Όταν ο Ντιέγκο παντρεύτηκε

  [Καθόλου σχόλια]

Είμαι σίγουρος ότι κάθε φορά που ένα νέο κείμενο για τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα γράφεται σε αυτή τη σελίδα, κάποιοι θα σκέφτονται «αμάν ρε παιδιά, μας έχετε πρήξει». Και μπορεί να έχουν δίκιο. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό όμως, είναι ότι τα κείμενα δεν γράφονται επειδή ο Ντιέγκο ήταν απλώς ένας τεράστιος παίκτης, αλλά επειδή η ζωή του και η πολλές φορές υπεργραφική περσόνα του μας έχουν δώσει τόσες πολλές ιστορίες, που δεν γίνεται να μην μοιραστείς όλα όσα τραγελαφικά έχει ζήσει, πέρα από τα όσα μαγικά έχει κάνει. Με αφορμή λοιπόν τα σημερινά του γενέθλια, αυτή εδώ είναι η ιστορία του γάμου του. Γιατί ο γάμος του Ντιέγκο, δεν ήταν ένας απλός γάμος. Ήταν το γεγονός της χρονιάς το 1989, ο γάμος του αιώνα για την Αργεντινή, ένα θρυλικό event.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. O Ντιέγκο κι η Κλαούντια Βιγιαφάνιε ήταν ήδη ζευγάρι για δέκα χρόνια και είχαν αποκτήσει δύο κόρες, την Ντάλμα και τη Τζιανίνα (που θα παντρευόταν αργότερα τον Κουν Αγκουέρο, σαν γνήσια λατινοαμερικάνικη σαπουνόπερα). Το 1989, με τον Ντιέγκο να είναι σούπερ σταρ και παίκτης της Νάπολι, το ζευγάρι αποφάσισε να παντρευτεί. Η Κλαούντια είχε δηλώσει: «Θέλουμε ένα συνηθισμένο γαμήλιο πάρτι, όπως κάθε ζευγάρι». Βέβαια αγαπητέ αναγνώστη που πιθανώς σκέφτεσαι να παντρευτείς, το συνηθισμένο φαίνεται ότι έχει διαφορετική ερμηνεία για τον καθένα μας. Οπότε, αν η μέλλουσα γυναίκα σου πει κάτι τέτοιο, μην πανηγυρίζεις πριν μάθεις τις λεπτομέρειες.

Η σεμνή τελετή έλαβε χώρα στην εκκλησία Σαντίσιμο Σακραμέντο στο Μπουένος Άιρες στις 7 Νοεμβρίου του 1989 κι η Κλαούντια εμφανίστηκε με ένα νυφικό επιπέδου πριγκίπισσας Νταϊάνα, καθώς είχε περίπου 1.500 πολύτιμους λίθους και συνολικά 5 κιλά κρυστάλλους γαλλικής προέλευσης. Αν προσθέσουμε τη διαμαντένια τιάρα και τα μαργαριτάρια, η Κλαούντια φορούσε το ΑΕΠ μιας χώρας πάνω της. Το γαμήλιο γλέντι έγινε στο Εστάδιο Λούνα Παρκ μια αρένα πολλαπλών χρήσεων του Μπουένος Άιρες στην οποία είχε διοργανωθεί Μουντομπάσκετ παλιότερα, πολλοί σπουδαίοι αγώνες μποξ, συναυλίες καλλιτεχνών από τον Φρανκ Σινάτρα μέχρι πιο πρόσφατα τους Dream Theater, μέχρι και επίσκεψη του Πάπα. Στο κέντρο της αρένας υπήρχε μια ειδική σκηνή για τους νεόνυμφους, ενώ το πάτωμα είχε καλυφθεί παντού με γκρι μοκέτα. Στην οροφή δέσποζε ένας τεράστιος πολυέλαιος ύψους έξι μέτρων με συνολικά… 12.000 λάμπες.

Μπιλάρδο, Κλαούντια, Ντιέγκο και δον Χούλιο

Ο γάμος όμως είναι οι προσκεκλημένοι του. Κι έτσι ο Ντιέγκο είπε να καλέσει μόλις 1.200 άτομα. Ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν ο Φιντέλ Κάστρο κι οι τελευταίοι δύο πρόεδροι της Αργεντινής (Ραούλ Αλφοσίν και Κάρλος Μένεμ), αλλά τελικά δεν έδωσαν το παρόν. Αντίθετα, το παρόν έδωσε ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, γιατί καλή η αντιπαλότητα Νάπολι-Μίλαν σε μια χρονιά που πάλεψαν μέχρι τέλους για το πρωτάθλημα, αλλά ένα καλό πάρτι δεν το χάνεις. Ο Σίλβιο δεν ήταν ο μόνος που ταξίδεψε από την Ιταλία. Ο Ντιεγκίτο έδωσε περίπου 500.000 δολάρια για να ναυλώσει ένα αεροπλάνο που θα μετέφερε από την Ευρώπη φίλους, δημοσιογράφους και άλλους ποδοσφαιριστές, ενώ έκλεισε περίπου 300 δωμάτια σε ξενοδοχεία του Μπουένους Άιρες για να φιλοξενήσει πολλούς από τους καλεσμένους. Το τσάρτερ της χαράς ήταν ετερόκλητο, καθώς ανάμεσα στους σπουδαίους προσκεκλημένους από την Ευρώπη όπως ήταν οι συμπαίκτες του Ντιεγκίτο, βρίσκονταν η κομμώτρια της Κλαούντια κι οι δύο αρχηγοί των οργανωμένων οπαδών της Νάπολι. Φυσικά στο γάμο υπήρχαν και μεγάλες προσωπικότητες από την Αργεντινή, σελέμπριτιζ που δεν έχει νόημα να αναφέρουμε γιατί δεν μας λένε κάτι, αλλά και άνθρωποι του ποδοσφαίρου όπως ο Αλφρέντο ντι Στέφανο, ο Κάρλος Μπιλάρδο, ο Μαουρίσιο Μάκρι (πολύ πριν γίνει πρόεδρος της Μπόκα και της Αργεντινής) και φυσικά ο άνθρωπος που έκανε κουμάντο στο ποδόσφαιρο της χώρας για δεκαετίες, ο πρόεδρος της Π.Ο. της χώρας Χούλιο Γκροντόνα. ‘Ολοι αυτοί έκαναν και τα αντίστοιχα δώρα. Υπήρχαν τέσσερις λίστες γάμου σε πολυτελή καταστήματα της Αργεντινής και της Ιταλίας, με το πιο ακριβό αντικείμενο να είναι… ένα κρυστάλλινο κεφάλι αλόγου της γαλλικής πολυτελούς εταιρείας Lalique, τιμής μόλις 11.000 δολαρίων.

Φυσικά το «Λούνα Παρκ» δεν έμοιαζε καθόλου με στάδιο. Οι εξέδρες είχαν κρυφτεί, καθώς 29 φορτηγά για 1,5 ημέρα άδειαζαν τα 4.200 φυτά που τοποθετήθηκαν ως ντεκόρ, μαζί με έναν… καταρράκτη και έναν ουρανό με σύννεφα. Οι 120 εργάτες διέλυσαν το γήπεδο του μπάσκετ στο οποίο είχαν εμφανιστεί οι Χάρλεμ Γκλομπτρότερς πριν μόλις 36 ώρες και ετοίμασαν το σκηνικό. Το ζευγάρι έφτασε περίπου στα μεσάνυχτα υπό τους ήχους των Μπετόβεν και Χέιντελ μέσα σε μια Ρολς-Ρόις Φάντομ του 1937. Το αυτοκίνητο ήταν ιστορικό, καθώς ήταν του Αυστριακού εμπόρου όπλων Φριτζ Μαντλ και το είχε κατασχέσει αρχικά ο Γκέμπελς (ναι, αυτός ο Γκέμπελς), πριν ο Μαντλ καταφέρει να το μεταφέρει στην Αργεντινή όπου και διέφυγε. Τελικά, ήρθε στην ιδιοκτησία ενός τοπικού επιχειρηματία που το δάνεισε στον Μαραντόνα για το γάμο. Ο Ντιέγκο είχε ήδη επιτεθεί σε έναν φωτογράφο πιο πριν, ενώ αυτός δεν ήταν ο μοναδικός καβγάς της βραδιάς, καθώς ένας κουνιάδος του πλακώθηκε με κάποιους καλεσμένους, σε ένα γάμο που θα είχε πολλά να διδάξει στο Hangover. Η τούρτα ήταν περίπου 1,5 μέτρο σε ύψος (όχι πολύ πιο κοντή από τον Ντιέγκο), με οκτώ ορόφους, και κόπηκε στις 3.30 τα χαράματα, ενώ οι καλεσμένοι έφαγαν καναπεδάκια με χαβιάρι, σολομό, χαμόν σερράνο και ένα σωρό άλλα εδέσματα, ενώ αντίστοιχα έπιναν καλό κρασί και άλλα ποτά. Εκτός από το πέταγμα της ανθοδέσμης, στην Αργεντινή (πιθανώς και αλλού, δεν είμαι ειδικός) υπάρχει ακόμα ένα έθιμο. Η νύφη και οι φίλες της κρατάνε κάποιες κορδέλες που είναι ανακατεμένες και στο τέλος, αυτή που έχει την άλλη άκρη από την κορδέλα της νύφης κερδίζει. Στο γάμο του Ντιέγκο, υπήρχαν 100 τέτοιες κορδέλες κι η καθεμία είχε στην άκρη της ένα χρυσό δαχτυλίδι, ενώ η 100η είχε ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι (το οποίο ευτυχώς έμεινε στο σόι, μια που το κέρδισε τελικά η αδερφή του Ντιέγκο).

Και στα δικά μας, οι λεύτερες…

Το γλέντι κράτησε μέχρι πρωίας και όσοι δούλεψαν εκείνο το βραδύ στην αρένα, είπαν αργότερα ότι είδαν πράγματα που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ στη ζωή τους. Ο Ντιέγκο λίγο αργότερα, με ιδιωτικό τζετ, έφυγε για το Κάπρι οικογενειακώς και με τους πιο κοντινούς φίλους του για να συνεχίσει το γλέντι. Με την Αργεντινή εν μέσω οικονομικής κρίσης δεν ήταν λίγοι αυτοί που έκαναν σκληρή κριτική στο αγαπημένο παιδί της χώρας. Το ζευγάρι υπολογίζεται ότι έδωσε περίπου… 2 εκατομμύρια δολάρια για το όλο event. Όπως συχνά συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, όλα έγιναν για το… τίποτα. Παρά τη μακροχρόνια σχέση τους, ο γάμος Ντιέγκο-Κλαούντια δεν πήγε καλά. Τα προβλήματα του Ντιέγκο με τα ναρκωτικά και οι απιστίες του (είχε ήδη ένα παιδί από το 1986 το οποίο και αναγνώρισε πολύ αργότερα, ενώ συνολικά έχει αναγνωρίσει επισήμως 8 παιδιά σε διάφορες χώρες, σαν παλιός ναυτικός) δεν επέτρεψαν στο γάμο να πάει καλά.

Η Κλαούντια κατέθεσε αίτηση διαζυγίου το 1998 και όσο κι αν σας φαίνεται απίστευτο, το ζευγάρι είναι στα δικαστήρια μέχρι και φέτος (!!). Ακόμα και μετά το διαζύγιο πέρασαν πολλές διαφορετικές φάσεις, όταν ο Ντιέγκο είχε πιάσει πάτο η Κλαούντια τον βοήθησε, αλλά οι διαμάχες συνεχίζονται κυρίως με κατηγορίες για οικονομικούς λόγους. Ο Ντιέγκο ισχυρίζεται ότι η Κλαούντια του έκλεψε 9 εκατομμύρια δολάρια, μαζί με ένα σωρό αντικείμενα αξίας. Οι αλληλομηνύσεις είναι πάρα πολλές, στο θέμα δυστυχώς έχουν μπλέξει κι οι δύο κόρες και λύση προς το παρόν δεν υπάρχει. Σίγουρα όμως, πριν από 30 χρόνια, ο γάμος αυτός έγραψε ιστορία και τουλάχιστον για μια σεζόν έφερε γούρι. Η Νάπολι λίγους μήνες αργότερα κέρδισε το πρωτάθλημα με δυο βαθμούς διαφορά από τη Μίλαν του Σίλβιο (που τελικά αποζημιώθηκε με τα καναπεδάκια με χαβιάρι) κι ο Ντιέγκο έκανε μια μυθική χρονιά σκοράροντας 16 φορές στο πρωτάθλημα.

VAR εσείς, αστρολόγο εμείς…

  [Καθόλου σχόλια]

Στα μεγάλα ντέρμπι δεν παίζουν ρόλο μόνο η τακτική και η ποιότητα. Οι εντολές και το καθαρό μυαλό. Παίζουν ρόλο κι άλλα πράγματα. Οι περισσότεροι θα σκεφτήκατε κάτι ανάμεσα στο «πάθος», την «τύχη» ή τη μέρα στην οποία θα βρεθούν οι παίκτες. Και ίσως σε έναν ορθολογιστικό κόσμο να είχατε δίκιο. Στον κόσμο της Λ. Αμερικής και στο Superclasico Μπόκα-Ρίβερ φαίνεται ότι μετρούν και άλλα πράγματα. Για όσους δεν έχουν ενημερωθεί, οι δύο προαιώνιοι εχθροί έφτασαν στα ημιτελικά του Κόπα Λιμπερταδόρες και εκεί η Ρίβερ κέρδισε με 2-0 το πρώτο παιχνίδι στην έδρα της. Η Μπόκα τα έβαλε με τη διαιτησία κατά κύριο λόγο και τη χρήση του VAR, όπως σωστά πρέπει να κάνει κάθε ομάδα που χάνει από τον αντίπαλό της. Κατηγόρησε τη Ρίβερ για τις εύκολες βουτιές και μάλιστα ότι οι παίκτες της προπονούνται στο πώς θα πέφτουν για να κερδίζουν φάουλ και πέναλτι. Οι μέρες όμως περνούν, η ρεβάνς έρχεται και πρέπει να ρίξουμε όλα τα όπλα μας στη μάχη.

Το τελευταίο όπλο ακούει στο όνομα Κάρλος Ολίβα. Δεν είναι ούτε γυμναστής, ούτε σέντερ φορ, ούτε ψυχολόγος, ούτε αναλυτής δεδομένων. Είναι αστρολόγος και μάλιστα με τη λατινοαμερικάνικη σημασία του όρου, που συχνά περιπλέκεται με τη λέξη «brujo». Με λίγα λόγια είναι μάγος/μέντιουμ/αστρολόγος. Μη γελάτε, έχει συνέχεια. Ο Ολίβα λοιπόν διεμήνυσε στους ανθρώπους της Μπόκα, πριν τον πρώτο ημιτελικό στο ιστορικό Εστάδιο Μονουμεντάλ, ότι η Ρίβερ είχε κάνει μαύρη μαγεία στα αποδυτήρια των φιλοξενούμενων. Το αποτέλεσμα τον δικαίωσε (λέμε τώρα). Κι επειδή ο φαν Χέλσινγκ είναι αδειούχος, ο Ολίβα προσφέρθηκε να δώσει τη λύση. «Έχω τον τρόπο να λύσω τα μάγια και η Μπόκα να προκριθεί στον επόμενο γύρο», είπε στους ανθρώπους της ομάδας.

Και τι θα έκανε κάθε σοβαρός άνθρωπος; Φυσικά και θα τον πίστευε και θα προχωρούσε σε «πρόσληψή» του στην ομάδα. Την είδηση αποκάλυψε η εφημερίδα Ole, δεν διαψεύστηκε και στη συνέχεια ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε. Ο Ολίβα εργάζεται πυρετωδώς εδώ και μέρες και μάλιστα περιέγραψε την κατάσταση στην προσωπική του σελίδα στο Facebook. «Η ατμόσφαιρα θα είναι τεταμένη, με πολλά νεύρα, αλλά εμείς ελπίζουμε ότι θα υπερισχύσουμε των εξωτερικών παραγόντων που θα προσπαθήσουν να μας αποσυντονίσουν», αναφέρει μεταξύ άλλων στο μήνυμά του ο Ολίβα, που δηλώνει σίγουρος ότι ο αντίπαλος θα μείνει στο χορτάρι μετά το τελικό χτύπημα. Αλλά καλέ μου αναγνώστη, αν τα πράγματα ήταν τόσο απλά δεν θα γινόταν ο Χορταρέας ιερέας. Χρειάζεται κι η συμμετοχή του κοινού.

Ο Ολίβα σε ξένοιαστες στιγμές

Έτσι, σε δεύτερό του μήνυμα στο Facebook, o Ολίβα κάλεσε τον κόσμο της Μπόκα να βοηθήσει κι αυτός. Πώς; Το post είναι μεγαλειώδες. Αν είσαι κι εσύ φίλος της Μπόκα, έστω και στην Ελλάδα από την τηλεόραση, μην αμελήσεις. Χρειάζεται ένα μπλε κερί (χρώμα της Μπόκα). Πάνω σε αυτό θα γράψεις με ένα σπίρτο τον αριθμό 7 τρεις φορές. Από κάτω προς τα πάνω. Προσοχή (λέει ο Ολίβα) μην ζουπήξεις το κερί πολύ και το σπάσεις. Μετά παίρνεις το κερί στο χέρι και θυμάσαι μεγάλες στιγμές της Μπόκα που έζησες. Δεν χρειάζεται να είναι πρόσφατες. Μπορεί να είναι από τα χρόνια του Μαραντόνα (αν και τότε η ομάδα ήταν λίγο χάλια). ΠΡΟΣΟΧΗ! Δεν τελειώσαμε έτσι απλά. Στη συνέχεια, παίρνεις και βάζεις το κερί σε ένα πιάτο και δίπλα ένα ποτήρι με νερό. Στη συνέχεια προσεύχεσαι στον αρχάγγελο Μιχαήλ (όχι στον Γαβριήλ γιατί είναι γνωστός οπαδός της Ρίβερ) να κόψει όλα τα δεσμά που κρατούν τους παιχταράδες μας εγκλωβισμένους, να παίζουν χωρίς αυτοπεποίθηση. Ζήτησέ του να δώσει δύναμη και κουράγιο σε κάθε παίκτη, αλλά και στον κόουτς Αλφάρο. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν στις 14.15 ακριβώς. Το τελετουργικό πρέπει να γίνει ακόμα δύο φορές τις επόμενες δύο μέρες και το κερί πρέπει να μείνει στο πιάτο σε όλη τη διάρκεια. Αν έχετε μικρό παιδί προσέξτε μην το φάει, όχι γιατί θα πάθει κάτι το μούλικο, αλλά γιατί δεν θα κερδίσουμε τη Ρίβερ. Κι αν πιστεύετε ότι τα βγάζω από το μυαλό μου δείτε και το ποστ του μάγου (έστω και στα ισπανικά) στο Facebook.

Ο Ολίβα βγήκε στα κανάλια και είπε ότι αυτός βρισκόταν πίσω από τις τελευταίες επιτυχίες της Ρίβερ στις διεθνείς διοργανώσεις (όχι κανένας Γκαγιάρδο) και δηλώνει οπαδός της Ρίβερ, αλλά όπως λένε κι οι Έλληνες αναγνώστες: «σε αυτά δεν χωράν οπαδικά», καθώς το έργο του λέει δεν αναγνωρίστηκε από τη διοίκηση της Ρίβερ. Η πρόβλεψή του μιλάει για 4-0 υπέρ της Μπόκα (εκτός ίσως αν δεν βρεθούν αρκετά μπλε κεριά), μια νίκη που ούτε οι διαιτητές, ούτε το VAR θα καταφέρουν να χαλάσουν. Κάπου στα μικρά γράμματα, ο Ολίβα δήλωσε ότι οι μέθοδοί του έχουν επιτυχία 80%. Αυτά τα γραφικά συμβαίνουν συχνά στην Αργεντινή κι ο πρόεδρος της Μπόκα Αντζελίτσι παραδέχτηκε την αλήθεια, λέγοντας ότι ο ίδιος πιστεύει στη σκληρή δουλειά, αλλά αν ο κόσμος πιστεύει σε αυτά γιατί να πάει εναντίον τους; «Τα δέχομαι όλα», είπε επιβεβαιώνοντας το ρεπορτάζ που λέει ότι ο Ολίβα κόβει βόλτες στο Μπομπονέρα. Αν θα καταφέρει να φέρει και την πρόκριση θα το μάθουμε σύντομα.

Βίος και πολιτεία του Λουτσιάνο Γκαούτσι

  [4 Σχόλια]

Μέσα στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου, οι μεγάλες στιγμές, οι σπουδαίοι παίκτες και οι τεράστιες ομάδες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με υπερ-γραφικές παρουσίες. Ειδικά στις μικρότερες ομάδες της χώρας. Μια τέτοια περίπτωση είναι κι ο Λουτσιάνο Γκαούτσι που οι ιστορίες του και ο μύθος του περιπλέκονται μέσα στα περίπου 40 χρόνια ενεργούς παρουσίας στα δρώμενα της Ιταλίας. Ο Γκαούτσι εμφανίζεται αρχικά ως οδηγός αστικού λεωφορείου στη Ρώμη, στην ATAC και στη συνέχεια ιδρύει μια εταιρεία καθαρισμού. Το όνομά της «Λα Μιλανέζε» κι ο αστικός μύθος λέει ότι επέλεξε το όνομα γιατί ήθελε να πιάσει η εταιρεία στο δύσκολο και υπεροπτικό βορρά της χώρας. «Δεν θα έκανα δουλειές στη βόρεια Ιταλία, αν ήξεραν ότι έχουμε έδρα τη Ρώμη», φέρεται να έχει πει. Σιγά σιγά μεγαλώνει την εταιρεία και καταφέρνει να κάνει συμβόλαιο με το Μαλπένσα, το αεροδρόμιο του Μιλάνου.

Η μεγάλη του αγάπη όμως είναι τα άλογα (θυμίζοντας μια δική μας περίπτωση). Ο «Μπιγκ Λουτσιάνο» γίνεται ιδιοκτήτης στη Allevamento White Star, μια εταιρεία που μεγαλώνει καθαρόαιμα άλογα για ιπποδρομίες. Αγοράζει ένα καθαρόαιμο ιρλανδέζικο άλογο που κανείς δεν πιστεύει ότι έχει ταλέντο, πέρα από τον Λουτσιάνο. Του δίνει το όνομα Τόνι Μπιν (τόσο σπουδαίο έγινε το άλογο που έχει δικό του λήμμα στη wikipedia), το όνομα είναι ενός Ιταλού ζωγράφου που ο Γκαούτσι είχε γνωρίσει στους δρόμους του Παρισιού και από τον οποίο τελικά αγόρασε και έναν πίνακα. Ο Τόνι Μπιν, μέσα στη ζωή του αυτοδημιούργητου Γκαούτσι, είναι ίσως η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη επιχειρηματική κίνηση. Τον αγοράζει με 12 εκατομμύρια λιρέτες κι ο Τόνι εξελίσσεται σε πουλέν (καλό ε), κατακτώντας ένα σωρό αγώνες. Ανάμεσα σε αυτούς και τον αγώνα της Αψίδας του Θριάμβου, που αν κατάλαβα καλά πρέπει να είναι κάτι σαν το Τσάμπιονς Λιγκ των ιπποδρομιών ή έστω το Γιουρόπα Λιγκ. Ο Γκαούτσι βγάζει ένα σωρό χρήματα από τους αγώνες, αλλά τα περισσότερα τα βγάζει όταν πουλάει τον Τόνι Μπιν σε μια οικογένεια Γιαπωνέζω για περίπου 5 δισεκατομμύρια λιρέτες (μερικά εκατομμύρια Ευρώ).

Έφτασε η στιγμή μετά από τόσα χρόνια στο Σομπρέρο να βάλουμε βίντεο… ιπποδρομίας.
(μετά τα 2′ στο βίντεο το φοβερό φίνις του Τόνι Μπιν)

Ο Γκαούτσι δεν μένει στάσιμος όμως επιχειρηματικά και ιδρύει μια ακόμα εταιρεία, τη Galex, αυτή τη φορά με ρούχα. Έχει όμως ήδη μπει στο ποδόσφαιρο, καθώς γίνεται αντιπρόεδρος της Ρόμα στα χρόνια του Ντίνο Βιόλα. Το σαράκι του παραγοντισμού και η συμβουλή του Τζούλιο Αντρεότι, τότε προέδρου της Ιταλίας, τον οδηγούν στην επόμενη κίνηση. Έτσι, το 1991 αγοράζει την Περούτζια που βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Ο Γκαούτσι βλέπει μια ευκαιρία και όπως κάνει συχνά στη ζωή του, την αρπάζει. Ο Μπιγκ Λουτσιάνο με το κλασικό του χαμόγελο χρησιμοποιεί όσα έχει μάθει στις δουλειές του. Όσα τον έχουν φτάσει εκεί. Τον παρορμητισμό, τα ρίσκα, το να αγοράζει φτηνά και να πουλάει ακριβά. Η Περούτζια μετά την εκπληκτική χρονιά του 1979 (όταν και βγήκε 2η στη Serie A και έγινε η πρώτη αήττητη ομάδα που δεν κατέκτησε πρωτάθλημα στην Ιταλία), πέρασε σε χρόνια παρακμής. Έμπλεξε δυο φορές σε σκάνδαλα και υποβιβάστηκε εξαιτίας τους δύο φορές. Το 1991 τη βρίσκει στην 3η κατηγορία κι ο Γκαούτσι προσπαθεί να την αναστήσει. Για να το καταφέρει, αλλάζει τους προπονητές σαν τα πουκάμισα (από το 1991 μέχρι το 1999 έχει αλλάξει 15 προπονητές).

Πράγματι, το 1993, η Περούτζια κατακτά την άνοδο στα πλέι-οφ. Ο απίστευτος Γκαούτσι λίγο πριν το ταξίδι για το ματς της ανόδου διώχνει τον κόουτς Νοβελίνο που δεν θέλει πολιτικούς να ταξιδεύουν μαζί με την ομάδα στο τσάρτερ. Η απόλυση δεν επηρεάζει την ομάδα. Ο κόσμος στην Περούτζια πανηγυρίζει τελικά την άνοδο. Αλλά για μια ομάδα μπλεγμένη μονίμως σε σκάνδαλα, ένα ακόμα δεν αποτελεί έκπληξη. Βλέπετε, εκείνη τη χρονιά, ο Γκαούτσι έχει πουλήσει ένα άλογο στον πεθερό του διαιτητή Σεντζάκουα, ένα άλογο όμως που προορίζεται για τον ίδιο τον διαιτητή που είναι κι αυτός λάτρης τους. Ο Γκαούτσι έχει συναντηθεί αρκετές φορές με τον Σεντζάκουα κι ο τελευταίος έχει παίξει σε 2 αγώνες την Περούτζια. Ο Λουτσιάνο αρνείται ότι οι συναντήσεις είχαν κάποια σχέση με την μπάλα, αλλά ο διαιτητής πέφτει σε αντιφάσεις. Η Περούτζια τιμωρείται, χάνει την άνοδο και στον Γκαούτσι απαγορεύεται η είσοδος στους αγωνιστικούς χώρους για τρία χρόνια.

Δεν μυρίζει λίγο Ελλαδίτσα; Πέσιμο στον διαιτητή, καβγάς με τον αντίπαλο πρόεδρο…

Τίποτα από όλα αυτά δεν σταματά τον «Λουτσιανόνε». Συνεχίζει να πηγαίνει κανονικά στο γήπεδο και κάθε φορά μαζεύει καινούριο πρόστιμο, το οποίο και πληρώνει σαν κύριος. Θεωρεί ότι υπεύθυνος είναι ο Βιτσέντζο Ματαρέζε, πρόεδρος της Μπάρι, με τον οποίο έχουν κάκιστη σχέση. Η Περούτζια τα καταφέρνει την επόμενη χρονιά και ανεβαίνει στη Β’ εθνική. Όχι φυσικά χωρίς διάφορα τραγελαφικά. Οι παίκτες διαμαρτύρονται έντονα γιατί ο Γκαούτσι τους τιμωρεί σχεδόν μετά από κάθε ήττα. Τους απομονώνει σε ξενοδοχεία μόνο με ψωμί και νερό (!!). Εννοείται ότι αλλάζει κόουτς, παρά την άνοδο, κάνοντας τον βοηθό Βιβιάνι πρώτο προπονητή. Αποκαλύπτεται όμως ότι ο Βιβιάνι δεν έχει δίπλωμα και έτσι ο Γκαούτσι μένει χωρίς κόουτς πριν το ματς με την Ουντινέζε. Κανένα πρόβλημα. Ο τιμωρημένος ιδιοκτήτης, κάθεται ο ίδιος στον πάγκο, δίνει εντολές και καθοδηγεί την Περούτζια (πληρώνοντας φυσικά και το πρόστιμο).

Παρά τις γραφικότητες και τις παραξενιές, ο Γκαούτσι κάνει και σωστά πράγματα. Κυρίως, ξέρει να ανακαλύπτει ταλέντα. Καταφέρνει τελικά και οδηγεί την ομάδα στη Serie A, το όνειρό του γίνεται πραγματικότητα. Το πετυχαίνει με τον Τζιοβάνι Γκαλεόνε στον πάγκο, έναν πολύ αξιόλογο προπονητή, ο οποίος παραλίγο να το πληρώσει με τη ζωή του την επόμενη περίοδο. Μπαίνει στο νοσοκομείο αφού έχει καταρρεύσει ψυχολογικά από την πίεση και βρίσκεται στα όρια καρδιακής ανακοπής. Ο παλιός κόουτς Νοβελίνο τον επισκέπτεται στο νοσοκομείο και βγαίνοντας δηλώνει ότι για όλα φταίει ο Γκαούτσι. Η Περούτζια με παίκτες όπως ο Μίχελ Κρέεκ (που πέρασε από την ΑΕΚ), ο Μάρκο Νέγκρι, ο Λούκα Μπούτσι και με μικρότερο ρόλο οι νεαροί και ταλαντούχοι Ματεράτσι και Γκατούζο βρίσκεται στην 8η θέση την 11η αγωνιστική, αλλά η συνέχεια δεν είναι καλή. Ο Γκαλεόνε απολύεται τελικά, ο Νέβιο Σκάλα έρχεται, αλλά δεν σώζει την ομάδα που υποβιβάζεται.

Από τα χρόνια των επιτυχιών

Η Περούτζια καταφέρνει να ανέβει ξανά και περνάει την πιο σταθερή περίοδο της ιστορίας της, καθώς βρίσκεται στη μέση της βαθμολογίας. Αυτό γίνεται χάρη και στον Σέρσε Κόσμι τον εξίσου εκκεντρικό προπονητή που καταφέρνει να μείνει σταθερός για μεγάλο χρονικό διάστημα και μέχρι τον υποβιβασμό το 2004. Ο Κόσμι οδηγεί την Περούτζια στην κατάκτηση μιας από τις τρεις θέσεις του Ιντερτότο το 2003 («κατακτώντας» το μαζί με τη Βιγιαρεάλ και τη Σάλκε, σε ένα ρεσιτάλ γραφικότητας της ΟΥΕΦΑ) και παίρνει το εισιτήριο για το κύπελλο ΟΥΕΦΑ, εκεί που αποκλείει τον Άρη για να φτάσει στον 3ο γύρο και να χάσει από την PSV του Κέζμαν. Σε όλα αυτά τα χρόνια, ο Γκαούτσι βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο. Ως… οραματιστής ανοίγει την πόρτα του συλλόγου σε παίκτες από άλλες ηπείρους. Αυτό έχει άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά αποτελέσματα. Είναι αυτός που φέρνει τον Χιντετόσι Νακάτα το 1998 στην Ιταλία και δικαιώνεται από την μετέπειτα πορεία του Γιαπωνέζου, τον μοσχοπουλάει στη Ρώμη, αφού οι φανέλες της Περούτζια ξεπουλάνε στην Ιαπωνία κι ο Γκαούτσι συναντά σε δείπνο τον πρωθυπουργό της Ιαπωνίας. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ο Μπιγκ Λουτσιάνο θα μπει στα πολιτικά.

Παράλληλα, γίνεται διάσημος παγκοσμίως όταν το 2002 μετά τον διαβόητο αποκλεισμό της Ιταλίας από τη Ν. Κορέα στο Μουντιάλ δηλώνει ότι δεν θα πληρώνει το Νοτιοκορεάτη παίκτη του Αν, που σκόραρε το γκολ και «έβλαψε το ποδόσφαιρο της χώρας». Μετά από τον χαμό, παίρνει πίσω την απόφασή του και προσπαθεί να τον κρατήσει στην ομάδα, αλλά δεν τα καταφέρνει. Παίρνει στην Περούτζια… δέκα Αιθίοπες διεθνείς που ζητούν πολιτικό άσυλο (ελπίζοντας να πιάσει κελεπούρι), αλλά τελικά κανείς δεν παίζει. Ο Γκαούτσι όμως κερδίζει το παράσημο του «Ιππότη της Ειρήνης» γι’ αυτό. Φέρνει δύο παίκτες από το Εκουαδόρ που μαθαίνει από το Ίντερνετ, ένας εξ αυτών ο Ιβάν Καβιέδες από την Έμελεκ, 1ος σκόρερ στη χώρα που τελικά γίνεται γυρολόγος. Φυσικά ανοίγει και τον δρόμο για Έλληνες, όπως ο Ζήσης Βρύζας κι ο Τραϊανός Δέλλας, αλλά κι οι Λουμπούτης και Ναλιτζής. Εκτός από Γιαπωνέζο και Κορεάτη, φέρνει και τον πρώτο Κινέζο στην Ιταλία. Τον Μα Μινγκιού. Ο Γκαούτσι έχει δει τον αγώνα Κίνας-Ιαπωνίας και εντυπωσιάζεται από έναν παίκτη. Ο αστικός μύθος λέει ότι οι σκάουτερ της Περούτζια, στο επόμενο ματς της Κίνας είδαν την ομάδα με διαφορετικά νούμερα και παίκτες σε άλλες θέσεις, οπότε βλέπουν κάποιον άλλον παίκτη και τελικά φέρνουν άλλον στην Ιταλία. Αν και η ιστορία ακούγεται τραβηγμένη, το σίγουρο είναι ότι ο Μα Μινγκιού μοιάζει πολύ μεγαλύτερος από τα 27 του, δεν μιλάει σε κανέναν κι οι Ιταλοί τον φωνάζουν Λούκα. Δεν παίζει παρά μόνο σε ένα φιλικό και πηγαίνει στη Β’ ομάδα, εκεί που του κολλάνε το παρατσούκλι «ο παππούς. Κι αν ο Κινέζος βγήκε παλτό, το μεγαλύτερο παλτό στα χρόνια Γκαούτσι δεν ήταν από την Ασία (ο Γκαούτσι έφερε και Ιρανούς), αλλά από την Αφρική.

Ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Δίπλα του ο Αλεσάντρο ντελ Πιέρο.

Ο Αλ Σαάντι Καντάφι είναι γιος του Μουαμάρ Καντάφι και από μικρός λάτρευε το ποδόσφαιρο. Το όνειρό του να γίνει σπουδαίος και τρανός ποδοσφαιριστής ήταν εύκολη στη Λιβύη που δύσκολα κάποιος τον μάρκαρε στενά και έκανε κουμάντο. Αλλά τα πράγματα άλλαξαν όταν μετά έγινε παίκτης της Περούτζια. Ο Γκαούτσι ελπίζοντας σε οικονομική βοήθεια από το κράτος της Λιβύης και αφού ο Μπερλουσκόνι του λέει ότι θα έτσι θα βελτιωθούν οι σχέσεις των δύο χωρών, τον έφερε στην Ιταλία και τον υποδέχτηκε με όλες τις τιμές που άρμοζαν. Οι κάμερες του Αλ Τζαζίρα τον ακολουθούσαν στις προπονήσεις, στις οποίες φτάνει με την κατακίτρινη Λαμποργκίνι του. Έχει κλείσει έναν όροφο γι’ αυτόν και τη γυναίκα του στο ξενοδοχείο πέντε αστέρων που μένει. Ο Γκαούτσι τον παρουσιάζει ως παράδειγμα μάλιστα στους άλλους παίκτες του, να δουν τι θυσίες κάνει ένας πλούσιος άνθρωπος για να παίξει ποδόσφαιρο, ενώ αυτοί τεμπελιάζουν. Πράγματι, ο Καντάφι έχει προσλάβει για γυμναστή τον Μπεν Τζόνσον μπας και καταφέρει να σταθεί στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Δεν αποτελεί έκπληξη σε κανέναν όταν βρίσκεται ντοπαρισμένος. Ο Καντάφι δεν είναι φυσικά σε επίπεδο Περούτζια, δεν είναι σε επίπεδο ούτε για 5×5. Παίζει 15 λεπτά σε ένα ματς με τη Γιουβέντους κόβοντας βόλτες στον αγωνιστικό χώρο κι αυτό είναι. Περνάει από Ουντινέζε και Σαμπντόρια με την ίδια επιτυχία και τελικά αργότερα γίνεται αρχηγός των ειδικών δυνάμεων στη Λιβύη (ξεκάθαρα επειδή το αξίζει). Πριν λίγα χρόνια πάντως, εμφανίστηκε στο ebay η (ας πούμε) ιδρωμένη φανέλα του από εκείνο το ματς, με τιμή 10.000 δολάρια.

Την ίδια περίοδο, ο Γκαούτσι αγοράζει κι άλλες ομάδες, όπως τις Βιτερμπέζε και Σαμπενετέζε, αλλά και την Κατάνια στην οποία βάζει πρόεδρο τον 23χρονο γιο του Ρικάρντο. Έτσι, για να παίζει. Στη Βιτερμπέζε (που την έχει για θυγατρική της Περούτζια) κάνει ακόμα κάτι ξεχωριστό. Βάζει μια γυναικά για προπονητή, την παλιά διεθνή επιθετικό Καρολίνα Μοράτσε, τραβώντας για μια ακόμα φορά τα φώτα πάνω του. Η Μοράτσε αντέχει μόλις δύο αγώνες στον πάγκο, αφού παραιτείται γιατί δεν ανέχεται τις παρεμβάσεις του (τουλάχιστον ξέρουμε ότι δεν ήταν κάτι σεξιστικό, ο Λουτσιανόνε το κάνει ανεξαρτήτως φύλου).

Εδώ με την Ελιζαμπέτα Τουλιάνι, από ένα φλογερό έρωτα το 2002. Η Τουλιάνι είναι η συμβία του γνωστού πολιτικού Τζανφράνκο Φίνι πλέον.

Όπως συνήθως γίνεται, η απότομη άνοδος έχει ως αποτέλεσμα μια ακόμα πιο απότομη πτώση. Ο Γκαούτσι συνεχίζει να προσπαθεί να αποκτήσει τη δημοσιότητα που τόσο ποθεί. Θέλει να υπογράψει γυναίκα ποδοσφαιριστή για να παίξει στην ανδρική ομάδα, τα βάζει με την Ομοσπονδία, αλλά τα πραγματικά προβλήματα είναι άλλα. Η Περούτζια χρωστάει. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλους συλλόγους, αλλά ο Γκαούτσι δεν έχει να πληρώσει ούτε κάποιες δόσεις. Η Περούτζια μετά από βασανιστικά μπαράζ υποβιβάζεται το 2004 και περίπου ένα χρόνο μετά πτωχεύει. Ο Γκαούτσι φεύγει στον Άγιο Δομίνικο «για διακοπές» με ένα ένταλμα να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του. Οι διακοπές κρατάνε τρία ολόκληρα χρόνια, ενώ οι γιοι του Αλεσάντρο και Ρικάρντο (στους οποίους έχει αφήσει την Περούτζια) καταδικάζονται και μπαίνουν φυλακή. Οι κατηγορίες είναι ότι πάνω από 40 εκατομμύρια € από τα ταμεία της Περούτζια πήγαν σε άλλες επιχειρήσεις της οικογένειας, ενώ τα 20 εκατομμύρια για τη μεταγραφή του Νακάτα στη Ρόμα χάθηκαν κάπου στον δρόμο. Ο Γκαούτσι αποκτά ακόμα έναν γιο στα 71 του, το κλίμα του Σάντο Ντομίνγκο βοηθάει. Μετά από τρία χρόνια και αφού έχει πετύχει η ποινή του για τρία χρόνια να είναι με αναστολή επιστρέφει στην Ιταλία. Από τότε χάνεται. Αντιμετωπίζει και προβλήματα υγείας, οπότε οι εμφανίσεις του είναι λίγες. Ο γιος του Ρικάρντο συνεχίζει το έργο του μπαμπά, καθώς γίνεται ιδιοκτήτης της Φλοριάνα στη Μάλτα. Ο Γκαούτσι είναι ένας από τους τελευταίους αντιπροσώπους ενός ποδοσφαίρου που πεθαίνει. Είναι δύσκολο πλέον να συναντήσεις τέτοιες μορφές. Ίσως και για το καλύτερο.

Η μπάλα στην κοιλάδα του Ρουρ

  [5 Σχόλια]

Στα δυτικά της Γερμανίας, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, υπάρχει η κοιλάδα του Ρουρ που πλέον αποτελεί τη μεγαλύτερη αστική περιοχή στη χώρα και μια από τις μεγαλύτερες της Ευρώπης. Η διαφορά αυτής της περιοχής είναι ότι δεν έχουμε μία μεγάλη πόλη που σιγά σιγά απορρόφησε κι άλλες (όπως για παράδειγμα συμβαίνει σε αστικά κέντρα όπως το Παρίσι, η Κωνσταντινούπολή ή το Μπουένος Άιρες), αλλά ένα πολυκεντρικό σύστημα. Πολλές πόλεις δηλαδή που αναπτύχθηκαν παράλληλα κατά τη βιομηχανική επανάσταση με αποτέλεσμα πλέον να μην ξεχωρίζουν και να μιλάμε για ένα ενιαίο αστικό κέντρο. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι οι πόλεις δεν κράτησαν το δικό τους χαρακτήρα. Και αν τα υπόλοιπα «κάστρα» έπεσαν, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει το ποδόσφαιρο για να κρατάει τις διαφορές, τις κόντρες και να ξεχωρίζει τον έναν από τον άλλον.

Στην περιοχή του Ρουρ υπάρχουν ένα σωρό ομάδες, πολλές από αυτές με μεγάλη ιστορία. Σάλκε, Ντόρτμουντ, Μπόχουμ, Ντούισμπουργκ, Ομπερχάουζεν και Έσεν. Αν σε αυτές προσθέσουμε τις πόλεις που δεν ανήκουν στην περιοχή του Ρουρ, αλλά στην ευρύτερη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία έχουμε ακόμα την Κολωνία, τη Λεβερκούζεν, τη Ντίσελντορφ, την Γκλάντμπαχ και αρκετές ακόμα. Για να το κάνουμε πιο κατανοητό, σκεφτείτε ότι όλες αυτές οι ομάδες είναι στο Ρουρ σε αποστάσεις περίπου 20 χιλιομέτρων και οι υπόλοιπες είναι σε απόσταση επιπέδου Αθήνα-Κόρινθος. Οι επιλογές για έναν «τουρίστα» να δει μπάλα είναι πάρα πολλές. Η δική μου επιλογή ήταν η Σάλκε και το Γκελσενκίρχεν.

Η περιοχή του Ρουρ

Το ποδόσφαιρο στη Γερμανία έχει μεγάλη ιστορία και αυτό φαίνεται στην περηφάνια με την οποία οι γερμανικές ομάδες επιδεικνύουν το πότε ιδρύθηκαν. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Fußballclub Gelsenkirchen-Schalke 04 e. V, όπως είναι το πλήρες όνομα, για το 1904 όταν και ιδρύθηκε. Το 1840 η κοιλάδα του Ρουρ ήταν μια ξεχασμένη αγροτική περιοχή, το Σάλκε ένα χωριουδάκι 400 κατοίκων και το Γκελσενκίρχεν (η μεγαλύτερη πόλη) είχε περίπου 6.000 κατοίκους, όπου σχεδόν όλοι δούλευαν σαν ανθρακωρύχοι. Το 1900 το Γκελσενκίρχεν είχε φτάσει τους 138.000 κατοίκους και το Σάλκε ήταν πλέον τμήμα του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, μια παρέα γιων ανθρακωρύχων ίδρυσε το σύλλογο, αλλά χρειάστηκαν ακόμα δέκα μέχρι να λάβει συμμετοχή σε κάποια επίσημη διοργάνωση. Το ποδόσφαιρο γρήγορα έγινε η αγαπημένη ασχολία της περιοχής. Οι ανθρακωρύχοι ήταν τόσο παίκτες της ομάδας, όσο και θεατές. Η Σάλκε έφτιαξε το πρώτο της γήπεδο το 1928 και συχνά είχε πάνω από 30.000 θεατές στους αγώνες της. Το 1973 χτίστηκε το στάδιο στο οποίο πολλοί από εμάς μάθαμε τη Σάλκε, το Παρκστάντιον. Και το 2001 χτίστηκε η Αουφ Σάλκε Αρένα, ένα γήπεδο που χωράει 62.000 θεατές (ή 54.000 στα ευρωπαϊκά).

Σε αντίθεση με άλλα μέρη της Ευρώπης, στο Γκελσενκίρχεν ένα μεγάλο μέρος των φιλάθλων πηγαίνει με τα αυτοκίνητά του στο γήπεδο. Το Βέλτινς Αρένα (από την τοπική μπύρα που είναι σπόνσορας) βρίσκεται πολύ κοντά στην έξοδο της «εθνικής οδού», με εύκολη πρόσβαση και αρκετά πάρκινγκ. Έφτασα στην περιοχή πολύ πριν το παιχνίδι, περίπου 2 ώρες, αλλά ήδη κόσμος πήγαινε προς το γήπεδο. Δεν γίνεται να μπερδέψεις κάποιον οπαδό με κάποιον κάτοικο ή περαστικό. Ο λόγος; Σχεδόν όλοι φοράνε φανέλες της ομάδας. Σε τέτοιο ποσοστό που δεν το έχω ξαναδεί. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι 8 στους 10 θεατές φορούσαν εμφάνιση της Σάλκε. Φανέλες καινούριων παικτών, φανέλες με τα δικά τους ονόματα, αλλά και φανέλες παλιές, με το όνομα του Ραούλ να μην έχει ξεχαστεί.

Το γήπεδο της Σάλκε βρίσκεται σε ένα προάστιο, μέσα στα δέντρα και το πράσινο. Είναι χτισμένο πολύ κοντά στο παλιό γήπεδο, σε ένα λοφάκι. Ακολουθώντας το μπλε ποτάμι των οπαδών φτάνεις στον περιβάλλοντα χώρο για να πιεις την πρώτη μπύρα σου, να φας το πρώτο λουκάνικο. Πριν το παιχνίδι που παρακολούθησα, το Σάλκε-Χέρτα, η τοπική ομάδα δεν είχε ακόμα νίκη στην Μπουντεσλίγκα και κυρίως δεν είχε καν σκοράρει. Η σεζόν δεν αναμένεται σπουδαία. Αυτό όμως δεν πτόησε τον κόσμο να χαρεί το Σάββατό του, έχοντας πάει στο γήπεδο πριν ακόμα ανοίξουν οι πόρτες. Εξωτερικά, η Αρένα της Σάλκε δεν εντυπωσιάζει. Τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, δεν μου φάνηκε κάποιο αρχιτεκτονικό αριστούργημα. Την ίδια αίσθηση είχα όταν είδα και την Αλιάνζ Αρένα στο Μόναχο ημέρα, χωρίς τα φώτα.

Μετά την πρώτη στάση για την πρώτη μπύρα, πήραμε το δρόμο για τις θέσεις μας. Αν δεν έχεις δει ξανά ματς σε σοβαρή χώρα, σου έρχεται ένα πολιτισμικό σοκ βλέποντας οπαδούς της Χέρτα με τις φανέλες τους να περνούν ανενόχλητοι ανάμεσα στους οπαδούς της Σάλκε. Σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Το είχα δει και σε άλλα παιχνίδια στο εξωτερικό, αλλά αυτή τη φορά μου έκανε εντύπωση η παντελής έλλειψη αστυνομίας. Σαν να βρισκόσουν σε ένα εμπορικό κέντρο για βόλτα. Σίγουρα το ίδιο δεν θα συμβαίνει σε ματς με τη Ντόρτμουντ ή την Μπάγερν, αλλά και πάλι είναι εντυπωσιακό.


Το μπαράκι των οπαδών μέσα στο γήπεδο

Η έλλειψη ενθουσιασμού για το εξωτερικό του γήπεδο, αντικαταστάθηκε από το θαυμασμό μετά τον έλεγχο των εισιτηρίων και την είσοδο στο εσωτερικό. Μπορείς να γυρίσεις όλο το γήπεδο περιμετρικά χωρίς να μπεις στις εξέδρες, όπως συμβαίνει σε όλες αυτές τις «αρένες». Παντού μπορείς να αγοράσεις μπύρες και φαγητό, με ένα σύστημα που υπάρχει και σε άλλα γερμανικά γήπεδα. Παίρνεις μια κάρτα την «γεμίζεις» με χρήματα και τη χρησιμοποιείς για τις αγορές σου. Εκτός από το φαγητό και μπύρα (σύμφωνα με τη wikipedia υπάρχει η δυνατότητα διάθεσης 52.000 λίτρων μπύρας, 1.000 τετραγωνικών μέτρων πίτσας, 6.000 πρέτζελ και 2.500 κιλών λουκάνικου ανά αγώνα), υπήρχαν και μπουτίκ της ομάδας με αρκετά προϊόντα και φυσικά ένα μπαρ «οπαδών». Μετά από μία βόλτα, ήρθε η ώρα για την είσοδο στις εξέδρες. Το γήπεδο είναι πανέμορφο μέσα. Το πέταλο της Nordkurve μπορεί να μην είναι αντίστοιχο με το «Κίτρινο Τείχος» των μισητών γειτόνων της Ντόρτμουντ, αλλά όταν γεμίζει προκαλεί κι αυτό δέος. Όλοι όρθιοι (όπως είπαμε, η χωρητικότητα στα ματς της Μπουντεσλίγκα είναι μεγαλύτερη κι ο λόγος είναι οι εξέδρες των ορθίων), όλοι στα μπλε, με σημαίες, πανό και φωνή χωρίς σταματημό. Μια υπέροχη ατμόσφαιρα.

Παρά τον… αντιτουριστικό αντίπαλο και τη μέτρια κατάσταση της ομάδας (μία μόλις εβδομάδα πριν η Σάλκε είχε ηττηθεί με 0-3 από την Μπάγερν), οι εξέδρες άρχισαν να γεμίζουν. Να γεμίζουν με υγεία. Νέοι, ηλικιωμένοι, παιδιά και γυναίκες. Πολλές γυναίκες. Σύμφωνα με μια καταμέτρηση του 2014 το 20% των μελών της Σάλκε είναι γυναίκες. Κι όταν μιλάμε για μέλη, μιλάμε για 155.000 ανθρώπους. Και δίπλα σε όλους αυτούς, οι ηρωικοί οπαδοί της Χέρτα που βλέπουν κι αυτοί την ομάδα τους σε μέτρια κατάσταση, αλλά ήρθαν από το Βερολίνο, πήραν θέσεις στην εξέδρα, έβγαλαν τα τύμπανα και ξεκίνησαν το τραγούδι τους.

Μπυρίτσα και μπαλίτσα…

Κάτω από την ανοιχτή οροφή, ένας παρουσιαστής έκανε εκπομπή που την έβλεπες στην εντυπωσιακή οθόνη του γηπέδου. Καλεσμένοι, διαγωνισμοί για φιλάθλους (διαφορετικοί «σύνδεσμοι» οπαδών κοντραρίστηκαν σε πεναλτάκια), το πρόγραμμα της αγωνιστικής (το όνομα της Ντόρτμουντ δεν το λέει κανείς, η αναφορά ήταν «οι κίτρινοι»), φάσεις από τον προηγούμενο αγώνα, αφιερώματα. Και φυσικά, πριν βγει η ομάδα, ένα βίντεο με τον ύμνο και σκηνές από την ιστορία του συλλόγου. Βλέπετε, στη Σάλκε είναι περήφανοι για το εργατικό τους παρελθόν και το βίντεο είχε ένα σωρό πλάνα από τους ανθρακωρύχους του περασμένου αιώνα, ενώ και η έξοδος από τα αποδυτήρια είναι φτιαγμένη έτσι, σαν σήραγγα.

Άλλωστε, οι μεγαλύτερες στιγμές του συλλόγου ήταν σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Η κορυφαία Σάλκε όλων των εποχών κατέκτησε έξι πρωταθλήματα από το 1934 ως το 1942, σπάζοντας πολλά ρεκόρ, έχοντας παίκτες αποκλειστικά ντόπιους, πολλοί εκ των οποίων δούλευαν παράλληλα στα ορυχεία. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι η Σάλκε έπαιζε τότε ένα διαφορετικό ποδόσφαιρο, μακριά από το βρετανικό στιλ του σκληρού παιχνιδιού με τις μακρινές μπαλιές, με πολλές μικρές κοντινές πάσες και το στιλ της ήταν επηρεασμένο από την αυστριακή Wunderteam. Οι ντόπιοι περηφανεύονται για την ιστορία της εργατικής Σάλκε. Το θέμα είναι ότι εκείνη η περίοδος συνέπεσε με το ναζισμό στη Γερμανία.

Αφού η Γερμανία προσπάθησε αρχικά να αγνοήσει όλα αυτά που είχαν γίνει, άρχισε πιο πρόσφατα να αναμοχλεύει κριτικά το παρελθόν. Μέσα σε αυτό το κλίμα λοιπόν, έγινε η προσπάθεια να βρεθεί αν η Σάλκε ήταν ευνοημένη από τους Ναζί. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, δεν υπάρχει κάποια σύνδεση. Υπέκυψε κι αυτή στις διώξεις των Εβραίων από τους αθλητικούς συλλόγους, ακολούθησε κατά γράμμα τις εντολές του καθεστώτος, είχε παίκτες μέλη του ναζιστικού κόμματος, αλλά αυτά συνέβησαν σε όλες τις ομάδες της χώρας. Εύνοια όμως δεν υπήρχε, απλώς τα κατορθώματα εκείνης της Σάλκε έγιναν προπαγάνδα για το μεγαλείο της γερμανικής φυλής, ένα ακόμα εργαλείο εκμετάλλευσης των Ναζί. Όπως αναφέρεται και στο αξιόλογο βιβλίο Tor!: The Story of German Football, πολλοί παίκτες της Σάλκε υποστήριζαν ότι στον τελικό του 1941 αδικήθηκαν ώστε το πρωτάθλημα να το κατακτήσει η Ραπίντ Βιέννης για πολιτικούς λόγους, λόγω της αυστριακής της προέλευσης. Πριν λίγα χρόνια, οι αγγλικοί Times παρουσίασαν μια λίστα δημοσιογραφικού επιπέδου Buzzfeed με τους «50 χειρότερους ποδοσφαιρικούς οπαδούς». Εκεί ανέφεραν ότι ο Χίτλερ ήταν οπαδός της Σάλκε. Ο Αδόλφος βέβαια δεν είχε καμία επαφή με το ποδόσφαιρο (η ιστορία λέει ότι είδε ένα παιχνίδι μόνο στην ζωή του από κοντά, αυτό της Γερμανίας με τη Νορβηγία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 κι αυτό γιατί του είχαν πει ότι η Γερμανία πάει φουλ για το χρυσό μετάλλιο. Ο Φίρερ έξαλλος αποχώρησε όταν οι Νορβηγοί έγραψαν το τελικό 2-0, καθώς λίγες μέρες πιο πριν είχε δει τον Τζέσε Όουενς να του χαλάει τη διάθεση). Η Σάλκε έκανε έρευνα, δεν βρήκε τίποτα και έβγαλε μια γλαφυρή ανακοίνωση:

Επιστροφή όμως στο 2019. Το παιχνίδι δεν ήταν κάτι το εντυπωσιακό, η Χέρτα ήταν τραγική κι η Σάλκε καλύτερη, κερδίζοντας με 3-0. Οι ηρωικοί οπαδοί της Χέρτα δεν σταμάτησαν να τραγουδούν ούτε λεπτό. Ακόμα και μετά τα γκολ, το τύμπανο συνέχιζε, τα συνθήματα το ίδιο, σε ένα μάθημα οπαδικής στήριξης. Μετά το τέλος, οι παίκτες της πήγαν κοντά τους σε μια κίνηση «συγγνώμης» και τότε μόνο ορισμένοι από τους οπαδούς άρχισαν να φωνάζουν τα παράπονά τους. Την ίδια στιγμή, οι νικητές στήθηκαν απέναντι στη Nordkurve, αποθεώθηκαν, πανηγύρισαν, λες και είχαν πάρει κάποιον τίτλο. Οι 58.875 θεατές ζούσαν τη γιορτή μέχρι το τέλος. Γνωρίζοντας ότι η ομάδα τους θα δώσει μάχη λογικά κάπου στη μέση της κατηγορίας.

 

View this post on Instagram

 

A post shared by El Sombrero (@sombrerogr) on

Προσωπικά δεν συμπαθώ ιδιαίτερα κάποια γερμανική ομάδα. Αντιπαθώ μάλιστα την εθνική Γερμανίας. Αλλά έχοντας πλέον εμπειρία από διαφορετικά γήπεδα, μπορώ να πω ότι το γερμανικό ποδόσφαιρο, η γερμανική ποδοσφαιρική κουλτούρα είναι αυτή τη στιγμή συνολικά η πιο υγιής στην Ευρώπη. Σούπερ γήπεδα και ένα απόλυτα οργανωμένο πρωτάθλημα. Σε βαθμό που κρατάει τις ανέσεις και τα θετικά του «μοντέρνου ποδοσφαίρου», αλλά δεν γίνεται Premier League των ζάμπλουτων μυστήριων ξένων επενδυτών που αλλοιώνουν ιστορίες ομάδων (με εξαίρεση τη Λειψία), ούτε των σεκιουριτάδων που έρχονται να σου κάνουν παρατήρηση αν σηκωθείς όρθιος. Σεβασμός στους φιλάθλους, οπαδική κουλτούρα και παλμός, σε αντίθεση π.χ. με τα ισπανικά γήπεδα που κατά κύριο λόγο η ατμόσφαιρα είναι υγιής μεν, αλλά σε πολλά λίγο νερόβραστη, αλλά και με τα ιταλικά γήπεδα που οι ultras είναι συχνά κοινοί εγκληματίες. Κάθε σύγκριση με μια χώρα νοσηρής νοοτροπίας, άθλιων γηπέδων, οπαδών που ζουν για τη νίκη με κάθε τρόπο, παραγόντων που η θέση τους είναι στη φυλακή, φιλάθλων που δεν στηρίζουν τοπικές ομάδες και προτιμούν το καφενείο είναι χωρίς νόημα. Μπορούμε όμως πάντα να ελπίζουμε.

Σχετικά κείμενα:
Περπατώντας στη Νάπολη
Βλέποντας μπάλα στο Άμστερνταμ
‘Ενα μεσημέρι στο Λεβερκούζεν
Βλέποντας ποδόσφαιρο στην Ευρώπη
Μια μέρα στο Σαν Σεμπαστιάν

Όταν το Μαρακανά έγινε ροντέο

  [3 Σχόλια]

Δύο από τις σταθερές του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου είναι ότι πρέπει να παίζεται συνέχεια ποδόσφαιρο κι ότι οι «βεντέτες» μεταξύ των παικτών κρατούν καιρό. Μεταξύ του 1956 και του 1970 έλαβε χώρα η διοργάνωση με το όνομα «Κύπελλο του Ατλαντικού» στην οποία έπαιζαν κατά κύριο λόγο η Αργεντινή, η Βραζιλία και η Ουρουγουάη (γιατί ποτέ τα μεταξύ τους ματς δεν είναι αρκετά), αλλά και η Παραγουάη, παρ’ ότι αν δεν κάνω λάθος δεν βρέχεται ούτε από τον Ατλαντικό, ούτε από κάποια άλλη θάλασσα. Μη φανταστείτε ότι το κύπελλο γινόταν συχνά. Το κάναμε μια φορά το 1956, μια ακόμα το 1960 και το θυμηθήκαμε μετά από άλλα 16 χρόνια το 1976. Από τότε δεν έχει ξαναγίνει, αλλά με τις γραφικότητες του Κόπα Αμέρικα, δεν θα μου κάνει εντύπωση το 2056 να το ξαναδούμε για κάποιο επετειακό «σεντενάριο».

Η ιστορία που θα διηγηθούμε σήμερα έγινε στο τελευταίο Κόπα ντελ Ατλάντικο της ιστορίας. Οι τέσσερις ομάδες έπαιξαν μίνι πρωταθληματάκι με διπλούς αγώνες και κανονική βαθμολογία, ξεκινώντας το Φεβρουάριο και τελειώνοντας τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς. Στο πρώτο ματς μεταξύ Ουρουγουάης και Βραζιλίας στο Μοντεβιδέο, οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν με 1-2. Από δω και πέρα οι διηγήσεις έχουν διαφορά ανάλογα από ποια πλευρά τις διαβάζεις, αλλά θα προσπαθήσουμε να είμαστε όσο πιο πιστοί στα γεγονότα.  Το πρώτο παιχνίδι είχε τρεις αποβολές, μία εκ των οποίων ήταν αυτή του Ριβελίνο που πάτησε τον Μουνίς, εξοργίζοντας τους Ουρουγουανούς που κάτι τέτοια δεν τα ξεχνούν.

Στο δεύτερο ματς στο Μαρακανά εμφανίστηκαν προετοιμασμένοι. Όπως διηγήθηκε χρόνια αργότερα ο Χέμπερτ Ρεβέρτια (που μπήκε αλλαγή σε εκείνο το ματς), αρκετοί παίκτες της ομάδας έφαγαν ώρες με γυαλόχαρτο στο χέρι, για να κάνουν τις μεταλλικές τάπες στα παπούτσια τους πολύ αιχμηρές. Η Ουρουγουάη ήταν αυτή που βρέθηκε μπροστά στο σκορ με μια γκολάρα του Τόρες και πήγε στα αποδυτήρια με 0-1. Λίγα λεπτά αργότερα ο δυστυχής Μάρκος Αντόνιο βρέθηκε κάτω από ένα φάουλ Ουρουγουανού και ένας δεύτερος Ουρουγουανός, ο Νταρίο Περέιρα, προσγειώθηκε κατά λάθος (λέμε τώρα) στην πλάτη του Μάρκος Αντόνιο και με τα δύο πόδια (και φυσικά με τις μυτερές τάπες). Ο έξαλλος Ριβελίνο πήγε και τράβηξε το μαλλί του Περέιρα κι η πρώτη φασαρία της ημέρας ήταν γεγονός.

Το βίντεο του ιστορικού αγώνα. Αν βαριέστε να το δείτε ολόκληρο, ξεκινήστε από τα 7 λεπτά για να απολαύστε το επεισοδιακό τέλος.

Η Βραζιλία μετά από μία ωραία προσπάθεια του Ριβελίνο και ένα πολύ καλό σουτ ισοφάρισε σε 1-1 στο 2ο ημίχρονο. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Βραζιλιάνος διαιτητής (από τον οποίοι οι Ουρουγουανοί είχαν ήδη παράπονα) έδωσε ένα ανύπαρκτο πέναλτι υπέρ της χώρας του. Οι Ουρουγουανοί ήταν έξαλλοι. Ο Ζίκο το εκτέλεσε εύστοχα γράφοντας το 2-1 και το ματς έγινε ροντέο. Οι Ουρουγουανοί έμειναν με 10 παίκτες λίγο αργότερα, με μια μάλλον υπερβολική απευθείας κόκκινη για ένα φάουλ (σε ποιον άλλον) στον Ριβελίνο στο κέντρο του γηπέδου. Ο Βραζιλιάνος σταρ άνοιξε διαμάχη με τον Σέρχιο «Κολάτσο» Ραμίρες, ενώ λίγο αργότερα του έδωσε και μια αγκωνιά. Στο 89ο λεπτό του παιχνιδιού, ο Ζίκο πήρε την μπάλα λίγο μετά το κέντρο. Ο «λευκός Πελέ» έκανε μια μαγική προσπάθεια περνώντας τρεις αντιπάλους σε ένα σλάλομ βγαλμένο από highlights. Το highlight όμως ήταν τελικά το τέλος της προσπάθειας. Λίγο πριν ο Βραζιλιάνος πατήσει στην περιοχή και βρεθεί τετ-α-τετ, ο Ραμίρες πιστός στο ουρουγουανικό του DNA έκανε ένα δολοφονικό τάκλιν που στη wikipedia πρέπει να μπαίνει στον ορισμό του «ή ο παίκτης ή η μπάλα». Από αυτά που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο σηκώνεσαι, βλέπεις την κόκκινη, δίνεις το χέρι στον διαιτητή και αποχωρείς. Βέβαια, το 1976, ούτε ο κακός Βραζιλιάνος εκείνης της ημέρας δεν έδωσε κόκκινη.

Όπως ήταν λογικό, στο γήπεδο επικράτησε πανικός. Ο Ριβελίνο έτρεξε αμέσως πάνω από τον Ζίκο. Μέσα στο χαμό, ο Ρεβέρτια (με τις μυτερές του τάπες) έριξε μια γρήγορη κλωτσιά στο αριστερό πόδι του Ριβελίνο. Ο Ριβελίνο πιστεύοντας ότι τον χτύπησε ο Ραμίρες του δίνει μία στο πρόσωπο (με το Ραμίρες να ματώνει στα χείλη) και τελικά ο Ραμίρες που έχει θολώσει ακούει το: «Κολάτσο, όχι τώρα. Μόλις τελειώσει το παιχνίδι» και συγκρατείται. Ο διαιτητής ηρωικά ηρεμεί την κατάσταση χωρίς χρήση κάρτας (!!) και το φάουλ εκτελείται. Η Ουρουγουάη παίρνει την μπάλα, αλλά ο διαιτητής δεν αφήνει το παιχνίδι να συνεχιστεί και σφυρίζει τη λήξη. Τη στιγμή του σφυρίγματος την μπάλα την έχει ο «Κολάτσο» Ραμίρες και ο Ριβελίνο είναι λίγο πιο δίπλα του.

«Ήμουν μόλις 24, γεμάτος αδρεναλίνη και ορμόνες. Θυμήθηκα τι είχε συμβεί και απλά έτρεξα»
– Σέρχιο Ραμίρες, σε συνέντευξή του στη Globo το 2011

Ο Ριβελίνο κινείται προς τα αποδύτηρια. Ο Ραμίρες αφήνει την μπάλα και σαν τρελός γυρίζει προς το μέρος του εχθρού. Κάποιοι συμπαίκτες του τρέχουν να τον προλάβουν, ο Ριβελίνο αντιλαμβάνεται ότι έρχεται το τέλος και κάνει την πιο γρήγορη κούρσα της ζωής του, ενώ ο Ραμίρες τον κυνηγά να τον πιάσει. Τόσο γρήγορη, που κατεβαίνει τα σκαλιά των αποδυτηρίων με τον… κώλο, καθώς έχει γλιστρήσει, σε ένα τρομερά κωμικό στιγμιότυπο. Αναπληρωματικοί και διάφοροι… περαστικοί εμποδίζουν τον Ραμίρες και αρχίζει ένα σκηνικό από ταινία δράσης με μπουνιές και κλωτσιές. Γρήγορα έρχονται κι οι άλλοι παίκτες (ο θηριώδης τερματοφύλακας της Βραζιλίας Ζαΐρο ξεχωρίζει) και πέφτει το ξύλο της αρκούδας. Ο Ρεβέρτια τρέχει να μπει στα αποδυτήρια και να σωθεί όταν βλέπει έναν δημοσιογράφο να κραδαίνει το μαγνητοφωνάκι στο χέρι και να έρχεται κατά πάνω του. Χωρίς δεύτερη σκέψη του δίνει μια γερή στο πρόσωπο και κατεβαίνει τις σκάλες, βγάζοντας και τη φανέλα του για να μην τον αναγνωρίσουν. Οι Ουρουγουανοί κλειδώνονται στα αποδυτήρια. Οι Βραζιλιάνοι χτυπούν τις πόρτες φωνάζοντας «Αστυνομία, αστυνομία, ανοίξτε». Η απάντηση είναι «δεν είμαστε τρελοί για να ανοίξουμε».

Οι Βραζιλιάνοι… διαπραγματεύονται: «Ας έρθουν έξω το 6 και το 16 (Ραμίρες και Ρεβέρτια) και θα ηρεμήσουν τα πράγματα». Οι Ουρουγουανοί τελικά αποδέχονται (στον πόλεμο πρέπει να θυσιάζεις μερικούς στρατιώτες). Οι δυο παίκτες συλλαμβάνονται, μπαίνουν στο περιπολικό και πηγαίνουν στο τμήμα όπου γίνεται χαμός. Ο δημοσιογράφος που ο Ρεβέρτια χτύπησε είναι μες τα αίματα, με πρησμένο το στόμα του, τέσσερα σπασμένα δόντια και δεν μπορεί να μιλήσει. Κιμπάρης όμως, πείθεται τελικά να μην κάνει μήνυση. Ο Ρεβέρτια εκμυστηρεύεται στο Ραμίρες ότι αυτός χτύπησε κρυφά το Ριβελίνο και ο «Κολάτσο» γελάει. Οι παίκτες τελικά αποχωρούν, κουρασμένοι, με τον Ραμίρες να έχει μελανιάσει από το ξύλο που έφαγε. Όπως λέει ο Ρεβέρτια: «γράψαμε κι εμείς τη δική μας ιστορία στο Μαρακανά».

Ο Ραμίρες, ως κόουτς πια, δίνει εντολές…

Η Βραζιλία τελικά κατακτά τον τίτλο στα επόμενα παιχνίδια. Ο Ραμίρες την επομένη του ματς φιγουράρει σε όλες τις βραζιλιάνικες εφημερίδες να κυνηγά τον Ριβελίνο. Μια που ο Ριβελίνο ήταν παίκτης της Φλουμινένσε, η Φλαμένγκο, ως «μεγάλη αντίπαλος» δεν θέλει να χάσει την ευκαιρία και τον παίρνει με μεταγραφή μερικούς μήνες αργότερα. Ο Ραμίρες είχε γεννηθεί κοντά στα σύνορα των δύο χωρών, σε ένα μέρος που πολύς κόσμος έχει βραζιλιάνικες καταβολές και μιλάει πορτογαλικά. Μάλιστα, ο Ριβελίνο ήταν από τους αγαπημένους του ποδοσφαιριστές, ο «Κολάτσο» κολλούσε τα αυτοκόλλητά του στο δωμάτιό του. Δεν μπορούσε φυσικά να φανταστεί τότε ότι θα πλακωνόταν στο ξύλο με ένα είδωλό του. Οι δύο παίκτες πάντως τα βρήκαν στην πρώτη τους συνάντηση, ο Ραμίρες ζήτησε συγγνώμη και παρά τις προτροπές από τους οπαδούς της Φλαμένγκο, δεν ξαναχτύπησε βίαια το Ριβελίνο. Έπαιξε για δυο σεζόν στη Φλαμένγκο κατακτώντας και δύο πρωταθλήματα καριόκα. Η διαμάχη αυτή καθόρισε τη ζωή του Ουρουγουανού, καθώς μετά τη Φλαμένγκο έπαιξε και σε άλλες ομάδες και μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας έγινε προπονητής στη Βραζιλία. Έγινε… viral και πάλι, καθώς έδινε πολλές φορές εντολές στους παίκτες του κρατώντας έναν… κώνο για να τον ακούνε καλύτερα. Παράλληλα έγινε και τραγουδιστής και έβγαλε μέχρι και έναν προσωπικό δίσκο. Το παιχνίδι πάντως του 1976 για το κύπελλο Ατλαντικού, πέρασε για πάντα στην ιστορία των ντέρμπι Ουρουγουάης-Βραζιλίας ως πιθανότατα το πιο βίαιο, χάρη στον Ουρουγουανό ποδοσφαιριστή.

Πώς το ποδόσφαιρο μου έσωσε τη ζωή

  [1 Σχόλιο]

Πολλές φορές μιλάμε γενικά για την αξία του αθλητισμού και του ποδοσφαίρου. Πόσα μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο. Στη Σκωτία όμως, υπάρχει κάτι πολύ πιο ειδικό, πολύ πιο συγκεκριμένο. Η Π.Ο. της χώρας εδώ και αρκετά χρόνια έχει οργανώσει το School of Football ένα πρόγραμμα που έχει στόχο την ανάπτυξη των κοινωνικών και ακαδημαϊκών δεξιοτήτων των παιδιών, στα πρώτα δύο χρόνια του σχολείου. Στοχεύει κυρίως σε παιδιά που προέρχονται από προβληματικές και υποβαθμισμένες περιοχές ή που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες και βασίζεται στο γεγονός ότι πολλές από τις δεξιότητες που μαθαίνει κάποιος από το ποδόσφαιρο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο στο σχολείο, όσο και στην καθημερινή ζωή (για περισσότερες πληροφορίες εδώ).

Το School of Football υπάρχει από το 2008 και λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένα σχολεία της χώρας κάθε φορά, όπου προπονητές ποδοσφαίρου αναλαμβάνουν να αντικαταστήσουν κάποιες ώρες ενός μαθήματος με ποδόσφαιρο, χωρίς φυσικά ο μαθητής να μείνει πίσω στα μαθήματα και πάντα σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς. Όπως αντιλαμβάνεστε, δεν παίρνουν ένα γυμναστή που πετάει μια μπάλα και αφήνει τα παιδιά να παίξουν, το πρόγραμμα έχει πολύ πιο συγκεκριμένη μεθοδολογία. Για να προωθηθεί αυτή η ενέργεια (που στηρίζεται και σε χρήματα που προέρχονται από εγκληματικές ενέργειες και δεσμεύτηκαν από τις αρχές), η Π.Ο. χρειαζόταν ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο όχι κάποιου διάσημου ποδοσφαιριστή ή ενός celebrity, αλλά ενός ανθρώπου που θα μιλούσε κατευθείαν στα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Η συγκινητική ιστορία ενός ανθρώπου που το ποδόσφαιρο του έδωσε δύναμη

Αυτός είναι ο Πολ ΜακΝιλ. Ο Πολ σε μια κατάθεση ψυχής, με τη βαριά προφορά του (στο βίντεο υπάρχει επιλογή υποτίτλων ευτυχώς), μιλάει για τη ζωή του. Για το πρόβλημα με τη δυσλεξία που αντιμετώπιζε και έκανε καθηγητές να του κολλήσουν την ταμπέλα του «προβληματικού παιδιού», για το πώς ένιωθε αποκλεισμένος και θύμα εκφοβισμού στο σχολείο, πώς του δημιούργησαν την αίσθηση ότι δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα στη ζωή του, για την αυτοκτονία του πατέρα του και πώς για όλα αυτά η λύση ήταν το ποδόσφαιρο, οι άνθρωποι που γνώρισε εκεί και τον βοήθησαν κι η χαρά που του έδωσε το άθλημα. Το βίντεο είναι μια συγκινητική εξομολόγηση από έναν άνθρωπο που ξέρει πολύ καλά πώς νιώθει ένα δυσλεκτικό παιδί από μία δύσκολη περιοχή. Ο Πολ μέσα από το ποδόσφαιρο που τον μάγεψε αρχικά στο Μουντιάλ του 1982 ξεπέρασε τα προβλήματα, στάθηκε στα πόδια του και σήμερα είναι προπονητής ποδοσφαίρου στην παιδική ομάδα που παίζει κι ο γιος του. Όπως η δική του πιο μαγική στιγμή στα δύσκολα παιδικά χρόνια ήταν το κύπελλο της αγαπημένης του ομάδας, της Σεντ Μίρεν, το 1987, προσπαθεί κι ο ίδιος να φτιάξει μαγικές στιγμές για παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Θυμάται τα ζόρικα χρόνια στο Πέιζλι, την πατρίδα του, εκεί που η εγκληματικότητα, οι θάνατοι κι η φυλακή ήταν συνηθισμένα πράγματα. Και ελπίζει ότι βάζει ένα λιθαράκι ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση.

«Δεν ψάχνουμε να βρούμε τον επόμενο αρχηγό της εθνικής Σκωτίας» λέει ο ΜακΝιλ σε συνέντευξή του στη Daily Record. «Προσπαθούμε να δώσουμε ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους». Οι προπονητές είναι ειδικά επιλεγμένοι ώστε να μπορούν τα παιδιά να τους εμπιστευτούν, να νιώσουν ότι βρίσκονται σε ένα «ασφαλές μέρος» και φυσικά να μπορέσουν να τους μάθουν πράγματα, μετατρέποντας ποδοσφαιρικά παραδείγματα σε μαθήματα άλγεβρας ή ιστορίας, αλλά κάνοντας τόσο την ομαδικότητα, όσο και τις ατομικές πρωτοβουλίες μαθήματα ζωής. Το πρόγραμμα έχει μεγαλώσει πολύ μέσα στα χρόνια ζωής του και πέρσι έλαβε χώρα σε 44 σχολεία, ενώ σύλλογοι όπως οι Ρέιντζερς κι η Σέλτικ συμμετέχουν κι αυτοί. Το βίντεο του ΜακΝιλ ήταν το πρώτο από μία σειρά με τίτλο «Football saved my life» (υπάρχουν τουλάχιστον άλλα δύο διαθέσιμα με εξομολογήσεις ανθρώπων και μπορείτε να τα βρείτε στο YouTube) που η Π.Ο. της Σκωτίας γύρισε ώστε να προωθήσει το πρόγραμμα. Κι οι ιστορίες σαν του Πολ, δείχνουν ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να αποτελέσει σε ορισμένες περιπτώσεις έναν τρόπο να σώσει ζωές.

Όταν η Μίλαν άλλαξε την ευρωπαϊκή της ιστορία

  [2 Σχόλια]

Τον Μάιο του 1969 η σπουδαία Μίλαν του Νερέο Ρόκο και του Τζιάνι Ριβέρα διέλυε στον τελικό του Πρωταθλητριών στο Μπερναμπέου τον Άγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ με 4-1, κατακτώντας το 2ο αντίστοιχο τρόπαιό της. Δυστυχώς όμως για τους ροσονέρι μια περίοδος κρίσης ξεκινούσε για το σύλλογο. Πολλά συνεχόμενα χρόνια με ελάχιστους τίτλους (ένα πρωτάθλημα το 1979 και το διαβόητο Κυπελλούχων του 1973 απέναντι στη Λιντς στο Καυτανζόγλειο) και μια πορεία που την έφερε στη Β’ εθνική λόγω του σκανδάλου Τοτονέρο αρχικά και λόγω κακής ομάδας και οικονομικών προβλημάτων στη συνέχεια.

Η έλευση του πομπώδους Σίβλιο Μπερλουσκόνι το 1986 έβαλε τη Μίλαν στο σωστό δρόμο και το πρωτάθλημα του 1988 απέναντι στη Νάπολι του Μαραντόνα έφερε ξανά τα χαμογέλα στο μισό περίπου Μιλάνο. Ήταν το τέλος μιας 20ετούς σχεδόν κρίσης για μια από τις σπουδαιότερες ευρωπαϊκές ομάδες. Η αισιοδοξία επέστρεψε και η Μίλαν σύντομα έγινε ξανά μία από τους μεγάλους του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Μπορεί το αποκορύφωμα να ήταν ο αξέχαστος τελικός του 1994 στο ΟΑΚΑ και το σόου απέναντι στην Μπαρσελόνα, αλλά τότε η Μίλαν ήταν ήδη «φτασμένη» κι ας την υποτίμησαν οι Καταλανοί. Για τους Μιλανέζους, η κρίσιμη στιγμή, ήταν ορισμένα χρόνια πιο πριν. Το 1989 που όπως δήλωσε κι ο Φράνκο Μπαρέζι ήρθε η νύχτα που η Μίλαν άλλαξε την ευρωπαϊκή της ιστορία.

Η Μίλαν από εκείνο το βράδυ του τίτλου του 1969 μετρούσε μία μοναδική πρόκριση στο Πρωταθλητριών απέναντι στην Αβενίρ του Λουξεμβούργου λίγους μήνες μετά. Στα άλλα δύο νοκ άουτ που έπαιξε σε μια περίοδο σχεδόν 20 ετών μέτρησε δύο αποκλεισμούς από Φέγενορντ και Πόρτο. Έτσι, η ομάδα του Αρίγκο Σάκι δεν μπήκε σε καμία περίπτωση ως φαβορί για ευρωπαϊκή κούπα. Είχε όμως ήδη δείξει δείγματα γραφής στα φιλικά όπου κέρδισε με καλές εμφανίσεις σπουδαίους αντιπάλους. Η πορεία στο Πρωταθλητριών εκείνης της χρονιάς ήταν μεν αποτελεσματική, αλλά όχι και τόσο εντυπωσιακή. Μετά την εύκολη πρόκριση επί της Λέφσκι Σόφιας, ήρθε η πολύ δύσκολη πρόκριση επί του Ερυθρού Αστέρα των Προσινέτσκι, Στόικοβιτς και Σαβίσεβιτς. Μια πρόκριση στα πέναλτι μετά από δύο αγώνες που έληξαν με 1-1 (με τον 2ο μάλιστα να διακόπτεται με 1-0 υπέρ των Γιουγκοσλάβων λόγω ομίχλης και να ξεκινάει την επόμενη από την αρχή).

Δύσκολη ήταν και η πρόκριση στον επόμενο γύρο, απέναντι στη Βέρντερ. Με ένα πέναλτι του φαν Μπάστεν που ήταν το μοναδικό γκολ σε 180′. Κάπως έτσι έγινε η κλήρωση για τα ημιτελικά. Οι Μιλανέζοι πάγωσαν όταν τους έτυχε η Ρεάλ, το μεγάλο φαβορί της διοργάνωσης, καθώς οι άλλες δύο ομάδες ήταν η Στεάουα και η Γαλατά. Βασισμένοι και στην καλή τους εμφάνιση σε ένα φιλικό στο Μπερναμπέου μπήκαν χωρίς φόβο στο πρώτο παιχνίδι και για μεγάλο μέρος του παιχνιδιού κυριάρχησαν. Αλλά η Ρεάλ, ήταν η Ρεάλ. Ο Ούγκο Σάντσες βρήκε την ευκαιρία και άνοιξε το σκορ. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα όταν ο επόπτης σε μια στιγμή βγαλμένη από ελληνική πραγματικότητα ακύρωσε ως οφσάιντ ένα πεντακάθαρο γκολ του Γκούλιτ:

Εκείνη η Μίλαν όμως δεν λύγιζε έτσι. Μπορεί το γκολ του ενός Ολλανδού να ακυρώθηκε, ήρθε όμως ο δεύτερος Ολλανδός να πάρει το αίμα του πίσω. Ο Μάρκο φαν Μπάστεν έβαλε όλη τη δαντελένια τεχνική του, όλη την ποδοσφαιρική του ευφυΐα και έπιασε μια μεγαλειώδη κεφαλιά, στέλνοντας την μπάλα στην εστία του Μπούγιο και ισοφαρίζοντας στο 77′ σε 1-1. Τη στιγμή που η Στεάουα διέλυε με 4-0 τη Γαλατά και περίμενε τον αντίπαλό της, η Μίλαν έπαιρνε ένα θετικό αποτέλεσμα κι ο κόσμος έκανε ουρές για ένα εισιτήριο στο Σαν Σίρο. Ο Μπαρέζι στη συνέντευξή του λέει ότι εκείνο το 1-1 ήταν που έκανε τους παίκτες να πιστέψουν. Τα παιχνίδια με Ερυθρό Αστέρα και Βέρντερ είχαν κάνει τους ποδοσφαιριστές της Μίλαν να νομίζουν ότι έχασαν το άστρο τους. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο στάθηκαν στο Μπερναμπέου τους γέμισε με αυτοπεποίθηση, εκείνο το βράδυ στη Μαδρίτη άλλαξε τα πάντα. Η Μίλαν είχε σπουδαίο κόουτς, σπουδαίους παίκτες και της έλειπε αυτή η σπίθα που θα ανέβαζε την ψυχολογία της. Ήρθε με το 1-1.

Πριν τη ρεβάνς, ο προπονητής της Ρεάλ Λίο Μπενάκερ έστειλε έναν κατάσκοπο να παρακολουθήσει την προπόνηση της Μίλαν στο Μιλανέλο. Ο κατάσκοπος γύρισε τρομαγμένος με αυτά που είδε. Η Μίλαν παρατάχθηκε στο γήπεδο χωρίς μπάλα και χωρίς αντίπαλο και έκανε σαν να ήταν κανονικό ματς υπό τις φωνές του Αρίγκο Σάκι. Σαν να έβλεπες μια θεατρική παράσταση ή κάτι πολύ κουλτουριάρικο ή σαν παρεάκι που βγήκε να παίξει LARP. Ο Σάκι σαν διευθυντής ορχήστρας έδινε εντολές και όλη η ομάδα έκανε συγχρονισμένες κινήσεις μπροστά από φανταστικούς αντιπάλους και μια μπάλα που δεν υπήρχε. Συμπεράσματα για τη Ρεάλ δεν βγήκαν, μόνο απορίες δημιουργήθηκαν. Απορίες που λύθηκαν μερικές ώρες αργότερα στο χορτάρι. Την ώρα που στο ξενοδοχείο της Ρεάλ ψάχνονταν, στο Μιλανέλο λίγες ώρες πριν το ματς οι παίκτες έπαιζαν μπιλιάρδο, πινγκ-πονγκ και τάβλι. Το μεσημέρι ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι κατέβηκε και έκανε την ομιλία του προς τους παίκτες.

Ο πρόεδρος δεν είχε χρόνο για χάσιμο στο «τράφικ»

73 χιλιάδες οπαδοί μαζεύτηκαν στο γήπεδο και τραγούδησαν το You Will Never Walk Alone, μια που ο αγώνας έγινε λίγες μέρες μετά την τραγωδία του Χίλσμπορο. Η Ρεάλ ήταν μια ομάδα που έτρεχε ένα αήττητο σερί 27 αγώνων καλπάζοντας προς το τέταρτο συνεχόμενο πρωτάθλημά της. Στο βροχερό Μιλάνο στις 19 Απριλίου του 1989 ο Γκούλιτ βγήκε πρώτος πρώτος. Ήταν ο αγαπημένος παίκτης του Σάκι, ο παίκτης πάνω στον οποίο βασιζόταν. Τον προτιμούσε ακόμα και από τον φαν Μπάστεν γιατί ταίριαζε στη φιλοσοφία του. Ο ίδιος ο Σάκι διηγείται ότι ο φαν Μπάστεν μετά από τις πρώτες προπονήσεις του παραπονέθηκε ότι δουλεύουν πολύ και ότι έτσι χάνεται η διασκέδαση. Η απάντηση του Ιταλού ήταν αφοπλιστική: «Ρόλος μας δεν είναι να διασκεδάζουμε, εμείς είμαστε αυτοί που προσφέρουμε τη διασκέδαση». Ο Γκούλιτ ήταν άλλος τύπος όμως και καθόλου τυχαίο ότι βγήκε πρώτος. Ήταν μια ιεροτελεστία. Ο θηριώδης τύπος με το μαλλί έβγαινε για να τρομάξει τους αντιπάλους. Ακόμα και στον ψυχολογικό πόλεμο ήταν όλα δουλεμένα. Με τον Γκούλιτ να κοιτάει έναν έναν στα μάτια τους αντιπάλους. Ο Σάκι ρώτησε τον Ρουντ ποιοι κατέβασαν τα κεφάλια μετά το βλέμμα του. «Όλοι εκτός από έναν» απάντησε ο Ολλανδός. Ο ένας ήταν ο Ούγκο Σάντσες, αλλά δεν αρκούσε εκείνο το βράδυ για τη Ρεάλ.

Το παιχνίδι ήταν ένας τακτικός θρίαμβος του Αρίγκο Σάκι. Με παίκτες να αλλάζουν θέσεις (για πολλούς αυτό ήταν το ματς που έκανε τον Ράικαρντ να μονιμοποιηθεί στο κέντρο), να ανοίγουν και να κλείνουν, να ξέρουν ανά πάσα στιγμή που έπρεπε να βρίσκονται. Η Μίλαν που επί Σάκι δεν έπαιζε κατενάτσιο, σε εκείνο το παιχνίδι και έχοντας το 1-1 αποφάσισε να αφήσει λίγο περισσότερο χώρο και να ελαττώσει το ασφυκτικό πρέσινγκ της. Όχι φυσικά για να ταμπουρωθεί.  Ήταν η ιταλική βερσιόν του «τόταλ φούτμπολ» με παίκτες όπως οι Τασότι, Μαλντίνι, Κοστακούρτα, φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Αντσελότι, Ντοναντόνι και φυσικά ο ανυπέρβλητος σε εκείνο το ματς Φράνκο Μπαρέζι. Με σκόρερς τους Αντσελότι, Ράικαρντ, Γκούλιτ, φαν Μπάστεν και Ντοναντόνι η Μίλαν δεν κέρδισε απλά έναν μεγάλο αντίπαλο με 5-0. Τέτοια σκορ μπορούν να συμβούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έδειξε ότι το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο είχε ένα νέο αφεντικό. Για μια ομάδα που έβαλε 5 γκολ στη Ρεάλ, στη συνέχεια 4 στην Στεάουα μέσα σε μισή ώρα στον τελικό και κατέκτησε αργότερα και το Διηπειρωτικό. Οι Μαδριλένοι πήραν το τέταρτο σερί πρωτάθλημά τους, αλλά ο Μπενάκερ απολύθηκε. Ήταν τόσο βαρύ το πλήγμα για τη Ρεάλ. Η ιστορία της Μίλαν των 90s είχε γράψει το πρώτο σπουδαίο κεφάλαιό της.

Όταν στο τέρμα κάθεται ο κοντός

  [1 Σχόλιο]

Ορισμένοι μπορεί να μην το θυμούνται, αλλά κάποτε το γαλλικό πρωτάθλημα δεν ήταν υπόθεση του ενός. Δεν είχε τόσο μεγάλες οικονομικές διαφορές όπως τώρα και οι πρωταθλητές άλλαζαν συχνά. Τη μακρινή σεζόν 1981-82 η Μπορντώ του Αιμέ Ζακέ διεκδικούσε το πρωτάθλημα Γαλλίας μαζί με τρεις ακόμα ομάδες. Οι Γιρονδίνοι έμειναν πιο πίσω στη μάχη του τίτλου, αλλά είχαν ακόμα μαθηματικές πιθανότητες. Τουλάχιστον μέχρι την 35η αγωνιστική όταν υποδέχτηκαν τη Λανς στην έδρα τους. Η Μπορντώ πολύ καλύτερη στον αγώνα, δέχεται ένα γκολ που ξεσηκώνει διαμαρτυρίες εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου, μια που η μπάλα χτύπησε πάνω στο διαιτητή.

Ο κόσμος της Μπορντώ πετάει αντικείμενα στον αγωνιστικό χώρο, οι παίκτες διαμαρτύρονται σε διαιτητή και επόπτη και ένα χάος επικρατεί. Οι γηπεδούχοι χάνουν τελικά 0-1 το ματς και μαζί τις όποιες ελπίδες για πρωτάθλημα (το κατακτά τελικά η Μονακό). Οι παίκτες της Λανς χρειάζονται αρκετή ώρα για να μπορέσουν να αποχωρήσουν από το γήπεδο και να μπουν στα αποδυτήρια. Αλλά και τα αποδυτήρια δεν αποτελούν καταφύγιο για κανέναν. Την ώρα που η Μπορντώ αποχωρεί γίνεται ένας χαμός. Ο Γερμανός αμυντικός Ρορ που αργότερα έγινε και προπονητής του συλλόγου θυμάται: «Ήταν ένα ματς που χάσαμε κόντρα στη ροή του αγώνα. Πρέπει να καταλάβετε ότι τότε το τούνελ στα αποδυτήρια του Λεσκίρ (σ.Σ. το γήπεδο της Μπορντώ τότε) ήταν σκοτεινό. Πολύ σκοτεινό. Άκουσα φωνές. Κάποιος είχε κλωτσήσει κάποιον. Έτσι ξεκίνησαν όλα». Ο Γιουγκοσλάβος τερματοφύλακας της Μπορντώ Ντράγκαν Πάντελιτς εμφανίζεται με το κεφάλι του ματωμένο. Ο λόγος; Ο επόπτης κύριος Κολτ του έχει σκάσει το σημαιάκι στο κεφάλι. Οι Γιρονδίνοι υποστηρίζουν ότι ο Κολτ έβρισε και τον Ζαν Τιγκανά.

Ο Πάντελιτς κερδίζει το βραβείο και κερατάς και δαρμένος, καθώς δύο μέρες πριν την τελευταία αγωνιστική ανακοινώνεται η απόφαση από την πειθαρχική επιτροπή. Ο τερματοφύλακας τιμωρείται με ένα χρόνο αποκλεισμό, μια απόφαση που σοκάρει και εξοργίζει όλους στην ομάδα. Ο ίδιος αρνείται ότι κλώτσησε τον διαιτητή κι ο πραγματικός ένοχος δεν γίνεται ποτέ γνωστός. Για την τελευταία αγωνιστική απέναντι στη Ναντ, ο Ζακέ ανακοινώνει την αποστολή της ομάδας στους δημοσιογράφους. Ο Πάντελιτς δεν είναι εκεί όπως αναμένεται. Αυτό που δεν αναμένεται όμως είναι το γεγονός ότι στην αποστολή δεν υπάρχει τερματοφύλακας. Κανένας. Ο Ζακέ δεν κάνει κάποιο άλλο σχόλιο. Το κάνει όμως ο πρόεδρος Κλωντ Μπεζ (το οποίο άνετα θα μπορούσε να είναι όνομα που θα επέλεγα αν έκανα Γάλλο προπονητή στο Football Manager): «Δείχνουμε αλληλεγγύη στον τερματοφύλακα Ντράγκαν Πάντελιτς που τιμωρήθηκε ενώ ήταν αθώος. Η ομάδα γι’ αυτόν το λόγο θα παίξει χωρίς τερματοφύλακα. Τη φανέλα του τερματοφύλακα θα φορέσει ο Αλέν Ζιρές». Το σοκ είναι διπλό. Και η Μπορντώ θα κατέβει χωρίς κανονικό τερματοφύλακα, αλλά και επιλέχθηκε ο αρχηγός και διεθνής Αλέν Ζιρές ο οποίος έχει ύψος… 1.62.

«Δεν θέλουμε να κλέψουμε τα φώτα της δημοσιότητας, δεν θέλουμε να φάμε 30 γκολ, θέλουμε να κερδίσουμε», συμπληρώνει ο Μπεζ. Ο Ζακέ λέει ότι ο πρόεδρος (που ήταν μια υπερ-γραφική μορφή) εμφανίστηκε ξαφνικά στα αποδυτήρια και είπε: «Αύριο θα παίξουμε χωρίς τερματοφύλακα, βγαίνω έξω από τα αποδυτήρια και έχετε μισό λεπτό να το σκεφτείτε». Πριν καλά καλά καταλάβουν τι γίνεται, ο πρόεδρος ξαναμπήκε μέσα και είπε: «Λοιπόν Ζιρές είσαι ο αρχηγός, θα παίξεις εσύ. Και μην ανησυχείτε. Θα πάρετε το πριμ της ισοπαλίας, ό,τι κι αν γίνει». Κάποιος αισιόδοξος ρώτησε: «Πρόεδρε, τι θα γίνει αν κερδίσουμε;»

Η δύσκολη στιγμή να μαζεύεις την μπάλα από τα δίχτυα

Στις 7 Μαΐου, σε ένα γεμάτο γήπεδο, η Ναντ υποδέχτηκε την Μπορντώ. Το παιχνίδι δεν είχε καμία βαθμολογική σημασία και οι οπαδοί κατάφεραν να απολαύσουν μια άνετη νίκη της Ναντ. Ο Ζιρές φοράει τη φανέλα του τερματοφύλακα, αλλά όχι τα γάντια. Ο Ζακέ ψάχνει τρόπο να μη φάει η ομάδα δέκα γκολ και αποφασίζει να παίξει με πίεση ψηλά. Ο Ζιρές παίζει κάτι σαν μπακότερμα (που ξεχνιέται μπροστά) και επί της ουσίας κάθεται κάτω από την εστία μόνο στα στημένα, αφήνοντας άδειο το τέρμα. Μόλις στο 4′ η Ναντ κερδίζει με 2-0. Ο Χαλίλχοτζιτς σκοράρει δύο φορές και γράφει το τελικό 6-0. Ο Ζιρές τρώει τα πέντε γκολ, καθώς γλιτώνει το μαρτύριο περίπου στο 60′, όταν τερματοφύλακας γίνεται ο Μάριους Τρεζόρ, που έτσι κι αλλιώς έμενε τελευταίος πίσω, όσο ο «τερματοφύλακας» Ζιρές προσπαθούσε να φτιάξει παιχνίδι.

Όπως βλέπετε, ο Ζιρές δεν εμφανίζεται ποτέ στο τέρμα κι ο δόλιος Τρεζόρ προσπαθεί.
Ο «τερματοφύλακας» μοιράζει ασίστ και οργανώνει, γυρίζει πίσω στο κόρνερ.

«Δεν χρειάστηκε να κάνω ούτε μία απόκρουση», θυμάται ο Ζιρές. Πώς να κάνει αφού ήταν πάνω από τη μεσαία γραμμή συνήθως; Ο Ρορ λέει ότι το 6-0 χωρίς τερματοφύλακα είναι σχεδόν κατόρθωμα. Και γιατί όχι; Την ίδια ώρα η Σεντ Ετιέν (που τερματίζει δεύτερη, ένα βαθμό πίσω από τη Μονακό) κερδίζει με το εντυπωσιακό 9-2 τη Μετς. Ο Ζιρές θυμάται ότι έφαγε ένα γκολ από κόρνερ. «Κατάλαβα πόσο άσχημο είναι να μαζεύεις την μπάλα από τα δίχτυα». Ο Γάλλος διεθνής δεν το μετάνιωσε πάντως. «Δεν ενοχλήσαμε κανέναν, δεν επηρεάσαμε το πρωτάθλημα», λέει. Κι ας γράφτηκε μια από τις πιο βαριές ήττες στην ιστορία του συλλόγου.

Αν πάρεις την μπάλα, έχεις δίκιο

  [3 Σχόλια]

Στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων δεν είναι λίγες οι απίστευτες διαιτητικές αποφάσεις που έγραψαν ιστορία και άφησαν εποχή. Είτε με πολλά σύννεφα από πάνω τους και πολλές θεωρίες, είτε λόγω ανικανότητας των διαιτητών. Μία από αυτές έγινε σε ένα από τα πιο… πολύχρωμα Μουντιάλ όλων των εποχών και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, γεμάτα ιστορίες. Αυτό που έγινε στο Μεξικό το 1970. Οι γηπεδούχοι ξεκίνησαν τους αγώνες του ομίλου τους μπροστά σε 107 χιλιάδες θεατές στο Αζτέκα απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, αλλά δεν κατάφεραν να πάρουν τη νίκη. Το 0-0 γέμισε με άγχος τους παίκτες και τους οπαδούς της ομάδας.

Στις 7 Ιουνίου όμως, ο αντίπαλος δεν ήταν τόσο καλός. Ήταν το αδύναμο Ελ Σαλβαδόρ που την πρώτη αγωνιστική είχε χάσει εύκολα με 3-0 από το Βέλγιο. Έτσι, στις 12 το μεσημέρι, ο διαιτητής Αλί Καντίλ από την Αίγυπτο σφύριξε την έναρξη του αγώνα μπροστά σε ένα κοινό που κόχλαζε. Το παιχνίδι δεν αποδείχθηκε όμως καθόλου εύκολο. Το Ελ Σαλβαδόρ τα έδινε όλα για να διεκδικήσει τις πιθανότητές του, κάνοντας μάλιστα και κάποιες φάσεις. Το Μεξικό πίεζε, είχε τις ευκαιρίες του, αλλά η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά και χωρίς να ανοίγει το σκορ.

Η διαβόητη φάση περίπου στο 4.50 του βίντεο (δυστυχώς ο ήχος είναι αποσυγχρονισμένος)

Όλα αυτά μέχρι το 45′. Εκεί που σε μια αδιάφορη φάση στο κέντρο ο διαιτητής Αλί Καντίλ έδωσε ένα φάουλ υπέρ του Ελ Σαλβαδόρ. Οι τυπικά (και ουσιαστικά) φιλοξενούμενοι έκαναν λίγο τους χαζούς για να περάσει η ώρα και να λήξει το ημίχρονο, αφήνοντας την μπάλα να πάει έξω. Κι ενώ οι παίκτες του Μεξικού επέστρεφαν στην άμυνά τους, ο Μάριο Πέρες είχε τη φαεινή ιδέα να πάρει την μπάλα τη στιγμή που οι συμπαίκτες του με κινήσεις του έλεγαν να γυρίσει πίσω. Ο Πέρες όμως δεν την πήρε για να τη δώσει πίσω. Την πήρε και την έστησε κανονικά μπροστά στον έκπληκτο διαιτητή που έδειχνε προς την αντίθετη πλευρά.

Το Μεξικό εκτέλεσε το φάουλ σαν να ήταν δικό του, βγήκε στην αντεπίθεση σαν να μην συνέβαινε τίποτα, πάτησε περιοχή και με τον Χαβιέρ Βαλβίδια σκόραρε ένα γκολ που πανηγύρισε έξαλλα. Ο Αιγύπτιος σαν θεατής και όχι σαν άρχοντας του αγώνα έδειξε σέντρα κι οι έξαλλοι παίκτες του Ελ Σαλβαδόρ έπεσαν πάνω του για να ακυρώσει το γκολ. Αυτό φυσικά δεν έγινε ποτέ. Οι παίκτες του Ελ Σαλβαδόρ ως ένδειξη διαμαρτυρίας αρνήθηκαν να κάνουν σέντρα αρχικά και στη συνέχεια έστειλαν την μπάλα στις εξέδρες. Το ημίχρονο έληξε με αυτό το 1-0.

Από εκεί και πέρα ο αγώνας δεν ήταν ανταγωνιστικός. Το Μεξικό γρήγορα έκανε το 2-0, πάλι με τον Βαλδίβια και με άλλα δύο γκολ έγραψε το τελικό 4-0, αποκλείοντας παράλληλα το Ελ Σαλβαδόρ που έχασε κάθε πιθανότητα να διεκδικήσει κάτι καλύτερο χάρη στην απόφαση του ρέφερει. Στο τελευταίο ματς του ομίλου η ΕΣΣΔ το νίκησε με 2-0 κι έτσι η ομάδα αποχώρησε από το Μουντιάλ με 0 βαθμούς και 0-9 γκολ (και πάλι καλύτερα από τη δική μας παρουσία το 1994). Αντίθετα, το Μεξικό επικράτησε με 1-0 επί του Βελγίου την τελευταία αγωνιστική και ισοβάθμησε με τους Σοβιετικούς στην 1η θέση. Οι δυο ομάδες είχαν ακριβώς την ίδια διαφορά γκολ και μια που δεν υπήρχε άλλο κριτήριο, η πρωτιά κρίθηκε στην κλήρωση. Εκεί, ίσως ως θεία δίκη, η ΕΣΣΔ ευνοήθηκε και πέρασε ως 1η. Το Μεξικό βρέθηκε απέναντι στην Ιταλία και έφαγε 4 γκολ αποχαιρετώντας τη διοργάνωση. Ο Αιγύπτιος διαιτητής δεν είχε ξανά άλλη τέτοια επιτυχία στην καριέρα του.

Όταν οι Iron Maiden έπαιξαν μπαλίτσα στο Μπουένος Άιρες

  [Καθόλου σχόλια]

Το 1992 οι Iron Maiden κυκλοφορούν το άλμπουμ τους «Fear of the Dark», ένα από τους πιο επιτυχημένα τους. Για να το υποστηρίξουν, κάνουν μια παγκόσμια περιοδεία που ξεκινά τον Ιούνιο από το Νόριτς και τελειώνει το Νοέμβριο στο Τόκιο. Ο Ιούλιος τους βρίσκει στη Νότια Αμερική για συναυλίες σε διάφορες χώρες. Ανάμεσα σε αυτές κι η Αργεντινή και το γήπεδο της Φέρο Καρίλ Οέστε μιας ιστορικής ομάδας της χώρας που ιδρύθηκε το 1904 από εργάτες των σιδηροδρόμων. Το στάδιο της Φέρο θεωρείται το πιο παλιό γήπεδο της Αργεντινής (φτιάχτηκε το 1905) και πέντε χρόνια πριν τους Maiden, οι πρώτοι «ξένοι» που έπαιξαν εκεί ήταν οι Cure σε μια συναυλία που έμεινε γνωστή για τα φοβερά επεισόδια που είχαν ως αποτέλεσμα 135 συλλήψεις και 10 τραυματισμούς αστυνομικών. Ο Ρόμπερτ Σμιθ είπε ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ ξανά στην Αργεντινή, ενώ λέγεται ότι όλα ξεκίνησαν γιατί είχαν εκδοθεί πολλά παραπάνω εισιτήρια από το κανονικό.

Όταν οι Maiden έφτασαν στα τέλη Ιουλίου του 1992 στην Αργεντινή ήταν χειμώνας κι ο καιρός ήταν χάλια. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε να ζητήσουν να εξασκήσουν ένα από τα αγαπημένα τους χόμπι. Να παίξουν ποδόσφαιρο. Ένας από τους πιο γνωστούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς του σταθμού Rock & Pop ήταν κι ο «Ρούσο» Βερέα που είχε κάνει καριέρα ως τερματοφύλακας στις μικρότερες κατηγορίες της χώρας με ομάδες όπως η Τσακαρίτα κι η Ταγιέρες, έχοντας περάσει από τις ακαδημίες της Ιντεπεντιέντε. Ο Βερέα ήταν μεγάλος ροκάς και μεταλάς (είχε και ίνδαλμα τον Ούγκο Γκάτι), οπότε μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με την αθλητική δημοσιογραφία, αλλά και το μουσικό ραδιόφωνο. Σε αυτόν έλαχε ο κλήρος να οργανώσει το ματς, ένα παιχνίδι στο οποίο οι Iron Maiden και μέλη των Thunder (support στην τουρνέ της Ν. Αμερικής) θα αντιμετώπιζαν υπαλλήλους της EMI και παραγωγούς του σταθμού Rock & Pop.

Πλάνα από το ματσάκι

Ο αγώνας έγινε στο βοηθητικό γηπεδάκι της Φέρο και παρά τη βροχή που έπεφτε με τα τουλούμια εκείνες τις ημέρες και ένα γήπεδο γεμάτο λάσπη, τα μέλη του συγκροτήματος δεν πτοήθηκαν και το ματσάκι έγινε κανονικά. Στο ποιότητας VHS παραπάνω βιντεάκι, βλέπουμε κάποια πλάνα από τον βάλτο στον οποίο έγινε το ματς, καθώς και τη διήγηση του «Ρούσο». Οι Maiden κατέβηκαν με ολόιδιες φανέλες που είχαν μαζί τους, στα χρώματα της αγαπημένης τους Γουέστ Χαμ. Σύμφωνα με τις διηγήσεις, ο Ντίκινσον ήταν ένα μηχανάκι που έτρεχε πάνω κάτω (όπως και στις συναυλίες περίπου), αλλά δεν ήταν πολύ καλός τεχνίτης. Σε αντίθεση φυσικά με τον Στιβ Χάρις που είχε πολύ καλύτερη τεχνική, έπαιζε σαν 10αράκι και έβγαζε πολύ καλές μακρινές μπαλιές. Το παιχνίδι δεν ήταν «παιδιά προσοχή μην χτυπήσουμε κανέναν», είχε τάκλιν, βουτιές (κυριολεκτικά) και γκολ. Μια αναζήτηση στο διαδίκτυο αναφέρει το τελικό σκορ ως 6-5 υπέρ των Maiden, χωρίς η πηγή να είναι πάντως και η πιο έγκυρη.

Αυτό όμως που είχε περισσότερη σημασία κι ο μαλλιάς Ρούσο διηγείται, είναι κάτι που έγινε μετά τον αγώνα. Οι εμφανίσεις των Maiden όπως μπορεί να φανταστεί κανείς ήταν έτοιμες για διαφημιστικό απορρυπαντικού, με τόνους λάσπης. Ο Στιβ Χάρις σε ένα δείγμα ταπεινότητας που δεν ταιριάζει με την κλασσική εικόνα του ροκ σταρ που έχουμε, πήγε στα αποδυτήρια και έπλυνε μία μία τις φανέλες της ομάδας του μαζί με έναν φροντιστή. Έτοιμες πιθανότατα για το επόμενο ματσάκι των Maiden σε μια νέα χώρα.

Η πρώτη συναυλία των Maiden στην Αργεντινή

Το βρετανικό συγκρότημα έχει επισκεφτεί κι άλλες φορές από τότε το Μπουένος Άιρες και μάλιστα ακόμα ένα γεγονός έμεινε γνωστό. Όταν το 2001 στη γήπεδο της Βέλεζ ξεκίνησαν να παίζουν το «The Trooper» ένα από τα καλύτερά τους τραγούδια που έχει να κάνει με τον πόλεμο της Κριμαίας, ο Ντίκινσον άρχισε να κυματίζει τη σημαία της Μεγάλης Βρετανίας, κάτι που κάνει συχνά στις συναυλίες σε αυτό το τραγούδι. Μόνο που στην Αργεντινή των Φόκλαντς/Μαλβίνων αυτό θεωρήθηκε από μεγάλη μερίδα του κόσμου προκλητικό. Αρκετοί από τους θεατές άρχισαν να σφυρίζουν, κάποιοι να τραγουδούν «όποιος δεν χοροπηδάει είναι Άγγλος» και φυσικά τα «Αρχεντίνα, Αρχεντίνα» και το μεγάλο σουξέ «Ολέ, ολέ, ολέ, Ντιέγκο, Ντιέγκο» καθώς αν είσαι Αργεντινός η νίκη το 1986 θεωρείται κάτι σαν πολεμικός θρίαμβος. Κάτι παρεμφερές έγινε και το 2008 όταν έπαιξαν και πάλι στο γήπεδο της Φέρο, με κάποιους θεατές να… πετάνε παπούτσια στον Ντίκινσον (αντιδράσεις λέγεται ότι υπήρξαν και από Ιρλανδούς σε μια συναυλία στο Δουβλίνο το 2003). Παρ’ όλα αυτά, το συγκρότημα συνεχίζει να είναι εξαιρετικά αγαπητό στην Αργεντινή και το θέμα δεν πήρε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις.

Η αγάπη των Maiden για την μπάλα είναι γνωστή και η τρέλα τους ίσως έφτασε στο αποκορύφωμά της σε μια συναυλία στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν της Νέας Υόρκης όταν υπήρξαν προβλήματα με το ηλεκτρικό ρεύμα. Το αποτέλεσμα ήταν η συναυλία να διακοπεί για λίγη ώρα. Οι Maiden αντί να πάνε στα… αποδυτήρια, αποφάσισαν να συνεχίσουν να διασκεδάζουν τον κόσμο. Αυτή τη φορά όχι με riffs ή τον Έντι, αλλά βγάζοντας μια μπάλα και παίζοντας πάνω στη σκηνή για αρκετή ώρα.

Στη Σικελία το ζούμε έντονα

  [Καθόλου σχόλια]

Τα οικογενειακά τραπέζια είναι λίγο βαρετά συνήθως. Εκτός βέβαια αν παίρνουν φωτιά από διαφωνίες και η καημένη η μαμά με ένα ταψί γεμιστά προσπαθεί αφενός να βρει χώρο να το αφήσει γιατί καίγεται και αφετέρου να κρατήσει τους άντρες (συνήθως) να μην σκοτωθούν μεταξύ τους. Διαφωνίες που μπορεί να είναι από πολιτικές μέχρι ποδοσφαιρικές. Για όσους δεν θυμούνται, η ιστορία των αδερφών Μιλίτο που έπαιζαν στο μεγάλο ντέρμπι μεταξύ Ράσινγκ και Ιντεπεντιέντε ήταν μια τέτοια. Στην Ιταλία όμως, υπήρξε μία ακόμα χειρότερη ιστορία, με πρωταγωνιστές τα αδέρφια Τεντέσκο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Παλέρμο της Σικελίας. Κι οι τρεις τους έγιναν ποδοσφαιριστές, αλλά στο σημερινό κείμενο θα ασχοληθούμε με τους δύο εξ αυτών. Τον Τζιοβάνι και τον κατά τέσσερα χρόνια μικρότερό του Τζιάκομο.

Οι αδερφοί Τεντέσκο δεν ήταν τρομεροί παίκτες. Ήταν κι δύο χαφ εργάτες που έκαναν συμπαθητικές καριέρες σε μικρές κατά κύριο λόγο ομάδες. Ο μεγαλύτερος Τζιοβάνι δεν έγινε δεκτός ως πιτσιρικάς στην τοπική Παλέρμο κι έτσι αναζήτησε αλλού μια καριέρα, αλλά ο Τζιάκομο έπαιξε στην αγαπημένη ομάδα της πόλης του. Κάτι που για τους άκρως τοπικιστές Σικελούς είναι μεγάλη τιμή. Η μοίρα τούς έφερε συμπαίκτες στη Σαλερνιτάνα τη σεζόν 1997-98 και μάλιστα σε μια χρονιά που η ομάδα της Καμπανίας κέρδισε την άνοδό της στην Α’ εθνική, μια σημαντική επιτυχία για τα αδέρφια.

Μία τυχαία εικόνα από τη Σικελία για να ανοίξει το μάτι μας

Χρόνια αργότερα, το 2006, ο Τζιοβάνι κατάφερε και έκανε το όνειρό του πραγματικότητα, αφού αγωνίστηκε στην ομάδα της καρδιάς του, την Παλέρμο, για πρώτη φορά. Ο Τζιάκομο αντίθετα το 2007 επέστρεψε μεν στη Σικελία, αυτή τη φορά όμως στην ανατολική της πλευρά, 200 χιλιόμετρα πιο μακριά από τη γενέτειρά του, στην Κατάνια. Την ομάδα που είναι η ιστορική αντίπαλος της Παλέρμο και οι δύο μεγάλοι εχθροί της Σικελίας. Σε μια εποχή μάλιστα που το νησί κι ολόκληρη η Ιταλία είχαν σοκαριστεί από τα επεισόδια μετά από ένα ντέρμπι της Σικελίας που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός αστυνομικού. Έτσι λοιπόν, το ντέρμπι του νησιού απέκτησε δύο αδέρφια αντιπάλους. Κανείς όμως δεν είχε καταλάβει πόσο η μεταγραφή του μικρού στην Κατάνια είχε επηρεάσει την οικογενειακή γαλήνη στο σπίτι των Τεντέσκο.

Το γκολ του Μίκολι που έκρινε το ντέρμπι στο τέλος της σεζόν 2007-08

Πριν λοιπόν το παιχνίδι των δύο ομάδων τον Οκτώβριο του 2008, ο μεγάλος αδερφός έκανε κάποιες δηλώσεις σε καλό κλίμα, λέγοντας ότι οι δυο παίκτες που θα ήθελε στην Παλέρμο από τον μεγάλο αντίπαλο ήταν ο Αργεντινός Πάμπλο Λεντέσμα και φυσικά ο αδερφός του, ο Τζιάκομο. Ο δημοσιογράφος που πήρε τις δηλώσεις, σίγουρα θα σκέφτηκε ότι είχε βρει ένα ωραίο θέμα και έψαχνε κάποιον κλισεδιάρικο τίτλο του στιλ: «Για 90 λεπτά αντίπαλοι, αλλά αγαπημένα αδέρφια για μια ζωή». Μόνο που η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική κι αυτή η συνέντευξη η αφορμή για να μάθουμε ότι στα οικογενειακά τραπέζια η μαμά δεν είχε και τους τρεις γιους της μαζί. Όταν ο Τζιάκομο διάβασε τις δηλώσεις του αδερφού του εξερράγη και χαρακτήρισε τον Τζιοβάνι ως «υποκριτή».

«Εγώ κι ο αδερφός μου δεν τα πάμε καλά. Για να είμαι ειλικρινής, έχουμε πολύ καιρό να δούμε ο ένας τον άλλον και δεν μιλάμε μεταξύ μας. Είναι καλό που είπε αυτά τα πράγματα, αλλά από τον Τζιοβάνι θα περίμενα να ακούσω κάτι άλλο. Θα ήθελα να αναφέρω και άλλες λεπτομέρειες, αλλά δεν θα το κάνω. Ίσως αργότερα, να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα γιατί αφορούν όλη την οικογένεια και με πληγώνουν. Εγώ ως ο μικρότερος προσπάθησα να τα βρω μαζί του, να λύσω τις παρεξηγήσεις, αλλά οι προσπάθειές μου απέτυχαν. Πέρσι δεν συμπεριφέρθηκε σωστά. Ούτε πριν από τον αγώνα, όταν είπε ότι αν κέρδιζαν θα έβαφε το αυτοκίνητό του στα χρώματα της Παλέρμο και θα έκανε βόλτες όλη την εβδομάδα. Ούτε και στο ματς, να πανηγυρίζει έτσι, ενώ ήξερε ότι με αυτή τη νίκη τους μπορεί να υποβιβαζόταν ο αδερφός του. Mε γέμισε με πικρία. Εγώ αν κινδύνευε η Παλέρμο και έπαιζα στην Κατάνια, θα έκανα τα πάντα για να σωθεί μια ομάδα της Σικελίας. Δεν πρόδωσα την προέλευσή μου. Έπαιξα εκεί από πιτσιρίκι, αλλά δεν συνέχισα όπως κι άλλοι. Έπρεπε να βρω κάποια ομάδα να παίξω, για να ζήσω».

Ξεπερνώντας την απίθανη και 100% ιταλική παραδοχή ότι θα στηνόταν για να μην πέσει η Παλέρμο (η Κατάνια αναγκάστηκε να βγάλει ανακοίνωση μετά από αυτές τις δηλώσεις), τα λόγια του Τζιάκομο αποκάλυψαν ότι η μεταγραφή του στην Κατάνια είχε κάνει τα δύο αδέρφια να μην μιλιούνται. Ο Τζιοβάνι είχε ενοχληθεί πάρα πολύ και θεώρησε προδοσία την μεταγραφή του αδερφού του στον εχθρό, λέγοντας ότι αυτός δεν θα το έκανε ποτέ, ενώ σε κάθε ευκαιρία συμπεριφερόταν σαν οπαδός,. Έτσι λοιπόν, όταν την προηγούμενη σεζόν η Παλέρμο με γκολ του Μίκολι κέρδισε 1-0 την Κατάνια λίγες αγωνιστικές πριν το τέλος, πανηγύρισε έξαλλα και προκλητικά, «σαν να κέρδισε το Τσάμπιονς Λιγκ» το περιγράφει ο Τζιάκομο. Η Κατάνια τελικά σώθηκε για έναν βαθμό. Ο Τζιάκομο αναγκάστηκε στη συνέχεια να ανασκευάσει ως προς το «στήσιμο», λέγοντας ότι οι δηλώσεις του ήταν προϊόν πικρίας και της απογοήτευσης που του είχε προκαλέσει ο μεγάλος αδερφός που… «έδειξε μίσος προς εμένα, έναν άνθρωπο που μας ενώνουν δεσμοί αίματος». Μια ιστορία που θα μπορούσε να γυριστεί ως η ιταλική έκδοση του Bloodline στο Netflix.

Η Κατάνια κέρδισε τελικά εκείνο το ματς με 2-0, ο μικρός πήρε την εκδίκησή του και στο τέλος της σεζόν η ομάδα σώθηκε, όπως κι η Παλέρμο. Ο Τζιοβάνι συνέχισε και έκλεισε την καριέρα του στην Παλέρμο το 2010 ως μορφή του συλλόγου (αναλαμβάνοντας μάλιστα και προπονητής στη γνωστή ηλεκτρική καρέκλα της Παλέρμο), ενώ ο Τζιάκομο πήγε σε Μπολόνια και Ρετζίνα και σταμάτησε την μπάλα τέσσερα χρόνια αργότερα. Ελπίζουμε τουλάχιστον, τόσα χρόνια μετά, να τα έχουν βρει και να θυμούνται τα παλιά.

Ο «βοσκός» της Νίκαιας

  [4 Σχόλια]

Κάθε ομάδα έχει διάφορα είδη οπαδών. Από τους οργανωμένους μέχρι τους πιο «χομπίστες», από τα αρρωστάκια μέχρι τους πιο χαλαρούς. Και σίγουρα έχει και κάποιες μορφές που γεμίζουν με χρώμα το γήπεδο με τα όσα κάνουν. Για αρκετό καιρό στο ΟΑΚΑ καθόταν σχετικά κοντά μου ο «παιχταράααααδες», ένας συμπαθέστατος κύριος που μπορεί το ματς να ήταν κάποιο αδιάφορο μεσημεριανό ΑΕΚ-Ακράτητος με τον ήλιο απέναντι να σε κάνει να σιχτιρίζεις που δεν είχες πάει για καφέ κι ήσουν ανάμεσα σε άλλους εξίσου γραφικούς για να δείτε ένα ματς με τους στόχους της χρονιάς λίγο-πολύ να έχουν κριθεί, αλλά γι’ αυτόν ήταν σαν τελικός. Ο «παιχταράδες» ήταν πάντα εκεί με το ίδιο πάθος και την ίδια αγωνία να υποδεχτεί τους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας, βγάζοντας τα πνευμόνια του με την κραυγή «παιχταράδες», ενώ παράλληλα κράδαινε μία ροκάνα (εδώ περισσότερες πληροφορίες για όσους δεν ξέρουν) που στριφογύριζε σαν φλάμπουρο και ακουγόταν σε αρκετές θύρες. Ο «παιχταράδες» είναι ένα είδος ανθρώπου, ένας τέτοιος χαρακτηριστικός οπαδός, που όλοι έχουμε ζήσει στο γήπεδο. Αυτός που θα βρίσκεται πάντα εκεί, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα ή την πορεία της ομάδας, γιατί κάθε ματς είναι το ίδιο σπουδαίο γι’ αυτόν.

Σήμερα, θα ταξιδέψουμε αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το Μαρούσι και θα συναντήσουμε μια τεράστια μορφή των γαλλικών γηπέδων. Η Νίκαια είναι ένα κλασικό γαλλικό θέρετρο, πιο διάσημη για τις ομορφιές της, παρά για το ποδόσφαιρό της. Κι όμως, η Νις δεν είναι αμελητέα ποσότητα. Έχει κερδίσει 4 πρωταθλήματα Γαλλίας (όλα στη δεκαετία του 1950) και 3 κύπελλα στα πάνω από 100 χρόνια ιστορίας της. Κι όπως όλοι οι σύλλογοι, έχει κι αυτή τους φανατικούς της οπαδούς. Ανάμεσά τους κι ο… «Βοσκός», ο «λευκός λύκος» ή κατά κόσμον Πολ Καπιετό. Ο Βοσκός είναι η ατραξιόν του γηπέδου. Για πολλά χρόνια στο Σταντ Μουνισιπάλ ντου Ρε (το ιστορικό γήπεδο του συλλόγου) και πλέον στο νέο γήπεδο Σταντ ντε Νις. Μία απίστευτη μορφή, κομματάκι (το πόσο κομματάκι θα το κρίνετε εσείς) σαλεμένος που λατρεύει της Νις και δεν χάνει ματς, όσο μακριά κι αν παίζει η ομάδα του.

Ο Καπιετό δεν ζει μέσα στην πόλη της Νίκαιας. Ζει στο Σεν Μαρτάν Βεζουμπί (συγχωρέστε τη γαλλική μου προφορά) ένα πανέμορφο χωριουδάκι πάνω στις Άλπεις στο οποίο μένουν λιγότεροι από 1.500 κάτοικοι. Ο Βοσκός ντύνεται στα κατακόκκινα, παίρνει το ποδήλατό του και κατεβαίνει σιγά σιγά μέχρι τη Νίκαια για να δει τα ματς της ομάδας του. Μιλάμε για μια διαδρομή πάνω από 60 χιλιόμετρα, ενώ συχνά χρησιμοποιεί και τα σκι του (!!) για να ταξιδέψει. Ο Καπιετό είναι διάσημος και στη διαδρομή των αναγνωρίζουν όλοι και τον χαιρετούν. Η γραφικότητα δεν σταματάει εκεί φυσικά. Για χρόνια, ο Καπιετό δεν έμπαινε μέσα στο γήπεδο, αλλά παρακολουθούσε τα ματς της Νις από ένα… δέντρο. Και όχι, δεν μιλάμε για καμιά ελίτσα. Μιλάμε για κανονικό σκαρφάλωμα που σε πιάνει ίλιγγος:

Ο Καπιετό δεν ήταν πάντα τρελούλης. Είχε κανονική δουλειά, ήταν δάσκαλος του σκι και μάλιστα ένας από τους μαθητές του ήταν κι ο Ούγκο Λιορίς, ο σημερινός τερματοφύλακας της Τότεναμ, γέννημα-θρέμμα της Νίκαιας. Λέγεται ότι κάποια προσωπική τραγωδία, ένα ατύχημα τον έκανε να αλλάξει. Παρ’ όλα αυτά, θεωρείται εμβληματικός οπαδός του συλλόγου. Η διοίκηση πλέον τον προσκαλεί να βλέπει τα ματς από τις εξέδρες (για να μην σκαρφαλώσει πουθενά και γκρεμοτσακιστεί) και το 2016 τιμήθηκε από τη Νις ανήμερα των 70ων του γενεθλίων. Ένα χρόνο αργότερα, του έκαναν δώρο τη φανέλα της Νις που γράφει «Ο Βοσκός». Ο κόσμος φυσικά τον λατρεύει. Είναι η μασκότ του συλλόγου, ακόμα κι όταν κάνει διάφορες υπερβολικές γραφικότητες, σαν αυτές που περιγράφει το France Football. Όπως για παράδειγμα όταν έγινε μια γιορτή για την κατάκτηση της 4ης θέσης από τη Νις και μπροστά σε διάφορους επίσημους καλεσμένους, όπως ο δήμαρχος της πόλης, έκανε στριπτίζ για να μείνει με τα απολύτως απαραίτητα (τα δύο σκι που φορούσε δηλαδή).

Στη Μασσαλία, έξω από το Βελοντρόμ με τα… σκι του.
Τι πιο φυσιολογικό.

Ο Βοσκός ζει σαν ερημίτης, χωρίς νερό, ρεύμα και τηλέφωνο. Διάφοροι οπαδοί της Νις τον φιλοξενούν κατά καιρούς (για να μην επιστρέφει βράδυ στο βουνό), ενώ στα εκτός έδρας παιχνίδια εκτός από σκι και ποδήλατο χρησιμοποιεί το τρένο, το οποίο και δεν έχει χρήματα να πληρώσει. Τα πρόστιμα που έχει συλλέξει είναι πολλά. Αλλά η τρέλα για τη Νις μεγάλη. Κάποια φορά τον είχαν πετύχει έξω από το Παρκ ντε Πρενς στο Παρίσι φορώντας τα σκι του πριν από αγώνα με την ΠΣΖ. Στην ερώτηση πού διάολο μένει, η απάντηση ήταν «σε ένα αναρχικό βιβλιοπωλείο». Πάντα θα βρει μια άκρη για να δει από κοντά την αγαπημένη του ομάδα.

Ο κόσμος της Νίκαιας περιμένει να υποδεχτεί τον παγκόσμιο πρωταθλητή Λιορίς.
Ο βοσκός τούς μαθαίνει τον ύμνο της πόλης.

Τον βοσκό τον έμαθα πριν λίγο καιρό, πετυχαίνοντας μια είδηση από την πιο πρόσφατη περιπέτειά του. Η αστυνομία είχε απαγορεύσει την παρουσία οπαδών της Νις στη Μασσαλία στο πρόσφατο Μαρσέιγ-Νις για λόγους ασφαλείας. Αλλά ποιος να το πει αυτό στον κύριο Καπιετό. Ντύθηκε στα κόκκινα, πήρε τη λευκή μαλλούρα του και τα μούσια του και κατευθύνθηκε προς το Βελοντρόμ, όπως πολλές φορές στο παρελθόν. Οι Γάλλοι αστυνομικοί δεν συγκινήθηκαν ιδιαίτερα, έδειξαν ότι δεν έχουν καρδιά και μπουζούριασαν τον 73χρονο πλέον βοσκό, βάζοντάς τον μάλιστα στην ψυχιατρική πτέρυγα μιας κλινικής. Ο κόσμος ξεσηκώθηκε όταν ο δημοσιογράφος του Canal+ Λοράν Παγκανελί αποκάλυψε την είδηση. Ο δημοσιογράφος έχει πολύ καλή σχέση με τον Καπιετό και πάντα τον συναντά έξω από το γήπεδο. «Όταν δεν τον είδα πουθενά ανησύχησα», έγραψε ο Λοράν που πάντα τον προσκαλεί να φάει μαζί με τους συναδέλφους του καναλιού και φροντίζει να του βρίσκει και εισιτήρια στα εκτός έδρας.

Τελικά, η περιπέτεια του βοσκού μετά κι από τα μηνύματα συμπαράστασης στα social media είχε αίσιο τέλος, αφού αφέθηκε την επόμενη μέρα και είχε πλέον χρόνο να κανονίσει την επόμενη εκδρομή του για έναν αγώνα της Νις. Πάντα μέσα στα κόκκινα, με ποδήλατο, σκι πάνω στην άσφαλτο, τρένο ή τέλος πάντων όποιον άλλον τρόπο ανακαλύψει. Ένας τύπος που ζει για την ομάδα του, ένας άκακος, ωραίος τρελός που δίνει χρώμα σε ένα ποδόσφαιρο που γίνεται όλο και περισσότερο σοβαροφανές. Κι αν αναρωτιέστε πώς γιόρτασε την απελευθέρωσή του, μα φυσικά με τον δικό του τρόπο. Με τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη μετά τη Νις, την ποδηλασία. Πήρε το ποδηλατάκι του και πήγε στο πέρασμα Τουρίνι, μια διαδρομή στα 1600 μέτρα πάνω στις Άλπεις που φέτος ήταν και μέρος του ποδηλατικού αγώνα Νίκαια-Παρίσι. Ο βοσκός έκανε το σόου του και τις κωλοτούμπες του μπροστά στους θεατές και πήρε κι αυτός μέρος στην ανάβαση μαζί με τους ποδηλάτες, όπως φαίνεται και στα πλάνα του γαλλικού Eurosport:

Ένα όχι και τόσο βαρετό 0-0

  [Καθόλου σχόλια]

Η Βενεζουέλα εδώ και καιρό ζει δύσκολες στιγμές, με τη χώρα να βρίσκεται εν μέσω πολιτικής αναταραχής, αλλά και μίας ανθρωπιστικής κρίσης με πολλούς πολίτες να υποφέρουν. Τις τελευταίες μέρες ένα μεγάλο μέρος της χώρας έμεινε χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα με τις συνθήκες σε αρκετές περιοχές να είναι τραγικές. Ανάμεσα σε όλους τους τομείς, ένας από αυτούς που αντιμετώπισε προβλήματα ήταν κι ο αθλητισμός. Πολύ μικρότερη η σημασία του φυσικά από τα βασικά προβλήματα επιβίωσης, αλλά και πολύ μεγαλύτερη για την προς τα έξω εικόνα. Τον Ιανουάριο, που η χώρα μαστιζόταν από αναταραχές και πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ήταν προγραμματισμένος ο τελικός μπέιζμπολ μεταξύ των Λεόνες και των Καρντενάλες. Αρκετοί από τους αθλητές ήθελαν την ακύρωση του αγώνα, καθώς πίστευαν ότι να γίνει ένα τέτοιο αθλητικό γεγονός την ώρα που η χώρα ζούσε διαδηλώσεις και αναταραχές με κόσμο να σκοτώνεται ήταν εντελώς άστοχο. Κάτι τέτοιο δεν έγινε τελικά, καθώς ο ίδιος ο πρόεδρος Μαδούρο πίεσε καταστάσεις και όπως λέγεται, αρκετοί παίκτες απειλήθηκαν ότι θα υπήρχαν συνέπειες αν δεν κατέβαιναν να αγωνιστούν. Ο Μαδούρο δήλωσε ότι ήταν ένα σχέδιο «από τους ιμπεριαλιστές ώστε να σαμποταριστεί ο αγώνας».

Μάιος του 2017, οι ποδοσφαιριστές κρατούν ενός λεπτού σιγή παρά την απαγόρευση

Με το πρόβλημα της ηλεκτροδότησης να είναι έντονο αυτές τις ημέρες, υπήρχαν σοβαρά ζητήματα στην διεξαγωγή του ήδη υπερβολικά ταλαιπωρημένου ποδοσφαίρου της χώρας. Η Π.Ο. της Βενεζουέλας που πρόσκειται στο καθεστώς Μαδούρο δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να φανεί ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Είναι η ίδια Ομοσπονδία που το 2017 αρνήθηκε να κρατηθεί ενός λεπτού σιγή για τους νεκρούς των φοιτητικών διαδηλώσεων. Οι παίκτες των Ντεπορτίβο Λάρα και Ντεπορτίβο Ανσοάτεγκι όμως τότε, και παρά την απαγόρευση, σταμάτησαν να παίζουν με το σφύριγμα της σέντρας. Έμειναν ακίνητοι και κράτησαν μόνοι τους το ένα λεπτό. Ο σπίκερ της τηλεόρασης σε φανερά δύσκολη θέση σκέφτηκε να περιγράψει τι γίνεται, αλλά έκοψε την πρόταση στη μέση και στη συνέχεια άρχισε να λέει πληροφορίες για τον αγώνα την ώρα που στο υπόλοιπο γήπεδο επικρατούσε ησυχία.

Η εικόνα στα αποδυτήρια του Εστάδιο Χοσέ Πατσέντσο Ρομέρο

Δύο χρόνια αργότερα, η Π.Ο. της χώρας αποφάσισε ότι δεν υπήρχαν προβλήματα για να γίνουν οι αγώνες. Το Μαρακαΐμπο, στα βορειοδυτικά της χώρας ήταν μια πόλη που ταλαιπωρήθηκε αρκετά, αφού έμεινε για τρεις συνεχόμενες ημέρες χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Παρά τις εκκλήσεις της τοπικής ομάδας Σούλια ο αγώνας δεν αναβλήθηκε. Η φιλοξενούμενη Καράκας έφτασε μετά από τεράστια ταλαιπωρία και αναμονή πέντε ωρών στο αεροδρόμιο. Φυσικά, στο ξενοδοχείο δεν υπήρχε κλιματισμός (οι θερμοκρασίες στο Μαρακαΐμπο αυτές τις μέρες κυμαίνονται από 25 μέχρι 35 βαθμούς Κελσίου περίπου), ενώ οι παίκτες ήταν σχεδόν νηστικοί λόγω της γενικότερης έλλειψης τροφίμων. Ο αρχηγός των γηπεδούχων Εβέλιο Ερνάντες ρώτησε στο Τουίτερ αν η Π.Ο. πίστευε ότι υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες να γίνει ο αγώνας, αλλά οι αρμόδιοι δεν συγκινήθηκαν. Η εικόνα στα αποδυτήρια ήταν τραγική, αφού δεν υπήρχε ούτε φως, ούτε νερό για τους παίκτες και φυσικά κανένας κλιματισμός.

Η Ομοσπονδία όμως δεν άλλαξε την απόφασή της κι οι παίκτες πήραν την κατάσταση στα χέρια τους, καθώς δεν μπορούν να αγωνιστούν υπό αυτές τις συνθήκες. Ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη και αυτοί έμειναν έτσι ακίνητοι, χωρίς να κυνηγούν την μπάλα. Άρχισαν να στήνουν πηγαδάκια μεταξύ τους και να μιλάνε, χωρίς καμία πρόθεση να βάλουν γκολ. Στο ημίχρονο δεν πήγαν στα αποδυτήρια, τι να κάνουν άλλωστε εκεί στο σκοτάδι και τη ζέστη, και παρέμειναν στον αγωνιστικό χώρο. Παρά τις πιέσεις που δέχτηκαν ώστε να συνεχίσουν κανονικά στο 2ο ημίχρονο, οι ποδοσφαιριστές συνέχισαν τη διαμαρτυρία τους με τον διαιτητή να αναγκάζεται να «λήξει» το ματς. Ο Εβέλιο Ερνάντες ζήτησε συγγνώμη από τον κόσμο στο Twitter, αναγνωρίζοντας την προσπάθεια που κατέβαλαν όσοι πήγαν στο γήπεδο για να φτάσουν εκεί, αλλά τους επισήμανε ότι υπό αυτές τις συνθήκες δεν γίνεται να παιχτεί ποδόσφαιρο. Ο κόσμος, αν κρίνουμε μάλλον από το χειροκρότημα, δεν φάνηκε να διαφωνεί με τους αθλητές που αναγκάστηκαν να παίξουν ένα τέτοιο παιχνίδι. Η Σούλια χθες (κι ενώ το Μαρακαΐμπο κλείνει 90 ώρες χωρίς ηλεκτρισμό) έβγαλε ανακοίνωση ότι δεν θα κατέβει στα επόμενα παιχνίδια μέχρι να δημιουργηθούν ξανά οι κατάλληλες συνθήκες για τους εργαζομένους της, αλλά και το φίλαθλο κοινό, ώστε να μπορεί να διεξαχθεί κανονικά ένας ποδοσφαιρικός αγώνας.

Ο ξυλουργός που αγαπούσαν όλοι

  [Καθόλου σχόλια]

Τρία μικρά παιδάκια με δακρυσμένα μάτια μέσα στην εκκλησία προσπαθούν να χωρέσουν σε μια αγκαλιά. Ο άντρας που έχει ανοίξει τα χέρια του για να τα περιβάλλει, να τα προστατέψει, προσπαθεί κι αυτός να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Υποτίθεται ότι οι σκληροί άντρες δεν κλαίνε, μόνο δακρύζουν. Αυτός ο τύπος με το μακρύ γκριζαρισμένο μαλλάκι, το λεπτό μουσάκι και μουστακάκι αν μη τι άλλο ήταν από τους πιο σκληρούς που είδαμε. Σκληρός όχι γιατί χτυπούσε στο ψαχνό, αλλά γιατί πέρασε μία καριέρα στην οποία έπρεπε να αποδεικνύει συχνά την αξία του, να ξεπερνάει τις δυσκολίες. Ανάμεσα στον κόσμο που βρίσκεται εκεί υπάρχουν κι άλλες αναγνωρίσιμες φάτσες, όπως αυτή του Ενρίκο Κιέζα. Είμαστε στο 2010, στην εκκλησία της περιοχής Γκαλούτσο στη Φλωρεντία.

Η ζωή του πρωταγωνιστή της ιστορία μας δεν ήταν πολύ εύκολη. Ο Μορένο Τοριτσέλι γεννήθηκε το 1970 στην επαρχία του Κόμο και λάτρευε την μπάλα από πιτσιρίκι παίζοντας σε τοπικές ομάδες. Παρ’ ότι το ποδόσφαιρο ήταν η αγαπημένη του ασχολία, δεν ήταν κάτι παραπάνω απ’ αυτό. Ο Τοριτσέλι ήξερε ότι δύσκολα θα κατάφερνε να κάνει μια καριέρα και γι’ αυτό είχε μία κανονική δουλειά, σε ένα εργοστάσιο επίπλων με όνομα «Σπινέλι». Τρεις φορές την εβδομάδα μετά το τέλος της βάρδιάς του έφευγε με το αυτοκίνητό του και πήγαινε για προπόνηση στην τοπική ομάδα της μικρής πόλης Καράτε Μπριάντζ, εκεί στη Λομβαρδία. Ο Τοριτσέλι ήταν παίκτης της τοπικής ημιεπαγγελματικής Καρετέζε.

Παρά το γεγονός ότι ξεχωρίζει για το πάθος και την ποιότητά του ανάμεσα σε αρκετά μέτριους αντιπάλους, δεν έρχεται κάποια πολύ μεγάλη πρόταση. Το «Τρελό Άλογο» όπως τον φώναζαν, ο τύπος που έμοιαζε με Ινδιάνος και έχει κι ο ίδιος αγάπη γι’ αυτούς, ο χεβιμεταλάς με την αδυναμία στους Black Sabbath (και μια τεράστια δισκοθήκη στο σπίτι του, δίπλα σε ένα τζουκ μποξ), βλέπει ότι δύσκολα θα κάνει το μπαμ. Ο Μορένο έχει συνηθίσει μέσα του στην ιδέα ότι θα είναι ένας εργάτης σε εργοστάσιο κι ότι η μπάλα θα είναι απλά αυτό που απλώς θα τον κάνει να ξεφεύγει. Μέχρι που σε ένα ματς της ομάδας του, ανάμεσα στους θεατές βρίσκεται ο Κλαούντιο Τζεντίλε (ναι, αυτός ο Κλαούντιο Τζεντίλε) που εκείνη την εποχή έχει πόστο στη Λέτσε. Ο Τζεντίλε ενθουσιάζεται από τα προσόντα του Τοριτσέλι, τόσο ώστε να τον προτείνει στον Τζοβάνι Τραπατόνι που είναι προπονητής στη Γιουβέντους.

Ο Τραπ εμπιστεύεται τον Τζεντίλε και συμφωνεί ώστε ο Τοριτσέλι να δοκιμαστεί, μια που εκείνη την περίοδο οι διεθνείς Ιταλοί λείπουν σε τουρνέ κι έτσι η Γιουβέντους δίνει φιλικά με μικρές ομάδες. Ο Μορένο τα δίνει όλα, κερδίζει αρχικά τους «συμπαίκτες» του και στη συνέχεια τον κόουτς με την απόδοσή του. Ακούει καλά λόγια, αλλά μέχρι εκεί. Επιστρέφει πίσω στη δουλειά του χωρίς να έχει κάτι παραπάνω στα χέρια του κι απλά περιμένει. Η ατυχία χτυπάει. Η Γιουβέντους στέλνει τηλεγράφημα για να του πει να επιστρέψει και να συνεχίσει προετοιμασία με την ομάδα, δυστυχώς όμως το στέλνει σε έναν άλλον Τοριτσέλι που μένει σε δρόμο με ίδιο όνομα, αλλά σε άλλο χωριό. Ευτυχώς για τον Μορένο, η Γιούβε επιμένει και επιλέγει κάτι πιο σύγχρονο, ένα τηλεφώνημα, για να του πει τα ευχάριστα νέα. Ο Μορένο ξαφνικά φτάνει να δοκιμάζεται μαζί με παίκτες του υψηλότερου επιπέδου στην Ιταλία.

Η ιστορική φωτογραφία, η μέρα που ο Τοριτσέλι έμαθε ότι θα γίνει παίκτης της Γιουβέντους.

Γνωρίζει ότι το κριτήριο για την τελική απόφαση είναι αν θα συμπεριληφθεί στην αποστολή της ομάδας για την Ιαπωνία και η επιβεβαίωση έρχεται έμμεσα, όταν ο φωτογράφος της Γιούβε του ζητάει να ποζάρει με τη φανέλα της ομάδας. Ζητάει άδεια από το εργοστάσιο για έναν μήνα, καθώς δεν ξέρει αν θα τον αγοράσει η Γιουβέντους και αναχωρεί. Ο Τραπατόνι μετά από τις εμφανίσεις του δίνει το ΟΚ λέγοντας τη χαρακτηριστική ατάκα «αν δεν μου πάρετε τον Βιέρκοβουντ, θέλω αυτόν τον τύπο» κι όπως διηγείται ο ίδιος ο Τοριτσέλι σε μια συνέντευξη στην Γκατζέτα ντελο Σπορτ, υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο πάνω στο καπό ενός αυτοκίνητου. Η Γιουβέντους δίνει 50 εκατομμύρια λιρέτες κι ο Τοριτσέλι από τα ερασιτεχνικά βρίσκεται όχι απλά στην 1η κατηγορία, αλλά και στην τεράστια Γιούβε παίρνοντας 80πλασιο μισθό από αυτόν που έπαιρνε στο εργοστάσιο. Παρ’ ότι μεγάλωσε με ινδάλματα όπως Αλτομπέλι κι ο πατέρας του τον είχε κάνει οπαδό της Ίντερ, ο Τοριτσέλι αγωνίζεται σε μια άλλη μεγάλη ομάδα.

Ο Τραπατόνι του κολλάει το παρατσούκλι «ξυλουργός» στην τοπική διάλεκτο (είναι… κοντοχωριανοί) κι ο Ρομπέρτο Μπάτζιο το πάει ένα βήμα παραπέρα, κολλώντας του το «Τζεπέτο». «Γράφουν στις εφημερίδες ότι δούλευα με σφυριά, αλλά η αλήθεια είναι ότι δούλευα στο τμήμα των αποστολών, στην αποθήκη», δηλώνει στην Λα Στάμπα. Ο Τοριτσέλι θέλει να δικαιώσει όσους τον πίστεψαν και τα καταφέρνει εξ αρχής. Σαν να μην έπρεπε να κάνει ένα άλμα από τη Δ’ στην Α’ εθνική, φαίνεται «κανονικός» παίκτης. Κάνει ντεμπούτο σε ένα φιλικό με την Μπάγερν στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου στο αντίο του Αουγκεντάλερ. Τρέχει πάνω κάτω στα πλάγια, πέφτει σε κάθε τάκλιν με δύναμη, κυνηγάει την μπάλα και τους αντιπάλους. Μετά από κάθε προπόνηση κάθεται και δουλεύει και το αριστερό του, με παίκτες όπως ο Αντόνιο Κόντε που επίσης κάνουν έξτρα προπόνηση. Αυτό το πάθος τον κάνει αγαπητό στον κόσμο του συλλόγου.

Με αντίπαλο τον Μπέργκαμπ σε ένα ματς με την Ίντερ

Παίρνει θέση βασικού και κατακτά μόλις στην πρώτη του σεζόν το ΟΥΕΦΑ με αντίπαλο την Ντόρτμουντ, βασικός και στους δύο τελικούς με συνολικό σκορ 6-1 και συμπαίκτες τους Μπάτζιο, Βιάλι, Μέλερ, Κόλερ, Κόντε και Ζούλιο Σέζαρ. Πηγαίνει στη Γιούβε σε μια εποχή μεγάλης εσωτερικής αλλαγής στο σύλλογο και παρ’ ότι είναι «παιδί» του Τραπατόνι δεν πέφτει θύμα της εκκαθάρισης. Συνεχίζει να είναι βασικός και επί Μαρσέλο Λίπι, χωρίς όμως να έχουν τις καλύτερες σχέσεις, στη νέα εποχή της Γιούβε. Ο Λίπι τον πιάνει να καπνίζει και η σχέση τους δεν ξεκινάει καλά. Παρ’ όλα αυτά, τον εμπιστεύεται και κερδίζει τρία πρωταθλήματα, ένα κύπελλο, ένα διηπειρωτικό και κυρίως το Τσάμπιονς Λιγκ του 1996. Εκεί που στον τελικό κάνει μια πραγματική κατάθεση ψυχής, πιθανότατα ο καλύτερος από τους παίκτες της Γιουβέντους, μαζί με τους υπόλοιπους εργάτες της εποχής που είχε η Γιουβέντους τότε, όπως τους Πεσότο και ντι Λίβιο. Ο αστικός μύθος λέει ότι μετά το παιχνίδι κληρώθηκε για έλεγχο αντιντόπινγκ μαζί με τον Κλάιφερτ κι ο Ολλανδός, εντυπωσιασμένος με το ματς του Ιταλού του είπε: «Σε έπιασαν, ε;»

Δουλεύει σκληρά, όπως κι όλη η ομάδα. «Κάναμε 500 κοιλιακούς σε 15 λεπτά, κάποιες φορές οι συμπαίκτες μου έκαναν εμετό μετά τις προπονήσεις από την κούραση», δηλώνει στο TuttoMercatoWeb. Το 1998 και βλέποντας ότι πλέον δεν είναι η πρώτη επιλογή, εγκαταλείπει το Τορίνο καθώς η Γιουβέντους δεν θέλει να τον κρατήσει. Παρ’ ότι έχει προτάσεις από την Αγγλία και την Μπόρο, προτιμάει τον άνθρωπο στον οποίο χρωστάει τα πάντα, τον Τραπατόνι. Ο Τραπ έχει αναλάβει τη Φιορεντίνα και τον θέλει πολύ. Ο Μορένο θα πάει στην όμορφη Φλωρεντία που όμως δεν τον υποδέχεται με τον καλύτερο τρόπο. Βλέπετε, είναι ένας παίκτης της μισητής Γιουβέντους. Ο Τοριτσέλι δεν τρομάζει. Με το γνωστό του πάθος και την αγωνιστικότητά του κερδίζει τον κόσμο εκεί. Ο «ξυλουργός» ζει τα τελευταία χρόνια της σπουδαίας Φιορεντίνα (είναι παρών και σε μια μεγάλη νίκη επί της Γιουβέντους με 1-0 με τον Μπατιγκόλ), φτάνει και στο Τσάμπιονς Λιγκ μαζί της, διεκδικεί και ένα πρωτάθλημα το 1998-99 αλλά με τον τραυματισμό του Μπατιστούτα οι Βιόλα πέφτουν στην 3η θέση. Σιγά σιγά αρχίζει η παρακμή και τα τεράστια προβλήματα του συλλόγου με τη διοίκηση Τσέκι Γκόρι.

Ο Τοριτσέλι ζει τη διάλυσή της Φιορεντίνα, και τον υποβιβασμό, και στα ποδοσφαιρικά… γεράματα μεταναστεύει στην Ισπανία και την Εσπανιόλ όπου παίζει μια χρονιά. Επιστρέφει στο Αρέτσο και τελειώνει την καριέρα του, μια καριέρα που τον έφερε μέχρι και την εθνική Ιταλίας, πάντα όμως πίσω από άλλους παίκτες όπως ο Πανούτσι. Δεν ήταν κάποιος σπουδαίος τεχνίτης, σκόραρε μόλις 1 γκολ με τη Γιούβε (εξαιρετικό, σε αγώνα Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι στους Ρέιντζερς) και 2 με τη Φιορεντίνα, αλλά λατρεύτηκε γι’ αυτό που πολύς κόσμος θεωρεί ίσως πιο σημαντικό κι από την ποιότητα κάποιες φορές. Την αυτοθυσία, το πάθος, την εργατικότητα. Ο Τοριτσέλι όπου κι αν έπαιξε τα έδινε όλα στο γήπεδο και μπορούσε να γεφυρώσει το όποιο ποιοτικό του έλλειμμα.

Έχοντας θητεύσει δίπλα σε εξαιρετικούς προπονητές, όντας έξυπνος και εργατικός, πολλοί θα πόνταραν σε μια προπονητική καριέρα. Και πράγματι, ο Τοριτσέλι ξεκίνησε στην Τοσκάνη τα πρώτα βήματά του και είχε και προτάσεις από ομάδες της Β’ εθνικής. Μέχρι όμως που χρειάστηκε να πάρει μια πολύ σημαντική απόφαση και κάπως έτσι να επιστρέψουμε στην αρχή του κειμένου μας. Την ημέρα του 2010 που κήδεψε τη γυναίκα του, που έχασε τη μάχη με τη λευχαιμία. Η Μπάρμπαρα Τοριτσέλι ήταν μόλις 40 ετών και ήταν δίπλα του σε όλη τη ζωή. Έμενε στο διπλανό χωριό, γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και έφτασε να είναι η κομμώτρια του ντελ Πιέρο. Ο Μορένο εκείνη την ημέρα που αποχαιρέτησε για τελευταία φορά τη σύντροφο της ζωής του αποφάσισε ότι είχε ένα ρόλο πλέον, να μεγαλώσει σωστά τα παιδιά του και να βάλει σε 2η μοίρα την προπονητική του καριέρα. Παράτησε την προπονητική καριέρα και έμεινε σε ένα μικρό χωριό λίγων κατοίκων στα βορειοδυτικά της Ιταλίας, με το ποδόσφαιρο να γίνεται πάλι και χόμπι, καθώς ο Μορένο προπονούσε τα πιτσιρίκια της τοπικής ομάδας. Ο Τοριτσέλι είχε ήδη χάσει τον κολλητό του από τα χρόνια της Γιούβε, τον Αντρέα Φορτουνάτο που έφυγε από τη ζωή μόλις στα 23 του χτυπημένος από μία σπάνια μορφή λευχαιμίας, το 1995. Στις δύσκολες στιγμές βρέθηκε πολύ κοντά του ο Τζιανλούκα Βιάλι, τον βοήθησε πολύ, τον στήριξε ψυχολογικά.


Το 2014 φοράει τη φανέλα της Γιούβε και πάλι σε ένα φιλανθρωπικό φιλικό.

Ακόμα και σήμερα συχνά καλείται να κάνει δηλώσεις, να σχολιάσει για τη Γιουβέντους ή και τη Φιορεντίνα (όπως στον θάνατο του Αστόρι), ο κόσμος τον θυμάται και τον αγαπάει. Αυτός, σαν ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στο καθήκον του έβαλε πάνω από όλα την οικογένεια. Δεν τον έχουν πάρει τα χρόνια, αλλά είναι πλέον δύσκολο να κάνει μια σπουδαία καριέρα ως προπονητής. Θα μείνει πάντα όμως η φιγούρα του χαραγμένη στις αναμνήσεις όσων έζησαν τη δεκαετία του 1990, εκείνη η δύναμη στα δεξιά (ή και στα αριστερά ή και όπου αλλού χρειαζόταν).

15 λεπτά διασημότητας και μια ζωή τρόμου

  [1 Σχόλιο]

Κάποτε, περίπου 100 χρόνια πριν, ένας από τους σημαντικότερους προέδρους των ΗΠΑ, ο Θίοντορ Ρούσβελτ είπε: «Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε κάποιος που να έζησε μια ζωή γεμάτη ευκολία και να άφησε όνομα άξιο να το μνημονεύουμε». Ο μικρός Μουρτάζα Αχμάντι πιθανότατα δεν ξέρει τη ρήση, αλλά μνημονεύτηκε αρκετά πριν περίπου τρία χρόνια κι αυτό του έκανε τη ζωή ακόμα πιο δύσκολη. Το όνομά του μάλλον δεν σας λέει πολλά, αλλά είναι αρκετά πιθανό να έχετε δει τη φωτογραφία του που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2016.

Σε εκείνη τη φωτογραφία, ο μικρός Μουρτάζα φορούσε μια πλαστική σακούλα με μπλε ρίγες στην οποία ήταν γραμμένο το όνομα του Λιονέλ Μέσι, του αγαπημένου παίκτη του πιτσιρικά. Το χαμόγελό του κι η χαρά του συγκίνησαν χιλιάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η φωτογραφία έγινε viral και το παιδί βρέθηκε ότι ζει στην επαρχία Γκάζνι του Αφγανιστάν. Ο 5χρονος ήθελε πάρα πολύ μία φανέλα του Μέσι, αλλά η οικογένειά του ήταν εξαιρετικά φτωχή. Όταν ξέσπασε σε κλάματα, ο αδερφός του αναγκάστηκε να του φτιάξει αυτή την… ιδιοκατασκευή που από τις φωτογραφίες φάνηκε ότι ικανοποίησε πολύ τον μικρό.

Όταν ο Μουρτάζα εντοπίστηκε κάπου σε ένα χωριό του Αφγανιστάν, το μόνο που δήλωσε ήταν ότι ήθελε να γνωρίσει το είδωλό του. Με τη βοήθεια της UNICEF ο Λιονέλ Μέσι έστειλε δυο φανέλες του με αφιέρωση, μια της Μπαρσελόνα και μία της εθνικής Αργεντινής (σαν αυτή που ο Μουρτάζα φορούσε). Το όνειρο όμως δεν είχε τελειώσει. Οι διοργανωτές του Μουντιάλ του 2022 στο Κατάρ, προσπαθώντας να φτιάξουν την άθλια εικόνα της χώρας προς τα έξω, αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν τη μεγάλη συνάντηση. Με την ευκαιρία ενός φιλικού της Μπάρσα με την Αλ Αχλί, ο Μουρτάζα ταξίδεψε στην Ντόχα και όχι απλά γνώρισε τον ήρωά του, αλλά συνόδεψε την ομάδα και μάλιστα πόζαρε μαζί της πριν την έναρξη του αγώνα:

Σε έναν ιδανικά πλασμένο κόσμο, η ιστορία θα τελείωνε κάπως έτσι. Στον δικό μας κόσμο και πλανήτη, η συνέχεια δεν ήταν τόσο ωραία. Παρά το γεγονός ότι είχε λάβει υποσχέσεις για πολιτικό άσυλο, η οικογένεια εγκλωβίστηκε κάπου στο Πακιστάν όταν δοκίμασε να εγκαταλείψει τη χώρα κι αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω. Τα πράγματα όμως είχαν χειροτερέψει πίσω στην πατρίδα τους. Οι Ταλιμπάν το καλοκαίρι που μας πέρασε έστρεψαν τα βλέμματά τους στην περιοχή Γκάζνι και την ομώνυμή πόλη. Η μάχη που έγινε τον Αύγουστο άφησε πίσω πολλούς νεκρούς, αλλά τελικά οι κυβερνητικές δυνάμεις ανακατέλαβαν την πόλη. Αυτό όμως δεν απέτρεψε τους Ταλιμπάν να κάνουν διάφορες επιχειρήσεις στις γύρω περιοχές, ανάμεσά τους και στα μέρη της οικογένειας Αχμάντι.

Ως γνωστόν οι Ταλιμπάν μισούν το ποδόσφαιρο, καθώς από όλους τους φανατικούς θεωρείται ως θανάσιμο αμάρτημα. Η διασημότητα που απέκτησε ο Μουρτάζα τον έκανε αμέσως στόχο τους κι η οικογένειά του ζούσε συνεχώς με το φόβο ότι κάτι κακό θα συμβεί, μια που εκτός των άλλων ανήκουν και σε μια εθνική ομάδα Σιιτών που κυνηγούν οι Ταλιμπάν. Η μητέρα του είπε ότι συχνά έβλεπαν αγνώστους να τριγυρίζουν κοντά στο σπίτι τους. Και μετά, υπήρχαν και τα απειλητικά τηλεφωνήματα. Αυτά όχι από τους Ταλιμπάν, αλλά από τοπικούς εγκληματίες που θεωρούσαν ότι η οικογένεια είχε πάρει χρήματα από τον Μέσι. «Δεχόμασταν απειλές συνέχεια, πίστευαν ότι ο Μέσι μας είχε δώσει λεφτά», δήλωσε η κυρία Σακίφα. Ο Μουρτάζα που εξαιτίας του φόβου των Ταλιμπάν είχε ήδη σταματήσει να παίζει μπάλα έξω από το σπίτι φορώντας τις αγαπημένες του φανέλες, σταμάτησε να πηγαίνει και στο σχολείο. Με τη δραστηριότητα των Ταλιμπάν να γίνεται εντονότερη, ο κλοιός έσφιγγε. Κάποιοι συγγενείς της οικογένειας σκοτώθηκαν σε ενέδρες ή μετά από εφόδους σε σπίτια. Τον Δεκέμβριο, ένας ρεπόρτερ του France Presse ανακάλυψε τον πιτσιρικά (πλέον 7 ετών). Είχε διαφύγει στην Καμπούλ. Ένα βράδυ ο πατέρας του Αρίφ πήρε την οικογένεια και τη φυγάδευσε στη γειτονική πόλη Μπαμιάν. Ο ίδιος επέστρεψε πίσω, ενώ ο Μουρτάζα τελικά κατέληξε με τη μητέρα του στην πρωτεύουσα.

«Έχω να τον δω από εκείνο το βράδυ» λέει ο Μουρτάζα. Επικοινωνούν στο τηλέφωνο κι έτσι κρατούν επαφή. Ο μικρός δεν βγαίνει από το νέο σπίτι (ένα άδειο δωμάτιο επί της ουσίας με μια σόμπα), η μητέρα του φοβάται πολύ. Δικαιολογημένα ή όχι κανείς δεν ξέρει, αλλά λίγο ο μύθος των χρημάτων, λίγο η… προδοσία του μικρού απέναντι στη θρησκεία καθώς αγαπά το διαβολικό ποδόσφαιρο των δυτικών και λίγο η φήμη και τελικά μια δύσκολη ζωή μετατράπηκε σε ακόμα δυσκολότερη. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δύσκολο να γνωρίζεις πόσο πραγματικός είναι ο κίνδυνος για την οικογένεια, αλλά το παρελθόν στο Αφγανιστάν δεν σε κάνει αισιόδοξο. Ο πιτσιρικάς κι η μητέρα του κάνουν έκκληση ώστε να φύγουν από τη χώρα για να γλιτώσουν. Ακόμα κι αν υπερβάλουν για τον βαθμό του κινδύνου για να πιέσουν καταστάσεις, ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει; «Παίζω μόνο στην αυλή του σπιτιού εδώ με μερικούς φίλους, δεν βγαίνω ποτέ έξω» λέει ο Μουρτάζα μιλώντας στην κάμερα του CNN και φορώντας την αγαπημένη του φανέλα. Αυτή της εθνικής Αργεντινής με το νούμερο 10 και το όνομα του Λίο πίσω.

Πηγές: El Pais, CNN