Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ισπανικό πρωτάθλημα'

Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

  [2 Σχόλια]

Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένα παιδί από την Μπαδαλόνα. Όπως τα περισσότερα παιδιά στην Καταλωνία παράλληλα με το σχολείο του έπαιζε από χόμπι ποδόσφαιρο. Επειδή ήταν λίγο καλύτερος από το μέσο όρο, χωρίς να είναι κάτι το σπουδαίο, και καθώς του άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο, άρχισε να ανεβαίνει σιγά-σιγά τις κατηγορίες. Πήγε από την ομάδα της γειτονιάς, σε εκείνη της περιοχής και άρχισε να παίζει στα τοπικά πρωταθλήματα. Μια κανονική ζωή ερασιτέχνη παίχτη, που παράλληλα σπούδαζε Μηχανολόγος Μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πομπέου Φάμπρα στη Βαρκελώνη.

To πάθος του για τη μπάλα δεν έσβησε και συνέχισε να παίζει ακόμα και ως βετεράνος. Μέλος του συλλόγου Λιουρέδα δε Μπαδαλόνα, αγωνιζόταν κανονικά στη Λα Λίγα των βετεράνων. Στις 26 Απριλίου του 2014 η Λιουρέδα αντιμετώπιζε την Έκουα Καλέλια. Το ματς ήταν αρκετά νευρικό, με πολλά σκληρά μαρκαρίσματα, βρισίδια και πλακώματα. Κάποια στιγμή ένας παίχτης της Καλέλια το παράκανε, ακόμα και για παιχνίδι βετεράνων, και αποβλήθηκε. Όπως πήγαινε προς τα αποδυτήρια ξαφνικά του γύρισε το μάτι και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Πήρε φόρα, σήκωσε το μποτάκι και το έφερε στη μέση του Ραούλ Σάντσεθ. Αυτός έπεσε κάτω, μην μπορώντας να κινηθεί. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου διεγνώσθη μετατόπιση των σπονδύλων C3 και C4. Ο Ραούλ θα έμενε για όλη την υπόλοιπη ζωή του παραπληγικός, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο δράστης συνελήφθη.

Η Λιουρέδα υπερασπιζόμενη τον παίχτη της ζήτησε αποβολή της Έκουα Καλέλια από κάθε διοργάνωση. Από μόνη της η Καλέλια διέγραψε άμεσα το δράστη από το ρόστερ της και του απαγόρευσε δια βίου την είσοδο στο γήπεδό της. Η ομοσπονδία αποφάσισε ότι η Καλέλια δεν ευθύνεται για το δράστη και δεν την τιμώρησε, όμως ο σύλλογος από μόνος του αποσύρθηκε από το υπόλοιπο του συγκεκριμένου πρωταθλήματος.

Από την πλευρά του ο Ραούλ είδε τη ζωή του να αλλάζει σε μια στιγμή και το χειρότερο να του στερεί για πάντα την κίνησή του και εκείνο που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, το ποδόσφαιρο. Πήρε το χρόνο του, το σκέφτηκε, και είπε κάπου «Όχι ρε κερατά (αυτολεξεί μετάφραση του καμπρόν), εγώ θα συνεχίσω, αλλά από άλλο πόστο». Ο Ραούλ άφησε τη δουλειά του ως σχεδιαστής μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικής παραγωγής και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην ενημέρωση του κόσμου για τη βία στο ποδόσφαιρο. Πήγε στο δήμο της Μπαδαλόνα και της Βαρκελώνης, στην τοπική κυβέρνηση του Ζενεραλιτάτ και σε κανάλια και στούντιο της Καταλωνίας με μοναδικό σκοπό την ενημέρωση και την εκπαίδευση του κόσμου ώστε να μάθει ν’ αντιμετωπίζει το άθλημα αλλιώς.

Ο Ραούλ πάει σε σχολεία, σε ακαδημίες ποδοσφαίρου, σε ομάδες γειτονιάς, παντού για να πει την ιστορία του. Σε κάποια τέτοια ομιλία τον συνάντησε ο Γκιγιέρμο Κρούθ, σκηνοθέτης του Ινστιτούτου Γκούτμαν. Εκεί του πρότεινε να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Ο Ραούλ Σάντσεθ δέχθηκε αμέσως. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί για πρώτη φορά στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βαρκελώνης τον Οκτώβρη και έχει τίτλο «26 Απριλίου, Παίξε το ξανά». Στην παραγωγή συμμετείχαν επίσημα το Αθλητικό Ινστιτούτο Βαρκελώνης, το Υπουργείο Αθλητισμού της τοπικής κυβέρνησης και η Καταλανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.

Ο Ραούλ Σάντσεθ δηλώνει ότι «όλος ο κόσμος με βοηθάει, θέλω να βοηθήσω και εγώ με τη σειρά μου. Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά και σ’όλο τον κόσμο σ’ αυτή τη χώρα να σκέφτεται αλλιώς. Να αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό αλλιώς». Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένας σπουδαίος υπηρέτης του αθλήματος. Ένας άνθρωπος που ακόμα και η αναπηρία του δεν του στέρησε τη διάθεση να γίνει κοινωνός του αθλήματος. Προσπαθεί να αλλάξει τα μυαλά του κόσμου, όπως εκείνου που τον άφησε ανάπηρο και τρία χρόνια μετά δεν του έχει ζητήσει ακόμα συγγνώμη.

Ποδοσφαιρικές Ακαδημίες Γονέων

  [5 Σχόλια]

Ιανουάριος 2017, Κανάρια Νησιά. Μάρτιος 2017, Μαγιόρκα. Απρίλιος 2017, Ριόχα. Όχι, δεν είναι τα μέρη και τα ματς όπου κρίθηκε το φετινό πρωτάθλημα στην Ισπανία, αλλά οι περιπτώσεις πλακώματος γονέων στις κερκίδες παιχνιδιών παιδικών πρωταθλημάτων. Για ένα μαρκάρισμα, για ένα χτύπημα, για ένα κλέψιμο στον αγωνιστικό χώρο ή επειδή παρεξηγήθηκαν εντελώς μεταξύ τους, άρχισαν να πλακώνονται στις κερκίδες.

Οι Ισπανοί δημοσιογράφοι, βέβαια, δεν παρουσίασαν τις ειδήσεις με τίτλους όπως «ΣΟΚ!», «Πρωτοφανές!», «Δεν έχει ξαναματαγίνει!». Το πιο ακραίο ήταν το «Μνημειώδης καβγάς μεταξύ γονέων» για τη Μαγιόρκα, όπου η αλήθεια είναι ότι το ξύλο έφτασε σε επίπεδα ελληνικού γηπέδου. Η απάντηση του οποιοδήποτε προπονητή ακαδημιών ή μικρών κατηγοριών στο «Ποιό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τα παιδιά που θέλουν να γίνουν ποδοσφαιριστές» είναι «Οι γονείς τους» στο 125% των περιπτώσεων.

                                                        Από τα Κανάρια

Οι γονείς που θεωρούν ότι τα παιδιά τους είναι οι επόμενοι Κασίγιας, Πικέ, Ράμος, Τσάμπι Αλόνσο, Τσάβι, Ινιέστα, Κόκε, Γκριζμάν, Μέσι, Ρονάλντο κτλ. (το περιορίζω στην Ισπανία). Που υστεριάζουν, που βλέπουν κυκλώματα, που βγάζουν όλα τα κόμπλεξ και τα απωθημένα στα παιδιά τους ή/και στα παιδιά των άλλων. Αυτά είναι τα γνωστά, που συμβαίνουν παντού στον πλανήτη και σε όλα τα σπορ. Η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται είναι αυτή που διακρίνει τα μέρη που νοιάζονται το άθλημα από τα πάρκινγκ παιδιών.

Έχουμε ξαναπεί στο παρελθόν, με παράδειγμα από την Ανδαλουσία, ότι οι Ισπανοί θεωρούν τις ποδοσφαιρικές ακαδημίες πρωτίστως ως εκπαιδευτήρια. Σημείωση, όλα τα πρωταθλήματα στις ηλικίες κάτω των 17 είναι αρμοδιότητα των τοπικών ομοσπονδιών και όχι τις εθνικής ομοσπονδίας (της αντίστοιχης ΕΠΟ). Έτσι, χωρίς να καθυστερήσουν πήραν διάφορα μέτρα, άλλα σε τοπικό επίπεδο και άλλα σε εθνικό, για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.

Μετά το επεισόδιο στη Μαγιόρκα ο Οργανισμός κατά της Βίας σταμάτησε να θεωρεί το θέμα των γονέων δευτερεύον θέμα. Τα Κανάρια δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό, έτσι έβγαλαν ένα κείμενο με οδηγίες που το μοίρασαν σε όλη τη χώρα. Εκεί ενδεικτικά αναφέρονται πράγματα όπως:

«Η βία, τουλάχιστον στην Ισπανία, έχει τις ρίζες της σε μια πολύ κακή πολιτική εκπαίδευσης στο ποδόσφαιρο βάσης, που εμμονικά εμφυσεί αξίες όπως ο ανταγωνισμός και η σκληρή αντιπαλότητα στις κατηγορίες που παιδικού ποδοσφαίρου».

«Οι συγκρούσεις μεταξύ γονέων, με τα τελευταία περιστατικά στα Κανάρια και τη Μαγιόρκα να είναι εξαιρετικά βίαια, δείχνουν ότι υπάρχει μια επικίνδυνη μεταφορά του θυμού από τους γονείς στα παιδιά που παρεμποδίζει την οποιαδήποτε προσπάθεια ομαλοποίησης της αθλητικής συμπεριφοράς».

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συγκρούσεις ανάμεσα σε γονείς εντυπώνονται ως τραύματα στα παιδιά και δυστυχώς δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ούτε κοινωνική, ούτε ομοσπονδιακή για αυτού του τύπου τη βία. Δεν υπάρχουν γνωστά βραχυπρόθεσμα μέτρα. Μόνο μια εντατική εκπαίδευση των γονέων, δρομολογημένη ώστε να απαλείψει την μεταφορά των προσδοκιών στα παιδιά τους, αντικαθιστώντας τη διάθεση για παιχνίδι με τον ανταγωνισμό, μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Για άμεσα αποτελέσματα, τα μόνα εφικτά μέτρα είναι τα διοικητικής και ποινικής φύσεως, ενάντια σε όσους ταλαιπωρούν με τη βία τους το ποδόσφαιρο των παιδιών».

Όπως βλέπετε οι άνθρωποι ούτε πετάνε στα σύννεφα, ούτε άρχισαν να μιλάνε για επιτροπές που θα ξεριζώσουν τη βία. Η ανάλυση είναι ρεαλιστική και οι οδηγίες σαφείς. Δε γίνεται να αλλάξεις τη νοοτροπία των γονέων άμεσα. Μόνο τιμωρητικά μπορείς να αντιδράσεις. Οφείλεις να εκπαιδεύεις τόσο τα παιδιά, όσο και τους γονείς. Όχι στη νοοτροπία της νίκης πάνω από όλα. Αυτό μεταφέρθηκε στις τοπικές ομοσπονδίες ως κείμενο αρχών. Κάποιες από αυτές, κυρίως οι πιο μεγάλες της Μαδρίτης, της Καταλωνίας και της Ανδαλουσίας το εμπλούτισαν κιόλας.

Ανδαλουσία. Μαμάδες εν δράσει.

Οι βασικοί άξονες που υιοθέτησαν όλοι είναι:

  • Ο αποκλεισμός των γονέων από το γήπεδο σε περίπτωση που αρχίζουν να τσακώνονται. Παράλληλα και το παιδί θα τιμωρείται με αποκλεισμό από την ομάδα για κάποιο χρονικό διάστημα (εδώ να πούμε πως η ομοσπονδία αναγνωρίζει ότι χρησιμοποιεί τα παιδιά για να συνετίσει τους μεγάλους. Παραδέχεται επίσης ότι το πρόβλημα είναι τόσο μεγάλο που δεν υπάρχει άλλη άμεση λύση).
  • Σε περίπτωση που κάποιος γονιός αρχίζει να δίνει οδηγίες από την εξέδρα στο παιδί του, να του φωνάζει για το πώς παίζει ή αν κάνει παρατηρήσεις στον προπονητή της ομάδας ή τον διαιτητή, θα απομακρύνεται άμεσα από το γήπεδο και το παιδί θα γίνεται αλλαγή. Στην Καταλωνία και τη Μαδρίτη έχουν δώσει και σαφείς οδηγίες στους διαιτητές, ή όπου δεν υπάρχουν στους προπονητές, να σταματάνε τα παιχνίδια μέχρι να γίνει η απομάκρυνση.
  • «Αυτοδιαιτησία». Στις ηλικίες κάτω των 13 ετών προτείνεται η υιοθέτηση του Ολλανδικού μοντέλου της μη ύπαρξης διαιτητή, ώστε τα παιδιά να μάθουν να εφαρμόζουν τους κανόνες του παιχνιδιού χωρίς πίεση. Αυτό προϋποθέτει το 4ο σημείο.
  • Ενημέρωση και μαθήματα σε γονείς και παιδιά, τόσο για τους κανόνες του παιχνιδιού, όσο και για το σκοπό που βρίσκονται σε κάποιο σύλλογο. Το μέτρο αυτό ήδη εφαρμόζεται αρκετά χρόνια στην Καταλωνία, ενώ η Μαδρίτη και η Ανδαλουσία το υιοθέτησαν πέρυσι. Σε περίπτωση παρεκτροπής των γονιών ο σύλλογος για να ξαναδεχθεί το παιδί απαιτεί προσκόμιση εγγράφου ότι οι γονείς απευθύνθηκαν σε ψυχολογική υποστήριξη. Σημείωση: οι μεγάλοι σύλλογοι την παρέχουν οι ίδιοι.
  • Τέλος, όλες οι ποινές έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα. Επανάληψη απαράδεκτης συμπεριφοράς θα σημαίνει αποκλεισμό τόσο των γονέων, όσο και του παιδιού από το σύλλογο. Συζητείται ακόμα και η αφαίρεση βαθμών, αλλά εδώ δεν έχουν καταλήξει ακόμα.

Μπόνους από Ανδόρα. Παιχνίδι νέων που πλακώνονται οι ίδιοι με τους γονείς στις εξέδρες.

Σε πρακτικό επίπεδο, ειδικά στην περίπτωση της Μαγιόρκα όπου ήταν η πιο ακραία, ο ένας από τους δύο συλλόγους αποφάσισε από μόνος του να αναστείλει τη λειτουργία του για αυτή τη σεζόν. Θεώρησε ντροπή να έχει γίνει τέτοιο περιστατικό και να κυκλοφορούν τόσα βίντεο με τα έμβλημά του σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο άλλος απέκλεισε παιδιά και γονείς που ενεπλάκησαν. Δεν κάθισαν όμως με σταυρωμένα χέρια. Κάνουν σεμινάρια, ενημερώνουν παιδιά και γονείς, άλλαξαν πολιτική για τις κερκίδες (πχ. κάποιοι σύλλογοι απαγορεύουν την είσοδο σε συγγενείς πέραν των γονιών ή των αδελφών). Και σε κάθε περίπτωση, από το δεύτερο μόλις περιστατικό κινητοποιήθηκαν τοπικές και εθνικές ομοσπονδίες, ο οργανισμός κατά της Βίας και όλο το κράτος για να μην το αφήσουν να διογκωθεί.

Οι 10 εντολές σε έναν πάγκο στη Σαλαμάνκα, μεταξύ τους: «μη φωνάζετε στο διαιτητή» και «είναι απλά ένα παιχνίδι»

Η γιαγιά της Μπέτις

  [3 Σχόλια]

Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι αρκετά σπάνιο. Οι γυναίκες δεν πατάνε εύκολα στα γήπεδα (όχι ότι έχουν άδικο) και όσες το κάνουν συνήθως είναι για λόγους οικογενειακής αποκατάστασης και να παίξουν στα ελληνικά αθλητικά πόρταλς με τίτλους «έβαλε φωτιά η Σούζι Τσούζι στις εξέδρες του Αγρινίου», «μοίρασε πόνο η Φωφώκα στους θεατές στο Ηράκλειο» και άλλα τέτοια. Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά, όπως η κυρία Χάιδω στο Καυτανζόγλειο. Στην Ισπανία αντίθετα, τα γήπεδα (ειδικά τα επαρχιακά) είναι γεμάτα γυναίκες. Μερικές όμως ξεχωρίζουν. Μια τέτοια είναι η Κονσεπσιόν (τα «σ» με «θ») Αντράντε, η περίφημη γιαγιά της Μπέτις, η ντόνα Κόντσα.

Η Κόντσα πέρασε μια ζωή στο γήπεδο της ομάδας, όχι απλά βλέποντας, αλλά συμμετέχοντας με φωνές από το καρεκλάκι της. Ζητώντας με τη χαρακτηριστική φωνή της πέναλτι, φάουλ, αποβολές, χειροκροτώντας και ζώντας με αγωνία. Η Κόντσα πήγαινε με το λεωφορείο στο γήπεδο, μαζί με την πιτσιρικαρία, σαν ένας οποιοσδήποτε οπαδός, τραγουδώντας μαζί με τους νεαρούς τα συνθήματα της ομάδας. Πολλές φορές ξέφευγε, θυμίζοντας τις επικές κυρίες (και ένα από τα αγαπημένα μου βίντεο στην ιστορία του Σομπρέρο) στα κάγκελα του γηπέδου της Μπάνφιλντ. Οι ατάκες της, αλλά και οι βρισιές της φλογερής Ανδαλουσιανής γιαγιάς πέρασαν στην ιστορία με αποκορύφωμα τα «μαρικόν» προς τον καημένο τον Βαλντάνο, μια που η Κόντσα ήταν λίγα μέτρα πιο πίσω από τον πάγκο των φιλοξενούμενων.

Το συγκινητικό βιντεάκι, ακόμα κι αν δεν ξέρεις γρι ισπανικά

Η γιαγιά της Μπέτις είχε πρωταγωνιστήσει μέχρι και σε διαφημιστικά σποτάκια του συλλόγου, όταν η Μπέτις το 2005 κέρδισε την έξοδό της στο Τσάμπιονς Λιγκ και έκανε σχετική καμπάνια. Επισκέφτηκε μαζί με άλλους «μπέτικος» το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Λονδίνο και όταν δεν βρήκαν κάποιο έργο τέχνης της Μπέτις αναρωτήθηκαν τι σόι μουσείο είναι. Ο Ισπανός τραγουδιστής Χοσέ Μανουέλ Σότο ρώτησε τον κρυόκωλο Άγγλο «Εδώ έχετε πολλή τέχνη, αλλά δεν έχει αυθεντική τέχνη. Έχετε τα βασικά κινήματα ευρωπαϊκής τέχνης, αλλά πού είναι η Μπέτις;«, για να αναλάβει η γιαγιά Κόντσα το κράξιμο, με τη φοβερή λεπτομέρεια να φοράει vintage φανέλα Ρόμπερτ Γιάρνι. Πρωταγωνίστησε και σε δεύτερο παρόμοιο σποτάκι.

Τα τελευταία χρόνια η γιαγιά Κονσεπσιόν ζούσε σε οίκο ευγηρίας που κατά σύμπτωση (ή μήπως όχι) ήταν πολύ κοντά στο γήπεδο. Οι εμφανίσεις της σιγά σιγά άρχισαν να μειώνονται λόγω της υγείας της και η Μπέτις φρόντισε να την τιμήσει με μια επίσκεψη και δώρο μια φανέλα με το όνομά της. Στο παρελθόν άλλωστε είχε τιμηθεί κι από άλλους, όπως τον γνήσιο Μπέτικο, το παιδί της πόλης, τον μεγάλο Χοακίν.

Η Κόντσα και ο Χοακίν, λες και είναι γιαγιά και εγγονός

Η γιαγιά Κόντσα πέθανε πριν λίγες μέρες στα 92 της, εκεί στον οίκο ευγηρίας λίγο πιο δίπλα από το πραγματικό της σπίτι, το Εστάδιο Μπενίτο Βιαγιαμαρίν. Η είδηση έπαιξε σε όλα τα μέσα και φυσικά η μνήμη της τιμήθηκε από τη Ρεάλ Μπέτις. Το πιο σημαντικό ίσως όμως, ήταν ότι ακόμα και η μισητή Σεβίλλη φρόντισε να κάνει δημοσίευση τιμώντας ένα πρόσωπο συνδεδέμενο με το ποδόσφαιρο της πόλης, αλλά και γενικά μια μορφή από τις τελευταίες ενός ποδοσφαίρου που χάνεται σιγά σιγά.

Λιονέλ Μέσσι: Το τελευταίο μεγάλο κλασικό 10αρι

  [2 Σχόλια]

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, το ποδόσφαιρο εξελίχθηκε, έγινε πιο γρήγορο, πιο πειθαρχημένο, πιο απαιτητικό και πιο «physical» (που λένε και στο καφενείο του χωριού μου), οι στιγμές που ένας παίκτης έχει χρόνο και άνεση να πατήσει τη μπάλα κοντά στο κέντρο και να ψάξει την καλύτερη δυνατή λύση μειώθηκαν αισθητά και κάπως έτσι τα κλασικά 10αρια ένα-ένα άρχισαν είτε να μεταλλάσσονται (μετακινούμενα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του καθενός, λίγο πιο πίσω στο χώρο του κέντρου ή στις πτέρυγες), είτε να αποχωρούν, πάντα βέβαια με το γνώριμο χαλαρό και ελαφρώς υπεροπτικό στυλάκι τους.

«To παιχνίδι γίνεται πολύ πιο γρήγορο, δυνατό και τακτικό. Με τα δικά μου προσόντα το να επιβιώσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αρκετά δύσκολο» είχε παραδεχτεί λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από τα γήπεδα ο Χουάν Κάρλος Βαλερόν, ένα από τα αγαπημένα 10αρια της προηγούμενης δεκαετίας, και μαζί του λογικά θα συμφωνούσε και ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, πιθανόν το τελευταίο μεγάλο 10αρι της εποχής που συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά του ρόλου, θετικά και αρνητικά.

Σε ένα ποδόσφαιρο που η φυσική κατάσταση και η ταχυδύναμη είναι το παν και που κάθε παίκτης οφείλει να συνεισφέρει στο αμυντικό κομμάτι, δεν υπάρχει πλέον χώρος για «τεμπέληδες» μεσοεπιθετικούς, που με την άμυνα έχουν την ίδια σχέση που έχει ο Ζλάταν με τη μετριοφροσύνη. Ή τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι κάπου στις αρχές του 2015, όταν ο Λιονέλ Μέσσι αποφάσισε να αφήσει την κορυφή της επίθεσης και τα τρικ με τα «ψεύτικα εννιάρια» και να γίνει αυτό που λέει ο αριθμός της φανέλας του. Και όπως ακριβώς είχε σχολιάσει πριν χρόνια ένας Άγγλος σπίκερ σε κάποιο από τα σλάλομ του ανάμεσα σε τρεις και τέσσερις αντιπάλους σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα, «ο Μέσσι φτιάχνει χώρο εκεί που δεν υπάρχει χώρος».

Κάπως έτσι, και ουσιαστικά από το πουθενά, το συνεχώς εξελισσόμενο ποδόσφαιρο έκανε μια μεγάλη εξαίρεση και αναγκαστικά βρήκε χώρο για ένα 10αρι παλιάς κοπής, ένα 10αρι που έχει όλα τα στοιχεία που αγαπήσαμε και μάλιστα στον πιο μεγάλο βαθμό. Τρομερή ικανότητα διαβάσματος μιας φάσης, ποδοσφαιρική ευφυΐα, φαντασία, τεχνική, κάθετη πάσα, μεγάλη πάσα, γενικότερα πάσα όλων των ειδών, ντρίπλα, εξαιρετικά στημένα και, σαν ποιοτικό εξτραδάκι, εντυπωσιακή άνεση στο σκοράρισμα.

Φυσικά πολλά από αυτά τα στοιχεία τα έχουν κι άλλοι μεσοεπιθετικοί της εποχής (με εξέχοντα τον Μεσούτ Οζίλ), κάποιοι εκ των οποίων αν έπαιζαν πριν 20 χρόνια το πιθανότερο είναι να γινόταν κλασικά 10αρια. Η μεγάλη διαφορά όμως εντοπίζεται σε δυο σημεία: (σχεδόν) κανείς τους δεν έχει απόλυτη ελευθερία στην επίθεση και την πολυτέλεια να παραβλέπει εντελώς την άμυνα, αφού είναι ενταγμένοι αρμονικά στο σύστημα της ομάδας, και κανείς δεν τα έχει όλα αυτά, στο βαθμό που τα έχει ο Αργεντινός.

Στο περσινό 0-2 της Μπάρτσα μέσα στην έδρα της Άρσεναλ ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης μετά τον αγώνα ήταν τα χιλιόμετρα του Μέσσι. Ο Αργεντινός είχε τρέξει αισθητά λιγότερο απ’όλους τους συμπαίκτες του. (Μικρή λεπτομέρεια: Ήταν ο παίκτης που καθάρισε το ματς με δυο γκολ). Εκείνο το παιχνίδι δεν ήταν κάποια εξαίρεση. Για την ακρίβεια, έχουν υπάρξει παιχνίδια που έχει τρέξει λιγότερο απ’όλους όσους βρίσκονται στο χορτάρι. Τα παιχνίδια του Μέσσι τα 2-3 τελευταία χρόνια είναι ένας συνδυασμός περπατήματος και παρατήρησης του αγώνα που διακόπτεται μόνο όταν η ομάδα κερδίζει την κατοχή και ο ίδιος κρίνει ότι χρειάζεται να ανεβάσει ρυθμό. Προφανώς και ο Αργεντινός δεν το κάνει από τεμπελιά. Το κάνει γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έχει δυνάμεις στις στιγμές που η ομάδα θα τον χρειαστεί περισσότερο. Το θέμα βέβαια είναι ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή άλλος παίκτης τέτοιου επιπέδου στο σύγχρονο ποδόσφαιρο που να έχει αυτή την πολυτέλεια. Ο Μέσσι μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει στο χόρτο γιατί απλά είναι ο Μέσσι.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο δεύτερο σημείο. Ο Μέσσι έχει κερδίσει αυτό το άτυπο δικαίωμα να μη μαρκάρει, με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας, γιατί πολύ απλά όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, κάπου ανάμεσα στη μεγάλη περιοχή και το κέντρο, οι ικανότητες του είναι πολύ μεγαλύτερες από οποιουδήποτε άλλου στον πλανήτη αυτή τη στιγμή. Κι αυτό δεν χρειαζόταν να το περιγράψει πρόσφατα ο Χόρχε Σαμπαόλι με την επική ατάκα «Το να συγκρίνεις τον Μέσσι με οποιονδήποτε άλλον είναι σαν να συγκρίνεις έναν απλά καλό αστυνομικό με τον Μπάτμαν» για να το αντιληφθούμε.

Ένας από τους ανώνυμους, ερασιτέχνες λάτρεις της στατιστικής πήρε τα δεδομένα των 8 τελευταίων σεζόν των 5 μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων και έκανε κάποιες συγκρίσεις, εστιάζοντας στους παίκτες που σκόραραν τουλάχιστον 10 γκολ σε μια σεζόν. Στη συνέχεια έκανε σύγκριση μεταξύ αυτών σε τρεις βασικούς τομείς: στο σκοράρισμα, στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες μπαλιές, έναν τομέα που επέλεξε γιατί στατιστικά είναι η ασίστ με τις περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει σε γκολ. Το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο τόσο προβεβλημένος Μέσσι ίσως είναι λίγο υποτιμημένος. Με πολύ απλά λόγια: Κάνει τόσα πράγματα, τόσο καλά και τόσο συχνά που καταλήγουν να φαίνονται συνηθισμένα ενώ δεν είναι.

Ο «μέσος Μέσσι» (δηλαδή ο μ.ο. των επιδόσεων του τα τελευταία 8 χρόνια) δεν είναι απλά καλύτερος από τον «μέσο καλό μεσοεπιθετικό» (δηλαδή από τον μ.ο. των επιδόσεων όλων των τοπ παικτών που συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα). Ο Μέσσι σε μια μέτρια σεζόν του είναι καλύτερος από το 98% των «καλύτερων» της Ευρώπης και στο σκοράρισμα, και στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες πάσες! Ακούγεται αδιανόητο αλλά δεν είναι. «Παρ’όλο που είναι πιθανό να μην είναι άνθρωπος, είναι καλό το ότι ο ίδιος πιστεύει πως είναι» που είχε πει και ο Χαβιέρ Μαστσεράνο πριν μερικά χρόνια.

Με τον τρόπο που εξελίσσεται το ποδόσφαιρο φαίνεται αρκετά δύσκολο στα επόμενα χρόνια να βρεθεί (πάντα μιλώντας για το υψηλότερο δυνατό επίπεδο) κάποιος παίκτης τόσο καλός που να του επιτραπεί τέτοια ελευθερία κινήσεων, απλά και μόνο γιατί όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, ακόμα κι όταν βρίσκεται λίγα μέτρα μπροστά από το κέντρο, μπορεί να καθορίσει ένα ματς με μια ενέργεια. Κάποιος ρεαλιστής βέβαια, μπορεί να προσθέσει πως όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η παραγωγικότητα του Αργεντινού επιθετικά, το γεγονός ότι δεν συνεισφέρει αμυντικά όπως παλιά (τότε που οι Καταλανοί χρησιμοποιούσαν τον περίφημο «κανόνα των 3 δευτερολέπτων») πιθανόν επηρεάζει αρκετά την γενικότερη αποτελεσματικότητα της Μπαρτσελόνα.

Για κάποιον όμως που αδιαφορεί για τα αποτελέσματα που θα φέρει η Μπάρτσα, το παιχνίδι του Μέσσι είναι μια οπτική απόλαυση, ακόμα και τα τελευταία χρόνια στα οποία το σώμα του φαίνεται να τον προδίδει συχνά-πυκνά. Για κάποιον ειδικά που μεγάλωσε με την εικόνα του χαλαρού 10αριου, που σουλατσάρει στο χόρτο με ένα ελάχιστο ύφος υπεροψίας, περιμένοντας την ιδανική στιγμή που θα ζητήσει τη μπάλα και θα δημιουργήσει κάτι επικίνδυνο για τον αντίπαλο με μια έμπνευση, ο Μέσσι των τελευταίων ετών, που το πεδίο δράσης του ξεκινάει πολύ πιο κοντά στο κέντρο σε σχέση με παλιότερα, είναι κάτι σαν φαντασίωση, μια εξαίρεση που επιβιώνει στο σύγχρονο ποδόσφαιρο γιατί απλά «ξέρει πολλή μπάλα» κι αυτή είναι μια ατάκα που μοιάζει (και είναι) καφενειακή αλλά κατά βάθος είναι ολότελα ρομαντική.

Σε μια πολύ ανταγωνιστική εποχή, που το να είσαι μια μείξη ποδοσφαιριστή και υπεραθλητή είναι αρκετά συνηθισμένο και επιθυμητό, το να πρωταγωνιστεί κάποιος που σε μεγάλο βαθμό πλέον λειτουργεί με τους ιδιαίτερους ρυθμούς ενός 10αριου παλιάς κοπής, απλά και μόνο λόγω ταλέντου και ποδοσφαιρικής ευφυίας, είναι λόγος συγκρατημένης αισιοδοξίας για το μέλλον του παιχνιδιού, που βαθιά μέσα στον πυρήνα του, πίσω από όλο το μάρκετινγκ, τα μίνιμαλ σήματα, τα σόσιαλ μίντια και τα προπονητικά τιμ με τους εξειδικευμένους επιστήμονες, παραμένει «μπαλίτσα».

Αυτός ο κάποιος ήταν κάποτε ένας ταλαντούχος πιτσιρικάς που ξεκίνησε από τα άκρα της επίθεσης, έγινε «ψεύτικο εννιάρι» σκοράροντας ακατάπαυστα και τελικά όταν οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, σιγά-σιγά κατέληξε στη θέση που του δίνει απόλυτη ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει, τη θέση που ταιριάζει με το βαρύ νούμερο στη φανέλα του. Ένα νούμερο που του είχε μεταβιβάσει, καθόλου τυχαία, ένα εξίσου σπουδαίο 10αρι.

Όπως αποκάλυψε ο Μέσσι, λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από το Καμπ Νου ο Ροναλντίνιο, έπιασε τον Αργεντινό και του είπε ότι αυτός και μόνο αυτός πρέπει να είναι ο επόμενος κάτοχος της φανέλας με το 10. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, ο Ρόνι είχε καταλάβει τις δυνατότητες του Μέσσι από την πρώτη, κυριολεκτικά, μέρα. Και αυτό δεν επιβεβαιώνεται μόνο από τον Τζιοβάνι φαν Μπρόνκχορστ ή την περίφημη δήλωση του μετά την κατάκτηση της Χρυσής Μπάλας («Αυτό το βραβείο λέει ότι είμαι ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο αλλά δεν είμαι ο καλύτερος ούτε καν μέσα στη Μπάρτσα»). Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης που έκανε ο, έφηβος τότε, Αργεντινός με την πρώτη ομάδα, ο Βραζιλιάνος πήρε τηλέφωνο την καλή του φίλη και δημοσιογράφο Κριστίνα Κουμπέρο και της είπε «Σήμερα έκανα προπόνηση με κάποιον που θα γίνει καλύτερος από μένα»! Όπως ακριβώς όλοι μας όταν ανακαλύπτουμε κάτι αξιοθαύμαστο θέλουμε να το μοιραστούμε με όλους, έτσι κι ο Ροναλντίνιο δεν έμεινε στη φίλη του. Πριν λίγο καιρό ο Κόμπι Μπράιαντ αποκάλυψε πως όταν η Μπάρτσα πήγε για φιλικά στο Λος Άντζελες, ο Ρόνι του σύστησε τον Μέσσι με την ατάκα «Κόμπι, να σου γνωρίσω τον τύπο που θα γίνει ο καλύτερος παίκτης όλων των εποχών». Ο τύπος αυτός ήταν τότε 17 χρονών.

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έγραψε κάποτε «Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αυτό που θα δουν, όχι αυτό που έχουν δει», μια πρόταση που πάντα μου ακουγόταν πολύ όμορφη για να κοσμήσει ένα βιβλίο αλλά χωρίς καμία λογική υπόσταση. Κι όμως, με κάποιον μαγικό τρόπο, σαν αυτούς που έβρισκε στις καλές του μέρες στον αγωνιστικό χώρο για να μας διασκεδάζει, ο Ροναλντίνιο είχε δει την πορεία του Μέσσι πριν απ’όλους.

Ο άνθρωπος που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα (αφού πρώτα σώθηκε από μια τραγωδία)

  [6 Σχόλια]

kubala

To μεσημέρι της 17ης Μαΐου του 2002 η Μπαρτσελόνα παρουσίαζε στους δημοσιογράφους τον Λούις Φαν Χαάλ, που επέστρεφε στον πάγκο της ομάδας δυο μόλις χρόνια αφότου τον είχε αφήσει. Στο τέλος της παρουσίασης ο πρόεδρος της ομάδας Ζοάν Γκασπάρ ανακοίνωσε στους παρευρισκόμενους τα άσχημα νέα και ζήτησε να τηρηθεί ενός λεπτού σιγή: Ο Λάζλο Κουμπάλα είχε αφήσει την τελευταία του πνοή λίγη ώρα πριν.

Ο Κουμπάλα είχε εισαχθεί τον Φλεβάρη εκείνης της χρονιάς σε μια κλινική της Βαρκελώνης με ανεπάρκεια ασβεστίου στο αίμα. Τρεις μήνες κράτησε η μάχη που έδωσε με την ασθένεια του. Τελικά έφυγε από τη ζωή μερικές μέρες πριν κλείσει τα 75 του. Στο σαλόνι του σπιτιού του υπήρχαν όλα τα μετάλλια και τα τρόπαια που κατέκτησε φορώντας τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, παρ’ όλα αυτά τα μεγαλύτερα κατορθώματα του δεν χωράνε σε καμία τροπαιοθήκη. Το 1999, τη χρονιά που η Μπάρτσα συμπλήρωνε 100 χρόνια ζωής, σε ένα γκάλοπ μεταξύ των οπαδών της, ο Κουμπάλα ψηφίστηκε «ο καλύτερος παίκτης που έχει φορέσει ποτέ τη φανέλα της ομάδας» και δεν χρειάζεται να είναι κανένας μεγάλος γνώστης του ποδοσφαίρου για να αντιληφθεί για πόσο σπουδαία διάκριση μιλάμε.

Ο, γεννημένος στη Βουδαπέστη, Κουμπάλα έφτασε στη Βαρκελώνη το 1950 και φόρεσε τα μπλαουγκράνα για μια ολόκληρη δεκαετία, κατά την οποία κέρδισε σχεδόν τα πάντα, καθοδηγώντας την ομάδα μαεστρικά και σκοράροντας ασταμάτητα. Η αγωνιστική υπεροχή του ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη και η προσωπικότητα του τόσο έντονη που όλοι όσοι έζησαν εκείνη τη Μπαρτσελόνα συμφωνούν πως αυτός ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους που η ομάδα άλλαξε επίπεδο. Και αυτό δεν έγινε μόνο στα λόγια.

Ο ταλαντούχος και επιδειξίας Κουμπάλα ήταν το επίκεντρο της προσοχής και τα κατορθώματα του εντός και εκτός γηπέδων συζητιόταν σε όλη τη χώρα. Κάπως έτσι το παλιό γήπεδο της Μπάρτσα, το Λες Κορτς, σύντομα αποδείχτηκε πολύ μικρό για να χωρέσει τους ανθρώπους που ήθελαν να απολαύσουν τον Κουμπάλα και την ομάδα του. Όσοι δεν κατάφερναν να βρουν εισιτήριο για κάποιο από τα εντός έδρας παιχνίδια των Καταλανών έκαναν βόλτες γύρω από το γήπεδο με ένα ραδιοφωνάκι στο χέρι, σε μια προσπάθεια να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται στις παραστάσεις του Ούγγρου. Βλέποντας όλη αυτή την απήχηση η διοίκηση της ομάδας επιτάχυνε τις διαδικασίες ανέγερσης νέου γηπέδου και κάπως έτσι οι ‘μπλαουγκράνα’ μετακόμισαν το 1957 στο τεράστιο Καμπ Νου.

kubala4

Η λατρεία του κόσμου για τον Κουμπάλα συνεχίστηκε και στο νέο γήπεδο και ο Ισπανός πλέον (αφού σύντομα απέκτησε την υπηκοότητα και έγινε ο πρώτος παίκτης που παίζει για 3 διαφορετικές εθνικές, έχοντας φορέσει προηγουμένως και τη φανέλα της Τσεχοσλοβακίας) επιθετικός σπάνια τον άφηνε παραπονεμένο. Σε ένα παιχνίδι πρωταθλήματος με τη Σεβίλλη η Μπάρτσα βρέθηκε νωρίς πίσω στο σκορ με 3-0. Την ώρα που όλοι οι συμπαίκτες του έδειχναν να τα έχουν χαμένα ο Κουμπάλα πήρε τη μπάλα από τα δίχτυα μετά το τρίτο γκολ και την κουβάλησε μέχρι τη σέντρα. Όταν έφτασε εκεί, την άφησε κάτω και έχοντας πλέον την προσοχή όλων, με αργές και ψύχραιμες κινήσεις μάζεψε ψηλά τα μανίκια της φανέλας του. Όλοι στο γήπεδο πήραν το μήνυμα. Είχε φτάσει η ώρα της απάντησης. Η Μπαρτσελόνα γύρισε τελικά το παιχνίδι και η φράση «τώρα μαζεύω τα μανίκια μου», συνώνυμη του «τα πράγματα σοβάρεψαν», έγινε μόδα στη Βαρκελώνη τα επόμενα χρόνια.

Ο Κουμπάλα δεν περιόριζε πάντως τις παραστάσεις του εντός αγωνιστικού χώρου. Τη δεκαετία εκείνη κάμποσοι ιδιωτικοί ντετέκτιβ ζούσαν κυριολεκτικά χάρη σε εκείνον, καθώς η διοίκηση προσπαθούσε να είναι ενήμερη ανά πάσα στιγμή για τα αμέτρητα νυχτοπερπατήματα του. Ο Ούγγρος αγαπούσε τη νύχτα, το αλκοόλ και τα πάρτι σε τέτοιο βαθμό που αρκετές φορές χρειαζόταν ειδικά μασάζ, κρύα ντουζ και καφέδες με αλάτι για να μπορέσει να συνέλθει πριν από τα παιχνίδια ή έστω να φτάσει σε μια ανεκτή κατάσταση νηφαλιότητας . Παρά τις αμέτρητες παρατηρήσεις που δεχόταν για τον τρόπο ζωής του, ο ίδιος αντιμετώπιζε το θέμα με ένα μείγμα χαλαρότητας και υπεροψίας, φτάνοντας στο σημείο να κλείνει συμφωνίες με τον προπονητή του μετά από ξενύχτια και πριν από φιλικά: «Αν σκοράρω δυο φορές, θα με αφήσεις να πάω σπίτι».

Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν θα είχε συμβεί αν μια μέρα, μερικά χρόνια πριν από την εποχή της αποθέωσης στη Βαρκελώνη, ο Κουμπάλα δεν άλλαζε τελευταία στιγμή την απόφαση του να μπει σε ένα αεροπλάνο. Στις αρχές του 1949 ο Λάζλο Κουμπάλα εγκατέλειπε τη χώρα του στην καρότσα ενός φορτηγού, ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή μακριά από την κομμουνιστική Ουγγαρία. Ο δρόμος τον έβγαλε στην Ιταλία, όπου για αρκετό καιρό έμεινε σε ένα καμπ προσφύγων. Η μικρούλα Προ Πάτρια, με έδρα τη Λομβαρδία, ήταν η μόνη που δέχτηκε να τον εντάξει στο δυναμικό της. καθώς η ΦΙΦΑ του είχε επιβάλλει τιμωρία ενός έτους μετά από καταγγελία της Ουγγρικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, η οποία τον κατηγορούσε για αθέτηση του συμβολαίου που είχε με την Ουγγρική Βάσας, λιποταξία και έξοδο από τη χώρα χωρίς άδεια.

Στην πρώτη προπόνηση του με την Προ Πάτρια ο πρόεδρος της ομάδας τον προκάλεσε να κάνει 400 τσαλιμάκια, βάζοντας ως έπαθλο το ρολόι του. «Πίστευε ότι είναι αδύνατον, οπότε κι εγώ ξεκίνησα, αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί, μερικές συνεχόμενες κεφαλιές, 398, 399, 400, κανένα πρόβλημα. Για παν ενδεχόμενο στο τέλος έκανα και ένα γύρο του γηπέδου με τη μπάλα στον αέρα. Είχε μείνει έκπληκτος. Το ίδιο όμως κι εγώ. Ήταν ένα πραγματικά ωραίο ρολόι!» θυμόταν αρκετά χρόνια μετά ο Κουμπάλα.

kubala2

Η παρουσία του Ούγγρου στο ιταλικό ποδόσφαιρο δεν πέρασε απαρατήρητη και λίγους μήνες μετά αρκετές μεγάλες ομάδες ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωση του. Κορυφαία όλων η Τορίνο, που εκείνα τα χρόνια κυριαρχούσε εντός συνόρων και αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή παικτών της εθνικής Ιταλίας. Οι άνθρωποι της προσέγγισαν τον Κουμπάλα και γρήγορα συμφώνησαν μαζί του. Το μόνο που έμενε ήταν να διευθετηθεί το πρόβλημα με την τιμωρία του.

Στις αρχές Μαΐου του 1949 η Μπενφίκα κάλεσε την Τορίνο στη Λισαβόνα για ένα φιλικό προς τιμήν του αρχηγού της, Φρανσίσκο Φερέιρα. Ήταν μια ιδανική ευκαιρία για τον Κουμπάλα να αγωνιστεί με τη νέα του ομάδα και να πάρει παιχνίδια στα πόδια του. Μερικές μόλις ώρες πριν την αναχώρηση όμως τα σχέδια του Ούγγρου άλλαξαν. Ο μικρός του γιος, που είχε καταφθάσει στην Ιταλία μαζί με τη μητέρα του λίγες μόλις μέρες πριν, αρρώστησε και ο Κουμπάλα δίχως να το σκεφτεί πολύ ακύρωσε τη συμμετοχή του στο φιλικό, επιλέγοντας να κάτσει μαζί του. Η Τορίνο ταξίδεψε στην Πορτογαλία χωρίς αυτόν αλλά με όλα τα υπόλοιπα αστέρια της. Εκεί ηττήθηκε με 4-3 αλλά αυτό είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο έμεινε στην ιστορία εκείνο το ταξίδι.

basilica-di-superga

Κατά την επιστροφή στην Ιταλία, στις 4 Μαΐου, το αεροπλάνο που μετέφερε την αποστολή προσέκρουσε στο λόφο Σουπέργκα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι 31 επιβάτες του. Η Τορίνο έχασε μέσα σε μια στιγμή την καλύτερη φουρνιά παικτών της ιστορίας της και η εθνική Ιταλίας τους περισσότερους διεθνείς της. Δυο μέρες αργότερα η Ιταλική ομοσπονδία ανακήρυξε την (πρωτοπόρο σε εκείνο το σημείο, με 4 βαθμούς διαφορά από τη δεύτερη Ίντερ) Τορίνο πρωταθλήτρια, παρ’ότι υπήρχαν ακόμα 4 παιχνίδια, στα οποία οι αντίπαλοι της αγωνίστηκαν με τη δεύτερη ομάδα τους.

Ο Λάζλο Κουμπάλα δεν φόρεσε ποτέ τελικά τη φανέλα της Ιταλικής ομάδας. Η απόφαση του να μην ανέβει σε εκείνο το αεροπλάνο όχι μόνο έσωσε τη δικιά του ζωή αλλά βοήθησε σε μεγάλο βαθμό να αλλάξει και η ιστορία μιας από τις μεγαλύτερες ομάδες σήμερα του πλανήτη. Το 2012, δεκατρία χρόνια μετά την ανακήρυξη του ως «ο καλύτερος παίκτης που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μπάρτσα», τρία χρόνια μετά τη μέρα που ένα άγαλμα του τοποθετήθηκε έξω από το Καμπ Νου και λίγους μήνες αφότου ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα δήλωσε στην 10η επέτειο του θανάτου του «ήταν αυτός που έκανε το Λες Κορτς τόσο μικρό για τους φιλάθλους μας», κυκλοφόρησε στην Ισπανία η βιογραφία του. Ο τίτλος της; «Ο ήρωας που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα».

kubala3

Το δέντρο της ζωής

  [Καθόλου σχόλια]

Κάθε καλή ιστορία αποτυχημένου ποδοσφαιριστή, που τελικά έγινε κάτι άλλο στη ζωή του, τελειώνει με έναν τραυματισμό που του έκοψε την καριέρα. Ο αριστεροπόδαρος Χόρχε Σαμπάολι δεν έγινε σπουδαίος χαφ, καθώς μόλις στα 19 του εγκατέλειψε το ποδόσφαιρο μετά από ένα διπλό κάταγμα κνήμης-περόνης στα ερασιτεχνικά της Αργεντινής και ενώ πέρασε από τις ακαδημίες της Νιούελ΄ς. Η προπονητική του καριέρα θα μπορούσε να είναι εξίσου αποτυχημένη, καθώς ήταν part-time προπονητής στην ομάδα της κωμόπολής του, την Αλούμνι ντε Κασίλδα. Στην ερώτηση «ποιος είναι ο καραφλός (ναι ήταν από τότε) στον πάγκο που περπατάει πάνω κάτω (σαν τον Μπιέλσα) και φωνάζει;», η απάντηση θα μπορούσε να είναι «δεν τον ξέρεις, είναι από το χωριό».

Τη δουλειά την ανέλαβε από σπόντα. Η Αλούμνι είχε χάσει εντός στον πρώτο τελικό του τοπικού κι ο προπονητής θα απουσίαζε στη ρεβάνς λόγω οικογενειακών προβλημάτων. Οι άνθρωποι του συλλόγου αποτάνθηκαν στον Σαμπάολι, αυτός έκανε προετοιμασία μιας εβδομάδας και πήγε με την ομάδα στο γειτονικό χωριό όπου οι κάτοικοι είχαν ήδη ψήσει 60 γουρούνια για να γιορτάσουν τον τίτλο που θα έπαιρναν ακόμα και με Χ. Ο Σαμπάολι στο πρώτο ματς της καριέρας του πήρε το 0-1, οι ομάδες έπαιξαν τρίτο παιχνίδι, ο Σαμπάολι κέρδισε και πάλι, το τσιμπούσι ματαιώθηκε, ο κόουτς πήρε τον πρώτο του τίτλο και μονιμοποιήθηκε.

Παρά τα όνειρά του για προπονητική καριέρα, δύσκολα θα τα κατάφερνε ξεκινώντας από τόσο χαμηλά και χωρίς σπουδαία καριέρα ως παίκτης. Γι’ αυτό είχε και κανονική εργασία, ταμίας στην τοπική τράπεζα (με συνολικά τρεις υπαλλήλους). Μια που δεν είχε και πολλή δουλειά το κατάστημα, οι φίλοι του τον θυμούνται να είναι όλη μέρα στα τηλέφωνα και να αναλύει «μπαλίτσα», συστήματα, προπονήσεις. Δεν ήταν όμως ένας ξερόλας του καφενείου. Ο Σαμπάολι έπαιρνε το αυτοκίνητο και πήγαινε μέχρι το Ροσάριο, παρακολουθούσε προπονήσεις, αγώνες, μιλούσε με προπονητές και παίκτες. Έκανε τζόκινγκ ακούγοντας στο γουόκμαν συνεντεύξεις τύπου του Μπιέλσα (!). Πριν από το προπονητικό του ντεμπούτο στον… τελικό των 60 γουρουνιών, πήρε μια βδομάδα άδεια από την τράπεζα για να προετοιμάσει την ομάδα του. Ήταν όμως ένα τυχαίο γεγονός που έπαιξε μεγάλο ρόλο στην μετέπειτα πορεία του.

Γυαλί ηλίου, κοντομάνικο και καράφλα από τότε, εντολές από το δέντρο

Το 1995 σε έναν αγώνα τοπικού, ο φωνακλάς Σαμπάολι δεν σταματούσε να γκρινιάζει στον διαιτητή. Ο κόραξ άντεξε μόλις 25′ και τον απέβαλε. Ο Σαμπάολι δεν μπορούσε να αφήσει ολόκληρη Αλούμνι ντε Κασίλδα μόνη της (το ματς ήταν κρίσιμο). Βγήκε εκτός γηπέδου, βρήκε ένα ψηλό δέντρο, σκαρφάλωσε και φορώντας γυαλί ηλίου συνέχισε να φωνάζει και να δίνει εντολές στους συγχωριανούς του. Δυστυχώς το ματς χάθηκε, αλλά η φωτογραφία του μπήκε στην τοπική εφημερίδα, μαζί με άρθρο που έλεγε για το πάθος ενός ανθρώπου που είδε τα όνειρά του να παίξει ποδόσφαιρο να καταστρέφονται και πλέον τα δίνει όλα στην προπονητική. Την εφημερίδα την είδε ο πρόεδρος της Νιούελ’ς Εντουάρντο Λόπες που τον θυμόταν και αποφάσισε να τον εμπιστευτεί σε μια θυγατρική του συλλόγου (ομάδα που είχε παίξει μπάλα κάποτε ο Μπιέλσα), με αποτέλεσμα το όνομα του Σαμπάολι να μαθευτεί αρκετά στη Ν. Αμερική.

Παρά το γεγονός ότι το όνομα Σαμπάολι ακούστηκε, η καριέρα του δεν εκτοξεύτηκε κι ο ίδιος συνέχισε σε ομάδες χαμηλού επιπέδου (μέχρι τη Γ’ εθνική έφτασε), αλλά πάντα με αποτελέσματα και με απόλυτο επαγγελματισμό. Μάζευε τους καλύτερους παίκτες από την περιοχή, έβαζε σε ερασιτέχνες παίκτες-μαθητές διπλές προπονήσεις («όποιος θέλει να διαβάσει, δεν κάνει για ποδόσφαιρο«), κοιτούσε τη φυσική κατάσταση και έκανε πολλή τακτική. Με πίεση ψηλά, με τρεις επιθετικούς (σε ένα αγαπημένο 3-3-1-3), γνωρίζοντας όλους τους αντιπάλους παίκτες του τοπικού της Κασίλδα και πώς να τους αντιμετωπίσει. Όταν ο πρόεδρος της Χουάν Άουριτς από το Περού ταξίδεψε για να βρει παίκτες στις μικρές κατηγορίες της Αργεντινής, ένας μάνατζερ πρότεινε και τον Σαμπάολι για κόουτς. Ήταν η πρώτη επαγγελματική ομάδα στην καριέρα του το 2002 και μάλιστα σε χώρα του εξωτερικού με έναν μισθό που έφτανε οριακά τα 1000 δολάρια.

Από τα χρόνια στο Περού, σαν αδύνατος Μπομπ Χόσκινς

Η συνέχεια όμως δεν ήταν ονειρική. Μετά από 8 ματς με μόλις μία νίκη και την Άουριτς στον πάτο της βαθμολογίας, ο πρόεδρος παραιτήθηκε και μαζί του κι ο Σαμπάολι που επέστρεψε στο «χωριό» του, φτάνοντας και πάλι στο σημείο μηδέν και χωρίς διέξοδο. Ευτυχώς όμως, μετά από κάποιους μήνες ήρθε πρόταση από την Σπορτ Μπόιζ και ο Σαμπάολι γύρισε στο Περού, σε μια ομάδα χωρίς λεφτά, όντας ο χειρότερα αμειβόμενος προπονητής του πρωταθλήματος. Λέγεται ότι έβγαζε 500 δολάρια τον μήνα, τόσα λίγα που δεν μπορούσε καν να έχει δωμάτιο σε ξενοδοχείο με δική του τουαλέτα. Ούτε λόγος φυσικά για να στηρίξει την οικογένειά του πίσω στην Αργεντινή. Ο Σαμπάολι πέρασε αρκετό καιρό νοικιάζοντας ένα μικρό δωμάτιο στο ίδιο κτίριο που στεγαζόταν η Πυροσβεστική. Οι σειρήνες ηχούσαν κι ο Σαμπάολι τα έλεγε με τους πυροσβέστες για μπάλα και φωτιές.

Τα πήγε καλά πάντως, κάνοντας σπουδαίες πορείες σε μικρές ομάδες και στη συνέχεια πέρασε και από Χιλή και Εκουαδόρ. Το 2011 ήταν μάλλον η χρονιά του, καθώς ανέλαβε την Ουνιβερσιδάδ ντε Τσίλε, κέρδισε τρία πρωταθλήματα και το Σουνταμερικάνα και έτσι όταν το είδωλό του, ο Μπιέλσα, αποχώρησε από την εθνική Χιλής, ο Σαμπάολι θεωρήθηκε ιδανικός διάδοχος. Μια τετραετία με ποσοστό νικών κοντά στο 63% και το πρώτο Κόπα Αμέρικα στην ιστορία της Χιλής, η σύνδεση του ονόματός του με τον Μπιέλσα και οι επιτυχίες στις ομάδες του, έκαναν πλέον τον Σαμπάολι διάσημο. Από την συγκατοίκηση με τους πυροσβέστες, υποψήφιος για καλύτερος προπονητής του κόσμου το 2015, δίπλα σε Γκουαρδιόλα και Λουίς Ενρίκε.

Να, ντύθηκα επίσημα για τις κάμερες…

Η αποκλειστική κάτοχος του Γιουρόπα Λιγκ Σεβίλλη πήρε το ρίσκο και τον έφερε στην Ευρώπη. Μια μεταβατική σεζόν με αλλαγές, η ανάγκη του Έμερι για κάτι διαφορετικό, ίσως ακόμα και η βαρεμάρα από το να κάνεις κάθε χρόνο τα ίδια. Ο τελειομανής Σαμπάολι με τα κοντά μανίκια, τα τατουάζ, το νευρικό βάδισμα και το πάθος για την μπάλα είναι διαφορετική συνταγή. Το 6-4 της πρώτης αγωνιστικής με την Εσπανιόλ ήταν ένα δείγμα ότι η Σεβίλλη δεν θα έχει σχέση με τα όσα ξέραμε. Περισσότερα γκολ, διαφορετική προσέγγιση, εξαιρετική πορεία στο πρωτάθλημα, μέχρι στιγμής όλα πάνε καλά.

Ο Σαμπάολι δεν θα σκεφτεί σε καμία περίπτωση την «εύκολη λύση» ενός ακόμα Γιουρόπα και θα κυνηγήσει την πρόκριση στην επόμενη φάση του Τσάμπιονς Λιγκ. Άλλωστε, με όσα έχει περάσει στη ζωή του, πλέον όλα αυτά του φαίνονται εύκολα. Κρατάει πάντα έναν στίχο από μία από τις πιο αγαπημένες του μπάντες, τους Καγιεχέρος, που λέει «να θυμάσαι πάντα από πού ξεκίνησες γιατί μπορεί να γυρίσεις εκεί». Αν όλα έρθουν ανάποδα, το δέντρο που τον έκανε γνωστό τον περιμένει πίσω στην πατρίδα…

Η μέρα που ο Αραγονές κέρδισε τη Ρεάλ με ένα μπουκάλι κόκα κόλα

  [Καθόλου σχόλια]

27 Ιουνίου 1992, γήπεδο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, τελικός Κυπέλλου Ισπανίας μεταξύ Ρεάλ και Ατλέτικο, ώρα 20.40. Στα αποδυτήρια της Ατλέτικο επικρατεί ησυχία καθώς οι παίκτες παρακολουθούν με προσοχή τις τελευταίες οδηγίες που τους δίνει ο Λουίς Αραγονές, που εκτός από προπονητής τους είναι και ένας ζωντανός θρύλος της ομάδας, με την οποία μετράει ως εκείνη τη στιγμή 10 τίτλους, είτε ως παίκτης, είτε ως καθοδηγητής από τον πάγκο.

Όταν οι καθιερωμένες οδηγίες τελειώνουν και την ώρα που οι πλέον ανυπόμονοι ετοιμάζονται να πεταχτούν από τη θέση τους για τις τελευταίες ετοιμασίες, ο Αραγονές ξαφνικά αλλάζει ρυθμό και ένταση στην ομιλία του. “Με καταλάβατε; Σίγουρα με καταλάβατε;” Ο Ισπανός τους δείχνει ξανά τον μαυροπίνακα με το σύστημα και την τακτική που θα ακολουθήσουν και με το χέρι τεντωμένο προς αυτόν ανεβάζει κι άλλο τη φωνή του. “Λοιπόν, τα βλέπετε αυτά; Όλα αυτά δεν έχουν σοβαρή αξία. Αυτό που μετράει είναι ότι είστε καλύτεροι. Αυτό που μετράει είναι ότι είστε η Ατλέτικο Μαδρίτης και εκεί έξω υπάρχουν 50.000 που θα πέθαιναν για εσάς. Έτσι πρέπει κι εσείς να πεθάνετε γι’αυτούς, για τη φανέλα, για την τιμή σας. Πρέπει να βγείτε έξω και να πείτε πως σήμερα υπάρχει μόνο ένας νικητής κι αυτός φοράει άσπρα και κόκκινα”.

Οι παίκτες σαστισμένοι δεν μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω του. Αλλά ο Αραγονές δεν έχει φτάσει καν στο σημείο που θέλει. Τα επόμενα λεπτά περνάνε στην ιστορία της ομάδας. Ο 54χρονος, μετέπειτα πρωταθλητής Ευρώπης με την εθνική Ισπανίας, περπατάει νευρικά δεξιά-αριστερά. Ξαφνικά σταματάει, σκύβει και σηκώνει ένα μπουκάλι κόκα κόλα. Τους το δείχνει και το βλέμμα του καρφώνεται ξανά πάνω τους. “Αν δεν κερδίσετε απόψε, θα το βάλω αυτό στον κώλο μου. Αυτή είναι η στιγμή που περιμένατε: Η Ρεάλ Μαδρίτης μέσα στο Μπερναμπέου. Τόσα χρόνια μας το βάζουν αυτοί στον κώλο, τώρα είναι η ευκαιρία να τους το βάλουμε εμείς. Ξεχάστε τα πάντα. Είναι η Ρεάλ Μαδρίτης. Βγείτε εκεί έξω και βάλτε το στον κώλο τους”.

27 Ιουνίου 1992, γήπεδο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, τελικός Κυπέλλου Ισπανίας μεταξύ Ρεάλ και Ατλέτικο, ώρα 21.29. Πριν καν συμπληρωθεί το πρώτο μισάωρο αγώνα η Ατλέτικο είναι μπροστά στο σκορ με 2-0! Στο δεύτερο ημίχρονο ο τερματοφύλακας της θα πιάσει και πέναλτι και έτσι το παιχνίδι θα λήξει με αυτό το σκορ. Η Ατλέτικο στέφεται κυπελλούχος Ισπανίας μέσα στην έδρα της μεγάλης της αντιπάλου. Ο Λουίς Αραγονές είναι εκείνη τη στιγμή ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. “Η Ατλέτικο είναι η ζωή μου” είχε πει σε μια από τις συνεντεύξεις του.

Η παράσταση που έδωσε στα αποδυτήρια δεν ήταν η μόνη έκπληξη που επιφύλασσε στους παίκτες του. Νωρίς το πρωί τη μέρα του τελικού κάποιος κοπανούσε με δύναμη την πόρτα του δωματίου των Φούτρε και Μανόλο. Με την τσίμπλα στο μάτι ο Φούτρε διαπίστωσε πως από πίσω βρισκόταν ο Αραγονές. O “σοφός από την Ορταλέζα”, όπως ήταν το παρατσούκλι του, μπούκαρε στο δωμάτιο, πήρε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα ακριβώς στο κρεβάτι του Φούτρε. “Κοίτα με στα μάτια” του είπε και όταν ο Φούτρε υπάκουσε ένας ακόμα επικός μονόλογος ξεκίνησε. Ξανά με ερώτηση: “Θυμάσαι τότε που ο Μίτσελ, ο Ιέρο και ο Γκορντίγιο ρεζίλεψαν τον Πίθο;”

(Δυο χρόνια πριν, ένα… παρεάκι παικτών της Ρεάλ, με πρωτεργάτες τους Μίτσελ (ναι, ο γνωστός Μίτσελ που κάθισε πρόσφατα στον πάγκο του Ολυμπιακού) και Γκορντίγιο είχαν κοροϊδέψει στο δρόμο τον Πίθο Γκόμεθ, έναν φιλότιμο αλλά ψιλο-άτεχνο μέσο της Ατλέτικο. Η μεταξύ τους κόντρα συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια με προσβολές πριν από ντέρμπι – επιπέδου “μην ανησυχείς για τη γυναίκα σου Πίθο, την προσέχει ο Ρουτζέρι, γι’αυτό δεν παίζει σήμερα” – αλλά και με ένα σοβαρό τραυματισμό του παίκτη της Ατλέτικο από τάκλιν του Μίτσελ, σκηνικό που λίγο έλειψε να οδηγήσει σε σοβαρό επεισόδιο, σε επίπεδο διοικήσεων.)

“Λοιπόν Πάουλο” συνέχισε ο ασταμάτητος Αραγονές, την ώρα που ο Φούτρε προσπαθούσε ακόμα να συνειδητοποιήσει αν ονειρεύεται ή αν πράγματι το ζει αυτό. “Σήμερα είναι η μέρα που θα εκδικηθείτε για τον Πίθο. Αυτοί οι τύποι πρέπει να καταπιούν τις προσβολές που εκστόμισαν στον Πίθο και να θυμούνται αυτή τη μέρα για την υπόλοιπη ζωή τους. Σήμερα είναι η μέρα σας. Σήμερα θα τους ξεφτιλίσετε”. Πριν προλάβει να αρθρώσει κουβέντα ο Φούτρε ο Αραγονές σηκώθηκε, πρόσθεσε ένα “Τώρα μπορείς να συνεχίσεις τον ύπνο σου αλλά να θυμάσαι ότι σήμερα δεν γίνεται να με απογοητεύσετε” και αποχώρησε από το δωμάτιο. “Φυσικά δεν μπόρεσα να κοιμηθώ ξανά μετά απ’αυτό” αποκάλυψε χρόνια μετά ο Φούτρε. “Ο τελικός είχε ξεκινήσει για μένα από τις 9 το πρωί”. Για την ιστορία, ο παίκτης που πέτυχε το δεύτερο γκολ της Ατλέτικο στο 29′ ήταν ο αρχηγός της ομάδας, ο ποδοσφαιριστής με το νούμερο 10 στη φανέλα, ο άνθρωπος που βρισκόταν σε κλίμα τελικού από τις 9 το πρωί, ο Πάουλο Φούτρε.

Ο Λουίς Αραγονές δεν ζει πλέον για να απολαύσει ένα ακόμα παιχνίδι απέναντι στη “μισητή” Ρεάλ αλλά στη θέση του υπάρχει εδώ και μερικά χρόνια ένας τύπος που ζει κάθε ματς με την ίδια ένταση και παρόμοιο πάθος. “Κανένας άλλος προπονητής δεν είχε τέτοια επιρροή στην ομάδα όπως αυτή που έχει ο Σιμεόνε” δήλωσε πριν λίγες μέρες ο Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεθ, ένας 83χρονος παππούς στο πορτοφόλι του οποίου υπάρχει η κάρτα μέλους της Ατλέτικο με τον μαγικό αριθμό “Νο 1”.

Ίσως να μην είναι καθόλου τυχαίο ότι η πρώτη νίκη της Ατλέτικο σε μαδριλένικο ντέρμπι του 21ου αιώνα (και αφού είχαν προηγηθεί 25 παιχνίδια στα οποία οι ‘ροχιμπλάνκος’ κατάφεραν απλά να αποσπάσουν 6 ισοπαλίες) ήρθε με αυτόν στον πάγκο, το 2013. Και όχι σε ένα τυχαίο ντέρμπι. Σε τελικό Κυπέλλου. Μέσα στο Μπερναμπέου! Σίγουρα κάτι θυμίζει όλο αυτό. Αν μετά από χρόνια κάποιος εκ των παικτών αποκαλύψει πως ο ‘Τσόλο’ έκανε κάποια μνημειώδη ομιλία στα αποδυτήρια κρατώντας ένα μπουκάλι κόκα κόλα, μάλλον κανένας δεν θα παραξενευτεί.

Ο Ιρλανδός που έσωσε την Μπαρτσελόνα

  [5 Σχόλια]

1458224832_118107_1458229442_album_grande

Μπλέχτηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σκάνδαλα, έσωσε την Μπαρτσελόνα από τον αφανισμό, οδήγησε την Μπέτις στην κατάκτηση του μοναδικού της πρωταθλήματος, χάρισε στην πατρίδα του τον πρώτο της τίτλο.

Τον έλεγαν και Πάτρικ και Ο΄Κόνελ, πατρίδα του δεν μπορεί παρά να ήταν η Ιρλανδία. Μια Ιρλανδία πάμφτωχη, καθολική, με άσβεστο μίσος για τον Άγγλο δυνάστη. Έτσι, όταν το 1909, ο 22χρονος «Πάντι» άφησε τη Σέλτικ Μπέλφαστ για τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ και τις πέντε λίρες μηνιάτικο που του έταξαν, έγραψε στους γονείς του για να τους ζητήσει συγγνώμη: «Δεν είμαι προδότης. Αγόρασαν τον ποδοσφαιριστή, όχι τις πεποιθήσεις μου. Τους μισώ αλλά λατρεύω τα λεφτά τους».

Το 1914, κι ενώ κορυφώνονται οι αψιμαχίες γύρω από τη νομοθετική πράξη για τη μερική αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας, η ποδοσφαιρική της ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά τον τίτλο στο British Home Championship, το πρωτάθλημα των εθνοτήτων που συγκροτούσαν το Ηνωμένο Βασίλειο. Με σημερινούς όρους, κάτι σαν παγκόσμιο πρωτάθλημα, δηλαδή. Οι Ιρλανδοί παίζουν το τελευταίο τους ματς με τη Σκοτία στο Μπέλφαστ και δεν πρέπει να χάσουν. Παίζουν χωρίς τον καλύτερό τους παίκτη, ο τερματοφύλακάς τους σπάει την κλείδα του και μένουν με δέκα –μην πούμε με εννιά και κάτι, καθώς κι ο αρχηγός Ο΄Κόνελ σπάει το χέρι του αλλά αρνείται να βγει. Στο 70΄ η Σκοτία ανοίγει το σκορ, η υπόθεση μοιάζει χαμένη μέχρι που ο πονεμένος κι ηρωικός Πάντι δίνει την ασίστ και ο συμπαίκτης του Σαμ Γιανγκ ισοφαρίζει. Οι Ιρλανδοί στέφονται πρωταθλητές αφήνοντας πίσω τους Άγγλους, τους οποίους είχαν ήδη διαλύσει 3-0 στο Μίντλεσμπρο.

Το ίδιο καλοκαίρι, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα δώσει χίλιες λίρες για να τον αποκτήσει. Γρήγορα θα γίνει ο πρώτος Ιρλανδός αρχηγός της ομάδας, η οποία, βέβαια, δεν έχει ακόμη την αίγλη που γνωρίζουμε –για την ακρίβεια, τίποτε δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε. Τόσο, που όταν το 1915 η Γιουνάιτεντ κινδυνεύει με υποβιβασμό και παίζει με τη Λίβερπουλ, παίκτες των δυο ομάδων, μαζί με έναν ξέμπαρκο της Σίτι, στήνουν το αγώνα σε μια παμπ. Το 2-0 δίνει 7 προς 1 στους μπουκμέικερς: να μια ευκαιρία να βγει χαρτζιλίκι σε εποχές πολύ δύσκολες. Έχει αρχίσει ο πόλεμος, το πρωτάθλημα θα διακοπεί, οι περισσότεροι παίκτες θα φύγουν στο μέτωπο, μερικοί ίσως δεν ξαναπαίξουν ποτέ ούτε ποδόσφαιρο, ούτε στοίχημα.

PatrickOConnellManUtd1914

Η Λίβερπουλ τρώει ωραιότατα τα δυο γκολ αλλά το στήσιμο είναι τόσο φανερό που οι φίλαθλοι γιουχάρουν και οι παίκτες που δεν είναι στο κόλπο πλακώνονται με αυτούς που είναι. Σε κάποια φάση η Γιουνάιτεντ κερδίζει πέναλτι, και παραδόξως, καθώς δεν το συνηθίζει, αναλαμβάνει να το χτυπήσει ο Πάντι: στέλνει την μπάλα επιδεικτικά κόρνερ. Μετά το ματς θα αποκαλύψει το στήσιμο και θα κατονομάσει οχτώ ενόχους. Ένας από αυτούς θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δυο φορές, δεν θα πάψει να λέει ότι είναι αθώος κι ότι υπήρξε θύμα της εκδίκησης του Ιρλανδού, ένας άλλος θα σκοτωθεί στον πόλεμο, όλοι θα τιμωρηθούν με ισόβιο αποκλεισμό.

Μετά τον πόλεμο, ο Ο΄Κόνελ κι η βαριά φήμη που πια τον συνοδεύει περιπλανιούνται σε διάφορες ερασιτεχνικές ομάδες. Το 1922, κι ενώ στην Ιρλανδία ξεσπάει εμφύλιος, ο Πάντι εξαφανίζεται, αφήνοντας τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους. Σε λίγους μήνες, η ανήσυχη οικογένεια αρχίζει να παίρνει με το ταχυδρομείο μυστηριώδεις φακέλους με ισπανικές πεσέτες. Ο γιος του, Ντάνιελ, θα ξαναβρεί τα ίχνη του το 1955, ρωτώντας παίκτες της Εθνικής Ισπανίας που είχαν έρθει στο Δουβλίνο για φιλικό αν έχουν ακουστά έναν Ο΄Κόνελ –είχαν.

02941ea2-2f86-4c55-88c5-ca23d5f94781-bestSizeAvailable

Η δεύτερη ζωή του Πάντι αρχίζει, λοιπόν, στην Ισπανία, στη Ρασίγκ Σανταντέρ και κατόπιν στην Οβιέδο. Γίνεται προπονητής και μάλιστα πολύ καλός. Οι μέθοδοί του θεωρούνται επαναστατικές –δίδαξε, λέγεται, στους Ισπανούς το τεχνητό οφσάιντ σύμφωνα με τους τότε νέους κανονισμούς. Το 1931 κατεβαίνει στην Ανδαλουσία κι αναλαμβάνει την Μπέτις, την δεύτερη και περιφρονημένη ομάδα της Σεβίλλης. Ο Πάντι, που έχει γίνει πια «Δον Πατρίθιο», συναντά ξανά και τον έρωτα, στο πρόσωπο μιας Ιρλανδής, την οποία και παντρεύεται –το ότι ήταν ήδη παντρεμένος είναι λεπτομέρεια– αγαπιέται με πάθος από τους οπαδούς και τους παίκτες της Μπέτις κι αλλάζει την ιστορία της. Την επόμενη χρονιά την ανεβάζει στην πρώτη κατηγορία και το 1935, πράγμα ανήκουστο, την οδηγεί στο πρώτο και μοναδικό της πρωτάθλημα μπροστά από τη Ρεάλ Μαδρίτης –που τότε λέγεται απλώς Μαδρίτη, καθώς από το 1931 η χώρα είναι αβασίλευτη δημοκρατία. Όπλα της Μπέτις του Ο΄Κόνελ η σφιχτή άμυνα κι η ομαδικότητα. Στο τελευταίο ματς θέλει νίκη. Αντίπαλος η παλιά αγαπημένη Ρασίγκ Σανταντέρ. Ο θρύλος λέει ότι ο Δον Πατρίθιο συνάντησε τους παλιούς του παίκτες και τους είπε, εν ολίγοις, ότι δεν υπάρχει λόγος να παίξουν με πολύ πάθος. Οι της Ρασίγκ απάντησαν πως, ίσα ίσα, ο πρόεδρός τους τούς είχε τάξει πριμ νίκης χίλιες πεσέτες στον καθένα, καθώς ήταν οπαδός της Μαδρίτης. Όπως και να έχει, οι Σεβιλλιάνοι κερδίζουν 5-0.

Κάπου εδώ αρχίζει η επόμενη ζωή του Ιρλανδού. Αναλαμβάνει την Μπαρτσελόνα, την οποία οδηγεί το 1936 στον τελικό του Κυπέλλου. O περιπλανώμενος Ιρλανδός συναντά έναν ακόμη πόλεμο. Το καλοκαίρι του 1936 ξεσπάει ο Ισπανικός Εμφύλιος. Ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα και βουλευτής Τζουζέπ Σουνιόλ δολοφονείται από τους ανθρώπους του Φράνκο. Ο Δον Πατρίθιο βρίσκεται στην Ιρλανδία, αλλά δεν διστάζει να γυρίσει πίσω στην ταραγμένη Βαρκελώνη. Την επόμενη σεζόν η Μπαρτσελόνα κερδίζει τη Μεσογειακή Λίγκα, το πρωτάθλημα που οργάνωσαν οι ομάδες της ελεύθερης ζώνης –οι Καταλανοί ζητούν ακόμη την αναγνώριση του τίτλου από την ισπανική ομοσπονδία. Αντιμετωπίζει όμως ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα. Τον Απρίλιο του 1937, καταφτάνει μια πρόταση από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Ένας παλιός μπασκετμπολίστας της ομάδας, επιχειρηματίας πλέον στο Μεξικό, καλεί την Μπαρτσελόνα για μια σειρά φιλικών αγώνων. Ο Ο΄Κόνελ δέχεται αμέσως. Σε αυτό το ταξίδι βλέπει, όπως κι οι περισσότεροι παίκτες, μια λύση για τη σωτηρία της ομάδας αλλά και για τη δική τους επιβίωση. Αυτός είχε την ιδέα τα λεφτά της αμοιβής (15.000 δολλάρια) να κατατεθούν σε γαλλική τράπεζα ώστε να μην πέσουν ποτέ στα χέρια των ισπανικών αρχών. Κατάφερε να βγάλει από την κόλαση του εμφυλίου ακόμη και τον κηπουρό του γηπέδου, ο οποίος συνόδεψε την ομάδα ως μασέρ –«δεν είναι τίποτα δύσκολο, θα σου δείξω εγώ τι θα κάνεις».

Η τουρνέ στο Μεξικό λίγη σημασία έχει. Μια τοπική εφημερίδα έγραψε: «Ίσως η Μπαρτσελόνα να μην είναι η καλύτερη ισπανική ομάδα, από όσες όμως ομάδες ήρθαν στο Μεξικό είναι εκείνη που κέρδισε τους περισσότερους φίλους. Δεν παίζει μόνο ωραίο ποδόσφαιρο, αλλά έχει και παίκτες που συμπεριφέρονται σαν σωστοί τζέντλεμεν». Μετά το Μεξικό οι Καταλανοί τζέντλεμεν πηγαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο τέλος της τουρνέ, η οποία διήρκεσε όχι τρεις εβδομάδες όπως ήταν προγραμματισμένο αλλά τρεις μήνες, ελάχιστοι θα γυρίσουν πίσω. Οι περισσότεροι θα μείνουν στο Μεξικό, άλλοι θα πάνε στη Γαλλία. Η Μπαρτσελόνα όμως είχε σωθεί και ο προπονητής της θα μείνει στη μνήμη των φίλων της ως ο άνθρωπος που την έσωσε.

Ο Ο΄Κόνελ θα γυρίσει στην πατρίδα του. Μεταπολεμικά θα ξαναδουλέψει προπονητής στην Ισπανία χωρίς ποτέ να γνωρίσει τις επιτυχίες του παρελθόντος. Θα πεθάνει το 1959 στο Λονδίνο και θα θαφτεί ανώνυμος στο καθολικό κοιμητήριο του Κένσαλ Γκριν. Το 2015 η οικογένειά του οργάνωσε μια εκστρατεία ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την κατασκευή τάφου με το όνομά του. Ανάμεσα σε αυτούς που βοήθησαν βρίσκουμε τον Γιόχαν Κρόιφ, τον Μπόμπι Τσάρλτον, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, τον Πάολο Μαλντίνι, τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ, τον Κένι Νταλγκλίς, τον Λούις Φίγκο. Πορτρέτο του βρίσκεται στο Μουσείο της Μπαρτσελόνα και ένα μεγάλο γκράφιτι προς τιμήν του στο Μπέλφαστ. Όπως γράφει πλέον στον τάφο του: «Τον θυμούνται πολλοί στην Ιρλανδία, την Αγγλία, την Ισπανία». Και αλλού.

Patrick-OConnell-Mural-1_-Lewis

Ο Ντάνιελ Ο΄Κόνελ κατάφερε τελικά να συναντήσει τον εξαφανισμένο πατέρα του. Λέγεται η μόνη ερώτηση που του έκανε εκείνος ήταν: «Ντάνιελ, πες μου κάτι. Η Μάντσεστερ τι έκανε;». Ποιος ξέρει, ίσως να το είχε παίξει στο στοίχημα.

«Πρέπει να το Ροκανίσεις»

  [8 Σχόλια]

Κοιτάζοντας κάποια πράγματα για να γράψω κάτι για τη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια, που πάει από το κακό στο χειρότερο, έπεσε το μάτι μου σε κάτι πιο σομπρερικό. Μια γαλιθιάνικη ομάδα ονόματι Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Ποντεβέδρα που τη δεκαετία του 1960 ήταν ένας κομήτης που έπεσε στο ισπανικό ποδόσφαιρο.

PONTEVEDRA

Η Ποντεβέδρα είναι μια πόλη 40.000 κατοίκων μεταξύ Κορούνια και Βίγο. Το  1941 ιδρύθηκε ο ποδοσφαιρικός σύλλογος της πόλης. 22 χρόνια μετά, το 1963, ανέβαινε για πρώτη φορά στην ιστορία του στην Πριμέρα Διβισιόν. Εκείνη την περίοδο ήταν η καλύτερη ομάδα της Γαλικίας. Η Θέλτα ήταν μόνιμα μεταξύ τρίτης και δεύτερης κατηγορίας και η Ντεπορτίβο Λα Κορούνια είχε κερδίσει τη φήμη της ομάδας ασανσέρ. Τη σεζόν 1963/64 μπορεί να επιβεβαίωσε τα προγνωστικά και να υποβιβάστηκε, αλλά οι μεγάλοι πέρασαν δύσκολα μαζί της. Η νίκη της ομάδας των ερασιτεχνών 1-0 απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης, με γκολ από κεφαλιά του αρχηγού Εδουάρδο Δαπένα Λις, ήταν ένα έναυσμα ελπίδας για μια περιοχή που είχε πληγεί πολύ στη μετεμφυλιακή περίοδο. Ο αρχηγός ήταν οδηγός λεωφορείου, που έπιανε βάρδια 05:45 κάθε μέρα για να βάλει την πόλη σε κίνηση.

Εκείνη τη σεζόν βγήκε και το σύνθημα που δονούσε τις εξέδρες του Πασαρόν στην Ποντεβέδρα. Σε ένα εκτός έδρας παιχνίδι με τη Λας Πάλμας στο Ινσουλάρ στα Κανάρια, οι εργάτες της Γαλικίας, μετανάστες στο νησί εκεί, φώναξαν για τον Δαβίδ όταν σκόραρε ότι «Πρέπει να το ροκανίσεις, όπως κάνει ένα μαχαίρι στο κόκκαλο». Όπως καταλαβαίνει ο οποιοσδήποτε έχει πάει πάνω από μια φορά στη ζωή του στο γήπεδο, δε γινόταν να μείνει τόσο μεγάλο, οπότε το έκοψαν στο «Άι κε ροέρλο» (Πρέπει να το ροκανίσεις).

48869291_25215019

Έπεσε αλλά επανήλθε κατευθείαν. Και η σεζόν 1965/66 ήταν μια εποποιία. Πρώτη αγωνιστική απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης του Λουίς Αραγονιές. Στο στάδιο της πόλης, χωρητικότητας 16.000, είχαν πάει τουλάχιστον 22.000 άνθρωποι. Η κοινότητα Γαλιθιάνων εργατών στο Μεξικό είχε κάνει έρανο να μαζέψει τα $6.000 που ζητούσε η Μεξικανική τηλεόραση για τα δικαιώματα του παιχνιδιού. Γκολ του οδοποιού Οδριοθόλα, νίκη με 1-0. Την επόμενη μέρα η Ποντεβέδρα ήταν πρωτοσέλιδο στη Μάρκα, τη Μούνδο Δεπορτίβο και την Πράβντα, καθώς η νίκη μιας ομάδας ερασιτεχνών εργατών, με αρχηγό έναν οδηγό λεωφορείου, ήταν μια νίκη της εργατιάς κατά των καπιταλιστών Μαδρίτης και Βαρκελώνης. Η χρονιά συνεχίστηκε μαγευτικά με τους μεγάλους: 3-0 τη Ρεάλ Μαδρίτης, 3-0 τη Μπιλμπάο και 2-0 τη Βαλένθια. Σε ένα πρωτάθλημα που κέρδισε η Ατλέτικο, η φτωχή αλλά πολύ τίμια Ποντεβέδρα τερμάτισε έβδομη. Την επόμενη σεζόν κέρδισε με 2-0 τη Μπαρσελόνα, ολοκληρώνοντας τη συλλογή των σκαλπ της από τους μεγάλους.

6a00d83451bf7069e201bb0828c42c970d-800wi

Μέχρι το 1970, οπότε και υποβιβάστηκε, ήταν μια ομάδα που τερμάτιζε μεταξύ έβδομης και δέκατης θέσης σταθερά με μια πολύ σκληρή έδρα στην οποία έπεφταν μεγάλες σφαλιάρες στους μεγάλους. Φημολογείται ότι ο εξόριστος τότε, λόγω Φράγκο, βασιλιάς στης Ισπανίας, Χουάν Κάρλος ο 2ος πήγαινε στα κρυφά να δει την Ποντεβέδρα. Ο επιθετικός της ομάδας Νέμε βγήκε τρίτος σκόρερ τη σεζόν 1965/66 και κλήθηκε στην εθνική, αλλά δεν πήγε διότι το αφεντικό του στα ψαροκάικα δεν του έδινε παραπάνω άδεια για να πάει στις προπονήσεις.

Pontevedra011

Σήμερα η Ποντεβέδρα είναι στην τρίτη κατηγορία. Τα οικονομικά προβλήματα της δεκαετίας του 1970 δεν την άφησαν να σηκώσει κεφάλι. Πλέον είναι απίθανο μια ομάδα ερασιτεχνών να ανέβει στον κόσμο του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, ειδικά του Ισπανικού των Μέσι, Ρονάλντο, Γκριζμάν και λοιπών. Το μόνο παράδοξο της ιστορίας, είναι ότι παρότι η κατηγορία είναι ένα νεκροταφείο ποδοσφαιριστών, γεμάτη από βετεράνους που πλησιάζουν τα δεύτερα «άντα», ο αρχηγός της είναι ένας Αργεντίνος αριστερός μπακ, του οποίου ο πατέρας είναι οδηγός λεωφορείου. Πράγμα που κάνει του θρύλους του Πασαρόν να ξυπνούν.

Ο εφιάλτης των εκτελεστών πέναλτι

  [Καθόλου σχόλια]

Βρισκόμαστε κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 90′, κάποιο μεσημέρι Κυριακής στο γήπεδο Χαριλάου. Ο Άρης αντιμετωπίζει κάποια από τις ομάδες της επαρχίας, σε ένα από εκείνα τα κλασσικά ελληνικά παιχνίδια που η δράση είναι λίγο λιγότερη από παιχνίδι σκάκι δυο ηλικιωμένων σε κάποια βιβλιοθήκη. Σε κάποια ανύποπτη φάση στο δεύτερο ημίχρονο οι φιλοξενούμενοι κερδίζουν πέναλτι. Όλο το γήπεδο ξεσηκώνεται άμεσα εναντίον της απόφασης αλλά ο διαιτητής είναι ανένδοτος. Ένας παίκτης των φιλοξενούμενων στήνει με ψυχραιμία τη μπάλα στην άσπρη βούλα. Απέναντι του βρίσκεται ο Χρήστος Καρκαμάνης.

(Σε περίπτωση που δεν τον θυμάσαι ή δεν τον πρόλαβες, ο Χρήστος Καρκαμάνης αγωνίστηκε για περισσότερα από δέκα χρόνια στην πρώτη κατηγορία, υπερασπίζοντας την εστία – κυρίως – του Άρη αλλά και του Ηρακλή. Η μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του πάντως – αν και σ’αυτό το θέμα μπορεί να διαφωνεί ο Δημήτρης Μελισσανίδης – παραμένει με διαφορά η συμμετοχή του στο Μουντιάλ του 1994, καθώς μπορεί να καυχιέται πως στο περίφημο “4-4-2” των γκολ που δέχθηκε η εθνική μας στις ΗΠΑ, αυτός ήταν υπεύθυνος για το, σχεδόν τιμητικό, δυάρι, στο τελευταίο παιχνίδι με τη Νιγηρία.)

Όπως γίνεται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο εκτελεστής του πέναλτι παίρνει φόρα την ώρα που όλο το γήπεδο σφυρίζει και γιουχάρει με όλη του τη δύναμη, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να επηρεάσει τη φάση. Δυο δευτερόλεπτα μετά η μπάλα βρίσκεται στη μια γωνία των διχτύων και ο Χρήστος Καρκαμάνης πεσμένος στην άλλη. Τότε, μέσα στην απόλυτη και εκκωφαντική σιωπή που ακολουθεί πάντα ένα γκολ των φιλοξενούμενων, μια σπαρακτική φωνή ακούγεται από κάποιο σημείο της κερκίδας. “Μια φορά πιάσε ένα πέναλτι ρε Καρκαμάνη κι ας πεθάνω”.

diegoalves3

Ο Ντιέγκο Άλβες δεν πρόκειται ποτέ στη ζωή του να ακούσει μια τέτοια ατάκα, ακόμα και αν δεν καταφέρει να αποκρούσει ούτε ένα πέναλτι στην υπόλοιπη καριέρα του. Γιατί σε αντίθεση με τον Χρήστο Καρκαμάνη, αλλά και με τους περισσότερους τερματοφύλακες του πλανήτη, ο Άλβες δεν συνηθίζει να μαζεύει τη μπάλα από τα δίχτυα του μετά από μια εκτέλεση πέναλτι!

Οποιοσδήποτε έχει παρακολουθήσει έστω και λίγους αγώνες ποδοσφαίρου αντιλαμβάνεται εύκολα ότι η προηγούμενη πρόταση πλησιάζει τα όρια του παράλογου. Κι όμως, τα νούμερα είναι αληθινά. Από το 2007 και τη μέρα που ο 31χρονος Βραζιλιάνος άφησε την πατρίδα του για χάρη της Ισπανίας και, πιο συγκεκριμένα, της Αλμερίας (από την οποία τον απέκτησε το 2011 η Βαλένθια) έχει κληθεί 43 φορές να αντιμετωπίσει κάποιον αντίπαλο που στήνει τη μπάλα στα 11 μέτρα. Τριάντα εννιά φορές για το πρωτάθλημα και άλλες 4 φορές για τις υπόλοιπες διοργανώσεις (Κύπελλο, Γιουρόπα και Τσάμπιονς Λιγκ). Πόσες φορές μάζεψε τη μπάλα από τα δίχτυα του; 21. Λιγότερες από τις μισές!

Από τις υπόλοιπες 22 αποτυχημένες εκτελέσεις ο Άλβες απόκρουσε τις 20, μια κατέληξε στο δοκάρι και μια άουτ. Αυτό το 51% επιτυχίας στην υπεράσπιση της εστίας είναι τόσο εντυπωσιακό που δεν συμβαδίζει με κανένα άλλο σχετικό ποσοστό τερματοφύλακα. Τέτοιο ποσοστό περιμένεις να δεις από τον Σακίλ Ο’Νιλ όταν εκτελεί βολές, όχι από έναν τερματοφύλακα όταν στέκεται 11 βήματα μακριά από έναν ανενόχλητο παίκτη. Σε έρευνα που είχε γίνει πριν λίγα χρόνια στα μεγαλύτερα πρωταθλήματα της Ευρώπης, είχε υπολογιστεί ότι το ποσοστό επιτυχίας των παικτών στις εκτελέσεις πέναλτι βρισκόταν κοντά στο 75%.

diegoalves2

“Η αλήθεια είναι πως από μικρός ένιωθα αρκετά άνετα στα πέναλτι, μου φαίνεται μια φυσιολογική κατάσταση” δηλώνει ο Άλβες, που ως καθολικός Βραζιλιάνος έχει σχεδιασμένη πάνω στα γάντια του μια εικόνα της Παναγίας την Απαρεσίντα, που θεωρείται η προστάτιδα της Βραζιλίας. Και συνεχίζει: “Για να είμαι ειλικρινής, οι εκτελεστές πρέπει να ιδρώνουν περισσότερο στην ιδέα του πέναλτι απ’ότι οι τερματοφύλακες”.

Όταν τον ρωτάνε αν έχει κάποιο ιδιαίτερο κόλπο η απάντηση είναι ξεκάθαρη: “Όχι, όχι δεν υπάρχει κανένα κόλπο. Απλά προετοιμάζομαι καλά, κάνοντας καλή έρευνα για τους αντίπαλους παίκτες που εκτελούν συνήθως τα πέναλτι. Μετά κοιτάω την κίνηση τους πριν φτάσουν στη μπάλα και απλά επιλέγω γωνία. Είναι συνδυασμός διαίσθησης και τύχης”.

Οχτώ χρόνια μετά την πρώτη του επέμβαση σε πέναλτι (εκτελεστής ήταν ο Κανουτέ της Σεβίλλης), ο Βραζιλιάνος έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη λίστα ‘θυμάτων’. Ανάμεσα τους μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του πλανήτη. Λιονέλ Μέσσι (μια απόκρουση σε 3 εκτελέσεις), Κριστιάνο Ρονάλντο (δυο αποκρούσεις σε 3 εκτελέσεις!), Ντιέγκο Κόστα (μια απόκρουση σε 2 εκτελέσεις), Μάριο Μάντζουκιτς, Ιβαν Ράκιτιτς, Κάρλος Μπάκα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στα παραπάνω εντυπωσιακά στατιστικά φυσικά δεν καταγράφονται τα κατορθώματα του Άλβες σε μη επίσημα παιχνίδια. Σε ένα εξ αυτών, το καλοκαίρι του 2012 όταν η Βαλένθια υποδέχτηκε την Πόρτο σε ένα φιλικό τουρνουά και το παιχνίδι έφτασε στη διαδικασία των πέναλτι, οι Πορτογάλοι δεν κατάφεραν να σκοράρουν ούτε μια φορά! Στην καλύτερη στιγμή της διαδικασίας ο 19χρονος Κέλβιν Ματέους ντε Ολιβέιρα τόλμησε να δοκιμάσει μια εκτέλεση με πανένκα, αναγκάζοντας τον ξαπλωμένο Άλβες – που είχε ήδη πέσει στη δεξιά του γωνία – να διώξει τη μπάλα με το πόδι.

Την Κυριακή στο εκτός έδρας παιχνίδι με τη Λεγκανές το όνομα του γράφτηκε και επίσημα στο βιβλίο της ιστορίας της Πριμέρα Ντιβιζιόν. Η απόκρουση του στο πέναλτι του Σιμανόφσκι ήταν η 17η σε αγώνα πρωταθλήματος (εδώ μπορείς να δεις συγκεντρωμένες και τις 17), κάτι που σημαίνει ότι άφησε πίσω τον μέχρι πριν λίγο καιρό πρώτο στη σχετική κατάταξη, Άντονι Θουμπιθαρέτα που είχε 16 επεμβάσεις αλλά σε 102 εκτελέσεις, ένα ποσοστό δηλαδή 15% που απέχει πάρα πολύ από το εκπληκτικό 44% του Βραζιλιάνου.

diegoalves

Σήμερα το μεσημέρι στο Μεστάγια o Ντιέγκο Άλβες θα έχει πολύ δύσκολο έργο. Η Βαλένθια μπορεί να ξεκόλλησε από τον πάτο της βαθμολογίας, κάνοντας δυο σερί νίκες, και να παίζει μπροστά στο κοινό της αλλά έχει να αντιμετωπίσει μια ομάδα που τα τελευταία χρόνια έχει αποδείξει πως δεν καταλαβαίνει από έδρες και μομέντουμ. Η Ατλέτικο έρχεται φουριόζα από τη μεγάλη νίκη επί της Μπάγερν μεσοβδόμαδα, μια νίκη που ήρθε παρά το γεγονός ότι ο Γκριεζμάν δεν κατάφερε να σκοράρει στο δεύτερο ημίχρονο από το σημείο του πέναλτι.

“O Μαραντόνα, ο Μέσσι, ο Πλατινί, ο Ζίκο, όλοι έχουν αστοχήσει σε πέναλτι. Ο Γκριεζμάν θα συνεχίσει κανονικά να τα εκτελεί” ήταν το μόνο σχόλιο που έκανε μετά το ματς για το θέμα ο Σιμεόνε που σίγουρα πάντως ξέρει πως αν υπάρχει ένας τερματοφύλακας στον κόσμο τον οποίο δεν θέλεις να βρεις απέναντι σου όταν κερδίζεις ένα πέναλτι, αυτός είναι ο τερματοφύλακας που θα αντιμετωπίσει σήμερα.

Βαλένθια: Οδηγός καταστροφής

  [Καθόλου σχόλια]

rZbSwn5

Όσοι πρόλαβαν τα τέλη των 90s, αγάπησαν δυο ισπανικές ομάδες που κατάφεραν να σπάσουν το μονοπώλιο των Ρεάλ και Μπαρτσελόνα. Ντεπορτίβο Λα Κορούνια και Βαλένθια έπαιξαν σπουδαίο ποδόσφαιρο και έκαναν αρκετούς φίλους στην Ελλάδα που σήμερα βρίσκονται κάπου κοντά στα 30 τους.  Κι αν η Ντεπόρ ζει εποχές παρακμής παίζοντας μεταξύ 15ης θέσης και Β’ εθνικής τα τελευταία χρόνια, η εικόνα της φετινής Βαλένθια που ξεκίνησε με τέσσερις ήττες στα πρώτα τέσσερα παιχνίδια είναι αποκαρδιωτική.

Μετά την ήττα από την Αθλέτικ Μπιλμπάο ο προπονητής Πάκο Αγιεσταράν απολύθηκε ως αποκλειστικός υπεύθυνος. Ήταν ακόμα μια από τις πολλές αλλαγές προπονητή για τη Βαλένθια μετά τη φυγή του Έμερι το 2012, με επιλογές κατά κύριο λόγο ακατανόητες. Τα «δικά μας παιδιά» Μαουρίσιο Πελεγκρίνο και Μίροσλαβ Τζούκιτς μπορεί ως ποδοσφαιριστές να ήταν σπουδαίο αμυντικό δίδυμο, αλλά σαν προπονητές έφυγαν νύχτα. Ο Βαλβέρδε ως πιο λογική επιλογή δεν έκατσε πολύ, ενώ ακόμα ένα πρώην «δικό μας παιδί», ο Χουάν Αντόνιο Πίτσι που είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα Αργεντινής έπεσε θύμα της αλλαγής ιδιοκτησίας και του «επενδυτή» Πίτερ Λιμ και δεν έμεινε παρά την επιθυμία των φιλάθλων.

CbIKHBRUsAA1XxhΟ Πάκο Αγιεσταράν σε παλιότερες χαρούμενες στιγμές

Ο Λιμ επέλεξε το Νούνο Εσπίριτο Σάντο, με εμπειρία μόνο στη Ρίο Άβε, που δεν τα πήγε και άσχημα βγάζοντας την ομάδα στην 4η θέση. Η συνέχεια δεν ήταν καλή, το δύσκολο κοινό του Μεστάγια τον βρήκε ως αποδιοπομπαίο τράγο και κανείς δεν περίμενε τις γραφικότητες που θα ακολουθούσαν με τον Γκάρι Νέβιλ ως πρώτο προπονητή. Λιμ και Νέβιλ έχουν μαζί κάτι επιχειρήσεις, αγαπούν κι οι δύο τη Γιουνάιτεντ, καλό παιδί ο Γκάρι, σχολίαζε ωραία στην Αθλητική Κυριακή της Αγγλίας, νομίζω αρκετά σοβαροί λόγοι για να τον κάνεις προπονητή στην ομάδα που είσαι ιδιοκτήτης. Είχε προηγηθεί βέβαια η τοποθέτηση του Φιλ Νέβιλ ως μέλους του τεχνικού τιμ της Βαλένθια..

Όπως ήταν λογικό, το πείραμα Νέβιλ απέτυχε και σταμάτησε γρήγορα. Πριν φύγει ο Γκάρι είχε πει με σιγουριά: «Αν φύγω εγώ, θα φύγει κι ο βοηθός μου ο Πάκο«. Λίγες μέρες αργότερα ο Πάκο Αγιεσταράν γινόταν πρώτος προπονητής, κάνοντας ακόμα χειρότερο ρεκόρ από το Νέβιλ, με τη Βαλένθια να αγνοεί πλέον τη νίκη από τον Απρίλιο. Οι νυχτερίδες ψάχνουν τον δέκατο (μαζί με τους υπηρεσιακούς) προπονητή τους από το 2012, ενώ αυτοπροτάθηκε μέχρι κι ο Μάριο Κέμπες. Είναι όμως το πρόβλημα (μόνο) οι προπονητές; Η αλήθεια είναι πως όχι. Και αν τα οικονομικά προβλήματα πριν έρθει ο Λιμ ήταν τεράστια, τώρα η κακοδιαχείριση είναι εγκληματική και όχι μόνο στις επιλογές των προπονητών.

Peter-Lim-Jorge-MendesΜερικά από τα παλτά τα φοράνε

H σχέση του Λιμ με τον Πορτογάλο μάνατζερ Ζόρζε Μέντες είναι γνωστή. Ο Μέντες άλλωστε έφερε τον Λιμ στο Μεστάγια κι αυτός τον ξεπληρώνει κάνοντας τη Βαλένθια σούπερ μάρκετ του Πορτογάλου. Ο Λιμ είχε αγοράσει τα δικαιώματα των Αντρέ Γκόμες και Ροντρίγκο από την Μπενφίκα για 45 εκατομμύρια και τους έφερε στη Βαλένθια. Πελάτες του Μέντες φυσικά μαζί με τους Ζοάο Κανσέλο και Έντσο Πέρες που ήρθαν επίσης από την Μπενφίκα. Ο Μέντες όμως ήταν μέσα και στις μεταγραφές των Σάντι Μίνα, Αμπντενούρ, Μπακάλι, Ντανίλο και άλλων. Μεταγραφές με σύνολο πάνω από 100 εκατομμύρια μόνο το 2015 στις οποίες ήταν μέσα ο Μέντες και πολύ συχνά με φωνές για υπερτιμολόγηση. Ο Μέντες έφερε και τον Νούνο Εσπίριτο Σάντος ως προπονητή, ενώ άνθρωποι της ομάδας όπως ο Αγιάλα και ο Ρουφέτε έφυγαν από το ποδοσφαιρικό τμήμα για να αλωνίζει ο μάνατζερ. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο αρχισκάουτ Φαμπιάν Αγιάλα ουσιαστικά δεν αντικαταστάθηκε. Τι να το κάνεις το σκάουτινγκ όταν ο Μέντες σου φέρνει όποιον θέλει;

Chan-Lay-Hoon-357230Να μπει η πρόεδρος Τσαν-Λέι-Χουν στα αποδυτήρια να τους τρίξει τα δόντια

Θέλετε κι άλλα; Τελευταία μέρα των φετινών μεταγραφών η Βαλένθια πήρε δύο σέντερ μπακ. Τον Γκαράι με αγορά και τον Μανγκαλά δανεικό, πελάτες του Μέντες κι οι δύο. Ο Γκαράι είναι τραυματίας προς το παρόν, αλλά ο Μανγκαλά έχει μπει ήδη στο στόχαστρο των οπαδών για τις κακές του εμφανίσεις. Κι όλα αυτά αφού ο Μέντες έπαιρνε όποιον παίκτη ήθελε και τον πουλούσε στην Μπαρτσελόνα (πέρσι είχε πάει τον Οταμέντι στην Αγγλία). Την ώρα που η αχυράνθρωπος πρόεδρος της Βαλένθια  Τσαν-Λέι-Χουν δήλωνε ότι ο Πάκο Αλκάθερ, γέννημα θρέμμα της πόλης και ίνδαλμα των φιλάθλων, δεν θα φύγει, ο Μέντες κανόνιζε ραντεβού μεταξύ Λιμ και Μπερτομέου και ο Αλκάθερ με (μόλις) 30 εκατομμύρια εγκατέλειπε το Μεστάγια. Η Σινγκαπουριανή πρόεδρος είχε δει λίγο καιρό πριν και τον Αντρέ Γκόμες να φεύγει για το Καμπ Νου.  Το Μεστάγια εγκατέλειψε κι ο Μουστάφι και μαζί του αρκετοί ακόμα παίκτες από το Νεγρέδο μέχρι τον Πιάτι και από τον Φεγκουλί μέχρι τον Χάβι Φουέγκο. Όλοι με 20 και πάνω συμμετοχές πέρσι. Αντίθετα, εκτός από τα δύο σέντερ μπακ του Μέντες, η Βαλένθια έφερε κυρίως δανεικούς και το Νάνι που τον βάζουν μέχρι και σέντερ φορ.

Η παράνοια όμως είναι γενικευμένη στο ποδοσφαιρικό τμήμα. Ο Αγιεσταράν για παράδειγμα έχρισε αρχηγούς δύο παίκτες που ήταν εκτός πλάνων και υπό πώληση μέχρι πρόσφατα. Ο Έντσο Πέρες, με λίγες συμμετοχές πέρσι λόγω τραυματισμών, αρνήθηκε να ακολουθήσει τη Βαλένθια στο τουριστικό ταξίδι στη Σιγκαπούρη και είχε «τελειώσει», ενώ ο Ντάνι Παρέχο είχε δεχτεί σκληρή κριτική από τον αθλητικό διευθυντή του συλλόγου, ο Νέβιλ τον απέπεμψε από αρχηγό κι ο ίδιος ζήτησε να φύγει. Είναι πλέον αρχηγοί. Εκτός των άλλων, ο τερματοφύλακας Ντιέγκο Άλβες ήταν επίσης στην έξοδο. Ο βασικός Ράιαν όμως τραυματίστηκε και αντί να παίξει ο νεαρός Χάουμε που πρόσφατα ανανεώθηκε το συμβόλαιό του, ο Ντιέγκο Άλβες που ήταν με τις βαλίτσες στο χέρι μεταμορφώθηκε σε βασικός..

Η Βαλένθια έχει μια διοίκηση γλαστρών, έναν ιδιοκτήτη που πιο συχνά βλέπει την ημι-επαγγελματική Σάλφορντ (στην οποία έχει μετοχές μαζί με τους αδερφούς Νέβιλ, το Νίκι Μπατ, τον Σκόουλς και τον Γκιγκς) παρά τη Βαλένθια, συνήθως μέτριους προπονητές, έναν μάνατζερ που φέρνει και πουλάει όποιον θέλει και όποτε θέλει, ένα κλίμα στα αποδυτήρια πολύ κακό και ένα κοινό που έχει αγανακτήσει και ξεσπάει σε όλους, για όλα. Αυτό το τοξικό κοκτέιλ μπορεί εύκολα να κάνει την ομάδα ανήμπορη να σηκώσει κεφάλι. Οι στιγμές που μια γενιά έβλεπε έναν σύλλογο κόσμημα με παίκτες όπως ο Κλαούντιο Λόπες, ο Μεντιέτα, ο Κανιθάρες, ο Ανγκλομά, ο Αϊμάρ έχουν περάσει για τα καλά.

“Λεγκανές μην ξυπνάς, το όνειρο συνεχίζεται”

  [Καθόλου σχόλια]

Στα 11 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Μαδρίτης υπάρχει μια πόλη 180.000 κατοίκων που μέχρι πρόσφατα λίγοι εκτός Ισπανίας γνώριζαν. Ζώντας σχεδόν κυριολεκτικά στη σκιά της πρωτεύουσας η Λεγκανές προσπαθούσε να ξεχωρίσει από τη γειτόνισσα της χρησιμοποιώντας εναλλακτικούς τρόπους. Έτσι, το 2000 έγινε η πρώτη πόλη στον κόσμο που έδωσε σε ένα δρόμο το όνομα των AC/DC, οι οποίοι με τη σειρά τους τίμησαν την πόλη με την παρουσία τους τη μέρα της αποκάλυψης της πινακίδας που γράφει “Calle de AC/DC”. (Το ίδιο βράδυ η πινακίδα κλάπηκε από κάποιον φανατικό οπαδό του συγκροτήματος. Το επόμενο πρωί αντικαταστάθηκε από νέα. Τρεις μέρες μετά την έκλεψαν κι αυτήν. Μετά από αμέτρητες επαναλήψεις αυτής της διαδικασίας ο απελπισμένος Δήμος αποφάσισε να ζωγραφίσει στον τοίχο μια πινακίδα με το όνομα του δρόμου.)

Αν κάποιος επισκεπτόταν την πόλη και ρωτούσε έναν τυχαίο κάτοικο ποια ομάδα υποστηρίζει, το πιθανότερο είναι η απάντηση που θα έπαιρνε να ήταν “Λεγκανές και Ρεάλ” ή “Λεγκανές και Ατλέτικο”. Αν ο επισκέπτης επέμενε και έθετε το κλασικό ερώτημα “κι αν αυτές οι δυο παίξουν μεταξύ τους, ποια θα υποστηρίξεις” τότε είναι σχεδόν βέβαιο πως ο ντόπιος θα του απαντούσε “αυτό είναι απίθανο”. Και πράγματι, αυτό το σενάριο ήταν απίθανο.

Για περισσότερα από 65 χρόνια η Λεγκανές βολόδερνε στις πολύ μικρές κατηγορίες της Ισπανίας, άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Έπρεπε να φτάσει το 1993 για να καταφέρει για πρώτη φορά να ανέβει στη δεύτερη κατηγορία αλλά τα όνειρα σταματούσαν κάπου εκεί. Έτσι, ο 21ος αιώνας βρήκε την ομάδα να παλεύει για την παραμονή της στη Σεγούντα. Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε στην πόλη ο Ντανιέλ Γκρινμπάκ, ένας Αργεντινός επιχειρηματίας που έσκασε μύτη από το πουθενά, υποσχόμενος μεγαλεία, ανόδους και επιτυχίες ακόμα και στην πρώτη κατηγορία. Παρά το γεγονός ότι μαζί του έφερε και τον διάσημο συμπατριώτη του Χοσέ Πέκερμαν για να αναλάβει τεχνικός διευθυντής ο κόσμος της πόλης δεν είδε με καθόλου καλό μάτι τον ξένο λεφτά. Και ο λόγος ήταν απλός.

Ο Γκρινμπάκ έδιωξε άμεσα σχεδόν όλους τους Ισπανούς της ομάδας και έφερε στη θέση τους “δυο καραβιές” (15 παίκτες!) άγνωστους Αργεντινούς και μαζί τους τον 34χρονο Χοσέ Τσαμοτ, που λίγους μήνες πριν είχε πάρει Τσάμπιονς Λιγκ με τη Μίλαν. Η ολοκληρωτική αλλαγή φιλοσοφίας και η έλλειψη σύνδεσης με την τοπική κοινωνία χτύπησε άσχημα στους οπαδούς που ένιωσαν ότι τους κλέβουν την ομάδα και οι αντιδράσεις ήταν άμεσες. Εκατοντάδες εξ αυτών αρνήθηκαν να ανανεώσουν το διαρκείας τους και το γήπεδο ήταν άδειο στα περισσότερα παιχνίδια της ομάδας. Τα αποτελέσματα εντός αγωνιστικού χώρου ήταν εξίσου απογοητευτικά κι έτσι μετά από λίγους μήνες ο Γκρινμπάκ σηκώθηκε μια μέρα και έφυγε, αφήνοντας πίσω μια κατεστραμμένη οικονομικά αλλά και ψυχολογικά ομάδα.

Όπως αναμενόταν, το τέλος της σεζόν βρήκε τη Λεγκανές κάτω από τη ζώνη του υποβιβασμού. Η επιστροφή στην τρίτη κατηγορία πόνεσε ακόμα περισσότερο από το γεγονός πως η αιώνια αντίπαλος Χετάφε, η άλλη ‘μικρή’ ομάδα της περιοχής της Μαδρίτης, κέρδιζε για πρώτη φορά την άνοδο της στην Πριμέρα.

Οι άνθρωποι της Λεγκανές έβαλαν το κεφάλι κάτω και με τη βοήθεια της οικογένειας Παβόν, που δέχτηκε το 2009 να στηρίξει οικονομικά την ομάδα, ξεκίνησαν την αναδιοργάνωση της. Η στιγμή που άλλαξε όμως τα πάντα για το σύλλογο ήταν η πρόσληψη το 2013 του παντελώς άγνωστου τότε Ασιερ Γκαριτάνο. Ο Βάσκος προπονητής, με μοναδική προϋπηρεσία σε ακόμα μικρότερες ομάδες, οδήγησε την Λεγκανές σε δυο ανόδους μέσα σε 3 σεζόν. Κι αν η άνοδος στη δεύτερη κατηγορία δεν ήταν κάτι κοσμοϊστορικό, η φετινή άνοδος στην Πριμέρα είναι κάτι σαν μικρό θαύμα. Με πολύ μικρό μπάτζετ, ακόμα και για τα δεδομένα της Σεγούντα, η Λεγκανές τερμάτισε 2η, έχοντας την καλύτερη επίθεση, στηριζόμενη σε παίκτες-μαχητές, που ουσιαστικά σε κάθε αγώνα πάλευαν και για το μεροκάματο τους.

Συμπτωματικά (και ειρωνικά θα λέγαμε), δυο εκ των διακριθέντων είναι Αργεντινοί! Ο επιθετικός Αλεξάντερ Σισμανόφσκι και ο αρχηγός της ομάδας Μάρτιν Μαντοβάνι, που στα 21 του παράτησε τις σπουδές του στην Αργεντινή για να δοκιμάσει την τύχη του στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Τα πράγματα όμως δεν πήγαν όπως τα ονειρευόταν και έτσι βρέθηκε ακόμα και να κοιμάται σε σταθμούς λεωφορείων, ψάχνοντας ευκαιρίες για να παίξει μπάλα. Μετά από κάποια χρόνια στις μικρές κατηγορίες της Ισπανίας, στις οποίες κατά κύριο λόγο έπαιζε ως ερασιτέχνης, ο Γκαριτάνο τον έφερε στη Λεγκανές και από τότε ο Αργεντινός κεντρικός αμυντικός έχει γίνει η ψυχή της ομάδας, φτάνοντας ακόμα και να βάψει τα μαλλιά του μπλε για να πανηγυρίσει την ανέλπιστη άνοδο.


Τα πανηγύρια για την άνοδο στην Πριμέρα

Μια άνοδος που, επίσης συμπτωματικά, ήρθε ακριβώς τη στιγμή που η “μισητή” Χετάφε αποχαιρετούσε την πρώτη κατηγορία. Τα πανηγύρια στο μικρό ‘Μπουτάρκε’ (που με το ζόρι χωράει 10-11.000 φιλάθλους) ήταν έντονα και δεν φαίνεται να κοπάζουν και σύντομα. Παρά το γεγονός ότι η διοίκηση παρέμεινε προσγειωμένη και δεν ανοίχτηκε οικονομικά η Λεγκανές ξεκίνησε την ιστορική σεζόν με μεγάλο διπλό μέσα στο Βίγκο και ένα εξίσου εντυπωσιακό αποτέλεσμα (0-0), απέναντι στη φιναλίστ του Τσάμπιονς Λιγκ και γειτόνισσα, Ατλέτικο Μαδρίτης. H ήττα με 2-1 στο Χιχόν την Κυριακή προσγείωσε για την ώρα τους πάντες, υπενθυμίζοντας τους ότι αυτό που ζουν δεν είναι παραμύθι, αλλά ο σημερινός αντίπαλος τους δίνει το δικαίωμα να γιορτάσουν για μια ακόμα φορά.

Η επίσκεψη των Μέσσι-Σουάρες-Νειμάρ στο μικροσκοπικό ‘Μπουτάρκε’ είναι από τα γεγονότα που κανένας στο Λεγκανές δεν περίμενε να ζήσει, γι’αυτό και οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν τις μέρες που κυκλοφόρησαν τα εισιτήρια του αγώνα είναι πραγματικά απολαυστικές. Εκατοντάδες άνθρωποι με ράντζα, πλαστικές καρέκλες, υποστρώματα, sleeping bags και κουβέρτες κατασκήνωσαν έξω από τα εκδοτήρια ελπίζοντας ότι θα προλάβουν να αποκτήσουν ένα από τα εναπομείναντα “μαγικά χαρτάκια”. Καντίνες έκαναν την εμφάνιση τους, κάποιοι περνούσαν την ώρα παίζοντας μπάλα ενώ κάποιοι άλλοι έπαιζαν χαρτιά ή έβλεπαν ταινίες σε laptop. Οι πρώτοι στην τεράστια ουρά που σχηματίστηκε πέρασαν δυο ολόκληρες νύχτες έξω από το γήπεδο!


“Λεγκανές μην ξυπνάς, το όνειρο συνεχίζεται”

(Από το πρώτο φετινό εντός έδρας ματς με την Ατλέτικο)

Παρά τα εγκωμιαστικά σχόλια του Λουίς Ενρίκε στη χθεσινή συνέντευξη τύπου, ο άπειρος σε τέτοιο επίπεδο αλλά φιλόδοξος και αποδεδειγμένα πετυχημένος έως τώρα, Γκαριτάνο δεν παραμυθιάζεται εύκολα. Ξέρει πως το έργο των παικτών του σήμερα το μεσημέρι θα είναι κάτι παραπάνω από δύσκολο. Όμως, ακόμα κι αν η ομάδα του προστεθεί στη λίστα των ‘θυμάτων’ των MSN ο σημερινός αγώνας θα είναι από μόνος του ένα παράσημο και για την πόλη και για την ομάδα και για τον ίδιο. Δεν έχουν περάσει άλλωστε παρά μόνο τρία χρόνια από τη στιγμή που έφτανε για πρώτη φορά στο άγνωστο Λεγκανές και γνώριζε τη νέα ομάδα που θα προπονούσε. Και όπως ανακαλεί και ο ίδιος, χαμογελώντας πλέον: “Είχαμε εφτά παίκτες όλους κι όλους. Κι απ’αυτούς τους τρεις δεν τους ήθελα”!

Οι απλοί στρατιώτες

  [1 Σχόλιο]

imagen68696d

Όπως τα γήπεδα στο ποδόσφαιρο έχουν τη δική τους ζωή και φωνή, έτσι και οι απλοί άνθρωποι των ομάδων, οι αφανείς ήρωες, αποτελούν τους ιστοριογράφους του κάθε συλλόγου. Όταν όλοι οι άλλοι έρχονται και παρέρχονται, κάποιοι συνεχίζουν από τα ίδια πόστα. Άνθρωποι που εκτός από την τεράστια προσφορά τους, γίνονται κοινωνοί της εξέλιξης των ομάδων. Στους περισσότερους συλλόγους υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, άτομα που βρίσκονται σταθερά για δεκαετίες στην ίδια θέση. Η διαφορά είναι στο πώς τους αποχαιρετά η κάθε ομάδα.

Ο Μπερνάντο Εσπάνια, γνωστός ως «Εσπανιέτα», πέρασε τα 55 τελευταία χρόνια της ζωής του σε διάφορα πόστα στη Βαλένθια. Η ποδοσφαιρική του καριέρα κόπηκε μετά από ένα ατύχημα και αυτός, όπως διηγείται στο παραπάνω βίντεο, ξεκίνησε ως ball boy τη σχέση του με την αγαπημένη του ομάδα. Έφτασε να γίνει μέχρι και σοφέρ προπονητών, αλλά έμεινε στην ιστορία της Βαλένθια ως ο φροντιστής της. Ο άνθρωπος που έζησε από κοντά όλη τη σύγχρονη ιστορία του συλλόγου. Τα καλά και τα άσχημα (όπως εδώ σε ένα 3-6 με τη Ρεάλ), παίκτες, προπονητές, επιτυχίες, αποτυχίες, αλλά και μεγάλους αντιπάλους.

13988091_1280590615418448_3211243504273465842_oΝα εδώ με τον Ρανιέρι

Ο Εσπανιέτα αποφάσισε να αποσυρθεί, να αφήσει την Βαλένθια και αυτή τον τίμησε (τρία χρόνια πριν τον είχαν τιμήσει οι οπαδοί της με μια πλακέτα, πολλά πανό και αγκαλιές στην Κούρβα Νορντ). Στο καθιερωμένο καλοκαιρινό Τροφέο Ναράνχα στο Μεστάγια, ο αγαπημένος Κλαούντιο Λόπες ήταν ο μεγάλος καλεσμένος.  Πιο πολύ όμως ακόμα και από τον ιστορικό «Eλ Πιόχο» αποθεώθηκε ο Εσπανιέτα που βγήκε τελευταίος στο γήπεδο σε ένα «πασέο», με τον κόσμο, τους παίκτες και τη διοίκηση να τον αποθεώνουν. Σαν να είναι αυτός ο μεγαλύτερος σταρ της ομάδας και όχι απλά ένας εργάτης. 55 χρόνια προσφοράς που κέρδισαν όλους τους ανθρώπους και το αντίο που του άξιζε, με τους ανθρώπους του συλλόγου να τον πετούν στον αέρα του Μεστάγια:

Ένα αντίο που άργησε έξι χρόνια

  [Καθόλου σχόλια]

img_770x433$2016_05_20_23_38_31_1104400

Ήταν 9 Μαΐου του 2010 όταν η Μπόκα υποδεχόταν την Ουρακάν για την προτελευταία αγωνιστική της Κλαουζούρα. Οι γηπεδούχοι, σε μια κακή χρονιά στην οποία τελικά τερμάτισαν 16οι, ήταν αδιάφοροι. Όχι όλοι τους όμως. Έξι μέρες πιο πριν, η Μπενφίκα ανακοίνωνε μια ακόμα μεταγραφή Λατινοαμερικάνου παίκτη από αυτές που συνηθίζει. Του 22χρονου Νικολάς Γκαϊτάν, ενός ακόμα τεχνίτη από τη νέα… σοδειά της Μπόκα που στις δυο σεζόν που έπαιξε εκεί σκόραρε και δημιουργούσε δίπλα στο ίνδαλμά του, τον Χουάν Ρομάν Ρικέλμε. Η Μπόκα θα έβαζε στα ταμεία της κάτι παραπάνω από 8 εκατομμύρια Ευρώ και η Μπενφίκα θα αποκτούσε έναν ταλαντούχο ποδοσφαιριστή που αργότερα θα μπορούσε να μοσχοπουλήσει πιο ακριβά αν όλα πήγαιναν καλά.

Όπως ήταν λογικό, η Μπόκα ήθελε να προστατέψει το προϊόν της και στον Γκαϊτάν διαμηνύθηκε ότι δεν θα παίξει στα δυο (έτσι κι αλλιώς άνευ βαθμολογικής σημασίας) τελευταία ματς. Ο κίνδυνος τραυματισμού και η πιθανότητα να χαλάσει η μεταγραφή ήταν μεγάλος. Συνήθως οι νεαροί παίκτες που είναι να φύγουν για να πάνε στην Ευρώπη και να λύσουν το οικονομικό τους πρόβλημα δεν έχουν καμία αντίρρηση. Το επιζητούν κι οι ίδιοι. Ο Γκαϊτάν όμως δεν ήθελε να φύγει από το Μπουένος Άιρες χωρίς να ξαναπατήσει το χορτάρι του Μπομπονέρα, χωρίς να χαιρετίσει τον κόσμο της αγαπημένης του ομάδας. Επέμενε να παίξει, η διοίκηση αρνήθηκε, αλλά μετά τα παρακάλια του Γκαϊτάν υπέκυψε. Το πλάνο ήταν να ξεκινήσει και σε κάποια στιγμή να αποχωρήσει εν μέσω αποθέωσης. Όπως λέει και το γνωμικό που (με βάση μία γρήγορη αναζήτηση στο Ίντερνετ) αποδίδεται στον συγγραφέα Μανώλη Δουκίδη: «Όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός ξεκαρδίζεται στα γέλια«.

riquelme-y-gaitan--con-boca-juniors--afp

Το ημίχρονο βρήκε την Μπόκα πίσω στο σκορ με 0-1 και τους Γκάρι Μεδέλ και Κρίστιαν Τσάβες τραυματίες. Έτσι λοιπόν έκανε δυο αναγκαστικές αλλαγές στο 46′. Μόλις ξεκίνησε το δεύτερο ημίχρονο, ο Ρικέλμε δέχτηκε ένα δυνατό χτύπημα στο γόνατο από κάποιον παίκτη της Ουρακάν και τραυματίστηκε. Ο φυσιοθεραπευτής βλέποντάς τον να υποφέρει και αφού τον εξέτασε, του είπε να βγει γιατί ήταν επικίνδυνο το χτύπημα. Ο Ρικέλμε σκέφτηκε τον Γκαϊτάν που θα έχανε την ευκαιρία του να δεχτεί το χειροκρότημα. «Όχι δεν θα βγω» απάντησε. Ο φυσιοθεραπευτής δεν το πίστευε. Πάνω από τον τραυματία Ρικέλμε ήρθε κι ο κόουτς για να τον μεταπείσει, αλλά ο Ρικέλμε επέμενε. «Δεν θα βγω, δεν θέλω να χάσει ο Γκαϊτάν την ευκαιρία να αποθεωθεί«. Η Μπόκα ισοφάρισε, αλλά το ματς είχε στραβώσει για τα καλά καθώς μετά τις δυο αλλαγές, έμεινε και με 10 αφού ο Κρουποβιέσα αποβλήθηκε. Ο Ρικέλμε αναγκάστηκε να βγάλει όλο το 90λεπτο με πόνους στο γόνατο και ο Γκαϊτάν έμεινε μέσα μέχρι την λήξη τελικά, καθώς η Μπόκα δέχτηκε και 2ο γκολ και κυνηγούσε το σκορ. Το… παρασκήνιο του αγώνα (που τελικά έληξε με 1-2) αποκαλύφθηκε μερικά χρόνια πιο μετά, σε συνέντευξη του Χουάν Ρομάν Ρικέλμε που με την κλασσική του απλότητα και ηρεμία είπε «ήταν ο αδερφός μου στο γήπεδο, θα έκανα τα πάντα γι’ αυτόν«. Ο Γκαϊτάν δεν είχε την ευκαιρία να φύγει όπως θα ήθελε.

Έξι χρόνια, 250 ματς, 41 γκολ και 80κάτι ασίστ μετά ο υπαρχηγός πλέον της Μπενφίκα και MVP της, την αφήνει για να πάει στην Μαδρίτη και την Ατλέτικο. Στα 28 του πλέον, όχι παιδάκι, όχι αφού έκατσε για μια αρπαχτή και μετά άρχισε να κάνει μούτρα ζητώντας μεταγραφή. Σήκωσε δέκα κούπες (πρωτάθλημα, κύπελλο, Λιγκ Καπ, Σούπερ Καπ), σε καμία σεζόν δεν έπαιξε λιγότερα από 25 ματς στο πρωτάθλημα, σε καμία σεζόν δεν έπαιξε λιγότερα από 37 παιχνίδια συνολικά. Το 2011 βγήκε πρώτος σε ασίστ στον θεσμό του Τσάμπιονς Λιγκ, ενώ τη χρονιά που μας τελείωσε, χρειάστηκε να μοιράσει 16 τελικές πάσες για να καταφέρει η Μπενφίκα να πάρει το πρωτάθλημα. Ένας ταπεινός ηγέτης.

Το τελευταίο του παιχνίδι ήταν ο τελικός του Λιγκ Καπ απέναντι στην Μαρίτιμο, το εντυπωσιακό 2-6. Εκεί που τελικά κατάφερε να κάνει αυτό που δεν έκανε στο Μπομπονέρα. Η ήπειρος, η χώρα και η ομάδα άλλαξαν, τα χρώματα άλλαξαν, αυτό που δεν άλλαξε όμως είναι η αγάπη του κόσμου. Κι αν στην Αργεντινή δεν πρόλαβε πολλά, τα έξι χρόνια στην Πορτογαλία τον έκαναν ίνδαλμα στην Μπενφίκα και επιτέλους είχε το αντίο που του άξιζε. Βγήκε αλλαγή αυτή τη φορά, αποθεώθηκε, έφυγε με νίκη και μάλιστα κούπας και στο τέλος ξέσπασε σε λυγμούς στον πάγκο. Το ίδιο και στα αποδυτήρια όταν εν μέσω αποθέωσης αυτή τη φορά από τους συμπαίκτες του, έβγαλε λόγο και ξαναέκλαψε. Μπορεί να μην έφτασε ποτέ τον Ρικέλμε σε δόξα, αλλά κέρδισε κι αυτός την αγάπη και τον σεβασμό του φιλάθλου.

Θα μπορούσε να είχε φύγει νωρίτερα, προτάσεις πάντα υπήρχαν. Ο Ντιέγκο Σιμεόνε τον φλέρταρε από το 2014. Τελικά, φέτος έκρινε ότι ήρθε αυτή η ώρα, ότι έκλεισε ένας κύκλος. Η Μπενφίκα έξι χρόνια αργότερα πήρε τα τριπλάσια χρήματα και η Ατλέτικο έδωσε περίπου 25 εκατομμύρια για έναν 28χρονο πλέον χαφ που μιλάει στην μπάλα, ξέρει να την χαϊδεύει και αυτή να του κάνει όλες τις χάρες. Πάει στην πιο δύσκολη αποστολή της καριέρας του, στο πιο δύσκολο πρωτάθλημα και σε μια ομάδα ειδικών συνθηκών. Ο στόχος του ο ίδιος και πάλι. Να γίνει αγαπητός με όσα κάνει στο γήπεδο, να προσφέρει, να φέρει τίτλους και όταν κάποτε έρθει ένα ακόμα τέλος, να φύγει με τον κόσμο όρθιο να τον χειροκροτά. Όπως αρμόζει σε κάθε καλλιτέχνη, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλος είναι.

Ο μαχητής Ντιέγκο Γκοντίν

  [Καθόλου σχόλια]

Αν υπάρχει κάποια κορυφαία ομάδα που αποτελεί καθρέφτη του προπονητή της, αυτή δεν είναι άλλη από την Ατλέτικο Μαδρίτης. Η αγαπημένη ατάκα του Ντιέγκο Σιμεόνε «με το μαχαίρι στα δόντια», από τότε που σήκωνε πρωταθλήματα με Εστουδιάντες και Ρίβερ και έδειχνε ότι είναι έτοιμος για μεγάλα πράγματα, είναι αυτό που αντιπροσωπεύει καλύτερα την Ατλέτικο τον τελευταίων ετών. Όλοι οι παίκτες έρχονται και προσαρμόζονται στο σύνολο, βάζουν κάτω το εγώ τους, γίνονται στρατιώτες. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις παικτών που δεν χρειάζεται να αλλάξουν γιατί ακριβώς αυτό ήταν σε όλη τη ζωή και την καριέρα τους.

Ίσως περισσότερο από τα γκολ του Φαλκάο, του Ντιέγκο Κόστα και πλέον του Γκριεζμάν, η Ατλέτικο Μαδρίτης περιγράφεται από τον ιδρώτα που τρέχει στη φανέλα του Ντιέγκο Γκοντίν. Τις βαθιές ανάσες, εκεί στις στιγμές πίεσης που ζει σχεδόν σε κάθε ματς η ομάδα του, στο σημείο που λες θα καταρρεύσει, κουράστηκε και τελικά βγάζει λίγη ακόμα ψυχή. Στο σωτήριο τάκλιν, τη δύσκολη κεφαλιά, την αυτοθυσία. Γιατί ο Γκοντίν είναι όπως κι η Ατλέτικο. Αυτός που δεν το βάζει κάτω και καταφέρνει να επιζεί. Στην περίπτωση του Ουρουγουανού αμυντικού αυτό δεν είναι μόνο μεταφορικό, αλλά και κυριολεκτικό.

Ήταν μόλις τεσσάρων ετών ο μικρός Ντιέγκο, όταν μαζί με την αδερφή του Λουσία αποφάσισαν να πάνε βόλτα στο δάσος, όσο οι γονείς τους ετοίμαζαν τη φωτιά για να ψήσουν το φαγητό στο οικογενειακό πικ-νικ. Ο Ντιέγκο ήταν ένα αεικίνητο παιδί που αγαπούσε τη φύση. Πλησίασε στις όχθες του ποταμού για να να πιάσει κάποιο ψάρι και γλίστρησε, πέφτοντας στο νερό. Το ρεύμα άρχισε να τον παρασύρει καθώς δεν ήξερε να κολυμπάει και ο Ντιέγκο φώναζε για βοήθεια. Η αδερφή του έντρομη έτρεξε να βρει τους γονείς τους και όταν αυτοί πλησίασαν, οι φωνές είχαν σταματήσει. Έβαλαν το χειρότερο στο μυαλό τους, αλλά τελικά είδαν τον Ντιέγκο να έχει φτάσει στην όχθη κολυμπώντας σαν (βρεγμένος) κύριος. «Δεν ξέρω πώς βγήκα, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι κατάφερα να βγω». Θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του βιβλίου της ζωής του, αλλά τελικά η βιογραφία κυκλοφόρησε πρόσφατα με όνομα: «Θάρρος, Καρδιά και Μυαλό».

Από μικρός ξεπερνούσε κάθε δυσκολία. Όταν ήταν επτά, ένα μεγαλύτερο παιδάκι τον κορόιδευε. Ο Ντιέγκο ρώτησε τον πατέρα του τι να κάνει. Την επόμενη τον περίμενε έξω από την τάξη, του έδωσε μια μπουνιά στην μύτη και το… bullying σταμάτησε μια για πάντα. Μετά από μια τέτοια εμπειρία που παραλίγο να πνιγεί, κάθε παιδάκι θα είχε το δικαίωμα να αποκτήσει τραύματα με το νερό, να μην αγαπάει ποτάμια, θάλασσες, κολύμβηση. Όχι ο μαχητής Ντιέγκο Γκοντίν όμως. Περίπου δέκα χρόνια μετά, κολυμπούσε εξίσου καλά όλα τα στιλ και είχε πέντε διαφορετικά ρεκόρ Ουρουγουάης στην κολύμβηση. Παράλληλα έπαιζε βόλεϊ, μπάσκετ και έκανε στίβο. Ήταν τότε που αποφάσισε να αφοσιωθεί στο ποδόσφαιρο και να αφήσει το σπίτι του για να πάει στο Μοντεβιδέο.

Ο Γκοντίν είναι ανταγωνιστικός, θέλει να κερδίζει πάντα, αλλά όχι με το στιλ του Κριστιάνο για παράδειγμα. Θέλει να ξεπερνάει τον εαυτό του και να βελτιώνεται, ίσως γι’ αυτό αγαπούσε και τόσο την κολύμβηση, μόνος, αυτός και η πισίνα. Στην μπάλα έπαιζε και 9αρι, αλλά κυρίως ως 10αρι. Περίμενε κανείς με βάση τα όσα ξέρουμε, να ήταν «εύκολη» η ποδοσφαιρική του καριέρα, χωρίς προβλήματα; Φυσικά και όχι. Μετά από δυο χρόνια παραμονής του στο Μοντεβιδέο και δυσκολίας προσαρμογής του (η πατρίδα του το Ροσάριο έχει μόλις δέκα χιλιάδες κατοίκους) η Ντεφενσόρ αποφάσισε να τον «κόψει» και να τον αφήσει ελεύθερο στα 16 του. Ο Ντιέγκο ξέσπασε σε κλάματα και επέστρεψε στην πόλη του. Ήταν έτοιμος να παρατήσει το ποδόσφαιρο, αλλά μέσω ενός γνωστού δοκιμάστηκε στην Κλουμπ Ατλέτικο Σέρο που τον απέκτησε για… 840 πέσος, περίπου 25€.

 

Από ένα μεγάλο κλαμπ της χώρας σε μια ομάδα χωρίς λεφτά που δεν μπορούσε να πληρώνει τα γεύματα των ποδοσφαιριστών και δεν είχε ζεστό νερό στα αποδυτήρια. «Τι θέση παίζεις;» τον ρώτησε ο προπονητής που τον δοκίμασε. «Δεκάρι (enganche)» απάντησε ο Γκοντίν. «Δεν παίζω με 10αρι, παίζεις πουθενά αλλού;» ξαναρώτησε ο κόουτς. «Δεξί χαφ» είπε ο Γκοντίν που δεν περίμενε ότι τελικά θα κατέληγε ένα από τα πιο σπουδαία σέντερ μπακ μερικά χρόνια αργότερα. Μια που είχε φτάσει το 1.85 και η ομάδα δεν είχε ψηλά παιδιά, ο κόουτς τον έβαλε σέντερ μπακ. «Φαινόταν ότι δεν του άρεσε, αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν εξαιρετικός στον αέρα, είχε καλή τεχνική. Του έλειπε η δύναμη και οι τοποθετήσεις». Γρήγορα τον ανακάλυψε ο προπονητής της πρώτης ομάδας και ο Γκοντίν έγινε στέλεχός της. Πέρασε καλές και κακές στιγμές, υποβιβασμούς και ανόδους και κατέληξε αρχηγός της Ατλέτικο Σέρο.

Το μεγάλο βήμα ήρθε με την μεταγραφή του στη Νασιονάλ. Εκεί σε μια καλή ομάδα ξεχώρισε και έκανε εξαιρετικές εμφανίσεις στο Λιμπερταδόρες. Αυτό ήταν το διαβατήριό του για την Ισπανία και τα υπόλοιπα είναι γνωστά στους περισσότερους. Ουσιαστικά από το 2005 και μετά, από τα 19 του, δεν έχασε τη θέση βασικού σε Σέρο, Νασιονάλ, Βιγιαρεάλ και πλέον στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Η επιτομή της σταθερότητας.

O Γκοντίν δεν είναι ποδοσφαιριστής τύπου Πικέ και Σέρχιο Ράμος που θα παίξει στα ΜΜΕ. Δεν είναι καν στους καλύτερους αμυντικούς στις ετήσιες εντεκάδες του FIFPro, ίσως επειδή δεν πουλάει τόσο. Εκεί που για παράδειγμα φιγουράρει ο Τιάγκο Σίλβα. Ο Σιμεόνε όμως δεν τον αλλάζει με τίποτα και είμαι σίγουρος ότι κι ο Πελεγκρίνι θα τον ήθελε σε κάθε ομάδα του μετά τη Βιγιαρεάλ. Κι αυτός εκεί, με την ασκητική του φυσιογνωμία, συνεχίζει να ιδρώνει και να ματώνει τη φανέλα και συνεχίζει να είναι ο ίδιος εσωστρεφής και ντροπαλός τύπος στην προσωπική του ζωή. Βοηθάει την πόλη του πίσω στην Ουρουγουάη, αλλά δεν το διαφημίζει. Φέτος έστειλε 1200 σχολικές τσάντες και τετράδια στους μαθητές της πόλης και ζητούσε να μη γίνει γνωστό. Βοηθάει συνέχεια τον τόπο του, αλλά σχεδόν πάντα στα κρυφά. Είναι το ίνδαλμα της πόλης. Όταν γύρισε μετά το Μουντιάλ της Ν. Αφρικής, στήθηκε μια τεράστια γιορτή στο κέντρο της πόλης. Αν ρωτήσεις κάποιον κάτοικο του Ροσάριο, σίγουρα θα σου πει ότι τον ξέρει ή έστω ένας φίλος του τον γνωρίζει. Και είναι σίγουρο ότι όλοι θα στηθούν στις τηλεοράσεις τους για να τον δουν στη ρεβάνς του τελικού του Τσάμπιονς Λιγκ του 2014, εκεί που το γκολ του για μερικά δευτερόλεπτα ακόμα και θα έδινε την κούπα στην Ατλέτικο.

Δυο χρόνια αργότερα, η Ρεάλ είναι και πάλι απέναντι κι ο Ουρουγουανός θα τα δώσει όλα ξανά. Όπως κάνει είτε απέναντί του είναι η Χιχόν, είτε η Μπαρτσελόνα. Κι αν δεν τα καταφέρει και πάλι, θα μοχθήσει για να φτάσει ξανά σε έναν τελικό στο μέλλον.