Ωδή στον Χοσέ τον Λουίς τον Τσιλαβέρτ

  [2 Σχόλια]

«Αν κερδίσουμε πέναλτι, ποιος θέλει να το εκτελέσει;»

Η ερώτηση του Κάρλος Μπιάνκι έπιασε τους πάντες απροετοίμαστους. Στα αποδυτήρια της Βέλεζ επικράτησε για λίγο νεκρική σιγή. Οι περισσότεροι καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο, θέλοντας να δείξουν ότι το σκέφτονται. Σε λίγη ώρα θα έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Εστουντιάντες, ψάχνοντας μια ισοπαλία που θα τους έστεφε πρωταθλητές για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια. Η πίεση και το άγχος είχαν πιάσει ταβάνι.

«Εγώ θέλω» ακούστηκε μια σίγουρη φωνή, κάπου από το βάθος.

Η φωνή συνοδεύτηκε από ένα σηκωμένο χέρι. Ήταν το χέρι του τερματοφύλακα. Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ ήταν 28 χρονών εκείνη την εποχή. Η πρωτοβουλία του έδωσε θάρρος και στους υπόλοιπους και δυο ακόμα χέρια σηκώθηκαν διστακτικά στον αέρα. Ο Μπιάνκι ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε: «Ωραία. Θα το εκτελέσει τότε ο Τούρου. Αλλιώς ο Γκονζάλεζ. Αν όχι, τότε ο Τσιλαβέρτ».

Ήταν ένα κρύο και βροχερό απόγευμα Τρίτης του Ιουνίου του 1993 και το γήπεδο ήταν κατάμεστο. Ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν και χιλιάδες οπαδοί των φιλοξενούμενων, που περίμεναν πολλά χρόνια γι’αυτή τη στιγμή. Κάπου στα μισά της επανάληψης, η Βέλεζ κέρδισε πέναλτι. Ο ‘Τούρου’ Φλόρες κοίταξε τον Γκονζάλεζ. Ο Γκονζάλεζ κοίταξε τον Φλόρες. Κανένας δεν έκανε κίνηση προς τη μπάλα. Ο έμπειρος Μπιάνκι κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και έκανε νόημα προς τον τερματοφύλακα του. Ο Τσιλαβέρτ διέσχισε όλο το γήπεδο, έστησε τη μπάλα ψύχραιμα και με ένα δυνατό, συρτό σουτ την έστειλε στη δεξιά γωνία της εστίας. Η Βέλεζ ήταν, επιτέλους, πρωταθλήτρια Αργεντινής. Αυτός ήταν ο πρώτος από τους εννιά τίτλους που κατέκτησε με τα χρώματα της ο μεγαλόσωμος Παραγουανός πορτιέρο.

«Υπάρχουν δυο είδη ανθρώπων εκεί έξω. Οι πετυχημένοι και οι μέτριοι. Οι πετυχημένοι δεν σκέφτονται την αποτυχία. Ένας μέτριος άνθρωπος όμως σκέφτεται συνέχεια: Τι θα συμβεί αν αποτύχω;» σχολίασε αρκετά χρόνια αργότερα ο Τσιλαβέρτ, περικλείοντας ουσιαστικά σε μια δήλωση όλη την κοσμοθεωρία του.

Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ δεν ήταν «πετυχημένος» εκ γενετής. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι και ο ίδιος αναγκαζόταν να κυκλοφορεί ξυπόλητος μέχρι τα 7 του και να κάνει μπάνιο με κουβάδες στην αυλή. Πέρασε όλη την παιδική του ηλικία αρμέγοντας αγελάδες και πουλώντας το γάλα τους στα γειτονικά παντοπωλεία. Μέχρι τα 20 του ήταν ένας συνηθισμένος τερματοφύλακας, που προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην, παίζοντας σε ομάδες της Παραγουάης.

Τότε έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα της καριέρας του, παίρνοντας μεταγραφή στη Σαν Λορένσο. Στο Μποέδο γνώρισε τον γυρολόγο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, χάρη στον οποίο ανακάλυψε το πάθος του για τις εκτελέσεις φάουλ. Μετά το τέλος των προπονήσεων οι δυο τους καθόταν στο γήπεδο και κοντραριζόταν, με έπαθλο συνήθως ένα μπουκάλι κόκα-κόλα. Όπως δήλωσε ο ίδιος, πριν αποχωρήσει για να κάνει ντουζ εκτελούσε περίπου 80-120 φάουλ, σε μια προσπάθεια να τελειοποιήσει την τεχνική του.

Οι αμέτρητες ώρες εξάσκησης με τη μπάλα στα πόδια του έδιναν την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να βγαίνει και εκτός της περιοχής του. Μια συνήθεια που εκείνη την εποχή πάντως προκαλούσε τρόμο στους φιλάθλους. «Πολλοί άνθρωποι ήταν αντίθετοι με το στυλ παιχνιδιού μου στην αρχή. Όταν ξεκίνησα να βγαίνω εκτός εστίας με τη μπάλα στα πόδια, στη Σαραγόσα το 1988, τους οπαδούς τους έπιανε πανικός και μου φώναζαν να γυρίσω στην εστία. Εγώ όμως το βλέπω σαν ένα τρόπο να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει. Δεν με απασχολούσε ποτέ τι λέει ο κόσμος. Είχα εμπιστοσύνη στις ικανότητες μου».

Κάποιες φορές βέβαια η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν είναι αρκετή. Σ’ένα ματς της Σαραγόσα με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ, το ‘μπουλντόγκ’, όπως ήταν το παρατσούκλι του, ανέβηκε στην αντίπαλη περιοχή για να εκτελέσει ένα πέναλτι, δίνοντας ξεκάθαρες εντολές σ’έναν αμυντικό να προσέχει την εστία του. Η εκτέλεση ήταν εύστοχη αλλά όση ώρα ο σκόρερ πανηγύριζε κοντά στους πάγκους, η Σοσιεδάδ έκανε γρήγορα τη σέντρα και σκόραρε με μακρινό σουτ, μειώνοντας άμεσα σε 2-1. Ο αγριεμένος Τσιλαβέρτ κατευθύνθηκε προς τον συμπαίκτη του, που είχε επίσης φύγει από την εστία για να πανηγυρίσει, ζητώντας εξηγήσεις. Η απολογία του ήταν απλή και ανθρώπινη: «Παρασύρθηκα, γιατί δεν είχα ξαναδεί τερματοφύλακα να εκτελεί πέναλτι».

Στα 21 χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του ο Τσιλαβέρτ πέτυχε 67 γκολ (εκ των οποίων τα 8 με την εθνική), τα περισσότερα με πέναλτι και τα υπόλοιπα με φάουλ. Ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει περισσότερα είναι ο Ροζέριο Σένι. Ο Παραγουανός όμως είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να κάνει χατ τρικ, έστω και με εκτελέσεις πέναλτι και ο μοναδικός που προσπάθησε να σκοράρει με φάουλ (χωρίς όμως επιτυχία) σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ένα από τα πιο ξεχωριστά και διάσημα γκολ του μπήκε το 1996, σ’έναν αγώνα με τη Ρίβερ Πλέιτ. Η Βέλεζ κέρδισε ένα φάουλ κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Την ώρα που ο συμπαίκτης του βρισκόταν ακόμα στο έδαφος, ο Τσιλαβέρτ διαπίστωσε ότι ο τερματοφύλακας της Ρίβερ, Χέρμαν Μπούργος, βρισκόταν εκτός θέσης. «Οι συμπαίκτες μου έλεγαν ‘σταμάτα, σταμάτα’ κι εγώ τους φώναζα ‘φύγετε από μπροστά μου’. Είπα στον διαιτητή να σκύψει και ευτυχώς το έκανε γρήγορα, γιατί αν τον πετύχαινα θα τον έβγαζα νοκ αόυτ. Η μπάλα φαινόταν πως πήγαινε έξω αλλά ξαφνικά έκανε μια απότομη βουτιά και έσκασε εντός εστίας. Πάντα λέω ότι ένας άγγελος την έσπρωξε μέσα. Αν το δοκίμαζα 1000 φορές, δεν θα το πετύχαινα ξανά. Δέχτηκα συγχαρητήρια ακόμα και από τους παίκτες της Ρίβερ. Στο τέλος έδωσα τη φανέλα μου στον διαιτητή, γιατί ήταν το τελευταίο του ματς και εκτός αυτού την άξιζε γιατί τα ρεφλέξ του ήταν εξαιρετικά».

Μετά τον αγώνα ο, πάντα εριστικός, Τσιλαβέρτ (που στη διάρκεια της καριέρας του μάλωσε με αντιπάλους, διαιτητές, δημοσιογράφους, προπονητές, παράγοντες, ball-boys και πολιτικούς) σχολίασε πως ο Μπούργος θα πρέπει να είναι πιο συγκεντρωμένος και να μη χαζεύει τα πουλιά εν ώρα αγώνα. Η μοίρα το έφερε έτσι που οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά τρεις μήνες μετά. Η Αργεντινή υποδεχόταν την Παραγουάη για τα προκριματικά του Μουντιάλ και με το σκορ στο 1-0, οι φιλοξενούμενοι κέρδισαν φάουλ σε καλό σημείο. Ο Τσιλαβέρτ άφησε το τέρμα του και ανέβηκε για την εκτέλεση. Οι φωτογράφοι που βρισκόταν πίσω από την εστία αποκάλυψαν αργότερα ότι όση ώρα ο Παραγουανός έστηνε τη μπάλα, ο Μπούργος έτρεμε. Η μπάλα πέρασε το τείχος αλλά έφτασε στην εστία χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, στο σημείο που βρισκόταν ο Αργεντινός τερματοφύλακας. Κι όμως, ο Μπούργος κατάφερε να χάσει τη μπάλα μέσα από τα χέρια του, χαρίζοντας ουσιαστικά στην Παραγουάη έναν πολύτιμο βαθμό.

Ο Χέρμαν Μπούργος (που από το 2011 είναι βοηθός του Σιμεόνε στην Ατλέτικο) δεν ήταν το μόνο θύμα του. Το ‘μπουλντόγκ’ δεν ήταν ποτέ ένας παίκτης σαν τους υπόλοιπους. Η προσωπικότητα του ήταν τόσο έντονη που από ένα σημείο και μετά η αύρα του ήταν μεγαλύτερη και από την ίδια την ομάδα στην οποία αγωνιζόταν. Η ηγετική του παρουσία στο Μουντιάλ του 1998 είναι το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της φαινομενικής υπερβολής.

Στα 3 ματς του ομίλου, με αντιπάλους την Ισπανία, τη Βουλγαρία και τη Νιγηρία, ο Τσιλαβέρτ δέχτηκε μόλις ένα γκολ. Η σκληροτράχηλη Παραγουάη έκανε την έκπληξη και πέρασε στους 16, εκεί που την περίμενε η πανίσχυρη διοργανώτρια Γαλλία. Το μεσημέρι εκείνο της 28ης Ιουνίου δεν θα το ξεχάσει κανένας απ’όσους είδαν το παιχνίδι, έστω και στην τηλεόραση. Η άμυνα της Παραγουάης άντεξε το σφυροκόπημα των Γάλλων για 114 λεπτά, πριν τελικά υποταχθεί από ένα γκολ του Λοράν Μπλαν. Το πάθος  και η αυταπάρνηση των Λατινοαμερικάνων και η επιβλητική παρουσία του 33χρονου τερματοφύλακα απέναντι στο μεγάλο φαβορί ήταν αυτά που έμειναν στη μνήμη όλων, μαζί με τη συγκινητική εικόνα του αρχηγού Τσιλαβέρτ να σηκώνει από το χόρτο τους δακρυσμένους συμπαίκτες του, που είχαν καταρρεύσει από την υπερπροσπάθεια.

20 χρόνια μετά, η ίδια ανατριχίλα κάθε φορά που το βλέπω

Μετά το τέλος του αγώνα και οι δυο τερματοφύλακες της Γαλλίας έσπευσαν να ζητήσουν τη φανέλα του. Για να μη δυσαρεστήσει κανέναν, ο Τσιλαβέρτ έδωσε αυτή που φορούσε στον Μπαρτέζ και μια δεύτερη που είχε στα αποδυτήρια στον Λάμα. Λίγα χρόνια αργότερα, σε ένα αφιέρωμα στην πορεία της εθνικής Γαλλίας σε εκείνη τη διοργάνωση, οι παίκτες της είχαν σχολιάσει πως η Παραγουάη ήταν το πιο δύσκολο εμπόδιο στο δρόμο προς το τρόπαιο. Όπως μάλιστα αποκάλυψε ένας εξ αυτών, όλοι στην ομάδα έτρεμαν στην ιδέα να πάει το παιχνίδι στα πέναλτι. Σε συζητήσεις που έγιναν στη διάρκεια του ημιχρόνου και πριν αρχίσει η παράταση, όλοι συμφωνούσαν πως αν το παιχνίδι φτάσει εκεί, η Γαλλία δεν έχει καμία τύχη απέναντι στον «άτρωτο» Τσιλαβέρτ, μια πρόταση που πιθανόν ακούγεται υπερβολική αλλά καταδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πόσο μεγάλο μέγεθος ήταν ο Παραγουανός στο μυαλό των αντιπάλων.

Μια τέτοια προσωπικότητα φυσικά δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ο Τσιλαβέρτ δεν δίστασε ποτέ να πει τη γνώμη του, όσο αντισυμβατική κι αν ήταν αυτή, και δεν φοβήθηκε να τη στηρίξει ακόμα και με δύσκολες πράξεις. Όταν το 1999 η Παραγουάη ανέλαβε να διοργανώσει το Κόπα Αμέρικα, ο πιο γνωστός παίκτης της και αρχηγός της αρνήθηκε να λάβει μέρος, καθώς θεωρούσε ότι η πατρίδα του είχε πολύ σοβαρότερα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα εκείνη την εποχή (λίγους μήνες πριν δολοφονήθηκε, εν μέσω τρομερής πολιτικής αναταραχής, ο αντιπρόεδρος της χώρας) και τα χρήματα που προοριζόταν για τη διοργάνωση θα έπρεπε να δοθούν στην παιδεία και την υγεία.

Πίσω από τις διάφορες υπεροπτικές δηλώσεις και τις μικρές κρίσεις εγωπάθειας του, κρυβόταν πάντα ένας άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσε. Όταν η Βέλεζ έφτασε στον τελικό του Διηπειρωτικού το 1994 και αντιμετώπισε τη Μίλαν στο Τόκιο, η PUMA τον προσέγγισε, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ο Τσιλαβέρτ συμφώνησε να φορέσει τα προϊόντα της εταιρείας και αυτή του έκανε δώρο 80 ζευγάρια γάντια και μερικές δεκάδες μπλουζάκια και σορτσάκια. Όταν η Βέλεζ γύρισε στην Αργεντινή, ως πρωταθλήτρια κόσμου, ο Τσιλαβέρτ βγήκε στους δρόμους, μοιράζοντας τα καλούδια που είχε μαζέψει: έδωσε τα γάντια σε ερασιτέχνες τερματοφύλακες των μικρών κατηγοριών και χάρισε όλα τα ρούχα στα τοπικά νοσοκομεία.

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τη μέρα που ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ κρέμασε τα γάντια του αλλά κάθε φορά που αναφέρεται η εθνική Παραγουάης, η πρώτη σκέψη στο μυαλό όλων είναι αυτός. Δεν ήταν μόνο ένας πολύ καλός τερματοφύλακας, με εξαιρετικά ρεφλέξ, που μπορούσε και να σκοράρει. Ήταν ένας αληθινός ηγέτης, εντός και εκτός γηπέδου, που έβγαινε μπροστά ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Κάποιος που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον παραδοσιακό ρόλο του κομπάρσου που έχουν συνήθως αυτοί που φοράνε το ‘1’ στη φανέλα. Από την άλλη, δεν ήταν ποτέ ο πιο ήρεμος χαρακτήρας, ούτε ο πιο σεμνός άνθρωπος στο χώρο. Ακόμα και γι’αυτά τα ελαττώματα του όμως, είχε πάντα μια έτοιμη απάντηση: «Είχα αρκετές κόντρες και μπόλικους καβγάδες στη διάρκεια της καριέρας μου αλλά πραγματικά, τι περίμενε ο κόσμος; Με αυτή τη φάτσα που έχω, πρέπει να παίξω τον κακό. Αν παριστάνω το καλό παιδί, απλά δεν θα είμαι εγώ».

Η μέρα που ο Ρέντναπ έβαλε έναν οπαδό της Γουέστ Χαμ να παίξει

  [12 Σχόλια]

Ήταν 20 Νοεμβρίου του 1973 όταν ο Σκοτ Χάλπιν και ένας φίλος του ξεκίνησαν για να πάνε σε μια συναυλία των αγαπημένων τους Who στο Σαν Φρανσίσκο. Η διάσημη ροκ μπάντα εμφανίστηκε στη σκηνή εν μέσω αποθέωσης και για περισσότερη από μια ώρα τα έδωσε όλα, παίζοντας τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Κάποια στιγμή στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, ο Κιθ Μουν κατέρρευσε πάνω στα ντραμς του. Ο κόσμος ‘πάγωσε’, η υπόλοιπη μπάντα σταμάτησε και ο Μουν μεταφέρθηκε στα παρασκήνια, όπου οι άνθρωποι της παραγωγής προσπάθησαν να τον συνεφέρουν.

Η επίσημη εκδοχή έλεγε πως ήταν άρρωστος και γι’αυτό ο οργανισμός δεν άντεξε την ένταση και το πάθος με τα οποία έπαιζε. Η ανεπίσημη εκδοχή έλεγε ότι λίγο πριν τη συναυλία είχε κατεβάσει κάμποσα χάπια, τα οποία θεώρησε σωστό να συνοδεύσει με μπράντι, γιατί το νερό είναι πολύ συντηρητικό για έναν ροκ σταρ. Όσοι ξέρουν τι εστί Κιθ Μουν, ποντάρουν όλα τα λεφτά τους στη δεύτερη εκδοχή.

(Εκτός από ταλαντούχος ντράμερ (για πολλούς ένας από τους καλύτερους όλων των εποχών) ο Κιθ Μουν ήταν και μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Κάποιοι πιθανόν θα έλεγαν ότι ήταν παράξενος. Κάποιοι άλλοι πως ήταν απλά θεοπάλαβος. Ο ίδιος συμφωνούσε με τους τελευταίους: «Όταν έχεις λεφτά και κάνεις όλα αυτά που κάνω, οι άνθρωποι γελάνε και λένε πως είσαι εκκεντρικός, το οποίο είναι ένας ευγενικός τρόπος για να πούνε ότι είσαι ψυχάκιας». Το πρόβλημα με την τρέλα του όμως εντοπίζεται στην… ποσότητα. Ο Μουν δεν έκανε εκπτώσεις στη μούρλα. Μπροστά του η ζωή του Πολ Γκασκόιν μοιάζει με ζωή δημοσίου υπαλλήλου, που παντρεύεται στα 21, κάνει παιδιά στα 22 και το ξεφάντωμα του είναι ένα ποτηράκι κρασί και λίγο σαλαμάκι το βράδυ του Σαββάτου, την ώρα που βλέπει στην τηλεόραση Σεφερλή με όλη την οικογένεια μαζεμένη στο σαλόνι.

Ανάμεσα στα άπειρα κατορθώματα του, ξεχωριστή θέση είχαν οι καταστροφές. Αγαπημένα του θύματα ήταν τα δωμάτια των ξενοδοχείων και οι τουαλέτες. Σύμφωνα με μερικές πολύ πρόχειρες εκτιμήσεις, το συγκεκριμένο μόνο χόμπι του κόστισε μισό εκατομμύριο δολάρια. Ο Μουν έβρισκε ικανοποίηση στο να διαλύει, να ανατινάζει και να πετάει από τα παράθυρα διάφορα αντικείμενα και αρκετές φορές δεν χρειαζόταν καν ουσίες ή αλκοόλ για να το κάνει. Όλη η παράνοια του μπορεί να συνοψιστεί σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Η μπάντα κατευθυνόταν με μια λιμουζίνα προς το αεροδρόμιο, όταν ο Μουν ζήτησε από τον οδηγό να γυρίσει πίσω στο ξενοδοχείο. Όταν έφτασαν, ανέβηκε στο δωμάτιο του, ξήλωσε την τηλεόραση και την πέταξε από το μπαλκόνι στην πισίνα. Στη συνέχεια χαλαρός και άνετος, επέστρεψε στη λιμουζίνα και δικαιολογήθηκε λέγοντας «όλα εντάξει τώρα, κάτι είχα ξεχάσει».)

Μετά την κατάρρευση του Μουν, ο κιθαρίστας Πιτ Τάουνσεντ ρώτησε αν υπάρχει κανένας ντράμερ στο κοινό. Ο φίλος του Χάλπιν άδραξε την ευκαιρία και είπε στη μπάντα πως ο φίλος του ξέρει να παίζει ντραμς και ως φανατικός των Who γνωρίζει όλα τα τραγούδια. Κάπως έτσι, ο 19χρονος Σκοτ Χάλπιν ανέβηκε στη σκηνή, έκατσε στα ντραμς του ινδάλματος του, ολοκλήρωσε με επιτυχία το set-list και έζησε το όνειρο κάθε ερασιτέχνη μουσικού.

Αν νομίζεις όμως ότι τέτοια ροκ, απ’όλες τις απόψεις, σκηνικά συμβαίνουν μόνο στη μουσική, κάνεις μεγάλο λάθος.

Ο Στιβ Ντέιβις είναι φανατικός οπαδός της Γουέστ Χαμ και αυτό το καταλαβαίνεις εύκολα, βλέποντας απλά το τεράστιο τατουάζ με το σήμα της που έχει χτυπημένο στο δεξί χέρι. Τον Ιούλιο του 1994 δούλευε σε μια εταιρεία κούριερ και ακολουθούσε την αγαπημένη του ομάδα σχεδόν παντού. Έτσι, όταν ο φίλος του, Τσανκ, του πρότεινε να πάνε να δούνε το φιλικό προετοιμασίας της Γουέστ Χαμ με την Όξφορντ Σίτι δεν το σκέφτηκε καθόλου. Πήραν μαζί τις κοπέλες τους και μερικές εξάδες μπύρες και ξεκίνησαν για μια καλοκαιρινή εκδρομή στην Οξφόρδη.

O ερχομός μιας ομάδας της Πρέμιερ Λιγκ στην πόλη, έστω και για φιλικό, είχε ως αποτέλεσμα το μικρό γηπεδάκι της τοπικής Σίτι να γεμίσει από νωρίς. Η παρέα του Στιβ βρήκε μια καλή θέση δίπλα ακριβώς από τον πάγκο στον οποίο καθόταν ο Χάρι Ρέντναπ. Η Γουέστ Χαμ κυριάρχησε από τα πρώτα λεπτά και προηγήθηκε νωρίς αλλά ο Στιβ είχε φάει σκάλωμα με τον επιθετικό της ομάδας Λι Τσάπμαν, που έχασε αρκετές προσωπικές μονομαχίες και βρέθηκε κάμποσες φορές εύκολα στο έδαφος. «Σήκω πάνω αγόρι μου, Τσάπμαν. Πως γίνεται να πέφτεις τόσο συχνά;» ήταν κάποιες από τις πιο ήπιες φράσεις που φώναξε ο απηυδισμένος Στιβ.

Όσο τα λεπτά κυλούσαν και ο Τσάπμαν ζοριζόταν να κάνει κάτι θετικό, η αγανάκτηση του Στιβ μεγάλωνε. Από ένα σημείο και μετά αποδέκτης των παραπόνων του ήταν πλέον ο Ρέντναπ, που τον άφηνε στο παιχνίδι: «Έλα Χάρι, δεν πρόκειται να παίξουμε μ’αυτόν μπροστά φέτος, ε; Αν είναι να παίζει, να ξέρω να μην έρχομαι κάθε εβδομάδα». Όποιος πηγαίνει στο γήπεδο, σίγουρα μπορεί να ανακαλέσει μια παρόμοια περίπτωση οπαδού που έχει… ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιον παίκτη και τον ‘στολίζει’ με κάθε πιθανή αφορμή. Κανένας απ’αυτούς τους ακούραστους γκρινιάρηδες όμως δεν πρόκειται να βιώσει αυτό που έζησε ο Στιβ Ντέιβις.

Λίγο μετά την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, ένας παίκτης της Γουέστ Χαμ τραυματίστηκε. Το πρόβλημα για τον Ρέντναπ ήταν ότι στο ημίχρονο είχε βάλει αλλαγή όλους όσους είχε στον πάγκο, κάτι που σήμαινε ότι τα ‘Σφυριά’ έπρεπε να συνεχίσουν με παίκτη λιγότερο. Τότε του ήρθε μια πραγματικά αλλόκοτη ιδέα. «Γύρισα προς την πλευρά του πολυλογά και τον ρώτησα: Φίλε, μπορείς να παίξεις τόσο καλά όσο μιλάς;». Αδυνατώντας να τον πάρει στα σοβαρά, ο Στιβ (που όπως δήλωσε μετά, είχε κατεβάσει ήδη μερικές μπύρες στο πρώτο ημίχρονο, τις οποίες συνόδεψε με κάμποσα τσιγάρα) του απάντησε χωρίς να το σκεφτεί πολύ:

«Είμαι σίγουρα καλύτερος απ’τον Τσάπμαν».
«Τότε, φόρα τη φανέλα σου και ετοιμάσου» συνέχισε με σοβαρό ύφος ο Ρέντναπ.
Ο Στιβ  κόλλησε για λίγο: «Τι εννοείς;»
«Θα παίξεις για τη Γουέστ Χαμ.»

Οι πιο σπουδαίες στιγμές στη ζωή μας λένε ότι συνήθως έρχονται από το πουθενά. Για τον Στιβ Ντέιβις ήρθε στις 27 Ιουλίου 1994 σε ένα γηπεδάκι στην Οξφόρδη. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε, βρισκόταν ήδη στα αποδυτήρια μαζί με τον φροντιστή της ομάδας που έψαχνε παπούτσια στο νούμερο του. «Το μόνο πράγμα που σκεφτόμουν είναι πως δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Έλεγα συνέχεια: Δεν πρόκειται να παίξω για τη Γουέστ Χαμ. Απλά δεν γίνεται. Ντύθηκα, γυρίσαμε στο γήπεδο και ακόμα νόμιζα ότι ο Χάρι μου κάνει πλάκα. Δεν πίστευα ότι θα με βάλει πραγματικά μέσα ή έστω αν το κάνει θα είναι για 1-2 λεπτά, σαν φάρσα». Μόνο που ο Ρέντναπ δεν έκανε πλάκα.

«Γύρισε από τα αποδυτήρια ντυμένος και τον ρώτησα που παίζει. Μου απάντησε μπροστά και του είπα, ‘ωραία, θα δούμε τότε αν είσαι καλύτερος απ’τον Τσάπμαν’. Και τον έβαλα μέσα». Κάπως έτσι, εκείνο ακριβώς το λεπτό που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στον αγωνιστικό χώρο, φορώντας τη φανέλα με το νούμερο 3, ο Στιβ Ντέιβις έγινε μέρος της ιστορίας της αγαπημένης του ομάδας. «Όταν βρέθηκα στο χόρτο όλοι οι ήχοι από τον κόσμο εξαφανίστηκαν. Είναι αλήθεια αυτό που λένε οι παίκτες. Ξαφνικά δεν άκουγα κανέναν απ’τους φίλους μου που φώναζαν από την κερκίδα. Προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος αλλά μετά τα πρώτα λεπτά τα πόδια μου έτρεμαν. Έπαιζα για τη Γουέστ Χαμ! Το μόνο που σκεφτόμουν συνέχεια είναι: Μη τα σκατώσεις Στιβ, μη τα σκατώσεις».

Όσο ο Στιβ έτρεμε, προσπαθώντας να φανεί αντάξιος της τιμής που του έγινε, ο Ρέντναπ το διασκέδαζε με την ψυχή του: «Με το που έγινε η αλλαγή, ήρθε ένας άνθρωπος της Οξφόρδης και με ρώτησε ποιος είναι αυτός που μπήκε, ώστε να τον ανακοινώσουν από τα μεγάφωνα. ‘Καλά, δεν είδατε το Μουντιάλ;’ τον ρώτησα με υφάκι. ‘Αυτός είναι ο Βούλγαρος Τιτίσεφ που έβαλε 3 γκολ’. Τότε ο τύπος μου απάντησε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του: ‘Α, ναι. Το φαντάστηκα πως είναι αυτός’ και έφυγε».

Το όνειρο του ευτυχισμένου οπαδού δεν κράτησε τελικά 1-2 λεπτά, όπως φοβόταν. Έμεινε μέσα μέχρι το τέλος του αγώνα και σύμφωνα με τον ίδιο τα πήγε μια χαρά. «Εννοείται πως δεν γύρισα ποτέ πίσω από το κέντρο. Η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ γρήγορο παιχνίδι για μένα. Αυτοί έπαιζαν κανονικό ποδόσφαιρο, εγώ έπαιζα ποδόσφαιρο επιπέδου παμπ. Δεν μπορούσα ποτέ να βρεθώ μόνος. Εκεί οι αμυντικοί δεν σ’άφηναν ποτέ ελεύθερο. Δεν ήταν σαν το ποδόσφαιρο παρέας. Έπαιζα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, με σίγουρες κοντινές πάσες.»

Κάπου στα μισά του δευτέρου ημιχρόνου όμως έγινε μια φάση που έμελλε να μεγαλώσει λίγο ακόμα το μύθο, όσο αδύνατο κι αν ακούγεται αυτό. Η Γουέστ Χαμ έκανε μια επέλαση από τα αριστερά, ένας χαφ έκανε μια συρτή σέντρα στο ύψος της μικρής περιοχής και ο Στιβ βρέθηκε για ένα δευτερόλεπτο ανενόχλητος, φάτσα με την εστία. «Απλά σούταρα. Σούταρα με όλη μου τη δύναμη». Γκολ! «Ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Η καλύτερη στιγμή στη ζωή μου. Έτρεξα προς το κόρνερ πανηγυρίζοντας και ρίχνοντας γροθιές στον αέρα. Ήταν όλα τελείως σουρεαλιστικά. Είχα βάλει γκολ. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Νομίζω πως αυτό είναι το καλύτερο συναίσθημα στον κόσμο».

Δυστυχώς γι’αυτόν, ακόμα και στα καλύτερα όνειρα κάποιος θα βρεθεί να σε προσγειώσει. Όσο ο Στιβ πανηγύριζε σαν τρελός, ο διαιτητής ακύρωνε το γκολ, μετά από υπόδειξη του επόπτη, ως οφσάιντ. «Η αλήθεια είναι πως ήμουν δυο γιάρδες μπροστά από τον αμυντικό. Έτρεξα προς τον διαιτητή, έβαλα τα χέρια μου στους ώμους του και του είπα: ‘Άτιμε, αυτή ήταν η στιγμή μου. Μου κατέστρεψες το όνειρο’. Με κοίταξε στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο και σφύριξε να συνεχιστεί το παιχνίδι».

Μαζί με το τελευταίο σφύριγμα, που βρήκε τη Γουέστ Χαμ να κερδίζει με 4-0, ολοκληρώθηκε και το παραμύθι που ζούσε ο Στιβ. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε για να μεταπείσει τον φροντιστή, εκείνος δεν του επέτρεψε να κρατήσει τη φανέλα που φορούσε, παρ’όλα αυτά έφυγε με το δικό του μπλουζάκι γεμάτο αυτόγραφα από όλους τους παίκτες. Την επόμενη μέρα η ιστορία του έγινε θέμα στον τοπικό Τύπο ενώ για χρόνια κάθε φορά που του ζητούσαν να διηγηθεί το περιστατικό, πρώτα έλεγε μια εκδοχή στην οποία το γκολ του είχε μετρήσει κανονικά.

To 2013 σε μια ποδοσφαιρική εκπομπή του BBC οι δυο πρωταγωνιστές συναντήθηκαν ξανά αλλά όταν αναφέρθηκε το γκολ, ο Στιβ ζήτησε από τον Ρέντναπ να μην πει σε κανέναν τι πραγματικά έγινε. Λίγο καιρό μετά διέρρευσε ένα μικρό απόσπασμα από την επερχόμενη αυτοβιογραφία του Ρέντναπ, στο οποίο περιγράφει τη συγκεκριμένη, θρυλική πλέον στις τάξεις των οπαδών της Γουέστ Χαμ, ιστορία. Όπως αποδείχτηκε από τον επίλογο εκείνου του αποσπάσματος και την απουσία αναφοράς στο οφσάιντ, ο Άγγλος προπονητής πιστεύει στην ιδέα ‘μην αφήνεις μερικές λεπτομέρειες να χαλάσουν μια πολύ όμορφη ιστορία’:

«Κι όμως σκόραρε! Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Έτρεχε πάνω-κάτω εκστασιασμένος σαν να κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο, ενώ εμείς είχαμε πεθάνει απ’τα γέλια στον πάγκο. Πάντως είχε δίκιο. Εκείνο το βράδυ ήταν πράγματι καλύτερος από τον Λι Τσάπμαν».

Το θαύμα του Καστέλ ντι Σάνγκρο: Ο Αμερικάνος που ερωτεύτηκε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Για 52 χρόνια ο Τζο ΜακΓκίνις ζούσε μια ζωή χωρίς μεγάλα πάθη στα δυτικά παράλια των ΗΠΑ. Στα 26 του είχε γίνει ο νεότερος συγγραφέας που μπήκε στη λίστα των Best Seller των New York Times, ένα κατόρθωμα που οφείλει στο βιβλίο του ‘The Selling of the President’, το οποίο ασχολιόταν με τον υποψήφιο τότε για την προεδρία, Ρίτσαρντ Νίξον. Ακολούθησε μια άκρως επιτυχημένη καριέρα με αρκετά βιβλία και μια ήσυχη ζωή που είχε ως επίκεντρο τη λογοτεχνία και την πολιτική. Μέχρι που ξεκίνησε το Μουντιάλ του 1994.

«Θυμάμαι καθαρά πως ήταν η ζωή μου. Από πολλές απόψεις, υποθέτω ότι ζούσα καλύτερα. Τα παιδιά μου με σέβονταν. Με τη σύζυγο μου μοιραζόμασταν πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Είχα φίλους. Μου άρεσε η μουσική. Διάβαζα βιβλία. Ότι ξαφνικά θα ξυπνούσε μέσα μου το πάθος για το ποδόσφαιρο έμοιαζε τόσο απίθανο όσο το να γίνω αστροναύτης» έγραψε ο ίδιος, χρόνια μετά.

Η ανάθεση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στις ΗΠΑ ξύπνησε την περιέργεια του 52χρονου Αμερικανού για ένα παιχνίδι για το οποίο δεν ήξερε τίποτα και η συνέχεια ήταν ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Ο ΜακΓκίνις πέρασε ένα ολόκληρο καλοκαίρι διαβάζοντας και παρακολουθώντας αγώνες, ερωτεύτηκε παράφορα το ποδόσφαιρο και προσάρμοσε την υπόλοιπη ζωή του γύρω απ’αυτό. Έβαλε δορυφορική στο σπίτι του για να βλέπει όσα περισσότερα ματς μπορούσε, αγόραζε ποδοσφαιρικά βιβλία με το κιλό (από τα κλασικά του Γκαλεάνο μέχρι βιβλία στατιστικών που κατέγραφαν την προϊστορία των ντέρμπι Στόουκ-Πορτ Βέιλ!), ξενυχτούσε ή ξυπνούσε από τα ξημερώματα για να μη χάνει τα μεγάλα ευρωπαϊκά παιχνίδια και συζητούσε ατελείωτα γι’αυτό με όποιον μοιραζόταν το ίδιο πάθος.

Η τρέλα του για το παιχνίδι επηρέασε αναπόφευκτα και τη δουλειά του. Το 1995 όταν όλη η Αμερική παρακολουθούσε φανατικά τη δίκη του Ο. Τζ. Σίμπσον, ένας εκδότης του πρόσφερε 1 εκατομμύριο δολάρια για να γράψει ένα βιβλίο γι’αυτήν. Τότε, ο ΜακΓκίνις σόκαρε τους πάντες με την απόφαση του. Όχι μόνο αρνήθηκε να ασχοληθεί με τη δίκη αλλά ανακοίνωσε πως το επόμενο βιβλίο του θα είχε ως θέμα το ποδόσφαιρο. Το θέμα του; Μια μικρή ομάδα από ένα χωριό κοντά στην κεντρική Ιταλία, η οποία είχε μόλις ανέβει για πρώτη φορά στη Serie B!

Το καλοκαίρι του 1996 αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και μετακόμισε για ένα χρόνο στο απομακρυσμένο Καστέλ ντι Σάνγκρο, ένα χωριό 5.000 κατοίκων που την προηγούμενη χρονιά είχε κάνει την τεράστια έκπληξη, κερδίζοντας την άνοδο στη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία της Ιταλίας, σε μια εποχή που το ιταλικό ποδόσφαιρο ζούσε τα καλύτερα και πιο ένδοξα χρόνια του. Εκεί θα αντιμετώπιζε παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας, όπως η Τορίνο και η Τζένοα, αλλά και ομάδες από μεγαλουπόλεις, όπως η Μπάρι, η Πάντοβα και η Βενέτσια.

Οι ντόπιοι υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τον διάσημο συγγραφέα, του έδωσαν το ελεύθερο να κινείται σε όλους τους χώρους του γηπέδου, τον έπαιρναν στο λεωφορείο της ομάδας στα εκτός έδρας και για να γνωρίσει ακόμα καλύτερα τους παίκτες τον άφησαν να τρώει καθημερινά μαζί τους στο τοπικό εστιατόριο. Ο ΜακΓκίνις έζησε από μέσα όλη τη σεζόν, παθιάστηκε με την ομάδα και την ηρωική προσπάθεια της να κάνει ένα δεύτερο συνεχόμενο θαύμα και να παραμείνει στην κατηγορία, μεταμορφώθηκε σε κανονικό οπαδό που αδυνατεί να συγκρατήσει τα συναισθήματα του στην κερκίδα και κατέγραψε τα πάντα στο βιβλίο ‘Τα δοκάρια του Καστέλ ντι Σάνγκρο’ (Κανονικός τίτλος: ‘The Miracle Of Castel Di Sangro‘). Η ιστορία μπορεί να κουράσει λίγο έναν άσχετο με το ποδόσφαιρο αναγνώστη (λόγω της υπερβολικής τακτικής ανάλυσης κάποιων αγώνων) αλλά σίγουρα θα αρέσει σε κάποιον που ασχολείται με το ποδόσφαιρο με το ίδιο πάθος με το οποίο το αντιμετώπιζε – μετά τα 52 του πάντα – και ο Αμερικανός συγγραφέας.

Για καλή του τύχη, η ιστορική σεζόν που παρακολούθησε από κοντά είχε μπόλικες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις αλλά και αρκετά ευτράπελα, εντός και εκτός γηπέδων. Η ομάδα του Καστέλ ντι Σάνγκρο παρά το μικρό της μπάτζετ και το γεγονός ότι έβγαλε τη μισή χρονιά παίζοντας τα εντός έδρας σε ουδέτερο γήπεδο, αποδείχτηκε πολύ σκληρό καρύδι για όλους τους αντιπάλους της μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Εκτός αυτού όμως, ο άβγαλτος και αγαθός Αμερικανός ανακάλυπτε έναν νέο κόσμο, γεμάτο μεσογειακές ‘ομορφιές’, περίεργα σκηνικά και μυστήριους ανθρώπους. Όπως χαρακτηριστικά λέει μια ατάκα που παραθέτει και ο συγγραφέας στο βιβλίο: «Στη Serie B δεν βαριέσαι ποτέ. Εκτός από τα 90 λεπτά των αγώνων.»

Ένας πάμπλουτος και ιδιόρρυθμος ιδιοκτήτης που κανείς δεν ξέρει πως έκανε την περιουσία του, ένας κομπιναδόρος πρόεδρος που έχει κι άλλες βλέψεις πέρα απ’το ποδόσφαιρο και ένας ξεροκέφαλος προπονητής που δεν αντέχει τις βεντέτες είναι κάποια από τα πρόσωπα που συναντάει ο ΜακΓκίνις, πρόσωπα των οποίων οι τόσο γνώριμες περιγραφές (η φράση «ούνα φάτσα, ούνα ράτσα» δεν βγήκε τυχαία) σίγουρα θα προκαλέσουν ένα χαμόγελο στο πρόσωπο κάθε αναγνώστη που έχει φάει με το κουτάλι το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Μια από τις μεγαλύτερες στιγμές στην ιστορία της Καστέλ ντι Σάνγκρο: To διπλό μέσα στο Λουίτζι Φεράρις

Όπως διαβάζουμε σε σχετικό σημείωμα του εκδοτικού οίκου, το βιβλίο (το οποίο ο συγγραφέας χαρακτήρισε ως το πιο αγαπημένο του) ψηφίστηκε ομόφωνα ως το Βιβλίο της Χρονιάς για το 1999 από την Επιτροπή Βραβείων William Hill στο Λονδίνο -το πρώτο αμερικάνικο βιβλίο που κέρδισε αυτό το βραβείο-, ενώ αναδείχθηκε επίσης ως το Καλύτερο Βιβλίο της Σεζόν 1999 από το κορυφαίο αγγλικό ποδοσφαιρικό περιοδικό FourFourTwo.

Ο Τζο ΜακΓκίνις πέθανε το 2014 στις ΗΠΑ σε ηλικία 71 ετών. Οι περισσότεροι άνθρωποι που τον έμαθαν μέσα από το συγγραφικό του έργο πιστεύουν πως το μεγαλύτερο επίτευγμα του ήταν το βιβλίο για τον Νίξον και η πολύ πετυχημένη τριλογία των βιβλίων θρίλερ που έγραψε αργότερα. Αν ρωτούσες όμως τον ίδιο, το πιθανότερο είναι πως θα σου έλεγε πως η μεγαλύτερη επιτυχία στη ζωή του ήταν πως γνώρισε από κοντά τον Ρομπέρτο Μπάτζιο, τον παίκτη που «πρόσθετε στο ποδόσφαιρο κομψότητα, χάρη και μια αύρα μαγείας που δεν είχα δει ποτέ μέχρι τώρα σε οποιοδήποτε άθλημα».

Όταν ο Τέλε συνάντησε τον Γιόχαν

  [6 Σχόλια]

Το ρολόι έδειχνε σχεδόν μεσάνυχτα όταν ο Χουάν Κάρλος Λουστό αποφάσισε να αφήσει το δωμάτιο του και να κάνει μια βόλτα στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας πως έτσι θα χαλαρώσει επιτέλους. Ο Αργεντινός διαιτητής βρισκόταν στο Τόκιο για τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου ανάμεσα στη Σάο Πάουλο και τη Μπαρτσελόνα και το τζετ-λαγκ δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Περνώντας από το λόμπι, άκουσε μια γνώριμη λατινοαμερικάνικη φωνή, που ήξερε από τα παιχνίδια του Λιμπερταδόρες, να τον φωνάζει από το βάθος. Ήταν η φωνή του προπονητή της Σάο Πάουλο, Τέλε Σαντάνα.

(Σε έναν τέλειο και δίκαιο κόσμο το όνομα Τέλε Σαντάνα δεν θα χρειαζόταν καμία επιπλέον εξήγηση. Στον κόσμο που ζούμε όμως, που η επιτυχία σου καθορίζεται από τον αριθμό των μεταλλίων στην τροπαιοθήκη σου, οι διευκρινήσεις είναι απαραίτητες, ειδικά για τους νεότερους. Ο Βραζιλιάνος δεν κατέκτησε κανένα τίτλο με την εθνική της χώρας του και δεν ανέλαβε ποτέ του μια ευρωπαϊκή ομάδα, στοιχεία που αυτόματα τον πετούν έξω από κάθε λίστα με τους σπουδαιότερους προπονητές όλων των εποχών. Ακόμα και το πιο διάσημο δημιούργημα του, η Βραζιλία του 1982, η τελευταία Βραζιλία που πίστευε και εκπροσωπούσε το joga bonito, παραμένει στο μυαλό πολλών ως η «Βραζιλία του Σώκρατες» και όχι ως η ομάδα του Σαντάνα.

Tη μέρα που η Σελεσάο αποκλείστηκε από την Ιταλία του Ρόσι, ο Σαντάνα στήθηκε στον τοίχο από κάποιους Βραζιλιάνους δημοσιογράφους για την επιλογή του να μην παίξει για την ισοπαλία που αρκούσε για να δώσει την πρόκριση. Ο ίδιος δεν φάνηκε να μετανιώνει για τίποτα. Όπως θυμάται ο Σώκρατες, την ώρα που στα αποδυτήρια υπήρχαν νεύρα, εντάσεις και κλάματα, ο Σαντάνα στεκόταν ήρεμος και δήλωνε περήφανος για την τίμια προσπάθεια της ομάδας του. Λίγη ώρα μετά έμπαινε στην αίθουσα τύπου για τις τελευταίες δηλώσεις του και οι δημοσιογράφοι απ’όλο τον κόσμο τον χειροκροτούσαν όρθιοι.

Χρόνια αργότερα όλοι κατάλαβαν πως ακόμα και αν είχε την ευκαιρία να γυρίσει το Χρόνο και να παίξει ξανά εκείνο το ματς, πάλι θα κατέβαινε επιθετικά, με μοναδικό στόχο να κερδίσει το παιχνίδι, να προσφέρει θέαμα, να διασκεδάσει τον κόσμο. «Η ομορφιά έρχεται πρώτη και η νίκη δεύτερη. Αυτό που μετράει είναι η ευχαρίστηση» έλεγε πάντα ο Σώκρατες, μια φιλοσοφία που του είχε περάσει ο προπονητής του στην εθνική που χωρίς δισταγμό και τύψεις δήλωνε: «Προτιμώ να χάσω παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο παρά να κερδίσω παίζοντας μέτρια».

Ο Σαντάνα αποχώρησε από την εθνική το 1986 μετά τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία του Πλατινί και αφοσιώθηκε στο συλλογικό ποδόσφαιρο. Ανέλαβε τη Σάο Πάουλο το 1990, κοιμόταν στο προπονητικό της κέντρο, ξυπνούσε από τις 6, κούρευε μόνος του το γκαζόν και προσπαθούσε, μέσω σκληρής πειθαρχίας, να τελειοποιήσει τις επιθετικές τακτικές του. Μαζί της τελικά κατάφερε να δείξει σε όλο τον κόσμο ότι κάποιες φορές το όμορφο ποδόσφαιρο συνδυάζεται και με μεγάλες επιτυχίες. Με ηγέτη τον παραγκωνισμένο έως τότε αδερφό του Σώκρατες, Ράι, και μια φουρνιά νέων ταλαντούχων παικτών τους οποίους πίστεψε και ανέδειξε (ανάμεσα τους ο Λεονάρντο και ο Καφού, που καθιερώθηκε στο δεξί άκρο της άμυνας μετά από επιμονή του Σαντάνα), οδήγησε τη Σάο Πάουλο στην κορυφή της χώρας, της ηπείρου αλλά και του κόσμου δυο συνεχόμενες χρόνιες!

Έστω και στο φινάλε της καριέρας του – καθώς το 1996 αποσύρθηκε από τους πάγκους λόγω προβλημάτων με την υγεία του – ο Σαντάνα έφτασε στην κορυφή παίζοντας το ποδόσφαιρο που ήθελε, το μόνο ποδόσφαιρο που τον ενδιέφερε να παίξει. Ένα επιθετικό ποδόσφαιρο χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς ύπουλα χτυπήματα και βουτιές, χωρίς καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου. Ένα ποδόσφαιρο που τον έκανε τόσο αγαπητό στη Βραζιλία που μέχρι και σήμερα το όνομα του μνημονεύεται περισσότερο ακόμα κι από τα ονόματα προπονητών που οδήγησαν τη Σελεσάο στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Για τους συμπατριώτες του, ο «Κύριος Τέλε» ήταν και θα είναι «ο τελευταίος ρομαντικός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου».)

Ο Σαντάνα πρότεινε στον Λουστό να του γνωρίσει τον Γιόχαν Κρόιφ και ο Αργεντινός διαιτητής, ξέροντας καλά το ποδοσφαιρικό μέγεθος του Ολλανδού, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί. Ακολούθησε ένα σκηνικό που μοιάζει τελείως ξένο με τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Σε ένα τραπέζι στο μπαρ του ξενοδοχείου, ο διαιτητής και οι προπονητές των ομάδων που δυο μέρες μετά θα έπαιζαν έναν τελικό για τον τίτλο της καλύτερης ομάδας στον πλανήτη, έπιναν, κάπνιζαν (για την ακρίβεια μόνο ο Κρόιφ κάπνιζε αλλά όπως θυμάται ο Λουστό, τα τσιγάρα του διαδεχόταν το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό που ήταν σαν να κάπνιζε για όλους) και συζητούσαν για μπάλα.

«Μιλούσαν για το ποδόσφαιρο σαν να είναι κάτι ιερό. Έλεγαν συνέχεια πως το να διακόπτεις τον αγώνα με ψεύτικους τραυματισμούς, το να πετάς τη μπάλα μακριά ή το να κάνεις αλλαγές στις καθυστερήσεις για να κερδίσεις μερικά δευτερόλεπτα δεν είναι σωστό» αποκάλυψε πριν λίγο καιρό ο Λουστό. «Ο Κρόιφ και ο Σαντάνα θέλανε να κερδίσουν αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Όχι με ψέμματα. Θέλανε να κερδίσουν με το δικό τους στυλ, με τη δικιά τους φιλοσοφία, που μάλιστα έμοιαζε πολύ. Συμφωνούσαν πως ο σεβασμός στον αντίπαλο ήταν το πιο βασικό στοιχείο της επιτυχίας και ήταν πεπεισμένοι πως το να χάνεις ενώ παίζεις καλά δεν είναι αποτυχία και πως σ’ένα παιχνίδι που έχει παιχτεί σωστά δεν υπάρχουν ουσιαστικά κερδισμένοι και χαμένοι. Βλέποντας τις ομάδες τους να παίζουν, καταλάβαινες πως όλα όσα έλεγαν και πίστευαν, τα περνούσαν και στους παίκτες τους».

Η πολύ ιδιαίτερη παρέα συζητούσε για μπάλα μέχρι το ρολόι να δείξει περασμένες τρεις, σαν μια παρέα καλών φίλων που γνωρίζονται και καταλαβαίνονται τέλεια. Λίγο πριν αποχωρήσει ο καθένας για το δωμάτιο του, οι δυο σπουδαίοι προπονητές προχώρησαν σε μια πρωτότυπη συμφωνία μπροστά στα μάτια του ανθρώπου που μερικές ώρες αργότερα θα σφύριζε τη μεταξύ τους κόντρα. Βάζοντας το δεξί τους χέρι πάνω στον συνομιλητή τους, συμφώνησαν πως αν την ώρα του τελικού κάποιος παίκτης τους ξέφευγε από τα όρια του ποδοσφαίρου που πρέσβευαν και αγαπούσαν, θα γινόταν αλλαγή αμέσως. Ο σοκαρισμένος Λουστό προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που έβλεπε το ζούσε πραγματικά ή αν απλά το φανταζόταν.

Η Σάο Πάουλο κατέκτησε τελικά το Διηπειρωτικό, κερδίζοντας την ‘Dream Team’ του Κρόιφ με 2-1 χάρη σε δυο γκολ του Ράι. «Ο καθαρός χρόνος παιχνιδιού ήταν απλά απίστευτος και οι ευκαιρίες πολλές» θυμάται ο Λουστό, ο μοναδικός από εκείνο το περίεργο παρεάκι που ζει ακόμα. Ο Αργεντινός, που εκείνη την εποχή θεωρούταν το Νο2 παγκοσμίως στο χώρο της διαιτησίας, έκλεισε φέτος τα 70 του και παρ’όλο που στην τεράστια καριέρα του έχει σφυρίξει σε Μουντιάλ, σε τελικούς Λιμπερταδόρες, σε superclasico και στο ιστορικό και επεισοδιακό Βραζιλία-Χιλή στο Μαρακανά, θεωρεί πως εκείνη η συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου είναι το ωραιότερο πράμα που του συνέβη: «Στην 40ετη καριέρα μου τίποτα δεν με άγγιξε περισσότερο από εκείνη την κουβέντα που είχα με τον Τέλε και τον Κρόιφ. Εκείνη είναι η πιο όμορφη εμπειρία που έχω από το ποδόσφαιρο».

Φίδια, μαχητικά αεροσκάφη και σεισμοί: Η επιστροφή του Περού

  [19 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο έχει κερδίσει την αγάπη του κόσμου στις περισσότερες χώρες του πλανήτη αλλά όπως έχουμε πει κάμποσες φορές στο παρελθόν, παραφράζοντας τη γνώριμη Σαλονικιώτικη ρήση, «σαν τη Λατινική Αμερική δεν έχει». Τα παραδείγματα άλλωστε είναι αμέτρητα. Αυτή είναι μια διαπίστωση που σίγουρα θα έκαναν και οι άτυχοι Νεοζηλανδοί που βρέθηκαν αυτές τις μέρες στη Λίμα του Περού, για το δεύτερο παιχνίδι μπαράζ που θα έκρινε την ομάδα που θα ταξιδέψει το καλοκαίρι στη Ρωσία.

Όπως είναι εύκολα κατανοητό, το ζευγάρι Περού-Νέα Ζηλανδία είχε εξ αρχής ένα μεγάλο φαβορί. Οι Περουβιανοί μπορεί να έχουν να εμφανιστούν σε Μουντιάλ από το 1982 αλλά το επίπεδο τους απέχει αρκετά από αυτό των άπειρων αντιπάλων τους. Αυτή η διαφορά φαίνεται ακόμα και στην πορεία των δυο ομάδων μέχρι τα μπαράζ. Την ώρα που το Περού έδινε 18 μάχες για μια θέση στην πρώτη 5αδα με αντιπάλους όπως η Βραζιλία, η Ουρουγουάη, η Αργεντινή, η Κολομβία και η Χιλή, οι Νεοζηλανδοί άνετοι και ωραίοι αντιμετώπιζαν παγκόσμια… μεγαθήρια, όπως είναι τα Φίτζι, η Νέα Καληδονία και τα Νησιά Σολομώντα.

Η ποιοτική απόσταση των δυο ομάδων όμως μειώθηκε αισθητά λίγες μέρες πριν, όταν ο Πάολο Γκερέρο βρέθηκε θετικός σε παλιότερο έλεγχο ντόπινγκ. Χωρίς τον αρχηγό και ηγέτη του, το Περού δεν κατάφερε να διασπάσει την άμυνα των Νεοζηλανδών στο πρώτο ματς και το τελικό 0-0 πρόσθεσε επιπλέον άγχος στο φαβορί του ζευγαριού. Έτσι, και με το φόβο πως η ομάδα του μπορεί τελικά να αυτοκτονήσει και να κλωτσήσει αυτή την τεράστια ευκαιρία να βρεθεί σε ένα Μουντιάλ για πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια, ο απλός λαός ανέλαβε δράση. Και όχι μόνο ο απλός λαός.

Το μαρτύριο για την αποστολή της Νέας Ζηλανδίας ξεκίνησε πριν καν πατήσει το πόδι της στο έδαφος του Περού. Μετά από μια κουραστική πτήση 11,5 ωρών ως το Μπουένος Άιρες, οι ‘All Whites’ (Ολόλευκοι) μπήκαν στο δεύτερο αεροπλάνο που θα τους μετέφερε στη Λίμα, μια πτήση διάρκειας 4 ωρών υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά όταν μια χώρα τρελαμένη με το ποδόσφαιρο έχει να παίξει σε Μουντιάλ τόσα πολλά χρόνια, οι συνθήκες μόνο φυσιολογικές δεν είναι κι αυτό το καταλαβαίνει κανείς από το γεγονός ότι ο Υπουργός Εργασίας ανακοίνωσε πως αν η ομάδα προκριθεί στο Μουντιάλ η επόμενη μέρα θα είναι αργία, ως εθνική γιορτή, για να έρθει λίγο μετά ο Υπουργός Παιδείας και να διευκρινίσει ότι και τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά. Ή και από το γεγονός ότι όλες οι ομάδες της χώρας είχαν βάλει τα χρώματα της εθνικής σαν εικόνα στον λογαριασμό τους στο twitter.

Πίσω στο ατέλειωτο ταξίδι των Νεοζηλανδών, ο πύργος ελέγχου του αεροδρομίου ενημέρωσε τον πιλότο πως δεν μπορεί να προσγειωθεί «λόγω νέων περιορισμών στις αφίξεις του αεροδρομίου» (* διακριτικό γέλιο *), αναγκάζοντας τον να κάνει κύκλους στον αέρα για αρκετή ώρα, πριν κάνει τελικά μια στάση εκτός προγράμματος σε ένα άλλο κοντινό αεροδρόμιο. Όλη αυτή η… απρόοπτη διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα να φτάσει η αποστολή κατάκοπη στη Λίμα με πάνω από 3 ώρες καθυστέρηση.

Η συνέχεια δεν ήταν πολύ καλύτερη. Όση ώρα ο προπονητής και ο βοηθός του μιλούσαν με τους δημοσιογράφους, οι παίκτες επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο που τους περίμενε για να τους πάει στο ξενοδοχείο. Όταν ο προπονητής και ο βοηθός τέλειωσαν με τις δηλώσεις και έφτασαν στο ξενοδοχείο με ταξί ανακάλυψαν ότι το πούλμαν ήταν ακόμα στο δρόμο! Όπως έμαθαν αργότερα από τους παίκτες ο χαλαρός οδηγός δεν πέρασε ποτέ τα 35 χλμ/ώρα, κάνοντας μια διαδρομή 20 χιλιομέτρων να διαρκεί πάνω από 45 λεπτά (* νευρικό γέλιο*).

Οι ταλαιπωρημένοι και εκνευρισμένοι πλέον παίκτες κατάφεραν να φτάσουν στα δωμάτια τους μετά τη 1 τη νύχτα κι όταν επιτέλους μπόρεσαν να ξαπλώσουν μετά από μια ολόκληρη μέρα ταξιδιού, συνειδητοποίησαν ότι για το Περού ο αγώνας αυτός είχε ξεκάθαρο χαρακτήρα: «Ή εμείς ή κανείς». Λίγο μετά τις 3 τη νύχτα, έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό μπροστά ακριβώς από το ξενοδοχείο δεκάδες πυροτεχνήματα (γιατί το να πας απλά απ’έξω και να φωνάζεις συνθήματα ή να πατάς κόρνες είναι πλέον πολύ κλασικό και μέινστριμ), σηκώνοντας στο πόδι όχι μόνο τους πελάτες αλλά και όλη την περιοχή.

Η ταλαιπωρία των φιλοξενούμενων συνεχίστηκε φυσικά και την επόμενη μέρα. Πηγαίνοντας για την προπόνηση το λεωφορείο που τους μετέφερε έκανε, ξανά, απελπιστικά πολλή ώρα για να φτάσει στο γήπεδο (αρκετοί από τους επιβαίνοντες υποψιάζονται ότι ο οδηγός δεν διάλεξε την πιο σύντομη διαδρομή) ενώ όταν έφτασε σ’αυτό, παράτησε ουσιαστικά τους παίκτες απ’έξω καθώς η είσοδος που είχε επιλέξει – και η οποία, περιέργως, ήταν άλλη απ’αυτή που είχε μπει λίγες ώρες πριν το πούλμαν του Περού – ήταν πολύ χαμηλή και το πάνω μέρος του οχήματος δεν χωρούσε! Μετά από αυτό το απρόοπτο ακολούθησαν άλλα 30 λεπτά εκνευριστικής αναμονής γιατί, όλως τυχαίως, ο υπεύθυνος του γηπέδου είχε χάσει τα κλειδιά (* νευρικό γέλιο πιο δυνατό *).

Την ίδια ώρα έξω ακριβώς από το γήπεδο συγκεντρωμένοι οπαδοί περίμεναν σε ουρές 500 μέτρων (που είχαν στηθεί από το προηγούμενο βράδυ) για να παραλάβουν τα τελευταία εισιτήρια που είχαν κερδίσει από εθνική λοταρία. Ανάμεσα τους και ένα ζευγάρι που είχε έρθει για τον αγώνα από μια πόλη 900 χιλιόμετρα μακριά.

Δίπλα τους ακριβώς κάποιοι σαμάνοι και αυτοαποκαλούμενοι μάγοι, είχαν αραδιάσει στο πεζοδρόμιο φωτογραφίες των δυο ομάδων, έριχναν πάνω τους διάφορα ‘μαγικά’ υγρά και θειάφι και εκστόμιζαν αρχαίες κατάρες προς αυτές των Νεοζηλανδών, τις οποίες συχνά-πυκνά τρυπούσαν με καρφίτσες. Ένας εξ αυτών, περνώντας σε άλλο επίπεδο βουντού, κρατούσε ένα φίδι το οποίο και πίεζε προς τις εικόνες των κακόμοιρων φιλοξενούμενων, απαγγέλοντας ταυτόχρονα ‘ευχές’ που σίγουρα δεν βγήκαν από κάποιο εγχειρίδιο για το Fair Play. Και η μαγεία (όλων των ειδών) δεν σταματάει εδώ.

Οι ταλαιπωρημένοι, νευριασμένοι και πιθανόν λίγο φοβισμένοι παίκτες επέστρεψαν στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστούν, έχοντας πάντα στο μυαλό το ενδεχόμενο να τους περιμένουν εκεί οι ντόπιοι με χειροβομβίδες μια νέα παρτίδα πυροτεχνημάτων. Τελικά έπεσαν έξω, αφού για άλλη μια φορά η έμπνευση των Περουβιανών ξεπέρασε τις προσδοκίες. Σύμφωνα με τις καταγγελίες των ανθρώπων της Νέας Ζηλανδίας, τρία μαχητικά αεροσκάφη πετούσαν για ώρα πάρα πολύ χαμηλά πάνω από την περιοχή που βρίσκεται το ξενοδοχείο, προκαλώντας αναστάτωση στους πάντες. Για να σιγουρευτούν και οι τελευταίοι αθώοι παρατηρητές πως τα αεροπλάνα δεν πέρασαν τυχαία από εκεί τη συγκεκριμένη ώρα και μέρα, στο κάτω μέρος τους ήταν γραμμένο το σύνθημα «Vamos Peru» (* υστερικό γέλιο πλέον*).

Μετά απ’όλα αυτά, η εξέλιξη του αγώνα δεν μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Οι Περουβιανοί φίλαθλοι γέμισαν το γήπεδο μερικές ώρες πριν τη σέντρα (για την ακρίβεια, οι πρώτοι άρχισαν να μαζεύονται και να τραγουδάνε έξω απ’αυτό από το πρωί, 12 ώρες πριν το ματς!) και οι παίκτες στρίμωξαν τους Νεοζηλανδούς στα καρέ τους από το πρώτο λεπτό, έχοντας δοκάρι μόλις στο 2′. Το 1-0 ήρθε κάπου στα μισά του ημιχρόνου και πανηγυρίστηκε τόσο έξαλα που αρκετές εφαρμογές που ανιχνεύουν σεισμικές δονήσεις έστειλαν ειδοποίηση για χτύπημα του ‘Εγκέλαδου’ με επίκεντρο τη Λίμα, αναγκάζοντας το Σεισμολογικό Κέντρο να βγάλει διευκρινιστική ανακοίνωση! Το δεύτερο γκολ στην επανάληψη έδιωξε το άγχος όλων κι από εκεί και μετά ξεκίνησε ουσιαστικά το μεγάλο πάρτι, που κρίνοντας από τις αντιδράσεις όλων στη χώρα αυτές τις μέρες δεν προβλέπεται να τελειώσει σύντομα.

Το Περού επέστρεψε στη μεγαλύτερη γιορτή του παγκοσμίου ποδοσφαίρου μετά από πάρα πολλά χρόνια και μια ολόκληρη γενιά θα ζήσει για πρώτη φορά την εμπειρία της συμμετοχής σε ένα Μουντιάλ. Το εμπόδιο των Νεοζηλανδών δεν ήταν εξ αρχής κάτι το ιδιαίτερο αλλά δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι για την πρόκριση αυτή μόχθησαν χιλιάδες Περουβιανοί, εντός αλλά και εκτός γηπέδου.

Η ποδοσφαιρική ιστορία της χώρας απέκτησε μια νέα χρυσή σελίδα με τα φετινά κατορθώματα της παρέας του Γκερέρο και του Φαρφάν αλλά για όσους αγαπάνε το πάθος και τη μούρλα της Λατινικής Αμερικής όλα αυτά τα άκρως γραφικά και κωμικοτραγικά γεγονότα που έγιναν πριν σφυρίξει ο διαιτητής για πρώτη φορά (τα οποία, βέβαια, ανάλογα με την οπτική του παρατηρητή μπορούν να χαρακτηριστούν ακόμα και ντροπιαστικά, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του αντιπάλου) παραμένουν το αλατοπίπερο, που δίνει επιπλέον νοστιμιά στο ομορφότερο παιχνίδι του κόσμου.

Ζντένεκ Ζέμαν: Ο λούζερ που έχανε ωραία

  [3 Σχόλια]

Αν ψάξεις στη λίστα με τους καλύτερους προπονητές που έχουν περάσει από το Καμπιονάτο δεν θα τον εντοπίσεις. Αν ανοίξεις τη σελίδα του στη wikipedia και κοιτάξεις το παλμαρέ του δεν θα βρεις ούτε ένα σοβαρό κύπελλο. Αν όμως αναφέρεις το όνομα του σε κάποιον που παρακολουθούσε συστηματικά ιταλικό ποδόσφαιρο τη δεκαετία του 90′, τότε το πιθανότερο είναι να δεις ένα τεράστιο χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπο του. Σ’αυτό το νοσταλγικό χαμόγελο του τυχαίου ποδοσφαιρόφιλου κρύβεται όλη η ουσία της κοσμοθεωρίας του Ζντένεκ Ζέμαν.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 90′. Στην Ισπανία η ‘Dream Team’ του Γιόχαν Κρόιφ κερδίζει τους τίτλους τον έναν μετά τον άλλο αποδίδοντας κατά διαστήματα μαγικό ποδόσφαιρο. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Σάο Πάολο του ‘τελευταίου των ρομαντικών’ Τέλε Σαντάνα σαρώνει όποιον βρει στο πέρασμα της, κρατώντας ουσιαστικά στη ζωή το περίφημο jogo bonito που η εθνική Βραζιλίας του ίδιου προπονητή είχε μάθει στον κόσμο λίγα χρόνια πριν. Την ίδια εποχή στην Ιταλία, ο Ζντένεκ Ζέμαν αναλαμβάνει για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια τη θέση του προπονητή στην μικρούλα Φότζια.

Η ομάδα από τη νότια Ιταλία έχει περάσει όλη τη δεκαετία του 80′ μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης κατηγορίας και το σενάριο της επιστροφής στο Καμπιονάτο φαίνεται πλέον σχεδόν ουτοπικό. Ο 42χρονος εκείνη την εποχή Τσέχος, που μετακόμισε μόνιμα στην Ιταλία στα 21 του, έχει ήδη στο βιογραφικό του μερικές αποτυχίες και γι’αυτό η πρόσληψη του δεν ενθουσιάζει κανέναν στην πόλη. Η διάψευση όλων δεν θα μπορούσε να είναι πιο πανηγυρική.

Με ένα ρόστερ παντελώς άγνωστων ως τότε νέων παικτών ο Τσέχος καταφέρνει να παρουσιάσει στο χόρτο μια ομάδα που δεν μοιάζει με καμία άλλη του επιπέδου της. Η Φότζια παίζει ένα άκρως επιθετικό 4-3-3, με τους ακραίους μπακ να ανεβαίνουν συνεχώς, τον τερματοφύλακα να μετατρέπεται συχνά σε λίμπερο, παίζοντας αρκετά μακριά από την εστία όταν η ομάδα βρίσκεται στην επίθεση, με ασταμάτητη κίνηση όλων των παικτών, γρήγορο ρυθμό και ένα ανελέητο πρέσινγκ που συνοδεύεται από συχνή εφαρμογή του τεχνητού οφσάιντ.

Εκμεταλλευόμενος το νεαρό της ηλικίας των περισσότερων παικτών του, ο Ζέμαν περνάει στο μυαλό τους χωρίς καμία αντίσταση όλες τις ρομαντικές ιδέες του, συνοδεύει την άκρως επιθετική του θεωρία με εξαντλητικές προπονήσεις που στόχο έχουν να φτάσουν τους παίκτες σε ένα επίπεδο φυσικής κατάστασης που θα τους επιτρέπει να αντέχουν στον ρυθμό αυτό για όλο το ματς και το αποτέλεσμα ξεπερνάει τις προσδοκίες ακόμα και του πιο πιστού οπαδού της ομάδας.

Στη δεύτερη σεζόν του στον πάγκο, η Φότζια όχι μόνο κερδίζει την άνοδο για το Καμπιονάτο αλλά το κάνει και με εμφατικό τρόπο: Τερματίζει πρώτη, με διαφορά ασφαλείας και με 14 γκολ παραπάνω από τη δεύτερη καλύτερη επίθεση της Serie B! Σε ένα πρωτάθλημα που φημίζεται για τα under της και που οι περισσότερες ομάδες τελειώνουν τη σεζόν με μέσο όρο κάτω από 1 γκολ/αγώνα, η ομάδα του Ζέμαν σκοράρει σχεδόν 2 γκολ/παιχνίδι, στέλνοντας ένα πρώτο μήνυμα προς τους φιλάθλους της χώρας.

Η συμμετοχή στο φημισμένο Καμπιονάτο, που εκείνη την εποχή είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, δεν αλλάζει καθόλου τη φιλοσοφία του Ζέμαν. «Το 0-0 είναι βαρετό. Είναι καλύτερο να χάνεις με 5-4, τουλάχιστον αυτό σου προσφέρει μια έξαψη». Η Φότζια κατεβαίνει σε κάθε ματς προετοιμασμένη για να παίξει επιθετικό ποδόσφαιρο, αδιαφορώντας αν απέναντι της είναι η Άσκολι ή η Μίλαν.

Η αρχική εκτίμηση, πως με τέτοιο στυλ παιχνιδιού οι άσημοι πιτσιρικάδες της θα διασυρθούν από τις παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας και θα επιστρέψουν σύντομα στις κατηγορίες που σύχναζαν τα προηγούμενα χρόνια, πάει περίπατο από τις πρώτες κιόλας αγωνιστικές. Εβδομάδα με την εβδομάδα η ομάδα ανεβάζει στροφές και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη. Δεν είναι όμως μόνο τα αποτελέσματα που εκπλήσσουν. Είναι και οι εμφανίσεις. Η Φότζια προσφέρει απλόχερα θέαμα που δεν περιμένεις σε καμία περίπτωση να δεις από μια νεοφώτιστη και άπειρη ομάδα που ξεκινάει με βασικό στόχο να επιβιώσει στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου.

Ο Ζέμαν δεν καταδέχεται να αλλάξει το στυλ παιχνιδιού του ούτε στις έδρες-φόβητρο της χώρας. Οι απόψεις του γίνονται σιγά-σιγά γνωστές σε όλους: «Στην Ιταλία οι προπονητές φοβούνται πως αν χάσουν ένα ματς, μπορεί να χάσουν και τη δουλειά τους. Γι’αυτό και οι περισσότερες ομάδες προσπαθούν κυρίως να χαλάσουν το παιχνίδι του αντίπαλου, παρά να παίξουν οι ίδιες. Αυτό απέχει χιλιόμετρα από τη δικιά μου νοοτροπία».

Η ρομαντική προσέγγιση του στο παιχνίδι («Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοφιλές όχι λόγω των εταιρειών και των… φαρμακευτικών. Αλλά γιατί σε κάθε μία γωνία του πλανήτη υπάρχει ένα παιδάκι που κλωτσάει μία μπάλα») σε συνδυασμό με την λίγο μποέμ εικόνα του στις συνεντεύξεις και στον πάγκο, εκεί όπου κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο («Δεν μετράω πόσα καπνίζω τη μέρα γιατί αυτό θα μου προκαλούσε νευρικότητα κι έτσι θα κάπνιζα περισσότερο»), τον μετέτρεψαν σύντομα σε μια γαμάτη καλτ φιγούρα του ιταλικού ποδοσφαίρου. Ένας μικρός ποδοσφαιρικός χίπης σε μια χώρα που η επαγγελματική νίκη με 1-0 θα μπορούσε άνετα να ήταν στίχος στον εθνικό της ύμνο. «Ειλικρινά πιστεύεις ότι μια ομάδα που κερδίζει με 1-0 είναι πιο ισορροπημένη από μια που κερδίζει με 5-4;» είχε ρωτήσει σε μια συνέντευξη έναν Ιταλό δημοσιογράφο.

Σε αντίθεση με τον κουλ Ζέμαν των αγώνων, που ζούσε για το θέαμα της Κυριακής («Παραμένω στο ποδόσφαιρο για τη διασκέδαση. Δεν πηγαίνω στον κινηματογράφο από τότε που απαγόρεψαν το κάπνισμα στην αίθουσα. Στον πάγκο όμως μπορώ να σταθώ με ένα τσιγάρο για δυο ώρες και να απολαύσω μια υπέροχη κίνηση της ομάδας μου. Αυτό είναι το μόνο που επιζητώ»), ο Ζέμαν των προπονήσεων ήταν ένα αυστηρό αφεντικό που έφτανε τους παίκτες του στα όρια τους. Όταν τον κατηγορούσαν για την ένταση των προπονήσεων του, απαντούσε «κανένας δεν έχει πεθάνει εξαιτίας τους».

«Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης μαζί του δεν μπορούσα να ανέβω ούτε τα σκαλιά του σπιτιού μου. Αλλά όλη αυτή η δουλειά είχε ένα στόχο κι εσύ, σαν παίκτης, τον καταλάβαινες πολύ καλά. Δεινοπαθούσαμε στην προπόνηση αλλά όταν τελικά η ομάδα έμπαινε στο γήπεδο και έπαιζε όπως μας είχε δείξει, τότε το αποτέλεσμα ήταν μια απόλαυση. Και όλοι μας το ευχαριστιόμασταν» δήλωσε αρκετά χρόνια μετά ο Τζουζέπε Σινιόρι, που ήταν ένας από εκείνους τους άγνωστους νεαρούς που γαλουχήθηκαν δίπλα του και μετά έκαναν σπουδαία καριέρα σε μεγαλύτερες ομάδες.

Η ανάδειξη νέων ταλέντων ήταν ένα ακόμα χαρακτηριστικό που έκανε ξεχωριστό τον «Il Boemo», που δεν δίστασε ποτέ να χρησιμοποιήσει έναν μικρό σε κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Υπάρχουν πολλοί προπονητές σήμερα που απλά δίνουν οδηγίες στο γήπεδο, χωρίς να προσπαθούν να βελτιώσουν τους παίκτες. Υπάρχουν και κάποιοι λίγοι όμως που προσπαθούν να τους διαμορφώσουν. Νιώθω ότι είμαι ένας απ’αυτούς τους λίγους». Από τη χρυσή εκείνη φουρνιά της Φότζια τέσσερις παίκτες έφτασαν μέχρι την εθνική Ιταλίας. Τα επόμενα χρόνια από τα χέρια του Τσέχου πέρασαν πιτσιρίκια που πλέον τα ξέρει όλος ο πλανήτης. Ανάμεσα τους ο Τόττι, ο Νέστα, ο Ινσίνιε, ο Βεράτι και o Ιμόμπιλε. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι εξέλιξη θα είχαν αν δεν βρισκόταν στο δρόμο τους ο Ζέμαν και η ιδιαίτερη ποδοσφαιρική αντίληψη του. Το σίγουρο είναι ότι σχεδόν όλοι τους όταν μιλάνε γι’αυτόν, το στόμα τους στάζει μέλι.

Οι δρόμοι του Ζέμαν και της Φότζια χώρισαν το 1994, όταν δέχτηκε την πρόταση της Λάτσιο, θεωρώντας πως είχε φτάσει η ώρα για το επόμενο βήμα στην καριέρα του. Στα τρία χρόνια που πέρασε με τη Φότζια στην πρώτη κατηγορία η ομάδα όχι μόνο δεν απειλήθηκε ποτέ με υποβιβασμό αλλά έφτασε κοντά και στην πρώτη έξοδο της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Την πρώτη της σεζόν μάλιστα τέλειωσε το πρωτάθλημα με την δεύτερη καλύτερη επίθεση (πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Μίλαν των τρομερών Ολλανδών), σκοράροντας σε 7 παιχνίδια τουλάχιστον 3 γκολ! Το ‘Θαύμα της Φότζια’ ή αλλιώς η ‘Zemanlandia’, όπως έμεινε γνωστό το πέρασμα του από εκεί, έβαλε την ομάδα για τα καλά στον εγχώριο ποδοσφαιρικό χάρτη, της πρόσφερε αρκετούς νέους φιλάθλους, έγινε τραγούδι από τον Αντονέλο Βεντίτι, θέμα αρκετών ποδοσφαιρικών ντοκιμαντέρ και σημάδεψε το Καμπιονάτο εκείνης της εποχής. Με τη φυγή του Ζέμαν η Φότζια επανήλθε άμεσα στην ανυποληψία: υποβιβάστηκε και δεν επέστρεψε ποτέ στην πρώτη κατηγορία.

Ούτε όμως και ο ίδιος ο Ζέμαν κατάφερε κάπου αλλού κάποια ανάλογη επιτυχία. Το πέρασμα του από τις δυο μεγάλες ομάδες της Ρώμης δεν κατέστρεψε τον μύθο του αλλά δεν του χάρισε και κάποιον τίτλο. Οι κατηγορίες για ντοπάρισμα που εξαπέλυσε αργότερα εναντίον της Γιουβέντους τον στιγμάτισαν και, σύμφωνα με τον ίδιο τουλάχιστον, τον έστειλαν στη λίστα των ανεπιθύμητων της Ιταλίας. Ακολούθησαν αρκετές μικρές αλλά και μεγάλες αποτυχίες εντός και εκτός Ιταλίας. Το 2010 επέστρεψε στη Φότζια που τότε έπαιζε στην 3η κατηγορία. Τη μέρα της ανακοίνωσης της πρόσληψης η ομάδα έδωσε 3.000 εισιτήρια διαρκείας! Ο στόχος όμως της ανόδου δεν υλοποιήθηκε και στο τέλος της σεζόν ο Ζέμαν παραιτήθηκε.

Λίγους μήνες μετά ανέλαβε να οδηγήσει την Πεσκάρα στο Καμπιονάτο και τα κατάφερε με έναν τρόπο που θύμισε κάτι από τη Φότζια των 90s: Φουλ επιθετικό ποδόσφαιρο, αρκετοί ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και πρώτη θέση στη Serie B με 90 γκολ σε 42 ματς («Αν μπορείς να σκοράρεις 90 γκολ τότε δεν πρέπει να σε ανησυχεί ιδιαίτερα πόσα θα δεχτείς»)! Ακολούθησαν η Ρόμα, η Κάλιαρι και η ελβετική Λουγκάνο πριν επιστρέψει πέρσι στον πάγκο της Πεσκάρα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Κολλημένος στις ιδέες του, αρνείται να συμβιβαστεί και να αλλάξει οπτική κι αυτό το πληρώνει συνέχεια τα τελευταία χρόνια. «Θέλω η ομάδα μου να διασκεδάζει πάντα το κοινό και να του προσφέρει έντονα συναισθήματα». Η απόλυση και η αγωνιστική αποτυχία δεν τον φόβιζαν ποτέ. «Δεν υπάρχει τίποτα ατιμωτικό στο να τερματίζεις τελευταίος, αν έχεις παίξει με αξιοπρέπεια» δηλώνει με πάθος.

Το 2012 σε μια συνέντευξη του όταν ρωτήθηκε για τον Ζοσέ Μουρίνιο τον αποκάλεσε «μέτριο προπονητή» που, αν και κοουτσάρει παίκτες παγκόσμιας κλάσης, συχνά-πυκνά ο πρωταρχικός στόχος του είναι να καταστρέψει το παιχνίδι των αντιπάλων. Η πρόκληση του δεν έμεινε, φυσικά, αναπάντητη από τον Πορτογάλο. «Ώστε εγώ είμαι ένας μέτριος προπονητής; Ok! Σέβομαι κάθε άποψη. Ποιος είναι όμως ο Ζέμαν; Δεν τον γνωρίζω. Που ακριβώς παίζει; Είναι προπονητής; Συγγνώμη αλλά δεν το ήξερα. Τώρα που έχω μερικές μέρες άδεια θα ψάξω στο google για να δω ποιος είναι και τι έχει κερδίσει στην καριέρα του».

Αν ο Πορτογάλος έκανε πράγματι την αναζήτηση, είναι σίγουρο πως δεν θα εντυπωσιάστηκε από τα ευρήματα. Ο Ζντένεκ Ζέμαν πρόσφερε θέαμα κάθε Κυριακή σε χιλιάδες ανθρώπους τη δεκαετία του 90′, έφτιαξε από το πουθενά ένα υπέροχο ποδοσφαιρικό παραμύθι σε ένα πρωτάθλημα στο οποίο κυριαρχούσε μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία και βοήθησε στην ανάδειξη μερικών πολύ σπουδαίων παικτών, μεταλαμπαδεύοντας τους μερικές αυθεντικά ρομαντικές ποδοσφαιρικές ιδέες και αντιλήψεις, αλλά από τίτλους και βραβεία το μόνο που έχει να επιδείξει είναι δυο πρωταθλήματα στη Serie B.

Η έλλειψη χειροπιαστών επιτυχιών τον κατατάσσει άμεσα στους αποτυχημένους. Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν και «αιώνιο λούζερ». Η απάντηση του; «Μερικές φορές οι ηττημένοι είναι αυτοί που δίνουν περισσότερα στο ποδόσφαιρο από τους νικητές. Ελπίζω εγώ να έχω δώσει κάτι παραπάνω και κάτι διαφορετικό όλα αυτά τα χρόνια».

Το σουηδικό χωριό που θέλει να κατακτήσει την Ευρώπη

  [Καθόλου σχόλια]

Αν μπεις σε ένα τυχαίο καφενείο της Θεσσαλονίκης και ρωτήσεις τον πρώτο θαμώνα που θα πετύχεις “από ποια ομάδα αποκλείστηκε φέτος στο Γιουρόπα ο ΠΑΟΚ;” είναι σχεδόν σίγουρο ότι η απάντηση που θα πάρεις είναι “από ένα χωριό της Σουηδίας”. Τυπικά η απάντηση αυτή είναι λανθασμένη, καθώς το Έστερσουντ είναι μια κανονική πόλη 50.000 κατοίκων, αλλά ουσιαστικά και μιλώντας καθαρά ποδοσφαιρικά, κρύβει μια αλήθεια αφού πρόκειται για ένα ‘χωριό’ που χάρη στην πρόκριση εκείνη βρέθηκε σ’έναν ευρωπαϊκό όμιλο με ομάδες από πόλεις δεκαπλάσιες σε μέγεθος.

Το να δυσκολεύεται κάποιος να θυμηθεί το όνομα μιας ομάδας που πριν από δυο μήνες έπαιξε στην πόλη του δεν είναι καθόλου παράξενο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Μέχρι πριν ένα χρόνο, ακόμα και οι Σουηδοί δεν ήξεραν ότι υπάρχει τέτοια ομάδα. Και όσο τραβηγμένο κι αν ακούγεται, μέχρι πριν από λίγα χρόνια ακόμα και οι ίδιοι οι κάτοικοι του Έστερσουντ πιθανόν αγνοούσαν την ύπαρξη της ομάδας της πόλης τους. Μια ομάδα που ιδρύθηκε πριν από 21 χρόνια και βολόδερνε μεταξύ της 3ης και 4ης κατηγορίας μέχρι τη μέρα που ο Ντάνιελ Κίντμπεργκ αποφάσισε να της αλλάξει ρότα.

Ο Κίντμπεργκ, πρώην αντισυνταγματάρχης που πέρασε τις προηγούμενες δυο δεκαετίες της ζωής του σε στρατιωτικές αποστολές στη Βοσνία και το Κονγκό, ανέλαβε σχεδόν από το μηδέν. Η ομάδα εκείνη την εποχή είχε μια χούφτα μέτριους παίκτες, έναν υπάλληλο πλήρους απασχόλησης, ένα ανύπαρκτο μπάτζετ και έκοβε πάνω-κάτω 700 εισιτήρια σε κάθε εντός έδρας ματς. Η εικόνα διάλυσης του συλλόγου δεν πτόησε τον Κίντμπεργκ, που έχει επιβιώσει σε πολύ χειρότερες καταστάσεις: “Γενικότερα, νιώθω πολύ ήρεμος όταν όλα γύρω μου καταρρέουν. Έτσι κι αλλιώς στο ποδόσφαιρο δεν σε σημαδεύει κανένας με όπλο”.

Η πρώτη προτεραιότητα του ήταν να βρει έναν προπονητή. Η λύση ήρθε μέσω γνωστών από την Αγγλία, που τον πρότειναν έναν νεαρό Άγγλο που είχε αποσυρθεί από το ποδόσφαιρο στα 30 του (έχοντας φτάσει μέχρι και την Πρέμιερ Λιγκ με τη Σαουθάμπτον) και εκείνη την εποχή έκανε το μεταπτυχιακό του στο πανεπιστήμιο του Λιντς. Ο Γκράχαμ Πότερ αποδέχτηκε την απρόβλεπτη πρόταση και πήρε το ρίσκο να μετακομίσει στα βόρεια της Σουηδίας, για χάρη μιας παντελώς άγνωστης ομάδας που δεν ήξερε κανείς. “Σε όποιον ντόπιο έλεγα για ποιο λόγο βρίσκομαι στην πόλη μου απαντούσε πως είμαι τρελός” θυμάται σήμερα ο ίδιος. Η επιλογή του Κίντμπεργκ αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από πετυχημένη. Με τον Πότερ στον πάγκο η ομάδα κέρδισε δυο συνεχόμενες ανόδους και τελικά βρέθηκε πέρσι για πρώτη φορά στην πρώτη κατηγορία. Η ανηφόρα όμως δεν σταμάτησε ούτε εκεί.

Η ομάδα του Πότερ (που είναι αυτή τη στιγμή ο μόνος Άγγλος προπονητής στο Γιουρόπα Λιγκ!) όχι μόνο δεν κινδύνευσε στιγμή να υποβιβαστεί αλλά έφτασε και στην κατάκτηση του κυπέλλου, ένα ασύλληπτο κατόρθωμα για μια πόλη που μέχρι πρόσφατα δεν ήξερε ότι έχει ομάδα ποδοσφαίρου. Το κερδισμένο κύπελλο χάρισε στην Έστερσουντ και το πρώτο της εισιτήριο για τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και τη συνέχεια λίγο-πολύ την ξέρουν οι περισσότεροι Έλληνες και ειδικότερα οι οπαδοί του ΠΑΟΚ: Πρόκριση επί της πανάκριβης Γαλατασαράι, πρόκριση επί του φιλόδοξου ΠΑΟΚ και συμμετοχή στους ομίλους στην πρώτη της μόλις προσπάθεια.

Οι 700 θεατές έγιναν 8000, ο κόσμος στους δρόμους άρχισε να κυκλοφορεί φορώντας ποδοσφαιρικές φανέλες και η ‘Πόλη του Χειμώνα’, όπως είναι το παρατσούκλι της, άρχισε για τα καλά να ζει στο ρυθμό του ποδοσφαίρου. Κάπου εδώ σταματάνε και οι όποιες ομοιότητες παρουσιάζει η Έστερσουντ με τις υπόλοιπες ‘σταχτοπούτες’ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Το δίδυμο Κίντμπεργκ-Πότερ δεν πιστεύει στα κλασικά μοντέλα διαχείρισης μικρών ομάδων. “Αν θέλουν να κερδίσουν οι μικρές ομάδες τις μεγάλες πρέπει να είναι διαφορετικές και παράξενες” δηλώνει με απόλυτη σοβαρότητα ο πρόεδρος και η ομάδα του ακολουθεί αυτό το μότο πιστά.

“Οι περισσότεροι από τους παίκτες μας έχουν απορριφθεί από άλλες ομάδες. Είναι ‘αποφάγια’, που ο κόσμος πιστεύει ότι δεν αξίζουν. Εμείς όμως τους συγκεντρώσαμε, τους βάλαμε στο κατάλληλο περιβάλλον και τους έχουμε μετατρέψει σε φανταστικούς παίκτες. Αυτό είναι κάτι που οι δισεκατομμυριούχοι ιδιοκτήτες δεν θα έκαναν ποτέ. Εμείς πιστεύουμε ότι οι παίκτες μπορούν πάντα να γίνουν καλύτεροι” δηλώνει περήφανος ο Κίντμπεργκ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιτυχημένης αυτής επεξεργασίας είναι ο αρχηγός Μπρούα Νούρι, που γεννήθηκε στο Ιράν από Κούρδους γονείς. Μέχρι το 2014 έπαιζε σε μια μικρή ομάδα Κούρδων προσφύγων, ξενυχτούσε συνέχεια και ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο. Ο Πότερ τον γνώρισε τυχαία στον κεντρικό σταθμό της Στοκχόλμης, τον πίστεψε και σήμερα ο 30χρονος Νούρι είναι διεθνής και πασίγνωστος στο σουηδικό ποδόσφαιρο.


Ένας Πότερ που δεν είναι… Χάρι αλλά πιθανόν να έχει κι αυτός μαγικές ικανότητες

Η διαφορετικότητα της Έστερσουντ δεν σταματάει όμως στο ρόστερ. Περιγράφει ο πρόεδρος: “Μια μέρα ήμουν με έναν διάσημο Σουηδό συγγραφέα και μου είπε ‘Ντάνιελ, ξέρεις τι φοβούνται περισσότερο οι Σουηδοί; Το να βρεθούν πάνω στη σκηνή, μπροστά σε πολλούς ανθρώπους’. Αυτό μου καρφώθηκε στο μυαλό και κάπως έτσι μου δημιουργήθηκε η ιδέα της Culture Academy, όπου κάθε χρόνο διαλέγουμε ένα θέμα και το δουλεύουμε σαν ομάδα, για να το παρουσιάσουμε τελικά κάποια στιγμή το φθινόπωρο”. Να κάτι που δεν συναντάς κάθε μέρα: Μια ομάδα που τη μια μέρα υποδέχεται τη Χέρτα Βερολίνου για ένα κρίσιμο ευρωπαϊκό ματς (και την κερδίζει μάλιστα με γκολ του Νούρι) και την επόμενη οι παίκτες και το τεχνικό της τιμ ανεβάζουν στη σκηνή μπροστά σε 500 θεατές μια δική τους εκδοχή της ‘Λίμνης των Κύκνων’!

Ο στόχος είναι πολλαπλός: Η ομάδα δένεται περισσότερο, οι παίκτες ανακαλύπτουν ένα δημιουργικό χόμπι που τους κρατάει σε εγρήγορση σε μια κρύα, σκοτεινή πόλη με λίγες επιλογές διασκέδασης και ταυτόχρονα αποκτούν νέες δεξιότητες και υπερνικούν τις όποιες φοβίες και αδυναμίες τους, κάτι που ο Κίντμπεργκ θέλει να πιστεύει ότι βοηθάει και στη διαχείριση δύσκολων καταστάσεων εντός του αγωνιστικού χώρου, όπως για παράδειγμα το να παραμείνουν ψύχραιμοι και συγκεντρωμένοι στη φανατισμένη έδρα της Γαλατασαράι.

Η παράσταση μπαλέτου πάντως δεν ήταν η πρώτη καλλιτεχνική τους δημιουργία. Είχε προηγηθεί η ομαδική συγγραφή ενός βιβλίου, η δημιουργία μιας έκθεσης τέχνης και η οργάνωση μιας ροκ συναυλίας. Ταυτόχρονα με όλα αυτά οι άνθρωποι της ομάδας έχουν αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις με τα τοπικά κέντρα προσφύγων καθώς και με αρκετές φιλανθρωπικές οργανώσεις της περιοχής. Κανείς από τους Κίντμπεργκ και Πότερ δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι αυτή η παράλληλη πολιτιστική δράση μπορεί να βοηθήσει σημαντικά κάποια άλλη ομάδα που θα επιχειρήσει να αντιγράψει το μοντέλο. Είναι όμως πεπεισμένοι πως στη δική τους ομάδα η ιδέα πιάνει.

Ακόμα και στη γενικότερη φιλοσοφία της όμως, η Έστερσουντ διαφέρει αισθητά. Μια οποιαδήποτε άλλη μικρή ομάδα που θα κατάφερνε τόσα πολλά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα θα είχε ως στόχο να διατηρήσει τα κεκτημένα και να παραμείνει όσο περισσότερο μπορεί σ’αυτό το εντυπωσιακό για τα δεδομένα της επίπεδο. Ο Κίντμπεργκ όμως αρνείται να συμβιβαστεί με αυτά και ονειρεύεται ακόμα πιο ψηλές κορυφές. “To πιο σημαντικό για εμάς τώρα είναι να γίνουμε πρωταθλητές Σουηδίας. Όταν το καταφέρουμε αυτό, μετά θα στοχεύσουμε το Τσάμπιονς Λιγκ”. Όσο για το παρόν; “Αν πιστεύω ότι μπορούμε φέτος να κερδίσουμε το Γιουρόπα Λιγκ; Φυσικά μπορούμε! Αν δεν μπορούσαμε, ποιος ο λόγος να συμμετέχουμε; Δεν αρκεί να ελπίζεις. Πρέπει να το πιστεύεις.”

Δεν γνωρίζουμε αν αυτά είναι ουτοπικά όνειρα ενός υπερβολικά ενθουσιασμένου προέδρου που βλέπει το δημιούργημα του να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια προς την κορυφή πολύ πιο γρήγορα απ’ότι θα φανταζόταν και ο ίδιος το 2010. Αυτό που σίγουρα δεν αμφισβητείται είναι ότι μια ομάδα που μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν υπήρχε καν στον Σουηδικό ποδοσφαιρικό χάρτη, σήμερα το βράδυ υποδέχεται στην έδρα της την ιστορική Αθλέτικ Μπιλμπάο στα πλαίσια ενός αγώνα ομίλων του Γιουρόπα Λιγκ.

Κι αν αυτό το γεγονός από μόνο του δεν καταφέρνει να κερδίσει την εκτίμηση κάποιων, υπάρχει και η βαθμολογία του ομίλου, στην οποία η Έστερσουντ φιγουράρει μόνη της στην κορυφή με 2/2 νίκες και 0 γκολ παθητικό (η μοναδική ομάδα στη διοργάνωση που έχει δυο νίκες και ταυτόχρονα έχει κρατήσει αλώβητη την εστία της!). Το “χωριό από τη Σουηδία” φαίνεται πως ήρθε για να μείνει. Τουλάχιστον μέχρι να μπορούν οι περισσότεροι ποδοσφαιρόφιλοι να θυμηθούν το όνομα του.

Ερνέστο Χαβιέρ Σεβαντόν: Ένας ερωτευμένος σχιζοφρενής

  [2 Σχόλια]

«Τρέχω συνέχεια να κρυφτώ μακριά από σένα και όλο νομίζω πως μπορώ να γιατρευτώ, 
Πάνω σου πέφτω ξαφνικά και απεγνωσμένα στα ηλεκτροσόκ σου προσπαθώ να αντισταθώ…»

Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί και να κάνεις γι’αυτή ενέργειες που ξεπερνάνε, έστω και λίγο, τη λογική είναι κάτι πολύ συνηθισμένο στο ποδόσφαιρο. Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί, να καταφέρεις να γίνεις μέλος της και να καταλήξεις τελικά θρύλος της, βάζοντας στην άκρη το επαγγελματικό σκέλος της δουλειάς σου, δεν είναι (ειδικά στις μέρες μας) τόσο συνηθισμένο αλλά όταν γίνεται σωστά κερδίζει το χειροκρότημα και την εκτίμηση όλων. Το να μετακομίσεις σε μια άλλη ήπειρο, σε μια μικρή και σχετικά άσημη ομάδα, να την αγαπήσεις και να δώσεις τα πάντα γι’αυτήν, γνωρίζοντας πως ελάχιστοι θα το μάθουν και θα σου δώσουν τα εύσημα που ίσως αξίζεις, είναι πάρα πολύ σπάνιο. Αυτή λοιπόν είναι η πάρα πολύ σπάνια ιστορία του Ερνέστο Σεβαντόν που ερωτεύτηκε τη μικρούλα Λέτσε.

Το καλοκαίρι του 2001 στην πόλη του Λέτσε κατέφθασε ένας 21χρονος κοντοκουρεμένος Ουρουγουανός, με σκοπό να αντικαταστήσει τον Κριστιάνο Λουκαρέλι που είχε πάρει μεταγραφή στην Τορίνο. Το γεγονός ότι ο Λουκαρέλι είχε κάνει δυο εξαιρετικές σεζόν στην κορυφή της επίθεσης της ομάδας, σε συνδυασμό με το ότι ο νεοφερμένος πιτσιρικάς δεν είχε παίξει ποτέ εκτός συνόρων είχαν προκαλέσει ανησυχία στους φίλους της ομάδας. Όπως στις περισσότερες ρομαντικές ιστορίες όμως, ο έρωτας χτύπησε και τις δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή.

Πρώτο ματς του Καμπιονάτο, πρώτη επίθεση της Λέτσε, o τερματοφύλακας της Πάρμα μπλοκάρει τη μπάλα και ετοιμάζεται να τη στείλει προς το κέντρο, ο Σεβαντόν βάζει το σώμα του έξυπνα, την τσιμπάει ουσιαστικά μέσα από τα χέρια του και με ένα γρήγορο γυριστό τη στέλνει στην άδεια εστία. Δεν έχουν συμπληρωθεί ούτε δυο λεπτά πρωταθλήματος! Πριν καν καταλάβει ο Φρέι πως έγινε το μοιραίο, ο Σεβαντόν έχει πηδήξει τις διαφημιστικές πινακίδες, έχει φτάσει μπροστά στο πέταλο των φανατικών και πανηγυρίζει σαν τρελός, φιλώντας τη φανέλα και καλώντας τον κόσμο να ξεσηκωθεί. Ακόμα και οι πιο δύσπιστοι και προσγειωμένοι στις εξέδρες υποψιάζονται πως δεν έχουν να κάνουν με έναν ακόμα ξένο μισθοφόρο.

Ο Ουρουγουανός τελειώνει τη σεζόν με 11 γκολ αλλά η Λέτσε δεν καταφέρνει να σωθεί. Όλοι περιμένουν πως ο υποβιβασμός θα είναι μια ιδανική αφορμή για τον 22χρονο επιθετικό να κάνει το επόμενο βήμα στην καριέρα του, προς μια καλύτερη ομάδα. Η διάψευση έρχεται άμεσα. Ο Σεβαντόν όχι απλά ακολουθεί την ομάδα στη Serie B αλλά εκεί γίνεται και ο ηγέτης της στην επίθεση. Σκοράρει 16 φορές, σκυλιάζει σε κάθε ματς, πανηγυρίζει έξαλλα κάθε γκολ και στο τέλος της χρονιάς το Λέτσε πανηγυρίζει την πολυπόθητη επιστροφή στο Καμπιονάτο.

Οι ελάχιστοι που έχουν ξεφύγει από τη γοητεία της σχέσης του με την κερκίδα παραδίνονται σ’αυτή ένα απόγευμα του Οκτωβρίου, όταν στο εκτός έδρας τοπικό ντέρμπι με τη Μπάρι εξαπολύει έναν απίστευτο κεραυνό στο παραθυράκι, λίγα μόλις λεπτά πριν το τελευταίο σφύριγμα, και δευτερόλεπτα μετά βρίσκεται, όπως πάντα, μπροστά στο πέταλο των εκδρομέων, με τη φανέλα στα χέρια και τις φλέβες ορατές.

Ακολουθεί μια ακόμα εξαιρετική σεζόν με 20 γκολ, με το συνολικό κοντέρ να φτάνει πλέον τα 49, μερικά εκ των οποίων ιδιαιτέρως εντυπωσιακά (ανάμεσα τους κάποιες υπέροχες εκτελέσεις φάουλ και ένα γκολ από κόρνερ). Το καλοκαίρι του 2004 αποφασίζεται πως είναι για το καλό όλων ο παίκτης να δοκιμάσει την τύχη του κι άλλου κι έτσι η νέα χρονιά τον βρίσκει στο εξωτικό Μονακό.

Έξι χρόνια αργότερα, το 2010, και αφού έχει κάνει ένα πέρασμα από τη Σεβίλλη και ένα πιο μικρό από την Αταλάντα, αποφασίζει να επιστρέψει στο μέρος που αγάπησε περισσότερο απ’όλα. Η σεζόν δεν εξελίσσεται όμως καλά, οι τραυματισμοί δεν τον αφήνουν σε ησυχία και οι σχέσεις του με τον προπονητή είναι κακές, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά τον δύσκολο χαρακτήρα του (τα δυο παρατσούκλια που του κόλλησαν στη διάρκεια της καριέρας του άλλωστε δεν ήταν καθόλου τυχαία: «el loco» και «el animal»). Παίζει όλα κι όλα 16 παιχνίδια, σκοράρει μόνο 4 φορές και στο τέλος της σεζόν φτιάχνει βαλίτσες για να επιστρέψει στη Λατινική Αμερική. Ο έρωτας τους περνάει κρίση.

Τα δεδομένα όμως αλλάζουν γρήγορα. Ένα μόλις χρόνο μετά η Λέτσε έχει κατρακυλήσει στην τρίτη κατηγορία, μετά και την τιμωρία της για την εμπλοκή στο σκάνδαλο Scommessopoli. Ο πρόεδρος της έχει τιμωρηθεί με απαγόρευση ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο για πέντε χρόνια. Με το κλίμα στην πόλη να είναι τραγικό και την ομάδα σε κατάσταση διάλυσης, οι άνθρωποι της διοίκησης προσπαθούν να βρούνε λύσεις. Ο έμπειρος Ερνέστο Σεβαντόν συμπεριλαμβάνεται στις λύσεις αυτές.

Ο Ουρουγουανός είναι πλέον 32 χρονών και παίζει στην Κολόν στην Αργεντινή αλλά όταν μαθαίνει για την κατάσταση της Λέτσε που καταρρέει δεν το σκέφτεται πολύ. Μπαίνει στο πρώτο αεροπλάνο και επιστρέφει στην Ιταλία. Οι άνθρωποι της διοίκησης του εξηγούν πως τα οικονομικά είναι πολύ στενά αφού η τρίτη κατηγορία δεν σου επιτρέπει καμία υπερβολή. Ο Σεβαντόν τους εξηγεί ότι δεν τον ενδιαφέρουν τα χρήματα και τους ρωτάει ποιο είναι το κατώτατο που μπορούν, βάσει νομοθεσίας, να του δώσουν. Του απαντάνε: «900 ευρώ το μήνα». Ο Σεβαντόν χαμογελάει και σηκώνει το χέρι για την χειραψία της συμφωνίας. Εννιακόσια ευρώ το μήνα. Λίγο αργότερα θα δηλώσει στους δημοσιογράφους: «O πραγματικός μου μισθός είναι η αγάπη του κόσμου, όχι τα λεφτά. Για μένα αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’όλα. Ξέρω ότι εδώ οι οπαδοί με αγαπάνε. Ο στόχος μου είναι να ανεβάσουμε την ομάδα στη Serie B και μετά αμέσως στη Serie A. Πρέπει να επιστρέψουμε εκεί που ανήκουμε». Είναι πασιφανές πως ο έρωτας τους έχει πλέον περάσει σε άλλο επίπεδο.

Η Λέτσε θα παλέψει για την άνοδο μέχρι τέλους αλλά θα χάσει το απ’ευθείας εισιτήριο για μια νίκη. Θα αναγκαστεί να παίξει πλέι οφ ανόδου, εκεί όπου θα περάσει το εμπόδιο της Βίρτους Εντέλα, με τον 33χρονο πλέον Σεβαντόν να σκοράρει με ένα εξαιρετικό σουτ στο ‘γάμα’ της εστίας. Στον τελικό των πλέι οφ θα αντιμετωπίσει σε διπλά παιχνίδια την Κάρπι. Θα ηττηθεί εκτός έδρας με 1-0 και, σαν να μην έφτανε αυτό, θα χάσει και τον Ουρουγουανό που θα τραυματιστεί σοβαρά στο χέρι. Ο ‘Loco’ θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να προλάβει τη ρεβάνς στο Λέτσε αλλά το χέρι δεν θα φτιάξει. Απελπισμένος και αδυνατώντας να χωνέψει ότι θα λείπει από ένα τέτοιο ματς, θα απαιτήσει από τον προπονητή να τον συμπεριλάβει τουλάχιστον στην αποστολή.

Με το δεξί χέρι μπαταρισμένο κοντά στον αγκώνα θα κάτσει στον πάγκο, προσπαθώντας με την παρουσία του τουλάχιστον να βοηθήσει ψυχολογικά τους υπόλοιπους στην προσπάθεια για τη μεγάλη ανατροπή. Η Λέτσε θα ανοίξει το σκορ νωρίς και θα πάει στα αποδυτήρια με το 1-0. Δεκαέξι λεπτά πριν το τέλος όμως, η Κάρπι θα ισοφαρίσει με γκολ από φάουλ. Το γήπεδο θα ‘παγώσει’. Ο Σεβαντόν δεν τα παρατάει. Εκτός από απλός ψυχάκιας είναι και αποδεδειγμένος μαχητής, για να μην αναφέρουμε και την Ουρουγουανική καταγωγή του. Λίγα λεπτά μετά την ισοφάριση και ενώ όλη η ομάδα πελαγοδρομεί, ζητάει από τον προπονητή άδεια για να μπει. «Μα το χέρι σου είναι σπασμένο». «Θέλω να μπω».

Στο 81ο λεπτό ενός σκληρού αγώνα που κρίνει μια άνοδο ο Ερνέστο Σεβαντόν μπαίνει αλλαγή με το δεξί χέρι σε επίδεσμο και μόνιμα τοποθετημένο σε ορθή γωνία. Ο Ουρουγουανός δεν θα μασήσει να χωθεί σε όλες τις φάσεις, θα πέσει για τάκλιν, θα προλάβει να τιμωρηθεί με κίτρινη κάρτα αλλά το πολυπόθητο γκολ δεν θα έρθει ποτέ. Λίγα λεπτά μετά το τελευταίο σφύριγμα δεν θα αντέξει και θα βάλει τα κλάματα. Δεν έχουν όλες οι ερωτικές ιστορίες ευτυχισμένο φινάλε.

To τελείωμα της τρίτης θητείας του στο Λέτσε θα είναι και ο οριστικός επίλογος της σχέσης τους. Η τελευταία εικόνα με τη φανέλα της ομάδας θα είναι για πάντα αυτή που με το αριστερό χέρι, το καλό, κρύβει το πρόσωπο του για να μη φανούν τα δάκρυα. «Φόρεσα τη φανέλα πολλών ομάδων αλλά τη φανέλα της Λέτσε δεν την έβγαλα ποτέ» θα πει κάποια στιγμή κι αν σκεφτείς ότι με τις άλλες φανέλες κατέκτησε ένα κύπελλο ΟΥΕΦΑ και έφτασε να παίζει στο Τσάμπιονς Λιγκ καταλαβαίνεις εύκολα το δέσιμο που δημιουργήθηκε ανάμεσα σ’έναν Ουρουγουανό και μια μικρή ιταλική ομάδα.

«Το 2001 ουσιαστικά υπέγραψα ένα συμβόλαιο εφ’όρου ζωής με τη Λέτσε και τους οπαδούς της. Το ήξερα από την πρώτη στιγμή που έφτασα εδώ».

Τραγουδώντας στην Κόλαση

  [5 Σχόλια]

Ψάχνοντας κανείς πληροφορίες για τη Νέα Ορλεάνη, διαπιστώνει σχετικά εύκολα ότι ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κουλτούρας της πόλης είναι οι τζαζ κηδείες. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας κηδείας, μια μπάντα ακολουθεί τους συγγενείς του νεκρού στην πορεία τους μέχρι το νεκροταφείο, παίζοντας κάποιο πένθιμο εμβατήριο ή κάποιον μελαγχολικό ρυθμό. Όταν όμως ο νεκρός αφεθεί στην ‘τελευταία του κατοικία’ και η συνοδεία του πάρει το δρόμο της επιστροφής, το κλίμα σιγά-σιγά αλλάζει. Οι μελωδίες των μουσικών γίνονται πιο χαρούμενες και γρήγορες και ο κόσμος αρχίζει να χορεύει στο δρόμο (ένα χορό που πολλές φορές τον αποκαλούν «καθαρτικό»), σε μια προσπάθεια να τιμήσει το νεκρό και τη γεμάτη ζωή που έζησε αλλά και σε μια συμβολική κίνηση που δείχνει ότι η ζωή συνεχίζεται.

H Ρίβερ Πλέιτ ‘γεννήθηκε’ στις 25 Μαΐου του 1901 σε μια συνοικία δίπλα σε αυτή της Μπόκα. Μεγαλώνοντας κατέκτησε τα πάντα. Η ιστορία της είναι γεμάτη σπουδαίες επιτυχίες: Κατέκτησε πρωταθλήματα, κύπελλα, Λιμπερταδόρες, Σουνταμερικάνα, Διηπειρωτικό, ανέδειξε μερικούς από τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο, έφτιαξε μια από τις πιο φημισμένες ομάδες στην ιστορία του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, κουβάλησε περισσότερους από 15.000 οπαδούς (ανάμεσα τους κι έναν ολομόναχο τυφλό) στην άλλη άκρη της γης και ψηφίστηκε ως η 9η καλύτερη ομάδα του προηγούμενου αιώνα. Αν έπρεπε κάποιος να διαλέξει την πιο μεγάλη στιγμή της ιστορίας της όμως, θα έπρεπε να αδιαφορήσει για όλα αυτά τα αξιοσημείωτα κατορθώματα στα οποία οι ‘Μιλιονάριος’ βρέθηκαν στην κορυφή και να κοιτάξει πιο χαμηλά. Πολύ πιο χαμηλά. Για την ακρίβεια, στον πάτο.

Οι περισσότεροι θα σκεφτούν ότι η Ρίβερ ακούμπησε τον δικό της πάτο στα τέλη Ιουνίου του 2011, όταν και υποβιβάστηκε στη δεύτερη κατηγορία. Αλλά εκείνο ήταν μόνο το πρώτο βήμα, όπως ακριβώς ένας δύτης ακουμπάει στο βυθό με το πρώτο πόδι. Ο πραγματικός πάτος βρίσκεται όταν και τα δυο πόδια πατήσουν γερά στον πυθμένα και βουλιάξουν και λίγο στο χώμα από το βάρος και για τη Ρίβερ αυτή η στιγμή ήρθε δυο περίπου μήνες μετά.

Ένα χειμωνιάτικο (για την Αργεντινή) και βροχερό απόγευμα του Αυγούστου του 2011, η Ρίβερ υποδεχόταν στην έδρα της την Τσακαρίτα Τζούνιορς. Ήταν η πρώτη αγωνιστική της δεύτερης κατηγορίας. Εκείνος ο αγώνας ήταν ο πραγματικός πάτος της, το απόλυτο ναδίρ μιας ένδοξης ιστορίας 110 χρόνων, η οριστική συνειδητοποίηση της τραγωδίας την οποία ζούσε μια από τις μεγαλύτερες ομάδες του πλανήτη, η μέρα που λογικά ακούστηκε η πρώτη, γεμάτη ειρωνεία και καζούρα, ερώτηση από φίλους και γνωστούς που υποστηρίζουν τους ‘άλλους’: «Mε ποιο μεγαθήριο παίζετε σήμερα;»

Το σοκ του υποβιβασμού αποτελούσε πλέον παρελθόν και μπροστά βρισκόταν μόνο η εφιαλτική αποδοχή της κατάστασης και ο αναπόφευκτος συμβιβασμός με αυτή. Όταν όλοι οι υπόλοιποι ‘μεγάλοι’ της χώρας ετοιμαζόταν για τη δεύτερη αγωνιστική της πρώτης κατηγορίας, κάνοντας σχέδια και όνειρα για τίτλους και φιέστες, η Ρίβερ Πλέιτ ετοιμαζόταν να ξεκινήσει την ανάβαση του δικού της Γολγοθά, μέσω μιας δύσκολης διαδρομής που δεν είχε ξανακάνει ποτέ.

Εκεί λοιπόν, σ’εκείνο το κρύο και μίζερο Αυγουστιάτικο απόγευμα εντοπίζω εγώ τη μεγαλύτερη και ομορφότερη στιγμή στην τεράστια ιστορία αυτού του συλλόγου. Και όχι φυσικά στο χόρτο του Μονουμεντάλ, αλλά στις κερκίδες. Εκεί που βρέθηκαν μερικές δεκάδες χιλιάδες ανώνυμοι οπαδοί, που έβαλαν στην άκρη τη θλίψη, το θυμό και τον εγωισμό τους, που πιθανόν τους φώναζε «Ρίβερ είσαι, είναι δυνατόν να τρέχεις χειμωνιάτικα να δεις αγώνα δεύτερης κατηγορίας;» και πήγαν να στηρίξουν μια ομάδα που μπορεί να μη θύμιζε αυτή με την οποία μεγάλωσαν και να μην έμοιαζε καθόλου μ’αυτή που οι ίδιοι ονειρευόταν αλλά ακόμα και άσχημη, ανίκανη και αποτυχημένη παρέμενε «η δικιά τους Ρίβερ».

Η πιο ωραία στιγμή είναι αυτό το σχεδόν ανατριχιαστικό, ακόμα και για κάποιον τρίτο -όπως εμείς- που απλά εκτιμάει την αγνή οπαδική αγάπη, βίντεο στο οποίο μερικές χιλιάδες οπαδοί, άνθρωποι που μεγάλωσαν υποστηρίζοντας ένα μεγαθήριο του ποδοσφαίρου, που κατά κύριο λόγο τους πρόσφερε χαρές και μια αίσθηση ανωτερότητας και μεγαλείου, άνθρωποι που λογικά έχουν ζήσει θρυλικές νίκες και τις κατακτήσεις αρκετών τίτλων, άνθρωποι που βρέθηκαν ξαφνικά σε μια ποδοσφαιρική και οπαδική Κόλαση που θα έκανε πολλούς να το παίξουν αδιάφοροι ή να κλειστούν τις Κυριακές στα σπίτια τους από ντροπή, σ’ένα σκατένιο σημείο δηλαδή στο οποίο το μόνο που σε κρατάει δεμένο με την ομάδα είναι η γνήσια, μη ανταποδοτική αγάπη σου γι’αυτή και όχι κάποια προσδοκία για βραχυπρόθεσμες χαρές και πανηγύρια, σε μια κατάσταση που αν και απ’έξω βρωμάει αποτυχία και μιζέρια, μέσα της αρκετές φορές γεννιούνται πραγματικοί οπαδοί, χοροπηδάνε και τραγουδάνε μέσα στη βροχή, αδιαφορώντας για τις αμέτρητες καζούρες και τα άπειρα υποτιμητικά σχόλια των αντιπάλων, τραγουδάνε και χοροπηδάνε πικραμένοι αλλά και ταυτόχρονα χαρούμενοι, σαν τελείωμα τζαζ κηδείας που έχει μόλις αφήσει πίσω της το πένθος και προσπαθεί να σου υπενθυμίσει ότι η ζωή συνεχίζεται, χοροπηδάνε και τραγουδάνε όλο και πιο δυνατά όσο περνάει η ώρα, κάποιους στίχους που, πιθανόν, αμέτρητοι άλλοι έχουν φωνάξει αλλά λίγοι τους εννοούν πραγματικά, γιατί σχεδόν πάντα η θεωρία απέχει από την πράξη πολύ περισσότερο απ’όσο θα θέλαμε να απέχει, ένα τραγούδι που στον επίλογο του λέει «…εμένα δεν με νοιάζει που παίζεις, εγώ θα πηγαίνω παντού, γιατί Ρίβερ Πλέιτ σ’αγαπάω όλο και περισσότερο».

Η μέρα που ο Μπεστ κέρδισε και τη Νιούκαστλ και τον φόβο

  [4 Σχόλια]

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70′, σε ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο ένας Ιρλανδός σερβιτόρος πήρε εντολή να μεταφέρει δυο μπουκάλια πανάκριβης σαμπάνιας σε μια από τις σουίτες. Όταν η πόρτα του δωματίου άνοιξε η εικόνα που αντίκρισε ήταν, το λιγότερο, αξιομνημόνευτη. Ο Τζόρτζ Μπεστ στεκόταν όρθιος δίπλα του, έτοιμος να παραλάβει την παραγγελία, και στο κρεβάτι βρισκόταν ξαπλωμένη, φορώντας μόνο ένα νεγκλιζέ, η Σουηδέζα Μις Κόσμος, Μαίρη Στάβιν. Η υπόλοιπη επιφάνεια του κρεβατιού καλυπτόταν από χαρτονομίσματα, τα οποία το ζευγάρι είχε κερδίσει λίγες ώρες πριν ποντάροντας στον ιππόδρομο. Τότε, με απόλυτη σοβαρότητα και χωρίς καμία δόση ειρωνείας, ο σερβιτόρος γύρισε προς τη μεριά του Μπεστ και σχεδόν θλιμμένα τον ρώτησε: «George, where did it all go wrong?»

Για πάρα πολλά χρόνια, αυτή ήταν η αγαπημένη ιστορία του Μπεστ, ο οποίος σύμφωνα με γνωστούς και φίλους, την εξιστορούσε συχνά όταν είχε κέφια. Σ’αυτήν ουσιαστικά την ιστορία και την διαφορετική οπτική μιας συγκεκριμένης κατάστασης, συνοψιζόταν και όλη η συζήτηση γύρω από την καριέρα και τη ζωή του Βορειοϊρλανδού. Εκεί που αρκετοί (ανάμεσα τους φυσικά και ο ίδιος ο Μπεστ που συνέχεια επαναλάμβανε πως δεν μετάνιωσε για τίποτα και δεν θα άλλαζε καμία από τις αποφάσεις του) έβλεπαν μια ονειρική ζωή, γεμάτη απολαύσεις και κατακτήσεις, κάποιοι άλλοι (όπως ο άσημος, και λογικά ‘προδομένος’ από την καριέρα του Μπεστ, σερβιτόρος) έβλεπαν μια άστατη ζωή που εν μέρει κατέστρεψε μια καριέρα, αναγκάζοντας ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που εμφανίστηκαν σ’αυτό το παιχνίδι να αποσυρθεί ουσιαστικά από τα 27 του, έχοντας κατακτήσει όλα κι όλα δυο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο πρωταθλητριών.

Κανείς δεν ξέρει πως θα εξελισσόταν τα πράγματα αν ο Μπεστ έκανε μια πιο πειθαρχημένη και συνετή ζωή. Και κανείς δεν θα μάθει ποτέ. Όπως σχολιάζει πολύ εύστοχα στην ‘Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι’ ο Μίλαν Κούντερα: «Δεν μπορεί κανείς ποτέ να ξέρει αυτό που πρέπει να θέλει, γιατί έχουμε μόνο μια ζωή και δεν μπορούμε ούτε να τη συγκρίνουμε με προηγούμενες ζωές ούτε να την επανορθώσουμε σε ζωές επερχόμενες. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να εξακριβωθεί ποια απόφαση εί­ναι η καλή γιατί δεν υπάρχει κανένα μέτρο σύγκρισης. Όλα τα ζούμε αμέσως για πρώτη φορά και χωρίς προετοιμασία». Το σίγουρο είναι ότι αυτή που τελικά έκανε, την απόλαυσε αρκετά. Και όχι μόνο αυτός:

Μερικά χρόνια πριν από το σκηνικό στο ξενοδοχείο, το φθινόπωρο του 1971, ο Μπεστ βρισκόταν στο ζενίθ της καριέρας του. Ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ένας από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου, έκανε μερικές συνεχόμενες εξαιρετικές και γεμάτες χρονιές και φυσικά ήταν ο μεγαλύτερος ποδοσφαιρικός σούπερ σταρ της εποχής του. Οι γυναίκες έκαναν ουρές απλά για να τον ακουμπήσουν, τραγούδια γραφόταν γι’αυτόν, είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «ο 5ος Μπίτλ» και οι περισσότερες εστεμμένες των διαγωνισμών ομορφιάς περνούσαν κάποια στιγμή από το κρεβάτι του. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ που το 1970 ένας Γερμανός σκηνοθέτης γύρισε μια ταινία γι’αυτόν, καλύπτοντας με οχτώ κάμερες αποκλειστικά και μόνο τις κινήσεις του σε ένα τυχαίο 90λεπτο απέναντι στην Κόβεντρι, δεκαετίες πριν δημιουργήσει το Sky Sports την PlayerCam ή γυριστεί το παρόμοιο ντοκιμαντέρ για τον Ζιντάν.

Η υπερβολική φήμη όμως, ειδικά σε μια εποχή που κάτι τέτοιο ήταν πρωτόγνωρο για τα ποδοσφαιρικά δεδομένα, έχει δυο όψεις. Η έξαλλη ζωή του Μπεστ, όπως είναι αναμενόμενο, προκαλούσε αρκετούς και στις αντίπαλες κερκίδες αλλά και στην πατρίδα του. Κι αν τα γραφικά συνθήματα των αντιπάλων οπαδών ήταν απλά ένας κλασικός αγγλικός τρόπος για να εκνευρίσουν τον παίκτη («Georgie Best, superstar/ Walks like a woman and he wears a bra/ Bra’s too big, wears a wig/ And that’s why we call him a sexy pig»), κάποιες άλλες απειλές δεν ήταν τόσο γραφικές και αθώες. Σε μια τέτοια περίπτωση, κάποιος πυροβόλησε με αεροβόλο την αδερφή του στο πόδι, έξω από ένα εφηβικό πάρτι στο Μπέλφαστ, χωρίς προφανή λόγο, απλά επειδή ήταν η αδερφή του Μπεστ.

Κάπως έτσι, όταν τον Οκτώβριο του 1971 και σε μια εποχή που η κατάσταση στη Βόρεια Ιρλανδία είχε ξεφύγει για τα καλά (μόνο το 1972 περίπου 500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις συγκρούσεις που έγιναν παγκόσμια γνωστές ως «The Troubles») ένας άγνωστος τηλεφώνησε σε μια εφημερίδα και ανακοίνωσε ότι ο Τζόρτζ Μπεστ είναι στο στόχαστρο του IRA, κανένας δεν το πήρε στην πλάκα. Σύμφωνα με την προειδοποίηση η επίθεση ήταν προγραμματισμένη για το επερχόμενο εκτός έδρας παιχνίδι με τη Νιούκαστλ και ήταν ουσιαστικά η απάντηση του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού σε μια δωρεά που φημολογούνταν πως είχε κάνει ο Μπεστ σε μια οργάνωση Προτεσταντών.

Κατανοώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, ο προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Φράνκ Ο’Φάρελ έδωσε στον Βορειοιρλανδό το δικαίωμα της επιλογής για το να θα αγωνιστεί ή όχι. Ο Μπεστ το σκέφτηκε αρκετά και αποφάσισε να μην ενδώσει στο φόβο, σκεπτόμενος και το ότι αν η απειλή τον αφήσει εκτός αγώνα, τότε δημιουργείται αυτόματα πάτημα σε οποιονδήποτε να την επαναλάβει και στα επόμενα παιχνίδια, με αποκλειστικό κίνητρο την αποδυνάμωση της Γιουνάιτεντ. Μια απόφαση που πάντως έκρυβε και μεγάλη δόση ειρωνείας: Ο παίκτης που συχνά-πυκνά έκανε κοπάνες από κάθε είδους δραστηριότητα της Γιουνάιτεντ για να περάσει κάποιες ώρες παραπάνω με κάποιο διάσημο μοντέλο, αποφάσιζε να παίξει σε ένα ματς που η ίδια η ομάδα του επέτρεπε να απουσιάσει.

Από τη μέρα που η αστυνομία ενημερώθηκε πως ο Μπεστ θα ταξιδέψει κανονικά στο Νιούκαστλ μέχρι και τη σέντρα του αγώνα, ο 25χρονος δεν έμεινε ούτε στιγμή μόνος σε δημόσιο χώρο. Αστυνομικοί βρισκόταν σε όλους τους ορόφους του ξενοδοχείου που διέμενε η ομάδα, δυο ντετέκτιβ τον συνόδευαν σε όλες του τις κινήσεις, ακόμα κι όταν πήγαινε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για να φάει, ενώ περιπολικά βρισκόταν μόνιμα σταθμευμένα απ’έξω. Ο φόβος και η ανησυχία αυξήθηκαν κι άλλο, αρχικά όταν μια γειτόνισσα του Μπεστ κατήγγειλε στην αστυνομία ότι δυο τύποι ρωτούσαν πληροφορίες για το που ακριβώς μένει ο παίκτης και στη συνέχεια όταν ανακαλύφθηκε ότι κάποιοι είχαν διαρρήξει το λεωφορείο της ομάδας το βράδυ πριν το παιχνίδι.

Το λεωφορείο, αφού πέρασε από εξονυχιστικό έλεγχο, πήγε τελικά στο γήπεδο με συνοδεία πολλών περιπολικών, οι ντετέκτιβ απαγόρεψαν στον Μπεστ να κάτσει στην αγαπημένη του θέση δίπλα στο παράθυρο και, για σιγουριά, όταν το όχημα έφτανε στο Σεντ Τζέιμς Παρκ o «Τζόρτζι» καθόταν σκυμμένος στο διάδρομο. Στις κερκίδες υπήρχαν παντού αστυνομικοί με κιάλια, έτοιμοι να επέμβουν αμέσως μόλις παρατηρήσουν κάποια ύποπτη κίνηση.

Το παιχνίδι που ακολούθησε ήταν με διαφορά το πιο περίεργο στην καριέρα του Μπεστ. Από τη μια η νευρικότητα του ήταν ολοφάνερη, από την άλλη όμως και το μαρκάρισμα πάνω του ήταν πιο χαλαρό απ’ότι συνήθως, για ευνόητους φυσικά λόγους: Κανείς δεν ήθελε να είναι ο γκαντέμης που θα έτρωγε μια σφαίρα από το πουθενά απλά και μόνο γιατί έτυχε να είναι εκατοστά δίπλα στον στόχο.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τα ρεπορτάζ, το ματς ήταν αντικειμενικά (αλλά και αναμενόμενα, βάσει των συνθηκών) κάκιστο και κρίθηκε από ένα γκολ, το οποίο πέτυχε με κοντινή προβολή ο μεγάλος πρωταγωνιστής του αγώνα και υποτιθέμενος στόχος του IRA. To τελικό σφύριγμα πιθανόν να ήταν και ο πιο ωραίος ήχος που έχει ακούσει ποτέ ο Μπεστ. Όπως αποκάλυψε σε ένα φίλο του, σε εκείνο το παιχνίδι έτρεξε περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή του.

Στις δηλώσεις του μετά (πάντα με συνοδεία αστυνομικών), ανακουφισμένος και χαλαρός πλέον, το γύρισε και στην πλάκα: «Ήξερα ότι στο γήπεδο υπήρχαν δεκάδες αστυνομικοί και δεν μπορούσα να το βγάλω από το μυαλό μου. Σίγουρα ήμουν πολύ νευρικός για αρκετή ώρα. Δεν σταμάτησα να κινούμαι καθόλου γιατί για κάποιο λόγο πίστευα ότι δεν πρέπει να μείνω ακίνητος ούτε στιγμή. Ούτε καν όταν κάποιος παίκτης βρισκόταν στο χόρτο. Όταν έβαλα το γκολ ευχόμουν να με αντικαταστήσουν, τόσο πολύ με επηρέασε. Στο τέλος βέβαια έκανα πλάκα στα άλλα παιδιά, λέγοντας ότι ήταν η πρώτη φορά που σκόραρα και κανένας δεν πλησίασε για να με συγχαρεί».

Η αποστολή της Γιουνάιτεντ έφυγε από το γήπεδο όπως ακριβώς ήρθε, με ισχυρή αστυνομική συνοδεία, και μόνο όταν η ομάδα έφτασε πίσω στη βάση της κατάφεραν όλοι να χαλαρώσουν και να χαρούν για το σπουδαίο διπλό που είχαν πάρει. Κανένας δεν έμαθε ποτέ αν το τηλεφώνημα ήταν μια απλή φάρσα ή μια πραγματική απειλή για επίθεση που τελικά ματαιώθηκε. Ο επίλογος της περίεργης αυτής ιστορίας πάντως είχε γραφτεί ιδανικά μερικές ώρες πριν, όταν στη διάρκεια της συνέντευξης τύπου ο απογοητευμένος προπονητής της Νιούκαστλ Τζόι Χάρβευ, σε σχετική ερώτηση απάντησε με μπόλικο αγγλικό μαύρο χιούμορ και χωρίς ίχνος πολιτικής ορθότητας: «Μακάρι να το είχαν πετύχει το κωλοπαίδι».

Ο οπαδός που άλλαξε τη σύγχρονη ιστορία της Χάντερσφιλντ

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70 όταν ο πιτσιρικάς Ντιν Χόιλ και ένας παιδικός του φίλος αποφάσισαν πως ήταν πλέον αρκετά μεγάλοι για να επισκεφτούν για πρώτη φορά ένα γήπεδο ποδοσφαίρου και να δούνε ζωτανά ένα παιχνίδι. Η έλλειψη όμως σοβαρής ομάδας στη μικρή κωμόπολη στην οποία ζούσαν στη βόρεια Αγγλία τους ανάγκαζε να επιλέξουν σε ποια από τις δυο γειτονικές τους πόλεις θα πήγαιναν. Από τη μια πλευρά βρισκόταν το Λιντς. Από την άλλη πλευρά ήταν το Χάντερσφιλντ. Όπως αποκάλυψε χρόνια μετά ο Χόιλ, το γεγονός ότι ο δρόμος προς το Λιντς ήταν ανηφορικός (“δεν μου αρέσει ιδιαίτερα να περπατάω σε ανηφόρες”) βοήθησε σημαντικά στην επιλογή τους και κάπως έτσι, χωρίς να το ξέρουν, σύμφωνα με τη θεωρία του Χάους, όπως το τίναγμα των φτερών μιας πεταλούδας στον Αμαζόνιο μπορεί να φέρει βροχή στην Κίνα, η ιστορία της, ένδοξης πριν από ένα αιώνα αλλά μικρούλας εδώ και πολλές δεκαετίες, Χάντερσφιλντ άλλαξε για πάντα.

Ο μικρός Ντιν ενθουσιάστηκε απ’αυτό που έζησε, μετατράπηκε άμεσα σε οπαδό των ‘Τεριέ’ και συνέχισε να τα στηρίζει φανατικά όλα τα χρόνια της ενηλικίωσης του, αδιαφορώντας για το ότι η ομάδα τις περισσότερες χρονιές βρισκόταν στην 3η κατηγορία. Αρκετά χρόνια μετά, παντρεμένος πλέον με τη Τζάνετ και έχοντας αλλάξει αρκετές δουλειές “της κακιάς ώρας”, κυρίως σε εργοστάσια, ο Ντιν Χόιλ αποφάσισε να κάνει στροφή στην επαγγελματική του καριέρα και να ασχοληθεί με τις ευχετήριες κάρτες. Κι αυτή αποδείχτηκε η πιο σωστή κίνηση της ζωής του.

O αξιότιμος κύριος Χόιλ

Το ζεύγος Χόιλ ξεκίνησε να πουλάει κάρτες σε παζάρια και σε πάγκους, συνέχισε πουλώντας από το πίσω μέρος ενός μικρού βαν και κατάφερε τελικά να ανοίξει ένα μικρό μαγαζί κάποια στιγμή το 1997. Είκοσι χρόνια μετά, το “Card Factory”, όπως ονομάζεται η επιχείρηση, μετράει 900 καταστήματα! Ο Χόιλ και η γυναίκα του δεν είναι πλέον ιδιοκτήτες, έχοντας πουλήσει το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών τους το 2010 έναντι 350 εκατομμυρίων λιρών, αλλά διατηρούν ένα μικρό μερίδιο που τους επιτρέπει να αυξάνουν συνεχώς την περιουσία τους.

Απαλλαγμένος από το καθημερινό τρέξιμο της αλυσίδας καταστημάτων, ο Χόιλ αποφάσισε να αφοσιωθεί στη μεγάλη του αγάπη και το 2009, αφού προηγουμένως είχε περάσει για ένα χρόνο από τη διοίκηση, αγόρασε την αγαπημένη του ομάδα, κάνοντας πραγματικότητα το όνειρο εκατομμυρίων οπαδών σ’όλο τον κόσμο. Την περίοδο εκείνη η Χάντερσφιλντ βολόδερνε κλασικά στην τρίτη κατηγορία, έχοντας ξεκάθαρη έλλειψη πλάνου και οράματος.

Με την αυτοπεποίθηση που είχε αποκτήσει από την επαγγελματική του επιτυχία, ο Χόιλ πίστεψε από την πρώτη στιγμή ότι μπορεί να αλλάξει το επίπεδο της ομάδας και γι’αυτό υποσχέθηκε δημόσια πως όταν αυτή ανέβει στην Πρέμιερ Λιγκ, θα ανταμείψει προσωπικά κάθε οπαδό που θα στηρίξει την προσπάθεια αγοράζοντας και ανανεώνοντας συνεχώς το εισιτήριο διαρκείας του.

Εννιά χρόνια μετά και για την ακρίβεια πριν λίγες εβδομάδες, στο γραμματοκιβώτιο μερικών χιλιάδων κατοίκων του Χάντερσφιλντ έφτασε ένα μικρό φυλλάδιο με ένα προσωπικό μήνυμα του Χόιλ, που τους ενημέρωνε πως έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν εισιτήριο διαρκείας για όλους τους αγώνες της φετινής Πρέμιερ Λιγκ με 100 μόνο λίρες, μια τιμή σχεδόν αδιανόητη για την κατηγορία! Η δικαίωση είχε έρθει, η Χάντερσφιλντ είχε επιστρέψει στα μεγάλα σαλόνια μετά από 45 ολόκληρα χρόνια και ο πρόεδρος-ιδιοκτήτης δεν είχε ξεχάσει αυτούς που πίστεψαν στην ομάδα στα δύσκολα χρόνια της τρίτης και της δεύτερης κατηγορίας.

Ο ορισμός του “ένας από εμάς”

Όσοι βέβαια γνωρίζουν καλύτερα τον Χόιλ δεν ένιωσαν καμία έκπληξη. Ο 50χρονος Άγγλος αποδεικνύει συχνά-πυκνά ότι δεν έχει καμία σχέση με τον μέσο ιδιοκτήτη μιας αγγλικής ομάδας επιπέδου Πρέμιερ Λιγκ. Μια φορά την εβδομάδα οργανώνει συναντήσεις με τους οπαδούς στο γήπεδο, όπου ο καθένας μπορεί να τον ρωτήσει ό,τι θέλει σχετικά με την ομάδα, ενώ και η σχέση του με τους παίκτες και τον προπονητή Ντέιβιντ Βάγκνερ είναι τόσο καλή που κάνει αρκετούς να πιστεύουν πως το οικογενειακό κλίμα στην ομάδα ήταν ένας απ’τους βασικούς παράγοντες που βοήθησαν στο να συντελεσθεί η περσινή έκπληξη στην Τσάμπιονσιπ. Τότε που η Χάντερσφιλντ κατάφερε να βρεθεί ανάμεσα στις ομάδες που πήραν το χρυσό (απ’όλες τις απόψεις) εισιτήριο για την Πρέμιερ Λιγκ, παρά το γεγονός ότι το μπάτζετ που διέθετε για μισθούς ήταν πάρα πολύ μικρότερο απ’τις υπόλοιπες διεκδικήτριες των πρώτων θέσεων.

Η συνεισφορά του Χόιλ πάντως δεν σταματάει στην ομάδα. Η άνοδος της ομάδας στην Πρέμιερ Λιγκ έχει ήδη δώσει τρομερή ώθηση στην πόλη, όπως ακριβώς είχε συμβεί και στο Σουόνσι παλιότερα: Νέα μαγαζιά άνοιξαν στην περιοχή γύρω από το γήπεδο, οι κρατήσεις των ξενοδοχείων έχουν πολλαπλασιαστεί για όλα τα σ/κ που η ομάδα παίζει εντός, ακόμα και οι αιτήσεις ξένων σπουδαστών για τα τοπικά πανεπιστήμια έχουν αυξηθεί σημαντικά, αφού αρκετοί είναι αυτοί που θέλουν να συνδυάσουν σπουδές με την ευκαιρία να παρακολουθούν από κοντά κάποιους αγώνες του πιο εμπορικού πρωταθλήματος στον κόσμο. Εκμεταλλευόμενος τη θέση του και την επιτυχία της Χάντερσφιλντ, ο Χόιλ προσπαθεί συνεχώς να βοηθάει άμεσα και ο ίδιος την τοπική κοινωνία, είτε με δωρεές, είτε οργανώνοντας ποδηλατοδρομίες που έχουν ως στόχο να συγκεντρώσουν χρήματα για φιλανθρωπίες.

Η τρέλα του είναι τέτοια που μαζί με τη γυναίκα του και μερικούς ακόμα φίλους έκαναν με το ποδήλατο την απόσταση Χάντερσφιλντ-Λονδίνο για να παρακολουθήσουν στο Γουέμπλει τον τελικό των περσινών πλέι-οφ απέναντι στη Ρέντινγκ. Εκεί που η ομάδα του Χόιλ επικράτησε στα πέναλτι, προκαλώντας ντελίριο στους εκδρομείς-οπαδούς και στέλνοντας τον ίδιο τον οπαδό-πρόεδρο-ιδιοκτήτη στο έδαφος, ανάμεσα στα πόδια των άλλων επίσημων.

Συνηθισμένα πράγματα: Ο πρόεδρος και η γυναίκα του έτοιμοι να κάνουν 250 χλμ με ποδήλατο μέχρι το Γουέμπλει

Παρά το περίεργο της όλης εικόνας, ο Χόιλ παρέμεινε για λίγο στο έδαφος, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της επιτυχίας και να συγκρατήσει τα δάκρυα του. “Ήξερα ότι οι κάμερες θα ήταν στραμμένες πάνω μου αφού είμαι ο πρόεδρος αλλά εκείνη τη στιγμή χρειαζόμουν οπωσδήποτε το δικό μου χώρο. Ήταν απίστευτα συγκινητικό. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω πως είμαι ο πρόεδρος αυτής της ομάδας που κατάφερε να ανέβει στην Πρέμιερ Λιγκ”.

Λίγους μόλις μήνες μετά από την ιστορική εκείνη μέρα στο Γουέμπλει, η Χάντερσφιλντ δίνει σήμερα το μεσημέρι το πρώτο της εντός έδρας παιχνίδι στην κορυφαία αγγλική διοργάνωση. Αντίπαλος της είναι η, γνώριμη της από την περσινή σεζόν της Τσάμπιονσιπ, Νιούκαστλ. Παρά το γεγονός ότι η ομάδα του Χόιλ μετράει ήδη μια σπουδαία νίκη στην πρεμιέρα, με 0-3 μέσα στην έδρα της Κρίσταλ Πάλας, η ανηφόρα που έχει να ανέβει ως το τέλος της σεζόν, αν θέλει να παραμείνει στην Πρέμιερ Λιγκ, είναι τρομακτικά δύσκολη. Αλλά είναι μια ανηφόρα που ο 50χρονος πιστός οπαδός της Χάντερσφιλντ θα ανέβει με χαμόγελο. Μια ανηφόρα άλλωστε πριν από τέσσερις δεκαετίες τον έστειλε στην… αγκαλιά της αγαπημένης του ομάδας.

Ο Χουάν Μάτα θέλει να αλλάξει το ποδόσφαιρο

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν την άνοιξη του 2003 όταν ο έφηβος Χουάν Μάτα γυρνούσε σπίτι με τον πατέρα του μετά από ένα παιχνίδι παίδων της Ρεάλ Οβιέδο, στην οποία αγωνιζόταν τότε. Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες φορές όμως, εκείνη τη μέρα ο πατέρας του Χουάν ακολούθησε διαφορετική διαδρομή κι έτσι αντί για το σπίτι βρέθηκαν σε ένα υπαίθριο πάρκινγκ, στο οποίο ήταν σταθμευμένο ένα μόνο αμάξι.

Ο Χουάν Μάτα ο πρεσβύτερος πάρκαρε δίπλα, κατέβηκε, μίλησε με τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου για μερικά λεπτά και όταν επέστρεψε, μετέφερε στον Χουάν τζούνιορ τα μαντάτα. Η Ρεάλ Μαδρίτης ενδιαφερόταν να τον εντάξει στις ακαδημίες της. “Η Μαδρίτη; Η Ρεάλ Μαδρίτης; Θέλει εμένα;” ήταν το μόνο που θυμάται να λέει ο Χουάν Μάτα, εξιστορώντας τα γεγονότα πολλά χρόνια μετά.

Από εκείνη τη μέρα και μετά, το ποδόσφαιρο έπαψε πλέον να είναι ένα απλό παιχνίδια για τον Μάτα. “Στην ακαδημία της Ρεάλ έμαθα πως να ζω μόνος μου, μακριά από τους γονείς μου. Εκεί σκεφτόμουν συχνά πόσες θυσίες έκαναν οι γονείς μου και ο παππούς μου για να βρεθώ εγώ στο σημείο που βρισκόμουν. Και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να δουλέψω σκληρά για να μη χάσω την ευκαιρία”. Η ευκαιρία που περίμενε για χρόνια τελικά δεν ήρθε, παρά το γεγονός ότι ανέβαινε τα επίπεδα των ακαδημιών της Ρεάλ με εντυπωσιακή ευκολία, κι έτσι to 2007 μετακόμισε στη Βαλένθια, εκεί όπου ουσιαστικά έμαθε όλα όσα χρειαζόταν για το ποδόσφαιρο (“ήταν σαν να έκανα το μάστερ μου εκεί”).

Μια δεκαετία μετά, ο Χουάν Μάτα είναι ένας από τους πιο γνωστούς Ευρωπαίους μέσους, παίζει στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και αμείβεται πλουσιοπάροχα. Το τελευταίο σκέλος της προηγούμενης πρότασης φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τον 29χρονο Ισπανό. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές ο Μάτα δεν διστάζει να μιλήσει για το ‘καυτό’ θέμα των ασύλληπτων απολαβών των σύγχρονων ποδοσφαιριστών.

Τον Απρίλη του 2016, σε μια εμφάνιση του σε ισπανική τηλεοπτική εκπομπή, όταν κλήθηκε να σχολιάσει την κατάσταση του σύγχρονου ποδοσφαίρου δήλωσε: “Όταν ένας παίκτης παίρνει μεταγραφή σε μια μεγάλη ομάδα, τότε αυτόματα νομίζει πως έγινε Μαραντόνα. Βλέπεις νεαρά παιδιά που αμέσως πιστεύουν πως είναι ροκ σταρς. Φοράνε πανάκριβα ρούχα και οδηγάνε φανταχτερά αμάξια”. Αλλά ο Μάτα δεν έμεινε εκεί. “Εμείς οι ποδοσφαιριστές ζούμε σε μια φούσκα. Η πραγματική ζωή είναι αυτή που ζούνε οι φίλοι μου, που ψάχνουν για δουλειά και αναγκάζονται να μεταναστεύσουν. Η δικιά μου ζωή δεν είναι φυσιολογική. Με τρομάζει μερικές φορές το πόσο προστατευόμενος είμαι”.

Το να παραδέχεται ένας διάσημος ποδοσφαιριστής ότι η αμοιβή του είναι υπερβολική δεν είναι κάτι συνηθισμένο κι έτσι οι απόψεις του Ισπανού έγιναν γρήγορα θέμα σ’όλο τον πλανήτη. Μαζί με τα πολλά εύσημα όμως ήρθαν και πολλές (δικαιολογημένες) ενστάσεις: “Καλά τα λόγια, ωραία η κρίση αυτογνωσίας αλλά από πράξεις μηδέν”. Ένας χρόνος κύλησε από τότε, ο Μάτα πανηγύρισε άλλη μια ευρωπαϊκή κούπα και… τσέπωσε μερικά ακόμα εκατομμύρια ευρώ αλλά φαίνεται ότι δεν ξέχασε και τις απόψεις του.

Στη διάρκεια των διακοπών του, και την ώρα που οι περισσότεροι συνάδελφοι του απολάμβαναν τα μπάνια τους σε κάποια εξωτική παραλία του πλανήτη, επισκέφτηκε την Ινδία και πιο συγκεκριμένα τις φτωχογειτονιές του Μουμπάι. “Κανένα παιδί δεν πρέπει να ζει έτσι” ήταν ένα από τα σχόλια που έκανε στο blog του βλέποντας τις τραγικές συνθήκες διαβίωσης των ντόπιων. Γυρνώντας στην Ευρώπη για να ξεκινήσει προετοιμασία με τη Γιουνάιτεντ, έβαλε μπροστά το σχέδιο του, το οποίο πριν λίγες μέρες ανακοίνωσε στον κόσμο με ένα μεγάλο κείμενο που είχε τίτλο “Ένας κοινός στόχος”.

Η ιδέα είναι απλή. Πολύ απλή. “Σκέφτηκα καλά τι μου έχει προσφέρει το ποδόσφαιρο. Ξέρω πόσο τυχερός ήμουν που είχα όλες αυτές τις ευκαιρίες που μου δόθηκαν. Παρ’όλο που έχω ασχοληθεί και με άλλες φιλανθρωπικές ενέργειες στο παρελθόν, ξέρω καλά ότι πρέπει να κάνω περισσότερα. Θέλω να βοηθήσω ώστε κι άλλα παιδιά να έχουν τις ευκαιρίες που είχα κι εγώ. Έτσι από σήμερα, χαρίζω το 1% των αμοιβών μου σε ένα συλλογικό ταμείο που θα λέγεται ‘Κοινός Στόχος’, του οποίου τη διαχείριση έχει ένα αναλάβει ένα γκρουπ 120 φιλανθρωπικών οργανώσεων με έργο σε περισσότερες από 80 χώρες”.

Το ποσοστό φυσικά είναι μικρό. Αλλά είναι “εύκολο” και ρεαλιστικό κι αυτό έχει σημασία. Και, το βασικότερο όλων, είναι μια αρχή. Γιατί ο στόχος του Μάτα δεν είναι να σώσει τον κόσμο μόνος του. “Καλώ όλους τους ποδοσφαιριστές να με βοηθήσουν σ’αυτό. Έχουμε τόσες πολλές ευκαιρίες απλά γιατί παίζουμε ένα παιχνίδι. Ας ενωθούμε για να βοηθήσουμε παιδιά απ’όλο τον κόσμο να ζήσουν την ίδια χαρά. Μπορεί να ηγούμαι αυτής της προσπάθειας αλλά δεν θέλω να είμαι μόνος. Ένα από τα πρώτα μαθήματα που έμαθα στο ποδόσφαιρο είναι ότι χρειάζεται μια ομάδα για να πραγματοποιήσεις τα όνειρα σου. To ποδόσφαιρο πρέπει να προσφέρει στην κοινωνία”.

To αρχικό κάλεσμα του έχει ως στόχο άλλους διάσημους ποδοσφαιριστές (“Ψάχνω 10 άτομα ακόμα. Προπονητές, ποδοσφαιριστές, ποδοσφαιρίστριες, προέδρους, ομάδες, ομοσπονδίες…”) αλλά η ιδέα δεν σταματάει εκεί. Απώτερος στόχος του πρότζεκτ είναι να καθιερωθεί η ιδέα του 1% σε όλες τις ποδοσφαιρικές συναλλαγές, από τους μισθούς παικτών, προπονητών και διοικούντων μέχρι και τις μεταγραφές και τις εμπορικές συναλλαγές. Το “1% προς τον ‘Κοινό Στόχο’” να θεωρείται δεδομένη παρακράτηση σε κάθε ποδοσφαιρική συμφωνία. Για παράδειγμα, η μεταγραφή Νειμάρ από μόνη της θα πρόσφερε άμεσα περισσότερα από 2 εκατομμύρια στο ταμείο της δράσης.

Σήμερα το βράδυ στα Σκόπια, ο Χουάν Μάτα θα προσπαθήσει να κερδίσει το μοναδικό ευρωπαϊκό τρόπαιο που λείπει από τη συλλογή του, το Σούπερ Καπ. Απέναντι του θα βρεθεί μια γνώριμη του ομάδα, αυτή που το 2003 τον ανακάλυψε και του ζήτησε να μετακομίσει στη Μαδρίτη. Ο νεαρός συνοδηγός του ενός εκ των δυο αμαξιών σ’εκείνο το πάρκινγκ στο Οβιέδο μεγάλωσε, έζησε για τα καλά το ποδόσφαιρο από μέσα και αποφάσισε πως κάτι πρέπει να κάνει για να εκμεταλλευτεί τη δύναμη του: “Το ποδόσφαιρο δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο. Πιθανόν μόνο η μουσική να έχει την ίδια δύναμη να αλλάξει την κοινωνία. Πρέπει να το μετατρέψουμε όλo αυτό σε κάτι αληθινό”. Ακόμα κι αν αποτύχει κι αυτό το εγχείρημα, κανείς δεν θα μπορεί να κατηγορήσει τον Μάτα ότι δεν προσπάθησε.

Γονείς στην κερκίδα, αυτή η μάστιγα

  [Καθόλου σχόλια]

Λίγα χρόνια πριν, ένα απόγευμα Κυριακής από αυτά που ψάχνεις κάποιον τρόπο για να διώξεις έστω για λίγο τη μαυρίλα της Δευτέρας που πλημμυρίζει το μυαλό σου αρκετές ώρες πριν την άφιξη της ημέρας, είχα βρεθεί σε ένα τουρνουά ακαδημιών, σε κάποιο από τα αμέτρητα, πλέον, 5Χ5 της Θεσσαλονίκης. Το να παρακολουθείς πιτσιρίκια 10-12 χρονών να παίζουν μπάλα σε ένα οργανωμένο περιβάλλον είναι σαν σκέψη κάτι πολύ ευχάριστο και αισιόδοξο αλλά η σκέψη απέχει από την πραγματικότητα όσο και ο Μπέιλ από τον Αλμέιδα, αν δοκιμάσουν να τρέξουν 400 μέτρα.

Μέσα στα πρώτα 15 λεπτά του αγώνα ακούστηκαν τουλάχιστον 30 διαφορετικές οδηγίες (από τις πολύ απλές, “δώσε πάσα” και “κάνε σουτ”, μέχρι πιο… ψαγμένες, όπως “άλλαξε παιχνίδι”) με φωνή επιπέδου οργανωτή κερκίδας σε κάποιο από τα πιο θορυβώδη πέταλα του πλανήτη. Το χειρότερο όμως όλων δεν ήταν η ύπαρξη των δυνατών φωνών σε ένα παιδικό παιχνίδι. Ήταν η πηγή τους. Οι τσιρίδες-οδηγίες δεν προερχόταν από τους προπονητές αλλά από τους γονείς στην κερκίδα, που όπως όλοι φανταζόμαστε “έχουν παίξει μπάλα αυτοί και ξέρουν”.

Συζητώντας το θέμα μετά το τέλος του τουρνουά με τον φίλο (και πατέρα ενός εκ των παιδιών-παικτών), με τον οποίο ήμουν μαζί, καταλήξαμε εύκολα και γρήγορα στο απλουστευμένο συμπέρασμα, πως φταίει η γενικότερη έλλειψη παιδείας στην Ελλάδα. Κάπου εκεί κλείσαμε το θέμα, ξέροντας ότι η ρίζα του Κακού είναι πολύ βαθιά χωμένη για να ασχοληθούμε μαζί της παραπάνω, έστω και σε επίπεδο χαλαρής συζήτησης.

Λίγους μόλις μήνες μετά όμως, κάπου στα μέσα του 2015, έπεσα πάνω σε μια σχετική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Αγγλία. Η έρευνα δεν εστίαζε στα παιδιά που παίζουν ποδόσφαιρο αλλά όπως είναι εύκολα αντιληπτό η συμπεριφορά των γονιών δεν αλλάζει ανάλογα με το σπορ. Σε δείγμα 1002 παιδιών από 8 έως 16 χρονών, το 45% απάντησε ότι θέλει να εγκαταλείψει το σπορ εξαιτίας της κακής συμπεριφοράς των γονιών του. Σε άλλες ερωτήσεις, το 41% είπε ότι οι γονείς του κριτικάρουν την απόδοση τους, πάνω από 25% πιστεύουν ότι η νίκη στο παιχνίδι τους είναι πιο σημαντική για τους γονείς τους και πάνω από 4 στα 10 παιδιά είδαν κάποια στιγμή τον γονιό τους να επιτίθεται λεκτικά σε κάποιον διαιτητή. Τα νούμερα φαίνονται και είναι σοκαριστικά και αποδεικνύουν ότι τελικά το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην έτσι κι αλλιώς προβληματική χώρα μας.

Η ψευδαίσθηση του γονιού ότι ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε το πως πρέπει να χειριστεί το παιδί του ή το πως πρέπει να αντιμετωπίσει ένα παιδικό παιχνίδι δεν φαίνεται να γνωρίζει σύνορα και κάπως έτσι ο Γκάρθ Σμιθ, ένας γυμναστής στην Αγγλία, μέτρησε σε 30 λεπτά αγώνα 96 εντολές-οδηγίες προς τα παιδιά. Σε ένα φιλικό παιχνίδι. Κατηγορίας τζούνιορ!

Ένας προπονητής σε μια τέτοια αγγλική ομάδα παίδων, ο Κρις Χόντζσον, πιστεύει ότι όλα είναι θέμα “εγωισμού και περηφάνιας”: “Όταν ένα παιδί ξυπνάει το πρωί του Σαββάτου κάτω από μια αφίσα του Μέσσι, ονειρεύεται ότι μπορεί να γίνει ο Μέσσι. Σε κάποιο άλλο δωμάτιο όμως ξυπνάει ο μπαμπάς που περιμένει ο γιος του να γίνει σαν τον Μέσσι. Εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Κάποιοι γονείς πιστεύουν ότι τα παιδιά τους μπορούν να συμπεριφέρονται σαν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές από τα 7 τους”.


Χαλαροί μπαμπάδες που δεν καίγονται αν το παιδί τους “θα γίνει σαν τον Μέσσι”

Το ίδιο πρόβλημα συναντάται, απ’ότι φαίνεται, παντού στον κόσμο. Πριν λίγες μέρες δημοσιεύτηκε μια νέα σχετική έρευνα, που αυτή τη φορά έγινε στη Σουηδία. Τα αποτελέσματα ήταν πάνω-κάτω τα ίδια: Ένα στα τρία παιδιά σκέφτεται σοβαρά να παρατήσει το σπορ με το οποίο ασχολείται λόγω της συμπεριφοράς των γονέων που θέλουν να εμπλέκονται σε κάθε μικρή λεπτομέρεια του παιχνιδιού. Από την άλλη πλευρά, το 83% των 1016 ενήλικων που έλαβε μέρος παραδέχτηκε πως έχει δει κάποιον γονέα να κράζει εν ώρα αγώνα είτε την απόδοση του παιδιού του είτε αυτή των διαιτητών, που στις περισσότερες τέτοιες περιπτώσεις είναι κι αυτοί ανήλικοι!

Οι Σουηδοί όμως δεν φαίνονται διατεθειμένοι να μείνουν μόνο στην υλοποίηση της έρευνας. Οι τρεις ομάδες της Στοκχόλμης (η ΑΙΚ, η Τζουργκάρντεν Ντιουργκόρντεν και η Χάμαρμπι), οι οποίες αγωνίζονται όλες στην πρώτη κατηγορία του σουηδικού ποδοσφαίρου, συνεργάστηκαν και αποφάσισαν από κοινού να δημιουργήσουν για αρχή έναν “ποδοσφαιρικό κώδικα”, κάτι σαν υπεύθυνη δήλωση ουσιαστικά, στην οποία με λίγα λόγια τονίζεται πως ο γονέας πρέπει να ελέγχει πλήρως τη συμπεριφορά του και να κάνει ό,τι μπορεί για να παραμείνει αμόλυντο το περιβάλλον του παιδικού ποδοσφαίρου.

Κάποιοι γονείς με τους οποίους πραγματικά δεν θέλεις να μπλέξεις

Στο ‘παιχνίδι’ μπήκαν άμεσα και κάποιοι παίκτες των συγκεκριμένων ομάδων, με τον Στέφαν Ισιζάκι της ΑΙΚ να δηλώνει: “Το ποδόσφαιρο είναι πάθος. Είναι χαρά, λύπη και όλα τα συναισθήματα στο ενδιάμεσο. Είναι το πιο όμορφο πράγμα που υπάρχει και έτσι πρέπει να παραμείνει. Γι’αυτό λοιπόν πρέπει όλοι μαζί να σιγουρέψουμε ότι τα παιδιά μας θα βιώσουν αυτή τη χαρά και όλα αυτά τα συναισθήματα. Τα τουρνουά, τα ματς, οι προπονήσεις είναι όλα μέρος του να περάσεις καλά με τους φίλους σου, κάνοντας κάτι που αγαπάς. Στην τελική, είναι οι δικές τους αναμνήσεις και εμπειρίες. Όχι οι δικές μας”.

Περισσότεροι από 1600 γονείς των παιδιών των ακαδημιών της πόλης έχουν ήδη υπογράψει το σχετικό χαρτί, μερικές ακόμα ομάδες ενδιαφέρθηκαν άμεσα να συμμετέχουν στην κίνηση και η αισιοδοξία πως κάτι σιγά-σιγά μπορεί να αλλάξει, έστω και ελάχιστα, είναι διάχυτη στο σουηδικό ποδόσφαιρο. Γιατί το μόνο σίγουρο είναι ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. Ο Σουηδός δημοσιογράφος Πάτρικ Έκγουολ αναρωτιέται: “Τι συμβαίνει με τους ανθρώπους; Είναι σίγουρο ότι κάτι δεν πάει καλά με τους ενήλικες που φωνάζουν και κράζουν στο 8χρονο παιδί τους ή στον 14χρονο διαιτητή σ’ένα παιχνίδι 7Χ7” και τελικά δίνει μόνος του την απάντηση: “Είναι τρελοί, αυτό είναι το πρόβλημα”.

Κι αν δεν σας φαίνεται τρελό αυτό που συμβαίνει, τότε (όπως πολύ εύστοχα σχολίασε κάποιος ανώνυμος στο σχετικό αφιέρωμα της Γκάρντιαν, απ’το οποίο αντλήσαμε την είδηση) απλά σκεφτείτε έναν μεσήλικα μπαμπά να πηγαίνει ένα πρωινό Δευτέρας στο δημοτικό σχολείο του γιου του, να κάθεται στην πόρτα την ώρα των μαθηματικών και με τον δάσκαλο μπροστά να φωνάζει οδηγίες στο παιδί του για το πως να κάνει μια διαίρεση.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ντιντιέ Ντρογκμπά

  [2 Σχόλια]

8 Οκτωβρίου 2005. Η Ακτή Ελεφαντοστού φιλοξενείται στο Σουδάν για την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών του Μουντιάλ της Γερμανίας. Οι φιλοξενούμενοι θέλουν οπωσδήποτε τη νίκη για να τερματίσουν πρώτοι στον όμιλο τους και να πάρουν την πρόκριση απ’ευθείας. Οι παίκτες του, γνωστού μας από το πέρασμα του από τον Άρη, Ανρί Μισέλ, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αντίδρασης στους αδιάφορους γηπεδούχους και καθαρίζουν το ματς από τα μισά του δευτέρου ημιχρόνου. Το παιχνίδι λήγει τελικά 1-3, η εθνική ομάδα της Ακτής Ελεφαντοστού προκρίνεται για πρώτη φορά σ’ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.

Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, οι κάτοικοι της Ακτής ξεχύνονται στους δρόμους να πανηγυρίσουν. Είναι η πρώτη μεγάλη χαρά που παίρνουν μετά από πολλά χρόνια. Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση εμφυλίου από το 2002, όταν οι αντάρτες κατέλαβαν το βόρειο μέρος της χώρας. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ένοπλες συγκρούσεις σε διάφορα σημεία της χώρας, η οποία ουσιαστικά πλέον ήταν χωρισμένη στη μέση, αναγκάζοντας όσους θέλουν να μεταβούν από το το νότο στο βορρά, ή το αντίστροφο, να περνάνε από δυο σημεία ελέγχου. Οι δυο πλευρές αδυνατούσαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση, οι εντάσεις συνεχιζόταν σε διάφορα σημεία της χώρας και οι εκλογές πήγαιναν από αναβολή σε αναβολή.

Πίσω στο Σουδάν, στα αποδυτήρια έχει στηθεί το αναμενόμενο πανηγύρι. Ένα τηλεοπτικό συνεργείο μπαίνει για να πάρει τις πρώτες δηλώσεις από τους πρωταγωνιστές που χοροπηδάνε, τραγουδάνε και μπουγελώνονται. Κάποια στιγμή ο 27χρονος επιθετικός Ντιντιέ Ντρογκμπά παίρνει το μικρόφωνο, ζητάει από τους υπόλοιπους να κάνουν ησυχία και ξεκινάει να μιλάει στην κάμερα:

«Άντρες και γυναίκες της Ακτής Ελεφαντοστού, από το βορρά, το νότο, το κέντρο και τη δύση. Αποδείξαμε σήμερα ότι όλοι οι Ιβοριανοί μπορούμε να συνυπάρξουμε και να παίξουμε μαζί για ένα κοινό σκοπό, να προκριθούμε στο Μουντιάλ. Υποσχεθήκαμε ότι οι πανηγυρισμοί θα ενώσουν τον κόσμο. Σήμερα σας ικετεύουμε πέφτοντας στα γόνατα…»

Σ’αυτό το σημείο όλη η ομάδα γονατίζει μπροστά στην κάμερα και ο Ντρογκμπα συνεχίζει:

«Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Μια χώρα της Αφρικής με τόσο πλούτο δεν πρέπει να χαραμίζεται πολεμώντας. Σας παρακαλώ, αφήστε τα όπλα σας και κάντε εκλογές. Όλα θα είναι καλύτερα…»

Η έκκληση μοιάζει και ακούγεται λίγο παιδική αλλά το μομέντουμ και ο άνθρωπος που την κάνει της δίνουν μια ασύλληπτη δυναμική που πιθανόν κανείς εκτός Αφρικής δεν μπορεί να αντιληφθεί. Οι Ιβοριανοί αγαπάνε το ποδόσφαιρο (όταν παίζει η εθνική όλη η χώρα βρίσκεται μπροστά από μια τηλεόραση) και λατρεύουν τον Ντρογκμπά, που εκτός από ηγέτης της εθνικής είναι ήδη και παγκόσμιος σούπερ σταρ, σαν πρωταθλητής Αγγλίας με την Τσέλσι. Η φάτσα του βρίσκεται σχεδόν σε κάθε γειτονιά της χώρας, είτε σε αφίσα, είτε σε τοιχογραφία, είτε σε κάποια διαφήμιση. Το ποδόσφαιρο μπορεί για κάποιους να είναι 22 τύποι που κυνηγάνε μια μπάλα αλλά ο συγκεκριμένος τύπος τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι ο πιο αγαπητός και αποδεκτός άνθρωπος μιας χώρας 22 εκατομμυρίων κατοίκων που υποφέρει από διχόνοια και εμφύλιο μίσος.

«Όταν είδα τον Ντρογκμπά να βγάζει αυτόν τον λόγο στην τηλεόραση συγκινήθηκα» δήλωσε λίγα χρόνια μετά ο Κριστόφ Ντικέτ, ένα από τα ανώτατα στελέχη της ΠΟ της Ακτής. «Δίπλα μου η γυναικά μου έκλαιγε. Οι άνθρωποι στην τηλεόραση έκλαιγαν. Αυτό που έγινε δεν θα μπορούσε να γίνει από κανέναν άλλον. Μόνο από τον Ντρογκμπά. Είναι αυτός που ουσιαστικά μας θεράπευσε από τον πόλεμο». Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και οι δηλώσεις του εκπροσώπου του υπουργείου αθλητισμού: «Εμείς οι πολιτικοί πήγαμε στα καλύτερα πανεπιστήμια και θεωρούμαστε οι μορφωμένοι, οι υποτιθέμενοι ηγέτες της χώρας. Κι όμως στο θέμα της επίτευξης ειρήνης αποτύχαμε. Μια ομάδα παικτών κατάφερε να μας ενώσει. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά εμφανίστηκε από το πουθενά και έγινε ήρωας για όλους μας».

Η χαρά της πρόκρισης, το μήνυμα του Ντρογκμπά και η εικόνα των αγκαλιασμένων παικτών της εθνικής που προερχόταν από διαφορετικά σημεία της χώρας (κάποιοι εξ αυτών και από το βόρειο τμήμα που κατείχαν οι αντάρτες) ‘ανάγκασε’ τους ηγέτες των δυο αντιμαχόμενων πλευρών να αρχίσουν ξανά νέο κύκλο επαφών και διαβουλεύσεων για την ανεύρεση μιας ειρηνικής λύσης. Οι ένοπλες συγκρούσεις σταμάτησαν και ακολούθησαν δυο χρόνια όπου ο εμφύλιος συνεχιζόταν μεν αλλά κυρίως σε διπλωματικό επίπεδο. Τότε ο Ντρογκμπά βρήκε την ευκαιρία να βγει ξανά μπροστά.

Στις 3 Ιουνίου του 2007 η Ακτή υποδεχόταν τη Μαδαγασκάρη για τα προκριματικά του Κυπέλλου Εθνών της Αφρικής. Ο Ιβοριανός επιθετικός, του οποίου η φήμη και η δύναμη είχαν μεγαλώσει κι άλλο χάρη στις συνεχιζόμενες επιτυχίες του εντός γηπέδων (νέοι τίτλοι με Τσέλσι, ‘Καλύτερος Αφρικανός παίκτης για το 2006, νίκες και γκολ με την καλύτερη φουρνιά παικτών που είδε ποτέ η εθνική της Ακτής), προσέγγισε τον πρόεδρο της χώρας και του ζήτησε να αλλάξει η έδρα διεξαγωγής του αγώνα και αντί για την πρωτεύουσα να γίνει στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, το Μπουακέ, που βρισκόταν στα εδάφη που κατείχαν οι αντάρτες.

(Ο Ντρογκμπά είχε ήδη κάνει μια εξίσου σημαντική και συμβολική επίσκεψη στο Μπουακέ λίγους μήνες πριν, όταν βρέθηκε στην πόλη για να γιορτάσει εκεί την ανάδειξη του σαν καλύτερος Αφρικανός παίκτης της χρονιάς. «Ήρθα εδώ για να δείξω ότι αυτή η Χρυσή Μπάλα ανήκει σε όλη την Ακτή Ελεφαντοστού» ανέφερε στην ομιλία του πριν κάνει μια νέα έκκληση για ειρήνη, εν μέσω αποθέωσης από τους κατοίκους της πόλης που στο πρόσωπο του έβλεπαν έναν ουδέτερο που το μόνο που ήθελε ήταν να τα βρούνε οι δυο πλευρές. «Πάνω απ’όλα είμαι ένας απ’αυτούς» όπως έχει πει και ο ίδιος.)

Η πρόταση του για αλλαγή έδρας εισακούστηκε και έτσι για πρώτη φορά η εθνική ομάδα έπαιξε στο βόρειο κομμάτι της χώρας, σε ένα κατάμεστο γήπεδο (που με αφορμή τον συγκεκριμένο αγώνα ανακαινίστηκε με λεφτά της κυβέρνησης), στα επίσημα του οποίου βρισκόταν μέλη των ηγεσιών και των δυο πλευρών. Για πρώτη φορά μετά από πέντε πολύ δύσκολα χρόνια η Ακτή Ελεφαντοστού ήταν ουσιαστικά ενωμένη, χάρη σ’ένα από τα λίγα πράγματα που τα χρόνια του εμφυλίου την κρατούσαν ενωμένη: το ποδόσφαιρο. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά είχε πετύχει το στόχο του: «Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που μου έχει συμβεί. Ήταν κάτι παραπάνω από μπάλα πλέον. To να βλέπεις τους αρχηγούς και των δυο πλευρών να τραγουδάνε δίπλα-δίπλα τον εθνικό ύμνο είναι πολύ ξεχωριστό. Ένιωσα ότι η Ακτή Ελεφαντοστού σήμερα ξαναγεννήθηκε. Όλο αυτό δείχνει πως το ποδόσφαιρο μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους».

Το – εξίσου – σημαντικό είναι ότι πέτυχε τον στόχο του χωρίς ποτέ η επιτυχία αυτή να επηρεάσει ιδιαίτερα την συλλογική του καριέρα ή την εικόνα του στην Ευρώπη. Η εμπλοκή του στα δρώμενα της χώρας του δεν κέρδισε καμία ιδιαίτερη προβολή στον ευρωπαϊκό Τύπο και όταν μετά από χρόνια ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε σχετικά, ο Ντρογκμπά αρκέστηκε να σχολιάσει: «Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω οτιδήποτε σε οποιονδήποτε για το ποιος είμαι στην Αφρική».

Δέκα χρόνια (και έναν δεύτερο – ευτυχώς – πολύ μικρότερο εμφύλιο) μετά, ο 39χρονος Ντρογκμπά, αν και συνεχίζει να παίζει μπάλα στις ΗΠΑ, έχει αποσυρθεί από την εθνική ομάδα. Στην περίοδο αυτή κατέκτησε μερικά ακόμα τρόπαια, κέρδισε κάμποσες ατομικές διακρίσεις και βραβεία, καθόρισε έναν τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, έπαιξε σε δυο ακόμα Μουντιάλ, έγινε πρώτος σκόρερ της εθνικής και έφτασε δυο φορές στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής. Αναμφίβολα όμως, το μεγαλύτερο κατόρθωμα της σπουδαίας καριέρας του ήταν, είναι και θα παραμείνει για πάντα το ότι βοήθησε σημαντικά στο να ενωθεί ένας διχασμένος λαός.

«Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο»

  [4 Σχόλια]

Βρισκόμαστε στο 1999, η αποστολή της Γιουβέντους είναι έτοιμη να αναχωρήσει για ένα εκτός έδρας παιχνίδι αλλά ο Ζινεντίν Ζιντάν είναι εξαφανισμένος. Όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης του πέφτουν στο κενό, καθώς το κινητό του είναι κλειστό. Ο ενοχλημένος Κάρλο Αντσελότι, που βρίσκεται στο τιμόνι της ομάδας μόλις μερικές εβδομάδες και ακόμα προσπαθεί να κερδίσει τον σεβασμό των παικτών του, παίρνει τη μεγάλη απόφαση: «Δεν περιμένουμε άλλο. Φεύγουμε». Ένας εκ των βοηθών του απορεί: «Μα, Καρλίτο, πως θα μας προλάβει;». Ο Αντσελότι όμως είναι ανένδοτος: «Αυτό είναι δικό του πρόβλημα».

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, από το βάθος του λεωφορείου, μια φωνή ακούγεται: «Κόουτς, πρέπει να μιλήσουμε». Ο Πάολο Μοντέρο σηκώνεται από τη θέση του και αρχίζει να προχωράει στο διάδρομο. «Φυσικά Πάολο, τώρα ξεκινάμε και στη διαδρομή είμαι όλος αυτιά». Τότε ο Μοντέρο φτάνει δίπλα στον οδηγό, σταυρώνει τα χέρια, κοιτάει τον προπονητή του στα μάτια και λέει. «Όχι, γι’αυτό το θέμα είναι που θέλω να μιλήσουμε. Κανένας δεν φεύγει από εδώ χωρίς τον Ζιντάν».

Ακολουθούν αρκετά δευτερόλεπτα σιγής και περισυλλογής. Ο Αντσελότι βρίσκεται μπροστά σε έναν μανιακό που τον κοιτάει οργισμένα στα μάτια ενώ ταυτόχρονα και ασυναίσθητα σφίγγει και ξεσφίγγει τις γροθιές του. Κάποιον ο οποίος στα διλήμματα μεταξύ του καλού και του όχι-και-τόσο-καλού, θυσιάζει πάντα το καλό: Όταν στοχεύει τη μπάλα, κλωτσάει το πόδι σου. Όταν στοχεύει το πόδι σου, φυσικά κλωτσάει το πόδι σου. Τελικά μετά από ώριμη σκέψη αποφασίζει να μη ρισκάρει τη σωματική του ακεραιότητα την ψυχική του ηρεμία και υποχωρεί: «Καλά Πάολο. Ας τον περιμένουμε λοιπόν». Δέκα λεπτά αργότερα ο Ζιζού καταφτάνει, ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση και το λεωφορείο αναχωρεί κανονικά. Χωρίς κανένας να έχει χτυπήσει.

Η παραπάνω περιγραφή (καθώς και τα διάφορα σχόλια αλλά και οι χαρακτηρισμοί) δεν είναι δική μου. Προέρχεται από την αυτοβιογραφία του Κάρλο Αντσελότι που κυκλοφόρησε το 2010. Στο βιβλίο αυτό ο Καρλίτο αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη σχέση του με τον Ζιντάν αλλά και με τους «δικηγόρους» του μέσα στην ομάδα: τον Τζιοβάνι Ανιέλι και τον Πάολο Μοντέρο. «Ήταν η σκιά του, οι φύλακες άγγελοι του. Δεν τον άφηναν ποτέ μόνο. Ο Ανιέλι ήταν τρελός γι’αυτόν. Ο Μοντέρο ήταν απλά τρελός».

Ένα περίπου χρόνο μετά το συμβάν στο πούλμαν, ο Αντσελότι κατάλαβε πόσο ορθά έπραξε όταν δεν τράβηξε τη διαφωνία με τον Μοντέρο στα άκρα. Είναι Νοέμβριος του 2000, η Γιουβέντους επιστρέφει από την Αθήνα, όπου είχε ηττηθεί με 3-1 από τον Παναθηναϊκό, και στο αεροδρόμιο του Τορίνο κάποιοι θερμόαιμοι νεαροί οπαδοί περιμένουν καρτερικά για να ‘στολίσουν’ τους παίκτες που είχαν καταφέρει να βγουν τελευταίοι στον όμιλο και να μείνουν εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων από το φθινόπωρο. Την ώρα που ο Ζιντάν περνάει ανάμεσα τους, πάνω στην ένταση ένας εξ αυτών τον σπρώχνει. Λάθος. Μεγάλο λάθος.

Ο Πάολο Μοντέρο, αν και βρίσκεται πολλά μέτρα μακριά από το όλο σκηνικό, βλέπει την ενέργεια των οπαδών. Ο αποσβολωμένος Αντσελότι παρατηρεί τη φάση από απόσταση και περιγράφει χαρακτηριστικά: «Ο Μοντέρο βγάζει ήρεμα τα γυαλιά του και με μια, αταίριαστη για τη στιγμή, κομψή χειρονομία τα τοποθετεί προσεκτικά στη θήκη τους. Αυτό ήταν κακό σημάδι για τους νεαρούς. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, τρέχει με φουλ ταχύτητα προς τη μεριά των οπαδών με τις γροθιές του να πετάνε στον αέρα. Δίπλα του τρέχει για βοήθεια και ο Ντανιέλ Φονσέκα, ένας άλλος πρόθυμος καβγατζής. Στο μυαλό μου, φαντάστηκα έναν εκφωνητή πυγμαχίας ακριβώς πίσω τους, να περιγράφει λίγα μέτρα μακριά από το ρινγκ: ‘Να ένα δεξί, τώρα ένα αριστερό hook, κι ένα ακόμα αριστερό hook. Τελικά έχουμε ένα τεχνικό νοκ άουτ. Ο Ζιντάν είναι ασφαλής. Επαναλαμβάνω, ο Ζιντάν είναι ασφαλής».

Ο Πάολο Μοντέρο είναι Ουρουγουανός. Αυτό από μόνο του δεν λέει κάτι πλέον. Όμως, ο Μοντέρο ήταν Ουρουγουανός αμυντικός σε μια εποχή λίγο πιο άγρια και πιο έξαλλη από τη σημερινή. Με απλά λόγια, ο τέλειος συνδυασμός υλικών για να βγει από το μίξερ ένας μαγνήτης καβγάδων. «Μετά από αρκετά παιχνίδια πηγαίναμε στα αποδυτήρια ψάχνοντας αντιπάλους για μανούρα», θυμάται ο ίδιος. «Δεν υπήρχε κανένα θέμα τότε. Γινόταν συχνά και με πολλές ομάδες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν καβγά με τον Τόλντο αλλά και με τη Σαλερνιτάνα, όταν έπαιζε εκεί ο Γκατούζο (ω, τι έκπληξη, δεν το περίμενε κανείς!)».

Η εικόνα του Μοντέρο να μπλέκεται σε καβγά ή να κατεδαφίζει κάποιον αντίπαλο ήταν τόσο συνηθισμένη εκείνη την εποχή που στην ιταλική τηλεόραση υπήρχε σε μια χιουμοριστική εκπομπή ένας σωσίας του που σε κάθε ευκαιρία κλωτσούσε και χτυπούσε τους γύρω του, ζητώντας συγγνώμη κάθε φορά που το χτύπημα του δεν πετύχαινε κάποιον καλά. «Ήταν αστείο. Ποτέ δεν ένιωσα προσβεβλημένος απ’αυτό» ήταν η αντίδραση του Πάολο, που δεν προσπάθησε ποτέ να παριστάνει κάτι που δεν είναι: «Η φήμη μου είναι απόλυτα δίκαιη. Ήμουν σκληρός παίκτης αλλά ποτέ δεν έκανα κακό σε κανέναν. Επίσης, δεν αντέχω τους παίκτες που ζητάνε από τον διαιτητή να δείξει κάρτα. Έχω δεχτεί κλωτσιές, φτυσίματα και αγκωνιές αλλά ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκα στον διαιτητή. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο.»

Στα 9 χρόνια που έπαιξε στη Γιουβέντους κέρδισε πρωταθλήματα, Σούπερ Καπ, Διηπειρωτικό, δεκάδες κίτρινες κάρτες και τον τίτλο του παίκτη με τις περισσότερες αποβολές στο Καμπιονάτο (21 συνολικά στην καριέρα του), ένα ‘παράσημο’ που διατηρεί ακόμα και σήμερα, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 12 χρόνια από το τελευταίο του παιχνίδι εκεί. Το πιο σημαντικό όμως όλων είναι ότι κέρδισε μια θέση στη καρδιά των οπαδών της. Εκεί που οι υπόλοιποι έβλεπαν ένα αιμοβόρο τσεκούρι που στο μάθημα του Fair play ήταν απασχολημένο ακονίζοντας τις τάπες του με τροχό, οι οπαδοί της ‘Μεγάλης Κυρίας’ έβλεπαν έναν παθιασμένο αμυντικό που δεν μασούσε να βάλει τα πόδια του στη φωτιά ή να χωθεί σε έναν τσαμπουκά για το καλό της ομάδας.

Παρά την αδιαμφισβήτητη θέση σε κάθε λίστα «Σκληρών του ποδοσφαίρου» που σέβεται τον εαυτό της, ο Μοντέρο τονίζει συνεχώς πως κατά βάθος δεν είναι κακός και ότι όλα ήταν μέρος του αγώνα και της προσπάθειας του να φτάσει στη νίκη. «Όταν μπαίνω στο γήπεδο η μόνη μου επιθυμία είναι να κερδίσω. Δεν σκέφτομαι το πως θα γίνω πρότυπο για τα παιδιά μου ή για τους θεατές που με παρακολουθούν. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι εκπλήσσονται όταν το λέω αυτό».

Οι συμπαίκτες του πάντως έχουν να λένε για την τακτική που ακολουθούσε συνήθως. Ο Νταβίντ Τρεζεγκέ την περιέγραψε σε μια συνέντευξη του: «Έβλεπα τους αντίπαλους επιθετικούς και διέκρινα τον τρόμο στα μάτια τους. Όταν ο Πάολο πλησίαζε, προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Η τεχνική του ήταν απλή: Το πρώτο τάκλιν ήταν πάντα δυνατό για να καταλάβει ο αντίπαλος τι παίζει. Μετά ακολουθούσε το μπλα-μπλα, που τους αποτελείωνε».

Ο Ουρουγουανός εγκατέλειψε τη Γιουβέντους και την Ιταλία στα 34 του, όταν ήταν πλέον ξεκάθαρο και σ’αυτόν και στον κόσμο ότι οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, κοινώς τα τάκλιν του δεν έβρισκαν στόχο με την ίδια συχνότητα όπως παλιά. (Κι όταν λέμε στόχο, ο Μοντέρο ήταν ένας από τους πρώτους που θεμελίωσε τη φιλοσοφία: «Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο», ατάκα η οποία χρησιμοποιήθηκε και σαν τίτλος σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2010 στην Ιταλία.)

Ψάχνοντας για τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, εξέτασε κάποιες προτάσεις από την Αργεντινή, πριν τελικά τον κερδίσει η Σαν Λορένσο. Η επιλογή του Μποέδο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστή. Ένας εκ των θρύλων της ομάδας, ο Έκτορ Βέιρα, κάποτε είχε εκστομίσει τη μυθική ατάκα: «Η γειτονιά στην οποία βρίσκεται το γήπεδο της Σαν Λορένσο είναι τρομακτική. Ακόμα και ο Ράμπο έχει πέσει θύμα ληστείας εδώ πέρα». Τελικά το πάντρεμα δεν έπιασε αφού η ηλικία και οι συχνοί τραυματισμοί δεν επέτρεψαν στον Μοντέρο να παραμείνει σε υψηλό επίπεδο και κάπως έτσι, ένα χρόνο αργότερα, και αφού έπαιξε μια σεζόν και στην ομάδα που τον γαλούχησε και τον ανέδειξε, την Πενιαρόλ, κρέμασε τα παπούτσια του.

Σήμερα, μια δεκαετία μετά από το τελευταίο του παιχνίδι, μπορεί κάποιος να τον βρει στον πάγκο της Ροσάριο Σεντράλ. Αδυνατισμένος, σοβαρός, συνήθως κουστουμαρισμένος, με γυαλιά μυωπίας και ήπιες, κατά βάση, αντιδράσεις δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνον τον ψυχάκια τύπο που έβγαινε τα βράδια στα ιταλικά κλαμπ με τον Ιουλιάνο για χορό και κατέληγε να παίζει ξύλο με οπαδούς άλλων ομάδων στα διπλανά σοκάκια και που κάποτε ανάγκασε μέχρι και τον προπονητή του να σκεφτεί (και να καταγράψει στην αυτοβιογραφία του) μετά από μια, σχεδόν αστεία, διαφωνία σε ένα λεωφορείο περιμένοντας τον Ζιντάν: «Στην τελική, το πιο σημαντικό όλων είναι η υγεία μας, σωστά;»