Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ισπανικό πρωτάθλημα'

Ο Όσκαρ ντε Μάρκος και το Αντί-Λάικ

  [Καθόλου σχόλια]

Στο Μπιλμπάο οι άνθρωποι είναι περήφανοι για τρία πράγματα: για την κουζίνα τους, για το μουσείο τους και για την Αθλέτικ Μπιλμπάο. Η Αθλέτικ, που ακόμα και σήμερα την μπερδεύουν με την Ατλέτικο, είναι ένας σύλλογος ιδιαίτερα συμπαθής γενικότερα λόγω της (<κλισέ_αλέρτ>) γνωστής ρομαντικής πολιτικής της περί του ποιος έχει δικαίωμα να φορέσει τη φανέλα της (που δεν είναι και τόσο ρομαντική αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο ποστ). Μέσα σε αυτά τα τυχερά από τη γεωγραφία παιδιά είναι και ο Όσκαρ ντε Μάρκος.

Το δεξί μπακ της Αθλέτικ είναι ένας αρκετά καλός παίχτης, που ξεκίνησε από την Αλαβές πριν κάνει το μεγάλο βήμα για το Μπιλμπάο. Η Βασκωνία είναι μια ζόρικη περιοχή γενικά αλλά το Μπιλμπάο είναι μια πόλη στην οποία ο οποιοσδήποτε ζει άνετα, πόσο μάλλον ένας Βάσκος. Ο Όσκαρ ντε Μάρκος από την αρχή που πήγε, πριν καν καθιερωθεί στην ενδεκάδα, έκανε δύο καλούς φίλους στο σύλλογο: τον Ινιάκι Γουΐλιαμς και τον πρέσβη του συλλόγου (υπεύθυνο διεθνών σχέσεων δηλαδή) Κάρλος Γκουρπέγι. Και οι τρεις αυτοί συμμερίζονταν κάτι κοινό, μια διαφορετική, πιο αλληλέγγυα προσέγγιση για τον κόσμο. Και αν για τον Ινιάκι αυτό ήταν σχετικά εμφανές, καθώς μεγάλωσε ως ένα παιδί μαύρων σε μια κοινωνία όπου η καταγωγή, η ράτσα και το αίμα παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο, ή για τον Γκουρπέγι ήταν γνωστό αφού από το 2008 έχει ιδρύσει και προεδρεύει της ΜΚΟ «Ανάπτυξη και Ποδόσφαιρο», για τον Ντε Μάρκος δεν ήταν γνωστό.

Και ούτε θα το μαθαίναμε και ποτέ αν κάποιος από τους ανθρώπους που επισκεπτόταν δεν το έβγαζε δημόσια. Στις 28 Αυγούστου κάποιος από το αντικαρκινικό νοσοκομείο παίδων του Μπιλμπάο έκανε μια ανάρτηση στα σόσιαλ μίντια ρωτώντας αν αυτός που επισκέφθηκε τον πάσχοντα από λευχαιμία οχτάχρονο γιο φίλων του ήταν όντως ο Όσκαρ ντε Μάρκος. Η επιβεβαίωση ήταν άμεση από πάρα πολλούς. Του απάντησαν ότι ο Ντε Μάρκος πάει κάθε βδομάδα στο νοσοκομείο και επισκέπτεται τα παιδιά με καρκίνο. Είναι σταθερά εκεί, μιλάει με τα παιδιά, τους γονείς και τους γιατρούς, πηγαίνει πράγματα της Αθλέτικ Μπιλμπάο σε αυτά, τους κάνει παρέα. Μαζί με την επιβεβαίωση υπήρξε και η σχετική θλίψη για το σπάσιμο της ομερτά.

(Εδώ το ποστ από όπου έγινε γνωστό το περιστατικό)

Ο Ντε Μάρκος πήγαινε χρόνια εκεί κάθε Παρασκευή. Και όχι μόνο εκεί. Έκανε παρέα και έδινε κουράγιο σε παιδιά και γονείς χωρίς να το δημοσιεύσει ποτέ. Οι γιατροί, οι νοσοκόμες, οι γονείς και τα παιδιά δεν το έλεγαν. Στους δικούς μας καιρούς που για κάθε νέο κούρεμα ποδοσφαιριστή βγαίνουν 238 ποστς, 3581 ανακοινώσεις και 5837295 μέμες. Εκεί πήγαινε ένα παιδί του συλλόγου τους, του συμβόλου της πόλης τους και ήταν μυστικό. Από σεβασμό στην κίνηση, από τη χαρά που έδινε, από την απουσία υποχρέωσης. Όλοι έχουμε δει πάρα πολλούς αθλητές να πηγαίνουν μετά από αίτημα πασχόντων παιδιών. Να γνωρίσουν το Σουάρες, τον Μέσι, τον Κριστιάνο, τον Αζάρ, κτλ. Βγάζουν τις αντίστοιχες φωτογραφίες, ανεβαίνουν με λεζάντες «η ανθρώπινη πλευρά του…» και όλα καλά. Επίσης, υπάρχει και το επετειακό της επίσκεψης των Χριστουγέννων των συλλόγων σε παιδικά χωριά, ορφανοτροφεία ή νοσοκομεία. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις σαν τον Όσκαρ ντε Μάρκος.

Ο Όσκαρ ντε Μάρκος δεν είναι μόνο ότι δεν το δημοσίευε τόσα χρόνια, αλλά και μετά το ποστ, που έγινε θέμα σε όλες τις αθλητικές και πολιτικές εφημερίδες, δε βγήκε να πει τίποτα. Είναι κάτι που κάνει από μόνος του και δεν έχει σχέση με την εικόνα του. Όταν τον ρώτησαν σχετικά σε συνέντευξη τύπου, ντρίπλαρε την ερώτηση λέγοντας ότι απαντάει μόνο σε ό,τι έχει σχέση με το ματς. Ο Ντε Μάρκος συμμετέχει ενεργά στη ΜΚΟ του Γκουρπέγι και κάνει ταξίδια στη Λατινική Αμερική, κυρίως στο Περού, προωθώντας το ποδόσφαιρο ως εκπαίδευση και διαφυγή από τα ναρκωτικά και την παρανομία. Επίσης με τον Ινιάκι Γουΐλιαμς ταξιδεύει στην Αφρική, κυρίως στη Γκάνα, για τον ίδιο λόγο. Συμμετέχει και σε πολλές άλλες δράσεις άλλων ομάδων στο ίδιο το Μπιλμπάο.

Αντίθετα όμως με τους δύο του φίλους, που η δράση τους σχετίζεται με προσωπικές εμπειρίες και δεσμούς με τις χώρες όπου δραστηριοποιούνται, ο Όσκαρ ντε Μάρκος δεν έχει καμία καταγωγή από Γκάνα, Περού, Αφρική ή Λατινική Αμερική. Δεν έχει κάποια προσωπική ιστορία με καρκίνο στην οικογένειά του ή στο στενό του κύκλο φίλων που να τον ευαισθητοποίησε ώστε να πηγαίνει να βλέπει τα παιδιά. Διότι ο Όσκαρ ντε Μάρκος γεννήθηκε άνθρωπος και γι αυτό το λόγω δεν έχει καμία ανάγκη να το διαφημίσει για το ζητιανολάικ.

Το τέλος του φόβου για τον Σαντιάγο Κανιθάρες

  [Καθόλου σχόλια]

Η σημασία ενός γεγονότος στη ζωή εξαρτάται πάντα από την οπτική με την οποία το κοιτάει κανείς. Για κάποιον άνθρωπο η πιο σημαντική στιγμή στη ζωή του μπορεί να είναι η μοναδική φορά που κατάφερε να ταξιδέψει μακριά από το μέρος του. Για κάποιον άλλον, τα ταξίδια μπορεί να συμβαίνουν κάθε εβδομάδα. Κάποιος μπορεί να πέσει να πεθάνει γιατί ράγισε η οθόνη στο κινητό του, ενώ κάποιος άλλος να μην έχει να φάει. Το μέγεθος του συναισθήματος είτε είναι χαρά, είτε λύπη διαφέρει στον καθένα. Ο «Σάντι» Κανιθάρες είναι ένας βετεράνος τερματοφύλακας που πολλοί τον θυμόμαστε να αγωνίζεται σε σπουδαίες ομάδες. Κατέκτησε δυο πρωταθλήματα Ισπανίας με τη Ρεάλ (και μαζί ένα Τσάμπιονς Λιγκ) χωρίς όμως να παίζει πάντα. Πήρε την απόφαση και μετακόμισε στο Μεστάγια για περισσότερο χρόνο συμμετοχής. Εκεί κέρδισε ακόμα δύο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο με τα χρώματα της Βαλένθια.

Μέχρι εδώ ήταν οι χαρές. Γιατί σε μια καριέρα υπάρχουν κι οι λύπες. Ο Κανιθάρες έχει συνδυαστεί σε πολλούς μας με δύο άσχημες στιγμές. Μια από τις εικόνες που έμεινε ανεξίτηλη είναι ο δεύτερος συνεχόμενος χαμένος τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ το 2001. Ένα χρόνο πριν, η Βαλένθια είχε υποταχθεί στην ανωτερότητα της Ρεάλ. Το 2001 όμως στο Σαν Σίρο πάλεψε στα ίσια την Μπάγερν και πήγε το ματς στα πέναλτι. Εκεί και παρ’ ότι βρέθηκε αρχικά σε πλεονεκτική θέση με το πρώτο χαμένο πέναλτι του Πάουλο Σέρτζιο, ήταν το άστοχο χτύπημα του Μαουρίσιο Πελεγκρίνο που τελείωσε τα όνειρα των νυχτερίδων. Σε ένα σχετικά βαρετό ματς, η εικόνα του απαρηγόρητου Κανιθάρες με τον «σκληρό» Καν από πάνω του να του δίνει κουράγιο ήταν ίσως ό,τι άξιζε.

Ο Σάντι συνέχισε για χρόνια στη Βαλένθια, αλλά και στην εθνική. Κυρίως όμως ως δεύτερος τερματοφύλακας της Ισπανίας. Κι όταν η ώρα του ήρθε να γίνει ο βασικός, τότε έγινε θύμα ενός από τους πιο χαζούς τραυματισμούς παγκοσμίως. Στο ξενοδοχείο της Ισπανίας, κατά την προετοιμασία για το Μουντιάλ του 2002, το μπουκάλι του after shave έπεσε και έσπασε και ένα κομμάτι γυαλί καρφώθηκε στο πόδι του. Ο Κανιθάρες μπήκε στο χειρουργείο και φυσικά έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο θα έπαιζε. Λες και τον κυνηγούσε η κακοδαιμονία Σε δηλώσεις του τότε δεν το έριξε στην τύχη, δεν το δραματοποίησε.

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου άτυχο. Από την αρχή της καριέρας μου είχα πολλές στιγμές καλής τύχης. Αλλά όπως κι ο καθένας, είχα και δύσκολες στιγμές που έπρεπε να αντιμετωπίσω. Θα πρέπει να ξεπεράσω αυτό το πλήγμα στην ψυχολογία μου, στην περίπτωσή μου αυτό παίρνει μια 2-3 μέρες ή μία εβδομάδα. Κανείς δεν προχωράει στο ποδόσφαιρο χωρίς να ξεπεράσει εμπόδια. Ο στόχος μου είναι να δώσω το παρόν στο επόμενο Μουντιάλ».

Πράγματι, ο Σάντι τα κατάφερε και το 2006 ήταν στο Μουντιάλ. Αλλά όπως και το 1998 ήταν ξανά αναπληρωματικός. Αγωνίστηκε σε ένα μόλις ματς, στο τελευταίο των ομίλων. Έπαιξε μπάλα στα 39 του και αποχώρησε κύριος, ένας από τους πιο αγαπητούς Ισπανούς τερματοφύλακες. Κάποιος θα μπορούσε να τον πει άτυχο. Άτυχο που έχασε εκείνο τα ρημάδια τα Τσάμπιονς Λιγκ, άτυχο που έχασε ένα Μουντιάλ για τόσο χαζό λόγο. Όπως είπαμε όλα είναι θέμα οπτικής. Ο Κανιθάρες έκανε δύο γάμους και απέκτησε επτά παιδιά συνολικά. Μάλιστα στο δεύτερο γάμο του απέκτησε τρίδυμα. Η ζωή του κυλούσε ομαλά, σαν πάτερ φαμίλιας, ενώ έβρισκε και χρόνο για μια άλλη αγάπη του, το αυτοκίνητο, καθώς είχε γίνει οδηγός σε αγώνες ράλι.

Ο μπαμπάς Σάντι κι ο γιος Σάντι. Αν δεν ήξερες την ιστορία θα έλεγες ότι η φωτογραφία είναι ο ορισμός της χαράς.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που ένα από τα τρίδυμα, ο μικρός Σάντι ξαφνικά αρρώστησε όταν ήταν 3,5 ετών. Όπως περιγράφει ο Κανιθάρες: «ήταν ένα φυσιολογικό παιδί μέχρι που μια μέρα απλά ξύπνησε άρρωστο». Ο Σάντι τζούνιορ διαγνώστηκε με καρκίνο, μια σπάνια μορφή που δεν δίνει πολλές πιθανότητες, και ο Κανιθάρες πλέον δεν είχε τον ρόλο να σώσει μια ομάδα από ένα γκολ. Προσπαθούσε να σώσει το ίδιο του το παιδί. Ο μικρούλης έδωσε τη γενναία μάχη του για 15 μήνες, αλλά τελικά τον περασμένο Μάρτιο έχασε τη ζωή του. Η οπτική άλλαξε. Άτυχος για εκείνο το βράδυ στο Σαν Σίρο και τα δάκρυα; Άτυχος για ένα χαμένο Μουντιάλ; Η πραγματική θλίψη ήταν εδώ.

Σε μια από τις κορυφαίες σειρές φαντασίας, το «Malazan Book of the Fallen» του Steven Erikson και συγκεκριμένα στο βιβλίο Deadhouse Gates, ένας από τους δευτερεύοντες ήρωες, ο στρατιώτης Lull (όχι ο δικός μας ο Ραμόν) λέει: «Αυτή είναι μια συνοπτική περίληψη της ανθρωπότητας θα έλεγα. Ποιος χρειάζεται τόμους και τόμους ιστορίας; Τα παιδιά πεθαίνουν. Η αδικία του κόσμου κρύβεται σε αυτές τις τρεις λέξεις».

Ο Κανιθάρες βίωσε από πρώτο χέρι αυτή την αδικία, την έζησε απομακρυσμένος από τα φώτα της δημοσιότητας και πριν λίγες ημέρες έδωσε για πρώτη φορά μια συνέντευξη για να μιλήσει γι’ αυτή. Παραδέχτηκε ότι ακόμα ζει με τον πόνο μέσα του και ότι του λείπει πολύ το παιδί του, αλλά ότι η υπόλοιπη οικογένεια και η πίστη του ήταν αυτά που του έδωσαν την απαραίτητη δύναμη. Κι ο άνθρωπος που δεν φοβόταν τους αντιπάλους, δεν φοβόταν να υπερασπιστεί μια ομάδα στα πέναλτι, έκλεισε μιλώντας για το μεγαλύτερο φόβο όλων πολλών εξ ημών: «Πάντα είχα σεβασμό και φόβο για τον θάνατο, αλλά τώρα δεν υπάρχει κάτι που να φοβάμαι στη ζωή ή κάτι που να με ανησυχεί, πέρα από το να προσπαθήσω να είμαι χαρούμενος. Δεν φοβάμαι πια τον θάνατο γιατί ξέρω ότι εκείνη την ημέρα θα συναντήσω ξανά το γιο μου».

Ο Μάγος με τη μεγάλη καρδιά και τα πολλά γκολ

  [2 Σχόλια]

Αργά το βράδυ της Τετάρτης ένας παγωμένος αέρας από τον Βισκαϊκό κόλπο φυσούσε κι η ως συνήθως υγρή πόλη της Χιχόν καλυπτόταν από μία ομίχλη. Το θερμόμετρο έδειχνε 2 βαθμούς Κελσίου. Η ώρα είχε ξεπεράσει τις 2 μετά τα μεσάνυχτα. Κι όμως υπήρχε κόσμος έξω από το δημοτικό στάδιο της πόλης, το Ελ Μολινόν. Λίγες ώρες αργότερα θα μαθαίναμε ότι ήταν η τελευταία μέρα που το γήπεδο-έδρα της Σπόρτινγκ Χιχόν θα είχε το όνομα του «μεγάλου μύλου». Για τον ίδιο λόγο που υπήρχε κόσμος απ’ έξω. Εξαιτίας του θανάτου του Ενρίκε Κάστρο Γκονθάλεθ, που έμεινε γνωστός ως Κίνι και υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Ισπανούς επιθετικούς όλων των εποχών και ένας μεγάλος άνθρωπος. Ο κόσμος έξω από τη θύρα 9 του Μολινόν άφηνε λουλούδια για τον άνθρωπο που σκόραρε πάνω από 230 γκολ στην αγαπημένη του ομάδα. Μεταξύ τους κι ο 69χρονος Χαβιέρ που έκανε τα 30 χιλιόμετρα από τη γειτονική πόλη Αβιλές. «Δεν πήγα καθόλου σπίτι. Το είχα μάθει και μόλις τελείωσα τη βάρδιά μου, πήρα το γιο μου και ήρθα εδώ. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω, να έρθω να βάλω ένα ερυθρόλευκο κερί. Ο γιος μου δεν τον πρόλαβε, αλλά ξέρει για τον Μάγο», δήλωσε στη Marca. Ήταν ένας από τους πολλούς που βρέθηκαν εκεί.

Λουλούδια, κεριά και συνθήματα έξω από το γήπεδο

Ο Κίνι ήταν ένας σπουδαίος επιθετικός που βγήκε 5 φορές πρώτος σκόρερ στην Ισπανία. Τις τρεις μάλιστα με τη Σπόρτινγκ Χιχόν. Παρ’ ότι γεννήθηκε στο γειτονικό Οβιέδο, ο «Μάγος» δεν έπαιξε ποτέ στη μεγάλη αντίπαλο Ρεάλ Οβιέδο. Από το 1968 ως το 1980 ο Κίνι μόνο μια σεζόν δεν σκόραρε διψήφιο αριθμό γκολ , ενώ στα 20 του μόλις στη 2η σεζόν του ανέβασε ουσιαστικά τη Χιχόν μόνος στην Πριμέρα. Το σύνθημα: «Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!» δονούσε τις εξέδρες του Μολινόν. Το δεύτερο βραβείο κορυφαίου σκόρερ μάλιστα, το κατέκτησε το 1976 μια σεζόν που η Χιχόν τερμάτισε τελευταία και υποβιβάστηκε. Ο ίδιος είχε βάλει 21 γκολ όμως. Ήταν τόσο επιθετική η ομάδα χάρη σ’ αυτόν, σε χρόνια που το ποδόσφαιρο άρχισε να γίνεται πολύ αμυντικό, που η ισπανική τηλεόραση άρχισε να μεταδίδει αγώνες Β’ εθνικής εξαιτίας εκείνης της Χιχόν.

Η Χιχόν ανέβηκε αμέσως και το 1977 σε μια απίστευτη σεζόν έφτασε στην ιστορική 2η θέση, μόλις 4 πόντους από τη πρωταθλήτρια Ρεάλ. Βγήκε τρίτη την επόμενη χρονιά με τον Κίνι να σκοράρει 25 φορές στο πρωτάθλημα στα 31 του. Η Μπαρτσελόνα που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει και μετά τον υποβιβασμό, τον πήρε τελικά το 1980. Αρκετοί οπαδοί, όπως και δημοσιογράφοι, δεν πίστευαν ότι ο Κίνι θα μπορούσε να προσφέρει στους Καταλανούς, αλλά αυτός χάρη στην ποιότητά του και το χαρακτήρα του τους κέρδισε. Και μαζί με τον κόσμο κέρδισε ακόμα δυο βραβεία πρώτου σκόρερ.

Ντιέγκο και Κίνι

Στα χρόνια του στην Μπαρτσελόνα, ο Κίνι συνυπήρξε με τον Μαραντόνα. Κι ο Ντιέγκο δεν θα μπορούσε να μη θυμηθεί την κοινή τους παρουσία. Σε ένα μήνυμά του στα social media με αφορμή τον θάνατό του, ο Μαραντόνα περιγράφει τον παλιό του συμπαίκτη: «Ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και ένας επιθετικός που δημιουργούσε ευκαιρίες για όλους. Δεν υπάρχουν πλέον τέτοια φορ, ήταν σαν τον Μαρτίν Παλέρμο. Ένα φορ που όταν σούταρε με το αριστερό, σούταρε σαν τον καλύτερο αριστεροπόδαρο. Όταν σούταρε με το δεξί, σούταρε σαν τον καλύτερο δεξιοπόδαρο.» Αυτό που δεν λέει ο Ντιέγκο, είναι ότι ο Κίνι είχε και εξαιρετική τεχνική.

Αποθέωση στο Καμπ Νου

Πάνω όμως και από τα γκολ του, το αρμονικό του ποδόσφαιρο (που κάποιοι συγκρίνουν με του Ινιέστα αν και επιθετικός) και την τεχνική του, ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός χαρακτήρας και άνθρωπος που αγαπήθηκε όχι μόνο στις ομάδες που έπαιξε, αλλά και σε μέρη που θα έπρεπε να τον μισούν. Κι όμως ήταν ένας παίκτης που με το ήθος του λατρεύτηκε και ο χαμός του συγκλόνισε όχι μόνο την πόλη της Χιχόν, αλλά ολόκληρη την ποδοσφαιρική Ισπανία. Και μεγαλύτερη απόδειξη για το χαρακτήρα του, ήταν όσα έγιναν με την απαγωγή του.

Ήταν 1η Μαρτίου του 1981 όταν ο Κίνι λίγο μετά τη νίκη επί της Χέρκουλες πήρε το αυτοκίνητό του για να υποδεχτεί στο αεροδρόμιο την οικογένειά του που γύριζε από τις Αστούριας στη Βαρκελώνη. Δυο ένοπλοι άντρες τον σταμάτησαν, τον έβαλαν σε ένα βαν και τον απήγαγαν. Το θέμα μονοπώλησε το ενδιαφέρον στα ισπανικά μέσα. Ο Κίνι είχε μεταφερθεί σε ένα μικρό υπόγειο ενός συνεργείου κάπου στη Θαραγόθα. Εκεί σε ένα χώρο περίπου 1,5×1,5 έμεινε για 25 ημέρες.

Αριστερά το εξώφυλλο της Σπορτ με τίτλο «Απήγαγαν τον Κίνι. 350εκ. πεσέτες ή τον σκοτώνουν»
Δεξιά πανό για την απαλευθέρωσή του

Για καλή ή κακή τύχη του Κίνι, οι απαγωγείς ήταν πολύ κακοί στη… δουλειά τους. Δεν ήξεραν πόσα χρήματα να ζητήσουν, δεν ήξεραν με ποιον να επικοινωνήσουν, δεν ήξεραν πού ήθελαν να μπουν τα χρήματα. Έκαναν την απαγωγή, χωρίς να ξέρουν τίποτα. Ο Κίνι τους είπε να επικοινωνήσουν με τη γυναίκα του και αυτή τους έφερε τελικά σε επαφή με την αστυνομία. Η υπόθεση ήταν πολύ δύσκολη καθώς ένα σωρό άσχετοι άνθρωποι έπαιρναν τηλέφωνα είτε για να δώσουν φανταστικές πληροφορίες, είτε για να κάνουν φάρσα, ενώ κι οι απαγωγείς δεν βοηθούσαν με τη παράλογη συμπεριφορά τους. Λέγεται μάλιστα ότι σε κάποια φάση διαμαρτυρήθηκαν γιατί είχαν ξοδέψει πολλά χρήματα ώστε να ταΐζουν τον Κίνι. Διαμεσολαβητής στην όλη υπόθεση έγινε ο συμπαίκτης του Αλεξάνκο, προσπαθώντας να βοηθήσει. Τα χρήματα τελικά κατατέθηκαν σε έναν ελβετικό λογαριασμό κι η αστυνομία περίμενε.

Τελικά ένας από τους απαγωγείς έκανε το μοιραίο λάθος, έκανε ανάληψη στη Γενεύη και σε συνεργασία με τις αρχές της Ελβετία συνελήφθη καθ΄οδόν για το αεροδρόμιο για να φύγει στο Παρίσι. Ήταν ο ηλεκτρολόγος Βίκτορ Μανουέλ Ντίαθ Εστέμπαν. Ο απαγωγέας έδωσε τις πληροφορίες στην αστυνομία και σύντομα μια ειδική μονάδα πήγε στη Θαραγόθα, απελευθέρωσε τον Κίνι και έπιασε τους συνεργούς του ηλεκτρολόγου. Ο Κίνι ήταν φανερά ταλαιπωρημένος, αλλά κατά τα άλλα σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Πλήθος κόσμου τον περίμενε στο σπίτι του στην επιστροφή του στη Βαρκελώνη. Την ίδια ώρα που ο Κίνι απελευθερωνόταν, η Ισπανία έπαιζε στο Γουέμπλεϊ φιλικό με την Αγγλία και με τα νέα να κυκλοφορούν, οι συμπαίκτες του Κίνι κέρδισαν με 1-2, μοναδική νίκη στην ιστορία της Ισπανίας σε αυτό το γήπεδο.

Ο αποκαμωμένος Κίνι μετά την απελευθέρωσή του, μαζί με τη γυναίκα του

Οι 25 αυτές μέρες μπορεί τελικά να μην άφησαν σημάδια στον Κίνι, άφησαν στην Μπαρτσελόνα. Οι παίκτες της με πρωτοστάτη τον Σούστερ ζήτησαν να αναβληθούν τα παιχνίδια μόλις η είδηση έγινε γνωστή. Η Λίγκα δεν το έκανε δεκτό και έτσι η Μπαρτσελόνα, χωρίς τον Κίνι ηττήθηκε με 1-0 από την Ατλέτικο. Στο διάστημα της απουσίας του, οι Καταλανοί δεν κατάφεραν να κερδίσουν κανένα παιχνίδι τους, επηρεασμένοι τόσο αγωνιστικά από την απουσία του καλύτερου φορ, όσο και ψυχολογικά εξαιτίας της περιπέτειας του φίλου και συμπαίκτη τους. Ο Κίνι απελευθερώθηκε στις 25 Μαρτίου και ζήτησε να παίξει στο ντέρμπι του Μπερναμπέου τέσσερις μέρες αργότερα. Οι άνθρωποι της ομάδας δεν τον άφησαν και η Ρεάλ κέρδισε με 3-0. Η απουσία του έφτασε τους πέντε αγώνες στους οποίους η Μπαρτσελόνα έκανε τέσσερις ήττες και μια ισοπαλία εντός χωρίς γκολ με τη Θαραγόθα. Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε, ότι η προσπάθεια της ομάδας καταδικάστηκε από εκείνη την απαγωγή. Σε ένα πολύ ισορροπημένο και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, η Μπαρτσελόνα βγήκε τελικά 5η αλλά μόλις 4 βαθμούς μακριά από την πρωταθλήτρια Ρεάλ Σοσιεδάδ. Η Μπαρτσελόνα έκανε αίτημα να ξαναπαιχτούν τα παιχνίδια, αλλά αυτό δεν έγινε δεκτό.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Κίνι συγχώρεσε τους απαγωγείς του. Δεν ζήτησε πίσω ούτε τα χρήματα από τα λύτρα, ούτε ήθελε να τους κάνει αγωγή. Δήλωσε ότι ήταν καλοί άνθρωποι που του φέρθηκαν καλά και μάλιστα του έφερναν και την Marca για να διαβάζει τα αθλητικά. Κάποιοι μιλούν για σύνδρομο της Στοκχόλμης, κάποιοι για την μεγάλη του καρδιά. Την καρδιά που δεν άντεξε πριν λίγες μέρες και ο Κίνι στα 68 του πέθανε την ώρα που περπατούσε στους δρόμους της Χιχόν κοντά στο σπίτι του. Την καρδιά που λίγες ώρες πριν την απαγωγή του και ενώ οι συμπαίκτες του πανηγύριζαν το έκτο γκολ απέναντι στη Χέρκουλες, τον έκανε να μην πανηγυρίζει και να πηγαίνει να δίνει κουράγιο στους παίκτες της ομάδας από το Αλικάντε, όπως θυμάται ο αμυντικός της Κίκε Σάλα. Αυτός ήταν ο «Μάγος».

Από τα χρόνια στη Χιχόν. Πόδια που θα ζήλευε κι ο Κριστιάνο.

Ο Κίνι πέρα από τους προσωπικούς τίτλους του πρώτου σκόρερ κέρδισε και τρόπαια. Δυο κύπελλα Ισπανίας, ένα Σούπερ Καπ και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1982. Μάλιστα το πρώτο του κύπελλο το κατέκτησε λίγους μήνες μετά την απαγωγή του, σκοράροντας δυο φορές εις βάρος της αγαπημένης του Χιχόν και στερώντας της έναν τίτλο. Τον συγχώρεσαν όμως. Ο Κίνι αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο το 1984 (αφού οι δυο τελευταίες του σεζόν στην Μπαρτσελόνα δεν ήταν καλές), αλλά τελικά άλλαξε απόφαση και γύρισε στη Χιχόν όπου έπαιξε για τρεις σεζόν μέχρι τα 38 του. Με τη φανέλα της εθνικής Ισπανίας έπαιξε 35 φορές, σκοράροντας 8 γκολ (το ένα στο ντεμπούτο του σε φιλικό απέναντι στην Ελλάδα) και συμμετείχε σε 2 Μουντιάλ και 1 Euro.

«Μου ζήτησες να γίνω καλύτερος ποδοσφαιριστής από σένα. Σου ζητώ συγγνώμη γιατί δεν τα κατάφερα, ήταν μια ακατόρθωτη αποστολή.»
– Νταβίντ Βίγια, ποδοσφαιριστής της Σπόρτινγκ Χιχόν 1999-2003

15.000 περίπου άνθρωποι βρέθηκαν στο στάδιο Μολινόν, που από την Τετάρτη λέγεται πλέον Εστάδιο Μολινόν – Ενρίκε Κάστρο «Κίνι». Εκεί σε έναν αυτοσχέδιο ναό πάνω στο χορτάρι, είκοσι περίπου μέτρα από την είσοδο των αποδυτηρίων, το δεύτερο σπίτι του Κίνι, έλαβε χώρα η κηδεία του. Το φέρετρό του κουβαλούσαν συμπαίκτες του από τα χρόνια της Χιχόν. Η τελευταία είσοδος του Κίνι στο αγαπημένο σπίτι του έγινε όπως πάντα εν μέσω αποθέωσης και αυτή τη φορά μεγάλης συγκίνησης. Οι συγγενείς του παρακολουθούσαν την κηδεία καθισμένοι στον πάγκο των γηπεδούχων και πολλοί άνθρωποι μίλησαν. Μίλησαν για τον παίκτη και άνθρωπο Κίνι. Αυτόν που ξεπέρασε μια απαγωγή, συγχώρεσε τους απαγωγείς του, ξεπέρασε το θάνατο του αδερφό του το 1993 (που πνίγηκε καταφέρνοντας να σώσει άλλους δύο ανθρώπους από πνιγμό, προφανώς είναι οικογενειακό χαρακτηριστικό η καλοσύνη) και αγαπήθηκε από συμπαίκτες όπως ο Μαραντόνα και θαυμαστές του όπως ο Νταβίντ Βίγια.

«Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!»

Μεταγραφή μετά από Απαίτηση

  [19 Σχόλια]

Έκλεισε λοιπόν νωρίς-νωρίς το μεγάλο ντιλ της μεταγραφικής περιόδου του Ιανουαρίου. Ο Φελίπε Κουτίνιο πήγε από τη Λίβερπουλ στη Βαρκελώνη για περίπου €160Μ. Αν σας αρέσει αυτή η κίνηση και δε θέλετε κάποιος να σας χαλάσει τη διάθεση, μπορείτε να σταματήσετε την ανάγνωση εδώ. Ο γράφων από το καλοκαίρι δεν ήταν ιδιαίτερα θερμός στη μεταγραφή Κουτίνιο στην Μπαρσελόνα, πόσο μάλλον τώρα, με τις συνθήκες και τα δεδομένα υπό τα οποία έγινε.

Κατ’ αρχάς να εξηγήσω το γιατί δεν τον ήθελα από τον Αύγουστο. Ο Κουτίνιο είναι ένας πάρα πολύ καλός παίχτης σε ιδανική ηλικία. Επιπλέον πια είναι αρκετά ψημένος. Προέρχεται από μεγάλη σχολή, έχει ντρίπλα, ένας εναντίον ενός, πάσα, στημένα, υποδοχή σε 360º (ορολογία Τσάβι), κάθετη κίνηση και συμπαθητικά τελειώματα. Υπέροχος παίχτης να τον βλέπεις. Όμως τραυματίζεται συχνά, δεν πρεσάρει σωστά, δεν έχει διάρκεια το παιχνίδι του και η καλή του θέση είναι έξω αριστερά ώστε να συγκλίνει προς τα μέσα. Στη Μπαρσελόνα τον κοίταξαν για αντικαταστάτη του Νεϋμάρ, που θα ήταν πιο σωστή η κίνηση, αλλά τελικά έμεινε ότι αυτός θα είναι ο αντικαταστάτης του Ινιέστα.

Από εδώ ξεκινάνε τα σοβαρά προβλήματα. Αρχικά το αγωνιστικό. Η Μπαρσελόνα αναζητεί αντικαταστάτη του Ινιέστα που πλέον είναι κλεισμένα 33. Ο δον Ανδρές μπορεί να δίνει 60-70 λεπτά διάλεξη σε κάθε του παιχνίδι, αλλά τόσο αντέχει και όχι Τετάρτη-Κυριακή. Η μεταγραφή έπρεπε να είναι παίχτης σταρ για να αντικαταστήσει τον καλύτερο ίσως παίχτη που έβγαλε η Ισπανία. Ή τελείως αχρείαστη, διότι η καλή θέση του Σέρζι Ρομπέρτο είναι αυτή ακριβώς. Και όσες φορές έχει παίξει εκεί και όχι δεξί μπακ έχει κάνει παπάδες τα τελευταία δύο χρόνια. Επίσης ο Κουτίνιο στη Λίβερπουλ δεν έκανε τα καλύτερά του ματς στον άξονα αλλά στα αριστερά. Η θέση του Ινιέστα είναι τρομερά απαιτητική τόσο επιθετικά όσο και στην κάλυψη. Επαναλαμβάνω, αν δεν είχε αποκτηθεί ο *πρώην ρεκόρ μεταγραφής για το σύλλογο* Ντεμπελέ, η κίνηση είχε μεγάλο αγωνιστικό νόημα, τώρα είναι πρόβλημα για το Βαλβέρδε.

Παράδειγμα του που κινείται ο Κουτίνιο από ματς με τη Σουόνσι

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι ο Γενάρης. Η Μπαρσελόνα είχε κολλήσει στο πρόσωπο του Κουτίνιο, δεν υπήρχε άλλος για το κέντρο, από το καλοκαίρι. Ειδικά μετά τη μεταγραφή Νεϋμάρ που όλος ο κόσμος ήξερε το τι είχε μπει στο ταμείο της Μπάρσα, ο καθένας ζήταγε ό,τι ήθελε. Η Λίβερπουλ ζήτησε αναμενόμενα τη Σαγράδα Φαμίλια και το ντιλ δεν έκλεισε. Η Μπαρσελόνα συνέχισε να πιέζει τόσο τον παίχτη όσο και το σύλλογο να γίνει η μεταγραφή. Ο παίχτης όμως χρησιμοποιήθηκε στο Τσάμπιονς Λιγκ από τον Κλοπ. Η λογική λέει ότι η Μπαρσελόνα θα το άφηνε ως το καλοκαίρι και θα προσπαθούσε να κλείσει τον παίχτη πριν την έναρξη του Μουντιάλ. Όχι όμως, τώρα το Γενάρη, μεταγραφή ρεκόρ με 160Μ παίχτη που δεν έχει δικαίωμα να παίξει στο Τσάμπιονς Λιγκ όταν η Μάντεστερ Σίτυ θα αγοράσει με 35-40Μ τον Αλέξις Σάντσες που θα μπορεί να παίξει.

Και εδώ περνάμε στο οικονομικό. Το καλοκαίρι η Μπαρσελόνα έγινε περίγελος όταν ακύρωσε τελευταία στιγμή την κλεισμένη μεταγραφή του Σέρι της Νις για €40Μ. Για αγωνιστικούς λόγους είπαν τότε, κάνοντάς το να φαίνεται πιο γελοίο, αλλά δεν έβγαιναν τα κουκιά. Ούτε έδωσαν τα €33Μ για τον Ινίγκο Μαρτίνεθ που ζητούσε ο Βαλβέρδε. Τώρα όμως, έχοντας κάνει τη μεταγραφή του Ντεμπελέ και του Παουλίνιο και χωρίς να έχει αποχωρήσει απολύτως κανένας έδωσαν €160Μ για τον Κουτίνιο, πηγαίνοντας στο 84% των εσόδων τα έξοδα για μεταγραφές και συμβόλαια, ανατινάζοντας το ΦΦΠ. Η διαχείριση των παιχτών από τη διοίκηση είναι απαράδεκτη, με πιο κραυγαλέες περιπτώσεις αυτές του Αρντά (7ο μεγαλύτερο συμβόλαιο), που η Άρσεναλ έδινε €40Μ τον προηγούμενο Γενάρη και δεν πωλήθηκε, και του Αντρέ Γκόμες, που πάλι είχαν πρόταση €35Μ και τον κράτησαν. Τώρα πρέπει να φύγουν τουλάχιστον 4 παίχτες.

Και κλείνω με το πιο εξοργιστικό. Η προσκόλληση στο πρόσωπο του Κουτίνιο από το καλοκαίρι έσκασε ξαφνικά μετά τη φυγή Νεϋμάρ. Όπως και το όνομα του Παουλίνιο. Η μεταγραφή Παουλίνιο συμφωνήθηκε, πάγωσε, και έγινε σχεδόν στο τέλος, όταν πια έγινε σαφές ότι ο Κουτίνιο δε θα παρουσιαζόταν στο Καμπ Νόου το 2017. Εντελώς τυχαία να πω ότι με τη φυγή Νεϋμάρ η Μπαρσελόνα, το ποδοσφαιρικό διαμάντι της ΝΙΚΕ, έμενε χωρίς Βραζιλιάνο διεθνή στο ρόστερ της σε χρονιά Μουντιάλ (μην μου πει κάποιος για το Ραφίνια παρακαλώ). Η Βραζιλία (φυσικά ΝΙΚΕ, ολόκληρο σκάνδαλο είχε γίνει) είναι σπουδαία ποδοσφαιρική αγορά και η πιο δημοφιλής εθνική. Σημειώνω ότι και ο Ντεμπελέ είναι ΝΙΚΕ, τόσο ο ίδιος, όσο και η Γαλλία. Έγινε η μεταγραφή Παουλίνιο, αλλά η ΝΙΚΕ ζητούσε σταρ. Η διοίκηση Μπαρτομέου που δεν έχει πει ποτέ όχι σε χορηγό σκίστηκε να ικανοποιήσει την εταιρεία που παίρνει αρκετά πίσω από την αύξηση στην προσφορά για τη φανέλα που είχε κάνει. Ο Κουτίνιο είναι ό,τι καλύτερο μπορούσε να υπάρξει στη Μπαρσελόνα μετά τον Νεϋμάρ και αυτό έπρεπε, λόγω ΝΙΚΕ, να γίνει πριν το Μουντιάλ.

Οφ σάιντ γράφει στα Καταλανικά πίσω

Η διοίκηση Μπαρτομέου έχει πρωταρχικό άγχος να φτάσει τον κύκλο εργασιών του συλλόγου στο €1 δις. Όταν επανεκλέχτηκε, πολλοί οπαδοί μίλησαν για «Μαδριλενοποίηση» της Μπαρσελόνα. Ακόμα και αυτό ισχύει εν μέρει. Ναι, πλέον αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως αθλητική επιχείρηση και όχι ως ομάδα ο σύλλογος Μπαρσελόνα, όμως δε γίνονται μεταγραφές γκαλάκτικος για να πουλήσουμε φανέλες χωρίς αγωνιστική λογική. Γίνονται μεταγραφές μετά από υπόδειξη των χορηγών. Παράλληλα, επειδή αυτό το μπραντ πούλαγε τόσα χρόνια, συνεχίζεται η ρητορική για το ποδόσφαιρο βάσης και τη Μασία ενώ πράττουν ακριβώς τα αντίθετα. Φυσικά να υπάρξουν σταρ και μεγάλες μεταγραφές. Πάντα γινόταν. Απλώς ήταν 2-3 και πλαισιώνονταν από (καλούς) ντόπιους. Τώρα κοιτάμε μόνο αγορές, χωρίς κανένα αγωνιστικό πλάνο. Ακόμα και ο προπονητής επιλέχθηκε με κριτήριο να είναι ο καλύτερος διαθέσιμος, αλλά από εκείνους που δε θα πηγαίνουν και πολύ κόντρα στη διοίκηση και θα δουλεύουν με ότι τους δίνει. Πραγματικά ίσως ο Βαλβέρδε μετά τον Αντσελότι να είναι ο καλύτερος σε αυτό.

Ως οπαδός της Μπαρσελόνα από την εποχή των 0 ευρωπαϊκών με ενοχλεί όλη αυτή η στροφή. Και δε μιλάω για τα χρήματα. Αυτά απλώς είναι περισσότερα σε ένα ποδόσφαιρο που έχει γίνει λίγο σόου μπιζ. Με ενοχλεί η λειτουργία του συλλόγου ως αθλητική επιχείρηση χωρίς καμία επαφή με το αγωνιστικό κομμάτι. Ειδικά όταν ο τοπικός αθλητικός τύπος έχει γίνει «τίτλοι, τίτλοι, τίτλοι», ενώ συνεχίζει να πουλάει Μασία. Εκείνο όμως που με εξοργίζει είναι οι διοικούντες να μην έχουν καν τον πρώτο λόγο στην όλη μπίζνα. Δηλαδή η Μαδριλενοποίηση να είναι βελτίωση.

Κλαούντιο «Πιόχο» Λόπες: Ο ψύλλος της Βαλένθια

  [1 Σχόλιο]

Το καλοκαίρι του 1996 ένα παλικαράκι με καμπούρα προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο Μανίσες της Βαλένθια. Οι περισσότεροι που τον έβλεπαν δύσκολα θα τον έκαναν ποδοσφαιριστή από το παρουσιαστικό του. Ακόμα κι αυτοί που ήξεραν ποιος ήταν σίγουρα δεν θα εντυπωσιάστηκαν. Βλέπετε, η Βαλένθια είχε τερματίσει την προηγούμενη σεζόν στη 2η θέση με τον Λουίς Αραγονές στον πάγκο, πίσω μόνο από την Ατλέτικο Μαδρίτης κι οι οπαδοί της έβλεπαν την ομάδα να αποδυναμώνεται. Ο πρώτος της σκόρερ με 28 γκολ, και παίκτης της χρονιάς στη Λα Λίγκα, Πέτζα Μιγιάτοβιτς πήρε το δρόμο για τη Μαδρίτη και το Μπερναμπέου.

Οι πιο πολλοί είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στο 30χρονο Ρομάριο που (χωρίς να το ξέρουμε τότε) έκανε τα τελευταία του 5 ματς στην Ευρώπη μέχρι που η κόντρα με τον Αραγονές τον έφερε πίσω στη Φλαμένγκο. Εκτός από το Βραζιλιάνο στην επίθεση ήρθε και ο Γκόραν Βλάοβιτς, ενώ στα χαφ προστέθηκε και ο Βαλερί Κάρπιν. Το σχετικά μικρό ποσό που δόθηκε για τον καμπούρη, ξερακιανό τύπο που έφτασε στο αεροδρόμιο χωρίς πολύ κόσμο να τον υποδέχεται, δεν εντυπωσίασε κανείς. Κι όμως, ο Κλαούντιο Λόπες δεν ήταν κάποιος άγνωστος στον κόσμο της Αργεντινής.

Μπορεί να ξεκίνησε τον αθλητισμό παίζοντας ως πλέι-μέικερ σε ομάδα μπάσκετ, γρήγορα όμως βρήκε την κλίση του και αυτή ήταν το ποδόσφαιρο. Αφού έμαθε τα βασικά στην Εστουδιάντες, έκανε το ντεμπούτο του στη Ράσινγκ παίρνοντας κάποια παιχνίδια, χωρίς όμως να εντυπωσιάζει. Η στιγμή του ήρθε στα 18. Με την εθνική Αργεντινής να αγωνίζεται στο Κόπα Αμέρικα του 1993, οι Αργεντίνοι βαρέθηκαν να περιμένουν πότε θα ξεκινήσει η επόμενη Απερτούρα και είπαν να παίξουν ένα πρωταθληματάκι για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Π.Ο. της χώρας. Στο Κόπα Σεντενάριο έπαιξαν 18 ομάδες με αρκετές αλλαγές (αφού πολλά πρώτα ονόματα έπαιζαν σε εθνικές ή ξεκουράζονταν). Ο «Πιόχο» (ψύλλος) έκανε όργια στα δυο ντέρμπι με την Ιντεπεντιέτε σκοράροντας, αλλά δίνοντας και ασίστ, ενώ συνέχισε με τον ίδιο τρόπο στα ματς με τη Βέλεζ και τη Ρίβερ Πλέιτ.

Ο Κλαούντιο Λόπες έγινε πλέον κανονικό μέλος του ρόστερ, αλλά η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη. Η Ράσινγκ εκείνης της περιόδου ήταν μια μέτρια ομάδα συνήθως, με πολλές αλλαγές προπονητών και ο «Πιόχο» κινούταν συνήθως κι αυτός σε μια μετριότητα. Τη σεζόν 1995-96 η Ράσινγκ απέκτησε τρεις επιθετικούς και ο ρόλος του Κλαούντιο Λόπες θα ήταν πολύ περιορισμένος. Ίσως η μετέπειτα πορεία του να μην ήταν η ίδια, ίσως να μην τον θυμόταν κανείς μας, αν η ομάδα δεν είχε χτυπηθεί από τραυματισμούς και δεν είχε κάποια προβλήματα με καινούριους παίκτες που δεν είχαν ακόμα το δικαίωμα να παίξουν. Κατ’ ανάγκη ο Λόπες έπαιξε αριστερό χαφ στην πρεμιέρα και μάγεψε. Μονιμοποιήθηκε εκεί, η Ράσινγκ βγήκε 2η σχεδόν μετά από δύο δεκαετίες και ο «χαφ» έγινε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας. Τότε ήταν που η Βαλένθια αποφάσισε να δώσει 4 εκατομμύρια περίπου για να τον πάρει. Ο Λόπες έπαιξε το τελευταίο του ματς απέναντι στους Νιούελ’ς στο Ροσάριο, σε ένα κακό ματς που η ομάδα του έχασε με 0-1, λίγο πριν φύγει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ως ένα από τα νέα παιδιά του Πασαρέλα στις εθνικές, ο Λόπες ήταν μέλος μια φουρνιάς που είχε μέσα παίκτες όπως ο Ερνάν Κρέσπο, ο Αριέλ Ορτέγκα και ο Μαρσέλο Ντελγκάδο. Κατέκτησαν το ασημένιο ολυμπιακό μετάλλιο και παρά την επιτυχία αυτή και το γεγονός ότι ετοιμαζόταν για μια καριέρα στην Ισπανία, δεν ένιωθε καλά. Ήθελε να παίξει ξανά με την αγαπημένη του Ράσινγκ, να την αποχαιρετίσει σωστά, όχι με μια ήττα. Με τη μεταγραφή κλεισμένη και τον κίνδυνο ενός τραυματισμού, επέμεινε και τελικά κατάφερα να παίξει στο ντέρμπι της Ράσινγκ με την Μπόκα. Την Μπόκα που είχε στη σύνθεσή της Μαραντόνα, Κανίγια και Βερόν. Με το ματς στο 0-0 η μπάλα έφτασε στα πόδια του στο 81′ και με ένα από τα σουτ με το αριστερό που τόσο πολύ μάθαμε τα επόμενα χρόνια κεραυνοβόλησε την εστία των Μποστέρος. Ο Μαραντόνα έχασε πέναλτι, το 1-0 έμεινε μέχρι το τέλος και ο Κλαούντιο Λόπες αποχαιρέτισε το Ελ Σιλίντρο ανεβασμένος πάνω στο οριζόντιο δοκάρι με τον κόσμο να τον αποθεώνει:

Παρά τη δημοσιότητά του όμως, στη Βαλένθια έφτασε ως σχετικά άγνωστος. Η πρώτη χρονιά του ήταν δύσκολη, όπως δύσκολη ήταν και για τη Βαλένθια που έδιωξε τον Αραγονές και είχε συνολικά τρεις προπονητές για να πέσει στη 10η θέση από τη 2η της περασμένης σεζόν. Ο Ρομάριο έφυγε, ο Ορτέγκα (που πήγε κι αυτός στη Βαλένθια) μαζί με τον Βλάοβιτς έβαλαν κάποια γκολ, αλλά η σεζόν κινήθηκε στην μετριότητα. Με τη Βαλένθια να αγοράζει αρκετούς ξένους το καλοκαίρι, ο Λόπες κινδύνευσε να μείνει εκτός ομάδας αφού αρχικά δεν υπήρχαν αρκετές θέσεις. Η φυγή του Βαλντάνο και η έλευση του Κλαούντιο Ρανιέρι στις αρχές της επόμενης σεζόν υπήρξε ευεργετική για αρκετούς παίκτες. Ο Γκαΐθκα Μεντιέντα από ένας ταλαντούχος, φιλότιμος χαφ μετατράπηκε σε παίκτη ορχήστρα, ο Ρουμάνος Ίλιε σκόραρε ακατάπαυστα και ο Κλαούντιο Λόπες έγινε πρωταγωνιστής.

Ένα από τα σπουδαιότερα ματς στην ιστορία της Πριμέρα.
Η Μπαρτσελόνα κερδίζει 3-0 στο 68′ και στο 88′ η Βαλένθια κάνει το 3-4.

Παρελαύνουν: Φίγκο, ντε λα Πένια, Λουίς Ενρίκε, Ριβάλντο, Γκουαρδιόλα, Μεντιέτα, Κλαούντιο Λόπες, Ορτέγκα, Θουμπιθαρέτα

Με τον Ιταλό προπονητή, η Βαλένθια έγινε μια ομάδα που χτυπούσε στην αντεπίθεση και η ταχύτητα του Λόπες ταίριαζε ιδανικά. Η Βαλένθια μπορεί να τερμάτισε μόλις 9η, αλλά έδωσε μερικές μεγάλες ποδοσφαιρικές παραστάσεις. Η τεράστια νίκη στο Καμπ Νου, όταν από 3-0 στο ημίχρονο έφτασε στο 3-4 με μια ασίστ και δυο γκολ του Πιόχο και η νίκη στο Μπερναμπέου ήταν δείγμα του τι θα ακολουθούσε. Ο Λόπες σκόραρε 12 φορές στη 2η του σεζόν στο Μεστάγια, έγινε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας και οι κούρσες του άρχισαν να γράφουν ιστορία.

Κόπα ντελ Ρέι 1999, το σόου της Βαλένθια

Η ερωτική σχέση του Πιόχο με την Μπαρτσελόνα συνεχίστηκε σε όλη την πορεία του στη Βαλένθια. 12 γκολ σε 15 παιχνίδια απέναντι στους Καταλανούς, ρεκόρ που δύσκολα συναντάς. Τη σεζόν 1998-99 βγήκε 2ος σκόρερ στο πρωτάθλημα πίσω μόνο από τον Ραούλ (και συνολικά σκόραρε 37 φορές σε 47 αγώνες, ρεκόρ που έπρεπε να περάσουν 10 χρόνια για να το καταρρίψει κάποιος Αργεντίνος με όνομα Λιονέλ Μέσι), ενώ κατέκτησε το Ιντερτότο και το Κόπα ντελ Ρέι (ρίχνοντας και μια αξέχαστη 6αρα στη Ρεάλ Μαδρίτης). Στον τελικό σκόραρε δυο φορές απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης κι η Βαλένθια έδειξε ότι είχε μπει για τα καλά στην ελίτ του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Ένα από τα καλύτερα γκολ στην ιστορία του Τσάμπιονς Λιγκ

Ο Ρανιέρι έφυγε, ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ ήρθε. Η Βαλένθια έγινε ακόμα πιο σκληρή, πιο κυνική, αλλά και πιο επικίνδυνη με την έλευση του Κίλι Γκονζάλες. Η ιστορία είναι γνωστή, Σούπερ Καπ, 3η θέση στο πρωτάθλημα και μια τρελή πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ. Αντιμετώπισε Μπάγερν, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Λάτσιο και Μπαρτσελόνα μέχρι να φτάσει στον τελικό και έκανε πολλούς πιτσιρικάδες να γίνουν οπαδοί της. Ο συνδυασμός Ρεάλ Μαδρίτης σε τελικό μαζί με Έκτορ Ραούλ Κούπερ δεν μπορούσε να είχε άλλη κατάληξη. Ο Λόπες στο τέλος της σεζόν έζησε μια δεύτερη αποθέωση και ένα δεύτερο αντίο σκοράροντας. Αυτή τη φορά όχι με τα γαλάζια της Ράσινγκ, αλλά με τα ασπρόμαυρα της Βαλένθια, απέναντι στη Θαραγόθα. Σε αντίθεση με τον Μιγιάτοβιτς που έφυγε σχεδόν σαν προδότης, ο «Πιόχο» έφυγε σαν είδωλο.

Τα περίπου 35 εκατομμύρια Ευρώ που έδωσε η Λάτσιο τον έφεραν στη Ρώμη, ένα χρόνο πριν κάνει την ίδια διαδρομή κι ο συνοδοιπόρος Μεντιέτα. Σαν όμως να μην το ήθελε η μοίρα να πετύχουν εκτός Βαλένθια. Σαν να έχασαν τη δύναμή τους φεύγοντας από το Μεστάγια. Αν και ο Λόπες τα πήγε σαφώς καλύτερα από τον Γκαΐθκα (έπαιξε πάνω από 100 ματς, σε μια Λάτσιο που είχε γίνει αργεντίνικη αποικία εκείνα τα χρόνια, υγρό όνειρο κάθε παίκτη Football Manager με παίκτες όπως Κρέσπο, Βερόν, Σιμεόνε) δεν έφτασε ποτέ στα ίδια επίπεδα απόδοσης. Εγκατέλειψε την Ευρώπη στα 30 και έπαιξε αρκετά στο Μεξικό, ένα διάστημα ξανά στη Ράσινγκ και στο τέλος της καριέρας του στις ΗΠΑ. Η καλύτερή του περίοδος ήταν πάντα τα τέσσερα χρόνια στη Βαλένθια, με τις ατελείωτες κούρσες, είτε ως πλάγιος, είτε ως σέντερ φορ και τα πολλά εντυπωσιακά γκολ, με το σήμα κατατεθέν βολέ με το αριστερό. Όταν κανείς δεν τον πίστευε, όταν είχε έρθει ως ρεζέρβα του Ρομάριο και τελικά έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της ιστορίας ενός συλλόγου.

Οι μέρες που η Σεβίλλη χωρίζεται στα δύο

  [Καθόλου σχόλια]

Κάθε οπαδός πιστεύει ότι το δικό του ντέρμπι είναι ξεχωριστό. Κάθε πόλη ότι όταν έρχονται αντιμέτωπες δυο ομάδες της, η ατμόσφαιρα είναι μοναδική. Είναι όμως κάποια παιχνίδια που πραγματικά διαφέρουν. Σε μια χώρα με μεγάλη ποδοσφαιρική κουλτούρα όπως η Ισπανία, δεν είναι πάρα πολλά τα μεγάλα τοπικά ντέρμπι. Στη Μαδρίτη οι οπαδοί της Ρεάλ σκέφτονται περισσότερο την Μπαρτσελόνα, στη Βαρκελώνη τα μεγέθη των δύο συλλόγων είναι δυσανάλογα, στη χώρα των Βάσκων τα τοπικά ντέρμπι είναι εξαιρετικά πολιτισμένα. Αν εξαιρέσουμε αυτό της Γαλικίας μεταξύ Θέλτα και Ντεπορτίβο (που μιλάμε για διαφορετικές πόλεις), ίσως κανένα άλλο ματς στην Ισπανία δεν έχει το κλίμα, το χρώμα και το πάθος του ντέρμπι σεβιγιάνο.

Είναι κατ’ αρχήν η ίδια η πόλη, η Σεβίλλη. Οι θερμόαιμοι Ανδαλουσιανοί. Μια περιοχή γεμάτη συναίσθημα, πάθος, το φλαμένκο, έντονο το θρησκευτικό στοιχείο, εκεί στις όχθες του Γουαδαλκιβίρ, επηρεασμένη από την παρουσία των Αράβων για πολλά χρόνια. Και μετά είναι οι δυο σύλλογοι. Τα κόκκινα και τα πράσινα. Η Σεβίγια Φούτμπολ Κλουμπ και η Ρεάλ Μπέτις Μπαλομπιέ με ιστορία άνω των εκατό ετών. Τις μέρες των αγώνων η πόλη πάλλεται και νιώθεις στην ατμόσφαιρα την προσμονή. Μια έχθρα που έχει γραφτεί αγώνα με τον αγώνα, χρονιά με τη χρονιά και τη νιώθει κάθε ποδοσφαιριστής.

Όταν ο αμφιλεγόμενος Μανουέλ Ρουίθ ντε Λοπέρα, ιδιοκτήτης και πρόεδρος της Μπέτις για περίπου δυο δεκαετίες, έδωσε 30 εκατομμύρια Ευρώ το 1997 για τον Ντενίλσον, κάνοντας την πιο ακριβή μεταγραφή όλων των εποχών μέχρι τότε,  οι Μπέτικος έφτασαν σε ντελίριο. Ο ίδιος ο Βραζιλιάνος διηγείται ότι τον σταματούσε ο κόσμος στο δρόμο και δεν του ζητούσε κάποιον τίτλο. Του έλεγαν απλά να κερδίσει τη Σεβίγια. Χωρίς να έχει πάρει χαμπάρι τι σημαίνει αυτό για την πόλη, ρωτούσε με απορία: «Μα δεν παίζουμε αυτή τη βδομάδα μαζί τους, τι μου λένε;» Παρόμοια ήταν και η εμπειρία ενός άλλου Βραζιλιάνου, του Ρενάτο. Το καλοκαίρι που αποκτήθηκε, η Σεβίγια έπαιζε ένα παντελώς αδιάφορο φιλικό με την Καρτάγια μέσα στην κάψα του καύσωνα, μια ομάδα Δ’ εθνικής που φορούσε τα χρώματα της Μπέτις. Την ώρα που ο Ρενάτο έμπαινε στο γήπεδο, ο κόουτς Χοακίν Καπαρός έβαλε το χέρι του στον ώμο του χαφ του. «Το βλέπεις; Το βλέπεις αυτό το πράσινο και άσπρο; Είναι ο εχθρός μας. Εμείς είμαστε η Σεβίλλη και πρέπει να κερδίζουμε τον μεγάλο εχθρό μας«.

Το πάθος κι η έχθρα χτίστηκαν σιγά σιγά με διάφορα γεγονότα. Αν θέλουμε να σταθούμε σε μερικά από τα σημαντικότερα, σίγουρα θα πρέπει να μιλήσουμε για τον Φρανθίσκο Αντούνιεθ. Έναν ποδοσφαιριστή που ξεκίνησε από τις μικρές ομάδες της Σεβίλλης και στη συνέχεια πήγε στην Μπέτις όπου έπαιξε για τέσσερα χρόνια με αρκετή επιτυχία μέχρι το 1945. Η Μπέτις όμως ήταν σε κάκιστη κατάσταση τόσο αγωνιστικά, όσο και οικονομικά και έτσι η διοίκησή της αποφάσισε να τον πουλήσει και τον πρότεινε στη Σεβίγια. Το μυστικό ραντεβού κλείστηκε, η τιμή φάνηκε υψηλή αρχικά, αλλά μετά από παζάρια η μεταγραφή έκλεισε. Ο κόσμος της Μπέτις εξαγριώθηκε κι η διοίκηση αναγκάστηκε να πει ότι δεν συμφώνησε στη μεταγραφή. Οι υπογραφές είχαν πέσει όμως κι ο παίκτης έφυγε. Οι Μπέτικος έφτασαν στο σημείο να αποκλείουν κεντρικούς δρόμους της πόλης για να μην μπορέσει ο Αντούνιεθ να ταξιδέψει μαζί με τη νέα του ομάδα για το πρώτο του παιχνίδι στη Μαδρίτη.

Ο Αντούνιεθ έγινε βασικός κι αναντικατάστατος στη Σεβίλλη, τη στιγμή που η Μπέτις κινήθηκε δικαστικά για να πάρει τον παίκτη προβάλλοντας διάφορα νομικίστικα τεχνάσματα. Το θέμα είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις που ο αστικός μύθος λέει ότι έφτασε μέχρι και στο Ράδιο Μόσκβα της Σοβιετικής Ένωσης που έκανε αναφορές για κλοπή του παίκτη, λέγοντας ότι ένα καπιταλιστικό κλαμπ όπως η Σεβίλλη έκλεψε έναν ποδοσφαιριστή από το σύλλογο των προλετάριων, καθώς για πολλά χρόνια η Σεβίλλη ήταν ομάδα των πλουσίων και η Μπέτις της εργατικής τάξης. Η Σεβίλλη κατέκτησε τελικά το πρωτάθλημα του 1945-46, αλλά η Μπέτις κέρδισε δικαστικά την υπόθεση και ο Αντούνιεθ έπρεπε να επιστρέψει πίσω. Ακόμα χειρότερο δε, ήταν ότι η απόφαση έλεγε πως η Σεβίλλη θα έχανε όλους τους βαθμούς που κέρδισε με τον Αντούνιεθ στο γήπεδο, κάτι που σήμαινε ότι θα έχανε το πρωτάθλημά της που θα πήγαινε στην Μπαρτσελόνα, ενώ η Μπέτις έπρεπε να επιστρέψει τα χρήματα (τα οποία ήδη είχε ξοδέψει και θα σήμαιναν οικονομική καταστροφή). Τελικά, οι δυο ομάδες τα βρήκαν, η Σεβίλλη έδωσε μερικά χρήματα ακόμα, κατέκτησε το μοναδικό πρωτάθλημα της ιστορίας της και η Μπέτις ενίσχυσε κι άλλο το ταμείο της. Ο Αντούνιεθ έφυγε από τη ζωή τον Αύγουστο του 1994. Μια μέρα αργότερα, οι δυο σύλλογοι έπαιζαν φιλικό. Ο ντε Λοπέρα, πενήντα χρόνια μετά την «προδοσία», αρνήθηκε να κρατήσει ενός λεπτού σιγή και να τιμήσει τον παίκτη.

Ένα ακόμα γεγονός που έφερε μεγάλες κόντρες ήταν στα πρώτα χρόνια των δυο ομάδων όταν έγινε και το περιβόητο «ντέρμπι του 22-0» το 1918. Φυσικά ανάλογα από το ποιος διηγείται την ιστορία, τα γεγονότα αλλάζουν. Λίγες μέρες πριν από το ντέρμπι των δύο ομάδων, ένας στρατηγός του ισπανικού στρατού έβγαλε διαταγή ότι ποδοσφαιριστές που κάνουν τη θητεία τους, δεν μπορούν να παίξουν σε ποδοσφαιρικούς αγώνες, βάζοντάς τους μάλιστα υπηρεσία. Με τον τρόπο αυτό, η Μπέτις έχανε δυο από τα μεγαλύτερα αστέρια της πριν το ντέρμπι και σύμφωνα με τους Μπέτικος ο στρατηγός με καταγωγή από τη γειτονική Μάλαγα ήταν φίλα προσκείμενος στη Σεβίγια. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι ως διαμαρτυρία κατέβασαν την παιδική τους ομάδα με αρκετά 13χρονα παιδιά και το τελικό αποτέλεσμα ήταν 22-0 με τη Σεβίλλη να μη σέβεται καθόλου τον αντίπαλο.

Η κόκκινη πλευρά της πόλης διηγείται αλλιώς την ιστορία. Λέει ότι η Μπέτις εκτός από ομάδα των χαμηλότερων τάξεων, ήταν και ομάδα του στρατού με ισχυρούς δεσμούς κι έτσι όποιος Ισπανός ποδοσφαιριστής έκανε θητεία προς Ανδαλουσία μεριά γινόταν «κατά σύμπτωση» και παίκτης της Μπέτις. Δεν είναι τυχαίο ότι η Μπέτις εκείνων των ετών είχε πολλούς Βάσκους για παράδειγμα. Σύμφωνα με τους Σεβιγιάνους, ο στρατηγός έβγαλε εκείνη την απόφαση γιατί στο προηγούμενο παιχνίδι των δύο ομάδων στην έδρα της Μπέτις, οι γηπεδούχοι οπαδοί δημιούργησαν κλίμα τρομοκρατίας και μάλιστα ένας οπαδός επιτέθηκε με μαχαίρι (!) σε παίκτη της Σεβίλλης. Υποστηρίζουν επίσης, ότι η Σεβίλλη προσφέρθηκε να μην κατεβάσει κι εκείνη τους δυο καλύτερους παίκτες της, αλλά η Μπέτις αρνήθηκε και κατέβασε τη Β’ ομάδα (με παίκτες 18 χρονών) και όχι την παιδική. Το τελικό 22-0 πάντως φαίνεται να ισχύει και να συμφωνούν κι οι δύο πλευρές.

Κι αν η ιστορία τους δεν έχει πολλούς τίτλους, οι κόντρες τους δεν ηρέμησαν με τα χρόνια. Είναι άλλωστε ίσως το μοναδικό παιχνίδι στην Ισπανία που για ένα διάστημα απαγορεύτηκε η παρουσία φιλοξενούμενων. Αν ψάξει κανείς, θα πετύχει συνέχεια άρθρα για συλλήψεις οπαδών είτε της μίας, είτε της άλλης ομάδας. Δεν μιλάμε φυσικά για εκτεταμένα επεισόδια όπως σε άλλες χώρες, αλλά για μια χώρα όπως η Ισπανία με ελάχιστα συμβάντα, αυτά που γίνονται στη Σεβίλλη είναι πολλά. Το 1999 οι Ουρουγουανοί παίκτες της Σεβίλλης Οτέρο, Ολιβέρα και Ζαλαγιέτα συνελήφθησαν μετά από ένα καβγά σε μπαρ. Παρ’ ότι αρχικά ο καβγάς αποδόθηκε αλλού, φαίνεται ότι τελικά η αιτία ήταν ότι παίκτες της Σεβίλλης είδαν μια παρέα που φορούσε φανέλες της Μπέτις και πήγαν να τους πουν να φύγουν από το μαγαζί (!!). Η άλλη εκδοχή λέει ότι οι οπαδοί της Μπέτις επιτέθηκαν φραστικά στους Ουρουγουανούς που τελικά τους έδειραν.

Το 2002 ένας οπαδός της Σεβίλλης μπήκε στο γήπεδο και επιτέθηκε στον τερματοφύλακα Τόνι Πρατς πηδώντας στην πλάτη του, ενώ ένας άλλος επιτέθηκε με μια πατερίτσα σε έναν άντρα της ασφαλείας του γηπέδου. Πέντε χρόνια αργότερα ήταν η σειρά του «botellazo» όταν στην έδρα της Μπέτις, ένα γυάλινο μπουκάλι βρήκε στο κεφάλι τον Χουάντε Ράμος που πανηγύριζε με τους παίκτες του. Ο Ράμος αποχώρησε με φορείο και ίσως ήταν το απόγειο της κόντρας που την περασμένη δεκαετία ξέφυγε. Τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν πολύ χειρότερα αν λίγους μήνες αργότερα ο Αντόνιο Πουέρτα δεν έχανε τη ζωή του. Ο θάνατος ενός από τα αγαπημένα παιδιά της Σεβίγια ένωσε παίκτες, διοικήσεις και οπαδούς των δύο ομάδων. Οι πρόεδροι που δεν μιλούσαν μεταξύ τους ήρθαν δίπλα, οι παίκτες των δύο ομάδων βρέθηκαν στην κηδεία και όλη η πόλη συγκλονισμένη ενώθηκε, ξεπερνώντας τις όποιες διαφορές μπροστά στο δράμα.

Ήταν αυτός ο θάνατος που ηρέμησε τα πράγματα σε μια πόλη που έβραζε. Λίγα χρόνια αργότερα ο Μίκι Ρόκε, πρώην παίκτης της Μπέτις έχασε τη ζωή του από τον καρκίνο. Ήταν η σειρά των οπαδών της Σεβίλλης να τον τιμήσουν, τραγουδώντας το όνομά του ρυθμικά. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι τα πράγματα έχουν ηρεμήσει. Το πάθος παραμένει, διάφορα γεγονότα συμβαίνουν και πάλι, απλά δεν υπάρχει η κλιμάκωση που είχαμε μέχρι το 2007. Ο Ιβάν Ράκιτιτς έτυχε και γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του στη Σεβίλλη και ευτυχώς γι’ αυτόν ήταν φανατική της ομάδας του, όπως κι όλη η οικογένειά της. Ο παππούς της δεν έχανε ματς και λίγο πριν πεθάνει είπε στη μέλλουσα κυρία Ράκιτις: «Έρχεται το τέλος μου, αλλά αν μου πάρετε τα ρούχα και όλα τα άλλα, μην αγγίξετε το ρολόι της Σεβίγια». Το 2013 ο Κροάτης άνοιξε ένα μπαρ-ρέστοραντ κοντά στο σπίτι των πεθερικών. Μόνο που έμεναν κοντά στο Μπενίτο Βιγιαμαρίν και οι οπαδοί της Μπέτις συχνά πυκνά δημιουργούσαν προβλήματα. Ο Ράκιτιτς αναγκάστηκε να το κλείσει. Η πόλη συνεχίζει να χωρίζεται στα δύο πριν από κάθε μεγάλο ντέρμπι ανεξάρτητα από το πώς πάνε οι ομάδες, να βάφεται στα πράσινα και τα κόκκινα και να ζει ίσως το πιο παθιασμένο ντέρμπι της Ισπανίας.

Λούκα Μόντριτς: Ο τελευταίος Γιουγκοσλάβος καλλιτέχνης

  [Καθόλου σχόλια]

Όπως κι οι περισσότεροι, έμαθα τον Λούκα Μόντριτς λίγο πριν πάει στην Τότεναμ το καλοκαίρι του 2008. Οι Σπερς αποφάσισαν να δώσουν ένα τεράστιο ποσό για να τον φέρουν από το Ζάγκρεμπ στο Λονδίνο. Το τεράστιο βέβαια είναι κάτι σχετικό, αν σκεφτούμε ότι πριν ένα χρόνο είχαν δώσει το ίδιο ποσό για τον… Ντάρεν Μπεντ. Με τον Μόντριτς να έχει υπογράψει στην Τότεναμ, οι πρώτες μας εικόνες του ήταν στο Euro 2008 με την Κροατία. Ένα από τα πολλά μου ελαττώματα είναι ότι είμαι φυσιογνωμιστής, κάτι που ειδικά στο ποδόσφαιρο σε οδηγεί σε βιαστικά και συχνά λανθασμένα συμπεράσματα. Όταν βλέπεις τον Μόντριτς αναρωτιέσαι πώς μπορεί να παίζει μπάλα σε τέτοιο επίπεδο. Ύψος δεν έχει, παρά την έλλειψή του δεν είναι και τόσο δαίμονας στο τρέξιμο, εκτόπισμα δεν έχει και εμφανίζεται με αυτό το μαλλί λες και παίζει μπάσο σε καταθλιπτική εφηβική μπάντα. Αλλά αν ξεπεράσεις αυτά τα χαζά και τελικά αδιάφορα, θα τον δεις να κάνει όλα όσα λατρεύουν προπονητές, συμπαίκτες και οπαδοί. Να κάνει αυτά που πρέπει να κάνει, με τεχνική και μυαλό και τον θαυμάζεις σαν έναν αρτίστα της παλιάς Γιουγκοσλαβίας που έβγαλε παίκτες όπως ο Στόικοβιτς και ο Προσινέτσκι.

Ο Λούκα γεννήθηκε στην ενωμένη Γιουγκοσλαβία, αλλά μεγάλωσε στη Γιουγκοσλαβία του εμφυλίου. Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, περνούσε τις μέρες του παίζοντας μπάλα μαζί με τον αγαπημένο παππού του από τον οποίο πήρε και το όνομά του, στο Μόντριτσι περίπου 60 χιλιόμετρα μακριά από το Ζαντάρ. Δεν είχε την πιο εύκολη και άνετη ζωή, αλλά ήταν χαρούμενος. Μέχρι που ο πόλεμος ξέσπασε, μέχρι που ο παππούς του έπεσε στα χέρια των Σέρβων που είχαν καταλάβει την περιοχή και εκτελέστηκε μαζί με άλλους συγχωριανούς του. Η περιοχή ακόμα φέρει τα τραύματα του πολέμου, ακόμα υπάρχουν πινακίδες που προειδοποιούν για νάρκες. Χύθηκε πολύ αίμα μεταξύ ανθρώπων που ζούσαν στις ίδιες γειτονιές. Η οικογένεια Μόντριτς έφυγε για να γλιτώσει, ο πατέρας κατατάχθηκε στον κροατικό στρατό και για εφτά χρόνια οι Μόντριτς μετατράπηκαν σε πρόσφυγες σε ένα ξενοδοχείο του Ζαντάρ. Εκεί μεγάλωσε ο Λούκα, με μια μπάλα και υπό τους ήχους των βομβαρδισμών από την πολιορκία του Ζαντάρ που κράτησε για δύο ολόκληρα χρόνια.

Τα μαγικά που έκανε με την μπάλα τον έκαναν ατραξιόν και σύντομα οι άνθρωποι της τοπικής Ζαντάρ τον είδαν στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου και τον πήραν στις ακαδημίες. Παρά το μικρό του μπόι και μια σωματοδομή που τον έκανε να φαίνεται μικροσκοπικός ανάμεσα στα παιδιά της ηλικίας του, ήξερε πολλαπλάσια μπάλα από αυτά. Αν κι ο πόλεμος τελείωσε, οι γονείς του έμειναν εκεί, βρίσκοντας καταφύγιο σε διαφορετικό ξενοδοχείο που είχε μετατραπεί σπίτι για πρόσφυγες, ώστε ο Λούκα να ακολουθήσει το όνειρό του. Στα 12 του δοκιμάστηκε στην αγαπημένη του Χάιντουκ και απορρίφθηκε, στα 15 του πήγε στη Διναμό Ζάγκρεμπ. Μετά από δανεισμούς και το αγροτικό του στη Βοσνία όπου σκληραγωγήθηκε αρκετά και βγήκε καλύτερος παίκτης το 2003, ο Μόντριτς άρχισε από τα 19 του να βρίσκει θέση στη Διναμό και να γίνεται πρωταγωνιστής. Τρία σερί πρωταθλήματα (τα δύο με παράλληλο νταμπλ), βραβεία, κλήση στην εθνική, συμμετοχή στο Μουντιάλ του 2006  (έστω και σχεδόν τυπική) και το όνομά του ξεπέρασε τα σύνορα των Βαλκανίων.

Το όνομά του ακούστηκε για πολλές ομάδες, αλλά ήταν η Τότεναμ αυτή που τον έκλεισε. Έχοντας πάρει Μπέιλ και Μπερμπάτοφ, οι Σπερς ήθελα να φτιάξουν κι άλλο την μεσοεπιθετική τους γραμμή και το σκάουτινγκ έβαλε σαν κορυφαίο στόχο τον μικροσκοπικό Κροάτη. Με τις φήμες ότι ομάδες όπως η Σίτι ενδιαφέρονταν, ο Ντάνιελ Λίβι πήρε ένα τζετ, τα βρήκε με τον ισχυρό άντρα της Ντιναμό Ζντράβκο Μάμιτς και ο Μόντριτς μετακόμισε στην Αγγλία. Το ξεκίνημα δεν ήταν τόσο καλό, οι βιαστικοί τον διέγραψαν γρήγορα. Μόλις τρεις μήνες μετά την μεταγραφή του σε άρθρο στον Γκάρντιαν γραφόταν ότι δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην Πρέμιερ, ενώ κι ο Βενγκέρ πίστευε ότι δεν είχε τη σωματοδομή για να τα βγάλει πέρα. Το γεγονός ότι είναι παίκτης χωρίς θέση (γιατί μπορεί να κάνει με την ίδια ευκολία πολλά πράγματα) μπορεί να είναι ευλογία, αλλά στην αρχή της θητείας του στις ομάδες ήταν κατάρα. Παίζοντας κυρίως στα αριστερά δεν μπορούσε να προσφέρει. Όταν ήρθε κεντρικά επί Χάρι Ρέντναπ στην Τότεναμ άρχισε να λάμπει. Παρά τα διάφορα μελοδράματα κατά καιρούς για μεταγραφές (όπως τον εκβιασμό για να πάει στην Τσέλσι), ο Μόντριτς έφυγε από το Λονδίνο προσφέροντας πολλά στον σύλλογο και κυρίως φέρνοντας διπλάσια περίπου χρήματα από όσα ξοδεύτηκαν γι’ αυτόν.

Στη Μαδρίτη η πορεία ήταν παρόμοια με του Λονδίνου. Πίσω από Οζίλ, Κεντίρα και Τσάμπι Αλόνσο, με κάποια προβλήματα τραυματισμών, δεν έλαμψε αρχικά και, όπως και στην Αγγλία, τα δημοσιεύματα για «αποτυχημένη μεταγραφή» άρχισαν να εμφανίζονται. Από τη 2η σεζόν όμως και ειδικά με την έλευση του Κάρλο Αντσελότι, ο Μόντριτς έκανε σπουδαία παιχνίδια και όπως και τώρα με τον Ζιντάν, κάνει απλά πράγματα που συχνά στο ποδόσφαιρο είναι και τα πιο όμορφα. Βρίσκεται εκεί, πάντα κοντά ως στήριγμα για κάποιον συμπαίκτη του, μοχθεί, δεν βεντετίζει, βάζει τα πόδια στη φωτιά (και ας μην είναι τα πιο γυμνασμένα) και όταν έχει την μπάλα τη χάνει πολύ δύσκολα και συνήθως την μεταβιβάζει και σωστά. Ένας άρχοντας της απλότητας με λατρεμένο εξωτερικό. Ένα ολοκληρωμένο χαφ που ντροπιάζει όποιον σταθεί στο μαλλί του, το ύψος του, τα κιλά του και δεν δει την ποιότητά του. Παρά τα τρία Τσάμπιονς Λιγκ, τη φήμη, τα χρήματα δεν έχει αλλάξει και στην ερώτηση γιατί δεν έχτισε μεγαλύτερο σπίτι για την οικογένειά του, απαντά: «είναι 4 άτομα, ποιος ο λόγος να υπάρχουν παραπάνω δωμάτια και να μένουν άδεια;»

Βέβαια, ο Λούκα μπορεί να είναι μια από τις πιο συμπαθητικές φιγούρες στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο και ένας εξαιρετικός παίκτης, στην πατρίδα του όμως εδώ και λίγο καιρό δεν είναι και τόσο αγαπητός. Κάτι που οφείλεται στη σχέση του με τον Μάμιτς, έναν άνθρωπο που παίζει τον ρόλο του κακού στο ποδόσφαιρο της Κροατίας. Ο ισχυρός άντρας όχι μόνο της Διναμό αλλά γενικά του ποδοσφαίρου της χώρας είναι μπλεγμένος σε ένα σωρό περίεργες υποθέσεις, παίρνοντας ποσοστά από πολλούς παίκτες που μοσχοπουλήθηκαν. Ανάμεσά τους και από τον Λούκα, τον οποίο είχε βοηθήσει οικονομικά με αντάλλαγμα να παίρνει τεράστια ποσοστά στις μεταγραφές του. Πέρα από όλα αυτά όμως, ο Μάμιτς κατηγορείται ότι πήρε και χρήματα από τα ταμεία του συλλόγου (συνολικά υπεξαίρεση 15 εκατομμυρίων) και οι αρχικές μαρτυρίες του Μόντριτς επιβεβαίωναν ότι κάποια χρήματα ήταν της Διναμό. Στο δικαστήριο όμως, ο Λούκα έπεσε σε αντιφάσεις, άλλαξε αυτά που έλεγε και προσπάθησε να υπερασπιστεί τον Μάμιτς, γεμίζοντας με οργή πολλούς φιλάθλους στην Κροατία. Τόσο ώστε κάποιοι να κρεμάσουν ένα πανό στο ξενοδοχείο που μεγάλωσε στο Ζαντάρ. Ο ίδιος παρ’ ότι κατηγορήθηκε για ψευδορκία, δηλώνει ότι έχει καθαρή τη συνείδησή του.

Πίσω στην Μαδρίτη όμως κανείς δεν είναι φειδωλός για την προσφορά του. Ο Σέρχιο Ράμος τον χαρακτήρισε «ραχοκοκαλιά της Ρεάλ» και έναν σημαντικότατο παίκτη που δεν παίρνει όλα τα εύσημα που του αξίζουν, ο Κριστιάνο λέει ότι είναι από τους παίκτες κλειδιά της ομάδας και ένας πολύ ταπεινός και καλός χαρακτήρας, ο Μιγιάτοβιτς ότι όλοι θα κλαίνε την μέρα που θα αποσυρθεί κι ο Ζιντάν, με τον οποίο ο Μόντριτς λατρεύει να μιλάει για μπάλα και τα… «παλιά χρόνια», λέει ότι όχι απλά είναι σημαντικότατος, αλλά ότι είναι υποδειγματικός επαγγελματίας και οι συμπαίκτες του τον αγαπούν όλοι. Και σε κάθε ζόρικο ματς ο Λούκα θα αναλαμβάνει και πάλι να κάνει μεγάλο μέρος της δουλειάς. Το προσφυγόπουλο που έτρεχε να κρυφτεί όταν βομβάρδιζαν το γήπεδο της Ζαντάρ και τώρα το απολαμβάνουν χιλιάδες άνθρωποι στα καλύτερα γήπεδα του κόσμου.

Η αλήθεια πίσω από τα ball boys

  [5 Σχόλια]

Τα βλέπουμε μέσα στο γήπεδο. Η νεολαία, οι ελπίδες του ποδοσφαίρου, πιθανότατα οι επόμενοι μεγάλοι σταρ. Χαρούμενες, αθώες παιδικές φάτσες, με μόνο στόχο να βρεθούν κοντά στα ινδάλματά τους, να βοηθήσουν στην τέλεση του αγώνα και κάποτε να πρωταγωνιστήσουν. Τα αθώα ball boys. Ή έτσι νομίζει ο απλός κόσμος. Όποιος δεν έχει βρεθεί σε γήπεδο εκεί στο 90′ που η ομάδα ψάχνει το ένα γκολ και κάθε δευτερόλεπτο που χάνεται είναι αιώνας, δεν μπορεί να καταλάβει. Όποιος έχει δει τερματοφύλακα να περιμένει την μπάλα πίσω από το τέρμα με βλέμμα απόγνωσης σαν να πήγε σε δημόσια υπηρεσία και να του είπαν «δυστυχώς είναι σε άδεια ο υπάλληλος», ξέρει. Εκεί που καταλαβαίνεις ότι η αγγελική φάτσα είναι απλά το προσωπείο που κρύβει έναν ποδοσφαιρικό Τσάκι, την κούκλα του σατανά. Και μπορεί οι παίκτες συχνά να αντιδρούν, αλλά τα ball boys συνεχίζουν ακάθεκτα. Βελτιώνονται και γίνονται ακόμα πιο προκλητικά και φυσικά οι παίκτες απαντούν. Κι αν δεν μας πιστεύετε, συγκεντρώσαμε τα «καλύτερα» περιστατικά με ball boys και παίκτες που έγιναν μόλις τον τελευταίο μήνα και τα αξιολογούμε.

Ξεκινάμε από την Αυστραλία. Στον τελικό του κυπέλλου το παιχνίδι έχει φτάσει στην παράταση και το Σίδνεϊ προηγείται της Αδελαΐδας με 2-1. Η μπάλα έχει βγει πλάγιο στη σέντρα και ο Μάικλ Μαρόνε πάει να την πάρει. Το ball boy όχι απλά δεν την δίνει γρήγορα, αλλά καθώς ο Μαρόνε πλησιάζει πάει να την καλύψει με το σώμα του για να μην την πάρει ο παίκτης της Αδελαΐδας. Ο Μαρόνε έχει ανεχτεί αρκετή κοροϊδία από τα διαβολικά ball boys στη ζωή του και ρίχνει ένα μεγαλοπρεπές σπρώξιμο στον πιτσιρικά που πάνω που πας να τον λυπηθείς πέφτει κάτω συνεχίζοντας να μην αφήνει την μπάλα από τα χέρια του λες και είναι ο Φρόντο, ενώ κάνει τον τραυματία. Το περιστατικό καταδικάζεται απερίφραστα (αν και σίγουρα οι οπαδοί της Αδελαΐδας νιώθουν μια ηθική ικανοποίηση), ο Μαρόνε όχι μόνο καταφέρνει να χάσει παραπάνω χρόνο με όλη αυτή τη φάση, αλλά όπως είναι φυσικό αποβάλλεται και τιμωρείται με τέσσερις αγώνες. Το σκορ δεν αλλάζει και το Σίδνεϊ πανηγυρίζει την κούπα.

Βαθμός αλητείας Ball Boy: 7 (απλή καθυστέρηση, μπόνους θεατρινισμός)

Μεταφερόμαστε στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, εκεί που πριν λίγες μέρες έγινε ο πρώτος τελικός του Κόπα Λιμπερταδόρες μεταξύ της Γκρέμιο και της Λανούς. Η ομάδα από την Αργεντινή κρατούσε σχετικά άνετα το 0-0, αλλά σε μια ανύποπτη φάση οι Βραζιλιάνοι άνοιξαν το σκορ και τα τελευταία λεπτά απέκτησαν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς η Λανούς βιαζόταν να ισοφαρίσει για να πάει στον επαναληπτικό με καλύτερο σκορ. Σε μια επίθεση της Γκρέμιο η μπάλα κατέληξε άουτ, κάπου βρήκε και επέστρεψε στο χώρο πίσω από την εστία. Ο γκολκίπερ Αντράντα γνωρίζοντας την μοίρα του φιλοξενούμενου, δεν περίμενε και έτρεξε να πάει την μαζέψει. Αυτό το είδε και το ball boy παλικάρι της Γκρέμιο που είτε είναι ο Μπέντζαμιν Μπάτον, είτε έμεινε πολλά χρόνια στην ίδια τάξη καθώς μοιάζει 30 χρονών. Έφυγε σφαίρα να προλάβει την μπάλα. Ο Αργεντινός τερματοφύλακας ήταν ένα κλικ πιο αργός, αλλά σαφώς πιο δυνατός και έσπρωξε το Βραζιλιάνο παίρνοντας την μπάλα. Το ball boy man σηκώθηκε γρήγορα και έκανε προσπάθεια να προλάβει και να χτυπήσει τον τερματοφύλακα (!), αστοχώντας για λίγο. Το αποκορύφωμα ήταν που δεν σταμάτησε εκεί, αλλά πήγε πίσω από την εστία και συνέχισε να μανουριάζει.

Βαθμός αλητείας ball boy: 8 (έχασε την αρχική μάχη, αλλά σημασία έχει να σηκώνεσαι όταν πέφτεις)

Και για να μην πείτε «ναι αλλά στην Ευρώπη αυτά δεν γίνονται» (άλλωστε η φωτογραφία του Αζάρ στην αρχή δεν μπήκε τυχαία), κλείνουμε με λίγη Ισπανία. Η Βαλένθια παρ’ ότι έπαιζε για πάνω από ένα ημίχρονο με παίκτη παραπάνω, υποχρεώθηκε στην πρώτη της ήττας από τη Χετάφε με 1-0 και δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη γκέλα της Μπαρτσελόνα. Η Χετάφε με θεατρικό ηγέτη τον Νταμιάν, έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το αποτέλεσμα (αξίζει το βίντεο ολόκληρο για το σόου που έδωσε), αλλά εμείς θα σταθούμε στο βραβείου 2ου ανδρικού ρόλου, το ανώνυμο ball boy της Χετάφε (περίπου στο 0.20). Αυτή τη φορά ο πιτσιρικάς δεν χρειάστηκε καν να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Περίμενε τον βιαστικό Σάντι Μίνα να έρθει κοντά και μόλις αυτός πλησίασε πέταξε την μπάλα μακριά του. Ο Σάντι Μίνα θέλοντας να κυνηγήσει την μπάλα, δεν τον φύτεψε στο χώμα, αλλά του είπε κάτι για συγκεκριμένο μέρος του σώματος της μητέρας του. Λίγο αργότερα ο μικρός το επανέλαβε με τον Σιμόνε Ζάζα. Ο Ιταλός όμως διαθέτει εμφανώς ατσάλινα νεύρα, αφού απλά χαμογέλασε και μετά από λίγο του έκανε ένα χαριτωμένο «θα τις φας», σαν να ήταν η μαμά του που ενθουσιάστηκε με την σκανταλιά του κανακάρη της. Αποτέλεσμα ο μπόμπιρας, αληθινός αυτήν τη φορά, όχι σαν της Γκρέμιο, να μην πάρει το μάθημά του και σίγουρα να περιμένει το επόμενο εντός της Χετάφε για να συνεχίσει το έργο του.

Βαθμός αλητείας ball boy: 9 (τρολάρισμα σε δύο στιγμές, χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του και χωρίς να κάψει ούτε θερμίδα)

Θα κλείσουμε με κάτι ρετρό και διαφορετικό. Για να μη φανεί ότι είμαστε άδικοι και σκληροί, υπάρχουν και περιπτώσεις που τα παιδιά δίπλα στη γραμμή δεν έχουν έρθει στη Γη για να μας βασανίζουν, αλλά είναι ό,τι κι εμείς. Απλοί οπαδοί που πονούν την ομάδα τους και ζουν γι’ αυτή. Γυρίζουμε στη Βραζιλία και το μακρινό 1988, για να δούμε ένα ball girl αυτή τη φορά στο θρυλικό Μαρακανά. Το παιχνίδι ήταν Βάσκο ντα Γκάμα με Μποταφόγκο και με το σκορ στο 3-0 ο δαιμόνιος Βραζιλιάνος ρεπόρτερ πλησίασε το κοριτσάκι που έκλαιγε, βλέποντας την ομάδα του να χάνει. Οι ερωτήσεις του ρεπόρτερ ήταν παντελώς ανόητες, αλλά αρκούν οι μονολεκτικές απαντήσεις για να απαντηθεί το ερώτημα «πώς είναι να αγαπάς πολύ την ομάδα σου;» (προχωρήστε στο 3.58 του βίντεο εκτός αν θέλετε ρετρό γκολ) και να συνεχίζεις να το κάνεις ενώ σε πονάει. Και ένα κοριτσάκι (που τώρα θα έχει γίνει γυναίκα και πιθανώς να πηγαίνει με τα παιδιά της στο γήπεδο και να έχει ακόμα τη φανέλα που της χάρισε ένας παίκτης της αγαπημένης της ομάδας) μας βάζει τα γυαλιά:

Κλαις που χάνει η Μποταφόγκο;
Ναι
Ήρθες για να δεις το παιχνίδι;
– Ναι
Δεν ήρθες πρώτα για τη δουλειά ε; (δουλειά = ball boy)
Όχι, ήρθα για να δω το παιχνίδι
Πίστευες ότι θα κερδίσει η Μποταφόγκο;
Ναι το πίστευα
Θα σταματήσεις να είσαι Μποταφόγκο;
Όχι

Το ντέρμπι που δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει

  [4 Σχόλια]

Τα τοπικά ντέρμπι είναι παιχνίδια που χωρίζουν πόλεις στα δύο, ματς για τα οποία ζουν οι κάτοικοι κάθε πόλης. Ποιος θα κρεμάσει περήφανα τη σημαία έξω, ποιος θα πάει στη δουλειά με κατεβασμένο το κεφάλι, ποιος θα κάνει πλάκα το επόμενο πρωί. Κι οι ομάδες από την ίδια πόλη αρκετά συχνά προέρχονται από σάρκα μία. Μίλαν και Ίντερ, Έβερτον και Λίβερπουλ, άνθρωποι που έφυγαν για να δημιουργήσουν νέους συλλόγους και τελικά να χωρίσουν πόλεις. Αλλά και πιο πρόσφατα, με ομάδες που συνεχίζουν, αλλά οι οπαδοί τους δεν τις αναγνωρίζουν. Τα παραδείγματα της Κέρκυρας ή και της Στεάουα. Πέρα από όλα αυτά όμως, υπάρχει και μια πολύ περίεργη ιστορία εκεί στα βορειοδυτικά της Ισπανίας, στη Σαλαμάνκα. Η ιστορία μιας ενωμένης για 90 χρόνια πόλης που ξαφνικά χώρισε.

Αν και μεγάλη φοιτητομάνα πόλη, η Σαλαμάνκα δεν είναι τόσο γνωστή ποδοσφαιρικά. Με καλύτερη θέση την 7η και μόλις 12 σεζόν στην Πριμέρα, η τοπική Ουνιόν Ντεπορτίβο Σαλαμάνκα δεν είχε τόσο μεγάλη ιστορία. Ήταν όμως για πολλούς η αγαπημένη ομάδα και το Εστάδιο Ελμάντικο ένα δεύτερο σπίτι. To 1997-98 είδαν με περηφάνια την ασπρόμαυρη ομάδα τους να ονομάζεται «φονέας των γιγάντων» από τους δημοσιογράφους. Με ηγέτη τον Παουλέτα των 15 γκολ, στο Ελμάντικο υπέκυψαν τόσο η πρωταθλήτρια Μπαρσελόνα του Ριβάλντο σε ένα ένα φοβερό ματς που έληξε με 4-3 (η Σαλαμάνκα κέρδισε και 1-4 στο Καμπ Νου), όσο και η Ατλέτικο Μαδρίτης του πρώτου σκόρερ Κριστιάν Βιέρι σε ένα απίστευτο ματς, όπου ο Ιταλός σκόραρε τέσσερις φορές κι όμως η Σαλαμάνκα με ηγέτη τον Ποπέσκου κέρδισε με 5-4. Λίγες εβδομάδες αργότερα διέλυσε και τη Βαλένθια με 6-0. Αυτή ήταν και η τελευταία καλή χρονιά της ομάδας, καθώς το 1999 υποβιβάστηκε.

Η Ατλέτικο των Μολίνα, Κίκο, Βιέρι και Πάντιτς απέναντι στη Σαλαμάνκα

Από το 2000 και μετά η Σαλαμάνκα παρέμεινε στη Σεγούντα μέχρι και τον υποβιβασμό στη 3η κατηγορία. Τα οικονομικά προβλήματα ήδη είχαν ξεκινήσει και τελικά το 2013 η Σαλαμάνκα κήρυξε πτώχευση, οι οφειλέτες δεν δέχθηκαν κάποιον συμβιβασμό και ο σύλλογος διαλύθηκε. Ούτε αλλαγές ονομάτων, ούτε υποβιβασμοί σε χαμηλότερες κατηγορίες, ούτε τίποτα. Τέλος. Λουκέτο. Έτσι απλά. Με 23 εκατομμύρια Ευρώ χρέη στην πλάτη του συλλόγου δε βρέθηκε λύση και μέχρι και το γήπεδο βγήκε στο σφυρί. 90 χρόνια μετά την ίδρυσή της το 1923, η Σαλαμάνκα διαλύθηκε βυθίζοντας στη θλίψη μια πόλη περίπου 150.000 κατοίκων.

Όπως είναι φυσικό σε αυτές τις περιπτώσεις, ο κόσμος δεν μπορεί να μείνει χωρίς μπάλα, δεν μπορεί να μείνει χωρίς ομάδα. Μόνο που στη Σαλαμάνκα έγινε ένα μπάχαλο. Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Το 2013 με την Ουνιόν να καταρρέει, δημιουργήθηκε μια οργάνωση λαϊκής βάσης (σαν αυτές που έχουμε δει και στην Ελλάδα σε ΑΕΚ, Άρη, ΠΑΟ) ώστε να λυθούν τα προβλήματα και να βρεθούν τα χρήματα. Όταν αυτό δεν έγινε κι η εταιρεία διαλύθηκε, αποφασίστηκε να ιδρύσουν έναν σύλλογο στα πλαίσια της AFC Wimbledon ή της FC United of Manchester, με τη διαφορά όμως ότι δεν επρόκειτο για «αντι-σύλλογο» καθώς η Σαλαμάνκα δεν υπήρχε πια. Έτσι ιδρύθηκαν οι Ουνιονίστας (σε ελεύθερη μετάφραση Ενωσίτες) με μέλη που είχαν όλα δικαίωμα μιας ψήφου για εκλογή προέδρου. Ο σύλλογος ξεκίνησε από την τοπική ΣΤ’ κατηγορία και με δυο ανόδους έφτασε πέρσι στη Δ’ εθνική της Ισπανίας, χωρίς όμως να κερδίσει την άνοδο.

Αριστερά το σήμα των Ουνιονίστας, δεξιά της Σαλμαντίνο

Παράλληλα με τους Ουνιονίστας όμως υπήρχε και μια δεύτερη ομάδα. Η Σαλμαντίνο ιδρύθηκε το 1943 ως θυγατρική της Σαλαμάνκα και αργότερα έγινε επίσημα η 2η ομάδα της καθώς οι αναπληρωματικοί αγωνίζονταν με αυτή. Το 1997 μετονομάστηκε σε Ουνιόν Σαλαμάνκα Β’ και συνέχισε να υπάρχει μέχρι και το 2013 ως η δεύτερη ομάδα του συλλόγου, όταν κι η Ουνιόν Σαλαμάνκα διαλύθηκε. Τότε, οι άνθρωποί της αποφάσισαν να την ονομάσουν ξανά σε Σαλμαντίνο (μια που δεν είχαν δικαιώματα για το όνομα της Σαλαμάνκα), απέκτησαν όμως τα δικαιώματα των Ακαδημιών και ως φυσική συνέχεια της «αναπληρωματικής» ομάδας συνέχισαν στη Γ’ εθνική όπου και βρισκόταν. Πολύς κόσμος άρχισε να στηρίζει την ομάδα, καθώς ήταν γι’ αυτούς η φυσική συνέχεια της Σαλαμάνκα με τα παιδιά από τις Ακαδημίες. Μετά από δύο σεζόν όμως, η ισπανική Ομοσπονδία αποφάσισε ότι τελικά η Σαλμαντίνο πρέπει να θεωρείται νέα ομάδα και ότι λανθασμένα έπαιζε στη Γ’ εθνική, ακύρωσε τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και έτσι την έριξε στον πάτο του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Έτσι λοιπόν, η Σαλμαντίνο ακολούθησε την πορεία των Ουνιονίστας με μια σεζόν διαφορά και από την ΣΤ’ εθνική βρέθηκε φέτος στη Δ’. Πριν λίγους μήνες κατάφερε να αγοράσει τα δικαιώματα για την μπουτίκ και το έμβλημα του συλλόγου, ενώ αγωνίζεται και στο παλιό γήπεδο της Σαλαμάνκα (οι Ουνιονίστας έχουν έδρα 50 μέτρα μακριά, στο βοηθητικό στάδιο). Επόμενος στόχος να πάρει τα δικαιώματα για το όνομα. Την ίδια στιγμή μάχη για διάφορα δικαιώματα δίνουν και οι Ουνιονίστας και μάλιστα κέρδισαν πρόσφατα μια δικαστική απόφαση. Με τη διαφορά όμως ότι οι ίδιοι πιστεύουν ότι κανείς δεν πρέπει να λέει ότι είναι η Σαλαμάνκα και προς το παρόν υποστηρίζουν ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν το όνομα και το έμβλημα. Την ίδια στιγμή ο ένας κατηγορεί τον άλλον και μιλούν οι δικηγόροι, ενώ ο κόσμος πιστεύει ότι η δική του ομάδα είναι η «σωστή». Μύλος…

Ναι, δεν είναι αστείο. Κυκλοφορούν και τέτοια ανάμεσα σε οπαδούς των ομάδων.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στη φετινή σεζόν όπου επιτέλους οι δυο ομάδες βρέθηκαν στην ίδια κατηγορία και πριν μερικές μέρες αντίπαλοι για πρώτη φορά. Η Σαλμαντίνο υποδέχτηκε τους Ουνιονίστας. Από το πρωί στους δρόμους υπήρχαν οπαδοί και των δύο ομάδων. Οι γηπεδούχοι της Σαλμαντίνο που λένε ότι η θυγατρική-2η ομάδα της Σαλαμάνκα από το 1943 είναι λογικό να είναι η Σαλαμάνκα και οι οπαδοί των Ουνιονίστας με σύνθημα «Ουνιόν ήταν μόνο μία» που λένε ότι η παλιά ομάδα τελείωσε το 2013 και πλέον δεν μπορεί να υπάρξει ομάδα αντικαταστάτρια, αλλά μια που απλώς να την τιμάει. Κάποιοι από αυτούς δάκρυζαν λέγοντας «θα επισκεφτώ το γήπεδό μου σαν φιλοξενούμενος».

Το πρώτο ντέρμπι στην ιστορία της Σαλαμάνκα, με δυο ομάδες που θέλουν να γίνουν ότι ήταν η παλιά Ουνιόν

Λίγο πριν τον αγώνα οι οπαδοί συναντιούνται απ’ έξω. Επεισόδια δεν γίνονται, αλλά το κλίμα είναι τεταμένο από τους πιτσιρικάδες και των δύο. Χειρονομίες και συνθήματα. Αστυνομική παρουσία. «Η Ουνιόν είμαστε εμείς» φωνάζουν οι οπαδοί της Σαλμαντίνο στους «φιλοξενούμενους» οπαδούς, ανθρώπους που πριν 4 χρόνια είχαν την ίδια αγωνία με αυτούς για τη σωτηρία της Σαλαμάνκα. Που πανηγύριζαν γκολ και νίκες, δάκρυσαν με υποβιβασμούς. Και τώρα ξαφνικά είναι αντίπαλοι σε ένα τοπικό ντέρμπι που όπως έγραψαν κάποιοι Ισπανοί είναι «το ντέρμπι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει» ή όπως έγραψε η Μάρκα, «το ντέρμπι των ορφανών». Στις κάμερες ο καθένας δηλώνει γιατί πιστεύει ότι υποστηρίζει το σωστό σύλλογο.

Στο παλιό σπίτι και των δύο, τα δυο πέταλα γεμίζουν με οπαδούς ντυμένους στα άσπρα και μαύρα να τραγουδούν τον ίδιο ύμνο κι όμως να είναι αντίπαλοι. Το παιχνίδι σκληρό, με φάουλ και αρκετούς καβγάδες μεταξύ των παικτών. Δεν είναι μόνο όλη αυτή η ιστορία, οι δυο ομάδες βρίσκονται στη 1η και 2η θέση του ομίλου τους και υπάρχει και βαθμολογική σημασία. Η Σαλμαντίνο κερδίζει τελικά με 1-0 με γκολ του Μεξικάνου Γκαλβάν. Οι οπαδοί της πανηγυρίζουν με τους παίκτες. Από την άλλη πλευρά οι φιλοξενούμενοι περιμένουν τους δικούς τους παίκτες και κάνουν χέρια όλοι μαζί, φωνάζοντας «αυτό δεν αγοράζεται με χρήματα» (μια που θεωρούν ότι ως ομάδα λαϊκής βάσης διαφέρουν). Σε άλλες περιπτώσεις μπορείς να πεις ποιος έχει δίκιο. Στη συγκεκριμένη όλοι έχουν κάποια βάση στα επιχειρήματά τους. Και κάπως έτσι, η Σαλαμάνκα αποκτά κι επίσημα ένα τοπικό ντέρμπι και δεν θα είναι παράξενο σε μερικά χρόνια να έχουν ξεχάσει όλοι τις στιγμές που υποστήριζαν την ίδια ομάδα, του Στελέα, του Ποπέσκου, του Παουλέτα και του Εντού Αλόνσο. Και εμείς να κάνουμε αφιερώματα για το «ιστορικό» κλάσικο της Σαλαμάνκα.

Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Όνειρο

  [Καθόλου σχόλια]

Κάπου στις αλάνες της Καστίλης, εκεί στο Β’ τοπικό, παίζει μια ομάδα φοιτητών πολύ διαφορετική από τις άλλες. Λέγεται Κουμ και αποτελείται αποκλειστικά από Κορεάτες ποδοσφαιριστές. Κουμ στα κορεάτικα σημαίνει «όνειρο»,  όνομα που αντικατοπτρίζει ακριβώς το τι συμβαίνει σ’αυτήν την ομάδα των 24 παιδιών από την άλλη άκρη του κόσμου.

Όλα ξεκίνησαν το 2014 όταν ο Κιμ Ντε Χο, Κορεάτης επιχειρηματίας, μετέφερε τις δραστηρίοτητές του από τη Σεούλ στο Χετάφε, νότιο προάστιο της Μαδρίτης. Εκεί γνώρισε τον Ρουμπέν Κάνιο και τους ένωσε η αγάπη τους για το ποδόσφαιρο. Από την αρχή της γνωριμίας τους, αγαπημένο τους θέμα ήταν το πως είναι το ποδόσφαιρο στη μία χώρα και πως στην άλλη. Έτσι ο Ντε Χο πρότεινε στον Κάνιο, ο οποίος ασχολιόταν κυρίως με το ποδόσφαιρο βάσης, να πάει να τσεκάρει το επίπεδο των ποδοσφαιριστών στις πανεπιστημιακές ομάδες της Νοτίου Κορέας.

Επιστρέφοντας ο Κάνιο από εκεί, είπε στον Ντε Χο ότι κατά τη γνώμη του υπάρχουν αρκετοί παίχτες που θα μπορούσαν να αγωνιστούν στην Τερθέρα και τη Σεγούνδα. Έτσι άρχισαν να χτίζουν τις υποδομές για ένα φιλόδοξο σχέδιο. Θα έστηναν μια ομάδα αποκλειστικά με Κορεάτες φοιτητές και θα την τοποθετούσαν στη χαμηλότερη κατηγορία της Ισπανίας. Η Ομοσπονδία της Καστίλης (όπως έχουμε ξαναπεί στις μη εθνικές κατηγορίες τα πρωταθλήματα τα διοργανώνουν οι ομοσπονδίες της κάθε Αυτονομίας) έθεσε ως μόνη προϋπόθεση η έδρα (γήπεδο και εταιρία) να είναι στα διοικητικά όρια της Καστίλης και να έχει ΑΦΜ ισπανικό.

Μετάφραση Μότο: Η Αρχή του Θρύλου

Οι δύο φίλοι πήγαν στη Σεούλ και έβαλαν ανακοίνωση για κάστινγκ. Ακολούθησαν κλασσικές αγαπημένες ασιατικές εικόνες. Παρουσιάστηκαν 500 άτομα από όλα τα πανεπιστήμια της χώρας. Όπως είπε ο ίδιος ο Ντε Χο: «Ήταν κάτι φοβερά ρομαντικό αυτό που κυνηγούσαν αυτά τα παιδιά. Εμένα τουλάχιστον με συγκίνησε. Εκεί εμπνεύστηκα το όνομα του συλλόγου. ‘Όνειρο’ διότι από τη μία ήταν το δικό μου όνειρο που γινόταν πραγματικότητα, από την άλλη ήταν το όνειρο αυτών των παιδιών να πάνε να παίξουν μπάλα στην Ισπανία».

Επιλέχθηκαν 24 άτομα που έκαναν το ταξίδι από Σεούλ στη Μαδρίτη για να εγκατασταθούν σε μια κωμόπολη λίγο πιο έξω από το Τολέδο, το Ιγιέσκας. Εκεί ακολουθούν πρόγραμμα προπονήσεων υπό τις οδηγίες του Πέδρο Βελάσκο, ενός γκουρού στις μέσες ηλικίες. Παράλληλα ακολουθούν ακαδημαϊκά προγράμματα στο πανεπιστήμιο του Τολέδο και μαθαίνουν Ισπανικά. Ο προϋπολογισμός του συλλόγου, €520.000, πληρώνεται από τον Κιμ Ντε Χο που είναι πρόεδρος, την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Νοτίου Κορέας αλλά και το Υπουργείο Πολιτισμού, καθώς θεωρεί το πρόγραμμα από τη μία εκπαιδευτικό, από την άλλη διαφήμιση για τη χώρα. Η τοπική Ιγιέσκας παρέχει δωρεάν τις εγκαταστάσεις (έδρα και προπονητικό) στην Κουμ.

Ο Βελάσκο δήλωνε στον τοπικό τύπο ότι μετά την πρώτη προπόνηση ένιωθε πολύ άβολα καθώς δεν είχε συνηθίσει να του δίνουν τόσο μεγάλη προσοχή οι παίχτες του. Σχεδόν σοκαρίστηκε από τη διαφορά πολιτισμού όπου είχε 24 άτομα να κάθονται και να ακολουθούν ευλαβικά τις οδηγίες του. «Όταν δίνω μια οδηγία το βουλώνουν και με ακούνε. Με σοκάρει αυτό». Ο μέσος όρος της ομάδας είναι τα 20 χρόνια και ο καλύτερος και πιο έμπειρος από αυτούς είχε παίξει μια σεζόν στο πρωτάθλημα των Φιλιππίνων. Αυτή τη στιγμή είναι πρώτοι στη βαθμολογία με 4/4 νίκες και γκολ 16-3.

Το όριο στην Ισπανία για μια τέτοια ομάδα είναι η Σεγούνδα. Όταν ρωτάνε τον Ντε Χο ποιο είναι το όνειρό του, αυτός απαντάει: «Nα φτάσουμε στη Σεγούνδα και να κληρωθούμε στο κύπελλο με τη Ρεάλ Μαδρίτης». Και στην τελική, εδώ που κατάφερε να το φτάσει το όλο εγχείρημα, ποιος μπορεί να του στερήσει αυτό το όνειρο;

Όταν ο Μπλάνκο έστειλε στον κουβά τους συμπαίκτες του

  [Καθόλου σχόλια]

Στην ιστορία του Σομπρέρο υπάρχουν κάποιες προσωπικότητες στις οποίες έχουμε αδυναμία. Που δεν βαριόμαστε να ασχολούμαστε μαζί τους και να αφιερώνουμε παραπάνω από ένα κείμενο. Μια τέτοια είναι ο σπουδαίος τεχνίτης-ζογκλέρ-ψυχάκιας Κουαουτέμοκ Μπλάνκο. Ο Μεξικάνος φορ που έπαιζε μέχρι τα 40κατι του μπάλα, έκανε ένα πέρασμα από τα ευρωπαϊκά γήπεδα που δυστυχώς ήταν σύντομο. Το 2000 σε ηλικία σχεδόν 28 χρονών πήγε δανεικός στη Ρεάλ Βαγιαδολίδ για να ζήσει το όνειρο, αλλά λίγους μήνες αργότερα χτύπησε πολύ σοβαρά σε παιχνίδι της εθνικής με το Τρινιντάντ-Τομπάγκο και έμεινε εκτός δράσης για έξι μήνες.

Σκληρές εικόνες, αλήθεια…

Ήταν ένας από τους πιο άδικους τραυματισμούς, αφού με το σκορ στο 6-0 (!!), ο αμυντικός Έλκοκ έκανε ένα τρομακτικό, δολοφονικό χτύπημα στον Μπλάνκο μέσα στην περιοχή. Ο διαιτητής έδωσε το πέναλτι και την κόκκινη, το ματς έληξε 7-0, αλλά ο Μπλάνκο υπέστη ρήξη χιαστού και έμεινε για μισό χρόνο εκτός. Ο Έλκοκ έγινε γνωστός ως ο χασάπης του Τρινιντάντ, αυτή ήταν και η τελευταία του διεθνής συμμετοχή, γεγονός που τον έκανε άκρως αναγνωρίσιμο και μετά το τέλος της καριέρας του. Δεν ήταν λίγοι οι Μεξικάνοι που τον συναντούσαν χρόνια μετά και θυμόντουσαν το περιστατικό, ο Μπλάνκο άλλωστε είναι για πολλούς εθνικός ήρωας. Όταν επέστρεψε από τον τραυματισμό δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος και έχοντας χάσει σε ταχύτητα, δεν μπόρεσε να εντυπωσιάσει και έχασε τις ελπίδες του για μια μεταγραφή σε μεγαλύτερο ευρωπαϊκό σύλλογο. Ο ίδιος λέει ότι αυτό το χτύπημα του χάλασε μια μεταγραφή στη Ρεάλ. Πρόλαβε όμως να αφήσει το στίγμα του και στην Ισπανία.

Στην αρχή της επόμενης σεζόν, στις 29 Σεπτεμβρίου του 2001 όταν η Βαγιαδολίδ ταξίδεψε στο Μπερναμπέου για να αντιμετωπίσει τη Ρεάλ που κατέβηκε με παίκτες όπως οι Κασίγιας, Ρομπέρτο Κάρλος, Μακελελέ, Ραούλ, Ζιντάν, Φίγκο και Ιέρο. Μια Ρεάλ που έχασε εκείνη τη σεζόν το πρωτάθλημα από τη Βαλένθια και βγήκε 3η, αλλά κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ με αυτό το γκολ. Ποιος θα πόνταρε υπέρ της Βαγιαδολίδ; Ούτε οι παίκτες της. Και δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι η αλήθεια. Βλέπετε οι παίκτες της Βαγιαδολίδ είχαν το συνήθειο εκείνη την περίοδο να παίζουν συνεταιρικά κινιέλα, το περίπου αντίστοιχο του ΠΡΟ-ΠΟ στην Ισπανία με 15 αγώνες (αν δεν κάνω λάθος 14 αγώνες και ένα ακόμα ματς για μπόνους που μαντεύεις το σκορ).

Υπεύθυνος εκείνης της εβδομάδας για την κατάθεση του δελτίου ήταν ο αναπληρωματικός τερματοφύλακας Αλμπάνο Μπισάρι που στο ματς της ομάδας του έπαιξε ξερό άσσο, όπως έκαναν πάντα οι παίκτες καθώς αν η ομάδα κέρδιζε ήταν χαρούμενοι, αν έχανε τουλάχιστον είχαν πιάσει το σημείο. Οι προβλέψεις των παικτών της Βαγιαδολίδ ήταν εξαιρετικά σωστές εκείνο το Σαββατοκύριακο, αφού έπιασαν τα υπόλοιπα 13 παιχνίδια, αλλά και το σκορ του μπόνους. Συμπληρώνοντας και τη νίκη της Ρεάλ θα τα έπιαναν όλα. Και τα πράγματα πήγαιναν… καλά. Η Ρεάλ μόλις στο 4′ άνοιξε το σκορ με κεφαλιά του Ζιζού, η Βαγιαδολίδ ισοφάρισε δύο λεπτά αργότερα και ο Ραούλ στο 19′ έκανε το 2-1. Οι Μαδριλένοι έχασαν αρκετές ακόμα ευκαιρίες για να καθαρίσουν το ματς, αλλά το σκορ παρέμενε στο 2-1. Εννιά λεπτά πριν την λήξη ο κόουτς Μορέ πέρασε μέσα τον Μπλάνκο μπας και γίνει το θαύμα. Στο 88′ η Βαγιαδολίδ κέρδισε το φάουλ, ο Μεξικάνος πήρε την μπάλα και εκτέλεσε ένα τέλειο φάουλ, μέσα από το τείχος και στα δίχτυα του Κασίγιας, γράφοντας το 2-2 που ήταν και το τελικό.

Φυσικά η ισοπαλία στο Μπερναμπέου πανηγυρίστηκε έξαλλα, μέχρι που οι παίκτες συνειδητοποίησαν τι είχε γίνει. Το συνολικό ποσό που θα μοιράζονταν ήταν περίπου 5 εκατομμύρια € (!!) και ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι κάποιοι παίκτες της Βαγιαδολίδ δεν τα είχαν ανάγκη, σκεφτείτε ότι στο εβδομαδιαίο δελτίο συμμετείχαν και μεροκαματιάρηδες άνθρωποι όπως φυσιοθεραπευτές και μέλη του τεχνικού τιμ. Το ένα από τα μόλις τρία γκολ του Μπλάνκο στη σύντομη ισπανική του καριέρα στοίχισε σε αρκετούς ανθρώπους περίπου 150.000€, ποσό ικανό να αλλάξει τη ζωή τους. Τελικά, οι νικητές μοιράστηκαν από περίπου 1.000€ ο καθένας, ποσό ελάχιστο, αλλά τουλάχιστον είχαν να λένε ότι δεν έχασαν από την κορυφαία ομάδα της Ευρώπης εκείνη τη χρονιά, κλέβοντας μια ιστορική ισοπαλία στο τέλος.

Το φορ που βαριόταν να τρέχει

  [Καθόλου σχόλια]

Στο ποδόσφαιρο είναι πολλές φορές ένα τυχαίο γεγονός, μία φάση, ένα γκολ που καθορίζει την καριέρα κάπου επαγγελματία. Την ανεβάζει ή την καταστρέφει. Έτσι έγινε και ένα βράδυ του Οκτωβρίου του 2015 όταν η Ντεφενσόρ της Ουρουγουάης υποδεχόταν τη Λανούς της Αργεντινής για τους 16 του Κόπα Σουνταμερικάνα. Με το πρώτο παιχνίδι στο 0-0, η ρεβάνς στο Μοντεβιδέο κινήθηκε στους ίδιους ρυθμούς. Στο 71′ ο προπονητής των γηπεδούχων πέρασε μέσα τον πιτσιρικά Μαξιμιλιάνο Γκόμες, ένα ψηλό γεροδεμένο παιδί με παραπανίσια κιλά. Οι περισσότεροι στο στάδιο Λουίς Φρανσίνι δεν τον ήξεραν. Είχε παίξει ξανά μόλις για λίγα λεπτά σε έναν προηγούμενο αγώνα, μπαίνοντας αλλαγή στο τέλος.

Το παιχνίδι οδηγήθηκε τελικά στα πέναλτι κι ο προπονητής της Ντεφενσόρ Χουάν Τεχέρα δεν είχε σχεδιάσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Είχε τρεις σίγουρους, αλλά ο τέταρτος είχε βγει αλλαγή και ο 5ος δήλωσε «κουρασμένος» (σε απλά ελληνικά φοβόταν). Την ίδια στιγμή ο βοηθός του ρωτούσε τον 19χρονο Μάξι αν θέλει να εκτελέσει πέναλτι. Αυτός με απόλυτη ψυχραιμία, λες και δεν κρινόταν μια σημαντική πρόκριση, απάντησε: «ΟΚ, θα χτυπήσω ένα«, μια που στις ακαδημίες συνήθως εκτελούσε αυτός. Όπως αργότερα αποκάλυψε, νόμιζε ότι τον ρωτούσαν για την περίπτωση που πήγαινε σε 6ο ή 7ο πέναλτι και έτσι απάντησε τόσο άνετα. Ο βοηθός είπε στον κόουτς Τεχέρα: «Δεν ξέρω ποιον σκέφτεσαι, αλλά ο Μάξι φαίνεται να το πιστεύει» κι αυτός ανακοινώνει: «Το 5ο θα το εκτελέσει ο Μάξι«, χωρίς να τον κοιτάει. «Ένιωσα λίγο άγχος όταν άκουσα ότι θα βαρέσω το τελευταίο, αλλά δεν υπήρχε επιστροφή» είπε ο μικρός αργότερα. Η διαδικασία ξεκινάει. Η Λανούς αστοχεί στο πρώτο της και με το σκορ 4-2 την μπάλα παίρνει ο γνωστός μας Σεμπαστιάν Λέτο. Κάνει ένα άψογο σουτ στο γάμα, χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο, με τρόπο που κομπλάρει ο επόμενος. Ο Μάξι. Ο πιτσιρικάς όμως, έχει την ψυχραιμία να σημαδέψει σωστά, να κάνει το 5-3 δίνοντας την πρόκριση και να γίνει ο ήρωας της βραδιάς.

Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Γκόμες παίρνει πολλές ευκαιρίες και τις εκμεταλλεύεται, καθώς σκοράρει 14 γκολ στο πρωτάθλημα. Το ταλέντο του είναι μεγάλο, η δύναμη που έχει τον βοηθάει πολύ, εκμεταλλεύεται τα φυσικά του προσόντα και γίνεται ένα πολύ αξιόλογο φορ περιοχής. Κι αν το πέναλτι τον κάνει γνωστό, λίγους μήνες αργότερα μπαίνει στις καρδιές των οπαδών της Ντεφενσόρ πάλι με ένα γκολ στο τέλος. Αυτή τη φορά στο ντέρμπι των «μεσαίων», όπως λέγεται το δεύτερο πιο σπουδαίο «κλάσικο» της χώρας μεταξύ Ντεφενσόρ και Ντανούμπιο. Σκοράρει στο… 98′, γράφει το τελικό 3-2, γίνεται τραγούδι στις εξέδρες. Η απόφασή του να αφήσει το σπίτι του και την οικογένειά του πίσω στην πόλη Παϊσαντού και να πάει στα 17 του στην μεγάλη πόλη δικαιώνεται. Αν και ο ίδιος δεν περίμενε ότι θα κάνει καριέρα, ήταν η μοναδική του ίσως διέξοδος. Κακός μαθητής, βαριόταν το σχολείο και πολλές φορές έβγαινε από την τάξη για να κλωτσήσει μια μπάλα στην αυλή. Σίγουρα δεν θα σπούδαζε κάτι. Βέβαια και στην μπάλα το ίδιο. Παρ’ ότι ο πιο ταλαντούχος από τα αδέρφια, ήταν και ο πιο τεμπέλης στον αγωνιστικό χώρο. «Μου έλεγαν ότι έπρεπε να τρέχω, αλλά δεν μου άρεσε. Τώρα κατάλαβα τη σημασία», δήλωσε πρόσφατα.

Αρχίζει να κερδίζει το όνομα «νέος Σουάρες» από τους δημοσιογράφους παρ’ ότι δεν είναι σε καμία περίπτωση του ίδιου ταλέντου. Σε αυτή την παρομοίωση όμως βοηθάει το γεγονός ότι παίρνει δυο κόκκινες κάρτες, αλλά και ένα συμβάν που γίνεται μετά από μια εντός έδρας ήττα της Ντεφενσόρ. Οι οπαδοί τα βάζουν με τους παίκτες και ειδικά ο Ακούνια έρχεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση μαζί τους. Μόνο που σε αυτούς τους οπαδούς, πρωτοστατεί ο αγαπημένος αδερφός του Μάξι που σε ένα περιστατικό λατινοαμερικάνικης μαγείας, βρίζει τους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας, της ομάδας που αγωνίζεται ο αδερφός του. Ο Ακούνια δεν τον γνωρίζει, απαντά και τον βρίζει. Ο Μάξι είναι ακριβώς από πίσω, εκρήγνυται και του δίνει γροθιά στο κεφάλι. Στη συνέχεια οι δυο συμπαίκτες έρχονται στα χέρια. Το επεισόδιο αυτό τον στιγματίζει, το βίντεο γίνεται viral και το κακό όνομα βγαίνει. Δεν πτοείται όμως στο γήπεδο. Την επόμενη σεζόν σκοράρει 15 φορές και κατακτά την Απερτούρα. Ακούγεται για τη Ρίβερ και άλλους συλλόγους της Ν. Αμερικής, ενώ η Ντεφενσόρ αρνείται τα 3,25 εκατομμύρια που προσφέρει η Ουντινέζε. Τελικά συμφωνεί με τη Θέλτα για το 80% του παίκτη με μια πρόταση κοντά στα 4 εκατομμύρια. Ο Μάξι κάνει τις βαλίτσες για τη Γαλικία. Από μια φτωχή οικογένεια στα σαλόνια της Ισπανίας, με ύψος 1.86, φορώντας σιδεράκια και ζυγίζοντας 91 ολόκληρα κιλά. Στο πρωτάθλημα της Ουρουγουάης αυτό δεν τον εμποδίζει τόσο, αλλά στην Πριμέρα δεν είναι το ίδιο.

Δηλώνει ότι θα δώσει και τη ζωή του για τη Θέλτα, αλλά πέρα από αυτές τις μεγαλοστομίες, δείχνει ότι όντως θέλει να πετύχει. Μια βδομάδα πριν καν μαζευτεί η ομάδα για προετοιμασία πηγαίνει στο προπονητικό και κάνει ατομικό πρόγραμμα για να αδυνατίσει και να μπορέσει να φτάσει σε σωστό επίπεδο. Ο πιτσιρικάς που βαριόταν να τρέξει και περίμενε την μπάλα, ρίχνει καλοκαιριάτικα κιλά ιδρώτα για να τα καταφέρει. Στα φιλικά παίζει πολύ καλά και έτσι παίρνει ευκαιρίες και στο πρωτάθλημα, μια που ο Γκουιντέτι είναι τραυματίας. Λίγοι πιστεύουν ότι αυτός ο βαρύς παίκτης περιοχής, μόλις στα 21, του θα μπορέσει να βοηθήσει ουσιαστικά, πολλοί σχολιάζουν αρνητικά το μεγάλο ποσό.

Τα γκολ, γκολ κι οι κάρτες, κάρτες

Κι όμως. Στα πρώτα 7 ματς σκοράρει 5 φορές (σε κάποιες λίστες έχει 6 γκολ γιατί το γκολ της Θέλτα με την Μπέτις δεν χρεώνεται αυτογκόλ) και τον περνούν μόνο ο Μέσι και ο Σιμόνε Ζάζα. Αλλά για να δικαιολογήσει και όλα τα κουσούρια που κουβαλάει, παρ’ ότι επιθετικός, γίνεται ο πρώτος στη φετινή Πριμέρα που συμπληρώνει 5 κίτρινες (σε 7 ματς, το ξαναλέμε). Ο ίδιος λέει ότι τον αδικούν οι διαιτητές και του χρεώνουν ότι βουτάει για πέναλτι (νέος Σουάρες και σε αυτό άραγε;). Η πορεία του πάντως είναι αξιοθαύμαστη, ακόμα και αν δεν συνοδεύεται πάντα από νίκες, καθώς η Θέλτα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη αμυντικά. Έτσι λοιπόν έρχεται κι η κλήση στην εθνική της Ουρουγουάης. Με Καβάνι και Σουάρες δύσκολο να βρει χρόνο βέβαια και δεν παίζει απέναντι στη Βενεζουέλα με την Ουρουγουάη είναι με το 1,5 πόδι στη Ρωσία. Το αν θα ταξιδέψει εκεί ο Μάξι, θα κριθεί από το αν θα καταφέρει να συνεχίσει έτσι στη Θέλτα. Και φυσικά για πόσο θα συνεχίσει στη Θέλτα. Ήδη έφτασε πολύ κοντά στο να μετακομίσει στην Κίνα με μια πρόταση περίπου στα 20 εκατομμύρια Ευρώ, αν κι ο ίδιος δήλωσε ότι δεν θα πήγαινε.

Το Πάθος στη Φωνή

  [3 Σχόλια]

Ο Οργανισμός Ραδιοφώνων Καταλωνίας διοργανώνει κάθε χρόνο ένα διαγωνισμό για τον καλύτερο σπίκερ των τοπικών ραδιοσταθμών. Οι συμμετοχές αποστέλλονται από τους ίδιους τους ραδιοσταθμούς στον Οργανισμό και μια κριτική επιτροπή ακούει τις περιγραφές και επιλέγει το νικητή. Στο διαγωνισμό του 2017, η κριτική επιτροπή μαγεύτηκε από έναν νεαρό σχολιαστή του Ράδιο Ουλότ, τον Πέρε Ρίμπες.

Πηγαίνοντας να παραδώσουν το βραβείο στο νικητή αντίκρισαν ένα εντεκάχρονο παιδί. Επιπλέον, αυτό το παιδί είναι τυφλό! Έχουμε αναφέρει ξανά στο μπλογκ περιπτώσεις τυφλών παιχτών και οπαδών. Περίπτωση όμως τυφλού σπορκάστερ είναι μοναδική. Ο Πέρε Ρίμπες, τυφλός εκ γενετής, διαμένει με την οικογένειά του στο χωριό Ουλότ της Καταλωνίας. Παρόλο που μένει στην Καταλωνία δεν είναι οπαδός, ούτε της Μπαρσελόνα, ούτε της Εσπανιόλ. Η Ανδαλουσιάνικη καταγωγή των γονιών του, μαζί με το γεγονός ότι έβαλε ένα στοίχημα με τον εαυτό του, τον έκανε οπαδό της Μπέτις. «Αρχικά είχα μια συμπάθεια στη Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά άκουσα μια μέρα στο ράδιο τον ύμνο της Μπέτις. Είπα ότι αν κερδίσουν τρία συνεχόμενα παιχνίδια θα γίνω οπαδός τους. Το έκαναν και πια είμαι Μπέτικο».

Ο τοπικός όμιλος οπαδών της Μπέτις τον έχει ήδη ανακηρύξει επίτιμο μέλος. Μόλις έμαθαν για τον Πέρε, ο πρόεδρος του συνδέσμου Διέγο Σάντσεθ έβγαλε λαχνούς με τίτλο «Πέρε, σε θέλουμε σπίτι». Συγκέντρωσαν πάνω από €1.000 και έστειλαν τον Πέρε στο Μπενίτο Βιγιαμαρίν. Το ματς ήταν κόντρα στη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια. «Δε με ενθουσίασε τόσο να πάω στο γήπεδο για τη νίκη, όσο για να μπορέσω να τραγουδήσω ακαπέλα επιτέλους τον ύμνο που είχα ακούσει τόσες φορές στο ράδιο».

Η επίσκεψη του Πέρε στο γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας, ένα συγκινητικό βίντεο

Ένα παιδί που αρχικά στις αλάνες του χωριού έπιανε τη μπάλα με τα χέρια, μέχρι να του δείξουν οι φίλοι του ότι δεν είναι ακριβώς έτσι το άθλημα, κέρδιζε το βραβείο καλύτερου σπορκάστερ. Η σχέση του Πέρε με το μέσο δεν είναι ανεξήγητη. Ως τυφλός ήταν το αγαπημένο του μέσο. Άκουγε με τις ώρες ραδιόφωνο, κυρίως αθλητικά μαγκαζίνο και μεταδόσεις. «Αρχικά πίστευα ότι είναι τρομακτικά πολύπλοκο να μεταδίδεις όλη αυτήν την ευφορία. Όμως μου έδωσε το ερέθισμα να ασχοληθώ ώστε να λύσω το αίνιγμα αυτό, με λίγη τύχη».

Την προηγούμενη σεζόν η ομάδα του χωριού του, του Ουλότ, ανέβηκε στη Σεγούνδα Β. Όπως όλοι οι κάτοικοι, έτσι και ο Πέρε πήγε στο πρώτο εντός έδρας ματς της ομάδας. Εκεί τον εντόπισε ο Δαβίδ Πλανέλια, τοπικός αθλητικογράφος και του πήρε συνέντευξη. Ο δημοσιογράφος εντυπωσιάστηκε από την ωριμότητα και τη γνώση του παιχνιδιού από τον μικρό. Πήγε σπίτι του να μιλήσει με τους γονείς του για να τον πάρει στο πρόγραμμα. Εκεί ανακάλυψε ότι η μητέρα του Πέρε ήταν καθηγήτρια του και το θέμα έκλεισε σε μερικά λεπτά. Ο Πέρε θα πήγαινε στο τοπικό ραδιόφωνο, στο πλάι του Δαβίδ Πλανέλια ως σχολιαστής στο ραδιοφωνικό αθλητικό μαγκαζίνο.

Μετά από λίγες εκπομπές ο Πλανέλια τον πήρε μαζί του σε περιγραφή αγώνα μαζί του. Ο Πέρε ήταν τόσο καλός σχολιαστής που κράτησαν την κασέτα και την έστειλαν στο ετήσιο διαγωνισμό του Οργανισμού Ραδιοφώνων Καταλωνίας, τον οποίο και τελικά κέρδισε. Όταν τον ρωτάνε πώς το κάνει όλο αυτό, απαντά:

«Το να σχολιάσεις ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι δεν σημαίνει μόνο να περιγράψεις το σχηματισμό των δύο ομάδων. Για μένα το κλειδί είναι να ακούς το σπορκάστερ και να αφήνεσαι στο πάθος του και στα σχόλιά του. Πάντα έλεγα ότι αν κάποιος κλείσει τα μάτια και ακούσει ένα ματς από το ράδιο, σίγουρα θα μπορούσε να κάνει πολλά σχόλια για το παιχνίδι, το οποία, ίσως, δε θα τα έκανε με ανοιχτά τα μάτια. Διότι το συναίσθημα σε κατακλύζει».

Και πώς βλέπει ένα γκολ; «Δε χρειάζεται να δω απολύτως τίποτα. Ο σπορκάστερ το περιγράφει άψογα και καταλαβαίνω ακριβώς πως μπήκε». Μετά το βραβείο τον άκουσαν και ραδιοφωνικοί σπίκερ από τα μεγάλα ισπανικά ραδιόφωνα όπως το Ράδιο Καταλούνια, το Καδένα Σερ, το ΡΑΚ. Όλοι εντυπωσιάστηκαν από την ωριμότητα στα σχόλια και τη φοβερά ραδιοφωνική φωνή του. Ο Αντόνιο Ρομέρο του Καδένα Σερ δήλωσε: «Ανεξάρτητα από την αναπηρία του, έχει αρετές που εμείς δε διαθέτουμε. Η μνήμη του σε στατιστικά στοιχεία είναι εκπληκτική. Η φωνή του και η ωριμότητά του είναι τρομακτική για την ηλικία του».

Για το Δαβίδ Πλανέλια τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: «Το να έχω τον Πέρε στην ομάδα μου είναι ένας τρόπος να ζω κάθε αναμετάδοση ως κάτι τρομακτικά σπουδαίο». Πόσο σπουδαίο; «Ακόμα και αν ήξερα ότι δε θα έχω κανέναν άλλο ακροατή εκτός από αυτόν, ξέρω ότι θα άξιζε τον κόπο να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ για να ζήσει το παιχνίδι με τη φωνή μου».

Ο Πέρε Ρίμπες ονειρεύεται να ακολουθήσει επαγγελματική καριέρα αθλητικογράφου. Προς το παρόν αστειευόμενος λέει ότι όταν τελειώσει τη σχολή θα έχει ήδη 10 χρόνια εμπειρίας στο χώρο. Αν δεν τα καταφέρει θα ασχοληθεί με τη μουσική και το σταντ-απ. Στο τέλος του χρόνου έχει δηλώσει συμμετοχή και για τον μουσικό διαγωνισμό Καταλωνίας, και στο βαθμό που μπορούμε να εμπιστευθούμε τους κατοίκους του Ουλότ, πάει για το ντάμπλ.

Όταν ο Πελέ συνάντησε την Πενιαρόλ

  [Καθόλου σχόλια]

Η ιστορία του Κόπα Λιμπερταδόρες είναι γεμάτη από ήρωες, σπουδαίες ομάδες, μεγάλους παίκτες και πολλά περίεργα γεγονότα. Ο θεσμός ξεκίνησε το 1960 με όνομα Κύπελλο Πρωταθλητριών (αποκλειστικά) και τις δύο πρώτες χρονιές κέρδισε η Πενιαρόλ της Ουρουγουάης. Το 1962 πήρε ξανά μέρος παρ’ ότι το πρωτάθλημα το είχε πάρει η Νασιονάλ, ήταν όμως η πρώτη χρονιά που η κυπελλούχος έπαιρνε «δώρο» τη συμμετοχή της στην επόμενη διοργάνωση. Έτσι, με 10 ομάδες από 9 χώρες (η Βενεζουέλα η μόνη απούσα) το κύπελλο ξεκίνησε.

Στην ερώτηση «και πώς χωρίστηκαν 10 ομάδες;», η απάντηση είναι «ευχαριστούμε για την ερώτηση» γιατί θα μας δώσει μια ακόμα φορά την ευκαιρία να μιλήσουμε για ένα λατινοαμερικάνικο σύστημα διοργάνωσης. Έτσι λοιπόν, οι ομάδες χωρίστηκαν σε τρεις ομίλους των τριών. «Μα καλά, δέκα δεν ήταν;» θα ρωτήσει κάποιος αθώος. Ναι, δέκα ήταν. Κι η Πενιαρόλ, παρ’ ότι δεν ήταν πρωταθλήτρια, όχι μόνο πήρε μέρος, αλλά δεν χρειάστηκε να δώσει και κανέναν αγώνα πηγαίνοντας απευθείας στα ημιτελικά, μαζί με τους τρεις νικητές των ομίλων.

Στα ημιτελικά λοιπόν αντιμετώπισε τη Νασιονάλ σε ένα μεγάλο ντέρμπι της Ουρουγουάης. Μια κι οι δύο ομάδες χρησιμοποιούσαν το Εστάδιο Σεντενάριο, είχαμε εκεί τους αγώνες. Η Νασιονάλ κέρδισε το εντός της με 2-1, η Πενιαρόλ με 3-1. Δεν προκρίθηκε όμως, μη βιάζεστε. Γιατί τα ματς ήταν κάτι σαν όμιλος, αφού μετρούσε μόνο το αποτέλεσμα και όχι το σκορ. Έτσι, έγινε και τρίτο παιχνίδι, πάλι στο Σεντενάριο και εκεί είχαμε ισοπαλία με 1-1. Δεν είχαμε όμως τέταρτο παιχνίδι, μη βιάζεστε λέμε. Προκρίθηκε η Πενιαρόλ γιατί τότε μέτρησε επιτέλους η διαφορά τερμάτων από τα προηγούμενα δύο ματς. Δεν κάνουμε πλάκα, μας βλέπετε να γελάμε;

Φιλικό κλίμα πριν το ματς

Στο θέμα μας όμως. Η Πενιαρόλ έφτασε στον τελικό εκεί που ήδη την περίμενε η βραζιλιάνικη Σάντος. Τα ματς απέκτησαν τεράστια σημασία. Από την μία η δις πρωταθλήτρια Πενιαρόλ του σπουδαίου προπονητή Μπέλα Γκούτμαν (ναι, αυτού με την κατάρα), από την άλλη η ομάδα του Πελέ που ήδη είχε κάνει το όνομά του γνωστό στον ποδοσφαιρικό κόσμο. Στο πρώτο ματς στο Σεντενάριο, δύο γκολ του Κουτίνιο έδωσαν τη νίκη στη Σάντος με 1-2, σε έναν αγώνα όπου ο Πελέ δεν έπαιξε. Οι Ουρουγουανοί έπρεπε να ταξιδέψουν και να κερδίσουν στη Βραζιλία, κάτι που βέβαια δεν ήταν και δύσκολο γι’ αυτούς μετά το Μαρακανάσο.

Έτσι λοιπόν, στις 2 Αυγούστου του 1962 οι Ουρουγουανοί πήγαν αποφασισμένοι στο Σάο Πάουλο για έναν από τους πιο περίεργους και διάσημους αγώνες της ιστορίας της Ν. Αμερικής. Ο Σπένσερ μόλις στο 14′ έγραψε το 0-1 και το πλήθος εξαγριώθηκε, ενθυμούμενο προφανώς τα όσα είχε ζήσει στο Μουντιάλ της Βραζιλίας μερικά χρόνια πιο πριν. Για καλή της τύχη, η Σάντος που αγωνιζόταν ξανά χωρίς τον Πελέ ισοφάρισε μόλις τρία λεπτά αργότερα και στο 39′ πήρε το προβάδισμα για να πάει έτσι στο ημίχρονο με το 2-1. Το πλήθος πλέον ήταν σίγουρο ότι η νίκη ήταν βραζιλιάνικη και ηρέμησε. Μιλάμε όμως για την τεράστια Πενιαρόλ. Με γκολ ξανά του Σπένσερ και του Σασία στο 51′ έγινε το 2-3 και η πλήρης ανατροπή. Το κοινό έβραζε καθώς δεν άντεχε μια νέα ουρουγουανική επικράτηση σε βραζιλιάνικο έδαφος. Στην αμέσως επόμενη φάση η Σάντος κέρδισε κόρνερ και κάποιος από το εξαγριωμένο για την ανατροπή πλήθος πέταξε ένα μπουκάλι που βρήκε τον Χιλιανό διαιτητή Ρόμπλες στο κεφάλι. Ο ρέφερι έπεσε ημιλιπόθυμος στο χορτάρι και όταν συνήλθε διέκοψε το ματς και πήγε στα αποδυτήρια. Το γήπεδο κόχλαζε.


Στο βάθος ο χτυπημένος Ρόμπλες, μπροστά του παίκτες που μαλώνουν για το μπουκάλι

51 λεπτά αργότερα οι ομάδες βγήκαν έξω ξανά και το ματς συνεχίστηκε. Η Σάντος ισοφάρισε σε 3-3, το γκολ πανηγυρίστηκε έξαλλα και το ματς έληξε 3-3 με τον κόσμο της Σάντος να γιορτάζει την κατάκτηση του πρώτου βραζιλιάνικου Λιμπερταδόρες (αν και από το 1965 πήρε ο θεσμός το όνομα). Οι Ουρουγουανοί έτρεξαν να φυγαδευτούν στα αποδυτήρια από το εξαγριωμένο πλήθος. Ο Σασία ήταν στο επίκεντρο. Στο δεύτερο γκολ της Πενιαρόλ είχε πετάξει χώμα στα μάτια του Βραζιλιάνου τερματοφύλακα και αυτό είχε εξοργίσει το πλήθος. Σαν άντρας όμως, το πήρε πάνω του. Κάλυψε την άτακτη υποχώρηση των συμπαικτών του και έμεινε τελευταίος στην είσοδο των αποδυτηρίων για να σωθούν.«Περίμενα να μπουν οι συμπαίκτες μου μέσα, όταν έσκασε ένα μπουκάλι στα πόδια μου. Το πήρα από κάτω και το κρατούσα σπασμένο στα χέρια μου σαν όπλο. Αν δεν το είχα κάνει θα έμπαιναν στα αποδυτήρια». Κάπως έτσι ο Σασία έσωσε τους συμπαίκτες του, λες και ήταν σε καβγά σε αγγλική παμπ.

Λίγα πλάνα αρχείου με τη φάση της διακοπής του αγώνα

Η ιστορία όμως είχε και συνέχεια. Οι Βραζιλιάνοι συνέχισαν τα πανηγύρια και τα εξώφυλλα της επόμενης μέρα μιλούσαν για την πρωταθλήτρια Ν. Αμερικής Σάντος. Αν κάποιος διέθετε ψυχραιμία θα έβλεπε ότι οι Ουρουγουανοί δεν στενοχωρήθηκαν ιδιαίτερα από το χαμένο κύπελλο. Ο μόνος που ίσως την είχε μυριστεί τη δουλειά, ήταν ο Πέπε. Πηγαίνοντας στα αποδυτήρια τον πλησίασε ο δεξιός μπακ Γκονζάλες της Πενιαρόλ και του είπε: «το ξέρεις ότι δεν μετράει, ε;». Ο Πέπε λίγο προβληματίστηκε, το είπε και σε μερικούς συμπαίκτες του, αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία.

Άρθρο της επομένης: «Η Σάντος έφερε ισοπαλία, πρωταθλήτρια της Αμερικής» (αθώοι Βραζιλιάνοι)

Την επόμενη μέρα όμως, οι «πρωταθλητές» έμαθαν την αλήθεια. Ό,τι έγινε μετά το 51′ δεν είχε καμία σημασία, το ματς είχε διακοπεί οριστικά στο 1-2, η νίκη ήταν της Πενιαρόλ και ο τίτλος θα κρινόταν σε τρίτο παιχνίδι. Τι είχε γίνει όμως; Ο διαιτητής όταν πήγε στα αποδυτήρια δέχτηκε… bullying από τον πρόεδρο, τον προπονητή και ανθρώπους της Σάντος με βρισιές και απειλές, αλλά και τον πρόεδρο της τοπικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας που του είπε ότι θα φωνάξει την αστυνομία να τον συλλάβει. Ο διαιτητής Ρόμπλες φοβήθηκε για τη ζωή του και αποφάσισε να βγει στον αγωνιστικό χώρο για να μην υπάρξουν θύματα. Φρόντισε να πει όμως στους Ουρουγουανούς: «Παιδιά βοηθήστε με γιατί αλλιώς θα μας σκοτώσουν όλους». Τους ενημέρωσε ότι το ματς είχε λήξει και ότι θα έβγαιναν να παίξουν «φιλικά» τα υπόλοιπα 39′ μόνο και μόνο για να ηρεμήσει ο κόσμος. Έτσι και έγινε τελικά, η Πενιαρόλ «έβαλε πλάτη», η Σάντος έβαλε το «γκολ της ισοφάρισης» και πανηγύρισε έναν τίτλο που δεν υπήρξε ποτέ χωρίς να γνωρίζει την αλήθεια.

Στο ερώτημα και τελικά ποιος πήρε το κύπελλο, η απάντηση ήρθε τελικά στις 20 Αυγούστου του 1962 στο ουδέτερο Μονουμεντάλ του Μπουένος Άιρες, όπου οι δυο ομάδες βρέθηκαν αντιμέτωπες για τρίτη φορά. Μόνο που τώρα η Σάντος είχε και τον Πελέ στη διάθεσή της και αυτό ήταν αρκετό να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες. Ένα αυτογκόλ άνοιξε το σκορ για τη Σάντος και ήρθαν δύο γκολ του Πελέ (το πρώτο πανέμορφο) που έκανε ένα μαγικό παιχνίδι, ασταμάτητος, για να γράψουν το τελικό 3-0. Έστω και 28 ημέρες αργότερα, τελικά η Σάντος πανηγύρισε την κούπα με τον Πελέ να είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής, στο πρώτο από τα δύο Λιμπερταδόρες που κέρδισε στην καριέρα του. Πολλοί Βραζιλιάνοι είπαν ότι ίσως έτσι ήταν καλύτερα γιατί η νίκη ήταν απόλυτη και τους έδωσε μεγαλύτερη χαρά. Λίγα χρόνια αργότερα οι ομάδες τέθηκαν ξανά αντιμέτωπες και πάλι σε αγωνιώδη παιχνίδια, αλλά αυτή η ιστορία είναι για μια άλλη φορά.

Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

  [2 Σχόλια]

Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένα παιδί από την Μπαδαλόνα. Όπως τα περισσότερα παιδιά στην Καταλωνία παράλληλα με το σχολείο του έπαιζε από χόμπι ποδόσφαιρο. Επειδή ήταν λίγο καλύτερος από το μέσο όρο, χωρίς να είναι κάτι το σπουδαίο, και καθώς του άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο, άρχισε να ανεβαίνει σιγά-σιγά τις κατηγορίες. Πήγε από την ομάδα της γειτονιάς, σε εκείνη της περιοχής και άρχισε να παίζει στα τοπικά πρωταθλήματα. Μια κανονική ζωή ερασιτέχνη παίχτη, που παράλληλα σπούδαζε Μηχανολόγος Μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πομπέου Φάμπρα στη Βαρκελώνη.

To πάθος του για τη μπάλα δεν έσβησε και συνέχισε να παίζει ακόμα και ως βετεράνος. Μέλος του συλλόγου Λιουρέδα δε Μπαδαλόνα, αγωνιζόταν κανονικά στη Λα Λίγα των βετεράνων. Στις 26 Απριλίου του 2014 η Λιουρέδα αντιμετώπιζε την Έκουα Καλέλια. Το ματς ήταν αρκετά νευρικό, με πολλά σκληρά μαρκαρίσματα, βρισίδια και πλακώματα. Κάποια στιγμή ένας παίχτης της Καλέλια το παράκανε, ακόμα και για παιχνίδι βετεράνων, και αποβλήθηκε. Όπως πήγαινε προς τα αποδυτήρια ξαφνικά του γύρισε το μάτι και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Πήρε φόρα, σήκωσε το μποτάκι και το έφερε στη μέση του Ραούλ Σάντσεθ. Αυτός έπεσε κάτω, μην μπορώντας να κινηθεί. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου διεγνώσθη μετατόπιση των σπονδύλων C3 και C4. Ο Ραούλ θα έμενε για όλη την υπόλοιπη ζωή του παραπληγικός, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο δράστης συνελήφθη.

Η Λιουρέδα υπερασπιζόμενη τον παίχτη της ζήτησε αποβολή της Έκουα Καλέλια από κάθε διοργάνωση. Από μόνη της η Καλέλια διέγραψε άμεσα το δράστη από το ρόστερ της και του απαγόρευσε δια βίου την είσοδο στο γήπεδό της. Η ομοσπονδία αποφάσισε ότι η Καλέλια δεν ευθύνεται για το δράστη και δεν την τιμώρησε, όμως ο σύλλογος από μόνος του αποσύρθηκε από το υπόλοιπο του συγκεκριμένου πρωταθλήματος.

Από την πλευρά του ο Ραούλ είδε τη ζωή του να αλλάζει σε μια στιγμή και το χειρότερο να του στερεί για πάντα την κίνησή του και εκείνο που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, το ποδόσφαιρο. Πήρε το χρόνο του, το σκέφτηκε, και είπε κάπου «Όχι ρε κερατά (αυτολεξεί μετάφραση του καμπρόν), εγώ θα συνεχίσω, αλλά από άλλο πόστο». Ο Ραούλ άφησε τη δουλειά του ως σχεδιαστής μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικής παραγωγής και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην ενημέρωση του κόσμου για τη βία στο ποδόσφαιρο. Πήγε στο δήμο της Μπαδαλόνα και της Βαρκελώνης, στην τοπική κυβέρνηση του Ζενεραλιτάτ και σε κανάλια και στούντιο της Καταλωνίας με μοναδικό σκοπό την ενημέρωση και την εκπαίδευση του κόσμου ώστε να μάθει ν’ αντιμετωπίζει το άθλημα αλλιώς.

Ο Ραούλ πάει σε σχολεία, σε ακαδημίες ποδοσφαίρου, σε ομάδες γειτονιάς, παντού για να πει την ιστορία του. Σε κάποια τέτοια ομιλία τον συνάντησε ο Γκιγιέρμο Κρούθ, σκηνοθέτης του Ινστιτούτου Γκούτμαν. Εκεί του πρότεινε να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Ο Ραούλ Σάντσεθ δέχθηκε αμέσως. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί για πρώτη φορά στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βαρκελώνης τον Οκτώβρη και έχει τίτλο «26 Απριλίου, Παίξε το ξανά». Στην παραγωγή συμμετείχαν επίσημα το Αθλητικό Ινστιτούτο Βαρκελώνης, το Υπουργείο Αθλητισμού της τοπικής κυβέρνησης και η Καταλανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.

Ο Ραούλ Σάντσεθ δηλώνει ότι «όλος ο κόσμος με βοηθάει, θέλω να βοηθήσω και εγώ με τη σειρά μου. Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά και σ’όλο τον κόσμο σ’ αυτή τη χώρα να σκέφτεται αλλιώς. Να αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό αλλιώς». Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένας σπουδαίος υπηρέτης του αθλήματος. Ένας άνθρωπος που ακόμα και η αναπηρία του δεν του στέρησε τη διάθεση να γίνει κοινωνός του αθλήματος. Προσπαθεί να αλλάξει τα μυαλά του κόσμου, όπως εκείνου που τον άφησε ανάπηρο και τρία χρόνια μετά δεν του έχει ζητήσει ακόμα συγγνώμη.