Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ισπανικό πρωτάθλημα'

Η γιαγιά της Μπέτις

  [3 Σχόλια]

Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι αρκετά σπάνιο. Οι γυναίκες δεν πατάνε εύκολα στα γήπεδα (όχι ότι έχουν άδικο) και όσες το κάνουν συνήθως είναι για λόγους οικογενειακής αποκατάστασης και να παίξουν στα ελληνικά αθλητικά πόρταλς με τίτλους «έβαλε φωτιά η Σούζι Τσούζι στις εξέδρες του Αγρινίου», «μοίρασε πόνο η Φωφώκα στους θεατές στο Ηράκλειο» και άλλα τέτοια. Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά, όπως η κυρία Χάιδω στο Καυτανζόγλειο. Στην Ισπανία αντίθετα, τα γήπεδα (ειδικά τα επαρχιακά) είναι γεμάτα γυναίκες. Μερικές όμως ξεχωρίζουν. Μια τέτοια είναι η Κονσεπσιόν (τα «σ» με «θ») Αντράντε, η περίφημη γιαγιά της Μπέτις, η ντόνα Κόντσα.

Η Κόντσα πέρασε μια ζωή στο γήπεδο της ομάδας, όχι απλά βλέποντας, αλλά συμμετέχοντας με φωνές από το καρεκλάκι της. Ζητώντας με τη χαρακτηριστική φωνή της πέναλτι, φάουλ, αποβολές, χειροκροτώντας και ζώντας με αγωνία. Η Κόντσα πήγαινε με το λεωφορείο στο γήπεδο, μαζί με την πιτσιρικαρία, σαν ένας οποιοσδήποτε οπαδός, τραγουδώντας μαζί με τους νεαρούς τα συνθήματα της ομάδας. Πολλές φορές ξέφευγε, θυμίζοντας τις επικές κυρίες (και ένα από τα αγαπημένα μου βίντεο στην ιστορία του Σομπρέρο) στα κάγκελα του γηπέδου της Μπάνφιλντ. Οι ατάκες της, αλλά και οι βρισιές της φλογερής Ανδαλουσιανής γιαγιάς πέρασαν στην ιστορία με αποκορύφωμα τα «μαρικόν» προς τον καημένο τον Βαλντάνο, μια που η Κόντσα ήταν λίγα μέτρα πιο πίσω από τον πάγκο των φιλοξενούμενων.

Το συγκινητικό βιντεάκι, ακόμα κι αν δεν ξέρεις γρι ισπανικά

Η γιαγιά της Μπέτις είχε πρωταγωνιστήσει μέχρι και σε διαφημιστικά σποτάκια του συλλόγου, όταν η Μπέτις το 2005 κέρδισε την έξοδό της στο Τσάμπιονς Λιγκ και έκανε σχετική καμπάνια. Επισκέφτηκε μαζί με άλλους «μπέτικος» το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Λονδίνο και όταν δεν βρήκαν κάποιο έργο τέχνης της Μπέτις αναρωτήθηκαν τι σόι μουσείο είναι. Ο Ισπανός τραγουδιστής Χοσέ Μανουέλ Σότο ρώτησε τον κρυόκωλο Άγγλο «Εδώ έχετε πολλή τέχνη, αλλά δεν έχει αυθεντική τέχνη. Έχετε τα βασικά κινήματα ευρωπαϊκής τέχνης, αλλά πού είναι η Μπέτις;«, για να αναλάβει η γιαγιά Κόντσα το κράξιμο, με τη φοβερή λεπτομέρεια να φοράει vintage φανέλα Ρόμπερτ Γιάρνι. Πρωταγωνίστησε και σε δεύτερο παρόμοιο σποτάκι.

Τα τελευταία χρόνια η γιαγιά Κονσεπσιόν ζούσε σε οίκο ευγηρίας που κατά σύμπτωση (ή μήπως όχι) ήταν πολύ κοντά στο γήπεδο. Οι εμφανίσεις της σιγά σιγά άρχισαν να μειώνονται λόγω της υγείας της και η Μπέτις φρόντισε να την τιμήσει με μια επίσκεψη και δώρο μια φανέλα με το όνομά της. Στο παρελθόν άλλωστε είχε τιμηθεί κι από άλλους, όπως τον γνήσιο Μπέτικο, το παιδί της πόλης, τον μεγάλο Χοακίν.

Η Κόντσα και ο Χοακίν, λες και είναι γιαγιά και εγγονός

Η γιαγιά Κόντσα πέθανε πριν λίγες μέρες στα 92 της, εκεί στον οίκο ευγηρίας λίγο πιο δίπλα από το πραγματικό της σπίτι, το Εστάδιο Μπενίτο Βιαγιαμαρίν. Η είδηση έπαιξε σε όλα τα μέσα και φυσικά η μνήμη της τιμήθηκε από τη Ρεάλ Μπέτις. Το πιο σημαντικό ίσως όμως, ήταν ότι ακόμα και η μισητή Σεβίλλη φρόντισε να κάνει δημοσίευση τιμώντας ένα πρόσωπο συνδεδέμενο με το ποδόσφαιρο της πόλης, αλλά και γενικά μια μορφή από τις τελευταίες ενός ποδοσφαίρου που χάνεται σιγά σιγά.

Λιονέλ Μέσσι: Το τελευταίο μεγάλο κλασικό 10αρι

  [2 Σχόλια]

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, το ποδόσφαιρο εξελίχθηκε, έγινε πιο γρήγορο, πιο πειθαρχημένο, πιο απαιτητικό και πιο «physical» (που λένε και στο καφενείο του χωριού μου), οι στιγμές που ένας παίκτης έχει χρόνο και άνεση να πατήσει τη μπάλα κοντά στο κέντρο και να ψάξει την καλύτερη δυνατή λύση μειώθηκαν αισθητά και κάπως έτσι τα κλασικά 10αρια ένα-ένα άρχισαν είτε να μεταλλάσσονται (μετακινούμενα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του καθενός, λίγο πιο πίσω στο χώρο του κέντρου ή στις πτέρυγες), είτε να αποχωρούν, πάντα βέβαια με το γνώριμο χαλαρό και ελαφρώς υπεροπτικό στυλάκι τους.

«To παιχνίδι γίνεται πολύ πιο γρήγορο, δυνατό και τακτικό. Με τα δικά μου προσόντα το να επιβιώσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αρκετά δύσκολο» είχε παραδεχτεί λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από τα γήπεδα ο Χουάν Κάρλος Βαλερόν, ένα από τα αγαπημένα 10αρια της προηγούμενης δεκαετίας, και μαζί του λογικά θα συμφωνούσε και ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, πιθανόν το τελευταίο μεγάλο 10αρι της εποχής που συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά του ρόλου, θετικά και αρνητικά.

Σε ένα ποδόσφαιρο που η φυσική κατάσταση και η ταχυδύναμη είναι το παν και που κάθε παίκτης οφείλει να συνεισφέρει στο αμυντικό κομμάτι, δεν υπάρχει πλέον χώρος για «τεμπέληδες» μεσοεπιθετικούς, που με την άμυνα έχουν την ίδια σχέση που έχει ο Ζλάταν με τη μετριοφροσύνη. Ή τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι κάπου στις αρχές του 2015, όταν ο Λιονέλ Μέσσι αποφάσισε να αφήσει την κορυφή της επίθεσης και τα τρικ με τα «ψεύτικα εννιάρια» και να γίνει αυτό που λέει ο αριθμός της φανέλας του. Και όπως ακριβώς είχε σχολιάσει πριν χρόνια ένας Άγγλος σπίκερ σε κάποιο από τα σλάλομ του ανάμεσα σε τρεις και τέσσερις αντιπάλους σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα, «ο Μέσσι φτιάχνει χώρο εκεί που δεν υπάρχει χώρος».

Κάπως έτσι, και ουσιαστικά από το πουθενά, το συνεχώς εξελισσόμενο ποδόσφαιρο έκανε μια μεγάλη εξαίρεση και αναγκαστικά βρήκε χώρο για ένα 10αρι παλιάς κοπής, ένα 10αρι που έχει όλα τα στοιχεία που αγαπήσαμε και μάλιστα στον πιο μεγάλο βαθμό. Τρομερή ικανότητα διαβάσματος μιας φάσης, ποδοσφαιρική ευφυΐα, φαντασία, τεχνική, κάθετη πάσα, μεγάλη πάσα, γενικότερα πάσα όλων των ειδών, ντρίπλα, εξαιρετικά στημένα και, σαν ποιοτικό εξτραδάκι, εντυπωσιακή άνεση στο σκοράρισμα.

Φυσικά πολλά από αυτά τα στοιχεία τα έχουν κι άλλοι μεσοεπιθετικοί της εποχής (με εξέχοντα τον Μεσούτ Οζίλ), κάποιοι εκ των οποίων αν έπαιζαν πριν 20 χρόνια το πιθανότερο είναι να γινόταν κλασικά 10αρια. Η μεγάλη διαφορά όμως εντοπίζεται σε δυο σημεία: (σχεδόν) κανείς τους δεν έχει απόλυτη ελευθερία στην επίθεση και την πολυτέλεια να παραβλέπει εντελώς την άμυνα, αφού είναι ενταγμένοι αρμονικά στο σύστημα της ομάδας, και κανείς δεν τα έχει όλα αυτά, στο βαθμό που τα έχει ο Αργεντινός.

Στο περσινό 0-2 της Μπάρτσα μέσα στην έδρα της Άρσεναλ ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης μετά τον αγώνα ήταν τα χιλιόμετρα του Μέσσι. Ο Αργεντινός είχε τρέξει αισθητά λιγότερο απ’όλους τους συμπαίκτες του. (Μικρή λεπτομέρεια: Ήταν ο παίκτης που καθάρισε το ματς με δυο γκολ). Εκείνο το παιχνίδι δεν ήταν κάποια εξαίρεση. Για την ακρίβεια, έχουν υπάρξει παιχνίδια που έχει τρέξει λιγότερο απ’όλους όσους βρίσκονται στο χορτάρι. Τα παιχνίδια του Μέσσι τα 2-3 τελευταία χρόνια είναι ένας συνδυασμός περπατήματος και παρατήρησης του αγώνα που διακόπτεται μόνο όταν η ομάδα κερδίζει την κατοχή και ο ίδιος κρίνει ότι χρειάζεται να ανεβάσει ρυθμό. Προφανώς και ο Αργεντινός δεν το κάνει από τεμπελιά. Το κάνει γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έχει δυνάμεις στις στιγμές που η ομάδα θα τον χρειαστεί περισσότερο. Το θέμα βέβαια είναι ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή άλλος παίκτης τέτοιου επιπέδου στο σύγχρονο ποδόσφαιρο που να έχει αυτή την πολυτέλεια. Ο Μέσσι μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει στο χόρτο γιατί απλά είναι ο Μέσσι.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο δεύτερο σημείο. Ο Μέσσι έχει κερδίσει αυτό το άτυπο δικαίωμα να μη μαρκάρει, με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας, γιατί πολύ απλά όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, κάπου ανάμεσα στη μεγάλη περιοχή και το κέντρο, οι ικανότητες του είναι πολύ μεγαλύτερες από οποιουδήποτε άλλου στον πλανήτη αυτή τη στιγμή. Κι αυτό δεν χρειαζόταν να το περιγράψει πρόσφατα ο Χόρχε Σαμπαόλι με την επική ατάκα «Το να συγκρίνεις τον Μέσσι με οποιονδήποτε άλλον είναι σαν να συγκρίνεις έναν απλά καλό αστυνομικό με τον Μπάτμαν» για να το αντιληφθούμε.

Ένας από τους ανώνυμους, ερασιτέχνες λάτρεις της στατιστικής πήρε τα δεδομένα των 8 τελευταίων σεζόν των 5 μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων και έκανε κάποιες συγκρίσεις, εστιάζοντας στους παίκτες που σκόραραν τουλάχιστον 10 γκολ σε μια σεζόν. Στη συνέχεια έκανε σύγκριση μεταξύ αυτών σε τρεις βασικούς τομείς: στο σκοράρισμα, στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες μπαλιές, έναν τομέα που επέλεξε γιατί στατιστικά είναι η ασίστ με τις περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει σε γκολ. Το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο τόσο προβεβλημένος Μέσσι ίσως είναι λίγο υποτιμημένος. Με πολύ απλά λόγια: Κάνει τόσα πράγματα, τόσο καλά και τόσο συχνά που καταλήγουν να φαίνονται συνηθισμένα ενώ δεν είναι.

Ο «μέσος Μέσσι» (δηλαδή ο μ.ο. των επιδόσεων του τα τελευταία 8 χρόνια) δεν είναι απλά καλύτερος από τον «μέσο καλό μεσοεπιθετικό» (δηλαδή από τον μ.ο. των επιδόσεων όλων των τοπ παικτών που συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα). Ο Μέσσι σε μια μέτρια σεζόν του είναι καλύτερος από το 98% των «καλύτερων» της Ευρώπης και στο σκοράρισμα, και στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες πάσες! Ακούγεται αδιανόητο αλλά δεν είναι. «Παρ’όλο που είναι πιθανό να μην είναι άνθρωπος, είναι καλό το ότι ο ίδιος πιστεύει πως είναι» που είχε πει και ο Χαβιέρ Μαστσεράνο πριν μερικά χρόνια.

Με τον τρόπο που εξελίσσεται το ποδόσφαιρο φαίνεται αρκετά δύσκολο στα επόμενα χρόνια να βρεθεί (πάντα μιλώντας για το υψηλότερο δυνατό επίπεδο) κάποιος παίκτης τόσο καλός που να του επιτραπεί τέτοια ελευθερία κινήσεων, απλά και μόνο γιατί όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, ακόμα κι όταν βρίσκεται λίγα μέτρα μπροστά από το κέντρο, μπορεί να καθορίσει ένα ματς με μια ενέργεια. Κάποιος ρεαλιστής βέβαια, μπορεί να προσθέσει πως όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η παραγωγικότητα του Αργεντινού επιθετικά, το γεγονός ότι δεν συνεισφέρει αμυντικά όπως παλιά (τότε που οι Καταλανοί χρησιμοποιούσαν τον περίφημο «κανόνα των 3 δευτερολέπτων») πιθανόν επηρεάζει αρκετά την γενικότερη αποτελεσματικότητα της Μπαρτσελόνα.

Για κάποιον όμως που αδιαφορεί για τα αποτελέσματα που θα φέρει η Μπάρτσα, το παιχνίδι του Μέσσι είναι μια οπτική απόλαυση, ακόμα και τα τελευταία χρόνια στα οποία το σώμα του φαίνεται να τον προδίδει συχνά-πυκνά. Για κάποιον ειδικά που μεγάλωσε με την εικόνα του χαλαρού 10αριου, που σουλατσάρει στο χόρτο με ένα ελάχιστο ύφος υπεροψίας, περιμένοντας την ιδανική στιγμή που θα ζητήσει τη μπάλα και θα δημιουργήσει κάτι επικίνδυνο για τον αντίπαλο με μια έμπνευση, ο Μέσσι των τελευταίων ετών, που το πεδίο δράσης του ξεκινάει πολύ πιο κοντά στο κέντρο σε σχέση με παλιότερα, είναι κάτι σαν φαντασίωση, μια εξαίρεση που επιβιώνει στο σύγχρονο ποδόσφαιρο γιατί απλά «ξέρει πολλή μπάλα» κι αυτή είναι μια ατάκα που μοιάζει (και είναι) καφενειακή αλλά κατά βάθος είναι ολότελα ρομαντική.

Σε μια πολύ ανταγωνιστική εποχή, που το να είσαι μια μείξη ποδοσφαιριστή και υπεραθλητή είναι αρκετά συνηθισμένο και επιθυμητό, το να πρωταγωνιστεί κάποιος που σε μεγάλο βαθμό πλέον λειτουργεί με τους ιδιαίτερους ρυθμούς ενός 10αριου παλιάς κοπής, απλά και μόνο λόγω ταλέντου και ποδοσφαιρικής ευφυίας, είναι λόγος συγκρατημένης αισιοδοξίας για το μέλλον του παιχνιδιού, που βαθιά μέσα στον πυρήνα του, πίσω από όλο το μάρκετινγκ, τα μίνιμαλ σήματα, τα σόσιαλ μίντια και τα προπονητικά τιμ με τους εξειδικευμένους επιστήμονες, παραμένει «μπαλίτσα».

Αυτός ο κάποιος ήταν κάποτε ένας ταλαντούχος πιτσιρικάς που ξεκίνησε από τα άκρα της επίθεσης, έγινε «ψεύτικο εννιάρι» σκοράροντας ακατάπαυστα και τελικά όταν οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, σιγά-σιγά κατέληξε στη θέση που του δίνει απόλυτη ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει, τη θέση που ταιριάζει με το βαρύ νούμερο στη φανέλα του. Ένα νούμερο που του είχε μεταβιβάσει, καθόλου τυχαία, ένα εξίσου σπουδαίο 10αρι.

Όπως αποκάλυψε ο Μέσσι, λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από το Καμπ Νου ο Ροναλντίνιο, έπιασε τον Αργεντινό και του είπε ότι αυτός και μόνο αυτός πρέπει να είναι ο επόμενος κάτοχος της φανέλας με το 10. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, ο Ρόνι είχε καταλάβει τις δυνατότητες του Μέσσι από την πρώτη, κυριολεκτικά, μέρα. Και αυτό δεν επιβεβαιώνεται μόνο από τον Τζιοβάνι φαν Μπρόνκχορστ ή την περίφημη δήλωση του μετά την κατάκτηση της Χρυσής Μπάλας («Αυτό το βραβείο λέει ότι είμαι ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο αλλά δεν είμαι ο καλύτερος ούτε καν μέσα στη Μπάρτσα»). Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης που έκανε ο, έφηβος τότε, Αργεντινός με την πρώτη ομάδα, ο Βραζιλιάνος πήρε τηλέφωνο την καλή του φίλη και δημοσιογράφο Κριστίνα Κουμπέρο και της είπε «Σήμερα έκανα προπόνηση με κάποιον που θα γίνει καλύτερος από μένα»! Όπως ακριβώς όλοι μας όταν ανακαλύπτουμε κάτι αξιοθαύμαστο θέλουμε να το μοιραστούμε με όλους, έτσι κι ο Ροναλντίνιο δεν έμεινε στη φίλη του. Πριν λίγο καιρό ο Κόμπι Μπράιαντ αποκάλυψε πως όταν η Μπάρτσα πήγε για φιλικά στο Λος Άντζελες, ο Ρόνι του σύστησε τον Μέσσι με την ατάκα «Κόμπι, να σου γνωρίσω τον τύπο που θα γίνει ο καλύτερος παίκτης όλων των εποχών». Ο τύπος αυτός ήταν τότε 17 χρονών.

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έγραψε κάποτε «Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αυτό που θα δουν, όχι αυτό που έχουν δει», μια πρόταση που πάντα μου ακουγόταν πολύ όμορφη για να κοσμήσει ένα βιβλίο αλλά χωρίς καμία λογική υπόσταση. Κι όμως, με κάποιον μαγικό τρόπο, σαν αυτούς που έβρισκε στις καλές του μέρες στον αγωνιστικό χώρο για να μας διασκεδάζει, ο Ροναλντίνιο είχε δει την πορεία του Μέσσι πριν απ’όλους.

Ο άνθρωπος που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα (αφού πρώτα σώθηκε από μια τραγωδία)

  [6 Σχόλια]

kubala

To μεσημέρι της 17ης Μαΐου του 2002 η Μπαρτσελόνα παρουσίαζε στους δημοσιογράφους τον Λούις Φαν Χαάλ, που επέστρεφε στον πάγκο της ομάδας δυο μόλις χρόνια αφότου τον είχε αφήσει. Στο τέλος της παρουσίασης ο πρόεδρος της ομάδας Ζοάν Γκασπάρ ανακοίνωσε στους παρευρισκόμενους τα άσχημα νέα και ζήτησε να τηρηθεί ενός λεπτού σιγή: Ο Λάζλο Κουμπάλα είχε αφήσει την τελευταία του πνοή λίγη ώρα πριν.

Ο Κουμπάλα είχε εισαχθεί τον Φλεβάρη εκείνης της χρονιάς σε μια κλινική της Βαρκελώνης με ανεπάρκεια ασβεστίου στο αίμα. Τρεις μήνες κράτησε η μάχη που έδωσε με την ασθένεια του. Τελικά έφυγε από τη ζωή μερικές μέρες πριν κλείσει τα 75 του. Στο σαλόνι του σπιτιού του υπήρχαν όλα τα μετάλλια και τα τρόπαια που κατέκτησε φορώντας τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, παρ’ όλα αυτά τα μεγαλύτερα κατορθώματα του δεν χωράνε σε καμία τροπαιοθήκη. Το 1999, τη χρονιά που η Μπάρτσα συμπλήρωνε 100 χρόνια ζωής, σε ένα γκάλοπ μεταξύ των οπαδών της, ο Κουμπάλα ψηφίστηκε «ο καλύτερος παίκτης που έχει φορέσει ποτέ τη φανέλα της ομάδας» και δεν χρειάζεται να είναι κανένας μεγάλος γνώστης του ποδοσφαίρου για να αντιληφθεί για πόσο σπουδαία διάκριση μιλάμε.

Ο, γεννημένος στη Βουδαπέστη, Κουμπάλα έφτασε στη Βαρκελώνη το 1950 και φόρεσε τα μπλαουγκράνα για μια ολόκληρη δεκαετία, κατά την οποία κέρδισε σχεδόν τα πάντα, καθοδηγώντας την ομάδα μαεστρικά και σκοράροντας ασταμάτητα. Η αγωνιστική υπεροχή του ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη και η προσωπικότητα του τόσο έντονη που όλοι όσοι έζησαν εκείνη τη Μπαρτσελόνα συμφωνούν πως αυτός ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους που η ομάδα άλλαξε επίπεδο. Και αυτό δεν έγινε μόνο στα λόγια.

Ο ταλαντούχος και επιδειξίας Κουμπάλα ήταν το επίκεντρο της προσοχής και τα κατορθώματα του εντός και εκτός γηπέδων συζητιόταν σε όλη τη χώρα. Κάπως έτσι το παλιό γήπεδο της Μπάρτσα, το Λες Κορτς, σύντομα αποδείχτηκε πολύ μικρό για να χωρέσει τους ανθρώπους που ήθελαν να απολαύσουν τον Κουμπάλα και την ομάδα του. Όσοι δεν κατάφερναν να βρουν εισιτήριο για κάποιο από τα εντός έδρας παιχνίδια των Καταλανών έκαναν βόλτες γύρω από το γήπεδο με ένα ραδιοφωνάκι στο χέρι, σε μια προσπάθεια να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται στις παραστάσεις του Ούγγρου. Βλέποντας όλη αυτή την απήχηση η διοίκηση της ομάδας επιτάχυνε τις διαδικασίες ανέγερσης νέου γηπέδου και κάπως έτσι οι ‘μπλαουγκράνα’ μετακόμισαν το 1957 στο τεράστιο Καμπ Νου.

kubala4

Η λατρεία του κόσμου για τον Κουμπάλα συνεχίστηκε και στο νέο γήπεδο και ο Ισπανός πλέον (αφού σύντομα απέκτησε την υπηκοότητα και έγινε ο πρώτος παίκτης που παίζει για 3 διαφορετικές εθνικές, έχοντας φορέσει προηγουμένως και τη φανέλα της Τσεχοσλοβακίας) επιθετικός σπάνια τον άφηνε παραπονεμένο. Σε ένα παιχνίδι πρωταθλήματος με τη Σεβίλλη η Μπάρτσα βρέθηκε νωρίς πίσω στο σκορ με 3-0. Την ώρα που όλοι οι συμπαίκτες του έδειχναν να τα έχουν χαμένα ο Κουμπάλα πήρε τη μπάλα από τα δίχτυα μετά το τρίτο γκολ και την κουβάλησε μέχρι τη σέντρα. Όταν έφτασε εκεί, την άφησε κάτω και έχοντας πλέον την προσοχή όλων, με αργές και ψύχραιμες κινήσεις μάζεψε ψηλά τα μανίκια της φανέλας του. Όλοι στο γήπεδο πήραν το μήνυμα. Είχε φτάσει η ώρα της απάντησης. Η Μπαρτσελόνα γύρισε τελικά το παιχνίδι και η φράση «τώρα μαζεύω τα μανίκια μου», συνώνυμη του «τα πράγματα σοβάρεψαν», έγινε μόδα στη Βαρκελώνη τα επόμενα χρόνια.

Ο Κουμπάλα δεν περιόριζε πάντως τις παραστάσεις του εντός αγωνιστικού χώρου. Τη δεκαετία εκείνη κάμποσοι ιδιωτικοί ντετέκτιβ ζούσαν κυριολεκτικά χάρη σε εκείνον, καθώς η διοίκηση προσπαθούσε να είναι ενήμερη ανά πάσα στιγμή για τα αμέτρητα νυχτοπερπατήματα του. Ο Ούγγρος αγαπούσε τη νύχτα, το αλκοόλ και τα πάρτι σε τέτοιο βαθμό που αρκετές φορές χρειαζόταν ειδικά μασάζ, κρύα ντουζ και καφέδες με αλάτι για να μπορέσει να συνέλθει πριν από τα παιχνίδια ή έστω να φτάσει σε μια ανεκτή κατάσταση νηφαλιότητας . Παρά τις αμέτρητες παρατηρήσεις που δεχόταν για τον τρόπο ζωής του, ο ίδιος αντιμετώπιζε το θέμα με ένα μείγμα χαλαρότητας και υπεροψίας, φτάνοντας στο σημείο να κλείνει συμφωνίες με τον προπονητή του μετά από ξενύχτια και πριν από φιλικά: «Αν σκοράρω δυο φορές, θα με αφήσεις να πάω σπίτι».

Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν θα είχε συμβεί αν μια μέρα, μερικά χρόνια πριν από την εποχή της αποθέωσης στη Βαρκελώνη, ο Κουμπάλα δεν άλλαζε τελευταία στιγμή την απόφαση του να μπει σε ένα αεροπλάνο. Στις αρχές του 1949 ο Λάζλο Κουμπάλα εγκατέλειπε τη χώρα του στην καρότσα ενός φορτηγού, ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή μακριά από την κομμουνιστική Ουγγαρία. Ο δρόμος τον έβγαλε στην Ιταλία, όπου για αρκετό καιρό έμεινε σε ένα καμπ προσφύγων. Η μικρούλα Προ Πάτρια, με έδρα τη Λομβαρδία, ήταν η μόνη που δέχτηκε να τον εντάξει στο δυναμικό της. καθώς η ΦΙΦΑ του είχε επιβάλλει τιμωρία ενός έτους μετά από καταγγελία της Ουγγρικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, η οποία τον κατηγορούσε για αθέτηση του συμβολαίου που είχε με την Ουγγρική Βάσας, λιποταξία και έξοδο από τη χώρα χωρίς άδεια.

Στην πρώτη προπόνηση του με την Προ Πάτρια ο πρόεδρος της ομάδας τον προκάλεσε να κάνει 400 τσαλιμάκια, βάζοντας ως έπαθλο το ρολόι του. «Πίστευε ότι είναι αδύνατον, οπότε κι εγώ ξεκίνησα, αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί, μερικές συνεχόμενες κεφαλιές, 398, 399, 400, κανένα πρόβλημα. Για παν ενδεχόμενο στο τέλος έκανα και ένα γύρο του γηπέδου με τη μπάλα στον αέρα. Είχε μείνει έκπληκτος. Το ίδιο όμως κι εγώ. Ήταν ένα πραγματικά ωραίο ρολόι!» θυμόταν αρκετά χρόνια μετά ο Κουμπάλα.

kubala2

Η παρουσία του Ούγγρου στο ιταλικό ποδόσφαιρο δεν πέρασε απαρατήρητη και λίγους μήνες μετά αρκετές μεγάλες ομάδες ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωση του. Κορυφαία όλων η Τορίνο, που εκείνα τα χρόνια κυριαρχούσε εντός συνόρων και αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή παικτών της εθνικής Ιταλίας. Οι άνθρωποι της προσέγγισαν τον Κουμπάλα και γρήγορα συμφώνησαν μαζί του. Το μόνο που έμενε ήταν να διευθετηθεί το πρόβλημα με την τιμωρία του.

Στις αρχές Μαΐου του 1949 η Μπενφίκα κάλεσε την Τορίνο στη Λισαβόνα για ένα φιλικό προς τιμήν του αρχηγού της, Φρανσίσκο Φερέιρα. Ήταν μια ιδανική ευκαιρία για τον Κουμπάλα να αγωνιστεί με τη νέα του ομάδα και να πάρει παιχνίδια στα πόδια του. Μερικές μόλις ώρες πριν την αναχώρηση όμως τα σχέδια του Ούγγρου άλλαξαν. Ο μικρός του γιος, που είχε καταφθάσει στην Ιταλία μαζί με τη μητέρα του λίγες μόλις μέρες πριν, αρρώστησε και ο Κουμπάλα δίχως να το σκεφτεί πολύ ακύρωσε τη συμμετοχή του στο φιλικό, επιλέγοντας να κάτσει μαζί του. Η Τορίνο ταξίδεψε στην Πορτογαλία χωρίς αυτόν αλλά με όλα τα υπόλοιπα αστέρια της. Εκεί ηττήθηκε με 4-3 αλλά αυτό είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο έμεινε στην ιστορία εκείνο το ταξίδι.

basilica-di-superga

Κατά την επιστροφή στην Ιταλία, στις 4 Μαΐου, το αεροπλάνο που μετέφερε την αποστολή προσέκρουσε στο λόφο Σουπέργκα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι 31 επιβάτες του. Η Τορίνο έχασε μέσα σε μια στιγμή την καλύτερη φουρνιά παικτών της ιστορίας της και η εθνική Ιταλίας τους περισσότερους διεθνείς της. Δυο μέρες αργότερα η Ιταλική ομοσπονδία ανακήρυξε την (πρωτοπόρο σε εκείνο το σημείο, με 4 βαθμούς διαφορά από τη δεύτερη Ίντερ) Τορίνο πρωταθλήτρια, παρ’ότι υπήρχαν ακόμα 4 παιχνίδια, στα οποία οι αντίπαλοι της αγωνίστηκαν με τη δεύτερη ομάδα τους.

Ο Λάζλο Κουμπάλα δεν φόρεσε ποτέ τελικά τη φανέλα της Ιταλικής ομάδας. Η απόφαση του να μην ανέβει σε εκείνο το αεροπλάνο όχι μόνο έσωσε τη δικιά του ζωή αλλά βοήθησε σε μεγάλο βαθμό να αλλάξει και η ιστορία μιας από τις μεγαλύτερες ομάδες σήμερα του πλανήτη. Το 2012, δεκατρία χρόνια μετά την ανακήρυξη του ως «ο καλύτερος παίκτης που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μπάρτσα», τρία χρόνια μετά τη μέρα που ένα άγαλμα του τοποθετήθηκε έξω από το Καμπ Νου και λίγους μήνες αφότου ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα δήλωσε στην 10η επέτειο του θανάτου του «ήταν αυτός που έκανε το Λες Κορτς τόσο μικρό για τους φιλάθλους μας», κυκλοφόρησε στην Ισπανία η βιογραφία του. Ο τίτλος της; «Ο ήρωας που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα».

kubala3

Ο Ιρλανδός που έσωσε την Μπαρτσελόνα

  [5 Σχόλια]

1458224832_118107_1458229442_album_grande

Μπλέχτηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σκάνδαλα, έσωσε την Μπαρτσελόνα από τον αφανισμό, οδήγησε την Μπέτις στην κατάκτηση του μοναδικού της πρωταθλήματος, χάρισε στην πατρίδα του τον πρώτο της τίτλο.

Τον έλεγαν και Πάτρικ και Ο΄Κόνελ, πατρίδα του δεν μπορεί παρά να ήταν η Ιρλανδία. Μια Ιρλανδία πάμφτωχη, καθολική, με άσβεστο μίσος για τον Άγγλο δυνάστη. Έτσι, όταν το 1909, ο 22χρονος «Πάντι» άφησε τη Σέλτικ Μπέλφαστ για τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ και τις πέντε λίρες μηνιάτικο που του έταξαν, έγραψε στους γονείς του για να τους ζητήσει συγγνώμη: «Δεν είμαι προδότης. Αγόρασαν τον ποδοσφαιριστή, όχι τις πεποιθήσεις μου. Τους μισώ αλλά λατρεύω τα λεφτά τους».

Το 1914, κι ενώ κορυφώνονται οι αψιμαχίες γύρω από τη νομοθετική πράξη για τη μερική αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας, η ποδοσφαιρική της ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά τον τίτλο στο British Home Championship, το πρωτάθλημα των εθνοτήτων που συγκροτούσαν το Ηνωμένο Βασίλειο. Με σημερινούς όρους, κάτι σαν παγκόσμιο πρωτάθλημα, δηλαδή. Οι Ιρλανδοί παίζουν το τελευταίο τους ματς με τη Σκοτία στο Μπέλφαστ και δεν πρέπει να χάσουν. Παίζουν χωρίς τον καλύτερό τους παίκτη, ο τερματοφύλακάς τους σπάει την κλείδα του και μένουν με δέκα –μην πούμε με εννιά και κάτι, καθώς κι ο αρχηγός Ο΄Κόνελ σπάει το χέρι του αλλά αρνείται να βγει. Στο 70΄ η Σκοτία ανοίγει το σκορ, η υπόθεση μοιάζει χαμένη μέχρι που ο πονεμένος κι ηρωικός Πάντι δίνει την ασίστ και ο συμπαίκτης του Σαμ Γιανγκ ισοφαρίζει. Οι Ιρλανδοί στέφονται πρωταθλητές αφήνοντας πίσω τους Άγγλους, τους οποίους είχαν ήδη διαλύσει 3-0 στο Μίντλεσμπρο.

Το ίδιο καλοκαίρι, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα δώσει χίλιες λίρες για να τον αποκτήσει. Γρήγορα θα γίνει ο πρώτος Ιρλανδός αρχηγός της ομάδας, η οποία, βέβαια, δεν έχει ακόμη την αίγλη που γνωρίζουμε –για την ακρίβεια, τίποτε δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε. Τόσο, που όταν το 1915 η Γιουνάιτεντ κινδυνεύει με υποβιβασμό και παίζει με τη Λίβερπουλ, παίκτες των δυο ομάδων, μαζί με έναν ξέμπαρκο της Σίτι, στήνουν το αγώνα σε μια παμπ. Το 2-0 δίνει 7 προς 1 στους μπουκμέικερς: να μια ευκαιρία να βγει χαρτζιλίκι σε εποχές πολύ δύσκολες. Έχει αρχίσει ο πόλεμος, το πρωτάθλημα θα διακοπεί, οι περισσότεροι παίκτες θα φύγουν στο μέτωπο, μερικοί ίσως δεν ξαναπαίξουν ποτέ ούτε ποδόσφαιρο, ούτε στοίχημα.

PatrickOConnellManUtd1914

Η Λίβερπουλ τρώει ωραιότατα τα δυο γκολ αλλά το στήσιμο είναι τόσο φανερό που οι φίλαθλοι γιουχάρουν και οι παίκτες που δεν είναι στο κόλπο πλακώνονται με αυτούς που είναι. Σε κάποια φάση η Γιουνάιτεντ κερδίζει πέναλτι, και παραδόξως, καθώς δεν το συνηθίζει, αναλαμβάνει να το χτυπήσει ο Πάντι: στέλνει την μπάλα επιδεικτικά κόρνερ. Μετά το ματς θα αποκαλύψει το στήσιμο και θα κατονομάσει οχτώ ενόχους. Ένας από αυτούς θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δυο φορές, δεν θα πάψει να λέει ότι είναι αθώος κι ότι υπήρξε θύμα της εκδίκησης του Ιρλανδού, ένας άλλος θα σκοτωθεί στον πόλεμο, όλοι θα τιμωρηθούν με ισόβιο αποκλεισμό.

Μετά τον πόλεμο, ο Ο΄Κόνελ κι η βαριά φήμη που πια τον συνοδεύει περιπλανιούνται σε διάφορες ερασιτεχνικές ομάδες. Το 1922, κι ενώ στην Ιρλανδία ξεσπάει εμφύλιος, ο Πάντι εξαφανίζεται, αφήνοντας τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους. Σε λίγους μήνες, η ανήσυχη οικογένεια αρχίζει να παίρνει με το ταχυδρομείο μυστηριώδεις φακέλους με ισπανικές πεσέτες. Ο γιος του, Ντάνιελ, θα ξαναβρεί τα ίχνη του το 1955, ρωτώντας παίκτες της Εθνικής Ισπανίας που είχαν έρθει στο Δουβλίνο για φιλικό αν έχουν ακουστά έναν Ο΄Κόνελ –είχαν.

02941ea2-2f86-4c55-88c5-ca23d5f94781-bestSizeAvailable

Η δεύτερη ζωή του Πάντι αρχίζει, λοιπόν, στην Ισπανία, στη Ρασίγκ Σανταντέρ και κατόπιν στην Οβιέδο. Γίνεται προπονητής και μάλιστα πολύ καλός. Οι μέθοδοί του θεωρούνται επαναστατικές –δίδαξε, λέγεται, στους Ισπανούς το τεχνητό οφσάιντ σύμφωνα με τους τότε νέους κανονισμούς. Το 1931 κατεβαίνει στην Ανδαλουσία κι αναλαμβάνει την Μπέτις, την δεύτερη και περιφρονημένη ομάδα της Σεβίλλης. Ο Πάντι, που έχει γίνει πια «Δον Πατρίθιο», συναντά ξανά και τον έρωτα, στο πρόσωπο μιας Ιρλανδής, την οποία και παντρεύεται –το ότι ήταν ήδη παντρεμένος είναι λεπτομέρεια– αγαπιέται με πάθος από τους οπαδούς και τους παίκτες της Μπέτις κι αλλάζει την ιστορία της. Την επόμενη χρονιά την ανεβάζει στην πρώτη κατηγορία και το 1935, πράγμα ανήκουστο, την οδηγεί στο πρώτο και μοναδικό της πρωτάθλημα μπροστά από τη Ρεάλ Μαδρίτης –που τότε λέγεται απλώς Μαδρίτη, καθώς από το 1931 η χώρα είναι αβασίλευτη δημοκρατία. Όπλα της Μπέτις του Ο΄Κόνελ η σφιχτή άμυνα κι η ομαδικότητα. Στο τελευταίο ματς θέλει νίκη. Αντίπαλος η παλιά αγαπημένη Ρασίγκ Σανταντέρ. Ο θρύλος λέει ότι ο Δον Πατρίθιο συνάντησε τους παλιούς του παίκτες και τους είπε, εν ολίγοις, ότι δεν υπάρχει λόγος να παίξουν με πολύ πάθος. Οι της Ρασίγκ απάντησαν πως, ίσα ίσα, ο πρόεδρός τους τούς είχε τάξει πριμ νίκης χίλιες πεσέτες στον καθένα, καθώς ήταν οπαδός της Μαδρίτης. Όπως και να έχει, οι Σεβιλλιάνοι κερδίζουν 5-0.

Κάπου εδώ αρχίζει η επόμενη ζωή του Ιρλανδού. Αναλαμβάνει την Μπαρτσελόνα, την οποία οδηγεί το 1936 στον τελικό του Κυπέλλου. O περιπλανώμενος Ιρλανδός συναντά έναν ακόμη πόλεμο. Το καλοκαίρι του 1936 ξεσπάει ο Ισπανικός Εμφύλιος. Ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα και βουλευτής Τζουζέπ Σουνιόλ δολοφονείται από τους ανθρώπους του Φράνκο. Ο Δον Πατρίθιο βρίσκεται στην Ιρλανδία, αλλά δεν διστάζει να γυρίσει πίσω στην ταραγμένη Βαρκελώνη. Την επόμενη σεζόν η Μπαρτσελόνα κερδίζει τη Μεσογειακή Λίγκα, το πρωτάθλημα που οργάνωσαν οι ομάδες της ελεύθερης ζώνης –οι Καταλανοί ζητούν ακόμη την αναγνώριση του τίτλου από την ισπανική ομοσπονδία. Αντιμετωπίζει όμως ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα. Τον Απρίλιο του 1937, καταφτάνει μια πρόταση από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Ένας παλιός μπασκετμπολίστας της ομάδας, επιχειρηματίας πλέον στο Μεξικό, καλεί την Μπαρτσελόνα για μια σειρά φιλικών αγώνων. Ο Ο΄Κόνελ δέχεται αμέσως. Σε αυτό το ταξίδι βλέπει, όπως κι οι περισσότεροι παίκτες, μια λύση για τη σωτηρία της ομάδας αλλά και για τη δική τους επιβίωση. Αυτός είχε την ιδέα τα λεφτά της αμοιβής (15.000 δολλάρια) να κατατεθούν σε γαλλική τράπεζα ώστε να μην πέσουν ποτέ στα χέρια των ισπανικών αρχών. Κατάφερε να βγάλει από την κόλαση του εμφυλίου ακόμη και τον κηπουρό του γηπέδου, ο οποίος συνόδεψε την ομάδα ως μασέρ –«δεν είναι τίποτα δύσκολο, θα σου δείξω εγώ τι θα κάνεις».

Η τουρνέ στο Μεξικό λίγη σημασία έχει. Μια τοπική εφημερίδα έγραψε: «Ίσως η Μπαρτσελόνα να μην είναι η καλύτερη ισπανική ομάδα, από όσες όμως ομάδες ήρθαν στο Μεξικό είναι εκείνη που κέρδισε τους περισσότερους φίλους. Δεν παίζει μόνο ωραίο ποδόσφαιρο, αλλά έχει και παίκτες που συμπεριφέρονται σαν σωστοί τζέντλεμεν». Μετά το Μεξικό οι Καταλανοί τζέντλεμεν πηγαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο τέλος της τουρνέ, η οποία διήρκεσε όχι τρεις εβδομάδες όπως ήταν προγραμματισμένο αλλά τρεις μήνες, ελάχιστοι θα γυρίσουν πίσω. Οι περισσότεροι θα μείνουν στο Μεξικό, άλλοι θα πάνε στη Γαλλία. Η Μπαρτσελόνα όμως είχε σωθεί και ο προπονητής της θα μείνει στη μνήμη των φίλων της ως ο άνθρωπος που την έσωσε.

Ο Ο΄Κόνελ θα γυρίσει στην πατρίδα του. Μεταπολεμικά θα ξαναδουλέψει προπονητής στην Ισπανία χωρίς ποτέ να γνωρίσει τις επιτυχίες του παρελθόντος. Θα πεθάνει το 1959 στο Λονδίνο και θα θαφτεί ανώνυμος στο καθολικό κοιμητήριο του Κένσαλ Γκριν. Το 2015 η οικογένειά του οργάνωσε μια εκστρατεία ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την κατασκευή τάφου με το όνομά του. Ανάμεσα σε αυτούς που βοήθησαν βρίσκουμε τον Γιόχαν Κρόιφ, τον Μπόμπι Τσάρλτον, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, τον Πάολο Μαλντίνι, τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ, τον Κένι Νταλγκλίς, τον Λούις Φίγκο. Πορτρέτο του βρίσκεται στο Μουσείο της Μπαρτσελόνα και ένα μεγάλο γκράφιτι προς τιμήν του στο Μπέλφαστ. Όπως γράφει πλέον στον τάφο του: «Τον θυμούνται πολλοί στην Ιρλανδία, την Αγγλία, την Ισπανία». Και αλλού.

Patrick-OConnell-Mural-1_-Lewis

Ο Ντάνιελ Ο΄Κόνελ κατάφερε τελικά να συναντήσει τον εξαφανισμένο πατέρα του. Λέγεται η μόνη ερώτηση που του έκανε εκείνος ήταν: «Ντάνιελ, πες μου κάτι. Η Μάντσεστερ τι έκανε;». Ποιος ξέρει, ίσως να το είχε παίξει στο στοίχημα.

«Πρέπει να το Ροκανίσεις»

  [8 Σχόλια]

Κοιτάζοντας κάποια πράγματα για να γράψω κάτι για τη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια, που πάει από το κακό στο χειρότερο, έπεσε το μάτι μου σε κάτι πιο σομπρερικό. Μια γαλιθιάνικη ομάδα ονόματι Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Ποντεβέδρα που τη δεκαετία του 1960 ήταν ένας κομήτης που έπεσε στο ισπανικό ποδόσφαιρο.

PONTEVEDRA

Η Ποντεβέδρα είναι μια πόλη 40.000 κατοίκων μεταξύ Κορούνια και Βίγο. Το  1941 ιδρύθηκε ο ποδοσφαιρικός σύλλογος της πόλης. 22 χρόνια μετά, το 1963, ανέβαινε για πρώτη φορά στην ιστορία του στην Πριμέρα Διβισιόν. Εκείνη την περίοδο ήταν η καλύτερη ομάδα της Γαλικίας. Η Θέλτα ήταν μόνιμα μεταξύ τρίτης και δεύτερης κατηγορίας και η Ντεπορτίβο Λα Κορούνια είχε κερδίσει τη φήμη της ομάδας ασανσέρ. Τη σεζόν 1963/64 μπορεί να επιβεβαίωσε τα προγνωστικά και να υποβιβάστηκε, αλλά οι μεγάλοι πέρασαν δύσκολα μαζί της. Η νίκη της ομάδας των ερασιτεχνών 1-0 απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης, με γκολ από κεφαλιά του αρχηγού Εδουάρδο Δαπένα Λις, ήταν ένα έναυσμα ελπίδας για μια περιοχή που είχε πληγεί πολύ στη μετεμφυλιακή περίοδο. Ο αρχηγός ήταν οδηγός λεωφορείου, που έπιανε βάρδια 05:45 κάθε μέρα για να βάλει την πόλη σε κίνηση.

Εκείνη τη σεζόν βγήκε και το σύνθημα που δονούσε τις εξέδρες του Πασαρόν στην Ποντεβέδρα. Σε ένα εκτός έδρας παιχνίδι με τη Λας Πάλμας στο Ινσουλάρ στα Κανάρια, οι εργάτες της Γαλικίας, μετανάστες στο νησί εκεί, φώναξαν για τον Δαβίδ όταν σκόραρε ότι «Πρέπει να το ροκανίσεις, όπως κάνει ένα μαχαίρι στο κόκκαλο». Όπως καταλαβαίνει ο οποιοσδήποτε έχει πάει πάνω από μια φορά στη ζωή του στο γήπεδο, δε γινόταν να μείνει τόσο μεγάλο, οπότε το έκοψαν στο «Άι κε ροέρλο» (Πρέπει να το ροκανίσεις).

48869291_25215019

Έπεσε αλλά επανήλθε κατευθείαν. Και η σεζόν 1965/66 ήταν μια εποποιία. Πρώτη αγωνιστική απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης του Λουίς Αραγονιές. Στο στάδιο της πόλης, χωρητικότητας 16.000, είχαν πάει τουλάχιστον 22.000 άνθρωποι. Η κοινότητα Γαλιθιάνων εργατών στο Μεξικό είχε κάνει έρανο να μαζέψει τα $6.000 που ζητούσε η Μεξικανική τηλεόραση για τα δικαιώματα του παιχνιδιού. Γκολ του οδοποιού Οδριοθόλα, νίκη με 1-0. Την επόμενη μέρα η Ποντεβέδρα ήταν πρωτοσέλιδο στη Μάρκα, τη Μούνδο Δεπορτίβο και την Πράβντα, καθώς η νίκη μιας ομάδας ερασιτεχνών εργατών, με αρχηγό έναν οδηγό λεωφορείου, ήταν μια νίκη της εργατιάς κατά των καπιταλιστών Μαδρίτης και Βαρκελώνης. Η χρονιά συνεχίστηκε μαγευτικά με τους μεγάλους: 3-0 τη Ρεάλ Μαδρίτης, 3-0 τη Μπιλμπάο και 2-0 τη Βαλένθια. Σε ένα πρωτάθλημα που κέρδισε η Ατλέτικο, η φτωχή αλλά πολύ τίμια Ποντεβέδρα τερμάτισε έβδομη. Την επόμενη σεζόν κέρδισε με 2-0 τη Μπαρσελόνα, ολοκληρώνοντας τη συλλογή των σκαλπ της από τους μεγάλους.

6a00d83451bf7069e201bb0828c42c970d-800wi

Μέχρι το 1970, οπότε και υποβιβάστηκε, ήταν μια ομάδα που τερμάτιζε μεταξύ έβδομης και δέκατης θέσης σταθερά με μια πολύ σκληρή έδρα στην οποία έπεφταν μεγάλες σφαλιάρες στους μεγάλους. Φημολογείται ότι ο εξόριστος τότε, λόγω Φράγκο, βασιλιάς στης Ισπανίας, Χουάν Κάρλος ο 2ος πήγαινε στα κρυφά να δει την Ποντεβέδρα. Ο επιθετικός της ομάδας Νέμε βγήκε τρίτος σκόρερ τη σεζόν 1965/66 και κλήθηκε στην εθνική, αλλά δεν πήγε διότι το αφεντικό του στα ψαροκάικα δεν του έδινε παραπάνω άδεια για να πάει στις προπονήσεις.

Pontevedra011

Σήμερα η Ποντεβέδρα είναι στην τρίτη κατηγορία. Τα οικονομικά προβλήματα της δεκαετίας του 1970 δεν την άφησαν να σηκώσει κεφάλι. Πλέον είναι απίθανο μια ομάδα ερασιτεχνών να ανέβει στον κόσμο του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, ειδικά του Ισπανικού των Μέσι, Ρονάλντο, Γκριζμάν και λοιπών. Το μόνο παράδοξο της ιστορίας, είναι ότι παρότι η κατηγορία είναι ένα νεκροταφείο ποδοσφαιριστών, γεμάτη από βετεράνους που πλησιάζουν τα δεύτερα «άντα», ο αρχηγός της είναι ένας Αργεντίνος αριστερός μπακ, του οποίου ο πατέρας είναι οδηγός λεωφορείου. Πράγμα που κάνει του θρύλους του Πασαρόν να ξυπνούν.

Βαλένθια: Οδηγός καταστροφής

  [Καθόλου σχόλια]

rZbSwn5

Όσοι πρόλαβαν τα τέλη των 90s, αγάπησαν δυο ισπανικές ομάδες που κατάφεραν να σπάσουν το μονοπώλιο των Ρεάλ και Μπαρτσελόνα. Ντεπορτίβο Λα Κορούνια και Βαλένθια έπαιξαν σπουδαίο ποδόσφαιρο και έκαναν αρκετούς φίλους στην Ελλάδα που σήμερα βρίσκονται κάπου κοντά στα 30 τους.  Κι αν η Ντεπόρ ζει εποχές παρακμής παίζοντας μεταξύ 15ης θέσης και Β’ εθνικής τα τελευταία χρόνια, η εικόνα της φετινής Βαλένθια που ξεκίνησε με τέσσερις ήττες στα πρώτα τέσσερα παιχνίδια είναι αποκαρδιωτική.

Μετά την ήττα από την Αθλέτικ Μπιλμπάο ο προπονητής Πάκο Αγιεσταράν απολύθηκε ως αποκλειστικός υπεύθυνος. Ήταν ακόμα μια από τις πολλές αλλαγές προπονητή για τη Βαλένθια μετά τη φυγή του Έμερι το 2012, με επιλογές κατά κύριο λόγο ακατανόητες. Τα «δικά μας παιδιά» Μαουρίσιο Πελεγκρίνο και Μίροσλαβ Τζούκιτς μπορεί ως ποδοσφαιριστές να ήταν σπουδαίο αμυντικό δίδυμο, αλλά σαν προπονητές έφυγαν νύχτα. Ο Βαλβέρδε ως πιο λογική επιλογή δεν έκατσε πολύ, ενώ ακόμα ένα πρώην «δικό μας παιδί», ο Χουάν Αντόνιο Πίτσι που είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα Αργεντινής έπεσε θύμα της αλλαγής ιδιοκτησίας και του «επενδυτή» Πίτερ Λιμ και δεν έμεινε παρά την επιθυμία των φιλάθλων.

CbIKHBRUsAA1XxhΟ Πάκο Αγιεσταράν σε παλιότερες χαρούμενες στιγμές

Ο Λιμ επέλεξε το Νούνο Εσπίριτο Σάντο, με εμπειρία μόνο στη Ρίο Άβε, που δεν τα πήγε και άσχημα βγάζοντας την ομάδα στην 4η θέση. Η συνέχεια δεν ήταν καλή, το δύσκολο κοινό του Μεστάγια τον βρήκε ως αποδιοπομπαίο τράγο και κανείς δεν περίμενε τις γραφικότητες που θα ακολουθούσαν με τον Γκάρι Νέβιλ ως πρώτο προπονητή. Λιμ και Νέβιλ έχουν μαζί κάτι επιχειρήσεις, αγαπούν κι οι δύο τη Γιουνάιτεντ, καλό παιδί ο Γκάρι, σχολίαζε ωραία στην Αθλητική Κυριακή της Αγγλίας, νομίζω αρκετά σοβαροί λόγοι για να τον κάνεις προπονητή στην ομάδα που είσαι ιδιοκτήτης. Είχε προηγηθεί βέβαια η τοποθέτηση του Φιλ Νέβιλ ως μέλους του τεχνικού τιμ της Βαλένθια..

Όπως ήταν λογικό, το πείραμα Νέβιλ απέτυχε και σταμάτησε γρήγορα. Πριν φύγει ο Γκάρι είχε πει με σιγουριά: «Αν φύγω εγώ, θα φύγει κι ο βοηθός μου ο Πάκο«. Λίγες μέρες αργότερα ο Πάκο Αγιεσταράν γινόταν πρώτος προπονητής, κάνοντας ακόμα χειρότερο ρεκόρ από το Νέβιλ, με τη Βαλένθια να αγνοεί πλέον τη νίκη από τον Απρίλιο. Οι νυχτερίδες ψάχνουν τον δέκατο (μαζί με τους υπηρεσιακούς) προπονητή τους από το 2012, ενώ αυτοπροτάθηκε μέχρι κι ο Μάριο Κέμπες. Είναι όμως το πρόβλημα (μόνο) οι προπονητές; Η αλήθεια είναι πως όχι. Και αν τα οικονομικά προβλήματα πριν έρθει ο Λιμ ήταν τεράστια, τώρα η κακοδιαχείριση είναι εγκληματική και όχι μόνο στις επιλογές των προπονητών.

Peter-Lim-Jorge-MendesΜερικά από τα παλτά τα φοράνε

H σχέση του Λιμ με τον Πορτογάλο μάνατζερ Ζόρζε Μέντες είναι γνωστή. Ο Μέντες άλλωστε έφερε τον Λιμ στο Μεστάγια κι αυτός τον ξεπληρώνει κάνοντας τη Βαλένθια σούπερ μάρκετ του Πορτογάλου. Ο Λιμ είχε αγοράσει τα δικαιώματα των Αντρέ Γκόμες και Ροντρίγκο από την Μπενφίκα για 45 εκατομμύρια και τους έφερε στη Βαλένθια. Πελάτες του Μέντες φυσικά μαζί με τους Ζοάο Κανσέλο και Έντσο Πέρες που ήρθαν επίσης από την Μπενφίκα. Ο Μέντες όμως ήταν μέσα και στις μεταγραφές των Σάντι Μίνα, Αμπντενούρ, Μπακάλι, Ντανίλο και άλλων. Μεταγραφές με σύνολο πάνω από 100 εκατομμύρια μόνο το 2015 στις οποίες ήταν μέσα ο Μέντες και πολύ συχνά με φωνές για υπερτιμολόγηση. Ο Μέντες έφερε και τον Νούνο Εσπίριτο Σάντος ως προπονητή, ενώ άνθρωποι της ομάδας όπως ο Αγιάλα και ο Ρουφέτε έφυγαν από το ποδοσφαιρικό τμήμα για να αλωνίζει ο μάνατζερ. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο αρχισκάουτ Φαμπιάν Αγιάλα ουσιαστικά δεν αντικαταστάθηκε. Τι να το κάνεις το σκάουτινγκ όταν ο Μέντες σου φέρνει όποιον θέλει;

Chan-Lay-Hoon-357230Να μπει η πρόεδρος Τσαν-Λέι-Χουν στα αποδυτήρια να τους τρίξει τα δόντια

Θέλετε κι άλλα; Τελευταία μέρα των φετινών μεταγραφών η Βαλένθια πήρε δύο σέντερ μπακ. Τον Γκαράι με αγορά και τον Μανγκαλά δανεικό, πελάτες του Μέντες κι οι δύο. Ο Γκαράι είναι τραυματίας προς το παρόν, αλλά ο Μανγκαλά έχει μπει ήδη στο στόχαστρο των οπαδών για τις κακές του εμφανίσεις. Κι όλα αυτά αφού ο Μέντες έπαιρνε όποιον παίκτη ήθελε και τον πουλούσε στην Μπαρτσελόνα (πέρσι είχε πάει τον Οταμέντι στην Αγγλία). Την ώρα που η αχυράνθρωπος πρόεδρος της Βαλένθια  Τσαν-Λέι-Χουν δήλωνε ότι ο Πάκο Αλκάθερ, γέννημα θρέμμα της πόλης και ίνδαλμα των φιλάθλων, δεν θα φύγει, ο Μέντες κανόνιζε ραντεβού μεταξύ Λιμ και Μπερτομέου και ο Αλκάθερ με (μόλις) 30 εκατομμύρια εγκατέλειπε το Μεστάγια. Η Σινγκαπουριανή πρόεδρος είχε δει λίγο καιρό πριν και τον Αντρέ Γκόμες να φεύγει για το Καμπ Νου.  Το Μεστάγια εγκατέλειψε κι ο Μουστάφι και μαζί του αρκετοί ακόμα παίκτες από το Νεγρέδο μέχρι τον Πιάτι και από τον Φεγκουλί μέχρι τον Χάβι Φουέγκο. Όλοι με 20 και πάνω συμμετοχές πέρσι. Αντίθετα, εκτός από τα δύο σέντερ μπακ του Μέντες, η Βαλένθια έφερε κυρίως δανεικούς και το Νάνι που τον βάζουν μέχρι και σέντερ φορ.

Η παράνοια όμως είναι γενικευμένη στο ποδοσφαιρικό τμήμα. Ο Αγιεσταράν για παράδειγμα έχρισε αρχηγούς δύο παίκτες που ήταν εκτός πλάνων και υπό πώληση μέχρι πρόσφατα. Ο Έντσο Πέρες, με λίγες συμμετοχές πέρσι λόγω τραυματισμών, αρνήθηκε να ακολουθήσει τη Βαλένθια στο τουριστικό ταξίδι στη Σιγκαπούρη και είχε «τελειώσει», ενώ ο Ντάνι Παρέχο είχε δεχτεί σκληρή κριτική από τον αθλητικό διευθυντή του συλλόγου, ο Νέβιλ τον απέπεμψε από αρχηγό κι ο ίδιος ζήτησε να φύγει. Είναι πλέον αρχηγοί. Εκτός των άλλων, ο τερματοφύλακας Ντιέγκο Άλβες ήταν επίσης στην έξοδο. Ο βασικός Ράιαν όμως τραυματίστηκε και αντί να παίξει ο νεαρός Χάουμε που πρόσφατα ανανεώθηκε το συμβόλαιό του, ο Ντιέγκο Άλβες που ήταν με τις βαλίτσες στο χέρι μεταμορφώθηκε σε βασικός..

Η Βαλένθια έχει μια διοίκηση γλαστρών, έναν ιδιοκτήτη που πιο συχνά βλέπει την ημι-επαγγελματική Σάλφορντ (στην οποία έχει μετοχές μαζί με τους αδερφούς Νέβιλ, το Νίκι Μπατ, τον Σκόουλς και τον Γκιγκς) παρά τη Βαλένθια, συνήθως μέτριους προπονητές, έναν μάνατζερ που φέρνει και πουλάει όποιον θέλει και όποτε θέλει, ένα κλίμα στα αποδυτήρια πολύ κακό και ένα κοινό που έχει αγανακτήσει και ξεσπάει σε όλους, για όλα. Αυτό το τοξικό κοκτέιλ μπορεί εύκολα να κάνει την ομάδα ανήμπορη να σηκώσει κεφάλι. Οι στιγμές που μια γενιά έβλεπε έναν σύλλογο κόσμημα με παίκτες όπως ο Κλαούντιο Λόπες, ο Μεντιέτα, ο Κανιθάρες, ο Ανγκλομά, ο Αϊμάρ έχουν περάσει για τα καλά.

Οι απλοί στρατιώτες

  [1 Σχόλιο]

imagen68696d

Όπως τα γήπεδα στο ποδόσφαιρο έχουν τη δική τους ζωή και φωνή, έτσι και οι απλοί άνθρωποι των ομάδων, οι αφανείς ήρωες, αποτελούν τους ιστοριογράφους του κάθε συλλόγου. Όταν όλοι οι άλλοι έρχονται και παρέρχονται, κάποιοι συνεχίζουν από τα ίδια πόστα. Άνθρωποι που εκτός από την τεράστια προσφορά τους, γίνονται κοινωνοί της εξέλιξης των ομάδων. Στους περισσότερους συλλόγους υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, άτομα που βρίσκονται σταθερά για δεκαετίες στην ίδια θέση. Η διαφορά είναι στο πώς τους αποχαιρετά η κάθε ομάδα.

Ο Μπερνάντο Εσπάνια, γνωστός ως «Εσπανιέτα», πέρασε τα 55 τελευταία χρόνια της ζωής του σε διάφορα πόστα στη Βαλένθια. Η ποδοσφαιρική του καριέρα κόπηκε μετά από ένα ατύχημα και αυτός, όπως διηγείται στο παραπάνω βίντεο, ξεκίνησε ως ball boy τη σχέση του με την αγαπημένη του ομάδα. Έφτασε να γίνει μέχρι και σοφέρ προπονητών, αλλά έμεινε στην ιστορία της Βαλένθια ως ο φροντιστής της. Ο άνθρωπος που έζησε από κοντά όλη τη σύγχρονη ιστορία του συλλόγου. Τα καλά και τα άσχημα (όπως εδώ σε ένα 3-6 με τη Ρεάλ), παίκτες, προπονητές, επιτυχίες, αποτυχίες, αλλά και μεγάλους αντιπάλους.

13988091_1280590615418448_3211243504273465842_oΝα εδώ με τον Ρανιέρι

Ο Εσπανιέτα αποφάσισε να αποσυρθεί, να αφήσει την Βαλένθια και αυτή τον τίμησε (τρία χρόνια πριν τον είχαν τιμήσει οι οπαδοί της με μια πλακέτα, πολλά πανό και αγκαλιές στην Κούρβα Νορντ). Στο καθιερωμένο καλοκαιρινό Τροφέο Ναράνχα στο Μεστάγια, ο αγαπημένος Κλαούντιο Λόπες ήταν ο μεγάλος καλεσμένος.  Πιο πολύ όμως ακόμα και από τον ιστορικό «Eλ Πιόχο» αποθεώθηκε ο Εσπανιέτα που βγήκε τελευταίος στο γήπεδο σε ένα «πασέο», με τον κόσμο, τους παίκτες και τη διοίκηση να τον αποθεώνουν. Σαν να είναι αυτός ο μεγαλύτερος σταρ της ομάδας και όχι απλά ένας εργάτης. 55 χρόνια προσφοράς που κέρδισαν όλους τους ανθρώπους και το αντίο που του άξιζε, με τους ανθρώπους του συλλόγου να τον πετούν στον αέρα του Μεστάγια:

Ένα αντίο που άργησε έξι χρόνια

  [Καθόλου σχόλια]

img_770x433$2016_05_20_23_38_31_1104400

Ήταν 9 Μαΐου του 2010 όταν η Μπόκα υποδεχόταν την Ουρακάν για την προτελευταία αγωνιστική της Κλαουζούρα. Οι γηπεδούχοι, σε μια κακή χρονιά στην οποία τελικά τερμάτισαν 16οι, ήταν αδιάφοροι. Όχι όλοι τους όμως. Έξι μέρες πιο πριν, η Μπενφίκα ανακοίνωνε μια ακόμα μεταγραφή Λατινοαμερικάνου παίκτη από αυτές που συνηθίζει. Του 22χρονου Νικολάς Γκαϊτάν, ενός ακόμα τεχνίτη από τη νέα… σοδειά της Μπόκα που στις δυο σεζόν που έπαιξε εκεί σκόραρε και δημιουργούσε δίπλα στο ίνδαλμά του, τον Χουάν Ρομάν Ρικέλμε. Η Μπόκα θα έβαζε στα ταμεία της κάτι παραπάνω από 8 εκατομμύρια Ευρώ και η Μπενφίκα θα αποκτούσε έναν ταλαντούχο ποδοσφαιριστή που αργότερα θα μπορούσε να μοσχοπουλήσει πιο ακριβά αν όλα πήγαιναν καλά.

Όπως ήταν λογικό, η Μπόκα ήθελε να προστατέψει το προϊόν της και στον Γκαϊτάν διαμηνύθηκε ότι δεν θα παίξει στα δυο (έτσι κι αλλιώς άνευ βαθμολογικής σημασίας) τελευταία ματς. Ο κίνδυνος τραυματισμού και η πιθανότητα να χαλάσει η μεταγραφή ήταν μεγάλος. Συνήθως οι νεαροί παίκτες που είναι να φύγουν για να πάνε στην Ευρώπη και να λύσουν το οικονομικό τους πρόβλημα δεν έχουν καμία αντίρρηση. Το επιζητούν κι οι ίδιοι. Ο Γκαϊτάν όμως δεν ήθελε να φύγει από το Μπουένος Άιρες χωρίς να ξαναπατήσει το χορτάρι του Μπομπονέρα, χωρίς να χαιρετίσει τον κόσμο της αγαπημένης του ομάδας. Επέμενε να παίξει, η διοίκηση αρνήθηκε, αλλά μετά τα παρακάλια του Γκαϊτάν υπέκυψε. Το πλάνο ήταν να ξεκινήσει και σε κάποια στιγμή να αποχωρήσει εν μέσω αποθέωσης. Όπως λέει και το γνωμικό που (με βάση μία γρήγορη αναζήτηση στο Ίντερνετ) αποδίδεται στον συγγραφέα Μανώλη Δουκίδη: «Όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός ξεκαρδίζεται στα γέλια«.

riquelme-y-gaitan--con-boca-juniors--afp

Το ημίχρονο βρήκε την Μπόκα πίσω στο σκορ με 0-1 και τους Γκάρι Μεδέλ και Κρίστιαν Τσάβες τραυματίες. Έτσι λοιπόν έκανε δυο αναγκαστικές αλλαγές στο 46′. Μόλις ξεκίνησε το δεύτερο ημίχρονο, ο Ρικέλμε δέχτηκε ένα δυνατό χτύπημα στο γόνατο από κάποιον παίκτη της Ουρακάν και τραυματίστηκε. Ο φυσιοθεραπευτής βλέποντάς τον να υποφέρει και αφού τον εξέτασε, του είπε να βγει γιατί ήταν επικίνδυνο το χτύπημα. Ο Ρικέλμε σκέφτηκε τον Γκαϊτάν που θα έχανε την ευκαιρία του να δεχτεί το χειροκρότημα. «Όχι δεν θα βγω» απάντησε. Ο φυσιοθεραπευτής δεν το πίστευε. Πάνω από τον τραυματία Ρικέλμε ήρθε κι ο κόουτς για να τον μεταπείσει, αλλά ο Ρικέλμε επέμενε. «Δεν θα βγω, δεν θέλω να χάσει ο Γκαϊτάν την ευκαιρία να αποθεωθεί«. Η Μπόκα ισοφάρισε, αλλά το ματς είχε στραβώσει για τα καλά καθώς μετά τις δυο αλλαγές, έμεινε και με 10 αφού ο Κρουποβιέσα αποβλήθηκε. Ο Ρικέλμε αναγκάστηκε να βγάλει όλο το 90λεπτο με πόνους στο γόνατο και ο Γκαϊτάν έμεινε μέσα μέχρι την λήξη τελικά, καθώς η Μπόκα δέχτηκε και 2ο γκολ και κυνηγούσε το σκορ. Το… παρασκήνιο του αγώνα (που τελικά έληξε με 1-2) αποκαλύφθηκε μερικά χρόνια πιο μετά, σε συνέντευξη του Χουάν Ρομάν Ρικέλμε που με την κλασσική του απλότητα και ηρεμία είπε «ήταν ο αδερφός μου στο γήπεδο, θα έκανα τα πάντα γι’ αυτόν«. Ο Γκαϊτάν δεν είχε την ευκαιρία να φύγει όπως θα ήθελε.

Έξι χρόνια, 250 ματς, 41 γκολ και 80κάτι ασίστ μετά ο υπαρχηγός πλέον της Μπενφίκα και MVP της, την αφήνει για να πάει στην Μαδρίτη και την Ατλέτικο. Στα 28 του πλέον, όχι παιδάκι, όχι αφού έκατσε για μια αρπαχτή και μετά άρχισε να κάνει μούτρα ζητώντας μεταγραφή. Σήκωσε δέκα κούπες (πρωτάθλημα, κύπελλο, Λιγκ Καπ, Σούπερ Καπ), σε καμία σεζόν δεν έπαιξε λιγότερα από 25 ματς στο πρωτάθλημα, σε καμία σεζόν δεν έπαιξε λιγότερα από 37 παιχνίδια συνολικά. Το 2011 βγήκε πρώτος σε ασίστ στον θεσμό του Τσάμπιονς Λιγκ, ενώ τη χρονιά που μας τελείωσε, χρειάστηκε να μοιράσει 16 τελικές πάσες για να καταφέρει η Μπενφίκα να πάρει το πρωτάθλημα. Ένας ταπεινός ηγέτης.

Το τελευταίο του παιχνίδι ήταν ο τελικός του Λιγκ Καπ απέναντι στην Μαρίτιμο, το εντυπωσιακό 2-6. Εκεί που τελικά κατάφερε να κάνει αυτό που δεν έκανε στο Μπομπονέρα. Η ήπειρος, η χώρα και η ομάδα άλλαξαν, τα χρώματα άλλαξαν, αυτό που δεν άλλαξε όμως είναι η αγάπη του κόσμου. Κι αν στην Αργεντινή δεν πρόλαβε πολλά, τα έξι χρόνια στην Πορτογαλία τον έκαναν ίνδαλμα στην Μπενφίκα και επιτέλους είχε το αντίο που του άξιζε. Βγήκε αλλαγή αυτή τη φορά, αποθεώθηκε, έφυγε με νίκη και μάλιστα κούπας και στο τέλος ξέσπασε σε λυγμούς στον πάγκο. Το ίδιο και στα αποδυτήρια όταν εν μέσω αποθέωσης αυτή τη φορά από τους συμπαίκτες του, έβγαλε λόγο και ξαναέκλαψε. Μπορεί να μην έφτασε ποτέ τον Ρικέλμε σε δόξα, αλλά κέρδισε κι αυτός την αγάπη και τον σεβασμό του φιλάθλου.

Θα μπορούσε να είχε φύγει νωρίτερα, προτάσεις πάντα υπήρχαν. Ο Ντιέγκο Σιμεόνε τον φλέρταρε από το 2014. Τελικά, φέτος έκρινε ότι ήρθε αυτή η ώρα, ότι έκλεισε ένας κύκλος. Η Μπενφίκα έξι χρόνια αργότερα πήρε τα τριπλάσια χρήματα και η Ατλέτικο έδωσε περίπου 25 εκατομμύρια για έναν 28χρονο πλέον χαφ που μιλάει στην μπάλα, ξέρει να την χαϊδεύει και αυτή να του κάνει όλες τις χάρες. Πάει στην πιο δύσκολη αποστολή της καριέρας του, στο πιο δύσκολο πρωτάθλημα και σε μια ομάδα ειδικών συνθηκών. Ο στόχος του ο ίδιος και πάλι. Να γίνει αγαπητός με όσα κάνει στο γήπεδο, να προσφέρει, να φέρει τίτλους και όταν κάποτε έρθει ένα ακόμα τέλος, να φύγει με τον κόσμο όρθιο να τον χειροκροτά. Όπως αρμόζει σε κάθε καλλιτέχνη, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλος είναι.

Ο μαχητής Ντιέγκο Γκοντίν

  [Καθόλου σχόλια]

Αν υπάρχει κάποια κορυφαία ομάδα που αποτελεί καθρέφτη του προπονητή της, αυτή δεν είναι άλλη από την Ατλέτικο Μαδρίτης. Η αγαπημένη ατάκα του Ντιέγκο Σιμεόνε «με το μαχαίρι στα δόντια», από τότε που σήκωνε πρωταθλήματα με Εστουδιάντες και Ρίβερ και έδειχνε ότι είναι έτοιμος για μεγάλα πράγματα, είναι αυτό που αντιπροσωπεύει καλύτερα την Ατλέτικο τον τελευταίων ετών. Όλοι οι παίκτες έρχονται και προσαρμόζονται στο σύνολο, βάζουν κάτω το εγώ τους, γίνονται στρατιώτες. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις παικτών που δεν χρειάζεται να αλλάξουν γιατί ακριβώς αυτό ήταν σε όλη τη ζωή και την καριέρα τους.

Ίσως περισσότερο από τα γκολ του Φαλκάο, του Ντιέγκο Κόστα και πλέον του Γκριεζμάν, η Ατλέτικο Μαδρίτης περιγράφεται από τον ιδρώτα που τρέχει στη φανέλα του Ντιέγκο Γκοντίν. Τις βαθιές ανάσες, εκεί στις στιγμές πίεσης που ζει σχεδόν σε κάθε ματς η ομάδα του, στο σημείο που λες θα καταρρεύσει, κουράστηκε και τελικά βγάζει λίγη ακόμα ψυχή. Στο σωτήριο τάκλιν, τη δύσκολη κεφαλιά, την αυτοθυσία. Γιατί ο Γκοντίν είναι όπως κι η Ατλέτικο. Αυτός που δεν το βάζει κάτω και καταφέρνει να επιζεί. Στην περίπτωση του Ουρουγουανού αμυντικού αυτό δεν είναι μόνο μεταφορικό, αλλά και κυριολεκτικό.

Ήταν μόλις τεσσάρων ετών ο μικρός Ντιέγκο, όταν μαζί με την αδερφή του Λουσία αποφάσισαν να πάνε βόλτα στο δάσος, όσο οι γονείς τους ετοίμαζαν τη φωτιά για να ψήσουν το φαγητό στο οικογενειακό πικ-νικ. Ο Ντιέγκο ήταν ένα αεικίνητο παιδί που αγαπούσε τη φύση. Πλησίασε στις όχθες του ποταμού για να να πιάσει κάποιο ψάρι και γλίστρησε, πέφτοντας στο νερό. Το ρεύμα άρχισε να τον παρασύρει καθώς δεν ήξερε να κολυμπάει και ο Ντιέγκο φώναζε για βοήθεια. Η αδερφή του έντρομη έτρεξε να βρει τους γονείς τους και όταν αυτοί πλησίασαν, οι φωνές είχαν σταματήσει. Έβαλαν το χειρότερο στο μυαλό τους, αλλά τελικά είδαν τον Ντιέγκο να έχει φτάσει στην όχθη κολυμπώντας σαν (βρεγμένος) κύριος. «Δεν ξέρω πώς βγήκα, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι κατάφερα να βγω». Θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του βιβλίου της ζωής του, αλλά τελικά η βιογραφία κυκλοφόρησε πρόσφατα με όνομα: «Θάρρος, Καρδιά και Μυαλό».

Από μικρός ξεπερνούσε κάθε δυσκολία. Όταν ήταν επτά, ένα μεγαλύτερο παιδάκι τον κορόιδευε. Ο Ντιέγκο ρώτησε τον πατέρα του τι να κάνει. Την επόμενη τον περίμενε έξω από την τάξη, του έδωσε μια μπουνιά στην μύτη και το… bullying σταμάτησε μια για πάντα. Μετά από μια τέτοια εμπειρία που παραλίγο να πνιγεί, κάθε παιδάκι θα είχε το δικαίωμα να αποκτήσει τραύματα με το νερό, να μην αγαπάει ποτάμια, θάλασσες, κολύμβηση. Όχι ο μαχητής Ντιέγκο Γκοντίν όμως. Περίπου δέκα χρόνια μετά, κολυμπούσε εξίσου καλά όλα τα στιλ και είχε πέντε διαφορετικά ρεκόρ Ουρουγουάης στην κολύμβηση. Παράλληλα έπαιζε βόλεϊ, μπάσκετ και έκανε στίβο. Ήταν τότε που αποφάσισε να αφοσιωθεί στο ποδόσφαιρο και να αφήσει το σπίτι του για να πάει στο Μοντεβιδέο.

Ο Γκοντίν είναι ανταγωνιστικός, θέλει να κερδίζει πάντα, αλλά όχι με το στιλ του Κριστιάνο για παράδειγμα. Θέλει να ξεπερνάει τον εαυτό του και να βελτιώνεται, ίσως γι’ αυτό αγαπούσε και τόσο την κολύμβηση, μόνος, αυτός και η πισίνα. Στην μπάλα έπαιζε και 9αρι, αλλά κυρίως ως 10αρι. Περίμενε κανείς με βάση τα όσα ξέρουμε, να ήταν «εύκολη» η ποδοσφαιρική του καριέρα, χωρίς προβλήματα; Φυσικά και όχι. Μετά από δυο χρόνια παραμονής του στο Μοντεβιδέο και δυσκολίας προσαρμογής του (η πατρίδα του το Ροσάριο έχει μόλις δέκα χιλιάδες κατοίκους) η Ντεφενσόρ αποφάσισε να τον «κόψει» και να τον αφήσει ελεύθερο στα 16 του. Ο Ντιέγκο ξέσπασε σε κλάματα και επέστρεψε στην πόλη του. Ήταν έτοιμος να παρατήσει το ποδόσφαιρο, αλλά μέσω ενός γνωστού δοκιμάστηκε στην Κλουμπ Ατλέτικο Σέρο που τον απέκτησε για… 840 πέσος, περίπου 25€.

 

Από ένα μεγάλο κλαμπ της χώρας σε μια ομάδα χωρίς λεφτά που δεν μπορούσε να πληρώνει τα γεύματα των ποδοσφαιριστών και δεν είχε ζεστό νερό στα αποδυτήρια. «Τι θέση παίζεις;» τον ρώτησε ο προπονητής που τον δοκίμασε. «Δεκάρι (enganche)» απάντησε ο Γκοντίν. «Δεν παίζω με 10αρι, παίζεις πουθενά αλλού;» ξαναρώτησε ο κόουτς. «Δεξί χαφ» είπε ο Γκοντίν που δεν περίμενε ότι τελικά θα κατέληγε ένα από τα πιο σπουδαία σέντερ μπακ μερικά χρόνια αργότερα. Μια που είχε φτάσει το 1.85 και η ομάδα δεν είχε ψηλά παιδιά, ο κόουτς τον έβαλε σέντερ μπακ. «Φαινόταν ότι δεν του άρεσε, αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν εξαιρετικός στον αέρα, είχε καλή τεχνική. Του έλειπε η δύναμη και οι τοποθετήσεις». Γρήγορα τον ανακάλυψε ο προπονητής της πρώτης ομάδας και ο Γκοντίν έγινε στέλεχός της. Πέρασε καλές και κακές στιγμές, υποβιβασμούς και ανόδους και κατέληξε αρχηγός της Ατλέτικο Σέρο.

Το μεγάλο βήμα ήρθε με την μεταγραφή του στη Νασιονάλ. Εκεί σε μια καλή ομάδα ξεχώρισε και έκανε εξαιρετικές εμφανίσεις στο Λιμπερταδόρες. Αυτό ήταν το διαβατήριό του για την Ισπανία και τα υπόλοιπα είναι γνωστά στους περισσότερους. Ουσιαστικά από το 2005 και μετά, από τα 19 του, δεν έχασε τη θέση βασικού σε Σέρο, Νασιονάλ, Βιγιαρεάλ και πλέον στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Η επιτομή της σταθερότητας.

O Γκοντίν δεν είναι ποδοσφαιριστής τύπου Πικέ και Σέρχιο Ράμος που θα παίξει στα ΜΜΕ. Δεν είναι καν στους καλύτερους αμυντικούς στις ετήσιες εντεκάδες του FIFPro, ίσως επειδή δεν πουλάει τόσο. Εκεί που για παράδειγμα φιγουράρει ο Τιάγκο Σίλβα. Ο Σιμεόνε όμως δεν τον αλλάζει με τίποτα και είμαι σίγουρος ότι κι ο Πελεγκρίνι θα τον ήθελε σε κάθε ομάδα του μετά τη Βιγιαρεάλ. Κι αυτός εκεί, με την ασκητική του φυσιογνωμία, συνεχίζει να ιδρώνει και να ματώνει τη φανέλα και συνεχίζει να είναι ο ίδιος εσωστρεφής και ντροπαλός τύπος στην προσωπική του ζωή. Βοηθάει την πόλη του πίσω στην Ουρουγουάη, αλλά δεν το διαφημίζει. Φέτος έστειλε 1200 σχολικές τσάντες και τετράδια στους μαθητές της πόλης και ζητούσε να μη γίνει γνωστό. Βοηθάει συνέχεια τον τόπο του, αλλά σχεδόν πάντα στα κρυφά. Είναι το ίνδαλμα της πόλης. Όταν γύρισε μετά το Μουντιάλ της Ν. Αφρικής, στήθηκε μια τεράστια γιορτή στο κέντρο της πόλης. Αν ρωτήσεις κάποιον κάτοικο του Ροσάριο, σίγουρα θα σου πει ότι τον ξέρει ή έστω ένας φίλος του τον γνωρίζει. Και είναι σίγουρο ότι όλοι θα στηθούν στις τηλεοράσεις τους για να τον δουν στη ρεβάνς του τελικού του Τσάμπιονς Λιγκ του 2014, εκεί που το γκολ του για μερικά δευτερόλεπτα ακόμα και θα έδινε την κούπα στην Ατλέτικο.

Δυο χρόνια αργότερα, η Ρεάλ είναι και πάλι απέναντι κι ο Ουρουγουανός θα τα δώσει όλα ξανά. Όπως κάνει είτε απέναντί του είναι η Χιχόν, είτε η Μπαρτσελόνα. Κι αν δεν τα καταφέρει και πάλι, θα μοχθήσει για να φτάσει ξανά σε έναν τελικό στο μέλλον.

Ένα τελευταίο χειροκρότημα για τον Χουάν Κάρλος Βαλερόν

  [1 Σχόλιο]

valeron

Τα γραφεία της Λας Πάλμας είχαν κατακλυστεί από δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ. Η συνέντευξη τύπου για την οποία βρέθηκαν εκεί ήταν πιο σημαντική από οποιαδήποτε άλλη φετινή εκδήλωση της ομάδας, η οποία με μια εντυπωσιακή πορεία στο δεύτερο γύρο εξασφάλισε ήδη την παραμονή της στην Πριμέρα. O Χουάν Κάρλος Βαλερόν ξεκίνησε να μιλάει χαμογελαστός, λέγοντας εξ αρχής αυτό που όλοι πάνω-κάτω περίμεναν να ακούσουν.

(Τον Ιούνιο ο Βαλερόν θα κλείσει τα 41 χρόνια. Είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία παίκτης που αγωνίζεται σε κάποιο από τα έξι κορυφαία πρωταθλήματα της Ευρώπης. Αν κάποιος έλεγε τον Γενάρη του 2009 ότι ο Ισπανός θα παίξει μπάλα για άλλα εφτά χρόνια σε υψηλό επίπεδο δεν θα τον πίστευε ούτε ο ίδιος ο Βαλερόν. Τα τρία χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από τον Γενάρη του 2006 δεν ξεκίνησε ούτε ένα παιχνίδι βασικός λόγω των συνεχόμενων τραυματισμών του. Λίγο πριν μπει στο χειρουργείο για μια τρίτη επέμβαση στο γόνατο, απογοητευμένος και κουρασμένος μετά από δυο αποτυχημένες επεμβάσεις και πολλούς μήνες μακριά από τα γήπεδα, το μόνο πράγμα που ζήτησε από τον γιατρό ήταν τουλάχιστον να μπορεί να παίζει μπάλα με τους φίλους του στην παραλία. Η επέμβαση τελικά πέτυχε και η φάση με τους φίλους στην παραλία αναβλήθηκε για το μέλλον.

Στα 34 του ο Βαλερόν επέστρεψε στους αγωνιστικούς χώρους αποφασισμένος να συνεχίσει να κάνει αυτό που αγαπάει. Βέβαια υστερούσε σε ταχύτητα, δύναμη και αντοχή αλλά αυτό δεν ήταν κάτι νέο. Ακόμα και στα χρόνια της κυριαρχίας του, όταν οργάνωνε υπέροχα το παιχνίδι της αγαπημένης πολλών τότε Ντεπορτίβο, έβγαζε πρώτους σκόρερ στην Ισπανία τη μια χρονιά τον Τριστάν και την επόμενη τον Μακάι, οδηγούσε την ομάδα σε μια επική κατάκτηση κυπέλλου μέσα στο Μπερναμπέου, συγκρινόταν με τον Ζινεντίν Ζιντάν και συμπεριλαμβανόταν στις περισσότερες λίστες με τους κορυφαίους του κόσμου, έκανε τα πάντα με τον δικό του ρυθμό και το δικό του στυλ.

«To παιχνίδι γίνεται πολύ πιο γρήγορο, δυνατό και τακτικό. Με τα δικά μου προσόντα το να επιβιώσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αρκετά δύσκολο» παραδεχόταν ακόμα και ο ίδιος ο Βαλερόν, τον οποίο κάποιοι αποκαλούσαν el mago και κάποιοι el flaco, που σημαίνει αδύνατος. Ο, συμπαίκτης του στην Ατλέτικο Μαδρίτης, Κίκο σχολίαζε πολύ πετυχημένα πως «είναι είδος υπό εξαφάνιση». Και πράγματι ήταν.

Ο Βαλερόν ήταν εκπρόσωπος ενός λίγο διαφορετικού παιχνιδιού, ένα κλασικό 10αρι σε μια εποχή που είχε ήδη καταπιεί τα περισσότερα 10αρια του πλανήτη. Ένας εύθραυστος παίκτης που τα έβρισκε σκούρα σε κάθε δυνατό μαρκάρισμα αλλά με έναν εγκέφαλο που κατανοούσε το ποδόσφαιρο όσο λίγοι και μια αξιοζήλευτη τεχνική και διορατικότητα, ένας συνδυασμός που τον βοήθησε να ξεπερνάει όλα τα σωματικά μειονεκτήματα του. Ένα επιθετικό χαφ που ήξερε πως να χειρίζεται τη μπάλα ανάμεσα σε πολλούς αντιπάλους ακόμα και επιπέδου Τσάμπιονς Λιγκ, πως να κινείται αρμονικά και έξυπνα στο χώρο, πως να δημιουργεί ευκαιρίες από το τίποτα για τους επιθετικούς και τα εξτρέμ του και πως να κοντρολάρει το ρυθμό ανεξαρτήτως πίεσης.)

«Αποφάσισα να αποσυρθώ από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο στο τέλος της σεζόν» ήταν τα πρώτα του λόγια μπροστά από το μικρόφωνο. Κάπου σ’αυτό το σημείο ‘έσπασε’, με αποτέλεσμα η κάμερα να τον συλλάβει κάμποσες φορές να προσπαθεί με κάθε τρόπο να συγκρατήσει τα δάκρυα του. «Είμαι υπερήφανος που λέω αντίο στην ομάδα της πόλης μου. Είμαι πολύ χαρούμενος για όλα όσα έζησα. Ευχαριστώ όλο τον κόσμο για την αγάπη που μου έδειξε».

Μόλις τελείωσε τις δηλώσεις όλοι όσοι ήταν στην αίθουσα χειροκρότησαν. Και δεν το έκαναν απλά και μόνο από τυπικότητα, γιατί ένας σπουδαίος παίκτης ανακοίνωσε μπροστά τους την αποχώρηση του μετά από 22 χρόνια πετυχημένης καριέρας. Το έκαναν με την ψυχή τους γιατί ελάχιστοι παίκτες έχουν αγαπηθεί στην Ισπανία όσο ο Χουάν Κάρλος Βαλερόν. Όπως έγραψε ένας Ισπανός δημοσιογράφος, τα τελευταία χρόνια μόνο αυτός και ο Ινιέστα έχουν χειροκροτηθεί τόσο πολύ από αντιπάλους οπαδούς. «Ο Βαλερόν θα μείνει μαζί μας και φέτος ακόμα και σ’αυτή την ηλικία απλά και μόνο για να αποχαιρετήσει, όπως του αξίζει, όλα τα μεγάλα γήπεδα της χώρας» δήλωσε στην αρχή της σεζόν ο πρόεδρος της νεοφώτιστης Λας Πάλμας.

Και αν για τον Ινιέστα υπήρχε σοβαρός λόγος, για τον Βαλερόν δεν υπήρχε κάτι συγκεκριμένο που να προκαλεί τέτοια αποθέωση, πέρα από κάποιες δεκάδες εμφανίσεις με τη φανέλα της εθνικής, σε μια εποχή όμως που αυτή έμενε πάντα μακριά από τα τρόπαια. Ούτε σοβαροί τίτλοι υπήρχαν στο παλμαρέ του, ούτε ατομικές διακρίσεις και βραβεία στο βιογραφικό του. Το αντίθετο θα λέγαμε: Ένα κύπελλο Ισπανίας, δυο Σούπερ Καπ και τρεις υποβιβασμοί!

Υπήρχε όμως μια καθολική αποδοχή, μια υπέροχη, γνήσια εκτίμηση και συμπάθεια για έναν πολύ ταλαντούχο και άτυχο ποδοσφαιριστή, που πέρασε τα περισσότερα χρόνια της καριέρας του σε μια ομάδα μακριά από την ελίτ, μένοντας μαζί της ακόμα και στη δεύτερη κατηγορία και βοηθώντας σημαντικά – στα 37 του – στο να επανέλθει στην Πριμέρα, έναν πολύ ντροπαλό και σεμνό άνθρωπο («Κάθε φορά που μου ζητάνε ένα αυτόγραφο νιώθω πολύ άβολα. Ντρέπομαι. Επειδή παίζω μπάλα δεν σημαίνει ότι είμαι πιο σημαντικός από κάποιον που δουλεύει σε μια οικοδομή») και τον τελευταίο, μάλλον, εκπρόσωπο μιας λίγο πιο ρομαντικής εποχής, στην οποία υπήρχε χώρος για περίεργους, προικισμένους τύπους που λειτουργούσαν σε άλλους ρυθμούς και στην οποία η δύναμη, η ταχύτητα και η άψογη φυσική κατάσταση δεν ήταν απολύτως αναγκαία για να ξεχωρίσεις.

valeron2

1981: η Χαμένη Άνοιξη του Γιόχαν Κρόιφ

  [3 Σχόλια]

Digital D1 | 04 Aug 2003 | 133917-2 | Neil Medhurst | Sports Mercury | LCFC.Newspaper copies : Stories about Johann Cruyff joining Leicester City that appeared in the Leicester Mercury in February 1981.

Ξέρουμε τι είμαστε αλλά δεν ξέρουμε τι μπορεί να γίνουμε. Αυτά τα λέει ο Σέξπιρ –προσοχή, ο Γουίλιαμ, όχι ο Κρεγκ Σέξπιρ, ο βοηθός του Ρανιέρι στη Λέστερ–, στο «Άμλετ, Πρίγκιπας της Δανίας», οπότε ας δώσουμε κάποια βάση. Ποιον δρόμο θα έπαιρνε η ζωή ενός ανθρώπου αν άλλαζε μια λεπτομέρεια; Ξέρουμε τις ομάδες στις οποίες έπαιξε ο Γιόχαν Κρόιφ, αλλά τι θα γινόταν αν έπαιζε και σε αυτές όπου θα μπορούσε να είχε πάει στις αρχές της δεκαετίας του ΄80; Τι θα γινόταν, παραδείγματος χάριν, αν το 1981 πήγαινε στη Λέστερ, καμιά εβδομηνταριά χιλιόμετρα βορειανατολικά από το Στράτφορντ-απόν-Έιβον, τη γενέτειρα του Σέξπιρ; Θα γνώριζε ποτέ, αυτός, ο Πρίγκιπας του Άμστερνταμ, την ταπείνωση του να ακούει ένα ολόκληρο γηπέδο να τον γιουχάρει; Θα έβλεπε τους συμπαίκτες του να κατεβαίνουν σε απεργία, η οποία κατά κάποιον τρόπο στρεφόταν εναντίον του;

Στις αρχές του 1981 ο Κρόιφ είναι σχεδόν 34 ετών. Έχει παίξει ωραίο ποδόσφαιρο κατά τη διάρκεια δυο εξαιρετικά καλοπληρωμένων σεζόν στο NSLΑ, στο πρωτάθλημα των Ηνωμένων Πολιτειών. Στα τέλη όμως του 1980 βρίσκεται σχεδόν χωρίς δουλειά –οι ομάδες των Η.Π.Α., που πρόσφεραν μεγάλα συμβόλαια χωρίς να καταφέρνουν να προσελκύσουν μεγάλο κοινό, γνωρίζουν μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Εκτός από αυτό, ο Γιόχαν θέλει να γυρίσει στην Ευρώπη, καθώς έχει ένα μυστικό πλάνο: να επανέλθει στην Εθνική Ολλανδίας και να παίξει στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας, επειδή ακριβώς θα παιχτεί στην Ισπανία. Η οικογένεια Κρόιφ διατηρούσε ακόμη το σπίτι της στη Βαρκελώνη κι έτσι δεν θα χρειαζόταν να απομακρυνθεί από την οικογενειακή εστία –και γνωρίζουμε πόσο σημαντικό υπήρξε αυτό στην απόφασή του να μην πάει στην Αργεντινή το 1978. Οι Οράνιε έχουν τα χάλια τους, έχουν ξεκινήσει τα προκριματικά με δυο ήττες απέναντι στην Ιρλανδία και το Βέλγιο και θέλουν οπωσδήποτε νίκη με τη Γαλλία στις 25 Μαρτίου για να διατηρήσουν ελπίδες για πρόκριση. Ο Κρόιφ δεν απέκτησε το παρανόμι El Salvador (=ο Σωτήρας) τυχαία: θα ήταν τόσο ωραίο, τόσο ταιριαστό να γυρίσει και να σώσει την πατρίδα!

Περιμένοντας να βρει ομάδα, ο Κρόιφ ξεκινά άτυπα την προπονητική του καριέρα στις 30 Νοεμβρίου του 1980 εις βάρος του δόλιου Λίο Μπεενάκερ. Αμέσως μετά, απορρίπτει την ελκυστική πρόταση της σκοτσέζικης Ντάμπαρτον –το συμβόλαιο περιέλαμβανε την αποκλειστική χρήση του τοπικού γκολφ, σπορ στο οποίο επιδιδόταν ο Κρόιφ– αφήνοντας όμως ανοιχτή την πόρτα σε μια πρόταση άλλης ομάδας από το νησί: «Το όνειρό μου είναι να παίξω στη Μεγάλη Βρετανία αλλά είμαι πολύ γέρος για να παίξω στη Σκοτία. Οι αρθρώσεις μου δεν θα αντέξουν το κρύο και την υγρασία». Τον Ιανουάριο του 1981, ο Γιόχαν κι οι αρθρώσεις του παίζουν τρία φιλικά ματς, εκ των οποίων ένα κόντρα στην Τσέλσι, φορώντας τη φανέλα της Ντόντρεχτ, μιας άσημης ολλανδικής ομάδας. Αλλά έτσι δουλειά δεν γίνεται, ο χρόνος πιέζει κι η κατάσταση δεν είναι απλή. Ο καλύτερος Ευρωπαίος παίκτης όλων των εποχών βρίσκεται σε μια περίοδο όπου θεωρείται ψιλοξοφλημένος για τις μεγάλες ομάδες, πανάκριβος για τις μικρομεσαίες. Η Άρσεναλ εκδηλώνει ενδιαφέρον, αλλά θέλει πρώτα να διαπιστώσει πως βρίσκεται σε καλή κατάσταση και προτιμά να περιμένει το καλοκαίρι. Όπως ο ίδιος ο Κρόιφ θα δηλώσει αργότερα, μια γερμανική ομάδα, αγνώστων λοιπών στοιχείων (πιθανότατα το Αμβούργο, που τον ήθελε και το 1977 και που φιλοδοξούσε να κλέψει τον τίτλο από την Μπάγερν ) χτυπάει την πόρτα του πεθερού-μάνατζερ Κορ Κόστερ αλλά ούτε η Μπουντεσλίγκα ήταν πολύ ελκυστική ούτε ο Γιόχαν τρελαίνεται να πάει στη φίλη χώρα Γερμανία (λογικό).

Στο τέλος του μήνα έρχεται η πρόταση από τη Λέστερ. Η ομάδα είναι τελευταία στο πρωτάθλημα, χρειάζεται ένα θαύμα για να μην πέσει κι οπωσδήποτε καλούς κι έτοιμους παίκτες, αν είναι και Σωτήρες ακόμη καλύτερα. Ο Τζοκ Γουάλας, ο Σκοτσέζος προπονητής της Λέστερ, μιλάει με τον Κρόιφ –τον ήξερε από τότε που ήταν προπονητής της Ρέιντζερς, όταν και τον είδε με τα μάτια του να οδηγεί τον Άγιαξ στην κατάκτηση του πρώτου, άτυπου ευρωπαϊκού Σούπερ Καπ με δυο τριάρες μέσα έξω–, πείθει τη διοίκηση να ψάξει να βρει με κάθε τρόπο τα λεφτά που ζητάει ο Ολλανδός. Απομένουν έντεκα ματς επί 4.000 λίρες για το καθένα, τα αναμενόμενα έσοδα από τα εισιτήρια φαντάζουν αρκετά, έχουν ήδη κλειστεί και τα αεροπορικά εισιτήρια κι απομένουν μόνο λεπτομέρειες για να κλείσει η συμφωνία. Ο ερχομός του Μεσσία μοιάζει πλέον σίγουρος, τον επιβεβαιώνει κι ο Γουάλας, ενώ ο ενθουσιασμός που ξεσηκώνει τα Ανατολικά Μίντλαντς είναι τέτοιος που η Λέστερ κάνει μερικά καλά αποτελέσματα και ο στόχος της παραμονής μοιάζει εφικτός. Στις 25 Φεβρουαρίου η εφημερίδα Sun αποκαλύπτει τη συμφωνία: ο Κρόιφ έρχεται και θα παίξει στο ματς κόντρα στην πρωταθλήτρια Ευρώπης Νότιγχαμ Φόρεστ! Όπως αποδείχτηκε και τρία χρόνια αργότερα, όταν ο Κρόιφ δεν ήρθε στον Άρη Θεσσαλονίκης, οι εφημερίδες συχνά ψεύδονται.

Η Λέστερ δεν θα τα καταφέρει να σωθεί. Στις 28 Φεβρουαρίου, την ίδια μέρα που έρχεται ισόπαλη με τη Νότιγχαμ, ο Σωτήρας φτάνει στο αεροδρόμιο Μανίσε της Βαλένθια, επισημοποιώντας τη μεταγραφή του σε μια ομάδα που πάλευε να ανέβει κατηγορία, τη Λεβάντε. «Υπέγραψα στη Λεβάντε γιατί σε αυτη τη χώρα αισθάνομαι ωραία. Δεν με πειράζει που θα παίζω στη δεύτερη κατηγορία. Ίσως φαίνεται περίεργο για έναν παίκτη σαν εμένα, αλλά η ζωή μου δεν είναι μόνο λεφτά και δόξα. Πιστεύω πως έχω πολλά να προσφέρω και πως στις δεκατρεις αγωνιστικές που απομένουν θα καταφέρουμε να ανέβουμε».

image330c3113f26ef30f59fe6adbb5a8a4cc_news_display

Με τα κυανέρυθρα των φτωχών

Ευτυχώς που η ζωή του Κρόιφ δεν ήταν μόνο λεφτά και δόξα, διότι στη Βαλένθια δεν θα βρει τίποτε από τα δυο. Το συμβόλαιό του ειναι πολύ καλό (σημερινά λεφτά, 60.000 ευρώ το μήνα), αλλά στην πραγματικότητα θα εισπράξει ελάχιστα, αν και η διοίκηση της Λεβάντε, προκειμένου να τα βρει, απαιτεί τις μισές εισπράξεις των εκτός έδρας αγώνων . Οι συμπαίκτες του δεν ενθουσιάζονται ούτε με τα πλήθη των δημοσιογράφων που συνοδεύουν το είδωλο, ούτε με τον χαρακτήρα του, ούτε με την ειδική μεταχείριση που απολαμβάνει. Μέσα στις λίγες εβδομάδες που ακολουθούν, προλαβαίνει να παίξει δέκα ματς, βάλει δυο γκολ, να τραυματιστεί, να απαιτήσει και να πετύχει την αλλαγή του προπονητή όταν ακόμη η ομάδα είχε ελπίδες ανόδου –τις οποίες τις έχασε αμέσως μετά–, να αντιμετωπίσει τους συμπαίκτες του που κατέβηκαν σε απεργία απαιτώντας να πληρωθούν επιτέλους κι αυτοί και, τέλος, να δει από την κερκίδα το κρίσιμο ματς με τη Λινάρες (ήττα 3-1) ακούγοντας τους οπαδούς και των δυο ομάδων να τον γιουχάρουν. Η σεζόν τελειώνει με αποθέωση: οι αγαναχτισμένοι απλήρωτοι παίκτες κλειδώνουν στα αποδυτήρια τη διοίκηση.

Και η Εθνική Ολλανδίας; Ο Κρόιφ βρίσκεται στη λίστα των 18 διεθνών που φτάνει στη ΦΙΦΑ για τον αγώνα στο Φέγενορντ, αλλά δεν θα κατέβει να παίξει. Τελευταία στιγμή, κι ενώ έχει δώσει τον λόγο του, θα τα σπάσει με τον προπονητή Κις Ρίζβερς, όταν θα απαιτήσει να έχει λόγο στη σύνθεση της ομάδας. Κι όλα αυτά ενώ η γυναίκα του τελευταίου είχε ήδη ράψει με τα χεράκια της την περίφημη ειδική φανέλα με τις δυο ρίγες, ώστε να λυθεί το πρόβλημα μεταξύ Αντίντας, που ντύνει τους Οράνιε, και Πούμα, που ντύνει το 14.

Η ευρωπαϊκή σεζόν τελειώνει τον Ιούνιο, με ένα μεροκαματάκι στο Μιλάνο. Ένας άγνωστος αλλά δυναμικός επιχειρηματίας, ονόματι Σίλβιο Μπερλουσκόνι, οργανώνει ένα τουρνουά μεταξύ ομάδων που είχαν κερδίσει το διηπειρωτικό. Προσφέρει στον Κρόιφ 20 χιλιάδες δολάρια, την πιθανότητα ενός συμβολαίου και την ευκαιρία να αντιμετωπίσει τη μισητή Φέγενορντ ώστε να φορέσει τη φανέλα της Μίλαν–που μόλις είχε ανέβει κατηγορία, μετά τον υποβιβασμό για το σκάνδαλο Τοτονέρο–,  στον πρώτο αγώνα του Μουντιαλίτο στο Σαν Σίρο.

cruijff milan squadra-k2qB-U1401139631568JTE-620x349@Gazzetta-Web_articolo

Ακολουθεί κι άλλο φιάσκο: ο Γιόχαν είναι αγνώριστος, βγαίνει αλλαγή στο 46΄ ενώ από την κερκίδα ακούγονται σφυρίγματα. Το περιοδικό Guerin Sportivo δημοσιεύει την άλλη μέρα ένα άρθρο όπου αναγγέλεται το οριστικό τέλος της καριέρας του Κρόιφ : « Oι Θεοί πεθαίνουν ». Όπως ξέρουμε, αυτό δεν ισχύει. Οι Θεοί ζουν για πάντα. Και ακόμη και ξοφλημένοι κερδίζουν πρωταθλήματα -ο Κρόιφ θα κερδίσει δυο ακόμη στην Ολλανδία, το ένα με τον Άγιαξ και, όταν τον θεωρήσουν κι εκεί τελειωμένο, με τη Φέγενορντ.

Σε ένα από τα θλιβερά ματς του με τη Λεβάντε, ο Κρόιφ συναντιέται με έναν νεαρό Αργεντινό που παίζει στη Ρεάλ Σαραγόσα.

Να σου πω, δεν παίρνεις την μπάλα σου να παίξεις μόνος σου; Θα βρούμε μια άλλη και θα μπορέσουμε επιτέλους κι εμείς να παίξουμε.

Πώς σε λένε;

Χόρχε Βαλντάνο.

Πόσων χρονών είσαι;

Είκοσι.

Όταν είσαι είκοσι χρονών και απευθύνεις τον λόγο σε κάποιον σαν τον Γιόχαν Κρόιφ δεν του μιλάς στον ενικό. Του μιλάς στον πληθυντικό.

Ακόμη και στη δεύτερη εθνική, ο Γιόχαν Κρόιφ ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν.

Η παράδοση του Ανοέτα

  [Καθόλου σχόλια]
hi-res-aafd739914575891663170a7a3b96a9d_crop_north

Αν βγει κάποιος στο δρόμο και ρωτήσει τους περαστικούς “ποια έδρα δυσκολεύει περισσότερο την Μπαρτσελόνα” οι απαντήσεις λογικά θα περιέχουν το Μπερναμπέου, το Καλντερόν, το Μεστάγια ή ακόμα και το Ραμόν Σάντσεθ Πιθχουάν και το Σαν Μαμές. Κι όμως, όλοι θα έχουν κάνει λάθος. Το γήπεδο που ταλαιπωρεί περισσότερο από όλα τους Καταλανούς στις εξορμήσεις τους, βρίσκεται στο όμορφο Σαν Σεμπαστιάν και είναι η έδρα της Ρεάλ Σοσιεδάδ.

Το Ανοέτα δεν έχει την ιστορία των παραπάνω σταδίων και κυρίως, δεν έχει την ατμόσφαιρά τους. Δεν είναι μεγαλοπρεπές όπως το γήπεδο της Ρεάλ Μαδρίτης που σε γεμίζει με δέος ή με κερκίδες με κλίση που προκαλεί ίλιγγο όπως της Βαλένθια. Είναι ένα σχετικά καινούριο στάδιο (του 1993), που χρησιμοποιείται και για άλλους σκοπούς, όπως αγώνες ράγκμπι. Ένα ίσως από τα πιο κρύα γήπεδα στην Ισπανία, με τις εξέδρες να βρίσκονται μακριά από τον αγωνιστικό χώρο λόγω του στίβου, κάτι που δεν αρέσει καθόλου στους οπαδούς της “Λα Ρεάλ”. Παρ’ όλα αυτά, στο Ανοέτα με μόλις τον 12ο μέσο όρο θεατών φέτος στην Ισπανία που γεμίζουν συνήθως οι 20 από τις 32 χιλιάδες θέσεις του, οι πρωταθλητές Ισπανίας αγνοούν την λέξη νίκη εδώ και πολλά χρόνια. Την τελευταία φορά που οι Καταλανοί έφυγαν με το διπλό, έπαιζαν ακόμα οι Τζαμπρότα, Γκούντγιονσεν, Τουράμ, Ολεγκέρ και φαν Μπρόκχορστ και σκόραραν ο Ινιέστια (με πλούσιο μαλλί) και ο Σαμουέλ Ετό. Όλα αυτά, το σωτήριο έτος 2007 με προπονητή τον Ράικαρντ και στον πάγκο. Από τότε, Γκουαρντιόλα, Βιλανόβα, Μαρτίνο και Λουίς Ενρίκε δεν έφυγαν με το διπλό.

Το πρόβλημα βέβαια είναι γενικότερο, καθώς και πριν το Ανοέτα τα ταξίδια της Μπαρτσελόνα στο Σαν Σεμπαστιάν ήταν δύσκολα. Σε 68 επισκέψεις, μόλις 17 φορές έσπασε η έδρα, λιγότερες από τις νίκες σε Μπερναμπέου και Καλντερόν. Η αλήθεια είναι ότι σε μερικές περιπτώσεις στο πρόσφατο παρελθόν η Μπαρτσελόνα κατέβηκε με αλλαγές, αλλά έχει και ήττες οδυνηρές όπως πέρσι. Ήταν Ιανουάριος του 2015 και μια ήττα που τελικά αποδείχτηκε τεράστιας σημασίας για την μετέπειτα πορεία της ομάδας. Ο Λουίς Ενρίκε αποφάσισε να αφήσει εκτός Νεϊμάρ και Μέσι για… παραδειγματισμό, οι Καταλανοί βρέθηκαν πίσω στο σκορ στο 2′ με αυτογκόλ και μέχρι να έρθουν οι ενισχύσεις από τον πάγκο (που η αλήθεια είναι ότι μπήκαν με μισή καρδιά επιβεβαιώνοντας τα προβλήματα στις σχέσεις τους με τον προπονητή) το ματς είχε χαθεί χωρίς η Λα Ρεάλ να απειλήσει ξανά. Ήταν η πιο δύσκολη στιγμή του Λουίς Ενρίκε καθώς για πολλούς ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα αποχωρούσε από τον πάγκο. Τελικά την πλήρωσε ο αθλητικός διευθυντής Θουμπιθαρέτα, ο Λουίς Ενρίκε έσωσε την καρέκλα του και η ιστορία της σεζόν 2014-15 για την Μπαρτσελόνα μετατράπηκε από εφιάλτης σε θρίαμβο. Το πώς κατάφερε να τα ξαναβρεί με τους δυο σταρ και ταυτόχρονα να ανεβάσει τον Σουάρες, είναι μέχρι τώρα το μεγαλύτερο επίτευγμα του προπονητή που μετά το Ανοέτα οδήγησε την ομάδα σε 27 νίκες, 1 ισοπαλία και μόλις 1 ήττα και ένα ιστορικό τρεμπλ.

Ο Λουίς Ενρίκε συνεχίζει προς το παρόν την παράδοση των προκατόχων του και σίγουρα επιθυμεί να σπάσει το κακό αυτό σερί, μια που γι’ αυτόν έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία μετά το 1-0 του Ζόρντι Άλμπα το 2015. Απέναντί του θα έχει έναν άνθρωπο που παρ’ ότι γεννημένος στο Βαγιαδολίδ, έχει αφήσει το στίγμα του στην ομάδα της Βαρκελώνης από διαφορετικές θέσεις, ένας δικός της άνθρωπος. Κατά διαβολική σύμπτωση, στην τελευταία εκείνη νίκη της Μπαρτσελόνα καθόταν στον πάγκο της, ως βοηθός του Φρανκ Ράικαρντ.

eusebio-sacristan-fue-entrenador-de-messi-durante-la-era-rijkaard-1Ο σωσίας του Ζαχ Μπραφ από το Σκραμπς, ο Εουσέμπιο Σακριστάν

Μετά τη φυγή του Μόγιες, ο Εουσέμπιο Σακριστάν πήρε τη Σοσιεδάδ από τη 18η θέση και όχι απλά την έσωσε εύκολα, αλλά κυρίως την έκανε να παράγει φάσεις και να σκοράρει συχνότερα. Ένας άνθρωπος που πέρασε 16 χρόνια από τη ζωή είτε φορώντας τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, είτε προπονώντας τους επόμενους σταρ της ομάδας (όπως τον Μέσι), είτε βοηθώντας τον προπονητή της πρώτης ομάδας, δεν γίνεται να μην έχει πάρει στη νοοτροπία του πράγματα από το σχολείο που είναι αυτός ο σύλλογος. Γνωρίζει ότι μια νέα επιτυχία για την Ρεάλ θα τον ανεβάσει πολύ, από την άλλη ξέρει ότι κανείς δεν θα του ζητήσει τον λόγο αν η Μπαρτσελόνα πάρει το διπλό. Ο κόσμος στο Ανοέτα πάντως θα προσπαθήσει να το κάνει έδρα και να συνεχίσει αυτή την παράδοση που θα ζήλευαν ακόμα κι οι μεγαλύτεροι σύλλογοι της Ευρώπης. Αυτές τις μικρές νίκες που μοιάζουν σαν κατακτήσεις τίτλων για τις ομάδες που είναι καταδικασμένες να βρίσκονται στη σκιά των πιο ιστορικών και επιτυχημένων συλλόγων.

Ο Καθεδρικός του Σαν Γιόχαν

  [5 Σχόλια]

«Ο Γιόχαν Κρόιφ έχτισε έναν καθεδρικό, εμείς απλώς πρέπει να φροντίσουμε τη διατήρησή του»

Πεπ Γουαρδιόλα

Εκεί κάπου στη μία τοπική ώρα Βαρκελώνης, μέρα Πέμπτη, καθόμαστε και βαριόμαστε στο γραφείο περιμένοντας το χρόνο να περάσει να φύγουμε. Η επόμενη μέρα είναι αργία, Μεγάλη Παρασκευή των καθολικών και κανείς δεν έχει όρεξη για πολλά. Και μαθαίνουμε ότι πέθανε ο Γιόχαν Κρόιφ. Το γραφείο άδειασε περίπου 3 ώρες πριν από την ώρα που σχολάμε κανονικά. Κανείς δεν είχε όρεξη για κάτι παραπάνω.

cruyff palyer

Όσα χρόνια και αν πέρασαν ο Κρόιφ παραμένει για αυτήν την πόλη ένα σύμβολο. Από το 1973 που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στην Καταλωνία ήταν μια προσωπικότητα της πόλης. Ο «Σαλβαδόρ» (σωτήρας) που ερχόταν να δώσει τέλος σε μια περίοδο ξηρασίας 13 ετών χωρίς τίτλο για τη Μπάρσα. Και τα κατάφερε στην πρώτη του χρονιά.

Αγάπησε αυτόν τον τόπο και αγαπήθηκε όσο ελάχιστοι μη Καταλανοί. Ο προηγούμενος που έγινε κτήμα της πόλης και ας μην καταγόταν από Καταλανικά εδάφη ήταν ένας Ανδαλουσιάνος ζωγράφος από τη Μάλαγα, που βρέθηκε να ζει με τους γονείς του στα 8 του χρόνια στη Μπαρσελονέτα. Πάμπλο Πικάσο τον έλεγαν και πλέον σχεδόν κανείς δε θυμάται ότι δεν ήταν γέννημα θρέμμα της πόλης. Όπως και με το Γιόχαν Κρόιφ. Τι και αν γεννήθηκε 350 μέτρα από την ιστορική έδρα του Άγιαξ; Τι και αν μεγαλούργησε εκεί; Ο Γιόχαν είναι Καταλανός, Βαρκελωνέζος, από το Λας Κορτς, στη διασταύρωση της Αβινγούδα δε λας Κορτς με τη Ριέρα Μπλάνκα. Εκεί που βρίσκεται το Καμπ Νόου. Ένας εκ πεποιθήσεως Καταλανός, όπως τον χαρακτήρισε ο πρόεδρος της τοπικής βουλής.

Ο «Σωτήρας» του 1973 θα ξαναγίνει τέτοιος όταν θα επιστρέψει ως προπονητής το 1988. Απέναντί του είχε τη Μαδριλένικη «Πεντάδα του Γύπα» των 5 συνεχόμενων πρωταθλημάτων. Τότε θα βάλει τα θεμέλια της σύγχρονης Μπαρσελόνα και ίσως του σύγχρονου προάκτιβ ποδοσφαίρου γενικά. Θα πάρει από τις ακαδημίες ένα δεξί χαφ και θα τον φέρει στον άξονα κάνοντάς τον τον πρώτο «ντιπ λάινγκ πλεϊμέικερ» της ιστορίας. Ο Πεπ Γουαρδιόλα μαζί με τον Μπακέρο ήταν οι πρώτοι καρποί της πιο φημισμένης ακαδημίας ποδοσφαίρου στον κόσμο. Τέσσερα συνεχόμενα πρωταθλήματα, το σπάσιμο της κατάρας του Τσάμπιονς Λιγκ το 1992, ένα ακόμα Κυπελλούχων, 11 τίτλοι συνολικά.

logro-la-primera-copa-de-europa-del-barca

Ψιλοπράγματα όμως αυτά. Το ζήτημα δεν ήταν οι τίτλοι, αλλά ο τρόπος που ήρθαν. Η «Ντριμ Τιμ» του υπήρξε το πάντρεμα του Ολλανδικού ποδοσφαίρου με τους Λατίνους. Εκεί έγινε και σύμβολο για τους Καταλανούς. Έδωσε υπόσταση αγωνιστική στην κόντρα με τη Ρεάλ Μαδρίτης. Οι άσπροι με τα λαμπερά αστέρια, με τα πρόσωπα πάνω από τον προπονητή και το σύνολο, με την αριστοκρατία των τίτλων. Οι μπλαουγράνα με το στυλ παιχνιδιού τους, με τους παίχτες να εξυπηρετούν ένα συγκεκριμένο σύστημα, αναγνωρίσιμο ως ταυτότητα, που όλοι το ξέρουν, αλλά κανείς δεν μπορεί να το σταματήσει. Εκεί που ο τίτλος είναι αποτέλεσμα του παιχνιδιού και όχι αυτοσκοπός για την επιβεβαίωση της ανωτερότητας.

Το κλάσικο χρωστάει στον Κρόιφ τη μοντερνοποίησή του. Ξέφυγε η κόντρα από το πολιτικό δίπολο Καταλωνίας-Ισπανίας, Μαδρίτης-Βαρκελώνης και πήγε στα αθλητικά κριτήρια. Η γενιά των ποδοσφαιριστών που γαλουχήθηκε στη μεταφραγκική Ισπανία είχε απαλλαγεί σε μεγάλο βαθμό από τα πολιτικά βαρίδια του παρελθόντος. Αλλά ήταν ο Κρόιφ που έδωσε υπόσταση και επικαιροποίησε την κόντρα. Σήμερα το κλάσικο είναι το πιο σημαντικό συλλογικό παιχνίδι στον κόσμο. Εξαιτίας του. Κάτι που αναγνώρισε και ο Φλορεντίνο Πέρεθ, που παραβρέθηκε στην κηδεία του Κρόιφ μαζί με τον Μπουντραχένιο και τον Αμάνθιο ως επίσημη παρουσία της Ρεάλ Μαδρίτης: «Κάποιοι λένε ότι ο Κρόιφ άλλαξε την ιστορία της Μπαρσελόνα, εγώ λέω ότι άλλαξε την ιστορία του ποδοσφαίρου».

florentino en barça

Πριν έρθει ως προπονητής η Μπάρσα είχε 42 τίτλους σε 71 χρόνια ιστορίας. Μετά έχει κατακτήσει 42 σε 27 χρόνια και με το φετινό πρωτάθλημα σχεδόν εξασφαλισμένο θα πάει στους 43, τουλάχιστον. Το Σάββατο 26 Μαρτίου 2016 οι πόρτες του Καμπ Νόου άνοιξαν στον κόσμο για το τελευταίο αντίο στο «Σωτήρα». Ακόμα και στο τέλος του ήταν περισσότερο Καταλανός απ’ότι βόρειος. Μανιώδης καπνιστής, ζούσε με και από τα πάθη του. Ο κόσμος που πήγε να τον αποχαιρετίσει συγκρίνεται με τις εκδηλώσεις υπέρ της ανεξαρτησίας της Καταλωνίας. Και έπρεπε να μείνει εδώ. Εδώ ανήκει, στο κοιμητήριο πάνω απ το Καμπ Νόου. Να επιβλέπει τον καθεδρικό που έχτισε και να φροντίζει ώστε οι αρχές και οι αξίες του να συνεχίσουν να τηρούνται.

despedida-Johan-Cruyff-Camp-Nou_902020949_100879708_667x375

Η γιορτή του Σαν Ζουάν (Άι Γιάννη) στις 24 Ιουνίου είναι αργία στη Βαρκελώνη. Δε θα μου έκανε εντύπωση να μετονομαστεί σε Σαν Γιόχαν, ο καθεδρικός στην παλιά πόλη να βαφτεί πορτοκαλί και οι καμπάνες να χτυπήσουν 14 φορές. Τιμή σε έναν άνθρωπο που τίμησε το més que un club όταν αυτό ακόμα σήμαινε κάτι και προσπάθησε να του ξαναδώσει πνοή όταν άρχισαν οι διοικήσεις να το ξεφτίζουν.

Οι Χασάπηδες της Βαρκελώνης

  [1 Σχόλιο]

schuster1

Yπήρξε μια εποχή, στη διάρκεια της δεκαετίας που ακολούθησε τη φυγή του Γιόχαν Κρόιφ-παίκτη και προηγήθηκε της έλευσης του Γιόχαν Κρόιφ-προπονητή, που η Μπαρτσελόνα ήταν μια ομάδα στην οποία θα μπορούσε άνετα να παίξει ο γνωστός μας Ντιέγκο Κόστα, κι αυτό χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει ούτε στο τόσο δα τη συμπεριφορά του. Μια ομάδα που σκόρπιζε τον τρόμο στην Ευρώπη αλλά με τρόπο διαφορετικό από ό,τι σήμερα, με παίκτες λιγότερο κοντοκουρεμένους και πολύ πιο τσατίλες, όπως εύγλωττα μας το δείχνει ο υπέροχος Μπερντ Σούστερ, έτσι όπως απευθύνει μια χορταστική, διπλή άσεμνη χειρονομία στους οπαδούς της Ρεάλ –στην οποία θα πάρει μεταγραφή λίγα χρόνια αργότερα–, στον τελικό του Κυπέλλου Ισπανίας στις 4 Ιουνίου 1983.

Κι ο Μπερντ κι οι συμπαίκτες του είχαν βέβαια ελαφρυντικά: έτσι ήταν τότε το ποδόσφαιρο. Σε εκείνον τον τελικό, για παράδειγμα, ο Χουάν Αντόνιο Καμάτσο είχε αφοσιωθεί με επιμέλεια στον κύριο στόχο του, δηλαδή τα πόδια του Μαραντόνα, κι όταν στο 90΄ο Μάρκος Αλόνσο θα πετύχει το 2-1 με θεαματική κεφαλιά, η έκρηξη του Σούστερ έμοιαζε κάπως δικαιολογημένη. Ο ίδιος ο Σούστερ είχε γυρίσει λίγους μήνες πριν στα γήπεδα μετά από τον σοβαρό τραυματισμό του τον Δεκέμβριο του 1981, τραυματισμό που του στέρησε και τη συμμετοχή του στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας. Υπεύθυνος ο Χασάπης του Μπιλμπάο, ο Αντόνι Γκοϊκοετσέα, που στις 24 Σεπτεμβρίου του 1983 θα σπάσει και το πόδι του Μαραντόνα: ο κύκλος της βίας θα τελειώσει σε έναν άλλο τελικό Κυπέλλου Ισπανίας, το 1984, με το αξέχαστο ξύλο ανάμεσα στον Ντιέγκο, που είχε επανέλθει σε πλήρη φόρμα, και τη μισή Αθλέτικ. Και δεκάδες θεατές. Τελικός απολογισμός: 60 τραυματίες.

Αλλά, όπως και στις μέρες μας, το άστρο των παικτών της Μπάρτσα, πιο σκοτεινό τότε, θα λάμψει κυρίως στην Ευρώπη.

7 Απριλίου 1982, Λονδίνο: η Μπαρτσελόνα αντιμετωπίζει την Τότεναμ, στα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων. Την επόμενη μέρα η εφημερίδα Sun θα κυκλοφορήσει με αυτόν τον τίτλο: «Ζώα!» Και επεξήγηση στον υπότιτλο: «Οι χασάπηδες της Βαρκελώνης», παρατσούκλι που θα τους ακολουθεί τα επόμενα χρόνια. Οι Καταλανοί απέσπασαν ισοπαλία 1-1 –κυρίως χάρη στην τρομερή γκάφα του Ρέι Κλέμενς–, και την κατακραυγή όλης της Ευρώπης για το βίαιο παιχνίδι τους. Όταν ο διαιτητής θα δείξει κόκκινη στον Χουάν Εστέλα, θα χρειαστεί να μπει στο γήπεδο ένας αστυνομικός (!) για να συγκρατήσει τον Μανόλο Μαρτίνεθ και τον Γκρέιαμ Ρόμπερτς που πλακώνονταν. Οι Λονδρέζοι κατεβαίνουν ψυχολογικά πιο προετοιμασμένοι για τη ρεβάνς, η οποία δεν ήταν όμως πολυ διαφορετική. Η Μπαρτσελόνα κερδίζει 1-0 και προκρίνεται για τον τελικό που γίνεται στο Καμπ Νου, σε ατμόσφαιρα που όλοι φανταζόμαστε. Αντίπαλος η Σταντάρ Λιέγης, η οποία προηγείται στο 8΄. Το πιο πολύ ξύλο το τρώει ο Σίμον Ταχαμάτα, o κοντούλης, εύθραυστος και μαλλιάς (ξεκίνησε την καριέρα του στην πιο μαλλιαρή ομάδα του πλανήτη, την TSV Theole) αριστερός εξτρέμ της Σταντάρ. Θύτης του ο θρύλος της Μπαρτσελόνα Μιγκέλι ή «Ταρζάν». Ο ίδιος ο Ταρζάν θα κάνει ένα επιθετικό φάουλ στο γκολ της ισοφάρισης ενώ το 2-1 για την Μπάρτσα θα το κάνει ο Κίνι, με φάουλ που χτυπήθηκε ενώ οι Βέλγοι ακόμη έφτιαχναν το τείχος: δεν θα προλάβει να το δείξει ούτε η τηλεόραση.

migueli maradona

Ο Μιγκέλι με ένα φίλο του

Οι Βέλγοι έχουν τρομερά παράπονα απο τον διαιτητή αλλά κι οι Καταλανοί επιδίδονται σε φεστιβάλ σκληρών φάουλ, τσαμπουκάδων και, μετά το 2-1, ψευτοτραυματισμών και καθυστερήσεων. Ειδική μνεία στον Καράσκο, που στο 89΄σφαδάζει στο κόρνερ μετά από ένα σπρώξιμο του Βάλτερ Μέεϋς, ο οποίος αποβάλλεται.

Η κορύφωση θα έρθει μερικούς μήνες μετά, στο Σούπερ Καπ με αντίπαλο την Άστον Βίλα, τη νικήτρια-έκπληξη του Πρωταθλητριών το 1982. Στον πρώτο αγώνα η Μπαρτσελόνα, χωρίς τον Μαραντόνα που είχε μόλις διαγνωστεί με ηπατίτιδα, κέρδισε 1-0. Η ρεβάνς στο Μπέρμιγχαμ στις 26 Ιανουαρίου 1983. Στο προηγούμενο ματς μεταξύ των δυο ομάδων, πέντε χρόνια πριν, οι Άγγλοι είχαν χειροκροτήσει θερμά τον Γιόχαν Κρόιφ, που χόρεψε στο ταλαιπωρημένο χορτάρι του Βίλα Παρκ, για τελευταία φορά στην Αγγλία. Το 1983 η ατμόσφαιρα είναι εντελώς διαφορετική: είπαμε, οι εποχές Μίχελς-Κρόιφ τελειώσανε, κύριοι, τελειώσανε!

Τρία φάουλ στα πρώτα τριάντα δευτερόλεπτα, δέκα κίτρινες και τρεις κόκκινες κάρτες (δυο στη Μπαρτσελόνα, μία στην Άστον Βίλα), οι οποίες, όπως παραδέχτηκε κι ο ίδιος ο διαιτητής, ήταν πολύ λιγότερες από όσες έπρεπε να δοθούν, αλύπητο ξύλο κι η Μπαρτσελόνα να παίζει σφιχτή άμυνα με χέρια και με πόδια. Ο Γκάρι Σο θα κάνει το 1-0 λίγο πριν το τέλος του β΄ ημιχρόνου: αποφασιστική η συμβολή του Πίτερ Γουίδ που εξουδετερώνει τον ανίκητο ως τότε Μιγκέλι με μια αγκωνιά στο πρόσωπο. Ο Ταρζάν δεν καταλαβαίνει από τέτοια –στο παρελθόν, είχε παίξει ένα ματς με σπασμένη κλείδα– και συνεχίζει κανονικά με αιματοβαμμένη την κίτρινη φανέλα του, ένα μαντίλι στα χέρια για να σκουπίζει κάπου κάπου τα αίματα και φανερή διάθεση για εκδίκηση.

Η καλύτερη ίσως στιγμή της βραδιάς ήταν στη παράταση, στη φάση που ο τερματοφύλακας της Μπάρτσα Ουρούτι σηκώνει στον αέρα τον Γκόρντον Κάουανς που μόλις έκανε το 2-0 και την ανοησία να τρέξει να μαζέψει την μπάλα από τα δίχτυα. Θα ακολουθήσει εύλογος τσαμπουκάς με ευρεία συμμετοχή αλλά καμία κάρτα. Και στη συνέχεια, πολλές κλωτσιές. Στους πανηγυρισμούς για το 3-0, θα αποβληθεί κι ο Μάρκος Αλόνσο –θα τα βάλει με τον επόπτη και θα φτύσει έναν από αυτούς που πανηγύριζαν.

Η Άστον Βίλα κερδίζει ένα Σούπερ Καπ που δεν κυνήγησε ιδιαίτερα –πιο πολύ την ενδιέφερε ο προημιτελικός του ΟΥΕΦΑ κόντρα στη Γιουβέντους, στον οποίο πήγε αποδεκατισμένη. Η Μπαρτσελόνα όμως είχε πιο σοβαρά προβλήματα. Αξιωματούχοι της ΟΥΕΦΑ μιλούσαν για νύχτα τρόμου και σκαναδαλισμένες ευρωπαϊκές εφημερίδες ζητούσαν αποκλεισμό της από τα ευρωπαϊκά κύπελλα, ακόμη και την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Τελικά, οι Χασάπηδες την γλίτωσαν με βαρύ πρόστιμο, ενώ τέσσερις από αυτούς τιμωρήθηκαν με βάση τα βίντεο του αγώνα. Ανάμεσά τους, βέβαια, ο Ουρούτι. Η Ισπανική Ομοσπονδία από τη μεριά της θα αποφασίσει να αντιμετωπίσει το εμφανές πρόβλημα της βίας ανακοινώνοντας αυστηρά μέτρα ενάντια στο ντόπινγκ –ναι, τότε ξεκίνησε αυτό το κουτσομπολιό–, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα, όπως είδαμε και στην αρχή. Την ίδια στιγμή, ο Γιόχαν Κρόιφ είναι στο Άμστερνταμ. Ετοιμάζεται να κερδίσει το προτελευταίο πρωτάθλημα της ζωής του ως ποδοσφαιριστής. Οι φίλοι της Μπαρτσελόνα θα περιμένουν υπομονετικά πέντε ακόμη χρόνια μέχρι να γυρίσει, προπονητής πια. Η συνέχεια γνωστή.

Το Παράπονο του Μαδριλένου

  [Καθόλου σχόλια]

Όχι δεν είμαι εγώ ο Μαδριλένος. Εγώ είμαι με τους άλλους, της Βαρκελώνης, αλλά επειδή βρέθηκα στη Μαδρίτη για άσχετους λόγους, είπα να γράψω για τον καημό των Μαδριλένων για όσα συμβαίνουν στην άσπρη πλευρά της Μαδρίτης.

Οι τελευταίες δηλώσεις του Κριστιάνο απλώς έκαναν τον «είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα» οργανισμό της Ρεάλ Μαδρίτης ακόμα πιο ασθενή. Ήταν το τελευταίο επεισόδιο σε μια σειρά που πρωταγωνιστές δεν είναι μόνο οι παίχτες, οι προπονητές και οι οπαδοί, αλλά όλος ο κόσμος γύρω από τη Ρεάλ. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με μια σειρά, κυρίως ιεραρχική.

florentino dimisión

Στην εντός έδρας ήττα από την Ατλέτικο οι οπαδοί ήξεραν ποιον να στοχοποιήσουν. «Φλορεντίνο Διμισιόν» φώναζαν και μάλιστα τόσο δυνατά που κανείς δεν μπορούσε να πει ότι δεν τους άκουσε ή ότι ήταν μια «φασαριόζικη μειοψηφία». Το χειρότερο για τον «Μίδα» είναι ότι το κατάλαβε και το πιο πειθήνιο σε αυτόν κομμάτι, οι αθλητικές εφημερίδες της Μαδρίτης.

Οι αθλητικές εφημερίδες στην Ισπανία γενικά στηρίζουν τις διοικήσεις των ομάδων μέχρι θανάτου. Όμως στη Μαδρίτη δεν μπορούν πια να παίζουν το κορόιδο. Η αφορμή είναι οι αποδοκιμασίες στον Πέρεθ, αλλά τα αίτια είναι η κακή πορεία και εικόνα της ομάδας, ειδικά όταν οι αντίπαλοι πετάνε.

marca clásico

Το παράπονο ξεκινάει από τις επιλογές της διοίκησης. Μετά το προηγούμενο κλάσικο που η Ρεάλ Μαδρίτης έχασε 0-4 μέσα στο Μπερναμπέου άρχισαν τα πρώτα παράπονα στην (τρομακτικά προεδρική) Μάρκα. Έγραφαν οι συντάκτες ότι δεν είναι μόνο η Ρεάλ Μαδρίτης σύλλογος με προβλήματα, όλοι έχουν:

«Δείτε για παράδειγμα τη Μπαρσελόνα: η εφορία κυνηγάει 3 παίχτες αστέρια της ομάδας (Μέσι, Νεϋμάρ, Μαστσεράνο), το σκάνδαλο της μεταγραφής του Νεϋμάρ ανάγκασε σε παραίτηση έναν πρόεδρο και οδήγησε σε έκτακτες εκλογές με πολύ μεγάλη πόλωση, η ασθένεια και ο θάνατος του Βιλανόβα, οι αποτυχημένες μεταγραφές και η παραίτηση Θουμπιθαρέτα, τα προβλήματα της διοίκησης με τη δικαιοσύνη. Όμως πέρα από όλα αυτά, η ομάδα κάνει τη δουλειά της, έχει το παιχνίδι της και αγωνιστικά όχι μόνο συνεχίζει, αλλά προοδεύει. Στη Μαδρίτη έχουμε πάρει 3 προπονητές που κύριο χαρακτηριστικό είχαν ότι του ενός το παιχνίδι δεν είχε καμία σχέση με του προηγούμενου. Αλλάζουμε σχεδόν κάθε χρονιά έναν κομβικό παίχτη για να πάρουμε κάποιο νέο διαμάντι. Μέχρι να φτιαχτεί η ομάδα, το πρωτάθλημα έχει ήδη χαθεί».

Το γεγονός ότι η διοίκηση Πέρεθ δεν ακολουθεί ποδοσφαιρική λογική δε θα ήταν τόσο πρόβλημα αν η ομάδα κατακτούσε τίτλους. Όμως οι μονάδες της Μαδρίτης έρχονται συνήθως δεύτερες πίσω από το σύνολο της Μπαρσελόνα και όσο κλείνουν οι διαφορές στους πρωτεύοντες τίτλους (πρωταθλήματα, Τσάμπιονς Λιγκ) το πρόβλημα γιγαντώνεται. Στους δευτερεύοντες η Μπάρσα είναι ήδη αρκετά μπροστά, αλλά δεν ενδιαφέρει. Η Ρεάλ Μαδρίτης ως οργανισμός δεν αντέχει να έρχεται δεύτερη.

Το παράπονο συνεχίζεται με τη διοικητική αλαζονεία. Ο Πέρεθ έχει φροντίσει εδώ και μερικά χρόνια να αλλάξει το καταστατικό για τις εκλογές του συλλόγου, όπως και τα κριτήρια για τους υποψηφίους και τα μέλη. Το κυριότερο είναι ότι για να μπορέσει κάποιος να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία του συλλόγου θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 20 συνεχόμενα χρόνια μέλος. Όπως έγραψε η (πιο ακραία) Ας: «Ούτε ο Σαντιάγο Μπερναμπέου δεν πληρούσε τα κριτήρια». Ένας όμιλος οπαδών κατέθεσε προσφυγή κατά του καταστατικού, αλλά έχασε την υπόθεση. Πλέον, οι εφημερίδες της Μαδρίτης χαρακτηρίζουν τη διοίκηση «Φλορεντινάτο», που δεν είναι τόσο ευφάνταστο όσο το «Ντεμοτεχνείο», αλλά δείχνει το τι συμβαίνει.

as clásico

Εδώ και καιρό οι οπαδοί δείχνουν ως κύριο υπαίτιο τον Πέρεθ για τα δεινά της ομάδας. Η επιλογή Ζιντάν ήταν υψηλού ρίσκου και ήταν αναμενόμενο να λειτουργήσει ως ασπίδα προς τη διοίκηση, αλλά κράτησε λίγο. Η ομάδα είναι άνω-κάτω με τον Κριστιάνο να κάνει δηλώσεις κατά των συμπαιχτών του και να μπαίνει με τη σειρά του στο μάτι του κόσμου. Το ρόστερ είναι κακοφτιαγμένο και η ομάδα δεν αποδίδει. Η επιλογή να φύγει ο Αντσελότι ακόμα δεν έχει χωνευτεί. Η ομάδα είναι πρακτικά εκτός τίτλων, με μοναδικό όνειρο την ονθέσιμα (ενδέκατο), που παραμένει για να σιγοκαίει τη φλόγα. Ο μαδριλένικος τύπος προτείνει εκλογές. Πάντα κατ’ αναλογία του τι έκανε η Μπαρσελόνα μετά το θρυλικό πια περυσινό παιχνίδι στο Ανοέτα κόντρα στη Ρεάλ Σοθιεδάδ, που άλλαξε τη χρονιά στη Βαρκελώνη. Όμως οι εκλογές θα γίνουν, αν γίνουν, με τα κριτήρια του «Φλορεντινάτου».

Το ότι η Ρεάλ Μαδρίτης είναι συνεχώς πρωταθλήτρια στα κέρδη δε λέει κάτι στους οπαδούς. Θέλουν τίτλους, ειδικά οι συγκεκριμένοι. Ο σύλλογος έχει μότο το «Οι τίτλοι μας κάνουν ευγενείς». Ο Πέρεθ θα έπρεπε να ξέρει ότι στον αθλητισμό είναι οι επιτυχίες που εγγυώνται μελλοντικά κέρδη. Ο ίδιος εφαρμόζει το «ό,τι πληρώνεις παίρνεις». Την ίδια ώρα στη Βαρκελώνη τυπώνουν αυτά τα μπλουζάκια:

barca

Μετάφραση από τα Καταλανικά: «Το ποδόσφαιρο σου επιστρέφει ό,τι του δίνεις. Η δόξα είναι δική μας».