«Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο»

  [4 Σχόλια]

Βρισκόμαστε στο 1999, η αποστολή της Γιουβέντους είναι έτοιμη να αναχωρήσει για ένα εκτός έδρας παιχνίδι αλλά ο Ζινεντίν Ζιντάν είναι εξαφανισμένος. Όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης του πέφτουν στο κενό, καθώς το κινητό του είναι κλειστό. Ο ενοχλημένος Κάρλο Αντσελότι, που βρίσκεται στο τιμόνι της ομάδας μόλις μερικές εβδομάδες και ακόμα προσπαθεί να κερδίσει τον σεβασμό των παικτών του, παίρνει τη μεγάλη απόφαση: «Δεν περιμένουμε άλλο. Φεύγουμε». Ένας εκ των βοηθών του απορεί: «Μα, Καρλίτο, πως θα μας προλάβει;». Ο Αντσελότι όμως είναι ανένδοτος: «Αυτό είναι δικό του πρόβλημα».

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, από το βάθος του λεωφορείου, μια φωνή ακούγεται: «Κόουτς, πρέπει να μιλήσουμε». Ο Πάολο Μοντέρο σηκώνεται από τη θέση του και αρχίζει να προχωράει στο διάδρομο. «Φυσικά Πάολο, τώρα ξεκινάμε και στη διαδρομή είμαι όλος αυτιά». Τότε ο Μοντέρο φτάνει δίπλα στον οδηγό, σταυρώνει τα χέρια, κοιτάει τον προπονητή του στα μάτια και λέει. «Όχι, γι’αυτό το θέμα είναι που θέλω να μιλήσουμε. Κανένας δεν φεύγει από εδώ χωρίς τον Ζιντάν».

Ακολουθούν αρκετά δευτερόλεπτα σιγής και περισυλλογής. Ο Αντσελότι βρίσκεται μπροστά σε έναν μανιακό που τον κοιτάει οργισμένα στα μάτια ενώ ταυτόχρονα και ασυναίσθητα σφίγγει και ξεσφίγγει τις γροθιές του. Κάποιον ο οποίος στα διλήμματα μεταξύ του καλού και του όχι-και-τόσο-καλού, θυσιάζει πάντα το καλό: Όταν στοχεύει τη μπάλα, κλωτσάει το πόδι σου. Όταν στοχεύει το πόδι σου, φυσικά κλωτσάει το πόδι σου. Τελικά μετά από ώριμη σκέψη αποφασίζει να μη ρισκάρει τη σωματική του ακεραιότητα την ψυχική του ηρεμία και υποχωρεί: «Καλά Πάολο. Ας τον περιμένουμε λοιπόν». Δέκα λεπτά αργότερα ο Ζιζού καταφτάνει, ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση και το λεωφορείο αναχωρεί κανονικά. Χωρίς κανένας να έχει χτυπήσει.

Η παραπάνω περιγραφή (καθώς και τα διάφορα σχόλια αλλά και οι χαρακτηρισμοί) δεν είναι δική μου. Προέρχεται από την αυτοβιογραφία του Κάρλο Αντσελότι που κυκλοφόρησε το 2010. Στο βιβλίο αυτό ο Καρλίτο αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη σχέση του με τον Ζιντάν αλλά και με τους «δικηγόρους» του μέσα στην ομάδα: τον Τζιοβάνι Ανιέλι και τον Πάολο Μοντέρο. «Ήταν η σκιά του, οι φύλακες άγγελοι του. Δεν τον άφηναν ποτέ μόνο. Ο Ανιέλι ήταν τρελός γι’αυτόν. Ο Μοντέρο ήταν απλά τρελός».

Ένα περίπου χρόνο μετά το συμβάν στο πούλμαν, ο Αντσελότι κατάλαβε πόσο ορθά έπραξε όταν δεν τράβηξε τη διαφωνία με τον Μοντέρο στα άκρα. Είναι Νοέμβριος του 2000, η Γιουβέντους επιστρέφει από την Αθήνα, όπου είχε ηττηθεί με 3-1 από τον Παναθηναϊκό, και στο αεροδρόμιο του Τορίνο κάποιοι θερμόαιμοι νεαροί οπαδοί περιμένουν καρτερικά για να ‘στολίσουν’ τους παίκτες που είχαν καταφέρει να βγουν τελευταίοι στον όμιλο και να μείνουν εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων από το φθινόπωρο. Την ώρα που ο Ζιντάν περνάει ανάμεσα τους, πάνω στην ένταση ένας εξ αυτών τον σπρώχνει. Λάθος. Μεγάλο λάθος.

Ο Πάολο Μοντέρο, αν και βρίσκεται πολλά μέτρα μακριά από το όλο σκηνικό, βλέπει την ενέργεια των οπαδών. Ο αποσβολωμένος Αντσελότι παρατηρεί τη φάση από απόσταση και περιγράφει χαρακτηριστικά: «Ο Μοντέρο βγάζει ήρεμα τα γυαλιά του και με μια, αταίριαστη για τη στιγμή, κομψή χειρονομία τα τοποθετεί προσεκτικά στη θήκη τους. Αυτό ήταν κακό σημάδι για τους νεαρούς. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, τρέχει με φουλ ταχύτητα προς τη μεριά των οπαδών με τις γροθιές του να πετάνε στον αέρα. Δίπλα του τρέχει για βοήθεια και ο Ντανιέλ Φονσέκα, ένας άλλος πρόθυμος καβγατζής. Στο μυαλό μου, φαντάστηκα έναν εκφωνητή πυγμαχίας ακριβώς πίσω τους, να περιγράφει λίγα μέτρα μακριά από το ρινγκ: ‘Να ένα δεξί, τώρα ένα αριστερό hook, κι ένα ακόμα αριστερό hook. Τελικά έχουμε ένα τεχνικό νοκ άουτ. Ο Ζιντάν είναι ασφαλής. Επαναλαμβάνω, ο Ζιντάν είναι ασφαλής».

Ο Πάολο Μοντέρο είναι Ουρουγουανός. Αυτό από μόνο του δεν λέει κάτι πλέον. Όμως, ο Μοντέρο ήταν Ουρουγουανός αμυντικός σε μια εποχή λίγο πιο άγρια και πιο έξαλλη από τη σημερινή. Με απλά λόγια, ο τέλειος συνδυασμός υλικών για να βγει από το μίξερ ένας μαγνήτης καβγάδων. «Μετά από αρκετά παιχνίδια πηγαίναμε στα αποδυτήρια ψάχνοντας αντιπάλους για μανούρα», θυμάται ο ίδιος. «Δεν υπήρχε κανένα θέμα τότε. Γινόταν συχνά και με πολλές ομάδες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν καβγά με τον Τόλντο αλλά και με τη Σαλερνιτάνα, όταν έπαιζε εκεί ο Γκατούζο (ω, τι έκπληξη, δεν το περίμενε κανείς!)».

Η εικόνα του Μοντέρο να μπλέκεται σε καβγά ή να κατεδαφίζει κάποιον αντίπαλο ήταν τόσο συνηθισμένη εκείνη την εποχή που στην ιταλική τηλεόραση υπήρχε σε μια χιουμοριστική εκπομπή ένας σωσίας του που σε κάθε ευκαιρία κλωτσούσε και χτυπούσε τους γύρω του, ζητώντας συγγνώμη κάθε φορά που το χτύπημα του δεν πετύχαινε κάποιον καλά. «Ήταν αστείο. Ποτέ δεν ένιωσα προσβεβλημένος απ’αυτό» ήταν η αντίδραση του Πάολο, που δεν προσπάθησε ποτέ να παριστάνει κάτι που δεν είναι: «Η φήμη μου είναι απόλυτα δίκαιη. Ήμουν σκληρός παίκτης αλλά ποτέ δεν έκανα κακό σε κανέναν. Επίσης, δεν αντέχω τους παίκτες που ζητάνε από τον διαιτητή να δείξει κάρτα. Έχω δεχτεί κλωτσιές, φτυσίματα και αγκωνιές αλλά ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκα στον διαιτητή. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο.»

Στα 9 χρόνια που έπαιξε στη Γιουβέντους κέρδισε πρωταθλήματα, Σούπερ Καπ, Διηπειρωτικό, δεκάδες κίτρινες κάρτες και τον τίτλο του παίκτη με τις περισσότερες αποβολές στο Καμπιονάτο (21 συνολικά στην καριέρα του), ένα ‘παράσημο’ που διατηρεί ακόμα και σήμερα, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 12 χρόνια από το τελευταίο του παιχνίδι εκεί. Το πιο σημαντικό όμως όλων είναι ότι κέρδισε μια θέση στη καρδιά των οπαδών της. Εκεί που οι υπόλοιποι έβλεπαν ένα αιμοβόρο τσεκούρι που στο μάθημα του Fair play ήταν απασχολημένο ακονίζοντας τις τάπες του με τροχό, οι οπαδοί της ‘Μεγάλης Κυρίας’ έβλεπαν έναν παθιασμένο αμυντικό που δεν μασούσε να βάλει τα πόδια του στη φωτιά ή να χωθεί σε έναν τσαμπουκά για το καλό της ομάδας.

Παρά την αδιαμφισβήτητη θέση σε κάθε λίστα «Σκληρών του ποδοσφαίρου» που σέβεται τον εαυτό της, ο Μοντέρο τονίζει συνεχώς πως κατά βάθος δεν είναι κακός και ότι όλα ήταν μέρος του αγώνα και της προσπάθειας του να φτάσει στη νίκη. «Όταν μπαίνω στο γήπεδο η μόνη μου επιθυμία είναι να κερδίσω. Δεν σκέφτομαι το πως θα γίνω πρότυπο για τα παιδιά μου ή για τους θεατές που με παρακολουθούν. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι εκπλήσσονται όταν το λέω αυτό».

Οι συμπαίκτες του πάντως έχουν να λένε για την τακτική που ακολουθούσε συνήθως. Ο Νταβίντ Τρεζεγκέ την περιέγραψε σε μια συνέντευξη του: «Έβλεπα τους αντίπαλους επιθετικούς και διέκρινα τον τρόμο στα μάτια τους. Όταν ο Πάολο πλησίαζε, προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Η τεχνική του ήταν απλή: Το πρώτο τάκλιν ήταν πάντα δυνατό για να καταλάβει ο αντίπαλος τι παίζει. Μετά ακολουθούσε το μπλα-μπλα, που τους αποτελείωνε».

Ο Ουρουγουανός εγκατέλειψε τη Γιουβέντους και την Ιταλία στα 34 του, όταν ήταν πλέον ξεκάθαρο και σ’αυτόν και στον κόσμο ότι οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, κοινώς τα τάκλιν του δεν έβρισκαν στόχο με την ίδια συχνότητα όπως παλιά. (Κι όταν λέμε στόχο, ο Μοντέρο ήταν ένας από τους πρώτους που θεμελίωσε τη φιλοσοφία: «Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο», ατάκα η οποία χρησιμοποιήθηκε και σαν τίτλος σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2010 στην Ιταλία.)

Ψάχνοντας για τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, εξέτασε κάποιες προτάσεις από την Αργεντινή, πριν τελικά τον κερδίσει η Σαν Λορένσο. Η επιλογή του Μποέδο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστή. Ένας εκ των θρύλων της ομάδας, ο Έκτορ Βέιρα, κάποτε είχε εκστομίσει τη μυθική ατάκα: «Η γειτονιά στην οποία βρίσκεται το γήπεδο της Σαν Λορένσο είναι τρομακτική. Ακόμα και ο Ράμπο έχει πέσει θύμα ληστείας εδώ πέρα». Τελικά το πάντρεμα δεν έπιασε αφού η ηλικία και οι συχνοί τραυματισμοί δεν επέτρεψαν στον Μοντέρο να παραμείνει σε υψηλό επίπεδο και κάπως έτσι, ένα χρόνο αργότερα, και αφού έπαιξε μια σεζόν και στην ομάδα που τον γαλούχησε και τον ανέδειξε, την Πενιαρόλ, κρέμασε τα παπούτσια του.

Σήμερα, μια δεκαετία μετά από το τελευταίο του παιχνίδι, μπορεί κάποιος να τον βρει στον πάγκο της Ροσάριο Σεντράλ. Αδυνατισμένος, σοβαρός, συνήθως κουστουμαρισμένος, με γυαλιά μυωπίας και ήπιες, κατά βάση, αντιδράσεις δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνον τον ψυχάκια τύπο που έβγαινε τα βράδια στα ιταλικά κλαμπ με τον Ιουλιάνο για χορό και κατέληγε να παίζει ξύλο με οπαδούς άλλων ομάδων στα διπλανά σοκάκια και που κάποτε ανάγκασε μέχρι και τον προπονητή του να σκεφτεί (και να καταγράψει στην αυτοβιογραφία του) μετά από μια, σχεδόν αστεία, διαφωνία σε ένα λεωφορείο περιμένοντας τον Ζιντάν: «Στην τελική, το πιο σημαντικό όλων είναι η υγεία μας, σωστά;»

Μπράντι, μάλμπορο και γκολ: Η καριέρα του Ντάριο Χούμπνερ

  [9 Σχόλια]

Στις 31 Αυγούστου του 1997 το Σαν Σίρο ήταν κατάμεστο. Οι οπαδοί της Ίντερ είχαν κατακλύσει το γήπεδο θέλοντας να δούνε τον Ρονάλντο να φοράει για πρώτη φορά τη φανέλα της ομάδας τους. Όπως είναι λογικό, όλο το pre-game show ήταν αφιερωμένο στο ‘Φαινόμενο’, του οποίου η μετακίνηση από τη Μπαρτσελόνα είχε σπάσει το ρεκόρ μεταγραφής. Αντίπαλος της Ίντερ σ’εκείνο το πρώτο παιχνίδι ήταν η Μπρέσια, που μόλις είχε ανέβει από τη δεύτερη κατηγορία.

Το πρώτο ημίχρονο κύλησε με την Ίντερ να απειλεί συνεχώς αλλά να μη μπορεί να σκοράρει. Κάπου στα μισά της επανάληψης, ένας νεαρός μέσος της Μπρέσια έκανε μια πάσα στη μεγάλη περιοχή, ο επιθετικός της ομάδας κοντρόλαρε τη μπάλα με το δεξί γόνατο, έχοντας πλάτη στην εστία, και πριν προλάβει ο αμυντικός να καταλάβει τι θα κάνει, γύρισε και ‘εκτέλεσε’ με το αριστερό, στέλνοντας τη μπάλα ακριβώς στο παραθυράκι.

Η Ίντερ κατάφερε στα τελευταία λεπτά να γυρίσει το παιχνίδι, χάρη σε δυο γκολ ενός άλλου σπουδαίου Λατινοαμερικάνου που επίσης έκανε ντεμπούτο εκείνη τη μέρα, του Άλβαρο Ρεκόμπα, αλλά ακόμα κι έτσι στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου γράφτηκαν για πρώτη φορά τα ονόματα των δυο παικτών της νεοφώτιστης Μπρέσια.

Ο μέσος με το μακρύ μαλλάκι, που λίγους μήνες πριν είχε κλείσει τα 18, ήταν ο Αντρέα Πίρλο. Ήταν μόλις το δεύτερο παιχνίδι του στην πρώτη κατηγορία και εκείνη ήταν η πρώτη του ασίστ. Ο ψήλος επιθετικός με την περίεργη κορμοστασιά, που στο γκολ έκανε κίνηση έμπειρου σκόρερ, ήταν ο Ντάριο Χούμπνερ, που κι αυτός έκανε εκείνη τη μέρα ντεμπούτο στο Καμπιονάτο. H διαφορά του με όλους τους άλλους πρωτοεμφανιζόμενους είναι ότι ο Χούμπνερ λίγο καιρό πριν είχε κλείσει τα 30!

Μέσα στα επόμενα χρόνια όλοι στη χώρα θα καταλάβαιναν ότι η διαφορά του Χούμπνερ με τους υπόλοιπους επιθετικούς δεν περιοριζόταν στην ηλικία. Ο Ιταλός με το Γερμανικό επίθετο (κληρονομιά από τον παππού του, που πολλά χρόνια πριν είχε αφήσει την πατρίδα του ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή στην Ιταλία), που μοιάζει σαν καλτ χαρακτήρας που ξεπήδησε από ταινία των αδερφών Κοέν, έκανε το μεγάλο βήμα της καριέρας του σε μια ηλικία που η απόδοση των υπολοίπων αρχίζει σιγά-σιγά να πέφτει. Κι αυτό γιατί στην ηλικία που τα περισσότερα μεγάλα ταλέντα βρίσκονται ήδη σε κάποια καλή ακαδημία και βελτιώνονται στο θέμα της τακτικής, ο πιτσιρικάς Ντάριο προσπαθούσε να επιβιώσει δουλεύοντας είτε ως ξυλουργός φτιάχνοντας πόρτες, είτε ως σιδεράς.

Ακόμα και μετά από τόσες ώρες δουλειάς σε δύσκολες συνθήκες όμως, ο Χούμπνερ έβρισκε χρόνο για να παίξει μπάλα στις ομάδες της περιοχής του. Όποιος τον έβλεπε καταλάβαινε εύκολα πως ο μικρός δεν είναι κανένα τρομερό ταλέντο. Η τεχνική του ήταν μετριότατη, το παρουσιαστικό του τελείως αντιτουριστικό και το παίξιμο του χαρακτηριζόταν στην καλύτερη των περιπτώσεων δυναμικό αλλά άτσαλο. «Φυσικά και είμαι λίγο αγροίκος όταν παίζω. Θα ήθελα να σας δω κι εσάς πως θα ήσασταν μετά από 10 ώρες δουλειά» συνήθιζε να απαντάει κάθε φορά που τον κατηγορούσαν για έλλειψη… κομψότητας στο παιχνίδι του.

Υπάρχουν όμως μερικά χαρακτηριστικά στο ποδόσφαιρο που αν τα έχεις μπορείς να πας μπροστά ακόμα κι αν η μοίρα δεν σου έχει χαρίσει άφθονο τεχνικό ταλέντο: Πάθος και ένστικτο. Ο Ντάριο Χούμπνερ είχε κι από τα δυο τόσο πολύ που αν ήθελε μπορούσε να πουλήσει και λίγο σε κάποιον Βραζιλιάνο σαλτιμπάγκο. Παίζοντας στην κορυφή της επίθεσης από μικρός, έδειξε γρήγορα ότι μυρίζεται το γκολ όσο λίγοι και ότι όταν φτάνει η ώρα της εκτέλεσης το πόδι του τα καταφέρει μια χαρά κι αυτά δεν πέρασαν απαρατήρητα από τους σκάουτερς που παρακολουθούσαν τις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας. Κάπως έτσι ήρθαν οι πρώτοι μικροί μισθοί και μπόρεσε να αφήσει την πρωινή του δουλειά που ως τότε του επέτρεπε να κάνει όλες κι όλες δυο προπονήσεις την εβδομάδα και να παίρνει για ανταμοιβή ένα σάντουιτς και ένα αναψυκτικό μετά το τέλος των αγώνων. Η συνέχεια ήταν μια μεγάλη ανηφόρα, την οποία ανέβηκε με μικρά και αργά βήματα αλλά με αρκετή δουλειά και αξιοπρόσεκτη συνέπεια στο σκοράρισμα. Από το ερασιτεχνικό πήγε στην 3η κατηγορία, μετά στην Τσεζένα, που έπαιζε στη Serie B, και από εκεί στη Μπρέσια και το Καμπιονάτο, έστω και στα 30 του. Κάλιο αργά παρά ποτέ, που – λογικά- λένε και στο χωριό του.

Αν το γκολ στο ντεμπούτο μέσα στο Σαν Σίρο ήταν το «καλώς σας βρήκα, με λένε Ντάριο», το χατ τρικ που ακολούθησε, στη 2η αγωνιστική απέναντι στη Σαμπντόρια, ήταν το «δεν πιστεύω να ξεχάσατε το όνομα μου». Το ογκώδες σκαρί του, το άγαρμπο και ιδιαίτερο τρέξιμο του και η δύναμη με την οποία χωνόταν σε όλες τις φάσεις του έδωσε το παρατσούκλι «Τατάνκα», το όνομα δηλαδή που χρησιμοποιούσαν οι ιθαγενείς Αμερικάνοι για τα βουβάλια.


Το τρέξιμο του βουβαλιού

Ακόμα και στη μεγάλη κατηγορία της χώρας όμως, με αρκετούς προβολείς στραμμένους πάνω του, ο Χούμπνερ δεν ενδιαφέρθηκε να αλλάξει ιδιαίτερα τη ζωή του. Αδιαφορούσε επιδεικτικά για την εμφάνιση του, έχοντας μόνιμα την εικόνα κάποιου που μόλις έχει σηκωθεί από το κρεβάτι και έχει φύγει τρέχοντας από το σπίτι για να προλάβει, και συνέχιζε να απολαμβάνει καθημερινά δυο από τις μεγάλες αγάπες του: το ποτό και το τσιγάρο. Όσοι τον έζησαν έχουν να λένε πως ο «Τατάνκα» κατέβαζε για πλάκα μερικά ποτηράκια γκράπα (παραδοσιακό ιταλικό μπράντι) και κάπνιζε τουλάχιστον ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα, μια συνήθεια που δεν έκοβε ούτε την ώρα των αγώνων! Ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ να το κρύψει, δηλώνοντας συχνά ότι το τσιγάρο τον ηρεμούσε, γι’αυτό και στο ημίχρονο μόλις ο προπονητής ολοκλήρωνε τις οδηγίες του, πήγαινε στις τουαλέτες, άναβε ένα Marlboro, έπαιρνε 3-4 ρουφηξιές και επέστρεφε ανανεωμένος στον αγώνα, έτοιμος να ματώσει ξανά τα δίχτυα. «Χωρίς το αλκοόλ και τα τσιγάρα ο Χούμπνερ θα ήταν ο πιο δυνατός όλων» έλεγε με παράπονο ο πρόεδρος της Μπρέσια, Λουίτζι Κοριόνι.

Σε ένα Καμπιονάτο που τότε ζούσε τα καλύτερα χρόνια του, όντας με διαφορά το πιο ποιοτικό πρωτάθλημα του κόσμου, ο μεσήλικας Χούμπνερ με την αντιαθλητική ζωή κατάφερε να βρει τρόπο να τρυπώσει ανάμεσα στους κορυφαίους επιθετικούς του πλανήτη, όπως ακριβώς έβρισκε τρόπους να χωθεί και να σκοράρει απέναντι σε μερικούς από τους καλύτερους αμυντικούς του κόσμου. Η Μπρέσια υποβιβάστηκε στο τέλος της σεζόν αλλά ο «Τατάνκα» είχε ήδη αποδείξει και με το παραπάνω ότι ξέρει να κάνει καλά τη δουλειά του σκοράροντας 16 φορές, ένα νούμερο που τον έφερε στην 8η θέση μιας λίστας που είχε μέσα τους Μπίρχοφ, Ρονάλντο, Μπάτζιο, Μπατιστούτα, Ντελ Πιέρο, Ινζάγκι. Όλως παραδόξως, η μεγάλη του στιγμή δεν είχε έρθει ακόμα.


Μπάτζιο και Χούμπνερ στη μοναδική σεζόν που έπαιξαν μαζί στη Μπρέσια πέτυχαν συνολικά 27 γκολ

Τη σεζόν 2001-02 η Πιατσέντσα τον αγόρασε από τη Μπρέσια, παραβλέποντας το γεγονός πως βρισκόταν σε συντάξιμη ποδοσφαιρικά ηλικία, κι αυτός τη δικαίωσε άμεσα. Το τέλος της χρονιάς βρήκε τη νεοφώτιστη ομάδα στην ασφάλεια της 12ης θέσης και τον Χούμπνερ στην κορυφή του πίνακα των σκόρερ με 24 γκολ (μαζί με τον Τρεζεγκέ της πρωταθλήτριας Γιουβέντους, που όμως έπαιξε ένα ματς παραπάνω)! Το κατόρθωμα του δυσκολεύεσαι να το χωνέψεις ακόμα και σήμερα. Σ’ένα πρωτάθλημα γεμάτο πανάκριβους σούπερ σταρ, πρώτος σκόρερ βγήκε ένας 35χρονος, λίγο ατσούμπαλος επιθετικός που παίζει σε μια από τις μικρές ομάδες. Εκείνη τη χρονιά ο Χούμπνερ έγινε μόλις ο 2ος παίκτης που έχει βγει πρώτος σκόρερ και στις τρεις πρώτες κατηγορίες της Ιταλίας, ενώ ήταν και ο γηραιότερος που κέρδισε το σχετικό βραβείο (ρεκόρ που έσπασε τελικά το 2015 ένας άλλος ψηλός Ιταλός, ο Λούκα Τόνι).

Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο προσόν του ήταν η αίσθηση του γκολ επέτρεψε στον Χούμπνερ να βγάζει τα προς το ζην από το ποδόσφαιρο, έστω και στις μικρές κατηγορίες, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Είναι χαρακτηριστικό πως σε ηλικία 40 ετών ολοκλήρωνε σεζόν σε τοπικό επίπεδο με 20 γκολ σε 18 ματς. Την ημέρα που τελικά κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του, η… καμπούρα του μετρούσε 44 χρόνια ζωής και 24 χρόνια καριέρας!

Μια καριέρα σίγουρα αξιοπρεπέστατη, από την οποία είχε μόνο ένα μικρό παράπονο: Το ότι λόγω ατυχίας (έπαιξε μπάλα σε μια εποχή που οι Ιταλοί έβγαζαν καλούς επιθετικούς με το κιλό) δεν κλήθηκε ποτέ στην εθνική. Όπως λέει και ο ίδιος όμως: «Δεν μπορώ να έχω σοβαρό παράπονο. Όταν ήμουν νέος και δούλευα όλη μέρα πάνω στα αλουμίνια ποιος θα το φανταζόταν ότι θα έκανα κάποτε μια καριέρα σαν κι αυτή; Είμαι πολύ χαρούμενος με αυτά που κατάφερα».


Πόσο θεούλης; Τόσο θεούλης!

Χαλαρός και με αρκετές άσπρες τρίχες πλέον στο κεφάλι, δουλεύει στο μπαρ ‘Τατάνκα’ που άνοιξε με τη γυναίκα του σε ένα μικρό χωριό της Ιταλίας. Όταν τον ρωτάνε για το μοντέρνο ποδόσφαιρο απαντάει: «Οι σύγχρονοι παίκτες είναι λίγο σαν ρομπότ, με όλες αυτές τις λεπτομέρειες που υπάρχουν στις προπονήσεις. Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράγματα» και συνεχίζει: «Επίσης, βλέπω ότι αρκετοί ενδιαφέρονται μόνο για τα στατιστικά τους και δεν παίζουν για την ομάδα. Τότε εμείς κάναμε παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί για μπύρα τα απογεύματα για να γνωριστούμε καλύτερα», μια δήλωση που έχει άλλη δύναμη όταν γίνεται από κάποιον που κάθε φορά που του υπενθυμίζουν τα κατορθώματα του στο σκοράρισμα (τέλειωσε την καριέρα του με περισσότερα από 300 γκολ σε επίσημα παιχνίδια), σπεύδει να τονίσει ότι αν δεν υπήρχαν δίπλα του όλοι αυτοί που τον τροφοδοτούσαν δεν θα είχε πετύχει τίποτα απ’όσα πέτυχε.

Ο Ντάριο Χούμπνερ δεν έγινε ποτέ σούπερ σταρ, δεν πήρε ποτέ μεταγραφή σε κάποια από τις μεγάλες ομάδες (αν και έφτασε αρκετά κοντά και στη Μίλαν και στην, αγαπημένη του, Ίντερ), δεν έβγαλε πάρα πολλά λεφτά από το ποδόσφαιρο και δεν έκανε καμία ιδιαίτερη κοσμική ζωή εκμεταλλευόμενος τη φήμη του Καμπιονάτο. Κατάφερε όμως να αφήσει ένα μικρό σημάδι στο ιταλικό ποδόσφαιρο και να αγαπηθεί από τους οπαδούς όλων των ομάδων στις οποίες έπαιξε για το πάθος, το φιλότιμο αλλά και την αποτελεσματικότητα που έδειχνε σε κάθε παιχνίδι. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, συχνά-πυκνά περαστικοί τον σταματάνε στο δρόμο και τον ευχαριστούν για κάποιο από τα εκατοντάδες γκολ που πέτυχε. Και, όπως και να το δει κανείς, για κάποιον που κατέβαζε μερικά ποτηράκια γκράπα και έκανε ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα, παίζοντας ταυτόχρονα στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου, αυτό είναι αναμφίβολα ένα μεγάλο κατόρθωμα.

Ο ήρωας του τελικού του Μουντιάλ 1986 ήταν ένας λίμπερο

  [12 Σχόλια]

«Ραούλ, μη διανοηθείς να με βγάλεις έξω»

Αυτές ήταν οι μόνες λέξεις που κατάφεραν να βγουν από το σφιγμένο στόμα του Χοσέ Λούις Μπράουν, όσο αυτός ήταν ξαπλωμένος στο χόρτο, με τον δεξιό ώμο εξαρθρωμένο και έναν πόνο που, όπως θυμάται ο ίδιος, τον έκανε να θέλει να ουρλιάξει. Ο γιατρός της εθνικής Αργεντινής, Ραούλ Μαδέρο, αν και σοκαρισμένος από αυτό που άκουσε, χαμογέλασε, κοίταξε προς τον πάγκο και έκανε νόημα πως ο παίκτης μπορεί να συνεχίσει το παιχνίδι.

Ο Κάρλος Μπιλάρδο δεν το σκέφτηκε και πολύ. Παρ’όλο που μπορούσε να αντικαταστήσει τον σακατεμένο λίμπερο του με κάποιον ξεκούραστο και, το βασικότερο, υγιή αμυντικό, επέλεξε να τον αφήσει μέσα. Τις επόμενες μέρες και αφού καταλάγιασε ο ενθουσιασμός της κατάκτησης του τροπαίου, κάποιοι κατηγόρησαν τον Μπιλάρδο, σημειώνοντας πως πήρε τεράστιο ρίσκο που άφησε τον Μπράουν να ολοκληρώσει το παιχνίδι (παραβλέποντας βέβαια το γεγονός ότι δεν υπήρχε στον πάγκο κανένας που να ξέρει καλά τη θέση του λίμπερο). Χωρίς κανένα δισταγμό ο ιδιόρρυθμος ‘Μυταράς’ απάντησε: «Δεν υπάρχει κανένα ρίσκο στο να χρησιμοποιήσεις κάποιον ο οποίος είναι έτοιμος να πεθάνει στο χόρτο».

Κάπως έτσι, ο 30χρονος Χοσέ Λούις Μπράουν παρέμεινε στον αγωνιστικό χώρο για τα εναπομείναντα λεπτά του αγώνα, τα οποία δεν ήταν και λίγα. Βρισκόμασταν ακόμα στην αρχή του δευτέρου ημιχρόνου του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986. Η Αργεντινή προηγούνταν της Δυτικής Γερμανίας με 1-0. Το γκολ της δεν το είχε πετύχει κάποιος από τους διάσημους επιθετικογενείς παίκτες της. Το είχε βάλει ο Μπράουν, με κεφαλιά μετά από ένα φάουλ από τα δεξιά του Μπουρουτσάγα. Ήταν το πρώτο και μοναδικό γκολ του με τη φανέλα της εθνικής.

«Δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα από τότε που να μην το σκέφτομαι» αποκάλυψε πρόσφατα ο ίδιος σε μια συνέντευξη. «Εκείνο το γκολ άλλαξε την ταυτότητα μου. Από εκείνη τη μέρα είμαι ο Χοσέ Λούις Μπράουν που σκόραρε στον τελικό ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Σκέψου ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν μόνο 5 ζωντανοί Αργεντινοί που έχουν πετύχει γκολ σε τελικό Μουντιάλ κι εγώ είμαι ένας από αυτούς τους 5! Εκείνη τη στιγμή το στήθος σου εκρήγνυται, όλα μέσα σου φουσκώνουν. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έγινε στον πανηγυρισμό. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ούρλιαζα και έκλαιγα». Το να βάλεις τα κλάματα την ώρα ενός πανηγυρισμού μπορεί να ακούγεται λίγο υπερβολικό αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι. Γιατί ο άνθρωπος που άνοιξε το δρόμο για το δεύτερο κύπελλο στην ιστορία της Αργεντινής υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα βρισκόταν στο χόρτο εκείνο το απόγευμα.

Ο μόνος λόγος που ο Μπράουν ήταν εκείνο το μήνα στο Μεξικό λέγεται Κάρλος Μπιλάρδο. Με κάτι πρόχειρους υπολογισμούς, ο προπονητής της Αργεντινής πρέπει να ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στη χώρα που πίστευε στον «Τάτα» (όπως ήταν το παρατσούκλι του) εκείνη την περίοδο. Ο 30χρονος αμυντικός είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τα δυο προηγούμενα χρόνια με επεμβάσεις στα γόνατα του και είχε μείνει για καιρό εκτός δράσης. Η κατάσταση του ήταν τόσο απελπιστική που λίγους μήνες πριν το Μουντιάλ ήταν χωρίς ομάδα, μια κατάσταση που τον έκανε να σκεφτεί μέχρι και να αποσυρθεί πρόωρα από το ποδόσφαιρο. Ο «Μυταράς» όμως ήταν πεπεισμένος πως ο σκληροτράχηλος και πεισματάρης Μπράουν μπορεί να βοηθήσει, έστω και ως αλλαγή του Πασαρέλα, και η πίστη του αυτή προερχόταν από το ότι ήξερε πολύ καλά τον παίκτη από το πέρασμα του από τον πάγκο της Εστουτιάντες. Για την ακρίβεια, ήταν αυτός που τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα το 1975 και αυτός που τον έκανε αρχηγό το 1983, τη χρονιά που μαζί πανηγύρισαν το πρωτάθλημα. Γνώριζε καλά πως ακόμα και χωρίς ομάδα, ακόμα και με προβληματικό γόνατο, ο Μπράουν δεν θα τον απογοήτευε αν χρειαζόταν να παίξει. Και δεν έπεσε έξω.

Μπορεί ο «Τάτα» να μη φημιζόταν για την τεχνική του κατάρτιση αλλά τη δουλειά του στα μετόπισθεν ήξερε να την κάνει αρκετά καλά. Δυνατός, ψύχραιμος, ικανός στο ψηλό παιχνίδι, με καλές τοποθετήσεις και εντυπωσιακές αντοχές, ο Μπράουν ξεπερνούσε τα ελαττώματα του με το πάθος και την αποφασιστικότητα του, ένα χαρακτηριστικό που είχε φανεί από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του. «Όταν πρωτοπήγα στην Εστουντιάντες ξυπνούσα από τις 5.20, έπαιρνα το λεωφορείο για τη Λα Πλάτα, που είναι 80 χλμ. μακριά, έκανα προπόνηση, επέστρεφα στις 11 στο σπίτι, έτρωγα μεσημεριανό και μετά πήγαινα κατ’ ευθείαν για δουλειά στην εφημερίδα που εργαζόμουν. Το βράδυ βέβαια ήμουν νεκρός» θυμάται ο ίδιος.

Όταν ο Μπιλάρδο τον κάλεσε στην αποστολή του Μουντιάλ, όλα τα ΜΜΕ της χώρας (που από τα αποτυχημένα προκριματικά είχαν βάλει στο στόχαστρο τους πάντες στην εθνική – μεταξύ αυτών και τον Μαραντόνα) έπεσαν να τον φάνε, κατηγορώντας τον πως κάνει χάρη στο άνεργο φιλαράκι του. Για να μην απογοητεύσει τον προπονητή του, ο «Τάτα» πέρασε τους τελευταίους τρεις μήνες πριν το τουρνουά κάνοντας 3 φορές την εβδομάδα προπόνηση μόνος του (αρκετές φορές στους δρόμους του Μπουένος Άιρες) και 3 φορές προπόνηση με μια τοπική ομάδα. Ακόμα και έτσι όμως, θεωρούσε δεδομένο πως πηγαίνει στο Μεξικό ως η ρεζέρβα του σπουδαίου Πασαρέλα, που είχε καπαρωμένη τη θέση. Μέχρι που έφτασε η μέρα της πρεμιέρας με τη Νότια Κορέα.

«O Πασαρέλα δεν ήταν καλά αλλά κανένας δεν μου το είχε πει. Λίγες ώρες πριν το πρώτο ματς πέτυχα τον Μπιλάρδο εκεί που τρώγαμε πρωινό. Με ρώτησε πως νιώθω και του απάντησα, χωρίς να το πολυσκεφτώ, ότι επιτέλους έφτασε η μεγάλη μέρα. Μιλούσα γενικά, για όλους μας. Τότε μου είπε «το ξέρεις ότι θα παίξεις σήμερα, ε;». Για λίγο πίστεψα ότι θα πεθάνω». Κάπως έτσι, από το πουθενά, ο δακτυλοδεικτούμενος Μπράουν βρέθηκε στην 11αδα και δεν ξαναβγήκε από αυτήν, αφού ο Πασαρέλα δεν κατάφερε να αναρρώσει από τον τραυματισμό του.

Για τους περισσότερους ανθρώπους στο Μουντιάλ εκείνο η Αργεντινή κατέβηκε με «τον Μαραντόνα και 10 άλλους». Κάπου εκεί μέσα, στους αδικημένους «10 άλλους» (που ανάμεσα τους εκτός των διάσημων Βαλντάνο και Μπουρουτσάγα, υπήρχαν αρκετοί καλοί παίκτες, με κάμποσους εθνικούς και ηπειρωτικούς τίτλους στο παλμαρέ τους), βρίσκεται και ο Χοσέ Λούις Μπράουν, που από τελειωμένος σακάτης, μετατράπηκε σε εκείνο το τουρνουά σε λίμπερο παγκόσμιας κλάσης, που κατάφερε να παίξει άλλα τρία χρόνια μπάλα σε ικανοποιητικό επίπεδο, βρίσκοντας συμβόλαια και στην Ευρώπη. «Όταν έφυγα από το σπίτι μου για το Μουντιάλ, εκεί ήταν για να με αποχαιρετήσουν μόνο η γυναίκα μου, τα παιδιά μου και ένας καλός φίλος. Όταν επέστρεψα, με περίμεναν από έξω δεκάδες άνθρωποι».

Ο ‘Τάτα’ δεν ήταν προικισμένος με κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, ούτε τα βρήκε όλα εύκολα στη ζωή του. Η μοίρα το έφερε έτσι όμως που στις 29 Ιουνίου του 1986 βρέθηκε να πανηγυρίζει πεσμένος στα γόνατα, μπροστά σε 115.000 ανθρώπους ένα γκολ σε έναν τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Η μοίρα όμως δεν σε πηγαίνει πουθενά μόνη της. Στα 28 δευτερόλεπτα που χρειάστηκε να μείνει εκτός αγωνιστικού χώρου για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, μετά από μια δυνατή διεκδίκηση της μπάλας με τον Ρουμενίγκε, ο Μπράουν – σαν γνήσιος Λατινοαμερικάνος αμυντικός (έστω και με σκωτσέζικες ρίζες) – το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως θα επιστρέψει στο ματς όσο πιο γρήγορα γινόταν. «Για να μειώσω τον πόνο έκανα μια μικρή τρύπα στη φανέλα και μέσω αυτής στήριζα το χέρι με το δάχτυλο μου» δήλωσε πρόσφατα σε ένα αφιέρωμα που τον έδειχνε να παίζει όλο το δεύτερο ημίχρονο με το δεξί χέρι σχεδόν κολλημένο πάνω στο σώμα.

«Κάθε φορά που πλησίαζα την πλάγια γραμμή έβλεπα τον Μπιλάρδο να με κοιτάει στα μάτια, περιμένοντας μάλλον να του ζητήσω αλλαγή. Δεν υπήρχε όμως τέτοια περίπτωση. Μόνο ως νεκρός θα έφευγα από τον αγωνιστικό χώρο».

Το πρωτάθλημα στο οποίο οι σκόρερς είναι πραγματικοί φονιάδες

  [2 Σχόλια]

Λογικά δεν το ξέρετε αλλά το 2016 η Λίβερπουλ κατέκτησε τον τίτλο. Για να καταφέρει να σηκώσει την κούπα, στον τελικό επικράτησε της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με 1-0. Το μοναδικό γκολ πέτυχε ο φονιάς Μπένον Λουγίμα, ο οποίος στον ημιτελικό είχε κάνει χατ-τρικ, παρά το γεγονός ότι παίζει ξυπόλητος (όπως ακριβώς κάποιοι συμπατριώτες του αρκετές δεκαετίες πριν). Η λέξη φονιάς στην προηγούμενη πρόταση δεν είναι κάποια κλασική δημοσιογραφική μεταφορά, που συνοδεύει συνήθως τους γκολτζήδες. Ο Μπένον εκτίει στη Λουζίρα ποινή φυλάκισης 10 χρόνων, για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.

Η φυλακή Λουζίρα βρίσκεται στην πρωτεύουσα Καμπάλα και είναι η μόνη φυλακή υψίστης ασφαλείας που έχει η Ουγκάντα. Μέσα σ’αυτήν μπορεί κανείς να βρει όλων των ειδών τα «λουλούδια» της χώρας. Από δολοφόνους, βιαστές και απαγωγείς, μέχρι αθώους ανθρώπους που έχουν συλληφθεί αλλά δεν έχουν καταδικαστεί και απλά περιμένουν τη δίκη τους, η οποία αρκετές φορές καθυστερεί να γίνει ακόμα και μερικά χρόνια.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Λουζίρα εντοπίζεται στους… αριθμούς. Το κτίριο σχεδιάστηκε για να φιλοξενήσει 500 κρατούμενους αλλά οι τελευταίες καταμετρήσεις βγάζουν πως οι έγκλειστοι είναι περίπου 3500! Αν σ’αυτό προστεθεί και το γεγονός ότι για τη φύλαξη τους υπάρχουν μόλις 100 δεσμοφύλακες, καταλαβαίνει κανείς ότι η ισορροπία εντός της φυλακής κρέμεται συνεχώς από μια κλωστή. Το 1993 οι φυλακισμένοι ξεσηκώθηκαν και η κατάσταση ξέφυγε τόσο που αναγκάστηκε να επέμβει ο στρατός, μια εξέγερση που άφησε πίσω της 2 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες.

Το 1999 όμως όλα άλλαξαν, όταν ανέλαβε επίτροπος της Υπηρεσίας Φυλακών ο Τζόζεφ Ετίμα, που εξ αρχής δοκίμασε μια νέα, πιο προοδευτική, προσέγγιση στο θέμα. Η φυλακή άνοιξε τις πόρτες της στον έξω κόσμο, επιτρέποντας σε διάφορες οργανώσεις και ιδρύματα (ανάμεσα τους ο ‘Ερυθρός Σταυρός’, η εκκλησία και πανεπιστήμια) να εμπλακούν στη φροντίδα των φυλακισμένων. Η αλλαγή ήταν θεαματική. Από επίκεντρο ταραχών η Λουζίρα έγινε μια από τις πιο προοδευτικές φυλακές της Αφρικής, με καθημερινά σχολεία που προσφέρουν σε όλους τους κρατούμενους από βασική εκπαίδευση και εργαστηριακά μαθήματα (ραπτική και ξυλουργική) μέχρι και πτυχίο, σε συνεργασία με τα τοπικά πανεπιστήμια. Κάπως έτσι, το ποσοστό υποτροπής των ανθρώπων που αποφυλακίζονται από εκεί είναι ένα από τα χαμηλότερα στον κόσμο.

Ανάμεσα στις διάφορες καθημερινές δραστηριότητες των φυλακισμένων (που ουσιαστικά λειτουργούν τη φυλακή μόνοι τους, σαν ένα μικρό χωριό, έχοντας οργανώσει ένα ολόκληρο δίκτυο παραγωγής και διανομής του φαγητού και των ειδών πρώτης ανάγκης), υπάρχει μια που ξεχωρίζει: το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα. Η ύπαρξη ενός τόσο οργανωμένου και πειθαρχημένου πρωταθλήματος μέσα σε μια φυλακή τέτοιου είδους είναι τόσο εντυπωσιακή που τα τελευταία χρόνια δημοσιογράφοι από διάφορα μέρη του κόσμου έχουν επισκεφτεί τη Λουζίρα, απλά και μόνο για να μελετήσουν αυτό το ιδιαίτερο εγχείρημα.

Όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες φυλακές του κόσμου, οι φυλακισμένοι έπαιζαν μπάλα στην αυλή εδώ και δεκαετίες. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όμως το 2003, όταν δημιουργήθηκε η UPSA, δηλαδή η Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου της φυλακής! Και κάπου εδώ ξεκινάνε τα ωραία. Δουλειά των μελών της UPSA (τα οποία βγαίνουν με εκλογές κάθε χρόνο και πρόεδρος τους αυτή την εποχή είναι ένας πρώην αστυνομικός που είναι μέσα για ανθρωποκτονία) είναι η οργάνωση και επίβλεψη του πρωταθλήματος, ο ορισμός διαιτητών, ο έλεγχος για την τήρηση των κανονισμών (υπάρχει ένα 30σελιδο τετράδιο στο οποίο είναι καθαρογραμμένοι) και η εύρεση εξωτερικών χορηγών που παρέχουν τα τρόπαια, τις μπάλες και ό,τι άλλο χρειάζεται ένα σωστό τουρνουά.

Αυτή τη στιγμή στη Λουζίρα υπάρχουν 10 επίσημα καταγεγραμμένες ομάδες, κάθε μια με τους οπαδούς της, με το καταστατικό της, τον πρόεδρο, τον προπονητή, έναν γραμματέα, ένα λογιστή και ένα ρόστερ που απαρτίζεται από 16 έως 25 παίκτες. Βλέποντας κανείς τα ονόματα τους (Μάνστεστερ Γιουνάιτεντ, Λίβερπουλ, Άρσεναλ, Τσέλσι, Άστον Βίλα, Έβερτον, Νιούκαστλ, Μπαρτσελόνα, Γιουβέντους και Αμβούργο) αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αγαπάνε οι Αφρικανοί το αγγλικό ποδόσφαιρο, που μπήκε στα σπίτια τους χάρη στη δορυφορική τηλεόραση στις αρχές των 00s.

Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Γκόλντμπαλτ, της Γκάρντιαν, που επισκέφτηκε τη φυλακή πριν τρία χρόνια, 9 στους 10 φυλακισμένους υποστηρίζουν μια ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ, ενώ σχεδόν όλοι οι φρουροί είναι οπαδοί της Άρσεναλ (λογική απόρροια της επιτυχίας της ομάδας των «Invincibles» που είχε φτιάξει ο Βενγκέρ την προηγούμενη δεκαετία). Όπως θυμάται ο δημοσιογράφος: «Όσο ήμουν εκεί, κάθε μέρα με ακολουθούσε ένας νεαρός κρατούμενος με παρατσούκλι ‘Λευκός Άγγελος’, που ήθελε συνέχεια να συζητήσουμε τα τελευταία νέα της Άρσεναλ και της Τότεναμ, κάνοντας ερωτήσεις όπως: ‘Πιστεύεις ότι η μεταγραφή του Σολδάδο ήταν πεταμένα λεφτά;'»

Η ιστορία και τα χαρακτηριστικά κάθε ομάδας παρουσιάζουν κι αυτά ενδιαφέρον. Η Λίβερπουλ, που είναι η πιο παλιά ομάδα στη φυλακή, δημιουργήθηκε κάπου στο 2000 από μια παρέα πρώην στρατιωτικών που το είχαν γυρίσει σε ένοπλες ληστείες. Χάρη στα λάφυρα που είχαν μαζέψει από αυτές, είχαν τη δυνατότητα εξ αρχής να αγοράζουν τους καλύτερους παίκτες, κάνοντας τους ‘κόκκινους’ μια από τις πιο δυνατές ομάδες της Λουζίρα. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ απ’την άλλη, ξεκίνησε ως ομάδα των περιθωριοποιημένων κρατούμενων, που συνήθως προέρχονταν από αγροτικές περιοχές.

Η Άστον Βίλα ξεκίνησε ως «Kitchen FC» (προφανώς γιατί ήταν η ομάδα των κρατούμενων που εργαζόταν στην κουζίνα της φυλακής), μετονομάστηκε σύντομα σε «Γερμανία» και τελικά κατέληξε στο σημερινό της όνομα όταν οι άνθρωποι της ανακάλυψαν ότι ελάχιστοι συμπαθούσαν τους Γερμανούς. Το Αμβούργο ξεκίνησε με το όνομα «Police FC», από κρατούμενους που ήταν πρώην αστυνομικοί, μετά έγινε Λιντς και όταν η ιστορική ομάδα πήρε την κάτω βόλτα και εξαφανίστηκε από την Πρέμιερ Λιγκ και τις τηλεοράσεις των κατοίκων της Ουγκάντα, απέκτησε το σημερινό της όνομα – αν και κάποιοι ρομαντικοί οπαδοί της εξακολουθούν να την αποκαλούν Λιντς. Οι άτυπες συνεργασίες μεταξύ των ομάδων δεν λείπουν κι έτσι το Αμβούργο θεωρείται «feeder club» της Γιουνάιτεντ και η Νιούκαστλ συνηθίζει να τροφοδοτεί με ταλέντα τη Λίβερπουλ.

Οι αντίπαλοι του τελικού του 2016, Λίβερπουλ και Γιουνάιτεντ, είναι κι αυτοί με τους περισσότερους οπαδούς. Και όπως συμβαίνει και στο κανονικό ποδόσφαιρο, οι οπαδοί είναι σημαντικοί και στη φυλακή. Εκτός από την αναμενόμενη υποστήριξη την ώρα των αγώνων, οι οπαδοί-κρατούμενοι προσφέρουν στην ομάδα με διάφορους τρόπους: Επιδιορθώνουν τα παπούτσια, βοηθάνε τους τραυματίες, φροντίζουν τις στολές και, το πιο σημαντικό όλων, χαρίζουν υλικά αγαθά και τρόφιμα στην ομάδα την περίοδο των μεταγραφών (το πρωτάθλημα είναι τόσο οργανωμένο που, όπως ακριβώς και η ΦΙΦΑ, έχει δυο περιόδους μεταγραφών) για να μπορέσει να προσελκύσει τους καλούς παίκτες.

Όπως καταλάβατε, λεφτά δεν υπάρχουν στο πρωτάθλημα αυτό. Οι παίκτες συνήθως δελεάζονται με εξτρά τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης ή άλλα αντικείμενα που μπορεί να τους φανούν χρήσιμα σε μια φυλακή και η UPSA είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο των μεταγραφών, ώστε να μην υπάρχουν εκβιασμοί και προτάσεις κάτω από το τραπέζι. Η ομάδα που κατακτάει τον τίτλο, εκτός από μια μικρή συμβολική κούπα, κερδίζει και πολύτιμα αγαθά για τα μέλη της: Από σαπούνια, οδοντόβουρτσες, ζάχαρη, ρύζι και τετράδια μέχρι μια ζωντανή κατσίκα!

Αν κάποιος δεν έχει εντυπωσιαστεί ήδη με όλη αυτή την περιγραφή, μπορεί να αναζητήσει και το 25λεπτο ντοκιμαντέρ του Vice (για την ώρα υπάρχει στο youtube αλλά σε χάλια ποιότητα), που είναι γεμάτο με ωραία πλάνα από τους ημιτελικούς και τον τελικό του 2016, πλάνα που τα βλέπεις και πιάνεις συνέχεια τον εαυτό σου να αναρωτιέται «πώς γίνεται να υπάρχει αυτό το πρωτάθλημα σε αυτό το μέρος».

Βλέποντας εικόνες από τα παιχνίδια μπορεί κάποιος να επιβεβαιώσει και την διαπίστωση των δημοσιογράφων που επισκέφτηκαν τη φυλακή, ότι το επίπεδο αρκετών παικτών είναι αναπάντεχα υψηλό, δεδομένων πάντα των συνθηκών. Επίσης, εντύπωση προκαλεί η έλλειψη εντάσεων και λογομαχιών, είτε μέσα στο γήπεδο, είτε γύρω απ’αυτό, κάτι που δεν περιμένεις να δεις σε ένα μέρος όπου συνωστίζονται εκατοντάδες εγκληματίες, αρκετοί εκ των οποίων βρίσκονται εκεί για φόνο. Ο σεβασμός για το παιχνίδι είναι τόσο μεγάλος που η συμπεριφορά όλων είναι άψογη. Για την ακρίβεια, είναι τόσο υποδειγματική που ακόμα και οι ελάχιστοι φύλακες την ώρα των αγώνων αφοσιώνονται στο ματς. Εντός των τεσσάρων γραμμών, η κόκκινη κάρτα τιμωρείται με 2 μήνες εκτός αγώνων, μια τιμωρία που κανένας δεν θέλει να υποστεί.

Το μικρό ντοκιμαντέρ κλείνει με μια εκπληκτική σκηνή που οι παίκτες και οι οπαδοί της νικήτριας Λίβερπουλ χοροπηδάνε και χορεύουν ευτυχισμένοι μέσα στις λάσπες, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του τίτλου υπό καταρρακτώδη βροχή, υπενθυμίζοντας μας για πολλοστή φορά πως όσο κι αν έχει εξελιχθεί και μεταλλαχθεί με τα χρόνια, το ποδόσφαιρο παραμένει ένα όμορφο και απλό παιχνίδι που σε κάνει να ξεχνάς τα προβλήματα σου και την τραγική πραγματικότητα. Ακόμα κι αν είσαι έγκλειστος σε μια άθλια φυλακή κάπου στην ανατολική Αφρική.

Sombrero Review: Όλη η μπάλα σε μια εφαρμογή

  [Καθόλου σχόλια]

Υπήρχε μια εποχή (όχι τόσο μακρινή, όσο πιθανόν φαντάζονται οι πιτσιρικάδες) που η ενασχόληση με το ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο εύκολη υπόθεση, όπως είναι σήμερα. Τα χρόνια εκείνα, που το ίντερνετ δεν είχε φτάσει στην Ελλάδα, κινητά τηλέφωνα βλέπαμε μόνο στο «Πριν χτυπήσει το κουδούνι» και η τηλεόραση έδειχνε απειροελάχιστα παιχνίδια ακόμα και το σαββατοκύριακο, η ποδοσφαιρική ενημέρωση σου εξαρτιόταν κατά κύριο λόγο από το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες.

Κάπως έτσι, μια ολόκληρη γενιά περνούσε τις Κυριακές της στον καναπέ, διαβάζοντας μεσημεριάτικα τα ‘μπαγιάτικα’ νέα της χθεσινής ημέρας και περιμένοντας με αγωνία εκείνη τη μαγική στιγμή που η φωνή στο ράδιο σε ενημέρωνε πως μπήκε γκολ στο γήπεδο που σ’ενδιέφερε. Τότε ακολουθούσαν μερικά δευτερόλεπτα απόλυτης σιγής και τρέμουλου, κατά τα οποία προσπαθούσες να καταλάβεις από τους ήχους αν σκόραρε η ομάδα σου ή ο αντίπαλος. Αν μάλιστα το ραδιοφωνάκι δεν μπορούσε να μεταφερθεί ή το σήμα δεν ήταν καλό στο υπόλοιπο σπίτι, η αποχώρηση σου από το δωμάτιο για λίγο σήμαινε ότι μπορεί να περνούσες το επόμενο τέταρτο κόβοντας νευρικές βόλτες, προσπαθώντας να μαντέψεις αν όσο έλειπες μπήκε γκολ στο παιχνίδι που σ’ενδιαφέρει.

Όταν με το καλό τελείωναν τα παιχνίδια και μπορούσες πλέον να απομακρυνθείς από το μαγικό κουτί, ξεκινούσε το μαρτύριο της υπομονής, όπου έπρεπε να περιμένεις τουλάχιστον μέχρι την ώρα των βραδινών ειδήσεων για να δεις τα γκολ και τις καλύτερες φάσεις, μέχρι το πρωί για να διαβάσεις ρεπορτάζ, δηλώσεις και παραλειπόμενα από τα παιχνίδια και μέχρι το επόμενο μεσημέρι για να τσακωθείς με την άνεση σου με τον ράφτη ή τον περιπτερά της γειτονιάς για κάποια αμφισβητούμενη φάση.

Όσο ωραίες και ρομαντικές κι αν μας φαίνονται τώρα εκείνες οι εποχές, ευτυχώς ανήκουν στο παρελθόν. Το Ίντερνετ ήρθε για να κάνει την πρόσβαση στην πληροφορία άμεση και αργότερα ήρθαν και οι έξυπνες συσκευές που έβγαλαν από την εξίσωση τον παράγοντα τοποθεσία. Το Football Loop Greece δεν είναι μία ακόμα εφαρμογή με live scores. Τέτοιες υπάρχουν πολλές έτσι κι αλλιώς. Είναι μια γενικότερη εμπειρία ενημέρωσης για την ομάδα σου και το ελληνικό ποδόσφαιρο. Είτε αυτή η ενημέρωση είναι ζωντανή για κάποιον αγώνα που διεξάγεται εκείνη την ώρα, είτε είναι η καθημερινή με τις ειδήσεις για την ομάδα σου, είτε η για οποιονδήποτε λόγο αναζήτηση μιας πληροφορίας.

Για να γίνει πιο κατανοητό, θα χρησιμοποιήσουμε παραδείγματα βγαλμένα από τη ζωή κάθε ποδοσφαιρόφιλου. Παράδειγμα 1ο: Είσαι καλεσμένος σε ένα γάμο και δεν έχεις δει λεπτό από το ματς; Μαθαίνεις το σκορ και παρακολουθείς την εξέλιξη του αγώνα μέσω της εφαρμογής. Το ματς τελειώνει και σκας για να δεις φάσεις και γκολ. Την ώρα που τα συμπεθέρια χορεύουν «γλύκα, γλύκα, γλυκιά μου», ενημερώνεσαι από το Football Loop Greece ότι τα επίσημα στιγμιότυπα του αγώνα είναι πλέον διαθέσιμα, βγαίνεις από το γλέντι και βλέπεις με την ησυχία σου φάσεις και γκολ στο κινητό σου. Επιστρέφεις έτοιμος για να φας τα ταρτάκια στον μπουφέ και να πουλήσεις μούρη στο τραπέζι στους υπόλοιπους καλεσμένους που είναι ακόμα στη φάση «πόσο έληξε τελικά το ματσάκι;».


Τις βγάζει τις κίτρινες ο Κύζας

Παράδειγμα 2ο: Βγήκε ο κόρακας του ντέρμπι και δεν μπορείς να θυμηθείς τι σου λέει το όνομα; Βλέπεις όλα τα ματς που έχει παίξει φέτος και θυμάσαι ότι ήταν αυτός που είχε δώσει εκείνο το πέναλτι. Χάνει ακόμα ένα άχαστο η παλτουδιά που έφερε ο πρόεδρος από τη Γουατεμάλα; Σε λίγα δευτερόλεπτα τσεκάρεις πότε λήγει το συμβόλαιό του και θα πάει στο καλό. Είσαι σύγχρονος γιάπις μπίζνεσμαν (ή έστω φοιτητής) που δεν θέλει να ξεχάσει την εμβόλιμη αγωνιστική; Κάνεις προσθήκη στο ημερολόγιο του κινητού σου όποιον αγώνα θέλεις και σε ειδοποιεί για να μην το ξεχάσεις ενώ είσαι στο μπίζνες μίτινγκ (ή για καφέ με τις φοιτήτριες από το 1ο έτος). Θέλεις στατιστικά; Να θυμηθείς την εντεκάδα στο ματς της 1ης αγωνιστικής; Να δεις σε ποιο διάστημα σκοράρει η ομάδα σου συνήθως για να το παίξεις ξερόλας στους διπλανούς στο γήπεδο; Όλα γίνονται με μεγάλη ευκολία.



Ειδήσεις για όποια ομάδα θέλεις, συγκεντρωμένες από διάφορες σελίδες

Και φυσικά ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι της εφαρμογής είναι η δυνατότητα να μαθαίνεις τα νέα της ομάδας σου. Λειτουργώντας ως news aggregator (που λέμε και στο χωριό μου), μαζεύει όλες τις ειδήσεις από τα κορυφαία σάιτ (εκτός από το Sombrero) για την αγαπημένη σου ομάδα (ή και για κάποιον αντίπαλο, αν θες να κάνεις κατασκοπία). Με τη δυνατότητα να ανοίγουν μέσα στην ίδια την εφαρμογή, χωρίς να τρέχεις από παράθυρο σε παράθυρο σε browsers, τα έχεις μαζεμένα και οργανωμένα.

Όλα αυτά φυσικά είναι δωρεάν (ή μούχτιν που λένε και οι φίλοι μας στην Κύπρο, από την οποία προέρχονται τα παιδιά που έφτιαξαν τις εφαρμογές). Το Football Loop είναι μια δουλειά που γίνεται με μεράκι και είναι σε πολύ καλό επίπεδο, έχοντας διάφορες δυνατότητες, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός. Οι άνθρωποι που βρίσκονται από πίσω της έχουν στόχο να τη βελτιώσουν τόσο αισθητικά, όσο και από άποψη λειτουργίας στο μέλλον. Αν έχετε βρεθεί σε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις που περιγράψαμε, τότε μπορείτε να κατεβάσετε το Football Loop Greece και να το δείτε και μόνοι σας, είτε από iOS, είτε από Android:

ΥΓ Για όσους δεν ασχολούνται πλέον με τη Σούπερ Λιγκ, υπάρχει αντίστοιχη εφαρμογή για το κυπριακό ποδόσφαιρο αλλά και το Football Loop England, που λειτουργεί κατά τον ίδιο τρόπο, αυτή τη φορά όμως για την Αγγλία.

«Το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο»

  [2 Σχόλια]

Ο Ντάνιελ Μπλέικ είναι ένας 59χρονος Άγγλος που μετά από το θάνατο της γυναίκας του ζει μόνος του σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Νιούκαστλ. Μετά από ένα έμφραγμα που παθαίνει εν ώρα εργασίας, ο γιατρός του τον ενημερώνει πως οι εξετάσεις του έδειξαν πως πρέπει οπωσδήποτε να σταματήσει να δουλεύει. Σε αντίθεση με τον γιατρό του όμως, το κράτος τον θεωρεί ακόμα ικανό να εργαστεί και γι’αυτό αρνείται να του δώσει το σχετικό επίδομα για λόγους υγείας. Προσπαθώντας να βρει το δίκιο του, χωρίς όμως να χάσει την αξιοπρέπεια του, και ταυτόχρονα έναν τρόπο να επιβιώσει χωρίς δουλειά ο κύριος Μπλέικ γνωρίζει κι άλλους ανθρώπους στην ίδια θέση μ’αυτόν και μπλέκει με την γραφειοκρατία και ένα σύστημα που αδιαφορεί προκλητικά για την κατάσταση του, όπως ακριβώς κάνει και για χιλιάδες άλλους μη προνομιούχους πολίτες.

Ο Ντάνιελ Μπλέικ δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Είναι ο χαρακτήρας-πρωταγωνιστής της εξαιρετικής περσινής ταινίας «Ι, Daniel Blake» του 80χρονου πλέον Κεν Λόουτς, που για μια ακόμα φορά καταπιάνεται με ένα επίκαιρο κοινωνικό πρόβλημα, παρουσιάζοντας το χωρίς κινηματογραφικές ωραιοποιήσεις και ενοχλητικές δραματικές υπερβολές.

Μια από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας διαδραματίζεται σε μια τράπεζα τροφίμων του Νιούκαστλ, στην οποία καταφεύγει ο κύριος Μπλέικ και μια άνεργη μητέρα που ψάχνει τρόπος να ταΐσει το παιδί της. Σε μια τέτοια τράπεζα τροφίμων, όλως τυχαίως στην ίδια πόλη, βρέθηκαν στα τέλη Γενάρη οι οπαδοί της Νιούκαστλ (που εκτός όλων των άλλων είναι και γνωστοί χαβαλέδες), οι οποίοι προθυμοποιήθηκαν να βοηθήσουν στη συλλογή τροφίμων. Η συνεργασία των δυο πλευρών επισημοποιήθηκε με μια φιλανθρωπική εκδήλωση στις 26 Ιανουαρίου, στην οποία οι παρευρισκόμενοι συγκέντρωσαν χρήματα και παρακολούθησαν την, τόσο σχετική, ταινία του Λόουτς. Αλλά η βοήθεια τους δεν περιορίστηκε σ’αυτό.

Πριν από τα εντός έδρας παιχνίδια της Νιούκαστλ οι οπαδοί συγκεντρώνουν έξω από το γήπεδο τρόφιμα, τα οποία στη συνέχεια παραδίδονται στην τοπική τράπεζα τροφίμων για να διατεθούν σε ανθρώπους που τα έχουν άμεση ανάγκη. Η ανταπόκριση των οπαδών είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ανθρώπων του οργανισμού, στα τρία παιχνίδια, με Ντέρμπι, Μπρίστολ και Φούλαμ, οι φίλοι της Νιούκαστλ μάζεψαν περισσότερους από 8 τόνους φαγητού, μια ποσότητα που βοήθησε περίπου 700-1000 ανθρώπους την εβδομάδα (εκ των οποίων ένα 50% υπολογίζεται πως είναι ανήλικοι) να φάνε ένα ζεστό γεύμα ή να πάρουν ένα δέμα φαγητού για το σπίτι.

Σύμφωνα με τον υπεύθυνο της συγκεκριμένης τράπεζας φαγητού, Μάικ Νίξον: «Η βοήθεια δεν αφορά μόνο το ότι οι άνθρωποι βρίσκουν κάτι να φάνε. Είναι και μια μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ένα μέρος όπου νιώθουν ζεστασιά κι ότι δεν είναι απομονωμένοι και ξεχασμένοι από την κοινωνία». Σύμφωνα με τα δικά του στατιστικά, ένα 60% των ανθρώπων που ζητάνε βοήθεια, το κάνουν μόνο μια φορά (οι περισσότεροι επειδή αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα στη λήψη των επιδομάτων, όπως ακριβώς ο Ντάνιελ Μπλέικ) και μόνο ένα 10% επισκέπτεται συχνά την τράπεζα.

Η στήριξη της Νιούκαστλ δεν σταματάει όμως στην αλληλεγγύη των οπαδών (οι οποίοι πάντως ανακοίνωσαν εχθές ότι θα συνεχίσουν κανονικά τη συγκέντρωση τροφίμων κι αυτό το Σάββατο, πριν από το παιχνίδι με τη Γουίγκαν). Την προηγούμενη εβδομάδα, η τράπεζα τροφίμων φιλοξένησε έναν ξεχωριστό εθελοντή. Ο 22χρονος μέσος της ομάδας, Ισαάκ Χέιντεν, που έχει κερδίσει μια θέση στην 11αδα του Ράφα Μπενίτεθ και είναι διεθνής με όλες τις μικρές εθνικές της Αγγλίας, όταν έμαθε για τη δράση των οπαδών προσφέρθηκε να βοηθήσει με όποιον τρόπο μπορούσε. Κάπως έτσι, επισκέφτηκε ένα μεσημέρι την τράπεζα, βοήθησε στη μεταφορά και τοποθέτηση των κιβωτίων, σέρβιρε φαγητό και τσάι, μοίρασε σακούλες με βασικά είδη σε ανθρώπους που τα είχαν ανάγκη και είπε την άποψη του για το θέμα:

«Αυτό που έχουν κάνει οι οπαδοί είναι πραγματικά ξεχωριστό. Πρέπει να υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ των οπαδών, των παικτών και της πόλης. Εμείς οι παίκτες είμαστε εξαιρετικά προνομιούχοι και τυχεροί που κάνουμε κάτι που αγαπάμε. Ξέρουμε όμως ότι υπάρχουν και άνθρωποι λιγότεροι τυχεροί και γι’αυτό θέλουμε να βοηθήσουμε. Όλοι ξέρουμε ότι η ζωή μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή. Τη μια στιγμή μπορεί να παίζεις στο ‘Σέντ Τζέιμς Παρκ’ και την επόμενη να χτυπήσεις σοβαρά και να είσαι τελειωμένος. Όπως μπορεί να συμβεί σε κάθε δουλειά. Το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει ανθρώπους. Θα ήθελα να υπάρξουν κι άλλες τέτοιες ιδέες».

«Football can be more than football». Μια τόσο απλή κουβέντα ενός 22χρονου ποδοσφαιριστή η οποία συνοψίζει όλο αυτό το εγχείρημα των φιλάθλων της Νιούκαστλ, που προσπαθούν να συνδυάσουν την αγάπη τους για την ομάδα της πόλης τους με μια σημαντική βοήθεια προς κάποιους συμπολίτες τους, που μπορεί για διάφορους λόγους να βρέθηκαν σε μια δύσκολη θέση αλλά, πάνω απ’όλα, παραμένουν άνθρωποι. Όπως χαρακτηριστικά λέει άλλωστε ο υπέροχος Ντάνιελ Μπλέικ στην ταινία:

«Δεν είμαι φυγόπονος, απατεώνας, ζητιάνος ή κλέφτης. Δεν είμαι αριθμός ασφάλισης ή μια κουκκίδα στην οθόνη ενός υπολογιστή. Δεν περπατώ σκυφτός αλλά κοιτάω τον γείτονα μου στα μάτια και τον βοηθάω αν μπορώ. Ούτε ζητώ, ούτε δέχομαι ελεημοσύνη. Με λένε Ντάνιελ Μπλέικ. Είμαι άνθρωπος, όχι σκυλί. Απαιτώ να μου φέρονται με σεβασμό. Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ είμαι ένας πολίτης. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο».

Η μέρα που ο Ρονάλντο και ο Μπατιστούτα έπαιξαν μαζί

  [2 Σχόλια]

«Είναι τόσο διαφορετικοί που θα μπορούσαν να παίξουν μαζί. Θα συνέθεταν ένα απίστευτο δίδυμο. Ο Μπατιστούτα έχει τη δύναμη και την ακρίβεια. Όσο για τον Ρονάλντο, δεν έχω ξαναδεί κάποιον τόσο γρήγορο με τη μπάλα στα πόδια. Θα ταίριαζαν τέλεια. Αν έπαιζαν μαζί θα προκαλούσαν πανωλεθρία».

Οι παραπάνω σκέψεις ανήκουν στον μεγάλο Πάολο Ρόσι. Βρισκόμαστε στον Σεπτέμβρη του 1997, ο Ρονάλντο κλείνει εκείνες τις μέρες τα 21 του και τα πόδια του, εκτός από πολύ γρήγορα, είναι ακόμα γερά. Είναι ακόμα μικρός αλλά δεν έχει καμία σχέση με τους περισσότερους «ταλαντούχους πιτσιρικάδες» που έχει δει το ποδόσφαιρο. Έχει μόλις πάρει μεταγραφή από τη Μπαρτσελόνα για την Ίντερ και βρίσκεται ακόμα στο στάδιο προσαρμογής στο ιταλικό ποδόσφαιρο.

Ένα ποδόσφαιρο το οποίο ξέρει πολύ καλά ο Γκαμπριέλ Μπατιστούτα, ο οποίος διανύει την 7η χρονιά του στη Φλωρεντία, στην οποία ήδη λατρεύεται σαν μικρός Θεός. Ο Αργεντινός έχει κλείσει τα 28 και παρ’ ότι η Φιορεντίνα δεν πρωταγωνιστεί στο πρωτάθλημα, ο ίδιος σπάνια τελειώνει μια σεζόν με λιγότερα από 20 γκολ.

Προχωράμε λίγους μήνες μπροστά. Είναι 4 Δεκεμβρίου και όλη η προσοχή είναι στραμμένη στη Μασσαλία, εκεί που γίνεται η κλήρωση των ομίλων του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Γαλλίας. Η μέρα όμως δεν περιλαμβάνει μόνο την κλασική διαδικασία της κλήρωσης. Βλέποντας τις 32 ομάδες της διοργάνωσης, κάποιος μέσα στη ΦΙΦΑ έχει μια περίεργη ιδέα: «Γιατί να μην διοργανώσουμε κι ένα φιλικό με παίκτες από όλες τις χώρες;» Και κάπως έτσι γεννιέται το «Ευρώπη Vs Υπόλοιπος Κόσμος».

Η λογική είναι απλή: Κάθε χώρα που συμμετέχει στο Μουντιάλ θα δώσει έναν παίκτη. Από τη μια πλευρά θα είναι οι 15 Ευρωπαίοι (συν ένας από το Ιράν, για να συμπληρωθεί 16αδα) και από την άλλη 16 παίκτες από τις ομάδες του υπόλοιπου πλανήτη. Στους πάγκους θα κάτσουν οι νικητές των δυο τελευταίων Μουντιάλ. Σ’αυτόν της Ευρώπης ο Γερμανός Φράντς Μπεκενμπάουερ και στην άλλη πλευρά ο Βραζιλιάνος Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα. Η επιλογή των παικτών φυσικά δεν είναι καθόλου εύκολη, ειδικά με τον περιορισμό του ενός παίκτη από κάθε χώρα. Στην αποστολή της Ευρώπης ξεχωρίζουν ο Ζιντάν, ο Κοστακούρτα, ο Ιέρο, ο Μπαλάκοφ, ο Κλάιφερτ, ο Ινς και ο Μπόκσιτς. Στην ομάδα των υπολοίπων υπάρχει ο Κανού, ο Νακάτα και ο Ναιμπέτ. Στο θέμα της ατομικής ποιότητας με μια πρώτη ματιά η ζυγαριά γέρνει για τα καλά από τη μια πλευρά. Όλα αλλάζουν όμως όταν βλέπεις το επιθετικό δίδυμο των μη Ευρωπαίων: Ρονάλντο Λουίς Ναζάριο ντε Λίμα και Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα.

Για πρώτη φορά δυο από τους καλύτερους επιθετικούς του πλανήτη εκείνη την εποχή (και, φυσικά, όχι μόνο εκείνη την εποχή) και οι δυο καλύτεροι επιθετικοί που έχει βγάλει η Βραζιλία και η Αργεντινή, θα παίξουν συμπαίκτες. Κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο δίδυμο και ως «cheat» του παιχνιδιού, χωρίς ποτέ κανείς να τολμήσει να τον πει υπερβολικό. Η προσμονή γι’αυτή την ιδιαίτερη συνεργασία είναι μεγάλη και για το λόγο αυτό περισσότεροι από 38.000 Γάλλοι αψηφούν την παγωνιά και πηγαίνουν στο ‘Βελοντρόμ’ για να δούνε ένα φιλικό παιχνίδι.

Οι Ευρωπαίοι θα ξεκινήσουν καλύτερα το παιχνίδι και θα προηγηθούν 1-0 αλλά κάπου εκεί το «Φαινόμενο» θα αποφασίσει να πάρει το ματς στα σοβαρά. Θα ακολουθήσουν άμεσα 3 ασίστ, εκ των οποίων οι δυο με προορισμό τον Μπατιστούτα, και 2 ατομικά γκολ (το δεύτερο μάλιστα με τον πολυαγαπημένο του τρόπο: προσπερνώντας και τον τερματοφύλακα) και κάπως έτσι το ημίχρονο θα λήξει με τους «Rest of the world» να βρίσκονται μπροστά με το εμφατικό 5-1. Στην επανάληψη οι δυο προπονητές θα κάνουν πολλές αλλαγές, Ρονάλντο και «Μπατιγκόλ» θα αντικατασταθούν, ο Ζιντάν θα βρει τρόπο να χριστεί κι αυτός σκόρερ και το παιχνίδι θα λήξει τελικά με 5-2.

Στο τέλος εκείνης της σεζόν η Ίντερ θα τερματίσει 2η και η Φιορεντίνα 5η. Ο Αργεντινός θα τελειώσει τη χρονιά με 21 γκολ, ο Βραζιλιάνος στην πρώτη του σεζόν στην Ιταλία θα φτάσει τα 25. Στο Μουντιάλ που ακολούθησε ο ‘Ζιζού’ πήρε την εκδίκηση του και με το παραπάνω. Παρά την αποτυχία των ομάδων τους, Ρονάλντο και Μπατιστούτα βρέθηκαν και σ’αυτή τη λίστα των Top Scorers, πετυχαίνοντας 4 και 5 γκολ αντίστοιχα, μένοντας πίσω μόνο από τον Σούκερ που έβαλε 6.

Ένα χρόνο μετά το φιλικό στη Μασσαλία, τον Δεκέμβρη του 1998, μια ομάδα με παίκτες από όλο τον κόσμο προσκλήθηκε να δώσει ένα παιχνίδι με την εθνική Ιταλίας στο ‘Ολίμπικο’, στη γιορτή για τα 100 χρόνια της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Οι επίλεκτοι αυτή τη φορά είναι πραγματικά επίλεκτοι, έχοντας από το κέντρο και μπροστά τους Ζιντάν, Ρούι Κόστα, Γουεά, Μπατιστούτα και Ρονάλντο και στον πάγκο τους Σούκερ, Σάλας και Μπίρχοφ. Με τον Ρονάλντο στο χόρτο, οι Ιταλοί βρίσκονται νωρίς πίσω στο σκορ με 1-2. Τα γκολ των επίλεκτων έχουν βάλει ο Γουέα και ο Μπατιστούτα. Μετά την πρόωρη αλλαγή του Βραζιλιάνου, κάπου στο μισάωρο, οι γηπεδούχοι παίρνουν μπρος και φτάνουν σε ένα θριαμβευτικό 6-2.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που Ρονάλντο και Μπατιστούτα έπαιξαν συμπαίκτες. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα γινόταν αν μια ομάδα αγόραζε και τους δυο. Έχοντας απολαύσει πάντως τον καθένα ξεχωριστά και βλέποντας και τα δείγματα από τα λίγα λεπτά που έπαιξαν συμπαίκτες αντιλαμβάνεται κανείς ότι η λέξη «πανωλεθρία» που χρησιμοποίησε ο Πάολο Ρόσι είναι μάλλον μια πολύ καλή επιλογή για να περιγράψει αυτό που λογικά θα συνέβαινε στις αντίπαλες άμυνες.

Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς μπορούσε να ντριπλάρει τα πάντα (εκτός από την ατυχία του)

  [5 Σχόλια]

Είναι 30 Ιουνίου του 1990, βρισκόμαστε στη Φλωρεντία, Αργεντινή και Γιουγκοσλαβία διεκδικούν μια θέση στους ημιτελικούς του Παγκοσμίου Κυπέλλου και το παιχνίδι έχει φτάσει στα πέναλτι. Οι Αργεντινοί έχουν ήδη ευστοχήσει στην πρώτη τους προσπάθεια. Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς είναι ο πρώτος Γιουγκοσλάβος που παίρνει θέση απέναντι στον Σέρχιο Γκοϊκοετσέα.

(Ο 25χρονος μέσος του Ερυθρού Αστέρα είναι μια από τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις της διοργάνωσης. Έχει σκοράρει δυο φορές απέναντι στους Ισπανούς στους ’16’, έχει δώσει μια ασίστ στον πρώτο γύρο, έχει ‘μοιράσει σακούλες’ σε αρκετούς δύσμοιρους αμυντικούς και είναι το επίκεντρο όλων των επιθετικών προσπαθειών της χαρισματικής εκείνης ομάδας, που είχε ακόμα στην αποστολή της τον Ντάρκο Πάντσεφ, τον Προσινέτσκι, τον Σαμπανάτζοβιτς, τον Σαβίσεβιτς, τον Σούσιτς και τους πιτσιρικάδες Σούκερ, Γιάρνι και Μπόκσιτς.

Ακόμα και στο συγκεκριμένο ματς, ο ‘Πίξι’ (όπως ήταν το παρατσούκλι του) είναι με τεράστια διαφορά ο καλύτερος στον αγωνιστικό χώρο: μοιράζει παιχνίδι, αλλάζει το ρυθμό όποτε θέλει, προσπερνάει Αργεντινούς με χαρακτηριστική ευκολία, σωριάζει στο έδαφος κάμποσους εξ αυτών ακόμα και μέσα στην περιοχή τους, φτιάχνει συνεχώς φάσεις που οι συμπαίκτες του αδυνατούν να τελειώσουν και σταματιέται μόνο με φάουλ (οι 3 από τις 4 κίτρινες κάρτες της Αργεντινής στον αγώνα οφείλονται σ’αυτόν). Κι αν ο τίτλος «κορυφαίος ενός προημιτελικού Μουντιάλ» δεν είναι αρκετός για να εντυπωσιαστεί κάποιος, ας προσθέσουμε και το δεδομένο ότι στον ίδιο αγωνιστικό χώρο βρίσκεται και ο 30χρονος Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, πρωταθλητής κόσμου από το 1986 και πρωταθλητής Ιταλίας λίγους μήνες πριν.)

Επιστρέφουμε όμως στο κρίσιμο πέναλτι. Ο Στόικοβιτς σηκώνει τη μπάλα από το έδαφος και μπροστά σε όλο τον κόσμο που παρακολουθεί με αγωνία ένα νοκ άουτ παιχνίδι Παγκοσμίου Κυπέλλου, με την κλασική δόση αυτοπεποίθησης και υπεροψίας που τον διακατείχε πάντα, αποφασίζει για να δείξει πόσο κουλ και άνετος είναι να κάνει επί τόπου τρία τσαλιμάκια! Στη συνέχεια, στήνει ψύχραιμα τη μπάλα στην άσπρη βούλα, παίρνει φόρα, στέλνει τον Γκοϊκοετσέα στη μια γωνία και τη μπάλα στο αντίθετο ‘παραθυράκι’. Αλλά όχι στα δίχτυα.

Αυτή η εκτέλεση πέναλτι μπορεί να περιγράψει πάνω-κάτω όλη την καριέρα του Ντράγκαν Στόικοβιτς. (Προς υπεράσπιση του, λίγα λεπτά αργότερα ο Μαραντόνα αστόχησε κι αυτός – εκτελώντας ένα πολύ χειρότερο πέναλτι από αυτό του Γιουγκοσλάβου – και επιβεβαίωσε ότι ακόμα και οι πολύ μεγάλοι κάποιες φορές «τα κάνουν θάλασσα» την κρίσιμη στιγμή.)

Το Μουντιάλ αυτό ήταν ουσιαστικά η πρώτη και τελευταία μεγάλη παράσταση του ‘Πίξι’. Η τύχη (ή η μοίρα) τον έκανε τόσο προικισμένο ποδοσφαιρικά που όσοι, λίγοι, τον απόλαυσαν ζωντανά στις καλές του μέρες, δεν τον ξέχασαν ποτέ. Η ατυχία (ή η μοίρα) τον έκανε να γεννηθεί στη Γιουγκοσλαβία την εποχή που η χώρα διασπάστηκε, με αποτέλεσμα να βρεθεί εκτός όλων των μεγάλων εθνικών διοργανώσεων που ακολούθησαν (Euro 1992 και 1996 και Μουντιάλ των ΗΠΑ). Κι αυτό είναι μόνο το ένα σκέλος της ατυχίας. Λίγους μήνες μετά το Μουντιάλ και σε ένα από τα πρώτα ματς της νέας του ομάδας, της πανάκριβης τότε Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί, τραυματίστηκε σοβαρά στο γόνατο, έμεινε οχτώ μήνες εκτός δράσης και από τότε τίποτα δεν ήταν ξανά ίδιο, αφού οι τραυματισμοί άρχισαν να διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Απογοητευμένος και σχεδόν «σακάτης» αποχαιρέτησε στα 29 του τη Μασσαλία και την Ευρώπη για να πάει να παίξει μπάλα στο, πιο ξεκούραστο και εύκολο, πρωτάθλημα της Ιαπωνίας.

Όσοι γεννήθηκαν στα 90s το πιθανότερο είναι να μην τον έχουν καν ακουστά. Όσοι τον πρόλαβαν ηλικιακά, το πιθανότερο είναι να τον έχουν δει ελάχιστα για να μπορούν να επιβεβαιώσουν τον ντόρο που υπήρχε εκείνη την εποχή γι’αυτόν. Όσοι όμως τον έζησαν λίγο παραπάνω, στα καλά χρόνια του με τον, σπουδαίο τότε, Ερυθρό Αστέρα και στις λίγες «γκέστ σταρ» εμφανίσεις με τη Μαρσέιγ, μιλάνε για έναν αδιανόητο φαντεζί παίκτη, που λάτρευε να ντριπλάρει όλη την αντίπαλη ομάδα, να στέλνει τους αντιπάλους του στο χόρτο με κάποια εντυπωσιακή προσποίηση, να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο (ανάμεσα τους υπάρχουν και γκολ από κόρνερ, όπως αυτό που είχε βάλει σε ηλικία 22 ετών σε ένα από τα πρώτα του εκτός έδρας ντέρμπι με την Παρτιζάν!), να μοιράζει ασίστ από το πουθενά, σαν παλιό κλασικό δημιουργικό 10αρι, και να κάνει τακουνάκια ακόμα και σε φάσεις που τις βλέπεις ξανά στο ριπλέι και αδυνατείς να αποδεχθείς ότι πράγματι σκέφτηκε και κατάφερε να κάνει τακουνάκι.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο Μουντιάλ του 1990, ουσιαστικά στη μοναδική μεγάλη διοργάνωση που του δόθηκε η ευκαιρία να παίξει σε καλή ηλικία, ψηφίστηκε στην καλύτερη 11αδα. Δεν είναι τυχαίο το σχόλιο του Μαραντόνα γι’αυτόν αρκετά χρόνια μετά από εκείνο το μεταξύ τους παιχνίδι: «O Στόικοβιτς ήταν απίστευτος ποδοσφαιριστής. Οι κινήσεις του στο γήπεδο είχαν τέτοια χάρη και άνεση που ήταν σαν να χόρευε συνέχεια με την ομορφότερη γκόμενα». Δεν είναι τυχαίο που αν και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στη Μαρσέιγ στο νοσοκομείο και στο κρεβάτι οι οπαδοί της ομάδας τον ψήφισαν στην καλύτερη 11αδα όλων των εποχών. Και φυσικά δεν είναι τυχαίο που στα τέσσερα χρόνια που φόρεσε τη φανέλα του Ερυθρού Αστέρα πρόλαβε να γίνει θρύλος και να αγαπηθεί όσο λίγοι.

Και ο ‘Πίξι’ δεν το ξέχασε ποτέ αυτό. Όταν στο τέλος της πρώτης του, τραυματικής, χρόνιας στη Μαρσέιγ βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ερυθρό Αστέρα στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και ο προπονητής του ζήτησε να εκτελέσει ένα από τα πέναλτι, ο Στόικοβιτς, μένοντας πιστός στον ιδιόρρυθμο και λίγο μποέμ χαρακτήρα του, αρνήθηκε να πάρει τέτοια ευθύνη απέναντι στην αγαπημένη του ομάδα. Οι συμπατριώτες και πρώην συμπαίκτες του τελικά ευστόχησαν και στα πέντε και ο ‘Πίξι’ μαζί με τη Μαρσέιγ αναγκάστηκαν να περιμένουν άλλα δυο χρόνια για να βρεθούν στην κορυφή της Ευρώπης.

Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς δεν έγινε ποτέ αυτό που θα μπορούσε πραγματικά να γίνει. Το πιθανότερο είναι ότι δεν πλησίασε ούτε λίγο στο ‘ταβάνι’ του. Παρ’όλα αυτά με μια απλή αναζήτηση στο ίντερνετ μπορεί κάποιος να βρει αμέτρητα βιντεάκια πολλών λεπτών στα οποία σκοράρει, δημιουργεί και ‘χορεύει’ αντιπάλους (ανάμεσα τους και αρκετά μεγάλα αστέρια της εποχής) με μια άνεση που πιθανόν θα ζήλευε ακόμα και ο Γκαρίντσα. Και το ότι αυτή την εξέλιξη τη θεωρούμε «αποτυχία» τα λέει όλα.

Ποδοσφαιρική ανατριχίλα, Made in Scotland

  [Καθόλου σχόλια]

Το Λιθ είναι μια ιστορική περιοχή στα βόρεια του Εδιμβούργου, η οποία έχει προσφέρει στον πλανήτη τη Χιμπέρνιαν και τα δίδυμα αδέρφια, Τσάρλι και Κρέγκ Ρίντ, που κάποιοι ξέρουμε ως «The Proclaimers» και κάποιοι άλλοι ως «εκείνη η μπάντα που λέει εκείνο το γαμάτο, χαρούμενο τραγουδάκι που κάτι λέει για 500 μίλια«. Όπως οι περισσότεροι Σκωτσέζοι (διάσημοι ή λιγότερο γνωστοί), τα αδέρφια Ρίντ είναι φανατικοί ποδοσφαιρόφιλοι, στηρίζουν από μικρά παιδιά την αγαπημένη τους Χιμπέρνιαν, ενημερώνονται καθημερινά γι’αυτήν, ακόμα κι όταν βρίσκονται σε περιοδεία, και πρωτοστάτησαν στην προσπάθεια των οπαδών να αποκτήσουν το 51% της ομάδας, ώστε να μην εξαρτώνται από κανέναν άγνωστο εκατομμυριούχο επενδυτή.

Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των φιλάθλων μάλιστα, μπορούν να καυχιούνται ότι έχουν έναν ιδιαίτερο δεσμό με την αγαπημένη τους ομάδα, αφού αυτή χρησιμοποιεί σαν ανεπίσημο ύμνο σε αρκετά παιχνίδια ένα τραγούδι τους. Το κομμάτι λέγεται «Sunshine on Leith», κυκλοφόρησε το 1988 και είναι ουσιαστικά το «You’ll never walk alone» της Χιμπέρνιαν.

Την Τετάρτη οι «Χίμπς» υποδεχόταν για το Κύπελλο Σκωτίας τη μεγάλη αντίπαλο τους, Χάρτς, σε ένα ακόμα ντέρμπι του Εδιμβούργου, που στο παρελθόν έχει χαρίσει μερικές, κυριολεκτικά, αδιανόητες στιγμές. Το τέλος του αγώνα βρήκε τη Χιμπέρνιαν νικήτρια με 3-1 και το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να γιορταστεί με καλύτερο τρόπο από αυτόν (που σε αρκετούς παλιούς φίλους του σομπρέρο, πιθανόν θα θυμίσει μια παλιότερη ποδοσφαιρική ανατριχίλα προερχόμενη από ένα ιρλανδικό παραδοσιακό τραγούδι):

«My heart was broken, my heart was broken
Sorrow Sorrow Sorrow Sorrow
My heart was broken, my heart was broken

You saw it, You claimed it
You touched it, You saved it (…)»

Παρ’όλο που το συγκεκριμένο βίντεο είναι αναμφίβολα καθηλωτικό, αυτή δεν είναι η καλύτερη ‘ερμηνεία’ του συγκεκριμένου κομματιού από τους οπαδούς της ομάδας. Κάτι λιγότερο από ένα χρόνο πριν, όταν η Χιμπέρνιαν κέρδιζε το πρώτο της Κύπελλο μετά από 114 χρόνια, νικώντας με 2-3 τους Ρέιντζερς μέσα στη Γλασκώβη, περισσότεροι από 20.000 εκδρομείς-οπαδοί της παρέμειναν στις κερκίδες και μετά την απονομή και τραγούδησαν από την ψυχή τους για την μεγάλη τους καψούρα και τον ‘Αρχηγό’ που φροντίζει να υπάρχει λιακάδα στο αγαπημένο τους Λιθ.

«(…) While I’m worth my room on this earth
I will be with you
While the Chief, puts sunshine on Leith
I’ll thank Him for His work
And your birth and my birth...»

Ο Τρίφον Ιβανόφ δεν πέθανε ποτέ

  [4 Σχόλια]

Στις 20 Μαΐου του 2016 το Εθνικό Στάδιο στη Σόφια ήταν κατάμεστο. Ο Χρίστο Στόιτσκοφ γιόρταζε, έστω και με καθυστέρηση δυο μηνών, τα 50α του γενέθλια με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο: προσκαλώντας για ένα φιλικό φίλους και παγκόσμιους αστέρες, με τους οποίους είχε αγωνιστεί σαν συμπαίκτης ή αντίπαλος στη διάρκεια της καριέρας του. Ανάμεσα τους βρισκόταν ο Ζαμοράνο, ο Μαλντίνι, ο Χάτζι, ο Βαλντεράμα, ο Μπαλάκοφ και ο Μπερμπάτοφ. Λίγο πριν την έναρξη του εορταστικού φιλικού, στο μάτριξ εμφανίστηκε η φωτογραφία ενός μαλλιαρού, μουσάτου τύπου που λίγους μήνες πριν είχε αφήσει την τελευταία του πνοή.

Όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και ξεκίνησε να χειροκροτάει. Το χειροκρότημα κράτησε τρία ολόκληρα λεπτά. Στη διάρκεια αυτών ο 50χρονος Στόιτσκοφ, μπροστά σε όλους αυτούς τους ποδοσφαιρικούς θρύλους και τους χιλιάδες φιλάθλους που πήγαν εκεί για να γιορτάσουν τα γενέθλια του, έκατσε στα γόνατα στο κέντρο του γηπέδου, έκρυψε το πρόσωπο του με τα χέρια του και έβαλε τα κλάματα.

Για τον Τρίφον Ιβανόφ μπορείς να γράψεις αμέτρητες λέξεις. Για τη μέρα που η Βουλγαρία αντιμετώπιζε τη Γερμανία στα προημιτελικά του Μουντιάλ του 1994 και για να καθησυχάσει τον προπονητή του, του είπε «Χαλάρωσε. Μόλις με δούνε θα ‘χεστούν πάνω τους'». Για το ότι είναι ο μόνος παίκτης της ΤΣΣΚΑ Σόφιας που εκτιμούν ακόμα και οι ορκισμένοι εχθροί της Λέφσκι, γιατί όπως σχολίασε κι ένας Βούλγαρος δημοσιογράφος στο ESPN: «Τον Τρίφον τον σέβονται όλοι στη Βουλγαρία γιατί απλά δεν γίνεται να τον μισήσεις».

Για την ατάκα του Στόιτσκοφ, που όταν τον συμπεριέλαβε στην ιδανική 11αδα του, στην προσπάθεια του να περιγράψει το αγωνιστικό του στυλ είπε: «O Ιβανόφ δεν πήρε ποτέ του αιχμαλώτους». Για την πρώτη κόκκινη κάρτα που είδε παίζοντας με την εθνική, σε ένα φιλικό με την Ιταλία: «Έπαιζα εναντίον του Βιάλι. Κάποια στιγμή με έφτυσε στο πρόσωπο, γι’αυτό και βρέθηκε αμέσως στο πάτωμα. Ένας άνθρωπος δεν γίνεται να ελέγχει συνέχεια τα συναισθήματα του». Για τη μέρα που αντιμετώπισε, με επιτυχία, τον Καντονά στο Όλντ Τράφορντ και όταν στο τέλος όλοι οι συμπαίκτες του έτρεξαν στον Γάλλο για να ζητήσουν τη φανέλα αυτός τους ενημέρωσε ότι αυτή είναι κρατημένη για τον Ιβανόφ.

Για τότε που έπαιζε στην Ελβετία και ο προπονητής, με τον οποίο είχε κόντρα, τον ενημέρωσε πως είναι εκτός ομάδας και ο Ιβανόφ μάζεψε τα ρούχα του, πήγε στην κερκίδα και κάθισε να απολαύσει το ματς με καφέ και τσιγάρο, μέχρι που εμφανίστηκε ο πρόεδρος, του είπε «τι κάνεις εδώ; Έλα μαζί μου» και ο Βούλγαρος βρέθηκε από το πουθενά να μπαίνει αλλαγή στο 15′, σε ένα ματς που τελικά κρίθηκε από δικό του γκολ! Για την ατάκα του συμπαίκτη του στη Ραπίντ, Πίτερ Σότελ: «Ο Ιβανόφ είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρω που ξυρίζεται και τέσσερις ώρες μετά έχει κανονική γενειάδα». Για τότε που αγόρασε ένα τανκ απλά και μόνο για να δει πως είναι να οδηγάς ένα τέτοιο.

Για το καλτ τουρνουά ποδοσφαίρου ‘Κύπελλο Τρίφον Ιβανόφ’, που διεξάγεται κάθε χρόνο στο… Σάο Πάολο της Βραζιλίας (ναι, στη Βραζιλία) και στο οποίο σε συμβουλεύουν να παίξεις με μαύρα παπούτσια, επιτρέπονται τα γυαλιά ηλίου, το ποτό («αρκεί να μην πετάξεις τη μπύρα σου στον αντίπαλο») και το κάπνισμα («αρκεί να μην σου πέσει το τσιγάρο στο χλοοτάπητα») και απαγορεύεται να κάνεις ηλίθιες ερωτήσεις όπως «ποιος είναι ο Τρίφον Ιβανόφ».

[διάβασε περισσότερα →]

Η ομορφιά του να επιλέγεις το δύσκολο δρόμο

  [2 Σχόλια]

Λίγο πριν από το φινάλε της «Άγριας συμμορίας», μια συμμορία κοινών εγκληματιών που μόλις έχει κάνει το τελευταίο καλό ‘χτύπημα’ πριν την απόσυρση, καλείται να πάρει μια μεγάλη απόφαση, όταν ένα από τα μέλη της μπλέκει με τον Μεξικανό διεφθαρμένο στρατηγό που οργάνωσε αυτό το τελευταίο χτύπημα: Ή θα παρατήσουν τον συνεργάτη τους, θα χωριστούν και θα πάρει ο καθένας το δρόμο του, έχοντας εξασφαλίσει το μέλλον του, ή θα αδιαφορήσουν για τις ανέσεις της νέας ζωής που ανοίγεται μπροστά τους και θα υπερασπιστούν τον φίλο τους γνωρίζοντας ότι πηγαίνουν προς έναν σίγουρο θάνατο.

Η ταινία του τεράστιου Σαμ Πέκινπα, από το μακρινό 1969, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το καλύτερο γουέστερν όλων των εποχών για αμέτρητους λόγους, που σχετίζονται με το σενάριο, τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών και την εξαιρετική και αντισυμβατική σκηνοθεσία. Αλλά αυτό που το ανυψώνει και το μετατρέπει σε διαχρονικό αριστούργημα που ξεφεύγει από τα στενά όρια του κλασικού αμερικάνικου γουέστερν βρίσκεται ακριβώς σ’αυτή τη στιγμή της μεγάλης επιλογής.

Εκεί που τέσσερις πραγματικά κακοί τύποι, τέσσερις κλέφτες και δολοφόνοι που δεν έχουν τίποτα ηρωικό πάνω τους, τέσσερις τύποι που δεν είναι καν φίλοι με την κλασική έννοια, τέσσερις τύποι που σε οποιαδήποτε άλλη χολιγουντιανή ταινία θα ήταν οι κακοί της υπόθεσης, αποφασίζουν πως όλα τα υλικά αγαθά και όλες οι προοπτικές μιας άνετης και ωραίας ζωής, τα οποία και κυνηγούσαν τόσο καιρό με πάθος, δεν αξίζει να τοποθετηθούν πάνω από την αξιοπρέπεια τους. Και το αποφασίζουν χωρίς φιλοσοφικές αναλύσεις, δακρύβρεχτους κινηματογραφικούς μονολόγους, χειροκροτήματα από το βάθος ή συγκινητικές μελωδίες από πίσω. Απλά, λιτά και αντρικά. Με ένα κοίταγμα, ένα υπέροχο χαμόγελο αμοιβαίας κατανόησης και δυο κοφτές ατάκες: «Let’s go», «Why not?». Και «ίσως εκεί αρχίζει η ομορφιά του ανθρώπου…»

Το καλοκαίρι του 2005 οι οπαδοί της ιστορικής Αούστρια Σάλτσμπουργκ βρέθηκαν μπροστά σε ένα πολύ μεγάλο δίλημμα. Η αυστριακή Red Bull αγόρασε την ομάδα τον Απρίλιο και αρχικά όλοι πίστευαν ότι με τη βοήθεια της θα μπορούσε να σταθεί ξανά η Αούστρια στα πόδια της, να ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα που είχε και να επιστρέψει στην κορυφή της χώρας αλλά και στα μεγάλα σαλόνια της Ευρώπης. Τα αληθινά κίνητρα της εταιρείας φάνηκαν λίγους μήνες αργότερα. Η Red Bull προχώρησε άμεσα στην αλλαγή του ονόματος, του σήματος αλλά και των χρωμάτων της ομάδας, που δεν ταίριαζαν με αυτά της εταιρείας, αλλαγές που συνοψίστηκαν με την επίσημη δήλωση-θέση «αυτή είναι μια νέα ομάδα, χωρίς ιστορία». (Για να το εμπεδώσουν καλά όλοι στο μυαλό τους αυτό, άλλαξαν ακόμα και τη χρονολογία ίδρυσης, βάζοντας το 2005 στη θέση του 1933, αλλαγή που ακυρώθηκε όμως από την ΠΟ της Αυστρίας, που ενημέρωσε την εταιρεία πως αν θέλει να κρατήσει την άδεια της ομάδας που αγόρασε θα πρέπει το έτος ίδρυσης να μην αλλάξει.)

Όπως είναι αναμενόμενο, οι φίλαθλοι αντέδρασαν αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα χειρότερη. Οπαδοί που πήγαιναν στο γήπεδο φορώντας τις παραδοσιακές μοβ εμφανίσεις έτρωγαν ‘πόρτα’, οι αντιδράσεις τους σχολιαζόταν από τη νέα διοίκηση ως «πρακτικές νηπιαγωγείου» ενώ στις τέσσερις συναντήσεις που έγιναν μεταξύ των δυο πλευρών για να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση, το αποτέλεσμα ήταν οι οπαδοί να αποχωρήσουν απορρίπτοντας χωρίς δεύτερη σκέψη τη… γενναιόδωρη προσφορά των ανθρώπων της Red Bull. Ποια ήταν αυτή; Να προχωρήσουν όλες οι αλλαγές και σε αντάλλαγμα να παραμείνουν μοβ οι κάλτσες του τερματοφύλακα και το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Κάπως έτσι, οι οπαδοί της Αούστρια, 72 ολόκληρα χρόνια μετά την ίδρυση της, βρέθηκαν στη δύσκολη θέση που έπρεπε να αποφασίσουν το δρόμο που θα ακολουθήσουν.

Αρκετοί από αυτούς συμβιβάστηκαν, αποδέχτηκαν όλες τις αλλαγές, πίστεψαν σε ένα καλύτερο μέλλον με μια ισχυρή οικονομικά εταιρεία από πίσω, γλυκάθηκαν από την ιδέα των μελλοντικών τίτλων, άλλαξαν χρώματα στη γκαρνταρόμπα και στα οπαδικά αξεσουάρ τους και υποστήριξαν την ιδέα της Red Bull. Δώδεκα χρόνια μετά, με δεδομένη πάντα την κοσμοθεωρία και τις προτεραιότητες τους, πρέπει να νιώθουν δικαιωμένοι. Η Red Bull Σάλτσμπουργκ, όπως ονομάζεται πλέον αυτό το ποδοσφαιρικό μόρφωμα, μετράει 7 πρωταθλήματα και 4 κύπελλα Αυστρίας και τα πανηγύρια διαδέχονται το ένα το άλλο στο υπερσύγχρονο ‘Red Bull Arena’.

(Βέβαια, στην αρχή της φετινής σεζόν οι… πιστοί οπαδοί της ομάδας της Red Bull διαμαρτυρήθηκαν έντονα προς τη διοίκηση γιατί τα τελευταία δυο χρόνια 8 από τους καλύτερους παίκτες αποχώρησαν από το σύλλογο με προορισμό μια συγκεκριμένη ανερχόμενη Γερμανική ομάδα που εδρεύει στη Λειψία, η οποία όλως τυχαίως ανήκει κι αυτή στη Red Bull. Με μια ανοιχτή επιστολή προς τον αυστριακό ιδιοκτήτη της εταιρείας, οι οπαδοί του υπενθύμιζαν ότι δεν πρέπει να ξεχνάει το ‘σπίτι’ του και του τόνιζαν ότι δεν είναι σωστό να ενισχύει μια επένδυση του σε άλλη χώρα, αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα την ομάδα της πατρίδας του. Αλλά αυτό το κείμενο δεν γράφτηκε γι’αυτούς τους οπαδούς.)

Από την άλλη πλευρά, κάποιες χιλιάδες οπαδοί πήραν μια πιο δύσκολη απόφαση. Αδιαφορώντας για το αστραφτερό, γεμάτο επιτυχίες, μέλλον που τους υποσχόταν η εταιρεία με σήμα τον ταύρο, δημιούργησαν μια νέα ομάδα, η οποία έχει το όνομα, το σήμα και τα χρώματα αυτής που αγάπησαν από μωρά παιδιά, αυτής που πιθανόν υποστήριζαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους, αυτής, που όπως θα έλεγε κάθε ρομαντικός οπαδός αυτού του πλανήτη, που τους διάλεξε τη μέρα που γεννήθηκαν. Στις 7 Οκτωβρίου 2005 το όνομα Αούστρια Σάλτσμπουργκ επανήλθε στις λίστες του αυστριακού ποδοσφαίρου, έστω και στο χαμηλότερο σκαλοπάτι του, την 7η κατηγορία.

Όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Γουίμπλεντον, η νέα ομάδα αγκαλιάστηκε άμεσα από αρκετούς ανθρώπους και αυτή η αγάπη συντέλεσε στο να σκαρφαλώσει σιγά-σιγά στις επαγγελματικές κατηγορίες, παίζοντας ακόμα και με μικρά χωριά που ο πληθυσμός τους ήταν ίσος με τον αριθμό των εκδρομέων της Αούστρια, και να φτάσει πέρσι στη 2η κατηγορία, στην οποία όμως δεν κατάφερε να παραμείνει και φέτος. Αυτό όμως δεν πτόησε κανέναν. Είναι αποδεδειγμένο άλλωστε πως αν ψάχνει κάποιος οπαδούς που ζούνε για τους τίτλους και τις φιέστες, σίγουρα δεν θα τους βρει στο μικρό ερασιτεχνικό γηπεδάκι των 1566 θέσεων στο οποίο μετακόμισαν οι άνθρωποι αυτοί που επέλεξαν να συνεχίσουν να φοράνε μοβ.

Το Σάββατο που μας πέρασε μερικές εκατοντάδες εξ αυτών ταξίδεψαν ως την Αγγλία, απλά και μόνο για να δούνε την αγαπημένη τους ομάδα να παίζει ένα φιλικό παιχνίδι. Αντίπαλος τους ήταν ένας άλλος ιδιαίτερος σύλλογος, η FC Γιουνάιτεντ του Μάντσεστερ, που όλως τυχαίως επίσης ιδρύθηκε το 2005, από φίλους της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που διαφωνούσαν με την πώληση της στην οικογένεια Γκλέιζερ.

Οι Αυστριακοί εκδρομείς πήγαν με πορεία ως το μικρό γηπεδάκι των Άγγλων, χειροκροτήθηκαν έντονα κατά την είσοδο τους στην κερκίδα και δεν σταμάτησαν λεπτό να τραγουδάνε και να κουνάνε τις σημαίες τους. Μετά το τέλος του αγώνα, και παρά την ήττα με 3-0, αποθέωσαν τους παίκτες τους, τους αγκάλιασαν όταν αυτοί ανέβηκαν στην κερκίδα για να τους χαιρετίσουν και κατευθύνθηκαν στις γειτονικές παμπ όπου τα ήπιαν παρέα με οπαδούς των γηπεδούχων, συνεχίζοντας να τραγουδάνε για μια ομάδα που είναι πολύ πιθανό να μην τους δώσει ποτέ τη χαρά να πανηγυρίσουν ένα τίτλο αλλά μπορεί να περηφανεύεται ότι δεν έχασε ποτέ την αξιοπρέπεια της.

Αν ζούσε ακόμα ο Σαμ Πέκινπα, κάτι μου λέει ότι βλέποντας αυτούς τους ανθρώπους να επιλέγουν το δύσκολο δρόμο, απλά και μόνο γιατί κάτι μέσα τους κάποια στιγμή τους είπε ότι αυτό είναι το σωστό, θα χειροκροτούσε όρθιος και θα έπινε μερικές βότκες μαζί τους.

Λιονέλ Μέσσι: Το τελευταίο μεγάλο κλασικό 10αρι

  [2 Σχόλια]

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, το ποδόσφαιρο εξελίχθηκε, έγινε πιο γρήγορο, πιο πειθαρχημένο, πιο απαιτητικό και πιο «physical» (που λένε και στο καφενείο του χωριού μου), οι στιγμές που ένας παίκτης έχει χρόνο και άνεση να πατήσει τη μπάλα κοντά στο κέντρο και να ψάξει την καλύτερη δυνατή λύση μειώθηκαν αισθητά και κάπως έτσι τα κλασικά 10αρια ένα-ένα άρχισαν είτε να μεταλλάσσονται (μετακινούμενα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του καθενός, λίγο πιο πίσω στο χώρο του κέντρου ή στις πτέρυγες), είτε να αποχωρούν, πάντα βέβαια με το γνώριμο χαλαρό και ελαφρώς υπεροπτικό στυλάκι τους.

«To παιχνίδι γίνεται πολύ πιο γρήγορο, δυνατό και τακτικό. Με τα δικά μου προσόντα το να επιβιώσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αρκετά δύσκολο» είχε παραδεχτεί λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από τα γήπεδα ο Χουάν Κάρλος Βαλερόν, ένα από τα αγαπημένα 10αρια της προηγούμενης δεκαετίας, και μαζί του λογικά θα συμφωνούσε και ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, πιθανόν το τελευταίο μεγάλο 10αρι της εποχής που συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά του ρόλου, θετικά και αρνητικά.

Σε ένα ποδόσφαιρο που η φυσική κατάσταση και η ταχυδύναμη είναι το παν και που κάθε παίκτης οφείλει να συνεισφέρει στο αμυντικό κομμάτι, δεν υπάρχει πλέον χώρος για «τεμπέληδες» μεσοεπιθετικούς, που με την άμυνα έχουν την ίδια σχέση που έχει ο Ζλάταν με τη μετριοφροσύνη. Ή τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι κάπου στις αρχές του 2015, όταν ο Λιονέλ Μέσσι αποφάσισε να αφήσει την κορυφή της επίθεσης και τα τρικ με τα «ψεύτικα εννιάρια» και να γίνει αυτό που λέει ο αριθμός της φανέλας του. Και όπως ακριβώς είχε σχολιάσει πριν χρόνια ένας Άγγλος σπίκερ σε κάποιο από τα σλάλομ του ανάμεσα σε τρεις και τέσσερις αντιπάλους σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα, «ο Μέσσι φτιάχνει χώρο εκεί που δεν υπάρχει χώρος».

Κάπως έτσι, και ουσιαστικά από το πουθενά, το συνεχώς εξελισσόμενο ποδόσφαιρο έκανε μια μεγάλη εξαίρεση και αναγκαστικά βρήκε χώρο για ένα 10αρι παλιάς κοπής, ένα 10αρι που έχει όλα τα στοιχεία που αγαπήσαμε και μάλιστα στον πιο μεγάλο βαθμό. Τρομερή ικανότητα διαβάσματος μιας φάσης, ποδοσφαιρική ευφυΐα, φαντασία, τεχνική, κάθετη πάσα, μεγάλη πάσα, γενικότερα πάσα όλων των ειδών, ντρίπλα, εξαιρετικά στημένα και, σαν ποιοτικό εξτραδάκι, εντυπωσιακή άνεση στο σκοράρισμα.

Φυσικά πολλά από αυτά τα στοιχεία τα έχουν κι άλλοι μεσοεπιθετικοί της εποχής (με εξέχοντα τον Μεσούτ Οζίλ), κάποιοι εκ των οποίων αν έπαιζαν πριν 20 χρόνια το πιθανότερο είναι να γινόταν κλασικά 10αρια. Η μεγάλη διαφορά όμως εντοπίζεται σε δυο σημεία: (σχεδόν) κανείς τους δεν έχει απόλυτη ελευθερία στην επίθεση και την πολυτέλεια να παραβλέπει εντελώς την άμυνα, αφού είναι ενταγμένοι αρμονικά στο σύστημα της ομάδας, και κανείς δεν τα έχει όλα αυτά, στο βαθμό που τα έχει ο Αργεντινός.

Στο περσινό 0-2 της Μπάρτσα μέσα στην έδρα της Άρσεναλ ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης μετά τον αγώνα ήταν τα χιλιόμετρα του Μέσσι. Ο Αργεντινός είχε τρέξει αισθητά λιγότερο απ’όλους τους συμπαίκτες του. (Μικρή λεπτομέρεια: Ήταν ο παίκτης που καθάρισε το ματς με δυο γκολ). Εκείνο το παιχνίδι δεν ήταν κάποια εξαίρεση. Για την ακρίβεια, έχουν υπάρξει παιχνίδια που έχει τρέξει λιγότερο απ’όλους όσους βρίσκονται στο χορτάρι. Τα παιχνίδια του Μέσσι τα 2-3 τελευταία χρόνια είναι ένας συνδυασμός περπατήματος και παρατήρησης του αγώνα που διακόπτεται μόνο όταν η ομάδα κερδίζει την κατοχή και ο ίδιος κρίνει ότι χρειάζεται να ανεβάσει ρυθμό. Προφανώς και ο Αργεντινός δεν το κάνει από τεμπελιά. Το κάνει γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έχει δυνάμεις στις στιγμές που η ομάδα θα τον χρειαστεί περισσότερο. Το θέμα βέβαια είναι ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή άλλος παίκτης τέτοιου επιπέδου στο σύγχρονο ποδόσφαιρο που να έχει αυτή την πολυτέλεια. Ο Μέσσι μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει στο χόρτο γιατί απλά είναι ο Μέσσι.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο δεύτερο σημείο. Ο Μέσσι έχει κερδίσει αυτό το άτυπο δικαίωμα να μη μαρκάρει, με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας, γιατί πολύ απλά όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, κάπου ανάμεσα στη μεγάλη περιοχή και το κέντρο, οι ικανότητες του είναι πολύ μεγαλύτερες από οποιουδήποτε άλλου στον πλανήτη αυτή τη στιγμή. Κι αυτό δεν χρειαζόταν να το περιγράψει πρόσφατα ο Χόρχε Σαμπαόλι με την επική ατάκα «Το να συγκρίνεις τον Μέσσι με οποιονδήποτε άλλον είναι σαν να συγκρίνεις έναν απλά καλό αστυνομικό με τον Μπάτμαν» για να το αντιληφθούμε.

Ένας από τους ανώνυμους, ερασιτέχνες λάτρεις της στατιστικής πήρε τα δεδομένα των 8 τελευταίων σεζόν των 5 μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων και έκανε κάποιες συγκρίσεις, εστιάζοντας στους παίκτες που σκόραραν τουλάχιστον 10 γκολ σε μια σεζόν. Στη συνέχεια έκανε σύγκριση μεταξύ αυτών σε τρεις βασικούς τομείς: στο σκοράρισμα, στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες μπαλιές, έναν τομέα που επέλεξε γιατί στατιστικά είναι η ασίστ με τις περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει σε γκολ. Το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο τόσο προβεβλημένος Μέσσι ίσως είναι λίγο υποτιμημένος. Με πολύ απλά λόγια: Κάνει τόσα πράγματα, τόσο καλά και τόσο συχνά που καταλήγουν να φαίνονται συνηθισμένα ενώ δεν είναι.

Ο «μέσος Μέσσι» (δηλαδή ο μ.ο. των επιδόσεων του τα τελευταία 8 χρόνια) δεν είναι απλά καλύτερος από τον «μέσο καλό μεσοεπιθετικό» (δηλαδή από τον μ.ο. των επιδόσεων όλων των τοπ παικτών που συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα). Ο Μέσσι σε μια μέτρια σεζόν του είναι καλύτερος από το 98% των «καλύτερων» της Ευρώπης και στο σκοράρισμα, και στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες πάσες! Ακούγεται αδιανόητο αλλά δεν είναι. «Παρ’όλο που είναι πιθανό να μην είναι άνθρωπος, είναι καλό το ότι ο ίδιος πιστεύει πως είναι» που είχε πει και ο Χαβιέρ Μαστσεράνο πριν μερικά χρόνια.

Με τον τρόπο που εξελίσσεται το ποδόσφαιρο φαίνεται αρκετά δύσκολο στα επόμενα χρόνια να βρεθεί (πάντα μιλώντας για το υψηλότερο δυνατό επίπεδο) κάποιος παίκτης τόσο καλός που να του επιτραπεί τέτοια ελευθερία κινήσεων, απλά και μόνο γιατί όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, ακόμα κι όταν βρίσκεται λίγα μέτρα μπροστά από το κέντρο, μπορεί να καθορίσει ένα ματς με μια ενέργεια. Κάποιος ρεαλιστής βέβαια, μπορεί να προσθέσει πως όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η παραγωγικότητα του Αργεντινού επιθετικά, το γεγονός ότι δεν συνεισφέρει αμυντικά όπως παλιά (τότε που οι Καταλανοί χρησιμοποιούσαν τον περίφημο «κανόνα των 3 δευτερολέπτων») πιθανόν επηρεάζει αρκετά την γενικότερη αποτελεσματικότητα της Μπαρτσελόνα.

Για κάποιον όμως που αδιαφορεί για τα αποτελέσματα που θα φέρει η Μπάρτσα, το παιχνίδι του Μέσσι είναι μια οπτική απόλαυση, ακόμα και τα τελευταία χρόνια στα οποία το σώμα του φαίνεται να τον προδίδει συχνά-πυκνά. Για κάποιον ειδικά που μεγάλωσε με την εικόνα του χαλαρού 10αριου, που σουλατσάρει στο χόρτο με ένα ελάχιστο ύφος υπεροψίας, περιμένοντας την ιδανική στιγμή που θα ζητήσει τη μπάλα και θα δημιουργήσει κάτι επικίνδυνο για τον αντίπαλο με μια έμπνευση, ο Μέσσι των τελευταίων ετών, που το πεδίο δράσης του ξεκινάει πολύ πιο κοντά στο κέντρο σε σχέση με παλιότερα, είναι κάτι σαν φαντασίωση, μια εξαίρεση που επιβιώνει στο σύγχρονο ποδόσφαιρο γιατί απλά «ξέρει πολλή μπάλα» κι αυτή είναι μια ατάκα που μοιάζει (και είναι) καφενειακή αλλά κατά βάθος είναι ολότελα ρομαντική.

Σε μια πολύ ανταγωνιστική εποχή, που το να είσαι μια μείξη ποδοσφαιριστή και υπεραθλητή είναι αρκετά συνηθισμένο και επιθυμητό, το να πρωταγωνιστεί κάποιος που σε μεγάλο βαθμό πλέον λειτουργεί με τους ιδιαίτερους ρυθμούς ενός 10αριου παλιάς κοπής, απλά και μόνο λόγω ταλέντου και ποδοσφαιρικής ευφυίας, είναι λόγος συγκρατημένης αισιοδοξίας για το μέλλον του παιχνιδιού, που βαθιά μέσα στον πυρήνα του, πίσω από όλο το μάρκετινγκ, τα μίνιμαλ σήματα, τα σόσιαλ μίντια και τα προπονητικά τιμ με τους εξειδικευμένους επιστήμονες, παραμένει «μπαλίτσα».

Αυτός ο κάποιος ήταν κάποτε ένας ταλαντούχος πιτσιρικάς που ξεκίνησε από τα άκρα της επίθεσης, έγινε «ψεύτικο εννιάρι» σκοράροντας ακατάπαυστα και τελικά όταν οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, σιγά-σιγά κατέληξε στη θέση που του δίνει απόλυτη ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει, τη θέση που ταιριάζει με το βαρύ νούμερο στη φανέλα του. Ένα νούμερο που του είχε μεταβιβάσει, καθόλου τυχαία, ένα εξίσου σπουδαίο 10αρι.

Όπως αποκάλυψε ο Μέσσι, λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από το Καμπ Νου ο Ροναλντίνιο, έπιασε τον Αργεντινό και του είπε ότι αυτός και μόνο αυτός πρέπει να είναι ο επόμενος κάτοχος της φανέλας με το 10. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, ο Ρόνι είχε καταλάβει τις δυνατότητες του Μέσσι από την πρώτη, κυριολεκτικά, μέρα. Και αυτό δεν επιβεβαιώνεται μόνο από τον Τζιοβάνι φαν Μπρόνκχορστ ή την περίφημη δήλωση του μετά την κατάκτηση της Χρυσής Μπάλας («Αυτό το βραβείο λέει ότι είμαι ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο αλλά δεν είμαι ο καλύτερος ούτε καν μέσα στη Μπάρτσα»). Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης που έκανε ο, έφηβος τότε, Αργεντινός με την πρώτη ομάδα, ο Βραζιλιάνος πήρε τηλέφωνο την καλή του φίλη και δημοσιογράφο Κριστίνα Κουμπέρο και της είπε «Σήμερα έκανα προπόνηση με κάποιον που θα γίνει καλύτερος από μένα»! Όπως ακριβώς όλοι μας όταν ανακαλύπτουμε κάτι αξιοθαύμαστο θέλουμε να το μοιραστούμε με όλους, έτσι κι ο Ροναλντίνιο δεν έμεινε στη φίλη του. Πριν λίγο καιρό ο Κόμπι Μπράιαντ αποκάλυψε πως όταν η Μπάρτσα πήγε για φιλικά στο Λος Άντζελες, ο Ρόνι του σύστησε τον Μέσσι με την ατάκα «Κόμπι, να σου γνωρίσω τον τύπο που θα γίνει ο καλύτερος παίκτης όλων των εποχών». Ο τύπος αυτός ήταν τότε 17 χρονών.

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έγραψε κάποτε «Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αυτό που θα δουν, όχι αυτό που έχουν δει», μια πρόταση που πάντα μου ακουγόταν πολύ όμορφη για να κοσμήσει ένα βιβλίο αλλά χωρίς καμία λογική υπόσταση. Κι όμως, με κάποιον μαγικό τρόπο, σαν αυτούς που έβρισκε στις καλές του μέρες στον αγωνιστικό χώρο για να μας διασκεδάζει, ο Ροναλντίνιο είχε δει την πορεία του Μέσσι πριν απ’όλους.

O Ντιέγκο στην Ατσέρα: Όταν ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο έπαιξε στις λάσπες για χάρη ενός παιδιού

  [1 Σχόλιο]

Το βράδυ της Πρωταπριλιάς του 1991 στο αεροδρόμιο της Ρώμης γράφτηκε ο επίλογος μιας εκ των ωραιότερων και πιο ιδιαίτερων σχέσεων του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα έφυγε κρυφά από την Ιταλία με μια μεταμεσονύκτια πτήση. Οι δημοσιογράφοι, τα κανάλια και όλος ο υπόλοιπος κόσμος πληροφορήθηκαν τη φυγή του την επόμενη μέρα. Παρ’ ότι δεν υπήρχε κάποια επίσημη δήλωση, κατά βάθος όλοι ήξεραν πως ο Μαραντόνα δεν σκόπευε να επιστρέψει, καθώς τα ανοιχτά μέτωπα πλέον ήταν αμέτρητα.

Η εφορία τον κατηγορούσε για φοροδιαφυγή, το δικαστήριο είχε αποφανθεί πως μια εκ των ερωμένων του, η Κριστίνα Σινάγκρα, δικαιούταν μηνιαία διατροφή για το παιδί που έκανε με τον Ντιέγκο (το οποίο ο Μαραντόνα αναγνώρισε πολλά χρόνια αργότερα), η ιταλική δικαιοσύνη τον είχε συμπεριλάβει στην έρευνα της για την τοπική Μαφία, έρευνα που σχετιζόταν με υποθέσεις ναρκωτικών και ιερόδουλων, η ίδια του η ομάδα είχε πάει στα δικαστήρια την εταιρεία που διαχειριζόταν την εικόνα του, υποστηρίζοντας πως η συμπεριφορά του πλέον έβλαπτε την Νάπολι (τον τελευταίο χρόνο ο Ντιέγκο έκανε συχνά κοπάνες από τις προπονήσεις ισχυριζόμενος ότι έχει στρες, αρνιόταν να συμμετάσχει σε κάποια παιχνίδια, ειδικά όταν το προηγούμενο βράδυ είχε προγραμματισμένο κάποιο πάρτι με γυναίκες και ναρκωτικά, και ουσιαστικά άφησε αβοήθητη τη Νάπολι στην προσπάθεια της να υπερασπιστεί τον τίτλο της – τερμάτισε τελικά στην 8η θέση – αλλά και να προχωρήσει στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, πηγαίνοντας σαν τουρίστας, ξεχωριστά από την ομάδα, στο κρίσιμο παιχνίδι με τη Σπαρτάκ στη Μόσχα) και το σοβαρότερο όλων, λίγες εβδομάδες πριν είχε βρεθεί θετικός σε αντιντόπινγκ κοντρόλ μετά από ένα παιχνίδι με τη Μπάρι.

Εφτά χρόνια πριν, τον χειμώνα του 1984, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Ο «Πίμπε ντε όρο» (το «Χρυσό Αγόρι») και η Νάπολι βρισκόταν στον πρώτο χρόνο της σχέσης τους και όλα έμοιαζαν σχεδόν παραμυθένια, παρά το γεγονός πως η κορυφή του ιταλικού ποδοσφαίρου έμοιαζε σαν μακρινό όνειρο. Ο 24χρονος Αργεντινός μπορεί να μην είχε γίνει ακόμα «Θεός» αλλά ήταν ήδη «Μεσσίας», αυτός που όλοι πίστευαν (και όχι άδικα, όπως αποδείχτηκε) πως θα αλλάξει το ρου της ιστορίας της ομάδας. Το πιο σημαντικό απ’όλα όμως είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ήταν ακόμα εκείνος ο θρασύς πιτσιρικάς από μια φτωχή οικογένεια που δεν είχε γνωρίσει καλά τη χλιδή και την πολυτέλεια που συναντάει κανείς όταν το εισόδημα του αυξάνεται κατακόρυφα και η φήμη του φτάνει σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Μερικά χιλιόμετρα βορειοανατολικά από τη Νάπολη, βρίσκεται η Ατσέρα, μια μικρή πόλη 40.000 κατοίκων τότε, ένα από αυτά τα μέρη που προσπερνάς με το αμάξι και λίγη ώρα μετά έχεις ξεχάσει την ύπαρξη τους. Τον χειμώνα εκείνο, ένας απελπισμένος ντόπιος πατέρας που έβλεπε πως τα λεφτά του δεν έφταναν για να μεταφερθεί ο άρρωστος γιος του στη Γαλλία, για να υποβληθεί σε επέμβαση, ζήτησε τη βοήθεια του Πιέτρο Πουζόνε, ενός 21χρονου ποδοσφαιριστή που είχε καταγωγή από την Ατσέρα και εκείνη την εποχή έπαιζε στη Νάπολι. Ο Πουζόνε συζήτησε το θέμα με τους συμπαίκτες του και ζήτησε από τη διοίκηση άδεια για να διεξαχθεί στην Ατσέρα ένα φιλικό, με αντίπαλο την τοπική ερασιτεχνική ομάδα, τα έσοδα του οποίου θα ενίσχυαν την οικογένεια του μικρού παιδιού.

Σύμφωνα με τον Πουζόνε ο πρόεδρος της ομάδας, Κοράντο Φερλαΐνο, είχε αρνητική στάση, φοβούμενος για τη σωματική ακεραιότητα των παικτών και ειδικότερα του Μαραντόνα, που λίγους μήνες πριν είχε γίνει η πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ο Ντιεγκίτο όμως είχε πάρει εξ αρχής τη δική του απόφαση: «Θα πάμε να παίξουμε». Και κάπως έτσι, χάρη στην επιμονή ενός πεισματάρη, ταλαντούχου Αργεντινού με φουντωτό μαλλί, η Ατσέρα απέκτησε μια όμορφη ιστορία για να διηγείται στις επόμενες γενιές.

Η Νάπολι κατέφθασε στο μικρό γηπεδάκι της πόλης ένα κρύο και μουντό απόγευμα και αντίκρισε αυτό ακριβώς που φοβόταν η διοίκηση της ομάδας εξ αρχής: ένα ερασιτεχνικό γήπεδο, χωμένο ανάμεσα σε παλιά, ερειπωμένα κτίρια, με αποδυτήρια που δεν είχαν ούτε τα στοιχειώδη, μια κεντρική, ετοιμόρροπη κερκίδα και έναν αγωνιστικό χώρο γεμάτο λακκούβες, χώμα και λασπουριά.

Οι παίκτες και των δυο ομάδων έκαναν προθέρμανση μπροστά σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, την ώρα που διάφοροι παρατρεχάμενοι περνούσαν από δίπλα, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν ότι ο τύπος με το 10 στη φανέλα που έκανε τσαλιμάκια στο πάρκινγκ του γηπέδου της πόλης τους ήταν πράγματι ο Μαραντόνα, ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του πλανήτη εκείνη την εποχή.

Παρά την τραγική κατάσταση του αγωνιστικού χώρου, που χειροτέρευε όσο περνούσε η ώρα, ο αγώνας ξεκίνησε και τέλειωσε κανονικά. Το περιβραχιόνιο της Νάπολι μόνο για το συγκεκριμένο παιχνίδι φόρεσε ο ντόπιος Πουζόνε. Αδιαφορώντας για τα (πολλά) λεφτά που είχαν επενδυθεί πάνω του και για το ότι ήταν ένα από τα ανερχόμενα αστέρια του Καμπιονάτο, ο Ντιεγκίτο αντιμετώπισε την όλη εκδήλωση σαν ένα ακόμα παιχνίδι, όπως αυτά που έπαιζε μικρός στους δρόμους και τις αλάνες του Μπουένος Άιρες.

Κυνήγησε χαμένες μπαλιές, έφτιαξε παιχνίδι, ντρίπλαρε, έκανε τάκλιν, πανηγύριζε τα γκολ του, έπεσε στις λάσπες και σε μια φάση στο δεύτερο ημίχρονο πέρασε όποιον έκανε το λάθος να βρεθεί μπροστά του, συμπεριλαμβανομένου και του τερματοφύλακα, πριν σκοράρει σε άδεια εστία και αποθεωθεί από τον κόσμο, που επειδή δεν χωρούσε στις κερκίδες (υπολογίζεται πως περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι κατέκλυσαν κάθε γωνία του γηπέδου), στεκόταν όρθιος, δίπλα στις πλαϊνές γραμμές, με τις ομπρέλες στο χέρι.

Στο τέλος του αγώνα όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και χειροκρότησε παρατεταμένα γι’αυτή τη μικρή αλλά τόσο ανέλπιστη (για τους κατοίκους μιας τόσο μικρής, αδιάφορης πόλης) παράσταση. Ο ίδιος αποχώρησε λασπωμένος από την κορυφή ως τα νύχια. Αυτή δεν ήταν η πρώτη αλλά ούτε και η τελευταία φορά στη ζωή του που λερώθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, παίζοντας μπάλα. Αρκετά χρόνια μετά, στο ποδοσφαιρικό του αντίο, εκστόμισε τα ωραιότερα λόγια της καριέρας του: «Εγώ έκανα λάθος και το πλήρωσα. Η μπάλα όμως δεν λεκιάζεται».

Σε μια συνέντευξη του το 2015 ο Πουζόνε αποκάλυψε πως τα λεφτά που συγκεντρώθηκαν από τα εισιτήρια και τις χορηγίες κάλυψαν και με το παραπάνω την επέμβαση του μικρού, που υγιής πλέον μπορεί να διηγείται στα δικά του παιδιά πως μια μέρα του χειμώνα του 1984, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου ήρθε, για χάρη του, να παίξει μπάλα στις λάσπες.

Η μέρα που κάποιος τόλμησε να κατεβάσει τον γιακά του Καντονά

  [4 Σχόλια]

1 Οκτωβρίου 1995. Το Όλντ Τράφορντ είναι έτοιμο να φιλοξενήσει ένα ακόμα παιχνίδι Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ-Λίβερπουλ. Οι φίλαθλοι που έχουν γεμίσει το γήπεδο όμως δεν αδημονούν μόνο για το ντέρμπι. Το ματς έχει αποκτήσει ιδιαίτερη αξία χάρη και στην τύχη, που έστειλε το συγκεκριμένο ζευγάρι να παίξει στη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μια μόλις ημέρα πριν είχε λήξει η οχτάμηνη τιμωρία του Ερίκ Καντονά. Και όποιος έζησε εκείνους τους μήνες την τρέλα των αγγλικών ΜΜΕ με τον ιδιότροπο Γάλλο – τις τελευταίες εβδομάδες της τιμωρίας κάποιες εφημερίδες είχαν καθιερώσει ακόμα και καθημερινή αντίστροφη μέτρηση – μπορεί να επιβεβαιώσει πως δεν υπήρχε άνθρωπος στο Νησί που δεν ήθελε να δει την επιστροφή του ‘Βασιλιά Ερίκ’ στη δράση.

(Οχτώ μήνες πριν, σε ένα εκτός έδρας ματς με την Κρίσταλ Πάλας, ο Καντονά είδε την κόκκινη κάρτα. Στο δρόμο για τα αποδυτήρια ένας οπαδός των γηπεδούχων τον έβρισε. Ένας φυσιολογικός επαγγελματίας παίκτης δεν θα έδινε σημασία. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Η συνέχεια της συγκεκριμένης σκηνής είναι γνωστή σε όλους.

Ο οπαδός μετάνιωσε την ώρα και τη στιγμή που ξεστόμισε τα μπινελίκια και ο Καντονά πέρασε την υπόλοιπη εβδομάδα μαθαίνοντας τις τιμωρίες του. Έφαγε πρόστιμο και από την ομάδα και από την Ομοσπονδία, έχασε το περιβραχιόνιου του αρχηγού της εθνικής Γαλλίας, στην οποία μάλιστα δεν κλήθηκε ποτέ ξανά, και έμεινε 8 μήνες εκτός αγώνων, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των φιλικών.

Ενοχλημένος από το μέγεθος της τιμωρίας ζήτησε να φύγει από την Αγγλία. Από τον Απρίλιο κιόλας τα αγγλικά ΜΜΕ υποστήριζαν πως έχει συμφωνήσει με την Ίντερ. Τις φήμες αυτές ήρθε να ενισχύσει η φυγή του στο Παρίσι, κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι. Κι εκεί που όλα έδειχναν τελειωμένα ο Άλεξ Φέργκιουσον πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Μπήκε στο πρώτο αεροπλάνο για Γαλλία, κορόιδεψε τους δημοσιογράφους που τον ακολουθούσαν βγαίνοντας κρυφά από την κουζίνα του ξενοδοχείου, καβάλησε μια Χάρλει παρέα με τον ατζέντη του Γάλλου – true story – και συναντήθηκε με τον Καντονά σε ένα εστιατόριο ενός φίλου, το οποίο για την περίσταση είχε κλείσει για τους υπόλοιπους πελάτες. «Εκείνη η συνάντηση με τον Ερίκ, σε εκείνο το τεράστιο άδειο εστιατόριο είναι μια από τις πιο χρήσιμες πράξεις που έκανα ποτέ στα χρόνια που είμαι σ’αυτή τη δουλειά» υποστήριξε χρόνια μετά ο Σερ Άλεξ.)

Όταν οι δυο ομάδες βγαίνουν για προθέρμανση τα βλέμματα είναι όλα πάνω στον Γάλλο. Όλες οι κινήσεις του αναλύονται διεξοδικά. Το μεγάλο ερώτημα, για την ώρα, δεν είναι το αν θα μπορέσει να φτάσει γρήγορα στα παλιά επίπεδα απόδοσης αλλά το πως θα αντιδράσει από εδώ και πέρα στις προκλήσεις των αντιπάλων οπαδών και παικτών. Η μοίρα, ξανά, τα έχει φέρει έτσι που η πρώτη δοκιμασία φαίνεται να είναι και η πιο δύσκολη καθώς ο πρώτος αντίπαλος του είναι ο Νιλ Ράντοκ.

(Ο Νιλ Ράντοκ ήταν ένας αμυντικός από αυτούς που χαϊδευτικά αποκαλούμε «old school». Ψηλός, δυνατός, με περισσευούμενα κιλάκια, μεγάλο στόμα, άγαρμπα πόδια, μια μικρή ροπή προς το αλκοόλ και μια μόνιμη επιθυμία για καβγάδες και φάρσες. Σε απλά ελληνικά: Ένας τεράστιος τραμπούκος, μιας εποχής που έβγαζε τέτοιους τσόγλανους με το τσουβάλι. Στην περιβόητη λίστα του ‘France Football’ με τα «κακά παιδιά του ποδοσφαίρου», στην οποία ο Στιγκ Τόφτινγκ ήταν 3ος, ο Ράντοκ φιγούραρε στη δεύτερη θέση.

Ο Ράντοκ ήταν από εκείνους τους τύπους που τη μια στιγμή, και όσο περιμένετε να εκτελεστεί ένα κόρνερ, σου λέει ανέκδοτα και πρόστυχα αστειάκια και την επόμενη σου δίνει στο χέρι τα δυο σου πόδια, ξεχωριστά από τα παπούτσια, τις κάλτσες και τις επικαλαμίδες, και σε ρωτάει με σαρδόνιο χαμόγελο: «Μήπως θέλετε να σας τα τυλίξω, να τα πάρετε για το σπίτι;»

Στην αυτοβιογραφία του ο Σταν Κόλιμορ θυμάται μια φορά που αυτός και ο Ράντοκ ακολουθούσαν πρόγραμμα αποθεραπείας στο γυμναστήριο και ο φυσιοθεραπευτής της Λίβερπουλ είπε στον Ράντοκ να κάνει μισή ώρα διάδρομο και μετά να ξεκουραστεί. Όταν έμειναν μόνοι, ο ‘Razor’ (= «ξυράφι») έβαλε σε λειτουργία τον διάδρομο, πήρε τη ‘Sun’, έβγαλε ένα σάντουιτς με αυγό και μπέικον από την τσάντα και άραξε στη γωνία. Λίγο πριν επιστρέψει ο φυσιοθεραπευτής σηκώθηκε χαλαρά και ψύχραιμα, έτριψε δυο παγάκια στο πρόσωπο του για να μοιάζει ιδρωμένος και ανέβηκε νωχελικά στο διάδρομο. «Κοιτάξτε πόσο γαμάτος επαγγελματίας είναι ο ‘Razor'» ήταν το μόνο σχόλιο που έκανε ο αθώος φυσιοθεραπευτής, δείχνοντας τον ταλαιπωρημένο Ράντοκ σε κάτι μαθητευόμενα πιτσιρίκια που τον ακολουθούσαν.

Στη δικιά του αυτοβιογραφία πάντως, ο Άντι Κόουλ λογικά θα μνημονεύει ένα παιχνίδι β’ ομάδων στο Άνφιλντ, στο οποίο είχε αντιμετωπίσει τον Ράντοκ. Οι δυο παίκτες έπεσαν μαζί για να διεκδικήσουν τη μπάλα και το αποτέλεσμα είναι τόσο ακραίο που καταλήγει να ακούγεται σχεδόν αστείο: Ο Κόουλ αποχώρησε από το γήπεδο με δυο σπασμένα πόδια! Παραδόξως, ο επιθετικός της Γιουνάιτεντ ποτέ δεν του κράτησε κακία, πιστεύοντας πως ο αντίπαλος του δεν είχε πρόθεση να τον τραυματίσει. Ο ίδιος ο Ράντοκ βέβαια, μένοντας πιστός στο προκλητικό στυλάκι που τον έκανε διάσημο, χρόνια μετά πέταξε την κάφρικη ατάκα: «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελα να του σπάσω και τα δυο πόδια. Πήγαινα μόνο για το ένα».

Μιλώντας για σπασμένα πόδια, ο Ράντοκ είχε βρεθεί με ένα τέτοιο στα 18 του. Το πιο εντυπωσιακό μέρος αυτής της ιστορίας δεν είναι όμως ότι έσπασε το πόδι του στο ντεμπούτο του με τη φανέλα της Τότεναμ – όλως τυχαίως απέναντι στη Λίβερπουλ – αλλά ότι δεν το κατάλαβε, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί για μια ολόκληρη εβδομάδα με χτυπημένο πόδι!)

Όσοι ανησυχούν για τη μονομαχία Ράντοκ-Καντονά δεν το κάνουν τυχαία. Ένα χρόνο πριν, τον Σεπτέμβρη του 1994, ο ευφάνταστος Άγγλος είχε ανακαλύψει τον καλύτερο και πιο απλό τρόπο για να εκνευρίσει τον οξύθυμο Γάλλο. Την ώρα που όλοι ετοιμαζόταν για ένα ελεύθερο, αυτός πήγαινε από πίσω του και του κατέβαζε τον, μόνιμα σηκωμένο, γιακά! Σατανικό; Αναμφισβήτητα. Αποτελεσματικό; Εν μέρει, αφού ακόμα και εκνευρισμένος ο Καντονά έβρισκε τρόπους να είναι αποτελεσματικός.

«Την πρώτη φορά που το έκανα απλά ψέλλισε κάτι θυμωμένος. Τη δεύτερη φορά προσπάθησε να μου πιάσει τη μύτη» θυμάται ο Ράντοκ, που συνέχιζε απτόητος, ποντάροντας σε μεγάλο βαθμό και στη φήμη του σκληρού που τον συνόδευε, που από μόνη της απέτρεπε αρκετούς από το να του απαντήσουν. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος παίκτης. Δεν ήταν ποτέ πρότυπο καλής συμπεριφοράς, ούτε θιασώτης της φιλοσοφίας «όταν σε χτυπάνε στο ένα μάγουλο, γύρνα τους και το άλλο».

Την τρίτη φορά που ο φημισμένος γιακάς κατέβηκε κάτω χωρίς τη συγκατάθεση του νευρικού ιδιοκτήτη του, η κατάσταση σοβάρεψε. «Διάλεξα τον μοναδικό Γάλλο που ψαχνόταν για καυγά» δήλωσε μετά ο αμυντικός της Λίβερπουλ, που αποκάλυψε πως ο μέσος της Γιουνάιτεντ, αφού πρώτα απάντησε στα mind games του κοροϊδεύοντας τον για τα παραπανίσια του κιλά και αφού τον έστειλε στο έδαφος με ένα τάκλιν από πίσω, που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο τιμωρείται τουλάχιστον με κόκκινη, του έδωσε ραντεβού στη φυσούνα μετά το τέλος του αγώνα. Εκεί που, για καλό και για κακό, ο Ράντοκ επέλεξε να πάει παρέα με τον θηριώδη Ντέιβιντ Τζέιμς, κίνηση που πιθανόν αποδείχτηκε σωτήρια για τη σωματική του ακεραιότητα. «Ήταν τρελός αλλά τον αγαπούσα, είναι ένας από τους αγαπημένους μου παίκτες» ομολόγησε ο Ράντοκ πριν λίγα χρόνια.

Ένα χρόνο μετά, η κόντρα τους αποδεικνύεται λιγότερο θεαματική. Ο Ράντοκ συνεχίζει να πειράζει τον γιακά του Γάλλου αλλά αυτό δεν είναι αρκετό αυτή τη φορά για να τον αποπροσανατολίσει. Δυο μόλις λεπτά μετά τη σέντρα και οχτώ μήνες μετά την τελευταία φορά που έπαιξε σε αγώνα ο ‘Βασιλιάς Ερίκ’ δίνει την ασίστ για το 1-0. Η Λίβερπουλ γυρνάει το παιχνίδι χάρη σε έναν ταλαντούχο 20χρονο πιτσιρικά, που κάποιοι αποκαλούσαν Ρόμπι Φάουλερ και κάποιοι άλλοι ‘Θεό’, αλλά η τελευταία λέξη του ματς ανήκει στον μεγάλο πρωταγωνιστή του. Ο Καντονά πασάρει στον Γκίγκς, αυτός ανατρέπεται στην περιοχή, ο Γάλλος εκτελεί ψύχραιμα το πέναλτι και γράφει το τελικό 2-2 εν μέσω αποθέωσης.

Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Ο ‘Βασιλιάς’ έχει επιστρέψει, κάποιος πρέπει απλά να ξεσκονίσει το θρόνο. Στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Σερ Άλεξ στέφεται πρωταθλήτρια. Το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται και την επόμενη χρονιά. Στα πέντε χρόνια που έκατσε στο Μάντσεστερ ο Καντονά, η Γιουνάιτεντ έχασε μόνο ένα πρωτάθλημα. Ναι, σωστά μαντέψατε: Το πρωτάθλημα στο οποίο ο Γάλλος ήταν εκτός δράσης λόγω της τιμωρίας.

Δυο χρόνια μετά από το ματς αυτό με τη Λίβερπουλ, τον Μάιο του 1997, ο Καντονά ανακοινώνει πως αποσύρεται από το ποδόσφαιρο. Ήταν μόλις 31 χρονών. Μιλώντας για την απρόσμενη αυτή απόφαση του λίγα χρόνια μετά είπε: «Αγαπούσα το παιχνίδι αλλά δεν είχα πλέον τη διάθεση και το πάθος να πηγαίνω νωρίς για ύπνο, να μη βγαίνω με τους φίλους μου, να μην πίνω όσο θέλω και να μην κάνω όλα τα υπόλοιπα πράγματα που μου αρέσει να κάνω σ’αυτή τη ζωή». Ο Ερίκ Καντονά δεν ήταν ποτέ ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

Μαζί στην κορυφή, μαζί και στον πάτο

  [2 Σχόλια]

Απρίλιος του 1909. Τα τρία αδέρφια Λεάο, με επικεφαλής τον 28χρονο δημοσιογράφο Ενρίκε, οργανώνουν μια συνάντηση σε μια περιοχή του Πόρτο Αλέγκρε στην οποία μένουν κυρίως φοιτητές και μετανάστες. Σκοπός της συγκέντρωσης είναι η δημιουργία μιας νέας ποδοσφαιρικής ομάδας. Στην πόλη υπάρχει ήδη μια ομάδα, η Γκρέμιο, αλλά ελάχιστοι μπορούν να παίξουν εκεί καθώς, άτυπα, πρόκειται για κλειστό κλαμπ που δέχεται μόνο όσους έχουν γερμανική καταγωγή (κάτι που εκείνα τα χρόνια ήταν αρκετά συνηθισμένο στη Βραζιλία, με αντίστοιχα παραδείγματα την Σάο Πάολο των Ιταλών και τη Βάσκο των Πορτογάλων).

Περισσότεροι από 40 άνθρωποι παρευρίσκονται στη συνάντηση και συμφωνούν πως σε αντίθεση με τη Γκρέμιο, την ομάδα της μεσαίας και ανώτερης τάξης της πόλης, ο δικός τους σύλλογος θα ήταν ανοιχτός σε όλους, ανεξαρτήτως εθνικότητας και κοινωνικής τάξης. Γι’αυτό και την ονομάζουν Αθλητικός Σύλλογος Ιντερνασιονάλ.

Λίγους μόλις μήνες μετά, οι άνθρωποι της ομάδας προσκαλούν σε φιλικό τη «γειτόνισσα». Περισσότεροι από 2000 άνθρωποι μαζεύονται για να δούνε το πρώτο παιχνίδι μεταξύ των δυο ομάδων, μια κόντρα που αργότερα θα γίνει γνωστή ως «Gre-Nal». Η Γκρέμιο, ως πιο οργανωμένη και δυνατή, ζητάει να παίξει με τους αναπληρωματικούς της αλλά η Ιντερνασιονάλ είναι ανένδοτη: να παίξουν οι βασικοί. Το παιχνίδι λήγει 0-10 και παραμένει μέχρι και σήμερα η μεγαλύτερη νίκη της Γκρέμιο στα Gre-Nal.

Με τα χρόνια η Ιντερνασιονάλ μεγαλώνει και κερδίζει σχεδόν τα πάντα: εγχώριους τίτλους (μέχρι και σήμερα είναι η μοναδική που έχει πάρει πρωτάθλημα Βραζιλίας αήττητη), Λιμπερταδόρες, Σουνταμερικάνα και Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων (νικώντας τη Μπαρτσελόνα του Ροναλντίνιο). Τα μέλη της που πληρώνουν ετήσια συνδρομή ξεπερνάνε τις 100.000, ένα νούμερο που την φέρνει στην 6η θέση παγκοσμίως και στην κορυφή της ηπείρου.


Πανηγυρισμοί για το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων, το 2006

Δεκέμβριος του 2016. Η Ιντερνασιονάλ βρίσκεται στη ζώνη του υποβιβασμού εδώ και καιρό και την τελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος φιλοξενείται στην έδρα της Φλουμινένσε. Παρ’ ότι οι ελπίδες σωτηρίας της είναι απειροελάχιστες μερικές εκατοντάδες οπαδοί της δίνουν το παρών στο ένα πέταλο, εμψυχώνουν τους παίκτες και τραγουδάνε ακατάπαυστα. Ο τερματοφύλακας Ντανίλο αποκρούει ακόμα και πέναλτι αλλά το παιχνίδι λήγει τελικά 1-1. Η Ιντερνασιονάλ υποβιβάζεται για πρώτη φορά στην ιστορία της στη δεύτερη κατηγορία και οι οπαδοί της ξεσπούν αμέσως σε κλάματα.

Ακόμα και τότε όμως, στη χειρότερη στιγμή στα 107 χρόνια ιστορίας της ομάδας, μια δεκαετία μετά από τη μέρα που έφτανε στην κορυφή της Λατινικής Αμερικής αλλά και του κόσμου, ακόμα και με δάκρυα στα μάτια, 1500 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη τους (στους δρόμους της οποίας οι οπαδοί της Γκρέμιο έστηναν κανονικό πάρτι), οι οπαδοί βρίσκουν το κουράγιο και συνεχίζουν να τραγουδάνε. Και κάπως έτσι, με αυτόν τον τρόπο (τον πιο απλό για κάποιους και τον πιο δύσκολο για κάποιους άλλους), κερδίζουν μια θέση στην καρδιά μας, δίπλα ακριβώς στους συντετριμμένους οπαδούς της Ιντεπεντιέντε, που τρία χρόνια πριν, βλέποντας την ομάδα τους να υποβιβάζεται για πρώτη φορά, έκλαιγαν και τραγουδούσαν ταυτόχρονα.

Γιατί εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η ομορφιά και η αξία του οπαδισμού. Στις πίκρες.