Ένα τυπικό ματς από τις κερκίδες του Καμπ Νου

  [Καθόλου σχόλια]

Ανθρωπάκια που τρέχουν ασταμάτητα πάνω στο χόρτο προσπαθώντας να σκοράρουν σε κάτι μικροσκοπικές εστίες, ποτιστήρια που ‘χορεύουν’ αστεία, τοσοδούλικες σημαιούλες που κουνιούνται στο απέναντι πέταλο, εξέδρες που γεμίζουν και αδειάζουν σε δευτερόλεπτα, κλασσική ‘όλα’ που μεταδίδεται από κερκίδα σε κερκίδα, χαρές και πανηγύρια για τα γκολ. Πολλά γκολ. Χειροκρότημα, αποθέωση, αποχώρηση, καληνύχτα.

Μια ακόμα συνηθισμένη βραδιά στο Καμπ Νου, με απλά λόγια, σε time-lapse με την τεχνική tilt shift. (Χωρίς Pearl Jam αυτή τη φορά.)

Σχετικά κείμενα:
Πρωτάθλημα σε επιτάχυνση
Ένα απίστευτο φωτογραφικό πείραμα
Το σουμπούτεο στην πραγματική ζωή

Το μικρότερο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα στον κόσμο

  [1 Σχόλιο]

«Το όνομα μου είναι Τσέσγουορντ. Είμαι ο πρόεδρος του μικρότερου ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος στον κόσμο, του πρωταθλήματος των Νησιών Σίλι. Έχουμε μόνο δυο ομάδες». Έτσι ακριβώς ξεκινάει το επεισόδιο της σειράς διαφημίσεων ‘Dream Big’, που έφτιαξε η Adidas για να προωθήσει μερικά παντελώς άγνωστα πρωταθλήματα του κόσμου, το οποίο είναι αφιερωμένο σ’ αυτά τα μικροσκοπικά νησιά της Μεγάλης Βρετανίας τα οποία βρίσκονται νοτιοδυτικά του αρχιπελάγους της Κορνουάλης.

Χάρη στο πρώτο εισαγωγικό κομμάτι του βίντεο, πληροφορούμαστε πως στο μοναδικό γήπεδο των νησιών οι δυο ομάδες, που αναγκαστικά μονοπωλούν το ενδιαφέρον, βρίσκονται αντιμέτωπες κανονικά κάθε Σαββατοκύριακο είτε για το πρωτάθλημα, είτε για κάποια από τις άλλες διοργανώσεις που προφανώς για λόγους ποικιλίας διατηρούν. Το επίπεδο της γραφικότητας μαγείας αυξάνεται όταν ο πρόεδρος προσθέτει ότι το πρώτο παιχνίδι της χρονιάς είναι το κλασσικό Charity Shield (στο οποίο ο πρωταθλητής της προηγούμενης χρονιάς αντιμετωπίζει τον νικητή του κυπέλλου, ένα ματς στο οποίο ανεξαρτήτως της έκβασης των διοργανώσεων στο τέλος καταλήγουν πάντα να βρίσκονται αντιμέτωποι οι ίδιοι αντίπαλοι) και αγγίζει τα όρια λατρείας όταν από την κάμερα περνάνε οι διάφοροι πρωταγωνιστές των αγώνων αυτών, δηλαδή οι ελάχιστοι διαθέσιμοι παίκτες και οι δυο ηλικιωμένοι διαιτητές: o Ντέιβ Kρότικ και ο (Παύση: Επικό. Απίθανο. Τέλειο. Ασύλληπτο. Βγαλμένο από σενάριο αξιαγάπητου b-movie για κάποιο μικρό χωριό της Βρετανικής επαρχίας που είναι γεμάτο γραφικούς χαρακτήρες. Τέλος παύσης.) Ντέιβ Γκρότικ.

Την ρουτίνα του να βλέπουν οι λιγοστοί κάτοικοι του νησιού τις ίδιες και τις ίδιες μονομαχίες σπάνε κάποια εξτρά παιχνίδια με ομάδες από τις γύρω περιοχές καθώς και ο αγώνας «Μικροί εναντίων μεγάλων» που διεξάγεται την Boxing Day των Άγγλων. Ένα απ’ αυτά τα ματς, στο οποίο συμμετείχαν και διάφοροι παγκόσμιοι σταρ της εταιρείας και του ποδοσφαίρου, όπως ο Βιειρά, ο Μπέκαμ, ο Τζέραρντ και ο Μπάλακ, μπορείς να δεις στα επόμενα κομμάτια του 16λεπτου (συνολικά) επεισοδίου, τα οποία είναι συγκεντρωμένα στην επίσημη σελίδα του πρωταθλήματος, η οποία είναι βγαλμένη από παλιές εποχές του διαδικτύου τότε που η Altavista και η Lycos κυριαρχούσαν στις μηχανές αναζήτησης και η Geocities ήταν η νούμερο ένα επιλογή για να ανεβάσεις την σελίδα σου.

Το ποδόσφαιρο του Παζολίνι και του Νειμάρ

  [3 Σχόλια]

Brazil and Santos forward Neymar was awarded the FIFA Puskas prize for the best goal of 2011 at the Ballon d’Or Gala in Zurich. The supremely talented 19-year-old, who already has 15 caps for his country, beat off competition from Wayne Rooney’s overhead kick scored against Manchester City in February to win the award.

The goal, which was scored in July for Santos against Flamengo, sees Neymar beat several defenders with an outrageous array of skills before delicately dinking the ball over the advancing goalkeeper.

Πηγή: Daily Mail, 10/1

Το ποδόσφαιρο είναι η τελευταία ιερή παράσταση των καιρών μας. Κατά βάθος πρόκειται για ιεροτελεστία, αν και είναι μια απόδραση. Ενώ άλλες ιερές παραστάσεις βρίσκονται σε παρακμή, ακόμα και η θεία λειτουργία, το ποδόσφαιρο είναι η μοναδική που μας έχει απομείνει. Είναι το θέαμα που αντικατέστησε το θέατρο.

Το ποδόσφαιρο είναι ένα σύστημα σημείων, είναι μια γλώσσα. Διαθέτει κατεξοχήν το σύνολο των βασικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων αυτού που εμείς ορίζουμε αμέσως ως μέτρο σύγκρισης, τον γραπτό και προφορικό λόγο.

(…)

Στο ποδόσφαιρο υπάρχουν στιγμές που είναι αποκλειστικά ποιητικές: οι στιγμές των «γκολ». Κάθε γκολ είναι μια εφεύρεση, πάντα μια ανατροπή του κανόνα: Κάθε γκολ είναι αναπόφευκτο, λαμπρό, καταπληκτικό και μη αναστρέψιμο. Όπως ακριβώς και ο ποιητικός λόγος. Ο κορυφαίος σκόρερ ενός πρωταθλήματος είναι πάντα ο καλύτερος ποιητής της χρονιάς. Αυτή τη στιγμή είναι ο Σαλβόντι. Το ποδόσφαιρο που έχει τα περισσότερα γκολ είναι και το πιο ποιητικό.

Και το «ντριπλάρισμα» είναι ποιητικό αφ’ εαυτού (ίσως όχι πάντα, όπως είναι το γκολ). Στην πραγματικότητα το όνειρο κάθε παίκτη (το οποίο συμμερίζεται και κάθε φίλαθλος) είναι να ξεκινήσει από τη σέντρα, να τους ντριπλάρει όλους και να σημειώσει γκολ. Αν, μέσα στα όρια του επιτρεπτού, μπορεί κανείς να φανταστεί κάτι το έξοχο στο ποδόσφαιρο, τότε είναι αυτό ακριβώς. Δεν συμβαίνει όμως ποτέ. Είναι ένα όνειρο (που το είδα να γίνεται πραγματικότητα μόνο στην ταινία «I due maghi del pallone» με πρωταγωνιστή τον Φράνκο Φράνκι, που –αν και απλοϊκή– κατάφερε να είναι ονειρική).

Ποιοι είναι οι καλύτεροι ντριπλαδόροι και γκολτζήδες του κόσμου; Οι Βραζιλιάνοι. Ως εκ τούτου το ποδόσφαιρό τους είναι ποιητικό ποδόσφαιρο: Πράγματι, βασίζεται καθ’ ολοκληρίαν στο ντριπλάρισμα και το σκοράρισμα. Το κατενάτσιο και τα τρίγωνα (που ο Μπρέρα ονομάζει γεωμετρία) είναι ποδόσφαιρο της πρόζας: Στην πραγματικότητα πρόκειται για συντεταγμένο ποδόσφαιρο, δηλαδή ένα παιχνίδι συλλογικό και οργανωμένο, βασισμένο στην έλλογη εκτέλεση του κώδικα. Η μοναδική ποιητική στιγμή του είναι το πέρασμα της μπάλας από τον αντίπαλο και το «γκολ» που ακολουθεί (το οποίο, όπως έχουμε ήδη δει, δεν μπορεί παρά να είναι ποιητικό). Εντέλει, φαίνεται ότι η ποιητική στιγμή του ποδοσφαίρου (όπως πάντα) είναι η ατομική (το ντριπλάρισμα και το σκοράρισμα, ή μια εμπνευσμένη πάσα).

Το πεζό ποδόσφαιρο είναι το λεγόμενο συστηματικό (το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο), και το σχήμα του είναι το εξής:

Το «γκολ» επαφίεται στην τελική ενέργεια ενός «ρεαλιστή ποιητή» πιθανόν, όπως ο Ρίβα, αλλά πρέπει να προέλθει από την οργάνωση του παιχνιδιού σε συλλογική βάση, ύστερα από μια σειρά «γεωμετρικά» περάσματα που έχουν γίνει σύμφωνα με τους κανόνες του κώδικα (ο Ριβέρα είναι τέλειος σ’ αυτό – στον Μπρέρα δεν αρέσει γιατί πρόκειται για μια τελειοποίηση λίγο εστέτ και όχι ρεαλιστική, σαν κι αυτή που κάνουν οι Άγγλοι ή οι Γερμανοί που παίζουν κέντρο).

Το ποιητικό ποδόσφαιρο είναι το λατινοαμερικανικό: Για την πραγματοποίησή του απαιτείται μια τερατώδης ικανότητα να ντριπλάρεις (κάτι που στην Ευρώπη σνομπάρουν στο όνομα της «συλλογικής πρόζας»). Γκολ μπορεί να εφεύρει ο οποιοσδήποτε από οποιαδήποτε θέση.

Αν το ντριπλάρισμα και το σκοράρισμα είναι οι ατομικές-ποιητικές στιγμές, τότε το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο είναι ποιητικό ποδόσφαιρο. Με καθαρά τεχνικούς όρους και χωρίς να κάνουμε αξιολογική διάκριση, στο Μεξικό το ματς ήταν μεταξύ της ιταλικής εστέτ πρόζας και της βραζιλιάνικης ποίησης.

«Το ποδόσφαιρο» (1999) του Πιερ Πάολο Παζολίνι
Πηγή (και ολόκληρο το κείμενο): Monthly Review

Σχετικά:
Νειμάρ: Σαλτιμπάγκος ή ποδοσφαιρικός μάγος;
Κάνε ένα διάλειμμα, χόρτασε μπάλα
Ο Άγιαξ του Μανώλη Αναγνωστάκη
Η Πενιαρόλ του Πάκο Εσπινόλα
«Σήκω πάνω πουτάνα μπαλαρίνα»
Δέκα λόγοι για να ζεις, του Ρομπέρτο Σαβιάνο

Οδηγός ντυσίματος για το γήπεδο: Βρες ένα καπέλο που να ξεχωρίζει…

  [7 Σχόλια]

…από πολύ μακριά. Από την Ευρώπη.

A Burkina Faso supporter during the African Nations Cup soccer match against Angola at Estadio de Malabo “Malabo Stadium”, in Malabo, Equatorial Guinea, January 22, 2012 (Reuters)

Σχετικά:
Οδηγός ντυσίματος για το γήπεδο: Κεφάλαιο ‘Κιτς’
Οδηγός ντυσίματος για το γήπεδο: Κεφάλαιο ‘Ελληνίδα γυναίκα’

Η χαρά των Βραζιλιάνων

  [Καθόλου σχόλια]

4 Μαΐου 1994. Ο Άιρτον Σένα είναι νεκρός. Το φέρετρο που τον μεταφέρει διασχίζει τους δρόμους του Σάο Πάολο που είναι πλημμυρισμένοι από κόσμο. Μια νεαρή κοπέλα, εμφανώς βουρκωμένη, λέει στην κάμερα πως ήταν το είδωλο της καθώς αντιπροσώπευε ότι καλύτερο είχε η Βραζιλία.

(14 Μαΐου 1988. Λίγους μόλις γύρους πριν τον τερματισμό στο Γκραν Πρι του Μόντε Κάρλο και ενώ βρίσκεται με τεράστια διαφορά μπροστά απ’ όλους τους υπόλοιπους ο Σένα παραβλέπει όλες τις συμβουλές των τεχνικών της ομάδας και αντί να εκλογικευτεί και να σιγουρέψει τη νίκη του μετριάζοντας το ρυθμό του – όπως θα έκανε ο, υπέρμετρα ρεαλιστής και μεγάλος του αντίπαλος εκείνα τα χρόνια, Αλεν Προστ – παραμένει κυριευμένος από την καύλα της οδήγησης, την αίσθηση της υπεροχής και το εκ γενετής ένστικτο που τον προτρέπει συνεχώς να πάει όλο και γρηγορότερα, όλο και γρηγορότερα… Σαν την Βραζιλία του Σώκρατες το 1982 που αδιαφόρησε προκλητικά να καλύψει τα νώτα της, ο Σένα θα ‘φάει τελικά τα μούτρα του’. Θα τρακάρει σε τοίχο και θα χαρίσει ουσιαστικά στον Προστ τη νίκη.

Η αποτυχία αυτή γίνεται ορόσημο για την καριέρα του. Μετά απ’ αυτόν τον αγώνα δεν είναι ποτέ ξανά ο ίδιος, όπως ακριβώς και η εθνική Βραζιλίας δεν ήταν ποτέ ξανά η ίδια μετά το στραπάτσο στο Μουντιάλ της Ισπανίας. Εκλογικεύεται, προσαρμόζεται στις επαγγελματικές ανάγκες της Φόρμουλα 1, καταλαβαίνει με τον καιρό πως ακριβώς παίζεται το παιχνίδι εντός και εκτός της πίστας και τελικά κατακτάει τρία πρωταθλήματα φτάνοντας στο σημείο να προκαλέσει ουσιαστικά μια σύγκρουση με τον Προστ στο προτελευταίο Γκραν Πρι του 1990 για να διασφαλίσει τον τίτλο του.)

Μετά τη νεαρή κοπελίτσα μια γυναίκα όχι μικρότερη από 45-50 χρονών παίρνει το λόγο και λέει: «Οι Βραζιλιάνοι έχουν ανάγκη από φαγητό, μόρφωση, υγεία και λίγη χαρά. Αυτή η χαρά δεν υπάρχει πια». Δυο μήνες αργότερα οι ταλαιπωρημένοι από τη φτώχεια Βραζιλιάνοι θα ξαναβγούν στους δρόμους έχοντας βρει λίγη απ’ τη χαρά που έψαχναν στα σουτ του Ρομάριο και του Μπεμπέτο. Μια διαφορετική εθνική Βραζιλίας, πιο εξευρωπαϊσμένη, πιο προσηλωμένη στο στόχο της και λιγότερο θεαματική, θα επανέλθει στην κορυφή του κόσμου μετά από πολλά χρόνια.

Ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης και δημοσιογράφος Gustavo Serrate προσπάθησε να χωρέσει όλη αυτή τη χαρά που έχει προσφέρει η εθνική ομάδα στο λαό της χώρας σ’ ένα μικρό κάτι-σαν-ταινιάκι που κυκλοφόρησε στο ίντερνετ πριν λίγες μέρες με την ονομασία «Το μεγάλο παιχνίδι», ένα παιχνίδι στο οποίο συνυπάρχουν όλοι όσοι έκαναν τους Βραζιλιάνους ευτυχισμένους έστω και για λίγο: ο Γκαρίντσα, ο Ζαγκάλο, ο Πελέ, ο Ρομάριο, ο Ρονάλντο…

Η ομάδα του Άλεξ Φέργκιουσον

  [4 Σχόλια]

Κυριακή απόγευμα και χάρη σ’ ένα stream που απλόχερα μοιράζει κάποιος φιλάνθρωπος τύπος – που λίγο αργότερα θα αποδειχτεί ελαφρώς μαζοχιστής καθώς, μετά από σχετική υπενθύμιση που έχει βάλει στην τηλεόραση και την οποία θα δούμε όλοι όσοι έχουμε συντονιστεί στο stream του, θα αλλάξει κανάλι την ώρα του αγώνα για να παρακολουθήσει την εκπομπή «Ποδόσφαιρο για παιδιά, με τον Ζοσέ Μουρίνιο» κατά την οποία ο Πορτογάλος διδάσκει σε κάτι 10χρονα πράγματα τα οποία λόγω γλώσσας δεν καταλαβαίνω αλλά υποθέτω ότι αφορούν τα σκοτεινά παιχνίδια συνωμοσίας της τριάδας UEFA-Μπαρτσελόνα-UNICEF, η οποία ως γνωστόν ελέγχει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο – χαζεύω τους παίκτες της Άρσεναλ και της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που συγκεντρώνονται στα αποδυτήρια για να βγουν στον αγωνιστικό χώρο του Emirates Stadium. Ανάμεσα στις καθιερωμένες χειραψίες και στις κλασσικές ψυχολογικές παραινέσεις ο Γουέλμπεκ χειρονομεί, σαν να δίνει οδηγίες, στον Γκίγκς. Ο Ράιαν Γκίγκς είναι πλέον στα 39 του, ζωντανός και ενεργός θρύλος της ομάδας. Ο Ντάνι Γουελμπεκ είναι ακόμα στα 21.

(Μερικά χρόνια πριν, σύμφωνα πάντα με μια ιστορία που κυκλοφορεί αλλά κανείς ποτέ δεν έχει επιβεβαιώσει επίσημα, ο Άλεξ Φέργκιουσον βρισκόταν στο εστιατόριο των εγκαταστάσεων της Γιουνάιτεντ μιλώντας μ’ ένα φίλο όταν παρατήρησε ένα μικρό σκηνικό που διαδραματίστηκε στην ουρά που είχαν σχηματίσει οι νεαροί παίκτες των ακαδημιών που περίμεναν να γεμίσουν το δίσκο τους. Λίγο πριν παραγγείλει ο πιτσιρικάς Ρόμπι Μπράντι ο Κριστιάνο Ρονάλντο, που λίγο καιρό πριν είχε κατακτήσει τη ‘Χρυσή μπάλα’, μπήκε στην αίθουσα, πήρε ένα δίσκο και προσπερνώντας την ουρά εξυπηρετήθηκε αμέσως την ίδια ώρα που ο Μπράντι παρέμενε σιωπηλός, κοιτώντας τον απλά με θαυμασμό.

Λίγο αργότερα ο Φέργκιουσον κάλεσε τον 16χρονο νεαρό και τον ρώτησε γιατί άφησε τον Πορτογάλο να παραγγείλει πριν απ’ αυτόν. «Μα, είναι ο Ρονάλντο» ψέλλισε ο νεαρός Ιρλανδός εξτρέμ. «Είσαι εδώ πέρα για να του πάρεις τη θέση. Μην σε ξαναδώ να το κάνεις αυτό» απάντησε αυστηρά ο Σερ Άλεξ, συμπυκνώνοντας σε μια απλή και κοινή ατάκα ένα σημαντικό τομέα της ποδοσφαιρικής του φιλοσοφίας.)

Το τέλος του σημερινού αγώνα βρήκε την Γιουνάιτεντ νικήτρια με 2-1. Ο Ράιαν Γκίγκς έκανε την ασίστ για το πρώτο γκολ και όπως σε κάθε παιχνίδι μόχθησε/πίεσε/έτρεξε όπως απειροελάχιστοι 39χρονοι θρύλοι θα μοχθούσαν/πίεζαν/έτρεχαν ποτέ. Ο Ντάνι Γουελμπεκ πέτυχε το νικητήριο γκολ που κράτησε την ομάδα στη μάχη του τίτλου. Ο Άλεξ Φέργκιουσον πρέπει να έμεινε ικανοποιημένος.

Η Μπαρτσελόνα του Πουγιόλ

  [14 Σχόλια]

Στην Μπαρτσελόνα του καλύτερου παίκτη στον κόσμο, του τρίτου καλύτερου παίκτη στον κόσμο, του Ινιέστα και του Βίγια υπάρχει ένα μικρό στατιστικό, κρυμμένο πίσω απ’ τα υπόλοιπα λαμπερά και αποστομωτικά ρεκόρ που αυτή η φουρνιά παικτών έχει σπάσει τα τελευταία τρία χρόνια, το οποίο λέει ότι από τότε που ανέλαβε προπονητής ο Γκουαρντιόλα – τρεισήμισι χρόνια πριν – η ομάδα έχει χάσει στο πρωτάθλημα όλες κι όλες εννιά φορές. Όλως τυχαίως στις έξι απ’ αυτές τις ήττες απών ήταν ο Κάρλες Πουγιόλ.

Ο Κάρλες Πουγιόλ – αυτό το αμυντικό θηρίο που συνηθίζει να δουλεύει στο παρασκήνιο – ο οποίος με το γκολ του εχθές στο Μπερναμπέου βοήθησε σημαντικά ώστε να φτάσει το προσωπικό του σερί των συνεχόμενων παιχνιδιών χωρίς ήττα στα 51 ματς. Η τελευταία φορά που έπαιξε σ’ ένα ματς και γύρισε στο σπίτι του χαμένος ήταν πρόπερσι τον Απρίλιο (!), στον πρώτο ημιτελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με την Ίντερ.

Λίγο ακόμα

  [2 Σχόλια]

Λίγο ακόμα να σηκωθούμε.

Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα.

Λίγο ακόμα να σηκωθούμε.

Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα.

(Γεώργιος Σεφέρης)

Κλικ

  [Καθόλου σχόλια]

Fulham’s Stephen Kelly (L) challenges Arsenal’s Robin Van Persie during their English Premier League soccer match at Craven Cottage in London January 2, 2012. REUTERS/Stefan Wermuth

Ο Γκεμπρεσελασιέ και ο Ρονάλντο

  [3 Σχόλια]

Ήταν πριν από τουλάχιστον δέκα χρόνια. Ένα από εκείνα τα βράδια που σαν υπνωτισμένο και άβουλο ον καταλήγεις να πατάς μηχανικά το κουμπί του επόμενου καναλιού ψάχνοντας για την λιγότερο κακή από μια σειρά επιλογών οι οποίες μπορούν να σε κρατήσουν στο ίδιο κανάλι για περισσότερα από πέντε λεπτά μόνο εάν τελειώσουν ξαφνικά οι μπαταρίες στο τηλεκοντρόλ και η τηλεόραση είναι σε απόσταση που δεν φτάνει το τεντωμένο σου πόδι.

Το ανελέητο ζάπινγκ μου κάνει παύση ασυναίσθητα στο κανάλι που γεμίζει την οθόνη μου με χόρτο. Στίβος. Έχει μόλις ξεκινήσει ο τελικός των 10.000 μέτρων. Ένα μπουλούκι αθλητών, κατά κύριο λόγο κάτι μελαψοί και καχεκτικοί τύποι που σπάνια θα συναντήσεις σε φαστφουντάδικο, καταπίνουν τους γύρους όπως ο Οβελίξ καταπίνει αγριογούρουνα. Σε μια γωνία στην κερκίδα 50-100 Αφρικανοί ντυμένοι πολύχρωμα με παραδοσιακές, εξωτικές φορεσιές έχουν στήσει ένα δικό τους πάρτι με τύμπανα, ταμπούρλα και ασταμάτητο χορό. Η κάμερα ζουμάρει πάνω σ’ έναν απ’ τους δρομείς. Πιο αδύνατος και απ’ τους αδύνατους. Πιο κοντός και απ’ τους κοντούς. Αλλά με το δεύτερο πιο ξεχωριστό χαμόγελο που έχω δει ποτέ στην ζωή μου, πίσω μόνο απ’ την κάτασπρη οδοντοστοιχία στο κατάμαυρο πρόσωπο του μοναδικού Λούις Άρμστρονγκ. «Χάιλε Γκεμπρεσελασιέ, κυρίες και κύριοι. Ο κάτοχος του παγκόσμιου ρεκόρ και στα 5.000 και στα 10.000 μέτρα, ο Αιθίοπας ‘Αυτοκράτορας’ των μεγάλων αποστάσεων».

Ο ‘Αυτοκράτορας’ δεν είναι όμως πρώτος, ούτε καν στις πρώτες θέσεις. Ακολουθεί με προσήλωση το μπουλούκι και δεν πτοείται απ’ τους δρομείς που σπριντάρουν για ένα γύρο, ανεβαίνουν στην πρώτη θέση για μερικές εκατοντάδες μέτρα και μετά τα παρατάνε και εξαφανίζονται απ’ τον αγώνα. Τα χιλιόμετρα περνάνε, ο ρυθμός παραμένει ίδιος, το ενδιαφέρον μου κλονίζεται και ψάχνει απεγνωσμένα λόγους, γιατί να μην αφήσει τον αγώνα στην δικιά του παράλληλη ζωή, κάπου μακριά σε μια Ευρωπαϊκή πόλη την οποία δεν θυμάμαι καν, για να ασχοληθεί με κάτι καλύτερο. Μέχρι που το τέμπο αρχίζει σταδιακά να αλλάζει, σαν κάποιος να πάτησε το σωστό κουμπάκι. Ο Χάιλε ανεβάζει στροφές, με την ίδια ευκολία που κάποιος αλλάζει ταχύτητες στο αυτοκίνητο του. Οι γύροι πλέον λιγοστεύουν, οι δρομείς μπροστά του κάνουν χώρο και ο ‘Αυτοκράτορας’ μπαίνει μπροστά αλλά ο ρυθμός του δεν πέφτει. Δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο η διαφορά του από τον δεύτερο μεγαλώνει, μέχρι που λίγους γύρους πριν το τέλος, ο τελικός των 10.000 μέτρων αλλάζει όνομα και γίνεται «ο Χάιλε και οι άλλοι».

Το αρχικό μου ενδιαφέρον μετατρέπεται πάτημα με το πάτημα σε θαυμασμό. Είναι ξεκάθαρο πλέον πως κανένας δεν ψάχνει τον νικητή. Ο στόχος είναι το παγκόσμιο ρεκόρ. Το οποίο κατέχει ο ίδιος. Ο στόχος είναι ακόμα πιο εντυπωσιακός. Ο Γκεμπρεσελασιέ τρέχει για να κερδίσει τον εαυτό του. Να ξεπεράσει τα όρια του. Τρέχει για να κερδίσει την ίδια του την υπόσταση, μερικά χρόνια πριν στην Ολλανδία, όταν κατέρριπτε το προηγούμενο παγκόσμιο ρεκόρ. Ο κόσμος στις κερκίδες ξεσηκώνεται, οι Αφρικανοί εντείνουν τα χτυπήματα στα ταμπούρλα, οι Αφρικανές λικνίζονται όλο και περισσότερο στον ρυθμό που τα αδύνατα πόδια του Χάιλε πατάνε κάθε φορά στο ταρτάν.

Ο σκηνοθέτης είναι μάγκας. Πιάνει το momentum αμέσως. Μικρά πλάνα. Γρήγορες εναλλαγές. Ζουμ εκεί που πρέπει. Γενικό πλάνο: Ο Γκεμπρεσελασιέ είναι ήδη μισό γύρο μπροστά από τον δεύτερο. Ζουμ στο πρόσωπο του: Χαμόγελο-μορφασμός, ένα μείγμα έντονης προσπάθειας και ευτυχίας. Ζουμ στα ταμπούρλα των Αφρικανών. Ζουμ στα πόδια του Γκέμπρε. Ζουμ στην Ευρωπαϊκή οικογένεια που έχει σηκωθεί όρθια και δεν σταματάει να χειροκροτεί αυτόν τον απίστευτο Αιθίοπα. Ζουμ στο πρόσωπο. Ζουμ στα πόδια. Ζουμ στα ταμπούρλα. Ταπ-ταπ-ταπ-ταπ. Πόδια. Ταμπούρλα. Χέρια που χειροκροτούν. Ο Γκέμπρε να χαμογελάει. Καμπανάκι τελευταίου γύρου.

Έχει αφήσει πίσω του 9,6 χιλιόμετρα, αλλά ο ‘Αυτοκράτορας’ δεν φαίνεται επηρεασμένος. Τα ταμπούρλα χτυπάνε πλέον σε δαιμονιώδη ρυθμό θαρρείς και είναι ιερή υποχρέωση τους να μην τον αφήσουν να τρέξει μόνος. Είναι ξεκάθαρο πια σε όλους ότι οι χρόνοι είναι καλοί. Είναι αρκετά κοντά. Είναι αυτός και το ρεκόρ. Αλλά εκείνα τα δευτερόλεπτα, δεν το νιώθεις έτσι απομακρυσμένο και αποξενωμένο από σένα. Είσαι εσύ, μπροστά σε μια τηλεόραση χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, και το ρεκόρ. Είναι ο Αφρικανός που χοροπηδάει δίπλα στα ταμπούρλα και το ρεκόρ. Είναι ο αθλητής κάποιου άλλου αθλήματος, που σταματάει την προθέρμανση του και παρακινεί τον Γκέμπρε να τρέξει ακόμα πιο γρήγορα, και το ρεκόρ. Είναι η αγχωμένη πιτσιρίκα, που τρώει τα νύχια της στην κερκίδα και στην οποία εστιάζει για λίγο ο σκηνοθέτης, και το ρεκόρ. Για λίγο το ρεκόρ αυτό είναι το κέντρο όλου του σύμπαντος μερικών χιλιάδων ανθρώπων.

Και κάθε φορά που μέσα σου τσιρίζεις «λίγο πιο γρήγορα» ο Γκεμπρεσελασιέ χαμογελάει και αυξάνει την ταχύτητα του. Σαν τόση ώρα να μην έτρεχε αυτός. Σαν κάποιος άλλος δρομέας που ξεκουραζόταν όλη του την ζωή γι’ αυτόν τον τελευταίο γύρο να μπήκε στο σώμα του. Σ’ αυτό το σώμα που ήδη είχε κάνει 24 γύρους. Ένα απίστευτο φαινόμενο. Τελευταία μέτρα. Τα πλάνα αλλάζουν ασταμάτητα. Η κόρη του ματιού σου βρίσκεται σε έκσταση, κοιτάζοντας μια το χαμόγελο του στο κέντρο του πλάνου και μια το χρονόμετρο κάτω δεξιά. Τύμπανα. Πόδια. Χαμόγελο. Χρονόμετρο. Τύμπανα. Πόδια. Χαμόγελο…

Το καταραμένο ρεκόρ δεν έσπασε εκείνο το βράδυ για πολύ λίγο. Ο Γκεμπρεσελασιέ του 1998 νίκησε τον Γκεμπρεσελασιέ εκείνης της κούρσας. Έχω δει πολλούς αγώνες στίβου από τότε αλλά ποτέ κανένας άλλος δεν μπόρεσε να μου προκαλέσει παρόμοια, έντονα συναισθήματα. Δυσκολευόμουν πάντα να εξηγήσω τους λόγους που δεν μ’ αγγίζει ο στίβος χωρίς να χαθώ σε μια ατέλειωτη ανάλυση της σημασίας που δίνω στον παράγοντα φαντασία, ένα στοιχείο σχεδόν απαγορευμένο στην φιλοσοφία του ‘πιο ψηλά, πιο δυνατά, πιο γρήγορα’ που διαφεντεύει τον στίβο. Μέχρι εχθές το βράδυ που ένας φίλος μου έστειλε άθελα του τον πιο απλό τρόπο εξήγησης της διαφοράς που εντοπίζω στους δυο ‘βασιλιάδες των σπορ’: ένα βίντεο με συγκεντρωμένες κάποιες άλλες ‘κούρσες’, ενός άλλου φαινομένου. Κι έτσι το ποιοτικό διάκενο μεταξύ των δυο κουρσών που υπάρχει στο μυαλό μου πλημμύρισε με οπτικοποιημένη φαντασία. (Και χωρίς να δείχνει ούτε ένα γκολ.)

Ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του 2011

  [8 Σχόλια]

 

Να γράψω λέει σε δυο παραγράφους για τον καλύτερο του 2011. Ούτε γραμμή παραπάνω. Α, ναι και χωρίς πολλά κλισέ. Τσάβι-Μέσι-Ρονάλντο. Τον Ρονάλντο τον αποκλείουμε εξαρχής. Όχι επειδή μου είναι εξαιρετικά αντιπαθής, έτσι κι αλλιώς ούτε Ρεάλ, ούτε Μπαρσελόνα υποστηρίζω. Πολύ απλά γιατί ότι στατιστικά να μου φέρεις, αν έχει παραπάνω Μ.Ο. σε ασίστ, σε γκολ, σε ευστοχία έξω από τα 6.75 ή οτιδήποτε άλλο δεν παίζει κανέναν ρόλο. Γιατί στο τέλος της κουβέντας θα πω ότι έπαιζε στην ομάδα που στο C.L. δεν έκανε τίποτα, γιατί στο πρωτάθλημα δεν τα κατάφερε, γιατί η Μπάρσα τον ταπείνωσε, γιατί ο ίδιος στα μεγάλα ντέρμπυ και στις μεγάλες στιγμές της καριέρας του είναι πάντα κρυμμένος. Πιθανόν αν έπαιζε κι ο ίδιος στην Μπάρσα να είχε παραπάνω ελπίδες, δεν παίζει όμως. Ήταν στους χαμένους και δυστυχώς για αυτόν οι ήττες ήταν πολλές και εμφατικές πέρσι και η κατάκτηση του κυπέλλου δεν είναι αρκετή. Γιατί για να είσαι ο κορυφαίος πρέπει να έχεις κάνει τη διαφορά και να είσαι και με τους κορυφαίους. Όταν τα αγόρια γίνουν άντρες, ο Κριστιάνο θα έχει την ευκαιρία.

Ναι, ο Τσάβι. Ξέρω, ξέρω… Το μυαλό, ο ιθύνων νους, χωρίς αυτόν ο Μέσι δεν υπάρχει στην Εθνική Αργεντινής. Μας τα είπατε παιδιά, τα ξέρουμε. Συμπαθέστατος ο Τσάβι, χαμηλών τόνων και υπερ-τεράστιος παίκτης. Γεννημένος άτυχος. Σε έναν άλλον κόσμο, μια άλλη στιγμή θα ήταν αυτός το νούμερο 1. Σε έναν κόσμο που θα έλειπε ο πρωταγωνιστής μπροστά και θα είχε να ανταγωνιστεί παίκτες που παίζουν στο κέντρο και δεν σκοράρουν τόσο θα έπαιρνε το βραβείο κάθε χρόνο φορώντας παντόφλες. Γιατί είναι τέτοια παιχτούρα. Αλλά κάθε καλός σούπερ-ήρωας θέλει το sidekick του. Ο Μπάτμαν έχει τον Ρόμπιν, ο Σέρλοκ Χολμς έχει τον Γουότσον, ο Φρόντο έχει τον Σαμ (ο οποίος σίγουρα τον γουστάρει) και στην εποχή μας ο Μέσι έχει τον Τσάβι.

Πώς να μην είναι ο καλύτερος ο Λιονέλ; Έκανε διαστημικά πράγματα και συνεχίζει να κάνει. Σπάει τα ρεκόρ το ένα μετά το άλλο. Γιατί μπορεί η… τούρτα των Καταναλών να έχει βάσεις από κάτω διάφορους παίκτες και μια απίστευτη ομοιογένεια, αλλά το κερασάκι σε αυτή είναι από το Ροζάριο. Γιατί και στα εύκολα και στα δύσκολα είναι εκεί. Και ας μας πληγώνει κάθε φορά που η Αργεντινή πατώνει. Θα γυρίσει ο τροχός και θα κάνει κι εκεί το θαύμα του. Λιονέλ ήσουν ο καλύτερος ΚΑΙ το 2011.

(Elaith)

Xavier Hernández i Creus: Ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι.

Τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ. Αν μπορείς ανάμεσα στις αιωρήσεις του μετρονόμου να δεις τις κινήσεις και τις κάθετες πάσες που κάνουν ευτυχισμένους τόσους πολλούς, ξέρεις γιατί ο Τσάβι δικαιούταν να σηκώσει εχθές το βράδυ το ιερό «κιούπι» στον ουρανό της Ζυρίχης.

(ausencia)

Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να στοιχειοθετήσω επαρκώς την επιλογή μου, πόσο μάλλον σε μια χρονιά όπου το αντίπαλον δέος επικράτησε στα πάντα πλην ενός Κυπέλλου. Αλλά αυτό το πράγμα είναι κάτι προσωπικό, δεν πρέπει να έχει να κάνει με τίτλους, σωστά; (Γιατί αν οι τίτλοι παίζουν ρόλο τότε ο Γουέσλι Σνάιντερ είναι στο τηλέφωνο και θέλει το περσινό βραβείο.)

Όμως είναι κάτι που απλά το βλέπω. Έχει πολλά πράγματα πάνω του που βρίσκω αποκρουστικά, για την ακρίβεια πιστεύω πως σε οτιδήποτε αφορά το άτομό του έξω από το γήπεδο θα ήθελα διακαώς να τον δείρω αν τον γνώριζα. Αλλά παρόλ’αυτά, όταν τον βλέπω να παίζει μπάλα τα ξεχνάω όλα. Μπορεί να μην κέρδισε σχεδόν τίποτα μες στο ’11, αλλά υπήρξε η χρονιά της απόλυτης ποδοσφαιρικής του ολοκλήρωσης. Η χρονιά που πέραν αμφιβολίας, καθόσουν να δεις ένα παιχνίδι της υπέροχης Ρεάλ του Ζοζέ Μουρίνιο και περίμενες από αυτόν να βάλει μεγάλο γκολ, να κάνει μεγάλη μπαλιά, να αποτελέσει τον πυρήνα του φανταστικού παιχνιδιού της ομάδας του.

Το ξέρεις ότι είσαι μέγιστος όταν σε καθορίζει η στιγμιαία σου αδυναμία. Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς δεν ήταν καλός στην 4η περίοδο του φετινού τελικού. Ο Νίκος Γκάλης δεν έπαιρνε το τελευταίο σουτ. Ο Κριστιάνο δεν έβαλε γκολ στη Μπαρτσελόνα φέτος. ΟΚ. Έβαλε πέρσι, στον τελικό του Κυπέλλου, στη στιγμή που θεμελίωσε τη ρεαλιστική αμφισβήτιση της κυριαρχίας της Μπάρτσα στην Ισπανία. (Κυριαρχία που, ασχέτως της αδυναμίας της Ρεάλ να την κερδίσει, θα απωλέσει φέτος.)

Δεν έχει υπάρξει στιγμή στην καριέρα του Κριστιάνο που να μην ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ομάδας του. Με το καλημέρα. Και τι ομάδες κιόλας. Όταν ξεχωρίσει κάποιος άλλος, νιώθουμε την ανάγκη να το δηλώσουμε με έμφαση. (Δε συμβαίνει συχνά.) Νιώθεις πως αν πάρεις το καστ φανταστικών ποδοσφαιριστών που βρίσκονται γύρω από αυτόν σε μια ομάδα και τους αλλάξεις με άλλους, πάλι θα την οδηγήσει μακριά. Τον ίδιον, δε γίνεται να τον αλλάξεις. Στην καρδιά μιας ομάδας με άκρατα επιθετική φιλοσοφία βασισμένη σε ταχύτητα και τεχνική ως ισοδύναμα γρανάζια, ο Κριστιάνο είναι η αρχή και το τέλος. Είναι καταδικασμένος να είναι έτσι για πάντα, για όλη του την καριέρα. Και για την καριέρα του, το 2011 ήταν η καλύτερη χρονιά.

Ως τώρα.

(dark_tyler)

Μέσα στο 2011 σκόραρε πάνω-κάτω τα ίδια γκολ με τον Κριστιάνο Ρονάλντο (νούμερα αδιανόητα, βγαλμένα από στατιστικά στο Football Manager τα οποία κάποτε θεωρούσαμε αστεία λόγω έλλειψης αληθοφάνειας), μοίρασε περισσότερες και πιο θεαματικές ασίστ ακόμα και από τον μετρ του είδους Τσάβι (πάσες εντυπωσιακές, πανέξυπνες, διορατικές, ικανές να προκαλέσουν επιφώνημα θαυμασμού πριν καν ακουμπήσει την μπάλα ο παραλήπτης τους), συνέχισε να προσφέρει φάσεις στις οποίες κάποιος απελπισμένος αμυνόμενος τον κλωτσάει σε θέση ιδανική για εκτέλεση φάουλ λίγο έξω από την μεγάλη περιοχή κι όμως αυτός συνεχίζει την προσπάθεια του (φάσεις τόσο ξένες στη γενικότερη νοοτροπία του σύγχρονου ποδοσφαίρου), δήλωσε για άλλη μια χρονιά βροντερό παρών στα περισσότερα απ’ τα μεγάλα ματς που ο ‘καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου’ οφείλει να δηλώνει παρών (όπως αποστομωτικά δείχνει ένας σχετικός πίνακας που κάποιος φανατικός στατιστικολόγος έφτιαξε και στον οποίο, όπως ένας οποιοσδήποτε πολέμιος του Μέσσι θα φώναζε, δεν συμπεριλαμβάνονται οι αποτυχημένες προσπάθειες του με την εθνική, μειονέκτημα το οποίο μπορείς να καταθέσεις με στόμφο σαν επιχείρημα μόνο αν προσπαθείς πρόωρα και λανθασμένα να τον συγκρίνεις με τον Μαραντόνα) και πρόσθεσε στο ήδη γεμάτο σχετικό παλμαρέ του αμέτρητες νέες στιγμές κατά τις οποίες αποφάσιζε να ξεφύγει από τον καλοδουλεμένο ομαδικό ρυθμό που βγάζει η ορχήστρα της Μπαρτσελόνα και να προσπεράσει με μια ασύλληπτη απλότητα και άνεση (μια τέτοια άνεση που ορισμένες φορές υποβιβάζει άθελα της όλη την ενέργεια, κάνοντας την να φαίνεται κοινότυπη και – το χειρότερο και πιο ειρωνικό – εύκολη στα μάτια του θεατή, ειδικά αυτού που έχει παίξει λίγες φορές μπάλα στη ζωή του) οποιονδήποτε βρεθεί στο δρόμο του, αδιαφορώντας παντελώς για το πόσους θα συναντήσει, πόσο μεγάλης ποιότητας παίκτες είναι αυτοί και πόσα τετραγωνικά μέτρα ή εκατοστά έχει στη διάθεση του για να τους ντριπλάρει.

Μαγικές στιγμές, βγαλμένες από τα παιδικά όνειρα όλων μας, που πολλές φορές δεν τελείωναν με την μπάλα στα δίχτυα, γεγονός που αυτόματα τις αφήνει εκτός κάθε ιστορικού αφιερώματος που μένει άφθαρτο στον Χρόνο αναγκάζοντας έτσι οποιονδήποτε αγαπάει αυτό το παιχνίδι να αναρωτηθεί βλέποντας το ριπλέι «can we make it go in?»:

 

(duendes)

Παραβλέποντας τους κανόνες

  [2 Σχόλια]

Υπάρχει ένας κανόνας στην φωτογραφία που λέει ότι ο ορίζοντας στο κάδρο μας δεν πρέπει ποτέ να είναι στραβός. Αλλά οι κανόνες στην τέχνη, όπως και στο ποδόσφαιρο, είναι γι’ αυτούς που πιστεύουν ότι τους χρειάζονται. Έτσι όταν κάποιος ρώτησε τον Garry Winogrand, έναν απ’ τους μεγαλύτερους ‘φωτογράφους του δρόμου’ που συνήθιζε να τραβάει αρκετές φωτογραφίες του με στραβό ορίζοντα για να προσδίδει διαφορετική δυναμική στο περιεχόμενο τους, γιατί προσθέτει κλίση στις εικόνες του, αυτός σαν άλλος απίστευτος/αξέχαστος/ανεπανάληπτος Ίγκορ Άιγκορ απάντησε εντελώς φυσικά, αφοπλιστικά και στα όρια της τρέλας, που συνήθως η τέχνη δικαιολογεί: «Ποια κλίση;»

Στην παραπάνω φωτογραφία του προπονητή της Βαλένθια, Ουνάι Έμερι, από τον χθεσινό αγώνα κυπέλλου με την Σεβίλλη, δεν γνωρίζω αν ο φωτογράφος Jose Jordan ήθελε να περάσει κάποιο βαθύτερο μήνυμα για την παρασκηνιακή και σε κατώτερο επίπεδο θέση του προπονητή σε σχέση με τον χώρο που διαδραματίζεται όλη η δράση ή αν απλά η εικόνα από μόνη της, δηλαδή η διάταξη του προπονητή και του χόρτου πάνω της, προκάλεσε το συγκεκριμένο κλικ. Αλλά δεν έχει και σημασία. Το αποτέλεσμα ξεχώρισε σε σχέση με αμέτρητες άλλες συνηθισμένες φωτογραφίες ποδοσφαιρικού ρεπορτάζ που εστιάζουν στους προπονητές.

Σχετικά φωτογραφικά:
Η μαγεία του μεγάλου χρόνου έκθεσης Vol 1 και Vol 2
Η μαγεία του μικρού χρόνου έκθεσης
Η «αποφασιστική στιγμή» Vol 1 και Vol 2
Η μαγεία του ανοιχτού διαφράγματος
Η μέθοδος Tilt-shift
Ο κανόνας της διαγωνίου

«Πες του, τι να το κάνω το παλτό στην έρημο;»

  [3 Σχόλια]

Είναι πλέον δεδομένο: Έχουμε περάσει στην εποχή που στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο πιο εύκολα βρίσκεις μια κελεμπία παρά ένα καθαρό 10αρι καλό αριστερό μπακ.

(L-R) Chairman of the Paris Saint-Germain L1 football club, Nasser Al-Khelaifi of Qatar, PSG owner and Qatari Crown Prince Sheikh Tamim bin Hamad Al-Thani, and PSG sporting director Brazilian Leonardo attend a training session at the Aspire complex in the Qatari capital Doha on January 3, 2012. PSG will face Italian champions AC Milan in the Challenge Cup on January 4 in Dubai. (Photo by Franck Fife/AFP/Getty Images)

Γκρεμίζοντας το «δεύτερο σπίτι σου»

  [1 Σχόλιο]

Δεν ήταν πάνω από 45 χρονών. Ήταν ντυμένος προσεγμένα, φορούσε γυαλάκια και αν έπρεπε να ποντάρω κάπου τα ελάχιστα ευρώ που μου είχαν απομείνει, θα στοιχημάτιζα ότι είναι γιατρός και θα το κάλυπτα μ’ ένα μικρότερο ποντάρισμα σε κάποιο άλλο από τα κλασσικά ευυπόληπτα επαγγέλματα της σύγχρονης εποχής, όπως «επενδυτής». Προσφέρθηκε να με βοηθήσει όταν είδε την κωμικοτραγική συζήτηση μου με μια θεία της περιοχής που βρίσκεται το Βιθέντε Καλντερόν κατά την οποία εγώ προσπαθούσα να μάθω πως θα βρω μια οποιαδήποτε στάση του μετρό κι αυτή πιθανόν μου εξηγούσε με ύφος πραγματικά απολογητικό και θλιμμένο ότι δεν έχει δει τον σκύλο μου ή κάτι τέτοιο που ποτέ δεν κατάλαβα και ποτέ δεν θα αποσαφηνιστεί. Πριν με στείλει προς την σωστή κατεύθυνση πιάσαμε κουβέντα επηρεασμένοι από το γεγονός ότι αυτός κρατούσε σακούλα από την μπουτίκ της Ατλέτικο κι εγώ φορούσα ακόμα το χαμόγελο του περιπλανώμενου Αρειανού που σχεδόν μια εβδομάδα πριν «είχε πάρει το διπλό» λίγα μέτρα παραπέρα από εκεί.

Κάποια στιγμή η κουβέντα έφτασε στο γήπεδο. Του είπα πως μ’ εντυπωσίασε η ηχητική του και πριν προλάβω να προσθέσω κι άλλες εντυπώσεις με διέκοψε ενημερώνοντας με πως θα γκρεμιστεί σύντομα για να πάει η ομάδα σ’ ένα μεγαλύτερο γήπεδο σε άλλο μέρος, μια πληροφορία τόσο άκαιρη που ήταν σαν πίκρα την οποία ήθελε να βγάλει με κάθε τρόπο και προς οποιονδήποτε αποδέκτη. Κάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου του απάντησα μια τυπική μπούρδα, του στυλ «έτσι είναι η ζωή» μ’ ένα μικρό γαρνίρισμα «θα αυξηθούν και τα έσοδα της ομάδας». Ακολούθησαν μερικά λεπτά μιας εκ βαθέων εξομολόγησης κατά την οποία η έκφραση ‘είναι το δεύτερο σπίτι μου΄ακούστηκε πάνω από δυο-τρεις φορές και η οποία έκλεισε με την αλησμόνητη φράση «τι να το κάνω το κωλοπάρκο εδώ πέρα, εγώ μένω στην άλλη άκρη της πόλης κι όμως κάνω ολόκληρο κύκλο και περνάω κάθε μέρα σχεδόν με το αμάξι κάτω από την κερκίδα (είναι όπως ακριβώς διαβάζεται: ο δρόμος περνάει κάτω από την κερκίδα) μόνο και μόνο για την αίσθηση του γηπέδου. Για να το νιώσω».

Ήταν Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2010 όταν κάναμε αυτήν την συζήτηση. (Και έβρεχε καταρρακτωδώς, αν αυτή η πληροφορία μπορεί να προσθέσει λίγο δράμα ακόμα στην ελαφρώς γραφική αλλά αληθινά εξομολογητική σκηνή.) Στις 5 Δεκεμβρίου 2011 η Ατλέτικο Μαδρίτης ανέβασε στο ίντερνετ το επίσημο, άκρως εντυπωσιακό, 3D βίντεο του νέου της γηπέδου που θα είναι έτοιμο σε λίγα χρόνια. Αν ήξερα το e-mail του συναισθηματικού Ισπανού εκείνη τη μέρα θα του έστελνα να διαβάσει ένα γράμμα που έγραψε πριν πολλά χρόνια ο συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο στον επίσης συγγραφέα Εντουάρντο Γκαλεάνο, το οποίο συμπεριλήφθηκε και στο βιβλίο του δεύτερου «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου»:

Αγαπητέ Εντουάρντο

Τις προάλλες ήμουν στο «Carrefour», εκεί που άλλοτε ήταν το γήπεδο της Σαν Λορένσο. Ήμουν μαζί με τον Χοσέ Σανφιλίππο, τον ήρωα των παιδικών μου χρόνων, που υπήρξε πρώτος σκόρερ της Σαν Λορένσο επί τέσσερις συνεχείς αγωνιστικές περιόδους. Περπατούσαμε ανάμεσα στις γόνδολες, περιτριγυρισμένοι από κατσαρόλες, τυριά και πλεξούδες από λουκάνικα. Ξαφνικά, ενώ πλησιάζαμε στα ταμεία, ο Σανφιλίππο ανοίγει τα χέρια του και μου λέει: «Φαντάσου, εδώ κάρφωσα τον Ρόμα, σ’εκείνον τον αγώνα με την Μπόκα». Προσπερνάει μια χοντρή, που σέρνει ένα καροτσάκι γεμάτο με μπριζόλες, κονσέρβες και λαχανικά, και λέει: «Ήταν το πιο γρήγορο γκολ που μπήκε ποτέ».

Συγκεντρωμένος, σαν να περίμενε την εκτέλεση ενός κόρνερ, μου διηγείται: «Είπα στο νούμερο πέντε, που εκείνη τη μέρα έπαιζε για πρώτη φορά στην πρώτη ομάδα: «Μόλις αρχίσει ο αγώνας, στείλε μου μια μπαλιά μέσα στην περιοχή. Μη θυμώνεις, δεν πρόκειται να σε εκθέσω». Εγώ ήμουν μεγάλος κι αυτός πιτσιρικάς. Καντερβίγια ονομαζόταν, φοβήθηκε και σκέφτηκε: να δούμε αν θα τα καταφέρω». Και αμέσως ο Σανφιλίππο μου δείχνει ένα σωρό από βαζάκια μαγιονέζας και φωνάζει: «Εκεί την έστειλε!». Ο κόσμος μας κοίταζε αμήχανα. «Η μπάλα έπεσε πίσω από τους κεντρικούς αμυντικούς, έτρεξα, μου ξέφυγε προς στιγμή προς τα εκεί, εκεί που είναι το ρύζι, βλέπεις;» και μου δείχνει την κάτω σειρά ραφιών, και ξαφνικά τρέχει σαν λαγός, παρά το μπλε κουστούμι και τα λουστρίνια που φορούσε. «Την τσίμπησα και μπουμ!» Εκείνη τη στιγμή έκανε ένα αριστερό σουτ. Όλοι στραφήκαμε προς τα ταμεία, εκεί όπου τριάντα χρόνια πριν ήταν η εστία, και νομίσαμε ότι η μπάλα πήρε ύψος και μπήκε γκολ, εκεί ακριβώς που είναι οι μπαταρίες ραδιοφώνου και τα ξυραφάκια. Οι πελάτες και οι κοπέλες των ταμείων ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Εγώ είμαι έτοιμος να κλάψω. Ο Νενέ Σανφιλίππο είχε ξαναβάλει εκείνο το γκολ του 1962, μονάχα για να μπορέσω να το δω.

2011

  [3 Σχόλια]