Ο Τρίφον Ιβανόφ δεν πέθανε ποτέ

  [4 Σχόλια]

Στις 20 Μαΐου του 2016 το Εθνικό Στάδιο στη Σόφια ήταν κατάμεστο. Ο Χρίστο Στόιτσκοφ γιόρταζε, έστω και με καθυστέρηση δυο μηνών, τα 50α του γενέθλια με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο: προσκαλώντας για ένα φιλικό φίλους και παγκόσμιους αστέρες, με τους οποίους είχε αγωνιστεί σαν συμπαίκτης ή αντίπαλος στη διάρκεια της καριέρας του. Ανάμεσα τους βρισκόταν ο Ζαμοράνο, ο Μαλντίνι, ο Χάτζι, ο Βαλντεράμα, ο Μπαλάκοφ και ο Μπερμπάτοφ. Λίγο πριν την έναρξη του εορταστικού φιλικού, στο μάτριξ εμφανίστηκε η φωτογραφία ενός μαλλιαρού, μουσάτου τύπου που λίγους μήνες πριν είχε αφήσει την τελευταία του πνοή.

Όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και ξεκίνησε να χειροκροτάει. Το χειροκρότημα κράτησε τρία ολόκληρα λεπτά. Στη διάρκεια αυτών ο 50χρονος Στόιτσκοφ, μπροστά σε όλους αυτούς τους ποδοσφαιρικούς θρύλους και τους χιλιάδες φιλάθλους που πήγαν εκεί για να γιορτάσουν τα γενέθλια του, έκατσε στα γόνατα στο κέντρο του γηπέδου, έκρυψε το πρόσωπο του με τα χέρια του και έβαλε τα κλάματα.

Για τον Τρίφον Ιβανόφ μπορείς να γράψεις αμέτρητες λέξεις. Για τη μέρα που η Βουλγαρία αντιμετώπιζε τη Γερμανία στα προημιτελικά του Μουντιάλ του 1994 και για να καθησυχάσει τον προπονητή του, του είπε «Χαλάρωσε. Μόλις με δούνε θα ‘χεστούν πάνω τους'». Για το ότι είναι ο μόνος παίκτης της ΤΣΣΚΑ Σόφιας που εκτιμούν ακόμα και οι ορκισμένοι εχθροί της Λέφσκι, γιατί όπως σχολίασε κι ένας Βούλγαρος δημοσιογράφος στο ESPN: «Τον Τρίφον τον σέβονται όλοι στη Βουλγαρία γιατί απλά δεν γίνεται να τον μισήσεις».

Για την ατάκα του Στόιτσκοφ, που όταν τον συμπεριέλαβε στην ιδανική 11αδα του, στην προσπάθεια του να περιγράψει το αγωνιστικό του στυλ είπε: «O Ιβανόφ δεν πήρε ποτέ του αιχμαλώτους». Για την πρώτη κόκκινη κάρτα που είδε παίζοντας με την εθνική, σε ένα φιλικό με την Ιταλία: «Έπαιζα εναντίον του Βιάλι. Κάποια στιγμή με έφτυσε στο πρόσωπο, γι’αυτό και βρέθηκε αμέσως στο πάτωμα. Ένας άνθρωπος δεν γίνεται να ελέγχει συνέχεια τα συναισθήματα του». Για τη μέρα που αντιμετώπισε, με επιτυχία, τον Καντονά στο Όλντ Τράφορντ και όταν στο τέλος όλοι οι συμπαίκτες του έτρεξαν στον Γάλλο για να ζητήσουν τη φανέλα αυτός τους ενημέρωσε ότι αυτή είναι κρατημένη για τον Ιβανόφ.

Για τότε που έπαιζε στην Ελβετία και ο προπονητής, με τον οποίο είχε κόντρα, τον ενημέρωσε πως είναι εκτός ομάδας και ο Ιβανόφ μάζεψε τα ρούχα του, πήγε στην κερκίδα και κάθισε να απολαύσει το ματς με καφέ και τσιγάρο, μέχρι που εμφανίστηκε ο πρόεδρος, του είπε «τι κάνεις εδώ; Έλα μαζί μου» και ο Βούλγαρος βρέθηκε από το πουθενά να μπαίνει αλλαγή στο 15′, σε ένα ματς που τελικά κρίθηκε από δικό του γκολ! Για την ατάκα του συμπαίκτη του στη Ραπίντ, Πίτερ Σότελ: «Ο Ιβανόφ είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρω που ξυρίζεται και τέσσερις ώρες μετά έχει κανονική γενειάδα». Για τότε που αγόρασε ένα τανκ απλά και μόνο για να δει πως είναι να οδηγάς ένα τέτοιο.

Για το καλτ τουρνουά ποδοσφαίρου ‘Κύπελλο Τρίφον Ιβανόφ’, που διεξάγεται κάθε χρόνο στο… Σάο Πάολο της Βραζιλίας (ναι, στη Βραζιλία) και στο οποίο σε συμβουλεύουν να παίξεις με μαύρα παπούτσια, επιτρέπονται τα γυαλιά ηλίου, το ποτό («αρκεί να μην πετάξεις τη μπύρα σου στον αντίπαλο») και το κάπνισμα («αρκεί να μην σου πέσει το τσιγάρο στο χλοοτάπητα») και απαγορεύεται να κάνεις ηλίθιες ερωτήσεις όπως «ποιος είναι ο Τρίφον Ιβανόφ».

[διάβασε περισσότερα →]

Η ομορφιά του να επιλέγεις το δύσκολο δρόμο

  [2 Σχόλια]

Λίγο πριν από το φινάλε της «Άγριας συμμορίας», μια συμμορία κοινών εγκληματιών που μόλις έχει κάνει το τελευταίο καλό ‘χτύπημα’ πριν την απόσυρση, καλείται να πάρει μια μεγάλη απόφαση, όταν ένα από τα μέλη της μπλέκει με τον Μεξικανό διεφθαρμένο στρατηγό που οργάνωσε αυτό το τελευταίο χτύπημα: Ή θα παρατήσουν τον συνεργάτη τους, θα χωριστούν και θα πάρει ο καθένας το δρόμο του, έχοντας εξασφαλίσει το μέλλον του, ή θα αδιαφορήσουν για τις ανέσεις της νέας ζωής που ανοίγεται μπροστά τους και θα υπερασπιστούν τον φίλο τους γνωρίζοντας ότι πηγαίνουν προς έναν σίγουρο θάνατο.

Η ταινία του τεράστιου Σαμ Πέκινπα, από το μακρινό 1969, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το καλύτερο γουέστερν όλων των εποχών για αμέτρητους λόγους, που σχετίζονται με το σενάριο, τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών και την εξαιρετική και αντισυμβατική σκηνοθεσία. Αλλά αυτό που το ανυψώνει και το μετατρέπει σε διαχρονικό αριστούργημα που ξεφεύγει από τα στενά όρια του κλασικού αμερικάνικου γουέστερν βρίσκεται ακριβώς σ’αυτή τη στιγμή της μεγάλης επιλογής.

Εκεί που τέσσερις πραγματικά κακοί τύποι, τέσσερις κλέφτες και δολοφόνοι που δεν έχουν τίποτα ηρωικό πάνω τους, τέσσερις τύποι που δεν είναι καν φίλοι με την κλασική έννοια, τέσσερις τύποι που σε οποιαδήποτε άλλη χολιγουντιανή ταινία θα ήταν οι κακοί της υπόθεσης, αποφασίζουν πως όλα τα υλικά αγαθά και όλες οι προοπτικές μιας άνετης και ωραίας ζωής, τα οποία και κυνηγούσαν τόσο καιρό με πάθος, δεν αξίζει να τοποθετηθούν πάνω από την αξιοπρέπεια τους. Και το αποφασίζουν χωρίς φιλοσοφικές αναλύσεις, δακρύβρεχτους κινηματογραφικούς μονολόγους, χειροκροτήματα από το βάθος ή συγκινητικές μελωδίες από πίσω. Απλά, λιτά και αντρικά. Με ένα κοίταγμα, ένα υπέροχο χαμόγελο αμοιβαίας κατανόησης και δυο κοφτές ατάκες: «Let’s go», «Why not?». Και «ίσως εκεί αρχίζει η ομορφιά του ανθρώπου…»

Το καλοκαίρι του 2005 οι οπαδοί της ιστορικής Αούστρια Σάλτσμπουργκ βρέθηκαν μπροστά σε ένα πολύ μεγάλο δίλημμα. Η αυστριακή Red Bull αγόρασε την ομάδα τον Απρίλιο και αρχικά όλοι πίστευαν ότι με τη βοήθεια της θα μπορούσε να σταθεί ξανά η Αούστρια στα πόδια της, να ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα που είχε και να επιστρέψει στην κορυφή της χώρας αλλά και στα μεγάλα σαλόνια της Ευρώπης. Τα αληθινά κίνητρα της εταιρείας φάνηκαν λίγους μήνες αργότερα. Η Red Bull προχώρησε άμεσα στην αλλαγή του ονόματος, του σήματος αλλά και των χρωμάτων της ομάδας, που δεν ταίριαζαν με αυτά της εταιρείας, αλλαγές που συνοψίστηκαν με την επίσημη δήλωση-θέση «αυτή είναι μια νέα ομάδα, χωρίς ιστορία». (Για να το εμπεδώσουν καλά όλοι στο μυαλό τους αυτό, άλλαξαν ακόμα και τη χρονολογία ίδρυσης, βάζοντας το 2005 στη θέση του 1933, αλλαγή που ακυρώθηκε όμως από την ΠΟ της Αυστρίας, που ενημέρωσε την εταιρεία πως αν θέλει να κρατήσει την άδεια της ομάδας που αγόρασε θα πρέπει το έτος ίδρυσης να μην αλλάξει.)

Όπως είναι αναμενόμενο, οι φίλαθλοι αντέδρασαν αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα χειρότερη. Οπαδοί που πήγαιναν στο γήπεδο φορώντας τις παραδοσιακές μοβ εμφανίσεις έτρωγαν ‘πόρτα’, οι αντιδράσεις τους σχολιαζόταν από τη νέα διοίκηση ως «πρακτικές νηπιαγωγείου» ενώ στις τέσσερις συναντήσεις που έγιναν μεταξύ των δυο πλευρών για να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση, το αποτέλεσμα ήταν οι οπαδοί να αποχωρήσουν απορρίπτοντας χωρίς δεύτερη σκέψη τη… γενναιόδωρη προσφορά των ανθρώπων της Red Bull. Ποια ήταν αυτή; Να προχωρήσουν όλες οι αλλαγές και σε αντάλλαγμα να παραμείνουν μοβ οι κάλτσες του τερματοφύλακα και το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Κάπως έτσι, οι οπαδοί της Αούστρια, 72 ολόκληρα χρόνια μετά την ίδρυση της, βρέθηκαν στη δύσκολη θέση που έπρεπε να αποφασίσουν το δρόμο που θα ακολουθήσουν.

Αρκετοί από αυτούς συμβιβάστηκαν, αποδέχτηκαν όλες τις αλλαγές, πίστεψαν σε ένα καλύτερο μέλλον με μια ισχυρή οικονομικά εταιρεία από πίσω, γλυκάθηκαν από την ιδέα των μελλοντικών τίτλων, άλλαξαν χρώματα στη γκαρνταρόμπα και στα οπαδικά αξεσουάρ τους και υποστήριξαν την ιδέα της Red Bull. Δώδεκα χρόνια μετά, με δεδομένη πάντα την κοσμοθεωρία και τις προτεραιότητες τους, πρέπει να νιώθουν δικαιωμένοι. Η Red Bull Σάλτσμπουργκ, όπως ονομάζεται πλέον αυτό το ποδοσφαιρικό μόρφωμα, μετράει 7 πρωταθλήματα και 4 κύπελλα Αυστρίας και τα πανηγύρια διαδέχονται το ένα το άλλο στο υπερσύγχρονο ‘Red Bull Arena’.

(Βέβαια, στην αρχή της φετινής σεζόν οι… πιστοί οπαδοί της ομάδας της Red Bull διαμαρτυρήθηκαν έντονα προς τη διοίκηση γιατί τα τελευταία δυο χρόνια 8 από τους καλύτερους παίκτες αποχώρησαν από το σύλλογο με προορισμό μια συγκεκριμένη ανερχόμενη Γερμανική ομάδα που εδρεύει στη Λειψία, η οποία όλως τυχαίως ανήκει κι αυτή στη Red Bull. Με μια ανοιχτή επιστολή προς τον αυστριακό ιδιοκτήτη της εταιρείας, οι οπαδοί του υπενθύμιζαν ότι δεν πρέπει να ξεχνάει το ‘σπίτι’ του και του τόνιζαν ότι δεν είναι σωστό να ενισχύει μια επένδυση του σε άλλη χώρα, αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα την ομάδα της πατρίδας του. Αλλά αυτό το κείμενο δεν γράφτηκε γι’αυτούς τους οπαδούς.)

Από την άλλη πλευρά, κάποιες χιλιάδες οπαδοί πήραν μια πιο δύσκολη απόφαση. Αδιαφορώντας για το αστραφτερό, γεμάτο επιτυχίες, μέλλον που τους υποσχόταν η εταιρεία με σήμα τον ταύρο, δημιούργησαν μια νέα ομάδα, η οποία έχει το όνομα, το σήμα και τα χρώματα αυτής που αγάπησαν από μωρά παιδιά, αυτής που πιθανόν υποστήριζαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους, αυτής, που όπως θα έλεγε κάθε ρομαντικός οπαδός αυτού του πλανήτη, που τους διάλεξε τη μέρα που γεννήθηκαν. Στις 7 Οκτωβρίου 2005 το όνομα Αούστρια Σάλτσμπουργκ επανήλθε στις λίστες του αυστριακού ποδοσφαίρου, έστω και στο χαμηλότερο σκαλοπάτι του, την 7η κατηγορία.

Όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Γουίμπλεντον, η νέα ομάδα αγκαλιάστηκε άμεσα από αρκετούς ανθρώπους και αυτή η αγάπη συντέλεσε στο να σκαρφαλώσει σιγά-σιγά στις επαγγελματικές κατηγορίες, παίζοντας ακόμα και με μικρά χωριά που ο πληθυσμός τους ήταν ίσος με τον αριθμό των εκδρομέων της Αούστρια, και να φτάσει πέρσι στη 2η κατηγορία, στην οποία όμως δεν κατάφερε να παραμείνει και φέτος. Αυτό όμως δεν πτόησε κανέναν. Είναι αποδεδειγμένο άλλωστε πως αν ψάχνει κάποιος οπαδούς που ζούνε για τους τίτλους και τις φιέστες, σίγουρα δεν θα τους βρει στο μικρό ερασιτεχνικό γηπεδάκι των 1566 θέσεων στο οποίο μετακόμισαν οι άνθρωποι αυτοί που επέλεξαν να συνεχίσουν να φοράνε μοβ.

Το Σάββατο που μας πέρασε μερικές εκατοντάδες εξ αυτών ταξίδεψαν ως την Αγγλία, απλά και μόνο για να δούνε την αγαπημένη τους ομάδα να παίζει ένα φιλικό παιχνίδι. Αντίπαλος τους ήταν ένας άλλος ιδιαίτερος σύλλογος, η FC Γιουνάιτεντ του Μάντσεστερ, που όλως τυχαίως επίσης ιδρύθηκε το 2005, από φίλους της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που διαφωνούσαν με την πώληση της στην οικογένεια Γκλέιζερ.

Οι Αυστριακοί εκδρομείς πήγαν με πορεία ως το μικρό γηπεδάκι των Άγγλων, χειροκροτήθηκαν έντονα κατά την είσοδο τους στην κερκίδα και δεν σταμάτησαν λεπτό να τραγουδάνε και να κουνάνε τις σημαίες τους. Μετά το τέλος του αγώνα, και παρά την ήττα με 3-0, αποθέωσαν τους παίκτες τους, τους αγκάλιασαν όταν αυτοί ανέβηκαν στην κερκίδα για να τους χαιρετίσουν και κατευθύνθηκαν στις γειτονικές παμπ όπου τα ήπιαν παρέα με οπαδούς των γηπεδούχων, συνεχίζοντας να τραγουδάνε για μια ομάδα που είναι πολύ πιθανό να μην τους δώσει ποτέ τη χαρά να πανηγυρίσουν ένα τίτλο αλλά μπορεί να περηφανεύεται ότι δεν έχασε ποτέ την αξιοπρέπεια της.

Αν ζούσε ακόμα ο Σαμ Πέκινπα, κάτι μου λέει ότι βλέποντας αυτούς τους ανθρώπους να επιλέγουν το δύσκολο δρόμο, απλά και μόνο γιατί κάτι μέσα τους κάποια στιγμή τους είπε ότι αυτό είναι το σωστό, θα χειροκροτούσε όρθιος και θα έπινε μερικές βότκες μαζί τους.

Λιονέλ Μέσσι: Το τελευταίο μεγάλο κλασικό 10αρι

  [2 Σχόλια]

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, το ποδόσφαιρο εξελίχθηκε, έγινε πιο γρήγορο, πιο πειθαρχημένο, πιο απαιτητικό και πιο «physical» (που λένε και στο καφενείο του χωριού μου), οι στιγμές που ένας παίκτης έχει χρόνο και άνεση να πατήσει τη μπάλα κοντά στο κέντρο και να ψάξει την καλύτερη δυνατή λύση μειώθηκαν αισθητά και κάπως έτσι τα κλασικά 10αρια ένα-ένα άρχισαν είτε να μεταλλάσσονται (μετακινούμενα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του καθενός, λίγο πιο πίσω στο χώρο του κέντρου ή στις πτέρυγες), είτε να αποχωρούν, πάντα βέβαια με το γνώριμο χαλαρό και ελαφρώς υπεροπτικό στυλάκι τους.

«To παιχνίδι γίνεται πολύ πιο γρήγορο, δυνατό και τακτικό. Με τα δικά μου προσόντα το να επιβιώσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αρκετά δύσκολο» είχε παραδεχτεί λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από τα γήπεδα ο Χουάν Κάρλος Βαλερόν, ένα από τα αγαπημένα 10αρια της προηγούμενης δεκαετίας, και μαζί του λογικά θα συμφωνούσε και ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, πιθανόν το τελευταίο μεγάλο 10αρι της εποχής που συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά του ρόλου, θετικά και αρνητικά.

Σε ένα ποδόσφαιρο που η φυσική κατάσταση και η ταχυδύναμη είναι το παν και που κάθε παίκτης οφείλει να συνεισφέρει στο αμυντικό κομμάτι, δεν υπάρχει πλέον χώρος για «τεμπέληδες» μεσοεπιθετικούς, που με την άμυνα έχουν την ίδια σχέση που έχει ο Ζλάταν με τη μετριοφροσύνη. Ή τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι κάπου στις αρχές του 2015, όταν ο Λιονέλ Μέσσι αποφάσισε να αφήσει την κορυφή της επίθεσης και τα τρικ με τα «ψεύτικα εννιάρια» και να γίνει αυτό που λέει ο αριθμός της φανέλας του. Και όπως ακριβώς είχε σχολιάσει πριν χρόνια ένας Άγγλος σπίκερ σε κάποιο από τα σλάλομ του ανάμεσα σε τρεις και τέσσερις αντιπάλους σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα, «ο Μέσσι φτιάχνει χώρο εκεί που δεν υπάρχει χώρος».

Κάπως έτσι, και ουσιαστικά από το πουθενά, το συνεχώς εξελισσόμενο ποδόσφαιρο έκανε μια μεγάλη εξαίρεση και αναγκαστικά βρήκε χώρο για ένα 10αρι παλιάς κοπής, ένα 10αρι που έχει όλα τα στοιχεία που αγαπήσαμε και μάλιστα στον πιο μεγάλο βαθμό. Τρομερή ικανότητα διαβάσματος μιας φάσης, ποδοσφαιρική ευφυΐα, φαντασία, τεχνική, κάθετη πάσα, μεγάλη πάσα, γενικότερα πάσα όλων των ειδών, ντρίπλα, εξαιρετικά στημένα και, σαν ποιοτικό εξτραδάκι, εντυπωσιακή άνεση στο σκοράρισμα.

Φυσικά πολλά από αυτά τα στοιχεία τα έχουν κι άλλοι μεσοεπιθετικοί της εποχής (με εξέχοντα τον Μεσούτ Οζίλ), κάποιοι εκ των οποίων αν έπαιζαν πριν 20 χρόνια το πιθανότερο είναι να γινόταν κλασικά 10αρια. Η μεγάλη διαφορά όμως εντοπίζεται σε δυο σημεία: (σχεδόν) κανείς τους δεν έχει απόλυτη ελευθερία στην επίθεση και την πολυτέλεια να παραβλέπει εντελώς την άμυνα, αφού είναι ενταγμένοι αρμονικά στο σύστημα της ομάδας, και κανείς δεν τα έχει όλα αυτά, στο βαθμό που τα έχει ο Αργεντινός.

Στο περσινό 0-2 της Μπάρτσα μέσα στην έδρα της Άρσεναλ ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης μετά τον αγώνα ήταν τα χιλιόμετρα του Μέσσι. Ο Αργεντινός είχε τρέξει αισθητά λιγότερο απ’όλους τους συμπαίκτες του. (Μικρή λεπτομέρεια: Ήταν ο παίκτης που καθάρισε το ματς με δυο γκολ). Εκείνο το παιχνίδι δεν ήταν κάποια εξαίρεση. Για την ακρίβεια, έχουν υπάρξει παιχνίδια που έχει τρέξει λιγότερο απ’όλους όσους βρίσκονται στο χορτάρι. Τα παιχνίδια του Μέσσι τα 2-3 τελευταία χρόνια είναι ένας συνδυασμός περπατήματος και παρατήρησης του αγώνα που διακόπτεται μόνο όταν η ομάδα κερδίζει την κατοχή και ο ίδιος κρίνει ότι χρειάζεται να ανεβάσει ρυθμό. Προφανώς και ο Αργεντινός δεν το κάνει από τεμπελιά. Το κάνει γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έχει δυνάμεις στις στιγμές που η ομάδα θα τον χρειαστεί περισσότερο. Το θέμα βέβαια είναι ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή άλλος παίκτης τέτοιου επιπέδου στο σύγχρονο ποδόσφαιρο που να έχει αυτή την πολυτέλεια. Ο Μέσσι μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει στο χόρτο γιατί απλά είναι ο Μέσσι.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο δεύτερο σημείο. Ο Μέσσι έχει κερδίσει αυτό το άτυπο δικαίωμα να μη μαρκάρει, με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας, γιατί πολύ απλά όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, κάπου ανάμεσα στη μεγάλη περιοχή και το κέντρο, οι ικανότητες του είναι πολύ μεγαλύτερες από οποιουδήποτε άλλου στον πλανήτη αυτή τη στιγμή. Κι αυτό δεν χρειαζόταν να το περιγράψει πρόσφατα ο Χόρχε Σαμπαόλι με την επική ατάκα «Το να συγκρίνεις τον Μέσσι με οποιονδήποτε άλλον είναι σαν να συγκρίνεις έναν απλά καλό αστυνομικό με τον Μπάτμαν» για να το αντιληφθούμε.

Ένας από τους ανώνυμους, ερασιτέχνες λάτρεις της στατιστικής πήρε τα δεδομένα των 8 τελευταίων σεζόν των 5 μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων και έκανε κάποιες συγκρίσεις, εστιάζοντας στους παίκτες που σκόραραν τουλάχιστον 10 γκολ σε μια σεζόν. Στη συνέχεια έκανε σύγκριση μεταξύ αυτών σε τρεις βασικούς τομείς: στο σκοράρισμα, στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες μπαλιές, έναν τομέα που επέλεξε γιατί στατιστικά είναι η ασίστ με τις περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει σε γκολ. Το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο τόσο προβεβλημένος Μέσσι ίσως είναι λίγο υποτιμημένος. Με πολύ απλά λόγια: Κάνει τόσα πράγματα, τόσο καλά και τόσο συχνά που καταλήγουν να φαίνονται συνηθισμένα ενώ δεν είναι.

Ο «μέσος Μέσσι» (δηλαδή ο μ.ο. των επιδόσεων του τα τελευταία 8 χρόνια) δεν είναι απλά καλύτερος από τον «μέσο καλό μεσοεπιθετικό» (δηλαδή από τον μ.ο. των επιδόσεων όλων των τοπ παικτών που συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα). Ο Μέσσι σε μια μέτρια σεζόν του είναι καλύτερος από το 98% των «καλύτερων» της Ευρώπης και στο σκοράρισμα, και στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες πάσες! Ακούγεται αδιανόητο αλλά δεν είναι. «Παρ’όλο που είναι πιθανό να μην είναι άνθρωπος, είναι καλό το ότι ο ίδιος πιστεύει πως είναι» που είχε πει και ο Χαβιέρ Μαστσεράνο πριν μερικά χρόνια.

Με τον τρόπο που εξελίσσεται το ποδόσφαιρο φαίνεται αρκετά δύσκολο στα επόμενα χρόνια να βρεθεί (πάντα μιλώντας για το υψηλότερο δυνατό επίπεδο) κάποιος παίκτης τόσο καλός που να του επιτραπεί τέτοια ελευθερία κινήσεων, απλά και μόνο γιατί όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, ακόμα κι όταν βρίσκεται λίγα μέτρα μπροστά από το κέντρο, μπορεί να καθορίσει ένα ματς με μια ενέργεια. Κάποιος ρεαλιστής βέβαια, μπορεί να προσθέσει πως όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η παραγωγικότητα του Αργεντινού επιθετικά, το γεγονός ότι δεν συνεισφέρει αμυντικά όπως παλιά (τότε που οι Καταλανοί χρησιμοποιούσαν τον περίφημο «κανόνα των 3 δευτερολέπτων») πιθανόν επηρεάζει αρκετά την γενικότερη αποτελεσματικότητα της Μπαρτσελόνα.

Για κάποιον όμως που αδιαφορεί για τα αποτελέσματα που θα φέρει η Μπάρτσα, το παιχνίδι του Μέσσι είναι μια οπτική απόλαυση, ακόμα και τα τελευταία χρόνια στα οποία το σώμα του φαίνεται να τον προδίδει συχνά-πυκνά. Για κάποιον ειδικά που μεγάλωσε με την εικόνα του χαλαρού 10αριου, που σουλατσάρει στο χόρτο με ένα ελάχιστο ύφος υπεροψίας, περιμένοντας την ιδανική στιγμή που θα ζητήσει τη μπάλα και θα δημιουργήσει κάτι επικίνδυνο για τον αντίπαλο με μια έμπνευση, ο Μέσσι των τελευταίων ετών, που το πεδίο δράσης του ξεκινάει πολύ πιο κοντά στο κέντρο σε σχέση με παλιότερα, είναι κάτι σαν φαντασίωση, μια εξαίρεση που επιβιώνει στο σύγχρονο ποδόσφαιρο γιατί απλά «ξέρει πολλή μπάλα» κι αυτή είναι μια ατάκα που μοιάζει (και είναι) καφενειακή αλλά κατά βάθος είναι ολότελα ρομαντική.

Σε μια πολύ ανταγωνιστική εποχή, που το να είσαι μια μείξη ποδοσφαιριστή και υπεραθλητή είναι αρκετά συνηθισμένο και επιθυμητό, το να πρωταγωνιστεί κάποιος που σε μεγάλο βαθμό πλέον λειτουργεί με τους ιδιαίτερους ρυθμούς ενός 10αριου παλιάς κοπής, απλά και μόνο λόγω ταλέντου και ποδοσφαιρικής ευφυίας, είναι λόγος συγκρατημένης αισιοδοξίας για το μέλλον του παιχνιδιού, που βαθιά μέσα στον πυρήνα του, πίσω από όλο το μάρκετινγκ, τα μίνιμαλ σήματα, τα σόσιαλ μίντια και τα προπονητικά τιμ με τους εξειδικευμένους επιστήμονες, παραμένει «μπαλίτσα».

Αυτός ο κάποιος ήταν κάποτε ένας ταλαντούχος πιτσιρικάς που ξεκίνησε από τα άκρα της επίθεσης, έγινε «ψεύτικο εννιάρι» σκοράροντας ακατάπαυστα και τελικά όταν οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, σιγά-σιγά κατέληξε στη θέση που του δίνει απόλυτη ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει, τη θέση που ταιριάζει με το βαρύ νούμερο στη φανέλα του. Ένα νούμερο που του είχε μεταβιβάσει, καθόλου τυχαία, ένα εξίσου σπουδαίο 10αρι.

Όπως αποκάλυψε ο Μέσσι, λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από το Καμπ Νου ο Ροναλντίνιο, έπιασε τον Αργεντινό και του είπε ότι αυτός και μόνο αυτός πρέπει να είναι ο επόμενος κάτοχος της φανέλας με το 10. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, ο Ρόνι είχε καταλάβει τις δυνατότητες του Μέσσι από την πρώτη, κυριολεκτικά, μέρα. Και αυτό δεν επιβεβαιώνεται μόνο από τον Τζιοβάνι φαν Μπρόνκχορστ ή την περίφημη δήλωση του μετά την κατάκτηση της Χρυσής Μπάλας («Αυτό το βραβείο λέει ότι είμαι ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο αλλά δεν είμαι ο καλύτερος ούτε καν μέσα στη Μπάρτσα»). Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης που έκανε ο, έφηβος τότε, Αργεντινός με την πρώτη ομάδα, ο Βραζιλιάνος πήρε τηλέφωνο την καλή του φίλη και δημοσιογράφο Κριστίνα Κουμπέρο και της είπε «Σήμερα έκανα προπόνηση με κάποιον που θα γίνει καλύτερος από μένα»! Όπως ακριβώς όλοι μας όταν ανακαλύπτουμε κάτι αξιοθαύμαστο θέλουμε να το μοιραστούμε με όλους, έτσι κι ο Ροναλντίνιο δεν έμεινε στη φίλη του. Πριν λίγο καιρό ο Κόμπι Μπράιαντ αποκάλυψε πως όταν η Μπάρτσα πήγε για φιλικά στο Λος Άντζελες, ο Ρόνι του σύστησε τον Μέσσι με την ατάκα «Κόμπι, να σου γνωρίσω τον τύπο που θα γίνει ο καλύτερος παίκτης όλων των εποχών». Ο τύπος αυτός ήταν τότε 17 χρονών.

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έγραψε κάποτε «Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αυτό που θα δουν, όχι αυτό που έχουν δει», μια πρόταση που πάντα μου ακουγόταν πολύ όμορφη για να κοσμήσει ένα βιβλίο αλλά χωρίς καμία λογική υπόσταση. Κι όμως, με κάποιον μαγικό τρόπο, σαν αυτούς που έβρισκε στις καλές του μέρες στον αγωνιστικό χώρο για να μας διασκεδάζει, ο Ροναλντίνιο είχε δει την πορεία του Μέσσι πριν απ’όλους.

O Ντιέγκο στην Ατσέρα: Όταν ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο έπαιξε στις λάσπες για χάρη ενός παιδιού

  [1 Σχόλιο]

Το βράδυ της Πρωταπριλιάς του 1991 στο αεροδρόμιο της Ρώμης γράφτηκε ο επίλογος μιας εκ των ωραιότερων και πιο ιδιαίτερων σχέσεων του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα έφυγε κρυφά από την Ιταλία με μια μεταμεσονύκτια πτήση. Οι δημοσιογράφοι, τα κανάλια και όλος ο υπόλοιπος κόσμος πληροφορήθηκαν τη φυγή του την επόμενη μέρα. Παρ’ ότι δεν υπήρχε κάποια επίσημη δήλωση, κατά βάθος όλοι ήξεραν πως ο Μαραντόνα δεν σκόπευε να επιστρέψει, καθώς τα ανοιχτά μέτωπα πλέον ήταν αμέτρητα.

Η εφορία τον κατηγορούσε για φοροδιαφυγή, το δικαστήριο είχε αποφανθεί πως μια εκ των ερωμένων του, η Κριστίνα Σινάγκρα, δικαιούταν μηνιαία διατροφή για το παιδί που έκανε με τον Ντιέγκο (το οποίο ο Μαραντόνα αναγνώρισε πολλά χρόνια αργότερα), η ιταλική δικαιοσύνη τον είχε συμπεριλάβει στην έρευνα της για την τοπική Μαφία, έρευνα που σχετιζόταν με υποθέσεις ναρκωτικών και ιερόδουλων, η ίδια του η ομάδα είχε πάει στα δικαστήρια την εταιρεία που διαχειριζόταν την εικόνα του, υποστηρίζοντας πως η συμπεριφορά του πλέον έβλαπτε την Νάπολι (τον τελευταίο χρόνο ο Ντιέγκο έκανε συχνά κοπάνες από τις προπονήσεις ισχυριζόμενος ότι έχει στρες, αρνιόταν να συμμετάσχει σε κάποια παιχνίδια, ειδικά όταν το προηγούμενο βράδυ είχε προγραμματισμένο κάποιο πάρτι με γυναίκες και ναρκωτικά, και ουσιαστικά άφησε αβοήθητη τη Νάπολι στην προσπάθεια της να υπερασπιστεί τον τίτλο της – τερμάτισε τελικά στην 8η θέση – αλλά και να προχωρήσει στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, πηγαίνοντας σαν τουρίστας, ξεχωριστά από την ομάδα, στο κρίσιμο παιχνίδι με τη Σπαρτάκ στη Μόσχα) και το σοβαρότερο όλων, λίγες εβδομάδες πριν είχε βρεθεί θετικός σε αντιντόπινγκ κοντρόλ μετά από ένα παιχνίδι με τη Μπάρι.

Εφτά χρόνια πριν, τον χειμώνα του 1984, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Ο «Πίμπε ντε όρο» (το «Χρυσό Αγόρι») και η Νάπολι βρισκόταν στον πρώτο χρόνο της σχέσης τους και όλα έμοιαζαν σχεδόν παραμυθένια, παρά το γεγονός πως η κορυφή του ιταλικού ποδοσφαίρου έμοιαζε σαν μακρινό όνειρο. Ο 24χρονος Αργεντινός μπορεί να μην είχε γίνει ακόμα «Θεός» αλλά ήταν ήδη «Μεσσίας», αυτός που όλοι πίστευαν (και όχι άδικα, όπως αποδείχτηκε) πως θα αλλάξει το ρου της ιστορίας της ομάδας. Το πιο σημαντικό απ’όλα όμως είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ήταν ακόμα εκείνος ο θρασύς πιτσιρικάς από μια φτωχή οικογένεια που δεν είχε γνωρίσει καλά τη χλιδή και την πολυτέλεια που συναντάει κανείς όταν το εισόδημα του αυξάνεται κατακόρυφα και η φήμη του φτάνει σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Μερικά χιλιόμετρα βορειοανατολικά από τη Νάπολη, βρίσκεται η Ατσέρα, μια μικρή πόλη 40.000 κατοίκων τότε, ένα από αυτά τα μέρη που προσπερνάς με το αμάξι και λίγη ώρα μετά έχεις ξεχάσει την ύπαρξη τους. Τον χειμώνα εκείνο, ένας απελπισμένος ντόπιος πατέρας που έβλεπε πως τα λεφτά του δεν έφταναν για να μεταφερθεί ο άρρωστος γιος του στη Γαλλία, για να υποβληθεί σε επέμβαση, ζήτησε τη βοήθεια του Πιέτρο Πουζόνε, ενός 21χρονου ποδοσφαιριστή που είχε καταγωγή από την Ατσέρα και εκείνη την εποχή έπαιζε στη Νάπολι. Ο Πουζόνε συζήτησε το θέμα με τους συμπαίκτες του και ζήτησε από τη διοίκηση άδεια για να διεξαχθεί στην Ατσέρα ένα φιλικό, με αντίπαλο την τοπική ερασιτεχνική ομάδα, τα έσοδα του οποίου θα ενίσχυαν την οικογένεια του μικρού παιδιού.

Σύμφωνα με τον Πουζόνε ο πρόεδρος της ομάδας, Κοράντο Φερλαΐνο, είχε αρνητική στάση, φοβούμενος για τη σωματική ακεραιότητα των παικτών και ειδικότερα του Μαραντόνα, που λίγους μήνες πριν είχε γίνει η πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ο Ντιεγκίτο όμως είχε πάρει εξ αρχής τη δική του απόφαση: «Θα πάμε να παίξουμε». Και κάπως έτσι, χάρη στην επιμονή ενός πεισματάρη, ταλαντούχου Αργεντινού με φουντωτό μαλλί, η Ατσέρα απέκτησε μια όμορφη ιστορία για να διηγείται στις επόμενες γενιές.

Η Νάπολι κατέφθασε στο μικρό γηπεδάκι της πόλης ένα κρύο και μουντό απόγευμα και αντίκρισε αυτό ακριβώς που φοβόταν η διοίκηση της ομάδας εξ αρχής: ένα ερασιτεχνικό γήπεδο, χωμένο ανάμεσα σε παλιά, ερειπωμένα κτίρια, με αποδυτήρια που δεν είχαν ούτε τα στοιχειώδη, μια κεντρική, ετοιμόρροπη κερκίδα και έναν αγωνιστικό χώρο γεμάτο λακκούβες, χώμα και λασπουριά.

Οι παίκτες και των δυο ομάδων έκαναν προθέρμανση μπροστά σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, την ώρα που διάφοροι παρατρεχάμενοι περνούσαν από δίπλα, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν ότι ο τύπος με το 10 στη φανέλα που έκανε τσαλιμάκια στο πάρκινγκ του γηπέδου της πόλης τους ήταν πράγματι ο Μαραντόνα, ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του πλανήτη εκείνη την εποχή.

Παρά την τραγική κατάσταση του αγωνιστικού χώρου, που χειροτέρευε όσο περνούσε η ώρα, ο αγώνας ξεκίνησε και τέλειωσε κανονικά. Το περιβραχιόνιο της Νάπολι μόνο για το συγκεκριμένο παιχνίδι φόρεσε ο ντόπιος Πουζόνε. Αδιαφορώντας για τα (πολλά) λεφτά που είχαν επενδυθεί πάνω του και για το ότι ήταν ένα από τα ανερχόμενα αστέρια του Καμπιονάτο, ο Ντιεγκίτο αντιμετώπισε την όλη εκδήλωση σαν ένα ακόμα παιχνίδι, όπως αυτά που έπαιζε μικρός στους δρόμους και τις αλάνες του Μπουένος Άιρες.

Κυνήγησε χαμένες μπαλιές, έφτιαξε παιχνίδι, ντρίπλαρε, έκανε τάκλιν, πανηγύριζε τα γκολ του, έπεσε στις λάσπες και σε μια φάση στο δεύτερο ημίχρονο πέρασε όποιον έκανε το λάθος να βρεθεί μπροστά του, συμπεριλαμβανομένου και του τερματοφύλακα, πριν σκοράρει σε άδεια εστία και αποθεωθεί από τον κόσμο, που επειδή δεν χωρούσε στις κερκίδες (υπολογίζεται πως περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι κατέκλυσαν κάθε γωνία του γηπέδου), στεκόταν όρθιος, δίπλα στις πλαϊνές γραμμές, με τις ομπρέλες στο χέρι.

Στο τέλος του αγώνα όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και χειροκρότησε παρατεταμένα γι’αυτή τη μικρή αλλά τόσο ανέλπιστη (για τους κατοίκους μιας τόσο μικρής, αδιάφορης πόλης) παράσταση. Ο ίδιος αποχώρησε λασπωμένος από την κορυφή ως τα νύχια. Αυτή δεν ήταν η πρώτη αλλά ούτε και η τελευταία φορά στη ζωή του που λερώθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, παίζοντας μπάλα. Αρκετά χρόνια μετά, στο ποδοσφαιρικό του αντίο, εκστόμισε τα ωραιότερα λόγια της καριέρας του: «Εγώ έκανα λάθος και το πλήρωσα. Η μπάλα όμως δεν λεκιάζεται».

Σε μια συνέντευξη του το 2015 ο Πουζόνε αποκάλυψε πως τα λεφτά που συγκεντρώθηκαν από τα εισιτήρια και τις χορηγίες κάλυψαν και με το παραπάνω την επέμβαση του μικρού, που υγιής πλέον μπορεί να διηγείται στα δικά του παιδιά πως μια μέρα του χειμώνα του 1984, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου ήρθε, για χάρη του, να παίξει μπάλα στις λάσπες.

Η μέρα που κάποιος τόλμησε να κατεβάσει τον γιακά του Καντονά

  [4 Σχόλια]

1 Οκτωβρίου 1995. Το Όλντ Τράφορντ είναι έτοιμο να φιλοξενήσει ένα ακόμα παιχνίδι Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ-Λίβερπουλ. Οι φίλαθλοι που έχουν γεμίσει το γήπεδο όμως δεν αδημονούν μόνο για το ντέρμπι. Το ματς έχει αποκτήσει ιδιαίτερη αξία χάρη και στην τύχη, που έστειλε το συγκεκριμένο ζευγάρι να παίξει στη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μια μόλις ημέρα πριν είχε λήξει η οχτάμηνη τιμωρία του Ερίκ Καντονά. Και όποιος έζησε εκείνους τους μήνες την τρέλα των αγγλικών ΜΜΕ με τον ιδιότροπο Γάλλο – τις τελευταίες εβδομάδες της τιμωρίας κάποιες εφημερίδες είχαν καθιερώσει ακόμα και καθημερινή αντίστροφη μέτρηση – μπορεί να επιβεβαιώσει πως δεν υπήρχε άνθρωπος στο Νησί που δεν ήθελε να δει την επιστροφή του ‘Βασιλιά Ερίκ’ στη δράση.

(Οχτώ μήνες πριν, σε ένα εκτός έδρας ματς με την Κρίσταλ Πάλας, ο Καντονά είδε την κόκκινη κάρτα. Στο δρόμο για τα αποδυτήρια ένας οπαδός των γηπεδούχων τον έβρισε. Ένας φυσιολογικός επαγγελματίας παίκτης δεν θα έδινε σημασία. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Η συνέχεια της συγκεκριμένης σκηνής είναι γνωστή σε όλους.

Ο οπαδός μετάνιωσε την ώρα και τη στιγμή που ξεστόμισε τα μπινελίκια και ο Καντονά πέρασε την υπόλοιπη εβδομάδα μαθαίνοντας τις τιμωρίες του. Έφαγε πρόστιμο και από την ομάδα και από την Ομοσπονδία, έχασε το περιβραχιόνιου του αρχηγού της εθνικής Γαλλίας, στην οποία μάλιστα δεν κλήθηκε ποτέ ξανά, και έμεινε 8 μήνες εκτός αγώνων, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των φιλικών.

Ενοχλημένος από το μέγεθος της τιμωρίας ζήτησε να φύγει από την Αγγλία. Από τον Απρίλιο κιόλας τα αγγλικά ΜΜΕ υποστήριζαν πως έχει συμφωνήσει με την Ίντερ. Τις φήμες αυτές ήρθε να ενισχύσει η φυγή του στο Παρίσι, κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι. Κι εκεί που όλα έδειχναν τελειωμένα ο Άλεξ Φέργκιουσον πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Μπήκε στο πρώτο αεροπλάνο για Γαλλία, κορόιδεψε τους δημοσιογράφους που τον ακολουθούσαν βγαίνοντας κρυφά από την κουζίνα του ξενοδοχείου, καβάλησε μια Χάρλει παρέα με τον ατζέντη του Γάλλου – true story – και συναντήθηκε με τον Καντονά σε ένα εστιατόριο ενός φίλου, το οποίο για την περίσταση είχε κλείσει για τους υπόλοιπους πελάτες. «Εκείνη η συνάντηση με τον Ερίκ, σε εκείνο το τεράστιο άδειο εστιατόριο είναι μια από τις πιο χρήσιμες πράξεις που έκανα ποτέ στα χρόνια που είμαι σ’αυτή τη δουλειά» υποστήριξε χρόνια μετά ο Σερ Άλεξ.)

Όταν οι δυο ομάδες βγαίνουν για προθέρμανση τα βλέμματα είναι όλα πάνω στον Γάλλο. Όλες οι κινήσεις του αναλύονται διεξοδικά. Το μεγάλο ερώτημα, για την ώρα, δεν είναι το αν θα μπορέσει να φτάσει γρήγορα στα παλιά επίπεδα απόδοσης αλλά το πως θα αντιδράσει από εδώ και πέρα στις προκλήσεις των αντιπάλων οπαδών και παικτών. Η μοίρα, ξανά, τα έχει φέρει έτσι που η πρώτη δοκιμασία φαίνεται να είναι και η πιο δύσκολη καθώς ο πρώτος αντίπαλος του είναι ο Νιλ Ράντοκ.

(Ο Νιλ Ράντοκ ήταν ένας αμυντικός από αυτούς που χαϊδευτικά αποκαλούμε «old school». Ψηλός, δυνατός, με περισσευούμενα κιλάκια, μεγάλο στόμα, άγαρμπα πόδια, μια μικρή ροπή προς το αλκοόλ και μια μόνιμη επιθυμία για καβγάδες και φάρσες. Σε απλά ελληνικά: Ένας τεράστιος τραμπούκος, μιας εποχής που έβγαζε τέτοιους τσόγλανους με το τσουβάλι. Στην περιβόητη λίστα του ‘France Football’ με τα «κακά παιδιά του ποδοσφαίρου», στην οποία ο Στιγκ Τόφτινγκ ήταν 3ος, ο Ράντοκ φιγούραρε στη δεύτερη θέση.

Ο Ράντοκ ήταν από εκείνους τους τύπους που τη μια στιγμή, και όσο περιμένετε να εκτελεστεί ένα κόρνερ, σου λέει ανέκδοτα και πρόστυχα αστειάκια και την επόμενη σου δίνει στο χέρι τα δυο σου πόδια, ξεχωριστά από τα παπούτσια, τις κάλτσες και τις επικαλαμίδες, και σε ρωτάει με σαρδόνιο χαμόγελο: «Μήπως θέλετε να σας τα τυλίξω, να τα πάρετε για το σπίτι;»

Στην αυτοβιογραφία του ο Σταν Κόλιμορ θυμάται μια φορά που αυτός και ο Ράντοκ ακολουθούσαν πρόγραμμα αποθεραπείας στο γυμναστήριο και ο φυσιοθεραπευτής της Λίβερπουλ είπε στον Ράντοκ να κάνει μισή ώρα διάδρομο και μετά να ξεκουραστεί. Όταν έμειναν μόνοι, ο ‘Razor’ (= «ξυράφι») έβαλε σε λειτουργία τον διάδρομο, πήρε τη ‘Sun’, έβγαλε ένα σάντουιτς με αυγό και μπέικον από την τσάντα και άραξε στη γωνία. Λίγο πριν επιστρέψει ο φυσιοθεραπευτής σηκώθηκε χαλαρά και ψύχραιμα, έτριψε δυο παγάκια στο πρόσωπο του για να μοιάζει ιδρωμένος και ανέβηκε νωχελικά στο διάδρομο. «Κοιτάξτε πόσο γαμάτος επαγγελματίας είναι ο ‘Razor'» ήταν το μόνο σχόλιο που έκανε ο αθώος φυσιοθεραπευτής, δείχνοντας τον ταλαιπωρημένο Ράντοκ σε κάτι μαθητευόμενα πιτσιρίκια που τον ακολουθούσαν.

Στη δικιά του αυτοβιογραφία πάντως, ο Άντι Κόουλ λογικά θα μνημονεύει ένα παιχνίδι β’ ομάδων στο Άνφιλντ, στο οποίο είχε αντιμετωπίσει τον Ράντοκ. Οι δυο παίκτες έπεσαν μαζί για να διεκδικήσουν τη μπάλα και το αποτέλεσμα είναι τόσο ακραίο που καταλήγει να ακούγεται σχεδόν αστείο: Ο Κόουλ αποχώρησε από το γήπεδο με δυο σπασμένα πόδια! Παραδόξως, ο επιθετικός της Γιουνάιτεντ ποτέ δεν του κράτησε κακία, πιστεύοντας πως ο αντίπαλος του δεν είχε πρόθεση να τον τραυματίσει. Ο ίδιος ο Ράντοκ βέβαια, μένοντας πιστός στο προκλητικό στυλάκι που τον έκανε διάσημο, χρόνια μετά πέταξε την κάφρικη ατάκα: «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελα να του σπάσω και τα δυο πόδια. Πήγαινα μόνο για το ένα».

Μιλώντας για σπασμένα πόδια, ο Ράντοκ είχε βρεθεί με ένα τέτοιο στα 18 του. Το πιο εντυπωσιακό μέρος αυτής της ιστορίας δεν είναι όμως ότι έσπασε το πόδι του στο ντεμπούτο του με τη φανέλα της Τότεναμ – όλως τυχαίως απέναντι στη Λίβερπουλ – αλλά ότι δεν το κατάλαβε, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί για μια ολόκληρη εβδομάδα με χτυπημένο πόδι!)

Όσοι ανησυχούν για τη μονομαχία Ράντοκ-Καντονά δεν το κάνουν τυχαία. Ένα χρόνο πριν, τον Σεπτέμβρη του 1994, ο ευφάνταστος Άγγλος είχε ανακαλύψει τον καλύτερο και πιο απλό τρόπο για να εκνευρίσει τον οξύθυμο Γάλλο. Την ώρα που όλοι ετοιμαζόταν για ένα ελεύθερο, αυτός πήγαινε από πίσω του και του κατέβαζε τον, μόνιμα σηκωμένο, γιακά! Σατανικό; Αναμφισβήτητα. Αποτελεσματικό; Εν μέρει, αφού ακόμα και εκνευρισμένος ο Καντονά έβρισκε τρόπους να είναι αποτελεσματικός.

«Την πρώτη φορά που το έκανα απλά ψέλλισε κάτι θυμωμένος. Τη δεύτερη φορά προσπάθησε να μου πιάσει τη μύτη» θυμάται ο Ράντοκ, που συνέχιζε απτόητος, ποντάροντας σε μεγάλο βαθμό και στη φήμη του σκληρού που τον συνόδευε, που από μόνη της απέτρεπε αρκετούς από το να του απαντήσουν. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος παίκτης. Δεν ήταν ποτέ πρότυπο καλής συμπεριφοράς, ούτε θιασώτης της φιλοσοφίας «όταν σε χτυπάνε στο ένα μάγουλο, γύρνα τους και το άλλο».

Την τρίτη φορά που ο φημισμένος γιακάς κατέβηκε κάτω χωρίς τη συγκατάθεση του νευρικού ιδιοκτήτη του, η κατάσταση σοβάρεψε. «Διάλεξα τον μοναδικό Γάλλο που ψαχνόταν για καυγά» δήλωσε μετά ο αμυντικός της Λίβερπουλ, που αποκάλυψε πως ο μέσος της Γιουνάιτεντ, αφού πρώτα απάντησε στα mind games του κοροϊδεύοντας τον για τα παραπανίσια του κιλά και αφού τον έστειλε στο έδαφος με ένα τάκλιν από πίσω, που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο τιμωρείται τουλάχιστον με κόκκινη, του έδωσε ραντεβού στη φυσούνα μετά το τέλος του αγώνα. Εκεί που, για καλό και για κακό, ο Ράντοκ επέλεξε να πάει παρέα με τον θηριώδη Ντέιβιντ Τζέιμς, κίνηση που πιθανόν αποδείχτηκε σωτήρια για τη σωματική του ακεραιότητα. «Ήταν τρελός αλλά τον αγαπούσα, είναι ένας από τους αγαπημένους μου παίκτες» ομολόγησε ο Ράντοκ πριν λίγα χρόνια.

Ένα χρόνο μετά, η κόντρα τους αποδεικνύεται λιγότερο θεαματική. Ο Ράντοκ συνεχίζει να πειράζει τον γιακά του Γάλλου αλλά αυτό δεν είναι αρκετό αυτή τη φορά για να τον αποπροσανατολίσει. Δυο μόλις λεπτά μετά τη σέντρα και οχτώ μήνες μετά την τελευταία φορά που έπαιξε σε αγώνα ο ‘Βασιλιάς Ερίκ’ δίνει την ασίστ για το 1-0. Η Λίβερπουλ γυρνάει το παιχνίδι χάρη σε έναν ταλαντούχο 20χρονο πιτσιρικά, που κάποιοι αποκαλούσαν Ρόμπι Φάουλερ και κάποιοι άλλοι ‘Θεό’, αλλά η τελευταία λέξη του ματς ανήκει στον μεγάλο πρωταγωνιστή του. Ο Καντονά πασάρει στον Γκίγκς, αυτός ανατρέπεται στην περιοχή, ο Γάλλος εκτελεί ψύχραιμα το πέναλτι και γράφει το τελικό 2-2 εν μέσω αποθέωσης.

Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Ο ‘Βασιλιάς’ έχει επιστρέψει, κάποιος πρέπει απλά να ξεσκονίσει το θρόνο. Στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Σερ Άλεξ στέφεται πρωταθλήτρια. Το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται και την επόμενη χρονιά. Στα πέντε χρόνια που έκατσε στο Μάντσεστερ ο Καντονά, η Γιουνάιτεντ έχασε μόνο ένα πρωτάθλημα. Ναι, σωστά μαντέψατε: Το πρωτάθλημα στο οποίο ο Γάλλος ήταν εκτός δράσης λόγω της τιμωρίας.

Δυο χρόνια μετά από το ματς αυτό με τη Λίβερπουλ, τον Μάιο του 1997, ο Καντονά ανακοινώνει πως αποσύρεται από το ποδόσφαιρο. Ήταν μόλις 31 χρονών. Μιλώντας για την απρόσμενη αυτή απόφαση του λίγα χρόνια μετά είπε: «Αγαπούσα το παιχνίδι αλλά δεν είχα πλέον τη διάθεση και το πάθος να πηγαίνω νωρίς για ύπνο, να μη βγαίνω με τους φίλους μου, να μην πίνω όσο θέλω και να μην κάνω όλα τα υπόλοιπα πράγματα που μου αρέσει να κάνω σ’αυτή τη ζωή». Ο Ερίκ Καντονά δεν ήταν ποτέ ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

Μαζί στην κορυφή, μαζί και στον πάτο

  [2 Σχόλια]

Απρίλιος του 1909. Τα τρία αδέρφια Λεάο, με επικεφαλής τον 28χρονο δημοσιογράφο Ενρίκε, οργανώνουν μια συνάντηση σε μια περιοχή του Πόρτο Αλέγκρε στην οποία μένουν κυρίως φοιτητές και μετανάστες. Σκοπός της συγκέντρωσης είναι η δημιουργία μιας νέας ποδοσφαιρικής ομάδας. Στην πόλη υπάρχει ήδη μια ομάδα, η Γκρέμιο, αλλά ελάχιστοι μπορούν να παίξουν εκεί καθώς, άτυπα, πρόκειται για κλειστό κλαμπ που δέχεται μόνο όσους έχουν γερμανική καταγωγή (κάτι που εκείνα τα χρόνια ήταν αρκετά συνηθισμένο στη Βραζιλία, με αντίστοιχα παραδείγματα την Σάο Πάολο των Ιταλών και τη Βάσκο των Πορτογάλων).

Περισσότεροι από 40 άνθρωποι παρευρίσκονται στη συνάντηση και συμφωνούν πως σε αντίθεση με τη Γκρέμιο, την ομάδα της μεσαίας και ανώτερης τάξης της πόλης, ο δικός τους σύλλογος θα ήταν ανοιχτός σε όλους, ανεξαρτήτως εθνικότητας και κοινωνικής τάξης. Γι’αυτό και την ονομάζουν Αθλητικός Σύλλογος Ιντερνασιονάλ.

Λίγους μόλις μήνες μετά, οι άνθρωποι της ομάδας προσκαλούν σε φιλικό τη «γειτόνισσα». Περισσότεροι από 2000 άνθρωποι μαζεύονται για να δούνε το πρώτο παιχνίδι μεταξύ των δυο ομάδων, μια κόντρα που αργότερα θα γίνει γνωστή ως «Gre-Nal». Η Γκρέμιο, ως πιο οργανωμένη και δυνατή, ζητάει να παίξει με τους αναπληρωματικούς της αλλά η Ιντερνασιονάλ είναι ανένδοτη: να παίξουν οι βασικοί. Το παιχνίδι λήγει 0-10 και παραμένει μέχρι και σήμερα η μεγαλύτερη νίκη της Γκρέμιο στα Gre-Nal.

Με τα χρόνια η Ιντερνασιονάλ μεγαλώνει και κερδίζει σχεδόν τα πάντα: εγχώριους τίτλους (μέχρι και σήμερα είναι η μοναδική που έχει πάρει πρωτάθλημα Βραζιλίας αήττητη), Λιμπερταδόρες, Σουνταμερικάνα και Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων (νικώντας τη Μπαρτσελόνα του Ροναλντίνιο). Τα μέλη της που πληρώνουν ετήσια συνδρομή ξεπερνάνε τις 100.000, ένα νούμερο που την φέρνει στην 6η θέση παγκοσμίως και στην κορυφή της ηπείρου.


Πανηγυρισμοί για το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων, το 2006

Δεκέμβριος του 2016. Η Ιντερνασιονάλ βρίσκεται στη ζώνη του υποβιβασμού εδώ και καιρό και την τελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος φιλοξενείται στην έδρα της Φλουμινένσε. Παρ’ ότι οι ελπίδες σωτηρίας της είναι απειροελάχιστες μερικές εκατοντάδες οπαδοί της δίνουν το παρών στο ένα πέταλο, εμψυχώνουν τους παίκτες και τραγουδάνε ακατάπαυστα. Ο τερματοφύλακας Ντανίλο αποκρούει ακόμα και πέναλτι αλλά το παιχνίδι λήγει τελικά 1-1. Η Ιντερνασιονάλ υποβιβάζεται για πρώτη φορά στην ιστορία της στη δεύτερη κατηγορία και οι οπαδοί της ξεσπούν αμέσως σε κλάματα.

Ακόμα και τότε όμως, στη χειρότερη στιγμή στα 107 χρόνια ιστορίας της ομάδας, μια δεκαετία μετά από τη μέρα που έφτανε στην κορυφή της Λατινικής Αμερικής αλλά και του κόσμου, ακόμα και με δάκρυα στα μάτια, 1500 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη τους (στους δρόμους της οποίας οι οπαδοί της Γκρέμιο έστηναν κανονικό πάρτι), οι οπαδοί βρίσκουν το κουράγιο και συνεχίζουν να τραγουδάνε. Και κάπως έτσι, με αυτόν τον τρόπο (τον πιο απλό για κάποιους και τον πιο δύσκολο για κάποιους άλλους), κερδίζουν μια θέση στην καρδιά μας, δίπλα ακριβώς στους συντετριμμένους οπαδούς της Ιντεπεντιέντε, που τρία χρόνια πριν, βλέποντας την ομάδα τους να υποβιβάζεται για πρώτη φορά, έκλαιγαν και τραγουδούσαν ταυτόχρονα.

Γιατί εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η ομορφιά και η αξία του οπαδισμού. Στις πίκρες.

Ο άνθρωπος που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα (αφού πρώτα σώθηκε από μια τραγωδία)

  [6 Σχόλια]

kubala

To μεσημέρι της 17ης Μαΐου του 2002 η Μπαρτσελόνα παρουσίαζε στους δημοσιογράφους τον Λούις Φαν Χαάλ, που επέστρεφε στον πάγκο της ομάδας δυο μόλις χρόνια αφότου τον είχε αφήσει. Στο τέλος της παρουσίασης ο πρόεδρος της ομάδας Ζοάν Γκασπάρ ανακοίνωσε στους παρευρισκόμενους τα άσχημα νέα και ζήτησε να τηρηθεί ενός λεπτού σιγή: Ο Λάζλο Κουμπάλα είχε αφήσει την τελευταία του πνοή λίγη ώρα πριν.

Ο Κουμπάλα είχε εισαχθεί τον Φλεβάρη εκείνης της χρονιάς σε μια κλινική της Βαρκελώνης με ανεπάρκεια ασβεστίου στο αίμα. Τρεις μήνες κράτησε η μάχη που έδωσε με την ασθένεια του. Τελικά έφυγε από τη ζωή μερικές μέρες πριν κλείσει τα 75 του. Στο σαλόνι του σπιτιού του υπήρχαν όλα τα μετάλλια και τα τρόπαια που κατέκτησε φορώντας τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, παρ’ όλα αυτά τα μεγαλύτερα κατορθώματα του δεν χωράνε σε καμία τροπαιοθήκη. Το 1999, τη χρονιά που η Μπάρτσα συμπλήρωνε 100 χρόνια ζωής, σε ένα γκάλοπ μεταξύ των οπαδών της, ο Κουμπάλα ψηφίστηκε «ο καλύτερος παίκτης που έχει φορέσει ποτέ τη φανέλα της ομάδας» και δεν χρειάζεται να είναι κανένας μεγάλος γνώστης του ποδοσφαίρου για να αντιληφθεί για πόσο σπουδαία διάκριση μιλάμε.

Ο, γεννημένος στη Βουδαπέστη, Κουμπάλα έφτασε στη Βαρκελώνη το 1950 και φόρεσε τα μπλαουγκράνα για μια ολόκληρη δεκαετία, κατά την οποία κέρδισε σχεδόν τα πάντα, καθοδηγώντας την ομάδα μαεστρικά και σκοράροντας ασταμάτητα. Η αγωνιστική υπεροχή του ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη και η προσωπικότητα του τόσο έντονη που όλοι όσοι έζησαν εκείνη τη Μπαρτσελόνα συμφωνούν πως αυτός ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους που η ομάδα άλλαξε επίπεδο. Και αυτό δεν έγινε μόνο στα λόγια.

Ο ταλαντούχος και επιδειξίας Κουμπάλα ήταν το επίκεντρο της προσοχής και τα κατορθώματα του εντός και εκτός γηπέδων συζητιόταν σε όλη τη χώρα. Κάπως έτσι το παλιό γήπεδο της Μπάρτσα, το Λες Κορτς, σύντομα αποδείχτηκε πολύ μικρό για να χωρέσει τους ανθρώπους που ήθελαν να απολαύσουν τον Κουμπάλα και την ομάδα του. Όσοι δεν κατάφερναν να βρουν εισιτήριο για κάποιο από τα εντός έδρας παιχνίδια των Καταλανών έκαναν βόλτες γύρω από το γήπεδο με ένα ραδιοφωνάκι στο χέρι, σε μια προσπάθεια να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται στις παραστάσεις του Ούγγρου. Βλέποντας όλη αυτή την απήχηση η διοίκηση της ομάδας επιτάχυνε τις διαδικασίες ανέγερσης νέου γηπέδου και κάπως έτσι οι ‘μπλαουγκράνα’ μετακόμισαν το 1957 στο τεράστιο Καμπ Νου.

kubala4

Η λατρεία του κόσμου για τον Κουμπάλα συνεχίστηκε και στο νέο γήπεδο και ο Ισπανός πλέον (αφού σύντομα απέκτησε την υπηκοότητα και έγινε ο πρώτος παίκτης που παίζει για 3 διαφορετικές εθνικές, έχοντας φορέσει προηγουμένως και τη φανέλα της Τσεχοσλοβακίας) επιθετικός σπάνια τον άφηνε παραπονεμένο. Σε ένα παιχνίδι πρωταθλήματος με τη Σεβίλλη η Μπάρτσα βρέθηκε νωρίς πίσω στο σκορ με 3-0. Την ώρα που όλοι οι συμπαίκτες του έδειχναν να τα έχουν χαμένα ο Κουμπάλα πήρε τη μπάλα από τα δίχτυα μετά το τρίτο γκολ και την κουβάλησε μέχρι τη σέντρα. Όταν έφτασε εκεί, την άφησε κάτω και έχοντας πλέον την προσοχή όλων, με αργές και ψύχραιμες κινήσεις μάζεψε ψηλά τα μανίκια της φανέλας του. Όλοι στο γήπεδο πήραν το μήνυμα. Είχε φτάσει η ώρα της απάντησης. Η Μπαρτσελόνα γύρισε τελικά το παιχνίδι και η φράση «τώρα μαζεύω τα μανίκια μου», συνώνυμη του «τα πράγματα σοβάρεψαν», έγινε μόδα στη Βαρκελώνη τα επόμενα χρόνια.

Ο Κουμπάλα δεν περιόριζε πάντως τις παραστάσεις του εντός αγωνιστικού χώρου. Τη δεκαετία εκείνη κάμποσοι ιδιωτικοί ντετέκτιβ ζούσαν κυριολεκτικά χάρη σε εκείνον, καθώς η διοίκηση προσπαθούσε να είναι ενήμερη ανά πάσα στιγμή για τα αμέτρητα νυχτοπερπατήματα του. Ο Ούγγρος αγαπούσε τη νύχτα, το αλκοόλ και τα πάρτι σε τέτοιο βαθμό που αρκετές φορές χρειαζόταν ειδικά μασάζ, κρύα ντουζ και καφέδες με αλάτι για να μπορέσει να συνέλθει πριν από τα παιχνίδια ή έστω να φτάσει σε μια ανεκτή κατάσταση νηφαλιότητας . Παρά τις αμέτρητες παρατηρήσεις που δεχόταν για τον τρόπο ζωής του, ο ίδιος αντιμετώπιζε το θέμα με ένα μείγμα χαλαρότητας και υπεροψίας, φτάνοντας στο σημείο να κλείνει συμφωνίες με τον προπονητή του μετά από ξενύχτια και πριν από φιλικά: «Αν σκοράρω δυο φορές, θα με αφήσεις να πάω σπίτι».

Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν θα είχε συμβεί αν μια μέρα, μερικά χρόνια πριν από την εποχή της αποθέωσης στη Βαρκελώνη, ο Κουμπάλα δεν άλλαζε τελευταία στιγμή την απόφαση του να μπει σε ένα αεροπλάνο. Στις αρχές του 1949 ο Λάζλο Κουμπάλα εγκατέλειπε τη χώρα του στην καρότσα ενός φορτηγού, ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή μακριά από την κομμουνιστική Ουγγαρία. Ο δρόμος τον έβγαλε στην Ιταλία, όπου για αρκετό καιρό έμεινε σε ένα καμπ προσφύγων. Η μικρούλα Προ Πάτρια, με έδρα τη Λομβαρδία, ήταν η μόνη που δέχτηκε να τον εντάξει στο δυναμικό της. καθώς η ΦΙΦΑ του είχε επιβάλλει τιμωρία ενός έτους μετά από καταγγελία της Ουγγρικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, η οποία τον κατηγορούσε για αθέτηση του συμβολαίου που είχε με την Ουγγρική Βάσας, λιποταξία και έξοδο από τη χώρα χωρίς άδεια.

Στην πρώτη προπόνηση του με την Προ Πάτρια ο πρόεδρος της ομάδας τον προκάλεσε να κάνει 400 τσαλιμάκια, βάζοντας ως έπαθλο το ρολόι του. «Πίστευε ότι είναι αδύνατον, οπότε κι εγώ ξεκίνησα, αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί, μερικές συνεχόμενες κεφαλιές, 398, 399, 400, κανένα πρόβλημα. Για παν ενδεχόμενο στο τέλος έκανα και ένα γύρο του γηπέδου με τη μπάλα στον αέρα. Είχε μείνει έκπληκτος. Το ίδιο όμως κι εγώ. Ήταν ένα πραγματικά ωραίο ρολόι!» θυμόταν αρκετά χρόνια μετά ο Κουμπάλα.

kubala2

Η παρουσία του Ούγγρου στο ιταλικό ποδόσφαιρο δεν πέρασε απαρατήρητη και λίγους μήνες μετά αρκετές μεγάλες ομάδες ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωση του. Κορυφαία όλων η Τορίνο, που εκείνα τα χρόνια κυριαρχούσε εντός συνόρων και αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή παικτών της εθνικής Ιταλίας. Οι άνθρωποι της προσέγγισαν τον Κουμπάλα και γρήγορα συμφώνησαν μαζί του. Το μόνο που έμενε ήταν να διευθετηθεί το πρόβλημα με την τιμωρία του.

Στις αρχές Μαΐου του 1949 η Μπενφίκα κάλεσε την Τορίνο στη Λισαβόνα για ένα φιλικό προς τιμήν του αρχηγού της, Φρανσίσκο Φερέιρα. Ήταν μια ιδανική ευκαιρία για τον Κουμπάλα να αγωνιστεί με τη νέα του ομάδα και να πάρει παιχνίδια στα πόδια του. Μερικές μόλις ώρες πριν την αναχώρηση όμως τα σχέδια του Ούγγρου άλλαξαν. Ο μικρός του γιος, που είχε καταφθάσει στην Ιταλία μαζί με τη μητέρα του λίγες μόλις μέρες πριν, αρρώστησε και ο Κουμπάλα δίχως να το σκεφτεί πολύ ακύρωσε τη συμμετοχή του στο φιλικό, επιλέγοντας να κάτσει μαζί του. Η Τορίνο ταξίδεψε στην Πορτογαλία χωρίς αυτόν αλλά με όλα τα υπόλοιπα αστέρια της. Εκεί ηττήθηκε με 4-3 αλλά αυτό είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο έμεινε στην ιστορία εκείνο το ταξίδι.

basilica-di-superga

Κατά την επιστροφή στην Ιταλία, στις 4 Μαΐου, το αεροπλάνο που μετέφερε την αποστολή προσέκρουσε στο λόφο Σουπέργκα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι 31 επιβάτες του. Η Τορίνο έχασε μέσα σε μια στιγμή την καλύτερη φουρνιά παικτών της ιστορίας της και η εθνική Ιταλίας τους περισσότερους διεθνείς της. Δυο μέρες αργότερα η Ιταλική ομοσπονδία ανακήρυξε την (πρωτοπόρο σε εκείνο το σημείο, με 4 βαθμούς διαφορά από τη δεύτερη Ίντερ) Τορίνο πρωταθλήτρια, παρ’ότι υπήρχαν ακόμα 4 παιχνίδια, στα οποία οι αντίπαλοι της αγωνίστηκαν με τη δεύτερη ομάδα τους.

Ο Λάζλο Κουμπάλα δεν φόρεσε ποτέ τελικά τη φανέλα της Ιταλικής ομάδας. Η απόφαση του να μην ανέβει σε εκείνο το αεροπλάνο όχι μόνο έσωσε τη δικιά του ζωή αλλά βοήθησε σε μεγάλο βαθμό να αλλάξει και η ιστορία μιας από τις μεγαλύτερες ομάδες σήμερα του πλανήτη. Το 2012, δεκατρία χρόνια μετά την ανακήρυξη του ως «ο καλύτερος παίκτης που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μπάρτσα», τρία χρόνια μετά τη μέρα που ένα άγαλμα του τοποθετήθηκε έξω από το Καμπ Νου και λίγους μήνες αφότου ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα δήλωσε στην 10η επέτειο του θανάτου του «ήταν αυτός που έκανε το Λες Κορτς τόσο μικρό για τους φιλάθλους μας», κυκλοφόρησε στην Ισπανία η βιογραφία του. Ο τίτλος της; «Ο ήρωας που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα».

kubala3

Κόπα Αμέρικα 2001: Το πιο ό,τι να’ναι τουρνουά της ιστορίας

  [3 Σχόλια]

ca2011

1 Ιουλίου 2001. Η Ποδοσφαιρική Συνομοσπονδία Νοτίου Αμερικής (γνωστή και ως CONMEBOL, ή πιο λαϊκά «η UEFA της Ν. Αμερικής») ανακοινώνει ότι το Κόπα Αμέρικα της Κολομβίας ακυρώνεται για λόγους ασφαλείας. Η ακύρωση ενός μεγάλου τουρνουά εθνικών ομάδων είναι από μόνη της ένα σοκαριστικό νέο αλλά η συγκεκριμένη απόφαση αποκτάει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις σοκ, δεδομένου ότι η πρώτη σέντρα της διοργάνωσης είχε προγραμματιστεί για τις 11 Ιουλίου, 10 μόλις μέρες μετά! Και κάπως έτσι ξεκίνησε το… πανηγύρι που εξελίχθηκε στο πιο «ό,τι να’ναι μεγάλο τουρνουά στην ιστορία του ποδοσφαίρου».

Για να ακριβολογούμε πάντως, η αρχή είχε γίνει καιρό πριν και πιο συγκεκριμένα τη μέρα που ανατέθηκε η διοργάνωση στην Κολομβία. Μια χώρα η οποία δεν είχε καταφέρει ακόμα να μειώσει τη δύναμη των καρτέλ και των διάφορων παραστρατιωτικών οργανώσεων που έκαναν ό,τι ήθελαν στο εσωτερικό της, σε έναν άτυπο εγχώριο πόλεμο που μετρούσε κάθε χρόνο εκατοντάδες αθώα θύματα. Οι όποιες ανησυχίες για την ασφάλεια των ομάδων αυξήθηκαν ραγδαία τους τελευταίους μήνες πριν την έναρξη του τουρνουά όταν η μεγαλύτερη Μαρξιστική ομάδα ανταρτών της χώρας απήγαγε τον αντιπρόεδρο της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

Έτσι, δέκα μέρες πριν το πρώτο παιχνίδι και μετά από αμέτρητες φήμες που κυκλοφορούσαν όλο το προηγούμενο διάστημα μπερδεύοντας τον κόσμο, οι ομάδες ενημερώθηκαν πως μπορούν να στείλουν τους παίκτες τους για διακοπές. Κάπου εδώ κανονικά η ιστορία θα τελείωνε και αυτό θα αποτελούσε απλά τον πρόλογο από ένα κείμενο αφιερωμένο στο Κόπα Αμέρικα του 2004. Αλλά εδώ μιλάμε για τη Λατινική Αμερική, ένα μέρος που μπορείς άνετα να αποκαλέσεις «το Βατερλώ της λογικής».

ca2001d

Πέντε μέρες μετά την ανακοίνωση της ακύρωσης και πέντε μέρες πριν το πρώτο προγραμματισμένο ματς (και αφού ακολούθησαν εκκλήσεις για αλλαγή της απόφασης από τον πρόεδρο της Κολομβίας αλλά και μια πρόταση από τη Βενεζουέλα να διοργανώσει αυτή το τουρνουά) η CONMEBOL κάνει επική κωλοτούμπα και παίρνει πίσω την απόφαση. Ακολουθεί ένα μικρό χάος. Ο Καναδάς (που μαζί με το Μεξικό ήταν οι ομάδες εκτός Ν. Αμερικής που είχαν προσκληθεί να πάρουν μέρος στη διοργάνωση) ανακοινώνει πως οι παίκτες του έχουν ήδη επιστρέψει στις ομάδες τους και είναι αδύνατον να συγκεντρωθούν ξανά. Θυμίζοντας λίγο παρέα που έχει κλείσει 5Χ5 και τελευταία στιγμή κάποιος ασυνείδητος ακυρώνει, αναγκάζοντας τους υπόλοιπους να ξεπέσουν σε παρακαλετά προς οποιονδήποτε γνωστό έχει δυο υγιή πόδια, οι υπεύθυνοι της Κολομβίας αρχίζουν τα τηλέφωνα απελπισίας και στέκονται τυχεροί καθώς η Κόστα Ρίκα, του γνωστού μας από τον ΟΦΗ Ρόναλντ Γκόμεζ, είναι πρόθυμη να καλύψει άμεσα το κενό. Τότε σκάει το δεύτερο και μεγαλύτερο πρόβλημα.

Η πιο δυνατή ομάδα της ηπείρου εκείνη τη χρονιά, η Αργεντινή του Μαρσέλο Μπιέλσα, αρνείται να ταξιδέψει στην Κολομβία, επικαλούμενη θέματα ασφαλείας και πιο συγκεκριμένα απειλές θανάτου προς τους παίκτες της από τρομοκρατικές οργανώσεις της Κολομβίας. Οι Κολομβιανοί κάνουν ό,τι μπορούν για να τους μεταπείσουν, προτείνοντας εξτρά μέτρα ασφαλείας για τους Αργεντινούς, και όταν αντιλαμβάνονται πως η απόφαση είναι οριστική ανοίγουν πάλι την ατζέντα με τα τηλέφωνα, ψάχνοντας νέο διαθέσιμο αντικαταστατή. Όλα αυτά ελάχιστες μέρες πριν την πρώτη σέντρα!

Κάποιες φορές η σωτηρία έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις. Κάτι τέτοιο συνέβη και το 2001. Το Κόπα Αμέρικα της Κολομβίας πραγματοποιήθηκε γιατί η αδιάφορη και αντιεμπορική Ονδούρα σκέφτηκε «δεν γαμείς, δεν έχω ξαναπαίξει ποτέ σε Κόπα Αμέρικα, ευκαιρία είναι, τι έχω να χάσω;» και έκανε το αδιανόητο: μέσα σε μια μέρα συγκέντρωσε όσους παίκτες μπορούσε, τους έχωσε σε ένα αεροπλάνο της πολεμικής αεροπορίας της Κολομβίας και τους μετέφερε άρον-άρον στο, φημισμένο, Μεντεγίν.

Η επιλογή της αποστολής ήταν φυσικά εναρμονισμένη με τον «ό,τι να’ναι» χαρακτήρα της διοργάνωσης. Οι περισσότεροι καλοί παίκτες της χώρας έμειναν πίσω καθώς εκείνη την περίοδο κρινόταν ο τίτλος του εγχώριου πρωταθλήματος. Όσο για το επίπεδο του σασπένς, αυτό είχε ήδη πιάσει ταβάνι, αφού το αεροπλάνο που μετέφερε την ομάδα προσγειώθηκε στην Κολομβία μερικές ώρες αφότου είχε ξεκινήσει η διοργάνωση και, ταυτόχρονα, μερικές ώρες πριν το εναρκτήριο παιχνίδι της Ονδούρας! Ποιος ήταν ο αντίπαλος; Η ομάδα που επίσης έμαθε ότι θα λάβει μέρος στο τουρνουά λίγες μέρες πριν, η Κόστα Ρίκα.

Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, με το που κύλησε η μπάλα στο χορτάρι όλα τα προβλήματα ξεχάστηκαν και η προσοχή στράφηκε στο αγωνιστικό σκέλος. Εκεί το τουρνουά συνέχισε να επιβεβαιώνει τη διαφορετικότητα του, ενισχύοντας το… υφάκι «εγώ δεν είμαι σαν τα άλλα τουρνουά που έχεις γνωρίσει». Παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καν προετοιμαστεί για να παίξουν μπάλα εκείνη την εποχή (θυμίζοντας λίγο από Δανία του Euro 1992), Κόστα Ρίκα και Ονδούρα τερμάτισαν πάνω από την Ουρουγουάη και τη Βολιβία και προκρίθηκαν στα νοκ άουτ μαζί με όλα τα υποτιθέμενα φαβορί. Και εκεί ήρθε το μεγαλύτερο σοκ απ’όλα.

Η αποδεκατισμένη, απροετοίμαστη και χαμηλής δυναμικότητας «εκ γενετής» Ονδούρα των άγνωστων παικτών πέταξε εκτός διοργάνωσης με 2-0 την μεγάλη και τρανή Βραζιλία, που μπορεί να μην ταξίδεψε στην Κολομβία με όλα της τα αστέρια αλλά ακόμα κι έτσι είχε στο ρόστερ της παίκτες του επιπέδου του Ζουνίνιο, του Έμερσον, του Ντενίλσον, του Ντίντα, του Ρόκε Ζούνιορ, παίκτες δηλαδή που ένα χρόνο μετά συμμετείχαν στην ομάδα που κέρδισε το Μουντιάλ. «Εγώ, ο Μπιγκ Φιλ, θα μείνω στην ιστορία ως ο Βραζιλιάνος προπονητής που έχασε από την Ονδούρα. Είναι τραγικό αλλά η Ονδούρα έπαιξε καλύτερα από εμάς και άξιζε τη νίκη» κατάφερε να ψελλίσει μετά το τέλος ο, μετέπειτα παγκόσμιος πρωταθλητής, Φελίπε Σκολάρι, που όντας τιμωρημένος από το προηγούμενο ματς με την Παραγουάη, είδε το παιχνίδι από την κερκίδα.

Η ηρωική Ονδούρα δεν κατάφερε να πάει πιο μακριά, καθώς στον ημιτελικό οι διοργανωτές, υποψιασμένοι μετά το κάζο των Βραζιλιάνων, δεν τους άφησαν περιθώρια για μεγαλύτερα όνειρα, ανοίγοντας το σκορ μόλις στο 6′. Το τελευταίο σφύριγμα έστειλε την Κολομβία για πρώτη φορά στην ιστορία της σε τελικό και άφησε την Ονδούρα με τη γλυκιά ανάμνηση του θριάμβου επί των Βραζιλιάνων, μια νίκη που ακόμα και σήμερα θεωρείται, δικαιωματικά, η μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία του θεσμού.

ca2001c

Αντίπαλος της Κολομβίας στον μεγάλο τελικό ήταν άλλη μια ομάδα που δεν είχε σηκώσει ποτέ Κόπα Αμέρικα, το Μεξικό. Η δίψα των Κολομβιανών για έναν τίτλο ήταν τεράστια, ειδικά σε μια εποχή κατά την οποία η χώρα υπέφερε από αμέτρητα εσωτερικά προβλήματα. Το μεγαλύτερο στάδιο της Μπογκοτά ήταν κατάμεστο από 47.000 ανθρώπους αλλά μια τέτοια κωμικοτραγική διοργάνωση δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς μερικά ακόμα ευτράπελα.

Λίγα λεπτά μετά τη σέντρα του αγώνα ο διαιτητής αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά το παιχνίδι όταν ξαφνικά έπεσαν στο γήπεδο δυο αλεξιπτωτιστές! Όπως αποδείχτηκε αργότερα, η εμφάνιση τους ήταν μέρος του μικρού τελετουργικού που είχε οργανωθεί για το pre-game show, όμως για λόγους που κανένας ποτέ δεν έμαθε, οι δύσμοιροι αλεξιπτωτιστές κάπου καθυστέρησαν στη… διαδρομή, με αποτέλεσμα να προσγειωθούν στο γήπεδο κατόπιν εορτής.

ca2001

Όπως θα περίμενε κανείς από έναν τελικό Κόπα Αμέρικα, τα τάκλιν – κάθε είδους – είχαν την τιμητική τους, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα το Μεξικό να τελειώσει το παιχνίδι με 9 παίκτες! Με ένα γκολ στο δεύτερο ημίχρονο του Ιβάν Κόρντομπα, της Ίντερ, η Κολομβία κέρδισε με 1-0, πανηγύρισε τον πρώτο σπουδαίο τίτλο της και πέρασε στην Ιστορία ως η νικήτρια της πιο κουλής μεγάλης διοργάνωσης που έχει υπάρξει ποτέ, μια διοργάνωση που πέντε μέρες πριν την έναρξη της οι παίκτες των ομάδων ετοίμαζαν τις βαλίτσες τους, είτε για να επιστρέψουν στους συλλόγους τους, είτε για να πάνε διακοπές.

ca2001b

Η Γουίμπλεντον αναστήθηκε χάρη στους οπαδούς της

  [1 Σχόλιο]

Βράδυ Τρίτης 28 Μαΐου 2002. Η παμπ ‘The Fox and Grapes’ στο Γουίμπλεντον, στο νοτιοδυτικό Λονδίνο, είναι μισογεμάτη κυρίως από θαμώνες. Σε μια γωνιά μια μεγάλη παρέα σκυθρωπών ανθρώπων ξεχωρίζει. Η επιλογή του μαγαζιού δεν είναι τυχαία. Η παμπ είναι τόσο παλιά που τη χρησιμοποιούσαν για να αλλάζουν ρούχα οι πρώτοι παίκτες της Γουίμπλεντον το μακρινό 1889, όταν και ιδρύθηκε η ομάδα! Είναι επίσης το μέρος που επέλεξαν για να πιούνε μια μπύρα μερικές μπύρες οι παίκτες της φημισμένης ‘Τρελής Συμμορίας’ (όπως έμεινε γνωστή η… κάπως αγριεμένη παρέα του Βίνι Τζόουνς στα τέλη των 80s) πριν τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας το 1988, τελικός ο οποίος έδωσε στη Γουίμπλεντον το μοναδικό τρόπαιο της ιστορίας της.

Σε αντίθεση με πολλά από τα προηγούμενα βράδια, το θέμα συζήτησης εκείνη τη φορά δεν είναι αυτές οι όμορφες ιστορίες του ένδοξου παρελθόντος. Λίγες ώρες πριν, μια ανεξάρτητη επιτροπή τριών ατόμων, η οποία είχε δημιουργηθεί από την Αγγλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία αποκλειστικά γι’αυτό το σκοπό, είχε εγκρίνει το αίτημα του προέδρου της ομάδας για μετακόμιση του συλλόγου στο Μίλτον Κέινς, αποδεχόμενη τη δικαιολογία του πως αν η Γουίμπλεντον δεν έκανε αυτή την αλλαγή έδρας τότε θα βρισκόταν μια ανάσα από τη χρεοκοπία. Με πολύ απλά λόγια, η ομάδα που υποστήριζαν από μικρά παιδιά μετακόμιζε!

(Το Μίλτον Κέινς είναι μια νέα πόλη, που δημιουργήθηκε για χάρη της αποκέντρωσης το 1967, σε μια περιοχή περίπου 70 χιλιόμετρα μακριά από το Λονδίνο. Ο Πιτ Γουίνκελμαν, που ως τότε ασχολιόταν με δισκογραφικές εταιρείες, μετακόμισε εκεί το 1993 και κατάλαβε αμέσως ότι τα λεφτά στη συγκεκριμένη πόλη, που εξαπλωνόταν ραγδαία, βρίσκονται στα κτηματομεσιτικά. Έτσι με τη στήριξη της ΙΚΕΑ και μιας θυγατρικής της Walmart, δημιούργησε μια κοινοπραξία που είχε ως στόχο να φτιάξει ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο στα νότια της πόλης, το οποίο θα περιλάμβανε και ένα γήπεδο 30.000 θέσεων. Το πρόβλημα του; Δεν υπήρχε σοβαρή ομάδα στην πόλη για να χρησιμοποιήσει ένα τέτοιο γήπεδο. Έτσι, αντί να επενδύσει στην τοπική ομάδα και να προσπαθήσει να την ανεβάσει επίπεδο, έψαξε να βρει μια έτοιμη από τις γύρω περιοχές.

Αφού έλαβε αρκετές ‘χυλόπιτες’ – μεταξύ αυτών και από τις ΚΠΡ, Λούτον και Κρίσταλ Πάλας -, κατάφερε να βρει κάποιους ενδιαφερόμενους στη Γουίμπλεντον, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και είχε στο ιστορικό της κι άλλες προσπάθειες μετακόμισης. Κάπως έτσι το 2004 προέκυψε η Μίλτον Κέινς Ντονς, μια ομάδα που προερχόταν από τη Γουίμπλεντον, είχε τη θέση της στο πρωτάθλημα αλλά πλέον έπαιζε σε άλλη πόλη, με άλλα χρώματα, άλλο σήμα και άλλο όνομα. Μόνο το παρατσούκλι ‘Ντονς’ στο τέλος του ονόματος, έμεινε να θυμίζει την ομάδα που μερικές δεκαετίες πριν ‘τρομοκρατούσε’ όλη την Αγγλία με μπροστάρη τον τρελάρα Βίνι Τζόουνς.)

Στο κέντρο της παρέας βρισκόταν ο Κρις Στιούαρτ, ένας 45αρης οπαδός της ομάδας, ο οποίος θυμάται: “Καθόμασταν εκεί και πνίγαμε τη θλίψη μας και ένας από την παρέα, ο Μαρκ Τζόουνς, έκοβε βόλτες συνέχεια πάνω-κάτω, επαναλαμβάνοντας πως δεν πρέπει να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να νικηθούν”. Οι διαθέσιμοι δρόμοι ήταν δυο: ή θα ακολουθούσαν την ομάδα και στη νέα της έδρα, περίπου 90 χιλιόμετρα μακριά (όπως έκαναν κάποιοι ελάχιστοι φίλαθλοι της ομάδας) ή θα ολοκλήρωναν τον κύκλο τους ως οπαδοί, θεωρώντας πως η αγαπημένη τους ομάδα απλά δεν υπάρχει πλέον με τη μορφή που την ήξεραν. Μετά από λίγες ώρες, πολλές κουβέντες και αμέτρητες μπύρες ένας τρίτος δρόμος δημιουργήθηκε. Και είχε ονοματεπώνυμο: AFC Γουίμπλεντον. Ή όπως την αποκαλούσε τότε ο Μαρκ Τζόουνς: “Μια ποδοσφαιρική ομάδα της κοινότητας, στη μέση της απληστίας και της απελπισίας”.

Και συνέχιζε: «Όσο τα λεφτά συνεχίζουν να αποσπούν την προσοχή των προέδρων των ομάδων, σαν νεαρή γυναίκα που παίζει με τα μάτια της κάποιον παντρεμένο, εμείς στεκόμαστε περήφανοι σαν ένα παράδειγμα που κάποιοι καλοί άνθρωποι, έκαναν το σωστό, με τον κατάλληλο τρόπο. Αυτός ο λόγος και μόνο με κάνει να πιστεύω πως δεν γίνεται να αποτύχουμε».

Την επόμενη κιόλας μέρα όλοι έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά. Η ομάδα διοργάνωσε ανοιχτά δοκιμαστικά για να βρει παίκτες. 230 άνθρωποι εμφανίστηκαν, κάποιοι με ελάχιστη εμπειρία από ερασιτεχνικές ομάδες, κάποιοι χωρίς καν αυτή. Λίγες εβδομάδες αργότερα γράφτηκε ιστορία. Μπροστά σε 5000 ανθρώπους η AFC Γουίμπλεντον έδωσε το πρώτο της φιλικό παιχνίδι απέναντι στη Σάτον Γιουνάιτεντ. Και διασύρθηκε. Με 4-0. Ένα αποτέλεσμα απόλυτα λογικό για μια ομάδα που δεν είχε κλείσει ούτε μήνα, που είχε στο ρόστερ της παίκτες που δεν τους ήξερε κανείς (ούτε ο Κρις Στιούαρτ που είχε αναλάβει το ρόλο του προέδρου), που είχε στην επίθεση μια μυστηριώδη φιγούρα που όλοι αποκαλούσαν ‘Τρίγκερ’, ο οποίος δεν είχε δώσει ποτέ σε κανέναν τον αριθμό του τηλεφώνου του και για τον οποίο κανείς δεν ήξερε τι δουλειά κάνει – ούτε καν ο πατέρας του που στην παμπ έλεγε ότι νομίζει πως ο γιος του δουλεύει για ένα πρακτορείο που συνεργάζεται με τις μυστικές υπηρεσίες της Βρετανίας.

Στο τέλος του αγώνα πάντως, δεν υπήρχε ούτε ένας στεναχωρημένος άνθρωπος στο γήπεδο. Το πρώτο βήμα είχε γίνει, οι οπαδοί είχαν δημιουργήσει κάτι δικό τους, κάτι που θύμιζε την παλιά Γουίμπλεντον περισσότερο από την ομάδα που είχε μετακομίσει στο Μίλτον Κέινς, κάτι που άξιζε πραγματικά την αγάπη και την αφοσίωση τους, κάτι που συσπείρωσε ξανά όλη την κοινότητα (το 2012 η ομάδα βραβεύτηκε από τον υπουργό αθλητισμού για τη συνεισφορά της στην τοπική κοινωνία και ειδικότερα στα παιδιά της περιοχής).

Η AFC Γουίμπλεντον ξεκίνησε τη δύσκολη πορεία της από τον πάτο του ερασιτεχνικού Αγγλικού ποδοσφαίρου, την 9η κατηγορία. Αλλά ποτέ δεν ήταν μόνη. Εκτός από τους οπαδούς της που γέμιζαν το γήπεδο ακόμα και σε κατηγορίες που οι αντίπαλες ομάδες μάζευαν 50-100 φιλάθλους, το παρών έδιναν και αρκετοί οπαδοί άλλων συλλόγων που ήθελαν να βοηθήσουν και να ενισχύσουν τη φιλόδοξη προσπάθεια. Έτσι, με σωστή διαχείριση και στηριζόμενη αποκλειστικά στα έσοδα από τα εισιτήρια, τις δωρεές και τις χορηγίες από εταιρείες που ήθελαν επίσης να ενισχύσουν το όλο εγχείρημα (μια εξ αυτών είναι και η Sports Interactive, δημιουργός του πολυαγαπημένου Football Manager, το οποίο και διαφημίζεται στις φανέλες της ομάδας), η ομάδα σκαρφάλωνε τις κατηγορίες με απίστευτη ταχύτητα.

Οι 6 άνοδοι σε 13 σεζόν και το ρεκόρ συνεχόμενων αγώνων χωρίς ήττα για το αγγλικό ποδόσφαιρο (78 παιχνίδια!) είναι ενδεικτικά αυτής της ξέφρενης πορείας, η οποία το 2011 την έφερε για πρώτη φορά στις επαγγελματικές κατηγορίες. Το επόμενο μεγάλη βήμα έγινε πέρσι, με την άνοδο στη League One, μια επιτυχία που πανηγυρίστηκε διπλά καθώς την ίδια ακριβώς ώρα η ΜΚ Ντονς υποβιβαζόταν από την Τσάμπιονσιπ. Έτσι για πρώτη φορά οι δυο ‘απόγονοι’ της ιστορικής Γουίμπλεντον (οι οποίοι πάντως έχουν ήδη τεθεί αντιμέτωποι 3 φορές στο παρελθόν, σε παιχνίδια Κυπέλλων, με τους – αναμενόμενα ανώτερους – Ντονς του Μίλτον Κέινς να έχουν 2 νίκες και 1 ήττα) βρίσκονται στην ίδια κατηγορία.

Οι συγκινήσεις όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε γράφτηκε μια ακόμα χρυσή σελίδα στην σύντομη αλλά τόσο ξεχωριστή ιστορία της AFC Γουίμπλεντον. Η νίκη επί της Όξφορντ Γιουνάιτεντ ανέβασε την ομάδα στη 10η θέση με 16 βαθμούς, έναν βαθμό παραπάνω από την ΜΚ Ντονς! Ο οπαδικός ρομαντισμός πέτυχε μια φαινομενικά μικρή αλλά τεράστια σε επίπεδο συμβολισμού νίκη. Οι οπαδοί της Γουίμπλεντον κατάφεραν μόνοι τους μέσα σε μόλις 14 χρόνια να φτάσουν από τον πάτο και το απόλυτο μηδέν, ένα βαθμό πάνω από την “Franchise F.C.”, όπως χαρακτηριστικά αποκαλούν το δημιούργημα του Πιτ Γουίνκελμαν, ενός ανθρώπου που – όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος – δεν είχε ιδέα από ποδόσφαιρο όταν μπλέχτηκε σ’όλη αυτή την ιστορία.

Φυσικά είναι πάρα πολύ νωρίς στη σεζόν για να κάνει κάποιος φιλόδοξα όνειρα για άνοδο στην Τσάμπιονσιπ. Αλλά αν υπάρχουν αυτή τη στιγμή κάποιοι στο αγγλικό ποδόσφαιρο που μπορούν να κάνουν άφοβα τρελά όνειρα είναι αυτοί οι άνθρωποι, που 14 χρόνια πριν έχασαν την ομάδα τους και παρ’όλα αυτά βρήκαν τη δύναμη και το κουράγιο να την ξαναφτιάξουν μόνοι τους από την αρχή.

Η ομορφιά του ποδοσφαίρου

  [5 Σχόλια]

Πριν λίγο καιρό έτυχε να βρεθώ σε ένα σημείο της γειτονιάς στην οποία μεγάλωσα, ένα μέρος από το οποίο είχα να περάσω πάρα πολλά χρόνια. Στο σημείο εκείνο βρίσκεται μια μικρή αλάνα που περιτριγυρίζεται από πολυκατοικίες, την οποία πλέον οι κάτοικοι της περιοχής έχουν μετατρέψει σε ένα τεράστιο πάρκινγκ.

Κανονικά η εικόνα μιας αλάνας γεμάτης παρκαρισμένα αυτοκίνητα δεν θα μου έκανε ποτέ εντύπωση αλλά η συγκεκριμένη δεν ήταν μια οποιαδήποτε υπαίθρια έκταση. Κάποτε είχε όνομα. Την αποκαλούσαμε «Μαρακανά». (Ένα όνομα που φυσικά δεν θα κέρδιζε ποτέ κανένα βραβείο πρωτοτυπίας αλλά έτσι κι αλλιώς όταν είσαι 10 χρονών η αντισυμβατικότητα κάποιου τερματίζει στο «εγώ θα φοράω το 6», σε μια εποχή που όλοι ήθελαν να φοράνε το 10.)

Σε αντίθεση με το κανονικό, από το δικό μας «Μαρακανά» δεν περνούσε κανένας. Και δεν μιλάμε για τίποτα τυχαίους αντιπάλους. Στο πρωτάθλημα της περιοχής είχαμε να αντιμετωπίσουμε ομάδες όπως οι «Κανονιέρηδες» και οι «Μπέμπηδες», που από τα ονόματα καταλαβαίνεις πως δεν ήταν τίποτα κοντοί, φλώροι με γυαλάκια και παπούτσια με αυτοκόλλητα (μεταξύ μας, οι περισσότεροι ήταν κοντοί, φλώροι με γυαλάκια και παπούτσια με αυτοκόλλητα).

Όποιος ερχόταν να παίξει στο «Μαρακανά» ήξερε εξ αρχής πως στην καλύτερη περίπτωση θα επιστρέψει στη γειτονιά του με ένα τιμητικό σκορ. Ήταν το ‘οχυρό’ μας και το ξέραμε σπιθαμή προς σπιθαμή: Που ακριβώς βρισκόταν οι λακκούβες, πόση δύναμη χρειαζόταν για να φτάσει η μπάλα από τις δυο μεγάλες πέτρες που παρίσταναν την εστία τη μια εστία στην άλλη, που ήταν οι πέτρες που προεξείχαν και απειλούσαν να σου σπάσουν το πόδι αν δεν ήσουν προσεκτικός και πόσο μεγάλη ήταν η κλίση σε κάθε σημείο του γηπέδου.

Για έναν οποιοδήποτε ενήλικα της εποχής εκείνης ήταν μια κλασική άσχημη αλάνα, γεμάτη σκόνη και πιτσιρίκια που έκαναν εκνευριστική φασαρία την ώρα που αυτός ήθελε να δει την ‘Καλημέρα Ζωή’ ή να ακούσει Κώστα Μπίγαλη. Για εμάς ήταν ένας μικρός παράδεισος, μια εντυπωσιακή έδρα-φόβητρο, το πρώτο βήμα στο δρόμο για την ανάδειξη μας κάποτε σε «καλύτερο παίκτη του κόσμου». Βλέποντας την ξανά φέτος με το μυαλό ενός ενήλικα, έτσι ξενέρωτη και γεμάτη αυτοκίνητα από άκρη σε άκρη (και παλιότερα είχε παρκαρισμένα αμάξια αλλά, ευτυχώς, πολύ λιγότερα), ένιωσα για λίγο ένα γλυκόπικρο μείγμα θλίψης και νοσταλγίας το οποίο διαδέχτηκε μια πολύ βασική εσωτερική απορία: «Πώς στο διάολο βλέπαμε ένα κανονικό ποδοσφαιρικό γήπεδο σ’αυτό το παρατημένο, γεμάτο πέτρες και χαλίκια, οικόπεδο;»

Click on the image to enlarge it

                     (Πατήστε πάνω στη φωτογραφία για μεγέθυνση)

Πριν λίγες μέρες χαζεύοντας στο ίντερνετ πέτυχα αυτή την εκπληκτική εικόνα ενός Βραζιλιάνου φωτογράφου που έχει αφιερώσει ένα σημαντικό μέρος της ζωής του στις δυο μεγαλύτερες αγάπες του: τη φωτογραφία και το ποδόσφαιρο. Είναι τραβηγμένη στην πολιτεία Αλαγκόας, στα ανατολικά της Βραζιλίας.

Παρατηρώντας όλες τις υπέροχες λεπτομέρειες της με προσοχή (τα έντονα χρώματα, τα βλέμματα τους, την απίστευτη λασπουριά, τα ξυπόλητα πόδια, το χαμόγελο του μικρότερου, τα υποτυπώδη δίχτυα, τα στραβά δοκάρια κτλ.) καταλήγω στο ότι αν χρειαστεί ποτέ στο μέλλον να εξηγήσω σε κάποιον γιατί είναι όμορφο το ποδόσφαιρο δεν θα του δείξω κάποιο βίντεο του Μέσσι, του Ροναλντίνιο ή του Ζιντάν. Θα του δείξω απλά αυτά τα εφτά παιδιά που μέσα στη βροχή και τη λάσπη, σε μια χώρα γεμάτη προβλήματα, αδιαφορούν για όλα τα σκατά της ανθρωπότητας και παίζουν ευτυχισμένα στο δικό τους «Μαρακανά».

Το τελευταίο γκολ του Ινζάγκι

  [2 Σχόλια]

13 Μαΐου 2012, η Μίλαν υποδέχεται στο Σαν Σίρο τη Νοβάρα στα πλαίσια της τελευταίας αγωνιστικής του Καμπιονάτο. Στο 82ο λεπτό του αγώνα και με το σκορ στο 1-1 ο Κλάρενς Ζέεντορφ βγάζει μια τρομερή μπαλιά στην πλάτη της άμυνας των φιλοξενούμενων. Ο Φίλιπο Ινζάγκι, που έχει μπει ως αλλαγή 15 λεπτά πριν, ξεκινάει τη μικρή κούρσα του σχεδόν από την ίδια ευθεία με τον τελευταίο αμυντικό, κάτι που μας παρακινεί να θυμηθούμε την αξέχαστη ατάκα του Άλεξ Φέργκιουσον, «αυτός ο τύπος πρέπει να γεννήθηκε οφσάιντ», στην οποία ο Ιταλός είχε απαντήσει κατάλληλα, λίγα χρόνια αργότερα: «Το σχόλιο του Φέργκιουσον είναι το πιο άδικο απ’όλα όσα έχω δεχτεί. Αν έχω μόνο μια αρετή, αυτή είναι η ικανότητα μου να σπάω την παγίδα του οφσάιντ».

Παρά το γεγονός ότι είναι 39 χρονών ο ‘Πίπο’ θα κοντρολάρει τη μπάλα υπέροχα με το στήθος και από αρκετά πλάγια θέση θα τη στείλει με ωραίο σουτ στα δίχτυα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φάσης δεν θα κοιτάξει καθόλου προς την εστία. Δεν χρειάζεται να κοιτάξει. Ξέρει.

pipo2

(Ο Ινζάγκι ξέρει ανά πάσα στιγμή που ακριβώς βρίσκεται το τέρμα αλλά και που είναι ο ίδιος σε σχέση μ’αυτό. Το ξέρει γιατί έχει ζήσει μια ολόκληρη ζωή μέσα στη μεγάλη περιοχή. Την ξέρει όπως ακριβώς γνωρίζεις εσύ το σαλόνι σου. Εκεί μέσα βρίσκεται το βασίλειο του. Δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα γρήγορος, δεν ήταν τεχνίτης, δεν ήταν ανίκητος στον αέρα, δεν είχε ούτε το μισό ταλέντο των περισσότερων μεγάλων παικτών της εποχής του, δεν είχε τρομερό εκτόπισμα με το σώμα του, δεν είχε την κάθετη μπαλιά, δεν είχε μακρινό σουτ, δεν έκανε ραμπόνες, τακουνάκια και άλλα μαγικά με τη μπάλα. Άλλα έβαζε γκολ. Κι αυτό, φυσικά, αρκούσε.

Ο Φίλιπο Ινζάγκι είχε την αίσθηση του γκολ, ένα χαρακτηριστικό που δεν μπορείς να μετρήσεις και να συγκρίνεις αλλά ξέρεις καλά ότι υπάρχει εκεί έξω, κυκλοφορεί μέσα στα σκαριά διαφόρων επιθετικών. Όποιος τον έχει δει να παίζει και έχει εστιάσει έστω και λίγο στο παιχνίδι του ξέρει ότι αν πετούσες μια μπάλα σε μια μεγάλη περιοχή γεμάτη λάσπη, στην οποία βρίσκονται παρατεταγμένοι οι καλύτεροι αμυντικοί του κόσμου, ο Ινζάγκι θα έβρισκε τρόπο να σκοράρει. Με το καλάμι, με τη φτέρνα, με τον κώλο, με το γόνατο. Δεν έχει σημασία πως. Σημασία έχει μόνο η κατάληξη.

Ο ‘Πίπο’ υπήρξε ο πιο προικισμένος άμπαλος που έχει δει το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια. «Την πρώτη φορά που κλήθηκε στην εθνική είχαμε μείνει όλοι εμβρόντητοι στην προπόνηση. Η τεχνική του ήταν από τις χειρότερες που είχαμε δει σε τέτοιο επίπεδο. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, δεν σταματούσε να σκοράρει» είχε εξομολογηθεί ένας διεθνής Ιταλός στον απεσταλμένο του FourFourTwo, Τζέιμς Ρίτσαρντσον ενώ ο Γιόχαν Κρόιφ είχε σχολιάσει κάποτε: «Κοιτάξτε, το θέμα με τον Ινζάγκι είναι ότι δεν μπορεί στην πραγματικότητα να παίξει ποδόσφαιρο. Είναι απλά πάντα στη σωστή θέση».

Ένας κανονικός άνθρωπος που ξεκίνησε λίγο πιο πίσω από την κλασική αφετηρία που ξεκινάνε οι υπόλοιποι ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και παρ’ όλα αυτά κατάφερε με αρκετή δουλειά και ατέλειωτη μελέτη, αγάπη και προσήλωση σ’αυτό που κάνει, να ξεπεράσει στην πορεία τους περισσότερους απ’αυτούς και να παραμείνει χρήσιμος και ουσιαστικός μέχρι τα βαθιά ποδοσφαιρικά του γεράματα.)

pipo

Πριν καν προλάβει η μπάλα να ακουμπήσει το δίχτυ της εστίας ο Ινζάγκι βρίσκεται ήδη αλλού. Και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το παιχνίδι είναι αδιάφορο, η Μίλαν ό,τι κι αν γίνει είναι σίγουρα 2η ενώ η Νοβάρα έχει ήδη υποβιβαστεί. Ο ίδιος ο σκόρερ είναι πλέον 39 χρονών, ώριμος, χαλαρός, κατασταλαγμένος, κανονικός ‘παππούς’ στην ποδοσφαιρική ηλικιακή κλίμακα. Αλλά ο Ινζάγκι δεν δίνει δεκάρα γι’αυτές τις τυπικές λεπτομέρειες. Μέχρι να επιστρέψει σ’αυτόν το πλάνο βρίσκεται ήδη εκτός γηπέδου, χοροπηδάει σαν τρελός, αγκαλιάζει αγνώστους και πανηγυρίζει σαν μικρό παιδί που μόλις έχει βάλει το πρώτο γκολ της καριέρας του. Τα δευτερόλεπτα που δεν τον είδαμε στο βίντεο όλοι ξέρουμε πως έτρεχε προς την κερκίδα με τα χέρια να κουνιούνται ακατάσχετα προς όλες τις κατευθύνσεις και με το στόμα μόνιμα ανοιχτό να εκσφενδονίζει ασταμάτητα κραυγές χαράς. Ο Ινζάγκι βιώνει μια κατάσταση οργασμού σε δημόσια θέα. Και όχι, η εξαλλοσύνη αυτή δεν οφείλεται στο γεγονός ότι ξέρει πως αυτό είναι το τελευταίο του παιχνίδι άρα αυτό είναι και το τελευταίο του γκολ.

(Ο Φίλιπο Ινζάγκι πανηγύριζε κάθε γκολ σαν να ήταν το πρώτο και τελευταίο του. Ανεξαρτήτως αντιπάλου, διοργάνωσης, σημασίας ή δυσκολίας. Αρκετά χρόνια πριν, σε ένα εκτός έδρας ματς με τη Μπάγερν για τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ ο Ζέεντορφ – πάλι – έπαιξε ένα εξαιρετικό ένα-δυο μέσα στη μεγάλη περιοχή και όταν βρέθηκε απέναντι στον Καν από θέση πλάγια αριστερά έδωσε έτοιμο γκολ στον ‘Πίπο’, που βρισκόταν στα τρία μέτρα από την ανυπεράσπιστη εστία και το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να βάλει το ποδάρι του. Αν κάποιος έβλεπε μόνο τον πανηγυρισμό που ακολούθησε θα πίστευε ότι ο σκόρερ είχε μόλις πετύχει γκολ που μπορεί να συγκριθεί με εκείνο του Μαραντόνα το 1986.

Σε μια εποχή όμως που η μόδα επιτάσσει να κάνεις καρδούλες ή να αντιγράφεις μια ακατανόητη και άνευ νοήματος φιγούρα κάποιων χιπχοπάδων, που κυκλοφορεί με το κωμικό όνομα «νταμπ», οι έξαλλοι πανηγυρισμοί του Ινζάγκι, που έβγαζαν προς τα έξω ένα γαμηστερό μείγμα καύλας και ευτυχίας, φαίνονται τόσο ωραίοι και αυθεντικοί. Ο αλλόφρων ‘Πίπο’ έδινε, συνειδητά ή όχι, σε κάθε γκολ του την αξία που του αναλογούσε, υπενθυμίζοντας σε όλους πως εκείνη τη δεδομένη χρονική στιγμή, σε εκείνο το συγκεκριμένο μέρος, το γκολ είναι το πιο ωραίο και σημαντικό πράγμα στον κόσμο, «μια μυστικιστική εμπειρία» όπως την έχει χαρακτηρίσει ο ίδιος.)

Στα οχτώ λεπτά που απομένουν δεν αλλάζει τίποτα κι έτσι η Μίλαν κλείνει τη χρονιά με νίκη. Ο Φίλιπο Ινζάγκι αποχαιρέτησε εκείνη τη μέρα το ποδόσφαιρο έχοντας πετύχει 313 γκολ και είμαστε όλοι σίγουροι πως και τα 313 τα χάρηκε και τα πανηγύρισε με την ψυχή του.

pipo3

Ο μονόχειρας Θεός της Ουρουγουάης

  [1 Σχόλιο]

To απόγευμα της 27ης Μαίου 1934 η προσοχή όλων στην Ουρουγουάη ήταν στραμμένη στο ‘Σεντενάριο’, εκεί όπου οι δυο μεγαλύτερες ομάδες της χώρας, η Πενιαρόλ και η Νασιονάλ, έπαιζαν το πρωτάθλημα σε ένα παιχνίδι μπαράζ, καθώς το τέλος της σεζόν τις είχε βρει ισόβαθμες στην κορυφή της βαθμολογίας.

Στο 70ο λεπτό του αγώνα και με το σκορ στο 0-0 σε μια πολύ περίεργη φάση η μπάλα βρήκε το βαλιτσάκι των πρώτων βοηθειών που είχε αφήσει κατά λάθος ο γιατρός της Νασιονάλ δίπλα ακριβώς στη γραμμή του άουτ και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Ο διαιτητής δεν είδε την παράβαση, η Πενιαρόλ συνέχισε την επίθεση σαν να μην έχει συμβεί τίποτα και ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά πέτυχε γκολ (το οποίο έμεινε γνωστό ως «το γκολ της βαλίτσας»). Ακολούθησε χαμός.

Οι παίκτες της Νασιονάλ διαμαρτυρήθηκαν έντονα στον διαιτητή και πάνω στα νεύρα και την ένταση έπεσαν και μερικές ‘ψιλές’. Αποτέλεσμα; Τρεις παίκτες της Νασιονάλ αποβλήθηκαν, ο διαιτητής οδηγήθηκε στο ιατρείο και τον αγώνα κλήθηκε να συνεχίσει μετά από αρκετή ώρα ο 4ος διαιτητής, που σαν καλός διπλωμάτης και με αφορμή την έλλειψη κατάλληλου φωτισμού (αφού είχε πλέον νυχτώσει για τα καλά), διέκοψε το παιχνίδι οριστικά.

0000384293

Το περιβόητο βαλιτσάκι και η μπάλα του αγώνα βρίσκονται πλέον στο μουσείο της Νασιονάλ

Δυο ολόκληρους μήνες μετά (!), στις 30 Ιουλίου, η ομοσπονδία κατάφερε να βγάλει απόφαση για τη μοίρα του ‘τελικού’: Το γκολ της Πενιαρόλ ακυρωνόταν, όπως και μια από τις τρεις αποβολές της Νασιονάλ, και οι δυο ομάδες θα έπρεπε να παίξουν τα εναπομείναντα 20 λεπτά κεκλεισμένων των θυρών. Στις 25 Αυγούστου λοιπόν, έναν ολόκληρο μήνα μετά την απόφαση και τρεις μήνες μετά τη μέρα που έγινε το μπαράζ, οι 20 παίκτες (11 της Πενιαρόλ και 9 της Νασιονάλ) επέστρεψαν στο Σεντενάριο για να συνεχίσουν τον ‘τελικό’.

Το 20λεπτο έληξε χωρίς σκορ κι έτσι αποφασίστηκε να υπάρξει 30λεπτη παράταση. Η παράταση έληξε κι αυτή χωρίς σκορ και τότε (* drum roll *) σε μια στιγμή αυθεντικής λατινοαμερικάνικης μαγείας αποφασίστηκε να υπάρξει και δεύτερη 30λεπτη παράταση! (Γιατί; Γιατί… Ουρουγουάη, διάολε! Πηγαίνουμε σιγά-σιγά κοντά στη Λογική, της κάνουμε τάκλιν από πίσω, την τσαλαπατάμε με τις βρώμικες τάπες του αριστερού ποδιού μας, την αφήνουμε μερικά δευτερόλεπτα να συνέλθει και μετά την πατάμε ξανά με μεγαλύτερη δύναμη με τις τάπες του «καλού» δεξιού ποδιού μας.)

Αν και αγωνιζόταν για 20+30+30 λεπτά αγώνα με δυο παίκτες λιγότερους η ηρωική Νασιονάλ κατάφερε να κρατήσει το 0-0 ως το τελευταίο σφύριγμα και της δεύτερης παράτασης κι έτσι το ‘μπαλάκι’ επέστρεψε στην Ομοσπονδία. Κάπως έπρεπε να κριθεί το πρωτάθλημα. Η απόφαση αυτή τη φορά ήταν άμεση: Νέο μπαράζ, σε μια εβδομάδα, ξανά στο Σεντενάριο, αυτή τη φορά με κόσμο. Αποτέλεσμα 90λεπτου; 0-0. Τι κάνουμε; Ξανά παράταση. Αποτέλεσμα παράτασης; 0-0. Και τώρα; (* drum roll ξανά αρχίζει να παίζει ο εθνικός ύμνος της Ουρουγουάης *) Τι ερωτήσεις είναι αυτές; Ξανά δεύτερη 30λεπτη παράταση, μα τον Τουτάτη μα τον Ομπντούλιο Βαρέλα! Γιατί; Γιατί όχι; Τελικό αποτέλεσμα μετά από 90+30+30 λεπτά αγώνα; Αυτό ακριβώς που φαντάστηκες. Μηδέν-μηδέν.

Έχουμε πλέον μπει κανονικά στο φθινόπωρο του 1934 και η χώρα δεν έχει ακόμα πρωταθλητή για τη σεζόν 1932-33! Απεγνωσμένη από το όλο φιάσκο η Ομοσπονδία ψάχνει ξανά λύσεις και τελικά με ρυθμούς Βασίλη Τσιάρτα παίρνει μια εξαιρετικά πρωτότυπη απόφαση μετά από δυο ολόκληρους μήνες συλλογισμού: να ξαναπαίξουν! Στις 18 Νοεμβρίου, λοιπόν, Πενιαρόλ και Νασιονάλ πηγαίνουν για τέταρτη φορά στο Σεντενάριο και, ευτυχώς, για το καλό όλων αυτή τη φορά βρίσκουν δίχτυα. Με χατ-τρικ του Έκτορ Κάστρο η Νασιονάλ κερδίζει με 3-2 και έξι μήνες μετά το πρώτο μπαράζ ανακηρύσσεται πρωταθλήτρια Ουρουγουάης.

hector_castro4

Και ενώ έχεις φτάσει στο σημείο που πιστεύεις ότι τίποτα άλλο δεν μπορεί να σε εκπλήξει, βλέπεις τον άνθρωπο που με το χατ-τρικ του χάρισε τον τίτλο στη Νασιονάλ (και έσωσε όλη τη χώρα από ένα, πιθανόν, ατέλειωτο μαρτύριο κατά το οποίο μέχρι και σήμερα οι δυο ομάδες θα έπαιζαν μπαράζ για τον τίτλο του 1933, μπαράζ που μετά από δυο παρατάσεις θα έληγαν πάντα 0-0) και συνειδητοποιείς ότι κάτι λείπει.

—–

Ο Έκτορ Κάστρο γεννήθηκε στο Μοντεβίδεο 29 χρόνια πριν από τα μπαράζ του «μεγαλύτερου πρωταθλήματος του κόσμου», όπως έμεινε στην ιστορία το πρωτάθλημα του 1933. Η οικογένεια του ήταν τόσο φτωχή που αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά από τα 10 του σε ένα κοντινό ξυλουργείο. Στα 13 του και μετά από ένα λάθος χειρισμό του ηλεκτρικού πριονιού έχασε το ένα του χέρι από τον αγκώνα και κάτω. Παρά το σοβαρό του ατύχημα ο Κάστρο έδειξε από μικρός ότι είχε μέσα του μπόλικο από το περίφημο «garra» των Ουρουγουανών. Ακόμα και με ένα χέρι συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο και μάλιστα με αξιοσημείωτη επιτυχία.

Μόλις στα 19 του βρέθηκε στη φημισμένη Νασιονάλ, την οποία και βοήθησε να κατακτήσει το πρωτάθλημα εκείνης της σεζόν. Με την ταχύτητα, τη δύναμη, τον τσαμπουκά και την εξαιρετική αίσθηση του γκολ που είχε, κατάφερνε να υπερκαλύψει την έλλειψη τεχνικής αλλά και το σωματικό του μειονέκτημα, μη διστάζοντας μάλιστα να χρησιμοποιήσει το κουτσουρεμένο χέρι του για να σπρώξει αντιπάλους και για να κερδίσει μονομαχίες στον αέρα. Ο δυναμικός τρόπος παιχνιδιού του δεν άφηνε περιθώριο σε κανέναν αντίπαλο να τον λυπηθεί. Όσο ατίθασος και ζωηρός ήταν στον αγωνιστικό χώρο άλλο τόσο ήταν και εκτός γηπέδων: Μεγάλος πότης, φημισμένος γυναικάς, λάτρης της νύχτας, δεινός χορευτής, φανατικός καπνιστής και άρρωστος τζογαδόρος.

hector_castro2

Οι επιτυχίες του σε συλλογικό επίπεδο του έδωσαν γρήγορα μια θέση και στην επίθεση της εθνικής, σε μια εποχή που η Ουρουγουάη σάρωνε όποιον έβρισκε αντίπαλο. Ο Κάστρο αποσύρθηκε από την εθνική το 1935, σε ηλικία 31 χρονών, με 4 σημαντικά τρόπαια στο παλμαρέ του. Δυο Κόπα Αμέρικα, χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1928 και ένα Παγκόσμιο Κύπελλο κι όλα αυτά μέσα σε εννιά χρόνια είναι ένας απολογισμός που δεν συναντάς συχνά. Στα 25 παιχνίδια που έπαιξε με τη φανέλα της ‘Σελέστε’ σκόραρε 18 φορές. Τα δυο πιο διάσημα γκολ του μπήκαν στο Μουντιάλ του 1930, που ήταν και το πρώτο της ιστορίας. Ήταν αυτός που πέτυχε το πρώτο γκολ της Ουρουγουάης στη διοργάνωση, στο εναρκτήριο παιχνίδι με το Περού, και αυτός που στο 89′ του τελικού με την Αργεντινή καθάρισε το παιχνίδι, κάνοντας το 4-2.

(Στα αξιοσημείωτα εκείνου του πρώτου τελικού συγκαταλέγεται το ότι επειδή οι δυο αντίπαλοι είχαν ήδη πολλά προηγούμενα, δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν ούτε καν για τη μπάλα του αγώνα. Έτσι, για να ικανοποιήσει τους πάντες, ο διαιτητής αποφάσισε να παιχτεί ένα ημίχρονο με τη μπάλα των γηπεδούχων Ουρουγουανών και ένα με τη μπάλα που είχαν φέρει οι Αργεντίνοι. Συμπτωματικά ή όχι, η Αργεντινή κέρδιζε με 1-2 στο πρώτο ημίχρονο που παίχτηκε με τη μπάλα της και κατέρρευσε στο δεύτερο που παίχτηκε με τη μπάλα των Ουρουγουανών.)

hector_castro3

Ένα χρόνο μετά την απόσυρση του από την εθνική, ο Κάστρο κρέμασε οριστικά τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Λίγα χρόνια μετά έγινε προπονητής της Νασιονάλ και πανηγύρισε μαζί της από τον πάγκο άλλα 6 πρωταθλήματα. Τον Σεπτέμβρη του 1960, σε ηλικία 56 ετών, πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Λίγους μόλις μήνες πριν είχε αναλάβει προπονητής της εθνικής Ουρουγουάης. Μέχρι και σήμερα παραμένει ο μόνος μη αρτιμελής παίκτης που κατάφερε να κερδίσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ένα κατόρθωμα που πολύ δύσκολα θα επαναληφθεί.

Ο μικρός «σακάτης», όπως τον αποκαλούσαν τα πρώτα χρόνια οι αντίπαλοι σε μια προσπάθεια να τον εκνευρίσουν και να του τσακίσουν την ψυχολογία, έφυγε από τη ζωή έχοντας γράψει με μεγάλα γράμματα το όνομα του στην ποδοσφαιρική ιστορία της Ουρουγουάης. Εκτός αυτού, κατάφερε να αποκτήσει και ένα πολύ καλύτερο παρατσούκλι, που θα τον συνοδεύει για πάντα: Ο μονόχειρας Θεός.

hector_castro5

Τα 18 λεπτά μαγείας του Νταρίο Μπενεντέτο

  [4 Σχόλια]

dario

Το ποδόσφαιρο είναι σε ένα σημαντικό βαθμό παιχνίδι ψυχολογίας. Αυτό μπορεί να το αντιληφθεί οποιοσδήποτε έχει παίξει μπάλα, ακόμα και σε επίπεδο παρέας στα 5Χ5. Όλοι μας έχουμε ζήσει «εκείνη την κωλο-μέρα που η ρουφιάνα η μπάλα δεν πήγαινε με τίποτα μέσα», όσο λυσσασμένα κι αν προσπαθούσαμε. Και όχι, αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε άμπαλους ερασιτέχνες που ψάχνουν δικαιολογία γιατί από τα τρία μέτρα κατάφεραν να πετύχουν τον ακίνητο, τρομαγμένο τερματοφύλακα που είχε γυρίσει για σιγουριά και την πλάτη γιατί «εντάξει, δεν είμαι και ο Νόιερ, την πλάκα μας κάνουμε, μην πάμε αύριο στο γραφείο με μελανιασμένο πρόσωπο». Μπορεί να το επιβεβαιώσει άλλωστε και ο Έντινσον Καβάνι, που πριν λίγο καιρό έχανε τα άχαστα στο παιχνίδι με την Άρσεναλ και ελάχιστες ημέρες μετά πετύχαινε 4 γκολ σε 33 λεπτά μέσα στην έδρα της Καέν, σκοράροντας σχεδόν σε κάθε ευκαιρία που του παρουσιάστηκε.

Μια τέτοια ημέρα έζησε εχθές και ο Νταρίο Μπενεντέτο απέναντι στην Κίλμες. O 26χρονος Αργεντινός επιθετικός μετακόμισε το καλοκαίρι από το Μεξικό και την Κλουμπ Αμέρικα στο Μπουένος Άιρες και τη Μπόκα Τζούνιορς αλλά στα τρία πρώτα παιχνίδια της φετινής σεζόν δεν κατάφερε να βρει το δρόμο προς τα δίχτυα (αναγκάζοντας μια φανατική οπαδό της ομάδας να τον ψάξει πριν από το ματς για να του χαρίσει ένα τετράφυλλο τριφύλλι!). Η όποια ανησυχία υπήρξε πάντως για τη φόρμα του εξαφανίστηκε εχθές το βράδυ μέσα σε ελάχιστη ώρα. Για την ακρίβεια, χρειάστηκαν όλα κι όλα 18 λεπτά!

  • Στο 7′ άνοιξε το σκορ με ωραίο τακουνάκι.

  • Στο 17′ έδωσε ξανά προβάδισμα στη Μπόκα με απίστευτο βρωμόσουτο από «του Διαόλου τη μάνα», δηλαδή από μια απόσταση απ’την οποία δοκιμάζεις να σουτάρεις μόνο αν πιστεύεις πολύ στον εαυτό σου και στα πόδια σου.

  • Στο 23′ και βασιζόμενος πλέον στη λογική «ό,τι κι αν κάνω σήμερα βγαίνει, οπότε ας δοκιμάσω να δώσω και ασίστ με τακουνάκι, γιατί όχι διάολε;» έδωσε έτοιμο γκολ στον Ρικάρντο Σεντουριον για το 3-1.

  • Στο 25′ ολοκλήρωσε το χατ-τρικ αλλά και τη σύντομη αλλά άκρως χορταστική παράσταση του, σκοράροντας  αυτή τη φορά με κεφαλιά, «έτσι, για την ποικιλία μωρέ».

Στα επόμενα 65 λεπτά του αγώνα δεν άλλαξε τίποτα, αφού λογικά οι περισσότεροι στο γήπεδο ακόμα προσπαθούσαν να συνειδητοποιήσουν τι είχαν δει ως εκείνο το σημείο, και έτσι η Μπόκα πήρε την εύκολη νίκη με 4-1. Μια νίκη που λογικά θα αργήσει να ξεχάσει ο Μπενεντέτο, οι αντίπαλοι του αλλά και όσοι τυχεροί είδαν το παιχνίδι. Δεν βλέπεις άλλωστε και πολύ συχνά κάποιον ποδοσφαιριστή να δίνει τέτοιο σόου σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Αν θέλετε, ρωτήστε και τη Βόλφσμπουργκ.

Ο αιώνιος αρχηγός της Ουρουγουάης

  [2 Σχόλια]

Το απόγευμα της 16ης Ιουλίου 1950 η εθνική ομάδα της Ουρουγουάης επέστρεφε στο ξενοδοχείο της, έχοντας στα χέρια της το παγκόσμιο κύπελλο. Ένα τρόπαιο που ήταν τόσο σίγουρο πως θα κατέληγε στη διοργανώτρια Βραζιλία, που ο πρόεδρος της ΦΙΦΑ και εμπνευστής της διοργάνωσης, Ζυλ Ριμέ, είχε ετοιμάσει από πριν ένα λόγο για να συγχαρεί τους νικητές οικοδεσπότες. Το χαρτί στο οποίο είχε γραφτεί τελικά έμεινε στην τσέπη του Γάλλου, ο οποίος μέσα σε ένα κλίμα πένθους και αναστάτωσης παρέδωσε όπως-όπως, το τρόπαιο στον αρχηγό της Ουρουγουάης, Ομπντούλιο Βαρέλα, και εξαφανίστηκε από το γήπεδο, μαζί με τους δεκάδες χιλιάδες θλιμμένους Βραζιλιάνους.

varela2

Το βράδυ εκείνο οι υπεύθυνοι της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Ουρουγουάης, οι ίδιοι άνθρωποι που λίγη ώρα πριν τη σέντρα έλεγαν στα αποδυτήρια πως ο βασικός στόχος ήταν να μη διασυρθούν από τους ανώτερους Βραζιλιάνους και οι οποίοι τελικά κράτησαν τα χρυσά μετάλλια και έδωσαν στους παίκτες ασημένια αντίγραφα, βγήκαν σε ένα καμπαρέ για να γιορτάσουν την τεράστια νίκη. Οι πραγματικοί ήρωες της βραδιάς ξέμειναν στο ξενοδοχείο σχεδόν απένταροι, στήνοντας ένα μικρό πάρτι στα δωμάτια τους με κρύα σάντουιτς και φτηνές μπύρες που αγόρασαν χρησιμοποιώντας τα τελευταία χρήματα που τους είχαν απομείνει. Ο μοναδικός που έλειπε ήταν ο αρχηγός, ο άνθρωπος που κράτησε όρθιους τους συμπαίκτες του μετά το 1-0, αυτός που πριν το ματς στα αποδυτήρια – όταν έφυγαν οι άνθρωποι της Ομοσπονδίας – έπειθε τους υπόλοιπους ότι ο στόχος δεν είναι να παραμείνει το σκορ σε λογικά επίπεδα αλλά το κύπελλο («μην ακούτε τους δειλούς, ο στόχος μας θα ολοκληρωθεί μόνο όταν γίνουμε πρωταθλητές» ήταν μια από τις ατάκες που εκστόμισε) και ότι οι 200.000 αντίπαλοι θεατές στις κερκίδες «δεν παίζουν μπάλα».

Ο Ομπντούλιο Βαρέλα αγνόησε τις εντολές και μαζί με τον φυσιοθεραπευτή βγήκαν μόνοι τους βόλτα στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Δεν χρειάστηκαν παρά λίγη ώρα για να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της τραγωδίας που βίωνε η Βραζιλία, που είχε ετοιμάσει για εκείνο το βράδυ το «μεγαλύτερο και καλύτερο πάρτι καρναβαλιού που θα έβλεπε η χώρα». Αρκετά από τα μπαρ ήταν κλειστά ή άδεια ενώ δεν ήταν λίγοι αυτοί που έκλαιγαν, ακόμα και στο δρόμο. Σε ένα από τα μπαρ που επισκέφτηκαν κάποιος τον αναγνώρισε. Όπως δήλωσε χρόνια μετά ο Βαρέλα, για λίγο φοβήθηκε πως θα τον λιντσάρουν. Τελικά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Κάποιοι του έδωσαν συγχαρητήρια, μερικοί εξέφρασαν τον θαυμασμό τους για το πως έπαιξε και κάποιοι άλλοι τον προσκάλεσαν να πιούνε παρέα. Ο ποδοσφαιριστής που γύρισε έναν τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου ξενύχτησε μόνος του, μακριά από πανηγύρια, κάμερες και δημοσιογράφους, πίνοντας μαζί με τους ανθρώπους τους οποίους είχε πικράνει.

varela

Ο Ομπντούλιο γύρισε μεθυσμένος στο ξενοδοχείο στις 7 το πρωί, προσπαθώντας ακόμα να αποδεχτεί τη θλίψη που είχε προκαλέσει σε εκατομμύρια ανθρώπους («το ήξερα ότι οι άνθρωποι στην Ουρουγουάη εκείνη τη στιγμή θα πανηγύριζαν χαρούμενοι αλλά εγώ δεν ήμουν εκεί, ήμουν στο Ρίο και έβλεπα τη θλίψη εκείνων των ανθρώπων» έλεγε χρόνια μετά). Την επόμενη μέρα η αποστολή επέστρεψε στο Μοντεβίδεο. Στο αεροδρόμιο είχε στηθεί μια φιέστα υποδοχής ενώ για τις επόμενες ημέρες είχαν προγραμματιστεί τιμητικές εκδηλώσεις και συνεντεύξεις με δεκάδες δημοσιογράφους. Ο Ομπντούλιο Βαρέλα δεν εμφανίστηκε σε καμία απ’αυτές, παρ’όλο που το όνομα του ήταν πρώτο σε όλες τις πινακίδες και αφίσες. Όπως έγραψε ο συμπατριώτης του Εντουάρντο Γκαλεάνο: «Μέσα στη γενική ευφορία το έσκασε μεταμφιεσμένος σε Χάμφρει Μπόγκαρτ, με το καπέλο του κατεβασμένο μέχρι τη μύτη και ένα αδιάβροχο με σηκωμένους γιακάδες».

Την άποψη του για τους ανθρώπους που διοικούσαν το ποδόσφαιρο αλλά και για τους δημοσιογράφους την ήξεραν όλοι. Οι πρώτοι τον θεωρούσαν εχθρό από τότε που είχε πρωτοστατήσει λίγα χρόνια πριν στην απεργία των ποδοσφαιριστών που ζητούσαν περισσότερα βασικά δικαιώματα. Τους δεύτερους τους απέφευγε με κάθε τρόπο. «Τα μόνα αληθινά πράγματα που μπορείς να βρεις σε μια εφημερίδα είναι η ημερομηνία και η τιμή της» έλεγε πάντα. Την εποχή που έπαιζε στην Πενιαρόλ αρκετές φορές αρνούνταν ακόμα και να φωτογραφηθεί με την υπόλοιπη ομάδα για τα ρεπορτάζ των εφημερίδων. «Ήρθα εδώ για να παίξω μπάλα, όχι για να κάνω το μοντέλο» ήταν η απάντηση του σε κάποιον που προσπάθησε μια φορά να τον μεταπείσει.

Το 1955, πέντε χρόνια μετά το ‘Maracanazo’, και αφού είχε φτάσει πλέον στα 38 και είχε κατακτήσει τίτλους και με την εθνική και με την αγαπημένη του Πενιαρόλ, κρέμασε τα παπούτσια του. Η μοίρα το έφερε έτσι που το τελευταίο του ματς διεξήχθη στο Μαρακανά. Αντίπαλος ήταν η Βραζιλιάνικη Αμέρικα. Ο Ομπντούλιο, που είχε αναλάβει θέση παίκτη-προπονητή στην Πενιαρόλ, μπήκε αλλαγή στο δεύτερο ημίχρονο αλλά όταν συνειδητοποίησε ότι πλέον ήταν αρκετά μεγάλος και ανήμπορος να βοηθήσει την ομάδα του όπως αυτός ήθελε, αποχώρησε μόνος του από τον αγωνιστικό χώρο και ταυτόχρονα και από το ποδόσφαιρο.

Αν και για τα κατορθώματα του γράφτηκαν βιβλία και αμέτρητα αφιερώματα σε εφημερίδες και περιοδικά ο ίδιος έζησε την υπόλοιπη ζωή του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μαζί με τη γυναίκα του, τα δυο του παιδιά και μερικούς καλούς φίλους. Δεν εμφανιζόταν σε γιορτές και εκδηλώσεις, δεν έβγαινε σχεδόν ποτέ στην τηλεόραση ή το ράδιο για να σχολιάσει το σύγχρονο ποδόσφαιρο ή να πει την άποψη του για την εθνική και δεν απαντούσε στις εκκλήσεις των δημοσιογράφων που του ζητούσαν να θυμηθεί ιστορίες από το Μουντιάλ της Βραζιλίας. Από τη μέρα που αποσύρθηκε μέχρι τη μέρα που πέθανε το 1996 έδωσε τόσες λίγες συνεντεύξεις που μπορείς να τις μετρήσεις στα δάχτυλα του ενός χεριού. Μια από τις τελευταίες ήταν το 1990, σε ένα Βραζιλιάνο δημοσιογράφο που ήταν τόσο αποφασισμένος να μιλήσει μαζί του που έκατσε πέντε μέρες έξω από το σπίτι του.

Στις ελάχιστες συνεντεύξεις που καταδέχτηκε να δώσει αρνιόταν οποιαδήποτε θρυλική υπόσταση και υποβίβαζε χωρίς δεύτερη σκέψη την επιτυχία του Μαρακανά («Ήταν απλά μια νίκη. 100 φορές να παίζαμε, δεν θα τους κερδίζαμε άλλη φορά») και τη δική του συνεισφορά σ’αυτή («Με παρουσίασαν σαν τον ένοχο για την ήττα της Βραζιλίας και σαν τον αποκλειστικό υπεύθυνο για τη νίκη της Ουρουγουάης. Τίποτα απ’αυτά δεν ισχύει. Κανένας δεν κέρδισε Παγκόσμιο Κύπελλο μόνος του»).

—–

Πριν λίγες μέρες ο αναπληρωτής γραμματέας της Εθνικής Γραμματείας Αθλητισμού της Ουρουγουάης δήλωσε ότι το 2017 (το έτος δηλαδή που συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του) θα είναι αφιερωμένο στον Ομπντούλιο Βαρέλα, μια πρόταση την οποία είδε με πολύ καλό μάτι και ο πρόεδρος της χώρας, Ταμπαρέ Βάσκες. Μια επιτροπή τεσσάρων ανθρώπων που, ειρωνικά θα λέγαμε, αποτελείται από δημοσιογράφους και ανθρώπους του ποδοσφαίρου της χώρας, θα ανακοινώσει στο άμεσο μέλλον μια σειρά ενεργειών και εκδηλώσεων προς τιμή του μεγαλύτερου αρχηγού που έχει δει η χώρα («Αιώνιος αρχηγός» είναι ένα από τα πολλά παρατσούκλια που του κόλλησαν μετά την επιτυχία του 1950), οι οποίες θα πραγματοποιηθούν από τον Μάρτιο έως τις 20 Σεπτεμβρίου, που είναι και η ημέρα που ο Βαρέλα θα γινόταν 100 εάν ζούσε. Ανάμεσα στις ενέργειες αυτές είναι και η μετονομασία κάποιου βασικού δρόμου της πρωτεύουσας.

obdulio4

Μ’αυτόν τον τρόπο, έστω και πολύ καθυστερημένα, η Ουρουγουάη θα τιμήσει τον σπουδαιότερο παίκτη που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της, αυτόν που ουσιαστικά κουβάλησε το ποδόσφαιρο της στους ώμους του σε μερικές από τις πιο ζόρικες στιγμές του (και εντός αλλά και εκτός γηπέδου, αν αναλογιστούμε ότι η απεργία άλλαξε τη μοίρα όλων των υπόλοιπων Ουρουγουανών ποδοσφαιριστών), τον μεγαλύτερο μάγκα της Ιστορίας, αυτόν για τον οποίο το περιοδικό ‘El Grafico’ της γειτονικής και θεωρητικά ‘εχθρικής’ Αργεντινής έγραψε κάποτε:

«Δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά αν ο Βαρέλα είναι ο καλύτερος Ουρουγουανός παίκτης στην ιστορία, ούτε αν ήταν ένας από τους καλύτερους μέσους όλων των εποχών. Σ’αυτή τη θέση έχουν υπάρξει παίκτες με πολύ καλύτερη τεχνική και παίκτες που ήταν πολύ πιο εγκεφαλικοί. Αλλά κανένας, ούτε στην Ουρουγουάη, ούτε οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, δεν έχει φτάσει στα επίπεδα που έφτασε αυτός σαν ηγέτης, σαν αδιαφιλονίκητος αρχηγός».

Η πραγματική μπαλίτσα σε HD

  [6 Σχόλια]

sundayleague2

Μπορεί το ποδόσφαιρο στην Αγγλία τα τελευταία χρόνια να ζει στιγμές δόξας (όχι εθνική Αγγλίας, κάτσε κάτω, εννοείται πως δεν μιλάω για σένα) και να κολυμπάει στο χρήμα, χάρη κυρίως στα υπέρογκα ποσά που εξασφαλίζει από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο όμως της χώρας παραμένει αρκετά παραμελημένο.

Έτσι, και παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση αλλά και η ίδια η Πρέμιερ Λιγκ χρηματοδοτούν με αρκετά εκατομμύρια κάθε χρόνο την Αγγλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία για να προωθήσει κι άλλο τον ερασιτεχνικό αθλητισμό, το νούμερο των ανθρώπων που αθλούνται συστηματικά παίζοντας ποδόσφαιρο έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια, για λόγους που σχετίζονται με τον καιρό, με την κακή κατάσταση που βρίσκονται εξαιτίας του πολλά από τα γηπεδάκια της χώρας, με την κρίση και με τον σύγχρονο τρόπο ζωής.

Σε πείσμα όλων αυτών όμως, υπάρχουν κάποιες πολλές χιλιάδες ηρωικοί μαντράχαλοι που συνεχίζουν να αδιαφορούν για τις ατέλειωτες βροχές, τη λασπούρα, τη μπάκα τους, την έλλειψη φιλάθλων και το ζόρικο πρωινό ξύπνημα μετά από τη Σαββατιάτικη σούρα και επιμένουν να τρέχουν πίσω από μια μπάλα στα χορτάρια της Αγγλίας φορώντας τη φανέλα κάποιας ομάδας που δεν την ξέρει κανένας που ζει σε ακτίνα πάνω από πέντε χιλιόμετρα από την έδρα της.

Μια τέτοια περίπτωση είναι και η Recreativo Hackney FC που εδρεύει κάπου στο Λονδίνο, παίζει στην ‘Central London Sunday Super League’ και έχει για προπονητή έναν μεσήλικα γραφιά που, φυσικά, είναι ταυτόχρονα και παίκτης. Το Sky Sports εντόπισε την άσημη ομάδα πριν λίγο καιρό ψάχνοντας ιδέες για να προωθήσει τις φετινές «Ultra HD» μεταδόσεις της Πρέμιερ Λιγκ και το αποτέλεσμα είναι ένα επικό βιντεάκι που περιλαμβάνει κάποιες από τις μαγικές καλτ στιγμές που συναντάει κανείς σε τέτοια ερασιτεχνικά παιχνίδια σε όλο τον πλανήτη. Στιγμές που, κακά τα ψέματα, με ultra hd εικόνα γίνονται ακόμα πιο γαμάτες.

Σε περίπτωση που κάποιος ενδιαφέρεται να μάθει για την κατάσταση του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου στην Αγγλία εδώ υπάρχει ένα πολύ πρόσφατο διαφωτιστικό κείμενο ενώ αν είσαι ένας από αυτούς που την έχουν κάνει με ελαφρά πηδηματάκια από την Ελλάδα με προορισμό το Λονδίνο και ψάχνεις μια ομάδα παρέα για να κλωτσάς καμιά μπάλα μια στο τόσο και να φαντάζεσαι ότι είσαι ο νέος Χατζηπαναγής, η Recreativo Hackney FC ψάχνει αμυντικούς και έναν επιθετικό. Ή και δυο, ανάλογα με το πόσο έχει πιει ο βασικός σέντερ φορ της ομάδας το προηγούμενο βράδυ.

sundayleague