Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ισπανικό πρωτάθλημα'

Μεταγραφή μετά από Απαίτηση

  [19 Σχόλια]

Έκλεισε λοιπόν νωρίς-νωρίς το μεγάλο ντιλ της μεταγραφικής περιόδου του Ιανουαρίου. Ο Φελίπε Κουτίνιο πήγε από τη Λίβερπουλ στη Βαρκελώνη για περίπου €160Μ. Αν σας αρέσει αυτή η κίνηση και δε θέλετε κάποιος να σας χαλάσει τη διάθεση, μπορείτε να σταματήσετε την ανάγνωση εδώ. Ο γράφων από το καλοκαίρι δεν ήταν ιδιαίτερα θερμός στη μεταγραφή Κουτίνιο στην Μπαρσελόνα, πόσο μάλλον τώρα, με τις συνθήκες και τα δεδομένα υπό τα οποία έγινε.

Κατ’ αρχάς να εξηγήσω το γιατί δεν τον ήθελα από τον Αύγουστο. Ο Κουτίνιο είναι ένας πάρα πολύ καλός παίχτης σε ιδανική ηλικία. Επιπλέον πια είναι αρκετά ψημένος. Προέρχεται από μεγάλη σχολή, έχει ντρίπλα, ένας εναντίον ενός, πάσα, στημένα, υποδοχή σε 360º (ορολογία Τσάβι), κάθετη κίνηση και συμπαθητικά τελειώματα. Υπέροχος παίχτης να τον βλέπεις. Όμως τραυματίζεται συχνά, δεν πρεσάρει σωστά, δεν έχει διάρκεια το παιχνίδι του και η καλή του θέση είναι έξω αριστερά ώστε να συγκλίνει προς τα μέσα. Στη Μπαρσελόνα τον κοίταξαν για αντικαταστάτη του Νεϋμάρ, που θα ήταν πιο σωστή η κίνηση, αλλά τελικά έμεινε ότι αυτός θα είναι ο αντικαταστάτης του Ινιέστα.

Από εδώ ξεκινάνε τα σοβαρά προβλήματα. Αρχικά το αγωνιστικό. Η Μπαρσελόνα αναζητεί αντικαταστάτη του Ινιέστα που πλέον είναι κλεισμένα 33. Ο δον Ανδρές μπορεί να δίνει 60-70 λεπτά διάλεξη σε κάθε του παιχνίδι, αλλά τόσο αντέχει και όχι Τετάρτη-Κυριακή. Η μεταγραφή έπρεπε να είναι παίχτης σταρ για να αντικαταστήσει τον καλύτερο ίσως παίχτη που έβγαλε η Ισπανία. Ή τελείως αχρείαστη, διότι η καλή θέση του Σέρζι Ρομπέρτο είναι αυτή ακριβώς. Και όσες φορές έχει παίξει εκεί και όχι δεξί μπακ έχει κάνει παπάδες τα τελευταία δύο χρόνια. Επίσης ο Κουτίνιο στη Λίβερπουλ δεν έκανε τα καλύτερά του ματς στον άξονα αλλά στα αριστερά. Η θέση του Ινιέστα είναι τρομερά απαιτητική τόσο επιθετικά όσο και στην κάλυψη. Επαναλαμβάνω, αν δεν είχε αποκτηθεί ο *πρώην ρεκόρ μεταγραφής για το σύλλογο* Ντεμπελέ, η κίνηση είχε μεγάλο αγωνιστικό νόημα, τώρα είναι πρόβλημα για το Βαλβέρδε.

Παράδειγμα του που κινείται ο Κουτίνιο από ματς με τη Σουόνσι

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι ο Γενάρης. Η Μπαρσελόνα είχε κολλήσει στο πρόσωπο του Κουτίνιο, δεν υπήρχε άλλος για το κέντρο, από το καλοκαίρι. Ειδικά μετά τη μεταγραφή Νεϋμάρ που όλος ο κόσμος ήξερε το τι είχε μπει στο ταμείο της Μπάρσα, ο καθένας ζήταγε ό,τι ήθελε. Η Λίβερπουλ ζήτησε αναμενόμενα τη Σαγράδα Φαμίλια και το ντιλ δεν έκλεισε. Η Μπαρσελόνα συνέχισε να πιέζει τόσο τον παίχτη όσο και το σύλλογο να γίνει η μεταγραφή. Ο παίχτης όμως χρησιμοποιήθηκε στο Τσάμπιονς Λιγκ από τον Κλοπ. Η λογική λέει ότι η Μπαρσελόνα θα το άφηνε ως το καλοκαίρι και θα προσπαθούσε να κλείσει τον παίχτη πριν την έναρξη του Μουντιάλ. Όχι όμως, τώρα το Γενάρη, μεταγραφή ρεκόρ με 160Μ παίχτη που δεν έχει δικαίωμα να παίξει στο Τσάμπιονς Λιγκ όταν η Μάντεστερ Σίτυ θα αγοράσει με 35-40Μ τον Αλέξις Σάντσες που θα μπορεί να παίξει.

Και εδώ περνάμε στο οικονομικό. Το καλοκαίρι η Μπαρσελόνα έγινε περίγελος όταν ακύρωσε τελευταία στιγμή την κλεισμένη μεταγραφή του Σέρι της Νις για €40Μ. Για αγωνιστικούς λόγους είπαν τότε, κάνοντάς το να φαίνεται πιο γελοίο, αλλά δεν έβγαιναν τα κουκιά. Ούτε έδωσαν τα €33Μ για τον Ινίγκο Μαρτίνεθ που ζητούσε ο Βαλβέρδε. Τώρα όμως, έχοντας κάνει τη μεταγραφή του Ντεμπελέ και του Παουλίνιο και χωρίς να έχει αποχωρήσει απολύτως κανένας έδωσαν €160Μ για τον Κουτίνιο, πηγαίνοντας στο 84% των εσόδων τα έξοδα για μεταγραφές και συμβόλαια, ανατινάζοντας το ΦΦΠ. Η διαχείριση των παιχτών από τη διοίκηση είναι απαράδεκτη, με πιο κραυγαλέες περιπτώσεις αυτές του Αρντά (7ο μεγαλύτερο συμβόλαιο), που η Άρσεναλ έδινε €40Μ τον προηγούμενο Γενάρη και δεν πωλήθηκε, και του Αντρέ Γκόμες, που πάλι είχαν πρόταση €35Μ και τον κράτησαν. Τώρα πρέπει να φύγουν τουλάχιστον 4 παίχτες.

Και κλείνω με το πιο εξοργιστικό. Η προσκόλληση στο πρόσωπο του Κουτίνιο από το καλοκαίρι έσκασε ξαφνικά μετά τη φυγή Νεϋμάρ. Όπως και το όνομα του Παουλίνιο. Η μεταγραφή Παουλίνιο συμφωνήθηκε, πάγωσε, και έγινε σχεδόν στο τέλος, όταν πια έγινε σαφές ότι ο Κουτίνιο δε θα παρουσιαζόταν στο Καμπ Νόου το 2017. Εντελώς τυχαία να πω ότι με τη φυγή Νεϋμάρ η Μπαρσελόνα, το ποδοσφαιρικό διαμάντι της ΝΙΚΕ, έμενε χωρίς Βραζιλιάνο διεθνή στο ρόστερ της σε χρονιά Μουντιάλ (μην μου πει κάποιος για το Ραφίνια παρακαλώ). Η Βραζιλία (φυσικά ΝΙΚΕ, ολόκληρο σκάνδαλο είχε γίνει) είναι σπουδαία ποδοσφαιρική αγορά και η πιο δημοφιλής εθνική. Σημειώνω ότι και ο Ντεμπελέ είναι ΝΙΚΕ, τόσο ο ίδιος, όσο και η Γαλλία. Έγινε η μεταγραφή Παουλίνιο, αλλά η ΝΙΚΕ ζητούσε σταρ. Η διοίκηση Μπαρτομέου που δεν έχει πει ποτέ όχι σε χορηγό σκίστηκε να ικανοποιήσει την εταιρεία που παίρνει αρκετά πίσω από την αύξηση στην προσφορά για τη φανέλα που είχε κάνει. Ο Κουτίνιο είναι ό,τι καλύτερο μπορούσε να υπάρξει στη Μπαρσελόνα μετά τον Νεϋμάρ και αυτό έπρεπε, λόγω ΝΙΚΕ, να γίνει πριν το Μουντιάλ.

Οφ σάιντ γράφει στα Καταλανικά πίσω

Η διοίκηση Μπαρτομέου έχει πρωταρχικό άγχος να φτάσει τον κύκλο εργασιών του συλλόγου στο €1 δις. Όταν επανεκλέχτηκε, πολλοί οπαδοί μίλησαν για «Μαδριλενοποίηση» της Μπαρσελόνα. Ακόμα και αυτό ισχύει εν μέρει. Ναι, πλέον αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως αθλητική επιχείρηση και όχι ως ομάδα ο σύλλογος Μπαρσελόνα, όμως δε γίνονται μεταγραφές γκαλάκτικος για να πουλήσουμε φανέλες χωρίς αγωνιστική λογική. Γίνονται μεταγραφές μετά από υπόδειξη των χορηγών. Παράλληλα, επειδή αυτό το μπραντ πούλαγε τόσα χρόνια, συνεχίζεται η ρητορική για το ποδόσφαιρο βάσης και τη Μασία ενώ πράττουν ακριβώς τα αντίθετα. Φυσικά να υπάρξουν σταρ και μεγάλες μεταγραφές. Πάντα γινόταν. Απλώς ήταν 2-3 και πλαισιώνονταν από (καλούς) ντόπιους. Τώρα κοιτάμε μόνο αγορές, χωρίς κανένα αγωνιστικό πλάνο. Ακόμα και ο προπονητής επιλέχθηκε με κριτήριο να είναι ο καλύτερος διαθέσιμος, αλλά από εκείνους που δε θα πηγαίνουν και πολύ κόντρα στη διοίκηση και θα δουλεύουν με ότι τους δίνει. Πραγματικά ίσως ο Βαλβέρδε μετά τον Αντσελότι να είναι ο καλύτερος σε αυτό.

Ως οπαδός της Μπαρσελόνα από την εποχή των 0 ευρωπαϊκών με ενοχλεί όλη αυτή η στροφή. Και δε μιλάω για τα χρήματα. Αυτά απλώς είναι περισσότερα σε ένα ποδόσφαιρο που έχει γίνει λίγο σόου μπιζ. Με ενοχλεί η λειτουργία του συλλόγου ως αθλητική επιχείρηση χωρίς καμία επαφή με το αγωνιστικό κομμάτι. Ειδικά όταν ο τοπικός αθλητικός τύπος έχει γίνει «τίτλοι, τίτλοι, τίτλοι», ενώ συνεχίζει να πουλάει Μασία. Εκείνο όμως που με εξοργίζει είναι οι διοικούντες να μην έχουν καν τον πρώτο λόγο στην όλη μπίζνα. Δηλαδή η Μαδριλενοποίηση να είναι βελτίωση.

Κλαούντιο «Πιόχο» Λόπες: Ο ψύλλος της Βαλένθια

  [1 Σχόλιο]

Το καλοκαίρι του 1996 ένα παλικαράκι με καμπούρα προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο Μανίσες της Βαλένθια. Οι περισσότεροι που τον έβλεπαν δύσκολα θα τον έκαναν ποδοσφαιριστή από το παρουσιαστικό του. Ακόμα κι αυτοί που ήξεραν ποιος ήταν σίγουρα δεν θα εντυπωσιάστηκαν. Βλέπετε, η Βαλένθια είχε τερματίσει την προηγούμενη σεζόν στη 2η θέση με τον Λουίς Αραγονές στον πάγκο, πίσω μόνο από την Ατλέτικο Μαδρίτης κι οι οπαδοί της έβλεπαν την ομάδα να αποδυναμώνεται. Ο πρώτος της σκόρερ με 28 γκολ, και παίκτης της χρονιάς στη Λα Λίγκα, Πέτζα Μιγιάτοβιτς πήρε το δρόμο για τη Μαδρίτη και το Μπερναμπέου.

Οι πιο πολλοί είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στο 30χρονο Ρομάριο που (χωρίς να το ξέρουμε τότε) έκανε τα τελευταία του 5 ματς στην Ευρώπη μέχρι που η κόντρα με τον Αραγονές τον έφερε πίσω στη Φλαμένγκο. Εκτός από το Βραζιλιάνο στην επίθεση ήρθε και ο Γκόραν Βλάοβιτς, ενώ στα χαφ προστέθηκε και ο Βαλερί Κάρπιν. Το σχετικά μικρό ποσό που δόθηκε για τον καμπούρη, ξερακιανό τύπο που έφτασε στο αεροδρόμιο χωρίς πολύ κόσμο να τον υποδέχεται, δεν εντυπωσίασε κανείς. Κι όμως, ο Κλαούντιο Λόπες δεν ήταν κάποιος άγνωστος στον κόσμο της Αργεντινής.

Μπορεί να ξεκίνησε τον αθλητισμό παίζοντας ως πλέι-μέικερ σε ομάδα μπάσκετ, γρήγορα όμως βρήκε την κλίση του και αυτή ήταν το ποδόσφαιρο. Αφού έμαθε τα βασικά στην Εστουδιάντες, έκανε το ντεμπούτο του στη Ράσινγκ παίρνοντας κάποια παιχνίδια, χωρίς όμως να εντυπωσιάζει. Η στιγμή του ήρθε στα 18. Με την εθνική Αργεντινής να αγωνίζεται στο Κόπα Αμέρικα του 1993, οι Αργεντίνοι βαρέθηκαν να περιμένουν πότε θα ξεκινήσει η επόμενη Απερτούρα και είπαν να παίξουν ένα πρωταθληματάκι για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Π.Ο. της χώρας. Στο Κόπα Σεντενάριο έπαιξαν 18 ομάδες με αρκετές αλλαγές (αφού πολλά πρώτα ονόματα έπαιζαν σε εθνικές ή ξεκουράζονταν). Ο «Πιόχο» (ψύλλος) έκανε όργια στα δυο ντέρμπι με την Ιντεπεντιέτε σκοράροντας, αλλά δίνοντας και ασίστ, ενώ συνέχισε με τον ίδιο τρόπο στα ματς με τη Βέλεζ και τη Ρίβερ Πλέιτ.

Ο Κλαούντιο Λόπες έγινε πλέον κανονικό μέλος του ρόστερ, αλλά η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη. Η Ράσινγκ εκείνης της περιόδου ήταν μια μέτρια ομάδα συνήθως, με πολλές αλλαγές προπονητών και ο «Πιόχο» κινούταν συνήθως κι αυτός σε μια μετριότητα. Τη σεζόν 1995-96 η Ράσινγκ απέκτησε τρεις επιθετικούς και ο ρόλος του Κλαούντιο Λόπες θα ήταν πολύ περιορισμένος. Ίσως η μετέπειτα πορεία του να μην ήταν η ίδια, ίσως να μην τον θυμόταν κανείς μας, αν η ομάδα δεν είχε χτυπηθεί από τραυματισμούς και δεν είχε κάποια προβλήματα με καινούριους παίκτες που δεν είχαν ακόμα το δικαίωμα να παίξουν. Κατ’ ανάγκη ο Λόπες έπαιξε αριστερό χαφ στην πρεμιέρα και μάγεψε. Μονιμοποιήθηκε εκεί, η Ράσινγκ βγήκε 2η σχεδόν μετά από δύο δεκαετίες και ο «χαφ» έγινε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας. Τότε ήταν που η Βαλένθια αποφάσισε να δώσει 4 εκατομμύρια περίπου για να τον πάρει. Ο Λόπες έπαιξε το τελευταίο του ματς απέναντι στους Νιούελ’ς στο Ροσάριο, σε ένα κακό ματς που η ομάδα του έχασε με 0-1, λίγο πριν φύγει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ως ένα από τα νέα παιδιά του Πασαρέλα στις εθνικές, ο Λόπες ήταν μέλος μια φουρνιάς που είχε μέσα παίκτες όπως ο Ερνάν Κρέσπο, ο Αριέλ Ορτέγκα και ο Μαρσέλο Ντελγκάδο. Κατέκτησαν το ασημένιο ολυμπιακό μετάλλιο και παρά την επιτυχία αυτή και το γεγονός ότι ετοιμαζόταν για μια καριέρα στην Ισπανία, δεν ένιωθε καλά. Ήθελε να παίξει ξανά με την αγαπημένη του Ράσινγκ, να την αποχαιρετίσει σωστά, όχι με μια ήττα. Με τη μεταγραφή κλεισμένη και τον κίνδυνο ενός τραυματισμού, επέμεινε και τελικά κατάφερα να παίξει στο ντέρμπι της Ράσινγκ με την Μπόκα. Την Μπόκα που είχε στη σύνθεσή της Μαραντόνα, Κανίγια και Βερόν. Με το ματς στο 0-0 η μπάλα έφτασε στα πόδια του στο 81′ και με ένα από τα σουτ με το αριστερό που τόσο πολύ μάθαμε τα επόμενα χρόνια κεραυνοβόλησε την εστία των Μποστέρος. Ο Μαραντόνα έχασε πέναλτι, το 1-0 έμεινε μέχρι το τέλος και ο Κλαούντιο Λόπες αποχαιρέτισε το Ελ Σιλίντρο ανεβασμένος πάνω στο οριζόντιο δοκάρι με τον κόσμο να τον αποθεώνει:

Παρά τη δημοσιότητά του όμως, στη Βαλένθια έφτασε ως σχετικά άγνωστος. Η πρώτη χρονιά του ήταν δύσκολη, όπως δύσκολη ήταν και για τη Βαλένθια που έδιωξε τον Αραγονές και είχε συνολικά τρεις προπονητές για να πέσει στη 10η θέση από τη 2η της περασμένης σεζόν. Ο Ρομάριο έφυγε, ο Ορτέγκα (που πήγε κι αυτός στη Βαλένθια) μαζί με τον Βλάοβιτς έβαλαν κάποια γκολ, αλλά η σεζόν κινήθηκε στην μετριότητα. Με τη Βαλένθια να αγοράζει αρκετούς ξένους το καλοκαίρι, ο Λόπες κινδύνευσε να μείνει εκτός ομάδας αφού αρχικά δεν υπήρχαν αρκετές θέσεις. Η φυγή του Βαλντάνο και η έλευση του Κλαούντιο Ρανιέρι στις αρχές της επόμενης σεζόν υπήρξε ευεργετική για αρκετούς παίκτες. Ο Γκαΐθκα Μεντιέντα από ένας ταλαντούχος, φιλότιμος χαφ μετατράπηκε σε παίκτη ορχήστρα, ο Ρουμάνος Ίλιε σκόραρε ακατάπαυστα και ο Κλαούντιο Λόπες έγινε πρωταγωνιστής.

Ένα από τα σπουδαιότερα ματς στην ιστορία της Πριμέρα.
Η Μπαρτσελόνα κερδίζει 3-0 στο 68′ και στο 88′ η Βαλένθια κάνει το 3-4.

Παρελαύνουν: Φίγκο, ντε λα Πένια, Λουίς Ενρίκε, Ριβάλντο, Γκουαρδιόλα, Μεντιέτα, Κλαούντιο Λόπες, Ορτέγκα, Θουμπιθαρέτα

Με τον Ιταλό προπονητή, η Βαλένθια έγινε μια ομάδα που χτυπούσε στην αντεπίθεση και η ταχύτητα του Λόπες ταίριαζε ιδανικά. Η Βαλένθια μπορεί να τερμάτισε μόλις 9η, αλλά έδωσε μερικές μεγάλες ποδοσφαιρικές παραστάσεις. Η τεράστια νίκη στο Καμπ Νου, όταν από 3-0 στο ημίχρονο έφτασε στο 3-4 με μια ασίστ και δυο γκολ του Πιόχο και η νίκη στο Μπερναμπέου ήταν δείγμα του τι θα ακολουθούσε. Ο Λόπες σκόραρε 12 φορές στη 2η του σεζόν στο Μεστάγια, έγινε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας και οι κούρσες του άρχισαν να γράφουν ιστορία.

Κόπα ντελ Ρέι 1999, το σόου της Βαλένθια

Η ερωτική σχέση του Πιόχο με την Μπαρτσελόνα συνεχίστηκε σε όλη την πορεία του στη Βαλένθια. 12 γκολ σε 15 παιχνίδια απέναντι στους Καταλανούς, ρεκόρ που δύσκολα συναντάς. Τη σεζόν 1998-99 βγήκε 2ος σκόρερ στο πρωτάθλημα πίσω μόνο από τον Ραούλ (και συνολικά σκόραρε 37 φορές σε 47 αγώνες, ρεκόρ που έπρεπε να περάσουν 10 χρόνια για να το καταρρίψει κάποιος Αργεντίνος με όνομα Λιονέλ Μέσι), ενώ κατέκτησε το Ιντερτότο και το Κόπα ντελ Ρέι (ρίχνοντας και μια αξέχαστη 6αρα στη Ρεάλ Μαδρίτης). Στον τελικό σκόραρε δυο φορές απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης κι η Βαλένθια έδειξε ότι είχε μπει για τα καλά στην ελίτ του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Ένα από τα καλύτερα γκολ στην ιστορία του Τσάμπιονς Λιγκ

Ο Ρανιέρι έφυγε, ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ ήρθε. Η Βαλένθια έγινε ακόμα πιο σκληρή, πιο κυνική, αλλά και πιο επικίνδυνη με την έλευση του Κίλι Γκονζάλες. Η ιστορία είναι γνωστή, Σούπερ Καπ, 3η θέση στο πρωτάθλημα και μια τρελή πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ. Αντιμετώπισε Μπάγερν, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Λάτσιο και Μπαρτσελόνα μέχρι να φτάσει στον τελικό και έκανε πολλούς πιτσιρικάδες να γίνουν οπαδοί της. Ο συνδυασμός Ρεάλ Μαδρίτης σε τελικό μαζί με Έκτορ Ραούλ Κούπερ δεν μπορούσε να είχε άλλη κατάληξη. Ο Λόπες στο τέλος της σεζόν έζησε μια δεύτερη αποθέωση και ένα δεύτερο αντίο σκοράροντας. Αυτή τη φορά όχι με τα γαλάζια της Ράσινγκ, αλλά με τα ασπρόμαυρα της Βαλένθια, απέναντι στη Θαραγόθα. Σε αντίθεση με τον Μιγιάτοβιτς που έφυγε σχεδόν σαν προδότης, ο «Πιόχο» έφυγε σαν είδωλο.

Τα περίπου 35 εκατομμύρια Ευρώ που έδωσε η Λάτσιο τον έφεραν στη Ρώμη, ένα χρόνο πριν κάνει την ίδια διαδρομή κι ο συνοδοιπόρος Μεντιέτα. Σαν όμως να μην το ήθελε η μοίρα να πετύχουν εκτός Βαλένθια. Σαν να έχασαν τη δύναμή τους φεύγοντας από το Μεστάγια. Αν και ο Λόπες τα πήγε σαφώς καλύτερα από τον Γκαΐθκα (έπαιξε πάνω από 100 ματς, σε μια Λάτσιο που είχε γίνει αργεντίνικη αποικία εκείνα τα χρόνια, υγρό όνειρο κάθε παίκτη Football Manager με παίκτες όπως Κρέσπο, Βερόν, Σιμεόνε) δεν έφτασε ποτέ στα ίδια επίπεδα απόδοσης. Εγκατέλειψε την Ευρώπη στα 30 και έπαιξε αρκετά στο Μεξικό, ένα διάστημα ξανά στη Ράσινγκ και στο τέλος της καριέρας του στις ΗΠΑ. Η καλύτερή του περίοδος ήταν πάντα τα τέσσερα χρόνια στη Βαλένθια, με τις ατελείωτες κούρσες, είτε ως πλάγιος, είτε ως σέντερ φορ και τα πολλά εντυπωσιακά γκολ, με το σήμα κατατεθέν βολέ με το αριστερό. Όταν κανείς δεν τον πίστευε, όταν είχε έρθει ως ρεζέρβα του Ρομάριο και τελικά έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της ιστορίας ενός συλλόγου.

Η αλήθεια πίσω από τα ball boys

  [5 Σχόλια]

Τα βλέπουμε μέσα στο γήπεδο. Η νεολαία, οι ελπίδες του ποδοσφαίρου, πιθανότατα οι επόμενοι μεγάλοι σταρ. Χαρούμενες, αθώες παιδικές φάτσες, με μόνο στόχο να βρεθούν κοντά στα ινδάλματά τους, να βοηθήσουν στην τέλεση του αγώνα και κάποτε να πρωταγωνιστήσουν. Τα αθώα ball boys. Ή έτσι νομίζει ο απλός κόσμος. Όποιος δεν έχει βρεθεί σε γήπεδο εκεί στο 90′ που η ομάδα ψάχνει το ένα γκολ και κάθε δευτερόλεπτο που χάνεται είναι αιώνας, δεν μπορεί να καταλάβει. Όποιος έχει δει τερματοφύλακα να περιμένει την μπάλα πίσω από το τέρμα με βλέμμα απόγνωσης σαν να πήγε σε δημόσια υπηρεσία και να του είπαν «δυστυχώς είναι σε άδεια ο υπάλληλος», ξέρει. Εκεί που καταλαβαίνεις ότι η αγγελική φάτσα είναι απλά το προσωπείο που κρύβει έναν ποδοσφαιρικό Τσάκι, την κούκλα του σατανά. Και μπορεί οι παίκτες συχνά να αντιδρούν, αλλά τα ball boys συνεχίζουν ακάθεκτα. Βελτιώνονται και γίνονται ακόμα πιο προκλητικά και φυσικά οι παίκτες απαντούν. Κι αν δεν μας πιστεύετε, συγκεντρώσαμε τα «καλύτερα» περιστατικά με ball boys και παίκτες που έγιναν μόλις τον τελευταίο μήνα και τα αξιολογούμε.

Ξεκινάμε από την Αυστραλία. Στον τελικό του κυπέλλου το παιχνίδι έχει φτάσει στην παράταση και το Σίδνεϊ προηγείται της Αδελαΐδας με 2-1. Η μπάλα έχει βγει πλάγιο στη σέντρα και ο Μάικλ Μαρόνε πάει να την πάρει. Το ball boy όχι απλά δεν την δίνει γρήγορα, αλλά καθώς ο Μαρόνε πλησιάζει πάει να την καλύψει με το σώμα του για να μην την πάρει ο παίκτης της Αδελαΐδας. Ο Μαρόνε έχει ανεχτεί αρκετή κοροϊδία από τα διαβολικά ball boys στη ζωή του και ρίχνει ένα μεγαλοπρεπές σπρώξιμο στον πιτσιρικά που πάνω που πας να τον λυπηθείς πέφτει κάτω συνεχίζοντας να μην αφήνει την μπάλα από τα χέρια του λες και είναι ο Φρόντο, ενώ κάνει τον τραυματία. Το περιστατικό καταδικάζεται απερίφραστα (αν και σίγουρα οι οπαδοί της Αδελαΐδας νιώθουν μια ηθική ικανοποίηση), ο Μαρόνε όχι μόνο καταφέρνει να χάσει παραπάνω χρόνο με όλη αυτή τη φάση, αλλά όπως είναι φυσικό αποβάλλεται και τιμωρείται με τέσσερις αγώνες. Το σκορ δεν αλλάζει και το Σίδνεϊ πανηγυρίζει την κούπα.

Βαθμός αλητείας Ball Boy: 7 (απλή καθυστέρηση, μπόνους θεατρινισμός)

Μεταφερόμαστε στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, εκεί που πριν λίγες μέρες έγινε ο πρώτος τελικός του Κόπα Λιμπερταδόρες μεταξύ της Γκρέμιο και της Λανούς. Η ομάδα από την Αργεντινή κρατούσε σχετικά άνετα το 0-0, αλλά σε μια ανύποπτη φάση οι Βραζιλιάνοι άνοιξαν το σκορ και τα τελευταία λεπτά απέκτησαν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς η Λανούς βιαζόταν να ισοφαρίσει για να πάει στον επαναληπτικό με καλύτερο σκορ. Σε μια επίθεση της Γκρέμιο η μπάλα κατέληξε άουτ, κάπου βρήκε και επέστρεψε στο χώρο πίσω από την εστία. Ο γκολκίπερ Αντράντα γνωρίζοντας την μοίρα του φιλοξενούμενου, δεν περίμενε και έτρεξε να πάει την μαζέψει. Αυτό το είδε και το ball boy παλικάρι της Γκρέμιο που είτε είναι ο Μπέντζαμιν Μπάτον, είτε έμεινε πολλά χρόνια στην ίδια τάξη καθώς μοιάζει 30 χρονών. Έφυγε σφαίρα να προλάβει την μπάλα. Ο Αργεντινός τερματοφύλακας ήταν ένα κλικ πιο αργός, αλλά σαφώς πιο δυνατός και έσπρωξε το Βραζιλιάνο παίρνοντας την μπάλα. Το ball boy man σηκώθηκε γρήγορα και έκανε προσπάθεια να προλάβει και να χτυπήσει τον τερματοφύλακα (!), αστοχώντας για λίγο. Το αποκορύφωμα ήταν που δεν σταμάτησε εκεί, αλλά πήγε πίσω από την εστία και συνέχισε να μανουριάζει.

Βαθμός αλητείας ball boy: 8 (έχασε την αρχική μάχη, αλλά σημασία έχει να σηκώνεσαι όταν πέφτεις)

Και για να μην πείτε «ναι αλλά στην Ευρώπη αυτά δεν γίνονται» (άλλωστε η φωτογραφία του Αζάρ στην αρχή δεν μπήκε τυχαία), κλείνουμε με λίγη Ισπανία. Η Βαλένθια παρ’ ότι έπαιζε για πάνω από ένα ημίχρονο με παίκτη παραπάνω, υποχρεώθηκε στην πρώτη της ήττας από τη Χετάφε με 1-0 και δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη γκέλα της Μπαρτσελόνα. Η Χετάφε με θεατρικό ηγέτη τον Νταμιάν, έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το αποτέλεσμα (αξίζει το βίντεο ολόκληρο για το σόου που έδωσε), αλλά εμείς θα σταθούμε στο βραβείου 2ου ανδρικού ρόλου, το ανώνυμο ball boy της Χετάφε (περίπου στο 0.20). Αυτή τη φορά ο πιτσιρικάς δεν χρειάστηκε καν να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Περίμενε τον βιαστικό Σάντι Μίνα να έρθει κοντά και μόλις αυτός πλησίασε πέταξε την μπάλα μακριά του. Ο Σάντι Μίνα θέλοντας να κυνηγήσει την μπάλα, δεν τον φύτεψε στο χώμα, αλλά του είπε κάτι για συγκεκριμένο μέρος του σώματος της μητέρας του. Λίγο αργότερα ο μικρός το επανέλαβε με τον Σιμόνε Ζάζα. Ο Ιταλός όμως διαθέτει εμφανώς ατσάλινα νεύρα, αφού απλά χαμογέλασε και μετά από λίγο του έκανε ένα χαριτωμένο «θα τις φας», σαν να ήταν η μαμά του που ενθουσιάστηκε με την σκανταλιά του κανακάρη της. Αποτέλεσμα ο μπόμπιρας, αληθινός αυτήν τη φορά, όχι σαν της Γκρέμιο, να μην πάρει το μάθημά του και σίγουρα να περιμένει το επόμενο εντός της Χετάφε για να συνεχίσει το έργο του.

Βαθμός αλητείας ball boy: 9 (τρολάρισμα σε δύο στιγμές, χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του και χωρίς να κάψει ούτε θερμίδα)

Θα κλείσουμε με κάτι ρετρό και διαφορετικό. Για να μη φανεί ότι είμαστε άδικοι και σκληροί, υπάρχουν και περιπτώσεις που τα παιδιά δίπλα στη γραμμή δεν έχουν έρθει στη Γη για να μας βασανίζουν, αλλά είναι ό,τι κι εμείς. Απλοί οπαδοί που πονούν την ομάδα τους και ζουν γι’ αυτή. Γυρίζουμε στη Βραζιλία και το μακρινό 1988, για να δούμε ένα ball girl αυτή τη φορά στο θρυλικό Μαρακανά. Το παιχνίδι ήταν Βάσκο ντα Γκάμα με Μποταφόγκο και με το σκορ στο 3-0 ο δαιμόνιος Βραζιλιάνος ρεπόρτερ πλησίασε το κοριτσάκι που έκλαιγε, βλέποντας την ομάδα του να χάνει. Οι ερωτήσεις του ρεπόρτερ ήταν παντελώς ανόητες, αλλά αρκούν οι μονολεκτικές απαντήσεις για να απαντηθεί το ερώτημα «πώς είναι να αγαπάς πολύ την ομάδα σου;» (προχωρήστε στο 3.58 του βίντεο εκτός αν θέλετε ρετρό γκολ) και να συνεχίζεις να το κάνεις ενώ σε πονάει. Και ένα κοριτσάκι (που τώρα θα έχει γίνει γυναίκα και πιθανώς να πηγαίνει με τα παιδιά της στο γήπεδο και να έχει ακόμα τη φανέλα που της χάρισε ένας παίκτης της αγαπημένης της ομάδας) μας βάζει τα γυαλιά:

Κλαις που χάνει η Μποταφόγκο;
Ναι
Ήρθες για να δεις το παιχνίδι;
– Ναι
Δεν ήρθες πρώτα για τη δουλειά ε; (δουλειά = ball boy)
Όχι, ήρθα για να δω το παιχνίδι
Πίστευες ότι θα κερδίσει η Μποταφόγκο;
Ναι το πίστευα
Θα σταματήσεις να είσαι Μποταφόγκο;
Όχι

Το ντέρμπι που δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει

  [4 Σχόλια]

Τα τοπικά ντέρμπι είναι παιχνίδια που χωρίζουν πόλεις στα δύο, ματς για τα οποία ζουν οι κάτοικοι κάθε πόλης. Ποιος θα κρεμάσει περήφανα τη σημαία έξω, ποιος θα πάει στη δουλειά με κατεβασμένο το κεφάλι, ποιος θα κάνει πλάκα το επόμενο πρωί. Κι οι ομάδες από την ίδια πόλη αρκετά συχνά προέρχονται από σάρκα μία. Μίλαν και Ίντερ, Έβερτον και Λίβερπουλ, άνθρωποι που έφυγαν για να δημιουργήσουν νέους συλλόγους και τελικά να χωρίσουν πόλεις. Αλλά και πιο πρόσφατα, με ομάδες που συνεχίζουν, αλλά οι οπαδοί τους δεν τις αναγνωρίζουν. Τα παραδείγματα της Κέρκυρας ή και της Στεάουα. Πέρα από όλα αυτά όμως, υπάρχει και μια πολύ περίεργη ιστορία εκεί στα βορειοδυτικά της Ισπανίας, στη Σαλαμάνκα. Η ιστορία μιας ενωμένης για 90 χρόνια πόλης που ξαφνικά χώρισε.

Αν και μεγάλη φοιτητομάνα πόλη, η Σαλαμάνκα δεν είναι τόσο γνωστή ποδοσφαιρικά. Με καλύτερη θέση την 7η και μόλις 12 σεζόν στην Πριμέρα, η τοπική Ουνιόν Ντεπορτίβο Σαλαμάνκα δεν είχε τόσο μεγάλη ιστορία. Ήταν όμως για πολλούς η αγαπημένη ομάδα και το Εστάδιο Ελμάντικο ένα δεύτερο σπίτι. To 1997-98 είδαν με περηφάνια την ασπρόμαυρη ομάδα τους να ονομάζεται «φονέας των γιγάντων» από τους δημοσιογράφους. Με ηγέτη τον Παουλέτα των 15 γκολ, στο Ελμάντικο υπέκυψαν τόσο η πρωταθλήτρια Μπαρσελόνα του Ριβάλντο σε ένα ένα φοβερό ματς που έληξε με 4-3 (η Σαλαμάνκα κέρδισε και 1-4 στο Καμπ Νου), όσο και η Ατλέτικο Μαδρίτης του πρώτου σκόρερ Κριστιάν Βιέρι σε ένα απίστευτο ματς, όπου ο Ιταλός σκόραρε τέσσερις φορές κι όμως η Σαλαμάνκα με ηγέτη τον Ποπέσκου κέρδισε με 5-4. Λίγες εβδομάδες αργότερα διέλυσε και τη Βαλένθια με 6-0. Αυτή ήταν και η τελευταία καλή χρονιά της ομάδας, καθώς το 1999 υποβιβάστηκε.

Η Ατλέτικο των Μολίνα, Κίκο, Βιέρι και Πάντιτς απέναντι στη Σαλαμάνκα

Από το 2000 και μετά η Σαλαμάνκα παρέμεινε στη Σεγούντα μέχρι και τον υποβιβασμό στη 3η κατηγορία. Τα οικονομικά προβλήματα ήδη είχαν ξεκινήσει και τελικά το 2013 η Σαλαμάνκα κήρυξε πτώχευση, οι οφειλέτες δεν δέχθηκαν κάποιον συμβιβασμό και ο σύλλογος διαλύθηκε. Ούτε αλλαγές ονομάτων, ούτε υποβιβασμοί σε χαμηλότερες κατηγορίες, ούτε τίποτα. Τέλος. Λουκέτο. Έτσι απλά. Με 23 εκατομμύρια Ευρώ χρέη στην πλάτη του συλλόγου δε βρέθηκε λύση και μέχρι και το γήπεδο βγήκε στο σφυρί. 90 χρόνια μετά την ίδρυσή της το 1923, η Σαλαμάνκα διαλύθηκε βυθίζοντας στη θλίψη μια πόλη περίπου 150.000 κατοίκων.

Όπως είναι φυσικό σε αυτές τις περιπτώσεις, ο κόσμος δεν μπορεί να μείνει χωρίς μπάλα, δεν μπορεί να μείνει χωρίς ομάδα. Μόνο που στη Σαλαμάνκα έγινε ένα μπάχαλο. Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Το 2013 με την Ουνιόν να καταρρέει, δημιουργήθηκε μια οργάνωση λαϊκής βάσης (σαν αυτές που έχουμε δει και στην Ελλάδα σε ΑΕΚ, Άρη, ΠΑΟ) ώστε να λυθούν τα προβλήματα και να βρεθούν τα χρήματα. Όταν αυτό δεν έγινε κι η εταιρεία διαλύθηκε, αποφασίστηκε να ιδρύσουν έναν σύλλογο στα πλαίσια της AFC Wimbledon ή της FC United of Manchester, με τη διαφορά όμως ότι δεν επρόκειτο για «αντι-σύλλογο» καθώς η Σαλαμάνκα δεν υπήρχε πια. Έτσι ιδρύθηκαν οι Ουνιονίστας (σε ελεύθερη μετάφραση Ενωσίτες) με μέλη που είχαν όλα δικαίωμα μιας ψήφου για εκλογή προέδρου. Ο σύλλογος ξεκίνησε από την τοπική ΣΤ’ κατηγορία και με δυο ανόδους έφτασε πέρσι στη Δ’ εθνική της Ισπανίας, χωρίς όμως να κερδίσει την άνοδο.

Αριστερά το σήμα των Ουνιονίστας, δεξιά της Σαλμαντίνο

Παράλληλα με τους Ουνιονίστας όμως υπήρχε και μια δεύτερη ομάδα. Η Σαλμαντίνο ιδρύθηκε το 1943 ως θυγατρική της Σαλαμάνκα και αργότερα έγινε επίσημα η 2η ομάδα της καθώς οι αναπληρωματικοί αγωνίζονταν με αυτή. Το 1997 μετονομάστηκε σε Ουνιόν Σαλαμάνκα Β’ και συνέχισε να υπάρχει μέχρι και το 2013 ως η δεύτερη ομάδα του συλλόγου, όταν κι η Ουνιόν Σαλαμάνκα διαλύθηκε. Τότε, οι άνθρωποί της αποφάσισαν να την ονομάσουν ξανά σε Σαλμαντίνο (μια που δεν είχαν δικαιώματα για το όνομα της Σαλαμάνκα), απέκτησαν όμως τα δικαιώματα των Ακαδημιών και ως φυσική συνέχεια της «αναπληρωματικής» ομάδας συνέχισαν στη Γ’ εθνική όπου και βρισκόταν. Πολύς κόσμος άρχισε να στηρίζει την ομάδα, καθώς ήταν γι’ αυτούς η φυσική συνέχεια της Σαλαμάνκα με τα παιδιά από τις Ακαδημίες. Μετά από δύο σεζόν όμως, η ισπανική Ομοσπονδία αποφάσισε ότι τελικά η Σαλμαντίνο πρέπει να θεωρείται νέα ομάδα και ότι λανθασμένα έπαιζε στη Γ’ εθνική, ακύρωσε τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και έτσι την έριξε στον πάτο του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Έτσι λοιπόν, η Σαλμαντίνο ακολούθησε την πορεία των Ουνιονίστας με μια σεζόν διαφορά και από την ΣΤ’ εθνική βρέθηκε φέτος στη Δ’. Πριν λίγους μήνες κατάφερε να αγοράσει τα δικαιώματα για την μπουτίκ και το έμβλημα του συλλόγου, ενώ αγωνίζεται και στο παλιό γήπεδο της Σαλαμάνκα (οι Ουνιονίστας έχουν έδρα 50 μέτρα μακριά, στο βοηθητικό στάδιο). Επόμενος στόχος να πάρει τα δικαιώματα για το όνομα. Την ίδια στιγμή μάχη για διάφορα δικαιώματα δίνουν και οι Ουνιονίστας και μάλιστα κέρδισαν πρόσφατα μια δικαστική απόφαση. Με τη διαφορά όμως ότι οι ίδιοι πιστεύουν ότι κανείς δεν πρέπει να λέει ότι είναι η Σαλαμάνκα και προς το παρόν υποστηρίζουν ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν το όνομα και το έμβλημα. Την ίδια στιγμή ο ένας κατηγορεί τον άλλον και μιλούν οι δικηγόροι, ενώ ο κόσμος πιστεύει ότι η δική του ομάδα είναι η «σωστή». Μύλος…

Ναι, δεν είναι αστείο. Κυκλοφορούν και τέτοια ανάμεσα σε οπαδούς των ομάδων.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στη φετινή σεζόν όπου επιτέλους οι δυο ομάδες βρέθηκαν στην ίδια κατηγορία και πριν μερικές μέρες αντίπαλοι για πρώτη φορά. Η Σαλμαντίνο υποδέχτηκε τους Ουνιονίστας. Από το πρωί στους δρόμους υπήρχαν οπαδοί και των δύο ομάδων. Οι γηπεδούχοι της Σαλμαντίνο που λένε ότι η θυγατρική-2η ομάδα της Σαλαμάνκα από το 1943 είναι λογικό να είναι η Σαλαμάνκα και οι οπαδοί των Ουνιονίστας με σύνθημα «Ουνιόν ήταν μόνο μία» που λένε ότι η παλιά ομάδα τελείωσε το 2013 και πλέον δεν μπορεί να υπάρξει ομάδα αντικαταστάτρια, αλλά μια που απλώς να την τιμάει. Κάποιοι από αυτούς δάκρυζαν λέγοντας «θα επισκεφτώ το γήπεδό μου σαν φιλοξενούμενος».

Το πρώτο ντέρμπι στην ιστορία της Σαλαμάνκα, με δυο ομάδες που θέλουν να γίνουν ότι ήταν η παλιά Ουνιόν

Λίγο πριν τον αγώνα οι οπαδοί συναντιούνται απ’ έξω. Επεισόδια δεν γίνονται, αλλά το κλίμα είναι τεταμένο από τους πιτσιρικάδες και των δύο. Χειρονομίες και συνθήματα. Αστυνομική παρουσία. «Η Ουνιόν είμαστε εμείς» φωνάζουν οι οπαδοί της Σαλμαντίνο στους «φιλοξενούμενους» οπαδούς, ανθρώπους που πριν 4 χρόνια είχαν την ίδια αγωνία με αυτούς για τη σωτηρία της Σαλαμάνκα. Που πανηγύριζαν γκολ και νίκες, δάκρυσαν με υποβιβασμούς. Και τώρα ξαφνικά είναι αντίπαλοι σε ένα τοπικό ντέρμπι που όπως έγραψαν κάποιοι Ισπανοί είναι «το ντέρμπι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει» ή όπως έγραψε η Μάρκα, «το ντέρμπι των ορφανών». Στις κάμερες ο καθένας δηλώνει γιατί πιστεύει ότι υποστηρίζει το σωστό σύλλογο.

Στο παλιό σπίτι και των δύο, τα δυο πέταλα γεμίζουν με οπαδούς ντυμένους στα άσπρα και μαύρα να τραγουδούν τον ίδιο ύμνο κι όμως να είναι αντίπαλοι. Το παιχνίδι σκληρό, με φάουλ και αρκετούς καβγάδες μεταξύ των παικτών. Δεν είναι μόνο όλη αυτή η ιστορία, οι δυο ομάδες βρίσκονται στη 1η και 2η θέση του ομίλου τους και υπάρχει και βαθμολογική σημασία. Η Σαλμαντίνο κερδίζει τελικά με 1-0 με γκολ του Μεξικάνου Γκαλβάν. Οι οπαδοί της πανηγυρίζουν με τους παίκτες. Από την άλλη πλευρά οι φιλοξενούμενοι περιμένουν τους δικούς τους παίκτες και κάνουν χέρια όλοι μαζί, φωνάζοντας «αυτό δεν αγοράζεται με χρήματα» (μια που θεωρούν ότι ως ομάδα λαϊκής βάσης διαφέρουν). Σε άλλες περιπτώσεις μπορείς να πεις ποιος έχει δίκιο. Στη συγκεκριμένη όλοι έχουν κάποια βάση στα επιχειρήματά τους. Και κάπως έτσι, η Σαλαμάνκα αποκτά κι επίσημα ένα τοπικό ντέρμπι και δεν θα είναι παράξενο σε μερικά χρόνια να έχουν ξεχάσει όλοι τις στιγμές που υποστήριζαν την ίδια ομάδα, του Στελέα, του Ποπέσκου, του Παουλέτα και του Εντού Αλόνσο. Και εμείς να κάνουμε αφιερώματα για το «ιστορικό» κλάσικο της Σαλαμάνκα.

Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Όνειρο

  [Καθόλου σχόλια]

Κάπου στις αλάνες της Καστίλης, εκεί στο Β’ τοπικό, παίζει μια ομάδα φοιτητών πολύ διαφορετική από τις άλλες. Λέγεται Κουμ και αποτελείται αποκλειστικά από Κορεάτες ποδοσφαιριστές. Κουμ στα κορεάτικα σημαίνει «όνειρο»,  όνομα που αντικατοπτρίζει ακριβώς το τι συμβαίνει σ’αυτήν την ομάδα των 24 παιδιών από την άλλη άκρη του κόσμου.

Όλα ξεκίνησαν το 2014 όταν ο Κιμ Ντε Χο, Κορεάτης επιχειρηματίας, μετέφερε τις δραστηρίοτητές του από τη Σεούλ στο Χετάφε, νότιο προάστιο της Μαδρίτης. Εκεί γνώρισε τον Ρουμπέν Κάνιο και τους ένωσε η αγάπη τους για το ποδόσφαιρο. Από την αρχή της γνωριμίας τους, αγαπημένο τους θέμα ήταν το πως είναι το ποδόσφαιρο στη μία χώρα και πως στην άλλη. Έτσι ο Ντε Χο πρότεινε στον Κάνιο, ο οποίος ασχολιόταν κυρίως με το ποδόσφαιρο βάσης, να πάει να τσεκάρει το επίπεδο των ποδοσφαιριστών στις πανεπιστημιακές ομάδες της Νοτίου Κορέας.

Επιστρέφοντας ο Κάνιο από εκεί, είπε στον Ντε Χο ότι κατά τη γνώμη του υπάρχουν αρκετοί παίχτες που θα μπορούσαν να αγωνιστούν στην Τερθέρα και τη Σεγούνδα. Έτσι άρχισαν να χτίζουν τις υποδομές για ένα φιλόδοξο σχέδιο. Θα έστηναν μια ομάδα αποκλειστικά με Κορεάτες φοιτητές και θα την τοποθετούσαν στη χαμηλότερη κατηγορία της Ισπανίας. Η Ομοσπονδία της Καστίλης (όπως έχουμε ξαναπεί στις μη εθνικές κατηγορίες τα πρωταθλήματα τα διοργανώνουν οι ομοσπονδίες της κάθε Αυτονομίας) έθεσε ως μόνη προϋπόθεση η έδρα (γήπεδο και εταιρία) να είναι στα διοικητικά όρια της Καστίλης και να έχει ΑΦΜ ισπανικό.

Μετάφραση Μότο: Η Αρχή του Θρύλου

Οι δύο φίλοι πήγαν στη Σεούλ και έβαλαν ανακοίνωση για κάστινγκ. Ακολούθησαν κλασσικές αγαπημένες ασιατικές εικόνες. Παρουσιάστηκαν 500 άτομα από όλα τα πανεπιστήμια της χώρας. Όπως είπε ο ίδιος ο Ντε Χο: «Ήταν κάτι φοβερά ρομαντικό αυτό που κυνηγούσαν αυτά τα παιδιά. Εμένα τουλάχιστον με συγκίνησε. Εκεί εμπνεύστηκα το όνομα του συλλόγου. ‘Όνειρο’ διότι από τη μία ήταν το δικό μου όνειρο που γινόταν πραγματικότητα, από την άλλη ήταν το όνειρο αυτών των παιδιών να πάνε να παίξουν μπάλα στην Ισπανία».

Επιλέχθηκαν 24 άτομα που έκαναν το ταξίδι από Σεούλ στη Μαδρίτη για να εγκατασταθούν σε μια κωμόπολη λίγο πιο έξω από το Τολέδο, το Ιγιέσκας. Εκεί ακολουθούν πρόγραμμα προπονήσεων υπό τις οδηγίες του Πέδρο Βελάσκο, ενός γκουρού στις μέσες ηλικίες. Παράλληλα ακολουθούν ακαδημαϊκά προγράμματα στο πανεπιστήμιο του Τολέδο και μαθαίνουν Ισπανικά. Ο προϋπολογισμός του συλλόγου, €520.000, πληρώνεται από τον Κιμ Ντε Χο που είναι πρόεδρος, την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Νοτίου Κορέας αλλά και το Υπουργείο Πολιτισμού, καθώς θεωρεί το πρόγραμμα από τη μία εκπαιδευτικό, από την άλλη διαφήμιση για τη χώρα. Η τοπική Ιγιέσκας παρέχει δωρεάν τις εγκαταστάσεις (έδρα και προπονητικό) στην Κουμ.

Ο Βελάσκο δήλωνε στον τοπικό τύπο ότι μετά την πρώτη προπόνηση ένιωθε πολύ άβολα καθώς δεν είχε συνηθίσει να του δίνουν τόσο μεγάλη προσοχή οι παίχτες του. Σχεδόν σοκαρίστηκε από τη διαφορά πολιτισμού όπου είχε 24 άτομα να κάθονται και να ακολουθούν ευλαβικά τις οδηγίες του. «Όταν δίνω μια οδηγία το βουλώνουν και με ακούνε. Με σοκάρει αυτό». Ο μέσος όρος της ομάδας είναι τα 20 χρόνια και ο καλύτερος και πιο έμπειρος από αυτούς είχε παίξει μια σεζόν στο πρωτάθλημα των Φιλιππίνων. Αυτή τη στιγμή είναι πρώτοι στη βαθμολογία με 4/4 νίκες και γκολ 16-3.

Το όριο στην Ισπανία για μια τέτοια ομάδα είναι η Σεγούνδα. Όταν ρωτάνε τον Ντε Χο ποιο είναι το όνειρό του, αυτός απαντάει: «Nα φτάσουμε στη Σεγούνδα και να κληρωθούμε στο κύπελλο με τη Ρεάλ Μαδρίτης». Και στην τελική, εδώ που κατάφερε να το φτάσει το όλο εγχείρημα, ποιος μπορεί να του στερήσει αυτό το όνειρο;

Όταν ο Μπλάνκο έστειλε στον κουβά τους συμπαίκτες του

  [Καθόλου σχόλια]

Στην ιστορία του Σομπρέρο υπάρχουν κάποιες προσωπικότητες στις οποίες έχουμε αδυναμία. Που δεν βαριόμαστε να ασχολούμαστε μαζί τους και να αφιερώνουμε παραπάνω από ένα κείμενο. Μια τέτοια είναι ο σπουδαίος τεχνίτης-ζογκλέρ-ψυχάκιας Κουαουτέμοκ Μπλάνκο. Ο Μεξικάνος φορ που έπαιζε μέχρι τα 40κατι του μπάλα, έκανε ένα πέρασμα από τα ευρωπαϊκά γήπεδα που δυστυχώς ήταν σύντομο. Το 2000 σε ηλικία σχεδόν 28 χρονών πήγε δανεικός στη Ρεάλ Βαγιαδολίδ για να ζήσει το όνειρο, αλλά λίγους μήνες αργότερα χτύπησε πολύ σοβαρά σε παιχνίδι της εθνικής με το Τρινιντάντ-Τομπάγκο και έμεινε εκτός δράσης για έξι μήνες.

Σκληρές εικόνες, αλήθεια…

Ήταν ένας από τους πιο άδικους τραυματισμούς, αφού με το σκορ στο 6-0 (!!), ο αμυντικός Έλκοκ έκανε ένα τρομακτικό, δολοφονικό χτύπημα στον Μπλάνκο μέσα στην περιοχή. Ο διαιτητής έδωσε το πέναλτι και την κόκκινη, το ματς έληξε 7-0, αλλά ο Μπλάνκο υπέστη ρήξη χιαστού και έμεινε για μισό χρόνο εκτός. Ο Έλκοκ έγινε γνωστός ως ο χασάπης του Τρινιντάντ, αυτή ήταν και η τελευταία του διεθνής συμμετοχή, γεγονός που τον έκανε άκρως αναγνωρίσιμο και μετά το τέλος της καριέρας του. Δεν ήταν λίγοι οι Μεξικάνοι που τον συναντούσαν χρόνια μετά και θυμόντουσαν το περιστατικό, ο Μπλάνκο άλλωστε είναι για πολλούς εθνικός ήρωας. Όταν επέστρεψε από τον τραυματισμό δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος και έχοντας χάσει σε ταχύτητα, δεν μπόρεσε να εντυπωσιάσει και έχασε τις ελπίδες του για μια μεταγραφή σε μεγαλύτερο ευρωπαϊκό σύλλογο. Ο ίδιος λέει ότι αυτό το χτύπημα του χάλασε μια μεταγραφή στη Ρεάλ. Πρόλαβε όμως να αφήσει το στίγμα του και στην Ισπανία.

Στην αρχή της επόμενης σεζόν, στις 29 Σεπτεμβρίου του 2001 όταν η Βαγιαδολίδ ταξίδεψε στο Μπερναμπέου για να αντιμετωπίσει τη Ρεάλ που κατέβηκε με παίκτες όπως οι Κασίγιας, Ρομπέρτο Κάρλος, Μακελελέ, Ραούλ, Ζιντάν, Φίγκο και Ιέρο. Μια Ρεάλ που έχασε εκείνη τη σεζόν το πρωτάθλημα από τη Βαλένθια και βγήκε 3η, αλλά κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ με αυτό το γκολ. Ποιος θα πόνταρε υπέρ της Βαγιαδολίδ; Ούτε οι παίκτες της. Και δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι η αλήθεια. Βλέπετε οι παίκτες της Βαγιαδολίδ είχαν το συνήθειο εκείνη την περίοδο να παίζουν συνεταιρικά κινιέλα, το περίπου αντίστοιχο του ΠΡΟ-ΠΟ στην Ισπανία με 15 αγώνες (αν δεν κάνω λάθος 14 αγώνες και ένα ακόμα ματς για μπόνους που μαντεύεις το σκορ).

Υπεύθυνος εκείνης της εβδομάδας για την κατάθεση του δελτίου ήταν ο αναπληρωματικός τερματοφύλακας Αλμπάνο Μπισάρι που στο ματς της ομάδας του έπαιξε ξερό άσσο, όπως έκαναν πάντα οι παίκτες καθώς αν η ομάδα κέρδιζε ήταν χαρούμενοι, αν έχανε τουλάχιστον είχαν πιάσει το σημείο. Οι προβλέψεις των παικτών της Βαγιαδολίδ ήταν εξαιρετικά σωστές εκείνο το Σαββατοκύριακο, αφού έπιασαν τα υπόλοιπα 13 παιχνίδια, αλλά και το σκορ του μπόνους. Συμπληρώνοντας και τη νίκη της Ρεάλ θα τα έπιαναν όλα. Και τα πράγματα πήγαιναν… καλά. Η Ρεάλ μόλις στο 4′ άνοιξε το σκορ με κεφαλιά του Ζιζού, η Βαγιαδολίδ ισοφάρισε δύο λεπτά αργότερα και ο Ραούλ στο 19′ έκανε το 2-1. Οι Μαδριλένοι έχασαν αρκετές ακόμα ευκαιρίες για να καθαρίσουν το ματς, αλλά το σκορ παρέμενε στο 2-1. Εννιά λεπτά πριν την λήξη ο κόουτς Μορέ πέρασε μέσα τον Μπλάνκο μπας και γίνει το θαύμα. Στο 88′ η Βαγιαδολίδ κέρδισε το φάουλ, ο Μεξικάνος πήρε την μπάλα και εκτέλεσε ένα τέλειο φάουλ, μέσα από το τείχος και στα δίχτυα του Κασίγιας, γράφοντας το 2-2 που ήταν και το τελικό.

Φυσικά η ισοπαλία στο Μπερναμπέου πανηγυρίστηκε έξαλλα, μέχρι που οι παίκτες συνειδητοποίησαν τι είχε γίνει. Το συνολικό ποσό που θα μοιράζονταν ήταν περίπου 5 εκατομμύρια € (!!) και ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι κάποιοι παίκτες της Βαγιαδολίδ δεν τα είχαν ανάγκη, σκεφτείτε ότι στο εβδομαδιαίο δελτίο συμμετείχαν και μεροκαματιάρηδες άνθρωποι όπως φυσιοθεραπευτές και μέλη του τεχνικού τιμ. Το ένα από τα μόλις τρία γκολ του Μπλάνκο στη σύντομη ισπανική του καριέρα στοίχισε σε αρκετούς ανθρώπους περίπου 150.000€, ποσό ικανό να αλλάξει τη ζωή τους. Τελικά, οι νικητές μοιράστηκαν από περίπου 1.000€ ο καθένας, ποσό ελάχιστο, αλλά τουλάχιστον είχαν να λένε ότι δεν έχασαν από την κορυφαία ομάδα της Ευρώπης εκείνη τη χρονιά, κλέβοντας μια ιστορική ισοπαλία στο τέλος.

Το Πάθος στη Φωνή

  [3 Σχόλια]

Ο Οργανισμός Ραδιοφώνων Καταλωνίας διοργανώνει κάθε χρόνο ένα διαγωνισμό για τον καλύτερο σπίκερ των τοπικών ραδιοσταθμών. Οι συμμετοχές αποστέλλονται από τους ίδιους τους ραδιοσταθμούς στον Οργανισμό και μια κριτική επιτροπή ακούει τις περιγραφές και επιλέγει το νικητή. Στο διαγωνισμό του 2017, η κριτική επιτροπή μαγεύτηκε από έναν νεαρό σχολιαστή του Ράδιο Ουλότ, τον Πέρε Ρίμπες.

Πηγαίνοντας να παραδώσουν το βραβείο στο νικητή αντίκρισαν ένα εντεκάχρονο παιδί. Επιπλέον, αυτό το παιδί είναι τυφλό! Έχουμε αναφέρει ξανά στο μπλογκ περιπτώσεις τυφλών παιχτών και οπαδών. Περίπτωση όμως τυφλού σπορκάστερ είναι μοναδική. Ο Πέρε Ρίμπες, τυφλός εκ γενετής, διαμένει με την οικογένειά του στο χωριό Ουλότ της Καταλωνίας. Παρόλο που μένει στην Καταλωνία δεν είναι οπαδός, ούτε της Μπαρσελόνα, ούτε της Εσπανιόλ. Η Ανδαλουσιάνικη καταγωγή των γονιών του, μαζί με το γεγονός ότι έβαλε ένα στοίχημα με τον εαυτό του, τον έκανε οπαδό της Μπέτις. «Αρχικά είχα μια συμπάθεια στη Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά άκουσα μια μέρα στο ράδιο τον ύμνο της Μπέτις. Είπα ότι αν κερδίσουν τρία συνεχόμενα παιχνίδια θα γίνω οπαδός τους. Το έκαναν και πια είμαι Μπέτικο».

Ο τοπικός όμιλος οπαδών της Μπέτις τον έχει ήδη ανακηρύξει επίτιμο μέλος. Μόλις έμαθαν για τον Πέρε, ο πρόεδρος του συνδέσμου Διέγο Σάντσεθ έβγαλε λαχνούς με τίτλο «Πέρε, σε θέλουμε σπίτι». Συγκέντρωσαν πάνω από €1.000 και έστειλαν τον Πέρε στο Μπενίτο Βιγιαμαρίν. Το ματς ήταν κόντρα στη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια. «Δε με ενθουσίασε τόσο να πάω στο γήπεδο για τη νίκη, όσο για να μπορέσω να τραγουδήσω ακαπέλα επιτέλους τον ύμνο που είχα ακούσει τόσες φορές στο ράδιο».

Η επίσκεψη του Πέρε στο γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας, ένα συγκινητικό βίντεο

Ένα παιδί που αρχικά στις αλάνες του χωριού έπιανε τη μπάλα με τα χέρια, μέχρι να του δείξουν οι φίλοι του ότι δεν είναι ακριβώς έτσι το άθλημα, κέρδιζε το βραβείο καλύτερου σπορκάστερ. Η σχέση του Πέρε με το μέσο δεν είναι ανεξήγητη. Ως τυφλός ήταν το αγαπημένο του μέσο. Άκουγε με τις ώρες ραδιόφωνο, κυρίως αθλητικά μαγκαζίνο και μεταδόσεις. «Αρχικά πίστευα ότι είναι τρομακτικά πολύπλοκο να μεταδίδεις όλη αυτήν την ευφορία. Όμως μου έδωσε το ερέθισμα να ασχοληθώ ώστε να λύσω το αίνιγμα αυτό, με λίγη τύχη».

Την προηγούμενη σεζόν η ομάδα του χωριού του, του Ουλότ, ανέβηκε στη Σεγούνδα Β. Όπως όλοι οι κάτοικοι, έτσι και ο Πέρε πήγε στο πρώτο εντός έδρας ματς της ομάδας. Εκεί τον εντόπισε ο Δαβίδ Πλανέλια, τοπικός αθλητικογράφος και του πήρε συνέντευξη. Ο δημοσιογράφος εντυπωσιάστηκε από την ωριμότητα και τη γνώση του παιχνιδιού από τον μικρό. Πήγε σπίτι του να μιλήσει με τους γονείς του για να τον πάρει στο πρόγραμμα. Εκεί ανακάλυψε ότι η μητέρα του Πέρε ήταν καθηγήτρια του και το θέμα έκλεισε σε μερικά λεπτά. Ο Πέρε θα πήγαινε στο τοπικό ραδιόφωνο, στο πλάι του Δαβίδ Πλανέλια ως σχολιαστής στο ραδιοφωνικό αθλητικό μαγκαζίνο.

Μετά από λίγες εκπομπές ο Πλανέλια τον πήρε μαζί του σε περιγραφή αγώνα μαζί του. Ο Πέρε ήταν τόσο καλός σχολιαστής που κράτησαν την κασέτα και την έστειλαν στο ετήσιο διαγωνισμό του Οργανισμού Ραδιοφώνων Καταλωνίας, τον οποίο και τελικά κέρδισε. Όταν τον ρωτάνε πώς το κάνει όλο αυτό, απαντά:

«Το να σχολιάσεις ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι δεν σημαίνει μόνο να περιγράψεις το σχηματισμό των δύο ομάδων. Για μένα το κλειδί είναι να ακούς το σπορκάστερ και να αφήνεσαι στο πάθος του και στα σχόλιά του. Πάντα έλεγα ότι αν κάποιος κλείσει τα μάτια και ακούσει ένα ματς από το ράδιο, σίγουρα θα μπορούσε να κάνει πολλά σχόλια για το παιχνίδι, το οποία, ίσως, δε θα τα έκανε με ανοιχτά τα μάτια. Διότι το συναίσθημα σε κατακλύζει».

Και πώς βλέπει ένα γκολ; «Δε χρειάζεται να δω απολύτως τίποτα. Ο σπορκάστερ το περιγράφει άψογα και καταλαβαίνω ακριβώς πως μπήκε». Μετά το βραβείο τον άκουσαν και ραδιοφωνικοί σπίκερ από τα μεγάλα ισπανικά ραδιόφωνα όπως το Ράδιο Καταλούνια, το Καδένα Σερ, το ΡΑΚ. Όλοι εντυπωσιάστηκαν από την ωριμότητα στα σχόλια και τη φοβερά ραδιοφωνική φωνή του. Ο Αντόνιο Ρομέρο του Καδένα Σερ δήλωσε: «Ανεξάρτητα από την αναπηρία του, έχει αρετές που εμείς δε διαθέτουμε. Η μνήμη του σε στατιστικά στοιχεία είναι εκπληκτική. Η φωνή του και η ωριμότητά του είναι τρομακτική για την ηλικία του».

Για το Δαβίδ Πλανέλια τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: «Το να έχω τον Πέρε στην ομάδα μου είναι ένας τρόπος να ζω κάθε αναμετάδοση ως κάτι τρομακτικά σπουδαίο». Πόσο σπουδαίο; «Ακόμα και αν ήξερα ότι δε θα έχω κανέναν άλλο ακροατή εκτός από αυτόν, ξέρω ότι θα άξιζε τον κόπο να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ για να ζήσει το παιχνίδι με τη φωνή μου».

Ο Πέρε Ρίμπες ονειρεύεται να ακολουθήσει επαγγελματική καριέρα αθλητικογράφου. Προς το παρόν αστειευόμενος λέει ότι όταν τελειώσει τη σχολή θα έχει ήδη 10 χρόνια εμπειρίας στο χώρο. Αν δεν τα καταφέρει θα ασχοληθεί με τη μουσική και το σταντ-απ. Στο τέλος του χρόνου έχει δηλώσει συμμετοχή και για τον μουσικό διαγωνισμό Καταλωνίας, και στο βαθμό που μπορούμε να εμπιστευθούμε τους κατοίκους του Ουλότ, πάει για το ντάμπλ.

Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

  [2 Σχόλια]

Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένα παιδί από την Μπαδαλόνα. Όπως τα περισσότερα παιδιά στην Καταλωνία παράλληλα με το σχολείο του έπαιζε από χόμπι ποδόσφαιρο. Επειδή ήταν λίγο καλύτερος από το μέσο όρο, χωρίς να είναι κάτι το σπουδαίο, και καθώς του άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο, άρχισε να ανεβαίνει σιγά-σιγά τις κατηγορίες. Πήγε από την ομάδα της γειτονιάς, σε εκείνη της περιοχής και άρχισε να παίζει στα τοπικά πρωταθλήματα. Μια κανονική ζωή ερασιτέχνη παίχτη, που παράλληλα σπούδαζε Μηχανολόγος Μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πομπέου Φάμπρα στη Βαρκελώνη.

To πάθος του για τη μπάλα δεν έσβησε και συνέχισε να παίζει ακόμα και ως βετεράνος. Μέλος του συλλόγου Λιουρέδα δε Μπαδαλόνα, αγωνιζόταν κανονικά στη Λα Λίγα των βετεράνων. Στις 26 Απριλίου του 2014 η Λιουρέδα αντιμετώπιζε την Έκουα Καλέλια. Το ματς ήταν αρκετά νευρικό, με πολλά σκληρά μαρκαρίσματα, βρισίδια και πλακώματα. Κάποια στιγμή ένας παίχτης της Καλέλια το παράκανε, ακόμα και για παιχνίδι βετεράνων, και αποβλήθηκε. Όπως πήγαινε προς τα αποδυτήρια ξαφνικά του γύρισε το μάτι και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Πήρε φόρα, σήκωσε το μποτάκι και το έφερε στη μέση του Ραούλ Σάντσεθ. Αυτός έπεσε κάτω, μην μπορώντας να κινηθεί. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου διεγνώσθη μετατόπιση των σπονδύλων C3 και C4. Ο Ραούλ θα έμενε για όλη την υπόλοιπη ζωή του παραπληγικός, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο δράστης συνελήφθη.

Η Λιουρέδα υπερασπιζόμενη τον παίχτη της ζήτησε αποβολή της Έκουα Καλέλια από κάθε διοργάνωση. Από μόνη της η Καλέλια διέγραψε άμεσα το δράστη από το ρόστερ της και του απαγόρευσε δια βίου την είσοδο στο γήπεδό της. Η ομοσπονδία αποφάσισε ότι η Καλέλια δεν ευθύνεται για το δράστη και δεν την τιμώρησε, όμως ο σύλλογος από μόνος του αποσύρθηκε από το υπόλοιπο του συγκεκριμένου πρωταθλήματος.

Από την πλευρά του ο Ραούλ είδε τη ζωή του να αλλάζει σε μια στιγμή και το χειρότερο να του στερεί για πάντα την κίνησή του και εκείνο που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, το ποδόσφαιρο. Πήρε το χρόνο του, το σκέφτηκε, και είπε κάπου «Όχι ρε κερατά (αυτολεξεί μετάφραση του καμπρόν), εγώ θα συνεχίσω, αλλά από άλλο πόστο». Ο Ραούλ άφησε τη δουλειά του ως σχεδιαστής μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικής παραγωγής και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην ενημέρωση του κόσμου για τη βία στο ποδόσφαιρο. Πήγε στο δήμο της Μπαδαλόνα και της Βαρκελώνης, στην τοπική κυβέρνηση του Ζενεραλιτάτ και σε κανάλια και στούντιο της Καταλωνίας με μοναδικό σκοπό την ενημέρωση και την εκπαίδευση του κόσμου ώστε να μάθει ν’ αντιμετωπίζει το άθλημα αλλιώς.

Ο Ραούλ πάει σε σχολεία, σε ακαδημίες ποδοσφαίρου, σε ομάδες γειτονιάς, παντού για να πει την ιστορία του. Σε κάποια τέτοια ομιλία τον συνάντησε ο Γκιγιέρμο Κρούθ, σκηνοθέτης του Ινστιτούτου Γκούτμαν. Εκεί του πρότεινε να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Ο Ραούλ Σάντσεθ δέχθηκε αμέσως. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί για πρώτη φορά στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βαρκελώνης τον Οκτώβρη και έχει τίτλο «26 Απριλίου, Παίξε το ξανά». Στην παραγωγή συμμετείχαν επίσημα το Αθλητικό Ινστιτούτο Βαρκελώνης, το Υπουργείο Αθλητισμού της τοπικής κυβέρνησης και η Καταλανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.

Ο Ραούλ Σάντσεθ δηλώνει ότι «όλος ο κόσμος με βοηθάει, θέλω να βοηθήσω και εγώ με τη σειρά μου. Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά και σ’όλο τον κόσμο σ’ αυτή τη χώρα να σκέφτεται αλλιώς. Να αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό αλλιώς». Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένας σπουδαίος υπηρέτης του αθλήματος. Ένας άνθρωπος που ακόμα και η αναπηρία του δεν του στέρησε τη διάθεση να γίνει κοινωνός του αθλήματος. Προσπαθεί να αλλάξει τα μυαλά του κόσμου, όπως εκείνου που τον άφησε ανάπηρο και τρία χρόνια μετά δεν του έχει ζητήσει ακόμα συγγνώμη.

Ποδοσφαιρικές Ακαδημίες Γονέων

  [5 Σχόλια]

Ιανουάριος 2017, Κανάρια Νησιά. Μάρτιος 2017, Μαγιόρκα. Απρίλιος 2017, Ριόχα. Όχι, δεν είναι τα μέρη και τα ματς όπου κρίθηκε το φετινό πρωτάθλημα στην Ισπανία, αλλά οι περιπτώσεις πλακώματος γονέων στις κερκίδες παιχνιδιών παιδικών πρωταθλημάτων. Για ένα μαρκάρισμα, για ένα χτύπημα, για ένα κλέψιμο στον αγωνιστικό χώρο ή επειδή παρεξηγήθηκαν εντελώς μεταξύ τους, άρχισαν να πλακώνονται στις κερκίδες.

Οι Ισπανοί δημοσιογράφοι, βέβαια, δεν παρουσίασαν τις ειδήσεις με τίτλους όπως «ΣΟΚ!», «Πρωτοφανές!», «Δεν έχει ξαναματαγίνει!». Το πιο ακραίο ήταν το «Μνημειώδης καβγάς μεταξύ γονέων» για τη Μαγιόρκα, όπου η αλήθεια είναι ότι το ξύλο έφτασε σε επίπεδα ελληνικού γηπέδου. Η απάντηση του οποιοδήποτε προπονητή ακαδημιών ή μικρών κατηγοριών στο «Ποιό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τα παιδιά που θέλουν να γίνουν ποδοσφαιριστές» είναι «Οι γονείς τους» στο 125% των περιπτώσεων.

                                                        Από τα Κανάρια

Οι γονείς που θεωρούν ότι τα παιδιά τους είναι οι επόμενοι Κασίγιας, Πικέ, Ράμος, Τσάμπι Αλόνσο, Τσάβι, Ινιέστα, Κόκε, Γκριζμάν, Μέσι, Ρονάλντο κτλ. (το περιορίζω στην Ισπανία). Που υστεριάζουν, που βλέπουν κυκλώματα, που βγάζουν όλα τα κόμπλεξ και τα απωθημένα στα παιδιά τους ή/και στα παιδιά των άλλων. Αυτά είναι τα γνωστά, που συμβαίνουν παντού στον πλανήτη και σε όλα τα σπορ. Η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται είναι αυτή που διακρίνει τα μέρη που νοιάζονται το άθλημα από τα πάρκινγκ παιδιών.

Έχουμε ξαναπεί στο παρελθόν, με παράδειγμα από την Ανδαλουσία, ότι οι Ισπανοί θεωρούν τις ποδοσφαιρικές ακαδημίες πρωτίστως ως εκπαιδευτήρια. Σημείωση, όλα τα πρωταθλήματα στις ηλικίες κάτω των 17 είναι αρμοδιότητα των τοπικών ομοσπονδιών και όχι τις εθνικής ομοσπονδίας (της αντίστοιχης ΕΠΟ). Έτσι, χωρίς να καθυστερήσουν πήραν διάφορα μέτρα, άλλα σε τοπικό επίπεδο και άλλα σε εθνικό, για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.

Μετά το επεισόδιο στη Μαγιόρκα ο Οργανισμός κατά της Βίας σταμάτησε να θεωρεί το θέμα των γονέων δευτερεύον θέμα. Τα Κανάρια δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό, έτσι έβγαλαν ένα κείμενο με οδηγίες που το μοίρασαν σε όλη τη χώρα. Εκεί ενδεικτικά αναφέρονται πράγματα όπως:

«Η βία, τουλάχιστον στην Ισπανία, έχει τις ρίζες της σε μια πολύ κακή πολιτική εκπαίδευσης στο ποδόσφαιρο βάσης, που εμμονικά εμφυσεί αξίες όπως ο ανταγωνισμός και η σκληρή αντιπαλότητα στις κατηγορίες που παιδικού ποδοσφαίρου».

«Οι συγκρούσεις μεταξύ γονέων, με τα τελευταία περιστατικά στα Κανάρια και τη Μαγιόρκα να είναι εξαιρετικά βίαια, δείχνουν ότι υπάρχει μια επικίνδυνη μεταφορά του θυμού από τους γονείς στα παιδιά που παρεμποδίζει την οποιαδήποτε προσπάθεια ομαλοποίησης της αθλητικής συμπεριφοράς».

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συγκρούσεις ανάμεσα σε γονείς εντυπώνονται ως τραύματα στα παιδιά και δυστυχώς δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ούτε κοινωνική, ούτε ομοσπονδιακή για αυτού του τύπου τη βία. Δεν υπάρχουν γνωστά βραχυπρόθεσμα μέτρα. Μόνο μια εντατική εκπαίδευση των γονέων, δρομολογημένη ώστε να απαλείψει την μεταφορά των προσδοκιών στα παιδιά τους, αντικαθιστώντας τη διάθεση για παιχνίδι με τον ανταγωνισμό, μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Για άμεσα αποτελέσματα, τα μόνα εφικτά μέτρα είναι τα διοικητικής και ποινικής φύσεως, ενάντια σε όσους ταλαιπωρούν με τη βία τους το ποδόσφαιρο των παιδιών».

Όπως βλέπετε οι άνθρωποι ούτε πετάνε στα σύννεφα, ούτε άρχισαν να μιλάνε για επιτροπές που θα ξεριζώσουν τη βία. Η ανάλυση είναι ρεαλιστική και οι οδηγίες σαφείς. Δε γίνεται να αλλάξεις τη νοοτροπία των γονέων άμεσα. Μόνο τιμωρητικά μπορείς να αντιδράσεις. Οφείλεις να εκπαιδεύεις τόσο τα παιδιά, όσο και τους γονείς. Όχι στη νοοτροπία της νίκης πάνω από όλα. Αυτό μεταφέρθηκε στις τοπικές ομοσπονδίες ως κείμενο αρχών. Κάποιες από αυτές, κυρίως οι πιο μεγάλες της Μαδρίτης, της Καταλωνίας και της Ανδαλουσίας το εμπλούτισαν κιόλας.

Ανδαλουσία. Μαμάδες εν δράσει.

Οι βασικοί άξονες που υιοθέτησαν όλοι είναι:

  • Ο αποκλεισμός των γονέων από το γήπεδο σε περίπτωση που αρχίζουν να τσακώνονται. Παράλληλα και το παιδί θα τιμωρείται με αποκλεισμό από την ομάδα για κάποιο χρονικό διάστημα (εδώ να πούμε πως η ομοσπονδία αναγνωρίζει ότι χρησιμοποιεί τα παιδιά για να συνετίσει τους μεγάλους. Παραδέχεται επίσης ότι το πρόβλημα είναι τόσο μεγάλο που δεν υπάρχει άλλη άμεση λύση).
  • Σε περίπτωση που κάποιος γονιός αρχίζει να δίνει οδηγίες από την εξέδρα στο παιδί του, να του φωνάζει για το πώς παίζει ή αν κάνει παρατηρήσεις στον προπονητή της ομάδας ή τον διαιτητή, θα απομακρύνεται άμεσα από το γήπεδο και το παιδί θα γίνεται αλλαγή. Στην Καταλωνία και τη Μαδρίτη έχουν δώσει και σαφείς οδηγίες στους διαιτητές, ή όπου δεν υπάρχουν στους προπονητές, να σταματάνε τα παιχνίδια μέχρι να γίνει η απομάκρυνση.
  • «Αυτοδιαιτησία». Στις ηλικίες κάτω των 13 ετών προτείνεται η υιοθέτηση του Ολλανδικού μοντέλου της μη ύπαρξης διαιτητή, ώστε τα παιδιά να μάθουν να εφαρμόζουν τους κανόνες του παιχνιδιού χωρίς πίεση. Αυτό προϋποθέτει το 4ο σημείο.
  • Ενημέρωση και μαθήματα σε γονείς και παιδιά, τόσο για τους κανόνες του παιχνιδιού, όσο και για το σκοπό που βρίσκονται σε κάποιο σύλλογο. Το μέτρο αυτό ήδη εφαρμόζεται αρκετά χρόνια στην Καταλωνία, ενώ η Μαδρίτη και η Ανδαλουσία το υιοθέτησαν πέρυσι. Σε περίπτωση παρεκτροπής των γονιών ο σύλλογος για να ξαναδεχθεί το παιδί απαιτεί προσκόμιση εγγράφου ότι οι γονείς απευθύνθηκαν σε ψυχολογική υποστήριξη. Σημείωση: οι μεγάλοι σύλλογοι την παρέχουν οι ίδιοι.
  • Τέλος, όλες οι ποινές έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα. Επανάληψη απαράδεκτης συμπεριφοράς θα σημαίνει αποκλεισμό τόσο των γονέων, όσο και του παιδιού από το σύλλογο. Συζητείται ακόμα και η αφαίρεση βαθμών, αλλά εδώ δεν έχουν καταλήξει ακόμα.

Μπόνους από Ανδόρα. Παιχνίδι νέων που πλακώνονται οι ίδιοι με τους γονείς στις εξέδρες.

Σε πρακτικό επίπεδο, ειδικά στην περίπτωση της Μαγιόρκα όπου ήταν η πιο ακραία, ο ένας από τους δύο συλλόγους αποφάσισε από μόνος του να αναστείλει τη λειτουργία του για αυτή τη σεζόν. Θεώρησε ντροπή να έχει γίνει τέτοιο περιστατικό και να κυκλοφορούν τόσα βίντεο με τα έμβλημά του σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο άλλος απέκλεισε παιδιά και γονείς που ενεπλάκησαν. Δεν κάθισαν όμως με σταυρωμένα χέρια. Κάνουν σεμινάρια, ενημερώνουν παιδιά και γονείς, άλλαξαν πολιτική για τις κερκίδες (πχ. κάποιοι σύλλογοι απαγορεύουν την είσοδο σε συγγενείς πέραν των γονιών ή των αδελφών). Και σε κάθε περίπτωση, από το δεύτερο μόλις περιστατικό κινητοποιήθηκαν τοπικές και εθνικές ομοσπονδίες, ο οργανισμός κατά της Βίας και όλο το κράτος για να μην το αφήσουν να διογκωθεί.

Οι 10 εντολές σε έναν πάγκο στη Σαλαμάνκα, μεταξύ τους: «μη φωνάζετε στο διαιτητή» και «είναι απλά ένα παιχνίδι»

Η γιαγιά της Μπέτις

  [3 Σχόλια]

Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι αρκετά σπάνιο. Οι γυναίκες δεν πατάνε εύκολα στα γήπεδα (όχι ότι έχουν άδικο) και όσες το κάνουν συνήθως είναι για λόγους οικογενειακής αποκατάστασης και να παίξουν στα ελληνικά αθλητικά πόρταλς με τίτλους «έβαλε φωτιά η Σούζι Τσούζι στις εξέδρες του Αγρινίου», «μοίρασε πόνο η Φωφώκα στους θεατές στο Ηράκλειο» και άλλα τέτοια. Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά, όπως η κυρία Χάιδω στο Καυτανζόγλειο. Στην Ισπανία αντίθετα, τα γήπεδα (ειδικά τα επαρχιακά) είναι γεμάτα γυναίκες. Μερικές όμως ξεχωρίζουν. Μια τέτοια είναι η Κονσεπσιόν (τα «σ» με «θ») Αντράντε, η περίφημη γιαγιά της Μπέτις, η ντόνα Κόντσα.

Η Κόντσα πέρασε μια ζωή στο γήπεδο της ομάδας, όχι απλά βλέποντας, αλλά συμμετέχοντας με φωνές από το καρεκλάκι της. Ζητώντας με τη χαρακτηριστική φωνή της πέναλτι, φάουλ, αποβολές, χειροκροτώντας και ζώντας με αγωνία. Η Κόντσα πήγαινε με το λεωφορείο στο γήπεδο, μαζί με την πιτσιρικαρία, σαν ένας οποιοσδήποτε οπαδός, τραγουδώντας μαζί με τους νεαρούς τα συνθήματα της ομάδας. Πολλές φορές ξέφευγε, θυμίζοντας τις επικές κυρίες (και ένα από τα αγαπημένα μου βίντεο στην ιστορία του Σομπρέρο) στα κάγκελα του γηπέδου της Μπάνφιλντ. Οι ατάκες της, αλλά και οι βρισιές της φλογερής Ανδαλουσιανής γιαγιάς πέρασαν στην ιστορία με αποκορύφωμα τα «μαρικόν» προς τον καημένο τον Βαλντάνο, μια που η Κόντσα ήταν λίγα μέτρα πιο πίσω από τον πάγκο των φιλοξενούμενων.

Το συγκινητικό βιντεάκι, ακόμα κι αν δεν ξέρεις γρι ισπανικά

Η γιαγιά της Μπέτις είχε πρωταγωνιστήσει μέχρι και σε διαφημιστικά σποτάκια του συλλόγου, όταν η Μπέτις το 2005 κέρδισε την έξοδό της στο Τσάμπιονς Λιγκ και έκανε σχετική καμπάνια. Επισκέφτηκε μαζί με άλλους «μπέτικος» το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Λονδίνο και όταν δεν βρήκαν κάποιο έργο τέχνης της Μπέτις αναρωτήθηκαν τι σόι μουσείο είναι. Ο Ισπανός τραγουδιστής Χοσέ Μανουέλ Σότο ρώτησε τον κρυόκωλο Άγγλο «Εδώ έχετε πολλή τέχνη, αλλά δεν έχει αυθεντική τέχνη. Έχετε τα βασικά κινήματα ευρωπαϊκής τέχνης, αλλά πού είναι η Μπέτις;«, για να αναλάβει η γιαγιά Κόντσα το κράξιμο, με τη φοβερή λεπτομέρεια να φοράει vintage φανέλα Ρόμπερτ Γιάρνι. Πρωταγωνίστησε και σε δεύτερο παρόμοιο σποτάκι.

Τα τελευταία χρόνια η γιαγιά Κονσεπσιόν ζούσε σε οίκο ευγηρίας που κατά σύμπτωση (ή μήπως όχι) ήταν πολύ κοντά στο γήπεδο. Οι εμφανίσεις της σιγά σιγά άρχισαν να μειώνονται λόγω της υγείας της και η Μπέτις φρόντισε να την τιμήσει με μια επίσκεψη και δώρο μια φανέλα με το όνομά της. Στο παρελθόν άλλωστε είχε τιμηθεί κι από άλλους, όπως τον γνήσιο Μπέτικο, το παιδί της πόλης, τον μεγάλο Χοακίν.

Η Κόντσα και ο Χοακίν, λες και είναι γιαγιά και εγγονός

Η γιαγιά Κόντσα πέθανε πριν λίγες μέρες στα 92 της, εκεί στον οίκο ευγηρίας λίγο πιο δίπλα από το πραγματικό της σπίτι, το Εστάδιο Μπενίτο Βιαγιαμαρίν. Η είδηση έπαιξε σε όλα τα μέσα και φυσικά η μνήμη της τιμήθηκε από τη Ρεάλ Μπέτις. Το πιο σημαντικό ίσως όμως, ήταν ότι ακόμα και η μισητή Σεβίλλη φρόντισε να κάνει δημοσίευση τιμώντας ένα πρόσωπο συνδεδέμενο με το ποδόσφαιρο της πόλης, αλλά και γενικά μια μορφή από τις τελευταίες ενός ποδοσφαίρου που χάνεται σιγά σιγά.

Λιονέλ Μέσσι: Το τελευταίο μεγάλο κλασικό 10αρι

  [2 Σχόλια]

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, το ποδόσφαιρο εξελίχθηκε, έγινε πιο γρήγορο, πιο πειθαρχημένο, πιο απαιτητικό και πιο «physical» (που λένε και στο καφενείο του χωριού μου), οι στιγμές που ένας παίκτης έχει χρόνο και άνεση να πατήσει τη μπάλα κοντά στο κέντρο και να ψάξει την καλύτερη δυνατή λύση μειώθηκαν αισθητά και κάπως έτσι τα κλασικά 10αρια ένα-ένα άρχισαν είτε να μεταλλάσσονται (μετακινούμενα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του καθενός, λίγο πιο πίσω στο χώρο του κέντρου ή στις πτέρυγες), είτε να αποχωρούν, πάντα βέβαια με το γνώριμο χαλαρό και ελαφρώς υπεροπτικό στυλάκι τους.

«To παιχνίδι γίνεται πολύ πιο γρήγορο, δυνατό και τακτικό. Με τα δικά μου προσόντα το να επιβιώσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αρκετά δύσκολο» είχε παραδεχτεί λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από τα γήπεδα ο Χουάν Κάρλος Βαλερόν, ένα από τα αγαπημένα 10αρια της προηγούμενης δεκαετίας, και μαζί του λογικά θα συμφωνούσε και ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, πιθανόν το τελευταίο μεγάλο 10αρι της εποχής που συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά του ρόλου, θετικά και αρνητικά.

Σε ένα ποδόσφαιρο που η φυσική κατάσταση και η ταχυδύναμη είναι το παν και που κάθε παίκτης οφείλει να συνεισφέρει στο αμυντικό κομμάτι, δεν υπάρχει πλέον χώρος για «τεμπέληδες» μεσοεπιθετικούς, που με την άμυνα έχουν την ίδια σχέση που έχει ο Ζλάταν με τη μετριοφροσύνη. Ή τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι κάπου στις αρχές του 2015, όταν ο Λιονέλ Μέσσι αποφάσισε να αφήσει την κορυφή της επίθεσης και τα τρικ με τα «ψεύτικα εννιάρια» και να γίνει αυτό που λέει ο αριθμός της φανέλας του. Και όπως ακριβώς είχε σχολιάσει πριν χρόνια ένας Άγγλος σπίκερ σε κάποιο από τα σλάλομ του ανάμεσα σε τρεις και τέσσερις αντιπάλους σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα, «ο Μέσσι φτιάχνει χώρο εκεί που δεν υπάρχει χώρος».

Κάπως έτσι, και ουσιαστικά από το πουθενά, το συνεχώς εξελισσόμενο ποδόσφαιρο έκανε μια μεγάλη εξαίρεση και αναγκαστικά βρήκε χώρο για ένα 10αρι παλιάς κοπής, ένα 10αρι που έχει όλα τα στοιχεία που αγαπήσαμε και μάλιστα στον πιο μεγάλο βαθμό. Τρομερή ικανότητα διαβάσματος μιας φάσης, ποδοσφαιρική ευφυΐα, φαντασία, τεχνική, κάθετη πάσα, μεγάλη πάσα, γενικότερα πάσα όλων των ειδών, ντρίπλα, εξαιρετικά στημένα και, σαν ποιοτικό εξτραδάκι, εντυπωσιακή άνεση στο σκοράρισμα.

Φυσικά πολλά από αυτά τα στοιχεία τα έχουν κι άλλοι μεσοεπιθετικοί της εποχής (με εξέχοντα τον Μεσούτ Οζίλ), κάποιοι εκ των οποίων αν έπαιζαν πριν 20 χρόνια το πιθανότερο είναι να γινόταν κλασικά 10αρια. Η μεγάλη διαφορά όμως εντοπίζεται σε δυο σημεία: (σχεδόν) κανείς τους δεν έχει απόλυτη ελευθερία στην επίθεση και την πολυτέλεια να παραβλέπει εντελώς την άμυνα, αφού είναι ενταγμένοι αρμονικά στο σύστημα της ομάδας, και κανείς δεν τα έχει όλα αυτά, στο βαθμό που τα έχει ο Αργεντινός.

Στο περσινό 0-2 της Μπάρτσα μέσα στην έδρα της Άρσεναλ ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης μετά τον αγώνα ήταν τα χιλιόμετρα του Μέσσι. Ο Αργεντινός είχε τρέξει αισθητά λιγότερο απ’όλους τους συμπαίκτες του. (Μικρή λεπτομέρεια: Ήταν ο παίκτης που καθάρισε το ματς με δυο γκολ). Εκείνο το παιχνίδι δεν ήταν κάποια εξαίρεση. Για την ακρίβεια, έχουν υπάρξει παιχνίδια που έχει τρέξει λιγότερο απ’όλους όσους βρίσκονται στο χορτάρι. Τα παιχνίδια του Μέσσι τα 2-3 τελευταία χρόνια είναι ένας συνδυασμός περπατήματος και παρατήρησης του αγώνα που διακόπτεται μόνο όταν η ομάδα κερδίζει την κατοχή και ο ίδιος κρίνει ότι χρειάζεται να ανεβάσει ρυθμό. Προφανώς και ο Αργεντινός δεν το κάνει από τεμπελιά. Το κάνει γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έχει δυνάμεις στις στιγμές που η ομάδα θα τον χρειαστεί περισσότερο. Το θέμα βέβαια είναι ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή άλλος παίκτης τέτοιου επιπέδου στο σύγχρονο ποδόσφαιρο που να έχει αυτή την πολυτέλεια. Ο Μέσσι μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει στο χόρτο γιατί απλά είναι ο Μέσσι.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο δεύτερο σημείο. Ο Μέσσι έχει κερδίσει αυτό το άτυπο δικαίωμα να μη μαρκάρει, με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας, γιατί πολύ απλά όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, κάπου ανάμεσα στη μεγάλη περιοχή και το κέντρο, οι ικανότητες του είναι πολύ μεγαλύτερες από οποιουδήποτε άλλου στον πλανήτη αυτή τη στιγμή. Κι αυτό δεν χρειαζόταν να το περιγράψει πρόσφατα ο Χόρχε Σαμπαόλι με την επική ατάκα «Το να συγκρίνεις τον Μέσσι με οποιονδήποτε άλλον είναι σαν να συγκρίνεις έναν απλά καλό αστυνομικό με τον Μπάτμαν» για να το αντιληφθούμε.

Ένας από τους ανώνυμους, ερασιτέχνες λάτρεις της στατιστικής πήρε τα δεδομένα των 8 τελευταίων σεζόν των 5 μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων και έκανε κάποιες συγκρίσεις, εστιάζοντας στους παίκτες που σκόραραν τουλάχιστον 10 γκολ σε μια σεζόν. Στη συνέχεια έκανε σύγκριση μεταξύ αυτών σε τρεις βασικούς τομείς: στο σκοράρισμα, στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες μπαλιές, έναν τομέα που επέλεξε γιατί στατιστικά είναι η ασίστ με τις περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει σε γκολ. Το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο τόσο προβεβλημένος Μέσσι ίσως είναι λίγο υποτιμημένος. Με πολύ απλά λόγια: Κάνει τόσα πράγματα, τόσο καλά και τόσο συχνά που καταλήγουν να φαίνονται συνηθισμένα ενώ δεν είναι.

Ο «μέσος Μέσσι» (δηλαδή ο μ.ο. των επιδόσεων του τα τελευταία 8 χρόνια) δεν είναι απλά καλύτερος από τον «μέσο καλό μεσοεπιθετικό» (δηλαδή από τον μ.ο. των επιδόσεων όλων των τοπ παικτών που συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα). Ο Μέσσι σε μια μέτρια σεζόν του είναι καλύτερος από το 98% των «καλύτερων» της Ευρώπης και στο σκοράρισμα, και στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες πάσες! Ακούγεται αδιανόητο αλλά δεν είναι. «Παρ’όλο που είναι πιθανό να μην είναι άνθρωπος, είναι καλό το ότι ο ίδιος πιστεύει πως είναι» που είχε πει και ο Χαβιέρ Μαστσεράνο πριν μερικά χρόνια.

Με τον τρόπο που εξελίσσεται το ποδόσφαιρο φαίνεται αρκετά δύσκολο στα επόμενα χρόνια να βρεθεί (πάντα μιλώντας για το υψηλότερο δυνατό επίπεδο) κάποιος παίκτης τόσο καλός που να του επιτραπεί τέτοια ελευθερία κινήσεων, απλά και μόνο γιατί όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, ακόμα κι όταν βρίσκεται λίγα μέτρα μπροστά από το κέντρο, μπορεί να καθορίσει ένα ματς με μια ενέργεια. Κάποιος ρεαλιστής βέβαια, μπορεί να προσθέσει πως όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η παραγωγικότητα του Αργεντινού επιθετικά, το γεγονός ότι δεν συνεισφέρει αμυντικά όπως παλιά (τότε που οι Καταλανοί χρησιμοποιούσαν τον περίφημο «κανόνα των 3 δευτερολέπτων») πιθανόν επηρεάζει αρκετά την γενικότερη αποτελεσματικότητα της Μπαρτσελόνα.

Για κάποιον όμως που αδιαφορεί για τα αποτελέσματα που θα φέρει η Μπάρτσα, το παιχνίδι του Μέσσι είναι μια οπτική απόλαυση, ακόμα και τα τελευταία χρόνια στα οποία το σώμα του φαίνεται να τον προδίδει συχνά-πυκνά. Για κάποιον ειδικά που μεγάλωσε με την εικόνα του χαλαρού 10αριου, που σουλατσάρει στο χόρτο με ένα ελάχιστο ύφος υπεροψίας, περιμένοντας την ιδανική στιγμή που θα ζητήσει τη μπάλα και θα δημιουργήσει κάτι επικίνδυνο για τον αντίπαλο με μια έμπνευση, ο Μέσσι των τελευταίων ετών, που το πεδίο δράσης του ξεκινάει πολύ πιο κοντά στο κέντρο σε σχέση με παλιότερα, είναι κάτι σαν φαντασίωση, μια εξαίρεση που επιβιώνει στο σύγχρονο ποδόσφαιρο γιατί απλά «ξέρει πολλή μπάλα» κι αυτή είναι μια ατάκα που μοιάζει (και είναι) καφενειακή αλλά κατά βάθος είναι ολότελα ρομαντική.

Σε μια πολύ ανταγωνιστική εποχή, που το να είσαι μια μείξη ποδοσφαιριστή και υπεραθλητή είναι αρκετά συνηθισμένο και επιθυμητό, το να πρωταγωνιστεί κάποιος που σε μεγάλο βαθμό πλέον λειτουργεί με τους ιδιαίτερους ρυθμούς ενός 10αριου παλιάς κοπής, απλά και μόνο λόγω ταλέντου και ποδοσφαιρικής ευφυίας, είναι λόγος συγκρατημένης αισιοδοξίας για το μέλλον του παιχνιδιού, που βαθιά μέσα στον πυρήνα του, πίσω από όλο το μάρκετινγκ, τα μίνιμαλ σήματα, τα σόσιαλ μίντια και τα προπονητικά τιμ με τους εξειδικευμένους επιστήμονες, παραμένει «μπαλίτσα».

Αυτός ο κάποιος ήταν κάποτε ένας ταλαντούχος πιτσιρικάς που ξεκίνησε από τα άκρα της επίθεσης, έγινε «ψεύτικο εννιάρι» σκοράροντας ακατάπαυστα και τελικά όταν οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, σιγά-σιγά κατέληξε στη θέση που του δίνει απόλυτη ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει, τη θέση που ταιριάζει με το βαρύ νούμερο στη φανέλα του. Ένα νούμερο που του είχε μεταβιβάσει, καθόλου τυχαία, ένα εξίσου σπουδαίο 10αρι.

Όπως αποκάλυψε ο Μέσσι, λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από το Καμπ Νου ο Ροναλντίνιο, έπιασε τον Αργεντινό και του είπε ότι αυτός και μόνο αυτός πρέπει να είναι ο επόμενος κάτοχος της φανέλας με το 10. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, ο Ρόνι είχε καταλάβει τις δυνατότητες του Μέσσι από την πρώτη, κυριολεκτικά, μέρα. Και αυτό δεν επιβεβαιώνεται μόνο από τον Τζιοβάνι φαν Μπρόνκχορστ ή την περίφημη δήλωση του μετά την κατάκτηση της Χρυσής Μπάλας («Αυτό το βραβείο λέει ότι είμαι ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο αλλά δεν είμαι ο καλύτερος ούτε καν μέσα στη Μπάρτσα»). Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης που έκανε ο, έφηβος τότε, Αργεντινός με την πρώτη ομάδα, ο Βραζιλιάνος πήρε τηλέφωνο την καλή του φίλη και δημοσιογράφο Κριστίνα Κουμπέρο και της είπε «Σήμερα έκανα προπόνηση με κάποιον που θα γίνει καλύτερος από μένα»! Όπως ακριβώς όλοι μας όταν ανακαλύπτουμε κάτι αξιοθαύμαστο θέλουμε να το μοιραστούμε με όλους, έτσι κι ο Ροναλντίνιο δεν έμεινε στη φίλη του. Πριν λίγο καιρό ο Κόμπι Μπράιαντ αποκάλυψε πως όταν η Μπάρτσα πήγε για φιλικά στο Λος Άντζελες, ο Ρόνι του σύστησε τον Μέσσι με την ατάκα «Κόμπι, να σου γνωρίσω τον τύπο που θα γίνει ο καλύτερος παίκτης όλων των εποχών». Ο τύπος αυτός ήταν τότε 17 χρονών.

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έγραψε κάποτε «Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αυτό που θα δουν, όχι αυτό που έχουν δει», μια πρόταση που πάντα μου ακουγόταν πολύ όμορφη για να κοσμήσει ένα βιβλίο αλλά χωρίς καμία λογική υπόσταση. Κι όμως, με κάποιον μαγικό τρόπο, σαν αυτούς που έβρισκε στις καλές του μέρες στον αγωνιστικό χώρο για να μας διασκεδάζει, ο Ροναλντίνιο είχε δει την πορεία του Μέσσι πριν απ’όλους.

Γουισάμ Μπεν Γιεντέρ, η νέα σπουδαία ανακάλυψη του Μόντσι

  [Καθόλου σχόλια]

Σάββατο 14 Μαΐου 2016, βρισκόμαστε στα αποδυτήρια του γηπέδου της Ανζέ, στο ημίχρονο της τελευταίας αγωνιστικής του γαλλικού πρωταθλήματος. Μακριά από την προσοχή των περισσότερων Ευρωπαίων ποδοσφαιρόφιλων, η μικρή και ασήμαντη Τουλούζ δίνει τη δική της ‘μητέρα όλων των μαχών’. Δυο μόλις μήνες πριν βρισκόταν 10 βαθμούς κάτω από τη ζώνη του υποβιβασμού αλλά με μια εντυπωσιακή επανεκκίνηση έχει καλύψει τη διαφορά και πλέον κρατάει την τύχη στα χέρια της. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα διπλό στην έδρα της αδιάφορης Ανζέ και με δεδομένο ότι βρισκόμαστε στην ανάπαυλα και το σκορ είναι ήδη 1-0, η ομάδα του ιδιόρρυθμου τεχνικού Πασκάλ Ντυπρά θέλει τουλάχιστον δυο γκολ στα επόμενα 45 λεπτά.

Στα αποδυτήρια το κλίμα δεν είναι και το καλύτερο δυνατό, αφού εκτός του γκολ των αντιπάλων η στατιστική έχει καταγράψει και ένα χαμένο πέναλτι της Τουλούζ. Ένας βραχύσωμος, μελαχρινός τύπος αποφασίζει τότε να πάρει το λόγο προς έκπληξη όλων, καθώς στα όσα χρόνια είναι στην ομάδα ελάχιστοι τον έχουν ακούσει να μιλάει! Ξεκινάει τη σύντομη ομιλία του παρηγορώντας τον εκτελεστή του πέναλτι, ζητώντας συγγνώμη που δεν ανέλαβε αυτός την ευθύνη της εκτέλεσης, και στη συνέχεια με απλά λόγια, απ’ αυτά που ποτέ δεν θα πρόσφεραν μια επική σκηνή μονολόγου, με κάποια επιβλητική μουσική στο φόντο, σε κάποια Χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, υπενθυμίζει σε όλους ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει, πριν καταλήξει δηλώνοντας σίγουρος ότι η ομάδα θα γυρίσει το ματς και, κατ’ επέκταση, θα σωθεί. Το όνομα του είναι Γουισάμ Μπεν Γιεντέρ.

Δεκατέσσερα λεπτά μετά την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου η Τουλούζ ισοφαρίζει με ένα όμορφο πλασέ από δύσκολη γωνία του πρώτου της σκόρερ, ο οποίος με το γκολ αυτό ανεβαίνει στην 3η θέση των σκόρερ στην ιστορία της ομάδας και στην 4η θέση των σκόρερ του γαλλικού πρωταθλήματος, πίσω μόνο από τους Ζλάταν, Λακαζέτ και Καβάνι. Το όνομα του είναι Γουισάμ Μπεν Γιεντέρ.

Το παιχνίδι τελικά λήγει με τον τρόπο που είχε προβλέψει ο Γάλλος επιθετικός, η Τουλούζ κερδίζει με 2-3 και ολοκληρώνει με ιδανικό τρόπο ένα επικό φινάλε. Λίγο καιρό μετά ο προπονητής, Πασκάλ Ντυπρά μιλώντας για τον Γουισάμ δηλώνει: “Η πιο εντυπωσιακή ανάμνηση μου από αυτόν είναι η ομιλία στο ημίχρονο με την Ανζέ. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που μίλησε, στα έξι χρόνια που είναι στην Τουλούζ. Ήταν πεπεισμένος ότι θα ισοφαρίσουμε και κατάφερε να πείσει και όλους εμάς. Αποδείχτηκε σωστός”.

Την ίδια μέρα, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, στην Ανδαλουσία, οι άνθρωποι της Σεβίλλης είναι απασχολημένοι με τις ετοιμασίες ενός ακόμα τελικού Γιουρόπα Λιγκ. Ένας εξ αυτών όμως, ο διαβόητος πλέον τεχνικός διευθυντής Μόντσι, κοιτάει πιο πέρα από τον επερχόμενο τελικό και γι’αυτό μοιράζει το χρόνο του, κάνοντας ταυτόχρονα τις τελικές επιλογές από μια λίστα παικτών που έχουν εντοπίσει οι σκάουτερ που δουλεύουν γι’αυτόν. Στις ψηλότερες θέσεις της λίστας φιγουράρει το όνομα Γουισάμ Μπεν Γιεντέρ.

Ο Μπεν Γιεντέρ, με παρουσιαστικό και στυλ παιχνιδιού που σε κάποιους θυμίζει – δικαιολογημένα – τον Ρομάριο, έχει κάνει κλικ στον Μόντσι από πέρσι. Αν και άγνωστος στο ευρύ κοινό, ο 26χρονος Μπεν Γιεντέρ ‘ματώνει’ πάντως συστηματικά τα γαλλικά δίχτυα από το 2012. Μεγαλωμένος μακριά από τα ειδικά ποδοσφαιρικά σχολεία και τις ακαδημίες των Γάλλων, ο Γαλλοτυνήσιος έμαθε μπάλα στους δρόμους και στα γήπεδα του ποδοσφαίρου σάλας, στα οποία και έπαιζε μέχρι τα 19 του. Στο futsal χρωστάει και μεγάλο μέρος της εξαιρετικής τεχνικής του, που του επιτρέπει να κινείται και να ελίσσεται άνετα σε κλειστούς χώρους.

Η προσαρμογή του στο κανονικό, επαγγελματικό ποδόσφαιρο δεν ήταν βέβαια εύκολη. Οι πρώτοι του συμπαίκτες έχουν να λένε πως το 2010 ο Μπεν Γιεντέρ εμφανιζόταν χαλαρός και λίγο αργοπορημένος στις προπονήσεις φορώντας πολλές φορές φανέλες άλλων ομάδων (πχ. της Ρεάλ Μαδρίτης), κάνοντας έξαλλους τους ανθρώπους της ομάδας.

Τα 71 γκολ που πέτυχε τα επόμενα έξι χρόνια με την Τουλούζ (σκοράροντας με μια αξιοζήλευτη σταθερότητα 15-16 γκολ κάθε σεζόν στο πρωτάθλημα και μάλιστα με μια ομάδα που όχι απλά δεν πρωταγωνιστεί αλλά τελευταία παλεύει συχνά-πυκνά για τη σωτηρία της) δείχνουν πάντως πως ο Γουισάμ την βρήκε για τα καλά την άκρη με το απαιτητικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Κάποιοι ρομαντικοί μπορούν όμως να σταθούν στο ότι ακόμα και στο ζενίθ της καριέρας του στην Τουλούζ, δεν έχανε ευκαιρία να πάει για ένα ματσάκι με τους φίλους του, πρωτοβουλία που φυσικά προκαλούσε τρόμο στους ανθρώπους της ομάδας που του υπενθύμιζαν συνέχεια πως η ασφάλεια δεν καλύπτει τραυματισμούς σε τέτοια παιχνίδια.

Πιστός στο σύστημα του και στη φιλοσοφία “εντόπισε φτηνούς και ικανούς παίκτες για τους οποίους δεν θα ενδιαφερθούν τα μεγαθήρια της Ευρώπης” ο Μόντσι προσέγγισε άμεσα την Τουλούζ και κέρδισε στο νήμα όλους τους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους, ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν η Άρσεναλ, η Τότεναμ, η Γουέστ Χαμ, η Ντεπορτίβο, η Μαρσέιγ και η Λιόν. Κάπως έτσι, την ώρα που η Τσέλσι έκλεινε τον Μπατσουαγί, των 17 γκολ στο περσινό γαλλικό πρωτάθλημα, με 40 εκατομμύρια ευρώ, η Σεβίλλη ολοκλήρωνε τη μεταγραφή του Μπεν Γιεντέρ, των επίσης 17 γκολ, με μόλις 9 εκατομμύρια! Και όπως τόσες άλλες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, ο Μόντσι δεν έπεσε έξω.

Έξι μήνες μετά ο Μπεν Γιεντέρ μετράει ήδη 15 γκολ (και 3 ασίστ) σε 22 παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις, ένα νούμερο που τον φέρνει στην 3η θέση των σκόρερ στην Ισπανία, πίσω μόνο από τους Μέσσι και Ρονάλντο, ένα στατιστικό τόσο εντυπωσιακό που δεν το έχει καταφέρει στην πρώτη του χρονιά κανένας άλλος από τους επιθετικούς που έχουν περάσει απ’τη Σεβίλλη τα τελευταία χρόνια. Κι όλοι ξέρουμε πως από την επίθεση της έχουν περάσει κάμποσα γνωστά ονόματα: Σούκερ, Ζαμοράνο, Μπαπτίστα, Λούις Φαμπιάνο, Κανουτέ, Μπάκα.

Παραμένοντας ακόμα και σήμερα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ο κοντούλης Γαλλοτυνήσιος (που έχει απορρίψει πρόταση να παίξει με την εθνική Τυνησίας, ελπίζοντας ότι κάποια μέρα θα πραγματοποιήσει το όνειρο του και θα κληθεί στην εθνική Γαλλίας) οδηγεί την εξαιρετική Σεβίλλη προς την κορυφή, από την οποία πλέον απέχει μόλις μια θέση, αφού το Σάββατο πέρασε με το εντυπωσιακό 0-4 από την έδρα της πολύ δυνατής φέτος Ρεάλ Σοσιεδάδ, χάρη σε 3 γκολ και 1 ασίστ του ασταμάτητου Μπεν Γιεντέρ.

Όλως τυχαίως, στη θέση αυτή βρίσκεται η σημερινή της αντίπαλος, η Ρεάλ Μαδρίτης. Οι Ανδαλουσιάνοι υποδέχονται το βράδυ τους Μαδριλένους στη ρεβάνς του 3-0 για το Κύπελλο Ισπανίας. Το έργο τους φυσικά είναι κάτι παραπάνω από δύσκολο και αν καταφέρει η Σεβίλλη να κλέψει αυτή την πρόκριση τότε σαφέστατα θα μιλάμε για ένα θαύμα. Ενημερωτικά πάντως, θαύμα είχε χαρακτηριστεί και η περσινή σωτηρία της Τουλούζ.

Ο άνθρωπος που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα (αφού πρώτα σώθηκε από μια τραγωδία)

  [6 Σχόλια]

kubala

To μεσημέρι της 17ης Μαΐου του 2002 η Μπαρτσελόνα παρουσίαζε στους δημοσιογράφους τον Λούις Φαν Χαάλ, που επέστρεφε στον πάγκο της ομάδας δυο μόλις χρόνια αφότου τον είχε αφήσει. Στο τέλος της παρουσίασης ο πρόεδρος της ομάδας Ζοάν Γκασπάρ ανακοίνωσε στους παρευρισκόμενους τα άσχημα νέα και ζήτησε να τηρηθεί ενός λεπτού σιγή: Ο Λάζλο Κουμπάλα είχε αφήσει την τελευταία του πνοή λίγη ώρα πριν.

Ο Κουμπάλα είχε εισαχθεί τον Φλεβάρη εκείνης της χρονιάς σε μια κλινική της Βαρκελώνης με ανεπάρκεια ασβεστίου στο αίμα. Τρεις μήνες κράτησε η μάχη που έδωσε με την ασθένεια του. Τελικά έφυγε από τη ζωή μερικές μέρες πριν κλείσει τα 75 του. Στο σαλόνι του σπιτιού του υπήρχαν όλα τα μετάλλια και τα τρόπαια που κατέκτησε φορώντας τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, παρ’ όλα αυτά τα μεγαλύτερα κατορθώματα του δεν χωράνε σε καμία τροπαιοθήκη. Το 1999, τη χρονιά που η Μπάρτσα συμπλήρωνε 100 χρόνια ζωής, σε ένα γκάλοπ μεταξύ των οπαδών της, ο Κουμπάλα ψηφίστηκε «ο καλύτερος παίκτης που έχει φορέσει ποτέ τη φανέλα της ομάδας» και δεν χρειάζεται να είναι κανένας μεγάλος γνώστης του ποδοσφαίρου για να αντιληφθεί για πόσο σπουδαία διάκριση μιλάμε.

Ο, γεννημένος στη Βουδαπέστη, Κουμπάλα έφτασε στη Βαρκελώνη το 1950 και φόρεσε τα μπλαουγκράνα για μια ολόκληρη δεκαετία, κατά την οποία κέρδισε σχεδόν τα πάντα, καθοδηγώντας την ομάδα μαεστρικά και σκοράροντας ασταμάτητα. Η αγωνιστική υπεροχή του ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη και η προσωπικότητα του τόσο έντονη που όλοι όσοι έζησαν εκείνη τη Μπαρτσελόνα συμφωνούν πως αυτός ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους που η ομάδα άλλαξε επίπεδο. Και αυτό δεν έγινε μόνο στα λόγια.

Ο ταλαντούχος και επιδειξίας Κουμπάλα ήταν το επίκεντρο της προσοχής και τα κατορθώματα του εντός και εκτός γηπέδων συζητιόταν σε όλη τη χώρα. Κάπως έτσι το παλιό γήπεδο της Μπάρτσα, το Λες Κορτς, σύντομα αποδείχτηκε πολύ μικρό για να χωρέσει τους ανθρώπους που ήθελαν να απολαύσουν τον Κουμπάλα και την ομάδα του. Όσοι δεν κατάφερναν να βρουν εισιτήριο για κάποιο από τα εντός έδρας παιχνίδια των Καταλανών έκαναν βόλτες γύρω από το γήπεδο με ένα ραδιοφωνάκι στο χέρι, σε μια προσπάθεια να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται στις παραστάσεις του Ούγγρου. Βλέποντας όλη αυτή την απήχηση η διοίκηση της ομάδας επιτάχυνε τις διαδικασίες ανέγερσης νέου γηπέδου και κάπως έτσι οι ‘μπλαουγκράνα’ μετακόμισαν το 1957 στο τεράστιο Καμπ Νου.

kubala4

Η λατρεία του κόσμου για τον Κουμπάλα συνεχίστηκε και στο νέο γήπεδο και ο Ισπανός πλέον (αφού σύντομα απέκτησε την υπηκοότητα και έγινε ο πρώτος παίκτης που παίζει για 3 διαφορετικές εθνικές, έχοντας φορέσει προηγουμένως και τη φανέλα της Τσεχοσλοβακίας) επιθετικός σπάνια τον άφηνε παραπονεμένο. Σε ένα παιχνίδι πρωταθλήματος με τη Σεβίλλη η Μπάρτσα βρέθηκε νωρίς πίσω στο σκορ με 3-0. Την ώρα που όλοι οι συμπαίκτες του έδειχναν να τα έχουν χαμένα ο Κουμπάλα πήρε τη μπάλα από τα δίχτυα μετά το τρίτο γκολ και την κουβάλησε μέχρι τη σέντρα. Όταν έφτασε εκεί, την άφησε κάτω και έχοντας πλέον την προσοχή όλων, με αργές και ψύχραιμες κινήσεις μάζεψε ψηλά τα μανίκια της φανέλας του. Όλοι στο γήπεδο πήραν το μήνυμα. Είχε φτάσει η ώρα της απάντησης. Η Μπαρτσελόνα γύρισε τελικά το παιχνίδι και η φράση «τώρα μαζεύω τα μανίκια μου», συνώνυμη του «τα πράγματα σοβάρεψαν», έγινε μόδα στη Βαρκελώνη τα επόμενα χρόνια.

Ο Κουμπάλα δεν περιόριζε πάντως τις παραστάσεις του εντός αγωνιστικού χώρου. Τη δεκαετία εκείνη κάμποσοι ιδιωτικοί ντετέκτιβ ζούσαν κυριολεκτικά χάρη σε εκείνον, καθώς η διοίκηση προσπαθούσε να είναι ενήμερη ανά πάσα στιγμή για τα αμέτρητα νυχτοπερπατήματα του. Ο Ούγγρος αγαπούσε τη νύχτα, το αλκοόλ και τα πάρτι σε τέτοιο βαθμό που αρκετές φορές χρειαζόταν ειδικά μασάζ, κρύα ντουζ και καφέδες με αλάτι για να μπορέσει να συνέλθει πριν από τα παιχνίδια ή έστω να φτάσει σε μια ανεκτή κατάσταση νηφαλιότητας . Παρά τις αμέτρητες παρατηρήσεις που δεχόταν για τον τρόπο ζωής του, ο ίδιος αντιμετώπιζε το θέμα με ένα μείγμα χαλαρότητας και υπεροψίας, φτάνοντας στο σημείο να κλείνει συμφωνίες με τον προπονητή του μετά από ξενύχτια και πριν από φιλικά: «Αν σκοράρω δυο φορές, θα με αφήσεις να πάω σπίτι».

Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν θα είχε συμβεί αν μια μέρα, μερικά χρόνια πριν από την εποχή της αποθέωσης στη Βαρκελώνη, ο Κουμπάλα δεν άλλαζε τελευταία στιγμή την απόφαση του να μπει σε ένα αεροπλάνο. Στις αρχές του 1949 ο Λάζλο Κουμπάλα εγκατέλειπε τη χώρα του στην καρότσα ενός φορτηγού, ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή μακριά από την κομμουνιστική Ουγγαρία. Ο δρόμος τον έβγαλε στην Ιταλία, όπου για αρκετό καιρό έμεινε σε ένα καμπ προσφύγων. Η μικρούλα Προ Πάτρια, με έδρα τη Λομβαρδία, ήταν η μόνη που δέχτηκε να τον εντάξει στο δυναμικό της. καθώς η ΦΙΦΑ του είχε επιβάλλει τιμωρία ενός έτους μετά από καταγγελία της Ουγγρικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, η οποία τον κατηγορούσε για αθέτηση του συμβολαίου που είχε με την Ουγγρική Βάσας, λιποταξία και έξοδο από τη χώρα χωρίς άδεια.

Στην πρώτη προπόνηση του με την Προ Πάτρια ο πρόεδρος της ομάδας τον προκάλεσε να κάνει 400 τσαλιμάκια, βάζοντας ως έπαθλο το ρολόι του. «Πίστευε ότι είναι αδύνατον, οπότε κι εγώ ξεκίνησα, αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί, μερικές συνεχόμενες κεφαλιές, 398, 399, 400, κανένα πρόβλημα. Για παν ενδεχόμενο στο τέλος έκανα και ένα γύρο του γηπέδου με τη μπάλα στον αέρα. Είχε μείνει έκπληκτος. Το ίδιο όμως κι εγώ. Ήταν ένα πραγματικά ωραίο ρολόι!» θυμόταν αρκετά χρόνια μετά ο Κουμπάλα.

kubala2

Η παρουσία του Ούγγρου στο ιταλικό ποδόσφαιρο δεν πέρασε απαρατήρητη και λίγους μήνες μετά αρκετές μεγάλες ομάδες ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωση του. Κορυφαία όλων η Τορίνο, που εκείνα τα χρόνια κυριαρχούσε εντός συνόρων και αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή παικτών της εθνικής Ιταλίας. Οι άνθρωποι της προσέγγισαν τον Κουμπάλα και γρήγορα συμφώνησαν μαζί του. Το μόνο που έμενε ήταν να διευθετηθεί το πρόβλημα με την τιμωρία του.

Στις αρχές Μαΐου του 1949 η Μπενφίκα κάλεσε την Τορίνο στη Λισαβόνα για ένα φιλικό προς τιμήν του αρχηγού της, Φρανσίσκο Φερέιρα. Ήταν μια ιδανική ευκαιρία για τον Κουμπάλα να αγωνιστεί με τη νέα του ομάδα και να πάρει παιχνίδια στα πόδια του. Μερικές μόλις ώρες πριν την αναχώρηση όμως τα σχέδια του Ούγγρου άλλαξαν. Ο μικρός του γιος, που είχε καταφθάσει στην Ιταλία μαζί με τη μητέρα του λίγες μόλις μέρες πριν, αρρώστησε και ο Κουμπάλα δίχως να το σκεφτεί πολύ ακύρωσε τη συμμετοχή του στο φιλικό, επιλέγοντας να κάτσει μαζί του. Η Τορίνο ταξίδεψε στην Πορτογαλία χωρίς αυτόν αλλά με όλα τα υπόλοιπα αστέρια της. Εκεί ηττήθηκε με 4-3 αλλά αυτό είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο έμεινε στην ιστορία εκείνο το ταξίδι.

basilica-di-superga

Κατά την επιστροφή στην Ιταλία, στις 4 Μαΐου, το αεροπλάνο που μετέφερε την αποστολή προσέκρουσε στο λόφο Σουπέργκα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι 31 επιβάτες του. Η Τορίνο έχασε μέσα σε μια στιγμή την καλύτερη φουρνιά παικτών της ιστορίας της και η εθνική Ιταλίας τους περισσότερους διεθνείς της. Δυο μέρες αργότερα η Ιταλική ομοσπονδία ανακήρυξε την (πρωτοπόρο σε εκείνο το σημείο, με 4 βαθμούς διαφορά από τη δεύτερη Ίντερ) Τορίνο πρωταθλήτρια, παρ’ότι υπήρχαν ακόμα 4 παιχνίδια, στα οποία οι αντίπαλοι της αγωνίστηκαν με τη δεύτερη ομάδα τους.

Ο Λάζλο Κουμπάλα δεν φόρεσε ποτέ τελικά τη φανέλα της Ιταλικής ομάδας. Η απόφαση του να μην ανέβει σε εκείνο το αεροπλάνο όχι μόνο έσωσε τη δικιά του ζωή αλλά βοήθησε σε μεγάλο βαθμό να αλλάξει και η ιστορία μιας από τις μεγαλύτερες ομάδες σήμερα του πλανήτη. Το 2012, δεκατρία χρόνια μετά την ανακήρυξη του ως «ο καλύτερος παίκτης που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μπάρτσα», τρία χρόνια μετά τη μέρα που ένα άγαλμα του τοποθετήθηκε έξω από το Καμπ Νου και λίγους μήνες αφότου ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα δήλωσε στην 10η επέτειο του θανάτου του «ήταν αυτός που έκανε το Λες Κορτς τόσο μικρό για τους φιλάθλους μας», κυκλοφόρησε στην Ισπανία η βιογραφία του. Ο τίτλος της; «Ο ήρωας που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα».

kubala3

Το δέντρο της ζωής

  [Καθόλου σχόλια]

Κάθε καλή ιστορία αποτυχημένου ποδοσφαιριστή, που τελικά έγινε κάτι άλλο στη ζωή του, τελειώνει με έναν τραυματισμό που του έκοψε την καριέρα. Ο αριστεροπόδαρος Χόρχε Σαμπάολι δεν έγινε σπουδαίος χαφ, καθώς μόλις στα 19 του εγκατέλειψε το ποδόσφαιρο μετά από ένα διπλό κάταγμα κνήμης-περόνης στα ερασιτεχνικά της Αργεντινής και ενώ πέρασε από τις ακαδημίες της Νιούελ΄ς. Η προπονητική του καριέρα θα μπορούσε να είναι εξίσου αποτυχημένη, καθώς ήταν part-time προπονητής στην ομάδα της κωμόπολής του, την Αλούμνι ντε Κασίλδα. Στην ερώτηση «ποιος είναι ο καραφλός (ναι ήταν από τότε) στον πάγκο που περπατάει πάνω κάτω (σαν τον Μπιέλσα) και φωνάζει;», η απάντηση θα μπορούσε να είναι «δεν τον ξέρεις, είναι από το χωριό».

Τη δουλειά την ανέλαβε από σπόντα. Η Αλούμνι είχε χάσει εντός στον πρώτο τελικό του τοπικού κι ο προπονητής θα απουσίαζε στη ρεβάνς λόγω οικογενειακών προβλημάτων. Οι άνθρωποι του συλλόγου αποτάνθηκαν στον Σαμπάολι, αυτός έκανε προετοιμασία μιας εβδομάδας και πήγε με την ομάδα στο γειτονικό χωριό όπου οι κάτοικοι είχαν ήδη ψήσει 60 γουρούνια για να γιορτάσουν τον τίτλο που θα έπαιρναν ακόμα και με Χ. Ο Σαμπάολι στο πρώτο ματς της καριέρας του πήρε το 0-1, οι ομάδες έπαιξαν τρίτο παιχνίδι, ο Σαμπάολι κέρδισε και πάλι, το τσιμπούσι ματαιώθηκε, ο κόουτς πήρε τον πρώτο του τίτλο και μονιμοποιήθηκε.

Παρά τα όνειρά του για προπονητική καριέρα, δύσκολα θα τα κατάφερνε ξεκινώντας από τόσο χαμηλά και χωρίς σπουδαία καριέρα ως παίκτης. Γι’ αυτό είχε και κανονική εργασία, ταμίας στην τοπική τράπεζα (με συνολικά τρεις υπαλλήλους). Μια που δεν είχε και πολλή δουλειά το κατάστημα, οι φίλοι του τον θυμούνται να είναι όλη μέρα στα τηλέφωνα και να αναλύει «μπαλίτσα», συστήματα, προπονήσεις. Δεν ήταν όμως ένας ξερόλας του καφενείου. Ο Σαμπάολι έπαιρνε το αυτοκίνητο και πήγαινε μέχρι το Ροσάριο, παρακολουθούσε προπονήσεις, αγώνες, μιλούσε με προπονητές και παίκτες. Έκανε τζόκινγκ ακούγοντας στο γουόκμαν συνεντεύξεις τύπου του Μπιέλσα (!). Πριν από το προπονητικό του ντεμπούτο στον… τελικό των 60 γουρουνιών, πήρε μια βδομάδα άδεια από την τράπεζα για να προετοιμάσει την ομάδα του. Ήταν όμως ένα τυχαίο γεγονός που έπαιξε μεγάλο ρόλο στην μετέπειτα πορεία του.

Γυαλί ηλίου, κοντομάνικο και καράφλα από τότε, εντολές από το δέντρο

Το 1995 σε έναν αγώνα τοπικού, ο φωνακλάς Σαμπάολι δεν σταματούσε να γκρινιάζει στον διαιτητή. Ο κόραξ άντεξε μόλις 25′ και τον απέβαλε. Ο Σαμπάολι δεν μπορούσε να αφήσει ολόκληρη Αλούμνι ντε Κασίλδα μόνη της (το ματς ήταν κρίσιμο). Βγήκε εκτός γηπέδου, βρήκε ένα ψηλό δέντρο, σκαρφάλωσε και φορώντας γυαλί ηλίου συνέχισε να φωνάζει και να δίνει εντολές στους συγχωριανούς του. Δυστυχώς το ματς χάθηκε, αλλά η φωτογραφία του μπήκε στην τοπική εφημερίδα, μαζί με άρθρο που έλεγε για το πάθος ενός ανθρώπου που είδε τα όνειρά του να παίξει ποδόσφαιρο να καταστρέφονται και πλέον τα δίνει όλα στην προπονητική. Την εφημερίδα την είδε ο πρόεδρος της Νιούελ’ς Εντουάρντο Λόπες που τον θυμόταν και αποφάσισε να τον εμπιστευτεί σε μια θυγατρική του συλλόγου (ομάδα που είχε παίξει μπάλα κάποτε ο Μπιέλσα), με αποτέλεσμα το όνομα του Σαμπάολι να μαθευτεί αρκετά στη Ν. Αμερική.

Παρά το γεγονός ότι το όνομα Σαμπάολι ακούστηκε, η καριέρα του δεν εκτοξεύτηκε κι ο ίδιος συνέχισε σε ομάδες χαμηλού επιπέδου (μέχρι τη Γ’ εθνική έφτασε), αλλά πάντα με αποτελέσματα και με απόλυτο επαγγελματισμό. Μάζευε τους καλύτερους παίκτες από την περιοχή, έβαζε σε ερασιτέχνες παίκτες-μαθητές διπλές προπονήσεις («όποιος θέλει να διαβάσει, δεν κάνει για ποδόσφαιρο«), κοιτούσε τη φυσική κατάσταση και έκανε πολλή τακτική. Με πίεση ψηλά, με τρεις επιθετικούς (σε ένα αγαπημένο 3-3-1-3), γνωρίζοντας όλους τους αντιπάλους παίκτες του τοπικού της Κασίλδα και πώς να τους αντιμετωπίσει. Όταν ο πρόεδρος της Χουάν Άουριτς από το Περού ταξίδεψε για να βρει παίκτες στις μικρές κατηγορίες της Αργεντινής, ένας μάνατζερ πρότεινε και τον Σαμπάολι για κόουτς. Ήταν η πρώτη επαγγελματική ομάδα στην καριέρα του το 2002 και μάλιστα σε χώρα του εξωτερικού με έναν μισθό που έφτανε οριακά τα 1000 δολάρια.

Από τα χρόνια στο Περού, σαν αδύνατος Μπομπ Χόσκινς

Η συνέχεια όμως δεν ήταν ονειρική. Μετά από 8 ματς με μόλις μία νίκη και την Άουριτς στον πάτο της βαθμολογίας, ο πρόεδρος παραιτήθηκε και μαζί του κι ο Σαμπάολι που επέστρεψε στο «χωριό» του, φτάνοντας και πάλι στο σημείο μηδέν και χωρίς διέξοδο. Ευτυχώς όμως, μετά από κάποιους μήνες ήρθε πρόταση από την Σπορτ Μπόιζ και ο Σαμπάολι γύρισε στο Περού, σε μια ομάδα χωρίς λεφτά, όντας ο χειρότερα αμειβόμενος προπονητής του πρωταθλήματος. Λέγεται ότι έβγαζε 500 δολάρια τον μήνα, τόσα λίγα που δεν μπορούσε καν να έχει δωμάτιο σε ξενοδοχείο με δική του τουαλέτα. Ούτε λόγος φυσικά για να στηρίξει την οικογένειά του πίσω στην Αργεντινή. Ο Σαμπάολι πέρασε αρκετό καιρό νοικιάζοντας ένα μικρό δωμάτιο στο ίδιο κτίριο που στεγαζόταν η Πυροσβεστική. Οι σειρήνες ηχούσαν κι ο Σαμπάολι τα έλεγε με τους πυροσβέστες για μπάλα και φωτιές.

Τα πήγε καλά πάντως, κάνοντας σπουδαίες πορείες σε μικρές ομάδες και στη συνέχεια πέρασε και από Χιλή και Εκουαδόρ. Το 2011 ήταν μάλλον η χρονιά του, καθώς ανέλαβε την Ουνιβερσιδάδ ντε Τσίλε, κέρδισε τρία πρωταθλήματα και το Σουνταμερικάνα και έτσι όταν το είδωλό του, ο Μπιέλσα, αποχώρησε από την εθνική Χιλής, ο Σαμπάολι θεωρήθηκε ιδανικός διάδοχος. Μια τετραετία με ποσοστό νικών κοντά στο 63% και το πρώτο Κόπα Αμέρικα στην ιστορία της Χιλής, η σύνδεση του ονόματός του με τον Μπιέλσα και οι επιτυχίες στις ομάδες του, έκαναν πλέον τον Σαμπάολι διάσημο. Από την συγκατοίκηση με τους πυροσβέστες, υποψήφιος για καλύτερος προπονητής του κόσμου το 2015, δίπλα σε Γκουαρδιόλα και Λουίς Ενρίκε.

Να, ντύθηκα επίσημα για τις κάμερες…

Η αποκλειστική κάτοχος του Γιουρόπα Λιγκ Σεβίλλη πήρε το ρίσκο και τον έφερε στην Ευρώπη. Μια μεταβατική σεζόν με αλλαγές, η ανάγκη του Έμερι για κάτι διαφορετικό, ίσως ακόμα και η βαρεμάρα από το να κάνεις κάθε χρόνο τα ίδια. Ο τελειομανής Σαμπάολι με τα κοντά μανίκια, τα τατουάζ, το νευρικό βάδισμα και το πάθος για την μπάλα είναι διαφορετική συνταγή. Το 6-4 της πρώτης αγωνιστικής με την Εσπανιόλ ήταν ένα δείγμα ότι η Σεβίλλη δεν θα έχει σχέση με τα όσα ξέραμε. Περισσότερα γκολ, διαφορετική προσέγγιση, εξαιρετική πορεία στο πρωτάθλημα, μέχρι στιγμής όλα πάνε καλά.

Ο Σαμπάολι δεν θα σκεφτεί σε καμία περίπτωση την «εύκολη λύση» ενός ακόμα Γιουρόπα και θα κυνηγήσει την πρόκριση στην επόμενη φάση του Τσάμπιονς Λιγκ. Άλλωστε, με όσα έχει περάσει στη ζωή του, πλέον όλα αυτά του φαίνονται εύκολα. Κρατάει πάντα έναν στίχο από μία από τις πιο αγαπημένες του μπάντες, τους Καγιεχέρος, που λέει «να θυμάσαι πάντα από πού ξεκίνησες γιατί μπορεί να γυρίσεις εκεί». Αν όλα έρθουν ανάποδα, το δέντρο που τον έκανε γνωστό τον περιμένει πίσω στην πατρίδα…

Η μέρα που ο Αραγονές κέρδισε τη Ρεάλ με ένα μπουκάλι κόκα κόλα

  [Καθόλου σχόλια]

27 Ιουνίου 1992, γήπεδο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, τελικός Κυπέλλου Ισπανίας μεταξύ Ρεάλ και Ατλέτικο, ώρα 20.40. Στα αποδυτήρια της Ατλέτικο επικρατεί ησυχία καθώς οι παίκτες παρακολουθούν με προσοχή τις τελευταίες οδηγίες που τους δίνει ο Λουίς Αραγονές, που εκτός από προπονητής τους είναι και ένας ζωντανός θρύλος της ομάδας, με την οποία μετράει ως εκείνη τη στιγμή 10 τίτλους, είτε ως παίκτης, είτε ως καθοδηγητής από τον πάγκο.

Όταν οι καθιερωμένες οδηγίες τελειώνουν και την ώρα που οι πλέον ανυπόμονοι ετοιμάζονται να πεταχτούν από τη θέση τους για τις τελευταίες ετοιμασίες, ο Αραγονές ξαφνικά αλλάζει ρυθμό και ένταση στην ομιλία του. “Με καταλάβατε; Σίγουρα με καταλάβατε;” Ο Ισπανός τους δείχνει ξανά τον μαυροπίνακα με το σύστημα και την τακτική που θα ακολουθήσουν και με το χέρι τεντωμένο προς αυτόν ανεβάζει κι άλλο τη φωνή του. “Λοιπόν, τα βλέπετε αυτά; Όλα αυτά δεν έχουν σοβαρή αξία. Αυτό που μετράει είναι ότι είστε καλύτεροι. Αυτό που μετράει είναι ότι είστε η Ατλέτικο Μαδρίτης και εκεί έξω υπάρχουν 50.000 που θα πέθαιναν για εσάς. Έτσι πρέπει κι εσείς να πεθάνετε γι’αυτούς, για τη φανέλα, για την τιμή σας. Πρέπει να βγείτε έξω και να πείτε πως σήμερα υπάρχει μόνο ένας νικητής κι αυτός φοράει άσπρα και κόκκινα”.

Οι παίκτες σαστισμένοι δεν μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω του. Αλλά ο Αραγονές δεν έχει φτάσει καν στο σημείο που θέλει. Τα επόμενα λεπτά περνάνε στην ιστορία της ομάδας. Ο 54χρονος, μετέπειτα πρωταθλητής Ευρώπης με την εθνική Ισπανίας, περπατάει νευρικά δεξιά-αριστερά. Ξαφνικά σταματάει, σκύβει και σηκώνει ένα μπουκάλι κόκα κόλα. Τους το δείχνει και το βλέμμα του καρφώνεται ξανά πάνω τους. “Αν δεν κερδίσετε απόψε, θα το βάλω αυτό στον κώλο μου. Αυτή είναι η στιγμή που περιμένατε: Η Ρεάλ Μαδρίτης μέσα στο Μπερναμπέου. Τόσα χρόνια μας το βάζουν αυτοί στον κώλο, τώρα είναι η ευκαιρία να τους το βάλουμε εμείς. Ξεχάστε τα πάντα. Είναι η Ρεάλ Μαδρίτης. Βγείτε εκεί έξω και βάλτε το στον κώλο τους”.

27 Ιουνίου 1992, γήπεδο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, τελικός Κυπέλλου Ισπανίας μεταξύ Ρεάλ και Ατλέτικο, ώρα 21.29. Πριν καν συμπληρωθεί το πρώτο μισάωρο αγώνα η Ατλέτικο είναι μπροστά στο σκορ με 2-0! Στο δεύτερο ημίχρονο ο τερματοφύλακας της θα πιάσει και πέναλτι και έτσι το παιχνίδι θα λήξει με αυτό το σκορ. Η Ατλέτικο στέφεται κυπελλούχος Ισπανίας μέσα στην έδρα της μεγάλης της αντιπάλου. Ο Λουίς Αραγονές είναι εκείνη τη στιγμή ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. “Η Ατλέτικο είναι η ζωή μου” είχε πει σε μια από τις συνεντεύξεις του.

Η παράσταση που έδωσε στα αποδυτήρια δεν ήταν η μόνη έκπληξη που επιφύλασσε στους παίκτες του. Νωρίς το πρωί τη μέρα του τελικού κάποιος κοπανούσε με δύναμη την πόρτα του δωματίου των Φούτρε και Μανόλο. Με την τσίμπλα στο μάτι ο Φούτρε διαπίστωσε πως από πίσω βρισκόταν ο Αραγονές. O “σοφός από την Ορταλέζα”, όπως ήταν το παρατσούκλι του, μπούκαρε στο δωμάτιο, πήρε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα ακριβώς στο κρεβάτι του Φούτρε. “Κοίτα με στα μάτια” του είπε και όταν ο Φούτρε υπάκουσε ένας ακόμα επικός μονόλογος ξεκίνησε. Ξανά με ερώτηση: “Θυμάσαι τότε που ο Μίτσελ, ο Ιέρο και ο Γκορντίγιο ρεζίλεψαν τον Πίθο;”

(Δυο χρόνια πριν, ένα… παρεάκι παικτών της Ρεάλ, με πρωτεργάτες τους Μίτσελ (ναι, ο γνωστός Μίτσελ που κάθισε πρόσφατα στον πάγκο του Ολυμπιακού) και Γκορντίγιο είχαν κοροϊδέψει στο δρόμο τον Πίθο Γκόμεθ, έναν φιλότιμο αλλά ψιλο-άτεχνο μέσο της Ατλέτικο. Η μεταξύ τους κόντρα συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια με προσβολές πριν από ντέρμπι – επιπέδου “μην ανησυχείς για τη γυναίκα σου Πίθο, την προσέχει ο Ρουτζέρι, γι’αυτό δεν παίζει σήμερα” – αλλά και με ένα σοβαρό τραυματισμό του παίκτη της Ατλέτικο από τάκλιν του Μίτσελ, σκηνικό που λίγο έλειψε να οδηγήσει σε σοβαρό επεισόδιο, σε επίπεδο διοικήσεων.)

“Λοιπόν Πάουλο” συνέχισε ο ασταμάτητος Αραγονές, την ώρα που ο Φούτρε προσπαθούσε ακόμα να συνειδητοποιήσει αν ονειρεύεται ή αν πράγματι το ζει αυτό. “Σήμερα είναι η μέρα που θα εκδικηθείτε για τον Πίθο. Αυτοί οι τύποι πρέπει να καταπιούν τις προσβολές που εκστόμισαν στον Πίθο και να θυμούνται αυτή τη μέρα για την υπόλοιπη ζωή τους. Σήμερα είναι η μέρα σας. Σήμερα θα τους ξεφτιλίσετε”. Πριν προλάβει να αρθρώσει κουβέντα ο Φούτρε ο Αραγονές σηκώθηκε, πρόσθεσε ένα “Τώρα μπορείς να συνεχίσεις τον ύπνο σου αλλά να θυμάσαι ότι σήμερα δεν γίνεται να με απογοητεύσετε” και αποχώρησε από το δωμάτιο. “Φυσικά δεν μπόρεσα να κοιμηθώ ξανά μετά απ’αυτό” αποκάλυψε χρόνια μετά ο Φούτρε. “Ο τελικός είχε ξεκινήσει για μένα από τις 9 το πρωί”. Για την ιστορία, ο παίκτης που πέτυχε το δεύτερο γκολ της Ατλέτικο στο 29′ ήταν ο αρχηγός της ομάδας, ο ποδοσφαιριστής με το νούμερο 10 στη φανέλα, ο άνθρωπος που βρισκόταν σε κλίμα τελικού από τις 9 το πρωί, ο Πάουλο Φούτρε.

Ο Λουίς Αραγονές δεν ζει πλέον για να απολαύσει ένα ακόμα παιχνίδι απέναντι στη “μισητή” Ρεάλ αλλά στη θέση του υπάρχει εδώ και μερικά χρόνια ένας τύπος που ζει κάθε ματς με την ίδια ένταση και παρόμοιο πάθος. “Κανένας άλλος προπονητής δεν είχε τέτοια επιρροή στην ομάδα όπως αυτή που έχει ο Σιμεόνε” δήλωσε πριν λίγες μέρες ο Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεθ, ένας 83χρονος παππούς στο πορτοφόλι του οποίου υπάρχει η κάρτα μέλους της Ατλέτικο με τον μαγικό αριθμό “Νο 1”.

Ίσως να μην είναι καθόλου τυχαίο ότι η πρώτη νίκη της Ατλέτικο σε μαδριλένικο ντέρμπι του 21ου αιώνα (και αφού είχαν προηγηθεί 25 παιχνίδια στα οποία οι ‘ροχιμπλάνκος’ κατάφεραν απλά να αποσπάσουν 6 ισοπαλίες) ήρθε με αυτόν στον πάγκο, το 2013. Και όχι σε ένα τυχαίο ντέρμπι. Σε τελικό Κυπέλλου. Μέσα στο Μπερναμπέου! Σίγουρα κάτι θυμίζει όλο αυτό. Αν μετά από χρόνια κάποιος εκ των παικτών αποκαλύψει πως ο ‘Τσόλο’ έκανε κάποια μνημειώδη ομιλία στα αποδυτήρια κρατώντας ένα μπουκάλι κόκα κόλα, μάλλον κανένας δεν θα παραξενευτεί.