Ο ποδοσφαιριστής που αντιστάθηκε σ’έναν δικτάτορα

  [5 Σχόλια]

Η αίθουσα δεξιώσεων του Κέντρου Πολιτισμού ‘Γκαμπριέλα Μιστράλ’ στο Σαντιάγκο είναι γεμάτη. Στη μια πλευρά της είναι παρατεταγμένοι οι ποδοσφαιριστές της εθνικής ομάδας της Χιλής, που τις επόμενες ημέρες θα πετάξουν για τη Γερμανία, όπου θα λάβουν μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Κάποια στιγμή η πόρτα ανοίγει και στην αίθουσα εισέρχεται, συνοδευόμενους από αρκετούς παρατρεχάμενους, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ. Στη θέα του δικτάτορα στα πρόσωπα όλων των παρευρισκόμενων σχηματίζεται στιγμιαία ένα ψεύτικο χαμόγελο. Κανένας, άλλωστε, δεν θέλει να ρισκάρει τη ζωή του.

(Ο Αουγκούστο Πινοσέτ έχει καταλάβει την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα από τις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Από την επόμενη κιόλας ημέρα χιλιάδες Χιλιανοί «αντιφρονούντες» συλλαμβάνονται ή εξορίζονται. Οι περισσότεροι εξ αυτών βασανίζονται για μεγάλο διάστημα. Πολλοί αφήνουν την τελευταία τους πνοή στα κρατητήρια ή στα κέντρα κράτησης. Με τις φυλακές ασφυκτικά γεμάτες, η Χούντα μετατρέπει σε χώρο κράτησης και βασανιστηρίων αρκετά από τα γήπεδα της χώρας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν για πάντα, χωρίς να μάθουν ποτέ οι συγγενείς τους τι απέγιναν. Αρκετά χρόνια μετά οι εξεταστικές επιτροπές αποκάλυψαν πως ο αριθμός των νεκρών και των αγνοουμένων ξεπερνάει τις 40.000! Ανάμεσα σ’αυτούς που υποφέρουν βρίσκονται συγγενείς ποδοσφαιριστών της εθνικής ομάδας, πρώην παίκτες που είχαν αριστερές πεποιθήσεις και ο γιατρός της εθνικής, που φυλακίστηκε και βασανίστηκε για περισσότερους από 11 μήνες.)

Ο Πινοσέτ κατευθύνεται αμέσως προς την πλευρά των μεγάλων πρωταγωνιστών της βραδιάς, δηλαδή των παικτών που έχουν οδηγήσει τη χώρα στο Μουντιάλ (έστω και μετά από έναν κωμικοτραγικό αγώνα μπαράζ που κανένας τους δεν θέλει να θυμάται). Ο δικτάτορας στέκεται για λίγο μπροστά από κάθε παίκτη, ανταλλάσσει μαζί του μια χειραψία και του εύχεται καλή επιτυχία στη διοργάνωση. Αφού έχει προχωρήσει αρκετά στη σειρά, βρίσκεται μπροστά σ’έναν βραχύσωμο, σγουρομάλλη, μελαχρινό τύπο με πυκνό μουστάκι. Ο Πινοσέτ χαμογελάει και ετοιμάζεται να σηκώσει ασυναίσθητα το χέρι του για την καθιερωμένη χειραψία. Τότε με έκπληξη συνειδητοποιεί ότι ο παίκτης που βρίσκεται μπροστά του δεν φαίνεται διατεθειμένος να μιμηθεί την κίνηση του.

Ο 24χρονος Κάρλος Καζέλι νιώθει το φόβο να κυριεύει το σώμα του. Τον νιώθει από την πρώτη στιγμή που είδε τον δικτάτορα να μπαίνει στην αίθουσα. Παρ’όλα αυτά, καταφέρνει να βρει τρόπο να παραμείνει ψύχραιμος και απαθής. Όταν τελικά ο στρατηγός στέκεται μπροστά του, ο Καζέλι είναι πλέον αποφασισμένος. Δεν γίνεται να παίξει το παιχνίδι της Χούντας. Δεν γίνεται να παίξει θέατρο έχοντας μπροστά του τον άνθρωπο που ανέτρεψε την εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Δεν γίνεται να το κάνει αυτό, όταν οι απόψεις, η κοσμοθεωρία και τα ιδανικά του είναι τελείως διαφορετικά από αυτά του στρατηγού.

(Ο Κάρλος Καζέλι είναι παιδί μιας οικογένειας εργατών, που μεγάλωσε σε ένα πολιτικοποιημένο περιβάλλον και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές, έχει ξεκάθαρη πολιτική άποψη και θέση, στηρίζοντας την αριστερά, και έχει εκφραστεί δημόσια τα προηγούμενα χρόνια υπέρ της παράταξης του Αλιέντε. Ταυτόχρονα η επιθυμία του να συνεισφέρει στα κοινά επεκτείνεται και στο ποδόσφαιρο, εκεί όπου παλεύει για περισσότερα δικαιώματα στους παίκτες. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής φτάνει ακόμα και στο σημείο να ακυρώσει μια συμφωνία 130.000 δολαρίων για τη μεταγραφή του στη Σάντος, επειδή η ομάδα του, η Κόλο-Κόλο, συμφώνησε χωρίς να τον ρωτήσει πρώτα.)

Τα χέρια του μένουν ‘δεμένα’ πίσω από την πλάτη του. Για λίγα δευτερόλεπτα οι δυο τους στέκονται ακίνητοι με μέτωπο ο ένας στον άλλον. Ο Πινοσέτ καταλαβαίνει τι συμβαίνει και αμέσως προχωράει στον επόμενο παίκτη, για να μην δώσει αξία και προβολή σ’αυτό το πρωτοφανές γεγονός που μόλις έχει διαδραματιστεί. Δυστυχώς γι’αυτόν, ένας αφελής δημοσιογράφος της ‘La Segunda’ καταγράφει στην ανταπόκριση του την πράξη του Καζέλι, θέλοντας να τον στιγματίσει στα μάτια του λαού και να κερδίσει έτσι την εύνοια του καθεστώτος. Το αποτέλεσμα είναι φυσικά το ακριβώς αντίθετο. Ο δημοσιογράφος απολύεται άμεσα και η κίνηση του Καζέλι να μην χαιρετήσει τον δικτάτορα μένει στο μυαλό των Χιλιανών ως μια από τις πρώτες μορφές αντίδρασης και αντίστασης κατά του δικτάτορα.

Ο Αουγκούστο Πινοσέτ δεν είναι άνθρωπος που αποδέχεται εύκολα τις διαφορετικές απόψεις. Ο Καζέλι μπορεί να βρίσκεται στο απυρόβλητο λόγω της φήμης του (πρόκειται άλλωστε για έναν από τους καλύτερους επιθετικούς της χώρας, που έχει οδηγήσει την Κόλο-Κόλο σε δυο πρωταθλήματα και στον τελικό του Λιμπερταδόρες – η πρώτη ομάδα από τη Χιλή που το κατάφερνε αυτό – λίγους μήνες πριν) και του γεγονότος ότι εκείνη την εποχή αγωνίζεται στην Ισπανία, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για τους δικούς του ανθρώπους. Το διάστημα που βρίσκεται στη Γερμανία για το Μουντιάλ, ένα αμάξι σταματάει μπροστά στο σπίτι των γονιών του. Λίγες ώρες μετά οι γείτονες ανακαλύπτουν ότι η μητέρα του έχει εξαφανιστεί. Όταν επιστρέφει στο σπίτι της δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της και το σώμα της είναι γεμάτο πληγές, εγκαύματα και μελανιές. Για αρκετό καιρό η ίδια αρνείται να περιγράψει όλα όσα πέρασε, ενώ ο γιος της μαθαίνει για την απαγωγή πολλές ημέρες μετά και αφού έχει ολοκληρωθεί το Μουντιάλ.

Η εκδίκηση του Πινοσέτ δεν σταματάει εκεί. Με εντολή του δικτάτορα ο Καζέλι μένει εκτός εθνικής στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, μια σοκαριστική απόφαση που ο επιθετικός της Χιλής την μαθαίνει τελευταία στιγμή κι ενώ βρίσκεται στο αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, έτοιμος να πάρει το αεροπλάνο για να ενσωματωθεί στην εθνική ομάδα. Χωρίς τον μεγάλο της σκόρερ η ‘La Roja’ μένει εκτός Μουντιάλ αλλά κανένας στην ομοσπονδία δεν τολμάει να εκφράσει την δυσαρέσκεια του για την επιλογή των ανώτερων.

Το 1978 τελικά, και μετά από ένα επιτυχημένο πέρασμα από την Λεβάντε και την Εσπανιόλ (σε μια εποχή που ελάχιστοι Λατινοαμερικάνοι δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ευρώπη), o Καζέλι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της αγαπημένης του Κόλο-Κόλο, που έχει μείνει άτιτλη από τότε που τον έχασε, και επιστρέφει στην πατρίδα του για να τη βοηθήσει. Με τον «βασιλιά του τετραγωνικού μέτρου», όπως ήταν το παρατσούκλι του λόγω της τρομερής ικανότητας του να ξεμαρκάρεται και να εκτελεί μέσα στη μεγάλη περιοχή, στη σύνθεση της, η Κόλο-Κόλο επιστρέφει άμεσα στην κορυφή της Χιλής και τα επόμενα χρόνια κερδίζει 3 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα!

Οι επιτυχίες του με την Κόλο-Κόλο αναγκάζουν το καθεστώς να υποχωρήσει στο θέμα της κλήσης του και με τον Καζέλι σε τρομερή φόρμα (αναδείχθηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης) η Χιλή φτάνει ως τον τελικό του Κόπα Αμέρικα το 1979 και προκρίνεται για το Μουντιάλ του 1982. Στα 32 του είναι πλέον θρύλος στη χώρα και αυτό του επιτρέπει να μένει πιστός στις ιδέες και τις θέσεις του, μπροστά στον Πινοσέτ.

Σε μια νέα συνάντηση τους, το 1985, ο δικτάτορας σχολιάζει το ντύσιμο του Καζέλι λέγοντας: «Βλέπω ότι δεν αποχωρίζεσαι ποτέ την κόκκινη γραβάτα σου». Ο Καζέλι χωρίς ίχνος φόβου του απαντάει «Τη φοράω πάντα και την έχω κοντά στην καρδιά». Ο Πινοσέτ κλείνει την κουβέντα με την προειδοποίηση πως μια μέρα θα του την κόψει αυτή τη γραβάτα. (Ο μύθος λέει ότι ο Καζέλι απάντησε ξανά, λέγοντας «Ακόμα κι αν το κάνεις, η καρδιά μου θα παραμείνει κόκκινη», αλλά αυτό ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε.)

Λίγους μήνες μετά ο Καζέλι θα προσθέσει στο ενεργητικό του άλλη μια άτυπη νίκη κατά της δικτατορίας. Στις 12 Οκτωβρίου 1985 η Κόλο-Κόλο θα τιμήσει τον μεγάλο σκόρερ της, που αποχωρεί από την ομάδα έχοντας παίξει περισσότερα από 350 παιχνίδια και έχοντας σκοράρει πάνω από 200 φορές, με ένα φιλικό απέναντι σε επίλεκτους από όλη τη Ν. Αμερική. Το φιλικό διεξάγεται στο Εθνικό Στάδιο, οι κερκίδες είναι κατάμεστες και ο αγώνας περνάει σε δεύτερη μοίρα αφού αποκτάει γρήγορα μια πολιτική διάσταση. Το καθεστώς βέβαια απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση, με αποτέλεσμα να μη δει ποτέ η χώρα τα πανό κατά της δικτατορίας που σηκώνονται στις κερκίδες, ούτε το ξύλο που πέφτει μεταξύ της αστυνομίας και των φιλάθλων που τα κρατάνε. Ένας ραδιοφωνικός σταθμός όμως τολμάει να καλύψει ραδιοφωνικά τον αγώνα και έτσι στα σπίτια των Χιλιανών μπαίνει για πρώτη φορά μετά από 12 χρόνια σκληρής δικτατορίας η κραυγή χιλιάδων ανθρώπων που φωνάζουν με πάθος: «Ναι, θα πέσει! Ναι, θα πέσει!»

Ο Καζέλι όμως ξέρει ότι δεν αρκεί αυτό για να επιστρέψει η δημοκρατία στη χώρα. Τρία χρόνια αργότερα, και μετά από έντονες διεθνές πιέσεις, ο Πινοσέτ δέχεται να γίνει δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα της 5ης Οκτωβρίου 1988 δίνει στους Χιλιανούς τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στον τερματισμό ή την ανανέωση της διακυβέρνησης από τον δικτάτορα για άλλη μία οκταετία. Οι δυο πλευρές (το «ΝΑΙ» και το «ΟΧΙ») έχουν στη διάθεση τους κάθε μέρα 15 λεπτά για να προβάλουν τα τηλεοπτικά τους σποτ που στηρίζουν τη θέση τους (αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα μπορεί να δει την πολύ καλή ταινία του Πάμπλο Λαρέν ‘No’). Το καθεστώς θεωρεί σίγουρη τη νίκη του και τα πρώτα γκάλοπ επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.

Μέχρι που ένα βράδυ στο τηλεοπτικό σποτ του «ΟΧΙ» εμφανίζεται μια ηλικιωμένη κυρία με άσπρο πουκάμισο, η οποία δηλώνει: «Μια μέρα έπεσα θύμα απαγωγής έξω από το σπίτι μου. Μου έδεσαν τα μάτια και με πήγαν σ’ένα άγνωστο μέρος, όπου βασανίστηκα για ώρες. Δέχτηκα τόσα χτυπήματα που δεν θέλω να τα θυμάμαι, από σεβασμό στα παιδιά μου, στην οικογένεια μου αλλά και στον εαυτό μου. Μπορώ να ξεχάσω τον σωματικό πόνο που ένιωσα αλλά υπάρχουν άλλες πληγές που δεν θα ξεχαστούν ποτέ». Όσο μιλάει, από κάτω αναγράφεται το όνομα της: Όλγα Γαρίδο.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά το τηλεοπτικό κάδρο ανοίγει και αποκαλύπτεται ότι δίπλα της κάθεται ένας μεσήλικας σγουρομάλλης με μουστάκι, μια γνωστή φιγούρα που όλοι οι Χιλιανοί αναγνωρίζουν. Ο Καζέλι κοιτάει την κάμερα και κρατώντας το χέρι της κυρίας δηλώνει: «Γι’αυτό ακριβώς ψηφίζω ΟΧΙ. Γιατί η χαρά σου, είναι και δικιά μου χαρά. Γιατί τα συναισθήματα σου, είναι και δικά μου συναισθήματα. Γιατί αύριο μπορούμε να ζήσουμε σε μια δημοκρατία που θα μας παρέχει ελευθερία, υγεία και στήριξη. Γιατί αυτή η υπέροχη κυρία είναι η μητέρα μου».

Δεκαπέντε χρόνια μετά από την απαγωγή, οι Χιλιανοί μαθαίνουν ότι η μητέρα του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού ήρωα της χώρας ήταν ανάμεσα στα θύματα της δικτατορίας. Το συγκεκριμένο σποτ αποδεικνύεται ένα από τα πιο πετυχημένα της καμπάνιας. H εξομολόγηση της κυρίας Γαρίδο δίπλα στον διάσημο γιο της δίνουν στο κίνημα του «ΟΧΙ» την ώθηση που χρειαζόταν για να κάνει την ανατροπή. Το «ΟΧΙ» παίρνει 56% και το αποτέλεσμα αυτό σηματοδοτεί το τέλος της δικτατορίας.

Ο Κάρλος Καζέλι είναι για τους στατιστικολόγους ο 5ος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής Χιλής και ο 1ος σκόρερ στην ιστορία της Κόλο-Κόλο αλλά για τους περισσότερους Χιλιανούς που έζησαν εκείνη τη σκληρή εποχή του φόβου και της ανελευθερίας θα είναι για πάντα ο παίκτης που αρνήθηκε να δώσει το χέρι του σε έναν δικτάτορα και αυτός που συνέβαλλε με όποιο τρόπο μπορούσε στην πτώση του. Κι αυτή η συλλογική ανάμνηση είναι ένα επίτευγμα πολύ πιο μεγάλο και σημαντικό από οποιαδήποτε επιτυχία εντός των τεσσάρων γραμμών.

Nations League: Η απάντηση της Ευρώπης στην Λ. Αμερική

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Γκάρεθ Σάουθγκειτ τοποθέτησε προσεκτικά τις σημειώσεις του πάνω στο γραφείο, τσέκαρε για μια ακόμα φορά τα σκονάκια του και ζήτησε από τους βοηθούς του να σταθούν δίπλα του για να τον βοηθήσουν σε περίπτωση που κολλήσει κάποια στιγμή. Στη συνέχεια πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα και είπε: “Λοιπόν, θα προσπαθήσω να σας το εξηγήσω όσο πιο απλά γίνεται”.

Μερικά λεπτά ανάλυσης αργότερα σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε προσεκτικά την αίθουσα και κατάλαβε τη ματαιότητα του εγχειρήματος. Κάποιοι παίκτες της εθνικής Αγγλίας είχαν το βλέμμα μαθητή που κάποιος προσπαθεί να τους δείξει πως λύνονται τα διπλά ολοκληρώματα ενώ αυτοί ακόμα δεν έχουν καταλάβει πλήρως τη διαίρεση. Κάποιοι άλλοι είχαν το ύφος άντρα που η σύζυγος του αναλύει τις τεράστιες διαφορές ανάμεσα σε δυο χρώματα που και τα δυο είναι μπλε. Τέλος υπήρχαν κι αυτοί που είχαν το πρόσωπο φαντάρου που κάνει σκοπιά στο φυλάκιο και ενώ τα μάτια του είναι ορθάνοιχτα και εστιασμένα αυστηρά πάνω σου, ξέρεις πολύ καλά ότι από πίσω κρύβεται ένας τύπος που κοιμάται γαλήνια εδώ και τουλάχιστον πέντε λεπτά.

Απογοητευμένος από την εικόνα και με την απόγνωση λογιστή που προσπαθεί να εξηγήσει σε παιδιά νηπιαγωγείου πως πρέπει να συμπληρώσουν τη φορολογική τους δήλωση ο Σάουθγκειτ μάζεψε αργά-αργά όλες τις σημειώσεις του και περιορίστηκε στη σίγουρη επιλογή κάθε προπονητή: “Ξεχάστε τα όλα αυτά, πάμε απλά να κερδίσουμε το επόμενο ματς”.

Λίγο αργότερα ο Χάρι Μαγκουάιρ στήθηκε μπροστά στους δημοσιογράφους και απαντώντας σε σχετική ερώτηση δήλωσε, με ύφος μαθητή που μιλάει στις κάμερες μετά τις πανελλήνιες και ενημερώνει το κοινό ότι τα θέματα ήταν πάρα πολύ δύσκολα για κάποιον σαν κι αυτόν που είχε διαβάσει μόνο τα πολύ SOS: “Δεν ξέρω τι πιστεύετε εσείς αλλά εγώ νομίζω πως είναι αρκετά μπερδεμένο. Ο προπονητής προσπάθησε πάντως να μας το εξηγήσει όσο καλύτερα μπορούσε. Νομίζω πως αυτός το έχει κατανοήσει τώρα αλλά σίγουρα χρειάστηκε να το μελετήσει πολύ. Εμείς πρέπει απλά να πηγαίνουμε σε κάθε ματς ψάχνοντας τη νίκη και θα δούμε στο τέλος που θα μας βγάλει.”

Όπως σίγουρα θα έχετε ακούσει, το Nations League μπήκε στη ζωή μας από την Πέμπτη. Επίσημα πρόκειται για μια διοργάνωση της UEFA που έχει ως στόχο να αντικαταστήσει τα ανούσια και αδιάφορα φιλικά παιχνίδια των εθνικών ομάδων που σχεδόν κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν παρακολουθούσε. Ανεπίσημα, είναι ξεκάθαρα η απάντηση της UEFA στη διαχρονική και γραφική παράνοια των διοργανώσεων της CONMEBOL.

Για πολλές δεκαετίες η Ευρώπη ήταν εκείνος ο τύπος που πήγαινε στις συναντήσεις παλιών συμμαθητών με το αψεγάδιαστο κουστούμι του και την οργανωμένη και ιδανική ζωή από πίσω, με την καλή και σταθερή θέση στην τράπεζα, την υπέροχη γυναίκα που δουλεύει ως μεσίτρια και τα δυο αψεγάδιαστα παιδιά που τα λένε Κλεισθένη και Ανδρονίκη. Αν και ικανοποιημένος με την πορεία της καριέρας του, ο τύπος πάντα ζηλεύει κρυφά τον παλιόφιλο που καθόταν μαζί στο τελευταίο θρανίο και τώρα σκάει μύτη με χύμα πουκάμισο, μακρύ μαλλί και σκουλαρίκι, μιλάει για την πληθωρική γκόμενα που έχει στην Αυστραλία, την progressive rock μπάντα που έχει φτιάξει με κάτι Ισλανδούς στη Βοστώνη και τη δουλειά του, που περιλαμβάνει μέσα διαμάντια από το Κονγκό, καραμέλες από το Εκουαδόρ, σφουγγαρίστρες από την Κίνα και έναν κουφό Σέρπα από το Νεπάλ, χωρίς να μπορεί ακόμα και ο ίδιος να εξηγήσει με κάποιο λογικό τρόπο τη σύνδεση όλων των παραπάνω.

Φτάνοντας (επιτέλους) στην ουσία. Το Nations League είναι μια διοργάνωση που με μια πρώτη ματιά μπορεί να σου φανεί λίγο μπερδεμένη. Αν όμως κοιτάξεις πιο προσεκτικά, καταναλώσεις τρεις καφέδες και δυο βότκες και αφιερώσεις πέντε ωρούλες από τη ζωή σου για να την κατανοήσεις πλήρως θα καταλάβεις ότι τελικά είναι αρκετά μπερδεμένη. Η λογική της μπορεί να συνοψιστεί απλοϊκά στο εξής: Οι εθνικές ομάδες αντί να δίνουν φιλικά χωρίς νόημα θα παίζουν με ομάδες παρόμοιας δυναμικότητας έχοντας ως έπαθλο κάποιες εξτρά θέσεις για την επόμενη μεγάλη διοργάνωση, είτε αυτή είναι Euro, είτε Μουντιάλ.

Πως μπορεί να γίνει αυτό; Όλες οι εθνικές της Ευρώπης έχουν χωριστεί σε 4 ‘πρωταθλήματα’ ανάλογα με τη δυναμική τους. Κάθε πρωτάθλημα αποτελείται από 4 γκρουπ, κάποια με 3 ομάδες και κάποια με 4. Σύνολο 16 γκρουπ. Οι ομάδες των γκρουπ θα παίξουν μεταξύ τους μέσα στο επόμενο δίμηνο. Οι νικητές των γκρουπ, δηλαδή 16 ομάδες, θα προχωρήσουμε στην επόμενη φάση, των πλει-οφ, εκεί που την άνοιξη του 2020 θα διεκδικήσουν (μέσω μιας ακόμα πιο μπερδεμένης διαδικασίας που θέλει μπόλικη ανάλυση μελλοντικά) 4 εισιτήρια για το Euro 2020.

Ενδιάμεσα από τη φάση των ομίλων και τα περιβόητα μπερδεμένα πλέι-οφ, θα διεξαχθούν κανονικά τα προκριματικά του Euro, όπως ακριβώς τα έχουμε συνηθίσει. Μέσω της κλασικής διαδικασίας (10 όμιλοι, αγώνες μέσα-έξω, προκρίνονται απ’ευθείας οι δυο πρώτοι) θα προκύψουν οι 20 από τις 24 ομάδες του Euro, αφήνοντας 4 ελεύθερα ‘εισιτήρια’ για τους νικητές των πλει οφ του Nations League.

Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, κάποιοι από τους νικητές των γκρουπ του Nations League (κοινώς οι περισσότερες μεγάλες εθνικές της Ευρώπης) πιθανόν θα έχουν εξασφαλίσει την πρόκριση από τα κλασικά προκριματικά, οπότε στη θέση τους θα προχωρήσουν στα πλέι οφ οι αμέσως επόμενες ομάδες της βαθμολογίας. Εδώ πιθανόν να προκύψουν διάφορα μικρά αλλά και μεγαλύτερα ζητήματα (ανάμεσα τους και η – μικρή – πιθανότητα κάποια ομάδα να έχει συμφέρον να χάσει ένα παιχνίδι των προκριματικών για να προκριθεί απ’ευθείας η αντίπαλος της και να καπαρώσει η ίδια τη θέση της στα πλει οφ της Nations League) τα οποία φυσικά και θα αποφύγουμε να αναλύσουμε τώρα με τέτοια ζέστη.

Εκτός από τη σύνδεση του με τις μεγάλες διοργανώσεις όμως, που – μεταξύ μας – είναι και το κομμάτι που ενδιαφέρει τους περισσότερους, το Nations League παραμένει ένα ξεχωριστό τουρνουά, που σημαίνει ότι θα προσπαθήσει να αναδείξει και νικητή-τροπαιούχο. Αυτός θα προκύψει το επόμενο καλοκαίρι από μια διαδικασία ημιτελικών, στην οποία θα βρεθούν οι νικητές των 4 γκρουπ του πρώτου πρωταθλήματος, εκείνου δηλαδή που φιλοξενεί όλες τις μεγάλες ομάδες της ηπείρου.

Τελειώνοντας, θα υπάρχει κανονικά άνοδος και υποβιβασμός. Ο τελευταίος κάθε γκρουπ θα υποβιβάζεται στο αμέσως επόμενο πρωτάθλημα ενώ ο πρώτος θα ανεβαίνει σκαλοπάτι. Έτσι τα πρωταθλήματα και τα γκρουπ που θα σχηματιστούν στο επόμενο Nations League θα διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από αυτά που έχουμε φέτος. Με τη λογική ότι οι μεγάλες ομάδες θα κερδίσουν την πρόκριση τους από τα κανονικά προκριματικά και αυτόματα θα δώσουν τη θέση τους στα πλέι οφ στον αμέσως επόμενο, καταλαβαίνει κανείς ότι όσο πιο πάνω σκαρφαλώσει μια μικρή ομάδα στο Nations League τόσο πιο πιθανό είναι να βρεθεί στα πλέι οφ και κατ’επέκταση μια ανάσα (ή και περισσότερες) από το όνειρο μιας συμμετοχής σε μεγάλη διοργάνωση.

Η εθνική μας ομάδα έχει τοποθετηθεί φέτος στο 3ο πρωτάθλημα (σαν να λέμε στην 3η κατηγορία), σε ένα γκρουπ μαζί με την Ουγγαρία, τη Φινλανδία και την Εσθονία. H πρεμιέρα της στη διοργάνωση θα γίνει το βράδυ του Σαββάτου, εκτός έδρας απέναντι στην Εσθονία. Ο στόχος της ομάδας του Μίχαελ Σκίμπε είναι ξεκάθαρα η πρώτη θέση που θα της δώσει το δικαίωμα να κυνηγήσει ένα εισιτήριο για το Euro 2020 μέσω και των πλέι οφ, αυξάνοντας έτσι τις ελπίδες της να επιστρέψει σε μια μεγάλη διοργάνωση. Για όσους παίκτες μας (και όχι μόνο) ζορίζονται ακόμα να καταλάβουν το σύστημα διεξαγωγής, υπάρχει πάντα ο απλός και παραδοσιακός στόχος που χρησιμοποιούν και οι Άγγλοι: “Κερδίζουμε όλα τα ματς και στο τέλος βλέπουμε τι έχουμε καταφέρει”.

10 χρόνια Σομπρέρο

  [11 Σχόλια]

Την αδυναμία μας στη φανέλα με το νούμερο 10 την έχουμε καταγράψει παλιότερα:

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Με δεδομένο αυτό, καταλαβαίνετε ότι αυτή είναι μια ξεχωριστή ημέρα για εμάς. Μια τέτοια μέρα το 2008 γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (αν και δυο εκ των ‘ιδρυτών’ είχαν τότε βάση στην Αθήνα) το Σομπρέρο. Σήμερα η σελίδα γιορτάζει τα δέκατα γενέθλια της, φοράει επιτέλους τη φανέλα με το αγαπημένο 10 στην πλάτη και ετοιμάζεται να βγάλει μαγικές κάθετες που θα τρυπήσουν κάθε άμυνα, να ντριπλάρει αντιπάλους με τη χάρη μεγάλων Ρώσων χορευτών, να κουμαντάρει το παιχνίδι σαν μαέστρος της Φιλαρμονικής της Βιέννης και όταν χαθεί η μπάλα να σουλατσάρει στα χορτάρια χαζεύοντας τους υπόλοιπους που μαρκάρουν, γιατί «αν ήθελε ο Θεός να τρέχουμε σαν τους Νταβιντσομακελελέδες, δεν θα μας έδινε τόση φινέτσα».

Επόμενος μεγάλος στόχος μας είναι να φτάσουμε να γιορτάσουμε στο μέλλον τα γενέθλια μας χρησιμοποιώντας σαν εικόνα τον τεράστιο Γιόχαν Κρόιφ. Κι αν καταφέρουμε να το πετύχουμε κι αυτό, μετά ταβάνι μας είναι ο ουρανός. Ή ο Αντρέα Πίρλο.

10 σομπρέρο από ένα μεγάλο 10αρι για τα 10α γενέθλια του Σομπρέρο

Μαρσέλο Μπιέλσα: Ένας τρελός στην Τσάμπιονσιπ

  [Καθόλου σχόλια]

Τρεις περίπου μήνες πριν, ο γενικός διευθυντής της Λιντς, Βίκτορ Όρτα, και ο διευθύνων σύμβουλος της ομάδας, Άνγκους Κίνερ ταξίδεψαν στην Αργεντινή, στο πλαίσιο της αναζήτησης νέου προπονητή. Ο Μαρσέλο Μπιέλσα ήταν ένα από τα ονόματα στη λίστα υποψηφίων που είχαν καταρτίσει. Οι τρεις άνδρες συναντήθηκαν στο Μπουένος Άιρες και μετά από τις τυπικές συστάσεις και χαιρετούρες οι απεσταλμένοι της Λιντς μπήκαν κατ’ευθείαν στο ψητό: “Πόσο καλά γνωρίζεις την Τσάμπιονσιπ;”

Ο Μπιέλσα άνοιξε τον φάκελο με τις σημειώσεις του και άρχισε να αναλύει το πως παρατάχθηκαν και πως τελικά αγωνίστηκαν η Μπόλτον και η Μπάρτον στο μεταξύ τους παιχνίδι την περσινή σεζόν. Πριν προλάβουν οι άνθρωποι της Λιντς να ρωτήσουν κάτι άλλο, ο 63χρονος τεχνικός συνέχισε την ανάλυση του, περιγράφοντας διεξοδικά πως αγωνίστηκαν οι συγκεκριμένες ομάδες σε όλα τα παιχνίδια της Τσάμπιονσιπ! Στη συνέχεια, έβγαλε μερικές ακόμα σημειώσεις και ασχολήθηκε με τις υπόλοιπες ομάδες του πρωταθλήματος, εξετάζοντας κάθε διαφορετική τακτική που χρησιμοποίησαν καθ’όλη τη διάρκεια της χρονιάς και παραθέτοντας αναλυτικά στατιστικά για το πόσο πετυχημένο αποδείχτηκε κάθε φορά ένα σύστημα. Όταν επιτέλους τέλειωσε τον μονόλογο του, οι άνθρωποι της Λιντς απλά κοιτάχτηκαν και, χωρίς να πούνε κουβέντα, συμφώνησαν πως δεν χρειάζεται να δούνε κανέναν άλλο υποψήφιο.

Ο Μαρσέλο Μπιέλσα δεν έχει δουλέψει ποτέ ξανά στην Αγγλία. Αλλά αυτό δεν λέει απολύτως τίποτα. Ο Αργεντινός παρακολουθεί (και αναλύει) ποδοσφαιρικούς αγώνες με ακραίους ρυθμούς. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, από τη στιγμή που οι απεσταλμένοι των Άγγλων επικοινώνησαν μαζί του για να κλείσουν το ραντεβού μέχρι την επόμενη μέρα, όταν και πραγματοποιήθηκε η κρίσιμη συνάντηση, ο Μπιέλσα παρακολούθησε 7 παιχνίδια της περσινής Λιντς. Μέχρι τη μέρα που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στην Αγγλία είχε δει και μελετήσει διεξοδικά όλα τα περσινά της παιχνίδια, ακόμα και τα φιλικά του καλοκαιριού.

Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν “τελειομανή”, κάποιοι άλλοι απλά “τρελό”. Το δεύτερο προτιμήθηκε από την πλειοψηφία και ο Μπιέλσα κυκλοφορεί εδώ και χρόνια στην πιάτσα με αυτό το παρατσούκλι. Η αλήθεια είναι ότι δεν προσπαθεί και ιδιαίτερα να το αποχωριστεί. Μιλώντας για τη θητεία του στην Αθλέτικ Μπιλμπάο ένας Ισπανός δημοσιογράφος, που καλύπτει το ρεπορτάζ της ομάδας των Βάσκων, αποκάλυψε πως αργά τη νύχτα, συνήθως μετά τα μεσάνυχτα, ο Αργεντινός έβγαινε μόνος του βόλτα στην πόλη, ακόμα και στους ζόρικους χειμωνιάτικους μήνες. Φορώντας την κλασική φόρμα της Αθλέτικ, περπατούσε για χιλιόμετρα με κατεύθυνση τα περίχωρα. Εκεί σε ένα παλιό αγρόκτημα συναντούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Ισπανών, με τους οποίους είχε γνωριστεί τυχαία. Οι οικοδεσπότες ετοίμαζαν φαγητό (συνήθως φασόλια ή τσορίθο) και ο Μπιέλσα τους έκανε παρέα, ακούγοντας με τις ώρες τις ιστορίες τους δίπλα στη φωτιά.

Αυτή φυσικά δεν είναι η μόνη ‘περίεργη’ ιστορία από τη ζωή του. Η λίστα είναι ατέλειωτη. Οι άνθρωποι της Λιντς ανακάλυψαν τις παραξενιές του νέου τους προπονητή πολύ σύντομα. Πριν καν κλείσει ένα μήνα στην Αγγλία, ο Μπιέλσα ζήτησε να μάθει πόσες ώρες δουλειάς χρειάζεται στο περίπου ένας μέσος οπαδός για να μπορέσει να αγοράσει ένα εισιτήριο για να παρακολουθήσει την ομάδα του. Όταν οι Άγγλοι του είπαν πως η απάντηση είναι “περίπου 3 ώρες”, κάλεσε τους παίκτες του και τους έβαλε να μαζεύουν σκουπίδια γύρω από το προπονητικό κέντρο για 3 ώρες, θέλοντας να καταλάβουν και να εκτιμήσουν τον κόπο που κάνει ένας απλός οπαδός για να μπορεί να δει την αγαπημένη του ομάδα.

Η ιστορία κυκλοφόρησε άμεσα παντού αλλά οι οπαδοί της Λιντς δεν χρειαζόταν το συγκεκριμένο ρεπορτάζ για να ερωτευτούν τον νέο τους προπονητή. Το είχαν κάνει πριν καν πατήσει το πόδι του στην πόλη! Μέσα στις πρώτες δυο μέρες από την ανακοίνωση της συμφωνίας με τον Μπιέλσα, η ομάδα πούλησε 500 νέα διαρκείας, ένα νούμερο που πολλαπλασιάστηκε τις επόμενες μέρες. Δυο σχεδόν μήνες μετά η ευφορία των φίλων της Λιντς όχι μόνο δεν έχει κοπάσει αλλά έχει πλησιάσει επίπεδα λατρείας. Ακόμα και οι πιο απλές ενέργειες του Αργεντινού, όπως το ότι πήγε τη Δευτέρα να παρακολουθήσει έναν αγώνα της U-23, προκαλούν κύμα ενθουσιασμού στις τάξεις των φιλάθλων. O λόγος φυσικά δεν βρίσκεται μόνο στην αύρα και τη διαφορετικότητα του Μπιέλσα.

Η Λιντς έχει ξεκινήσει εντυπωσιακά τη σεζόν μετρώντας 3 νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια, ένα στατιστικό που είχε να εμφανιστεί στο Έλαντ Ρόουντ από το 1974! Κι αν η νίκη επί της Μπόλτον μεσοβδόμαδα για το Λιγκ Καπ δεν θεωρείται κάτι τρομερό, τα δυο ‘τρίποντα’ στο πρωτάθλημα ήρθαν πέρα από κάθε προσδοκία. Η ομάδα του Μπιέλσα κέρδισε δυο αντιπάλους που πριν την έναρξη της σεζόν συμπεριλαμβανόταν στα φαβορί για την άνοδο και το έκανε όχι απλά εύκολα (3-1 τη Στόουκ εντός και 4-1 τη Ντέρμπι εκτός) αλλά παίζοντας κατά διαστήματα και εξαιρετικό, ειδικά για την εποχή, ποδόσφαιρο.

Με ατέλειωτο τρέξιμο και πρέσινγκ, προσπάθεια για στρωτό ποδόσφαιρο κατοχής, ικανοποιητικούς αυτοματισμούς και αρκετές ευκαιρίες, η Λιντς ξεχώρισε σε τέτοιο βαθμό στα πρώτα δυο ματς της Τσάμπιονσιπ που σκαρφάλωσε ήδη στην πρώτη θέση των φαβορί για άνοδο! Η μεταμόρφωση της ομάδας οφείλεται αποκλειστικά στη δουλειά του Αργεντινού, αφού στα δυο πρώτα παιχνίδια του πρωταθλήματος η Λιντς είχε στη βασική της 11αδα μόνο έναν παίκτη που ήρθε φέτος το καλοκαίρι, τον Μπάρι Ντάγκλας. Ο Μπιέλσα ανέλαβε ένα μετριότατο σύνολο που πέρσι τερμάτισε κάτω από τη μέση της βαθμολογίας και δεν έκανε ούτε ένα διπλό μέσα στο 2018 και το μετέτρεψε με ψυχολογική τόνωση και σκληρή δουλειά (τριπλές προπονήσεις και ατέλειωτες ώρες παραμονής στο προπονητικό κέντρο κάθε μέρα – δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπιέλσα ζήτησε να τοποθετηθεί στο γραφείο του και ένα κρεβάτι) σε μια ομάδα που στα πρώτα της ματς κυριαρχεί στον αγωνιστικό χώρο, ανεξαρτήτως αντιπάλου, και σκοράρει εύκολα.

Την ώρα που μεγάλο μέρος του κόσμου της ομάδας κάνει όνειρα για επιστροφή της στα χρόνια της δόξας και των επιτυχιών, ο Μπιέλσα παραμένει απόλυτα προσγειωμένος και ψύχραιμος. Παρακολουθώντας τα παιχνίδια καθισμένος σ’έναν τεράστιο αναποδογυρισμένο μπλε κουβά (ο οποίος έχει γίνει τόσο διάσημος που στα γραφεία της Λιντς έσκασαν οι πρώτες προσφορές από εταιρείες που θέλουν να διαφημιστούν πάνω του!), ο ‘Λόκο’ αποφεύγει τις ακραίες χειρονομίες, πανηγυρίζοντας ακόμα και τα γκολ με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία.

Σε κάθε συνάντηση του με τους δημοσιογράφους τις τελευταίες μέρες τονίζει ότι είναι πάρα πολύ νωρίς για συμπεράσματα και προβλέψεις. Ξέρει άλλωστε πολύ καλά πως και στο παρελθόν οι ομάδες του έχουν κάνει δυνατά ξεκινήματα, τα οποία όμως δεν συνοδεύτηκαν από εξίσου καλά τελειώματα. Όσοι γνωρίζουν καλά τη σταδιοδρομία του και θυμούνται και τις αρκετές αποτυχίες του, καταλαβαίνουν ότι είναι πάρα πολύ νωρίς για να προβλέψει κανείς την έκβαση της σεζόν, αφού εκτός από μια πολύ πιθανή αγωνιστική κοιλιά, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο ο “γερο-παράξενος” Μπιέλσα να χαλαστεί οποιαδήποτε στιγμή με κάτι που δεν μπορεί να φανταστεί κανείς.

Μέχρι να φτάσει όμως εκείνη η στιγμή, στο Λιντς απολαμβάνουν τις χαρούμενες αυτές μέρες και ονειρεύονται την εποχή που θα επιστρέψουν στην Πρέμιερ Λιγκ, από την οποία απουσιάζουν απ’το 2004. Σήμερα το απόγευμα στο Έλαντ Ρόουντ τα ‘παγώνια’ θα υποδεχθούν τη γειτονική Ρόδεραμ με στόχο να κάνουν το 3/3 και να παραμείνουν στις πρώτες θέσεις της βαθμολογίας. Το ταμείο της ομάδας θα γίνει φυσικά τον Μάιο και τότε θα φανεί αν ο Μαρσέλο Μπιέλσα θα μπορεί να χρησιμοποιήσει ξανά τη δήλωση που χαρακτηρίζει όλη την καριέρα του: “Ένας άνθρωπος με νέες ιδέες θεωρείται τρελός μέχρι οι ιδέες του να θριαμβεύσουν”

Ωδή στον Χοσέ τον Λουίς τον Τσιλαβέρτ

  [2 Σχόλια]

«Αν κερδίσουμε πέναλτι, ποιος θέλει να το εκτελέσει;»

Η ερώτηση του Κάρλος Μπιάνκι έπιασε τους πάντες απροετοίμαστους. Στα αποδυτήρια της Βέλεζ επικράτησε για λίγο νεκρική σιγή. Οι περισσότεροι καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο, θέλοντας να δείξουν ότι το σκέφτονται. Σε λίγη ώρα θα έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Εστουντιάντες, ψάχνοντας μια ισοπαλία που θα τους έστεφε πρωταθλητές για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια. Η πίεση και το άγχος είχαν πιάσει ταβάνι.

«Εγώ θέλω» ακούστηκε μια σίγουρη φωνή, κάπου από το βάθος.

Η φωνή συνοδεύτηκε από ένα σηκωμένο χέρι. Ήταν το χέρι του τερματοφύλακα. Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ ήταν 28 χρονών εκείνη την εποχή. Η πρωτοβουλία του έδωσε θάρρος και στους υπόλοιπους και δυο ακόμα χέρια σηκώθηκαν διστακτικά στον αέρα. Ο Μπιάνκι ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε: «Ωραία. Θα το εκτελέσει τότε ο Τούρου. Αλλιώς ο Γκονζάλεζ. Αν όχι, τότε ο Τσιλαβέρτ».

Ήταν ένα κρύο και βροχερό απόγευμα Τρίτης του Ιουνίου του 1993 και το γήπεδο ήταν κατάμεστο. Ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν και χιλιάδες οπαδοί των φιλοξενούμενων, που περίμεναν πολλά χρόνια γι’αυτή τη στιγμή. Κάπου στα μισά της επανάληψης, η Βέλεζ κέρδισε πέναλτι. Ο ‘Τούρου’ Φλόρες κοίταξε τον Γκονζάλεζ. Ο Γκονζάλεζ κοίταξε τον Φλόρες. Κανένας δεν έκανε κίνηση προς τη μπάλα. Ο έμπειρος Μπιάνκι κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και έκανε νόημα προς τον τερματοφύλακα του. Ο Τσιλαβέρτ διέσχισε όλο το γήπεδο, έστησε τη μπάλα ψύχραιμα και με ένα δυνατό, συρτό σουτ την έστειλε στη δεξιά γωνία της εστίας. Η Βέλεζ ήταν, επιτέλους, πρωταθλήτρια Αργεντινής. Αυτός ήταν ο πρώτος από τους εννιά τίτλους που κατέκτησε με τα χρώματα της ο μεγαλόσωμος Παραγουανός πορτιέρο.

«Υπάρχουν δυο είδη ανθρώπων εκεί έξω. Οι πετυχημένοι και οι μέτριοι. Οι πετυχημένοι δεν σκέφτονται την αποτυχία. Ένας μέτριος άνθρωπος όμως σκέφτεται συνέχεια: Τι θα συμβεί αν αποτύχω;» σχολίασε αρκετά χρόνια αργότερα ο Τσιλαβέρτ, περικλείοντας ουσιαστικά σε μια δήλωση όλη την κοσμοθεωρία του.

Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ δεν ήταν «πετυχημένος» εκ γενετής. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι και ο ίδιος αναγκαζόταν να κυκλοφορεί ξυπόλητος μέχρι τα 7 του και να κάνει μπάνιο με κουβάδες στην αυλή. Πέρασε όλη την παιδική του ηλικία αρμέγοντας αγελάδες και πουλώντας το γάλα τους στα γειτονικά παντοπωλεία. Μέχρι τα 20 του ήταν ένας συνηθισμένος τερματοφύλακας, που προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην, παίζοντας σε ομάδες της Παραγουάης.

Τότε έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα της καριέρας του, παίρνοντας μεταγραφή στη Σαν Λορένσο. Στο Μποέδο γνώρισε τον γυρολόγο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, χάρη στον οποίο ανακάλυψε το πάθος του για τις εκτελέσεις φάουλ. Μετά το τέλος των προπονήσεων οι δυο τους καθόταν στο γήπεδο και κοντραριζόταν, με έπαθλο συνήθως ένα μπουκάλι κόκα-κόλα. Όπως δήλωσε ο ίδιος, πριν αποχωρήσει για να κάνει ντουζ εκτελούσε περίπου 80-120 φάουλ, σε μια προσπάθεια να τελειοποιήσει την τεχνική του.

Οι αμέτρητες ώρες εξάσκησης με τη μπάλα στα πόδια του έδιναν την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να βγαίνει και εκτός της περιοχής του. Μια συνήθεια που εκείνη την εποχή πάντως προκαλούσε τρόμο στους φιλάθλους. «Πολλοί άνθρωποι ήταν αντίθετοι με το στυλ παιχνιδιού μου στην αρχή. Όταν ξεκίνησα να βγαίνω εκτός εστίας με τη μπάλα στα πόδια, στη Σαραγόσα το 1988, τους οπαδούς τους έπιανε πανικός και μου φώναζαν να γυρίσω στην εστία. Εγώ όμως το βλέπω σαν ένα τρόπο να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει. Δεν με απασχολούσε ποτέ τι λέει ο κόσμος. Είχα εμπιστοσύνη στις ικανότητες μου».

Κάποιες φορές βέβαια η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν είναι αρκετή. Σ’ένα ματς της Σαραγόσα με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ, το ‘μπουλντόγκ’, όπως ήταν το παρατσούκλι του, ανέβηκε στην αντίπαλη περιοχή για να εκτελέσει ένα πέναλτι, δίνοντας ξεκάθαρες εντολές σ’έναν αμυντικό να προσέχει την εστία του. Η εκτέλεση ήταν εύστοχη αλλά όση ώρα ο σκόρερ πανηγύριζε κοντά στους πάγκους, η Σοσιεδάδ έκανε γρήγορα τη σέντρα και σκόραρε με μακρινό σουτ, μειώνοντας άμεσα σε 2-1. Ο αγριεμένος Τσιλαβέρτ κατευθύνθηκε προς τον συμπαίκτη του, που είχε επίσης φύγει από την εστία για να πανηγυρίσει, ζητώντας εξηγήσεις. Η απολογία του ήταν απλή και ανθρώπινη: «Παρασύρθηκα, γιατί δεν είχα ξαναδεί τερματοφύλακα να εκτελεί πέναλτι».

Στα 21 χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του ο Τσιλαβέρτ πέτυχε 67 γκολ (εκ των οποίων τα 8 με την εθνική), τα περισσότερα με πέναλτι και τα υπόλοιπα με φάουλ. Ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει περισσότερα είναι ο Ροζέριο Σένι. Ο Παραγουανός όμως είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να κάνει χατ τρικ, έστω και με εκτελέσεις πέναλτι και ο μοναδικός που προσπάθησε να σκοράρει με φάουλ (χωρίς όμως επιτυχία) σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ένα από τα πιο ξεχωριστά και διάσημα γκολ του μπήκε το 1996, σ’έναν αγώνα με τη Ρίβερ Πλέιτ. Η Βέλεζ κέρδισε ένα φάουλ κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Την ώρα που ο συμπαίκτης του βρισκόταν ακόμα στο έδαφος, ο Τσιλαβέρτ διαπίστωσε ότι ο τερματοφύλακας της Ρίβερ, Χέρμαν Μπούργος, βρισκόταν εκτός θέσης. «Οι συμπαίκτες μου έλεγαν ‘σταμάτα, σταμάτα’ κι εγώ τους φώναζα ‘φύγετε από μπροστά μου’. Είπα στον διαιτητή να σκύψει και ευτυχώς το έκανε γρήγορα, γιατί αν τον πετύχαινα θα τον έβγαζα νοκ αόυτ. Η μπάλα φαινόταν πως πήγαινε έξω αλλά ξαφνικά έκανε μια απότομη βουτιά και έσκασε εντός εστίας. Πάντα λέω ότι ένας άγγελος την έσπρωξε μέσα. Αν το δοκίμαζα 1000 φορές, δεν θα το πετύχαινα ξανά. Δέχτηκα συγχαρητήρια ακόμα και από τους παίκτες της Ρίβερ. Στο τέλος έδωσα τη φανέλα μου στον διαιτητή, γιατί ήταν το τελευταίο του ματς και εκτός αυτού την άξιζε γιατί τα ρεφλέξ του ήταν εξαιρετικά».

Μετά τον αγώνα ο, πάντα εριστικός, Τσιλαβέρτ (που στη διάρκεια της καριέρας του μάλωσε με αντιπάλους, διαιτητές, δημοσιογράφους, προπονητές, παράγοντες, ball-boys και πολιτικούς) σχολίασε πως ο Μπούργος θα πρέπει να είναι πιο συγκεντρωμένος και να μη χαζεύει τα πουλιά εν ώρα αγώνα. Η μοίρα το έφερε έτσι που οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά τρεις μήνες μετά. Η Αργεντινή υποδεχόταν την Παραγουάη για τα προκριματικά του Μουντιάλ και με το σκορ στο 1-0, οι φιλοξενούμενοι κέρδισαν φάουλ σε καλό σημείο. Ο Τσιλαβέρτ άφησε το τέρμα του και ανέβηκε για την εκτέλεση. Οι φωτογράφοι που βρισκόταν πίσω από την εστία αποκάλυψαν αργότερα ότι όση ώρα ο Παραγουανός έστηνε τη μπάλα, ο Μπούργος έτρεμε. Η μπάλα πέρασε το τείχος αλλά έφτασε στην εστία χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, στο σημείο που βρισκόταν ο Αργεντινός τερματοφύλακας. Κι όμως, ο Μπούργος κατάφερε να χάσει τη μπάλα μέσα από τα χέρια του, χαρίζοντας ουσιαστικά στην Παραγουάη έναν πολύτιμο βαθμό.

Ο Χέρμαν Μπούργος (που από το 2011 είναι βοηθός του Σιμεόνε στην Ατλέτικο) δεν ήταν το μόνο θύμα του. Το ‘μπουλντόγκ’ δεν ήταν ποτέ ένας παίκτης σαν τους υπόλοιπους. Η προσωπικότητα του ήταν τόσο έντονη που από ένα σημείο και μετά η αύρα του ήταν μεγαλύτερη και από την ίδια την ομάδα στην οποία αγωνιζόταν. Η ηγετική του παρουσία στο Μουντιάλ του 1998 είναι το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της φαινομενικής υπερβολής.

Στα 3 ματς του ομίλου, με αντιπάλους την Ισπανία, τη Βουλγαρία και τη Νιγηρία, ο Τσιλαβέρτ δέχτηκε μόλις ένα γκολ. Η σκληροτράχηλη Παραγουάη έκανε την έκπληξη και πέρασε στους 16, εκεί που την περίμενε η πανίσχυρη διοργανώτρια Γαλλία. Το μεσημέρι εκείνο της 28ης Ιουνίου δεν θα το ξεχάσει κανένας απ’όσους είδαν το παιχνίδι, έστω και στην τηλεόραση. Η άμυνα της Παραγουάης άντεξε το σφυροκόπημα των Γάλλων για 114 λεπτά, πριν τελικά υποταχθεί από ένα γκολ του Λοράν Μπλαν. Το πάθος  και η αυταπάρνηση των Λατινοαμερικάνων και η επιβλητική παρουσία του 33χρονου τερματοφύλακα απέναντι στο μεγάλο φαβορί ήταν αυτά που έμειναν στη μνήμη όλων, μαζί με τη συγκινητική εικόνα του αρχηγού Τσιλαβέρτ να σηκώνει από το χόρτο τους δακρυσμένους συμπαίκτες του, που είχαν καταρρεύσει από την υπερπροσπάθεια.

20 χρόνια μετά, η ίδια ανατριχίλα κάθε φορά που το βλέπω

Μετά το τέλος του αγώνα και οι δυο τερματοφύλακες της Γαλλίας έσπευσαν να ζητήσουν τη φανέλα του. Για να μη δυσαρεστήσει κανέναν, ο Τσιλαβέρτ έδωσε αυτή που φορούσε στον Μπαρτέζ και μια δεύτερη που είχε στα αποδυτήρια στον Λάμα. Λίγα χρόνια αργότερα, σε ένα αφιέρωμα στην πορεία της εθνικής Γαλλίας σε εκείνη τη διοργάνωση, οι παίκτες της είχαν σχολιάσει πως η Παραγουάη ήταν το πιο δύσκολο εμπόδιο στο δρόμο προς το τρόπαιο. Όπως μάλιστα αποκάλυψε ένας εξ αυτών, όλοι στην ομάδα έτρεμαν στην ιδέα να πάει το παιχνίδι στα πέναλτι. Σε συζητήσεις που έγιναν στη διάρκεια του ημιχρόνου και πριν αρχίσει η παράταση, όλοι συμφωνούσαν πως αν το παιχνίδι φτάσει εκεί, η Γαλλία δεν έχει καμία τύχη απέναντι στον «άτρωτο» Τσιλαβέρτ, μια πρόταση που πιθανόν ακούγεται υπερβολική αλλά καταδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πόσο μεγάλο μέγεθος ήταν ο Παραγουανός στο μυαλό των αντιπάλων.

Μια τέτοια προσωπικότητα φυσικά δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ο Τσιλαβέρτ δεν δίστασε ποτέ να πει τη γνώμη του, όσο αντισυμβατική κι αν ήταν αυτή, και δεν φοβήθηκε να τη στηρίξει ακόμα και με δύσκολες πράξεις. Όταν το 1999 η Παραγουάη ανέλαβε να διοργανώσει το Κόπα Αμέρικα, ο πιο γνωστός παίκτης της και αρχηγός της αρνήθηκε να λάβει μέρος, καθώς θεωρούσε ότι η πατρίδα του είχε πολύ σοβαρότερα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα εκείνη την εποχή (λίγους μήνες πριν δολοφονήθηκε, εν μέσω τρομερής πολιτικής αναταραχής, ο αντιπρόεδρος της χώρας) και τα χρήματα που προοριζόταν για τη διοργάνωση θα έπρεπε να δοθούν στην παιδεία και την υγεία.

Πίσω από τις διάφορες υπεροπτικές δηλώσεις και τις μικρές κρίσεις εγωπάθειας του, κρυβόταν πάντα ένας άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσε. Όταν η Βέλεζ έφτασε στον τελικό του Διηπειρωτικού το 1994 και αντιμετώπισε τη Μίλαν στο Τόκιο, η PUMA τον προσέγγισε, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ο Τσιλαβέρτ συμφώνησε να φορέσει τα προϊόντα της εταιρείας και αυτή του έκανε δώρο 80 ζευγάρια γάντια και μερικές δεκάδες μπλουζάκια και σορτσάκια. Όταν η Βέλεζ γύρισε στην Αργεντινή, ως πρωταθλήτρια κόσμου, ο Τσιλαβέρτ βγήκε στους δρόμους, μοιράζοντας τα καλούδια που είχε μαζέψει: έδωσε τα γάντια σε ερασιτέχνες τερματοφύλακες των μικρών κατηγοριών και χάρισε όλα τα ρούχα στα τοπικά νοσοκομεία.

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τη μέρα που ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ κρέμασε τα γάντια του αλλά κάθε φορά που αναφέρεται η εθνική Παραγουάης, η πρώτη σκέψη στο μυαλό όλων είναι αυτός. Δεν ήταν μόνο ένας πολύ καλός τερματοφύλακας, με εξαιρετικά ρεφλέξ, που μπορούσε και να σκοράρει. Ήταν ένας αληθινός ηγέτης, εντός και εκτός γηπέδου, που έβγαινε μπροστά ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Κάποιος που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον παραδοσιακό ρόλο του κομπάρσου που έχουν συνήθως αυτοί που φοράνε το ‘1’ στη φανέλα. Από την άλλη, δεν ήταν ποτέ ο πιο ήρεμος χαρακτήρας, ούτε ο πιο σεμνός άνθρωπος στο χώρο. Ακόμα και γι’αυτά τα ελαττώματα του όμως, είχε πάντα μια έτοιμη απάντηση: «Είχα αρκετές κόντρες και μπόλικους καβγάδες στη διάρκεια της καριέρας μου αλλά πραγματικά, τι περίμενε ο κόσμος; Με αυτή τη φάτσα που έχω, πρέπει να παίξω τον κακό. Αν παριστάνω το καλό παιδί, απλά δεν θα είμαι εγώ».

Εσάμ Ελ-Χάνταρι, ετών 45: Ο επιμένων νικά

  [Καθόλου σχόλια]

18 Νοεμβρίου 2009. Ο Δημήτρης Σαλπιγίδης σκοράρει μέσα στην Ουκρανία και στέλνει την Ελλάδα στο Μουντιάλ της Ν. Αφρικής. Ο Ραούλ Μειρέλες κλειδώνει με το γκολ του μέσα στη Βοσνία την πρόκριση των Πορτογάλων. Ο Τιερί Ανρί βάζει το χεράκι του και οι Γάλλοι ξεπερνάνε το εμπόδιο των μαχητικών Ιρλανδών. Κι όμως, το σπουδαιότερο ματς της ημέρας δεν γίνεται σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα πιο νότια, στο Σουδάν, η Αίγυπτος αντιμετωπίζει την Αλγερία με έπαθλο το τελευταίο αφρικάνικο εισιτήριο για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Το κλίμα που υπάρχει πριν τη σέντρα δεν συγκρίνεται σε καμία περίπτωση με τα ευρωπαϊκά μπαράζ. Οι δυο ομάδες έχουν συναντηθεί ξανά τέσσερις μόλις μέρες πριν στο Κάιρο, στην τελευταία αγωνιστική των ομίλων. Οι Αλγερινοί ήθελαν απλά μια ισοπαλία. Οι Αιγύπτιοι οπαδοί υποδέχθηκαν το πούλμαν των αντιπάλων με τούβλα. Παρά τον τραυματισμό 3 παικτών, ο αγώνας έγινε κανονικά. Η Αίγυπτος επικράτησε με 2-0, οι δυο ομάδες ισοβάθμησαν και η CAF όρισε το μπαράζ σε ουδέτερο έδαφος.

Δεκάδες χιλιάδες φίλαθλοι και από τις δυο χώρες ταξίδεψαν στο Σουδάν και με κάποιο μαγικό τρόπο κατάφεραν να βρούνε όλοι θέση στην κερκίδα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των ντόπιων, σε γήπεδο με χωρητικότητα 41.000, βρέθηκαν τουλάχιστον 50.000 οπαδοί, παρά το γεγονός ότι είχαν εκδοθεί μόνο 36.000 εισιτήρια! Πριν τον αγώνα πάντως οι Αλγερινοί… πήραν εκδίκηση, σπάζοντας τα τζάμια του πούλμαν που μετέφερε την Αίγυπτο. Όπως αναμενόταν, οι παίκτες και των δυο μπήκαν στο γήπεδο έτοιμοι για όλα και για να σώσει ουσιαστικά το παιχνίδι ο διαιτητής από τις Σεϋχέλλες, έδειξε την πρώτη κίτρινη κάρτα στο πρώτο λεπτό!

Τελικά, με ένα γκολ λίγο πριν τη λήξη του ημιχρόνου η Αλγερία πήρε το ματς και μαζί το εισιτήριο για το Μουντιάλ, βυθίζοντας για άλλη μια φορά την Αίγυπτο σε πένθος. Σε λίγους μήνες θα συμπληρωνόταν 20 χρόνια από την τελευταία φορά που η χώρα βρέθηκε σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Την ώρα που οι Αλγερινοί πανηγύριζαν, στην άλλη πλευρά του γηπέδου ο τερματοφύλακας της Αιγύπτου, Εσάμ Ελ-Χάνταρι, ξεσπούσε σε κλάματα. Οι συμπαίκτες του έσπευσαν να του συμπαρασταθούν, του υπενθύμισαν ότι έχει καταφέρει ήδη πολλά και ότι φεύγει με ψηλά το κεφάλι, έχοντας αποδεδειγμένα κάνει ό,τι μπορούσε. Ο Ελ-Χάνταρι διαφώνησε, δεν αποδεχόταν ότι είχε φτάσει το τέλος. Ορκίστηκε μπροστά τους ότι δεν θα κρεμάσει τα γάντια του αν δεν παίξει σε ένα Μουντιάλ. Κανένας δεν τόλμησε να του απαντήσει στην κατάσταση που ήταν αλλά, προφανώς, και κανένας δεν τον πίστεψε. Άλλωστε ήταν  ήδη 36 χρονών. To όνειρο είχε πετάξει.

8 Οκτωβρίου 2017. Η Αίγυπτος υποδέχεται το Κονγκό, ο Μοχάμεντ Σαλάχ ευστοχεί στο κρίσιμο πέναλτι στις καθυστερήσεις και οι ‘Φαραώ’ εξασφαλίζουν και μαθηματικά μια θέση στο Μουντιάλ της Ρωσίας, που θα είναι το πρώτο τους μετά από 28 χρόνια. Στην απέναντι εστία απ’αυτή που εκτελεί το πέναλτι ο Σαλάχ, βρίσκεται μια γνώριμη φυσιογνωμία. Ο Εσάμ Ελ-Χάνταρι είναι πλέον 45 χρονών αλλά τα γάντια παραμένουν φορεμένα στα χέρια του, όσο αυτός προστατεύει την εστία της χώρας του.

Ο παράλογος όρκος που είχε δώσει οχτώ χρόνια πριν εκπληρώθηκε και το ‘Θηρίο της Αφρικής’ (όπως είναι ένα από τα παρατσούκλια του) θα βρεθεί, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, το καλοκαίρι στα γήπεδα της Ρωσίας. Με τη συμμετοχή του εκεί θα σπάσει φυσικά και το ρεκόρ του πιο μεγάλου σε ηλικία παίκτη στην ιστορία της διοργάνωσης, που κατέχει για την ώρα ο Κολομβιανός Μοντραγκόν που το 2014 αγωνίστηκε στο Μουντιάλ της Βραζιλίας όντας 43 χρονών.

“Από τη μέρα που προκριθήκαμε, προσπαθώ να πιέσω τον εαυτό μου περισσότερο. Πριν από κάθε προπόνηση της ομάδας, κάνω εξτρά γυμναστική μόνος μου. Είμαι απόλυτα επικεντρωμένος στο να εξελίσσομαι συνέχεια. Δεν θα αφήσω τίποτα να με σταματήσει. Θέλω να κερδίσω μια θέση στο Μουντιάλ μέσα από την προσπάθεια μου και όχι εξαιτίας του ονόματος και της ιστορίας μου” δήλωσε πριν λίγο καιρό στη σελίδα της FIFA ο Χάνταρι.

Το επερχόμενο ρεκόρ δεν θα είναι πάντως το πρώτο στην καριέρα του. Λίγες εβδομάδες μετά την πρόκριση στο Μουντιάλ, έγινε ο πρώτος ξένος τερματοφύλακας που σκοράρει σε αγώνα του πρωταθλήματος της Σαουδικής Αραβίας, εκεί όπου αγωνίζεται από το καλοκαίρι. Αυτό ήταν το 2ο γκολ της καριέρας του. Το 2002 στο Αφρικάνικο Σούπερ Καπ είχε στείλει τη μπάλα στα δίχτυα από τα 60 μέτρα, εκτελώντας γρήγορα ένα φάουλ που είχε κερδίσει η τότε ομάδα του, Αλ Αχλί.

Και ο κατάλογος των ρεκόρ δεν σταματάει εδώ. Τέτοια εποχή πέρσι έγινε ο μεγαλύτερος σε ηλικία παίκτης που παίζει σε Κόπα Άφρικα, ένα τουρνουά που γνωρίζει όσο λίγοι, αφού το έχει κερδίσει 4 φόρες! Όταν η Αίγυπτος του, γνωστού μας, Έκτορ Ραούλ Κούπερ, ξεκίνησε την περσινή διοργάνωση, όλοι πίστευαν πως ο Χάνταρι βρισκόταν στην αποστολή απλά για να βοηθήσει τους νεότερους με την εμπειρία του, σαν πατρική φιγούρα που θα δώσει τις κατάλληλες συμβουλές και παραινέσεις. Στην ομάδα άλλωστε υπάρχουν παίκτες που είναι στην ηλικία της κόρης του!

Ο βασικός τερματοφύλακας της Αιγύπτου όμως τραυματίστηκε στο πρώτο κιόλας παιχνίδι και ο Χάνταρι κλήθηκε εσπευσμένα να αποδείξει ότι δεν είναι τελειωμένος, παρά την, ακραία ποδοσφαιρικά, ηλικία του. Τελικά με τις εμφανίσεις του έδειξε στους νεότερους γιατί στην τροπαιοθήκη του έχει 7 ατομικά βραβεία (3 φορές καλύτερος τερματοφύλακας του αφρικάνικου Τσάμπιονς Λιγκ και 4 φορές καλύτερος τερματοφύλακας του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής!) και γιατί ο Ντιντιέ Ντρογκμπά τον αποκάλεσε το 2012 “τον καλύτερο αντίπαλο που είχε ποτέ”.

Η ομάδα του Κούπερ δέχτηκε σε 5 ματς μόνο 1 γκολ, με τον 44χρονο, τότε, τερματοφύλακα να συμπληρώνει άψογα την εξαιρετική άμυνα των ‘Φαραώ’. Σαν κερασάκι στην τούρτα ο Χάνταρι έπιασε τα δυο τελευταία πέναλτι των παικτών της Μπουρκίνα Φάσο στον ημιτελικό και έστειλε τη χώρα του σ’έναν ακόμα τελικό. Εκεί που η ‘κατάρα’ του Έκτορ Ραούλ Κούπερ μίλησε ξανά και το Καμερούν κατάφερε να γυρίσει το ματς και με γκολ στο 88′ να ανέβει στην κορυφή της Αφρικής.

Ένα χρόνο αργότερα, λίγοι στην Αίγυπτο θυμούνται πλέον εκείνη την αποτυχία, αφού η ιστορική πρόκριση στο Μουντιάλ σε συνδυασμό με την εξαιρετική πορεία του Σαλάχ στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ, έχει πείσει τους πάντες ότι αυτή είναι μια ακόμα σπουδαία φουρνιά παικτών. “Έχω παίξει με αρκετές γενιές και πιστεύω πως η σημερινή έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τη χρυσή γενιά που κερδίσαμε 3 συνεχόμενους τίτλους στην Αφρική (2006, 2008, 2010). Το μόνο που της λείπει είναι η εμπειρία” λέει ο, πλέον αρμόδιος να συγκρίνει, Εσάμ Ελ-Χάνταρι.

Όσο για τον ίδιο; “Έχω κερδίσει 37 τρόπαια στην καριέρα μου και έχω ζήσει μερικές αξιομνημόνευτες στιγμές, όπως η νίκη με 1-0 επί της Ιταλίας το 2009. Το μόνο πλέον που μου λείπει είναι μια συμμετοχή σε Παγκόσμιο Κύπελλο”. Ένα Παγκόσμιο Κύπελλο από το οποίο βέβαια θα απουσιάσει ο μεγάλος του ήρωας, Τζανλουίτζι Μπουφόν. “Ο Μπουφόν είναι το ίνδαλμα μου. Τον γνώρισα και από κοντά το 2009 στο Κονφεντερέισον, όταν παίξαμε με την Ιταλία. Περιέργως, μετά το τέλος του αγώνα ζήτησε τη φανέλα μου” σχολιάζει με περηφάνια ο Χάνταρι, που σ’εκείνο το ματς έκανε μια από τις καλύτερες εμφανίσεις της καριέρας του, σώζοντας την εστία του σε τρεις περιπτώσεις τετ-α-τετ!

Σήμερα το βράδυ στη Ζυρίχη, η Αίγυπτος θα αντιμετωπίσει την εθνική μας ομάδα σε ένα ακόμα φιλικό προετοιμασίας για το Μουντιάλ. Αν ο Κούπερ επιλέξει τον Χάνταρι για τη βασική 11αδα (στο φιλικό με την Πορτογαλία προτιμήθηκε ο 26χρονος Ελ-Σεναουί που βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση αυτή την περίοδο), αυτή θα είναι η 157η συμμετοχή του με το εθνόσημο. Εντελώς συμπτωματικά, μια μέρα σαν τη χθεσινή, είχε φορέσει για πρώτη φορά τη φανέλα της εθνικής, σε ένα φιλικό με τη Ν. Κορέα. Το ημερολόγιο εκείνη την ημέρα έδειχνε 26 Μαρτίου 1996. O Ραμαντάν Σομπί της Στόουκ, που επίσης βρίσκεται στην αποστολή της Αιγύπτου, δεν είχε καν γεννηθεί.

Η μέρα που ο Ρέντναπ έβαλε έναν οπαδό της Γουέστ Χαμ να παίξει

  [12 Σχόλια]

Ήταν 20 Νοεμβρίου του 1973 όταν ο Σκοτ Χάλπιν και ένας φίλος του ξεκίνησαν για να πάνε σε μια συναυλία των αγαπημένων τους Who στο Σαν Φρανσίσκο. Η διάσημη ροκ μπάντα εμφανίστηκε στη σκηνή εν μέσω αποθέωσης και για περισσότερη από μια ώρα τα έδωσε όλα, παίζοντας τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Κάποια στιγμή στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, ο Κιθ Μουν κατέρρευσε πάνω στα ντραμς του. Ο κόσμος ‘πάγωσε’, η υπόλοιπη μπάντα σταμάτησε και ο Μουν μεταφέρθηκε στα παρασκήνια, όπου οι άνθρωποι της παραγωγής προσπάθησαν να τον συνεφέρουν.

Η επίσημη εκδοχή έλεγε πως ήταν άρρωστος και γι’αυτό ο οργανισμός δεν άντεξε την ένταση και το πάθος με τα οποία έπαιζε. Η ανεπίσημη εκδοχή έλεγε ότι λίγο πριν τη συναυλία είχε κατεβάσει κάμποσα χάπια, τα οποία θεώρησε σωστό να συνοδεύσει με μπράντι, γιατί το νερό είναι πολύ συντηρητικό για έναν ροκ σταρ. Όσοι ξέρουν τι εστί Κιθ Μουν, ποντάρουν όλα τα λεφτά τους στη δεύτερη εκδοχή.

(Εκτός από ταλαντούχος ντράμερ (για πολλούς ένας από τους καλύτερους όλων των εποχών) ο Κιθ Μουν ήταν και μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Κάποιοι πιθανόν θα έλεγαν ότι ήταν παράξενος. Κάποιοι άλλοι πως ήταν απλά θεοπάλαβος. Ο ίδιος συμφωνούσε με τους τελευταίους: «Όταν έχεις λεφτά και κάνεις όλα αυτά που κάνω, οι άνθρωποι γελάνε και λένε πως είσαι εκκεντρικός, το οποίο είναι ένας ευγενικός τρόπος για να πούνε ότι είσαι ψυχάκιας». Το πρόβλημα με την τρέλα του όμως εντοπίζεται στην… ποσότητα. Ο Μουν δεν έκανε εκπτώσεις στη μούρλα. Μπροστά του η ζωή του Πολ Γκασκόιν μοιάζει με ζωή δημοσίου υπαλλήλου, που παντρεύεται στα 21, κάνει παιδιά στα 22 και το ξεφάντωμα του είναι ένα ποτηράκι κρασί και λίγο σαλαμάκι το βράδυ του Σαββάτου, την ώρα που βλέπει στην τηλεόραση Σεφερλή με όλη την οικογένεια μαζεμένη στο σαλόνι.

Ανάμεσα στα άπειρα κατορθώματα του, ξεχωριστή θέση είχαν οι καταστροφές. Αγαπημένα του θύματα ήταν τα δωμάτια των ξενοδοχείων και οι τουαλέτες. Σύμφωνα με μερικές πολύ πρόχειρες εκτιμήσεις, το συγκεκριμένο μόνο χόμπι του κόστισε μισό εκατομμύριο δολάρια. Ο Μουν έβρισκε ικανοποίηση στο να διαλύει, να ανατινάζει και να πετάει από τα παράθυρα διάφορα αντικείμενα και αρκετές φορές δεν χρειαζόταν καν ουσίες ή αλκοόλ για να το κάνει. Όλη η παράνοια του μπορεί να συνοψιστεί σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Η μπάντα κατευθυνόταν με μια λιμουζίνα προς το αεροδρόμιο, όταν ο Μουν ζήτησε από τον οδηγό να γυρίσει πίσω στο ξενοδοχείο. Όταν έφτασαν, ανέβηκε στο δωμάτιο του, ξήλωσε την τηλεόραση και την πέταξε από το μπαλκόνι στην πισίνα. Στη συνέχεια χαλαρός και άνετος, επέστρεψε στη λιμουζίνα και δικαιολογήθηκε λέγοντας «όλα εντάξει τώρα, κάτι είχα ξεχάσει».)

Μετά την κατάρρευση του Μουν, ο κιθαρίστας Πιτ Τάουνσεντ ρώτησε αν υπάρχει κανένας ντράμερ στο κοινό. Ο φίλος του Χάλπιν άδραξε την ευκαιρία και είπε στη μπάντα πως ο φίλος του ξέρει να παίζει ντραμς και ως φανατικός των Who γνωρίζει όλα τα τραγούδια. Κάπως έτσι, ο 19χρονος Σκοτ Χάλπιν ανέβηκε στη σκηνή, έκατσε στα ντραμς του ινδάλματος του, ολοκλήρωσε με επιτυχία το set-list και έζησε το όνειρο κάθε ερασιτέχνη μουσικού.

Αν νομίζεις όμως ότι τέτοια ροκ, απ’όλες τις απόψεις, σκηνικά συμβαίνουν μόνο στη μουσική, κάνεις μεγάλο λάθος.

Ο Στιβ Ντέιβις είναι φανατικός οπαδός της Γουέστ Χαμ και αυτό το καταλαβαίνεις εύκολα, βλέποντας απλά το τεράστιο τατουάζ με το σήμα της που έχει χτυπημένο στο δεξί χέρι. Τον Ιούλιο του 1994 δούλευε σε μια εταιρεία κούριερ και ακολουθούσε την αγαπημένη του ομάδα σχεδόν παντού. Έτσι, όταν ο φίλος του, Τσανκ, του πρότεινε να πάνε να δούνε το φιλικό προετοιμασίας της Γουέστ Χαμ με την Όξφορντ Σίτι δεν το σκέφτηκε καθόλου. Πήραν μαζί τις κοπέλες τους και μερικές εξάδες μπύρες και ξεκίνησαν για μια καλοκαιρινή εκδρομή στην Οξφόρδη.

O ερχομός μιας ομάδας της Πρέμιερ Λιγκ στην πόλη, έστω και για φιλικό, είχε ως αποτέλεσμα το μικρό γηπεδάκι της τοπικής Σίτι να γεμίσει από νωρίς. Η παρέα του Στιβ βρήκε μια καλή θέση δίπλα ακριβώς από τον πάγκο στον οποίο καθόταν ο Χάρι Ρέντναπ. Η Γουέστ Χαμ κυριάρχησε από τα πρώτα λεπτά και προηγήθηκε νωρίς αλλά ο Στιβ είχε φάει σκάλωμα με τον επιθετικό της ομάδας Λι Τσάπμαν, που έχασε αρκετές προσωπικές μονομαχίες και βρέθηκε κάμποσες φορές εύκολα στο έδαφος. «Σήκω πάνω αγόρι μου, Τσάπμαν. Πως γίνεται να πέφτεις τόσο συχνά;» ήταν κάποιες από τις πιο ήπιες φράσεις που φώναξε ο απηυδισμένος Στιβ.

Όσο τα λεπτά κυλούσαν και ο Τσάπμαν ζοριζόταν να κάνει κάτι θετικό, η αγανάκτηση του Στιβ μεγάλωνε. Από ένα σημείο και μετά αποδέκτης των παραπόνων του ήταν πλέον ο Ρέντναπ, που τον άφηνε στο παιχνίδι: «Έλα Χάρι, δεν πρόκειται να παίξουμε μ’αυτόν μπροστά φέτος, ε; Αν είναι να παίζει, να ξέρω να μην έρχομαι κάθε εβδομάδα». Όποιος πηγαίνει στο γήπεδο, σίγουρα μπορεί να ανακαλέσει μια παρόμοια περίπτωση οπαδού που έχει… ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιον παίκτη και τον ‘στολίζει’ με κάθε πιθανή αφορμή. Κανένας απ’αυτούς τους ακούραστους γκρινιάρηδες όμως δεν πρόκειται να βιώσει αυτό που έζησε ο Στιβ Ντέιβις.

Λίγο μετά την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, ένας παίκτης της Γουέστ Χαμ τραυματίστηκε. Το πρόβλημα για τον Ρέντναπ ήταν ότι στο ημίχρονο είχε βάλει αλλαγή όλους όσους είχε στον πάγκο, κάτι που σήμαινε ότι τα ‘Σφυριά’ έπρεπε να συνεχίσουν με παίκτη λιγότερο. Τότε του ήρθε μια πραγματικά αλλόκοτη ιδέα. «Γύρισα προς την πλευρά του πολυλογά και τον ρώτησα: Φίλε, μπορείς να παίξεις τόσο καλά όσο μιλάς;». Αδυνατώντας να τον πάρει στα σοβαρά, ο Στιβ (που όπως δήλωσε μετά, είχε κατεβάσει ήδη μερικές μπύρες στο πρώτο ημίχρονο, τις οποίες συνόδεψε με κάμποσα τσιγάρα) του απάντησε χωρίς να το σκεφτεί πολύ:

«Είμαι σίγουρα καλύτερος απ’τον Τσάπμαν».
«Τότε, φόρα τη φανέλα σου και ετοιμάσου» συνέχισε με σοβαρό ύφος ο Ρέντναπ.
Ο Στιβ  κόλλησε για λίγο: «Τι εννοείς;»
«Θα παίξεις για τη Γουέστ Χαμ.»

Οι πιο σπουδαίες στιγμές στη ζωή μας λένε ότι συνήθως έρχονται από το πουθενά. Για τον Στιβ Ντέιβις ήρθε στις 27 Ιουλίου 1994 σε ένα γηπεδάκι στην Οξφόρδη. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε, βρισκόταν ήδη στα αποδυτήρια μαζί με τον φροντιστή της ομάδας που έψαχνε παπούτσια στο νούμερο του. «Το μόνο πράγμα που σκεφτόμουν είναι πως δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Έλεγα συνέχεια: Δεν πρόκειται να παίξω για τη Γουέστ Χαμ. Απλά δεν γίνεται. Ντύθηκα, γυρίσαμε στο γήπεδο και ακόμα νόμιζα ότι ο Χάρι μου κάνει πλάκα. Δεν πίστευα ότι θα με βάλει πραγματικά μέσα ή έστω αν το κάνει θα είναι για 1-2 λεπτά, σαν φάρσα». Μόνο που ο Ρέντναπ δεν έκανε πλάκα.

«Γύρισε από τα αποδυτήρια ντυμένος και τον ρώτησα που παίζει. Μου απάντησε μπροστά και του είπα, ‘ωραία, θα δούμε τότε αν είσαι καλύτερος απ’τον Τσάπμαν’. Και τον έβαλα μέσα». Κάπως έτσι, εκείνο ακριβώς το λεπτό που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στον αγωνιστικό χώρο, φορώντας τη φανέλα με το νούμερο 3, ο Στιβ Ντέιβις έγινε μέρος της ιστορίας της αγαπημένης του ομάδας. «Όταν βρέθηκα στο χόρτο όλοι οι ήχοι από τον κόσμο εξαφανίστηκαν. Είναι αλήθεια αυτό που λένε οι παίκτες. Ξαφνικά δεν άκουγα κανέναν απ’τους φίλους μου που φώναζαν από την κερκίδα. Προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος αλλά μετά τα πρώτα λεπτά τα πόδια μου έτρεμαν. Έπαιζα για τη Γουέστ Χαμ! Το μόνο που σκεφτόμουν συνέχεια είναι: Μη τα σκατώσεις Στιβ, μη τα σκατώσεις».

Όσο ο Στιβ έτρεμε, προσπαθώντας να φανεί αντάξιος της τιμής που του έγινε, ο Ρέντναπ το διασκέδαζε με την ψυχή του: «Με το που έγινε η αλλαγή, ήρθε ένας άνθρωπος της Οξφόρδης και με ρώτησε ποιος είναι αυτός που μπήκε, ώστε να τον ανακοινώσουν από τα μεγάφωνα. ‘Καλά, δεν είδατε το Μουντιάλ;’ τον ρώτησα με υφάκι. ‘Αυτός είναι ο Βούλγαρος Τιτίσεφ που έβαλε 3 γκολ’. Τότε ο τύπος μου απάντησε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του: ‘Α, ναι. Το φαντάστηκα πως είναι αυτός’ και έφυγε».

Το όνειρο του ευτυχισμένου οπαδού δεν κράτησε τελικά 1-2 λεπτά, όπως φοβόταν. Έμεινε μέσα μέχρι το τέλος του αγώνα και σύμφωνα με τον ίδιο τα πήγε μια χαρά. «Εννοείται πως δεν γύρισα ποτέ πίσω από το κέντρο. Η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ γρήγορο παιχνίδι για μένα. Αυτοί έπαιζαν κανονικό ποδόσφαιρο, εγώ έπαιζα ποδόσφαιρο επιπέδου παμπ. Δεν μπορούσα ποτέ να βρεθώ μόνος. Εκεί οι αμυντικοί δεν σ’άφηναν ποτέ ελεύθερο. Δεν ήταν σαν το ποδόσφαιρο παρέας. Έπαιζα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, με σίγουρες κοντινές πάσες.»

Κάπου στα μισά του δευτέρου ημιχρόνου όμως έγινε μια φάση που έμελλε να μεγαλώσει λίγο ακόμα το μύθο, όσο αδύνατο κι αν ακούγεται αυτό. Η Γουέστ Χαμ έκανε μια επέλαση από τα αριστερά, ένας χαφ έκανε μια συρτή σέντρα στο ύψος της μικρής περιοχής και ο Στιβ βρέθηκε για ένα δευτερόλεπτο ανενόχλητος, φάτσα με την εστία. «Απλά σούταρα. Σούταρα με όλη μου τη δύναμη». Γκολ! «Ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Η καλύτερη στιγμή στη ζωή μου. Έτρεξα προς το κόρνερ πανηγυρίζοντας και ρίχνοντας γροθιές στον αέρα. Ήταν όλα τελείως σουρεαλιστικά. Είχα βάλει γκολ. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Νομίζω πως αυτό είναι το καλύτερο συναίσθημα στον κόσμο».

Δυστυχώς γι’αυτόν, ακόμα και στα καλύτερα όνειρα κάποιος θα βρεθεί να σε προσγειώσει. Όσο ο Στιβ πανηγύριζε σαν τρελός, ο διαιτητής ακύρωνε το γκολ, μετά από υπόδειξη του επόπτη, ως οφσάιντ. «Η αλήθεια είναι πως ήμουν δυο γιάρδες μπροστά από τον αμυντικό. Έτρεξα προς τον διαιτητή, έβαλα τα χέρια μου στους ώμους του και του είπα: ‘Άτιμε, αυτή ήταν η στιγμή μου. Μου κατέστρεψες το όνειρο’. Με κοίταξε στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο και σφύριξε να συνεχιστεί το παιχνίδι».

Μαζί με το τελευταίο σφύριγμα, που βρήκε τη Γουέστ Χαμ να κερδίζει με 4-0, ολοκληρώθηκε και το παραμύθι που ζούσε ο Στιβ. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε για να μεταπείσει τον φροντιστή, εκείνος δεν του επέτρεψε να κρατήσει τη φανέλα που φορούσε, παρ’όλα αυτά έφυγε με το δικό του μπλουζάκι γεμάτο αυτόγραφα από όλους τους παίκτες. Την επόμενη μέρα η ιστορία του έγινε θέμα στον τοπικό Τύπο ενώ για χρόνια κάθε φορά που του ζητούσαν να διηγηθεί το περιστατικό, πρώτα έλεγε μια εκδοχή στην οποία το γκολ του είχε μετρήσει κανονικά.

To 2013 σε μια ποδοσφαιρική εκπομπή του BBC οι δυο πρωταγωνιστές συναντήθηκαν ξανά αλλά όταν αναφέρθηκε το γκολ, ο Στιβ ζήτησε από τον Ρέντναπ να μην πει σε κανέναν τι πραγματικά έγινε. Λίγο καιρό μετά διέρρευσε ένα μικρό απόσπασμα από την επερχόμενη αυτοβιογραφία του Ρέντναπ, στο οποίο περιγράφει τη συγκεκριμένη, θρυλική πλέον στις τάξεις των οπαδών της Γουέστ Χαμ, ιστορία. Όπως αποδείχτηκε από τον επίλογο εκείνου του αποσπάσματος και την απουσία αναφοράς στο οφσάιντ, ο Άγγλος προπονητής πιστεύει στην ιδέα ‘μην αφήνεις μερικές λεπτομέρειες να χαλάσουν μια πολύ όμορφη ιστορία’:

«Κι όμως σκόραρε! Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Έτρεχε πάνω-κάτω εκστασιασμένος σαν να κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο, ενώ εμείς είχαμε πεθάνει απ’τα γέλια στον πάγκο. Πάντως είχε δίκιο. Εκείνο το βράδυ ήταν πράγματι καλύτερος από τον Λι Τσάπμαν».

Το νέο θαύμα του Αμπελάρδο

  [Καθόλου σχόλια]

Όταν στα τέλη Νοέμβρη η διοίκηση της Αλαβές βγήκε στη γύρα ψάχνοντας για νέο προπονητή, τα δεδομένα που πρόσφερε σ’αυτόν ήταν ομολογουμένως απελπιστικά. Η ομάδα βρισκόταν στον πάτο της Πριμέρα Ντιβιζιόν, σε 13 αγώνες είχε συγκεντρώσει όλους κι όλους 6 βαθμούς και από τον πάγκο της είχαν ήδη περάσει τρεις προπονητές! Ένας φυσιολογικός άνθρωπος πιθανόν θα απέρριπτε ευγενικά τη θέση, φοβούμενος ότι μαζί με την αναμενόμενη πτώση της καταδικασμένης ομάδας θα ‘χαντακωθεί’ και η καριέρα του. Ο Αμπελάρδο Φερνάντεθ όμως, είναι από τους ανθρώπους που έχουν ‘παντρευτεί’ τις δυσκολίες.

Γεννημένος σε μια από τις πιο ζόρικες γειτονιές του Χιχόν, εγγονός ενός ανθρώπου που πολέμησε στον εμφύλιο κατά του Φράνκο και φυλακίστηκε για χρόνια, ο Αμπελάρδο (όπως έγινε ευρύτερα γνωστός) μόχθησε από την πρώτη μέρα της ποδοσφαιρικής καριέρας για να κερδίσει το οτιδήποτε. Ακόμα και όταν κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Μπαρτσελόνα ο Λούις Φαν Χάαλ τον ενημέρωσε πως δεν τον υπολογίζει, συνεπώς θα ήταν προτιμότερο να ψάξει για μια νέα ομάδα, o πεισματάρης και δυναμικός σέντερ μπακ με το αντιτουριστικό στυλ, του απάντησε ότι θα μείνει και θα παλέψει για να κερδίσει μια θέση στην ενδεκάδα. Και τα κατάφερε.

Το πείσμα και η δυναμικότητα παρέμειναν τα κύρια χαρακτηριστικά του και μετά το τέλος της πετυχημένης ποδοσφαιρικής του καριέρας (2 πρωταθλήματα, 2 κύπελλα, 1 Κυπελλούχων και 54 συμμετοχές με την εθνική Ισπανίας δεν τα λες και μικρό κατόρθωμα για έναν παίκτη που το ταλέντο του δεν ξεχείλιζε ποτέ από τα μπατζάκια), όταν από τον αγωνιστικό χώρο μεταφέρθηκε στους πάγκους. Η πρώτη του μεγάλη ευκαιρία εκεί ήρθε από το πουθενά το 2014 από την αγαπημένη του ομάδα, αυτή από την οποία ξεκίνησε και την οποία υποστηρίζει, την Σπόρτινγκ Χιχόν. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθε πάντως, μόνο ειδυλλιακές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν.

Η ομάδα έπαιζε στη 2η κατηγορία, είχε τεράστιο οικονομικό πρόβλημα και γι’αυτό της είχε επιβληθεί απαγορευτικό μεταγραφών. Για μεγάλο διάστημα μέσα στη σεζόν οι παίκτες έπαιζαν απλήρωτοι, τα λειτουργικά προβλήματα ήταν καθημερινό φαινόμενο και ο κίνδυνος της οριστικής διάλυσης ήταν έντονος καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς. “Κάθε εβδομάδα παίζουμε για τις γαμημένες ζωές μας” έφτασε να δηλώσει απελπισμένος ο Αμπελάρδο μετά από κάποιο παιχνίδι. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες και με ρόστερ που απαρτιζόταν από πιτσιρίκια, δανεικούς και παίκτες της β’ ομάδας, ο Αμπελάρδο έφτιαξε ένα σύνολο που για να το κερδίσεις έπρεπε να ματώσεις και κατάφερε όχι μόνο να αποφύγει τον υποβιβασμό, που θα ήταν ταυτόχρονα και ταφόπλακα στην ιστορία της Χιχόν, αλλά και κάτι επιπλέον, που στην αρχή της σεζόν φάνταζε αδιανόητο: Να κερδίσει την άνοδο!

Στα ΜΜΕ της Ισπανίας το θαύμα αυτό χαρακτηρίστηκε ως “η επανάσταση του Αμπελάρδο” και το πιο εντυπωσιακό όλων είναι ότι είχε και συνέχεια. Η Χιχόν πήρε μεν μια μικρή ανάσα χάρη στα αυξημένα έσοδα της Πριμέρα αλλά τα οικονομικά προβλήματα δεν λύθηκαν και η απαγόρευση μεταγραφών παρέμενε. Ο Αμπελάρδο είχε βρει όμως τη θαυματουργή συνταγή. Με το ίδιο σχεδόν ρόστερ που ανέβασε την ομάδα κατηγορία, ένα συνονθύλευμα νεαρών, άγνωστων δανεικών και κάποιων μετριότατων παικτών που δεν είχαν παίξει ποτέ ξανά σε τέτοιο επίπεδο, κατάφερε για άλλη μια φορά κάτι που στην αρχή φαινόταν ακατόρθωτο: Να κερδίσει, έστω και την ύστατη στιγμή, την παραμονή στην Πριμέρα.

Το μαγικό ταξίδι με την ομάδα της καρδιάς του (στην οποία είναι και σταθερός κάτοχος διαρκείας) έφτασε στο τέλος του πέρσι τον Γενάρη, όταν και οι δυο πλευρές συμφώνησαν πως ο σύλλογος χρειάζεται μια αλλαγή μετά από τα προηγούμενα 2,5 πολύ δύσκολα χρόνια. “Ηταν δυο θαυμάσιες σεζόν κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Νομίζω πως τη δεδομένη στιγμή αυτή είναι η καλύτερη απόφαση για τον σύλλογο” ανέφερε στις τελευταίες του δηλώσεις ο Αμπελάρδο, πριν σκουπίσει τα δάκρυα του και αποχωρήσει εν μέσω χειροκροτημάτων από δεκάδες οπαδούς που περίμεναν καρτερικά απ’έξω για να αποχαιρετήσουν έναν δικό τους απ’όλες τις απόψεις άνθρωπο, που κατάφερε να σώσει κυριολεκτικά την ομάδα από τη διάλυση.

Παρ’όλο που το συμβόλαιο του έληγε το 2020, ο Αμπελάρδο παραιτήθηκε εξ αρχής από το δικαίωμα να διεκδικήσει τα λεφτά του και αποτραβήχτηκε για λίγο καιρό από την προπονητική, θέλοντας να ξεκουραστεί μετά τα όσα βίωσε τα τελευταία τρία χρόνια. Μέχρι που έφτασε στα τέλη Νοέμβρη η πρόταση της φαινομενικά καταδικασμένης Αλαβές. Τα μανίκια σηκώθηκαν ξανά και ο Ισπανός ρίχτηκε ξανά στη δουλειά ξέροντας ότι όλα τα δεδομένα είναι εις βάρος του.

Όπως ακριβώς και στην περίπτωση της Χιχόν, οι λύσεις βρέθηκαν στο ίδιο ρόστερ που μέχρι πριν φαινόταν προβληματικό και ελλιπές. Ο Αμπελάρδο δούλεψε κυρίως στην ψυχολογία, άλλαξε 2-3 πράγματα στην τακτική και από εκεί και μετά όλα πήραν το δρόμο τους. “Το μόνο που έκανα ήταν να βοηθήσω αυτούς τους παίκτες να παίξουν το ποδόσφαιρο που ξέρουν. Κανένας δεν περίμενε ότι τα πράγματα θα πάνε τόσο καλά” λέει ο ίδιος με αρκετή δόση μετριοφροσύνης. “Μας έδωσε ηρεμία και σιγουριά κι αυτό αρκούσε” πρόσθεσε ο Φερνάντο Πατσέκο.

Τέσσερις ημέρες μετά την πρόσληψη του, η Αλαβές έκανε το πρώτο μικρό θαύμα. Έφυγε από την έδρα της εξαιρετικής φέτος Ζιρόνα με το διπλό, παρ’ ότι έχανε μέχρι το 71′ με 2-0! Ο μικρός καραφλός θαυματοποιός είχε αρχίσει να κουνάει το μαγικό ραβδί του και εκείνη ήταν μόνο η αρχή. Στα 11 παιχνίδια που βρίσκεται στον πάγκο των Βάσκων, η Αλαβές έχει κερδίσει 22 από τους 33 διαθέσιμους βαθμούς. Στο διάστημα αυτό έχει την τρίτη καλύτερη συγκομιδή στη Λίγκα, πίσω μόνο από Μπαρτσελόνα και Ατλέτικο ενώ μετράει 5 νίκες και 1 ισοπαλία στα 6 εντός έδρας παιχνίδια της. Αποτέλεσμα αυτής της εκπληκτικής μεταμόρφωσης: Η ομάδα που ήταν κολλημένη στον πάτο της βαθμολογίας, 6 βαθμούς μακριά από τη σωτηρία είναι αυτή τη στιγμή 10 βαθμούς πάνω από τη γραμμή του υποβιβασμού!

Μεγάλος πρωταγωνιστής εντός του αγωνιστικού χώρου αναδεικνύεται ένας από τους πολλούς απόκληρους της ομάδας, ο 23χρονος Μουνίρ Ελ Χαντάντι. Γιος ενός Μαροκινού σεφ, που έφτασε κρυφά στην Ισπανία στα 18 του μέσα σε μια ταλαιπωρημένη βάρκα, δεν κατάφερε να πάρει τα προηγούμενα χρόνια στη Μπαρτσελόνα τις ευκαιρίες που έψαχνε και για την ώρα κάνει το αγροτικό του σε άλλες ομάδες της Πριμέρα (πέρσι έπαιξε δανεικός στη Βαλένθια).

Με την έλευση του Αμπελάρδο και την αλλαγή ψυχολογίας που αυτός έφερε, ο Μουνίρ μετατράπηκε σε σημείο αναφοράς στην επίθεση της Αλαβές και η παρουσία του αποδεικνύεται σωτήρια, αφού έχει συμμετοχή στο 50% των φετινών γκολ της ομάδας (6 γκολ και 5 ασίστ)! Σύμφωνα με πληροφορίες από τη Βαρκελώνη, μετά από τα τελευταία κατορθώματα του οι άνθρωποι της Μπάρτσα σκέφτονται πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο να του ανανεώσουν άμεσα το συμβόλαιο που λήγει το 2019, ώστε να αποκτήσουν ακόμα πιο ισχυρή θέση σε πιθανή πώληση του το καλοκαίρι.

Αμπελάρδο-Ζιντάν, τα χρόνια της νιότης

Σήμερα η ομάδα-έκπληξη των τελευταίων τριών μηνών στην Ισπανία ταξιδεύει στη Μαδρίτη για να αντιμετωπίσει το απόγευμα την πρωταθλήτρια Ρεάλ, την ομάδα απέναντι στην οποία έπαιξε το πρώτο παιχνίδι της καριέρας του ο Αμπελάρδο. Όλοι στην ομάδα των Βάσκων ξέρουν καλά πως το να φύγεις από το Μπερναμπέου με κάτι θετικό είναι κάτι παραπάνω από δύσκολο, ειδικά αυτή την περίοδο που η ομάδα του Ζιντάν φαίνεται να έχει αφήσει πίσω της τα σκαμπανεβάσματα του πρώτου μισού της σεζόν. Χωρίς την άμεση πίεση της ζώνης του υποβιβασμού όμως, με την ψυχολογία και την αυτοπεποίθηση στα ύψη και με τον μικρό θαυματοποιό στον πάγκο κανένας δεν μπορεί να τους ξεγράψει πλέον από πριν.

Το θαύμα του Καστέλ ντι Σάνγκρο: Ο Αμερικάνος που ερωτεύτηκε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Για 52 χρόνια ο Τζο ΜακΓκίνις ζούσε μια ζωή χωρίς μεγάλα πάθη στα δυτικά παράλια των ΗΠΑ. Στα 26 του είχε γίνει ο νεότερος συγγραφέας που μπήκε στη λίστα των Best Seller των New York Times, ένα κατόρθωμα που οφείλει στο βιβλίο του ‘The Selling of the President’, το οποίο ασχολιόταν με τον υποψήφιο τότε για την προεδρία, Ρίτσαρντ Νίξον. Ακολούθησε μια άκρως επιτυχημένη καριέρα με αρκετά βιβλία και μια ήσυχη ζωή που είχε ως επίκεντρο τη λογοτεχνία και την πολιτική. Μέχρι που ξεκίνησε το Μουντιάλ του 1994.

«Θυμάμαι καθαρά πως ήταν η ζωή μου. Από πολλές απόψεις, υποθέτω ότι ζούσα καλύτερα. Τα παιδιά μου με σέβονταν. Με τη σύζυγο μου μοιραζόμασταν πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Είχα φίλους. Μου άρεσε η μουσική. Διάβαζα βιβλία. Ότι ξαφνικά θα ξυπνούσε μέσα μου το πάθος για το ποδόσφαιρο έμοιαζε τόσο απίθανο όσο το να γίνω αστροναύτης» έγραψε ο ίδιος, χρόνια μετά.

Η ανάθεση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στις ΗΠΑ ξύπνησε την περιέργεια του 52χρονου Αμερικανού για ένα παιχνίδι για το οποίο δεν ήξερε τίποτα και η συνέχεια ήταν ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Ο ΜακΓκίνις πέρασε ένα ολόκληρο καλοκαίρι διαβάζοντας και παρακολουθώντας αγώνες, ερωτεύτηκε παράφορα το ποδόσφαιρο και προσάρμοσε την υπόλοιπη ζωή του γύρω απ’αυτό. Έβαλε δορυφορική στο σπίτι του για να βλέπει όσα περισσότερα ματς μπορούσε, αγόραζε ποδοσφαιρικά βιβλία με το κιλό (από τα κλασικά του Γκαλεάνο μέχρι βιβλία στατιστικών που κατέγραφαν την προϊστορία των ντέρμπι Στόουκ-Πορτ Βέιλ!), ξενυχτούσε ή ξυπνούσε από τα ξημερώματα για να μη χάνει τα μεγάλα ευρωπαϊκά παιχνίδια και συζητούσε ατελείωτα γι’αυτό με όποιον μοιραζόταν το ίδιο πάθος.

Η τρέλα του για το παιχνίδι επηρέασε αναπόφευκτα και τη δουλειά του. Το 1995 όταν όλη η Αμερική παρακολουθούσε φανατικά τη δίκη του Ο. Τζ. Σίμπσον, ένας εκδότης του πρόσφερε 1 εκατομμύριο δολάρια για να γράψει ένα βιβλίο γι’αυτήν. Τότε, ο ΜακΓκίνις σόκαρε τους πάντες με την απόφαση του. Όχι μόνο αρνήθηκε να ασχοληθεί με τη δίκη αλλά ανακοίνωσε πως το επόμενο βιβλίο του θα είχε ως θέμα το ποδόσφαιρο. Το θέμα του; Μια μικρή ομάδα από ένα χωριό κοντά στην κεντρική Ιταλία, η οποία είχε μόλις ανέβει για πρώτη φορά στη Serie B!

Το καλοκαίρι του 1996 αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και μετακόμισε για ένα χρόνο στο απομακρυσμένο Καστέλ ντι Σάνγκρο, ένα χωριό 5.000 κατοίκων που την προηγούμενη χρονιά είχε κάνει την τεράστια έκπληξη, κερδίζοντας την άνοδο στη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία της Ιταλίας, σε μια εποχή που το ιταλικό ποδόσφαιρο ζούσε τα καλύτερα και πιο ένδοξα χρόνια του. Εκεί θα αντιμετώπιζε παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας, όπως η Τορίνο και η Τζένοα, αλλά και ομάδες από μεγαλουπόλεις, όπως η Μπάρι, η Πάντοβα και η Βενέτσια.

Οι ντόπιοι υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τον διάσημο συγγραφέα, του έδωσαν το ελεύθερο να κινείται σε όλους τους χώρους του γηπέδου, τον έπαιρναν στο λεωφορείο της ομάδας στα εκτός έδρας και για να γνωρίσει ακόμα καλύτερα τους παίκτες τον άφησαν να τρώει καθημερινά μαζί τους στο τοπικό εστιατόριο. Ο ΜακΓκίνις έζησε από μέσα όλη τη σεζόν, παθιάστηκε με την ομάδα και την ηρωική προσπάθεια της να κάνει ένα δεύτερο συνεχόμενο θαύμα και να παραμείνει στην κατηγορία, μεταμορφώθηκε σε κανονικό οπαδό που αδυνατεί να συγκρατήσει τα συναισθήματα του στην κερκίδα και κατέγραψε τα πάντα στο βιβλίο ‘Τα δοκάρια του Καστέλ ντι Σάνγκρο’ (Κανονικός τίτλος: ‘The Miracle Of Castel Di Sangro‘). Η ιστορία μπορεί να κουράσει λίγο έναν άσχετο με το ποδόσφαιρο αναγνώστη (λόγω της υπερβολικής τακτικής ανάλυσης κάποιων αγώνων) αλλά σίγουρα θα αρέσει σε κάποιον που ασχολείται με το ποδόσφαιρο με το ίδιο πάθος με το οποίο το αντιμετώπιζε – μετά τα 52 του πάντα – και ο Αμερικανός συγγραφέας.

Για καλή του τύχη, η ιστορική σεζόν που παρακολούθησε από κοντά είχε μπόλικες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις αλλά και αρκετά ευτράπελα, εντός και εκτός γηπέδων. Η ομάδα του Καστέλ ντι Σάνγκρο παρά το μικρό της μπάτζετ και το γεγονός ότι έβγαλε τη μισή χρονιά παίζοντας τα εντός έδρας σε ουδέτερο γήπεδο, αποδείχτηκε πολύ σκληρό καρύδι για όλους τους αντιπάλους της μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Εκτός αυτού όμως, ο άβγαλτος και αγαθός Αμερικανός ανακάλυπτε έναν νέο κόσμο, γεμάτο μεσογειακές ‘ομορφιές’, περίεργα σκηνικά και μυστήριους ανθρώπους. Όπως χαρακτηριστικά λέει μια ατάκα που παραθέτει και ο συγγραφέας στο βιβλίο: «Στη Serie B δεν βαριέσαι ποτέ. Εκτός από τα 90 λεπτά των αγώνων.»

Ένας πάμπλουτος και ιδιόρρυθμος ιδιοκτήτης που κανείς δεν ξέρει πως έκανε την περιουσία του, ένας κομπιναδόρος πρόεδρος που έχει κι άλλες βλέψεις πέρα απ’το ποδόσφαιρο και ένας ξεροκέφαλος προπονητής που δεν αντέχει τις βεντέτες είναι κάποια από τα πρόσωπα που συναντάει ο ΜακΓκίνις, πρόσωπα των οποίων οι τόσο γνώριμες περιγραφές (η φράση «ούνα φάτσα, ούνα ράτσα» δεν βγήκε τυχαία) σίγουρα θα προκαλέσουν ένα χαμόγελο στο πρόσωπο κάθε αναγνώστη που έχει φάει με το κουτάλι το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Μια από τις μεγαλύτερες στιγμές στην ιστορία της Καστέλ ντι Σάνγκρο: To διπλό μέσα στο Λουίτζι Φεράρις

Όπως διαβάζουμε σε σχετικό σημείωμα του εκδοτικού οίκου, το βιβλίο (το οποίο ο συγγραφέας χαρακτήρισε ως το πιο αγαπημένο του) ψηφίστηκε ομόφωνα ως το Βιβλίο της Χρονιάς για το 1999 από την Επιτροπή Βραβείων William Hill στο Λονδίνο -το πρώτο αμερικάνικο βιβλίο που κέρδισε αυτό το βραβείο-, ενώ αναδείχθηκε επίσης ως το Καλύτερο Βιβλίο της Σεζόν 1999 από το κορυφαίο αγγλικό ποδοσφαιρικό περιοδικό FourFourTwo.

Ο Τζο ΜακΓκίνις πέθανε το 2014 στις ΗΠΑ σε ηλικία 71 ετών. Οι περισσότεροι άνθρωποι που τον έμαθαν μέσα από το συγγραφικό του έργο πιστεύουν πως το μεγαλύτερο επίτευγμα του ήταν το βιβλίο για τον Νίξον και η πολύ πετυχημένη τριλογία των βιβλίων θρίλερ που έγραψε αργότερα. Αν ρωτούσες όμως τον ίδιο, το πιθανότερο είναι πως θα σου έλεγε πως η μεγαλύτερη επιτυχία στη ζωή του ήταν πως γνώρισε από κοντά τον Ρομπέρτο Μπάτζιο, τον παίκτη που «πρόσθετε στο ποδόσφαιρο κομψότητα, χάρη και μια αύρα μαγείας που δεν είχα δει ποτέ μέχρι τώρα σε οποιοδήποτε άθλημα».

Όταν ο Τέλε συνάντησε τον Γιόχαν

  [6 Σχόλια]

Το ρολόι έδειχνε σχεδόν μεσάνυχτα όταν ο Χουάν Κάρλος Λουστό αποφάσισε να αφήσει το δωμάτιο του και να κάνει μια βόλτα στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας πως έτσι θα χαλαρώσει επιτέλους. Ο Αργεντινός διαιτητής βρισκόταν στο Τόκιο για τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου ανάμεσα στη Σάο Πάουλο και τη Μπαρτσελόνα και το τζετ-λαγκ δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Περνώντας από το λόμπι, άκουσε μια γνώριμη λατινοαμερικάνικη φωνή, που ήξερε από τα παιχνίδια του Λιμπερταδόρες, να τον φωνάζει από το βάθος. Ήταν η φωνή του προπονητή της Σάο Πάουλο, Τέλε Σαντάνα.

(Σε έναν τέλειο και δίκαιο κόσμο το όνομα Τέλε Σαντάνα δεν θα χρειαζόταν καμία επιπλέον εξήγηση. Στον κόσμο που ζούμε όμως, που η επιτυχία σου καθορίζεται από τον αριθμό των μεταλλίων στην τροπαιοθήκη σου, οι διευκρινήσεις είναι απαραίτητες, ειδικά για τους νεότερους. Ο Βραζιλιάνος δεν κατέκτησε κανένα τίτλο με την εθνική της χώρας του και δεν ανέλαβε ποτέ του μια ευρωπαϊκή ομάδα, στοιχεία που αυτόματα τον πετούν έξω από κάθε λίστα με τους σπουδαιότερους προπονητές όλων των εποχών. Ακόμα και το πιο διάσημο δημιούργημα του, η Βραζιλία του 1982, η τελευταία Βραζιλία που πίστευε και εκπροσωπούσε το joga bonito, παραμένει στο μυαλό πολλών ως η «Βραζιλία του Σώκρατες» και όχι ως η ομάδα του Σαντάνα.

Tη μέρα που η Σελεσάο αποκλείστηκε από την Ιταλία του Ρόσι, ο Σαντάνα στήθηκε στον τοίχο από κάποιους Βραζιλιάνους δημοσιογράφους για την επιλογή του να μην παίξει για την ισοπαλία που αρκούσε για να δώσει την πρόκριση. Ο ίδιος δεν φάνηκε να μετανιώνει για τίποτα. Όπως θυμάται ο Σώκρατες, την ώρα που στα αποδυτήρια υπήρχαν νεύρα, εντάσεις και κλάματα, ο Σαντάνα στεκόταν ήρεμος και δήλωνε περήφανος για την τίμια προσπάθεια της ομάδας του. Λίγη ώρα μετά έμπαινε στην αίθουσα τύπου για τις τελευταίες δηλώσεις του και οι δημοσιογράφοι απ’όλο τον κόσμο τον χειροκροτούσαν όρθιοι.

Χρόνια αργότερα όλοι κατάλαβαν πως ακόμα και αν είχε την ευκαιρία να γυρίσει το Χρόνο και να παίξει ξανά εκείνο το ματς, πάλι θα κατέβαινε επιθετικά, με μοναδικό στόχο να κερδίσει το παιχνίδι, να προσφέρει θέαμα, να διασκεδάσει τον κόσμο. «Η ομορφιά έρχεται πρώτη και η νίκη δεύτερη. Αυτό που μετράει είναι η ευχαρίστηση» έλεγε πάντα ο Σώκρατες, μια φιλοσοφία που του είχε περάσει ο προπονητής του στην εθνική που χωρίς δισταγμό και τύψεις δήλωνε: «Προτιμώ να χάσω παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο παρά να κερδίσω παίζοντας μέτρια».

Ο Σαντάνα αποχώρησε από την εθνική το 1986 μετά τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία του Πλατινί και αφοσιώθηκε στο συλλογικό ποδόσφαιρο. Ανέλαβε τη Σάο Πάουλο το 1990, κοιμόταν στο προπονητικό της κέντρο, ξυπνούσε από τις 6, κούρευε μόνος του το γκαζόν και προσπαθούσε, μέσω σκληρής πειθαρχίας, να τελειοποιήσει τις επιθετικές τακτικές του. Μαζί της τελικά κατάφερε να δείξει σε όλο τον κόσμο ότι κάποιες φορές το όμορφο ποδόσφαιρο συνδυάζεται και με μεγάλες επιτυχίες. Με ηγέτη τον παραγκωνισμένο έως τότε αδερφό του Σώκρατες, Ράι, και μια φουρνιά νέων ταλαντούχων παικτών τους οποίους πίστεψε και ανέδειξε (ανάμεσα τους ο Λεονάρντο και ο Καφού, που καθιερώθηκε στο δεξί άκρο της άμυνας μετά από επιμονή του Σαντάνα), οδήγησε τη Σάο Πάουλο στην κορυφή της χώρας, της ηπείρου αλλά και του κόσμου δυο συνεχόμενες χρόνιες!

Έστω και στο φινάλε της καριέρας του – καθώς το 1996 αποσύρθηκε από τους πάγκους λόγω προβλημάτων με την υγεία του – ο Σαντάνα έφτασε στην κορυφή παίζοντας το ποδόσφαιρο που ήθελε, το μόνο ποδόσφαιρο που τον ενδιέφερε να παίξει. Ένα επιθετικό ποδόσφαιρο χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς ύπουλα χτυπήματα και βουτιές, χωρίς καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου. Ένα ποδόσφαιρο που τον έκανε τόσο αγαπητό στη Βραζιλία που μέχρι και σήμερα το όνομα του μνημονεύεται περισσότερο ακόμα κι από τα ονόματα προπονητών που οδήγησαν τη Σελεσάο στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Για τους συμπατριώτες του, ο «Κύριος Τέλε» ήταν και θα είναι «ο τελευταίος ρομαντικός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου».)

Ο Σαντάνα πρότεινε στον Λουστό να του γνωρίσει τον Γιόχαν Κρόιφ και ο Αργεντινός διαιτητής, ξέροντας καλά το ποδοσφαιρικό μέγεθος του Ολλανδού, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί. Ακολούθησε ένα σκηνικό που μοιάζει τελείως ξένο με τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Σε ένα τραπέζι στο μπαρ του ξενοδοχείου, ο διαιτητής και οι προπονητές των ομάδων που δυο μέρες μετά θα έπαιζαν έναν τελικό για τον τίτλο της καλύτερης ομάδας στον πλανήτη, έπιναν, κάπνιζαν (για την ακρίβεια μόνο ο Κρόιφ κάπνιζε αλλά όπως θυμάται ο Λουστό, τα τσιγάρα του διαδεχόταν το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό που ήταν σαν να κάπνιζε για όλους) και συζητούσαν για μπάλα.

«Μιλούσαν για το ποδόσφαιρο σαν να είναι κάτι ιερό. Έλεγαν συνέχεια πως το να διακόπτεις τον αγώνα με ψεύτικους τραυματισμούς, το να πετάς τη μπάλα μακριά ή το να κάνεις αλλαγές στις καθυστερήσεις για να κερδίσεις μερικά δευτερόλεπτα δεν είναι σωστό» αποκάλυψε πριν λίγο καιρό ο Λουστό. «Ο Κρόιφ και ο Σαντάνα θέλανε να κερδίσουν αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Όχι με ψέμματα. Θέλανε να κερδίσουν με το δικό τους στυλ, με τη δικιά τους φιλοσοφία, που μάλιστα έμοιαζε πολύ. Συμφωνούσαν πως ο σεβασμός στον αντίπαλο ήταν το πιο βασικό στοιχείο της επιτυχίας και ήταν πεπεισμένοι πως το να χάνεις ενώ παίζεις καλά δεν είναι αποτυχία και πως σ’ένα παιχνίδι που έχει παιχτεί σωστά δεν υπάρχουν ουσιαστικά κερδισμένοι και χαμένοι. Βλέποντας τις ομάδες τους να παίζουν, καταλάβαινες πως όλα όσα έλεγαν και πίστευαν, τα περνούσαν και στους παίκτες τους».

Η πολύ ιδιαίτερη παρέα συζητούσε για μπάλα μέχρι το ρολόι να δείξει περασμένες τρεις, σαν μια παρέα καλών φίλων που γνωρίζονται και καταλαβαίνονται τέλεια. Λίγο πριν αποχωρήσει ο καθένας για το δωμάτιο του, οι δυο σπουδαίοι προπονητές προχώρησαν σε μια πρωτότυπη συμφωνία μπροστά στα μάτια του ανθρώπου που μερικές ώρες αργότερα θα σφύριζε τη μεταξύ τους κόντρα. Βάζοντας το δεξί τους χέρι πάνω στον συνομιλητή τους, συμφώνησαν πως αν την ώρα του τελικού κάποιος παίκτης τους ξέφευγε από τα όρια του ποδοσφαίρου που πρέσβευαν και αγαπούσαν, θα γινόταν αλλαγή αμέσως. Ο σοκαρισμένος Λουστό προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που έβλεπε το ζούσε πραγματικά ή αν απλά το φανταζόταν.

Η Σάο Πάουλο κατέκτησε τελικά το Διηπειρωτικό, κερδίζοντας την ‘Dream Team’ του Κρόιφ με 2-1 χάρη σε δυο γκολ του Ράι. «Ο καθαρός χρόνος παιχνιδιού ήταν απλά απίστευτος και οι ευκαιρίες πολλές» θυμάται ο Λουστό, ο μοναδικός από εκείνο το περίεργο παρεάκι που ζει ακόμα. Ο Αργεντινός, που εκείνη την εποχή θεωρούταν το Νο2 παγκοσμίως στο χώρο της διαιτησίας, έκλεισε φέτος τα 70 του και παρ’όλο που στην τεράστια καριέρα του έχει σφυρίξει σε Μουντιάλ, σε τελικούς Λιμπερταδόρες, σε superclasico και στο ιστορικό και επεισοδιακό Βραζιλία-Χιλή στο Μαρακανά, θεωρεί πως εκείνη η συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου είναι το ωραιότερο πράμα που του συνέβη: «Στην 40ετη καριέρα μου τίποτα δεν με άγγιξε περισσότερο από εκείνη την κουβέντα που είχα με τον Τέλε και τον Κρόιφ. Εκείνη είναι η πιο όμορφη εμπειρία που έχω από το ποδόσφαιρο».

Ξενύχτια, γυναίκες και γκολ: Ο Ρομάριο στην Ολλανδία

  [1 Σχόλιο]

Ήταν αρκετά μετά τα μεσάνυχτα όταν ένας Ολλανδός δημοσιογράφος άκουσε κάποιον να χτυπάει την πόρτα του δωματίου του ξενοδοχείου. Ο νεαρός ρεπόρτερ που κάλυπτε τα εκτός έδρας ευρωπαϊκά παιχνίδια της Αϊντχόφεν πετάχτηκε έντρομος από το κρεβάτι και πλησίασε διστακτικά την πόρτα. Όταν την άνοιξε, μια έκπληξη τον περίμενε. Μπροστά του στεκόταν ο Ρομάριο, με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, με μια ξανθιά γυναίκα αγκαλιά από τη μια πλευρά και μια μελαχρινή από την άλλη. Και οι δυο του έριχναν τουλάχιστον ένα κεφάλι, σε ύψος. Ο δημοσιογράφος σάστισε. Μέχρι να προλάβει να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε, ο Βραζιλιάνος πλησίασε το στόμα του στο αυτί του και του ζήτησε μια μικρή χάρη.

Αποχαιρετώντας το δωμάτιο του για λίγες ώρες ο δημοσιογράφος σκέφτηκε πως ίσως έπρεπε να υπενθυμίσει στον Ρομάριο ότι την επόμενη μέρα, δηλαδή ουσιαστικά σε μερικές ώρες, η ομάδα του έδινε ένα κρίσιμο ευρωπαϊκό ματς. Κατά βάθος όμως ήξερε ότι ο Βραζιλιάνος όχι απλά δεν το είχε λησμονήσει αλλά έκανε ό,τι έκανε εξαιτίας αυτού. “Όταν κοιμάμαι πολύ, δεν σκοράρω. Αυτός είναι και ο λόγος που ξενυχτάω συνέχεια. Η νύχτα ήταν πάντα φίλη μου” θα αποκαλύψει κάποια χρόνια αργότερα.

Ο Ρομάριο ντε Σόουζα Φαρία έφτασε στο Αϊντχόφεν το καλοκαίρι του 1988, όταν ήταν 22 χρονών. Ήταν η πρώτη φορά που έφευγε από τη Βραζιλία και για να καταλήξει στην Ολλανδία έπαιξε ρόλο κυρίως η τύχη. Οι άνθρωποι της PSV έψαχναν απεγνωσμένα για έναν επιθετικό που να έχει εύκολο γκολ. Ο βασικός τους στόχος ήταν ο Βέλγος Μαρκ Ντεγρέις της Μπριζ. Οι Βέλγοι όμως δεν ήταν διατεθειμένοι να διαπραγματευτούν εκείνες τις ημέρες γιατί ήταν απασχολημένοι προσπαθώντας να κλείσουν έναν στόχο έκπληξη από τη Λ. Αμερική που μόλις είχαν εντοπίσει. Οι Ολλανδοί υποψιάστηκαν ότι κάτι καλό κρυβόταν από πίσω και τελικά ανακάλυψαν, χάρη στον 13χρονο γιο του τεχνικού διευθυντή που παρακολουθούσε φανατικά το ποδοσφαιρικό τουρνουά των Ολυμπιακών Αγώνων της Σεούλ, πως ένας νεαρός Βραζιλιάνος ξεχώριζε. Λίγες εβδομάδες μετά, ο Ρομάριο βρισκόταν σ’ένα αεροπλάνο με προορισμό τη νότια Ολλανδία.

Εκεί κάπου ξεκίνησαν τα προβλήματα. Δεν χρειάστηκαν παρά ελάχιστοι μήνες για να καταλάβουν όλοι στην ομάδα ότι ο Ρομάριο δεν ήταν απ’αυτούς τους ανθρώπους που μεγαλώνουν με το μότο “Δουλειά, δουλειά και ξανά δουλειά”. Ο Βραζιλιάνος μισούσε τις προπονήσεις, το τρέξιμο, το πρωινό ξύπνημα και τις διάφορες εξωγηπεδικές εκδηλώσεις της ομάδας και δεν ήταν διατεθειμένος να θυσιάσει την ξέφρενη ζωή του για χάρη της επαγγελματικής του καριέρας. Ο αστικός θρύλος λέει πως οι προπονήσεις που ολοκλήρωνε με επιτυχία ήταν λιγότερες απ’αυτές που εγκατέλειπε δίχως προειδοποίηση κάπου στη μέση, προφασιζόμενος κάποια ξαφνική ενόχληση ή κάποιον μικροτραυματισμό.

Εκτός γηπέδου τα πράγματα δεν κυλούσαν πολύ καλύτερα. Ο Ρομάριο μισούσε το κλίμα της Ολλανδίας, πονούσε με την έλλειψη παραλίας και ήλιου με τα οποία είχε μεγαλώσει (“Δουλεύω στην Ολλανδία αλλά ζω στη Βραζιλία” δήλωνε και αυτό δεν ήταν υπερβολή, αφού σε κάθε ευκαιρία έπαιρνε το αεροπλάνο για το Ριο, ακόμα κι αν χρειαζόταν να ξοδέψει 24 ώρες στις πτήσεις για να περάσει 12 ώρες όλες κι όλες στην πατρίδα του) αλλά τουλάχιστον εκτιμούσε το ύψος και την κορμοστασιά των ντόπιων γυναικών.

Γνωστός λάτρης της νύχτας και του ‘ωραίου φύλου’, περνούσε τα περισσότερα βράδια του σε κλαμπ και μπαρ από τα οποία δεν έφευγε πριν ξημερώσει, ακόμα κι αν το επόμενο πρωινό υπήρχε προγραμματισμένη προπόνηση. Οι Ολλανδοί είχαν αναθέσει σ’έναν φυσιοθεραπευτή της ομάδας αλλά και σε κάποιους συμπαίκτες του, να περνάνε από το σπίτι του και να τον ξυπνάνε με το ζόρι. Ένας εξ αυτών θυμάται ότι χρειαζόταν να πετάξει πέτρες στο παράθυρο του για να τον κάνει να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ο Ρομάριο κατέβαινε σέρνοντας τα πόδια του, τον έπαιρνε ξανά ο ύπνος στο αμάξι στη διαδρομή και τελικά όταν έφταναν στο προπονητικό κέντρο διαμαρτυρόταν για ζαλάδες. Κάπως έτσι κατέληγε είτε στο κρεβάτι του μασάζ, είτε στην αίθουσα με το μπιλιάρδο.

Όλη αυτή η κατάσταση φυσικά προκαλούσε δυσφορία σε αρκετούς συμπαίκτες του, ειδικά τους πρώτους μήνες της συνύπαρξης τους. Ο Γκους Χίντινκ, ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος προπονητής που ανέλαβε να βρει λύση για το πρόβλημα αυτό, την εποχή μάλιστα που έκανε τα πρώτα του προπονητικά βήματα. Πριν λίγα χρόνια ο Ολλανδός αποκάλυψε το… ειδικό προπονητικό πρόγραμμα που είχε σχεδιάσει για τον ιδιόρρυθμο επιθετικό του: “Με όλα αυτά που έκανε εννοείται πως θύμωνες, ή τουλάχιστον έκανες πως θυμώνεις μπροστά σε όλους. Μετά φώναζες ‘καλώς, Ρομάριο. Σήμερα το απόγευμα έξτρα προπόνηση μόνο για σένα. Θα πάμε στο δάσος για τρέξιμο’. Όταν έφευγαν όλοι, πηγαίναμε μια ωραία βόλτα στο δάσος και μιλούσαμε. Για το ποδόσφαιρο, για τη ζωή, για διάφορα θέματα. Την επόμενη μέρα έλεγα στους παίκτες ‘ναι παιδιά, ο Ρομάριο δούλεψε σκληρά εχθές’. Και η αλήθεια είναι πως είχε δουλέψει. Η συζήτηση είναι κι αυτή μέρος της προπόνησης”.

Όλα αυτά μέχρι που έφτανε η μέρα του αγώνα. Εκεί όλα τα τερτίπια και οι παραξενιές του Βραζιλιάνου ξεχνιόταν μέσα σε μια στιγμή. Τη στιγμή εκείνη που δεχόταν τη μπάλα μέσα στη μεγάλη περιοχή, το δεύτερο πιο αγαπημένο μέρος του στον κόσμο, πίσω μόνο από το κρεβάτι. Ο Ρομάριο ήταν ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς της μεγάλης περιοχής, ο κυνηγός με την πιο τέλεια όσφρηση του γκολ, ο τεχνίτης που αδιαφορούσε για την έλλειψη ελεύθερου χώρου μπροστά από την εστία γιατί μπορούσε να βρει τρόπο να τρυπώσει με τη μπάλα παντού (“Για τον Ρομάριο ένα τετραγωνικό μέτρο είναι όσο ένα στρέμμα” είχε σχολιάσει κάποτε ο Μπόμπι Ρόμπσον). Μπορεί σε κάποιο παιχνίδι να ερχόταν σε επαφή με τη μπάλα απειροελάχιστες φορές, κάνοντας τους αμυντικούς να ξεχάσουν ότι υπάρχει (“Η τακτική μου είναι απλή. Στέκομαι εκεί προσποιούμενος πως είμαι νεκρός”) αλλά μέσα σου ήξερες ότι τη μια φορά που θα χρειαστεί πραγματικά, θα έβρισκε τρόπο να βάλει σωστά το διάσημο ‘μυτάκι’ του και να στείλει τη μπάλα στα δίχτυα. Κι αυτό το ήξεραν όλοι. Αντίπαλοι, οπαδοί, συμπαίκτες, προπονητές και φυσικά ο ίδιος: “Είμαι σαν τα λεφτά. Στο τέλος της ημέρας όλοι τελικά με συμπαθούν”.

“Μπορεί να έκανε ό,τι έκανε στις προπονήσεις αλλά αφού την ώρα του αγώνα έβρισκε τρόπο να κερδίσει το ματς, κανένας δεν είχε παράπονο” θυμάται ένας από τους συμπαίκτες του. Ο ίδιος ο Χίντινκ προσθέτει: “Όταν είσαι νέος προπονητής, έχεις άγχος. Και οι παίκτες το μυρίζονται αυτό. Κάθε φορά που με έβλεπε πως ήμουν πιο νευρικός απ’ότι συνήθως πριν από κάποιο μεγάλο ματς, ερχόταν και μου έλεγε: ‘Μίστερ, χαλάρωσε. Ο Ρομάριο θα σκοράρει και θα κερδίσουμε’. Το απίστευτο είναι ότι 8 στις 10 φορές που το έλεγε αυτό, πράγματι έβαζε γκολ και η ομάδα κέρδιζε”. Μαζί κατέκτησαν το νταμπλ την πρώτη σεζόν του Βραζιλιάνου και ένα κύπελλο Ολλανδίας τη δεύτερη, με τον Ρομάριο να σκοράρει 57 γκολ σε 60 ματς!

Όταν το 1990 ο ανερχόμενος Χίντινκ αποχώρησε και τη θέση του πήρε ο έμπειρος και μπαρουτοκαπνισμένος Ρόμπσον, όλοι πίστεψαν πως ο ‘Κοντούλης’ θα άλλαζε επιτέλους συμπεριφορά. Αυτό που δεν φανταζόταν κανένας ήταν πως ο Ρομάριο τελικά θα άλλαζε τον Ρόμπσον. “Ο Ρομάριο ήταν σπουδαίος παίκτης αλλά όχι για να δουλεύεις μαζί του. Ήταν σαν σπυρί στον κώλο. Δεν ενδιαφερόταν για προπονητική ή πειθαρχία. Ήταν σκέτο, αγνό ταλέντο. Δεν πίστευε ότι χρειάζεται κάτι επιπλέον. Και στην περίπτωση του, είχε δίκαιο! Μαζί του πήρα ένα μάθημα. Δεν μπορείς να αλλάξεις μια λεοπάρδαλη, όσο κι αν προσπαθείς. Πάρε το καλύτερο απ’αυτόν αγαπώντας τον, όχι μπαίνοντας σε διαμάχη μαζί του. Έτσι έμαθα να διαχειρίζομαι κάποιους παίκτες διαφορετικά. Κάποιες φορές έπρεπε να κλείσεις τα μάτια σε κάποια πράγματα στην προπόνηση γιατί αυτός ο τύπος μπορούσε να αλλάξει ένα ματς σε 4 δευτερόλεπτα”.

Ο Ρόμπσον έμεινε στον πάγκο της PSV για δυο σεζόν και μαζί του ο Ρομάριο κέρδισε άλλα δυο πρωταθλήματα, συνεχίζοντας να σκοράρει με την ίδια εκπληκτική άνεση που το έκανε και τα προηγούμενα χρόνια, παρά το γεγονός ότι έχασε μεγάλο μέρος της δεύτερης σεζόν λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού: 39 γκολ σε 46 ματς. Όλα αυτά φυσικά χωρίς να αλλάξει τίποτα από την καθημερινότητα του, την οποία ο Ρόμπσον περιέγραψε στην αυτοβιογραφία του: “Για τον Ρομάριο το βράδυ της Παρασκευής ήταν βράδυ για πάρτι, ακόμα κι αν είχαμε αγώνα την άλλη μέρα. Το αλκοόλ δεν ήταν πρόβλημα, καθώς ήταν τύπος που απλά έπινε Κόκα-Κόλα. Αλλά ξενυχτούσε μέχρι τις 4 τουλάχιστον και μετά μπορεί να κοιμόταν όλη μέρα μέχρι τη σέντρα του αγώνα στις 7.30 το απόγευμα. Χόρευε, φλέρταρε, έπιανε κουβέντα με κάποια ντόπια, περνούσε καλά μαζί της και μετά κοιμόταν όλη μέρα για να είναι φρέσκος στο παιχνίδι”.

Σε μερικούς μήνες συμπληρώνονται τρεις δεκαετίες από τη μέρα που ο πιο διάσημος τεμπέλης στην ιστορία του ποδοσφαίρου, πέρασε για πρώτη φορά την πόρτα του γηπέδου της PSV. Στο Αϊντχόφεν κανένας δεν έχει ξεχάσει το πέρασμα του κι ας ακολούθησε λίγα χρόνια μετά την ίδια ακριβώς πορεία ο Ρονάλντο. Με 127 γκολ σε 142 ματς, έξι ολλανδικά τρόπαια στο παλμαρέ του και 3 πρώτες θέσεις στον πίνακα των σκόρερ του πρωταθλήματος, ο Ρομάριο συμπεριλαμβάνεται στους μεγαλύτερους θρύλους της ομάδας, παρ’όλο που έμεινε στην Ολλανδία πέντε χρόνια όλα κι όλα.

Την Κυριακή το απόγευμα η PSV ταξιδεύει στο Άμστερνταμ για να αντιμετωπίσει τον Άγιαξ, στο σπουδαιότερο παιχνίδι της 15ης αγωνιστικής της Eredivisie. Η ομάδα του Φιλίπ Κοκού, που όχι μόνο βρίσκεται στην κορυφή της βαθμολογίας αλλά έχει πάρει και διαφορά ασφαλείας ήδη, φαίνεται να έχει πετύχει διάνα με την επιλογή του Ίρβινγκ Λοσάνο. Ο Μεξικανός επιθετικός, που όπως ακριβώς ο Βραζιλιάνος έκανε μέσω της Αϊντχόφεν το μεγάλο βήμα για την Ευρώπη στα 22 του, μετράει 10 γκολ σε 12 ματς ως τώρα, στατιστικά που επίσης θυμίζουν τα αντίστοιχα του Βραζιλιάνου, που είχε χριστεί πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος από την πρώτη του σεζόν. Το πως θα εξελιχθεί στο μέλλον η καριέρα του κανένας δεν το ξέρει αλλά αν πρέπει να κάνουμε μια πρόβλεψη, παίκτη σαν το Ρομάριο δεν πρόκειται να ξαναδεί το ποδόσφαιρο. Ούτε όμως και προπονητή: “Αν σκοπεύω να γίνω προπονητής στο μέλλον; Αποκλείεται. Δεν θα κατάφερνα ποτέ να τα βγάλω πέρα με κάποιον σαν εμένα”.

O μύθος του αθάνατου τερματοφύλακα της Γκρέμιο

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Αίρτον Γκόντοφ είναι Βραζιλιάνος δημοσιογράφος, χρονικογράφος και οπαδός της Γκρέμιο. Όταν ήταν μικρός ο πατέρας του τον πήγε μια μέρα στο κοιμητήριο του Σάο Μιγκέλ στο Πόρτο Αλέγκρε. Αφού περπάτησαν για αρκετή ώρα στους διαδρόμους του νεκροταφείου, έφτασαν μπροστά στον τάφο που έψαχναν. Κρατώντας συνεχώς το χέρι του μπαμπά, ο μικρός Αίρτον διάβασε την επιγραφή: Εούρικο Λάρα (24 Ιανουαρίου 1897 – 6 Νοεμβρίου 1935). Τότε, ο πατέρας του ξεκίνησε τη διήγηση.

Ο Εούρικο Λάρα γεννήθηκε στην περιοχή Ουρουγκουάιανα στη νότια Βραζιλία και ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα παίζοντας ως τερματοφύλακας στην ομάδα του στρατού. Τα τρομερά αντανακλαστικά του και η σιγουριά στις εξόδους του τον έκαναν να ξεχωρίσει αμέσως. Με τον καιρό η φήμη του εξαπλώθηκε και όλοι όσοι ασχολιόταν με το ποδόσφαιρο στην πολιτεία του Ριο Γκράντε ντο Σουλ είχαν ακούσει πως κοντά στα σύνορα με την Ουρουγουάη υπάρχει ένας τερματοφύλακας που όταν παίζει η ομάδα του δεν χάνει ποτέ.

Η Γκρέμιο ήταν η πρώτη που ενδιαφέρθηκε γι’αυτόν αλλά ο Λάρα αγαπούσε τόσο το μέρος που μεγάλωσε που για να αποφύγει τη μετακόμιση στο Πόρτο Αλέγκρε προσποιήθηκε τον άρρωστο. Μετά από πιέσεις μηνών οι άνθρωποι της Γκρέμιο τον μετέπεισαν και το 1920 τον έκαναν δικό τους. Με το πέρασμα των χρόνων ο Λάρα βελτιωνόταν συνεχώς, προσθέτοντας στο παιχνίδι του και χαρακτηριστικά που ελάχιστοι τερματοφύλακες της εποχής είχαν, όπως το να παίζει εκτός περιοχής. Μ’αυτόν κάτω από τα δοκάρια η Γκρέμιο κυριάρχησε και στο τοπικό πρωτάθλημα (δεν υπήρχε τότε εθνικό πρωτάθλημα Βραζιλίας) και στο πρωτάθλημα της πολιτείας, κατακτώντας 15 τίτλους σε 15 χρόνια!

Τα κατορθώματα του κυκλοφορούσαν σ’όλη τη χώρα αλλά πέρα από τους φιλάθλους του Πόρτο Αλέγκρε και της πολιτείας που ανήκει, ελάχιστοι άλλοι κατάφεραν να τον δούνε εν δράσει, αφού στις κλήσεις για την εθνική Βραζιλίας εκείνη την εποχή συμπεριλαμβανόταν μόνο παίκτες από την πρωτεύουσα και τις μεγάλες πολιτείες της χώρας. Έτσι οι υπόλοιποι Βραζιλιάνοι απλά άκουγαν ιστορίες για τα κατορθώματα του, όπως για τη μέρα που οι επίλεκτοι της πολιτείας αντιμετώπισαν τους επίλεκτους της πολιτείας Σάο Πάουλο. Εκεί ο Λάρα ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τους καλύτερους παίκτες της χώρας, ανάμεσα στους οποίους ήταν και περιβόητος Άρτουρ Φρίντενραιχ, ο πιο γνωστός Βραζιλιάνος επιθετικός της εποχής. Η ομάδα του Λάρα έχασε αναμενόμενα αλλά στο τέλος του αγώνα όλο το γήπεδο αποθέωσε τον 25χρονο τερματοφύλακα που έσωσε την εστία του σε περισσότερες από 20 περιπτώσεις!

Το φθινόπωρο του 1935 ο 38χρονος πλέον τερματοφύλακας, που είχε ήδη θέματα με την καρδιά του στο παρελθόν, έμαθε ότι πάσχει από φυματίωση. Οι γιατροί του είπαν πως πρέπει να παρατήσει άμεσα το ποδόσφαιρο και να νοσηλευτεί για όσο διάστημα χρειαστεί. Την ίδια περίοδο όμως η Γκρέμιο έδινε τα τελευταία κρίσιμα παιχνίδια που θα έκριναν το πρωτάθλημα. Ο Λάρα ήταν ο αρχηγός και ηγέτης της ομάδας, αυτός που πρόσφερε ασφάλεια σε όλους με την παρουσία του και μόνο κάτω από το τέρμα. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να την αφήσει μόνη.

Η μοίρα το έφερε έτσι που στο τελευταίο παιχνίδι της σεζόν η Γκρέμιο αντιμετώπιζε την αιώνια αντίπαλο της, Ιντερνασιονάλ, σ’ένα ακόμα “Gre-nal”, ένα από τα πιο φανατισμένα τοπικά ντέρμπι της Λατινικής Αμερικής. Το πρωί του αγώνα ο Εούρικο Λάρα, που λίγες μέρες πριν είχε νοσηλευτεί γιατί η υγεία χειροτέρευε μέρα με τη μέρα, πήρε τη μεγάλη απόφαση να παίξει. Έφυγε από το νοσοκομείο χωρίς άδεια και εμφανίστηκε στα αποδυτήρια λίγο πριν τη σέντρα, φορώντας τη στολή της ομάδας κάτω από τα ρούχα του και λέγοντας στον προπονητή “ήρθα για να παίξω”.

Όταν η Γκρέμιο μπήκε στο γήπεδο οι οπαδοί της ξεσηκώθηκαν, βλέποντας τη γνώριμη, λατρεμένη φιγούρα του αρχηγού να βγαίνει πρώτη από τα αποδυτήρια. Υπερνικώντας όλα τα προβλήματα υγείας του, ο 38χρονος έκανε το παιχνίδι της ζωής του κρατώντας το μηδέν. Λίγο πριν το τελευταίο σφύριγμα η Ιντερνασιονάλ κέρδισε πέναλτι. Το γήπεδο σίγησε σε τέτοιο βαθμό που το μόνο που ακουγόταν ήταν ο άνεμος. Ο επιθετικός έστησε τη μπάλα, πήρε φόρα και εκτέλεσε στην αριστερή γωνία. Ο Λάρα, ο αγαπημένος παίκτης όλων των οπαδών της Γκρέμιο, βούτηξε σωστά. Η μπάλα βρήκε το στήθος του. Πέφτοντας στο έδαφος μαζί της, την αγκάλιασε. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανε στη ζωή του. Ο Λάρα έμεινε ακίνητος στο χόρτο, αγκαλιά με τη μπάλα. Τα πανηγύρια στις κερκίδες σταμάτησαν ακαριαία, ο γιατρός που έτρεξε να τον βοηθήσει δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Η καρδιά του είχε σταματήσει. Η Γκρέμιο κέρδισε ένα πρωτάθλημα απέναντι στη μισητή της αντίπαλο αλλά έχασε για πάντα τον ηγέτη της.

Αυτή την ιστορία άκουσε ο πιτσιρικάς Αίρτον Γκόντοφ από τον πατέρα του, όρθιος μπροστά στον τάφο του Εούρικο Λάρα. Χρόνια μετά, αφού τελείωσε τις σπουδές του και έγινε δημοσιογράφος, ανακάλυψε ότι όπως συμβαίνει αρκετές φορές με τις λατινοαμερικάνικες ποδοσφαιρικές – και όχι μόνο – διηγήσεις, η αλήθεια ήταν… λιγάκι διαφορετική. Ο Λάρα πράγματι ήταν βαριά άρρωστος την ημέρα που παίχτηκε το ντέρμπι με την Ιντερνασιονάλ που έκρινε τον τίτλο. Αγνόησε τις προσταγές των γιατρών, ξεκίνησε το παιχνίδι κανονικά και έβγαλε όλο το πρώτο ημίχρονο, σώζοντας αρκετές φορές την εστία του. Στην ανάπαυλα όμως κατέρρευσε. Οι πόνοι ήταν ανυπόφοροι. Ένα ασθενοφόρο τον μετέφερε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, απ’όπου και έμαθε αργότερα ότι η αγαπημένη του Γκρέμιο σκόραρε δυο φορές στην επανάληψη και κέρδισε τον τίτλο.

Μερικές εβδομάδες αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο. Οι γιατροί ανακοίνωσαν πως ο θάνατος του επισπεύσθηκε από το ότι τους τελευταίους μήνες αδιαφόρησε για τις συμβουλές τους και συνέχισε να παίζει. Τη μέρα της κηδείας του τα πάντα στο Πόρτο Αλέγκρε σταμάτησαν για λίγο. 30.000 άνθρωποι, ανάμεσα τους και οπαδοί της Ιντερνασιονάλ, συμμετείχαν στο τελευταίο αντίο ενός τερματοφύλακα που πρώτα έγινε αρχηγός, ύστερα ηγέτης και μετά το θάνατο του (όπως κατάλαβε από πρώτο χέρι ο Αίρτον Γκόντοφ) κανονικός μύθος.

Δυο δεκαετίες μετά, ένας από τους πιο διάσημους Βραζιλιάνους συνθέτες της εποχής, ο Λουπιτσίνιο Ροντρίγκες, κλήθηκε να γράψει τον ύμνο της Γκρέμιο. Στους στίχους του συμπεριέλαβε ένα τετράστιχο για τον “αθάνατο Λάρα”, τα ιδανικά του οποίου “οδηγούν όλο το σύλλογο μέχρι και σήμερα”. Είναι ο μοναδικός παίκτης που το όνομα του αναφέρεται σε ύμνο ομάδας στη Βραζιλία.

Η αλήθεια για όλα τα κατορθώματα του δεν θα γίνει ποτέ γνωστή. Σ’αυτές τις περιπτώσεις η ορθότητα των ιστοριών συνήθως ακροβατεί σε μια λεπτή γραμμή που χωρίζει τα πραγματικά γεγονότα από τον μύθο. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι σε έναν αγώνα έσπασε το χέρι του και συνέχισε να παίζει κανονικά μέχρι το τέλος, διώχνοντας τη μπάλα μόνο με τα πόδια και με το άλλο χέρι. Κάποιοι τραβάνε ακόμα περισσότερο το παραμύθι του τελευταίου αγώνα, λέγοντας πως ο παίκτης που χτύπησε το πέναλτι της Ιντερνασιονάλ ήταν ο αδερφός του, που μάλιστα τον προειδοποίησε πριν την εκτέλεση πως η καρδιά του δεν θα αντέξει μια τόσο έντονη κατάσταση.

Παρ’όλο που ακόμα και η αληθινή εκδοχή είναι υπέροχη και αξιομνημόνευτη από μόνη της, οι οπαδοί της Γκρέμιο δεν πρόκειται να σταματήσουν να μεταφέρουν τον μύθο, με τις εξτρά ρομαντικές πινελιές, από γενιά σε γενιά. Ο οπαδισμός άλλωστε, ευτυχώς ή δυστυχώς, περνάει κυρίως από την καρδιά και λιγότερο από το μυαλό. Στον επίλογο του αφιερώματος του για τον Λάρα, ο 56χρονος σήμερα Αίρτον Γκόντοφ έγραψε: “Η αλήθεια είναι λίγο διαφορετική από αυτή που μου έμαθαν αλλά παρ’όλα αυτά κι εγώ στον γιο μου θα μεταφέρω την ιστορία ακριβώς όπως ο πατέρας μου: Κρατώντας το χεράκι του, μπροστά από τον τάφο του αξέχαστου Εούρικο Λάρα, που με φυματίωση και πρόβλημα στην καρδιά, υπερασπίστηκε την εστία του σ’ένα πέναλτι και πέθανε, χαρίζοντας ταυτόχρονα το πρωτάθλημα στη Γκρέμιο”.

Ο χασογκόλης που σκοράρει ακατάπαυστα

  [Καθόλου σχόλια]

Ιούλιος του 2016. Το Euro και το Κόπα Αμέρικα έχουν ολοκληρωθεί και οι ποδοσφαιριστές απολαμβάνουν τις τελευταίες μέρες των διακοπών τους πριν την έναρξη της προετοιμασίας. Την ίδια ώρα που σχεδόν όλοι οι πρωτοκλασάτοι (και όχι μόνο) παίκτες λιάζονται σε μια παραλία σε κάποιο εξωτικό θέρετρο, κάνουν ταξίδια αναψυχής στις ΗΠΑ με τα προσωπικά τους τζετ ή χαίρονται τις ομορφιές της Μεσογείου κάνοντας κρουαζιέρα με κάποιο πανάκριβο γιοτ, στο χειμωνιάτικο Σάλτο, μια πόλη 100.000 κατοίκων στα βορειοδυτικά της Ουρουγουάης, ο Έντινσον Καβάνι μπαίνει στον κεντρικό σταθμό των λεωφορείων, φορώντας ένα μαύρο σκουφάκι και κουβαλώντας δυο μεγάλες τσάντες.

Τα πρώτα λεπτά κανένας δεν του δίνει σημασία. Το ρολόι δείχνει σχεδόν μεσάνυχτα, είναι βράδυ Δευτέρας και όλοι όσοι βρίσκονται εκεί μετά από ακόμα μια κρύα μέρα το μόνο που θέλουν είναι να έρθει η ώρα αναχώρησης του λεωφορείου τους για να φτάσουν στον προορισμό τους. Με την πάροδο του χρόνο κάποιοι αρχίζουν να αναρωτιούνται αλλά η στιγμιαία απορία όλων “βρε, λες;” απαντιέται αμέσως από την κοινή λογική: “Αποκλείεται! Δεν υπάρχει περίπτωση ένας εκατομμυριούχος, τόσο διάσημος ποδοσφαιριστής να βρίσκεται λίγο πριν τα μεσάνυχτα σ’ένα τέτοιο μέρος, περιμένοντας ένα λεωφορείο που για να σε πάει στο Μοντεβίδεο θέλει 6 ολόκληρες ώρες”. Όταν όμως εμφανίζεται ο πρώτος θαρραλέος που τον πλησιάζει και του ζητάει ένα αυτόγραφο, όλα αλλάζουν.

Η μαυροφορεμένη ψηλόλιγνη φιγούρα με τα μακριά μαλλιά, που θυμίζει λίγο μπασίστα ροκ μπάντας, γίνεται αμέσως το επίκεντρο της προσοχής όλου του σταθμού. Ο Καβάνι δεν χαλάει χατίρι σε κανέναν, υπογράφει αυτόγραφα σε όλους και φωτογραφίζεται με τον καθένα ξεχωριστά. Μετά από αρκετή ώρα και μετά από αναγκαία ανακοίνωση από τα μεγάφωνα του σταθμού ότι δεν γίνεται να καθυστερήσει κι άλλο η αναχώρηση, ο κόσμος χαλαρώνει και ο Ουρουγουανός επιβιβάζεται κανονικά στο λεωφορείο που θα τον μεταφέρει στο Μοντεβίδεο. Εκεί θα μοιραστεί λίγο μάτε με την μεσήλικη κυρία που τυχαίνει να κάθεται δίπλα του και θα περάσει ένα μέρος του ταξιδιού παίζοντας χαρτιά στη γαλαρία με κάτι φοιτητές που επέστρεφαν στην πρωτεύουσα.

Η παραπάνω ιστορία, τόσο απλή και τόσο μη συνηθισμένη ταυτόχρονα, δεν θα ακουστεί πουθενά εκτός Ουρουγουάης. Ο Καβάνι παίζει μεν στην Παρί Σεν Ζερμέν, για χάρη του έχουν ξοδευτεί αρκετές δεκάδες εκατομμύρια, έχει κάνει ένα άκρως επιτυχημένο πέρασμα από το Καμπιονάτο, έχει κερδίσει ένα Κόπα Αμέρικα με την εθνική αλλά δεν είναι ούτε Μέσι, ούτε Κριστιάνο, ούτε Νειμάρ. Για αρκετό κόσμο είναι απλά ο ‘βοηθός’ του Ζλάταν στην Παρί και του Σουάρες στην εθνική Ουρουγουάης. Ο εργάτης επιθετικός δίπλα στους σούπερ σταρ. Αυτός που θα κάνει κίνηση για να βρει χώρους ο συμπαίκτης του. Ο βοηθητικός σκόρερ. Ο πρώτος που θα πέσει για τάκλιν με το που χαθεί η κατοχή και η ομάδα γυρίσει σε κατάσταση άμυνας.

Εκείνο το καλοκαίρι όμως, όλα θα αλλάξουν. Ο Ζλάταν θα αφήσει το Παρίσι για να δοκιμάσει την τύχη του στην Πρέμιερ Λιγκ για να δοκιμάσει η Πρέμιερ Λιγκ την τύχη της μαζί του και οι άνθρωποι της Παρί θα πάρουν τη μεγάλη απόφαση να στηριχθούν επιθετικά στον μακρυμάλλη Ουρουγουανό, παραβλέποντας το γεγονός ότι την προηγούμενη σεζόν σε αρκετά ματς έπαιζε στα άκρα ή δεν ξεκινούσε καν βασικός. Η αρχή είναι λίγο περίεργη: Στο πρώτο παιχνίδι του Τσάμπιονς Λιγκ, με την Άρσεναλ εντός, ο Καβάνι σκοράρει στο 1ο λεπτό αλλά στη συνέχεια σπαταλάει κάμποσες πολύ καλές ευκαιρίες. Οι γηπεδούχοι αντί να κάνουν περίπατο, βάσει των ευκαιριών, χαρίζουν τελικά ένα βαθμό στους Άγγλους και όλος ο πλανήτης χλευάζει τον επιθετικό των Γάλλων, που κατάφερε μεν να δημιουργήσει ένα τσουβάλι ευκαιρίες σχεδόν από το πουθενά αλλά δεν μπόρεσε να τις τελειώσει σωστά.

Τα ειρωνικά σχόλια διαδέχονται το ένα το άλλο. Πασίγνωστος Γάλλος τηλεσχολιαστής τον αποκαλεί επανειλημμένα ατάλαντο, αρκετοί ‘ειδικοί’ συμφωνούν ότι δεν κάνει για τέτοιο επίπεδο, η ταμπέλα “χασογκόλης” καρφώνεται και επίσημα πάνω από το όνομα του ενώ στο ίντερνετ τα memes και οι συγκρίσεις με τα τελειώματα του φίλου του και παρτενέρ του στην εθνική, Λούις Σουάρες κάνουν θραύση. Ακόμα και όσοι τον προσέχουν από τη θητεία του στο Καμπιονάτο αρχίζουν να αμφιβάλλουν λίγο για την αξία του. “Off the ball: 20 | Finishing: 1” είναι ένα από τα FM-ικα σχόλια που γνωρίζει τεράστια αποδοχή.

Σαν γνήσιος Ουρουγουανός (και όχι από την πρωτεύουσα) όμως, ο Καβάνι δεν ‘μασάει’ από τέτοια. Μετά το τέλος του ματς βγαίνει μπροστά στις κάμερες και αναλαμβάνει την ευθύνη για το αποτέλεσμα. Τρεις μόλις μέρες αργότερα η Παρί παίζει στην έδρα της Καέν. Το παιχνίδι λήγει 0-6. Ο Καβάνι βρίσκει δίχτυα 4 φορές.

Η σεζόν τελειώνει με την Παρί να πανηγυρίζει μόνο ένα Κύπελλο Γαλλίας αλλά ο ‘Matador’ ξέρει ότι τη δικιά του δουλειά την έχει κάνει κάτι παραπάνω από καλά: 49 γκολ σε 50 ματς, 1η θέση στον πίνακα των σκόρερ της Ligue 1, 3η θέση στον αντίστοιχο πίνακα του Τσάμπιονς Λιγκ. Ακολουθεί ένα καλοκαίρι που οι Γάλλοι σμπαραλιάζουν κάθε ποδοσφαιρική λογική, φτιάχνοντας μια επιθετική τριάδα βγαλμένη από τα πιο υγρά όνειρα των οπαδών τους, και ο Καβάνι γίνεται ο συνήθης επίλογος κάθε μαγικού συνδυασμού των υπολοίπων.

Το ημερολόγιο λέει ακόμα “Νοέμβριος” και ο Ουρουγουανός έχει ήδη 21 γκολ σε 15 συμμετοχές. 1ος σκόρερ στη Γαλλία, 2ος στο Τσάμπιονς Λιγκ, 1oς στη λίστα για το επόμενο ‘Χρυσό Παπούτσι’ και έξι μόλις γκολ μακριά από το να ξεπεράσει τον Ζλάταν και να γίνει ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Παρί Σεν Ζερμέν! Ο “χασογκόλης”, βοηθητικός επιθετικός που τα τελευταία χρόνια μάζευε κοπλιμέντα συνήθως για το πάθος και την τρομακτική ικανότητα του να κινείται ιδανικά χωρίς τη μπάλα, είναι αυτή τη στιγμή ένας από τους καλύτερους στράικερ του πλανήτη.

Αυτό πάντως δεν φαίνεται να επηρεάζει ιδιαίτερα τις υπόλοιπες ‘ιδιόρρυθμες’ συνήθειες του. Όπως αποκάλυψε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ρομέν Μολίνα, όταν κάποια στιγμή χρειάστηκε να κάνει μια φωτογράφηση για τη Hugo Boss, στα πλαίσια μιας συνεργασίας της εταιρείας με την Παρί, ο Ουρουγουανός ενθουσιάστηκε με ένα συγκεκριμένο κουστούμι. Όταν ρώτησε τον υπεύθυνο της φωτογράφισης ποιος είναι ο κωδικός του, ώστε να μπορέσει να το ψάξει σε κάποιο από τα καταστήματα της εταιρείας, αυτός του εξήγησε ότι από τη στιγμή που η εταιρεία είναι χορηγός της ομάδας, μπορεί να πάρει τζάμπα αυτό που χρησιμοποιήθηκε στη φωτογράφηση, όπως κάνουν οι περισσότεροι.

Τότε, προς έκπληξη όλων των παρευρισκομένων, ο 30χρονος επιθετικός του απάντησε ότι δεν υπάρχει λόγος να του κάνουν δώρα ενώ κερδίζει τόσα λεφτά και πρόσθεσε ότι προτιμάει να πάει μόνος του, να το αγοράσει κανονικά από ένα κατάστημα. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στις αρχές του 2016, όταν η Ατλέτικο ενδιαφερόταν για την απόκτηση του. Όταν οι Ισπανοί πληροφορήθηκαν πως δειπνούσε σ’ένα εστιατόριο της Μαδρίτης, ενημέρωσαν τους υπεύθυνους του μαγαζιού ότι θα πλήρωναν αυτοί το φαγητό του. Όταν ο Ουρουγουανός το έμαθε, αρνήθηκε ευγενικά το κέρασμα και πλήρωσε μόνος του τον λογαριασμό του.

Σε μια άλλη περίπτωση, ο ρεπόρτερ της Gazzetta dello Sport, Φαμπρίτσιο Βιτάλε είχε κάνει γνωστό πριν λίγο καιρό ότι ο Καβάνι προσέλαβε σαν οδηγό έναν άπορο Γκανέζο, που συναντούσε κάθε φορά έξω από το σούπερ μάρκετ που πήγαινε. Ο νεαρός έβγαζε τα απολύτως απαραίτητα για να επιβιώσει βοηθώντας τους πελάτες να κουβαλήσουν τα ψώνια τους. Ο Ουρουγουανός τον κάλεσε σπίτι του για φαγητό και τελικά αποφάσισε να τον στηρίξει, δίνοντας του ο ίδιος ένα βασικό μισθό.

Σήμερα το βράδυ στο Μονακό η πιο φορμαρισμένη ομάδα της Ευρώπης, μαζί με τη Μάντσεστερ Σίτυ, δίνει το δυσκολότερο παιχνίδι της στο γαλλικό πρωτάθλημα, απέναντι στην περσινή πρωταθλήτρια. Στο περσινό αντίστοιχο παιχνίδι η Μονακό είχε κερδίσει εύκολα με 3-1, με τον Καβάνι να σκοράρει το μοναδικό τέρμα των φιλοξενούμενων. Κρίνοντας πάντως από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Παρί, το να χάσει άνετα κάποιο παιχνίδι στη Γαλλία αυτή την εποχή συγκεντρώνει λίγες περισσότερες πιθανότητες από το να μπεις σε ένα λεωφορείο που κάνει μια διαδρομή 6 ωρών και να κάθεται δίπλα σου ένας από τους καλύτερους επιθετικούς στον κόσμο.

Φίδια, μαχητικά αεροσκάφη και σεισμοί: Η επιστροφή του Περού

  [19 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο έχει κερδίσει την αγάπη του κόσμου στις περισσότερες χώρες του πλανήτη αλλά όπως έχουμε πει κάμποσες φορές στο παρελθόν, παραφράζοντας τη γνώριμη Σαλονικιώτικη ρήση, «σαν τη Λατινική Αμερική δεν έχει». Τα παραδείγματα άλλωστε είναι αμέτρητα. Αυτή είναι μια διαπίστωση που σίγουρα θα έκαναν και οι άτυχοι Νεοζηλανδοί που βρέθηκαν αυτές τις μέρες στη Λίμα του Περού, για το δεύτερο παιχνίδι μπαράζ που θα έκρινε την ομάδα που θα ταξιδέψει το καλοκαίρι στη Ρωσία.

Όπως είναι εύκολα κατανοητό, το ζευγάρι Περού-Νέα Ζηλανδία είχε εξ αρχής ένα μεγάλο φαβορί. Οι Περουβιανοί μπορεί να έχουν να εμφανιστούν σε Μουντιάλ από το 1982 αλλά το επίπεδο τους απέχει αρκετά από αυτό των άπειρων αντιπάλων τους. Αυτή η διαφορά φαίνεται ακόμα και στην πορεία των δυο ομάδων μέχρι τα μπαράζ. Την ώρα που το Περού έδινε 18 μάχες για μια θέση στην πρώτη 5αδα με αντιπάλους όπως η Βραζιλία, η Ουρουγουάη, η Αργεντινή, η Κολομβία και η Χιλή, οι Νεοζηλανδοί άνετοι και ωραίοι αντιμετώπιζαν παγκόσμια… μεγαθήρια, όπως είναι τα Φίτζι, η Νέα Καληδονία και τα Νησιά Σολομώντα.

Η ποιοτική απόσταση των δυο ομάδων όμως μειώθηκε αισθητά λίγες μέρες πριν, όταν ο Πάολο Γκερέρο βρέθηκε θετικός σε παλιότερο έλεγχο ντόπινγκ. Χωρίς τον αρχηγό και ηγέτη του, το Περού δεν κατάφερε να διασπάσει την άμυνα των Νεοζηλανδών στο πρώτο ματς και το τελικό 0-0 πρόσθεσε επιπλέον άγχος στο φαβορί του ζευγαριού. Έτσι, και με το φόβο πως η ομάδα του μπορεί τελικά να αυτοκτονήσει και να κλωτσήσει αυτή την τεράστια ευκαιρία να βρεθεί σε ένα Μουντιάλ για πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια, ο απλός λαός ανέλαβε δράση. Και όχι μόνο ο απλός λαός.

Το μαρτύριο για την αποστολή της Νέας Ζηλανδίας ξεκίνησε πριν καν πατήσει το πόδι της στο έδαφος του Περού. Μετά από μια κουραστική πτήση 11,5 ωρών ως το Μπουένος Άιρες, οι ‘All Whites’ (Ολόλευκοι) μπήκαν στο δεύτερο αεροπλάνο που θα τους μετέφερε στη Λίμα, μια πτήση διάρκειας 4 ωρών υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά όταν μια χώρα τρελαμένη με το ποδόσφαιρο έχει να παίξει σε Μουντιάλ τόσα πολλά χρόνια, οι συνθήκες μόνο φυσιολογικές δεν είναι κι αυτό το καταλαβαίνει κανείς από το γεγονός ότι ο Υπουργός Εργασίας ανακοίνωσε πως αν η ομάδα προκριθεί στο Μουντιάλ η επόμενη μέρα θα είναι αργία, ως εθνική γιορτή, για να έρθει λίγο μετά ο Υπουργός Παιδείας και να διευκρινίσει ότι και τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά. Ή και από το γεγονός ότι όλες οι ομάδες της χώρας είχαν βάλει τα χρώματα της εθνικής σαν εικόνα στον λογαριασμό τους στο twitter.

Πίσω στο ατέλειωτο ταξίδι των Νεοζηλανδών, ο πύργος ελέγχου του αεροδρομίου ενημέρωσε τον πιλότο πως δεν μπορεί να προσγειωθεί «λόγω νέων περιορισμών στις αφίξεις του αεροδρομίου» (* διακριτικό γέλιο *), αναγκάζοντας τον να κάνει κύκλους στον αέρα για αρκετή ώρα, πριν κάνει τελικά μια στάση εκτός προγράμματος σε ένα άλλο κοντινό αεροδρόμιο. Όλη αυτή η… απρόοπτη διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα να φτάσει η αποστολή κατάκοπη στη Λίμα με πάνω από 3 ώρες καθυστέρηση.

Η συνέχεια δεν ήταν πολύ καλύτερη. Όση ώρα ο προπονητής και ο βοηθός του μιλούσαν με τους δημοσιογράφους, οι παίκτες επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο που τους περίμενε για να τους πάει στο ξενοδοχείο. Όταν ο προπονητής και ο βοηθός τέλειωσαν με τις δηλώσεις και έφτασαν στο ξενοδοχείο με ταξί ανακάλυψαν ότι το πούλμαν ήταν ακόμα στο δρόμο! Όπως έμαθαν αργότερα από τους παίκτες ο χαλαρός οδηγός δεν πέρασε ποτέ τα 35 χλμ/ώρα, κάνοντας μια διαδρομή 20 χιλιομέτρων να διαρκεί πάνω από 45 λεπτά (* νευρικό γέλιο*).

Οι ταλαιπωρημένοι και εκνευρισμένοι πλέον παίκτες κατάφεραν να φτάσουν στα δωμάτια τους μετά τη 1 τη νύχτα κι όταν επιτέλους μπόρεσαν να ξαπλώσουν μετά από μια ολόκληρη μέρα ταξιδιού, συνειδητοποίησαν ότι για το Περού ο αγώνας αυτός είχε ξεκάθαρο χαρακτήρα: «Ή εμείς ή κανείς». Λίγο μετά τις 3 τη νύχτα, έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό μπροστά ακριβώς από το ξενοδοχείο δεκάδες πυροτεχνήματα (γιατί το να πας απλά απ’έξω και να φωνάζεις συνθήματα ή να πατάς κόρνες είναι πλέον πολύ κλασικό και μέινστριμ), σηκώνοντας στο πόδι όχι μόνο τους πελάτες αλλά και όλη την περιοχή.

Η ταλαιπωρία των φιλοξενούμενων συνεχίστηκε φυσικά και την επόμενη μέρα. Πηγαίνοντας για την προπόνηση το λεωφορείο που τους μετέφερε έκανε, ξανά, απελπιστικά πολλή ώρα για να φτάσει στο γήπεδο (αρκετοί από τους επιβαίνοντες υποψιάζονται ότι ο οδηγός δεν διάλεξε την πιο σύντομη διαδρομή) ενώ όταν έφτασε σ’αυτό, παράτησε ουσιαστικά τους παίκτες απ’έξω καθώς η είσοδος που είχε επιλέξει – και η οποία, περιέργως, ήταν άλλη απ’αυτή που είχε μπει λίγες ώρες πριν το πούλμαν του Περού – ήταν πολύ χαμηλή και το πάνω μέρος του οχήματος δεν χωρούσε! Μετά από αυτό το απρόοπτο ακολούθησαν άλλα 30 λεπτά εκνευριστικής αναμονής γιατί, όλως τυχαίως, ο υπεύθυνος του γηπέδου είχε χάσει τα κλειδιά (* νευρικό γέλιο πιο δυνατό *).

Την ίδια ώρα έξω ακριβώς από το γήπεδο συγκεντρωμένοι οπαδοί περίμεναν σε ουρές 500 μέτρων (που είχαν στηθεί από το προηγούμενο βράδυ) για να παραλάβουν τα τελευταία εισιτήρια που είχαν κερδίσει από εθνική λοταρία. Ανάμεσα τους και ένα ζευγάρι που είχε έρθει για τον αγώνα από μια πόλη 900 χιλιόμετρα μακριά.

Δίπλα τους ακριβώς κάποιοι σαμάνοι και αυτοαποκαλούμενοι μάγοι, είχαν αραδιάσει στο πεζοδρόμιο φωτογραφίες των δυο ομάδων, έριχναν πάνω τους διάφορα ‘μαγικά’ υγρά και θειάφι και εκστόμιζαν αρχαίες κατάρες προς αυτές των Νεοζηλανδών, τις οποίες συχνά-πυκνά τρυπούσαν με καρφίτσες. Ένας εξ αυτών, περνώντας σε άλλο επίπεδο βουντού, κρατούσε ένα φίδι το οποίο και πίεζε προς τις εικόνες των κακόμοιρων φιλοξενούμενων, απαγγέλοντας ταυτόχρονα ‘ευχές’ που σίγουρα δεν βγήκαν από κάποιο εγχειρίδιο για το Fair Play. Και η μαγεία (όλων των ειδών) δεν σταματάει εδώ.

Οι ταλαιπωρημένοι, νευριασμένοι και πιθανόν λίγο φοβισμένοι παίκτες επέστρεψαν στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστούν, έχοντας πάντα στο μυαλό το ενδεχόμενο να τους περιμένουν εκεί οι ντόπιοι με χειροβομβίδες μια νέα παρτίδα πυροτεχνημάτων. Τελικά έπεσαν έξω, αφού για άλλη μια φορά η έμπνευση των Περουβιανών ξεπέρασε τις προσδοκίες. Σύμφωνα με τις καταγγελίες των ανθρώπων της Νέας Ζηλανδίας, τρία μαχητικά αεροσκάφη πετούσαν για ώρα πάρα πολύ χαμηλά πάνω από την περιοχή που βρίσκεται το ξενοδοχείο, προκαλώντας αναστάτωση στους πάντες. Για να σιγουρευτούν και οι τελευταίοι αθώοι παρατηρητές πως τα αεροπλάνα δεν πέρασαν τυχαία από εκεί τη συγκεκριμένη ώρα και μέρα, στο κάτω μέρος τους ήταν γραμμένο το σύνθημα «Vamos Peru» (* υστερικό γέλιο πλέον*).

Μετά απ’όλα αυτά, η εξέλιξη του αγώνα δεν μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Οι Περουβιανοί φίλαθλοι γέμισαν το γήπεδο μερικές ώρες πριν τη σέντρα (για την ακρίβεια, οι πρώτοι άρχισαν να μαζεύονται και να τραγουδάνε έξω απ’αυτό από το πρωί, 12 ώρες πριν το ματς!) και οι παίκτες στρίμωξαν τους Νεοζηλανδούς στα καρέ τους από το πρώτο λεπτό, έχοντας δοκάρι μόλις στο 2′. Το 1-0 ήρθε κάπου στα μισά του ημιχρόνου και πανηγυρίστηκε τόσο έξαλα που αρκετές εφαρμογές που ανιχνεύουν σεισμικές δονήσεις έστειλαν ειδοποίηση για χτύπημα του ‘Εγκέλαδου’ με επίκεντρο τη Λίμα, αναγκάζοντας το Σεισμολογικό Κέντρο να βγάλει διευκρινιστική ανακοίνωση! Το δεύτερο γκολ στην επανάληψη έδιωξε το άγχος όλων κι από εκεί και μετά ξεκίνησε ουσιαστικά το μεγάλο πάρτι, που κρίνοντας από τις αντιδράσεις όλων στη χώρα αυτές τις μέρες δεν προβλέπεται να τελειώσει σύντομα.

Το Περού επέστρεψε στη μεγαλύτερη γιορτή του παγκοσμίου ποδοσφαίρου μετά από πάρα πολλά χρόνια και μια ολόκληρη γενιά θα ζήσει για πρώτη φορά την εμπειρία της συμμετοχής σε ένα Μουντιάλ. Το εμπόδιο των Νεοζηλανδών δεν ήταν εξ αρχής κάτι το ιδιαίτερο αλλά δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι για την πρόκριση αυτή μόχθησαν χιλιάδες Περουβιανοί, εντός αλλά και εκτός γηπέδου.

Η ποδοσφαιρική ιστορία της χώρας απέκτησε μια νέα χρυσή σελίδα με τα φετινά κατορθώματα της παρέας του Γκερέρο και του Φαρφάν αλλά για όσους αγαπάνε το πάθος και τη μούρλα της Λατινικής Αμερικής όλα αυτά τα άκρως γραφικά και κωμικοτραγικά γεγονότα που έγιναν πριν σφυρίξει ο διαιτητής για πρώτη φορά (τα οποία, βέβαια, ανάλογα με την οπτική του παρατηρητή μπορούν να χαρακτηριστούν ακόμα και ντροπιαστικά, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του αντιπάλου) παραμένουν το αλατοπίπερο, που δίνει επιπλέον νοστιμιά στο ομορφότερο παιχνίδι του κόσμου.

Ζντένεκ Ζέμαν: Ο λούζερ που έχανε ωραία

  [3 Σχόλια]

Αν ψάξεις στη λίστα με τους καλύτερους προπονητές που έχουν περάσει από το Καμπιονάτο δεν θα τον εντοπίσεις. Αν ανοίξεις τη σελίδα του στη wikipedia και κοιτάξεις το παλμαρέ του δεν θα βρεις ούτε ένα σοβαρό κύπελλο. Αν όμως αναφέρεις το όνομα του σε κάποιον που παρακολουθούσε συστηματικά ιταλικό ποδόσφαιρο τη δεκαετία του 90′, τότε το πιθανότερο είναι να δεις ένα τεράστιο χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπο του. Σ’αυτό το νοσταλγικό χαμόγελο του τυχαίου ποδοσφαιρόφιλου κρύβεται όλη η ουσία της κοσμοθεωρίας του Ζντένεκ Ζέμαν.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 90′. Στην Ισπανία η ‘Dream Team’ του Γιόχαν Κρόιφ κερδίζει τους τίτλους τον έναν μετά τον άλλο αποδίδοντας κατά διαστήματα μαγικό ποδόσφαιρο. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Σάο Πάολο του ‘τελευταίου των ρομαντικών’ Τέλε Σαντάνα σαρώνει όποιον βρει στο πέρασμα της, κρατώντας ουσιαστικά στη ζωή το περίφημο jogo bonito που η εθνική Βραζιλίας του ίδιου προπονητή είχε μάθει στον κόσμο λίγα χρόνια πριν. Την ίδια εποχή στην Ιταλία, ο Ζντένεκ Ζέμαν αναλαμβάνει για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια τη θέση του προπονητή στην μικρούλα Φότζια.

Η ομάδα από τη νότια Ιταλία έχει περάσει όλη τη δεκαετία του 80′ μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης κατηγορίας και το σενάριο της επιστροφής στο Καμπιονάτο φαίνεται πλέον σχεδόν ουτοπικό. Ο 42χρονος εκείνη την εποχή Τσέχος, που μετακόμισε μόνιμα στην Ιταλία στα 21 του, έχει ήδη στο βιογραφικό του μερικές αποτυχίες και γι’αυτό η πρόσληψη του δεν ενθουσιάζει κανέναν στην πόλη. Η διάψευση όλων δεν θα μπορούσε να είναι πιο πανηγυρική.

Με ένα ρόστερ παντελώς άγνωστων ως τότε νέων παικτών ο Τσέχος καταφέρνει να παρουσιάσει στο χόρτο μια ομάδα που δεν μοιάζει με καμία άλλη του επιπέδου της. Η Φότζια παίζει ένα άκρως επιθετικό 4-3-3, με τους ακραίους μπακ να ανεβαίνουν συνεχώς, τον τερματοφύλακα να μετατρέπεται συχνά σε λίμπερο, παίζοντας αρκετά μακριά από την εστία όταν η ομάδα βρίσκεται στην επίθεση, με ασταμάτητη κίνηση όλων των παικτών, γρήγορο ρυθμό και ένα ανελέητο πρέσινγκ που συνοδεύεται από συχνή εφαρμογή του τεχνητού οφσάιντ.

Εκμεταλλευόμενος το νεαρό της ηλικίας των περισσότερων παικτών του, ο Ζέμαν περνάει στο μυαλό τους χωρίς καμία αντίσταση όλες τις ρομαντικές ιδέες του, συνοδεύει την άκρως επιθετική του θεωρία με εξαντλητικές προπονήσεις που στόχο έχουν να φτάσουν τους παίκτες σε ένα επίπεδο φυσικής κατάστασης που θα τους επιτρέπει να αντέχουν στον ρυθμό αυτό για όλο το ματς και το αποτέλεσμα ξεπερνάει τις προσδοκίες ακόμα και του πιο πιστού οπαδού της ομάδας.

Στη δεύτερη σεζόν του στον πάγκο, η Φότζια όχι μόνο κερδίζει την άνοδο για το Καμπιονάτο αλλά το κάνει και με εμφατικό τρόπο: Τερματίζει πρώτη, με διαφορά ασφαλείας και με 14 γκολ παραπάνω από τη δεύτερη καλύτερη επίθεση της Serie B! Σε ένα πρωτάθλημα που φημίζεται για τα under της και που οι περισσότερες ομάδες τελειώνουν τη σεζόν με μέσο όρο κάτω από 1 γκολ/αγώνα, η ομάδα του Ζέμαν σκοράρει σχεδόν 2 γκολ/παιχνίδι, στέλνοντας ένα πρώτο μήνυμα προς τους φιλάθλους της χώρας.

Η συμμετοχή στο φημισμένο Καμπιονάτο, που εκείνη την εποχή είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, δεν αλλάζει καθόλου τη φιλοσοφία του Ζέμαν. «Το 0-0 είναι βαρετό. Είναι καλύτερο να χάνεις με 5-4, τουλάχιστον αυτό σου προσφέρει μια έξαψη». Η Φότζια κατεβαίνει σε κάθε ματς προετοιμασμένη για να παίξει επιθετικό ποδόσφαιρο, αδιαφορώντας αν απέναντι της είναι η Άσκολι ή η Μίλαν.

Η αρχική εκτίμηση, πως με τέτοιο στυλ παιχνιδιού οι άσημοι πιτσιρικάδες της θα διασυρθούν από τις παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας και θα επιστρέψουν σύντομα στις κατηγορίες που σύχναζαν τα προηγούμενα χρόνια, πάει περίπατο από τις πρώτες κιόλας αγωνιστικές. Εβδομάδα με την εβδομάδα η ομάδα ανεβάζει στροφές και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη. Δεν είναι όμως μόνο τα αποτελέσματα που εκπλήσσουν. Είναι και οι εμφανίσεις. Η Φότζια προσφέρει απλόχερα θέαμα που δεν περιμένεις σε καμία περίπτωση να δεις από μια νεοφώτιστη και άπειρη ομάδα που ξεκινάει με βασικό στόχο να επιβιώσει στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου.

Ο Ζέμαν δεν καταδέχεται να αλλάξει το στυλ παιχνιδιού του ούτε στις έδρες-φόβητρο της χώρας. Οι απόψεις του γίνονται σιγά-σιγά γνωστές σε όλους: «Στην Ιταλία οι προπονητές φοβούνται πως αν χάσουν ένα ματς, μπορεί να χάσουν και τη δουλειά τους. Γι’αυτό και οι περισσότερες ομάδες προσπαθούν κυρίως να χαλάσουν το παιχνίδι του αντίπαλου, παρά να παίξουν οι ίδιες. Αυτό απέχει χιλιόμετρα από τη δικιά μου νοοτροπία».

Η ρομαντική προσέγγιση του στο παιχνίδι («Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοφιλές όχι λόγω των εταιρειών και των… φαρμακευτικών. Αλλά γιατί σε κάθε μία γωνία του πλανήτη υπάρχει ένα παιδάκι που κλωτσάει μία μπάλα») σε συνδυασμό με την λίγο μποέμ εικόνα του στις συνεντεύξεις και στον πάγκο, εκεί όπου κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο («Δεν μετράω πόσα καπνίζω τη μέρα γιατί αυτό θα μου προκαλούσε νευρικότητα κι έτσι θα κάπνιζα περισσότερο»), τον μετέτρεψαν σύντομα σε μια γαμάτη καλτ φιγούρα του ιταλικού ποδοσφαίρου. Ένας μικρός ποδοσφαιρικός χίπης σε μια χώρα που η επαγγελματική νίκη με 1-0 θα μπορούσε άνετα να ήταν στίχος στον εθνικό της ύμνο. «Ειλικρινά πιστεύεις ότι μια ομάδα που κερδίζει με 1-0 είναι πιο ισορροπημένη από μια που κερδίζει με 5-4;» είχε ρωτήσει σε μια συνέντευξη έναν Ιταλό δημοσιογράφο.

Σε αντίθεση με τον κουλ Ζέμαν των αγώνων, που ζούσε για το θέαμα της Κυριακής («Παραμένω στο ποδόσφαιρο για τη διασκέδαση. Δεν πηγαίνω στον κινηματογράφο από τότε που απαγόρεψαν το κάπνισμα στην αίθουσα. Στον πάγκο όμως μπορώ να σταθώ με ένα τσιγάρο για δυο ώρες και να απολαύσω μια υπέροχη κίνηση της ομάδας μου. Αυτό είναι το μόνο που επιζητώ»), ο Ζέμαν των προπονήσεων ήταν ένα αυστηρό αφεντικό που έφτανε τους παίκτες του στα όρια τους. Όταν τον κατηγορούσαν για την ένταση των προπονήσεων του, απαντούσε «κανένας δεν έχει πεθάνει εξαιτίας τους».

«Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης μαζί του δεν μπορούσα να ανέβω ούτε τα σκαλιά του σπιτιού μου. Αλλά όλη αυτή η δουλειά είχε ένα στόχο κι εσύ, σαν παίκτης, τον καταλάβαινες πολύ καλά. Δεινοπαθούσαμε στην προπόνηση αλλά όταν τελικά η ομάδα έμπαινε στο γήπεδο και έπαιζε όπως μας είχε δείξει, τότε το αποτέλεσμα ήταν μια απόλαυση. Και όλοι μας το ευχαριστιόμασταν» δήλωσε αρκετά χρόνια μετά ο Τζουζέπε Σινιόρι, που ήταν ένας από εκείνους τους άγνωστους νεαρούς που γαλουχήθηκαν δίπλα του και μετά έκαναν σπουδαία καριέρα σε μεγαλύτερες ομάδες.

Η ανάδειξη νέων ταλέντων ήταν ένα ακόμα χαρακτηριστικό που έκανε ξεχωριστό τον «Il Boemo», που δεν δίστασε ποτέ να χρησιμοποιήσει έναν μικρό σε κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Υπάρχουν πολλοί προπονητές σήμερα που απλά δίνουν οδηγίες στο γήπεδο, χωρίς να προσπαθούν να βελτιώσουν τους παίκτες. Υπάρχουν και κάποιοι λίγοι όμως που προσπαθούν να τους διαμορφώσουν. Νιώθω ότι είμαι ένας απ’αυτούς τους λίγους». Από τη χρυσή εκείνη φουρνιά της Φότζια τέσσερις παίκτες έφτασαν μέχρι την εθνική Ιταλίας. Τα επόμενα χρόνια από τα χέρια του Τσέχου πέρασαν πιτσιρίκια που πλέον τα ξέρει όλος ο πλανήτης. Ανάμεσα τους ο Τόττι, ο Νέστα, ο Ινσίνιε, ο Βεράτι και o Ιμόμπιλε. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι εξέλιξη θα είχαν αν δεν βρισκόταν στο δρόμο τους ο Ζέμαν και η ιδιαίτερη ποδοσφαιρική αντίληψη του. Το σίγουρο είναι ότι σχεδόν όλοι τους όταν μιλάνε γι’αυτόν, το στόμα τους στάζει μέλι.

Οι δρόμοι του Ζέμαν και της Φότζια χώρισαν το 1994, όταν δέχτηκε την πρόταση της Λάτσιο, θεωρώντας πως είχε φτάσει η ώρα για το επόμενο βήμα στην καριέρα του. Στα τρία χρόνια που πέρασε με τη Φότζια στην πρώτη κατηγορία η ομάδα όχι μόνο δεν απειλήθηκε ποτέ με υποβιβασμό αλλά έφτασε κοντά και στην πρώτη έξοδο της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Την πρώτη της σεζόν μάλιστα τέλειωσε το πρωτάθλημα με την δεύτερη καλύτερη επίθεση (πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Μίλαν των τρομερών Ολλανδών), σκοράροντας σε 7 παιχνίδια τουλάχιστον 3 γκολ! Το ‘Θαύμα της Φότζια’ ή αλλιώς η ‘Zemanlandia’, όπως έμεινε γνωστό το πέρασμα του από εκεί, έβαλε την ομάδα για τα καλά στον εγχώριο ποδοσφαιρικό χάρτη, της πρόσφερε αρκετούς νέους φιλάθλους, έγινε τραγούδι από τον Αντονέλο Βεντίτι, θέμα αρκετών ποδοσφαιρικών ντοκιμαντέρ και σημάδεψε το Καμπιονάτο εκείνης της εποχής. Με τη φυγή του Ζέμαν η Φότζια επανήλθε άμεσα στην ανυποληψία: υποβιβάστηκε και δεν επέστρεψε ποτέ στην πρώτη κατηγορία.

Ούτε όμως και ο ίδιος ο Ζέμαν κατάφερε κάπου αλλού κάποια ανάλογη επιτυχία. Το πέρασμα του από τις δυο μεγάλες ομάδες της Ρώμης δεν κατέστρεψε τον μύθο του αλλά δεν του χάρισε και κάποιον τίτλο. Οι κατηγορίες για ντοπάρισμα που εξαπέλυσε αργότερα εναντίον της Γιουβέντους τον στιγμάτισαν και, σύμφωνα με τον ίδιο τουλάχιστον, τον έστειλαν στη λίστα των ανεπιθύμητων της Ιταλίας. Ακολούθησαν αρκετές μικρές αλλά και μεγάλες αποτυχίες εντός και εκτός Ιταλίας. Το 2010 επέστρεψε στη Φότζια που τότε έπαιζε στην 3η κατηγορία. Τη μέρα της ανακοίνωσης της πρόσληψης η ομάδα έδωσε 3.000 εισιτήρια διαρκείας! Ο στόχος όμως της ανόδου δεν υλοποιήθηκε και στο τέλος της σεζόν ο Ζέμαν παραιτήθηκε.

Λίγους μήνες μετά ανέλαβε να οδηγήσει την Πεσκάρα στο Καμπιονάτο και τα κατάφερε με έναν τρόπο που θύμισε κάτι από τη Φότζια των 90s: Φουλ επιθετικό ποδόσφαιρο, αρκετοί ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και πρώτη θέση στη Serie B με 90 γκολ σε 42 ματς («Αν μπορείς να σκοράρεις 90 γκολ τότε δεν πρέπει να σε ανησυχεί ιδιαίτερα πόσα θα δεχτείς»)! Ακολούθησαν η Ρόμα, η Κάλιαρι και η ελβετική Λουγκάνο πριν επιστρέψει πέρσι στον πάγκο της Πεσκάρα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Κολλημένος στις ιδέες του, αρνείται να συμβιβαστεί και να αλλάξει οπτική κι αυτό το πληρώνει συνέχεια τα τελευταία χρόνια. «Θέλω η ομάδα μου να διασκεδάζει πάντα το κοινό και να του προσφέρει έντονα συναισθήματα». Η απόλυση και η αγωνιστική αποτυχία δεν τον φόβιζαν ποτέ. «Δεν υπάρχει τίποτα ατιμωτικό στο να τερματίζεις τελευταίος, αν έχεις παίξει με αξιοπρέπεια» δηλώνει με πάθος.

Το 2012 σε μια συνέντευξη του όταν ρωτήθηκε για τον Ζοσέ Μουρίνιο τον αποκάλεσε «μέτριο προπονητή» που, αν και κοουτσάρει παίκτες παγκόσμιας κλάσης, συχνά-πυκνά ο πρωταρχικός στόχος του είναι να καταστρέψει το παιχνίδι των αντιπάλων. Η πρόκληση του δεν έμεινε, φυσικά, αναπάντητη από τον Πορτογάλο. «Ώστε εγώ είμαι ένας μέτριος προπονητής; Ok! Σέβομαι κάθε άποψη. Ποιος είναι όμως ο Ζέμαν; Δεν τον γνωρίζω. Που ακριβώς παίζει; Είναι προπονητής; Συγγνώμη αλλά δεν το ήξερα. Τώρα που έχω μερικές μέρες άδεια θα ψάξω στο google για να δω ποιος είναι και τι έχει κερδίσει στην καριέρα του».

Αν ο Πορτογάλος έκανε πράγματι την αναζήτηση, είναι σίγουρο πως δεν θα εντυπωσιάστηκε από τα ευρήματα. Ο Ζντένεκ Ζέμαν πρόσφερε θέαμα κάθε Κυριακή σε χιλιάδες ανθρώπους τη δεκαετία του 90′, έφτιαξε από το πουθενά ένα υπέροχο ποδοσφαιρικό παραμύθι σε ένα πρωτάθλημα στο οποίο κυριαρχούσε μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία και βοήθησε στην ανάδειξη μερικών πολύ σπουδαίων παικτών, μεταλαμπαδεύοντας τους μερικές αυθεντικά ρομαντικές ποδοσφαιρικές ιδέες και αντιλήψεις, αλλά από τίτλους και βραβεία το μόνο που έχει να επιδείξει είναι δυο πρωταθλήματα στη Serie B.

Η έλλειψη χειροπιαστών επιτυχιών τον κατατάσσει άμεσα στους αποτυχημένους. Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν και «αιώνιο λούζερ». Η απάντηση του; «Μερικές φορές οι ηττημένοι είναι αυτοί που δίνουν περισσότερα στο ποδόσφαιρο από τους νικητές. Ελπίζω εγώ να έχω δώσει κάτι παραπάνω και κάτι διαφορετικό όλα αυτά τα χρόνια».