Πόσο σεξισμό αντέχεις (και) στο ποδόσφαιρο;

  [38 Σχόλια]

Σάββατο 1η Ιουνίου. Ο τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ, ανάμεσα σε Λίβερπουλ και Τότεναμ, βρίσκεται στο 17ο λεπτό και μεγάλη μερίδα του κόσμου έχει αρχίσει να βαριέται με το -μέτριο είναι η αλήθεια- θέαμα που παρουσιάζουν οι δύο αγγλικές ομάδες. Φαντάζομαι πολλοί από αυτούς έχουν πιάσει ήδη τα κινητά τους τηλέφωνα και χαζεύουν διάφορα θέματα, εκτός ποδοσφαίρου, στο διαδίκτυο, ή συνομιλούν στο messenger γι’ αυτόν που πρόκειται να ψηφίσουν στις εκλογές. Είναι η στιγμή που η Κίνσι Βολάνσκι, φορώντας τα απολύτως απαραίτητα, εισβάλλει στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου διαλύοντας τη νύστα. Είναι η στιγμή που ο διαιτητής διακόπτει, ορθώς, το παιχνίδι. Είναι η στιγμή που εκατοντάδες χιλιάδες «φίλοι του ποδοσφαίρου» βρίσκουν μια αφορμή για να ασχοληθούν με κάτι, αφού το αγωνιστικό κομμάτι, για πολλούς, έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα. Οι κάμερες φυσικά και δεν δείχνουν την εισβολέα σύμφωνα πάντα με την πολιτική της UEFA.

Στο ημίχρονο, όπως συνηθίζω να κάνω, θα ανοίξω και εγώ το κινητό μου τηλέφωνο και θα κάνω μια σύντομη βόλτα στο Twitter (κυρίως) για να διαβάσω, με τη σειρά μου, τα πρώτα σχόλια και κάποια στατιστικά, για το παιχνίδι. Φυσικά, το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν οι φωτογραφίες, κυρίως από πίσω, της Βολάνσκι που έχουν κατακλύσει το τιέλ. Ήδη υπάρχουν χιλιάδες σχόλια, τα περισσότερα από αυτά, εννοείται, πως ήταν σεξιστικά ή προσπαθούσαν να κάνουν χιούμορ. Ελάχιστα, από όσα πρόλαβα να δω, το είχαν καταφέρει. Αν έπρεπε να βάλω μια λεζάντα στο, λυπηρό για εμένα, γεγονός αυτή θα ήταν λιτά και περιεκτικά: το ποδόσφαιρο του κώλου των ημερών μας. Ευτυχώς δεν ήθελαν κάποιο κείμενο τα παιδιά στο μπλογκ και γλίτωσα το βραδινό γράψιμο για την ανατομία του σώματος της μοντέλας .

Θεωρείτε πως ήταν τυχαία η επιλογή του Τελικού του Τσάμπιονς Λιγκ για την εισβολή της Βολάνσκι; Φυσικά και όχι. Το μοντέλο, και σύζυγος του Μιχάλι Βοροντέφσκι, ιδιοκτήτη κάποιας πορνό ιστοσελίδας, είχε πετύχει την καλύτερη διαφήμιση, χωρίς να σπαταλήσει σχεδόν τίποτα σε ένα, ας μη γελιόμαστε και ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, άκρως σεξιστικό, στην πλειοψηφία του, κοινό που, πολλοί σε αυτό, γουστάρουν περισσότερο κι απ’ τον Τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, λίγη ακόμα, γυμνή, γυναικεία σάρκα. Οι εκατοντάδες χιλιάδες ακόλουθοι της Βολάνσκι στο Ιnstagram, σε λίγες μόνο ώρες μάλιστα, μετά το συμβάν, έφτασαν την ίδια τη σελίδα να σβήσει τον λογαριασμό της, και είμαι σίγουρος, χωρίς να ψάξω το θέμα, πως οι εγγραφές στο σάιτ που διαφήμιζε πάνω στο «καυτό» της ρούχο, πρέπει να γέμισαν με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ τις τσέπες του «έρωτά» της. Του ίδιου έρωτα που το βράδυ, μετά τον αγώνα, όταν και πήγε στο αστυνομικό τμήμα της Μαδρίτης, που την κρατούσαν, για να της συμπαρασταθεί, ανέβαζε στο διαδίκτυο βίντεο, με τον ίδιο να της χαϊδεύει τα οπίσθια, γελώντας, μπροστά σε δεκάδες «αρσενικά παλαιάς κοπής» που είχαν μαζευτεί εκεί και γελούσαν με τη σειρά τους, θυμίζοντας εκείνη τη σκηνή απ’ την Οδύσσεια του Διαστήματος του Κιούμπρικ, όταν οι πίθηκοι ανακαλύπτουν τον αρχαίο και ιερό λίθο.

«Υπάρχει σεξισμός στο ποδόσφαιρο». Τι λέτε να πάμε ένα χρόνο πίσω στο Μουντιάλ της Ρωσίας; Ο πρώην διεθνής Γάλλος, και θύμα ρατσιστικών, λεκτικών, επιθέσεων όταν έπαιζε ποδόσφαιρο, Πατρίς Εβρά, βρίσκεται ως σχολιαστής, μαζί με τον Χένρικ Λάρσον, στο βρετανικό κανάλι ITV. Εκεί η πρώην διεθνής παίκτρια της Τσέλσι, Ένι Αλούκο, κάνει μια ανάλυση για το πρώτο ημίχρονο της Σερβίας στο παιχνίδι με την Κόστα Ρίκα. Η ανάλυσή της είναι απλά απολαυστική. Όταν ολοκληρώσει, ο Εβρά θα δείξει εμφανώς αμήχανος και θα ξεσπάσει σε επευφημίες. Αυτό ήταν μοναδικό, θα της πει, ρωτώντας τον Λάρσον, αν θα ήταν καλύτερα να φύγουν και να κάνει την ανάλυση, μόνη της η Αλούκο, αφού τα ξέρει όλα, και καλύτερα από αυτούς. Ουάου! Μια γυναίκα ξέρει πραγματικά από ποδόσφαιρο. Φοβερό;

Η 102 φορές διεθνής με τα «λιοντάρια» ήταν η μοναδική, βασική, γυναίκα αναλυτής, για το Μουντιάλ, στη Βρετανική τηλεόραση, μαζί με την Άλεξ Σκοτ, της Άρσεναλ, που είχε κάνει όμως λίγες εμφανίσεις, με την αντίδραση του Εβρά να φανερώνει περίτρανα αυτό που πιστεύει, στην πλειοψηφία του, το ανδρικό ποδοσφαιρικό κοινό. «Δεν μπορώ να βλέπω γυναίκες να παίζουν ποδόσφαιρο ή να μιλάνε γι’ αυτό». Αυτή είναι μια φράση που ακούμε πολύ συχνά και στη δική μας χώρα. Φυσικά και τα ίδια άτομα μπορούν να βλέπουν Μπιτς Βόλλευ γυναικών ή αγωνίσματα στίβου. «Αυτά είναι περισσότερο γυναικεία σπορ» θα σου πουν οι ίδιοι με ύφος Κώστα Βουτσά στην ταινία «ο τελευταίος άντρας». Γυμνή σάρκα να βλέπουν τα παιδιά μωρέ, αραχτοί, σε καναπέδες και ξαπλώστρες, και όλα καλά. «Η μπάλα είναι αντρικό σπορ…»

Αυτό που θέλω να δω, όπως έχω σχολιάσει και στο παρελθόν, είναι παγκοσμίου φήμης ποδοσφαιριστές να παίρνουν θέση σε θέματα ρατσισμού, σεξισμού, ομοφοβίας, φτώχειας και οποιουδήποτε άλλου θέματος, που αξίζει να του βάλει κάποιος πλάτη στους περίεργους και σκληρούς καιρούς που ζούμε. Δυστυχώς, κι ας έχουμε φτάσει σχεδόν στο 2020, αυτό συνεχίζουμε να μην το βλέπουμε. Οι κορυφαίοι σούπερ σταρ ποδοσφαιριστές δεν ανήκουν κάπου και συνεχίζουν να περιφέρονται ουσιαστικά ως άβουλα όντα, για πολλούς, μένοντας ουσιαστικά στις παχυλές δωρεές που κάνουν ανά καιρούς, πιεζόμενοι από χορηγούς και αθλητικές εταιρείες. Καλό κι αυτό, και υπερβολικά χρήσιμο, αλλά εγώ περιμένω να μιλήσουν.

«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους». Η φράση που μόλις διαβάσατε δεν είναι δική μου. Την ξεστόμισε ο Αντόνιο Γκράμσι τον Φλεβάρη του 1917, στην Ιταλία, παραμένει όμως επίκαιρη και, δυστυχώς ή ευτυχώς, θα παραμένει για πάντα επίκαιρη. Τουλάχιστον στον κόσμο των σπορ, του ποδοσφαίρου, και στους διάσημους και κορυφαίους αθλητές. Στην περίπτωσή μας, μας ενδιαφέρουν περισσότεροι οι ποδοσφαιριστές μιας και το ποδόσφαιρο είναι ο Βασιλιάς των Σπορ και απευθύνεται σε περισσότερο κόσμο, μιας και είναι ευκολότερα προσβάσιμο από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Δείτε αυτό, για να το καταλάβετε καλύτερα.

Τελικά, εδώ και λίγες μέρες, γι’ αυτά που περιμένουμε πολλοί να μιλήσουν οι σύγχρονοι σούπερ σταρ ποδοσφαιριστές, το κάνει μια γυναίκα. Η Μέγκαν Ραπίνο. Η διεθνής σούπερ σταρ αθλήτρια της ποδοσφαιρικής ομάδας των ΗΠΑ. Μιας ομάδας που θεωρείται, και είναι, φαβορί για να σηκώσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και που, αν το κάνει (το κείμενο γράφτηκε πριν τον ημιτελικό με την Αγγλία), σύμφωνα πάντα με την Ραπίνο, την αρχηγό της: Δεν πρόκειται να πάμε στον γαμημένο Λευκό Οίκο του Ντόναλντ Τραμπ για να δεχθούμε συγχαρητήρια. Ενός πλανητάρχη δηλαδή που έχει υψώσει τείχος για τους μετανάστες στην χώρα του. Που δεν δέχεται τους ομοφυλόφιλους ως ίσους. Που δεν δέχεται τους Αφροαμερικανούς ως ίσους. Που έχει κατηγορηθεί, ακόμα κι  απ’ το περιοδικό New Yorker, για σχέσεις με την ΚΚΚ.

Ενός ανθρώπου που το 1989 είχε χρηματοδοτήσει, χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει λεπτομέρειες, ολόκληρη καμπάνια ώστε να πιέσει την Πολιτεία της Νέας Υόρκης για να τιμωρήσει σε θάνατο πέντε μαύρα ανήλικα παιδιά που είχαν κατηγορηθεί αδίκως για το βιασμό μιας νεαρής λευκής γυναίκας. Χωρίς να υπάρχουν στοιχεία, και πριν το δικαστήριο βγάλει την τελική του απόφαση. Όσοι δεν ξέρετε τίποτα γι’ αυτή την ιστορία και θέλετε να μάθετε υπάρχει η εξαιρετική μίνι-σειρά του Netflix (καλοκαίρι είναι δείτε και τίποτα καλό) με τίτλο «When They See Us». Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, στις μέρες μας, είναι ο νούμερο ένα ηγέτης του πλανήτη που ζούμε. Ο πλανητάρχης μας.

Η Ραπίνο, που μοιάζει υπερβολικά εξωτερικά με την Θεά Τίλντα Σουίντον, μεγάλωσε ως το «αγοροκόριτσο» που έπαιζε πολλά και διάφορα σπορ, μέχρι να καταλήξει στο Soccer, συνήθως παρέα με πολλά αγόρια, στους δρόμους της Βόρειας Καλιφόρνια και αν και ήταν από μια οικογένεια που της παρείχε τα πάντα έμαθε, από μικρή, να συμπάσχει και να σέβεται όλους αυτούς που χαμηλώνουν τη μέση, όχι από επιλογή, αλλά ποτέ το κεφάλι, αυτό το δεύτερο από επιλογή. Τους φτωχούς, τους ταπεινούς, τους «περίεργους», τους διαφορετικούς, τους «άλλους». Πήρε ανοικτά θέση μετά το πασίγνωστο πλέον συμβάν με τον Κάπερνικ (που του στέρησε μια καριέρα στο NFL), και αποφάσισε, και αυτή, να στηρίξει την κίνηση του Quarteback των 49ers, γονατίζοντας κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου της χώρας, δίπλα σε όλους αυτούς, τους αφροαμερικανούς και τις κάθε λογής μειονότητες, που δίνουν καθημερινά μάχη με την αστυνομική βία και το ρατσισμό, σε μια χώρα που ο αστυνομικός έχει το δικαίωμα να πανικοβληθεί και να σε πυροβολήσει, αν σε δει να σκύβεις στο αυτοκίνητο, ενώ εσύ πρέπει να παραμείνεις ψύχραιμος, αν σε σημαδεύουν δύο και τρία όπλα, ενώ επιστρέφεις από φαγητό με φίλους.

Ακτιβίστρια, υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δηλωμένη ομοφυλόφιλη, εδώ και πολλά χρόνια, δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά, δείχνοντας και ζητώντας παράλληλα από τους διάσημους συναθλητές της που, συνήθως, την κοιτάζουν αμέτοχοι και σιωπηλοί, να πάρουν κι αυτοί θέση και να σταθούν δίπλα της. Όπως έγραψε πολύ πρόσφατα και ο Φράνκλιν Φόερ, της Atlantic, σε ένα ένα άρθρο-Ωδή για την αρχηγό των ΗΠΑ: Αν σας ρωτήσουν τι πρεσβεύει η Μέγκαν Ραπίνο, να τους πείτε πως πολύ απλά, είναι ο Μοχάμεντ Άλι της εποχής της. Και αυτό, στα δικά μου μάτια, εκτός του γεγονότος πως η Ραπίνο είναι το πρόσωπο της χρονιάς, είναι και το πιο «παντελονάτο» κοπλιμέντο, και αποκτά μεγαλύτερη αξία αν συνυπολογίσουμε πως έγινε από άνδρα, για γυναίκα, που αγωνίζεται σε ένα ανδροκρατούμενο άθλημα, όπως είναι (και) το ποδόσφαιρο για την μεγαλύτερη μερίδα του φίλαθλου κοινού. H ίδια έχει μπει επίσης στην πρώτη γραμμή ώστε να κερδίσει καλύτερες αμοιβές για τις  γυναίκες, στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο, που είναι αστείες σε σχέση με τα χρήματα που κερδίζουν οι άντρες συνάδελφοί της.

Πριν λίγες μέρες η είδηση πως η 31χρόνη Γερμανίδα καπετάνισσα, Καρόλα Ρακέτε, αψηφώντας τις απειλές της Ιταλικής Αστυνομίας, μετέφερε 42 μετανάστες, σώζοντας ουσιαστικά τις ζωές τους, και βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη ακόμα και με 10 χρόνια ποινή φυλάκισης, έγινε γνωστή σε όλους. Αυτό που πολλοί ίσως δεν γνωρίζουν είναι πως οι μετανάστες βρίσκονταν στο πλοίο της για πάνω από δέκα μέρες, και πως η ίδια έκανε έκκληση, καθημερινά, στις ιταλικές αρχές για να της δώσουν το πράσινο φως ώστε να μπορέσει να τους αφήσει κάπου στη στεριά. Φυσικά και αυτό είναι παράνομο σύμφωνα με τους νόμους (και) του Ιταλικού κράτους, του Σαλβίνι και τόσων ακόμα ακροδεξιών, με την Ρακέτε, ουσιαστικά, να «παρανομεί». Αν τους είχε πετάξει στη θάλασσα, εκεί δηλαδή που τους βρήκε, δεν θα είχε παρανομήσει και τώρα θα ήταν ελεύθερη. Κάπως έτσι είναι ο υπέροχος και πολιτισμένος κόσμος που ζούμε.

Απ’ την άλλη, δυστυχώς, όσο κι αν έψαξα (και μακάρι να κάνω λάθος) δεν είδα κανένα διεθνή και διάσημο Ιταλό ή Γερμανό (ή από άλλη χώρα) ποδοσφαιριστή να παίρνει θέση για το θέμα. Δεν είναι και τόσο σημαντικό, θα μου πείτε, όπως εκείνο το ρατσιστικό συμβάν, με τον Μόιζες Κεν, για να πάρει θέση ο «αρχηγός» Μπονούτσι και ο κάθε Μπονούτσι, κάνοντας μάλιστα τα πράγματα χειρότερα. Τόσοι και τόσοι πνίγονται κάθε μέρα και ελάχιστοι μιλούν.  Αυτό που όμως δεν μπορώ να μην σκεφτώ, και να μην το σχολιάσω, είναι πως αν η Ρακέτε δεν ήταν μια απλή, καθημερινή γυναίκα στην εμφάνιση, και μια πραγματική ηρωίδα στην καρδιά, όπως είναι, και ήταν ένα ημίγυμνο μοντέλο σε κάποιο κότερο, όπως η Βολάνσκι ας πούμε, έχοντας δίπλα της σαμπάνιες, πούρα (και πουρά), και τύχαινε να μαζέψει  και να σώσει κάποιο μετανάστη, τότε ίσως να είχαν ασχοληθεί πολλοί διάσημοι ποδοσφαιριστές μαζί της. Ίσως της έστελναν και μηνύματα. Αυτά τα ωραία και άκρως πνευματώδη «Γεια σου Κόκλα, είσαι για κάνα κοκτέιλ». Όπως αυτά που έστειλαν και στη Βολάνσκι, αρκετοί διάσημοι ποδοσφαιριστές, εισπράττοντας την απόρριψη, αφού πρώτα όμως είχε καταφέρει αυτό που ήθελε με τα γυμνά της οπίσθια, κερδίζοντας τα δικά της 15 λεπτά διασημότητας, μέσω του σεξισμού που υπάρχει στο μυαλό των περισσοτέρων.

Το Τσερνόμπιλ και η χαμένη ευκαιρία της Πρυπιάτ

  [2 Σχόλια]

«Chernobyl», η μίνι σειρά-φαινόμενο, του HBO, που αν ασχολείσαι με τηλεοπτικές σειρές δεν είναι δυνατόν να μη την έχεις δει ή, στην χειρότερη των περιπτώσεων, να μην έχεις ακούσει, διαβάσει και ψάξει γι’ αυτή. Το καλό με αυτές τις, εξαιρετικές είναι η αλήθεια, παραγωγές, όταν μιλάμε για τηλεόραση ή κινηματογράφο, είναι αυτό που ακολουθεί όταν αυτές τελειώσουν. Με το κοινό να τις έχει ολοκληρώσει. Και δεν αναφέρομαι στις συζητήσεις μεταξύ των «φίλων» και των «εχθρών», και τις βαθμολογίες σε σελίδες όπως το Imdb, που μας δίνουν -ευτυχώς- το δικαίωμα της ψήφου αλλά και της κριτικής, αλλά για το γεγονός πως, όλοι μας, με πρώτα και καλύτερα σε όλο αυτό τα διαδικτυακά «μαγκαζίνο», αρχίζουμε να ξεψαχνίζουμε κάθε πιθανή, και απίθανη, ιστορία γύρω από το καθετί. Αυτό συμβαίνει εδώ και πολλές μέρες, εννοείται, και με αυτή τη σειρά, σε όλο το διαδίκτυο. Και τι δεν έχουμε διαβάσει γύρω από το φοβερό ατύχημα του Τσερνόμπιλ. Ιστορίες μοναδικές και ξεχασμένες (ή καλά κρυμμένες) που μικρότεροι, αν και είχαμε ακούσει αμυδρά γι’ αυτές, τις αφήσαμε σε μια γωνιά του μυαλού μας, μέχρι κάτι να τις επαναφέρει και πάλι στο επίκεντρο ώστε, αρκετοί από εμάς, να τις ψάξουμε, επιτέλους, σε βάθος.

Ο Πυρηνικός Σταθμός Παραγωγής Ενέργειας του Τσερνόμπιλ βρίσκεται στην εγκαταλελειμμένη πλέον κωμόπολη Πρυπιάτ, στην Ουκρανία. Η κωμόπολη ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 1970 και είχε ως σκοπό να εξελιχθεί σε μια τεχνολογικά προηγμένη πόλη. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε, και σύμφωνα με τους Σοβιετικούς, η παραγωγή της πυρηνικής ενέργειας ήταν ασφαλέστερη από αυτή του άνθρακα. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία εγκαταστάσεων στην περιοχή του Τσερνόμπιλ και φυσικά στο Πρυπιάτ. Εκεί βρέθηκαν περίπου στους 50.000 νέους κατοίκους, με μέση ηλικία τα 26 έτη, για να ζήσουν και να εργαστούν σε αυτές τις τόσο καινοτόμες, για τον κόσμο, εγκαταστάσεις. Το 1977 το εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ μπήκε σε πλήρη λειτουργία. Το 1986 συνέβη το γνωστό ατύχημα, όταν σε μια καθιερωμένη άσκηση δοκιμών, και μετά από ανθρώπινο λάθος, έγινε η έκρηξη στον αντιδραστήρα 4, έχοντας ως αποτέλεσμα, τις τραγικότερες των συνεπειών για πολλούς ανθρώπους της περιοχής και φυσικά το περιβάλλον, όχι μόνο στην εκεί περιοχή.

«Ναι βρε φίλε αλλά εδώ γράφουμε για ποδόσφαιρο» θα πείτε πολλοί και δίκιο θα έχετε. Ας περάσουμε λοιπόν σε αυτό το κομμάτι. Αν γράψετε την λέξη «Pripyat» στο Google, και αναζητήσετε φωτογραφίες, απ’ τις πρώτες που θα εμφανιστούν είναι του σταδίου Άβανχαρντ, χωρητικότητας 5.000 θέσεων. Για να το θέσω καλύτερα, του ερειπωμένου σταδίου, μιας και στο Πρυπιάτ δεν κατοικεί κανένας, απ’ το δυστύχημα και μετά. Οι μόνοι που συνεχίζουν τις επισκέψεις αναψυχής, στο μέρος, είναι διάφοροι instagram influencers (!) που ταξιδεύουν ως εκεί, για μια selfie (!) στα ερείπια, έχοντας ως απώτερο σκοπό τα likes (!). Εννοείται πως στα 70s, και στα 80s, στην περιοχή ανθούσε ο αθλητισμός, όπως φυσικά και σε ολόκληρη την Σοβιετική Ένωση, και υπήρχαν γήπεδα στίβου, γυμναστήρια, σκοπευτήρια, πισίνες και γήπεδα μπάσκετ, με το ποδόσφαιρο -εννοείται- να κερδίζει τη μερίδα του λέοντος από τους περισσότερους άντρες. Ήταν η περίοδος που κατασκευάστηκαν αρκετά γήπεδα στην περιοχή της Ουκρανίας, όπως και δημιουργήθηκαν πολλές ομάδες, αρκετές απ’ τις οποίες συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι και στις μέρες μας, έστω σε μικρές κατηγορίες της Ουκρανίας. Η ομάδα της περιοχής, η Στρόιτελ Πρυπιάτ, δημιουργήθηκε στα μέσα του 1970 και ξεκίνησε να αγωνίζεται στα μικρότερα γήπεδα της περιοχής μιας και το Άβανχαρντ δεν υπήρχε ακόμα. Το γήπεδο ολοκληρώθηκε λίγο πριν το δυστύχημα και, όπως είναι εύκολο να γίνει κατανοητό, η Στρόιτελ Πρυπιάτ δεν πρόλαβε ποτέ να αγωνιστεί σε αυτό. Όπως φυσικά και καμία άλλη ομάδα.

Ο βασικός υπεύθυνος για την ομάδα της πόλης ήταν ο παρασημοφορημένος με το μετάλλιο Λένιν για τις υπηρεσίες του στο Κομμουνιστικό Κόμμα, Βασίλι Κιζίμα Τροφίμοβιτς. O Τροφίμοβιτς έβλεπε τους εργάτες της περιοχής να δουλεύουν ασταμάτητα και αποφάσισε πως ο καλύτερος τρόπος για να ξεφεύγουν μετά τη δουλειά, και να μη το ρίχνουν στο ποτό, δεν ήταν άλλος απ’ το ποδόσφαιρο. Εκτός όμως των πρωταθλημάτων μεταξύ φίλων, αποφάσισε πως θα έπρεπε να υπάρχει και μια κανονική ομάδα, στην οποία, θα μπορούσαν να αγωνίζονται οι καλύτεροι ποδοσφαιριστές της περιοχής. Κάπως έτσι ξεχύθηκε με τους συνεργάτες του, σε όλες τις γύρω περιοχές, ψάχνοντας για καλούς ποδοσφαιριστές. Κάπως έτσι, η Στρόιτελ Πρυπιάτ έγινε και επίσημα ομάδα, φτάνοντας σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να κατακτήσει και το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα της Ουκρανίας. Ο ντόρος που δημιουργήθηκε γύρω απ’ την ομάδα έκανε ακόμα και τον σπουδαίο, πρώην αστέρα της Τσερνομόρετς, Ανατόλι Σέπελ, να αγωνιστεί για την Πρυπιάτ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, φτάνοντάς την ακόμα και μια ανάσα απ’ τις εθνικές κατηγορίες. Το 1985 και μετά από μια επική νίκη με 13-0 επί της Λοκομοτίβ Ζναμένκα αποφασίστηκε πως έπρεπε να αλλάξουν έδρα. Το Άβανχαρντ θα άνοιγε τις πόρτες του επισήμως την Πρωτομαγιά του ’86, στην γιορτή της μέρας του εργάτη, και όπως ήταν φυσικό, αυτό θα ήταν και το καλύτερο δώρο σε όλους τους εργάτες της περιοχής που λάτρευαν το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό.

Στις 26 Απριλίου του 1986, την ίδια μέρα με το πυρηνικό δυστύχημα, η Στρόιτελ Πρυπιάτ θα έπαιζε στον ημιτελικό του Κυπέλλου ερασιτεχνών. Όπως ήταν λογικό η αναμέτρηση ακυρώθηκε όπως και όλες οι αγωνιστικές δραστηριότητες της περιοχής. Οι παίκτες έμαθαν για την ακύρωση καθώς βρίσκονταν στο γήπεδο, για ζέσταμα, και έφυγαν από αυτό με ελικόπτερο. Το ελικόπτερο μάλιστα είχε προσγειωθεί στο κέντρο του γηπέδου και οι θεατές για μια στιγμή νόμισαν πως αυτό ήταν μέρος ενός πρωτόγνωρου θεάματος, γι’ αυτούς, από αυτά που μάθαιναν, και ίσως έβλεπαν, αν ήταν τυχεροί, «στα κλεφτά», για σπουδαία αθλητικά, και όχι μόνο, γεγονότα του Δυτικού πολιτισμού.

Οι σειρήνες και ο βίαιος τρόπος που οι στρατιώτες τους έριξαν στο ελικόπτερο, φορώντας ακόμα τις ιδρωμένες ποδοσφαιρικές τους στολές, τους έκανε να συνειδητοποιήσουν πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί. Δυστυχώς, είχαν δίκιο. Η περιοχή άδειασε σε μερικές ώρες. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν πρόλαβαν να φύγουν και άφησαν την τελευταία τους πνοή, παλεύοντας για ώρες, και μέρες, αρκετοί από αυτούς, με αφόρητους πόνους. Στους δρόμους τα πρόσωπα των ανθρώπων ήταν στα πρόθυρα του εφιάλτη. Πρόσωπα γεμάτα αμηχανία. Μια αμηχανία που έδωσε πολύ γρήγορα τη θέση της στην θλίψη και την αβεβαιότητα. Πρόσωπα γεμάτα φόβο, πόνο και αυτές τις «φανταστικές μυρωδιές» που περιέγραψε τόσο τέλεια ο Ρεμπώ στο ποίημα των φωνηέντων. To τοπίο έγινε θλιβερό σε διάστημα ολίγων ημερών και οι άνθρωποι της περιοχής έγιναν πολύ γρήγορα μέρος αυτού του άρρωστου τοπίου. Αυτού του νεκρού τοπίου που δεν θα έβρισκε ποτέ ξανά τη χαρά, το φως, τη ζωντάνια, το χαμόγελο, το δικαίωμα στο όνειρο. Την ίδια τη ζωή.

Η Στρόιτελ Πρυπιάτ επέστρεψε και πάλι το 1987, με άλλο όνομα και πολλούς νέους ποδοσφαιριστές, πριν διαλυθεί το 1988 με όλους τους παίκτες να φεύγουν, για άλλες ομάδες, και αρκετούς από αυτούς να αφήνουν τη χώρα, σιγά σιγά, τα επόμενα χρόνια. Μετά την πτώση του Κομμουνισμού, η ομάδα επέστρεψε ως Στρόιτελ Σλάβουτικ, το 1994, και συνεχίζει έτσι μέχρι και τις μέρες μας. Για τους κατοίκους της περιοχής, αλλά και ολόκληρης της Σοβιετικής Ένωσης της εποχής, θα είναι για πάντα εκείνη η εξαιρετική ομάδα που δεν κατάφερε ποτέ να κάνει το βήμα παραπάνω, και να ξεφύγει από τις ερασιτεχνικές κατηγορίες, σε μια περίοδο που έδειχνε ικανή και ώριμη για να το καταφέρει. Η ομάδα που δεν αγωνίστηκε ποτέ στο νέο και σύγχρονο γήπεδό της. Το γήπεδο που θα την ανέβαζε τουλάχιστον ένα επίπεδο από μόνο του και θα της έδινε την απαιτούμενη ώθηση ώστε να αρχίσει να κάνει όνειρα για μεγαλύτερες κατηγορίες, με την ανερχόμενη περιοχή, να βοηθάει υπερβολικά σε αυτό το εγχείρημα. Τα συντρίμμια του Άβανχαρντ, και το Τσερνόμπιλ, απ’ την άλλη, θα μας θυμίζουν για πάντα αυτή την τόσο θλιβερή ιστορία για την χώρα, την Ευρώπη αλλά και ολόκληρο τον κόσμο, σε μια περίοδο που τα πάντα άλλαξαν τόσο απότομα .

Το θέατρο του παραλόγου και η πλήρης απαξίωση

  [17 Σχόλια]

Θα ξεκινήσω γράφοντας μερικά πράγματα για μένα που έχουν όμως σχέση με το θέμα που θα διαβάσετε παρακάτω. Δεν υπήρξα ποτέ φανατικός της εθνικής ποδοσφαίρου, κάτι που, εννοείται, συνεχίζεται και στις μέρες μας. Ήμουν απ’ αυτούς που δεν είχαν βγει στους δρόμους, φορώντας τσαρούχια και φουστανέλα, ακόμα και όταν η ομάδα του Όττο Ρεχάγκελ είχε κατακτήσει, στα γήπεδα της Πορτογαλίας, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, υπογράφοντας παράλληλα ένα απ’ τα μεγαλύτερα «θαύματα» που έχει γνωρίσει ο παγκόσμιος αθλητισμός. Αυτό ήταν όντως θαύμα. Δεν ξέρω ποιος Θεός, και ποια θρησκεία, το προκάλεσε αλλά θα παραδεχθώ πως ήταν τέτοιο. Εννοείται πως είχα χαρεί πολύ για την ομάδα μας και εννοείται πως προσπαθώ να βλέπω τα παιχνίδια της, τα περισσότερα τουλάχιστον, κάτι που έκανα πολλά χρόνια πριν το 2004. Απ’ την άλλη, και μετά το ντέρμπι του Γεώργιος Καραϊσκάκης, το ’11, δεν ξαναείδα ποτέ ελληνικό πρωτάθλημα. Ούτε μισό παιχνίδι. Δεν ασχολήθηκα ποτέ ξανά, κάτι που πλέον μου στερεί το δικαίωμα να έχω άποψη για τους διεθνείς που προέρχονται από το εγχώριο πρωτάθλημα. Ο λόγος δεν ήταν τα αίσχη που είχαν γίνει εντός του αγωνιστικού χώρου, συνηθισμένοι είμαστε σε αυτή τη χώρα από τέτοια εντός και εκτός αθλητισμού, αλλά όλα αυτά που ακολούθησαν μετά το τελικό σφύριγμα. Μετά από αυτά τα ολίγα, όσοι θέλετε, μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση.

Την Τρίτη κάθισα και εγώ, όπως χιλιάδες άνθρωποι, να «απολαύσω» το παιχνίδι της Ελλάδας με την Αρμενία για τα προκριματικά του Γιούρο του ’20. Επειδή ήμουν 50-50 στο να το δω ή να μη το δω, καλοκαίρι μπήκε – ζέστη έχει, μέχρι τις 9 το βράδυ, που τελικά πήρα την απόφαση να το κάνω – έχοντας όμως το κινητό μου τηλέφωνο ανά χείρας. Κάτι που δεν το κάνω ποτέ, ποτέ όμως, όταν βλέπω κάτι που με ενδιαφέρει πραγματικά. Ταινία, αγώνα, netflix ή μια εκπομπή. Πολύ σωστά καταλάβατε. Το παιχνίδι δεν με ενδιέφερε πραγματικά. Σουλατσάροντας στα σόσιαλ μίντια κατά την ώρα που οι παίκτες των δύο ομάδων ταλαιπωρούσαν αυτή τη ριμάδα τη μπάλα (που αν είχε πόδια θα είχε σηκωθεί να φύγει), αυτό που κατάλαβα ήταν πως το παιχνίδι δεν ενδιέφερε κανέναν πραγματικά. Στα σόσιαλ είχε στηθεί πραγματικό πανηγύρι. Από τον πιο γνωστό, αθλητικό δημοσιογράφο, μπλόγκερ και χομπίστα, μέχρι τον πιο «ασήμαντο» φίλο του αθλήματος που δεν τη «μυρίζει» και ιδιαίτερα. Τρολάρισμα να φάνε και οι κότες, που έλεγε και η γιαγιά μου στο χωριό.

Άλλος ανέβαζε φωτογραφία του τραγουδιστή Γιάννη Κότσιρα επειδή το δεξί μπακ της ομάδας μας είχε το ίδιο όνομα με τον έντεχνο τροβαδούρο της καρδιάς μας. Άλλος ανέβαζε φωτογραφίες με τους System of a Down, λόγω της καταγωγής τους, γράφοντας πως μόνο αυτοί δεν μας έχουν βάλει γκολ ακόμα. Η φίλη μου η Βάσω έγραψε το πιο αστείο tweet που διάβασα για τον αγώνα, και την ευχαριστώ γι’ αυτό. Βάσω ήταν όντως καλό. Σε γενικές γραμμές, οι περισσότεροι, κάναμε, ή προσπαθούσαμε να κάνουμε μιας και δεν είναι εύκολο όλο αυτό, χιούμορ, μπας και ξεχαστούμε απ’ το «υπερθέαμα» που τόσο απλόχερα μας χάριζε η εθνική και που με τόσο βίτσιο παρακολουθούσαμε. Όλοι μπορούσαμε να κλείσουμε την τηλεόραση ή να αλλάξουμε κανάλι. Δεν το κάναμε. Εγώ βέβαια το πήγα ένα βήμα παραπέρα μιας και είδα και το post game show, μετά το τελευταίο σφύριγμα, ένα σφύριγμα, που έδωσε στους Αρμένιους τη νίκη, δικαίως, με 2-3.

Αυτό που ακολούθησε μπροστά στις κάμερες (προσωπικά έβλεπα τον αγώνα και το ρεπορτάζ στην Cosmote και γι’ αυτή θα μιλήσω) ήταν ισάξιο με το πιο trash reality των αρχών του 2000. Αν σκέφτεσαι τον Τσάκα είσαι σε καλό δρόμο. Ο αρχηγός της ομάδας, Σωκράτης Παπασταθόπουλος, ανέλαβε την ευθύνη. «Αν κάποιοι θεωρούν πως ο Σωκράτης, και ο κάθε Σωκράτης, είναι το πρόβλημα να μου το πουν και εγώ θα αναλάβω τις ευθύνες μου. Αυτή η κατάσταση δεν γίνεται να συνεχιστεί». Η βελόνα είχε κολλήσει και η λούπα ήταν ένοχα απολαυστική λες και ακούγαμε τον πρώτο δίσκο του Ice Cube. «Ναι καταλάβαμε» έλεγαν οι δημοσιογράφοι «ποτέ δεν κρύφτηκες πίσω από το δάχτυλο σου» ενώ ο παίκτης ουσιαστικά κρυβόταν πίσω από το δάχτυλό του. Κανένας δεν ξεστόμιζε αυτό που εννοούσε ο Σωκράτης και όλοι, μπροστά στις οθόνες μας, το είχαμε καταλάβει χωρίς να έχουμε την εξυπνάδα πυρηνικού φυσικού. Το νόημα ήταν τόσο απλό: «Ο Άγγελος Αναστασιάδης πρέπει να φύγει. Ή θα φύγει αυτός ή θα φύγω εγώ και μερικοί άλλοι παίκτες».

Μετά από λίγο ο εκλέκτορας της εθνικής, και αφού έχει ενημερωθεί για τις δηλώσεις του αρχηγού της ομάδας, βγαίνει σε παράθυρο να δώσει απαντήσεις. Ζωντανά στον αέρα, στη μία το βράδυ. «Η ομάδα δεν έχει πρόβλημα, πιστεύω πως μπορούμε να προκριθούμε ακόμα. Ο κύριος Παπασταθόπουλος, και όποιος άλλος νιώθει ηττημένος, μπορεί να μας το πει και να μείνει σπίτι του». Άλλωστε για το μαύρο χάλι της ομάδας, σύμφωνα με τον Αναστασιάδη, δεν ευθύνεται κανένας παίκτης, κανένας προπονητής και κανένας παράγοντας, αλλά «Εκείνος» που τον κόσμο τόσο τέλεια έπλασε και άλλη δουλειά δεν έχει απ’ το να παρακολουθεί τα Σαββατοκύριακα Σούπερ Λίγκα και όλα τα παιχνίδια της Εθνικής. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκα πως όλο αυτό θα μπορούσε να ολοκληρωθεί και να δέσει τέλεια μόνο αν σε ένα άλλο παράθυρο εμφανιζόταν ο Γεωργίου μαζί με τον Χατζηστεφάνου. Με τον δεύτερο φυσικά να ωρύεται για λευτεριά στην Τσετσενία, αναλύοντας τα συστήματα του Μάκη του Κατσαβάκη. Ευτυχώς το «Θέατρο του Παραλόγου» ολοκληρώθηκε μόνο με τον Άγγελο Μπασινά, να τα βλέπει όλα υπέροχα, και τον Σωτήρη Κωσταβάρα, προς τιμήν του, να λέει, επιτέλους, πως ο Σωκράτης, ουσιαστικά, μίλησε για απομάκρυνση του Αναστασιάδη από τον πάγκο (και απ’ το ποδόσφαιρο θα συμπληρώσω εγώ). 40 ολόκληρα λεπτά, και αυτό δεν το είχε ξεστομίσει κανένας άλλος. Κάπου εκεί έκλεισα την τηλεόραση και έπεσα για ύπνο. Βαθύ ύπνο. Όπως αυτός που βρίσκεται εδώ και χρόνια το ελληνικό ποδόσφαιρο και ο ελληνικός αθλητισμός σε όλα του, δυστυχώς, τα επίπεδα.

Αυτά που έγραψα πιο πάνω είναι γνωστά στους περισσότερους και το βαθύτερο και ουσιαστικό νόημα δεν είναι πως ο Αναστασιάδης είναι ένας μέτριος προπονητής, ξεπερασμένος ακόμα κι απ’ το άθλημα των 80s, ούτε πως η εθνική δεν έχει το ταλέντο περασμένων δεκαετιών και τις προσωπικότητες για να ηγηθούν βοηθώντας και τους νέους που έρχονται. Κατά την, ταπεινή μου, γνώμη τέτοια προσωπικότητα δεν είναι ούτε ο Σωκράτης, ούτε ο Μανωλάς, ούτε ο Φορτούνης. Όσο και αν είναι εξαιρετικοί ποδοσφαιριστές. Που είναι. Η ουσία είναι πως έχουμε περάσει, χωρίς να το έχουμε καταλάβει μάλιστα, σε μια εποχή πλήρης απαξίωσης. Όπως εκείνη λίγο πριν αναλάβει την ομάδα ο Ρεχάγκελ. Τότε που οι αγώνες της εθνικής δεν αποτελούσαν κάτι τόσο σημαντικό, αφού: «Έλα μωρέ θα χάσουμε, δεν έχουμε καλή ομάδα». Τότε που δεν πηγαίναμε ποτέ σε μεγάλα τουρνουά. Τότε που όλοι είχαν άποψη αλλά κανένας πραγματική και ουσιαστική γνώση. Τότε που για μια δήλωση ή μια ηλίθια συμπεριφορά μπορούσες να μην κληθείς ξανά ακόμα και αν διέθετες σπουδαίο ταλέντο. Τότε που κανένας δεν πήγαινε στο γήπεδο. Τότε που κανένας δεν «έσκαγε» όταν χάναμε, και οι μισοί δεν μάθαιναν ούτε ποιοι είχαν σκοράρει όταν κερδίζαμε. Τότε που «Άντε να μαζευτούμε να παίξουμε, να χάσουμε, να γυρίσουμε στις ομάδες μας γιατί έχουμε και Τσάμπιονς Λιγκ την Τετάρτη». Ναι, τότε είχαμε κι απ’ αυτό. Τότε που όπως λέγαμε οι περισσότεροι «Δεν έχουμε ποδόσφαιρο». Δυστυχώς εδώ και πολλά χρόνια αυτό συμβαίνει και πάλι. Δεν έχουμε ποδόσφαιρο. Το χειρότερο βέβαια είναι πως δεν βλέπω πουθενά κάποιο φως ώστε να βγούμε από αυτό το σκοτάδι και να χαρούμε και πάλι, έστω και λίγο, με το δικό μας ποδόσφαιρο και την δικιά μας εθνική.

Τι συνέβη με τον Εμιλιάνο Γκουρουσέτα;

  [2 Σχόλια]

O Γκουρουσέτα σε παιχνίδι της Βαλένθια με τη Μπέτις

Η πανάκριβη BMW έχασε τον έλεγχο, έχοντας στις ρόδες της υπερβολική ταχύτητα, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ την Παμπλόνα. Μερικά λεπτά πριν φτάσει στον τελικό της προορισμό. Ο δρόμος ήταν εξωπραγματικά γλιστερός και η καταρρακτώδης βροχή που έπεφτε απ’ το προηγούμενο βράδυ έκανε την οδήγηση υπερβολικά δύσκολη ακόμα και για τον πιο έμπειρο οδηγό αγώνων. Πόσο μάλλον για κάποιον που ούτε επαγγελματίας οδηγός ήταν και -όπως παραδέχτηκαν φίλοι και συγγενείς- ήταν και ένας μέτριος, στα όρια του κακού πολλές φορές, οδηγός. Ασχέτως αν η αγάπη του για τις πανάκριβες BMW, και την υπερβολική ταχύτητα, ήταν αντιστρόφως ανάλογη με τις ικανότητές του πίσω απ’ το τιμόνι. Το όνομά του ήταν Εμιλιάνο Γκουρουσέτα. Το βασικό του επάγγελμα, διαιτητής αγώνων ποδοσφαίρου στις μεγάλες κατηγορίες της Ισπανίας. Άλλωστε στην Παμπλόνα ο Γκουρουσέτα πήγαινε για να διευθύνει ακόμα μία ποδοσφαιρική αναμέτρηση για το πρωτάθλημα του 1987. Στους τραπεζικούς του λογαριασμούς βρέθηκαν μεγάλα ποσά που δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν απ’ τον μισθό του διαιτητή, σε μια εποχή που αυτοί δεν κέρδιζαν υπερβολικά χρήματα, αλλά ούτε και απ’ την μικρή επιχείρηση πώλησης αθλητικών ειδών που είχε στο όνομά του στη νότια Ισπανία. Ο Βάσκος διαιτητής δεν είχε καθόλου καλό όνομα σε μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού της Λα Λίγκα και οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ της εποχής είχαν μόλις ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου μην αφήνοντας τίποτα στην αφάνεια, τόσο για τον ίδιο, όσο και για κάθε εμπλεκόμενο.

Αυτό που αναδύθηκε αμέσως στην επιφάνεια των κακόβουλων φυλλάδων, αυτών που κυκλοφορούν έχοντας ως κύριο μέλημα τον κιτρινισμό, λες και διαβάζεις οπαδικό ελληνικό σάιτ της δικής μας χώρας, ήταν μια μακρινή ιστορία απ’ το κύπελλο Ισπανίας του 1970, με τα ονόματα της Ρεάλ Μαδρίτης και της Μπαρσελόνα να δεσπόζουν με μεγάλα γράμματα στη λεζάντα. Όχι απαραιτήτως και οι δύο για κακό λόγο. Ήταν άλλωστε ακόμα η εποχή του «Μαδρίτη κακή – Βαρκελώνη καλή» όπως έγραψε μοναδικά στο βιβλίο του «Φόβος και Παράνοια στη Λα Λίγκα» o Σιντ Λόου. Στον προημιτελικό του κυπέλλου εκείνης της σεζόν οι δύο σπουδαίες ομάδες, χωρίς να βρίσκονται σε καλή αγωνιστική κατάσταση, κάτι που φανερώνει φυσικά και το γεγονός πως ήταν η πρώτη φορά μετά το 1951 που καμία εκ των δύο δεν είχε τερματίσει στην πρώτη τριάδα του βαθμολογικού πίνακα, βρέθηκαν στον προημιτελικό, εκεί που θα έλυναν τις μεγάλες -και άλυτες εδώ και δεκάδες χρόνια- διαφορές τους, σε διπλούς αγώνες. Η Ρεάλ είχε επικρατήσει της Μπαρσελόνα με 2-0 στο Μπερναμπέου, και ήταν πολλοί αυτοί που θεωρούσαν πως η ρεβάνς του Καμπ Νου θα ήταν απλά μια τυπική διαδικασία για την πρόκριση. Αυτό που δεν λογάριαζε κανείς ήταν το όνομα του Γκουρουσέτα ως ο «Άρχων της αναμέτρησης» στην πρώτη του -ουσιαστικά- μεγάλη παράσταση ως διαιτητής.

Η Μπαρσελόνα ήταν απολαυστική στο πρώτο ημίχρονο και βρέθηκε να προηγείται με 1-0 χάρις στο τέρμα του Κάρλος Ρέσακ. Οι παίκτες της Ρεάλ ήταν ασύνδετοι, και κουρασμένοι, και το δεύτερο γκολ των Καταλανών έδειχνε να είναι θέμα χρόνου. Όσοι παρακολουθούσαν την αναμέτρηση, απλά περίμεναν να δουν την μπάλα να καταλήγει για δεύτερη φορά στα δίχτυα της Ρεάλ και μετά να ακολουθεί η κατάρρευσή της. Όλοι φυσικά υπολόγιζαν δίχως τον νεαρό διαιτητή της αναμέτρησης. Ο παίκτης της Ρεάλ, Μανουέλ Βελάσκες, θα κάνει μια όμορφη ντρίμπλα, εκτός της περιοχής της Μπάρσα, και εκεί που θα αρχίσει να χάνει την μπάλα, θα κάνει μια Ολυμπιακών προδιαγραφών βουτιά που θα έκανε ακόμα και τον σπουδαίο Γιώργο Σκαλέρη να νιώσει λίγος και ταπεινός. Ο Γκουρουσέτα δεν θα το σκεφτεί καθόλου και θα δείξει πέναλτι σε μια φάση που δεν υπήρξε καν ανατροπή, και αυτή η ανατροπή, αν έγινε, που δεν έγινε, ήταν εκτός της περιοχής. Το 1-1 έδωσε ουσιαστικά την πρόκριση στους Μαδριλένους και ώθησε τους Καταλανούς, με μπροστάρη τον Ρέσακ, να αποχωρήσουν απ’ το γήπεδο αηδιασμένοι, με τους οπαδούς να προσπαθούν να εισβάλουν στον αγωνιστικό χώρο για να λιντσάρουν τον διαιτητή. Μερικοί μάλιστα το κατάφεραν και κυνήγησαν για αρκετά μέτρα τον Γκουρουσέτα αλλά και τους βοηθούς του. Η ψύχραιμη αντίδραση του Άγγλου προπονητή της Μπάρσα, Βικ Μπάκινγχαμ, έστειλε τους παίκτες και πάλι στο γήπεδο, τους οπαδούς και πάλι στην κερκίδα, και ουσιαστικά βοήθησε ώστε να τελειώσει ομαλά η αναμέτρηση. Η Μπάρσα ήταν γι’ ακόμα μια φορά αδικημένη.

Η Ισπανική ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τιμώρησε με 6 αγωνιστικές τον Γκουρουσέτα, όχι όμως για την κακή του απόδοση στην αναμέτρηση αλλά επειδή «έχασε» τον έλεγχο του αγώνα και είδε τους παίκτες της Μπάρσα να αποχωρούν απ’ το γήπεδο, υποβαθμίζοντας το ίδιο το άθλημα. Λίγες μέρες μετά την αναμέτρηση, ο Γκουρουσέτα οδηγούσε καμαρωτός μια καινούργια, και πανάκριβη, BMW στους δρόμους του Μπιλμπάο. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκε από χείλη ποδοσφαιρόφιλων της χώρας πως ο νεαρός διαιτητής είχε πάρει χρήματα από τη διοίκηση της Ρεάλ, ώστε να «στήσει» την αναμέτρηση του Καμπ Νου. Το εν λόγω γεγονός δεν έφτασε ποτέ σε κάποια δικαστική αίθουσα, αλλά η πορεία του Βάσκου διαιτητή, μέχρι και το τέλος του, στους δρόμους της Παμπλόνα, δικαίωνε πολλούς σε συζητήσεις ωστόσο «καφενειακού» επιπέδου. Ο Γκουρουσέτα βέβαια συνέχισε να αλλάζει τις BMW σαν τα πουκάμισα, κυκλοφορώντας πάντα ντυμένος στην πένα. Απ’ την άλλη, οι εχθροί του πολλαπλασιάζονταν κάθε αγωνιστική που τον έβλεπαν να σφυρίζει σε κάποιο γήπεδο. Ο Βάσκος ήταν πλέον το κόκκινο πανί για μεγάλη μερίδα των φιλάθλων της χώρας.

Οι επικριτές ένιωσαν δικαιωμένοι (όσοι τουλάχιστον δεν τον είχαν ξεχάσει) στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και λίγο πριν σκάσει σαν βόμβα η «Υπόθεση Μπόσμαν». Ένας Βέλγος μάνατζερ, μιλώντας στην τηλεόραση σε μια εκπομπή με θέμα την διαφθορά στο ποδόσφαιρο, παραδέχτηκε πως το 1984 ο πρόεδρος της Άντερλεχτ, Κόνσταντ Βαν ντεν Στοκ, είχε δωροδοκήσει τον Γκουρουσέτα (που ήταν πλέον διεθνής διαιτητής), για τον δεύτερο αγώνα της ομάδας του κόντρα στην Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλαφ, για τον ημιτελικό του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Η σφαγιαστική διαιτησία του Γκουρουσέτα, βοήθησε τους Βέλγους να κερδίσουν με 3-0, ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου αγώνα. Το ποσό που είχε πάρει ο Βάσκος διαιτητής κάτω απ’ το τραπέζι, σύμφωνα με τον Βέλγο μάνατζερ, είχε αγγίξει, σε σημερινά χρήματα, τις 25.000 ευρώ. Το χειρότερο βέβαια ήταν πως τον είχε οδηγήσει ακόμα και σε απειλές για τη ζωή του, από τους διαμεσολαβητές που είχαν βοηθήσει ώστε να στηθεί το όλο εγχείρημα. Αν φυσικά δεν κρατούσε κλειστό το στόμα του. Η ΟΥΕΦΑ τελικά τιμώρησε την Άντερλεχτ με διετή αποκλεισμό από τις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Ο Γκουρουσέτα είχε αρχίσει να χάνει το χαμόγελό του και να νιώθει για πρώτη φορά πραγματικό φόβο.

Στο βιβλίο του Άγγλου συγγραφέα, Φιλ Μπολ «Morbο: Η ιστορία του Ισπανικού Ποδοσφαίρου» που κυκλοφόρησε το 2003, υπάρχει μια ιστορία για το θέμα, που, ίσως, ξεδιαλύνει αρκετά ένα μέρος αυτού του σίριαλ. Ίσως και όχι. Ο Μπολ περιγράφει εκείνη τη φορά που βρισκόμενος σε κάποιο σαλόνι ξενοδοχείου, και ενώ παρακολουθούσε ποδόσφαιρο, είδε κοντά του τον ένα εκ των βοηθών του Γκουρουσέτα, από το παιχνίδι του 1970. Ας δούμε τι γράφει ο ίδιος: «Τον ρώτησα για το παιχνίδι και μου απάντησε πως απλά κράτησε την σημαία του κάτω. Ήταν φανερά μεθυσμένος και ίσως ταλαιπωρημένος. Του ζήτησα ευγενικά να τον κεράσω ένα ποτό και να μιλήσουμε για τον Γκουρουσέτα και για εκείνο το περίεργο παιχνίδι. Δεν δέχθηκε αμέσως και -σχεδόν- με έβρισε. Μου έχουν προσφέρει ένα σωρό χρήματα για να μιλήσω και θες να το κάνω εδώ σε εσένα; Σχεδόν γέλασε ειρωνικά. Ο Εμίλιο ήταν φίλος μου. Δεν είναι σωστό να μιλάμε για κανένα νεκρό. Δεν ήξερα για καμία BMW, ούτε γι’ ακριβά ρούχα και χρήματα».

Προσπάθησε να φύγει και πάλι. Ο Μπολ σχεδόν τον ικέτευσε να μείνει. Για λίγο ακόμα. Ο βοηθός του Γκουρουσέτα συνέχισε: «Βγάλε τα δικά σου συμπεράσματα. Εγώ δεν αγόρασα ποτέ ακριβό αυτοκίνητο και για να ξέρεις… τον έπιασαν. Τον έπιασαν. Τι εννοούσε δεν το κατάλαβα ποτέ. Ούτε με άφησε ποτέ να του ξαναμιλήσω. Ποιοι τον έπιασαν; Μήπως κάποιοι τον έβγαλαν κιόλας απ’ τη μέση; Έλεγξε κάποιος τα φρένα της BMW εκείνο το βράδυ; Κανένας δεν το είχε κάνει. Κανένας δεν νοιάστηκε ποτέ ξανά. Η υπόθεση παραμένει ακόμα ανοιχτή αλλά ουσιαστικά έχει κλείσει. Όπως και το πρόβλημα με τις κακές διαιτησίες για τις μικρές ομάδες. Με τα χρόνια και η Μπαρσελόνα πέρασε στην απέναντι όχθη και εντάχτηκε και αυτή με τους δυνατούς. Με το Σύστημα. Τι συνέβη ακριβώς με τον Γκουρουσέτα δεν θα το μάθουμε ποτέ».

Η επιστροφή του Άγιαξ και του Total Football

  [1 Σχόλιο]

«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με θυμάμαι να παίζω ποδόσφαιρο. Παντού, και κυρίως στον δρόμο. Εκεί, στον δρόμο, έμαθα κάτι πολύ σημαντικό. Πως να μετατρέπω ένα μειονέκτημα σε πλεονέκτημα. Εκεί κατάλαβα ότι το πεζούλι που έβλεπα μπροστά μου, δεν ήταν πια ένα εμπόδιο για μένα, αλλά πως μπορούσα να το μετατρέψω σε έναν φανταστικό συμπαίκτη και να παίξω μαζί του το ένα-δύο. Κάπως έτσι, και με συμπαίκτη τα κάθε λογής πεζοδρόμια, κατάφερα να εξασκήσω και να βελτιώσω, σε τρομακτικό βαθμό, την τεχνική μου. Όταν η μπάλα αναπηδά σε τόσο διαφορετικές, και άγριες, επιφάνειες, χτυπώντας συγχρόνως σε περίεργες γωνίες, πρέπει να μάθεις να προσαρμόζεσαι πολύ γρήγορα για να την κάνεις δική σου. Στα χρόνια που έπαιξα ποδόσφαιρο όλοι μιλούσαν για την απαράμιλλη τεχνική μου. Οι ρίζες της όμως βρίσκονταν εκεί που μεγάλωσα. Στο δρόμο. Όταν παίζεις στο δρόμο, το πρώτο που δεν θες να συμβεί, είναι να πέσεις κάτω. Αν πέσεις θα πονέσεις. Εγώ δεν πόνεσα ποτέ».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Γιόχαν Κρόιφ και σε αυτά μπορούμε να διακρίνουμε, εκτός της ατομικής τεχνικής, το σημαντικότερο συστατικό της επιτυχίας του Ολλανδικού μοντέλου, από τα 70s, μέχρι και τις μέρες μας. Αυτό φυσικά και δεν είναι άλλο απ’ την ομαδικότητα. Ο Κρόιφ, φαινομενικά, μιλάει για την ατομική τεχνική δεν ξεχνά να αναφερθεί όμως και στον συμπαίκτη. Αλλιώς θα μας έλεγε, μόνο, για τον τρόπο που έπαιρνε την μπάλα πάνω στον σκληρό δρόμο, το πως περνούσε όποιον αντίπαλο έβρισκε μπροστά του με μαγικές ντρίμπλες, και για το πως σκόραρε, αφού πρώτα είχε αδειάσει και τον τερματοφύλακα. Ακούγεται εύκολο αλλά -πιστέψτε με- δεν είναι. Κι όμως μιλάει, και στέκεται υπερβολικά σε αυτό, για το πεζούλι. Για τον φανταστικό συμπαίκτη του. Εκείνον που του έδινε την μπάλα με -κάθε τρόπο και- κάθε πιθανό φάλτσο. Στο μυαλό του, εφόσον είχε καταφέρει να παίζει αυτό το ένα-δύο με το «άτεχνο» πεζούλι, θα μπορούσε να κάνει εξωπραγματικά πράγματα, παίζοντας με κανονικούς συμπαίκτες, τα επόμενα χρόνια. Πόσο μάλλον όταν και αυτοί οι συμπαίκτες θα είχαν σπουδαία τεχνικά χαρίσματα. Η ιστορία που ακολούθησε είναι γνωστή. Σε όλους. Ο Άγιαξ, και η εθνική Ολλανδίας, των 70s, που με ηγέτη τον Κρόιφ, τρομοκράτησε ολόκληρη την Ευρώπη για 4-5 χρόνια, και μετά ήρθε η διάλυση. Όλα τα «αστέρια» μπορεί να έφυγαν γι’ άλλες πολιτείες, κάτι που συνεχίστηκε και φυσικά συνεχίζεται αλλά ο Άγιαξ έμεινε πιστός στο πλάνο του και το δικό του μοντέλο. Να δημιουργεί ομάδες, απ’ τα δικά του σπλάχνα, μετά να τρομοκρατεί την Ευρώπη και στο τέλος να τους πουλάει, για πολλά εκατομμύρια, στους πλούσιους αυτού εδώ του κόσμου.

«Η τελευταία φουρνιά της ομάδας είναι η καλύτερη των τελευταίων 20 ετών. Κάντε λίγο υπομονή και θα τους μάθετε για τα καλά». Τάδε έφη ο ίδιος ο Κρόιφ, λίγους μήνες πριν αφήσει αυτόν εδώ τον κόσμο. Φυσικά και αναφέρονταν στην τελευταία «τάξη» της φημισμένης Ακαδημίας των Ολλανδών. Της κορυφαίας ποδοσφαιρικής σχολής του πλανήτη από τις αρχές των 70s -όταν και ο Ρίνους Μίχελς παρουσίασε το μοντέλο του- μέχρι και τις μέρες μας, με την ομάδα του Έρικ Τενκ Χαγκ που χαιρόμαστε να βλέπουμε. Φυσικά και ο Κρόιφ είχε αναφερθεί στους παίκτες που, από το περσινό καλοκαίρι, ολόκληρη η Ευρώπη έχει την τύχη να τους βλέπει να μαγεύουν στα γήπεδα, παίζοντας αυτό το ποδόσφαιρο που χαρακτηρίζει τους Ολλανδούς και που μάθαμε να το αποκαλούμε όλοι εμείς, ακόμα και όταν ήμασταν μικρά παιδάκια, και δεν μπορούσαμε να το κατανοήσουμε με τίποτα, «Total Football».

Όσοι είχαν την τύχη να δουν τις νοκ-άουτ αναμετρήσεις του Άγιαξ με την Ρεάλ Μαδρίτης και την Γιουβέντους παρακολούθησαν αυτό το στυλ ποδοσφαίρου. Στα καλύτερά του. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο της υπερβολικής, πολλές φορές, αμυντικής προσήλωσης (και τακτικής), στα όρια του βαρετού για το μάτι, η Ολλανδική ομάδα κατάφερε να αγγίξει (σχεδόν) το τέλειο, παρουσιάζοντας όλα τα χαρακτηριστικά αυτού του ελκυστικού μοντέλου πάνω στο χορτάρι. Τέλειες αποστάσεις, σε όλες τις γραμμές, με μια, σχεδόν, μαθηματική προσέγγιση. Απίστευτο πρέσινγκ, σε όλους τους χώρους, κάτι που όπως είναι λογικό μειώνει τις αποστάσεις του γηπέδου, όταν φυσικά αμύνεσαι, (με αυτό άλλωστε είχε μανία ο Μίχελς, το συνέχισε ο Κρόιφ και -ευτυχώς- το βλέπουμε και στις μέρες μας από προπονητές, και εκτός Ολλανδίας, όπως ο Κλοπ και ο Γκουαρδιόλα), και τελευταίο, η άψογη τεχνική σε συνδυασμό όμως με την ταχύτητα. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν γίνεται τίποτα αν δεν υπάρχει ταχύτητα. Όλα τα παραπάνω, όταν μπαίνουν μαζί στο «μίξερ της ολλανδικής τακτικής» είναι ικανά να τρομάξουν ακόμα και τον πιο δυνατό και έμπειρο αντίπαλο. Το βλέπουμε να συμβαίνει. Εγώ γράφω απλά αυτά που βλέπω.

Η παράσταση του Άγιαξ στη Μαδρίτη με έκανε να ερωτευθώ και πάλι το ποδόσφαιρο. Το δηλώνω και δεν ντρέπομαι. Αν ο Άγιαξ ήταν γυναίκα θα ήθελα να την παντρευτώ και να αράξουμε παρέα για ένα ολόκληρο καλοκαίρι σε κάποιο όμορφο νησί. Είναι το ποδόσφαιρο όπως θέλω εγώ να το βλέπω. Το όμορφο, επιθετικό, «σωστό» ποδόσφαιρο. Για την παράσταση στο Τορίνο δεν μπορώ να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψω τα συναισθήματα που ένιωσα. Κάτι που μεγαλώνει ακόμα περισσότερο την σημασία αυτής της «παράστασης» επίσης είναι το γεγονός πως έγινε από «ηθοποιούς» που δεν τους έχουμε μάθει ακόμα για τα καλά. Δεν παίζω και μάνατζερ εδώ και χρόνια. Ειλικρινά δεν νομίζω να υπάρχει αυτή τη στιγμή αγνός και ρομαντικός φίλος του ποδοσφαίρου που να μην θέλει να δει τα «μωρά» του Άγιαξ να σηκώνουν το τρόπαιο στη Μαδρίτη. Και αυτή είναι ακόμα μία σπουδαία νίκη για το ποδόσφαιρο των ημερών μας.

Ο Τάντιτς είναι αυτή τη στιγμή ότι ήταν ο Βάσοβιτς για την ομάδα του ’71, κι ας αγωνίζεται σε άλλη θέση. Ο ξεχασμένος παικταράς δηλαδή που ήρθε από μια μέτρια ομάδα και έγινε ηγετικός. Ο Μπλιντ είναι η ήρεμη δύναμη και η εμπειρία στην άμυνα. Ο Νέρες και ο Ζίγιες είναι δύο παίκτες που παίζουν ποδόσφαιρο αλάνας, στα μάτια πολλών, στηριζόμενοι στα άρτια τεχνικά τους χαρακτηριστικά, και παράλληλα είναι άψογοι τακτικά. Φυσικά υπάρχει και το τέλειο δίδυμο, των Ντε Λιχτ και Ντε Γιονγκ, ως οι απόλυτοι ισορροπιστές όλης της ομαλής λειτουργίας τόσο σε άμυνα όσο και επίθεση. Δύο άψογοι τεχνικά παίκτες. Δύο προπονητές εντός του γηπέδου. Ο πρώτος είναι η επιτομή του σύγχρονου αμυντικού και ο δεύτερος η επιτομή του κεντρικού μέσου. Και οι δύο, για ομάδες που αρέσκονται σε αυτό το στυλ παιχνιδιού. Προσωπικά, και επειδή μου αρέσει να κάνω αυτού τους είδους τις παρομοιώσεις, μου θυμίζουν το δίδυμο των πρωταγωνιστών της ταινίας «Funny Games» του Χάνεκε. Τόσο φλώροι στην όψη, σαν φοιτητές του Yale, αλλά τόσο επικίνδυνοι, σαν σαδιστές, τρόφιμοι φυλακών. Πως το αντιμετωπίζεις όλο αυτό; Άραξε και απόλαυσέ το καλύτερα.

Το 1972, και μετά την συντριβή της Ίντερ απ’ τον Άγιαξ στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, η Gazzetta dello Sport είχε γράψει, χωρίς να κάνει κάποιο λάθος, τον παρακάτω τίτλο: «Η Ίντερ είναι η άξια πρωταθλήτρια Ευρώπης. Αυτός ο Άγιαξ είναι ο πρωταθλητής κόσμου και του Γαλαξία μαζί». Με αυτό τον τίτλο παραδέχονταν την ανωτερότητα των Ολλανδών. Μιας ομάδας που είχε τον Κρόιφ, τον Νέσκενς, τον Χάαν και τους λοιπούς «εξωγήινους». Ο τωρινός Άγιαξ έχει φτάσει ήδη στα ημιτελικά, και αν ολοκληρώσει το θαύμα, τα πάντα θα παιχτούν σε 90 λεπτά στη Μαδρίτη. «Εξωγήινα» ονόματα δεν έχει ακόμα μιας και οι περισσότεροι παίκτες είναι ακόμα νεαροί και τώρα τους μαθαίνει ο περισσότερος κόσμος όπως έγραψα και πιο πάνω, αλλά κάτι το «εξωγήινο», και το μαγικό, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πως δεν το έχει αυτή η ομάδα. Άλλωστε όλοι δουλεύουν για το σύνολο, πάνω σε ένα μοντέλο, και ένα σύστημα, που αν παιχτεί όπως πρέπει, όπως έχει αποδειχθεί εδώ και 50 χρόνια, είναι -σχεδόν- ανίκητο. Έγραψα «σχεδόν» γιατί ποτέ, καμία ομάδα, δεν παίζει μόνη της και γιατί πάντα, σε μια βραδιά, παίζει ρόλο και η τύχη. Αν κέρδιζε πάντα ο καλύτερος, αυτός ο Άγιαξ (και συγγνώμη αν ακουστώ υπερβολικός σε πολλούς), θα κέρδιζε το φετινό Τσάμπιονς Λιγκ. Ίσως και το πρωτάθλημα του Γαλαξία.

Μια μπαλάντα για τον Φλορεντίνο Πέρεθ

  [11 Σχόλια]

Ήταν Μάιος του 2004 όταν ο Κάρλος Κεϊρόζ απολύονταν απ’ την ηλεκτρική καρέκλα του προπονητή της Ρεάλ Μαδρίτης. «Ήταν ένα απ’ τα μεγαλύτερα λάθη που έχω κάνει» δήλωσε ο πρόεδρος της ομάδας, Φλορεντίνο Πέρεθ. «Νομίζαμε πως η ομάδα δεν είχε ανάγκη από κάποιον που πρέπει να χτυπά το χέρι στο τραπέζι. Μεγάλο λάθος». Κάπως έτσι, ο Χοσέ Αντόνιο Καμάτσο, έφτασε στη Μαδρίτη για να αντικαταστήσει τον Κεϊρόζ. Με λίγα λόγια, για να γίνει ο άνθρωπος που θα τραβούσε το «χαλινάρι» των «Γκαλάκτικος» τη χρονιά που θα ακολουθούσε. Όχι όμως κάποιων απλών και ταπεινών παικτών, αλλά αυτών που είχαν μάθει να λειτουργούν και να συμπεριφέρονται ακριβώς όπως τα πιο κακομαθημένα παιδιά ενός, ανήμπορου να τα συνετίσει, πάμπλουτου πατέρα. Φυσικά και δεν ήταν ακόμα μία δύσκολη αποστολή. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Μια αποστολή αυτοκτονίας, με ποσοστό να βγει εις πέρας πιο χαμηλό κι απ’ του φετινού ΠΑΟ, πίσω από τα 6.75, στο μπάσκετ.

Τον Σεπτέμβριο του 2004, και πριν τον αγώνα με την  Εσπανιόλ, ο Καμάτσο αποφασίζει να μην χρησιμοποιήσει τον Ντέιβιντ Μπέκαμ και τον αρχηγό της ομάδας, Ραούλ. Λογικά επειδή δεν είχε καταλάβει ακόμα πως λειτουργεί ένας προπονητής της Ρεάλ Μαδρίτης. Η Ρεάλ θα ηττηθεί με 1-0 αλλά δεν ήταν αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα. Εκπρόσωποι της adidas θα διαμαρτυρηθούν, επισήμως μάλιστα, στον Πέρεθ για την μη συμμετοχή του Άγγλου σούπερ σταρ (που είχε τεράστιο συμβόλαιο με την εταιρεία τους), παρουσιάζοντας αναλυτικά πόσα χρήματα είχαν χάσει. Φυσικά και το μεγάλο αφεντικό ανέλαβε αμέσως δράση. Χωρίς πολλές σκέψεις και χρονοτριβές. Ο Καμάτσο κατάλαβε. «Επόμενος προπονητής είναι ένας άνθρωπος που εκτιμώ βαθύτατα. Ο Μαριάνο Γκαρσία Ρεμόν. Του ευχόμαστε καλή τύχη. Στη Ρεάλ έχουμε μάθει να κάνουμε υπομονή. Ο Μαριάνο έχει όσο χρόνο θέλει για να φτάσουμε και πάλι σε μεγάλους θριάμβους». Με αυτή τη λιτή δήλωση, ο ισχυρός άνδρας της ομάδας, καλωσόριζε τον νέο προπονητή αλλά ουσιαστικά αναποδογύριζε την κλεψύδρα του χρόνου του. Οι δημοσιογράφοι είχαν ήδη αρχίσει, γελώντας, να βάζουν στοιχήματα πόσο θα άντεχε ο νέος προπονητής. Ένα μήνα; Δύο μήνες; 20 μέρες; Μία βδομάδα; Όλα ήταν πιθανά.

Η ιστορία θα συνεχιστεί με μπόλικες δόσεις παρασκηνίου σαν μυθιστόρημα γραμμένο απ’ τον Φρανσουα Φορεστιέ, όχι για κάποια σπουδαία ομάδα ποδοσφαίρου όπως είναι η Ρεάλ Μαδρίτης αλλά για την πολιτική κατάσταση των ΗΠΑ την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Ήταν η εποχή που o Ρονάλντο (ο Βραζιλιάνος) είχε πάρει αρκετά κιλά και -όπως ήταν λογικό- είχε αρχίσει να χάνει την φόρμα του. Τα άρθρα των εφημερίδων, κυρίως αυτών που βρίσκονται απέναντι, μιλούσαν όλο και περισσότερο για τα νυχτοπερπατήματα του Βραζιλιάνου παρά για τα τέρματα και τα τσαλιμάκια του. Δίπλα σε όλα αυτά, τα γόνατά του πονούσαν, και πάλι, υπερβολικά. Ο Ρεμόν θα επιλέξει να τον αφήσει στον πάγκο για το ματς με την Σεβίλλη. Ο Ρονάλντο άλλωστε δεν μπορούσε να αγωνιστεί, εκείνη την εποχή, για πάνω από 20-30 λεπτά και η Ρεάλ θα γνωρίσει ακόμα μία ήττα. Ο Φλορεντίνο Πέρεθ,  θα τηλεφωνήσει αμέσως στον προπονητή Ρεμόν. Βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση και ακολουθεί ο παρακάτω σύντομος διάλογος που φανερώνει πολλά για το πως διαχειρίζεται αυτές τις καταστάσεις ο πανίσχυρος άνδρας των Μαδριλένων.

(Ντριν. Ντριν. Ντριν)

«Παρακαλώ»

«Ποιος νομίζεις πως είσαι και αφήνεις τον Ρονάλντο στον πάγκο.»

«Είμαι ο προπονητής».

«Ξέρεις τι συμβόλαια υπάρχουν»

«Σας είπα. Είμαι ο προπονητής. Το θέμα είναι καθαρά αγωνιστικό»

(Τουτ. Τουτ. Τουτ)

Την επόμενη μέρα θα βρεθεί και αυτός χωρίς δουλειά. Επόμενος άτυχος ο Βαντερλέι Λουξεμπούργκο, μπας και σώσει ακόμα μία χρονιά που έδειχνε να οδηγείται και αυτή προς την καταστροφή. Το πρόβλημα φυσικά και δεν ήταν οι προπονητές, άλλωστε και ο Λουξεμπούργο έφυγε τρεις μήνες αργότερα, ως αποτυχημένος. Όπως όλοι εκείνο το διάστημα. Η Ρεάλ Μαδρίτης μπορεί να διέθετε ένα σωρό πρωτοκλασάτους ποδοσφαιριστές αλλά κανένας προπονητής δεν μπορούσε να δουλέψει με την ησυχία του, προσπαθώντας να τους κάνει ομάδα. Πραγματική ομάδα. Ήταν αδύνατο. Πολλές φορές, για να χωρέσουν όλοι οι σούπερ σταρ στην βασική 11αδα, η ομάδα κατέβαινε στο γήπεδο με μόλις ένα κόφτη, στον άξονα, και πέντε επιθετικούς μπροστά του. Λες και έφτιαχνε το σύστημα νεαρός φοιτητής σε παιχνίδι στο FIFA. Στο amateur. Στο κανονικό ποδόσφαιρο αυτά δεν μπορούν να γίνουν. Ούτε γίνεται να βγάζει την βασική 11αδα ο πρόεδρος και οι χορηγοί. Ή μάλλον γίνεται αν λειτουργείς όπως η Ρεάλ Μαδρίτης εκείνης της περιόδου. Ο Πέρεθ, απ’ την άλλη, όσο έβλεπε τα έσοδα να μεγαλώνουν δεν μπορούσε να μην νιώθει ικανοποιημένος. Γνώριζε άλλωστε καλύτερα απ’ τον καθένα πως όταν δεν μπορείς να κερδίσεις τίτλους είναι καλό να κερδίζεις χρήματα. Η Ρεάλ Μαδρίτης μπορεί να μην κέρδιζε τίτλους αλλά είχε καταφέρει να ακούγεται παντού το όνομά της επειδή, πολύ απλά, είχε παίκτες όπως ο Ζιντάν, ο Φίγκο, ο Ραούλ, ο Μπέκαμ, ο Ρονάλντο και ο Μάικλ Όουεν. Ομάδα-όνειρο; Εμπορικά ναι.

«Είμαι ο πρόεδρος της Ρεάλ Μαδρίτης. Δεν θέλω όμως να με βλέπετε έτσι. Θέλω να είμαι για όλους εσάς ένας απλός επιστάτης. Ο άνθρωπός σας. Ο συνεχιστής μιας  κληρονομιάς που ανήκει σε όλους τους Μαδριλένους». Αυτή είναι η δήλωση του Πέρεθ μετά τη νίκη του στις εκλογές για την προεδρία της ομάδας το 2000. Μια δήλωση στα όρια του φθηνού λαϊκισμού. Τότε είχε υποσχεθεί να εξαλείψει το τεράστιο χρέος που είχε η ομάδα και να φέρει στην ομάδα τον ηγέτη της αιώνιας αντιπάλου, Μπαρτσελόνα, τον Λουίς Φίγκο. Αν φυσικά κέρδιζε. Ουσιαστικά δεν ρίσκαρε αλλά τζόγαρε. Τζόγαρε το οικονομικό του μέλλον. Και κέρδισε μιας και αυτά που είχε υποσχεθεί δεν μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορους τους φίλους της ομάδας. Ο Φλορεντίνο Πέρεθ είναι ο άνθρωπος που μεγάλη μερίδα, και της δικής μας χώρας, θα μπορούσε άνετα να ταυτιστεί μαζί του. Ο πρόεδρος που δεν τον νοιάζει αν θα τον σέβεσαι – αρκεί να τον φοβάσαι. Ο άνθρωπος που θα πάρει πάντα αυτό που θέλει. Με κάθε τρόπο. Ηθικό και ανήθικο. Όπως προστάζει δηλαδή ο σύγχρονος πρωταθλητισμός. Κάπως έτσι έφτασε να επανεκλεγεί το 2004 με το συντριπτικό 95%, ρυθμίζοντας το χρέος, με τις πλάτες της Μαδρίτης και του κράτους, και αγοράζοντας κάθε καλοκαίρι από ένα σούπερ σταρ. Ο κόσμος άλλωστε πάντα θα θαμπώνεται απ’ τα λαμπερά φώτα, ασχέτως αν πίσω τους κρύβουν το πιο πηχτό σκοτάδι. Αυτό δεν νοιάζεται άλλωστε να το δει.

Ας δούμε μια όχι και τόσο γνωστή παλιά ιστορία. Ο διευθυντής της εφορίας της Ισπανίας, από το 1998 μέχρι το 2001, Ρουίθ Θαραμπό, αφηγείται μια ιστορία, όταν διεξαγόταν έρευνα απ’ τη Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος για ένα σωρό οικονομικά σκάνδαλα που δίπλα τους υπήρχε το όνομα της Ρεάλ Μαδρίτης. «Ο Πέρεθ είχε μπει στα γραφεία του Υπουργείου Οικονομικών και ζήτησε να δει τον Γ.Γ Ενρίκε Χιμένεθ-Ρέινα. Ο δεύτερος τον δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Ο Πέρεθ εισέβαλε στο γραφείο και άρχισε να βρίζει θεούς και δαίμονες. Μιλούσε μάλιστα με τόσο υποτιμητικό τρόπο στον Ρέινα λες και δεν είχε μπροστά του κάποιο σημαντικό πρόσωπο αλλά τον τελευταίο υπάλληλο της εταιρείας του. Κάτι που και πάλι θα ήταν λάθος. Τον θυμάμαι, φεύγοντας, να απειλεί πως αν δεν σταματήσει αμέσως η έρευνα, θα πάρει την ομάδα και θα αποχωρήσει από το πρωτάθλημα». Απ’ ότι βλέπετε αυτά τα τραγελαφικά δεν συμβαίνουν μόνο στη δική μας χώρα. Και δε το αναφέρω για ελαφρυντικό. Τα σκάνδαλα και οι υποθέσεις διαφθοράς φυσικά και δεν σταμάτησαν ποτέ να απασχολούν τον Πέρεθ και τη Ρεάλ Μαδρίτης μέχρι και τις μέρες και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, αλλά πάντα, ο ισχυρός άνδρας καταφέρνει να βγαίνει αλώβητος. Αυτή είναι άλλωστε η μοίρα όλων των ισχυρών.

Το πιο ανήθικο απ’ όλα όμως δεν είναι ούτε ο πλήρης έλεγχος του ισπανικού Τύπου και η προπαγάνδα υπέρ του ίδιου, ούτε οι διάφοροι μαφιόζοι που κατά καιρούς μπορεί να διακρίνει κανείς δίπλα του, στις θέσεις «επισήμων» του Σαντιάγκο Μπερναμπέου αλλά το γεγονός πως ουσιαστικά έχει καταφέρει, με την πολιτική του, να εξελιχθεί σε ισόβιο πρόεδρο της ομάδας. Οι παράλογες απαιτήσεις που πλέον υπάρχουν για να μπορέσει κάποιος να θέσει υποψηφιότητα απέναντί του, τού δίνουν ουσιαστικά, την δυνατότητα να μην μπορεί να απειληθεί από κανένα. Πρώτον: οι οικονομικές απαιτήσεις-εγγυήσεις, που ζητά και ρυθμίζει ο ίδιος ο Πέρεθ, και που δεν μπορούν να υλοποιηθούν από κανένα, και δεύτερον: To γεγονός πως κάποιος που θα έχει την απαιτούμενη οικονομική επιφάνεια (λέμε τώρα) θα πρέπει παράλληλα να έχει συμπληρώσει και -τουλάχιστον- 20 χρόνια ως επίσημο μέλος της ομάδας. Κάπως έτσι έχει αποκτήσει την δύναμη να λειτουργεί ως ο απόλυτος «άρχοντας» της ομάδας, να αλλάζει τους προπονητές σαν τα πουκάμισα, και να αγοράζει ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί (όχι πάντα σε καθαρά αγωνιστική αξία). Η πρώτη έλευση πάντως του Ζιντάν έδειξε πως είχε διορθώσει αρκετά απ’ τα λάθη, αφήνοντάς τον να δουλέψει για τρία σερί χρόνια και κατακτώντας τρία σερί Κύπελλα Πρωταθλητριών πριν επιστρέψει και πάλι στις επιλογές των αναλώσιμων (και αποτυχημένων) Λοπετέγκι και Σολάρι.

Η φετινή σεζόν ξεκίνησε με πολλά λάθη και εξελίχθηκε σε ναυάγιο. Ο Ζιντάν επέστρεψε ως Μεσσίας και ο Φλορεντίνο Πέρεθ είναι πανέτοιμος να του δώσει να διαχειριστεί ένα ποσό που θα αγγίζει τα 500.000.000 ευρώ ώστε να φέρει στην ομάδα το καλοκαίρι, όχι αυτούς που θέλει ο ίδιος ο Ζιζού, αλλά αυτούς που γουστάρει ο ίδιος ο Πέρεθ. Τον Εμπαπέ, τον Αζάρ, τον Πογκμπά, τον Θάνος απ’ το Infinity War των Anengers. Απ’ την άλλη εγώ, ακόμα και τον Ζιντάν, δεν μπορώ να τον βλέπω να στέκεται πλέον δίπλα στον Πέρεθ. Τον αγαπημένο μου Ζιζού. Το τονίζω. Τον σπουδαιότερο μαέστρο. Τον τεράστιο αυτό αρτίστα που χόρευε (και) στο Μπερναμπέου, με το νούμερο-5 στην πλάτη, κάνοντας ακόμα και εκείνη την ιδιαίτερη φαλάκρα, να μοιάζει με άγιο -ποδοσφαιρικό- φωτοστέφανο. Προσωπικά πρόεδροι όπως ο Φλορεντίνο Πέρεθ μου προκαλούν αποστροφή μιας και πρεσβεύουν όλα αυτά που βρίσκονται ακριβώς απέναντι από αυτά που θέλω εγώ να βλέπω στο ποδόσφαιρο, στον αθλητισμό και κατ’ επέκταση στην κοινωνία. Αυτοί που εκμεταλλεύονται τις ομάδες χωρίς να τις πονούν. Αυτοί που χαίρονται για τους τίτλους τους ξέροντας πως για να αποκτηθούν έχουν διαλυθεί ιδανικά. Ο πρόεδρος που φέρνει όποιον θέλει, διώχνει όποιον θέλει, σε απολύει αν δεν πας με τα νερά του, σε απειλεί αν σε δει απέναντι. Τα χειρότερα είδωλα ενός κατεστραμμένου αθλητισμού σε ένα σπασμένο καθρέφτη.

Τορκί: Μια μικρή ωδή στην επιτυχία της αποτυχίας

  [3 Σχόλια]

Από πολύ μικρή ηλικία με γοήτευαν οι ιστορίες των αδύναμων. Των «φτωχών» και των αουτσάιντερ. Ίσως και γι’ αυτό να ήμουν πάντα με τους Ινδιάνους, και όχι με τους καουμπόηδες, σε εκείνη την «κόντρα» που βλέπαμε, στα Γουέστερν με τον Τζον Γουέιν, όταν ήμασταν μικροί. Μεγαλώνοντας συνέχισα να είμαι με τον αδύναμο. Ιδίως όταν βλέπω κάποιο αγώνα ομάδων (ή αθλητών) που όμως δεν υποστηρίζω. Η μοναδική εξαίρεση σε αυτό τον δικό μου κανόνα είναι η τεράστια Λίβερπουλ. Αν και όταν άρχισα εγώ να υποστηρίζω τους «κόκκινους» δεν κέρδιζαν κανένα τίτλο. Αυτό -δυστυχώς- ισχύει ακόμα. Αφορμή γι’ αυτό εδώ το κείμενο στάθηκε το μήνυμα ενός φίλου, για να μου υποδείξει, να δω στο Netflix την μίνι σειρά ντοκιμαντέρ «Losers» και συγκεκριμένα το πρώτο επεισόδιο αυτής με τίτλο «Mistcast Champion». Μια ιστορία για τον επαγγελματία πυγμάχο Μάικλ Μπεντ. Εδώ και αρκετά χρόνια λατρεύω την πυγμαχία. Να βλέπω -εξηγούμαι- όχι να παίζω. Θεωρώ πως είναι ένα εξαιρετικό σπορ τακτικής, στρατηγικής και δύναμης, σωματικής αλλά και ψυχικής. Οι πυγμάχοι, στα δικά μου μάτια, είναι σαν μια τέλεια «κουρδισμένη» τζαζ ορχήστρα. Αν η πυγμαχία ήταν μουσική θα ήταν μια σαγηνευτική τζαζ μελωδία, ενός άρτια καταρτισμένου Τρίο, σε κάποιο σκοτεινό κλαμπ της Νέας Υόρκης.

Αφού πραγματικά απόλαυσα το επεισόδιο, η πλατφόρμα που δεν σταματά ποτέ και αν δεν πατήσεις stop μπορεί να πιάσεις τον εαυτό σου να βλέπει τηλεόραση για μήνες, με οδήγησε ύπουλα στο δεύτερο επεισόδιο της σειράς, με τίτλο «The Jaws of Victory». Ακούω για Αγγλία και ποδόσφαιρο, βλέπω 80s ατμόσφαιρα στην οθόνη και σκέφτομαι πως έχω δύο επιλογές. Η πρώτη: να συνεχίσω την ανάγνωση του βιβλίου «ΔΥΟ», της Μαρούτσου, που το έχω αφήσει περίπου στη μέση, και η δεύτερη: να δω και αυτό το επεισόδιο. Τι ψυχή έχουν άλλωστε 24 λεπτά. Ούτε διάρκεια σε ντέρμπι, για το κύπελλο μπάσκετ, της χώρας μας να ήταν. Επιλέγω το δεύτερο. Η ιστορία είναι για την Τορκί Γιουνάιτεντ της σεζόν 1986-1987 και θα μπορούσε πολύ άνετα να χαρακτηριστεί ως ακόμα μια μικρή Ωδή στην αποτυχία. Πόσο τις αγαπώ αυτές τις ιστορίες. Όπως αναφέρει κάπου στο μικρό ντοκιμαντέρ ο Τζον Λόβις, φανατικός εδώ και δεκαετίες με την ομάδα: «Όποιος πηγαίνει σε παιχνίδι της Τορκί και περιμένει να πανηγυρίσει τη νίκη είναι απλά ηλίθιος». Σκληρό, σκέφτομαι, αλλά κάτι παραπάνω θα ξέρει από μένα. Στις μέρες μας η Τορκί αγωνίζεται στην National League South, στην 6η κατηγορία δηλαδή του Αγγλικού ποδοσφαίρου. Εκείνη όμως τη σεζόν -κρατηθείτε- αγωνίζονταν, με μεγάλη εννοείται αποτυχία, στην 4η επαγγελματική κατηγορία. Για την ιστορία, ήταν η πρώτη σεζόν που είχε αλλάξει ο κανονισμός για τον υποβιβασμό. Εκείνη τη σεζόν, την κατηγορία θα την άφηνε, απευθείας, μόνο η τελευταία ομάδα του βαθμολογικού πίνακα. Η Τορκί δηλαδή ή κάποια άλλη.

Το Τορκί βρίσκεται στην νοτιοδυτική Αγγλία, 320 χιλιόμετρα απ’ το Λονδίνο, και θεωρείται ως «η Αγγλική Ριβιέρα» μιας και κατά την Βικτωριανή εποχή ήταν ένα απ’ τα πιο φημισμένα καλοκαιρινά θέρετρα. Η ομάδα, αν και βολοδέρνει στις μικρές κατηγορίες, έχει διανύσει μεγάλη διαδρομή μιας και ιδρύθηκε το 1899. Ο μύθος μάλιστα αναφέρει πως η ομάδα ιδρύθηκε στην πιο φημισμένη παμπ της εποχής με ότι κι αν σημαίνει όλο αυτό. Το 1910 μετακόμισε στο μικρό Πλέινμουρ. Το γήπεδο που αγωνίζεται ακόμα και στις μέρες μας. Μιλάμε δηλαδή, για μια μικρή ομάδα, μιας αρκετά μικρής, αλλά όμορφης, πόλης. Μια ομάδα που υπάρχει για να δίνει περισσότερες λύπες απ’ ότι χαρές στους οπαδούς της. Αυτό, όπως είναι λογικό, δίνει στις χαρές ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Για πολλούς κατοίκους άλλωστε, στο Τορκί, η ομάδα ήταν εκείνο το διάστημα ο μοναδικός καλός λόγος για να βγουν απ’ το σπίτι το μεσημέρι του Σαββάτου. Με την ομάδα να έχει σωθεί τις δύο προηγούμενες σεζόν, η φετινή τελευταία θέση, τρόμαζε στην ιδέα τους φιλάθλους και την διοίκηση, καθώς ήξεραν πως θα αποχαιρετούσαν την τελευταία επαγγελματική κατηγορία. Η έλευση του Στούαρτ Μόργκαν, πρώην βοηθού προπονητή στην Μπόρνμουθ, για να αναλάβει ως πρώτος προπονητής, ήταν ένα πρώτο καλό σημάδι για τη μάχη που θα έδινε η ομάδα για την παραμονή της. Ή μήπως όχι;

Οι πρώτες εικόνες που αντίκρισε ο Μόργκαν ήταν εικόνες που θα καταλάβουν μόνο όσοι είχαν την ατυχία τύχη να «αγωνιστούν» σε τοπικά πρωταθλήματα. Σε χωριά. Σε βουνά. Σε ρέματα. Σε λάσπες και χαλίκια, και γενικά όπου μπορεί να κυλήσει μια μπάλα. Αποδυτήρια δεν υπήρχαν. Ποτιστικά για το χόρτο του γηπέδου δεν υπήρχαν. Η κεντρική εξέδρα ήταν διαλυμένη, και καμμένη από πρόσφατη πυρκαγιά και γενικά τίποτα δεν θύμιζε σύγχρονο, ποδοσφαιρικό, γήπεδο. Όταν μάλιστα ο Μόργκαν είδε, για τον πρώτο εκτός έδρας αγώνα, ένα ασθενοφόρο έξω απ’ το γήπεδο, και ρώτησε: «Αν συνέβη κάποιο ατύχημα» έμαθε την σκληρή αλήθεια. Aυτό θα ήταν το μεταφορικό μέσο της ομάδας για εκείνη τη σεζόν. Οι παίκτες στοιβάζονταν σαν σαρδέλες μέσα σε αυτό και ταξίδευαν σε ολόκληρη την Αγγλία, προκαλώντας τη χλεύη από τους αντιπάλους οπαδούς σε κάθε παιχνίδι. Υπήρξαν φορές που η ομάδα έφτασε ακριβώς με τη σέντρα του αγώνα και μέσα σε όλα αυτά τα τραγελαφικά η λέξη ήττα είχε γίνει η συνήθεια που έγινε λατρεία για την ομάδα. Κάπως έτσι έφτασε η τελευταία αγωνιστική. Η Τορκί υποδέχονταν την Κρου, στην 23η θέση (σε 24 ομάδες) με 47 βαθμούς. Η Μπέρνλι ήταν στην τελευταία θέση, με 46, και η Λίνκολν στην 22η με 48 βαθμούς.  Όπως μπορείτε να καταλάβετε, τα πάντα βρίσκονταν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Μόνο που η λατρεμένη μας Τορκί θα έκανε -και αυτή την ανάβαση- Free solo.

Μπροστά σε ένα μανιασμένο κοινό η Τορκί θα πραγματοποιήσει ένα απ’ τα χειρότερα ημίχρονα της σεζόν και θα βρεθεί να χάνει με 0-2, μόλις στο 20λέπτο. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ξηλώνει τις κερκίδες. Να βρίζει παίκτες, διοίκηση (;) και προπονητή και όλα έδειχναν πως η σεζόν θα τελείωνε με μια ακόμα αποτυχία, που ίσως οδηγούσε αυτή τη φορά, ακόμα και στην οριστική διάλυση. Ο αρχηγός της ομάδας, Τζιμ Μακ Νιλ θα δώσει κάποιες ελπίδες καθώς θα μειώσει, με εκτέλεση φάουλ,  σε 1-2, στο β’ ημίχρονο. Την ίδια ώρα οι παίκτες της Τορκί, και οι οπαδοί στις κερκίδες, μαθαίνουν πως η Λίνκολν χάνει με 3-1 απ’ την Σουόνσι. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να σκοράρουν ακόμα ένα γκολ, και να μη δεχτούν άλλο, μιας και σε πιθανή ισοβαθμία η Τορκί είχε καλύτερη διαφορά τερμάτων με δύο γκολ διαφορά. Το ποδόσφαιρο που παρακολούθησαν οι οπαδοί των γηπεδούχων, από εκείνο το σημείο κι έπειτα, το θεωρούν, ακόμα και σήμερα, ως το χειρότερο που έχουν δει στη ζωή τους. Λάθος πάσες. Σέντρες από την άμυνα στην επίθεση. Σουτ, όχι εκτός εστίας αλλά, εκτός γηπέδου και γενικά πολλά νεύρα. Όπως ήταν φυσικό, την ίδια ώρα, η κερκίδα έβραζε κυριολεκτικά. Οι αστυνομικοί που επιτηρούσαν τους οπαδούς, είχαν επιστρατεύσει ακόμα και εκπαιδευμένα σκυλιά για να τιθασεύσουν τον κόσμο, με ένα απ’ αυτά, να εξελίσσεται εν τέλει, και σε «ήρωα» της αναμέτρησης.

Γύρω στο 80′, και με το σκορ στο 1-2, ο Μακ Νιλ θα πάει να πάρει την μπάλα, που βρίσκεται στα πόδια του αστυφύλακα Τζον Χάρις, που προσπαθεί να κρατήσει ήρεμο τον σκύλο του, εκτός τερέν. Την ώρα που ο παίκτης θα πλησιάσει, ο σκύλος θα γυρίσει το κεφάλι του αστραπιαία και θα τον δαγκώσει στο μηρό. Για μια στιγμή όλοι θα παγώσουν, βλέποντας τον αρχηγό τους, να βρίσκεται σωριασμένος, και αιμόφυρτος, στο χόρτο σφαδάζοντας από τους πόνους. Η Τορκί είχε κάνει την μοναδική αλλαγή που δικαιούταν (εκείνα τα χρόνια οι ομάδες είχαν το δικαίωμα μόνο μίας αλλαγής) και ο κόουτς Μόργκαν κάθεται κυριολεκτικά σε αναμμένα κάρβουνα μιας και δεν ήθελε να χάσει και τον ηγέτη του. Ο αγώνας θα διακοπεί για 5 λεπτά, για να δοθούν οι πρώτες βοήθειες, με τον παίκτη να δίνει τελικά το σύνθημα της μεγάλης αντεπίθεσης, ως άλλος Ελ Σιντ, παίζοντας στα τελευταία λεπτά με δεμένο το πόδι, και σχεδόν αιμορραγώντας. Ήταν η στιγμή που συνωμότησε το σύμπαν για να γίνει η ανατροπή και να ολοκληρώσει η Τορκί το θαύμα. Μισό λεπτό πριν τη λήξη στις καθυστερήσεις της αναμέτρησης και μετά από ένα τραγικό λάθος στην άμυνα της Κρου, η μπάλα θα φτάσει στον επιθετικό Πολ Ντόμπσον, που με δυνατό σουτ θα γράψει το 2-2, σώζοντας μια ολόκληρη κατηγορία για την ομάδα του. Ήταν η στιγμή των πανηγυρισμών. Της έντασης. Της χαράς που νιώθεις όταν έχεις σώσει μια ολόκληρη κατηγορία στο 90′. Μια χαρά που για ομάδες όπως η Τορκί ίσως είναι μεγαλύτερη κι απ’ την χαρά που δίνει η κατάκτηση ενός τίτλου. Όπως είχε δηλώσει άλλωστε ο γνωστός δημοσιογράφος της ομάδας, Ντέιβ Τόμας: «Εμείς, στο Τορκί, δεν ξέρουμε τι χαρά δίνει σε κάποιον ένας τίτλος. Δεν νομίζω όμως να είναι μεγαλύτερη από αυτή που πήραμε εκείνη τη μέρα».

Το γλέντι που ακολούθησε κράτησε για αρκετές μέρες σε παμπ, κλαμπ και καζίνο της περιοχής με τον Πολ Ντόμπσον να κάνει μια εκ των πιο επικών δηλώσεων στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. «Μετά το παιχνίδι έπινα για πολλές μέρες σερί και έχασα όλα μου τα χρήματα στο καζίνο. Σκεφτείτε πως όταν γύρισα στο σπίτι το πρώτο πράγμα που μου είπε η γυναίκα μου ήταν, σε χωρίζω, και όντως το έκανε». Δεν ξέρω αν υπάρχει ανάλογη ιστορία με αυτή της Τορκί στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Αυτό που ξέρω σίγουρα όμως, είναι πως αυτός ο ρομαντισμός, αυτή η τρέλα και αυτή η αγνή αγάπη που μπορείς να συναντήσεις στις μικρές κατηγορίες, ολόκληρου του πλανήτη, δεν μπορούν να συγκριθούν με τίποτα. Πόσο μάλλον όταν η ομάδα που υποστηρίζεις δεν κερδίζει, σχεδόν, ποτέ και όταν αποφασίζει να το κάνει, το κάνει με τόσο ιδιαίτερο τρόπο που σε γεμίζει συναισθήματα που ξέρεις πως θα κάνεις πολύ καιρό να τα συναντήσεις. Ίσως και ποτέ ξανά.

To ρεκόρ του Κρις Νίκολ και η λογική του δρομέα

  [1 Σχόλιο]

Το ημερολόγιο έδειχνε 20 Μαρτίου του 1976 όταν η Λέστερ Σίτι του Φρανκ Γουόρθινγκτον, του Κιθ Γουέλερ και του Σκοτσέζου Μπράιαν Άλντερσον, υποδέχτηκε την Άστον Βίλα, στο ιστορικό Φίλμπερτ Στριτ, μπροστά σε 25.000 ποδοσφαιρόφιλους. Η Βίλα είχε επιστρέψει στη μεγάλη κατηγορία την προηγούμενη σεζόν, ως 2η πίσω από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, και -όπως ήταν λογικό- δεν είχε βλέψεις για κάτι πολύ μεγάλο, μιας και ο πρωταρχικός της στόχος ήταν -τι άλλο- η παραμονή. Κάτι που είχε επιτευχθεί σχετικά εύκολα, καθώς είχε τερματίσει, με 39 βαθμούς, στην 16η θέση (σε 22 ομάδες). Τέσσερις ολόκληρες νίκες, και μια ισοπαλία, μακριά από την ζώνη του υποβιβασμού. Αν εκείνη την περίοδο, έλεγε κάποιος, πως η Άστον Βίλα έξι χρόνια αργότερα θα κατακτούσε το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης, απέναντι στη σπουδαία Μπάγερν Μονάχου, θα τον περνούσαν σίγουρα για τρελό, ή για ηλίθιο. Ας αφήσουμε όμως τα ευρωπαϊκά «σαλόνια», μιας και δεν είναι αυτός ο λόγος που γράφω αυτό το κείμενο, κι ας επιστρέψουμε στο λασπωμένο τερέν ενός ακόμα μικρομεσαίου, Αγγλικού, παιχνιδιού της εποχής.

Ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της Άστον Βίλα, και δίπλα στον ακούραστο Τζον Ρόμπσον, ήταν ο διεθνής Βορειοϊρλανδός Κρις Νίκολ. Ένας παίκτης που φημίζονταν για τα αμυντικά του προσόντα με κύριο χαρακτηριστικό την δύναμή του στον αέρα. Οι συμπαίκτες του μιλούσαν πάντα για τις άψογες τοποθετήσεις του και φυσικά για όλα τ’ άλλα που χρειάζεται να έχει κάποιος για να μπορεί να εμπνέει και να δίνει σιγουριά. Το πάθος δηλαδή και τα ηγετικά χαρίσματα. Ο ίδιος λάτρευε πάντα να αφήνει την άμυνα και να προωθείται, όπως και να δοκιμάζει το δυνατό του πόδι, και μάλιστα, από κάθε απόσταση και δύσκολη γωνία. Κάπως έτσι είχε σκοράρει ένα πανέμορφο γκολ στον τελικό του Λιγκ Καπ της επόμενης σεζόν, απέναντι στην Έβερτον, και συγκεκριμένα στο δεύτερο παιχνίδι, μιας και εκείνα τα χρόνια το Λιγκ Καπ κρινόταν σε διπλό τελικό. Ένας τίτλος που είχε καταλήξει για τρίτη φορά στην ομάδα της γενέτειρας των Black Sabbath και των Judas Priest, αν και από τότε ακολούθησαν ακόμα δύο κατακτήσεις, με τελευταία αυτή του ’96, με 3-0, απέναντι στη Λιντς. Αξίζει, πιστεύω, να το απολαύσετε, πριν συνεχίσετε την ανάγνωση.

Στην αναμέτρηση με την Λέστερ, που είχε βρει τις δύο ομάδες ισόπαλες με 2-2, ο Νίκολ ήταν με διαφορά ο καλύτερος παίκτης του αγώνα. Έτρεξε πάρα πολύ. Φώναξε ακόμα περισσότερο. Έκοψε αρκετές μπαλιές, κυρίως στον αέρα, και έκανε το πλέον απίστευτο, αφού σκόραρε και τα τέσσερα τέρματα του αγώνα. Μάλιστα, πολύ καλά διαβάσατε. Δύο εξαιρετικά γκολ, για την ομάδα του, με σουτ εντός της περιοχής, και ακόμα δύο για την Λέστερ, το ένα μάλιστα με μια «έξυπνη» κεφαλιά που θα ζήλευε και ο πιο εύστροφος επιθετικός, σε μια εποχή που το Νησί είχε πληθώρα από δαύτους, με την παράδοση να συνεχίζεται βεβαίως-βεβαίως, ακόμα και στις μέρες μας και κυρίως στις μικρότερες κατηγορίες. Εκεί δηλαδή που σε πιάνει αυχενικό με την μπάλα να βρίσκεται συνεχώς στα σύννεφα και να πέφτει, για το κεφάλι των επιθετικών, σαν πουλί μετά από βολή Βρετανού ευγενή του 18ου αιώνα που χαίρεται τον ελεύθερό του χρόνο στον κήπο του. Ας προσπεράσουμε όμως αυτό το βάρβαρο «σπορ» και ας περάσουμε στο ευγενές σπορ του «τάκλιν εις την καρωτίδα», του βρετανικού φουτμπόλ των 70s.

To σκορ άνοιξε νωρίς, στο 15ο λεπτό, όταν ο Νίκολ έστειλε την μπάλα στα δίχτυα του Τζον Μπάριτζ, σε προσπάθεια να διώξει μετά από σέντρα του Άλντερσοτ. Η ισοφάριση ήρθε λίγο πριν τη λήξη του 1ου ημιχρόνου, με σουτ εντός της περιοχής. Το 1-1 ήταν και το σκορ στο ημίχρονο. Στο 53′ ο Νίκολ, σε μια φάση που θύμιζε περισσότερο ελληνορωμαϊκή καθώς πάλευε με τον Μπόμπι Λι, βρήκε την μπάλα με το κεφάλι (ως άλλος Κώστας Βουτσάς) και την έστειλε για δεύτερη φορά στα δίχτυα της ομάδας του. Οι φωνές του προπονητή του ώστε να προσέχει τα δικά του ανεβάσματα δεν τον πτόησαν, μιας και το μόνο που ήθελε ήταν να σκοράρει για την ισοφάριση, να γλιτώσει την ομάδα του από την ήττα, και να βουλώσει τα στόματα των γηπεδούχων φιλάθλων που τον είχαν κάνει ήδη σύνθημα, για τους λάθος όμως λόγους. Και τα κατάφερε στο 87′. Μετά από κόρνερ του Τσικ Χάμιλτον, τσίμπησε την μπάλα και με δυνατό σουτ έγραψε το τελικό 2-2, κάνοντας δικό του αυτό το μοναδικό «ρεκόρ». Για κακή του τύχη αυτό ήταν το τελευταίο παιχνίδι για τον διαιτητή της αναμέτρησης κάτι που του στέρησε τη δυνατότητα να κάνει δική του την μπάλα μιας και ο «ρεφ» την ήθελε για την προσωπική του συλλογή. Όσο και αν ψάξει κάποιος, δεν νομίζω να υπάρχει ανάλογο περιστατικό σε επίσημο παιχνίδι. Αυτό που κάνει περισσότερο αστεία την ιστορία είναι το γεγονός πως ο Κρις Νίκολ είχε πετύχει αυτογκόλ και την προηγούμενη αγωνιστική, στο 1-1, απέναντι στην Τότεναμ.

Ήταν η μέρα που ο Κρις Νίκολ άγγιξε, έστω και για λίγο, την ψυχοσύνθεση του καταρρακωμένου δρομέα. Η μέρα δηλαδή που η μάχη που έδωσε ήταν περισσότερο προσωπική (με την δική του ατυχία) καταφέρνοντας να κερδίσει τον εαυτό του, όπως δηλαδή έχουν ως πρωταρχικό στόχο οι περισσότεροι δρομείς και όχι οι ποδοσφαιριστές. Όπως γράφει και ο σπουδαίος Χαρούκι Μουρακάμι στο βιβλίο του «Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο» (τίτλος δανεισμένος από μια συλλογή διηγημάτων του Ρέιμοντ Κάρβερ): «Το πρόβλημα με το ταλέντο είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ο άνθρωπος που το διαθέτει δεν μπορεί να το διαχειριστεί ποσοτικά ή ποιοτικά. Το ταλέντο αποφασίζει από μόνο του πότε θ’ αναβλύσει, κι όταν στερέψει, απλά τελειώνει». Εκείνη τη μέρα το όποιο επιθετικό ταλέντο του Νίκολ αποφάσισε να εμφανιστεί και να πολεμήσει τον ίδιο, τον κακό, εαυτό του. Έστω για 90 λεπτά. Σαν δρομέας που νιώθει προδομένος απ΄ τα γόνατα και τους ταλαιπωρημένους αστραγάλους αλλά εκεί, στα τελευταία δύσκολα πάντα χιλιόμετρα, εκεί που πολλές φορές σκέφτεται «για ποιο λόγο το κάνω όλο αυτό στον εαυτό μου», νιώθει την καρδιά του να φωνάζει και να τον τραβά προς τον τερματισμό. Άλλωστε ένας αγώνας αξίζει πάντα περισσότερο όταν ξέρεις πως, πρώτα απ’ όλα, κέρδισες τον εαυτό σου. Ο Κρις Νίκολ μπορεί να υπερηφανεύεται πως εκείνη τη μέρα το κατάφερε και αυτό. Κι ας έφερε ισοπαλία η ομάδα του.

Τα τρία χρόνια νύχτας του Νίκου Γόδα

  [5 Σχόλια]

Η ιστορία που θα διαβάσετε με βασανίζει καιρό. Πάνε μήνες που σκέφτομαι να γράψω γι’ αυτή αλλά πάντα την άφηνα στην άκρη. Δεν είναι άλλωστε μια απλή και εύκολη ιστορία, και δεν έχει αποκλειστικά και μόνο σχέση με το ποδόσφαιρο, απ’ την σκοπιά του αθλήματος. Αφορμή για να την γράψω στάθηκε μια ταινία που είδα πρόσφατα. Συγκεκριμένα, η σκηνή μιας ταινίας που είδα πρόσφατα, και που δεν έχει όμως καμία σχέση με το «κανονικό» ποδόσφαιρο αλλά με αυτό που είναι το ποδόσφαιρο, για αρκετό κόσμο, και με αυτή την αίσθηση ελευθερίας που δίνει σε όλους όσους έχουν κλωτσήσει μια μπάλα. Από ένα φημισμένο γήπεδο, έχοντας ένα σπουδαίο τρόπαιο να περιμένει, μέχρι την αυλή ενός σχολείου ή κάποιο δρόμο, ένα χωράφι, ακόμα και κάποια φυλακή. Το ποδόσφαιρο άλλωστε είναι ίδιο παντού.

Η ταινία έχει τον τίτλο «A 12 Year Night», στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, και προς το τέλος αυτής υπάρχει μια σκηνή που με έκανε -όχι μόνο να ανατριχιάσω- αλλά να συγκινηθώ και να δακρύσω. Τρεις κρατούμενοι βγαίνουν για πρώτη φορά στο προαύλιο μιας φυλακής μετά από ακριβώς 3.898 μέρες στην απομόνωση. Στην μακρόστενη αυλή, και στο βάθος αυτής, πάνω σε ένα τοίχο, υπάρχει ένα ζωγραφισμένο τέρμα. Λογικά με κιμωλία. Ο ένας απ’ αυτούς, αυτός με το προσωνύμιο Νιάτο, στέκεται ακριβώς στο κέντρο, κοιτάζοντας τον λαμπερό ήλιο, ενώ δεξιά και αριστερά διάφοροι κρατούμενοι τον έχουν αναγνωρίσει και, αφού ξέρουν την ιστορία του, αρχίζουν να τον χειροκροτούν. Αυτός, αφού θα χαμογελάσει, θα αρχίσει να κάνει ποδαράκια και ντρίμπλες, χωρίς όμως να έχει μπάλα, κάτω από τις επευφημίες όλων των κρατουμένων, τρέχοντας το γήπεδο. Αφού πλησιάσει κοντά στο τέρμα, με ένα άψογο βολέ, θα σκοράρει και θα ξεσπάσει σε πανηγύρια. Το ίδιο ακριβώς θα συμβεί και πίσω από τα βρώμικα κάγκελα της φυλακής που έχουν βρεθεί οι υπόλοιποι συγκρατούμενοι. Η σκηνή γίνεται ακόμα πιο συγκινητική αν συνυπολογίσουμε πως το μουσικό «lead in» γι’ αυτή, είναι το τραγούδι «Sound Of Silence», σε μια υπέροχη εκτέλεση, απ’ την Σίλβια Πέρεζ Κρουζ.

Η ταινία αν και έχει αισιόδοξο φινάλε, και σας ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό το σπόιλερ από όσους δε την έχουν δει, μου έφερε στο μυαλό την ιστορία του παλιού ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Νίκου Γόδα. Του κομμουνιστή, λοχαγού της Αντίστασης, που εκτελέστηκε μια βροχερή μέρα στο νησάκι Λαζαρέτο της Κέρκυρας, από Έλληνες. Και δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από αδέρφια που πολεμούν αδέρφια. Όσο κι αν ο πόλεμος είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια κοινωνία, σε μια χώρα, σε ένα πολιτισμό. Ο Νίκος Γόδας γεννήθηκε το 1921 στο Αϊβαλί και έφτασε στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αφού η οικογένειά του πέρασε πρώτα από την Κρήτη και τη Μυτιλήνη, εγκαταστάθηκε τελικά στον Πειραιά και συγκεκριμένα στην Κοκκινιά. Εκεί η οικογένειά του άνοιξε την πασίγνωστη ταβέρνα «Τα Αραπάκια» που ήταν ένα απ’ τα καλύτερα στέκια της εποχής για να ακούσει κάποιος αυθεντικό Ρεμπέτικο και το μέρος που ο Τσιτσάνης ανακάλυψε τον Χιώτη. Ο Γόδας, όταν δεν βοηθούσε στο σερβίρισμα, έβγαινε στις αλάνες και έπαιζε ποδόσφαιρο μέχρι να ματώσει και η τελευταία σπιθαμή των γονάτων του.

Ήταν η περίοδος του Μεσοπολέμου, τότε που το εργατικό κίνημα του Πειραιά οργανώθηκε αφού είχε δεχτεί την καταλυτική επίδραση από τους πρόσφυγες. Συγκεκριμένα, εκείνη την περίοδο βρέθηκαν στις γειτονιές του Πειραιά περίπου στους 100.000 πρόσφυγες. Το εργατικό κίνημα, που είχε αρχίσει να ζητάει και να διεκδικεί πράγματα πρωτοστάτησε, αναλαμβάνοντας δράση, την περίοδο της Κατοχής. Την περίοδο που ο Πειραιάς δέχεται τον πρώτο μεγάλο Γερμανικό βομβαρδισμό, στις 6 Απριλίου του ’41, ο Νίκος Γόδας έχει εξελιχθεί στο νέο μεγάλο αστέρι του Ολυμπιακού. Έχει πάρει μεταγραφή απ’ τον Κεραμεικό Καμινίων και εννοείται, την ίδια εποχή, ως μέλος του ΚΚΕ, αρχίζει να παίρνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Από τις 6 Απριλίου μέχρι και τις 27 του ίδιου μήνα ο Πειραιάς θα δεχτεί συνολικά 55 αεροπορικές επιθέσεις. Οι καταστροφές φυσικά και ήταν ανυπολόγιστης αξίας.

Με την είσοδο των ναζιστικών δυνάμεων, στις 27 Απριλίου, οι δήμαρχοι του Πειραιά και της Αθήνας θα συναντηθούν με τον Γερμανό διοικητή και θα παραδώσουν, επισήμως, τις πόλεις. Ο Μιχάλης Μανούσκος, ιδρυτικό στέλεχος του Ολυμπιακού και δήμαρχος Πειραιά, με ανάθεση από τον ίδιο τον Ιωάννη Μεταξά, προς τιμήν του, θα απομακρυνθεί από τη θέση του μετά από άρνηση να παραδώσει λίστα με ονόματα πλουσίων Πειραιωτών της εποχής που θα λειτουργούσαν ως υποψήφιοι όμηροι σε περίπτωση αντιστασιακών πράξεων. Ο Μανούσκος μάλιστα είχε γράψει στη λίστα μόνο το δικό του όνομα σε μια σπουδαία ένδειξη θάρρους. Απ’ την άλλη, ο Λάζαρος Παπαδόπουλος, δήμαρχος Κερατσινιού, και ο Στέφανος Πάνου, δήμαρχος Κοκκινιάς, κράτησαν τις θέσεις τους αφού δεν είχαν κανένα πρόβλημα να συνεργαστούν πρόθυμα με τους Γερμανούς. Όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες. Ο Γόδας αφού μαγεύει με τη φανέλα του Ολυμπιακού (για την ιστορία μια απ’ τις καλύτερες παραστάσεις του ήταν αυτή κόντρα στον ΠΑΟ σε κάποιο Χριστουγεννιάτικο τουρνουά στη νίκη με 5-2) θα συμμετάσχει στην σύσκεψη που έκαναν μέλη του ΕΑΜ, το 1942, σε κάποιο προσφυγικό σπίτι, στο Κερατσίνι. Δίπλα στο νεκροταφείο της Ανάστασης. Εκεί που, σύμφωνα με τους ιστορικούς, μπήκαν οι πρώτες γερές βάσεις της Αντίστασης κατά των Γερμανών.

O Νίκος Γόδας πολέμησε κατά των Γερμανών, και των Ελλήνων συμμάχων τους, ως μπροστάρης για την ελευθερία. Ήταν επικεφαλής στις 7 Μαρτίου του ’44 στη μάχη της Κοκκινιάς. Πήρε μέρος σε ένα σωρό άλλες μεγάλες μάχες και υπάρχει φήμη πως είχε καταρρίψει ακόμα και Γερμανικό αεροσκάφος στο Αιγάλεω. Ένα παλικάρι, πάντα, στην πρώτη γραμμή. Τόσο στις μάχες στα γήπεδα του ποδοσφαίρου όσο και στους δρόμους με κίνδυνο, όχι να χαθεί ένα τέρμα και μια νίκη αλλά, η ίδια του η ζωή. Οι φίλοι του έλεγαν για το σπάνιο ποδοσφαιρικό του ταλέντο, την αγάπη του για το ρεμπέτικο, την δύναμη που έπαιρνε από ιδέες όπως η ελευθερία και η ισότητα και φυσικά για το λαϊκό του χιούμορ. Σε κάποια μάχη, σώμα με σώμα, με τους Άγγλους, στο νεκροταφείο της Ανάστασης, κατά τα γεγονότα των Δεκεμβριανών, ο ανθυπολοχαγός του ΕΑΜ, Σταμάτης Σκούρτης, είχε ακούσει τον Γόδα να γελάει καθώς έλεγε σε κάποιο συναγωνιστή του πως θα είχε πλάκα να σκοτωθούν εκεί καθώς δεν θα χρειαστούν και τάφο. Κάποιοι άλλοι, φανατικοί φίλοι του ποδοσφαίρου, έλεγαν πως ο Γόδας απέφευγε τις σφαίρες όπως απέφευγε τα τάκλιν, και τα βίαια μαρκαρίσματα, όταν έπαιζε ποδόσφαιρο στα χωμάτινα γήπεδα του Πειραιά.

Στις 12 Φεβρουαρίου του ’45 θα υπογραφεί η Συνθήκη της Βάρκιζας και μετά τις 28 του μήνα, θα ολοκληρωθεί ο αφοπλισμός του ΕΑΜ, με αρκετούς από τους ηγέτες του να μη δέχονται τη συμφωνία και να φεύγουν στα βουνά ως αντάρτες. Ο Γόδας θα φτάσει στον Πειραιά και λίγες μέρες αργότερα θα συλληφθεί, θα δικαστεί, και θα καταδικαστεί μετά τη δίκη-παρωδία που έμεινε γνωστή ως «Η Δίκη του Ασύλου της Κοκκινιάς». Η συμφωνία της Βάρκιζας ενώ έδινε αμνηστία τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, δεν έκανε το ίδιο για τα αδικήματα που είχαν γίνει κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών. Κάπως έτσι ξέσπασε η περίοδος της Λευκής Τρομοκρατίας ως κύμα αντεκδικήσεων, κυρίως κατά των Κομμουνιστών. Το καλοκαίρι του ’46 μάλιστα ξεκίνησε επισήμως το κυνήγι από το επίσημο κράτος κατά όλων των αριστερών με στρατοδικεία και εκτελέσεις. Κύρια δύναμη της Λευκής Τρομοκρατίας ήταν δεξιοί και ακροδεξιοί, παρακρατικοί, ένοπλοι σχηματισμοί που αποτελούνταν κυρίως από πρώην μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Συχνά αυτοί οι σχηματισμοί είχαν ως κύριο καθοδηγητή κρατικές αρχές αλλά και στελέχη των τότε κυβερνήσεων. Εκείνη την περίοδο έχουν καταγραφεί περίπου 35.000 συλλήψεις, 32.000 βασανισμοί, 13.000 φόνοι και 165 βιασμοί γυναικών.

Ο Γόδας οδηγήθηκε αρχικά στις φυλακές της Αίγινας, όπου συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο με την ομάδα των κρατουμένων, πριν τον στείλουν στις φυλακές Αβέρωφ και από εκεί στις φυλακές θανατοποινιτών της Κέρκυρας. Ο Νίκος Γόδας έμεινε εκεί για περίπου 3 χρόνια. Βασανίστηκε αλλά δεν υπέγραψε ποτέ συνθήκη μεταμέλειας και τελικά εκτελέστηκε στις 19 Νοεμβρίου του ’48 έχοντας ως τελευταία επιθυμία να πεθάνει φορώντας τη στολή της ομάδας που λάτρεψε. Του Ολυμπιακού. Ήταν μόλις 27 ετών. Μελανό σημείο της υπόθεσης το γεγονός πως τα 3 χρόνια που έμεινε φυλακισμένος, η διοίκηση της ομάδας, αν και είχε δεχτεί μεγάλες πιέσεις απ΄τον κόσμο, δεν έκανε καμία ενέργεια προκειμένου να τον γλιτώσει. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του τότε προέδρου του Ολυμπιακού, Μιχάλη Μανούσκου «Όπως έστρωσε ας κοιμηθεί». Ενός προέδρου που είχε γίνει ήρωας κατά τα χρόνια της Κατοχής.

Ο Νίκος Γόδας αφού έκανε το τελευταίο του τσιγάρο, σιγοτραγούδησε μερικούς στίχους του λατρεμένου του Τσιτσάνη και χαιρέτησε τους συγκρατούμενούς του. Έριξε στους ώμους το σακάκι του και ακολούθησε τους φρουρούς. Η ώρα είχε φτάσει. «Θα τα ξαναπούμε σύντροφοι» τους φώναξε «Ζήτω ο Ολυμπιακός και ο Σοσιαλισμός. Ήταν τιμή μου που μοιράστηκα αυτό το κελί μαζί σας». Δευτερόλεπτα πριν οι σφαίρες τρυπήσουν το κορμί του είχε ζητήσει να μη του δέσουν τα μάτια. «H τσιριμονιά τελειώνει βιαστικά και δεν έχεις την άνεση να δεις τους μακελάρηδες κατάματα. Σαν βρέχει δεν μπορείς να ανοίξεις τα μάτια, είναι και το νερό που τρέχει και δεν βλέπεις όπως πρέπει, είναι σα να σου κλείνουν τα μάτια με το έτσι θέλω. Εγώ θέλω να είναι καλοκαιρία, να τον κοιτάω κατάματα για να δω πόσο σίγουρος νιώθει αυτός που με σκοτώνει». Ο Σταμάτης Σκούρτης και ο Σπύρος Ανδρεάδης, οι δυο μελλοθάνατοι που ήταν μαζί με τον Γόδα, σώθηκαν ύστερα από παρέμβαση του ΟΗΕ το 1949.

Αυτό που είναι πραγματικά λυπηρό και άκρως σοκαριστικό είναι το γεγονός πως σε πολλές περιοχές του Πειραιά, εκεί δηλαδή που χύθηκε τόσο αίμα αγωνιστών Ελλήνων κατά των Ναζί την περίοδο της Κατοχής, έχουν ανέβει κατακόρυφα τα ποσοστά της ναζιστικής οργάνωσης της δικής μας χώρας. Θα κλείσω αυτό εδώ το κείμενο, μιας και δεν έχω κανένα σκοπό να ανοίξω πολιτική κουβέντα μέσω αυτού απλά να καταγράψω κάποια γεγονότα και να αναφέρω το μεγαλείο του Νίκου Γόδα όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο, με μερικούς στίχους του Αλέκου Χρυσοστομίδη απ’ την Ποιητική του Συλλογή, «Λεύτερος Στίχος», του 1944. Στίχοι της εποχής που ταιριάζουν γάντι για περιπτώσεις ανθρώπων. όπως ο Νίκος Γοδας και παραμένουν ακόμα στην επικαιρότητα:

«Ο ασύρματος διαλάλησε παντού το θρίαμβο της – Στη σκέψη να περιφρονεί περήφανα το Θάνατο -Εμέθυσε από το κρασί της Δόξας το Αθάνατο- Οι ξένοι χειροκρότησαν το θάρρος το λαμπρό της – Και κείνος όπου θέλησε σκλάβα να τη θεωρήση – Επήρε την απάντηση πως η Ελλάς θα ζήση».

Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο

  [2 Σχόλια]

«Τι είναι το αγόρι τώρα που έχασε την μπάλα του. Τι πρέπει να κάνει; Την είδα να κυλά, γκελάροντας χαρωπά, κάτω στο δρόμο, κι έπειτα, χαρωπά ν’ αναπηδά. Να’ τη, μες στο νερό τώρα. Μάταιο να πεις υπάρχουν κι άλλες μπάλες. Μια θλίψη απόλυτη, φοβούμενη, ακινητοποιεί το αγόρι. Έτσι όπως στέκεται άκαμπτο, τρεμάμενο, κοιτώντας κάτω. Όλα τα χρόνια της νεότητάς του μες το λιμάνι, όπου έπεσε η μπάλα του. Μια δεκάρα, μι’ άλλη μπάλα, δεν έχουν σημασία τώρα. Αισθάνεται πρώτη φορά ευθύνη. Μέσα σε ένα κόσμο ιδιοκτησιών, άνθρωποι θα παίρνουν μπάλες. Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο»

Τα λόγια που μόλις διαβάσατε ανήκουν στον Αμερικάνο ποιητή Τζον Μπέρρυμαν και είναι λόγια απ’ το ποίημα του «Το ποίημα της μπάλας». Γραμμένο τη δεκαετία του ’50, μιλά -για τι άλλο- για την απώλεια μιας μπάλας από κάποιον πιτσιρίκο. Δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να έχει παίξει ποδόσφαιρο σε κάποιο δρόμο και να μην έχει χάσει έστω μια μπάλα. Εγώ, απ’ όσο θυμάμαι, είχα χάσει πολλές. Βέβαια δεν είμαι εγώ το κυρίως θέμα, σε αυτό εδώ το κείμενο, αλλά μια χαμένη μπάλα. Όχι δική μου. Ίσως η πιο διάσημη, χαμένη, μπάλα που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Πιο διάσημη -για να αστειευτώ κιόλας- ακόμα κι από ‘κείνη που είχε στείλει ο Σέρχιο Ράμος, λογικά, στη στρατόσφαιρα, μετά το χαμένο του πέναλτι, απέναντι στη Μπάγερν Μονάχου, το 2012. H ιστορία που θα διαβάσετε αφορά την μπάλα του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Ενός τελικού που είχε βρει την Αγγλία Πρωταθλήτρια κόσμου, τον πιτσιρίκο Τζεφ Χερστ, ήρωα εκείνης της αναμέτρησης και τον Γερμανό Χέλμουτ Χάλερ, βασικό υπαίτιο για την ιστορία που διαβάζετε. Ας τα πάρουμε όμως απ’ την αρχή.

Το τελευταίο σφύριγμα του Ελβετού διαιτητή, Γκότφριντ Ντινστ, είχε βρει νικητές τους Άγγλους, με 4-2, απέναντι στους Γερμανούς, μετά από μια μυθική παράταση που είχε κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το πιο αμφιλεγόμενο γκολ που έχει μπει ποτέ σε τελικό. Ο Χερστ είχε σκοράρει χατ-τρικ και, σύμφωνα με την αγγλική παράδοση, έπρεπε να κάνει δική του και την μπάλα της αναμέτρησης. Οι Γερμανοί, σε μια πρωτόγνωρη κίνηση μακριά από κάθε σεβασμό προς τον αντίπαλο και το άθλημα, αποφάσισαν να αρπάξουν την μπάλα και να επιστρέψουν μαζί της στη δική τους χώρα. Ο τυχερός που έκλεψε την μπάλα ήταν ο μεσοεπιθετικός της Μπολόνια, Χέλμουτ Χάλερ, σκόρερ μάλιστα τoυ πρώτου γκολ της αναμέτρησης.

Όπως ο ίδιος έχει παραδεχτεί, η μπάλα του τελικού έφτασε στη Γερμανία το 1973, και όχι το 1966, μιας και τότε αποφάσισε να αφήσει την Ιταλία, για να αγωνιστεί στη χώρα του, μετά το πέρασμά του από Μπολόνια και Γιουβέντους, και η μπάλα δεν τον ενδιέφερε σχεδόν καθόλου ως «σημαντικό τρόπαιο» για να την έχει αφήσει νωρίτερα σε κάποιο ποδοσφαιρικό μουσείο της χώρας του. Ήταν μάλιστα τέτοια η δική του απάθεια για την ιστορική μπάλα, που την είχε χαρίσει στον γιο του. Ο μικρός, με τη σειρά του, έπαιζε ποδόσφαιρο με την μπάλα του τελικού, με τους φίλους του, στον κήπο του σπιτιού του. Όταν τη βαρέθηκε, την πέταξε, ευτυχώς για όλους, σε μια παλιά αποθήκη, δίπλα στο σπίτι τους, στο Άουσμπουργκ. Η Αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία δεν είχε ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα μέχρι και το 1996. Και δεν θα το έκανε ούτε τότε αν το Ευρωπαϊκό Κύπελλο εθνικών ομάδων δεν διεξαγόταν στην Αγγλία. Τότε ήταν που ξεκίνησε και η μεγάλη μάχη γραφικότητας για να βρεθεί η μπάλα του τελικού και να επιστρέψει στο σπίτι της.

Τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια και οι πιο γνωστές εφημερίδες της χώρας άρχισαν πόλεμο στον Χάλερ μιας και υπήρχαν φωτογραφίες μετά τη λήξη του Τελικού που τον έδειχναν να κρατά την μπάλα. «Είσαι ένας ανέντιμος κλέφτης, φέρε πίσω την μπάλα μας» άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί για να σταματήσει αυτή η αδικία 30 ολόκληρων ετών, με τον ίδιο απλά να δηλώνει πως πήρε την μπάλα επειδή δεν το έκανε κάποιος άλλος και πως αν την ήθελαν, θα την έδινε, αν φυσικά έπαιρνε χρήματα γι’ αυτό, μιας και η μπάλα ήταν πλέον δική του και όχι δική τους. Οι Άγγλοι σε μια πρωτόγνωρη κίνηση, ακόμα και γι’ αυτούς, θα στείλουν στη Γερμανία ομάδα ερευνητών για να ψάξουν, και να σιγουρέψουν, πως η μπάλα του Χάλερ ήταν όντως η αυθεντική. Όταν αυτό θα αποδειχτεί, ο πρόεδρος της Virgin, Ρίτσαρντ Μπράνσον, θα δώσει 70.000 λίρες στον Χάλερ και σε συνεργασία με την Mirror η μπάλα θα προγραμματιστεί να επιστρέψει, μετά Βαΐων και Κλάδων, στην Αγγλία, στις 26 Απριλίου για να εκτεθεί στο Λονδίνο καθ’ όλη τη διάρκεια του Γιούρο.

Η Mirror κυκλοφόρησε την επόμενη μέρα, έχοντας στο εξώφυλλό της, τους Χάλερ, Χερστ και Μπράνσον με την ιστορική μπάλα και με τον πικάντικο τίτλο «They think it’s all over, it is now». Μια φράση που θεωρείται θρυλική -και είναι- για τους Άγγλους, μιας και την είχε ξεστομίσει ο εκφωνητής του τελικού του 1966 Κένεθ Γουλστενχόλμ. Η Sun μάλιστα, στο εξώφυλλό της, είχε χλευάσει τους Γερμανούς, και φυσικά τον Χάλερ, για τις 70.000 λίρες και ζητούσε να δοθούν τα χρήματα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ο Χάλερ, την ώρα που επικρατούσε ο κακός χαμός με την επιστροφή της μπάλας, είχε βρεθεί να παραπατάει μεθυσμένος σε γνωστό Λονδρέζικο κλαμπ και κάπως έτσι η ιστορία έλαβε τέλος. Το 2012 άφησε την τελευταία του πνοή στο Άουσμπουργκ. Οι Γερμανοί τελικά πήραν την εκδίκησή τους στον ημιτελικό της διοργάνωσης, αποκλείοντας τους Άγγλους και κατακτώντας το τρόπαιο απέναντι στους Τσέχους, μέσα στο Γουέμπλεϊ. Η μπάλα του ’66, με το τέλος της διοργάνωσης, μπήκε σε περίοπτη θέση στο Μουσείο Ποδοσφαίρου στο Πρέστον με τη μπάλα του τελικού του ’96 να ταξιδεύει, νόμιμα αυτή τη φορά, για τη Γερμανία. Ελπίζω τουλάχιστον να μη βρίσκεται σε καμιά αποθήκη στο Βούπερταλ. Οι μπάλες -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- θα χάνονται πάντοτε (για τους Άγγλους) πιτσιρίκο.

Ραφαέλ Μορένο Αρανθάρντι: Η «μικρή πάπια» του Μπιλμπάο

  [4 Σχόλια]

Το Μπιλμπάο είναι μια πόλη που ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο. Εκτός της τεράστιας ιστορίας της Αθλέτικ και αυτών που πρεσβεύει για τη Χώρα των Βάσκων, όντας η τελευταία σύγχρονη -και επαγγελματική- ομάδα που στέκεται πιστή στις αξίες της -και αντιστέκεται- γεμίζοντας περηφάνια τους οπαδούς της, ο κόσμος της περιοχής λατρεύει το άθλημα ως αυτό που είναι πραγματικά. Ένα υπέροχο και πανέμορφο σπορ που βγάζει στον καθένα που το ζει, είτε ως παίκτης και προπονητής είτε ως φίλαθλος και ορκισμένος οπαδός, πολλά συναισθήματα. Ευχάριστα και δυσάρεστα. Το ποδόσφαιρο άλλωστε είναι μια μικρογραφία της ζωής, και ως τέτοιο, περικλείει τα πάντα. Όλα αυτά τα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει κάποιος μέσα σε ένα 24ώρο, μπορεί να τα βιώσει σε μόλις 90 λεπτά ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Ελπίζω να συμφωνούμε.

H αγάπη των Βάσκων για το ποδόσφαιρο, σύμφωνα πάντα με Ισπανούς δημοσιογράφους της εποχής, ξεκίνησε γύρω στο 1890, όταν Βρετανοί εργάτες στα διαλείμματα της εργασίας τους, έβγαζαν τις μπλούζες τους, χωρίζονταν σε ομάδες και έστηναν τα πρώτα «ντέρμπι» σε Βασκικό έδαφος. Φυσικά και οι ντόπιοι άρχισαν δειλά-δειλά να γίνονται θεατές αυτού του πρωτόγνωρου θεάματος, με αρκετούς, πιο τολμηρούς, να προσπαθούν -ανεπιτυχώς είναι η αλήθεια- να πάρουν μέρος στο παιχνίδι. Η πρώτη μάλιστα καταγεγραμμένη ποδοσφαιρική αναμέτρηση, σε εφημερίδα της εποχής, είναι αυτή ανάμεσα σε μια ομάδα πλούσιων Βάσκων φοιτητών, που είχαν επιστρέψει απ’ το Κέιμπριζ, και σε μια ομάδα Βρετανών εργατών. Το παιχνίδι έλαβε χώρα στην περιοχή Λαμιάκο, του Μπιλμπάο, και οι «ξένοι» εργάτες επικράτησαν των φοιτητών με διαφορά 5 τερμάτων. Το ακριβές σκορ δεν το μάθαμε ποτέ, μιας και οι τοπικές φυλλάδες είχαν σταθεί «στην διαφορά των 5 γκολ» με αρκετούς ντόπιους, που είχαν την τύχη να ζήσουν αυτή την αναμέτρηση, να δηλώνουν πως αυτό έγινε επειδή οι ντόπιοι φοιτητές δεν είχαν σκοράρει κανένα τέρμα και οι εφημερίδες δεν ήθελαν να γράψουν αυτό το «ντροπιαστικό 5-0». Φυσικά και την αλήθεια δεν την μάθαμε ποτέ. Και ούτε πρόκειται.

Ήταν Μάιος του 1894 άλλωστε, και ουδείς περίμενε πως το ποδόσφαιρο θα εξελιχθεί σε αυτό που είναι στις μέρες μας, με την πλειοψηφία να μην το παίρνει και τόσο σοβαρά, πιστεύοντας μάλιστα πως θα καταλαγιάσει αυτή η εφήμερη «τρέλα». Εις μάτην, μιας και τέσσερα χρόνια αργότερα, μερικοί φοιτητές από αυτούς που είχαν πάρει μέρος σε εκείνη την αναμέτρηση, θα ιδρύσουν την Αθλέτικ Μπιλμπάο και θα χαρίσουν -άθελά τους- ένα νέο πάθος σε χιλιάδες Βάσκους της περιοχής. 16 χρόνια αργότερα, ένας κοντοπίθαρος, και αδύνατος νεαρός, θα φορέσει για πρώτη φορά την φανέλα της Αθλέτικ. Το όνομά του, Ραφαέλ Μορένο Αρανθάρντι.

Ο Αρανθάρντι γεννήθηκε το 1892 στο Μπιλμπάο και είχε το προνόμιο να είναι ο γιος του δημάρχου της πόλης και ανεψιός του σπουδαίου Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, σπουδαίου ποιητή, συγγραφέα και φιλόσοφου της εποχής. Ο Αρανθάρντι βέβαια, από πολύ μικρός, δεν έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για το διάβασμα και προτιμούσε να περνά τον ελεύθερο χρόνο του στα μέρη που σύχναζαν και έπαιζαν ποδόσφαιρο οι Βρετανοί εργάτες της περιοχής. Πολύ γρήγορα μάλιστα, ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο μαζί τους, προσπαθώντας να ξεπατικώσει τις περίτεχνες ενέργειές τους. Τότε ήταν που του κόλλησαν και το παρατσούκλι που τον ακολούθησε όλα τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο. Το ύψος του (που μετά βίας έφτανε το 1.50), σε συνδυασμό με το πολύ αδύνατο σώμα του, και την εξαιρετική του τεχνική, ήταν αυτά που έκαναν τους συμπαίκτες του να τον ονομάσουν «Πιτσίτσι» που σημαίνει «μικρή πάπια». Φέρτε στο μυαλό σας τον Ραχίμ Στέρλινγκ να τρέχει με τη φανέλα της Σίτι και ίσως είναι ακόμα πιο εύκολο να καταλάβετε το ποδοσφαιρικό στυλ του. Eγώ, κάπως έτσι τον φαντάζομαι να τρέχει, ζαλίζοντας τους αντιπάλους του.

Ο Πιτσίτσι, για την ιστορία, ήταν ο πρώτος σπουδαίος σούπερ σταρ, ολόκληρου του Ισπανικού ποδοσφαίρου, με εκατοντάδες ανθρώπους να τον ακολουθούν όπου κι αν έπαιζε ποδόσφαιρο. Με τον καιρό έγινε ακόμα πιο γνωστός, και αγαπητός, λόγω και της λευκής μπαντάνας που φορούσε στο κεφάλι, όταν έπαιζε ποδόσφαιρο. Σύμφωνα με φίλους και συμπαίκτες, αυτή η κίνηση, ήταν ένα δείγμα σεβασμού ως προς αυτούς που του δίδαξαν το άθλημα που αγάπησε. Το ποδόσφαιρο. Πολλοί εργάτες της εποχής, άλλωστε, δούλευαν φορώντας μπαντάνες, στο κεφάλι, για να προστατεύουν -τι άλλο;- τα μαλλιά τους. Υπάρχει βέβαια ακόμα μία εκδοχή που λέει πως ο Πιτσίτσι την φορούσε επειδή έκανε πολλές κεφαλιές και έτσι προστάτευε -όσο αυτό ήταν δυνατό- το δικό του κεφάλι, μειώνοντας τον πόνο από τις σκληρές -και βαριές- μπάλες της εποχής. Το παράδοξο είναι πως αν και υπερβολικά κοντός είχε σκοράρει πολλά γκολ με φοβερές κεφαλιές.

Σε μια περίοδο που δεν υπήρχε πρωτάθλημα Ισπανίας (μιλάμε άλλωστε για την δεκαετία 1910-1920) ο Πιτσίτσι κατάφερε να γίνει ο κορυφαίος παίκτης, και σκόρερ της εποχής, μέσα απ’ το Κύπελλο Ισπανίας και τα διάφορα ανεπίσημα τουρνουά -και πρωταθλήματα- που έπαιρνε μέρος η Αθλέτικ Μπιλμπάο, φορτώνοντας τα δίχτυα των αντιπάλων με ένα σωρό τέρματα σπάνιας ομορφιάς και ζαλίζοντας τους αμυντικούς της εποχής με τις απίστευτες ντρίμπλες που έκανε. Την δεκαετία που έπαιξε ποδόσφαιρο κατάφερε να κερδίσει το Κύπελλο Ισπανίας 4 φορές (σε 6 συμμετοχές σε Τελικό). Ήταν μάλιστα ο πρώτος παίκτης που σκόραρε χατ-τρικ σε Τελικό Κόπα Ντελ Ρέι (το 1915) με μόλις 5 παίκτες να έχουν καταφέρει κάτι παρόμοιο από τότε. Σκόραρε -σχεδόν- τόσα γκολ όσες και οι συμμετοχές του, κατακτώντας μάλιστα και το ασημένιο μετάλλιο με την Ισπανία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920, σε μια διεθνή καριέρα που είχε κρατήσει δύο εβδομάδες, έχοντας 1 γκολ σε 5 συμμετοχές. Δύο χρόνια αργότερα, και ενώ έχει αποφασίσει στα 29 του να ακολουθήσει καριέρα διαιτητή, η ζωή του θα κοπεί απότομα όταν θα προσβληθεί από τύφο βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρη την Ισπανία που είχε χάσει τον πρώτο της μεγάλο σούπερ σταρ από τον χώρο του ομαδικού αθλητισμού.

Στο Μπιλμπάο εννοείται πως υπάρχει δρόμος με το όνομά του και άγαλμα στο Σαν Μαμές, που λειτουργεί και ως τόπος «προσκυνήματος» για όλους τους «πιστούς ποδοσφαιρόφιλους» που επισκέπτονται το ιστορικό γήπεδο για να δουν ένα παιχνίδι της Αθλέτικ. Το 1953 η Ισπανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία θα δώσει το όνομά του -ως δείγμα υψίστης τιμής- στο βραβείο του πρώτου σκόρερ των δύο μεγάλων κατηγοριών αν και όλες οι παραπάνω τιμές δεν φτάνουν, με τίποτα, την επόμενη που θα διαβάσετε παρακάτω και που φυσικά δείχνει, με τον καλύτερο τρόπο, την επιρροή που είχε ο σπουδαίος παίκτης στις Τέχνες και τον Πολιτισμό μιας χώρας με σπουδαία κουλτούρα, αλλά και πόσο σημαντικός ήταν ο Πιτσίτσι για την εξέλιξη του ποδοσφαίρου της Ισπανίας. Ας δούμε όμως τι έγραψε ο  Φιλ Μπολ στο βιβλίο του «Morbo» για την φωτογραφία που υπάρχει στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου. Του έργου Τέχνης δηλαδή που απεικονίζει τον Πιτσίτσι και τον έρωτά του με φόντο πάντα το ποδόσφαιρο.

«Ο Πιτσίτσι είναι μια σπουδαία μορφή τόσο διάσημη, όσο ένας κορυφαίος ταυρομάχος. Ο θρήνος του ποιητή Φεντερικο Γκαρθία Λόρκα για τον Ιγνάθιο Σάντσεζ Μεχίας, που σκοτώθηκε τη δεκαετία του ’20 «Las Cinco de la tarde» (Στις 5 το απόγευμα), έκανε τεράστια αίσθηση και θεωρείται δικαίως ένα απ’ τα σπουδαιότερα ποιήματα της Ισπανίας. Ό,τι είναι δηλαδή για τη συνεισφορά των σπορ στην Τέχνη ο πίνακας του Βάσκου καλλιτέχνη Αουρέλιο Αρτέτα με τίτλο «Πιτσίτσι», για τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή. Σε αυτό τον πίνακα ο Μορένο τεμπελιάζει, κάπως προκλητικά, και λίγο ανήσυχα, πάνω στον άσπρο φράχτη του παλιού εδάφους Γιολασέτα, με τον λαιμό του να γέρνει προς το (φωτεινό) αντικείμενο του πόθου του, τη μέλλουσα γυναίκα του. Η μακριά και λεπτή πλάτη της είναι απαλή και κυρτή με ιδιαίτερα αισθησιακό τρόπο και τα μάτια της αποκλίνουν διακριτικά απ’ τον καλλιτέχνη, σαν οι προθέσεις του διάσημου ποδοσφαιριστή να μη συμβαδίζουν με τους κανόνες συμπεριφοράς εκείνης της μακρινής εποχής, με το ραντεβού να μην έπρεπε να γίνει στο ημίχρονο. Πριν το Μουντιάλ του ΄98 ο Βάσκος μέσος της Αθλέτικ, Τζουλέν Γκερέρο (και αντικείμενο του πόθου για μεγάλη μερίδα του γυναικείου πληθυσμού της χώρας) φωτογραφήθηκε σε παρόμοια στάση με την κοπέλα του, με φόντο το μουσείο Γκουγκενχάιμ στη Νέα Υόρκη. Η αδεξιότητα του Γκερέρο έδωσε ακόμα μεγαλύτερη αξία στο αυθεντικό».

Κάτι σαν του όνομα του βραβείου για τον πρώτο σκόρερ. Όσα σπουδαία ονόματα κι αν το κατέκτησαν, δεν γίνεται να φτάσουν τον Πιτσίτσι -όχι για καθαρά ποδοσφαιρικούς λόγους- αλλά επειδή ο Πιτσίτσι ήταν ο πρώτος σούπερ σταρ ποδοσφαιριστής σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο ήταν όντως κάτι μοναδικό, αληθινό, και αμόλυντο σαν την νοοτροπία που -ευτυχώς- κουβαλά ακόμα μαζί της η Αθλέτικ Μπιλμπάο και παίκτες όπως ο Πιτσίτσι -και η ιστορία τους- θα μας τη θυμίζουν. Τον περασμένο Σεπτέμβρη μάλιστα ανέβηκε σε κεντρικό Θέατρο στο Μπιλμπάο μιούζικαλ με τη ζωή του σπουδαίου ποδοσφαιριστή, φέρνοντας τις νέες γενιές (ποδοσφαιρόφιλων και θεατρόφιλων) σε πρώτη επαφή με τη ζωή του. Έγραψα άλλωστε και πιο πάνω για την κληρονομιά που άφησε στον πολιτισμό της χώρας.

To κείμενο γράφτηκε (για ακόμη μία φορά) υπό τους ήχους του Gustavo Santaolalla.

Το πρωτάθλημα των τριών μαέστρων και η χαρά του επιθετικού παιχνιδιού

  [2 Σχόλια]

Έφτασε, και πάλι, η εποχή που από τα χείλη πολλών φίλων (;) του ποδοσφαίρου ακούγεται η φράση που είναι χειρότερη κι από ταινία δράσης με τον Βιν Ντίζελ. Αυτό το εκνευριστικά ρηχό: «Έλα μωρέ τώρα, ποιος Γκουαρδιόλα», από ανθρώπους που βλέπουν το ποδόσφαιρο ως μια μπάλα που πηγαινοέρχεται πάνω κάτω, ανάμεσα σε τέσσερις γραμμές, προσπαθώντας να σφηνωθεί, με κάθε τρόπο, στα δίχτυα. Για τους υπόλοιπους, μόλις τελείωσε ο φανταστικός πρώτος γύρος της Πρέμιερ Λιγκ. Η Λίβερπουλ είναι στην κορυφή, με +7 από την Σίτι, και η Τότεναμ, του Ποτσετίνο, συνεχίζει να μας εκπλήσσει ευχάριστα (και εμένα προσωπικά να με εκθέτει μιας και δεν περίμενα την εξαιρετική της πορεία). Ας μη γελιόμαστε. Η Τότεναμ κάνει -και αυτή- πορεία πρωταθλητισμού, βρίσκεται εντός και των τεσσάρων στόχων της (όπως και η Σίτι), παρουσιάζει όμορφο ποδόσφαιρο, δίχως να έχει ενισχυθεί καθόλου το καλοκαίρι και δίχως να αγωνίζεται στο γήπεδό της. Ακούγεται υπέροχο και είναι υπέροχο.

Η Σίτι μέχρι και τη νίκη της Λίβερπουλ επί της Έβερτον, με το γκολ του Οριτζί στις καθυστερήσεις, με την μπάλα να ζωντανεύει και να παίζει βόλεϊ στο δοκάρι, άγγιζε τους «μαγικούς» περσινούς της αριθμούς, δίχως τον εγκέφαλό της και κορυφαίο της παίκτη, τον Κέβιν Ντε Μπρούινε. Από τότε, αν και συνεχίζει να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, οι αριθμοί της έχουν πέσει αισθητά, κάτι που μεταφράζει και την πεσμένη της αποτελεσματικότητα, σε άμυνα και επίθεση, χάνοντας βαθμούς. Η κατοχή βρίσκεται στο 63.9% από το 65.3%. Τα ποσοστά επιτυχίας στις πάσες είναι στο 89.1%, από το 90.1%. Η ομάδα έχει τρεις λιγότερες τελικές, σε κάθε αναμέτρηση, και δέχεται μια παραπάνω καθαρή ευκαιρία για τέρμα. Όλα αυτά δείχνουν την πτώση της και τις τρεις ήττες που έκανε, τον τελευταίο καιρό, έτσι ώστε να δει το +2, από την Λίβερπουλ, να μετατρέπεται σε -7. Βέβαια σε όλα αυτά θα πρέπει να μπει στην εξίσωση ο απίστευτος πρώτος γύρος της ομάδας του Κλοπ, που συνεχίζει αήττητη, όπως και ο παράγων – τύχη. Αυτό το τελευταίο θα παίζει άλλωστε πάντα σημαντικό ρόλο στον ομαδικό αθλητισμό.

Για παράδειγμα: Στο Στάμφορντ Μπριτζ, η Σίτι, στο ‘α ημίχρονο ήταν καταπληκτική, και με βάση τους αριθμούς της θα έπρεπε να βρίσκεται στο 45’ μπροστά στο σκορ ακόμα και με 3-1. Το τελικό αποτέλεσμα όμως βρήκε νικητές τους «μπλε», με 2-0, σε ένα αποτέλεσμα που δεν μπορούσε να εξηγηθεί εύκολα με την «ποδοσφαιρική λογική». Στις δύο κολλητές ήττες, από Κρίσταλ Πάλας και Λέστερ, είχαμε την τύχη (ο Πεπ την ατυχία) να δούμε δύο γκολ σπάνιας ομορφιάς να μπαίνουν στα δίχτυα του Έντερσον. Το τέρμα του Τάουνσεντ, και το τέρμα του Ρικάρντο Περέιρα, λογικά, θα βρίσκονται στα κορυφαία της σεζόν, μιας και είναι γκολ που -ακόμα και στην Πρέμιερ Λιγκ- δεν τα βλέπουμε πλέον πολύ συχνά, και φυσικά δεν ήρθαν από καμία οργανωμένη επίθεση. Βέβαια αυτό το απρόβλεπτο είναι και ένα μέρος της μαγείας του ποδοσφαίρου, αλλιώς θα μιλούσαμε -και θα γράφαμε- για σκάκι.

Αυτό που θέλω να πω, και για να μην μπερδευόμαστε, είναι πως η Σίτι συνεχίζει -και φέτος- να κάνει πορεία πρωταθλητισμού και να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, άσχετα με την βαθμολογική της θέση, στην παρούσα φάση. Με μια μεγάλη όμως διαφορά, σε σχέση με την περσινή της, εξωπραγματική, σεζόν. Στην δύσκολη περίοδο των φετινών γιορτών κάνει την «κοιλιά» που δεν έκανε σε κανένα σημείο της περσινής σεζόν, με τον Γκουαρδιόλα να έχει να διαχειριστεί πολλούς τραυματισμούς και το φυσιολογικό (;) ντεφορμάρισμα αρκετών βασικών παικτών. Απ’ την άλλη, η μοναδική «μεγάλη γκέλα» της ομάδας -για μένα- είναι η ήττα απ’ την Πάλας, στο Έτιχαντ. Αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Μια ήττα στο Λέστερ και μια ήττα στο Στάμφορντ Μπριτζ δεν νομίζω να θεωρούνται γκέλες στο επίπεδο της Πρέμιερ Λιγκ. Δεν έχει υπογράψει κανένας, όσο σπουδαίος και να είναι, συμβόλαιο με τη νίκη και ούτε μια ήττα μειώνει την αξία του και την δουλειά του. Ας μην ψάχνουμε την εξαίρεση για να βγάλουμε άκυρο τον κανόνα. Το ματς-κλειδί για τους «πολίτες» θα είναι αυτό με την Λίβερπουλ στο Έτιχαντ. Αν εκεί η διαφορά δεν μειωθεί ή -ακόμα χειρότερα- μεγαλώσει, τότε θα έχουν αρχίσει τα πραγματικά δύσκολα για τον Καταλανό και την ομάδα του. Χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να μειώνει την άρτια δουλειά του.

Η Σίτι με τον Ντε Μπρουίνε να μπαίνει σιγά- σιγά στην ομάδα, φτάνοντας στο 100%, μετά τον τραυματισμό του, και φυσικά με τις επιστροφές των Μεντί και Φερναντίνιο θα αρχίσει να βρίσκει και πάλι τον πραγματικό της εαυτό. Βέβαια θα πρέπει να έχει μαζί της και το συστατικό που χρειάζονται όλες οι ομάδες για να πετύχουν τους στόχους τους. Αυτό που φέτος -ως ώρας τουλάχιστον- δείχνει να έχει αφήσει την γαλάζια πλευρά του Μάντσεστερ. Όπως άλλωστε έχει γράψει και ο Γάλλος συγγραφέας Σταντάλ «Η τύχη σ’ αρπάζει απ’ τα μαλλιά, αλλά η ίδια είναι φαλακρή».  Ίσως έτσι εξηγείται και η φετινή γκαντεμιά του Πεπ Γκουαρδιόλα. Ν’ αφήσει πάντως μαλλιά ο Γκουαρδιόλα, δεν γίνεται. Να αρχίσει και πάλι ένα μεγάλο νικηφόρο σερί η Σίτι, γίνεται.

Η Τότεναμ είναι η μεγάλη αποκάλυψη της φετινής σεζόν. Συνεχίζει μάλιστα να κάνει πορεία πρωταθλητισμού έχοντας ρίξει, λίγο είναι η αλήθεια, τους αριθμούς της. Η κατοχή μπάλας, στη μέση του πρώτου γύρου, ήταν στο 57.4%. Πλέον βρίσκεται στο 55%. Έχει το ίδιο ποσοστό επιτυχίας στις πάσες (στο 82%). Δημιουργεί δύο λιγότερες τελικές ευκαιρίες και δέχεται τον ίδιο αριθμό σουτ προς την εστία της (12), σκοράροντας όμως 2.2 γκολ ανά παιχνίδι. Καθόλου άσχημα για μια ομάδα που είναι ακριβώς ίδια με πέρσι, με τον προπονητή της να έχει να διαχειριστεί την κούραση -και την φόρμα- πολλών βασικών παικτών που πρωταγωνίστησαν και στο Μουντιάλ, έχοντας μεγάλους αντιπάλους δύο ομάδες που θεωρούνται -και είναι- ανάμεσα στις κορυφαίες του πλανήτη φέτος. Την Σίτι και τη Λίβερπουλ.

Αν υπάρχει ένας σημαντικός παράγοντας -εκτός φυσικά του σπουδαίου Ποτσετίνο που κάνει «παπάδες»- αυτός δεν είναι άλλος από τον Νοτιοκορεάτη μεσοεπιθετικό Σον Χιούνγκ-Μιν. Ένας παίκτη που στην αρχή της σεζόν άφησε το Λονδίνο για να αγωνιστεί με την εθνική της χώρας του, γνωρίζοντας πως αν δεν κέρδιζε το χρυσό μετάλλιο, θα έπρεπε να αφήσει το ποδόσφαιρο για να παρουσιαστεί για δύο χρόνια στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας, βάζοντας ουσιαστικά τέλος στην επαγγελματική του καριέρα. Ευτυχώς για όλους μας, τα κατάφερε, και συνεχίζει να παίζει ποδόσφαιρο στο κορυφαίο επίπεδο.

Ο Σον μετράει στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ 9 εμφανίσεις, έχοντας σκοράρει 7 τέρματα σε 832 λεπτά, φτάνοντας το δικό του ranking στο φοβερό 7.30, για το αγγλικό πρωτάθλημα. Για την ιστορία, στο τελευταίο παιχνίδι κόντρα στην Μπόρνμουθ, στη νίκη των Σπερς με 5-0, ο Σον είδε το προσωπικό του ranking να αγγίζει -σχεδόν- το τέλειο, με 9.90 μονάδες. Ο Σον είναι για τη φετινή Τότεναμ, ο άνθρωπος που κάνει τη διαφορά (απ΄τον Κέιν βλέπουμε αυτά που περιμέναμε) στο επιθετικό της κομμάτι και την ανεβάζει ακόμα ένα επίπεδο, με την ενέργεια και την ποιότητά του. Ο γλυκός σοφιστικέ «δολοφόνος» που σε ξεγελάει με το όμορφο παρουσιαστικό του και στην φέρνει εκεί που δεν το περιμένεις. Αν είχατε την τύχη να απολαύσετε το αριστούργημα του Λι Τσάνγκ-Ντονγκ «Burning» (προσοχή ακολουθούν spoilers), και είστε φίλοι της Τότεναμ, (ή έστω της Πρέμιερ Λιγκ) δεν γίνεται να μην είδατε στο πρόσωπο του Μπεν (τον υποδύεται εξαιρετικά ο Στίβεν Γέουν του The Walking Dead), τα «δολοφονικά» ένστικτα που βλέπει κάθε ποδοσφαιρόφιλος στο χαμογελαστό και γεμάτο  ποδοσφαιρική «υγεία» πρόσωπο του Σον, κάθε αγωνιστική, στα γήπεδα της Αγγλίας.

Αν μπορεί να καταφέρει η Τότεναμ την υπέρβαση; Όπου υπέρβαση βάλτε δίπλα το πρωτάθλημα, θεωρώ πως όχι. Όσο και αν διαθέτει ένα φανταστικό προπονητή και ένα ρόστερ γεμάτο νιάτα, ταλέντο, φρεσκάδα και δίψα για τίτλους που δείχνει να ρολάρει επικίνδυνα. Απ’ την άλλη, τρομάζω στην ιδέα, να δούμε του χρόνου τον Ποτσετίνο να περνά το κατώφλι του Όλντ Τράφορντ, φέρνοντας μαζί του και 2-3 παίκτες απ’ τους Σπερς. Όχι γιατί δεν θέλω να δω την Γιουνάιτεντ να πρωταγωνιστεί ξανά, τουναντίον, αλλά επειδή ίσως δούμε το καλύτερο πρωτάθλημα όλων των εποχών, με τρεις ομάδες που θα παίζουν όμορφο ποδόσφαιρο, να μονομαχούν μέχρι τέλους για τον τίτλο. Υπάρχει κάποιος αληθινός φίλος του ποδοσφαίρου που δεν θα το ήθελε αυτό; Δεν το νομίζω.

Για το τέλος άφησα την Λίβερπουλ. Την πρώτη Λίβερπουλ. Μια Λίβερπουλ που πλέον είναι στο 100% ομάδα του Κλοπ, με ένα ξεκάθαρο δικό του πλάνο, με παίκτες καθαρά δικές του επιλογές και με μια φιλοσοφία που με βρίσκει απολύτως σύμφωνο και την λατρεύω. Στη μέση του ‘α γύρου έγραφα πως η Λίβερπουλ θα πρέπει να βελτιωθεί, να ανοίξει το rotation απ’ τον Κλοπ, να μπει στην εξίσωση ο Σακίρι (και οι υπόλοιποι νέοι παίκτες), να βρει ξανά τον καλό του εαυτό ο Σαλάχ και φυσικά να συνεχίσει να έχει μαζί της την «Θεά Τύχη». Μια τύχη που της έχει γυρίσει την πλάτη τόσες και τόσες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, για να κάνει την υπέρβαση. Όπου υπέρβαση, βάλτε τη λέξη «πρωτάθλημα». 11 αγωνιστικές μετά από εκείνο το κείμενο, όλα τα παραπάνω, τα βλέπουμε πλέον ξεκάθαρα. H Λίβερπουλ έχει ανεβάσει την κατοχή της στο 57.5% απ’ το 54.2%. Έχει δύο τελικές παραπάνω και σκοράρει 2.2 τέρματα ανά αγώνα, έχοντας την ίδια επιτυχία στις πάσες (στο 85%). Από τα 15 γκολ της 8ης αγωνιστικής έχει φτάσει στα 43 στην 19η, έχοντας δεχθεί μόνο 7 τέρματα, την ίδια ώρα που η Σίτι έχει δεχθεί 15 και η Τότεναμ 18. Επίσης συνεχίζει την σταθερή της παρουσία στο αμυντικό της κομμάτι, δεχόμενη 8.1 σουτ ανά αγώνα και έχοντας δύο λιγότερα τάκλιν και τρία λιγότερα κλεψίματα από τους πρώτους 8 αγώνες της σεζόν, έχοντας καλύτερη αμυντική λειτουργία.

Η Λίβερπουλ μετρά 15 περισσότερους βαθμούς, σε αυτό το χρονικό σημείο, σε σχέση με πέρσι, κάτι που φαντάζει αρκετά λογικό -αν και υπερβολικό- μιας και πέρσι, τέτοια εποχή, δεν είχε ούτε Φαν Ντάικ, ούτε Φαμπίνιο, ούτε Κεϊτά, ούτε τον (φετινό) Ρόμπερτσον, ούτε φυσικά το «πολυεργαλείο» που ακούει στο όνομα Σακίρι και που μπορεί να συμπληρώνει και να καλύπτει όλα τα κενά, όλων των παικτών, σε όλες τις θέσεις της επίθεσης. Δεξιά, αριστερά, στην κορυφή, στον άξονα. Κι αυτή είναι ακόμα μια μεγάλη τακτική νίκη του Κλοπ. Ο Γερμανός ήξερε πως με την τριάδα των βασικών (Σαλάχ, Μανέ, Φιρμίνο) ο παίκτης που θα έρχονταν από τον πάγκο θα έπρεπε να διαθέτει την απαιτούμενη ποιότητα για να καλύπτει και τους τρεις, χωρίς φυσικά να γκρινιάζει. Καλύτεροι παίκτες απ’ τον Ελβετό υπάρχουν πολλοί, καλύτεροι παίκτες στον ρόλο του μπαλαντέρ, που έχει ο Σακίρι στη Λίβερπουλ, όμως κανένας. Ο Κλοπ έχει καταφέρει κάτι το μοναδικό. Έχει καταφέρει να αμβλύνει τις όποιες «αντιθέσεις» ενός ρόστερ που δεν έχει τους τεράστιους αστέρες, ψάχνοντας -και βρίσκοντας- την απόλυτη ισορροπία ανάμεσά τους, σε όλες τις γραμμές.

Υπάρχει και κάτι που έθιξα στην αρχή, και φυσικά χρειάζεται πάντα, για να φτάσει κάποιος στην κορυφή – όσο καλός και να είναι. Την τύχη. Μια τύχη που η Λίβερπουλ την προκαλεί και φυσικά την έχει. Μια τύχη που δεν είχε στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις που άξιζε (και μπορούσε) να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Το 2009 και το 2014. Φυσικά και η τύχη του ενός έρχεται πάντα σε συνάρτηση με την ατυχία του άλλου. Όταν για παράδειγμα η Γιουνάιτεντ κέρδιζε 6 βαθμούς, απ’ το πουθενά, στις καθυστερήσεις, με τον Μακέντα (του ΠΑΟ) τη σεζόν 2008-2009, η Λίβερπουλ έμενε στο 0-0 εντός, με Στόουκ και Φούλαμ, δημιουργώντας ένα σωρό ευκαιρίες. Σε μια σεζόν που η Λίβερπουλ είχε κερδίσει την Γιουνάιτεντ και την Τσέλσι, εντός και εκτός, και είχε χάσει το πρωτάθλημα έχοντας μόνο δύο ήττες σε ολόκληρη τη σεζόν, όντας η μοναδική ομάδα που έχει καταφέρει κάτι τέτοιο. Φέτος και η τύχη δείχνει να αλλάζει. Η Λίβερπουλ θα μπορούσε πολύ εύκολα να έχει -8 βαθμούς απ’ τα παιχνίδια με Έβερτον, Σίτι και Τσέλσι, που δεν ήταν καλύτερη, με τους δύο απ΄αυτούς να έχουν πάει στη Σίτι. Έχουν υπάρξει άλλωστε πολλές «τυχερές» και «άτυχες» στιγμές σε αρκετές απ’ τις μεγάλες σεζόν της Πρέμιερ Λιγκ. Στο τρεμπλ της Γιουνάιτεντ το ’99, στο αήττητο της Άρσεναλ το 2004, στο πρωτάθλημα της Γιουνάιτεντ το ’09, στο πρωτάθλημα της Σίτι το ’12 και το ’14. Και πιστέψτε με, έχουμε να δούμε πολλά ακόμα στον β’ γύρο της φετινής Πρέμιερ Λιγκ, μιας και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Γι’ αυτό ας χαρούμε τη μάχη τριών κορυφαίων ομάδων και τριών κορυφαίων προπονητών. Είμαστε πολύ τυχεροί που τους ζούμε μαζί, στο ίδιο πρωτάθλημα, να παλεύουν για τον τίτλο.

Ινδικό ποδόσφαιρο: ψάχνοντας το ταλέντο, την ισότητα και την ελευθερία

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν μέρες του 2013 όταν έσκασε η είδηση μιας νέας ποδοσφαιρικής λίγκας. Όχι στην Βραζιλία, την Αργεντινή, τις ΗΠΑ ή σε κάποια Ευρωπαϊκή χώρα, αλλά στην Ινδία. Η IMG-Reliance Industries και η Star India, σε συνεργασία με την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας, βγήκαν μπροστά και χρηματοδότησαν τη νέα αυτή κλειστή λίγκα που αποτελούνταν από 8 ομάδες (πλέον είναι 10), με μοναδικό σκοπό -όπως είπαν- να διαδώσουν το άθλημα του ποδοσφαίρου σε μια χώρα που -στην πλειοψηφία της- το αγνοεί παντελώς. Σύμφωνα με έρευνα εκείνης της περιόδου, στην Ινδία υπήρχαν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι, όλων των ηλικιών, που δεν ήξεραν (ή δεν είχαν ακούσει ποτέ) ονόματα παικτών όπως του Μέσι και του Ρονάλντο. Φυσικά και ο ισχυρός άνδρας της ΦΙΦΑ, Σεπ Μπλάτερ, είχε βοηθήσει στο όλο εγχείρημα, όχι επειδή είχε ενδιαφερθεί στο να μάθουν οι Ινδοί το ποδόσφαιρο, αλλά επειδή έβλεπε πολλά δισεκατομμύρια να εισρέουν, στις τσέπες του, από μια τεράστια «παρθένα» αγορά, που είχε, έχει, και φυσικά θα έχει πάντα, το άθλημα του κρίκετ ως «θρησκεία». Το Eurosport ανέλαβε τα τηλεοπτικά δικαιώματα και άρχισε να βάζει αυτό το νέο προϊόν στα σπίτια των Ευρωπαίων κάθε Σαββατοκύριακο. Στην αρχή με επιτυχία.

Είναι αλήθεια ότι το ποδόσφαιρο στην Ινδία δεν είναι καθόλου διαδεδομένο. Δεν είναι επίσης τυχαίο πως σπανίως βλέπουμε ποδοσφαιριστές με καταγωγή απ’ την Ινδία να βρίσκονται σε ομάδες μεγάλων πρωταθλημάτων, κάτι που γίνεται ακόμα πιο περίεργο αν αναλογιστούμε πως μιλάμε για μια χώρα που βρέθηκε υποταγμένη σε μια χώρα που λατρεύει το ποδόσφαιρο, την Βρετανία, για πολλά χρόνια. Τα πρώτα χρόνια μάλιστα που το ποδόσφαιρο ξεκίνησε να υπάρχει ως άθλημα. Ακόμα πιο περίεργο είναι πως στην Ινδία υπάρχουν ομάδες πιο παλιές ακόμα κι από ιστορικά κλαμπ της Ευρώπης όπως είναι η Λίβερπουλ, η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ Μαδρίτης. Το 1947 η Βρετανική Ινδία έφτανε μέχρι το Πακιστάν, με την Βεγγάλη να έχει χωριστεί στα δύο. Μετά την ανεξαρτησία, ένας τεράστιος όγκος προσφύγων άφησε το ανατολικό Πακιστάν (μετέπειτα Μπαγκλαντές) και βρέθηκε στην Νότια Βεγγάλη. Ήταν τόσοι πολλοί που η τοπική οικονομία δεν μπόρεσε με τίποτα να τους απορροφήσει και να τους βοηθήσει.

Όπως ήταν φυσικό, η οικονομία της περιοχής κατέρρευσε και χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να σταθούν στα πόδια τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Ο μεγαλύτερος όγκος Ινδουιστών είχε μείνει στο ανατολικό Πακιστάν. Στην Βεγγάλη δημιουργήθηκε, μετά από όλες αυτές τις κοινωνικές ανακατατάξεις, και η μεγαλύτερη κόντρα του Ινδικού ποδοσφαίρου, ανάμεσα στην Ανατολική Βεγγάλη και την Μοχούν Μπαγκάν, που ιδρύθηκε από αριστοκρατικές οικογένειες Βεγγαλών της Βόρειας Καλκούτας το 1889. Δύο ομάδες που υπάρχουν για πάνω από 120 χρόνια, έχουν κερδίσει πάνω από 170 τρόπαια (με όλες τις άλλες ομάδες να μετρούν περίπου 40) και θεωρούνται οι δύο πιο επιτυχημένες ομάδες στην Ινδία με την κόντρα τους να αγγίζει επίπεδα μίσους. Οι δύο αυτές ομάδες δεν αγωνίζονται στην Ινδική Σούπερ Λίγκα.

«Η κόντρα ανάμεσα στις δύο ομάδες ξεκίνησε μετά την ανεξαρτησία» σύμφωνα με τον Σιρανζίτ Οτζίχα, έναν εκ των σπουδαιότερων αθλητικογράφων της χώρας, σε μια περίοδο που η χώρα κέρδισε την «ελευθερία» της στηριζόμενη στις διδαχές του Γκάντι περί επανάστασης άνευ βίας. Η δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν μια πολύ καλή περίοδος για το ποδόσφαιρο της χώρας. Η Ανατολική Βεγγάλη γιγαντώθηκε ποδοσφαιρικά και έφτασε να πάρει μέρος ακόμα και σε διεθνή τουρνουά με ομάδες της Σοβιετικής Ένωσης. Η επιτυχία μάλιστα ήταν τόσο μεγάλη που η εθνική της χώρας κέρδισε ομάδες όπως η Βόρεια Κορέα, η Ταϊλάνδη και το Ιράν. Η Ινδία μάλιστα είχε προσκληθεί να πάρει μέρος στο Μουντιάλ του 1950 αλλά δεν είχε δεχθεί μιας και η πλειοψηφία των παικτών δεν ήθελε να αγωνιστεί φορώντας παπούτσια. Μετά από συζητήσεις -και όπως ήταν λογικό- η ΦΙΦΑ δεν δέχθηκε το αίτημα και ακύρωσε την συμμετοχή. Μια συμμετοχή που ίσως να είχε καταφέρει να αλλάξει το ποδόσφαιρο της χώρας -εννοείται- προς το καλύτερο. Για την ιστορία, η Ανατολική Βεγγάλη είναι η πρώτη -και μοναδική- ομάδα της χώρας που έχει κερδίσει το διεθνές τουρνουά Asian Club Championship, το 2003. Για να καταλάβουμε καλύτερα την κόντρα ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες αξίζει να αναφέρω τα γεγονότα του IFA Shield το μακρινό 1975.

Η Ανατολική Βεγγάλη ήταν ανίκητη σε ντέρμπι για 6 σερί χρόνια και έφτασε να διεκδικεί το τρόπαιο στον τελικό με την Μοχούν Μπαγκάν. Η Ανατολική Βεγγάλη θα παρουσιάσει εξαιρετικό ποδόσφαιρο, και στον τελικό θα διασύρει την μεγάλη της αντίπαλο με 5-0. Ένας απ’ τους φανατικότερους οπαδούς των ηττημένων, ο Ουμακάντο Παλοντχί, μη μπορώντας να αντέξει και να διαχειριστεί αυτή την ήττα, θα δώσει τέλος στη ζωή του, αφήνοντας ένα ανατριχιαστικό σημείωμα, δείχνοντας με τον χειρότερο τρόπο τον φανατισμό που μπορεί να προκαλέσει ένα τόσο όμορφο σπορ (ένα παιχνίδι) όπως είναι το ποδόσφαιρο. «Δεν μπορώ να αντέξω αυτή την ήττα και αυτή την ντροπή. Ελπίζω στην επόμενή μου ζωή να επιστρέψω ως παίκτης της ομάδας, που αποτελεί το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου, και να μπορέσω να πάρω εκδίκηση γι’ αυτή την ντροπιαστική μας ήττα. Μια ήττα από αυτούς που μισώ». Η κόντρα και το μίσος ανάμεσα στις δύο ομάδες παραμένει ακόμα και στις μέρες μας και μάλιστα σε ντέρμπι το 2012, οι οπαδοί της Μοχούν Μπαγκάν είχαν δημιουργήσει σοβαρά επεισόδια πετώντας τούβλα προς τους αντίπαλους οπαδούς και παίκτες. Μάλιστα ένα από αυτά είχε τραυματίσει σοβαρά τον δικό τους παίκτη, Σιντ Ραχίμ Ναμπί, που είχε προσπαθήσει να τους ηρεμήσει.

Το μοντέρνο ποδόσφαιρο της Ινδίας δεν γίνεται να υπάρξει δίχως αυτή την κόντρα και δίχως αυτό το ντέρμπι μίσους. Μια κόντρα που είναι πολύ δύσκολο να συγκριθεί με οποιαδήποτε άλλη μιας και οι ρίζες της βρίσκονται στην πτώση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, την διαίρεση μιας αρχαίας φυλής, την κόντρα για την θρησκεία και όλα αυτά ξέροντας πως ό,τι και να συμβεί, αυτές οι δύο ομάδες, θα βρίσκονται στην σκιά του πιο δημοφιλούς σπορ της χώρας. Του κρίκετ. Αξίζει να σημειώσω πως η Δυτική Βεγγάλη κυβερνήθηκε για 34 χρόνια (1977-2011) απ’ την Καλκούτα και το Αριστερό Μέτωπο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ινδίας δηλαδή. Αυτή ήταν η μακροβιότερη δημοκρατικά εκλεγμένη κομμουνιστική κυβέρνηση στον κόσμο. Το 2011 το Αριστερό Μέτωπο έχασε τις εκλογές απ’ το συνέδριο Τριναμούλ. Παράλληλα ξεκίνησαν οι διώξεις πολλών Ινδών Κομμουνιστών, με αρκετούς από αυτούς να δέχονται ακόμα και δολοφονικές επιθέσεις. Φαινόμενα και γεγονότα που δεν διαβάζουμε γι’ αυτά στον Δυτικό (και «πολιτισμένο») κόσμο που ζούμε.

Αν υπάρχει κάποιος που κατάφερε να ενώσει -έστω και λίγο- όλους τους ανθρώπους που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο της Ινδίας αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον παλαίμαχο διεθνή ποδοσφαιριστή, Μπάτσουνγκ Μπουτία. Ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής τόσο για γι’ αυτά που έκανε εντός των αγωνιστικών χώρων αλλά και εκτός αυτών, δίνοντας σπουδαία μαθήματα ζωής. Ο Μπουτία είχε την τύχη να αγωνιστεί και στις δύο ομάδες που προανέφερα, ενώνοντας το φανατικό τους κοινό, όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Το σημαντικότερο όλων βέβαια είναι το γεγονός πως αγωνίστηκε στην Αγγλία με τα χρώματα της Μπέρι, δίνοντας όραμα και ελπίδα σε όλα τα νέα παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο στην Ινδία για να ακολουθήσουν τα όνειρά τους.

Ο σπουδαίος Ινδός αθλητικογράφος, Μπαρμπάγκ Σαρμάχ έγραψε πρόσφατα για τον Μπουτία: «Ακόμα και μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, συνέχισε να αποτελεί μια κυριαρχική φιγούρα για το ποδόσφαιρο της Ινδίας. Πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε λατρεύοντας τον. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα παιδιά ξεκίνησαν να κλωτσάνε μια μπάλα, βλέποντας τις επιτυχίες του. Το σημαντικότερο πράγμα που έκανε ήταν να εμπνεύσει ένα έθνος να ασχοληθεί πραγματικά με το ποδόσφαιρο. Το άλλο -και ακόμα πιο σημαντικό- ήταν να σπάσει τα δεσμά για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές και να ακολουθήσει μια ξεκάθαρα δική του διαδρομή, ανοίγοντας το δρόμο για ακόμα πιο σημαντικά πράγματα, δείχνοντας σε ολόκληρο τον πλανήτη πως υπάρχει ποδόσφαιρο και στην δική του χώρα».

Τον Μπουτία τον έφερε στη Μπέρι, στην Φούτμπολ Λιγκ, το ’99 ο Νιλ Γουόρνοκ, κάνοντας τον τον πρώτο Ινδό ποδοσφαιριστή που αγωνίστηκε στην Ευρώπη (και την Αγγλία) μετά τον σπουδαίο Μοχάμεντ Σαλίμ, πίσω στο μακρινό 1936. Γνωστός και ως «ο ξυπόλητος ποδοσφαιριστής». Ο Μπουτία ήταν για πολλά χρόνια το κεντρικό πρόσωπο της Nike και της Adidas, στην Ινδία, κερδίζοντας πολλά εκατομμύρια. Βέβαια η δόξα και τα χρήματα δεν μπόρεσαν ποτέ να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του, τις αξίες του και τα ιδανικά του, πιστεύοντας πάντα σε ένα καλύτερο κόσμο. Όπως είχε μάθει δηλαδή από τα παιδικά του χρόνια, ζώντας φτωχικά και κλωτσώντας φθαρμένες μπάλες στο χωριό του, στο Σικκίμ στα ανατολικά Ιμαλάια. Μια απ’ τις πιο σημαντικές στιγμές του θα είναι πάντα η άρνηση του να τρέξει με την Ολυμπιακή Φλόγα στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου το 2008, διαμαρτυρόμενος, και βάζοντας ασπίδα υπεράσπισης για την Ελευθερία του Θιβέτ. Βέβαια ο κόσμος του ποδοσφαίρου θα τον θυμάται πάντα ως τον άνθρωπο που άνοιξε τον δρόμο, και έσπασε τα στερεότυπα, για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές στο να κάνουν μια καριέρα στην Ευρώπη, παίρνοντας -επιτέλους- ίσες ευκαιρίες με όλους τους άλλους και αποβάλλοντας από πάνω τους αυτό τον «ποδοσφαιρικό ρατσισμό».

Θυμάμαι τον προπονητή της Λιντς, Τζορτζ Γκρέιαμ, να δηλώνει, εκείνη την περίοδο: «Η Λίβερπουλ μπορεί να έχει τον Μάικλ Όουεν αλλά και εμείς έχουμε τον Χάρπαλ Σινγκ» για τον 20χρόνο ταλαντούχο επιθετικό του, που τελικά δεν μπόρεσε να καθιερωθεί. Ήταν η εποχή που οι Ινδοί δεν έφταναν στην Αγγλία για να παίξουν κρίκετ, αλλά και ποδόσφαιρο. Tελικά ο Σινγκ δεν μπόρεσε να καθιερωθεί στα «παγώνια» και λίγο καιρό αργότερα, έγινε και αυτός παίκτης της Μπέρι, δίπλα στον μέντορά του. Ήταν μια εξαιρετική περίοδος για αρκετούς Ινδούς ποδοσφαιριστές, μιας και το αγγλικό ποδόσφαιρο έδωσε το πράσινο φως σε πολλούς να δοκιμαστούν, μπας και μπορέσουν να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. Ο Αιβάρ Ουντίν βρέθηκε στην Γουέστ Χαμ, ο Μάικλ Τσόπρα στην Νιούκαστλ, ο Αμρίτ Σίντμπου στην Ντέρμπι, ο Ναβίν Σαρόγια στην Μπρέντφορντ και ο Ραβίντρα Μαθάρου επίσης στη Λιντς. Όλα αυτά δεν λένε -σχεδόν- τίποτα στην μεγαλύτερη μερίδα των ποδοσφαιρόφιλων, και το ταλέντο όλων των παραπάνω  -για να είμαι ειλικρινής- δεν ήταν τόσο μεγάλο για να σταθούν στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ και της Τσάμπιονσιπ, αλλά στα μάτια εκατομμυρίων Ινδών ήταν μια μεγάλη νίκη. Μια νίκη ισότητας. Επιτέλους μπορούσαν και αυτοί να δοκιμαστούν σε ένα επαγγελματικό χώρο με πολλά φώτα. Ο τοίχος είχε πλέον γκρεμιστεί και η λέξη ευκαιρία υπήρχε πλέον στα στόματα όλων των παιδιών που κλωτσούσαν μια μπάλα κάπου στην Ινδία. Όπως δηλαδή συνέβαινε με τα περισσότερα μέρη αυτού εδώ του κόσμου. Επιτέλους το όραμα που είχε ο Μαχάτμα Γκάντι για την ισότητα και την ελευθερία, και μέσα απ’ το ποδόσφαιρο- αποκτούσε σάρκα και οστά, έστω και μετά από πολλά χρόνια.

Ο Γκάντι είχε βρεθεί ως ασκούμενος δικηγόρος στην Νότια Αφρική το 1893 σε μια περίοδο που το ποδόσφαιρο είχε αρχίσει να γίνεται ευρέως γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκεί ανακάλυψε την δύναμη αυτού του νέου σπορ και το πώς (και πόσο) μπορούσε να επιδράσει θετικά στις μάζες. Μέσω αυτού του υπέροχου σπορ, ο σπουδαίος Ινδός ακτιβιστής, επαναστάτης και πολιτικός κατάφερε να φέρει πολύ κοντά μια διχασμένη από τον ρατσισμό μερίδα του κόσμου. Λευκούς και μαύρους. Για την ιστορία ο Γκάντι είχε δημιουργήσει την πρώτη ερασιτεχνική ομάδα ποδοσφαίρου από μη-λευκούς. Μια νίκη κατά του ρατσισμού, πολύ πριν απογειωθεί η μάχη κατά του Απαρτχάιντ από τον Νέλσον Μαντέλα. Αν και όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, ήταν ένας κάκιστος παίκτης, όσες φορές τουλάχιστον είχε προσπαθήσει να παίξει, έβλεπε στο ποδόσφαιρο αυτό που οι περισσότεροι θεωρητικοί της εποχής αδυνατούσαν να δουν. Την δύναμη που αυτό είχε. Την επίδρασή του στην κοινωνία, φέρνοντας τους ανθρώπους κοντά, ασχέτως χρώματος, θρησκείας και κοινωνικού-οικονομικού επιπέδου του καθενός. Βοήθησε μάλιστα να στηθούν τρεις ομάδες, στο Ντούρμπαν, στην Πρετόρια και φυσικά στο Γιοχανεσμπουργκ διαδίδοντας ένα άθλημα που μπορεί να μην γνώριζε καλά, αλλά έβλεπε σε αυτό, όλα τα καλά που μπορούσε να προσφέρει στην κοινωνία.

Το ποδόσφαιρο μπορεί να προσφέρει ένα μέσο για κοινωνικό διάλογο, όταν κάποιος νιώθει να απειλείται κάθε μορφή -και έννοια- δημοκρατίας και ισότητας. Ο Γκάντι -μέσω και του ποδοσφαίρου- ήταν ο πρώτος άνθρωπος της πολιτικής που μπόρεσε να αναγνωρίσει τον σημαντικό ρόλο που μπορούσε να διαδραματίσει το ποδόσφαιρο. Ένα σημαντικό ρόλο στην δημιουργία της ηθικής των μαζών, προωθώντας πάνω απ’ όλα την ισότητα και την ομαδικότητα του πνεύματος των παικτών και κατ’ επέκταση των θεατών. Ο Γκάντι έβλεπε το ποδόσφαιρο ως ένα σπουδαίο λαϊκό φαινόμενο (όπως και είναι) με τεράστιες δυνατότητες στο να κάνει τον κόσμο καλύτερο, προσφέροντας σε όλους όσους ασχολούνται με αυτό, την πνευματική διαύγεια για να κατανοήσουν καλύτερα το γενικό ομαδικό πνεύμα της κοινωνίας, την αγάπη προς τον πλησίον και φυσικά την αίσθηση της αλληλεγγύης, πράγματα δηλαδή που χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι για να γίνονται ολοένα και καλύτεροι. Πράγματα που ευτυχώς για όλο τον κόσμο κατάφερε να μεταλαμπαδεύσει στην ανθρωπότητα και να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Πράγματα που δυστυχώς στις εποχές που ζούμε, αυτοί που ηγούνται του ποδοσφαίρου αλλά πάνω απ’ όλα αυτοί που ηγούνται των εθνών δεν μπορούν -ή δεν θέλουν- να κατανοήσουν, κάνοντας τον κόσμο καλύτερο.

Η νέα Αγγλία δεν θυμίζει Αγγλία

  [5 Σχόλια]

3 Ιουλίου 2018. Μόσχα. Ο Έρικ Ντάιερ θα σκοράρει στο 5ο (και τελευταίο) πέναλτι απέναντι στην Κολομβία. Θα γράψει το 3-4 και θα χαρίσει στην Αγγλία την πρόκριση για την τελική 8αδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αυτή ήταν η πρώτη νίκη για τα «λιοντάρια» σε νοκ-άουτ αναμέτρηση απ’ το 2006 και η πρώτη στην διαδικασία των πέναλτι, μετά από εκείνο το 4-2 επί των Ισπανών, στο Γιούρο της Αγγλίας, πριν 22 χρόνια. Πολλοί δεν είχαν ακούσει ξανά γι’ αυτή τη νίκη. Περισσότεροι ίσως θεωρούσαν πως δεν έγινε και ποτέ και πως ήταν απλά ένας «μύθος» των Άγγλων, βγαλμένος από σελίδες βιβλίου του Ρέι Μπράντμπερι, του Τζόρτζ Όργουελ ή του Άλντους Χάξλεϋ. Πως είναι δυνατόν να κέρδισε η Αγγλία σε διαδικασία πέναλτι; Οι Άγγλοι θα φτάσουν ως τον ημιτελικό γεμίζοντάς μας χαρά εμάς τους φίλους τους. Θα προηγηθούν με την γκολάρα του Τρίπιερ και θα αγγίξουν την παρουσία στον Τελικό, αλλά η Κροατία -και το γκολ του Μάντζουκιτς- στην παράταση, θα τους στερήσει την ολοκλήρωση (;) του «θαύματος». Ακόμα μία πίκρα. Γλυκιά πίκρα όμως αυτή τη φορά, αν καταλαβαίνεις κάποια σημαντικά πραγματάκια για το ποδόσφαιρο.

Η Αγγλία του Σάουθγκεϊτ δεν ήταν μια ομάδα που παρουσίασε εξαιρετικό ποδόσφαιρο στο τελευταίο Μουντιάλ. Όλοι το είδαμε αυτό. Σε πολλά σημεία των παιχνιδιών της μάλιστα, ίσως ήταν παραπάνω βαρετή από τα όρια της βαρεμάρας που επιτρέπουν σε κάποιον -που δεν είναι και φίλος της- να μην κλείσει την τηλεόραση, για να ξεχυθεί σε κάποια παραλία. Η Αγγλία ήταν όμως ώριμη. Ήταν επιτέλους σοβαρή. Με παίκτες, και προπονητικό τιμ, γεμάτο από ρεαλιστές. Άνθρωποι που γνώριζαν -και γνωρίζουν- τις δυνάμεις τους. Η Αγγλία διαθέτει -επιτέλους- και παίκτες με σπάνιο ταλέντο, σε όλες τις θέσεις, και είναι ολοφάνερο πως γίνεται εξαιρετική δουλειά, σε όλα τα επίπεδα. Δεν ήταν όμως έτοιμη για να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και ίσως είχε ξεπεράσει και το ταβάνι της φτάνοντας ως τον ημιτελικό. Αν έπρεπε να βάλω σε όλα αυτά μια επικεφαλίδα αυτή θα ήταν: «Η Αγγλία δεν θυμίζει Αγγλία».

18 Νοεμβρίου 2018. Λονδίνο. Η Αγγλία υποδέχεται την φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου Κροατία, στο Γουέμπλεϊ, και θέλει μόνο νίκη για να βρεθεί στα τελικά του Nations League, στα γήπεδα της Πορτογαλίας, τον ερχόμενο Ιούνιο. Έχει προηγηθεί το σπουδαίο διπλό επί των Ισπανών με 2-3. Ένα διπλό μετά από 21 ολόκληρα χρόνια από εκείνο το 2-4, στο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, με τα «όργια» και τα 4 γκολ του σπουδαίου Γκάρι Λίνεκερ. Στα σημαντικά της πρόσφατης αναμέτρησης είναι ότι η Αγγλία, αν και ήταν πολύ καλύτερη των Κροατών και δέχτηκε πρώτη γκολ (στο 57′) κόντρα στην ροή του αγώνα (υπέροχο ποδοσφαιρικό κλισέ αυτό), δεν «πελάγωσε», όπως δηλαδή μας είχε συνηθίσει τόσα χρόνια, και με προσήλωση στο πλάνο της, χειρουργική ηρεμία και σωστές επιλογές, κατάφερε πρώτα να ισοφαρίσει με τον Λίνγκαρντ (στο 78′) και τελικά να πάρει το «χρυσό τρίποντο» με τον σεσημασμένο Χάρι Κέιν λίγο πριν συμπληρωθεί το 90λέπτο. Πριν την περίοδο Σάουθγκεϊτ, ας μην γελιόμαστε, ένα τέτοιο παιχνίδι θα είχε λήξει με ένα ωραιότατο 0-2 υπέρ των Κροατών και τώρα οι Άγγλοι θα έψαχναν -για ακόμη μία φορά- τι έφταιξε για αυτό το νέο «ναυάγιο». Αυτή φυσικά είναι η μεγαλύτερη «νίκη» της νέας Αγγλίας. Στα δικά μου τουλάχιστον μάτια.

Όσοι παρακολουθούν φανατικά αγγλικό ποδόσφαιρο και τα παιχνίδια της εθνικής ομάδας, δεν είναι δυνατόν να μην έχουν πάρει χαμπάρι την σπουδαία δουλειά που γίνεται στους κορυφαίους συλλόγους και φυσικά το ταλέντο που υπάρχει σε τεράστιο βαθμό στο Νησί τα δύο τελευταία χρόνια. Δεν είναι τυχαίο πως το 2017 η Αγγλία κατέκτησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-20, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-17 και φυσικά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα U-19. Δεν είναι επίσης διόλου τυχαίο ότι παίκτες όπως ο Φιλ Φόντεν (της Σίτι) και ο Τζέιντον Σάντσο (της Ντόρτμουντ), μέλη εκείνης της U-17, έχουν σημαντικό ρόλο στις σπουδαίες ομάδες που αγωνίζονται. Ο δεύτερος μάλιστα λογίζεται ως κανονικό μέλος πλέον και της εθνικής Ανδρών, μόλις στα 18 του χρόνια, με όλο το μέλλον να του ανήκει. Όλο το μέλλον ανήκει φυσικά και στον Φόντεν. Το λέει άλλωστε και ο Γκουαρδιόλα και μπροστά στο Πεπ εγώ προτιμώ να μείνω σιωπηλός. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον μέσο της Μπόρνμουθ, Λίουις Κουκ, μέλος της Αγγλίας U-20, που έχει ήδη κάνει το ντεμπούτο του με τους ανδρες και έχει παίξει πολλά παιχνίδια για τα «κεράσια» τα δύο τελευταία χρόνια.

Οι σπουδαίοι προπονητές που βρίσκονται στις κορυφαίες ομάδες της Πρέμιερ Λιγκ έχουν αλλάξει τον Άγγλο ποδοσφαιριστή προς το καλύτερο, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος τόσο στην τεχνική όσο και στην τακτική, αλλάζοντας ουσιαστικά την έννοια που είχε ο περισσότερος κόσμος για τον «Άγγλο παίκτη» μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία.  Φυσικά και ο Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ, ως έξυπνος άνθρωπος που είναι, συνεχίζει από αυτό το σημείο κάνοντας, με σταθερά βήματα, και την Αγγλία μια πραγματικά δυνατή και μοντέρνα ομάδα. Εννοείται πως οι Άγγλοι θα πρέπει να ευχαριστούν γι’ αυτό το γεγονός προπονητές όπως ο Γκουαρδιόλα, ο Κλοπ και φυσικά ο Ποτσετίνο, που έχουν αλλάξει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το dna του  Άγγλου ποδοσφαιριστή και όλοι εμείς οι φίλοι της Αγγλίας μπορούμε να κυκλοφορούμε με το κεφάλι ψηλά γεμάτοι περηφάνια.

Τον περασμένο Γενάρη έγραφα πως η Αγγλία θα πρέπει να πατήσει (όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο) πάνω στο στυλ της Σίτι του Γκουαρδιόλα, και στο παιχνίδι με τους Κροάτες -τηρουμένων πάντα των αναλογιών- είδα να συμβαίνει αυτό για πρώτη φορά τόσο καλά. Ο Σάουθγκεϊτ, αφήνοντας την τριάδα στην άμυνα, παρέταξε την Αγγλία με 4-1-2-3 έχοντας τον Μπάρκλεϊ ως εσωτερικό μέσο με τον Ντελφ δίπλα του. Με τετράδα στην άμυνα, και τους Ράσφορντ και Στέρλινγκ στα «φτερά» της επίθεσης έχοντας τον Κέιν στην κορυφή αυτής. Η Αγγλία είχε την κατοχή μπάλας με 62%. Εξαιρετικό ποσοστό επιτυχίας στις πάσες με 86%. 16 επιτυχημένες ντρίμπλες (με μόλις 5 των Κροατών), 17 σουτ με τα 8 εντός της εστίας (με τους Κροάτες να έχουν μόλις 3) και φυσικά 10 φάσεις για γκολ από στημένες φάσεις. Κάτι που είχαμε γράψει εν μέσω Μουντιάλ για την δουλειά των Άγγλων σε αυτό τον τομέα. 

Το σημαντικότερο όλων φυσικά δεν είναι άλλο από τις λίγες επιτυχημένες πάσες των Κροατών στο αμυντικό κομμάτι των Άγγλων και φυσικά το γεγονός πως οι φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν απείλησαν σχεδόν καθόλου από στημένες φάσεις τα «λιοντάρια». Όλα τα παραπάνω φυσικά και δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο πως η Αγγλία είναι εμφανώς βελτιωμένη από το καλοκαίρι και αυτό το κάνει παίρνοντας πλέον και σπουδαία αποτελέσματα απέναντι σε κορυφαίες ομάδες όπως είναι η Ισπανία και η Κροατία. Η ουσία άλλωστε είναι οι νίκες. Όταν βέβαια συνδυάζονται και με καλό ποδόσφαιρο τότε αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Εκτός κι αν είσαι ο Ζοσέ ο Μουρίνιο.

Θυμάμαι τον σπουδαίο Αρίγκο Σάκι να λέει για τον Στίβεν Τζέραρντ: «Είναι ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, κάνει πολλές δουλειές στο γήπεδο, έχει ταλέντο και ηγετικά χαρίσματα αλλά δεν ξέρει να παίξει ποδόσφαιρο». Αυτή ήταν σίγουρα μια άκρως καυστική ατάκα για τον λατρεμένο πρώην αρχηγό των «κόκκινων» που έδειχνε όμως, με τον καλύτερο τρόπο, αυτό που δεν είχαν οι κορυφαίοι Άγγλοι παίκτες σε τόσο μεγάλο βαθμό που να τους επιτρέπει την υπέρβαση σε επίπεδο εθνικής. Την ηρεμία στο παιχνίδι τους. Την καθαρή σκέψη. Την πραγματική γνώση της τακτικής. Αυτό που έβλεπες δηλαδή σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σε παίκτες από την Ιταλία, την Ισπανία και φυσικά την Γερμανία. Σε παίκτες που μπορεί να μην είχαν μεγαλύτερο ταλέντο και περισσότερες δυνάμεις από τους Άγγλους αλλά κατάφερναν πάντα να δείχνουν καλύτεροί τους. Και συνήθως να τους κερδίζουν. Έστω και στα πέναλτι.

Αυτό δείχνει να αλλάζει τα τελευταία χρόνια ακόμα και σε παίκτες λάτρεις της ντρίμπλας και του απρόβλεπτου, όπως είναι ο Ράσφορντ, ο Στέρλινγκ, ο Ντέλε Άλι και φυσικά σε ποιοτικούς αμυντικούς (που θα το κάνουν και το τσαλιμάκι) όπως ο Τζον Στόουνς, ο Τζο Γκόμεζ και φυσικά ο Κάιλ Γουόκερ και ο Μπεν Τσίλγουελ. Σε αυτό φυσικά και έχουν τεράστιο μερίδιο ευθύνης οι κορυφαίοι (και σύγχρονοι) ξένοι προπονητές που έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια τα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ. «Ξαναμαθαίνω ποδόσφαιρο δίπλα στον Πεπ» δήλωσε πολύ πρόσφατα ο Στέρλινγκ και αυτό είναι κάτι που είναι ολοφάνερο στο γήπεδο αν βλέπεις τακτικά τα παιχνίδια της Σίτι. Ο Σάουθγκεϊτ εννοείται πως δεν ανήκει σε αυτό το κορυφαίο επίπεδο, στην ελίτ δηλαδή που ανήκει ο Πεπ και ο Κλοπ, αλλά είναι ένας σύγχρονος προπονητής, με γνώση, που δείχνει να ακολουθεί αυτό το μονοπάτι, όσο μπορεί, φτιάχνοντας σιγά-σιγά μια νέα, ελκυστική εθνική Αγγλίας, με πολύ μέλλον και ταβάνι -μακάρι- την κορυφή.

O Στράμερ, η Τσέλσι και η γέννηση του London Calling

  [5 Σχόλια]

«Τα πραγματικά μ’ αηδιάζουν, και τα ιδανικά δεν τα βρίσκω». Αυτή είναι μια φράση από το αριστουργηματικό βιβλίο του Ανρί-Φρεντερίκ Αμιέλ, Journal Intime, που αν και είναι γραμμένο το 1896, αυτή του η φράση θα μπορούσε κάλλιστα να περιγράψει την κατάσταση που βίωνε η μικρομεσαία τάξη της Βρετανίας στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Τα μόνα πράγματα που έδειχναν να βρίσκονται σε ακμή, εκείνη την περίοδο, ήταν το ποδόσφαιρο (με τα σερί Κύπελλα Πρωταθλητριών από αγγλικούς συλλόγους) και φυσικά η μουσική. Απ’ την άλλη, η πλειοψηφία των ανθρώπων ζούσε κυριολεκτικά -και μεταφορικά- με τρύπιες τσέπες, ψάχνοντας χαμένα ιδανικά και μια αχτίδα φωτός για το μέλλον.

Οι Εργατικοί πάλευαν με όσες δυνάμεις τους είχαν απομείνει μπας και μπορέσουν να διατηρήσουν την πλειοψηφία του Τζέιμς Κάλαχαν στη Βουλή των κοινοτήτων, οι φυλετικές ταραχές είχαν αρχίσει να γίνονται ολοένα και πιο σκληρές, οι εκρήξεις της βίας των χούλιγκαν είχαν αρχίσει να γίνονται καθημερινό φαινόμενο, εντός και εκτός γηπέδων, και μέσα σε όλα αυτά – είχε ξεκινήσει να ακούγεται το πανκ (και το ροκ εν ρολ) τόσο σαν μουσικό είδος, αλλά ακόμα περισσότερο ως ένα κοινωνικό φαινόμενο που έβγαζε την γλώσσα προς κάθε μορφή απαρχαιωμένης συμπεριφοράς, κλείνοντας το μάτι πονηρά σε ολόκληρο το συντηρητικό Ηνωμένο Βασίλειο. Ακόμα και ο πιο αδαής μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί πως ήταν θέμα χρόνου να ανέβει στην εξουσία η Σιδερόφραχτη Ταξιαρχία των Συντηρητικών με την φιλόδοξη -και σκληρή- Μάργκαρετ Θάτσερ στο τιμόνι. Όπως και έγινε δηλαδή, πολύ σύντομα, στις 4 Μαΐου του 1979.

Την ίδια περίοδο μπάντες -και μουσικοί- όπως οι Dr Feelgood, o Έλβις Κοστέλο και φυσικά οι Sex Pistols και οι The Clash είχαν αρχίσει να ταρακουνούν για τα καλά τα μουσικά ύδατα τόσο της Βρετανίας όσο και των ΗΠΑ. Μάλιστα στην Αμερική είχαν γνωρίσει πολύ μεγαλύτερη επιτυχία μακριά απ’ τον συντηρητισμό των Βρετανών. Στο κείμενο που ήδη διαβάζετε θα ασχοληθώ με τους τελευταίους. Την μπάντα του σπουδαίου Τζο Στράμερ. Τους Clash, που βρίσκονταν ήδη στην Αμερική για περιοδεία, έχοντας κυκλοφορήσει τα δύο πρώτα τους άλμπουμ και έχοντας αναγκάσει τον Γκρέιλ Μάρκους, του περιοδικού Rolling Stone, να γράψει το κορυφαίο του κοπλιμέντο για αγγλική μπάντα μετά τους Stones και τους Beatles. «Το Give ‘Em Enough Rope είναι η απάντηση στο Let It Bleed» είχε γράψει ο Mάρκους, συγκρίνοντάς το δηλαδή με το αριστούργημα των Stones και βάζοντάς το στην ίδια πρόταση με τον δίσκο του Μικ του Κιθ και των λοιπών παλικαριών, που ήταν η απάντησή τους στο Let It Be των Beatles.

Tην ίδια πάνω-κάτω περίοδο που ο Κοστέλο έβαζε φωτιά στις μουσικές σκηνές του Τορόντο και οι Pistols ξεσήκωναν την ΝΥ και το Λας Βέγκας με την συμπεριφορά, τους πάνω αλλά και κάτω της σκηνής, το μουσικό όχημα των The Clash πραγματοποιούσε την δική του περιοδεία στις ΗΠΑ με τον «αιρετικό» τίτλο «Pearl Harbour Tour». Τελικά ο Στράμερ και η παρέα του δεν κέρδισαν όσο θα ήθελαν το Αμερικάνικο κοινό -όπως είχαν κάνει την ίδια περίοδο δηλαδή Βρετανοί ποδοσφαιριστές όπως ο Τζορτζ Μπεστ και ο Μπόμπι Μουρ- και θα επιστρέψουν στο Νησί τραγουδώντας, εν χορώ, το «I’ m So Bored with the USA», όχι που θα κάθονταν να σκάσουν. Θα νοικιάσουν ένα μικρό, διαλυμένο, στούντιο με το όνομα Βανίλα, πίσω από ένα συνεργείο αυτοκινήτων, στο Πίμλικο, στο κέντρο του Λονδίνου, και την περίοδο που η Νότιγχαμ Φόρεστ του Κλαφ κέρδιζε το πρώτο της Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα αυτοί θα γράψουν τα τραγούδια για το αριστούργημά τους «London Calling». Στα διαλείμματα από τις πρόβες και τις μεθυσμένες κουβέντες που έκαναν για ώρες, όλα τα μέλη της μπάντας, έβγαιναν στην μικρή αλάνα που υπήρχε πίσω από το στούντιο και έπαιζαν ποδόσφαιρο. Συνήθως με παιδιά αλλά και μεγαλύτερους που άραζαν εκεί. Όπως είχε παραδεχτεί ο ίδιος ο Mικ Τζόουνς (κιθαρίστας της μπάντας), πολλές φορές που δεν μαζεύονταν αρκετοί για να συμπληρώσουν ομάδες, ο ίδιος και ο Στράμερ πήγαιναν στα απέναντι σπίτια, χτυπούσαν τα κουδούνια, και ικέτευαν τους γονείς να αφήσουν τα παιδιά τους να κατέβουν και να παίξουν μαζί τους ένα ματσάκι.

Αυτό που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί είναι πως ο Στράμερ λάτρευε το ποδόσφαιρο, όπως κάθε σωστός Βρετανός που σέβεται τον εαυτό του, και ήταν μάλιστα φανατικός με την Τσέλσι. Επίσης, κάτι που δεν γνωρίζουν αρκετοί, είναι πως πήγαινε τακτικά στο Στάμφορντ Μπριτζ για να δει αγώνες των «μπλε» σε μια περίοδο που η Τσέλσι δεν ήταν το μεγαθήριο που είναι στις μέρες μας και έπαιζε μάλιστα για αρκετές σεζόν στην Β’ Κατηγορία. Ο Μικ Τζόουνς είχε παραδεχτεί σε συνέντευξή του στην Βρετανική τηλεόραση πριν πολλά πολλά, όταν είχε ερωτηθεί για την σχέση της μπάντας με το ποδόσφαιρο, πως ο Στράμερ είχε βάλει μια μικρή τηλεόραση στο «προβάδικο» και πολλές φορές μάλιστα έβλεπε ποδόσφαιρο ακόμα και όταν έπαιζαν ή έγραφαν μουσική. Μάλιστα μια φορά, σε κατάσταση μέθης, και αφού δεν μπορούσε να διαχειριστεί μια νίκη της μισητής για τον ίδιο Άρσεναλ, την είχε σπάσει χτυπώντας τη πολλές φορές με την κιθάρα του. Εντάξει όμως, αυτές είναι απλές καθημερινές στιγμές για αυθεντικούς Ροκ Σταρ.

Ο Στράμερ, o Τζόουνς και οι λοιποί The Clash,, όπως έγραψα και πιο πάνω, πήγαιναν συχνά στο γήπεδο της Τσέλσι. Μάλιστα τις περισσότερες φορές το «μπλε» παρεάκι το συμπλήρωνε και ο Πολ Κουκ, ντράμερ των Sex Pistols και τρελός και παλαβός με την Τσέλσι. «Μικρός μάζευα αυτόγραφα από τους σούπερ σταρ της εποχής. Για μένα δεν έχει μεγάλη διαφορά ο σταρ ποδοσφαιριστής από τον σταρ μουσικό. Άλλωστε όλοι οι νέοι πηγαίνουν σε Ροκ συναυλίες και στο γήπεδο κυρίως για να ξεφύγουν από την βαρετή καθημερινότητα και να εκφράσουν τον όποιο θυμό έχουν -αν έχουν- για τα διάφορα κοινωνικά θέματα που μαστίζουν την κάθε κοινωνία. Άσε που και στα δύο περνάς καλά» θα δηλώσει ο Στράμερ σε συνέντευξη εκείνης την εποχής, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο τι σήμαιναν γι’ αυτόν το ποδόσφαιρο και φυσικά η Ροκ/Πανκ (ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε τη) μουσική που έπαιζε η δική του μπάντα. Αν υπήρχε κάτι που τον χαλούσε στις κερκίδες του Στάμφορντ Μπριτζ της εποχής, αυτό δεν ήταν άλλο από τους ανεγκέφαλους χούλιγκαν και τα συχνά φαινόμενα ρατσιστικών επιθέσεων, κυρίως σε μαύρους παίκτες, και οπαδούς, αντιπάλων. Σκεφτείτε πως ο πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την φανέλα της Τσέλσι ήταν ο Πολ Κάνοβιλ το 1981 για να το καταλάβετε καλύτερα. Όπως έχουμε γράψει σε παλιότερα άρθρα, εκείνα τα χρόνια υπήρχε μεγάλος ρατσισμός στην κοινωνία -και κατ’ επέκταση- στα γήπεδα της Αγγλίας.

Αυτή ήταν μια κατάσταση που τελικά τον είχε ωθήσει για αρκετό καιρό να απουσιάζει από τις εξέδρες του Στάμφορντ Μπριτζ ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Για να φτάσουμε βέβαια εκεί, είχε προηγηθεί το πέσιμο από μια μερίδα οπαδών της Γουέστ Χαμ στον Στράμερ και την παρέα του, σε αυτή υπήρχαν και 2-3 μαύροι φίλοι του τραγουδιστή των The Clash, μετά από ντέρμπι ανάμεσα στις δύο ομάδες. «Θυμάμαι να τσακώνομαι στο Στάμφορντ Μπριτζ με διάφορους ρατσιστές οπαδούς για την ηλίθια συμπεριφορά τους απέναντι σε μαύρους παίκτες των αντιπάλων μας αλλά εκείνη η επίθεση από τους χούλιγκαν της Γουέστ Χαμ με μαχαίρια και σιδερογροθιές είχε ξεπεράσει κάθε όριο τυφλής οπαδικής βίας και ηλιθιότητας». Ήταν η ίδια περίοδος που η μπάντα υπέγραψε στην CBS, Ο Βίσιους πέθαινε από υπερβολική δόση ναρκωτικών και οι σκληροπυρηνικοί πάνκηδες θεωρούσαν πως «Το Πανκ Πέθανε». Οι The Clash θα μεταφερθούν στην περιοχή του Χάιμπουρι, στα υπερσύγχρονα στούντιο Wessex, και εκεί μεταξύ του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου του ’79 θα ηχογραφήσουν τον κορυφαίο τους δίσκο, και έναν εκ των σημαντικότερων, στην ιστορία της Ροκ μουσικής. Ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 14 Δεκεμβρίου, όχι με τον τίτλο που ήταν προορισμένος να κυκλοφορήσει (The New Testament δηλαδή) αλλά με τον τίτλο «London Calling», και αν και ήταν διπλός, μετά από απαίτηση της ίδιας της μπάντας, πουλιόταν στην τιμή των 5 λιρών.

Ο δίσκος είναι ένα κράμα των επιρροών όλων των μελών της μπάντας και σε αυτόν μπορείς να ακούσεις από κλασικά πανκ τραγούδια όπως τα Four Horsemen και Koka Kola, ρέγγε (γνωστή άλλωστε η αγάπη που έτρεφαν οι The Clash στην τζαμαϊκανή μουσική), όπως είναι το Guns Of Brixton, ska και rock n’ roll, όπως το Death or Glory μέχρι Jazz ρυθμούς (όχι λόγω του τίτλου) όπως είναι το δικό μου αγαπημένο Jimmy Jazz. Φυσικά πάνω απ’ όλα τα κομμάτια θα βρίσκεται για όσο θα υπάρχει ήχος το ομότιτλο τραγούδι, London Calling. «Το ροκ του μέλλοντος» όπως το είχαν χαρακτηρίσει οι κριτικοί της εποχής. Θρυλικό φυσικά -όσο ο ήχος του βινυλίου- και το εξώφυλλο του άλμπουμ, με τον μπασίστα Πολ Σίμονον να έχει απαθανατιστεί από την θρυλική φωτογράφο Πένι Σμιθ δευτερόλεπτα πριν διαλύσει το μπάσο του στο Παλάντιουμ της Νέας Υόρκης διαμαρτυρόμενος για την γενική ατμόσφαιρα εκείνης της συναυλίας. Για να κλείσω κάπου και το κείμενο και για να δείξω πόσο αυθεντική ήταν η μπάντα απλά να πω πώς ο ίδιος ο Στράμερ όταν είχε δει τον δίσκο να πωλείται σε γνωστό Λονδρέζικο δισκάδικο της εποχής στις 8 λίρες (και όχι στις 5 που είχε αποφασίσει η ίδια η μπάντα) είχε τσακωθεί ο ίδιος με τον ιδιοκτήτη, αναγκάζοντάς τον να αλλάξει την τιμή.

O Στράμερ άφησε αυτόν εδώ τον κόσμο, το 2002. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να δει την αγαπημένη του Τσέλσι να μεγαλώνει, στα χρόνια του Ρόμαν Αμπράμοβιτς, και να κατακτά όλους τους τίτλους που μπορούσε να κατακτήσει αλλά ευτυχώς για όλους εμάς η δική του «φλόγα» και η «φωτιά» που έκαιγε στα τραγούδια του θα μας ακολουθεί για πάντα. Αυθεντικός, αγωνιστής, αντεπαναστάτης με αιτία, ένας πραγματικός καλλιτέχνης και ένας απ΄τους πιο αυθεντικούς ροκάδες που έβγαλε ποτέ το Νησί. Ρομαντικός κι αληθινός όσο εκείνη η ερμηνεία του στο «Ι Hired a Contract Killer» του μετρ της αισιοδοξίας και λατρεμένου για μένα, Άκι Κουαρισμάκι. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε προλάβει να αρπάξει και ένα μικρό ρόλο στο Mystery Train του Τζιμ Τζάρμους. Σε εκείνο το φιλμ δηλαδή που συναντήσαμε και ένα απ’ τα πιο ωραία ζευγάρια που έχουμε δει ποτέ στον κινηματογράφο, τον Τζουν και την Μιτσούκο, που είχαν ταξιδέψει από την Ιαπωνία ως το Μέμφις επειδή πολύ απλά ο Τζουν ήταν τεράστιος λάτρης του ροκ ν’ ρολ και ήθελε να μοιάσει στον Καρλ Πέρκινς. Φυσικά και ο ρόλος του Στράμερ δεν ήταν καθόλου τυχαίος στη φοβερή ταινία του Τζάρμους, στην Μέκκα του Ροκ ν’ Ρολ.