Δικτάτορες, βουντού και σκάνδαλα: Η Αϊτή στο Μουντιάλ του 1974

  [Καθόλου σχόλια]

Το 1971 ο πρόεδρος της Αϊτής επί 14 χρόνια, Φρανσουά Ντουβαλιέ, γνωστότερος ως Πάπα Ντοκ πεθαίνει. Μια από αυτές τις φιγούρες που όταν από την άνεση του σπιτιού σου διαβάζεις τα πεπραγμένα τους, μπορεί να βρεις φολκλορικές με τη γραφικότητά τους (όπως για παράδειγμα όταν ο Πάπα Ντοκ διέταξε να θανατωθούν όλα τα μαύρα σκυλιά στη χώρα γιατί πίστεψε ότι μεγάλος του εχθρός είχε μεταμορφωθεί σε τέτοιο για να σωθεί από τον ίδιο), αλλά μετά αναλογίζεσαι τι πέρασε ο κόσμος και το ξανασκέφτεσαι. Ο Ντουβαλιέ, που μεταξύ άλλων υποστήριζε ότι ο JFK σκοτώθηκε επειδή ο ίδιος τον είχε καταραστεί (μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την Αϊτή) ευθύνεται για τους θανάτους και βασανισμούς πολλών ανθρώπων, ειδικά από την Τοντόν Μακούτ, την παραστρατιωτική του ομάδα.

Με το θάνατο του Πάπα Ντοκ, δεν είχαμε εκλογές. Τι να τις κάνεις άλλωστε, όταν μόλις το 1961 ο Πάπα είχε σαρώσει (με τη λεπτομέρεια ότι ήταν ο μοναδικός υποψήφιος) με 100%. Ναι καλά διαβάσετε. Μερικά χρόνια αργότερα άλλαξε το Σύνταγμα για πολλοστή φορά και με δημοψήφισμα ανακηρύχθηκε ισόβιος πρόεδρος. Εκεί μέτρησε μερικές απώλειες, καθώς πήρε το 99,9%. Σύμφωνα με την ιστορία, τα ψηφοδέλτια είχαν μόνο ΝΑΙ, ενώ δεν υπήρχε και περιορισμός στο πόσες φορές μπορούσε να ψηφίσει κάποιος. Για να μην σας κουράζω με άλλα τέτοια και να μπούμε στο θέμα μας, την εξουσία ανέλαβε ο γιος του, Ζαν-Κλωντ Ντουβαλιέ ή αλλιώς Μπέιμπι Ντοκ. Ο πιο νέος αρχηγός κράτους στον κόσμο, μόλις στα 20 του, ήταν ένα παλικαράκι που το μόνο που έκανε ήταν να ξοδεύει χρήματα και να ζει τη μεγάλη ζωή, την ώρα που ο κόσμος στη χώρα δεινοπαθούσε.


Baby Doc και Papa Doc

Παρ’ ότι σε γενικές γραμμές είχε αφήσει τη διακυβέρνηση σε διάφορους συμβούλους, ο Μπέιμπι Ντοκ προσπάθησε να φτιάξει το προφίλ της χώρας κάπως, απελευθερώνοντας ορισμένους πολιτικούς κρατούμενους και κάνοντας κάποιες πολύ βασικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να μειώσει τη διεθνή κατακραυγή και κυρίως να μπορέσει να διεκδικήσει οικονομική βοήθεια από άλλες χώρες (ώστε έχει χρήματα να σκορπά, μια που ο γάμος του στοίχισε μόλις 2 εκατομμύρια δολάρια). Ανάμεσα σε όλα αυτά, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοια καθεστώτα, στόχος του ήταν να κάνει την Αϊτή γνωστή στον κόσμο αθλητικά και να δώσει έτσι χαρά στο λαό του.

Ο Ντουβαλιέ τζούνιορ άρχισε να μοιράζει αρκετά χρήματα στην Π.Ο. της χώρας και ταυτόχρονα ανακαίνισε το στάδιo Σίλβιο Κατόρ και διοργάνωσε το πρωτάθλημα της CONCACAF του 1973. Έπαθλό του, ένα εισιτήριο για το Μουντιάλ του 1974. Ο Μπέιμπι Ντοκ ήταν κάτι σαν ιδιοκτήτης της εθνικής ομάδας. Αυτός έκανε κουμάντο στα πάντα και συχνά παρακολουθούσε μέχρι και τις προπονήσεις. Ο γιος ήθελε να κάνει πραγματικότητα το όνειρο του μπαμπά. Βλέπετε, μόλις τέσσερα χρόνια πριν, η Αϊτή έχασε την τελευταία στιγμή την πρόκριση από το Ελ Σαλβαδόρ που είχε ήδη προκαλέσει έναν… πόλεμο με την Ονδούρα εξαιτίας των παιχνιδιών τους στα ημιτελικά. Η Αϊτή ηττήθηκε εντός 1-2, αλλά πήγε στη ρεβάνς και νίκησε με 0-3. Δυστυχώς για τους Αϊτινούς, τα γκολ δεν μετρούσαν και έγινε τρίτο παιχνίδι, αυτή τη φορά στην ουδέτερη Τζαμάικα. Εκεί, το Ελ Σαλβαδόρ νίκησε με 1-0 στην παράταση και πήγε στο Μουντιάλ που έγινε στο Μεξικό.

Καλτίλα από το Αϊτή-Γουατεμάλα 2-1

Σε μια καυτή ατμόσφαιρα στο ανακαινισμένο στάδιο, η Αϊτή, το Τρινιντάντ (και Τομπάγκο), το Μεξικό, η Ονδούρα, η Γουατεμάλα και οι Ολλανδικές Αντίλες έδωσαν τη μάχη για το ένα εισιτήριο μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, με αντικείμενα να ίπτανται και αντιπάλους παίκτες να απειλούνται. Μέσα στη γραφικότητα, υπήρχαν και οι καταγγελίες για τη χρήση ενός εθνικού προϊόντος της χώρας, του βουντού. Δεν κάνουμε πλάκα, αρκετοί αντίπαλοι υποστήριξαν ότι είχαν γίνει τελετές βουντού και είχαν πέσει θύματα κατάρας από τους Αϊτινούς, καθώς στις εξέδρες υπήρχαν κυρίες που έκαναν μάγια. Ο Μπέιμπι Ντοκ πάντως δεν είχε μείνει στα μεταφυσικά, αλλά το έδεσε και… φυσικά, με την παραδοσιακή βοήθεια από τη διαιτησία. Ο αστικός μύθος λέει ότι στο παιχνίδι με το Τρινιντάντ Τομπάγκο, ακυρώθηκαν πέντε (ή τέσσερα ανάλογα με τη διήγηση) γκολ των φιλοξενούμενων και δεν τους δόθηκαν δύο πέναλτι. Σε αυτές τις ιστορίες πάντα υπάρχει η υπερβολή, αλλά και το… 25% αυτών να ισχύει το τελικό 2-1 υπέρ της Αϊτής θα έπρεπε να είχε αλλάξει. Οι παίκτες του Τρινιντάντ περίμεναν την Π.Ο. της χώρας να κάνει έφεση για το αποτέλεσμα, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Ο γραμματέας όμως Τζακ Γουόρνερ περιέργως δεν έκανε τίποτα. Κι αν το όνομα σας θυμίζει κάτι, καλά κάνει. Κατά διαβολική σύμπτωση, ο Γουόρνερ έκανε καριέρα, κατάφερε κι έγινε αντιπρόεδρος στη FIFA και τελικά το 2015 ήταν ανάμεσα σε αυτούς που κατηγορήθηκε για δωροληψία, με ένα ποσό στα 10 εκατομμύρια δολάρια. Όλοι από κάπου πρέπει να ξεκινούν κι ο Γουόρνερ από το 1973 προχώρησε πολύ. Τόσο, ώστε να δώσει γραφικές στιγμές επιπέδου Τσακ Μπλέιζερ, όταν τα έβαλε με τον Τζον Όλιβερ και είχαμε αυτό το αποτέλεσμα:

Ο Τζακ Γουόρνερ κι ο Τζον Όλιβερ σε μια μάχη με πολλή μουσική και φωτιά

Έτσι λοιπόν, ο Γουόρνερ δεν έκανε κάτι και παρ’ ότι το Μεξικό διαμαρτυρήθηκε έντονα, τίποτα δεν άλλαξε και το παιχνίδι μέτρησε υπέρ της Αϊτής. Μετά από κάθε νίκη της Αϊτής, ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους και διοργάνωνε καρναβάλια, η χώρα ζούσε μια τρέλα για το όνειρο. Πριν το κρίσιμο ματς με τη Γουατεμάλα, ο Ντουβαλιέ είχε κλειδωθεί μέσα στα αποδυτήρια με τους παίκτες και τους έβγαζε εμψυχωτικούς λόγους. Την ίδια στιγμή, σε κάθε εξέδρα υπήρχαν… ανιματέρ (για να το πούμε ευγενικά) που ανάγκαζαν τον κόσμο να ουρλιάζει για την ομάδα. Η Αϊτή τερμάτισε τελικά με 8 βαθμούς πρώτη, μπροστά από το Μεξικό και το Τρίνινταντ και πήρε το εισιτήριο για το Μουντιάλ. Όλη η χώρα πανηγύριζε στους δρόμους την τεράστια επιτυχία. Κατά σύμπτωση, ο διαιτητής κι ο επόπτης του αγώνα με το Τρινιντάντ τιμωρήθηκαν μετά από ένα χρόνο με ισόβιο αποκλεισμό από τη ΦΙΦΑ.

Η Αϊτή κέρδισε το εισιτήριο και ταξίδεψε στα γήπεδα της Γερμανίας σε έναν όμιλο με Ιταλία, Αργεντινή και την Πολωνία, με ελάχιστες πιθανότητες για κάτι καλό. Η πρεμιέρα ήταν στις 15 Ιουνίου του 1974 στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου απέναντι στην Ιταλία, τη βασίλισσα της άμυνας και με έναν Ντίνο Τζοφ να έχει σπάσει το ρεκόρ ανέπαφης εστίας με 12 αγώνες. Οι Αϊτινοί δέχτηκαν την πίεση των Ιταλών, αλλά ο τερματοφύλακάς τους Φρανκιγιόν είχε κατεβάσει τα ρολά. Το 0-0 στο ημίχρονο ήταν άθλος, αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα πιο απίστευτη. Στο 46′ ο πιτσιρικάς Εμανουέλ Σανόν έφυγε σφαίρα στην αντεπίθεση, ντρίμπλαρε και τον Τζοφ, άνοιξε το σκορ και έσπασε το ρεκόρ των 1.143 λεπτών. Ήταν μία απίστευτη στιγμή στα χρονικά του παγκοσμίου ποδοσφαίρου και φυσικά στην Αϊτή έγινε χαμός, όπου υπήρχαν τηλεοράσεις και οι κάτοικοι είχαν μαζευτεί.

Το όνειρο όμως έσβησε γρήγορα, καθώς οι Ιταλοί πείσμωσαν και τελικά επέβαλαν την ανωτερότητά τους κερδίζοντας με 3-1. Ακόμα κι αυτό το σκορ όμως, ήταν σαν νίκη για τους Αϊτινούς. Δυστυχώς, η συνέχεια δεν ήταν εξίσου καλή. Ο Σανόν κλήθηκε για έλεγχο ντόπινγκ και μαζί του κι ο κοκκινομάλλης μιγάς αμυντικός Ερνστ Ζαν-Ζοζέφ, ένας από τους ελάχιστους ποιοτικούς παίκτες της Αϊτής. Δύο ημέρες αργότερα, ο Ζαν-Ζοζέφ έγινε ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία των Μουντιάλ που πιάστηκε ντοπέ. Αμέσως, ο Αϊτινός αμυντικός βγήκε και δήλωσε ότι παίρνει ένα φάρμακο για το άσθμα και ότι δεν ήξερε ότι ήταν απαγορευμένο γιατί ο γιατρός της ομάδας δεν τον είχε ενημερώσει. Προς έκπληξη πολλών, ο γιατρός της Αϊτής διέψευσε τον παίκτη του με το χειρότερο τρόπο. Διέψευσε ότι γνώριζε κάτι, ότι δεν έχει άσθμα και υποστήριξε ότι όλα αυτά είναι προφάσεις και ότι είναι φανερό ότι ο παίκτης πήρε την ουσία για να ντοπαριστεί. Έκλεισε μάλιστα με το «το παιδί δεν έχει την πνευματική ικανότητα να καταλαβαίνει τι λέει και τι κάνει». Ο Ζαν-Ζοζέφ έμεινε ξεκρέμαστος.


Τρίτος από αριστερά ο Ζαν-Ζοζέφ

Την επόμενη μέρα αξιωματούχοι της Αϊτής πήραν σηκωτό τον Ζαν-Ζοζέφ από το λόμπι του ξενοδοχείου και μπροστά στα έκπληκτα μάτια όσον βρίσκονταν εκεί, τον ξυλοφόρτωσαν και τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο. Ο Ζαν-Ζοζέφ εξαφανίστηκε και πολλοί φοβήθηκαν ότι κανείς δεν θα τον έβλεπε ξανά. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Αϊτη έπαιξε το δεύτερο παιχνίδι της στο Μουντιάλ και διασύρθηκε με 7-0 από την Πολωνία. Το όμορφο παραμύθι τελείωσε. Ο Ζαν-Ζοζέφ πήρε τηλέφωνο λίγο πριν το τελευταίο ματς να πει στους φίλους του ότι είναι ζωντανός κι η Αϊτή τελείωσε το Μουντιάλ με μία ακόμα τιμητική ήττα με 3-1 από την Αργεντινή. Σκόρερ και πάλι ο Σανόν που στη συνέχεια έκανε και καριέρα στο Βέλγιο. Πίσω στην πατρίδα του έγινε εθνικός ήρωας και όταν πέθανε από καρκίνο, η κηδεία του μεταδόθηκε ζωντανά από την τηλεόραση και πάνω από 20.000 άνθρωποι έδωσαν το παρόν, με τους συμπαίκτες του να κρατούν το φέρετρο.


Ο Ζαν-Ζοζέφ από την καριέρα του στις ΗΠΑ

Αντίθετα, ο Ζαν-Ζοζέφ εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Φήμες λένε ότι ο Μπέιμπι Ντοκ έβαλε και του έσπασαν τα χέρια, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Αναφέρεται επίσης ότι δικάστηκε κρυφά και βασανίστηκε. Ο ποδοσφαιριστής εξαφανίστηκε (πιθανότατα σε κάποια φυλακή) και τελικά εμφανίστηκε δύο χρόνια αργότερα. Ο ίδιος ο παίκτης δεν μίλησε ποτέ ξανά δημόσια, συγγενείς του λένε ότι νιώθει τύψεις για την ντροπή που έφερε στη χώρα του, αλλά κανείς δεν γνωρίζει και την αλήθεια. Η συμπεριφορά των ανθρώπων της εθνικής ήταν τουλάχιστον ύποπτη στο τι πραγματικά έγινε και οι ευθύνες πήγαν αποκλειστικά στον άτυχο παίκτη. Ήταν όντως ντοπαρισμένος με σχέδιο της χώρας; Ήταν μία αβλεψία του γιατρού που φρόντισε να καλύψει τον εαυτό του; Κάποιοι λένε ότι ο Ζαν-Ζοζέφ γλίτωσε τον θάνατο επειδή τον συμπαθούσε ο Μπέιμπι Ντοκ. Κάποιοι ότι επειδή δεν είχε άλλους καλούς παίκτες η εθνική. Ο αμυντικός επέστρεψε και στην εθνική και έπαιξε στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, ενώ το τελευταίο του διεθνές ματς ήταν το 1980 απέναντι στις Ολλανδικές Αντίλες. Το καλό είναι ο Ζαν-Ζοζέφ δεν είχε την τύχη του Τζο Γκαετιένς, του ιστορικού σκόρερ σε μια άλλη ιστορική έκπληξη Μουντιάλ μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, που απ’ ό,τι λέγεται έπεσε θύμα του Πάπα Ντοκ μερικά χρόνια πιο πριν. Η ιστορία της Αϊτής των 70s είναι μια από τις πιο περίεργες, γεμάτη μυστήριο, βουντού και αρκετά σκάνδαλα.

Τα τρία λεπτά ενός θαύματος

  [3 Σχόλια]

Όποιος είχε τη φαεινή ιδέα να ξενυχτήσει για να δει τον δεύτερο ημιτελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες ανάμεσα στην Γκρέμιο και τη Ρίβερ Πλέιτ σίγουρα θα αποζημιώθηκε. Μία ακόμα μοναδική ποδοσφαιρική ιστορία στην πορεία του θεσμού γράφτηκε με γκολ, ανατροπές, συγκινήσεις, φασαρίες και φυσικά τις απαραίτητες γραφικότητες. Το ζευγάρι είχε κριθεί κατά πολλούς, μετά την πρώτη νίκη της Γκρέμιο μέσα στο Μονουμεντάλ με 0-1. Σε ένα σχετικά μέτριο παιχνίδι, χάρη σε μια στημένη φάση προς το τέλος, η ομάδα του Πόρτο Αλέγκρε συνέχισε την απίστευτη παράδοση που έχει χτίσει με τις ομάδες της Αργεντινής και πήρε το πρώτο παιχνίδι. Ο ενθουσιασμός ήταν τεράστιος στους Βραζιλιάνους που στο φετινό Λιμπερταδόρες είχαν σκοράρει 16 φορές και είχαν κερδίσει και τα πέντε τους εντός έδρας παιχνίδια, ενώ είχαν κερδίσει και τις προηγούμενες τέσσερις μονομαχίες τους με ομάδες της Αργεντινής. Ήταν το μεγάλο φαβορί στη ρεβάνς. Όλα τα σημάδια υπέρ τους.

Εδώ φανερός πράκτωρ Μου.Γκου. Από επίσημα σταδίου προς πάγκο.

Την ίδια στιγμή που ο πρόεδρος της Γκρέμιο επέλεγε αλαζονικά αντίπαλο στον τελικό (προτιμώντας την Μπόκα από την Παλμέιρας όπως είπε), η Ρίβερ απομονώθηκε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο αεροδρόμιο για να γλιτώσει την παραδοσιακή επίσκεψη των Βραζιλιάνων οπαδών που κάθονται κάτω από τα παράθυρα των αντιπάλων και φωνάζουν όλο το βράδυ για να μην τους αφήσουν να κοιμηθούν. Η Ρίβερ είχε τιμωρημένο τον προπονητή της Μαρσέλο Γκαγιάρδο (τιμωρία της τελευταίας στιγμής) που παρά το γεγονός ότι δεν είχε δικαίωμα να επικοινωνεί με τον πάγκο του, κρατούσε ένα καθόλου διακριτικό… γουόκι τόκι στο χέρι και μιλούσε σαν τον Βέγγο με το βοηθό του χωρίς να ενδιαφέρεται για την τιμωρία.

Η ατμόσφαιρα στο Αρένα ντο Γκρέμιο ήταν απίστευτη από τους οπαδούς των Τρικολόρ, αλλά και από τους πολλούς εκδρομείς της Ρίβερ. Οι Αργεντίνοι δεν έδειξαν να επηρεάζονται από την έδρα πάντως και μπήκαν με πολλή δύναμη στο παιχνίδι, παίζοντας εξαιρετικά και χάνοντας σημαντικές ευκαιρίες στο πρώτο μισάωρο, με την Γκρέμιο να είναι τυχερή που η μπάλα δεν κατέληξε στα δίχτυα του Μαρσέλο Γκρό(χ)ε. Και όχι μόνο. Στο 36′ σε ένα κόρνερ και μετά από κόντρα άνοιξε το σκορ με τον Λέο Γκόμες. Οι ομάδες πήγαν στα αποδυτήρια με το 1-0 και το συνολικό 2-0 υπέρ της Γκρέμιο. Στα αποδυτήρια όμως πήγε και ένας άλλος. Σε μια στιγμή λατινοαμερικάνικης καλτίλας, ο τιμωρημένος Μαρσέλο Γκαγιάρδο, ωσάν κατάσκοπος και φορώντας καπέλο για να μην τον αναγνωρίσουν, μπήκε κρυφά για να δώσει οδηγίες στους παίκτες του. Οι Βραζιλιάνοι τον πήραν χαμπάρι τελικά και ο Γκαγιάρδο αποχώρησε, αφού βέβαια φώναζε στους Βραζιλιάνους φωτορεπόρτερ «βγάλε με καλύτερα» και σταματώντας για να ποζάρει. Οι Βραζιλιάνοι του φώναζαν «ντροπή, ντροπή», αλλά ο «Μουνιέκο» ατσαλάκωτος επέστρεψε στις εξέδρες.


Σαν τον κλέφτη

Η Ρίβερ πάντως δεν ήταν καλύτερη στο 2ο ημίχρονο, το παιχνίδι έχασε το ρυθμό και τις φάσεις του και η Γκρέμιο έχασε τεράστια ευκαιρία να το καθαρίσει όταν ο Έβερτον σε μοναδικό τετ-α-τετ σημάδεψε τον τερματοφύλακα της Ρίβερ Αρμάνι. Η καταρρακτώδης βροχή έδειχνε ότι κάτι θα συμβεί, δεν γίνεται να έχεις τέτοια σκηνοθεσία και να πάει χαμένη με ένα ξενέρωτο συνολικό 2-0. Η ώρα περνούσε βασανιστικά για τους Μιγιονάριος, οι Βραζιλιάνοι έκαναν καθυστερήσεις συνεχώς κι ο Γκαγιάρδο έκανε τις αλλαγές του. Σκόκο και Πίτι Μαρτίνες πέρασαν μέσα. Στο 81′, από ένα φάουλ του Πίτι, η μπάλα έφτασε στην περιοχή των Βραζιάνων. Ο Μπορέ πήρε την κεφαλιά (με τους Βραζιλιάνους να φωνάζουν για χέρι) και πέτυχε το πολυπόθητο γκολ. Η Ρίβερ ήθελε ακόμα ένα γκολ, τα εκτός έδρας μετράνε σε αυτή τη φάση του Λιμπερταδόρες, ώστε να πάρει την πρόκριση.


Ένα παλιό προφητικό πανό για τον Μπρεσάν. «Αν ο Μπρεσάν είναι ποδοσφαιριστής, εγώ είμαι αστροναύτης»

Στο 84′ έγινε η δεύτερη καθοριστική φάση και μέσα σε τρία λεπτά άλλαξε ο αγώνας. Σέντρα στην περιοχή, κατέβασμα του Σκόκο που σούταρε κι η μπάλα κόντραρε στον Μπρεσάν. Οι παίκτες της Ρίβερ δεν έχουν πάρει χαμπάρι τι έγινε, ζητούν κόρνερ και πράγματι ο διαιτητής το δίνει. Αυτό που όμως δεν είχαν καταλάβει οι παίκτες της Ρίβερ, το κατάλαβε το VAR. Ο Ουρουγουανός διαιτητής Κούνια πήγε και είδε το βίντεο και ανακάλυψε ότι η μπάλα είχε χτυπήσει στο χέρι του αμυντικού της Γκρέμιο. Το πέναλτι δίνεται. Ο Μπρεσάν βλέπει τη δεύτερη κίτρινη κάρτα. Ο παίκτης που μπήκε αλλαγή χαντακώνει την ομάδα του. Επιτίθεται στο διαιτητή, άλλοι παίκτες ορμάνε στους επόπτες και στο γήπεδο επικρατεί χάος από τις διαμαρτυρίες.

Χρειάστηκε πολλή ώρα για εκτελεστεί το πέναλτι, περίπου 7-8 λεπτά μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα στον αγωνιστικό χώρο. Ο Πίτι Μαρτίνες πήρε την μπάλα και παρά το άγχος, έκανε μια εξαιρετική εκτέλεση πέναλτι γράφοντας το 1-2. Το θαύμα είχε ολοκληρωθεί. Τα υπόλοιπα λεπτά των πάρα πάρα πολλών καθυστερήσεων δεν έφεραν καμία αλλαγή στο τελικό σκορ. Το παιχνίδι έληξε περίπου στο… 103′, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει τη γιορτή της Ρίβερ.


Πόσο υπέροχη η φανέλα της Ρίβερ; (και ευκαιρία να ποστάρουμε λίγο Νάτσο)

Η Ρίβερ για τέταρτη φορά επί Γκαγιάρδο ανέτρεψε αποτέλεσμα σε 2ο αγώνα και έφτασε σε έναν τελικό που θα περιμένει το νικητή του Παλμέιρας-Μπόκα για να διεκδικήσει τον τέταρτο τίτλο της στη μεγαλύτερη Λατινοαμερικάνικη διασυλλογική διοργάνωση. Οι πιθανότητες για ένα Σούπερ Κλάσικο σε τελικό Λιμπερταδόρες είναι αρκετές, καθώς η Μπόκα έχει κερδίσει με 2-0, αλλά μετά τα όσα είδαμε στο Πόρτο Αλέγκρε, δεν θα είναι έκπληξη μία ακόμα ανατροπή. Την ίδια στιγμή, όπως έγραψε και ένας δημοσιογράφος, ό,τι και να γίνει στο Λιμπερταδόρες οι τελευταίες σκηνές σε κάθε ματς είναι αυτές:

Κοιλίτσα, μπουνιές, ξενύχτια και γκολάρες: Ο Μαραντόνα στη Σεβίλλη

  [3 Σχόλια]

Στο ερώτημα για τον κορυφαίο όλων των εποχών οι απαντήσεις είναι αρκετές. Το Πελέ ή Μαραντόνα μονοπωλούσε για χρόνια τις ποδοσφαιρικές συζητήσεις (με λίγο Κρόιφ ή και μερικούς άλλους), μέχρι που ήρθαν ο Μέσι κι ο Κριστιάνο. Επιχειρήματα υπάρχουν πολλά και κάθε άποψη είναι σεβαστή. Εκεί που δεν τίθεται θέμα κουβέντας είναι για τα όσα συνοδεύουν τις καριέρες όλων αυτών των τεράστιων ποδοσφαιριστών. Το υλικό που υπάρχει για τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα είναι τεράστιο με τα όσα γραφικά, συγκινητικά, άσχημα και ωραία έχουν συνοδεύσει τη ζωή του. Σήμερα ο Μαραντόνα έχει γενέθλια και την ώρα που γράφονται τούτες οι γραμμές είναι προπονητής στο Μεξικό. Του χρόνου πιθανόν να είναι κάπου αλλού και να μας έχει δώσει κι άλλα. Προς το παρόν όμως, θα ασχοληθούμε με μία από τις λιγότερες γνωστές περιόδους της καριέρας του. Τότε που ο Ντιεγκίτο μετακόμισε στην Ανδαλουσία και φόρεσε τη φανέλα της Σεβίλλης.

Το Μάρτιο του 1991 ο Μαραντόνα περνάει έλεγχο αντιντόπινγκ μετά από ένα Νάπολι-Μπάρι. Τα αποτελέσματα σοκάρουν τον ποδοσφαιρικό και όχι μόνο κόσμο που δεν γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα για τη Νάπολι και τον Ντιέγκο. Ο Αργεντίνος σταρ έχει κάνει χρήση κοκαΐνης. Η ιταλική Ομοσπονδία τον τιμωρεί με 15 μήνες απαγόρευση. Ο εθισμός του τον έχει γονατίσει. Η καριέρα του και η ζωή του έχουν πιάσει πάτο. Ο Ντιέγκο δεν θέλει να μείνει στην Ιταλία, το περιβάλλον είναι τοξικό πλέον γι’ αυτόν. Κι η ομάδα του όμως η Νάπολι δεν τον θέλει πια μετά την τιμωρία. Οι φημολογούμενες σχέσεις του Μαραντόνα με την Καμόρα κι η κατάσταση στην οποία έχει φτάσει βάζουν σε σκέψεις το σύλλογο.

Μπορεί να μη φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μαρσέιγ, αλλά φέτος έπαιξε στην καταπληκτική διαφήμιση του συλλόγου για τη φανέλα.

Ο 31χρονος πλέον Ντιέγκο δεν έχει τη ζήτηση που φαντάζεται κανείς. Η Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί ενδιαφέρεται και ανάλογα με τι διήγηση η μεταγραφή του χάλασε την τελευταία στιγμή είτε γιατί έκανε πίσω ο πρόεδρος της Νάπολι Κοράντο Φερλιάνο, είτε γιατί ένας μάνατζερ του Ντιέγκο είπε: «Πού θα πας εκεί; Εκεί είναι το ίδιο τρελοί με τους Ναπολιτάνους». Όπως και να έχουν τα γεγονότα πάντως, ο Μαραντόνα δεν κατέληξε στη Μασσαλία. Η ιδέα της επιστροφής στην Μπόκα μεγάλωνε, αλλά τελικά ένα τηλεφώνημα τα άλλαξε όλα. Ήταν ο Κάρλος Μπιλάρδο. Ο άνθρωπος που είχε σημαδέψει σε τεράστιο βαθμό την καριέρα του Ντιέγκο, ο προπονητής της εθνικής Αργεντινής στα Μουντιάλ του 1986 και 1990 και πλέον προπονητής στη Σεβίλλη. «Ντιέγκο έλα εδώ. Η ζωή είναι καταπληκτική και δεν θα νιώθεις πίεση». Ο Μαραντόνα αρχίζει να το σκέφτεται σοβαρά, οι σύλλογοι μπαίνουν σε διαπραγματεύσεις, αλλά η Νάπολι δεν τον αφήνει, φοβούμενη τις αντιδράσεις του κόσμου. Η Σεβίλλη είναι έτοιμη να αποσυρθεί, αλλά ο Μπιλάρδο απειλεί όταν θα παραιτηθεί αν δεν αποκτηθεί ο Ντιέγκο. Οι μέρες περνούν και τελικά με την παρέμβαση της FIFA (που δεν θέλει τον Μαραντόνα δίχως ομάδα) και του προέδρου της αργεντίνικης Ομοσπονδίας δον Χούλιο Γκροντόνα, βρίσκεται λύση και η μεταγραφή του γίνεται πραγματικότητα στις 22 Σεπτεμβρίου του 1992. Ο Ντιέγκο ταξιδεύει από το Μπουένος Άιρες, αισιόδοξος για μια νέα αρχή. Πιστεύει ότι θα κατακτήσει το πρωτάθλημα στην Ισπανία.


Η οικογένεια Μαραντόνα με το εξώφυλλο της Μάρκα: «Η FIFA λέει ναι»

Οι Σεβιγιάνοι εκστασιάζονται. Τα διαρκείας από 25 χιλιάδες φτάνουν τα 40 χιλιάδες κι ο κόσμος ξεχνάει την φυγή του Ζαμοράνο για τη Ρεάλ. Ο Ντιεγκίτο φτάνει στο αεροδρόμιο Σαν Πάμπλο στις 25 Σεπτεμβρίου και σύμφωνα με την As φοράει ένα… κερασί κοστούμι, δηλώνοντας ότι η ευτυχία του ολοκληρώθηκε. Ο Μπιλάρδο χαρακτηρίζει τη μεταγραφή ως «δώρο» γι’ αυτόν. Οι πιο σκεπτικοί σχολιάζουν τους 15 μήνες αποχής από το ποδόσφαιρο, την έλλειψη προετοιμασίας και τα φανερά περιττά κιλά. Ο Μπιλάρδο δεν πτοείται. Του δίνει αμέσως το περιβραχιόνιο κι ο σύλλογος για να ικανοποιήσει τη δίψα του κόσμου, κανονίζει μόλις τρεις ημέρες αργότερα φιλικό με την Μπάγερν Μονάχου.


Με 1.500 πεσέτες ο μέσος Σεβιγιάνος μπορούσε να δει τον Ντιέγκο στο 1ο του παιχνίδι

Ο Ντιεγκίτο φανερά σε κακή φυσική κατάσταση κατεβαίνει στο γήπεδο και κάνει ένα πολύ καλό παιχνίδι. Έχει δοκάρι σε φάουλ, δίνει ασίστ, βγάζει πάσες στον πιτσιρικά Σούκερ και έχει πίσω του τον Ντιέγκο Σιμεόνε να τρέχει και γι’ αυτόν. Η Σεβίλλη κερδίζει την Μπάγερν με 3-1, το Σάντσεθ Πινχούαν γεμίζει αισιοδοξία. Ο Μπιλάρδο έχει προειδοποιήσει ήδη τους συμπαίκτες του μερικές μέρες πριν. «Κύριοι, υπογράψαμε τον Μαραντόνα. Από εδώ και πέρα αυτός είναι μπροστά, εσείς κι εγώ ερχόμαστε μετά. Πρέπει να το καταλάβετε αυτό γιατί ο Ντιέγκο είναι ιδιαίτερος». Οι συμπαίκτες του δεν φέρνουν αντίρρηση. Ο καλύτερος παίκτης του κόσμου έρχεται στην ομάδα τους. Ο Σούκερ θυμάται χαρακτηριστικά: «Τον έβλεπα μικρός στην τηλεόραση και ξαφνικά τρώγαμε μαζί πρωινό και κάναμε μαζί προπόνηση. Προσευχόμουν ότι θα μου μιλήσει μια μέρα, ότι κάτι θα μου πει. Μέχρι που ένα πρωί με φώναξε και μου είπε: ‘δεν θέλω να κοιτάς αριστερά-δεξιά, να ασχολείσαι με κάτι άλλο, θέλω να έχεις το κεφάλι κατεβασμένο, να τρέχεις προς τον τερματοφύλακα κι εγώ θα σου δίνω την μπάλα για να σκοράρεις’». Πράγματι, ο Σούκερ από τα 6 του γκολ στην πρώτη σεζόν με τη Σεβίλλη και τις σχετικά μέτριες εμφανίσεις, σκοράρει 13 φορές την επόμενη. «Δείτε τα γκολ μου, τα περισσότερα είναι έτσι όπως είπε ο Ντιέγκο», δηλώνει.

Η Σεβίλλη από μία επαρχιακή ομάδα, μετατρέπεται σε πόλο έλξης. Κάνει τουρνέ και φιλικά. Δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο ακολουθούν παντού την αποστολή. Ο Πριέτο σε συνέντευξή του στην Ελ Παΐς θυμάται ότι όταν η Σεβίλλη πήγε για φιλικό στο Μπουένος Άιρες με την Μπόκα, ο κόσμος κρεμόταν από τους προβολείς στο δρόμο απλά για να δει τον Μαραντόνα. Στην Τουρκία, η αποστολή δεν μπορούσε να βγει από το αεροδρόμιο. Ο Ντιέγκο κάνει ντεμπούτο στο Σαν Μαμές απέναντι στην Μπιλμπάο. Δεν βγάζει ολόκληρο το ματς εξαιτίας ενοχλήσεων, αλλά κάτω από τα συνεχή σφυρίγματα του κοινού (που θυμάται την κόντρα του Ντιέγκο με τον Γκοϊκοετσέα και ολόκληρη την Μπιλμπάο) βγάζει την ασίστ για το γκολ της Σεβίλλης. Το πρώτο του επίσημο παιχνίδι εντός είναι αυτό με τη Θαραγόθα εντός. Σκοράρει με πέναλτι. Σε κάποιο σημείο του αγώνα, πάει να εκτελέσει ένα κόρνερ. Εκεί υπάρχει ένα αλουμινόχαρτο πεταμένο από ένα σάντουιτς. Ο Μαραντόνα το σηκώνει με το πόδι και κάνει κόλπα.

Ο Ντιέγκο χρειάζεται χρόνο για να βελτιωθεί και τελικά κατά τα τέλη Νοεμβρίου αρχίζει να παίζει ορισμένα εξαιρετικά παιχνίδια. Δεν είναι ο Μαραντόνα του παρελθόντος, αλλά αυτές οι εκλάμψεις μαγείας (και ουσίας, μια που μοιράζει και ασίστ) τον κάνουν αγαπητό στο κοινό της Σεβίλλης. Οι συμπαίκτες του τον θυμούνται με τις καλύτερες αναμνήσεις. Τόσο ποδοσφαιρικά, όσο και στα αποδυτήρια.Το αποκορύφωμα εκείνης της σεζόν και μάλλον και η μεγαλύτερη στιγμή του Ντιέγκο είναι η νίκη με 2-0 επί της Ρεάλ Μαδρίτης. Ένα καταπληκτικό παιχνίδι τόσο από τη Σεβίλλη, όσο και από το Μαραντόνα που μοιάζει βγαλμένος από τις ημέρες του 1986 και κάνει απίστευτα πράγματα:

Οι κακές συνήθειες όμως δεν κόβονται. Ο Μαραντόνα που έχει χάσει 10 κιλά και σε συνέντευξή του λέει ότι δεν βγαίνει μετά τις 10 το βράδυ, ανακαλύπτει τις ομορφιές της νυχτερινής Σεβίλλης. Πολλές φορές καθυστερεί σε προπονήσεις και λέγεται ότι ο Μπιλάρδο μεταφέρει τις προπονήσεις το απόγευμα για να μην αργεί τα πρωινά ο Ντιέγκο. «Τον ακούγαμε όταν έφτανε. Ακούγαμε τη μηχανή της Φεράρι και λέγαμε ‘να ήρθε ο Ντιέγκο'», θυμάται ο Χουάν Μαρταγκόν. Η αστυνομία τον σταματάει αρκετές φορές για υπερβολική ταχύτητα, ενώ κι η διοίκηση βάζει ντετέκτιβ για να ακολουθεί τον Μαραντόνα στα νυχτοπερπατήματά του. Οι εφημερίδες της εποχής γράφουν διάφορα για τις περιπέτειες. Τον Ντιέγκο να τρακάρει, τον Ντιέγκο να μπλέκει σε καβγάδες και άλλα πολλά.

Ο Μαραντόνα σκοράρει πέντε φορές στο πρωτάθλημα και άλλες τρεις στο κύπελλο (ορισμένα γκολ μαγικά) και μέχρι τουλάχιστον τη μέση της σεζόν παίζει καλά. Από εκεί και πέρα όμως τα προβλήματα μεγαλώνουν. Η κακή ζωή φέρνει πίσω και τα παραπινίσια κιλά που έχει χάσει, οι πόνοι αυξάνονται (ο Μαραντόνα υποφέρει στους αστραγάλους από τα χτυπήματα των αντιπάλων και οι συμπαίκτες του λένε ότι προπονείται χωρίς να δένει τα κορδόνια για να μην πονά), σχεδόν καθημερινά κάνει φυσιοθεραπείες και ο αυτοκαταστροφικός χαρακτήρας του αρχίζει να αναλαμβάνει. Ο Αργεντίνος καλείται από τον Άλφιο Μπασίλε στην εθνική μετά από δύο χρόνια και θέλει πάρα πολύ να φορέσει ξανά την αγαπημένη του φανέλα. Η διοίκηση που ήδη είναι εκνευρισμένη με τα καμώματά του, δίνει άδεια να παίξει μόνο σε ένα από τα τρία φιλικά με Βραζιλία και Δανία (το Κόπα Αρτέμιο Φράνκι μεταξύ νικητή Euro και Copa America που γινόταν τότε). Αλλά το να απαγορεύσεις στον Μαραντόνα να παίξει μπάλα δεν είναι εύκολο. Η διοίκηση έχει πάρει τα αυτοκίνητα του ίδιου και του Σιμεόνε. Φεύγουν κρυφά με ταξί, πηγαίνουν αεροδρόμιο, ταξιδεύουν στην Αργεντινή και μετά με πούλμαν στο μέρος που θα γινόταν το φιλικό. Ο Μαραντόνα παίζει και στα τρία ματς και κουρασμένος στο ματς κυπέλλου με τη Λογρονιές σέρνεται. Το γυαλί στις σχέσεις με τη διοίκηση έχει ραγίσει.

Το μόνο που απομένει είναι να ραγίσει και το γυαλί με τον προπονητή. Η χρονιά δεν είναι άσχημη. Η Σεβίλλη από 12η την περασμένη σεζόν, βγαίνει 7η και χάνει στην ισοβαθμία την έξοδο στην Ευρώπη. Η αλήθεια είναι όμως ότι στο δεύτερο μισό η απόδοση του Μαραντόνα πέφτει. Και λίγο πριν το τέλος του πρωταθλήματος έρχεται ένα σοβαρό επεισόδιο με τον Μπιλάρδο. Στο προτελευταίο παιχνίδι της χρονιάς η Σεβίλλη παίζει με την Μπούργος. Ο Ντιέγκο πονάει πολύ και ζητάει από τον κόουτς στο ημίχρονο να τον βγάλει. Ο σκληρός «μυταράς» δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Του ζητάει να κάνει ένεση, ο Μαραντόνα σύμφωνα με τα όσα διηγείται κάνει τρεις παυσίπονες ενέσεις για να βγει να παίξει. Τελικά, μετά από μόλις 8′ στο 2ο, ο Μπιλάρδο τον αντικαθιστά. Ο Ντιέγκο είναι έξαλλος. Πετάει το περιβραχιόνιο και βγαίνει έξω βρίζοντας. Δεν πηγαίνει στον πάγκο, αλλά φεύγει κατευθείαν στα αποδυτήρια. Οι κάμερες της ισπανικής τηλεόρασης τον πιάνουν την ώρα που βρίζει τον Μπιλάρδο και τη μητέρα του. Η Σεβίλλη ισοφαρίζεται στο 89′ και με αυτό το γκολ ουσιαστικά θα χάσει την έξοδο στην Ευρώπη.

Ο κόουτς δεν παίρνει χαμπάρι τις βρισιές του Ντιέγκο, αλλά τις βλέπει το βράδυ στην τηλεόραση. Ο Μπιλάρδο, άνθρωπος όχι τόσο γνωστός για την ηρεμία του, παίρνει βραδιάτικα το αυτοκίνητο και πηγαίνει στο σπίτι του Ντιέγκο. Δεν τον βρίσκει. Έχει πάει βόλτα στη Μαδρίτη. Ο Αργεντίνος κόουτς βράζει μέσα του, αλλά περιμένει. Όπως διηγείται στο περιοδικό Ελ Γκράφικο κανονίζει στην επόμενη προπόνηση μόνο φυσική κατάσταση το πρωί για να μην έχει επαφή με τους παίκτες. Το απόγευμα παίρνει ξανά το αυτοκίνητο και πηγαίνει στο σπίτι του παίκτη του. Με το που ανοίγει ο Μαραντόνα, ο Μπιλάρδο του ρίχνει μπουνιά, ο Μαραντόνα απαντάει και τελικά είναι η σύζυγος του Ντιέγκο που τους χωρίζει. Η Σεβίλλη έτσι κι αλλιώς έχει κινήσει τις διαδικασίες για να διώξει τον Ντιέγκο.

Χάρη και στις φωτογραφίες του ντετέκτιβ (πάνω από 100), γλιτώνει και αρκετά χρήματα, αφού υποστηρίζει ότι ο Ντιέγκο δεν τηρεί το συμβόλαιο. Ο Μπιλάρδο παίρνει το μέρος του παίκτη του, λέγοντας ότι δεν ήξερε τίποτα για τον ντετέκτιβ, ενώ και αρκετοί παίκτες νιώθουν να παραβιάζεται η ιδιωτικότητά τους (σημείωση: Αρκετοί βγαίνουν με τον Ντιέγκο). Η διοίκηση κατηγορεί τον κόουτς ότι κάλυπτε τις απουσίες του Ντιέγκο από τις προπονήσεις. «Δεν είναι σε φυσική κατάσταση ούτε για να παίξει γκολφ», λέει ο ντελ Νίδο, ενώ ο Μαραντόνα απέχει από τις προπονήσεις επειδή του χρωστάνε χρήματα. Αποκαλύπτει ότι οι άνθρωποι του συλλόγου είχαν προτείνει μερικές εβδομάδες πριν να γίνει παίκτης-προπονητής την επόμενη σεζόν, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε γιατί δεν ήθελε να προδώσει τον Μπιλάρδο. Τελικά κι οι δύο αποχωρούν το καλοκαίρι. Η χρονιά στη Σεβίλλη είχε προοπτικές να σώσει την καριέρα του, αλλά ο Μαραντόνα τα χάλασε στο τέλος. Στην Ανδαλουσία πάντως ο κόσμος τον θυμάται με αγάπη και νοσταλγία.

Τα ευλογημένα ποδοσφαιρικά παπούτσια

  [Καθόλου σχόλια]

Για αρκετούς το ποδόσφαιρο είναι μία θρησκεία. Το γήπεδο ένας ναός. Οι παίκτες θεοί και άγιοι. Και μερικές φορές γίνονται θαύματα. Ειδικά στη Λατινική Αμερική, εκεί που η θρησκεία και το ποδόσφαιρο συχνά μπερδεύονται. Αυτή είναι η ιστορία του Χουάν Μανουέλ Μπαθούρκο (ή Μπασούρκο ανάλογα με το μέρος), ενός Βάσκου που γεννήθηκε το 1944. Ο Χουάν Μανουέλ από μικρός έδειξε αγάπη για το χριστιανισμό και αποφάσισε να γίνει ιερέας σπουδάζοντας σε ιερατική σχολή. Παράλληλα όμως λάτρευε και τη στρογγυλή θεά. Όχι απλά για να την παρακολουθεί, αλλά για να γίνεται κοινωνός της, παίζοντας στη μικρούλα ομάδα Μότρικο της Γ’ εθνικής σε μια κωμόπολη της χώρας των Βάσκων. Λέγεται ότι η Ρεάλ Σοσιεδάδ ενδιαφέρθηκε, αλλά ο ίδιος είχε αποφασίσει οριστικά να γίνει ιερέας κι αυτό έκανε.

Ο Μπαθούρκο τελείωσε τις σπουδές του και επειδή ήταν μάχιμος, αποφάσισε να γίνει ιεραπόστολος και να πάει στη Λατινική Αμερική. Προορισμός του το Εκουαδόρ και η εκκλησία του Σαν Κριστομπάλ, εκεί που ταξίδεψε με μία βίβλο και μία βαλίτσα. Σε μια γωνία της βαλίτσας υπήρχαν και τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Το σαράκι της μπάλας τον έτρωγε. Ο πάτερ Χουάν Μανουέλ δοκιμάστηκε και έγινε παίκτης της τοπικής Σαν Καμίλο. Γρήγορα ο Βάσκος έγινε ατραξιόν και η φήμη του «ιερέα ποδοσφαιριστή» άρχισε να ταξιδεύει σε όλη τη χώρα. Δεν ήταν όμως μόνο το επάγγελμά του, ήταν και το ταλέντο του. Το ποδόσφαιρο στον Ισημερινό δεν ήταν στο επίπεδο της Ισπανίας και φαινόταν ότι ο Μπαθούρκο ήταν για… παραπάνω. Ήταν ένας ψηλός και δυνατός επιθετικός που έβλεπε εστία.


Ο Μπαθούρκο αριστερά, ο Σπένσερ στη μέση

Κάπως έτσι, μια από τις καλές ομάδες εκείνης της εποχής, η Λίγκα Πορτοβιέχο του έκανε επίσημη πρόταση για την Α’ εθνική. Ο Μπαθούρκο έπρεπε να ζητήσει φυσικά άδεια από την εκκλησία και όταν την πήρε έγινε για πρώτη φορά στη ζωή του επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Ο Βάσκος πάντα έβαζε πρώτα τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα και μετά το ποδόσφαιρο. Μέσα σε μια χρονιά στο Εκουαδόρ έφτασε σε επαγγελματικό επίπεδο και μετά από άλλα δύο χρόνια πήρε μεταγραφή για την Μπαρσελόνα Σπόρτινγκ Κλουμπ, την πρωταθλήτρια που τον δήλωσε και για τα παιχνίδια του Κόπα Λιμπερταδόρες για το 1971 μαζί με τον σπουδαίο Αλμπέρτο Σπένσερ, τον άνθρωπο που σχεδόν εξήντα χρόνια μετά είναι ακόμα ο 1ος σκόρερ στην ιστορία του θεσμού. Ο Βραζιλιάνος κόουτς της Μπαρσελόνα δεν ενθουσιάστηκε και έκανε παράπονα στη διοίκηση, «εγώ ήθελα γκολεαδόρ και εσείς μου φέρατε παπά» τους πει. Ο κόσμος τον έβλεπε ως ατραξιόν πάντως και όταν ήταν στον πάγκο φώναζε στον κόουτς να βάλει τον ιερέα μπας και σκοράρει η ομάδα.

Στους ομίλους του Λιμπερταδόρες η Μπαρσελόνα αντιμετώπισε την τοπική μισητή αντίπαλο την Έμελεκ και δύο ομάδες από την Κολομβία. Τερμάτισε πρώτη και πήρε την πρόκριση στη φάση των… 6, εκεί που οι ομάδες χωρισμένες σε δύο ομίλους των τριών διεκδίκησαν τα δύο εισιτήρια για τον τελικό. Ο σύλλογος από το Εκουαδόρ βρέθηκε στον ίδιο όμιλο με τη Ουνιόν Εσπανιόλα από τη Χιλή και την τεράστια τότε και απίστευτα σκληρή Εστουδιάντες Λα Πλάτα, την ομάδα που είχε κατακτήσει τρεις σερί τίτλους Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Στο παιχνίδι του Εκουαδόρ η Εστουδιάντες κέρδισε με 0-1. Οι υπερόπτες Αργεντίνοι δημοσιογράφοι έγραψαν για την πανεύκολη νίκη της ομάδας του, απέναντι σε μια ομάδα πολύ χαμηλής δυναμικότητας, επιπέδου Γ’ εθνικής και ότι το πιο δύσκολο ήταν οι 35 βαθμοί Κελσίου στο γήπεδο και όχι ο αντίπαλος. Τα άρθρα μεταφέρθηκαν και στους παίκτες της Μπαρσελόνα.

Ο πάτερ με τα ρούχα της δουλειάς. Και της μιας και της άλλης.

Η αλαζονεία δεν ήταν και τόσο αδικαιολόγητη, η Εστουδιάντες είχε να ηττηθεί στο θεσμό από τον Απρίλιο του 1968 και είχαμε φτάσει στην άνοιξη του 1971. Το δε εντός έδρας ρεκόρ της ήταν ακόμα πιο μεγάλο, με μόλις μία ισοπαλία τα τελευταία χρόνια. Κάπως έτσι στις 29 Απριλίου του 1971 η Μπαρσελόνα ταξίδεψε στη Λα Πλάτα σε μια καυτή (αυτή τη φορά όχι εξαιτίας της θερμοκρασίας) έδρα. Στην 11αδα της ομάδας βρέθηκε κι ο παπάς που γενικά είχε παίξει σε λίγα παιχνίδια με την ομάδα του, καθώς είχε και… υποχρεώσεις προς τους πιστούς της ενορίας του. Βλέπετε είχε συμφωνήσει με τη Μητρόπολη να παίζει μόνο όταν δεν είχε λειτουργία ή κατηχητικό με τα παιδιά. Αλλά το παιχνίδι αυτό έγινε Τετάρτη κι ο Βάσκος βρέθηκε στην Αργεντινή και μάλιστα βασικός.

Σιγά σιγά καταλαβαίνετε πού πάει η ιστορία. Το σενάριο μοιάζει πιο τραβηγμένο από τα μαλλιά και από τις τρομερές υπερβολές ισπανόφωνου σίριαλ (υπερτιμημένο Casa de Papel εσένα κοιτάζω), αλλά έγινε αυτό που καταλάβατε. Λίγο μετά τα μέσα του 2ου ημιχρόνου μία πάσα του Σπένσερ (που τα αργεντίνικα άρθρα έγραφαν πριν το ματς ότι κολλούσε τα τελευταία του ένσημα) έφερε την μπάλα στον Μπαθούρκο που την έστειλε με το δεξί στην εστία της Εστουδιάντες. Το τελικό 0-1 ήταν μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του θεσμού. Το ματς έμεινε γνωστό ως «το κατόρθωμα της Λα Πλάτα» και είναι μία από τις σπουδαιότερες επιτυχίες όχι μόνο του συλλόγου (που κέρδισε πολλούς οπαδούς στη χώρα), αλλά και γενικά του Εκουαδόρ. Όπως φαντάζεστε, οι παίκτες έγιναν δεκτοί εν μέσω αποθέωσης στην επιστροφή της ομάδας, με τον κόσμο να βγαίνει στους δρόμους της πόλης κι ακόμα και τον Πρόεδρο του Εκουαδόρ να υποδέχεται την αποστολή με τιμές ηρώων. Ήταν η πρώτη νίκη ομάδας του Εκουαδόρ στην Αργεντινή.

«Τα ευλογημένα παπούτσια του πατέρα Χουάν Μανουέλ Μπαθούρκο»
εξώφυλλο της εποχής

Δυστυχώς για την Μπαρσελόνα, η ήττα της από τους Χιλιανούς την έφερε τελικά στους 4 βαθμούς και η Εστουδιάντες πήρε την πρόκριση στον τελικό (που τελικά έχασε από τη Νασιονάλ) με 6. Όσο για το μεγάλο σκόρερ, δεν τελείωσε τη σεζόν στην ομάδα. Η υπερβολική πίεση που ένιωθε στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο και η δημοσιότητα δεν ήταν γι’ αυτόν. Η εκκλησία τον έστειλε πίσω στην αρχική του ενορία, συνέχισε εκεί να παίζει για λίγο μέχρι που άφησε ολοκληρωτικά το ποδόσφαιρο και αφοσιώθηκε στην εκκλησία τα επόμενα χρόνια. Επέστρεψε τελικά στην Ισπανία, έγινε κοσμικός (απογοητευμένος από το θεσμό της εκκλησίας όπως δήλωσε) και έζησε στο Σαν Σεμπαστιάν ως δάσκαλος σε δημοτικό, κάνοντας και δική του οικογένεια. Τελευταία φορά που είδε τους συμπαίκτες του ήταν όταν ο σύλλογος γιόρτασε την 25η επέτειο της νίκης και πήγε στο Εκουαδόρ. Από τότε δεν ταξίδεψε ξανά στη χώρα που έγινε διάσημος, μια που φοβόταν και τα αεροπλάνα. Ένας ήσυχος άνθρωπος που τα τελευταία του χρόνια καλλιεργούσε ντομάτες στον κήπο του σπιτιού του, διάβαζε τα βιβλία του και έβλεπε ποδόσφαιρο (γιατί τελικά κάποια πράγματα δεν αλλάζουν). Ο Χουάν Μανουέλ Μπαθούρκο πέθανε το 2014. Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αφιερώθηκε στις δύο αγάπες του, την μπάλα και την εκκλησία, αλλά όπως έλεγαν στον Ισημερινό: «Στον άμβωνα ήταν καλός, στη μεγάλη περιοχή ακόμα καλύτερος».

Ο μεταλάς που αγαπούσε τη φανέλα

  [2 Σχόλια]

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο κάποιος ποδοσφαιριστής να μην λατρεύει το ποδόσφαιρο. Αρκετοί διάσημοι σταρ έχουν πει ότι δεν πολυβλέπουν μπάλα (πιο πρόσφατα ο Κάρλος Τέβες). Ένας ποδοσφαιριστής που δεν ήταν θαυμαστής του αθλήματος ήταν κι ο Νταρίο Ντουμπουά, ένας μέτριος Αργεντινός ποδοσφαιριστής που πέρασε την καριέρα του σε ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών. Τα ονόματά τους φολκλορικά: Λουγκάνο, Μίντλαντ (καμία εκ των δύο ευρωπαϊκή), Ριέστρα, Κανιουέλας και Ντεπορτίβο Παραγκουάγιο μερικά από αυτά. Ο Νταρίο έπαιζε κεντρικός αμυντικός και όπως είχε δηλώσει: «για την Α’ εθνική δεν υπάρχω, για τη Β’ δεν είμαι τόσο καλός, για τη Γ’ είμαι καλός, για τη Δ’ πολύ καλός και στην Ε’ είμαι ο καλύτερος αμυντικός». Αν θα έπρεπε να βρούμε μια λέξη για να τον περιγράψουμε, θα ήταν «μεταλάς». Το μεγάλο πάθους του Νταρίο ήταν η μουσική κι έπαιζε μπάσο σε μια tribute μπάντα αφιερωμένη στους Vox Dei, ένα ιστορικό συγκρότημα της χώρας με επιρροές από τους Stones, τους Doors, τους Beatles.

Άκουγε φανατικά Black Metal και όπως ίσως κάποιοι γνωρίζετε, αρκετά συγκροτήματα αυτού του είδους εμφανίζονται επί σκηνής με βαμμένο το πρόσωπο. Κάπως έτσι είχε την έμπνευση και πριν από ένα «κλάσικο» της Μίντλαντ με τη Μέρλο αποφάσισε να βάψει ασπρόμαυρο το πρόσωπό του θυμίζοντας κάτι μεταξύ Kiss και Dimmu Borgir. Μια που στους κανονισμούς δεν υπήρχε κάποια ειδική αναφορά, ο διαιτητής δεν το απαγόρευσε κι ο Ντουμπουά έπαιξε κανονικά έτσι. Και το έκανε και στο επόμενο και στο μεθεπόμενο ματς. Η εμφάνισή του έγινε φυσικά γνωστή στη χώρα και ο Νταρίο έδωσε συνέντευξη στην Ole: «Το κάνω γιατί μου δίνει δύναμη. Βάφεσαι, βγαίνεις έξω να πολεμήσεις και να σκοτώσεις τους αντιπάλους σου. Οι συμπαίκτες μου το πήραν στην πλάκα, αλλά αρκετοί από τους αντιπάλους μου φοβήθηκαν. Είμαι ένας κλόουν με βαμμένο πρόσωπο, αλλά έτοιμος να πεθάνω για τη φανέλα».

«Δεν μου αρέσει το ποδόσφαιρο. Παίζω γιατί είναι κάτι ανταγωνιστικό και γυμνάζομαι κιόλας. Βγάζω και λίγα χρήματα από αυτό. Βοηθάνε γιατί η οικονομική μου κατάσταση είναι καταστροφή».

Κάπως έτσι μετατράπηκε σε μία καλτ φιγούρα των εξίσου καλτ μικρότερων κατηγοριών της Αργεντινής που όπως γνωρίζετε αν μας διαβάζετε, έχουν το δικό τους πολύ φανατικό κοινό. Ο Ντουμπουά έπαιξε συνολικά σε 16 ματς με βαμμένο πρόσωπο, μέχρι η Ομοσπονδία να βγάλει οδηγία ότι απαγορευόταν πλέον κάτι τέτοιο. Κάθε φορά που έβαζε γκολ πανηγύριζε με τη γλώσσα έξω σαν τον Τζιν Σίμονς των Kiss. Δεν ήταν μόνο όμως μόνο η βαμμένη μούρη για την οποία ξεχώριζε. Ο Ντουμπουά ήταν γενικά μορφάρα, ένας ωραίος τύπος που ο απλός κόσμος των χαμηλών κατηγοριών λάτρευε. Το 1995, όταν αγωνιζόταν στη Λουγκάνο, ο σπόνσορας της ομάδας υποσχέθηκε πριμ 40 πέσος σε κάθε ποδοσφαιριστή αν η ομάδα κέρδιζε. Η Λουγκάνο έκανε σερί τριών νικών, αλλά κανείς δεν πήρε ούτε μισό πέσο. Τότε ο Νταρίο αποφάσισε να εκδικηθεί τον σπόνσορα. Πριν το ματς με την Ακασούσο, πήρε μαζί του μαύρη μονωτική ταινία για να την κολλήσει πάνω στη φανέλα στο σημείο της διαφήμισης. Βγαίνοντας για ζέσταμα όμως, ξεχάστηκε και δεν το έκανε. Για καλή του τύχη, εκείνη την ημέρα έβρεχε και το γήπεδο ήταν χάλια. Ο Νταρίο πήρε λάσπη και την έτριψε πάνω στη φανέλα. Το αποτέλεσμα ήταν ακόμα καλύτερο πάνω στην πορτοκαλί φανέλα.

Ένα από τα πιο κλασσικά κομμάτια των Vox Dei

Όταν έπαιζε στη Βικτοριάνο Αρένας (τελευταία του ομάδα), ένα μέλος της διοίκησης της Χουβεντούδ Ουνίδα τον πλησίασε και προσπάθησε να τον δωροδοκήσει. Πίστευε ότι αν η ομάδα του κέρδιζε την άνοδο, αυτός θα εκλεγόταν ξανά στο δημοτικό συμβούλιο. Παρ’ ότι ο Νταρίο δεν ήταν κανένας πλούσιος αρνήθηκε και τον έκανε βούκινο στο ραδιόφωνο, αποκαλώντας τον αρουραίο. Πέρα από την καλτ εμφάνιση, ο Νταρίο ήταν άνθρωπος που σιχαινόταν τη βρωμιά του ποδοσφαίρου.

Ακόμα πιο γραφική είναι η ιστορία σε ένα Μίντλαντ-Εξκουρσιονίστας. Ο διαιτητής Χουάν Κάρλος Μορένο του έβγαλε τη 2η κίτρινη κάρτα για ένα φάουλ. Όταν πήγε να βγάλει την κόκκινη όμως, του έπεσε από την τσέπη ένα χαρτονόμισμα των 500 πέσος. Ο Ντουμπουά με απίστευτα αντανακλαστικά, έσκυψε το πήρε και άρχισε να τρέχει. Σύντομα τον κυνηγούσαν ο διαιτητής, οι αντίπαλοι, οι συμπαίκτες του και οι προπονητές, μέχρι που τελικά κάποια στιγμή τον στρίμωξαν σε μία γωνία. «Είναι η τιμωρία σου που μου στερείς το πριμ του αγώνα» φώναζε ο Ελ Λόκο. Ο Ντουμπουά είχε βάλει τα χρήματα μέσα στο μανίκι, αλλά τελικά αναγκάστηκε να τα επιστρέψει γιατί όπως είπε: «θα μου έριχναν 20 αγωνιστικές». Σε ένα άλλο ματς πάλι απέναντι στους Εξκουρσιονίστας, η τότε ομάδα του δέχτηκε πέντε γκολ. Οι αντίπαλοι οπαδοί περίμεναν απ’ έξω το πούλμαν των ηττημένων για να πετάξουν αντικείμενα και να βρίσουν τους παίκτες. Το παράθυρο άνοιξε, ο Νταρίο βγήκε μισός έξω και τους είπε: «ηρεμήστε ρε παιδιά, όχι κι έτσι, ποδόσφαιρο είναι και μας βάλατε και πέντε γκολ». Οι βρισιές σύντομα έγιναν αποθέωση από τους χούλιγκαν που του έδιναν τα χέρια και του έλεγαν ότι έχει κοχόνες και τον θέλουν στην ομάδα τους.

Στις καλτ στιγμές του (κάποιες υπάρχουν και στο παραπάνω βίντεο αφιέρωμα) ξεχωρίζουν η φορά που καθόταν στον πάγκο φορώντας γυαλιά ηλίου σαν τον Ρόι Όρμπισον (κάτι που του στοίχισε και μια θέση στην ομάδα στη συνέχεια) και η μέρα που αποχώρησε από το γήπεδο βγάζοντας τα ρούχα του (όλα) για να πανηγυρίσει μία άνοδο. Ο Νταρίο έπαθε έναν σοβαρό τραυματισμό το 2005, αλλά η Βικτοριάνο δεν του κάλυπτε τα έξοδα για την επέμβαση στους συνδέσμους. Η Ομοσπονδία με την οποία είχε έρθει σε κόντρα, δεν βοήθησε επίσης. Σαν να τον εκδικήθηκε για τους μπελάδες που την είχε βάλει. Σταμάτησε το ποδόσφαιρο κι έβγαζε χρήματα παίζοντας μουσική με την μπάντα του και κυρίως δουλεύοντας ως ηχολήπτης. Το 2007 έδωσε μία συνέντευξη σε ένα αργεντίνικο ποδοσφαιρικό μπλογκ λέγοντας ότι ονειρεύεται να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο, να κερδίσει μία άνοδο και να σταματήσει να παίζει μπάλα στα 40 του (σκεφτείτε να του άρεσε και το ποδόσφαιρο). Δυστυχώς όμως η ζωή τα ‘φερε αλλιώς.

Τον Μάρτιο του 2008 επιστρέφοντας στο σπίτι μαζί με την κοπέλα του δέχθηκε επίθεση. Οι δράστες άφησαν την κοπέλα να φύγει, αλλά πήραν το ποδήλατο και το κινητό του Ντουμπουά και τον πυροβόλησαν δύο φορές, στα πόδια και το στομάχι. Οι συνθήκες είναι λίγο μυστηριώδεις και μάλλον δεν ήταν μια απλή ληστεία, αλλά είχε και προσωπικά κίνητρα. Ο Ντουμπουά υπεβλήθη σε δύσκολη επέμβαση, του αφαιρέθηκε μέρος του πνεύμονα και του εντέρου. Συνήλθε, ευχαρίστησε και το χειρουργό στον οποίο υποσχέθηκε να κάνει δώρο δύο ηχεία «για να ακούει δυνατή μουσική», έδωσε μεγάλη μάχη τις επόμενες ημέρες αλλά τελικά στις 17 Μαρτίου 2008 σε ηλικία μόλις 37 ετών, αυτή η φοβερή φιγούρα του ποδοσφαίρου έφυγε από τη ζωή.

Περίπου 17 χρόνια νωρίτερα, οι Kiss βγάζουν το τραγούδι «God Gave Rock ‘N’ Roll to You II». Ο ντράμερ Έρικ Καρ πάσχει από καρκίνο, δεν μπορεί να συμμετάσχει στην ηχογράφηση του τραγουδιού και αντικαθίσταται, τραγουδώντας απλά τον στίχο «to everyone he gave the song to be sung». Όταν έρχεται η ώρα να γυριστεί το βίντεο κλιπ, παρακαλεί τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας να λάβει μέρος, παρ’ ότι η υγεία του είναι σε άθλια κατάσταση. Αυτοί δέχονται, ο Καρ φοράει περούκα καθώς έχει χάσει τα μαλλιά του από τις χημειοθεραπείες και δίνει τα πάντα στα γυρίσματα. Λίγους μήνες αργότερα πεθαίνει. Ο Ντουμπουά δεν θα μπει ποτέ σε κάποιο αφιέρωμα με τους καλύτερους ποδοσφαιριστές, ούτε με τους καλύτερους μπασίστες, αλλά στη σύντομη ζωή του έδωσε μεγάλες χαρές στο κοινό του και άγγιξε αρκετές ζωές. Κι όπως λένε κι οι στίχοι των Kiss, τραγούδησε κι αυτός το δικό του τραγούδι. Σύντομο, αλλά δυνατό, όπως του άρεσε.

Τα άλλα τρένα να περνούν…

  [Καθόλου σχόλια]

Ο κόσμος σιγά σιγά αυξανόταν. Η ώρα ήταν κάπου ανάμεσα στις 8 και 9 το βράδυ και στο σταθμό Μίρφιλντ του Γιόρκσαϊρ όλοι περίμεναν το επόμενο τρένο. Ανάμεσά τους και ένας πιτσιρικάς. Μόνος, βυθισμένος σε σκέψεις. Αν κάποιος έδινε λίγη παραπάνω σημασία, ίσως να παρατηρούσε ότι ο νεαρός καθόταν πολύ κοντά στην άκρη της πλατφόρμας, πολύ κοντά στις ράγες του τρένου. Το βλέμμα του απλανές, σαν μη βρισκόταν εκεί. Λίγα λεπτά αργότερα, από τα μεγάφωνα ακούστηκε μια ανακοίνωση. Το επόμενο τρένο είχε καθυστέρηση μερικών λεπτών. Ο νεαρός σαν να ξύπνησε ξαφνικά, σαν να επέστρεψε από εκεί που ταξίδευε ο νους του. Με δάκρυα στο νεανικό πρόσωπο, φεύγει από το σταθμό.

Ίσως κάποιος να τον αναγνώρισε. Ήταν ο Τζορτζ Γκριν, το ντόπιο ταλέντο του Ντιούσμπερι. Μόλις στα 15 του, μαθητής ακόμα στο σχολείο, πήγε στο Λονδίνο να δοκιμαστεί στην Τότεναμ. Τελικά όμως, τα 2 εκατομμύρια λίρες που έδωσε η Έβερτον στην Μπράντφορντ για ένα πιτσιρίκι άλλαξαν τον προορισμό του. Ο Γκριν έλαβε 45.000 πριμ και υπέγραψε συμβόλαιο στην ομάδα του Λίβερπουλ. Έφτασε στις μικρές εθνικές δίπλα στον Ντέλε Άλι και τον Ρος Μπάρκλεϊ. Για κάποιους ήταν ο νέος Γκάζα. Αλλά για κάθε μία επιτυχημένη ιστορία πιτσιρικά, υπάρχουν αρκετές αποτυχημένες. Κι ανάμεσα σ’ αυτές, ορισμένες τραγικές, όπως του Γκριν που τελικά έμοιαζε στον Γκάζα μόνο εκτός ποδοσφαίρου.

Ο Γκριν δεν ξεκίνησε αμέσως τις εξόδους και την κακή ζωή. Αλλά μόλις έγινε επαγγελματίας, άρχισε να βγάζει αρκετές χιλιάδες λίρες το χρόνο και κυρίως έγινε 18 και μπορούσε να βγαίνει, η ζωή του άλλαξε. Ήταν ο συνδυασμός της πίεσης που ένιωθε εξαιτίας της επένδυσης ενός σπουδαίου συλλόγου και της άνεσης που είχε, νομίζοντας ότι έχει ήδη κατακτήσει τον κόσμο. Έπαιρνε πολλά περισσότερα από τους συνομήλικούς του, οι απαιτήσεις της ομάδας ήταν μεγάλες. Κι αυτό δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει. «Μια καλή έξοδος στοίχιζε 1.500 λίρες. Έπαιρνα μια σαμπάνια, ερχόταν μια κοπέλα και έπαιρνα ακόμα μία γι’ αυτήν». Ο Γκριν αγόρασε ένα ακριβό αυτοκίνητο και το χτύπησε οδηγώντας μεθυσμένος. Έμπλεξε με άτομα που δεν είχαν καμία διάθεση να τον βοηθήσουν. «Το μεγαλύτερο πρόβλημά μου δεν ήταν το ποτό. Ήταν τα ναρκωτικά. Την πρώτη φορά που μου προσέφεραν ναρκωτικά, είχα βγει να δω μπάλα με κάτι φίλους σε μια παμπ. Δοκίμασα κοκαΐνη και αυτό άλλαξε όλη τη ζωή μου».

Ο Γκριν μίλησε σε κάποιους ανθρώπους του συλλόγου, η Έβερτον πλήρωσε 5.000 λίρες για κάθε μία από τις πέντε βδομάδες που ο πιτσιρικάς μπήκε σε νοσοκομείο του Λονδίνου εξειδικευμένο σε διαφόρων ειδών εθισμούς. Ο Γκριν όμως δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα προβλήματά του. Πήγε δανεικός στην Τρανμίρ και τελικά η Έβερτον που είχε επενδύσει τόσα σε αυτόν, ανακοίνωσε ότι τον αφήνει ελεύθερο. Δεν μπορούσαν να στηρίξουν άλλο έναν πιτσιρικά που συχνά έχανε προπονήσεις και δεν φαινόταν να έχει καμία διάθεση για προσπάθεια. Ο μικρός προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στους εθισμούς του και την κατάθλιψη.

Η καριέρα του Γκριν ήταν από εκεί και πέρα μια συνεχής ελεύθερη πτώση από ομάδα σε ομάδα. Έμεινε ελάχιστα στην Όλνταμ, χωρίς καμία διάθεση για μπάλα και κατέληξε πέντε μήνες αργότερα σε μια ομάδα 8ης κατηγορίας, να παίρνει 80 λίρες για κάθε αγώνα (σχεδόν τα μισά από όσα ξόδευε στο φαγητό στις εξόδους του). Στην Κιλμάρνοκ ο κόουτς τον έδιωξε γιατί πίστεψε ότι πήγε μια μέρα στην προπόνηση ζέχνοντας αλκοόλ. Ο Γκριν έφτασε κοντά στον θάνατο από υπερβολική δόση χαπιών. Μετά από ένα σερί 4-5 ημερών που σαν χαρακτήρας του Trainspotting ήπιε και πήρε ό,τι ναρκωτικό μπορούσε, αποφάσισε να πάρει και ό,τι χάπια μπορούσε. «Ήταν μια κραυγή απόγνωσης, να με λυπηθούν και να με συγχωρέσουν οι άνθρωποί μου». Έφτασε μέχρι τη Νορβηγία να προσπαθεί να βγάλει χρήματα. Δανειζόταν από φίλους και συγγενείς, δεν επέστρεφε ποτέ τα δανεικά. Οι δικοί του άνθρωποι σιγά σιγά απομακρύνθηκαν. «Τους κατηγορούσα γι’ αυτό. Έλεγα ότι φταίνε αυτοί για όλα. Ήμουν τόσο αλαζόνας».

Ο Γκριν επέστρεψε στην Αγγλία, βρήκε ακόμα μία ομάδα, αλλά κυρίως βρήκε τον Γκάρι Τσαρλς (παλιό παίκτη της Βίλα και της Ντέρμπι που έφτασε μέχρι και την Μπενφίκα). Ο Τσαρλς, πρώην αλκοολικός κι αυτός, βοηθάει ανθρώπους να ξεπερνούν τους εθισμούς τους και σε συνεργασία με την οργάνωσή του, τη GC Sports Care στάθηκε δίπλα στον Γκριν. Ίσως να έβλεπε και τον εαυτό του στο νεαρό ποδοσφαίριστή. Από το καλοκαίρι του 2017 ο Γκριν σταμάτησε τις ουσίες, αν και τον περασμένο Απρίλιο είχε μία υποτροπή. Η μάχη με τον εθισμό δίνεται καθημερινά δυστυχώς και ποτέ δεν είσαι σίγουρος. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα φαίνονται καλύτερα. Ο Γκριν έχει τους ανθρώπους του πιο κοντά γιατί αναγνωρίζουν ότι προσπαθεί. Γνωρίζει ότι σε στιγμές αδυναμίες μπορεί να πάρει τηλέφωνο τον αδερφό του. Έχει μια μικρή κορούλα και την αρραβωνιαστικιά του και προσπαθεί να σώσει και την ποδοσφαιρική του καριέρα. Μπορεί να έχει ζήσει όσα άλλοι δεν θα ζήσουν ποτέ (και ευτυχώς), αλλά είναι μόλις 22 ετών. Πηγαίνει κάθε βδομάδα σε συναντήσεις ομάδων για εθισμό, ενώ πλέον ανήκει στην Τσέστερ. Τα οικονομικά φυσικά είναι άσχημα. Η Μερσεντές που κάποτε είχε, έχει γίνει ένα ΚΙΑ, αλλά σημασία έχει να είναι καλά.

Το βράδυ εκείνο, ο Γκριν πήγε στον σταθμό όχι για να πάρει το τρένο για κάπου. Αλλά για να δώσει τέλος στη ζωή του. Ήταν πνιγμένος στα χρέη, η κοκαΐνη είναι ακριβό σπορ, η κοπέλα του τον είχε αφήσει εξαιτίας του εθισμού του και η ποδοσφαιρική του καριέρα είχε πιάσει πάτο. Εκείνη η ανακοίνωση από το μεγάφωνο για την καθυστέρηση του έσωσε τη ζωή, όπως λέει. Ήταν ένα σημάδι. Τα χρόνια πέρασαν όμως, ο Γκριν δεν θα φοράει τα τρία λιοντάρια δίπλα στους Ντέλε Άλι και Μπάρκλεϊ. «Πίστευα και τότε ότι είχα μεγάλο ταλέντο, ότι ήμουν εξίσου καλός με τον Ντέλε Άλι. Το ποδόσφαιρο είναι το μοναδικό πράγμα στο οποίο είμαι καλός. Νόμιζα ότι αν μιλήσω για το πρόβλημά μου, η καριέρα μου θα τελειώσει. Αλλά είπα στον εαυτό μου: μήπως να είσαι για μια φορά στη ζωή σου ειλικρινής και να παραδεχτείς το πρόβλημά σου; Αν φτάσω σε καλή φυσική κατάσταση και πάρω και λίγο χρόνο στην Τσέστερ νομίζω ότι μπορώ να γίνω ξανά ποδοσφαιριστής. Να φτάσω να παίζω στην League 1 και την Championship και να μπορώ να συντηρώ την οικογένειά μου. Έβγαλα 500.000 λίρες από το ποδόσφαιρο και το μόνο που έχω κρατήσει είναι ένα iPad.»

Η ποδοσφαιρική οικογένεια Κιέζα

  [4 Σχόλια]

Το ιταλικό ποδόσφαιρο της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας παράδεισος μεγάλων παικτών. Ό,τι κορυφαίο κυκλοφορούσε στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά περνούσε από κάποια ιταλική ομάδα και όχι αποκλειστικά μόνο από τις μεγάλες. Ένα πρωτάθλημα δύσκολο, συναρπαστικό, με πολλούς υπερ-ήρωες. Μέσα όμως σε αυτή την πλημμύρα αστεριών, πάντα υπήρχαν λιγότερο προβεβλημένοι ήρωες, μεγάλοι παίκτες που έγραφαν καριέρες κυρίως ως πρωταγωνιστές β’ ανδρικού ρόλου. Ένας τέτοιος ήταν ο Ενρίκο Κιέζα.

Στο δύσκολο ιταλικό πρωτάθλημα, ο Κιέζα δεν είχε τα σωματικά προσόντα για να σε εντυπωσιάζει βλέποντάς τον στο γρασίδι. Όταν όμως έπαιρνε την μπάλα, τα πράγματα άλλαζαν. Γρήγορος και ικανός και με τα δύο πόδια, κυρίως όμως «ήξερε ποδόσφαιρο». Μοχθούσε στο γήπεδο, δεν φοβόταν τις επαφές, βρισκόταν συχνά εκεί που έπρεπε και τελείωνε γρήγορα τις φάσεις, χωρίς δεύτερη σκέψη, σε μια λίγκα που ο αμυντικός δεν σε άφηνε να αναπνεύσεις. Ένας ιδανικός παρτενέρ για κάθε επιθετικό, παίκτης που δεν ήταν βεντέτα, τον ένοιαζε η ομάδα και ας σκόραρε ο συμπαίκτης του περισσότερο, ενώ αυτός τραβιόταν στο πλάι για να ανοίξει διαδρόμους και να μοιράσει ασίστ.

Γενοβέζος στην καταγωγή, ξεκίνησε την καριέρα του στην Σαμπντόρια χωρίς όμως να τα βρει εύκολα. Πήγε δανεικός σε ομάδες Δ’, Γ’ και Β’ εθνικής και τελικά κατάφερε να κάνει το ξεπέταγμα στις Μόντενα και Κρεμονέζε και να πείσει την Σαμπ να του δώσει ακόμα μία ευκαιρία. Ο Κιέζα μπορούσε να παίξει στα πλάγια, αλλά όσο πιο κοντά στην εστία τον έβαζες, τόσο περισσότερο σκόραρε. Η τελευταία του χρονιά στη Γένοβα ήταν και και η καλύτερη. Βγήκε 3ος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 22 γκολ έχοντας μια εξαιρετική συνεργασία με τον Μαντσίνι, ξεπερνώντας παίκτες όπως ο Μπατιστούτα ή ο Μπίρχοφ, αλλά η Σαμπντόρια έχασε οριακά την έξοδο στην Ευρώπη. Ο Αντσελότι τον έφερε στην Πάρμα, ο Κιέζα ήταν επιτέλους σε μια ομάδα με σπουδαίους παίκτες και την επόμενη τριετία πήρε μια 2η θέση, κέρδισε ένα κύπελλο, ένα Σούπερ Καπ και φυσικά ένα ΟΥΕΦΑ στο οποίο ο Κιέζα βγήκε πρώτος σκόρερ και έβαλε γκολ στον τελικό. Η συνεργασία του με τον Κρέσπο ήταν ιδανική, οι ασίστ και τα γκολ πολλά, ο χαρακτήρας του εξαιρετικός. Ο Φάμπιο Καπέλο τον παρομοίωσε ως συνδυασμό Τζίτζι Ρίβα και Πάολο Ρόσι.

Σέντρα Βερόν, Κρέσπο αφήνει, Κιέζα μπουμπουνίζει στο «Γ»

Στη Φλωρεντία σκέφτηκαν «αφού το κάνει με τον Κρέσπο γιατί όχι και με τον Μπατιστούτα» κι ο Κιέζα άλλαξε και πάλι πόλη.  Δεν έκανε καλό ντεμπούτο στη Φιορεντίνα, χάνοντας συχνά τη θέση του από τον Μιγιάτοβιτς και η πρώτη σεζόν ήταν μέτρια. Ο Μπατιγκόλ όμως θα άφηνε τη Φιορεντίνα για τη Ρώμη κι ο Κιέζα κατέληξε να γίνει ο… μοναχικός λύκος στην επίθεση της Φιορεντίνα. Σε μια Φιορεντίνα σε φθίνουσα πορεία, ο Ρουί Κόστα και ο Κιέζα ήταν τα διαμάντια της ομάδας και ο Ενρίκο σκόραρε 22 φορές στο πρωτάθλημα, ενώ κατέκτησε ακόμα ένα κύπελλο το 2001. Δυστυχώς γι’ αυτόν, τα χρόνια είχαν αρχίσει να περνούν, οι τραυματισμοί που πάντα τον ταλαιπωρούσαν ήταν όλο και πιο συχνοί και παρά την τρομερή του αξία και αναγνώριση, δεν είχε κατακτήσει ένα πρωτάθλημα στα πιο παραγωγικά του χρόνια.

Ο οικονομικός και αγωνιστικός κατήφορος της Φιορεντίνα τον οδήγησε στην Λάτσιο χωρίς όμως να παίξει καλά. Αρκετοί βιάστηκαν να τον θεωρήσουν τελειωμένο, αλλά ο Κιέζα είχε ακόμα να προσφέρει πράγματα στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Στα 33 του γύρισε στην Τοσκάνη, αυτή τη φορά στη Σιένα και παρά τα χρονάκια του συνέχισε να σκοράρει και έγινε κι εκεί αγαπητός. Τις τρεις πρώτες χρονιές του έβαλε διψήφιο αριθμό γκολ και έπαιξε τελικά μέχρι τα 38 του εκεί, είδωλο των ντόπιων οπαδών. Άνθρωπος που αγαπούσε την μπάλα, κρέμασε τα παπούτσια στα 40 του τελικά. Η καριέρα του Κιέζα είχε παραπάνω από 500 παιχνίδια και περίπου 200 γκολ, τόσο με το αριστερό, όσο και με το δεξί και με χειρουργικό τελείωμα, δίχως ανάσα, πολλές φορές σε κάποιο παραθυράκι εστίας, ένα πόδι-διαβήτης.

Κάπου εδώ κανονικά θα τελείωνε το κείμενο, θα αγκαλιαζόμασταν για τα παλιά, θα λέγαμε πόσο χάλια είναι το ιταλικό ποδόσφαιρο πια και όλα καλά. Μόνο που το όνομα Κιέζα δεν ανήκει (μόνο) στο παρελθόν. Ο Φεντερικό Κιέζα, μόλις 20 ετών, προσπαθεί να ξεπεράσει την ταμπέλα του νεποτισμού και να αφήσει το δικό του στίγμα στο ποδόσφαιρο. Μάλιστα προσπαθεί να το κάνει σε μια ομάδα που ο μπαμπάς τίμησε. Στη Φιορεντίνα.

Πρώτη φορά τον είδα στο ματς με τον ΠΑΟΚ για το Γιουρόπα Λιγκ. Άκουσα το όνομα, είδα τις κινήσεις, σκέφτηκα «βρε λες;» και μετά έψαξα και βεβαιώθηκα. Ο Κιέζα τζούνιορ έχει ακόμα να δείξει πολλά, αλλά τα πρώτα δείγματα είναι θετικά. Διεθνής με τις μικρές εθνικές, βρίσκει όλο και περισσότερο χρόνο συμμετοχής στους Βιόλα. Ένα σημαντικό γκολ επί της Γιουβέντους αρχικά χρεώθηκε σε αυτόν, αλλά του το πήραν πίσω μετά τα ριπλέι, το μέλλον όμως του ανήκει. Στο 3-3 με την Τζένοα σκόραρε το δεύτερό του γκολ, στο ίδιο ματς που σκόραρε κι ο γιος Σιμεόνε και μαζί μας έκαναν να νιώσουμε πολύ γέροι.

Στο παιχνίδι της Φιορεντίνα με την ΣΠΑΛ σημείωσε το 2ο γκολ του για τη σεζόν 2017-18 γράφοντας το 3-0 για την ομάδα του. Πιο πολύ ενδιαφέρον έχει η κίνησή του μετά. Ο Φεντερίκο έφυγε για τον πάγκο και πήγε και αγκάλιασε έναν πιτσιρικά, ένα από τα ball boys της Φιορεντίνα. Δεν ήταν όμως κάποιο τυχαίο παιδάκι. Ήταν ο μικρός του αδερφός Λορέντσο, άξιο μέλος κι αυτός της οικογένειας Κιέζα. Οι πιο παλιοί θυμήθηκαν κάτι και άρχισαν να ψάχνουν το αρχείο. Τότε που ο μπαμπάς Ενρίκο φορώντας τη φανέλα της Σιένα είχε αγκαλιάσει ένα άλλο ball boy. Τον μικρό τότε Φεντερίκο. Κι η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται…

Το τέλος του κόσμου κι ο Κάρλος Ρόα

  [4 Σχόλια]

Στη μουσική υπάρχει ο όρος «one hit wonder» για καλλιτέχνες ή μπάντες που έκαναν τρομερή επιτυχία με ένα τραγούδι και μετά το απόλυτο χάος. Από τον… Vanilla Ice και τις 4 Non Blondes μέχρι τους Bombfunk MC’s, η μουσική βιομηχανία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Στο ποδόσφαιρο δεν ξέρω αν υπάρχει αντίστοιχος όρος, άλλωστε με ένα γκολ είναι δύσκολο να κάνεις καριέρα, αλλά έχουμε δει δεκάδες ποδοσφαιριστές να κερδίζουν εντυπώσεις σε μία διοργάνωση ή μία σεζόν, να παίρνουν μια μεταγραφή και μετά να εξαφανίζονται, κινούμενοι στη μετριότητα. Συνήθως όλοι αυτοί (καλλιτέχνες και αθλητές) δεν ήταν μάλλον τόσο καλοί, συνέπεσαν σε μια περίοδο που τους πήγαν όλα καλά, ήταν τυχεροί, πείτε το όπως θέλετε. Ο πρωταγωνιστής της σημερινής μας ιστορίας όμως, είναι μία κατηγορία μόνος του. Γιατί ενώ έχει όλα τα τυπικά προσόντα του «one hit wonder» (έφτασε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα στην κορυφή), στην πραγματικότητα θα μπορούσε να κάνει πολύ πιο σπουδαία πράγματα αν μόνος του δεν κατέστρεφε το μέλλον του. Αυτή είναι η πολύ περίεργη ιστορία του Κάρλος Άνχελ Ρόα, ενός σπουδαίου τερματοφύλακα και ακόμα πιο περίεργου ανθρώπου.

Παρ’ ότι γεννήθηκε στη Σάντε Φε, δεν έπαιξε μπάλα σε κάποια από τις ομάδες της. Φόρεσε τα γάντια του στη Ράσινγκ Κλουμπ, παίρνοντας την πρώτη του συμμετοχή μόλις στα 19 του, όταν ο μεγάλος «Πάτο» Φιλιόλ αποβλήθηκε σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Ρόα έπαιξε μέχρι το 1994 στη Ράσινγκ και κατά τη διάρκεια της καριέρας του εκεί, συνέβη το πρώτο περίεργο. Τον Αύγουστο του 1990 η Ράσινγκ ταξίδεψε στην Αφρική για να κάνει εκεί ορισμένα φιλικά με ομάδες όπως η εθνική Μπενίν, το Τόγκο κι η Μπουρκίνα Φάσο. Ο Κάρλος Ρόα επιστρέφοντας από το Κονγκό εμφάνισε συμπτώματα ελονοσίας κι έφτασε ένα βήμα πριν το θάνατο. Η ασθένεια στην Αργεντινή ήταν πρακτικά άγνωστη και δεν υπήρχαν τα κατάλληλα φάρμακα για να θεραπευθεί, ενώ οι γιατροί που ήξεραν μόνο από τα βιβλία του έδωσαν εξιτήριο πολύ νωρίς. Αποτέλεσμα, ο Ρόα να επιστρέψει σε χειρότερη κατάσταση στο νοσοκομείο κι οι γονείς του αναγκάστηκαν να φέρουν τα φάρμακα από τη Βραζιλία. Ο πρόεδρος της Ράσινγκ δήλωσε ότι Ρόα αρνήθηκε να τα πάρει εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, κάτι που ο Ρόα πάντως το διέψευσε. Έτσι κι αλλιώς όμως, ο ίδιος θεώρησε ότι σώθηκε από θαύμα. Η πίστη του στον Θεό έγινε πολύ πιο έντονη.


«Η κατάκτηση της Αφρικής», τίτλος της εποχής για την τουρνέ στην Αφρική

Ο Ρόα έχασε μια σεζόν περίπου, επέστρεψε βασικός μετά τη φυγή του Γκοϊκοετσέα και τελικά το 1994 πήρε μεταγραφή στη Λανούς, σε μια απόφαση που άλλαξε την καριέρα του. Εκεί συνέπεσε σε μία χρυσή εποχή του συλλόγου, με το νεαρό τότε Έκτορ Ραούλ Κούπερ να κάνει σπουδαία δουλειά και συμπαίκτες καλούς παίκτες όπως ο Αριέλ Ιμπαγάσα και οι Μοράλες και Σούρερ. Όπως φυσικά ξέρουμε, ομάδα του Κούπερ και αυτοκτονία είναι έννοιες συνυφασμένες, ο Ρόα άγγιξε ένα πρωτάθλημα, αλλά το έχασε. Πρόλαβε όμως στη θητεία του να σημειωσει και το πρώτο του γκολ, με πέναλτι απέναντι στο… συνάδελφό του Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ. Το 1997 ο Κούπερ πηγαίνει στη Μαγιόρκα και για να υπογράψει, βάζει όρο στους νησιώτες να πάρουν τον «Λετσούγκα» (παρατσούκλι που σημαίνει μαρούλι, μια που ο Ρόα ήταν vegetarian πολύ πριν γίνει… μόδα,) για να τους βρει ένα χρόνο αργότερα κι ο Ιμπαγκάσα. Το 1997-98 είναι η χρονιά του… wonder για τον Ρόα.

Η νεοφώτιστη Μαγιόρκα του Έκτορ του Ραούλ του Κούπερ, με παίκτες όπως οι Στάνκοβιτς και Βαλερόν, κάνει μια συγκλονιστική σεζόν που τη φέρνει στην 5η θέση του πρωταθλήματος, ενώ φτάνει και στον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι στο Μεστάγια απέναντι στην Μπάρτσα του φαν Χάαλ. Αν αγαπητέ αναγνώστη περιμένεις happy ending σε τελικό με Κούπερ, μάλλον είσαι αισιόδοξος. Η Μαγιόρκα ανοίγει το σκορ στο 6′, ισοφαρίζεται από το Ριβάλντο, μένει με 10 παίκτες αρχικά και στην παράταση με 9. Κι όμως, καταφέρνει και κρατάει το 1-1 πηγαίνοντας το ματς στα πέναλτι.

Ένα βίντεο γεμάτο παιχταράδες (τα πέναλτι ξεκινούν περίπου στο 8.30)

Ο Ρόα αποκρούει τα πέναλτι των Ριβάλντο και Θελάδες και σκοράρει ο ίδιος στο 5ο και κρίσιμο. Στη συνέχεια αποκρούει το 6ο πέναλτι του Λουίς Φίγκο. Τι άλλο να κάνει ο άνθρωπος; Ο Στάνκοβιτς όμως στέλνει την μπάλα άουτ και η διαδικασία συνεχίζεται με την Μπαρσελόνα να κατακτά το κύπελλο χάρη και στον Χεσπ που κάνει τελικά κι αυτός τρεις αποκρούσεις. Η Μαγιόρκα αγγίζει το θαύμα. Ο Ρόα πάντως με την απόδοσή του έχει κερδίσει την κλήση στην εθνική ομάδα για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Πασαρέλα τον προτιμά από τον Χερμάν Μπούργκος και τον Καβαγιέρο και δικαιώνεται. Η Αργεντινή περνάει με τρεις νίκες από τον όμιλό της και ο Κάρλος Ρόα δεν δέχεται κανένα γκολ.

Στη φάση των 16 έχουμε ένα από καλύτερα παιχνίδια σε Μουντιάλ, το περίφημο Αργεντινή-Αγγλία με μερικές ιστορικές φάσεις. Μπατιστούτα-Ζανέτι, Σίρερ-Όουεν σκοράρουν και το παιχνίδι μετά από 120 λεπτά πηγαίνει στα πέναλτι. Ο Πασαρέλα πλησιάζει τον Ρόα και του λέει: «Πρέπει να κερδίσουμε στα πέναλτι, ε» και τον χτυπάει στην πλάτη, σαν να του λέει «κανόνισε να μην περάσουμε και θα δεις». Ο Ρόα νιώθε όλο το βάρος πάνω του, αλλά αν περιμένεις φίλε αναγνώστη καλή κατάληξη για την Αγγλία στα πέναλτι, πάλι κάνεις λάθος. Ο Σίμαν πιάνει το πέναλτι του Κρέσπο, αλλά ο Ρόα είναι σε τρομερή κατάσταση. Αποκρούει τα πέναλτι τόσο του Ινς, όσο και του Μπάτι. Η Αργεντινή παίρνει την πρόκριση κι ο Ρόα γίνεται εθνικός ήρωας, ο νέος Γκοϊκοετσέα. Μπορεί στη συνέχεια η χώρα να πικραίνεται από τον αποκλεισμό στο τέλος από την Ολλανδία (ναι, ο Ρόα είναι ο τερματοφύλακας σε αυτό το γκολ του Μπέργκαμπ), αλλά ο Λετσούγκα θεωρείται πλέον από τους κορυφαίους τερματοφύλακες στον κόσμο.

Η Μαγιόρκα κάνει μια ακόμα εξαιρετική σεζόν και τερματίζει 3η το 1999. Ο Ρόα είναι σταθερά στους διακριθέντες, είναι ο τερματοφύλακας που δέχεται τα λιγότερα γκολ στην Πριμέρα, παίρνοντας το βραβείο Θαμόρα. Είναι ο μόλις τρίτος μη Ισπανός που το κατακτά. Το καλοκαίρι του 1999 ξεκινάει το τέλος του όμως. Ο Σμάιχελ φεύγει από τη Γιουνάιτεντ και ο σερ Άλεξ ψάχνει τον αντικαταστάτη του. Οι Άγγλοι προσφέρουν 10 ολόκληρα εκατομμύρια (τεράστιο ποσό για τα δεδομένα της εποχής) και φυσικά η Μαγιόρκα δεν λέει όχι. Αυτός που λέει όχι όμως είναι ο Ρόα. Ανήκει στην εκκλησία των Ανβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας, μια εκκλησία Προτεσταντών που θεωρούν ότι το Σάββατο είναι η έβδομη ημέρα της εβδομάδας και μάλιστα ιερή. Ο Ρόα λέει ότι δεν μπορεί να πάει στην Αγγλία και να παίζει το Σάββατο κι ότι ήταν κακός Χριστιάνος όταν το έκανε. Λίγο αργότερα αρνείται να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Μαγιόρκα (που ας μην ξεχνάμε ότι είχε κερδίσει τη συμμετοχή της στο Τσάμπιονς Λιγκ) και δηλώνει ότι σταματάει το ποδόσφαιρο (στα 29 του) για να αφοσιωθεί στη θρησκεία του. Πολλοί άνθρωποι του ποδοσφαίρου προσπαθούν να τον μεταπείσουν, ακόμα κι ο προπονητής της εθνικής Χοσέ Πέκερμαν. Αυτός δεν αλλάζει γνώμη.


«Ποτέ δεν ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής και δεν μου λείπει το ποδόσφαιρο. Είμαι χαρούμενος χωρίς το ποδόσφαιρο. Βρίσκομαι σε ψυχική ηρεμία γιατί έβγαλα ένα βάρος από πάνω μου και το έκανα από αγάπη.»
– Κάρλος Ρόα, σε συνέντευξή του στην Ole

Γίνεται όμως ακόμα καλύτερο. Ο Ρόα δεν σταματά απλά το ποδόσφαιρο. Εγκαταλείπει τα εγκόσμια, αφήνει πίσω τα υπάρχοντά του και εξαφανίζεται. Πιστεύει ότι το Μιλένιουμ, σηματοδοτεί και το τέλος του κόσμου ή μάλλον καλύτερα, το τέλος των αμαρτωλών, καθώς υπάρχει η πεποίθηση στη θρησκεία του ότι ο Χριστός θα επιστρέψει στη Γη και μόνο οι σωστοί Χριστιανοί θα γλιτώσουν. Ο Ρόα γίνεται πάστορας κάπου στην εξοχή της Αργεντινής, απομονωμένος μαζί με την οικογένειά του, για να προσευχηθεί και να έρθει κοντά στον Θεό. Τελικά, το 2000 έρχεται, ο κόσμος κι οι υπολογιστές δεν καταστρέφονται και τον Απρίλιο ο Ρόα επιστρέφει στην Ισπανία και την μπαλίτσα, παρά τα όσα έλεγε σε συνέντευξή του. Η Μαγιόρκα τον δέχεται πίσω με αγάπη, αλλά ο Ρόα είναι κάθετος: Δεν θα αγωνίζεται τα Σάββατα, εκτός κι ο αγώνας είναι βραδινός. Μια που η Μαγιόρκα παίζει στους ομίλους, πολλά παιχνίδια της γίνονται Σάββατο, ενώ ήδη αγωνίζεται βασικός ο συμπατριώτης του Λέο Φράνκο.

Ο Ρόα όπως είναι φυσικό γίνεται παγκίτης, καθώς εκτός των άλλων έχει χάσει και τη φόρμα του. Μένει μέχρι το τέλος του συμβολαίου του και στη συνέχεια πηγαίνει στη Σεγόυντα και την Αλμπαθέτε. Εκεί βρίσκει τον εαυτό του, παίζει σε αρκετά παιχνίδια και κερδίζει την άνοδο στην Πριμέρα. Τα πράγματα φαίνονται να επιστρέφουν σε κανονικούς ρυθμούς, αλλά οι περιπέτειες δεν έχουν τελειώσει. Τη σεζόν 2003-04 και ενώ αγωνίζεται βασικός στην Αλμπαθέτε, αρχίζει να έχει πόνους στους κοιλιακούς ή έτσι νομίζει. Αφού οι γιατροί αρχικά δεν βγάζουν άκρη, οι εξετάσεις όμως δείχνουν την άσχημη αλήθεια. Καρκίνος στους όρχεις. Η Ισπανία τελειώνει οριστικά και απότομα. Ο Ρόα κάνει επέμβαση και συνεχίζει με χημειοθεραπείες.

Ο «Λετσούγκα» μένει εκτός δράσης σχεδόν για 2 σεζόν και φυσικά γνωρίζει ότι η καριέρα του έχει τελειώσει. Τουλάχιστον σε υψηλό επίπεδο, καθώς επιστρέφει στην ενεργό δράση με τη φανέλα της Ολίμπο (συναντώντας και τον Ισμαέλ Μπλάνκο). Φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τον παλιό τερματοφύλακα και απλά γράφει το τέλος του στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Μετά το κρέμασμα των γαντιών του, ακολούθησε ως βοηθός του Ματίας Αλμέιδα σε διάφορες ομάδες, μέχρι να γίνει προπονητής τερματοφυλάκων στη Γουαδαλαχάρα. Η ζωή του κι η καριέρα του ήταν γεμάτη μάχες, ποδόσφαιρο, θρησκεία και ασθένειες. Κατάφερε να κερδίσει μόλις ένα Σούπερ Καπ στην Ισπανία (τη… ρεβάνς του τελικού με την Μπαρτσελόνα) και δύο διεθνείς τίτλους στη Λ. Αμερική με Λανούς και Ράσινγκ. Ίσως είναι άδικο να τον πούμε one hit wonder, είχε αρκετές καλές σεζόν συνολικά, αλλά είναι ο άνθρωπος που μέσα σε 2 χρόνια έφτασε απίστευτα ψηλά και προτίμησε να τα παρατήσει όλα. Πάντα αξίζουν σεβασμού όσοι μπορούν να πουν όχι στα χρήματα και στη δόξα για να κάνουν αυτό που θέλουν, αλλά υπάρχει και το ερώτημα αν αυτό το κάτι αξίζει. Ο ίδιος ο Ρόα σε συνεντεύξεις του πάντως δηλώνει ότι δεν μετάνιωσε ποτέ.

Μέσα στο ναό, έχουν για θεό

  [Καθόλου σχόλια]

Το γήπεδο είναι κάτι ιερό για τον φίλαθλο. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί λογικά η σχέση του με την έδρα του. Είναι το σπίτι του. Και δεν θα διστάσει να τα βάλει με κανέναν για να το προστατεύσει. Και συχνά είναι «ναός» για τη θρησκεία του, την ομάδα του. Τι γίνεται όμως όταν στο ίδιο μέρος υπάρχει και μια άλλη θρησκεία, κανονική αυτή τη φορά, με νομική υπόσταση, που θέλει το δικό της ναό; Η απάντηση ήρθε χθες με τα κωμικοτραγικά που συνέβησαν στη Λίμα του Περού που δεν έχουν προηγούμενο.

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Η Αλιάνζα της Λίμα είναι μία από τις μεγαλύτερες ομάδες στο Περού, η 2η σε τίτλους στη χώρα. Από το 1974 αγωνίζεται στο ομώνυμό γήπεδό της που από το 2000 έχει μετονομαστεί σε Εστάδιο Αλεχάντρο Βιγιανουέβα. Τίποτα το περίεργο μέχρι εδώ. Ο σύλλογος όμως πρόσφατα πέρασε δύσκολες καταστάσεις οικονομικά και έφτασε να έχει περάσει ουσιαστικά στα χέρια των πιστωτών του. Έτσι, βγήκαν κάποιες φήμες ότι μέσα σε όλα αυτά, μπορεί το στάδιο να πουληθεί. Η τότε διοίκηση το διέψευσε, αλλά οι πιστωτές θα μπορούσαν κάλλιστα να το κάνουν.

Με τούτα και με εκείνα, η Αλιάνζα άλλαξε διοίκηση. Εμφανίστηκε όμως ένας από τους ενδιαφερόμενους να δηλώνει ότι μέρος της έκτασης που βρίσκεται στο γήπεδο ανήκει σε αυτόν. Ήταν ο πάστορας Αλμπέρτο Σαντάνα, των ευαγγελιστών της «Υψηλής Αίθουσας» (η δική μου ελεύθερη μετάφραση). Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η εκκλησία του, που αριθμεί αρκετά μέλη σε όλη τη χώρα, αγόρασε την έκταση δίνοντας 600 χιλιάδες δολάρια. Η κατάσταση παρέμεινε έτσι για αρκετό καιρό, με την Αλιάνζα να υποστηρίζει ότι δεν έχει γίνει καμιά αγοραπωλησία.

Ο πάστορας δήλωσε σχετικά: «Αγοράσαμε την έκταση. Ο Θεός το επέλεξε, όχι εγώ. Είναι μια τιμή για την Αλιάνζα. Θα χτίσουμε εκεί μία εκκλησία». Το θέμα είχε μείνει κυρίως στα λόγια για καιρό, με τις δυο πλευρές να βάζουν δικηγόρους και να καταφεύγουν στη δικαιοσύνη. Μέχρι που χθες έγινε το κακό, αφού οι ευαγγελιστές είπαν να πάρουν το… θέλημα του Θεού στα χέρια τους. Περίπου 1500 πιστοί της εκκλησίας (ανάλογα με τα ρεπορτάζ τα νούμερα παίζουν), φορώντας κίτρινα κράνη εργοταξίου και τα ίδια μπλουζάκια πήγαν στις εγκαταστάσεις τα χαράματα.  Εκεί κρατώντας βίβλους και τραγουδώντας «ο Χριστός ζει» έσβησαν το έμβλημα της Αλιάνζα και το όνομά της και ξεκίνησαν να βάφουν τις εικόνες των θρύλων του συλλόγου που βρίσκονται στον περιβάλλοντα χώρο. Παράλληλα, κρεμούσαν τα δικά τους μηνύματα και φρόντισαν να αποκλειστούν τοποθετώντας ξύλινες τάβλες και λουκέτα στις εισόδους.

Η έγκυρη ρεπόρτερ του πρωινάδικου παρούσα όσο οι ευαγγελιστές κάνουν… μερεμέτια

Τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και σόκαραν τον κόσμο της ομάδας. Αν και η διοίκηση της Αλιάνζα είχε βγάλει ανακοίνωση για να είναι ψύχραιμοι οι οπαδοί, μόλις έγινε γνωστό το θέμα πολλοί έφυγαν αμέσως για το στάδιο. Η αστυνομία υπήρχε ήδη και έτσι αρχικά συγκεντρώθηκαν απ’ έξω, έξαλλοι για τα όσα γίνονταν. Στη συνέχεια όμως, κουβαλώντας διάφορα σύνεργα, έσπασαν το… τείχος που είχαν στήσει οι ευαγγελιστές και άρχισαν οι ομορφιές. Ιστορίες γραφικότητας με οπαδούς και πιστούς να κυνηγιούνται.

Χαμός…

Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι τραγικά, ευτυχώς όμως είχαμε συγκριτικά λίγους τραυματίες μέχρι να επέμβει η αστυνομία με δακρυγόνα και το θέμα να λήξει. Να λήξει φυσικά προσωρινά. Οι οπαδοί που κέρδισαν πίσω το χώρο, άρχισαν να βγάζουν τις μπογιές των ευαγγελιστών και το όνομα της Αλιάνζα εμφανίστηκε ξανά. Το αν ήταν απλά μία μάχη κερδισμένη θα φανεί στο μέλλον, καθώς οι ευαγγελιστές έχουν παρουσιάσει χαρτιά σύμφωνα με τα οποία αγόρασαν δύο εκτάσεις που περιλαμβάνουν εκτός από το πάρκινγκ και κάποια εξωτερικά προπονητικά γήπεδα. Ο δικηγόρος της εκκλησίας Σάντρο Μπαλμπίν ήταν κάθετος: «Εδώ είναι το σπίτι του Θεού. Έχουμε όλα τα έγγραφα, είμαστε οι ιδιοκτήτες».

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η σκυλίτσα βοηθός προπονητή

  [5 Σχόλια]

Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο η ανάγκη του προπονητή να έχει ένα καλό βοηθό είναι τεράστια. Για να προσέχει τα πάντα, να του κάνει τη ζωή πιο εύκολη, ενίοτε να τον ξυπνάει και να κάνει καμία αλλαγή (όπως λέμε από τις εξέδρες). Και κυρίως, να είναι πιστός στον κόουτς. Στην περίπτωση της ομάδας «2 Μαΐου» της Παραγουάης πήγαμε ένα βήμα παραπάνω. (Παρένθεση κι επεξήγηση: Η ομάδα «2 Μαΐου ιδρύθηκε στις… 6 Δεκεμβρίου του 1935 από βετεράνους ενός από τους σκληρότερους πολέμους της Λ. Αμερικής. Αυτού μεταξύ Βολιβίας και Παραγουάης. Οι βετεράνοι του πολέμου ίδρυσαν το σύλλογο και του έδωσαν το όνομα από το σύνταγμα του πεζικού στο οποίο υπηρέτησαν, αυτό της 2ας Μαΐου.)

Ο σύλλογος δίνει τη μάχη του για να ανέβει στην Α’ εθνική της χώρας και κόουτς είναι ο Κάρλος Χάρα Σαγιέρ, ένας σημαντικός προπονητής με αρκετές επιτυχίες στις μικρές ομάδες της χώρας. Κάποιοι (ανάμεσά τους κι εγώ) έχει τύχει να τον δούμε και από κοντά, όταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 ήταν προπονητής της εθνικής Παραγουάης του τεράστιου Κάρλος Γκαμάρα οδηγώντας τη στο ασημένιο μετάλλιο. Εδώ και μερικούς μήνες είναι κόουτς στην ομάδα από την πόλη Πέδρο Χουάν Καμπαγιέρο (ναι, έτσι τη λένε). Η ιστορία θα ήταν απολύτως βαρετή και δεν θα μας απασχολούσε αν πριν λίγο καιρό ο Κάρλος δεν έβλεπε ένα σκυλάκι, τη 10χρονη Τεσαπάρα, ένα αδέσποτο που τριγυρίζει στην περιοχή, να τον πλησιάζει. Ο (σχετικά τροφαντός) Κάρλος αποφάσισε να της δώσει λίγη από την εμπανάδα (ότι πιο κοντινό στην τυρόπιτα κουρού υπάρχει στη Λ. Αμερική) που έτρωγε.


Η Τεσαπάρα δεν τεμπελιάζει. Προπονείται μαζί με τους παίκτες και κάνει τις ασκήσεις.

Ήταν σαν να υπέγραψαν συμβόλαιο. Από εκείνη την ημέρα η Τεσαπάρα αποφάσισε πως έπρεπε να ξεπληρώσει αυτή την τεράστια κίνηση (ας μην κάνω σύγκριση μεταξύ σκυλιών και γατιών). Υποδέχεται κάθε πρωί τον Σαγιέρ όταν πιάνει δουλειά και το βράδυ μένει και κοιμάται φυλώντας τις εγκαταστάσεις. «Το πρωί είναι φιλική, μένει δίπλα μου συνέχεια, αλλά αφήνει να τη χαϊδεύουν όλοι. Ήρεμη και γλυκιά. Το βράδυ γίνεται φύλακας και αγριεύει σε όποιον πλησιάζει», λέει ο κόουτς για τη σκυλίτσα που έχει πάρει πολύ σοβαρά το ρόλο του φύλακα. Η Τεσαπάρα συνοδεύει παντού τον προστάτη της. Στα γραφεία, στα αποδυτήρια, στις προπονήσεις και φυσικά στους αγώνες όταν ο διαιτητής την αφήνει. Αλλιώς πηγαίνει στην εξέδρα και βλέπει από εκεί το ματς.


Παρούσα στη συνέντευξη, μήπως ο ρεπόρτερ κάνει προβοκατόρικη ερώτηση

Είναι πολύ χρήσιμη ειδικά όταν ο διαιτητής θέλει να κάνει παρατήρηση στον Σεγιάρ κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, καθώς αγριεύει. Δίπλα στον Σεγιάρ πάντως δεν κάνει κίνηση να μπει μέσα, όταν το κοράκι την αφήνει να «κάτσει» στον πάγκο. Έχει μάθει και βρίσκεται εκτός της γραμμής (και όπως βλέπουμε στην 1η φωτογραφία μέσα στο χώρο του κόουτς). Η Τεσαπάρα όπως είναι φυσικό, έγινε το σύμβολο του συλλόγου. Στα αποδυτήρια πανηγυρίζει μαζί με τους παίκτες μετά από νίκες. Το όνομά της έχει βγει από τα μάτια της που αλλάζουν χρώμα κατά τη διάρκεια της ημέρας σύμφωνα με τους ανθρώπους του συλλόγου. Το πρωί είναι τόσο ανοιχτά γαλάζια που ο Σεγιάρ στην αρχή νόμιζε ότι ήταν τυφλή. Καθώς πέφτει το φως το χρώμα τους αλλάζει.


Το κοράκι δεν την άφησε να κάτσει στον πάγκο στο συγκεκριμένο ματς, αλλά αυτή έτοιμη από τις εξέδρες να πει στον κόουτς ότι πρέπει να το γυρίσει σε 4-3-3

Ο Σεγιάρ την έχει αγαπήσει και φυσικά το ίδιο ισχύει και για όλους τους οπαδούς της ομάδας. Όπως λέει κι ο ίδιος, «Έχω και στο σπίτι ένα σκυλί. Είναι κουταβάκι και είναι κακομαθημένο. Είναι όμως μέλος της οικογένειας.» Κάτι αντίστοιχο με την Τεσαπάρα, που έγινε μέλος της οικογένειας της «2 Μαΐου».

Ντρίμπλες, μαγικά και αλκοόλ: η καριέρα και η ζωή του Ορέστε Κορμπάτα

  [1 Σχόλιο]

Αν κάποιος έχει την τύχη να επισκεφτεί ένα από τα πιο ιστορικά γήπεδα του κόσμου, το Ελ Σιλίντρο, την έδρα της Ράσινγκ Κλουμπ θα δει ότι ο ένας δρόμος δίπλα του μετονομάστηκε σε οδό Ντιέγκο Μιλίτο. Αν τύχει και πάει από την αντίθετη πλευρά του γηπέδου θα βρει ένα άλλο δρομάκι, πιο στενό, πετρόστρωτο, με χαμόσπιτα κι αρκετά πιο βρώμικο. Το δρομάκι Ορέστε Κορμπάτα. Βγαλμένο από έναν από τους σπουδαιότερους παίκτες της Ράσινγκ και της Αργεντινής, ένα ατελείωτο ταλέντο, αλλά και έναν άνθρωπο με θλιβερή ζωή και θάνατο, γνήσιο εκπρόσωπο ενός ποδοσφαίρου που δεν υπάρχει πια.

Ο Κορμπάτα γεννήθηκε στο Ντερό, λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες κι όταν έχασε τον πατέρα του μόλις στα πέντε του μετακόμισε στη Λα Πλάτα με την μητέρα του και τα επτά αδέρφια του. Όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, δούλευε κι αυτός από το πρωί, κάνοντας ότι μπορεί, για να φέρει κάποιο εισόδημα στο πάμφτωχο σπιτικό του που δεν είχε καν πόρτα. Ο Ορέστε ξυπόλητος τριγύριζε στο δρόμο με τυλιγμένα σκόρδα στο λαιμό του, όχι για να μην τον ματιάσουν, αλλά για να τα πουλήσει μαζί με φρούτα και ό,τι άλλο μπορούσε να βρει. Η μητέρα του Ισαμπέλ ήταν πλύστρα και καθαρίστρια. Ο μικρός, όταν δεν έβγαζε το ψωμί του, ήταν πάντα ξυποληταρία, μέσα στις λάσπες να παίζει μπάλα. Στο σχολείο πήγε μέχρι 2α δημοτικού, δεν το τελείωσε ποτέ, όχι τόσο γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν είχε χρόνο με τις δουλειές που έκανε το πρωί. Ποτέ δεν έμαθε να γράφει ή να διαβάζει κι αυτό τον στοίχειωσε.

Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην Εστουδιάντες και το 1955 πηγαίνει στη Ράσινγκ Κλουμπ. Στην πόρτα των ακαδημιών τον ρωτάνε πού είναι η βαλίτσα του. Εκείνος με αφοπλιστική ειλικρίνεια απαντάει: «Ποια βαλίτσα;» Όλα τα υπάρχοντά του είναι τα ρούχα που φοράει. Περπατάει στην οδό Μότσαρτ (κάθετη στο δρόμο που χρόνια αργότερα θα πάρει το όνομά του) και ξεκινά μια ιστορία αγάπης με την «Ακαδημία».

Ο Κορμπάτα δεν εντυπωσιάζει κανέναν με την εξωτερική του εμφάνιση. Είναι κοντούλης, ατημέλητος και αδύνατος σε σημείο υποσιτισμού. Όταν παίρνει την μπάλα όμως, όλα αλλάζουν. Παίζει δεξί εξτρέμ κι αυτός είναι κι ο τίτλος του βιβλίου του Αλεχάντρο Γουόλ: «Corbatta, El Wing» από το οποίο προέρχονται αρκετές από τις πληροφορίες του κειμένου. Ο Κορμπάτα είναι ταχύτατος, εξαιρετικός ντριμπλέρ, ξεσηκώνει το κοινό με τις προσπάθειές του, αλλά και με ιδιαίτερη τεχνική, καθώς ήξερε ακριβώς πώς να χτυπάει την μπάλα για να τη στείλει συστημένη στην καρδιά της περιοχής. Έπαιζε πάντα με κατεβασμένες κάλτσες, χωρίς επικαλαμίδες, με το μαλλί να ανεμίζει, το πρόσωπο συχνά λασπωμένο κι ένα πονηρό χαμόγελο. Γρήγορα έγινε ο «Λόκο» των οπαδών και ο κόσμος άρχισε να μιλά γι’ αυτόν. Το δεύτερο παρατσούκλι του ήταν «ο Αρλεκίνος».

Ελάχιστα πλάνα υπάρχουν από την καριέρα του δυστυχώς

Οι ιστορίες πολλές. Όπως τότε που άρχισε να τρέχει προς την εστία της Ράσινγκ, μέχρι να καταλάβει ότι απέναντί του ήταν ο δικός του τερματοφύλακας. Οι αντίπαλοι επιθετικοί ήρθαν πάνω του, εκείνος τους ντρίμπλαρε και έκανε κούρσα προς τη σωστή περιοχή. Ή όταν τον μάρκαρε ασφυκτικά ο Σιλβέιρα σε ένα ντέρμπι με την Ιντεπεντιέντε. Ο Κορμπάτα για να ξεφύγει βγήκε εκτός γραμμής, πήγε πίσω από τους αστυνομικούς, κρύφτηκε για λίγο εκεί και βγήκε από την άλλη. Αλλά από όσες ιστορίες κυκλοφορούν, δύο είναι κατ’ εμέ οι κορυφαίες. Μία για το παιχνίδι του και η άλλη για τον χαρακτήρα του. Η πρώτη έγινε σε ένα «φιλικό» (με πολλά εισαγωγικά) απέναντι στην Ουρουγουάη. Ο 21 ετών μόλις Κορμπάτα αποφάσισε να κάνει χαζό τον σέντερ μπακ της Ουρουγουάης Χοσέ «Πέπε» Σασία με το παρατσούκλι «ο Σκληρός». Μόνο από αυτό ανατριχιάζεις, αν σκεφτείς ότι ο Κορμπάτα ήταν 1.65 και 62 κιλά κι ο Πέπε κοντά στο 1.81. Η φάση θύμιζε κάτι από Βέγγο και Τρύφωνα. Ο Ορέστε όμως είχε άγνοια κινδύνου. Έκανε ένα σομπρέρο και πέρασε τον Σασία. Στη συνέχεια σταμάτησε και τον περίμενε. Ο Σασία ξαναήρθε πάνω του, ο Κορμπάτα του έκανε ένα τούνελ (ή γέφυρα όπως το λένε εκεί) με την μπάλα και έφυγε και πάλι λίγο πιο μπροστά. Εκεί κοντοστάθηκε, με την πλάτη του προς τον Σασία. Ο Ουρουγουανός πλησίασε ξανά και αυτή τη φορά ο Κορμπάτα του έκανε ακόμα ένα τούνελ, με πλάτη και χωρίς να βλέπει. Ο Σασία φυσικά είχε φουντώσει και περίμενε την εκδίκησή του. Λίγο αργότερα, ένας συμπαίκτης του έριξε τον Κορμπάτα στο έδαφος. Ο Σασία πλησίασε κάνοντας ότι θέλει να δει τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και του έχωσε μια μεγαλοπρεπή μπουνιά στο πρόσωπο. Ο Κορμπάτα έχασε δύο μπροστινά δόντια, τα οποία φυσικά δεν αναπλήρωσε ποτέ.


Το κενό στα δόντια του Κορμπάτα (που έμοιαζε και αρκετά με το Μανόλο Χιμένεθ)
Πηγή: Ντοκιμαντέρ «El Arlequin»

Ο Κορμπάτα όμως δεν ήταν κάποιος που λόγω κακίας ήθελε να εξευτελίζει τους αντιπάλους. Απλά λάτρευε το παιχνίδι, το σόου και το θέαμα. Για να καταλάβουμε τι παλικάρι ήταν, θα αναφέρουμε και μία δεύτερη ιστορία. Εκείνα τα χρόνια το trash talking ήταν στα φόρτε του στη Λ. Αμερική. Σε ένα ματς με τη Ρίβερ τον μάρκαρε ο Φεντερίκο Βάιρο. Μόλις τον πλησίασε, ο Κορμπάτα τον ρώτησε: «τι κάνει η μάνα σου;». Ο Βάιρο στράβωσε. Ο Κορμπάτα επέμεινε: «η αδερφή σου είναι καλά;». «Σκάσε και παίζε» απάντησε ο Βάιρο και για τα υπόλοιπα 90 λεπτά τον πελεκούσε όπου τον έβρισκε (κι όταν τον προλάβαινε). Ο Κορμπάτα δεν αντέδρασε σε κανένα χτύπημα. Μετά το τέλος του παιχνιδιού, ο Βάιρο είδε έκπληκτος τον Κορμπάτα να έρχεται στα αποδυτήρια της Ρίβερ. Η πρώτη σκέψη ήταν ότι ήρθε για… καβγά. Ο Κορμπάτα όμως απλά ήρθε να του πει να βγουν βόλτα μαζί. Οι ερωτήσεις για την μαμά και την αδερφή του Βάιρο δεν ήταν προσβολές. Ήταν κανονικό ενδιαφέρον, ήθελε απλά να κάνει κουβέντα.

Παίζει για 7 χρόνια στη Ράσινγκ, φοράει το 7 και σκοράρει 7 φορές σε ντέρμπι με την Ιντεπεντιέντε. Αν τα μαγικά του δεν αρκούν, αυτά τα γκολ τον κάνουν ίνδαλμα στον κόσμο. Συνολικά βάζει 72 γκολ και δίνει πολλές ασίστ. Σπεσιαλίστας στα πέναλτι, έχασε ελάχιστα στην καριέρα του. Κάποτε έβαλε στοίχημα με τον τεράστιο τερματοφύλακα της εποχής Αμαντέο Καρίσο. Αν ο Καρίσο απέκρουε 10 από τα 50 πέναλτι θα κέρδιζε. Ο Κορμπάτα του έβαλε τα 49 και το ένα το έστειλε στο δοκάρι. Στη Ράσινγκ κερδίζει δύο πρωταθλήματα Αργεντινής, ενώ στα 20 του μόλις καλείται στην εθνική.

Το 1957 κατακτά το Καμπεονάτο Σουνταμερικάνο (όπως λεγόταν τότε το Κόπα Αμέρικα) με μια από τις καλύτερες ομάδες που είχε ποτέ η Αργεντινή. Σε 6 ματς η αλμπισελέστε σκοράρει 25 φορές, κερδίζοντας μάλιστα και τη Βραζιλία με 3-0. Μια Βραζιλία που ένα χρόνο αργότερα με τον Πελέ θα κέρδιζε το Μουντιάλ. Ο Κορμπάτα δίνει το παρόν κι αυτός στο Μουντιάλ, αλλά η ομάδα του έχει ελλείψεις κυρίως λόγω των πολιτικών εξελίξεων. Ο ίδιος σκοράρει τρεις φορές, αλλά η Αργεντινή βγαίνει τελευταία στον όμιλο και αποκλείεται. Το 1959 κατακτά ξανά το Καμπεονάτο Σουνταμερικάνο, παρά τα 8 γκολ του Πελέ. Παίζει στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1962, αλλά δεν ταξιδεύει στη διοργάνωση.

Τα καρέ του απίστευτου γκολ από τη στιγμή που ο Κορμπάτα πάτησε περιοχή.

Σκόραρε 18 φορές σε 43 αγώνες με την εθνική, αλλά το ένα από τα γκολ έμεινε αξέχαστο και μέχρι ο Μαραντόνα να περάσει όλη την Αγγλία το 1986 ήταν αυτό που θεωρούσαν στην Αργεντινή ως το καλύτερο γκολ της εθνικής. Τον Οκτώβριο του 1957 μέσα στο Μπομπονέρα απέναντι στη Χιλή για τα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ. Η Αργεντινή είχε βάλει ήδη τρία γκολ μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, τα δύο ο Κορμπάτα. Το επόμενο όμως ήταν η μαγεία. Πήρε την μπάλα λίγο κάτω από το κέντρο, πέρασε δύο παίκτες και έφτασε στην περιοχή της Χιλής. Εκεί σταμάτησε, περίμενε αυτόν που είχε περάσει να τον φτάσει και του έκανε νέα ντρίμπλα. Βρέθηκε απέναντι στον τερματοφύλακα εκ νέου, αλλά και πάλι δεν εκτέλεσε. Σαν τον ταυρομάχο απέναντι στον ταύρο περιμένει να πλησιάσουν ο δόλιος Αστόργκα (αυτός με τις δύο ντρίμπλες) κι ακόμα ένας κι όταν ο τερματοφύλακας αποφασίζει να κάνει έξοδο, προσποιείται, τον ρίχνει κάτω τελειώνει τη φάση και γράφει το 4-0. Το γκολ απέκτησε μυθικές διαστάσεις και όχι άδικα.

Μετά την απουσία του από το Μουντιάλ του 1962 αρχίζει κι η πτώση του. Κι αυτό, γιατί πέρα από το γήπεδο, υπήρχε και το έξω. Ο «Αργεντίνος Γκαρίντσα» δεν έμοιαζε μόνο στο παιχνίδι του, έμοιαζε και στη ζωή του με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο αντίπαλό του. Όπως λέει κι ο Αλεχάντρο Γουόλ: «Η ζωή ήταν πολύ σκληρή μαζί του, αλλά κι αυτός ήταν σκληρός με τη ζωή. Η Αγία Τριάδα της ζωής ήταν η φτώχεια, ο αναλφαβητισμός και το αλκοόλ». Όλοι τον θυμούνται και χαμογελούν και αμέσως μετά μελαγχολούν. Ο αρχηγός τότε της Ράσινγκ «Τίτο» Πιτούτσι λέει ότι ήταν ένα παιδί έξω καρδιά που το αγαπούσαν όλοι. Αλλά ήταν πολύ μόνος. Τον ενοχλούσε πολύ που δεν ήξερε να διαβάζει. Πήγαινε όταν είχε ρεπό στο πάρκο με μια εφημερίδα και απλά κοιτούσε τις γελοιογραφίες, τα σχέδια. Ντρεπόταν πάρα πολύ γι’ αυτό. Συχνά έβαζε συμπαίκτες του που το ήξεραν να του διαβάζουν άρθρα που μιλούσαν γι’ αυτόν και το απολάμβανε.

Το γκολ του απέναντι στη Δ. Γερμανία

Η φτώχεια ήταν κάτι που βίωνε πάντα και με τα χρήματα δεν είχε καλή σχέση. Όταν τον ρωτούν τι τα έκανε τα λεφτά, εκείνος απαντάει: «Είναι μεγάλη ιστορία. Πάντα έδινα χρήματα, χωρίς αντάλλαγμα. Έτσι μου έμαθαν οι γονείς μου. Αν κάποιος έρθει και μου πει ότι δεν έχει χρήματα για το λεωφορείο γίνεται να μην του δώσω;» Έπαιρνε έναν πενιχρό μισθό και είχε και ένα σπίτι από τη Ράσινγκ, αλλά ήταν ένας γενναιόδωρος άνθρωπος με μεγάλη ψυχή. Δυστυχώς όμως υπήρχε και το αλκοόλ. Από τα χρόνια της Ράσινγκ έπινε. Πολλές φορές έπαιζε σε αγώνες μετά από μεθύσι. Οι συμπαίκτες του θυμούνται ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες που τους έλεγε ότι δεν έβλεπε μπροστά του τίποτα και να μην του δίνουν την μπάλα. Είχε σκαρφαλώσει τον τοίχο, πίσω από το σπίτι που έμεναν οι μικροί της Ράσινγκ, σουρωμένος στις έξι το πρωί. Ακόμα κι έτσι, κατάφερε και σκόραρε δυο φορές χάρη και στη βοήθεια πολλαπλών μπουγέλων με παγωμένο νερό. Όσο τα χρόνια περνούσαν όμως, τα προβλήματα μεγάλωναν. Ο Κορμπάτα κάποιες φορές είχε καταλήξει στο νοσοκομείο από το ποτό.

Ο αλκοολισμός όπως είναι φυσικό του προκαλούσε προβλήματα και στην προσωπική του ζωή. Μέχρι που μια μέρα γύρισε και βρήκε τη γυναίκα του να λείπει, μαζί με ότι μπορούσε να πάρει από το σπίτι και φυσικά τη νεογέννητη κόρη της. Δεν του έμεινε σχεδόν τίποτα. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές και χώρισε ισάριθμες. Το ποτό τον έσπρωχνε μακριά τους, αυτές έφευγαν κι αυτός έπινε περισσότερο. Ένας φαύλος κύκλος. Όπως, με χιούμορ, δήλωσε κάποτε πάντως: «Με την πρώτη γυναίκα μου τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα, με τη δεύτερη άσχημα, με την τρίτη άσχημα και με την τέταρτη άσχημα. Όλες με παράτησαν, αλλά εγώ τις αγαπώ ακόμα

Το 1962 έρχεται μια μεγάλη πρόταση και η Ράσινγκ έξυπνα πράττοντας, τον πουλάει στην Μπόκα που τον θέλει για το Λιμπερταδόρες. Από τα 12 εκατομμύρια πέσος που παίρνει η Ράσινγκ για να φτιάξει το γήπεδο, ελάχιστα φτάνουν στον ποδοσφαιριστή. Ο Κορμπάτα δυστυχώς όμως δεν είναι ο ίδιος παίκτης. Το αλκοόλ έχει αυξηθεί πολύ, το ίδιο και τα νυχτοπερπατήματα. Σκοράρει 7 φορές και κερδίζει δύο πρωταθλήματα με την Μπόκα, αλλά η συμμετοχή του είναι ελάχιστη. Παίζει σε μόλις 18 αγώνες πριν φύγει για την Κολομβία που ζει την περίοδο του Ελ Ντοράντο. Εκεί κάνει το δεύτερο γάμο του, εκεί πίνει δεκαπέντε μπύρες την ημέρα, εκεί κάνει δύο ακόμα παιδιά, εκεί τον αφήνει και η δεύτερη γυναίκα του. Εκεί όμως τον λατρεύει κι ο κόσμος της Ιντεπεντιέντε του Μεντεγίν (πολύ πριν την εποχή των Narcos). Μπορεί να μην έχει σχέση με τον παίκτη του παρελθόντος, αλλά κάνει τα μαγικά του. Δυστυχώς όμως ό,τι χρήματα βγάζει τα σκορπάει.

Επική φωτογραφία από το αρχείο του El Grafico.
Ο Κορμπάτα κοιμάται στα αποδυτήρια λίγο πριν ένα φιλικό Αργεντινής-Τσεχοσλοβακίας.

Στα 34 του επιστρέφει στην Αργεντινή και παίζει πλέον σε μικρότερες ομάδες, ίσα ίσα για να έχει να φάει και να μείνει κάπου. Και φυσικά να αγοράσει τσιγάρα και αλκοόλ. Παίζει στην Σαν Τέλμο και καταλήγει σε ακόμα μικρότερες ομάδες και κατηγορίες. Φυσικά δεν έχει φράγκο. Τελικά γυρίζει πίσω εκεί που όλα ξεκίνησαν. Στην πόλη Αβεγιανέδα του Μπουένος Άιρες. Η Ράσινγκ του έδωσε ένα μικρό δωματιάκι στα αποδυτήρια για να μείνει. Κοιμάται κάτω από τις εξέδρες που ο κόσμος τον αποθέωνε. Αυτός σε αντάλλαγμα προπονεί πιτσιρίκια όποτε είναι νηφάλιος. Και φυσικά όταν δεν είναι στο νοσοκομείο Φιορίτο εξαιτίας του κατεστραμμένου συκωτιού του. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1991 ο Ορέστε Ομάρ Κορμπάτα φεύγει από τη ζωή, φτωχός (όπως πάντα) και ταλαιπωρημένος από καρκίνο στο λάρυγγα. Πεθαίνει σε μια κλινική της Λα Πλάτα, ανάμεσα μόνο στις αδερφές του που βρέθηκαν κοντά του. Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους εξτρέμ στην ιστορία της Αργεντινής και είναι ένας θρύλος για τη Ράσινγκ Κλουμπ.

«Ξέρεις γιατί δεν μπορούν να μου πάρουν την μπάλα; Γιατί δεν θέλει να φύγει από το πλάι μου. Άλλα πράγματα έφευγαν από μένα, η μπάλα όχι».
– Ορέστε Ομάρ Κορμπάτα, 11 Μαρτίου 1936 – 6 Δεκεμβρίου 1991

Το δρομάκι Κορμπάτα δίπλα στο Ελ Σιλίντρο

Το τέλος του φόβου για τον Σαντιάγο Κανιθάρες

  [Καθόλου σχόλια]

Η σημασία ενός γεγονότος στη ζωή εξαρτάται πάντα από την οπτική με την οποία το κοιτάει κανείς. Για κάποιον άνθρωπο η πιο σημαντική στιγμή στη ζωή του μπορεί να είναι η μοναδική φορά που κατάφερε να ταξιδέψει μακριά από το μέρος του. Για κάποιον άλλον, τα ταξίδια μπορεί να συμβαίνουν κάθε εβδομάδα. Κάποιος μπορεί να πέσει να πεθάνει γιατί ράγισε η οθόνη στο κινητό του, ενώ κάποιος άλλος να μην έχει να φάει. Το μέγεθος του συναισθήματος είτε είναι χαρά, είτε λύπη διαφέρει στον καθένα. Ο «Σάντι» Κανιθάρες είναι ένας βετεράνος τερματοφύλακας που πολλοί τον θυμόμαστε να αγωνίζεται σε σπουδαίες ομάδες. Κατέκτησε δυο πρωταθλήματα Ισπανίας με τη Ρεάλ (και μαζί ένα Τσάμπιονς Λιγκ) χωρίς όμως να παίζει πάντα. Πήρε την απόφαση και μετακόμισε στο Μεστάγια για περισσότερο χρόνο συμμετοχής. Εκεί κέρδισε ακόμα δύο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο με τα χρώματα της Βαλένθια.

Μέχρι εδώ ήταν οι χαρές. Γιατί σε μια καριέρα υπάρχουν κι οι λύπες. Ο Κανιθάρες έχει συνδυαστεί σε πολλούς μας με δύο άσχημες στιγμές. Μια από τις εικόνες που έμεινε ανεξίτηλη είναι ο δεύτερος συνεχόμενος χαμένος τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ το 2001. Ένα χρόνο πριν, η Βαλένθια είχε υποταχθεί στην ανωτερότητα της Ρεάλ. Το 2001 όμως στο Σαν Σίρο πάλεψε στα ίσια την Μπάγερν και πήγε το ματς στα πέναλτι. Εκεί και παρ’ ότι βρέθηκε αρχικά σε πλεονεκτική θέση με το πρώτο χαμένο πέναλτι του Πάουλο Σέρτζιο, ήταν το άστοχο χτύπημα του Μαουρίσιο Πελεγκρίνο που τελείωσε τα όνειρα των νυχτερίδων. Σε ένα σχετικά βαρετό ματς, η εικόνα του απαρηγόρητου Κανιθάρες με τον «σκληρό» Καν από πάνω του να του δίνει κουράγιο ήταν ίσως ό,τι άξιζε.

Ο Σάντι συνέχισε για χρόνια στη Βαλένθια, αλλά και στην εθνική. Κυρίως όμως ως δεύτερος τερματοφύλακας της Ισπανίας. Κι όταν η ώρα του ήρθε να γίνει ο βασικός, τότε έγινε θύμα ενός από τους πιο χαζούς τραυματισμούς παγκοσμίως. Στο ξενοδοχείο της Ισπανίας, κατά την προετοιμασία για το Μουντιάλ του 2002, το μπουκάλι του after shave έπεσε και έσπασε και ένα κομμάτι γυαλί καρφώθηκε στο πόδι του. Ο Κανιθάρες μπήκε στο χειρουργείο και φυσικά έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο θα έπαιζε. Λες και τον κυνηγούσε η κακοδαιμονία Σε δηλώσεις του τότε δεν το έριξε στην τύχη, δεν το δραματοποίησε.

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου άτυχο. Από την αρχή της καριέρας μου είχα πολλές στιγμές καλής τύχης. Αλλά όπως κι ο καθένας, είχα και δύσκολες στιγμές που έπρεπε να αντιμετωπίσω. Θα πρέπει να ξεπεράσω αυτό το πλήγμα στην ψυχολογία μου, στην περίπτωσή μου αυτό παίρνει μια 2-3 μέρες ή μία εβδομάδα. Κανείς δεν προχωράει στο ποδόσφαιρο χωρίς να ξεπεράσει εμπόδια. Ο στόχος μου είναι να δώσω το παρόν στο επόμενο Μουντιάλ».

Πράγματι, ο Σάντι τα κατάφερε και το 2006 ήταν στο Μουντιάλ. Αλλά όπως και το 1998 ήταν ξανά αναπληρωματικός. Αγωνίστηκε σε ένα μόλις ματς, στο τελευταίο των ομίλων. Έπαιξε μπάλα στα 39 του και αποχώρησε κύριος, ένας από τους πιο αγαπητούς Ισπανούς τερματοφύλακες. Κάποιος θα μπορούσε να τον πει άτυχο. Άτυχο που έχασε εκείνο τα ρημάδια τα Τσάμπιονς Λιγκ, άτυχο που έχασε ένα Μουντιάλ για τόσο χαζό λόγο. Όπως είπαμε όλα είναι θέμα οπτικής. Ο Κανιθάρες έκανε δύο γάμους και απέκτησε επτά παιδιά συνολικά. Μάλιστα στο δεύτερο γάμο του απέκτησε τρίδυμα. Η ζωή του κυλούσε ομαλά, σαν πάτερ φαμίλιας, ενώ έβρισκε και χρόνο για μια άλλη αγάπη του, το αυτοκίνητο, καθώς είχε γίνει οδηγός σε αγώνες ράλι.

Ο μπαμπάς Σάντι κι ο γιος Σάντι. Αν δεν ήξερες την ιστορία θα έλεγες ότι η φωτογραφία είναι ο ορισμός της χαράς.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που ένα από τα τρίδυμα, ο μικρός Σάντι ξαφνικά αρρώστησε όταν ήταν 3,5 ετών. Όπως περιγράφει ο Κανιθάρες: «ήταν ένα φυσιολογικό παιδί μέχρι που μια μέρα απλά ξύπνησε άρρωστο». Ο Σάντι τζούνιορ διαγνώστηκε με καρκίνο, μια σπάνια μορφή που δεν δίνει πολλές πιθανότητες, και ο Κανιθάρες πλέον δεν είχε τον ρόλο να σώσει μια ομάδα από ένα γκολ. Προσπαθούσε να σώσει το ίδιο του το παιδί. Ο μικρούλης έδωσε τη γενναία μάχη του για 15 μήνες, αλλά τελικά τον περασμένο Μάρτιο έχασε τη ζωή του. Η οπτική άλλαξε. Άτυχος για εκείνο το βράδυ στο Σαν Σίρο και τα δάκρυα; Άτυχος για ένα χαμένο Μουντιάλ; Η πραγματική θλίψη ήταν εδώ.

Σε μια από τις κορυφαίες σειρές φαντασίας, το «Malazan Book of the Fallen» του Steven Erikson και συγκεκριμένα στο βιβλίο Deadhouse Gates, ένας από τους δευτερεύοντες ήρωες, ο στρατιώτης Lull (όχι ο δικός μας ο Ραμόν) λέει: «Αυτή είναι μια συνοπτική περίληψη της ανθρωπότητας θα έλεγα. Ποιος χρειάζεται τόμους και τόμους ιστορίας; Τα παιδιά πεθαίνουν. Η αδικία του κόσμου κρύβεται σε αυτές τις τρεις λέξεις».

Ο Κανιθάρες βίωσε από πρώτο χέρι αυτή την αδικία, την έζησε απομακρυσμένος από τα φώτα της δημοσιότητας και πριν λίγες ημέρες έδωσε για πρώτη φορά μια συνέντευξη για να μιλήσει γι’ αυτή. Παραδέχτηκε ότι ακόμα ζει με τον πόνο μέσα του και ότι του λείπει πολύ το παιδί του, αλλά ότι η υπόλοιπη οικογένεια και η πίστη του ήταν αυτά που του έδωσαν την απαραίτητη δύναμη. Κι ο άνθρωπος που δεν φοβόταν τους αντιπάλους, δεν φοβόταν να υπερασπιστεί μια ομάδα στα πέναλτι, έκλεισε μιλώντας για το μεγαλύτερο φόβο όλων πολλών εξ ημών: «Πάντα είχα σεβασμό και φόβο για τον θάνατο, αλλά τώρα δεν υπάρχει κάτι που να φοβάμαι στη ζωή ή κάτι που να με ανησυχεί, πέρα από το να προσπαθήσω να είμαι χαρούμενος. Δεν φοβάμαι πια τον θάνατο γιατί ξέρω ότι εκείνη την ημέρα θα συναντήσω ξανά το γιο μου».

Αυτοκίνητα, βενζίνη και ωραία γκολ

  [1 Σχόλιο]

Το Ισλανδία-Νιγηρία πριν μερικές ημέρες απέκτησε ξαφνικά ενδιαφέρον μετά τα δύο πρώτα παιχνίδια της Αργεντινής στο Μουντιάλ. Στο Μπουένος Άιρες εμφανίστηκαν φωτομοντάζ με τον Μέσι να φοράει τη φανέλα της Νιγηρίας και ο κόσμος υποστήριζε την ομάδα της Αφρικής, καθώς οι Ισλανδοί ήταν ο μεγάλος αντίπαλος για τη 2η θέση. 90′ αργότερα, η Νιγηρία όχι μόνο είχε κερδίσει, αλλά είχε γεμίσει με άγχος μια Αργεντινή που τους τελευταίους μήνες δυσκολεύεται να κερδίσει και τη μικτή νηπιαγωγείων της Μαρ ντελ Πλάτα. Κι όλα αυτά χάρη στον Αχμέντ Μούσα που σκόραρε δύο φορές και έβαλε τη Νιγηρία για τα καλά στο παιχνίδι της πρόκρισης.

Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα κείμενο για τα το πόσο καλός ή όχι είναι ο Νιγηριανός επιθετικός της Λέστερ. Δεν θα είναι όμως. Θα είναι για τον τύπο πίσω από τον ποδοσφαιριστή. Το παιδί που έπαιζε μπάλα στους δρόμους της πόλης Τζος της Νιγηρίας, την J όπως τη λένε. Που μεγάλωσε μαζί με τις τέσσερις αδερφές του χωρίς μεγάλες ανέσεις. Τότε που υποστήριζε την Άρσεναλ εξαιτίας του μεγάλου Νιγηριανού, του Κανού. Το ταλέντο του ξεχώρισε, βρήκε την κρίσιμη πρώτη μεταγραφή στην Ευρώπη και την Ολλανδία και από εκεί τα πράγματα έγιναν ευκολότερα. Στη Φένλο άρχισαν να τον παρακολουθούν αρκετοί κι η ολλανδική ομάδα αρνήθηκε πρόταση από τη Γερμανία περίπου 10 εκατομμυρίων Ευρώ. Λίγο καιρό αργότερα όμως αποδέχθηκε αυτή της ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Έκανε αρκετά καλή καριέρα εκεί και μετά ήρθε η Αγγλία και η Λέστερ με εξαιρετικά χρήματα.

Μάθε τέχνη κι άστηνε
κι άμα πεινάσεις πιάστηνε

Ο Μούσα πλέον έχει λύσει για τα καλά το οικονομικό του πρόβλημα. Πολλοί στη θέση του θα έριχναν μαύρη πέτρα πίσω. Ο ίδιος όμως θέλει να επιστρέψει κάτι, σε όσους τον βοήθησαν. Για αρχή στους φίλους του. Όταν πήγε στην Αγγλία με ένα μισθό περίπου 60.000 λίρες την εβδομάδα αποφάσισε αφ’ ενός να κάνει επενδύσεις στην πατρίδα του και ταυτόχρονα να βοηθήσει τους δικούς του ανθρώπους. Στην Ελλάδα «ποδοσφαιριστής κάνει επένδυση» σημαίνει αγοράζει ένα καφέ σε μια πλατεία ή παίρνει ποσοστό σε μπαρ. Ο Μούσα είχε διαφορετική άποψη. Αγόρασε δύο μεγάλα βενζινάδικα, έβαλε τη δική του φίρμα Myca-7 (το Μούσα στα ρώσικα και το νούμερο της φανέλας) και έδωσε δουλειά σε περίπου 40 φίλους του που ήταν άνεργοι. Εσείς αν βγάζατε λεφτά θα βολεύατε έτσι τα φιλαράκια σας;


Ρύζι Μούσα

Δεν βοηθάει όμως μόνο «γνωστούς». Όταν βρίσκεται στην πατρίδα του πηγαίνει ο ίδιος και βοηθάει σε συσσίτια απόρων μοιράζοντας φαγητό. Κι όταν λείπει φροντίζει να ενισχύει οικονομικά. Στην περίοδο του Ραμαζανιού έδωσε ένα σημαντικό ποσό για να αγοραστεί φαγητό για ανθρώπους που δεν είχαν να φάνε. Αγόρασε 3.000 (πολύ μεγάλα) πακέτα ρύζι και για να αποφύγει «λαμογιές» (να τα πάρουν κάποιοι που θα τα ξαναπουλήσουν), έβαλε πάνω το πρόσωπό του και το μήνυμα «δεν πωλείται».  Το ρύζι μοιράστηκε στους φτωχούς. Σε άλλη επίσκεψή του πήγε σε φυλακές και πλήρωσε ο ίδιος τα χρήματα για πρόστιμα και εγγυήσεις, ώστε 40 άνθρωποι (κυρίως γυναίκες και παιδιά) που δεν είχαν το απαραίτητο ποσό να βγουν από τη φυλακή και να κάνουν Ραμαζάνι με τις οικογένειές τους.

Το παρεάκι

Ο Μούσα είναι πολύ δημοφιλής στην πατρίδα του, με πολλά έσοδα από διαφημίσεις (όπως π.χ. από την Pepsi) και παράλληλα με τις αγαθοεργίες, κάνει και αρκετές επενδύσει και έχει αποκτήσει έτσι πάρα πολλά χρήματα. Τον πλούτο του τον δείχνει κυρίως με πανάκριβα αυτοκίνητα όπως Mercedes-Benz G AMG 63, Range Rover και άλλα που προφανώς δεν τον νοιάζει τι κατανάλωση έχουν, αφού τα φουλάρει στα βενζινάδικά του. Φυσικά όλα δεν είναι τέλεια, ούτε είναι άγιος. Ο Μούσα είχε προβλήματα στο γάμο του, όταν αποφάσισε να παντρευτεί και δεύτερη γυναίκα. Ταυτόχρονα με την πρώτη. Η γυναίκα του (η πρώτη), σύμφωνα με τα όσα λέγονται, δεν έφερε αντίρρηση αρχικά και το είχε αποδεχτεί ως καλή Μουσουλμάνα ότι θα γινόταν κάποια στιγμή, μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα. Έμαθε ότι η δεύτερη γυναίκα ήταν Χριστιανή και το θεώρησε κοροϊδία. Εκεί τα πράγματα μπερδεύτηκαν και είχαμε και ένα επεισόδιο, όταν κλήθηκε στο σπίτι του η αγγλική αστυνομία για διατάραξη κοινής ησυχίας, με τα βρετανικά ταμπλόιντ να λένε ότι επιτέθηκε στην σύζυγό του. Ο Μούσα μάλλον το χειρίστηκε λίγο λανθασμένα, ανεβάζοντας φωτογραφίες με τη μέλλουσα γυναίκα στο Instagram με ατάκες «φως μου, βασίλισσά μου» κτλ. Όσο καλή Μουσουλμάνα να είναι μια γυναίκα, είναι κυρίως γυναίκα. Τελικά λίγες εβδομάδες πριν τον δεύτερο γάμο, ο Μούσα ήρθε σε συμβιβασμό, πήρε διαζύγιο, οπότε το όνειρό του να έχει παράλληλα δύο γυναίκες έσβησε. Είναι ξανά παντρεμένος μεν, αλλά με μία.

Εδώ με την πρώην του (πλέον) γυναίκα

Αυτός ο τυπάκος λοιπόν έγινε ο πιο αγαπημένος Νιγηριανός στην Αργεντινή την περασμένη Παρασκευή, όταν οι Αργεντινοί έγραψαν στη wikipedia «Ο Αχμέντ Μούσα είναι ένας Αργεντινός παίκτης που μας βοήθησε πολύ περισσότερο από το Σαμπαόλι», ενώ το «Λιονέλ Μούσα» έγινε το όνομά του. Οι βοήθειες και αγάπες όμως τελειώνουν κάπου εδώ. Στον τρίτο και τελευταίο αγώνα των ομίλων, θα είναι αντίπαλος. Και τι αντίπαλος. Στο Μουντιάλ του 2014 στο 3-2 της Αργεντινής επί της Νιγηρίας, ο Μούσα σκόραρε δύο φορές εις βάρος της Αλμπισελέστε (το ένα εκπληκτικό γκολ), ενώ είχε παίξει και στο πρόσφατο φιλικό των δύο ομάδων, όταν και οι Νιγηριανοί κέρδισαν με 4-2. Άλλωστε εδώ και μερικές μέρες είναι ο Νιγηριανός με τα περισσότερα γκολ στην ιστορία των Μουντιάλ. Ο ίδιος δεν φοβάται. «Κάθε φορά που συναντάω τον Μέσι βάζω δύο γκολ. Το έκανα στο Μουντιάλ του 2014, το έκανα και με τη Λέστερ απέναντι στην Μπαρτσελόνα σε ένα φιλικό» λέει.

Όταν οι φωνές των γκολ κάλυψαν τις κραυγές των βασανιστηρίων

  [Καθόλου σχόλια]

Το Μουντιάλ του 1978 είναι ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα όλων των εποχών. Ένα Μουντιάλ γεμάτο όμορφες εικόνες από τα γεμάτα γήπεδα, ωραίες ιστορίες πίσω από φωτογραφίες, αλλά και την ασχήμια της πολιτικής κατάστασης στην Αργεντινή και πολλές κατηγορίες για όσα έγιναν στον αγωνιστικό χώρο (και έξω από αυτόν). Η ιστορία του Λεοπόλδο Ιάκιντο Λούκε συμπυκνώνει όλα τα ωραία και τα άσχημα του Παγκοσμίου Κυπέλλου που έγινε στην Αργεντινή. Ο Λούκε δεν είναι τόσο γνωστός εκτός Αργεντινής, αλλά ήταν ο παρτενέρ του μεγάλου Μάριο Κέμπες στην επίθεση. Ένας πολύ καλός στράικερ με το χαρακτηριστικό μουστάκι και στιλ που θυμίζει λίγο Ντάνι Τρέχο. Το είχε αφήσει όταν έπαιζε στην Ουνιόν, τότε που δεν τον έβαζαν πολύ και είχε δηλώσει: «αν επιτέλους παίξω, θα αφήσω μουστάκι».

Ο Λούκε ήταν βασικός στο πρώτο παιχνίδι της Αλμπισελέστε απέναντι στην Ουγγαρία. Το θεωρητικά πιο εύκολο ματς του ομίλου. Σκόραρε το 1-0 και τελικά η Αργεντινή πήρε με τα χίλια ζόρια στο 83′ τη νίκη με 2-1 στο Μονουμεντάλ που κόχλαζε. Το ξεκίνημα ήταν πολύ δύσκολο τελικά και αυτό άγχωσε πολύ τους Αργεντίνους. Ακόμα περισσότερο τους ανθρώπους της χούντας της Αργεντινής, που είχαν επενδύσει πάρα πολλά στην πορεία της χώρας τους, το Μουντιάλ ήταν η ευκαιρία να δείξουν στον κόσμο ότι όλα βαίνουν καλώς. Κάποιος από αυτούς πλησίασε τον Λούκε μετά το ματς και σαν «κακός» από b-movie του είπε την εξής ατάκα: «Μπορεί τελικά να είναι όμιλος του θανάτου…. για σας». [ο όμιλος του θανάτου ήταν Ιταλία, Γαλλία, Αργεντινή και η Ουγγαρία]. Ο Λούκε όπως ήταν φυσικό τρόμαξε. Την ίδια ημέρα είχε βρεθεί νεκρός ένας φίλος του, αγνοούμενος για καιρό. Θύμα προφανώς της χούντας.

Στις 6 Ιουνίου του 1978 η Αργεντινή αντιμετώπιζε τη Γαλλία. Ο αδερφός του Λούκε δεν είχε προλάβει να βγάλει εισιτήριο για να ταξιδέψει στο Μπουένος Άιρες και να δει τον αδερφό του. Σκέφτηκε να βρει φίλους και να πάνε μαζί, αλλά τελικά παρακάλεσε έναν ηλικιωμένο γείτονα που μετέφερε λαχανικά με το φορτηγό του να τον πάρει μαζί του. Στο δρόμο είχε πολλή ομίχλη, ο οδηγός έχασε τον έλεγχο. Ο «Κάτσο» έχασε τη ζωή του στις 6 το πρωί στο δρόμο για το Μπουένος Άιρες. Η οικογένεια Λούκε συγκλονίστηκε, ο πατέρας όμως ζήτησε από τους ανθρώπους της εθνικής να μην το πουν στο γιο του. Να αφοσιωθεί στο παιχνίδι.

Η γκολάρα του Λούκε με τη Γαλλία

Το ματς ήταν και πάλι δύσκολο. Η Αργεντινή προηγήθηκε με πέναλτι του Πασαρέλα, αλλά ο νεαρός Πλατινί ισοφάρισε. Καρμπόν με το ματς με την Ουγγαρία, η λύτρωση ήρθε προς το τέλος. Στο 73′ η μπάλα έφτασε στον Λούκε έξω από τη μεγάλη περιοχή, αυτός την έστρωσε και έπιασε ένα βρωμόσουτο που κατέληξε στην εστία της Γαλλίας. Όπως είπε κι ο ίδιος σε συνέντευξή του, πάντα έβαζε τα δύσκολα γκολ και όχι τα εύκολα. Έπρεπε να μοχθήσει για να σκοράρει. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Λούκε χτύπησε μετά από ένα φάουλ του Κριστιάν Λόπεζ, όταν προσπάθησε να σηκωθεί αμέσως. Του βγήκε ο αγκώνας και πονούσε πολύ. Πήγε στο τούνελ, του έβαλαν αναισθητικό, του το έδεσαν και του είπαν να πάει στα αποδυτήρια. Το ματς είχε τελειώσει γι’ αυτόν. Κι όμως, θυμήθηκε ότι είχαν γίνει κι οι δύο αλλαγές και η Αργεντινή θα έπαιζε με 10. Γύρισε πίσω μόνος του και πάτησε ξανά το χορτάρι του Μονουμεντάλ μέχρι το τέλος.

Η δεύτερη νίκη της Αργεντινής πανηγυρίστηκε έξαλλα και το γκολ του Λούκε έμεινε αξέχαστο. Την επόμενη ημέρα εμφανίστηκε η οικογένειά του στην προπόνηση. «Νόμιζα ότι είχαν ταξιδέψει για να δουν πώς είναι το χέρι μου. Μόλις είδα τη μάνα μου να κλαίει, κατάλαβα ότι κάτι είχε συμβεί. Μου είπαν ότι ο «Κάτσο» σκοτώθηκε σε ατύχημα». Ο Λεοπόλδο πήγε στο νεκροτομείο για να αναγνωρίσει τον αδερφό του. «Λένε όλοι για τη σχέση της εθνικής με τους στρατιωτικούς, αλλά να σας πω κάτι; Δεν βρέθηκε κανείς δίπλα μας. Ούτε ένας τους, να πει συλλυπητήρια. Αναγκάστηκα να ζητήσω χρήματα από τον Πασαρέλα και το κοινό ταμείο που είχαμε οι παίκτες για να μεταφερθεί το πτώμα του αδερφού μου πίσω στη Σάντα Φε». Η δικτατορία ενδιαφερόταν για τις νίκες, όχι όμως για τα προσωπικά προβλήματα των παικτών.

Με την Αργεντινή να έχει προκριθεί, ο Λούκε δεν συμμετέχει στο τρίτο παιχνίδι με την Ιταλία. Ο ίδιος στενοχωρημένος γιατί είχε πολύ καλή σχέση με τον αδερφό του και απογοητευμένος από τη στάση των αρχών, σκέφτεται να μη συνεχίσει. Ο προπονητής Σέζαρ Λουίς Μενότι του λέει να κάνει ό,τι θέλει, αλλά κι ότι τον χρειάζονται. Πριν το ματς με την Ιταλία, κρατούν ένα λεπτό σιγής και οι συμπαίκτες του φέρουν το μήνυμα: «Λεοπόλδο σε περιμένουμε». Η Αργεντινή χάνει με 1-0 και την ημέρα που κηδεύεται ο αδερφός του, ο πατέρας του λέει: «Πρέπει να γυρίσεις, δεν είδες ότι έχασαν χωρίς εσένα;»

Ο Λούκε επιστρέφει για τη δεύτερη φάση, χάνοντας το πρώτο ματς με την Πολωνία. Πονάει πάρα πολύ στο χέρι και στην προπόνηση δοκιμάζει… πτώσεις για να δει αν αντέχει. Μέσα σε όλα, στις σκληρές προπονήσεις της Αργεντινής, δέχεται και ένα χτύπημα από τον Όσκαρ Ορτίς και το μάτι του μαυρίζει και πρήζεται. Με… ένα χέρι και ένα μάτι, ο Λούκε δεν σκέφτεται στιγμή να χάσει τα άλλα παιχνίδια. Παίζει τόσο στο 0-0 με τη Βραζιλία, όσο και στο διαβόητο ματς με το Περού. Εκεί σκόραρε δύο φορές στο 6-0. Το ένα γκολ πανέμορφο, με κεφαλιά ψαράκι. Στην ερώτηση για εκείνο το ματς απαντάει: «Κοίταξε, μίλησα με έναν φίλο μου από το Περού, τον Μουνιάντε. Είχε παίξει σε εκείνο το ματς και είχε και δοκάρι στην αρχή. Τον ρώτησα πολλές φορές αν είχε μπει κάποιος στα αποδυτήρια, αν τους προσέφεραν κάτι. Μου είπε ότι δεν υπέπεσε κάτι στην αντίληψή του. Για τους άλλους δεν μπορούσε να βάλει το χέρι του στη φωτιά. Είχαμε παίξει δυο φορές πρόσφατα με το Περού. Ξέραμε τις αδυναμίες τους. Ήταν και αδιάφοροι, δεν είχαν να παίξουν για κάτι». Επιμένει ότι δεν κατάλαβε κάτι διαφορετικό σε εκείνο το ματς. Οι Περουβιάνοι λέει έπαιζαν πολύ σκληρά.

Ο Λούκε ήταν βασικός και στον τελικό. Σε ένα ματς που και πάλι έφαγε πολύ ξύλο. Τόσο οι Βραζιλιάνοι, όσο κι οι Ολλανδοί γνωρίζοντας το πρόβλημά του είχαν βάλει στόχο το χέρι του. Ειδικά οι Βραζιλιάνοι προσπαθούσαν να τον κάνουν να αποχωρήσει από τον αγώνα. Πριν τον τελικό Ολλανδοί και Αργεντίνοι μαλώνουν στα αποδυτήρια. Ο λόγος; Τα δεμένα χέρια του Λούκε και τον φαν Κέρκχοφ. Η κάθε ομάδα υποστήριζε ότι ο μπανταρισμένος της άλλης φορούσε σκληρό επίδεσμο, επικίνδυνο. Τα χτυπήματα για τον Λούκε δεν είχαν τελειώσει πάντως. Στη φάση του 3-1 χτύπησε με έναν από τους δύο αδερφούς φαν Κέρκχοφ και άνοιξε η μύτη του. Χέρι, μάτι, μύτη. Τελείωσε το ματς μέσα στα αίματα και ευτυχώς δεν είχε επόμενο αγώνα γιατί ποιος ξέρει τι μπορεί να πάθαινε. Πολυτραυματίας, πανηγύρισε έξαλλα την κατάκτηση του Μουντιάλ από την Αργεντινή. Ο Λούκε υποστηρίζει με βεβαιότητα ότι δεν έγινε τίποτα περίεργο στο ματς με το Περού. Όπως λέει: «εγώ έπαιζα το ένα-δύο με τον Κέμπες και τον Μπερτόνι, όχι με τους χουντικούς«. Δεν θέλει σε καμία περίπτωση να δεχτεί ότι οι θυσίες που έκανε δεν είχαν σημασία. Οι σκιές πάντως παραμένουν μέχρι και σήμερα.

Όπως και να ‘χει όμως, ακόμα και τίποτα επιλήψιμο να μην έγινε στο παιχνίδι με το Περού, κάθε κραυγή για γκολ στο γήπεδο, σκέπαζε τις κραυγές των ανθρώπων που βασανίζονταν την ίδια στιγμή από τη χούντα της Αργεντινής. Μόλις δέκα τετράγωνα από το Εστάδιο Μονουμεντάλ βρισκόταν η Escuela de Mecánica de la Armada. Η ESMA ήταν μια σχολή μηχανικών του ναυτικού που μετατράπηκε σε ένα από τα χειρότερη μέρη βασανισμών, «εξαφανίσεων» και εκτελέσεων. Υπάρχουν διηγήσεις ότι κάποιοι βασανιστές, έβαλαν τα ίδια τους τα θύματα μέσα σε αυτοκίνητα και τα πήραν να πανηγυρίσουν την κατάκτηση του τίτλου. Μια χώρα μεθυσμένη. «Πώς να καταλάβω τον κόσμο, όταν εγώ έκλαιγα στην κουζίνα και ο άντρας μου πανηγύριζε στο σαλόνι τα γκολ» είχε πει η Χέμπε ντε Μπονταφίνι, μια από τις ακτιβίστριες και αυτή που οργάνωσε τις Μητέρες της Πλάσα ντε Μάγιο που αναζητούσαν μάταια τους «εξαφανισμένους». Η Χέμπε είχε χάσει τους δυο γιους της και τη νύφη της κι όμως ο άντρας της πανηγύριζε τις νίκες. Αλλά αυτό είναι το ποδόσφαιρο και η τεράστια δύναμή του κι αυτό το γνωρίζουν καλά όλα τα απολυταρχικά καθεστώτα. Κι η Αργεντινή του 1978 συνδυάστηκε με μια χούντα και μία διοργάνωση με πολλές γκρίζες ζώνες, άδικο για μια εξαιρετική εθνική με παίκτες όπως ο Κέμπες, ο Λούκε, ο Πασαρέλα, ο Χάουσμαν και ο Αρντίλες. Ο τελευταίος άλλωστε έχει πει και μια σπουδαία φράση: «Μας πόνεσε πολύ όταν μάθαμε ότι ήμασταν ένα μέσο αντιπερισπασμού για το λαό, την ώρα που συνέβαιναν θηριωδίες». Ο προπονητής Μενότι έκανε μια παρόμοια δήλωση: «Χρησιμοποιήθηκα. Δυστυχώς η χρήση του αθλήματος από τους ισχυρούς είναι όσο παλιός είναι κι ο κόσμος μας».

Ο Λιονέλ, ο Ντένις και τα πέντε σερί χαμένα πέναλτι του Ντιέγκο

  [1 Σχόλιο]

Ήταν ένα ακόμα από τα κλασσικά παιχνίδια της Αργεντινής επί θητείας Σαμπαόλι. Αρκετές κακές επιλογές στην 11αδα, ομάδα χωρίς πλάνο, δύο αμυντικά χαφ απέναντι σε μια ομάδα που δεν απειλούσε και ένας Μέσι να προσπαθεί να τα κάνει όλα μόνος και να είναι ξανά μετριότατος με τη φανέλα της Αργεντινής. Μέχρι που ο Μάξι Μέσα κέρδισε το πέναλτι. Η εκτέλεση πήγε στον αρχηγό. Ο Μέσι έχει χάσει αρκετά πέναλτι τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή. Κι αυτή τη φορά όμως απέτυχε. Ο Ισλανδός τερματοφύλακας μάντεψε καλά. Οι μνήμες από τον τελικό του Κόπα Αμέρικα γέμισαν και πάλι τους Αργεντίνους. Τότε που ο Λιονέλ ήταν ξανά από τους μοιραίους απέναντι στη Χιλή.

Στην εξέδρα ο Ντιέγκο καπνίζει το πούρο του ακριβώς κάτω από το απαγορευτικό σήμα. Με το που ο διάδοχός του χάνει το πέναλτι σηκώνεται όρθιος. Αρχίζει να οργανώνει και τους δίπλα του. «Ολέ, ολέ, ολέ, Λέο, Λέο», σύνθημα στήριξης. Το ματς τελειώνει. Ο θεός των Αργεντίνων κάνει και πάλι σκληρή κριτική στο Σαμπάολι (και όχι άδικα). Παρ’ όλα αυτά είναι αισιόδοξος. «Εγώ έχασα σε ντεμπούτο μου σε Μουντιάλ, όχι απλά ισοπαλία. Κι όμως φτάσαμε στον τελικό το 1990, παρά τους τραυματισμούς, χάρη στον Γκόικο.» Όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για τον Μέσι, το κάνει με κατανόηση. «Η ομάδα και το παιχνίδι που έπαιξε, δεν είχαν σχέση με το χαμένο του πέναλτι. Εγώ έχασα πέντε πέναλτι συνεχόμενα και συνέχισα να είμαι ο Μαραντόνα», δηλώνει.

Δεν είναι μία από τις κλασικές φολκλορικές δηλώσεις του Ντιεγκίτο γεμάτες υπερβολή. Είναι η αλήθεια. Είναι η Κλαουζούρα του 1996, ο Μαραντόνα έχει γυρίσει πίσω στην πατρίδα του και την αγαπημένη του Μπόκα, υπό τις οδηγίες του Κάρλος Μπιάνκι. Η Μπόκα κυνηγάει τη Βέλεζ και τη Χιμνάσια Λα Πλάτα στη μάχη του τίτλου. Την 6η αγωνιστική στο Ροσάριο απέναντι στους Νιούελ’ς σημαδεύει ελάχιστα δίπλα από το κάθετο δοκάρι. Η Μπόκα τελικά χάνει με 1-0. Έξι αγωνιστικές αργότερα στο Μπομπονέρα εκτελεί το επόμενό του πέναλτι. Πάλι στην ίδια πλευρά, αλλά αυτή τη φορά ο «Σούπερμαν» Λαμπάρε αποκρούει. Επιστρέφει στο Ροσάριο αυτή τη φορά απέναντι στη Σεντράλ. Το πέναλτί του είναι άθλιο, αδύναμο και στο κέντρο. Ο Καστεγιάνο αποκρούει, ο Ντιέγκο παίρνει το ριμπάουντ αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνει.

Η λογική λέει ότι κάπου εκεί κάνεις ένα διάλειμμα. Όχι αυτός. 16η αγωνιστική, το ντέρμπι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Μαραντόνα κάνει μία μικρή προσποίηση, στέλνει τον τερματοφύλακα στην απέναντι γωνία, αλλά αυτός σημαδεύει το κάθετο δοκάρι. Ο Κανίγια παίρνει το ριμπάουντ και σκοράρει. Ο Μαραντόνα δεν πανηγυρίζει, η κακοδαιμονία συνεχίζεται, ευτυχώς η Μπόκα κερδίζει το ντέρμπι. Μία αγωνιστική αργότερα. Νέο πέναλτι, το πέμπτο συνεχόμενο που θα εκτελέσει. Ο Μαραντόνα παίρνει και πάλι την μπάλα. Ο Νάτσο Γκονζάλες της Ράσινγκ κάνει μια εξαιρετική απόκρουση. Η Μπόκα χάνει με 1-0 και μαζί τις τελευταίες της ελπίδες για πρωτάθλημα.

Η Μπόκα κερδίζει τα τρία από τα πέντε παιχνίδια στα οποία έχασε πέναλτι ο Ντιέγκο, αλλά και πάλι πέντε σερί χαμένα είναι ένα απίστευτο αρνητικό ρεκόρ για ομάδα τίτλου. Τρομερά εγωιστής; Με μεγάλη πίστη στον εαυτό του; Όπως και να το δεις είναι ένα μοναδικό αρνητικό ρεκόρ, ειδικά για έναν τόσο τεράστιο παίκτη. Βέβαια, δεν πιστεύει κανείς ότι σε άλλη περίπτωση μετά το τρίτο πέναλτι κάποιος κόουτς θα άφηνε τον ίδιο παίκτη να συνεχίσει να εκτελεί. Την αντίθετη ακριβώς προσέγγιση από τον Ντιέγκο είχε ένας άλλος σπουδαίος.

Πείτε ό,τι θέλετε για τους Πεπ, τους Κλοπ, τους Σαουδάραβες και Ρώσους ιδιοκτήτες, αλλά για μένα αυτή ήταν η καλύτερη εποχή της Πρέμιερ Λιγκ

1999, επαναληπτικός ημιτελικός FA Cup μεταξύ Άρσεναλ και Γιουνάιτεντ στο Μπέρμιγχαμ. Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ άνοιξε το σκορ με ένα υπέροχο γκολ κι ο Μπέργκαμπ ισοφάρισε. Λίγο αργότερα ο Ρόι Κιν είδε την κόκκινη κάρτα για φάουλ πάνω στον αγαπημένο Μαρκ Όφερμαρς. Στο δεύτερο λεπτό των καθυστερήσεων ο Φιλ Νέβιλ ανέτρεψε το Ρέι Πάρλορ και ο διαιτητής έδειξε το σημείο του πέναλτι. Σαν τον Ντιέγκο, ο Μπέργκαμπ είχε χάσει το τελευταίο του πέναλτι απέναντι στην Μπλάκμπερν. Πήρε την μπάλα χωρίς δισταγμό. Μερικά βήματα φόρα, η μπάλα στην αριστερή πλευρά της εστίας, ο Σμάιχελ στην ίδια πλευρά και απόκρουση. Η Γιουνάιτεντ ζωντανή. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση κι ο Ράιν Γκιγκς έκανε ένα αξέχαστο σόλο, περνώντας τέσσερις παίκτες προτού εκτελέσει τον Σίμαν, βγάλει τη φανέλα και πανηγυρίσει με το δασύτριχο στήθος του σε κοινή θέα.

Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε το κύπελλο στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν το πρόβλημα για τον Ντένις. Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα (έναν βαθμό περισσότερο από Άρσεναλ), όσο και το Τσάμπιονς Λιγκ στον συγκλονιστικό τελικό με την Μπάγερν. Το τρεμπλ ήταν γεγονός. «Ακόμα μπορώ να ακούσω τις κραυγές τους όταν κέρδισαν. Ήταν με 10 παίκτες και πέναλτι στο 90′ εις βάρος τους και κέρδισαν. Αυτό νομίζω τους έδωσε τη ψυχολογία να συνεχίσουν εκείνη τη χρονιά», λέει ο Βενγκέρ για εκείνο το μοιραίο ματς. Την ίδια στιγμή, ο Μπέργκαμπ επηρεάστηκε πάρα πολύ από το γεγονός και φυσικά όταν ολοκληρώθηκε το τρεμπλ, ακόμα περισσότερο. «Δεν ήμουν ο καλύτερος εκτελεστής πέναλτι, αλλά εκείνη τη στιγμή έπρεπε να πάρω την ευθύνη. Τα άφηνα με μεγάλη χαρά στον Ίαν Ράιτ πριν από μένα και στον Ανρί μετά από μένα. Ήταν πιο ψυχροί. Στο δικό μου το μυαλό, το πέναλτι πρέπει να είναι και λίγο ωραίο, να πάει παραθυράκι. Αυτό το πέναλτι ήταν ένα τεράστιο σοκ για μένα, μία από τις χειρότερες στιγμές στην καριέρα μου».

Σε αντίθεση με τον Ντιεγκίτο, ο Ολλανδός όχι απλά δεν εκτέλεσε το επόμενο, αλλά προτίμησε να μην εκτελέσει ξανά κανένα πέναλτι στην Άρσεναλ. Το 2014 ο Βενγκέρ μετά το χαμένο πέναλτι του Οζίλ απέναντι στην Μπάγερν, θυμήθηκε την ιστορία και φοβήθηκε ότι ο Γερμανός θα γίνει ένας νέος Μπέργκαμπ και θα σταματήσει να εκτελεί τα πέναλτι. Κι ο Λιονέλ; Με ποσοστό 81% στην Ισπανία και 75% στην Αργεντινή, πρέπει να γίνει νέος Ντιέγκο και σε αυτό; (την ίδια στιγμή ο Κριστιάνο έχει μεγαλύτερο ποσοστό, αλλά κι αυτός έχει χάσει αρκετά κρίσιμα πέναλτι στην καριέρα του) Μήπως να γίνει αν όχι ένας Μπέργκαμπ, τουλάχιστον κάποιος που θα κάνει πίσω; Ας μην ξεχνάμε ότι το τελευταίο καιρό ο Λιονέλ χάνει σχεδόν τα μισά από τα πέναλτι που εκτελεί. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, ο Αγκουέρο βρίσκεται στο 81% ποσοστό καριέρας.