Φίδια, μαχητικά αεροσκάφη και σεισμοί: Η επιστροφή του Περού

  [19 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο έχει κερδίσει την αγάπη του κόσμου στις περισσότερες χώρες του πλανήτη αλλά όπως έχουμε πει κάμποσες φορές στο παρελθόν, παραφράζοντας τη γνώριμη Σαλονικιώτικη ρήση, «σαν τη Λατινική Αμερική δεν έχει». Τα παραδείγματα άλλωστε είναι αμέτρητα. Αυτή είναι μια διαπίστωση που σίγουρα θα έκαναν και οι άτυχοι Νεοζηλανδοί που βρέθηκαν αυτές τις μέρες στη Λίμα του Περού, για το δεύτερο παιχνίδι μπαράζ που θα έκρινε την ομάδα που θα ταξιδέψει το καλοκαίρι στη Ρωσία.

Όπως είναι εύκολα κατανοητό, το ζευγάρι Περού-Νέα Ζηλανδία είχε εξ αρχής ένα μεγάλο φαβορί. Οι Περουβιανοί μπορεί να έχουν να εμφανιστούν σε Μουντιάλ από το 1982 αλλά το επίπεδο τους απέχει αρκετά από αυτό των άπειρων αντιπάλων τους. Αυτή η διαφορά φαίνεται ακόμα και στην πορεία των δυο ομάδων μέχρι τα μπαράζ. Την ώρα που το Περού έδινε 18 μάχες για μια θέση στην πρώτη 5αδα με αντιπάλους όπως η Βραζιλία, η Ουρουγουάη, η Αργεντινή, η Κολομβία και η Χιλή, οι Νεοζηλανδοί άνετοι και ωραίοι αντιμετώπιζαν παγκόσμια… μεγαθήρια, όπως είναι τα Φίτζι, η Νέα Καληδονία και τα Νησιά Σολομώντα.

Η ποιοτική απόσταση των δυο ομάδων όμως μειώθηκε αισθητά λίγες μέρες πριν, όταν ο Πάολο Γκερέρο βρέθηκε θετικός σε παλιότερο έλεγχο ντόπινγκ. Χωρίς τον αρχηγό και ηγέτη του, το Περού δεν κατάφερε να διασπάσει την άμυνα των Νεοζηλανδών στο πρώτο ματς και το τελικό 0-0 πρόσθεσε επιπλέον άγχος στο φαβορί του ζευγαριού. Έτσι, και με το φόβο πως η ομάδα του μπορεί τελικά να αυτοκτονήσει και να κλωτσήσει αυτή την τεράστια ευκαιρία να βρεθεί σε ένα Μουντιάλ για πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια, ο απλός λαός ανέλαβε δράση. Και όχι μόνο ο απλός λαός.

Το μαρτύριο για την αποστολή της Νέας Ζηλανδίας ξεκίνησε πριν καν πατήσει το πόδι της στο έδαφος του Περού. Μετά από μια κουραστική πτήση 11,5 ωρών ως το Μπουένος Άιρες, οι ‘All Whites’ (Ολόλευκοι) μπήκαν στο δεύτερο αεροπλάνο που θα τους μετέφερε στη Λίμα, μια πτήση διάρκειας 4 ωρών υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά όταν μια χώρα τρελαμένη με το ποδόσφαιρο έχει να παίξει σε Μουντιάλ τόσα πολλά χρόνια, οι συνθήκες μόνο φυσιολογικές δεν είναι κι αυτό το καταλαβαίνει κανείς από το γεγονός ότι ο Υπουργός Εργασίας ανακοίνωσε πως αν η ομάδα προκριθεί στο Μουντιάλ η επόμενη μέρα θα είναι αργία, ως εθνική γιορτή, για να έρθει λίγο μετά ο Υπουργός Παιδείας και να διευκρινίσει ότι και τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά. Ή και από το γεγονός ότι όλες οι ομάδες της χώρας είχαν βάλει τα χρώματα της εθνικής σαν εικόνα στον λογαριασμό τους στο twitter.

Πίσω στο ατέλειωτο ταξίδι των Νεοζηλανδών, ο πύργος ελέγχου του αεροδρομίου ενημέρωσε τον πιλότο πως δεν μπορεί να προσγειωθεί «λόγω νέων περιορισμών στις αφίξεις του αεροδρομίου» (* διακριτικό γέλιο *), αναγκάζοντας τον να κάνει κύκλους στον αέρα για αρκετή ώρα, πριν κάνει τελικά μια στάση εκτός προγράμματος σε ένα άλλο κοντινό αεροδρόμιο. Όλη αυτή η… απρόοπτη διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα να φτάσει η αποστολή κατάκοπη στη Λίμα με πάνω από 3 ώρες καθυστέρηση.

Η συνέχεια δεν ήταν πολύ καλύτερη. Όση ώρα ο προπονητής και ο βοηθός του μιλούσαν με τους δημοσιογράφους, οι παίκτες επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο που τους περίμενε για να τους πάει στο ξενοδοχείο. Όταν ο προπονητής και ο βοηθός τέλειωσαν με τις δηλώσεις και έφτασαν στο ξενοδοχείο με ταξί ανακάλυψαν ότι το πούλμαν ήταν ακόμα στο δρόμο! Όπως έμαθαν αργότερα από τους παίκτες ο χαλαρός οδηγός δεν πέρασε ποτέ τα 35 χλμ/ώρα, κάνοντας μια διαδρομή 20 χιλιομέτρων να διαρκεί πάνω από 45 λεπτά (* νευρικό γέλιο*).

Οι ταλαιπωρημένοι και εκνευρισμένοι πλέον παίκτες κατάφεραν να φτάσουν στα δωμάτια τους μετά τη 1 τη νύχτα κι όταν επιτέλους μπόρεσαν να ξαπλώσουν μετά από μια ολόκληρη μέρα ταξιδιού, συνειδητοποίησαν ότι για το Περού ο αγώνας αυτός είχε ξεκάθαρο χαρακτήρα: «Ή εμείς ή κανείς». Λίγο μετά τις 3 τη νύχτα, έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό μπροστά ακριβώς από το ξενοδοχείο δεκάδες πυροτεχνήματα (γιατί το να πας απλά απ’έξω και να φωνάζεις συνθήματα ή να πατάς κόρνες είναι πλέον πολύ κλασικό και μέινστριμ), σηκώνοντας στο πόδι όχι μόνο τους πελάτες αλλά και όλη την περιοχή.

Η ταλαιπωρία των φιλοξενούμενων συνεχίστηκε φυσικά και την επόμενη μέρα. Πηγαίνοντας για την προπόνηση το λεωφορείο που τους μετέφερε έκανε, ξανά, απελπιστικά πολλή ώρα για να φτάσει στο γήπεδο (αρκετοί από τους επιβαίνοντες υποψιάζονται ότι ο οδηγός δεν διάλεξε την πιο σύντομη διαδρομή) ενώ όταν έφτασε σ’αυτό, παράτησε ουσιαστικά τους παίκτες απ’έξω καθώς η είσοδος που είχε επιλέξει – και η οποία, περιέργως, ήταν άλλη απ’αυτή που είχε μπει λίγες ώρες πριν το πούλμαν του Περού – ήταν πολύ χαμηλή και το πάνω μέρος του οχήματος δεν χωρούσε! Μετά από αυτό το απρόοπτο ακολούθησαν άλλα 30 λεπτά εκνευριστικής αναμονής γιατί, όλως τυχαίως, ο υπεύθυνος του γηπέδου είχε χάσει τα κλειδιά (* νευρικό γέλιο πιο δυνατό *).

Την ίδια ώρα έξω ακριβώς από το γήπεδο συγκεντρωμένοι οπαδοί περίμεναν σε ουρές 500 μέτρων (που είχαν στηθεί από το προηγούμενο βράδυ) για να παραλάβουν τα τελευταία εισιτήρια που είχαν κερδίσει από εθνική λοταρία. Ανάμεσα τους και ένα ζευγάρι που είχε έρθει για τον αγώνα από μια πόλη 900 χιλιόμετρα μακριά.

Δίπλα τους ακριβώς κάποιοι σαμάνοι και αυτοαποκαλούμενοι μάγοι, είχαν αραδιάσει στο πεζοδρόμιο φωτογραφίες των δυο ομάδων, έριχναν πάνω τους διάφορα ‘μαγικά’ υγρά και θειάφι και εκστόμιζαν αρχαίες κατάρες προς αυτές των Νεοζηλανδών, τις οποίες συχνά-πυκνά τρυπούσαν με καρφίτσες. Ένας εξ αυτών, περνώντας σε άλλο επίπεδο βουντού, κρατούσε ένα φίδι το οποίο και πίεζε προς τις εικόνες των κακόμοιρων φιλοξενούμενων, απαγγέλοντας ταυτόχρονα ‘ευχές’ που σίγουρα δεν βγήκαν από κάποιο εγχειρίδιο για το Fair Play. Και η μαγεία (όλων των ειδών) δεν σταματάει εδώ.

Οι ταλαιπωρημένοι, νευριασμένοι και πιθανόν λίγο φοβισμένοι παίκτες επέστρεψαν στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστούν, έχοντας πάντα στο μυαλό το ενδεχόμενο να τους περιμένουν εκεί οι ντόπιοι με χειροβομβίδες μια νέα παρτίδα πυροτεχνημάτων. Τελικά έπεσαν έξω, αφού για άλλη μια φορά η έμπνευση των Περουβιανών ξεπέρασε τις προσδοκίες. Σύμφωνα με τις καταγγελίες των ανθρώπων της Νέας Ζηλανδίας, τρία μαχητικά αεροσκάφη πετούσαν για ώρα πάρα πολύ χαμηλά πάνω από την περιοχή που βρίσκεται το ξενοδοχείο, προκαλώντας αναστάτωση στους πάντες. Για να σιγουρευτούν και οι τελευταίοι αθώοι παρατηρητές πως τα αεροπλάνα δεν πέρασαν τυχαία από εκεί τη συγκεκριμένη ώρα και μέρα, στο κάτω μέρος τους ήταν γραμμένο το σύνθημα «Vamos Peru» (* υστερικό γέλιο πλέον*).

Μετά απ’όλα αυτά, η εξέλιξη του αγώνα δεν μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Οι Περουβιανοί φίλαθλοι γέμισαν το γήπεδο μερικές ώρες πριν τη σέντρα (για την ακρίβεια, οι πρώτοι άρχισαν να μαζεύονται και να τραγουδάνε έξω απ’αυτό από το πρωί, 12 ώρες πριν το ματς!) και οι παίκτες στρίμωξαν τους Νεοζηλανδούς στα καρέ τους από το πρώτο λεπτό, έχοντας δοκάρι μόλις στο 2′. Το 1-0 ήρθε κάπου στα μισά του ημιχρόνου και πανηγυρίστηκε τόσο έξαλα που αρκετές εφαρμογές που ανιχνεύουν σεισμικές δονήσεις έστειλαν ειδοποίηση για χτύπημα του ‘Εγκέλαδου’ με επίκεντρο τη Λίμα, αναγκάζοντας το Σεισμολογικό Κέντρο να βγάλει διευκρινιστική ανακοίνωση! Το δεύτερο γκολ στην επανάληψη έδιωξε το άγχος όλων κι από εκεί και μετά ξεκίνησε ουσιαστικά το μεγάλο πάρτι, που κρίνοντας από τις αντιδράσεις όλων στη χώρα αυτές τις μέρες δεν προβλέπεται να τελειώσει σύντομα.

Το Περού επέστρεψε στη μεγαλύτερη γιορτή του παγκοσμίου ποδοσφαίρου μετά από πάρα πολλά χρόνια και μια ολόκληρη γενιά θα ζήσει για πρώτη φορά την εμπειρία της συμμετοχής σε ένα Μουντιάλ. Το εμπόδιο των Νεοζηλανδών δεν ήταν εξ αρχής κάτι το ιδιαίτερο αλλά δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι για την πρόκριση αυτή μόχθησαν χιλιάδες Περουβιανοί, εντός αλλά και εκτός γηπέδου.

Η ποδοσφαιρική ιστορία της χώρας απέκτησε μια νέα χρυσή σελίδα με τα φετινά κατορθώματα της παρέας του Γκερέρο και του Φαρφάν αλλά για όσους αγαπάνε το πάθος και τη μούρλα της Λατινικής Αμερικής όλα αυτά τα άκρως γραφικά και κωμικοτραγικά γεγονότα που έγιναν πριν σφυρίξει ο διαιτητής για πρώτη φορά (τα οποία, βέβαια, ανάλογα με την οπτική του παρατηρητή μπορούν να χαρακτηριστούν ακόμα και ντροπιαστικά, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του αντιπάλου) παραμένουν το αλατοπίπερο, που δίνει επιπλέον νοστιμιά στο ομορφότερο παιχνίδι του κόσμου.

Ζντένεκ Ζέμαν: Ο λούζερ που έχανε ωραία

  [3 Σχόλια]

Αν ψάξεις στη λίστα με τους καλύτερους προπονητές που έχουν περάσει από το Καμπιονάτο δεν θα τον εντοπίσεις. Αν ανοίξεις τη σελίδα του στη wikipedia και κοιτάξεις το παλμαρέ του δεν θα βρεις ούτε ένα σοβαρό κύπελλο. Αν όμως αναφέρεις το όνομα του σε κάποιον που παρακολουθούσε συστηματικά ιταλικό ποδόσφαιρο τη δεκαετία του 90′, τότε το πιθανότερο είναι να δεις ένα τεράστιο χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπο του. Σ’αυτό το νοσταλγικό χαμόγελο του τυχαίου ποδοσφαιρόφιλου κρύβεται όλη η ουσία της κοσμοθεωρίας του Ζντένεκ Ζέμαν.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 90′. Στην Ισπανία η ‘Dream Team’ του Γιόχαν Κρόιφ κερδίζει τους τίτλους τον έναν μετά τον άλλο αποδίδοντας κατά διαστήματα μαγικό ποδόσφαιρο. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Σάο Πάολο του ‘τελευταίου των ρομαντικών’ Τέλε Σαντάνα σαρώνει όποιον βρει στο πέρασμα της, κρατώντας ουσιαστικά στη ζωή το περίφημο jogo bonito που η εθνική Βραζιλίας του ίδιου προπονητή είχε μάθει στον κόσμο λίγα χρόνια πριν. Την ίδια εποχή στην Ιταλία, ο Ζντένεκ Ζέμαν αναλαμβάνει για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια τη θέση του προπονητή στην μικρούλα Φότζια.

Η ομάδα από τη νότια Ιταλία έχει περάσει όλη τη δεκαετία του 80′ μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης κατηγορίας και το σενάριο της επιστροφής στο Καμπιονάτο φαίνεται πλέον σχεδόν ουτοπικό. Ο 42χρονος εκείνη την εποχή Τσέχος, που μετακόμισε μόνιμα στην Ιταλία στα 21 του, έχει ήδη στο βιογραφικό του μερικές αποτυχίες και γι’αυτό η πρόσληψη του δεν ενθουσιάζει κανέναν στην πόλη. Η διάψευση όλων δεν θα μπορούσε να είναι πιο πανηγυρική.

Με ένα ρόστερ παντελώς άγνωστων ως τότε νέων παικτών ο Τσέχος καταφέρνει να παρουσιάσει στο χόρτο μια ομάδα που δεν μοιάζει με καμία άλλη του επιπέδου της. Η Φότζια παίζει ένα άκρως επιθετικό 4-3-3, με τους ακραίους μπακ να ανεβαίνουν συνεχώς, τον τερματοφύλακα να μετατρέπεται συχνά σε λίμπερο, παίζοντας αρκετά μακριά από την εστία όταν η ομάδα βρίσκεται στην επίθεση, με ασταμάτητη κίνηση όλων των παικτών, γρήγορο ρυθμό και ένα ανελέητο πρέσινγκ που συνοδεύεται από συχνή εφαρμογή του τεχνητού οφσάιντ.

Εκμεταλλευόμενος το νεαρό της ηλικίας των περισσότερων παικτών του, ο Ζέμαν περνάει στο μυαλό τους χωρίς καμία αντίσταση όλες τις ρομαντικές ιδέες του, συνοδεύει την άκρως επιθετική του θεωρία με εξαντλητικές προπονήσεις που στόχο έχουν να φτάσουν τους παίκτες σε ένα επίπεδο φυσικής κατάστασης που θα τους επιτρέπει να αντέχουν στον ρυθμό αυτό για όλο το ματς και το αποτέλεσμα ξεπερνάει τις προσδοκίες ακόμα και του πιο πιστού οπαδού της ομάδας.

Στη δεύτερη σεζόν του στον πάγκο, η Φότζια όχι μόνο κερδίζει την άνοδο για το Καμπιονάτο αλλά το κάνει και με εμφατικό τρόπο: Τερματίζει πρώτη, με διαφορά ασφαλείας και με 14 γκολ παραπάνω από τη δεύτερη καλύτερη επίθεση της Serie B! Σε ένα πρωτάθλημα που φημίζεται για τα under της και που οι περισσότερες ομάδες τελειώνουν τη σεζόν με μέσο όρο κάτω από 1 γκολ/αγώνα, η ομάδα του Ζέμαν σκοράρει σχεδόν 2 γκολ/παιχνίδι, στέλνοντας ένα πρώτο μήνυμα προς τους φιλάθλους της χώρας.

Η συμμετοχή στο φημισμένο Καμπιονάτο, που εκείνη την εποχή είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, δεν αλλάζει καθόλου τη φιλοσοφία του Ζέμαν. «Το 0-0 είναι βαρετό. Είναι καλύτερο να χάνεις με 5-4, τουλάχιστον αυτό σου προσφέρει μια έξαψη». Η Φότζια κατεβαίνει σε κάθε ματς προετοιμασμένη για να παίξει επιθετικό ποδόσφαιρο, αδιαφορώντας αν απέναντι της είναι η Άσκολι ή η Μίλαν.

Η αρχική εκτίμηση, πως με τέτοιο στυλ παιχνιδιού οι άσημοι πιτσιρικάδες της θα διασυρθούν από τις παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας και θα επιστρέψουν σύντομα στις κατηγορίες που σύχναζαν τα προηγούμενα χρόνια, πάει περίπατο από τις πρώτες κιόλας αγωνιστικές. Εβδομάδα με την εβδομάδα η ομάδα ανεβάζει στροφές και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη. Δεν είναι όμως μόνο τα αποτελέσματα που εκπλήσσουν. Είναι και οι εμφανίσεις. Η Φότζια προσφέρει απλόχερα θέαμα που δεν περιμένεις σε καμία περίπτωση να δεις από μια νεοφώτιστη και άπειρη ομάδα που ξεκινάει με βασικό στόχο να επιβιώσει στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου.

Ο Ζέμαν δεν καταδέχεται να αλλάξει το στυλ παιχνιδιού του ούτε στις έδρες-φόβητρο της χώρας. Οι απόψεις του γίνονται σιγά-σιγά γνωστές σε όλους: «Στην Ιταλία οι προπονητές φοβούνται πως αν χάσουν ένα ματς, μπορεί να χάσουν και τη δουλειά τους. Γι’αυτό και οι περισσότερες ομάδες προσπαθούν κυρίως να χαλάσουν το παιχνίδι του αντίπαλου, παρά να παίξουν οι ίδιες. Αυτό απέχει χιλιόμετρα από τη δικιά μου νοοτροπία».

Η ρομαντική προσέγγιση του στο παιχνίδι («Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοφιλές όχι λόγω των εταιρειών και των… φαρμακευτικών. Αλλά γιατί σε κάθε μία γωνία του πλανήτη υπάρχει ένα παιδάκι που κλωτσάει μία μπάλα») σε συνδυασμό με την λίγο μποέμ εικόνα του στις συνεντεύξεις και στον πάγκο, εκεί όπου κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο («Δεν μετράω πόσα καπνίζω τη μέρα γιατί αυτό θα μου προκαλούσε νευρικότητα κι έτσι θα κάπνιζα περισσότερο»), τον μετέτρεψαν σύντομα σε μια γαμάτη καλτ φιγούρα του ιταλικού ποδοσφαίρου. Ένας μικρός ποδοσφαιρικός χίπης σε μια χώρα που η επαγγελματική νίκη με 1-0 θα μπορούσε άνετα να ήταν στίχος στον εθνικό της ύμνο. «Ειλικρινά πιστεύεις ότι μια ομάδα που κερδίζει με 1-0 είναι πιο ισορροπημένη από μια που κερδίζει με 5-4;» είχε ρωτήσει σε μια συνέντευξη έναν Ιταλό δημοσιογράφο.

Σε αντίθεση με τον κουλ Ζέμαν των αγώνων, που ζούσε για το θέαμα της Κυριακής («Παραμένω στο ποδόσφαιρο για τη διασκέδαση. Δεν πηγαίνω στον κινηματογράφο από τότε που απαγόρεψαν το κάπνισμα στην αίθουσα. Στον πάγκο όμως μπορώ να σταθώ με ένα τσιγάρο για δυο ώρες και να απολαύσω μια υπέροχη κίνηση της ομάδας μου. Αυτό είναι το μόνο που επιζητώ»), ο Ζέμαν των προπονήσεων ήταν ένα αυστηρό αφεντικό που έφτανε τους παίκτες του στα όρια τους. Όταν τον κατηγορούσαν για την ένταση των προπονήσεων του, απαντούσε «κανένας δεν έχει πεθάνει εξαιτίας τους».

«Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης μαζί του δεν μπορούσα να ανέβω ούτε τα σκαλιά του σπιτιού μου. Αλλά όλη αυτή η δουλειά είχε ένα στόχο κι εσύ, σαν παίκτης, τον καταλάβαινες πολύ καλά. Δεινοπαθούσαμε στην προπόνηση αλλά όταν τελικά η ομάδα έμπαινε στο γήπεδο και έπαιζε όπως μας είχε δείξει, τότε το αποτέλεσμα ήταν μια απόλαυση. Και όλοι μας το ευχαριστιόμασταν» δήλωσε αρκετά χρόνια μετά ο Τζουζέπε Σινιόρι, που ήταν ένας από εκείνους τους άγνωστους νεαρούς που γαλουχήθηκαν δίπλα του και μετά έκαναν σπουδαία καριέρα σε μεγαλύτερες ομάδες.

Η ανάδειξη νέων ταλέντων ήταν ένα ακόμα χαρακτηριστικό που έκανε ξεχωριστό τον «Il Boemo», που δεν δίστασε ποτέ να χρησιμοποιήσει έναν μικρό σε κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Υπάρχουν πολλοί προπονητές σήμερα που απλά δίνουν οδηγίες στο γήπεδο, χωρίς να προσπαθούν να βελτιώσουν τους παίκτες. Υπάρχουν και κάποιοι λίγοι όμως που προσπαθούν να τους διαμορφώσουν. Νιώθω ότι είμαι ένας απ’αυτούς τους λίγους». Από τη χρυσή εκείνη φουρνιά της Φότζια τέσσερις παίκτες έφτασαν μέχρι την εθνική Ιταλίας. Τα επόμενα χρόνια από τα χέρια του Τσέχου πέρασαν πιτσιρίκια που πλέον τα ξέρει όλος ο πλανήτης. Ανάμεσα τους ο Τόττι, ο Νέστα, ο Ινσίνιε, ο Βεράτι και o Ιμόμπιλε. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι εξέλιξη θα είχαν αν δεν βρισκόταν στο δρόμο τους ο Ζέμαν και η ιδιαίτερη ποδοσφαιρική αντίληψη του. Το σίγουρο είναι ότι σχεδόν όλοι τους όταν μιλάνε γι’αυτόν, το στόμα τους στάζει μέλι.

Οι δρόμοι του Ζέμαν και της Φότζια χώρισαν το 1994, όταν δέχτηκε την πρόταση της Λάτσιο, θεωρώντας πως είχε φτάσει η ώρα για το επόμενο βήμα στην καριέρα του. Στα τρία χρόνια που πέρασε με τη Φότζια στην πρώτη κατηγορία η ομάδα όχι μόνο δεν απειλήθηκε ποτέ με υποβιβασμό αλλά έφτασε κοντά και στην πρώτη έξοδο της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Την πρώτη της σεζόν μάλιστα τέλειωσε το πρωτάθλημα με την δεύτερη καλύτερη επίθεση (πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Μίλαν των τρομερών Ολλανδών), σκοράροντας σε 7 παιχνίδια τουλάχιστον 3 γκολ! Το ‘Θαύμα της Φότζια’ ή αλλιώς η ‘Zemanlandia’, όπως έμεινε γνωστό το πέρασμα του από εκεί, έβαλε την ομάδα για τα καλά στον εγχώριο ποδοσφαιρικό χάρτη, της πρόσφερε αρκετούς νέους φιλάθλους, έγινε τραγούδι από τον Αντονέλο Βεντίτι, θέμα αρκετών ποδοσφαιρικών ντοκιμαντέρ και σημάδεψε το Καμπιονάτο εκείνης της εποχής. Με τη φυγή του Ζέμαν η Φότζια επανήλθε άμεσα στην ανυποληψία: υποβιβάστηκε και δεν επέστρεψε ποτέ στην πρώτη κατηγορία.

Ούτε όμως και ο ίδιος ο Ζέμαν κατάφερε κάπου αλλού κάποια ανάλογη επιτυχία. Το πέρασμα του από τις δυο μεγάλες ομάδες της Ρώμης δεν κατέστρεψε τον μύθο του αλλά δεν του χάρισε και κάποιον τίτλο. Οι κατηγορίες για ντοπάρισμα που εξαπέλυσε αργότερα εναντίον της Γιουβέντους τον στιγμάτισαν και, σύμφωνα με τον ίδιο τουλάχιστον, τον έστειλαν στη λίστα των ανεπιθύμητων της Ιταλίας. Ακολούθησαν αρκετές μικρές αλλά και μεγάλες αποτυχίες εντός και εκτός Ιταλίας. Το 2010 επέστρεψε στη Φότζια που τότε έπαιζε στην 3η κατηγορία. Τη μέρα της ανακοίνωσης της πρόσληψης η ομάδα έδωσε 3.000 εισιτήρια διαρκείας! Ο στόχος όμως της ανόδου δεν υλοποιήθηκε και στο τέλος της σεζόν ο Ζέμαν παραιτήθηκε.

Λίγους μήνες μετά ανέλαβε να οδηγήσει την Πεσκάρα στο Καμπιονάτο και τα κατάφερε με έναν τρόπο που θύμισε κάτι από τη Φότζια των 90s: Φουλ επιθετικό ποδόσφαιρο, αρκετοί ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και πρώτη θέση στη Serie B με 90 γκολ σε 42 ματς («Αν μπορείς να σκοράρεις 90 γκολ τότε δεν πρέπει να σε ανησυχεί ιδιαίτερα πόσα θα δεχτείς»)! Ακολούθησαν η Ρόμα, η Κάλιαρι και η ελβετική Λουγκάνο πριν επιστρέψει πέρσι στον πάγκο της Πεσκάρα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Κολλημένος στις ιδέες του, αρνείται να συμβιβαστεί και να αλλάξει οπτική κι αυτό το πληρώνει συνέχεια τα τελευταία χρόνια. «Θέλω η ομάδα μου να διασκεδάζει πάντα το κοινό και να του προσφέρει έντονα συναισθήματα». Η απόλυση και η αγωνιστική αποτυχία δεν τον φόβιζαν ποτέ. «Δεν υπάρχει τίποτα ατιμωτικό στο να τερματίζεις τελευταίος, αν έχεις παίξει με αξιοπρέπεια» δηλώνει με πάθος.

Το 2012 σε μια συνέντευξη του όταν ρωτήθηκε για τον Ζοσέ Μουρίνιο τον αποκάλεσε «μέτριο προπονητή» που, αν και κοουτσάρει παίκτες παγκόσμιας κλάσης, συχνά-πυκνά ο πρωταρχικός στόχος του είναι να καταστρέψει το παιχνίδι των αντιπάλων. Η πρόκληση του δεν έμεινε, φυσικά, αναπάντητη από τον Πορτογάλο. «Ώστε εγώ είμαι ένας μέτριος προπονητής; Ok! Σέβομαι κάθε άποψη. Ποιος είναι όμως ο Ζέμαν; Δεν τον γνωρίζω. Που ακριβώς παίζει; Είναι προπονητής; Συγγνώμη αλλά δεν το ήξερα. Τώρα που έχω μερικές μέρες άδεια θα ψάξω στο google για να δω ποιος είναι και τι έχει κερδίσει στην καριέρα του».

Αν ο Πορτογάλος έκανε πράγματι την αναζήτηση, είναι σίγουρο πως δεν θα εντυπωσιάστηκε από τα ευρήματα. Ο Ζντένεκ Ζέμαν πρόσφερε θέαμα κάθε Κυριακή σε χιλιάδες ανθρώπους τη δεκαετία του 90′, έφτιαξε από το πουθενά ένα υπέροχο ποδοσφαιρικό παραμύθι σε ένα πρωτάθλημα στο οποίο κυριαρχούσε μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία και βοήθησε στην ανάδειξη μερικών πολύ σπουδαίων παικτών, μεταλαμπαδεύοντας τους μερικές αυθεντικά ρομαντικές ποδοσφαιρικές ιδέες και αντιλήψεις, αλλά από τίτλους και βραβεία το μόνο που έχει να επιδείξει είναι δυο πρωταθλήματα στη Serie B.

Η έλλειψη χειροπιαστών επιτυχιών τον κατατάσσει άμεσα στους αποτυχημένους. Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν και «αιώνιο λούζερ». Η απάντηση του; «Μερικές φορές οι ηττημένοι είναι αυτοί που δίνουν περισσότερα στο ποδόσφαιρο από τους νικητές. Ελπίζω εγώ να έχω δώσει κάτι παραπάνω και κάτι διαφορετικό όλα αυτά τα χρόνια».

Ερνέστο Χαβιέρ Σεβαντόν: Ένας ερωτευμένος σχιζοφρενής

  [2 Σχόλια]

«Τρέχω συνέχεια να κρυφτώ μακριά από σένα και όλο νομίζω πως μπορώ να γιατρευτώ, 
Πάνω σου πέφτω ξαφνικά και απεγνωσμένα στα ηλεκτροσόκ σου προσπαθώ να αντισταθώ…»

Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί και να κάνεις γι’αυτή ενέργειες που ξεπερνάνε, έστω και λίγο, τη λογική είναι κάτι πολύ συνηθισμένο στο ποδόσφαιρο. Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί, να καταφέρεις να γίνεις μέλος της και να καταλήξεις τελικά θρύλος της, βάζοντας στην άκρη το επαγγελματικό σκέλος της δουλειάς σου, δεν είναι (ειδικά στις μέρες μας) τόσο συνηθισμένο αλλά όταν γίνεται σωστά κερδίζει το χειροκρότημα και την εκτίμηση όλων. Το να μετακομίσεις σε μια άλλη ήπειρο, σε μια μικρή και σχετικά άσημη ομάδα, να την αγαπήσεις και να δώσεις τα πάντα γι’αυτήν, γνωρίζοντας πως ελάχιστοι θα το μάθουν και θα σου δώσουν τα εύσημα που ίσως αξίζεις, είναι πάρα πολύ σπάνιο. Αυτή λοιπόν είναι η πάρα πολύ σπάνια ιστορία του Ερνέστο Σεβαντόν που ερωτεύτηκε τη μικρούλα Λέτσε.

Το καλοκαίρι του 2001 στην πόλη του Λέτσε κατέφθασε ένας 21χρονος κοντοκουρεμένος Ουρουγουανός, με σκοπό να αντικαταστήσει τον Κριστιάνο Λουκαρέλι που είχε πάρει μεταγραφή στην Τορίνο. Το γεγονός ότι ο Λουκαρέλι είχε κάνει δυο εξαιρετικές σεζόν στην κορυφή της επίθεσης της ομάδας, σε συνδυασμό με το ότι ο νεοφερμένος πιτσιρικάς δεν είχε παίξει ποτέ εκτός συνόρων είχαν προκαλέσει ανησυχία στους φίλους της ομάδας. Όπως στις περισσότερες ρομαντικές ιστορίες όμως, ο έρωτας χτύπησε και τις δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή.

Πρώτο ματς του Καμπιονάτο, πρώτη επίθεση της Λέτσε, o τερματοφύλακας της Πάρμα μπλοκάρει τη μπάλα και ετοιμάζεται να τη στείλει προς το κέντρο, ο Σεβαντόν βάζει το σώμα του έξυπνα, την τσιμπάει ουσιαστικά μέσα από τα χέρια του και με ένα γρήγορο γυριστό τη στέλνει στην άδεια εστία. Δεν έχουν συμπληρωθεί ούτε δυο λεπτά πρωταθλήματος! Πριν καν καταλάβει ο Φρέι πως έγινε το μοιραίο, ο Σεβαντόν έχει πηδήξει τις διαφημιστικές πινακίδες, έχει φτάσει μπροστά στο πέταλο των φανατικών και πανηγυρίζει σαν τρελός, φιλώντας τη φανέλα και καλώντας τον κόσμο να ξεσηκωθεί. Ακόμα και οι πιο δύσπιστοι και προσγειωμένοι στις εξέδρες υποψιάζονται πως δεν έχουν να κάνουν με έναν ακόμα ξένο μισθοφόρο.

Ο Ουρουγουανός τελειώνει τη σεζόν με 11 γκολ αλλά η Λέτσε δεν καταφέρνει να σωθεί. Όλοι περιμένουν πως ο υποβιβασμός θα είναι μια ιδανική αφορμή για τον 22χρονο επιθετικό να κάνει το επόμενο βήμα στην καριέρα του, προς μια καλύτερη ομάδα. Η διάψευση έρχεται άμεσα. Ο Σεβαντόν όχι απλά ακολουθεί την ομάδα στη Serie B αλλά εκεί γίνεται και ο ηγέτης της στην επίθεση. Σκοράρει 16 φορές, σκυλιάζει σε κάθε ματς, πανηγυρίζει έξαλλα κάθε γκολ και στο τέλος της χρονιάς το Λέτσε πανηγυρίζει την πολυπόθητη επιστροφή στο Καμπιονάτο.

Οι ελάχιστοι που έχουν ξεφύγει από τη γοητεία της σχέσης του με την κερκίδα παραδίνονται σ’αυτή ένα απόγευμα του Οκτωβρίου, όταν στο εκτός έδρας τοπικό ντέρμπι με τη Μπάρι εξαπολύει έναν απίστευτο κεραυνό στο παραθυράκι, λίγα μόλις λεπτά πριν το τελευταίο σφύριγμα, και δευτερόλεπτα μετά βρίσκεται, όπως πάντα, μπροστά στο πέταλο των εκδρομέων, με τη φανέλα στα χέρια και τις φλέβες ορατές.

Ακολουθεί μια ακόμα εξαιρετική σεζόν με 20 γκολ, με το συνολικό κοντέρ να φτάνει πλέον τα 49, μερικά εκ των οποίων ιδιαιτέρως εντυπωσιακά (ανάμεσα τους κάποιες υπέροχες εκτελέσεις φάουλ και ένα γκολ από κόρνερ). Το καλοκαίρι του 2004 αποφασίζεται πως είναι για το καλό όλων ο παίκτης να δοκιμάσει την τύχη του κι άλλου κι έτσι η νέα χρονιά τον βρίσκει στο εξωτικό Μονακό.

Έξι χρόνια αργότερα, το 2010, και αφού έχει κάνει ένα πέρασμα από τη Σεβίλλη και ένα πιο μικρό από την Αταλάντα, αποφασίζει να επιστρέψει στο μέρος που αγάπησε περισσότερο απ’όλα. Η σεζόν δεν εξελίσσεται όμως καλά, οι τραυματισμοί δεν τον αφήνουν σε ησυχία και οι σχέσεις του με τον προπονητή είναι κακές, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά τον δύσκολο χαρακτήρα του (τα δυο παρατσούκλια που του κόλλησαν στη διάρκεια της καριέρας του άλλωστε δεν ήταν καθόλου τυχαία: «el loco» και «el animal»). Παίζει όλα κι όλα 16 παιχνίδια, σκοράρει μόνο 4 φορές και στο τέλος της σεζόν φτιάχνει βαλίτσες για να επιστρέψει στη Λατινική Αμερική. Ο έρωτας τους περνάει κρίση.

Τα δεδομένα όμως αλλάζουν γρήγορα. Ένα μόλις χρόνο μετά η Λέτσε έχει κατρακυλήσει στην τρίτη κατηγορία, μετά και την τιμωρία της για την εμπλοκή στο σκάνδαλο Scommessopoli. Ο πρόεδρος της έχει τιμωρηθεί με απαγόρευση ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο για πέντε χρόνια. Με το κλίμα στην πόλη να είναι τραγικό και την ομάδα σε κατάσταση διάλυσης, οι άνθρωποι της διοίκησης προσπαθούν να βρούνε λύσεις. Ο έμπειρος Ερνέστο Σεβαντόν συμπεριλαμβάνεται στις λύσεις αυτές.

Ο Ουρουγουανός είναι πλέον 32 χρονών και παίζει στην Κολόν στην Αργεντινή αλλά όταν μαθαίνει για την κατάσταση της Λέτσε που καταρρέει δεν το σκέφτεται πολύ. Μπαίνει στο πρώτο αεροπλάνο και επιστρέφει στην Ιταλία. Οι άνθρωποι της διοίκησης του εξηγούν πως τα οικονομικά είναι πολύ στενά αφού η τρίτη κατηγορία δεν σου επιτρέπει καμία υπερβολή. Ο Σεβαντόν τους εξηγεί ότι δεν τον ενδιαφέρουν τα χρήματα και τους ρωτάει ποιο είναι το κατώτατο που μπορούν, βάσει νομοθεσίας, να του δώσουν. Του απαντάνε: «900 ευρώ το μήνα». Ο Σεβαντόν χαμογελάει και σηκώνει το χέρι για την χειραψία της συμφωνίας. Εννιακόσια ευρώ το μήνα. Λίγο αργότερα θα δηλώσει στους δημοσιογράφους: «O πραγματικός μου μισθός είναι η αγάπη του κόσμου, όχι τα λεφτά. Για μένα αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’όλα. Ξέρω ότι εδώ οι οπαδοί με αγαπάνε. Ο στόχος μου είναι να ανεβάσουμε την ομάδα στη Serie B και μετά αμέσως στη Serie A. Πρέπει να επιστρέψουμε εκεί που ανήκουμε». Είναι πασιφανές πως ο έρωτας τους έχει πλέον περάσει σε άλλο επίπεδο.

Η Λέτσε θα παλέψει για την άνοδο μέχρι τέλους αλλά θα χάσει το απ’ευθείας εισιτήριο για μια νίκη. Θα αναγκαστεί να παίξει πλέι οφ ανόδου, εκεί όπου θα περάσει το εμπόδιο της Βίρτους Εντέλα, με τον 33χρονο πλέον Σεβαντόν να σκοράρει με ένα εξαιρετικό σουτ στο ‘γάμα’ της εστίας. Στον τελικό των πλέι οφ θα αντιμετωπίσει σε διπλά παιχνίδια την Κάρπι. Θα ηττηθεί εκτός έδρας με 1-0 και, σαν να μην έφτανε αυτό, θα χάσει και τον Ουρουγουανό που θα τραυματιστεί σοβαρά στο χέρι. Ο ‘Loco’ θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να προλάβει τη ρεβάνς στο Λέτσε αλλά το χέρι δεν θα φτιάξει. Απελπισμένος και αδυνατώντας να χωνέψει ότι θα λείπει από ένα τέτοιο ματς, θα απαιτήσει από τον προπονητή να τον συμπεριλάβει τουλάχιστον στην αποστολή.

Με το δεξί χέρι μπαταρισμένο κοντά στον αγκώνα θα κάτσει στον πάγκο, προσπαθώντας με την παρουσία του τουλάχιστον να βοηθήσει ψυχολογικά τους υπόλοιπους στην προσπάθεια για τη μεγάλη ανατροπή. Η Λέτσε θα ανοίξει το σκορ νωρίς και θα πάει στα αποδυτήρια με το 1-0. Δεκαέξι λεπτά πριν το τέλος όμως, η Κάρπι θα ισοφαρίσει με γκολ από φάουλ. Το γήπεδο θα ‘παγώσει’. Ο Σεβαντόν δεν τα παρατάει. Εκτός από απλός ψυχάκιας είναι και αποδεδειγμένος μαχητής, για να μην αναφέρουμε και την Ουρουγουανική καταγωγή του. Λίγα λεπτά μετά την ισοφάριση και ενώ όλη η ομάδα πελαγοδρομεί, ζητάει από τον προπονητή άδεια για να μπει. «Μα το χέρι σου είναι σπασμένο». «Θέλω να μπω».

Στο 81ο λεπτό ενός σκληρού αγώνα που κρίνει μια άνοδο ο Ερνέστο Σεβαντόν μπαίνει αλλαγή με το δεξί χέρι σε επίδεσμο και μόνιμα τοποθετημένο σε ορθή γωνία. Ο Ουρουγουανός δεν θα μασήσει να χωθεί σε όλες τις φάσεις, θα πέσει για τάκλιν, θα προλάβει να τιμωρηθεί με κίτρινη κάρτα αλλά το πολυπόθητο γκολ δεν θα έρθει ποτέ. Λίγα λεπτά μετά το τελευταίο σφύριγμα δεν θα αντέξει και θα βάλει τα κλάματα. Δεν έχουν όλες οι ερωτικές ιστορίες ευτυχισμένο φινάλε.

To τελείωμα της τρίτης θητείας του στο Λέτσε θα είναι και ο οριστικός επίλογος της σχέσης τους. Η τελευταία εικόνα με τη φανέλα της ομάδας θα είναι για πάντα αυτή που με το αριστερό χέρι, το καλό, κρύβει το πρόσωπο του για να μη φανούν τα δάκρυα. «Φόρεσα τη φανέλα πολλών ομάδων αλλά τη φανέλα της Λέτσε δεν την έβγαλα ποτέ» θα πει κάποια στιγμή κι αν σκεφτείς ότι με τις άλλες φανέλες κατέκτησε ένα κύπελλο ΟΥΕΦΑ και έφτασε να παίζει στο Τσάμπιονς Λιγκ καταλαβαίνεις εύκολα το δέσιμο που δημιουργήθηκε ανάμεσα σ’έναν Ουρουγουανό και με μια μικρή ιταλική ομάδα.

«Το 2001 ουσιαστικά υπέγραψα ένα συμβόλαιο εφ’όρου ζωής με τη Λέτσε και τους οπαδούς της. Το ήξερα από την πρώτη στιγμή που έφτασα εδώ».

Τραγουδώντας στην Κόλαση

  [5 Σχόλια]

Ψάχνοντας κανείς πληροφορίες για τη Νέα Ορλεάνη, διαπιστώνει σχετικά εύκολα ότι ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κουλτούρας της πόλης είναι οι τζαζ κηδείες. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας κηδείας, μια μπάντα ακολουθεί τους συγγενείς του νεκρού στην πορεία τους μέχρι το νεκροταφείο, παίζοντας κάποιο πένθιμο εμβατήριο ή κάποιον μελαγχολικό ρυθμό. Όταν όμως ο νεκρός αφεθεί στην ‘τελευταία του κατοικία’ και η συνοδεία του πάρει το δρόμο της επιστροφής, το κλίμα σιγά-σιγά αλλάζει. Οι μελωδίες των μουσικών γίνονται πιο χαρούμενες και γρήγορες και ο κόσμος αρχίζει να χορεύει στο δρόμο (ένα χορό που πολλές φορές τον αποκαλούν «καθαρτικό»), σε μια προσπάθεια να τιμήσει το νεκρό και τη γεμάτη ζωή που έζησε αλλά και σε μια συμβολική κίνηση που δείχνει ότι η ζωή συνεχίζεται.

H Ρίβερ Πλέιτ ‘γεννήθηκε’ στις 25 Μαΐου του 1901 σε μια συνοικία δίπλα σε αυτή της Μπόκα. Μεγαλώνοντας κατέκτησε τα πάντα. Η ιστορία της είναι γεμάτη σπουδαίες επιτυχίες: Κατέκτησε πρωταθλήματα, κύπελλα, Λιμπερταδόρες, Σουνταμερικάνα, Διηπειρωτικό, ανέδειξε μερικούς από τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο, έφτιαξε μια από τις πιο φημισμένες ομάδες στην ιστορία του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, κουβάλησε περισσότερους από 15.000 οπαδούς (ανάμεσα τους κι έναν ολομόναχο τυφλό) στην άλλη άκρη της γης και ψηφίστηκε ως η 9η καλύτερη ομάδα του προηγούμενου αιώνα. Αν έπρεπε κάποιος να διαλέξει την πιο μεγάλη στιγμή της ιστορίας της όμως, θα έπρεπε να αδιαφορήσει για όλα αυτά τα αξιοσημείωτα κατορθώματα στα οποία οι ‘Μιλιονάριος’ βρέθηκαν στην κορυφή και να κοιτάξει πιο χαμηλά. Πολύ πιο χαμηλά. Για την ακρίβεια, στον πάτο.

Οι περισσότεροι θα σκεφτούν ότι η Ρίβερ ακούμπησε τον δικό της πάτο στα τέλη Ιουνίου του 2011, όταν και υποβιβάστηκε στη δεύτερη κατηγορία. Αλλά εκείνο ήταν μόνο το πρώτο βήμα, όπως ακριβώς ένας δύτης ακουμπάει στο βυθό με το πρώτο πόδι. Ο πραγματικός πάτος βρίσκεται όταν και τα δυο πόδια πατήσουν γερά στον πυθμένα και βουλιάξουν και λίγο στο χώμα από το βάρος και για τη Ρίβερ αυτή η στιγμή ήρθε δυο περίπου μήνες μετά.

Ένα χειμωνιάτικο (για την Αργεντινή) και βροχερό απόγευμα του Αυγούστου του 2011, η Ρίβερ υποδεχόταν στην έδρα της την Τσακαρίτα Τζούνιορς. Ήταν η πρώτη αγωνιστική της δεύτερης κατηγορίας. Εκείνος ο αγώνας ήταν ο πραγματικός πάτος της, το απόλυτο ναδίρ μιας ένδοξης ιστορίας 110 χρόνων, η οριστική συνειδητοποίηση της τραγωδίας την οποία ζούσε μια από τις μεγαλύτερες ομάδες του πλανήτη, η μέρα που λογικά ακούστηκε η πρώτη, γεμάτη ειρωνεία και καζούρα, ερώτηση από φίλους και γνωστούς που υποστηρίζουν τους ‘άλλους’: «Mε ποιο μεγαθήριο παίζετε σήμερα;»

Το σοκ του υποβιβασμού αποτελούσε πλέον παρελθόν και μπροστά βρισκόταν μόνο η εφιαλτική αποδοχή της κατάστασης και ο αναπόφευκτος συμβιβασμός με αυτή. Όταν όλοι οι υπόλοιποι ‘μεγάλοι’ της χώρας ετοιμαζόταν για τη δεύτερη αγωνιστική της πρώτης κατηγορίας, κάνοντας σχέδια και όνειρα για τίτλους και φιέστες, η Ρίβερ Πλέιτ ετοιμαζόταν να ξεκινήσει την ανάβαση του δικού της Γολγοθά, μέσω μιας δύσκολης διαδρομής που δεν είχε ξανακάνει ποτέ.

Εκεί λοιπόν, σ’εκείνο το κρύο και μίζερο Αυγουστιάτικο απόγευμα εντοπίζω εγώ τη μεγαλύτερη και ομορφότερη στιγμή στην τεράστια ιστορία αυτού του συλλόγου. Και όχι φυσικά στο χόρτο του Μονουμεντάλ, αλλά στις κερκίδες. Εκεί που βρέθηκαν μερικές δεκάδες χιλιάδες ανώνυμοι οπαδοί, που έβαλαν στην άκρη τη θλίψη, το θυμό και τον εγωισμό τους, που πιθανόν τους φώναζε «Ρίβερ είσαι, είναι δυνατόν να τρέχεις χειμωνιάτικα να δεις αγώνα δεύτερης κατηγορίας;» και πήγαν να στηρίξουν μια ομάδα που μπορεί να μη θύμιζε αυτή με την οποία μεγάλωσαν και να μην έμοιαζε καθόλου μ’αυτή που οι ίδιοι ονειρευόταν αλλά ακόμα και άσχημη, ανίκανη και αποτυχημένη παρέμενε «η δικιά τους Ρίβερ».

Η πιο ωραία στιγμή είναι αυτό το σχεδόν ανατριχιαστικό, ακόμα και για κάποιον τρίτο -όπως εμείς- που απλά εκτιμάει την αγνή οπαδική αγάπη, βίντεο στο οποίο μερικές χιλιάδες οπαδοί, άνθρωποι που μεγάλωσαν υποστηρίζοντας ένα μεγαθήριο του ποδοσφαίρου, που κατά κύριο λόγο τους πρόσφερε χαρές και μια αίσθηση ανωτερότητας και μεγαλείου, άνθρωποι που λογικά έχουν ζήσει θρυλικές νίκες και τις κατακτήσεις αρκετών τίτλων, άνθρωποι που βρέθηκαν ξαφνικά σε μια ποδοσφαιρική και οπαδική Κόλαση που θα έκανε πολλούς να το παίξουν αδιάφοροι ή να κλειστούν τις Κυριακές στα σπίτια τους από ντροπή, σ’ένα σκατένιο σημείο δηλαδή στο οποίο το μόνο που σε κρατάει δεμένο με την ομάδα είναι η γνήσια, μη ανταποδοτική αγάπη σου γι’αυτή και όχι κάποια προσδοκία για βραχυπρόθεσμες χαρές και πανηγύρια, σε μια κατάσταση που αν και απ’έξω βρωμάει αποτυχία και μιζέρια, μέσα της αρκετές φορές γεννιούνται πραγματικοί οπαδοί, χοροπηδάνε και τραγουδάνε μέσα στη βροχή, αδιαφορώντας για τις αμέτρητες καζούρες και τα άπειρα υποτιμητικά σχόλια των αντιπάλων, τραγουδάνε και χοροπηδάνε πικραμένοι αλλά και ταυτόχρονα χαρούμενοι, σαν τελείωμα τζαζ κηδείας που έχει μόλις αφήσει πίσω της το πένθος και προσπαθεί να σου υπενθυμίσει ότι η ζωή συνεχίζεται, χοροπηδάνε και τραγουδάνε όλο και πιο δυνατά όσο περνάει η ώρα, κάποιους στίχους που, πιθανόν, αμέτρητοι άλλοι έχουν φωνάξει αλλά λίγοι τους εννοούν πραγματικά, γιατί σχεδόν πάντα η θεωρία απέχει από την πράξη πολύ περισσότερο απ’όσο θα θέλαμε να απέχει, ένα τραγούδι που στον επίλογο του λέει «…εμένα δεν με νοιάζει που παίζεις, εγώ θα πηγαίνω παντού, γιατί Ρίβερ Πλέιτ σ’αγαπάω όλο και περισσότερο».

Η μέρα που ο Μπεστ κέρδισε και τη Νιούκαστλ και τον φόβο

  [4 Σχόλια]

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70′, σε ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο ένας Ιρλανδός σερβιτόρος πήρε εντολή να μεταφέρει δυο μπουκάλια πανάκριβης σαμπάνιας σε μια από τις σουίτες. Όταν η πόρτα του δωματίου άνοιξε η εικόνα που αντίκρισε ήταν, το λιγότερο, αξιομνημόνευτη. Ο Τζόρτζ Μπεστ στεκόταν όρθιος δίπλα του, έτοιμος να παραλάβει την παραγγελία, και στο κρεβάτι βρισκόταν ξαπλωμένη, φορώντας μόνο ένα νεγκλιζέ, η Σουηδέζα Μις Κόσμος, Μαίρη Στάβιν. Η υπόλοιπη επιφάνεια του κρεβατιού καλυπτόταν από χαρτονομίσματα, τα οποία το ζευγάρι είχε κερδίσει λίγες ώρες πριν ποντάροντας στον ιππόδρομο. Τότε, με απόλυτη σοβαρότητα και χωρίς καμία δόση ειρωνείας, ο σερβιτόρος γύρισε προς τη μεριά του Μπεστ και σχεδόν θλιμμένα τον ρώτησε: «George, where did it all go wrong?»

Για πάρα πολλά χρόνια, αυτή ήταν η αγαπημένη ιστορία του Μπεστ, ο οποίος σύμφωνα με γνωστούς και φίλους, την εξιστορούσε συχνά όταν είχε κέφια. Σ’αυτήν ουσιαστικά την ιστορία και την διαφορετική οπτική μιας συγκεκριμένης κατάστασης, συνοψιζόταν και όλη η συζήτηση γύρω από την καριέρα και τη ζωή του Βορειοϊρλανδού. Εκεί που αρκετοί (ανάμεσα τους φυσικά και ο ίδιος ο Μπεστ που συνέχεια επαναλάμβανε πως δεν μετάνιωσε για τίποτα και δεν θα άλλαζε καμία από τις αποφάσεις του) έβλεπαν μια ονειρική ζωή, γεμάτη απολαύσεις και κατακτήσεις, κάποιοι άλλοι (όπως ο άσημος, και λογικά ‘προδομένος’ από την καριέρα του Μπεστ, σερβιτόρος) έβλεπαν μια άστατη ζωή που εν μέρει κατέστρεψε μια καριέρα, αναγκάζοντας ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που εμφανίστηκαν σ’αυτό το παιχνίδι να αποσυρθεί ουσιαστικά από τα 27 του, έχοντας κατακτήσει όλα κι όλα δυο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο πρωταθλητριών.

Κανείς δεν ξέρει πως θα εξελισσόταν τα πράγματα αν ο Μπεστ έκανε μια πιο πειθαρχημένη και συνετή ζωή. Και κανείς δεν θα μάθει ποτέ. Όπως σχολιάζει πολύ εύστοχα στην ‘Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι’ ο Μίλαν Κούντερα: «Δεν μπορεί κανείς ποτέ να ξέρει αυτό που πρέπει να θέλει, γιατί έχουμε μόνο μια ζωή και δεν μπορούμε ούτε να τη συγκρίνουμε με προηγούμενες ζωές ούτε να την επανορθώσουμε σε ζωές επερχόμενες. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να εξακριβωθεί ποια απόφαση εί­ναι η καλή γιατί δεν υπάρχει κανένα μέτρο σύγκρισης. Όλα τα ζούμε αμέσως για πρώτη φορά και χωρίς προετοιμασία». Το σίγουρο είναι ότι αυτή που τελικά έκανε, την απόλαυσε αρκετά. Και όχι μόνο αυτός:

Μερικά χρόνια πριν από το σκηνικό στο ξενοδοχείο, το φθινόπωρο του 1971, ο Μπεστ βρισκόταν στο ζενίθ της καριέρας του. Ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ένας από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου, έκανε μερικές συνεχόμενες εξαιρετικές και γεμάτες χρονιές και φυσικά ήταν ο μεγαλύτερος ποδοσφαιρικός σούπερ σταρ της εποχής του. Οι γυναίκες έκαναν ουρές απλά για να τον ακουμπήσουν, τραγούδια γραφόταν γι’αυτόν, είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «ο 5ος Μπίτλ» και οι περισσότερες εστεμμένες των διαγωνισμών ομορφιάς περνούσαν κάποια στιγμή από το κρεβάτι του. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ που το 1970 ένας Γερμανός σκηνοθέτης γύρισε μια ταινία γι’αυτόν, καλύπτοντας με οχτώ κάμερες αποκλειστικά και μόνο τις κινήσεις του σε ένα τυχαίο 90λεπτο απέναντι στην Κόβεντρι, δεκαετίες πριν δημιουργήσει το Sky Sports την PlayerCam ή γυριστεί το παρόμοιο ντοκιμαντέρ για τον Ζιντάν.

Η υπερβολική φήμη όμως, ειδικά σε μια εποχή που κάτι τέτοιο ήταν πρωτόγνωρο για τα ποδοσφαιρικά δεδομένα, έχει δυο όψεις. Η έξαλλη ζωή του Μπεστ, όπως είναι αναμενόμενο, προκαλούσε αρκετούς και στις αντίπαλες κερκίδες αλλά και στην πατρίδα του. Κι αν τα γραφικά συνθήματα των αντιπάλων οπαδών ήταν απλά ένας κλασικός αγγλικός τρόπος για να εκνευρίσουν τον παίκτη («Georgie Best, superstar/ Walks like a woman and he wears a bra/ Bra’s too big, wears a wig/ And that’s why we call him a sexy pig»), κάποιες άλλες απειλές δεν ήταν τόσο γραφικές και αθώες. Σε μια τέτοια περίπτωση, κάποιος πυροβόλησε με αεροβόλο την αδερφή του στο πόδι, έξω από ένα εφηβικό πάρτι στο Μπέλφαστ, χωρίς προφανή λόγο, απλά επειδή ήταν η αδερφή του Μπεστ.

Κάπως έτσι, όταν τον Οκτώβριο του 1971 και σε μια εποχή που η κατάσταση στη Βόρεια Ιρλανδία είχε ξεφύγει για τα καλά (μόνο το 1972 περίπου 500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις συγκρούσεις που έγιναν παγκόσμια γνωστές ως «The Troubles») ένας άγνωστος τηλεφώνησε σε μια εφημερίδα και ανακοίνωσε ότι ο Τζόρτζ Μπεστ είναι στο στόχαστρο του IRA, κανένας δεν το πήρε στην πλάκα. Σύμφωνα με την προειδοποίηση η επίθεση ήταν προγραμματισμένη για το επερχόμενο εκτός έδρας παιχνίδι με τη Νιούκαστλ και ήταν ουσιαστικά η απάντηση του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού σε μια δωρεά που φημολογούνταν πως είχε κάνει ο Μπεστ σε μια οργάνωση Προτεσταντών.

Κατανοώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, ο προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Φράνκ Ο’Φάρελ έδωσε στον Βορειοιρλανδό το δικαίωμα της επιλογής για το να θα αγωνιστεί ή όχι. Ο Μπεστ το σκέφτηκε αρκετά και αποφάσισε να μην ενδώσει στο φόβο, σκεπτόμενος και το ότι αν η απειλή τον αφήσει εκτός αγώνα, τότε δημιουργείται αυτόματα πάτημα σε οποιονδήποτε να την επαναλάβει και στα επόμενα παιχνίδια, με αποκλειστικό κίνητρο την αποδυνάμωση της Γιουνάιτεντ. Μια απόφαση που πάντως έκρυβε και μεγάλη δόση ειρωνείας: Ο παίκτης που συχνά-πυκνά έκανε κοπάνες από κάθε είδους δραστηριότητα της Γιουνάιτεντ για να περάσει κάποιες ώρες παραπάνω με κάποιο διάσημο μοντέλο, αποφάσιζε να παίξει σε ένα ματς που η ίδια η ομάδα του επέτρεπε να απουσιάσει.

Από τη μέρα που η αστυνομία ενημερώθηκε πως ο Μπεστ θα ταξιδέψει κανονικά στο Νιούκαστλ μέχρι και τη σέντρα του αγώνα, ο 25χρονος δεν έμεινε ούτε στιγμή μόνος σε δημόσιο χώρο. Αστυνομικοί βρισκόταν σε όλους τους ορόφους του ξενοδοχείου που διέμενε η ομάδα, δυο ντετέκτιβ τον συνόδευαν σε όλες του τις κινήσεις, ακόμα κι όταν πήγαινε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για να φάει, ενώ περιπολικά βρισκόταν μόνιμα σταθμευμένα απ’έξω. Ο φόβος και η ανησυχία αυξήθηκαν κι άλλο, αρχικά όταν μια γειτόνισσα του Μπεστ κατήγγειλε στην αστυνομία ότι δυο τύποι ρωτούσαν πληροφορίες για το που ακριβώς μένει ο παίκτης και στη συνέχεια όταν ανακαλύφθηκε ότι κάποιοι είχαν διαρρήξει το λεωφορείο της ομάδας το βράδυ πριν το παιχνίδι.

Το λεωφορείο, αφού πέρασε από εξονυχιστικό έλεγχο, πήγε τελικά στο γήπεδο με συνοδεία πολλών περιπολικών, οι ντετέκτιβ απαγόρεψαν στον Μπεστ να κάτσει στην αγαπημένη του θέση δίπλα στο παράθυρο και, για σιγουριά, όταν το όχημα έφτανε στο Σεντ Τζέιμς Παρκ o «Τζόρτζι» καθόταν σκυμμένος στο διάδρομο. Στις κερκίδες υπήρχαν παντού αστυνομικοί με κιάλια, έτοιμοι να επέμβουν αμέσως μόλις παρατηρήσουν κάποια ύποπτη κίνηση.

Το παιχνίδι που ακολούθησε ήταν με διαφορά το πιο περίεργο στην καριέρα του Μπεστ. Από τη μια η νευρικότητα του ήταν ολοφάνερη, από την άλλη όμως και το μαρκάρισμα πάνω του ήταν πιο χαλαρό απ’ότι συνήθως, για ευνόητους φυσικά λόγους: Κανείς δεν ήθελε να είναι ο γκαντέμης που θα έτρωγε μια σφαίρα από το πουθενά απλά και μόνο γιατί έτυχε να είναι εκατοστά δίπλα στον στόχο.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τα ρεπορτάζ, το ματς ήταν αντικειμενικά (αλλά και αναμενόμενα, βάσει των συνθηκών) κάκιστο και κρίθηκε από ένα γκολ, το οποίο πέτυχε με κοντινή προβολή ο μεγάλος πρωταγωνιστής του αγώνα και υποτιθέμενος στόχος του IRA. To τελικό σφύριγμα πιθανόν να ήταν και ο πιο ωραίος ήχος που έχει ακούσει ποτέ ο Μπεστ. Όπως αποκάλυψε σε ένα φίλο του, σε εκείνο το παιχνίδι έτρεξε περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή του.

Στις δηλώσεις του μετά (πάντα με συνοδεία αστυνομικών), ανακουφισμένος και χαλαρός πλέον, το γύρισε και στην πλάκα: «Ήξερα ότι στο γήπεδο υπήρχαν δεκάδες αστυνομικοί και δεν μπορούσα να το βγάλω από το μυαλό μου. Σίγουρα ήμουν πολύ νευρικός για αρκετή ώρα. Δεν σταμάτησα να κινούμαι καθόλου γιατί για κάποιο λόγο πίστευα ότι δεν πρέπει να μείνω ακίνητος ούτε στιγμή. Ούτε καν όταν κάποιος παίκτης βρισκόταν στο χόρτο. Όταν έβαλα το γκολ ευχόμουν να με αντικαταστήσουν, τόσο πολύ με επηρέασε. Στο τέλος βέβαια έκανα πλάκα στα άλλα παιδιά, λέγοντας ότι ήταν η πρώτη φορά που σκόραρα και κανένας δεν πλησίασε για να με συγχαρεί».

Η αποστολή της Γιουνάιτεντ έφυγε από το γήπεδο όπως ακριβώς ήρθε, με ισχυρή αστυνομική συνοδεία, και μόνο όταν η ομάδα έφτασε πίσω στη βάση της κατάφεραν όλοι να χαλαρώσουν και να χαρούν για το σπουδαίο διπλό που είχαν πάρει. Κανένας δεν έμαθε ποτέ αν το τηλεφώνημα ήταν μια απλή φάρσα ή μια πραγματική απειλή για επίθεση που τελικά ματαιώθηκε. Ο επίλογος της περίεργης αυτής ιστορίας πάντως είχε γραφτεί ιδανικά μερικές ώρες πριν, όταν στη διάρκεια της συνέντευξης τύπου ο απογοητευμένος προπονητής της Νιούκαστλ Τζόι Χάρβευ, σε σχετική ερώτηση απάντησε με μπόλικο αγγλικό μαύρο χιούμορ και χωρίς ίχνος πολιτικής ορθότητας: «Μακάρι να το είχαν πετύχει το κωλοπαίδι».

Ο Χουάν Μάτα θέλει να αλλάξει το ποδόσφαιρο

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν την άνοιξη του 2003 όταν ο έφηβος Χουάν Μάτα γυρνούσε σπίτι με τον πατέρα του μετά από ένα παιχνίδι παίδων της Ρεάλ Οβιέδο, στην οποία αγωνιζόταν τότε. Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες φορές όμως, εκείνη τη μέρα ο πατέρας του Χουάν ακολούθησε διαφορετική διαδρομή κι έτσι αντί για το σπίτι βρέθηκαν σε ένα υπαίθριο πάρκινγκ, στο οποίο ήταν σταθμευμένο ένα μόνο αμάξι.

Ο Χουάν Μάτα ο πρεσβύτερος πάρκαρε δίπλα, κατέβηκε, μίλησε με τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου για μερικά λεπτά και όταν επέστρεψε, μετέφερε στον Χουάν τζούνιορ τα μαντάτα. Η Ρεάλ Μαδρίτης ενδιαφερόταν να τον εντάξει στις ακαδημίες της. “Η Μαδρίτη; Η Ρεάλ Μαδρίτης; Θέλει εμένα;” ήταν το μόνο που θυμάται να λέει ο Χουάν Μάτα, εξιστορώντας τα γεγονότα πολλά χρόνια μετά.

Από εκείνη τη μέρα και μετά, το ποδόσφαιρο έπαψε πλέον να είναι ένα απλό παιχνίδια για τον Μάτα. “Στην ακαδημία της Ρεάλ έμαθα πως να ζω μόνος μου, μακριά από τους γονείς μου. Εκεί σκεφτόμουν συχνά πόσες θυσίες έκαναν οι γονείς μου και ο παππούς μου για να βρεθώ εγώ στο σημείο που βρισκόμουν. Και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να δουλέψω σκληρά για να μη χάσω την ευκαιρία”. Η ευκαιρία που περίμενε για χρόνια τελικά δεν ήρθε, παρά το γεγονός ότι ανέβαινε τα επίπεδα των ακαδημιών της Ρεάλ με εντυπωσιακή ευκολία, κι έτσι to 2007 μετακόμισε στη Βαλένθια, εκεί όπου ουσιαστικά έμαθε όλα όσα χρειαζόταν για το ποδόσφαιρο (“ήταν σαν να έκανα το μάστερ μου εκεί”).

Μια δεκαετία μετά, ο Χουάν Μάτα είναι ένας από τους πιο γνωστούς Ευρωπαίους μέσους, παίζει στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και αμείβεται πλουσιοπάροχα. Το τελευταίο σκέλος της προηγούμενης πρότασης φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τον 29χρονο Ισπανό. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές ο Μάτα δεν διστάζει να μιλήσει για το ‘καυτό’ θέμα των ασύλληπτων απολαβών των σύγχρονων ποδοσφαιριστών.

Τον Απρίλη του 2016, σε μια εμφάνιση του σε ισπανική τηλεοπτική εκπομπή, όταν κλήθηκε να σχολιάσει την κατάσταση του σύγχρονου ποδοσφαίρου δήλωσε: “Όταν ένας παίκτης παίρνει μεταγραφή σε μια μεγάλη ομάδα, τότε αυτόματα νομίζει πως έγινε Μαραντόνα. Βλέπεις νεαρά παιδιά που αμέσως πιστεύουν πως είναι ροκ σταρς. Φοράνε πανάκριβα ρούχα και οδηγάνε φανταχτερά αμάξια”. Αλλά ο Μάτα δεν έμεινε εκεί. “Εμείς οι ποδοσφαιριστές ζούμε σε μια φούσκα. Η πραγματική ζωή είναι αυτή που ζούνε οι φίλοι μου, που ψάχνουν για δουλειά και αναγκάζονται να μεταναστεύσουν. Η δικιά μου ζωή δεν είναι φυσιολογική. Με τρομάζει μερικές φορές το πόσο προστατευόμενος είμαι”.

Το να παραδέχεται ένας διάσημος ποδοσφαιριστής ότι η αμοιβή του είναι υπερβολική δεν είναι κάτι συνηθισμένο κι έτσι οι απόψεις του Ισπανού έγιναν γρήγορα θέμα σ’όλο τον πλανήτη. Μαζί με τα πολλά εύσημα όμως ήρθαν και πολλές (δικαιολογημένες) ενστάσεις: “Καλά τα λόγια, ωραία η κρίση αυτογνωσίας αλλά από πράξεις μηδέν”. Ένας χρόνος κύλησε από τότε, ο Μάτα πανηγύρισε άλλη μια ευρωπαϊκή κούπα και… τσέπωσε μερικά ακόμα εκατομμύρια ευρώ αλλά φαίνεται ότι δεν ξέχασε και τις απόψεις του.

Στη διάρκεια των διακοπών του, και την ώρα που οι περισσότεροι συνάδελφοι του απολάμβαναν τα μπάνια τους σε κάποια εξωτική παραλία του πλανήτη, επισκέφτηκε την Ινδία και πιο συγκεκριμένα τις φτωχογειτονιές του Μουμπάι. “Κανένα παιδί δεν πρέπει να ζει έτσι” ήταν ένα από τα σχόλια που έκανε στο blog του βλέποντας τις τραγικές συνθήκες διαβίωσης των ντόπιων. Γυρνώντας στην Ευρώπη για να ξεκινήσει προετοιμασία με τη Γιουνάιτεντ, έβαλε μπροστά το σχέδιο του, το οποίο πριν λίγες μέρες ανακοίνωσε στον κόσμο με ένα μεγάλο κείμενο που είχε τίτλο “Ένας κοινός στόχος”.

Η ιδέα είναι απλή. Πολύ απλή. “Σκέφτηκα καλά τι μου έχει προσφέρει το ποδόσφαιρο. Ξέρω πόσο τυχερός ήμουν που είχα όλες αυτές τις ευκαιρίες που μου δόθηκαν. Παρ’όλο που έχω ασχοληθεί και με άλλες φιλανθρωπικές ενέργειες στο παρελθόν, ξέρω καλά ότι πρέπει να κάνω περισσότερα. Θέλω να βοηθήσω ώστε κι άλλα παιδιά να έχουν τις ευκαιρίες που είχα κι εγώ. Έτσι από σήμερα, χαρίζω το 1% των αμοιβών μου σε ένα συλλογικό ταμείο που θα λέγεται ‘Κοινός Στόχος’, του οποίου τη διαχείριση έχει ένα αναλάβει ένα γκρουπ 120 φιλανθρωπικών οργανώσεων με έργο σε περισσότερες από 80 χώρες”.

Το ποσοστό φυσικά είναι μικρό. Αλλά είναι “εύκολο” και ρεαλιστικό κι αυτό έχει σημασία. Και, το βασικότερο όλων, είναι μια αρχή. Γιατί ο στόχος του Μάτα δεν είναι να σώσει τον κόσμο μόνος του. “Καλώ όλους τους ποδοσφαιριστές να με βοηθήσουν σ’αυτό. Έχουμε τόσες πολλές ευκαιρίες απλά γιατί παίζουμε ένα παιχνίδι. Ας ενωθούμε για να βοηθήσουμε παιδιά απ’όλο τον κόσμο να ζήσουν την ίδια χαρά. Μπορεί να ηγούμαι αυτής της προσπάθειας αλλά δεν θέλω να είμαι μόνος. Ένα από τα πρώτα μαθήματα που έμαθα στο ποδόσφαιρο είναι ότι χρειάζεται μια ομάδα για να πραγματοποιήσεις τα όνειρα σου. To ποδόσφαιρο πρέπει να προσφέρει στην κοινωνία”.

To αρχικό κάλεσμα του έχει ως στόχο άλλους διάσημους ποδοσφαιριστές (“Ψάχνω 10 άτομα ακόμα. Προπονητές, ποδοσφαιριστές, ποδοσφαιρίστριες, προέδρους, ομάδες, ομοσπονδίες…”) αλλά η ιδέα δεν σταματάει εκεί. Απώτερος στόχος του πρότζεκτ είναι να καθιερωθεί η ιδέα του 1% σε όλες τις ποδοσφαιρικές συναλλαγές, από τους μισθούς παικτών, προπονητών και διοικούντων μέχρι και τις μεταγραφές και τις εμπορικές συναλλαγές. Το “1% προς τον ‘Κοινό Στόχο’” να θεωρείται δεδομένη παρακράτηση σε κάθε ποδοσφαιρική συμφωνία. Για παράδειγμα, η μεταγραφή Νειμάρ από μόνη της θα πρόσφερε άμεσα περισσότερα από 2 εκατομμύρια στο ταμείο της δράσης.

Σήμερα το βράδυ στα Σκόπια, ο Χουάν Μάτα θα προσπαθήσει να κερδίσει το μοναδικό ευρωπαϊκό τρόπαιο που λείπει από τη συλλογή του, το Σούπερ Καπ. Απέναντι του θα βρεθεί μια γνώριμη του ομάδα, αυτή που το 2003 τον ανακάλυψε και του ζήτησε να μετακομίσει στη Μαδρίτη. Ο νεαρός συνοδηγός του ενός εκ των δυο αμαξιών σ’εκείνο το πάρκινγκ στο Οβιέδο μεγάλωσε, έζησε για τα καλά το ποδόσφαιρο από μέσα και αποφάσισε πως κάτι πρέπει να κάνει για να εκμεταλλευτεί τη δύναμη του: “Το ποδόσφαιρο δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο. Πιθανόν μόνο η μουσική να έχει την ίδια δύναμη να αλλάξει την κοινωνία. Πρέπει να το μετατρέψουμε όλo αυτό σε κάτι αληθινό”. Ακόμα κι αν αποτύχει κι αυτό το εγχείρημα, κανείς δεν θα μπορεί να κατηγορήσει τον Μάτα ότι δεν προσπάθησε.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ντιντιέ Ντρογκμπά

  [2 Σχόλια]

8 Οκτωβρίου 2005. Η Ακτή Ελεφαντοστού φιλοξενείται στο Σουδάν για την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών του Μουντιάλ της Γερμανίας. Οι φιλοξενούμενοι θέλουν οπωσδήποτε τη νίκη για να τερματίσουν πρώτοι στον όμιλο τους και να πάρουν την πρόκριση απ’ευθείας. Οι παίκτες του, γνωστού μας από το πέρασμα του από τον Άρη, Ανρί Μισέλ, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αντίδρασης στους αδιάφορους γηπεδούχους και καθαρίζουν το ματς από τα μισά του δευτέρου ημιχρόνου. Το παιχνίδι λήγει τελικά 1-3, η εθνική ομάδα της Ακτής Ελεφαντοστού προκρίνεται για πρώτη φορά σ’ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.

Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, οι κάτοικοι της Ακτής ξεχύνονται στους δρόμους να πανηγυρίσουν. Είναι η πρώτη μεγάλη χαρά που παίρνουν μετά από πολλά χρόνια. Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση εμφυλίου από το 2002, όταν οι αντάρτες κατέλαβαν το βόρειο μέρος της χώρας. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ένοπλες συγκρούσεις σε διάφορα σημεία της χώρας, η οποία ουσιαστικά πλέον ήταν χωρισμένη στη μέση, αναγκάζοντας όσους θέλουν να μεταβούν από το το νότο στο βορρά, ή το αντίστροφο, να περνάνε από δυο σημεία ελέγχου. Οι δυο πλευρές αδυνατούσαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση, οι εντάσεις συνεχιζόταν σε διάφορα σημεία της χώρας και οι εκλογές πήγαιναν από αναβολή σε αναβολή.

Πίσω στο Σουδάν, στα αποδυτήρια έχει στηθεί το αναμενόμενο πανηγύρι. Ένα τηλεοπτικό συνεργείο μπαίνει για να πάρει τις πρώτες δηλώσεις από τους πρωταγωνιστές που χοροπηδάνε, τραγουδάνε και μπουγελώνονται. Κάποια στιγμή ο 27χρονος επιθετικός Ντιντιέ Ντρογκμπά παίρνει το μικρόφωνο, ζητάει από τους υπόλοιπους να κάνουν ησυχία και ξεκινάει να μιλάει στην κάμερα:

«Άντρες και γυναίκες της Ακτής Ελεφαντοστού, από το βορρά, το νότο, το κέντρο και τη δύση. Αποδείξαμε σήμερα ότι όλοι οι Ιβοριανοί μπορούμε να συνυπάρξουμε και να παίξουμε μαζί για ένα κοινό σκοπό, να προκριθούμε στο Μουντιάλ. Υποσχεθήκαμε ότι οι πανηγυρισμοί θα ενώσουν τον κόσμο. Σήμερα σας ικετεύουμε πέφτοντας στα γόνατα…»

Σ’αυτό το σημείο όλη η ομάδα γονατίζει μπροστά στην κάμερα και ο Ντρογκμπα συνεχίζει:

«Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Μια χώρα της Αφρικής με τόσο πλούτο δεν πρέπει να χαραμίζεται πολεμώντας. Σας παρακαλώ, αφήστε τα όπλα σας και κάντε εκλογές. Όλα θα είναι καλύτερα…»

Η έκκληση μοιάζει και ακούγεται λίγο παιδική αλλά το μομέντουμ και ο άνθρωπος που την κάνει της δίνουν μια ασύλληπτη δυναμική που πιθανόν κανείς εκτός Αφρικής δεν μπορεί να αντιληφθεί. Οι Ιβοριανοί αγαπάνε το ποδόσφαιρο (όταν παίζει η εθνική όλη η χώρα βρίσκεται μπροστά από μια τηλεόραση) και λατρεύουν τον Ντρογκμπά, που εκτός από ηγέτης της εθνικής είναι ήδη και παγκόσμιος σούπερ σταρ, σαν πρωταθλητής Αγγλίας με την Τσέλσι. Η φάτσα του βρίσκεται σχεδόν σε κάθε γειτονιά της χώρας, είτε σε αφίσα, είτε σε τοιχογραφία, είτε σε κάποια διαφήμιση. Το ποδόσφαιρο μπορεί για κάποιους να είναι 22 τύποι που κυνηγάνε μια μπάλα αλλά ο συγκεκριμένος τύπος τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι ο πιο αγαπητός και αποδεκτός άνθρωπος μιας χώρας 22 εκατομμυρίων κατοίκων που υποφέρει από διχόνοια και εμφύλιο μίσος.

«Όταν είδα τον Ντρογκμπά να βγάζει αυτόν τον λόγο στην τηλεόραση συγκινήθηκα» δήλωσε λίγα χρόνια μετά ο Κριστόφ Ντικέτ, ένα από τα ανώτατα στελέχη της ΠΟ της Ακτής. «Δίπλα μου η γυναικά μου έκλαιγε. Οι άνθρωποι στην τηλεόραση έκλαιγαν. Αυτό που έγινε δεν θα μπορούσε να γίνει από κανέναν άλλον. Μόνο από τον Ντρογκμπά. Είναι αυτός που ουσιαστικά μας θεράπευσε από τον πόλεμο». Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και οι δηλώσεις του εκπροσώπου του υπουργείου αθλητισμού: «Εμείς οι πολιτικοί πήγαμε στα καλύτερα πανεπιστήμια και θεωρούμαστε οι μορφωμένοι, οι υποτιθέμενοι ηγέτες της χώρας. Κι όμως στο θέμα της επίτευξης ειρήνης αποτύχαμε. Μια ομάδα παικτών κατάφερε να μας ενώσει. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά εμφανίστηκε από το πουθενά και έγινε ήρωας για όλους μας».

Η χαρά της πρόκρισης, το μήνυμα του Ντρογκμπά και η εικόνα των αγκαλιασμένων παικτών της εθνικής που προερχόταν από διαφορετικά σημεία της χώρας (κάποιοι εξ αυτών και από το βόρειο τμήμα που κατείχαν οι αντάρτες) ‘ανάγκασε’ τους ηγέτες των δυο αντιμαχόμενων πλευρών να αρχίσουν ξανά νέο κύκλο επαφών και διαβουλεύσεων για την ανεύρεση μιας ειρηνικής λύσης. Οι ένοπλες συγκρούσεις σταμάτησαν και ακολούθησαν δυο χρόνια όπου ο εμφύλιος συνεχιζόταν μεν αλλά κυρίως σε διπλωματικό επίπεδο. Τότε ο Ντρογκμπά βρήκε την ευκαιρία να βγει ξανά μπροστά.

Στις 3 Ιουνίου του 2007 η Ακτή υποδεχόταν τη Μαδαγασκάρη για τα προκριματικά του Κυπέλλου Εθνών της Αφρικής. Ο Ιβοριανός επιθετικός, του οποίου η φήμη και η δύναμη είχαν μεγαλώσει κι άλλο χάρη στις συνεχιζόμενες επιτυχίες του εντός γηπέδων (νέοι τίτλοι με Τσέλσι, ‘Καλύτερος Αφρικανός παίκτης για το 2006, νίκες και γκολ με την καλύτερη φουρνιά παικτών που είδε ποτέ η εθνική της Ακτής), προσέγγισε τον πρόεδρο της χώρας και του ζήτησε να αλλάξει η έδρα διεξαγωγής του αγώνα και αντί για την πρωτεύουσα να γίνει στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, το Μπουακέ, που βρισκόταν στα εδάφη που κατείχαν οι αντάρτες.

(Ο Ντρογκμπά είχε ήδη κάνει μια εξίσου σημαντική και συμβολική επίσκεψη στο Μπουακέ λίγους μήνες πριν, όταν βρέθηκε στην πόλη για να γιορτάσει εκεί την ανάδειξη του σαν καλύτερος Αφρικανός παίκτης της χρονιάς. «Ήρθα εδώ για να δείξω ότι αυτή η Χρυσή Μπάλα ανήκει σε όλη την Ακτή Ελεφαντοστού» ανέφερε στην ομιλία του πριν κάνει μια νέα έκκληση για ειρήνη, εν μέσω αποθέωσης από τους κατοίκους της πόλης που στο πρόσωπο του έβλεπαν έναν ουδέτερο που το μόνο που ήθελε ήταν να τα βρούνε οι δυο πλευρές. «Πάνω απ’όλα είμαι ένας απ’αυτούς» όπως έχει πει και ο ίδιος.)

Η πρόταση του για αλλαγή έδρας εισακούστηκε και έτσι για πρώτη φορά η εθνική ομάδα έπαιξε στο βόρειο κομμάτι της χώρας, σε ένα κατάμεστο γήπεδο (που με αφορμή τον συγκεκριμένο αγώνα ανακαινίστηκε με λεφτά της κυβέρνησης), στα επίσημα του οποίου βρισκόταν μέλη των ηγεσιών και των δυο πλευρών. Για πρώτη φορά μετά από πέντε πολύ δύσκολα χρόνια η Ακτή Ελεφαντοστού ήταν ουσιαστικά ενωμένη, χάρη σ’ένα από τα λίγα πράγματα που τα χρόνια του εμφυλίου την κρατούσαν ενωμένη: το ποδόσφαιρο. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά είχε πετύχει το στόχο του: «Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που μου έχει συμβεί. Ήταν κάτι παραπάνω από μπάλα πλέον. To να βλέπεις τους αρχηγούς και των δυο πλευρών να τραγουδάνε δίπλα-δίπλα τον εθνικό ύμνο είναι πολύ ξεχωριστό. Ένιωσα ότι η Ακτή Ελεφαντοστού σήμερα ξαναγεννήθηκε. Όλο αυτό δείχνει πως το ποδόσφαιρο μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους».

Το – εξίσου – σημαντικό είναι ότι πέτυχε τον στόχο του χωρίς ποτέ η επιτυχία αυτή να επηρεάσει ιδιαίτερα την συλλογική του καριέρα ή την εικόνα του στην Ευρώπη. Η εμπλοκή του στα δρώμενα της χώρας του δεν κέρδισε καμία ιδιαίτερη προβολή στον ευρωπαϊκό Τύπο και όταν μετά από χρόνια ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε σχετικά, ο Ντρογκμπά αρκέστηκε να σχολιάσει: «Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω οτιδήποτε σε οποιονδήποτε για το ποιος είμαι στην Αφρική».

Δέκα χρόνια (και έναν δεύτερο – ευτυχώς – πολύ μικρότερο εμφύλιο) μετά, ο 39χρονος Ντρογκμπά, αν και συνεχίζει να παίζει μπάλα στις ΗΠΑ, έχει αποσυρθεί από την εθνική ομάδα. Στην περίοδο αυτή κατέκτησε μερικά ακόμα τρόπαια, κέρδισε κάμποσες ατομικές διακρίσεις και βραβεία, καθόρισε έναν τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, έπαιξε σε δυο ακόμα Μουντιάλ, έγινε πρώτος σκόρερ της εθνικής και έφτασε δυο φορές στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής. Αναμφίβολα όμως, το μεγαλύτερο κατόρθωμα της σπουδαίας καριέρας του ήταν, είναι και θα παραμείνει για πάντα το ότι βοήθησε σημαντικά στο να ενωθεί ένας διχασμένος λαός.

«Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο»

  [4 Σχόλια]

Βρισκόμαστε στο 1999, η αποστολή της Γιουβέντους είναι έτοιμη να αναχωρήσει για ένα εκτός έδρας παιχνίδι αλλά ο Ζινεντίν Ζιντάν είναι εξαφανισμένος. Όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης του πέφτουν στο κενό, καθώς το κινητό του είναι κλειστό. Ο ενοχλημένος Κάρλο Αντσελότι, που βρίσκεται στο τιμόνι της ομάδας μόλις μερικές εβδομάδες και ακόμα προσπαθεί να κερδίσει τον σεβασμό των παικτών του, παίρνει τη μεγάλη απόφαση: «Δεν περιμένουμε άλλο. Φεύγουμε». Ένας εκ των βοηθών του απορεί: «Μα, Καρλίτο, πως θα μας προλάβει;». Ο Αντσελότι όμως είναι ανένδοτος: «Αυτό είναι δικό του πρόβλημα».

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, από το βάθος του λεωφορείου, μια φωνή ακούγεται: «Κόουτς, πρέπει να μιλήσουμε». Ο Πάολο Μοντέρο σηκώνεται από τη θέση του και αρχίζει να προχωράει στο διάδρομο. «Φυσικά Πάολο, τώρα ξεκινάμε και στη διαδρομή είμαι όλος αυτιά». Τότε ο Μοντέρο φτάνει δίπλα στον οδηγό, σταυρώνει τα χέρια, κοιτάει τον προπονητή του στα μάτια και λέει. «Όχι, γι’αυτό το θέμα είναι που θέλω να μιλήσουμε. Κανένας δεν φεύγει από εδώ χωρίς τον Ζιντάν».

Ακολουθούν αρκετά δευτερόλεπτα σιγής και περισυλλογής. Ο Αντσελότι βρίσκεται μπροστά σε έναν μανιακό που τον κοιτάει οργισμένα στα μάτια ενώ ταυτόχρονα και ασυναίσθητα σφίγγει και ξεσφίγγει τις γροθιές του. Κάποιον ο οποίος στα διλήμματα μεταξύ του καλού και του όχι-και-τόσο-καλού, θυσιάζει πάντα το καλό: Όταν στοχεύει τη μπάλα, κλωτσάει το πόδι σου. Όταν στοχεύει το πόδι σου, φυσικά κλωτσάει το πόδι σου. Τελικά μετά από ώριμη σκέψη αποφασίζει να μη ρισκάρει τη σωματική του ακεραιότητα την ψυχική του ηρεμία και υποχωρεί: «Καλά Πάολο. Ας τον περιμένουμε λοιπόν». Δέκα λεπτά αργότερα ο Ζιζού καταφτάνει, ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση και το λεωφορείο αναχωρεί κανονικά. Χωρίς κανένας να έχει χτυπήσει.

Η παραπάνω περιγραφή (καθώς και τα διάφορα σχόλια αλλά και οι χαρακτηρισμοί) δεν είναι δική μου. Προέρχεται από την αυτοβιογραφία του Κάρλο Αντσελότι που κυκλοφόρησε το 2010. Στο βιβλίο αυτό ο Καρλίτο αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη σχέση του με τον Ζιντάν αλλά και με τους «δικηγόρους» του μέσα στην ομάδα: τον Τζιοβάνι Ανιέλι και τον Πάολο Μοντέρο. «Ήταν η σκιά του, οι φύλακες άγγελοι του. Δεν τον άφηναν ποτέ μόνο. Ο Ανιέλι ήταν τρελός γι’αυτόν. Ο Μοντέρο ήταν απλά τρελός».

Ένα περίπου χρόνο μετά το συμβάν στο πούλμαν, ο Αντσελότι κατάλαβε πόσο ορθά έπραξε όταν δεν τράβηξε τη διαφωνία με τον Μοντέρο στα άκρα. Είναι Νοέμβριος του 2000, η Γιουβέντους επιστρέφει από την Αθήνα, όπου είχε ηττηθεί με 3-1 από τον Παναθηναϊκό, και στο αεροδρόμιο του Τορίνο κάποιοι θερμόαιμοι νεαροί οπαδοί περιμένουν καρτερικά για να ‘στολίσουν’ τους παίκτες που είχαν καταφέρει να βγουν τελευταίοι στον όμιλο και να μείνουν εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων από το φθινόπωρο. Την ώρα που ο Ζιντάν περνάει ανάμεσα τους, πάνω στην ένταση ένας εξ αυτών τον σπρώχνει. Λάθος. Μεγάλο λάθος.

Ο Πάολο Μοντέρο, αν και βρίσκεται πολλά μέτρα μακριά από το όλο σκηνικό, βλέπει την ενέργεια των οπαδών. Ο αποσβολωμένος Αντσελότι παρατηρεί τη φάση από απόσταση και περιγράφει χαρακτηριστικά: «Ο Μοντέρο βγάζει ήρεμα τα γυαλιά του και με μια, αταίριαστη για τη στιγμή, κομψή χειρονομία τα τοποθετεί προσεκτικά στη θήκη τους. Αυτό ήταν κακό σημάδι για τους νεαρούς. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, τρέχει με φουλ ταχύτητα προς τη μεριά των οπαδών με τις γροθιές του να πετάνε στον αέρα. Δίπλα του τρέχει για βοήθεια και ο Ντανιέλ Φονσέκα, ένας άλλος πρόθυμος καβγατζής. Στο μυαλό μου, φαντάστηκα έναν εκφωνητή πυγμαχίας ακριβώς πίσω τους, να περιγράφει λίγα μέτρα μακριά από το ρινγκ: ‘Να ένα δεξί, τώρα ένα αριστερό hook, κι ένα ακόμα αριστερό hook. Τελικά έχουμε ένα τεχνικό νοκ άουτ. Ο Ζιντάν είναι ασφαλής. Επαναλαμβάνω, ο Ζιντάν είναι ασφαλής».

Ο Πάολο Μοντέρο είναι Ουρουγουανός. Αυτό από μόνο του δεν λέει κάτι πλέον. Όμως, ο Μοντέρο ήταν Ουρουγουανός αμυντικός σε μια εποχή λίγο πιο άγρια και πιο έξαλλη από τη σημερινή. Με απλά λόγια, ο τέλειος συνδυασμός υλικών για να βγει από το μίξερ ένας μαγνήτης καβγάδων. «Μετά από αρκετά παιχνίδια πηγαίναμε στα αποδυτήρια ψάχνοντας αντιπάλους για μανούρα», θυμάται ο ίδιος. «Δεν υπήρχε κανένα θέμα τότε. Γινόταν συχνά και με πολλές ομάδες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν καβγά με τον Τόλντο αλλά και με τη Σαλερνιτάνα, όταν έπαιζε εκεί ο Γκατούζο (ω, τι έκπληξη, δεν το περίμενε κανείς!)».

Η εικόνα του Μοντέρο να μπλέκεται σε καβγά ή να κατεδαφίζει κάποιον αντίπαλο ήταν τόσο συνηθισμένη εκείνη την εποχή που στην ιταλική τηλεόραση υπήρχε σε μια χιουμοριστική εκπομπή ένας σωσίας του που σε κάθε ευκαιρία κλωτσούσε και χτυπούσε τους γύρω του, ζητώντας συγγνώμη κάθε φορά που το χτύπημα του δεν πετύχαινε κάποιον καλά. «Ήταν αστείο. Ποτέ δεν ένιωσα προσβεβλημένος απ’αυτό» ήταν η αντίδραση του Πάολο, που δεν προσπάθησε ποτέ να παριστάνει κάτι που δεν είναι: «Η φήμη μου είναι απόλυτα δίκαιη. Ήμουν σκληρός παίκτης αλλά ποτέ δεν έκανα κακό σε κανέναν. Επίσης, δεν αντέχω τους παίκτες που ζητάνε από τον διαιτητή να δείξει κάρτα. Έχω δεχτεί κλωτσιές, φτυσίματα και αγκωνιές αλλά ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκα στον διαιτητή. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο.»

Στα 9 χρόνια που έπαιξε στη Γιουβέντους κέρδισε πρωταθλήματα, Σούπερ Καπ, Διηπειρωτικό, δεκάδες κίτρινες κάρτες και τον τίτλο του παίκτη με τις περισσότερες αποβολές στο Καμπιονάτο (21 συνολικά στην καριέρα του), ένα ‘παράσημο’ που διατηρεί ακόμα και σήμερα, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 12 χρόνια από το τελευταίο του παιχνίδι εκεί. Το πιο σημαντικό όμως όλων είναι ότι κέρδισε μια θέση στη καρδιά των οπαδών της. Εκεί που οι υπόλοιποι έβλεπαν ένα αιμοβόρο τσεκούρι που στο μάθημα του Fair play ήταν απασχολημένο ακονίζοντας τις τάπες του με τροχό, οι οπαδοί της ‘Μεγάλης Κυρίας’ έβλεπαν έναν παθιασμένο αμυντικό που δεν μασούσε να βάλει τα πόδια του στη φωτιά ή να χωθεί σε έναν τσαμπουκά για το καλό της ομάδας.

Παρά την αδιαμφισβήτητη θέση σε κάθε λίστα «Σκληρών του ποδοσφαίρου» που σέβεται τον εαυτό της, ο Μοντέρο τονίζει συνεχώς πως κατά βάθος δεν είναι κακός και ότι όλα ήταν μέρος του αγώνα και της προσπάθειας του να φτάσει στη νίκη. «Όταν μπαίνω στο γήπεδο η μόνη μου επιθυμία είναι να κερδίσω. Δεν σκέφτομαι το πως θα γίνω πρότυπο για τα παιδιά μου ή για τους θεατές που με παρακολουθούν. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι εκπλήσσονται όταν το λέω αυτό».

Οι συμπαίκτες του πάντως έχουν να λένε για την τακτική που ακολουθούσε συνήθως. Ο Νταβίντ Τρεζεγκέ την περιέγραψε σε μια συνέντευξη του: «Έβλεπα τους αντίπαλους επιθετικούς και διέκρινα τον τρόμο στα μάτια τους. Όταν ο Πάολο πλησίαζε, προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Η τεχνική του ήταν απλή: Το πρώτο τάκλιν ήταν πάντα δυνατό για να καταλάβει ο αντίπαλος τι παίζει. Μετά ακολουθούσε το μπλα-μπλα, που τους αποτελείωνε».

Ο Ουρουγουανός εγκατέλειψε τη Γιουβέντους και την Ιταλία στα 34 του, όταν ήταν πλέον ξεκάθαρο και σ’αυτόν και στον κόσμο ότι οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, κοινώς τα τάκλιν του δεν έβρισκαν στόχο με την ίδια συχνότητα όπως παλιά. (Κι όταν λέμε στόχο, ο Μοντέρο ήταν ένας από τους πρώτους που θεμελίωσε τη φιλοσοφία: «Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο», ατάκα η οποία χρησιμοποιήθηκε και σαν τίτλος σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2010 στην Ιταλία.)

Ψάχνοντας για τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, εξέτασε κάποιες προτάσεις από την Αργεντινή, πριν τελικά τον κερδίσει η Σαν Λορένσο. Η επιλογή του Μποέδο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστή. Ένας εκ των θρύλων της ομάδας, ο Έκτορ Βέιρα, κάποτε είχε εκστομίσει τη μυθική ατάκα: «Η γειτονιά στην οποία βρίσκεται το γήπεδο της Σαν Λορένσο είναι τρομακτική. Ακόμα και ο Ράμπο έχει πέσει θύμα ληστείας εδώ πέρα». Τελικά το πάντρεμα δεν έπιασε αφού η ηλικία και οι συχνοί τραυματισμοί δεν επέτρεψαν στον Μοντέρο να παραμείνει σε υψηλό επίπεδο και κάπως έτσι, ένα χρόνο αργότερα, και αφού έπαιξε μια σεζόν και στην ομάδα που τον γαλούχησε και τον ανέδειξε, την Πενιαρόλ, κρέμασε τα παπούτσια του.

Σήμερα, μια δεκαετία μετά από το τελευταίο του παιχνίδι, μπορεί κάποιος να τον βρει στον πάγκο της Ροσάριο Σεντράλ. Αδυνατισμένος, σοβαρός, συνήθως κουστουμαρισμένος, με γυαλιά μυωπίας και ήπιες, κατά βάση, αντιδράσεις δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνον τον ψυχάκια τύπο που έβγαινε τα βράδια στα ιταλικά κλαμπ με τον Ιουλιάνο για χορό και κατέληγε να παίζει ξύλο με οπαδούς άλλων ομάδων στα διπλανά σοκάκια και που κάποτε ανάγκασε μέχρι και τον προπονητή του να σκεφτεί (και να καταγράψει στην αυτοβιογραφία του) μετά από μια, σχεδόν αστεία, διαφωνία σε ένα λεωφορείο περιμένοντας τον Ζιντάν: «Στην τελική, το πιο σημαντικό όλων είναι η υγεία μας, σωστά;»

Μπράντι, μάλμπορο και γκολ: Η καριέρα του Ντάριο Χούμπνερ

  [9 Σχόλια]

Στις 31 Αυγούστου του 1997 το Σαν Σίρο ήταν κατάμεστο. Οι οπαδοί της Ίντερ είχαν κατακλύσει το γήπεδο θέλοντας να δούνε τον Ρονάλντο να φοράει για πρώτη φορά τη φανέλα της ομάδας τους. Όπως είναι λογικό, όλο το pre-game show ήταν αφιερωμένο στο ‘Φαινόμενο’, του οποίου η μετακίνηση από τη Μπαρτσελόνα είχε σπάσει το ρεκόρ μεταγραφής. Αντίπαλος της Ίντερ σ’εκείνο το πρώτο παιχνίδι ήταν η Μπρέσια, που μόλις είχε ανέβει από τη δεύτερη κατηγορία.

Το πρώτο ημίχρονο κύλησε με την Ίντερ να απειλεί συνεχώς αλλά να μη μπορεί να σκοράρει. Κάπου στα μισά της επανάληψης, ένας νεαρός μέσος της Μπρέσια έκανε μια πάσα στη μεγάλη περιοχή, ο επιθετικός της ομάδας κοντρόλαρε τη μπάλα με το δεξί γόνατο, έχοντας πλάτη στην εστία, και πριν προλάβει ο αμυντικός να καταλάβει τι θα κάνει, γύρισε και ‘εκτέλεσε’ με το αριστερό, στέλνοντας τη μπάλα ακριβώς στο παραθυράκι.

Η Ίντερ κατάφερε στα τελευταία λεπτά να γυρίσει το παιχνίδι, χάρη σε δυο γκολ ενός άλλου σπουδαίου Λατινοαμερικάνου που επίσης έκανε ντεμπούτο εκείνη τη μέρα, του Άλβαρο Ρεκόμπα, αλλά ακόμα κι έτσι στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου γράφτηκαν για πρώτη φορά τα ονόματα των δυο παικτών της νεοφώτιστης Μπρέσια.

Ο μέσος με το μακρύ μαλλάκι, που λίγους μήνες πριν είχε κλείσει τα 18, ήταν ο Αντρέα Πίρλο. Ήταν μόλις το δεύτερο παιχνίδι του στην πρώτη κατηγορία και εκείνη ήταν η πρώτη του ασίστ. Ο ψήλος επιθετικός με την περίεργη κορμοστασιά, που στο γκολ έκανε κίνηση έμπειρου σκόρερ, ήταν ο Ντάριο Χούμπνερ, που κι αυτός έκανε εκείνη τη μέρα ντεμπούτο στο Καμπιονάτο. H διαφορά του με όλους τους άλλους πρωτοεμφανιζόμενους είναι ότι ο Χούμπνερ λίγο καιρό πριν είχε κλείσει τα 30!

Μέσα στα επόμενα χρόνια όλοι στη χώρα θα καταλάβαιναν ότι η διαφορά του Χούμπνερ με τους υπόλοιπους επιθετικούς δεν περιοριζόταν στην ηλικία. Ο Ιταλός με το Γερμανικό επίθετο (κληρονομιά από τον παππού του, που πολλά χρόνια πριν είχε αφήσει την πατρίδα του ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή στην Ιταλία), που μοιάζει σαν καλτ χαρακτήρας που ξεπήδησε από ταινία των αδερφών Κοέν, έκανε το μεγάλο βήμα της καριέρας του σε μια ηλικία που η απόδοση των υπολοίπων αρχίζει σιγά-σιγά να πέφτει. Κι αυτό γιατί στην ηλικία που τα περισσότερα μεγάλα ταλέντα βρίσκονται ήδη σε κάποια καλή ακαδημία και βελτιώνονται στο θέμα της τακτικής, ο πιτσιρικάς Ντάριο προσπαθούσε να επιβιώσει δουλεύοντας είτε ως ξυλουργός φτιάχνοντας πόρτες, είτε ως σιδεράς.

Ακόμα και μετά από τόσες ώρες δουλειάς σε δύσκολες συνθήκες όμως, ο Χούμπνερ έβρισκε χρόνο για να παίξει μπάλα στις ομάδες της περιοχής του. Όποιος τον έβλεπε καταλάβαινε εύκολα πως ο μικρός δεν είναι κανένα τρομερό ταλέντο. Η τεχνική του ήταν μετριότατη, το παρουσιαστικό του τελείως αντιτουριστικό και το παίξιμο του χαρακτηριζόταν στην καλύτερη των περιπτώσεων δυναμικό αλλά άτσαλο. «Φυσικά και είμαι λίγο αγροίκος όταν παίζω. Θα ήθελα να σας δω κι εσάς πως θα ήσασταν μετά από 10 ώρες δουλειά» συνήθιζε να απαντάει κάθε φορά που τον κατηγορούσαν για έλλειψη… κομψότητας στο παιχνίδι του.

Υπάρχουν όμως μερικά χαρακτηριστικά στο ποδόσφαιρο που αν τα έχεις μπορείς να πας μπροστά ακόμα κι αν η μοίρα δεν σου έχει χαρίσει άφθονο τεχνικό ταλέντο: Πάθος και ένστικτο. Ο Ντάριο Χούμπνερ είχε κι από τα δυο τόσο πολύ που αν ήθελε μπορούσε να πουλήσει και λίγο σε κάποιον Βραζιλιάνο σαλτιμπάγκο. Παίζοντας στην κορυφή της επίθεσης από μικρός, έδειξε γρήγορα ότι μυρίζεται το γκολ όσο λίγοι και ότι όταν φτάνει η ώρα της εκτέλεσης το πόδι του τα καταφέρει μια χαρά κι αυτά δεν πέρασαν απαρατήρητα από τους σκάουτερς που παρακολουθούσαν τις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας. Κάπως έτσι ήρθαν οι πρώτοι μικροί μισθοί και μπόρεσε να αφήσει την πρωινή του δουλειά που ως τότε του επέτρεπε να κάνει όλες κι όλες δυο προπονήσεις την εβδομάδα και να παίρνει για ανταμοιβή ένα σάντουιτς και ένα αναψυκτικό μετά το τέλος των αγώνων. Η συνέχεια ήταν μια μεγάλη ανηφόρα, την οποία ανέβηκε με μικρά και αργά βήματα αλλά με αρκετή δουλειά και αξιοπρόσεκτη συνέπεια στο σκοράρισμα. Από το ερασιτεχνικό πήγε στην 3η κατηγορία, μετά στην Τσεζένα, που έπαιζε στη Serie B, και από εκεί στη Μπρέσια και το Καμπιονάτο, έστω και στα 30 του. Κάλιο αργά παρά ποτέ, που – λογικά- λένε και στο χωριό του.

Αν το γκολ στο ντεμπούτο μέσα στο Σαν Σίρο ήταν το «καλώς σας βρήκα, με λένε Ντάριο», το χατ τρικ που ακολούθησε, στη 2η αγωνιστική απέναντι στη Σαμπντόρια, ήταν το «δεν πιστεύω να ξεχάσατε το όνομα μου». Το ογκώδες σκαρί του, το άγαρμπο και ιδιαίτερο τρέξιμο του και η δύναμη με την οποία χωνόταν σε όλες τις φάσεις του έδωσε το παρατσούκλι «Τατάνκα», το όνομα δηλαδή που χρησιμοποιούσαν οι ιθαγενείς Αμερικάνοι για τα βουβάλια.


Το τρέξιμο του βουβαλιού

Ακόμα και στη μεγάλη κατηγορία της χώρας όμως, με αρκετούς προβολείς στραμμένους πάνω του, ο Χούμπνερ δεν ενδιαφέρθηκε να αλλάξει ιδιαίτερα τη ζωή του. Αδιαφορούσε επιδεικτικά για την εμφάνιση του, έχοντας μόνιμα την εικόνα κάποιου που μόλις έχει σηκωθεί από το κρεβάτι και έχει φύγει τρέχοντας από το σπίτι για να προλάβει, και συνέχιζε να απολαμβάνει καθημερινά δυο από τις μεγάλες αγάπες του: το ποτό και το τσιγάρο. Όσοι τον έζησαν έχουν να λένε πως ο «Τατάνκα» κατέβαζε για πλάκα μερικά ποτηράκια γκράπα (παραδοσιακό ιταλικό μπράντι) και κάπνιζε τουλάχιστον ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα, μια συνήθεια που δεν έκοβε ούτε την ώρα των αγώνων! Ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ να το κρύψει, δηλώνοντας συχνά ότι το τσιγάρο τον ηρεμούσε, γι’αυτό και στο ημίχρονο μόλις ο προπονητής ολοκλήρωνε τις οδηγίες του, πήγαινε στις τουαλέτες, άναβε ένα Marlboro, έπαιρνε 3-4 ρουφηξιές και επέστρεφε ανανεωμένος στον αγώνα, έτοιμος να ματώσει ξανά τα δίχτυα. «Χωρίς το αλκοόλ και τα τσιγάρα ο Χούμπνερ θα ήταν ο πιο δυνατός όλων» έλεγε με παράπονο ο πρόεδρος της Μπρέσια, Λουίτζι Κοριόνι.

Σε ένα Καμπιονάτο που τότε ζούσε τα καλύτερα χρόνια του, όντας με διαφορά το πιο ποιοτικό πρωτάθλημα του κόσμου, ο μεσήλικας Χούμπνερ με την αντιαθλητική ζωή κατάφερε να βρει τρόπο να τρυπώσει ανάμεσα στους κορυφαίους επιθετικούς του πλανήτη, όπως ακριβώς έβρισκε τρόπους να χωθεί και να σκοράρει απέναντι σε μερικούς από τους καλύτερους αμυντικούς του κόσμου. Η Μπρέσια υποβιβάστηκε στο τέλος της σεζόν αλλά ο «Τατάνκα» είχε ήδη αποδείξει και με το παραπάνω ότι ξέρει να κάνει καλά τη δουλειά του σκοράροντας 16 φορές, ένα νούμερο που τον έφερε στην 8η θέση μιας λίστας που είχε μέσα τους Μπίρχοφ, Ρονάλντο, Μπάτζιο, Μπατιστούτα, Ντελ Πιέρο, Ινζάγκι. Όλως παραδόξως, η μεγάλη του στιγμή δεν είχε έρθει ακόμα.


Μπάτζιο και Χούμπνερ στη μοναδική σεζόν που έπαιξαν μαζί στη Μπρέσια πέτυχαν συνολικά 27 γκολ

Τη σεζόν 2001-02 η Πιατσέντσα τον αγόρασε από τη Μπρέσια, παραβλέποντας το γεγονός πως βρισκόταν σε συντάξιμη ποδοσφαιρικά ηλικία, κι αυτός τη δικαίωσε άμεσα. Το τέλος της χρονιάς βρήκε τη νεοφώτιστη ομάδα στην ασφάλεια της 12ης θέσης και τον Χούμπνερ στην κορυφή του πίνακα των σκόρερ με 24 γκολ (μαζί με τον Τρεζεγκέ της πρωταθλήτριας Γιουβέντους, που όμως έπαιξε ένα ματς παραπάνω)! Το κατόρθωμα του δυσκολεύεσαι να το χωνέψεις ακόμα και σήμερα. Σ’ένα πρωτάθλημα γεμάτο πανάκριβους σούπερ σταρ, πρώτος σκόρερ βγήκε ένας 35χρονος, λίγο ατσούμπαλος επιθετικός που παίζει σε μια από τις μικρές ομάδες. Εκείνη τη χρονιά ο Χούμπνερ έγινε μόλις ο 2ος παίκτης που έχει βγει πρώτος σκόρερ και στις τρεις πρώτες κατηγορίες της Ιταλίας, ενώ ήταν και ο γηραιότερος που κέρδισε το σχετικό βραβείο (ρεκόρ που έσπασε τελικά το 2015 ένας άλλος ψηλός Ιταλός, ο Λούκα Τόνι).

Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο προσόν του ήταν η αίσθηση του γκολ επέτρεψε στον Χούμπνερ να βγάζει τα προς το ζην από το ποδόσφαιρο, έστω και στις μικρές κατηγορίες, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Είναι χαρακτηριστικό πως σε ηλικία 40 ετών ολοκλήρωνε σεζόν σε τοπικό επίπεδο με 20 γκολ σε 18 ματς. Την ημέρα που τελικά κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του, η… καμπούρα του μετρούσε 44 χρόνια ζωής και 24 χρόνια καριέρας!

Μια καριέρα σίγουρα αξιοπρεπέστατη, από την οποία είχε μόνο ένα μικρό παράπονο: Το ότι λόγω ατυχίας (έπαιξε μπάλα σε μια εποχή που οι Ιταλοί έβγαζαν καλούς επιθετικούς με το κιλό) δεν κλήθηκε ποτέ στην εθνική. Όπως λέει και ο ίδιος όμως: «Δεν μπορώ να έχω σοβαρό παράπονο. Όταν ήμουν νέος και δούλευα όλη μέρα πάνω στα αλουμίνια ποιος θα το φανταζόταν ότι θα έκανα κάποτε μια καριέρα σαν κι αυτή; Είμαι πολύ χαρούμενος με αυτά που κατάφερα».


Πόσο θεούλης; Τόσο θεούλης!

Χαλαρός και με αρκετές άσπρες τρίχες πλέον στο κεφάλι, δουλεύει στο μπαρ ‘Τατάνκα’ που άνοιξε με τη γυναίκα του σε ένα μικρό χωριό της Ιταλίας. Όταν τον ρωτάνε για το μοντέρνο ποδόσφαιρο απαντάει: «Οι σύγχρονοι παίκτες είναι λίγο σαν ρομπότ, με όλες αυτές τις λεπτομέρειες που υπάρχουν στις προπονήσεις. Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράγματα» και συνεχίζει: «Επίσης, βλέπω ότι αρκετοί ενδιαφέρονται μόνο για τα στατιστικά τους και δεν παίζουν για την ομάδα. Τότε εμείς κάναμε παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί για μπύρα τα απογεύματα για να γνωριστούμε καλύτερα», μια δήλωση που έχει άλλη δύναμη όταν γίνεται από κάποιον που κάθε φορά που του υπενθυμίζουν τα κατορθώματα του στο σκοράρισμα (τέλειωσε την καριέρα του με περισσότερα από 300 γκολ σε επίσημα παιχνίδια), σπεύδει να τονίσει ότι αν δεν υπήρχαν δίπλα του όλοι αυτοί που τον τροφοδοτούσαν δεν θα είχε πετύχει τίποτα απ’όσα πέτυχε.

Ο Ντάριο Χούμπνερ δεν έγινε ποτέ σούπερ σταρ, δεν πήρε ποτέ μεταγραφή σε κάποια από τις μεγάλες ομάδες (αν και έφτασε αρκετά κοντά και στη Μίλαν και στην, αγαπημένη του, Ίντερ), δεν έβγαλε πάρα πολλά λεφτά από το ποδόσφαιρο και δεν έκανε καμία ιδιαίτερη κοσμική ζωή εκμεταλλευόμενος τη φήμη του Καμπιονάτο. Κατάφερε όμως να αφήσει ένα μικρό σημάδι στο ιταλικό ποδόσφαιρο και να αγαπηθεί από τους οπαδούς όλων των ομάδων στις οποίες έπαιξε για το πάθος, το φιλότιμο αλλά και την αποτελεσματικότητα που έδειχνε σε κάθε παιχνίδι. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, συχνά-πυκνά περαστικοί τον σταματάνε στο δρόμο και τον ευχαριστούν για κάποιο από τα εκατοντάδες γκολ που πέτυχε. Και, όπως και να το δει κανείς, για κάποιον που κατέβαζε μερικά ποτηράκια γκράπα και έκανε ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα, παίζοντας ταυτόχρονα στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου, αυτό είναι αναμφίβολα ένα μεγάλο κατόρθωμα.

Ο ήρωας του τελικού του Μουντιάλ 1986 ήταν ένας λίμπερο

  [12 Σχόλια]

«Ραούλ, μη διανοηθείς να με βγάλεις έξω»

Αυτές ήταν οι μόνες λέξεις που κατάφεραν να βγουν από το σφιγμένο στόμα του Χοσέ Λούις Μπράουν, όσο αυτός ήταν ξαπλωμένος στο χόρτο, με τον δεξιό ώμο εξαρθρωμένο και έναν πόνο που, όπως θυμάται ο ίδιος, τον έκανε να θέλει να ουρλιάξει. Ο γιατρός της εθνικής Αργεντινής, Ραούλ Μαδέρο, αν και σοκαρισμένος από αυτό που άκουσε, χαμογέλασε, κοίταξε προς τον πάγκο και έκανε νόημα πως ο παίκτης μπορεί να συνεχίσει το παιχνίδι.

Ο Κάρλος Μπιλάρδο δεν το σκέφτηκε και πολύ. Παρ’όλο που μπορούσε να αντικαταστήσει τον σακατεμένο λίμπερο του με κάποιον ξεκούραστο και, το βασικότερο, υγιή αμυντικό, επέλεξε να τον αφήσει μέσα. Τις επόμενες μέρες και αφού καταλάγιασε ο ενθουσιασμός της κατάκτησης του τροπαίου, κάποιοι κατηγόρησαν τον Μπιλάρδο, σημειώνοντας πως πήρε τεράστιο ρίσκο που άφησε τον Μπράουν να ολοκληρώσει το παιχνίδι (παραβλέποντας βέβαια το γεγονός ότι δεν υπήρχε στον πάγκο κανένας που να ξέρει καλά τη θέση του λίμπερο). Χωρίς κανένα δισταγμό ο ιδιόρρυθμος ‘Μυταράς’ απάντησε: «Δεν υπάρχει κανένα ρίσκο στο να χρησιμοποιήσεις κάποιον ο οποίος είναι έτοιμος να πεθάνει στο χόρτο».

Κάπως έτσι, ο 30χρονος Χοσέ Λούις Μπράουν παρέμεινε στον αγωνιστικό χώρο για τα εναπομείναντα λεπτά του αγώνα, τα οποία δεν ήταν και λίγα. Βρισκόμασταν ακόμα στην αρχή του δευτέρου ημιχρόνου του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986. Η Αργεντινή προηγούνταν της Δυτικής Γερμανίας με 1-0. Το γκολ της δεν το είχε πετύχει κάποιος από τους διάσημους επιθετικογενείς παίκτες της. Το είχε βάλει ο Μπράουν, με κεφαλιά μετά από ένα φάουλ από τα δεξιά του Μπουρουτσάγα. Ήταν το πρώτο και μοναδικό γκολ του με τη φανέλα της εθνικής.

«Δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα από τότε που να μην το σκέφτομαι» αποκάλυψε πρόσφατα ο ίδιος σε μια συνέντευξη. «Εκείνο το γκολ άλλαξε την ταυτότητα μου. Από εκείνη τη μέρα είμαι ο Χοσέ Λούις Μπράουν που σκόραρε στον τελικό ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Σκέψου ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν μόνο 5 ζωντανοί Αργεντινοί που έχουν πετύχει γκολ σε τελικό Μουντιάλ κι εγώ είμαι ένας από αυτούς τους 5! Εκείνη τη στιγμή το στήθος σου εκρήγνυται, όλα μέσα σου φουσκώνουν. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έγινε στον πανηγυρισμό. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ούρλιαζα και έκλαιγα». Το να βάλεις τα κλάματα την ώρα ενός πανηγυρισμού μπορεί να ακούγεται λίγο υπερβολικό αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι. Γιατί ο άνθρωπος που άνοιξε το δρόμο για το δεύτερο κύπελλο στην ιστορία της Αργεντινής υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα βρισκόταν στο χόρτο εκείνο το απόγευμα.

Ο μόνος λόγος που ο Μπράουν ήταν εκείνο το μήνα στο Μεξικό λέγεται Κάρλος Μπιλάρδο. Με κάτι πρόχειρους υπολογισμούς, ο προπονητής της Αργεντινής πρέπει να ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στη χώρα που πίστευε στον «Τάτα» (όπως ήταν το παρατσούκλι του) εκείνη την περίοδο. Ο 30χρονος αμυντικός είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τα δυο προηγούμενα χρόνια με επεμβάσεις στα γόνατα του και είχε μείνει για καιρό εκτός δράσης. Η κατάσταση του ήταν τόσο απελπιστική που λίγους μήνες πριν το Μουντιάλ ήταν χωρίς ομάδα, μια κατάσταση που τον έκανε να σκεφτεί μέχρι και να αποσυρθεί πρόωρα από το ποδόσφαιρο. Ο «Μυταράς» όμως ήταν πεπεισμένος πως ο σκληροτράχηλος και πεισματάρης Μπράουν μπορεί να βοηθήσει, έστω και ως αλλαγή του Πασαρέλα, και η πίστη του αυτή προερχόταν από το ότι ήξερε πολύ καλά τον παίκτη από το πέρασμα του από τον πάγκο της Εστουτιάντες. Για την ακρίβεια, ήταν αυτός που τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα το 1975 και αυτός που τον έκανε αρχηγό το 1983, τη χρονιά που μαζί πανηγύρισαν το πρωτάθλημα. Γνώριζε καλά πως ακόμα και χωρίς ομάδα, ακόμα και με προβληματικό γόνατο, ο Μπράουν δεν θα τον απογοήτευε αν χρειαζόταν να παίξει. Και δεν έπεσε έξω.

Μπορεί ο «Τάτα» να μη φημιζόταν για την τεχνική του κατάρτιση αλλά τη δουλειά του στα μετόπισθεν ήξερε να την κάνει αρκετά καλά. Δυνατός, ψύχραιμος, ικανός στο ψηλό παιχνίδι, με καλές τοποθετήσεις και εντυπωσιακές αντοχές, ο Μπράουν ξεπερνούσε τα ελαττώματα του με το πάθος και την αποφασιστικότητα του, ένα χαρακτηριστικό που είχε φανεί από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του. «Όταν πρωτοπήγα στην Εστουντιάντες ξυπνούσα από τις 5.20, έπαιρνα το λεωφορείο για τη Λα Πλάτα, που είναι 80 χλμ. μακριά, έκανα προπόνηση, επέστρεφα στις 11 στο σπίτι, έτρωγα μεσημεριανό και μετά πήγαινα κατ’ ευθείαν για δουλειά στην εφημερίδα που εργαζόμουν. Το βράδυ βέβαια ήμουν νεκρός» θυμάται ο ίδιος.

Όταν ο Μπιλάρδο τον κάλεσε στην αποστολή του Μουντιάλ, όλα τα ΜΜΕ της χώρας (που από τα αποτυχημένα προκριματικά είχαν βάλει στο στόχαστρο τους πάντες στην εθνική – μεταξύ αυτών και τον Μαραντόνα) έπεσαν να τον φάνε, κατηγορώντας τον πως κάνει χάρη στο άνεργο φιλαράκι του. Για να μην απογοητεύσει τον προπονητή του, ο «Τάτα» πέρασε τους τελευταίους τρεις μήνες πριν το τουρνουά κάνοντας 3 φορές την εβδομάδα προπόνηση μόνος του (αρκετές φορές στους δρόμους του Μπουένος Άιρες) και 3 φορές προπόνηση με μια τοπική ομάδα. Ακόμα και έτσι όμως, θεωρούσε δεδομένο πως πηγαίνει στο Μεξικό ως η ρεζέρβα του σπουδαίου Πασαρέλα, που είχε καπαρωμένη τη θέση. Μέχρι που έφτασε η μέρα της πρεμιέρας με τη Νότια Κορέα.

«O Πασαρέλα δεν ήταν καλά αλλά κανένας δεν μου το είχε πει. Λίγες ώρες πριν το πρώτο ματς πέτυχα τον Μπιλάρδο εκεί που τρώγαμε πρωινό. Με ρώτησε πως νιώθω και του απάντησα, χωρίς να το πολυσκεφτώ, ότι επιτέλους έφτασε η μεγάλη μέρα. Μιλούσα γενικά, για όλους μας. Τότε μου είπε «το ξέρεις ότι θα παίξεις σήμερα, ε;». Για λίγο πίστεψα ότι θα πεθάνω». Κάπως έτσι, από το πουθενά, ο δακτυλοδεικτούμενος Μπράουν βρέθηκε στην 11αδα και δεν ξαναβγήκε από αυτήν, αφού ο Πασαρέλα δεν κατάφερε να αναρρώσει από τον τραυματισμό του.

Για τους περισσότερους ανθρώπους στο Μουντιάλ εκείνο η Αργεντινή κατέβηκε με «τον Μαραντόνα και 10 άλλους». Κάπου εκεί μέσα, στους αδικημένους «10 άλλους» (που ανάμεσα τους εκτός των διάσημων Βαλντάνο και Μπουρουτσάγα, υπήρχαν αρκετοί καλοί παίκτες, με κάμποσους εθνικούς και ηπειρωτικούς τίτλους στο παλμαρέ τους), βρίσκεται και ο Χοσέ Λούις Μπράουν, που από τελειωμένος σακάτης, μετατράπηκε σε εκείνο το τουρνουά σε λίμπερο παγκόσμιας κλάσης, που κατάφερε να παίξει άλλα τρία χρόνια μπάλα σε ικανοποιητικό επίπεδο, βρίσκοντας συμβόλαια και στην Ευρώπη. «Όταν έφυγα από το σπίτι μου για το Μουντιάλ, εκεί ήταν για να με αποχαιρετήσουν μόνο η γυναίκα μου, τα παιδιά μου και ένας καλός φίλος. Όταν επέστρεψα, με περίμεναν από έξω δεκάδες άνθρωποι».

Ο ‘Τάτα’ δεν ήταν προικισμένος με κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, ούτε τα βρήκε όλα εύκολα στη ζωή του. Η μοίρα το έφερε έτσι όμως που στις 29 Ιουνίου του 1986 βρέθηκε να πανηγυρίζει πεσμένος στα γόνατα, μπροστά σε 115.000 ανθρώπους ένα γκολ σε έναν τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Η μοίρα όμως δεν σε πηγαίνει πουθενά μόνη της. Στα 28 δευτερόλεπτα που χρειάστηκε να μείνει εκτός αγωνιστικού χώρου για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, μετά από μια δυνατή διεκδίκηση της μπάλας με τον Ρουμενίγκε, ο Μπράουν – σαν γνήσιος Λατινοαμερικάνος αμυντικός (έστω και με σκωτσέζικες ρίζες) – το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως θα επιστρέψει στο ματς όσο πιο γρήγορα γινόταν. «Για να μειώσω τον πόνο έκανα μια μικρή τρύπα στη φανέλα και μέσω αυτής στήριζα το χέρι με το δάχτυλο μου» δήλωσε πρόσφατα σε ένα αφιέρωμα που τον έδειχνε να παίζει όλο το δεύτερο ημίχρονο με το δεξί χέρι σχεδόν κολλημένο πάνω στο σώμα.

«Κάθε φορά που πλησίαζα την πλάγια γραμμή έβλεπα τον Μπιλάρδο να με κοιτάει στα μάτια, περιμένοντας μάλλον να του ζητήσω αλλαγή. Δεν υπήρχε όμως τέτοια περίπτωση. Μόνο ως νεκρός θα έφευγα από τον αγωνιστικό χώρο».

Το πρωτάθλημα στο οποίο οι σκόρερς είναι πραγματικοί φονιάδες

  [2 Σχόλια]

Λογικά δεν το ξέρετε αλλά το 2016 η Λίβερπουλ κατέκτησε τον τίτλο. Για να καταφέρει να σηκώσει την κούπα, στον τελικό επικράτησε της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με 1-0. Το μοναδικό γκολ πέτυχε ο φονιάς Μπένον Λουγίμα, ο οποίος στον ημιτελικό είχε κάνει χατ-τρικ, παρά το γεγονός ότι παίζει ξυπόλητος (όπως ακριβώς κάποιοι συμπατριώτες του αρκετές δεκαετίες πριν). Η λέξη φονιάς στην προηγούμενη πρόταση δεν είναι κάποια κλασική δημοσιογραφική μεταφορά, που συνοδεύει συνήθως τους γκολτζήδες. Ο Μπένον εκτίει στη Λουζίρα ποινή φυλάκισης 10 χρόνων, για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.

Η φυλακή Λουζίρα βρίσκεται στην πρωτεύουσα Καμπάλα και είναι η μόνη φυλακή υψίστης ασφαλείας που έχει η Ουγκάντα. Μέσα σ’αυτήν μπορεί κανείς να βρει όλων των ειδών τα «λουλούδια» της χώρας. Από δολοφόνους, βιαστές και απαγωγείς, μέχρι αθώους ανθρώπους που έχουν συλληφθεί αλλά δεν έχουν καταδικαστεί και απλά περιμένουν τη δίκη τους, η οποία αρκετές φορές καθυστερεί να γίνει ακόμα και μερικά χρόνια.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Λουζίρα εντοπίζεται στους… αριθμούς. Το κτίριο σχεδιάστηκε για να φιλοξενήσει 500 κρατούμενους αλλά οι τελευταίες καταμετρήσεις βγάζουν πως οι έγκλειστοι είναι περίπου 3500! Αν σ’αυτό προστεθεί και το γεγονός ότι για τη φύλαξη τους υπάρχουν μόλις 100 δεσμοφύλακες, καταλαβαίνει κανείς ότι η ισορροπία εντός της φυλακής κρέμεται συνεχώς από μια κλωστή. Το 1993 οι φυλακισμένοι ξεσηκώθηκαν και η κατάσταση ξέφυγε τόσο που αναγκάστηκε να επέμβει ο στρατός, μια εξέγερση που άφησε πίσω της 2 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες.

Το 1999 όμως όλα άλλαξαν, όταν ανέλαβε επίτροπος της Υπηρεσίας Φυλακών ο Τζόζεφ Ετίμα, που εξ αρχής δοκίμασε μια νέα, πιο προοδευτική, προσέγγιση στο θέμα. Η φυλακή άνοιξε τις πόρτες της στον έξω κόσμο, επιτρέποντας σε διάφορες οργανώσεις και ιδρύματα (ανάμεσα τους ο ‘Ερυθρός Σταυρός’, η εκκλησία και πανεπιστήμια) να εμπλακούν στη φροντίδα των φυλακισμένων. Η αλλαγή ήταν θεαματική. Από επίκεντρο ταραχών η Λουζίρα έγινε μια από τις πιο προοδευτικές φυλακές της Αφρικής, με καθημερινά σχολεία που προσφέρουν σε όλους τους κρατούμενους από βασική εκπαίδευση και εργαστηριακά μαθήματα (ραπτική και ξυλουργική) μέχρι και πτυχίο, σε συνεργασία με τα τοπικά πανεπιστήμια. Κάπως έτσι, το ποσοστό υποτροπής των ανθρώπων που αποφυλακίζονται από εκεί είναι ένα από τα χαμηλότερα στον κόσμο.

Ανάμεσα στις διάφορες καθημερινές δραστηριότητες των φυλακισμένων (που ουσιαστικά λειτουργούν τη φυλακή μόνοι τους, σαν ένα μικρό χωριό, έχοντας οργανώσει ένα ολόκληρο δίκτυο παραγωγής και διανομής του φαγητού και των ειδών πρώτης ανάγκης), υπάρχει μια που ξεχωρίζει: το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα. Η ύπαρξη ενός τόσο οργανωμένου και πειθαρχημένου πρωταθλήματος μέσα σε μια φυλακή τέτοιου είδους είναι τόσο εντυπωσιακή που τα τελευταία χρόνια δημοσιογράφοι από διάφορα μέρη του κόσμου έχουν επισκεφτεί τη Λουζίρα, απλά και μόνο για να μελετήσουν αυτό το ιδιαίτερο εγχείρημα.

Όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες φυλακές του κόσμου, οι φυλακισμένοι έπαιζαν μπάλα στην αυλή εδώ και δεκαετίες. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όμως το 2003, όταν δημιουργήθηκε η UPSA, δηλαδή η Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου της φυλακής! Και κάπου εδώ ξεκινάνε τα ωραία. Δουλειά των μελών της UPSA (τα οποία βγαίνουν με εκλογές κάθε χρόνο και πρόεδρος τους αυτή την εποχή είναι ένας πρώην αστυνομικός που είναι μέσα για ανθρωποκτονία) είναι η οργάνωση και επίβλεψη του πρωταθλήματος, ο ορισμός διαιτητών, ο έλεγχος για την τήρηση των κανονισμών (υπάρχει ένα 30σελιδο τετράδιο στο οποίο είναι καθαρογραμμένοι) και η εύρεση εξωτερικών χορηγών που παρέχουν τα τρόπαια, τις μπάλες και ό,τι άλλο χρειάζεται ένα σωστό τουρνουά.

Αυτή τη στιγμή στη Λουζίρα υπάρχουν 10 επίσημα καταγεγραμμένες ομάδες, κάθε μια με τους οπαδούς της, με το καταστατικό της, τον πρόεδρο, τον προπονητή, έναν γραμματέα, ένα λογιστή και ένα ρόστερ που απαρτίζεται από 16 έως 25 παίκτες. Βλέποντας κανείς τα ονόματα τους (Μάνστεστερ Γιουνάιτεντ, Λίβερπουλ, Άρσεναλ, Τσέλσι, Άστον Βίλα, Έβερτον, Νιούκαστλ, Μπαρτσελόνα, Γιουβέντους και Αμβούργο) αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αγαπάνε οι Αφρικανοί το αγγλικό ποδόσφαιρο, που μπήκε στα σπίτια τους χάρη στη δορυφορική τηλεόραση στις αρχές των 00s.

Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Γκόλντμπαλτ, της Γκάρντιαν, που επισκέφτηκε τη φυλακή πριν τρία χρόνια, 9 στους 10 φυλακισμένους υποστηρίζουν μια ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ, ενώ σχεδόν όλοι οι φρουροί είναι οπαδοί της Άρσεναλ (λογική απόρροια της επιτυχίας της ομάδας των «Invincibles» που είχε φτιάξει ο Βενγκέρ την προηγούμενη δεκαετία). Όπως θυμάται ο δημοσιογράφος: «Όσο ήμουν εκεί, κάθε μέρα με ακολουθούσε ένας νεαρός κρατούμενος με παρατσούκλι ‘Λευκός Άγγελος’, που ήθελε συνέχεια να συζητήσουμε τα τελευταία νέα της Άρσεναλ και της Τότεναμ, κάνοντας ερωτήσεις όπως: ‘Πιστεύεις ότι η μεταγραφή του Σολδάδο ήταν πεταμένα λεφτά;'»

Η ιστορία και τα χαρακτηριστικά κάθε ομάδας παρουσιάζουν κι αυτά ενδιαφέρον. Η Λίβερπουλ, που είναι η πιο παλιά ομάδα στη φυλακή, δημιουργήθηκε κάπου στο 2000 από μια παρέα πρώην στρατιωτικών που το είχαν γυρίσει σε ένοπλες ληστείες. Χάρη στα λάφυρα που είχαν μαζέψει από αυτές, είχαν τη δυνατότητα εξ αρχής να αγοράζουν τους καλύτερους παίκτες, κάνοντας τους ‘κόκκινους’ μια από τις πιο δυνατές ομάδες της Λουζίρα. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ απ’την άλλη, ξεκίνησε ως ομάδα των περιθωριοποιημένων κρατούμενων, που συνήθως προέρχονταν από αγροτικές περιοχές.

Η Άστον Βίλα ξεκίνησε ως «Kitchen FC» (προφανώς γιατί ήταν η ομάδα των κρατούμενων που εργαζόταν στην κουζίνα της φυλακής), μετονομάστηκε σύντομα σε «Γερμανία» και τελικά κατέληξε στο σημερινό της όνομα όταν οι άνθρωποι της ανακάλυψαν ότι ελάχιστοι συμπαθούσαν τους Γερμανούς. Το Αμβούργο ξεκίνησε με το όνομα «Police FC», από κρατούμενους που ήταν πρώην αστυνομικοί, μετά έγινε Λιντς και όταν η ιστορική ομάδα πήρε την κάτω βόλτα και εξαφανίστηκε από την Πρέμιερ Λιγκ και τις τηλεοράσεις των κατοίκων της Ουγκάντα, απέκτησε το σημερινό της όνομα – αν και κάποιοι ρομαντικοί οπαδοί της εξακολουθούν να την αποκαλούν Λιντς. Οι άτυπες συνεργασίες μεταξύ των ομάδων δεν λείπουν κι έτσι το Αμβούργο θεωρείται «feeder club» της Γιουνάιτεντ και η Νιούκαστλ συνηθίζει να τροφοδοτεί με ταλέντα τη Λίβερπουλ.

Οι αντίπαλοι του τελικού του 2016, Λίβερπουλ και Γιουνάιτεντ, είναι κι αυτοί με τους περισσότερους οπαδούς. Και όπως συμβαίνει και στο κανονικό ποδόσφαιρο, οι οπαδοί είναι σημαντικοί και στη φυλακή. Εκτός από την αναμενόμενη υποστήριξη την ώρα των αγώνων, οι οπαδοί-κρατούμενοι προσφέρουν στην ομάδα με διάφορους τρόπους: Επιδιορθώνουν τα παπούτσια, βοηθάνε τους τραυματίες, φροντίζουν τις στολές και, το πιο σημαντικό όλων, χαρίζουν υλικά αγαθά και τρόφιμα στην ομάδα την περίοδο των μεταγραφών (το πρωτάθλημα είναι τόσο οργανωμένο που, όπως ακριβώς και η ΦΙΦΑ, έχει δυο περιόδους μεταγραφών) για να μπορέσει να προσελκύσει τους καλούς παίκτες.

Όπως καταλάβατε, λεφτά δεν υπάρχουν στο πρωτάθλημα αυτό. Οι παίκτες συνήθως δελεάζονται με εξτρά τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης ή άλλα αντικείμενα που μπορεί να τους φανούν χρήσιμα σε μια φυλακή και η UPSA είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο των μεταγραφών, ώστε να μην υπάρχουν εκβιασμοί και προτάσεις κάτω από το τραπέζι. Η ομάδα που κατακτάει τον τίτλο, εκτός από μια μικρή συμβολική κούπα, κερδίζει και πολύτιμα αγαθά για τα μέλη της: Από σαπούνια, οδοντόβουρτσες, ζάχαρη, ρύζι και τετράδια μέχρι μια ζωντανή κατσίκα!

Αν κάποιος δεν έχει εντυπωσιαστεί ήδη με όλη αυτή την περιγραφή, μπορεί να αναζητήσει και το 25λεπτο ντοκιμαντέρ του Vice (για την ώρα υπάρχει στο youtube αλλά σε χάλια ποιότητα), που είναι γεμάτο με ωραία πλάνα από τους ημιτελικούς και τον τελικό του 2016, πλάνα που τα βλέπεις και πιάνεις συνέχεια τον εαυτό σου να αναρωτιέται «πώς γίνεται να υπάρχει αυτό το πρωτάθλημα σε αυτό το μέρος».

Βλέποντας εικόνες από τα παιχνίδια μπορεί κάποιος να επιβεβαιώσει και την διαπίστωση των δημοσιογράφων που επισκέφτηκαν τη φυλακή, ότι το επίπεδο αρκετών παικτών είναι αναπάντεχα υψηλό, δεδομένων πάντα των συνθηκών. Επίσης, εντύπωση προκαλεί η έλλειψη εντάσεων και λογομαχιών, είτε μέσα στο γήπεδο, είτε γύρω απ’αυτό, κάτι που δεν περιμένεις να δεις σε ένα μέρος όπου συνωστίζονται εκατοντάδες εγκληματίες, αρκετοί εκ των οποίων βρίσκονται εκεί για φόνο. Ο σεβασμός για το παιχνίδι είναι τόσο μεγάλος που η συμπεριφορά όλων είναι άψογη. Για την ακρίβεια, είναι τόσο υποδειγματική που ακόμα και οι ελάχιστοι φύλακες την ώρα των αγώνων αφοσιώνονται στο ματς. Εντός των τεσσάρων γραμμών, η κόκκινη κάρτα τιμωρείται με 2 μήνες εκτός αγώνων, μια τιμωρία που κανένας δεν θέλει να υποστεί.

Το μικρό ντοκιμαντέρ κλείνει με μια εκπληκτική σκηνή που οι παίκτες και οι οπαδοί της νικήτριας Λίβερπουλ χοροπηδάνε και χορεύουν ευτυχισμένοι μέσα στις λάσπες, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του τίτλου υπό καταρρακτώδη βροχή, υπενθυμίζοντας μας για πολλοστή φορά πως όσο κι αν έχει εξελιχθεί και μεταλλαχθεί με τα χρόνια, το ποδόσφαιρο παραμένει ένα όμορφο και απλό παιχνίδι που σε κάνει να ξεχνάς τα προβλήματα σου και την τραγική πραγματικότητα. Ακόμα κι αν είσαι έγκλειστος σε μια άθλια φυλακή κάπου στην ανατολική Αφρική.

Sombrero Review: Όλη η μπάλα σε μια εφαρμογή

  [Καθόλου σχόλια]

Υπήρχε μια εποχή (όχι τόσο μακρινή, όσο πιθανόν φαντάζονται οι πιτσιρικάδες) που η ενασχόληση με το ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο εύκολη υπόθεση, όπως είναι σήμερα. Τα χρόνια εκείνα, που το ίντερνετ δεν είχε φτάσει στην Ελλάδα, κινητά τηλέφωνα βλέπαμε μόνο στο «Πριν χτυπήσει το κουδούνι» και η τηλεόραση έδειχνε απειροελάχιστα παιχνίδια ακόμα και το σαββατοκύριακο, η ποδοσφαιρική ενημέρωση σου εξαρτιόταν κατά κύριο λόγο από το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες.

Κάπως έτσι, μια ολόκληρη γενιά περνούσε τις Κυριακές της στον καναπέ, διαβάζοντας μεσημεριάτικα τα ‘μπαγιάτικα’ νέα της χθεσινής ημέρας και περιμένοντας με αγωνία εκείνη τη μαγική στιγμή που η φωνή στο ράδιο σε ενημέρωνε πως μπήκε γκολ στο γήπεδο που σ’ενδιέφερε. Τότε ακολουθούσαν μερικά δευτερόλεπτα απόλυτης σιγής και τρέμουλου, κατά τα οποία προσπαθούσες να καταλάβεις από τους ήχους αν σκόραρε η ομάδα σου ή ο αντίπαλος. Αν μάλιστα το ραδιοφωνάκι δεν μπορούσε να μεταφερθεί ή το σήμα δεν ήταν καλό στο υπόλοιπο σπίτι, η αποχώρηση σου από το δωμάτιο για λίγο σήμαινε ότι μπορεί να περνούσες το επόμενο τέταρτο κόβοντας νευρικές βόλτες, προσπαθώντας να μαντέψεις αν όσο έλειπες μπήκε γκολ στο παιχνίδι που σ’ενδιαφέρει.

Όταν με το καλό τελείωναν τα παιχνίδια και μπορούσες πλέον να απομακρυνθείς από το μαγικό κουτί, ξεκινούσε το μαρτύριο της υπομονής, όπου έπρεπε να περιμένεις τουλάχιστον μέχρι την ώρα των βραδινών ειδήσεων για να δεις τα γκολ και τις καλύτερες φάσεις, μέχρι το πρωί για να διαβάσεις ρεπορτάζ, δηλώσεις και παραλειπόμενα από τα παιχνίδια και μέχρι το επόμενο μεσημέρι για να τσακωθείς με την άνεση σου με τον ράφτη ή τον περιπτερά της γειτονιάς για κάποια αμφισβητούμενη φάση.

Όσο ωραίες και ρομαντικές κι αν μας φαίνονται τώρα εκείνες οι εποχές, ευτυχώς ανήκουν στο παρελθόν. Το Ίντερνετ ήρθε για να κάνει την πρόσβαση στην πληροφορία άμεση και αργότερα ήρθαν και οι έξυπνες συσκευές που έβγαλαν από την εξίσωση τον παράγοντα τοποθεσία. Το Football Loop Greece δεν είναι μία ακόμα εφαρμογή με live scores. Τέτοιες υπάρχουν πολλές έτσι κι αλλιώς. Είναι μια γενικότερη εμπειρία ενημέρωσης για την ομάδα σου και το ελληνικό ποδόσφαιρο. Είτε αυτή η ενημέρωση είναι ζωντανή για κάποιον αγώνα που διεξάγεται εκείνη την ώρα, είτε είναι η καθημερινή με τις ειδήσεις για την ομάδα σου, είτε η για οποιονδήποτε λόγο αναζήτηση μιας πληροφορίας.

Για να γίνει πιο κατανοητό, θα χρησιμοποιήσουμε παραδείγματα βγαλμένα από τη ζωή κάθε ποδοσφαιρόφιλου. Παράδειγμα 1ο: Είσαι καλεσμένος σε ένα γάμο και δεν έχεις δει λεπτό από το ματς; Μαθαίνεις το σκορ και παρακολουθείς την εξέλιξη του αγώνα μέσω της εφαρμογής. Το ματς τελειώνει και σκας για να δεις φάσεις και γκολ. Την ώρα που τα συμπεθέρια χορεύουν «γλύκα, γλύκα, γλυκιά μου», ενημερώνεσαι από το Football Loop Greece ότι τα επίσημα στιγμιότυπα του αγώνα είναι πλέον διαθέσιμα, βγαίνεις από το γλέντι και βλέπεις με την ησυχία σου φάσεις και γκολ στο κινητό σου. Επιστρέφεις έτοιμος για να φας τα ταρτάκια στον μπουφέ και να πουλήσεις μούρη στο τραπέζι στους υπόλοιπους καλεσμένους που είναι ακόμα στη φάση «πόσο έληξε τελικά το ματσάκι;».


Τις βγάζει τις κίτρινες ο Κύζας

Παράδειγμα 2ο: Βγήκε ο κόρακας του ντέρμπι και δεν μπορείς να θυμηθείς τι σου λέει το όνομα; Βλέπεις όλα τα ματς που έχει παίξει φέτος και θυμάσαι ότι ήταν αυτός που είχε δώσει εκείνο το πέναλτι. Χάνει ακόμα ένα άχαστο η παλτουδιά που έφερε ο πρόεδρος από τη Γουατεμάλα; Σε λίγα δευτερόλεπτα τσεκάρεις πότε λήγει το συμβόλαιό του και θα πάει στο καλό. Είσαι σύγχρονος γιάπις μπίζνεσμαν (ή έστω φοιτητής) που δεν θέλει να ξεχάσει την εμβόλιμη αγωνιστική; Κάνεις προσθήκη στο ημερολόγιο του κινητού σου όποιον αγώνα θέλεις και σε ειδοποιεί για να μην το ξεχάσεις ενώ είσαι στο μπίζνες μίτινγκ (ή για καφέ με τις φοιτήτριες από το 1ο έτος). Θέλεις στατιστικά; Να θυμηθείς την εντεκάδα στο ματς της 1ης αγωνιστικής; Να δεις σε ποιο διάστημα σκοράρει η ομάδα σου συνήθως για να το παίξεις ξερόλας στους διπλανούς στο γήπεδο; Όλα γίνονται με μεγάλη ευκολία.



Ειδήσεις για όποια ομάδα θέλεις, συγκεντρωμένες από διάφορες σελίδες

Και φυσικά ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι της εφαρμογής είναι η δυνατότητα να μαθαίνεις τα νέα της ομάδας σου. Λειτουργώντας ως news aggregator (που λέμε και στο χωριό μου), μαζεύει όλες τις ειδήσεις από τα κορυφαία σάιτ (εκτός από το Sombrero) για την αγαπημένη σου ομάδα (ή και για κάποιον αντίπαλο, αν θες να κάνεις κατασκοπία). Με τη δυνατότητα να ανοίγουν μέσα στην ίδια την εφαρμογή, χωρίς να τρέχεις από παράθυρο σε παράθυρο σε browsers, τα έχεις μαζεμένα και οργανωμένα.

Όλα αυτά φυσικά είναι δωρεάν (ή μούχτιν που λένε και οι φίλοι μας στην Κύπρο, από την οποία προέρχονται τα παιδιά που έφτιαξαν τις εφαρμογές). Το Football Loop είναι μια δουλειά που γίνεται με μεράκι και είναι σε πολύ καλό επίπεδο, έχοντας διάφορες δυνατότητες, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός. Οι άνθρωποι που βρίσκονται από πίσω της έχουν στόχο να τη βελτιώσουν τόσο αισθητικά, όσο και από άποψη λειτουργίας στο μέλλον. Αν έχετε βρεθεί σε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις που περιγράψαμε, τότε μπορείτε να κατεβάσετε το Football Loop Greece και να το δείτε και μόνοι σας, είτε από iOS, είτε από Android:

ΥΓ Για όσους δεν ασχολούνται πλέον με τη Σούπερ Λιγκ, υπάρχει αντίστοιχη εφαρμογή για το κυπριακό ποδόσφαιρο αλλά και το Football Loop England, που λειτουργεί κατά τον ίδιο τρόπο, αυτή τη φορά όμως για την Αγγλία.

«Το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο»

  [2 Σχόλια]

Ο Ντάνιελ Μπλέικ είναι ένας 59χρονος Άγγλος που μετά από το θάνατο της γυναίκας του ζει μόνος του σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Νιούκαστλ. Μετά από ένα έμφραγμα που παθαίνει εν ώρα εργασίας, ο γιατρός του τον ενημερώνει πως οι εξετάσεις του έδειξαν πως πρέπει οπωσδήποτε να σταματήσει να δουλεύει. Σε αντίθεση με τον γιατρό του όμως, το κράτος τον θεωρεί ακόμα ικανό να εργαστεί και γι’αυτό αρνείται να του δώσει το σχετικό επίδομα για λόγους υγείας. Προσπαθώντας να βρει το δίκιο του, χωρίς όμως να χάσει την αξιοπρέπεια του, και ταυτόχρονα έναν τρόπο να επιβιώσει χωρίς δουλειά ο κύριος Μπλέικ γνωρίζει κι άλλους ανθρώπους στην ίδια θέση μ’αυτόν και μπλέκει με την γραφειοκρατία και ένα σύστημα που αδιαφορεί προκλητικά για την κατάσταση του, όπως ακριβώς κάνει και για χιλιάδες άλλους μη προνομιούχους πολίτες.

Ο Ντάνιελ Μπλέικ δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Είναι ο χαρακτήρας-πρωταγωνιστής της εξαιρετικής περσινής ταινίας «Ι, Daniel Blake» του 80χρονου πλέον Κεν Λόουτς, που για μια ακόμα φορά καταπιάνεται με ένα επίκαιρο κοινωνικό πρόβλημα, παρουσιάζοντας το χωρίς κινηματογραφικές ωραιοποιήσεις και ενοχλητικές δραματικές υπερβολές.

Μια από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας διαδραματίζεται σε μια τράπεζα τροφίμων του Νιούκαστλ, στην οποία καταφεύγει ο κύριος Μπλέικ και μια άνεργη μητέρα που ψάχνει τρόπος να ταΐσει το παιδί της. Σε μια τέτοια τράπεζα τροφίμων, όλως τυχαίως στην ίδια πόλη, βρέθηκαν στα τέλη Γενάρη οι οπαδοί της Νιούκαστλ (που εκτός όλων των άλλων είναι και γνωστοί χαβαλέδες), οι οποίοι προθυμοποιήθηκαν να βοηθήσουν στη συλλογή τροφίμων. Η συνεργασία των δυο πλευρών επισημοποιήθηκε με μια φιλανθρωπική εκδήλωση στις 26 Ιανουαρίου, στην οποία οι παρευρισκόμενοι συγκέντρωσαν χρήματα και παρακολούθησαν την, τόσο σχετική, ταινία του Λόουτς. Αλλά η βοήθεια τους δεν περιορίστηκε σ’αυτό.

Πριν από τα εντός έδρας παιχνίδια της Νιούκαστλ οι οπαδοί συγκεντρώνουν έξω από το γήπεδο τρόφιμα, τα οποία στη συνέχεια παραδίδονται στην τοπική τράπεζα τροφίμων για να διατεθούν σε ανθρώπους που τα έχουν άμεση ανάγκη. Η ανταπόκριση των οπαδών είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ανθρώπων του οργανισμού, στα τρία παιχνίδια, με Ντέρμπι, Μπρίστολ και Φούλαμ, οι φίλοι της Νιούκαστλ μάζεψαν περισσότερους από 8 τόνους φαγητού, μια ποσότητα που βοήθησε περίπου 700-1000 ανθρώπους την εβδομάδα (εκ των οποίων ένα 50% υπολογίζεται πως είναι ανήλικοι) να φάνε ένα ζεστό γεύμα ή να πάρουν ένα δέμα φαγητού για το σπίτι.

Σύμφωνα με τον υπεύθυνο της συγκεκριμένης τράπεζας φαγητού, Μάικ Νίξον: «Η βοήθεια δεν αφορά μόνο το ότι οι άνθρωποι βρίσκουν κάτι να φάνε. Είναι και μια μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ένα μέρος όπου νιώθουν ζεστασιά κι ότι δεν είναι απομονωμένοι και ξεχασμένοι από την κοινωνία». Σύμφωνα με τα δικά του στατιστικά, ένα 60% των ανθρώπων που ζητάνε βοήθεια, το κάνουν μόνο μια φορά (οι περισσότεροι επειδή αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα στη λήψη των επιδομάτων, όπως ακριβώς ο Ντάνιελ Μπλέικ) και μόνο ένα 10% επισκέπτεται συχνά την τράπεζα.

Η στήριξη της Νιούκαστλ δεν σταματάει όμως στην αλληλεγγύη των οπαδών (οι οποίοι πάντως ανακοίνωσαν εχθές ότι θα συνεχίσουν κανονικά τη συγκέντρωση τροφίμων κι αυτό το Σάββατο, πριν από το παιχνίδι με τη Γουίγκαν). Την προηγούμενη εβδομάδα, η τράπεζα τροφίμων φιλοξένησε έναν ξεχωριστό εθελοντή. Ο 22χρονος μέσος της ομάδας, Ισαάκ Χέιντεν, που έχει κερδίσει μια θέση στην 11αδα του Ράφα Μπενίτεθ και είναι διεθνής με όλες τις μικρές εθνικές της Αγγλίας, όταν έμαθε για τη δράση των οπαδών προσφέρθηκε να βοηθήσει με όποιον τρόπο μπορούσε. Κάπως έτσι, επισκέφτηκε ένα μεσημέρι την τράπεζα, βοήθησε στη μεταφορά και τοποθέτηση των κιβωτίων, σέρβιρε φαγητό και τσάι, μοίρασε σακούλες με βασικά είδη σε ανθρώπους που τα είχαν ανάγκη και είπε την άποψη του για το θέμα:

«Αυτό που έχουν κάνει οι οπαδοί είναι πραγματικά ξεχωριστό. Πρέπει να υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ των οπαδών, των παικτών και της πόλης. Εμείς οι παίκτες είμαστε εξαιρετικά προνομιούχοι και τυχεροί που κάνουμε κάτι που αγαπάμε. Ξέρουμε όμως ότι υπάρχουν και άνθρωποι λιγότεροι τυχεροί και γι’αυτό θέλουμε να βοηθήσουμε. Όλοι ξέρουμε ότι η ζωή μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή. Τη μια στιγμή μπορεί να παίζεις στο ‘Σέντ Τζέιμς Παρκ’ και την επόμενη να χτυπήσεις σοβαρά και να είσαι τελειωμένος. Όπως μπορεί να συμβεί σε κάθε δουλειά. Το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει ανθρώπους. Θα ήθελα να υπάρξουν κι άλλες τέτοιες ιδέες».

«Football can be more than football». Μια τόσο απλή κουβέντα ενός 22χρονου ποδοσφαιριστή η οποία συνοψίζει όλο αυτό το εγχείρημα των φιλάθλων της Νιούκαστλ, που προσπαθούν να συνδυάσουν την αγάπη τους για την ομάδα της πόλης τους με μια σημαντική βοήθεια προς κάποιους συμπολίτες τους, που μπορεί για διάφορους λόγους να βρέθηκαν σε μια δύσκολη θέση αλλά, πάνω απ’όλα, παραμένουν άνθρωποι. Όπως χαρακτηριστικά λέει άλλωστε ο υπέροχος Ντάνιελ Μπλέικ στην ταινία:

«Δεν είμαι φυγόπονος, απατεώνας, ζητιάνος ή κλέφτης. Δεν είμαι αριθμός ασφάλισης ή μια κουκκίδα στην οθόνη ενός υπολογιστή. Δεν περπατώ σκυφτός αλλά κοιτάω τον γείτονα μου στα μάτια και τον βοηθάω αν μπορώ. Ούτε ζητώ, ούτε δέχομαι ελεημοσύνη. Με λένε Ντάνιελ Μπλέικ. Είμαι άνθρωπος, όχι σκυλί. Απαιτώ να μου φέρονται με σεβασμό. Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ είμαι ένας πολίτης. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο».

Η μέρα που ο Ρονάλντο και ο Μπατιστούτα έπαιξαν μαζί

  [2 Σχόλια]

«Είναι τόσο διαφορετικοί που θα μπορούσαν να παίξουν μαζί. Θα συνέθεταν ένα απίστευτο δίδυμο. Ο Μπατιστούτα έχει τη δύναμη και την ακρίβεια. Όσο για τον Ρονάλντο, δεν έχω ξαναδεί κάποιον τόσο γρήγορο με τη μπάλα στα πόδια. Θα ταίριαζαν τέλεια. Αν έπαιζαν μαζί θα προκαλούσαν πανωλεθρία».

Οι παραπάνω σκέψεις ανήκουν στον μεγάλο Πάολο Ρόσι. Βρισκόμαστε στον Σεπτέμβρη του 1997, ο Ρονάλντο κλείνει εκείνες τις μέρες τα 21 του και τα πόδια του, εκτός από πολύ γρήγορα, είναι ακόμα γερά. Είναι ακόμα μικρός αλλά δεν έχει καμία σχέση με τους περισσότερους «ταλαντούχους πιτσιρικάδες» που έχει δει το ποδόσφαιρο. Έχει μόλις πάρει μεταγραφή από τη Μπαρτσελόνα για την Ίντερ και βρίσκεται ακόμα στο στάδιο προσαρμογής στο ιταλικό ποδόσφαιρο.

Ένα ποδόσφαιρο το οποίο ξέρει πολύ καλά ο Γκαμπριέλ Μπατιστούτα, ο οποίος διανύει την 7η χρονιά του στη Φλωρεντία, στην οποία ήδη λατρεύεται σαν μικρός Θεός. Ο Αργεντινός έχει κλείσει τα 28 και παρ’ ότι η Φιορεντίνα δεν πρωταγωνιστεί στο πρωτάθλημα, ο ίδιος σπάνια τελειώνει μια σεζόν με λιγότερα από 20 γκολ.

Προχωράμε λίγους μήνες μπροστά. Είναι 4 Δεκεμβρίου και όλη η προσοχή είναι στραμμένη στη Μασσαλία, εκεί που γίνεται η κλήρωση των ομίλων του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Γαλλίας. Η μέρα όμως δεν περιλαμβάνει μόνο την κλασική διαδικασία της κλήρωσης. Βλέποντας τις 32 ομάδες της διοργάνωσης, κάποιος μέσα στη ΦΙΦΑ έχει μια περίεργη ιδέα: «Γιατί να μην διοργανώσουμε κι ένα φιλικό με παίκτες από όλες τις χώρες;» Και κάπως έτσι γεννιέται το «Ευρώπη Vs Υπόλοιπος Κόσμος».

Η λογική είναι απλή: Κάθε χώρα που συμμετέχει στο Μουντιάλ θα δώσει έναν παίκτη. Από τη μια πλευρά θα είναι οι 15 Ευρωπαίοι (συν ένας από το Ιράν, για να συμπληρωθεί 16αδα) και από την άλλη 16 παίκτες από τις ομάδες του υπόλοιπου πλανήτη. Στους πάγκους θα κάτσουν οι νικητές των δυο τελευταίων Μουντιάλ. Σ’αυτόν της Ευρώπης ο Γερμανός Φράντς Μπεκενμπάουερ και στην άλλη πλευρά ο Βραζιλιάνος Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα. Η επιλογή των παικτών φυσικά δεν είναι καθόλου εύκολη, ειδικά με τον περιορισμό του ενός παίκτη από κάθε χώρα. Στην αποστολή της Ευρώπης ξεχωρίζουν ο Ζιντάν, ο Κοστακούρτα, ο Ιέρο, ο Μπαλάκοφ, ο Κλάιφερτ, ο Ινς και ο Μπόκσιτς. Στην ομάδα των υπολοίπων υπάρχει ο Κανού, ο Νακάτα και ο Ναιμπέτ. Στο θέμα της ατομικής ποιότητας με μια πρώτη ματιά η ζυγαριά γέρνει για τα καλά από τη μια πλευρά. Όλα αλλάζουν όμως όταν βλέπεις το επιθετικό δίδυμο των μη Ευρωπαίων: Ρονάλντο Λουίς Ναζάριο ντε Λίμα και Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα.

Για πρώτη φορά δυο από τους καλύτερους επιθετικούς του πλανήτη εκείνη την εποχή (και, φυσικά, όχι μόνο εκείνη την εποχή) και οι δυο καλύτεροι επιθετικοί που έχει βγάλει η Βραζιλία και η Αργεντινή, θα παίξουν συμπαίκτες. Κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο δίδυμο και ως «cheat» του παιχνιδιού, χωρίς ποτέ κανείς να τολμήσει να τον πει υπερβολικό. Η προσμονή γι’αυτή την ιδιαίτερη συνεργασία είναι μεγάλη και για το λόγο αυτό περισσότεροι από 38.000 Γάλλοι αψηφούν την παγωνιά και πηγαίνουν στο ‘Βελοντρόμ’ για να δούνε ένα φιλικό παιχνίδι.

Οι Ευρωπαίοι θα ξεκινήσουν καλύτερα το παιχνίδι και θα προηγηθούν 1-0 αλλά κάπου εκεί το «Φαινόμενο» θα αποφασίσει να πάρει το ματς στα σοβαρά. Θα ακολουθήσουν άμεσα 3 ασίστ, εκ των οποίων οι δυο με προορισμό τον Μπατιστούτα, και 2 ατομικά γκολ (το δεύτερο μάλιστα με τον πολυαγαπημένο του τρόπο: προσπερνώντας και τον τερματοφύλακα) και κάπως έτσι το ημίχρονο θα λήξει με τους «Rest of the world» να βρίσκονται μπροστά με το εμφατικό 5-1. Στην επανάληψη οι δυο προπονητές θα κάνουν πολλές αλλαγές, Ρονάλντο και «Μπατιγκόλ» θα αντικατασταθούν, ο Ζιντάν θα βρει τρόπο να χριστεί κι αυτός σκόρερ και το παιχνίδι θα λήξει τελικά με 5-2.

Στο τέλος εκείνης της σεζόν η Ίντερ θα τερματίσει 2η και η Φιορεντίνα 5η. Ο Αργεντινός θα τελειώσει τη χρονιά με 21 γκολ, ο Βραζιλιάνος στην πρώτη του σεζόν στην Ιταλία θα φτάσει τα 25. Στο Μουντιάλ που ακολούθησε ο ‘Ζιζού’ πήρε την εκδίκηση του και με το παραπάνω. Παρά την αποτυχία των ομάδων τους, Ρονάλντο και Μπατιστούτα βρέθηκαν και σ’αυτή τη λίστα των Top Scorers, πετυχαίνοντας 4 και 5 γκολ αντίστοιχα, μένοντας πίσω μόνο από τον Σούκερ που έβαλε 6.

Ένα χρόνο μετά το φιλικό στη Μασσαλία, τον Δεκέμβρη του 1998, μια ομάδα με παίκτες από όλο τον κόσμο προσκλήθηκε να δώσει ένα παιχνίδι με την εθνική Ιταλίας στο ‘Ολίμπικο’, στη γιορτή για τα 100 χρόνια της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Οι επίλεκτοι αυτή τη φορά είναι πραγματικά επίλεκτοι, έχοντας από το κέντρο και μπροστά τους Ζιντάν, Ρούι Κόστα, Γουεά, Μπατιστούτα και Ρονάλντο και στον πάγκο τους Σούκερ, Σάλας και Μπίρχοφ. Με τον Ρονάλντο στο χόρτο, οι Ιταλοί βρίσκονται νωρίς πίσω στο σκορ με 1-2. Τα γκολ των επίλεκτων έχουν βάλει ο Γουέα και ο Μπατιστούτα. Μετά την πρόωρη αλλαγή του Βραζιλιάνου, κάπου στο μισάωρο, οι γηπεδούχοι παίρνουν μπρος και φτάνουν σε ένα θριαμβευτικό 6-2.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που Ρονάλντο και Μπατιστούτα έπαιξαν συμπαίκτες. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα γινόταν αν μια ομάδα αγόραζε και τους δυο. Έχοντας απολαύσει πάντως τον καθένα ξεχωριστά και βλέποντας και τα δείγματα από τα λίγα λεπτά που έπαιξαν συμπαίκτες αντιλαμβάνεται κανείς ότι η λέξη «πανωλεθρία» που χρησιμοποίησε ο Πάολο Ρόσι είναι μάλλον μια πολύ καλή επιλογή για να περιγράψει αυτό που λογικά θα συνέβαινε στις αντίπαλες άμυνες.

Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς μπορούσε να ντριπλάρει τα πάντα (εκτός από την ατυχία του)

  [5 Σχόλια]

Είναι 30 Ιουνίου του 1990, βρισκόμαστε στη Φλωρεντία, Αργεντινή και Γιουγκοσλαβία διεκδικούν μια θέση στους ημιτελικούς του Παγκοσμίου Κυπέλλου και το παιχνίδι έχει φτάσει στα πέναλτι. Οι Αργεντινοί έχουν ήδη ευστοχήσει στην πρώτη τους προσπάθεια. Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς είναι ο πρώτος Γιουγκοσλάβος που παίρνει θέση απέναντι στον Σέρχιο Γκοϊκοετσέα.

(Ο 25χρονος μέσος του Ερυθρού Αστέρα είναι μια από τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις της διοργάνωσης. Έχει σκοράρει δυο φορές απέναντι στους Ισπανούς στους ’16’, έχει δώσει μια ασίστ στον πρώτο γύρο, έχει ‘μοιράσει σακούλες’ σε αρκετούς δύσμοιρους αμυντικούς και είναι το επίκεντρο όλων των επιθετικών προσπαθειών της χαρισματικής εκείνης ομάδας, που είχε ακόμα στην αποστολή της τον Ντάρκο Πάντσεφ, τον Προσινέτσκι, τον Σαμπανάτζοβιτς, τον Σαβίσεβιτς, τον Σούσιτς και τους πιτσιρικάδες Σούκερ, Γιάρνι και Μπόκσιτς.

Ακόμα και στο συγκεκριμένο ματς, ο ‘Πίξι’ (όπως ήταν το παρατσούκλι του) είναι με τεράστια διαφορά ο καλύτερος στον αγωνιστικό χώρο: μοιράζει παιχνίδι, αλλάζει το ρυθμό όποτε θέλει, προσπερνάει Αργεντινούς με χαρακτηριστική ευκολία, σωριάζει στο έδαφος κάμποσους εξ αυτών ακόμα και μέσα στην περιοχή τους, φτιάχνει συνεχώς φάσεις που οι συμπαίκτες του αδυνατούν να τελειώσουν και σταματιέται μόνο με φάουλ (οι 3 από τις 4 κίτρινες κάρτες της Αργεντινής στον αγώνα οφείλονται σ’αυτόν). Κι αν ο τίτλος «κορυφαίος ενός προημιτελικού Μουντιάλ» δεν είναι αρκετός για να εντυπωσιαστεί κάποιος, ας προσθέσουμε και το δεδομένο ότι στον ίδιο αγωνιστικό χώρο βρίσκεται και ο 30χρονος Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, πρωταθλητής κόσμου από το 1986 και πρωταθλητής Ιταλίας λίγους μήνες πριν.)

Επιστρέφουμε όμως στο κρίσιμο πέναλτι. Ο Στόικοβιτς σηκώνει τη μπάλα από το έδαφος και μπροστά σε όλο τον κόσμο που παρακολουθεί με αγωνία ένα νοκ άουτ παιχνίδι Παγκοσμίου Κυπέλλου, με την κλασική δόση αυτοπεποίθησης και υπεροψίας που τον διακατείχε πάντα, αποφασίζει για να δείξει πόσο κουλ και άνετος είναι να κάνει επί τόπου τρία τσαλιμάκια! Στη συνέχεια, στήνει ψύχραιμα τη μπάλα στην άσπρη βούλα, παίρνει φόρα, στέλνει τον Γκοϊκοετσέα στη μια γωνία και τη μπάλα στο αντίθετο ‘παραθυράκι’. Αλλά όχι στα δίχτυα.

Αυτή η εκτέλεση πέναλτι μπορεί να περιγράψει πάνω-κάτω όλη την καριέρα του Ντράγκαν Στόικοβιτς. (Προς υπεράσπιση του, λίγα λεπτά αργότερα ο Μαραντόνα αστόχησε κι αυτός – εκτελώντας ένα πολύ χειρότερο πέναλτι από αυτό του Γιουγκοσλάβου – και επιβεβαίωσε ότι ακόμα και οι πολύ μεγάλοι κάποιες φορές «τα κάνουν θάλασσα» την κρίσιμη στιγμή.)

Το Μουντιάλ αυτό ήταν ουσιαστικά η πρώτη και τελευταία μεγάλη παράσταση του ‘Πίξι’. Η τύχη (ή η μοίρα) τον έκανε τόσο προικισμένο ποδοσφαιρικά που όσοι, λίγοι, τον απόλαυσαν ζωντανά στις καλές του μέρες, δεν τον ξέχασαν ποτέ. Η ατυχία (ή η μοίρα) τον έκανε να γεννηθεί στη Γιουγκοσλαβία την εποχή που η χώρα διασπάστηκε, με αποτέλεσμα να βρεθεί εκτός όλων των μεγάλων εθνικών διοργανώσεων που ακολούθησαν (Euro 1992 και 1996 και Μουντιάλ των ΗΠΑ). Κι αυτό είναι μόνο το ένα σκέλος της ατυχίας. Λίγους μήνες μετά το Μουντιάλ και σε ένα από τα πρώτα ματς της νέας του ομάδας, της πανάκριβης τότε Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί, τραυματίστηκε σοβαρά στο γόνατο, έμεινε οχτώ μήνες εκτός δράσης και από τότε τίποτα δεν ήταν ξανά ίδιο, αφού οι τραυματισμοί άρχισαν να διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Απογοητευμένος και σχεδόν «σακάτης» αποχαιρέτησε στα 29 του τη Μασσαλία και την Ευρώπη για να πάει να παίξει μπάλα στο, πιο ξεκούραστο και εύκολο, πρωτάθλημα της Ιαπωνίας.

Όσοι γεννήθηκαν στα 90s το πιθανότερο είναι να μην τον έχουν καν ακουστά. Όσοι τον πρόλαβαν ηλικιακά, το πιθανότερο είναι να τον έχουν δει ελάχιστα για να μπορούν να επιβεβαιώσουν τον ντόρο που υπήρχε εκείνη την εποχή γι’αυτόν. Όσοι όμως τον έζησαν λίγο παραπάνω, στα καλά χρόνια του με τον, σπουδαίο τότε, Ερυθρό Αστέρα και στις λίγες «γκέστ σταρ» εμφανίσεις με τη Μαρσέιγ, μιλάνε για έναν αδιανόητο φαντεζί παίκτη, που λάτρευε να ντριπλάρει όλη την αντίπαλη ομάδα, να στέλνει τους αντιπάλους του στο χόρτο με κάποια εντυπωσιακή προσποίηση, να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο (ανάμεσα τους υπάρχουν και γκολ από κόρνερ, όπως αυτό που είχε βάλει σε ηλικία 22 ετών σε ένα από τα πρώτα του εκτός έδρας ντέρμπι με την Παρτιζάν!), να μοιράζει ασίστ από το πουθενά, σαν παλιό κλασικό δημιουργικό 10αρι, και να κάνει τακουνάκια ακόμα και σε φάσεις που τις βλέπεις ξανά στο ριπλέι και αδυνατείς να αποδεχθείς ότι πράγματι σκέφτηκε και κατάφερε να κάνει τακουνάκι.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο Μουντιάλ του 1990, ουσιαστικά στη μοναδική μεγάλη διοργάνωση που του δόθηκε η ευκαιρία να παίξει σε καλή ηλικία, ψηφίστηκε στην καλύτερη 11αδα. Δεν είναι τυχαίο το σχόλιο του Μαραντόνα γι’αυτόν αρκετά χρόνια μετά από εκείνο το μεταξύ τους παιχνίδι: «O Στόικοβιτς ήταν απίστευτος ποδοσφαιριστής. Οι κινήσεις του στο γήπεδο είχαν τέτοια χάρη και άνεση που ήταν σαν να χόρευε συνέχεια με την ομορφότερη γκόμενα». Δεν είναι τυχαίο που αν και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στη Μαρσέιγ στο νοσοκομείο και στο κρεβάτι οι οπαδοί της ομάδας τον ψήφισαν στην καλύτερη 11αδα όλων των εποχών. Και φυσικά δεν είναι τυχαίο που στα τέσσερα χρόνια που φόρεσε τη φανέλα του Ερυθρού Αστέρα πρόλαβε να γίνει θρύλος και να αγαπηθεί όσο λίγοι.

Και ο ‘Πίξι’ δεν το ξέχασε ποτέ αυτό. Όταν στο τέλος της πρώτης του, τραυματικής, χρόνιας στη Μαρσέιγ βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ερυθρό Αστέρα στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και ο προπονητής του ζήτησε να εκτελέσει ένα από τα πέναλτι, ο Στόικοβιτς, μένοντας πιστός στον ιδιόρρυθμο και λίγο μποέμ χαρακτήρα του, αρνήθηκε να πάρει τέτοια ευθύνη απέναντι στην αγαπημένη του ομάδα. Οι συμπατριώτες και πρώην συμπαίκτες του τελικά ευστόχησαν και στα πέντε και ο ‘Πίξι’ μαζί με τη Μαρσέιγ αναγκάστηκαν να περιμένουν άλλα δυο χρόνια για να βρεθούν στην κορυφή της Ευρώπης.

Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς δεν έγινε ποτέ αυτό που θα μπορούσε πραγματικά να γίνει. Το πιθανότερο είναι ότι δεν πλησίασε ούτε λίγο στο ‘ταβάνι’ του. Παρ’όλα αυτά με μια απλή αναζήτηση στο ίντερνετ μπορεί κάποιος να βρει αμέτρητα βιντεάκια πολλών λεπτών στα οποία σκοράρει, δημιουργεί και ‘χορεύει’ αντιπάλους (ανάμεσα τους και αρκετά μεγάλα αστέρια της εποχής) με μια άνεση που πιθανόν θα ζήλευε ακόμα και ο Γκαρίντσα. Και το ότι αυτή την εξέλιξη τη θεωρούμε «αποτυχία» τα λέει όλα.