10 χρόνια Σομπρέρο

  [11 Σχόλια]

Την αδυναμία μας στη φανέλα με το νούμερο 10 την έχουμε καταγράψει παλιότερα:

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Με δεδομένο αυτό, καταλαβαίνετε ότι αυτή είναι μια ξεχωριστή ημέρα για εμάς. Μια τέτοια μέρα το 2008 γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (αν και δυο εκ των ‘ιδρυτών’ είχαν τότε βάση στην Αθήνα) το Σομπρέρο. Σήμερα η σελίδα γιορτάζει τα δέκατα γενέθλια της, φοράει επιτέλους τη φανέλα με το αγαπημένο 10 στην πλάτη και ετοιμάζεται να βγάλει μαγικές κάθετες που θα τρυπήσουν κάθε άμυνα, να ντριπλάρει αντιπάλους με τη χάρη μεγάλων Ρώσων χορευτών, να κουμαντάρει το παιχνίδι σαν μαέστρος της Φιλαρμονικής της Βιέννης και όταν χαθεί η μπάλα να σουλατσάρει στα χορτάρια χαζεύοντας τους υπόλοιπους που μαρκάρουν, γιατί «αν ήθελε ο Θεός να τρέχουμε σαν τους Νταβιντσομακελελέδες, δεν θα μας έδινε τόση φινέτσα».

Επόμενος μεγάλος στόχος μας είναι να φτάσουμε να γιορτάσουμε στο μέλλον τα γενέθλια μας χρησιμοποιώντας σαν εικόνα τον τεράστιο Γιόχαν Κρόιφ. Κι αν καταφέρουμε να το πετύχουμε κι αυτό, μετά ταβάνι μας είναι ο ουρανός. Ή ο Αντρέα Πίρλο.

10 σομπρέρο από ένα μεγάλο 10αρι για τα 10α γενέθλια του Σομπρέρο

Ωδή στον Χοσέ τον Λουίς τον Τσιλαβέρτ

  [2 Σχόλια]

«Αν κερδίσουμε πέναλτι, ποιος θέλει να το εκτελέσει;»

Η ερώτηση του Κάρλος Μπιάνκι έπιασε τους πάντες απροετοίμαστους. Στα αποδυτήρια της Βέλεζ επικράτησε για λίγο νεκρική σιγή. Οι περισσότεροι καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο, θέλοντας να δείξουν ότι το σκέφτονται. Σε λίγη ώρα θα έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Εστουντιάντες, ψάχνοντας μια ισοπαλία που θα τους έστεφε πρωταθλητές για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια. Η πίεση και το άγχος είχαν πιάσει ταβάνι.

«Εγώ θέλω» ακούστηκε μια σίγουρη φωνή, κάπου από το βάθος.

Η φωνή συνοδεύτηκε από ένα σηκωμένο χέρι. Ήταν το χέρι του τερματοφύλακα. Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ ήταν 28 χρονών εκείνη την εποχή. Η πρωτοβουλία του έδωσε θάρρος και στους υπόλοιπους και δυο ακόμα χέρια σηκώθηκαν διστακτικά στον αέρα. Ο Μπιάνκι ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε: «Ωραία. Θα το εκτελέσει τότε ο Τούρου. Αλλιώς ο Γκονζάλεζ. Αν όχι, τότε ο Τσιλαβέρτ».

Ήταν ένα κρύο και βροχερό απόγευμα Τρίτης του Ιουνίου του 1993 και το γήπεδο ήταν κατάμεστο. Ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν και χιλιάδες οπαδοί των φιλοξενούμενων, που περίμεναν πολλά χρόνια γι’αυτή τη στιγμή. Κάπου στα μισά της επανάληψης, η Βέλεζ κέρδισε πέναλτι. Ο ‘Τούρου’ Φλόρες κοίταξε τον Γκονζάλεζ. Ο Γκονζάλεζ κοίταξε τον Φλόρες. Κανένας δεν έκανε κίνηση προς τη μπάλα. Ο έμπειρος Μπιάνκι κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και έκανε νόημα προς τον τερματοφύλακα του. Ο Τσιλαβέρτ διέσχισε όλο το γήπεδο, έστησε τη μπάλα ψύχραιμα και με ένα δυνατό, συρτό σουτ την έστειλε στη δεξιά γωνία της εστίας. Η Βέλεζ ήταν, επιτέλους, πρωταθλήτρια Αργεντινής. Αυτός ήταν ο πρώτος από τους εννιά τίτλους που κατέκτησε με τα χρώματα της ο μεγαλόσωμος Παραγουανός πορτιέρο.

«Υπάρχουν δυο είδη ανθρώπων εκεί έξω. Οι πετυχημένοι και οι μέτριοι. Οι πετυχημένοι δεν σκέφτονται την αποτυχία. Ένας μέτριος άνθρωπος όμως σκέφτεται συνέχεια: Τι θα συμβεί αν αποτύχω;» σχολίασε αρκετά χρόνια αργότερα ο Τσιλαβέρτ, περικλείοντας ουσιαστικά σε μια δήλωση όλη την κοσμοθεωρία του.

Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ δεν ήταν «πετυχημένος» εκ γενετής. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι και ο ίδιος αναγκαζόταν να κυκλοφορεί ξυπόλητος μέχρι τα 7 του και να κάνει μπάνιο με κουβάδες στην αυλή. Πέρασε όλη την παιδική του ηλικία αρμέγοντας αγελάδες και πουλώντας το γάλα τους στα γειτονικά παντοπωλεία. Μέχρι τα 20 του ήταν ένας συνηθισμένος τερματοφύλακας, που προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην, παίζοντας σε ομάδες της Παραγουάης.

Τότε έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα της καριέρας του, παίρνοντας μεταγραφή στη Σαν Λορένσο. Στο Μποέδο γνώρισε τον γυρολόγο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, χάρη στον οποίο ανακάλυψε το πάθος του για τις εκτελέσεις φάουλ. Μετά το τέλος των προπονήσεων οι δυο τους καθόταν στο γήπεδο και κοντραριζόταν, με έπαθλο συνήθως ένα μπουκάλι κόκα-κόλα. Όπως δήλωσε ο ίδιος, πριν αποχωρήσει για να κάνει ντουζ εκτελούσε περίπου 80-120 φάουλ, σε μια προσπάθεια να τελειοποιήσει την τεχνική του.

Οι αμέτρητες ώρες εξάσκησης με τη μπάλα στα πόδια του έδιναν την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να βγαίνει και εκτός της περιοχής του. Μια συνήθεια που εκείνη την εποχή πάντως προκαλούσε τρόμο στους φιλάθλους. «Πολλοί άνθρωποι ήταν αντίθετοι με το στυλ παιχνιδιού μου στην αρχή. Όταν ξεκίνησα να βγαίνω εκτός εστίας με τη μπάλα στα πόδια, στη Σαραγόσα το 1988, τους οπαδούς τους έπιανε πανικός και μου φώναζαν να γυρίσω στην εστία. Εγώ όμως το βλέπω σαν ένα τρόπο να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει. Δεν με απασχολούσε ποτέ τι λέει ο κόσμος. Είχα εμπιστοσύνη στις ικανότητες μου».

Κάποιες φορές βέβαια η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν είναι αρκετή. Σ’ένα ματς της Σαραγόσα με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ, το ‘μπουλντόγκ’, όπως ήταν το παρατσούκλι του, ανέβηκε στην αντίπαλη περιοχή για να εκτελέσει ένα πέναλτι, δίνοντας ξεκάθαρες εντολές σ’έναν αμυντικό να προσέχει την εστία του. Η εκτέλεση ήταν εύστοχη αλλά όση ώρα ο σκόρερ πανηγύριζε κοντά στους πάγκους, η Σοσιεδάδ έκανε γρήγορα τη σέντρα και σκόραρε με μακρινό σουτ, μειώνοντας άμεσα σε 2-1. Ο αγριεμένος Τσιλαβέρτ κατευθύνθηκε προς τον συμπαίκτη του, που είχε επίσης φύγει από την εστία για να πανηγυρίσει, ζητώντας εξηγήσεις. Η απολογία του ήταν απλή και ανθρώπινη: «Παρασύρθηκα, γιατί δεν είχα ξαναδεί τερματοφύλακα να εκτελεί πέναλτι».

Στα 21 χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του ο Τσιλαβέρτ πέτυχε 67 γκολ (εκ των οποίων τα 8 με την εθνική), τα περισσότερα με πέναλτι και τα υπόλοιπα με φάουλ. Ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει περισσότερα είναι ο Ροζέριο Σένι. Ο Παραγουανός όμως είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να κάνει χατ τρικ, έστω και με εκτελέσεις πέναλτι και ο μοναδικός που προσπάθησε να σκοράρει με φάουλ (χωρίς όμως επιτυχία) σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ένα από τα πιο ξεχωριστά και διάσημα γκολ του μπήκε το 1996, σ’έναν αγώνα με τη Ρίβερ Πλέιτ. Η Βέλεζ κέρδισε ένα φάουλ κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Την ώρα που ο συμπαίκτης του βρισκόταν ακόμα στο έδαφος, ο Τσιλαβέρτ διαπίστωσε ότι ο τερματοφύλακας της Ρίβερ, Χέρμαν Μπούργος, βρισκόταν εκτός θέσης. «Οι συμπαίκτες μου έλεγαν ‘σταμάτα, σταμάτα’ κι εγώ τους φώναζα ‘φύγετε από μπροστά μου’. Είπα στον διαιτητή να σκύψει και ευτυχώς το έκανε γρήγορα, γιατί αν τον πετύχαινα θα τον έβγαζα νοκ αόυτ. Η μπάλα φαινόταν πως πήγαινε έξω αλλά ξαφνικά έκανε μια απότομη βουτιά και έσκασε εντός εστίας. Πάντα λέω ότι ένας άγγελος την έσπρωξε μέσα. Αν το δοκίμαζα 1000 φορές, δεν θα το πετύχαινα ξανά. Δέχτηκα συγχαρητήρια ακόμα και από τους παίκτες της Ρίβερ. Στο τέλος έδωσα τη φανέλα μου στον διαιτητή, γιατί ήταν το τελευταίο του ματς και εκτός αυτού την άξιζε γιατί τα ρεφλέξ του ήταν εξαιρετικά».

Μετά τον αγώνα ο, πάντα εριστικός, Τσιλαβέρτ (που στη διάρκεια της καριέρας του μάλωσε με αντιπάλους, διαιτητές, δημοσιογράφους, προπονητές, παράγοντες, ball-boys και πολιτικούς) σχολίασε πως ο Μπούργος θα πρέπει να είναι πιο συγκεντρωμένος και να μη χαζεύει τα πουλιά εν ώρα αγώνα. Η μοίρα το έφερε έτσι που οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά τρεις μήνες μετά. Η Αργεντινή υποδεχόταν την Παραγουάη για τα προκριματικά του Μουντιάλ και με το σκορ στο 1-0, οι φιλοξενούμενοι κέρδισαν φάουλ σε καλό σημείο. Ο Τσιλαβέρτ άφησε το τέρμα του και ανέβηκε για την εκτέλεση. Οι φωτογράφοι που βρισκόταν πίσω από την εστία αποκάλυψαν αργότερα ότι όση ώρα ο Παραγουανός έστηνε τη μπάλα, ο Μπούργος έτρεμε. Η μπάλα πέρασε το τείχος αλλά έφτασε στην εστία χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, στο σημείο που βρισκόταν ο Αργεντινός τερματοφύλακας. Κι όμως, ο Μπούργος κατάφερε να χάσει τη μπάλα μέσα από τα χέρια του, χαρίζοντας ουσιαστικά στην Παραγουάη έναν πολύτιμο βαθμό.

Ο Χέρμαν Μπούργος (που από το 2011 είναι βοηθός του Σιμεόνε στην Ατλέτικο) δεν ήταν το μόνο θύμα του. Το ‘μπουλντόγκ’ δεν ήταν ποτέ ένας παίκτης σαν τους υπόλοιπους. Η προσωπικότητα του ήταν τόσο έντονη που από ένα σημείο και μετά η αύρα του ήταν μεγαλύτερη και από την ίδια την ομάδα στην οποία αγωνιζόταν. Η ηγετική του παρουσία στο Μουντιάλ του 1998 είναι το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της φαινομενικής υπερβολής.

Στα 3 ματς του ομίλου, με αντιπάλους την Ισπανία, τη Βουλγαρία και τη Νιγηρία, ο Τσιλαβέρτ δέχτηκε μόλις ένα γκολ. Η σκληροτράχηλη Παραγουάη έκανε την έκπληξη και πέρασε στους 16, εκεί που την περίμενε η πανίσχυρη διοργανώτρια Γαλλία. Το μεσημέρι εκείνο της 28ης Ιουνίου δεν θα το ξεχάσει κανένας απ’όσους είδαν το παιχνίδι, έστω και στην τηλεόραση. Η άμυνα της Παραγουάης άντεξε το σφυροκόπημα των Γάλλων για 114 λεπτά, πριν τελικά υποταχθεί από ένα γκολ του Λοράν Μπλαν. Το πάθος  και η αυταπάρνηση των Λατινοαμερικάνων και η επιβλητική παρουσία του 33χρονου τερματοφύλακα απέναντι στο μεγάλο φαβορί ήταν αυτά που έμειναν στη μνήμη όλων, μαζί με τη συγκινητική εικόνα του αρχηγού Τσιλαβέρτ να σηκώνει από το χόρτο τους δακρυσμένους συμπαίκτες του, που είχαν καταρρεύσει από την υπερπροσπάθεια.

20 χρόνια μετά, η ίδια ανατριχίλα κάθε φορά που το βλέπω

Μετά το τέλος του αγώνα και οι δυο τερματοφύλακες της Γαλλίας έσπευσαν να ζητήσουν τη φανέλα του. Για να μη δυσαρεστήσει κανέναν, ο Τσιλαβέρτ έδωσε αυτή που φορούσε στον Μπαρτέζ και μια δεύτερη που είχε στα αποδυτήρια στον Λάμα. Λίγα χρόνια αργότερα, σε ένα αφιέρωμα στην πορεία της εθνικής Γαλλίας σε εκείνη τη διοργάνωση, οι παίκτες της είχαν σχολιάσει πως η Παραγουάη ήταν το πιο δύσκολο εμπόδιο στο δρόμο προς το τρόπαιο. Όπως μάλιστα αποκάλυψε ένας εξ αυτών, όλοι στην ομάδα έτρεμαν στην ιδέα να πάει το παιχνίδι στα πέναλτι. Σε συζητήσεις που έγιναν στη διάρκεια του ημιχρόνου και πριν αρχίσει η παράταση, όλοι συμφωνούσαν πως αν το παιχνίδι φτάσει εκεί, η Γαλλία δεν έχει καμία τύχη απέναντι στον «άτρωτο» Τσιλαβέρτ, μια πρόταση που πιθανόν ακούγεται υπερβολική αλλά καταδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πόσο μεγάλο μέγεθος ήταν ο Παραγουανός στο μυαλό των αντιπάλων.

Μια τέτοια προσωπικότητα φυσικά δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ο Τσιλαβέρτ δεν δίστασε ποτέ να πει τη γνώμη του, όσο αντισυμβατική κι αν ήταν αυτή, και δεν φοβήθηκε να τη στηρίξει ακόμα και με δύσκολες πράξεις. Όταν το 1999 η Παραγουάη ανέλαβε να διοργανώσει το Κόπα Αμέρικα, ο πιο γνωστός παίκτης της και αρχηγός της αρνήθηκε να λάβει μέρος, καθώς θεωρούσε ότι η πατρίδα του είχε πολύ σοβαρότερα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα εκείνη την εποχή (λίγους μήνες πριν δολοφονήθηκε, εν μέσω τρομερής πολιτικής αναταραχής, ο αντιπρόεδρος της χώρας) και τα χρήματα που προοριζόταν για τη διοργάνωση θα έπρεπε να δοθούν στην παιδεία και την υγεία.

Πίσω από τις διάφορες υπεροπτικές δηλώσεις και τις μικρές κρίσεις εγωπάθειας του, κρυβόταν πάντα ένας άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσε. Όταν η Βέλεζ έφτασε στον τελικό του Διηπειρωτικού το 1994 και αντιμετώπισε τη Μίλαν στο Τόκιο, η PUMA τον προσέγγισε, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ο Τσιλαβέρτ συμφώνησε να φορέσει τα προϊόντα της εταιρείας και αυτή του έκανε δώρο 80 ζευγάρια γάντια και μερικές δεκάδες μπλουζάκια και σορτσάκια. Όταν η Βέλεζ γύρισε στην Αργεντινή, ως πρωταθλήτρια κόσμου, ο Τσιλαβέρτ βγήκε στους δρόμους, μοιράζοντας τα καλούδια που είχε μαζέψει: έδωσε τα γάντια σε ερασιτέχνες τερματοφύλακες των μικρών κατηγοριών και χάρισε όλα τα ρούχα στα τοπικά νοσοκομεία.

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τη μέρα που ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ κρέμασε τα γάντια του αλλά κάθε φορά που αναφέρεται η εθνική Παραγουάης, η πρώτη σκέψη στο μυαλό όλων είναι αυτός. Δεν ήταν μόνο ένας πολύ καλός τερματοφύλακας, με εξαιρετικά ρεφλέξ, που μπορούσε και να σκοράρει. Ήταν ένας αληθινός ηγέτης, εντός και εκτός γηπέδου, που έβγαινε μπροστά ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Κάποιος που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον παραδοσιακό ρόλο του κομπάρσου που έχουν συνήθως αυτοί που φοράνε το ‘1’ στη φανέλα. Από την άλλη, δεν ήταν ποτέ ο πιο ήρεμος χαρακτήρας, ούτε ο πιο σεμνός άνθρωπος στο χώρο. Ακόμα και γι’αυτά τα ελαττώματα του όμως, είχε πάντα μια έτοιμη απάντηση: «Είχα αρκετές κόντρες και μπόλικους καβγάδες στη διάρκεια της καριέρας μου αλλά πραγματικά, τι περίμενε ο κόσμος; Με αυτή τη φάτσα που έχω, πρέπει να παίξω τον κακό. Αν παριστάνω το καλό παιδί, απλά δεν θα είμαι εγώ».

Εσάμ Ελ-Χάνταρι, ετών 45: Ο επιμένων νικά

  [Καθόλου σχόλια]

18 Νοεμβρίου 2009. Ο Δημήτρης Σαλπιγίδης σκοράρει μέσα στην Ουκρανία και στέλνει την Ελλάδα στο Μουντιάλ της Ν. Αφρικής. Ο Ραούλ Μειρέλες κλειδώνει με το γκολ του μέσα στη Βοσνία την πρόκριση των Πορτογάλων. Ο Τιερί Ανρί βάζει το χεράκι του και οι Γάλλοι ξεπερνάνε το εμπόδιο των μαχητικών Ιρλανδών. Κι όμως, το σπουδαιότερο ματς της ημέρας δεν γίνεται σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα πιο νότια, στο Σουδάν, η Αίγυπτος αντιμετωπίζει την Αλγερία με έπαθλο το τελευταίο αφρικάνικο εισιτήριο για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Το κλίμα που υπάρχει πριν τη σέντρα δεν συγκρίνεται σε καμία περίπτωση με τα ευρωπαϊκά μπαράζ. Οι δυο ομάδες έχουν συναντηθεί ξανά τέσσερις μόλις μέρες πριν στο Κάιρο, στην τελευταία αγωνιστική των ομίλων. Οι Αλγερινοί ήθελαν απλά μια ισοπαλία. Οι Αιγύπτιοι οπαδοί υποδέχθηκαν το πούλμαν των αντιπάλων με τούβλα. Παρά τον τραυματισμό 3 παικτών, ο αγώνας έγινε κανονικά. Η Αίγυπτος επικράτησε με 2-0, οι δυο ομάδες ισοβάθμησαν και η CAF όρισε το μπαράζ σε ουδέτερο έδαφος.

Δεκάδες χιλιάδες φίλαθλοι και από τις δυο χώρες ταξίδεψαν στο Σουδάν και με κάποιο μαγικό τρόπο κατάφεραν να βρούνε όλοι θέση στην κερκίδα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των ντόπιων, σε γήπεδο με χωρητικότητα 41.000, βρέθηκαν τουλάχιστον 50.000 οπαδοί, παρά το γεγονός ότι είχαν εκδοθεί μόνο 36.000 εισιτήρια! Πριν τον αγώνα πάντως οι Αλγερινοί… πήραν εκδίκηση, σπάζοντας τα τζάμια του πούλμαν που μετέφερε την Αίγυπτο. Όπως αναμενόταν, οι παίκτες και των δυο μπήκαν στο γήπεδο έτοιμοι για όλα και για να σώσει ουσιαστικά το παιχνίδι ο διαιτητής από τις Σεϋχέλλες, έδειξε την πρώτη κίτρινη κάρτα στο πρώτο λεπτό!

Τελικά, με ένα γκολ λίγο πριν τη λήξη του ημιχρόνου η Αλγερία πήρε το ματς και μαζί το εισιτήριο για το Μουντιάλ, βυθίζοντας για άλλη μια φορά την Αίγυπτο σε πένθος. Σε λίγους μήνες θα συμπληρωνόταν 20 χρόνια από την τελευταία φορά που η χώρα βρέθηκε σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Την ώρα που οι Αλγερινοί πανηγύριζαν, στην άλλη πλευρά του γηπέδου ο τερματοφύλακας της Αιγύπτου, Εσάμ Ελ-Χάνταρι, ξεσπούσε σε κλάματα. Οι συμπαίκτες του έσπευσαν να του συμπαρασταθούν, του υπενθύμισαν ότι έχει καταφέρει ήδη πολλά και ότι φεύγει με ψηλά το κεφάλι, έχοντας αποδεδειγμένα κάνει ό,τι μπορούσε. Ο Ελ-Χάνταρι διαφώνησε, δεν αποδεχόταν ότι είχε φτάσει το τέλος. Ορκίστηκε μπροστά τους ότι δεν θα κρεμάσει τα γάντια του αν δεν παίξει σε ένα Μουντιάλ. Κανένας δεν τόλμησε να του απαντήσει στην κατάσταση που ήταν αλλά, προφανώς, και κανένας δεν τον πίστεψε. Άλλωστε ήταν  ήδη 36 χρονών. To όνειρο είχε πετάξει.

8 Οκτωβρίου 2017. Η Αίγυπτος υποδέχεται το Κονγκό, ο Μοχάμεντ Σαλάχ ευστοχεί στο κρίσιμο πέναλτι στις καθυστερήσεις και οι ‘Φαραώ’ εξασφαλίζουν και μαθηματικά μια θέση στο Μουντιάλ της Ρωσίας, που θα είναι το πρώτο τους μετά από 28 χρόνια. Στην απέναντι εστία απ’αυτή που εκτελεί το πέναλτι ο Σαλάχ, βρίσκεται μια γνώριμη φυσιογνωμία. Ο Εσάμ Ελ-Χάνταρι είναι πλέον 45 χρονών αλλά τα γάντια παραμένουν φορεμένα στα χέρια του, όσο αυτός προστατεύει την εστία της χώρας του.

Ο παράλογος όρκος που είχε δώσει οχτώ χρόνια πριν εκπληρώθηκε και το ‘Θηρίο της Αφρικής’ (όπως είναι ένα από τα παρατσούκλια του) θα βρεθεί, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, το καλοκαίρι στα γήπεδα της Ρωσίας. Με τη συμμετοχή του εκεί θα σπάσει φυσικά και το ρεκόρ του πιο μεγάλου σε ηλικία παίκτη στην ιστορία της διοργάνωσης, που κατέχει για την ώρα ο Κολομβιανός Μοντραγκόν που το 2014 αγωνίστηκε στο Μουντιάλ της Βραζιλίας όντας 43 χρονών.

“Από τη μέρα που προκριθήκαμε, προσπαθώ να πιέσω τον εαυτό μου περισσότερο. Πριν από κάθε προπόνηση της ομάδας, κάνω εξτρά γυμναστική μόνος μου. Είμαι απόλυτα επικεντρωμένος στο να εξελίσσομαι συνέχεια. Δεν θα αφήσω τίποτα να με σταματήσει. Θέλω να κερδίσω μια θέση στο Μουντιάλ μέσα από την προσπάθεια μου και όχι εξαιτίας του ονόματος και της ιστορίας μου” δήλωσε πριν λίγο καιρό στη σελίδα της FIFA ο Χάνταρι.

Το επερχόμενο ρεκόρ δεν θα είναι πάντως το πρώτο στην καριέρα του. Λίγες εβδομάδες μετά την πρόκριση στο Μουντιάλ, έγινε ο πρώτος ξένος τερματοφύλακας που σκοράρει σε αγώνα του πρωταθλήματος της Σαουδικής Αραβίας, εκεί όπου αγωνίζεται από το καλοκαίρι. Αυτό ήταν το 2ο γκολ της καριέρας του. Το 2002 στο Αφρικάνικο Σούπερ Καπ είχε στείλει τη μπάλα στα δίχτυα από τα 60 μέτρα, εκτελώντας γρήγορα ένα φάουλ που είχε κερδίσει η τότε ομάδα του, Αλ Αχλί.

Και ο κατάλογος των ρεκόρ δεν σταματάει εδώ. Τέτοια εποχή πέρσι έγινε ο μεγαλύτερος σε ηλικία παίκτης που παίζει σε Κόπα Άφρικα, ένα τουρνουά που γνωρίζει όσο λίγοι, αφού το έχει κερδίσει 4 φόρες! Όταν η Αίγυπτος του, γνωστού μας, Έκτορ Ραούλ Κούπερ, ξεκίνησε την περσινή διοργάνωση, όλοι πίστευαν πως ο Χάνταρι βρισκόταν στην αποστολή απλά για να βοηθήσει τους νεότερους με την εμπειρία του, σαν πατρική φιγούρα που θα δώσει τις κατάλληλες συμβουλές και παραινέσεις. Στην ομάδα άλλωστε υπάρχουν παίκτες που είναι στην ηλικία της κόρης του!

Ο βασικός τερματοφύλακας της Αιγύπτου όμως τραυματίστηκε στο πρώτο κιόλας παιχνίδι και ο Χάνταρι κλήθηκε εσπευσμένα να αποδείξει ότι δεν είναι τελειωμένος, παρά την, ακραία ποδοσφαιρικά, ηλικία του. Τελικά με τις εμφανίσεις του έδειξε στους νεότερους γιατί στην τροπαιοθήκη του έχει 7 ατομικά βραβεία (3 φορές καλύτερος τερματοφύλακας του αφρικάνικου Τσάμπιονς Λιγκ και 4 φορές καλύτερος τερματοφύλακας του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής!) και γιατί ο Ντιντιέ Ντρογκμπά τον αποκάλεσε το 2012 “τον καλύτερο αντίπαλο που είχε ποτέ”.

Η ομάδα του Κούπερ δέχτηκε σε 5 ματς μόνο 1 γκολ, με τον 44χρονο, τότε, τερματοφύλακα να συμπληρώνει άψογα την εξαιρετική άμυνα των ‘Φαραώ’. Σαν κερασάκι στην τούρτα ο Χάνταρι έπιασε τα δυο τελευταία πέναλτι των παικτών της Μπουρκίνα Φάσο στον ημιτελικό και έστειλε τη χώρα του σ’έναν ακόμα τελικό. Εκεί που η ‘κατάρα’ του Έκτορ Ραούλ Κούπερ μίλησε ξανά και το Καμερούν κατάφερε να γυρίσει το ματς και με γκολ στο 88′ να ανέβει στην κορυφή της Αφρικής.

Ένα χρόνο αργότερα, λίγοι στην Αίγυπτο θυμούνται πλέον εκείνη την αποτυχία, αφού η ιστορική πρόκριση στο Μουντιάλ σε συνδυασμό με την εξαιρετική πορεία του Σαλάχ στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ, έχει πείσει τους πάντες ότι αυτή είναι μια ακόμα σπουδαία φουρνιά παικτών. “Έχω παίξει με αρκετές γενιές και πιστεύω πως η σημερινή έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τη χρυσή γενιά που κερδίσαμε 3 συνεχόμενους τίτλους στην Αφρική (2006, 2008, 2010). Το μόνο που της λείπει είναι η εμπειρία” λέει ο, πλέον αρμόδιος να συγκρίνει, Εσάμ Ελ-Χάνταρι.

Όσο για τον ίδιο; “Έχω κερδίσει 37 τρόπαια στην καριέρα μου και έχω ζήσει μερικές αξιομνημόνευτες στιγμές, όπως η νίκη με 1-0 επί της Ιταλίας το 2009. Το μόνο πλέον που μου λείπει είναι μια συμμετοχή σε Παγκόσμιο Κύπελλο”. Ένα Παγκόσμιο Κύπελλο από το οποίο βέβαια θα απουσιάσει ο μεγάλος του ήρωας, Τζανλουίτζι Μπουφόν. “Ο Μπουφόν είναι το ίνδαλμα μου. Τον γνώρισα και από κοντά το 2009 στο Κονφεντερέισον, όταν παίξαμε με την Ιταλία. Περιέργως, μετά το τέλος του αγώνα ζήτησε τη φανέλα μου” σχολιάζει με περηφάνια ο Χάνταρι, που σ’εκείνο το ματς έκανε μια από τις καλύτερες εμφανίσεις της καριέρας του, σώζοντας την εστία του σε τρεις περιπτώσεις τετ-α-τετ!

Σήμερα το βράδυ στη Ζυρίχη, η Αίγυπτος θα αντιμετωπίσει την εθνική μας ομάδα σε ένα ακόμα φιλικό προετοιμασίας για το Μουντιάλ. Αν ο Κούπερ επιλέξει τον Χάνταρι για τη βασική 11αδα (στο φιλικό με την Πορτογαλία προτιμήθηκε ο 26χρονος Ελ-Σεναουί που βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση αυτή την περίοδο), αυτή θα είναι η 157η συμμετοχή του με το εθνόσημο. Εντελώς συμπτωματικά, μια μέρα σαν τη χθεσινή, είχε φορέσει για πρώτη φορά τη φανέλα της εθνικής, σε ένα φιλικό με τη Ν. Κορέα. Το ημερολόγιο εκείνη την ημέρα έδειχνε 26 Μαρτίου 1996. O Ραμαντάν Σομπί της Στόουκ, που επίσης βρίσκεται στην αποστολή της Αιγύπτου, δεν είχε καν γεννηθεί.

Η μέρα που ο Ρέντναπ έβαλε έναν οπαδό της Γουέστ Χαμ να παίξει

  [12 Σχόλια]

Ήταν 20 Νοεμβρίου του 1973 όταν ο Σκοτ Χάλπιν και ένας φίλος του ξεκίνησαν για να πάνε σε μια συναυλία των αγαπημένων τους Who στο Σαν Φρανσίσκο. Η διάσημη ροκ μπάντα εμφανίστηκε στη σκηνή εν μέσω αποθέωσης και για περισσότερη από μια ώρα τα έδωσε όλα, παίζοντας τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Κάποια στιγμή στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, ο Κιθ Μουν κατέρρευσε πάνω στα ντραμς του. Ο κόσμος ‘πάγωσε’, η υπόλοιπη μπάντα σταμάτησε και ο Μουν μεταφέρθηκε στα παρασκήνια, όπου οι άνθρωποι της παραγωγής προσπάθησαν να τον συνεφέρουν.

Η επίσημη εκδοχή έλεγε πως ήταν άρρωστος και γι’αυτό ο οργανισμός δεν άντεξε την ένταση και το πάθος με τα οποία έπαιζε. Η ανεπίσημη εκδοχή έλεγε ότι λίγο πριν τη συναυλία είχε κατεβάσει κάμποσα χάπια, τα οποία θεώρησε σωστό να συνοδεύσει με μπράντι, γιατί το νερό είναι πολύ συντηρητικό για έναν ροκ σταρ. Όσοι ξέρουν τι εστί Κιθ Μουν, ποντάρουν όλα τα λεφτά τους στη δεύτερη εκδοχή.

(Εκτός από ταλαντούχος ντράμερ (για πολλούς ένας από τους καλύτερους όλων των εποχών) ο Κιθ Μουν ήταν και μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Κάποιοι πιθανόν θα έλεγαν ότι ήταν παράξενος. Κάποιοι άλλοι πως ήταν απλά θεοπάλαβος. Ο ίδιος συμφωνούσε με τους τελευταίους: «Όταν έχεις λεφτά και κάνεις όλα αυτά που κάνω, οι άνθρωποι γελάνε και λένε πως είσαι εκκεντρικός, το οποίο είναι ένας ευγενικός τρόπος για να πούνε ότι είσαι ψυχάκιας». Το πρόβλημα με την τρέλα του όμως εντοπίζεται στην… ποσότητα. Ο Μουν δεν έκανε εκπτώσεις στη μούρλα. Μπροστά του η ζωή του Πολ Γκασκόιν μοιάζει με ζωή δημοσίου υπαλλήλου, που παντρεύεται στα 21, κάνει παιδιά στα 22 και το ξεφάντωμα του είναι ένα ποτηράκι κρασί και λίγο σαλαμάκι το βράδυ του Σαββάτου, την ώρα που βλέπει στην τηλεόραση Σεφερλή με όλη την οικογένεια μαζεμένη στο σαλόνι.

Ανάμεσα στα άπειρα κατορθώματα του, ξεχωριστή θέση είχαν οι καταστροφές. Αγαπημένα του θύματα ήταν τα δωμάτια των ξενοδοχείων και οι τουαλέτες. Σύμφωνα με μερικές πολύ πρόχειρες εκτιμήσεις, το συγκεκριμένο μόνο χόμπι του κόστισε μισό εκατομμύριο δολάρια. Ο Μουν έβρισκε ικανοποίηση στο να διαλύει, να ανατινάζει και να πετάει από τα παράθυρα διάφορα αντικείμενα και αρκετές φορές δεν χρειαζόταν καν ουσίες ή αλκοόλ για να το κάνει. Όλη η παράνοια του μπορεί να συνοψιστεί σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Η μπάντα κατευθυνόταν με μια λιμουζίνα προς το αεροδρόμιο, όταν ο Μουν ζήτησε από τον οδηγό να γυρίσει πίσω στο ξενοδοχείο. Όταν έφτασαν, ανέβηκε στο δωμάτιο του, ξήλωσε την τηλεόραση και την πέταξε από το μπαλκόνι στην πισίνα. Στη συνέχεια χαλαρός και άνετος, επέστρεψε στη λιμουζίνα και δικαιολογήθηκε λέγοντας «όλα εντάξει τώρα, κάτι είχα ξεχάσει».)

Μετά την κατάρρευση του Μουν, ο κιθαρίστας Πιτ Τάουνσεντ ρώτησε αν υπάρχει κανένας ντράμερ στο κοινό. Ο φίλος του Χάλπιν άδραξε την ευκαιρία και είπε στη μπάντα πως ο φίλος του ξέρει να παίζει ντραμς και ως φανατικός των Who γνωρίζει όλα τα τραγούδια. Κάπως έτσι, ο 19χρονος Σκοτ Χάλπιν ανέβηκε στη σκηνή, έκατσε στα ντραμς του ινδάλματος του, ολοκλήρωσε με επιτυχία το set-list και έζησε το όνειρο κάθε ερασιτέχνη μουσικού.

Αν νομίζεις όμως ότι τέτοια ροκ, απ’όλες τις απόψεις, σκηνικά συμβαίνουν μόνο στη μουσική, κάνεις μεγάλο λάθος.

Ο Στιβ Ντέιβις είναι φανατικός οπαδός της Γουέστ Χαμ και αυτό το καταλαβαίνεις εύκολα, βλέποντας απλά το τεράστιο τατουάζ με το σήμα της που έχει χτυπημένο στο δεξί χέρι. Τον Ιούλιο του 1994 δούλευε σε μια εταιρεία κούριερ και ακολουθούσε την αγαπημένη του ομάδα σχεδόν παντού. Έτσι, όταν ο φίλος του, Τσανκ, του πρότεινε να πάνε να δούνε το φιλικό προετοιμασίας της Γουέστ Χαμ με την Όξφορντ Σίτι δεν το σκέφτηκε καθόλου. Πήραν μαζί τις κοπέλες τους και μερικές εξάδες μπύρες και ξεκίνησαν για μια καλοκαιρινή εκδρομή στην Οξφόρδη.

O ερχομός μιας ομάδας της Πρέμιερ Λιγκ στην πόλη, έστω και για φιλικό, είχε ως αποτέλεσμα το μικρό γηπεδάκι της τοπικής Σίτι να γεμίσει από νωρίς. Η παρέα του Στιβ βρήκε μια καλή θέση δίπλα ακριβώς από τον πάγκο στον οποίο καθόταν ο Χάρι Ρέντναπ. Η Γουέστ Χαμ κυριάρχησε από τα πρώτα λεπτά και προηγήθηκε νωρίς αλλά ο Στιβ είχε φάει σκάλωμα με τον επιθετικό της ομάδας Λι Τσάπμαν, που έχασε αρκετές προσωπικές μονομαχίες και βρέθηκε κάμποσες φορές εύκολα στο έδαφος. «Σήκω πάνω αγόρι μου, Τσάπμαν. Πως γίνεται να πέφτεις τόσο συχνά;» ήταν κάποιες από τις πιο ήπιες φράσεις που φώναξε ο απηυδισμένος Στιβ.

Όσο τα λεπτά κυλούσαν και ο Τσάπμαν ζοριζόταν να κάνει κάτι θετικό, η αγανάκτηση του Στιβ μεγάλωνε. Από ένα σημείο και μετά αποδέκτης των παραπόνων του ήταν πλέον ο Ρέντναπ, που τον άφηνε στο παιχνίδι: «Έλα Χάρι, δεν πρόκειται να παίξουμε μ’αυτόν μπροστά φέτος, ε; Αν είναι να παίζει, να ξέρω να μην έρχομαι κάθε εβδομάδα». Όποιος πηγαίνει στο γήπεδο, σίγουρα μπορεί να ανακαλέσει μια παρόμοια περίπτωση οπαδού που έχει… ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιον παίκτη και τον ‘στολίζει’ με κάθε πιθανή αφορμή. Κανένας απ’αυτούς τους ακούραστους γκρινιάρηδες όμως δεν πρόκειται να βιώσει αυτό που έζησε ο Στιβ Ντέιβις.

Λίγο μετά την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, ένας παίκτης της Γουέστ Χαμ τραυματίστηκε. Το πρόβλημα για τον Ρέντναπ ήταν ότι στο ημίχρονο είχε βάλει αλλαγή όλους όσους είχε στον πάγκο, κάτι που σήμαινε ότι τα ‘Σφυριά’ έπρεπε να συνεχίσουν με παίκτη λιγότερο. Τότε του ήρθε μια πραγματικά αλλόκοτη ιδέα. «Γύρισα προς την πλευρά του πολυλογά και τον ρώτησα: Φίλε, μπορείς να παίξεις τόσο καλά όσο μιλάς;». Αδυνατώντας να τον πάρει στα σοβαρά, ο Στιβ (που όπως δήλωσε μετά, είχε κατεβάσει ήδη μερικές μπύρες στο πρώτο ημίχρονο, τις οποίες συνόδεψε με κάμποσα τσιγάρα) του απάντησε χωρίς να το σκεφτεί πολύ:

«Είμαι σίγουρα καλύτερος απ’τον Τσάπμαν».
«Τότε, φόρα τη φανέλα σου και ετοιμάσου» συνέχισε με σοβαρό ύφος ο Ρέντναπ.
Ο Στιβ  κόλλησε για λίγο: «Τι εννοείς;»
«Θα παίξεις για τη Γουέστ Χαμ.»

Οι πιο σπουδαίες στιγμές στη ζωή μας λένε ότι συνήθως έρχονται από το πουθενά. Για τον Στιβ Ντέιβις ήρθε στις 27 Ιουλίου 1994 σε ένα γηπεδάκι στην Οξφόρδη. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε, βρισκόταν ήδη στα αποδυτήρια μαζί με τον φροντιστή της ομάδας που έψαχνε παπούτσια στο νούμερο του. «Το μόνο πράγμα που σκεφτόμουν είναι πως δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Έλεγα συνέχεια: Δεν πρόκειται να παίξω για τη Γουέστ Χαμ. Απλά δεν γίνεται. Ντύθηκα, γυρίσαμε στο γήπεδο και ακόμα νόμιζα ότι ο Χάρι μου κάνει πλάκα. Δεν πίστευα ότι θα με βάλει πραγματικά μέσα ή έστω αν το κάνει θα είναι για 1-2 λεπτά, σαν φάρσα». Μόνο που ο Ρέντναπ δεν έκανε πλάκα.

«Γύρισε από τα αποδυτήρια ντυμένος και τον ρώτησα που παίζει. Μου απάντησε μπροστά και του είπα, ‘ωραία, θα δούμε τότε αν είσαι καλύτερος απ’τον Τσάπμαν’. Και τον έβαλα μέσα». Κάπως έτσι, εκείνο ακριβώς το λεπτό που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στον αγωνιστικό χώρο, φορώντας τη φανέλα με το νούμερο 3, ο Στιβ Ντέιβις έγινε μέρος της ιστορίας της αγαπημένης του ομάδας. «Όταν βρέθηκα στο χόρτο όλοι οι ήχοι από τον κόσμο εξαφανίστηκαν. Είναι αλήθεια αυτό που λένε οι παίκτες. Ξαφνικά δεν άκουγα κανέναν απ’τους φίλους μου που φώναζαν από την κερκίδα. Προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος αλλά μετά τα πρώτα λεπτά τα πόδια μου έτρεμαν. Έπαιζα για τη Γουέστ Χαμ! Το μόνο που σκεφτόμουν συνέχεια είναι: Μη τα σκατώσεις Στιβ, μη τα σκατώσεις».

Όσο ο Στιβ έτρεμε, προσπαθώντας να φανεί αντάξιος της τιμής που του έγινε, ο Ρέντναπ το διασκέδαζε με την ψυχή του: «Με το που έγινε η αλλαγή, ήρθε ένας άνθρωπος της Οξφόρδης και με ρώτησε ποιος είναι αυτός που μπήκε, ώστε να τον ανακοινώσουν από τα μεγάφωνα. ‘Καλά, δεν είδατε το Μουντιάλ;’ τον ρώτησα με υφάκι. ‘Αυτός είναι ο Βούλγαρος Τιτίσεφ που έβαλε 3 γκολ’. Τότε ο τύπος μου απάντησε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του: ‘Α, ναι. Το φαντάστηκα πως είναι αυτός’ και έφυγε».

Το όνειρο του ευτυχισμένου οπαδού δεν κράτησε τελικά 1-2 λεπτά, όπως φοβόταν. Έμεινε μέσα μέχρι το τέλος του αγώνα και σύμφωνα με τον ίδιο τα πήγε μια χαρά. «Εννοείται πως δεν γύρισα ποτέ πίσω από το κέντρο. Η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ γρήγορο παιχνίδι για μένα. Αυτοί έπαιζαν κανονικό ποδόσφαιρο, εγώ έπαιζα ποδόσφαιρο επιπέδου παμπ. Δεν μπορούσα ποτέ να βρεθώ μόνος. Εκεί οι αμυντικοί δεν σ’άφηναν ποτέ ελεύθερο. Δεν ήταν σαν το ποδόσφαιρο παρέας. Έπαιζα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, με σίγουρες κοντινές πάσες.»

Κάπου στα μισά του δευτέρου ημιχρόνου όμως έγινε μια φάση που έμελλε να μεγαλώσει λίγο ακόμα το μύθο, όσο αδύνατο κι αν ακούγεται αυτό. Η Γουέστ Χαμ έκανε μια επέλαση από τα αριστερά, ένας χαφ έκανε μια συρτή σέντρα στο ύψος της μικρής περιοχής και ο Στιβ βρέθηκε για ένα δευτερόλεπτο ανενόχλητος, φάτσα με την εστία. «Απλά σούταρα. Σούταρα με όλη μου τη δύναμη». Γκολ! «Ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Η καλύτερη στιγμή στη ζωή μου. Έτρεξα προς το κόρνερ πανηγυρίζοντας και ρίχνοντας γροθιές στον αέρα. Ήταν όλα τελείως σουρεαλιστικά. Είχα βάλει γκολ. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Νομίζω πως αυτό είναι το καλύτερο συναίσθημα στον κόσμο».

Δυστυχώς γι’αυτόν, ακόμα και στα καλύτερα όνειρα κάποιος θα βρεθεί να σε προσγειώσει. Όσο ο Στιβ πανηγύριζε σαν τρελός, ο διαιτητής ακύρωνε το γκολ, μετά από υπόδειξη του επόπτη, ως οφσάιντ. «Η αλήθεια είναι πως ήμουν δυο γιάρδες μπροστά από τον αμυντικό. Έτρεξα προς τον διαιτητή, έβαλα τα χέρια μου στους ώμους του και του είπα: ‘Άτιμε, αυτή ήταν η στιγμή μου. Μου κατέστρεψες το όνειρο’. Με κοίταξε στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο και σφύριξε να συνεχιστεί το παιχνίδι».

Μαζί με το τελευταίο σφύριγμα, που βρήκε τη Γουέστ Χαμ να κερδίζει με 4-0, ολοκληρώθηκε και το παραμύθι που ζούσε ο Στιβ. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε για να μεταπείσει τον φροντιστή, εκείνος δεν του επέτρεψε να κρατήσει τη φανέλα που φορούσε, παρ’όλα αυτά έφυγε με το δικό του μπλουζάκι γεμάτο αυτόγραφα από όλους τους παίκτες. Την επόμενη μέρα η ιστορία του έγινε θέμα στον τοπικό Τύπο ενώ για χρόνια κάθε φορά που του ζητούσαν να διηγηθεί το περιστατικό, πρώτα έλεγε μια εκδοχή στην οποία το γκολ του είχε μετρήσει κανονικά.

To 2013 σε μια ποδοσφαιρική εκπομπή του BBC οι δυο πρωταγωνιστές συναντήθηκαν ξανά αλλά όταν αναφέρθηκε το γκολ, ο Στιβ ζήτησε από τον Ρέντναπ να μην πει σε κανέναν τι πραγματικά έγινε. Λίγο καιρό μετά διέρρευσε ένα μικρό απόσπασμα από την επερχόμενη αυτοβιογραφία του Ρέντναπ, στο οποίο περιγράφει τη συγκεκριμένη, θρυλική πλέον στις τάξεις των οπαδών της Γουέστ Χαμ, ιστορία. Όπως αποδείχτηκε από τον επίλογο εκείνου του αποσπάσματος και την απουσία αναφοράς στο οφσάιντ, ο Άγγλος προπονητής πιστεύει στην ιδέα ‘μην αφήνεις μερικές λεπτομέρειες να χαλάσουν μια πολύ όμορφη ιστορία’:

«Κι όμως σκόραρε! Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Έτρεχε πάνω-κάτω εκστασιασμένος σαν να κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο, ενώ εμείς είχαμε πεθάνει απ’τα γέλια στον πάγκο. Πάντως είχε δίκιο. Εκείνο το βράδυ ήταν πράγματι καλύτερος από τον Λι Τσάπμαν».

Το θαύμα του Καστέλ ντι Σάνγκρο: Ο Αμερικάνος που ερωτεύτηκε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Για 52 χρόνια ο Τζο ΜακΓκίνις ζούσε μια ζωή χωρίς μεγάλα πάθη στα δυτικά παράλια των ΗΠΑ. Στα 26 του είχε γίνει ο νεότερος συγγραφέας που μπήκε στη λίστα των Best Seller των New York Times, ένα κατόρθωμα που οφείλει στο βιβλίο του ‘The Selling of the President’, το οποίο ασχολιόταν με τον υποψήφιο τότε για την προεδρία, Ρίτσαρντ Νίξον. Ακολούθησε μια άκρως επιτυχημένη καριέρα με αρκετά βιβλία και μια ήσυχη ζωή που είχε ως επίκεντρο τη λογοτεχνία και την πολιτική. Μέχρι που ξεκίνησε το Μουντιάλ του 1994.

«Θυμάμαι καθαρά πως ήταν η ζωή μου. Από πολλές απόψεις, υποθέτω ότι ζούσα καλύτερα. Τα παιδιά μου με σέβονταν. Με τη σύζυγο μου μοιραζόμασταν πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Είχα φίλους. Μου άρεσε η μουσική. Διάβαζα βιβλία. Ότι ξαφνικά θα ξυπνούσε μέσα μου το πάθος για το ποδόσφαιρο έμοιαζε τόσο απίθανο όσο το να γίνω αστροναύτης» έγραψε ο ίδιος, χρόνια μετά.

Η ανάθεση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στις ΗΠΑ ξύπνησε την περιέργεια του 52χρονου Αμερικανού για ένα παιχνίδι για το οποίο δεν ήξερε τίποτα και η συνέχεια ήταν ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Ο ΜακΓκίνις πέρασε ένα ολόκληρο καλοκαίρι διαβάζοντας και παρακολουθώντας αγώνες, ερωτεύτηκε παράφορα το ποδόσφαιρο και προσάρμοσε την υπόλοιπη ζωή του γύρω απ’αυτό. Έβαλε δορυφορική στο σπίτι του για να βλέπει όσα περισσότερα ματς μπορούσε, αγόραζε ποδοσφαιρικά βιβλία με το κιλό (από τα κλασικά του Γκαλεάνο μέχρι βιβλία στατιστικών που κατέγραφαν την προϊστορία των ντέρμπι Στόουκ-Πορτ Βέιλ!), ξενυχτούσε ή ξυπνούσε από τα ξημερώματα για να μη χάνει τα μεγάλα ευρωπαϊκά παιχνίδια και συζητούσε ατελείωτα γι’αυτό με όποιον μοιραζόταν το ίδιο πάθος.

Η τρέλα του για το παιχνίδι επηρέασε αναπόφευκτα και τη δουλειά του. Το 1995 όταν όλη η Αμερική παρακολουθούσε φανατικά τη δίκη του Ο. Τζ. Σίμπσον, ένας εκδότης του πρόσφερε 1 εκατομμύριο δολάρια για να γράψει ένα βιβλίο γι’αυτήν. Τότε, ο ΜακΓκίνις σόκαρε τους πάντες με την απόφαση του. Όχι μόνο αρνήθηκε να ασχοληθεί με τη δίκη αλλά ανακοίνωσε πως το επόμενο βιβλίο του θα είχε ως θέμα το ποδόσφαιρο. Το θέμα του; Μια μικρή ομάδα από ένα χωριό κοντά στην κεντρική Ιταλία, η οποία είχε μόλις ανέβει για πρώτη φορά στη Serie B!

Το καλοκαίρι του 1996 αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και μετακόμισε για ένα χρόνο στο απομακρυσμένο Καστέλ ντι Σάνγκρο, ένα χωριό 5.000 κατοίκων που την προηγούμενη χρονιά είχε κάνει την τεράστια έκπληξη, κερδίζοντας την άνοδο στη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία της Ιταλίας, σε μια εποχή που το ιταλικό ποδόσφαιρο ζούσε τα καλύτερα και πιο ένδοξα χρόνια του. Εκεί θα αντιμετώπιζε παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας, όπως η Τορίνο και η Τζένοα, αλλά και ομάδες από μεγαλουπόλεις, όπως η Μπάρι, η Πάντοβα και η Βενέτσια.

Οι ντόπιοι υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τον διάσημο συγγραφέα, του έδωσαν το ελεύθερο να κινείται σε όλους τους χώρους του γηπέδου, τον έπαιρναν στο λεωφορείο της ομάδας στα εκτός έδρας και για να γνωρίσει ακόμα καλύτερα τους παίκτες τον άφησαν να τρώει καθημερινά μαζί τους στο τοπικό εστιατόριο. Ο ΜακΓκίνις έζησε από μέσα όλη τη σεζόν, παθιάστηκε με την ομάδα και την ηρωική προσπάθεια της να κάνει ένα δεύτερο συνεχόμενο θαύμα και να παραμείνει στην κατηγορία, μεταμορφώθηκε σε κανονικό οπαδό που αδυνατεί να συγκρατήσει τα συναισθήματα του στην κερκίδα και κατέγραψε τα πάντα στο βιβλίο ‘Τα δοκάρια του Καστέλ ντι Σάνγκρο’ (Κανονικός τίτλος: ‘The Miracle Of Castel Di Sangro‘). Η ιστορία μπορεί να κουράσει λίγο έναν άσχετο με το ποδόσφαιρο αναγνώστη (λόγω της υπερβολικής τακτικής ανάλυσης κάποιων αγώνων) αλλά σίγουρα θα αρέσει σε κάποιον που ασχολείται με το ποδόσφαιρο με το ίδιο πάθος με το οποίο το αντιμετώπιζε – μετά τα 52 του πάντα – και ο Αμερικανός συγγραφέας.

Για καλή του τύχη, η ιστορική σεζόν που παρακολούθησε από κοντά είχε μπόλικες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις αλλά και αρκετά ευτράπελα, εντός και εκτός γηπέδων. Η ομάδα του Καστέλ ντι Σάνγκρο παρά το μικρό της μπάτζετ και το γεγονός ότι έβγαλε τη μισή χρονιά παίζοντας τα εντός έδρας σε ουδέτερο γήπεδο, αποδείχτηκε πολύ σκληρό καρύδι για όλους τους αντιπάλους της μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Εκτός αυτού όμως, ο άβγαλτος και αγαθός Αμερικανός ανακάλυπτε έναν νέο κόσμο, γεμάτο μεσογειακές ‘ομορφιές’, περίεργα σκηνικά και μυστήριους ανθρώπους. Όπως χαρακτηριστικά λέει μια ατάκα που παραθέτει και ο συγγραφέας στο βιβλίο: «Στη Serie B δεν βαριέσαι ποτέ. Εκτός από τα 90 λεπτά των αγώνων.»

Ένας πάμπλουτος και ιδιόρρυθμος ιδιοκτήτης που κανείς δεν ξέρει πως έκανε την περιουσία του, ένας κομπιναδόρος πρόεδρος που έχει κι άλλες βλέψεις πέρα απ’το ποδόσφαιρο και ένας ξεροκέφαλος προπονητής που δεν αντέχει τις βεντέτες είναι κάποια από τα πρόσωπα που συναντάει ο ΜακΓκίνις, πρόσωπα των οποίων οι τόσο γνώριμες περιγραφές (η φράση «ούνα φάτσα, ούνα ράτσα» δεν βγήκε τυχαία) σίγουρα θα προκαλέσουν ένα χαμόγελο στο πρόσωπο κάθε αναγνώστη που έχει φάει με το κουτάλι το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Μια από τις μεγαλύτερες στιγμές στην ιστορία της Καστέλ ντι Σάνγκρο: To διπλό μέσα στο Λουίτζι Φεράρις

Όπως διαβάζουμε σε σχετικό σημείωμα του εκδοτικού οίκου, το βιβλίο (το οποίο ο συγγραφέας χαρακτήρισε ως το πιο αγαπημένο του) ψηφίστηκε ομόφωνα ως το Βιβλίο της Χρονιάς για το 1999 από την Επιτροπή Βραβείων William Hill στο Λονδίνο -το πρώτο αμερικάνικο βιβλίο που κέρδισε αυτό το βραβείο-, ενώ αναδείχθηκε επίσης ως το Καλύτερο Βιβλίο της Σεζόν 1999 από το κορυφαίο αγγλικό ποδοσφαιρικό περιοδικό FourFourTwo.

Ο Τζο ΜακΓκίνις πέθανε το 2014 στις ΗΠΑ σε ηλικία 71 ετών. Οι περισσότεροι άνθρωποι που τον έμαθαν μέσα από το συγγραφικό του έργο πιστεύουν πως το μεγαλύτερο επίτευγμα του ήταν το βιβλίο για τον Νίξον και η πολύ πετυχημένη τριλογία των βιβλίων θρίλερ που έγραψε αργότερα. Αν ρωτούσες όμως τον ίδιο, το πιθανότερο είναι πως θα σου έλεγε πως η μεγαλύτερη επιτυχία στη ζωή του ήταν πως γνώρισε από κοντά τον Ρομπέρτο Μπάτζιο, τον παίκτη που «πρόσθετε στο ποδόσφαιρο κομψότητα, χάρη και μια αύρα μαγείας που δεν είχα δει ποτέ μέχρι τώρα σε οποιοδήποτε άθλημα».

Όταν ο Τέλε συνάντησε τον Γιόχαν

  [6 Σχόλια]

Το ρολόι έδειχνε σχεδόν μεσάνυχτα όταν ο Χουάν Κάρλος Λουστό αποφάσισε να αφήσει το δωμάτιο του και να κάνει μια βόλτα στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας πως έτσι θα χαλαρώσει επιτέλους. Ο Αργεντινός διαιτητής βρισκόταν στο Τόκιο για τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου ανάμεσα στη Σάο Πάουλο και τη Μπαρτσελόνα και το τζετ-λαγκ δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Περνώντας από το λόμπι, άκουσε μια γνώριμη λατινοαμερικάνικη φωνή, που ήξερε από τα παιχνίδια του Λιμπερταδόρες, να τον φωνάζει από το βάθος. Ήταν η φωνή του προπονητή της Σάο Πάουλο, Τέλε Σαντάνα.

(Σε έναν τέλειο και δίκαιο κόσμο το όνομα Τέλε Σαντάνα δεν θα χρειαζόταν καμία επιπλέον εξήγηση. Στον κόσμο που ζούμε όμως, που η επιτυχία σου καθορίζεται από τον αριθμό των μεταλλίων στην τροπαιοθήκη σου, οι διευκρινήσεις είναι απαραίτητες, ειδικά για τους νεότερους. Ο Βραζιλιάνος δεν κατέκτησε κανένα τίτλο με την εθνική της χώρας του και δεν ανέλαβε ποτέ του μια ευρωπαϊκή ομάδα, στοιχεία που αυτόματα τον πετούν έξω από κάθε λίστα με τους σπουδαιότερους προπονητές όλων των εποχών. Ακόμα και το πιο διάσημο δημιούργημα του, η Βραζιλία του 1982, η τελευταία Βραζιλία που πίστευε και εκπροσωπούσε το joga bonito, παραμένει στο μυαλό πολλών ως η «Βραζιλία του Σώκρατες» και όχι ως η ομάδα του Σαντάνα.

Tη μέρα που η Σελεσάο αποκλείστηκε από την Ιταλία του Ρόσι, ο Σαντάνα στήθηκε στον τοίχο από κάποιους Βραζιλιάνους δημοσιογράφους για την επιλογή του να μην παίξει για την ισοπαλία που αρκούσε για να δώσει την πρόκριση. Ο ίδιος δεν φάνηκε να μετανιώνει για τίποτα. Όπως θυμάται ο Σώκρατες, την ώρα που στα αποδυτήρια υπήρχαν νεύρα, εντάσεις και κλάματα, ο Σαντάνα στεκόταν ήρεμος και δήλωνε περήφανος για την τίμια προσπάθεια της ομάδας του. Λίγη ώρα μετά έμπαινε στην αίθουσα τύπου για τις τελευταίες δηλώσεις του και οι δημοσιογράφοι απ’όλο τον κόσμο τον χειροκροτούσαν όρθιοι.

Χρόνια αργότερα όλοι κατάλαβαν πως ακόμα και αν είχε την ευκαιρία να γυρίσει το Χρόνο και να παίξει ξανά εκείνο το ματς, πάλι θα κατέβαινε επιθετικά, με μοναδικό στόχο να κερδίσει το παιχνίδι, να προσφέρει θέαμα, να διασκεδάσει τον κόσμο. «Η ομορφιά έρχεται πρώτη και η νίκη δεύτερη. Αυτό που μετράει είναι η ευχαρίστηση» έλεγε πάντα ο Σώκρατες, μια φιλοσοφία που του είχε περάσει ο προπονητής του στην εθνική που χωρίς δισταγμό και τύψεις δήλωνε: «Προτιμώ να χάσω παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο παρά να κερδίσω παίζοντας μέτρια».

Ο Σαντάνα αποχώρησε από την εθνική το 1986 μετά τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία του Πλατινί και αφοσιώθηκε στο συλλογικό ποδόσφαιρο. Ανέλαβε τη Σάο Πάουλο το 1990, κοιμόταν στο προπονητικό της κέντρο, ξυπνούσε από τις 6, κούρευε μόνος του το γκαζόν και προσπαθούσε, μέσω σκληρής πειθαρχίας, να τελειοποιήσει τις επιθετικές τακτικές του. Μαζί της τελικά κατάφερε να δείξει σε όλο τον κόσμο ότι κάποιες φορές το όμορφο ποδόσφαιρο συνδυάζεται και με μεγάλες επιτυχίες. Με ηγέτη τον παραγκωνισμένο έως τότε αδερφό του Σώκρατες, Ράι, και μια φουρνιά νέων ταλαντούχων παικτών τους οποίους πίστεψε και ανέδειξε (ανάμεσα τους ο Λεονάρντο και ο Καφού, που καθιερώθηκε στο δεξί άκρο της άμυνας μετά από επιμονή του Σαντάνα), οδήγησε τη Σάο Πάουλο στην κορυφή της χώρας, της ηπείρου αλλά και του κόσμου δυο συνεχόμενες χρόνιες!

Έστω και στο φινάλε της καριέρας του – καθώς το 1996 αποσύρθηκε από τους πάγκους λόγω προβλημάτων με την υγεία του – ο Σαντάνα έφτασε στην κορυφή παίζοντας το ποδόσφαιρο που ήθελε, το μόνο ποδόσφαιρο που τον ενδιέφερε να παίξει. Ένα επιθετικό ποδόσφαιρο χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς ύπουλα χτυπήματα και βουτιές, χωρίς καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου. Ένα ποδόσφαιρο που τον έκανε τόσο αγαπητό στη Βραζιλία που μέχρι και σήμερα το όνομα του μνημονεύεται περισσότερο ακόμα κι από τα ονόματα προπονητών που οδήγησαν τη Σελεσάο στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Για τους συμπατριώτες του, ο «Κύριος Τέλε» ήταν και θα είναι «ο τελευταίος ρομαντικός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου».)

Ο Σαντάνα πρότεινε στον Λουστό να του γνωρίσει τον Γιόχαν Κρόιφ και ο Αργεντινός διαιτητής, ξέροντας καλά το ποδοσφαιρικό μέγεθος του Ολλανδού, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί. Ακολούθησε ένα σκηνικό που μοιάζει τελείως ξένο με τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Σε ένα τραπέζι στο μπαρ του ξενοδοχείου, ο διαιτητής και οι προπονητές των ομάδων που δυο μέρες μετά θα έπαιζαν έναν τελικό για τον τίτλο της καλύτερης ομάδας στον πλανήτη, έπιναν, κάπνιζαν (για την ακρίβεια μόνο ο Κρόιφ κάπνιζε αλλά όπως θυμάται ο Λουστό, τα τσιγάρα του διαδεχόταν το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό που ήταν σαν να κάπνιζε για όλους) και συζητούσαν για μπάλα.

«Μιλούσαν για το ποδόσφαιρο σαν να είναι κάτι ιερό. Έλεγαν συνέχεια πως το να διακόπτεις τον αγώνα με ψεύτικους τραυματισμούς, το να πετάς τη μπάλα μακριά ή το να κάνεις αλλαγές στις καθυστερήσεις για να κερδίσεις μερικά δευτερόλεπτα δεν είναι σωστό» αποκάλυψε πριν λίγο καιρό ο Λουστό. «Ο Κρόιφ και ο Σαντάνα θέλανε να κερδίσουν αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Όχι με ψέμματα. Θέλανε να κερδίσουν με το δικό τους στυλ, με τη δικιά τους φιλοσοφία, που μάλιστα έμοιαζε πολύ. Συμφωνούσαν πως ο σεβασμός στον αντίπαλο ήταν το πιο βασικό στοιχείο της επιτυχίας και ήταν πεπεισμένοι πως το να χάνεις ενώ παίζεις καλά δεν είναι αποτυχία και πως σ’ένα παιχνίδι που έχει παιχτεί σωστά δεν υπάρχουν ουσιαστικά κερδισμένοι και χαμένοι. Βλέποντας τις ομάδες τους να παίζουν, καταλάβαινες πως όλα όσα έλεγαν και πίστευαν, τα περνούσαν και στους παίκτες τους».

Η πολύ ιδιαίτερη παρέα συζητούσε για μπάλα μέχρι το ρολόι να δείξει περασμένες τρεις, σαν μια παρέα καλών φίλων που γνωρίζονται και καταλαβαίνονται τέλεια. Λίγο πριν αποχωρήσει ο καθένας για το δωμάτιο του, οι δυο σπουδαίοι προπονητές προχώρησαν σε μια πρωτότυπη συμφωνία μπροστά στα μάτια του ανθρώπου που μερικές ώρες αργότερα θα σφύριζε τη μεταξύ τους κόντρα. Βάζοντας το δεξί τους χέρι πάνω στον συνομιλητή τους, συμφώνησαν πως αν την ώρα του τελικού κάποιος παίκτης τους ξέφευγε από τα όρια του ποδοσφαίρου που πρέσβευαν και αγαπούσαν, θα γινόταν αλλαγή αμέσως. Ο σοκαρισμένος Λουστό προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που έβλεπε το ζούσε πραγματικά ή αν απλά το φανταζόταν.

Η Σάο Πάουλο κατέκτησε τελικά το Διηπειρωτικό, κερδίζοντας την ‘Dream Team’ του Κρόιφ με 2-1 χάρη σε δυο γκολ του Ράι. «Ο καθαρός χρόνος παιχνιδιού ήταν απλά απίστευτος και οι ευκαιρίες πολλές» θυμάται ο Λουστό, ο μοναδικός από εκείνο το περίεργο παρεάκι που ζει ακόμα. Ο Αργεντινός, που εκείνη την εποχή θεωρούταν το Νο2 παγκοσμίως στο χώρο της διαιτησίας, έκλεισε φέτος τα 70 του και παρ’όλο που στην τεράστια καριέρα του έχει σφυρίξει σε Μουντιάλ, σε τελικούς Λιμπερταδόρες, σε superclasico και στο ιστορικό και επεισοδιακό Βραζιλία-Χιλή στο Μαρακανά, θεωρεί πως εκείνη η συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου είναι το ωραιότερο πράμα που του συνέβη: «Στην 40ετη καριέρα μου τίποτα δεν με άγγιξε περισσότερο από εκείνη την κουβέντα που είχα με τον Τέλε και τον Κρόιφ. Εκείνη είναι η πιο όμορφη εμπειρία που έχω από το ποδόσφαιρο».

Ξενύχτια, γυναίκες και γκολ: Ο Ρομάριο στην Ολλανδία

  [1 Σχόλιο]

Ήταν αρκετά μετά τα μεσάνυχτα όταν ένας Ολλανδός δημοσιογράφος άκουσε κάποιον να χτυπάει την πόρτα του δωματίου του ξενοδοχείου. Ο νεαρός ρεπόρτερ που κάλυπτε τα εκτός έδρας ευρωπαϊκά παιχνίδια της Αϊντχόφεν πετάχτηκε έντρομος από το κρεβάτι και πλησίασε διστακτικά την πόρτα. Όταν την άνοιξε, μια έκπληξη τον περίμενε. Μπροστά του στεκόταν ο Ρομάριο, με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, με μια ξανθιά γυναίκα αγκαλιά από τη μια πλευρά και μια μελαχρινή από την άλλη. Και οι δυο του έριχναν τουλάχιστον ένα κεφάλι, σε ύψος. Ο δημοσιογράφος σάστισε. Μέχρι να προλάβει να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε, ο Βραζιλιάνος πλησίασε το στόμα του στο αυτί του και του ζήτησε μια μικρή χάρη.

Αποχαιρετώντας το δωμάτιο του για λίγες ώρες ο δημοσιογράφος σκέφτηκε πως ίσως έπρεπε να υπενθυμίσει στον Ρομάριο ότι την επόμενη μέρα, δηλαδή ουσιαστικά σε μερικές ώρες, η ομάδα του έδινε ένα κρίσιμο ευρωπαϊκό ματς. Κατά βάθος όμως ήξερε ότι ο Βραζιλιάνος όχι απλά δεν το είχε λησμονήσει αλλά έκανε ό,τι έκανε εξαιτίας αυτού. “Όταν κοιμάμαι πολύ, δεν σκοράρω. Αυτός είναι και ο λόγος που ξενυχτάω συνέχεια. Η νύχτα ήταν πάντα φίλη μου” θα αποκαλύψει κάποια χρόνια αργότερα.

Ο Ρομάριο ντε Σόουζα Φαρία έφτασε στο Αϊντχόφεν το καλοκαίρι του 1988, όταν ήταν 22 χρονών. Ήταν η πρώτη φορά που έφευγε από τη Βραζιλία και για να καταλήξει στην Ολλανδία έπαιξε ρόλο κυρίως η τύχη. Οι άνθρωποι της PSV έψαχναν απεγνωσμένα για έναν επιθετικό που να έχει εύκολο γκολ. Ο βασικός τους στόχος ήταν ο Βέλγος Μαρκ Ντεγρέις της Μπριζ. Οι Βέλγοι όμως δεν ήταν διατεθειμένοι να διαπραγματευτούν εκείνες τις ημέρες γιατί ήταν απασχολημένοι προσπαθώντας να κλείσουν έναν στόχο έκπληξη από τη Λ. Αμερική που μόλις είχαν εντοπίσει. Οι Ολλανδοί υποψιάστηκαν ότι κάτι καλό κρυβόταν από πίσω και τελικά ανακάλυψαν, χάρη στον 13χρονο γιο του τεχνικού διευθυντή που παρακολουθούσε φανατικά το ποδοσφαιρικό τουρνουά των Ολυμπιακών Αγώνων της Σεούλ, πως ένας νεαρός Βραζιλιάνος ξεχώριζε. Λίγες εβδομάδες μετά, ο Ρομάριο βρισκόταν σ’ένα αεροπλάνο με προορισμό τη νότια Ολλανδία.

Εκεί κάπου ξεκίνησαν τα προβλήματα. Δεν χρειάστηκαν παρά ελάχιστοι μήνες για να καταλάβουν όλοι στην ομάδα ότι ο Ρομάριο δεν ήταν απ’αυτούς τους ανθρώπους που μεγαλώνουν με το μότο “Δουλειά, δουλειά και ξανά δουλειά”. Ο Βραζιλιάνος μισούσε τις προπονήσεις, το τρέξιμο, το πρωινό ξύπνημα και τις διάφορες εξωγηπεδικές εκδηλώσεις της ομάδας και δεν ήταν διατεθειμένος να θυσιάσει την ξέφρενη ζωή του για χάρη της επαγγελματικής του καριέρας. Ο αστικός θρύλος λέει πως οι προπονήσεις που ολοκλήρωνε με επιτυχία ήταν λιγότερες απ’αυτές που εγκατέλειπε δίχως προειδοποίηση κάπου στη μέση, προφασιζόμενος κάποια ξαφνική ενόχληση ή κάποιον μικροτραυματισμό.

Εκτός γηπέδου τα πράγματα δεν κυλούσαν πολύ καλύτερα. Ο Ρομάριο μισούσε το κλίμα της Ολλανδίας, πονούσε με την έλλειψη παραλίας και ήλιου με τα οποία είχε μεγαλώσει (“Δουλεύω στην Ολλανδία αλλά ζω στη Βραζιλία” δήλωνε και αυτό δεν ήταν υπερβολή, αφού σε κάθε ευκαιρία έπαιρνε το αεροπλάνο για το Ριο, ακόμα κι αν χρειαζόταν να ξοδέψει 24 ώρες στις πτήσεις για να περάσει 12 ώρες όλες κι όλες στην πατρίδα του) αλλά τουλάχιστον εκτιμούσε το ύψος και την κορμοστασιά των ντόπιων γυναικών.

Γνωστός λάτρης της νύχτας και του ‘ωραίου φύλου’, περνούσε τα περισσότερα βράδια του σε κλαμπ και μπαρ από τα οποία δεν έφευγε πριν ξημερώσει, ακόμα κι αν το επόμενο πρωινό υπήρχε προγραμματισμένη προπόνηση. Οι Ολλανδοί είχαν αναθέσει σ’έναν φυσιοθεραπευτή της ομάδας αλλά και σε κάποιους συμπαίκτες του, να περνάνε από το σπίτι του και να τον ξυπνάνε με το ζόρι. Ένας εξ αυτών θυμάται ότι χρειαζόταν να πετάξει πέτρες στο παράθυρο του για να τον κάνει να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ο Ρομάριο κατέβαινε σέρνοντας τα πόδια του, τον έπαιρνε ξανά ο ύπνος στο αμάξι στη διαδρομή και τελικά όταν έφταναν στο προπονητικό κέντρο διαμαρτυρόταν για ζαλάδες. Κάπως έτσι κατέληγε είτε στο κρεβάτι του μασάζ, είτε στην αίθουσα με το μπιλιάρδο.

Όλη αυτή η κατάσταση φυσικά προκαλούσε δυσφορία σε αρκετούς συμπαίκτες του, ειδικά τους πρώτους μήνες της συνύπαρξης τους. Ο Γκους Χίντινκ, ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος προπονητής που ανέλαβε να βρει λύση για το πρόβλημα αυτό, την εποχή μάλιστα που έκανε τα πρώτα του προπονητικά βήματα. Πριν λίγα χρόνια ο Ολλανδός αποκάλυψε το… ειδικό προπονητικό πρόγραμμα που είχε σχεδιάσει για τον ιδιόρρυθμο επιθετικό του: “Με όλα αυτά που έκανε εννοείται πως θύμωνες, ή τουλάχιστον έκανες πως θυμώνεις μπροστά σε όλους. Μετά φώναζες ‘καλώς, Ρομάριο. Σήμερα το απόγευμα έξτρα προπόνηση μόνο για σένα. Θα πάμε στο δάσος για τρέξιμο’. Όταν έφευγαν όλοι, πηγαίναμε μια ωραία βόλτα στο δάσος και μιλούσαμε. Για το ποδόσφαιρο, για τη ζωή, για διάφορα θέματα. Την επόμενη μέρα έλεγα στους παίκτες ‘ναι παιδιά, ο Ρομάριο δούλεψε σκληρά εχθές’. Και η αλήθεια είναι πως είχε δουλέψει. Η συζήτηση είναι κι αυτή μέρος της προπόνησης”.

Όλα αυτά μέχρι που έφτανε η μέρα του αγώνα. Εκεί όλα τα τερτίπια και οι παραξενιές του Βραζιλιάνου ξεχνιόταν μέσα σε μια στιγμή. Τη στιγμή εκείνη που δεχόταν τη μπάλα μέσα στη μεγάλη περιοχή, το δεύτερο πιο αγαπημένο μέρος του στον κόσμο, πίσω μόνο από το κρεβάτι. Ο Ρομάριο ήταν ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς της μεγάλης περιοχής, ο κυνηγός με την πιο τέλεια όσφρηση του γκολ, ο τεχνίτης που αδιαφορούσε για την έλλειψη ελεύθερου χώρου μπροστά από την εστία γιατί μπορούσε να βρει τρόπο να τρυπώσει με τη μπάλα παντού (“Για τον Ρομάριο ένα τετραγωνικό μέτρο είναι όσο ένα στρέμμα” είχε σχολιάσει κάποτε ο Μπόμπι Ρόμπσον). Μπορεί σε κάποιο παιχνίδι να ερχόταν σε επαφή με τη μπάλα απειροελάχιστες φορές, κάνοντας τους αμυντικούς να ξεχάσουν ότι υπάρχει (“Η τακτική μου είναι απλή. Στέκομαι εκεί προσποιούμενος πως είμαι νεκρός”) αλλά μέσα σου ήξερες ότι τη μια φορά που θα χρειαστεί πραγματικά, θα έβρισκε τρόπο να βάλει σωστά το διάσημο ‘μυτάκι’ του και να στείλει τη μπάλα στα δίχτυα. Κι αυτό το ήξεραν όλοι. Αντίπαλοι, οπαδοί, συμπαίκτες, προπονητές και φυσικά ο ίδιος: “Είμαι σαν τα λεφτά. Στο τέλος της ημέρας όλοι τελικά με συμπαθούν”.

“Μπορεί να έκανε ό,τι έκανε στις προπονήσεις αλλά αφού την ώρα του αγώνα έβρισκε τρόπο να κερδίσει το ματς, κανένας δεν είχε παράπονο” θυμάται ένας από τους συμπαίκτες του. Ο ίδιος ο Χίντινκ προσθέτει: “Όταν είσαι νέος προπονητής, έχεις άγχος. Και οι παίκτες το μυρίζονται αυτό. Κάθε φορά που με έβλεπε πως ήμουν πιο νευρικός απ’ότι συνήθως πριν από κάποιο μεγάλο ματς, ερχόταν και μου έλεγε: ‘Μίστερ, χαλάρωσε. Ο Ρομάριο θα σκοράρει και θα κερδίσουμε’. Το απίστευτο είναι ότι 8 στις 10 φορές που το έλεγε αυτό, πράγματι έβαζε γκολ και η ομάδα κέρδιζε”. Μαζί κατέκτησαν το νταμπλ την πρώτη σεζόν του Βραζιλιάνου και ένα κύπελλο Ολλανδίας τη δεύτερη, με τον Ρομάριο να σκοράρει 57 γκολ σε 60 ματς!

Όταν το 1990 ο ανερχόμενος Χίντινκ αποχώρησε και τη θέση του πήρε ο έμπειρος και μπαρουτοκαπνισμένος Ρόμπσον, όλοι πίστεψαν πως ο ‘Κοντούλης’ θα άλλαζε επιτέλους συμπεριφορά. Αυτό που δεν φανταζόταν κανένας ήταν πως ο Ρομάριο τελικά θα άλλαζε τον Ρόμπσον. “Ο Ρομάριο ήταν σπουδαίος παίκτης αλλά όχι για να δουλεύεις μαζί του. Ήταν σαν σπυρί στον κώλο. Δεν ενδιαφερόταν για προπονητική ή πειθαρχία. Ήταν σκέτο, αγνό ταλέντο. Δεν πίστευε ότι χρειάζεται κάτι επιπλέον. Και στην περίπτωση του, είχε δίκαιο! Μαζί του πήρα ένα μάθημα. Δεν μπορείς να αλλάξεις μια λεοπάρδαλη, όσο κι αν προσπαθείς. Πάρε το καλύτερο απ’αυτόν αγαπώντας τον, όχι μπαίνοντας σε διαμάχη μαζί του. Έτσι έμαθα να διαχειρίζομαι κάποιους παίκτες διαφορετικά. Κάποιες φορές έπρεπε να κλείσεις τα μάτια σε κάποια πράγματα στην προπόνηση γιατί αυτός ο τύπος μπορούσε να αλλάξει ένα ματς σε 4 δευτερόλεπτα”.

Ο Ρόμπσον έμεινε στον πάγκο της PSV για δυο σεζόν και μαζί του ο Ρομάριο κέρδισε άλλα δυο πρωταθλήματα, συνεχίζοντας να σκοράρει με την ίδια εκπληκτική άνεση που το έκανε και τα προηγούμενα χρόνια, παρά το γεγονός ότι έχασε μεγάλο μέρος της δεύτερης σεζόν λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού: 39 γκολ σε 46 ματς. Όλα αυτά φυσικά χωρίς να αλλάξει τίποτα από την καθημερινότητα του, την οποία ο Ρόμπσον περιέγραψε στην αυτοβιογραφία του: “Για τον Ρομάριο το βράδυ της Παρασκευής ήταν βράδυ για πάρτι, ακόμα κι αν είχαμε αγώνα την άλλη μέρα. Το αλκοόλ δεν ήταν πρόβλημα, καθώς ήταν τύπος που απλά έπινε Κόκα-Κόλα. Αλλά ξενυχτούσε μέχρι τις 4 τουλάχιστον και μετά μπορεί να κοιμόταν όλη μέρα μέχρι τη σέντρα του αγώνα στις 7.30 το απόγευμα. Χόρευε, φλέρταρε, έπιανε κουβέντα με κάποια ντόπια, περνούσε καλά μαζί της και μετά κοιμόταν όλη μέρα για να είναι φρέσκος στο παιχνίδι”.

Σε μερικούς μήνες συμπληρώνονται τρεις δεκαετίες από τη μέρα που ο πιο διάσημος τεμπέλης στην ιστορία του ποδοσφαίρου, πέρασε για πρώτη φορά την πόρτα του γηπέδου της PSV. Στο Αϊντχόφεν κανένας δεν έχει ξεχάσει το πέρασμα του κι ας ακολούθησε λίγα χρόνια μετά την ίδια ακριβώς πορεία ο Ρονάλντο. Με 127 γκολ σε 142 ματς, έξι ολλανδικά τρόπαια στο παλμαρέ του και 3 πρώτες θέσεις στον πίνακα των σκόρερ του πρωταθλήματος, ο Ρομάριο συμπεριλαμβάνεται στους μεγαλύτερους θρύλους της ομάδας, παρ’όλο που έμεινε στην Ολλανδία πέντε χρόνια όλα κι όλα.

Την Κυριακή το απόγευμα η PSV ταξιδεύει στο Άμστερνταμ για να αντιμετωπίσει τον Άγιαξ, στο σπουδαιότερο παιχνίδι της 15ης αγωνιστικής της Eredivisie. Η ομάδα του Φιλίπ Κοκού, που όχι μόνο βρίσκεται στην κορυφή της βαθμολογίας αλλά έχει πάρει και διαφορά ασφαλείας ήδη, φαίνεται να έχει πετύχει διάνα με την επιλογή του Ίρβινγκ Λοσάνο. Ο Μεξικανός επιθετικός, που όπως ακριβώς ο Βραζιλιάνος έκανε μέσω της Αϊντχόφεν το μεγάλο βήμα για την Ευρώπη στα 22 του, μετράει 10 γκολ σε 12 ματς ως τώρα, στατιστικά που επίσης θυμίζουν τα αντίστοιχα του Βραζιλιάνου, που είχε χριστεί πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος από την πρώτη του σεζόν. Το πως θα εξελιχθεί στο μέλλον η καριέρα του κανένας δεν το ξέρει αλλά αν πρέπει να κάνουμε μια πρόβλεψη, παίκτη σαν το Ρομάριο δεν πρόκειται να ξαναδεί το ποδόσφαιρο. Ούτε όμως και προπονητή: “Αν σκοπεύω να γίνω προπονητής στο μέλλον; Αποκλείεται. Δεν θα κατάφερνα ποτέ να τα βγάλω πέρα με κάποιον σαν εμένα”.

O μύθος του αθάνατου τερματοφύλακα της Γκρέμιο

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Αίρτον Γκόντοφ είναι Βραζιλιάνος δημοσιογράφος, χρονικογράφος και οπαδός της Γκρέμιο. Όταν ήταν μικρός ο πατέρας του τον πήγε μια μέρα στο κοιμητήριο του Σάο Μιγκέλ στο Πόρτο Αλέγκρε. Αφού περπάτησαν για αρκετή ώρα στους διαδρόμους του νεκροταφείου, έφτασαν μπροστά στον τάφο που έψαχναν. Κρατώντας συνεχώς το χέρι του μπαμπά, ο μικρός Αίρτον διάβασε την επιγραφή: Εούρικο Λάρα (24 Ιανουαρίου 1897 – 6 Νοεμβρίου 1935). Τότε, ο πατέρας του ξεκίνησε τη διήγηση.

Ο Εούρικο Λάρα γεννήθηκε στην περιοχή Ουρουγκουάιανα στη νότια Βραζιλία και ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα παίζοντας ως τερματοφύλακας στην ομάδα του στρατού. Τα τρομερά αντανακλαστικά του και η σιγουριά στις εξόδους του τον έκαναν να ξεχωρίσει αμέσως. Με τον καιρό η φήμη του εξαπλώθηκε και όλοι όσοι ασχολιόταν με το ποδόσφαιρο στην πολιτεία του Ριο Γκράντε ντο Σουλ είχαν ακούσει πως κοντά στα σύνορα με την Ουρουγουάη υπάρχει ένας τερματοφύλακας που όταν παίζει η ομάδα του δεν χάνει ποτέ.

Η Γκρέμιο ήταν η πρώτη που ενδιαφέρθηκε γι’αυτόν αλλά ο Λάρα αγαπούσε τόσο το μέρος που μεγάλωσε που για να αποφύγει τη μετακόμιση στο Πόρτο Αλέγκρε προσποιήθηκε τον άρρωστο. Μετά από πιέσεις μηνών οι άνθρωποι της Γκρέμιο τον μετέπεισαν και το 1920 τον έκαναν δικό τους. Με το πέρασμα των χρόνων ο Λάρα βελτιωνόταν συνεχώς, προσθέτοντας στο παιχνίδι του και χαρακτηριστικά που ελάχιστοι τερματοφύλακες της εποχής είχαν, όπως το να παίζει εκτός περιοχής. Μ’αυτόν κάτω από τα δοκάρια η Γκρέμιο κυριάρχησε και στο τοπικό πρωτάθλημα (δεν υπήρχε τότε εθνικό πρωτάθλημα Βραζιλίας) και στο πρωτάθλημα της πολιτείας, κατακτώντας 15 τίτλους σε 15 χρόνια!

Τα κατορθώματα του κυκλοφορούσαν σ’όλη τη χώρα αλλά πέρα από τους φιλάθλους του Πόρτο Αλέγκρε και της πολιτείας που ανήκει, ελάχιστοι άλλοι κατάφεραν να τον δούνε εν δράσει, αφού στις κλήσεις για την εθνική Βραζιλίας εκείνη την εποχή συμπεριλαμβανόταν μόνο παίκτες από την πρωτεύουσα και τις μεγάλες πολιτείες της χώρας. Έτσι οι υπόλοιποι Βραζιλιάνοι απλά άκουγαν ιστορίες για τα κατορθώματα του, όπως για τη μέρα που οι επίλεκτοι της πολιτείας αντιμετώπισαν τους επίλεκτους της πολιτείας Σάο Πάουλο. Εκεί ο Λάρα ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τους καλύτερους παίκτες της χώρας, ανάμεσα στους οποίους ήταν και περιβόητος Άρτουρ Φρίντενραιχ, ο πιο γνωστός Βραζιλιάνος επιθετικός της εποχής. Η ομάδα του Λάρα έχασε αναμενόμενα αλλά στο τέλος του αγώνα όλο το γήπεδο αποθέωσε τον 25χρονο τερματοφύλακα που έσωσε την εστία του σε περισσότερες από 20 περιπτώσεις!

Το φθινόπωρο του 1935 ο 38χρονος πλέον τερματοφύλακας, που είχε ήδη θέματα με την καρδιά του στο παρελθόν, έμαθε ότι πάσχει από φυματίωση. Οι γιατροί του είπαν πως πρέπει να παρατήσει άμεσα το ποδόσφαιρο και να νοσηλευτεί για όσο διάστημα χρειαστεί. Την ίδια περίοδο όμως η Γκρέμιο έδινε τα τελευταία κρίσιμα παιχνίδια που θα έκριναν το πρωτάθλημα. Ο Λάρα ήταν ο αρχηγός και ηγέτης της ομάδας, αυτός που πρόσφερε ασφάλεια σε όλους με την παρουσία του και μόνο κάτω από το τέρμα. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να την αφήσει μόνη.

Η μοίρα το έφερε έτσι που στο τελευταίο παιχνίδι της σεζόν η Γκρέμιο αντιμετώπιζε την αιώνια αντίπαλο της, Ιντερνασιονάλ, σ’ένα ακόμα “Gre-nal”, ένα από τα πιο φανατισμένα τοπικά ντέρμπι της Λατινικής Αμερικής. Το πρωί του αγώνα ο Εούρικο Λάρα, που λίγες μέρες πριν είχε νοσηλευτεί γιατί η υγεία χειροτέρευε μέρα με τη μέρα, πήρε τη μεγάλη απόφαση να παίξει. Έφυγε από το νοσοκομείο χωρίς άδεια και εμφανίστηκε στα αποδυτήρια λίγο πριν τη σέντρα, φορώντας τη στολή της ομάδας κάτω από τα ρούχα του και λέγοντας στον προπονητή “ήρθα για να παίξω”.

Όταν η Γκρέμιο μπήκε στο γήπεδο οι οπαδοί της ξεσηκώθηκαν, βλέποντας τη γνώριμη, λατρεμένη φιγούρα του αρχηγού να βγαίνει πρώτη από τα αποδυτήρια. Υπερνικώντας όλα τα προβλήματα υγείας του, ο 38χρονος έκανε το παιχνίδι της ζωής του κρατώντας το μηδέν. Λίγο πριν το τελευταίο σφύριγμα η Ιντερνασιονάλ κέρδισε πέναλτι. Το γήπεδο σίγησε σε τέτοιο βαθμό που το μόνο που ακουγόταν ήταν ο άνεμος. Ο επιθετικός έστησε τη μπάλα, πήρε φόρα και εκτέλεσε στην αριστερή γωνία. Ο Λάρα, ο αγαπημένος παίκτης όλων των οπαδών της Γκρέμιο, βούτηξε σωστά. Η μπάλα βρήκε το στήθος του. Πέφτοντας στο έδαφος μαζί της, την αγκάλιασε. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανε στη ζωή του. Ο Λάρα έμεινε ακίνητος στο χόρτο, αγκαλιά με τη μπάλα. Τα πανηγύρια στις κερκίδες σταμάτησαν ακαριαία, ο γιατρός που έτρεξε να τον βοηθήσει δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Η καρδιά του είχε σταματήσει. Η Γκρέμιο κέρδισε ένα πρωτάθλημα απέναντι στη μισητή της αντίπαλο αλλά έχασε για πάντα τον ηγέτη της.

Αυτή την ιστορία άκουσε ο πιτσιρικάς Αίρτον Γκόντοφ από τον πατέρα του, όρθιος μπροστά στον τάφο του Εούρικο Λάρα. Χρόνια μετά, αφού τελείωσε τις σπουδές του και έγινε δημοσιογράφος, ανακάλυψε ότι όπως συμβαίνει αρκετές φορές με τις λατινοαμερικάνικες ποδοσφαιρικές – και όχι μόνο – διηγήσεις, η αλήθεια ήταν… λιγάκι διαφορετική. Ο Λάρα πράγματι ήταν βαριά άρρωστος την ημέρα που παίχτηκε το ντέρμπι με την Ιντερνασιονάλ που έκρινε τον τίτλο. Αγνόησε τις προσταγές των γιατρών, ξεκίνησε το παιχνίδι κανονικά και έβγαλε όλο το πρώτο ημίχρονο, σώζοντας αρκετές φορές την εστία του. Στην ανάπαυλα όμως κατέρρευσε. Οι πόνοι ήταν ανυπόφοροι. Ένα ασθενοφόρο τον μετέφερε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, απ’όπου και έμαθε αργότερα ότι η αγαπημένη του Γκρέμιο σκόραρε δυο φορές στην επανάληψη και κέρδισε τον τίτλο.

Μερικές εβδομάδες αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο. Οι γιατροί ανακοίνωσαν πως ο θάνατος του επισπεύσθηκε από το ότι τους τελευταίους μήνες αδιαφόρησε για τις συμβουλές τους και συνέχισε να παίζει. Τη μέρα της κηδείας του τα πάντα στο Πόρτο Αλέγκρε σταμάτησαν για λίγο. 30.000 άνθρωποι, ανάμεσα τους και οπαδοί της Ιντερνασιονάλ, συμμετείχαν στο τελευταίο αντίο ενός τερματοφύλακα που πρώτα έγινε αρχηγός, ύστερα ηγέτης και μετά το θάνατο του (όπως κατάλαβε από πρώτο χέρι ο Αίρτον Γκόντοφ) κανονικός μύθος.

Δυο δεκαετίες μετά, ένας από τους πιο διάσημους Βραζιλιάνους συνθέτες της εποχής, ο Λουπιτσίνιο Ροντρίγκες, κλήθηκε να γράψει τον ύμνο της Γκρέμιο. Στους στίχους του συμπεριέλαβε ένα τετράστιχο για τον “αθάνατο Λάρα”, τα ιδανικά του οποίου “οδηγούν όλο το σύλλογο μέχρι και σήμερα”. Είναι ο μοναδικός παίκτης που το όνομα του αναφέρεται σε ύμνο ομάδας στη Βραζιλία.

Η αλήθεια για όλα τα κατορθώματα του δεν θα γίνει ποτέ γνωστή. Σ’αυτές τις περιπτώσεις η ορθότητα των ιστοριών συνήθως ακροβατεί σε μια λεπτή γραμμή που χωρίζει τα πραγματικά γεγονότα από τον μύθο. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι σε έναν αγώνα έσπασε το χέρι του και συνέχισε να παίζει κανονικά μέχρι το τέλος, διώχνοντας τη μπάλα μόνο με τα πόδια και με το άλλο χέρι. Κάποιοι τραβάνε ακόμα περισσότερο το παραμύθι του τελευταίου αγώνα, λέγοντας πως ο παίκτης που χτύπησε το πέναλτι της Ιντερνασιονάλ ήταν ο αδερφός του, που μάλιστα τον προειδοποίησε πριν την εκτέλεση πως η καρδιά του δεν θα αντέξει μια τόσο έντονη κατάσταση.

Παρ’όλο που ακόμα και η αληθινή εκδοχή είναι υπέροχη και αξιομνημόνευτη από μόνη της, οι οπαδοί της Γκρέμιο δεν πρόκειται να σταματήσουν να μεταφέρουν τον μύθο, με τις εξτρά ρομαντικές πινελιές, από γενιά σε γενιά. Ο οπαδισμός άλλωστε, ευτυχώς ή δυστυχώς, περνάει κυρίως από την καρδιά και λιγότερο από το μυαλό. Στον επίλογο του αφιερώματος του για τον Λάρα, ο 56χρονος σήμερα Αίρτον Γκόντοφ έγραψε: “Η αλήθεια είναι λίγο διαφορετική από αυτή που μου έμαθαν αλλά παρ’όλα αυτά κι εγώ στον γιο μου θα μεταφέρω την ιστορία ακριβώς όπως ο πατέρας μου: Κρατώντας το χεράκι του, μπροστά από τον τάφο του αξέχαστου Εούρικο Λάρα, που με φυματίωση και πρόβλημα στην καρδιά, υπερασπίστηκε την εστία του σ’ένα πέναλτι και πέθανε, χαρίζοντας ταυτόχρονα το πρωτάθλημα στη Γκρέμιο”.

Ο χασογκόλης που σκοράρει ακατάπαυστα

  [Καθόλου σχόλια]

Ιούλιος του 2016. Το Euro και το Κόπα Αμέρικα έχουν ολοκληρωθεί και οι ποδοσφαιριστές απολαμβάνουν τις τελευταίες μέρες των διακοπών τους πριν την έναρξη της προετοιμασίας. Την ίδια ώρα που σχεδόν όλοι οι πρωτοκλασάτοι (και όχι μόνο) παίκτες λιάζονται σε μια παραλία σε κάποιο εξωτικό θέρετρο, κάνουν ταξίδια αναψυχής στις ΗΠΑ με τα προσωπικά τους τζετ ή χαίρονται τις ομορφιές της Μεσογείου κάνοντας κρουαζιέρα με κάποιο πανάκριβο γιοτ, στο χειμωνιάτικο Σάλτο, μια πόλη 100.000 κατοίκων στα βορειοδυτικά της Ουρουγουάης, ο Έντινσον Καβάνι μπαίνει στον κεντρικό σταθμό των λεωφορείων, φορώντας ένα μαύρο σκουφάκι και κουβαλώντας δυο μεγάλες τσάντες.

Τα πρώτα λεπτά κανένας δεν του δίνει σημασία. Το ρολόι δείχνει σχεδόν μεσάνυχτα, είναι βράδυ Δευτέρας και όλοι όσοι βρίσκονται εκεί μετά από ακόμα μια κρύα μέρα το μόνο που θέλουν είναι να έρθει η ώρα αναχώρησης του λεωφορείου τους για να φτάσουν στον προορισμό τους. Με την πάροδο του χρόνο κάποιοι αρχίζουν να αναρωτιούνται αλλά η στιγμιαία απορία όλων “βρε, λες;” απαντιέται αμέσως από την κοινή λογική: “Αποκλείεται! Δεν υπάρχει περίπτωση ένας εκατομμυριούχος, τόσο διάσημος ποδοσφαιριστής να βρίσκεται λίγο πριν τα μεσάνυχτα σ’ένα τέτοιο μέρος, περιμένοντας ένα λεωφορείο που για να σε πάει στο Μοντεβίδεο θέλει 6 ολόκληρες ώρες”. Όταν όμως εμφανίζεται ο πρώτος θαρραλέος που τον πλησιάζει και του ζητάει ένα αυτόγραφο, όλα αλλάζουν.

Η μαυροφορεμένη ψηλόλιγνη φιγούρα με τα μακριά μαλλιά, που θυμίζει λίγο μπασίστα ροκ μπάντας, γίνεται αμέσως το επίκεντρο της προσοχής όλου του σταθμού. Ο Καβάνι δεν χαλάει χατίρι σε κανέναν, υπογράφει αυτόγραφα σε όλους και φωτογραφίζεται με τον καθένα ξεχωριστά. Μετά από αρκετή ώρα και μετά από αναγκαία ανακοίνωση από τα μεγάφωνα του σταθμού ότι δεν γίνεται να καθυστερήσει κι άλλο η αναχώρηση, ο κόσμος χαλαρώνει και ο Ουρουγουανός επιβιβάζεται κανονικά στο λεωφορείο που θα τον μεταφέρει στο Μοντεβίδεο. Εκεί θα μοιραστεί λίγο μάτε με την μεσήλικη κυρία που τυχαίνει να κάθεται δίπλα του και θα περάσει ένα μέρος του ταξιδιού παίζοντας χαρτιά στη γαλαρία με κάτι φοιτητές που επέστρεφαν στην πρωτεύουσα.

Η παραπάνω ιστορία, τόσο απλή και τόσο μη συνηθισμένη ταυτόχρονα, δεν θα ακουστεί πουθενά εκτός Ουρουγουάης. Ο Καβάνι παίζει μεν στην Παρί Σεν Ζερμέν, για χάρη του έχουν ξοδευτεί αρκετές δεκάδες εκατομμύρια, έχει κάνει ένα άκρως επιτυχημένο πέρασμα από το Καμπιονάτο, έχει κερδίσει ένα Κόπα Αμέρικα με την εθνική αλλά δεν είναι ούτε Μέσι, ούτε Κριστιάνο, ούτε Νειμάρ. Για αρκετό κόσμο είναι απλά ο ‘βοηθός’ του Ζλάταν στην Παρί και του Σουάρες στην εθνική Ουρουγουάης. Ο εργάτης επιθετικός δίπλα στους σούπερ σταρ. Αυτός που θα κάνει κίνηση για να βρει χώρους ο συμπαίκτης του. Ο βοηθητικός σκόρερ. Ο πρώτος που θα πέσει για τάκλιν με το που χαθεί η κατοχή και η ομάδα γυρίσει σε κατάσταση άμυνας.

Εκείνο το καλοκαίρι όμως, όλα θα αλλάξουν. Ο Ζλάταν θα αφήσει το Παρίσι για να δοκιμάσει την τύχη του στην Πρέμιερ Λιγκ για να δοκιμάσει η Πρέμιερ Λιγκ την τύχη της μαζί του και οι άνθρωποι της Παρί θα πάρουν τη μεγάλη απόφαση να στηριχθούν επιθετικά στον μακρυμάλλη Ουρουγουανό, παραβλέποντας το γεγονός ότι την προηγούμενη σεζόν σε αρκετά ματς έπαιζε στα άκρα ή δεν ξεκινούσε καν βασικός. Η αρχή είναι λίγο περίεργη: Στο πρώτο παιχνίδι του Τσάμπιονς Λιγκ, με την Άρσεναλ εντός, ο Καβάνι σκοράρει στο 1ο λεπτό αλλά στη συνέχεια σπαταλάει κάμποσες πολύ καλές ευκαιρίες. Οι γηπεδούχοι αντί να κάνουν περίπατο, βάσει των ευκαιριών, χαρίζουν τελικά ένα βαθμό στους Άγγλους και όλος ο πλανήτης χλευάζει τον επιθετικό των Γάλλων, που κατάφερε μεν να δημιουργήσει ένα τσουβάλι ευκαιρίες σχεδόν από το πουθενά αλλά δεν μπόρεσε να τις τελειώσει σωστά.

Τα ειρωνικά σχόλια διαδέχονται το ένα το άλλο. Πασίγνωστος Γάλλος τηλεσχολιαστής τον αποκαλεί επανειλημμένα ατάλαντο, αρκετοί ‘ειδικοί’ συμφωνούν ότι δεν κάνει για τέτοιο επίπεδο, η ταμπέλα “χασογκόλης” καρφώνεται και επίσημα πάνω από το όνομα του ενώ στο ίντερνετ τα memes και οι συγκρίσεις με τα τελειώματα του φίλου του και παρτενέρ του στην εθνική, Λούις Σουάρες κάνουν θραύση. Ακόμα και όσοι τον προσέχουν από τη θητεία του στο Καμπιονάτο αρχίζουν να αμφιβάλλουν λίγο για την αξία του. “Off the ball: 20 | Finishing: 1” είναι ένα από τα FM-ικα σχόλια που γνωρίζει τεράστια αποδοχή.

Σαν γνήσιος Ουρουγουανός (και όχι από την πρωτεύουσα) όμως, ο Καβάνι δεν ‘μασάει’ από τέτοια. Μετά το τέλος του ματς βγαίνει μπροστά στις κάμερες και αναλαμβάνει την ευθύνη για το αποτέλεσμα. Τρεις μόλις μέρες αργότερα η Παρί παίζει στην έδρα της Καέν. Το παιχνίδι λήγει 0-6. Ο Καβάνι βρίσκει δίχτυα 4 φορές.

Η σεζόν τελειώνει με την Παρί να πανηγυρίζει μόνο ένα Κύπελλο Γαλλίας αλλά ο ‘Matador’ ξέρει ότι τη δικιά του δουλειά την έχει κάνει κάτι παραπάνω από καλά: 49 γκολ σε 50 ματς, 1η θέση στον πίνακα των σκόρερ της Ligue 1, 3η θέση στον αντίστοιχο πίνακα του Τσάμπιονς Λιγκ. Ακολουθεί ένα καλοκαίρι που οι Γάλλοι σμπαραλιάζουν κάθε ποδοσφαιρική λογική, φτιάχνοντας μια επιθετική τριάδα βγαλμένη από τα πιο υγρά όνειρα των οπαδών τους, και ο Καβάνι γίνεται ο συνήθης επίλογος κάθε μαγικού συνδυασμού των υπολοίπων.

Το ημερολόγιο λέει ακόμα “Νοέμβριος” και ο Ουρουγουανός έχει ήδη 21 γκολ σε 15 συμμετοχές. 1ος σκόρερ στη Γαλλία, 2ος στο Τσάμπιονς Λιγκ, 1oς στη λίστα για το επόμενο ‘Χρυσό Παπούτσι’ και έξι μόλις γκολ μακριά από το να ξεπεράσει τον Ζλάταν και να γίνει ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Παρί Σεν Ζερμέν! Ο “χασογκόλης”, βοηθητικός επιθετικός που τα τελευταία χρόνια μάζευε κοπλιμέντα συνήθως για το πάθος και την τρομακτική ικανότητα του να κινείται ιδανικά χωρίς τη μπάλα, είναι αυτή τη στιγμή ένας από τους καλύτερους στράικερ του πλανήτη.

Αυτό πάντως δεν φαίνεται να επηρεάζει ιδιαίτερα τις υπόλοιπες ‘ιδιόρρυθμες’ συνήθειες του. Όπως αποκάλυψε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ρομέν Μολίνα, όταν κάποια στιγμή χρειάστηκε να κάνει μια φωτογράφηση για τη Hugo Boss, στα πλαίσια μιας συνεργασίας της εταιρείας με την Παρί, ο Ουρουγουανός ενθουσιάστηκε με ένα συγκεκριμένο κουστούμι. Όταν ρώτησε τον υπεύθυνο της φωτογράφισης ποιος είναι ο κωδικός του, ώστε να μπορέσει να το ψάξει σε κάποιο από τα καταστήματα της εταιρείας, αυτός του εξήγησε ότι από τη στιγμή που η εταιρεία είναι χορηγός της ομάδας, μπορεί να πάρει τζάμπα αυτό που χρησιμοποιήθηκε στη φωτογράφηση, όπως κάνουν οι περισσότεροι.

Τότε, προς έκπληξη όλων των παρευρισκομένων, ο 30χρονος επιθετικός του απάντησε ότι δεν υπάρχει λόγος να του κάνουν δώρα ενώ κερδίζει τόσα λεφτά και πρόσθεσε ότι προτιμάει να πάει μόνος του, να το αγοράσει κανονικά από ένα κατάστημα. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στις αρχές του 2016, όταν η Ατλέτικο ενδιαφερόταν για την απόκτηση του. Όταν οι Ισπανοί πληροφορήθηκαν πως δειπνούσε σ’ένα εστιατόριο της Μαδρίτης, ενημέρωσαν τους υπεύθυνους του μαγαζιού ότι θα πλήρωναν αυτοί το φαγητό του. Όταν ο Ουρουγουανός το έμαθε, αρνήθηκε ευγενικά το κέρασμα και πλήρωσε μόνος του τον λογαριασμό του.

Σε μια άλλη περίπτωση, ο ρεπόρτερ της Gazzetta dello Sport, Φαμπρίτσιο Βιτάλε είχε κάνει γνωστό πριν λίγο καιρό ότι ο Καβάνι προσέλαβε σαν οδηγό έναν άπορο Γκανέζο, που συναντούσε κάθε φορά έξω από το σούπερ μάρκετ που πήγαινε. Ο νεαρός έβγαζε τα απολύτως απαραίτητα για να επιβιώσει βοηθώντας τους πελάτες να κουβαλήσουν τα ψώνια τους. Ο Ουρουγουανός τον κάλεσε σπίτι του για φαγητό και τελικά αποφάσισε να τον στηρίξει, δίνοντας του ο ίδιος ένα βασικό μισθό.

Σήμερα το βράδυ στο Μονακό η πιο φορμαρισμένη ομάδα της Ευρώπης, μαζί με τη Μάντσεστερ Σίτυ, δίνει το δυσκολότερο παιχνίδι της στο γαλλικό πρωτάθλημα, απέναντι στην περσινή πρωταθλήτρια. Στο περσινό αντίστοιχο παιχνίδι η Μονακό είχε κερδίσει εύκολα με 3-1, με τον Καβάνι να σκοράρει το μοναδικό τέρμα των φιλοξενούμενων. Κρίνοντας πάντως από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Παρί, το να χάσει άνετα κάποιο παιχνίδι στη Γαλλία αυτή την εποχή συγκεντρώνει λίγες περισσότερες πιθανότητες από το να μπεις σε ένα λεωφορείο που κάνει μια διαδρομή 6 ωρών και να κάθεται δίπλα σου ένας από τους καλύτερους επιθετικούς στον κόσμο.

Ο χασογκόλης που σκοράρει ακατάπαυστα

  [Καθόλου σχόλια]

Ιούλιος του 2016. Το Euro και το Κόπα Αμέρικα έχουν ολοκληρωθεί και οι ποδοσφαιριστές απολαμβάνουν τις τελευταίες μέρες των διακοπών τους πριν την έναρξη της προετοιμασίας. Την ίδια ώρα που σχεδόν όλοι οι πρωτοκλασάτοι (και όχι μόνο) παίκτες λιάζονται σε μια παραλία σε κάποιο εξωτικό θέρετρο, κάνουν ταξίδια αναψυχής στις ΗΠΑ με τα προσωπικά τους τζετ ή χαίρονται τις ομορφιές της Μεσογείου κάνοντας κρουαζιέρα με κάποιο πανάκριβο γιοτ, στο χειμωνιάτικο Σάλτο, μια πόλη 100.000 κατοίκων στα βορειοδυτικά της Ουρουγουάης, ο Έντινσον Καβάνι μπαίνει στον κεντρικό σταθμό των λεωφορείων, φορώντας ένα μαύρο σκουφάκι και κουβαλώντας δυο μεγάλες τσάντες.

Τα πρώτα λεπτά κανένας δεν του δίνει σημασία. Το ρολόι δείχνει σχεδόν μεσάνυχτα, είναι βράδυ Δευτέρας και όλοι όσοι βρίσκονται εκεί μετά από ακόμα μια κρύα μέρα το μόνο που θέλουν είναι να έρθει η ώρα αναχώρησης του λεωφορείου τους για να φτάσουν στον προορισμό τους. Με την πάροδο του χρόνο κάποιοι αρχίζουν να αναρωτιούνται αλλά η στιγμιαία απορία όλων “βρε, λες;” απαντιέται αμέσως από την κοινή λογική: “Αποκλείεται! Δεν υπάρχει περίπτωση ένας εκατομμυριούχος, τόσο διάσημος ποδοσφαιριστής να βρίσκεται λίγο πριν τα μεσάνυχτα σ’ένα τέτοιο μέρος, περιμένοντας ένα λεωφορείο που για να σε πάει στο Μοντεβίδεο θέλει 6 ολόκληρες ώρες”. Όταν όμως εμφανίζεται ο πρώτος θαρραλέος που τον πλησιάζει και του ζητάει ένα αυτόγραφο, όλα αλλάζουν.

Η μαυροφορεμένη ψηλόλιγνη φιγούρα με τα μακριά μαλλιά, που θυμίζει λίγο μπασίστα ροκ μπάντας, γίνεται αμέσως το επίκεντρο της προσοχής όλου του σταθμού. Ο Καβάνι δεν χαλάει χατίρι σε κανέναν, υπογράφει αυτόγραφα σε όλους και φωτογραφίζεται με τον καθένα ξεχωριστά. Μετά από αρκετή ώρα και μετά από αναγκαία ανακοίνωση από τα μεγάφωνα του σταθμού ότι δεν γίνεται να καθυστερήσει κι άλλο η αναχώρηση, ο κόσμος χαλαρώνει και ο Ουρουγουανός επιβιβάζεται κανονικά στο λεωφορείο που θα τον μεταφέρει στο Μοντεβίδεο. Εκεί θα μοιραστεί λίγο μάτε με την μεσήλικη κυρία που τυχαίνει να κάθεται δίπλα του και θα περάσει ένα μέρος του ταξιδιού παίζοντας χαρτιά στη γαλαρία με κάτι φοιτητές που επέστρεφαν στην πρωτεύουσα.

Η παραπάνω ιστορία, τόσο απλή και τόσο μη συνηθισμένη ταυτόχρονα, δεν θα ακουστεί πουθενά εκτός Ουρουγουάης. Ο Καβάνι παίζει μεν στην Παρί Σεν Ζερμέν, για χάρη του έχουν ξοδευτεί αρκετές δεκάδες εκατομμύρια, έχει κάνει ένα άκρως επιτυχημένο πέρασμα από το Καμπιονάτο, έχει κερδίσει ένα Κόπα Αμέρικα με την εθνική αλλά δεν είναι ούτε Μέσι, ούτε Κριστιάνο, ούτε Νειμάρ. Για αρκετό κόσμο είναι απλά ο ‘βοηθός’ του Ζλάταν στην Παρί και του Σουάρες στην εθνική Ουρουγουάης. Ο εργάτης επιθετικός δίπλα στους σούπερ σταρ. Αυτός που θα κάνει κίνηση για να βρει χώρους ο συμπαίκτης του. Ο βοηθητικός σκόρερ. Ο πρώτος που θα πέσει για τάκλιν με το που χαθεί η κατοχή και η ομάδα γυρίσει σε κατάσταση άμυνας.

Εκείνο το καλοκαίρι όμως, όλα θα αλλάξουν. Ο Ζλάταν θα αφήσει το Παρίσι για να δοκιμάσει την τύχη του στην Πρέμιερ Λιγκ για να δοκιμάσει η Πρέμιερ Λιγκ την τύχη της μαζί του και οι άνθρωποι της Παρί θα πάρουν τη μεγάλη απόφαση να στηριχθούν επιθετικά στον μακρυμάλλη Ουρουγουανό, παραβλέποντας το γεγονός ότι την προηγούμενη σεζόν σε αρκετά ματς έπαιζε στα άκρα ή δεν ξεκινούσε καν βασικός. Η αρχή είναι λίγο περίεργη: Στο πρώτο παιχνίδι του Τσάμπιονς Λιγκ, με την Άρσεναλ εντός, ο Καβάνι σκοράρει στο 1ο λεπτό αλλά στη συνέχεια σπαταλάει κάμποσες πολύ καλές ευκαιρίες. Οι γηπεδούχοι αντί να κάνουν περίπατο, βάσει των ευκαιριών, χαρίζουν τελικά ένα βαθμό στους Άγγλους και όλος ο πλανήτης χλευάζει τον επιθετικό των Γάλλων, που κατάφερε μεν να δημιουργήσει ένα τσουβάλι ευκαιρίες σχεδόν από το πουθενά αλλά δεν μπόρεσε να τις τελειώσει σωστά.

Τα ειρωνικά σχόλια διαδέχονται το ένα το άλλο. Πασίγνωστος Γάλλος τηλεσχολιαστής τον αποκαλεί επανειλημμένα ατάλαντο, αρκετοί ‘ειδικοί’ συμφωνούν ότι δεν κάνει για τέτοιο επίπεδο, η ταμπέλα “χασογκόλης” καρφώνεται και επίσημα πάνω από το όνομα του ενώ στο ίντερνετ τα memes και οι συγκρίσεις με τα τελειώματα του φίλου του και παρτενέρ του στην εθνική, Λούις Σουάρες κάνουν θραύση. Ακόμα και όσοι τον προσέχουν από τη θητεία του στο Καμπιονάτο αρχίζουν να αμφιβάλλουν λίγο για την αξία του. “Off the ball: 20 | Finishing: 1” είναι ένα από τα FM-ικα σχόλια που γνωρίζει τεράστια αποδοχή.

Σαν γνήσιος Ουρουγουανός (και όχι από την πρωτεύουσα) όμως, ο Καβάνι δεν ‘μασάει’ από τέτοια. Μετά το τέλος του ματς βγαίνει μπροστά στις κάμερες και αναλαμβάνει την ευθύνη για το αποτέλεσμα. Τρεις μόλις μέρες αργότερα η Παρί παίζει στην έδρα της Καέν. Το παιχνίδι λήγει 0-6. Ο Καβάνι βρίσκει δίχτυα 4 φορές.

Η σεζόν τελειώνει με την Παρί να πανηγυρίζει μόνο ένα Κύπελλο Γαλλίας αλλά ο ‘Matador’ ξέρει ότι τη δικιά του δουλειά την έχει κάνει κάτι παραπάνω από καλά: 49 γκολ σε 50 ματς, 1η θέση στον πίνακα των σκόρερ της Ligue 1, 3η θέση στον αντίστοιχο πίνακα του Τσάμπιονς Λιγκ. Ακολουθεί ένα καλοκαίρι που οι Γάλλοι σμπαραλιάζουν κάθε ποδοσφαιρική λογική, φτιάχνοντας μια επιθετική τριάδα βγαλμένη από τα πιο υγρά όνειρα των οπαδών τους, και ο Καβάνι γίνεται ο συνήθης επίλογος κάθε μαγικού συνδυασμού των υπολοίπων.

Το ημερολόγιο λέει ακόμα “Νοέμβριος” και ο Ουρουγουανός έχει ήδη 21 γκολ σε 15 συμμετοχές. 1ος σκόρερ στη Γαλλία, 2ος στο Τσάμπιονς Λιγκ, 1oς στη λίστα για το επόμενο ‘Χρυσό Παπούτσι’ και έξι μόλις γκολ μακριά από το να ξεπεράσει τον Ζλάταν και να γίνει ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Παρί Σεν Ζερμέν! Ο “χασογκόλης”, βοηθητικός επιθετικός που τα τελευταία χρόνια μάζευε κοπλιμέντα συνήθως για το πάθος και την τρομακτική ικανότητα του να κινείται ιδανικά χωρίς τη μπάλα, είναι αυτή τη στιγμή ένας από τους καλύτερους στράικερ του πλανήτη.

Αυτό πάντως δεν φαίνεται να επηρεάζει ιδιαίτερα τις υπόλοιπες ‘ιδιόρρυθμες’ συνήθειες του. Όπως αποκάλυψε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ρομέν Μολίνα, όταν κάποια στιγμή χρειάστηκε να κάνει μια φωτογράφηση για τη Hugo Boss, στα πλαίσια μιας συνεργασίας της εταιρείας με την Παρί, ο Ουρουγουανός ενθουσιάστηκε με ένα συγκεκριμένο κουστούμι. Όταν ρώτησε τον υπεύθυνο της φωτογράφισης ποιος είναι ο κωδικός του, ώστε να μπορέσει να το ψάξει σε κάποιο από τα καταστήματα της εταιρείας, αυτός του εξήγησε ότι από τη στιγμή που η εταιρεία είναι χορηγός της ομάδας, μπορεί να πάρει τζάμπα αυτό που χρησιμοποιήθηκε στη φωτογράφηση, όπως κάνουν οι περισσότεροι.

Τότε, προς έκπληξη όλων των παρευρισκομένων, ο 30χρονος επιθετικός του απάντησε ότι δεν υπάρχει λόγος να του κάνουν δώρα ενώ κερδίζει τόσα λεφτά και πρόσθεσε ότι προτιμάει να πάει μόνος του, να το αγοράσει κανονικά από ένα κατάστημα. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στις αρχές του 2016, όταν η Ατλέτικο ενδιαφερόταν για την απόκτηση του. Όταν οι Ισπανοί πληροφορήθηκαν πως δειπνούσε σ’ένα εστιατόριο της Μαδρίτης, ενημέρωσαν τους υπεύθυνους του μαγαζιού ότι θα πλήρωναν αυτοί το φαγητό του. Όταν ο Ουρουγουανός το έμαθε, αρνήθηκε ευγενικά το κέρασμα και πλήρωσε μόνος του τον λογαριασμό του.

Σε μια άλλη περίπτωση, ο ρεπόρτερ της Gazzetta dello Sport, Φαμπρίτσιο Βιτάλε είχε κάνει γνωστό πριν λίγο καιρό ότι ο Καβάνι προσέλαβε σαν οδηγό έναν άπορο Γκανέζο, που συναντούσε κάθε φορά έξω από το σούπερ μάρκετ που πήγαινε. Ο νεαρός έβγαζε τα απολύτως απαραίτητα για να επιβιώσει βοηθώντας τους πελάτες να κουβαλήσουν τα ψώνια τους. Ο Ουρουγουανός τον κάλεσε σπίτι του για φαγητό και τελικά αποφάσισε να τον στηρίξει, δίνοντας του ο ίδιος ένα βασικό μισθό.

Σήμερα το βράδυ στο Μονακό η πιο φορμαρισμένη ομάδα της Ευρώπης, μαζί με τη Μάντσεστερ Σίτυ, δίνει το δυσκολότερο παιχνίδι της στο γαλλικό πρωτάθλημα, απέναντι στην περσινή πρωταθλήτρια. Στο περσινό αντίστοιχο παιχνίδι η Μονακό είχε κερδίσει εύκολα με 3-1, με τον Καβάνι να σκοράρει το μοναδικό τέρμα των φιλοξενούμενων. Κρίνοντας πάντως από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Παρί, το να χάσει άνετα κάποιο παιχνίδι στη Γαλλία αυτή την εποχή συγκεντρώνει λίγες περισσότερες πιθανότητες από το να μπεις σε ένα λεωφορείο που κάνει μια διαδρομή 6 ωρών και να κάθεται δίπλα σου ένας από τους καλύτερους επιθετικούς στον κόσμο.

Φίδια, μαχητικά αεροσκάφη και σεισμοί: Η επιστροφή του Περού

  [19 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο έχει κερδίσει την αγάπη του κόσμου στις περισσότερες χώρες του πλανήτη αλλά όπως έχουμε πει κάμποσες φορές στο παρελθόν, παραφράζοντας τη γνώριμη Σαλονικιώτικη ρήση, «σαν τη Λατινική Αμερική δεν έχει». Τα παραδείγματα άλλωστε είναι αμέτρητα. Αυτή είναι μια διαπίστωση που σίγουρα θα έκαναν και οι άτυχοι Νεοζηλανδοί που βρέθηκαν αυτές τις μέρες στη Λίμα του Περού, για το δεύτερο παιχνίδι μπαράζ που θα έκρινε την ομάδα που θα ταξιδέψει το καλοκαίρι στη Ρωσία.

Όπως είναι εύκολα κατανοητό, το ζευγάρι Περού-Νέα Ζηλανδία είχε εξ αρχής ένα μεγάλο φαβορί. Οι Περουβιανοί μπορεί να έχουν να εμφανιστούν σε Μουντιάλ από το 1982 αλλά το επίπεδο τους απέχει αρκετά από αυτό των άπειρων αντιπάλων τους. Αυτή η διαφορά φαίνεται ακόμα και στην πορεία των δυο ομάδων μέχρι τα μπαράζ. Την ώρα που το Περού έδινε 18 μάχες για μια θέση στην πρώτη 5αδα με αντιπάλους όπως η Βραζιλία, η Ουρουγουάη, η Αργεντινή, η Κολομβία και η Χιλή, οι Νεοζηλανδοί άνετοι και ωραίοι αντιμετώπιζαν παγκόσμια… μεγαθήρια, όπως είναι τα Φίτζι, η Νέα Καληδονία και τα Νησιά Σολομώντα.

Η ποιοτική απόσταση των δυο ομάδων όμως μειώθηκε αισθητά λίγες μέρες πριν, όταν ο Πάολο Γκερέρο βρέθηκε θετικός σε παλιότερο έλεγχο ντόπινγκ. Χωρίς τον αρχηγό και ηγέτη του, το Περού δεν κατάφερε να διασπάσει την άμυνα των Νεοζηλανδών στο πρώτο ματς και το τελικό 0-0 πρόσθεσε επιπλέον άγχος στο φαβορί του ζευγαριού. Έτσι, και με το φόβο πως η ομάδα του μπορεί τελικά να αυτοκτονήσει και να κλωτσήσει αυτή την τεράστια ευκαιρία να βρεθεί σε ένα Μουντιάλ για πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια, ο απλός λαός ανέλαβε δράση. Και όχι μόνο ο απλός λαός.

Το μαρτύριο για την αποστολή της Νέας Ζηλανδίας ξεκίνησε πριν καν πατήσει το πόδι της στο έδαφος του Περού. Μετά από μια κουραστική πτήση 11,5 ωρών ως το Μπουένος Άιρες, οι ‘All Whites’ (Ολόλευκοι) μπήκαν στο δεύτερο αεροπλάνο που θα τους μετέφερε στη Λίμα, μια πτήση διάρκειας 4 ωρών υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά όταν μια χώρα τρελαμένη με το ποδόσφαιρο έχει να παίξει σε Μουντιάλ τόσα πολλά χρόνια, οι συνθήκες μόνο φυσιολογικές δεν είναι κι αυτό το καταλαβαίνει κανείς από το γεγονός ότι ο Υπουργός Εργασίας ανακοίνωσε πως αν η ομάδα προκριθεί στο Μουντιάλ η επόμενη μέρα θα είναι αργία, ως εθνική γιορτή, για να έρθει λίγο μετά ο Υπουργός Παιδείας και να διευκρινίσει ότι και τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά. Ή και από το γεγονός ότι όλες οι ομάδες της χώρας είχαν βάλει τα χρώματα της εθνικής σαν εικόνα στον λογαριασμό τους στο twitter.

Πίσω στο ατέλειωτο ταξίδι των Νεοζηλανδών, ο πύργος ελέγχου του αεροδρομίου ενημέρωσε τον πιλότο πως δεν μπορεί να προσγειωθεί «λόγω νέων περιορισμών στις αφίξεις του αεροδρομίου» (* διακριτικό γέλιο *), αναγκάζοντας τον να κάνει κύκλους στον αέρα για αρκετή ώρα, πριν κάνει τελικά μια στάση εκτός προγράμματος σε ένα άλλο κοντινό αεροδρόμιο. Όλη αυτή η… απρόοπτη διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα να φτάσει η αποστολή κατάκοπη στη Λίμα με πάνω από 3 ώρες καθυστέρηση.

Η συνέχεια δεν ήταν πολύ καλύτερη. Όση ώρα ο προπονητής και ο βοηθός του μιλούσαν με τους δημοσιογράφους, οι παίκτες επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο που τους περίμενε για να τους πάει στο ξενοδοχείο. Όταν ο προπονητής και ο βοηθός τέλειωσαν με τις δηλώσεις και έφτασαν στο ξενοδοχείο με ταξί ανακάλυψαν ότι το πούλμαν ήταν ακόμα στο δρόμο! Όπως έμαθαν αργότερα από τους παίκτες ο χαλαρός οδηγός δεν πέρασε ποτέ τα 35 χλμ/ώρα, κάνοντας μια διαδρομή 20 χιλιομέτρων να διαρκεί πάνω από 45 λεπτά (* νευρικό γέλιο*).

Οι ταλαιπωρημένοι και εκνευρισμένοι πλέον παίκτες κατάφεραν να φτάσουν στα δωμάτια τους μετά τη 1 τη νύχτα κι όταν επιτέλους μπόρεσαν να ξαπλώσουν μετά από μια ολόκληρη μέρα ταξιδιού, συνειδητοποίησαν ότι για το Περού ο αγώνας αυτός είχε ξεκάθαρο χαρακτήρα: «Ή εμείς ή κανείς». Λίγο μετά τις 3 τη νύχτα, έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό μπροστά ακριβώς από το ξενοδοχείο δεκάδες πυροτεχνήματα (γιατί το να πας απλά απ’έξω και να φωνάζεις συνθήματα ή να πατάς κόρνες είναι πλέον πολύ κλασικό και μέινστριμ), σηκώνοντας στο πόδι όχι μόνο τους πελάτες αλλά και όλη την περιοχή.

Η ταλαιπωρία των φιλοξενούμενων συνεχίστηκε φυσικά και την επόμενη μέρα. Πηγαίνοντας για την προπόνηση το λεωφορείο που τους μετέφερε έκανε, ξανά, απελπιστικά πολλή ώρα για να φτάσει στο γήπεδο (αρκετοί από τους επιβαίνοντες υποψιάζονται ότι ο οδηγός δεν διάλεξε την πιο σύντομη διαδρομή) ενώ όταν έφτασε σ’αυτό, παράτησε ουσιαστικά τους παίκτες απ’έξω καθώς η είσοδος που είχε επιλέξει – και η οποία, περιέργως, ήταν άλλη απ’αυτή που είχε μπει λίγες ώρες πριν το πούλμαν του Περού – ήταν πολύ χαμηλή και το πάνω μέρος του οχήματος δεν χωρούσε! Μετά από αυτό το απρόοπτο ακολούθησαν άλλα 30 λεπτά εκνευριστικής αναμονής γιατί, όλως τυχαίως, ο υπεύθυνος του γηπέδου είχε χάσει τα κλειδιά (* νευρικό γέλιο πιο δυνατό *).

Την ίδια ώρα έξω ακριβώς από το γήπεδο συγκεντρωμένοι οπαδοί περίμεναν σε ουρές 500 μέτρων (που είχαν στηθεί από το προηγούμενο βράδυ) για να παραλάβουν τα τελευταία εισιτήρια που είχαν κερδίσει από εθνική λοταρία. Ανάμεσα τους και ένα ζευγάρι που είχε έρθει για τον αγώνα από μια πόλη 900 χιλιόμετρα μακριά.

Δίπλα τους ακριβώς κάποιοι σαμάνοι και αυτοαποκαλούμενοι μάγοι, είχαν αραδιάσει στο πεζοδρόμιο φωτογραφίες των δυο ομάδων, έριχναν πάνω τους διάφορα ‘μαγικά’ υγρά και θειάφι και εκστόμιζαν αρχαίες κατάρες προς αυτές των Νεοζηλανδών, τις οποίες συχνά-πυκνά τρυπούσαν με καρφίτσες. Ένας εξ αυτών, περνώντας σε άλλο επίπεδο βουντού, κρατούσε ένα φίδι το οποίο και πίεζε προς τις εικόνες των κακόμοιρων φιλοξενούμενων, απαγγέλοντας ταυτόχρονα ‘ευχές’ που σίγουρα δεν βγήκαν από κάποιο εγχειρίδιο για το Fair Play. Και η μαγεία (όλων των ειδών) δεν σταματάει εδώ.

Οι ταλαιπωρημένοι, νευριασμένοι και πιθανόν λίγο φοβισμένοι παίκτες επέστρεψαν στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστούν, έχοντας πάντα στο μυαλό το ενδεχόμενο να τους περιμένουν εκεί οι ντόπιοι με χειροβομβίδες μια νέα παρτίδα πυροτεχνημάτων. Τελικά έπεσαν έξω, αφού για άλλη μια φορά η έμπνευση των Περουβιανών ξεπέρασε τις προσδοκίες. Σύμφωνα με τις καταγγελίες των ανθρώπων της Νέας Ζηλανδίας, τρία μαχητικά αεροσκάφη πετούσαν για ώρα πάρα πολύ χαμηλά πάνω από την περιοχή που βρίσκεται το ξενοδοχείο, προκαλώντας αναστάτωση στους πάντες. Για να σιγουρευτούν και οι τελευταίοι αθώοι παρατηρητές πως τα αεροπλάνα δεν πέρασαν τυχαία από εκεί τη συγκεκριμένη ώρα και μέρα, στο κάτω μέρος τους ήταν γραμμένο το σύνθημα «Vamos Peru» (* υστερικό γέλιο πλέον*).

Μετά απ’όλα αυτά, η εξέλιξη του αγώνα δεν μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Οι Περουβιανοί φίλαθλοι γέμισαν το γήπεδο μερικές ώρες πριν τη σέντρα (για την ακρίβεια, οι πρώτοι άρχισαν να μαζεύονται και να τραγουδάνε έξω απ’αυτό από το πρωί, 12 ώρες πριν το ματς!) και οι παίκτες στρίμωξαν τους Νεοζηλανδούς στα καρέ τους από το πρώτο λεπτό, έχοντας δοκάρι μόλις στο 2′. Το 1-0 ήρθε κάπου στα μισά του ημιχρόνου και πανηγυρίστηκε τόσο έξαλα που αρκετές εφαρμογές που ανιχνεύουν σεισμικές δονήσεις έστειλαν ειδοποίηση για χτύπημα του ‘Εγκέλαδου’ με επίκεντρο τη Λίμα, αναγκάζοντας το Σεισμολογικό Κέντρο να βγάλει διευκρινιστική ανακοίνωση! Το δεύτερο γκολ στην επανάληψη έδιωξε το άγχος όλων κι από εκεί και μετά ξεκίνησε ουσιαστικά το μεγάλο πάρτι, που κρίνοντας από τις αντιδράσεις όλων στη χώρα αυτές τις μέρες δεν προβλέπεται να τελειώσει σύντομα.

Το Περού επέστρεψε στη μεγαλύτερη γιορτή του παγκοσμίου ποδοσφαίρου μετά από πάρα πολλά χρόνια και μια ολόκληρη γενιά θα ζήσει για πρώτη φορά την εμπειρία της συμμετοχής σε ένα Μουντιάλ. Το εμπόδιο των Νεοζηλανδών δεν ήταν εξ αρχής κάτι το ιδιαίτερο αλλά δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι για την πρόκριση αυτή μόχθησαν χιλιάδες Περουβιανοί, εντός αλλά και εκτός γηπέδου.

Η ποδοσφαιρική ιστορία της χώρας απέκτησε μια νέα χρυσή σελίδα με τα φετινά κατορθώματα της παρέας του Γκερέρο και του Φαρφάν αλλά για όσους αγαπάνε το πάθος και τη μούρλα της Λατινικής Αμερικής όλα αυτά τα άκρως γραφικά και κωμικοτραγικά γεγονότα που έγιναν πριν σφυρίξει ο διαιτητής για πρώτη φορά (τα οποία, βέβαια, ανάλογα με την οπτική του παρατηρητή μπορούν να χαρακτηριστούν ακόμα και ντροπιαστικά, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του αντιπάλου) παραμένουν το αλατοπίπερο, που δίνει επιπλέον νοστιμιά στο ομορφότερο παιχνίδι του κόσμου.

Ζντένεκ Ζέμαν: Ο λούζερ που έχανε ωραία

  [3 Σχόλια]

Αν ψάξεις στη λίστα με τους καλύτερους προπονητές που έχουν περάσει από το Καμπιονάτο δεν θα τον εντοπίσεις. Αν ανοίξεις τη σελίδα του στη wikipedia και κοιτάξεις το παλμαρέ του δεν θα βρεις ούτε ένα σοβαρό κύπελλο. Αν όμως αναφέρεις το όνομα του σε κάποιον που παρακολουθούσε συστηματικά ιταλικό ποδόσφαιρο τη δεκαετία του 90′, τότε το πιθανότερο είναι να δεις ένα τεράστιο χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπο του. Σ’αυτό το νοσταλγικό χαμόγελο του τυχαίου ποδοσφαιρόφιλου κρύβεται όλη η ουσία της κοσμοθεωρίας του Ζντένεκ Ζέμαν.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 90′. Στην Ισπανία η ‘Dream Team’ του Γιόχαν Κρόιφ κερδίζει τους τίτλους τον έναν μετά τον άλλο αποδίδοντας κατά διαστήματα μαγικό ποδόσφαιρο. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Σάο Πάολο του ‘τελευταίου των ρομαντικών’ Τέλε Σαντάνα σαρώνει όποιον βρει στο πέρασμα της, κρατώντας ουσιαστικά στη ζωή το περίφημο jogo bonito που η εθνική Βραζιλίας του ίδιου προπονητή είχε μάθει στον κόσμο λίγα χρόνια πριν. Την ίδια εποχή στην Ιταλία, ο Ζντένεκ Ζέμαν αναλαμβάνει για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια τη θέση του προπονητή στην μικρούλα Φότζια.

Η ομάδα από τη νότια Ιταλία έχει περάσει όλη τη δεκαετία του 80′ μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης κατηγορίας και το σενάριο της επιστροφής στο Καμπιονάτο φαίνεται πλέον σχεδόν ουτοπικό. Ο 42χρονος εκείνη την εποχή Τσέχος, που μετακόμισε μόνιμα στην Ιταλία στα 21 του, έχει ήδη στο βιογραφικό του μερικές αποτυχίες και γι’αυτό η πρόσληψη του δεν ενθουσιάζει κανέναν στην πόλη. Η διάψευση όλων δεν θα μπορούσε να είναι πιο πανηγυρική.

Με ένα ρόστερ παντελώς άγνωστων ως τότε νέων παικτών ο Τσέχος καταφέρνει να παρουσιάσει στο χόρτο μια ομάδα που δεν μοιάζει με καμία άλλη του επιπέδου της. Η Φότζια παίζει ένα άκρως επιθετικό 4-3-3, με τους ακραίους μπακ να ανεβαίνουν συνεχώς, τον τερματοφύλακα να μετατρέπεται συχνά σε λίμπερο, παίζοντας αρκετά μακριά από την εστία όταν η ομάδα βρίσκεται στην επίθεση, με ασταμάτητη κίνηση όλων των παικτών, γρήγορο ρυθμό και ένα ανελέητο πρέσινγκ που συνοδεύεται από συχνή εφαρμογή του τεχνητού οφσάιντ.

Εκμεταλλευόμενος το νεαρό της ηλικίας των περισσότερων παικτών του, ο Ζέμαν περνάει στο μυαλό τους χωρίς καμία αντίσταση όλες τις ρομαντικές ιδέες του, συνοδεύει την άκρως επιθετική του θεωρία με εξαντλητικές προπονήσεις που στόχο έχουν να φτάσουν τους παίκτες σε ένα επίπεδο φυσικής κατάστασης που θα τους επιτρέπει να αντέχουν στον ρυθμό αυτό για όλο το ματς και το αποτέλεσμα ξεπερνάει τις προσδοκίες ακόμα και του πιο πιστού οπαδού της ομάδας.

Στη δεύτερη σεζόν του στον πάγκο, η Φότζια όχι μόνο κερδίζει την άνοδο για το Καμπιονάτο αλλά το κάνει και με εμφατικό τρόπο: Τερματίζει πρώτη, με διαφορά ασφαλείας και με 14 γκολ παραπάνω από τη δεύτερη καλύτερη επίθεση της Serie B! Σε ένα πρωτάθλημα που φημίζεται για τα under της και που οι περισσότερες ομάδες τελειώνουν τη σεζόν με μέσο όρο κάτω από 1 γκολ/αγώνα, η ομάδα του Ζέμαν σκοράρει σχεδόν 2 γκολ/παιχνίδι, στέλνοντας ένα πρώτο μήνυμα προς τους φιλάθλους της χώρας.

Η συμμετοχή στο φημισμένο Καμπιονάτο, που εκείνη την εποχή είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, δεν αλλάζει καθόλου τη φιλοσοφία του Ζέμαν. «Το 0-0 είναι βαρετό. Είναι καλύτερο να χάνεις με 5-4, τουλάχιστον αυτό σου προσφέρει μια έξαψη». Η Φότζια κατεβαίνει σε κάθε ματς προετοιμασμένη για να παίξει επιθετικό ποδόσφαιρο, αδιαφορώντας αν απέναντι της είναι η Άσκολι ή η Μίλαν.

Η αρχική εκτίμηση, πως με τέτοιο στυλ παιχνιδιού οι άσημοι πιτσιρικάδες της θα διασυρθούν από τις παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας και θα επιστρέψουν σύντομα στις κατηγορίες που σύχναζαν τα προηγούμενα χρόνια, πάει περίπατο από τις πρώτες κιόλας αγωνιστικές. Εβδομάδα με την εβδομάδα η ομάδα ανεβάζει στροφές και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη. Δεν είναι όμως μόνο τα αποτελέσματα που εκπλήσσουν. Είναι και οι εμφανίσεις. Η Φότζια προσφέρει απλόχερα θέαμα που δεν περιμένεις σε καμία περίπτωση να δεις από μια νεοφώτιστη και άπειρη ομάδα που ξεκινάει με βασικό στόχο να επιβιώσει στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου.

Ο Ζέμαν δεν καταδέχεται να αλλάξει το στυλ παιχνιδιού του ούτε στις έδρες-φόβητρο της χώρας. Οι απόψεις του γίνονται σιγά-σιγά γνωστές σε όλους: «Στην Ιταλία οι προπονητές φοβούνται πως αν χάσουν ένα ματς, μπορεί να χάσουν και τη δουλειά τους. Γι’αυτό και οι περισσότερες ομάδες προσπαθούν κυρίως να χαλάσουν το παιχνίδι του αντίπαλου, παρά να παίξουν οι ίδιες. Αυτό απέχει χιλιόμετρα από τη δικιά μου νοοτροπία».

Η ρομαντική προσέγγιση του στο παιχνίδι («Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοφιλές όχι λόγω των εταιρειών και των… φαρμακευτικών. Αλλά γιατί σε κάθε μία γωνία του πλανήτη υπάρχει ένα παιδάκι που κλωτσάει μία μπάλα») σε συνδυασμό με την λίγο μποέμ εικόνα του στις συνεντεύξεις και στον πάγκο, εκεί όπου κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο («Δεν μετράω πόσα καπνίζω τη μέρα γιατί αυτό θα μου προκαλούσε νευρικότητα κι έτσι θα κάπνιζα περισσότερο»), τον μετέτρεψαν σύντομα σε μια γαμάτη καλτ φιγούρα του ιταλικού ποδοσφαίρου. Ένας μικρός ποδοσφαιρικός χίπης σε μια χώρα που η επαγγελματική νίκη με 1-0 θα μπορούσε άνετα να ήταν στίχος στον εθνικό της ύμνο. «Ειλικρινά πιστεύεις ότι μια ομάδα που κερδίζει με 1-0 είναι πιο ισορροπημένη από μια που κερδίζει με 5-4;» είχε ρωτήσει σε μια συνέντευξη έναν Ιταλό δημοσιογράφο.

Σε αντίθεση με τον κουλ Ζέμαν των αγώνων, που ζούσε για το θέαμα της Κυριακής («Παραμένω στο ποδόσφαιρο για τη διασκέδαση. Δεν πηγαίνω στον κινηματογράφο από τότε που απαγόρεψαν το κάπνισμα στην αίθουσα. Στον πάγκο όμως μπορώ να σταθώ με ένα τσιγάρο για δυο ώρες και να απολαύσω μια υπέροχη κίνηση της ομάδας μου. Αυτό είναι το μόνο που επιζητώ»), ο Ζέμαν των προπονήσεων ήταν ένα αυστηρό αφεντικό που έφτανε τους παίκτες του στα όρια τους. Όταν τον κατηγορούσαν για την ένταση των προπονήσεων του, απαντούσε «κανένας δεν έχει πεθάνει εξαιτίας τους».

«Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης μαζί του δεν μπορούσα να ανέβω ούτε τα σκαλιά του σπιτιού μου. Αλλά όλη αυτή η δουλειά είχε ένα στόχο κι εσύ, σαν παίκτης, τον καταλάβαινες πολύ καλά. Δεινοπαθούσαμε στην προπόνηση αλλά όταν τελικά η ομάδα έμπαινε στο γήπεδο και έπαιζε όπως μας είχε δείξει, τότε το αποτέλεσμα ήταν μια απόλαυση. Και όλοι μας το ευχαριστιόμασταν» δήλωσε αρκετά χρόνια μετά ο Τζουζέπε Σινιόρι, που ήταν ένας από εκείνους τους άγνωστους νεαρούς που γαλουχήθηκαν δίπλα του και μετά έκαναν σπουδαία καριέρα σε μεγαλύτερες ομάδες.

Η ανάδειξη νέων ταλέντων ήταν ένα ακόμα χαρακτηριστικό που έκανε ξεχωριστό τον «Il Boemo», που δεν δίστασε ποτέ να χρησιμοποιήσει έναν μικρό σε κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Υπάρχουν πολλοί προπονητές σήμερα που απλά δίνουν οδηγίες στο γήπεδο, χωρίς να προσπαθούν να βελτιώσουν τους παίκτες. Υπάρχουν και κάποιοι λίγοι όμως που προσπαθούν να τους διαμορφώσουν. Νιώθω ότι είμαι ένας απ’αυτούς τους λίγους». Από τη χρυσή εκείνη φουρνιά της Φότζια τέσσερις παίκτες έφτασαν μέχρι την εθνική Ιταλίας. Τα επόμενα χρόνια από τα χέρια του Τσέχου πέρασαν πιτσιρίκια που πλέον τα ξέρει όλος ο πλανήτης. Ανάμεσα τους ο Τόττι, ο Νέστα, ο Ινσίνιε, ο Βεράτι και o Ιμόμπιλε. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι εξέλιξη θα είχαν αν δεν βρισκόταν στο δρόμο τους ο Ζέμαν και η ιδιαίτερη ποδοσφαιρική αντίληψη του. Το σίγουρο είναι ότι σχεδόν όλοι τους όταν μιλάνε γι’αυτόν, το στόμα τους στάζει μέλι.

Οι δρόμοι του Ζέμαν και της Φότζια χώρισαν το 1994, όταν δέχτηκε την πρόταση της Λάτσιο, θεωρώντας πως είχε φτάσει η ώρα για το επόμενο βήμα στην καριέρα του. Στα τρία χρόνια που πέρασε με τη Φότζια στην πρώτη κατηγορία η ομάδα όχι μόνο δεν απειλήθηκε ποτέ με υποβιβασμό αλλά έφτασε κοντά και στην πρώτη έξοδο της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Την πρώτη της σεζόν μάλιστα τέλειωσε το πρωτάθλημα με την δεύτερη καλύτερη επίθεση (πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Μίλαν των τρομερών Ολλανδών), σκοράροντας σε 7 παιχνίδια τουλάχιστον 3 γκολ! Το ‘Θαύμα της Φότζια’ ή αλλιώς η ‘Zemanlandia’, όπως έμεινε γνωστό το πέρασμα του από εκεί, έβαλε την ομάδα για τα καλά στον εγχώριο ποδοσφαιρικό χάρτη, της πρόσφερε αρκετούς νέους φιλάθλους, έγινε τραγούδι από τον Αντονέλο Βεντίτι, θέμα αρκετών ποδοσφαιρικών ντοκιμαντέρ και σημάδεψε το Καμπιονάτο εκείνης της εποχής. Με τη φυγή του Ζέμαν η Φότζια επανήλθε άμεσα στην ανυποληψία: υποβιβάστηκε και δεν επέστρεψε ποτέ στην πρώτη κατηγορία.

Ούτε όμως και ο ίδιος ο Ζέμαν κατάφερε κάπου αλλού κάποια ανάλογη επιτυχία. Το πέρασμα του από τις δυο μεγάλες ομάδες της Ρώμης δεν κατέστρεψε τον μύθο του αλλά δεν του χάρισε και κάποιον τίτλο. Οι κατηγορίες για ντοπάρισμα που εξαπέλυσε αργότερα εναντίον της Γιουβέντους τον στιγμάτισαν και, σύμφωνα με τον ίδιο τουλάχιστον, τον έστειλαν στη λίστα των ανεπιθύμητων της Ιταλίας. Ακολούθησαν αρκετές μικρές αλλά και μεγάλες αποτυχίες εντός και εκτός Ιταλίας. Το 2010 επέστρεψε στη Φότζια που τότε έπαιζε στην 3η κατηγορία. Τη μέρα της ανακοίνωσης της πρόσληψης η ομάδα έδωσε 3.000 εισιτήρια διαρκείας! Ο στόχος όμως της ανόδου δεν υλοποιήθηκε και στο τέλος της σεζόν ο Ζέμαν παραιτήθηκε.

Λίγους μήνες μετά ανέλαβε να οδηγήσει την Πεσκάρα στο Καμπιονάτο και τα κατάφερε με έναν τρόπο που θύμισε κάτι από τη Φότζια των 90s: Φουλ επιθετικό ποδόσφαιρο, αρκετοί ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και πρώτη θέση στη Serie B με 90 γκολ σε 42 ματς («Αν μπορείς να σκοράρεις 90 γκολ τότε δεν πρέπει να σε ανησυχεί ιδιαίτερα πόσα θα δεχτείς»)! Ακολούθησαν η Ρόμα, η Κάλιαρι και η ελβετική Λουγκάνο πριν επιστρέψει πέρσι στον πάγκο της Πεσκάρα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Κολλημένος στις ιδέες του, αρνείται να συμβιβαστεί και να αλλάξει οπτική κι αυτό το πληρώνει συνέχεια τα τελευταία χρόνια. «Θέλω η ομάδα μου να διασκεδάζει πάντα το κοινό και να του προσφέρει έντονα συναισθήματα». Η απόλυση και η αγωνιστική αποτυχία δεν τον φόβιζαν ποτέ. «Δεν υπάρχει τίποτα ατιμωτικό στο να τερματίζεις τελευταίος, αν έχεις παίξει με αξιοπρέπεια» δηλώνει με πάθος.

Το 2012 σε μια συνέντευξη του όταν ρωτήθηκε για τον Ζοσέ Μουρίνιο τον αποκάλεσε «μέτριο προπονητή» που, αν και κοουτσάρει παίκτες παγκόσμιας κλάσης, συχνά-πυκνά ο πρωταρχικός στόχος του είναι να καταστρέψει το παιχνίδι των αντιπάλων. Η πρόκληση του δεν έμεινε, φυσικά, αναπάντητη από τον Πορτογάλο. «Ώστε εγώ είμαι ένας μέτριος προπονητής; Ok! Σέβομαι κάθε άποψη. Ποιος είναι όμως ο Ζέμαν; Δεν τον γνωρίζω. Που ακριβώς παίζει; Είναι προπονητής; Συγγνώμη αλλά δεν το ήξερα. Τώρα που έχω μερικές μέρες άδεια θα ψάξω στο google για να δω ποιος είναι και τι έχει κερδίσει στην καριέρα του».

Αν ο Πορτογάλος έκανε πράγματι την αναζήτηση, είναι σίγουρο πως δεν θα εντυπωσιάστηκε από τα ευρήματα. Ο Ζντένεκ Ζέμαν πρόσφερε θέαμα κάθε Κυριακή σε χιλιάδες ανθρώπους τη δεκαετία του 90′, έφτιαξε από το πουθενά ένα υπέροχο ποδοσφαιρικό παραμύθι σε ένα πρωτάθλημα στο οποίο κυριαρχούσε μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία και βοήθησε στην ανάδειξη μερικών πολύ σπουδαίων παικτών, μεταλαμπαδεύοντας τους μερικές αυθεντικά ρομαντικές ποδοσφαιρικές ιδέες και αντιλήψεις, αλλά από τίτλους και βραβεία το μόνο που έχει να επιδείξει είναι δυο πρωταθλήματα στη Serie B.

Η έλλειψη χειροπιαστών επιτυχιών τον κατατάσσει άμεσα στους αποτυχημένους. Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν και «αιώνιο λούζερ». Η απάντηση του; «Μερικές φορές οι ηττημένοι είναι αυτοί που δίνουν περισσότερα στο ποδόσφαιρο από τους νικητές. Ελπίζω εγώ να έχω δώσει κάτι παραπάνω και κάτι διαφορετικό όλα αυτά τα χρόνια».

Η φυλακή άλλαξε τη ζωή του Τρόι Ντίνι

  [Καθόλου σχόλια]

Για αρκετούς ανθρώπους υπάρχει ένα σημείο που χωρίζει τις ζωές τους σε δυο μέρη. Μια στιγμή τόσο δυνατή που σε κάνει να αλλάξεις κοσμοθεωρία και να γίνεις διαφορετικός άνθρωπος. Για κάποιους η στιγμή αυτή μπορεί να είναι η γέννηση ενός παιδιού, ο χαμός κάποιου αγαπημένου προσώπου, ένα μεγάλο επαγγελματικό νέο ή κάποιο άσχημο γεγονός που τους έφερε μια ανάσα από το θάνατο. Στη ζωή του Τρόι Ντίνι το ορόσημο αυτό τοποθετείται στη μέρα που πέρασε την πόρτα της φυλακής.

Ήταν ένα βράδυ Τετάρτης τον Φεβρουάριο του 2012 όταν ο Ντίνι τα έπινε έξω με τον αδερφό του και μερικούς φίλους. Για λόγους που δεν έχουν και ιδιαίτερη σημασία πλέον, κατά την επιστροφή τους μπλέχτηκαν σε μεγάλο καβγά με κάποιους φοιτητές. Το βίντεο που τραβήχτηκε από κάμερες ασφαλείας του δρόμου δείχνει τον Ντίνι να κλωτσάει επανειλημμένα έναν φοιτητή που βρίσκεται πεσμένος στο πεζοδρόμιο. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου το δικαστήριο ανακοίνωσε την ποινή του: 10 μήνες φυλακή.

Το περιστατικό που τον έστειλε πίσω από τα κάγκελα δεν ήταν ένα τυχαίο συμβάν. Ο 24χρονος Άγγλος ήταν από μικρός ένα από εκείνα τα παιδιά που πιθανόν οι γονείς σας να σας έλεγαν να μην κάνετε παρέα. Γεννημένος σε μια πολύ φτωχή περιοχή, με υψηλή εγκληματικότητα, μέλος μιας οικογένειας που είχε χάσει τον πατέρα (αρχικά λόγω φυλακής και λίγο μετά λόγω καρκίνου) και στηριζόταν μόνο στη μητέρα που αναγκαζόταν να κάνει τρεις δουλειές για να μεγαλώνει τα τρία παιδιά της, ο Ντίνι αποβλήθηκε από το σχολείο στα 14 του και βρέθηκε να δουλεύει δοκιμαστικά στις οικοδομές, ελπίζοντας σε μια μελλοντική πρόσληψη που θα του έδινε έναν υποτυπώδη μισθό.

Παράλληλα με τα σχολικά και εξωσχολικά ‘κατορθώματα’ του, περνούσε μέρος του ελεύθερου χρόνου του κλωτσώντας μια μπάλα. Ο ίδιος μπορεί να μην έδινε ιδιαίτερη σημασία αλλά όπως αποδείχτηκε το ταλέντο του δεν περνούσε απαρατήρητο. Κάπως έτσι, στα 15 του ήρθε μια πρόσκληση για να περάσει ένα 4ημερο δοκιμαστικό στην Άστον Βίλα. Πως την αντιμετώπισε; Όσο πιο… υπεύθυνα μπορούσε: Αδιαφόρησε για τις πρώτες 3 μέρες και εμφανίστηκε στο προπονητικό κέντρο μόνο την 4η, τη μέρα δηλαδή που ήξερε ότι θα γινόταν ένα διπλό αξιολόγησης. Φυσικά κόπηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. “Ήμουν 15 και ήταν καλοκαίρι, οπότε τι πιστεύεις ότι ήθελα πραγματικά; Να τρέχω στις προπονήσεις ή να αράζω στο πάρκο μαζί με όλα τα κορίτσια;”

Η συνέχεια της ποδοσφαιρικής του καριέρας δεν διέφερε και πολύ από την πρώτη αυτή εμπειρία. Σε έναν από τους αγώνες της τοπικής Τσέλμσλει όπου έπαιζε εμφανίστηκε τυχαία ο υπεύθυνος ακαδημιών της Ουόλσολ που είχε πάει για να δει τον γιο του. Η Τσέλμσλει κέρδισε με 11-4, με τον Τρόι Ντίνι να σκοράρει 7 φορές! Μετά το τέλος του αγώνα, ο εντυπωσιασμένος άνθρωπος της Ουόλσολ, που τότε έπαιζε στη League Two, χωρίς να το σκεφτεί πολύ πρότεινε στον πιτσιρικά να περάσει από δοκιμαστικό. Αυτό που δεν ήξερε βέβαια ήταν ότι ο 18χρονος επιθετικός έπαιζε μεθυσμένος, αφού δεν είχε προλάβει να ξεσουρώσει από την έξοδο της προηγούμενης νύχτας!

Ακόμα και μπροστά στην προοπτική ενός επαγγελματικού συμβολαίου όμως, ο Ντίνι δεν αποχωριζόταν τις συνήθειες με τις οποίες μεγάλωσε. Για να καταφέρει να φτάσει έγκαιρα στο δοκιμαστικό χρειάστηκε να πάει από το δωμάτιο του ο προπονητής του στην Τσέλμσλει, να τον σηκώσει με το ζόρι από το κρεβάτι και να του πληρώσει το ταξί. Χάρη σε εκείνα τα δανεικά λεφτά το επαγγελματικό ποδόσφαιρο άνοιξε τις πόρτες του για έναν ακόμα ελπιδοφόρο νεαρό.

Μαζί με το επαγγελματικό ποδόσφαιρο μπήκε, επιτέλους, στη ζωή του και μια τάξη. “Μέχρι τότε συνήθιζα να πηγαίνω στη δουλειά στις 6.30 το πρωί, να γυρνάω αργά το απόγευμα και μετά στο καπάκι να πηγαίνω στην προπόνηση. Εκεί το μόνο που χρειαζόταν να κάνω ήταν να προπονούμαι από τις 9 έως τις 2 το μεσημέρι. Έτσι, όταν μου έλεγαν οι υπόλοιποι πόσο κουρασμένοι ένιωθαν, τους απαντούσα ‘είστε τρελοί; Αυτό είναι παιχνιδάκι’”.

Η ικανότητα του στο σκοράρισμα και το πάθος με το οποίο έπαιζε τράβηξαν σύντομα τα βλέμματα μεγαλύτερων ομάδων κι έτσι το 2010 μετακόμισε στο Γουότφορντ και την Τσάμπιονσιπ. Η αλλαγή κατηγορίας πάντως δεν σήμαινε και αλλαγή μυαλών: “Ξαφνικά ο μισθός μου πενταπλασιάστηκε κι αυτό για έναν 22χρονο είναι μεγάλη υπόθεση. Έφερνα τους φίλους μου κάθε σαββατοκύριακο και τους έλεγα ‘ελάτε να διασκεδάσουμε πριν ανακαλύψουν ότι είμαι σκράπας στο ποδόσφαιρο και με διώξουν’”. Περισσότερα λεφτά, περισσότερα ξενύχτια, περισσότερες τρέλες. Η απουσία του ή η καθυστερημένη άφιξη του στις πρωινές προπονήσεις της Δευτέρας ήταν κάτι που από ένα σημείο και μετά δεν προκαλούσε καμία έκπληξη σε κανέναν. Κάπου εκεί ήρθε η φυλακή. Και όλα άλλαξαν.

Ο 24χρονος που μέχρι τότε είχε καταφέρει να τα βολέψει μια χαρά, βοηθώντας οικονομικά και τη μητέρα του και την οικογένεια του και τα αδέρφια του, ξαφνικά βρέθηκε κλεισμένος σε ένα κελί, χωρίς εισόδημα και χωρίς επαφή με το παιδί του, που πίστευε ότι “ο μπαμπάς λείπει σε κάποιο προπονητικό κέντρο”. Ανακαλώντας σήμερα τους 2,5 μήνες που πέρασε στη φυλακή (βγήκε πρόωρα λόγω καλής διαγωγής και πρότερου έντιμου βίου) ο Ντίνι ισχυρίζεται ότι είναι ό,τι καλύτερο του συνέβη ποτέ. “Ακούγεται περίεργο αλλά απόλαυσα κάθε λεπτό στη φυλακή. Το φαγητό ήταν χάλια, τα ρούχα ήταν χάλια, η διαβίωση ήταν χάλια αλλά εγώ το απόλαυσα γιατί μ’έκανε να σκεφτώ ‘πάρε ένα μολύβι κι ένα χαρτί και γράψε όλα αυτά που πρέπει να αλλάξεις και να κάνεις’”.

Ο αλλαγμένος Τρόι Ντίνι αφοσιώθηκε στην καριέρα του, μείωσε τις καταχρήσεις, επέστρεψε ορεξάτος στη Γουότφορντ (σκοράροντας μάλιστα στο δεύτερο παιχνίδι που πήρε χρόνο) και ταυτόχρονα ανέπτυξε μια νέα πτυχή του εαυτού του: έδωσε εξετάσεις στα Αγγλικά, τα μαθηματικά και την Επιστήμη για να πάρει Πιστοποιητικό Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ίδρυσε ένα Ίδρυμα με στόχο να συγκεντρωθούν χρήματα για παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες και ασθένειες και συμμετέχει σε αρκετά κοινωνικά προγράμματα, κάποια εκ των οποίων στοχεύουν σε νέους που έχουν πάρει τον ‘λάθος δρόμο’, ένα θέμα που θεωρεί ότι κατέχει αρκετά.

Γενικότερα, τα παιδιά είναι ο νούμερο ένα στόχος του. “Προσπαθώ να μιλήσω με όσα περισσότερα μπορώ και να βοηθήσω όσα μπορώ. Ένας απλός τρόπος είναι αγοράζοντας τους ποδοσφαιρικά παπούτσια. Δεν το κάνω γιατί θέλω να λένε ‘α, πόσο καλός είναι ο Τρόι’. Το κάνω γιατί ξέρω πως είναι να μην έχεις. Έκανα 52 εβδομάδες να ξεπληρώσω τα πρώτα μου παπούτσια! Ελπίζω ότι αυτό θα εμπνεύσει έστω και λίγο τους νέους να μη γίνουν σκατοτεμπέληδες, γιατί με το ίντερνετ και τα iPads έχουν καταλήξει να μην έχουν λόγους για να βγούνε έξω”.

Τον Μάιο του 2013, σχεδόν ένα χρόνο δηλαδή μετά τη φυλάκιση του, ο Ντίνι έγινε πρωταγωνιστής στο πιο επικό φινάλε στην ιστορία της Τσάμπιονσιπ. Το γκολ του στο τελευταίο δευτερόλεπτο έστειλε τη Γουότφορντ στον τελικό των πλέι οφ στο Γουέμπλει και τον ίδιο στις καρδιές των οπαδών της ομάδας για πάντα. Η πολυπόθητη άνοδος στην Πρέμιερ Λιγκ τελικά ήρθε το 2015, με τον Ντίνι να τελειώνει τη σεζόν με περισσότερα από 20 γκολ για τρίτη συνεχόμενη χρονιά.

Οι πρώτες δυο σεζόν στη μεγάλη κατηγορία και τα 23 γκολ που πέτυχε (χάρη σ’αυτά έγινε μόλις ο 5ος παίκτης στην ιστορία της Γουότφορντ που ξεπερνάει τα 100 γκολ με τη φανέλα της) απέδειξαν πως ο Άγγλος, με ρίζες από τη Τζαμάικα, επιθετικός έχει την ποιότητα για να σταθεί ακόμα και σ’αυτό το επίπεδο. Η αρχή της φετινής χρονιάς δεν ήταν εφάμιλλη (μετράει 6 συμμετοχές αλλά μόνο μια ως βασικός) αλλά αυτό δεν τον πτοεί. Το Σάββατο που μας πέρασε σκόραρε το πρώτο του γκολ για φέτος, στην μεγάλη νίκη της ομάδας του επί της Άρσεναλ με 2-1 αλλά δεν αρκέστηκε σ’αυτό.

Επιβεβαιώνοντας τον αυθορμητισμό και την έλλειψη τακτ που τον διακρίνει όλα αυτά τα χρόνια, μετά το τέλος του αγώνα έκανε δυο δηλώσεις που συζητήθηκαν πολύ. Όταν ένας δημοσιογράφος του είπε πως ο Μπελερίν αμφισβήτησε το πέναλτι που κέρδισε η Γουότφορντ, ο Ντίνι απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη “Μάλλον θα φταίνε τα μακριά μαλλιά του που μπαίνουν μπροστά και δεν βλέπει τι κάνει” ενώ λίγο αργότερα κατηγόρησε τους παίκτες της Άρσεναλ, λέγοντας πως έχασαν γιατί έχουν έλλειψη από… ‘κοχόνες”.

Σήμερα το μεσημέρι η εξαιρετική φέτος Γουότφορντ θα δώσει ένα ακόμα πολύ δύσκολο παιχνίδι απέναντι σε μια ομάδα του Λονδίνου αλλά αυτή τη φορά τα δεδομένα πριν το ματς είναι πολύ διαφορετικά απ’ότι θα περίμενε οποιοσδήποτε. Η πρωταθλήτρια Τσέλσι θα υποδεχτεί την αγαπημένη ομάδα του Έλτον Τζον βλέποντας την πλάτη της στη βαθμολογία! Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, τα περιθώρια για την ομάδα του Κόντε είναι κάτι παραπάνω από στενά, οπότε η τακτική δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από φουλ επίθεση. Αν υπάρχει όμως μια ‘μικρή’ ομάδα στην Πρέμιερ Λιγκ που να μην τη φοβίζει αυτή η πίεση που θα δεχτεί, αυτή είναι σίγουρα η Γουότφορντ.

Όταν ρωτήθηκε σχετικά ο 20χρονος Ριτσάρλισον, που μετράει ήδη 3 γκολ στο πρωτάθλημα, η απάντηση του ήταν αποστομωτική: “Όταν ήμουν πιο μικρός, ένας τύπος έβαλε ένα πιστόλι στο μέτωπο μου επειδή νόμιζε πως ήμουν έμπορος ναρκωτικών που ήθελα να του κλέψω το σημείο. Αυτή ήταν η ζωή μου στη Βραζιλία. Μετά απ’αυτό καταλαβαίνετε ότι το να παίξω απέναντι στην Τσέλσι μου φαίνεται πολύ πιο εύκολο”.

Ο Ντίνι από την πλευρά του έχει απαντήσει ουσιαστικά σ’αυτό, σε μια παλιότερη συνέντευξη του: “Για μένα το να παίζω μπάλα δεν είναι πίεση, είναι ένα άθλημα. Γνωρίζω πολύ καλά πως είναι η αληθινή πίεση. Πίεση είναι να πρέπει να πληρώσεις τους λογαριασμούς και να μην σου φτάνουν τα λεφτά. Να ψάχνεις τρόπους για να έχεις ρεύμα και όλα τα σχετικά προβλήματα. Αυτό είναι πίεση. Έχω περάσει πολλά στη ζωή μου για να ξέρω ποια είναι τα δύσκολα και σίγουρα το ποδόσφαιρο είναι ένα από τα εύκολα”.

Το σουηδικό χωριό που θέλει να κατακτήσει την Ευρώπη

  [Καθόλου σχόλια]

Αν μπεις σε ένα τυχαίο καφενείο της Θεσσαλονίκης και ρωτήσεις τον πρώτο θαμώνα που θα πετύχεις “από ποια ομάδα αποκλείστηκε φέτος στο Γιουρόπα ο ΠΑΟΚ;” είναι σχεδόν σίγουρο ότι η απάντηση που θα πάρεις είναι “από ένα χωριό της Σουηδίας”. Τυπικά η απάντηση αυτή είναι λανθασμένη, καθώς το Έστερσουντ είναι μια κανονική πόλη 50.000 κατοίκων, αλλά ουσιαστικά και μιλώντας καθαρά ποδοσφαιρικά, κρύβει μια αλήθεια αφού πρόκειται για ένα ‘χωριό’ που χάρη στην πρόκριση εκείνη βρέθηκε σ’έναν ευρωπαϊκό όμιλο με ομάδες από πόλεις δεκαπλάσιες σε μέγεθος.

Το να δυσκολεύεται κάποιος να θυμηθεί το όνομα μιας ομάδας που πριν από δυο μήνες έπαιξε στην πόλη του δεν είναι καθόλου παράξενο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Μέχρι πριν ένα χρόνο, ακόμα και οι Σουηδοί δεν ήξεραν ότι υπάρχει τέτοια ομάδα. Και όσο τραβηγμένο κι αν ακούγεται, μέχρι πριν από λίγα χρόνια ακόμα και οι ίδιοι οι κάτοικοι του Έστερσουντ πιθανόν αγνοούσαν την ύπαρξη της ομάδας της πόλης τους. Μια ομάδα που ιδρύθηκε πριν από 21 χρόνια και βολόδερνε μεταξύ της 3ης και 4ης κατηγορίας μέχρι τη μέρα που ο Ντάνιελ Κίντμπεργκ αποφάσισε να της αλλάξει ρότα.

Ο Κίντμπεργκ, πρώην αντισυνταγματάρχης που πέρασε τις προηγούμενες δυο δεκαετίες της ζωής του σε στρατιωτικές αποστολές στη Βοσνία και το Κονγκό, ανέλαβε σχεδόν από το μηδέν. Η ομάδα εκείνη την εποχή είχε μια χούφτα μέτριους παίκτες, έναν υπάλληλο πλήρους απασχόλησης, ένα ανύπαρκτο μπάτζετ και έκοβε πάνω-κάτω 700 εισιτήρια σε κάθε εντός έδρας ματς. Η εικόνα διάλυσης του συλλόγου δεν πτόησε τον Κίντμπεργκ, που έχει επιβιώσει σε πολύ χειρότερες καταστάσεις: “Γενικότερα, νιώθω πολύ ήρεμος όταν όλα γύρω μου καταρρέουν. Έτσι κι αλλιώς στο ποδόσφαιρο δεν σε σημαδεύει κανένας με όπλο”.

Η πρώτη προτεραιότητα του ήταν να βρει έναν προπονητή. Η λύση ήρθε μέσω γνωστών από την Αγγλία, που τον πρότειναν έναν νεαρό Άγγλο που είχε αποσυρθεί από το ποδόσφαιρο στα 30 του (έχοντας φτάσει μέχρι και την Πρέμιερ Λιγκ με τη Σαουθάμπτον) και εκείνη την εποχή έκανε το μεταπτυχιακό του στο πανεπιστήμιο του Λιντς. Ο Γκράχαμ Πότερ αποδέχτηκε την απρόβλεπτη πρόταση και πήρε το ρίσκο να μετακομίσει στα βόρεια της Σουηδίας, για χάρη μιας παντελώς άγνωστης ομάδας που δεν ήξερε κανείς. “Σε όποιον ντόπιο έλεγα για ποιο λόγο βρίσκομαι στην πόλη μου απαντούσε πως είμαι τρελός” θυμάται σήμερα ο ίδιος. Η επιλογή του Κίντμπεργκ αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από πετυχημένη. Με τον Πότερ στον πάγκο η ομάδα κέρδισε δυο συνεχόμενες ανόδους και τελικά βρέθηκε πέρσι για πρώτη φορά στην πρώτη κατηγορία. Η ανηφόρα όμως δεν σταμάτησε ούτε εκεί.

Η ομάδα του Πότερ (που είναι αυτή τη στιγμή ο μόνος Άγγλος προπονητής στο Γιουρόπα Λιγκ!) όχι μόνο δεν κινδύνευσε στιγμή να υποβιβαστεί αλλά έφτασε και στην κατάκτηση του κυπέλλου, ένα ασύλληπτο κατόρθωμα για μια πόλη που μέχρι πρόσφατα δεν ήξερε ότι έχει ομάδα ποδοσφαίρου. Το κερδισμένο κύπελλο χάρισε στην Έστερσουντ και το πρώτο της εισιτήριο για τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και τη συνέχεια λίγο-πολύ την ξέρουν οι περισσότεροι Έλληνες και ειδικότερα οι οπαδοί του ΠΑΟΚ: Πρόκριση επί της πανάκριβης Γαλατασαράι, πρόκριση επί του φιλόδοξου ΠΑΟΚ και συμμετοχή στους ομίλους στην πρώτη της μόλις προσπάθεια.

Οι 700 θεατές έγιναν 8000, ο κόσμος στους δρόμους άρχισε να κυκλοφορεί φορώντας ποδοσφαιρικές φανέλες και η ‘Πόλη του Χειμώνα’, όπως είναι το παρατσούκλι της, άρχισε για τα καλά να ζει στο ρυθμό του ποδοσφαίρου. Κάπου εδώ σταματάνε και οι όποιες ομοιότητες παρουσιάζει η Έστερσουντ με τις υπόλοιπες ‘σταχτοπούτες’ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Το δίδυμο Κίντμπεργκ-Πότερ δεν πιστεύει στα κλασικά μοντέλα διαχείρισης μικρών ομάδων. “Αν θέλουν να κερδίσουν οι μικρές ομάδες τις μεγάλες πρέπει να είναι διαφορετικές και παράξενες” δηλώνει με απόλυτη σοβαρότητα ο πρόεδρος και η ομάδα του ακολουθεί αυτό το μότο πιστά.

“Οι περισσότεροι από τους παίκτες μας έχουν απορριφθεί από άλλες ομάδες. Είναι ‘αποφάγια’, που ο κόσμος πιστεύει ότι δεν αξίζουν. Εμείς όμως τους συγκεντρώσαμε, τους βάλαμε στο κατάλληλο περιβάλλον και τους έχουμε μετατρέψει σε φανταστικούς παίκτες. Αυτό είναι κάτι που οι δισεκατομμυριούχοι ιδιοκτήτες δεν θα έκαναν ποτέ. Εμείς πιστεύουμε ότι οι παίκτες μπορούν πάντα να γίνουν καλύτεροι” δηλώνει περήφανος ο Κίντμπεργκ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιτυχημένης αυτής επεξεργασίας είναι ο αρχηγός Μπρούα Νούρι, που γεννήθηκε στο Ιράν από Κούρδους γονείς. Μέχρι το 2014 έπαιζε σε μια μικρή ομάδα Κούρδων προσφύγων, ξενυχτούσε συνέχεια και ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο. Ο Πότερ τον γνώρισε τυχαία στον κεντρικό σταθμό της Στοκχόλμης, τον πίστεψε και σήμερα ο 30χρονος Νούρι είναι διεθνής και πασίγνωστος στο σουηδικό ποδόσφαιρο.


Ένας Πότερ που δεν είναι… Χάρι αλλά πιθανόν να έχει κι αυτός μαγικές ικανότητες

Η διαφορετικότητα της Έστερσουντ δεν σταματάει όμως στο ρόστερ. Περιγράφει ο πρόεδρος: “Μια μέρα ήμουν με έναν διάσημο Σουηδό συγγραφέα και μου είπε ‘Ντάνιελ, ξέρεις τι φοβούνται περισσότερο οι Σουηδοί; Το να βρεθούν πάνω στη σκηνή, μπροστά σε πολλούς ανθρώπους’. Αυτό μου καρφώθηκε στο μυαλό και κάπως έτσι μου δημιουργήθηκε η ιδέα της Culture Academy, όπου κάθε χρόνο διαλέγουμε ένα θέμα και το δουλεύουμε σαν ομάδα, για να το παρουσιάσουμε τελικά κάποια στιγμή το φθινόπωρο”. Να κάτι που δεν συναντάς κάθε μέρα: Μια ομάδα που τη μια μέρα υποδέχεται τη Χέρτα Βερολίνου για ένα κρίσιμο ευρωπαϊκό ματς (και την κερδίζει μάλιστα με γκολ του Νούρι) και την επόμενη οι παίκτες και το τεχνικό της τιμ ανεβάζουν στη σκηνή μπροστά σε 500 θεατές μια δική τους εκδοχή της ‘Λίμνης των Κύκνων’!

Ο στόχος είναι πολλαπλός: Η ομάδα δένεται περισσότερο, οι παίκτες ανακαλύπτουν ένα δημιουργικό χόμπι που τους κρατάει σε εγρήγορση σε μια κρύα, σκοτεινή πόλη με λίγες επιλογές διασκέδασης και ταυτόχρονα αποκτούν νέες δεξιότητες και υπερνικούν τις όποιες φοβίες και αδυναμίες τους, κάτι που ο Κίντμπεργκ θέλει να πιστεύει ότι βοηθάει και στη διαχείριση δύσκολων καταστάσεων εντός του αγωνιστικού χώρου, όπως για παράδειγμα το να παραμείνουν ψύχραιμοι και συγκεντρωμένοι στη φανατισμένη έδρα της Γαλατασαράι.

Η παράσταση μπαλέτου πάντως δεν ήταν η πρώτη καλλιτεχνική τους δημιουργία. Είχε προηγηθεί η ομαδική συγγραφή ενός βιβλίου, η δημιουργία μιας έκθεσης τέχνης και η οργάνωση μιας ροκ συναυλίας. Ταυτόχρονα με όλα αυτά οι άνθρωποι της ομάδας έχουν αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις με τα τοπικά κέντρα προσφύγων καθώς και με αρκετές φιλανθρωπικές οργανώσεις της περιοχής. Κανείς από τους Κίντμπεργκ και Πότερ δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι αυτή η παράλληλη πολιτιστική δράση μπορεί να βοηθήσει σημαντικά κάποια άλλη ομάδα που θα επιχειρήσει να αντιγράψει το μοντέλο. Είναι όμως πεπεισμένοι πως στη δική τους ομάδα η ιδέα πιάνει.

Ακόμα και στη γενικότερη φιλοσοφία της όμως, η Έστερσουντ διαφέρει αισθητά. Μια οποιαδήποτε άλλη μικρή ομάδα που θα κατάφερνε τόσα πολλά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα θα είχε ως στόχο να διατηρήσει τα κεκτημένα και να παραμείνει όσο περισσότερο μπορεί σ’αυτό το εντυπωσιακό για τα δεδομένα της επίπεδο. Ο Κίντμπεργκ όμως αρνείται να συμβιβαστεί με αυτά και ονειρεύεται ακόμα πιο ψηλές κορυφές. “To πιο σημαντικό για εμάς τώρα είναι να γίνουμε πρωταθλητές Σουηδίας. Όταν το καταφέρουμε αυτό, μετά θα στοχεύσουμε το Τσάμπιονς Λιγκ”. Όσο για το παρόν; “Αν πιστεύω ότι μπορούμε φέτος να κερδίσουμε το Γιουρόπα Λιγκ; Φυσικά μπορούμε! Αν δεν μπορούσαμε, ποιος ο λόγος να συμμετέχουμε; Δεν αρκεί να ελπίζεις. Πρέπει να το πιστεύεις.”

Δεν γνωρίζουμε αν αυτά είναι ουτοπικά όνειρα ενός υπερβολικά ενθουσιασμένου προέδρου που βλέπει το δημιούργημα του να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια προς την κορυφή πολύ πιο γρήγορα απ’ότι θα φανταζόταν και ο ίδιος το 2010. Αυτό που σίγουρα δεν αμφισβητείται είναι ότι μια ομάδα που μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν υπήρχε καν στον Σουηδικό ποδοσφαιρικό χάρτη, σήμερα το βράδυ υποδέχεται στην έδρα της την ιστορική Αθλέτικ Μπιλμπάο στα πλαίσια ενός αγώνα ομίλων του Γιουρόπα Λιγκ.

Κι αν αυτό το γεγονός από μόνο του δεν καταφέρνει να κερδίσει την εκτίμηση κάποιων, υπάρχει και η βαθμολογία του ομίλου, στην οποία η Έστερσουντ φιγουράρει μόνη της στην κορυφή με 2/2 νίκες και 0 γκολ παθητικό (η μοναδική ομάδα στη διοργάνωση που έχει δυο νίκες και ταυτόχρονα έχει κρατήσει αλώβητη την εστία της!). Το “χωριό από τη Σουηδία” φαίνεται πως ήρθε για να μείνει. Τουλάχιστον μέχρι να μπορούν οι περισσότεροι ποδοσφαιρόφιλοι να θυμηθούν το όνομα του.

Ερνέστο Χαβιέρ Σεβαντόν: Ένας ερωτευμένος σχιζοφρενής

  [2 Σχόλια]

«Τρέχω συνέχεια να κρυφτώ μακριά από σένα και όλο νομίζω πως μπορώ να γιατρευτώ, 
Πάνω σου πέφτω ξαφνικά και απεγνωσμένα στα ηλεκτροσόκ σου προσπαθώ να αντισταθώ…»

Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί και να κάνεις γι’αυτή ενέργειες που ξεπερνάνε, έστω και λίγο, τη λογική είναι κάτι πολύ συνηθισμένο στο ποδόσφαιρο. Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί, να καταφέρεις να γίνεις μέλος της και να καταλήξεις τελικά θρύλος της, βάζοντας στην άκρη το επαγγελματικό σκέλος της δουλειάς σου, δεν είναι (ειδικά στις μέρες μας) τόσο συνηθισμένο αλλά όταν γίνεται σωστά κερδίζει το χειροκρότημα και την εκτίμηση όλων. Το να μετακομίσεις σε μια άλλη ήπειρο, σε μια μικρή και σχετικά άσημη ομάδα, να την αγαπήσεις και να δώσεις τα πάντα γι’αυτήν, γνωρίζοντας πως ελάχιστοι θα το μάθουν και θα σου δώσουν τα εύσημα που ίσως αξίζεις, είναι πάρα πολύ σπάνιο. Αυτή λοιπόν είναι η πάρα πολύ σπάνια ιστορία του Ερνέστο Σεβαντόν που ερωτεύτηκε τη μικρούλα Λέτσε.

Το καλοκαίρι του 2001 στην πόλη του Λέτσε κατέφθασε ένας 21χρονος κοντοκουρεμένος Ουρουγουανός, με σκοπό να αντικαταστήσει τον Κριστιάνο Λουκαρέλι που είχε πάρει μεταγραφή στην Τορίνο. Το γεγονός ότι ο Λουκαρέλι είχε κάνει δυο εξαιρετικές σεζόν στην κορυφή της επίθεσης της ομάδας, σε συνδυασμό με το ότι ο νεοφερμένος πιτσιρικάς δεν είχε παίξει ποτέ εκτός συνόρων είχαν προκαλέσει ανησυχία στους φίλους της ομάδας. Όπως στις περισσότερες ρομαντικές ιστορίες όμως, ο έρωτας χτύπησε και τις δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή.

Πρώτο ματς του Καμπιονάτο, πρώτη επίθεση της Λέτσε, o τερματοφύλακας της Πάρμα μπλοκάρει τη μπάλα και ετοιμάζεται να τη στείλει προς το κέντρο, ο Σεβαντόν βάζει το σώμα του έξυπνα, την τσιμπάει ουσιαστικά μέσα από τα χέρια του και με ένα γρήγορο γυριστό τη στέλνει στην άδεια εστία. Δεν έχουν συμπληρωθεί ούτε δυο λεπτά πρωταθλήματος! Πριν καν καταλάβει ο Φρέι πως έγινε το μοιραίο, ο Σεβαντόν έχει πηδήξει τις διαφημιστικές πινακίδες, έχει φτάσει μπροστά στο πέταλο των φανατικών και πανηγυρίζει σαν τρελός, φιλώντας τη φανέλα και καλώντας τον κόσμο να ξεσηκωθεί. Ακόμα και οι πιο δύσπιστοι και προσγειωμένοι στις εξέδρες υποψιάζονται πως δεν έχουν να κάνουν με έναν ακόμα ξένο μισθοφόρο.

Ο Ουρουγουανός τελειώνει τη σεζόν με 11 γκολ αλλά η Λέτσε δεν καταφέρνει να σωθεί. Όλοι περιμένουν πως ο υποβιβασμός θα είναι μια ιδανική αφορμή για τον 22χρονο επιθετικό να κάνει το επόμενο βήμα στην καριέρα του, προς μια καλύτερη ομάδα. Η διάψευση έρχεται άμεσα. Ο Σεβαντόν όχι απλά ακολουθεί την ομάδα στη Serie B αλλά εκεί γίνεται και ο ηγέτης της στην επίθεση. Σκοράρει 16 φορές, σκυλιάζει σε κάθε ματς, πανηγυρίζει έξαλλα κάθε γκολ και στο τέλος της χρονιάς το Λέτσε πανηγυρίζει την πολυπόθητη επιστροφή στο Καμπιονάτο.

Οι ελάχιστοι που έχουν ξεφύγει από τη γοητεία της σχέσης του με την κερκίδα παραδίνονται σ’αυτή ένα απόγευμα του Οκτωβρίου, όταν στο εκτός έδρας τοπικό ντέρμπι με τη Μπάρι εξαπολύει έναν απίστευτο κεραυνό στο παραθυράκι, λίγα μόλις λεπτά πριν το τελευταίο σφύριγμα, και δευτερόλεπτα μετά βρίσκεται, όπως πάντα, μπροστά στο πέταλο των εκδρομέων, με τη φανέλα στα χέρια και τις φλέβες ορατές.

Ακολουθεί μια ακόμα εξαιρετική σεζόν με 20 γκολ, με το συνολικό κοντέρ να φτάνει πλέον τα 49, μερικά εκ των οποίων ιδιαιτέρως εντυπωσιακά (ανάμεσα τους κάποιες υπέροχες εκτελέσεις φάουλ και ένα γκολ από κόρνερ). Το καλοκαίρι του 2004 αποφασίζεται πως είναι για το καλό όλων ο παίκτης να δοκιμάσει την τύχη του κι άλλου κι έτσι η νέα χρονιά τον βρίσκει στο εξωτικό Μονακό.

Έξι χρόνια αργότερα, το 2010, και αφού έχει κάνει ένα πέρασμα από τη Σεβίλλη και ένα πιο μικρό από την Αταλάντα, αποφασίζει να επιστρέψει στο μέρος που αγάπησε περισσότερο απ’όλα. Η σεζόν δεν εξελίσσεται όμως καλά, οι τραυματισμοί δεν τον αφήνουν σε ησυχία και οι σχέσεις του με τον προπονητή είναι κακές, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά τον δύσκολο χαρακτήρα του (τα δυο παρατσούκλια που του κόλλησαν στη διάρκεια της καριέρας του άλλωστε δεν ήταν καθόλου τυχαία: «el loco» και «el animal»). Παίζει όλα κι όλα 16 παιχνίδια, σκοράρει μόνο 4 φορές και στο τέλος της σεζόν φτιάχνει βαλίτσες για να επιστρέψει στη Λατινική Αμερική. Ο έρωτας τους περνάει κρίση.

Τα δεδομένα όμως αλλάζουν γρήγορα. Ένα μόλις χρόνο μετά η Λέτσε έχει κατρακυλήσει στην τρίτη κατηγορία, μετά και την τιμωρία της για την εμπλοκή στο σκάνδαλο Scommessopoli. Ο πρόεδρος της έχει τιμωρηθεί με απαγόρευση ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο για πέντε χρόνια. Με το κλίμα στην πόλη να είναι τραγικό και την ομάδα σε κατάσταση διάλυσης, οι άνθρωποι της διοίκησης προσπαθούν να βρούνε λύσεις. Ο έμπειρος Ερνέστο Σεβαντόν συμπεριλαμβάνεται στις λύσεις αυτές.

Ο Ουρουγουανός είναι πλέον 32 χρονών και παίζει στην Κολόν στην Αργεντινή αλλά όταν μαθαίνει για την κατάσταση της Λέτσε που καταρρέει δεν το σκέφτεται πολύ. Μπαίνει στο πρώτο αεροπλάνο και επιστρέφει στην Ιταλία. Οι άνθρωποι της διοίκησης του εξηγούν πως τα οικονομικά είναι πολύ στενά αφού η τρίτη κατηγορία δεν σου επιτρέπει καμία υπερβολή. Ο Σεβαντόν τους εξηγεί ότι δεν τον ενδιαφέρουν τα χρήματα και τους ρωτάει ποιο είναι το κατώτατο που μπορούν, βάσει νομοθεσίας, να του δώσουν. Του απαντάνε: «900 ευρώ το μήνα». Ο Σεβαντόν χαμογελάει και σηκώνει το χέρι για την χειραψία της συμφωνίας. Εννιακόσια ευρώ το μήνα. Λίγο αργότερα θα δηλώσει στους δημοσιογράφους: «O πραγματικός μου μισθός είναι η αγάπη του κόσμου, όχι τα λεφτά. Για μένα αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’όλα. Ξέρω ότι εδώ οι οπαδοί με αγαπάνε. Ο στόχος μου είναι να ανεβάσουμε την ομάδα στη Serie B και μετά αμέσως στη Serie A. Πρέπει να επιστρέψουμε εκεί που ανήκουμε». Είναι πασιφανές πως ο έρωτας τους έχει πλέον περάσει σε άλλο επίπεδο.

Η Λέτσε θα παλέψει για την άνοδο μέχρι τέλους αλλά θα χάσει το απ’ευθείας εισιτήριο για μια νίκη. Θα αναγκαστεί να παίξει πλέι οφ ανόδου, εκεί όπου θα περάσει το εμπόδιο της Βίρτους Εντέλα, με τον 33χρονο πλέον Σεβαντόν να σκοράρει με ένα εξαιρετικό σουτ στο ‘γάμα’ της εστίας. Στον τελικό των πλέι οφ θα αντιμετωπίσει σε διπλά παιχνίδια την Κάρπι. Θα ηττηθεί εκτός έδρας με 1-0 και, σαν να μην έφτανε αυτό, θα χάσει και τον Ουρουγουανό που θα τραυματιστεί σοβαρά στο χέρι. Ο ‘Loco’ θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να προλάβει τη ρεβάνς στο Λέτσε αλλά το χέρι δεν θα φτιάξει. Απελπισμένος και αδυνατώντας να χωνέψει ότι θα λείπει από ένα τέτοιο ματς, θα απαιτήσει από τον προπονητή να τον συμπεριλάβει τουλάχιστον στην αποστολή.

Με το δεξί χέρι μπαταρισμένο κοντά στον αγκώνα θα κάτσει στον πάγκο, προσπαθώντας με την παρουσία του τουλάχιστον να βοηθήσει ψυχολογικά τους υπόλοιπους στην προσπάθεια για τη μεγάλη ανατροπή. Η Λέτσε θα ανοίξει το σκορ νωρίς και θα πάει στα αποδυτήρια με το 1-0. Δεκαέξι λεπτά πριν το τέλος όμως, η Κάρπι θα ισοφαρίσει με γκολ από φάουλ. Το γήπεδο θα ‘παγώσει’. Ο Σεβαντόν δεν τα παρατάει. Εκτός από απλός ψυχάκιας είναι και αποδεδειγμένος μαχητής, για να μην αναφέρουμε και την Ουρουγουανική καταγωγή του. Λίγα λεπτά μετά την ισοφάριση και ενώ όλη η ομάδα πελαγοδρομεί, ζητάει από τον προπονητή άδεια για να μπει. «Μα το χέρι σου είναι σπασμένο». «Θέλω να μπω».

Στο 81ο λεπτό ενός σκληρού αγώνα που κρίνει μια άνοδο ο Ερνέστο Σεβαντόν μπαίνει αλλαγή με το δεξί χέρι σε επίδεσμο και μόνιμα τοποθετημένο σε ορθή γωνία. Ο Ουρουγουανός δεν θα μασήσει να χωθεί σε όλες τις φάσεις, θα πέσει για τάκλιν, θα προλάβει να τιμωρηθεί με κίτρινη κάρτα αλλά το πολυπόθητο γκολ δεν θα έρθει ποτέ. Λίγα λεπτά μετά το τελευταίο σφύριγμα δεν θα αντέξει και θα βάλει τα κλάματα. Δεν έχουν όλες οι ερωτικές ιστορίες ευτυχισμένο φινάλε.

To τελείωμα της τρίτης θητείας του στο Λέτσε θα είναι και ο οριστικός επίλογος της σχέσης τους. Η τελευταία εικόνα με τη φανέλα της ομάδας θα είναι για πάντα αυτή που με το αριστερό χέρι, το καλό, κρύβει το πρόσωπο του για να μη φανούν τα δάκρυα. «Φόρεσα τη φανέλα πολλών ομάδων αλλά τη φανέλα της Λέτσε δεν την έβγαλα ποτέ» θα πει κάποια στιγμή κι αν σκεφτείς ότι με τις άλλες φανέλες κατέκτησε ένα κύπελλο ΟΥΕΦΑ και έφτασε να παίζει στο Τσάμπιονς Λιγκ καταλαβαίνεις εύκολα το δέσιμο που δημιουργήθηκε ανάμεσα σ’έναν Ουρουγουανό και μια μικρή ιταλική ομάδα.

«Το 2001 ουσιαστικά υπέγραψα ένα συμβόλαιο εφ’όρου ζωής με τη Λέτσε και τους οπαδούς της. Το ήξερα από την πρώτη στιγμή που έφτασα εδώ».