Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ισπανικό πρωτάθλημα'

Το τέλος του φόβου για τον Σαντιάγο Κανιθάρες

  [Καθόλου σχόλια]

Η σημασία ενός γεγονότος στη ζωή εξαρτάται πάντα από την οπτική με την οποία το κοιτάει κανείς. Για κάποιον άνθρωπο η πιο σημαντική στιγμή στη ζωή του μπορεί να είναι η μοναδική φορά που κατάφερε να ταξιδέψει μακριά από το μέρος του. Για κάποιον άλλον, τα ταξίδια μπορεί να συμβαίνουν κάθε εβδομάδα. Κάποιος μπορεί να πέσει να πεθάνει γιατί ράγισε η οθόνη στο κινητό του, ενώ κάποιος άλλος να μην έχει να φάει. Το μέγεθος του συναισθήματος είτε είναι χαρά, είτε λύπη διαφέρει στον καθένα. Ο «Σάντι» Κανιθάρες είναι ένας βετεράνος τερματοφύλακας που πολλοί τον θυμόμαστε να αγωνίζεται σε σπουδαίες ομάδες. Κατέκτησε δυο πρωταθλήματα Ισπανίας με τη Ρεάλ (και μαζί ένα Τσάμπιονς Λιγκ) χωρίς όμως να παίζει πάντα. Πήρε την απόφαση και μετακόμισε στο Μεστάγια για περισσότερο χρόνο συμμετοχής. Εκεί κέρδισε ακόμα δύο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο με τα χρώματα της Βαλένθια.

Μέχρι εδώ ήταν οι χαρές. Γιατί σε μια καριέρα υπάρχουν κι οι λύπες. Ο Κανιθάρες έχει συνδυαστεί σε πολλούς μας με δύο άσχημες στιγμές. Μια από τις εικόνες που έμεινε ανεξίτηλη είναι ο δεύτερος συνεχόμενος χαμένος τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ το 2001. Ένα χρόνο πριν, η Βαλένθια είχε υποταχθεί στην ανωτερότητα της Ρεάλ. Το 2001 όμως στο Σαν Σίρο πάλεψε στα ίσια την Μπάγερν και πήγε το ματς στα πέναλτι. Εκεί και παρ’ ότι βρέθηκε αρχικά σε πλεονεκτική θέση με το πρώτο χαμένο πέναλτι του Πάουλο Σέρτζιο, ήταν το άστοχο χτύπημα του Μαουρίσιο Πελεγκρίνο που τελείωσε τα όνειρα των νυχτερίδων. Σε ένα σχετικά βαρετό ματς, η εικόνα του απαρηγόρητου Κανιθάρες με τον «σκληρό» Καν από πάνω του να του δίνει κουράγιο ήταν ίσως ό,τι άξιζε.

Ο Σάντι συνέχισε για χρόνια στη Βαλένθια, αλλά και στην εθνική. Κυρίως όμως ως δεύτερος τερματοφύλακας της Ισπανίας. Κι όταν η ώρα του ήρθε να γίνει ο βασικός, τότε έγινε θύμα ενός από τους πιο χαζούς τραυματισμούς παγκοσμίως. Στο ξενοδοχείο της Ισπανίας, κατά την προετοιμασία για το Μουντιάλ του 2002, το μπουκάλι του after shave έπεσε και έσπασε και ένα κομμάτι γυαλί καρφώθηκε στο πόδι του. Ο Κανιθάρες μπήκε στο χειρουργείο και φυσικά έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο θα έπαιζε. Λες και τον κυνηγούσε η κακοδαιμονία Σε δηλώσεις του τότε δεν το έριξε στην τύχη, δεν το δραματοποίησε.

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου άτυχο. Από την αρχή της καριέρας μου είχα πολλές στιγμές καλής τύχης. Αλλά όπως κι ο καθένας, είχα και δύσκολες στιγμές που έπρεπε να αντιμετωπίσω. Θα πρέπει να ξεπεράσω αυτό το πλήγμα στην ψυχολογία μου, στην περίπτωσή μου αυτό παίρνει μια 2-3 μέρες ή μία εβδομάδα. Κανείς δεν προχωράει στο ποδόσφαιρο χωρίς να ξεπεράσει εμπόδια. Ο στόχος μου είναι να δώσω το παρόν στο επόμενο Μουντιάλ».

Πράγματι, ο Σάντι τα κατάφερε και το 2006 ήταν στο Μουντιάλ. Αλλά όπως και το 1998 ήταν ξανά αναπληρωματικός. Αγωνίστηκε σε ένα μόλις ματς, στο τελευταίο των ομίλων. Έπαιξε μπάλα στα 39 του και αποχώρησε κύριος, ένας από τους πιο αγαπητούς Ισπανούς τερματοφύλακες. Κάποιος θα μπορούσε να τον πει άτυχο. Άτυχο που έχασε εκείνο τα ρημάδια τα Τσάμπιονς Λιγκ, άτυχο που έχασε ένα Μουντιάλ για τόσο χαζό λόγο. Όπως είπαμε όλα είναι θέμα οπτικής. Ο Κανιθάρες έκανε δύο γάμους και απέκτησε επτά παιδιά συνολικά. Μάλιστα στο δεύτερο γάμο του απέκτησε τρίδυμα. Η ζωή του κυλούσε ομαλά, σαν πάτερ φαμίλιας, ενώ έβρισκε και χρόνο για μια άλλη αγάπη του, το αυτοκίνητο, καθώς είχε γίνει οδηγός σε αγώνες ράλι.

Ο μπαμπάς Σάντι κι ο γιος Σάντι. Αν δεν ήξερες την ιστορία θα έλεγες ότι η φωτογραφία είναι ο ορισμός της χαράς.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που ένα από τα τρίδυμα, ο μικρός Σάντι ξαφνικά αρρώστησε όταν ήταν 3,5 ετών. Όπως περιγράφει ο Κανιθάρες: «ήταν ένα φυσιολογικό παιδί μέχρι που μια μέρα απλά ξύπνησε άρρωστο». Ο Σάντι τζούνιορ διαγνώστηκε με καρκίνο, μια σπάνια μορφή που δεν δίνει πολλές πιθανότητες, και ο Κανιθάρες πλέον δεν είχε τον ρόλο να σώσει μια ομάδα από ένα γκολ. Προσπαθούσε να σώσει το ίδιο του το παιδί. Ο μικρούλης έδωσε τη γενναία μάχη του για 15 μήνες, αλλά τελικά τον περασμένο Μάρτιο έχασε τη ζωή του. Η οπτική άλλαξε. Άτυχος για εκείνο το βράδυ στο Σαν Σίρο και τα δάκρυα; Άτυχος για ένα χαμένο Μουντιάλ; Η πραγματική θλίψη ήταν εδώ.

Σε μια από τις κορυφαίες σειρές φαντασίας, το «Malazan Book of the Fallen» του Steven Erikson και συγκεκριμένα στο βιβλίο Deadhouse Gates, ένας από τους δευτερεύοντες ήρωες, ο στρατιώτης Lull (όχι ο δικός μας ο Ραμόν) λέει: «Αυτή είναι μια συνοπτική περίληψη της ανθρωπότητας θα έλεγα. Ποιος χρειάζεται τόμους και τόμους ιστορίας; Τα παιδιά πεθαίνουν. Η αδικία του κόσμου κρύβεται σε αυτές τις τρεις λέξεις».

Ο Κανιθάρες βίωσε από πρώτο χέρι αυτή την αδικία, την έζησε απομακρυσμένος από τα φώτα της δημοσιότητας και πριν λίγες ημέρες έδωσε για πρώτη φορά μια συνέντευξη για να μιλήσει γι’ αυτή. Παραδέχτηκε ότι ακόμα ζει με τον πόνο μέσα του και ότι του λείπει πολύ το παιδί του, αλλά ότι η υπόλοιπη οικογένεια και η πίστη του ήταν αυτά που του έδωσαν την απαραίτητη δύναμη. Κι ο άνθρωπος που δεν φοβόταν τους αντιπάλους, δεν φοβόταν να υπερασπιστεί μια ομάδα στα πέναλτι, έκλεισε μιλώντας για το μεγαλύτερο φόβο όλων πολλών εξ ημών: «Πάντα είχα σεβασμό και φόβο για τον θάνατο, αλλά τώρα δεν υπάρχει κάτι που να φοβάμαι στη ζωή ή κάτι που να με ανησυχεί, πέρα από το να προσπαθήσω να είμαι χαρούμενος. Δεν φοβάμαι πια τον θάνατο γιατί ξέρω ότι εκείνη την ημέρα θα συναντήσω ξανά το γιο μου».

Ο Μάγος με τη μεγάλη καρδιά και τα πολλά γκολ

  [2 Σχόλια]

Αργά το βράδυ της Τετάρτης ένας παγωμένος αέρας από τον Βισκαϊκό κόλπο φυσούσε κι η ως συνήθως υγρή πόλη της Χιχόν καλυπτόταν από μία ομίχλη. Το θερμόμετρο έδειχνε 2 βαθμούς Κελσίου. Η ώρα είχε ξεπεράσει τις 2 μετά τα μεσάνυχτα. Κι όμως υπήρχε κόσμος έξω από το δημοτικό στάδιο της πόλης, το Ελ Μολινόν. Λίγες ώρες αργότερα θα μαθαίναμε ότι ήταν η τελευταία μέρα που το γήπεδο-έδρα της Σπόρτινγκ Χιχόν θα είχε το όνομα του «μεγάλου μύλου». Για τον ίδιο λόγο που υπήρχε κόσμος απ’ έξω. Εξαιτίας του θανάτου του Ενρίκε Κάστρο Γκονθάλεθ, που έμεινε γνωστός ως Κίνι και υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Ισπανούς επιθετικούς όλων των εποχών και ένας μεγάλος άνθρωπος. Ο κόσμος έξω από τη θύρα 9 του Μολινόν άφηνε λουλούδια για τον άνθρωπο που σκόραρε πάνω από 230 γκολ στην αγαπημένη του ομάδα. Μεταξύ τους κι ο 69χρονος Χαβιέρ που έκανε τα 30 χιλιόμετρα από τη γειτονική πόλη Αβιλές. «Δεν πήγα καθόλου σπίτι. Το είχα μάθει και μόλις τελείωσα τη βάρδιά μου, πήρα το γιο μου και ήρθα εδώ. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω, να έρθω να βάλω ένα ερυθρόλευκο κερί. Ο γιος μου δεν τον πρόλαβε, αλλά ξέρει για τον Μάγο», δήλωσε στη Marca. Ήταν ένας από τους πολλούς που βρέθηκαν εκεί.

Λουλούδια, κεριά και συνθήματα έξω από το γήπεδο

Ο Κίνι ήταν ένας σπουδαίος επιθετικός που βγήκε 5 φορές πρώτος σκόρερ στην Ισπανία. Τις τρεις μάλιστα με τη Σπόρτινγκ Χιχόν. Παρ’ ότι γεννήθηκε στο γειτονικό Οβιέδο, ο «Μάγος» δεν έπαιξε ποτέ στη μεγάλη αντίπαλο Ρεάλ Οβιέδο. Από το 1968 ως το 1980 ο Κίνι μόνο μια σεζόν δεν σκόραρε διψήφιο αριθμό γκολ , ενώ στα 20 του μόλις στη 2η σεζόν του ανέβασε ουσιαστικά τη Χιχόν μόνος στην Πριμέρα. Το σύνθημα: «Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!» δονούσε τις εξέδρες του Μολινόν. Το δεύτερο βραβείο κορυφαίου σκόρερ μάλιστα, το κατέκτησε το 1976 μια σεζόν που η Χιχόν τερμάτισε τελευταία και υποβιβάστηκε. Ο ίδιος είχε βάλει 21 γκολ όμως. Ήταν τόσο επιθετική η ομάδα χάρη σ’ αυτόν, σε χρόνια που το ποδόσφαιρο άρχισε να γίνεται πολύ αμυντικό, που η ισπανική τηλεόραση άρχισε να μεταδίδει αγώνες Β’ εθνικής εξαιτίας εκείνης της Χιχόν.

Η Χιχόν ανέβηκε αμέσως και το 1977 σε μια απίστευτη σεζόν έφτασε στην ιστορική 2η θέση, μόλις 4 πόντους από τη πρωταθλήτρια Ρεάλ. Βγήκε τρίτη την επόμενη χρονιά με τον Κίνι να σκοράρει 25 φορές στο πρωτάθλημα στα 31 του. Η Μπαρτσελόνα που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει και μετά τον υποβιβασμό, τον πήρε τελικά το 1980. Αρκετοί οπαδοί, όπως και δημοσιογράφοι, δεν πίστευαν ότι ο Κίνι θα μπορούσε να προσφέρει στους Καταλανούς, αλλά αυτός χάρη στην ποιότητά του και το χαρακτήρα του τους κέρδισε. Και μαζί με τον κόσμο κέρδισε ακόμα δυο βραβεία πρώτου σκόρερ.

Ντιέγκο και Κίνι

Στα χρόνια του στην Μπαρτσελόνα, ο Κίνι συνυπήρξε με τον Μαραντόνα. Κι ο Ντιέγκο δεν θα μπορούσε να μη θυμηθεί την κοινή τους παρουσία. Σε ένα μήνυμά του στα social media με αφορμή τον θάνατό του, ο Μαραντόνα περιγράφει τον παλιό του συμπαίκτη: «Ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και ένας επιθετικός που δημιουργούσε ευκαιρίες για όλους. Δεν υπάρχουν πλέον τέτοια φορ, ήταν σαν τον Μαρτίν Παλέρμο. Ένα φορ που όταν σούταρε με το αριστερό, σούταρε σαν τον καλύτερο αριστεροπόδαρο. Όταν σούταρε με το δεξί, σούταρε σαν τον καλύτερο δεξιοπόδαρο.» Αυτό που δεν λέει ο Ντιέγκο, είναι ότι ο Κίνι είχε και εξαιρετική τεχνική.

Αποθέωση στο Καμπ Νου

Πάνω όμως και από τα γκολ του, το αρμονικό του ποδόσφαιρο (που κάποιοι συγκρίνουν με του Ινιέστα αν και επιθετικός) και την τεχνική του, ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός χαρακτήρας και άνθρωπος που αγαπήθηκε όχι μόνο στις ομάδες που έπαιξε, αλλά και σε μέρη που θα έπρεπε να τον μισούν. Κι όμως ήταν ένας παίκτης που με το ήθος του λατρεύτηκε και ο χαμός του συγκλόνισε όχι μόνο την πόλη της Χιχόν, αλλά ολόκληρη την ποδοσφαιρική Ισπανία. Και μεγαλύτερη απόδειξη για το χαρακτήρα του, ήταν όσα έγιναν με την απαγωγή του.

Ήταν 1η Μαρτίου του 1981 όταν ο Κίνι λίγο μετά τη νίκη επί της Χέρκουλες πήρε το αυτοκίνητό του για να υποδεχτεί στο αεροδρόμιο την οικογένειά του που γύριζε από τις Αστούριας στη Βαρκελώνη. Δυο ένοπλοι άντρες τον σταμάτησαν, τον έβαλαν σε ένα βαν και τον απήγαγαν. Το θέμα μονοπώλησε το ενδιαφέρον στα ισπανικά μέσα. Ο Κίνι είχε μεταφερθεί σε ένα μικρό υπόγειο ενός συνεργείου κάπου στη Θαραγόθα. Εκεί σε ένα χώρο περίπου 1,5×1,5 έμεινε για 25 ημέρες.

Αριστερά το εξώφυλλο της Σπορτ με τίτλο «Απήγαγαν τον Κίνι. 350εκ. πεσέτες ή τον σκοτώνουν»
Δεξιά πανό για την απαλευθέρωσή του

Για καλή ή κακή τύχη του Κίνι, οι απαγωγείς ήταν πολύ κακοί στη… δουλειά τους. Δεν ήξεραν πόσα χρήματα να ζητήσουν, δεν ήξεραν με ποιον να επικοινωνήσουν, δεν ήξεραν πού ήθελαν να μπουν τα χρήματα. Έκαναν την απαγωγή, χωρίς να ξέρουν τίποτα. Ο Κίνι τους είπε να επικοινωνήσουν με τη γυναίκα του και αυτή τους έφερε τελικά σε επαφή με την αστυνομία. Η υπόθεση ήταν πολύ δύσκολη καθώς ένα σωρό άσχετοι άνθρωποι έπαιρναν τηλέφωνα είτε για να δώσουν φανταστικές πληροφορίες, είτε για να κάνουν φάρσα, ενώ κι οι απαγωγείς δεν βοηθούσαν με τη παράλογη συμπεριφορά τους. Λέγεται μάλιστα ότι σε κάποια φάση διαμαρτυρήθηκαν γιατί είχαν ξοδέψει πολλά χρήματα ώστε να ταΐζουν τον Κίνι. Διαμεσολαβητής στην όλη υπόθεση έγινε ο συμπαίκτης του Αλεξάνκο, προσπαθώντας να βοηθήσει. Τα χρήματα τελικά κατατέθηκαν σε έναν ελβετικό λογαριασμό κι η αστυνομία περίμενε.

Τελικά ένας από τους απαγωγείς έκανε το μοιραίο λάθος, έκανε ανάληψη στη Γενεύη και σε συνεργασία με τις αρχές της Ελβετία συνελήφθη καθ΄οδόν για το αεροδρόμιο για να φύγει στο Παρίσι. Ήταν ο ηλεκτρολόγος Βίκτορ Μανουέλ Ντίαθ Εστέμπαν. Ο απαγωγέας έδωσε τις πληροφορίες στην αστυνομία και σύντομα μια ειδική μονάδα πήγε στη Θαραγόθα, απελευθέρωσε τον Κίνι και έπιασε τους συνεργούς του ηλεκτρολόγου. Ο Κίνι ήταν φανερά ταλαιπωρημένος, αλλά κατά τα άλλα σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Πλήθος κόσμου τον περίμενε στο σπίτι του στην επιστροφή του στη Βαρκελώνη. Την ίδια ώρα που ο Κίνι απελευθερωνόταν, η Ισπανία έπαιζε στο Γουέμπλεϊ φιλικό με την Αγγλία και με τα νέα να κυκλοφορούν, οι συμπαίκτες του Κίνι κέρδισαν με 1-2, μοναδική νίκη στην ιστορία της Ισπανίας σε αυτό το γήπεδο.

Ο αποκαμωμένος Κίνι μετά την απελευθέρωσή του, μαζί με τη γυναίκα του

Οι 25 αυτές μέρες μπορεί τελικά να μην άφησαν σημάδια στον Κίνι, άφησαν στην Μπαρτσελόνα. Οι παίκτες της με πρωτοστάτη τον Σούστερ ζήτησαν να αναβληθούν τα παιχνίδια μόλις η είδηση έγινε γνωστή. Η Λίγκα δεν το έκανε δεκτό και έτσι η Μπαρτσελόνα, χωρίς τον Κίνι ηττήθηκε με 1-0 από την Ατλέτικο. Στο διάστημα της απουσίας του, οι Καταλανοί δεν κατάφεραν να κερδίσουν κανένα παιχνίδι τους, επηρεασμένοι τόσο αγωνιστικά από την απουσία του καλύτερου φορ, όσο και ψυχολογικά εξαιτίας της περιπέτειας του φίλου και συμπαίκτη τους. Ο Κίνι απελευθερώθηκε στις 25 Μαρτίου και ζήτησε να παίξει στο ντέρμπι του Μπερναμπέου τέσσερις μέρες αργότερα. Οι άνθρωποι της ομάδας δεν τον άφησαν και η Ρεάλ κέρδισε με 3-0. Η απουσία του έφτασε τους πέντε αγώνες στους οποίους η Μπαρτσελόνα έκανε τέσσερις ήττες και μια ισοπαλία εντός χωρίς γκολ με τη Θαραγόθα. Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε, ότι η προσπάθεια της ομάδας καταδικάστηκε από εκείνη την απαγωγή. Σε ένα πολύ ισορροπημένο και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, η Μπαρτσελόνα βγήκε τελικά 5η αλλά μόλις 4 βαθμούς μακριά από την πρωταθλήτρια Ρεάλ Σοσιεδάδ. Η Μπαρτσελόνα έκανε αίτημα να ξαναπαιχτούν τα παιχνίδια, αλλά αυτό δεν έγινε δεκτό.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Κίνι συγχώρεσε τους απαγωγείς του. Δεν ζήτησε πίσω ούτε τα χρήματα από τα λύτρα, ούτε ήθελε να τους κάνει αγωγή. Δήλωσε ότι ήταν καλοί άνθρωποι που του φέρθηκαν καλά και μάλιστα του έφερναν και την Marca για να διαβάζει τα αθλητικά. Κάποιοι μιλούν για σύνδρομο της Στοκχόλμης, κάποιοι για την μεγάλη του καρδιά. Την καρδιά που δεν άντεξε πριν λίγες μέρες και ο Κίνι στα 68 του πέθανε την ώρα που περπατούσε στους δρόμους της Χιχόν κοντά στο σπίτι του. Την καρδιά που λίγες ώρες πριν την απαγωγή του και ενώ οι συμπαίκτες του πανηγύριζαν το έκτο γκολ απέναντι στη Χέρκουλες, τον έκανε να μην πανηγυρίζει και να πηγαίνει να δίνει κουράγιο στους παίκτες της ομάδας από το Αλικάντε, όπως θυμάται ο αμυντικός της Κίκε Σάλα. Αυτός ήταν ο «Μάγος».

Από τα χρόνια στη Χιχόν. Πόδια που θα ζήλευε κι ο Κριστιάνο.

Ο Κίνι πέρα από τους προσωπικούς τίτλους του πρώτου σκόρερ κέρδισε και τρόπαια. Δυο κύπελλα Ισπανίας, ένα Σούπερ Καπ και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1982. Μάλιστα το πρώτο του κύπελλο το κατέκτησε λίγους μήνες μετά την απαγωγή του, σκοράροντας δυο φορές εις βάρος της αγαπημένης του Χιχόν και στερώντας της έναν τίτλο. Τον συγχώρεσαν όμως. Ο Κίνι αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο το 1984 (αφού οι δυο τελευταίες του σεζόν στην Μπαρτσελόνα δεν ήταν καλές), αλλά τελικά άλλαξε απόφαση και γύρισε στη Χιχόν όπου έπαιξε για τρεις σεζόν μέχρι τα 38 του. Με τη φανέλα της εθνικής Ισπανίας έπαιξε 35 φορές, σκοράροντας 8 γκολ (το ένα στο ντεμπούτο του σε φιλικό απέναντι στην Ελλάδα) και συμμετείχε σε 2 Μουντιάλ και 1 Euro.

«Μου ζήτησες να γίνω καλύτερος ποδοσφαιριστής από σένα. Σου ζητώ συγγνώμη γιατί δεν τα κατάφερα, ήταν μια ακατόρθωτη αποστολή.»
– Νταβίντ Βίγια, ποδοσφαιριστής της Σπόρτινγκ Χιχόν 1999-2003

15.000 περίπου άνθρωποι βρέθηκαν στο στάδιο Μολινόν, που από την Τετάρτη λέγεται πλέον Εστάδιο Μολινόν – Ενρίκε Κάστρο «Κίνι». Εκεί σε έναν αυτοσχέδιο ναό πάνω στο χορτάρι, είκοσι περίπου μέτρα από την είσοδο των αποδυτηρίων, το δεύτερο σπίτι του Κίνι, έλαβε χώρα η κηδεία του. Το φέρετρό του κουβαλούσαν συμπαίκτες του από τα χρόνια της Χιχόν. Η τελευταία είσοδος του Κίνι στο αγαπημένο σπίτι του έγινε όπως πάντα εν μέσω αποθέωσης και αυτή τη φορά μεγάλης συγκίνησης. Οι συγγενείς του παρακολουθούσαν την κηδεία καθισμένοι στον πάγκο των γηπεδούχων και πολλοί άνθρωποι μίλησαν. Μίλησαν για τον παίκτη και άνθρωπο Κίνι. Αυτόν που ξεπέρασε μια απαγωγή, συγχώρεσε τους απαγωγείς του, ξεπέρασε το θάνατο του αδερφό του το 1993 (που πνίγηκε καταφέρνοντας να σώσει άλλους δύο ανθρώπους από πνιγμό, προφανώς είναι οικογενειακό χαρακτηριστικό η καλοσύνη) και αγαπήθηκε από συμπαίκτες όπως ο Μαραντόνα και θαυμαστές του όπως ο Νταβίντ Βίγια.

«Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!»

Μεταγραφή μετά από Απαίτηση

  [19 Σχόλια]

Έκλεισε λοιπόν νωρίς-νωρίς το μεγάλο ντιλ της μεταγραφικής περιόδου του Ιανουαρίου. Ο Φελίπε Κουτίνιο πήγε από τη Λίβερπουλ στη Βαρκελώνη για περίπου €160Μ. Αν σας αρέσει αυτή η κίνηση και δε θέλετε κάποιος να σας χαλάσει τη διάθεση, μπορείτε να σταματήσετε την ανάγνωση εδώ. Ο γράφων από το καλοκαίρι δεν ήταν ιδιαίτερα θερμός στη μεταγραφή Κουτίνιο στην Μπαρσελόνα, πόσο μάλλον τώρα, με τις συνθήκες και τα δεδομένα υπό τα οποία έγινε.

Κατ’ αρχάς να εξηγήσω το γιατί δεν τον ήθελα από τον Αύγουστο. Ο Κουτίνιο είναι ένας πάρα πολύ καλός παίχτης σε ιδανική ηλικία. Επιπλέον πια είναι αρκετά ψημένος. Προέρχεται από μεγάλη σχολή, έχει ντρίπλα, ένας εναντίον ενός, πάσα, στημένα, υποδοχή σε 360º (ορολογία Τσάβι), κάθετη κίνηση και συμπαθητικά τελειώματα. Υπέροχος παίχτης να τον βλέπεις. Όμως τραυματίζεται συχνά, δεν πρεσάρει σωστά, δεν έχει διάρκεια το παιχνίδι του και η καλή του θέση είναι έξω αριστερά ώστε να συγκλίνει προς τα μέσα. Στη Μπαρσελόνα τον κοίταξαν για αντικαταστάτη του Νεϋμάρ, που θα ήταν πιο σωστή η κίνηση, αλλά τελικά έμεινε ότι αυτός θα είναι ο αντικαταστάτης του Ινιέστα.

Από εδώ ξεκινάνε τα σοβαρά προβλήματα. Αρχικά το αγωνιστικό. Η Μπαρσελόνα αναζητεί αντικαταστάτη του Ινιέστα που πλέον είναι κλεισμένα 33. Ο δον Ανδρές μπορεί να δίνει 60-70 λεπτά διάλεξη σε κάθε του παιχνίδι, αλλά τόσο αντέχει και όχι Τετάρτη-Κυριακή. Η μεταγραφή έπρεπε να είναι παίχτης σταρ για να αντικαταστήσει τον καλύτερο ίσως παίχτη που έβγαλε η Ισπανία. Ή τελείως αχρείαστη, διότι η καλή θέση του Σέρζι Ρομπέρτο είναι αυτή ακριβώς. Και όσες φορές έχει παίξει εκεί και όχι δεξί μπακ έχει κάνει παπάδες τα τελευταία δύο χρόνια. Επίσης ο Κουτίνιο στη Λίβερπουλ δεν έκανε τα καλύτερά του ματς στον άξονα αλλά στα αριστερά. Η θέση του Ινιέστα είναι τρομερά απαιτητική τόσο επιθετικά όσο και στην κάλυψη. Επαναλαμβάνω, αν δεν είχε αποκτηθεί ο *πρώην ρεκόρ μεταγραφής για το σύλλογο* Ντεμπελέ, η κίνηση είχε μεγάλο αγωνιστικό νόημα, τώρα είναι πρόβλημα για το Βαλβέρδε.

Παράδειγμα του που κινείται ο Κουτίνιο από ματς με τη Σουόνσι

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι ο Γενάρης. Η Μπαρσελόνα είχε κολλήσει στο πρόσωπο του Κουτίνιο, δεν υπήρχε άλλος για το κέντρο, από το καλοκαίρι. Ειδικά μετά τη μεταγραφή Νεϋμάρ που όλος ο κόσμος ήξερε το τι είχε μπει στο ταμείο της Μπάρσα, ο καθένας ζήταγε ό,τι ήθελε. Η Λίβερπουλ ζήτησε αναμενόμενα τη Σαγράδα Φαμίλια και το ντιλ δεν έκλεισε. Η Μπαρσελόνα συνέχισε να πιέζει τόσο τον παίχτη όσο και το σύλλογο να γίνει η μεταγραφή. Ο παίχτης όμως χρησιμοποιήθηκε στο Τσάμπιονς Λιγκ από τον Κλοπ. Η λογική λέει ότι η Μπαρσελόνα θα το άφηνε ως το καλοκαίρι και θα προσπαθούσε να κλείσει τον παίχτη πριν την έναρξη του Μουντιάλ. Όχι όμως, τώρα το Γενάρη, μεταγραφή ρεκόρ με 160Μ παίχτη που δεν έχει δικαίωμα να παίξει στο Τσάμπιονς Λιγκ όταν η Μάντεστερ Σίτυ θα αγοράσει με 35-40Μ τον Αλέξις Σάντσες που θα μπορεί να παίξει.

Και εδώ περνάμε στο οικονομικό. Το καλοκαίρι η Μπαρσελόνα έγινε περίγελος όταν ακύρωσε τελευταία στιγμή την κλεισμένη μεταγραφή του Σέρι της Νις για €40Μ. Για αγωνιστικούς λόγους είπαν τότε, κάνοντάς το να φαίνεται πιο γελοίο, αλλά δεν έβγαιναν τα κουκιά. Ούτε έδωσαν τα €33Μ για τον Ινίγκο Μαρτίνεθ που ζητούσε ο Βαλβέρδε. Τώρα όμως, έχοντας κάνει τη μεταγραφή του Ντεμπελέ και του Παουλίνιο και χωρίς να έχει αποχωρήσει απολύτως κανένας έδωσαν €160Μ για τον Κουτίνιο, πηγαίνοντας στο 84% των εσόδων τα έξοδα για μεταγραφές και συμβόλαια, ανατινάζοντας το ΦΦΠ. Η διαχείριση των παιχτών από τη διοίκηση είναι απαράδεκτη, με πιο κραυγαλέες περιπτώσεις αυτές του Αρντά (7ο μεγαλύτερο συμβόλαιο), που η Άρσεναλ έδινε €40Μ τον προηγούμενο Γενάρη και δεν πωλήθηκε, και του Αντρέ Γκόμες, που πάλι είχαν πρόταση €35Μ και τον κράτησαν. Τώρα πρέπει να φύγουν τουλάχιστον 4 παίχτες.

Και κλείνω με το πιο εξοργιστικό. Η προσκόλληση στο πρόσωπο του Κουτίνιο από το καλοκαίρι έσκασε ξαφνικά μετά τη φυγή Νεϋμάρ. Όπως και το όνομα του Παουλίνιο. Η μεταγραφή Παουλίνιο συμφωνήθηκε, πάγωσε, και έγινε σχεδόν στο τέλος, όταν πια έγινε σαφές ότι ο Κουτίνιο δε θα παρουσιαζόταν στο Καμπ Νόου το 2017. Εντελώς τυχαία να πω ότι με τη φυγή Νεϋμάρ η Μπαρσελόνα, το ποδοσφαιρικό διαμάντι της ΝΙΚΕ, έμενε χωρίς Βραζιλιάνο διεθνή στο ρόστερ της σε χρονιά Μουντιάλ (μην μου πει κάποιος για το Ραφίνια παρακαλώ). Η Βραζιλία (φυσικά ΝΙΚΕ, ολόκληρο σκάνδαλο είχε γίνει) είναι σπουδαία ποδοσφαιρική αγορά και η πιο δημοφιλής εθνική. Σημειώνω ότι και ο Ντεμπελέ είναι ΝΙΚΕ, τόσο ο ίδιος, όσο και η Γαλλία. Έγινε η μεταγραφή Παουλίνιο, αλλά η ΝΙΚΕ ζητούσε σταρ. Η διοίκηση Μπαρτομέου που δεν έχει πει ποτέ όχι σε χορηγό σκίστηκε να ικανοποιήσει την εταιρεία που παίρνει αρκετά πίσω από την αύξηση στην προσφορά για τη φανέλα που είχε κάνει. Ο Κουτίνιο είναι ό,τι καλύτερο μπορούσε να υπάρξει στη Μπαρσελόνα μετά τον Νεϋμάρ και αυτό έπρεπε, λόγω ΝΙΚΕ, να γίνει πριν το Μουντιάλ.

Οφ σάιντ γράφει στα Καταλανικά πίσω

Η διοίκηση Μπαρτομέου έχει πρωταρχικό άγχος να φτάσει τον κύκλο εργασιών του συλλόγου στο €1 δις. Όταν επανεκλέχτηκε, πολλοί οπαδοί μίλησαν για «Μαδριλενοποίηση» της Μπαρσελόνα. Ακόμα και αυτό ισχύει εν μέρει. Ναι, πλέον αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως αθλητική επιχείρηση και όχι ως ομάδα ο σύλλογος Μπαρσελόνα, όμως δε γίνονται μεταγραφές γκαλάκτικος για να πουλήσουμε φανέλες χωρίς αγωνιστική λογική. Γίνονται μεταγραφές μετά από υπόδειξη των χορηγών. Παράλληλα, επειδή αυτό το μπραντ πούλαγε τόσα χρόνια, συνεχίζεται η ρητορική για το ποδόσφαιρο βάσης και τη Μασία ενώ πράττουν ακριβώς τα αντίθετα. Φυσικά να υπάρξουν σταρ και μεγάλες μεταγραφές. Πάντα γινόταν. Απλώς ήταν 2-3 και πλαισιώνονταν από (καλούς) ντόπιους. Τώρα κοιτάμε μόνο αγορές, χωρίς κανένα αγωνιστικό πλάνο. Ακόμα και ο προπονητής επιλέχθηκε με κριτήριο να είναι ο καλύτερος διαθέσιμος, αλλά από εκείνους που δε θα πηγαίνουν και πολύ κόντρα στη διοίκηση και θα δουλεύουν με ότι τους δίνει. Πραγματικά ίσως ο Βαλβέρδε μετά τον Αντσελότι να είναι ο καλύτερος σε αυτό.

Ως οπαδός της Μπαρσελόνα από την εποχή των 0 ευρωπαϊκών με ενοχλεί όλη αυτή η στροφή. Και δε μιλάω για τα χρήματα. Αυτά απλώς είναι περισσότερα σε ένα ποδόσφαιρο που έχει γίνει λίγο σόου μπιζ. Με ενοχλεί η λειτουργία του συλλόγου ως αθλητική επιχείρηση χωρίς καμία επαφή με το αγωνιστικό κομμάτι. Ειδικά όταν ο τοπικός αθλητικός τύπος έχει γίνει «τίτλοι, τίτλοι, τίτλοι», ενώ συνεχίζει να πουλάει Μασία. Εκείνο όμως που με εξοργίζει είναι οι διοικούντες να μην έχουν καν τον πρώτο λόγο στην όλη μπίζνα. Δηλαδή η Μαδριλενοποίηση να είναι βελτίωση.

Κλαούντιο «Πιόχο» Λόπες: Ο ψύλλος της Βαλένθια

  [1 Σχόλιο]

Το καλοκαίρι του 1996 ένα παλικαράκι με καμπούρα προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο Μανίσες της Βαλένθια. Οι περισσότεροι που τον έβλεπαν δύσκολα θα τον έκαναν ποδοσφαιριστή από το παρουσιαστικό του. Ακόμα κι αυτοί που ήξεραν ποιος ήταν σίγουρα δεν θα εντυπωσιάστηκαν. Βλέπετε, η Βαλένθια είχε τερματίσει την προηγούμενη σεζόν στη 2η θέση με τον Λουίς Αραγονές στον πάγκο, πίσω μόνο από την Ατλέτικο Μαδρίτης κι οι οπαδοί της έβλεπαν την ομάδα να αποδυναμώνεται. Ο πρώτος της σκόρερ με 28 γκολ, και παίκτης της χρονιάς στη Λα Λίγκα, Πέτζα Μιγιάτοβιτς πήρε το δρόμο για τη Μαδρίτη και το Μπερναμπέου.

Οι πιο πολλοί είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στο 30χρονο Ρομάριο που (χωρίς να το ξέρουμε τότε) έκανε τα τελευταία του 5 ματς στην Ευρώπη μέχρι που η κόντρα με τον Αραγονές τον έφερε πίσω στη Φλαμένγκο. Εκτός από το Βραζιλιάνο στην επίθεση ήρθε και ο Γκόραν Βλάοβιτς, ενώ στα χαφ προστέθηκε και ο Βαλερί Κάρπιν. Το σχετικά μικρό ποσό που δόθηκε για τον καμπούρη, ξερακιανό τύπο που έφτασε στο αεροδρόμιο χωρίς πολύ κόσμο να τον υποδέχεται, δεν εντυπωσίασε κανείς. Κι όμως, ο Κλαούντιο Λόπες δεν ήταν κάποιος άγνωστος στον κόσμο της Αργεντινής.

Μπορεί να ξεκίνησε τον αθλητισμό παίζοντας ως πλέι-μέικερ σε ομάδα μπάσκετ, γρήγορα όμως βρήκε την κλίση του και αυτή ήταν το ποδόσφαιρο. Αφού έμαθε τα βασικά στην Εστουδιάντες, έκανε το ντεμπούτο του στη Ράσινγκ παίρνοντας κάποια παιχνίδια, χωρίς όμως να εντυπωσιάζει. Η στιγμή του ήρθε στα 18. Με την εθνική Αργεντινής να αγωνίζεται στο Κόπα Αμέρικα του 1993, οι Αργεντίνοι βαρέθηκαν να περιμένουν πότε θα ξεκινήσει η επόμενη Απερτούρα και είπαν να παίξουν ένα πρωταθληματάκι για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Π.Ο. της χώρας. Στο Κόπα Σεντενάριο έπαιξαν 18 ομάδες με αρκετές αλλαγές (αφού πολλά πρώτα ονόματα έπαιζαν σε εθνικές ή ξεκουράζονταν). Ο «Πιόχο» (ψύλλος) έκανε όργια στα δυο ντέρμπι με την Ιντεπεντιέτε σκοράροντας, αλλά δίνοντας και ασίστ, ενώ συνέχισε με τον ίδιο τρόπο στα ματς με τη Βέλεζ και τη Ρίβερ Πλέιτ.

Ο Κλαούντιο Λόπες έγινε πλέον κανονικό μέλος του ρόστερ, αλλά η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη. Η Ράσινγκ εκείνης της περιόδου ήταν μια μέτρια ομάδα συνήθως, με πολλές αλλαγές προπονητών και ο «Πιόχο» κινούταν συνήθως κι αυτός σε μια μετριότητα. Τη σεζόν 1995-96 η Ράσινγκ απέκτησε τρεις επιθετικούς και ο ρόλος του Κλαούντιο Λόπες θα ήταν πολύ περιορισμένος. Ίσως η μετέπειτα πορεία του να μην ήταν η ίδια, ίσως να μην τον θυμόταν κανείς μας, αν η ομάδα δεν είχε χτυπηθεί από τραυματισμούς και δεν είχε κάποια προβλήματα με καινούριους παίκτες που δεν είχαν ακόμα το δικαίωμα να παίξουν. Κατ’ ανάγκη ο Λόπες έπαιξε αριστερό χαφ στην πρεμιέρα και μάγεψε. Μονιμοποιήθηκε εκεί, η Ράσινγκ βγήκε 2η σχεδόν μετά από δύο δεκαετίες και ο «χαφ» έγινε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας. Τότε ήταν που η Βαλένθια αποφάσισε να δώσει 4 εκατομμύρια περίπου για να τον πάρει. Ο Λόπες έπαιξε το τελευταίο του ματς απέναντι στους Νιούελ’ς στο Ροσάριο, σε ένα κακό ματς που η ομάδα του έχασε με 0-1, λίγο πριν φύγει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ως ένα από τα νέα παιδιά του Πασαρέλα στις εθνικές, ο Λόπες ήταν μέλος μια φουρνιάς που είχε μέσα παίκτες όπως ο Ερνάν Κρέσπο, ο Αριέλ Ορτέγκα και ο Μαρσέλο Ντελγκάδο. Κατέκτησαν το ασημένιο ολυμπιακό μετάλλιο και παρά την επιτυχία αυτή και το γεγονός ότι ετοιμαζόταν για μια καριέρα στην Ισπανία, δεν ένιωθε καλά. Ήθελε να παίξει ξανά με την αγαπημένη του Ράσινγκ, να την αποχαιρετίσει σωστά, όχι με μια ήττα. Με τη μεταγραφή κλεισμένη και τον κίνδυνο ενός τραυματισμού, επέμεινε και τελικά κατάφερα να παίξει στο ντέρμπι της Ράσινγκ με την Μπόκα. Την Μπόκα που είχε στη σύνθεσή της Μαραντόνα, Κανίγια και Βερόν. Με το ματς στο 0-0 η μπάλα έφτασε στα πόδια του στο 81′ και με ένα από τα σουτ με το αριστερό που τόσο πολύ μάθαμε τα επόμενα χρόνια κεραυνοβόλησε την εστία των Μποστέρος. Ο Μαραντόνα έχασε πέναλτι, το 1-0 έμεινε μέχρι το τέλος και ο Κλαούντιο Λόπες αποχαιρέτισε το Ελ Σιλίντρο ανεβασμένος πάνω στο οριζόντιο δοκάρι με τον κόσμο να τον αποθεώνει:

Παρά τη δημοσιότητά του όμως, στη Βαλένθια έφτασε ως σχετικά άγνωστος. Η πρώτη χρονιά του ήταν δύσκολη, όπως δύσκολη ήταν και για τη Βαλένθια που έδιωξε τον Αραγονές και είχε συνολικά τρεις προπονητές για να πέσει στη 10η θέση από τη 2η της περασμένης σεζόν. Ο Ρομάριο έφυγε, ο Ορτέγκα (που πήγε κι αυτός στη Βαλένθια) μαζί με τον Βλάοβιτς έβαλαν κάποια γκολ, αλλά η σεζόν κινήθηκε στην μετριότητα. Με τη Βαλένθια να αγοράζει αρκετούς ξένους το καλοκαίρι, ο Λόπες κινδύνευσε να μείνει εκτός ομάδας αφού αρχικά δεν υπήρχαν αρκετές θέσεις. Η φυγή του Βαλντάνο και η έλευση του Κλαούντιο Ρανιέρι στις αρχές της επόμενης σεζόν υπήρξε ευεργετική για αρκετούς παίκτες. Ο Γκαΐθκα Μεντιέντα από ένας ταλαντούχος, φιλότιμος χαφ μετατράπηκε σε παίκτη ορχήστρα, ο Ρουμάνος Ίλιε σκόραρε ακατάπαυστα και ο Κλαούντιο Λόπες έγινε πρωταγωνιστής.

Ένα από τα σπουδαιότερα ματς στην ιστορία της Πριμέρα.
Η Μπαρτσελόνα κερδίζει 3-0 στο 68′ και στο 88′ η Βαλένθια κάνει το 3-4.

Παρελαύνουν: Φίγκο, ντε λα Πένια, Λουίς Ενρίκε, Ριβάλντο, Γκουαρδιόλα, Μεντιέτα, Κλαούντιο Λόπες, Ορτέγκα, Θουμπιθαρέτα

Με τον Ιταλό προπονητή, η Βαλένθια έγινε μια ομάδα που χτυπούσε στην αντεπίθεση και η ταχύτητα του Λόπες ταίριαζε ιδανικά. Η Βαλένθια μπορεί να τερμάτισε μόλις 9η, αλλά έδωσε μερικές μεγάλες ποδοσφαιρικές παραστάσεις. Η τεράστια νίκη στο Καμπ Νου, όταν από 3-0 στο ημίχρονο έφτασε στο 3-4 με μια ασίστ και δυο γκολ του Πιόχο και η νίκη στο Μπερναμπέου ήταν δείγμα του τι θα ακολουθούσε. Ο Λόπες σκόραρε 12 φορές στη 2η του σεζόν στο Μεστάγια, έγινε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας και οι κούρσες του άρχισαν να γράφουν ιστορία.

Κόπα ντελ Ρέι 1999, το σόου της Βαλένθια

Η ερωτική σχέση του Πιόχο με την Μπαρτσελόνα συνεχίστηκε σε όλη την πορεία του στη Βαλένθια. 12 γκολ σε 15 παιχνίδια απέναντι στους Καταλανούς, ρεκόρ που δύσκολα συναντάς. Τη σεζόν 1998-99 βγήκε 2ος σκόρερ στο πρωτάθλημα πίσω μόνο από τον Ραούλ (και συνολικά σκόραρε 37 φορές σε 47 αγώνες, ρεκόρ που έπρεπε να περάσουν 10 χρόνια για να το καταρρίψει κάποιος Αργεντίνος με όνομα Λιονέλ Μέσι), ενώ κατέκτησε το Ιντερτότο και το Κόπα ντελ Ρέι (ρίχνοντας και μια αξέχαστη 6αρα στη Ρεάλ Μαδρίτης). Στον τελικό σκόραρε δυο φορές απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης κι η Βαλένθια έδειξε ότι είχε μπει για τα καλά στην ελίτ του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Ένα από τα καλύτερα γκολ στην ιστορία του Τσάμπιονς Λιγκ

Ο Ρανιέρι έφυγε, ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ ήρθε. Η Βαλένθια έγινε ακόμα πιο σκληρή, πιο κυνική, αλλά και πιο επικίνδυνη με την έλευση του Κίλι Γκονζάλες. Η ιστορία είναι γνωστή, Σούπερ Καπ, 3η θέση στο πρωτάθλημα και μια τρελή πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ. Αντιμετώπισε Μπάγερν, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Λάτσιο και Μπαρτσελόνα μέχρι να φτάσει στον τελικό και έκανε πολλούς πιτσιρικάδες να γίνουν οπαδοί της. Ο συνδυασμός Ρεάλ Μαδρίτης σε τελικό μαζί με Έκτορ Ραούλ Κούπερ δεν μπορούσε να είχε άλλη κατάληξη. Ο Λόπες στο τέλος της σεζόν έζησε μια δεύτερη αποθέωση και ένα δεύτερο αντίο σκοράροντας. Αυτή τη φορά όχι με τα γαλάζια της Ράσινγκ, αλλά με τα ασπρόμαυρα της Βαλένθια, απέναντι στη Θαραγόθα. Σε αντίθεση με τον Μιγιάτοβιτς που έφυγε σχεδόν σαν προδότης, ο «Πιόχο» έφυγε σαν είδωλο.

Τα περίπου 35 εκατομμύρια Ευρώ που έδωσε η Λάτσιο τον έφεραν στη Ρώμη, ένα χρόνο πριν κάνει την ίδια διαδρομή κι ο συνοδοιπόρος Μεντιέτα. Σαν όμως να μην το ήθελε η μοίρα να πετύχουν εκτός Βαλένθια. Σαν να έχασαν τη δύναμή τους φεύγοντας από το Μεστάγια. Αν και ο Λόπες τα πήγε σαφώς καλύτερα από τον Γκαΐθκα (έπαιξε πάνω από 100 ματς, σε μια Λάτσιο που είχε γίνει αργεντίνικη αποικία εκείνα τα χρόνια, υγρό όνειρο κάθε παίκτη Football Manager με παίκτες όπως Κρέσπο, Βερόν, Σιμεόνε) δεν έφτασε ποτέ στα ίδια επίπεδα απόδοσης. Εγκατέλειψε την Ευρώπη στα 30 και έπαιξε αρκετά στο Μεξικό, ένα διάστημα ξανά στη Ράσινγκ και στο τέλος της καριέρας του στις ΗΠΑ. Η καλύτερή του περίοδος ήταν πάντα τα τέσσερα χρόνια στη Βαλένθια, με τις ατελείωτες κούρσες, είτε ως πλάγιος, είτε ως σέντερ φορ και τα πολλά εντυπωσιακά γκολ, με το σήμα κατατεθέν βολέ με το αριστερό. Όταν κανείς δεν τον πίστευε, όταν είχε έρθει ως ρεζέρβα του Ρομάριο και τελικά έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της ιστορίας ενός συλλόγου.

Λούκα Μόντριτς: Ο τελευταίος Γιουγκοσλάβος καλλιτέχνης

  [Καθόλου σχόλια]

Όπως κι οι περισσότεροι, έμαθα τον Λούκα Μόντριτς λίγο πριν πάει στην Τότεναμ το καλοκαίρι του 2008. Οι Σπερς αποφάσισαν να δώσουν ένα τεράστιο ποσό για να τον φέρουν από το Ζάγκρεμπ στο Λονδίνο. Το τεράστιο βέβαια είναι κάτι σχετικό, αν σκεφτούμε ότι πριν ένα χρόνο είχαν δώσει το ίδιο ποσό για τον… Ντάρεν Μπεντ. Με τον Μόντριτς να έχει υπογράψει στην Τότεναμ, οι πρώτες μας εικόνες του ήταν στο Euro 2008 με την Κροατία. Ένα από τα πολλά μου ελαττώματα είναι ότι είμαι φυσιογνωμιστής, κάτι που ειδικά στο ποδόσφαιρο σε οδηγεί σε βιαστικά και συχνά λανθασμένα συμπεράσματα. Όταν βλέπεις τον Μόντριτς αναρωτιέσαι πώς μπορεί να παίζει μπάλα σε τέτοιο επίπεδο. Ύψος δεν έχει, παρά την έλλειψή του δεν είναι και τόσο δαίμονας στο τρέξιμο, εκτόπισμα δεν έχει και εμφανίζεται με αυτό το μαλλί λες και παίζει μπάσο σε καταθλιπτική εφηβική μπάντα. Αλλά αν ξεπεράσεις αυτά τα χαζά και τελικά αδιάφορα, θα τον δεις να κάνει όλα όσα λατρεύουν προπονητές, συμπαίκτες και οπαδοί. Να κάνει αυτά που πρέπει να κάνει, με τεχνική και μυαλό και τον θαυμάζεις σαν έναν αρτίστα της παλιάς Γιουγκοσλαβίας που έβγαλε παίκτες όπως ο Στόικοβιτς και ο Προσινέτσκι.

Ο Λούκα γεννήθηκε στην ενωμένη Γιουγκοσλαβία, αλλά μεγάλωσε στη Γιουγκοσλαβία του εμφυλίου. Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, περνούσε τις μέρες του παίζοντας μπάλα μαζί με τον αγαπημένο παππού του από τον οποίο πήρε και το όνομά του, στο Μόντριτσι περίπου 60 χιλιόμετρα μακριά από το Ζαντάρ. Δεν είχε την πιο εύκολη και άνετη ζωή, αλλά ήταν χαρούμενος. Μέχρι που ο πόλεμος ξέσπασε, μέχρι που ο παππούς του έπεσε στα χέρια των Σέρβων που είχαν καταλάβει την περιοχή και εκτελέστηκε μαζί με άλλους συγχωριανούς του. Η περιοχή ακόμα φέρει τα τραύματα του πολέμου, ακόμα υπάρχουν πινακίδες που προειδοποιούν για νάρκες. Χύθηκε πολύ αίμα μεταξύ ανθρώπων που ζούσαν στις ίδιες γειτονιές. Η οικογένεια Μόντριτς έφυγε για να γλιτώσει, ο πατέρας κατατάχθηκε στον κροατικό στρατό και για εφτά χρόνια οι Μόντριτς μετατράπηκαν σε πρόσφυγες σε ένα ξενοδοχείο του Ζαντάρ. Εκεί μεγάλωσε ο Λούκα, με μια μπάλα και υπό τους ήχους των βομβαρδισμών από την πολιορκία του Ζαντάρ που κράτησε για δύο ολόκληρα χρόνια.

Τα μαγικά που έκανε με την μπάλα τον έκαναν ατραξιόν και σύντομα οι άνθρωποι της τοπικής Ζαντάρ τον είδαν στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου και τον πήραν στις ακαδημίες. Παρά το μικρό του μπόι και μια σωματοδομή που τον έκανε να φαίνεται μικροσκοπικός ανάμεσα στα παιδιά της ηλικίας του, ήξερε πολλαπλάσια μπάλα από αυτά. Αν κι ο πόλεμος τελείωσε, οι γονείς του έμειναν εκεί, βρίσκοντας καταφύγιο σε διαφορετικό ξενοδοχείο που είχε μετατραπεί σπίτι για πρόσφυγες, ώστε ο Λούκα να ακολουθήσει το όνειρό του. Στα 12 του δοκιμάστηκε στην αγαπημένη του Χάιντουκ και απορρίφθηκε, στα 15 του πήγε στη Διναμό Ζάγκρεμπ. Μετά από δανεισμούς και το αγροτικό του στη Βοσνία όπου σκληραγωγήθηκε αρκετά και βγήκε καλύτερος παίκτης το 2003, ο Μόντριτς άρχισε από τα 19 του να βρίσκει θέση στη Διναμό και να γίνεται πρωταγωνιστής. Τρία σερί πρωταθλήματα (τα δύο με παράλληλο νταμπλ), βραβεία, κλήση στην εθνική, συμμετοχή στο Μουντιάλ του 2006  (έστω και σχεδόν τυπική) και το όνομά του ξεπέρασε τα σύνορα των Βαλκανίων.

Το όνομά του ακούστηκε για πολλές ομάδες, αλλά ήταν η Τότεναμ αυτή που τον έκλεισε. Έχοντας πάρει Μπέιλ και Μπερμπάτοφ, οι Σπερς ήθελα να φτιάξουν κι άλλο την μεσοεπιθετική τους γραμμή και το σκάουτινγκ έβαλε σαν κορυφαίο στόχο τον μικροσκοπικό Κροάτη. Με τις φήμες ότι ομάδες όπως η Σίτι ενδιαφέρονταν, ο Ντάνιελ Λίβι πήρε ένα τζετ, τα βρήκε με τον ισχυρό άντρα της Ντιναμό Ζντράβκο Μάμιτς και ο Μόντριτς μετακόμισε στην Αγγλία. Το ξεκίνημα δεν ήταν τόσο καλό, οι βιαστικοί τον διέγραψαν γρήγορα. Μόλις τρεις μήνες μετά την μεταγραφή του σε άρθρο στον Γκάρντιαν γραφόταν ότι δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην Πρέμιερ, ενώ κι ο Βενγκέρ πίστευε ότι δεν είχε τη σωματοδομή για να τα βγάλει πέρα. Το γεγονός ότι είναι παίκτης χωρίς θέση (γιατί μπορεί να κάνει με την ίδια ευκολία πολλά πράγματα) μπορεί να είναι ευλογία, αλλά στην αρχή της θητείας του στις ομάδες ήταν κατάρα. Παίζοντας κυρίως στα αριστερά δεν μπορούσε να προσφέρει. Όταν ήρθε κεντρικά επί Χάρι Ρέντναπ στην Τότεναμ άρχισε να λάμπει. Παρά τα διάφορα μελοδράματα κατά καιρούς για μεταγραφές (όπως τον εκβιασμό για να πάει στην Τσέλσι), ο Μόντριτς έφυγε από το Λονδίνο προσφέροντας πολλά στον σύλλογο και κυρίως φέρνοντας διπλάσια περίπου χρήματα από όσα ξοδεύτηκαν γι’ αυτόν.

Στη Μαδρίτη η πορεία ήταν παρόμοια με του Λονδίνου. Πίσω από Οζίλ, Κεντίρα και Τσάμπι Αλόνσο, με κάποια προβλήματα τραυματισμών, δεν έλαμψε αρχικά και, όπως και στην Αγγλία, τα δημοσιεύματα για «αποτυχημένη μεταγραφή» άρχισαν να εμφανίζονται. Από τη 2η σεζόν όμως και ειδικά με την έλευση του Κάρλο Αντσελότι, ο Μόντριτς έκανε σπουδαία παιχνίδια και όπως και τώρα με τον Ζιντάν, κάνει απλά πράγματα που συχνά στο ποδόσφαιρο είναι και τα πιο όμορφα. Βρίσκεται εκεί, πάντα κοντά ως στήριγμα για κάποιον συμπαίκτη του, μοχθεί, δεν βεντετίζει, βάζει τα πόδια στη φωτιά (και ας μην είναι τα πιο γυμνασμένα) και όταν έχει την μπάλα τη χάνει πολύ δύσκολα και συνήθως την μεταβιβάζει και σωστά. Ένας άρχοντας της απλότητας με λατρεμένο εξωτερικό. Ένα ολοκληρωμένο χαφ που ντροπιάζει όποιον σταθεί στο μαλλί του, το ύψος του, τα κιλά του και δεν δει την ποιότητά του. Παρά τα τρία Τσάμπιονς Λιγκ, τη φήμη, τα χρήματα δεν έχει αλλάξει και στην ερώτηση γιατί δεν έχτισε μεγαλύτερο σπίτι για την οικογένειά του, απαντά: «είναι 4 άτομα, ποιος ο λόγος να υπάρχουν παραπάνω δωμάτια και να μένουν άδεια;»

Βέβαια, ο Λούκα μπορεί να είναι μια από τις πιο συμπαθητικές φιγούρες στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο και ένας εξαιρετικός παίκτης, στην πατρίδα του όμως εδώ και λίγο καιρό δεν είναι και τόσο αγαπητός. Κάτι που οφείλεται στη σχέση του με τον Μάμιτς, έναν άνθρωπο που παίζει τον ρόλο του κακού στο ποδόσφαιρο της Κροατίας. Ο ισχυρός άντρας όχι μόνο της Διναμό αλλά γενικά του ποδοσφαίρου της χώρας είναι μπλεγμένος σε ένα σωρό περίεργες υποθέσεις, παίρνοντας ποσοστά από πολλούς παίκτες που μοσχοπουλήθηκαν. Ανάμεσά τους και από τον Λούκα, τον οποίο είχε βοηθήσει οικονομικά με αντάλλαγμα να παίρνει τεράστια ποσοστά στις μεταγραφές του. Πέρα από όλα αυτά όμως, ο Μάμιτς κατηγορείται ότι πήρε και χρήματα από τα ταμεία του συλλόγου (συνολικά υπεξαίρεση 15 εκατομμυρίων) και οι αρχικές μαρτυρίες του Μόντριτς επιβεβαίωναν ότι κάποια χρήματα ήταν της Διναμό. Στο δικαστήριο όμως, ο Λούκα έπεσε σε αντιφάσεις, άλλαξε αυτά που έλεγε και προσπάθησε να υπερασπιστεί τον Μάμιτς, γεμίζοντας με οργή πολλούς φιλάθλους στην Κροατία. Τόσο ώστε κάποιοι να κρεμάσουν ένα πανό στο ξενοδοχείο που μεγάλωσε στο Ζαντάρ. Ο ίδιος παρ’ ότι κατηγορήθηκε για ψευδορκία, δηλώνει ότι έχει καθαρή τη συνείδησή του.

Πίσω στην Μαδρίτη όμως κανείς δεν είναι φειδωλός για την προσφορά του. Ο Σέρχιο Ράμος τον χαρακτήρισε «ραχοκοκαλιά της Ρεάλ» και έναν σημαντικότατο παίκτη που δεν παίρνει όλα τα εύσημα που του αξίζουν, ο Κριστιάνο λέει ότι είναι από τους παίκτες κλειδιά της ομάδας και ένας πολύ ταπεινός και καλός χαρακτήρας, ο Μιγιάτοβιτς ότι όλοι θα κλαίνε την μέρα που θα αποσυρθεί κι ο Ζιντάν, με τον οποίο ο Μόντριτς λατρεύει να μιλάει για μπάλα και τα… «παλιά χρόνια», λέει ότι όχι απλά είναι σημαντικότατος, αλλά ότι είναι υποδειγματικός επαγγελματίας και οι συμπαίκτες του τον αγαπούν όλοι. Και σε κάθε ζόρικο ματς ο Λούκα θα αναλαμβάνει και πάλι να κάνει μεγάλο μέρος της δουλειάς. Το προσφυγόπουλο που έτρεχε να κρυφτεί όταν βομβάρδιζαν το γήπεδο της Ζαντάρ και τώρα το απολαμβάνουν χιλιάδες άνθρωποι στα καλύτερα γήπεδα του κόσμου.

Η αλήθεια πίσω από τα ball boys

  [5 Σχόλια]

Τα βλέπουμε μέσα στο γήπεδο. Η νεολαία, οι ελπίδες του ποδοσφαίρου, πιθανότατα οι επόμενοι μεγάλοι σταρ. Χαρούμενες, αθώες παιδικές φάτσες, με μόνο στόχο να βρεθούν κοντά στα ινδάλματά τους, να βοηθήσουν στην τέλεση του αγώνα και κάποτε να πρωταγωνιστήσουν. Τα αθώα ball boys. Ή έτσι νομίζει ο απλός κόσμος. Όποιος δεν έχει βρεθεί σε γήπεδο εκεί στο 90′ που η ομάδα ψάχνει το ένα γκολ και κάθε δευτερόλεπτο που χάνεται είναι αιώνας, δεν μπορεί να καταλάβει. Όποιος έχει δει τερματοφύλακα να περιμένει την μπάλα πίσω από το τέρμα με βλέμμα απόγνωσης σαν να πήγε σε δημόσια υπηρεσία και να του είπαν «δυστυχώς είναι σε άδεια ο υπάλληλος», ξέρει. Εκεί που καταλαβαίνεις ότι η αγγελική φάτσα είναι απλά το προσωπείο που κρύβει έναν ποδοσφαιρικό Τσάκι, την κούκλα του σατανά. Και μπορεί οι παίκτες συχνά να αντιδρούν, αλλά τα ball boys συνεχίζουν ακάθεκτα. Βελτιώνονται και γίνονται ακόμα πιο προκλητικά και φυσικά οι παίκτες απαντούν. Κι αν δεν μας πιστεύετε, συγκεντρώσαμε τα «καλύτερα» περιστατικά με ball boys και παίκτες που έγιναν μόλις τον τελευταίο μήνα και τα αξιολογούμε.

Ξεκινάμε από την Αυστραλία. Στον τελικό του κυπέλλου το παιχνίδι έχει φτάσει στην παράταση και το Σίδνεϊ προηγείται της Αδελαΐδας με 2-1. Η μπάλα έχει βγει πλάγιο στη σέντρα και ο Μάικλ Μαρόνε πάει να την πάρει. Το ball boy όχι απλά δεν την δίνει γρήγορα, αλλά καθώς ο Μαρόνε πλησιάζει πάει να την καλύψει με το σώμα του για να μην την πάρει ο παίκτης της Αδελαΐδας. Ο Μαρόνε έχει ανεχτεί αρκετή κοροϊδία από τα διαβολικά ball boys στη ζωή του και ρίχνει ένα μεγαλοπρεπές σπρώξιμο στον πιτσιρικά που πάνω που πας να τον λυπηθείς πέφτει κάτω συνεχίζοντας να μην αφήνει την μπάλα από τα χέρια του λες και είναι ο Φρόντο, ενώ κάνει τον τραυματία. Το περιστατικό καταδικάζεται απερίφραστα (αν και σίγουρα οι οπαδοί της Αδελαΐδας νιώθουν μια ηθική ικανοποίηση), ο Μαρόνε όχι μόνο καταφέρνει να χάσει παραπάνω χρόνο με όλη αυτή τη φάση, αλλά όπως είναι φυσικό αποβάλλεται και τιμωρείται με τέσσερις αγώνες. Το σκορ δεν αλλάζει και το Σίδνεϊ πανηγυρίζει την κούπα.

Βαθμός αλητείας Ball Boy: 7 (απλή καθυστέρηση, μπόνους θεατρινισμός)

Μεταφερόμαστε στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, εκεί που πριν λίγες μέρες έγινε ο πρώτος τελικός του Κόπα Λιμπερταδόρες μεταξύ της Γκρέμιο και της Λανούς. Η ομάδα από την Αργεντινή κρατούσε σχετικά άνετα το 0-0, αλλά σε μια ανύποπτη φάση οι Βραζιλιάνοι άνοιξαν το σκορ και τα τελευταία λεπτά απέκτησαν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς η Λανούς βιαζόταν να ισοφαρίσει για να πάει στον επαναληπτικό με καλύτερο σκορ. Σε μια επίθεση της Γκρέμιο η μπάλα κατέληξε άουτ, κάπου βρήκε και επέστρεψε στο χώρο πίσω από την εστία. Ο γκολκίπερ Αντράντα γνωρίζοντας την μοίρα του φιλοξενούμενου, δεν περίμενε και έτρεξε να πάει την μαζέψει. Αυτό το είδε και το ball boy παλικάρι της Γκρέμιο που είτε είναι ο Μπέντζαμιν Μπάτον, είτε έμεινε πολλά χρόνια στην ίδια τάξη καθώς μοιάζει 30 χρονών. Έφυγε σφαίρα να προλάβει την μπάλα. Ο Αργεντινός τερματοφύλακας ήταν ένα κλικ πιο αργός, αλλά σαφώς πιο δυνατός και έσπρωξε το Βραζιλιάνο παίρνοντας την μπάλα. Το ball boy man σηκώθηκε γρήγορα και έκανε προσπάθεια να προλάβει και να χτυπήσει τον τερματοφύλακα (!), αστοχώντας για λίγο. Το αποκορύφωμα ήταν που δεν σταμάτησε εκεί, αλλά πήγε πίσω από την εστία και συνέχισε να μανουριάζει.

Βαθμός αλητείας ball boy: 8 (έχασε την αρχική μάχη, αλλά σημασία έχει να σηκώνεσαι όταν πέφτεις)

Και για να μην πείτε «ναι αλλά στην Ευρώπη αυτά δεν γίνονται» (άλλωστε η φωτογραφία του Αζάρ στην αρχή δεν μπήκε τυχαία), κλείνουμε με λίγη Ισπανία. Η Βαλένθια παρ’ ότι έπαιζε για πάνω από ένα ημίχρονο με παίκτη παραπάνω, υποχρεώθηκε στην πρώτη της ήττας από τη Χετάφε με 1-0 και δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη γκέλα της Μπαρτσελόνα. Η Χετάφε με θεατρικό ηγέτη τον Νταμιάν, έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το αποτέλεσμα (αξίζει το βίντεο ολόκληρο για το σόου που έδωσε), αλλά εμείς θα σταθούμε στο βραβείου 2ου ανδρικού ρόλου, το ανώνυμο ball boy της Χετάφε (περίπου στο 0.20). Αυτή τη φορά ο πιτσιρικάς δεν χρειάστηκε καν να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Περίμενε τον βιαστικό Σάντι Μίνα να έρθει κοντά και μόλις αυτός πλησίασε πέταξε την μπάλα μακριά του. Ο Σάντι Μίνα θέλοντας να κυνηγήσει την μπάλα, δεν τον φύτεψε στο χώμα, αλλά του είπε κάτι για συγκεκριμένο μέρος του σώματος της μητέρας του. Λίγο αργότερα ο μικρός το επανέλαβε με τον Σιμόνε Ζάζα. Ο Ιταλός όμως διαθέτει εμφανώς ατσάλινα νεύρα, αφού απλά χαμογέλασε και μετά από λίγο του έκανε ένα χαριτωμένο «θα τις φας», σαν να ήταν η μαμά του που ενθουσιάστηκε με την σκανταλιά του κανακάρη της. Αποτέλεσμα ο μπόμπιρας, αληθινός αυτήν τη φορά, όχι σαν της Γκρέμιο, να μην πάρει το μάθημά του και σίγουρα να περιμένει το επόμενο εντός της Χετάφε για να συνεχίσει το έργο του.

Βαθμός αλητείας ball boy: 9 (τρολάρισμα σε δύο στιγμές, χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του και χωρίς να κάψει ούτε θερμίδα)

Θα κλείσουμε με κάτι ρετρό και διαφορετικό. Για να μη φανεί ότι είμαστε άδικοι και σκληροί, υπάρχουν και περιπτώσεις που τα παιδιά δίπλα στη γραμμή δεν έχουν έρθει στη Γη για να μας βασανίζουν, αλλά είναι ό,τι κι εμείς. Απλοί οπαδοί που πονούν την ομάδα τους και ζουν γι’ αυτή. Γυρίζουμε στη Βραζιλία και το μακρινό 1988, για να δούμε ένα ball girl αυτή τη φορά στο θρυλικό Μαρακανά. Το παιχνίδι ήταν Βάσκο ντα Γκάμα με Μποταφόγκο και με το σκορ στο 3-0 ο δαιμόνιος Βραζιλιάνος ρεπόρτερ πλησίασε το κοριτσάκι που έκλαιγε, βλέποντας την ομάδα του να χάνει. Οι ερωτήσεις του ρεπόρτερ ήταν παντελώς ανόητες, αλλά αρκούν οι μονολεκτικές απαντήσεις για να απαντηθεί το ερώτημα «πώς είναι να αγαπάς πολύ την ομάδα σου;» (προχωρήστε στο 3.58 του βίντεο εκτός αν θέλετε ρετρό γκολ) και να συνεχίζεις να το κάνεις ενώ σε πονάει. Και ένα κοριτσάκι (που τώρα θα έχει γίνει γυναίκα και πιθανώς να πηγαίνει με τα παιδιά της στο γήπεδο και να έχει ακόμα τη φανέλα που της χάρισε ένας παίκτης της αγαπημένης της ομάδας) μας βάζει τα γυαλιά:

Κλαις που χάνει η Μποταφόγκο;
Ναι
Ήρθες για να δεις το παιχνίδι;
– Ναι
Δεν ήρθες πρώτα για τη δουλειά ε; (δουλειά = ball boy)
Όχι, ήρθα για να δω το παιχνίδι
Πίστευες ότι θα κερδίσει η Μποταφόγκο;
Ναι το πίστευα
Θα σταματήσεις να είσαι Μποταφόγκο;
Όχι

Το ντέρμπι που δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει

  [4 Σχόλια]

Τα τοπικά ντέρμπι είναι παιχνίδια που χωρίζουν πόλεις στα δύο, ματς για τα οποία ζουν οι κάτοικοι κάθε πόλης. Ποιος θα κρεμάσει περήφανα τη σημαία έξω, ποιος θα πάει στη δουλειά με κατεβασμένο το κεφάλι, ποιος θα κάνει πλάκα το επόμενο πρωί. Κι οι ομάδες από την ίδια πόλη αρκετά συχνά προέρχονται από σάρκα μία. Μίλαν και Ίντερ, Έβερτον και Λίβερπουλ, άνθρωποι που έφυγαν για να δημιουργήσουν νέους συλλόγους και τελικά να χωρίσουν πόλεις. Αλλά και πιο πρόσφατα, με ομάδες που συνεχίζουν, αλλά οι οπαδοί τους δεν τις αναγνωρίζουν. Τα παραδείγματα της Κέρκυρας ή και της Στεάουα. Πέρα από όλα αυτά όμως, υπάρχει και μια πολύ περίεργη ιστορία εκεί στα βορειοδυτικά της Ισπανίας, στη Σαλαμάνκα. Η ιστορία μιας ενωμένης για 90 χρόνια πόλης που ξαφνικά χώρισε.

Αν και μεγάλη φοιτητομάνα πόλη, η Σαλαμάνκα δεν είναι τόσο γνωστή ποδοσφαιρικά. Με καλύτερη θέση την 7η και μόλις 12 σεζόν στην Πριμέρα, η τοπική Ουνιόν Ντεπορτίβο Σαλαμάνκα δεν είχε τόσο μεγάλη ιστορία. Ήταν όμως για πολλούς η αγαπημένη ομάδα και το Εστάδιο Ελμάντικο ένα δεύτερο σπίτι. To 1997-98 είδαν με περηφάνια την ασπρόμαυρη ομάδα τους να ονομάζεται «φονέας των γιγάντων» από τους δημοσιογράφους. Με ηγέτη τον Παουλέτα των 15 γκολ, στο Ελμάντικο υπέκυψαν τόσο η πρωταθλήτρια Μπαρσελόνα του Ριβάλντο σε ένα ένα φοβερό ματς που έληξε με 4-3 (η Σαλαμάνκα κέρδισε και 1-4 στο Καμπ Νου), όσο και η Ατλέτικο Μαδρίτης του πρώτου σκόρερ Κριστιάν Βιέρι σε ένα απίστευτο ματς, όπου ο Ιταλός σκόραρε τέσσερις φορές κι όμως η Σαλαμάνκα με ηγέτη τον Ποπέσκου κέρδισε με 5-4. Λίγες εβδομάδες αργότερα διέλυσε και τη Βαλένθια με 6-0. Αυτή ήταν και η τελευταία καλή χρονιά της ομάδας, καθώς το 1999 υποβιβάστηκε.

Η Ατλέτικο των Μολίνα, Κίκο, Βιέρι και Πάντιτς απέναντι στη Σαλαμάνκα

Από το 2000 και μετά η Σαλαμάνκα παρέμεινε στη Σεγούντα μέχρι και τον υποβιβασμό στη 3η κατηγορία. Τα οικονομικά προβλήματα ήδη είχαν ξεκινήσει και τελικά το 2013 η Σαλαμάνκα κήρυξε πτώχευση, οι οφειλέτες δεν δέχθηκαν κάποιον συμβιβασμό και ο σύλλογος διαλύθηκε. Ούτε αλλαγές ονομάτων, ούτε υποβιβασμοί σε χαμηλότερες κατηγορίες, ούτε τίποτα. Τέλος. Λουκέτο. Έτσι απλά. Με 23 εκατομμύρια Ευρώ χρέη στην πλάτη του συλλόγου δε βρέθηκε λύση και μέχρι και το γήπεδο βγήκε στο σφυρί. 90 χρόνια μετά την ίδρυσή της το 1923, η Σαλαμάνκα διαλύθηκε βυθίζοντας στη θλίψη μια πόλη περίπου 150.000 κατοίκων.

Όπως είναι φυσικό σε αυτές τις περιπτώσεις, ο κόσμος δεν μπορεί να μείνει χωρίς μπάλα, δεν μπορεί να μείνει χωρίς ομάδα. Μόνο που στη Σαλαμάνκα έγινε ένα μπάχαλο. Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Το 2013 με την Ουνιόν να καταρρέει, δημιουργήθηκε μια οργάνωση λαϊκής βάσης (σαν αυτές που έχουμε δει και στην Ελλάδα σε ΑΕΚ, Άρη, ΠΑΟ) ώστε να λυθούν τα προβλήματα και να βρεθούν τα χρήματα. Όταν αυτό δεν έγινε κι η εταιρεία διαλύθηκε, αποφασίστηκε να ιδρύσουν έναν σύλλογο στα πλαίσια της AFC Wimbledon ή της FC United of Manchester, με τη διαφορά όμως ότι δεν επρόκειτο για «αντι-σύλλογο» καθώς η Σαλαμάνκα δεν υπήρχε πια. Έτσι ιδρύθηκαν οι Ουνιονίστας (σε ελεύθερη μετάφραση Ενωσίτες) με μέλη που είχαν όλα δικαίωμα μιας ψήφου για εκλογή προέδρου. Ο σύλλογος ξεκίνησε από την τοπική ΣΤ’ κατηγορία και με δυο ανόδους έφτασε πέρσι στη Δ’ εθνική της Ισπανίας, χωρίς όμως να κερδίσει την άνοδο.

Αριστερά το σήμα των Ουνιονίστας, δεξιά της Σαλμαντίνο

Παράλληλα με τους Ουνιονίστας όμως υπήρχε και μια δεύτερη ομάδα. Η Σαλμαντίνο ιδρύθηκε το 1943 ως θυγατρική της Σαλαμάνκα και αργότερα έγινε επίσημα η 2η ομάδα της καθώς οι αναπληρωματικοί αγωνίζονταν με αυτή. Το 1997 μετονομάστηκε σε Ουνιόν Σαλαμάνκα Β’ και συνέχισε να υπάρχει μέχρι και το 2013 ως η δεύτερη ομάδα του συλλόγου, όταν κι η Ουνιόν Σαλαμάνκα διαλύθηκε. Τότε, οι άνθρωποί της αποφάσισαν να την ονομάσουν ξανά σε Σαλμαντίνο (μια που δεν είχαν δικαιώματα για το όνομα της Σαλαμάνκα), απέκτησαν όμως τα δικαιώματα των Ακαδημιών και ως φυσική συνέχεια της «αναπληρωματικής» ομάδας συνέχισαν στη Γ’ εθνική όπου και βρισκόταν. Πολύς κόσμος άρχισε να στηρίζει την ομάδα, καθώς ήταν γι’ αυτούς η φυσική συνέχεια της Σαλαμάνκα με τα παιδιά από τις Ακαδημίες. Μετά από δύο σεζόν όμως, η ισπανική Ομοσπονδία αποφάσισε ότι τελικά η Σαλμαντίνο πρέπει να θεωρείται νέα ομάδα και ότι λανθασμένα έπαιζε στη Γ’ εθνική, ακύρωσε τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και έτσι την έριξε στον πάτο του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Έτσι λοιπόν, η Σαλμαντίνο ακολούθησε την πορεία των Ουνιονίστας με μια σεζόν διαφορά και από την ΣΤ’ εθνική βρέθηκε φέτος στη Δ’. Πριν λίγους μήνες κατάφερε να αγοράσει τα δικαιώματα για την μπουτίκ και το έμβλημα του συλλόγου, ενώ αγωνίζεται και στο παλιό γήπεδο της Σαλαμάνκα (οι Ουνιονίστας έχουν έδρα 50 μέτρα μακριά, στο βοηθητικό στάδιο). Επόμενος στόχος να πάρει τα δικαιώματα για το όνομα. Την ίδια στιγμή μάχη για διάφορα δικαιώματα δίνουν και οι Ουνιονίστας και μάλιστα κέρδισαν πρόσφατα μια δικαστική απόφαση. Με τη διαφορά όμως ότι οι ίδιοι πιστεύουν ότι κανείς δεν πρέπει να λέει ότι είναι η Σαλαμάνκα και προς το παρόν υποστηρίζουν ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν το όνομα και το έμβλημα. Την ίδια στιγμή ο ένας κατηγορεί τον άλλον και μιλούν οι δικηγόροι, ενώ ο κόσμος πιστεύει ότι η δική του ομάδα είναι η «σωστή». Μύλος…

Ναι, δεν είναι αστείο. Κυκλοφορούν και τέτοια ανάμεσα σε οπαδούς των ομάδων.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στη φετινή σεζόν όπου επιτέλους οι δυο ομάδες βρέθηκαν στην ίδια κατηγορία και πριν μερικές μέρες αντίπαλοι για πρώτη φορά. Η Σαλμαντίνο υποδέχτηκε τους Ουνιονίστας. Από το πρωί στους δρόμους υπήρχαν οπαδοί και των δύο ομάδων. Οι γηπεδούχοι της Σαλμαντίνο που λένε ότι η θυγατρική-2η ομάδα της Σαλαμάνκα από το 1943 είναι λογικό να είναι η Σαλαμάνκα και οι οπαδοί των Ουνιονίστας με σύνθημα «Ουνιόν ήταν μόνο μία» που λένε ότι η παλιά ομάδα τελείωσε το 2013 και πλέον δεν μπορεί να υπάρξει ομάδα αντικαταστάτρια, αλλά μια που απλώς να την τιμάει. Κάποιοι από αυτούς δάκρυζαν λέγοντας «θα επισκεφτώ το γήπεδό μου σαν φιλοξενούμενος».

Το πρώτο ντέρμπι στην ιστορία της Σαλαμάνκα, με δυο ομάδες που θέλουν να γίνουν ότι ήταν η παλιά Ουνιόν

Λίγο πριν τον αγώνα οι οπαδοί συναντιούνται απ’ έξω. Επεισόδια δεν γίνονται, αλλά το κλίμα είναι τεταμένο από τους πιτσιρικάδες και των δύο. Χειρονομίες και συνθήματα. Αστυνομική παρουσία. «Η Ουνιόν είμαστε εμείς» φωνάζουν οι οπαδοί της Σαλμαντίνο στους «φιλοξενούμενους» οπαδούς, ανθρώπους που πριν 4 χρόνια είχαν την ίδια αγωνία με αυτούς για τη σωτηρία της Σαλαμάνκα. Που πανηγύριζαν γκολ και νίκες, δάκρυσαν με υποβιβασμούς. Και τώρα ξαφνικά είναι αντίπαλοι σε ένα τοπικό ντέρμπι που όπως έγραψαν κάποιοι Ισπανοί είναι «το ντέρμπι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει» ή όπως έγραψε η Μάρκα, «το ντέρμπι των ορφανών». Στις κάμερες ο καθένας δηλώνει γιατί πιστεύει ότι υποστηρίζει το σωστό σύλλογο.

Στο παλιό σπίτι και των δύο, τα δυο πέταλα γεμίζουν με οπαδούς ντυμένους στα άσπρα και μαύρα να τραγουδούν τον ίδιο ύμνο κι όμως να είναι αντίπαλοι. Το παιχνίδι σκληρό, με φάουλ και αρκετούς καβγάδες μεταξύ των παικτών. Δεν είναι μόνο όλη αυτή η ιστορία, οι δυο ομάδες βρίσκονται στη 1η και 2η θέση του ομίλου τους και υπάρχει και βαθμολογική σημασία. Η Σαλμαντίνο κερδίζει τελικά με 1-0 με γκολ του Μεξικάνου Γκαλβάν. Οι οπαδοί της πανηγυρίζουν με τους παίκτες. Από την άλλη πλευρά οι φιλοξενούμενοι περιμένουν τους δικούς τους παίκτες και κάνουν χέρια όλοι μαζί, φωνάζοντας «αυτό δεν αγοράζεται με χρήματα» (μια που θεωρούν ότι ως ομάδα λαϊκής βάσης διαφέρουν). Σε άλλες περιπτώσεις μπορείς να πεις ποιος έχει δίκιο. Στη συγκεκριμένη όλοι έχουν κάποια βάση στα επιχειρήματά τους. Και κάπως έτσι, η Σαλαμάνκα αποκτά κι επίσημα ένα τοπικό ντέρμπι και δεν θα είναι παράξενο σε μερικά χρόνια να έχουν ξεχάσει όλοι τις στιγμές που υποστήριζαν την ίδια ομάδα, του Στελέα, του Ποπέσκου, του Παουλέτα και του Εντού Αλόνσο. Και εμείς να κάνουμε αφιερώματα για το «ιστορικό» κλάσικο της Σαλαμάνκα.

Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Όνειρο

  [Καθόλου σχόλια]

Κάπου στις αλάνες της Καστίλης, εκεί στο Β’ τοπικό, παίζει μια ομάδα φοιτητών πολύ διαφορετική από τις άλλες. Λέγεται Κουμ και αποτελείται αποκλειστικά από Κορεάτες ποδοσφαιριστές. Κουμ στα κορεάτικα σημαίνει «όνειρο»,  όνομα που αντικατοπτρίζει ακριβώς το τι συμβαίνει σ’αυτήν την ομάδα των 24 παιδιών από την άλλη άκρη του κόσμου.

Όλα ξεκίνησαν το 2014 όταν ο Κιμ Ντε Χο, Κορεάτης επιχειρηματίας, μετέφερε τις δραστηρίοτητές του από τη Σεούλ στο Χετάφε, νότιο προάστιο της Μαδρίτης. Εκεί γνώρισε τον Ρουμπέν Κάνιο και τους ένωσε η αγάπη τους για το ποδόσφαιρο. Από την αρχή της γνωριμίας τους, αγαπημένο τους θέμα ήταν το πως είναι το ποδόσφαιρο στη μία χώρα και πως στην άλλη. Έτσι ο Ντε Χο πρότεινε στον Κάνιο, ο οποίος ασχολιόταν κυρίως με το ποδόσφαιρο βάσης, να πάει να τσεκάρει το επίπεδο των ποδοσφαιριστών στις πανεπιστημιακές ομάδες της Νοτίου Κορέας.

Επιστρέφοντας ο Κάνιο από εκεί, είπε στον Ντε Χο ότι κατά τη γνώμη του υπάρχουν αρκετοί παίχτες που θα μπορούσαν να αγωνιστούν στην Τερθέρα και τη Σεγούνδα. Έτσι άρχισαν να χτίζουν τις υποδομές για ένα φιλόδοξο σχέδιο. Θα έστηναν μια ομάδα αποκλειστικά με Κορεάτες φοιτητές και θα την τοποθετούσαν στη χαμηλότερη κατηγορία της Ισπανίας. Η Ομοσπονδία της Καστίλης (όπως έχουμε ξαναπεί στις μη εθνικές κατηγορίες τα πρωταθλήματα τα διοργανώνουν οι ομοσπονδίες της κάθε Αυτονομίας) έθεσε ως μόνη προϋπόθεση η έδρα (γήπεδο και εταιρία) να είναι στα διοικητικά όρια της Καστίλης και να έχει ΑΦΜ ισπανικό.

Μετάφραση Μότο: Η Αρχή του Θρύλου

Οι δύο φίλοι πήγαν στη Σεούλ και έβαλαν ανακοίνωση για κάστινγκ. Ακολούθησαν κλασσικές αγαπημένες ασιατικές εικόνες. Παρουσιάστηκαν 500 άτομα από όλα τα πανεπιστήμια της χώρας. Όπως είπε ο ίδιος ο Ντε Χο: «Ήταν κάτι φοβερά ρομαντικό αυτό που κυνηγούσαν αυτά τα παιδιά. Εμένα τουλάχιστον με συγκίνησε. Εκεί εμπνεύστηκα το όνομα του συλλόγου. ‘Όνειρο’ διότι από τη μία ήταν το δικό μου όνειρο που γινόταν πραγματικότητα, από την άλλη ήταν το όνειρο αυτών των παιδιών να πάνε να παίξουν μπάλα στην Ισπανία».

Επιλέχθηκαν 24 άτομα που έκαναν το ταξίδι από Σεούλ στη Μαδρίτη για να εγκατασταθούν σε μια κωμόπολη λίγο πιο έξω από το Τολέδο, το Ιγιέσκας. Εκεί ακολουθούν πρόγραμμα προπονήσεων υπό τις οδηγίες του Πέδρο Βελάσκο, ενός γκουρού στις μέσες ηλικίες. Παράλληλα ακολουθούν ακαδημαϊκά προγράμματα στο πανεπιστήμιο του Τολέδο και μαθαίνουν Ισπανικά. Ο προϋπολογισμός του συλλόγου, €520.000, πληρώνεται από τον Κιμ Ντε Χο που είναι πρόεδρος, την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Νοτίου Κορέας αλλά και το Υπουργείο Πολιτισμού, καθώς θεωρεί το πρόγραμμα από τη μία εκπαιδευτικό, από την άλλη διαφήμιση για τη χώρα. Η τοπική Ιγιέσκας παρέχει δωρεάν τις εγκαταστάσεις (έδρα και προπονητικό) στην Κουμ.

Ο Βελάσκο δήλωνε στον τοπικό τύπο ότι μετά την πρώτη προπόνηση ένιωθε πολύ άβολα καθώς δεν είχε συνηθίσει να του δίνουν τόσο μεγάλη προσοχή οι παίχτες του. Σχεδόν σοκαρίστηκε από τη διαφορά πολιτισμού όπου είχε 24 άτομα να κάθονται και να ακολουθούν ευλαβικά τις οδηγίες του. «Όταν δίνω μια οδηγία το βουλώνουν και με ακούνε. Με σοκάρει αυτό». Ο μέσος όρος της ομάδας είναι τα 20 χρόνια και ο καλύτερος και πιο έμπειρος από αυτούς είχε παίξει μια σεζόν στο πρωτάθλημα των Φιλιππίνων. Αυτή τη στιγμή είναι πρώτοι στη βαθμολογία με 4/4 νίκες και γκολ 16-3.

Το όριο στην Ισπανία για μια τέτοια ομάδα είναι η Σεγούνδα. Όταν ρωτάνε τον Ντε Χο ποιο είναι το όνειρό του, αυτός απαντάει: «Nα φτάσουμε στη Σεγούνδα και να κληρωθούμε στο κύπελλο με τη Ρεάλ Μαδρίτης». Και στην τελική, εδώ που κατάφερε να το φτάσει το όλο εγχείρημα, ποιος μπορεί να του στερήσει αυτό το όνειρο;

Όταν ο Μπλάνκο έστειλε στον κουβά τους συμπαίκτες του

  [Καθόλου σχόλια]

Στην ιστορία του Σομπρέρο υπάρχουν κάποιες προσωπικότητες στις οποίες έχουμε αδυναμία. Που δεν βαριόμαστε να ασχολούμαστε μαζί τους και να αφιερώνουμε παραπάνω από ένα κείμενο. Μια τέτοια είναι ο σπουδαίος τεχνίτης-ζογκλέρ-ψυχάκιας Κουαουτέμοκ Μπλάνκο. Ο Μεξικάνος φορ που έπαιζε μέχρι τα 40κατι του μπάλα, έκανε ένα πέρασμα από τα ευρωπαϊκά γήπεδα που δυστυχώς ήταν σύντομο. Το 2000 σε ηλικία σχεδόν 28 χρονών πήγε δανεικός στη Ρεάλ Βαγιαδολίδ για να ζήσει το όνειρο, αλλά λίγους μήνες αργότερα χτύπησε πολύ σοβαρά σε παιχνίδι της εθνικής με το Τρινιντάντ-Τομπάγκο και έμεινε εκτός δράσης για έξι μήνες.

Σκληρές εικόνες, αλήθεια…

Ήταν ένας από τους πιο άδικους τραυματισμούς, αφού με το σκορ στο 6-0 (!!), ο αμυντικός Έλκοκ έκανε ένα τρομακτικό, δολοφονικό χτύπημα στον Μπλάνκο μέσα στην περιοχή. Ο διαιτητής έδωσε το πέναλτι και την κόκκινη, το ματς έληξε 7-0, αλλά ο Μπλάνκο υπέστη ρήξη χιαστού και έμεινε για μισό χρόνο εκτός. Ο Έλκοκ έγινε γνωστός ως ο χασάπης του Τρινιντάντ, αυτή ήταν και η τελευταία του διεθνής συμμετοχή, γεγονός που τον έκανε άκρως αναγνωρίσιμο και μετά το τέλος της καριέρας του. Δεν ήταν λίγοι οι Μεξικάνοι που τον συναντούσαν χρόνια μετά και θυμόντουσαν το περιστατικό, ο Μπλάνκο άλλωστε είναι για πολλούς εθνικός ήρωας. Όταν επέστρεψε από τον τραυματισμό δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος και έχοντας χάσει σε ταχύτητα, δεν μπόρεσε να εντυπωσιάσει και έχασε τις ελπίδες του για μια μεταγραφή σε μεγαλύτερο ευρωπαϊκό σύλλογο. Ο ίδιος λέει ότι αυτό το χτύπημα του χάλασε μια μεταγραφή στη Ρεάλ. Πρόλαβε όμως να αφήσει το στίγμα του και στην Ισπανία.

Στην αρχή της επόμενης σεζόν, στις 29 Σεπτεμβρίου του 2001 όταν η Βαγιαδολίδ ταξίδεψε στο Μπερναμπέου για να αντιμετωπίσει τη Ρεάλ που κατέβηκε με παίκτες όπως οι Κασίγιας, Ρομπέρτο Κάρλος, Μακελελέ, Ραούλ, Ζιντάν, Φίγκο και Ιέρο. Μια Ρεάλ που έχασε εκείνη τη σεζόν το πρωτάθλημα από τη Βαλένθια και βγήκε 3η, αλλά κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ με αυτό το γκολ. Ποιος θα πόνταρε υπέρ της Βαγιαδολίδ; Ούτε οι παίκτες της. Και δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι η αλήθεια. Βλέπετε οι παίκτες της Βαγιαδολίδ είχαν το συνήθειο εκείνη την περίοδο να παίζουν συνεταιρικά κινιέλα, το περίπου αντίστοιχο του ΠΡΟ-ΠΟ στην Ισπανία με 15 αγώνες (αν δεν κάνω λάθος 14 αγώνες και ένα ακόμα ματς για μπόνους που μαντεύεις το σκορ).

Υπεύθυνος εκείνης της εβδομάδας για την κατάθεση του δελτίου ήταν ο αναπληρωματικός τερματοφύλακας Αλμπάνο Μπισάρι που στο ματς της ομάδας του έπαιξε ξερό άσσο, όπως έκαναν πάντα οι παίκτες καθώς αν η ομάδα κέρδιζε ήταν χαρούμενοι, αν έχανε τουλάχιστον είχαν πιάσει το σημείο. Οι προβλέψεις των παικτών της Βαγιαδολίδ ήταν εξαιρετικά σωστές εκείνο το Σαββατοκύριακο, αφού έπιασαν τα υπόλοιπα 13 παιχνίδια, αλλά και το σκορ του μπόνους. Συμπληρώνοντας και τη νίκη της Ρεάλ θα τα έπιαναν όλα. Και τα πράγματα πήγαιναν… καλά. Η Ρεάλ μόλις στο 4′ άνοιξε το σκορ με κεφαλιά του Ζιζού, η Βαγιαδολίδ ισοφάρισε δύο λεπτά αργότερα και ο Ραούλ στο 19′ έκανε το 2-1. Οι Μαδριλένοι έχασαν αρκετές ακόμα ευκαιρίες για να καθαρίσουν το ματς, αλλά το σκορ παρέμενε στο 2-1. Εννιά λεπτά πριν την λήξη ο κόουτς Μορέ πέρασε μέσα τον Μπλάνκο μπας και γίνει το θαύμα. Στο 88′ η Βαγιαδολίδ κέρδισε το φάουλ, ο Μεξικάνος πήρε την μπάλα και εκτέλεσε ένα τέλειο φάουλ, μέσα από το τείχος και στα δίχτυα του Κασίγιας, γράφοντας το 2-2 που ήταν και το τελικό.

Φυσικά η ισοπαλία στο Μπερναμπέου πανηγυρίστηκε έξαλλα, μέχρι που οι παίκτες συνειδητοποίησαν τι είχε γίνει. Το συνολικό ποσό που θα μοιράζονταν ήταν περίπου 5 εκατομμύρια € (!!) και ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι κάποιοι παίκτες της Βαγιαδολίδ δεν τα είχαν ανάγκη, σκεφτείτε ότι στο εβδομαδιαίο δελτίο συμμετείχαν και μεροκαματιάρηδες άνθρωποι όπως φυσιοθεραπευτές και μέλη του τεχνικού τιμ. Το ένα από τα μόλις τρία γκολ του Μπλάνκο στη σύντομη ισπανική του καριέρα στοίχισε σε αρκετούς ανθρώπους περίπου 150.000€, ποσό ικανό να αλλάξει τη ζωή τους. Τελικά, οι νικητές μοιράστηκαν από περίπου 1.000€ ο καθένας, ποσό ελάχιστο, αλλά τουλάχιστον είχαν να λένε ότι δεν έχασαν από την κορυφαία ομάδα της Ευρώπης εκείνη τη χρονιά, κλέβοντας μια ιστορική ισοπαλία στο τέλος.

Το φορ που βαριόταν να τρέχει

  [Καθόλου σχόλια]

Στο ποδόσφαιρο είναι πολλές φορές ένα τυχαίο γεγονός, μία φάση, ένα γκολ που καθορίζει την καριέρα κάπου επαγγελματία. Την ανεβάζει ή την καταστρέφει. Έτσι έγινε και ένα βράδυ του Οκτωβρίου του 2015 όταν η Ντεφενσόρ της Ουρουγουάης υποδεχόταν τη Λανούς της Αργεντινής για τους 16 του Κόπα Σουνταμερικάνα. Με το πρώτο παιχνίδι στο 0-0, η ρεβάνς στο Μοντεβιδέο κινήθηκε στους ίδιους ρυθμούς. Στο 71′ ο προπονητής των γηπεδούχων πέρασε μέσα τον πιτσιρικά Μαξιμιλιάνο Γκόμες, ένα ψηλό γεροδεμένο παιδί με παραπανίσια κιλά. Οι περισσότεροι στο στάδιο Λουίς Φρανσίνι δεν τον ήξεραν. Είχε παίξει ξανά μόλις για λίγα λεπτά σε έναν προηγούμενο αγώνα, μπαίνοντας αλλαγή στο τέλος.

Το παιχνίδι οδηγήθηκε τελικά στα πέναλτι κι ο προπονητής της Ντεφενσόρ Χουάν Τεχέρα δεν είχε σχεδιάσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Είχε τρεις σίγουρους, αλλά ο τέταρτος είχε βγει αλλαγή και ο 5ος δήλωσε «κουρασμένος» (σε απλά ελληνικά φοβόταν). Την ίδια στιγμή ο βοηθός του ρωτούσε τον 19χρονο Μάξι αν θέλει να εκτελέσει πέναλτι. Αυτός με απόλυτη ψυχραιμία, λες και δεν κρινόταν μια σημαντική πρόκριση, απάντησε: «ΟΚ, θα χτυπήσω ένα«, μια που στις ακαδημίες συνήθως εκτελούσε αυτός. Όπως αργότερα αποκάλυψε, νόμιζε ότι τον ρωτούσαν για την περίπτωση που πήγαινε σε 6ο ή 7ο πέναλτι και έτσι απάντησε τόσο άνετα. Ο βοηθός είπε στον κόουτς Τεχέρα: «Δεν ξέρω ποιον σκέφτεσαι, αλλά ο Μάξι φαίνεται να το πιστεύει» κι αυτός ανακοινώνει: «Το 5ο θα το εκτελέσει ο Μάξι«, χωρίς να τον κοιτάει. «Ένιωσα λίγο άγχος όταν άκουσα ότι θα βαρέσω το τελευταίο, αλλά δεν υπήρχε επιστροφή» είπε ο μικρός αργότερα. Η διαδικασία ξεκινάει. Η Λανούς αστοχεί στο πρώτο της και με το σκορ 4-2 την μπάλα παίρνει ο γνωστός μας Σεμπαστιάν Λέτο. Κάνει ένα άψογο σουτ στο γάμα, χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο, με τρόπο που κομπλάρει ο επόμενος. Ο Μάξι. Ο πιτσιρικάς όμως, έχει την ψυχραιμία να σημαδέψει σωστά, να κάνει το 5-3 δίνοντας την πρόκριση και να γίνει ο ήρωας της βραδιάς.

Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Γκόμες παίρνει πολλές ευκαιρίες και τις εκμεταλλεύεται, καθώς σκοράρει 14 γκολ στο πρωτάθλημα. Το ταλέντο του είναι μεγάλο, η δύναμη που έχει τον βοηθάει πολύ, εκμεταλλεύεται τα φυσικά του προσόντα και γίνεται ένα πολύ αξιόλογο φορ περιοχής. Κι αν το πέναλτι τον κάνει γνωστό, λίγους μήνες αργότερα μπαίνει στις καρδιές των οπαδών της Ντεφενσόρ πάλι με ένα γκολ στο τέλος. Αυτή τη φορά στο ντέρμπι των «μεσαίων», όπως λέγεται το δεύτερο πιο σπουδαίο «κλάσικο» της χώρας μεταξύ Ντεφενσόρ και Ντανούμπιο. Σκοράρει στο… 98′, γράφει το τελικό 3-2, γίνεται τραγούδι στις εξέδρες. Η απόφασή του να αφήσει το σπίτι του και την οικογένειά του πίσω στην πόλη Παϊσαντού και να πάει στα 17 του στην μεγάλη πόλη δικαιώνεται. Αν και ο ίδιος δεν περίμενε ότι θα κάνει καριέρα, ήταν η μοναδική του ίσως διέξοδος. Κακός μαθητής, βαριόταν το σχολείο και πολλές φορές έβγαινε από την τάξη για να κλωτσήσει μια μπάλα στην αυλή. Σίγουρα δεν θα σπούδαζε κάτι. Βέβαια και στην μπάλα το ίδιο. Παρ’ ότι ο πιο ταλαντούχος από τα αδέρφια, ήταν και ο πιο τεμπέλης στον αγωνιστικό χώρο. «Μου έλεγαν ότι έπρεπε να τρέχω, αλλά δεν μου άρεσε. Τώρα κατάλαβα τη σημασία», δήλωσε πρόσφατα.

Αρχίζει να κερδίζει το όνομα «νέος Σουάρες» από τους δημοσιογράφους παρ’ ότι δεν είναι σε καμία περίπτωση του ίδιου ταλέντου. Σε αυτή την παρομοίωση όμως βοηθάει το γεγονός ότι παίρνει δυο κόκκινες κάρτες, αλλά και ένα συμβάν που γίνεται μετά από μια εντός έδρας ήττα της Ντεφενσόρ. Οι οπαδοί τα βάζουν με τους παίκτες και ειδικά ο Ακούνια έρχεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση μαζί τους. Μόνο που σε αυτούς τους οπαδούς, πρωτοστατεί ο αγαπημένος αδερφός του Μάξι που σε ένα περιστατικό λατινοαμερικάνικης μαγείας, βρίζει τους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας, της ομάδας που αγωνίζεται ο αδερφός του. Ο Ακούνια δεν τον γνωρίζει, απαντά και τον βρίζει. Ο Μάξι είναι ακριβώς από πίσω, εκρήγνυται και του δίνει γροθιά στο κεφάλι. Στη συνέχεια οι δυο συμπαίκτες έρχονται στα χέρια. Το επεισόδιο αυτό τον στιγματίζει, το βίντεο γίνεται viral και το κακό όνομα βγαίνει. Δεν πτοείται όμως στο γήπεδο. Την επόμενη σεζόν σκοράρει 15 φορές και κατακτά την Απερτούρα. Ακούγεται για τη Ρίβερ και άλλους συλλόγους της Ν. Αμερικής, ενώ η Ντεφενσόρ αρνείται τα 3,25 εκατομμύρια που προσφέρει η Ουντινέζε. Τελικά συμφωνεί με τη Θέλτα για το 80% του παίκτη με μια πρόταση κοντά στα 4 εκατομμύρια. Ο Μάξι κάνει τις βαλίτσες για τη Γαλικία. Από μια φτωχή οικογένεια στα σαλόνια της Ισπανίας, με ύψος 1.86, φορώντας σιδεράκια και ζυγίζοντας 91 ολόκληρα κιλά. Στο πρωτάθλημα της Ουρουγουάης αυτό δεν τον εμποδίζει τόσο, αλλά στην Πριμέρα δεν είναι το ίδιο.

Δηλώνει ότι θα δώσει και τη ζωή του για τη Θέλτα, αλλά πέρα από αυτές τις μεγαλοστομίες, δείχνει ότι όντως θέλει να πετύχει. Μια βδομάδα πριν καν μαζευτεί η ομάδα για προετοιμασία πηγαίνει στο προπονητικό και κάνει ατομικό πρόγραμμα για να αδυνατίσει και να μπορέσει να φτάσει σε σωστό επίπεδο. Ο πιτσιρικάς που βαριόταν να τρέξει και περίμενε την μπάλα, ρίχνει καλοκαιριάτικα κιλά ιδρώτα για να τα καταφέρει. Στα φιλικά παίζει πολύ καλά και έτσι παίρνει ευκαιρίες και στο πρωτάθλημα, μια που ο Γκουιντέτι είναι τραυματίας. Λίγοι πιστεύουν ότι αυτός ο βαρύς παίκτης περιοχής, μόλις στα 21, του θα μπορέσει να βοηθήσει ουσιαστικά, πολλοί σχολιάζουν αρνητικά το μεγάλο ποσό.

Τα γκολ, γκολ κι οι κάρτες, κάρτες

Κι όμως. Στα πρώτα 7 ματς σκοράρει 5 φορές (σε κάποιες λίστες έχει 6 γκολ γιατί το γκολ της Θέλτα με την Μπέτις δεν χρεώνεται αυτογκόλ) και τον περνούν μόνο ο Μέσι και ο Σιμόνε Ζάζα. Αλλά για να δικαιολογήσει και όλα τα κουσούρια που κουβαλάει, παρ’ ότι επιθετικός, γίνεται ο πρώτος στη φετινή Πριμέρα που συμπληρώνει 5 κίτρινες (σε 7 ματς, το ξαναλέμε). Ο ίδιος λέει ότι τον αδικούν οι διαιτητές και του χρεώνουν ότι βουτάει για πέναλτι (νέος Σουάρες και σε αυτό άραγε;). Η πορεία του πάντως είναι αξιοθαύμαστη, ακόμα και αν δεν συνοδεύεται πάντα από νίκες, καθώς η Θέλτα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη αμυντικά. Έτσι λοιπόν έρχεται κι η κλήση στην εθνική της Ουρουγουάης. Με Καβάνι και Σουάρες δύσκολο να βρει χρόνο βέβαια και δεν παίζει απέναντι στη Βενεζουέλα με την Ουρουγουάη είναι με το 1,5 πόδι στη Ρωσία. Το αν θα ταξιδέψει εκεί ο Μάξι, θα κριθεί από το αν θα καταφέρει να συνεχίσει έτσι στη Θέλτα. Και φυσικά για πόσο θα συνεχίσει στη Θέλτα. Ήδη έφτασε πολύ κοντά στο να μετακομίσει στην Κίνα με μια πρόταση περίπου στα 20 εκατομμύρια Ευρώ, αν κι ο ίδιος δήλωσε ότι δεν θα πήγαινε.

Το Πάθος στη Φωνή

  [3 Σχόλια]

Ο Οργανισμός Ραδιοφώνων Καταλωνίας διοργανώνει κάθε χρόνο ένα διαγωνισμό για τον καλύτερο σπίκερ των τοπικών ραδιοσταθμών. Οι συμμετοχές αποστέλλονται από τους ίδιους τους ραδιοσταθμούς στον Οργανισμό και μια κριτική επιτροπή ακούει τις περιγραφές και επιλέγει το νικητή. Στο διαγωνισμό του 2017, η κριτική επιτροπή μαγεύτηκε από έναν νεαρό σχολιαστή του Ράδιο Ουλότ, τον Πέρε Ρίμπες.

Πηγαίνοντας να παραδώσουν το βραβείο στο νικητή αντίκρισαν ένα εντεκάχρονο παιδί. Επιπλέον, αυτό το παιδί είναι τυφλό! Έχουμε αναφέρει ξανά στο μπλογκ περιπτώσεις τυφλών παιχτών και οπαδών. Περίπτωση όμως τυφλού σπορκάστερ είναι μοναδική. Ο Πέρε Ρίμπες, τυφλός εκ γενετής, διαμένει με την οικογένειά του στο χωριό Ουλότ της Καταλωνίας. Παρόλο που μένει στην Καταλωνία δεν είναι οπαδός, ούτε της Μπαρσελόνα, ούτε της Εσπανιόλ. Η Ανδαλουσιάνικη καταγωγή των γονιών του, μαζί με το γεγονός ότι έβαλε ένα στοίχημα με τον εαυτό του, τον έκανε οπαδό της Μπέτις. «Αρχικά είχα μια συμπάθεια στη Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά άκουσα μια μέρα στο ράδιο τον ύμνο της Μπέτις. Είπα ότι αν κερδίσουν τρία συνεχόμενα παιχνίδια θα γίνω οπαδός τους. Το έκαναν και πια είμαι Μπέτικο».

Ο τοπικός όμιλος οπαδών της Μπέτις τον έχει ήδη ανακηρύξει επίτιμο μέλος. Μόλις έμαθαν για τον Πέρε, ο πρόεδρος του συνδέσμου Διέγο Σάντσεθ έβγαλε λαχνούς με τίτλο «Πέρε, σε θέλουμε σπίτι». Συγκέντρωσαν πάνω από €1.000 και έστειλαν τον Πέρε στο Μπενίτο Βιγιαμαρίν. Το ματς ήταν κόντρα στη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια. «Δε με ενθουσίασε τόσο να πάω στο γήπεδο για τη νίκη, όσο για να μπορέσω να τραγουδήσω ακαπέλα επιτέλους τον ύμνο που είχα ακούσει τόσες φορές στο ράδιο».

Η επίσκεψη του Πέρε στο γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας, ένα συγκινητικό βίντεο

Ένα παιδί που αρχικά στις αλάνες του χωριού έπιανε τη μπάλα με τα χέρια, μέχρι να του δείξουν οι φίλοι του ότι δεν είναι ακριβώς έτσι το άθλημα, κέρδιζε το βραβείο καλύτερου σπορκάστερ. Η σχέση του Πέρε με το μέσο δεν είναι ανεξήγητη. Ως τυφλός ήταν το αγαπημένο του μέσο. Άκουγε με τις ώρες ραδιόφωνο, κυρίως αθλητικά μαγκαζίνο και μεταδόσεις. «Αρχικά πίστευα ότι είναι τρομακτικά πολύπλοκο να μεταδίδεις όλη αυτήν την ευφορία. Όμως μου έδωσε το ερέθισμα να ασχοληθώ ώστε να λύσω το αίνιγμα αυτό, με λίγη τύχη».

Την προηγούμενη σεζόν η ομάδα του χωριού του, του Ουλότ, ανέβηκε στη Σεγούνδα Β. Όπως όλοι οι κάτοικοι, έτσι και ο Πέρε πήγε στο πρώτο εντός έδρας ματς της ομάδας. Εκεί τον εντόπισε ο Δαβίδ Πλανέλια, τοπικός αθλητικογράφος και του πήρε συνέντευξη. Ο δημοσιογράφος εντυπωσιάστηκε από την ωριμότητα και τη γνώση του παιχνιδιού από τον μικρό. Πήγε σπίτι του να μιλήσει με τους γονείς του για να τον πάρει στο πρόγραμμα. Εκεί ανακάλυψε ότι η μητέρα του Πέρε ήταν καθηγήτρια του και το θέμα έκλεισε σε μερικά λεπτά. Ο Πέρε θα πήγαινε στο τοπικό ραδιόφωνο, στο πλάι του Δαβίδ Πλανέλια ως σχολιαστής στο ραδιοφωνικό αθλητικό μαγκαζίνο.

Μετά από λίγες εκπομπές ο Πλανέλια τον πήρε μαζί του σε περιγραφή αγώνα μαζί του. Ο Πέρε ήταν τόσο καλός σχολιαστής που κράτησαν την κασέτα και την έστειλαν στο ετήσιο διαγωνισμό του Οργανισμού Ραδιοφώνων Καταλωνίας, τον οποίο και τελικά κέρδισε. Όταν τον ρωτάνε πώς το κάνει όλο αυτό, απαντά:

«Το να σχολιάσεις ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι δεν σημαίνει μόνο να περιγράψεις το σχηματισμό των δύο ομάδων. Για μένα το κλειδί είναι να ακούς το σπορκάστερ και να αφήνεσαι στο πάθος του και στα σχόλιά του. Πάντα έλεγα ότι αν κάποιος κλείσει τα μάτια και ακούσει ένα ματς από το ράδιο, σίγουρα θα μπορούσε να κάνει πολλά σχόλια για το παιχνίδι, το οποία, ίσως, δε θα τα έκανε με ανοιχτά τα μάτια. Διότι το συναίσθημα σε κατακλύζει».

Και πώς βλέπει ένα γκολ; «Δε χρειάζεται να δω απολύτως τίποτα. Ο σπορκάστερ το περιγράφει άψογα και καταλαβαίνω ακριβώς πως μπήκε». Μετά το βραβείο τον άκουσαν και ραδιοφωνικοί σπίκερ από τα μεγάλα ισπανικά ραδιόφωνα όπως το Ράδιο Καταλούνια, το Καδένα Σερ, το ΡΑΚ. Όλοι εντυπωσιάστηκαν από την ωριμότητα στα σχόλια και τη φοβερά ραδιοφωνική φωνή του. Ο Αντόνιο Ρομέρο του Καδένα Σερ δήλωσε: «Ανεξάρτητα από την αναπηρία του, έχει αρετές που εμείς δε διαθέτουμε. Η μνήμη του σε στατιστικά στοιχεία είναι εκπληκτική. Η φωνή του και η ωριμότητά του είναι τρομακτική για την ηλικία του».

Για το Δαβίδ Πλανέλια τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: «Το να έχω τον Πέρε στην ομάδα μου είναι ένας τρόπος να ζω κάθε αναμετάδοση ως κάτι τρομακτικά σπουδαίο». Πόσο σπουδαίο; «Ακόμα και αν ήξερα ότι δε θα έχω κανέναν άλλο ακροατή εκτός από αυτόν, ξέρω ότι θα άξιζε τον κόπο να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ για να ζήσει το παιχνίδι με τη φωνή μου».

Ο Πέρε Ρίμπες ονειρεύεται να ακολουθήσει επαγγελματική καριέρα αθλητικογράφου. Προς το παρόν αστειευόμενος λέει ότι όταν τελειώσει τη σχολή θα έχει ήδη 10 χρόνια εμπειρίας στο χώρο. Αν δεν τα καταφέρει θα ασχοληθεί με τη μουσική και το σταντ-απ. Στο τέλος του χρόνου έχει δηλώσει συμμετοχή και για τον μουσικό διαγωνισμό Καταλωνίας, και στο βαθμό που μπορούμε να εμπιστευθούμε τους κατοίκους του Ουλότ, πάει για το ντάμπλ.

Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

  [2 Σχόλια]

Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένα παιδί από την Μπαδαλόνα. Όπως τα περισσότερα παιδιά στην Καταλωνία παράλληλα με το σχολείο του έπαιζε από χόμπι ποδόσφαιρο. Επειδή ήταν λίγο καλύτερος από το μέσο όρο, χωρίς να είναι κάτι το σπουδαίο, και καθώς του άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο, άρχισε να ανεβαίνει σιγά-σιγά τις κατηγορίες. Πήγε από την ομάδα της γειτονιάς, σε εκείνη της περιοχής και άρχισε να παίζει στα τοπικά πρωταθλήματα. Μια κανονική ζωή ερασιτέχνη παίχτη, που παράλληλα σπούδαζε Μηχανολόγος Μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πομπέου Φάμπρα στη Βαρκελώνη.

To πάθος του για τη μπάλα δεν έσβησε και συνέχισε να παίζει ακόμα και ως βετεράνος. Μέλος του συλλόγου Λιουρέδα δε Μπαδαλόνα, αγωνιζόταν κανονικά στη Λα Λίγα των βετεράνων. Στις 26 Απριλίου του 2014 η Λιουρέδα αντιμετώπιζε την Έκουα Καλέλια. Το ματς ήταν αρκετά νευρικό, με πολλά σκληρά μαρκαρίσματα, βρισίδια και πλακώματα. Κάποια στιγμή ένας παίχτης της Καλέλια το παράκανε, ακόμα και για παιχνίδι βετεράνων, και αποβλήθηκε. Όπως πήγαινε προς τα αποδυτήρια ξαφνικά του γύρισε το μάτι και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Πήρε φόρα, σήκωσε το μποτάκι και το έφερε στη μέση του Ραούλ Σάντσεθ. Αυτός έπεσε κάτω, μην μπορώντας να κινηθεί. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου διεγνώσθη μετατόπιση των σπονδύλων C3 και C4. Ο Ραούλ θα έμενε για όλη την υπόλοιπη ζωή του παραπληγικός, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο δράστης συνελήφθη.

Η Λιουρέδα υπερασπιζόμενη τον παίχτη της ζήτησε αποβολή της Έκουα Καλέλια από κάθε διοργάνωση. Από μόνη της η Καλέλια διέγραψε άμεσα το δράστη από το ρόστερ της και του απαγόρευσε δια βίου την είσοδο στο γήπεδό της. Η ομοσπονδία αποφάσισε ότι η Καλέλια δεν ευθύνεται για το δράστη και δεν την τιμώρησε, όμως ο σύλλογος από μόνος του αποσύρθηκε από το υπόλοιπο του συγκεκριμένου πρωταθλήματος.

Από την πλευρά του ο Ραούλ είδε τη ζωή του να αλλάζει σε μια στιγμή και το χειρότερο να του στερεί για πάντα την κίνησή του και εκείνο που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, το ποδόσφαιρο. Πήρε το χρόνο του, το σκέφτηκε, και είπε κάπου «Όχι ρε κερατά (αυτολεξεί μετάφραση του καμπρόν), εγώ θα συνεχίσω, αλλά από άλλο πόστο». Ο Ραούλ άφησε τη δουλειά του ως σχεδιαστής μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικής παραγωγής και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην ενημέρωση του κόσμου για τη βία στο ποδόσφαιρο. Πήγε στο δήμο της Μπαδαλόνα και της Βαρκελώνης, στην τοπική κυβέρνηση του Ζενεραλιτάτ και σε κανάλια και στούντιο της Καταλωνίας με μοναδικό σκοπό την ενημέρωση και την εκπαίδευση του κόσμου ώστε να μάθει ν’ αντιμετωπίζει το άθλημα αλλιώς.

Ο Ραούλ πάει σε σχολεία, σε ακαδημίες ποδοσφαίρου, σε ομάδες γειτονιάς, παντού για να πει την ιστορία του. Σε κάποια τέτοια ομιλία τον συνάντησε ο Γκιγιέρμο Κρούθ, σκηνοθέτης του Ινστιτούτου Γκούτμαν. Εκεί του πρότεινε να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Ο Ραούλ Σάντσεθ δέχθηκε αμέσως. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί για πρώτη φορά στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βαρκελώνης τον Οκτώβρη και έχει τίτλο «26 Απριλίου, Παίξε το ξανά». Στην παραγωγή συμμετείχαν επίσημα το Αθλητικό Ινστιτούτο Βαρκελώνης, το Υπουργείο Αθλητισμού της τοπικής κυβέρνησης και η Καταλανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.

Ο Ραούλ Σάντσεθ δηλώνει ότι «όλος ο κόσμος με βοηθάει, θέλω να βοηθήσω και εγώ με τη σειρά μου. Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά και σ’όλο τον κόσμο σ’ αυτή τη χώρα να σκέφτεται αλλιώς. Να αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό αλλιώς». Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένας σπουδαίος υπηρέτης του αθλήματος. Ένας άνθρωπος που ακόμα και η αναπηρία του δεν του στέρησε τη διάθεση να γίνει κοινωνός του αθλήματος. Προσπαθεί να αλλάξει τα μυαλά του κόσμου, όπως εκείνου που τον άφησε ανάπηρο και τρία χρόνια μετά δεν του έχει ζητήσει ακόμα συγγνώμη.

Ποδοσφαιρικές Ακαδημίες Γονέων

  [5 Σχόλια]

Ιανουάριος 2017, Κανάρια Νησιά. Μάρτιος 2017, Μαγιόρκα. Απρίλιος 2017, Ριόχα. Όχι, δεν είναι τα μέρη και τα ματς όπου κρίθηκε το φετινό πρωτάθλημα στην Ισπανία, αλλά οι περιπτώσεις πλακώματος γονέων στις κερκίδες παιχνιδιών παιδικών πρωταθλημάτων. Για ένα μαρκάρισμα, για ένα χτύπημα, για ένα κλέψιμο στον αγωνιστικό χώρο ή επειδή παρεξηγήθηκαν εντελώς μεταξύ τους, άρχισαν να πλακώνονται στις κερκίδες.

Οι Ισπανοί δημοσιογράφοι, βέβαια, δεν παρουσίασαν τις ειδήσεις με τίτλους όπως «ΣΟΚ!», «Πρωτοφανές!», «Δεν έχει ξαναματαγίνει!». Το πιο ακραίο ήταν το «Μνημειώδης καβγάς μεταξύ γονέων» για τη Μαγιόρκα, όπου η αλήθεια είναι ότι το ξύλο έφτασε σε επίπεδα ελληνικού γηπέδου. Η απάντηση του οποιοδήποτε προπονητή ακαδημιών ή μικρών κατηγοριών στο «Ποιό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τα παιδιά που θέλουν να γίνουν ποδοσφαιριστές» είναι «Οι γονείς τους» στο 125% των περιπτώσεων.

                                                        Από τα Κανάρια

Οι γονείς που θεωρούν ότι τα παιδιά τους είναι οι επόμενοι Κασίγιας, Πικέ, Ράμος, Τσάμπι Αλόνσο, Τσάβι, Ινιέστα, Κόκε, Γκριζμάν, Μέσι, Ρονάλντο κτλ. (το περιορίζω στην Ισπανία). Που υστεριάζουν, που βλέπουν κυκλώματα, που βγάζουν όλα τα κόμπλεξ και τα απωθημένα στα παιδιά τους ή/και στα παιδιά των άλλων. Αυτά είναι τα γνωστά, που συμβαίνουν παντού στον πλανήτη και σε όλα τα σπορ. Η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται είναι αυτή που διακρίνει τα μέρη που νοιάζονται το άθλημα από τα πάρκινγκ παιδιών.

Έχουμε ξαναπεί στο παρελθόν, με παράδειγμα από την Ανδαλουσία, ότι οι Ισπανοί θεωρούν τις ποδοσφαιρικές ακαδημίες πρωτίστως ως εκπαιδευτήρια. Σημείωση, όλα τα πρωταθλήματα στις ηλικίες κάτω των 17 είναι αρμοδιότητα των τοπικών ομοσπονδιών και όχι τις εθνικής ομοσπονδίας (της αντίστοιχης ΕΠΟ). Έτσι, χωρίς να καθυστερήσουν πήραν διάφορα μέτρα, άλλα σε τοπικό επίπεδο και άλλα σε εθνικό, για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.

Μετά το επεισόδιο στη Μαγιόρκα ο Οργανισμός κατά της Βίας σταμάτησε να θεωρεί το θέμα των γονέων δευτερεύον θέμα. Τα Κανάρια δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό, έτσι έβγαλαν ένα κείμενο με οδηγίες που το μοίρασαν σε όλη τη χώρα. Εκεί ενδεικτικά αναφέρονται πράγματα όπως:

«Η βία, τουλάχιστον στην Ισπανία, έχει τις ρίζες της σε μια πολύ κακή πολιτική εκπαίδευσης στο ποδόσφαιρο βάσης, που εμμονικά εμφυσεί αξίες όπως ο ανταγωνισμός και η σκληρή αντιπαλότητα στις κατηγορίες που παιδικού ποδοσφαίρου».

«Οι συγκρούσεις μεταξύ γονέων, με τα τελευταία περιστατικά στα Κανάρια και τη Μαγιόρκα να είναι εξαιρετικά βίαια, δείχνουν ότι υπάρχει μια επικίνδυνη μεταφορά του θυμού από τους γονείς στα παιδιά που παρεμποδίζει την οποιαδήποτε προσπάθεια ομαλοποίησης της αθλητικής συμπεριφοράς».

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συγκρούσεις ανάμεσα σε γονείς εντυπώνονται ως τραύματα στα παιδιά και δυστυχώς δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ούτε κοινωνική, ούτε ομοσπονδιακή για αυτού του τύπου τη βία. Δεν υπάρχουν γνωστά βραχυπρόθεσμα μέτρα. Μόνο μια εντατική εκπαίδευση των γονέων, δρομολογημένη ώστε να απαλείψει την μεταφορά των προσδοκιών στα παιδιά τους, αντικαθιστώντας τη διάθεση για παιχνίδι με τον ανταγωνισμό, μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Για άμεσα αποτελέσματα, τα μόνα εφικτά μέτρα είναι τα διοικητικής και ποινικής φύσεως, ενάντια σε όσους ταλαιπωρούν με τη βία τους το ποδόσφαιρο των παιδιών».

Όπως βλέπετε οι άνθρωποι ούτε πετάνε στα σύννεφα, ούτε άρχισαν να μιλάνε για επιτροπές που θα ξεριζώσουν τη βία. Η ανάλυση είναι ρεαλιστική και οι οδηγίες σαφείς. Δε γίνεται να αλλάξεις τη νοοτροπία των γονέων άμεσα. Μόνο τιμωρητικά μπορείς να αντιδράσεις. Οφείλεις να εκπαιδεύεις τόσο τα παιδιά, όσο και τους γονείς. Όχι στη νοοτροπία της νίκης πάνω από όλα. Αυτό μεταφέρθηκε στις τοπικές ομοσπονδίες ως κείμενο αρχών. Κάποιες από αυτές, κυρίως οι πιο μεγάλες της Μαδρίτης, της Καταλωνίας και της Ανδαλουσίας το εμπλούτισαν κιόλας.

Ανδαλουσία. Μαμάδες εν δράσει.

Οι βασικοί άξονες που υιοθέτησαν όλοι είναι:

  • Ο αποκλεισμός των γονέων από το γήπεδο σε περίπτωση που αρχίζουν να τσακώνονται. Παράλληλα και το παιδί θα τιμωρείται με αποκλεισμό από την ομάδα για κάποιο χρονικό διάστημα (εδώ να πούμε πως η ομοσπονδία αναγνωρίζει ότι χρησιμοποιεί τα παιδιά για να συνετίσει τους μεγάλους. Παραδέχεται επίσης ότι το πρόβλημα είναι τόσο μεγάλο που δεν υπάρχει άλλη άμεση λύση).
  • Σε περίπτωση που κάποιος γονιός αρχίζει να δίνει οδηγίες από την εξέδρα στο παιδί του, να του φωνάζει για το πώς παίζει ή αν κάνει παρατηρήσεις στον προπονητή της ομάδας ή τον διαιτητή, θα απομακρύνεται άμεσα από το γήπεδο και το παιδί θα γίνεται αλλαγή. Στην Καταλωνία και τη Μαδρίτη έχουν δώσει και σαφείς οδηγίες στους διαιτητές, ή όπου δεν υπάρχουν στους προπονητές, να σταματάνε τα παιχνίδια μέχρι να γίνει η απομάκρυνση.
  • «Αυτοδιαιτησία». Στις ηλικίες κάτω των 13 ετών προτείνεται η υιοθέτηση του Ολλανδικού μοντέλου της μη ύπαρξης διαιτητή, ώστε τα παιδιά να μάθουν να εφαρμόζουν τους κανόνες του παιχνιδιού χωρίς πίεση. Αυτό προϋποθέτει το 4ο σημείο.
  • Ενημέρωση και μαθήματα σε γονείς και παιδιά, τόσο για τους κανόνες του παιχνιδιού, όσο και για το σκοπό που βρίσκονται σε κάποιο σύλλογο. Το μέτρο αυτό ήδη εφαρμόζεται αρκετά χρόνια στην Καταλωνία, ενώ η Μαδρίτη και η Ανδαλουσία το υιοθέτησαν πέρυσι. Σε περίπτωση παρεκτροπής των γονιών ο σύλλογος για να ξαναδεχθεί το παιδί απαιτεί προσκόμιση εγγράφου ότι οι γονείς απευθύνθηκαν σε ψυχολογική υποστήριξη. Σημείωση: οι μεγάλοι σύλλογοι την παρέχουν οι ίδιοι.
  • Τέλος, όλες οι ποινές έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα. Επανάληψη απαράδεκτης συμπεριφοράς θα σημαίνει αποκλεισμό τόσο των γονέων, όσο και του παιδιού από το σύλλογο. Συζητείται ακόμα και η αφαίρεση βαθμών, αλλά εδώ δεν έχουν καταλήξει ακόμα.

Μπόνους από Ανδόρα. Παιχνίδι νέων που πλακώνονται οι ίδιοι με τους γονείς στις εξέδρες.

Σε πρακτικό επίπεδο, ειδικά στην περίπτωση της Μαγιόρκα όπου ήταν η πιο ακραία, ο ένας από τους δύο συλλόγους αποφάσισε από μόνος του να αναστείλει τη λειτουργία του για αυτή τη σεζόν. Θεώρησε ντροπή να έχει γίνει τέτοιο περιστατικό και να κυκλοφορούν τόσα βίντεο με τα έμβλημά του σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο άλλος απέκλεισε παιδιά και γονείς που ενεπλάκησαν. Δεν κάθισαν όμως με σταυρωμένα χέρια. Κάνουν σεμινάρια, ενημερώνουν παιδιά και γονείς, άλλαξαν πολιτική για τις κερκίδες (πχ. κάποιοι σύλλογοι απαγορεύουν την είσοδο σε συγγενείς πέραν των γονιών ή των αδελφών). Και σε κάθε περίπτωση, από το δεύτερο μόλις περιστατικό κινητοποιήθηκαν τοπικές και εθνικές ομοσπονδίες, ο οργανισμός κατά της Βίας και όλο το κράτος για να μην το αφήσουν να διογκωθεί.

Οι 10 εντολές σε έναν πάγκο στη Σαλαμάνκα, μεταξύ τους: «μη φωνάζετε στο διαιτητή» και «είναι απλά ένα παιχνίδι»

Η γιαγιά της Μπέτις

  [3 Σχόλια]

Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι αρκετά σπάνιο. Οι γυναίκες δεν πατάνε εύκολα στα γήπεδα (όχι ότι έχουν άδικο) και όσες το κάνουν συνήθως είναι για λόγους οικογενειακής αποκατάστασης και να παίξουν στα ελληνικά αθλητικά πόρταλς με τίτλους «έβαλε φωτιά η Σούζι Τσούζι στις εξέδρες του Αγρινίου», «μοίρασε πόνο η Φωφώκα στους θεατές στο Ηράκλειο» και άλλα τέτοια. Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά, όπως η κυρία Χάιδω στο Καυτανζόγλειο. Στην Ισπανία αντίθετα, τα γήπεδα (ειδικά τα επαρχιακά) είναι γεμάτα γυναίκες. Μερικές όμως ξεχωρίζουν. Μια τέτοια είναι η Κονσεπσιόν (τα «σ» με «θ») Αντράντε, η περίφημη γιαγιά της Μπέτις, η ντόνα Κόντσα.

Η Κόντσα πέρασε μια ζωή στο γήπεδο της ομάδας, όχι απλά βλέποντας, αλλά συμμετέχοντας με φωνές από το καρεκλάκι της. Ζητώντας με τη χαρακτηριστική φωνή της πέναλτι, φάουλ, αποβολές, χειροκροτώντας και ζώντας με αγωνία. Η Κόντσα πήγαινε με το λεωφορείο στο γήπεδο, μαζί με την πιτσιρικαρία, σαν ένας οποιοσδήποτε οπαδός, τραγουδώντας μαζί με τους νεαρούς τα συνθήματα της ομάδας. Πολλές φορές ξέφευγε, θυμίζοντας τις επικές κυρίες (και ένα από τα αγαπημένα μου βίντεο στην ιστορία του Σομπρέρο) στα κάγκελα του γηπέδου της Μπάνφιλντ. Οι ατάκες της, αλλά και οι βρισιές της φλογερής Ανδαλουσιανής γιαγιάς πέρασαν στην ιστορία με αποκορύφωμα τα «μαρικόν» προς τον καημένο τον Βαλντάνο, μια που η Κόντσα ήταν λίγα μέτρα πιο πίσω από τον πάγκο των φιλοξενούμενων.

Το συγκινητικό βιντεάκι, ακόμα κι αν δεν ξέρεις γρι ισπανικά

Η γιαγιά της Μπέτις είχε πρωταγωνιστήσει μέχρι και σε διαφημιστικά σποτάκια του συλλόγου, όταν η Μπέτις το 2005 κέρδισε την έξοδό της στο Τσάμπιονς Λιγκ και έκανε σχετική καμπάνια. Επισκέφτηκε μαζί με άλλους «μπέτικος» το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Λονδίνο και όταν δεν βρήκαν κάποιο έργο τέχνης της Μπέτις αναρωτήθηκαν τι σόι μουσείο είναι. Ο Ισπανός τραγουδιστής Χοσέ Μανουέλ Σότο ρώτησε τον κρυόκωλο Άγγλο «Εδώ έχετε πολλή τέχνη, αλλά δεν έχει αυθεντική τέχνη. Έχετε τα βασικά κινήματα ευρωπαϊκής τέχνης, αλλά πού είναι η Μπέτις;«, για να αναλάβει η γιαγιά Κόντσα το κράξιμο, με τη φοβερή λεπτομέρεια να φοράει vintage φανέλα Ρόμπερτ Γιάρνι. Πρωταγωνίστησε και σε δεύτερο παρόμοιο σποτάκι.

Τα τελευταία χρόνια η γιαγιά Κονσεπσιόν ζούσε σε οίκο ευγηρίας που κατά σύμπτωση (ή μήπως όχι) ήταν πολύ κοντά στο γήπεδο. Οι εμφανίσεις της σιγά σιγά άρχισαν να μειώνονται λόγω της υγείας της και η Μπέτις φρόντισε να την τιμήσει με μια επίσκεψη και δώρο μια φανέλα με το όνομά της. Στο παρελθόν άλλωστε είχε τιμηθεί κι από άλλους, όπως τον γνήσιο Μπέτικο, το παιδί της πόλης, τον μεγάλο Χοακίν.

Η Κόντσα και ο Χοακίν, λες και είναι γιαγιά και εγγονός

Η γιαγιά Κόντσα πέθανε πριν λίγες μέρες στα 92 της, εκεί στον οίκο ευγηρίας λίγο πιο δίπλα από το πραγματικό της σπίτι, το Εστάδιο Μπενίτο Βιαγιαμαρίν. Η είδηση έπαιξε σε όλα τα μέσα και φυσικά η μνήμη της τιμήθηκε από τη Ρεάλ Μπέτις. Το πιο σημαντικό ίσως όμως, ήταν ότι ακόμα και η μισητή Σεβίλλη φρόντισε να κάνει δημοσίευση τιμώντας ένα πρόσωπο συνδεδέμενο με το ποδόσφαιρο της πόλης, αλλά και γενικά μια μορφή από τις τελευταίες ενός ποδοσφαίρου που χάνεται σιγά σιγά.

Ο Ιάγος της Γαλικίας

  [Καθόλου σχόλια]

Στον Οθέλο του Σαίξπηρ, ο «ανταγωνιστής» του έργου είναι ο Ιάγος. Ένας στρατιώτης για χρόνια έμπιστος του Οθέλου, σύμβουλός του, που νιώθει αδικημένος γιατί δεν πήρε αυτός προαγωγή και προτιμήθηκε ο Κάσσιος. Φτιάχνει έτσι ένα πλάνο εκδίκησης για όλους. Για τον Οθέλο και τη γυναίκα του Δυσδαιμόνα, αλλά και για τον Κάσσιο που του πήρε τη θέση. Ένα σχέδιο που βασίζεται στα ψέματα, τη ζήλια και την καχυποψία. Σχεδόν 400 χρόνια μετά, ένα ζευγάρι στην κωμόπολη Μοάνια της Γαλικίας αποφάσισε να δώσει το όνομα Ιάγο στο γιο του. Ο Ιάγο Άσπας θα γινόταν ένας πιστός στρατιώτης, οπαδός-ποδοσφαιριστής της Θέλτα.

Στα 9 του πήγε στη Θέλτα και συνέπεσε με μια από τις καλύτερες φουρνιές πιτσιρικάδων που ο τοπικός τύπος ονόμασε «η Dream Team του Βίγκο». Ο Άσπας ξεχώριζε για την εξαιρετική του τεχνική, τις ντρίμπλες και τα σόλο που οδηγούσαν σε γκολ. Στη χειρότερη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της, η Θέλτα με τρομερά χρέη βρέθηκε στη Β’ εθνική και για να μη διαλυθεί αναγκάστηκε να πουλήσει όλους τους καλούς παίκτες της και να φυτοζωεί προσπαθώντας να γλιτώσει έναν ακόμα υποβιβασμό στα ερασιτεχνικά, που μπορεί να οδηγούσε στην πλήρη καταστροφή. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το πρώτο ματς του Ιάγο Άσπας τον Ιούνιο του 2008 στη Σαλαμάνκα πέρασε απαρατήρητο. Ήταν η μοναδική του συμμετοχή εκείνη τη σεζόν. Ένα χρόνο αργότερα έκανε το ντεμπούτο του στο Μπαλαΐδος μπροστά στο κοινό της αγαπημένης του ομάδας. Η Θέλτα τρία ματς πριν το τέλος αντιμετώπιζε την Αλαβές και με ήττα θα βρισκόταν κάτω από τη γραμμή του υποβιβασμού. Οι Βάσκοι πίεζαν, ήταν καλύτεροι και στο 60′ ο προπονητής της Θέλτα είχε την έμπνευση να ρισκάρει με το νεαρό Άσπας.

Το ονειρικό ντεμπούτο μπροστά στο κοινό του

Τριάντα λεπτά αργότερα, ο Άσπας είχε σκοράρει δυο φορές, είχε δημιουργήσει άλλες 2-3 καλές ευκαιρίες, η Θέλτα κέρδιζε με 2-1 στο 94′ και σωζόταν. Οι έξαλλοι πανηγυρισμοί του Άσπας που βγάζει τη φανέλα, σέρνεται στο χορτάρι και αγκαλιάζει το χνουδωτό μικρόφωνο της τηλεόρασης δείχνουν έναν πιτσιρικά-οπαδό που ζει το όνειρό του. Ο Άσπας με αυτή την εμφάνιση κέρδισε τη θέση του στη Θέλτα. Η ομάδα του Βίγκο την επόμενη σεζόν βγήκε 12η, την μεθεπόμενη μπήκε στα μπαράζ αλλά απέτυχε να ανέβει και τελικά το 2011-12 επέστρεψε μετά από 5 χρόνια στην Πριμέρα, με τον Άσπας να βγαίνει 2ος σκόρερ στην κατηγορία με 23 γκολ.

Το πρώτο ντέρμπι της Γαλικίας μετά από 5 χρόνια, τον Οκτώβριο του 2012
Η κόντρα του Άσπας με τον Μαρτσένα

Η πρώτη χρονιά στην Πριμέρα δεν ήταν καθόλου εύκολη για τη Θέλτα. Ο Άσπας σκόραρε 12 φορές, αριθμός διόλου ευκαταφρόνητος τηρουμένων των αναλογιών, αλλά φάνηκε ότι ο εκρηκτικός του χαρακτήρας θα μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα. Στον 1ο γύρο στο τοπικό ντέρμπι με την Λα Κορούνια άνοιξε βεντέτα με τον σκληρό Κάρλος Μαρτσένα. Στο ντέρμπι του 2ου γύρου, η κόντρα συνεχίστηκε, έριξε κουτουλιά στον  Μαρτσένα, αποβλήθηκε μόλις στο 28′ και καταδίκασε την ομάδα σε εκείνο το ματς, αλλά και στα επόμενα. Η Ντεπόρ πήρε μια εύκολη νίκη και ενώ η Θέλτα είχε ταξιδέψει με το όνειρο να την υποβιβάσει, έμπλεξε κι η ίδια. Ο Άσπας στέρησε από τη Θέλτα τον καλύτερό της σκόρερ για αρκετούς αγώνες και εν μέσω θρίλερ σώθηκε την τελευταία αγωνιστική. Ο Άσπας πάντως έχασε και κάτι ακόμα πιο σημαντικό. Μια κλήση στην εθνική, καθώς το γεγονός δεν άρεσε καθόλου στον Βιθέντε ντελ Μπόσκε που τον προσπέρασε.

Η κουτουλιά στον Κάρλος Μαρτσένα

Ο Ιάγο όμως δεν έχει έχει καμία σχέση με τον συνονόματό του από τον Οθέλο. Εκείνος κινείται υπόγεια και με σχέδιο, ενώ ο Άσπας είναι οξύθυμος και αυθόρμητος και αντιδρά χωρίς να σκέφτεται, ειδικά απέναντι στην «μισητή» Ντεπόρ. Στο παρελθόν σε ερώτηση αν θα έπαιζε ποτέ στην Ντεπόρ είχε απαντήσει: «Ούτε ραντεβού δεν θα έβγαινα με γυναίκα από την Κορούνια«. Στις μικρές ομάδες της Θέλτα είχε αποβληθεί για μια αγκωνιά και έχασε το ντέρμπι με την Ντεπόρ. «Έκλαιγα για μέρες» θυμάται. Στην καριέρα του έχει πολλές κίτρινες και αρκετές κόκκινες για επιθετικό.

Η πορεία του Άσπας έφερε το ενδιαφέρον της Λίβερπουλ και τελικά ο παίκτης ανηφόρισε στην Αγγλία με τη Θέλτα να παίρνει 9 εκατομμύρια Ευρώ. Με το σώμα του και το στιλ παιχνιδιού ήταν δύσκολο να ταιριάξει στο αγγλικό πρωτάθλημα, αντιμετώπισε προβλήματα τραυματισμών, ενώ δεν βοήθησε και το γεγονός ότι σε ένα χρόνο δεν έμαθε γρι αγγλικά, πέρα από το yes και μερικές βρισιές, μένοντας ως τελευταία λύση πίσω από παίκτες όπως ο Σουάρες, ο Στέρλινγκ, ο Στάριτζ και ο Κ(ο)ουτίνιο. Του έλειπε το Βίγκο, του έλειπαν οι φίλοι του, οι συγγενείς και ποτέ δεν προσαρμόστηκε στον αγγλικό τρόπο ζωής. Ο Άσπας πέρασε και δεν ακούμπησε, μια από τις πολλές αποτυχημένες μεταγραφές της Λίβερπουλ τα τελευταία χρόνια.

Την ευκαιρία εκμεταλλεύτηκε η Σεβίλλη που τον έφερε πίσω, αλλά παρά τα χρήματα που ξοδεύτηκαν, ο Άσπας δεν ήταν στις πρώτες επιλογές του Έμερι, παίρνοντας λίγα λεπτά συμμετοχής μόνο, κάτι που τον ενοχλούσε πολύ. Στο ματς με την αγαπημένη του Θέλτα καιγόταν να παίξει και όταν ο Έμερι δεν τον έβαλε μέσα, η κάμερα τον έπιασε να χτυπιέται στον πάγκο και να λέει: «Πάντα οι ίδιες αλλαγές ρε φίλε«. Κατάφερε πάντως να βάλει 6 γκολ στο Κόπα ντελ Ρέι, εκεί που η Σεβίλλη κατέβαζε αρκετούς αναπληρωματικούς.

Προς έκπληξη πολλών, η Σεβίλλη το καλοκαίρι του 2015 πλήρωσε τη ρήτρα, απέκτησε τον Άσπας και ταυτόχρονα τον πούλησε στη Θέλτα που αναγκάστηκε να δώσει ένα αρκετά μεγάλο ποσό για τα δεδομένα της. Ο Άσπας άφησε την Ανδαλουσία και γύρισε στο σπίτι του με πολύ κόσμο να τον υποδέχεται. Το οικονομικό ρίσκο για τη Θέλτα μεγάλο, για έναν Άσπας που φαινόταν σε πτώση. Κι όμως, φαίνεται ότι απλά του έλειπε η Γαλικία και το Βίγκο. Με 14 γκολ στο πρωτάθλημα οδήγησε τη Θέλτα ξανά στην Ευρώπη και την έφερε στην καλύτερή της θέση εδώ και 10 χρόνια, την 6η.

Η «βαζελίνα» στο Μπερναμπέου

Ο Ιάγο Άσπας συνεχίζει στους ίδιους (και καλύτερους ρυθμούς) και φέτος. Η Θέλτα έχει φτάσει στους 32 του Γιουρόπα Λιγκ, είναι σε σχετικά καλή θέση στο πρωτάθλημα, ενώ ένας τραυματισμός του Ντιέγκο Κόστα τον έφερε και στην εθνική του Λοπετέγκι, σκοράροντας μέσα στο Γουέμπλεϊ και έκανε τα αγγλικά μέσα να αναρωτιούνται ποιος ήταν ο Άσπας που είχαν δει οι ίδιοι. 29 χρονών πλέον, ξέρει ότι δύσκολα θα πάρει ξανά μια μεγάλη μεταγραφή και ίσως δεν τον νοιάζει κιόλας. Παίζει εκεί που τον αγαπούν και τους αγαπάει, εκεί που αποδίδει καλύτερα. Πριν μερικές μέρες άλωσε το Μπερναμπέου. Πιστός στην περσόνα του, φρόντισε να μαλώσει τόσο με τον Σέρχιο Ράμος, όσο και με τον Μαρσέλο.