Ο Καραγκιόζης

«Είμαι ένας γραφικός συγγραφέας. Αν και έψαξα στα λεξικά, δεν πολυκατάφερα να βρω τη σημασία αυτής της λέξης, μου αρέσει απλά ο αέρας της. Πάντα ονειρευόμουν να γράψω για άλλα πράγματα. Ονειρευόμουν να γράψω για ιππότες, για κάποιους στρατούς που, πριν από τριακόσια χρόνια, ένα πρωί γεμάτο ομίχλη, στις δύο άκρες μιας σκοτεινής κοιλάδας, ετοιμάζονταν να επιτεθούν ο ένας στον άλλο, για δυστυχισμένους που τα χειμωνιάτικα βράδια αφηγούνται ο ένας στον άλλο, στα καπηλειά, ερωτικές ιστορίες, για τις ανεξάντλητες περιπέτειες ερωτευμένων, που χάνονται μέσα σε σκοτεινές πόλεις κυνηγώντας κάποιο μυστήριο, αλλά ο Θεός μου έδωσε μόνο εσάς, τους αναγνώστες μου, κι αυτή τη στήλη από την οποία πρέπει να σας λέω άλλου είδους ιστορίες. Έτσι βολευόμαστε κι εσείς κι εγώ.».

Τα παραπάνω λόγια δεν ανήκουν σε μένα. Ανήκουν στον έναν εκ των δύο βασικών ηρώων του αριστουργήματος του Ορχάν Παμούκ «Το μαύρο βιβλίο» και επειδή η σημερινή ιστορία δεν είναι δική μου, αλλά κάποιου που αν και δεν είναι αθλητικογράφος κατάφερε να γράψει μια από τις πιο όμορφες ποδοσφαιρικές ιστορίες που εγώ έχω διαβάσει, θεώρησα πρέπον να την προλογίσω με αυτήν εδώ τη μικρή παράγραφο που φανερώνει τόσα πολλά για το γράψιμο, γι’ αυτούς που γράφουν, και φυσικά γι’ αυτούς που διαβάζουν, μέσα από ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία. Ένας τέτοιος είμαι και εγώ. Όπως ο Γκαλεάνο «ζητιάνευε» για λίγη καλή μπάλα έτσι κι εγώ «ζητιανεύω», εκτός της καλής μπάλας, για όμορφα και ρομαντικά ποδοσφαιρικά κείμενα. Αυτοί που διαβάζουν τα κείμενά μου θα ξέρουν πόσο λατρεύω το διάβασμα και πόσο μέσα από αυτό λατρεύω να βρίσκω όμορφες ποδοσφαιρικές ιστορίες γραμμένες από ανθρώπους που δεν ασχολούνται με το αθλητικό γράψιμο. Πριν λίγες μέρες, ένας καλός φίλος μου έστειλε την παρακάτω ιστορία. Ήμουν κάπως απογοητευμένος εκείνες τις μέρες λόγω κάποιων σχολίων που είχα διαβάσει για το πρόσφατο Γιούρο προς το πρόσωπο κάποιου αθλητικογράφου που εκτιμώ και προς τα πρόσωπα αρκετών ποδοσφαιριστών που πήραν μέρος στο τουρνουά και -ευτυχώς- η ρομαντική αύρα της ιστορίας αλλά και ο τρόπος γραφής της κατάφερε να μου φτιάξει το κέφι.

O τίτλος της ιστορίας είναι «Ο Καραγκιόζης», την έχει γράψει ο συγγραφέας Ντίνος Μελάχρις και έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Δίοδος 66100 της Δράμας. Θεώρησα ότι ίσως αρέσει σε αρκετούς από τους αναγνώστες μας και γι’ αυτό μπήκα με μεγάλη χαρά στον κόπο, που μόνο κόπος δεν ήταν, να τη μεταφέρω. Η ιστορία είναι αληθινή και μιλάει για ένα άλλο, μακρινό, ποδόσφαιρο από αυτό των ημερών μας. Ελπίζω να σας αρέσει.

~Τον Πάνο Τεμεκονίδη τον συναντώ σχεδόν κάθε μέρα. Είναι πια γύρω στα 80, μα ακόμα περιφέρεται καβάλα στο ποδήλατό του, ένα παλιό μαύρο Bismarch, στις οδούς Ιωνίας, Ραιδεστού, Σηλυβρίας, Ιασωνίδου, Χρυσοστόμου Σμύρνης, Ερυθραίας…δρόμους με ονόματα που θυμίζουν τις χαμένες πατρίδες, καθότι ο Άγιος Κωνσταντίνος είναι προσφυγοχώρι.

Ο Πάνος έπαιζε έξω αριστερά στον Παναιτωλικό, τότε που η ομάδα προσπαθούσε να κάνει το μεγάλο βήμα της ανόδου στην Α εθνική. Δεν ήταν κάνας σπουδαίος μπαλαδόρος, δεν τον βοηθούσε και το σουλούπι του, αφού όχι μόνο του έλειπε το μπόι, αλλά κι από φυσικού του έσκυβε, σαν να κουβαλούσε στην πλάτη του κάνα σακί γεμάτο με τσιμέντο. Σίγουρα όμως ήταν ο αγαπημένος της κερκίδας. Κα-ρα-γκιό-ζης, Κα-ρα-γκιό-ζης, του φώναζαν οι φίλαθλοι ρυθμικά, άλλοτε επευφημώντας τον για το ασίγαστο πάθος που έβγαζε ή για τα τσαλίμια που έκανε, κι άλλοτε κοροιδευτικά, άμα στραβοπατούσε κι έπεφτε ή όταν έριχνε κάνα σουτ κι η μπάλα πήγαινε στου Καραγκιόζη τον γάμο.

Αν όμως με την απόδοσή του δεν μπορούσε να καθορίσει το αποτέλεσμα κάποιου αγώνα, ο Τεμεκονίδης ήταν αναμφισβήτητα παίκτης-ανακατωσούρας, σβούρα που στριφογύριζε χωρίς έλεγχο, γι’ αυτό όταν έμπαινε στην αντίπαλη περιοχή, σκορπούσε στους αντιπάλους τον πανικό, μέχρι βέβαια εκείνοι να συνειδητοποιήσουν ότι είναι ακίνδυνος κι έπειτα να τον αντιμετωπίζουν με σχετική ψυχραιμία.

Πέρασαν όμως τα χρόνια, σταμάτησε ο Πάνος το ποδόσφαιρο και αφοσιώθηκε στη δουλειά που έκανε από δεκαπέντε χρονών, δηλαδή εργάτης στις οικοδομές, αλλά και υδραυλικός και μπογιατζής και χίλια δυο ακόμα. Πολλές δουλειές, πολύς κόπος, συν τους αγώνες της ομάδας, αλλά η φτώχεια αδερφή και το φαγητό ποτέ να μη φτάνει.

Κάθε που ερχόμουν στη μικρή μας πόλη και τον έβλεπα, αναρωτιόμουν: Τι να θυμάται άραγε ο Πάνος από εκείνα τα χρόνια; Τις ιαχές του κόσμου; Το περίφημο γκολ που έβαλε στην τάδε ομάδα, στο μεγαλύτερο ντέρμπι της περιοχής μας; ή τη χρονιά που, με αυτόν στη σύνθεση της ομάδας, πέσαμε στη Γ εθνική; Εγώ πάντως δεν θα ξεχάσω που, μικρός, έσμιγα τη φωνή μου με τις φωνές των άλλων και οι κραυγές μας σκέπαζαν όλη την πόλη. Κα-ρα-γκιό-ζης, Κα-ρα-γκιό-ζης, είδωλο και περίγελως ταυτόχρονα.

Αυτά μας έλεγε ο καλός φίλος, Βασίλης Ιωακείμ, ο μαρκόνης. Τα έγραψε μάλιστα και σ’ ένα θαυμάσιο διήγημα, που δεν πρόλαβε όμως να το δημοσιεύσει, γιατί πέθανε. Και το μοίρασαν σαν φέιγ-βολάν, θυμάμαι, μια Κυριακή πριν από έναν αγώνα, έξω από το γήπεδο, χορηγία μιας φίρμας έτοιμων ενδυμάτων.

Ο Παναιτωλικός τα χρόνια εκείνα ήταν για την πόλη κάτι παραπάνω από μια ποδοσφαιρική ομάδα. Μέχρι νυκτερινό σχολείο δημιούργησε, να πηγαίνουν όσα παιδιά δούλευαν τη μέρα. Πολλούς τους έντυνε και τους έπαιρνε και παπούτσια, «ελβιέλες». Πάνω από πέντε χιλιάδες άπορα μάθανε γράμματα στο σχολείο του Παναιτωλικού. Παιδιά κακοταϊσμένα, καχεκτικά, βασανισμένα…να σκεφτείς, τα περισσότερα, όταν σούταραν ελεύθερο, μόλις που έβγαζαν την μπάλα από τη μεγάλη περιοχή. Και όχι μόνο επειδή οι μπάλες ήταν βαριές, αλλά κι επειδή τα πόδια τους ήταν σαν «τσάκνα».

Όσο για τα ποδοσφαιρικά πράγματα της χώρας…υπήρχε τότε ο περίφημος ΠΟΚ. (Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός και ΑΕΚ), που ήταν κράτος εν κράτει. Η ΕΠΟ δική τους, οι διαιτητές υπάλληλοί τους, οι υπουργοί αθλητισμού, η Αστυνομία, όλοι δούλευαν γι’ αυτούς. Υπήρχαν και οι τρεις ομάδες της Θεσσαλονίκης (ΠΑΟΚ, Άρης, Ηρακλής) που οι αθηναϊκές ομάδες τους αδικούσαν κι αυτοί, με τη σειρά τους, αδικούσαν τους άλλους, τους μικρότερους και συμπλήρωναν το πρωτάθλημα ο Φωστήρας, ο μετέπειτα «φονεύς των γιγάντων», ο Απόλλωνας Καλαμαριάς, που πριν παίξει αγώνες στα «τσαμούρια», πρώτα ξυλοφόρτωνε τους αντιπάλους, και ο Απόλλων Αθηνών, ο Παναιγιάλειος, η Προοδευτική…

Υπήρχε όμως, και η Δόξα Δράμας, που ξεχώριζε τον καιρό εκείνο. Και ήταν τόσο δημοφιλής, που κάποτε στην πόλη μας, όταν επρόκειτο να δημιουργηθεί μια νέα ομάδα κι έψαχναν να την ονοματίσουν, κάποιοι πρότειναν το «Δόξα Δράμας Αγρινίου». Αυτή την ιστορία την έλεγαν οι παλιότεροι και, βέβαια, δεν ορκίζομαι ότι είναι αληθινή, αλλά έδειχνε την αξία και το πόσο συμπαθείς ήταν σε όλη την Ελλάδα οι Μαυραετοί του Βορρά.

Πρώτη όμως στην καρδιά μας ήταν η «Παναιτωλικάρα». Αλλά οι δικοί μας παίκτες υστερούσαν σε σχέση με εκείνους  των μεγάλων ομάδων. Πεντέξι, πάντως, διακρίθηκαν και μεταγράφηκαν σε σπουδαίους συλλόγους, κάνα δυό έπαιξαν στην Εθνική Ενόπλων, όπως ο Βασίλης Μήτσου ή Τσιλιλής, κι ο Γιώργος Παπαδόπουλος, που είχε το παρατσούκλι «ο Γάλος». Ο Γάλος ντρίμπλαρε μέσα σε τηλεφωνικό θάλαμο, σαν τον Ηλία Υφαντή, έτσι έλεγαν.

Όσο για μας, που τότε ήμασταν παιδιά, θαυμάζαμε μεν τους καλούς ποδοσφαιριστές, αλλά οι πιο πολλοί δεν ασχοληθήκαμε με την μπάλα, γιατί οι επαρχιώτες ποδοσφαιριστές δεν είχαν καμιά σπουδαία λάμψη. Επιπλέον, δεν ήταν επαγγελματίες, δηλαδή δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με όσα έπαιρναν από τις ομάδες τους, γι’ αυτό και είχαν άλλη κύρια δουλειά.

Εκείνα τα χρόνια το μεράκι το δικό μας –και πόθος των γονιών μας- ήταν να σπουδάσουμε. Κάτι που το πέτυχαν πολλοί απ’ τη σειρά μας και έγιναν σπουδαίοι, ένας σταδιοδρόμησε σαν μουσουργός, άλλος ως σπουδαίος γιατρός, άλλος έγινε διευθυντής σε υπουργείο.

Για τον Πάνο, βέβαια, παιδί της Κατοχής, ο σπουδές ήταν ανεπίτρεπτη πολυτέλεια, έξω απ’ τα όνειρά του. Γι’ αυτό όλη η φιλοδοξία του ήταν να εξασφαλίζει το μεροκάματο και να παίζει τη μπαλίτσα του. Και δόξα τω Θεώ, ο κόσμος τον υποστήριζε και τον βοηθούσε, εξάλλου ήταν και καλός στη δουλειά του. Και, όταν λέμε ότι στην ομάδα δεν ήταν τίποτε σπουδαίο, πρέπει να σκεφτούμε ποιους είχε αντιπάλους… τον Λινοξυλάκη, τον Σαραβάκο (τον πατέρα), τον Σιδέρη, και τον πιο μεγάλο απ’ όλους, τον Τάκη Λουκανίδη. Η ευτυχία του Καραγκιόζη ήταν και μόνο που έπαιζε μαζί τους. Ότι ήταν ο αντίπαλός τους κι ας μην τους είχε κερδίσει ούτε μια φορά.

Εκείνη τη χρονιά έληγε το πρωτάθλημα κι ο Παναιτωλικός, που αγωνιζόταν στη Β εθνική, βρισκόταν στην 5η θέση. Η ομάδα που καιγόταν για βαθμούς ήταν ο ΟΦΗ. Εμείς είχαμε για προπονητή έναν Ιταλό αριστοκράτη, τον Λουίτζι Ροσελίνι, που μάλλον καταγόταν από τη γνωστή οικογένεια. Αυτός, εκτός των άλλων, συμβούλευε τους παίκτες σαν πατέρας, τους φερόταν με ευγένεια, και γενικώς, τους είχε βάλει σε ρέγουλα, να σκεφτείς, χωρίς μεγάλες δυνατότητες, είχαμε γλιτώσει τον υποβιβασμό από νωρίς. Γι’ αυτό και οι τελευταίοι αγώνες της ομάδας μας ήταν χωρίς άγχος.

Αφού ο Παναιτωλικός είχε πατήσει τότε Παναγιάλειους και Παναχαϊκές, ήρθε η ώρα να πάμε στην Κρήτη, να παίξουμε με τον ΟΦΗ. Με τον ΟΦΗ που, αν μας κέρδιζε, ανέβαινε κατηγορία.

Φυσικά ο Ροσελίνι δεν είπε «καθίστε να χάσετε», αλλά το γενικό πνεύμα ήταν ότι, εφόσον δεν πάμε για πρωτάθλημα, δεν θα σπάσουμε και τα πόδια μας. Κάπως έτσι μπήκε η ομάδα στην Ντακότα της Ολυμπιακής και πήγε από το Αγρίνιο στο Ελληνικό και από κει στο Ηράκλειο.

Ήταν Άνοιξη, ο ήλιος ολόλαμπρος, η ορατότητα απίστευτη, αλλά φυσούσε αέρας και το αεροπλάνο έκανε αναταράξεις. Πάνω απ’ τη Φαλονέρα και μετά τη Μήλο η Ντακότα χόρευε.

Η εικόνα του Πάνου: Κουρεμένος γουλί, με κάπως πεταχτά αυτιά και μύτη γαμψή, στην οποία όφειλε και το παρατσούκλι του, «ο Καραγκιόζης», είχε κλείσει τα μάτια κι απολάμβανε την πτήση. Δίπλα του ο Γιώργος Παπαδόπουλος δεν είχε ησυχία. Τον είχε πειράξει το ταξίδι και ξεφυσούσε. Ο Γιώργος είχε ένα τραύλισμα που επιδεινωνόταν με το α, εξ ου και το παρατσούκλι «ο Γάλος».

«Ρε συ! Κα-κα-κα…Καραγκιόζ!», είπε σε μια στιγμή.

«Τι θες μωρέ;».

«Κνα-κνα-κνάει αυτό, ρε».

«Κι εγώ τι φταίω;».

«Μήπως έπαθε κα-κα-καμιά βλάβη;».

«Άσε ρε Γάκια. Κοίτα που φάνηκε η Κρήτη, ο Ψηλορείτης. Καρτ Ποστάλ, μαγεία, τι σε νοιάζει για τα υπόλοιπα!».

«Ρε συ!Θα-θα-θα πέ-πέσουμε, σε λέω!».

«Μη φοβάσαι ρε! Το είπε κι ο Ροσελίνι: Ούτε πέφτουμε ούτε για πρωτάθλημα πάμε!».

Κι έκλεισε τα μάτια ο Καραγκιόζης. Κι έπειτα ίσως άρχισε να ονειρεύεται την επόμενη μέρα στο γήπεδο. Να τον χειροκροτούν με μεγαθυμία ακόμα και οι Κρητικοί, οι αντίπαλοι, αφού μάλλον θα κέρδιζαν και θ’ ανέβαιναν κατηγορία. Και μετά τον αγώνα θ’ απολάμβαναν μπάνιο ζεστό και μοσχομυρωδάτο. Και κατόπιν στο μαγειρείο θα έτρωγαν μοσχαράκι κοκκινιστό και ψωμί. Ψωμί όσο ήθελαν. Ίσως και σουτζουκάκια με μπόλικη σάλτσα, ίσως να έπιναν και καμιά τσικουδιά. Κοκκινιστό και σουτζουκάκια με μπόλικη σάλτσα με μπόλικη σάλτσα, ψυχή μου, με μπόλικη σάλτσα!~

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ελληνικό ποδόσφαιρο

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Σούπερ Λίγκα: 2049

Έχουμε μπει για τα καλά στη νέα κινηματογραφική σεζόν, βαδίζοντας ολοταχώς για τα Όσκαρ και το El Sombrero δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο. Είδαμε πρώτοι την νέα σπουδαία φουτουριστική ελληνική ταινία “Σούπερ Λίγκα: 2049” και ο κλήρος της παρουσίασης έπεσε σε εμένα (όχι ότι με χάλασε βέβαια). Ποιος Λάνθιμος με τα “Ιερά του ελάφια” […]

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Χορεύοντας στα χαλίκια

Το ποδόσφαιρο δεν είναι μπάσκετ. Είναι δύσκολο έως απίθανο να βρεις έναν ημιεπαγγελματία ή ερασιτέχνη ποδοσφαιριστή που να μπορεί να μπει σε κάποιο γήπεδο και να διαλύσει διάσημους (και φτασμένους) ποδοσφαιριστές. Ίσως κάποτε -όταν το ποδόσφαιρο δεν ήταν γεμάτο παίκτες-αθλητές- να ήταν εφικτό. Στις μέρες μας δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση. Στο μπάσκετ έχουν υπάρξει […]

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.