Ο οπαδός που σκότωσε το ίνδαλμα του

  [7 Σχόλια]

Τον αποκάλεσαν «Τζόρτζ Μπεστ της Ιταλίας». Ήταν χαρισματικός, ζόρικος, αντισυμβατικός. Μπορούσε να ντριπλάρει τους καλύτερους αμυντικούς με την ίδια ευκολία που προκαλούσε τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής με τον τρόπο ζωής του. Σε μια περίοδο που στην Ιταλία κυριαρχούσε η ποδοσφαιρική πειθαρχία του Ελένιο Ερέρα ο Λουίτζι Μερόνι ήταν η διέξοδος όλων όσων επιζητούσαν κάτι διαφορετικό, κάτι πιο καλλιτεχνικό, αυθόρμητο και γεμάτο φαντασία. Όπως έγραψε κάποτε και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζιάνι Μπρέρα: «Ήταν το σύμβολο μιας κοινωνικής ελευθερίας σε μια χώρα γεμάτη επιτήδειους κομφορμιστές».

Ο «Τζίτζι» Μερόνι ξεκίνησε την καριέρα του από το Κόμο αλλά έκανε το όνομα του στη Τζένοα στις αρχές της δεκαετίας του 60′. Το ταλέντο του ξεχώριζε εύκολα και μετά από μόλις δυο σεζόν η Τορίνο έσπασε το ρεκόρ μεταγραφής για νεαρό παίκτη, δίνοντας γι’αυτόν 300 εκατομμύρια λιρέτες. Το ποσό ήταν τόσο μεγάλο που ο πρόεδρος της Τζένοα δεν μπορούσε να αρνηθεί αλλά ακόμα κι έτσι οι διαμαρτυρίες ήταν έντονες. Ο κόσμος της ομάδας λάτρευε το ‘7αρι’ του και θεώρησε προδοσία την αποδοχή της πρότασης. Παρόμοιες ενστάσεις είχε και ο προπονητής του, ο Αργεντινός Μπέντζαμιν Σάντος, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε διακοπές στην Ισπανία. Ο μύθος λέει ότι όταν έμαθε πως ο παίκτης του πουλήθηκε, μπήκε στο αμάξι του αποφασισμένος να γυρίσει επειγόντως στη Γένοβα για να παραιτηθεί αλλά εξαιτίας της νευρικότητας του, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και έπεσε πάνω σ’ένα δέντρο. Μέσα σε λίγες μέρες η Τζένοα έχασε και το μεγάλο της αστέρι και τον προπονητή της!

Στο Τορίνο η καριέρα και η φήμη του Μερόνι απογειώθηκαν. Οι κούρσες του στη δεξιά πλευρά ήταν κάτι σαν ατραξιόν όλου του πρωταθλήματος. Όταν έπαιρνε τη μπάλα οι θεατές ξεσηκωνόταν, ξέροντας ότι πιθανόν θα ακολουθήσει κάτι εντυπωσιακό. Αν και λόγω του στυλ του μάζευε τις κλωτσιές με το τσουβάλι, αρνιόταν να εκτελέσει τα κερδισμένα πέναλτι, αφού θεωρούσε πως ήταν ξενέρωτα και χωρίς καμία ομορφιά. Με θέση, νούμερο και στυλ ίδια με του Τζόρτζ Μπεστ οι συγκρίσεις δεν άργησαν να γίνουν. Οι ομοιότητες τους δεν σταματούσαν εντός των τεσσάρων γραμμών.

Ο τρόπος ζωής του Μερόνι σκανδάλιζε αρκετούς, ακόμα και εκτός ποδοσφαίρου. Το γεγονός ότι έμενε σε μια σοφίτα με την ερωμένη του, Κριστιάνα, η οποία όμως ήταν ακόμα παντρεμένη με έναν σκηνοθέτη (σύμφωνα με τα γκόσιπ της εποχής ο γάμος έγινε μετά από πιέσεις των γονιών της), ήταν για καιρό το αγαπημένο σκάνδαλο των ΜΜΕ της Ιταλίας ενώ αποτέλεσε και πρόβλημα μετά το θάνατο του, αφού η εκκλησία τον θεωρούσε «αμαρτωλό». Η άρνηση του στην προτροπή του ομοσπονδιακού τεχνικού Εντμόντο Φάμπρι να κόψει πιο κοντά τα μαλλιά του τον άφησε εκτός εθνικής για αρκετό καιρό αλλά οι εμφανίσεις του στο πρωτάθλημα ήταν τόσο εντυπωσιακές που ο Φάμπρι συμβιβάστηκε και τον πήρε τελικά μαζί του στο Μουντιάλ του 1966. Εκεί καταδέχτηκε να τον χρησιμοποιήσει μόνο στο ματς με τη Σοβιετική Ένωση, με αποτέλεσμα η Ιταλία να αποκλειστεί από τη Β. Κορέα, σε μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις όλων των εποχών που φυσικά οδήγησε και στην απόλυση του.

Όσα στερήθηκε η εθνική εν τη απουσία του τα γευόταν ο κόσμος της Τορίνο. Κάθε Κυριακή ο Μερόνι, με τα περίεργα μούσια του (όταν ξυρίστηκε έγινε ολόκληρο θέμα στις εφημερίδες) και τις κάλτσες πάντα κατεβασμένες χαμηλά, έδινε μια διαφορετική παράσταση στον αγωνιστικό χώρο και η λατρεία των φιλάθλων άγγιζε τα επίπεδα λατρείας που εισέπρατταν οι ροκ σταρς. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το μαλλί του ήταν επηρεασμένο από τους αγαπημένους του Beatles. Tα περισσότερα μουσικά ακούσματα του πάντως προερχόταν από τη τζαζ, ένα είδος που αγαπούσε ιδιαίτερα γιατί το θεωρούσε διαφορετικό και απελευθερωτικό. («Τζαζ σημαίνει ελευθερία. Αληθινή ελευθερία. Ελευθερία να εκφραστείς. Ελευθερία να εξερευνήσεις. Ελευθερία να βγάλεις τα εσώψυχα σου» όπως έχει πει και ο σπουδαίος Χέρμπι Χάνκοκ.) Εκτός από τη μουσική είχε αδυναμία στη λογοτεχνία, την ποίηση, τα περίεργα ρούχα και τη ζωγραφική, την οποία μάλιστα εξασκούσε τόσο συχνά που την αποκαλούσε «η κανονική μου δουλειά».

«What’s that?»
«I don’t know»
«When you don’t know what it is, it’s jazz!»
(The Legend of 1900)

Ανάμεσα στους χιλιάδες θαυμαστές του ήταν και ο Τζιάνι Ανιέλι, που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει από την εποχή που αγωνιζόταν στη Τζένοα. Η δεύτερη προσπάθεια του έγινε το καλοκαίρι του 1967. Ο Μερόνι είχε ήδη κλείσει τρία χρόνια στην πόλη και είχε πείσει τους πάντες για την αξία του. Σε μια από τις πιο γνωστές παραστάσεις του είχε οδηγήσει την Τορίνο με ένα υπέροχο γκολ, σε ένα σπουδαίο διπλό μέσα στο Σαν Σίρο επί της παντοδύναμης τότε Ίντερ, που είχε να χάσει εντός έδρας τρία ολόκληρα χρόνια! «Λένε ότι είμαι λίγο τρελός. Γι’αυτό υποθέτω πετυχαίνω και τέτοια γκολ. Κάνω τρελά πράγματα για να προκαλέσω τους αντιπάλους μου και να ξεσηκώσω το κοινό» δήλωσε μετά από εκείνο το ματς.

Το περιεχόμενο της πρότασης της Γιουβέντους δεν έγινε ποτέ επίσημα γνωστό. Οι δημοσιογράφοι μιλούσαν όμως για ένα ποσό που ξεπερνούσε τα 750 εκατομμύρια! Ο Ανιέλι στηριζόταν στο γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση της Τορίνο δεν ήταν καθόλου καλή. Οι αντιδράσεις όμως ήταν άμεσες και πολλές. Με το που ακούστηκε η πρώτη φήμη, οι οπαδοί της Τορίνο βγήκαν στους δρόμους ενώ τα τηλέφωνα στα γραφεία του συλλόγου δεν σταμάτησαν να χτυπάνε. Το μήνυμα τους ήταν απλό: «Μην τολμήσετε να δώσετε τον Μερόνι στη Γιουβέντους». Η κατάσταση είχε ξεφύγει τόσο που αρκετοί οπαδοί της Τορίνο που εργαζόταν στη FIAT του Ανιέλι, απείλησαν τους εργοδότες τους ότι θα κατέβαιναν σε απεργία αν προχωρούσε η μεταγραφή. Υπό την πίεση του κόσμου, οι δυο ομάδες έκαναν πίσω κι έτσι η νέα σεζόν ξεκίνησε με τον Μερόνι να φοράει ξανά τη φανέλα της Τορίνο. Όπως αποδείχτηκε αυτή θα ήταν και η τελευταία του.

Στις 15 Οκτωβρίου 1967 και λίγη ώρα μετά το τέλος του αγώνα με τη Σαμπντόρια, ο Τζίτζι Μερόνι δέχτηκε την πρόσκληση του συμπαίκτη του Φαμπρίτσιο Πολέτι να πάνε για ένα ποτό. Διασχίζοντας έναν κεντρικό δρόμο του Τορίνο στάθηκαν για λίγο στη μέση, περιμένοντας ένα κενό που θα τους επέτρεπε να περάσουν. Όταν ένα αμάξι από την απέναντι λωρίδα πέρασε ξυστά από τα πόδια τους, έκαναν ασυναίσθητα ένα βήμα προς τα πίσω για να το αποφύγουν. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή όμως από την αντίθετη πλευρά ερχόταν ένα 124 Fiat Coupe. Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά που ο οδηγός του δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η πρόσκρουση με το σώμα του Μερόνι δεν ήταν πολύ δυνατή αλλά ήταν αρκετή για να τον πετάξει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Εκεί τον πέτυχε ένα ακόμα διερχόμενο όχημα, που τον έσυρε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά. Λίγη ώρα αργότερα στο νοσοκομείο ανακοινώθηκε ο θάνατος του. Ήταν 24 χρονών.

Όλη η χώρα έπεσε σε πένθος. Η τραγωδία χτυπούσε την ομάδα για δεύτερη φορά, αφού δεν είχαν περάσει ούτε δυο δεκαετίες από τη μέρα που το αεροπλάνο που μετέφερε την «Μεγάλη Τορίνο» συνετρίβη στο λόφο Σουπέργκα. (Μια ακόμα τραγική ειρωνεία: Ο πιλότος του αεροπλάνου λεγόταν Πιερλουίτζι Μερόνι!). Στην κηδεία του παρευρέθηκαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσα τους και αρκετοί οπαδοί της Γιουβέντους. Ο πρόωρος χαμός του συγκλόνισε τόσο τον κόσμο, που λίγους μήνες μετά ένας οπαδός της Τορίνο πήγε στο νεκροταφείο και ξέθαψε το πτώμα του. Όταν συνελήφθη από την αστυνομία, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Μερόνι σκοτώθηκε και ήθελε να το δει με τα μάτια του.

Η ζωή και ο τραγικός θάνατος του Τζίτζι Μερόνι έγιναν αργότερα ποίημα, βιβλίο, θεατρικό έργο, θέμα έκθεσης ζωγραφικής και πρόσφατα και ταινία ενώ στο μνημείο που στήθηκε δίπλα στο σημείο του δυστυχήματος περαστικοί οπαδοί της Τορίνο αφήνουν συχνά λουλούδια.

Ο Ατίλιο Ρομέρο ήταν μόλις 19 χρονών, όταν το Fiat του χτύπησε έναν πεζό που προσπαθούσε να περάσει το δρόμο. Το πρώτο σοκ ήταν μεγάλο αλλά δεν συγκρίνεται με αυτό που βίωσε λίγα λεπτά αργότερα όταν ακινητοποίησε το αμάξι του, έτρεξε να δει σε τι κατάσταση ήταν ο άνθρωπος που μόλις είχε χτυπήσει και συνειδητοποίησε ποιος ήταν. Ο Ρομέρο δεν ήταν απλά φανατικός οπαδός της Τορίνο, που όπως και ο Μερόνι έφευγε από το γήπεδο στο οποίο η ομάδα του μόλις είχε κερδίσει τη Σαμπντόρια. Ήταν και μεγάλος θαυμαστής του δεξιού εξτρέμ της ‘Γκρανάτα’. Λίγους μήνες πριν συμμετείχε στις διαμαρτυρίες για την φημολογούμενη πώληση του, το σπίτι του ήταν μερικά μέτρα μακριά από το σπίτι του Μερόνι, το δωμάτιο του ήταν γεμάτο αφίσες του, το ντύσιμο και το μαλλί του ήταν επηρεασμένα από αυτά του ήρωα του ενώ η λατρεία του ήταν τέτοια που ακόμα και στο αμάξι του υπήρχε μια εικόνα του Ιταλού παίκτη!

«Στην αρχή βίωσα τα πάντα λες και έχουν συμβεί σε κάποιον άλλον. Έβλεπα τη φωτογραφία μου στα πρωτοσέλιδα αλλά ήταν πολύ μεγάλη η τραγωδία για να αποδεχτώ ότι σχετιζόμουν κι εγώ. Με τον καιρό όμως, ο πόνος ήρθε και δυνάμωνε συνεχώς. Έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον 10 χρόνια για να σταματήσω να έχω συνέχεια εφιάλτες. Σήμερα μετά από τόσα χρόνια υποφέρω ακόμα από μια ατέλειωτη μελαγχολία. Άλλωστε μένω ακόμα στο ίδιο σπίτι, 200 μέτρα από το σημείο της τραγωδίας. Σχεδόν κάθε μέρα περνάω από το μνημείο που μου υπενθυμίζει τι συνέβη εκεί. Ένα κόκκινο φανάρι να με είχε πιάσει και όλα θα ήταν διαφορετικά. H αίσθηση της ενοχής νομίζω ότι θα με συντροφεύει μέχρι το τέλος της ζωής μου.» Ο Ρομέρο πήγε μόνος του στο αστυνομικό τμήμα εκείνο το βράδυ αλλά απαλλάχθηκε απ’όλες τις κατηγορίες αφού θεωρήθηκε ότι δεν ήταν δικό του το λάθος.

Οι απίστευτες συμπτώσεις όμως δεν σταμάτησαν σ’εκείνη τη μοιραία συνάντηση του ινδάλματος με τον θαυμαστή του. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2000, ο Ατίλιο Ρομέρο έγινε πρόεδρος της Τορίνο! «Η ζωή μου ήταν πάντα συνυφασμένη με την ιστορία της Τορίνο και στις καλές και στις κακές στιγμές» δήλωσε κάποια στιγμή. Κάποιοι οπαδοί δεν τον συγχώρεσαν ποτέ ενώ έφτασαν να σηκώσουν ακόμα και πανό «Ρομέρο, δολοφόνε». Όπως αποκάλυψε πρόσφατα, έκανε καιρό να βρει το κουράγιο να επιστρέψει στο γήπεδο. Έτσι, το ιστορικό ματς με τη Γιουβέντους το φθινόπωρο του 1967 το άκουσε από το ράδιο.

Το παιχνίδι διεξήχθη λίγες μόλις μέρες μετά την κηδεία. Ο Γαλλοαργεντινός επιθετικός Νέστορ Κομπέν ήταν o αποδέκτης των περισσότερων ασίστ του Μερόνι και ο καλύτερος φίλος του εκτός γηπέδου, ο άνθρωπος με τον οποίο περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του, όταν δεν ζωγράφιζε ή δεν ήταν με την Κριστιάνα. Συνήθως έπιναν μπύρες και έπαιζαν μπιλιάρδο μετά τα παιχνίδια, παρέα με απλούς οπαδούς της Τορίνο. Το μοιραίο βράδυ ήταν να πάει μαζί του για ποτό αλλά τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη γιατί ένιωθε κουρασμένος από το παιχνίδι που είχε προηγηθεί. Λίγη ώρα μετά, τον ενημέρωσαν πως ο φίλος του ήταν νεκρός.

Ο Κομπέν κατέρρευσε. Ανέβασε πυρετό, το στομάχι του έγινε κόμπος και για αρκετές μέρες δεν έτρωγε τίποτα και δεν κοιμόταν καθόλου. Όταν έμαθε ότι το ντέρμπι με τη Γιουβέντους θα διεξαχθεί κανονικά αρνήθηκε να λάβει μέρος. Λίγο πριν τη σέντρα όμως άλλαξε γνώμη. Αν και φανερά επηρεασμένος από την ασθένεια του και τις μέρες που πέρασε κλινήρης, έκανε το ματς της ζωής του, σκοράροντας 3 φορές μέχρι το 60′! Ο θρίαμβος της Τορίνο ολοκληρώθηκε εξίσου συμβολικά στο 67ο λεπτό, όταν ο νεαρός Αλμπέρτο Καρέλι πέτυχε το τελικό 0-4, φορώντας τη φανέλα του Μερόνι με το νούμερο 7. Εκείνο ήταν το πρώτο γκολ του Καρέλι με τη φανέλα της Τορίνο. Οι πιο ρομαντικοί οπαδοί της πιστεύουν ότι το γκολ το έβαλε η φανέλα και όχι ο παίκτης.

Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει από τότε και η Τορίνο δεν έχει κερδίσει ξανά την μεγάλη αντίπαλο της με τόσο ευρύ σκορ. Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει και η Τορίνο δεν έχει βρει ξανά ένα ταλέντο σαν αυτό του Τζίτζι Μερόνι, του παίκτη που μπορούσε να ντριπλάρει τους πάντες. Εκτός από εκείνο το καταραμένο Fiat που οδηγούσε ένας από τους μεγαλύτερους θαυμαστές του.

Ο ποδοσφαιριστής που αντιστάθηκε σ’έναν δικτάτορα

  [8 Σχόλια]

Η αίθουσα δεξιώσεων του Κέντρου Πολιτισμού ‘Γκαμπριέλα Μιστράλ’ στο Σαντιάγκο είναι γεμάτη. Στη μια πλευρά της είναι παρατεταγμένοι οι ποδοσφαιριστές της εθνικής ομάδας της Χιλής, που τις επόμενες ημέρες θα πετάξουν για τη Γερμανία, όπου θα λάβουν μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Κάποια στιγμή η πόρτα ανοίγει και στην αίθουσα εισέρχεται, συνοδευόμενους από αρκετούς παρατρεχάμενους, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ. Στη θέα του δικτάτορα στα πρόσωπα όλων των παρευρισκόμενων σχηματίζεται στιγμιαία ένα ψεύτικο χαμόγελο. Κανένας, άλλωστε, δεν θέλει να ρισκάρει τη ζωή του.

(Ο Αουγκούστο Πινοσέτ έχει καταλάβει την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα από τις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Από την επόμενη κιόλας ημέρα χιλιάδες Χιλιανοί «αντιφρονούντες» συλλαμβάνονται ή εξορίζονται. Οι περισσότεροι εξ αυτών βασανίζονται για μεγάλο διάστημα. Πολλοί αφήνουν την τελευταία τους πνοή στα κρατητήρια ή στα κέντρα κράτησης. Με τις φυλακές ασφυκτικά γεμάτες, η Χούντα μετατρέπει σε χώρο κράτησης και βασανιστηρίων αρκετά από τα γήπεδα της χώρας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν για πάντα, χωρίς να μάθουν ποτέ οι συγγενείς τους τι απέγιναν. Αρκετά χρόνια μετά οι εξεταστικές επιτροπές αποκάλυψαν πως ο αριθμός των νεκρών και των αγνοουμένων ξεπερνάει τις 40.000! Ανάμεσα σ’αυτούς που υποφέρουν βρίσκονται συγγενείς ποδοσφαιριστών της εθνικής ομάδας, πρώην παίκτες που είχαν αριστερές πεποιθήσεις και ο γιατρός της εθνικής, που φυλακίστηκε και βασανίστηκε για περισσότερους από 11 μήνες.)

Ο Πινοσέτ κατευθύνεται αμέσως προς την πλευρά των μεγάλων πρωταγωνιστών της βραδιάς, δηλαδή των παικτών που έχουν οδηγήσει τη χώρα στο Μουντιάλ (έστω και μετά από έναν κωμικοτραγικό αγώνα μπαράζ που κανένας τους δεν θέλει να θυμάται). Ο δικτάτορας στέκεται για λίγο μπροστά από κάθε παίκτη, ανταλλάσσει μαζί του μια χειραψία και του εύχεται καλή επιτυχία στη διοργάνωση. Αφού έχει προχωρήσει αρκετά στη σειρά, βρίσκεται μπροστά σ’έναν βραχύσωμο, σγουρομάλλη, μελαχρινό τύπο με πυκνό μουστάκι. Ο Πινοσέτ χαμογελάει και ετοιμάζεται να σηκώσει ασυναίσθητα το χέρι του για την καθιερωμένη χειραψία. Τότε με έκπληξη συνειδητοποιεί ότι ο παίκτης που βρίσκεται μπροστά του δεν φαίνεται διατεθειμένος να μιμηθεί την κίνηση του.

Ο 24χρονος Κάρλος Καζέλι νιώθει το φόβο να κυριεύει το σώμα του. Τον νιώθει από την πρώτη στιγμή που είδε τον δικτάτορα να μπαίνει στην αίθουσα. Παρ’όλα αυτά, καταφέρνει να βρει τρόπο να παραμείνει ψύχραιμος και απαθής. Όταν τελικά ο στρατηγός στέκεται μπροστά του, ο Καζέλι είναι πλέον αποφασισμένος. Δεν γίνεται να παίξει το παιχνίδι της Χούντας. Δεν γίνεται να παίξει θέατρο έχοντας μπροστά του τον άνθρωπο που ανέτρεψε την εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Δεν γίνεται να το κάνει αυτό, όταν οι απόψεις, η κοσμοθεωρία και τα ιδανικά του είναι τελείως διαφορετικά από αυτά του στρατηγού.

(Ο Κάρλος Καζέλι είναι παιδί μιας οικογένειας εργατών, που μεγάλωσε σε ένα πολιτικοποιημένο περιβάλλον και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές, έχει ξεκάθαρη πολιτική άποψη και θέση, στηρίζοντας την αριστερά, και έχει εκφραστεί δημόσια τα προηγούμενα χρόνια υπέρ της παράταξης του Αλιέντε. Ταυτόχρονα η επιθυμία του να συνεισφέρει στα κοινά επεκτείνεται και στο ποδόσφαιρο, εκεί όπου παλεύει για περισσότερα δικαιώματα στους παίκτες. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής φτάνει ακόμα και στο σημείο να ακυρώσει μια συμφωνία 130.000 δολαρίων για τη μεταγραφή του στη Σάντος, επειδή η ομάδα του, η Κόλο-Κόλο, συμφώνησε χωρίς να τον ρωτήσει πρώτα.)

Τα χέρια του μένουν ‘δεμένα’ πίσω από την πλάτη του. Για λίγα δευτερόλεπτα οι δυο τους στέκονται ακίνητοι με μέτωπο ο ένας στον άλλον. Ο Πινοσέτ καταλαβαίνει τι συμβαίνει και αμέσως προχωράει στον επόμενο παίκτη, για να μην δώσει αξία και προβολή σ’αυτό το πρωτοφανές γεγονός που μόλις έχει διαδραματιστεί. Δυστυχώς γι’αυτόν, ένας αφελής δημοσιογράφος της ‘La Segunda’ καταγράφει στην ανταπόκριση του την πράξη του Καζέλι, θέλοντας να τον στιγματίσει στα μάτια του λαού και να κερδίσει έτσι την εύνοια του καθεστώτος. Το αποτέλεσμα είναι φυσικά το ακριβώς αντίθετο. Ο δημοσιογράφος απολύεται άμεσα και η κίνηση του Καζέλι να μην χαιρετήσει τον δικτάτορα μένει στο μυαλό των Χιλιανών ως μια από τις πρώτες μορφές αντίδρασης και αντίστασης κατά του δικτάτορα.

Ο Αουγκούστο Πινοσέτ δεν είναι άνθρωπος που αποδέχεται εύκολα τις διαφορετικές απόψεις. Ο Καζέλι μπορεί να βρίσκεται στο απυρόβλητο λόγω της φήμης του (πρόκειται άλλωστε για έναν από τους καλύτερους επιθετικούς της χώρας, που έχει οδηγήσει την Κόλο-Κόλο σε δυο πρωταθλήματα και στον τελικό του Λιμπερταδόρες – η πρώτη ομάδα από τη Χιλή που το κατάφερνε αυτό – λίγους μήνες πριν) και του γεγονότος ότι εκείνη την εποχή αγωνίζεται στην Ισπανία, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για τους δικούς του ανθρώπους. Το διάστημα που βρίσκεται στη Γερμανία για το Μουντιάλ, ένα αμάξι σταματάει μπροστά στο σπίτι των γονιών του. Λίγες ώρες μετά οι γείτονες ανακαλύπτουν ότι η μητέρα του έχει εξαφανιστεί. Όταν επιστρέφει στο σπίτι της δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της και το σώμα της είναι γεμάτο πληγές, εγκαύματα και μελανιές. Για αρκετό καιρό η ίδια αρνείται να περιγράψει όλα όσα πέρασε, ενώ ο γιος της μαθαίνει για την απαγωγή πολλές ημέρες μετά και αφού έχει ολοκληρωθεί το Μουντιάλ.

Η εκδίκηση του Πινοσέτ δεν σταματάει εκεί. Με εντολή του δικτάτορα ο Καζέλι μένει εκτός εθνικής στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, μια σοκαριστική απόφαση που ο επιθετικός της Χιλής την μαθαίνει τελευταία στιγμή κι ενώ βρίσκεται στο αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, έτοιμος να πάρει το αεροπλάνο για να ενσωματωθεί στην εθνική ομάδα. Χωρίς τον μεγάλο της σκόρερ η ‘La Roja’ μένει εκτός Μουντιάλ αλλά κανένας στην ομοσπονδία δεν τολμάει να εκφράσει την δυσαρέσκεια του για την επιλογή των ανώτερων.

Το 1978 τελικά, και μετά από ένα επιτυχημένο πέρασμα από την Λεβάντε και την Εσπανιόλ (σε μια εποχή που ελάχιστοι Λατινοαμερικάνοι δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ευρώπη), o Καζέλι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της αγαπημένης του Κόλο-Κόλο, που έχει μείνει άτιτλη από τότε που τον έχασε, και επιστρέφει στην πατρίδα του για να τη βοηθήσει. Με τον «βασιλιά του τετραγωνικού μέτρου», όπως ήταν το παρατσούκλι του λόγω της τρομερής ικανότητας του να ξεμαρκάρεται και να εκτελεί μέσα στη μεγάλη περιοχή, στη σύνθεση της, η Κόλο-Κόλο επιστρέφει άμεσα στην κορυφή της Χιλής και τα επόμενα χρόνια κερδίζει 3 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα!

Οι επιτυχίες του με την Κόλο-Κόλο αναγκάζουν το καθεστώς να υποχωρήσει στο θέμα της κλήσης του και με τον Καζέλι σε τρομερή φόρμα (αναδείχθηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης) η Χιλή φτάνει ως τον τελικό του Κόπα Αμέρικα το 1979 και προκρίνεται για το Μουντιάλ του 1982. Στα 32 του είναι πλέον θρύλος στη χώρα και αυτό του επιτρέπει να μένει πιστός στις ιδέες και τις θέσεις του, μπροστά στον Πινοσέτ.

Σε μια νέα συνάντηση τους, το 1985, ο δικτάτορας σχολιάζει το ντύσιμο του Καζέλι λέγοντας: «Βλέπω ότι δεν αποχωρίζεσαι ποτέ την κόκκινη γραβάτα σου». Ο Καζέλι χωρίς ίχνος φόβου του απαντάει «Τη φοράω πάντα και την έχω κοντά στην καρδιά». Ο Πινοσέτ κλείνει την κουβέντα με την προειδοποίηση πως μια μέρα θα του την κόψει αυτή τη γραβάτα. (Ο μύθος λέει ότι ο Καζέλι απάντησε ξανά, λέγοντας «Ακόμα κι αν το κάνεις, η καρδιά μου θα παραμείνει κόκκινη», αλλά αυτό ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε.)

Λίγους μήνες μετά ο Καζέλι θα προσθέσει στο ενεργητικό του άλλη μια άτυπη νίκη κατά της δικτατορίας. Στις 12 Οκτωβρίου 1985 η Κόλο-Κόλο θα τιμήσει τον μεγάλο σκόρερ της, που αποχωρεί από την ομάδα έχοντας παίξει περισσότερα από 350 παιχνίδια και έχοντας σκοράρει πάνω από 200 φορές, με ένα φιλικό απέναντι σε επίλεκτους από όλη τη Ν. Αμερική. Το φιλικό διεξάγεται στο Εθνικό Στάδιο, οι κερκίδες είναι κατάμεστες και ο αγώνας περνάει σε δεύτερη μοίρα αφού αποκτάει γρήγορα μια πολιτική διάσταση. Το καθεστώς βέβαια απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση, με αποτέλεσμα να μη δει ποτέ η χώρα τα πανό κατά της δικτατορίας που σηκώνονται στις κερκίδες, ούτε το ξύλο που πέφτει μεταξύ της αστυνομίας και των φιλάθλων που τα κρατάνε. Ένας ραδιοφωνικός σταθμός όμως τολμάει να καλύψει ραδιοφωνικά τον αγώνα και έτσι στα σπίτια των Χιλιανών μπαίνει για πρώτη φορά μετά από 12 χρόνια σκληρής δικτατορίας η κραυγή χιλιάδων ανθρώπων που φωνάζουν με πάθος: «Ναι, θα πέσει! Ναι, θα πέσει!»

Ο Καζέλι όμως ξέρει ότι δεν αρκεί αυτό για να επιστρέψει η δημοκρατία στη χώρα. Τρία χρόνια αργότερα, και μετά από έντονες διεθνές πιέσεις, ο Πινοσέτ δέχεται να γίνει δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα της 5ης Οκτωβρίου 1988 δίνει στους Χιλιανούς τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στον τερματισμό ή την ανανέωση της διακυβέρνησης από τον δικτάτορα για άλλη μία οκταετία. Οι δυο πλευρές (το «ΝΑΙ» και το «ΟΧΙ») έχουν στη διάθεση τους κάθε μέρα 15 λεπτά για να προβάλουν τα τηλεοπτικά τους σποτ που στηρίζουν τη θέση τους (αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα μπορεί να δει την πολύ καλή ταινία του Πάμπλο Λαρέν ‘No’). Το καθεστώς θεωρεί σίγουρη τη νίκη του και τα πρώτα γκάλοπ επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.

Μέχρι που ένα βράδυ στο τηλεοπτικό σποτ του «ΟΧΙ» εμφανίζεται μια ηλικιωμένη κυρία με άσπρο πουκάμισο, η οποία δηλώνει: «Μια μέρα έπεσα θύμα απαγωγής έξω από το σπίτι μου. Μου έδεσαν τα μάτια και με πήγαν σ’ένα άγνωστο μέρος, όπου βασανίστηκα για ώρες. Δέχτηκα τόσα χτυπήματα που δεν θέλω να τα θυμάμαι, από σεβασμό στα παιδιά μου, στην οικογένεια μου αλλά και στον εαυτό μου. Μπορώ να ξεχάσω τον σωματικό πόνο που ένιωσα αλλά υπάρχουν άλλες πληγές που δεν θα ξεχαστούν ποτέ». Όσο μιλάει, από κάτω αναγράφεται το όνομα της: Όλγα Γαρίδο.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά το τηλεοπτικό κάδρο ανοίγει και αποκαλύπτεται ότι δίπλα της κάθεται ένας μεσήλικας σγουρομάλλης με μουστάκι, μια γνωστή φιγούρα που όλοι οι Χιλιανοί αναγνωρίζουν. Ο Καζέλι κοιτάει την κάμερα και κρατώντας το χέρι της κυρίας δηλώνει: «Γι’αυτό ακριβώς ψηφίζω ΟΧΙ. Γιατί η χαρά σου, είναι και δικιά μου χαρά. Γιατί τα συναισθήματα σου, είναι και δικά μου συναισθήματα. Γιατί αύριο μπορούμε να ζήσουμε σε μια δημοκρατία που θα μας παρέχει ελευθερία, υγεία και στήριξη. Γιατί αυτή η υπέροχη κυρία είναι η μητέρα μου».

Δεκαπέντε χρόνια μετά από την απαγωγή, οι Χιλιανοί μαθαίνουν ότι η μητέρα του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού ήρωα της χώρας ήταν ανάμεσα στα θύματα της δικτατορίας. Το συγκεκριμένο σποτ αποδεικνύεται ένα από τα πιο πετυχημένα της καμπάνιας. H εξομολόγηση της κυρίας Γαρίδο δίπλα στον διάσημο γιο της δίνουν στο κίνημα του «ΟΧΙ» την ώθηση που χρειαζόταν για να κάνει την ανατροπή. Το «ΟΧΙ» παίρνει 56% και το αποτέλεσμα αυτό σηματοδοτεί το τέλος της δικτατορίας.

Ο Κάρλος Καζέλι είναι για τους στατιστικολόγους ο 5ος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής Χιλής και ο 1ος σκόρερ στην ιστορία της Κόλο-Κόλο αλλά για τους περισσότερους Χιλιανούς που έζησαν εκείνη τη σκληρή εποχή του φόβου και της ανελευθερίας θα είναι για πάντα ο παίκτης που αρνήθηκε να δώσει το χέρι του σε έναν δικτάτορα και αυτός που συνέβαλλε με όποιο τρόπο μπορούσε στην πτώση του. Κι αυτή η συλλογική ανάμνηση είναι ένα επίτευγμα πολύ πιο μεγάλο και σημαντικό από οποιαδήποτε επιτυχία εντός των τεσσάρων γραμμών.

Ένας πρόεδρος διαφορετικός από τους άλλους

  [1 Σχόλιο]

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018. Οι δρόμοι γύρω από το ‘Wolfgang-Steubing-Halle’ στη Φρανκφούρτη είναι γεμάτοι κόσμο. Μέσα στην αίθουσα επικρατεί το αδιαχώρητο. Αυτή δεν είναι η πρώτη γενική συνέλευση στην σύγχρονη ιστορία της Άιντραχτ αλλά είναι η πρώτη που συγκεντρώνει τόσους πολλούς ανθρώπους. Αυτή τη φορά εκτός από τους εκατοντάδες οπαδούς-μέλη, υπάρχουν και δεκάδες δημοσιογράφοι απ’όλη τη χώρα που ενδιαφέρονται να καλύψουν τη διαδικασία. Ο λόγος είναι πολύ απλός και ακούει στο όνομα “Πίτερ Φίσερ”.

Ένα μήνα πριν, ο πρόεδρος της Άιντραχτ Φρανκφούρτης είχε δώσει μια συνέντευξη σε μια τοπική εφημερίδα. Εκεί, και σε πλήρη αντίθεση με σχεδόν όλους τους υπόλοιπους προέδρους που αποφεύγουν να μιλάνε για τέτοια θέματα, ο Φίσερ επέλεξε να πάρει θέση σ’ένα από τα πιο καυτά ζητήματα της εποχής: την άνοδο της ακροδεξιάς: “Αν κάποιος ψηφίζει το ΑfD (δηλαδή το ακροδεξιό κόμμα ‘Εναλλακτική για τη Γερμανία’) δεν μπορεί να είναι και μέλος της Άιντραχτ. Σαν ένα από τα μεγάλα κλαμπ της Γερμανίας οφείλουμε να πάρουμε μια ξεκάθαρη θέση, γιατί υπάρχουν πολύ πιο σημαντικά πράγματα απ’το αν θα περάσει η μπάλα τη γραμμή. Γι’αυτό λέω ότι όποιος ψηφίζει αυτό το κόμμα, το οποίο προωθεί ρατσιστικές και απάνθρωπες απόψεις, δεν γίνεται να είναι μέλος μιας ομάδας με τις δικές μας αρχές”.

Οι δηλώσεις του Φίσερ ξεσήκωσαν αντιδράσεις και αποτέλεσαν αφορμή για να ξεκινήσει ξανά η κουβέντα για τη θέση του ποδοσφαίρου σε σχέση με την πολιτική και την κοινωνία. Στο γραμματοκιβώτιο και το τηλέφωνο του Φίσερ άρχισαν να καταφτάνουν αρκετές απειλές από υποστηρικτές του AfD: “Με αποκαλούν εβραϊκό γουρούνι και μου λένε τι θα μου κάνουν. Θα με κάψουν, θα με σκοτώσουν, θα με κρεμάσουν”.

(Άνοιγμα παρένθεσης)

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Πίτερ Φίσερ βρίσκεται στην επικαιρότητα. Ο πρόεδρος της Άιντραχτ είναι μια από τις πιο διάσημες φιγούρες της περιοχής της Φρανκφούρτης και προκαλεί πολλές φορές με το ντύσιμο του ή με τις διαφημίσεις κάποιων εκ των επιχειρήσεων του (είναι ιδιοκτήτης μιας διαφημιστικής, μιας ντίσκο και αρκετών κλαμπ). Πολυπράγμων, ιδιαίτερα κοινωνικός και με χαρακτηριστική άνεση μπροστά στις κάμερες, ο Φίσερ φαίνεται σαν να είναι ένας ακόμα κλασικός πρόεδρος που προήλθε από την ελίτ των φίλων της Άιντραχτ. Η ιστορία του όμως είναι αρκετά διαφορετική.

Παιδί μια φτωχής οικογένειας που ζούσε σε μια φάρμα στο Λιχ, ο Φίσερ μεγάλωσε ουσιαστικά στο πέταλο της Άιντραχτ, στο οποίο μπήκε για πρώτη φορά κρυφά το 1969, χωρίς εισιτήριο, μαζί με μερικά ακόμα πιτσιρίκια που δεν είχαν να πληρώσουν το αντίτιμο. Τα επόμενα χρόνια όλα του τα χαρτζιλίκια γινόταν εισιτήρια διαρκείας και κάπως έτσι ο Φίσερ δέθηκε οριστικά με την Άιντραχτ. Με τον καιρό η ορθοστασία στο πέταλο (καθώς και οι διάφοροι τσαμπουκάδες με οπαδούς άλλων ομάδων) έδωσε τη θέση της στην πιο άνετη παρακολούθηση από τις κεντρικές κερκίδες. “Όσο περισσότερα μαλλιά χάνεις, τόσο προχωράς στο γήπεδο από το πέταλο προς τις καλές θέσεις” δήλωσε χαρακτηριστικά σε μια συνέντευξη του πριν λίγα χρόνια.

Οι αναμνήσεις από το πέταλο των φανατικών όμως, δεν έφυγαν ποτέ. Εκεί άλλωστε συνάντησε για πρώτη φορά τη γυναίκα του, εκεί ονειρευόταν για πολλά χρόνια πως κάτι αναπάντεχο συμβαίνει στον αγωνιστικό χώρο και καλείται αυτός για να σώσει την κατάσταση: “Το όνειρο μου ήταν πάντα το ίδιο. Ο προπονητής ξεμένει από παίκτες στον πάγκο, ο εκφωνητής του γηπέδου ανακοινώνει ότι η ομάδα χρειάζεται τον οπαδό που κάθεται στην κερκίδα 14, σειρά 27, θέση 17, τότε εγώ μπαίνω μέσα, αλλάζω στα γρήγορα και πετυχαίνω με κεφαλιά το κρίσιμο γκολ στο τελευταίο λεπτό”.

Με ύψος 2,01 μέτρα φυσικά ο Φίσερ δεν είχε καμία ελπίδα στο ποδόσφαιρο αλλά η μοίρα το έφερε έτσι που το 2000 οι άνθρωποι της ομάδας του ζήτησαν να μπει πρόεδρος. Ο Φίσερ ξαφνιάστηκε (“θεωρούσα πιο πιθανό να κερδίσω κάποτε χρυσό μετάλλιο στην ενόργανη, παρά να γίνω πρόεδρος της Άιντραχτ”) αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί. Η αγαπημένη του ομάδα βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση, τα οικονομικά δεν ήταν καλά και τα μέλη ήταν όλα κι όλα 5000.

18 χρόνια αργότερα ο Πίτερ Φίσερ είναι ακόμα στην ίδια θέση, η Άιντραχτ έχει βελτιωθεί αισθητά στον τομέα της οργάνωσης, έχει παίξει στην Ευρώπη, έχει κερδίσει το πρώτο της τρόπαιο από το 1988 (το περσινό κύπελλο απέναντι στη Μπάγερν) και τα μέλη της έχουν ξεπεράσει πλέον τα 60.000! Στη διάρκεια της περιόδου αυτής ο Φίσερ επανεκλέγεται με ποσοστά που θυμίζουν Βόρεια Κορέα, ενώ αρκετές φορές δεν βρίσκεται καν αντίπαλος για να τον κοντράρει.

Παρά το νέο πόστο του πάντως, ο ίδιος δεν ξεχνάει από που προέρχεται. Οι οπαδοί της Άιντραχτ τον λατρεύουν και τον θεωρούν “δικό τους παιδί”, ξέροντας πως έχει πάντα τα αυτιά του ανοιχτά για παρατηρήσεις και προτάσεις από τους απλούς οπαδούς. Και δεν αρκείται σ’αυτό. Όταν το 2013 οι εκδρομείς της Άιντραχτ ξέμειναν αργά μέσα στη νύχτα στο αεροδρόμιο στο Αζερμπαϊτζάν για ώρες, μετά από έναν αγώνα με την Καραμπάγ, ο πρόεδρος αγόρασε μερικές εκατοντάδες μπουκάλια κονιάκ και τους τα μοίρασε, θέλοντας να κάνει λίγο πιο ευχάριστη την παραμονή τους στην αίθουσα αναμονής.

(Κλείσιμο παρένθεσης)

Όταν ο Πίτερ Φίσερ ανεβαίνει στο βήμα στη γενική συνέλευση του συλλόγου, στην αίθουσα επικρατεί απόλυτη ησυχία. Μετά τις αντιδράσεις που ακολούθησαν από τους υποστηρικτές αλλά και τους εκπρόσωπους του AfD, όλοι περιμένουν με αγωνία αν θα ανακαλέσει τις δηλώσεις του, επιλέγοντας να γίνει πιο διπλωματικός. Ο Πίτερ Φίσερ όμως δεν είναι από αυτούς τους προέδρους.

“Δεν παίρνω πίσω τίποτα απ’όσα είπα. Η Άιντραχτ έχει μέλη όλων των ειδών. Είμαστε ανοιχτοί στους ανθρώπους όλων των εθνών, των θρησκειών και των σεξουαλικών προσανατολισμών. Αυτή η ποικιλομορφία και η διεθνής διάσταση κάνουν την ομάδα αυτό που είναι. Η Άιντραχτ δεν γίνεται να μην πάρει θέση. Ο σύλλογος μας είναι ουδέτερος πολιτικά αλλά αυτό ισχύει μόνο για τα κόμματα με δημοκρατικά ιδεώδη, που έχουν αξίες που συμβαδίζουν με τις δικές μας. Και το AfD δεν ανήκει σ’αυτά, όπως αποδεικνύεται από τις τοποθετήσεις των εκπροσώπων του.

Είναι καθήκον του προέδρου να πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι στον ρατσισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η Φρανκφούρτη είναι μια ανοιχτή πόλη για όλους. Αυτά που λέω δεν είναι κάποια τρελή άποψη. Οι αξίες μας είναι καταγεγραμμένες στο καταστατικό μας. Πρέπει να υπερασπιστούμε αυτές τις αξίες, πρέπει να σταθούμε απέναντι σε κάθε διάκριση ή κρούσμα ξενοφοβίας και ρατσισμού. Κανένας δεν υποχρεώνει κανέναν να γίνει μέλος μας. Αλλά δεν γίνεται να είσαι μέλος και ταυτόχρονα να ψηφίζεις υπέρ της ακροδεξιάς”.

Ο Φίσερ βρίσκεται στο βήμα για σχεδόν μια ώρα. Όταν η ομιλία του φτάνει στο τέλος της, όλη η αίθουσα σηκώνεται όρθια και τον χειροκροτάει για αρκετά λεπτά. Η απάντηση των 700 παρευρισκόμενων οπαδών είναι αποστομωτική. Όσες αμφιβολίες υπήρχαν για τη στάση του κόσμου της ομάδας, διαγράφονται σε δευτερόλεπτα. Λίγη ώρα αργότερα ακολουθεί η καθιερωμένη ψηφοφορία. Ο Πίτερ Φίσερ έχει και επίσημα τη στήριξη του 99% των οπαδών-μελών της ομάδας και ετοιμάζεται για την 7η συνεχόμενη θητεία του στην προεδρική καρέκλα! Σε μια εποχή που η ακροδεξιά προελαύνει σε πολλές χώρες (ανάμεσα τους και η Γερμανία), η Άιντραχτ και ο πρόεδρος της ορθώνουν το ανάστημα τους, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα ακολουθήσουν κι άλλοι. Όπως τονίζει ο Φίσερ: “Υπάρχουν χιλιάδες άλλοι σύλλογοι που στο καταστατικό τους έχουν παρόμοιες αξίες με τις δικές μας. Που είναι; Γιατί δεν παίρνουν θέση;”

Σήμερα το βράδυ στην Κύπρο, η Άιντραχτ αντιμετωπίζει τον Απόλλων Λεμεσού στα πλαίσια της 4ης αγωνιστικής του Europa League. Η ομάδα του Πίτερ Φίσερ μπορεί να μην ξεκίνησε καλά τη φετινή σεζόν, επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από την καλοκαιρινή αποχώρηση του Νίκο Κόβατς, αλλά κατάφερε γρήγορα να ορθοποδήσει και να βρει τη φόρμα της (έχει σκαρφαλώσει στην 5η θέση στη Μπουντεσλίγκα και μετράει 7 ματς χωρίς ήττα σε Γερμανία και Ευρώπη, στα οποία έχει σκοράρει 23 φορές !).

Με μια νέα νίκη απέναντι στον Απόλλωνα θα κάνει το 4/4 στον όμιλο της και θα εξασφαλίσει από τώρα την πρόκριση στα νοκ άουτ. Η πιθανότητα παρουσίας της σ’έναν ακόμα ευρωπαϊκό τελικό είναι για την ώρα πάρα πολύ μικρή αλλά σίγουρα περνάει από το μυαλό του πάντα αισιόδοξου Πίτερ Φίσερ. Την προηγούμενη φορά που το κατάφερε πάντως (το 1980, όταν και κατέκτησε το ΟΥΕΦΑ νικώντας την Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ) ο Φίσερ ήταν ακόμα πιτσιρικάς, είχε μακριά ξανθά μαλλιά και παρακολουθούσε τα ματς όρθιος από το πέταλο, ελπίζοντας πως κάποια μέρα ο εκφωνητής του γηπέδου θα τον φωνάξει για να μπει εσπευσμένα στον αγώνα και να πετύχει το νικητήριο γκολ.

Nations League: Η απάντηση της Ευρώπης στην Λ. Αμερική

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Γκάρεθ Σάουθγκειτ τοποθέτησε προσεκτικά τις σημειώσεις του πάνω στο γραφείο, τσέκαρε για μια ακόμα φορά τα σκονάκια του και ζήτησε από τους βοηθούς του να σταθούν δίπλα του για να τον βοηθήσουν σε περίπτωση που κολλήσει κάποια στιγμή. Στη συνέχεια πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα και είπε: “Λοιπόν, θα προσπαθήσω να σας το εξηγήσω όσο πιο απλά γίνεται”.

Μερικά λεπτά ανάλυσης αργότερα σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε προσεκτικά την αίθουσα και κατάλαβε τη ματαιότητα του εγχειρήματος. Κάποιοι παίκτες της εθνικής Αγγλίας είχαν το βλέμμα μαθητή που κάποιος προσπαθεί να τους δείξει πως λύνονται τα διπλά ολοκληρώματα ενώ αυτοί ακόμα δεν έχουν καταλάβει πλήρως τη διαίρεση. Κάποιοι άλλοι είχαν το ύφος άντρα που η σύζυγος του αναλύει τις τεράστιες διαφορές ανάμεσα σε δυο χρώματα που και τα δυο είναι μπλε. Τέλος υπήρχαν κι αυτοί που είχαν το πρόσωπο φαντάρου που κάνει σκοπιά στο φυλάκιο και ενώ τα μάτια του είναι ορθάνοιχτα και εστιασμένα αυστηρά πάνω σου, ξέρεις πολύ καλά ότι από πίσω κρύβεται ένας τύπος που κοιμάται γαλήνια εδώ και τουλάχιστον πέντε λεπτά.

Απογοητευμένος από την εικόνα και με την απόγνωση λογιστή που προσπαθεί να εξηγήσει σε παιδιά νηπιαγωγείου πως πρέπει να συμπληρώσουν τη φορολογική τους δήλωση ο Σάουθγκειτ μάζεψε αργά-αργά όλες τις σημειώσεις του και περιορίστηκε στη σίγουρη επιλογή κάθε προπονητή: “Ξεχάστε τα όλα αυτά, πάμε απλά να κερδίσουμε το επόμενο ματς”.

Λίγο αργότερα ο Χάρι Μαγκουάιρ στήθηκε μπροστά στους δημοσιογράφους και απαντώντας σε σχετική ερώτηση δήλωσε, με ύφος μαθητή που μιλάει στις κάμερες μετά τις πανελλήνιες και ενημερώνει το κοινό ότι τα θέματα ήταν πάρα πολύ δύσκολα για κάποιον σαν κι αυτόν που είχε διαβάσει μόνο τα πολύ SOS: “Δεν ξέρω τι πιστεύετε εσείς αλλά εγώ νομίζω πως είναι αρκετά μπερδεμένο. Ο προπονητής προσπάθησε πάντως να μας το εξηγήσει όσο καλύτερα μπορούσε. Νομίζω πως αυτός το έχει κατανοήσει τώρα αλλά σίγουρα χρειάστηκε να το μελετήσει πολύ. Εμείς πρέπει απλά να πηγαίνουμε σε κάθε ματς ψάχνοντας τη νίκη και θα δούμε στο τέλος που θα μας βγάλει.”

Όπως σίγουρα θα έχετε ακούσει, το Nations League μπήκε στη ζωή μας από την Πέμπτη. Επίσημα πρόκειται για μια διοργάνωση της UEFA που έχει ως στόχο να αντικαταστήσει τα ανούσια και αδιάφορα φιλικά παιχνίδια των εθνικών ομάδων που σχεδόν κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν παρακολουθούσε. Ανεπίσημα, είναι ξεκάθαρα η απάντηση της UEFA στη διαχρονική και γραφική παράνοια των διοργανώσεων της CONMEBOL.

Για πολλές δεκαετίες η Ευρώπη ήταν εκείνος ο τύπος που πήγαινε στις συναντήσεις παλιών συμμαθητών με το αψεγάδιαστο κουστούμι του και την οργανωμένη και ιδανική ζωή από πίσω, με την καλή και σταθερή θέση στην τράπεζα, την υπέροχη γυναίκα που δουλεύει ως μεσίτρια και τα δυο αψεγάδιαστα παιδιά που τα λένε Κλεισθένη και Ανδρονίκη. Αν και ικανοποιημένος με την πορεία της καριέρας του, ο τύπος πάντα ζηλεύει κρυφά τον παλιόφιλο που καθόταν μαζί στο τελευταίο θρανίο και τώρα σκάει μύτη με χύμα πουκάμισο, μακρύ μαλλί και σκουλαρίκι, μιλάει για την πληθωρική γκόμενα που έχει στην Αυστραλία, την progressive rock μπάντα που έχει φτιάξει με κάτι Ισλανδούς στη Βοστώνη και τη δουλειά του, που περιλαμβάνει μέσα διαμάντια από το Κονγκό, καραμέλες από το Εκουαδόρ, σφουγγαρίστρες από την Κίνα και έναν κουφό Σέρπα από το Νεπάλ, χωρίς να μπορεί ακόμα και ο ίδιος να εξηγήσει με κάποιο λογικό τρόπο τη σύνδεση όλων των παραπάνω.

Φτάνοντας (επιτέλους) στην ουσία. Το Nations League είναι μια διοργάνωση που με μια πρώτη ματιά μπορεί να σου φανεί λίγο μπερδεμένη. Αν όμως κοιτάξεις πιο προσεκτικά, καταναλώσεις τρεις καφέδες και δυο βότκες και αφιερώσεις πέντε ωρούλες από τη ζωή σου για να την κατανοήσεις πλήρως θα καταλάβεις ότι τελικά είναι αρκετά μπερδεμένη. Η λογική της μπορεί να συνοψιστεί απλοϊκά στο εξής: Οι εθνικές ομάδες αντί να δίνουν φιλικά χωρίς νόημα θα παίζουν με ομάδες παρόμοιας δυναμικότητας έχοντας ως έπαθλο κάποιες εξτρά θέσεις για την επόμενη μεγάλη διοργάνωση, είτε αυτή είναι Euro, είτε Μουντιάλ.

Πως μπορεί να γίνει αυτό; Όλες οι εθνικές της Ευρώπης έχουν χωριστεί σε 4 ‘πρωταθλήματα’ ανάλογα με τη δυναμική τους. Κάθε πρωτάθλημα αποτελείται από 4 γκρουπ, κάποια με 3 ομάδες και κάποια με 4. Σύνολο 16 γκρουπ. Οι ομάδες των γκρουπ θα παίξουν μεταξύ τους μέσα στο επόμενο δίμηνο. Οι νικητές των γκρουπ, δηλαδή 16 ομάδες, θα προχωρήσουμε στην επόμενη φάση, των πλει-οφ, εκεί που την άνοιξη του 2020 θα διεκδικήσουν (μέσω μιας ακόμα πιο μπερδεμένης διαδικασίας που θέλει μπόλικη ανάλυση μελλοντικά) 4 εισιτήρια για το Euro 2020.

Ενδιάμεσα από τη φάση των ομίλων και τα περιβόητα μπερδεμένα πλέι-οφ, θα διεξαχθούν κανονικά τα προκριματικά του Euro, όπως ακριβώς τα έχουμε συνηθίσει. Μέσω της κλασικής διαδικασίας (10 όμιλοι, αγώνες μέσα-έξω, προκρίνονται απ’ευθείας οι δυο πρώτοι) θα προκύψουν οι 20 από τις 24 ομάδες του Euro, αφήνοντας 4 ελεύθερα ‘εισιτήρια’ για τους νικητές των πλει οφ του Nations League.

Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, κάποιοι από τους νικητές των γκρουπ του Nations League (κοινώς οι περισσότερες μεγάλες εθνικές της Ευρώπης) πιθανόν θα έχουν εξασφαλίσει την πρόκριση από τα κλασικά προκριματικά, οπότε στη θέση τους θα προχωρήσουν στα πλέι οφ οι αμέσως επόμενες ομάδες της βαθμολογίας. Εδώ πιθανόν να προκύψουν διάφορα μικρά αλλά και μεγαλύτερα ζητήματα (ανάμεσα τους και η – μικρή – πιθανότητα κάποια ομάδα να έχει συμφέρον να χάσει ένα παιχνίδι των προκριματικών για να προκριθεί απ’ευθείας η αντίπαλος της και να καπαρώσει η ίδια τη θέση της στα πλει οφ της Nations League) τα οποία φυσικά και θα αποφύγουμε να αναλύσουμε τώρα με τέτοια ζέστη.

Εκτός από τη σύνδεση του με τις μεγάλες διοργανώσεις όμως, που – μεταξύ μας – είναι και το κομμάτι που ενδιαφέρει τους περισσότερους, το Nations League παραμένει ένα ξεχωριστό τουρνουά, που σημαίνει ότι θα προσπαθήσει να αναδείξει και νικητή-τροπαιούχο. Αυτός θα προκύψει το επόμενο καλοκαίρι από μια διαδικασία ημιτελικών, στην οποία θα βρεθούν οι νικητές των 4 γκρουπ του πρώτου πρωταθλήματος, εκείνου δηλαδή που φιλοξενεί όλες τις μεγάλες ομάδες της ηπείρου.

Τελειώνοντας, θα υπάρχει κανονικά άνοδος και υποβιβασμός. Ο τελευταίος κάθε γκρουπ θα υποβιβάζεται στο αμέσως επόμενο πρωτάθλημα ενώ ο πρώτος θα ανεβαίνει σκαλοπάτι. Έτσι τα πρωταθλήματα και τα γκρουπ που θα σχηματιστούν στο επόμενο Nations League θα διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από αυτά που έχουμε φέτος. Με τη λογική ότι οι μεγάλες ομάδες θα κερδίσουν την πρόκριση τους από τα κανονικά προκριματικά και αυτόματα θα δώσουν τη θέση τους στα πλέι οφ στον αμέσως επόμενο, καταλαβαίνει κανείς ότι όσο πιο πάνω σκαρφαλώσει μια μικρή ομάδα στο Nations League τόσο πιο πιθανό είναι να βρεθεί στα πλέι οφ και κατ’επέκταση μια ανάσα (ή και περισσότερες) από το όνειρο μιας συμμετοχής σε μεγάλη διοργάνωση.

Η εθνική μας ομάδα έχει τοποθετηθεί φέτος στο 3ο πρωτάθλημα (σαν να λέμε στην 3η κατηγορία), σε ένα γκρουπ μαζί με την Ουγγαρία, τη Φινλανδία και την Εσθονία. H πρεμιέρα της στη διοργάνωση θα γίνει το βράδυ του Σαββάτου, εκτός έδρας απέναντι στην Εσθονία. Ο στόχος της ομάδας του Μίχαελ Σκίμπε είναι ξεκάθαρα η πρώτη θέση που θα της δώσει το δικαίωμα να κυνηγήσει ένα εισιτήριο για το Euro 2020 μέσω και των πλέι οφ, αυξάνοντας έτσι τις ελπίδες της να επιστρέψει σε μια μεγάλη διοργάνωση. Για όσους παίκτες μας (και όχι μόνο) ζορίζονται ακόμα να καταλάβουν το σύστημα διεξαγωγής, υπάρχει πάντα ο απλός και παραδοσιακός στόχος που χρησιμοποιούν και οι Άγγλοι: “Κερδίζουμε όλα τα ματς και στο τέλος βλέπουμε τι έχουμε καταφέρει”.

10 χρόνια Σομπρέρο

  [11 Σχόλια]

Την αδυναμία μας στη φανέλα με το νούμερο 10 την έχουμε καταγράψει παλιότερα:

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Με δεδομένο αυτό, καταλαβαίνετε ότι αυτή είναι μια ξεχωριστή ημέρα για εμάς. Μια τέτοια μέρα το 2008 γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (αν και δυο εκ των ‘ιδρυτών’ είχαν τότε βάση στην Αθήνα) το Σομπρέρο. Σήμερα η σελίδα γιορτάζει τα δέκατα γενέθλια της, φοράει επιτέλους τη φανέλα με το αγαπημένο 10 στην πλάτη και ετοιμάζεται να βγάλει μαγικές κάθετες που θα τρυπήσουν κάθε άμυνα, να ντριπλάρει αντιπάλους με τη χάρη μεγάλων Ρώσων χορευτών, να κουμαντάρει το παιχνίδι σαν μαέστρος της Φιλαρμονικής της Βιέννης και όταν χαθεί η μπάλα να σουλατσάρει στα χορτάρια χαζεύοντας τους υπόλοιπους που μαρκάρουν, γιατί «αν ήθελε ο Θεός να τρέχουμε σαν τους Νταβιντσομακελελέδες, δεν θα μας έδινε τόση φινέτσα».

Επόμενος μεγάλος στόχος μας είναι να φτάσουμε να γιορτάσουμε στο μέλλον τα γενέθλια μας χρησιμοποιώντας σαν εικόνα τον τεράστιο Γιόχαν Κρόιφ. Κι αν καταφέρουμε να το πετύχουμε κι αυτό, μετά ταβάνι μας είναι ο ουρανός. Ή ο Αντρέα Πίρλο.

10 σομπρέρο από ένα μεγάλο 10αρι για τα 10α γενέθλια του Σομπρέρο

Μαρσέλο Μπιέλσα: Ένας τρελός στην Τσάμπιονσιπ

  [Καθόλου σχόλια]

Τρεις περίπου μήνες πριν, ο γενικός διευθυντής της Λιντς, Βίκτορ Όρτα, και ο διευθύνων σύμβουλος της ομάδας, Άνγκους Κίνερ ταξίδεψαν στην Αργεντινή, στο πλαίσιο της αναζήτησης νέου προπονητή. Ο Μαρσέλο Μπιέλσα ήταν ένα από τα ονόματα στη λίστα υποψηφίων που είχαν καταρτίσει. Οι τρεις άνδρες συναντήθηκαν στο Μπουένος Άιρες και μετά από τις τυπικές συστάσεις και χαιρετούρες οι απεσταλμένοι της Λιντς μπήκαν κατ’ευθείαν στο ψητό: “Πόσο καλά γνωρίζεις την Τσάμπιονσιπ;”

Ο Μπιέλσα άνοιξε τον φάκελο με τις σημειώσεις του και άρχισε να αναλύει το πως παρατάχθηκαν και πως τελικά αγωνίστηκαν η Μπόλτον και η Μπάρτον στο μεταξύ τους παιχνίδι την περσινή σεζόν. Πριν προλάβουν οι άνθρωποι της Λιντς να ρωτήσουν κάτι άλλο, ο 63χρονος τεχνικός συνέχισε την ανάλυση του, περιγράφοντας διεξοδικά πως αγωνίστηκαν οι συγκεκριμένες ομάδες σε όλα τα παιχνίδια της Τσάμπιονσιπ! Στη συνέχεια, έβγαλε μερικές ακόμα σημειώσεις και ασχολήθηκε με τις υπόλοιπες ομάδες του πρωταθλήματος, εξετάζοντας κάθε διαφορετική τακτική που χρησιμοποίησαν καθ’όλη τη διάρκεια της χρονιάς και παραθέτοντας αναλυτικά στατιστικά για το πόσο πετυχημένο αποδείχτηκε κάθε φορά ένα σύστημα. Όταν επιτέλους τέλειωσε τον μονόλογο του, οι άνθρωποι της Λιντς απλά κοιτάχτηκαν και, χωρίς να πούνε κουβέντα, συμφώνησαν πως δεν χρειάζεται να δούνε κανέναν άλλο υποψήφιο.

Ο Μαρσέλο Μπιέλσα δεν έχει δουλέψει ποτέ ξανά στην Αγγλία. Αλλά αυτό δεν λέει απολύτως τίποτα. Ο Αργεντινός παρακολουθεί (και αναλύει) ποδοσφαιρικούς αγώνες με ακραίους ρυθμούς. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, από τη στιγμή που οι απεσταλμένοι των Άγγλων επικοινώνησαν μαζί του για να κλείσουν το ραντεβού μέχρι την επόμενη μέρα, όταν και πραγματοποιήθηκε η κρίσιμη συνάντηση, ο Μπιέλσα παρακολούθησε 7 παιχνίδια της περσινής Λιντς. Μέχρι τη μέρα που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στην Αγγλία είχε δει και μελετήσει διεξοδικά όλα τα περσινά της παιχνίδια, ακόμα και τα φιλικά του καλοκαιριού.

Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν “τελειομανή”, κάποιοι άλλοι απλά “τρελό”. Το δεύτερο προτιμήθηκε από την πλειοψηφία και ο Μπιέλσα κυκλοφορεί εδώ και χρόνια στην πιάτσα με αυτό το παρατσούκλι. Η αλήθεια είναι ότι δεν προσπαθεί και ιδιαίτερα να το αποχωριστεί. Μιλώντας για τη θητεία του στην Αθλέτικ Μπιλμπάο ένας Ισπανός δημοσιογράφος, που καλύπτει το ρεπορτάζ της ομάδας των Βάσκων, αποκάλυψε πως αργά τη νύχτα, συνήθως μετά τα μεσάνυχτα, ο Αργεντινός έβγαινε μόνος του βόλτα στην πόλη, ακόμα και στους ζόρικους χειμωνιάτικους μήνες. Φορώντας την κλασική φόρμα της Αθλέτικ, περπατούσε για χιλιόμετρα με κατεύθυνση τα περίχωρα. Εκεί σε ένα παλιό αγρόκτημα συναντούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Ισπανών, με τους οποίους είχε γνωριστεί τυχαία. Οι οικοδεσπότες ετοίμαζαν φαγητό (συνήθως φασόλια ή τσορίθο) και ο Μπιέλσα τους έκανε παρέα, ακούγοντας με τις ώρες τις ιστορίες τους δίπλα στη φωτιά.

Αυτή φυσικά δεν είναι η μόνη ‘περίεργη’ ιστορία από τη ζωή του. Η λίστα είναι ατέλειωτη. Οι άνθρωποι της Λιντς ανακάλυψαν τις παραξενιές του νέου τους προπονητή πολύ σύντομα. Πριν καν κλείσει ένα μήνα στην Αγγλία, ο Μπιέλσα ζήτησε να μάθει πόσες ώρες δουλειάς χρειάζεται στο περίπου ένας μέσος οπαδός για να μπορέσει να αγοράσει ένα εισιτήριο για να παρακολουθήσει την ομάδα του. Όταν οι Άγγλοι του είπαν πως η απάντηση είναι “περίπου 3 ώρες”, κάλεσε τους παίκτες του και τους έβαλε να μαζεύουν σκουπίδια γύρω από το προπονητικό κέντρο για 3 ώρες, θέλοντας να καταλάβουν και να εκτιμήσουν τον κόπο που κάνει ένας απλός οπαδός για να μπορεί να δει την αγαπημένη του ομάδα.

Η ιστορία κυκλοφόρησε άμεσα παντού αλλά οι οπαδοί της Λιντς δεν χρειαζόταν το συγκεκριμένο ρεπορτάζ για να ερωτευτούν τον νέο τους προπονητή. Το είχαν κάνει πριν καν πατήσει το πόδι του στην πόλη! Μέσα στις πρώτες δυο μέρες από την ανακοίνωση της συμφωνίας με τον Μπιέλσα, η ομάδα πούλησε 500 νέα διαρκείας, ένα νούμερο που πολλαπλασιάστηκε τις επόμενες μέρες. Δυο σχεδόν μήνες μετά η ευφορία των φίλων της Λιντς όχι μόνο δεν έχει κοπάσει αλλά έχει πλησιάσει επίπεδα λατρείας. Ακόμα και οι πιο απλές ενέργειες του Αργεντινού, όπως το ότι πήγε τη Δευτέρα να παρακολουθήσει έναν αγώνα της U-23, προκαλούν κύμα ενθουσιασμού στις τάξεις των φιλάθλων. O λόγος φυσικά δεν βρίσκεται μόνο στην αύρα και τη διαφορετικότητα του Μπιέλσα.

Η Λιντς έχει ξεκινήσει εντυπωσιακά τη σεζόν μετρώντας 3 νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια, ένα στατιστικό που είχε να εμφανιστεί στο Έλαντ Ρόουντ από το 1974! Κι αν η νίκη επί της Μπόλτον μεσοβδόμαδα για το Λιγκ Καπ δεν θεωρείται κάτι τρομερό, τα δυο ‘τρίποντα’ στο πρωτάθλημα ήρθαν πέρα από κάθε προσδοκία. Η ομάδα του Μπιέλσα κέρδισε δυο αντιπάλους που πριν την έναρξη της σεζόν συμπεριλαμβανόταν στα φαβορί για την άνοδο και το έκανε όχι απλά εύκολα (3-1 τη Στόουκ εντός και 4-1 τη Ντέρμπι εκτός) αλλά παίζοντας κατά διαστήματα και εξαιρετικό, ειδικά για την εποχή, ποδόσφαιρο.

Με ατέλειωτο τρέξιμο και πρέσινγκ, προσπάθεια για στρωτό ποδόσφαιρο κατοχής, ικανοποιητικούς αυτοματισμούς και αρκετές ευκαιρίες, η Λιντς ξεχώρισε σε τέτοιο βαθμό στα πρώτα δυο ματς της Τσάμπιονσιπ που σκαρφάλωσε ήδη στην πρώτη θέση των φαβορί για άνοδο! Η μεταμόρφωση της ομάδας οφείλεται αποκλειστικά στη δουλειά του Αργεντινού, αφού στα δυο πρώτα παιχνίδια του πρωταθλήματος η Λιντς είχε στη βασική της 11αδα μόνο έναν παίκτη που ήρθε φέτος το καλοκαίρι, τον Μπάρι Ντάγκλας. Ο Μπιέλσα ανέλαβε ένα μετριότατο σύνολο που πέρσι τερμάτισε κάτω από τη μέση της βαθμολογίας και δεν έκανε ούτε ένα διπλό μέσα στο 2018 και το μετέτρεψε με ψυχολογική τόνωση και σκληρή δουλειά (τριπλές προπονήσεις και ατέλειωτες ώρες παραμονής στο προπονητικό κέντρο κάθε μέρα – δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπιέλσα ζήτησε να τοποθετηθεί στο γραφείο του και ένα κρεβάτι) σε μια ομάδα που στα πρώτα της ματς κυριαρχεί στον αγωνιστικό χώρο, ανεξαρτήτως αντιπάλου, και σκοράρει εύκολα.

Την ώρα που μεγάλο μέρος του κόσμου της ομάδας κάνει όνειρα για επιστροφή της στα χρόνια της δόξας και των επιτυχιών, ο Μπιέλσα παραμένει απόλυτα προσγειωμένος και ψύχραιμος. Παρακολουθώντας τα παιχνίδια καθισμένος σ’έναν τεράστιο αναποδογυρισμένο μπλε κουβά (ο οποίος έχει γίνει τόσο διάσημος που στα γραφεία της Λιντς έσκασαν οι πρώτες προσφορές από εταιρείες που θέλουν να διαφημιστούν πάνω του!), ο ‘Λόκο’ αποφεύγει τις ακραίες χειρονομίες, πανηγυρίζοντας ακόμα και τα γκολ με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία.

Σε κάθε συνάντηση του με τους δημοσιογράφους τις τελευταίες μέρες τονίζει ότι είναι πάρα πολύ νωρίς για συμπεράσματα και προβλέψεις. Ξέρει άλλωστε πολύ καλά πως και στο παρελθόν οι ομάδες του έχουν κάνει δυνατά ξεκινήματα, τα οποία όμως δεν συνοδεύτηκαν από εξίσου καλά τελειώματα. Όσοι γνωρίζουν καλά τη σταδιοδρομία του και θυμούνται και τις αρκετές αποτυχίες του, καταλαβαίνουν ότι είναι πάρα πολύ νωρίς για να προβλέψει κανείς την έκβαση της σεζόν, αφού εκτός από μια πολύ πιθανή αγωνιστική κοιλιά, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο ο “γερο-παράξενος” Μπιέλσα να χαλαστεί οποιαδήποτε στιγμή με κάτι που δεν μπορεί να φανταστεί κανείς.

Μέχρι να φτάσει όμως εκείνη η στιγμή, στο Λιντς απολαμβάνουν τις χαρούμενες αυτές μέρες και ονειρεύονται την εποχή που θα επιστρέψουν στην Πρέμιερ Λιγκ, από την οποία απουσιάζουν απ’το 2004. Σήμερα το απόγευμα στο Έλαντ Ρόουντ τα ‘παγώνια’ θα υποδεχθούν τη γειτονική Ρόδεραμ με στόχο να κάνουν το 3/3 και να παραμείνουν στις πρώτες θέσεις της βαθμολογίας. Το ταμείο της ομάδας θα γίνει φυσικά τον Μάιο και τότε θα φανεί αν ο Μαρσέλο Μπιέλσα θα μπορεί να χρησιμοποιήσει ξανά τη δήλωση που χαρακτηρίζει όλη την καριέρα του: “Ένας άνθρωπος με νέες ιδέες θεωρείται τρελός μέχρι οι ιδέες του να θριαμβεύσουν”

Ωδή στον Χοσέ τον Λουίς τον Τσιλαβέρτ

  [2 Σχόλια]

«Αν κερδίσουμε πέναλτι, ποιος θέλει να το εκτελέσει;»

Η ερώτηση του Κάρλος Μπιάνκι έπιασε τους πάντες απροετοίμαστους. Στα αποδυτήρια της Βέλεζ επικράτησε για λίγο νεκρική σιγή. Οι περισσότεροι καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο, θέλοντας να δείξουν ότι το σκέφτονται. Σε λίγη ώρα θα έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Εστουντιάντες, ψάχνοντας μια ισοπαλία που θα τους έστεφε πρωταθλητές για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια. Η πίεση και το άγχος είχαν πιάσει ταβάνι.

«Εγώ θέλω» ακούστηκε μια σίγουρη φωνή, κάπου από το βάθος.

Η φωνή συνοδεύτηκε από ένα σηκωμένο χέρι. Ήταν το χέρι του τερματοφύλακα. Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ ήταν 28 χρονών εκείνη την εποχή. Η πρωτοβουλία του έδωσε θάρρος και στους υπόλοιπους και δυο ακόμα χέρια σηκώθηκαν διστακτικά στον αέρα. Ο Μπιάνκι ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε: «Ωραία. Θα το εκτελέσει τότε ο Τούρου. Αλλιώς ο Γκονζάλεζ. Αν όχι, τότε ο Τσιλαβέρτ».

Ήταν ένα κρύο και βροχερό απόγευμα Τρίτης του Ιουνίου του 1993 και το γήπεδο ήταν κατάμεστο. Ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν και χιλιάδες οπαδοί των φιλοξενούμενων, που περίμεναν πολλά χρόνια γι’αυτή τη στιγμή. Κάπου στα μισά της επανάληψης, η Βέλεζ κέρδισε πέναλτι. Ο ‘Τούρου’ Φλόρες κοίταξε τον Γκονζάλεζ. Ο Γκονζάλεζ κοίταξε τον Φλόρες. Κανένας δεν έκανε κίνηση προς τη μπάλα. Ο έμπειρος Μπιάνκι κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και έκανε νόημα προς τον τερματοφύλακα του. Ο Τσιλαβέρτ διέσχισε όλο το γήπεδο, έστησε τη μπάλα ψύχραιμα και με ένα δυνατό, συρτό σουτ την έστειλε στη δεξιά γωνία της εστίας. Η Βέλεζ ήταν, επιτέλους, πρωταθλήτρια Αργεντινής. Αυτός ήταν ο πρώτος από τους εννιά τίτλους που κατέκτησε με τα χρώματα της ο μεγαλόσωμος Παραγουανός πορτιέρο.

«Υπάρχουν δυο είδη ανθρώπων εκεί έξω. Οι πετυχημένοι και οι μέτριοι. Οι πετυχημένοι δεν σκέφτονται την αποτυχία. Ένας μέτριος άνθρωπος όμως σκέφτεται συνέχεια: Τι θα συμβεί αν αποτύχω;» σχολίασε αρκετά χρόνια αργότερα ο Τσιλαβέρτ, περικλείοντας ουσιαστικά σε μια δήλωση όλη την κοσμοθεωρία του.

Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ δεν ήταν «πετυχημένος» εκ γενετής. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι και ο ίδιος αναγκαζόταν να κυκλοφορεί ξυπόλητος μέχρι τα 7 του και να κάνει μπάνιο με κουβάδες στην αυλή. Πέρασε όλη την παιδική του ηλικία αρμέγοντας αγελάδες και πουλώντας το γάλα τους στα γειτονικά παντοπωλεία. Μέχρι τα 20 του ήταν ένας συνηθισμένος τερματοφύλακας, που προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην, παίζοντας σε ομάδες της Παραγουάης.

Τότε έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα της καριέρας του, παίρνοντας μεταγραφή στη Σαν Λορένσο. Στο Μποέδο γνώρισε τον γυρολόγο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, χάρη στον οποίο ανακάλυψε το πάθος του για τις εκτελέσεις φάουλ. Μετά το τέλος των προπονήσεων οι δυο τους καθόταν στο γήπεδο και κοντραριζόταν, με έπαθλο συνήθως ένα μπουκάλι κόκα-κόλα. Όπως δήλωσε ο ίδιος, πριν αποχωρήσει για να κάνει ντουζ εκτελούσε περίπου 80-120 φάουλ, σε μια προσπάθεια να τελειοποιήσει την τεχνική του.

Οι αμέτρητες ώρες εξάσκησης με τη μπάλα στα πόδια του έδιναν την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να βγαίνει και εκτός της περιοχής του. Μια συνήθεια που εκείνη την εποχή πάντως προκαλούσε τρόμο στους φιλάθλους. «Πολλοί άνθρωποι ήταν αντίθετοι με το στυλ παιχνιδιού μου στην αρχή. Όταν ξεκίνησα να βγαίνω εκτός εστίας με τη μπάλα στα πόδια, στη Σαραγόσα το 1988, τους οπαδούς τους έπιανε πανικός και μου φώναζαν να γυρίσω στην εστία. Εγώ όμως το βλέπω σαν ένα τρόπο να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει. Δεν με απασχολούσε ποτέ τι λέει ο κόσμος. Είχα εμπιστοσύνη στις ικανότητες μου».

Κάποιες φορές βέβαια η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν είναι αρκετή. Σ’ένα ματς της Σαραγόσα με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ, το ‘μπουλντόγκ’, όπως ήταν το παρατσούκλι του, ανέβηκε στην αντίπαλη περιοχή για να εκτελέσει ένα πέναλτι, δίνοντας ξεκάθαρες εντολές σ’έναν αμυντικό να προσέχει την εστία του. Η εκτέλεση ήταν εύστοχη αλλά όση ώρα ο σκόρερ πανηγύριζε κοντά στους πάγκους, η Σοσιεδάδ έκανε γρήγορα τη σέντρα και σκόραρε με μακρινό σουτ, μειώνοντας άμεσα σε 2-1. Ο αγριεμένος Τσιλαβέρτ κατευθύνθηκε προς τον συμπαίκτη του, που είχε επίσης φύγει από την εστία για να πανηγυρίσει, ζητώντας εξηγήσεις. Η απολογία του ήταν απλή και ανθρώπινη: «Παρασύρθηκα, γιατί δεν είχα ξαναδεί τερματοφύλακα να εκτελεί πέναλτι».

Στα 21 χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του ο Τσιλαβέρτ πέτυχε 67 γκολ (εκ των οποίων τα 8 με την εθνική), τα περισσότερα με πέναλτι και τα υπόλοιπα με φάουλ. Ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει περισσότερα είναι ο Ροζέριο Σένι. Ο Παραγουανός όμως είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να κάνει χατ τρικ, έστω και με εκτελέσεις πέναλτι και ο μοναδικός που προσπάθησε να σκοράρει με φάουλ (χωρίς όμως επιτυχία) σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ένα από τα πιο ξεχωριστά και διάσημα γκολ του μπήκε το 1996, σ’έναν αγώνα με τη Ρίβερ Πλέιτ. Η Βέλεζ κέρδισε ένα φάουλ κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Την ώρα που ο συμπαίκτης του βρισκόταν ακόμα στο έδαφος, ο Τσιλαβέρτ διαπίστωσε ότι ο τερματοφύλακας της Ρίβερ, Χέρμαν Μπούργος, βρισκόταν εκτός θέσης. «Οι συμπαίκτες μου έλεγαν ‘σταμάτα, σταμάτα’ κι εγώ τους φώναζα ‘φύγετε από μπροστά μου’. Είπα στον διαιτητή να σκύψει και ευτυχώς το έκανε γρήγορα, γιατί αν τον πετύχαινα θα τον έβγαζα νοκ αόυτ. Η μπάλα φαινόταν πως πήγαινε έξω αλλά ξαφνικά έκανε μια απότομη βουτιά και έσκασε εντός εστίας. Πάντα λέω ότι ένας άγγελος την έσπρωξε μέσα. Αν το δοκίμαζα 1000 φορές, δεν θα το πετύχαινα ξανά. Δέχτηκα συγχαρητήρια ακόμα και από τους παίκτες της Ρίβερ. Στο τέλος έδωσα τη φανέλα μου στον διαιτητή, γιατί ήταν το τελευταίο του ματς και εκτός αυτού την άξιζε γιατί τα ρεφλέξ του ήταν εξαιρετικά».

Μετά τον αγώνα ο, πάντα εριστικός, Τσιλαβέρτ (που στη διάρκεια της καριέρας του μάλωσε με αντιπάλους, διαιτητές, δημοσιογράφους, προπονητές, παράγοντες, ball-boys και πολιτικούς) σχολίασε πως ο Μπούργος θα πρέπει να είναι πιο συγκεντρωμένος και να μη χαζεύει τα πουλιά εν ώρα αγώνα. Η μοίρα το έφερε έτσι που οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά τρεις μήνες μετά. Η Αργεντινή υποδεχόταν την Παραγουάη για τα προκριματικά του Μουντιάλ και με το σκορ στο 1-0, οι φιλοξενούμενοι κέρδισαν φάουλ σε καλό σημείο. Ο Τσιλαβέρτ άφησε το τέρμα του και ανέβηκε για την εκτέλεση. Οι φωτογράφοι που βρισκόταν πίσω από την εστία αποκάλυψαν αργότερα ότι όση ώρα ο Παραγουανός έστηνε τη μπάλα, ο Μπούργος έτρεμε. Η μπάλα πέρασε το τείχος αλλά έφτασε στην εστία χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, στο σημείο που βρισκόταν ο Αργεντινός τερματοφύλακας. Κι όμως, ο Μπούργος κατάφερε να χάσει τη μπάλα μέσα από τα χέρια του, χαρίζοντας ουσιαστικά στην Παραγουάη έναν πολύτιμο βαθμό.

Ο Χέρμαν Μπούργος (που από το 2011 είναι βοηθός του Σιμεόνε στην Ατλέτικο) δεν ήταν το μόνο θύμα του. Το ‘μπουλντόγκ’ δεν ήταν ποτέ ένας παίκτης σαν τους υπόλοιπους. Η προσωπικότητα του ήταν τόσο έντονη που από ένα σημείο και μετά η αύρα του ήταν μεγαλύτερη και από την ίδια την ομάδα στην οποία αγωνιζόταν. Η ηγετική του παρουσία στο Μουντιάλ του 1998 είναι το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της φαινομενικής υπερβολής.

Στα 3 ματς του ομίλου, με αντιπάλους την Ισπανία, τη Βουλγαρία και τη Νιγηρία, ο Τσιλαβέρτ δέχτηκε μόλις ένα γκολ. Η σκληροτράχηλη Παραγουάη έκανε την έκπληξη και πέρασε στους 16, εκεί που την περίμενε η πανίσχυρη διοργανώτρια Γαλλία. Το μεσημέρι εκείνο της 28ης Ιουνίου δεν θα το ξεχάσει κανένας απ’όσους είδαν το παιχνίδι, έστω και στην τηλεόραση. Η άμυνα της Παραγουάης άντεξε το σφυροκόπημα των Γάλλων για 114 λεπτά, πριν τελικά υποταχθεί από ένα γκολ του Λοράν Μπλαν. Το πάθος  και η αυταπάρνηση των Λατινοαμερικάνων και η επιβλητική παρουσία του 33χρονου τερματοφύλακα απέναντι στο μεγάλο φαβορί ήταν αυτά που έμειναν στη μνήμη όλων, μαζί με τη συγκινητική εικόνα του αρχηγού Τσιλαβέρτ να σηκώνει από το χόρτο τους δακρυσμένους συμπαίκτες του, που είχαν καταρρεύσει από την υπερπροσπάθεια.

20 χρόνια μετά, η ίδια ανατριχίλα κάθε φορά που το βλέπω

Μετά το τέλος του αγώνα και οι δυο τερματοφύλακες της Γαλλίας έσπευσαν να ζητήσουν τη φανέλα του. Για να μη δυσαρεστήσει κανέναν, ο Τσιλαβέρτ έδωσε αυτή που φορούσε στον Μπαρτέζ και μια δεύτερη που είχε στα αποδυτήρια στον Λάμα. Λίγα χρόνια αργότερα, σε ένα αφιέρωμα στην πορεία της εθνικής Γαλλίας σε εκείνη τη διοργάνωση, οι παίκτες της είχαν σχολιάσει πως η Παραγουάη ήταν το πιο δύσκολο εμπόδιο στο δρόμο προς το τρόπαιο. Όπως μάλιστα αποκάλυψε ένας εξ αυτών, όλοι στην ομάδα έτρεμαν στην ιδέα να πάει το παιχνίδι στα πέναλτι. Σε συζητήσεις που έγιναν στη διάρκεια του ημιχρόνου και πριν αρχίσει η παράταση, όλοι συμφωνούσαν πως αν το παιχνίδι φτάσει εκεί, η Γαλλία δεν έχει καμία τύχη απέναντι στον «άτρωτο» Τσιλαβέρτ, μια πρόταση που πιθανόν ακούγεται υπερβολική αλλά καταδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πόσο μεγάλο μέγεθος ήταν ο Παραγουανός στο μυαλό των αντιπάλων.

Μια τέτοια προσωπικότητα φυσικά δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ο Τσιλαβέρτ δεν δίστασε ποτέ να πει τη γνώμη του, όσο αντισυμβατική κι αν ήταν αυτή, και δεν φοβήθηκε να τη στηρίξει ακόμα και με δύσκολες πράξεις. Όταν το 1999 η Παραγουάη ανέλαβε να διοργανώσει το Κόπα Αμέρικα, ο πιο γνωστός παίκτης της και αρχηγός της αρνήθηκε να λάβει μέρος, καθώς θεωρούσε ότι η πατρίδα του είχε πολύ σοβαρότερα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα εκείνη την εποχή (λίγους μήνες πριν δολοφονήθηκε, εν μέσω τρομερής πολιτικής αναταραχής, ο αντιπρόεδρος της χώρας) και τα χρήματα που προοριζόταν για τη διοργάνωση θα έπρεπε να δοθούν στην παιδεία και την υγεία.

Πίσω από τις διάφορες υπεροπτικές δηλώσεις και τις μικρές κρίσεις εγωπάθειας του, κρυβόταν πάντα ένας άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσε. Όταν η Βέλεζ έφτασε στον τελικό του Διηπειρωτικού το 1994 και αντιμετώπισε τη Μίλαν στο Τόκιο, η PUMA τον προσέγγισε, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ο Τσιλαβέρτ συμφώνησε να φορέσει τα προϊόντα της εταιρείας και αυτή του έκανε δώρο 80 ζευγάρια γάντια και μερικές δεκάδες μπλουζάκια και σορτσάκια. Όταν η Βέλεζ γύρισε στην Αργεντινή, ως πρωταθλήτρια κόσμου, ο Τσιλαβέρτ βγήκε στους δρόμους, μοιράζοντας τα καλούδια που είχε μαζέψει: έδωσε τα γάντια σε ερασιτέχνες τερματοφύλακες των μικρών κατηγοριών και χάρισε όλα τα ρούχα στα τοπικά νοσοκομεία.

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τη μέρα που ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ κρέμασε τα γάντια του αλλά κάθε φορά που αναφέρεται η εθνική Παραγουάης, η πρώτη σκέψη στο μυαλό όλων είναι αυτός. Δεν ήταν μόνο ένας πολύ καλός τερματοφύλακας, με εξαιρετικά ρεφλέξ, που μπορούσε και να σκοράρει. Ήταν ένας αληθινός ηγέτης, εντός και εκτός γηπέδου, που έβγαινε μπροστά ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Κάποιος που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον παραδοσιακό ρόλο του κομπάρσου που έχουν συνήθως αυτοί που φοράνε το ‘1’ στη φανέλα. Από την άλλη, δεν ήταν ποτέ ο πιο ήρεμος χαρακτήρας, ούτε ο πιο σεμνός άνθρωπος στο χώρο. Ακόμα και γι’αυτά τα ελαττώματα του όμως, είχε πάντα μια έτοιμη απάντηση: «Είχα αρκετές κόντρες και μπόλικους καβγάδες στη διάρκεια της καριέρας μου αλλά πραγματικά, τι περίμενε ο κόσμος; Με αυτή τη φάτσα που έχω, πρέπει να παίξω τον κακό. Αν παριστάνω το καλό παιδί, απλά δεν θα είμαι εγώ».

Εσάμ Ελ-Χάνταρι, ετών 45: Ο επιμένων νικά

  [Καθόλου σχόλια]

18 Νοεμβρίου 2009. Ο Δημήτρης Σαλπιγίδης σκοράρει μέσα στην Ουκρανία και στέλνει την Ελλάδα στο Μουντιάλ της Ν. Αφρικής. Ο Ραούλ Μειρέλες κλειδώνει με το γκολ του μέσα στη Βοσνία την πρόκριση των Πορτογάλων. Ο Τιερί Ανρί βάζει το χεράκι του και οι Γάλλοι ξεπερνάνε το εμπόδιο των μαχητικών Ιρλανδών. Κι όμως, το σπουδαιότερο ματς της ημέρας δεν γίνεται σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα πιο νότια, στο Σουδάν, η Αίγυπτος αντιμετωπίζει την Αλγερία με έπαθλο το τελευταίο αφρικάνικο εισιτήριο για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Το κλίμα που υπάρχει πριν τη σέντρα δεν συγκρίνεται σε καμία περίπτωση με τα ευρωπαϊκά μπαράζ. Οι δυο ομάδες έχουν συναντηθεί ξανά τέσσερις μόλις μέρες πριν στο Κάιρο, στην τελευταία αγωνιστική των ομίλων. Οι Αλγερινοί ήθελαν απλά μια ισοπαλία. Οι Αιγύπτιοι οπαδοί υποδέχθηκαν το πούλμαν των αντιπάλων με τούβλα. Παρά τον τραυματισμό 3 παικτών, ο αγώνας έγινε κανονικά. Η Αίγυπτος επικράτησε με 2-0, οι δυο ομάδες ισοβάθμησαν και η CAF όρισε το μπαράζ σε ουδέτερο έδαφος.

Δεκάδες χιλιάδες φίλαθλοι και από τις δυο χώρες ταξίδεψαν στο Σουδάν και με κάποιο μαγικό τρόπο κατάφεραν να βρούνε όλοι θέση στην κερκίδα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των ντόπιων, σε γήπεδο με χωρητικότητα 41.000, βρέθηκαν τουλάχιστον 50.000 οπαδοί, παρά το γεγονός ότι είχαν εκδοθεί μόνο 36.000 εισιτήρια! Πριν τον αγώνα πάντως οι Αλγερινοί… πήραν εκδίκηση, σπάζοντας τα τζάμια του πούλμαν που μετέφερε την Αίγυπτο. Όπως αναμενόταν, οι παίκτες και των δυο μπήκαν στο γήπεδο έτοιμοι για όλα και για να σώσει ουσιαστικά το παιχνίδι ο διαιτητής από τις Σεϋχέλλες, έδειξε την πρώτη κίτρινη κάρτα στο πρώτο λεπτό!

Τελικά, με ένα γκολ λίγο πριν τη λήξη του ημιχρόνου η Αλγερία πήρε το ματς και μαζί το εισιτήριο για το Μουντιάλ, βυθίζοντας για άλλη μια φορά την Αίγυπτο σε πένθος. Σε λίγους μήνες θα συμπληρωνόταν 20 χρόνια από την τελευταία φορά που η χώρα βρέθηκε σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Την ώρα που οι Αλγερινοί πανηγύριζαν, στην άλλη πλευρά του γηπέδου ο τερματοφύλακας της Αιγύπτου, Εσάμ Ελ-Χάνταρι, ξεσπούσε σε κλάματα. Οι συμπαίκτες του έσπευσαν να του συμπαρασταθούν, του υπενθύμισαν ότι έχει καταφέρει ήδη πολλά και ότι φεύγει με ψηλά το κεφάλι, έχοντας αποδεδειγμένα κάνει ό,τι μπορούσε. Ο Ελ-Χάνταρι διαφώνησε, δεν αποδεχόταν ότι είχε φτάσει το τέλος. Ορκίστηκε μπροστά τους ότι δεν θα κρεμάσει τα γάντια του αν δεν παίξει σε ένα Μουντιάλ. Κανένας δεν τόλμησε να του απαντήσει στην κατάσταση που ήταν αλλά, προφανώς, και κανένας δεν τον πίστεψε. Άλλωστε ήταν  ήδη 36 χρονών. To όνειρο είχε πετάξει.

8 Οκτωβρίου 2017. Η Αίγυπτος υποδέχεται το Κονγκό, ο Μοχάμεντ Σαλάχ ευστοχεί στο κρίσιμο πέναλτι στις καθυστερήσεις και οι ‘Φαραώ’ εξασφαλίζουν και μαθηματικά μια θέση στο Μουντιάλ της Ρωσίας, που θα είναι το πρώτο τους μετά από 28 χρόνια. Στην απέναντι εστία απ’αυτή που εκτελεί το πέναλτι ο Σαλάχ, βρίσκεται μια γνώριμη φυσιογνωμία. Ο Εσάμ Ελ-Χάνταρι είναι πλέον 45 χρονών αλλά τα γάντια παραμένουν φορεμένα στα χέρια του, όσο αυτός προστατεύει την εστία της χώρας του.

Ο παράλογος όρκος που είχε δώσει οχτώ χρόνια πριν εκπληρώθηκε και το ‘Θηρίο της Αφρικής’ (όπως είναι ένα από τα παρατσούκλια του) θα βρεθεί, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, το καλοκαίρι στα γήπεδα της Ρωσίας. Με τη συμμετοχή του εκεί θα σπάσει φυσικά και το ρεκόρ του πιο μεγάλου σε ηλικία παίκτη στην ιστορία της διοργάνωσης, που κατέχει για την ώρα ο Κολομβιανός Μοντραγκόν που το 2014 αγωνίστηκε στο Μουντιάλ της Βραζιλίας όντας 43 χρονών.

“Από τη μέρα που προκριθήκαμε, προσπαθώ να πιέσω τον εαυτό μου περισσότερο. Πριν από κάθε προπόνηση της ομάδας, κάνω εξτρά γυμναστική μόνος μου. Είμαι απόλυτα επικεντρωμένος στο να εξελίσσομαι συνέχεια. Δεν θα αφήσω τίποτα να με σταματήσει. Θέλω να κερδίσω μια θέση στο Μουντιάλ μέσα από την προσπάθεια μου και όχι εξαιτίας του ονόματος και της ιστορίας μου” δήλωσε πριν λίγο καιρό στη σελίδα της FIFA ο Χάνταρι.

Το επερχόμενο ρεκόρ δεν θα είναι πάντως το πρώτο στην καριέρα του. Λίγες εβδομάδες μετά την πρόκριση στο Μουντιάλ, έγινε ο πρώτος ξένος τερματοφύλακας που σκοράρει σε αγώνα του πρωταθλήματος της Σαουδικής Αραβίας, εκεί όπου αγωνίζεται από το καλοκαίρι. Αυτό ήταν το 2ο γκολ της καριέρας του. Το 2002 στο Αφρικάνικο Σούπερ Καπ είχε στείλει τη μπάλα στα δίχτυα από τα 60 μέτρα, εκτελώντας γρήγορα ένα φάουλ που είχε κερδίσει η τότε ομάδα του, Αλ Αχλί.

Και ο κατάλογος των ρεκόρ δεν σταματάει εδώ. Τέτοια εποχή πέρσι έγινε ο μεγαλύτερος σε ηλικία παίκτης που παίζει σε Κόπα Άφρικα, ένα τουρνουά που γνωρίζει όσο λίγοι, αφού το έχει κερδίσει 4 φόρες! Όταν η Αίγυπτος του, γνωστού μας, Έκτορ Ραούλ Κούπερ, ξεκίνησε την περσινή διοργάνωση, όλοι πίστευαν πως ο Χάνταρι βρισκόταν στην αποστολή απλά για να βοηθήσει τους νεότερους με την εμπειρία του, σαν πατρική φιγούρα που θα δώσει τις κατάλληλες συμβουλές και παραινέσεις. Στην ομάδα άλλωστε υπάρχουν παίκτες που είναι στην ηλικία της κόρης του!

Ο βασικός τερματοφύλακας της Αιγύπτου όμως τραυματίστηκε στο πρώτο κιόλας παιχνίδι και ο Χάνταρι κλήθηκε εσπευσμένα να αποδείξει ότι δεν είναι τελειωμένος, παρά την, ακραία ποδοσφαιρικά, ηλικία του. Τελικά με τις εμφανίσεις του έδειξε στους νεότερους γιατί στην τροπαιοθήκη του έχει 7 ατομικά βραβεία (3 φορές καλύτερος τερματοφύλακας του αφρικάνικου Τσάμπιονς Λιγκ και 4 φορές καλύτερος τερματοφύλακας του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής!) και γιατί ο Ντιντιέ Ντρογκμπά τον αποκάλεσε το 2012 “τον καλύτερο αντίπαλο που είχε ποτέ”.

Η ομάδα του Κούπερ δέχτηκε σε 5 ματς μόνο 1 γκολ, με τον 44χρονο, τότε, τερματοφύλακα να συμπληρώνει άψογα την εξαιρετική άμυνα των ‘Φαραώ’. Σαν κερασάκι στην τούρτα ο Χάνταρι έπιασε τα δυο τελευταία πέναλτι των παικτών της Μπουρκίνα Φάσο στον ημιτελικό και έστειλε τη χώρα του σ’έναν ακόμα τελικό. Εκεί που η ‘κατάρα’ του Έκτορ Ραούλ Κούπερ μίλησε ξανά και το Καμερούν κατάφερε να γυρίσει το ματς και με γκολ στο 88′ να ανέβει στην κορυφή της Αφρικής.

Ένα χρόνο αργότερα, λίγοι στην Αίγυπτο θυμούνται πλέον εκείνη την αποτυχία, αφού η ιστορική πρόκριση στο Μουντιάλ σε συνδυασμό με την εξαιρετική πορεία του Σαλάχ στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ, έχει πείσει τους πάντες ότι αυτή είναι μια ακόμα σπουδαία φουρνιά παικτών. “Έχω παίξει με αρκετές γενιές και πιστεύω πως η σημερινή έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τη χρυσή γενιά που κερδίσαμε 3 συνεχόμενους τίτλους στην Αφρική (2006, 2008, 2010). Το μόνο που της λείπει είναι η εμπειρία” λέει ο, πλέον αρμόδιος να συγκρίνει, Εσάμ Ελ-Χάνταρι.

Όσο για τον ίδιο; “Έχω κερδίσει 37 τρόπαια στην καριέρα μου και έχω ζήσει μερικές αξιομνημόνευτες στιγμές, όπως η νίκη με 1-0 επί της Ιταλίας το 2009. Το μόνο πλέον που μου λείπει είναι μια συμμετοχή σε Παγκόσμιο Κύπελλο”. Ένα Παγκόσμιο Κύπελλο από το οποίο βέβαια θα απουσιάσει ο μεγάλος του ήρωας, Τζανλουίτζι Μπουφόν. “Ο Μπουφόν είναι το ίνδαλμα μου. Τον γνώρισα και από κοντά το 2009 στο Κονφεντερέισον, όταν παίξαμε με την Ιταλία. Περιέργως, μετά το τέλος του αγώνα ζήτησε τη φανέλα μου” σχολιάζει με περηφάνια ο Χάνταρι, που σ’εκείνο το ματς έκανε μια από τις καλύτερες εμφανίσεις της καριέρας του, σώζοντας την εστία του σε τρεις περιπτώσεις τετ-α-τετ!

Σήμερα το βράδυ στη Ζυρίχη, η Αίγυπτος θα αντιμετωπίσει την εθνική μας ομάδα σε ένα ακόμα φιλικό προετοιμασίας για το Μουντιάλ. Αν ο Κούπερ επιλέξει τον Χάνταρι για τη βασική 11αδα (στο φιλικό με την Πορτογαλία προτιμήθηκε ο 26χρονος Ελ-Σεναουί που βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση αυτή την περίοδο), αυτή θα είναι η 157η συμμετοχή του με το εθνόσημο. Εντελώς συμπτωματικά, μια μέρα σαν τη χθεσινή, είχε φορέσει για πρώτη φορά τη φανέλα της εθνικής, σε ένα φιλικό με τη Ν. Κορέα. Το ημερολόγιο εκείνη την ημέρα έδειχνε 26 Μαρτίου 1996. O Ραμαντάν Σομπί της Στόουκ, που επίσης βρίσκεται στην αποστολή της Αιγύπτου, δεν είχε καν γεννηθεί.

Η περίεργη υπόθεση του Μάρκο Νέγκρι

  [1 Σχόλιο]

Ήταν καλοκαίρι του 1997 όταν ο Μάρκο Νέγκρι έμπαινε στο αεροπλάνο για τη Γλασκώβη, δηλώνοντας πανέτοιμος για το μεγάλο βήμα στην καριέρα του. Είχε προηγηθεί μια αξιόλογη πορεία γεμάτη γκολ στις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας, μια πορεία που τον έφερε στη Serie B και στην Περούτζια το 1995. Με 18 γκολ την πρώτη του σεζόν, ο μακρυμάλλης Ιταλός βοήθησε σημαντικά την ομάδα να ανέβει στην πρώτη κατηγορία, εκεί που η Περούτζια είχε να βρεθεί 15 χρόνια. Ο Νέγκρι δεν φάνηκε να επηρεάζεται καθόλου από το πολύ πιο δύσκολο επίπεδο του Καμπιονάτο, σκοράροντας άλλες 15 φορές στην πρώτη του χρονιά εκεί. Στο τέλος της σεζόν η Περούτζια υποβιβάστηκε αλλά ο επιθετικός της είχε κερδίσει με το σπαθί του μια καλή μεταγραφή 3,5Μ λιρών στο εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα στη Ρέιντζερς.

Εκείνη την εποχή η Ρέιντζερς κυριαρχούσε στο σκωτσέζικο ποδόσφαιρο, μετρώντας 9 σερί τίτλους, και ο στόχος όλων ήταν ένας: Ο 10ος συνεχόμενος, που θα αποτελούσε και ρεκόρ στην ιστορία του πρωταθλήματος. Ο Νέγκρι έφτασε στη Γλασκώβη συνοδευόμενος από έναν ακόμα παίκτη της Περούτζια, έναν 19χρονο δυναμικό αμυντικό χαφ ονόματι Τζενάρο Γκατούζο, και κατάφερε από τις πρώτες του εμφανίσεις στα φιλικά να διώξει τις όποιες ανησυχίες είχαν δημιουργηθεί από το γεγονός ότι προερχόταν από μια μικρή ιταλική ομάδα. Γκολ στο πρώτο του φιλικό με την Έβερτον, γκολ στο πρώτο του ευρωπαϊκό παιχνίδι στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ, δυο γκολ στο πρώτο του παιχνίδι πρωταθλήματος! Οι οπαδοί της Ρέιντζερς ενθουσιάστηκαν. Όπως όλα έδειχναν, είχαν βρει τον ικανό σκόρερ που έψαχναν. Έναν σκόρερ που όμως ήταν λίγο διαφορετικός από τους περισσότερους.


Γκατούζο-Νέγκρι: Ιταλική φινέτσα στη Γλασκώβη

Κατ’αρχάς δεν πανηγύριζε τα γκολ του. Την ώρα που όλο το γήπεδο χοροπηδούσε από χαρά βλέποντας τον να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα, ο Νέγκρι απλά σήκωνε το χέρι, κατευθυνόταν χαλαρός προς το κουβάρι των συμπαικτών του και έκανε μια τυπική χειραψία με όλους. Αυτό το λίγο μποέμ και ελιτίστικο στυλάκι των πανηγυρισμών συμβάδιζε απόλυτα και με τον τρόπο παιχνιδιού του.

Ήρεμος στα όρια της απάθειας, ο Νέγκρι βάδιζε νωχελικά στο χόρτο μέχρι να πλησιάσει η μπάλα το πεδίο δράσης του. Τότε επιστράτευε το ταλέντο του και έβρισκε κάποιο μαγικό τρόπο να τη στείλει στα δίχτυα, συνήθως με κοντινό σουτ. Στη συνέχεια επέστρεφε ξανά στη φάση της αδράνειας. Αυτά τα χαρακτηριστικά του βέβαια, τα γνώριζαν οι άνθρωποι της Ρέιντζερς από πριν.

Ο αρχι-σκάουτ της ομάδας, Έβαν Τσέστερ, τον είχε παρακολουθήσει στο Καμπιονάτο και η περιγραφή του τα λέει όλα: “Η Περούτζια έπαιζε με τη Ρόμα, ψάχνοντας οπωσδήποτε τη νίκη που θα την βοηθούσε να αποφύγει τον υποβιβασμό. Από τη μια είχαν 10 παίκτες που έδιναν τα πάντα, πάλευαν για κάθε μπαλιά και έπεφταν συνέχεια για τάκλιν και από την άλλη είχαν τον Μάρκο, με το μουσάκι του και τα μακριά μαλλιά του, που δεν προσπαθούσε καθόλου. Τελικά εκείνη τη μέρα είχε δοκάρι, έβαλε ένα γκολ, έφτιαξε ένα ακόμα και η Περούτζια νίκησε 2-0. Όταν γύρισα πίσω είπα στον προπονητή μας: Αν θέλεις να φτιάξεις μια σκληροτράχηλη ομάδα, αυτός δεν είναι ο άνθρωπος σου. Αν όμως θέλεις έναν παίκτη που θα βρει τρόπο να σου βάλει 30 γκολ τη σεζόν, τότε είναι ο ιδανικός”.

Οι παραξενιές του Νέγκρι δεν περιοριζόταν στον αγωνιστικό χώρο. Οι συνεντεύξεις που έδινε ήταν απειροελάχιστες, οι απλές δηλώσεις του το ίδιο ενώ ακόμα και οι συμπαίκτες του δεν είχαν ολοκληρωμένη άποψη για το τι άνθρωπος ήταν, γιατί δεν μιλούσε σχεδόν σε κανέναν ενώ απέφευγε συστηματικά τις βραδινές εξόδους και τα πάρτι. Μοναδική εξαίρεση ήταν ο συμπατριώτης του, Σέρτζιο Πορίνι, με τον οποίο έγινε φίλος από την πρώτη στιγμή. Οι επικριτές του μιλούσαν για έναν ιδιότροπο άνθρωπο που στο γήπεδο ήταν τεμπέλης ενώ οι θαυμαστές έβλεπαν μια αινιγματική ιδιοφυΐα. Το μυστήριο που κάλυπτε την προσωπικότητα του έμπαινε συνήθως σε δεύτερη μοίρα, όσο ο Νέγκρι έδειχνε αγώνα με τον αγώνα ότι η σχέση του με τα αντίπαλα δίχτυα είναι ίδια με αυτή που έχουν οι σκωτσέζοι με το αλκοόλ.


Ο Γκασκόιν σέρβιρε, ο Νέγκρι εκτελούσε

Τα στατιστικά του ήταν σοκαριστικά. Στα πρώτα 10 παιχνίδια πρωταθλήματος σκόραρε 23 φορές και στα 26 ματς είχε φτάσει τα 33 γκολ! Η, φαινομενικά υπερβολική, πρόβλεψη του σκάουτ για 30 γκολ τη σεζόν είχε επιβεβαιωθεί από τις αρχές του Δεκέμβρη! Η συνέπεια του ήταν τόσο εκπληκτική που έπρεπε το ημερολόγιο να δείξει 8 Νοεμβρίου για να τελειώσει ένα ματς χωρίς να στείλει τη μπάλα στα δίχτυα.

Ο μέσος όρος σκοραρίσματος του ήταν με διαφορά ο καλύτερος στην Ευρώπη και ο ίδιος φιγούραρε στην πρώτη θέση της κατάταξης για το Χρυσό Παπούτσι. Έχοντας τον Μπράιαν Λάουντρουπ και τον Γκασκόιν στο κέντρο να του δημιουργούν ευκαιρίες, ο Νέγκρι οδηγούσε τη Ρέιντζερς από νίκη σε νίκη, κάνοντας τους όλους να πιστεύουν πως το 10ο πρωτάθλημα δεν μπορεί να χαθεί με τίποτα. Και τότε, κυριολεκτικά σε μια στιγμή, όλα άλλαξαν.

Ήταν μια Τετάρτη στις αρχές του Γενάρη όταν o προπονητής, Ουόλτερ Σμιθ, έδωσε ρεπό στους παίκτες του και ο Νέγκρι αποδέχθηκε την πρόταση του Πορίνι να πάνε να παίξουν ένα παιχνίδι σκουός για να ξεσκάσουν. Ένα παιχνίδι για το οποίο ο Νέγκρι θα μετανιώνει για πάντα. Η τρομακτική περιγραφή που ακολουθεί είναι από τον ίδιο: “To σουτ του Πορίνι ήταν τόσο δυνατό και η μπάλα προσγειώθηκε με τέτοια αγριότητα στο πρόσωπο μου που έστειλε το δεξί μάτι μου τόσο μέσα στο κεφάλι που έφτασε να αναπηδήσει στη μεμβράνη που το χωρίζει από τον εγκέφαλο. Ο αμφιβληστροειδής αποκολλήθηκε και προσαρτήθηκε στη μεμβράνη. Την επόμενη μέρα το πρόσωπο μου ήταν σαν να έχω αντέξει 15 γύρους με τον Μάικ Τάισον.”

Μπήκε άμεσα στο χειρουργείο αλλά η ζημιά είχε ήδη γίνει. Εκτός του ότι έμεινε περισσότερο από 1,5 μήνα εκτός αγώνων, εκτός του ότι για αρκετό καιρό οι γιατροί του απαγόρευσαν να κάνει κεφαλιές, το πρόβλημα με το μάτι δεν διορθώθηκε ολοκληρωτικά ποτέ: “Το χτύπημα μου κατέστρεφε ουσιαστικά την περιφερειακή όραση μου. Για κάποιον σαν κι εμένα που βασίζεται στα γρήγορα αντανακλαστικά για να κερδίσει μισό μέτρο από τα σέντερ μπακ αυτό είναι τραγικό. Από εκεί και πέρα δυσκολευόμουν πολύ με κάθε σέντρα ή πάσα που ερχόταν από τα δεξιά”.

Όταν τελικά επέστρεψε στους αγωνιστικούς χώρους, τίποτα δεν ήταν ίδιο. Χωρίς αυτόν η Σέλτικ είχε ξεπεράσει τη Ρέιντζερς, στερώντας της τελικά το πολυπόθητο πρωτάθλημα, και ο ίδιος δεν μπορούσε με τίποτα να βρει τα πατήματα του στην αντίπαλη περιοχή. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το χτύπημα στο μάτι αποδείχτηκε πως ήταν η αρχή μιας ‘χιονοστιβάδας’ προβλημάτων υγείας: Αντιμετώπισε ένα σοβαρό θέμα με τη μέση του, έπαθε πνευμονία και χρειάστηκε να κάνει εγχείρηση κήλης. Η ψυχολογική κατάρρευση δεν άργησε να έρθει.

Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της επόμενης σεζόν εκτός γηπέδων και προπονήσεων και δεν επανήλθε ποτέ στα ίδια επίπεδα. Αποχώρησε από τη Γλασκώβη το 2001 (έχοντας παίξει ελάχιστους αγώνες τα προηγούμενα δυο χρόνια), κουβαλώντας και ένα σοβαρό τραυματισμό από το τελευταίο του παιχνίδι. Στις εξετάσεις που ακολούθησαν οι γιατροί εντόπισαν κάποια ανησυχητικές ενδείξεις στο αίμα του και, όπως αποκάλυψε ο ίδιος αρκετά χρόνια μετά, του εξήγησαν ότι υπάρχει πιθανότητα να πάσχει από AIDS. Έσπασε το συμβόλαιο του, γύρισε εσπευσμένα στην Ιταλία για να είναι δίπλα στην οικογένεια του και για αρκετά χρόνια ελάχιστοι στη Σκωτία ήξεραν τι απέγινε αφού, κλασικά, δεν εξήγησε σε κανέναν τι είχε συμβεί.

Οι αναλυτικές εξετάσεις που έκανε στην πατρίδα του έδειξαν ότι τελικά δεν έχει κάτι σοβαρό αλλά η προσπάθεια του να κάνει μια νέα αρχή, παίζοντας σε μικρομεσαίες ιταλικές ομάδες, δεν απέδωσε καρπούς, αφού μετά απ’όλα όσα πέρασε δεν θύμιζε σε τίποτα τον παίκτη που το 1997-98′ βγήκε πρώτος σκόρερ στη Σκωτία έχοντας αγωνιστεί ουσιαστικά μισή σεζόν (ήταν ο πρώτος Ιταλός που κατάφερε να βγει πρώτος σκόρερ σε κάποιο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, εκτός του Καμπιονάτο). Όπως σχολίασε πριν λίγα χρόνια ο Έβαν Τσέστερ, ο άνθρωπος που τον πρότεινε στους Σκωτσέζους: “Είναι απλά τραγικό το πως εξελίχθηκαν όλα. Δεν γίνεται να μην αναρωτηθείς που θα μπορούσε να φτάσει αν δεν είχε συμβεί αυτό.”

Η μέρα που ο Ρέντναπ έβαλε έναν οπαδό της Γουέστ Χαμ να παίξει

  [12 Σχόλια]

Ήταν 20 Νοεμβρίου του 1973 όταν ο Σκοτ Χάλπιν και ένας φίλος του ξεκίνησαν για να πάνε σε μια συναυλία των αγαπημένων τους Who στο Σαν Φρανσίσκο. Η διάσημη ροκ μπάντα εμφανίστηκε στη σκηνή εν μέσω αποθέωσης και για περισσότερη από μια ώρα τα έδωσε όλα, παίζοντας τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Κάποια στιγμή στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, ο Κιθ Μουν κατέρρευσε πάνω στα ντραμς του. Ο κόσμος ‘πάγωσε’, η υπόλοιπη μπάντα σταμάτησε και ο Μουν μεταφέρθηκε στα παρασκήνια, όπου οι άνθρωποι της παραγωγής προσπάθησαν να τον συνεφέρουν.

Η επίσημη εκδοχή έλεγε πως ήταν άρρωστος και γι’αυτό ο οργανισμός δεν άντεξε την ένταση και το πάθος με τα οποία έπαιζε. Η ανεπίσημη εκδοχή έλεγε ότι λίγο πριν τη συναυλία είχε κατεβάσει κάμποσα χάπια, τα οποία θεώρησε σωστό να συνοδεύσει με μπράντι, γιατί το νερό είναι πολύ συντηρητικό για έναν ροκ σταρ. Όσοι ξέρουν τι εστί Κιθ Μουν, ποντάρουν όλα τα λεφτά τους στη δεύτερη εκδοχή.

(Εκτός από ταλαντούχος ντράμερ (για πολλούς ένας από τους καλύτερους όλων των εποχών) ο Κιθ Μουν ήταν και μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Κάποιοι πιθανόν θα έλεγαν ότι ήταν παράξενος. Κάποιοι άλλοι πως ήταν απλά θεοπάλαβος. Ο ίδιος συμφωνούσε με τους τελευταίους: «Όταν έχεις λεφτά και κάνεις όλα αυτά που κάνω, οι άνθρωποι γελάνε και λένε πως είσαι εκκεντρικός, το οποίο είναι ένας ευγενικός τρόπος για να πούνε ότι είσαι ψυχάκιας». Το πρόβλημα με την τρέλα του όμως εντοπίζεται στην… ποσότητα. Ο Μουν δεν έκανε εκπτώσεις στη μούρλα. Μπροστά του η ζωή του Πολ Γκασκόιν μοιάζει με ζωή δημοσίου υπαλλήλου, που παντρεύεται στα 21, κάνει παιδιά στα 22 και το ξεφάντωμα του είναι ένα ποτηράκι κρασί και λίγο σαλαμάκι το βράδυ του Σαββάτου, την ώρα που βλέπει στην τηλεόραση Σεφερλή με όλη την οικογένεια μαζεμένη στο σαλόνι.

Ανάμεσα στα άπειρα κατορθώματα του, ξεχωριστή θέση είχαν οι καταστροφές. Αγαπημένα του θύματα ήταν τα δωμάτια των ξενοδοχείων και οι τουαλέτες. Σύμφωνα με μερικές πολύ πρόχειρες εκτιμήσεις, το συγκεκριμένο μόνο χόμπι του κόστισε μισό εκατομμύριο δολάρια. Ο Μουν έβρισκε ικανοποίηση στο να διαλύει, να ανατινάζει και να πετάει από τα παράθυρα διάφορα αντικείμενα και αρκετές φορές δεν χρειαζόταν καν ουσίες ή αλκοόλ για να το κάνει. Όλη η παράνοια του μπορεί να συνοψιστεί σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Η μπάντα κατευθυνόταν με μια λιμουζίνα προς το αεροδρόμιο, όταν ο Μουν ζήτησε από τον οδηγό να γυρίσει πίσω στο ξενοδοχείο. Όταν έφτασαν, ανέβηκε στο δωμάτιο του, ξήλωσε την τηλεόραση και την πέταξε από το μπαλκόνι στην πισίνα. Στη συνέχεια χαλαρός και άνετος, επέστρεψε στη λιμουζίνα και δικαιολογήθηκε λέγοντας «όλα εντάξει τώρα, κάτι είχα ξεχάσει».)

Μετά την κατάρρευση του Μουν, ο κιθαρίστας Πιτ Τάουνσεντ ρώτησε αν υπάρχει κανένας ντράμερ στο κοινό. Ο φίλος του Χάλπιν άδραξε την ευκαιρία και είπε στη μπάντα πως ο φίλος του ξέρει να παίζει ντραμς και ως φανατικός των Who γνωρίζει όλα τα τραγούδια. Κάπως έτσι, ο 19χρονος Σκοτ Χάλπιν ανέβηκε στη σκηνή, έκατσε στα ντραμς του ινδάλματος του, ολοκλήρωσε με επιτυχία το set-list και έζησε το όνειρο κάθε ερασιτέχνη μουσικού.

Αν νομίζεις όμως ότι τέτοια ροκ, απ’όλες τις απόψεις, σκηνικά συμβαίνουν μόνο στη μουσική, κάνεις μεγάλο λάθος.

Ο Στιβ Ντέιβις είναι φανατικός οπαδός της Γουέστ Χαμ και αυτό το καταλαβαίνεις εύκολα, βλέποντας απλά το τεράστιο τατουάζ με το σήμα της που έχει χτυπημένο στο δεξί χέρι. Τον Ιούλιο του 1994 δούλευε σε μια εταιρεία κούριερ και ακολουθούσε την αγαπημένη του ομάδα σχεδόν παντού. Έτσι, όταν ο φίλος του, Τσανκ, του πρότεινε να πάνε να δούνε το φιλικό προετοιμασίας της Γουέστ Χαμ με την Όξφορντ Σίτι δεν το σκέφτηκε καθόλου. Πήραν μαζί τις κοπέλες τους και μερικές εξάδες μπύρες και ξεκίνησαν για μια καλοκαιρινή εκδρομή στην Οξφόρδη.

O ερχομός μιας ομάδας της Πρέμιερ Λιγκ στην πόλη, έστω και για φιλικό, είχε ως αποτέλεσμα το μικρό γηπεδάκι της τοπικής Σίτι να γεμίσει από νωρίς. Η παρέα του Στιβ βρήκε μια καλή θέση δίπλα ακριβώς από τον πάγκο στον οποίο καθόταν ο Χάρι Ρέντναπ. Η Γουέστ Χαμ κυριάρχησε από τα πρώτα λεπτά και προηγήθηκε νωρίς αλλά ο Στιβ είχε φάει σκάλωμα με τον επιθετικό της ομάδας Λι Τσάπμαν, που έχασε αρκετές προσωπικές μονομαχίες και βρέθηκε κάμποσες φορές εύκολα στο έδαφος. «Σήκω πάνω αγόρι μου, Τσάπμαν. Πως γίνεται να πέφτεις τόσο συχνά;» ήταν κάποιες από τις πιο ήπιες φράσεις που φώναξε ο απηυδισμένος Στιβ.

Όσο τα λεπτά κυλούσαν και ο Τσάπμαν ζοριζόταν να κάνει κάτι θετικό, η αγανάκτηση του Στιβ μεγάλωνε. Από ένα σημείο και μετά αποδέκτης των παραπόνων του ήταν πλέον ο Ρέντναπ, που τον άφηνε στο παιχνίδι: «Έλα Χάρι, δεν πρόκειται να παίξουμε μ’αυτόν μπροστά φέτος, ε; Αν είναι να παίζει, να ξέρω να μην έρχομαι κάθε εβδομάδα». Όποιος πηγαίνει στο γήπεδο, σίγουρα μπορεί να ανακαλέσει μια παρόμοια περίπτωση οπαδού που έχει… ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιον παίκτη και τον ‘στολίζει’ με κάθε πιθανή αφορμή. Κανένας απ’αυτούς τους ακούραστους γκρινιάρηδες όμως δεν πρόκειται να βιώσει αυτό που έζησε ο Στιβ Ντέιβις.

Λίγο μετά την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, ένας παίκτης της Γουέστ Χαμ τραυματίστηκε. Το πρόβλημα για τον Ρέντναπ ήταν ότι στο ημίχρονο είχε βάλει αλλαγή όλους όσους είχε στον πάγκο, κάτι που σήμαινε ότι τα ‘Σφυριά’ έπρεπε να συνεχίσουν με παίκτη λιγότερο. Τότε του ήρθε μια πραγματικά αλλόκοτη ιδέα. «Γύρισα προς την πλευρά του πολυλογά και τον ρώτησα: Φίλε, μπορείς να παίξεις τόσο καλά όσο μιλάς;». Αδυνατώντας να τον πάρει στα σοβαρά, ο Στιβ (που όπως δήλωσε μετά, είχε κατεβάσει ήδη μερικές μπύρες στο πρώτο ημίχρονο, τις οποίες συνόδεψε με κάμποσα τσιγάρα) του απάντησε χωρίς να το σκεφτεί πολύ:

«Είμαι σίγουρα καλύτερος απ’τον Τσάπμαν».
«Τότε, φόρα τη φανέλα σου και ετοιμάσου» συνέχισε με σοβαρό ύφος ο Ρέντναπ.
Ο Στιβ  κόλλησε για λίγο: «Τι εννοείς;»
«Θα παίξεις για τη Γουέστ Χαμ.»

Οι πιο σπουδαίες στιγμές στη ζωή μας λένε ότι συνήθως έρχονται από το πουθενά. Για τον Στιβ Ντέιβις ήρθε στις 27 Ιουλίου 1994 σε ένα γηπεδάκι στην Οξφόρδη. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε, βρισκόταν ήδη στα αποδυτήρια μαζί με τον φροντιστή της ομάδας που έψαχνε παπούτσια στο νούμερο του. «Το μόνο πράγμα που σκεφτόμουν είναι πως δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Έλεγα συνέχεια: Δεν πρόκειται να παίξω για τη Γουέστ Χαμ. Απλά δεν γίνεται. Ντύθηκα, γυρίσαμε στο γήπεδο και ακόμα νόμιζα ότι ο Χάρι μου κάνει πλάκα. Δεν πίστευα ότι θα με βάλει πραγματικά μέσα ή έστω αν το κάνει θα είναι για 1-2 λεπτά, σαν φάρσα». Μόνο που ο Ρέντναπ δεν έκανε πλάκα.

«Γύρισε από τα αποδυτήρια ντυμένος και τον ρώτησα που παίζει. Μου απάντησε μπροστά και του είπα, ‘ωραία, θα δούμε τότε αν είσαι καλύτερος απ’τον Τσάπμαν’. Και τον έβαλα μέσα». Κάπως έτσι, εκείνο ακριβώς το λεπτό που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στον αγωνιστικό χώρο, φορώντας τη φανέλα με το νούμερο 3, ο Στιβ Ντέιβις έγινε μέρος της ιστορίας της αγαπημένης του ομάδας. «Όταν βρέθηκα στο χόρτο όλοι οι ήχοι από τον κόσμο εξαφανίστηκαν. Είναι αλήθεια αυτό που λένε οι παίκτες. Ξαφνικά δεν άκουγα κανέναν απ’τους φίλους μου που φώναζαν από την κερκίδα. Προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος αλλά μετά τα πρώτα λεπτά τα πόδια μου έτρεμαν. Έπαιζα για τη Γουέστ Χαμ! Το μόνο που σκεφτόμουν συνέχεια είναι: Μη τα σκατώσεις Στιβ, μη τα σκατώσεις».

Όσο ο Στιβ έτρεμε, προσπαθώντας να φανεί αντάξιος της τιμής που του έγινε, ο Ρέντναπ το διασκέδαζε με την ψυχή του: «Με το που έγινε η αλλαγή, ήρθε ένας άνθρωπος της Οξφόρδης και με ρώτησε ποιος είναι αυτός που μπήκε, ώστε να τον ανακοινώσουν από τα μεγάφωνα. ‘Καλά, δεν είδατε το Μουντιάλ;’ τον ρώτησα με υφάκι. ‘Αυτός είναι ο Βούλγαρος Τιτίσεφ που έβαλε 3 γκολ’. Τότε ο τύπος μου απάντησε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του: ‘Α, ναι. Το φαντάστηκα πως είναι αυτός’ και έφυγε».

Το όνειρο του ευτυχισμένου οπαδού δεν κράτησε τελικά 1-2 λεπτά, όπως φοβόταν. Έμεινε μέσα μέχρι το τέλος του αγώνα και σύμφωνα με τον ίδιο τα πήγε μια χαρά. «Εννοείται πως δεν γύρισα ποτέ πίσω από το κέντρο. Η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ γρήγορο παιχνίδι για μένα. Αυτοί έπαιζαν κανονικό ποδόσφαιρο, εγώ έπαιζα ποδόσφαιρο επιπέδου παμπ. Δεν μπορούσα ποτέ να βρεθώ μόνος. Εκεί οι αμυντικοί δεν σ’άφηναν ποτέ ελεύθερο. Δεν ήταν σαν το ποδόσφαιρο παρέας. Έπαιζα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, με σίγουρες κοντινές πάσες.»

Κάπου στα μισά του δευτέρου ημιχρόνου όμως έγινε μια φάση που έμελλε να μεγαλώσει λίγο ακόμα το μύθο, όσο αδύνατο κι αν ακούγεται αυτό. Η Γουέστ Χαμ έκανε μια επέλαση από τα αριστερά, ένας χαφ έκανε μια συρτή σέντρα στο ύψος της μικρής περιοχής και ο Στιβ βρέθηκε για ένα δευτερόλεπτο ανενόχλητος, φάτσα με την εστία. «Απλά σούταρα. Σούταρα με όλη μου τη δύναμη». Γκολ! «Ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Η καλύτερη στιγμή στη ζωή μου. Έτρεξα προς το κόρνερ πανηγυρίζοντας και ρίχνοντας γροθιές στον αέρα. Ήταν όλα τελείως σουρεαλιστικά. Είχα βάλει γκολ. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Νομίζω πως αυτό είναι το καλύτερο συναίσθημα στον κόσμο».

Δυστυχώς γι’αυτόν, ακόμα και στα καλύτερα όνειρα κάποιος θα βρεθεί να σε προσγειώσει. Όσο ο Στιβ πανηγύριζε σαν τρελός, ο διαιτητής ακύρωνε το γκολ, μετά από υπόδειξη του επόπτη, ως οφσάιντ. «Η αλήθεια είναι πως ήμουν δυο γιάρδες μπροστά από τον αμυντικό. Έτρεξα προς τον διαιτητή, έβαλα τα χέρια μου στους ώμους του και του είπα: ‘Άτιμε, αυτή ήταν η στιγμή μου. Μου κατέστρεψες το όνειρο’. Με κοίταξε στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο και σφύριξε να συνεχιστεί το παιχνίδι».

Μαζί με το τελευταίο σφύριγμα, που βρήκε τη Γουέστ Χαμ να κερδίζει με 4-0, ολοκληρώθηκε και το παραμύθι που ζούσε ο Στιβ. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε για να μεταπείσει τον φροντιστή, εκείνος δεν του επέτρεψε να κρατήσει τη φανέλα που φορούσε, παρ’όλα αυτά έφυγε με το δικό του μπλουζάκι γεμάτο αυτόγραφα από όλους τους παίκτες. Την επόμενη μέρα η ιστορία του έγινε θέμα στον τοπικό Τύπο ενώ για χρόνια κάθε φορά που του ζητούσαν να διηγηθεί το περιστατικό, πρώτα έλεγε μια εκδοχή στην οποία το γκολ του είχε μετρήσει κανονικά.

To 2013 σε μια ποδοσφαιρική εκπομπή του BBC οι δυο πρωταγωνιστές συναντήθηκαν ξανά αλλά όταν αναφέρθηκε το γκολ, ο Στιβ ζήτησε από τον Ρέντναπ να μην πει σε κανέναν τι πραγματικά έγινε. Λίγο καιρό μετά διέρρευσε ένα μικρό απόσπασμα από την επερχόμενη αυτοβιογραφία του Ρέντναπ, στο οποίο περιγράφει τη συγκεκριμένη, θρυλική πλέον στις τάξεις των οπαδών της Γουέστ Χαμ, ιστορία. Όπως αποδείχτηκε από τον επίλογο εκείνου του αποσπάσματος και την απουσία αναφοράς στο οφσάιντ, ο Άγγλος προπονητής πιστεύει στην ιδέα ‘μην αφήνεις μερικές λεπτομέρειες να χαλάσουν μια πολύ όμορφη ιστορία’:

«Κι όμως σκόραρε! Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Έτρεχε πάνω-κάτω εκστασιασμένος σαν να κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο, ενώ εμείς είχαμε πεθάνει απ’τα γέλια στον πάγκο. Πάντως είχε δίκιο. Εκείνο το βράδυ ήταν πράγματι καλύτερος από τον Λι Τσάπμαν».

Το νέο θαύμα του Αμπελάρδο

  [Καθόλου σχόλια]

Όταν στα τέλη Νοέμβρη η διοίκηση της Αλαβές βγήκε στη γύρα ψάχνοντας για νέο προπονητή, τα δεδομένα που πρόσφερε σ’αυτόν ήταν ομολογουμένως απελπιστικά. Η ομάδα βρισκόταν στον πάτο της Πριμέρα Ντιβιζιόν, σε 13 αγώνες είχε συγκεντρώσει όλους κι όλους 6 βαθμούς και από τον πάγκο της είχαν ήδη περάσει τρεις προπονητές! Ένας φυσιολογικός άνθρωπος πιθανόν θα απέρριπτε ευγενικά τη θέση, φοβούμενος ότι μαζί με την αναμενόμενη πτώση της καταδικασμένης ομάδας θα ‘χαντακωθεί’ και η καριέρα του. Ο Αμπελάρδο Φερνάντεθ όμως, είναι από τους ανθρώπους που έχουν ‘παντρευτεί’ τις δυσκολίες.

Γεννημένος σε μια από τις πιο ζόρικες γειτονιές του Χιχόν, εγγονός ενός ανθρώπου που πολέμησε στον εμφύλιο κατά του Φράνκο και φυλακίστηκε για χρόνια, ο Αμπελάρδο (όπως έγινε ευρύτερα γνωστός) μόχθησε από την πρώτη μέρα της ποδοσφαιρικής καριέρας για να κερδίσει το οτιδήποτε. Ακόμα και όταν κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Μπαρτσελόνα ο Λούις Φαν Χάαλ τον ενημέρωσε πως δεν τον υπολογίζει, συνεπώς θα ήταν προτιμότερο να ψάξει για μια νέα ομάδα, o πεισματάρης και δυναμικός σέντερ μπακ με το αντιτουριστικό στυλ, του απάντησε ότι θα μείνει και θα παλέψει για να κερδίσει μια θέση στην ενδεκάδα. Και τα κατάφερε.

Το πείσμα και η δυναμικότητα παρέμειναν τα κύρια χαρακτηριστικά του και μετά το τέλος της πετυχημένης ποδοσφαιρικής του καριέρας (2 πρωταθλήματα, 2 κύπελλα, 1 Κυπελλούχων και 54 συμμετοχές με την εθνική Ισπανίας δεν τα λες και μικρό κατόρθωμα για έναν παίκτη που το ταλέντο του δεν ξεχείλιζε ποτέ από τα μπατζάκια), όταν από τον αγωνιστικό χώρο μεταφέρθηκε στους πάγκους. Η πρώτη του μεγάλη ευκαιρία εκεί ήρθε από το πουθενά το 2014 από την αγαπημένη του ομάδα, αυτή από την οποία ξεκίνησε και την οποία υποστηρίζει, την Σπόρτινγκ Χιχόν. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθε πάντως, μόνο ειδυλλιακές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν.

Η ομάδα έπαιζε στη 2η κατηγορία, είχε τεράστιο οικονομικό πρόβλημα και γι’αυτό της είχε επιβληθεί απαγορευτικό μεταγραφών. Για μεγάλο διάστημα μέσα στη σεζόν οι παίκτες έπαιζαν απλήρωτοι, τα λειτουργικά προβλήματα ήταν καθημερινό φαινόμενο και ο κίνδυνος της οριστικής διάλυσης ήταν έντονος καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς. “Κάθε εβδομάδα παίζουμε για τις γαμημένες ζωές μας” έφτασε να δηλώσει απελπισμένος ο Αμπελάρδο μετά από κάποιο παιχνίδι. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες και με ρόστερ που απαρτιζόταν από πιτσιρίκια, δανεικούς και παίκτες της β’ ομάδας, ο Αμπελάρδο έφτιαξε ένα σύνολο που για να το κερδίσεις έπρεπε να ματώσεις και κατάφερε όχι μόνο να αποφύγει τον υποβιβασμό, που θα ήταν ταυτόχρονα και ταφόπλακα στην ιστορία της Χιχόν, αλλά και κάτι επιπλέον, που στην αρχή της σεζόν φάνταζε αδιανόητο: Να κερδίσει την άνοδο!

Στα ΜΜΕ της Ισπανίας το θαύμα αυτό χαρακτηρίστηκε ως “η επανάσταση του Αμπελάρδο” και το πιο εντυπωσιακό όλων είναι ότι είχε και συνέχεια. Η Χιχόν πήρε μεν μια μικρή ανάσα χάρη στα αυξημένα έσοδα της Πριμέρα αλλά τα οικονομικά προβλήματα δεν λύθηκαν και η απαγόρευση μεταγραφών παρέμενε. Ο Αμπελάρδο είχε βρει όμως τη θαυματουργή συνταγή. Με το ίδιο σχεδόν ρόστερ που ανέβασε την ομάδα κατηγορία, ένα συνονθύλευμα νεαρών, άγνωστων δανεικών και κάποιων μετριότατων παικτών που δεν είχαν παίξει ποτέ ξανά σε τέτοιο επίπεδο, κατάφερε για άλλη μια φορά κάτι που στην αρχή φαινόταν ακατόρθωτο: Να κερδίσει, έστω και την ύστατη στιγμή, την παραμονή στην Πριμέρα.

Το μαγικό ταξίδι με την ομάδα της καρδιάς του (στην οποία είναι και σταθερός κάτοχος διαρκείας) έφτασε στο τέλος του πέρσι τον Γενάρη, όταν και οι δυο πλευρές συμφώνησαν πως ο σύλλογος χρειάζεται μια αλλαγή μετά από τα προηγούμενα 2,5 πολύ δύσκολα χρόνια. “Ηταν δυο θαυμάσιες σεζόν κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Νομίζω πως τη δεδομένη στιγμή αυτή είναι η καλύτερη απόφαση για τον σύλλογο” ανέφερε στις τελευταίες του δηλώσεις ο Αμπελάρδο, πριν σκουπίσει τα δάκρυα του και αποχωρήσει εν μέσω χειροκροτημάτων από δεκάδες οπαδούς που περίμεναν καρτερικά απ’έξω για να αποχαιρετήσουν έναν δικό τους απ’όλες τις απόψεις άνθρωπο, που κατάφερε να σώσει κυριολεκτικά την ομάδα από τη διάλυση.

Παρ’όλο που το συμβόλαιο του έληγε το 2020, ο Αμπελάρδο παραιτήθηκε εξ αρχής από το δικαίωμα να διεκδικήσει τα λεφτά του και αποτραβήχτηκε για λίγο καιρό από την προπονητική, θέλοντας να ξεκουραστεί μετά τα όσα βίωσε τα τελευταία τρία χρόνια. Μέχρι που έφτασε στα τέλη Νοέμβρη η πρόταση της φαινομενικά καταδικασμένης Αλαβές. Τα μανίκια σηκώθηκαν ξανά και ο Ισπανός ρίχτηκε ξανά στη δουλειά ξέροντας ότι όλα τα δεδομένα είναι εις βάρος του.

Όπως ακριβώς και στην περίπτωση της Χιχόν, οι λύσεις βρέθηκαν στο ίδιο ρόστερ που μέχρι πριν φαινόταν προβληματικό και ελλιπές. Ο Αμπελάρδο δούλεψε κυρίως στην ψυχολογία, άλλαξε 2-3 πράγματα στην τακτική και από εκεί και μετά όλα πήραν το δρόμο τους. “Το μόνο που έκανα ήταν να βοηθήσω αυτούς τους παίκτες να παίξουν το ποδόσφαιρο που ξέρουν. Κανένας δεν περίμενε ότι τα πράγματα θα πάνε τόσο καλά” λέει ο ίδιος με αρκετή δόση μετριοφροσύνης. “Μας έδωσε ηρεμία και σιγουριά κι αυτό αρκούσε” πρόσθεσε ο Φερνάντο Πατσέκο.

Τέσσερις ημέρες μετά την πρόσληψη του, η Αλαβές έκανε το πρώτο μικρό θαύμα. Έφυγε από την έδρα της εξαιρετικής φέτος Ζιρόνα με το διπλό, παρ’ ότι έχανε μέχρι το 71′ με 2-0! Ο μικρός καραφλός θαυματοποιός είχε αρχίσει να κουνάει το μαγικό ραβδί του και εκείνη ήταν μόνο η αρχή. Στα 11 παιχνίδια που βρίσκεται στον πάγκο των Βάσκων, η Αλαβές έχει κερδίσει 22 από τους 33 διαθέσιμους βαθμούς. Στο διάστημα αυτό έχει την τρίτη καλύτερη συγκομιδή στη Λίγκα, πίσω μόνο από Μπαρτσελόνα και Ατλέτικο ενώ μετράει 5 νίκες και 1 ισοπαλία στα 6 εντός έδρας παιχνίδια της. Αποτέλεσμα αυτής της εκπληκτικής μεταμόρφωσης: Η ομάδα που ήταν κολλημένη στον πάτο της βαθμολογίας, 6 βαθμούς μακριά από τη σωτηρία είναι αυτή τη στιγμή 10 βαθμούς πάνω από τη γραμμή του υποβιβασμού!

Μεγάλος πρωταγωνιστής εντός του αγωνιστικού χώρου αναδεικνύεται ένας από τους πολλούς απόκληρους της ομάδας, ο 23χρονος Μουνίρ Ελ Χαντάντι. Γιος ενός Μαροκινού σεφ, που έφτασε κρυφά στην Ισπανία στα 18 του μέσα σε μια ταλαιπωρημένη βάρκα, δεν κατάφερε να πάρει τα προηγούμενα χρόνια στη Μπαρτσελόνα τις ευκαιρίες που έψαχνε και για την ώρα κάνει το αγροτικό του σε άλλες ομάδες της Πριμέρα (πέρσι έπαιξε δανεικός στη Βαλένθια).

Με την έλευση του Αμπελάρδο και την αλλαγή ψυχολογίας που αυτός έφερε, ο Μουνίρ μετατράπηκε σε σημείο αναφοράς στην επίθεση της Αλαβές και η παρουσία του αποδεικνύεται σωτήρια, αφού έχει συμμετοχή στο 50% των φετινών γκολ της ομάδας (6 γκολ και 5 ασίστ)! Σύμφωνα με πληροφορίες από τη Βαρκελώνη, μετά από τα τελευταία κατορθώματα του οι άνθρωποι της Μπάρτσα σκέφτονται πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο να του ανανεώσουν άμεσα το συμβόλαιο που λήγει το 2019, ώστε να αποκτήσουν ακόμα πιο ισχυρή θέση σε πιθανή πώληση του το καλοκαίρι.

Αμπελάρδο-Ζιντάν, τα χρόνια της νιότης

Σήμερα η ομάδα-έκπληξη των τελευταίων τριών μηνών στην Ισπανία ταξιδεύει στη Μαδρίτη για να αντιμετωπίσει το απόγευμα την πρωταθλήτρια Ρεάλ, την ομάδα απέναντι στην οποία έπαιξε το πρώτο παιχνίδι της καριέρας του ο Αμπελάρδο. Όλοι στην ομάδα των Βάσκων ξέρουν καλά πως το να φύγεις από το Μπερναμπέου με κάτι θετικό είναι κάτι παραπάνω από δύσκολο, ειδικά αυτή την περίοδο που η ομάδα του Ζιντάν φαίνεται να έχει αφήσει πίσω της τα σκαμπανεβάσματα του πρώτου μισού της σεζόν. Χωρίς την άμεση πίεση της ζώνης του υποβιβασμού όμως, με την ψυχολογία και την αυτοπεποίθηση στα ύψη και με τον μικρό θαυματοποιό στον πάγκο κανένας δεν μπορεί να τους ξεγράψει πλέον από πριν.

Τρώω, πίνω, κοιμάμαι, κόβω προς τα μέσα: Η απλή ζωή του Άριεν Ρόμπεν

  [Καθόλου σχόλια]

Τυχαίο λεπτό, ενός τυχαίου αγώνα της Μπάγερν Μονάχου. Ένας μέσος των Γερμανών δέχεται τη μπάλα στο χώρο του κέντρο και αμέσως την προωθεί προς τη δεξιά πλευρά της επίθεσης. Ο Άριεν Ρόμπεν την υποδέχεται με ένα γλυκό στοπάρισμα και με γρήγορα βήματα κατευθύνεται προς την αντίπαλη περιοχή ενώ ο αμυντικός με μικρά βηματάκια προς τα πίσω του δίνει διστακτικά λίγο χώρο.

Στον πάγκο ο προπονητής των αντιπάλων φωνάζει “πρόσεχε, θα κόψει προς τα μέσα”. Στην κερκίδα ένας φίλαθλος μονολογεί ασυναίσθητα “σίγουρα θα κόψει προς τα μέσα”. Σε ένα μπαρ κάπου στον κόσμο ένας τηλεθεατής σχολιάζει στον διπλανό του “να δεις, θα κόψει προς τα μέσα”. Στο σαλόνι του σπιτιού του ένας ηλικιωμένος παππούς με πρώιμα συμπτώματα Αλτσχάιμερ και έντονη μυωπία φωνάζει προς την τηλεόραση “προς τα μέσα, προς τα μέσα”. Ο ίδιος ο εγκέφαλος του αμυντικού βαράει κόκκινο συναγερμό και υπενθυμίζει στον κάτοχο του “έχε το νου σου, θα κόψει προς τα μέσα”. Ο αμυντικός παίρνει άμεσα το σήμα αλλά μέχρι να στρέψει το σώμα του προς τα δεξιά για να είναι έτοιμο για την κίνηση του Ρόμπεν, ο Ολλανδός έχει ήδη κάνει προσπέραση και με ένα γλυκό πλασέ με το εσωτερικό του αριστερού ποδιού τη στέλνει στην απέναντι γωνία της εστίας.

“Φυσικά και είναι όπλο. Όταν κάτι λειτουργεί καλά, απλά συνεχίζεις να το δοκιμάζεις. Πάντως δεν είμαι εγώ ο κατάλληλος άνθρωπος για να εξηγήσω γιατί λειτουργεί τόσο καλά” είχε απαντήσει ο ίδιος ο Ρόμπεν σε μια ερώτηση που του είχε τεθεί σχετικά με την τόσο κλασική, πλέον, κίνηση αυτή. “Όλοι τον ξέρουν. Όλοι ξέρουν ακριβώς τι κάνει. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στο πότε. Πότε θα κόψει προς τα μέσα; Έτσι, το δευτερόλεπτο που συνειδητοποιείς ότι τελικά κόβει, η μπάλα βρίσκεται ήδη στα δίχτυα σου” σχολίαζε πριν μερικούς μήνες ο Κρίστιαν Φουκς της Λέστερ.

Για όποιον παρακολουθεί ποδόσφαιρο συστηματικά τα τελευταία χρόνια η “κίνηση Ρόμπεν” είναι μια παγκόσμια σταθερά, κάτι δεδομένο όπως ο θάνατος, οι φόροι και το μπανταρισμένο κεφάλι του Κιελίνι. Το ότι θα τη δοκιμάσει κάποια στιγμή μέσα στο ματς είναι πιο σίγουρο κι απ’το ότι ο Σέρχιο Ράμος θα δει κίτρινη κάρτα. Το γιατί συνεχίζει να πιάνει σε τόσο μεγάλο βαθμό όμως είναι αυτό που προκαλεί εντύπωση. Ο Σάντι Γκανές, ειδικός στη γνωστική νευροεπιστήμη στο Πανεπιστήμιο του Ναιμέγκεν που προσπάθησε να αναλύσει παλιότερα την κίνηση του Ρόμπεν, συμφωνεί με τον Φουκς και εστιάζει στο χρονικό σημείο που γίνεται η αλλαγή πορείας του Ολλανδού: “Η ασυνείδητη κίνηση του σώματος που κάνει ο Ρόμπεν είναι πάντα γρηγορότερη από αυτή του αμυνόμενου που χρειάζεται διαταγή από τον εγκέφαλο”.

Αυτό σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή επιτάχυνση του Ρόμπεν αλλά και το γεγονός ότι για τον αριστερό μπακ είναι πάντα πιο εύκολο να κάνει τάκλιν με το αριστερό, σε κάποιον που κάνει κίνηση προς τα έξω, παρά σε κάποιον εξτρέμ με “ανάποδο πόδι” που συγκλίνει προς τα μέσα, δίνουν στον Ολλανδό ένα πολύ σημαντικό προβάδισμα στις περισσότερες προσωπικές μονομαχίες σε εκείνο το κομμάτι του γηπέδου.

Φυσικά ο Ρόμπεν δεν είναι αφελής. Τα τελευταία χρόνια έχει μειώσει τους ρυθμούς εκτέλεσης της συγκεκριμένης κίνησης. Έτσι, κάποιες φορές θα πασάρει στον δεξιό μπακ που ανεβαίνει από πίσω και κάποιες άλλες θα ντριπλάρει τον αμυντικό έχοντας πορεία ελαφρά προς τα έξω και στη συνέχεια θα σεντράρει με το δεξί. “Πρέπει να αιφνιδιάζεις τους αντιπάλους. Αν κάνεις το ίδιο πράγμα κάθε φορά χωρίς καμία ποικιλία, θα σταματήσει να πιάνει στο τέλος. Γι’αυτό προσπαθούμε συνεχώς να βρούμε νέες λύσεις με διαφορετικές θέσεις ή κινήσεις”.

Ψάχνοντας κάποιος το πότε γεννήθηκε η κίνηση αυτή φτάνει στις αρχές του 2009, όταν ο Ρόμπεν διένυε τη δεύτερη σεζόν του στη Ρεάλ. Υπεύθυνος για την αλλαγή πλευράς που γέννησε και το ‘κόψιμο προς τα μέσα’ ήταν ο Χουάντε Ράμος, που έψαχνε μάταια λύσεις για να χτυπήσει την ανίκητη εκείνη τη σεζόν Μπαρτσελόνα. Μπορεί τα υπόλοιπα τρικ να μην έπιασαν αλλά η μεταφορά του Ολλανδού στη δεξιά πλευρά για να συγκλίνει προς τα μέσα είχε ικανοποιητικά αποτελέσματα: Ο Ρόμπεν τέλειωσε τη σεζόν με 7 γκολ, παρ’ όλο που μέχρι τα μισά της και όσο έπαιζε στα αριστερά είχε πετύχει μόνο ένα.

Το καλοκαίρι εκείνο μπορεί να άλλαξε ομάδα, αφού η Ρεάλ του έδειξε την πόρτα της εξόδου (ο ίδιος ακόμα και σήμερα τονίζει ότι δεν ήθελε να φύγει), αλλά όχι και συνήθειες. Ο Φαν Χάαλ διατήρησε τον Ρόμπεν στη νέα του θέση και έτσι με τον δεξιοπόδαρο Ριμπερί στα αριστερά και τον αριστεροπόδαρο Ρόμπεν στα δεξιά η Μπάγερν ‘κλείδωσε’ τις πτέρυγες της για αρκετά χρόνια. Ακολούθησαν 6 πρωταθλήματα Γερμανίας, 4 κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ και αρκετές ατομικές διακρίσεις. Αν σ’όλα αυτά προσθέσουμε και έναν χαμένο τελικό Τσάμπιονς Λιγκ (η χειρότερη στιγμή της καριέρας του Ολλανδού, καθώς αστόχησε και σε πέναλτι στην παράταση) και έναν χαμένο τελικό Μουντιάλ, καταλήγουμε εύκολα στο συμπέρασμα πως ο Ρόμπεν ήταν αναμφισβήτητα ένας από τους μεγάλους πρωταγωνιστές της τελευταίας δεκαετίας.

Τίποτα απ’όλα αυτά δεν ήρθε τυχαία και εύκολα όμως. Ούτε καν αυτή η απλή και τόσο γνώριμη πλέον κίνηση προς τα μέσα. Η Μπάγερν έχει ανεβάσει αρκετές φορές στα social media της βίντεο από τις προπονήσεις στις οποίες φαίνεται ο 34χρονος πλέον Ρόμπεν να δοκιμάζει ξανά και ξανά και ξανά την προσποίηση και στη συνέχεια το φαλτσαριστό σουτ. “Είναι απλά συναρπαστικό να παρακολουθείς τον Ρόμπεν στην προπόνηση. Μετά από όλη αυτή την καριέρα που έχει κάνει, προπονείται λες και είναι ένας 18χρονος που μόλις προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα” σχολίαζε πριν λίγες μέρες με θαυμασμό ο 22χρονος Νίκλας Ζίλε.

“Είναι πάρα πολύ σημαντικό να είσαι επικριτικός με τον εαυτό σου. Αυτό είναι κάτι που νομίζω λείπει λίγο από τη νέα γενιά. Βλέπεις πιτσιρικάδες 19-20 χρονών που παίζουν ένα ματς και νομίζουν ότι πλέον τα κατάφεραν. Δεν είναι αλήθεια. Πρέπει να δουλεύεις συνέχεια και πάντα να προσπαθείς να βελτιώνεσαι, ανεξαρτήτως ηλικίας” δηλώνει ο Ρόμπεν και το επιβεβαιώνει με τη ζωή του. Σπίτι, γήπεδο, γήπεδο, σπίτι. “Είμαι άνθρωπος της οικογένειας. Μου αρέσει να περνάω το χρόνο μου με τα παιδιά μου και τη γυναίκα μου”. Σπάνια θα τον δεις να διασκεδάζει σε μπαρ και κλαμπ, σπάνια θα διαβάσεις κουτσομπολίστικο ρεπορτάζ γι’αυτόν. Μια ζωή απλή και ίσως ρουτινιάρικη, όπως και η περίφημη κίνηση του προς τα μέσα.

Εδώ και λίγο καιρό στις τάξεις των Βαυαρών κυριαρχεί η κουβέντα για το αν αυτή είναι η τελευταία σεζόν του διδύμου Ρόμπεν-Ριμπερί με τη φανέλα της ομάδας. Όπως όλα δείχνουν η τελική απόφαση και για τους δυο θα παρθεί τον Απρίλιο. Πριν λίγες εβδομάδες ο Ολλανδός έκλεισε τα 34 ενώ τον Απρίλη ο Γάλλος θα κλείσει τα 35. Το καλοκαίρι θα συμπληρώσουν 9 χρόνια κοινής παρουσίας στις πτέρυγες της ομάδας. Η σχέση τους πέρασε από διάφορα στάδια, με σημείο ναδίρ τον ημιτελικό με τη Ρεάλ, όταν μάλωσαν για την εκτέλεση ενός φάουλ. Η διαμάχη συνεχίστηκε στα αποδυτήρια και τελικά ο Ολλανδός αποχώρησε με ένα σημάδι κάτω από το μάτι, στο σημείο ακριβώς που είχε προσγειωθεί η γροθιά του Ριμπερί. “Είναι κρίμα αλλά αυτά συμβαίνουν στο ποδόσφαιρο. Έχουμε περάσει πολλά μαζί και εκείνο το σκηνικό μας έκανε δυνατότερους. Δεν είμαστε και κολλητοί αλλά σεβόμαστε ο ένας τον άλλον” είχε δηλώσει ο Ρόμπεν λίγο καιρό μετά.

Σήμερα το απόγευμα η Μπάγερν, που προέρχεται από 9 σερί νίκες, φιλοξενείται στην έδρα της Βόλφσμπουργκ. Ο Άριεν Ρόμπεν θα πάρει κανονικά τη θέση του στα δεξιά της επίθεσης και θα περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να κόψει προς τα μέσα, να στείλει τη μπάλα στην απέναντι γωνία της εστίας και να αναγκάσει όλους τους παρευρισκόμενους να αναρωτηθούν για πολλοστή φορά “μα αφού όλοι ξέρουν τι θα κάνει, γιατί δεν τον κόβουν;”.

Το θαύμα του Καστέλ ντι Σάνγκρο: Ο Αμερικάνος που ερωτεύτηκε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Για 52 χρόνια ο Τζο ΜακΓκίνις ζούσε μια ζωή χωρίς μεγάλα πάθη στα δυτικά παράλια των ΗΠΑ. Στα 26 του είχε γίνει ο νεότερος συγγραφέας που μπήκε στη λίστα των Best Seller των New York Times, ένα κατόρθωμα που οφείλει στο βιβλίο του ‘The Selling of the President’, το οποίο ασχολιόταν με τον υποψήφιο τότε για την προεδρία, Ρίτσαρντ Νίξον. Ακολούθησε μια άκρως επιτυχημένη καριέρα με αρκετά βιβλία και μια ήσυχη ζωή που είχε ως επίκεντρο τη λογοτεχνία και την πολιτική. Μέχρι που ξεκίνησε το Μουντιάλ του 1994.

«Θυμάμαι καθαρά πως ήταν η ζωή μου. Από πολλές απόψεις, υποθέτω ότι ζούσα καλύτερα. Τα παιδιά μου με σέβονταν. Με τη σύζυγο μου μοιραζόμασταν πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Είχα φίλους. Μου άρεσε η μουσική. Διάβαζα βιβλία. Ότι ξαφνικά θα ξυπνούσε μέσα μου το πάθος για το ποδόσφαιρο έμοιαζε τόσο απίθανο όσο το να γίνω αστροναύτης» έγραψε ο ίδιος, χρόνια μετά.

Η ανάθεση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στις ΗΠΑ ξύπνησε την περιέργεια του 52χρονου Αμερικανού για ένα παιχνίδι για το οποίο δεν ήξερε τίποτα και η συνέχεια ήταν ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Ο ΜακΓκίνις πέρασε ένα ολόκληρο καλοκαίρι διαβάζοντας και παρακολουθώντας αγώνες, ερωτεύτηκε παράφορα το ποδόσφαιρο και προσάρμοσε την υπόλοιπη ζωή του γύρω απ’αυτό. Έβαλε δορυφορική στο σπίτι του για να βλέπει όσα περισσότερα ματς μπορούσε, αγόραζε ποδοσφαιρικά βιβλία με το κιλό (από τα κλασικά του Γκαλεάνο μέχρι βιβλία στατιστικών που κατέγραφαν την προϊστορία των ντέρμπι Στόουκ-Πορτ Βέιλ!), ξενυχτούσε ή ξυπνούσε από τα ξημερώματα για να μη χάνει τα μεγάλα ευρωπαϊκά παιχνίδια και συζητούσε ατελείωτα γι’αυτό με όποιον μοιραζόταν το ίδιο πάθος.

Η τρέλα του για το παιχνίδι επηρέασε αναπόφευκτα και τη δουλειά του. Το 1995 όταν όλη η Αμερική παρακολουθούσε φανατικά τη δίκη του Ο. Τζ. Σίμπσον, ένας εκδότης του πρόσφερε 1 εκατομμύριο δολάρια για να γράψει ένα βιβλίο γι’αυτήν. Τότε, ο ΜακΓκίνις σόκαρε τους πάντες με την απόφαση του. Όχι μόνο αρνήθηκε να ασχοληθεί με τη δίκη αλλά ανακοίνωσε πως το επόμενο βιβλίο του θα είχε ως θέμα το ποδόσφαιρο. Το θέμα του; Μια μικρή ομάδα από ένα χωριό κοντά στην κεντρική Ιταλία, η οποία είχε μόλις ανέβει για πρώτη φορά στη Serie B!

Το καλοκαίρι του 1996 αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και μετακόμισε για ένα χρόνο στο απομακρυσμένο Καστέλ ντι Σάνγκρο, ένα χωριό 5.000 κατοίκων που την προηγούμενη χρονιά είχε κάνει την τεράστια έκπληξη, κερδίζοντας την άνοδο στη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία της Ιταλίας, σε μια εποχή που το ιταλικό ποδόσφαιρο ζούσε τα καλύτερα και πιο ένδοξα χρόνια του. Εκεί θα αντιμετώπιζε παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας, όπως η Τορίνο και η Τζένοα, αλλά και ομάδες από μεγαλουπόλεις, όπως η Μπάρι, η Πάντοβα και η Βενέτσια.

Οι ντόπιοι υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τον διάσημο συγγραφέα, του έδωσαν το ελεύθερο να κινείται σε όλους τους χώρους του γηπέδου, τον έπαιρναν στο λεωφορείο της ομάδας στα εκτός έδρας και για να γνωρίσει ακόμα καλύτερα τους παίκτες τον άφησαν να τρώει καθημερινά μαζί τους στο τοπικό εστιατόριο. Ο ΜακΓκίνις έζησε από μέσα όλη τη σεζόν, παθιάστηκε με την ομάδα και την ηρωική προσπάθεια της να κάνει ένα δεύτερο συνεχόμενο θαύμα και να παραμείνει στην κατηγορία, μεταμορφώθηκε σε κανονικό οπαδό που αδυνατεί να συγκρατήσει τα συναισθήματα του στην κερκίδα και κατέγραψε τα πάντα στο βιβλίο ‘Τα δοκάρια του Καστέλ ντι Σάνγκρο’ (Κανονικός τίτλος: ‘The Miracle Of Castel Di Sangro‘). Η ιστορία μπορεί να κουράσει λίγο έναν άσχετο με το ποδόσφαιρο αναγνώστη (λόγω της υπερβολικής τακτικής ανάλυσης κάποιων αγώνων) αλλά σίγουρα θα αρέσει σε κάποιον που ασχολείται με το ποδόσφαιρο με το ίδιο πάθος με το οποίο το αντιμετώπιζε – μετά τα 52 του πάντα – και ο Αμερικανός συγγραφέας.

Για καλή του τύχη, η ιστορική σεζόν που παρακολούθησε από κοντά είχε μπόλικες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις αλλά και αρκετά ευτράπελα, εντός και εκτός γηπέδων. Η ομάδα του Καστέλ ντι Σάνγκρο παρά το μικρό της μπάτζετ και το γεγονός ότι έβγαλε τη μισή χρονιά παίζοντας τα εντός έδρας σε ουδέτερο γήπεδο, αποδείχτηκε πολύ σκληρό καρύδι για όλους τους αντιπάλους της μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Εκτός αυτού όμως, ο άβγαλτος και αγαθός Αμερικανός ανακάλυπτε έναν νέο κόσμο, γεμάτο μεσογειακές ‘ομορφιές’, περίεργα σκηνικά και μυστήριους ανθρώπους. Όπως χαρακτηριστικά λέει μια ατάκα που παραθέτει και ο συγγραφέας στο βιβλίο: «Στη Serie B δεν βαριέσαι ποτέ. Εκτός από τα 90 λεπτά των αγώνων.»

Ένας πάμπλουτος και ιδιόρρυθμος ιδιοκτήτης που κανείς δεν ξέρει πως έκανε την περιουσία του, ένας κομπιναδόρος πρόεδρος που έχει κι άλλες βλέψεις πέρα απ’το ποδόσφαιρο και ένας ξεροκέφαλος προπονητής που δεν αντέχει τις βεντέτες είναι κάποια από τα πρόσωπα που συναντάει ο ΜακΓκίνις, πρόσωπα των οποίων οι τόσο γνώριμες περιγραφές (η φράση «ούνα φάτσα, ούνα ράτσα» δεν βγήκε τυχαία) σίγουρα θα προκαλέσουν ένα χαμόγελο στο πρόσωπο κάθε αναγνώστη που έχει φάει με το κουτάλι το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Μια από τις μεγαλύτερες στιγμές στην ιστορία της Καστέλ ντι Σάνγκρο: To διπλό μέσα στο Λουίτζι Φεράρις

Όπως διαβάζουμε σε σχετικό σημείωμα του εκδοτικού οίκου, το βιβλίο (το οποίο ο συγγραφέας χαρακτήρισε ως το πιο αγαπημένο του) ψηφίστηκε ομόφωνα ως το Βιβλίο της Χρονιάς για το 1999 από την Επιτροπή Βραβείων William Hill στο Λονδίνο -το πρώτο αμερικάνικο βιβλίο που κέρδισε αυτό το βραβείο-, ενώ αναδείχθηκε επίσης ως το Καλύτερο Βιβλίο της Σεζόν 1999 από το κορυφαίο αγγλικό ποδοσφαιρικό περιοδικό FourFourTwo.

Ο Τζο ΜακΓκίνις πέθανε το 2014 στις ΗΠΑ σε ηλικία 71 ετών. Οι περισσότεροι άνθρωποι που τον έμαθαν μέσα από το συγγραφικό του έργο πιστεύουν πως το μεγαλύτερο επίτευγμα του ήταν το βιβλίο για τον Νίξον και η πολύ πετυχημένη τριλογία των βιβλίων θρίλερ που έγραψε αργότερα. Αν ρωτούσες όμως τον ίδιο, το πιθανότερο είναι πως θα σου έλεγε πως η μεγαλύτερη επιτυχία στη ζωή του ήταν πως γνώρισε από κοντά τον Ρομπέρτο Μπάτζιο, τον παίκτη που «πρόσθετε στο ποδόσφαιρο κομψότητα, χάρη και μια αύρα μαγείας που δεν είχα δει ποτέ μέχρι τώρα σε οποιοδήποτε άθλημα».

Σίριλ Ρίτζις: O ήρωας με το χαμόγελο

  [1 Σχόλιο]

Ήταν τέλη Σεπτέμβρη του 1978 όταν η Τσέλσι υποδεχόταν στο Στάμφορντ Μπριτζ τη Γουέστ Μπρομ. “Το να πηγαίνεις στο γήπεδο εκείνη την εποχή όντας μαύρος ήταν μια αρκετά άβολη εμπειρία. Έπρεπε να έχεις το κεφάλι χαμηλωμένο και να κρατάς τις σκέψεις σου για τον εαυτό σου” θυμάται ο Έρμαν Ούσλι, μετέπειτα βουλευτής και πρόεδρος της αγγλικής ποδοσφαιρικής αντιρατσιστικής καμπάνιας ‘Kick It Out’. Όταν μπήκε στο γήπεδο η Γουεστ Μπρομ οι οπαδοί της Τσέλσι ξεσηκώθηκαν και ένα απίστευτο γιουχάισμα κάλυψε κάθε άλλο ήχο . Στόχος τους ήταν τρεις συγκεκριμένοι παίκτες, γνωστοί τότε και ως ‘Three Degrees’ (παρατσούκλι επηρεασμένο από το ομώνυμο γυναικείο συγκρότημα, που αποτελούταν από τρεις μαύρες γυναίκες): οι Σίριλ Ρίτζις, Λόρι Κάνιγχαμ και Μπρέντον Μπάτσον. Ο λόγος; Ήταν μαύροι.

“Όταν ξεκίνησε το ματς, αρκετοί πετούσαν φρούτα προς το μέρος τους. Κάθε φορά που κάποιος εξ αυτών ακουμπούσε τη μπάλα, το γιουχάισμα που ακουγόταν ήταν τρομαχτικό. Κάπου στο 20λεπτο όμως, ο Λόρι έκανε μια κούρσα, έδωσε στον Σίριλ και η μπάλα κατέληξε στα δίχτυα. Οι τύποι γύρω μου εξαγριώθηκαν κι άλλο. Σηκώθηκαν όρθιοι και έβριζαν με μίσος” συνεχίζει τη διήγηση του ο Ούσλι. “Λίγο αργότερα το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε. Κι άλλο γκολ. Τότε ένας από τους εξαγριωμένους ‘γορίλες’ που καθόταν μπροστά μου γύρισε και είπε στον διπλανό του: ‘Πάντως, αυτοί οι μαύροι είναι και γαμώ τους παίκτες, δεν νομίζεις;’ Αυτή ήταν μια στιγμή έμπνευσης για μένα. Μου έλεγε ότι ανεξάρτητα από τις πιθανότητες, μπορείς πράγματι να κερδίσεις τους ανθρώπους με το ταλέντο και την επιμονή σου.”

——

Η δεκαετία του 70′ ήταν μια εποχή κατά την οποία η αγγλική κοινωνία, και κατ’επέκταση το αγγλικό ποδόσφαιρο, μαστιζόταν από φαινόμενα ρατσισμού. Τα κρούσματα ρατσιστικής βίας ήταν καθημερινό φαινόμενο, το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο (National Front) είχε αυξήσει αισθητά τη δύναμη του και οι περισσότεροι μαύροι ποδοσφαιριστές ή δεν έπαιρναν ποτέ ευκαιρίες για να δείξουν την αξία τους ή παρατούσαν από νωρίς την προσπάθεια, απογοητευμένοι και φοβισμένοι από τις απειλές, τις προσβολές και τα αντικείμενα που δεχόταν από την κερκίδα.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον μεγάλωσε ο Σίριλ Ρίτζις. “Όταν ψάχναμε να νοικιάσουμε σπίτι βλέπαμε συνέχεια ταμπέλες που έλεγαν ‘Όχι μαύρους, όχι σκυλιά, όχι Ιρλανδούς’. Ήμουν μικρός τότε και δεν καταλάβαινα αλλά βλέποντας τα απογοητευμένα πρόσωπα των γονιών μου ήξερα ότι κάτι δεν ήταν σωστό” δήλωσε ο ίδιος σε μια συνέντευξη του χρόνια μετά. “Εκείνα τα χρόνια στο Λονδίνο ο ρατσισμός ήταν συνέχεια δίπλα σου. Έφτανες σε μια ηλικία 13-14 όπου πλέον καταλάβαινες τι σήμαιναν αυτά που σου έλεγαν και σκεφτόσουν ‘Τι ακριβώς συμβαίνει; Είμαι διαφορετικός; Φταίει το χρώμα μου;’”

Ο Ρίτζις είχε φτάσει με την οικογένεια του στην Αγγλία από τη Γαλλική Γουιάνα όταν ήταν 5 χρονών και μεγάλωσε με την προοπτική να γίνει ηλεκτρολόγος. Το ποδοσφαιρικό του ταλέντο όμως ήταν τέτοιο που δεν γινόταν να μην το παρατηρήσει κάποιος που γνωρίζει σε βάθος το παιχνίδι. Αυτός ο κάποιος ήταν ο αρχισκάουτ της Γουέστ Μπρόμιτς, Ρόνι Άλεν, που τον ανακάλυψε το 1977 βλέποντας έναν αγώνα ερασιτεχνικής κατηγορίας. Η μεταγραφή έκλεισε στις 5.000 λίρες και ο 19χρονος Ρίτζις από ηλεκτρολόγος, που στον ελεύθερο χρόνο του έπαιζε μπάλα σαν χόμπι, έγινε μέσα σε μια νύχτα επαγγελματίας ποδοσφαιριστής μιας ομάδας πρώτης κατηγορίας!

Το νεαρό της ηλικίας του σε συνδυασμό με το χρώμα του δέρματος του προκάλεσαν έντονο προβληματισμό στους κόλπους της Γουεστ Μπρομ αλλά η διάψευση όλων των αρνητικών προβλέψεων έγινε με τον πιο άμεσο και εμφατικό τρόπο. Ντεμπούτο στο Λιγκ Καπ, 4-0 νίκη η Γουέστ Μπρομ, δυο γκολ ο Ρίτζις. Ντεμπούτο στο πρωτάθλημα, 2-1 νίκη η Γουέστ Μπρομ, ένα γκολ ο Ρίτζις. Όλες οι αμφιβολίες ξεπεράστηκαν, όλες οι ενστάσεις εξαφανίστηκαν, ήταν πλέον ξεκάθαρο σε όλους ότι ο 19χρονος επιθετικός ήξερε να βάζει τη μπάλα στα δίχτυα.

Τα γκολ δεν ήταν όμως το μεγαλύτερο κατόρθωμα της καριέρας του. Εκείνη την εποχή οι μαύροι παίκτες στο αγγλικό ποδόσφαιρο ήταν ελάχιστοι, έτσι η παρουσία των ‘Three Degrees’ στα αγγλικά γήπεδα ήταν από μόνη της μια μικρή επανάσταση. Καμία άλλη ομάδα δεν είχε τρεις μαύρους παίκτες στη σύνθεση της. Οι αντιδράσεις σε κάθε εκτός έδρας ματς ήταν ενδεικτικές του πως αντιμετώπιζε ο κόσμος τους ανθρώπους με διαφορετικό χρώμα: Υποδοχή από το λεωφορείο ακόμα, γιουχάισμα, μπινελίκια, απειλές, χειρονομίες, ήχοι που έμοιαζαν με κραυγές μαϊμούς, ρίψεις αντικειμένων και φρούτων (κυρίως μπανάνες) και φτυσίματα. “Σε αρκετά παιχνίδια ο θείος μου αναγκαζόταν στο ημίχρονο να αλλάξει φανέλα γιατί ήταν γεμάτη από πάνω έως κάτω με φλέματα” αποκάλυψε χρόνια μετά ο ανεψιός του Ρίτζις, Τζέισον Ρόμπερτς.

 Η στοχοποίηση δεν τελείωνε φυσικά με τη λήξη των αγώνων. Παρά τη φαινομενική διασημότητα τους οι μαύροι παίκτες αντιμετώπιζαν, όπως όλοι, ρατσιστικές επιθέσεις στο μετρό, στις παμπ και στο δρόμο ενώ τα απειλητικά γράμματα που έφταναν στο σπίτι τους ήταν αμέτρητα. Σε μια περίπτωση μάλιστα, κάποιοι πέταξαν ακόμα και μολότοφ στην είσοδο του σπιτιού του Λόρι Κάνιγχαμ (o οποίος το 1979 έγινε ο πρώτος Βρετανός που πήρε μεταγραφή στη Ρεάλ Μαδρίτης).

Ο Σίριλ Ρίτζις όμως ήταν αποφασισμένος να πετύχει και για να το κάνει αυτό έπρεπε να μπορεί να αγνοεί και να προσπερνάει τις προκλήσεις. “Από νωρίς αποφάσισα πως θα χειριζόμουν αυτή την κατάσταση. Σκεφτόμουν πως θα μπορούσα να τους κάνω να πονέσουν και κατέληξα πως ο καλύτερος τρόπος ήταν να διοχετεύω όλο μου το θυμό στο παιχνίδι μου, να προσπαθώ να γίνομαι ακόμα καλύτερος. Ήταν σαν να τους έλεγα ‘Θα σας δείξω ποιος είμαι, βάζοντας τη μπάλα στα δίχτυα σας’. Δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσω αυτούς τους φανατικούς να χαλάσουν το όνειρο μου. Αυτή ήταν η καλύτερη δυνατή απάντηση”.

Όπως αποδείχτηκε, ο Ρίτζις τα κατάφερε και με το παραπάνω. Με το χαμόγελο μόνιμα καρφιτσωμένο στο πρόσωπο του (χαμογελούσε επιδεικτικά ακόμα και όταν οι αντίπαλοι τον ‘έλουζαν’ με λεκτικό ρατσιστικό οχετό!), έπαιξε για 15 χρόνια στην πρώτη κατηγορία, σκοράροντας δεκάδες γκολ, μερικά εκ των οποίων τόσο εντυπωσιακά που φιγούραραν στις πρώτες θέσεις των διαγωνισμών για το καλύτερο γκολ της χρονιάς. Ευγενικός, πρόσχαρος, ήρεμος ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις, ο Ρίτζις έλεγε για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο αγγλικό ποδόσφαιρο και εκμεταλλευόταν τη φήμη του για να βάλει στο τραπέζι του διαλόγου το ανέγγιχτο έως τότε θέμα του ρατσισμού στα γήπεδα, την ίδια ώρα που η επιτυχία του εντός των τεσσάρων γραμμών αποτελούσε από μόνη της ένα ψυχολογικό στήριγμα για όλα τα πιτσιρίκια που ήθελαν να γίνουν ποδοσφαιριστές αλλά φοβόταν να κυνηγήσουν το όνειρο τους λόγω του χρώματος του δέρματος τους.

Τον Φεβρουάριο του 1982 έγινε μόλις ο τρίτος μαύρος παίκτης στην ιστορία της εθνικής Αγγλίας. Οι αντιδράσεις δεν έλειψαν ούτε τότε. Ανοίγοντας ένα από τα γράμματα των ‘θαυμαστών’ ανακάλυψε ένα σημείωμα που έλεγε ‘Αν πατήσεις τα πόδια σου στο χόρτο του δικού μας Γουέμπλει, θα φας μια τέτοια στα πόδια’. Μέσα στο φάκελο ανακάλυψε μια σφαίρα. “Την έχω κρατήσει αυτή τη σφαίρα” αποκάλυψε χρόνια μετά. “Σαν υπενθύμιση της δύναμης που έχει ο θυμός και η κακία που είχαν κάποιοι μέσα τους τότε. Ήταν κίνητρο πάντως για την υπόλοιπη καριέρα μου, μια υπενθύμιση ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν πρόκειται να με σταματήσουν”.

Τη Δευτέρα που μας πέρασε ο Σίριλ Ρίτζις άφησε την τελευταία του πνοή, μερικές μέρες πριν κλείσει τα 60 του. Ο πρόωρος χαμός του βύθισε το αγγλικό ποδόσφαιρο στο πένθος. Δεκάδες παλαίμαχοι αλλά και εν ενεργεία ποδοσφαιριστές βγήκαν και μίλησαν για την τεράστια επιρροή που είχε στην καριέρα και τη ζωή τους. “Ήταν ο ήρωας μου, ο πρωτοπόρος, ο λόγος που ήθελα να παίξω ποδόσφαιρο” δήλωσε ο σπουδαίος Άντι Κόουλ. “Ήταν ένα είδωλο, μια πηγή έμπνευσης, ένας απόλυτος θρύλος” είπε ο επίσης σπουδαίος Ίαν Ράιτ. “Ήταν έμπνευση για μένα αλλά και για πολλούς παίκτες της γενιάς μου. Έφτιαξε μια διαδρομή για κάθε μαύρο παίκτη που τον ακολούθησε” πρόσθεσε ο Μαρκ Μπράιτ. “Το μόνο που ήθελα ήταν να παίζω σαν κι αυτόν. Ήταν ένας ήρωας. Αν δεν ήταν αυτός δεν θα γινόμουν ποτέ επαγγελματίας ποδοσφαιριστής” σχολίασε συγκινημένος ο Ντιον Ντάμπλιν.

Ο θάνατος του δεν προκάλεσε αντιδράσεις μόνο στους μαύρους παίκτες. Ανάμεσα στους εκατοντάδες γνωστούς που θέλησαν να υπενθυμίσουν στον κόσμο την αξία του Ρίτζις και τη συμβολή του στη βελτίωση του αγγλικού ποδοσφαίρου, συναντάει κανείς τον Άλαν Σίρερ, τον Γκάρεθ Μπέιλ και τον Γκάρι Λίνεκερ. Μετά από αρκετές πιέσεις, η Πρέμιερ Λιγκ έστω και καθυστερημένα ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι σε όλα τα γήπεδα της θα κρατηθεί ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του ενώ είναι δεδομένο πως αυτό θα συμβεί και σε πολλά γήπεδα των υπόλοιπων κατηγοριών.

Ο Σίριλ Ρίτζις δεν ήταν υπερήρωας, δεν φορούσε κάπα, δεν έσπαγε ρεκόρ, δεν κέρδισε τίτλους (μοναδική εξαίρεση, ένα Κύπελλο Αγγλίας με την Κόβεντρι το 1987), δεν έβγαλε εκατομμύρια, δεν έπαιξε σε μια μεγάλη ομάδα. Ήταν όμως (μαζί με μερικούς ακόμα) πρωτοπόρος. Ήταν σκληρός όχι γιατί κλωτσούσε δυνατά ή γιατί έμπλεκε σε καβγάδες, όπως άλλοι διάσημοι ‘σκληροί’ του ποδοσφαίρου. Ήταν σκληρός γιατί δεν τον λύγισαν τα όσα βίωνε. Έγινε ήρωας και πρότυπο γιατί αντιμετώπισε όλα τα σκατά της συντηρητικής κοινωνίας εκείνης της εποχής και δεν τα άφησε να τον πνίξουν.

Με μοναδικά όπλα το ταλέντο του, το χαμόγελο του, την αυτοπεποίθηση και το πείσμα του βοήθησε όσο λίγοι ώστε να εξαλειφθεί σε μεγάλο βαθμό ο ρατσισμός από τα αγγλικά γήπεδα και να κάνει το ποδόσφαιρο ένα βήμα προς το μεγάλο στόχο του: Να γίνει ένα παιχνίδι μέσα στο οποίο όλοι είναι ίσοι, ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας ή καταγωγής. Έγινε ασπίδα για να μπορούν σήμερα χιλιάδες άνθρωποι να κάνουν τα όνειρα τους πραγματικότητα. Κι αυτό το κατόρθωμα δεν μετριέται σε νίκες, κούπες ή ατομικά βραβεία. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Ντιον Ντάμπλιν: “Ήταν τόσο δυνατός που όλοι εμείς οι μαύροι παίκτες σταθήκαμε στους ώμους του. Δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ. Θα τον θυμόμαστε πάντα ως έναν άνθρωπο που είχε πολύ θάρρος, τεράστιο ταλέντο και το μεγαλύτερο χαμόγελο που μπορείς να φανταστείς”.

Όταν ο Τέλε συνάντησε τον Γιόχαν

  [6 Σχόλια]

Το ρολόι έδειχνε σχεδόν μεσάνυχτα όταν ο Χουάν Κάρλος Λουστό αποφάσισε να αφήσει το δωμάτιο του και να κάνει μια βόλτα στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας πως έτσι θα χαλαρώσει επιτέλους. Ο Αργεντινός διαιτητής βρισκόταν στο Τόκιο για τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου ανάμεσα στη Σάο Πάουλο και τη Μπαρτσελόνα και το τζετ-λαγκ δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Περνώντας από το λόμπι, άκουσε μια γνώριμη λατινοαμερικάνικη φωνή, που ήξερε από τα παιχνίδια του Λιμπερταδόρες, να τον φωνάζει από το βάθος. Ήταν η φωνή του προπονητή της Σάο Πάουλο, Τέλε Σαντάνα.

(Σε έναν τέλειο και δίκαιο κόσμο το όνομα Τέλε Σαντάνα δεν θα χρειαζόταν καμία επιπλέον εξήγηση. Στον κόσμο που ζούμε όμως, που η επιτυχία σου καθορίζεται από τον αριθμό των μεταλλίων στην τροπαιοθήκη σου, οι διευκρινήσεις είναι απαραίτητες, ειδικά για τους νεότερους. Ο Βραζιλιάνος δεν κατέκτησε κανένα τίτλο με την εθνική της χώρας του και δεν ανέλαβε ποτέ του μια ευρωπαϊκή ομάδα, στοιχεία που αυτόματα τον πετούν έξω από κάθε λίστα με τους σπουδαιότερους προπονητές όλων των εποχών. Ακόμα και το πιο διάσημο δημιούργημα του, η Βραζιλία του 1982, η τελευταία Βραζιλία που πίστευε και εκπροσωπούσε το joga bonito, παραμένει στο μυαλό πολλών ως η «Βραζιλία του Σώκρατες» και όχι ως η ομάδα του Σαντάνα.

Tη μέρα που η Σελεσάο αποκλείστηκε από την Ιταλία του Ρόσι, ο Σαντάνα στήθηκε στον τοίχο από κάποιους Βραζιλιάνους δημοσιογράφους για την επιλογή του να μην παίξει για την ισοπαλία που αρκούσε για να δώσει την πρόκριση. Ο ίδιος δεν φάνηκε να μετανιώνει για τίποτα. Όπως θυμάται ο Σώκρατες, την ώρα που στα αποδυτήρια υπήρχαν νεύρα, εντάσεις και κλάματα, ο Σαντάνα στεκόταν ήρεμος και δήλωνε περήφανος για την τίμια προσπάθεια της ομάδας του. Λίγη ώρα μετά έμπαινε στην αίθουσα τύπου για τις τελευταίες δηλώσεις του και οι δημοσιογράφοι απ’όλο τον κόσμο τον χειροκροτούσαν όρθιοι.

Χρόνια αργότερα όλοι κατάλαβαν πως ακόμα και αν είχε την ευκαιρία να γυρίσει το Χρόνο και να παίξει ξανά εκείνο το ματς, πάλι θα κατέβαινε επιθετικά, με μοναδικό στόχο να κερδίσει το παιχνίδι, να προσφέρει θέαμα, να διασκεδάσει τον κόσμο. «Η ομορφιά έρχεται πρώτη και η νίκη δεύτερη. Αυτό που μετράει είναι η ευχαρίστηση» έλεγε πάντα ο Σώκρατες, μια φιλοσοφία που του είχε περάσει ο προπονητής του στην εθνική που χωρίς δισταγμό και τύψεις δήλωνε: «Προτιμώ να χάσω παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο παρά να κερδίσω παίζοντας μέτρια».

Ο Σαντάνα αποχώρησε από την εθνική το 1986 μετά τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία του Πλατινί και αφοσιώθηκε στο συλλογικό ποδόσφαιρο. Ανέλαβε τη Σάο Πάουλο το 1990, κοιμόταν στο προπονητικό της κέντρο, ξυπνούσε από τις 6, κούρευε μόνος του το γκαζόν και προσπαθούσε, μέσω σκληρής πειθαρχίας, να τελειοποιήσει τις επιθετικές τακτικές του. Μαζί της τελικά κατάφερε να δείξει σε όλο τον κόσμο ότι κάποιες φορές το όμορφο ποδόσφαιρο συνδυάζεται και με μεγάλες επιτυχίες. Με ηγέτη τον παραγκωνισμένο έως τότε αδερφό του Σώκρατες, Ράι, και μια φουρνιά νέων ταλαντούχων παικτών τους οποίους πίστεψε και ανέδειξε (ανάμεσα τους ο Λεονάρντο και ο Καφού, που καθιερώθηκε στο δεξί άκρο της άμυνας μετά από επιμονή του Σαντάνα), οδήγησε τη Σάο Πάουλο στην κορυφή της χώρας, της ηπείρου αλλά και του κόσμου δυο συνεχόμενες χρόνιες!

Έστω και στο φινάλε της καριέρας του – καθώς το 1996 αποσύρθηκε από τους πάγκους λόγω προβλημάτων με την υγεία του – ο Σαντάνα έφτασε στην κορυφή παίζοντας το ποδόσφαιρο που ήθελε, το μόνο ποδόσφαιρο που τον ενδιέφερε να παίξει. Ένα επιθετικό ποδόσφαιρο χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς ύπουλα χτυπήματα και βουτιές, χωρίς καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου. Ένα ποδόσφαιρο που τον έκανε τόσο αγαπητό στη Βραζιλία που μέχρι και σήμερα το όνομα του μνημονεύεται περισσότερο ακόμα κι από τα ονόματα προπονητών που οδήγησαν τη Σελεσάο στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Για τους συμπατριώτες του, ο «Κύριος Τέλε» ήταν και θα είναι «ο τελευταίος ρομαντικός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου».)

Ο Σαντάνα πρότεινε στον Λουστό να του γνωρίσει τον Γιόχαν Κρόιφ και ο Αργεντινός διαιτητής, ξέροντας καλά το ποδοσφαιρικό μέγεθος του Ολλανδού, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί. Ακολούθησε ένα σκηνικό που μοιάζει τελείως ξένο με τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Σε ένα τραπέζι στο μπαρ του ξενοδοχείου, ο διαιτητής και οι προπονητές των ομάδων που δυο μέρες μετά θα έπαιζαν έναν τελικό για τον τίτλο της καλύτερης ομάδας στον πλανήτη, έπιναν, κάπνιζαν (για την ακρίβεια μόνο ο Κρόιφ κάπνιζε αλλά όπως θυμάται ο Λουστό, τα τσιγάρα του διαδεχόταν το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό που ήταν σαν να κάπνιζε για όλους) και συζητούσαν για μπάλα.

«Μιλούσαν για το ποδόσφαιρο σαν να είναι κάτι ιερό. Έλεγαν συνέχεια πως το να διακόπτεις τον αγώνα με ψεύτικους τραυματισμούς, το να πετάς τη μπάλα μακριά ή το να κάνεις αλλαγές στις καθυστερήσεις για να κερδίσεις μερικά δευτερόλεπτα δεν είναι σωστό» αποκάλυψε πριν λίγο καιρό ο Λουστό. «Ο Κρόιφ και ο Σαντάνα θέλανε να κερδίσουν αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Όχι με ψέμματα. Θέλανε να κερδίσουν με το δικό τους στυλ, με τη δικιά τους φιλοσοφία, που μάλιστα έμοιαζε πολύ. Συμφωνούσαν πως ο σεβασμός στον αντίπαλο ήταν το πιο βασικό στοιχείο της επιτυχίας και ήταν πεπεισμένοι πως το να χάνεις ενώ παίζεις καλά δεν είναι αποτυχία και πως σ’ένα παιχνίδι που έχει παιχτεί σωστά δεν υπάρχουν ουσιαστικά κερδισμένοι και χαμένοι. Βλέποντας τις ομάδες τους να παίζουν, καταλάβαινες πως όλα όσα έλεγαν και πίστευαν, τα περνούσαν και στους παίκτες τους».

Η πολύ ιδιαίτερη παρέα συζητούσε για μπάλα μέχρι το ρολόι να δείξει περασμένες τρεις, σαν μια παρέα καλών φίλων που γνωρίζονται και καταλαβαίνονται τέλεια. Λίγο πριν αποχωρήσει ο καθένας για το δωμάτιο του, οι δυο σπουδαίοι προπονητές προχώρησαν σε μια πρωτότυπη συμφωνία μπροστά στα μάτια του ανθρώπου που μερικές ώρες αργότερα θα σφύριζε τη μεταξύ τους κόντρα. Βάζοντας το δεξί τους χέρι πάνω στον συνομιλητή τους, συμφώνησαν πως αν την ώρα του τελικού κάποιος παίκτης τους ξέφευγε από τα όρια του ποδοσφαίρου που πρέσβευαν και αγαπούσαν, θα γινόταν αλλαγή αμέσως. Ο σοκαρισμένος Λουστό προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που έβλεπε το ζούσε πραγματικά ή αν απλά το φανταζόταν.

Η Σάο Πάουλο κατέκτησε τελικά το Διηπειρωτικό, κερδίζοντας την ‘Dream Team’ του Κρόιφ με 2-1 χάρη σε δυο γκολ του Ράι. «Ο καθαρός χρόνος παιχνιδιού ήταν απλά απίστευτος και οι ευκαιρίες πολλές» θυμάται ο Λουστό, ο μοναδικός από εκείνο το περίεργο παρεάκι που ζει ακόμα. Ο Αργεντινός, που εκείνη την εποχή θεωρούταν το Νο2 παγκοσμίως στο χώρο της διαιτησίας, έκλεισε φέτος τα 70 του και παρ’όλο που στην τεράστια καριέρα του έχει σφυρίξει σε Μουντιάλ, σε τελικούς Λιμπερταδόρες, σε superclasico και στο ιστορικό και επεισοδιακό Βραζιλία-Χιλή στο Μαρακανά, θεωρεί πως εκείνη η συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου είναι το ωραιότερο πράμα που του συνέβη: «Στην 40ετη καριέρα μου τίποτα δεν με άγγιξε περισσότερο από εκείνη την κουβέντα που είχα με τον Τέλε και τον Κρόιφ. Εκείνη είναι η πιο όμορφη εμπειρία που έχω από το ποδόσφαιρο».