηκε ένα πρωτάθλημα κι ο ημιτελικός του Τσάμπιονς Λιγκ γι΄αυτό– σχολίασε: «Τα προηγούμενα χρόνια είχα κερδίσει το Χρυσό Μυστρί. Αν φέτος τα πάω καλύτερα, θα έχω σημειώσει κάποια πρόοδο». Ο Λεονάρντο δεν ξεχνά.

Ούτε την υπόσχεση που είχε δώσει έφηβος στον πατέρα του, μια μέρα που παρακολουθούσαν μαζί την ομάδα τους, τη Σπόρτινγκ Λισαβόνας: «Μια μέρα θα γίνω προπονητής της Σπόρτινγκ!». Το περίεργο δεν είναι που τελικά τα κατάφερε, ούτε το ότι την παρέλαβε ένα μάτσο χάλια και κατάφερε να τη βγάλει στο Τσάμπιονς Λιγκ το 2014, ούτε καν ότι η Μονακό πλήρωσε 3 εκατομμύρια για να σπάσει το συμβόλαιό του. Αυτό που μας εντυπωσιάζει είναι ότι ο μικρός Λεονάρντο ήθελε πάντα να γίνει προπονητής κι όχι ποδοσφαιριστής. Στα 16 προπονεί μια ομάδα χάντμπολ, στα 20, φοιτητής φυσικής αγωγής, μια ομάδα δεκάχρονων στη Μαδέρα. Αποκτά νεότατος το ανώτατο δίπλωμα προπονητή της ΟΥΕΦΑ. Στη διπλωματική του πήρε άριστα. Θέμα: «Η χρήση του κόρνερ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996» -προσωπικά θυμόμαστε αυτό το πορτογαλικό κόρνερ.

Φέτος ο γεννημένος προπονητής Ζαρντίμ κέρδισε επιτέλους αυτό που αξίζει, έναν τίτλο, σε ένα από τα καλύτερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, με μια ομάδα η οποία δεν διέθετε μεγάλα ονόματα όπως η Παρί Σεν Ζερμέν ή η Μάντσεστερ Σίτι, δυο από τα θύματά του. Τι είχε στα χέρια του στην αρχή της σεζόν; Τον Φαμπίνιο, τον Μουτίνιο, μία από τις περσινές κατσίκες της Μαρσέιγ, συγκεκριμένα τον Μπενζαμέν Μεντί (αυτή που κάπνιζε ναργιλέ), τον τελειωμένο Φαλκάο, τον Βαλέρ Ζερμέν, τον Αντρέα Ράγκι, τον Ναμπίλ Ντιράρ και τον Ντάνιελ Σούμπασιτς που πέντε χρόνια πριν πάλευαν για να μην πέσει η Μονακό στην τρίτη κατηγορία, τον αιμοσταγή Καμίλ Γκλικ, διάφορα ταλεντάκια από μικρομεσαίες γαλλικές ομάδες (Σιντιμπέ, Μπακαγιοκό, Λεμάρ) και τον Μπερνάντο Σίλβα, έναν χλωμό, ντελικάτο παίκτη με μαύρους κύκλους, που δεν θα τον έλεγε κανείς και μπαλαδόφατσα. Πόσους απ΄αυτούς γωρίζαμε ή υπολογίζαμε τον Αύγουστο;

Το τι ακολούθησε, το γνωρίζουμε. Ασταμάτητο σκοράρισμα –107 γκολ στο πρωτάθλημα!–, ωραία μπάλα, ομαδικότητα, λαμπρά αποτελέσματα. Η Μονακό ήταν απόλαυση. Κι όλα αυτά πριν ο Ζαρντίμ εξαπολύσει το πυρηνικό του όπλο στο δεύτερο μισό της σεζόν. Ένα όπλο 18 ετών, ονόματι Κιλιάν Μμπαπέ στον οποίο είχε υποσχεθεί, δυο χρόνια πριν: «Θα σε κάνω μεγάλο ποδοσφαιριστή».

Μα ποιο είναι το μυστικό του; Τι ποδόσφαιρο παίζουν τελικά οι ομάδες του; Αμυντικό ή επιθετικό; Θεαματικό ή βαρετό; Κι αν η λύση δεν βρισκόταν στο 4-4-2 αλλά στη φιλοσοφία;

«Να πράττεις έτσι ώστε να προσφέρεις στον άλλον όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές»: μιλάει το είδωλο του Ζαρντίμ. Κάποιος προπονητής, εραστής της πάσας ακριβείας; Όχι. Ο 96χρονος φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν, ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή Γάλλους διανοητές, πατέρας της έννοιας της «σύνθετης σκέψης», της παραδοχής ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει δεν είναι ποτέ μονοσήμαντος.

«Ο Μορέν έχει μια σφαιρική θεώρηση του κόσμου, της πολυπλοκότητας των παραγόντων που βρίσκονται διαρκώς σε αλληλεπίδραση. Όταν ήμουν φοιτητής, ένα καθηγητής μού πρότεινε να διαβάσω το «Science avec Conscience (=Επιστήμη με συνείδηση)«. Εφάρμοσα το μοντέλο στο ποδόσφαιρο. Έχουμε την τάση να απλοποιούμε. Αν μια ομάδα χάσει, είναι εύκολο να πει κανείς «Δεν είχαν καλή φυσική κατάσταση!», «Ο τάδε παίκτης έπαιξε χάλια!», «Φταίει ο προπονητής!». Όταν μια ομάδα παίζει ωραία, είναι σαν μια ορχήστρα όπου όλα τα όργανα παίζουν αρμονικά. Η αποτυχία είναι εξίσου πολυπαραγοντική: υπάρχουν οι μουσικοί, η ποιότητα των οργάνων, ο μαέστρος κι άλλα πολλά που δεν βλέπει ο εξωτερικός παρατηρητής. Το ποδόσφαιρο είναι σύνθετο φαινόμενο. Μόνο ως τέτοιο μπορούμε να το κατανοήσουμε».

Τον Μάρτιο, ο τρακαρισμένος προπονητής συνάντησε το είδωλό του. «Ήταν μεγάλη τιμή. Η προσέγγισή του σχετικά με την πολυπλοκότητα του κόσμου με έχει σημαδέψει και με έχει βοηθήσει να προσαρμόζομαι σε όλες τις καταστάσεις».

Ο γηραιός φιλόσοφος, ο άνθρωπος που έχει γράψει ότι «η ιδιοφυΐα εμφανίζεται στην ρωγμή του ανεξέλεγκτου», είχε κάτι να ρωτήσει τον Ζαρντίμ; Είχε: «Λεονάρντο, μιλήστε μου γι΄αυτόν τον καταπληκτικό Μμπαπέ!».

Κιλιάν Μμπαπέ ή πώς να είσαι σοβαρός στα 17 σου χρόνια

  [1 Σχόλιο]

«Τι λες, Τιερί; Ο Κιλιάν Μμπαπέ σου θυμίζει τον εαυτό σου; Είναι ο νέος Ανρί;» Η ερώτηση μοιάζει λογική για όσους θυμούνται τον επιθετικό της Άρσεναλ στην ίδια ηλικία: ίδια ομάδα, ίδια θέση, ίδιες δηλητηριώδεις προελάσεις, ίδια ευστοχία, ίδιο πονηρό βλέμμα. «Δεν μου αρέσουν οι συγκρίσεις. Πρέπει να γίνει ο Μμπαπέ». Η αρχή της απάντησης μοιάζει ξύλινη όμως ούτε ο ίδιος ο Ανρί δεν μπορεί να συγκρατηθεί: «Αλλά τι παικταράς!».

Αυτό ακριβώς. Μια λέξη αρκεί, οι αναλύσεις περιττεύουν. Κι ένας άσχετος με το ποδόσφαιρο μπορεί να δει ότι ο Μμπαπέ λάμπει μέσα στο γήπεδο και να ακούσει το βουητό που ανεβαίνει από τις κερκίδες όταν κατεβάζει με δαιμονιώδη ταχύτητα τη μπάλα, περνώντας σαν σταματημένους όσους προσπαθούν να τον ανακόψουν. Τα στατιστικά του προσφέρουν αποδείξεις και σε όσους δεν τον έχουν δει καν να παίζει –και δεν ξέρουν τι χάνουν. Ο Τιερί Ανρί γνωρίζει περισσότερα: «Μου αρέσει πολύ, μ΄αρέσει να τον βλέπω να παίζει. Σκέφτεται. Εκνευρίζομαι όταν λένε για έναν παίκτη: είναι γρήγορος, δυνατός, αλτικός. Δεν μιλάνε ποτέ για το μυαλό. Τον παρατηρώ, όταν ντριπλάρει το μυαλό του δουλεύει. Αυτό είναι το πιο βασικό σε έναν ποδοσφαιριστή: το μυαλό. Ο πιτσιρικάς είναι έξυπνος».

 Κι όχι μόνο μέσα στο γήπεδο. Μετά τις πρώτες εμφανίσεις με τη Μονακό, ειδικά τα δυο σπουδαία του ματς απέναντι στη Μάντσεστερ Σίτι που τον έκαναν γνωστό και σε όσους δεν παρακολουθούν ιδιαίτερα το γαλλικό πρωτάθλημα, οι υπεύθυνοι της ομάδας σκέφτηκαν να τον προστατέψουν από την υπερέκθεση στον Τύπο –όλοι ζητούσαν δηλώσεις και συνεντεύξεις, κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να πει οποιοσδήποτε μέσα στο μεθύσι της νίκης, σε οποιαδήποτε ηλικία. Άχρηστη προφύλαξη. Δημοσιογράφοι και τηλεσχολιαστές, όπως ο παλιός αμυντικός της Μαρσέιγ και της Μονακό, Ερίκ ντι Μεκό, λένε περίπου τα ίδια. «Όταν τον άκουσα να μιλάει, έπαθα την πλάκα μου. Πέρα από τις ποδοσφαιρικές του αρετές, δίνει την εντύπωση ότι έχει σωστούς ανθρώπους γύρω του, ότι το μυαλό του δουλεύει και ότι είναι εντελώς προσγειωμένος». Ήρεμος, με χιούμορ, εκφράζεται σωστά, δίνει πάντα τα εύσημα στους συμπαίκτες του, κάνει εύστοχες αναλύσεις. Και δεν παραλείπει να μιλήσει για τη χαρά του που του συμβαίνουν όλα αυτά: «Με βλέπετε; Τα μάτια μου λάμπουν! Ελπίζω να είναι μόνο η αρχή». Kαι όλα αυτά σε ηλικία 18 ετών και σχεδόν τεσσάρων μηνών.

Αφού πρώτα έσπασε ό,τι ρεκόρ άφησε πίσω του ο Τιερί Ανρί στη Μονακό κι έγινε, πριν κλείσει τα 16, ο νεότερος παίκτης της και, πριν κλείσει τα 17, ο νεότερος σκόρερ, τώρα συνεχίζει στη Εθνική. Το πρώτο ρεκόρ είναι συμβολικό: όταν κλήθηκε και έπαιξε στο ματς με το Λουξεμβούργο στις 25 Μαρτίου, έγινε ο πρώτος διεθνής Γάλλος ποδοσφαιριστής που δεν είχε γεννηθεί όταν ο Ζιντάν κι η παρέα του σήκωναν το Παγκόσμιο Κύπελλο. Ταυτόχρονα, ο πιο νέος στην Εθνική μετά τον Μαριάν Βιζνιεφσκί (που έπαιξε στο Μουντιάλ του 1955 λίγες μέρες πιο μικρός). Ο Βιζνιεφσκί, θαλερός ενενηντάχρονος πλέον, που παρακολουθεί ανελλιπώς τη Μονακό στην τηλεόραση, έχει μια συμβουλή για τον άνθρωπο που απείλησε το ρεκόρ του: «Ας μη βελτιωθεί άλλο, κινδυνεύει να χάσει αυτό που κάνει τη μοναδικότητά του. Για παράδειγμα, μην μπει στον πειρασμό να δίνει περισσότερες πάσες, να σκοράρει ο ίδιος».

Ο Κιλιάν προς το παρόν κάνει και τα δυο, και με τα δυο πόδια. 12 γκολ στο πρωτάθλημα, 19 συνολικά φέτος, 5 ασίστ, κι όλα αυτά μπαίνοντας στα μισά ματς αλλαγή, καθώς ο Φαλκάο, ο Βαλέρ Ζερμέν κι οι άλλοι πρεσβύτεροι συμπαίκτες του σκόραραν ακατάπαυστα, όπως έχουμε ήδη δει. Οι εραστές των στατιστικών στοιχείων κάθε είδους ανακάλυψαν πως, εκτός από τα διάφορα ρεκόρ που έχουν να κάνουν με την ηλικία του, ο Μμπαπέ τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο ήταν ο πιο παραγωγικός παίκτης των πέντε μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων –μπροστά από τον Μέσι και τον Λεβαντόφσκι– ενώ, λίγες μέρες πριν τον ξεπεράσει ο Καβάνι, ήταν πρώτος και σε συχνότητα σκοραρίσματος –ένα γκολ κάθε 82′ συμμετοχής.

Στο τελευταίο ματς των Μονεγάσκων, ο Ζαρντίμ προτίμησε να τον προφυλάξει –τον 18χρονο! – εν όψει του αγώνα που οι εραστές του ποδοσφαίρου σημείωσαν στην ατζέντα τους από τη στιγμή που βγήκε η κλήρωση: Ντόρτμουντ -Μονακό για τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Δυο αουτσάιντερ, δυο νεανικές ομάδες, που έχουν παίξει μέχρι τώρα ωραία και θεαματική μπάλα. Και μια τέλεια βιτρίνα για τα ταλέντα της Μονακό, με πρώτον απ΄όλους τον Μμπαπέ. Το ερώτημα είναι; Πόσα λεφτά πουλιέται το παιδάκι αυτό και ποια ομάδα μπορεί να τα δώσει;

Πέρσι οι Μονεγάσκοι κι ο ίδιος ο Μμπαπέ είχαν, λέγεται, απορρίψει προτάσεις ύψους 40 εκ., φέτος γράφηκε πως η Ρεάλ ζήτησε να τον κλείσει για το καλοκαίρι με 110. Ο άμεσα ενδιαφερόμενος λέει πως ξέρει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα στην καριέρα του αλλά ότι πρώτα θέλει να αφήσει κάτι πίσω του στη Μονακό: «Τους μεγάλους παίκτες τους θυμούνται για τους τίτλους». Υπενθυμίζουμε πως η Μονακό είναι πρώτη στο πρωτάθλημα. Ο φιλότιμος Σέρχιο Ράμος προσπαθεί να ρίξει την τιμή: «Καλός παίκτης, πολύ γρήγορος κι επικίνδυνος στην αντεπίθεση. Αν είναι καλός για την Ρεάλ; Έχουμε ήδη πολύ καλούς παίκτες. Αν έρθει θα τον υποδεχτούμε με συμπάθεια». Οι φήμες, στον ισπανικό τύπο, ό,τι κι αν αξίζουν, λένε ότι ο ίδιος ο Ράμος ζήτησε να παίξει στο φιλικό με τη Γαλλία για να τον μελετήσει από κοντά.

Στην πραγματικότητα η Ρεάλ τον θέλει εδώ και χρόνια. Ακολουθεί μια κάπως λυπητερή ιστορία όπου, ως συνήθως, οι φτωχοί χάνουν κι οι πλούσιοι κερδίζουν.

Είμαστε γύρω στο 2010. Ο  μικρός Κιλιάν Μμπαπέ παίζει με την ομάδα κάτω των 12 του Μποντί, του παριζιάνικου προαστίου όπου γεννήθηκε. Ήδη η ζωή του είναι γεμάτη, όπως θα πει αργότερα ο ίδιος, ποδόσφαιρο: «Ζω, τρώω και κοιμάμαι με την μπάλα». Ένας απεσταλμένος της ομάδας της Καν (Caen, στη Νορμανδία, καμία σχέση με την Καν στις Κάννες) που βρίσκεται στο γήπεδο παίρνει τηλέφωνο τον υπεύθυνο για τα τμήματα νέων: «Έχω μπροστά μου μια μελλοντική Χρυσή Μπάλα». Ντρίπλες, ταχύτητα, ωριμότητα απίστευτη για την ηλικία του. «Ελάτε γρήγορα να πιάσουμε τους γονείς!». Ο γονείς: ο πατέρας παλιός παίκτης, προπονητής στην ομάδα νέων του Μποντί, γνωστός για τις παιδαγωγικές του ικανότητες. Η μητέρα: παλιά αθλήτρια χάντμπολ, αγαπητή στο Μποντί για την κοινωνική της δράση. Δεν εντυπωσιάζονται καθόλου από την πρόταση της Καν: «Τον θέλουν η Ρεάλ Μαδρίτης κι η Τσέλσι. Δεν βιαζόμαστε». Οι Νορμανδοί τα δίνουν όλα, τον παρακολουθούν στενά για μήνες, συνδέονται με τους γονείς, στέλνουν τον μικρό σε τουρνουά στο εξωτερικό, τον συμβουλεύουν, ο προπονητής Φρανκ Ντιμά υπόσχεται ότι θα τον βάζει βασικό από τα 16. Η Ρεάλ τού στέλνει εισιτήρια να δει το Μπερναμπέου και μήνυμα ότι ο Ζιντάν θέλει να τον γνωρίσει. Πηγαίνει στη Μαδρίτη, φωτογραφίζεται με το είδωλό του, τον Κριστιάνο Ρονάλντο –το παιδικό δωμάτιο του Κιλιάν είναι ταπετσαρισμένο με αφίσες του.

Οι γονείς όμως διστάζουν να τον στείλουν τόσο μικρό στο εξωτερικό και θέλουν οπωσδήποτε να τελειώσει το σχολείο. Αποφασίζουν να δεχτούν την πρόταση της Καν. Πρόβλημα: ο μικρός είναι 13 ετών και σε αυτήν την ηλικία η Ομοσπονδία απαγορεύει την υπογραφή συμβολαίων αν ο τόπος κατοικίας είναι μακριά από την έδρα της ομάδας. Οι λίγοι μήνες που ακολουθούν είναι αποφασιστικοί. Η Καν πέφτει κατηγορία κι εμφανίζεται η Μονακό, τα λεφτά της και τα γαλλόφωνα σχολεία της. Ο Μμπαπέ μετακομίζει με τη μαμά του στην Κυανή Ακτή στα 14. Εκεί θα είναι τυχερός και θα συναντήσει τον Ζαρντίμ.

Η συνέχεια γνωστή. Στις 19 Μαρτίου, με το απολυτήριο Λυκείου πλέον στην τσέπη –στις εξετάσεις φιλοσοφίας διάλεξε να αναπτύξει το θέμα: «Είμαστε πάντοτε σε θέση να δικαιολογήσουμε τις πεποιθήσεις μας;»– διέλυσε από μόνος του την Καν και δεν μιλάμε μόνο για τα δυο γκολ που έβαλε. Τελικό σκορ 0-3. Βγήκε αλλαγή στο 88′. Ολόκληρο το γήπεδο Μαλέρμπ τον αποθέωσε. Ο Κιλιάν στράφηκε στις κερκίδες και χειροκρότησε με τη σειρά του τους οπαδούς.

«Κανείς δεν είναι σοβαρός στα δεκαεπτά του χρόνια»: ο Γάλλος ποιητής Αρθούρος Ρεμπό, γνωστό παιδί-θαύμα κι ο ίδιος, πρόλαβε να πεθάνει στα 37, να γράψει το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου μέχρι τα 19  και τον παραπάνω στίχο στα 16 του, 108 χρόνια πριν γεννηθεί ο Κιλιάν Μμπαπέ.

Ο Ροναλντίνιο στο Παρίσι: η γέννηση του μύθου

  [Καθόλου σχόλια]

Παρίσι, αρχές της δεκαετίας του 2000. 5 η ώρα τα ξημερώματα. Στο πεζοδρόμιο μπροστά από το μεγάλο κλαμπ Barrio Latino της Βαστίλης, ένας από τους θαμώνες, διπλωμένος στα δυο και εμφανώς πολύ πιωμένος, κάνει εμετό. Κάποιοι περαστικοί τον κοιτούν με οίκτο, σε κάποιους κάτι θυμίζει, είναι κι η φάτσα τόσο χαρακτηριστική… Κι όμως, ο Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα, λίγες ώρες πριν, είχε καληνυχτίσει τους συμπαίκτες του κι είχε ανέβει στο δωμάτιό του να κοιμηθεί νωρίς, όπως πρέπει να κάνει ένας επαγγελματίας ποδοσφαιριστής την προηγούμενη ενός αγώνα, ειδικά αν ξέρει πως θα παίξει βασικός –όπως τελικά έπαιξε, κι ο θρύλος λέει πως έπαιξε και καλά. Αλλά τα ξενοδοχεία έχουν και πίσω πόρτες και καμιά κλειδαριά δεν μπορεί να κρατήσει τον νεαρό Ροναλντίνιο μακριά από τη ζωή της νύχτας. Σε οποιαδήποτε μορφή. Ένα άλλο βράδυ, γύρω στις 11, κι ενώ την άλλη μέρα έπαιζαν με τη Λιόν –μια ομάδα που μόλις είχε ξεκινήσει το φοβερό σερί των επτά τίτλων– πάει πάλι νωρίς για ύπνο αλλά καταλήγει στο δωμάτιο του Τυνήσιου Σελίμ Μπενασούρ και του Μαροκινού Ταλάλ Ελ Καρκουρί, ο οποίος μόλις έχει γυρίσει από έναν δανεισμό στον Άρη. «Δεν παίζουμε λίγο playstation;». Παίζουν. Μόνο χτυπήματα φάουλ. Ο Ροναλντίνιο παίρνει, φυσικά, τον εαυτό του και κερδίζει κατά κράτος. Στις 3 το πρωί, ο Μπενασούρ λέει στον Βραζιλιάνο ότι ίσως είναι η ώρα να πάει στο δωμάτιό του. «Ας παίξουμε λίγο ακόμη. Μόνο που πείνασα, δεν παραγγέλνουμε κανένα κλαμπ σάντουιτς;». Κοιμούνται στις 6. Η Παρί Σεν Ζερμέν κερδίζει 2-0. Δυο φάουλ του Ροναλντίνιο, δυο έτοιμα γκολ. Το δεύτερο θα το βάλει ο Ελ Καρκουρί. Θα είναι και το μόνο του εκείνη τη σεζόν. Η σκληρή προπόνηση αποδίδει.

Όταν ο νεαρός Ροναλντίνιο φτάνει στο Παρίσι, το καλοκαίρι του 2001, δεν είναι ακόμη ο Ροναλντίνιο. Έχει κοντά μαλλιά, παιδικό πρόσωπο, ντροπαλό βλέμμα, ένα ήδη μυώδες και δυνατό σώμα που πρόκειται να τον κρατήσει μακριά από τραυματισμούς παρόλο τον άσωτο τρόπο ζωής που ετοιμάζεται να υιοθετήσει κι ένα μικροσκανδαλάκι πίσω του –είχε υπογράψει συμβόλαιο με την Παρί πριν λήξει το προηγούμενο με την Γκρέμιο. Έχει ήδη προλάβει να εντυπωσιάσει τη Βραζιλία από τα 19 του, με το πρώτο του γκολ με την Εθνική, στο Κόπα Αμέρικα, ένα γκολ που προοιωνιζόταν ένα λαμπρό μέλλον και φανέρωνε καλό γούστο –προηγήθηκε σομπρέρο.

Από την εδώ μεριά του Ατλαντικού είναι σχετικά άγνωστος στο πλατύ κοινό. Βέβαια, πολλοί μεγάλοι ευρωπαϊκοί σύλλογοι τον ορέγονται. Η Παρί, που έχει δημιουργήσει παράδοση στους Βραζιλιάνους –Λεονάρντο, Βάλντο, Σέζαρ, ο λατρεμένος αρχηγός Ράι κ.α.– καταφέρνει να τον φέρει με πενταετές συμβόλαιο. Ο Ρόνι θα βρεθεί σε μια θεωρητικά φιλόδοξη ομάδα, με παίκτες όπως ο Γκάμπριελ Χάιντζε, ο Μαουρίτσιο Ποκετίνο, ο Νικολά Ανελκά κι ο επίσης σπουδαίος καλλιτέχνης Τζέι Τζέι Οκότσα –οι συμπαίκτες τους κι ο προπονητής Λουίς Φερναντέζ σταματούσαν την προπόνηση για να τους βλέπουν να κάνουν ό,τι θέλουν με την μπάλα. «Ακόμη δεν έχω καταλάβει πώς δεν τερματίσαμε πρώτοι με δέκα βαθμούς διαφορά πάνω από τους άλλους εκείνη τη χρονιά» απορεί ακόμη ο τερματοφύλακας Ζερόμ Αλονζό. Διότι στο γήπεδο η ιστορία είναι λιγότερο ευτυχής. Μετά από μήνες αναγκαστικής απραξίας λόγω της τιμωρίας που του επέβαλε η Γκρέμιο, ο Ρόνι κάνει δειλά και κάπως αδέξια την πρώτη του εμφάνιση, αρχές Αυγούστου, αλλαγή στο Αμπέ Ντεσάν κόντρα στην Οσέρ. Έτσι δειλή θα είναι κι η συνέχεια. Θα χρειαστεί τρεις εβδομάδες να δώσει την πρώτη του ασίστ, στον Οκότσα, ένα πέναλτι για να βάλει το πρώτο του γκολ, και έξι μήνες για να πάρει οριστικά μπρος και να κερδίσει για πάντα την καρδιά των Παριζιάνων φιλάθλων. Η νέα χρονιά μπαίνει με ένα πανέμορφο φάουλ κόντρα στη Ρεν  και συνεχίζεται με ενέργειες αντάξιες του μετέπειτα θρύλου.

Όσο περνούν οι μήνες, το γήπεδο γεμίζει ώρες πριν αρχίσει το ματς. Το κοινό πληρώνει εισιτήριο για να δει τον Ροναλντίνιο όχι μόνο να παίζει αλλά και να κάνει ζέσταμα. Η σεζόν όμως θα έχει πικρό τέλος. Η ΠΣΖ χάνει το Τσάμπιονς Λιγκ για έναν βαθμό. Αλλά τα καλύτερα έρχονται ή, τέλος πάντων, έτσι φαίνεται.

Ο Ρόνι στέφεται παγκόσμιος πρωταθλητής, αποθεώνεται από το εκστασιασμένο κοινό όταν επιστρέφει –αργοπορημένος– στο Παρίσι και στις προπονήσεις, οι οποίες ούτως ή άλλως δεν είναι η αγαπημένη του δραστηριότητα –για τις αγαπημένες του δραστηριότητες μιλήσαμε στην αρχή. Αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες πως, πλέον, για να αποφύγει τα κουτσομπολιά, φέρνει κοπέλες στο ξενοδοχείο όπου αποσύρεται η ομάδα. Με αμείωτο κέφι, λοιπόν, αλλά εκτός φόρμας, ζεσταίνει τον πάγκο, όταν μπαίνει συχνά δεν εντυπωσιάζει, χάνει κρίσιμα πέναλτι, η ομάδα πάει μάλλον χάλια και κάπου εδώ αρχίζουν τα προβλήματα με τον Φερναντέζ, ο οποίος, εκτός των άλλων, θέλει να του αλλάξει θέση.

«Αν μείνει μετά τα Χριστούγεννα, εγώ φεύγω». Ο Φερναντέζ μένει κι ο Ρόνι αργεί μια εβδομάδα να γυρίσει από τις χειμερινές του διακοπές στη Βραζιλία. Έχει βέβαια μια πολύ καλή δικαιολογία: «Είχα ραντεβού με τον οδοντίατρό μου».

Εμφανώς δυσαρεστημένος, εμφανίζεται στις προπονήσεις με γυαλιά ηλίου και συχνά πηγαίνει κατευθείαν στο τραπέζι του μασάζ για να πάρει έναν υπνάκο – κάτι μας θυμίζουν αυτά. Όταν αποφασίζει να παίξει μπάλα μαγεύει, μιλάμε για τον Ροναλντίνιο. Αλλά δεν το αποφασίζει συχνά. Από τις αξέχαστες στιγμές του, ένα απίστευτο ματς και ενάμισι γκολ απέναντι στο αγαπημένο του θύμα, τη Μαρσέιγ σε μια ιστορική τριάρα (και πρώτη νίκη στο Βελοντρόμ μετά από 15 χρόνια) και ένα πανέμορφο γκολ απέναντι στη Γκενγκάν.

Ένα γκολ που συμβολίζει από μόνο του την πορεία της ομάδας τη σεζόν 2002-2003: οι Παριζιάνοι προηγούνται με 0-2 αλλά χάνουν τελικά 3-2. Θα τερματίσουν εντέκατοι στη βαθμολογία και θα χάσουν και το κύπελλο από τα πιτσιρίκια της Οσέρ. Αλλά ο Ροναλντίνιο ετοιμάζει ήδη βαλίτσες για τη Βαρκελώνη, όπου θα γίνει οριστικά ο Ροναλντίνιο.

Τον ξαναείδαμε πρόσφατα στο Παρκ ντε Πρενς, θεατή στο ματς με τη Μονακό. Το γήπεδο τον αποθέωσε ακόμη μια φορά. Λίγες ώρες πριν είχε περάσει από το προπονητικό κέντρο. Ο Αντριάν Ραμπιό, ο ταλαντούχος μέσος της ΠΣΖ που προέρχεται από τις ακαδημίες κι είναι γέννημα θρέμμα Παριζιάνος, δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή του. Ο Ροναλντίνιο, που, αν και πρόσφερε σπάνιες  στιγμές χαράς, πέρασε δυο χρόνια στο Παρίσι χωρίς να χαρίσει ούτε έναν τίτλο στην ομάδα, και αυτό οπωσδήποτε κι από δικό του λάθος, αγαπήθηκε με πάθος από ένα κοινό που γνωρίζει ότι, όπως έχει γράψει ο Γουίλιαμ Φόκνερ, «δεν αγαπάμε επειδή αλλά παρότι. Όχι για τις αρετές αλλά παρ΄όλα τα ελαττώματα». Παρ΄όλα τα ξενύχτια, τα μεθύσια, παρ΄όλες τις αποτυχίες και τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.

Ο Μεγαλέξαντρος και το καταραμένο μομέντουμ

  [Καθόλου σχόλια]

Η ομάδα σου, η ομάδα της πόλης σου, της καρδιάς σου, η μόνη ομάδα στην οποία έχεις παίξει μπάλα, κερδίζει 4-0, εσύ βάζεις ένα γκολ, δίνεις μια ασίστ και βγαίνεις αλλαγή. Το πανέμορφο, ολοκαινούργιο γήπεδό σας, το οποίο κατά κάποιον τρόπο εγκαινίασες, σκοράροντας το ιστορικό πρώτο γκολ ένα χρόνο πριν, αντηχεί από αποδοκιμαστικά σφυρίγματα. Μα τι συμβαίνει; Η απάντηση είναι πως είσαι θύμα της εποχής στην οποία ζεις.

Μια εποχή κατά την οποία οι οπαδοί ξεχνούν πως δεν φταίει ο ποδοσφαιριστής που πλέον προσφέρει περισσότερα ως εμπόρευμα παρά ως παίκτης. Ο πρόεδρος της ομάδας του εν λόγω παίκτη είχε, για παράδειγμα, την άνεση να δηλώσει, χωρίς κανείς να σκεφτεί να τον σφυρίξει: «Δεν έχουμε ανάγκη να πουλήσουμε, έχουμε κέρδη ούτως ή άλλως, όμως διαθέτουμε περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να μας αποφέρουν υπεραξία 170 εκατομμυρίων. Αργά ή γρήγορα τα στοκ πρέπει να διακινηθούν». Το έγκλημα του ποδοσφαιριστή της ιστορίας μας, του Αλεξάντρ Λακαζέτ, που στις 8 Φεβρουαρίου άκουσε μισό γήπεδο να τον αποδοκιμάζει και είδε πανό να του ζητούν τα ρέστα («Πριν ονειρευτείς άλλες ομάδες, κοίτα να προσφέρεις κάτι στην ομάδα που σε έφτιαξε»); Είναι ένα περιουσιακό στοιχείο με δυνητική υπεραξία 50 εκατομμυρίων –τόση είναι η ρήτρα του–, τον ενημέρωσαν πως η ομάδα του ψάχνει να τον «διακινήσει» το καλοκαίρι και δήλωσε ότι του αρέσει η ιδέα να αλλάξει αέρα. Οι ομάδες που ενδιαφέρονται να τον υποδεχτούν, πολλές: η Λίβερπουλ, η Άρσεναλ, η Ντόρτμουντ…

Το βαφτιστικό «Αλέξανδρος» δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο στη Γαλλία –όπως δεν είναι ούτε το «Ναπολέων» ή το «Καρλομάγνος», εξίσου αυτοκρατορικά–, οπότε, όταν ένας νεαρός με αυτό το εξωτικό όνομα άρχισε να κάνει σπουδαία πράγματα –πρωταθλητής Ευρώπης κάτω των 19 το 2010, πρώτος σκόρερ στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα κάτω των 20 με την Εθνική το 2011–, οι οπαδοί της Λυόν κι οι δημοσιογράφοι θεώρησαν χαριτωμένο να του κολλήσουν το παρατσούκλι «Μέγας Αλέξανδρος» .

Στην Ελλάδα το συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό παρατσούκλι παραπέμπει στον Γιώργο Κούδα, με τον οποίον ο Λακαζέτ έχει δυο κοινά: την κατακραυγή που προκάλεσε όταν δεν απέκλεισε την ιδέα να φύγει από την ομάδα όπου αγαπήθηκε και το βάρος της ευθύνης να είναι ο στυλοβάτης αυτής της ομάδας.

Πέρσι, όταν ο «Μεγαλέξαντρος» πέρασε τη μισή σεζόν ντεφορμέ ή τραυματίας, η Λυόν δυσκολευόταν να παρακολουθήσει την κούρσα για έξοδο στο Τσάμπιον Λιγκ ή και την Ευρώπη γενικότερα, αφού σε κάποια φάση βρέθηκε στην 13η θέση. Μετά, το νούμερο 10 ξαναβρήκε μια δαιμονιώδη φόρμα και τον δρόμο προς τα δίχτυα, ο φίλος του ο Ναμπίλ Φεκίρ –άλλο περιουσιακό στοιχείο– επανήλθε από τραυματισμό, κι η ομάδα ξεκίνησε μια ξέφρενη πορεία που την οδήγησε στην δεύτερη θέση, με κερασάκι στην τούρτα ένα χορταστικό 6-1 επί του μεγάλου αντίπαλου, της Μονακό την προτελευταία αγωνιστική, με χατ τρικ του Λακαζέτ, που βγήκε δεύτερος μετά τον υπερηχητικό περσινό Ιμπραΐμοβιτς στην κατάταξη των σκόρερ.

Φέτος ξεκίνησε τη σεζόν πάλι με χατ τρικ κι οι δημοσιογράφοι τον ρώτησαν «Είναι η χρονιά σου, Άλεξ;». Εκείνος, τόσο χαμηλών τόνων συνήθως, τόσο καλό παιδί απέναντι σε φίλους κι αντιπάλους, δεν άντεξε: «Γιατί; Οι άλλες ήταν άσχημες;»

Και πώς να αντέξει δηλαδή. Για πέρσι τα είπαμε, πρόπερσι σκόραρε κατά βούληση και βγήκε πρώτος σκόρερ μπροστά από τους γνωστούς σταρ της Παρί Σεν Ζερμέν. Γενικά εδώ και δυο χρόνια σπάει διάφορα ρεκόρ: την ημερολογιακή χρονιά 2016 πέτυχε 28 γκολ στο πρωτάθλημα, ένα περισσότερο από τον Καβάνι και περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο παίκτη στο γαλλικό πρωτάθλημα, από το 1991 και τον Ζαν-Πιερ Παπέν, που τότε είχε κερδίσει τη Χρυσή Μπάλα. Φέτος ξεπέρασε ήδη το ταβάνι των 20 γκολ, κι αυτό το πετυχαίνει για τρίτη χρονιά στη σειρά: το είχε κάνει κι ο Παουλέτα το 2003, και ναι, ο μεγάλος Ζλάταν δεν τα είχε καταφέρει. Απόψε, στο μεγάλο εκτός έδρας ματς με την Παρί Σεν Ζερμέν, θα προσπαθήσει να πλησιάσει ακόμη περισσότερο τον επόμενο στόχο του, να σπάσει το δικό του ρεκόρ των 27 γκολ στο πρωτάθλημα. Και ίσως, πράγμα πιο δύσκολο, να οδηγήσει ακόμη μια φορά τη Λυόν στους προκριματικούς του Τσάμπιονς Λιγκ.

Το καλοκαίρι του 2016, παρά την εντυπωσιακή του φόρμα, δεν κλήθηκε από τον Ντεσάν στην τελική λίστα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, όπως δεν κλήθηκε ούτε προχτές για τα δυο ματς με Λουξεμβούργο και Ισπανία. Ο Λακαζέτ ακόμη μια φορά πληρώνει τον λάθος χρόνο. Είναι καλός επιθετικός, με πολύ καλά στατιστικά αλλά και πολλή, λιγότερο φανερή, δουλειά μέσα στο γήπεδο, κάπως στο στιλ του Μπενζεμά. Προσπαθεί όμως ματαίως να λάμψει όσο του αξίζει σε μια εποχή που σκάνε στον ουρανό του γαλλικού ποδοσφαίρου εκθαμβωτικότερα αστέρια, όπως ο Γκριεζμάν, ο Ντεμπελέ κι ο Κιλιάν Μμπαπέ. Δεν είναι 18 χρονών, δεν παίζει στην Ατλέτικο, δεν βγάζει μάτια στην Ντόρτμουντ στα 19 του, δεν είναι ιστορικό στέλεχος της Εθνικής όπως ο Ζιρού, δεν έχει το σκανδαλώδες παρελθόν του Τοβέν. Απλώς παίζει καλά, βάζει γκολ  και σπάει ρεκόρ. Ο ίδιος λέει πως χρωστάει πολλά σε έναν άλλο μεγάλο επιθετικό.

Νέα Υόρκη, Ιούλιος 2013. Ο 22χρονος Λακαζέτ μένει ελαφρά στάσιμος εδώ και δυο-τρία χρόνια. Παίζει στο δεξί μέρος της επίθεσης, η κορυφή στη Λυόν είναι καπαρωμένη από τον Μπαφετιμπί Γκομίς και τον Λίσαντρο Λόπεζ. Βρίσκεται στις Η.Π.Α για ματς προετοιμασίας με τους Νιου Γιορκ Ρέντ Μπούλς. Εκεί θα συναντήσει τον Τιερί Ανρί, με τον οποίον μοιράζονται την κοινή καταγωγή από τη Γουαδελούπη και μια αόριστη φυσιογνωμική ομοιότητα. Ο Ανρί θα πάρει παράμερα τον νεαρό συνάδελφό του: «Σε παρακολουθώ καιρό. Δεν παίζεις άσχημα αλλά μπορείς να παίξεις πολύ καλύτερα». Ο Αλεξάντρ δεν προλαβαίνει να ψελλίσει: «Α, δεν φταίω εγώ, παίζω λίγο, δεν παίρνω πολύ την μπάλα», κι ο άλλος τον παίρνει από τα μούτρα: «Δεν θα το χρησιμοποιείς ως δικαιολογία όλη σου τη ζωή αυτό, ε ; Κοίτα να δουλέψεις, να δουλέψεις σκληρά. Κάνε τις αδυναμίες σου δύναμη». Τη σεζόν που θα ακολουθήσει αυτήν τη συνάντηση, ο Λακαζέτ θα βγει πρώτος σκόρερ της Λυόν και από τότε, όπως είδαμε, δεν θα σταματήσει.

Στις 9 Μαρτίου, ένα μήνα μετά μετά τις αποδοκιμασίες που άκουσε βγαίνοντας αλλαγή στο ματς με τη Νανσί, ο Λακαζέτ θα βάλει ένα υπέροχο γκολ στις καθυστερήσεις  με τη Ρόμα, το 28ο φετινό του σε 34 αγώνες. Ένα γκολ πανέμορφο αλλά κι αποφασιστικό, όπως αποδείχτηκε. Το κατάλληλο γκολ, την κατάλληλη, επιτέλους στιγμή. Ενώ οι συμπαίκτες του τρελαίνονται, εκείνος θα σταθεί ακίνητος μπροστά στην κερκίδα, με ψηλά το κεφάλι, σφιγμένα χαρακτηριστικά και τείνοντας περήφανα το στήθος. Ένας μινιμαλιστικός πανηγυρισμός, που παραπέμπει, όπως και το ύφος, στον σημαδιακό Τιερί Ανρί αλλά και στον Ερίκ Καντονά και στην πασίγνωστη πόζα που πήρε τον Δεκέμβρη του 1996, μετά από ένα γκολ απέναντι στη Σάντερλαντ. Μια πόζα αυτοκρατορική.

Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας

  [3 Σχόλια]

Οι δυο αρχηγοί: Μπομπ Μάρλεϊ-Ανρί Μισέλ

Ιούλιος 1980: ας θυμηθούμε έναν κόσμο μακρινό και εξωτικό. Η Δυτική Γερμανία υπάρχει ακόμη κι έχει μόλις αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης κερδίζοντας ένα μινιμαλιστικό, με τα σημερινά μέτρα, τουρνουά οχτώ ομάδων, ανάμεσα στις οποίες είναι η Εθνική Ελλάδας. Ο πλανήτης περιμένει με ανυπομονησία τους Ολυμπιακούς της Μόσχας –ή, τέλος πάντων, το μποϊκοτάζ τους. Η Ναντ, που το προηγούμενο καλοκαίρι απέρριψε τον ελεύθερο και στα ντουζένια του Μισέλ Πλατινί, κέρδισε άνετα το πρωτάθλημα Γαλλίας ενώ η Μαρσέιγ υποβιβάστηκε. Βγαίνουν ακόμη άλμπουμ όπως το θρυλικό «Uprising» του Μπομπ Μάρλεϊ και των Γουέιλερς, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι θα είναι το τελευταίο που θα ηχογραφήσουν.

Κάποιο μεσημέρι αυτού του μακρινού Ιουλίου, ένα πούλμαν φτάνει στο προπονητικό κέντρο Ζονελιέρ στη Νάντη. Απ΄αυτό κατεβαίνουν μερικοί ασυνήθιστοι αθλητές: παράταιρες φόρμες, ντρέντλοκς, πολύχρωμοι σκούφοι και, όπως θα παρατηρήσει ένας παίκτης της Ναντ, κοκκινισμένα μάτια. «Τους είδαμε να έρχονται και αναρωτιόμαστε: Τι΄ναι τούτοι; Πού πάνε;». Όπως θα αποδειχθεί αργότερα, οι πολύ χαλαροί αυτοί τύποι ξέρουν μπάλα.

Είναι η ανεπίσημη ομάδα επιλέκτων των Γουέιλερς, η οποία, μετά από ενέργειες του πιο μικροκαμωμένου και του πιο παθιασμένου ανάμεσά τους, του Μπομπ Μάρλεϊ, θα παίξει ένα φιλικό 5Χ5 με την πρωταθλήτρια Γαλλίας, λίγες ώρες πριν τη συναυλία στο Μποζουάρ. Ανάμεσά τους ο μάγειρας που συνοδεύει το γκρουπ –οι ρασταφάρι ακολουθούν αυστηρές διατροφικές αρχές– και τα αδέρφια Κάρλτον (ντράμερ) και Άστον Μπάρετ (μπασίστας), το αμυντικό δίδυμο της ομάδας. Στην επίθεση εικάζουμε ότι παίζει ο Άλαν «Σκιλ» Κόουλ, ο καλύτερος ίσως παίκτης που έβγαλε η Τζαμάικα, το νησί της Καραϊβικής που λάτρεψε την μπάλα και τη μουσική ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Κόουλ είναι ο καλύτερος φίλος του Μάρλεϊ και μάνατζερ στις περισσότερες περιοδείες που θα κάνουν οι Γουέιλερς από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Οργάνωσε, μάλιστα, την περίφημη συναυλία για την ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε τον Απρίλιο του 1980. Πριν από αυτό, όμως, υπήρξε λαμπρός επιθετικός μέσος, έπαιξε στην Εθνική σε ηλικία μόλις 15 ετών, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο στη βραζιλιάνικη Νάουτικο, με την οποία αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων, τον Πελέ, έζησε από κοντά τον εμφύλιο στην Αιθιοπία και υπέγραψε ως συνδημιουργός μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Μάρλεϊ, το «War» –οι κακές γλώσσες λένε ότι αυτό πιθανότατα έγινε λόγω μιας διαμάχης του τραγουδιστή με τη δισκογραφική του.

«Ο Άλαν αγαπούσε τη μουσική κι εγώ την μπάλα. Ήταν θέλημα Θεού να συναντηθούμε», διηγόταν ο Μάρλεϊ, που δεν άφησε, βέβαια, ανεκμετάλλευτα τα ταλέντα του φίλου του. Ανάμεσα στα καθήκοντά του Κόουλ ήταν να προπονεί τα μέλη της μπάντας. Διότι τα φιλικά ματς αποτελούσαν μέρος της ρουτίνας της περιοδείας. «Αν θέλεις να γνωρίσεις ποιος πραγματικά είμαι, πρέπει να παίξεις μπάλα με μένα και τους Γουέιλερς», κι αυτό ακριβώς γινόταν.

Ο κιθαρίστας Τζούνιορ Μάρβιν, ο Τζέικομπ Μίλερ των Ίνερ Σερκλ, ο Πάουλο Σέζαρ με μπικίνι κι ο Μπομπ που αποφεύγει να τον κοιτάξει

Αντί να δίνει συνεντεύξεις και συχνά παραμελώντας τα τεστ ήχου ο Μάρλεϊ οργάνωνε διπλά με κάθε διαθέσιμη ομάδα. Κόντρα σε δημοσιογράφους στο Μπάτερσι Παρκ στο Λονδίνο το 1975, εναντίον μιας μεικτής καλλιτεχνών και δημοσιογράφων δίπλα στον Πύργο του Άιφελ, το 1977 –οι Γάλλοι, ανάμεσά τους, θρυλείται αλλά δεν βάζουμε και το χέρι μας στη φωτιά, κι ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, τους υποτίμησαν και διαλύθηκαν–, στις εγκαταστάσεις της Φούλαμ, στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον Μάρτιο του 1980, παρέα με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο μουσικό και συγγραφέα Τσίκο Μπουάρκε και τον Πάουλο Σέζαρ, τον παγκόσμιο πρωταθλητή του 1970 –ο οποίος βρήκε τον Μάρλεϊ πολύ μέτριο (κρίνετε μόνοι σας), αλλά ξέρετε πώς είναι οι Βραζιλιάνοι. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι οι Τζαμαϊκάνοι δεν οργάνωσαν ένα ματσάκι και στο Σαν Σίρο, στα τέλη Ιουνίου του 1980, λίγο πριν παίξουν μπροστά σε 120.000 θεατές. Ο θρύλος λέει ότι ο καρκίνος ο οποίος διαγνώσθηκε στον Μάρλεϊ το φθινόπωρο του 1980 οφειλόταν σε κάποιο από αυτά τα φιλικά ματς: ένα μοιραίο, σκληρό μαρκάρισμα, ένα παραμελημένο τραύμα που κακοφόρμισε. Στην πραγματικότητα, είχε στ΄αλήθεια τραυματιστεί άσχημα παίζοντας μπάλα στο Παρίσι το 1977 και ο γιατρός που τον φρόντισε του σύστησε να κάνει εξετάσεις για ένα νύχι του ποδιού του που φαινόταν κάπως ύποπτο, αλλά ο Μάρλεϊ προτίμησε να ακολουθήσει κάποιες εναλλακτικές θεραπείες, σύμφωνες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Διπλό δίπλα στον Σηκουάνα, 9 Μαΐου 1977

«Αγαπώ πρώτα τη μουσική και μετά το ποδόσφαιρο. Αν ερχόταν πρώτο το ποδόσφαιρο θα ήταν κάπως επικίνδυνο γιατί είναι βίαιο άθλημα. Όταν κάποιος σου κάνει ένα γερό τάκλιν, σου ξυπνάει άγρια ένστικτα».

Ο Μπομπ Μάρλεϊ αγαπούσε, λοιπόν, πραγματικά το ποδόσφαιρο, έστω και μετά τη μουσική. Κι είχε και γούστο. Το καλοκαίρι του 1978, είχε φροντίσει το πρόγραμμά του να περιλαμβάνει συναυλίες στη Αργεντινή, όπου διεξαγόταν το Μουντιάλ –ένας από τους αγαπημένους του παίκτες ήταν ο Αρντίλες, τον οποίο πήγαινε κι έβλεπε με την Τότεναμ όταν ζούσε στο Λονδίνο. Άλλες αδυναμίες του, ο Πελέ, με τον οποίον υποτίθεται πως έμοιαζε κάπως στο στιλ, και ο νεαρός Μαραντόνα –είπαμε, έβλεπε μπάλα. Έπαιζε όμως καλά;

Γυρνάμε στη Ζονελιέρ, στις 2 Ιουλίου του 1980. Η Ναντ εκείνη την εποχή είχε σπουδαία ομάδα, ήταν αήττητη από το 1976 στο γήπεδό της (!), είχε φτάσει στους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων και διακρινόταν  για το επιθετικό της παιχνίδι. Οι Τζαμαϊκάνοι έχουν απέναντί τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όλους διεθνείς. Ανάμεσά τους ο Ανρί Μισέλ, ο αρχηγός που έχει ήδη κερδίσει τρία πρωταθλήματα με τη Ναντ και αργότερα θα γίνει προπονητής της Εθνικής Γαλλίας –για ένα φεγγάρι και του Άρη Θεσσαλονίκης– και ο Ζιλ Ραμπιγιόν, ο οποίος λίγα χρόνια μετά, ως τεχνικός διευθυντής των Καννών, θα ανακαλύψει έναν ταλαντούχο πιτσιρικά ονόματι Ζινεντίν Ζιντάν. Και οι δυο θυμούνται ότι η αρχική χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το ματς έδωσε γρήγορα τη θέση της στην εγρήγορση, καθώς δυο φορές προηγήθηκαν και δυο φορές ισοφαρίστηκαν από αυτούς τους φαινομενικά ανέμελους τύπους –οι επαγγελματίες θα κερδίσουν τελικά 4-3. Ο Μάρλεϊ θα βάλει δυο γκολ. Θα εντυπωσιάσει με την τεχνική του κατάρτιση αλλά κυρίως με τη σκυλίσια του επιμονή να κυνηγάει κάθε χαμένη μπαλιά. «Ήταν χαρούμενοι που έπαιζαν, τους άρεσε πραγματικά η μπάλα αλλά αντιμετώπιζαν το παιχνίδι πολύ σοβαρά. Μετά το ματς, μας κάλεσαν στο πούλμαν τους. Πολλή κάπνα, και δεν κάπνιζαν Γκολουάζ. Μας αφιέρωσαν έναν δίσκο, μας προσκάλεσαν στη συναυλία».

Το φιλικό αυτό ματς υπήρξε, παρεμπιπτόντως, πηγή αισθητικής απόλαυσης για κάθε εραστή της ωραίας ποδοσφαιρικής φανέλας και του μακρινού κόσμου του Ιουλίου του 1980. Στις φωτογραφίες, ο Μάρλεϊ φορά την ιστορική κίτρινη και πράσινη φανέλα της Ναντ , ο Ανρί Μισέλ την υπέροχη φανέλα του Περού κι ο Ζιλ Ραμπιγιόν της Ντούκλα Πράγας. Όλοι χαμογελαστοί.

Λίγους μήνες μετά, ο Μάρλεϊ θα καταρρεύσει στο Σέντραλ Παρκ όπου είχε πάει για να τρέξει. Θα πεθάνει στις 11 Μαΐου 1981, 36 χρονών, στην ηλικία όπου πολλοί ποδοσφαιριστές κρεμούν τα παπούτσια τους.

Το πέναλτι που άργησε είκοσι τέσσερις μέρες

  [1 Σχόλιο]

«Αυτό το χτύπημα πέναλτι διήρκεσε μια εβδομάδα, και, εκτός κι αν κάποιος έχει αντίθετη γνώμη, ήταν το μακρύτερο πέναλτι στην ιστορία». Ο άνθρωπος που μας προκαλεί να τον διαψεύσουμε, είναι ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο και γνωρίζει πολύ καλά ότι λέει ανακρίβειες.

Ο Σοριάνο έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Παταγονία και έπαιξε πολλή μπάλα πριν γίνει δημοσιογράφος και συγγραφέας, ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος  και εξαιρετικά αγαπητός στην πατρίδα του αλλά και έξω από αυτήν: μετά τον θάνατό του, το 1997, στην Ιταλία ιδρύθηκε ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομά του. Είναι η μεικτή συγγραφέων, στην οποία παίζει, για παράδειγμα, ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Το απραγματοποίητο όνειρο του Σοριάνο ήταν να παίξει σέντερ φορ στην ομάδα που υποστήριζε φανατικά, τη Σαν Λορένσο. Όταν μετά τη δικτατορία κατέφυγε στην Ευρώπη,  δεν παρέλειπε να τηλεφωνεί κάθε εβδομάδα στους παιδικούς του φίλους  στην Αργεντινή για να μαθαίνει τι είχαν κάνει τα Κοράκια.

Γκραφίτι με τον Οσβάλντο Σοριάνο στο Μποέδο, στη γειτονιά της Σαν Λορένσο

Τον Οκτώβριο του 2003, το Υπουργείο Παιδείας και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής είχαν μια καταπληκτική ιδέα. Να καταπολεμήσουν τη βία στα γήπεδα μοιράζοντας βιβλία λογοτεχνίας στους θεατές. Το σύνθημα της εκστρατείας ήταν «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα» και η κεντρική ιδέα ότι, σε περίπτωση που η διαιτησία ή το θέαμα δεν ήταν ικανοποιητικά, οι θεατές θα ξεχνιούνταν με το διάβασμα αντί να παίζουν ξύλο –είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά ότι η εκστρατεία δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Στην πορεία ανέκυψαν κάποια μεθοδολογικά προβλήματα. Για παράδειγμα, τα βιβλία έπρεπε να είναι ολιγοσέλιδα ώστε να μην έχει νόημα να χρησιμοποιηθούν ως όπλα εναντίον των διαιτητών ή των αντιπάλων σε περίπτωση που το μέτρο δεν ήταν αποτελεσματικό. Εκδόθηκαν λοιπόν βιβλιαράκια με διηγήματα, μεταξύ άλλων του μεγάλου Χόρχε Λουίς Μπόρχες –ο ίδιος απεχθανόταν το ποδόσφαιρο– και πολλών εκλεκτών συναδέλφων του, κάπως πιο φιλάθλων, όπως ο αγαπημένος Εδουάρδο Γκαλεάνο. Θέμα, συνήθως, η μπάλα, για προφανείς λόγους.

Η αρχή έγινε σε ένα ματς της Σαν Λορένσο και, βέβαια, δεν μπορούσε παρά να επιλεγεί ο Σοριάνο και το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου», για πολλούς το καλύτερο διήγημα που έχει γραφτεί ποτέ για το ποδόσφαιρο.

Σύντομη περίληψη του: είμαστε στα 1958. Ο Πολικός Αστέρας είναι η ποδοσφαιρική ομάδα ενός παρηκμασμένου μπιλιαρδάδικου, κάπου στην άκρη του κόσμου, στην Παταγονία. Τίποτε αξιοσημείωτο, ούτε καν οι συνεχείς της αποτυχίες –δεν τερμάτισε ποτέ πάνω από τη μέση της βαθμολογίας. Αλλά τι μπορεί κανείς να περιμένει από μια ομάδα με παίκτες «αργούς σαν γαϊδούρια και βαριούς σαν ντουλάπες»; Μέχρι που μια σεζόν, ως άλλη Λέστερ, ο Αστέρας αρχίζει να κάνει τη μια νίκη μετά την άλλη. Οι περισσότερες 1-0, αλλά τι σημασία έχει; Όσο περνάει ο καιρός, όλοι, ακόμη κι οι λιγοστοί της φίλοι, έρχονται στο γήπεδο με την ελπίδα να είναι μπροστά όταν συμβεί το αναπόφευκτο, δηλαδή όχι απλώς η ήττα αλλά η κατάρρευση. Οι ήττες έρχονται αλλά το ηθικό είναι ακμαίο, οι παίκτες μάχονται σαν σκυλιά κι η ομάδα αντέχει.

Μέχρι που την τελευταία αγωνιστική οι ήρωες του Πολικού Αστέρα παίζουν για τον τίτλο, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Θέλουν νίκη εκτός έδρας απέναντι στη μόνιμη πρωταθλήτρια, την Ντεπορτίβο Μπελγκράνο, η οποία, παρεμπιπτόντως, τους είχε διαλύσει στον πρώτο γύρο 0-7. Σα να μην έφτανε αυτό, ο όχι ιδιαίτερα αδέκαστος διαιτητής έχει λόγους να θέλει να μη χάσει η Μπελγκράνο. Σχεδόν στη λήξη, κι ενώ ο Αστέρας, προς γενική έκπληξη, προηγείται 2-1 κι αγγίζει τον τίτλο, ο διαιτητής σφυρίζει πέτσινο πέναλτι. Ακολουθούν τρομακτικά επεισόδια –οι φίλαθλοι του Αστέρα εισβάλλουν στο γήπεδο, πέφτουν πυροβολισμοί– και διακοπή. Τα είκοσι δευτερόλεπτα που απομένουν, ουσιαστικά το χτύπημα του κερδισμένου πέναλτι της Ντεπορτίβο, θα παιχτούν κεκλεισμένων των θυρών μια εβδομάδα μετά, γεγονός που αφήνει στον τερματοφύλακα του Αστέρα, τον Ινδιάνο «Γάτο» Ντιάζ, εφτά ολόκληρα εικοσιτετράωρα αμφιβολιών, σκληρής προπόνησης κι εξαιρετικής μεταχείρισης από μέρους των φιλάθλων –αντρών και γυναικών– της ομάδας. Τι θα γίνει;

Ας αφήσουμε όμως τη λογοτεχνία κι ας μιλήσουμε για την άγρια πραγματικότητα των αργεντίνικων γηπέδων. Ξαναγυρνάμε στο 2003, τον Απρίλιο. Λίγους μήνες πριν την έναρξη της αξιέπαινης πρωτοβουλίας «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα», κάπου στο Μπουένος Άιρες, οι Ντεφενσόρες ντε Καμπασέρες και η Ατλέτικο Ατλάντα παίζουν για την Πριμέρα Β Μετροπολιτάνα. Η Ατλέτικο μάχεται για την σωτηρία της, θέλει νίκη οπωσδήποτε. Απομένουν πέντε λεπτά για το τέλος, το σκορ είναι 0-0, ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι εις βάρος των Ντεφενσόρες, τη συνέχεια τη φανταζόμαστε: οι οπαδοί μπαίνουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο, ξύλο, χαμός, διακοπή.

Ο Λούκας Φερέιρο κουράστηκε να περιμένει

Το ματς θα συνεχιστεί κεκλεισμένων των θυρών από κει που διακόπηκε, όχι μια εβδομάδα αλλά είκοσι τέσσερις μέρες μετά. Το ρεκόρ του Σοριάνο καταρρίπτεται –αλλά θα επανέλθουμε.

Άραγε, ο τερματοφύλακας των Ντεφενσόρες, ο Σέζαρ Γκονζάλες, είχε στο μυαλό του τον ήρωα του Σοριάνο, τον «Γάτο», τον θλιβερό τερματοφύλακα του Πολικού Αστέρα που ήθελε οπωσδήποτε να αποκρούσει το πέναλτι ώστε η όμορφη ξανθιά του χωριού να δεχτεί να τον φιλήσει; Έθεσε κι αυτός ερωτήματα, που στις μέρες μας τα εξετάζει η θεωρία των παιγνίων, αλλά είχαν απασχολήσει και παλιότερα τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο; «Τα χτυπάει  πάντα δεξιά. Αλλά ξέρει ότι το ξέρω. Όμως κι εγώ ξέρω ότι το ξέρει ότι το ξέρω». Άραγε, ο πρόεδρος της ομάδας τον συμβούλεψε «Ε, πέσε αριστερά να τελειώνουμε»; Ο διαιτητής του αγώνα, ο Αλεχάντρο Τόια, φοβήθηκε, άραγε, μην πάθει κι αυτός, όπως στο διήγημα του Σοριάνο, επιληπτική κρίση και δε διαπιστώσει αν τελικά το πέναλτι ήταν εύστοχο; Ο Λούκας Φερέιρο της Ατλέτικο προπονήθηκε τόσο επίπονα στην διάρκεια αυτών των εικοσιτεσσάρων ημερών ώστε να μπορεί να χτυπάει πέναλτι ακόμη και κοιμισμένος; Όπως και να΄χει, τα κατάφερε. Ο Γκονσάλες έπεσε σωστά αλλά δεν ήταν αρκετό. Η Ατλέτικο Ατλάντα κέρδισε και έκανε ένα σπουδαίο βήμα για την παραμονή της –τον Ιούνιο την οριστικοποίησε. Κι η όλη ιστορία επανέφερε στο προσκήνιο το εξαιρετικό διήγημα του Σοριάνο.

Ένας συγγραφέας που έφηβος έπαιξε σέντερ φορ στα τοπικά του Ρίο Νέγρο γνωρίζει τόσο καλά το ποδόσφαιρο ώστε να μπορεί να περιγράψει τα πάντα πριν ακόμη συμβούν; Στην πραγματικότητα, ο Σοριάνο, ως συγγραφέας, είχε ένα άλλο προνόμιο, να δείχνει την πραγματικότητα έτσι όπως θα έπρεπε να είναι.

Το 1953, στο Τσιπολέτι της Παταγονίας, ο δεκάχρονος Οσβάλντο Σοριάνο γνωρίζει μια από τις πρώτες απογοητεύσεις της ζωής του. Η άσημη τοπική ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά στην ιστορία της έναν τίτλο απέναντι στην ισχυρή Ουνιόν Άλλεν Προγκρεσίστα της γειτονικής πόλης. 0-0 λίγα λεπτά πριν τη λήξη, πέναλτι εις βάρος της Άλλεν, εισβολή, διακοπή, το πέναλτι που χτυπιέται δυο εβδομάδες αργότερα. Στην πραγματική ιστορία, η ισχυρή ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα. Και στη λογοτεχνία; Για όσους θέλουν να μάθουν το τέλος, το  διήγημα είναι εδώ, στα αγγλικά. Ο «Γάτος» Ντιάζ, πάντως, παντρεύτηκε τελικά την αδερφή του σκληροτράχηλου δεξιού μπακ του Πολικού Αστέρα.

* Το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου» έχει εμπνεύσει μια μετριότατη κινηματογραφική ταινία. Συστήνουμε καλύτερα μια άλλη, στην οποία βρίσκουμε πολλούς ήρωες του Σοριάνο,«Το ξεχασμένο Μουντιάλ».

Ο τερματοφύλακας που δεν ήθελε να κάτσει τέρμα

  [1 Σχόλιο]

Όταν ο Μανουέλ Νόιερ πήγαινε, ο Πασκάλ Ολμετά ερχόταν. Δυστυχώς γι΄αυτόν και τις ομάδες όπου έπαιξε, καμιά φορά δεν προλάβαινε να γυρίσει στο τέρμα του. Αποτέλεσμα, να τρώει μερικά –όχι πολλά, είναι η αλήθεια– θεαματικά γκολ, όπως αυτό που βλέπουμε εδώ: ένα πλασεδάκι εξήντα μέτρων, σε ένα ματς από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, όταν έπαιζε στη Τουλόν, τότε που οι σχολιαστές έκαναν ακόμη τον κόπο να αναρωτηθούν «μα τι στο καλό σκέφτηκε;» όταν τον έβλεπαν να φτάνει, ντριμπλάροντας τους αντίπαλους επιθετικούς, μέχρι τη σέντρα κι ακόμη παραπέρα.

Ο Ολμετά ήταν ένας πολύ καλός τερματοφύλακας που προτιμούσε όμως να παίζει μακριά, πολύ μακριά από τη εστία του. Οπωσδήποτε υπήρξε ο πιο περιζήτητος και δημοφιλής γκολκίπερ στη Γαλλία μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90. Όμως, οι παράτολμες έξοδοί του, η εντυπωσιακή επιδεξιότητά του με την μπάλα στα πόδια, τα καμώματά του όταν βαριόταν στο γήπεδο και η εκκεντρικότητά του έξω από αυτό, τον έκαναν γνωστό και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Η συμμετοχή του στο φιλικό ματς που οργανώθηκε στο Ολντ Τράφορντ το 1998 για τα πενήντα χρόνια από την αεροπορική τραγωδία του Μονάχου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Εκείνο το βράδυ τα έκανε σχεδόν όλα: έφτασε κυριολεκτικά μέχρι την άλλη άκρη του γηπέδου κυνηγώντας την μπάλα πριν βγει κι ο ίδιος άουτ, έφαγε πολλά γκολ μεταξύ των οποίων ένα όρθιος  από τον Καντονά, χτύπησε ένα ωραιότατο φάουλ που έξυσε το οριζόντιο δοκάρι, διασκέδασε μέχρι δακρύων τον Φέργκιουσον και τους τηλεοπτικούς σχολιαστές, έκανε την εξέδρα να ζητά ρυθμικά τη μεταγραφή του στη Γιουνάιτεντ («Fergie, Fergie, sign him up») και, επειδή προφανώς θεώρησε ότι όλα αυτά δεν αρκούσαν, έκανε τον καραγκιόζη στα διαλείμματα της δράσης.

Ο Ολμετά γεννήθηκε στην Κορσική, διακρίθηκε από νωρίς ως ιδιαίτερα ταλαντούχος και ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά στην Μπαστιά πριν διασχίσει τα λίγα ναυτικά μίλια που χωρίζουν το νησί από την απέναντι ακτή και βρεθεί στην ομάδα της Τουλόν. Στα 25 του, ανέβηκε στην πρωτεύουσα, στην πολύ φιλόδοξη Ρασίγκ (Ματρά τότε, λόγω της εξαγοράς της απο τον ομώνυμο βιομηχανικό κολοσσό) όπου έπαιξε συμπαίκτης με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Πιέτρ Λιτμπάρσκι, τον Νταβίντ Ζινολά και τον μεγάλο Έντσο Φραντσέσκολι.

Όταν το εγχείρημα της Ματρά ναυάγησε κι η ομάδα χρεοκόπησε, βρέθηκε, και μάλιστα με θέση βασικού εξασφαλισμένη από το συμβόλαιό του θέση, στην μεγάλη Μαρσέιγ, ήδη δυο χρόνια στη σειρά πρωταθλήτρια –θα συνέχιζε το σερί μέχρι τα τέσσερα. Ο τότε ιδιοκτήτης της, Μπερνάρ Ταπί είχε μεγάλα σχέδια, που δεν περιορίζονταν, όπως θα το μάθαιναν αργότερα και οι οπαδοί της ΑΕΚ, στην αγορά παικτών αλλά επεκτάθηκαν και στη εξαγορά αγώνων και διαιτητών. Όπως και να΄χει, ο Πασκάλ βρέθηκε να έχει προπονητή τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ –ο Κάιζερ άντεξε μόνο λίγους μήνες– και συμπαίκτες τον Ερίκ Καντονά, τον Ντράγκαν Στόικοβιτς, τον Ζαν-Πιέρ Παπέν, τον Κρις Γουάντλ κ.α., σε μια ομάδα που τα επόμενα τρία χρόνια θα έπαιζε σε δυο τελικούς Πρωταθλητριών Ευρώπης –και θα κέρδιζε τον έναν, απέναντι στη Μίλαν, παρακαλώ. Στον πρώτο, τον χαμένο, ο Πασκάλ ήταν βασικός, στον δεύτερο ήταν στον πάγκο, αντικαταστάτης πια ενός άλλου γνωστού μας, του νεαρού Φαμπιάν Μπαρτέζ. Αυτή θα ήταν και η τελευταία χρονιά του Ολμετά στη Μαρσέιγ.

Ενδιάμεσα γνώρισε τη φρίκη του αιματοβαμμένου ημιτελικού του Κυπέλλου Γαλλίας ανάμεσα στη Μαρσέιγ και την ομάδα από την οποία ξεκίνησε, την Μπαστιά. Η διοίκηση των Κορσικανών σκέφτηκε ότι το ματς  με την υπερομάδα των μισητών γειτόνων ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γεμίσουν τα ταμεία. Καθώς το στάδιο Φουριανί (που έχει απαθανατιστεί σε μια από τις πιο αξιοσημείωτες ταινίες με θέμα το ποδόσφαιρο –σκηνοθέτης ο Ζακ Τατί) δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, έστησαν βιαστικά μια προσωρινή κερκίδα 10.000 θέσεων. Στις 5 Μαΐου 1992, η κερκίδα θα καταρρεύσει σε απευθείας μετάδοση λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς. 18 νεκροί και 2.300 τραυματίες.  Η μικρή κόρη κι η γυναίκα του Ολμετά είναι στο γήπεδο αλλά θα γλιτώσουν.

Μετά τη Μαρσέιγ, ο Πασκάλ θα πάει στο αντίπαλο δέος της Λυόν, κι εκεί θα αποθεωθεί. Γίνεται το αντικείμενο λατρείας της εξέδρας  και αρχηγός της ομάδας, πανηγυρίζει, εξαργυρώνει τη δόξα του βγάζοντας ένα φριχτό σιντί στο οποίο τον ακούμε να ραπάρει (;) τη μεγάλη του αποτυχία «Κλώτσα το τόπι» (με μήνυμα εναντίον των ναρκωτικών), κάνει πολλά θεαματικά ματς, βάζει αυτογκόλ με τον αγκώνα, δίνει τη τελική πάσα για ένα κερδισμένο πέναλτι στο τελευταίο δευτερόλεπτο, πανηγυρίζει, τσατίζεται, κυνηγάει τους αντίπαλους φιλάθλους για να παίξει ξύλο –όλα αυτά στο βίντεο που ακολουθεί, απολαύστε υπεύθυνα.

Δυστυχώς η καριέρα του στη Λυόν θα τελειώσει όπως ακριβώς του ταίριαζε: κωμικοτραγικά. 20 Δεκεμβρίου 1996.  Η Λυόν έχει φάει μια εφτάρα από την Οσέρ, γνωρίζει δύσκολες στιγμές, θέλει οπωσδήποτε νίκη στον αγώνα εντός έδρας με τη Ναντ για να κάνουν καλές γιορτές οι φίλαθλοι κι οι παίκτες –δεν θα κάνουν. Μετά την ήττα, που βυθίζει την ομάδα στα τάρταρα της βαθμολογίας, ο Πασκάλ Ολμετά ψάχνει στα αποδυτήρια τον συμπαίκτη του Ζαν-Λυκ Σασύς. Τον βρίσκει. Απολογισμός: σπασμένη μύτη και διάσειση για τον εύθραυστο Σασύς που είχε, ο δόλιος,  βγει τραυματίας στο ματς που προηγήθηκε. Μα τι είχε συμβεί; Οι δυο άντρες, φίλοι κατά τα άλλα, είχαν μια μικρή διαφωνία, εξωγηπεδικής φύσεως. Το θύμα είχε βάλει λόγια στην κοπέλα του θύτη. Συγκεκριμένα, απάντησε σε σχετική της ερώτηση («Αχ, μου αρέσει ο Πασκάλ. Τι τύπος είναι;») ότι ο Κορσικανός είναι μεν πολύ καλό παιδί αλλά καμιά φορά μπορεί να έχει κάποιες, χμ, βίαιες εξάρσεις. Η κοπέλα δεν τρομάζει ιδιαίτερα, τα φτιάχνει με τον τερματοφύλακα, του μεταφέρει τον διάλογο, ο Ολμετά διαφωνεί  με τις χαρακτηρολογικές εκτιμήσεις του Σασύς και γίνεται ένας από τους λίγους, ελπίζουμε,  ανθρώπους που χρησιμοποίησαν τις γροθιές τους για να αποδείξουν ότι δεν είναι βίαιοι.

Η διοίκηση της Λυόν, που, παρεμπιπτόντως, έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί έτσι κι αλλιώς τον Ολμετά –είχε ήδη βρεθεί ο αντικαταστάτης, ο μετέπειτα διεθνής Γκρεγκορί Κουπέ– τον απολύει. Πάει στην Εσπανιόλ, όπου μένει μόλις δυο μήνες –μεσολάβησε πάλι μια διαφωνία, σχετικά με τον χρόνο συμμετοχής του. Γυρίζει στην Κορσική και τελειώνει την καριέρα του σε χαμηλές κατηγορίες. Αλλά δεν τον νοιάζει και πολύ.

Το άλλο μεγάλο πάθος στη ζωή του Ολμετά, εκτός από την μπάλα και τη διασημότητα –πριν μερικά χρόνια κέρδισε πανεύκολα ένα ριάλιτι σόου όπου επώνυμοι έκαναν τους αγρότες– ήταν και είναι το αγριογούρουνο. Αρκεί να πούμε ότι η φιλανθρωπική οργάνωση που ίδρυσε, με σκοπό την προστασία των άρρωστων παιδιών, έχει ως έμβλημα το τρυφερό θηλαστικό. Η Κορσική είναι σημαντικός βιότοπος για τα αγριογούρουνα και κυρίως ένα μέρος όπου το κυνήγι τους επιτρέπεται όλον τον χρόνο.

Κι ο Πασκάλ κυνηγάει από την ηλικία των πέντε ετών. Όχι μόνο το αγριογούρουνο. Συμπαίκτες του στη Μαρσέιγ τον θυμούνται να γδέρνει λαγούς που μόλις είχε σκοτώσει στα ντους των αποδυτηρίων. Το αγριογούρουνο απλώς είναι η αδυναμία του, και μια από τις μεγάλες του στιγμές ήταν όταν έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Πάθος για αγριογούρουνο» – ναι, υπάρχει. Πρόσφατα, όμως, γνώρισε την κατακραυγή όταν εμφανίστηκαν φωτογραφίες του δίπλα σ’ έναν σκοτωμένο ελέφαντα. Ο ίδιος θα υποστηρίξει ότι σκότωσε το παχύδερμο από αγάπη για τη φύση –οι ελέφαντες στη Ζιμπάμπουε, υποστηρίζει ο Πασκάλ, είναι υπερβολικά πολλοί κι η κυβέρνηση ενθαρρύνει το κυνήγι. Ακολουθώντας, στην επιχειρηματολογία του, την ίδια, κάπως διεστραμμένη λογική, που τον βοήθησε στην ποδοσφαιρική του καριέρα, μια καριέρα τερματοφύλακα-κυνηγού.

Βουλγαρία ’93-’94: Ωδή στην πιο καλτ ομάδα όλων των εποχών

  [8 Σχόλια]

Trifon IVANOV et Hristo STIOCKHOV 2

Ο Χρίστο Στόιτσκοφ, γνωστός θεολόγος-ποδοσφαιριστής στον οποίο χρωστάμε το δόγμα «Υπάρχουν δυο Χριστοί, ο ένας στον ουρανό, εγώ παίζω στην Μπαρτσελόνα», θα επαναλάβει πολλές φορές την άποψή του για την εθνικότητα του Μεγαλοδύναμου στη διάρκεια των εννιά μηνών που σημάδεψαν την ιστορία της Εθνικής Βουλγαρίας: «Ο Θεός είναι Βούλγαρος». Ένα βράδυ του Ιουλίου του 1994 θα προσθέσει, πικραμένος: «Ο διαιτητής, όμως, ήταν Γάλλος». Έκτοτε, ο εν λόγω διαιτητής και διάφοροι συμπατριώτες του (Πλατινί, Ντεσαγί, Ριμπερί…) θα ακούνε σε κάθε ευκαιρία τα σχετικά γαλλικά από τον Χρίστο, που αντίθετα με τον Θεό, δεν συγχωρεί. Μα τι ακριβώς είχε συμβεί;

Οκτώβριος του 1993. Προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου των Η.Π.Α. Η Γαλλία προκρίνεται σχεδόν σίγουρα αν στα δυο τελευταία ματς, με Ισραήλ και Βουλγαρία στην έδρα της, κάνει μια ισοπαλία. Μια Εθνική Γαλλίας θεωρητικά πανίσχυρη, με το δίδυμο Ζαν-Πιέρ Παπέν (Χρυσή Μπάλα το 1991) και Ερίκ Καντονά, μερικούς μελλοντικούς παγκόσμιους πρωταθλητές και τον «Ελ Μανίφικο» Νταβίντ Ζινολά. Καταφέρνουν να χάσουν από το Ισραήλ, που πετυχαίνει την πρώτη εκτός έδρα νίκη του στην Ευρώπη. Απομένει το ματς με τη Βουλγαρία. Τη συνέχεια τη φαντάζονται όσοι γνωρίζουν τι γίνεται συνήθως όταν πάει κανείς για τα περίφημα «δύο αποτελέσματα».

Αν οι Γάλλοι είχαν μεγάλους παίκτες, οι Βούλγαροι είχαν ημίθεους. Και δεν αναφερόμαστε στο ότι πολλοί από αυτούς έπαιξαν ωραία μπάλα σε δυτικοευρωπαϊκές ομάδες. Αναρωτιέται κανείς πότε στη ιστορία του ποδοσφαίρου εμφανίστηκε ξανά ομάδα με τόσο μυθικές χαίτες –όχι όλες φυσικές–, τέτοιες ξενυχτισμένες φάτσες, τέτοιους ανεπανάληπτους παλιοχαρακτήρες. Ο Στόιτσκοφ στα 19 του τιμωρήθηκε με ισόβιο αποκλεισμό από το ποδόσφαιρο επειδή έπαιξε ξύλο σε έναν τελικό κυπέλλου –η ποινή μειώθηκε κι έτσι μπόρεσε να τιμωρηθεί και στην Ισπανία, όπου πάτησε έναν διαιτητή. Ο άσπονδός του φίλος, Εμίλ Κοσταντίνοφ, πανηγύριζε συχνά τα γκολ του δείχνοντας στους θεατές το μεσαίο του δάχτυλο. Ο αξέχαστος Τρίφον Ιβάνοφ αγόρασε κάποτε ένα άρμα μάχης για να κόβει βόλτες στους αγρούς του Βέλικο Τάρνοβο και τσατιζόταν όταν του το ανέφεραν σαν κάτι περίεργο: «Πώς κάνετε έτσι; Λίγους μήνες μόνο το κράτησα, ήθελα να δω πώς είναι να οδηγείς τανκς». Ο Γιόρνταν Λέτσκοφ, ο άνθρωπος που υποψιαζόμαστε ότι ενέπνευσε το κούρεμα του «Φαινόμενου» Ρονάλντο το 2002, υποστήριζε πως απέκτησε τη μυθική τούφα στο μπροστινό μέρος του γυμνού του κρανίου εξαιτίας του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνομπίλ. Δυστυχώς η βουλγάρικη δικαιοσύνη δεν έδειξε την απαραίτητη ευαισθησία στο δράμα του και το 2013 καταδικάστηκε σε δυο χρόνια φυλάκιση για μια υπόθεση διαφθοράς, στην οποία μπλέχτηκε όντας δήμαρχος. Ο τερματοφύλακας Μπόμπι Μιχαΐλοφ, άλλο θύμα του Τσερνομπίλ, έπαιζε για χρόνια με περουκίνι. Τώρα είναι ο μισητός πρόεδρος της βουτηγμένης στα σκάνδαλα Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

 bulgaria

Νοέμβριος του 1993. Η εντατική προετοιμασία για τη μητέρα των μαχών κόντρα στη Γαλλία διακόπτεται κακήν κακώς και η Εθνική Βουλγαρίας εγκαταλείπει εσπευσμένα τη χώρα. Ο προπονητής Ντιμίταρ Πένεφ, θείος του Λιούμπο, υποψιάζεται ότι οι παίκτες του είχαν μια κάποια τάση στο ξενύχτι. Βάζει λοιπόν, άδεια πακέτα τσιγάρων μπροστά από τις ρόδες των αυτοκινήτων τους και διαπιστώνει ότι τη νύχτα οι περισσότεροι το έσκαγαν από το ξενοδοχείο και απολάμβαναν ανενόχλητοι τις χαρές της μετακομμουνιστικής νυχτερινής Σόφιας. Για να διασταυρώσει τις πληροφορίες του, δεν διστάζει να καταφύγει και σε άλλα σατανικά τεχνάσματα. Το πρωί έλεγε στον Στόιτσκοφ: «Χρίστο, ο Λιούμπο είπε ότι βγήκες χτες, ισχύει;». Μετά πήγαινε στον ανιψιό του:«Λιούμπο, τι έμαθα από τον Χρίστο, ξενύχτησες;». Επόμενος προορισμός της ομάδας ο Μέλας Δρυμός, όπου οι πειρασμοί ήταν, λογικά, μικρότεροι, κι όπου οι Γερμανοί παραχώρησαν τις προπονητικές τους εγκαταστάσεις ώστε να μαντρωθούν για μια εβδομάδα οι Βαλκάνιοι γλεντζέδες.

Νέο πρόβλημα: ο (θείος) Πένεφ ανακαλύπτει τρεις μέρες πριν το ματς ότι ο (ανιψιός) Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ δεν μπορούν να πάνε στη Γαλλία καθώς δεν έχουν βίζα. Η ομάδα κάνει επίδειξη πνεύματος συνεργασίας: ο αμυντικός Ζλάτκο Γιάνκοφ τούς προτείνει να περάσουν παράνομα τα σύνορα με το αυτοκίνητό του, ο  Μιχαΐλοφ, παίκτης τότε της Μιλούζ, υποδεικνύει ένα αφύλακτο πέρασμα στο τριεθνές Γαλλία-Γερμανία-Ελβετία, ο Γκεόργκι Γκεοργκίεφ, συμπαίκτης του Μιχαΐλοφ, αναλαμβάνει να οδηγήσει τους δυο παράτυπους μετανάστες στην ανατολική Γαλλία. Κοιμούνται σπίτι του και ξεκινούν για το Παρίσι. Αλλά, επειδή, όπως είπαμε, έχουμε να κάνουμε με μυθικές φυσιογνωμίες, βαριούνται να κάνουν οδικώς 500 χλμ.  και προτιμούν την άνεση του αεροπλάνου. Μόνο που υπάρχει κι εδώ έλεγχος διαβατηρίων. Στο αεροδρόμιο, οι μεγαλόθυμοι Γάλλοι αστυνομικοί, που τους αναγνωρίζουν, τους αφήνουν να ταξιδέψουν χωρίς χαρτιά.

17 Νοεμβρίου 1993. Οι Γάλλοι είναι κάπως μαγκωμένοι μετά τη νίλα με το Ισραήλ, πάντως υπάρχει αισιοδοξία. Το ματς ξεκινάει σχεδόν κανονικά, αν εξαιρέσουμε έναν νεαρό κόκορα που κόβει βόλτες στο γήπεδο, ξεφεύγοντας από το μαρκάρισμα παικτών και των δυο ομάδων. Ο Καντονά ανοίγει το σκορ, ο Κοσταντίνοφ ισοφαρίζει εφτά λεπτά αργότερα. Μερικά δευτερόλεπτα πριν τη λήξη, η Γαλλία κερδίζει φάουλ. Ο Ζινολά, αντί να ψάξει να κερδίσει χρόνο, κάνει μια ακατανόητη σέντρα –μετά το ματς ο προπονητής του, Ζεράρ Ουγιέ, θα τον αποκαλέσει «εγκληματία» και είκοσι χρόνια μετά, πιο αποστασιοποιημένος, «κάθαρμα». Κερδίζουν οι Βούλγαροι, ασίστ του Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ βυθίζει τη Γαλλία στο πένθος.

«Στη Βουλγαρία παράγουμε μόνο γιαούρτι αλλά σήμερα οι φτωχοί νίκησαν τους πλούσιους», δηλώνει ο Στόιτσκοφ. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» ουρλιάζει ο σχολιαστής της βουλγαρικής τηλεόρασης. Οι 67 (!) δημοσιογράφοι της αποστολής και οι λιγοστοί Βούλγαροι φίλαθλοι τρελαίνονται. Οι θριαμβευτές, μαζί με τον Ρομάριο που βρίσκεται στο Παρίσι για ιατρικούς λόγους αλλά αναρρώνει σαν από θαύμα για να γιορτάσει με τον φίλο του τον Χρίστο, στήνουν γλέντι στο γνωστότερο παρισινό κλαμπ, το Bains Douches. Ο θρύλος λέει ότι στην παρέα τους βρέθηκε κι ο Λένι Κράβιτζ.

Ο δρόμος μέχρι την άλλη μεριά του Ατλαντικού θα είναι μακρύς. Οι παίκτες μαλώνουν για τα πριμ και απειλούν ακόμη και με απεργία, ο Λιούμπο Πένεφ μπαίνει στο νοσοκομείο (διαγνώστηκε με καρκίνο στους όρχεις), ο Στόιτσκοφ τσακώνεται με τον σπόνσορα, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας παραιτείται.

ÓÔÏÉÔÓÊÏÖ / ÅËËÁÄÁ - ÂÏÕËÃÁÑÉÁ (ÐÁÃÊÏÓÌÉÏ 94)

Το 3-0 από τη Νιγηρία έρχεται σαν φυσιολογική τιμωρία μιας ομάδας που μοιάζει αδιάφορη και απειθάρχητη. Ευτυχώς υπάρχει η Ελλάδα του Παναγούλια και η Βουλγαρία καταφέρνει να πετύχει την πρώτη της νίκη μετά από έξι συμμετοχές σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Πριν τον κρίσιμο αγώνα με την Αργεντινή, ο Μαραντόνα βρίσκεται θετικός στην εφεδρίνη. 2-0 και η Βουλγαρία περνάει στην επόμενη φάση. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος», δηλώνει ο Στόιτσκοφ.

Το ματς με το Μεξικό πάει στα πέναλτι, ο Μιχαΐλοφ πιάνει δύο και γίνεται ο ήρωας της ημέρας, γεγονός που δημιουργεί τις πρώτες εντάσεις με τις υπόλοιπες πριμαντόνες της ομάδας. Ευτυχώς, η καλή προπόνηση λύνει όλα τα προβλήματα. «Μετά το ματς με την Αργεντινή, δεν μας ένοιαζε τίποτε. Βγαίναμε μέχρι τα ξημερώματα, τη μέρα καθόμασταν στην πισίνα, παίζαμε χαρτιά, πίναμε μπύρες και τρώγαμε πατάτες», θα αποκαλύψει τα μυστικά της επιτυχίας τους ο ομιλητικός Στόιτσκοφ. Κι ο προπονητής; «Δεν πιστεύω στην αυστηρή πειθαρχία. Προτιμώ οι παίκτες μου να καπνίζουν μπροστά μου. Ο Κρόιφ, που κάπνιζε τρία πακέτα τη μέρα, ήταν κακός παίκτης;».

bulgaria2

Στα προημιτελικά αντιμετωπίζουν μια ομάδα με κάπως διαφορετική φιλοσοφία, την παγκόσμια πρωταθλήτρια Γερμανία. Οι Γερμανοί προηγούνται, όμως ένα μαγικό φάουλ του Στόιτσκοφ και μια υπέροχη κεφαλιά του Λέτσκοφ επιβεβαιώνουν αυτό που γνωρίζουμε. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» επαναλαμβάνει ο Στόιτσκοφ, «αλλά το ματς ήταν εύκολο».

Στον ημιτελικό υπάρχει μια διαφωνία ανάμεσα στον Ιβάνοφ και τον Γιάνκοφ σχετικά με το ποιος έπρεπε να φυλάει τον Μπάτζιο, και, μέχρι να λυθεί, ο Ρομπέρτο βάζει δυο γκολ. Μειώνει ο Στόιτσκοφ αλλά η εποποιία τελειώνει κάπου εδώ. Οι Βούλγαροι θα διαμαρτυρηθούν για ένα ως τρία πέναλτι που δεν τους δόθηκαν. Ο Στόιτσκοφ διατυπώνει τη θεωρία ότι ο Χαβελάνζε κι η ΦΙΦΑ έκαναν τα πάντα για να εμποδίσουν έναν αντιεμπορικό τελικό Βραζιλία-Βουλγαρία. Όργανό τους ο Ζοέλ Κινιού, ο αθεόφοβος Γάλλος διαιτητής, τον οποίο ο Χρίστο έφτυσε μετά το ματς, όπως περήφανα του αρέσει να διηγείται. Ο ίδιος θα βγει πρώτος σκόρερ του τουρνουά, μαζί με τον Ρώσο Όλεγκ Σαλένκο. Στον μικρό τελικό θα διαλυθούν 4-0 από τη Σουηδία, εν μέσω καυγάδων και επεισοδίων μέσα κι έξω από το γήπεδο. Τίποτε δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν.

Ο θρύλος της Εθνικής Βουλγαρίας θα σβήσει τέσσερα χρόνια αργότερα εκεί που άρχισε, στη Γαλλία. Το τέλος θα είναι άδοξο, ένα 6-1 από την Ισπανία στη Λανς, κάτω από τα ασταμάτητα γιουχαΐσματα των Γάλλων θεατών. Θα είναι το τελευταίο, μέχρι σήμερα, παιχνίδι τους σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ο Ιρλανδός που έσωσε την Μπαρτσελόνα

  [5 Σχόλια]

1458224832_118107_1458229442_album_grande

Μπλέχτηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σκάνδαλα, έσωσε την Μπαρτσελόνα από τον αφανισμό, οδήγησε την Μπέτις στην κατάκτηση του μοναδικού της πρωταθλήματος, χάρισε στην πατρίδα του τον πρώτο της τίτλο.

Τον έλεγαν και Πάτρικ και Ο΄Κόνελ, πατρίδα του δεν μπορεί παρά να ήταν η Ιρλανδία. Μια Ιρλανδία πάμφτωχη, καθολική, με άσβεστο μίσος για τον Άγγλο δυνάστη. Έτσι, όταν το 1909, ο 22χρονος «Πάντι» άφησε τη Σέλτικ Μπέλφαστ για τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ και τις πέντε λίρες μηνιάτικο που του έταξαν, έγραψε στους γονείς του για να τους ζητήσει συγγνώμη: «Δεν είμαι προδότης. Αγόρασαν τον ποδοσφαιριστή, όχι τις πεποιθήσεις μου. Τους μισώ αλλά λατρεύω τα λεφτά τους».

Το 1914, κι ενώ κορυφώνονται οι αψιμαχίες γύρω από τη νομοθετική πράξη για τη μερική αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας, η ποδοσφαιρική της ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά τον τίτλο στο British Home Championship, το πρωτάθλημα των εθνοτήτων που συγκροτούσαν το Ηνωμένο Βασίλειο. Με σημερινούς όρους, κάτι σαν παγκόσμιο πρωτάθλημα, δηλαδή. Οι Ιρλανδοί παίζουν το τελευταίο τους ματς με τη Σκοτία στο Μπέλφαστ και δεν πρέπει να χάσουν. Παίζουν χωρίς τον καλύτερό τους παίκτη, ο τερματοφύλακάς τους σπάει την κλείδα του και μένουν με δέκα –μην πούμε με εννιά και κάτι, καθώς κι ο αρχηγός Ο΄Κόνελ σπάει το χέρι του αλλά αρνείται να βγει. Στο 70΄ η Σκοτία ανοίγει το σκορ, η υπόθεση μοιάζει χαμένη μέχρι που ο πονεμένος κι ηρωικός Πάντι δίνει την ασίστ και ο συμπαίκτης του Σαμ Γιανγκ ισοφαρίζει. Οι Ιρλανδοί στέφονται πρωταθλητές αφήνοντας πίσω τους Άγγλους, τους οποίους είχαν ήδη διαλύσει 3-0 στο Μίντλεσμπρο.

Το ίδιο καλοκαίρι, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα δώσει χίλιες λίρες για να τον αποκτήσει. Γρήγορα θα γίνει ο πρώτος Ιρλανδός αρχηγός της ομάδας, η οποία, βέβαια, δεν έχει ακόμη την αίγλη που γνωρίζουμε –για την ακρίβεια, τίποτε δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε. Τόσο, που όταν το 1915 η Γιουνάιτεντ κινδυνεύει με υποβιβασμό και παίζει με τη Λίβερπουλ, παίκτες των δυο ομάδων, μαζί με έναν ξέμπαρκο της Σίτι, στήνουν το αγώνα σε μια παμπ. Το 2-0 δίνει 7 προς 1 στους μπουκμέικερς: να μια ευκαιρία να βγει χαρτζιλίκι σε εποχές πολύ δύσκολες. Έχει αρχίσει ο πόλεμος, το πρωτάθλημα θα διακοπεί, οι περισσότεροι παίκτες θα φύγουν στο μέτωπο, μερικοί ίσως δεν ξαναπαίξουν ποτέ ούτε ποδόσφαιρο, ούτε στοίχημα.

PatrickOConnellManUtd1914

Η Λίβερπουλ τρώει ωραιότατα τα δυο γκολ αλλά το στήσιμο είναι τόσο φανερό που οι φίλαθλοι γιουχάρουν και οι παίκτες που δεν είναι στο κόλπο πλακώνονται με αυτούς που είναι. Σε κάποια φάση η Γιουνάιτεντ κερδίζει πέναλτι, και παραδόξως, καθώς δεν το συνηθίζει, αναλαμβάνει να το χτυπήσει ο Πάντι: στέλνει την μπάλα επιδεικτικά κόρνερ. Μετά το ματς θα αποκαλύψει το στήσιμο και θα κατονομάσει οχτώ ενόχους. Ένας από αυτούς θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δυο φορές, δεν θα πάψει να λέει ότι είναι αθώος κι ότι υπήρξε θύμα της εκδίκησης του Ιρλανδού, ένας άλλος θα σκοτωθεί στον πόλεμο, όλοι θα τιμωρηθούν με ισόβιο αποκλεισμό.

Μετά τον πόλεμο, ο Ο΄Κόνελ κι η βαριά φήμη που πια τον συνοδεύει περιπλανιούνται σε διάφορες ερασιτεχνικές ομάδες. Το 1922, κι ενώ στην Ιρλανδία ξεσπάει εμφύλιος, ο Πάντι εξαφανίζεται, αφήνοντας τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους. Σε λίγους μήνες, η ανήσυχη οικογένεια αρχίζει να παίρνει με το ταχυδρομείο μυστηριώδεις φακέλους με ισπανικές πεσέτες. Ο γιος του, Ντάνιελ, θα ξαναβρεί τα ίχνη του το 1955, ρωτώντας παίκτες της Εθνικής Ισπανίας που είχαν έρθει στο Δουβλίνο για φιλικό αν έχουν ακουστά έναν Ο΄Κόνελ –είχαν.

02941ea2-2f86-4c55-88c5-ca23d5f94781-bestSizeAvailable

Η δεύτερη ζωή του Πάντι αρχίζει, λοιπόν, στην Ισπανία, στη Ρασίγκ Σανταντέρ και κατόπιν στην Οβιέδο. Γίνεται προπονητής και μάλιστα πολύ καλός. Οι μέθοδοί του θεωρούνται επαναστατικές –δίδαξε, λέγεται, στους Ισπανούς το τεχνητό οφσάιντ σύμφωνα με τους τότε νέους κανονισμούς. Το 1931 κατεβαίνει στην Ανδαλουσία κι αναλαμβάνει την Μπέτις, την δεύτερη και περιφρονημένη ομάδα της Σεβίλλης. Ο Πάντι, που έχει γίνει πια «Δον Πατρίθιο», συναντά ξανά και τον έρωτα, στο πρόσωπο μιας Ιρλανδής, την οποία και παντρεύεται –το ότι ήταν ήδη παντρεμένος είναι λεπτομέρεια– αγαπιέται με πάθος από τους οπαδούς και τους παίκτες της Μπέτις κι αλλάζει την ιστορία της. Την επόμενη χρονιά την ανεβάζει στην πρώτη κατηγορία και το 1935, πράγμα ανήκουστο, την οδηγεί στο πρώτο και μοναδικό της πρωτάθλημα μπροστά από τη Ρεάλ Μαδρίτης –που τότε λέγεται απλώς Μαδρίτη, καθώς από το 1931 η χώρα είναι αβασίλευτη δημοκρατία. Όπλα της Μπέτις του Ο΄Κόνελ η σφιχτή άμυνα κι η ομαδικότητα. Στο τελευταίο ματς θέλει νίκη. Αντίπαλος η παλιά αγαπημένη Ρασίγκ Σανταντέρ. Ο θρύλος λέει ότι ο Δον Πατρίθιο συνάντησε τους παλιούς του παίκτες και τους είπε, εν ολίγοις, ότι δεν υπάρχει λόγος να παίξουν με πολύ πάθος. Οι της Ρασίγκ απάντησαν πως, ίσα ίσα, ο πρόεδρός τους τούς είχε τάξει πριμ νίκης χίλιες πεσέτες στον καθένα, καθώς ήταν οπαδός της Μαδρίτης. Όπως και να έχει, οι Σεβιλλιάνοι κερδίζουν 5-0.

Κάπου εδώ αρχίζει η επόμενη ζωή του Ιρλανδού. Αναλαμβάνει την Μπαρτσελόνα, την οποία οδηγεί το 1936 στον τελικό του Κυπέλλου. O περιπλανώμενος Ιρλανδός συναντά έναν ακόμη πόλεμο. Το καλοκαίρι του 1936 ξεσπάει ο Ισπανικός Εμφύλιος. Ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα και βουλευτής Τζουζέπ Σουνιόλ δολοφονείται από τους ανθρώπους του Φράνκο. Ο Δον Πατρίθιο βρίσκεται στην Ιρλανδία, αλλά δεν διστάζει να γυρίσει πίσω στην ταραγμένη Βαρκελώνη. Την επόμενη σεζόν η Μπαρτσελόνα κερδίζει τη Μεσογειακή Λίγκα, το πρωτάθλημα που οργάνωσαν οι ομάδες της ελεύθερης ζώνης –οι Καταλανοί ζητούν ακόμη την αναγνώριση του τίτλου από την ισπανική ομοσπονδία. Αντιμετωπίζει όμως ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα. Τον Απρίλιο του 1937, καταφτάνει μια πρόταση από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Ένας παλιός μπασκετμπολίστας της ομάδας, επιχειρηματίας πλέον στο Μεξικό, καλεί την Μπαρτσελόνα για μια σειρά φιλικών αγώνων. Ο Ο΄Κόνελ δέχεται αμέσως. Σε αυτό το ταξίδι βλέπει, όπως κι οι περισσότεροι παίκτες, μια λύση για τη σωτηρία της ομάδας αλλά και για τη δική τους επιβίωση. Αυτός είχε την ιδέα τα λεφτά της αμοιβής (15.000 δολλάρια) να κατατεθούν σε γαλλική τράπεζα ώστε να μην πέσουν ποτέ στα χέρια των ισπανικών αρχών. Κατάφερε να βγάλει από την κόλαση του εμφυλίου ακόμη και τον κηπουρό του γηπέδου, ο οποίος συνόδεψε την ομάδα ως μασέρ –«δεν είναι τίποτα δύσκολο, θα σου δείξω εγώ τι θα κάνεις».

Η τουρνέ στο Μεξικό λίγη σημασία έχει. Μια τοπική εφημερίδα έγραψε: «Ίσως η Μπαρτσελόνα να μην είναι η καλύτερη ισπανική ομάδα, από όσες όμως ομάδες ήρθαν στο Μεξικό είναι εκείνη που κέρδισε τους περισσότερους φίλους. Δεν παίζει μόνο ωραίο ποδόσφαιρο, αλλά έχει και παίκτες που συμπεριφέρονται σαν σωστοί τζέντλεμεν». Μετά το Μεξικό οι Καταλανοί τζέντλεμεν πηγαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο τέλος της τουρνέ, η οποία διήρκεσε όχι τρεις εβδομάδες όπως ήταν προγραμματισμένο αλλά τρεις μήνες, ελάχιστοι θα γυρίσουν πίσω. Οι περισσότεροι θα μείνουν στο Μεξικό, άλλοι θα πάνε στη Γαλλία. Η Μπαρτσελόνα όμως είχε σωθεί και ο προπονητής της θα μείνει στη μνήμη των φίλων της ως ο άνθρωπος που την έσωσε.

Ο Ο΄Κόνελ θα γυρίσει στην πατρίδα του. Μεταπολεμικά θα ξαναδουλέψει προπονητής στην Ισπανία χωρίς ποτέ να γνωρίσει τις επιτυχίες του παρελθόντος. Θα πεθάνει το 1959 στο Λονδίνο και θα θαφτεί ανώνυμος στο καθολικό κοιμητήριο του Κένσαλ Γκριν. Το 2015 η οικογένειά του οργάνωσε μια εκστρατεία ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την κατασκευή τάφου με το όνομά του. Ανάμεσα σε αυτούς που βοήθησαν βρίσκουμε τον Γιόχαν Κρόιφ, τον Μπόμπι Τσάρλτον, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, τον Πάολο Μαλντίνι, τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ, τον Κένι Νταλγκλίς, τον Λούις Φίγκο. Πορτρέτο του βρίσκεται στο Μουσείο της Μπαρτσελόνα και ένα μεγάλο γκράφιτι προς τιμήν του στο Μπέλφαστ. Όπως γράφει πλέον στον τάφο του: «Τον θυμούνται πολλοί στην Ιρλανδία, την Αγγλία, την Ισπανία». Και αλλού.

Patrick-OConnell-Mural-1_-Lewis

Ο Ντάνιελ Ο΄Κόνελ κατάφερε τελικά να συναντήσει τον εξαφανισμένο πατέρα του. Λέγεται η μόνη ερώτηση που του έκανε εκείνος ήταν: «Ντάνιελ, πες μου κάτι. Η Μάντσεστερ τι έκανε;». Ποιος ξέρει, ίσως να το είχε παίξει στο στοίχημα.