11 χρόνια Σομπρέρο

  [5 Σχόλια]

Μια μέρα σαν αυτή, στα τέλη Αυγούστου του 2008, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το Sombrero, που αρκετοί ξέρουν ως Sobrero και κάποιοι ως «εκείνη η γραφική σελίδα που βγάζει από το μυαλό της κουλά, λατινοαμερικάνικα συστήματα διεξαγωγής πρωταθλήματος». Από τότε έχουν περάσει 11 χρόνια, σχεδόν μια ντουζίνα συντάκτες, περισσότερα από 4.000 κείμενα και μερικές δεκάδες χιλιάδες ποστ στα σόσιαλ μίντια και, παραδόξως, είμαστε ακόμα εδώ «κι αυτό το καλοκαίρι».

Το «εδώ» είναι βέβαια λίγο σχετικό μιας και έχουμε αλλάξει ήδη μια φορά στο παρελθόν ‘σπίτι’ ενώ ετοιμαζόμαστε πολύ σύντομα να μετακομίσουμε ξανά σε ένα πιο σύγχρονο σάιτ που θα έχει όλα τα κομφόρ ώστε να μπορείτε, επιτέλους, να μας διαβάζετε άνετα και από τα κινητά σας, όσο περιμένετε το ραντεβού σας, τη σειρά σας στην τράπεζα ή το μετρό (* κλείσιμο ματιού στους Θεσ/νικείς *).

Με την ευκαιρία, να ευχαριστήσουμε όλους αυτούς που καθημερινά μας προτείνουν νέα θέματα, αυτούς που σχολιάζουν στα ποστ μας και φροντίζουν να κρατάνε τη σελίδα καθαρή από μπινελίκια, αυτούς με τους οποίους έχουμε συνεργαστεί με οποιοδήποτε τρόπο όλα αυτά τα χρόνια, όλους εσάς που κάθεστε και διαβάζετε ακόμα και τα κείμενα μας για έναν εύσωμο αριστερό μπακ με αχρωματοψία από το Εκουαδόρ, τους γονείς μας, τους φίλους μας, τα σκυλιά μας, τους ντελιβεράδες μας και τον τύπο που ανακάλυψε το ποδόσφαιρο, και, μιας και πήραμε φόρα κι έχουμε την προσοχή σας, να ευχηθούμε παγκόσμια ειρήνη, περισσότερο σεξ και λιγότερα κόρνερ εκτελεσμένα με κοντινή πάσα.

Με αφορμή τα 11α αυτά γενέθλια μας, ψάξαμε και διαλέξαμε μια 11αδα κειμένων από όλα αυτά τα χρόνια. Μια 11αδα που αποτελείται από κείμενα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, που θέλουμε να ελπίζουμε ότι καλύπτουν όλα τα γούστα και όλες τις πτυχές του παιχνιδιού.

1. Φίλες και φίλοι, το Uruguayo 2018

2. Οκτώ μεγάλες αλήθειες για το 5×5

3. Κι αν τελικά δεν σου αρέσει πραγματικά το ποδόσφαιρο;

4. Ο λατρεμένος προπονητής του τοπικού πρωταθλήματος

5. Ιταλία-Δυτική Γερμανία: Το παιχνίδι του αιώνα

6. Χόρχε «Μάχικο» Γκονζάλες: ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς (αν δεν τον έπαιρνε ο ύπνος)

7. Τα 10+1 χαρτάκια της Πανίνι που δεν θα ανταλλάζαμε ποτέ

8. Όταν ο Καντονά κλώτσησε τον ρατσισμό

9. Sombrero Quiz: Πόσο γνώστης των Τελικών του Τσάμπιονς Λιγκ είσαι;

10. Το Football Manager μου έκλεψε τη ζωή

11. Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

Όταν η Γκρέμιο έπαιξε τρεις αγώνες σε μια μέρα

  [5 Σχόλια]

Αρχές 1994. Στην αίθουσα συνεδριάσεων της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της πολιτείας Ρίο Γκράντε ντο Σουλ δεν πέφτει καρφίτσα. Το βασικό θέμα συζήτησης έχει αποφασιστεί σε μια προηγούμενη συνεδρίαση: Οι ομάδες της 1ης κατηγορίας του Καμπεονάτο Γκαούτσο, του πρωταθλήματος της συγκεκριμένης πολιτείας δηλαδή, πρέπει να μειωθούν. Ο μεγάλος στόχος είναι η διοργάνωση του 1995 να έχει μόλις 14 ομάδες, αντί για τις 23 που συμμετέχουν στο τουρνουά του 1994.

Οι συζητήσεις κρατάνε ώρα, οι ιδέες που πέφτουν στο τραπέζι είναι πολλές και όλοι συμφωνούν πως πρέπει να βρεθεί μια δίκαιη διαδικασία ξεσκαρταρίσματος, μιας και οι ομάδες που θα υποβιβαστούν είναι πάρα πολλές. Σε κάποια ανύποπτη στιγμή, ακούγεται μια φωνή από το βάθος της αίθουσας: «Το πιο σωστό είναι να παίξουν όλοι με όλους, μέσα και έξω». Η πρόταση συνοδεύεται από επιφωνήματα επιδοκιμασίας. Όλοι με όλους. Λογικό, σωστό και απλό. Η λύση βρέθηκε, εύκολα και γρήγορα. Μόνο που πάντα υπάρχει ένα πνεύμα αντιλογίας. «Συγγνώμη ρε παιδιά αλλά αυτό που λέτε δεν γίνεται. Μιλάμε για 44 ματς για κάθε ομάδα. Και αρκετές από αυτές συμμετέχουν και σε πόσες άλλες διοργανώσεις φέτος. Πως θα προλάβουν; Δεν βγαίνει το πρόγραμμα».

Οι περισσότεροι σιωπούν. Η λήξη της συνεδρίασης αναβάλλεται προσωρινά. Ένας τύπος, από αυτούς τους μορφωμένους, «που έχουν βγάλει το σχολείο», βγαίνει μπροστά κρατώντας ένα χαρτί γεμάτο πράξεις ανώτερων μαθηματικών και ζητάει το λόγο επιτακτικά. «Συγγνώμη κύριοι αλλά γιατί δεν βγαίνει; Κάνω εδώ τους υπολογισμούς και δεν βλέπω κανένα πρόβλημα. Πόσες μέρες έχει ένας χρόνος;» «365» απαντάει κάποιος. «Τέλεια. Και πόσα περίπου παιχνίδια θα παίξει μια ομάδα που συμμετέχει σε όλες τις διοργανώσεις;» «Κάπου στα 90-100» απαντάει κάποιος άλλος. «Άψογα. Κάνω εδώ τις αφαιρέσεις και βλέπω ότι όχι μόνο προλαβαίνουν αλλά μας μένουν και πάρα πολλές κενές μέρες. Προσωπικά δεν βλέπω κανένα πρόβλημα». Ακολουθεί αποθέωση. Κάποιοι χειροκροτούν όρθιοι, κάποιοι άλλοι φωνάζουν «μπράβο». Η λογική υπερίσχυσε και πάλι, το πρόβλημα λύθηκε, το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1994 ξεκινάει θριαμβευτικά.

Η πρώτη σέντρα έγινε στις αρχές Μαρτίου. Τον πρώτο καιρό όλα κύλησαν ομαλά. Οι μεγάλες ομάδες της περιφέρειας, όπως η Γκρέμιο και η Ιντερνασιονάλ, προσάρμοσαν το ρόστερ τους ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει σε όλες τις διοργανώσεις (περιφερειακό πρωτάθλημα, εθνικό πρωτάθλημα, Κύπελλο Βραζιλίας, διοργανώσεις της CONMEBOL). Οι ομάδες δεν έδειχναν διάθεση να αγνοήσουν κανένα τίτλο. Εκείνα τα χρόνια τα περιφερειακά πρωταθλήματα με τα μαζεμένα τοπικά ντέρμπι αποτελούσαν συχνά μεγαλύτερο γεγονός κι από το εθνικό πρωτάθλημα της Βραζιλίας, το οποίο κρατούσε μόνο 4 μήνες.

Όταν όμως το καλοκαίρι έφυγε και τα πανηγύρια από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου από τη ‘σελεσάο’ κόπασαν (εννοείται φυσικά πως το πρωτάθλημα δεν διακόπηκε κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ των ΗΠΑ) άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια ανησυχίας. Οι ‘μεγάλοι’ του πρωταθλήματος άρχισαν να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του φοιτητή που χρωστάει πολλά μαθήματα από διαφορετικά εξάμηνα. Οι αγώνες των διαφορετικών διοργανώσεων άρχισαν να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον. Στην αρχή οι αναβολές ήταν εύκολες. Με τον καιρό τα περιθώρια άρχισαν να στενεύουν. Και κάπου εκεί στο φθινόπωρο σήμανε γενικός συναγερμός.

Η αίθουσα συνεδριάσεων γέμισε και πάλι. «Κάτι δεν πήγε καλά. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι αλλά το θέμα τώρα είναι ότι το πρωτάθλημα τελειώνει σε λίγους μήνες και κάποιες ομάδες έχουν να δώσουν ακόμα πάρα πολλούς αγώνες. Τι θα κάνουμε;» Η ομοσπονδία έπεσε ξανά σε περισυλλογή. Τότε ο γνωστός μορφωμένος τυπάς, με το μικρό μολύβι περασμένο στο αυτί, βγήκε και πάλι μπροστά. «Συγγνώμη κύριοι συνάδελφοι. Αλλά ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα μας; Δεν μας φτάνουν οι μέρες; Πόσες ώρες έχει κάθε μέρα;» «24» απάντησε κάποιος με σίγουρο ύφος. «Ωραία. Και πόσο διαρκεί ένα ματς;» «2 ώρες το πολύ» πρόσθεσε κάποιος άλλος. «Ακριβώς. Άρα με μερικές απλές πράξεις βλέπω ότι σε μια μέρα χωράνε πολλά παιχνίδια. Χρόνος υπάρχει άφθονος κύριοι, γιατί πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό;». Η επιστήμη είχε μιλήσει πάλι, τα νούμερα δεν γίνεται να κάνουν λάθος, το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1994 θα ολοκληρωνόταν κανονικά στην ώρα του.

Λίγες μέρες μετά από αυτή την αποθέωση του ορθολογισμού, ανακοινώθηκε το πρόγραμμα των τελευταίων αγωνιστικών. Για να καλυφθούν τα κενά κάποιες ομάδες έπρεπε να παίζουν κάθε μέρα κι έναν αγώνα, αρκετές φορές και σε διαφορετικές πόλεις. Κάποιες άλλες καλούνταν να παίξουν δυο αγώνες την ίδια μέρα. Και το αποκορύφωμα: Στις 11 Δεκεμβρίου η Γκρέμιο θα αντιμετώπιζε τρεις (3) αντιπάλους μέσα σε 6 ώρες!

Ακούγεται αδύνατο αλλά δεν είναι. H Γκρέμιο είχε μείνει ήδη πολύ πίσω στη μάχη του τίτλου, άρα τα παιχνίδια εκείνης της μέρας ήταν ουσιαστικά αδιάφορα γι’αυτήν, οπότε οι άνθρωποι της αποδέχτηκαν την πρόκληση με τη λογική «μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει». Ο, άγνωστος τότε, Λουίς Φελίπε Σκολάρι κλήθηκε να κατεβάσει τρεις διαφορετικές ομάδες σε μια μέρα. Η αρχή έγινε στις 2 το μεσημέρι. Αντίπαλος ήταν η Αϊμορέ. Μιας και το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά στη Βραζιλία και η θερμοκρασία είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς Κελσίου, στη μέση του πρώτου ημιχρόνου ο διαιτητής πήρε την περίεργη απόφαση να διακόψει το παιχνίδι για 3 λεπτά για να δροσιστούν οι παίκτες, μια ενέργεια που μπορεί να είναι συνηθισμένη πλέον αλλά τότε ήταν πρωτάκουστη. Η Γκρέμιο χρησιμοποίησε στο πρώτο αυτό ματς κυρίως πιτσιρικάδες και αναπληρωματικούς και ο αγώνας έληξε 0-0.

Την ώρα που οι δυο ενδεκάδες αποχωρούσαν, στον αγωνιστικό χώρο έμπαιναν 22 νέοι παίκτες. Στις 4 ήταν προγραμματισμένο το Γκρέμιο-Σάντα Κρουζ. Σ’αυτό το ματς ο Σκολάρι χρησιμοποίησε και αρκετούς βασικούς και αυτό είχε ως αποτέλεσμα το θέαμα να είναι πιο υποφερτό. Η Γκρέμιο κέρδισε με 4-3 χάρη σ’ένα γκολ που μπήκε στις καθυστερήσεις του αγώνα.

Λίγα λεπτά μετά το τέλος κι αυτού του παιχνιδιού, ακούστηκε το πρώτο σφύριγμα του τρίτου αγώνα. Αντίπαλος της Γκρέμιο ήταν αυτή τη φορά η Μπραζίλ ντε Πελότας. Η Μπραζίλ είχε φτάσει στο γήπεδο νωρίς το μεσημέρι αλλά είχε φάει πόρτα στα αποδυτήρια, καθώς δεν υπήρχε ελεύθερος χώρος για να αλλάξουν οι παίκτες της. Για να περάσει η ώρα, οι ποδοσφαιριστές της πήγαν και έκατσαν στις κερκίδες, απ’όπου και παρακολούθησαν το προηγούμενο παιχνίδι, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τα παγωτά που τους κέρασε ο προπονητής τους, Ερνέστο Γκουέδες.

Η Γκρέμιο κατάφερε να κερδίσει και αυτό το ματς, με 1-0, κλείνοντας αυτό το ποδοσφαιρικό φεστιβάλ με απολογισμό δυο νίκες και μια ισοπαλία. Για τις ανάγκες αυτής της περίεργης μέρας, ο Σκολάρι είχε καλέσει 42 παίκτες απ’όλες τις βαθμίδες του συλλόγου. Απ’αυτούς χρησιμοποίησε συνολικά 34 ποδοσφαιριστές. Τρεις εξ αυτών έπαιξαν σε ένα ματς βασικοί και σε ένα άλλο ως αλλαγή. Ανάμεσα τους και ο 18χρονος τότε Έμερσον, που στη συνέχεια της καριέρας του πέρασε από τη Ρεάλ, τη Γιουβέντους, τη Ρόμα και τη Μίλαν. Το ξεκίνημα του τρίτου παιχνιδιού καθυστέρησε λίγα λεπτά εξαιτίας του, καθώς έπρεπε να αλλάξει φανέλα, αφού από απροσεξία είχε ξεμείνει με αυτή που φορούσε στη δεύτερη αναμέτρηση. Όπως θυμάται ο ίδιος: «Χωρίς αμφιβολία ήταν μια πολύ ξεχωριστή μέρα και μια περίεργη εμπειρία. Οι ομιλίες πριν από κάθε αγώνα ήταν πάρα πολύ σύντομες γιατί ήταν τέλος της σεζόν, ο καιρός ήταν ζεστός και τα παιχνίδια δεν είχαν καμία σημασία για εμάς.» (Σε αντίθεση με τη Γκρέμιο, οι αντίπαλοι της είχαν βαθμολογικό ενδιαφέρον, αφού και οι τρεις ήταν κοντά στη ζώνη του υποβιβασμού.)

Το μαρτύριο των παικτών του Σκολάρι δεν τέλειωσε όμως εκεί. Δυο μέρες μετά χρειάστηκε να ταξιδέψουν στην Πελότας για να αντιμετωπίσουν την ομώνυμη ομάδα. Το πρωτάθλημα ολοκληρώθηκε στις 17 Δεκεμβρίου με τη Γκρέμιο να μετράει 11 αγώνες μόνο μέσα στον Δεκέμβρη και 95 συνολικά εκείνη τη χρονιά. Δεν ήταν όμως η μόνη. Το ίδιο βασανιστήριο πέρασαν κι άλλες ομάδες. Η Ζουβεντούδε, που τερμάτισε 2η, πέντε βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Ιντερνασιονάλ, έδωσε στο φινάλε της σεζόν 11 αγώνες σε 11 μέρες! Το ξεχωριστό κατόρθωμα της Γκρέμιο με τα τρία επίσημα παιχνίδια σε μια μέρα, της χάρισε μια θέση στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες ενώ το Καμπεονάτο Γκαούτσο εκείνης της χρονιάς έμεινε γνωστό ως «Το ατέλειωτο πρωτάθλημα».

[Encore]

(Οι αναγνώστες που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες και αυτοί που προέρχονται από δύσκολο 10ωρο στη δουλειά καλό είναι να αποχωρήσουν σ’αυτό το σημείο. Ας μείνουν μόνο οι μάχιμοι αναγνώστες, τα αρρωστάκια, οι Ι1 και Ι2 του Σομπρέρο, που διαβάζουν για «λατινοαμερικάνικο σύστημα διεξαγωγής» και αμέσως φτερουγίζει η καρδούλα τους.)

Κάποιος μπορεί σ’αυτό το σημείο να ρωτήσει: «Γιατί είπαμε έγιναν όλα αυτά;» Για να μειωθούν οι ομάδες της πρώτης κατηγορίας. «Και πως έγινε το πρωτάθλημα μετά;» Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Κλείστε τη μουσική, πιείτε μια καλή γουλιά αλκοόλ, πάρτε βαθιά ανάσα, συγκεντρωθείτε και ξεκινάμε. Κυρίες και κύριοι, αυτό είναι το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1995:

Η 1η κατηγορία αποτελείται από τις 14 ομάδες που επέζησαν από το μαρτύριο της προηγούμενης χρονιάς ενώ η 2η κατηγορία έχει 10 ομάδες. Το πρωτάθλημα ξεκινάει τον Φλεβάρη και όλοι παίζουν με όλους, μέσα και έξω. Μέχρι εδώ όλα απλά και ανθρώπινα. Μετά ξεκινάει το γλέντι. Οι 2 τελευταίοι της πρώτης κατηγορίας υποβιβάζονται αυτόματα στη 2η ενώ οι 6 πρώτοι προκρίνονται στην επόμενη φάση, εκεί που ουσιαστικά θα διεκδικήσουν και το πρωτάθλημα. Μια φάση που έχει το όνομα «Οκταγωνικός τελικός». Γιατί οκταγωνικός; Γιατί περιλαμβάνει 8 ομάδες. Μα πως είναι 8 ομάδες, αφού πέρασαν οι 6 πρώτοι; Μην προσπαθήσετε να προβλέψετε την απάντηση. Μάταιος κόπος. Δεν χωράει τόση φαντασία σε έναν μέσο ανθρώπινο εγκέφαλο.

Οι δυο τελευταίοι που συμπληρώνουν την οχτάδα που θα διεκδικήσει το πρωτάθλημα προέρχονται από τη 2η κατηγορία! (Επαναλαμβάνουμε την πρόταση γιατί σίγουρα θα προσπαθήσετε να την ξαναδιαβάσετε.) Οι δυο τελευταίοι που συμπληρώνουν την οχτάδα που θα διεκδικήσει το πρωτάθλημα προέρχονται από τη 2η κατηγορία! Πως προέκυψαν αυτοί οι δυο; Εννοείται πως όχι με τον κλασικό τρόπο «ήταν απλά οι 2 πρώτοι της βαθμολογίας». Οι 6 πρώτοι της 2ης κατηγορίας πέρασαν σε μια δεύτερη φάση. Εκεί, και την ώρα που οι τελευταίοι 4 έπαιζαν μεταξύ τους για το ποιοι θα υποβιβαστούν στην 3η κατηγορία, χωρίστηκαν σε δυο ομίλους των 3 ομάδων που έπαιξαν μεταξύ τους μέσα και έξω. Οι νικητές των 2 αυτών ομίλων δεν κέρδισαν απλά την άνοδο τους στην 1η κατηγορία αλλά αυτόματα μπήκαν στην τελική φάση για να διεκδικήσουν το πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς! Ανήκουστο; Ναι. Παράλογο; Ναι. Πτοήθηκε κανείς; Όχι.

Έτσι, στο τέλος της σεζόν οι 6 πρώτοι της 1ης κατηγορίας και οι 2 που προέκυψαν από τη 2η κατηγορία χωρίστηκαν ξανά σε δυο ομίλους, όπου όλοι έπαιξαν με όλους, μέσα και έξω. Οι 2 πρώτοι των ομίλων προχώρησαν στην επόμενη φάση, την επονομαζόμενη και ‘Τελική φάση’, εκεί που με διπλά παιχνίδια διεκδίκησαν μια θέση στον, επίσης διπλό, τελικό, τον οποίο για την ιστορία κέρδισε η Γκρέμιο, πιθανόν σαν ανταμοιβή για την ταλαιπωρία που πέρασε την προηγούμενη σεζόν.

Καταλήγοντας, και με μια προσεκτική ματιά των δεδομένων, παρατηρούμε ότι η Εσπορτίβο βρισκόταν την τελευταία αγωνιστική στην 6η θέση της 2ης κατηγορίας, μια μόλις θέση πάνω από τη ζώνη του υποβιβασμού. Με ένα λάθος αποτέλεσμα θα πάλευε στα μπαράζ για να μην πέσει στην 3η κατηγορία. Με ένα καλό αποτέλεσμα, βρέθηκε στα πλέι οφ ανόδου και από εκεί πέρασε άμεσα στην τελική φάση της 1ης κατηγορίας, όπου και διεκδίκησε το πρωτάθλημα (!), ένα μόλις μήνα μετά τη μέρα που βρισκόταν μια ανάσα απ’το να υποβιβαστεί στην 3η κατηγορία! Γιατί όπως είπε κάποτε εκείνος ο έξυπνος κυριούλης με τα ατίθασα άσπρα μαλλιά (όχι εσύ Πιερ): «Η λογική μπορεί να σε πάει από το Α στο Β. Η φαντασία σε πηγαίνει παντού».

Ο οπαδός που σκότωσε το ίνδαλμα του

  [7 Σχόλια]

Τον αποκάλεσαν «Τζόρτζ Μπεστ της Ιταλίας». Ήταν χαρισματικός, ζόρικος, αντισυμβατικός. Μπορούσε να ντριπλάρει τους καλύτερους αμυντικούς με την ίδια ευκολία που προκαλούσε τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής με τον τρόπο ζωής του. Σε μια περίοδο που στην Ιταλία κυριαρχούσε η ποδοσφαιρική πειθαρχία του Ελένιο Ερέρα ο Λουίτζι Μερόνι ήταν η διέξοδος όλων όσων επιζητούσαν κάτι διαφορετικό, κάτι πιο καλλιτεχνικό, αυθόρμητο και γεμάτο φαντασία. Όπως έγραψε κάποτε και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζιάνι Μπρέρα: «Ήταν το σύμβολο μιας κοινωνικής ελευθερίας σε μια χώρα γεμάτη επιτήδειους κομφορμιστές».

Ο «Τζίτζι» Μερόνι ξεκίνησε την καριέρα του από το Κόμο αλλά έκανε το όνομα του στη Τζένοα στις αρχές της δεκαετίας του 60′. Το ταλέντο του ξεχώριζε εύκολα και μετά από μόλις δυο σεζόν η Τορίνο έσπασε το ρεκόρ μεταγραφής για νεαρό παίκτη, δίνοντας γι’αυτόν 300 εκατομμύρια λιρέτες. Το ποσό ήταν τόσο μεγάλο που ο πρόεδρος της Τζένοα δεν μπορούσε να αρνηθεί αλλά ακόμα κι έτσι οι διαμαρτυρίες ήταν έντονες. Ο κόσμος της ομάδας λάτρευε το ‘7αρι’ του και θεώρησε προδοσία την αποδοχή της πρότασης. Παρόμοιες ενστάσεις είχε και ο προπονητής του, ο Αργεντινός Μπέντζαμιν Σάντος, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε διακοπές στην Ισπανία. Ο μύθος λέει ότι όταν έμαθε πως ο παίκτης του πουλήθηκε, μπήκε στο αμάξι του αποφασισμένος να γυρίσει επειγόντως στη Γένοβα για να παραιτηθεί αλλά εξαιτίας της νευρικότητας του, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και έπεσε πάνω σ’ένα δέντρο. Μέσα σε λίγες μέρες η Τζένοα έχασε και το μεγάλο της αστέρι και τον προπονητή της!

Στο Τορίνο η καριέρα και η φήμη του Μερόνι απογειώθηκαν. Οι κούρσες του στη δεξιά πλευρά ήταν κάτι σαν ατραξιόν όλου του πρωταθλήματος. Όταν έπαιρνε τη μπάλα οι θεατές ξεσηκωνόταν, ξέροντας ότι πιθανόν θα ακολουθήσει κάτι εντυπωσιακό. Αν και λόγω του στυλ του μάζευε τις κλωτσιές με το τσουβάλι, αρνιόταν να εκτελέσει τα κερδισμένα πέναλτι, αφού θεωρούσε πως ήταν ξενέρωτα και χωρίς καμία ομορφιά. Με θέση, νούμερο και στυλ ίδια με του Τζόρτζ Μπεστ οι συγκρίσεις δεν άργησαν να γίνουν. Οι ομοιότητες τους δεν σταματούσαν εντός των τεσσάρων γραμμών.

Ο τρόπος ζωής του Μερόνι σκανδάλιζε αρκετούς, ακόμα και εκτός ποδοσφαίρου. Το γεγονός ότι έμενε σε μια σοφίτα με την ερωμένη του, Κριστιάνα, η οποία όμως ήταν ακόμα παντρεμένη με έναν σκηνοθέτη (σύμφωνα με τα γκόσιπ της εποχής ο γάμος έγινε μετά από πιέσεις των γονιών της), ήταν για καιρό το αγαπημένο σκάνδαλο των ΜΜΕ της Ιταλίας ενώ αποτέλεσε και πρόβλημα μετά το θάνατο του, αφού η εκκλησία τον θεωρούσε «αμαρτωλό». Η άρνηση του στην προτροπή του ομοσπονδιακού τεχνικού Εντμόντο Φάμπρι να κόψει πιο κοντά τα μαλλιά του τον άφησε εκτός εθνικής για αρκετό καιρό αλλά οι εμφανίσεις του στο πρωτάθλημα ήταν τόσο εντυπωσιακές που ο Φάμπρι συμβιβάστηκε και τον πήρε τελικά μαζί του στο Μουντιάλ του 1966. Εκεί καταδέχτηκε να τον χρησιμοποιήσει μόνο στο ματς με τη Σοβιετική Ένωση, με αποτέλεσμα η Ιταλία να αποκλειστεί από τη Β. Κορέα, σε μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις όλων των εποχών που φυσικά οδήγησε και στην απόλυση του.

Όσα στερήθηκε η εθνική εν τη απουσία του τα γευόταν ο κόσμος της Τορίνο. Κάθε Κυριακή ο Μερόνι, με τα περίεργα μούσια του (όταν ξυρίστηκε έγινε ολόκληρο θέμα στις εφημερίδες) και τις κάλτσες πάντα κατεβασμένες χαμηλά, έδινε μια διαφορετική παράσταση στον αγωνιστικό χώρο και η λατρεία των φιλάθλων άγγιζε τα επίπεδα λατρείας που εισέπρατταν οι ροκ σταρς. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το μαλλί του ήταν επηρεασμένο από τους αγαπημένους του Beatles. Tα περισσότερα μουσικά ακούσματα του πάντως προερχόταν από τη τζαζ, ένα είδος που αγαπούσε ιδιαίτερα γιατί το θεωρούσε διαφορετικό και απελευθερωτικό. («Τζαζ σημαίνει ελευθερία. Αληθινή ελευθερία. Ελευθερία να εκφραστείς. Ελευθερία να εξερευνήσεις. Ελευθερία να βγάλεις τα εσώψυχα σου» όπως έχει πει και ο σπουδαίος Χέρμπι Χάνκοκ.) Εκτός από τη μουσική είχε αδυναμία στη λογοτεχνία, την ποίηση, τα περίεργα ρούχα και τη ζωγραφική, την οποία μάλιστα εξασκούσε τόσο συχνά που την αποκαλούσε «η κανονική μου δουλειά».

«What’s that?»
«I don’t know»
«When you don’t know what it is, it’s jazz!»
(The Legend of 1900)

Ανάμεσα στους χιλιάδες θαυμαστές του ήταν και ο Τζιάνι Ανιέλι, που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει από την εποχή που αγωνιζόταν στη Τζένοα. Η δεύτερη προσπάθεια του έγινε το καλοκαίρι του 1967. Ο Μερόνι είχε ήδη κλείσει τρία χρόνια στην πόλη και είχε πείσει τους πάντες για την αξία του. Σε μια από τις πιο γνωστές παραστάσεις του είχε οδηγήσει την Τορίνο με ένα υπέροχο γκολ, σε ένα σπουδαίο διπλό μέσα στο Σαν Σίρο επί της παντοδύναμης τότε Ίντερ, που είχε να χάσει εντός έδρας τρία ολόκληρα χρόνια! «Λένε ότι είμαι λίγο τρελός. Γι’αυτό υποθέτω πετυχαίνω και τέτοια γκολ. Κάνω τρελά πράγματα για να προκαλέσω τους αντιπάλους μου και να ξεσηκώσω το κοινό» δήλωσε μετά από εκείνο το ματς.

Το περιεχόμενο της πρότασης της Γιουβέντους δεν έγινε ποτέ επίσημα γνωστό. Οι δημοσιογράφοι μιλούσαν όμως για ένα ποσό που ξεπερνούσε τα 750 εκατομμύρια! Ο Ανιέλι στηριζόταν στο γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση της Τορίνο δεν ήταν καθόλου καλή. Οι αντιδράσεις όμως ήταν άμεσες και πολλές. Με το που ακούστηκε η πρώτη φήμη, οι οπαδοί της Τορίνο βγήκαν στους δρόμους ενώ τα τηλέφωνα στα γραφεία του συλλόγου δεν σταμάτησαν να χτυπάνε. Το μήνυμα τους ήταν απλό: «Μην τολμήσετε να δώσετε τον Μερόνι στη Γιουβέντους». Η κατάσταση είχε ξεφύγει τόσο που αρκετοί οπαδοί της Τορίνο που εργαζόταν στη FIAT του Ανιέλι, απείλησαν τους εργοδότες τους ότι θα κατέβαιναν σε απεργία αν προχωρούσε η μεταγραφή. Υπό την πίεση του κόσμου, οι δυο ομάδες έκαναν πίσω κι έτσι η νέα σεζόν ξεκίνησε με τον Μερόνι να φοράει ξανά τη φανέλα της Τορίνο. Όπως αποδείχτηκε αυτή θα ήταν και η τελευταία του.

Στις 15 Οκτωβρίου 1967 και λίγη ώρα μετά το τέλος του αγώνα με τη Σαμπντόρια, ο Τζίτζι Μερόνι δέχτηκε την πρόσκληση του συμπαίκτη του Φαμπρίτσιο Πολέτι να πάνε για ένα ποτό. Διασχίζοντας έναν κεντρικό δρόμο του Τορίνο στάθηκαν για λίγο στη μέση, περιμένοντας ένα κενό που θα τους επέτρεπε να περάσουν. Όταν ένα αμάξι από την απέναντι λωρίδα πέρασε ξυστά από τα πόδια τους, έκαναν ασυναίσθητα ένα βήμα προς τα πίσω για να το αποφύγουν. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή όμως από την αντίθετη πλευρά ερχόταν ένα 124 Fiat Coupe. Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά που ο οδηγός του δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η πρόσκρουση με το σώμα του Μερόνι δεν ήταν πολύ δυνατή αλλά ήταν αρκετή για να τον πετάξει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Εκεί τον πέτυχε ένα ακόμα διερχόμενο όχημα, που τον έσυρε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά. Λίγη ώρα αργότερα στο νοσοκομείο ανακοινώθηκε ο θάνατος του. Ήταν 24 χρονών.

Όλη η χώρα έπεσε σε πένθος. Η τραγωδία χτυπούσε την ομάδα για δεύτερη φορά, αφού δεν είχαν περάσει ούτε δυο δεκαετίες από τη μέρα που το αεροπλάνο που μετέφερε την «Μεγάλη Τορίνο» συνετρίβη στο λόφο Σουπέργκα. (Μια ακόμα τραγική ειρωνεία: Ο πιλότος του αεροπλάνου λεγόταν Πιερλουίτζι Μερόνι!). Στην κηδεία του παρευρέθηκαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσα τους και αρκετοί οπαδοί της Γιουβέντους. Ο πρόωρος χαμός του συγκλόνισε τόσο τον κόσμο, που λίγους μήνες μετά ένας οπαδός της Τορίνο πήγε στο νεκροταφείο και ξέθαψε το πτώμα του. Όταν συνελήφθη από την αστυνομία, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Μερόνι σκοτώθηκε και ήθελε να το δει με τα μάτια του.

Η ζωή και ο τραγικός θάνατος του Τζίτζι Μερόνι έγιναν αργότερα ποίημα, βιβλίο, θεατρικό έργο, θέμα έκθεσης ζωγραφικής και πρόσφατα και ταινία ενώ στο μνημείο που στήθηκε δίπλα στο σημείο του δυστυχήματος περαστικοί οπαδοί της Τορίνο αφήνουν συχνά λουλούδια.

Ο Ατίλιο Ρομέρο ήταν μόλις 19 χρονών, όταν το Fiat του χτύπησε έναν πεζό που προσπαθούσε να περάσει το δρόμο. Το πρώτο σοκ ήταν μεγάλο αλλά δεν συγκρίνεται με αυτό που βίωσε λίγα λεπτά αργότερα όταν ακινητοποίησε το αμάξι του, έτρεξε να δει σε τι κατάσταση ήταν ο άνθρωπος που μόλις είχε χτυπήσει και συνειδητοποίησε ποιος ήταν. Ο Ρομέρο δεν ήταν απλά φανατικός οπαδός της Τορίνο, που όπως και ο Μερόνι έφευγε από το γήπεδο στο οποίο η ομάδα του μόλις είχε κερδίσει τη Σαμπντόρια. Ήταν και μεγάλος θαυμαστής του δεξιού εξτρέμ της ‘Γκρανάτα’. Λίγους μήνες πριν συμμετείχε στις διαμαρτυρίες για την φημολογούμενη πώληση του, το σπίτι του ήταν μερικά μέτρα μακριά από το σπίτι του Μερόνι, το δωμάτιο του ήταν γεμάτο αφίσες του, το ντύσιμο και το μαλλί του ήταν επηρεασμένα από αυτά του ήρωα του ενώ η λατρεία του ήταν τέτοια που ακόμα και στο αμάξι του υπήρχε μια εικόνα του Ιταλού παίκτη!

«Στην αρχή βίωσα τα πάντα λες και έχουν συμβεί σε κάποιον άλλον. Έβλεπα τη φωτογραφία μου στα πρωτοσέλιδα αλλά ήταν πολύ μεγάλη η τραγωδία για να αποδεχτώ ότι σχετιζόμουν κι εγώ. Με τον καιρό όμως, ο πόνος ήρθε και δυνάμωνε συνεχώς. Έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον 10 χρόνια για να σταματήσω να έχω συνέχεια εφιάλτες. Σήμερα μετά από τόσα χρόνια υποφέρω ακόμα από μια ατέλειωτη μελαγχολία. Άλλωστε μένω ακόμα στο ίδιο σπίτι, 200 μέτρα από το σημείο της τραγωδίας. Σχεδόν κάθε μέρα περνάω από το μνημείο που μου υπενθυμίζει τι συνέβη εκεί. Ένα κόκκινο φανάρι να με είχε πιάσει και όλα θα ήταν διαφορετικά. H αίσθηση της ενοχής νομίζω ότι θα με συντροφεύει μέχρι το τέλος της ζωής μου.» Ο Ρομέρο πήγε μόνος του στο αστυνομικό τμήμα εκείνο το βράδυ αλλά απαλλάχθηκε απ’όλες τις κατηγορίες αφού θεωρήθηκε ότι δεν ήταν δικό του το λάθος.

Οι απίστευτες συμπτώσεις όμως δεν σταμάτησαν σ’εκείνη τη μοιραία συνάντηση του ινδάλματος με τον θαυμαστή του. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2000, ο Ατίλιο Ρομέρο έγινε πρόεδρος της Τορίνο! «Η ζωή μου ήταν πάντα συνυφασμένη με την ιστορία της Τορίνο και στις καλές και στις κακές στιγμές» δήλωσε κάποια στιγμή. Κάποιοι οπαδοί δεν τον συγχώρεσαν ποτέ ενώ έφτασαν να σηκώσουν ακόμα και πανό «Ρομέρο, δολοφόνε». Όπως αποκάλυψε πρόσφατα, έκανε καιρό να βρει το κουράγιο να επιστρέψει στο γήπεδο. Έτσι, το ιστορικό ματς με τη Γιουβέντους το φθινόπωρο του 1967 το άκουσε από το ράδιο.

Το παιχνίδι διεξήχθη λίγες μόλις μέρες μετά την κηδεία. Ο Γαλλοαργεντινός επιθετικός Νέστορ Κομπέν ήταν o αποδέκτης των περισσότερων ασίστ του Μερόνι και ο καλύτερος φίλος του εκτός γηπέδου, ο άνθρωπος με τον οποίο περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του, όταν δεν ζωγράφιζε ή δεν ήταν με την Κριστιάνα. Συνήθως έπιναν μπύρες και έπαιζαν μπιλιάρδο μετά τα παιχνίδια, παρέα με απλούς οπαδούς της Τορίνο. Το μοιραίο βράδυ ήταν να πάει μαζί του για ποτό αλλά τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη γιατί ένιωθε κουρασμένος από το παιχνίδι που είχε προηγηθεί. Λίγη ώρα μετά, τον ενημέρωσαν πως ο φίλος του ήταν νεκρός.

Ο Κομπέν κατέρρευσε. Ανέβασε πυρετό, το στομάχι του έγινε κόμπος και για αρκετές μέρες δεν έτρωγε τίποτα και δεν κοιμόταν καθόλου. Όταν έμαθε ότι το ντέρμπι με τη Γιουβέντους θα διεξαχθεί κανονικά αρνήθηκε να λάβει μέρος. Λίγο πριν τη σέντρα όμως άλλαξε γνώμη. Αν και φανερά επηρεασμένος από την ασθένεια του και τις μέρες που πέρασε κλινήρης, έκανε το ματς της ζωής του, σκοράροντας 3 φορές μέχρι το 60′! Ο θρίαμβος της Τορίνο ολοκληρώθηκε εξίσου συμβολικά στο 67ο λεπτό, όταν ο νεαρός Αλμπέρτο Καρέλι πέτυχε το τελικό 0-4, φορώντας τη φανέλα του Μερόνι με το νούμερο 7. Εκείνο ήταν το πρώτο γκολ του Καρέλι με τη φανέλα της Τορίνο. Οι πιο ρομαντικοί οπαδοί της πιστεύουν ότι το γκολ το έβαλε η φανέλα και όχι ο παίκτης.

Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει από τότε και η Τορίνο δεν έχει κερδίσει ξανά την μεγάλη αντίπαλο της με τόσο ευρύ σκορ. Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει και η Τορίνο δεν έχει βρει ξανά ένα ταλέντο σαν αυτό του Τζίτζι Μερόνι, του παίκτη που μπορούσε να ντριπλάρει τους πάντες. Εκτός από εκείνο το καταραμένο Fiat που οδηγούσε ένας από τους μεγαλύτερους θαυμαστές του.

Ο ποδοσφαιριστής που αντιστάθηκε σ’έναν δικτάτορα

  [8 Σχόλια]

Η αίθουσα δεξιώσεων του Κέντρου Πολιτισμού ‘Γκαμπριέλα Μιστράλ’ στο Σαντιάγκο είναι γεμάτη. Στη μια πλευρά της είναι παρατεταγμένοι οι ποδοσφαιριστές της εθνικής ομάδας της Χιλής, που τις επόμενες ημέρες θα πετάξουν για τη Γερμανία, όπου θα λάβουν μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Κάποια στιγμή η πόρτα ανοίγει και στην αίθουσα εισέρχεται, συνοδευόμενους από αρκετούς παρατρεχάμενους, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ. Στη θέα του δικτάτορα στα πρόσωπα όλων των παρευρισκόμενων σχηματίζεται στιγμιαία ένα ψεύτικο χαμόγελο. Κανένας, άλλωστε, δεν θέλει να ρισκάρει τη ζωή του.

(Ο Αουγκούστο Πινοσέτ έχει καταλάβει την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα από τις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Από την επόμενη κιόλας ημέρα χιλιάδες Χιλιανοί «αντιφρονούντες» συλλαμβάνονται ή εξορίζονται. Οι περισσότεροι εξ αυτών βασανίζονται για μεγάλο διάστημα. Πολλοί αφήνουν την τελευταία τους πνοή στα κρατητήρια ή στα κέντρα κράτησης. Με τις φυλακές ασφυκτικά γεμάτες, η Χούντα μετατρέπει σε χώρο κράτησης και βασανιστηρίων αρκετά από τα γήπεδα της χώρας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν για πάντα, χωρίς να μάθουν ποτέ οι συγγενείς τους τι απέγιναν. Αρκετά χρόνια μετά οι εξεταστικές επιτροπές αποκάλυψαν πως ο αριθμός των νεκρών και των αγνοουμένων ξεπερνάει τις 40.000! Ανάμεσα σ’αυτούς που υποφέρουν βρίσκονται συγγενείς ποδοσφαιριστών της εθνικής ομάδας, πρώην παίκτες που είχαν αριστερές πεποιθήσεις και ο γιατρός της εθνικής, που φυλακίστηκε και βασανίστηκε για περισσότερους από 11 μήνες.)

Ο Πινοσέτ κατευθύνεται αμέσως προς την πλευρά των μεγάλων πρωταγωνιστών της βραδιάς, δηλαδή των παικτών που έχουν οδηγήσει τη χώρα στο Μουντιάλ (έστω και μετά από έναν κωμικοτραγικό αγώνα μπαράζ που κανένας τους δεν θέλει να θυμάται). Ο δικτάτορας στέκεται για λίγο μπροστά από κάθε παίκτη, ανταλλάσσει μαζί του μια χειραψία και του εύχεται καλή επιτυχία στη διοργάνωση. Αφού έχει προχωρήσει αρκετά στη σειρά, βρίσκεται μπροστά σ’έναν βραχύσωμο, σγουρομάλλη, μελαχρινό τύπο με πυκνό μουστάκι. Ο Πινοσέτ χαμογελάει και ετοιμάζεται να σηκώσει ασυναίσθητα το χέρι του για την καθιερωμένη χειραψία. Τότε με έκπληξη συνειδητοποιεί ότι ο παίκτης που βρίσκεται μπροστά του δεν φαίνεται διατεθειμένος να μιμηθεί την κίνηση του.

Ο 24χρονος Κάρλος Καζέλι νιώθει το φόβο να κυριεύει το σώμα του. Τον νιώθει από την πρώτη στιγμή που είδε τον δικτάτορα να μπαίνει στην αίθουσα. Παρ’όλα αυτά, καταφέρνει να βρει τρόπο να παραμείνει ψύχραιμος και απαθής. Όταν τελικά ο στρατηγός στέκεται μπροστά του, ο Καζέλι είναι πλέον αποφασισμένος. Δεν γίνεται να παίξει το παιχνίδι της Χούντας. Δεν γίνεται να παίξει θέατρο έχοντας μπροστά του τον άνθρωπο που ανέτρεψε την εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Δεν γίνεται να το κάνει αυτό, όταν οι απόψεις, η κοσμοθεωρία και τα ιδανικά του είναι τελείως διαφορετικά από αυτά του στρατηγού.

(Ο Κάρλος Καζέλι είναι παιδί μιας οικογένειας εργατών, που μεγάλωσε σε ένα πολιτικοποιημένο περιβάλλον και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές, έχει ξεκάθαρη πολιτική άποψη και θέση, στηρίζοντας την αριστερά, και έχει εκφραστεί δημόσια τα προηγούμενα χρόνια υπέρ της παράταξης του Αλιέντε. Ταυτόχρονα η επιθυμία του να συνεισφέρει στα κοινά επεκτείνεται και στο ποδόσφαιρο, εκεί όπου παλεύει για περισσότερα δικαιώματα στους παίκτες. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής φτάνει ακόμα και στο σημείο να ακυρώσει μια συμφωνία 130.000 δολαρίων για τη μεταγραφή του στη Σάντος, επειδή η ομάδα του, η Κόλο-Κόλο, συμφώνησε χωρίς να τον ρωτήσει πρώτα.)

Τα χέρια του μένουν ‘δεμένα’ πίσω από την πλάτη του. Για λίγα δευτερόλεπτα οι δυο τους στέκονται ακίνητοι με μέτωπο ο ένας στον άλλον. Ο Πινοσέτ καταλαβαίνει τι συμβαίνει και αμέσως προχωράει στον επόμενο παίκτη, για να μην δώσει αξία και προβολή σ’αυτό το πρωτοφανές γεγονός που μόλις έχει διαδραματιστεί. Δυστυχώς γι’αυτόν, ένας αφελής δημοσιογράφος της ‘La Segunda’ καταγράφει στην ανταπόκριση του την πράξη του Καζέλι, θέλοντας να τον στιγματίσει στα μάτια του λαού και να κερδίσει έτσι την εύνοια του καθεστώτος. Το αποτέλεσμα είναι φυσικά το ακριβώς αντίθετο. Ο δημοσιογράφος απολύεται άμεσα και η κίνηση του Καζέλι να μην χαιρετήσει τον δικτάτορα μένει στο μυαλό των Χιλιανών ως μια από τις πρώτες μορφές αντίδρασης και αντίστασης κατά του δικτάτορα.

Ο Αουγκούστο Πινοσέτ δεν είναι άνθρωπος που αποδέχεται εύκολα τις διαφορετικές απόψεις. Ο Καζέλι μπορεί να βρίσκεται στο απυρόβλητο λόγω της φήμης του (πρόκειται άλλωστε για έναν από τους καλύτερους επιθετικούς της χώρας, που έχει οδηγήσει την Κόλο-Κόλο σε δυο πρωταθλήματα και στον τελικό του Λιμπερταδόρες – η πρώτη ομάδα από τη Χιλή που το κατάφερνε αυτό – λίγους μήνες πριν) και του γεγονότος ότι εκείνη την εποχή αγωνίζεται στην Ισπανία, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για τους δικούς του ανθρώπους. Το διάστημα που βρίσκεται στη Γερμανία για το Μουντιάλ, ένα αμάξι σταματάει μπροστά στο σπίτι των γονιών του. Λίγες ώρες μετά οι γείτονες ανακαλύπτουν ότι η μητέρα του έχει εξαφανιστεί. Όταν επιστρέφει στο σπίτι της δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της και το σώμα της είναι γεμάτο πληγές, εγκαύματα και μελανιές. Για αρκετό καιρό η ίδια αρνείται να περιγράψει όλα όσα πέρασε, ενώ ο γιος της μαθαίνει για την απαγωγή πολλές ημέρες μετά και αφού έχει ολοκληρωθεί το Μουντιάλ.

Η εκδίκηση του Πινοσέτ δεν σταματάει εκεί. Με εντολή του δικτάτορα ο Καζέλι μένει εκτός εθνικής στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, μια σοκαριστική απόφαση που ο επιθετικός της Χιλής την μαθαίνει τελευταία στιγμή κι ενώ βρίσκεται στο αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, έτοιμος να πάρει το αεροπλάνο για να ενσωματωθεί στην εθνική ομάδα. Χωρίς τον μεγάλο της σκόρερ η ‘La Roja’ μένει εκτός Μουντιάλ αλλά κανένας στην ομοσπονδία δεν τολμάει να εκφράσει την δυσαρέσκεια του για την επιλογή των ανώτερων.

Το 1978 τελικά, και μετά από ένα επιτυχημένο πέρασμα από την Λεβάντε και την Εσπανιόλ (σε μια εποχή που ελάχιστοι Λατινοαμερικάνοι δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ευρώπη), o Καζέλι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της αγαπημένης του Κόλο-Κόλο, που έχει μείνει άτιτλη από τότε που τον έχασε, και επιστρέφει στην πατρίδα του για να τη βοηθήσει. Με τον «βασιλιά του τετραγωνικού μέτρου», όπως ήταν το παρατσούκλι του λόγω της τρομερής ικανότητας του να ξεμαρκάρεται και να εκτελεί μέσα στη μεγάλη περιοχή, στη σύνθεση της, η Κόλο-Κόλο επιστρέφει άμεσα στην κορυφή της Χιλής και τα επόμενα χρόνια κερδίζει 3 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα!

Οι επιτυχίες του με την Κόλο-Κόλο αναγκάζουν το καθεστώς να υποχωρήσει στο θέμα της κλήσης του και με τον Καζέλι σε τρομερή φόρμα (αναδείχθηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης) η Χιλή φτάνει ως τον τελικό του Κόπα Αμέρικα το 1979 και προκρίνεται για το Μουντιάλ του 1982. Στα 32 του είναι πλέον θρύλος στη χώρα και αυτό του επιτρέπει να μένει πιστός στις ιδέες και τις θέσεις του, μπροστά στον Πινοσέτ.

Σε μια νέα συνάντηση τους, το 1985, ο δικτάτορας σχολιάζει το ντύσιμο του Καζέλι λέγοντας: «Βλέπω ότι δεν αποχωρίζεσαι ποτέ την κόκκινη γραβάτα σου». Ο Καζέλι χωρίς ίχνος φόβου του απαντάει «Τη φοράω πάντα και την έχω κοντά στην καρδιά». Ο Πινοσέτ κλείνει την κουβέντα με την προειδοποίηση πως μια μέρα θα του την κόψει αυτή τη γραβάτα. (Ο μύθος λέει ότι ο Καζέλι απάντησε ξανά, λέγοντας «Ακόμα κι αν το κάνεις, η καρδιά μου θα παραμείνει κόκκινη», αλλά αυτό ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε.)

Λίγους μήνες μετά ο Καζέλι θα προσθέσει στο ενεργητικό του άλλη μια άτυπη νίκη κατά της δικτατορίας. Στις 12 Οκτωβρίου 1985 η Κόλο-Κόλο θα τιμήσει τον μεγάλο σκόρερ της, που αποχωρεί από την ομάδα έχοντας παίξει περισσότερα από 350 παιχνίδια και έχοντας σκοράρει πάνω από 200 φορές, με ένα φιλικό απέναντι σε επίλεκτους από όλη τη Ν. Αμερική. Το φιλικό διεξάγεται στο Εθνικό Στάδιο, οι κερκίδες είναι κατάμεστες και ο αγώνας περνάει σε δεύτερη μοίρα αφού αποκτάει γρήγορα μια πολιτική διάσταση. Το καθεστώς βέβαια απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση, με αποτέλεσμα να μη δει ποτέ η χώρα τα πανό κατά της δικτατορίας που σηκώνονται στις κερκίδες, ούτε το ξύλο που πέφτει μεταξύ της αστυνομίας και των φιλάθλων που τα κρατάνε. Ένας ραδιοφωνικός σταθμός όμως τολμάει να καλύψει ραδιοφωνικά τον αγώνα και έτσι στα σπίτια των Χιλιανών μπαίνει για πρώτη φορά μετά από 12 χρόνια σκληρής δικτατορίας η κραυγή χιλιάδων ανθρώπων που φωνάζουν με πάθος: «Ναι, θα πέσει! Ναι, θα πέσει!»

Ο Καζέλι όμως ξέρει ότι δεν αρκεί αυτό για να επιστρέψει η δημοκρατία στη χώρα. Τρία χρόνια αργότερα, και μετά από έντονες διεθνές πιέσεις, ο Πινοσέτ δέχεται να γίνει δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα της 5ης Οκτωβρίου 1988 δίνει στους Χιλιανούς τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στον τερματισμό ή την ανανέωση της διακυβέρνησης από τον δικτάτορα για άλλη μία οκταετία. Οι δυο πλευρές (το «ΝΑΙ» και το «ΟΧΙ») έχουν στη διάθεση τους κάθε μέρα 15 λεπτά για να προβάλουν τα τηλεοπτικά τους σποτ που στηρίζουν τη θέση τους (αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα μπορεί να δει την πολύ καλή ταινία του Πάμπλο Λαρέν ‘No’). Το καθεστώς θεωρεί σίγουρη τη νίκη του και τα πρώτα γκάλοπ επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.

Μέχρι που ένα βράδυ στο τηλεοπτικό σποτ του «ΟΧΙ» εμφανίζεται μια ηλικιωμένη κυρία με άσπρο πουκάμισο, η οποία δηλώνει: «Μια μέρα έπεσα θύμα απαγωγής έξω από το σπίτι μου. Μου έδεσαν τα μάτια και με πήγαν σ’ένα άγνωστο μέρος, όπου βασανίστηκα για ώρες. Δέχτηκα τόσα χτυπήματα που δεν θέλω να τα θυμάμαι, από σεβασμό στα παιδιά μου, στην οικογένεια μου αλλά και στον εαυτό μου. Μπορώ να ξεχάσω τον σωματικό πόνο που ένιωσα αλλά υπάρχουν άλλες πληγές που δεν θα ξεχαστούν ποτέ». Όσο μιλάει, από κάτω αναγράφεται το όνομα της: Όλγα Γαρίδο.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά το τηλεοπτικό κάδρο ανοίγει και αποκαλύπτεται ότι δίπλα της κάθεται ένας μεσήλικας σγουρομάλλης με μουστάκι, μια γνωστή φιγούρα που όλοι οι Χιλιανοί αναγνωρίζουν. Ο Καζέλι κοιτάει την κάμερα και κρατώντας το χέρι της κυρίας δηλώνει: «Γι’αυτό ακριβώς ψηφίζω ΟΧΙ. Γιατί η χαρά σου, είναι και δικιά μου χαρά. Γιατί τα συναισθήματα σου, είναι και δικά μου συναισθήματα. Γιατί αύριο μπορούμε να ζήσουμε σε μια δημοκρατία που θα μας παρέχει ελευθερία, υγεία και στήριξη. Γιατί αυτή η υπέροχη κυρία είναι η μητέρα μου».

Δεκαπέντε χρόνια μετά από την απαγωγή, οι Χιλιανοί μαθαίνουν ότι η μητέρα του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού ήρωα της χώρας ήταν ανάμεσα στα θύματα της δικτατορίας. Το συγκεκριμένο σποτ αποδεικνύεται ένα από τα πιο πετυχημένα της καμπάνιας. H εξομολόγηση της κυρίας Γαρίδο δίπλα στον διάσημο γιο της δίνουν στο κίνημα του «ΟΧΙ» την ώθηση που χρειαζόταν για να κάνει την ανατροπή. Το «ΟΧΙ» παίρνει 56% και το αποτέλεσμα αυτό σηματοδοτεί το τέλος της δικτατορίας.

Ο Κάρλος Καζέλι είναι για τους στατιστικολόγους ο 5ος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής Χιλής και ο 1ος σκόρερ στην ιστορία της Κόλο-Κόλο αλλά για τους περισσότερους Χιλιανούς που έζησαν εκείνη τη σκληρή εποχή του φόβου και της ανελευθερίας θα είναι για πάντα ο παίκτης που αρνήθηκε να δώσει το χέρι του σε έναν δικτάτορα και αυτός που συνέβαλλε με όποιο τρόπο μπορούσε στην πτώση του. Κι αυτή η συλλογική ανάμνηση είναι ένα επίτευγμα πολύ πιο μεγάλο και σημαντικό από οποιαδήποτε επιτυχία εντός των τεσσάρων γραμμών.

Ένας πρόεδρος διαφορετικός από τους άλλους

  [1 Σχόλιο]

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018. Οι δρόμοι γύρω από το ‘Wolfgang-Steubing-Halle’ στη Φρανκφούρτη είναι γεμάτοι κόσμο. Μέσα στην αίθουσα επικρατεί το αδιαχώρητο. Αυτή δεν είναι η πρώτη γενική συνέλευση στην σύγχρονη ιστορία της Άιντραχτ αλλά είναι η πρώτη που συγκεντρώνει τόσους πολλούς ανθρώπους. Αυτή τη φορά εκτός από τους εκατοντάδες οπαδούς-μέλη, υπάρχουν και δεκάδες δημοσιογράφοι απ’όλη τη χώρα που ενδιαφέρονται να καλύψουν τη διαδικασία. Ο λόγος είναι πολύ απλός και ακούει στο όνομα “Πίτερ Φίσερ”.

Ένα μήνα πριν, ο πρόεδρος της Άιντραχτ Φρανκφούρτης είχε δώσει μια συνέντευξη σε μια τοπική εφημερίδα. Εκεί, και σε πλήρη αντίθεση με σχεδόν όλους τους υπόλοιπους προέδρους που αποφεύγουν να μιλάνε για τέτοια θέματα, ο Φίσερ επέλεξε να πάρει θέση σ’ένα από τα πιο καυτά ζητήματα της εποχής: την άνοδο της ακροδεξιάς: “Αν κάποιος ψηφίζει το ΑfD (δηλαδή το ακροδεξιό κόμμα ‘Εναλλακτική για τη Γερμανία’) δεν μπορεί να είναι και μέλος της Άιντραχτ. Σαν ένα από τα μεγάλα κλαμπ της Γερμανίας οφείλουμε να πάρουμε μια ξεκάθαρη θέση, γιατί υπάρχουν πολύ πιο σημαντικά πράγματα απ’το αν θα περάσει η μπάλα τη γραμμή. Γι’αυτό λέω ότι όποιος ψηφίζει αυτό το κόμμα, το οποίο προωθεί ρατσιστικές και απάνθρωπες απόψεις, δεν γίνεται να είναι μέλος μιας ομάδας με τις δικές μας αρχές”.

Οι δηλώσεις του Φίσερ ξεσήκωσαν αντιδράσεις και αποτέλεσαν αφορμή για να ξεκινήσει ξανά η κουβέντα για τη θέση του ποδοσφαίρου σε σχέση με την πολιτική και την κοινωνία. Στο γραμματοκιβώτιο και το τηλέφωνο του Φίσερ άρχισαν να καταφτάνουν αρκετές απειλές από υποστηρικτές του AfD: “Με αποκαλούν εβραϊκό γουρούνι και μου λένε τι θα μου κάνουν. Θα με κάψουν, θα με σκοτώσουν, θα με κρεμάσουν”.

(Άνοιγμα παρένθεσης)

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Πίτερ Φίσερ βρίσκεται στην επικαιρότητα. Ο πρόεδρος της Άιντραχτ είναι μια από τις πιο διάσημες φιγούρες της περιοχής της Φρανκφούρτης και προκαλεί πολλές φορές με το ντύσιμο του ή με τις διαφημίσεις κάποιων εκ των επιχειρήσεων του (είναι ιδιοκτήτης μιας διαφημιστικής, μιας ντίσκο και αρκετών κλαμπ). Πολυπράγμων, ιδιαίτερα κοινωνικός και με χαρακτηριστική άνεση μπροστά στις κάμερες, ο Φίσερ φαίνεται σαν να είναι ένας ακόμα κλασικός πρόεδρος που προήλθε από την ελίτ των φίλων της Άιντραχτ. Η ιστορία του όμως είναι αρκετά διαφορετική.

Παιδί μια φτωχής οικογένειας που ζούσε σε μια φάρμα στο Λιχ, ο Φίσερ μεγάλωσε ουσιαστικά στο πέταλο της Άιντραχτ, στο οποίο μπήκε για πρώτη φορά κρυφά το 1969, χωρίς εισιτήριο, μαζί με μερικά ακόμα πιτσιρίκια που δεν είχαν να πληρώσουν το αντίτιμο. Τα επόμενα χρόνια όλα του τα χαρτζιλίκια γινόταν εισιτήρια διαρκείας και κάπως έτσι ο Φίσερ δέθηκε οριστικά με την Άιντραχτ. Με τον καιρό η ορθοστασία στο πέταλο (καθώς και οι διάφοροι τσαμπουκάδες με οπαδούς άλλων ομάδων) έδωσε τη θέση της στην πιο άνετη παρακολούθηση από τις κεντρικές κερκίδες. “Όσο περισσότερα μαλλιά χάνεις, τόσο προχωράς στο γήπεδο από το πέταλο προς τις καλές θέσεις” δήλωσε χαρακτηριστικά σε μια συνέντευξη του πριν λίγα χρόνια.

Οι αναμνήσεις από το πέταλο των φανατικών όμως, δεν έφυγαν ποτέ. Εκεί άλλωστε συνάντησε για πρώτη φορά τη γυναίκα του, εκεί ονειρευόταν για πολλά χρόνια πως κάτι αναπάντεχο συμβαίνει στον αγωνιστικό χώρο και καλείται αυτός για να σώσει την κατάσταση: “Το όνειρο μου ήταν πάντα το ίδιο. Ο προπονητής ξεμένει από παίκτες στον πάγκο, ο εκφωνητής του γηπέδου ανακοινώνει ότι η ομάδα χρειάζεται τον οπαδό που κάθεται στην κερκίδα 14, σειρά 27, θέση 17, τότε εγώ μπαίνω μέσα, αλλάζω στα γρήγορα και πετυχαίνω με κεφαλιά το κρίσιμο γκολ στο τελευταίο λεπτό”.

Με ύψος 2,01 μέτρα φυσικά ο Φίσερ δεν είχε καμία ελπίδα στο ποδόσφαιρο αλλά η μοίρα το έφερε έτσι που το 2000 οι άνθρωποι της ομάδας του ζήτησαν να μπει πρόεδρος. Ο Φίσερ ξαφνιάστηκε (“θεωρούσα πιο πιθανό να κερδίσω κάποτε χρυσό μετάλλιο στην ενόργανη, παρά να γίνω πρόεδρος της Άιντραχτ”) αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί. Η αγαπημένη του ομάδα βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση, τα οικονομικά δεν ήταν καλά και τα μέλη ήταν όλα κι όλα 5000.

18 χρόνια αργότερα ο Πίτερ Φίσερ είναι ακόμα στην ίδια θέση, η Άιντραχτ έχει βελτιωθεί αισθητά στον τομέα της οργάνωσης, έχει παίξει στην Ευρώπη, έχει κερδίσει το πρώτο της τρόπαιο από το 1988 (το περσινό κύπελλο απέναντι στη Μπάγερν) και τα μέλη της έχουν ξεπεράσει πλέον τα 60.000! Στη διάρκεια της περιόδου αυτής ο Φίσερ επανεκλέγεται με ποσοστά που θυμίζουν Βόρεια Κορέα, ενώ αρκετές φορές δεν βρίσκεται καν αντίπαλος για να τον κοντράρει.

Παρά το νέο πόστο του πάντως, ο ίδιος δεν ξεχνάει από που προέρχεται. Οι οπαδοί της Άιντραχτ τον λατρεύουν και τον θεωρούν “δικό τους παιδί”, ξέροντας πως έχει πάντα τα αυτιά του ανοιχτά για παρατηρήσεις και προτάσεις από τους απλούς οπαδούς. Και δεν αρκείται σ’αυτό. Όταν το 2013 οι εκδρομείς της Άιντραχτ ξέμειναν αργά μέσα στη νύχτα στο αεροδρόμιο στο Αζερμπαϊτζάν για ώρες, μετά από έναν αγώνα με την Καραμπάγ, ο πρόεδρος αγόρασε μερικές εκατοντάδες μπουκάλια κονιάκ και τους τα μοίρασε, θέλοντας να κάνει λίγο πιο ευχάριστη την παραμονή τους στην αίθουσα αναμονής.

(Κλείσιμο παρένθεσης)

Όταν ο Πίτερ Φίσερ ανεβαίνει στο βήμα στη γενική συνέλευση του συλλόγου, στην αίθουσα επικρατεί απόλυτη ησυχία. Μετά τις αντιδράσεις που ακολούθησαν από τους υποστηρικτές αλλά και τους εκπρόσωπους του AfD, όλοι περιμένουν με αγωνία αν θα ανακαλέσει τις δηλώσεις του, επιλέγοντας να γίνει πιο διπλωματικός. Ο Πίτερ Φίσερ όμως δεν είναι από αυτούς τους προέδρους.

“Δεν παίρνω πίσω τίποτα απ’όσα είπα. Η Άιντραχτ έχει μέλη όλων των ειδών. Είμαστε ανοιχτοί στους ανθρώπους όλων των εθνών, των θρησκειών και των σεξουαλικών προσανατολισμών. Αυτή η ποικιλομορφία και η διεθνής διάσταση κάνουν την ομάδα αυτό που είναι. Η Άιντραχτ δεν γίνεται να μην πάρει θέση. Ο σύλλογος μας είναι ουδέτερος πολιτικά αλλά αυτό ισχύει μόνο για τα κόμματα με δημοκρατικά ιδεώδη, που έχουν αξίες που συμβαδίζουν με τις δικές μας. Και το AfD δεν ανήκει σ’αυτά, όπως αποδεικνύεται από τις τοποθετήσεις των εκπροσώπων του.

Είναι καθήκον του προέδρου να πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι στον ρατσισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η Φρανκφούρτη είναι μια ανοιχτή πόλη για όλους. Αυτά που λέω δεν είναι κάποια τρελή άποψη. Οι αξίες μας είναι καταγεγραμμένες στο καταστατικό μας. Πρέπει να υπερασπιστούμε αυτές τις αξίες, πρέπει να σταθούμε απέναντι σε κάθε διάκριση ή κρούσμα ξενοφοβίας και ρατσισμού. Κανένας δεν υποχρεώνει κανέναν να γίνει μέλος μας. Αλλά δεν γίνεται να είσαι μέλος και ταυτόχρονα να ψηφίζεις υπέρ της ακροδεξιάς”.

Ο Φίσερ βρίσκεται στο βήμα για σχεδόν μια ώρα. Όταν η ομιλία του φτάνει στο τέλος της, όλη η αίθουσα σηκώνεται όρθια και τον χειροκροτάει για αρκετά λεπτά. Η απάντηση των 700 παρευρισκόμενων οπαδών είναι αποστομωτική. Όσες αμφιβολίες υπήρχαν για τη στάση του κόσμου της ομάδας, διαγράφονται σε δευτερόλεπτα. Λίγη ώρα αργότερα ακολουθεί η καθιερωμένη ψηφοφορία. Ο Πίτερ Φίσερ έχει και επίσημα τη στήριξη του 99% των οπαδών-μελών της ομάδας και ετοιμάζεται για την 7η συνεχόμενη θητεία του στην προεδρική καρέκλα! Σε μια εποχή που η ακροδεξιά προελαύνει σε πολλές χώρες (ανάμεσα τους και η Γερμανία), η Άιντραχτ και ο πρόεδρος της ορθώνουν το ανάστημα τους, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα ακολουθήσουν κι άλλοι. Όπως τονίζει ο Φίσερ: “Υπάρχουν χιλιάδες άλλοι σύλλογοι που στο καταστατικό τους έχουν παρόμοιες αξίες με τις δικές μας. Που είναι; Γιατί δεν παίρνουν θέση;”

Σήμερα το βράδυ στην Κύπρο, η Άιντραχτ αντιμετωπίζει τον Απόλλων Λεμεσού στα πλαίσια της 4ης αγωνιστικής του Europa League. Η ομάδα του Πίτερ Φίσερ μπορεί να μην ξεκίνησε καλά τη φετινή σεζόν, επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από την καλοκαιρινή αποχώρηση του Νίκο Κόβατς, αλλά κατάφερε γρήγορα να ορθοποδήσει και να βρει τη φόρμα της (έχει σκαρφαλώσει στην 5η θέση στη Μπουντεσλίγκα και μετράει 7 ματς χωρίς ήττα σε Γερμανία και Ευρώπη, στα οποία έχει σκοράρει 23 φορές !).

Με μια νέα νίκη απέναντι στον Απόλλωνα θα κάνει το 4/4 στον όμιλο της και θα εξασφαλίσει από τώρα την πρόκριση στα νοκ άουτ. Η πιθανότητα παρουσίας της σ’έναν ακόμα ευρωπαϊκό τελικό είναι για την ώρα πάρα πολύ μικρή αλλά σίγουρα περνάει από το μυαλό του πάντα αισιόδοξου Πίτερ Φίσερ. Την προηγούμενη φορά που το κατάφερε πάντως (το 1980, όταν και κατέκτησε το ΟΥΕΦΑ νικώντας την Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ) ο Φίσερ ήταν ακόμα πιτσιρικάς, είχε μακριά ξανθά μαλλιά και παρακολουθούσε τα ματς όρθιος από το πέταλο, ελπίζοντας πως κάποια μέρα ο εκφωνητής του γηπέδου θα τον φωνάξει για να μπει εσπευσμένα στον αγώνα και να πετύχει το νικητήριο γκολ.

Nations League: Η απάντηση της Ευρώπης στην Λ. Αμερική

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Γκάρεθ Σάουθγκειτ τοποθέτησε προσεκτικά τις σημειώσεις του πάνω στο γραφείο, τσέκαρε για μια ακόμα φορά τα σκονάκια του και ζήτησε από τους βοηθούς του να σταθούν δίπλα του για να τον βοηθήσουν σε περίπτωση που κολλήσει κάποια στιγμή. Στη συνέχεια πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα και είπε: “Λοιπόν, θα προσπαθήσω να σας το εξηγήσω όσο πιο απλά γίνεται”.

Μερικά λεπτά ανάλυσης αργότερα σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε προσεκτικά την αίθουσα και κατάλαβε τη ματαιότητα του εγχειρήματος. Κάποιοι παίκτες της εθνικής Αγγλίας είχαν το βλέμμα μαθητή που κάποιος προσπαθεί να τους δείξει πως λύνονται τα διπλά ολοκληρώματα ενώ αυτοί ακόμα δεν έχουν καταλάβει πλήρως τη διαίρεση. Κάποιοι άλλοι είχαν το ύφος άντρα που η σύζυγος του αναλύει τις τεράστιες διαφορές ανάμεσα σε δυο χρώματα που και τα δυο είναι μπλε. Τέλος υπήρχαν κι αυτοί που είχαν το πρόσωπο φαντάρου που κάνει σκοπιά στο φυλάκιο και ενώ τα μάτια του είναι ορθάνοιχτα και εστιασμένα αυστηρά πάνω σου, ξέρεις πολύ καλά ότι από πίσω κρύβεται ένας τύπος που κοιμάται γαλήνια εδώ και τουλάχιστον πέντε λεπτά.

Απογοητευμένος από την εικόνα και με την απόγνωση λογιστή που προσπαθεί να εξηγήσει σε παιδιά νηπιαγωγείου πως πρέπει να συμπληρώσουν τη φορολογική τους δήλωση ο Σάουθγκειτ μάζεψε αργά-αργά όλες τις σημειώσεις του και περιορίστηκε στη σίγουρη επιλογή κάθε προπονητή: “Ξεχάστε τα όλα αυτά, πάμε απλά να κερδίσουμε το επόμενο ματς”.

Λίγο αργότερα ο Χάρι Μαγκουάιρ στήθηκε μπροστά στους δημοσιογράφους και απαντώντας σε σχετική ερώτηση δήλωσε, με ύφος μαθητή που μιλάει στις κάμερες μετά τις πανελλήνιες και ενημερώνει το κοινό ότι τα θέματα ήταν πάρα πολύ δύσκολα για κάποιον σαν κι αυτόν που είχε διαβάσει μόνο τα πολύ SOS: “Δεν ξέρω τι πιστεύετε εσείς αλλά εγώ νομίζω πως είναι αρκετά μπερδεμένο. Ο προπονητής προσπάθησε πάντως να μας το εξηγήσει όσο καλύτερα μπορούσε. Νομίζω πως αυτός το έχει κατανοήσει τώρα αλλά σίγουρα χρειάστηκε να το μελετήσει πολύ. Εμείς πρέπει απλά να πηγαίνουμε σε κάθε ματς ψάχνοντας τη νίκη και θα δούμε στο τέλος που θα μας βγάλει.”

Όπως σίγουρα θα έχετε ακούσει, το Nations League μπήκε στη ζωή μας από την Πέμπτη. Επίσημα πρόκειται για μια διοργάνωση της UEFA που έχει ως στόχο να αντικαταστήσει τα ανούσια και αδιάφορα φιλικά παιχνίδια των εθνικών ομάδων που σχεδόν κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν παρακολουθούσε. Ανεπίσημα, είναι ξεκάθαρα η απάντηση της UEFA στη διαχρονική και γραφική παράνοια των διοργανώσεων της CONMEBOL.

Για πολλές δεκαετίες η Ευρώπη ήταν εκείνος ο τύπος που πήγαινε στις συναντήσεις παλιών συμμαθητών με το αψεγάδιαστο κουστούμι του και την οργανωμένη και ιδανική ζωή από πίσω, με την καλή και σταθερή θέση στην τράπεζα, την υπέροχη γυναίκα που δουλεύει ως μεσίτρια και τα δυο αψεγάδιαστα παιδιά που τα λένε Κλεισθένη και Ανδρονίκη. Αν και ικανοποιημένος με την πορεία της καριέρας του, ο τύπος πάντα ζηλεύει κρυφά τον παλιόφιλο που καθόταν μαζί στο τελευταίο θρανίο και τώρα σκάει μύτη με χύμα πουκάμισο, μακρύ μαλλί και σκουλαρίκι, μιλάει για την πληθωρική γκόμενα που έχει στην Αυστραλία, την progressive rock μπάντα που έχει φτιάξει με κάτι Ισλανδούς στη Βοστώνη και τη δουλειά του, που περιλαμβάνει μέσα διαμάντια από το Κονγκό, καραμέλες από το Εκουαδόρ, σφουγγαρίστρες από την Κίνα και έναν κουφό Σέρπα από το Νεπάλ, χωρίς να μπορεί ακόμα και ο ίδιος να εξηγήσει με κάποιο λογικό τρόπο τη σύνδεση όλων των παραπάνω.

Φτάνοντας (επιτέλους) στην ουσία. Το Nations League είναι μια διοργάνωση που με μια πρώτη ματιά μπορεί να σου φανεί λίγο μπερδεμένη. Αν όμως κοιτάξεις πιο προσεκτικά, καταναλώσεις τρεις καφέδες και δυο βότκες και αφιερώσεις πέντε ωρούλες από τη ζωή σου για να την κατανοήσεις πλήρως θα καταλάβεις ότι τελικά είναι αρκετά μπερδεμένη. Η λογική της μπορεί να συνοψιστεί απλοϊκά στο εξής: Οι εθνικές ομάδες αντί να δίνουν φιλικά χωρίς νόημα θα παίζουν με ομάδες παρόμοιας δυναμικότητας έχοντας ως έπαθλο κάποιες εξτρά θέσεις για την επόμενη μεγάλη διοργάνωση, είτε αυτή είναι Euro, είτε Μουντιάλ.

Πως μπορεί να γίνει αυτό; Όλες οι εθνικές της Ευρώπης έχουν χωριστεί σε 4 ‘πρωταθλήματα’ ανάλογα με τη δυναμική τους. Κάθε πρωτάθλημα αποτελείται από 4 γκρουπ, κάποια με 3 ομάδες και κάποια με 4. Σύνολο 16 γκρουπ. Οι ομάδες των γκρουπ θα παίξουν μεταξύ τους μέσα στο επόμενο δίμηνο. Οι νικητές των γκρουπ, δηλαδή 16 ομάδες, θα προχωρήσουμε στην επόμενη φάση, των πλει-οφ, εκεί που την άνοιξη του 2020 θα διεκδικήσουν (μέσω μιας ακόμα πιο μπερδεμένης διαδικασίας που θέλει μπόλικη ανάλυση μελλοντικά) 4 εισιτήρια για το Euro 2020.

Ενδιάμεσα από τη φάση των ομίλων και τα περιβόητα μπερδεμένα πλέι-οφ, θα διεξαχθούν κανονικά τα προκριματικά του Euro, όπως ακριβώς τα έχουμε συνηθίσει. Μέσω της κλασικής διαδικασίας (10 όμιλοι, αγώνες μέσα-έξω, προκρίνονται απ’ευθείας οι δυο πρώτοι) θα προκύψουν οι 20 από τις 24 ομάδες του Euro, αφήνοντας 4 ελεύθερα ‘εισιτήρια’ για τους νικητές των πλει οφ του Nations League.

Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, κάποιοι από τους νικητές των γκρουπ του Nations League (κοινώς οι περισσότερες μεγάλες εθνικές της Ευρώπης) πιθανόν θα έχουν εξασφαλίσει την πρόκριση από τα κλασικά προκριματικά, οπότε στη θέση τους θα προχωρήσουν στα πλέι οφ οι αμέσως επόμενες ομάδες της βαθμολογίας. Εδώ πιθανόν να προκύψουν διάφορα μικρά αλλά και μεγαλύτερα ζητήματα (ανάμεσα τους και η – μικρή – πιθανότητα κάποια ομάδα να έχει συμφέρον να χάσει ένα παιχνίδι των προκριματικών για να προκριθεί απ’ευθείας η αντίπαλος της και να καπαρώσει η ίδια τη θέση της στα πλει οφ της Nations League) τα οποία φυσικά και θα αποφύγουμε να αναλύσουμε τώρα με τέτοια ζέστη.

Εκτός από τη σύνδεση του με τις μεγάλες διοργανώσεις όμως, που – μεταξύ μας – είναι και το κομμάτι που ενδιαφέρει τους περισσότερους, το Nations League παραμένει ένα ξεχωριστό τουρνουά, που σημαίνει ότι θα προσπαθήσει να αναδείξει και νικητή-τροπαιούχο. Αυτός θα προκύψει το επόμενο καλοκαίρι από μια διαδικασία ημιτελικών, στην οποία θα βρεθούν οι νικητές των 4 γκρουπ του πρώτου πρωταθλήματος, εκείνου δηλαδή που φιλοξενεί όλες τις μεγάλες ομάδες της ηπείρου.

Τελειώνοντας, θα υπάρχει κανονικά άνοδος και υποβιβασμός. Ο τελευταίος κάθε γκρουπ θα υποβιβάζεται στο αμέσως επόμενο πρωτάθλημα ενώ ο πρώτος θα ανεβαίνει σκαλοπάτι. Έτσι τα πρωταθλήματα και τα γκρουπ που θα σχηματιστούν στο επόμενο Nations League θα διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από αυτά που έχουμε φέτος. Με τη λογική ότι οι μεγάλες ομάδες θα κερδίσουν την πρόκριση τους από τα κανονικά προκριματικά και αυτόματα θα δώσουν τη θέση τους στα πλέι οφ στον αμέσως επόμενο, καταλαβαίνει κανείς ότι όσο πιο πάνω σκαρφαλώσει μια μικρή ομάδα στο Nations League τόσο πιο πιθανό είναι να βρεθεί στα πλέι οφ και κατ’επέκταση μια ανάσα (ή και περισσότερες) από το όνειρο μιας συμμετοχής σε μεγάλη διοργάνωση.

Η εθνική μας ομάδα έχει τοποθετηθεί φέτος στο 3ο πρωτάθλημα (σαν να λέμε στην 3η κατηγορία), σε ένα γκρουπ μαζί με την Ουγγαρία, τη Φινλανδία και την Εσθονία. H πρεμιέρα της στη διοργάνωση θα γίνει το βράδυ του Σαββάτου, εκτός έδρας απέναντι στην Εσθονία. Ο στόχος της ομάδας του Μίχαελ Σκίμπε είναι ξεκάθαρα η πρώτη θέση που θα της δώσει το δικαίωμα να κυνηγήσει ένα εισιτήριο για το Euro 2020 μέσω και των πλέι οφ, αυξάνοντας έτσι τις ελπίδες της να επιστρέψει σε μια μεγάλη διοργάνωση. Για όσους παίκτες μας (και όχι μόνο) ζορίζονται ακόμα να καταλάβουν το σύστημα διεξαγωγής, υπάρχει πάντα ο απλός και παραδοσιακός στόχος που χρησιμοποιούν και οι Άγγλοι: “Κερδίζουμε όλα τα ματς και στο τέλος βλέπουμε τι έχουμε καταφέρει”.

10 χρόνια Σομπρέρο

  [11 Σχόλια]

Την αδυναμία μας στη φανέλα με το νούμερο 10 την έχουμε καταγράψει παλιότερα:

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Με δεδομένο αυτό, καταλαβαίνετε ότι αυτή είναι μια ξεχωριστή ημέρα για εμάς. Μια τέτοια μέρα το 2008 γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (αν και δυο εκ των ‘ιδρυτών’ είχαν τότε βάση στην Αθήνα) το Σομπρέρο. Σήμερα η σελίδα γιορτάζει τα δέκατα γενέθλια της, φοράει επιτέλους τη φανέλα με το αγαπημένο 10 στην πλάτη και ετοιμάζεται να βγάλει μαγικές κάθετες που θα τρυπήσουν κάθε άμυνα, να ντριπλάρει αντιπάλους με τη χάρη μεγάλων Ρώσων χορευτών, να κουμαντάρει το παιχνίδι σαν μαέστρος της Φιλαρμονικής της Βιέννης και όταν χαθεί η μπάλα να σουλατσάρει στα χορτάρια χαζεύοντας τους υπόλοιπους που μαρκάρουν, γιατί «αν ήθελε ο Θεός να τρέχουμε σαν τους Νταβιντσομακελελέδες, δεν θα μας έδινε τόση φινέτσα».

Επόμενος μεγάλος στόχος μας είναι να φτάσουμε να γιορτάσουμε στο μέλλον τα γενέθλια μας χρησιμοποιώντας σαν εικόνα τον τεράστιο Γιόχαν Κρόιφ. Κι αν καταφέρουμε να το πετύχουμε κι αυτό, μετά ταβάνι μας είναι ο ουρανός. Ή ο Αντρέα Πίρλο.

10 σομπρέρο από ένα μεγάλο 10αρι για τα 10α γενέθλια του Σομπρέρο

Μαρσέλο Μπιέλσα: Ένας τρελός στην Τσάμπιονσιπ

  [Καθόλου σχόλια]

Τρεις περίπου μήνες πριν, ο γενικός διευθυντής της Λιντς, Βίκτορ Όρτα, και ο διευθύνων σύμβουλος της ομάδας, Άνγκους Κίνερ ταξίδεψαν στην Αργεντινή, στο πλαίσιο της αναζήτησης νέου προπονητή. Ο Μαρσέλο Μπιέλσα ήταν ένα από τα ονόματα στη λίστα υποψηφίων που είχαν καταρτίσει. Οι τρεις άνδρες συναντήθηκαν στο Μπουένος Άιρες και μετά από τις τυπικές συστάσεις και χαιρετούρες οι απεσταλμένοι της Λιντς μπήκαν κατ’ευθείαν στο ψητό: “Πόσο καλά γνωρίζεις την Τσάμπιονσιπ;”

Ο Μπιέλσα άνοιξε τον φάκελο με τις σημειώσεις του και άρχισε να αναλύει το πως παρατάχθηκαν και πως τελικά αγωνίστηκαν η Μπόλτον και η Μπάρτον στο μεταξύ τους παιχνίδι την περσινή σεζόν. Πριν προλάβουν οι άνθρωποι της Λιντς να ρωτήσουν κάτι άλλο, ο 63χρονος τεχνικός συνέχισε την ανάλυση του, περιγράφοντας διεξοδικά πως αγωνίστηκαν οι συγκεκριμένες ομάδες σε όλα τα παιχνίδια της Τσάμπιονσιπ! Στη συνέχεια, έβγαλε μερικές ακόμα σημειώσεις και ασχολήθηκε με τις υπόλοιπες ομάδες του πρωταθλήματος, εξετάζοντας κάθε διαφορετική τακτική που χρησιμοποίησαν καθ’όλη τη διάρκεια της χρονιάς και παραθέτοντας αναλυτικά στατιστικά για το πόσο πετυχημένο αποδείχτηκε κάθε φορά ένα σύστημα. Όταν επιτέλους τέλειωσε τον μονόλογο του, οι άνθρωποι της Λιντς απλά κοιτάχτηκαν και, χωρίς να πούνε κουβέντα, συμφώνησαν πως δεν χρειάζεται να δούνε κανέναν άλλο υποψήφιο.

Ο Μαρσέλο Μπιέλσα δεν έχει δουλέψει ποτέ ξανά στην Αγγλία. Αλλά αυτό δεν λέει απολύτως τίποτα. Ο Αργεντινός παρακολουθεί (και αναλύει) ποδοσφαιρικούς αγώνες με ακραίους ρυθμούς. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, από τη στιγμή που οι απεσταλμένοι των Άγγλων επικοινώνησαν μαζί του για να κλείσουν το ραντεβού μέχρι την επόμενη μέρα, όταν και πραγματοποιήθηκε η κρίσιμη συνάντηση, ο Μπιέλσα παρακολούθησε 7 παιχνίδια της περσινής Λιντς. Μέχρι τη μέρα που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στην Αγγλία είχε δει και μελετήσει διεξοδικά όλα τα περσινά της παιχνίδια, ακόμα και τα φιλικά του καλοκαιριού.

Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν “τελειομανή”, κάποιοι άλλοι απλά “τρελό”. Το δεύτερο προτιμήθηκε από την πλειοψηφία και ο Μπιέλσα κυκλοφορεί εδώ και χρόνια στην πιάτσα με αυτό το παρατσούκλι. Η αλήθεια είναι ότι δεν προσπαθεί και ιδιαίτερα να το αποχωριστεί. Μιλώντας για τη θητεία του στην Αθλέτικ Μπιλμπάο ένας Ισπανός δημοσιογράφος, που καλύπτει το ρεπορτάζ της ομάδας των Βάσκων, αποκάλυψε πως αργά τη νύχτα, συνήθως μετά τα μεσάνυχτα, ο Αργεντινός έβγαινε μόνος του βόλτα στην πόλη, ακόμα και στους ζόρικους χειμωνιάτικους μήνες. Φορώντας την κλασική φόρμα της Αθλέτικ, περπατούσε για χιλιόμετρα με κατεύθυνση τα περίχωρα. Εκεί σε ένα παλιό αγρόκτημα συναντούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Ισπανών, με τους οποίους είχε γνωριστεί τυχαία. Οι οικοδεσπότες ετοίμαζαν φαγητό (συνήθως φασόλια ή τσορίθο) και ο Μπιέλσα τους έκανε παρέα, ακούγοντας με τις ώρες τις ιστορίες τους δίπλα στη φωτιά.

Αυτή φυσικά δεν είναι η μόνη ‘περίεργη’ ιστορία από τη ζωή του. Η λίστα είναι ατέλειωτη. Οι άνθρωποι της Λιντς ανακάλυψαν τις παραξενιές του νέου τους προπονητή πολύ σύντομα. Πριν καν κλείσει ένα μήνα στην Αγγλία, ο Μπιέλσα ζήτησε να μάθει πόσες ώρες δουλειάς χρειάζεται στο περίπου ένας μέσος οπαδός για να μπορέσει να αγοράσει ένα εισιτήριο για να παρακολουθήσει την ομάδα του. Όταν οι Άγγλοι του είπαν πως η απάντηση είναι “περίπου 3 ώρες”, κάλεσε τους παίκτες του και τους έβαλε να μαζεύουν σκουπίδια γύρω από το προπονητικό κέντρο για 3 ώρες, θέλοντας να καταλάβουν και να εκτιμήσουν τον κόπο που κάνει ένας απλός οπαδός για να μπορεί να δει την αγαπημένη του ομάδα.

Η ιστορία κυκλοφόρησε άμεσα παντού αλλά οι οπαδοί της Λιντς δεν χρειαζόταν το συγκεκριμένο ρεπορτάζ για να ερωτευτούν τον νέο τους προπονητή. Το είχαν κάνει πριν καν πατήσει το πόδι του στην πόλη! Μέσα στις πρώτες δυο μέρες από την ανακοίνωση της συμφωνίας με τον Μπιέλσα, η ομάδα πούλησε 500 νέα διαρκείας, ένα νούμερο που πολλαπλασιάστηκε τις επόμενες μέρες. Δυο σχεδόν μήνες μετά η ευφορία των φίλων της Λιντς όχι μόνο δεν έχει κοπάσει αλλά έχει πλησιάσει επίπεδα λατρείας. Ακόμα και οι πιο απλές ενέργειες του Αργεντινού, όπως το ότι πήγε τη Δευτέρα να παρακολουθήσει έναν αγώνα της U-23, προκαλούν κύμα ενθουσιασμού στις τάξεις των φιλάθλων. O λόγος φυσικά δεν βρίσκεται μόνο στην αύρα και τη διαφορετικότητα του Μπιέλσα.

Η Λιντς έχει ξεκινήσει εντυπωσιακά τη σεζόν μετρώντας 3 νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια, ένα στατιστικό που είχε να εμφανιστεί στο Έλαντ Ρόουντ από το 1974! Κι αν η νίκη επί της Μπόλτον μεσοβδόμαδα για το Λιγκ Καπ δεν θεωρείται κάτι τρομερό, τα δυο ‘τρίποντα’ στο πρωτάθλημα ήρθαν πέρα από κάθε προσδοκία. Η ομάδα του Μπιέλσα κέρδισε δυο αντιπάλους που πριν την έναρξη της σεζόν συμπεριλαμβανόταν στα φαβορί για την άνοδο και το έκανε όχι απλά εύκολα (3-1 τη Στόουκ εντός και 4-1 τη Ντέρμπι εκτός) αλλά παίζοντας κατά διαστήματα και εξαιρετικό, ειδικά για την εποχή, ποδόσφαιρο.

Με ατέλειωτο τρέξιμο και πρέσινγκ, προσπάθεια για στρωτό ποδόσφαιρο κατοχής, ικανοποιητικούς αυτοματισμούς και αρκετές ευκαιρίες, η Λιντς ξεχώρισε σε τέτοιο βαθμό στα πρώτα δυο ματς της Τσάμπιονσιπ που σκαρφάλωσε ήδη στην πρώτη θέση των φαβορί για άνοδο! Η μεταμόρφωση της ομάδας οφείλεται αποκλειστικά στη δουλειά του Αργεντινού, αφού στα δυο πρώτα παιχνίδια του πρωταθλήματος η Λιντς είχε στη βασική της 11αδα μόνο έναν παίκτη που ήρθε φέτος το καλοκαίρι, τον Μπάρι Ντάγκλας. Ο Μπιέλσα ανέλαβε ένα μετριότατο σύνολο που πέρσι τερμάτισε κάτω από τη μέση της βαθμολογίας και δεν έκανε ούτε ένα διπλό μέσα στο 2018 και το μετέτρεψε με ψυχολογική τόνωση και σκληρή δουλειά (τριπλές προπονήσεις και ατέλειωτες ώρες παραμονής στο προπονητικό κέντρο κάθε μέρα – δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπιέλσα ζήτησε να τοποθετηθεί στο γραφείο του και ένα κρεβάτι) σε μια ομάδα που στα πρώτα της ματς κυριαρχεί στον αγωνιστικό χώρο, ανεξαρτήτως αντιπάλου, και σκοράρει εύκολα.

Την ώρα που μεγάλο μέρος του κόσμου της ομάδας κάνει όνειρα για επιστροφή της στα χρόνια της δόξας και των επιτυχιών, ο Μπιέλσα παραμένει απόλυτα προσγειωμένος και ψύχραιμος. Παρακολουθώντας τα παιχνίδια καθισμένος σ’έναν τεράστιο αναποδογυρισμένο μπλε κουβά (ο οποίος έχει γίνει τόσο διάσημος που στα γραφεία της Λιντς έσκασαν οι πρώτες προσφορές από εταιρείες που θέλουν να διαφημιστούν πάνω του!), ο ‘Λόκο’ αποφεύγει τις ακραίες χειρονομίες, πανηγυρίζοντας ακόμα και τα γκολ με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία.

Σε κάθε συνάντηση του με τους δημοσιογράφους τις τελευταίες μέρες τονίζει ότι είναι πάρα πολύ νωρίς για συμπεράσματα και προβλέψεις. Ξέρει άλλωστε πολύ καλά πως και στο παρελθόν οι ομάδες του έχουν κάνει δυνατά ξεκινήματα, τα οποία όμως δεν συνοδεύτηκαν από εξίσου καλά τελειώματα. Όσοι γνωρίζουν καλά τη σταδιοδρομία του και θυμούνται και τις αρκετές αποτυχίες του, καταλαβαίνουν ότι είναι πάρα πολύ νωρίς για να προβλέψει κανείς την έκβαση της σεζόν, αφού εκτός από μια πολύ πιθανή αγωνιστική κοιλιά, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο ο “γερο-παράξενος” Μπιέλσα να χαλαστεί οποιαδήποτε στιγμή με κάτι που δεν μπορεί να φανταστεί κανείς.

Μέχρι να φτάσει όμως εκείνη η στιγμή, στο Λιντς απολαμβάνουν τις χαρούμενες αυτές μέρες και ονειρεύονται την εποχή που θα επιστρέψουν στην Πρέμιερ Λιγκ, από την οποία απουσιάζουν απ’το 2004. Σήμερα το απόγευμα στο Έλαντ Ρόουντ τα ‘παγώνια’ θα υποδεχθούν τη γειτονική Ρόδεραμ με στόχο να κάνουν το 3/3 και να παραμείνουν στις πρώτες θέσεις της βαθμολογίας. Το ταμείο της ομάδας θα γίνει φυσικά τον Μάιο και τότε θα φανεί αν ο Μαρσέλο Μπιέλσα θα μπορεί να χρησιμοποιήσει ξανά τη δήλωση που χαρακτηρίζει όλη την καριέρα του: “Ένας άνθρωπος με νέες ιδέες θεωρείται τρελός μέχρι οι ιδέες του να θριαμβεύσουν”

Το θαύμα της Βερόνα

  [Καθόλου σχόλια]

Καλοκαίρι 1984. Ένα ακόμα πρωτάθλημα ετοιμάζεται να ξεκινήσει. Τα φαβορί είναι γνωστά σε όλους εξ αρχής: Η Γιουβέντους, η Ρόμα και η Ίντερ. Οι ομάδες δηλαδή που πρωταγωνιστούσαν τις προηγούμενες σεζόν. Το Καμπιονάτο δείχνει να αφήνει πίσω του τις δύσκολες μέρες της αρχής της δεκαετίας, όταν ξέσπασε το σκάνδαλο Τοτονέρο, που αφορούσε στημένα παιχνίδια. Ποδοσφαιριστές παγκόσμιας κλάσης έχουν μετακομίσει στην Ιταλία και το πρωτάθλημα αναμένεται να είναι πιο ανταγωνιστικό από ποτέ.

Η Γιουβέντους έχει τον Πλατινί, η Ρόμα τον Φαλκάο, η Ουντινέζε τον Ζίκο, η Νάπολι έχει μόλις αγοράσει τον Μαραντόνα, η Ίντερ τον Ρουμενίγκε και η Φιορεντίνα τον Σώκρατες. Το μόνο πράγμα που θυμίζει την εποχή του σκανδάλου είναι η απόφαση να μην ορίζονται οι διαιτητές των αγώνων από κάποια επιτροπή διαιτησίας αλλά να επιλέγονται τυχαία με κλήρωση, για λόγους διαφάνειας. Αυτό είναι το πρώτο και, όπως αποδείχτηκε, το τελευταίο πρωτάθλημα που διεξήχθη με αυτόν τον τρόπο. Και, τυχαία ή όχι, ένα από τα πιο ξεχωριστά.

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 1984. Το Στάδιο Μαρκ Αντόνιο Μπεντεγκόντι στη Βερόνα είναι κατάμεστο. Οι οπαδοί της τοπικής ομάδας έχουν πιάσει θέση από νωρίς όχι μόνο για να δούνε την πρεμιέρα της αγαπημένης τους Ελλάς Βερόνα αλλά και για να θαυμάσουν από κοντά στην πρώτη του εμφάνιση σε ιταλικό έδαφος τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, τον παίκτη που λίγους μήνες πριν έγινε η πιο ακριβή μεταγραφή του κόσμου.

Ενενήντα λεπτά αργότερα κανένας δεν συζητάει για τον βραχύσωμο Αργεντινό με το φουντωτό μαλλί. Το man-to-man πάνω του αποφέρει καρπούς, ο Ντιέγκο απειλεί ελάχιστα και η Βερόνα φτάνει σε μια σπουδαία νίκη με 3-1. Το τέλος της 1ης αγωνιστικής την βρίσκει στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα. Αυτό που δεν μπορεί να φανταστεί κανένας είναι ότι η Βερόνα δεν θα φύγει από αυτή τη θέση σε κανένα σημείο της σεζόν!

Πηγαίνουμε τρία χρόνια πιο πίσω. 1981. Ο Οσβάλντο Μπανιόλι είναι ένας πρώην μέτριος παίκτης-νυν άσημος προπονητής, που προσπαθεί να γίνει γνωστός στις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας. Η (μικρή) επιτυχία του με την Τσεζένα προσελκύει το ενδιαφέρον της Βερόνα, στην οποία είχε αγωνιστεί ως ποδοσφαιριστής πολλά χρόνια πριν. Η Βερόνα βρίσκεται εκείνη την εποχή στη Serie B και όχι απλά ζορίζεται να διεκδικήσει την άνοδο αλλά φτάνει κοντά και στον υποβιβασμό στην 3η κατηγορία. Με τον Μπανιόλι στον πάγκο όμως η ομάδα μεταμορφώνεται. Στην πρώτη του σεζόν η Βερόνα τερματίζει στην κορυφή της βαθμολογίας. Ακολουθούν δυο απόλυτα πετυχημένες χρονιές στην 1η κατηγορία, που ολοκληρώνονται με μια 4η και μια 6η θέση και δυο σερί χαμένους τελικούς Κυπέλλου. Και τότε φτάνει η ιστορική σεζόν 1984-85.

Ο Μπανιόλι είναι πλέον ξεκάθαρο πως έχει βρει τη σωστή χημεία για την ομάδα του και ψάχνει απλά τρόπους να τη βελτιώσει κι άλλο, για να μπορέσει να κάνει το βήμα παραπάνω. Η λύση έρχεται ανέλπιστα από τη βόρεια Ευρώπη. Η Βερόνα αποκτάει τον 29χρονο Γερμανό Χανς-Πέτερ Μπρίγκελ, που μπορεί να παίξει με επιτυχία και στην άμυνα και στο κέντρο, και τον Δανό επιθετικό Πρέμπεν Έλκιερ, που έπαιζε στο Βέλγιο και είχε τη φήμη του φανατικού καπνιστή. Ο ερχομός τους περνάει στην αρχή απαρατήρητος, αφού τα ΜΜΕ είναι απασχολημένα με τις σπουδαίες μεταγραφές των υπολοίπων ομάδων, αλλά αποδεικνύεται ότι οι δυο τους είναι ακριβώς τα κομμάτια που χρειαζόταν ο Μπανιόλι για να ολοκληρώσει με επιτυχία το παζλ της Βερόνα, οι παίκτες που έλειπαν για να μετατραπεί ένα καλό και αξιόμαχο σύνολο σε ομάδα τίτλου.

Η νίκη επί της Νάπολι στην πρεμιέρα είναι μόνο η πρώτη προειδοποίηση. Μέσα στον Οκτώβριο η Βερόνα δίνει 4 σερί ντέρμπι με τους ‘μεγάλους’ της χώρας και βγαίνει αλώβητη, με 2 νίκες (εντός με Γιουβέντους και Φιορεντίνα) και 2 ισοπαλίες (εκτός με Ίντερ και Ρόμα)! Ο θρίαμβος επί της πρωταθλήτριας Γιούβε με 2-0 είναι το πρώτο σοβαρό σημάδι ότι αυτή η ομάδα μπορεί να κάνει την έκπληξη. Ο αγώνας μένει στην ιστορία για το δεύτερο γκολ της Βερόνα, κατά το οποίο ο Έλκιερ επιχείρησε μια κούρσα από τα αριστερά και παρά το γεγονός ότι πάνω στην προσπάθεια έχασε το δεξί του παπούτσι, συνέχισε απτόητος τη φάση και σκόραρε με την κάλτσα. Ένα γκολ απολύτως αντιπροσωπευτικό της προσωπικότητας και του ίδιου και της ομάδας που είχε φτιάξει ο Μπανιόλι.

Η πρώτη ήττα έρχεται 4 μήνες μετά την πρεμιέρα, στην τελευταία αγωνιστική του πρώτου γύρου, σ’ένα χιονισμένο και τραγικό τερέν στο Αβελλίνο, μ’ένα γκολ στα τελευταία λεπτά. Η εκπληκτική πορεία του πρώτου γύρου εντυπωσιάζει τους πάντες αλλά η κοινή σκέψη όλων είναι πως η ομάδα του Μπανιόλι, που στα 81 χρόνια ιστορίας της έως τότε δεν είχε κατακτήσει τίποτα, κάποια στιγμή θα κλατάρει και θα παραχωρήσει τη θέση στην κορυφή σε κάποια από τις βασικές διεκδικήτριες του τίτλου.

Λίγες μόνο μέρες αργότερα η σκέψη αυτή ενισχύεται σημαντικά. Η Βερόνα φέρνει 0-0 στο Σαν Πάολο, στην πρεμιέρα του 2ου γύρου, και η Ίντερ την πιάνει στην 1η θέση της βαθμολογίας. “Όνειρο ήταν και πάει”. Δυο αγωνιστικές μετά, η Βερόνα πάει στο Ούντινε χωρίς τον ενθουσιασμό των προηγούμενων αγώνων αλλά ταυτόχρονα με μια εξτρά αποφασιστικότητα να αποδείξει ότι δεν θα παρατήσει την προσπάθεια τόσο εύκολα. Σε ένα εκπληκτικό παιχνίδι παίρνει κεφάλι στο σκορ με 0-3 μόλις στο 20ο λεπτό! Οι γηπεδούχοι αντιδρούν και με μια τρομερή αντεπίθεση διαρκείας φέρνουν το ματς στα ίσα στις αρχές της επανάληψης. Προς έκπληξη όλων η Βερόνα δεν καταρρέει ούτε τότε. Δυο μόλις λεπτά μετά την ισοφάριση ο Έλκιερ κάνει το 3-4 και λίγο αργότερα ο Μπρίγκελ πετυχαίνει το 3-5.

Η Ουντινέζε παραδίνεται και ουσιαστικά μαζί μ’αυτήν και όλες οι ανταγωνίστριες της Βερόνα. Αυτό που δεν φανταζόταν κανείς όταν ξεκινούσε η σεζόν, έμοιαζε πλέον με ένα πάρα πολύ πιθανό σενάριο: Η Ελλάς Βερόνα ήταν πολύ κοντά στο πρώτο πρωτάθλημα της ιστορίας της!

Στα 12 ματς που απομένουν δεν αλλάζει τίποτα. Ίσα-ίσα η Βερόνα καταφέρνει να πάρει και απόσταση ασφαλείας, εξασφαλίζοντας τον τίτλο μαθηματικά μια αγωνιστική πριν το τέλος. Η ομάδα του Μπανιόλι, που με την επιτυχία αυτή αποκτάει άμεσα το παρατσούκλι “ο μάγος από τη Μποβίζα” (έτσι λέγεται η περιοχή στο Μιλάνο, όπου μεγάλωσε), ολοκληρώνει τη σεζόν με μόλις δυο ήττες, έχοντας την καλύτερη άμυνα και την 3η καλύτερη επίθεση. Η ήσυχη πόλη του ιταλικού Βορρά ζει τις πιο ευτυχισμένες και θορυβώδεις στιγμές της ιστορίας της. Το πιο εντυπωσιακό στατιστικό όλων παραμένει το ότι ο Ιταλός προπονητής χρησιμοποίησε μόνο 17 παίκτες σε όλη τη σεζόν (10 εξ αυτών έπαιξαν τουλάχιστον στα 27 από τα 30 ματς)!

Τα παραμύθια όμως δεν κρατάνε πολύ. Την επόμενη χρονιά η Βερόνα επιστρέφει στην κανονικότητα, τερματίζοντας 10η. Στο τέλος της δεκαετίας θα επιστρέψει στη Serie B και δεν θα πλησιάσει ποτέ ξανά στην κορυφή της Ιταλίας. O Οσβάλντο Μπανιόλι θα δοκιμάσει τις δυνάμεις του στη Τζένοα και την Ίντερ, χωρίς όμως να καταφέρει κάτι εξίσου σπουδαίο, αν και η θητεία του στη Γένοβα κρίνεται αναμφίβολα πετυχημένη. Θα αποσυρθεί από τους πάγκους το 1994 σε ηλικία 59 ετών. Τον Ιανουάριο του 2018 η Βερόνα θα τον ανακηρύξει επίτιμο πρόεδρο της.

H ποδοσφαιρική του φιλοσοφία συνοψίζεται σε μια δήλωση που έκανε αρκετά χρόνια μετά από το ‘θαύμα του 1985’: “To ποδόσφαιρο είναι απλό παιχνίδι. Το πιο σημαντικό όλων είναι να είσαι τυχερός και να βρεις τους σωστούς ανθρώπους για τις σωστές θέσεις. Μετά το μόνο που χρειάζεται είναι να τους αφήσεις ελεύθερους να εκφραστούν όπως αυτοί μπορούν”.

Ο βοσκός από το Ιράν που έφτασε μέχρι το Μουντιάλ

  [Καθόλου σχόλια]
Όπως γνωρίζουν σχεδόν όλοι, το Μουντιάλ είναι η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική γιορτή του πλανήτη. Ένα από τα στοιχεία που το κάνει να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες διοργανώσεις είναι η παρουσία σε αυτό χωρών και ανθρώπων που δύσκολα θα έβλεπες αλλού. Στη διάρκεια ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου, ανάμεσα από τις ατέλειωτες συζητήσεις για την κατάσταση του Μέσσι, τη φόρμα του Ρονάλντο και το αν ήρθε επιτέλους η ώρα των Άγγλων, τρυπώνουν αρκετές φορές και μικροί, άγνωστοι ήρωες από χώρες που συνήθως έχουν το ρόλο του κομπάρσου στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, όπως ο τερματοφύλακας της Ισλανδίας, Χάνες Θορ Χάλντορσον και ο προπονητής της Σενεγάλης, Αλιού Σισέ. Κάπως έτσι μάθαμε φέτος και τον Αλιρεζά Μπεϊρανβάντ.

Ο βασικός τερματοφύλακας του Ιράν θα κλείσει σε λίγους μήνες τα 26 του χρόνια αλλά το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας είναι η πρώτη ουσιαστικά φορά που το όνομα του ξεπέρασε τα όρια της χώρας του και του ασιατικού ποδοσφαίρου. Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλη επιτυχία της ποδοσφαιρικής του καριέρας. Όσο για την πρώτη; Το γεγονός ότι κατάφερε και έγινε ποδοσφαιριστής!

Ο πανύψηλος Αλιρεζά γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό στο δυτικό Ιράν. Προέρχεται από νομαδική οικογένεια και έχει κουρδική καταγωγή. Όντας το μεγαλύτερο από τα παιδιά της οικογένειας, το μέλλον του ήταν προδιαγεγραμμένο, τουλάχιστον στο μυαλό του πατέρα του. Η οικογένεια βρισκόταν μόνιμα εν κινήσει, ψάχνοντας κατάλληλο έδαφος για να ταΐσει τα πρόβατα της, και ο μικρός Αλιρεζά πέρασε μεγάλο μέρος των παιδικών του χρόνων σαν βοσκός.

Μπαίνοντας στην εφηβεία, ο Μπεϊρανβάντ θέλησε να δοκιμάσει την τύχη του στο ποδόσφαιρο. Το πρώτο εμπόδιο ήταν και το πιο δύσκολο. Ο πατέρας του δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ο γιος του προτιμούσε να ασχοληθεί με τη μπάλα, αντί να ψάξει για μια κανονική δουλειά. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη του για ένα αφιέρωμα της Γκάρντιαν, ο Μπεϊρανβάντ αποκάλυψε πως ο πατέρας του ήταν τόσο ανένδοτος, που έφτασε στο σημείο να του σκίσει τις φανέλες και τα γάντια, αναγκάζοντας τον να παίζει μερικές φορές στους αγώνες της τοπικής ομάδας με γυμνά χέρια.

Κάπου εδώ οι περισσότερες σχετικές ιστορίες θα τελείωναν. Ο Μπεϊρανβάντ όμως αποδείχτηκε πολύ πιο αποφασισμένος από το μέσο παιδί της ηλικίας του που ονειρεύεται να γίνει κάποτε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Μια μέρα, και χωρίς να ενημερώσει κανέναν, δανείστηκε λίγα χρήματα από έναν συγγενή, ανέβηκε σε ένα λεωφορείο και έφυγε για την Τεχεράνη, ψάχνοντας για μια ευκαιρία που θα τον βοηθήσει να κυνηγήσει το όνειρο του και να ζήσει μια καλύτερη ζωή.

Η πραγματικότητα φυσικά δεν έχει συνήθως καμία σχέση με τα σενάρια των ταινιών και κάπως έτσι ο Μπεϊρανβάντ βρέθηκε να περιπλανιέται για μέρες στην πρωτεύουσα χωρίς γνωστούς, δουλειά και μέρος για να μείνει. Τα πρώτα βράδια κοιμήθηκε στο δρόμο, σε μια περιοχή που έβρισκαν καταφύγιο οι άστεγοι μετανάστες. Αργότερα έστρωνε έξω από την πόρτα των γραφείων μιας μικρής ομάδας της Τεχεράνης, η οποία ήλπιζε ότι θα του δώσει μια ευκαιρία.

“Κοιμόμουν δίπλα στην πόρτα του συλλόγου. Ένα από τα πρωινά σηκώθηκα και ανακάλυψα ότι κάποιοι περαστικοί μου είχαν αφήσει κέρματα, νομίζοντας πως είμαι ζητιάνος. Η αλήθεια είναι ότι εκείνη τη μέρα έφαγα ένα χορταστικό πρωινό μετά από πολύ καιρό” θυμάται ο ίδιος.

Η επιμονή και το πείσμα του επιβραβεύτηκαν. Οι άνθρωποι της ομάδας τον δέχτηκαν και ένας εκ των συμπαικτών του προθυμοποιήθηκε να τον φιλοξενήσει στο σπίτι του μέχρι να βρει κάποιο εισόδημα. Ο Μπεϊρανβάντ δεν σκόπευε να αφήσει την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη. Αρχικά δούλεψε σε ένα εργοστάσιο ραπτικής, ακολούθησαν μερικά μεροκάματα σε ένα πλυντήριο αυτοκινήτων (όπου ειδικευόταν, λόγω ύψους, στο πλύσιμο των SUV) και μετά μια θέση σε πιτσαρία. Στο τέλος κατέληξε καθαριστής στους δρόμους, μια δουλειά που όπως λέει ο ίδιος τον έφτανε στα όρια του σωματικά, ειδικά όταν έπρεπε να καθαρίσει ολομόναχος ένα τεράστιο πάρκο μερικές ώρες πριν από κάποιο παιχνίδι.

Μετά από χρόνια σκληρών προπονήσεων, θυσιών και παρακολούθησης των αγώνων από τους πάγκους, το 2013 και σε ηλικία 21 χρόνων η Ναφτ της Τεχεράνης τον έχρισε βασικό της τερματοφύλακα. Οι εμφανίσεις του ήταν τόσο καλές που την επόμενη κιόλας χρονιά κλήθηκε στην εθνική ομάδα. Το όνομα του ακούστηκε για πρώτη φορά εκτός Ιράν στα τέλη του 2014 όταν σ’έναν αγώνα πρωταθλήματος με αντίπαλο την Τράκτορ Σάζι έστειλε τη μπάλα με τα χέρια του στο ύψος της αντίπαλης περιοχής, βγάζοντας σχεδόν τετ-α-τετ έναν συμπαίκτη του που τελείωσε σωστά τη φάση.

Το βίντεο με την εκπληκτική ασίστ έκανε το γύρο του κόσμου και χάρη σ’αυτό έγινε ευρέως γνωστό πως οι μακρινές πάσες με τα χέρια (που συχνά στέλνουν τη μπάλα σε απόσταση 60-70 μέτρων!) είναι ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του παιχνιδιού του. Όπως αποκάλυψε ο ίδιος, την ικανότητα αυτή την απέκτησε μικρός παίζοντας στα βουνά με τους φίλους του ‘Νταλ Παράν’, ένα τοπικό παιχνίδι που περιλαμβάνει πέταγμα πετρών.

Το 2016 ενδιαφέρθηκε γι’αυτόν η Περσέπολις, η μεγαλύτερη ομάδα της χώρας, και τα τελευταία δυο χρόνια αγωνίζεται εκεί με ιδιαίτερη επιτυχία. Οι εμφανίσεις του στο πρωτάθλημα του Ιράν, στην εθνική αλλά και στο ασιατικό Τσάμπιονς Λιγκ καθώς και η παρουσία του στη λίστα της ΦΙΦΑ με τους καλύτερους τερματοφύλακες του κόσμου για το 2017 (πρώτη φορά που συμπεριλαμβάνεται Ιρανός σε μια τέτοια λίστα) τράβηξαν την προσοχή μεγαλύτερων ομάδων. Πιο κοντά απ’όλους έφτασε η Φενερμπαχτσέ που ενδιαφέρθηκε έντονα για την απόκτηση του το καλοκαίρι. Ο ίδιος πάντως βάζει ακόμα μεγαλύτερους στόχους και ονειρεύεται μια μετακίνηση στην Ευρώπη, με ιδανικό προορισμό, κατά δήλωση του, το Άνφιλντ.

Για να καταφέρει να εκπληρώσει και αυτό το όνειρο, θα πρέπει να αποδείξει την αξία του και στα γήπεδα της Ρωσίας, εκεί που το επίπεδο είναι πολύ ανώτερο από το πρωτάθλημα του Ιράν. Στα δυο πρώτα παιχνίδια του ομίλου η παρουσία του κρίθηκε πολύ θετική. Το Ιράν επικράτησε του Μαρόκου στην πρεμιέρα χωρίς να δεχτεί γκολ και έπεσε μαχόμενο στον αγώνα με την Ισπανία, εκεί που ο Μπεϊρανβάντ νικήθηκε μόνο μια φορά από τα αστέρια των Ισπανών κι αυτή ουσιαστικά κατά λάθος, από μια τυχερή κόντρα στα πόδια του Ντιέγκο Κόστα.

Σήμερα το βράδυ στο Σαράνσκ η ομάδα του Αλιρεζά Μπεϊρανβάντ θα αντιμετωπίσει την Πορτογαλία, σε ένα ματς που μπορεί να αποδειχθεί ιστορικό. Το Ιράν δεν έχει περάσει σε καμία από τις προηγούμενες 4 συμμετοχές του σε Παγκόσμιο Κύπελλο τη φάση των ομίλων. Για να γράψει ιστορία όμως, θα πρέπει να κερδίσει την ομάδα του Φερνάντο Σάντος και για να γίνει αυτό θα πρέπει ο Μπεϊρανβάντ και οι συμπαίκτες του να βρουν τρόπο να εξουδετερώσουν τον φορμαρισμένο Κριστιάνο Ρονάλντο. Η πρόκληση που εμφανίζεται μπροστά του όμως είναι από μόνη της ονειρεμένη, αν αναλογιστεί κανείς την πορεία του μέχρι αυτό το σημείο. Όπως λέει και ο ίδιος: “Πέρασα πάρα πολλές δυσκολίες για να μπορέσω να κάνω πραγματικότητα τα όνειρα μου και δεν έχω καμία πρόθεση να τις ξεχάσω, γιατί αυτές μ’έκαναν τον άνθρωπο που είμαι τώρα”.

Η μέρα που πέθανε το joga bonito

  [5 Σχόλια]

Λένε ότι ο πρώτος είναι πρώτος και οι υπόλοιποι δεν είναι τίποτα αλλά έχει αποδειχτεί ότι αυτή η ατάκα δεν λέει πάντα την αλήθεια. Στην ιστορία του παιχνιδιού δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η αίγλη και η γοητεία του χαμένου επισκίασε ακόμα και τη δόξα του νικητή και το Παγκόσμιο Κύπελλο, η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική διοργάνωση του πλανήτη, δεν θα μπορούσε να μην έχει κάποιες τέτοιες ιστορίες. Στα 82 χρόνια ύπαρξης του, το Μουντιάλ έχει να παρουσιάσει μια λίστα χαμένων που σημάδεψαν ένα παιχνίδι, μια διοργάνωση ή ακόμα και μια ολόκληρη εποχή. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν η Ουγγαρία των 50s, ο Ρομπέρτο Μπάτζιο το 1994, η Ολλανδία των 70s, ο Ζινεντίν Ζιντάν το 2006 και πάνω, ίσως, απ’όλους η Βραζιλία του 1982. Η Βραζιλία του Τέλε Σαντάνα, του Σώκρατες και του Ζίκο.

5 Ιουλίου 1982. Το γήπεδο Σαριά στη Βαρκελώνη, έδρα της Εσπανιόλ εκείνη την εποχή, είναι ασφυκτικά γεμάτο. Περισσότεροι από 45.000 άνθρωποι έχουν στοιβαχτεί για να δούνε ποια θα είναι η ομάδα που θα συμπληρώσει την 4αδα των ημιτελικών. Παρ’όλο που στο γήπεδο μπαίνουν δυο μεγαθήρια του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όλοι γνωρίζουν πως το συγκεκριμένο παιχνίδι έχει ξεκάθαρο φαβορί.

Η Βραζιλία έχει φτάσει εκεί μετρώντας 4 νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια. Αλλά τα αποτελέσματα λένε μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Η ‘σελεσάο’ εκείνη δεν έχει καμία σχέση με την ομάδα των προηγούμενων δυο διοργανώσεων, στις οποίες είχαν εμφανιστεί για πρώτη φορά στο παιχνίδι της κάποιες επιρροές από το ευρωπαϊκό στυλ. Η Βραζιλία του 1982 προσπαθεί να επιστρέψει στις ρίζες της, στο παιχνίδι με το οποίο μεγάλωσαν οι προηγούμενες γενιές των βραζιλιάνων, ένα παιχνίδι που σαν πρωταρχικό και βασικό στόχο έχει τη χαρά και τη διασκέδαση.

Εμπνευστής και καθοδηγητής του όλου εγχειρήματος είναι ο προπονητής της. Ο Τέλε Σαντάνα δεν πιστεύει στο δόγμα “νίκη με κάθε κόστος” και στήνει μια εθνική πλήρως εναρμονισμένη στη ρομαντική κοσμοθεωρία του. Δίνει το περιβραχιόνιο του αρχηγού στον αντισυμβατικό, πότη και μανιώδη καπνιστή, Σώκρατες και παρατάσσει μια ομάδα που μπορεί το σύστημα της να μην αποκρυπτογραφείται εύκολα (οι αναλυτές της τακτικής βλέπουν ένα ιδιαίτερο 4-2-2-2, κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν πως ήταν ένα πειραματικό 2-7-1) αλλά η διάθεση της είναι ξεκάθαρη από την αρχή: επίθεση, επίθεση και πάλι επίθεση.

Μια ομάδα γεμάτη απίστευτη ποιότητα στο κέντρο, που μπορούσε να ‘ζωγραφίσει’ απέναντι σε οποιαδήποτε άμυνα, είτε με κάποια γρήγορη ομαδική συνεργασία, είτε με κάποια θεαματική, ατομική έμπνευση. Όμως και μια ομάδα που έχει δυο βασικότατα ελαττώματα: Στην κορυφή και στη βάση της. Ο 31χρονος Πέρες κάτω από τα δοκάρια θεωρείται πολύ λίγος για μια τέτοια διοργάνωση και ο 29χρονος ανεπαρκέστατος Σερτζίνιο βρίσκεται ξαφνικά να φοράει τη βαριά φανέλα με το 9, καθώς τρεις μόλις μέρες πριν το εναρκτήριο ματς τραυματίζεται σοβαρά ο Καρέκα, που προοριζόταν για τη θέση του σέντερ φορ.

Παρά τις δυο σημαντικές αυτές ατέλειες, μπαίνει στο τουρνουά με πατημένο το γκάζι, κερδίζοντας με το ποδόσφαιρο της όχι μόνο τους συμπατριώτες της αλλά και εκατομμύρια θεατές και τηλεθεατές απ’όλο τον κόσμο. Η ‘σελεσάο’ περνάει εύκολα στο δεύτερο γύρο, που τότε περιλάμβανε ένα νέο μοίρασμα σε ομίλους των τριών. Η μοίρα τα φέρνει έτσι που στο Group C βρίσκονται τρία από τα μεγαλύτερα ονόματα του κόσμου: Βραζιλία, Αργεντινή και Ιταλία αναγκάζονται να παλέψουν για μια μόνο θέση στα ημιτελικά.

Οι Βραζιλιάνοι δείχνουν όμως να μην έχουν αντίπαλο. Κερδίζουν με χαρακτηριστική άνεση την Αργεντινή του Κέμπες, του Πασαρέλα και του ανερχόμενου Μαραντόνα, με 3-1 και στέλνουν το μήνυμα σε όλους πως είναι αποφασισμένοι να συνδυάσουν το όμορφο ποδόσφαιρο με το κύπελλο, όπως ακριβώς είχε κάνει η παρέα του Πελέ 12 χρόνια πριν στο Μεξικό. Το μόνο που χρειάζονται στο τελευταίο ματς των ομίλων για να βρεθούν απέναντι στην αδύναμη Πολωνία στους ΄4′, είναι μια ισοπαλία.

Απέναντι στους εντυπωσιακούς και τρομακτικούς Βραζιλιάνους (“Δεν έδειχναν απ’αυτόν τον πλανήτη, ήταν σίγουρα η καλύτερη ομάδα που έχω δει” παραδέχτηκε λίγα χρόνια μετά ο Ρόσι) υπάρχει ένα σύνολο που ακόμα ψάχνει τα πατήματα του. Η Ιταλία φτάνει σ’εκείνον τον πρόωρο ‘τελικό’ με τον πιο ιταλικό τρόπο που υπάρχει. Τρεις ισοπαλίες στα ισάριθμα βατά παιχνίδια του πρώτου ομίλου, πρόκριση ουσιαστικά χάρη στην τύχη (αφού το ισόβαθμο Καμερούν είχε απλά πετύχει ένα γκολ λιγότερο) και αμέτρητη γκρίνια: Για τον προπονητή, για το σύστημα, για τις επιλογές των παικτών, για τα πάντα.

Στο επίκεντρο της κουβέντας βρίσκεται ο Πάολο Ρόσι. Ο 26χρονος επιθετικός της Γιουβέντους είχε μπλεχτεί το 1980 στο σκάνδαλο “Totonero”, που αφορούσε στημένα παιχνίδια, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τιμωρηθεί με 3 χρόνια αποκλεισμό από τα γήπεδα. Λίγους μήνες πριν το Μουντιάλ όμως η ποινή μειώθηκε και ο Ρόσι όχι μόνο πρόλαβε να παίξει στα τελευταία ματς της Γιουβέντους εκείνης της σεζόν αλλά κλήθηκε και στην αποστολή της εθνικής για το Μουντιάλ. Η επιλογή του προκάλεσε κύμα αντιδράσεων, αφού ουσιαστικά ο επιθετικός προερχόταν από δίχρονη απραγία, αλλά ο προπονητής Έντσο Μπεαρζότ πίστευε πολύ στην ικανότητα του να δημιουργεί κινδύνους από το πουθενά και να τελειώνει φάσεις αποτελεσματικά.

Παρά τη στήριξη του Μπεαρζότ όμως, ο Ρόσι αποδείχτηκε πλήρως ανέτοιμος στα πρώτα ματς της διοργάνωσης, στα οποία ούτε σκόραρε, ούτε βοήθησε δημιουργικά. Ένας δημοσιογράφος τον αποκάλεσε “φάντασμα που περιπλανιέται άσκοπα στο γήπεδο”. Η κόντρα των Ιταλών ρεπόρτερ με τον προπονητή έφτασε σε τέτοιο σημείο που ο Μπεαρζότ σταμάτησε να δίνει συνεντεύξεις από ένα σημείο και μετά. Η νίκη επί της Αργεντινής με 2-1 στον δεύτερο γύρο έδωσε στην Ιταλία την ψυχολογική ώθηση που χρειαζόταν αλλά το γεγονός ότι οι Βραζιλιάνοι είχαν κερδίσει με 3-1 σήμαινε πως στο τελευταίο παιχνίδι η ‘Σκουάντρα Ατζούρα’ δεν βολευόταν με την ισοπαλία.

Κάπως έτσι, στο χόρτο του γηπέδου της Βαρκελώνης παρατάχθηκαν δυο πολύ διαφορετικές σχολές του ποδοσφαίρου, σ’ένα ματς που όλοι καταλάβαιναν πως είναι σημαντικό αλλά πιθανόν κανένας δεν γνώριζε πόσο καθοριστικό θα αποδεικνυόταν για το μέλλον όχι μόνο της διοργάνωσης αλλά και του ποδοσφαίρου γενικότερα.

Οι Βραζιλιάνοι μπήκαν στο παιχνίδι με μια αύρα ανωτερότητας και μια μικρή δόση υπεροψίας που σίγουρα στους μεγαλύτερους θα θύμισε το πατατράκ του 1950 απέναντι στην Ουρουγουάη, όταν και πάλι τους αρκούσε η ισοπαλία. Χρειάστηκαν όμως μόνο 5 λεπτά για να προσγειωθούν στην πραγματικότητα. Σέντρα από τα αριστερά, καρφωτή κεφαλιά του Ρόσι, που είχε τρυπώσει κρυφά στη μικρή περιοχή, 0-1. Μετά από τέσσερα στείρα 90λεπτα, ο Πάολο Ρόσι δήλωνε παρών στο κατάλληλο μέρος, την κατάλληλη στιγμή.

Ο αιφνιδιασμός των νοτιοαμερικάνων δεν κράτησε πολύ. Το μήνυμα από τον πάγκο της Βραζιλίας ήταν σαφές: Παίζουμε κανονικά το παιχνίδι μας, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που η ‘σελεσάο’ έμενε πίσω στο σκορ. Είχε συμβεί και στα δυο πρώτα ματς της διοργάνωσης, με τη Σοβιετική Ένωση και τη Σκωτία. Η απάντηση έρχεται γρήγορα και είναι πλήρως αντιπροσωπευτική του joga bonito εκείνης της ομάδας. Ζίκο και Σώκρατες κρύβουν τη μπάλα στα δεξιά και όταν ο Ντίνο Τζοφ τη βλέπει, είναι ήδη στα δίχτυα του. 1-1 μόλις στο 12′.

Η Ιταλία όμως δεν καταρρέει. Πριν καν συμπληρωθεί μισή ώρα αγώνα, ο Ρόσι εκμεταλλεύεται μια λάθος πάσα στο κέντρο της άμυνας της Βραζιλίας, βγαίνει απέναντι στον Πέρες και ευστοχεί ξανά, θυμίζοντας επιτέλους τον επιθετικό που είχε βάλει 52 γκολ στο Καμπιονάτο τα 3 τελευταία χρόνια πριν την τιμωρία του. Στην πλευρά των Βραζιλιάνων εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα ανησυχίας και εκνευρισμού. Στο ημίχρονο στα αποδυτήρια ο Σερέζο που έκανε τη λάθος πάσα ξεσπάει σε κλάματα από τα νεύρα του. Ο Σώκρατες τον παρηγορεί και μαζί με τον Σαντάνα πείθουν τους πάντες ότι η πρόκριση παραμένει στο χέρι τους, αν παίξουν όπως ξέρουν.

Η Βραζιλία επιτίθεται από παντού στην επανάληψη αλλά η Ιταλία αντέχει. Η προσωρινή λύτρωση για τους λατινοαμερικάνους έρχεται στο 68′ όταν ο Φαλκάο βρίσκει λίγο ελεύθερο χώρο στο ύψος της μεγάλης περιοχής και με δυνατό σουτ ισοφαρίζει. Η κανονικότητα επιστρέφει, οι οπαδοί της Βραζιλίας – που είναι η ατραξιόν της διοργάνωσης – χορεύουν στις κερκίδες, οι Βραζιλιάνοι είναι αγκαλιά με την πρόκριση. Τους αρκεί να αμυνθούν σωστά για 20 μόνο λεπτά.

Εκείνη η Βραζιλία όμως δεν ξέρει να παίζει για το αποτέλεσμα. Ο Σαντάνα κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να καλύψει τις αμυντικές τρύπες, βγάζοντας τον Σερτζίνιο και βάζοντας έναν ακόμα χαφ, αλλά οι παίκτες του δεν φαίνονται διατεθειμένοι να ‘σκοτώσουν’ το παιχνίδι. Δεν ξέρουν πως να το κάνουν, δεν τους ενδιαφέρει να το κάνουν. Κάθε φάση είναι γι’αυτούς μια νέα ευκαιρία για επίθεση. Κάποιοι το αποκαλούν ρομαντισμό, κάποιοι άλλοι αφέλεια. Όλα στη ζωή είναι θέμα οπτικής.

Η ‘σελεσάο’ συνεχίζει να επιτίθεται, ψάχνοντας με κάθε τρόπο κι άλλο γκολ. Ο ρυθμός ανοίγει επικίνδυνα, η Ιταλία αναγκάζεται να ρισκάρει, ο κόσμος στις κερκίδες ενθουσιάζεται. Μια λανθασμένη κεφαλιά προς τα πίσω δίχως πίεση χαρίζει στην Ιταλία το πρώτο της κόρνερ, στο 75ο λεπτό του αγώνα. Γίνεται μια σέντρα, η μπάλα δεν απομακρύνεται καλά, ο Ταρντέλι πιάνει ένα κακό σουτ αλλά στην πορεία της βρίσκεται το γνώριμο πλέον πόδι του Ρόσι. Κοντινή προβολή, χατ τρικ και 3-2!

Στα λεπτά που απομένουν η Βραζιλία αγγίζει ξανά την ισοφάριση με κεφαλιά μετά από στημένη μπάλα αλλά ο 40χρονος θρύλος Ντίνο Τζοφ πιάνει τη μπάλα ακριβώς πάνω στη γραμμή. Είναι το σημείο στο οποίο όλοι πλέον πείθονται ότι η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη. Το τελευταίο σφύριγμα του Ισραηλινού διαιτητή στέλνει τους Ιταλούς στον ημιτελικό. Ένα από τα καλύτερα και πιο διάσημα παιχνίδια των Παγκοσμίων Κυπέλλων έχει μόλις περάσει στην ιστορία.

Στα αποδυτήρια της Βραζιλίας κανένας δεν μπορεί να πιστέψει τι έχει συμβεί. Κάποιοι κλαίνε, κάποιοι μονολογούν εκνευρισμένοι, κάποιοι κρύβουν το πρόσωπο τους. O Σαντάνα μπαίνει χαλαρός και με το πιο ήρεμο ύφος του κόσμου τους λέει ότι είναι περήφανος γι’αυτούς γιατί έκαναν ό,τι μπορούσαν. “Θέλω να ξέρετε ότι όλος ο κόσμος σας θαύμασε” προσθέτει και δεν έχει άδικο. Λίγα λεπτά αργότερα στη συνέντευξη τύπου δημοσιογράφοι απ’όλες τις χώρες τον αποθεώνουν και κατά την είσοδο του και κατά την έξοδο.

Κατά την επιστροφή στη Βραζιλία, η αποστολή θα γνωρίσει αποθεωτική υποδοχή. Κάποιοι δημοσιογράφοι θα κριτικάρουν τον Σαντάνα, κατηγορώντας τον ότι δεν είχε τις απαιτούμενες λύσεις για να πάρει η ομάδα την πολυπόθητη ισοπαλία. Πολλά χρόνια μετά, ο λάτρης της θεωρίας ‘ο σκοπός αγιάζει τα μέσα’ και παγκόσμιος πρωταθλητής το 1994, Ντούνγκα θα αποκαλέσει εκείνη την ομάδα “σπεσιαλίστες στο να χάνουν” ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων. Αμέτρητες αναλύσεις θα γραφτούν σ’όλο τον κόσμο για το συγκεκριμένο παιχνίδι. Σε μια από τις πιο γνωστές, ο Τζόναθαν Γουίλσον της Γκάρντιαν θα γράψει πως “εκείνη τη μέρα δεν πέθανε το ποδόσφαιρο αλλά η αφέλεια”, απαντώντας στην περίφημη φράση που χρησιμοποίησαν αρκετοί (ανάμεσα τους και οι Ζίκο και Σώκρατες) μετά το ματς, πως “εκείνη τη μέρα πέθανε το ποδόσφαιρο”.

“H ήττα μας στη Βαρκελώνη ήταν ένα σοκ για το βραζιλιάνικο στυλ. Από εκείνο το σημείο και μετά δόθηκε έμφαση στα αποτελέσματα. Η επιχειρηματική πλευρά του παιχνιδιού κέρδισε έδαφος και το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο δεν ήταν ποτέ ξανά ίδιο. Προσπαθώντας να αντιγράψουμε τον πραγματισμό των Ευρωπαίων το παιχνίδι μας έχει γίνει πιο ορθολογικό και τακτικά πιο άκαμπτο κι έτσι έχουμε χάσει μέρος της ταυτότητας μας” έγραψε στην αυτοβιογραφία του ο ‘γιατρός’ Σώκρατες.

“Δεν ήταν η Βραζιλία που έχασε εκείνη τη μέρα. Ήταν το ποδόσφαιρο. Αν είχαμε κερδίσει εκείνον τον τίτλο, αυτό θα σήμαινε μια αλλαγή στον τρόπο που παίζεται το παιχνίδι” δήλωσε πριν λίγα χρόνια ο Φαλκάο, ο μόνος από εκείνη την 11αδα που ήξερε καλά τι εστί Ιταλία, αφού αγωνιζόταν τότε στη Ρόμα (όλοι οι υπόλοιποι έπαιζαν στο πρωτάθλημα Βραζιλίας): “Τους είχα προειδοποιήσει ότι η Ιταλία είναι καλύτερη ομάδα απ’αυτό που δείχνουν τα αποτελέσματα της”.

Λίγες μέρες αργότερα η ‘Σκουάντρα Ατζούρα’ κατακτούσε το 3ο κύπελλο της ιστορίας της, χάρη στον φορμαρισμένο Πάολο Ρόσι που σκόραρε 6 φορές στα τελευταία 3 ματς της διοργάνωσης. Οι Βραζιλιάνοι επέστρεψαν στην κορυφή του κόσμου 12 χρόνια μετά, στις ΗΠΑ, παρουσιάζοντας όμως μια εξευρωπαϊσμένη εκδοχή που δεν θάμπωσε κανέναν. Μια διαφορετική Βραζιλία που ήξερε πως να μαρκάρει, ήξερε πως να κερδίζει αλλά δεν μπορούσε να χορτάσει ποδόσφαιρο τους φίλους της.

Για τους περισσότερους (Βραζιλιάνους και όχι μόνο), το joga bonito πέθανε εκείνη τη μέρα του Ιουλίου στη Βαρκελώνη, σ’ένα ματς που στη Βραζιλία έμεινε γνωστό ως “η τραγωδία της Σαριά”. “Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να χάνεις με αξιοπρέπεια” δήλωσε λίγο καιρό μετά ο Ζίκο, επαναλαμβάνοντας μια από τις αγαπημένες ατάκες του Σαντάνα, και συνέχισε: “Δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να μας πει ο Σαντάνα να κάτσουμε πίσω. Η δέσμευση μας ήταν να πηγαίνουμε πάντα για τη νίκη. Αυτός είναι ο αληθινός βραζιλιάνικος τρόπος. Φυσικά και λυπηθήκαμε για το αποτέλεσμα αλλά είχαμε καθαρή τη συνείδηση μας. Μείναμε πιστοί στις ιδέες μας μέχρι τέλους και δεν επιτρέψαμε στη νοοτροπία ‘κερδίζω με κάθε κόστος’ να υπονομεύσει την πίστη μας στο όμορφο παιχνίδι”.

Στην αυτοβιογραφία του ο Φαλκάο έγραψε: “Χάσαμε εκείνο το παιχνίδι αλλά κερδίσαμε μια θέση στην ιστορία. Είμαι ευγνώμων που συμμετείχα σ’ένα από τα σπουδαιότερα παιχνίδια στην ιστορία του ποδοσφαίρου και που ήμουν μέρος μιας ομάδας που συνδέθηκε με το όμορφο ποδόσφαιρο. Ήταν ένα μεγάλο προνόμιο το ότι έπαιξα δίπλα σ’αυτούς τους ανθρώπους”. Εκατομμύρια άνθρωποι απ’όλο τον κόσμο που είχαν την τύχη να απολαύσουν εκείνες τις παραστάσεις της τελευταίας πραγματικής Βραζιλίας, έστω και από την τηλεόραση, νιώθουν σίγουρα την ίδια ευγνωμοσύνη.

Η μέρα που η Ίντερ έχασε τον τίτλο στο Ολίμπικο

  [Καθόλου σχόλια]

Η απόσταση που χωρίζει το Μιλάνο από τη Ρώμη είναι περίπου 500 χιλιόμετρα. Αν θέλει κάποιος να μεταβεί από τον ιταλικό Βορρά στην πρωτεύουσα χρειάζεται τουλάχιστον 5 ώρες αν διανύσει την απόσταση με λεωφορείο, 2-3 ώρες αν χρησιμοποιήσει τρένο και κάτι παραπάνω από 1 ώρα αν ταξιδέψει με αεροπλάνο. Σύμφωνα με τα ιταλικά ρεπορτάζ, περισσότεροι από 12.000 οπαδοί της Ίντερ θα καλύψουν σήμερα αυτή την απόσταση, με τελικό προορισμό το Ολίμπικο, εκεί που η Ίντερ θα δώσει απέναντι στη Λάτσιο το τελευταίο παιχνίδι της σεζόν, αυτό που θα κρίνει και την επιτυχία της. Αυτή δεν είναι πάντως η πρώτη φορά που ταξιδεύουν στο Ολίμπικο για έναν τελευταίο αγώνα που κρίνει τα πάντα.

Γυρνάμε 16 χρόνια πίσω, στις 5 Μαΐου του 2002, όταν η Ιταλία ετοιμαζόταν να ζήσει ένα από τα πιο επικά φινάλε στην ιστορία του Καμπιονάτο. Ενενήντα λεπτά πριν το τέλος της σεζόν, τρεις ομάδες διεκδικούσαν τον τίτλο. Στην κορυφή της βαθμολογίας βρισκόταν η Ίντερ του Έκτορ Ραούλ Κούπερ με 69 βαθμούς, ακολουθούσε η Γιουβέντους του Μαρτσέλο Λίπι με 68 και ελάχιστα πιο πίσω η πρωταθλήτρια Ρόμα με 67. Η προσοχή όλης της χώρας είχε μοιραστεί σε 3 γήπεδα: Στη Ρώμη η Ίντερ αντιμετώπιζε τη Λάτσιο, στο Ούντινε η τοπική ομάδα υποδεχόταν τη Γιουβέντους και στο Τορίνο, η ομώνυμη ομάδα έπαιζε με τη Ρόμα.

Με δεδομένο ότι η Τορίνο ήταν αδιάφορη και η Ουντινέζε αρκετά αδύναμη, το παιχνίδι που φαινόταν εξ αρχής πως θα κρίνει τα πάντα ήταν αυτό που διεξαγόταν στο Ολίμπικο, εκεί που η πρωτοπόρος Ίντερ αντιμετώπιζε μια Λάτσιο που ήθελε τη νίκη για να βγει στην Ευρώπη. Πίσω από αυτά τα εύκολα αναγνώσιμα δεδομένα όμως, υπήρχαν κάποιες εξτρά συνθήκες που δεν μπορούν να παραβλεφθούν. Ξέροντας ότι μια δική τους νίκη και μια γκέλα της Γιούβε στο Ούντινε θα έχριζε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά πρωταθλήτρια τη μισητή Ρόμα, οι οπαδοί της Λάτσιο, προτιμούσαν να μη ρισκάρουν να ζήσουν έναν τέτοιο εφιάλτη. Εκτός αυτού, οι οπαδοί των δυο αντιπάλων είχαν εξαιρετικές σχέσεις, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα εκείνη την Κυριακή του Μαΐου στο Ολίμπικο να παρευρίσκονται 76.000 οπαδοί και των δυο ομάδων, που είχαν όμως μια κοινή επιθυμία: Να κερδίσει η Ίντερ! “Ξέρω από τώρα πως θα τελειώσει η μέρα”, προέβλεπε απογοητευμένος ο Μαρτσέλο Λίπι, “θα κερδίσουμε και οι τρεις και η βαθμολογία δεν θα αλλάξει”.

Οι συνθήκες για την Ίντερ έμοιαζαν εξαιρετικά ευνοϊκές. Δεν εξαρτιόταν από το αποτέλεσμα κάποιου άλλου, έπαιζε σ’ένα γήπεδο που η πλειοψηφία των θεατών ήταν στο πλευρό της και είχε μια ομάδα γεμάτη ποιοτικούς παίκτες, που θα μπορούσαν να κρίνουν μόνοι τους οποιοδήποτε παιχνίδι. (Η ανάγνωση και μόνο της 11αδας που παρέταξε ο Κούπερ σ’εκείνο το ματς αρκεί για να τρομάξει τον αντίπαλο: Τόλντο, Ζανέτι, Ματεράτσι, Κόρντομπα, Γκρέσκο, Κονσεισάο, Ντι Μπιάτζιο, Κρ. Ζανέτι, Ρεκόμπα, Βιέρι, Ρονάλντο.) Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια νίκη. Eννιά χρόνια αργότερα, ο Χαβιέρ Ζανέτι δήλωσε: “Ακόμα και σήμερα δεν έχω καταλάβει τι ακριβώς έγινε εκείνη τη μέρα.”

Ο χορός των γκολ ξεκίνησε πολύ νωρίς, με τη Γιουβέντους να ξεκινάει το δικό της παιχνίδι με φουλ επίθεση. 0-1 στο 2ο λεπτό με τον Τρεζεγκέ, 0-2 στο 11′ με τον Ντελ Πιέρο. Οι λίγοι που είχαν εστιάσει στην αρχή στο παιχνίδι του Ούντινε έστρεψαν αμέσως το ενδιαφέρον τους στη Ρώμη. Εκεί ο Κριστιάν Βιέρι πετύχαινε το 22ο του γκολ εκείνη τη σεζόν, έβαζε την Ίντερ μπροστά στο σκορ και ταυτόχρονα την επανέφερε στην κορυφή της βαθμολογίας.

Όλα έδειχναν αναμενόμενα αλλά οι παίκτες της Λάτσιο δεν φαινόταν διατεθειμένοι να παίξουν το παιχνίδι των οπαδών τους, που προτιμούσαν να χάσουν το ευρωπαϊκό εισιτήριο για να μην κερδίσει το πρωτάθλημα η γειτόνισσα Ρόμα ή ακόμα και η Γιουβέντους, με την οποία δεν είχαν καθόλου καλές σχέσεις. Σημαντικό ρόλο σ’αυτή τη διάσταση απόψεων φιλάθλων-παικτών πιθανόν να έπαιξε και το ότι οι σχέσεις τους δεν ήταν και οι καλύτερες δυνατές, αφού λίγο καιρό πριν οι οπαδοί είχαν στραφεί εναντίον των παικτών μετά τη συντριβή από τη Ρόμα με 1-5. Έτσι, στο 19′ ο Κάρελ Πομπόρσκι έφερε το παιχνίδι στα ίσα και έστειλε ξανά τη Γιουβέντους στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα.

Παρά το αρχικό σοκ, η Ίντερ αντέδρασε ψύχραιμα και πέντε λεπτά αργότερα, με κεφαλιά του Ντι Μπιάτζιο μετά από κόρνερ, πέρασε ξανά μπροστά στο σκορ. Το πρώτο πρωτάθλημα μετά το 1989 φαινόταν πιο κοντά από ποτέ. Ο Κούπερ ζήτησε από τους παίκτες του να ηρεμήσουν και να ελέγξουν το ματς και ο ρυθμός του αγώνα έπεσε. Στην τελευταία φάση του ημιχρόνου όμως ο Γκρέσκο έκανε ένα τραγικό λάθος. Σε μια προσπάθεια να γυρίσει τη μπάλα στον Τόλντο με το κεφάλι, δεν πρόσεξε τον Πομπόρσκι που καραδοκούσε και ο Τσέχος με κοντινή προβολή έκανε εύκολα το 2-2. Ήταν πλέον οφθαλμοφανές σε όλους πως οι παίκτες της Λάτσιο δεν θα κάθονταν να χάσουν.

Η δεύτερη απώλεια του προβαδίσματος, και ειδικά στο χρονικό σημείο που ήρθε, αποδείχτηκε καταστροφική για την ψυχολογία των ‘νερατζούρι’. Το δεύτερο ημίχρονο εξελίχθηκε σ’έναν εφιάλτη που πιθανόν δεν θα ξεχάσουν ποτέ οι οπαδοί της. Η Λάτσιο κυριάρχησε στον αγωνιστικό χώρο, την ώρα που τα αστέρια της Ίντερ στην επίθεση φαίνονταν ανήμπορα να βρουν χώρους. Στο 55′ ο Ντιέγκο Σιμεόνε με κεφαλιά έκανε το 3-2, γκολ που πάντως δεν πανηγύρισε, καθώς για δυο χρόνια έπαιξε με τη φανέλα της Ίντερ. Ο Κούπερ, που την ώρα του αγώνα είχε καπνίσει περισσότερα τσιγάρα απ’όσα καπνίζει η Λιάνα Κανέλλη όταν είναι νευρική, προσπάθησε να συνεφέρει την ομάδα του, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Μια κεφαλιά του Σιμόνε Ινζάγκι στο 73′ ήταν ουσιαστικά η ταφόπλακα στα όνειρα των φιλοξενούμενων. 4-2 και το πρωτάθλημα πήγαινε ολοταχώς προς την αγκαλιά της Γιουβέντους, που είχε καταφέρει να πλησιάσει την κορυφή χάρη σ’ένα εντυπωσιακό 5/5 στα τελευταία ματς. “Είναι σαν ένας δράκος με εφτά κεφάλια. Με το που κόβεις ένα, εμφανίζεται αμέσως ένα άλλο” δήλωνε για τη ‘Μεγάλη Κυρία’ ο Τζιοβάνι Τραπατόνι. Σαν να μην έφτανε η απώλεια του τίτλου για την Ίντερ, η Ρόμα πετύχαινε γκολ με τον Κασάνο μέσα στο Τορίνο, κάτι που σήμαινε πως οι ‘νερατζούρι’ έχαναν και τη 2η θέση που οδηγούσε απ’ευθείας στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ!

Στα τελευταία διαδικαστικά λεπτά του αγώνα η κάμερα έπιασε τον Ρονάλντο να προσπαθεί να κρύψει με τα χέρια του τα δάκρυα του, καθισμένος στον πάγκο μετά την αλλαγή του. Λίγα μέτρα πιο εκεί, στον αγωνιστικό χώρο, ο εκνευρισμένος Μάρκο Ματεράτσι φώναζε προς τους παίκτες της Λάτσιο “εγώ σας βοήθησα να κερδίσετε τον τίτλο”, θέλοντας να τους υπενθυμίσει ότι δυο χρόνια πριν η Περούτζια, στην οποία αγωνιζόταν τότε, κέρδισε με 1-0 τη Γιουβέντους την τελευταία αγωνιστική, χαρίζοντας ουσιαστικά το πρωτάθλημα στην ομάδα της Ρώμης.

Οι ‘λατσιάλι’ δεν συγκινήθηκαν αλλά κάποιος άλλος παίκτης, που επίσης είχε ζήσει εκείνη το φινάλε, δεν έχασε την ευκαιρία να απαντήσει. “Στην Περούτζια γελούσες μαζί μας, σήμερα όμως κλαις. Είμαι τόσο χαρούμενος γι’αυτό” δήλωνε στο Ούντινε εν μέσω πανηγυρισμών ο Αντόνιο Κόντε, ξεκινώντας μια λογομαχία που συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες. “Ο Κόντε θα πρέπει να αγοράσει μια νέα περούκα με το μπόνους του πρωταθλητή” απάντησε ο Ματεράτσι, για να κλείσει τη διαμάχη ο νυν προπονητής της Τσέλσι με την ατάκα: “Θέλω να υπενθυμίσω στον κ. Ματεράτσι πως κανένας δεν χρησιμοποιεί πλέον περούκες, αφού μπορείς να κάνεις μεταμόσχευση μαλλιών. Δυστυχώς γι’αυτόν όμως, δεν υπάρχουν μεταμοσχεύσεις μυαλών.”

“Είμαι κουρασμένος, απηυδισμένος και εκνευρισμένος. Σήμερα κανένας οπαδός της Ίντερ δεν θέλει να ακούσει λέξεις παρηγοριάς κι εγώ δεν διαφέρω απ’αυτούς” δήλωνε μετά το τέλος του αγώνα ο Μάσιμο Μοράτι, που έβλεπε για μια ακόμα φορά την τεράστια επένδυση του να πηγαίνει στράφι. Ο δακρυσμένος Ρονάλντο από την πλευρά του έβγαζε μια γενικότερη απελπισία. “Η απογοήτευση μοιάζει να με ακολουθεί παντού στη ζωή. Μέσα σε λίγες στιγμές χάθηκαν τα όνειρα μας σήμερα” δήλωνε μετά το τέλος, αγνοώντας ότι δυο μήνες αργότερα θα οδηγούσε την εθνική Βραζιλίας στην κορυφή του κόσμου στα γήπεδα της Ιαπωνίας.

Φρανκ Ριμπερί: Ο “Σημαδεμένος” της Μπάγερν

  [1 Σχόλιο]

“Πόσα θέλετε για τον Ριμπερί;” Στο γραφείο του Ούλι Χένες επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής βρισκόταν ο Φλορεντίνο Πέρεθ, ο βοηθός του και ένας μεταφραστής. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σκέψης, ο γενικός διευθυντής της Μπάγερν μίλησε. “Έχεις ένα στυλό και ένα κομμάτι χαρτί πρόχειρο;” “Ναι” απάντησε ο πρόεδρος της Ρεάλ. “Ωραία. Γράψε τότε έναν άσσο και μετά βάλε οχτώ μηδενικά”.

Η συζήτηση τελείωσε ουσιαστικά κάπου εκεί. Την εποχή που έγινε αυτή η συνομιλία, το καλοκαίρι του 2009 δηλαδή, τα 100 εκατομμύρια ευρώ ήταν ακόμα ένα σχετικά ακραίο ποσό για έναν παίκτη. Ο Ούλι Χένες δεν δίστασε καθόλου πάντως να εκστομίσει το νούμερο. Το είχε αναφέρει άλλωστε και δημόσια λίγο καιρό πριν, όταν απάντησε στις φήμες ότι η Τσέλσι πρόσφερε στη Μπάγερν 50Μ για τον Γάλλο: “Με ένα τέτοιο ποσό, στην καλύτερη περίπτωση παίρνεις ένα πόδι του μόνο”. Ήταν πλέον ξεκάθαρο σε όλους ότι ο Φράνκ Ριμπερί δεν ήταν για πούλημα. Ήταν στην καλύτερη ηλικία (26 χρονών), είχε κερδίσει ήδη ένα πρωτάθλημα κι ένα κύπελλο με τους Βαυαρούς, μετρούσε 33 γκολ στις δυο πρώτες του σεζόν στο Μόναχο και συγκαταλεγόταν πλέον στους καλύτερους μεσοεπιθετικούς της Ευρώπης. Ήταν ευτυχισμένος και είχε όλο τον κόσμο στα πόδια του.

Αφήνουμε για λίγο το χαρούμενο 2009 και γυρνάμε έξι χρόνια πίσω. Ο Φρανκ Ριμπερί είναι ένας ανερχόμενος ποδοσφαιριστής που δεν μπορεί να στεριώσει πουθενά. Στην ηλικία που όλοι οι πρωτοκλασάτοι παίκτες έχουν ήδη βρει το δρόμο τους (στα 20 ο Ρονάλντο ήταν βασικός με τη Γιουνάιτεντ και ο Μέσσι με τη Μπαρτσελόνα), ο Γάλλος δεν έχει παίξει ούτε ματς στις πρώτες κατηγορίες της Γαλλίας. Η ημιεπαγγελματική Ολιμπίκ Αλές στην οποία αγωνίζεται κηρύσσει πτώχευση και ο 20χρονος Ριμπερί αναγκάζεται, όσο ψάχνει για νέα ομάδα, να δουλεύει στην οικοδομή μαζί με τον πατέρα του. “Ήταν ένα μεγάλο μάθημα για μένα εκείνη η περίοδος. Εκτός του ότι συνειδητοποίησα πόσο δύσκολη είναι η δουλειά του πατέρα μου, κατάλαβα κι ότι δεν είναι για μένα. Έπρεπε οπωσδήποτε να πετύχω στο ποδόσφαιρο” σχολίασε αρκετά χρόνια αργότερα.

Η καριέρα του φαίνεται ότι πλησιάζει στο τέλος της, πριν καν ξεκινήσει. Μια μάλλον αναμενόμενη εξέλιξη για κάποιον που από μικρό παιδί είχε να αντιμετωπίσει κυρίως αναποδιές. Οι βιολογικοί του γονείς τον εγκατέλειψαν ως μωρό στα σκαλιά ενός μοναστηριού. Μεγαλώνοντας μετά σε μια φτωχή οικογένεια που ζούσε σε μια περιθωριακή γειτονιά της Βουλώνης, έφτασε πολύ κοντά στο θάνατο πριν καν κλείσει τα 2 του χρόνια. Ήταν το 1985, όταν ένα ΙΧ συγκρούστηκε με ένα φορτηγό κάπου στα βόρεια της Γαλλίας. Μέσα στο αυτοκίνητο βρισκόταν όλη η οικογένεια Ριμπερί. Από τη σύγκρουση ο μικρός Φρανκ πετάχτηκε από τη θέση του. Κανένας από τους επιβάτες δεν σκοτώθηκε αλλά το ατύχημα στιγμάτισε τον Φρανκ και όχι μόνο μεταφορικά. Το πρόσωπο του χρειάστηκε περισσότερα από 100 ράμματα, τα οποία άφησαν πίσω τους δυο πολύ ευδιάκριτα σημάδια στη δεξιά πλευρά.

Μεγαλώνοντας με δυο τεράστιες ουλές στο πρόσωπο ο Ριμπέρι κατάλαβε από νωρίς ότι για να τα καταφέρεις στη ζωή πρέπει να είσαι δυνατός. Στην περίπτωση του μάλιστα, πολύ δυνατός. “To ατύχημα που είχα μικρός διαμόρφωσε το χαρακτήρα μου και μου έδωσε τη δύναμη που έχω. Όπου κι αν πήγαινα, ο κόσμος με κοιτούσε. Όχι γιατί με έλεγαν Φρανκ ή επειδή ήμουν καλός στη μπάλα αλλά γιατί είχα ένα σημάδι. Αυτό ήταν σκληρό. Όταν είσαι μικρός υποφέρεις κάθε φορά που σπάνε πλάκα μαζί σου. Ούτε μια φορά όμως δεν πήγα στη γωνία να κλάψω. Ποτέ.” εξομολογήθηκε σε μια πρόσφατη συνέντευξη του.

Η δύσκολη παιδική ηλικία εξελίχθηκε, αναμενόμενα, σε ζόρικη εφηβεία, στην οποία ο μικρός Φρανκ δεν είχε μόνο να διαχειριστεί την απόρριψη από τους γύρω του (“Kοίτα το πρόσωπο του, κοίτα πόσο άσχημος είναι” ήταν κάποια από τα σχόλια που άκουγε συνέχεια) αλλά και την ποδοσφαιρική απόρριψη. Στα 16 του και μετά από τρία χρόνια που πέρασε στις ακαδημίες της, η Λιλ του έδειξε την πόρτα της εξόδου γιατί, εκτός του ότι θεωρούσε πως ήταν υπερβολικά μικροκαμωμένος, δυσκολευόταν να συγκρατήσει και τα νεύρα του, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να αποβληθεί από το σχολείο μετά από μια γροθιά στο πρόσωπο ενός συμμαθητή.

Όταν μετά απ’όλα αυτά φτάνεις στο σημείο που ο θρύλος Φραντς Μπεκενμπάουερ δηλώνει γεμάτος χαρά “με την απόκτηση του Ριμπερί ήταν σαν να πιάσαμε το λόττο”, καταλαβαίνεις ότι έχεις καταφέρει κάτι ανέλπιστο και πολύ σπουδαίο. Ο 20χρονος αποτυχημένος Γάλλος που δεν έβρισκε ομάδα στις πρώτες κατηγορίες έγινε μέσα σε λίγα χρόνια με σκληρή δουλειά, πολλές πετυχημένες κούρσες και αρκετά γκολ και ασίστ, ένας 26χρονος παγκοσμίου φήμης εξτρέμ, το όνομα του οποίου έμπαινε στην ίδια πρόταση με τη φράση “100 εκατομμύρια ευρώ”.

Δεκαπέντε χρόνια μετά από τα πρωινά που κουβαλούσε τσιμέντο στην οικοδομή και εννιά χρόνια μετά το τηλεφώνημα που ενημέρωνε τον Πέρεθ ότι ο παίκτης δεν πρόκειται να φύγει από το Μόναχο, ο Φρανκ Ριμπερί είναι ζωντανός θρύλος της Μπάγερν (πρώτος ξένος σε συμμετοχές στην ιστορία της ομάδας), έχει κερδίσει σχεδόν όλους τους συλλογικούς τίτλους (ανάμεσα τους και την κούπα του Τσάμπιονς Λιγκ, με την οποία – όπως αποκάλυψε – κοιμήθηκε αγκαλιά) και ετοιμάζεται πλέον για τη μεγάλη έξοδο. Αλλά δεν βιάζεται. Τον Απρίλιο, λίγες μέρες μετά τα 35α γενέθλια του, η Μπάγερν ανακοίνωσε πως οι δυο πλευρές συμφώνησαν να επεκτείνουν τη συνεργασία τους για άλλη μια σεζόν.

Αυτή θα είναι η 12η σεζόν του με τη φανέλα της Μπάγερν, μια ομάδα που τον υποδέχτηκε θερμά όταν κατέφθασε από τη Μαρσέιγ και τον αγάπησε όσο λίγους, βλέποντας σ’αυτόν τον ιδανικό συνδυασμό ταλέντου και πάθους. “Νιώθω πως θέλω να μείνω εδώ για το υπόλοιπο της ζωής μου, γιατί εδώ είμαι πραγματικά ευτυχισμένος” είχε δηλώσει πριν μερικά χρόνια και για έναν άνθρωπο που μετά από τέτοια παιδικά χρόνια αντιμετώπιζε αναποδιές μέχρι και τα 22 του (τότε έφυγε άρον-άρον από την Τουρκία όταν κατάλαβε πως η Γαλατασαράι δεν θα του πλήρωνε ποτέ τους μισθούς που του χρωστούσε), το να νιώθει ότι κάπου τον αγαπάνε και τον αποδέχονται γι’αυτό που πραγματικά είναι, είναι το μόνο που μετράει.

Η Μπάγερν άλλωστε είχε σταθεί δίπλα του την εποχή που οι τραυματισμοί του διαδέχονταν ο ένας τον άλλον αλλά και κατά τη διάρκεια της περιπέτειας που είχε το 2010, όταν κατηγορήθηκε πως είχε σχέση με μια ανήλικη ιερόδουλη. Οι κατηγορίες εναντίον του έπεσαν ένα χρόνο μετά όταν το δικαστήριο αποδέχθηκε ότι ο παίκτης δεν ήξερε την πραγματική ηλικία της συνοδού. Ο ίδιος πάντως έχει αναγνωρίσει το λάθος του και έχει δηλώσει δημόσια συγγνώμη.

Σήμερα το απόγευμα στο Μόναχο ο ‘Σημαδεμένος’, όπως είναι ένα από τα παρατσούκλια του, θα παίξει απέναντι στη Στουτγκάρδη το 386ο παιχνίδι του με τη φανέλα της Μπάγερν. Το μικροκαμωμένο, άσχημο παιδί από τη Βουλώνη όχι μόνο τα κατάφερε αλλά το έκανε και χωρίς να προσπαθήσει να κρύψει τις πληγές του από τον κόσμο. Όταν τον είχαν ρωτήσει παλιότερα γιατί δεν κάνει μια πλαστική επέμβαση τώρα που έχει τα λεφτά η απάντηση του ήταν: “Τα σημάδια στο πρόσωπο μου είναι ένα μέρος του εαυτού μου πλέον και ο κόσμος θα πρέπει να με δεχθεί όπως ακριβώς είμαι”

Η τελευταία έξοδος του Γιουπ Χάινκες

  [Καθόλου σχόλια]

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Αμερικανών τουριστών μπαίνει σ’ένα ασανσέρ σ’ένα ξενοδοχείο του Μονάχου. Όση ώρα ο σύζυγος προσπαθεί να χωρέσει τις βαλίτσες τους, η κυρία παρατηρεί τον ηλικιωμένο Γερμανό που στέκεται στο βάθος του ασανσέρ. Βλέποντας ότι κρατάει στα χέρια του μια σακούλα με το σήμα της Μπάγερν, χαμογελάει και τον ρωτάει: “Είστε οπαδός της Μπάγερν Μονάχου;” Ο ασπρομάλλης κύριος διστάζει για λίγο, το σκέφτεται και μετά από μερικά δευτερόλεπτα περισυλλογής της ανταποδίδει το χαμόγελο και της απαντάει: “Ναι, φυσικά”.

Αυτή λογικά δεν είναι η μοναδική φορά που κάποιος μη σχετικός με το παιχνίδι, μπερδεύει τον Γιουπ Χάινκες. Σε λίγες ημέρες άλλωστε θα κλείσει τα 73 του χρόνια, μια ηλικία που πολύ σπάνια συναντάς στους αγωνιστικούς χώρους. Όταν πριν λίγους μήνες η Μπάγερν αντιμετώπισε την Χόφενχαιμ, ο Χάινκες αντάλλαξε πριν από το ματς χειραψία με τον Γιούλιαν Νάγκελσμαν, έναν προπονητή με τον οποίο τον χωρίζουν 42 ολόκληρα χρόνια ζωής! Όταν ο Νάγκελσμαν γεννιόταν, ο Χάινκες είχε ήδη στην ‘καμπούρα’ του περισσότερα από 600 ματς στη Μπουντεσλίγκα, ως παίκτης και προπονητής!

Αν το σκηνικό στο ασανσέρ, που σύμφωνα με τον Χάινκες έλαβε χώρα πριν μερικές εβδομάδες, είχε συμβεί μερικούς μήνες πριν, ο Γερμανός τεχνικός δεν θα χρειαζόταν να απαντήσει χιουμοριστικά. Το πιθανότερο είναι απλά να διόρθωνε την κυρία, λέγοντας της ότι στην πραγματικότητα είναι οπαδός της Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ. Μέχρι τον Σεπτέμβριο άλλωστε, ήταν απλά ένας ακόμα Γερμανός συνταξιούχος (ο οποίος μάλιστα λαμβάνει μια πενιχρή σύνταξη των 217 ευρώ, όπως είχε αποκαλύψει το 2013 στο Spiegel) που περνούσε το χρόνο του στη φάρμα του, λίγο έξω από το Μενχενγκλάντμπαχ.

Ένας συνταξιούχος με μια τεράστια ποδοσφαιρική και προπονητική καριέρα την οποία λίγοι μπορούν να ανακαλέσουν επακριβώς (αφού έχει περάσει από 9 διαφορετικές ομάδες, επιστρέφοντας μάλιστα σε κάποιες απ’αυτές και για δεύτερη θητεία) αλλά απειροελάχιστοι πρόκειται να σταθούν σε οτιδήποτε άλλο, πέρα από το (τότε) μαγικό φινάλε της. Ήταν τέτοιες μέρες του 2009 όταν οι άνθρωποι της Μπάγερν ζήτησαν από τον 64χρονο Χάινκες να επιστρέψει από την πρώτη ‘συνταξιοδότηση’ του, για να αναλάβει προσωρινά την ομάδα μέχρι να τελειώσει η απογοητευτική εκείνη σεζόν, που είχε ξεκινήσει με τον Κλίνσμαν στον πάγκο. Ο Χάινκες δέχτηκε την πρόκληση και μετά από δυο χρόνια ξεκούρασης και περισυλλογής επέστρεψε στα γήπεδα. Η Μπάγερν έκανε 4 νίκες και 1 ισοπαλία στα τελευταία 5 ματς και όλοι, ανάμεσα τους και ο ίδιος, κατάλαβαν ότι έχει ακόμα πράγματα να δώσει στο παιχνίδι.

Ακολούθησαν δυο άκρως πετυχημένες σεζόν στο Λεβερκούζεν που έπεισαν τη Μπάγερν να τον καλέσει ξανά, σαν μόνιμο αυτή τη φορά προπονητή. Και τότε γράφτηκε ιστορία. Πρώτα αρνητική και μετά θετική. Οι Βαυαροί κατάφεραν μέσα σε λίγες εβδομάδες να χάσουν όλους τους τίτλους που κυνηγούσαν, φτάνοντας μια ανάσα πριν απ’όλα τα τρόπαια. Δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα, ήττα στον τελικό κυπέλλου από τη Ντόρτμουντ, ήττα στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στα πέναλτι από την Τσέλσι, μέσα στο Μόναχο. Η κριτική προς όλους εκείνο το καλοκαίρι ήταν πολύ έντονη αλλά το αποτέλεσμα της απάντησης που ετοίμασαν οι Γερμανοί ήταν πέρα από κάθε προσδοκία.

Η Μπάγερν μπήκε στη νέα σεζόν με πατημένο το γκάζι και διέλυσε κυριολεκτικά όποιον βρήκε στο πέρασμα της. Η αφηνιασμένη ομάδα του Χάινκες κατέκτησε το πρωτάθλημα με περίπατο, σπάζοντας αμέτρητα ρεκόρ, κέρδισε το Τσάμπιονς Λιγκ διασύροντας στα ημιτελικά τη Μπαρτσελόνα με συνολικό σκορ 7-0 και ολοκλήρωσε τον θρίαμβο κερδίζοντας και το κύπελλο Γερμανίας. “Αυτό ήταν το καλύτερο ποδόσφαιρο στην ιστορία της Μπάγερν” δήλωνε στο τέλος της σεζόν ενθουσιασμένος ο πρόεδρος, Ούλι Χένες, κάτι με το οποίο συμφωνούσε και ο Καρλ-Χάινς Ρουμενίγκε: “Αυτό που ζούμε είναι ανώτερο από κάθε άλλο κατόρθωμα της Μπάγερν”. “Δεν έχουμε ξαναδεί καμία ομάδα να κυριαρχεί σε τόσο μεγάλο βαθμό σε όλες τις διοργανώσεις” πρόσθετε ο Αντρέας Μπρέμε.

Εκείνο ήταν το πρώτο και μοναδικό τρεμπλ από γερμανική ομάδα και το τέλειο αντίο για τον 68χρονο τότε Χάινκες. Παρά τις προσπάθειες των ανθρώπων της Μπάγερν να τον μεταπείσουν ο Χάινκες είχε πάρει την απόφαση του και δεν σκόπευε να την αλλάξει ούτε για τους Γερμανούς, ούτε για τα εκατομμύρια που του πρόσφερε ο Αμπράμοβιτς, ούτε γι’αυτά που του έδινε η Παρί, ο πρόεδρος της οποίας του πρότεινε μάλιστα να κουβαλήσει όλους τους προσωπικούς του σεφ στη φάρμα του, για να του κάνει το τραπέζι, προσπαθώντας να τον πείσει να αναλάβει τη γαλλική ομάδα. “Μετά τα όσα πέρασα τα τελευταία 2 χρόνια νομίζω πως είμαι έτοιμος για λίγη ησυχία” δήλωνε τότε και πρόσθετε: “Θα μπορούσα να πάω σε όποια ομάδα θέλω στην Ευρώπη αλλά σας διαβεβαιώνω πως δεν έχω σκοπό να προπονήσω ποτέ ξανά, παρ’όλο που δεν μ’αρέσει να χρησιμοποιώ τη λέξη ποτέ. Νομίζω ότι είχα ένα αξιόλογο τελείωμα”.

Ένα επικό τελείωμα που ανύψωσε αισθητά μια καριέρα γεμάτη επιτυχίες αλλά και αποτυχίες. Η προπονητική πορεία του Γερμανού είχε αρκετές σπουδαίες στιγμές αλλά και κάμποσες απογοητεύσεις. Στο πρώτο πέρασμα του από τη Μπάγερν στα τέλη των 80s η ομάδα κέρδισε 2 πρωταθλήματα σε 4,5 σεζόν αλλά η κατάσταση στα αποδυτήρια δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή (λίγο έλειψε να έρθει στα χέρια με τον Έφενμπεργκ, που επίσης δεν φημιζόταν για την ψυχραιμία του) και το ποδόσφαιρο της μόνο ελκυστικό δεν χαρακτηριζόταν. “O Χάινκες είναι ιδανικός για να διαφημίσει υπνωτικά χάπια” δήλωνε τότε ο βασικός του αντίπαλος, Κριστόφ Ντάουμ, που προπονούσε τη Στουτγκάρδη. Λίγα χρόνια μετά ως προπονητής της Μπενφίκα γνώριζε το διασυρμό με 7-0 από τη Θέλτα στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ ενώ αποτυχημένα θεωρούνται και τα περάσματα του από Άιντραχτ και Σάλκε. Κοιτάζοντας κανείς το βιογραφικό του διαπιστώνει ότι 5 φορές αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το πόστο του μέσα στη σεζόν, είτε λόγω απόλυσης, είτε λόγω συμβιβαστικού διαζυγίου.

Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα της καριέρας του είναι η σχέση του με την αγαπημένη του Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ, την ομάδα με την οποία αναδείχτηκε και διέπρεψε ως παίκτης και την οποία ανέλαβε δυο φορές ως προπονητής. Στο τελευταίο του πέρασμα απ’αυτήν, λίγο πριν την πρώτη συνταξιοδότηση του, η ομάδα έκανε 14 ματς χωρίς νίκη. Ο κόσμος της ομάδας ήταν τόσο αγανακτισμένος που ο Χάινκες αναγκάστηκε να ζητήσει αστυνομική προστασία στα τελευταία του παιχνίδια στον πάγκο, καθώς δεχόταν μέχρι και απειλές θανάτου. Τελικά αποχώρησε στα τέλη Γενάρη του 2007, με την ομάδα προτελευταία και την ψυχολογία στα τάρταρα. Κύριος ακόμα και στις αποτυχίες του πάντως, αρνήθηκε να συζητήσει οποιαδήποτε αποζημίωση για την πρόωρη έξοδο του. “Η Μπορούσια είναι ο σύλλογος μου” συνήθιζε να λέει κάθε φορά που τον ρωτούσαν.

Όπως αποδείχτηκε τελικά, τα δυο χρόνια ξεκούρασης που ακολούθησαν του έκαναν πολύ καλό. Ο μόνιμα νευρικός και ευέξαπτος Χάινκες, που γινόταν πολλές φορές αντικείμενο σάτιρας γιατί κοκκίνιζε υπερβολικά κάθε φορά που ταραζόταν, ηρέμησε και – όπως λένε οι φίλοι του – είδε τη ζωή με νέο μάτι. Σημαντικό ρόλο στην απότομη αυτή χαλάρωση, εκτός από την ηλικία, έπαιξε η σοβαρή ασθένεια της γυναίκας του.

Όταν τελικά επέστρεψε στους πάγκους το 2009 λίγα πράγματα θύμιζαν τον παλιό Χάινκες, που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του, τον προπονητή που όταν έχανε την ψυχραιμία του ξεσπούσε στους παίκτες του, τον άνθρωπο που το 1998 κέρδισε το πρώτο Τσάμπιονς Λιγκ της Ρεάλ μετά από 32 χρόνια και παρ’όλα αυτά απολύθηκε λίγο καιρό μετά γιατί, εκτός του ότι η ομάδα είχε μείνει 4η στο πρωτάθλημα, η διοίκηση δεν έβλεπε με καλό μάτι το πως διαχειριζόταν τα μεγάλα αστέρια της ομάδας, στα οποία προσπαθούσε να επιβάλλει τη δική του πειθαρχία με κάθε τρόπο. Στη θέση του υπήρχε ένας ήρεμος και κατασταλαγμένος άνθρωπος που κρατούσε την πίεση μακριά από τους παίκτες και τους ζητούσε να απολαύσουν το παιχνίδι. “Ήταν σαν πατέρας για εμάς” έλεγε τότε ο Μπόατενγκ.

Όταν η Μπάγερν του ζήτησε το φθινόπωρο του 2017 για άλλη μια φορά να αφήσει την ήσυχη ζωή στη φάρμα του και να επιστρέψει στη δράση, ο Χάινκες δεν το σκέφτηκε και πολύ. “H γυναίκα μου και η κόρη μου είπαν να το κάνω. Ακόμα και ο σκύλος μου γάβγισε δυο φορές, κάτι που σήμαινε ότι έπρεπε να το κάνω”.Ένας άνθρωπος που έζησε όλη του τη ζωή μέσα στα γήπεδα, δεν άντεχε ακόμα και στα 72 του να μένει εκτός χόρτου. Σύμφωνα με τα γερμανικά ρεπορτάζ, ο Αντσελότι άφησε πίσω του μια ομάδα-παιδική χαρά, όπου ο καθένας έκανε πάνω-κάτω ό,τι ήθελε και οι προπονήσεις ήταν πιο χαλαρές και από αγώνες 5Χ5 40αρηδων μπυροκοιλιάδων.

Ο Χάινκες έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά, εφάρμοσε εξ αρχής νέους αυστηρούς κανόνες (κομμένα τα κινητά παντού, νέες πιο ζόρικες προπονήσεις, νέα μενού διατροφής και αρκετά ακόμα), βρήκε το ‘κουμπί’ κάποιων βασικών παικτών που ήταν για πολύ καιρό εκτός φόρμας και κατάφερε μέσα σε ελάχιστους μήνες να επαναφέρει τη Μπάγερν στην κορυφή και να την οδηγήσει σε ένα ακόμα άνετο πρωτάθλημα. Το πάθος του για το ποδόσφαιρο ήταν τέτοιο, ακόμα και σ’αυτή την ηλικία, που λίγο πριν τα Χριστούγεννα αποκάλυψε ότι ακόμα δεν είχε βρεθεί με τη διοίκηση για να υπογράψει και τυπικά το συμβόλαιο του, γιατί πολύ απλά δεν έβρισκε ελεύθερο χρόνο για να το κάνει!

Σήμερα το βράδυ στη Μαδρίτη απέναντι στη Ρεάλ, η Μπάγερν Μονάχου καλείται να κάνει μια μεγάλη υπέρβαση, αν θέλει να ανατρέψει το σκορ του πρώτου αγώνα και να προκριθεί στον τελικό. Παρ’ότι βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, ο Χάινκες παραμένει ψύχραιμος και αισιόδοξος και πιστεύει ότι η ομάδα του μπορεί να τα καταφέρει. Αν αποτύχει, αυτό θα είναι το τελευταίο ευρωπαϊκό παιχνίδι της καριέρας του, αφού όσες απεγνωσμένες προσπάθειες έκανε η διοίκηση της Μπάγερν να τον μεταπείσει για να μην αποσυρθεί οριστικά το καλοκαίρι, έπεσαν στο κενό.

Αν όμως οι Βαυαροί καταφέρουν να κλέψουν την πρόκριση, τότε ο 73χρονος Γιουπ Χάινκες θα έχει μια σπουδαία ευκαιρία (για την ακρίβεια δυο, αν προσθέσουμε και τον τελικό του κυπέλλου με την Άιντραχτ) να κάνει μια ακόμα τέλεια τελευταία έξοδο, επαναλαμβάνοντας το κατόρθωμα του 2013: Να αποχωρήσει δηλαδή από τα γήπεδα, έχοντας κερδίσει ένα δεύτερο τρεμπλ. Και για έναν άνθρωπο που μια δεκαετία πριν έφευγε από το ποδόσφαιρο σχεδόν στιγματισμένος και κυνηγημένος (κυριολεκτικά) από τους οπαδούς της αγαπημένης του ομάδας, μια τέτοια εξέλιξη μοιάζει λίγο με παραμύθι. Ένα παραμύθι στο οποίο πρωταγωνιστής είναι ένας 73χρονος Γερμανός παππούς που κάνει πλάκα σε συνομήλικες αθώες γιαγιάδες τουρίστριες.

Όταν ο Αμοκάτσι έγινε ήρωας μπαίνοντας μόνος του αλλαγή

  [Καθόλου σχόλια]

Το Κύπελλο Αγγλίας δεν είναι μόνο η αρχαιότερη ποδοσφαιρική διοργάνωση στον πλανήτη. Είναι και ένας θεσμός που μέχρι και σήμερα, στην εποχή της πλήρους εμπορευματοποίησης, συνεχίζει να προσφέρει υπέροχες ιστορίες. Τις περισσότερες φορές οι ιστορίες αυτές εντοπίζονται κάπου ανάμεσα στον 3ο και τον 5ο γύρο της διοργάνωσης. Εκεί δηλαδή που μπαίνουν στον… χορό τα μεγαθήρια της Πρέμιερ Λιγκ, τα οποία συχνά-πυκνά καλούνται να αντιμετωπίσουν παντελώς άγνωστες ομάδες χαμηλών κατηγοριών, που το μπάτζετ τους είναι το μηνιάτικο ενός σούπερ σταρ και το γήπεδο τους δεν θα έπαιρνε έγκριση ούτε για βοηθητικό κάποιου από τα μεγάλα κλαμπ της χώρας. Όχι όμως πάντα. Ο ημιτελικός του 1995, ανάμεσα στην Έβερτον και την Τότεναμ, αποδεικνύει ότι ο θεσμός μπορεί να προσφέρει μοναδικά καλτ σκηνικά ακόμα και στις μονομαχίες των ομάδων της πρώτης κατηγορίας.

Γυρνάμε 23 χρόνια πριν, σ’έναν άλλο Απρίλιο, αυτόν του 1995. Την εποχή εκείνη οι ημιτελικοί δεν διεξαγόταν στο Γουέμπλει, όπως γίνεται εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά σε ουδέτερα γήπεδα σε όλη την Αγγλία. Την ώρα λοιπόν που στο Μπέρμιγχαμ η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ αντιμετώπιζε την Κρίσταλ Πάλας, στον άλλο ημιτελικό η Τότεναμ έπαιζε με την Έβερτον στο ιστορικό Έλαντ Ρόουντ, στο Λιντς. Παρά το γεγονός ότι το ματς διεξαγόταν σε ουδέτερη έδρα, το γήπεδο ήταν κατάμεστο αφού η πιθανότητα συμμετοχής σ’έναν τελικό κυπέλλου Αγγλίας δεν άφηνε ασυγκίνητο κανέναν.

Τα παράδοξα του συγκεκριμένου αγώνα ξεκινάνε πριν καν το πρώτο σφύριγμα του. Η παρουσία της Τότεναμ στον ημιτελικό ήταν μια εξέλιξη που δεν υπήρχε περίπτωση να προβλέψει κανείς στην αρχή της χρονιάς. Ο λόγος ήταν απλός: Η Τότεναμ δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής στη διοργάνωση! Σε μια από τις πιο περίεργες υποθέσεις στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ, οι ‘Πετεινοί’ τιμωρήθηκαν πριν ξεκινήσει η σεζόν για οικονομικές παρατυπίες στις οποίες είχε υποπέσει η προηγούμενη διοίκηση της ομάδας. Η αρχική ποινή ήταν κυριολεκτικά εξοντωτική: -12 βαθμοί στο πρωτάθλημα, πρόστιμο 600.000 λιρών και αποβολή από το Κύπελλο εκείνης της χρονιάς! Όπως ήταν αναμενόμενο, η Τότεναμ έκανε έφεση και κατάφερε στο τέλος να πάρει πίσω τους βαθμούς και να της επιτραπεί να αγωνιστεί στο Κύπελλο. Το πρόστιμο όμως όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά έφτασε το 1,5 εκατομμύριο λίρες.

Ματωμένη οικονομικά αλλά με ανεβασμένη ψυχολογία λόγω της επιστροφής των βαθμών, η ομάδα του Λονδίνου έκανε μια από τις καλύτερες σεζόν της εκείνη την εποχή στην Πρέμιερ Λιγκ και έφτασε ως τον ημιτελικό του Κυπέλλου, αποκλείοντας Σάντερλαντ, Σαουθάμπτον και Λίβερπουλ. Η προοπτική ενός τελικού στο τέλος μιας χρονιάς που ξεκίνησε με κλίμα ‘κηδείας’, ενθουσίαζε τους πάντες στο Γουάιτ Χαρτ Λέιν. Κανένας δεν υπολόγιζε όμως τον Ντανιέλ Αμοκάτσι.

H Έβερτον είχε αγοράσει τον 22χρονο επιθετικό εκείνο το καλοκαίρι από τη Μπριζ, έναντι 3 εκατομμυρίων λιρών. Ο Αμοκάτσι είχε γίνει στόχος αρκετών ευρωπαϊκών ομάδων (είχε ακουστεί έντονα και αυτό της Γιουβέντους) καθώς προερχόταν από ένα πολύ καλό Μουντιάλ, στο οποίο είχε σκοράρει και δυο φορές. Ένα γκολ απέναντι στη Βουλγαρία και ένα, πραγματικά πανέμορφο, γκολ στον Χρήστο Καρκαμάνη στις καθυστερήσεις του αγώνα με την εθνική μας ομάδα. “Αυτή ήταν η ομορφότερη ανάμνηση μου με την εθνική ομάδα. Ακόμα και ο διαιτητής μου έδωσε συγχαρητήρια μετά από το γκολ” δήλωσε μετά από χρόνια ο ίδιος.

Λίγο καιρό πριν το Μουντιάλ των ΗΠΑ είχε στεφθεί και πρωταθλητής Αφρικής με τη Νιγηρία, το 1996 κατέκτησε χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, σκοράροντας μάλιστα το νικητήριο γκολ του τελικού με την Αργεντινή ενώ έδωσε το παρών και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998. Η πιο αξέχαστη στιγμή του όμως ήρθε σ’εκείνο το παιχνίδι με την Τότεναμ.

Ήταν το 70ο λεπτό του ημιτελικού και το σκορ ήταν 2-1 υπέρ της Έβερτον. Τα ‘Ζαχαρωτά’ είχαν κυριαρχήσει στο πρώτο ημίχρονο και στο 55′ βρέθηκαν να προηγούνται με 2-0. Δέκα λεπτά μετά όμως, ένα εύστοχα εκτελεσμένο πέναλτι του Γιούργκεν Κλίνσμαν έβαλε ξανά την Τότεναμ στο παιχνίδι. Με τους παίκτες των Λονδρέζων να πιέζουν ασφυκτικά για την ισοφάριση ο Ντανιέλ Αμοκάτσι, που βρισκόταν στον πάγκο και μάλλον δεν είναι οπαδός της φιλοσοφίας “τα καλά έρχονται σ’αυτούς που περιμένουν”, αποφάσισε ότι πρέπει να κάνει κάτι.

“Ο Κλίνσμαν βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση και η πίεση τους ήταν αφόρητη. Ένιωθα ότι μπορούσα να βοηθήσω. Καθόμουν στον πάγκο και άκουγα τον φυσιοθεραπευτή μας που έλεγε στον προπονητή ότι ο Πολ Ρίντεουτ είχε χτυπήσει και έπρεπε να βγει. Ο προπονητής του έλεγε όμως ότι θέλει να του δώσει ακόμα 5 λεπτά για να δει πως θα πάει αλλά δεν υπήρχε καμία βελτίωση και γι’αυτό αποφάσισα να μπω μόνος μου στο παιχνίδι”.

Σε μια στιγμή απόλυτης ποδοσφαιρικής παράνοιας και την ώρα που όλοι ήταν απασχολημένοι με τον Ρίντεουτ, που δεχόταν τις πρώτες βοήθειες δίπλα στην εστία, ο Αμοκάτσι πλησίασε τον 4ο διαιτητή και τον ενημέρωσε πως θα γίνει αλλαγή, λέγοντας το νούμερο του. Εκείνος έκανε ότι ορίζει ο κανονισμός και τα υπόλοιπα είναι Ιστορία. Ο Ντανιέλ Αμοκάτσι μπήκε μόνος του στον αγωνιστικό χώρο σαν να έπαιζε σε κάποιο ματσάκι γειτονιάς με τους φίλους του, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι παιζόταν εκείνη την ώρα ένας κρίσιμος ημιτελικός του Κυπέλλου Αγγλίας, παραβλέποντας ακόμα και το ότι εκείνη τη σεζόν είχε σκοράρει όλο κι όλο ένα γκολ κι αυτό 7 μήνες πριν, στις πρώτες αγωνιστικές της Πρέμιερ Λιγκ!

Η πρωτοβουλία του αποδείχτηκε τελικά ανέλπιστα ευεργετική. Δώδεκα λεπτά μετά την είσοδο του, η Έβερτον έκανε μια οργανωμένη επίθεση από τα δεξιά, έγινε μια σέντρα στο δεύτερο δοκάρι και από εκεί ο Νιγηριανός επιθετικός την έστειλε με το κεφάλι στα δίχτυα. Λίγα λεπτά μετά και την ώρα που στον πάγκο ο προπονητής του, Τζόε Ρόιλ, προσπαθούσε ακόμα να χωνέψει τα όσα ζούσε εκείνη τη μέρα, η ομάδα του ξεχύθηκε στην αντεπίθεση από τα αριστερά, o προωθημένος Γκάρι Άμπλετ γύρισε τη μπάλα στην μικρή περιοχή και εκεί ο ανενόχλητος Αμοκάτσι την έστειλε ξανά στα δίχτυα. 4-1! Η Έβερτον ήταν πλέον στον τελικό και ο Νιγηριανός, του 1 γκολ σε 8 μήνες έως τότε, ήταν ο νέος ήρωας του Γκούντισον Παρκ. Μετά το παιχνίδι ο Ρόιλ συνόψισε την όλη φάση με μια ατάκα: “Ήταν η καλύτερη αλλαγή που δεν έκανα”.

“Έχω μερικές πολύ ωραίες αναμνήσεις από εκείνη την εποχή στην Έβερτον, παρ’όλο που ακόμα και τα γκολ μου επισκιάστηκαν από εκείνη τη φορά που μπήκα μόνος μου αλλαγή” δήλωσε πριν μερικά χρόνια ο Αμοκάτσι σε συνέντευξη του, για να συμπληρώσει: “Όταν μπήκα το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ‘ελπίζω όλο αυτό να πιάσει’ και δόξα τω Θεώ έπιασε, γιατί αλλιώς αυτό θα ήταν το τελευταίο μου ματς με την Έβερτον.”

Το ρίσκο έπιασε, η ομάδα πέρασε στον τελικό και ο Αμοκάτσι ολοκλήρωσε εκείνη τη μαγική εβδομάδα σκοράροντας δυο ακόμα γκολ απέναντι στη Νιούκαστλ. Στο Γουέμπλει η Έβερτον αντιμετώπισε την Γιουνάιτεντ με τον Νιγηριανό να ξεκινάει πάλι από τον πάγκο και να μπαίνει αλλαγή (αυτή τη φορά κανονική, με τη συγκατάθεση του προπονητή του) στο ίδιο ακριβώς χρονικό σημείο, με το σκορ στο 1-0 υπέρ της ομάδας του. Το παιχνίδι τελικά έληξε με αυτό το σκορ. Εκείνο ήταν και το τελευταίο τρόπαιο της Έβερτον μέχρι και σήμερα. Χρυσός σκόρερ της στον τελικό; O Πολ Ρίντεουτ, ο παίκτης τον οποίο αντικατέστησε στον ημιτελικό ο Αμοκάτσι.