Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Γαλλικό ποδόσφαιρο'

Όταν στο τέρμα κάθεται ο κοντός

  [1 Σχόλιο]

Ορισμένοι μπορεί να μην το θυμούνται, αλλά κάποτε το γαλλικό πρωτάθλημα δεν ήταν υπόθεση του ενός. Δεν είχε τόσο μεγάλες οικονομικές διαφορές όπως τώρα και οι πρωταθλητές άλλαζαν συχνά. Τη μακρινή σεζόν 1981-82 η Μπορντώ του Αιμέ Ζακέ διεκδικούσε το πρωτάθλημα Γαλλίας μαζί με τρεις ακόμα ομάδες. Οι Γιρονδίνοι έμειναν πιο πίσω στη μάχη του τίτλου, αλλά είχαν ακόμα μαθηματικές πιθανότητες. Τουλάχιστον μέχρι την 35η αγωνιστική όταν υποδέχτηκαν τη Λανς στην έδρα τους. Η Μπορντώ πολύ καλύτερη στον αγώνα, δέχεται ένα γκολ που ξεσηκώνει διαμαρτυρίες εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου, μια που η μπάλα χτύπησε πάνω στο διαιτητή.

Ο κόσμος της Μπορντώ πετάει αντικείμενα στον αγωνιστικό χώρο, οι παίκτες διαμαρτύρονται σε διαιτητή και επόπτη και ένα χάος επικρατεί. Οι γηπεδούχοι χάνουν τελικά 0-1 το ματς και μαζί τις όποιες ελπίδες για πρωτάθλημα (το κατακτά τελικά η Μονακό). Οι παίκτες της Λανς χρειάζονται αρκετή ώρα για να μπορέσουν να αποχωρήσουν από το γήπεδο και να μπουν στα αποδυτήρια. Αλλά και τα αποδυτήρια δεν αποτελούν καταφύγιο για κανέναν. Την ώρα που η Μπορντώ αποχωρεί γίνεται ένας χαμός. Ο Γερμανός αμυντικός Ρορ που αργότερα έγινε και προπονητής του συλλόγου θυμάται: «Ήταν ένα ματς που χάσαμε κόντρα στη ροή του αγώνα. Πρέπει να καταλάβετε ότι τότε το τούνελ στα αποδυτήρια του Λεσκίρ (σ.Σ. το γήπεδο της Μπορντώ τότε) ήταν σκοτεινό. Πολύ σκοτεινό. Άκουσα φωνές. Κάποιος είχε κλωτσήσει κάποιον. Έτσι ξεκίνησαν όλα». Ο Γιουγκοσλάβος τερματοφύλακας της Μπορντώ Ντράγκαν Πάντελιτς εμφανίζεται με το κεφάλι του ματωμένο. Ο λόγος; Ο επόπτης κύριος Κολτ του έχει σκάσει το σημαιάκι στο κεφάλι. Οι Γιρονδίνοι υποστηρίζουν ότι ο Κολτ έβρισε και τον Ζαν Τιγκανά.

Ο Πάντελιτς κερδίζει το βραβείο και κερατάς και δαρμένος, καθώς δύο μέρες πριν την τελευταία αγωνιστική ανακοινώνεται η απόφαση από την πειθαρχική επιτροπή. Ο τερματοφύλακας τιμωρείται με ένα χρόνο αποκλεισμό, μια απόφαση που σοκάρει και εξοργίζει όλους στην ομάδα. Ο ίδιος αρνείται ότι κλώτσησε τον διαιτητή κι ο πραγματικός ένοχος δεν γίνεται ποτέ γνωστός. Για την τελευταία αγωνιστική απέναντι στη Ναντ, ο Ζακέ ανακοινώνει την αποστολή της ομάδας στους δημοσιογράφους. Ο Πάντελιτς δεν είναι εκεί όπως αναμένεται. Αυτό που δεν αναμένεται όμως είναι το γεγονός ότι στην αποστολή δεν υπάρχει τερματοφύλακας. Κανένας. Ο Ζακέ δεν κάνει κάποιο άλλο σχόλιο. Το κάνει όμως ο πρόεδρος Κλωντ Μπεζ (το οποίο άνετα θα μπορούσε να είναι όνομα που θα επέλεγα αν έκανα Γάλλο προπονητή στο Football Manager): «Δείχνουμε αλληλεγγύη στον τερματοφύλακα Ντράγκαν Πάντελιτς που τιμωρήθηκε ενώ ήταν αθώος. Η ομάδα γι’ αυτόν το λόγο θα παίξει χωρίς τερματοφύλακα. Τη φανέλα του τερματοφύλακα θα φορέσει ο Αλέν Ζιρές». Το σοκ είναι διπλό. Και η Μπορντώ θα κατέβει χωρίς κανονικό τερματοφύλακα, αλλά και επιλέχθηκε ο αρχηγός και διεθνής Αλέν Ζιρές ο οποίος έχει ύψος… 1.62.

«Δεν θέλουμε να κλέψουμε τα φώτα της δημοσιότητας, δεν θέλουμε να φάμε 30 γκολ, θέλουμε να κερδίσουμε», συμπληρώνει ο Μπεζ. Ο Ζακέ λέει ότι ο πρόεδρος (που ήταν μια υπερ-γραφική μορφή) εμφανίστηκε ξαφνικά στα αποδυτήρια και είπε: «Αύριο θα παίξουμε χωρίς τερματοφύλακα, βγαίνω έξω από τα αποδυτήρια και έχετε μισό λεπτό να το σκεφτείτε». Πριν καλά καλά καταλάβουν τι γίνεται, ο πρόεδρος ξαναμπήκε μέσα και είπε: «Λοιπόν Ζιρές είσαι ο αρχηγός, θα παίξεις εσύ. Και μην ανησυχείτε. Θα πάρετε το πριμ της ισοπαλίας, ό,τι κι αν γίνει». Κάποιος αισιόδοξος ρώτησε: «Πρόεδρε, τι θα γίνει αν κερδίσουμε;»

Η δύσκολη στιγμή να μαζεύεις την μπάλα από τα δίχτυα

Στις 7 Μαΐου, σε ένα γεμάτο γήπεδο, η Ναντ υποδέχτηκε την Μπορντώ. Το παιχνίδι δεν είχε καμία βαθμολογική σημασία και οι οπαδοί κατάφεραν να απολαύσουν μια άνετη νίκη της Ναντ. Ο Ζιρές φοράει τη φανέλα του τερματοφύλακα, αλλά όχι τα γάντια. Ο Ζακέ ψάχνει τρόπο να μη φάει η ομάδα δέκα γκολ και αποφασίζει να παίξει με πίεση ψηλά. Ο Ζιρές παίζει κάτι σαν μπακότερμα (που ξεχνιέται μπροστά) και επί της ουσίας κάθεται κάτω από την εστία μόνο στα στημένα, αφήνοντας άδειο το τέρμα. Μόλις στο 4′ η Ναντ κερδίζει με 2-0. Ο Χαλίλχοτζιτς σκοράρει δύο φορές και γράφει το τελικό 6-0. Ο Ζιρές τρώει τα πέντε γκολ, καθώς γλιτώνει το μαρτύριο περίπου στο 60′, όταν τερματοφύλακας γίνεται ο Μάριους Τρεζόρ, που έτσι κι αλλιώς έμενε τελευταίος πίσω, όσο ο «τερματοφύλακας» Ζιρές προσπαθούσε να φτιάξει παιχνίδι.

Όπως βλέπετε, ο Ζιρές δεν εμφανίζεται ποτέ στο τέρμα κι ο δόλιος Τρεζόρ προσπαθεί.
Ο «τερματοφύλακας» μοιράζει ασίστ και οργανώνει, γυρίζει πίσω στο κόρνερ.

«Δεν χρειάστηκε να κάνω ούτε μία απόκρουση», θυμάται ο Ζιρές. Πώς να κάνει αφού ήταν πάνω από τη μεσαία γραμμή συνήθως; Ο Ρορ λέει ότι το 6-0 χωρίς τερματοφύλακα είναι σχεδόν κατόρθωμα. Και γιατί όχι; Την ίδια ώρα η Σεντ Ετιέν (που τερματίζει δεύτερη, ένα βαθμό πίσω από τη Μονακό) κερδίζει με το εντυπωσιακό 9-2 τη Μετς. Ο Ζιρές θυμάται ότι έφαγε ένα γκολ από κόρνερ. «Κατάλαβα πόσο άσχημο είναι να μαζεύεις την μπάλα από τα δίχτυα». Ο Γάλλος διεθνής δεν το μετάνιωσε πάντως. «Δεν ενοχλήσαμε κανέναν, δεν επηρεάσαμε το πρωτάθλημα», λέει. Κι ας γράφτηκε μια από τις πιο βαριές ήττες στην ιστορία του συλλόγου.

Ο πρόεδρος που γύρισε από το Κάλι (ζωντανός και με μεταγραφή)

  [7 Σχόλια]

Ο Φρανσουά Υβινέκ, μεσήλικας ιδιοκτήτης μιας μικρής βιομηχανίας ζαχαρωτών στη Βρετάνη της Γαλλίας, βρίσκεται σε ένα ξενοδοχείο στην Μπογκοτά της Κολομβίας με εισαγγελική απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και δυο σωματώδεις, οπλισμένους τύπους έξω από την πόρτα του δωματίου του. Οι μπράβοι έχουν σταλεί από την Γαλλική Πρεσβεία με εντολή του πρωθυπουργού Ζακ Σιράκ, διότι η ζωή του φιλήσυχου κυρίου Υβινέκ κινδυνεύει.

Είναι Δεκέμβριος του 1987. Τα καρτέλ της κοκαΐνης, αυτό του Μεντεγίν αλλά και το ανερχόμενο του Κάλι, είναι παντοδύναμα κι έχουν πάρει τον νόμο, κι άλλα πολλά πράγματα, μεταξύ των οποίων και διάφορες ποδοσφαιρικές ομάδες, στα χέρια τους. Και η ζωή του Γάλλου, που είναι κι αυτός πρόεδρος ομάδας, της γαλλικής Μπρεστ –Σταντ Μπρεστουά 29 σήμερα, Μπρεστ Αρμορίκ τότε – κινδυνεύει ακριβώς γι΄αυτό.

Ο Υβινέκ δε μασάει. Είναι το τρίτο του ταξίδι από το καλοκαίρι. Μεράκι του είναι ο Ρομπέρτο «Πάνθηρας» Καμπάνιας, ο θεαματικός επιθετικός που στα 18 του οδήγησε την Παραγουάη στην κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα και στα 19 βρέθηκε στην Κόσμος της Νέας Υόρκης. Έμαθε μπαλίτσα από τον Πελέ – που τον συμπάθησε ιδιαίτερα – έπαιξε δίπλα στον Κινάλια και τον Μπεκενμπάουερ και αναδείχτηκε καλύτερος παίκτης του αμερικάνικου πρωταθλήματος το 1983.

Μετά τη διάλυση της Κόσμος, ο Καμπάνιας βρέθηκε στην Κολομβία, στην Αμέρικα του Κάλι, την ομάδα που από το 1979 γνωρίζει μια περίοδο ακμής με δυο πρωταθλήματα το 1985 και το 1986 και τρεις συνεχόμενους – χαμένους – τελικούς του Κόπα Λιμπερταδόρες. Η οικονομική της ευμάρεια οφείλεται στην αδυναμία που της έχει ο Μιγκέλ Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα.

Ο Μιγκέλ, παρατσούκλι El Señor, είναι ο μικρότερος από τους δυο αδελφούς Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα που δημιούργησαν το αιμοσταγές Καρτέλ του Κάλι, το οποίο θα γινόταν σύντομα και σύμφωνα με τους Αμερικάνους διώκτες του «η πιο επικίνδυνη εγκληματική οργάνωση στον κόσμο».

Πού έχει μπλέξει ο βιομήχανος μπισκότων;

Οι δυο ομάδες έχουν, υποτίθεται, συμφωνήσει από τα τέλη Αυγούστου για την μεταγραφή, η Μπρεστ έχει δώσει 305 χιλ. δολάρια προκαταβολή κι υπάρχει και συμβόλαιο με την υπογραφή του Παραγουανού ο οποίος έτσι κι αλλιώς ψάχνεται να φύγει – έχει τσακωθεί με τον προπονητή και έχει και ένα μπλέξιμο με την κόρη ενός ναρκέμπορα. Ξαφνικά, η διοίκηση της Αμέρικα αρνείται ότι υπάρχει συμφωνία και καταθέτει μήνυση για πλαστογραφία και απόπειρα απάτης εναντίον του μάνατζερ του παίκτη, ο οποίος έχει ήδη φύγει νύχτα από την Κολομβία, αλλά κι εναντίον του Υβινέκ που μόλις έχει φτάσει από τη Γαλλία για να λύσει την παρεξήγηση. Η ΦΙΦΑ τον δικαιώνει, αλλά του απαγορεύεται η έξοδος από τη χώρα – μέτρο πρωτοφανές για τέτοια υπόθεση, αλλά είπαμε, τα καρτέλ έχουν τις ακρούλες τους στη δικαιοσύνη. Κι έτσι, ο Γάλλος βρίσκεται εδώ κι έξι εβδομάδες αποκλεισμένος στην Κολομβία χωρίς διαβατήριο, μετακινούμενος μόνο με συνοδεία σωματοφυλάκων και πάντα σε τεθωρακισμένο όχημα.

Η υπόθεση συγκλονίζει την Γαλλία. Ο Σιράκ δηλώνει πως αν συνεχιστεί η ομηρεία, δεν θα επιτραπεί σε κανέναν Κολομβιανό να πάρει μέρος στον ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας. Ο Μιγκέλ Ροντρίγκεζ απαντά ότι, αν του τη δώσει, θα αγοράσει και τον Γύρο της Γαλλίας, κι αν χρειαστεί και το Παρίσι. Ο Υβινέκ δίνει τηλεφωνική συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό της Βρετάνης, κι ανάμεσα σε άλλα καθησυχαστικά που λέει, γλιστράει μια λέξη της βρετόνικης διαλέκτου, ribin, μυστικό πέρασμα, αναγγέλλοντας, κωδικοποιημένα ώστε να μην τον πάρουν είδηση οι διώκτες του, ότι σχεδιάζει να διαφύγει. Αλλά όχι χωρίς τον Καμπάνιας!

Τα υπόλοιπα γίνονται άνετα ταινία: ο Υβινέκ έχει ραντεβού στο Κάλι με την εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεσή του – λεπτομέρεια: η συνάντηση έχει κανονιστεί να γίνει στο πεζοδρόμιο μπροστά από το δικαστικό μέγαρο διότι οι δικαστικοί υπάλληλοι απεργούν. Στις 18 Δεκεμβρίου του 1987 πληρώνει τον λογαριασμό του ξενοδοχείου και φεύγει για το αεροδρόμιο. Έχει κλείσει εισιτήριο σε μια πολύ πρωινή εσωτερική πτήση, κανονίζοντας όμως να είναι στη λίστα αναμονής. Δεν μπαίνει στο αεροπλάνο. Με τη συνεργασία ενός άλλου επιβάτη καταφέρνει να επιβιβαστεί ως κ. Λόπεζ σε μια πτήση για Παναμά. Από εκεί, παίρνει ένα άλλο αεροπλάνο για το Καράκας της Βενεζουέλας, όπου τον περιμένουν ο Καμπάνιας, η διερμηνέας του και μέλλουσα σύζυγος του Υβινέκ, κι ένας δημοσιογράφος της Εκίπ που έχουν ταξιδέψει ξεχωριστά. Το παρεάκι φτάνει μετά από πολλές περιπέτειες στη Βρέστη και γνωρίζει υποδοχή ηρώων. H πιθανότατα δυσκολότερη μεταγραφή της ιστορίας είχε μόλις ολοκληρωθεί αλλά όλα ήταν σχεδόν μάταια. Σχεδόν.

Από την υποδοχή των ηρώων που νίκησαν το Καρτέλ του Κάλι

Η Μπρεστ έπαιξε το πρώτο μισό του πρωταθλήματος του 1987-1988 χωρίς τον πολυπόθητο Παραγουανό. Έτσι, ενώ ο πρόεδρος βρισκόταν στην Κολομβία, αποκτήθηκε ο Κάρλος Τάπια της Μπόκα. Αποτέλεσμα; όταν ο Καμπάνιας πατάει την τιμημένη γη της Βρετάνης, δεν υπάρχει ελεύθερη θέση ξένου στην ομάδα, η οποία έτσι κι αλλιώς πάει καρφωτή για υποβιβασμό.

Για τους επόμενους μήνες ο Καμπάνιας θα βλέπει τη νέα του ομάδα από την κερκίδα. Κι όμως, όχι μόνο δεν θα φύγει στο τέλος της σεζόν αλλά θα κάνει πράματα και θάματα στη δεύτερη κατηγορία : βάζει 21 γκολ, τα πανηγυρίζει ανεβαίνοντας στα κάγκελα του πετάλου, παίζει με σπασμένη μύτη και μάσκα στα μπαράζ ανόδου, κι οδηγεί τη Μπρεστ ξανά στην ελίτ. Την επόμενη χρονιά, θα δικαιώσει και πάλι τον Υβινέκ. Μια μέρα πριν το ματς με τη Μαρσέιγ, που είχε τότε φοβερή ομάδα μέσα – με Γουάντλ, Παπέν, Φραντσέσκολι, Ντεσάν…– κι έξω από τα γήπεδα, καταγγέλει απόπειρα δωροδοκίας του. Την επόμενη, κάνει αυτό:

Στο τέλος της σεζόν, ο Καμπάνιας φεύγει στη Λυόν και με τα λεφτά της μεταγραφής θα γίνουν προσπάθειες να μπαλωθούν μερικές από τις τεράστιες τρύπες στον προϋπολογισμό – ματαίως.

Βρισκόμαστε ήδη στην αρχή του τέλους του ονείρου του Φρανσουά Υβινέκ.

Μικρή επιστροφή στο παρελθόν.

Ο Υβινέκ γίνεται πρόεδρος το 1981 με όνειρο να κάνει την ομάδα του τόσο ισχυρή ώστε να ανταγωνίζεται στα ίσα την Μπορντό, τη Ρασίγκ ή τη Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί. Ο δρόμος για να το πετύχει μοιάζει μακρύς. Η Μπρεστ είναι μια μικρή ομάδα που ανεβαίνει στην πρώτη κατηγορία για πρώτη φορά στην ιστορία της στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με παίκτες δημιουργικούς στο γήπεδο αλλά κι έξω από αυτό. Δυο από αυτούς, ο Ζοέλ Ανρί κι ο Μπερνάρ Παρντό – που αργότερα θα μπλεχτεί και σε μια ιστορία διακίνησης ναρκωτικών – έχουν ένα μπαρ, ενώ κι τεχνικός διευθυντής της ομάδας διατηρεί ένα άλλο, το «Χρυσό Παπούτσι»· αυτά είναι μόνο δύο από τα πολλά στα οποία συχνάζουν κάθε βράδυ όλοι οι ποδοσφαιριστές, παραβιάζοντας συχνά το μετρίως αυστηρό ωράριο κατακλίσεως που τους επιβάλλει η διοίκηση – «παιδιά, στις 4 το πρωί το αργότερο να έχετε γυρίσει σπίτι!». Πολλές φορές, για να γιορτάσουν κάποιο ευτυχές γεγονός, όπως τη γέννηση του παιδιού του συμπαίκτη τους Πασκάλ Ντυπρά, εξαφανίζονται για μέρες ώστε να γνωρίσουν τη νυχτερινή ζωή και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας. Τις ομιλίες του προπονητή τις διακόπτουν συχνά αυτοσχέδιοι αγώνες ταχύτητας ζωντανών αστακών – βρισκόμαστε στην Αρμορική χερσόνησο και το συμπαθές αρθρόποδο αποτελεί ένα από τα τοπικά προϊόντα.

Ο καινούργιος πρόεδρος, όμως, αλλάζοντας συνεχώς προπονητές και ξοδεύοντας λεφτά που δεν έχει αλλά που καταφέρνει και ξετρυπώνει από διάφορους ευκαιριακούς χορηγούς, φέρνει σε αυτήν τη μικρή, επαρχιακή ομάδα διάφορους ξένους σούπερ-σταρ, κατά προτίμηση νοτιοαμερικάνους, όπως ο αμυντικός της Εθνικής Βραζιλίας Ζούλιο Σέζαρ – που θα περάσει στα γεράματα κι από τον Παναθηναϊκό– και ο Αργεντίνος παγκόσμιος πρωταθλητής Χοσέ Λούις «Τάτα» Μπράουν, σκόρερ του πρώτου γκολ στον τελικό του Μουντιάλ του 1986 απέναντι στη Γερμανία.

Τάτα Μπράουν, Ζούλιο Σέζαρ ως σωσίας του Ντένζελ Γουάσιγκτον στο Αμέρικαν Γκάνγκστερ, Φρανσουά Υβινέκ κι ένας κύριος με καρό σακάκι

Χάρη σ΄αυτούς, η Μπρεστ θα πετύχει τη σεζόν 1986-1987 να βρεθεί στην όγδοη θέση του πρωταθλήματος με φιλοδοξίες για έξοδο στην Ευρώπη την επόμενη χρονιά.

Όμως, το καλοκαίρι του 1987, λίγους μήνες πριν από την κολομβιανή του περιπέτεια, ο Υβινέκ θα διώξει τον προπονητή Ρεμόν Κερυζορέ. Αιτία της σύγκρουσης; Ο πρόεδρος υποστήριξε, επικαλούμενος μάλιστα πηγές των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών, πως ο αριστερός συνδικαλιστής και γνωστός από τη θητεία του στη Ρεν ως «μαοΐστρια μάγισσα» – ο κόοουτς είναι μακρυμάλλης – Κερυζορέ συνωμοτούσε στα αποδυτήρια με τους παίκτες προκειμένου να ανατρέψουν την διοίκηση και να επιβάλλουν την αυτοδιαχείριση. Μαζί με τον προπονητή θα φύγει ο βασικός χορηγός – μια αλυσίδα σούπερ-μάρκετ – και οι δυο νοτιοαμερικάνοι.

Αλλά, είπαμε, ο πρόεδρος δεν μασάει. Συνεχίζει αυτήν την ξέφρενη πορεία προς το όνειρό του με κάθε μέσο. Πείθει την περιφερειακή διοίκηση να χτίσουν καινούργιο γήπεδο και προπονητικό κέντρο· το εργοτάξιο πιάνει φωτιά και τελικά τα έργα κοστίζουν το τριπλάσιο από το αναμενόμενο ενώ η περιοχή που επιλέχτηκε για προπονητικό κέντρο γίνεται στόχος επιδρομής χιλιάδων σαλιγκαριών και τα σχέδια αναγκαστικά ανατρέπονται. Για να αντικαταστήσει τον Μπράουν και τον Σέζαρ και ενώ βρίσκεται ακόμη σε διαπραγματεύσεις για τον Καμπάνιας, φέρνει από την Μπόκα Τζούνιορς τον σκληροτράχηλο Αργεντίνο Χόρχε «Πίπα» Ιγκουαΐν. Ο συμπαθέστατος Χόρχε θα βάλει ένα μοναδικό γκολ εναντίον των Καννών.

Δεν προλαβαίνει να θαμπώσει με την απόδοσή του αλλά απολαμβάνει την ζωή στη Βρετάνη. Πηγαίνει για ψάρεμα, παίζει χαρτιά και πετάνκ, μαθαίνει τη γλώσσα, αποκτά φίλους και γνωρίζει τις χαρές της πατρότητας: στη διάρκεια της μιας και μοναδικής σεζόν που έμεινε στη Βρέστη, θα γεννηθεί ο γιος του, Γκονσάλο, ο οποίος, θεωρητικά, μπορεί έτσι να αποκτήσει γαλλική αθλητική υπηκοότητα. Ο Ρεμόν Ντομενέκ θα καλέσει στα 2006 τον 18χρονο τότε Πιπίτα στην Εθνική Γαλλίας για ένα φιλικό με την Ελλάδα – ο Γκονσάλο δεν δέχτηκε, προτίμησε την Εθνική Αργεντινής κι όλοι ξέρουμε πού τον οδήγησε αυτή η επιλογή και πού οδήγησε και την Αργεντινή…

Στην πραγματικότητα, η Μπρεστ, παρόλο το κάπως οικογενειακό και ερασιτεχνικό κλίμα που κυριαρχούσε, διέθετε πλούσια δεξαμενή ταλέντων χάρη στην καλή δουλειά που γινόταν στις νεανικές ομάδες που ήταν απο τις καλύτερες στη Γαλλία, ενώ το έμπειρο μάτι των ατζέντηδων με τους οποίους συνεργαζόταν τής επέτρεπε να στρατολογεί νεαρότατους πολλούς ταλαντούχους ποδοσφαιριστές.

Από το δυναμικό της θα περάσουν, εκτός από όσους έχουμε αναφέρει, δυο μελλοντικοί Γάλλοι παγκόσμιοι πρωταθλητές – ο Στεφάν Γκιβάρς και ο Κλοντ Μακελελέ –, η μισή Παρί Σεν Ζερμέν που θα αναδειχτεί πρωταθλήτρια Γαλλίας το 1994 – Πολ Λε Γκουέν, Νταβίντ Ζινολά, Μπερνάρ Λαμά, Βενσάβ Γκεράν, Πατρίκ Κολτέρ – και, χρόνια αργότερα, κι ο Φρανσουά Ριμπερί.

Όμως, η πτώση της και θα είναι αναπόφευκτη καθώς, κοντά σε όλες τις άλλες περιπέτειες, θα μπλεχτεί σε ένα μεγάλο πολιτικο-οικονομικό σκάνδαλο. Μετά την πώληση του Καμπάνιας, ο Υβινέκ στρέφεται σε έναν μυστήριο τύπο, τον τραπεζίτη Αχμέντ «Σαρλί» Σακέρ, φίλο και συνεργάτη – εμπορευόταν όπλα – του Γιασέρ Αραφάτ και του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο Σακέρ εμφανίζεται ως πάμπλουτος και γενναιόδωρος οπαδός της Μπρεστ, και χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων φιλανθρωπιών, την αγορά του ήρωα τερματοφύλακα του Μουντιάλ του 1990 Σέρχιο Γκοϊκοετσέα.

Στην πραγματικότητα, ο Σακέρ είναι μεγάλο μούτρο. Η τράπεζά του, όπως και διάφορες άλλες επιχειρήσεις του στο Ιράκ, στην Ιταλία και στη Βρετάνη, είναι μια μεγάλη απάτη μέσω της οποίας μπήκαν στην τσέπη του καταθέσεις 120 εκ. φράγκων (18 εκ. ευρώ) μικροκαταθετών. Στη συνέχεια θα αποδειχθεί ότι εμπλέκεται και σε μια σκοτεινή ιστορία χρηματοδότησης πολιτικών. Θα καταλήξει στη φυλακή, εκεί όπου μέλλει να πάει κι ο Υβινέκ.

30 Νοεμβρίου 1991. Ο Ζινολά κι ο Πασκάλ Πιερ εγκαταλείπουν το γήπεδο στο τελευταίο ματς πριν τη διάλυση

Η Μπρεστ, στο τέλος της σεζόν 1990-1991, κι ενώ έχει τερματίσει κάπου στη μέση της βαθμολογίας, θα υποβιβαστεί για οικονομικούς λόγους. Έξι μήνες αργότερα και μετά από ένα ντου των οπαδών στη διάρκεια ενός ντέρμπι με την Γκενγκάν, θα πέσει στο ερασιτεχνικό λόγω οριστικής χρεοκοπίας. Για πολλούς αυτή η σκληρή μοίρα οφείλεται και στην προσωπική βεντέτα που είχε ανοίξει ο Υβινέκ με τον πανίσχυρο Μπερνάρ Ταπί – η Μπρεστ είχε αρνηθεί την αναβολή του μεταξύ τους αγώνα πριν τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ τον Μάιο του 1991 ενώ ένα άλλο σημείο τριβής ήταν ότι δεν έδωσε με μεταγραφή τον Ζινολά. Ο θρύλος λέει ότι ο Νταβίντ έψαχνε σε κάτι χωράφια να δείρει τον πρόεδρό του για κάτι χρωστούμενα αλλά, όπως είπαμε, εκείνος είχε γνωρίσει και χειρότερες περιπέτειες. Και τον περίμεναν και άλλα.

Μετά τον υποβιβασμό, θα κατηγορηθεί για δόλια χρεοκοπία και κατάχρηση. Θα μείνει πενήντα μία μέρες προφυλακισμένος και τελικά θα δικαστεί σε έναν χρόνο με αναστολή. Το μόνο αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ήταν κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί και τίτλος τιμής για έναν πρόεδρο ποδοσφαιρικής ομάδας: ξόδευε περισσότερα λεφτά από όσα διέθετε. Στο δικαστήριο, θα έρθει να τον υπερασπιστεί, ανάμεσα σε άλλους, ο Νταβίντ Ζινολά. Ο πρόεδρος σήμερα ζει στην Ισπανία κι ασχολείται με τη ζωγραφική. «Όταν ανέλαβα την Μπρεστ, ήξερα τι με περίμενε, ότι έπρεπε να είμαι έτοιμος να πάω ακόμη και φυλακή».

Πριν λίγα χρόνια, οι Ιγκουαΐν, πατέρας και γιος, γύρισαν στη Βρετάνη. Ο Γκονσάλο ουσιαστικά τη γνώριζε για πρώτη φορά: «Η Βρέστη δεν είναι η ομορφότερη πόλη του κόσμου, δεν είναι όμως και η πιο άσχημη. Είναι μια πόλη λαϊκή κι οι κάτοικοί της είναι καλοί άνθρωποι». Και αγαπούν παθολογικά την μπάλα. Ένας από αυτούς, ο συνθέτης και τραγουδιστής Κριστόφ Μιοσέκ, θα γράψει αυτό το τραγούδι, τρυφερή και πικρή ανάμνηση μιας μαγικής περιόδου: «Κι όμως, είχαμε τον Γκοϊκοετσέα, τον Γκιβάρς, τον Ζινολά, τον Λαμά […] και παρόλα αυτά βρήκαμε τρόπο να εκτροχιαστούμε».

Η Μπρεστ ανέβηκε ξανά φέτος μετά από εννιά χρόνια στη Λιγκ 1. Από τον Αύγουστο θα είναι μια ακόμη από αυτές τις, συνήθως μονοσύλλαβες, γαλλικές ομάδες που υποχρεώνουν τους φανατικούς του στοιχήματος να μελετήσουν γεωγραφία για να μην τις μπερδεύουν. Είναι όμως διαφορετική· μια ομάδα που έζησε στιγμές δόξας και περιπέτειας στη διάρκεια της μυθικής, έτσι κι αλλιώς, δεκαετίας του 1980. Όπως θα έλεγε κι ο Καπετάνιος Χάντοκ στον Τεν Τεν: «Μα τους χίλιες χιλιάδες κεραυνούς της Βρέστης, δεν είναι δυνατόν να έχουν συμβεί όλα αυτά!». Και όμως.

Ο «βοσκός» της Νίκαιας

  [4 Σχόλια]

Κάθε ομάδα έχει διάφορα είδη οπαδών. Από τους οργανωμένους μέχρι τους πιο «χομπίστες», από τα αρρωστάκια μέχρι τους πιο χαλαρούς. Και σίγουρα έχει και κάποιες μορφές που γεμίζουν με χρώμα το γήπεδο με τα όσα κάνουν. Για αρκετό καιρό στο ΟΑΚΑ καθόταν σχετικά κοντά μου ο «παιχταράααααδες», ένας συμπαθέστατος κύριος που μπορεί το ματς να ήταν κάποιο αδιάφορο μεσημεριανό ΑΕΚ-Ακράτητος με τον ήλιο απέναντι να σε κάνει να σιχτιρίζεις που δεν είχες πάει για καφέ κι ήσουν ανάμεσα σε άλλους εξίσου γραφικούς για να δείτε ένα ματς με τους στόχους της χρονιάς λίγο-πολύ να έχουν κριθεί, αλλά γι’ αυτόν ήταν σαν τελικός. Ο «παιχταράδες» ήταν πάντα εκεί με το ίδιο πάθος και την ίδια αγωνία να υποδεχτεί τους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας, βγάζοντας τα πνευμόνια του με την κραυγή «παιχταράδες», ενώ παράλληλα κράδαινε μία ροκάνα (εδώ περισσότερες πληροφορίες για όσους δεν ξέρουν) που στριφογύριζε σαν φλάμπουρο και ακουγόταν σε αρκετές θύρες. Ο «παιχταράδες» είναι ένα είδος ανθρώπου, ένας τέτοιος χαρακτηριστικός οπαδός, που όλοι έχουμε ζήσει στο γήπεδο. Αυτός που θα βρίσκεται πάντα εκεί, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα ή την πορεία της ομάδας, γιατί κάθε ματς είναι το ίδιο σπουδαίο γι’ αυτόν.

Σήμερα, θα ταξιδέψουμε αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το Μαρούσι και θα συναντήσουμε μια τεράστια μορφή των γαλλικών γηπέδων. Η Νίκαια είναι ένα κλασικό γαλλικό θέρετρο, πιο διάσημη για τις ομορφιές της, παρά για το ποδόσφαιρό της. Κι όμως, η Νις δεν είναι αμελητέα ποσότητα. Έχει κερδίσει 4 πρωταθλήματα Γαλλίας (όλα στη δεκαετία του 1950) και 3 κύπελλα στα πάνω από 100 χρόνια ιστορίας της. Κι όπως όλοι οι σύλλογοι, έχει κι αυτή τους φανατικούς της οπαδούς. Ανάμεσά τους κι ο… «Βοσκός», ο «λευκός λύκος» ή κατά κόσμον Πολ Καπιετό. Ο Βοσκός είναι η ατραξιόν του γηπέδου. Για πολλά χρόνια στο Σταντ Μουνισιπάλ ντου Ρε (το ιστορικό γήπεδο του συλλόγου) και πλέον στο νέο γήπεδο Σταντ ντε Νις. Μία απίστευτη μορφή, κομματάκι (το πόσο κομματάκι θα το κρίνετε εσείς) σαλεμένος που λατρεύει της Νις και δεν χάνει ματς, όσο μακριά κι αν παίζει η ομάδα του.

Ο Καπιετό δεν ζει μέσα στην πόλη της Νίκαιας. Ζει στο Σεν Μαρτάν Βεζουμπί (συγχωρέστε τη γαλλική μου προφορά) ένα πανέμορφο χωριουδάκι πάνω στις Άλπεις στο οποίο μένουν λιγότεροι από 1.500 κάτοικοι. Ο Βοσκός ντύνεται στα κατακόκκινα, παίρνει το ποδήλατό του και κατεβαίνει σιγά σιγά μέχρι τη Νίκαια για να δει τα ματς της ομάδας του. Μιλάμε για μια διαδρομή πάνω από 60 χιλιόμετρα, ενώ συχνά χρησιμοποιεί και τα σκι του (!!) για να ταξιδέψει. Ο Καπιετό είναι διάσημος και στη διαδρομή των αναγνωρίζουν όλοι και τον χαιρετούν. Η γραφικότητα δεν σταματάει εκεί φυσικά. Για χρόνια, ο Καπιετό δεν έμπαινε μέσα στο γήπεδο, αλλά παρακολουθούσε τα ματς της Νις από ένα… δέντρο. Και όχι, δεν μιλάμε για καμιά ελίτσα. Μιλάμε για κανονικό σκαρφάλωμα που σε πιάνει ίλιγγος:

Ο Καπιετό δεν ήταν πάντα τρελούλης. Είχε κανονική δουλειά, ήταν δάσκαλος του σκι και μάλιστα ένας από τους μαθητές του ήταν κι ο Ούγκο Λιορίς, ο σημερινός τερματοφύλακας της Τότεναμ, γέννημα-θρέμμα της Νίκαιας. Λέγεται ότι κάποια προσωπική τραγωδία, ένα ατύχημα τον έκανε να αλλάξει. Παρ’ όλα αυτά, θεωρείται εμβληματικός οπαδός του συλλόγου. Η διοίκηση πλέον τον προσκαλεί να βλέπει τα ματς από τις εξέδρες (για να μην σκαρφαλώσει πουθενά και γκρεμοτσακιστεί) και το 2016 τιμήθηκε από τη Νις ανήμερα των 70ων του γενεθλίων. Ένα χρόνο αργότερα, του έκαναν δώρο τη φανέλα της Νις που γράφει «Ο Βοσκός». Ο κόσμος φυσικά τον λατρεύει. Είναι η μασκότ του συλλόγου, ακόμα κι όταν κάνει διάφορες υπερβολικές γραφικότητες, σαν αυτές που περιγράφει το France Football. Όπως για παράδειγμα όταν έγινε μια γιορτή για την κατάκτηση της 4ης θέσης από τη Νις και μπροστά σε διάφορους επίσημους καλεσμένους, όπως ο δήμαρχος της πόλης, έκανε στριπτίζ για να μείνει με τα απολύτως απαραίτητα (τα δύο σκι που φορούσε δηλαδή).

Στη Μασσαλία, έξω από το Βελοντρόμ με τα… σκι του.
Τι πιο φυσιολογικό.

Ο Βοσκός ζει σαν ερημίτης, χωρίς νερό, ρεύμα και τηλέφωνο. Διάφοροι οπαδοί της Νις τον φιλοξενούν κατά καιρούς (για να μην επιστρέφει βράδυ στο βουνό), ενώ στα εκτός έδρας παιχνίδια εκτός από σκι και ποδήλατο χρησιμοποιεί το τρένο, το οποίο και δεν έχει χρήματα να πληρώσει. Τα πρόστιμα που έχει συλλέξει είναι πολλά. Αλλά η τρέλα για τη Νις μεγάλη. Κάποια φορά τον είχαν πετύχει έξω από το Παρκ ντε Πρενς στο Παρίσι φορώντας τα σκι του πριν από αγώνα με την ΠΣΖ. Στην ερώτηση πού διάολο μένει, η απάντηση ήταν «σε ένα αναρχικό βιβλιοπωλείο». Πάντα θα βρει μια άκρη για να δει από κοντά την αγαπημένη του ομάδα.

Ο κόσμος της Νίκαιας περιμένει να υποδεχτεί τον παγκόσμιο πρωταθλητή Λιορίς.
Ο βοσκός τούς μαθαίνει τον ύμνο της πόλης.

Τον βοσκό τον έμαθα πριν λίγο καιρό, πετυχαίνοντας μια είδηση από την πιο πρόσφατη περιπέτειά του. Η αστυνομία είχε απαγορεύσει την παρουσία οπαδών της Νις στη Μασσαλία στο πρόσφατο Μαρσέιγ-Νις για λόγους ασφαλείας. Αλλά ποιος να το πει αυτό στον κύριο Καπιετό. Ντύθηκε στα κόκκινα, πήρε τη λευκή μαλλούρα του και τα μούσια του και κατευθύνθηκε προς το Βελοντρόμ, όπως πολλές φορές στο παρελθόν. Οι Γάλλοι αστυνομικοί δεν συγκινήθηκαν ιδιαίτερα, έδειξαν ότι δεν έχουν καρδιά και μπουζούριασαν τον 73χρονο πλέον βοσκό, βάζοντάς τον μάλιστα στην ψυχιατρική πτέρυγα μιας κλινικής. Ο κόσμος ξεσηκώθηκε όταν ο δημοσιογράφος του Canal+ Λοράν Παγκανελί αποκάλυψε την είδηση. Ο δημοσιογράφος έχει πολύ καλή σχέση με τον Καπιετό και πάντα τον συναντά έξω από το γήπεδο. «Όταν δεν τον είδα πουθενά ανησύχησα», έγραψε ο Λοράν που πάντα τον προσκαλεί να φάει μαζί με τους συναδέλφους του καναλιού και φροντίζει να του βρίσκει και εισιτήρια στα εκτός έδρας.

Τελικά, η περιπέτεια του βοσκού μετά κι από τα μηνύματα συμπαράστασης στα social media είχε αίσιο τέλος, αφού αφέθηκε την επόμενη μέρα και είχε πλέον χρόνο να κανονίσει την επόμενη εκδρομή του για έναν αγώνα της Νις. Πάντα μέσα στα κόκκινα, με ποδήλατο, σκι πάνω στην άσφαλτο, τρένο ή τέλος πάντων όποιον άλλον τρόπο ανακαλύψει. Ένας τύπος που ζει για την ομάδα του, ένας άκακος, ωραίος τρελός που δίνει χρώμα σε ένα ποδόσφαιρο που γίνεται όλο και περισσότερο σοβαροφανές. Κι αν αναρωτιέστε πώς γιόρτασε την απελευθέρωσή του, μα φυσικά με τον δικό του τρόπο. Με τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη μετά τη Νις, την ποδηλασία. Πήρε το ποδηλατάκι του και πήγε στο πέρασμα Τουρίνι, μια διαδρομή στα 1600 μέτρα πάνω στις Άλπεις που φέτος ήταν και μέρος του ποδηλατικού αγώνα Νίκαια-Παρίσι. Ο βοσκός έκανε το σόου του και τις κωλοτούμπες του μπροστά στους θεατές και πήρε κι αυτός μέρος στην ανάβαση μαζί με τους ποδηλάτες, όπως φαίνεται και στα πλάνα του γαλλικού Eurosport:

Ο Μέσι του Βιλερμπάν

  [2 Σχόλια]

Τη σεζόν 2013-2014 στη Λυών αποφάσισαν ότι ήρθε η στιγμή η πολύ καλή φουρνιά που είχαν στις ακαδημίες τους να περάσει στην πρώτη ομάδα. Έτσι πήραν έναν κορμό, τον τερματοφύλακα Αντονί Λόπες, το μπακ Σαμουέλ Ουμτιτί, τα χαφ Κορεντίν Τολισό και Ζορντάν Φερί και τους επιθετικούς Αλεξάντρ Λακαζέτ και Ναμπίλ Φεκίρ. Και ενώ τα φώτα έπεσαν αρκετά στους Λακαζέτ και Ουμτιτί, οι οποίοι ήδη έχουν πάρει μεγάλες μεταγραφές για αλλού, ο πρόεδρος Ολάς είχε πάθει έρωτα με τον Ναμπίλ Φεκίρ. Σε ερώτηση δημοσιογράφου στις αρχές του 2015 για τους νέους της ομάδας, και με τον Λακαζέτ να κάνει σούπερ χρονιά που κατέληξε να τον βγάλει πρώτο σκόρερ του Σαμπιονά, απάντησε «Ο Ναμπίλ είναι ο Μέσι μου».

Γεννημένος στο Βιλερμπάν (σαν να λέμε ότι γεννήθηκε στην Καλαμαριά) στις 18 Ιουλίου του 1993, ο Φεκίρ είναι γέννημα θρέμμα Λυωνέζος, ή όπως λένε και εκεί, «Γκον». Η Λυών, που έχει μαζί με τις Ρεν και Μονακό τις καλύτερες ακαδημίες στη Γαλλία, φυσικά τον ανακάλυψε νωρίς και ο μικρός Ναμπίλ μπήκε στα παιδικά τμήματα των Γκον από την ηλικία των 12. Εκεί όμως οι προπονητές του τον έβρισκαν πολύ μικρό και αδύναμο και τελικά τον έδιωξαν. Όπως βέβαια έχει συμβεί σε πάμπολλες περιπτώσεις μικροκαμωμένων (Ματιέ Βαλμπουενά, ακούς;), ο Φεκίρ πήγε μια βόλτα σε διάφορες ακαδημίες συλλόγων στην κοιλάδα του Ροδανού, με μοναδικό στόχο της ζωής του να επιστρέψει στη Λυών. Εντάξει, κανείς δεν ξέρει τις Τοκέν Βιλερμπάν, Π.Σ. Βωλ και Καλουίρ στις οποίες πήγε, αλλά τη Σεντ Ετιέν που τον ζήτησε την ξέρουμε. Εκεί ο Φεκίρ, ως γνήσιος Γκον, απάντησε «Στους εχθρούς δεν πάω. Θέλω να αποδείξω στη Λυών ότι έκανε λάθος». Με προσωπική παρέμβαση του Ολάς, που τον είδε σε κάποιο αγώνα κυπέλλου νέων της περιοχής του Ροδανού, επιστρέφει τελικά στη Λυών στα 17 του.

Ντεμπουτάρει στα ματς προκριματικών του Τσαμπιολί κόντρα στη Ρεάλ Σοθιεδάδ. Θα παίξει στη ρούκι χρονιά του 17 ματς, σκοράροντας ένα γκολ και δίνοντας 2 ασίστ. Δεν ήταν αυτό που περίμεναν, αλλά όλη η Λυών τον πιστεύει πάρα πολύ. Ο μικρός ξεκίνησε σαν αριστερός εσωτερικός μέσος και μετά πέρασε δεύτερος επιθετικός. Εκεί την επόμενη χρονιά με το Λακαζέτ σκίζουν χασέδες. Ο Φεκίρ τελειώνει τη χρονιά με 16 γκολ και 9 ασίστ και ο Λακαζέτ με 32 γκολ και 7 ασίστ. Ο Φεκίρ όμως εκτός από γκολ και ασίστ κάνει και άλλα πράγματα στο γήπεδο. Κατεβαίνει χαμηλά να κάνει παιχνίδι, πάει στο πλάι να ανοίξει τις άμυνες, δοκιμάζει δύσκολες κάθετες, προστατεύει με το σώμα του τη μπάλα, ντριπλάρει με αυτό, ντριπλάρει γενικά. Με ύψος 1,73 και με το καλό του πόδι να είναι το αριστερό ο πρόεδρος είναι ξεκάθαρος: «Είναι ο Μέσι μου».

Με τις εμφανίσεις του και με την προοπτική του Γιούρο στη Γαλλία την επόμενη χρονιά ο Φεκίρ και ο Λακαζέτ δεν γίνεται να αγνοηθούν. Και οι δύο άλλωστε είχαν παίξει ματς με τη Γαλλία σε επίπεδο νέων. Με το Φεκίρ όμως δημιουργείται μια τεράστια ιστορία. Ο πατέρας του πριν τη διακοπή για τις εθνικές του Μαρτίου του 2015 βγαίνει και δηλώνει ότι ο γιος του θα επιλέξει να αγωνιστεί με την εθνική Αλγερίας, για να τιμήσει την καταγωγή του. Η οικογένεια του Φεκίρ κατάγεται από τη Φατζάνα της Αλγερίας, τόσο από την πλευρά του πατέρα του, όσο και από την πλευρά της μητέρας του. Εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία μόλις ένα χρόνο πριν γεννηθεί ο Ναμπίλ και η σχέση με την Αλγερία ήταν ακόμα πολύ έντονη. Ο Ναμπίλ δηλώνει στην Εκίπ ότι θα επιλέξει μέσα στις προσεχείς δύο εβδομάδες. Ο Ντεσάμπ λέει ότι η απόφαση είναι του παίχτη και ο Κριστιάν Γκουργκίφ, ο μπαμπάς του Γιοάν, προπονητής της εθνικής Αλγερίας, λέει ότι ο παίχτης θα επιλέξει την Αλγερία. Στη Γαλλία γίνεται πανικός σε εφημερίδες και πάνελ. Παράλληλα ο Γκουργκίφ τον καλεί κανονικά για τα φιλικά με το Ομάν και το Κατάρ, λέγοντας ότι τον κάλεσε διότι του είπε στο τηλέφωνο ο ίδιος ότι θα επιλέξει την Αλγερία. Τελικά, ο Φεκίρ βγαίνει στην Εκίπ και λέει «Η Γαλλία. Αυτή είναι η επιλογή μου». Και βάζει κερασάκι ότι «η συζήτηση που είχα με τον Ντιντιέ Ντεσάμπ ήταν πολύ πειστική». Έτσι για να αφήσει ξενερωμένους τους πάντες.

Λυωνέζικοι Αλγερινοί κύκλοι λένε ότι η σχέση με τον πατέρα του όχι απλώς χάλασε, αλλά δεν επανήλθε ποτέ. Πριν λίγο καιρό στη Λιμπερασιόν υπήρξε ένα άρθρο για τον Φεκίρ και ο αρθρογράφος (Γκρεγκορί Σναιντέρ) έγραφε ότι υπήρξε αυτό το καλοκαίρι μια προσπάθεια συμφιλίωσης στην αυλή του παππού, με όχι ξεκάθαρα όμως αποτελέσματα. Οι ίδιοι κύκλοι μετά τον τραυματισμό του, ρήξη χιαστών, τον Ιούλιο του 2015 με τη φανέλα της εθνικής Γαλλίας στο φιλικό κόντρα στην Πορτογαλία, έγραφαν ότι το αντιμετώπισαν ως χτύπημα από τον Αλλάχ.

Όσο οι Ουμτιτί, Τολισό και Λακαζέτ παίρνουν μεταγραφές εκατομμυρίων και πάνε για το παραπάνω βήμα, ο Φεκίρ μένει στη Λυών λόγω του τραυματισμού που τον άφησε τόσο πίσω. Την επόμενη σεζόν παίζει μόλις 9 ματς με τη Λυών και ένα με την εθνική. Μετά επανέρχεται βέβαια. Σεζόν 2016-2017, 51 ματς, 14 γκολ, 13 ασίστ. Επόμενη σεζόν, ίδιος αριθμός ματς 24 γκολ, 7 ασίστ. Αλλά πολύ, μα πολύ, περισσότερο παιχνίδι. Πλέον παίζει κάπου ανάμεσα στο κέντρο και στην επίθεση. Κάπως σαν τον Μέσι, κάπως σαν τον Ινιέστα. Παρά τις παραινέσεις του τμήματος μάρκετινγκ της Λυών να πάρει το 10, συνεχίζει να φοράει το 18. Την ημερομηνία γέννησής του. Και μια και είναι ο Μέσι τους, στο ντέρμπι με τη γειτονική Σεντ Ετιέν την περασμένη σεζόν, όταν κάνει το 0-5 μέσα στο Ζοφρουά Γκισάρτ βγάζει τη φανέλα του και τη δείχνει στους οπαδούς. Είναι το δεύτερό του γκολ στο ματς και μάλλον αντίδραση για τα «Βρωμοαλγερινέ» που ακούει από την εξέδρα σε όλον τον αγώνα.

Το καλοκαίρι που πέρασε ο Φεκίρ έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής παίζοντας ως αλλαγή συνήθως με την εθνική Γαλλίας. Η απόφασή του να επιλέξει τη Γαλλία αντί της Αλγερίας του έδωσε αυτή τη δυνατότητα. Παράλληλα σχεδόν πήρε τη μεταγραφή που έλειπε για να περάσει στην ελίτ. Η Λίβερπουλ τον είχε κλεισμένο, είχε δώσει συνέντευξη και στο κανάλι των Ρεντς, αλλά τελευταία στιγμή η μεταγραφή ακυρώθηκε. Η Λίβερπουλ είπε για ιατρικούς λόγους, το πληγωμένο του γόνατο. Η Λυών δεν είπε και πολλά, αλλά οι Αλγερινοί κύκλοι λένε για προμήθειες που ζήτησαν οι Αλγερινοί Λυωνέζοι τελευταία στιγμή. Η Λίβερπουλ είπε να μην μπλέξει σε περίπτωση (Ματιέ Βαλμπουενά κλείσε τα αφτιά σου) Μπενζεμά με σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες και αποσύρθηκε. Ο Ολάς είπε ότι θα μείνει να βοηθήσει τη Λυών να προχωρήσει στο Τσαμπιολί. Και στο ματς με τη Σαχτάρ όπου κρινόταν η πρόκριση έγινε πάλι ο Μέσι του Βιλερμπάν. Με μια κάθετη στον Τραορέ που το έχασε και μετά με ένα γκολ που θύμισε αρκετά τον Αργεντίνο έδωσε την πρόκριση στη Λυών.

Ο ίδιος είναι πλέον αρχηγός της ομάδας που υποστηρίζει από παιδί. Ζει τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του και όταν τον ρώτησαν για τη Λίβερπουλ είπε το ίδιο που είχε πει στα 14 του για τη Λυών. «Η ιστορία δεν τελείωσε. Θέλω να τους αποδείξω ότι έκαναν λάθος».

To ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές

  [2 Σχόλια]

Ας δούμε κάποια γεγονότα…

Φέτος συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την εξέγερση στο Παρίσι. Μια εξέγερση που εξελίχθηκε σε μια ελαφρύτερη επανάσταση, που έφερε όμως τεράστιες κοινωνικές αλλαγές και έδωσε το δικαίωμα στην πλειοψηφία του λαού να νιώσει ελευθερία και να απαιτήσει τα δικαιώματα που του αναλογούσαν. Μια επανάσταση που έφερε σίγουρα πολλαπλά μηνύματα και σημάδεψε την ανθρωπότητα για πάντα. Εκείνος ο Μάης του ’68, γνωστός και ως η εξέγερση κατά των τριών Ρ (Professors-Peres-Patros, καθηγητές-γονείς-αφεντικά δηλαδή), ευθύνεται για πολλά καλά προς την ανθρωπότητα. Κι ας μην άλλαξε τελικά εντελώς τον κόσμο, όπως περίμεναν οι ρομαντικοί φοιτητές της εποχής και φυσικά το εργατικό κίνημα – στην πλειοψηφία του. Το σύστημα άλλωστε βρίσκει συνήθως τον τρόπο να παρασύρει μαζί του σημαντικούς επαναστάτες και να τους εντάσσει στη  δική του πλευρά. Αυτό δηλαδή που συνέβη και στην Γαλλία -του Ντε Γκωλ- εκείνη την εποχή, όταν και βρέθηκαν πολλοί μπροστάρηδες της επανάστασης, στους απέναντι, και μάλιστα στον πυρήνα. Αλλά και πάλι: Έχει αποτύχει μια επανάσταση όταν συμβαίνει αυτό; H απάντηση είναι σίγουρα όχι. Πόσο μάλλον όταν 50 χρόνια μετά συζητάμε ακόμα γι’ αυτή και για τον τρόπο που έφερε τόσες πολλές αλλαγές στην κοινωνική στάση των περισσότερων ανθρώπων προς τον συνάνθρωπο, με τη λέξη ισότητα να κυριαρχεί παντού.

Το ποδόσφαιρο φυσικά και δεν θα μπορούσε να λείπει από όλο αυτό. Πόσο μάλλον όταν τα 2/3 του εργατικού δυναμικού ήταν σε απεργία και οι περισσότεροι φοιτητές ήταν ολημερίς στους δρόμους, απαιτώντας ένα καλύτερο κόσμο και ένα καλύτερο αύριο. Οι πρισσότεροι από αυτούς ήταν και οι άνθρωποι που γέμιζαν τα γήπεδα της εποχής κάθε αγωνιστική. Φυσικά και μιλάμε για τα εκρηκτικά 60s και για ένα κόσμο που κυριολεκτικά έβραζε σε κάθε γωνιά του. Ο πόλεμος του Βιετνάμ και οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις. Η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και το αντιρατσιστικό κίνημα. Η ανάπτυξη του γυναικείου κινήματος. Η δημιουργία των πρώτων εργατικών συμβουλίων στην Ιταλία και φυσικά η δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντυ. Γεγονότα που επισκίαζαν τα πάντα εκείνη την εποχή. Εκτός κι αν ζούσες στην Ελλάδα της χούντας.

Εκείνο τον Μάη του ’68 στο Παρίσι, ανάμεσα στα οδοφράγματα και τις οδομαχίες της Σορβόννης και ανάμεσα στα συνθήματα για ισότητα και ελευθερία, το ποδόσφαιρο ήθελε να αλλάξει κι αυτό. Κάπως έτσι, στις 22 Μαΐου, μια ένωση ποδοσφαιριστών από ομάδες του Παρισιού βγάζουν μια ανακοίνωση για να ελευθερώσουν το ποδόσφαιρο, μέσα απ’ τα δικά τους θέλω, βάζοντας πλάτη στους διαδηλωτές. Κύριο σύνθημά τους: To ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές. H ανακοίνωση τους απλή.

«Εμείς, οι ποδοσφαιριστές, που ανήκουμε σε διαφορετικές ομάδες της επικράτειας του Παρισιού, αποφασίσαμε να καταλάβουμε τα κεντρικά γραφεία της Γαλλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Όπως ακριβώς οι εργάτες καταλαμβάνουν τα εργοστάσιά τους και οι φοιτητές τις σχολές τους. Γιατί;

Για να επιστρέψουμε στους 600.000 ποδοσφαιριστές της Γαλλίας και στους χιλιάδες φίλους τους αυτό που τους ανήκει: το ποδόσφαιρο, το οποίο το καταλήστεψαν οι ποντίφικες της Ομοσπονδίας για να εξυπηρετήσουν τα εγωιστικά τους συμφέροντα ως κερδοσκόποι του αθλητισμού.

Τώρα είναι στο χέρι σας, ποδοσφαιριστές, γυμναστές, προπονητές μικρών ομάδων, αμέτρητοι φίλοι και οπαδοί του ποδοσφαίρου, φοιτητές και εργάτες, να διατηρήσετε την ποιότητα του αθλήματός σας· αρκεί να ενωθείτε μαζί μας ώστε:

– να απαιτήσουμε (μέσω δημοψηφίσματος των 600.000 ποδοσφαιριστών, που θα ελεγχθεί από τους ίδιους) την άμεση παύση των κερδοσκόπων του ποδοσφαίρου και όσων προσβάλλουν την υπόσταση των ποδοσφαιριστών.

– ν’ απελευθερώσουμε το ποδόσφαιρο από την κηδεμονία του χρήματος των ελεεινών ψευτο-ευεργετών του, που είναι η ρίζα όλης της σήψης του ποδοσφαίρου.

– να απαιτήσουμε από το κράτος τις επιδοτήσεις που παραχωρεί σε όλα τ’ άλλα αθλήματα και τις οποίες οι ποντίφικες της Ομοσπονδίας δε διεκδίκησαν ποτέ ή διεκδίκησαν για τις δικές τους τσέπες.

Για να παραμείνει το ποδόσφαιρο δικό σας, σας καλούμε να έρθετε χωρίς καθυστέρηση στα κεντρικά γραφεία της Ομοσπονδίας, η οποία έγινε ξανά στέγη σας, στον αριθμό 60 της λεωφόρου Ιενά στο Παρίσι.

Ενωμένοι, θα κάνουμε πάλι το ποδόσφαιρο αυτό που ποτέ δεν έπρεπε να σταματήσει να ’ναι – το άθλημα της χαράς, το άθλημα του αυριανού κόσμου, που όλοι οι εργάτες έχουν ξεκινήσει να χτίζουν. ΟΛΟΙ ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΙΕΝΑ 60!

Ποδοσφαιρική Επιτροπή Δράσης»

Η Γαλλία και ο κόσμος όντως άλλαξε. Όχι όμως για πολύ. Μέσα από αυτή την αυταπάτη τα νεανικά κινήματα συγκλόνισαν τον πλανήτη και σάρωσαν τις αντιδραστικές και συντηρητικές γραφειοκρατικές βεβαιότητες του παρελθόντος. Και πάλι όχι για πολύ. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Πωλ Σαρτρ επέστρεψε δυναμικά στο προσκήνιο και έγινε σημαία των κινημάτων του ’68, γράφοντας εκείνη την προκλητική (για πολλούς) και συνάμα προφητική (για περισσότερους) ατάκα στο περιοδικό Temps Modernes πως «Εκλογές, παγίδα για μαλάκες», όταν ο Ντε Γκωλ ανακοίνωσε τη διάλυση της Βουλής και προκήρυξε νέες εκλογές, μιας και ο Σαρτρ έβλεπε πως όλο αυτό μόνο χειρότερα μπορούσε να κάνει τα πράγματα. Και τα έκανε με την τεράστια άνοδο της δεξιάς τα επόμενα χρόνια. Τελικά εκείνη η επανάσταση τελείωσε αρκετά γρήγορα. Στις αρχές του καλοκαιριού. Ένα απ’ τα ωραιότερα συνθήματα άλλωστε του Μάη του ’68 ήταν εκείνο το «Κάτω απ’ τα τσιμέντα υπάρχει η παραλία» και κάπως έτσι οι περισσότεροι Γάλλοι ξεχύθηκαν να κάνουν τα μπάνια τους, φέρνοντας στο μυαλό μέρες του 1936, όταν καθιερώθηκαν δηλαδή, για πρώτη φορά στην Γαλλία, οι πληρωμένες διακοπές. Ήταν τότε που μεγάλη μερίδα των Γάλλων εργατών είδε για πρώτη φορά τη θάλασσα και έπαιξε ποδόσφαιρο στις παραλίες ανέμελα.

Αλλά και το ποδόσφαιρο πήγε με το ρεύμα και τη σιγουριά. Με το Γιούρο της Ιταλίας προ των πυλών, η εθνική Γαλλίας ταξίδεψε τελικά στο Βελιγράδι στις 24 Μαΐου -δύο μέρες μετά την ανακοίνωση-  για τη ρεβάνς του 1-1 του Παρισιού (προ επανάστασης) και γνώρισε την συντριβή με 5-1 από τους εκπληκτικούς Γιουγκοσλάβους (η διοργάνωση εκείνα τα χρόνια δεν είχε την μορφή των ημερών μας), αν και δεν υπήρξε και αρκετός κόσμος που να ασχολήθηκε φανατικά με εκείνη την αναμέτρηση, με το χάος που επικρατούσε στους δρόμους. To πρωτάθλημα της επόμενης σεζόν ξεκίνησε κανονικά και πάλι, με την Σεντ Ετιέν να το κατακτά δύσκολα απ’ τη Μπορντό, και κάπως έτσι όλα μπήκαν και πάλι στους κανονικούς (;) τους ρυθμούς. Στο πολιτικό κομμάτι, ο Σαρτρ προσεγγίζει την Ακροαριστερά και συναναστρέφεται με Μαοϊκούς τους οποίους και τελικά στηρίζει. Έρχεται σε ρήξη με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και φτάνει να δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα αναρχικός, και μάλιστα πολύ πριν το Μάη του ’68 (!).

Τελικά «Η φαντασία στην εξουσία» δεν ήρθε -όπως περίμενε η μεγαλύτερη μερίδα του κόσμου- και στη δική μας χώρα έμεινε απλά ως ένα υπέροχο τραγούδι που ερμήνευσε μοναδικά ο Παύλος Σιδηρόπουλος για να έχουν να θυμούνται και να μαθαίνουν οι νέες γενιές. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε στην Ελλάδα της χούντας δεν υπήρχε -σχεδόν- καμία πραγματική ενημέρωση γι’ αυτά που συνέβαιναν στο Παρίσι, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, που επαναστατούσε για καλύτερες μέρες. Για να καταλάβετε καλύτερα, κι ας ξεφεύγουμε από ποδοσφαιρικά θέματα: Στις 27 Μαΐου, όταν και κυκλοφορεί στο Παρίσι ο ύμνος της εξέγερσης του Ζακ Μπεριάκ «Α bas l’ etat policier» (Κάτω το αστυνομικό κράτος) που ακούγεται σε πολλές μεριές του πλανήτη, στην Ελλάδα τα ραδιόφωνα παίζουν όλη μέρα το τραγούδι «Οι γιεγιέδες» με ερμηνευτές τους Κώστα Ευσταθίου και Λίτσα Διαμάντη. Για τον Μάη του ’68 η Ελλάδα μαθαίνει από ανθρώπους που βρέθηκαν εκείνη την περίοδο στη Γαλλία και έζησαν τα γεγονότα, κυριολεκτικά στους δρόμους, όπως ο σπουδαίος σκηνοθέτης του Ζ (στην εξαιρετική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του βιβλίου του Βασιλικού) Κώστας Γαβράς. Στην Ελλάδα είχαμε να ασχοληθούμε με σοβαρότερα θέματα «ισότητας» όπως ο Νόμος 4000 και με τους Αναρχοκομμουνισταί – Δυναμιτισταί που άκουγαν ψυχεδελικό ροκ και είχαν μακριά μαλλιά και γι’ αυτό αποτελούσαν «απειλή» για την κοινωνία. Κάποτε είχα μια υπέροχη κουβέντα για το εν λόγω θέμα με τον Δημήτρη Πουλικάκο – όταν είχα παίξει μουσική πριν από κάποιο λάιβ της μπάντας του. Βέβαια ο αθλητισμός στη δική μας χώρα «ανθούσε» και ο κόσμος δεν είχε ξυπνήσει ακόμα με αυτό τον άρτο και θεάματα που του πρόσφερε το χουντικό καθεστώς.

Εν κατακλείδι. Επηρέασε ο Μάης του ’68 το ποδόσφαιρο; Εννοείται πως το επηρέασε μιας και ένωσε πολλές ομάδες για το κοινό καλό. Όπως ο Ευρωπαϊκός κινηματογράφος έγινε καλύτερος και πιο μοντέρνος μετά το ’68 και όπως οι άνθρωποι ήρθαν πιο κοντά στους δρόμους και τις κερκίδες για το κοινό καλό. Το ποδόσφαιρο άλλωστε θα βρίσκεται πάντα δίπλα σε κάθετι επαναστατικό και λαϊκό. Τελικά το ποδόσφαιρο έφτασε να ανήκει στους ποδοσφαιριστές; Εννοείται πως όχι. Το εντελώς αντίθετο για την ακρίβεια. Το ποδόσφαιρο έφτασε να ανήκει σε πολυεθνικές και σε ανθρώπους που το βλέπουν καθαρά ως μπίζνα και μηδενικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Δυστυχώς. Σαν αυτούς τους τραπεζικούς λογαριασμούς που είδαν να φουσκώνουν πολλοί από αυτούς που πρωτοστάτησαν σε εκείνη την επανάσταση και έγιναν αρκετά γρήγορα σημαντικά γρανάζια του συστήματος. «Στην επανάσταση υπάρχουν αυτοί που την κάνουν και αυτοί που επωφελούνται» έλεγε ένα απ’ τα πιο γνωστά συνθήματα τον Μάη του ’68. Πολλές φορές βέβαια επωφελούνται κι αυτοί που την κάνουν, μπαίνοντας όμως στην απέναντι -την αντίπαλη- πλευρά. Κάτι που συμβαίνει πολλάκις και στο ποδόσφαιρο. Δυστυχώς και πάλι.

Ολιμπίκ Μαρσέιγ: Η πιο ελληνική ομάδα της Γαλλίας

  [Καθόλου σχόλια]

Πριν λίγες ημέρες ένας Γάλλος χρήστης του Τουίτερ ανακοίνωσε μέσω του κοινωνικού δικτύου ότι θα έβαζε τέλος στη ζωή του. Ο νεαρός Λουί ανακοίνωσε αυτή του την απόφαση διαλέγοντας έναν περίεργο τρόπο, ενημερώνοντας… την αγαπημένη του ομάδα και τον επίσημο λογαριασμό της με τουίτ που έγραφε: «Γεια σου Μαρσέιγ. Απόψε θα τελειώσω τη ζωή μου. Ελπίζω ότι η ΟΜ θα γίνει θρύλος και θα κερδίσει την Παρί. Σε ευχαριστώ ΟΜ γιατί ήσουν η μοναδική πηγή χαράς στη ζωή μου. Δώστε ένα μάθημα σε αυτούς τους εγωκεντρικούς. Allez l’OM». Καμία αναφορά σε δικούς του ανθρώπους, καμία αναφορά στα προβλήματά του, στους λόγους της αυτοκτονίας. Μοναδική του ευχή να κερδίσει η Μαρσέιγ τους αντιπαθητικούς Παριζιάνους και να πάνε όλα καλά, μετά θάνατον άγχος για την ομάδα του. Ευτυχώς η ιντερνετική κοινότητα το πήρε γρήγορα χαμπάρι, η αστυνομία ενεργοποιήθηκε και ο φοιτητής δημοσιογραφίας δεν αυτοκτόνησε.

Η Μασσαλία είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, μια πόλη με έντονο ελληνικό στοιχείο στην ίδρυσή της και την ιστορία της. Πολλοί από τους κατοίκους της θεωρούν τον εαυτό τους Μαρσεγιέζο, περισσότερο από Γάλλο. Μια πόλη που δεν ταιριάζει και με αυτό που έχουμε στο μυαλό μας για τη Γαλλία, ίσως πιο κοντά στον ιταλικό Νότο. Διαφθορά, εγκληματικότητα, μεταναστευτικό, ναρκωτικά, φτώχεια σε αρκετά μέρη. Στα βόρεια υπάρχει μια πολύ μεγάλη περιοχή γκετοποιημένη, λευκοί, μαύροι, Άραβες όλοι μαζί με ένα μεγάλο ποσοστό να ζει κάτω από συνθήκες φτώχειας. Η Μασσαλία έχει αναλογικά τον ίδιο μέσο όρο δολοφονιών για ναρκωτικά με τη Νέα Υόρκη. Κάπου εκεί μεγάλωσε και ο Ζιντάν, σε ένα από τα πιο διάσημα τέτοια μέρη τη Λα Καστελάν, μέρος στο οποίο πήγαν πολλοί Αλγερινοί πρόσφυγες τη δεκαετία του 1960. Η μοίρα όμως δεν τον έφερε ποτέ να παίζει στον τοπικό σύλλόγο. Κάτι που έκανε ένα άλλο τρομερό παιδί της πόλης, ο Ερίκ Καντονά. Σύμπτωση οι εκρηκτικοί χαρακτήρες τους ή απλά γνήσιοι Μαρσεγιέζοι;

Μια διαφήμιση του Ζιζού στην πόλη που δεν έπαιξε ποτέ.
“Made in Marseille” όμως όπως λέει η αφίσα.

Όπως κι η πόλη της, έτσι κι η ομάδα της η Ολιμπίκ Μαρσέιγ δεν είναι μια τυχαία ομάδα, την αγαπάς ή τη μισείς, είναι ένας σύλλογος με ιδιαιτερότητες, παραξενιές, σύλλογος που περνάει από την επιτυχία στην αυτοκαστροφή, ομάδα που μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει είδηση για οτιδήποτε μπορείς να φανταστείς. Σύλλογος που θυμίζει πολύ ελληνικό, με σκάνδαλα, δωροδοκίες, οπαδούς που η γνώμη τους καθορίζει την πολιτική, διοικητικές καλτ μορφές. Δεν πέρασε άλλωστε πολύς καιρός από τότε που ο Πατρίς Εβρά ήρθε στα χέρια με οπαδούς του συλλόγου πριν καν αρχίσει ένα παιχνίδι. Ο Εβρά που μετακόμισε μόλις το περασμένο καλοκαίρι στη Μασσαλία είχε μπει στο στόχαστρο οπαδών στο ζέσταμα, αυτός ανταπάντησε και η κατάσταση ξέφυγε με τον παίκτη να έχει επεισόδιο με ορισμένους εξ αυτών πριν τον αγώνα του Γιουρόπα Λιγκ απέναντι στη Βιτόρια Γκιμαράες.

Ο Εβρά που τα τελευταία χρόνια έγινε γνωστός για τα χαζοχαρούμενα βίντεό του, μετατράπηκε σε βέρος Μαρσεγέζος και ως νέος Καντονά κλώτσησε έναν οπαδό από αυτούς που μπούκαραν την ώρα της προθέρμανσης και έκοβαν βόλτες στον περιβάλλοντα χώρο για να του ζητήσουν το λόγο. Ο ίδιος προσπάθησε να δείξει ότι μόνο «κάποιοι λίγοι» είχαν πρόβλημα μαζί του, νομίζοντας ότι η διοίκηση θα πάρει το μέρος ενός αθλητή της. Στη Μαρσέιγ όμως οι οπαδοί είναι κάτι πολύ παραπάνω από πελάτες. Στο επόμενο ματς ένα τεράστιο πανό σηκώθηκε εναντίον του και με συνοπτικές διαδικασίες ο Πατρίς Εβρά έλυσε το συμβόλαιό του, με τη διοίκηση να δικαιολογεί την απόφασή της ρίχνοντας το φταίξιμο εξ ολοκλήρου στον παίκτη.

“Νόμιζες ότι ήσουν πάνω από το σύλλογο και τους οπαδούς
Δεν θέλουμε να φοράς τα χρώματά μας
Εβρά φύγε”

Η Μαρσέιγ είναι το καμάρι των κατοίκων της πόλης, η χαρά και η δυστυχία (ακόμα και όταν απειλούν να αφήσουν τον μάταιο τούτο κόσμο) και μπορεί να είναι μια «επιχείρηση» με ιδιοκτήτες, αλλά χωρίς τη στήριξη και την άδεια του του κόσμου δεν μπορεί να λειτουργήσει τίποτα. Και όχι μόνο στην ποδοσφαιρική ομάδα. Οι κακές γλώσσες λένε ότι δεν βγαίνεις δήμαρχος στην πόλη αν δεν έχεις μαζί σου την τοπική ομάδα. Οι οπαδοί είναι πραγματικά κάτι σαν παίκτες όπως έχει δείξει και το παρελθόν.

Το 1989 στο Μαρσέιγ-ΑΕΚ ο νεαρός οπαδός Πατρίς ντε Περετί βλέπει τους Έλληνες οπαδούς να καταφτάνουν στο Βελοντρόμ και εντυπωσιάζεται. Ο πρώτος τύπος που κατεβαίνει από το ελληνικό πούλμαν είναι ψηλός με μούσια και ημίγυμνος, ενώ όπως λέει ο αστικός μύθος στη Γαλλία έχει περασμένο ένα τσεκούρι στη ζώνη του (εξαγωγή πολιτισμού ή κλασσική γαλλική φαντασία;). Ο Πατρίς βλέπει την υποστήριξη των Ελλήνων οπαδών που τραγουδούν συνέχεια στο γήπεδο όλοι ημίγυμνοι και αποφασίζει ότι πρέπει κι οι οπαδοί της ΟΜ να ακολουθήσουν την ίδια συμπεριφορά. Γυρίζει σε όλα τα γήπεδα με ένα φθαρμένο τζιν, το κασκόλ στο λαιμό και συχνά μια ντουντούκα για να οργανώνει. Πάντα ημίγυμνος, όπως οι ΑΕΚτζήδες. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1993, η Μαρσέιγ παίζει στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Σπαρτάκ Μόσχας στο Βερολίνο (μια που στη Μόσχα δεν είχε στάδιο να καλύπτει τις προδιαγραφές της ΟΥΕΦΑ), με τη θερμοκρασία στο Ολυμπιακό Στάδιο να φτάνει τους -12. Ο «Ντεπέ» όπως τον φώναζαν βγάζει τη φανέλα, φοράει το κασκόλ στο λαιμό και οργανώνει την εξέδρα. Η ΟΜ παίρνει το 1-1 με γκολ του Αμπεντί Πελέ και προχωράει μέχρι τον τελικό όπου και κατακτάει το τρόπαιο. Ο διαβόητος Ταπί δίνει μετάλλιο στον Ντεπέ για εκείνη τη βραδιά, ο οπαδός αποθεώνεται κανονικά μαζί με τους παίκτες και περνάει στην ιστορία του συλλόγου.

Αλλά δεν είναι περίεργο. Ο Πατρίς αντιπροσωπεύει το πνεύμα της Μασσαλίας. Φτωχός, γιος Ιταλών μεταναστών σε μια πόλη γεμάτη εθνικότητες, ο πιτσιρικάς ζούσε για την ομάδα. Κάποιοι τον θυμούνται να είναι από τις 8 το πρωί στο Βελοντρόμ για να ετοιμάσει το πέταλο και μετά να κοιμάται στο προστατευτικό δίχτυ σαν να ήταν αιώρα. Ο Ντεπέ έφυγε από τη ζωή μόλις στα 28 του από ανεύρυσμα ή από υπερβολική δόση σύμφωνα με άλλους. Το όνομά του έχει δοθεί στο βόρειο πέταλο του Βελοντρόμ, το όνομα ενός οπαδού σε μια εξέδρα. Η τρέλα της Μασσαλίας που είπαμε, η ιδιαίτερη σχέση κόσμου-ομάδας.

Η Μαρσέιγ όμως έμεινε πίσω με τα χρόνια. Η εποχή Ταπί με όλες τις επιτυχίες (και τις βρομιές όμως για τις οποίες αξίζει ειδικό αφιέρωμα) έμεινε πίσω, ίσως επειδή το ποδόσφαιρο άλλαξε κι η ΟΜ συνεχίζει να συμπεριφέρεται όπως παλιά. Ένα πρωτάθλημα το 2010 είναι ο μοναδικός σοβαρός τίτλος που έχει κατακτήσει από τα χρόνια που στην ομάδα έπαιζαν παικταράδες. Εκατοντάδες παίκτες, πολλοί προπονητές (ανάμεσά τους κι ο Μαρσέλο Μπιέλσα), αλλά το αποτέλεσμα το ίδιο. Στο τέλος απογοήτευση, λαϊκά δικαστήρια, πανό με τράγους (που αντιπροσώπευαν τους παίκτες). Τη στιγμή που τα λεφτά της ΠΣΖ την κάνουν άτρωτη, ενώ κι η Μονακό παίζει σε άλλο επίπεδο, είναι δύσκολο για τους νότιους να τα καταφέρουν. Πέρσι έγινε τελικά η αλλαγή ιδιοκτησίας, η ομάδα πέρασε στα χέρια του Αμερικάνου Φρανκ Μακ Κορτ. Δεν άλλαξαν πολλά, ο κόσμος ήταν σχετικά απογοητευμένος.

Κι όμως, σιγά σιγά η Μαρσέιγ ανένηψε φέτος. Με έναν προπονητή χαμηλών τόνων που ξέρει να δουλεύει, που μπορεί να μην είναι ο κόουτς-νικητής, αλλά μπορεί να βάλει κάποια τάξη στο χάος. Ο Ρούντι Γκαρσία (ή Ρουντί Γκαρσιά στα γαλλικά) μετά την αρκετά καλή πορεία του στη Ρόμα επέστρεψε στην πατρίδα του και φέτος δείχνει να ξεπερνά τα προβλήματα. Η ΟΜ τα κατάφερε και δεν αυτοκαταστράφηκε, πέρασε την κρίση, ξεπέρασε τον Εβρά και προσπαθεί να μπει σφήνα στους μεγάλους και να δώσει χαρά στον Λουί που τελικά βρίσκεται εν ζωή και θα παρακολουθήσει ξανά την ομάδα «που είναι η μοναδική χαρά στη ζωή του».

Γκι Ρου: Ο άνθρωπος που έφτιαξε την Οσέρ

  [6 Σχόλια]

Ήταν περισσότερα από 50 χρόνια πριν, όταν μια μικρή, παντελώς άγνωστη ομάδα της Βουργουνδίας, έψαχνε προπονητή. Ένας 22χρονος νεαρός έστειλε γραπτά την αίτησή του. Μέσα σε αυτή έγραφε ότι ήταν διατεθειμένος να κάνει τα πάντα γι’ αυτή τη δουλειά, ακόμα και να κόβει ξύλα. Ο γεννημένος στην Αλσατία, αλλά μεγαλωμένος στην περιοχή της μικρής πόλης Οσέρ, Γκι Ρου δεν είχε καμία προπονητική εμπειρία. Ήταν ποδοσφαιριστής, η αλήθεια όμως είναι ότι ποτέ δεν ήταν τόσο καλός και το ήξερε κι ο ίδιος. Γι’ αυτό αποφάσισε να αλλάξει καριέρα. Ο Ρου είχε μόλις επιστρέψει από την Αγγλία όπου κατάφερε να παρακολουθήσει για περίπου ένα μήνα τις προπονήσεις της Κρίσταλ Πάλας (που ήταν στις πολύ χαμηλές κατηγορίες τότε). Αυτά ήταν όλα κι όλα τα προσόντα στο βιογραφικό του.

Ίσως όμως αυτό που μέτρησε παραπάνω ήταν ότι υποσχέθηκε πως θα έχει πάντα ισορροπημένο ισολογισμό, δεν θα ξόδευε τα χρήματα της ομάδας και κυρίως ότι ζητούσε τα λιγότερα χρήματα από τους άλλους υποψήφιους, μόλις 600 γαλλικά φράγκα τον μήνα. Ο πρόεδρος Αμέλ κατέληξε στο Ρου και παρ’ ότι δεν το ήξερε τότε, άλλαξε για πάντα την ιστορία ενός συλλόγου που πιθανότατα δεν θα ήξερε κανείς μας τώρα, μια που όταν ανέλαβε ο Ρου βρισκόταν στην 5η κατηγορία του γαλλικού πρωταθλήματος, στα τοπικά της Βουργουνδίας.

Ο Γκι Ρου χαλάει φωλιές από τυφλοπόντικες… (μη ρωτάτε)

Ο Γκι Ρου δεν έγινε απλά ο προπονητής της Οσέρ, έγινε η ίδια η Οσέρ ξεπερνώντας παραδείγματα όπως του Ευγένιου Γκέραρντ και του Άλεξ Φέργκιουσον. Ο σύλλογος ήταν ουσιαστικά δικός του, αναλαμβάνοντας τα πάντα. Αρχικά πήγε ο ίδιος στους κτηνοτρόφους της περιοχής για να τους πείσει να κάνουν δωρεά την κοπριά τους για το χορτάρι των γηπέδων. Έκανε πάντα τον έλεγχο για την εξωγηπεδική ζωή των παικτών του. Έφτιαξε το δικό του δίκτυο κατασκόπων που τον ενημέρωνε για κάθε παράπτωμα ποδοσφαιριστή. Όταν έγινε γνωστό ότι ο πιτσιρικάς Μπαζίλ Μπολί (που θα γινόταν ένας από τους σπουδαιότερους αμυντικούς στο γαλλικό πρωτάθλημα) έκανε… μαντραπήδα από τις εγκαταστάσεις της Οσέρ τις νύχτες, ο Γκι Ρου πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Ο Μπολί πήδηξε τα κάγκελα, αλλά βρήκε το παπί του κλειδωμένο με λουκέτο και τον κόουτς να κρατάει το κλειδί. Μάλιστα ο Μπολί για τιμωρία έπρεπε να πληρώσει από τον μισθό του, τα έξοδα για το λουκέτο. Ήταν τέτοια η ενασχόληση του Γάλλου προπονητή με τους παίκτες, που η γαλλική κωμική σειρά Les Guignols με τις κούκλες τον παρουσίαζε σε επεισόδιο να βάζει τους ποδοσφαιριστές του για ύπνο και να τους σκεπάζει. Ο αστικός μύθος λέει ότι έχει θεαθεί μεταμεσονύχτια να τραβάει παίκτες από το γιακά έξω από νυχτερινά κέντρα, ενώ τον έχουν δει χαράματα να είναι έξω από το σπίτι ποδοσφαιριστών και να βάζει τα χέρια στη μηχανή για να δει αν είναι ακόμα ζεστή ή να ελέγχει τα χιλιόμετρα του αυτοκινήτου.

Για όποιον ξέρει γαλλικά αξίζει, περίπου στο 1′ είναι στο.. μαιευτήριο για να βρει νέα ταλέντα

O Γκι Ρου ήταν ο μπαμπάς του λόχου. Όχι όμως ο καλοκάγαθος πατερούλης. Το αντίθετο. Όλοι μιλάνε για έναν μικρό δικτάτορα κι οι εχθροί του λένε για έναν τύραννο. Έτσι όμως, προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια, ο Γκι Ρου κατάφερε να κοουτσάρει την Οσέρ για πάνω από 2000 αγώνες και να σπάσει κάθε ρεκόρ με 44 σεζόν στους πάγκους της ομάδας. Από τα χέρια του βγήκαν μερικά από τα μεγαλύτερα ταλέντα του γαλλικού ποδοσφαίρου. Ερίκ Καντονά, Τζιμπρίλ Σισέ, Φιλίπ Μεξές, Λοράν Μπλαν, Μπαζίλ Μπολί. Ο Ρου ξεκίνησε το 1961 ως παίκτης-προπονητής, αλλά σύντομα αρκέστηκε μόνο στο δεύτερο. Το 1979 η Οσέρ έφτασε στον τελικό του κυπέλλου Γαλλίας (χάνοντας στην παράταση από την πρωταθλήτρια Ναντ), παρ’ ότι ομάδα Β’ εθνικής και την επόμενη σεζόν ανέβηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της στη Λιγκ 1. Κατέκτησε 4 κύπελλα Γαλλίας, 1 Ιντερτότο και έφτασε στην μεγαλύτερη στιγμή της ιστορίας της το 1995-96 όταν και κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα και ταυτόχρονα νταμπλ στην ιστορία της. Με παίκτες όπως οι Μπλαν, Ταρίμπο Γουέστ, Γκιβάρς, Ντανζού, Λαμουσί και Μαρτάν. Ο Ρου δεν έμενε στάσιμος, ψαχνόταν πάντα, άλλαζε τακτικές, αλλά όχι χαρακτήρα.

Είχε όμως και ευρωπαϊκές πορείες με μεγάλες νίκες απέναντι σε ομάδες όπως η Μίλαν ή αργότερα ο Άγιαξ του φαν Γκαλ τον οποίο και απέκλεισε για να φτάσει στα ημιτελικά του ΟΥΕΦΑ και να χάσει στα πέναλτι από τη Ντόρτμουντ. Ο Ρου γνωρίζοντας ότι η Οσέρ δεν θα μπορούσε ποτέ να ανταγωνιστεί πλούσιες ομάδες είχε αποφασίσει η ομάδα να επενδύει στις Ακαδημίες. Αυτό έκανε όταν το 1980 κέρδισε την άνοδο στη Λιγκ 1. Αντί η ομάδα να κάνει μεταγραφές, έριξε όλα τα χρήματα στις υποδομές.

Επική διαφήμιση με τον Γκι Ρου να αναλαμβάνει παίκτη, να τον γυμνάζει, να του μαγειρεύει και στο τέλος να του χαλάει το τυχερό

Οι ιστορίες για τη ζωή του Γκι Ρου είναι τόσες πολλές που δεν χωράνε σε ένα κείμενο. Όπως αυτή που διηγήθηκε για το ταξίδι του στην Κούβα το 1993 για διακοπές. Ένα βράδυ και ενώ κοιμόταν, κατά τις 5 το πρωί η πόρτα του χτύπησε. Ήταν η αστυνομία και του είπε να ντυθεί γιατί τον ήθελε ο… αρχηγός του κράτους. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έχεις πολλές επιλογές. Ο Γκι Ρου ετοιμάστηκε και πήγε στον Φιντέλ Κάστρο. Ο Κάστρο δεν άντεχε να βλέπει τα παιδιά της χώρας να παίζουν μπέιζμπολ (για όσους δεν γνωρίζουν η Κούβα είναι μεγάλη μπειζμπολομάνα), ένα αμερικάνικο άθλημα. Τα μικρά «κουβανεζάκια» πρέπει να μάθουν ποδόσφαιρο, που είναι το άθλημα των επαναστατών. Γι’ αυτό προτείνει στο Ρου να αφήσει την Οσέρ να έρθει να μάθει μπαλίτσα στη νεολαία της χώρας και αν σε δυο χρόνια τα παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο αντί για μπέιζμπολ θα του χαρίσει ένα νησί (!). Ο Ρου σύμφωνα με τα λεγόμενά του αρνήθηκε, πρότεινε να έρθει μετά από ένα χρόνο για να διδάξει προπονητές, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Γνωστός τσιγκούνης (λέγεται ότι καλούσε δημοσιογράφους για δείπνο και στο τέλος τους έλεγε: «η εφημερίδα σου τα πάει καλά, πουλάει αρκετά» για να πληρώσουν αυτοί), έχει παίξει σε πολλές διαφημίσεις επειδή ακριβώς «για να το αγοράζει αυτό ο Ρου, θα είναι ευκαιρία», ενώ το Football Manager κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1993 ως Γκι Ρου Μάνατζερ προς τιμήν του. Η προσωπικότητά του ξεφεύγει από το αθλητικό. Πολλοί λένε, ότι αν θέλει κάποιος να βγει δήμαρχος στην Οσέρ πρέπει να έχει τον Ρου μαζί του. Ο Σιράκ του έστελνε κάρτες τα Χριστούγεννα, ο Ζοσπέν ήταν φίλος του από τον στρατό, ενώ λέγεται ότι οι υπουργοί του Μιτεράν δεν έβρισκαν τον Πρόεδρο ποτέ, ενώ αν έπαιρνε ο Γκι Ρου, ο Φρανσουά το σήκωνε αμέσως.

Ο Γκι Ρου ήταν προπονητής της Οσέρ από το 1961 μέχρι το 2005. Με δύο μικρές διακοπές, μία όταν πήγε στρατό και μία πολύ αργότερα όταν αποφάσισε να γίνει τεχνικός διευθυντής, αλλά πολύ γρήγορα αναγκάστηκε να γυρίσει στους πάγκους της Οσέρ. Τελικά εγκατέλειψε την ομάδα με τον δικό του τρόπο, φεύγοντας σαν νικητής, μετά την κατάκτηση του κυπέλλου το 2005 (δυο χρόνια πριν το είχε κατακτήσει και πάλι, με μια καταπληκτική ομάδα με Σισέ, Μεξές, Καπό, Φαντιγκά απέναντι στην ΠΣΖ του Ροναλντίνιο). Ο Ρου έκανε ένα αποτυχημένο πέρασμα από τη Λανς δυο χρόνια αργότερα, όταν υπέγραψε διετές συμβόλαιο, αλλά έμεινε μόλις για 4 ματς και μετά έφυγε. Παρά τη συνταξιοδότησή του συνεχίζει να εμφανίζεται με διάφορα σχόλιά του. Το 2016 σε ένα φιλικό Γαλλίας-Ελβετίας στο Πιερ Μορουά της Λιλ δεν άντεξε να μη μιλήσει για το άθλιο χορτάρι. «Στη Γαλλία φτιάχνουμε AirBus, αλλά δεν ξέρουμε να κάνουμε χλοοτάπητες. Φτιάχνουμε ωραίους κήπους με λουλούδια, θάμνους σε σχηματισμούς, αλλά με το χορτάρι δεν ασχολούμαστε. Το μόνο γήπεδο με καλό χορτάρι είναι αυτό της ΠΣΖ και δεν είναι τυχαίο. Έφεραν άνθρωπο από την Αγγλία για να το φροντίζει». Πρόσφατα ήρθε σε κόντρα με τον Ζαν Πιερ Παπέν, όταν το όνομα του τελευταίου ακούστηκε για τον πάγκο της Οσέρ. Ο Ρου δεν ενέκρινε την επιλογή (η Οσέρ άντεξε επτά χρόνια χωρίς τον Γκι Ρου και το 2012 υποβιβάστηκε) και μίλησε υποτιμητικά για τον παλιό επιθετικό, ενώ μόλις πέρσι ξεσήκωσε αντιδράσεις όταν είπε ότι ο Πορτογάλος Ρενάτο Σάντσες αποκλείεται να είναι 18 και πρέπει να είναι 23 με 24. Στα 78 του συνεχίζει να σχολιάζει, να έχει άποψη και τη ζωντάνια που τον έκανε για 44 σεζόν να κάθεται στους πάγκους. Ένας παλιομοδίτης προπονητής με ένα αντιαισθητικό σκουφί, το στερεότυπο του Γάλλου επαρχιώτη, που κατάφερε όχι απλά να επιβιώσει στο ποδόσφαιρο, αλλά να αφήσει μια τεράστια κληρονομιά στο γαλλικό ποδόσφαιρο.

«Δεν είναι εύκολο να τα καταφέρεις για 44 χρόνια σε μια μικρή πόλη 40.000 κατοίκων, αν δεν έχεις τηλεοπτικό κανάλι, εργοστάσιο αυτοκινήτων ή δεν είσαι πρίγκιπας.»
– Γκι Ρου

 

Το Χρυσό Μυστρί του Λεονάρντο Ζαρντίμ

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Λεονάρντο Ζαρντίμ είναι Πορτογάλος και γεννήθηκε στη Βαρκελώνη. Τη Βαρκελώνη της Βενεζουέλας. Για αρκετά χρόνια, πιστεύαμε πως αυτή η πληροφορία ήταν το μόνο αξιοσημείωτο γεγονός στην καριέρα και τη ζωή του. Εντάξει, πέρασε κι από τον Ολυμπιακό, απ΄όπου έφυγε στα μισά της σεζόν, με την ομάδα αήττητη στο πρωτάθλημα και καμιά δεκαριά βαθμούς μπροστά από τη δεύτερη, επειδή δεν προσέφερε αρκετά θεαματικό ποδόσφαιρο. Αλλά αυτό ακόμη κι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι φίλοι κι ο πρόεδρος του Ολυμπιακού, προτιμούν να το ξεχάσουν, ειδικά τώρα. Για να είμαστε δίκαιοι, πάντως, είχαν θυμηθεί να του στείλουν το μετάλλιο του πρωταθλητή ώστε να πλουτίσει τη φτωχή συλλογή του.

Αδιάφορο παρουσιαστικό, χλιαρή συμπεριφορά, ποδοσφαιρική καριέρα ανύπαρκτη –έπαιξε κυρίως χάντμπολ–, πέρασμα από τον πάγκο διάφορων πορτογαλικών, όχι ιδιαίτερα φωτογενών, ομάδων όπου είχε επιτυχίες χωρίς ποτέ να κατακτήσει τίτλο στην υψηλή κατηγορία. Όταν, προς γενική έκπληξη, ήρθε στη δευτεραθλήτρια Μονακό του Ρώσου μεγιστάνα Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ το καλοκαίρι του 2014 για να αντικαταστήσει τον χαρισματικό κι αγαπησιάρη Κλάουντιο Ρανιέρι, πολλοί σκέφτηκαν ότι οι φιλοδοξίες –δηλαδή το μπάτζετ– της ομάδας, περιορίστηκαν δραματικά. Δεν έκαναν λάθος.

Η αρχή ήταν δύσκολη. Ο Χάμες Ροντρίγκεζ μοσχοπουλιέται, ο Ραδαμέλ Φαλκάο φεύγει δανεικός αφού έχει αρχίσει το πρωτάθλημα, ο διαβόητος Πορτογάλος ατζέντης Ζόρζε Μέντεζ τρίβει τα χέρια του. Μετά τις δυο ήττες στις δυο πρώτες αγωνιστικές οι οπαδοί διαμαρτύρονται βίαια –για οπαδοί της Μονακό. (Υπενθυμίζουμε ότι οι λιγοστοί Μονεγάσκοι, οι οποίοι σπάνια γεμίζουν τα 18.523 κίτρινα καρεκλάκια του σταδίου Λουί ΙΙ, υποχρεώνονται να περάσουν τα σύνορα για να πιουν μια μπύρα πριν το γήπεδο διότι η κατανάλωση αλκοόλ απαγορεύεται τις ημέρες του ματς).

«Αν ποτέ δεν σε ζαλίζει του θριάμβου το κρασί»:  Ράντγιαρντ Κίπλινγκ,  «Αν»

Κι ο Ζαρντίμ; «Πολύ καλός ο Φαλκάο αλλά έφυγε. Συνεχίζουμε να δουλεύουμε». Τα ίδια πάνω κάτω είπε όταν την επόμενη σεζόν πουλήθηκαν και οι αντικατάστάτες του Φαλκάο και του Ροντρίγκεζ. Το συμπέρασμα βγήκε εύκολα: τα κύρια προτερήματα του νέου προπονητή ήταν η ικανότητά του να κάνει ό,τι του λένε και το ότι μιλούσε πορτογαλικά. Λίγοι πρόσεξαν ότι ο ίδιος δεν είχε μάνατζερ τον Μέντεζ και ότι οι προπονητές είναι βασικό εξαγώγιμο προϊόν της πορτογαλικής οικονομίας.

Η Μονακό συνέχισε να δουλεύει πολύ, σύμφωνα με τις επιθυμίες του Ζαρντίμ, ο οποίος παρατήρησε γρήγορα την τάση των νεαρών Γάλλων παικτών να τεμπελιάζουν. Άρχισε να φέρνει αποτελέσματα χωρίς να βγάζει μάτια με την απόδοσή της. Οι σκέψεις που αρχίζουν με το περίφημο «μόνο στην Ελλάδα…» είναι πάντα λανθασμένες: ο Πορτογάλος δεν γλίτωσε την άγρια κριτική ούτε στο Πριγκιπάτο. Εικάζουμε πως αν δεν απολύθηκε μετά την περσινή τελευταία αγωνιστική, την ταπεινωτική εξάρα από τη Λυόν και την απώλεια της δεύτερης θέσης, είναι επειδή ακριβώς ο ιδιοκτήτης της Μονακό δεν ήταν φίλαθλός της από παιδί –και ούτε συνηθίζει να κατεβαίνει στον αγωνιστικό χώρο με το πουκάμισο έξω από το παντελόνι του κι ένα κουμπί να λείπει.

Τα προηγούμενα χρόνια, γράφτηκαν πολλά: «ο Ζαρντίμ καταστρέφει το ποδόσφαιρο», «αν έπαιζε τέτοια μπάλα Γάλλος προπονητής θα τον είχαν πάρει με τις πέτρες», «είναι βασανιστήριο να τους βλέπεις να παίζουν». Ορισμένοι καλοπροαίρετοι μετρούσαν πόσες φορές η Μονακό, με κύριο προσόν τη σφιχτή άμυνα, κέρδιζε με ένα γκολ διαφορά, γκολ που έμπαινε συνήθως στο β΄ ημίχρονο. Το 2014-15 κατάφερε να τερματίσει πρώτη στον όμιλό της στο Τσάμπιονς Λιγκ έχοντας βάλει όλα κι όλα τέσσερα γκολ σε έξι αγώνες –το ότι τα έβαλε μαζεμένα μετά στην Άρσεναλ θεωρήθηκε τυχαίο. Ο Ζαρντίμ δεν μασάει, είναι Πορτογάλος και ξέρει από νίκες με μισό-μηδέν: «Και νίκες και ωραία μπάλα; Αυτά είναι για την Μπαρτσελόνα».

Εν ολίγοις, η ομάδα ήταν μέσα στους στόχους της αλλά δεν ήταν σέξι. Κάτι σαν τον προπονητή της.

Ένα εκπαιδευμένο μάτι θα μπορούσε ίσως να υποψιαστεί, αν όχι τι μας περίμενε φέτος, τουλάχιστον ότι πίσω από το αφελές, ελαφρά προγναθικό χαμόγελο του Ζαρντίμ κρυβόταν κάποιος που πιθανότατα μας κορόιδευε μέσα στα μούτρα μας. Κατ΄αρχάς, κανείς δεν πιστεύει πλέον ότι μιλάει ακόμη τόσο χάλια γαλλικά και κυρίως ότι επιμένει να τα μιλάει δημόσια. Κυκλοφορούν διάφορα βίντεο όπου τον ακούμε να δίνει συνεντεύξεις τύπου, με ταυτόχρονο υποτιτλισμό στα κανονικά γαλλικά των όσων μοιάζει να λέει: δεν βγαίνει νόημα αλλά ο ίδιος είναι σοβαρότατος και, κυρίως, λαλίστατος, είτε όταν αποκαλύπτει ότι αφήνει μούσι γιατί παρατήρησε πως είναι στη μόδα είτε όταν ανακαλεί τη σκέψη μεγάλων προπονητών: «Το 1910, ο ποιητής Ράντγιαρντ Κίπλινγκ έγραψε ότι η νίκη και η ήττα είναι δυο απατεώνες που μας κάνουν να αλλάζουμε συμπεριφορά. Εμείς διατηρούμε την ίδια ηρεμία στις ήττες και τις νίκες»». Ο συμπατριώτης του, Σέρζιο Κονσεϊσάο, προπονητής της Ναντ, αποκάλυψε πρόσφατα ότι δυσκολεύεται να τον καταλάβει ακόμη κι όταν μιλάει πορτογαλικά.

Αντίθετα, ο Λεονάρντο Ζαρντίμ χειρίζεται ωραιότατα την ειρωνεία. Το 2016 και παρά τις επιτυχίες της Μονακό, δεν ήταν ανάμεσα στους τέσσερις υποψήφιους για τον τίτλο του καλύτερου προπονητή της Λιγκ 1: «Οι τέσσερις υποψήφιοι είναι οι τέσσερις καλύτεροι Γάλλοι προπονητές. Εγώ διαγωνίζομαι για καλύτερος Πορτογάλος οικοδόμος. Με την ευκαιρία, στέλνω τους χαιρετισμούς μου σε όλους τους Πορτογάλους οικοδόμους που με ακούν». Στη διάρκεια της πολύχρονης δικτατορίας του Σαλαζάρ, πολλοί συμπατριώτες του είχαν πάρει τον δρόμο της ξενιτιάς για τη Γαλλία, όπου και διέπρεψαν σε βοηθητικές και κακοπληρωμένες δουλειές, πολύ συχνά ως θυρωροί και οικοδόμοι. Το «Πορτογάλος οικοδόμος» υπήρξε, λοιπόν, ιστορικά ο πρόγονος του «Πολωνού υδραυλικού». Φέτος, όταν επιτέλους αναγνωρίστηκε κάπως το έργο του–και χρειάστηκε ένα πρωτάθλημα κι ο ημιτελικός του Τσάμπιονς Λιγκ γι΄αυτό– σχολίασε: «Τα προηγούμενα χρόνια είχα κερδίσει το Χρυσό Μυστρί. Αν φέτος τα πάω καλύτερα, θα έχω σημειώσει κάποια πρόοδο». Ο Λεονάρντο δεν ξεχνά.

Ούτε την υπόσχεση που είχε δώσει έφηβος στον πατέρα του, μια μέρα που παρακολουθούσαν μαζί την ομάδα τους, τη Σπόρτινγκ Λισαβόνας: «Μια μέρα θα γίνω προπονητής της Σπόρτινγκ!». Το περίεργο δεν είναι που τελικά τα κατάφερε, ούτε το ότι την παρέλαβε ένα μάτσο χάλια και κατάφερε να τη βγάλει στο Τσάμπιονς Λιγκ το 2014, ούτε καν ότι η Μονακό πλήρωσε 3 εκατομμύρια για να σπάσει το συμβόλαιό του. Αυτό που μας εντυπωσιάζει είναι ότι ο μικρός Λεονάρντο ήθελε πάντα να γίνει προπονητής κι όχι ποδοσφαιριστής. Στα 16 προπονεί μια ομάδα χάντμπολ, στα 20, φοιτητής φυσικής αγωγής, μια ομάδα δεκάχρονων στη Μαδέρα. Αποκτά νεότατος το ανώτατο δίπλωμα προπονητή της ΟΥΕΦΑ. Στη διπλωματική του πήρε άριστα. Θέμα: «Η χρήση του κόρνερ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996» -προσωπικά θυμόμαστε αυτό το πορτογαλικό κόρνερ.

Φέτος ο γεννημένος προπονητής Ζαρντίμ κέρδισε επιτέλους αυτό που αξίζει, έναν τίτλο, σε ένα από τα καλύτερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, με μια ομάδα η οποία δεν διέθετε μεγάλα ονόματα όπως η Παρί Σεν Ζερμέν ή η Μάντσεστερ Σίτι, δυο από τα θύματά του. Τι είχε στα χέρια του στην αρχή της σεζόν; Τον Φαμπίνιο, τον Μουτίνιο, μία από τις περσινές κατσίκες της Μαρσέιγ, συγκεκριμένα τον Μπενζαμέν Μεντί (αυτή που κάπνιζε ναργιλέ), τον τελειωμένο Φαλκάο, τον Βαλέρ Ζερμέν, τον Αντρέα Ράγκι, τον Ναμπίλ Ντιράρ και τον Ντάνιελ Σούμπασιτς που πέντε χρόνια πριν πάλευαν για να μην πέσει η Μονακό στην τρίτη κατηγορία, τον αιμοσταγή Καμίλ Γκλικ, διάφορα ταλεντάκια από μικρομεσαίες γαλλικές ομάδες (Σιντιμπέ, Μπακαγιοκό, Λεμάρ) και τον Μπερνάντο Σίλβα, έναν χλωμό, ντελικάτο παίκτη με μαύρους κύκλους, που δεν θα τον έλεγε κανείς και μπαλαδόφατσα. Πόσους απ΄αυτούς γωρίζαμε ή υπολογίζαμε τον Αύγουστο;

Το τι ακολούθησε, το γνωρίζουμε. Ασταμάτητο σκοράρισμα –107 γκολ στο πρωτάθλημα!–, ωραία μπάλα, ομαδικότητα, λαμπρά αποτελέσματα. Η Μονακό ήταν απόλαυση. Κι όλα αυτά πριν ο Ζαρντίμ εξαπολύσει το πυρηνικό του όπλο στο δεύτερο μισό της σεζόν. Ένα όπλο 18 ετών, ονόματι Κιλιάν Μμπαπέ στον οποίο είχε υποσχεθεί, δυο χρόνια πριν: «Θα σε κάνω μεγάλο ποδοσφαιριστή».

Μα ποιο είναι το μυστικό του; Τι ποδόσφαιρο παίζουν τελικά οι ομάδες του; Αμυντικό ή επιθετικό; Θεαματικό ή βαρετό; Κι αν η λύση δεν βρισκόταν στο 4-4-2 αλλά στη φιλοσοφία;

«Να πράττεις έτσι ώστε να προσφέρεις στον άλλον όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές»: μιλάει το είδωλο του Ζαρντίμ. Κάποιος προπονητής, εραστής της πάσας ακριβείας; Όχι. Ο 96χρονος φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν, ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή Γάλλους διανοητές, πατέρας της έννοιας της «σύνθετης σκέψης», της παραδοχής ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει δεν είναι ποτέ μονοσήμαντος.

«Ο Μορέν έχει μια σφαιρική θεώρηση του κόσμου, της πολυπλοκότητας των παραγόντων που βρίσκονται διαρκώς σε αλληλεπίδραση. Όταν ήμουν φοιτητής, ένα καθηγητής μού πρότεινε να διαβάσω το «Science avec Conscience (=Επιστήμη με συνείδηση)«. Εφάρμοσα το μοντέλο στο ποδόσφαιρο. Έχουμε την τάση να απλοποιούμε. Αν μια ομάδα χάσει, είναι εύκολο να πει κανείς «Δεν είχαν καλή φυσική κατάσταση!», «Ο τάδε παίκτης έπαιξε χάλια!», «Φταίει ο προπονητής!». Όταν μια ομάδα παίζει ωραία, είναι σαν μια ορχήστρα όπου όλα τα όργανα παίζουν αρμονικά. Η αποτυχία είναι εξίσου πολυπαραγοντική: υπάρχουν οι μουσικοί, η ποιότητα των οργάνων, ο μαέστρος κι άλλα πολλά που δεν βλέπει ο εξωτερικός παρατηρητής. Το ποδόσφαιρο είναι σύνθετο φαινόμενο. Μόνο ως τέτοιο μπορούμε να το κατανοήσουμε».

Τον Μάρτιο, ο τρακαρισμένος προπονητής συνάντησε το είδωλό του. «Ήταν μεγάλη τιμή. Η προσέγγισή του σχετικά με την πολυπλοκότητα του κόσμου με έχει σημαδέψει και με έχει βοηθήσει να προσαρμόζομαι σε όλες τις καταστάσεις».

Ο γηραιός φιλόσοφος, ο άνθρωπος που έχει γράψει ότι «η ιδιοφυΐα εμφανίζεται στην ρωγμή του ανεξέλεγκτου», είχε κάτι να ρωτήσει τον Ζαρντίμ; Είχε: «Λεονάρντο, μιλήστε μου γι΄αυτόν τον καταπληκτικό Μμπαπέ!».

Κιλιάν Μμπαπέ ή πώς να είσαι σοβαρός στα 17 σου χρόνια

  [1 Σχόλιο]

«Τι λες, Τιερί; Ο Κιλιάν Μμπαπέ σου θυμίζει τον εαυτό σου; Είναι ο νέος Ανρί;» Η ερώτηση μοιάζει λογική για όσους θυμούνται τον επιθετικό της Άρσεναλ στην ίδια ηλικία: ίδια ομάδα, ίδια θέση, ίδιες δηλητηριώδεις προελάσεις, ίδια ευστοχία, ίδιο πονηρό βλέμμα. «Δεν μου αρέσουν οι συγκρίσεις. Πρέπει να γίνει ο Μμπαπέ». Η αρχή της απάντησης μοιάζει ξύλινη όμως ούτε ο ίδιος ο Ανρί δεν μπορεί να συγκρατηθεί: «Αλλά τι παικταράς!».

Αυτό ακριβώς. Μια λέξη αρκεί, οι αναλύσεις περιττεύουν. Κι ένας άσχετος με το ποδόσφαιρο μπορεί να δει ότι ο Μμπαπέ λάμπει μέσα στο γήπεδο και να ακούσει το βουητό που ανεβαίνει από τις κερκίδες όταν κατεβάζει με δαιμονιώδη ταχύτητα τη μπάλα, περνώντας σαν σταματημένους όσους προσπαθούν να τον ανακόψουν. Τα στατιστικά του προσφέρουν αποδείξεις και σε όσους δεν τον έχουν δει καν να παίζει –και δεν ξέρουν τι χάνουν. Ο Τιερί Ανρί γνωρίζει περισσότερα: «Μου αρέσει πολύ, μ΄αρέσει να τον βλέπω να παίζει. Σκέφτεται. Εκνευρίζομαι όταν λένε για έναν παίκτη: είναι γρήγορος, δυνατός, αλτικός. Δεν μιλάνε ποτέ για το μυαλό. Τον παρατηρώ, όταν ντριπλάρει το μυαλό του δουλεύει. Αυτό είναι το πιο βασικό σε έναν ποδοσφαιριστή: το μυαλό. Ο πιτσιρικάς είναι έξυπνος».

 Κι όχι μόνο μέσα στο γήπεδο. Μετά τις πρώτες εμφανίσεις με τη Μονακό, ειδικά τα δυο σπουδαία του ματς απέναντι στη Μάντσεστερ Σίτι που τον έκαναν γνωστό και σε όσους δεν παρακολουθούν ιδιαίτερα το γαλλικό πρωτάθλημα, οι υπεύθυνοι της ομάδας σκέφτηκαν να τον προστατέψουν από την υπερέκθεση στον Τύπο –όλοι ζητούσαν δηλώσεις και συνεντεύξεις, κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να πει οποιοσδήποτε μέσα στο μεθύσι της νίκης, σε οποιαδήποτε ηλικία. Άχρηστη προφύλαξη. Δημοσιογράφοι και τηλεσχολιαστές, όπως ο παλιός αμυντικός της Μαρσέιγ και της Μονακό, Ερίκ ντι Μεκό, λένε περίπου τα ίδια. «Όταν τον άκουσα να μιλάει, έπαθα την πλάκα μου. Πέρα από τις ποδοσφαιρικές του αρετές, δίνει την εντύπωση ότι έχει σωστούς ανθρώπους γύρω του, ότι το μυαλό του δουλεύει και ότι είναι εντελώς προσγειωμένος». Ήρεμος, με χιούμορ, εκφράζεται σωστά, δίνει πάντα τα εύσημα στους συμπαίκτες του, κάνει εύστοχες αναλύσεις. Και δεν παραλείπει να μιλήσει για τη χαρά του που του συμβαίνουν όλα αυτά: «Με βλέπετε; Τα μάτια μου λάμπουν! Ελπίζω να είναι μόνο η αρχή». Kαι όλα αυτά σε ηλικία 18 ετών και σχεδόν τεσσάρων μηνών.

Αφού πρώτα έσπασε ό,τι ρεκόρ άφησε πίσω του ο Τιερί Ανρί στη Μονακό κι έγινε, πριν κλείσει τα 16, ο νεότερος παίκτης της και, πριν κλείσει τα 17, ο νεότερος σκόρερ, τώρα συνεχίζει στη Εθνική. Το πρώτο ρεκόρ είναι συμβολικό: όταν κλήθηκε και έπαιξε στο ματς με το Λουξεμβούργο στις 25 Μαρτίου, έγινε ο πρώτος διεθνής Γάλλος ποδοσφαιριστής που δεν είχε γεννηθεί όταν ο Ζιντάν κι η παρέα του σήκωναν το Παγκόσμιο Κύπελλο. Ταυτόχρονα, ο πιο νέος στην Εθνική μετά τον Μαριάν Βιζνιεφσκί (που έπαιξε στο Μουντιάλ του 1955 λίγες μέρες πιο μικρός). Ο Βιζνιεφσκί, θαλερός ενενηντάχρονος πλέον, που παρακολουθεί ανελλιπώς τη Μονακό στην τηλεόραση, έχει μια συμβουλή για τον άνθρωπο που απείλησε το ρεκόρ του: «Ας μη βελτιωθεί άλλο, κινδυνεύει να χάσει αυτό που κάνει τη μοναδικότητά του. Για παράδειγμα, μην μπει στον πειρασμό να δίνει περισσότερες πάσες, να σκοράρει ο ίδιος».

Ο Κιλιάν προς το παρόν κάνει και τα δυο, και με τα δυο πόδια. 12 γκολ στο πρωτάθλημα, 19 συνολικά φέτος, 5 ασίστ, κι όλα αυτά μπαίνοντας στα μισά ματς αλλαγή, καθώς ο Φαλκάο, ο Βαλέρ Ζερμέν κι οι άλλοι πρεσβύτεροι συμπαίκτες του σκόραραν ακατάπαυστα, όπως έχουμε ήδη δει. Οι εραστές των στατιστικών στοιχείων κάθε είδους ανακάλυψαν πως, εκτός από τα διάφορα ρεκόρ που έχουν να κάνουν με την ηλικία του, ο Μμπαπέ τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο ήταν ο πιο παραγωγικός παίκτης των πέντε μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων –μπροστά από τον Μέσι και τον Λεβαντόφσκι– ενώ, λίγες μέρες πριν τον ξεπεράσει ο Καβάνι, ήταν πρώτος και σε συχνότητα σκοραρίσματος –ένα γκολ κάθε 82′ συμμετοχής.

Στο τελευταίο ματς των Μονεγάσκων, ο Ζαρντίμ προτίμησε να τον προφυλάξει –τον 18χρονο! – εν όψει του αγώνα που οι εραστές του ποδοσφαίρου σημείωσαν στην ατζέντα τους από τη στιγμή που βγήκε η κλήρωση: Ντόρτμουντ -Μονακό για τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Δυο αουτσάιντερ, δυο νεανικές ομάδες, που έχουν παίξει μέχρι τώρα ωραία και θεαματική μπάλα. Και μια τέλεια βιτρίνα για τα ταλέντα της Μονακό, με πρώτον απ΄όλους τον Μμπαπέ. Το ερώτημα είναι; Πόσα λεφτά πουλιέται το παιδάκι αυτό και ποια ομάδα μπορεί να τα δώσει;

Πέρσι οι Μονεγάσκοι κι ο ίδιος ο Μμπαπέ είχαν, λέγεται, απορρίψει προτάσεις ύψους 40 εκ., φέτος γράφηκε πως η Ρεάλ ζήτησε να τον κλείσει για το καλοκαίρι με 110. Ο άμεσα ενδιαφερόμενος λέει πως ξέρει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα στην καριέρα του αλλά ότι πρώτα θέλει να αφήσει κάτι πίσω του στη Μονακό: «Τους μεγάλους παίκτες τους θυμούνται για τους τίτλους». Υπενθυμίζουμε πως η Μονακό είναι πρώτη στο πρωτάθλημα. Ο φιλότιμος Σέρχιο Ράμος προσπαθεί να ρίξει την τιμή: «Καλός παίκτης, πολύ γρήγορος κι επικίνδυνος στην αντεπίθεση. Αν είναι καλός για την Ρεάλ; Έχουμε ήδη πολύ καλούς παίκτες. Αν έρθει θα τον υποδεχτούμε με συμπάθεια». Οι φήμες, στον ισπανικό τύπο, ό,τι κι αν αξίζουν, λένε ότι ο ίδιος ο Ράμος ζήτησε να παίξει στο φιλικό με τη Γαλλία για να τον μελετήσει από κοντά.

Στην πραγματικότητα η Ρεάλ τον θέλει εδώ και χρόνια. Ακολουθεί μια κάπως λυπητερή ιστορία όπου, ως συνήθως, οι φτωχοί χάνουν κι οι πλούσιοι κερδίζουν.

Είμαστε γύρω στο 2010. Ο  μικρός Κιλιάν Μμπαπέ παίζει με την ομάδα κάτω των 12 του Μποντί, του παριζιάνικου προαστίου όπου γεννήθηκε. Ήδη η ζωή του είναι γεμάτη, όπως θα πει αργότερα ο ίδιος, ποδόσφαιρο: «Ζω, τρώω και κοιμάμαι με την μπάλα». Ένας απεσταλμένος της ομάδας της Καν (Caen, στη Νορμανδία, καμία σχέση με την Καν στις Κάννες) που βρίσκεται στο γήπεδο παίρνει τηλέφωνο τον υπεύθυνο για τα τμήματα νέων: «Έχω μπροστά μου μια μελλοντική Χρυσή Μπάλα». Ντρίπλες, ταχύτητα, ωριμότητα απίστευτη για την ηλικία του. «Ελάτε γρήγορα να πιάσουμε τους γονείς!». Ο γονείς: ο πατέρας παλιός παίκτης, προπονητής στην ομάδα νέων του Μποντί, γνωστός για τις παιδαγωγικές του ικανότητες. Η μητέρα: παλιά αθλήτρια χάντμπολ, αγαπητή στο Μποντί για την κοινωνική της δράση. Δεν εντυπωσιάζονται καθόλου από την πρόταση της Καν: «Τον θέλουν η Ρεάλ Μαδρίτης κι η Τσέλσι. Δεν βιαζόμαστε». Οι Νορμανδοί τα δίνουν όλα, τον παρακολουθούν στενά για μήνες, συνδέονται με τους γονείς, στέλνουν τον μικρό σε τουρνουά στο εξωτερικό, τον συμβουλεύουν, ο προπονητής Φρανκ Ντιμά υπόσχεται ότι θα τον βάζει βασικό από τα 16. Η Ρεάλ τού στέλνει εισιτήρια να δει το Μπερναμπέου και μήνυμα ότι ο Ζιντάν θέλει να τον γνωρίσει. Πηγαίνει στη Μαδρίτη, φωτογραφίζεται με το είδωλό του, τον Κριστιάνο Ρονάλντο –το παιδικό δωμάτιο του Κιλιάν είναι ταπετσαρισμένο με αφίσες του.

Οι γονείς όμως διστάζουν να τον στείλουν τόσο μικρό στο εξωτερικό και θέλουν οπωσδήποτε να τελειώσει το σχολείο. Αποφασίζουν να δεχτούν την πρόταση της Καν. Πρόβλημα: ο μικρός είναι 13 ετών και σε αυτήν την ηλικία η Ομοσπονδία απαγορεύει την υπογραφή συμβολαίων αν ο τόπος κατοικίας είναι μακριά από την έδρα της ομάδας. Οι λίγοι μήνες που ακολουθούν είναι αποφασιστικοί. Η Καν πέφτει κατηγορία κι εμφανίζεται η Μονακό, τα λεφτά της και τα γαλλόφωνα σχολεία της. Ο Μμπαπέ μετακομίζει με τη μαμά του στην Κυανή Ακτή στα 14. Εκεί θα είναι τυχερός και θα συναντήσει τον Ζαρντίμ.

Η συνέχεια γνωστή. Στις 19 Μαρτίου, με το απολυτήριο Λυκείου πλέον στην τσέπη –στις εξετάσεις φιλοσοφίας διάλεξε να αναπτύξει το θέμα: «Είμαστε πάντοτε σε θέση να δικαιολογήσουμε τις πεποιθήσεις μας;»– διέλυσε από μόνος του την Καν και δεν μιλάμε μόνο για τα δυο γκολ που έβαλε. Τελικό σκορ 0-3. Βγήκε αλλαγή στο 88′. Ολόκληρο το γήπεδο Μαλέρμπ τον αποθέωσε. Ο Κιλιάν στράφηκε στις κερκίδες και χειροκρότησε με τη σειρά του τους οπαδούς.

«Κανείς δεν είναι σοβαρός στα δεκαεπτά του χρόνια»: ο Γάλλος ποιητής Αρθούρος Ρεμπό, γνωστό παιδί-θαύμα κι ο ίδιος, πρόλαβε να πεθάνει στα 37, να γράψει το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου μέχρι τα 19  και τον παραπάνω στίχο στα 16 του, 108 χρόνια πριν γεννηθεί ο Κιλιάν Μμπαπέ.

Ο Ροναλντίνιο στο Παρίσι: η γέννηση του μύθου

  [Καθόλου σχόλια]

Παρίσι, αρχές της δεκαετίας του 2000. 5 η ώρα τα ξημερώματα. Στο πεζοδρόμιο μπροστά από το μεγάλο κλαμπ Barrio Latino της Βαστίλης, ένας από τους θαμώνες, διπλωμένος στα δυο και εμφανώς πολύ πιωμένος, κάνει εμετό. Κάποιοι περαστικοί τον κοιτούν με οίκτο, σε κάποιους κάτι θυμίζει, είναι κι η φάτσα τόσο χαρακτηριστική… Κι όμως, ο Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα, λίγες ώρες πριν, είχε καληνυχτίσει τους συμπαίκτες του κι είχε ανέβει στο δωμάτιό του να κοιμηθεί νωρίς, όπως πρέπει να κάνει ένας επαγγελματίας ποδοσφαιριστής την προηγούμενη ενός αγώνα, ειδικά αν ξέρει πως θα παίξει βασικός –όπως τελικά έπαιξε, κι ο θρύλος λέει πως έπαιξε και καλά. Αλλά τα ξενοδοχεία έχουν και πίσω πόρτες και καμιά κλειδαριά δεν μπορεί να κρατήσει τον νεαρό Ροναλντίνιο μακριά από τη ζωή της νύχτας. Σε οποιαδήποτε μορφή. Ένα άλλο βράδυ, γύρω στις 11, κι ενώ την άλλη μέρα έπαιζαν με τη Λιόν –μια ομάδα που μόλις είχε ξεκινήσει το φοβερό σερί των επτά τίτλων– πάει πάλι νωρίς για ύπνο αλλά καταλήγει στο δωμάτιο του Τυνήσιου Σελίμ Μπενασούρ και του Μαροκινού Ταλάλ Ελ Καρκουρί, ο οποίος μόλις έχει γυρίσει από έναν δανεισμό στον Άρη. «Δεν παίζουμε λίγο playstation;». Παίζουν. Μόνο χτυπήματα φάουλ. Ο Ροναλντίνιο παίρνει, φυσικά, τον εαυτό του και κερδίζει κατά κράτος. Στις 3 το πρωί, ο Μπενασούρ λέει στον Βραζιλιάνο ότι ίσως είναι η ώρα να πάει στο δωμάτιό του. «Ας παίξουμε λίγο ακόμη. Μόνο που πείνασα, δεν παραγγέλνουμε κανένα κλαμπ σάντουιτς;». Κοιμούνται στις 6. Η Παρί Σεν Ζερμέν κερδίζει 2-0. Δυο φάουλ του Ροναλντίνιο, δυο έτοιμα γκολ. Το δεύτερο θα το βάλει ο Ελ Καρκουρί. Θα είναι και το μόνο του εκείνη τη σεζόν. Η σκληρή προπόνηση αποδίδει.

Όταν ο νεαρός Ροναλντίνιο φτάνει στο Παρίσι, το καλοκαίρι του 2001, δεν είναι ακόμη ο Ροναλντίνιο. Έχει κοντά μαλλιά, παιδικό πρόσωπο, ντροπαλό βλέμμα, ένα ήδη μυώδες και δυνατό σώμα που πρόκειται να τον κρατήσει μακριά από τραυματισμούς παρόλο τον άσωτο τρόπο ζωής που ετοιμάζεται να υιοθετήσει κι ένα μικροσκανδαλάκι πίσω του –είχε υπογράψει συμβόλαιο με την Παρί πριν λήξει το προηγούμενο με την Γκρέμιο. Έχει ήδη προλάβει να εντυπωσιάσει τη Βραζιλία από τα 19 του, με το πρώτο του γκολ με την Εθνική, στο Κόπα Αμέρικα, ένα γκολ που προοιωνιζόταν ένα λαμπρό μέλλον και φανέρωνε καλό γούστο –προηγήθηκε σομπρέρο.

Από την εδώ μεριά του Ατλαντικού είναι σχετικά άγνωστος στο πλατύ κοινό. Βέβαια, πολλοί μεγάλοι ευρωπαϊκοί σύλλογοι τον ορέγονται. Η Παρί, που έχει δημιουργήσει παράδοση στους Βραζιλιάνους –Λεονάρντο, Βάλντο, Σέζαρ, ο λατρεμένος αρχηγός Ράι κ.α.– καταφέρνει να τον φέρει με πενταετές συμβόλαιο. Ο Ρόνι θα βρεθεί σε μια θεωρητικά φιλόδοξη ομάδα, με παίκτες όπως ο Γκάμπριελ Χάιντζε, ο Μαουρίτσιο Ποκετίνο, ο Νικολά Ανελκά κι ο επίσης σπουδαίος καλλιτέχνης Τζέι Τζέι Οκότσα –οι συμπαίκτες τους κι ο προπονητής Λουίς Φερναντέζ σταματούσαν την προπόνηση για να τους βλέπουν να κάνουν ό,τι θέλουν με την μπάλα. «Ακόμη δεν έχω καταλάβει πώς δεν τερματίσαμε πρώτοι με δέκα βαθμούς διαφορά πάνω από τους άλλους εκείνη τη χρονιά» απορεί ακόμη ο τερματοφύλακας Ζερόμ Αλονζό. Διότι στο γήπεδο η ιστορία είναι λιγότερο ευτυχής. Μετά από μήνες αναγκαστικής απραξίας λόγω της τιμωρίας που του επέβαλε η Γκρέμιο, ο Ρόνι κάνει δειλά και κάπως αδέξια την πρώτη του εμφάνιση, αρχές Αυγούστου, αλλαγή στο Αμπέ Ντεσάν κόντρα στην Οσέρ. Έτσι δειλή θα είναι κι η συνέχεια. Θα χρειαστεί τρεις εβδομάδες να δώσει την πρώτη του ασίστ, στον Οκότσα, ένα πέναλτι για να βάλει το πρώτο του γκολ, και έξι μήνες για να πάρει οριστικά μπρος και να κερδίσει για πάντα την καρδιά των Παριζιάνων φιλάθλων. Η νέα χρονιά μπαίνει με ένα πανέμορφο φάουλ κόντρα στη Ρεν  και συνεχίζεται με ενέργειες αντάξιες του μετέπειτα θρύλου.

Όσο περνούν οι μήνες, το γήπεδο γεμίζει ώρες πριν αρχίσει το ματς. Το κοινό πληρώνει εισιτήριο για να δει τον Ροναλντίνιο όχι μόνο να παίζει αλλά και να κάνει ζέσταμα. Η σεζόν όμως θα έχει πικρό τέλος. Η ΠΣΖ χάνει το Τσάμπιονς Λιγκ για έναν βαθμό. Αλλά τα καλύτερα έρχονται ή, τέλος πάντων, έτσι φαίνεται.

Ο Ρόνι στέφεται παγκόσμιος πρωταθλητής, αποθεώνεται από το εκστασιασμένο κοινό όταν επιστρέφει –αργοπορημένος– στο Παρίσι και στις προπονήσεις, οι οποίες ούτως ή άλλως δεν είναι η αγαπημένη του δραστηριότητα –για τις αγαπημένες του δραστηριότητες μιλήσαμε στην αρχή. Αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες πως, πλέον, για να αποφύγει τα κουτσομπολιά, φέρνει κοπέλες στο ξενοδοχείο όπου αποσύρεται η ομάδα. Με αμείωτο κέφι, λοιπόν, αλλά εκτός φόρμας, ζεσταίνει τον πάγκο, όταν μπαίνει συχνά δεν εντυπωσιάζει, χάνει κρίσιμα πέναλτι, η ομάδα πάει μάλλον χάλια και κάπου εδώ αρχίζουν τα προβλήματα με τον Φερναντέζ, ο οποίος, εκτός των άλλων, θέλει να του αλλάξει θέση.

«Αν μείνει μετά τα Χριστούγεννα, εγώ φεύγω». Ο Φερναντέζ μένει κι ο Ρόνι αργεί μια εβδομάδα να γυρίσει από τις χειμερινές του διακοπές στη Βραζιλία. Έχει βέβαια μια πολύ καλή δικαιολογία: «Είχα ραντεβού με τον οδοντίατρό μου».

Εμφανώς δυσαρεστημένος, εμφανίζεται στις προπονήσεις με γυαλιά ηλίου και συχνά πηγαίνει κατευθείαν στο τραπέζι του μασάζ για να πάρει έναν υπνάκο – κάτι μας θυμίζουν αυτά. Όταν αποφασίζει να παίξει μπάλα μαγεύει, μιλάμε για τον Ροναλντίνιο. Αλλά δεν το αποφασίζει συχνά. Από τις αξέχαστες στιγμές του, ένα απίστευτο ματς και ενάμισι γκολ απέναντι στο αγαπημένο του θύμα, τη Μαρσέιγ σε μια ιστορική τριάρα (και πρώτη νίκη στο Βελοντρόμ μετά από 15 χρόνια) και ένα πανέμορφο γκολ απέναντι στη Γκενγκάν.

Ένα γκολ που συμβολίζει από μόνο του την πορεία της ομάδας τη σεζόν 2002-2003: οι Παριζιάνοι προηγούνται με 0-2 αλλά χάνουν τελικά 3-2. Θα τερματίσουν εντέκατοι στη βαθμολογία και θα χάσουν και το κύπελλο από τα πιτσιρίκια της Οσέρ. Αλλά ο Ροναλντίνιο ετοιμάζει ήδη βαλίτσες για τη Βαρκελώνη, όπου θα γίνει οριστικά ο Ροναλντίνιο.

Τον ξαναείδαμε πρόσφατα στο Παρκ ντε Πρενς, θεατή στο ματς με τη Μονακό. Το γήπεδο τον αποθέωσε ακόμη μια φορά. Λίγες ώρες πριν είχε περάσει από το προπονητικό κέντρο. Ο Αντριάν Ραμπιό, ο ταλαντούχος μέσος της ΠΣΖ που προέρχεται από τις ακαδημίες κι είναι γέννημα θρέμμα Παριζιάνος, δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή του. Ο Ροναλντίνιο, που, αν και πρόσφερε σπάνιες  στιγμές χαράς, πέρασε δυο χρόνια στο Παρίσι χωρίς να χαρίσει ούτε έναν τίτλο στην ομάδα, και αυτό οπωσδήποτε κι από δικό του λάθος, αγαπήθηκε με πάθος από ένα κοινό που γνωρίζει ότι, όπως έχει γράψει ο Γουίλιαμ Φόκνερ, «δεν αγαπάμε επειδή αλλά παρότι. Όχι για τις αρετές αλλά παρ΄όλα τα ελαττώματα». Παρ΄όλα τα ξενύχτια, τα μεθύσια, παρ΄όλες τις αποτυχίες και τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.

Μοντέρνες Μεταγραφές

  [4 Σχόλια]

Επιστρέφω μετά από καιρό στο αγαπημένο μου θέμα που είναι οι χορηγοί και οι μανατζαραίοι. Αφορμή στάθηκαν κάτι δημοσιεύματα που φέρνουν ξανά και φέτος το καλοκαίρι ως στόχο των μισών κορυφαίων συλλόγων της Ευρώπης τον Ουσμάν Ντεμπελέ της Ντόρτμουντ. Ναι, της Ντόρτμουντ που κέρδισε όλους, μα όλους τους μεγάλους το περυσινό καλοκαίρι στη μεταγραφή του 18χρονου τότε (σε χρόνια Μάλι μετράμε) υπερταλέντου της Ρεν. Το πώς και γιατί κατέληξε ο παίχτης στο Γερμανικό βορρά και όχι στην Αγγλία, τη Μαδρίτη ή τη Βαρκελώνη είναι αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης στη Γαλλία.

Η ιστορία του Ουσμάν Ντεμπελέ ξεκινάει το 2011 όταν και τον ανακαλύπτει στην πόλη Εβρέ της Νορμανδίας ο Μπαντού Σαμπαγκουέ, πρώην διεθνής με το Μάλι ποδοσφαιριστής. Ο Σαμπαγκουέ έχει κάτι κονέ με τις ακαδημίες της Ρέν, που βρίσκεται λίγο παραπέρα, αλλά ανήκει στη Βρετάνη και όχι στη Νορμανδία και τον πάει εκεί.

Τότε προπονητής των Ρενουά ήταν ο Φιλίπ Μοντανιέ που είχε πάρει με πάρα πολύ καλό μάτι τον ταλαντούχο νεαρό και ετοιμαζόταν να του προσφέρει θέση στην πρώτη ομάδα (όχι βασικού, αλλά στα 16 θα ήταν μεγάλο βήμα). Ο Μοντανιέ όμως έφυγε για τη Νότιγχαμ Φόρεστ και ο Ντεμπελέ περίμενε μάταια να κάνει το βήμα στην πρώτη ομάδα. Τότε ρώτησε το Σαμπαγκουέ αν θα μπορούσε να πάει να δοκιμαστεί στη Ρεντ Μπουλ Σάλτσμπουργκ, στης οποίας την ακαδημία βρισκόταν ο Νταγιό Ουπαμεκάνο, παιδικός του φίλος από το Εβρέ. Ο Σαμπαγκουέ προσέλαβε έναν διαπιστευμένο από τη Γαλλική Ομοσπονδία μάνατζερ για τις διαπραγματεύσεις αρχικά με τη Ρεν, τον Μαρσιάλ Κοτσιά. Στην ερώτηση και μόνο οι άνθρωποι της διοίκησης της Ρεν αντιδρούν άσχημα, καθότι έχουν καταλάβει τι παιχτούρα έχουν στις ακαδημίες τους. Μετά από αρκετούς μήνες διαπραγματεύσεων ο Ντεμπελέ υπογράφει τελικά επαγγελματικό συμβόλαιο, αλλά μπαίνει όρος από την πλευρά του παίχτη η ρήτρα να είναι στα €5Μ. Σύμφωνα με την Εκίπ, που ξεσκέπασε και το όλο σκηνικό, οι σχέσεις των δύο πλευρών ήταν τόσο κακές που το συμβόλαιο δεν υπογράφηκε στα γραφεία του συλλόγου, αλλά σε κεντρικό ξενοδοχείο της πόλης.

Ο μικρός αρχίζει να παίζει βασικός την σεζόν 2015/2016 και βγάζει μάτια. Δεν είναι ότι φτάνει τα 10 γκολ γρηγορότερα από τον Τιερί Ανρί, είναι όλο το πακέτο. Το πως ντριπλάρει, το πως πετάει τη μπάλα και φεύγει με τρίτη, η ευελιξία του, το ανάλαφρο πάτημα. Ξαφνικά γίνεται το «μάι πρέσιους» για όλους τους μεγάλους. Κάπου εκεί η Ρεν καταλαβαίνει ότι, εεε, χμ, €5Μ δεν είναι ακριβώς ο ορισμός του «πρέσιους» και αρχίζει τις Ρεννιές. Σπρώχνουν τον Γάλλο ατζέντη, που όμως είναι εγγεγραμμένος στο Μάλι, Μούσα Σισοκό (πόσοι τέτοιοι άραγε να υπάρχουν;) δίπλα στο μικρό για να του πιπιλίσει το μυαλό ότι πρέπει να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Ρεν χωρίς ρήτρα. Μαζί του ο Σισοκό έχει τον Μάρκο Λιχστάινερ. Αν σας λέει κάτι το όνομα, είναι αδερφός του παίχτη της Γιούβε και τοπ ατζέντης στη Γερμανία. Βασική προϋπόθεση που του θέτουν είναι να τερματίσει το συμβόλαιο εκπροσώπησης που έχει με τους Σαμπαγκουέ και Κοτσιά.

             Με τον Σαμπαγκουέ και τη μαμά στο προπονητικό της Ρεν

Σύμφωνα με διασταυρωμένο ρεπορτάζ, τόσο της Εκίπ όσο και της Γκάρντιαν, αλλά επίσης και από τα στοιχεία της δικογραφίας της υπόθεσης που έχει φτάσει στη Γαλλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, ακολουθεί μια σειρά από γεγονότα σε λογική ταινίας:

Στις 24/02/2016 ο Ντεμπελέ στέλνει μήνυμα σε συγγενείς τους που τους γράφει «Αν δεν πάω με τον Σισοκό και τον Μάρκο θα μου κόψουν τη μεταγραφή».

Δύο μέρες μετά, οι Σαμπαγκουέ και Κοτσιά λαμβάνουν ένα γράμμα υπογεγραμμένο από τον Ντεμπελέ που γράφει ότι ακυρώνεται η συμφωνία του Σεπτεμβρίου (2015) και ότι δεν είναι πια εκπρόσωποί του. Συνεχίζει όμως να έχει επαφές μαζί τους.

Από το Μάρτιο ως τον Ιούνιο έχει συναντηθεί ο παίχτης προσωπικά με τον Γιούργκεν Κλοπ, εκπροσώπους της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, της Μάντσεστερ Σίτυ, ενώ τον παρακολουθούν στενά τόσο η Άρσεναλ, όσο και η Μπάγερν, η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μπαρσελόνα.

Φτάνει ο Ιούνιος και ο πρόεδρος της Ρεν Φρανσουά-Ανρί Πινόλτ συζητάει μόνο με τη Ντόρτμουντ. Εντελώς συμπτωματικά από το 2007 ο Πινόλτ είναι μέτοχος της Πούμα. Επίσης πάλι από καθαρή σύμπτωση, η Πούμα δε φτιάχνει μόνο τις φανέλες της Ντόρμουντ, αλλά είναι και μέτοχός της από το 2014.

Η Ντόρτμούντ καταθέτει ήδη πρώτη προσφορά €8Μ, πάνω από τη ρήτρα. Οι δύο ομάδες τα βρίσκουν τελικά στα €15Μ. Τρεις φορές τη ρήτρα, θα πείτε όχι άσχημα.

Ο Ντεμπελέ πάει να υπογράψει το συμβόλαιό του στη Γερμανία συνοδευόμενος από τον Κοτσιά (!). Ο Κοτσιά όμως ανακαλύπτει όταν παίρνει τα αντίγραφα από το Γερμανικό σύλλογο ότι το δικό του όνομα δεν αναφέρεται πουθενά, έτσι δεν μπορεί να πάρει καμία προμήθεια.

Επιστρέφοντας στη Γαλλία οι Σαμπαγκουέ και Κοτσιά κατέθεσαν μήνυση στη Γαλλική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου κατά των Σισοκό και Λιχστάινερ, διεκδικώντας €3Μ. Εν συντομία: αρχικά προτάθηκε διακανονισμός στα μισά από τους δεύτερους, οι πρώτοι δε δέχθηκαν και έληξε η εκδίκαση από την ΓΟΠ στα €2,4Μ.

Τώρα στην ακροαματική διαδικασία ακούστηκαν διάφορα μαγικά που περιμένει κανείς ν’ ακούσει σε λατινοαμερικάνικες μεταγραφές. Ότι η Ρεν υποσχέθηκε στον Ντεμπελέ να του δώσει του ίδιου τα €5Μ της ρήτρας αν υπέγραφε νέο συμβόλαιο χωρίς τέτοια (πράγμα το οποία είναι απολύτως παράνομο, τόσο από τους κανονισμούς της ΦΙΦΑ όσο και της ΟΥΕΦΑ). Ότι ο Σισοκό τρομοκρατούσε τον Ντεμπελέ (ο οποίος στην υπεράσπιση είπε ότι οι παλιοί εκπρόσωποι του ήταν για να τον πάνε μέχρι τη Ρεν και ότι ο καθένας πρέπει ν’ αναγνωρίζει τα όριά του). Ότι η Ρεν δεν άκουσε κανένα άλλο σύλλογο πλην της Ντόρτμουντ επειδή ήταν η μόνη διατεθειμένη να πληρώσει πάνω από τη ρήτρα (Σχόλιο δικό μου: και η Άρσεναλ έχει Πούμα φανέλες αλλά πιο πιθανό είναι να πείσεις τον Βενγκέρ να φύγει από την Άρσεναλ από το να δώσει για μεταγραφή παραπάνω λεφτά από όσο λέει μια ρήτρα).

Μέσα σε όλο αυτόν το χαμό ο Ντεμπελέ δεν έχει πει κουβέντα. Συνεχίζει να παίζει και να ανεβάζει την αξία του. Τελικά, το μόνο καλό που βγήκε από αυτό το αλισβερίσι συλλόγων, χορηγών και μανατζαρέων είναι ότι ένας νέος παίχτης πήγε σε μια ομάδα όπου παίζει βασικότατος και εξελίσσεται. Πράγμα που, με εξαίρεση ίσως τις Λίβερπουλ και Άρσεναλ, δε θα συνέβαινε πουθενά αλλού.

Ο Μεγαλέξαντρος και το καταραμένο μομέντουμ

  [Καθόλου σχόλια]

Η ομάδα σου, η ομάδα της πόλης σου, της καρδιάς σου, η μόνη ομάδα στην οποία έχεις παίξει μπάλα, κερδίζει 4-0, εσύ βάζεις ένα γκολ, δίνεις μια ασίστ και βγαίνεις αλλαγή. Το πανέμορφο, ολοκαινούργιο γήπεδό σας, το οποίο κατά κάποιον τρόπο εγκαινίασες, σκοράροντας το ιστορικό πρώτο γκολ ένα χρόνο πριν, αντηχεί από αποδοκιμαστικά σφυρίγματα. Μα τι συμβαίνει; Η απάντηση είναι πως είσαι θύμα της εποχής στην οποία ζεις.

Μια εποχή κατά την οποία οι οπαδοί ξεχνούν πως δεν φταίει ο ποδοσφαιριστής που πλέον προσφέρει περισσότερα ως εμπόρευμα παρά ως παίκτης. Ο πρόεδρος της ομάδας του εν λόγω παίκτη είχε, για παράδειγμα, την άνεση να δηλώσει, χωρίς κανείς να σκεφτεί να τον σφυρίξει: «Δεν έχουμε ανάγκη να πουλήσουμε, έχουμε κέρδη ούτως ή άλλως, όμως διαθέτουμε περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να μας αποφέρουν υπεραξία 170 εκατομμυρίων. Αργά ή γρήγορα τα στοκ πρέπει να διακινηθούν». Το έγκλημα του ποδοσφαιριστή της ιστορίας μας, του Αλεξάντρ Λακαζέτ, που στις 8 Φεβρουαρίου άκουσε μισό γήπεδο να τον αποδοκιμάζει και είδε πανό να του ζητούν τα ρέστα («Πριν ονειρευτείς άλλες ομάδες, κοίτα να προσφέρεις κάτι στην ομάδα που σε έφτιαξε»); Είναι ένα περιουσιακό στοιχείο με δυνητική υπεραξία 50 εκατομμυρίων –τόση είναι η ρήτρα του–, τον ενημέρωσαν πως η ομάδα του ψάχνει να τον «διακινήσει» το καλοκαίρι και δήλωσε ότι του αρέσει η ιδέα να αλλάξει αέρα. Οι ομάδες που ενδιαφέρονται να τον υποδεχτούν, πολλές: η Λίβερπουλ, η Άρσεναλ, η Ντόρτμουντ…

Το βαφτιστικό «Αλέξανδρος» δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο στη Γαλλία –όπως δεν είναι ούτε το «Ναπολέων» ή το «Καρλομάγνος», εξίσου αυτοκρατορικά–, οπότε, όταν ένας νεαρός με αυτό το εξωτικό όνομα άρχισε να κάνει σπουδαία πράγματα –πρωταθλητής Ευρώπης κάτω των 19 το 2010, πρώτος σκόρερ στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα κάτω των 20 με την Εθνική το 2011–, οι οπαδοί της Λυόν κι οι δημοσιογράφοι θεώρησαν χαριτωμένο να του κολλήσουν το παρατσούκλι «Μέγας Αλέξανδρος» .

Στην Ελλάδα το συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό παρατσούκλι παραπέμπει στον Γιώργο Κούδα, με τον οποίον ο Λακαζέτ έχει δυο κοινά: την κατακραυγή που προκάλεσε όταν δεν απέκλεισε την ιδέα να φύγει από την ομάδα όπου αγαπήθηκε και το βάρος της ευθύνης να είναι ο στυλοβάτης αυτής της ομάδας.

Πέρσι, όταν ο «Μεγαλέξαντρος» πέρασε τη μισή σεζόν ντεφορμέ ή τραυματίας, η Λυόν δυσκολευόταν να παρακολουθήσει την κούρσα για έξοδο στο Τσάμπιον Λιγκ ή και την Ευρώπη γενικότερα, αφού σε κάποια φάση βρέθηκε στην 13η θέση. Μετά, το νούμερο 10 ξαναβρήκε μια δαιμονιώδη φόρμα και τον δρόμο προς τα δίχτυα, ο φίλος του ο Ναμπίλ Φεκίρ –άλλο περιουσιακό στοιχείο– επανήλθε από τραυματισμό, κι η ομάδα ξεκίνησε μια ξέφρενη πορεία που την οδήγησε στην δεύτερη θέση, με κερασάκι στην τούρτα ένα χορταστικό 6-1 επί του μεγάλου αντίπαλου, της Μονακό την προτελευταία αγωνιστική, με χατ τρικ του Λακαζέτ, που βγήκε δεύτερος μετά τον υπερηχητικό περσινό Ιμπραΐμοβιτς στην κατάταξη των σκόρερ.

Φέτος ξεκίνησε τη σεζόν πάλι με χατ τρικ κι οι δημοσιογράφοι τον ρώτησαν «Είναι η χρονιά σου, Άλεξ;». Εκείνος, τόσο χαμηλών τόνων συνήθως, τόσο καλό παιδί απέναντι σε φίλους κι αντιπάλους, δεν άντεξε: «Γιατί; Οι άλλες ήταν άσχημες;»

Και πώς να αντέξει δηλαδή. Για πέρσι τα είπαμε, πρόπερσι σκόραρε κατά βούληση και βγήκε πρώτος σκόρερ μπροστά από τους γνωστούς σταρ της Παρί Σεν Ζερμέν. Γενικά εδώ και δυο χρόνια σπάει διάφορα ρεκόρ: την ημερολογιακή χρονιά 2016 πέτυχε 28 γκολ στο πρωτάθλημα, ένα περισσότερο από τον Καβάνι και περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο παίκτη στο γαλλικό πρωτάθλημα, από το 1991 και τον Ζαν-Πιερ Παπέν, που τότε είχε κερδίσει τη Χρυσή Μπάλα. Φέτος ξεπέρασε ήδη το ταβάνι των 20 γκολ, κι αυτό το πετυχαίνει για τρίτη χρονιά στη σειρά: το είχε κάνει κι ο Παουλέτα το 2003, και ναι, ο μεγάλος Ζλάταν δεν τα είχε καταφέρει. Απόψε, στο μεγάλο εκτός έδρας ματς με την Παρί Σεν Ζερμέν, θα προσπαθήσει να πλησιάσει ακόμη περισσότερο τον επόμενο στόχο του, να σπάσει το δικό του ρεκόρ των 27 γκολ στο πρωτάθλημα. Και ίσως, πράγμα πιο δύσκολο, να οδηγήσει ακόμη μια φορά τη Λυόν στους προκριματικούς του Τσάμπιονς Λιγκ.

Το καλοκαίρι του 2016, παρά την εντυπωσιακή του φόρμα, δεν κλήθηκε από τον Ντεσάν στην τελική λίστα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, όπως δεν κλήθηκε ούτε προχτές για τα δυο ματς με Λουξεμβούργο και Ισπανία. Ο Λακαζέτ ακόμη μια φορά πληρώνει τον λάθος χρόνο. Είναι καλός επιθετικός, με πολύ καλά στατιστικά αλλά και πολλή, λιγότερο φανερή, δουλειά μέσα στο γήπεδο, κάπως στο στιλ του Μπενζεμά. Προσπαθεί όμως ματαίως να λάμψει όσο του αξίζει σε μια εποχή που σκάνε στον ουρανό του γαλλικού ποδοσφαίρου εκθαμβωτικότερα αστέρια, όπως ο Γκριεζμάν, ο Ντεμπελέ κι ο Κιλιάν Μμπαπέ. Δεν είναι 18 χρονών, δεν παίζει στην Ατλέτικο, δεν βγάζει μάτια στην Ντόρτμουντ στα 19 του, δεν είναι ιστορικό στέλεχος της Εθνικής όπως ο Ζιρού, δεν έχει το σκανδαλώδες παρελθόν του Τοβέν. Απλώς παίζει καλά, βάζει γκολ  και σπάει ρεκόρ. Ο ίδιος λέει πως χρωστάει πολλά σε έναν άλλο μεγάλο επιθετικό.

Νέα Υόρκη, Ιούλιος 2013. Ο 22χρονος Λακαζέτ μένει ελαφρά στάσιμος εδώ και δυο-τρία χρόνια. Παίζει στο δεξί μέρος της επίθεσης, η κορυφή στη Λυόν είναι καπαρωμένη από τον Μπαφετιμπί Γκομίς και τον Λίσαντρο Λόπεζ. Βρίσκεται στις Η.Π.Α για ματς προετοιμασίας με τους Νιου Γιορκ Ρέντ Μπούλς. Εκεί θα συναντήσει τον Τιερί Ανρί, με τον οποίον μοιράζονται την κοινή καταγωγή από τη Γουαδελούπη και μια αόριστη φυσιογνωμική ομοιότητα. Ο Ανρί θα πάρει παράμερα τον νεαρό συνάδελφό του: «Σε παρακολουθώ καιρό. Δεν παίζεις άσχημα αλλά μπορείς να παίξεις πολύ καλύτερα». Ο Αλεξάντρ δεν προλαβαίνει να ψελλίσει: «Α, δεν φταίω εγώ, παίζω λίγο, δεν παίρνω πολύ την μπάλα», κι ο άλλος τον παίρνει από τα μούτρα: «Δεν θα το χρησιμοποιείς ως δικαιολογία όλη σου τη ζωή αυτό, ε ; Κοίτα να δουλέψεις, να δουλέψεις σκληρά. Κάνε τις αδυναμίες σου δύναμη». Τη σεζόν που θα ακολουθήσει αυτήν τη συνάντηση, ο Λακαζέτ θα βγει πρώτος σκόρερ της Λυόν και από τότε, όπως είδαμε, δεν θα σταματήσει.

Στις 9 Μαρτίου, ένα μήνα μετά μετά τις αποδοκιμασίες που άκουσε βγαίνοντας αλλαγή στο ματς με τη Νανσί, ο Λακαζέτ θα βάλει ένα υπέροχο γκολ στις καθυστερήσεις  με τη Ρόμα, το 28ο φετινό του σε 34 αγώνες. Ένα γκολ πανέμορφο αλλά κι αποφασιστικό, όπως αποδείχτηκε. Το κατάλληλο γκολ, την κατάλληλη, επιτέλους στιγμή. Ενώ οι συμπαίκτες του τρελαίνονται, εκείνος θα σταθεί ακίνητος μπροστά στην κερκίδα, με ψηλά το κεφάλι, σφιγμένα χαρακτηριστικά και τείνοντας περήφανα το στήθος. Ένας μινιμαλιστικός πανηγυρισμός, που παραπέμπει, όπως και το ύφος, στον σημαδιακό Τιερί Ανρί αλλά και στον Ερίκ Καντονά και στην πασίγνωστη πόζα που πήρε τον Δεκέμβρη του 1996, μετά από ένα γκολ απέναντι στη Σάντερλαντ. Μια πόζα αυτοκρατορική.

Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας

  [3 Σχόλια]

Οι δυο αρχηγοί: Μπομπ Μάρλεϊ-Ανρί Μισέλ

Ιούλιος 1980: ας θυμηθούμε έναν κόσμο μακρινό και εξωτικό. Η Δυτική Γερμανία υπάρχει ακόμη κι έχει μόλις αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης κερδίζοντας ένα μινιμαλιστικό, με τα σημερινά μέτρα, τουρνουά οχτώ ομάδων, ανάμεσα στις οποίες είναι η Εθνική Ελλάδας. Ο πλανήτης περιμένει με ανυπομονησία τους Ολυμπιακούς της Μόσχας –ή, τέλος πάντων, το μποϊκοτάζ τους. Η Ναντ, που το προηγούμενο καλοκαίρι απέρριψε τον ελεύθερο και στα ντουζένια του Μισέλ Πλατινί, κέρδισε άνετα το πρωτάθλημα Γαλλίας ενώ η Μαρσέιγ υποβιβάστηκε. Βγαίνουν ακόμη άλμπουμ όπως το θρυλικό «Uprising» του Μπομπ Μάρλεϊ και των Γουέιλερς, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι θα είναι το τελευταίο που θα ηχογραφήσουν.

Κάποιο μεσημέρι αυτού του μακρινού Ιουλίου, ένα πούλμαν φτάνει στο προπονητικό κέντρο Ζονελιέρ στη Νάντη. Απ΄αυτό κατεβαίνουν μερικοί ασυνήθιστοι αθλητές: παράταιρες φόρμες, ντρέντλοκς, πολύχρωμοι σκούφοι και, όπως θα παρατηρήσει ένας παίκτης της Ναντ, κοκκινισμένα μάτια. «Τους είδαμε να έρχονται και αναρωτιόμαστε: Τι΄ναι τούτοι; Πού πάνε;». Όπως θα αποδειχθεί αργότερα, οι πολύ χαλαροί αυτοί τύποι ξέρουν μπάλα.

Είναι η ανεπίσημη ομάδα επιλέκτων των Γουέιλερς, η οποία, μετά από ενέργειες του πιο μικροκαμωμένου και του πιο παθιασμένου ανάμεσά τους, του Μπομπ Μάρλεϊ, θα παίξει ένα φιλικό 5Χ5 με την πρωταθλήτρια Γαλλίας, λίγες ώρες πριν τη συναυλία στο Μποζουάρ. Ανάμεσά τους ο μάγειρας που συνοδεύει το γκρουπ –οι ρασταφάρι ακολουθούν αυστηρές διατροφικές αρχές– και τα αδέρφια Κάρλτον (ντράμερ) και Άστον Μπάρετ (μπασίστας), το αμυντικό δίδυμο της ομάδας. Στην επίθεση εικάζουμε ότι παίζει ο Άλαν «Σκιλ» Κόουλ, ο καλύτερος ίσως παίκτης που έβγαλε η Τζαμάικα, το νησί της Καραϊβικής που λάτρεψε την μπάλα και τη μουσική ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Κόουλ είναι ο καλύτερος φίλος του Μάρλεϊ και μάνατζερ στις περισσότερες περιοδείες που θα κάνουν οι Γουέιλερς από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Οργάνωσε, μάλιστα, την περίφημη συναυλία για την ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε τον Απρίλιο του 1980. Πριν από αυτό, όμως, υπήρξε λαμπρός επιθετικός μέσος, έπαιξε στην Εθνική σε ηλικία μόλις 15 ετών, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο στη βραζιλιάνικη Νάουτικο, με την οποία αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων, τον Πελέ, έζησε από κοντά τον εμφύλιο στην Αιθιοπία και υπέγραψε ως συνδημιουργός μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Μάρλεϊ, το «War» –οι κακές γλώσσες λένε ότι αυτό πιθανότατα έγινε λόγω μιας διαμάχης του τραγουδιστή με τη δισκογραφική του.

«Ο Άλαν αγαπούσε τη μουσική κι εγώ την μπάλα. Ήταν θέλημα Θεού να συναντηθούμε», διηγόταν ο Μάρλεϊ, που δεν άφησε, βέβαια, ανεκμετάλλευτα τα ταλέντα του φίλου του. Ανάμεσα στα καθήκοντά του Κόουλ ήταν να προπονεί τα μέλη της μπάντας. Διότι τα φιλικά ματς αποτελούσαν μέρος της ρουτίνας της περιοδείας. «Αν θέλεις να γνωρίσεις ποιος πραγματικά είμαι, πρέπει να παίξεις μπάλα με μένα και τους Γουέιλερς», κι αυτό ακριβώς γινόταν.

Ο κιθαρίστας Τζούνιορ Μάρβιν, ο Τζέικομπ Μίλερ των Ίνερ Σερκλ, ο Πάουλο Σέζαρ με μπικίνι κι ο Μπομπ που αποφεύγει να τον κοιτάξει

Αντί να δίνει συνεντεύξεις και συχνά παραμελώντας τα τεστ ήχου ο Μάρλεϊ οργάνωνε διπλά με κάθε διαθέσιμη ομάδα. Κόντρα σε δημοσιογράφους στο Μπάτερσι Παρκ στο Λονδίνο το 1975, εναντίον μιας μεικτής καλλιτεχνών και δημοσιογράφων δίπλα στον Πύργο του Άιφελ, το 1977 –οι Γάλλοι, ανάμεσά τους, θρυλείται αλλά δεν βάζουμε και το χέρι μας στη φωτιά, κι ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, τους υποτίμησαν και διαλύθηκαν–, στις εγκαταστάσεις της Φούλαμ, στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον Μάρτιο του 1980, παρέα με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο μουσικό και συγγραφέα Τσίκο Μπουάρκε και τον Πάουλο Σέζαρ, τον παγκόσμιο πρωταθλητή του 1970 –ο οποίος βρήκε τον Μάρλεϊ πολύ μέτριο (κρίνετε μόνοι σας), αλλά ξέρετε πώς είναι οι Βραζιλιάνοι. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι οι Τζαμαϊκάνοι δεν οργάνωσαν ένα ματσάκι και στο Σαν Σίρο, στα τέλη Ιουνίου του 1980, λίγο πριν παίξουν μπροστά σε 120.000 θεατές. Ο θρύλος λέει ότι ο καρκίνος ο οποίος διαγνώσθηκε στον Μάρλεϊ το φθινόπωρο του 1980 οφειλόταν σε κάποιο από αυτά τα φιλικά ματς: ένα μοιραίο, σκληρό μαρκάρισμα, ένα παραμελημένο τραύμα που κακοφόρμισε. Στην πραγματικότητα, είχε στ΄αλήθεια τραυματιστεί άσχημα παίζοντας μπάλα στο Παρίσι το 1977 και ο γιατρός που τον φρόντισε του σύστησε να κάνει εξετάσεις για ένα νύχι του ποδιού του που φαινόταν κάπως ύποπτο, αλλά ο Μάρλεϊ προτίμησε να ακολουθήσει κάποιες εναλλακτικές θεραπείες, σύμφωνες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Διπλό δίπλα στον Σηκουάνα, 9 Μαΐου 1977

«Αγαπώ πρώτα τη μουσική και μετά το ποδόσφαιρο. Αν ερχόταν πρώτο το ποδόσφαιρο θα ήταν κάπως επικίνδυνο γιατί είναι βίαιο άθλημα. Όταν κάποιος σου κάνει ένα γερό τάκλιν, σου ξυπνάει άγρια ένστικτα».

Ο Μπομπ Μάρλεϊ αγαπούσε, λοιπόν, πραγματικά το ποδόσφαιρο, έστω και μετά τη μουσική. Κι είχε και γούστο. Το καλοκαίρι του 1978, είχε φροντίσει το πρόγραμμά του να περιλαμβάνει συναυλίες στη Αργεντινή, όπου διεξαγόταν το Μουντιάλ –ένας από τους αγαπημένους του παίκτες ήταν ο Αρντίλες, τον οποίο πήγαινε κι έβλεπε με την Τότεναμ όταν ζούσε στο Λονδίνο. Άλλες αδυναμίες του, ο Πελέ, με τον οποίον υποτίθεται πως έμοιαζε κάπως στο στιλ, και ο νεαρός Μαραντόνα –είπαμε, έβλεπε μπάλα. Έπαιζε όμως καλά;

Γυρνάμε στη Ζονελιέρ, στις 2 Ιουλίου του 1980. Η Ναντ εκείνη την εποχή είχε σπουδαία ομάδα, ήταν αήττητη από το 1976 στο γήπεδό της (!), είχε φτάσει στους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων και διακρινόταν  για το επιθετικό της παιχνίδι. Οι Τζαμαϊκάνοι έχουν απέναντί τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όλους διεθνείς. Ανάμεσά τους ο Ανρί Μισέλ, ο αρχηγός που έχει ήδη κερδίσει τρία πρωταθλήματα με τη Ναντ και αργότερα θα γίνει προπονητής της Εθνικής Γαλλίας –για ένα φεγγάρι και του Άρη Θεσσαλονίκης– και ο Ζιλ Ραμπιγιόν, ο οποίος λίγα χρόνια μετά, ως τεχνικός διευθυντής των Καννών, θα ανακαλύψει έναν ταλαντούχο πιτσιρικά ονόματι Ζινεντίν Ζιντάν. Και οι δυο θυμούνται ότι η αρχική χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το ματς έδωσε γρήγορα τη θέση της στην εγρήγορση, καθώς δυο φορές προηγήθηκαν και δυο φορές ισοφαρίστηκαν από αυτούς τους φαινομενικά ανέμελους τύπους –οι επαγγελματίες θα κερδίσουν τελικά 4-3. Ο Μάρλεϊ θα βάλει δυο γκολ. Θα εντυπωσιάσει με την τεχνική του κατάρτιση αλλά κυρίως με τη σκυλίσια του επιμονή να κυνηγάει κάθε χαμένη μπαλιά. «Ήταν χαρούμενοι που έπαιζαν, τους άρεσε πραγματικά η μπάλα αλλά αντιμετώπιζαν το παιχνίδι πολύ σοβαρά. Μετά το ματς, μας κάλεσαν στο πούλμαν τους. Πολλή κάπνα, και δεν κάπνιζαν Γκολουάζ. Μας αφιέρωσαν έναν δίσκο, μας προσκάλεσαν στη συναυλία».

Το φιλικό αυτό ματς υπήρξε, παρεμπιπτόντως, πηγή αισθητικής απόλαυσης για κάθε εραστή της ωραίας ποδοσφαιρικής φανέλας και του μακρινού κόσμου του Ιουλίου του 1980. Στις φωτογραφίες, ο Μάρλεϊ φορά την ιστορική κίτρινη και πράσινη φανέλα της Ναντ , ο Ανρί Μισέλ την υπέροχη φανέλα του Περού κι ο Ζιλ Ραμπιγιόν της Ντούκλα Πράγας. Όλοι χαμογελαστοί.

Λίγους μήνες μετά, ο Μάρλεϊ θα καταρρεύσει στο Σέντραλ Παρκ όπου είχε πάει για να τρέξει. Θα πεθάνει στις 11 Μαΐου 1981, 36 χρονών, στην ηλικία όπου πολλοί ποδοσφαιριστές κρεμούν τα παπούτσια τους.

Ο τερματοφύλακας που δεν ήθελε να κάτσει τέρμα

  [1 Σχόλιο]

Όταν ο Μανουέλ Νόιερ πήγαινε, ο Πασκάλ Ολμετά ερχόταν. Δυστυχώς γι΄αυτόν και τις ομάδες όπου έπαιξε, καμιά φορά δεν προλάβαινε να γυρίσει στο τέρμα του. Αποτέλεσμα, να τρώει μερικά –όχι πολλά, είναι η αλήθεια– θεαματικά γκολ, όπως αυτό που βλέπουμε εδώ: ένα πλασεδάκι εξήντα μέτρων, σε ένα ματς από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, όταν έπαιζε στη Τουλόν, τότε που οι σχολιαστές έκαναν ακόμη τον κόπο να αναρωτηθούν «μα τι στο καλό σκέφτηκε;» όταν τον έβλεπαν να φτάνει, ντριμπλάροντας τους αντίπαλους επιθετικούς, μέχρι τη σέντρα κι ακόμη παραπέρα.

Ο Ολμετά ήταν ένας πολύ καλός τερματοφύλακας που προτιμούσε όμως να παίζει μακριά, πολύ μακριά από τη εστία του. Οπωσδήποτε υπήρξε ο πιο περιζήτητος και δημοφιλής γκολκίπερ στη Γαλλία μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90. Όμως, οι παράτολμες έξοδοί του, η εντυπωσιακή επιδεξιότητά του με την μπάλα στα πόδια, τα καμώματά του όταν βαριόταν στο γήπεδο και η εκκεντρικότητά του έξω από αυτό, τον έκαναν γνωστό και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Η συμμετοχή του στο φιλικό ματς που οργανώθηκε στο Ολντ Τράφορντ το 1998 για τα πενήντα χρόνια από την αεροπορική τραγωδία του Μονάχου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Εκείνο το βράδυ τα έκανε σχεδόν όλα: έφτασε κυριολεκτικά μέχρι την άλλη άκρη του γηπέδου κυνηγώντας την μπάλα πριν βγει κι ο ίδιος άουτ, έφαγε πολλά γκολ μεταξύ των οποίων ένα όρθιος  από τον Καντονά, χτύπησε ένα ωραιότατο φάουλ που έξυσε το οριζόντιο δοκάρι, διασκέδασε μέχρι δακρύων τον Φέργκιουσον και τους τηλεοπτικούς σχολιαστές, έκανε την εξέδρα να ζητά ρυθμικά τη μεταγραφή του στη Γιουνάιτεντ («Fergie, Fergie, sign him up») και, επειδή προφανώς θεώρησε ότι όλα αυτά δεν αρκούσαν, έκανε τον καραγκιόζη στα διαλείμματα της δράσης.

Ο Ολμετά γεννήθηκε στην Κορσική, διακρίθηκε από νωρίς ως ιδιαίτερα ταλαντούχος και ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά στην Μπαστιά πριν διασχίσει τα λίγα ναυτικά μίλια που χωρίζουν το νησί από την απέναντι ακτή και βρεθεί στην ομάδα της Τουλόν. Στα 25 του, ανέβηκε στην πρωτεύουσα, στην πολύ φιλόδοξη Ρασίγκ (Ματρά τότε, λόγω της εξαγοράς της απο τον ομώνυμο βιομηχανικό κολοσσό) όπου έπαιξε συμπαίκτης με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Πιέτρ Λιτμπάρσκι, τον Νταβίντ Ζινολά και τον μεγάλο Έντσο Φραντσέσκολι.

Όταν το εγχείρημα της Ματρά ναυάγησε κι η ομάδα χρεοκόπησε, βρέθηκε, και μάλιστα με θέση βασικού εξασφαλισμένη από το συμβόλαιό του θέση, στην μεγάλη Μαρσέιγ, ήδη δυο χρόνια στη σειρά πρωταθλήτρια –θα συνέχιζε το σερί μέχρι τα τέσσερα. Ο τότε ιδιοκτήτης της, Μπερνάρ Ταπί είχε μεγάλα σχέδια, που δεν περιορίζονταν, όπως θα το μάθαιναν αργότερα και οι οπαδοί της ΑΕΚ, στην αγορά παικτών αλλά επεκτάθηκαν και στη εξαγορά αγώνων και διαιτητών. Όπως και να΄χει, ο Πασκάλ βρέθηκε να έχει προπονητή τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ –ο Κάιζερ άντεξε μόνο λίγους μήνες– και συμπαίκτες τον Ερίκ Καντονά, τον Ντράγκαν Στόικοβιτς, τον Ζαν-Πιέρ Παπέν, τον Κρις Γουάντλ κ.α., σε μια ομάδα που τα επόμενα τρία χρόνια θα έπαιζε σε δυο τελικούς Πρωταθλητριών Ευρώπης –και θα κέρδιζε τον έναν, απέναντι στη Μίλαν, παρακαλώ. Στον πρώτο, τον χαμένο, ο Πασκάλ ήταν βασικός, στον δεύτερο ήταν στον πάγκο, αντικαταστάτης πια ενός άλλου γνωστού μας, του νεαρού Φαμπιάν Μπαρτέζ. Αυτή θα ήταν και η τελευταία χρονιά του Ολμετά στη Μαρσέιγ.

Ενδιάμεσα γνώρισε τη φρίκη του αιματοβαμμένου ημιτελικού του Κυπέλλου Γαλλίας ανάμεσα στη Μαρσέιγ και την ομάδα από την οποία ξεκίνησε, την Μπαστιά. Η διοίκηση των Κορσικανών σκέφτηκε ότι το ματς  με την υπερομάδα των μισητών γειτόνων ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γεμίσουν τα ταμεία. Καθώς το στάδιο Φουριανί (που έχει απαθανατιστεί σε μια από τις πιο αξιοσημείωτες ταινίες με θέμα το ποδόσφαιρο –σκηνοθέτης ο Ζακ Τατί) δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, έστησαν βιαστικά μια προσωρινή κερκίδα 10.000 θέσεων. Στις 5 Μαΐου 1992, η κερκίδα θα καταρρεύσει σε απευθείας μετάδοση λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς. 18 νεκροί και 2.300 τραυματίες.  Η μικρή κόρη κι η γυναίκα του Ολμετά είναι στο γήπεδο αλλά θα γλιτώσουν.

Μετά τη Μαρσέιγ, ο Πασκάλ θα πάει στο αντίπαλο δέος της Λυόν, κι εκεί θα αποθεωθεί. Γίνεται το αντικείμενο λατρείας της εξέδρας  και αρχηγός της ομάδας, πανηγυρίζει, εξαργυρώνει τη δόξα του βγάζοντας ένα φριχτό σιντί στο οποίο τον ακούμε να ραπάρει (;) τη μεγάλη του αποτυχία «Κλώτσα το τόπι» (με μήνυμα εναντίον των ναρκωτικών), κάνει πολλά θεαματικά ματς, βάζει αυτογκόλ με τον αγκώνα, δίνει τη τελική πάσα για ένα κερδισμένο πέναλτι στο τελευταίο δευτερόλεπτο, πανηγυρίζει, τσατίζεται, κυνηγάει τους αντίπαλους φιλάθλους για να παίξει ξύλο –όλα αυτά στο βίντεο που ακολουθεί, απολαύστε υπεύθυνα.

Δυστυχώς η καριέρα του στη Λυόν θα τελειώσει όπως ακριβώς του ταίριαζε: κωμικοτραγικά. 20 Δεκεμβρίου 1996.  Η Λυόν έχει φάει μια εφτάρα από την Οσέρ, γνωρίζει δύσκολες στιγμές, θέλει οπωσδήποτε νίκη στον αγώνα εντός έδρας με τη Ναντ για να κάνουν καλές γιορτές οι φίλαθλοι κι οι παίκτες –δεν θα κάνουν. Μετά την ήττα, που βυθίζει την ομάδα στα τάρταρα της βαθμολογίας, ο Πασκάλ Ολμετά ψάχνει στα αποδυτήρια τον συμπαίκτη του Ζαν-Λυκ Σασύς. Τον βρίσκει. Απολογισμός: σπασμένη μύτη και διάσειση για τον εύθραυστο Σασύς που είχε, ο δόλιος,  βγει τραυματίας στο ματς που προηγήθηκε. Μα τι είχε συμβεί; Οι δυο άντρες, φίλοι κατά τα άλλα, είχαν μια μικρή διαφωνία, εξωγηπεδικής φύσεως. Το θύμα είχε βάλει λόγια στην κοπέλα του θύτη. Συγκεκριμένα, απάντησε σε σχετική της ερώτηση («Αχ, μου αρέσει ο Πασκάλ. Τι τύπος είναι;») ότι ο Κορσικανός είναι μεν πολύ καλό παιδί αλλά καμιά φορά μπορεί να έχει κάποιες, χμ, βίαιες εξάρσεις. Η κοπέλα δεν τρομάζει ιδιαίτερα, τα φτιάχνει με τον τερματοφύλακα, του μεταφέρει τον διάλογο, ο Ολμετά διαφωνεί  με τις χαρακτηρολογικές εκτιμήσεις του Σασύς και γίνεται ένας από τους λίγους, ελπίζουμε,  ανθρώπους που χρησιμοποίησαν τις γροθιές τους για να αποδείξουν ότι δεν είναι βίαιοι.

Η διοίκηση της Λυόν, που, παρεμπιπτόντως, έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί έτσι κι αλλιώς τον Ολμετά –είχε ήδη βρεθεί ο αντικαταστάτης, ο μετέπειτα διεθνής Γκρεγκορί Κουπέ– τον απολύει. Πάει στην Εσπανιόλ, όπου μένει μόλις δυο μήνες –μεσολάβησε πάλι μια διαφωνία, σχετικά με τον χρόνο συμμετοχής του. Γυρίζει στην Κορσική και τελειώνει την καριέρα του σε χαμηλές κατηγορίες. Αλλά δεν τον νοιάζει και πολύ.

Το άλλο μεγάλο πάθος στη ζωή του Ολμετά, εκτός από την μπάλα και τη διασημότητα –πριν μερικά χρόνια κέρδισε πανεύκολα ένα ριάλιτι σόου όπου επώνυμοι έκαναν τους αγρότες– ήταν και είναι το αγριογούρουνο. Αρκεί να πούμε ότι η φιλανθρωπική οργάνωση που ίδρυσε, με σκοπό την προστασία των άρρωστων παιδιών, έχει ως έμβλημα το τρυφερό θηλαστικό. Η Κορσική είναι σημαντικός βιότοπος για τα αγριογούρουνα και κυρίως ένα μέρος όπου το κυνήγι τους επιτρέπεται όλον τον χρόνο.

Κι ο Πασκάλ κυνηγάει από την ηλικία των πέντε ετών. Όχι μόνο το αγριογούρουνο. Συμπαίκτες του στη Μαρσέιγ τον θυμούνται να γδέρνει λαγούς που μόλις είχε σκοτώσει στα ντους των αποδυτηρίων. Το αγριογούρουνο απλώς είναι η αδυναμία του, και μια από τις μεγάλες του στιγμές ήταν όταν έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Πάθος για αγριογούρουνο» – ναι, υπάρχει. Πρόσφατα, όμως, γνώρισε την κατακραυγή όταν εμφανίστηκαν φωτογραφίες του δίπλα σ’ έναν σκοτωμένο ελέφαντα. Ο ίδιος θα υποστηρίξει ότι σκότωσε το παχύδερμο από αγάπη για τη φύση –οι ελέφαντες στη Ζιμπάμπουε, υποστηρίζει ο Πασκάλ, είναι υπερβολικά πολλοί κι η κυβέρνηση ενθαρρύνει το κυνήγι. Ακολουθώντας, στην επιχειρηματολογία του, την ίδια, κάπως διεστραμμένη λογική, που τον βοήθησε στην ποδοσφαιρική του καριέρα, μια καριέρα τερματοφύλακα-κυνηγού.

Η Σάλμα Χάγεκ, μια καταραμένη ομάδα κι ένας εύθραυστος καλλιτέχνης της μπάλας

  [Καθόλου σχόλια]

Αν Γαλλία είναι ένα εξάγωνο, η Βρετάνη είναι η η πάνω αριστερή γωνία της. Γνωστή στους αναγνώστες του Αστερίξ ως Αρμορική –εκεί βρίσκεται το χωριό των ανυπόταχτων Γαλατών που απέμειναν να αντιστέκονται στους Ρωμαίους– είναι μια περιοχή που αγαπάει τη μουσική, το αλκοόλ και την μπάλα. Αν η πιο σπουδαία ομάδα της, η μεγάλη Ναντ (τρίτη σε τίτλους στη Γαλλία), βρίσκεται αυτήν τη στιγμή στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας παρέα με την συμπατριώτσσά της Λοριάν, οι άλλες δυο ομάδες της Βρετάνης συγκρούονται σήμερα σε ένα από τα πιο φανατισμένα και με πλούσιο παρελθόν τοπικά ντέρμπι. Η «Εμπρός Γκενγκάν» κόντρα στη Ρεν. Το χωριό του Αστερίξ (το Γκενγκάν έχει 7.000 κατοίκους, λιγότερους από τα διαρκείας που πουλάει συνήθως η ομάδα) κόντρα στη μεγαλούπολη, ο φτωχοί κόντρα στους πλούσιους, οι τυχεροί κόντρα στους γκαντέμηδες.

Χρειάζεται μεγάλο ψυχικό σθένος για να είσαι οπαδός της Ρεν. Η πρόσφατη ιστορία της ομάδας είναι μια ατέλειωτη σειρά αποτυχιών ή, για την ακρίβεια, παρ΄ολίγον επιτυχιών.

2006: η Ρεν θέλει νίκη την τελευταία αγωνιστική με τη Λιλ ώστε να κερδίσει μια θέση στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Στο 78΄προηγείται με 2-0. Σε επτά λεπτά τρώει δυο γκολ, αντίο ζωή, αυλαία.

2007: η Ρεν κυνηγάει πάλι την τρίτη θέση. Όλα παίζονται πάλι την τελευταία αγωνιστική, πάλι κόντρα στη Λιλ. Αυτή τη φορά θα ισοφαριστεί στο τελευταίο δευτερόλεπτο και από τρίτη θα τερματίσει έβδομη. Συγκλονιστική λεπτομέρεια: η Τουλούζ, που θα κουνήσει τελικά σεντόνι, είχε κερδίσει το προηγούμενο ματς στα χαρτιά επειδή οι οπαδοί της Ναντ εισέβαλαν στο γήπεδο ουσιαστικά χωρίς λόγο κι ενώ ο αγώνας ήταν 0-0. Υπενθυμίζουμε απλώς ότι ανάμεσα στη Ναντ και τη Ρεν υπάρχει μια μακριά ιστορία αντιπαλότητας, μέσα κι έξω από το γήπεδο…

2009: η Ρεν βρίσκεται κοντά στον πρώτο της τίτλο μετά από 38 ολόκληρα χρόνια. Τελικός Κυπέλλου Γαλλίας, στο κατάμεστο από αφιονισμένους Βρετόνους Σταντ ντε Φρανς, αντίπαλος μια ομάδα που παλεύει κάπου στη μέση της δεύτερης κατηγορίας, η γειτόνισσα Γκενγκάν. Πώς να χάσεις; Χάνει ενώ προηγείται μέχρι το 70΄.

2014: η ώρα της εκδίκησης. Η Ρεν αντιμετωπίζει πάλι, και πάλι ως φαβορί, την Γκενγκάν στον τελικό του Κυπέλλου. Να πούμε τι έγινε ή το φαντάζεστε; (ναι, έχασε)

Και υπάρχουν κι άλλα: κι άλλοι χαμένοι τελικοί, αποκλεισμοί από ερασιτεχνικές ομάδες, μια πεντάρα από τον ΠΑΟΚ στους ομίλους του Γιουρόπα Λιγκ με δυο γκολ του Γιασεμή Γιασεμάκη, το δεύτερο με ανάποδο ψαλίδι. Eίπαμε, θέλει μεγάλο ψυχικό σθένος για να είσαι Ρεν. Ευτυχώς υπάρχει η Σάλμα κι ο Γιοάν.


Τι σφυράει, ρε, το άτομο;

Η Σάλμα Χάγεκ είναι ο πιο γνωστός οπαδός της Ρεν. Από το Μεξικό μέχρι το γήπεδο της Ρεν στη Βρετάνη ο δρόμος είναι σύντομος, αρκεί να παντρευτείς έναν δισεκατομμυριούχο, κι ας μην είναι πολύ οφθαλμοφανώς παθιασμένος με την μπάλα αυτός ο δισεκατομμυριούχος –τα λέει καλύτερα η ίδια η Σάλμα.

Ο Φρανσουά Πινό, ο πεθερός της, είναι ο δεύτερος στη λίστα των πιο πλούσιων ιδιοκτητών ποδοσφαιρικών ομάδων –μόνο ο σεΐχης Μανσούρ της Σίτι τον περνάει κάτι δισεκατομμύρια. Ο Πινό αγοράζει, λοιπόν, τη Ρεν, την ομάδα της γενέτειράς του, το 1998. Ορεξάτος αποφασίζει να κάνει μεγάλες μεταγραφές. Δίνει, σε σημερινά λεφτά, πάνω από 20 εκατομμύρια ευρώ για να αγοράσει έναν Βραζιλιάνο ονόματι Σεβερίνο Λούκας –για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, ο εξίσου Βραζιλιάνος Ρονάλντο είχε κοστίσει στην Ίντερ ένα-δυο εκατομμύρια παραπάνω το 1997. Ο Σεβερίνο δεν ήταν φαινόμενο αλλά παλτό, ο Πινό απογοητεύεται και σταματάει τα έξοδα –είπαμε, οι οπαδοί της Ρεν είναι εξοικειωμένοι με την κακοτυχία. Έκτοτε η ομάδα στηρίζεται στην πολύ καλή ακαδημία της, η οποία βγάζει ασταμάτητα διαμαντάκια –πιο πρόσφατο, ο δεκαεννιάχρονος Ουσμάν Ντεμπελέ, που μετά από έναν χρόνο στην πρώτη ομάδα βρέθηκε στην Μπορούσια Ντόρτμουντ.

Αλλά το μεγαλύτερο διαμάντι της Ρεν είναι ή υπήρξε άλλος. Ο τριαντάχρονος Γιοάν Γκουρκύφ, γέννημα-θρέμμα της Βρετάνης, υπήρξε ο πιο πειστικός από τους πολλούς «νέους Ζιντάν» που εμφανίστηκαν στη Γαλλία μετά το Παγκόσμιο του ΄98, και πάντως εκείνος που κι ο ίδιος ο Ζιντάν αναγνώρισε ως πιθανό του διάδοχο. Ίδιος κλειστός χαρακτήρας, ίδια θέση, ίδια απόλαυση να τους βλέπεις. Δεκάρι με προφανή ποδοσφαιρική ευφυΐα και αγάπη για το ποδόσφαιρο, επιτελικές ικανότητες, μπάλα κολλημένη στο πόδι, κεραυνοβόλες εμπνεύσεις.

Γιος του παλιού ποδοσφαιριστή, πρώην καθηγητή μαθηματικών και τωρινού προπονητή του, Κριστιάν, ξεχώρισε ως εξαιρετικό ταλέντο από πολύ μικρός. Παίζει στις μικρές ομάδες της Ρεν από τα 15. Το 2006, όταν το όνειρο για έξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ χάνεται στο παρά πέντε, παίρνει μεταγραφή στη μεγάλη Μίλαν, ενώ τον θέλουν ο Άγιαξ κι η Άρσεναλ. Δεν θα μπορέσει να βρει την ευτυχία στη Μίλαν, όπου παίζει λίγο –αλλά καλά–, δεν τρέχει όμως τίποτε.

Επιστρέφει στη Γαλλία, κάνει μια εκθαμβωτική χρονιά και κερδίζει νταμπλ με την Μπορντό –την ομάδα στην οποία άρχισε να μαγεύει τα πλήθη κι ο κανονικός Ζιντάν.

Ακολουθούν βραβεία, διαφημιστικά συμβόλαια, εξαιρετικές εμφανίσεις με την Εθνική –μια ασίστ και ένα εκπληκτικό γκολ μόλις στο δεύτερό του ματς.

Και ήδη ενδείξεις για μια εύθραυστη ιδιοσυγκρασία –συναγωνίζεται τον Αμπού Ντιαμπί σε αριθμό τραυματισμών, μεταξύ των οποίων μερικοί αξιοσημείωτοι, όπως ένα διάστρεμμα ενώ έβγαζε βόλτα τον σκύλο του και ένας μικροτραυματισμός σε φάση πανηγυρισμού με συμπαίκτες του.

Για πολλούς, το μεγαλύτερο του πρόβλημα βρίσκεται στο κεφάλι. Σε αντίθεση με άλλους «νέους Ζιντάν», το πρόβλημά του δεν ήταν η έλλειψη σοβαρότητας ή η τεμπελιά αλλά η υπερβολική ευαισθησία και η τελειομανία. Ήδη από την εποχή της Μίλαν, κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες, ίσως άδικες –ο Πάολο Μαλντίνι τον είχε κατηγορήσει ότι δεν έμαθε γρήγορα ιταλικά. Η μεγάλη καμπή, το σημείο από όπου άρχισε η πτώση, ήταν το Μουντιάλ του 2010. Η καταστροφική εμφάνιση και η εξευτελιστική απεργία των Γάλλων διεθνών ήταν η κορυφή του παγόβουνου. Τα συναρπαστικά κουτσομπολιά που έφταναν στις εφημερίδες ήταν ότι ο Φρανκ Ριμπερί είχε αποφασίσει να τελειώσει τον Γκουρκύφ από την Εθνική επειδή η γυναίκα του είχε εκφράσει τον θαυμασμό της για την ομορφιά του νεαρού παίκτη της Μπορντό. Περιθωριοποιείται, καταρρέει ψυχολογικά, κλείνεται ακόμη περισσότερο στον εαυτό του, ψάχνει ακόμη πιο εμμονικά την τελειότητα. Το 2010 βρίσκεται στη Λυόν, η οποία τα δίνει όλα για να τον αποκτήσει – συνολικά 50 εκατομμύρια για τέσσερα χρόνια. Θα τραυματιστεί είκοσι φορές, θα ξεκινήσει βασικός σε μόλις είκοσι ματς και θα μείνει στο κρεβάτι του πόνου πάνω από εξακόσιες μέρες. Στα ενδιάμεσα υπενθυμίζει ποιος είναι ή ποιος φαινόταν ότι θα γίνει.

Σε ένα από τα τελευταία του ματς στη Λυόν, τραυματίζεται πάνω σε σουτ και βγαίνει αλλαγή μόνος του (!).

Από πέρσι που γύρισε στην πατρίδα του, και πολύ περισσότερο φέτος που έχει πάλι προπονητή τον πατέρα του, όλοι εμείς που αγαπάμε το ποδόσφαιρο, ανάμεσα μας, βέβαια, και η Σάλμα Χάγεκ, περιμένουμε με ανυπομονησία πότε ο πρώην «νέος Ζιντάν» θα γίνει αυτός που ήταν, ο μοναδικός Γιοάν Γκουρκύφ. Σύμφωνα, πάντως, με τα τελευταία νέα, τραυματίστηκε στην προπόνηση…