Καλώς ήρθατε στη Σιναλόα

  [4 Σχόλια]

Πριν λίγους μήνες άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην περιπετειώδη προπονητική καριέρα του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ο Μαραντόνα, αφού έκανε μια βόλτα από τη Λευκορωσία, πήγε στο Μεξικό και τη Σιναλόα. Το όνομα μπορεί να σας μην λέει πολλά, αλλά όσοι είδαν την πιο πρόσφατη σεζόν της σειράς Narcos (ή και το El Chapo) θα γνωρίζουν περισσότερα πράγματα. Η Σιναλόα είναι μια παραθαλάσσια πολιτεία στα βορειοδυτικά της χώρας και είναι γνωστή για δύο πράγματα. Το ένα είναι τα ψάρια της. Το δεύτερο είναι το καρτέλ ναρκωτικών της. Η περιοχή από τα 70s ακόμα είχε τεράστια παραγωγή μαριχουάνας κι οι έμποροι ναρκωτικών από τα μέρη της ήταν αυτοί που άρχισαν να τη διοχετεύουν για πρώτη φορά στις ΗΠΑ με τη χρήση ιδιωτικών αεροπλάνων.

Για πολλά χρόνια το εμπόριο ναρκωτικών ήταν αρκετά ανοργάνωτο κι ήταν ο Μιγκέλ Άνχελ Φέλιξ Γκαγιάρδο που το οργάνωσε, συνεργάστηκε με… συναδέλφους από όλη τη χώρα και το έκανε μια επιχείρηση που έβγαζε τεράστια ποσά από το εμπόριο μαριχουάνας στις ΗΠΑ. Αυτό όμως δεν αρκούσε για τον «Ελ Παδρίνο». Άλλοι έχουν όραμα να θεραπεύσουν τον καρκίνο, άλλοι να γίνουν ποδοσφαιριστές ή τραγουδιστές, ο Γκαγιάρδο ήθελε να γίνει ο πιο ισχυρός έμπορος ναρκωτικών. Και μπορεί το εμπόριο μαριχουάνας να ήταν επικερδές, αλλά ακόμα πιο επικερδής είναι η κοκαΐνη. Έτσι λοιπόν, έστησε το καρτέλ της Γουαδαλαχάρα αναλαμβάνοντας τη μεταφορά της κοκαΐνης από την Κολομβία και τα εκεί καρτέλ στις ΗΠΑ. Οι «διάδοχοί του» έφτιαξαν αργότερα το καρτέλ της Σιναλόα που θεωρείται από τις αρχές των ΗΠΑ η μεγαλύτερη εγκληματική οργάνωση και η μεγαλύτερη οργάνωση εμπορίας ναρκωτικών στον κόσμο, ενώ ο Χοακίν «Ελ Τσάπο» Γκουζμάν που ήταν για χρόνια ηγέτης του καρτέλ, βρισκόταν μέσα στις λίστες του Forbes με τους πιο ισχυρούς ανθρώπους του κόσμου. Σε αυτό το μέρος πήγε λοιπόν ο Ντιέγκο να προπονήσει.

Το γήπεδο των Ντοράδος

Βέβαια, για να είμαστε σωστοί, ο Μαραντόνα δεν είναι ο πρώτος γνωστός μας που έβγαλε το ψωμί του στη Σιναλόα. Οι Ντοράδος της Σιναλόα ιδρύθηκαν το 2003 σε μια χώρα που το ποδόσφαιρο είναι πολύ δημοφιλές μεν, αλλά η οργάνωσή του έχει μέσα και λίγο από το «franchise» των ΗΠΑ με ομάδες να ξεφυτρώνουν ξεφνικά. Κάπως έτσι γεννήθηκε κι η ομάδα με έδρα την πόλη Κουλιακάν της Σιναλόα και σήμα ένα τεράστιο ψάρι (από τα χειρότερα εμβλήματαα ομάδας που έχω δει ποτέ). Σε αυτή την ομάδα συνέπεσαν το 2006 δυο ιστορικές μορφές του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Πεπ Γκουαρδιόλα κι ο Σεμπαστιάν «Λόκο» Αμπρέου. Κι αν για τον Αμπρέου ήταν απλά μια ακόμα μέρα στη δουλειά, σε μια ακόμα ομάδα, ο Γκουαρδιόλα ήταν λίγο περίεργο που έφτασε ως εκεί. Οφείλεται στον τότε προπονητή των Ντοράδος, τον Ισπανό Χουάνμα Λίγιο που ήταν φίλος του Πεπ. Ο Γκουαρδιόλα είχε κάνει την αρπαχτή του στο Κατάρ και την Αλ Αχλί, είχε κάνει το κομπόδεμά του και ήθελε να ασχοληθεί με την προπονητική. Πήγε λοιπόν στους Ντοράδος για να θητεύσει ως παίκτης μεν, αλλά να πάρει στοιχεία από τον Λίγιο από τον οποίο έχει συναντήσει όταν ακόμα έπαιζε στην Μπαρτσελόνα κι ο Λίγιο ήταν κόουτς στη Ρεάλ Οβιέδο. Τότε, σε ένα ματς μεταξύ των δύο, εντυπωσιάστηκε από τη δουλειά του Λίγιο και έγιναν φίλοι.

Ο Πεπ στους Ντοράδος μάθαινε τα πάντα από τον Λίγιο, αλλά μετέδιδε και τα πάντα. Όπως γλαφυρά είχε πει κι ο Αμπρέου σε συνέντευξή του στο περιοδικό El Grafico: «Μου έσπαγε τα @@ με τις θέσεις που έπρεπε να παίρνω μεταξύ των γραμμών. Εγώ πάντα έπαιζα με τον κώλο προς τον αμυντικό και έπαιρνα την μπάλα με πλάτη. Αυτός επέμενε να παίρνω διαγώνιες θέσεις για να βλέπω καλύτερα γήπεδο. Έτσι έμαθα να κάνω πάσες με τη μία». Η ομάδα αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και έδινε μάχη για τη σωτηρία, με τους παίκτες να προπονούνται σε ένα… water park. Ο Γκουαρδιόλα είχε μείνει απλήρωτος για καιρό και όπως θυμούνται οι άνθρωποι του συλλόγου βοηθούσε οικονομικά τους υπαλλήλους και έβγαζε έξω για φαγητό τους συμπαίκτες του πληρώνοντας αυτός. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου που πήγαινε συχνά ο Γκουαρδιόλα θυμάται σε συνέντευξή του στον Guardian ότι ήταν λίγο πριν ξεκινήσει ο πόλεμος κατά των καρτέλ. Οι μάχες με πυροβολισμούς και νεκρούς στους δρόμους του Κουλιακάν ήταν συχνές, αλλά ο Γκουαρδιόλα έφυγε μερικούς μήνες πριν η κατάσταση κλιμακωθεί για να γίνει ανεξέλεγκτη μετά το 2008, με τον πόλεμο που άνοιξε η κυβέρνηση στους narcos της Σιναλόα. Αμπρέου και Γκουαρδιόλα κατάφεραν να συνεισφέρουν σε μια σχετικά καλή πορεία των Ντοράδος στο πρωτάθλημα, αλλά το σύστημα βαθμολογίας με το promedio οδήγησε τους Ντοράδος στον υποβιβασμό. Ο Πεπ σταμάτησε το ποδόσφαιρο και αφιερώθηκε στην προπονητική. Το πέρασμά του από το Μεξικό μπορεί να είχε καμιά δεκαριά ματς όλα κι όλα λόγω των τραυματισμών, αλλά πάντα θεωρεί ότι τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό στην εξέλιξή του ως προπονητής. Από την άλλη, ο Λόκο Αμπρέου σκόραρε 22 φορές σε 34 ματς και μετακόμισε στο Μοντερέι.

Οι Ντοράδος πέρασαν στην αφάνεια και πάλι κι έπρεπε να έρθει ο Χόρχε Χανκ Ρον να αναλάβει το σύλλογο για να τους ξαναθυμηθούμε. Ο Ρον είναι ιδιοκτήτης του Γκρουπ Καλιέντε (σαναλέμε Όμιλος Ζεστό) ενός γκρουπ που ελέγχει ένα σωρό διαφορετικές εταιρείες. Ο Ρον ξεκίνησε με μαγαζιά με κατοικίδια και έχει τώρα ένα γκρουπ εταιρειών που περιλαμβάνουν καζίνο, στοιχηματικές εταιρίες, ιππόδρομο, ξενοδοχεία, πίστα για κυνοδρομίες, ταξιδιωτικά γραφεία, ένα ιδιωτικό σχολείο, 22 αίθουσες μπίνγκο και δύο ποδοσφαιρικές ομάδες. Τους Τσόλος της Τιχουάνα και τους Ντοράδος της Σιναλόα.


Ένα από τα καζίνο του ομίλου Καλιέντε

Ο Χόρχε Ρον είναι, ας πούμε ευγενικά, μια πολύ πολύ αμφιλεγόμενη μορφή στο Μεξικό. Κατάφερε και βγήκε δήμαρχος στην Τιχουάνα, ενώ κατέβηκε και υποψήφιος για την πολιτεία της Μπάχα Καλιφόρνια, χάνοντας τελικά. Ο Ρον που προέρχεται από οικογένεια πολιτικών έχει μεγάλη αγάπη για τα εξωτικά ζώα κι ο αστικός μύθος λέει ότι έχει προσπαθήσει να διασταυρώσει αρκετά από αυτά. Φυσικά, έχει αδυναμία και στις γυναίκες για τις οποίες έχει πει την καθόλου προσβλητική ατάκα: «Οι γυναίκες είναι το αγαπημένο μου ζώο». Το 1988, ο Έκτορ «Ελ Γάτο» Φέλιξ Μιράντα, ένας δημοσιογράφος τοπικής εφημερίδας δολοφονήθηκε. Οι φονιάδες ήταν κατά σύμπτωση υπάλληλοι του Ρον στον ιππόδρομο ως σεκιουριτάδες. Κατά επίσης διαβολική σύμπτωση, ο Μιράντα ήταν από τους μεγαλύτερους επικριτές των επιχειρήσεων της οικογένειας Ρον με άρθρα του. Ο Ρον θεωρείται ηθικός αυτουργός και η εφημερίδα σε κάθε εβδομαδιαίο τεύχος της έχει τη φωτογραφία του αποκαλώντας τον δολοφόνο, αλλά ποτέ δεν κατηγορήθηκε από τις αρχές.


Ο Χόρχε Χανκ κι ο έρωτας της ζωής του. Αριστερά, η γυναίκα του (η τρίτη).

Ο Ρον στο παρελθόν είχε συλληφθεί όταν βρέθηκαν 88 πολεμικά όπλα στο σπίτι του και 9.000 σφαίρες, αλλά αφέθηκε ελεύθερος παρ’ ότι κάποια από τα όπλα είχαν χρησιμοποιηθεί σε εγκλήματα. Κατά καιρούς έχει κατηγορηθεί για σωρεία αδικημάτων. Εκτός από τον φόνο του δημοσιογράφου, το όνομά του έχει εμπλακεί σε παράνομο εμπόριο ζώων, στο φόνο μιας γυναίκας και φυσικά έχει σχέσεις με εμπόρους ναρκωτικών της Σιναλόα αφού είχε κατηγορηθεί παλιότερα από τις ΗΠΑ τόσο για διακίνηση, όσο και για ξέπλυμα χρημάτων. Το πού τελειώνει η αλήθεια και που ξεκινάει ο μύθος για τον Ρον δεν το γνωρίζουμε. Οι ιστορίες για την τεκίλα που φτιάχνει ο ίδιος και ζυμώνεται με κομμένα πέη από λιοντάρια και τίγρεις π.χ., μπορεί να είναι και μεξικάνικος μύθος. Το σίγουρο είναι ότι για να βρίσκεσαι μέσα στα αρχεία των υπηρεσιών των ΗΠΑ, σίγουρα δεν είσαι απλά ένας μεροκαματιάρης. Από την άλλη, για να βγει δήμαρχος πρέπει να έχει και ένα άλλο πρόσωπο. Βοηθάει τους φτωχούς, έχει φιλανθρωπικό έργο και όπως συχνά συμβαίνει, το εκμεταλλεύτηκε πολιτικά φτάνοντας ως τη δημαρχία της Τιχουάνα.

Το ερώτημα «πώς βρέθηκε ο Μαραντόνα εδώ» έχει έναν άλλον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα ως πρωταγωνιστή. Τον Αργεντινό μάνατζερ Κρίστιαν Μπράγκαρνικ, τον τύπο που θα μπορούσε κανείς να πει «Ζόρζε Μέντεζ της Αργεντινής». Η ιστορία του βγαλμένη από ταινία (κυριολεκτικά). Έπαιξε μπάλα ερασιτεχνικά, δούλευε σε βίντεο κλαμπ και στον ελεύθερό του χρόνο του άρεσε να κάνει μοντάζ σε βιντεοκασέτες, κάτι που είχε μάθει κάνοντας βίντεο γάμου. Φυσικά λάτρευε το ποδόσφαιρο. Στο βίντεο κλαμπ της γειτονιάς είχε πελάτη τον Μαριάνο Μονρόι έναν ποδοσφαιριστή της Άρσεναλ Σαραντί. Ο πολυμήχανος Μπράγκαρνικ του είπε να του φέρει βίντεο από αγώνες της ομάδας του. Πριν τα χρόνια του YouTube και των compilations, έκατσε και έφτιαξε μόνος βίντεο με τα καλύτερα και ζήτησε από έναν άλλον πελάτη του, τον Μεξικάνο ποδοσφαιριστή Φουέντες να μεσολαβήσει ώστε η… κασέτα να φτάσει σε ομάδες του Μεξικού. Οι Μεξικάνοι ενθουσιάστηκαν και αγόρασαν τον Μονρόι με 400 χιλιάδες δολάρια. Η Άρσεναλ ήταν η ομάδα του ισόβιου προέδρου της Π.Ο. της Αργεντινής δον Χούλιο Γκροντόνα κι αυτό του άνοιξε πολλές πόρτες. Ο Μπράγκαρνικ όμως άνοιξε και δουλειές με το Μεξικό. Η ομάδα που αγόρασε τον Μονρόι ήταν θυγατρική μιας μεγαλύτερης και ο Μπράγκαρνικ έπιασε δουλειά εκεί. Σε έναν χρόνο έγινε από «το παιδί που μας έφερε τον ταλαντούχο Αργεντίνο», πρόεδρος της Κερέταρο.

Ο Μπράγκαρνικ δίνει συνέντευξη στην εφημερίδα La Nacion λέγοντας «οι δουλειές μου είναι πεντακάθαρες».
Στο φόντο ο Αλ Πατσίνο στο Scarface.

Στον ίδιο σύλλογο υπήρχαν ως «στελέχη» και δύο Κολομβιανοί, οι οποίοι αργότερα ήταν καταζητούμενοι από την DEA των ΗΠΑ ως συνεργάτες του «Ελ Τσάπο».  Ιδιοκτήτης της ομάδας ήταν ο Τίρσο Μαρτίνες, γνωστός και ως «Ελ Φουτμπολίστα», αρχηγός ενός κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών που συνεργαζόταν τόσο με το καρτέλ της Σιναλόα, όσο και με το αντίπαλο καρτέλ του Χουάρες. Ο Μαρτίνες, για τον οποίο οι αρχές των ΗΠΑ έδιναν αμοιβή 5 εκατομμυρίων δολαρίων, είχε αρρώστια με το ποδόσφαιρο και ήταν ιδιοκτήτης πέντε συλλόγων στο Μεξικό, ανάμεσά τους κι η Κερετέρο του προέδρου Μπράγκαρνικ. Ο Μαρτίνες συνελήφθη τελικά το 2014 και μάλιστα κατέθεσε και στη δίκη του Ελ Τσάπο για να τύχει καλύτερης μεταχείρισης. Υπολογίζεται ότι μόνο την περίοδο 2000-2003 έβγαλε περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια από τη διακίνηση κοκαΐνης. Ο Μπράγκαρνικ υποστηρίζει ότι δεν είναι ντετέκτιβ για να γνωρίζει τι κάνουν οι κατά καιρούς συνεργάτες του.


Ο «Ελ Φουτμπολίστα» κατά την έκδοσή του στις ΗΠΑ.
Είχε ομάδες στις πόλεις Κερέταρο, Σελάγια, Ιραπουάτο, Λα Πιεδάδ και Μέριδα.

Μπορεί απλά βρε αδερφέ να είναι πολύ άτυχος στις φιλίες του (ας μην ξεχνάμε το τεκμήριο της αθωότητας). Σιγά σιγά πάντως, ανέβηκε στο ποδόσφαιρο τόσο της Αργεντινής, όσο και του Μεξικού. Έχει περάσει από διάφορες ομάδες κι έχει μεσολαβήσει σε πολλές μεταγραφές. Υπολογίζεται ότι έχει λάβει μέρος σε μεταγραφές αξίας 25 εκατομμυρίων δολαρίων τα τρία τελευταία χρόνια στο Μεξικό, ενώ εκπροσωπεί περίπου 100 ποδοσφαιριστές και 25 προπονητές. Αλλάζει προπονητές σε ιστορικούς συλλόγους, έχει άριστες σχέσεις με διοικήσεις ομάδων όπως η Ράσινγκ κι η Ιντεπεντιέντε, φιλικές σχέσεις με τον πρόεδρο της Μπόκα, ενώ ήταν αυτός που απεγκλώβισε τον Σαμπαόλι από τη Σεβίλλη για να πάει κόουτς στην εθνική. Κάπως έτσι απέκτησε εξαιρετικές σχέσεις και με τον Χόρχε Χανκ, καθώς μεσολάβησε στη μεταγραφή του αγαπημένου Νταρίο Μπενεντέτο στην Τιχουάνα. Ο Μπάγκαρνικ είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος των ομάδων του Χανκ σε κάθε «μπίζνα», που θα έλεγε κι ο Μάκης Ψωμιάδης, με ανθρώπους από την Αργεντινή.

Ο Αργεντινός μάνατζερ ήταν φυσικά αυτός που μεσολάβησε στις διαπραγματεύσεις του Γκρούπο Καλιέντε και του Μαραντόνα κι έκλεισε τη συμφωνία, με τον Ντιέγκο να παίρνει 180.000 δολάρια τον μήνα από τους Ντοράδος. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ο Ντιέγκο έκανε το σόου του στη Σιναλόα, η αλήθεια είναι ότι βελτίωσε την εικόνα της ομάδας, αλλά οι Ντοράδος δεν κατάφεραν τελικά να κερδίσουν την άνοδό τους, χάνοντας στην παράταση. Το μέλλον του Μαραντόνα ήταν αβέβαιο, αλλά τελικά παρέμεινε στην ομάδα για έναν ακόμα χρόνο. Με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει δεν μπόρεσε να είναι στον πάγκο στην πρεμιέρα, όπου οι Ντοράδος έχασαν εντός έδρας. Το αν θα ολοκληρώσει τη χρονιά δεν το ξέρει κάνεις. Άλλωστε στη διαβόητη Σιναλόα των narcos τα πράγματα αλλάζουν πολύ εύκολα.

Η ακαταμάχητη γοητεία του Πάουλο Φούτρε

  [Καθόλου σχόλια]

Δεν γνωρίζω αν είμαστε πολλοί, αλλά προσωπικά ανήκω σε αυτούς που λατρεύουν τους κλασσικούς τεχνίτες παίκτες, τους λίγο πιο παραδοσιακούς μπαλαδόρους που πιθανότατα δεν έχουν θέση στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Κι ενώ πλέον, μέσα από τα δορυφορικά κανάλια και το διαδίκτυο, μπορούμε να βρούμε δεκάλεπτα αφιερώματα σε κάθε μεταγραφικό στόχο της ομάδας μας, στα παλιά τα χρόνια οι εικόνες από αρκετούς ποδοσφαιριστές ήταν ελάχιστες. Ήταν σε άρθρα εφημερίδων, σε φάσεις αθλητικών εκπομπών και στα σχετικά λίγα μεγάλα ματς που έδειχνε τότε η τηλεόραση. Ο Πάουλο Φούτρε είναι μια τέτοια περίπτωση, ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής και μία τρομερή φυσιογνωμία που όσο έπαιζε ήταν δύσκολο να δούμε.

Προϊόν των ακαδημιών της Σπόρτινγκ, γίνεται το μεγάλο της ταλέντο μέσα σε μια χρονιά, αλλά όταν ζητάει παραπάνω χρήματα και δεν τα παίρνει φεύγει για την Πόρτο. Εκεί κατακτά αμέσως δύο πρωταθλήματα και περνάει στο πάνθεον του συλλόγου το 1987 όταν και οδηγεί την ομάδα στον τελικό του Πρωταθλητριών απέναντι στην Μπάγερν Μονάχου των Ρουμενίγκε, Μπρέμε, Ματέους και Πφαφ. Η Πόρτο είναι το μεγάλο αουτσάιντερ, καθώς οι Γερμανοί έχουν αποκλείσει τη Ρεάλ στα ημιτελικά. Πράγματι, προηγούνται στο 25′, αλλά το σόου του 21χρονου Φούτρε στο δεύτερο ημίχρονο φέρνει μια τεράστια ανατροπή. Η Πόρτο κερδίζει με 2-1 κατακτά για πρώτη φορά τον μεγάλο τίτλο, ο Φούτρε ανακηρύσσεται παίκτης του αγώνα κι ο προσωπικός μου έρωτας γι’ αυτόν ξεκινά. Μαζί φυσικά κι ο έρωτας πολλών ευρωπαϊκών ομάδων.


Χαιτικό, όμορφα μάτια, αστραφτερά δόντια, κακόγουστο ντύσιμο, φάτσα μεταξύ Σάκη Ρουβά και Χάρη Κοπιτσή. Ο απόλυτος σταρ των 80s.

Στα 21 του κάνει την ποδοσφαιρική Ευρώπη να παραμιλάει. Σε εποχές που οι θέσεις ξένων ήταν ελάχιστες και κάθε επιλογή ιδιαίτερα σημαντική, τότε που ο Μπόσμαν δεν υπήρχε ακόμα, ο Φούτρε γίνεται αντικείμενο πόθου πολλών. Νικητής όμως μόνο ένας. Ο διαβόητος Χεσούς Χιλ, ο Ισπανός επιχειρηματίας που θέλει να γίνει πρόεδρος στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Ο τροφαντός Χιλ είναι αουτσάιντερ, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε ποτέ στη ζωή του. Ξέρει τη δύναμη των ΜΜΕ και τα χρησιμοποιεί για να φτιάξει το προφίλ του. Πληρώνει τα εισιτήρια του τρένου σε πολλούς οπαδούς της Ατλέτι για τον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ στη Θαραγόθα και κάνει την κίνηση ματ. Την προηγούμενη των εκλογών καλεί τον κόσμο σε ένα πάρτι σε γνωστή ντίσκο της Μαδρίτης. Μαζί του εμφανίζει τον πιτσιρικά Πάουλο Φούτρε και υπόσχεται στα μέλη του συλλόγου ότι αν εκλεγεί, θα γίνει παίκτης της ομάδας. Όλα αυτά καθώς ο Πορτογάλος κάνει… socializing και πίνει ποτά με τα άναυδα μέλη. «Η Ατλέτικο χρειάζεται ένα αστέρι κι αυτός είναι ο Φούτρε. Μπορείτε τώρα να χρησιμοποιήσετε το μπαρ», λέει από μικροφώνου ο Χιλ. Την επόμενη μέρα κερδίζει με 5.219 ψήφους, ενώ ο δεύτερος υποψήφιος έχει σχεδόν 2.000 λιγότερες.

Ο Πορτογάλος φτάνει στη Μαδρίτη ως σούπερ σταρ, αφού ο Χιλ συμφωνεί στο τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής συμβόλαιό του, αλλά και στην κατακίτρινη Πόρσε που ο Φούτρε ζητάει. Όπως συχνά συμβαίνει σε περιπτώσεις ισχυρών χαρακτήρων, η σχέση Χιλ-Φούτρε ήταν μια σχέση αγάπης και μίσους. «Ήταν μια σχέση πατέρα-γιου. Εγώ ήμουν ο κακός γιος», δήλωσε ο Φούτρε σε συνέντευξή του στο πρακτορείο EFE. Ο Φούτρε δεν φοβόταν να μιλήσει μπροστά στον Χιλ. Αν ο Χιλ τα έβαζε με κάποιον παίκτη, ο Πορτογάλος έβγαινε μπροστά να τον υπερασπιστεί, οι συμπαίκτες του ήταν τα αδέρφια του. «Όταν τα πηγαίναμε καλά ήμουν ο Πάολο, όταν δεν τα πηγαίναμε καλά ήμουν ο Πορτογάλος».

Ο Φούτρε θα μπορούσε να είχε χάσει σημαντικό χρόνο και ίσως η καριέρα του να ήταν διαφορετική, καθώς έπρεπε να κάνει τη στρατιωτική του θητεία. Τελικά όμως, χάρη στα κατορθώματά του πήρε αναβολή για αρκετά χρόνια και έτσι μπόρεσε να αφοσιωθεί στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Αμέσως αγαπήθηκε από τους οπαδούς, όχι μόνο γιατί ήταν εξαιρετικός παίκτης, αλλά γιατί επιτέλους η Ατλέτι είχε τον δικό της σταρ, έπιανε αυτή μεγάλο χώρο στα πρωτοσέλιδα εξαιτίας του Φούτρε. Ο Χιλ λέει ότι όπως ο Μπερναμπέου έκανε μεγάλη τη Ρεάλ με τον ντι Στέφανο, έτσι κι η Ατλέτικο θα γίνει μεγάλη με τον Φούτρε. Όπως είναι φυσικό, ο Φούτρε γίνεται στόχος των μερένγκες στα ντέρμπι, όπου τον κυνηγάνε με απίστευτη σκληρότητα. «Μου πήρε 10 λεπτά να μισήσω τη Ρεάλ Μαδρίτης, μου το δημιούργησαν οι συμπαίκτες μου αμέσως, την πρώτη εβδομάδα που πήγα στη Μαδρίτη» έχει δηλώσει. Φυσικά αυτό ήταν αμοιβαίο. Στο ιστορικό ντέρμπι του 1989, όπως λένε οι δημοσιογράφοι, έμοιαζε περισσότερο με αθλητή ράγκμπι που προσπαθούσε να αποφύγει το ξύλο:

Το μαγικό βίντεο του Ρεάλ-Ατλέτικο το 1989 με παράλληλο σχολιασμό Χεσούς Χιλ

Το παιχνίδι είναι γεμάτο σκληρά μαρκαρίσματα και μαγικές στιγμές του Φούτρε. Ο τερματοφύλακας Μπούγιο του ρίχνει μια ψιλή όταν ζητάει πέναλτι, σε μια άλλη φάση (στα 2.05 του βίντεο) τρώει κλάδεμα από πίσω και ένας άλλος παίκτης της Ρεάλ κλωτσάει την μπάλα πάνω του. Η κορυφαία φάση όμως έρχεται αργότερα, όταν ο Φούτρε κλέβει την μπάλα και συγκρούεται με τον Μπούγιο. Η γραφικότητα αγγίζει το ρεκόρ, με τον Μπούγιο να κάνει μικρές θεατρικές κωλοτούμπες ώστε να πλησιάσει τον Φούτρε και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να κάνει ότι τον χτύπησε. Ο Φούτρε απομακρύνεται αλλά την πληρώνει ο Ορεχουέλα που αποβάλλεται. Ο Μπούγιο λίγα λεπτά αργότερα κάνει μια έξοδο τύπου Σουμάχερ, αλλά δεν βλέπει την κόκκινη. Η Ρεάλ κερδίζει με 2-1 με ένα γκολ για το οποίο η Ατλέτικο υποστηρίζει ότι υπήρχε διπλό οφσάιντ. Ο Φούτρε διαμαρτύρεται, βλέπει την κόκκινη και τιμωρείται με τρεις αγωνιστικές.

«Δεν θα άλλαζα αυτό το κύπελλο, ούτε με πέντε πρωταθλήματα»

Αυτό και μόνο το ματς θα αρκούσε για να γίνει ίνδαλμα των οπαδών, αλλά ο Φούτρε φοράει τη φανέλα των κολτσονέρος για έξι σεζόν και έχει κι άλλα σπουδαία ματς. Σκοράρει αρκετά γκολ, αλλά κυρίως είναι αυτός που δημιουργεί και με την προσωπικότητά του ξεχωρίζει. Κερδίζει μόλις δύο κύπελλα, αλλά αυτό του 1992 είναι απέναντι στη Ρεάλ με τον ίδιο να σκοράρει ένα απίστευτο γκολ (κι ακόμα ένα του Σούστερ), μένει στην ιστορία. Αγαπημένο παιδί οπαδών και προέδρου (συνήθως), είναι παράλληλα ένας μπον βιβέρ. Καπνίζει, ξενυχτά, κάνει τη μεγάλη ζωή στη Μαδρίτη. Ζει σαν μια ντίβα. Το 1990 δηλώνει ότι θέλει να φύγει. Κλείνεται στο δωμάτιό του, κοιμάται μέχρι το μεσημέρι, κατεβάζει τις περσίδες και τρώει στο κρεβάτι. Μιλάει ψιθυριστά στο τηλέφωνο και λέει ότι έχει κατάθλιψη. Φυσικά η «κατάθλιψη» τού περνάει και συνεχίζει κανονικά για καιρό. Το τέλος του έρχεται το 1993 κι ενώ η Ατλέτικο περνάει δύσκολες στιγμές, με τεράστια οικονομικά προβλήματα. Αλλά κι ο Φούτρε το παρακάνει. Πολλά πρωινά δεν εμφανίζεται στις προπονήσεις μετά από ξενύχτια. Ο Λουίς Αραγονές του λέει ότι δεν είναι επαγγελματίας πια. Ο Φούτρε απαντά ότι ο Αραγονές έχει αλλάξει, δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που γνώριζε. Οι δυο τους δεν μιλάνε μεταξύ τους και η ομάδα πηγαίνει χάλια. Τελευταία τους ευκαιρία, το ντέρμπι της 18ης αγωνιστικής με τη Ρεάλ. Παίκτης και προπονητής κάνουν ανακωχή κι ο Φούτρε υπόσχεται ότι θα δώσει ένα σόου που το Βιθέντε Καλντερόν δεν θα έχει ξαναδεί. Ο Πορτογάλος όντως δείχνει τεράστια διάθεση, αλλά με άλλον τρόπο. Παίζει άναρχα, ζητάει και παίρνει την μπάλα, κινείται σε διάφορες θέσεις, αλλά από ουσία λίγα πράγματα. Για μαρκάρισμα ούτε λόγος. Ο Αραγονές έξαλλος από τον πάγκο του φωνάζει. Με γκολ του Σάμπας, η Ατλέτι ανοίγει το σκορ. Ο Φούτρε πηγαίνει στον τερματοφύλακα Μπούγιο και τον προκαλεί. «Πριν τα ντέρμπι, είχα τη φωτογραφία του στην τουαλέτα μου. Την έβλεπα συνέχεια, τον μισούσα«, δήλωσε χρόνια αργότερα για την μεγάλη του κόντρα με τον τερματοφύλακα της Ρεάλ. Είναι πλέον καλοί φίλοι, χρόνια μετά την απόσυρσή τους.

Η Ρεάλ ισοφαρίζει σε 1-1 με τον Ζαμοράνο. Είναι τελικά το τελευταίο ντέρμπι του Φούτρε. Η κόντρα συνεχίζεται, ο Αραγονές τον κατηγορεί δημόσια ότι δεν τον ακούει, ο Φούτρε απαντάει: «Έκανα λάθος που στα 21 μου ήρθα εδώ, έπρεπε να είχα πάει στην Ιταλία». Ο Πορτογάλος που ποτέ δεν χάριζε χρήματα, δεν αντέχει να είναι απλήρωτος για 8 μήνες και ζητάει δημόσια μεταγραφή. Ο Χεσούς Χιλ τρελαίνεται και λέει ότι ο Φούτρε τον ήξερε από την καλή του, τώρα θα τον μάθει από την ανάποδή του. Βάζει τιμή και καλεί τους αγοραστές να κάνουν προτάσεις. Η μέτρια κατάσταση του Φούτρε όμως, παρά τα μόλις 27 του χρόνια, αποθαρρύνει τους μεγάλους συλλόγους της Ευρώπης. Η Σπόρτινγκ κι η Πόρτο τον θέλουν, αλλά το ποσό είναι μεγάλο. Τότε γίνεται η έκπληξη. Η Μπενφίκα κάνει μια σκανδαλώδη συμφωνία με την πορτογαλική κρατική τηλεόραση για τα δικαιώματα κάποιων αγώνων. Ο διευθυντής της κρατικής τηλεόρασης ήταν παλιότερα πρόεδρος της Μπενφίκα και τα χρήματα ήταν ακριβώς όσα χρειαζόταν η Μπενφίκα. Το σκάνδαλο που ξεσπά κλονίζει μέχρι και την κυβέρνηση, αλλά τελικά ο Φούτρε παίρνει μεταγραφή στην Μπενφίκα και κάπως έτσι παίζει και στις τρεις μεγάλες της Πορτογαλίας.

Στην Μπενφίκα έπαιξε λίγο σχετικά, καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα στο γόνατο, αλλά κατέκτησε μαζί της ένα κύπελλο. Στη συνέχεια πήγε στη Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί, παίζοντας όμως κι εκεί λίγο εξαιτίας σοβαρού τραυματισμού. Έδειξε κάποια δείγματα της ποιότητάς του στη Ρετζιάνα, πήγε στη Μίλαν που έπαιξε μόλις σε ένα ματς ως αλλαγή του Μπάτζιο και τελικά κατέληξε στην Αγγλία και τη Γουέστ Χαμ του Χάρι Ρέντναπ τη σεζόν 1996-97. Οι Χάμερς ξεκίνησαν τους αγώνες τους από το Χάιμπουρι κι ο Φούτρε άφησε το στίγμα του αμέσως. Πώς; Όχι με μια στιγμή μαγείας από το αριστερό του πόδι, αλλά πετώντας τη φανέλα με το νούμερο 16 στα μούτρα του φροντιστή. Ο Τζον Μόνκουρ είχε πάρει το 10 κι ο Πορτογάλος δεν το ανέχτηκε. «Σε όλη μου την καριέρα φορούσα το 10. Ο Εουσέμπιο φορούσε το 10, ο Φούτρε φοράει το 10», φώναζε έξαλλος. Φυσικά, αρνήθηκε να παίξει. Ο Χάρι Ρέντναπ προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη, του είπε να το συζητήσουν τη Δευτέρα, αλλά ο Φούτρε πήρε το ταξί και έφυγε για το σπίτι του.

Την επόμενη μέρα άρχισαν διαπραγματεύσεις με τον Μόνκουρ για το 10. Ο Ρέντναπ θυμάται σε συνέντευξή του στο People να του λέει ότι τα νούμερα είχαν δηλωθεί στην FA και ότι είχαν πουληθεί πολλές φανέλες του Μονκούρ γιατί τα παιδάκια στην Αγγλία φοράνε φανέλες ποδοσφαιριστών. «Πόσες;» ρώτησε ο Πορτογάλος. «100 χιλιάδες λίρες σε φανέλες», απάντησε ο κόουτς. Στην πραγματικότητα, ήταν πέντε-έξι φανέλες. Ο Φούτρε αποφασισμένος να φορέσει το 10 πρότεινε να επιστρέψει τα χρήματα στους αγοραστές. Θα έδινε 100 χιλιάδες λίρες από την τσέπη του για να βάλει το 10. Τελικά ο Άγγλος ποδοσφαιριστής δέχτηκε να παραχωρήσει το νούμερο, καθώς ο Φούτρε του υποσχέθηκε να του δώσει τα κλειδιά της βίλας του στο Αλγκάρβε για να πάει να κάνει εκεί διακοπές. Ο Φούτρε μάγεψε με το νούμερο 10 στο ματς κόντρα στη Σαουθάμπτον και το κοινό του Άπτον Παρκ τον αποθέωσε. Στο άρθρο του Independent της εποχής, ο τίτλος ήταν «West Ham’s bright Futre», κλασσικό αγγλικό λογοπαίγνιο που έπαιζε με το όνομα του Πορτογάλου και το μέλλον. Το μέλλον ήταν άσχημο όμως. Ένα δυνατό μαρκάρισμα στο παιχνίδι με τη Γουίμπλεντον του τελείωσε την καριέρα στην Αγγλία. Τα ξαναβρήκε και επέστρεψε στην Ατλέτικο τη σεζόν 1997-98 αλλά έπαιξε δέκα ματς όλα αλλαγή (δημιουργώντας προβλήματα και πάλι με πρόεδρο και προπονητή) και απλά τελείωσε την καριέρα του στην Ιαπωνία. Επέστρεψε αργότερα σαν στέλεχος για να μαλώσει για πολλοστή φορά με την οικογένεια Χιλ. Θεωρείται πάντως θρύλος της Ατλέτικο.

Ο Φούτρε ήταν ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ένας πραγματικός σταρ που έγραψε ιστορία. Δυστυχώς όμως η πορεία του σημαδεύτηκε από τους πολλούς τραυματισμούς, αλλά και από τη δική του έλλειψη διάθεσης για σκληρή δουλειά. Στα 21 του είχε τον κόσμο στα πόδια του και στην Ατλέτικο όντως έκανε σπουδαία καριέρα. Υπάρχει όμως αυτό το «αν». Τι θα γινόταν αν ο «Πορτογάλος Μαραντόνα» δεν είχε τις ατυχίες και είχε το μυαλό στο κεφάλι του. Ο Πάουλο συνεχίζει να είναι μια σπουδαία μορφή στο πορτογαλικό ποδόσφαιρο και να προκαλεί συχνά με δηλώσεις του για διάφορα θέματα. Είτε κάνοντας πλάκα για την προφορά του Κασίγιας στα πορτογαλικά, είτε σχολιάζοντας για τον Κριστιάνο Ρονάλντο και τον Φίγκο, είτε ως σταρ σε διαφημίσεις, όπως η παραπάνω υπερ-καλτ όπου διαφημίζει ένα σεξουαλικό βοήθημα για άντρες. Δεν χρειάζεται να ξέρεις πορτογαλικά για να εκτιμήσεις τον Πάουλο που δεν… παίρνει μπρος, αλλά τελικά τα καταφέρνει χάρη στο προϊόν. «Δοκιμασμένο και με την έγκριση του Πάουλο Φούτρε» γράφει στο τέλος η διαφήμιση. Σταρ ακόμα και τώρα. Και φυσικά υπάρχει και δεύτερη διαφήμιση για το ίδιο προϊόν, με τον Φούτρε να κάνει κοντρόλ με… άλλο τρόπο (η διαφήμιση απαγορεύτηκε να παίξει στην τηλεόραση της Πορτογαλίας):

Φίλες και φίλοι, το Uruguayo 2018

  [12 Σχόλια]

Από την αρχή τούτου εδώ του μπλογκ, υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται ένα βίτσιο μαζί μας. Την ανάλυση των συστημάτων των διοργανώσεων της Λ. Αμερικής. Κάτι που συχνά χρειάζεται διαφορικές εξισώσεις, ψυχοφάρμακα και πολύ χρόνο, αλλά έχει μία ανείπωτη γοητεία, είναι μία μικρή ένοχη απόλαυση. Αν ανήκετε σε αυτό το γκρουπ αναγνωστών συνεχίστε άφοβα, σήμερα θα μιλήσουμε για το Καμπεονάτο Ουρουγκουάγιο 2018. Αν θέλετε να μπείτε σε αυτό το γκρουπ, ξεκινήστε διαβάζοντας τι έγινε το 2015. Θα περιμένουμε για λίγο. Αν δεν σας ενδιαφέρει, κάντε κάτι πιο χρήσιμο, λύστε ένα σουντόκου. Διαβάσατε για το 2015; Ωραία, ξεχάστε ό,τι ξέρατε (όχι όλα) γιατί τα πράγματα από τότε άλλαξαν.

Το πρωτάθλημα της Α’ εθνικής της Ουρουγουάης το 2015-16 έγινε όπως και την προηγούμενη, με Απερτούρα και Κλαουζούρα. Μετά όμως, οι Ουρουγουανοί κάθισαν, σκέφτηκαν και το συζήτησαν. «Παιδιά δεν πάει άλλο. Ως πότε θα βγάζει θέματα το Σομπρέρο από μας;», ειπώθηκε σύμφωνα με πληροφορίες. «Πρέπει να πάρουμε μέτρα να γίνουμε πιο σοβαροί». Και κάπως έτσι η λύση δόθηκε. Το πρόβλημα φίλες και φίλοι ήταν ότι το πρωτάθλημα γινόταν με τον «ευρωπαϊκό» τρόπο. Ξεκινούσε δηλαδή Αύγουστο και τελείωνε τον επόμενο Ιούνιο. «Όχι, πρέπει να γυρίσουμε στις ρίζες μας», (ίσως να) είπε κάποιος. Γι’ αυτό το λόγο, δεν είχαμε 2016-17 με Απερτούρες και Κλαουζούρες. Έγινε ένα μεταβατικό πρωτάθλημα που ξεκίνησε τέλη Αυγούστου 2016 και τελείωσε με διαδικασίες fast track το Δεκέμβριο. Βγήκε ο πρωταθλητής 2016 (μετά από αυτόν του 2015-16) με 15 αγώνες και όλα εντάξει. Έτσι, μετά από 11 σεζόν, το 2017 επιστρέψαμε στα πατροπαράδοτα «ημερολογιακά πρωταθλήματα».

Από πέρσι λοιπόν ξεκινάμε το Φεβρουάριο και τελειώνουμε (ανάλογα και με τα κέφια) κατά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο. Ωραία μέχρι εδώ; Ωραία. Έχουμε Απερτούρα και Κλαουζούρα. Ωραία; Ωραία. Τώρα όμως αρχίζουν τα παλαβά. Γιατί σου λέει, μόνο 30 αγώνες; Τι θα κάνουμε τον υπόλοιπο καιρό; Θα βαρεθούμε. Και κάπως έτσι δόθηκε η λύση. Μεταξύ της Απερτούρα και της Κλαουζούρα θα βάλουμε ακόμα ένα πρωτάθλημα. Το Ιντερμέδιο. Και πώς θα το παίξουμε; Θα χωρίσουμε τις 16 ομάδες σε δύο γκρουπ. Πώς θα τις χωρίσουμε; Με βάση τα χρώματα; Το ζώδιο; Με κλήρωση; Όχι. Θα παίξουμε το σύστημα μονά ζυγά. Όσες τερμάτισαν σε μονές θέσεις στην Απερτούρα σε ένα γκρουπ, όσες σε ζυγές σε άλλο γκρουπ. Αν θυμίζει κάτι σε κάποιους, μας συγκινείτε. Είναι βγαλμένο από εκείνο το μαγικό πρωτάθλημα του Περού με τις 44 αγωνιστικές (προσοχή, σκληρές εικόνες γραφικότητας). Κάπως έτσι λοιπόν, οι δυο όμιλοι του Ιντερμέδιο παίζουν μικρά πρωταθληματάκια κι οι δύο νικητές των ομίλων έναν τελικό, ο νικητής του οποίου δεν έχει καμία σημασία για τον τελικό πρωταθλητή (κρατήστε το όμως, θα μας χρειαστεί αργότερα). Μετά το τέλος του Ιντερμέδιο ξεκινά κι η Κλαουζούρα.

Το Εστάδιο Καμπεόνες Ολίμπικος, έδρα της Σίσλεϊ τα τελευταία χρόνια

Με αυτό το σύστημα ξεκίνησε η Α’ εθνική του 2018 με το όνομα Χούλιο Σέσαρ Φρανσίνι, ένα πρωτάθλημα με 16 ομάδες, οι 13 από το Μοντεβιδέο. Ανάμεσά τους κι η ιστορική Σέντρο Κουλτουράλ υ Ντεπορτίβο Ελ Τάνκε Σίσλεϊ ή για συντομία CCyDETS ή για τους φίλους «Ελ Τάνκε Σίσλεϊ». [Το όνομα της ομάδας που ιδρύθηκε το 1941 προέρχεται από από μία δεξαμενή πετρελαίου που υπήρχε στη γωνία δύο δρόμων κοντά στην έδρα της ομάδας, σκέφτηκαν ότι ίσως θα έπαιρναν χορηγία από τον ιδιοκτήτη της εταιρείας, κάτι που δεν έγινε ποτέ]. Η Ελ Τάνκε σώθηκε πέρσι τελευταία στιγμή στα μπαράζ, αλλά τα οικονομικά της προβλήματα και κάποια χρέη δεν την άφησαν να λάβει μέρος. Η Ομοσπονδία δεν σκέφτηκε να την αντικαταστήσει και το πρωτάθλημα έγινε με 15 ομάδες. Όλοι όσοι θα έπαιζαν κανονικά με τη Σίσλεϊ, έπαιρναν βαθμούς νίκης. Κανένα πρόβλημα θα πει κάποιος αθώος κι εμείς θα γελάσουμε.

Η Απερτούρα τελείωσε με νικήτρια τη Νασιονάλ κι οι ομάδες μπήκαν στο Ιντερμέδιο. Εκεί είχαμε ξαφνικά όμως δυο ομίλους διαφορετικούς. Ο ένας με 8 κι ο άλλος με 7 ομάδες. Η Νασιονάλ και η Τόρκε κέρδισαν τα δυο μικρά πρωταθληματάκια και πήγαν στον τελικό του Ιντερμέδιο, όπου νικήτρια ήταν η Νασιονάλ. Μετά ξεκίνησε η Κλαουζούρα. Με ένα ντεμαράζ η Πενιαρόλ, με μόλις μία ήττα, την κατέκτησε. Και κάπως έτσι φτάσαμε στο ερώτημα. Ποιος θα βγει πρωταθλητής; Η Ομοσπονδία τα είχε προβλέψει όλα. Θα παίξουν ημιτελικό ο νικητής της Απερτούρα με το νικητή της Κλαουζούρα (αν είναι διαφορετικοί φυσικά). Ο νικητής των νικητών όμως, θα παίξει στον «τελικό» τελικό. Εκεί που θα αντιμετωπίσει την ομάδα με τους περισσότερους συνολικούς πόντους στην «Ετήσια» βαθμολογία. Η ετήσια βαθμολογία βγαίνει από το άθροισμα των βαθμών Απερτούρα, Κλαουζούρα και Ιντερμέδιο. Αυτό όμως που δεν είχε υπολογιστεί ήταν η απουσία της Τάνκε Σίσλεϊ. Οι ομάδες στο Ιντερμέδιο δεν είχαν παίξει τα ίδια ματς, δεν θα είναι άδικο στη συνολική βαθμολογία;

Μία βαθμολογία Ουρουγουάης να πέσει στα μαθηματικά των πανελληνίων και να μπαίνεις Πολυτεχνείο για πλάκα αναγνώστη

Θα είναι, λέμε εμείς. Το ίδιο είπε κι η Ομοσπονδία. Γι’ αυτό φίλες και φίλοι η λύση βρέθηκε. Οι ομάδες στο γκρουπ των 7, θα κάνουν μια… διόρθωση. Θα πάρουν τους βαθμούς τους, θα τους διαιρέσουν με τα έξι παιχνίδια που έπαιξαν και θα τους πολλαπλασιάσουν με τα εφτά παιχνίδια που έπαιξαν οι ομάδες του άλλου γκρουπ. Ναι, καλά καταλάβατε. Το αποτέλεσμα του μαθηματικού τύπου 7x/6 ήταν αυτό που βλέπετε στην παραπάνω εικόνα. Η συνολική βαθμολογία της χρονιάς είχε μέσα δεκαδικούς αριθμούς. Για παράδειγμα η Ατένας τελείωσε με 38,333 βαθμούς ξεφτιλίζοντας την Μπόστον Ρίβερ που είχε μόλις 37,666 (οι στρογγυλοποιήσεις δεν είναι για τους άντρες). Χάρη στα… κλάσματα λοιπόν, η Πενιαρόλ πήρε δύο παραπάνω βαθμούς από αυτούς που κατέκτησε κανονικά και έτσι πέρασε τη Νασιονάλ στη συνολική βαθμολογία. Μείνετε μαζί μας, κοντεύουμε.

Οι νικητές Απερτούρα και Κλαουζούρα έπαιξαν στον ημιτελικό του πρωταθλήματος. Ήταν ακόμα ένα κλάσικο Νασιονάλ και Πενιαρόλ που κρίθηκε στο 95′ με πέναλτι του γνωστού και με την εθνική Κρίστιαν Ροντρίγκες που έχει πλέον πολλά κιλάκια. Το ματς είχε ένα γκολ για κάθε ομάδα που ήταν οφσάιντ και έληξε με 1-2. Η Πενιαρόλ κέρδισε έτσι τον ημιτελικό και επειδή χάρη στον τύπο του 7/6 είχε περάσει τη Νασιονάλ στη συνολική βαθμολογία, κατέκτησε και απευθείας το πρωτάθλημα γιατί δεν μπορούσε να παίξει με τον εαυτό της στον τελικό. Αν η Νασιονάλ είχε καταφέρει να κερδίσει θα διεκδικούσε το πρωτάθλημα στον τελικό με την Πενιαρόλ. Και κάπως έτσι, το 115ο πρωτάθλημα Ουρουγουάης έληξε πριν μερικές ημέρες, σίγουρα με βαθιά ικανοποίηση από τους διοργανωτές που θα έδιναν συγχαρητήρια ο ένας στον άλλον.

Α, ναι. Θυμάστε τον τελικό του Ιντερμέδιο που σας είπαμε να κρατήσετε; Ναι, λοιπόν. Ήρθε η ώρα του. Ο νικητής του Ιντερμέδιο παίρνει μια θέση στο Σουνταμερικάνα. Βέβαια η Νασιονάλ θα παίζει στο Λιμπερταδόρες, οπότε δεν την απασχολεί. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι ο νικητής του Ιντερμέδιο παίζει και στο ΣούπερΚόπα της Ουρουγουάης. Μικρή λεπτομέρεια: Δεν υπάρχει κύπελλο στην Ουρουγουάη. Και τι θα κάνουμε ρε παιδιά, ίσως αναρωτήθηκε κάθιδρος κάποιος από την Ομοσπονδία. Εύκολη λύση. Θα παίξει με τον πρωταθλητή. Έτσι, λίγο πριν ξεκινήσει το επόμενο πρωτάθλημα, θα έχουμε το Σούπερ Καπ με ποιους άλλους; Νασιονάλ και Πενιαρόλ. Κι η ζωή συνεχίζεται κι εμείς απλά δεν θέλουμε να αλλάξει ποτέ όλο αυτό γιατί θα πέσουμε σε κατάθλιψη.

Οράνιε και Πάντσερ: Κάτι παραπάνω από ένα τοπικό ντέρμπι

  [Καθόλου σχόλια]

Φθινόπωρο του 1944. Οι Σύμμαχοι προσπαθούν να ανοίξουν την πρόσβαση προς το λιμάνι της Αμβέρσας, ώστε να έχουν μια γραμμή εφοδιασμού στη βορειοδυτική Ευρώπη. Οι δυνάμεις της Βέρμαχτ οχυρώνονται και προσπαθούν με κάθε τρόπο να τους καθυστερήσουν. Πλημμυρίζουν περιοχές γύρω από τον ποταμό Σκάλδη, γεμίζουν με νάρκες πολλά μέρη και με ελεύθερους σκοπευτές και βαρύ πυροβολικό αποχωρούν όσο πιο αργά γίνεται για να μη χάσουν την Αμβέρσα. Περίπου 12.000 άνθρωποι από τις συμμαχικές δυνάμεις χάνουν τις ζωές τους, οι μισοί από αυτούς Καναδοί. Σε μία από αυτές τις επιχειρήσεις, με ονομασία Switchback, οι Σύμμαχοι προσπαθούν να καθαρίσουν το θύλακα του Μπρέσκενς. Οι μάχες είναι αδυσώπητες και οι βομβαρδισμοί συνεχείς και με τεράστιες απώλειες. Πολλοί κάτοικοι εγκαταλείπουν την μικρή πόλη στα νοτιοδυτικά της Ολλανδίας. Ο ψαράς Λο Χάνεχεμ γυρίζει στην πόλη μαζί με το μεγάλο του γιο Ίζαακ και την αδερφή του για να βρει προμήθειες. Την ώρα των βομβαρδισμών από τους Συμμάχους κρύβονται σε ένα καταφύγιο κι ο Λο πέφτει πάνω σε ένα μωρό για να το καλύψει. Το μωρό σώζεται. Ο Λο και τα δυο του παιδιά όχι. Ο μικρούλης γιος του Βίλεμ φαν Χάνεχεμ είναι μόλις έξι μηνών και βρίσκεται σε άλλο μέρος μαζί με τη μητέρα του. Γλιτώνει.

Ο πιτσιρικάς μεγαλώνει μετά το τέλος του πολέμου στην Ουτρέχτη και παίζει μπάλα. Είναι πιο ψηλός από τα άλλα παιδάκια και αρκετά βαρύς. Δείχνει ταλαντούχος, αλλά τα παραπάνω κιλά του και η έλλειψη ταχύτητας προβληματίζουν τους προπονητές. Παίζει στις μικρότερες κατηγορίες και κάνει μια πολύ καλή σεζόν στον… Ξέρξη του Ρότερνταμ. Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Το ολλανδικό ποδόσφαιρο γιγαντώνεται, σπουδαίοι άνθρωποι κοουτσάρουν τις ομάδες με νέους τρόπους, μεγάλα ταλέντα βγαίνουν και η στιγμή της άνθισης των Οράνιε πλησιάζει. Ένας από τους βασικούς πρωτομάστορες σε αυτό είναι κι ο Ρίνους Μίχελς. Όταν ο πρόεδρος του Άγιαξ του λέει για τον φαν Χάνεχεμ, ο Μίχελς τον απορρίπτει. “Αργός και μονοδιάστατος για το σύγχρονο ποδόσφαιρο”, λέει. Ο Βίλεμ τελικά μένει στο Ρότερνταμ. Είναι κατά σύμπτωση κι αυτή μια πόλη που έχει σημαδευτεί από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενώ το Άμστερνταμ “γλιτώνει”, το Ρόντερνταμ ισοπεδώνεται από τους Ναζί το 1940. Σε αυτή την πόλη ο φαν Χάνεχεμ θα κάνει όνομα. Όχι φυσικά με τον Ξέρξη, αλλά με τη μεγάλη Φέγενορντ που τον αποκτά.

Το Ρότερνταμ ισοπεδωμένο από τους βομβαρδισμούς

Μπορεί το ολλανδικό ποδόσφαιρο εκείνης της εποχής να είναι συνυφασμένο με τον τεράστιο Άγιαξ, αλλά κι η Φέγενορντ έχει μια μεγάλη ομάδα. Απόδειξη τα πρωταθλήματα που παίρνει εκείνα τα χρόνια και το γεγονός ότι είναι η πρώτη ολλανδική ομάδα που κατακτά το Πρωταθλητριών, πριν ακόμα το καταφέρει ο Άγιαξ. Ο φαν Χάνεχεμ κατακτά και τρεις εγχώριους τίτλους και παρ’ ότι είναι μέσος σκοράρει συνεχώς. Οι φοβερές του πάσες με φαλτσάκι, αλλά κι η κορμοστασιά του (έχει ήδη χάσει βάρος και από τα 94 κιλά βρίσκεται σχεδόν στα 80) του δίνουν το παρατσούκλι “ντε Κρόμε”, σε ελεύθερη μετάφραση “ο Στραβός”. Ο φαν Χάνεχεμ δεν διαπρέπει μόνο στη Φέγενορντ, αλλά έχει θέση και στη σπουδαία Ολλανδία της εποχής. Είναι βασικό μέλος της εθνικής στο Μουντιάλ του 1974 του Μίχελς. Αγωνίζεται ας πούμε μέσα αριστερά στο “κάτι” σαν 4-3-3 των Οράνιε και παρ’ ότι δεν κερδίζει τη διασημότητα όπως άλλοι συμπαίκτες του, είναι πολύ συχνά οι πάσες ακριβείας του που ανοίγουν το παιχνίδι.

Φαν Χάνεχεμ και Κρόιφ σε κάποιο ντέρμπι Φέγενορντ-Άγιαξ

Ο φαν Χάνεχεμ μεγάλωσε με ένα τεράστιο μίσος για τους Γερμανούς κατακτητές που θεωρεί υπαίτιους για την οικογενειακή του τραγωδία. Το ίδιο μίσος είχαν και πολλοί συμπαίκτες του, όπως και μεγάλο μέρος του κόσμου στην Ολλανδία. Ο Ρούντι Κρολ ζούσε σε μια συνοικία του Άμστερνταμ με πολλούς Εβραίους. Ο πατέρας του ήταν μέλος της αντίστασης και τους φυγάδευε μέχρι που οι Ναζί τον έπιασαν. Ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος ήταν πολύ πρόσφατος και πολλές πληγές ανοιχτές. Όλοι είχαν κάποιον γνωστό ή συγγενή που είχε χαθεί εκείνα τα χρόνια. Στο ποδόσφαιρο οι δυο ομάδες είχαν συναντηθεί αρκετές φορές, με τα αποτελέσματα σχετικά ισορροπημένα πριν από τον πόλεμο. Μετά από αυτόν συναντιούνται πρώτη φορά το 1956 σε ένα φιλικό που οι Ολλανδοί κερδίζουν. Στη συνέχεια έρχονται τρεις σερί νίκες για τη Δ. Γερμανία, η μία μάλιστα με ένα ιδιαίτερα βαρύ 7-0 με τον Ούβε Ζέλερ να κάνει χατ τρικ. Είναι όμως όλα φιλικά παιχνίδια. Το μεγαλύτερο ματς όλων των εποχών φτάνει το 1974. Όχι απλά επίσημος αγώνας, ένας τελικός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Οι Ολλανδοί δεν είναι πλέον ένας κομπάρσος. Νιώθουν (και πιθανότατα είναι) οι καλύτεροι στον κόσμο. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο φτάνει στην κορύφωσή του.

Το σκηνικό ιδανικό, μέσα στο Μόναχο. Οι Γερμανοί δεν έχουν ακουμπήσει την μπάλα ακόμα. Ο Κρόιφ κερδίζει το πέναλτι, ο Νέσκενς σκοράρει στο 2ο λεπτό μόλις. Όλα έχουν τελειώσει. Όπως δήλωσε κι Μπράιντερ: “είχαμε παραλύσει, οι Ολλανδοί δεν είχαν καταλάβει πόσο χαμηλά είχε πέσει το ηθικό μας”. Οι Οράνιε όμως δεν το εκμεταλλεύονται. Δείχνουν αλαζονεία. Δεν θέλουν να καθαρίσουν το ματς, θέλουν να αποδείξουν την ανωτερότητά τους. Κοιτούν περισσότερο πώς θα παίζουν το κορόιδο, πώς θα κάνουν τους Γερμανούς να κυνηγούν την μπάλα, παρά το πώς θα σκοράρουν. Ο Μπεκενμπάουερ στο πέναλτι γυρίζει και λέει στον Άγγλο διαιτητή Τέιλορ: «Φυσικά το έδωσες, είσαι Άγγλος». Δεν ξέρουμε πόσο επηρεάστηκε ο ρέφερι, αλλά στο 25′ ο Χόλτζενμπαϊν, σεσημασμένος βουτηχτής, πέφτει μετά από μαρκάρισμα στην περιοχή. Πολλοί Ολλανδοί ακόμα και σήμερα υποστηρίζουν ότι είναι βουτιά, αλλά ο Άγγλος καταλογίζει το πέναλτι. Ο Μπράιτνερ σκοράρει και λίγο πριν φύγει το ημίχρονο ο Μίλλερ κάνει το 2-1. Οι Οράνιε τόσο σίγουροι για μια άνετη επικράτηση μετά το 1-0, σοκάρονται. Στο 2ο ημίχρονο πιέζουν, προσπαθούν, αλλά τίποτα δεν τους βγαίνει. Ο Ρεπ είναι σε κακή μέρα και δεν ευστοχεί. Η Δ. Γερμανία είναι παγκόσμια πρωταθλήτρια. Τα αποδυτήρια μουγκά. Ο φαν Χάνεχεμ δηλώνει: «Δεν με ένοιαζε το σκορ, μου αρκούσε το 1-0, αρκεί να τους ξεφτιλίζαμε. Σκότωσαν τον πατέρα μου και τα αδέρφια μου. Τους μισώ». Αυτή η νοοτροπία αρκετών εκ των παικτών, το γεγονός ότι οι Ολλανδοί δεν καθάρισαν το ματς, πληρώθηκε.

Τέσσερα χρόνια αργότερα οι δυο ομάδες θα συναντηθούν στο Μουντιάλ του 1978. Η Ολλανδία δεν έχει Κρόιφ που δεν κατεβαίνει στο Μουντιάλ και δεν έχει και φαν Χάνεχεμ που σε πιο μεγάλη ηλικία βλέπει ότι μπορεί να μην έχει θέση βασικού, αφού ο Ερνστ Χάπελ θέλει να χρησιμοποιήσει πιο νέους. Το παιχνίδι δεν έχει την ίδια σημασία του τελικού, αλλά αυτό δεν σταματά το Νάνινγκα που μπαίνει αλλαγή στο 79′ να αποβληθεί, καθώς μπλέκει σε καβγά με τον Χόλτζενμπαϊν. Ο Γερμανός υποστηρίζει ότι ο Νάνινγκα του έριξε μπουνιά σε ανύποπτη στιγμή και στη συνέχεια πλακώθηκαν. Οι Γερμανοί προηγούνται δύο φορές, οι Ολλανδοί ισοφαρίζουν άλλες δύο. Οι μεν αποκλείονται, οι δε φτάνουν σε ακόμα έναν τελικό σε έδρα διοργανώτριας και χάνουν από την Αργεντινή. Η μοίρα τους φέρνει ξανά μαζί στο Euro 1980, στον ίδιο όμιλο με την Ελλάδα του Αλκέτα Παναγούλια. Οι Ολλανδοί και πάλι δεν τα καταφέρνουν, καθώς χάνουν με 3-2. Τουλάχιστον ο Τζόνι Ρεπ προλαβαίνει και δίνει μια αγκωνιά στον τερματοφύλακα Σουμάχερ. Ο Καρλ Χάιντζ Φόστερ δηλώνει: «Το γνωρίζαμε ότι το παιχνίδι θα είναι έντονο. Η νίκη είναι πάντα πολύ σημαντική για τους Ολλανδούς όταν μας αντιμετωπίζουν. Μας μισούν περισσότερο από όσο τους μισούμε εμείς».

Euro 1988. Οι Ολλανδοί κερδίζουν τους Γερμανούς για πρώτη φορά μετά από 32 χρόνια.

Θα περνούσαν ακόμα 14 χρόνια για να μπορέσει η Ολλανδία να πάρει την εκδίκησή της. Ο φαν Χάνεχεμ δεν ήταν πλέον ενεργός παίκτης κι η Ολλανδία δεν έπαιζε τόσο όμορφο ποδόσφαιρο, αλλά με παικταράδες όπως ο φαν Μπάστεν, ο Γκούλιτ, Κούμαν (x2) κι ο Ράικαρντ έκανε μεγάλη πορεία στο Euro του 1988. Οι δυο χώρες έρχονται αντιμέτωπες στον ημιτελικό του Αμβούργου. Το κλίμα είναι τεταμένο. Ανάμεσα στους 61.000 θεατές βρίσκονται πάνω από 15.000 Ολλανδοί. Κάποιοι σηκώνουν πανό που γράφει: “Γιαγιά βρήκα το ποδήλατό σου”, ειρωνεία για τα πολλά ποδήλατα που οι Ναζί κατακτητές είχαν κατασχέσει. “Το 1944 ήρθαν αυτοί, το 1988 εμείς” τραγουδούσαν στις εξέδρες του Φόλκσπαρκστάντιον. Αυτή τη φορά θα έπαιρναν εκδίκηση για τη “Μητέρα όλων των Ηττών” όπως είχαν ονομάσει τον τελικό του 1974. Σε μια εκπληκτική σύμπτωση και αντιστροφή, οι Γερμανοί είναι αυτοί που προηγούνται με πέναλτι του Ματέους, οι Ολλανδοί που ισοφαρίζουν με νέο πέναλτι (αρκετά αμφισβητούμενο) και τελικά αυτοί που κάνουν την ανατροπή με ένα υπέροχο γκολ του Μάρκο φαν Μπάστεν στο 88′. Ο Ρόναλντ Κούμαν αλλάζει φανέλα με τον Όλαφ Τον. Την παίρνει και σκουπίζει τον πισινό με αυτή, ξεσηκώνοντας κατακραυγή. Πίσω στην πατρίδα σχεδόν το 60% του πληθυσμού βγαίνει στους δρόμους, είναι λένε η μεγαλύτερη συγκέντρωση κόσμου μετά την απελευθέρωση. Ο Γκούλιτ αφιερώνει τη νίκη στις μεγαλύτερες γενιές και ο Μίχελς μετά τον τελικό με την ΕΣΣΔ δηλώνει ότι ο πραγματικός τελικός ήταν με τους Γερμανούς. Οι Οράνιε πανηγυρίζουν το μοναδικό τους εθνικό τίτλο μέσα στην έδρα του εχθρού.

Η πιο άσχημη ημέρα στη καριέρα του Ράικαρντ

Από τότε η ιστορία συνεχίζεται.  Το 1990 σε ένα ακόμα παιχνίδι που γράφει ιστορία, είναι η σειρά των Γερμανών. Το ματς σημαδεύεται από τη διπλή αποβολή μόλις στο 22′. Ο Ράικαρντ κάνει ένα αμφισβητούμενο φάουλ στον Φέλερ και δέχεται την κίτρινη που σημαίνει ότι θα χάσει το επόμενο παιχνίδι. Ο Ολλανδός φτύνει μεγαλοπρεπώς την αφάνα του Φέλερ που δεν μπορεί να το πιστέψει.  Ο Αργεντινός διαιτητής Χουάν Κάρλος Λουστάου  προς έκπληξη όλων βγάζει κάρτα στο Φέλερ.  Το φάουλ εκτελείται, ο φαν Μπρόικελεν κάνει έξοδο και αρκετά πονηρά ρίχνει μια κλωτσιά στο Φέλερ που κι αυτός με τη σειρά του πέφτει υπερβολικά. Ο έξαλλος Ράικαρντ πηγαίνει και σαν δασκαλάκος τραβάει από το αυτί το Γερμανό φορ. Ο διαιτητής κουρασμένος από τους δύο, τους στέλνει στα αποδυτήρια με δεύτερη κίτρινη. Ο Ράικαρντ ολοκληρώνει τη σπουδαία του εμφάνιση με ένα νέο φτύσιμο στο Φέλερ. Το παιχνίδι τελικά λήγει με 2-1 κι οι Γερμανοί περνούν στην επόμενη φάση και τελικά στην κατάκτηση του κυπέλλου. Είναι ίσως η τελευταία τόσο μεγάλη κόντρα σε εθνικό επίπεδο. Η έχθρα μεγαλώνει και σε συλλογικό επίπεδο σε μεγάλο βαθμό. Αρχίζουν κι οι Γερμανοί να μπαίνουν σε αυτό το κλίμα περισσότερο. Οπαδοί των συλλόγων προκαλούν επεισόδια όταν περνούν τα σύνορα. Τα παιχνίδια ομάδων από την Ολλανδία και τη Γερμανία γίνονται συχνά λόγος ανησυχίας για τους κατοίκους των πόλεων και τους αστυνομικούς.

Τα χρόνια όμως περνούν. Από εκείνο το επεισοδιακό ματς με το Ράικαρντ και τον Φέλερ, έγιναν ακόμα τρία παιχνίδια σε Euro χωρίς κάτι το τρομερό. Οι πληγές άρχισαν να κλείνουν. Ο φαν Χάνεχεμ που συνεχίζει να πηγαίνει κάθε χρόνο στην εκδήλωση μνήμης στο Μπρέσκενς, έχει γίνει πιο ήπιος στα σχόλιά του. Οι νέες γενιές δεν έχουν ζήσει τον πόλεμο, ακούν μόνο διηγήσεις, περνούν τα σύνορα με το αυτοκίνητο χωρίς να το καταλάβουν, μοιράζονται αρκετά κοινά. Το μίσος και η μεγάλη κόντρα του παρελθόντος έχουν περάσει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει η ανάγκη της επικράτησης, ότι ο νικητής ενός τέτοιου ματς δεν μπορεί να περηφανεύεται. Απόψε οι δυο ομάδες θα βρεθούν ξανά αντιμέτωπες. Και μπορεί να λείπουν οι φαν Χάνεχεμ και Ράικαρντ αυτού του κόσμου, μπορεί να μην κρίνεται κάποιος τίτλος, αλλά μια κόντρα Ολλανδίας-Γερμανίας δεν θα πάψει ποτέ να είναι ένα από τα σημαντικότερα και πιο έντονα ευρωπαϊκά παιχνίδια.

Το παιχνίδι της ζωής του Αγκοστίνο ντι Μπαρτολομέι

  [2 Σχόλια]

Η Ρώμη είναι μια από τις πόλεις που δεν αρκεί να επισκεφτείς μία φορά. Σχεδόν όλη η Ιταλία έχει τη γοητεία της, ειδικά όσο κατεβαίνεις πιο χαμηλά, αλλά η Ρώμη είναι ξεχωριστή. Μπορείς να ψηλαφίσεις την ιστορία της περπατώντας σε αυτή. Να νιώσεις τη διαφορετική της ατμόσφαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κάτοικοί της δυσκολεύονται να φύγουν, να την αφήσουν. Και οι αθλητές της, οι ποδοσφαιριστές της που βγήκαν από τους δρόμους της πόλης και έφτασαν να αγωνίζονται στις ομάδες της, γίνονται συχνά πιστοί στρατιώτες της. Πολύ πριν τον Ντανιέλε ντε Ρόσι και τον Φραντσέσκο Τότι, η αιώνια πόλη είχε βγάλει έναν ακόμα μεγάλο αρχηγό. Ο Αγκοστίνο ντι Μπαρτολομέι γεννήθηκε στη Ρώμη και συνδύασε την καριέρα του, αλλά κι ολόκληρη τη ζωή του με τις στιγμές που έζησε εκεί.

Το ταλέντο του φάνηκε από πιτσιρικάς. Παρ’ ότι οι άνθρωποι της Μίλαν τον πλησίασαν, αυτός προτίμησε να παραμείνει στην αγαπημένη του Ρώμη και να προσπαθήσει να βρει μια θέση στη Ρόμα. Κι ας τερμάτιζε στο κάτω μισό του πρωταθλήματος. Είπαμε, η αιώνια πόλη δεν εγκαταλείπεται εύκολα. Ο Ελένιο Ερέρα ήταν αυτός που τον είδε πρώτη φορά. O Ισπανο-Αργεντινο-Γάλλος κόουτς είχε το χειρότερο ποσοστό νικών μέχρι τότε στην καριέρα του στη Ρόμα, ένα πενιχρό 29%, αλλά αν άφησε κάτι πίσω του ήταν η επιλογή αυτού του πιτσιρικά. Από τα 14 του ο ντι Μπαρτολομέι υπηρέτησε τους τζιαλορόσι, ένα από τα σπουδαιότερα ταλέντα που έβγαλε ποτέ η ομάδα της Ρόμα. Τρία περίπου χρόνια αργότερα έκανε το ντεμπούτο του με τη φανέλα της πρώτης ομάδας και εκτός από μία σεζόν που πήγε δανεικός, πέρασε δώδεκα χρόνια στη Ρώμη.

Ο ντι Μπαρτολομέι ήταν πολυσύνθετος παίκτης, πιο κοντά στην τυπική θέση του «ρετζίστα», ένας πλέι μέικερ πίσω από το κέντρο, μπροστά από την άμυνα. Αυτός που ξεκινούσε από πίσω την επίθεση, το μυαλό της ομάδας. Χωρίς να έχει τρομερά φυσικά προσόντα, είχε πολύ καλή τεχνική και πάσα και όπως συχνά συμβαίνει στους σπουδαίους παίκτες που δεν είναι γρήγοροι, ήταν έξυπνος και έβλεπε γήπεδο. Ήξερε πού έπρεπε να κινηθεί και πού να πασάρει. Ο Αγκοστίνο γρήγορα έγινε από τους αγαπημένους παίκτες της εξέδρας. Και μπορεί όταν πρωτοπήγε στη Ρόμα η ομάδα να ήταν σε κάκιστη κατάσταση, αλλά στη συνέχεια συνέπεσε με ορισμένα άλλα ιερά τέρατα του συλλόγου.

Η Ρόμα επιστρέφει στους τίτλους με κατακτήσεις κυπέλλων, αλλά το πρωτάθλημα λείπει εδώ και 40 χρόνια. Με την επιστροφή του Σουηδού προπονητή Νιλς Λίντχολμ από τη Μίλαν, η Ρόμα με παίκτες όπως ο ντι Μπαρτολομέι, ο Κόντι, ο Φαλκάο κι ο ιστορικός τερματοφύλακας Φράνκο Τανκρέντι κατακτά το πρωτάθλημα του 1983 μπροστά από τη Γιουβέντους του Πλατινί. Η Ρώμη πανηγυρίζει (εκτός φυσικά από την πλευρά των Λατσιάλι) κι ο αρχηγός πλέον ντι Μπαρτολομέι περνάει στο πάνθεον της Curva Sud που τραγουδάει ρυθμικά το όνομά του, καθώς η προσφορά του είναι τεράσια. Η Ρόμα όμως δεν είναι καλή μόνο για την Ιταλία. Έχει μεγαλύτερους στόχους. Δίνει ξανά τη μάχη του τίτλου την επόμενη σεζόν, αλλά η έλλειψη ενός σπουδαίου γκολτζή της στοιχίζει σε κάποια ματς και χάνει στο νήμα το repeat από τη Γιούβε. Στην Ευρώπη όμως τα πράγματα είναι αλλιώς. Αποκλείει κατά σειρά Γκέτεμποργκ, ΤΣΣΚΑ Σόφιας, Διναμό Βερολίνου και τέλος την Νταντί. Φτάνει σε έναν τελικό Πρωταθλητριών και μάλιστα μέσα στο σπίτι της. Το Ολίμπικο. Ο πόθος, η θέληση για το τρόπαιο, ο πυρετός δεν έχουν προηγούμενο. Από τις 25 Απριλίου που η Ρόμα παίρνει την πρόκριση για τον τελικό, μέχρι τις 30 Μαΐου του 1983 όλοι οι οπαδοί κοιμούνται και ξυπνούν γι’ αυτό το παιχνίδι. Είναι το μεγαλύτερο παιχνίδι της ιστορίας του συλλόγου.

Το διαφορετικό τότε Ολίμπικο, γυμνό, χωρίς στέγαστρο και μια απίστευτη ατμόσφαιρα

Το στάδιο ασφυκτικά γεμάτο, ντυμένο στα κόκκινα-κίτρινα και κόκκινα-άσπρα. Οι Άγγλοι σαφώς λιγότεροι. Άλλωστε οι πονηροί Ρωμαίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπουν στο γήπεδο. Δυο καλές ομάδες. Μια πιο βαριά φανέλα και μια πιο διψασμένη ομάδα που έπαιζε στο σπίτι της (έχοντας και την απουσία του Κάρλο Αντσελότι). Μιλώντας για φανέλες, η Ρόμα κληρώνεται να παίξει με τη λευκή. Οι προληπτικοί δεν ενθουσιάζονται και λίγο αργότερα δικαιώνονται. Ο Τανκρέντι κάνει μια έξοδο, διεκδικεί την μπάλα από τον Γουίλαν σε κάτι που σήμερα θα δινόταν σίγουρα φάουλ, αλλά σε εκείνο το ματς όχι. Η μπάλα χάνεται, αλλά το διώξιμο του αμυντικού στέλνει την μπάλα στο κεφάλι του πεσμένου τερματοφύλακα και στη συνέχεια στα πόδια του Φιλ Νιλ που σκοράρει μόλις στο 15′. Άδικο και τυχερό γκολ. Σχεδόν τριάντα λεπτά αργότερα ο Προύτσο με μια εξαιρετική κεφαλιά φέρνει το ματς στα ίσια.

Ο αρχηγός Αγκοστίνο με τον Σούνες λίγο πριν τον τελικό

Ο ντι Μπαρτολομέι κάνει ένα πολύ καλό ματς, αν κι η Ρόμα δεν ρισκάρει. Σοβαρός όπως πάντα, κατά πολλούς είναι ο καλύτερος από τους 26 που πάτησαν το χορτάρι εκείνο το βράδυ. Οι πάσες του μακρινές και κοντινές, πάντα με ακρίβεια. Οι δυο ομάδες χάνουν κάποιες φάσεις μετά το 1-1, αλλά Τανκρέντι και Γκρόμπελαρ δεν δέχονται γκολ. Κανείς δεν βγαίνει μπροστά. Ο ένας περιμένει το λάθος του άλλου. Μετά από 120′ αγώνα το παιχνίδι οδηγείται στα πέναλτι. Ο ντι Μπαρτολομέι είναι ανάμεσα στους εκτελεστές. Πριν περίπου ένα μήνα έχει σκοράρει το κρίσιμο πέναλτι με τη Νταντί, γράφοντας το 3-0 και ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου ματς. Οι Σκωτσέζοι υποστηρίζουν ότι οι Ιταλοί είχαν δωροδοκήσει τον Μισέλ Βοτρό, τον Γάλλο διαιτητή. Ο Στιβ Νίκολ αστοχεί στο πρώτο πέναλτι της διαδικασίας. Ο αρχηγός, σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «το παιχνίδι της ζωής του», παίρνει την μπάλα, σουτάρει χωρίς φόρα, σκοράρει και θεωρητικά απομακρύνει το άγχος από τους συμπαίκτες του. Στην πράξη όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η Λίβερπουλ δεν αστοχεί ξανά κι οι Ιταλοί με τον Γκρόμπελαρ να κάνει καραγκιοζιλίκια (τα διάσημα spaghetti legs) για να τους χαλάσει τη συγκέντρωση, στέλνουν δυο φορές την μπάλα και τις ψυχές των Λατσιάλι στον ουρανό της Ρώμης.

Η Λίβερπουλ κατακτά με 4-2 τον τέταρτο τίτλο της. Η Ρόμα μένει χωρίς κούπα. Η θλίψη είναι απερίγραπτη. Λέγεται ότι στα αποδυτήρια ο ντι Μπαρτολομέι τα βάζει με τον Φαλκάο, τον κατηγορεί ότι λιγοψύχησε και δεν εκτέλεσε πέναλτι. Είναι όμως έτσι κι αλλιώς το τέλος της ομάδας εκείνης. Ο Σουηδός κόουτς εγκαταλείπει τη Ρόμα ξανά και πηγαίνει στο Μιλάνο. Η Ρόμα δεν κρατάει όμως ούτε τον ντι Μπαρτολομέι. Ο ίδιος δεν θέλει να φύγει, αλλά είναι αρκετά εμφανές ότι η διοίκηση δεν τον θεωρεί πλέον σημαντικό, στην εποχή Σβεν-Γκόραν Έρικσον. Ο Έρικσον επιθυμεί πιο γρήγορη ομάδα και σε αυτή ο ντι Μπαρτολομέι δεν έχει χώρο. Ο κόσμος στενοχωριέται γιατί βλέπει μετά από 12 σεζόν τον αρχηγό να εγκαταλείπει με μάλλον άκομψο τρόπο.  Η Ρόμα κατακτά το κύπελλο απέναντι στη Βερόνα στα τέλη Ιουνίου. Ο κόσμος αποχαιρετά τον αρχηγό με το πανό: «Σου πήραν τη Ρόμα από σένα, αλλά όχι την Curva σου».

Το πανό στον 2ο τελικό Κόπα Ιτάλια του 1984 απέναντι στη Βερόνα

Λίγους μήνες αργότερα κάνει σπουδαίο παιχνίδι και σκοράρει στο 2-1 της Μίλαν απέναντι στη Ρόμα, πανηγυρίζοντας έντονα μπροστά στους οπαδούς της Μίλαν. Μια μικρή δικαίωση, αλλά και ένα χτύπημα στις ευμετάβλητες καρδιές των Ρομάνι. Στο δεύτερο γύρο η Μίλαν κερδίζει και πάλι με 0-1. Ο κόσμος δεν τον υποδέχεται με τόση αγάπη. Ούτε κι οι συμπαίκτες του. Ο ντι Μπαρτολομέι είναι όμως και πάλι νικητής και στο τέλος πρωταγωνιστής ενός επεισοδίου με τους συμπαίκτες του που οδηγεί σε μικρο-σύρραξη. Κόντι και Γκρατσιάνι σχεδόν έρχονται στα χέρια μαζί του. Ο ντι Μπαρτολομέι παίζει για τρεις σεζόν στη Μίλαν, μέχρι να έρθει ο Αρίγκο Σάκι και να φύγει, κλείνοντας την καριέρα του σε Τσεζένα και Σαλερνιτάνα. Η καριέρα του όμως δεν είναι ισάξια των ετών της Ρόμα. Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αδικημένος, καθώς δεν κλήθηκε ούτε μία φορά στην εθνική Ιταλίας, χάνοντας την ευκαιρία να κατακτήσει και ένα Μουντιάλ, σταματάει το ποδόσφαιρο με τα τρία κύπελλα και το ένα πρωτάθλημα. Εκείνο το Πρωταθλητριών όμως τον έχει στοιχειώσει. Αν και θρύλος της Ρόμα, είναι «μακριά» πλέον από τη διοίκηση και το σύλλογο.

Δυστυχώς όμως, η ζωή μετά το ποδόσφαιρο για τον «Άγκο» είναι δύσκολη. Ο ήδη «μελαγχολικός» ντι Μπαρτολομέι φαίνεται ότι δεν μπορεί χωρίς την μπάλα. Περιμένει μάταια μια ευκαιρία να κοουτσάρει, να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο. Κανείς όμως δεν τον εμπιστεύεται. Οι ακαδημίες που φτιάχνει δεν πηγαίνουν καλά. Οι δουλειές που δοκιμάζει αποτυγχάνουν και σύντομα βρίσκεται πνιγμένος στα χρέη. Ζει πια στα νότια, μακριά από τη «Ρώμη του», λίγο έξω από το Σαλέρνο, σε ένα πανέμορφο μέρος στις ακτές της Καμπανίας. Η εξωτερική ομορφιά δεν μπορεί να αγγίξει όμως την ψυχή του. Λέγεται ότι έχει δανειστεί από τους λάθος ανθρώπους, από αυτούς που θέλουν πίσω τα χρήματά τους και δεν διστάζουν να σου κάνουν κακό. Ο ντι Μπαρτολομέι νιώθει ότι «βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μία τρύπα». Έτσι ακριβώς γράφει σε ένα σημείωμα, το πρωί της 30ης Μαΐου του 1994. Δέκα χρόνια ακριβώς από το «παιχνίδι της ζωής του». Από το τέλος του ονείρου του. Η γυναίκα του ακόμα κοιμάται όταν ακούει τον πυροβολισμό. Ο ντι Μπαρτολομέι αυτοκτονεί, με μία σφαίρα στην καρδιά. Η μέρα που επιλέγει δεν μπορεί να είναι τυχαία. Για τη Ρόμα, η 30η Μαΐου είναι πια καταραμένη. Ένας χαμένος τελικός κι ένας χαμένος αρχηγός.

Η Ιταλία σοκάρεται, μόλις στα 39 του φεύγει από τη ζωή ένα από τα σπουδαιότερα ποδοσφαιρικά ταλέντα που έχει βγάλει. Κάθε πικρία από τα χρόνια της Μίλαν που ίσως υπάρχει ακόμα σε μερικούς οπαδούς της Ρόμα ξεχνιέται δια παντώς. Ο «Άγκο» έστω κι έτσι ξαναμπαίνει οριστικά κι αμετάκλητα στις καρδιές των οπαδών που τον θυμούνται συνέχεια στα πανό τους από τότε. Ο σύλλογος δίνει το όνομα του ντι Μπαρτολομέι στο γήπεδο του προπονητικού κέντρου και τον βάζει στο Hall of Fame. Πριν μερικούς μήνες, 14 χρόνια από το θάνατό του, ο γιος του μιλάει για το γεγονός. Δημοσιεύει μια φωτογραφία από ένα 38αρι Smith & Wesson, σαν αυτό του ντι Μπαρτολομέι. Ζητάει από τον κόσμο να το σκεφτεί πριν αγοράσει ένα όπλο. «Κι ο πατέρας μου το είχε αγοράσει για την ασφάλεια της οικογένειάς του» γράφει. «Πριν πείτε, ότι όποιος θέλει να αυτοκτονήσει θα βρει τρόπο να το κάνει, σας λέω ότι χρειάζεται μόνο μια στιγμή για να διασχίσουμε το κενό που νομίζουμε πως έχουμε μπροστά μας. Αν έχουμε πρόσβαση σε ένα όπλο μπορεί να κάνει τη διαφορά». Το κενό του ντι Μπαρτολομέι δημιουργήθηκε εκείνο το βράδυ της 30ης Μαΐου του 1984.

Δικτάτορες, βουντού και σκάνδαλα: Η Αϊτή στο Μουντιάλ του 1974

  [Καθόλου σχόλια]

Το 1971 ο πρόεδρος της Αϊτής επί 14 χρόνια, Φρανσουά Ντουβαλιέ, γνωστότερος ως Πάπα Ντοκ πεθαίνει. Μια από αυτές τις φιγούρες που όταν από την άνεση του σπιτιού σου διαβάζεις τα πεπραγμένα τους, μπορεί να βρεις φολκλορικές με τη γραφικότητά τους (όπως για παράδειγμα όταν ο Πάπα Ντοκ διέταξε να θανατωθούν όλα τα μαύρα σκυλιά στη χώρα γιατί πίστεψε ότι μεγάλος του εχθρός είχε μεταμορφωθεί σε τέτοιο για να σωθεί από τον ίδιο), αλλά μετά αναλογίζεσαι τι πέρασε ο κόσμος και το ξανασκέφτεσαι. Ο Ντουβαλιέ, που μεταξύ άλλων υποστήριζε ότι ο JFK σκοτώθηκε επειδή ο ίδιος τον είχε καταραστεί (μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την Αϊτή) ευθύνεται για τους θανάτους και βασανισμούς πολλών ανθρώπων, ειδικά από την Τοντόν Μακούτ, την παραστρατιωτική του ομάδα.

Με το θάνατο του Πάπα Ντοκ, δεν είχαμε εκλογές. Τι να τις κάνεις άλλωστε, όταν μόλις το 1961 ο Πάπα είχε σαρώσει (με τη λεπτομέρεια ότι ήταν ο μοναδικός υποψήφιος) με 100%. Ναι καλά διαβάσετε. Μερικά χρόνια αργότερα άλλαξε το Σύνταγμα για πολλοστή φορά και με δημοψήφισμα ανακηρύχθηκε ισόβιος πρόεδρος. Εκεί μέτρησε μερικές απώλειες, καθώς πήρε το 99,9%. Σύμφωνα με την ιστορία, τα ψηφοδέλτια είχαν μόνο ΝΑΙ, ενώ δεν υπήρχε και περιορισμός στο πόσες φορές μπορούσε να ψηφίσει κάποιος. Για να μην σας κουράζω με άλλα τέτοια και να μπούμε στο θέμα μας, την εξουσία ανέλαβε ο γιος του, Ζαν-Κλωντ Ντουβαλιέ ή αλλιώς Μπέιμπι Ντοκ. Ο πιο νέος αρχηγός κράτους στον κόσμο, μόλις στα 20 του, ήταν ένα παλικαράκι που το μόνο που έκανε ήταν να ξοδεύει χρήματα και να ζει τη μεγάλη ζωή, την ώρα που ο κόσμος στη χώρα δεινοπαθούσε.


Baby Doc και Papa Doc

Παρ’ ότι σε γενικές γραμμές είχε αφήσει τη διακυβέρνηση σε διάφορους συμβούλους, ο Μπέιμπι Ντοκ προσπάθησε να φτιάξει το προφίλ της χώρας κάπως, απελευθερώνοντας ορισμένους πολιτικούς κρατούμενους και κάνοντας κάποιες πολύ βασικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να μειώσει τη διεθνή κατακραυγή και κυρίως να μπορέσει να διεκδικήσει οικονομική βοήθεια από άλλες χώρες (ώστε έχει χρήματα να σκορπά, μια που ο γάμος του στοίχισε μόλις 2 εκατομμύρια δολάρια). Ανάμεσα σε όλα αυτά, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοια καθεστώτα, στόχος του ήταν να κάνει την Αϊτή γνωστή στον κόσμο αθλητικά και να δώσει έτσι χαρά στο λαό του.

Ο Ντουβαλιέ τζούνιορ άρχισε να μοιράζει αρκετά χρήματα στην Π.Ο. της χώρας και ταυτόχρονα ανακαίνισε το στάδιo Σίλβιο Κατόρ και διοργάνωσε το πρωτάθλημα της CONCACAF του 1973. Έπαθλό του, ένα εισιτήριο για το Μουντιάλ του 1974. Ο Μπέιμπι Ντοκ ήταν κάτι σαν ιδιοκτήτης της εθνικής ομάδας. Αυτός έκανε κουμάντο στα πάντα και συχνά παρακολουθούσε μέχρι και τις προπονήσεις. Ο γιος ήθελε να κάνει πραγματικότητα το όνειρο του μπαμπά. Βλέπετε, μόλις τέσσερα χρόνια πριν, η Αϊτή έχασε την τελευταία στιγμή την πρόκριση από το Ελ Σαλβαδόρ που είχε ήδη προκαλέσει έναν… πόλεμο με την Ονδούρα εξαιτίας των παιχνιδιών τους στα ημιτελικά. Η Αϊτή ηττήθηκε εντός 1-2, αλλά πήγε στη ρεβάνς και νίκησε με 0-3. Δυστυχώς για τους Αϊτινούς, τα γκολ δεν μετρούσαν και έγινε τρίτο παιχνίδι, αυτή τη φορά στην ουδέτερη Τζαμάικα. Εκεί, το Ελ Σαλβαδόρ νίκησε με 1-0 στην παράταση και πήγε στο Μουντιάλ που έγινε στο Μεξικό.

Καλτίλα από το Αϊτή-Γουατεμάλα 2-1

Σε μια καυτή ατμόσφαιρα στο ανακαινισμένο στάδιο, η Αϊτή, το Τρινιντάντ (και Τομπάγκο), το Μεξικό, η Ονδούρα, η Γουατεμάλα και οι Ολλανδικές Αντίλες έδωσαν τη μάχη για το ένα εισιτήριο μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, με αντικείμενα να ίπτανται και αντιπάλους παίκτες να απειλούνται. Μέσα στη γραφικότητα, υπήρχαν και οι καταγγελίες για τη χρήση ενός εθνικού προϊόντος της χώρας, του βουντού. Δεν κάνουμε πλάκα, αρκετοί αντίπαλοι υποστήριξαν ότι είχαν γίνει τελετές βουντού και είχαν πέσει θύματα κατάρας από τους Αϊτινούς, καθώς στις εξέδρες υπήρχαν κυρίες που έκαναν μάγια. Ο Μπέιμπι Ντοκ πάντως δεν είχε μείνει στα μεταφυσικά, αλλά το έδεσε και… φυσικά, με την παραδοσιακή βοήθεια από τη διαιτησία. Ο αστικός μύθος λέει ότι στο παιχνίδι με το Τρινιντάντ Τομπάγκο, ακυρώθηκαν πέντε (ή τέσσερα ανάλογα με τη διήγηση) γκολ των φιλοξενούμενων και δεν τους δόθηκαν δύο πέναλτι. Σε αυτές τις ιστορίες πάντα υπάρχει η υπερβολή, αλλά και το… 25% αυτών να ισχύει το τελικό 2-1 υπέρ της Αϊτής θα έπρεπε να είχε αλλάξει. Οι παίκτες του Τρινιντάντ περίμεναν την Π.Ο. της χώρας να κάνει έφεση για το αποτέλεσμα, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Ο γραμματέας όμως Τζακ Γουόρνερ περιέργως δεν έκανε τίποτα. Κι αν το όνομα σας θυμίζει κάτι, καλά κάνει. Κατά διαβολική σύμπτωση, ο Γουόρνερ έκανε καριέρα, κατάφερε κι έγινε αντιπρόεδρος στη FIFA και τελικά το 2015 ήταν ανάμεσα σε αυτούς που κατηγορήθηκε για δωροληψία, με ένα ποσό στα 10 εκατομμύρια δολάρια. Όλοι από κάπου πρέπει να ξεκινούν κι ο Γουόρνερ από το 1973 προχώρησε πολύ. Τόσο, ώστε να δώσει γραφικές στιγμές επιπέδου Τσακ Μπλέιζερ, όταν τα έβαλε με τον Τζον Όλιβερ και είχαμε αυτό το αποτέλεσμα:

Ο Τζακ Γουόρνερ κι ο Τζον Όλιβερ σε μια μάχη με πολλή μουσική και φωτιά

Έτσι λοιπόν, ο Γουόρνερ δεν έκανε κάτι και παρ’ ότι το Μεξικό διαμαρτυρήθηκε έντονα, τίποτα δεν άλλαξε και το παιχνίδι μέτρησε υπέρ της Αϊτής. Μετά από κάθε νίκη της Αϊτής, ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους και διοργάνωνε καρναβάλια, η χώρα ζούσε μια τρέλα για το όνειρο. Πριν το κρίσιμο ματς με τη Γουατεμάλα, ο Ντουβαλιέ είχε κλειδωθεί μέσα στα αποδυτήρια με τους παίκτες και τους έβγαζε εμψυχωτικούς λόγους. Την ίδια στιγμή, σε κάθε εξέδρα υπήρχαν… ανιματέρ (για να το πούμε ευγενικά) που ανάγκαζαν τον κόσμο να ουρλιάζει για την ομάδα. Η Αϊτή τερμάτισε τελικά με 8 βαθμούς πρώτη, μπροστά από το Μεξικό και το Τρίνινταντ και πήρε το εισιτήριο για το Μουντιάλ. Όλη η χώρα πανηγύριζε στους δρόμους την τεράστια επιτυχία. Κατά σύμπτωση, ο διαιτητής κι ο επόπτης του αγώνα με το Τρινιντάντ τιμωρήθηκαν μετά από ένα χρόνο με ισόβιο αποκλεισμό από τη ΦΙΦΑ.

Η Αϊτή κέρδισε το εισιτήριο και ταξίδεψε στα γήπεδα της Γερμανίας σε έναν όμιλο με Ιταλία, Αργεντινή και την Πολωνία, με ελάχιστες πιθανότητες για κάτι καλό. Η πρεμιέρα ήταν στις 15 Ιουνίου του 1974 στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου απέναντι στην Ιταλία, τη βασίλισσα της άμυνας και με έναν Ντίνο Τζοφ να έχει σπάσει το ρεκόρ ανέπαφης εστίας με 12 αγώνες. Οι Αϊτινοί δέχτηκαν την πίεση των Ιταλών, αλλά ο τερματοφύλακάς τους Φρανκιγιόν είχε κατεβάσει τα ρολά. Το 0-0 στο ημίχρονο ήταν άθλος, αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα πιο απίστευτη. Στο 46′ ο πιτσιρικάς Εμανουέλ Σανόν έφυγε σφαίρα στην αντεπίθεση, ντρίμπλαρε και τον Τζοφ, άνοιξε το σκορ και έσπασε το ρεκόρ των 1.143 λεπτών. Ήταν μία απίστευτη στιγμή στα χρονικά του παγκοσμίου ποδοσφαίρου και φυσικά στην Αϊτή έγινε χαμός, όπου υπήρχαν τηλεοράσεις και οι κάτοικοι είχαν μαζευτεί.

Το όνειρο όμως έσβησε γρήγορα, καθώς οι Ιταλοί πείσμωσαν και τελικά επέβαλαν την ανωτερότητά τους κερδίζοντας με 3-1. Ακόμα κι αυτό το σκορ όμως, ήταν σαν νίκη για τους Αϊτινούς. Δυστυχώς, η συνέχεια δεν ήταν εξίσου καλή. Ο Σανόν κλήθηκε για έλεγχο ντόπινγκ και μαζί του κι ο κοκκινομάλλης μιγάς αμυντικός Ερνστ Ζαν-Ζοζέφ, ένας από τους ελάχιστους ποιοτικούς παίκτες της Αϊτής. Δύο ημέρες αργότερα, ο Ζαν-Ζοζέφ έγινε ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία των Μουντιάλ που πιάστηκε ντοπέ. Αμέσως, ο Αϊτινός αμυντικός βγήκε και δήλωσε ότι παίρνει ένα φάρμακο για το άσθμα και ότι δεν ήξερε ότι ήταν απαγορευμένο γιατί ο γιατρός της ομάδας δεν τον είχε ενημερώσει. Προς έκπληξη πολλών, ο γιατρός της Αϊτής διέψευσε τον παίκτη του με το χειρότερο τρόπο. Διέψευσε ότι γνώριζε κάτι, ότι δεν έχει άσθμα και υποστήριξε ότι όλα αυτά είναι προφάσεις και ότι είναι φανερό ότι ο παίκτης πήρε την ουσία για να ντοπαριστεί. Έκλεισε μάλιστα με το «το παιδί δεν έχει την πνευματική ικανότητα να καταλαβαίνει τι λέει και τι κάνει». Ο Ζαν-Ζοζέφ έμεινε ξεκρέμαστος.


Τρίτος από αριστερά ο Ζαν-Ζοζέφ

Την επόμενη μέρα αξιωματούχοι της Αϊτής πήραν σηκωτό τον Ζαν-Ζοζέφ από το λόμπι του ξενοδοχείου και μπροστά στα έκπληκτα μάτια όσον βρίσκονταν εκεί, τον ξυλοφόρτωσαν και τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο. Ο Ζαν-Ζοζέφ εξαφανίστηκε και πολλοί φοβήθηκαν ότι κανείς δεν θα τον έβλεπε ξανά. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Αϊτη έπαιξε το δεύτερο παιχνίδι της στο Μουντιάλ και διασύρθηκε με 7-0 από την Πολωνία. Το όμορφο παραμύθι τελείωσε. Ο Ζαν-Ζοζέφ πήρε τηλέφωνο λίγο πριν το τελευταίο ματς να πει στους φίλους του ότι είναι ζωντανός κι η Αϊτή τελείωσε το Μουντιάλ με μία ακόμα τιμητική ήττα με 3-1 από την Αργεντινή. Σκόρερ και πάλι ο Σανόν που στη συνέχεια έκανε και καριέρα στο Βέλγιο. Πίσω στην πατρίδα του έγινε εθνικός ήρωας και όταν πέθανε από καρκίνο, η κηδεία του μεταδόθηκε ζωντανά από την τηλεόραση και πάνω από 20.000 άνθρωποι έδωσαν το παρόν, με τους συμπαίκτες του να κρατούν το φέρετρο.


Ο Ζαν-Ζοζέφ από την καριέρα του στις ΗΠΑ

Αντίθετα, ο Ζαν-Ζοζέφ εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Φήμες λένε ότι ο Μπέιμπι Ντοκ έβαλε και του έσπασαν τα χέρια, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Αναφέρεται επίσης ότι δικάστηκε κρυφά και βασανίστηκε. Ο ποδοσφαιριστής εξαφανίστηκε (πιθανότατα σε κάποια φυλακή) και τελικά εμφανίστηκε δύο χρόνια αργότερα. Ο ίδιος ο παίκτης δεν μίλησε ποτέ ξανά δημόσια, συγγενείς του λένε ότι νιώθει τύψεις για την ντροπή που έφερε στη χώρα του, αλλά κανείς δεν γνωρίζει και την αλήθεια. Η συμπεριφορά των ανθρώπων της εθνικής ήταν τουλάχιστον ύποπτη στο τι πραγματικά έγινε και οι ευθύνες πήγαν αποκλειστικά στον άτυχο παίκτη. Ήταν όντως ντοπαρισμένος με σχέδιο της χώρας; Ήταν μία αβλεψία του γιατρού που φρόντισε να καλύψει τον εαυτό του; Κάποιοι λένε ότι ο Ζαν-Ζοζέφ γλίτωσε τον θάνατο επειδή τον συμπαθούσε ο Μπέιμπι Ντοκ. Κάποιοι ότι επειδή δεν είχε άλλους καλούς παίκτες η εθνική. Ο αμυντικός επέστρεψε και στην εθνική και έπαιξε στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, ενώ το τελευταίο του διεθνές ματς ήταν το 1980 απέναντι στις Ολλανδικές Αντίλες. Το καλό είναι ο Ζαν-Ζοζέφ δεν είχε την τύχη του Τζο Γκαετιένς, του ιστορικού σκόρερ σε μια άλλη ιστορική έκπληξη Μουντιάλ μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, που απ’ ό,τι λέγεται έπεσε θύμα του Πάπα Ντοκ μερικά χρόνια πιο πριν. Η ιστορία της Αϊτής των 70s είναι μια από τις πιο περίεργες, γεμάτη μυστήριο, βουντού και αρκετά σκάνδαλα.

Τα τρία λεπτά ενός θαύματος

  [3 Σχόλια]

Όποιος είχε τη φαεινή ιδέα να ξενυχτήσει για να δει τον δεύτερο ημιτελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες ανάμεσα στην Γκρέμιο και τη Ρίβερ Πλέιτ σίγουρα θα αποζημιώθηκε. Μία ακόμα μοναδική ποδοσφαιρική ιστορία στην πορεία του θεσμού γράφτηκε με γκολ, ανατροπές, συγκινήσεις, φασαρίες και φυσικά τις απαραίτητες γραφικότητες. Το ζευγάρι είχε κριθεί κατά πολλούς, μετά την πρώτη νίκη της Γκρέμιο μέσα στο Μονουμεντάλ με 0-1. Σε ένα σχετικά μέτριο παιχνίδι, χάρη σε μια στημένη φάση προς το τέλος, η ομάδα του Πόρτο Αλέγκρε συνέχισε την απίστευτη παράδοση που έχει χτίσει με τις ομάδες της Αργεντινής και πήρε το πρώτο παιχνίδι. Ο ενθουσιασμός ήταν τεράστιος στους Βραζιλιάνους που στο φετινό Λιμπερταδόρες είχαν σκοράρει 16 φορές και είχαν κερδίσει και τα πέντε τους εντός έδρας παιχνίδια, ενώ είχαν κερδίσει και τις προηγούμενες τέσσερις μονομαχίες τους με ομάδες της Αργεντινής. Ήταν το μεγάλο φαβορί στη ρεβάνς. Όλα τα σημάδια υπέρ τους.

Εδώ φανερός πράκτωρ Μου.Γκου. Από επίσημα σταδίου προς πάγκο.

Την ίδια στιγμή που ο πρόεδρος της Γκρέμιο επέλεγε αλαζονικά αντίπαλο στον τελικό (προτιμώντας την Μπόκα από την Παλμέιρας όπως είπε), η Ρίβερ απομονώθηκε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο αεροδρόμιο για να γλιτώσει την παραδοσιακή επίσκεψη των Βραζιλιάνων οπαδών που κάθονται κάτω από τα παράθυρα των αντιπάλων και φωνάζουν όλο το βράδυ για να μην τους αφήσουν να κοιμηθούν. Η Ρίβερ είχε τιμωρημένο τον προπονητή της Μαρσέλο Γκαγιάρδο (τιμωρία της τελευταίας στιγμής) που παρά το γεγονός ότι δεν είχε δικαίωμα να επικοινωνεί με τον πάγκο του, κρατούσε ένα καθόλου διακριτικό… γουόκι τόκι στο χέρι και μιλούσε σαν τον Βέγγο με το βοηθό του χωρίς να ενδιαφέρεται για την τιμωρία.

Η ατμόσφαιρα στο Αρένα ντο Γκρέμιο ήταν απίστευτη από τους οπαδούς των Τρικολόρ, αλλά και από τους πολλούς εκδρομείς της Ρίβερ. Οι Αργεντίνοι δεν έδειξαν να επηρεάζονται από την έδρα πάντως και μπήκαν με πολλή δύναμη στο παιχνίδι, παίζοντας εξαιρετικά και χάνοντας σημαντικές ευκαιρίες στο πρώτο μισάωρο, με την Γκρέμιο να είναι τυχερή που η μπάλα δεν κατέληξε στα δίχτυα του Μαρσέλο Γκρό(χ)ε. Και όχι μόνο. Στο 36′ σε ένα κόρνερ και μετά από κόντρα άνοιξε το σκορ με τον Λέο Γκόμες. Οι ομάδες πήγαν στα αποδυτήρια με το 1-0 και το συνολικό 2-0 υπέρ της Γκρέμιο. Στα αποδυτήρια όμως πήγε και ένας άλλος. Σε μια στιγμή λατινοαμερικάνικης καλτίλας, ο τιμωρημένος Μαρσέλο Γκαγιάρδο, ωσάν κατάσκοπος και φορώντας καπέλο για να μην τον αναγνωρίσουν, μπήκε κρυφά για να δώσει οδηγίες στους παίκτες του. Οι Βραζιλιάνοι τον πήραν χαμπάρι τελικά και ο Γκαγιάρδο αποχώρησε, αφού βέβαια φώναζε στους Βραζιλιάνους φωτορεπόρτερ «βγάλε με καλύτερα» και σταματώντας για να ποζάρει. Οι Βραζιλιάνοι του φώναζαν «ντροπή, ντροπή», αλλά ο «Μουνιέκο» ατσαλάκωτος επέστρεψε στις εξέδρες.


Σαν τον κλέφτη

Η Ρίβερ πάντως δεν ήταν καλύτερη στο 2ο ημίχρονο, το παιχνίδι έχασε το ρυθμό και τις φάσεις του και η Γκρέμιο έχασε τεράστια ευκαιρία να το καθαρίσει όταν ο Έβερτον σε μοναδικό τετ-α-τετ σημάδεψε τον τερματοφύλακα της Ρίβερ Αρμάνι. Η καταρρακτώδης βροχή έδειχνε ότι κάτι θα συμβεί, δεν γίνεται να έχεις τέτοια σκηνοθεσία και να πάει χαμένη με ένα ξενέρωτο συνολικό 2-0. Η ώρα περνούσε βασανιστικά για τους Μιγιονάριος, οι Βραζιλιάνοι έκαναν καθυστερήσεις συνεχώς κι ο Γκαγιάρδο έκανε τις αλλαγές του. Σκόκο και Πίτι Μαρτίνες πέρασαν μέσα. Στο 81′, από ένα φάουλ του Πίτι, η μπάλα έφτασε στην περιοχή των Βραζιάνων. Ο Μπορέ πήρε την κεφαλιά (με τους Βραζιλιάνους να φωνάζουν για χέρι) και πέτυχε το πολυπόθητο γκολ. Η Ρίβερ ήθελε ακόμα ένα γκολ, τα εκτός έδρας μετράνε σε αυτή τη φάση του Λιμπερταδόρες, ώστε να πάρει την πρόκριση.


Ένα παλιό προφητικό πανό για τον Μπρεσάν. «Αν ο Μπρεσάν είναι ποδοσφαιριστής, εγώ είμαι αστροναύτης»

Στο 84′ έγινε η δεύτερη καθοριστική φάση και μέσα σε τρία λεπτά άλλαξε ο αγώνας. Σέντρα στην περιοχή, κατέβασμα του Σκόκο που σούταρε κι η μπάλα κόντραρε στον Μπρεσάν. Οι παίκτες της Ρίβερ δεν έχουν πάρει χαμπάρι τι έγινε, ζητούν κόρνερ και πράγματι ο διαιτητής το δίνει. Αυτό που όμως δεν είχαν καταλάβει οι παίκτες της Ρίβερ, το κατάλαβε το VAR. Ο Ουρουγουανός διαιτητής Κούνια πήγε και είδε το βίντεο και ανακάλυψε ότι η μπάλα είχε χτυπήσει στο χέρι του αμυντικού της Γκρέμιο. Το πέναλτι δίνεται. Ο Μπρεσάν βλέπει τη δεύτερη κίτρινη κάρτα. Ο παίκτης που μπήκε αλλαγή χαντακώνει την ομάδα του. Επιτίθεται στο διαιτητή, άλλοι παίκτες ορμάνε στους επόπτες και στο γήπεδο επικρατεί χάος από τις διαμαρτυρίες.

Χρειάστηκε πολλή ώρα για εκτελεστεί το πέναλτι, περίπου 7-8 λεπτά μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα στον αγωνιστικό χώρο. Ο Πίτι Μαρτίνες πήρε την μπάλα και παρά το άγχος, έκανε μια εξαιρετική εκτέλεση πέναλτι γράφοντας το 1-2. Το θαύμα είχε ολοκληρωθεί. Τα υπόλοιπα λεπτά των πάρα πάρα πολλών καθυστερήσεων δεν έφεραν καμία αλλαγή στο τελικό σκορ. Το παιχνίδι έληξε περίπου στο… 103′, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει τη γιορτή της Ρίβερ.


Πόσο υπέροχη η φανέλα της Ρίβερ; (και ευκαιρία να ποστάρουμε λίγο Νάτσο)

Η Ρίβερ για τέταρτη φορά επί Γκαγιάρδο ανέτρεψε αποτέλεσμα σε 2ο αγώνα και έφτασε σε έναν τελικό που θα περιμένει το νικητή του Παλμέιρας-Μπόκα για να διεκδικήσει τον τέταρτο τίτλο της στη μεγαλύτερη Λατινοαμερικάνικη διασυλλογική διοργάνωση. Οι πιθανότητες για ένα Σούπερ Κλάσικο σε τελικό Λιμπερταδόρες είναι αρκετές, καθώς η Μπόκα έχει κερδίσει με 2-0, αλλά μετά τα όσα είδαμε στο Πόρτο Αλέγκρε, δεν θα είναι έκπληξη μία ακόμα ανατροπή. Την ίδια στιγμή, όπως έγραψε και ένας δημοσιογράφος, ό,τι και να γίνει στο Λιμπερταδόρες οι τελευταίες σκηνές σε κάθε ματς είναι αυτές:

Κοιλίτσα, μπουνιές, ξενύχτια και γκολάρες: Ο Μαραντόνα στη Σεβίλλη

  [3 Σχόλια]

Στο ερώτημα για τον κορυφαίο όλων των εποχών οι απαντήσεις είναι αρκετές. Το Πελέ ή Μαραντόνα μονοπωλούσε για χρόνια τις ποδοσφαιρικές συζητήσεις (με λίγο Κρόιφ ή και μερικούς άλλους), μέχρι που ήρθαν ο Μέσι κι ο Κριστιάνο. Επιχειρήματα υπάρχουν πολλά και κάθε άποψη είναι σεβαστή. Εκεί που δεν τίθεται θέμα κουβέντας είναι για τα όσα συνοδεύουν τις καριέρες όλων αυτών των τεράστιων ποδοσφαιριστών. Το υλικό που υπάρχει για τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα είναι τεράστιο με τα όσα γραφικά, συγκινητικά, άσχημα και ωραία έχουν συνοδεύσει τη ζωή του. Σήμερα ο Μαραντόνα έχει γενέθλια και την ώρα που γράφονται τούτες οι γραμμές είναι προπονητής στο Μεξικό. Του χρόνου πιθανόν να είναι κάπου αλλού και να μας έχει δώσει κι άλλα. Προς το παρόν όμως, θα ασχοληθούμε με μία από τις λιγότερες γνωστές περιόδους της καριέρας του. Τότε που ο Ντιεγκίτο μετακόμισε στην Ανδαλουσία και φόρεσε τη φανέλα της Σεβίλλης.

Το Μάρτιο του 1991 ο Μαραντόνα περνάει έλεγχο αντιντόπινγκ μετά από ένα Νάπολι-Μπάρι. Τα αποτελέσματα σοκάρουν τον ποδοσφαιρικό και όχι μόνο κόσμο που δεν γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα για τη Νάπολι και τον Ντιέγκο. Ο Αργεντίνος σταρ έχει κάνει χρήση κοκαΐνης. Η ιταλική Ομοσπονδία τον τιμωρεί με 15 μήνες απαγόρευση. Ο εθισμός του τον έχει γονατίσει. Η καριέρα του και η ζωή του έχουν πιάσει πάτο. Ο Ντιέγκο δεν θέλει να μείνει στην Ιταλία, το περιβάλλον είναι τοξικό πλέον γι’ αυτόν. Κι η ομάδα του όμως η Νάπολι δεν τον θέλει πια μετά την τιμωρία. Οι φημολογούμενες σχέσεις του Μαραντόνα με την Καμόρα κι η κατάσταση στην οποία έχει φτάσει βάζουν σε σκέψεις το σύλλογο.

Μπορεί να μη φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μαρσέιγ, αλλά φέτος έπαιξε στην καταπληκτική διαφήμιση του συλλόγου για τη φανέλα.

Ο 31χρονος πλέον Ντιέγκο δεν έχει τη ζήτηση που φαντάζεται κανείς. Η Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί ενδιαφέρεται και ανάλογα με τι διήγηση η μεταγραφή του χάλασε την τελευταία στιγμή είτε γιατί έκανε πίσω ο πρόεδρος της Νάπολι Κοράντο Φερλιάνο, είτε γιατί ένας μάνατζερ του Ντιέγκο είπε: «Πού θα πας εκεί; Εκεί είναι το ίδιο τρελοί με τους Ναπολιτάνους». Όπως και να έχουν τα γεγονότα πάντως, ο Μαραντόνα δεν κατέληξε στη Μασσαλία. Η ιδέα της επιστροφής στην Μπόκα μεγάλωνε, αλλά τελικά ένα τηλεφώνημα τα άλλαξε όλα. Ήταν ο Κάρλος Μπιλάρδο. Ο άνθρωπος που είχε σημαδέψει σε τεράστιο βαθμό την καριέρα του Ντιέγκο, ο προπονητής της εθνικής Αργεντινής στα Μουντιάλ του 1986 και 1990 και πλέον προπονητής στη Σεβίλλη. «Ντιέγκο έλα εδώ. Η ζωή είναι καταπληκτική και δεν θα νιώθεις πίεση». Ο Μαραντόνα αρχίζει να το σκέφτεται σοβαρά, οι σύλλογοι μπαίνουν σε διαπραγματεύσεις, αλλά η Νάπολι δεν τον αφήνει, φοβούμενη τις αντιδράσεις του κόσμου. Η Σεβίλλη είναι έτοιμη να αποσυρθεί, αλλά ο Μπιλάρδο απειλεί όταν θα παραιτηθεί αν δεν αποκτηθεί ο Ντιέγκο. Οι μέρες περνούν και τελικά με την παρέμβαση της FIFA (που δεν θέλει τον Μαραντόνα δίχως ομάδα) και του προέδρου της αργεντίνικης Ομοσπονδίας δον Χούλιο Γκροντόνα, βρίσκεται λύση και η μεταγραφή του γίνεται πραγματικότητα στις 22 Σεπτεμβρίου του 1992. Ο Ντιέγκο ταξιδεύει από το Μπουένος Άιρες, αισιόδοξος για μια νέα αρχή. Πιστεύει ότι θα κατακτήσει το πρωτάθλημα στην Ισπανία.


Η οικογένεια Μαραντόνα με το εξώφυλλο της Μάρκα: «Η FIFA λέει ναι»

Οι Σεβιγιάνοι εκστασιάζονται. Τα διαρκείας από 25 χιλιάδες φτάνουν τα 40 χιλιάδες κι ο κόσμος ξεχνάει την φυγή του Ζαμοράνο για τη Ρεάλ. Ο Ντιεγκίτο φτάνει στο αεροδρόμιο Σαν Πάμπλο στις 25 Σεπτεμβρίου και σύμφωνα με την As φοράει ένα… κερασί κοστούμι, δηλώνοντας ότι η ευτυχία του ολοκληρώθηκε. Ο Μπιλάρδο χαρακτηρίζει τη μεταγραφή ως «δώρο» γι’ αυτόν. Οι πιο σκεπτικοί σχολιάζουν τους 15 μήνες αποχής από το ποδόσφαιρο, την έλλειψη προετοιμασίας και τα φανερά περιττά κιλά. Ο Μπιλάρδο δεν πτοείται. Του δίνει αμέσως το περιβραχιόνιο κι ο σύλλογος για να ικανοποιήσει τη δίψα του κόσμου, κανονίζει μόλις τρεις ημέρες αργότερα φιλικό με την Μπάγερν Μονάχου.


Με 1.500 πεσέτες ο μέσος Σεβιγιάνος μπορούσε να δει τον Ντιέγκο στο 1ο του παιχνίδι

Ο Ντιεγκίτο φανερά σε κακή φυσική κατάσταση κατεβαίνει στο γήπεδο και κάνει ένα πολύ καλό παιχνίδι. Έχει δοκάρι σε φάουλ, δίνει ασίστ, βγάζει πάσες στον πιτσιρικά Σούκερ και έχει πίσω του τον Ντιέγκο Σιμεόνε να τρέχει και γι’ αυτόν. Η Σεβίλλη κερδίζει την Μπάγερν με 3-1, το Σάντσεθ Πινχούαν γεμίζει αισιοδοξία. Ο Μπιλάρδο έχει προειδοποιήσει ήδη τους συμπαίκτες του μερικές μέρες πριν. «Κύριοι, υπογράψαμε τον Μαραντόνα. Από εδώ και πέρα αυτός είναι μπροστά, εσείς κι εγώ ερχόμαστε μετά. Πρέπει να το καταλάβετε αυτό γιατί ο Ντιέγκο είναι ιδιαίτερος». Οι συμπαίκτες του δεν φέρνουν αντίρρηση. Ο καλύτερος παίκτης του κόσμου έρχεται στην ομάδα τους. Ο Σούκερ θυμάται χαρακτηριστικά: «Τον έβλεπα μικρός στην τηλεόραση και ξαφνικά τρώγαμε μαζί πρωινό και κάναμε μαζί προπόνηση. Προσευχόμουν ότι θα μου μιλήσει μια μέρα, ότι κάτι θα μου πει. Μέχρι που ένα πρωί με φώναξε και μου είπε: ‘δεν θέλω να κοιτάς αριστερά-δεξιά, να ασχολείσαι με κάτι άλλο, θέλω να έχεις το κεφάλι κατεβασμένο, να τρέχεις προς τον τερματοφύλακα κι εγώ θα σου δίνω την μπάλα για να σκοράρεις’». Πράγματι, ο Σούκερ από τα 6 του γκολ στην πρώτη σεζόν με τη Σεβίλλη και τις σχετικά μέτριες εμφανίσεις, σκοράρει 13 φορές την επόμενη. «Δείτε τα γκολ μου, τα περισσότερα είναι έτσι όπως είπε ο Ντιέγκο», δηλώνει.

Η Σεβίλλη από μία επαρχιακή ομάδα, μετατρέπεται σε πόλο έλξης. Κάνει τουρνέ και φιλικά. Δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο ακολουθούν παντού την αποστολή. Ο Πριέτο σε συνέντευξή του στην Ελ Παΐς θυμάται ότι όταν η Σεβίλλη πήγε για φιλικό στο Μπουένος Άιρες με την Μπόκα, ο κόσμος κρεμόταν από τους προβολείς στο δρόμο απλά για να δει τον Μαραντόνα. Στην Τουρκία, η αποστολή δεν μπορούσε να βγει από το αεροδρόμιο. Ο Ντιέγκο κάνει ντεμπούτο στο Σαν Μαμές απέναντι στην Μπιλμπάο. Δεν βγάζει ολόκληρο το ματς εξαιτίας ενοχλήσεων, αλλά κάτω από τα συνεχή σφυρίγματα του κοινού (που θυμάται την κόντρα του Ντιέγκο με τον Γκοϊκοετσέα και ολόκληρη την Μπιλμπάο) βγάζει την ασίστ για το γκολ της Σεβίλλης. Το πρώτο του επίσημο παιχνίδι εντός είναι αυτό με τη Θαραγόθα εντός. Σκοράρει με πέναλτι. Σε κάποιο σημείο του αγώνα, πάει να εκτελέσει ένα κόρνερ. Εκεί υπάρχει ένα αλουμινόχαρτο πεταμένο από ένα σάντουιτς. Ο Μαραντόνα το σηκώνει με το πόδι και κάνει κόλπα.

Ο Ντιέγκο χρειάζεται χρόνο για να βελτιωθεί και τελικά κατά τα τέλη Νοεμβρίου αρχίζει να παίζει ορισμένα εξαιρετικά παιχνίδια. Δεν είναι ο Μαραντόνα του παρελθόντος, αλλά αυτές οι εκλάμψεις μαγείας (και ουσίας, μια που μοιράζει και ασίστ) τον κάνουν αγαπητό στο κοινό της Σεβίλλης. Οι συμπαίκτες του τον θυμούνται με τις καλύτερες αναμνήσεις. Τόσο ποδοσφαιρικά, όσο και στα αποδυτήρια.Το αποκορύφωμα εκείνης της σεζόν και μάλλον και η μεγαλύτερη στιγμή του Ντιέγκο είναι η νίκη με 2-0 επί της Ρεάλ Μαδρίτης. Ένα καταπληκτικό παιχνίδι τόσο από τη Σεβίλλη, όσο και από το Μαραντόνα που μοιάζει βγαλμένος από τις ημέρες του 1986 και κάνει απίστευτα πράγματα:

Οι κακές συνήθειες όμως δεν κόβονται. Ο Μαραντόνα που έχει χάσει 10 κιλά και σε συνέντευξή του λέει ότι δεν βγαίνει μετά τις 10 το βράδυ, ανακαλύπτει τις ομορφιές της νυχτερινής Σεβίλλης. Πολλές φορές καθυστερεί σε προπονήσεις και λέγεται ότι ο Μπιλάρδο μεταφέρει τις προπονήσεις το απόγευμα για να μην αργεί τα πρωινά ο Ντιέγκο. «Τον ακούγαμε όταν έφτανε. Ακούγαμε τη μηχανή της Φεράρι και λέγαμε ‘να ήρθε ο Ντιέγκο'», θυμάται ο Χουάν Μαρταγκόν. Η αστυνομία τον σταματάει αρκετές φορές για υπερβολική ταχύτητα, ενώ κι η διοίκηση βάζει ντετέκτιβ για να ακολουθεί τον Μαραντόνα στα νυχτοπερπατήματά του. Οι εφημερίδες της εποχής γράφουν διάφορα για τις περιπέτειες. Τον Ντιέγκο να τρακάρει, τον Ντιέγκο να μπλέκει σε καβγάδες και άλλα πολλά.

Ο Μαραντόνα σκοράρει πέντε φορές στο πρωτάθλημα και άλλες τρεις στο κύπελλο (ορισμένα γκολ μαγικά) και μέχρι τουλάχιστον τη μέση της σεζόν παίζει καλά. Από εκεί και πέρα όμως τα προβλήματα μεγαλώνουν. Η κακή ζωή φέρνει πίσω και τα παραπινίσια κιλά που έχει χάσει, οι πόνοι αυξάνονται (ο Μαραντόνα υποφέρει στους αστραγάλους από τα χτυπήματα των αντιπάλων και οι συμπαίκτες του λένε ότι προπονείται χωρίς να δένει τα κορδόνια για να μην πονά), σχεδόν καθημερινά κάνει φυσιοθεραπείες και ο αυτοκαταστροφικός χαρακτήρας του αρχίζει να αναλαμβάνει. Ο Αργεντίνος καλείται από τον Άλφιο Μπασίλε στην εθνική μετά από δύο χρόνια και θέλει πάρα πολύ να φορέσει ξανά την αγαπημένη του φανέλα. Η διοίκηση που ήδη είναι εκνευρισμένη με τα καμώματά του, δίνει άδεια να παίξει μόνο σε ένα από τα τρία φιλικά με Βραζιλία και Δανία (το Κόπα Αρτέμιο Φράνκι μεταξύ νικητή Euro και Copa America που γινόταν τότε). Αλλά το να απαγορεύσεις στον Μαραντόνα να παίξει μπάλα δεν είναι εύκολο. Η διοίκηση έχει πάρει τα αυτοκίνητα του ίδιου και του Σιμεόνε. Φεύγουν κρυφά με ταξί, πηγαίνουν αεροδρόμιο, ταξιδεύουν στην Αργεντινή και μετά με πούλμαν στο μέρος που θα γινόταν το φιλικό. Ο Μαραντόνα παίζει και στα τρία ματς και κουρασμένος στο ματς κυπέλλου με τη Λογρονιές σέρνεται. Το γυαλί στις σχέσεις με τη διοίκηση έχει ραγίσει.

Το μόνο που απομένει είναι να ραγίσει και το γυαλί με τον προπονητή. Η χρονιά δεν είναι άσχημη. Η Σεβίλλη από 12η την περασμένη σεζόν, βγαίνει 7η και χάνει στην ισοβαθμία την έξοδο στην Ευρώπη. Η αλήθεια είναι όμως ότι στο δεύτερο μισό η απόδοση του Μαραντόνα πέφτει. Και λίγο πριν το τέλος του πρωταθλήματος έρχεται ένα σοβαρό επεισόδιο με τον Μπιλάρδο. Στο προτελευταίο παιχνίδι της χρονιάς η Σεβίλλη παίζει με την Μπούργος. Ο Ντιέγκο πονάει πολύ και ζητάει από τον κόουτς στο ημίχρονο να τον βγάλει. Ο σκληρός «μυταράς» δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Του ζητάει να κάνει ένεση, ο Μαραντόνα σύμφωνα με τα όσα διηγείται κάνει τρεις παυσίπονες ενέσεις για να βγει να παίξει. Τελικά, μετά από μόλις 8′ στο 2ο, ο Μπιλάρδο τον αντικαθιστά. Ο Ντιέγκο είναι έξαλλος. Πετάει το περιβραχιόνιο και βγαίνει έξω βρίζοντας. Δεν πηγαίνει στον πάγκο, αλλά φεύγει κατευθείαν στα αποδυτήρια. Οι κάμερες της ισπανικής τηλεόρασης τον πιάνουν την ώρα που βρίζει τον Μπιλάρδο και τη μητέρα του. Η Σεβίλλη ισοφαρίζεται στο 89′ και με αυτό το γκολ ουσιαστικά θα χάσει την έξοδο στην Ευρώπη.

Ο κόουτς δεν παίρνει χαμπάρι τις βρισιές του Ντιέγκο, αλλά τις βλέπει το βράδυ στην τηλεόραση. Ο Μπιλάρδο, άνθρωπος όχι τόσο γνωστός για την ηρεμία του, παίρνει βραδιάτικα το αυτοκίνητο και πηγαίνει στο σπίτι του Ντιέγκο. Δεν τον βρίσκει. Έχει πάει βόλτα στη Μαδρίτη. Ο Αργεντίνος κόουτς βράζει μέσα του, αλλά περιμένει. Όπως διηγείται στο περιοδικό Ελ Γκράφικο κανονίζει στην επόμενη προπόνηση μόνο φυσική κατάσταση το πρωί για να μην έχει επαφή με τους παίκτες. Το απόγευμα παίρνει ξανά το αυτοκίνητο και πηγαίνει στο σπίτι του παίκτη του. Με το που ανοίγει ο Μαραντόνα, ο Μπιλάρδο του ρίχνει μπουνιά, ο Μαραντόνα απαντάει και τελικά είναι η σύζυγος του Ντιέγκο που τους χωρίζει. Η Σεβίλλη έτσι κι αλλιώς έχει κινήσει τις διαδικασίες για να διώξει τον Ντιέγκο.

Χάρη και στις φωτογραφίες του ντετέκτιβ (πάνω από 100), γλιτώνει και αρκετά χρήματα, αφού υποστηρίζει ότι ο Ντιέγκο δεν τηρεί το συμβόλαιο. Ο Μπιλάρδο παίρνει το μέρος του παίκτη του, λέγοντας ότι δεν ήξερε τίποτα για τον ντετέκτιβ, ενώ και αρκετοί παίκτες νιώθουν να παραβιάζεται η ιδιωτικότητά τους (σημείωση: Αρκετοί βγαίνουν με τον Ντιέγκο). Η διοίκηση κατηγορεί τον κόουτς ότι κάλυπτε τις απουσίες του Ντιέγκο από τις προπονήσεις. «Δεν είναι σε φυσική κατάσταση ούτε για να παίξει γκολφ», λέει ο ντελ Νίδο, ενώ ο Μαραντόνα απέχει από τις προπονήσεις επειδή του χρωστάνε χρήματα. Αποκαλύπτει ότι οι άνθρωποι του συλλόγου είχαν προτείνει μερικές εβδομάδες πριν να γίνει παίκτης-προπονητής την επόμενη σεζόν, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε γιατί δεν ήθελε να προδώσει τον Μπιλάρδο. Τελικά κι οι δύο αποχωρούν το καλοκαίρι. Η χρονιά στη Σεβίλλη είχε προοπτικές να σώσει την καριέρα του, αλλά ο Μαραντόνα τα χάλασε στο τέλος. Στην Ανδαλουσία πάντως ο κόσμος τον θυμάται με αγάπη και νοσταλγία.

Τα ευλογημένα ποδοσφαιρικά παπούτσια

  [Καθόλου σχόλια]

Για αρκετούς το ποδόσφαιρο είναι μία θρησκεία. Το γήπεδο ένας ναός. Οι παίκτες θεοί και άγιοι. Και μερικές φορές γίνονται θαύματα. Ειδικά στη Λατινική Αμερική, εκεί που η θρησκεία και το ποδόσφαιρο συχνά μπερδεύονται. Αυτή είναι η ιστορία του Χουάν Μανουέλ Μπαθούρκο (ή Μπασούρκο ανάλογα με το μέρος), ενός Βάσκου που γεννήθηκε το 1944. Ο Χουάν Μανουέλ από μικρός έδειξε αγάπη για το χριστιανισμό και αποφάσισε να γίνει ιερέας σπουδάζοντας σε ιερατική σχολή. Παράλληλα όμως λάτρευε και τη στρογγυλή θεά. Όχι απλά για να την παρακολουθεί, αλλά για να γίνεται κοινωνός της, παίζοντας στη μικρούλα ομάδα Μότρικο της Γ’ εθνικής σε μια κωμόπολη της χώρας των Βάσκων. Λέγεται ότι η Ρεάλ Σοσιεδάδ ενδιαφέρθηκε, αλλά ο ίδιος είχε αποφασίσει οριστικά να γίνει ιερέας κι αυτό έκανε.

Ο Μπαθούρκο τελείωσε τις σπουδές του και επειδή ήταν μάχιμος, αποφάσισε να γίνει ιεραπόστολος και να πάει στη Λατινική Αμερική. Προορισμός του το Εκουαδόρ και η εκκλησία του Σαν Κριστομπάλ, εκεί που ταξίδεψε με μία βίβλο και μία βαλίτσα. Σε μια γωνία της βαλίτσας υπήρχαν και τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Το σαράκι της μπάλας τον έτρωγε. Ο πάτερ Χουάν Μανουέλ δοκιμάστηκε και έγινε παίκτης της τοπικής Σαν Καμίλο. Γρήγορα ο Βάσκος έγινε ατραξιόν και η φήμη του «ιερέα ποδοσφαιριστή» άρχισε να ταξιδεύει σε όλη τη χώρα. Δεν ήταν όμως μόνο το επάγγελμά του, ήταν και το ταλέντο του. Το ποδόσφαιρο στον Ισημερινό δεν ήταν στο επίπεδο της Ισπανίας και φαινόταν ότι ο Μπαθούρκο ήταν για… παραπάνω. Ήταν ένας ψηλός και δυνατός επιθετικός που έβλεπε εστία.


Ο Μπαθούρκο αριστερά, ο Σπένσερ στη μέση

Κάπως έτσι, μια από τις καλές ομάδες εκείνης της εποχής, η Λίγκα Πορτοβιέχο του έκανε επίσημη πρόταση για την Α’ εθνική. Ο Μπαθούρκο έπρεπε να ζητήσει φυσικά άδεια από την εκκλησία και όταν την πήρε έγινε για πρώτη φορά στη ζωή του επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Ο Βάσκος πάντα έβαζε πρώτα τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα και μετά το ποδόσφαιρο. Μέσα σε μια χρονιά στο Εκουαδόρ έφτασε σε επαγγελματικό επίπεδο και μετά από άλλα δύο χρόνια πήρε μεταγραφή για την Μπαρσελόνα Σπόρτινγκ Κλουμπ, την πρωταθλήτρια που τον δήλωσε και για τα παιχνίδια του Κόπα Λιμπερταδόρες για το 1971 μαζί με τον σπουδαίο Αλμπέρτο Σπένσερ, τον άνθρωπο που σχεδόν εξήντα χρόνια μετά είναι ακόμα ο 1ος σκόρερ στην ιστορία του θεσμού. Ο Βραζιλιάνος κόουτς της Μπαρσελόνα δεν ενθουσιάστηκε και έκανε παράπονα στη διοίκηση, «εγώ ήθελα γκολεαδόρ και εσείς μου φέρατε παπά» τους πει. Ο κόσμος τον έβλεπε ως ατραξιόν πάντως και όταν ήταν στον πάγκο φώναζε στον κόουτς να βάλει τον ιερέα μπας και σκοράρει η ομάδα.

Στους ομίλους του Λιμπερταδόρες η Μπαρσελόνα αντιμετώπισε την τοπική μισητή αντίπαλο την Έμελεκ και δύο ομάδες από την Κολομβία. Τερμάτισε πρώτη και πήρε την πρόκριση στη φάση των… 6, εκεί που οι ομάδες χωρισμένες σε δύο ομίλους των τριών διεκδίκησαν τα δύο εισιτήρια για τον τελικό. Ο σύλλογος από το Εκουαδόρ βρέθηκε στον ίδιο όμιλο με τη Ουνιόν Εσπανιόλα από τη Χιλή και την τεράστια τότε και απίστευτα σκληρή Εστουδιάντες Λα Πλάτα, την ομάδα που είχε κατακτήσει τρεις σερί τίτλους Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Στο παιχνίδι του Εκουαδόρ η Εστουδιάντες κέρδισε με 0-1. Οι υπερόπτες Αργεντίνοι δημοσιογράφοι έγραψαν για την πανεύκολη νίκη της ομάδας του, απέναντι σε μια ομάδα πολύ χαμηλής δυναμικότητας, επιπέδου Γ’ εθνικής και ότι το πιο δύσκολο ήταν οι 35 βαθμοί Κελσίου στο γήπεδο και όχι ο αντίπαλος. Τα άρθρα μεταφέρθηκαν και στους παίκτες της Μπαρσελόνα.

Ο πάτερ με τα ρούχα της δουλειάς. Και της μιας και της άλλης.

Η αλαζονεία δεν ήταν και τόσο αδικαιολόγητη, η Εστουδιάντες είχε να ηττηθεί στο θεσμό από τον Απρίλιο του 1968 και είχαμε φτάσει στην άνοιξη του 1971. Το δε εντός έδρας ρεκόρ της ήταν ακόμα πιο μεγάλο, με μόλις μία ισοπαλία τα τελευταία χρόνια. Κάπως έτσι στις 29 Απριλίου του 1971 η Μπαρσελόνα ταξίδεψε στη Λα Πλάτα σε μια καυτή (αυτή τη φορά όχι εξαιτίας της θερμοκρασίας) έδρα. Στην 11αδα της ομάδας βρέθηκε κι ο παπάς που γενικά είχε παίξει σε λίγα παιχνίδια με την ομάδα του, καθώς είχε και… υποχρεώσεις προς τους πιστούς της ενορίας του. Βλέπετε είχε συμφωνήσει με τη Μητρόπολη να παίζει μόνο όταν δεν είχε λειτουργία ή κατηχητικό με τα παιδιά. Αλλά το παιχνίδι αυτό έγινε Τετάρτη κι ο Βάσκος βρέθηκε στην Αργεντινή και μάλιστα βασικός.

Σιγά σιγά καταλαβαίνετε πού πάει η ιστορία. Το σενάριο μοιάζει πιο τραβηγμένο από τα μαλλιά και από τις τρομερές υπερβολές ισπανόφωνου σίριαλ (υπερτιμημένο Casa de Papel εσένα κοιτάζω), αλλά έγινε αυτό που καταλάβατε. Λίγο μετά τα μέσα του 2ου ημιχρόνου μία πάσα του Σπένσερ (που τα αργεντίνικα άρθρα έγραφαν πριν το ματς ότι κολλούσε τα τελευταία του ένσημα) έφερε την μπάλα στον Μπαθούρκο που την έστειλε με το δεξί στην εστία της Εστουδιάντες. Το τελικό 0-1 ήταν μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του θεσμού. Το ματς έμεινε γνωστό ως «το κατόρθωμα της Λα Πλάτα» και είναι μία από τις σπουδαιότερες επιτυχίες όχι μόνο του συλλόγου (που κέρδισε πολλούς οπαδούς στη χώρα), αλλά και γενικά του Εκουαδόρ. Όπως φαντάζεστε, οι παίκτες έγιναν δεκτοί εν μέσω αποθέωσης στην επιστροφή της ομάδας, με τον κόσμο να βγαίνει στους δρόμους της πόλης κι ακόμα και τον Πρόεδρο του Εκουαδόρ να υποδέχεται την αποστολή με τιμές ηρώων. Ήταν η πρώτη νίκη ομάδας του Εκουαδόρ στην Αργεντινή.

«Τα ευλογημένα παπούτσια του πατέρα Χουάν Μανουέλ Μπαθούρκο»
εξώφυλλο της εποχής

Δυστυχώς για την Μπαρσελόνα, η ήττα της από τους Χιλιανούς την έφερε τελικά στους 4 βαθμούς και η Εστουδιάντες πήρε την πρόκριση στον τελικό (που τελικά έχασε από τη Νασιονάλ) με 6. Όσο για το μεγάλο σκόρερ, δεν τελείωσε τη σεζόν στην ομάδα. Η υπερβολική πίεση που ένιωθε στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο και η δημοσιότητα δεν ήταν γι’ αυτόν. Η εκκλησία τον έστειλε πίσω στην αρχική του ενορία, συνέχισε εκεί να παίζει για λίγο μέχρι που άφησε ολοκληρωτικά το ποδόσφαιρο και αφοσιώθηκε στην εκκλησία τα επόμενα χρόνια. Επέστρεψε τελικά στην Ισπανία, έγινε κοσμικός (απογοητευμένος από το θεσμό της εκκλησίας όπως δήλωσε) και έζησε στο Σαν Σεμπαστιάν ως δάσκαλος σε δημοτικό, κάνοντας και δική του οικογένεια. Τελευταία φορά που είδε τους συμπαίκτες του ήταν όταν ο σύλλογος γιόρτασε την 25η επέτειο της νίκης και πήγε στο Εκουαδόρ. Από τότε δεν ταξίδεψε ξανά στη χώρα που έγινε διάσημος, μια που φοβόταν και τα αεροπλάνα. Ένας ήσυχος άνθρωπος που τα τελευταία του χρόνια καλλιεργούσε ντομάτες στον κήπο του σπιτιού του, διάβαζε τα βιβλία του και έβλεπε ποδόσφαιρο (γιατί τελικά κάποια πράγματα δεν αλλάζουν). Ο Χουάν Μανουέλ Μπαθούρκο πέθανε το 2014. Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αφιερώθηκε στις δύο αγάπες του, την μπάλα και την εκκλησία, αλλά όπως έλεγαν στον Ισημερινό: «Στον άμβωνα ήταν καλός, στη μεγάλη περιοχή ακόμα καλύτερος».

Ο μεταλάς που αγαπούσε τη φανέλα

  [2 Σχόλια]

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο κάποιος ποδοσφαιριστής να μην λατρεύει το ποδόσφαιρο. Αρκετοί διάσημοι σταρ έχουν πει ότι δεν πολυβλέπουν μπάλα (πιο πρόσφατα ο Κάρλος Τέβες). Ένας ποδοσφαιριστής που δεν ήταν θαυμαστής του αθλήματος ήταν κι ο Νταρίο Ντουμπουά, ένας μέτριος Αργεντινός ποδοσφαιριστής που πέρασε την καριέρα του σε ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών. Τα ονόματά τους φολκλορικά: Λουγκάνο, Μίντλαντ (καμία εκ των δύο ευρωπαϊκή), Ριέστρα, Κανιουέλας και Ντεπορτίβο Παραγκουάγιο μερικά από αυτά. Ο Νταρίο έπαιζε κεντρικός αμυντικός και όπως είχε δηλώσει: «για την Α’ εθνική δεν υπάρχω, για τη Β’ δεν είμαι τόσο καλός, για τη Γ’ είμαι καλός, για τη Δ’ πολύ καλός και στην Ε’ είμαι ο καλύτερος αμυντικός». Αν θα έπρεπε να βρούμε μια λέξη για να τον περιγράψουμε, θα ήταν «μεταλάς». Το μεγάλο πάθους του Νταρίο ήταν η μουσική κι έπαιζε μπάσο σε μια tribute μπάντα αφιερωμένη στους Vox Dei, ένα ιστορικό συγκρότημα της χώρας με επιρροές από τους Stones, τους Doors, τους Beatles.

Άκουγε φανατικά Black Metal και όπως ίσως κάποιοι γνωρίζετε, αρκετά συγκροτήματα αυτού του είδους εμφανίζονται επί σκηνής με βαμμένο το πρόσωπο. Κάπως έτσι είχε την έμπνευση και πριν από ένα «κλάσικο» της Μίντλαντ με τη Μέρλο αποφάσισε να βάψει ασπρόμαυρο το πρόσωπό του θυμίζοντας κάτι μεταξύ Kiss και Dimmu Borgir. Μια που στους κανονισμούς δεν υπήρχε κάποια ειδική αναφορά, ο διαιτητής δεν το απαγόρευσε κι ο Ντουμπουά έπαιξε κανονικά έτσι. Και το έκανε και στο επόμενο και στο μεθεπόμενο ματς. Η εμφάνισή του έγινε φυσικά γνωστή στη χώρα και ο Νταρίο έδωσε συνέντευξη στην Ole: «Το κάνω γιατί μου δίνει δύναμη. Βάφεσαι, βγαίνεις έξω να πολεμήσεις και να σκοτώσεις τους αντιπάλους σου. Οι συμπαίκτες μου το πήραν στην πλάκα, αλλά αρκετοί από τους αντιπάλους μου φοβήθηκαν. Είμαι ένας κλόουν με βαμμένο πρόσωπο, αλλά έτοιμος να πεθάνω για τη φανέλα».

«Δεν μου αρέσει το ποδόσφαιρο. Παίζω γιατί είναι κάτι ανταγωνιστικό και γυμνάζομαι κιόλας. Βγάζω και λίγα χρήματα από αυτό. Βοηθάνε γιατί η οικονομική μου κατάσταση είναι καταστροφή».

Κάπως έτσι μετατράπηκε σε μία καλτ φιγούρα των εξίσου καλτ μικρότερων κατηγοριών της Αργεντινής που όπως γνωρίζετε αν μας διαβάζετε, έχουν το δικό τους πολύ φανατικό κοινό. Ο Ντουμπουά έπαιξε συνολικά σε 16 ματς με βαμμένο πρόσωπο, μέχρι η Ομοσπονδία να βγάλει οδηγία ότι απαγορευόταν πλέον κάτι τέτοιο. Κάθε φορά που έβαζε γκολ πανηγύριζε με τη γλώσσα έξω σαν τον Τζιν Σίμονς των Kiss. Δεν ήταν μόνο όμως μόνο η βαμμένη μούρη για την οποία ξεχώριζε. Ο Ντουμπουά ήταν γενικά μορφάρα, ένας ωραίος τύπος που ο απλός κόσμος των χαμηλών κατηγοριών λάτρευε. Το 1995, όταν αγωνιζόταν στη Λουγκάνο, ο σπόνσορας της ομάδας υποσχέθηκε πριμ 40 πέσος σε κάθε ποδοσφαιριστή αν η ομάδα κέρδιζε. Η Λουγκάνο έκανε σερί τριών νικών, αλλά κανείς δεν πήρε ούτε μισό πέσο. Τότε ο Νταρίο αποφάσισε να εκδικηθεί τον σπόνσορα. Πριν το ματς με την Ακασούσο, πήρε μαζί του μαύρη μονωτική ταινία για να την κολλήσει πάνω στη φανέλα στο σημείο της διαφήμισης. Βγαίνοντας για ζέσταμα όμως, ξεχάστηκε και δεν το έκανε. Για καλή του τύχη, εκείνη την ημέρα έβρεχε και το γήπεδο ήταν χάλια. Ο Νταρίο πήρε λάσπη και την έτριψε πάνω στη φανέλα. Το αποτέλεσμα ήταν ακόμα καλύτερο πάνω στην πορτοκαλί φανέλα.

Ένα από τα πιο κλασσικά κομμάτια των Vox Dei

Όταν έπαιζε στη Βικτοριάνο Αρένας (τελευταία του ομάδα), ένα μέλος της διοίκησης της Χουβεντούδ Ουνίδα τον πλησίασε και προσπάθησε να τον δωροδοκήσει. Πίστευε ότι αν η ομάδα του κέρδιζε την άνοδο, αυτός θα εκλεγόταν ξανά στο δημοτικό συμβούλιο. Παρ’ ότι ο Νταρίο δεν ήταν κανένας πλούσιος αρνήθηκε και τον έκανε βούκινο στο ραδιόφωνο, αποκαλώντας τον αρουραίο. Πέρα από την καλτ εμφάνιση, ο Νταρίο ήταν άνθρωπος που σιχαινόταν τη βρωμιά του ποδοσφαίρου.

Ακόμα πιο γραφική είναι η ιστορία σε ένα Μίντλαντ-Εξκουρσιονίστας. Ο διαιτητής Χουάν Κάρλος Μορένο του έβγαλε τη 2η κίτρινη κάρτα για ένα φάουλ. Όταν πήγε να βγάλει την κόκκινη όμως, του έπεσε από την τσέπη ένα χαρτονόμισμα των 500 πέσος. Ο Ντουμπουά με απίστευτα αντανακλαστικά, έσκυψε το πήρε και άρχισε να τρέχει. Σύντομα τον κυνηγούσαν ο διαιτητής, οι αντίπαλοι, οι συμπαίκτες του και οι προπονητές, μέχρι που τελικά κάποια στιγμή τον στρίμωξαν σε μία γωνία. «Είναι η τιμωρία σου που μου στερείς το πριμ του αγώνα» φώναζε ο Ελ Λόκο. Ο Ντουμπουά είχε βάλει τα χρήματα μέσα στο μανίκι, αλλά τελικά αναγκάστηκε να τα επιστρέψει γιατί όπως είπε: «θα μου έριχναν 20 αγωνιστικές». Σε ένα άλλο ματς πάλι απέναντι στους Εξκουρσιονίστας, η τότε ομάδα του δέχτηκε πέντε γκολ. Οι αντίπαλοι οπαδοί περίμεναν απ’ έξω το πούλμαν των ηττημένων για να πετάξουν αντικείμενα και να βρίσουν τους παίκτες. Το παράθυρο άνοιξε, ο Νταρίο βγήκε μισός έξω και τους είπε: «ηρεμήστε ρε παιδιά, όχι κι έτσι, ποδόσφαιρο είναι και μας βάλατε και πέντε γκολ». Οι βρισιές σύντομα έγιναν αποθέωση από τους χούλιγκαν που του έδιναν τα χέρια και του έλεγαν ότι έχει κοχόνες και τον θέλουν στην ομάδα τους.

Στις καλτ στιγμές του (κάποιες υπάρχουν και στο παραπάνω βίντεο αφιέρωμα) ξεχωρίζουν η φορά που καθόταν στον πάγκο φορώντας γυαλιά ηλίου σαν τον Ρόι Όρμπισον (κάτι που του στοίχισε και μια θέση στην ομάδα στη συνέχεια) και η μέρα που αποχώρησε από το γήπεδο βγάζοντας τα ρούχα του (όλα) για να πανηγυρίσει μία άνοδο. Ο Νταρίο έπαθε έναν σοβαρό τραυματισμό το 2005, αλλά η Βικτοριάνο δεν του κάλυπτε τα έξοδα για την επέμβαση στους συνδέσμους. Η Ομοσπονδία με την οποία είχε έρθει σε κόντρα, δεν βοήθησε επίσης. Σαν να τον εκδικήθηκε για τους μπελάδες που την είχε βάλει. Σταμάτησε το ποδόσφαιρο κι έβγαζε χρήματα παίζοντας μουσική με την μπάντα του και κυρίως δουλεύοντας ως ηχολήπτης. Το 2007 έδωσε μία συνέντευξη σε ένα αργεντίνικο ποδοσφαιρικό μπλογκ λέγοντας ότι ονειρεύεται να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο, να κερδίσει μία άνοδο και να σταματήσει να παίζει μπάλα στα 40 του (σκεφτείτε να του άρεσε και το ποδόσφαιρο). Δυστυχώς όμως η ζωή τα ‘φερε αλλιώς.

Τον Μάρτιο του 2008 επιστρέφοντας στο σπίτι μαζί με την κοπέλα του δέχθηκε επίθεση. Οι δράστες άφησαν την κοπέλα να φύγει, αλλά πήραν το ποδήλατο και το κινητό του Ντουμπουά και τον πυροβόλησαν δύο φορές, στα πόδια και το στομάχι. Οι συνθήκες είναι λίγο μυστηριώδεις και μάλλον δεν ήταν μια απλή ληστεία, αλλά είχε και προσωπικά κίνητρα. Ο Ντουμπουά υπεβλήθη σε δύσκολη επέμβαση, του αφαιρέθηκε μέρος του πνεύμονα και του εντέρου. Συνήλθε, ευχαρίστησε και το χειρουργό στον οποίο υποσχέθηκε να κάνει δώρο δύο ηχεία «για να ακούει δυνατή μουσική», έδωσε μεγάλη μάχη τις επόμενες ημέρες αλλά τελικά στις 17 Μαρτίου 2008 σε ηλικία μόλις 37 ετών, αυτή η φοβερή φιγούρα του ποδοσφαίρου έφυγε από τη ζωή.

Περίπου 17 χρόνια νωρίτερα, οι Kiss βγάζουν το τραγούδι «God Gave Rock ‘N’ Roll to You II». Ο ντράμερ Έρικ Καρ πάσχει από καρκίνο, δεν μπορεί να συμμετάσχει στην ηχογράφηση του τραγουδιού και αντικαθίσταται, τραγουδώντας απλά τον στίχο «to everyone he gave the song to be sung». Όταν έρχεται η ώρα να γυριστεί το βίντεο κλιπ, παρακαλεί τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας να λάβει μέρος, παρ’ ότι η υγεία του είναι σε άθλια κατάσταση. Αυτοί δέχονται, ο Καρ φοράει περούκα καθώς έχει χάσει τα μαλλιά του από τις χημειοθεραπείες και δίνει τα πάντα στα γυρίσματα. Λίγους μήνες αργότερα πεθαίνει. Ο Ντουμπουά δεν θα μπει ποτέ σε κάποιο αφιέρωμα με τους καλύτερους ποδοσφαιριστές, ούτε με τους καλύτερους μπασίστες, αλλά στη σύντομη ζωή του έδωσε μεγάλες χαρές στο κοινό του και άγγιξε αρκετές ζωές. Κι όπως λένε κι οι στίχοι των Kiss, τραγούδησε κι αυτός το δικό του τραγούδι. Σύντομο, αλλά δυνατό, όπως του άρεσε.

Τα άλλα τρένα να περνούν…

  [Καθόλου σχόλια]

Ο κόσμος σιγά σιγά αυξανόταν. Η ώρα ήταν κάπου ανάμεσα στις 8 και 9 το βράδυ και στο σταθμό Μίρφιλντ του Γιόρκσαϊρ όλοι περίμεναν το επόμενο τρένο. Ανάμεσά τους και ένας πιτσιρικάς. Μόνος, βυθισμένος σε σκέψεις. Αν κάποιος έδινε λίγη παραπάνω σημασία, ίσως να παρατηρούσε ότι ο νεαρός καθόταν πολύ κοντά στην άκρη της πλατφόρμας, πολύ κοντά στις ράγες του τρένου. Το βλέμμα του απλανές, σαν μη βρισκόταν εκεί. Λίγα λεπτά αργότερα, από τα μεγάφωνα ακούστηκε μια ανακοίνωση. Το επόμενο τρένο είχε καθυστέρηση μερικών λεπτών. Ο νεαρός σαν να ξύπνησε ξαφνικά, σαν να επέστρεψε από εκεί που ταξίδευε ο νους του. Με δάκρυα στο νεανικό πρόσωπο, φεύγει από το σταθμό.

Ίσως κάποιος να τον αναγνώρισε. Ήταν ο Τζορτζ Γκριν, το ντόπιο ταλέντο του Ντιούσμπερι. Μόλις στα 15 του, μαθητής ακόμα στο σχολείο, πήγε στο Λονδίνο να δοκιμαστεί στην Τότεναμ. Τελικά όμως, τα 2 εκατομμύρια λίρες που έδωσε η Έβερτον στην Μπράντφορντ για ένα πιτσιρίκι άλλαξαν τον προορισμό του. Ο Γκριν έλαβε 45.000 πριμ και υπέγραψε συμβόλαιο στην ομάδα του Λίβερπουλ. Έφτασε στις μικρές εθνικές δίπλα στον Ντέλε Άλι και τον Ρος Μπάρκλεϊ. Για κάποιους ήταν ο νέος Γκάζα. Αλλά για κάθε μία επιτυχημένη ιστορία πιτσιρικά, υπάρχουν αρκετές αποτυχημένες. Κι ανάμεσα σ’ αυτές, ορισμένες τραγικές, όπως του Γκριν που τελικά έμοιαζε στον Γκάζα μόνο εκτός ποδοσφαίρου.

Ο Γκριν δεν ξεκίνησε αμέσως τις εξόδους και την κακή ζωή. Αλλά μόλις έγινε επαγγελματίας, άρχισε να βγάζει αρκετές χιλιάδες λίρες το χρόνο και κυρίως έγινε 18 και μπορούσε να βγαίνει, η ζωή του άλλαξε. Ήταν ο συνδυασμός της πίεσης που ένιωθε εξαιτίας της επένδυσης ενός σπουδαίου συλλόγου και της άνεσης που είχε, νομίζοντας ότι έχει ήδη κατακτήσει τον κόσμο. Έπαιρνε πολλά περισσότερα από τους συνομήλικούς του, οι απαιτήσεις της ομάδας ήταν μεγάλες. Κι αυτό δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει. «Μια καλή έξοδος στοίχιζε 1.500 λίρες. Έπαιρνα μια σαμπάνια, ερχόταν μια κοπέλα και έπαιρνα ακόμα μία γι’ αυτήν». Ο Γκριν αγόρασε ένα ακριβό αυτοκίνητο και το χτύπησε οδηγώντας μεθυσμένος. Έμπλεξε με άτομα που δεν είχαν καμία διάθεση να τον βοηθήσουν. «Το μεγαλύτερο πρόβλημά μου δεν ήταν το ποτό. Ήταν τα ναρκωτικά. Την πρώτη φορά που μου προσέφεραν ναρκωτικά, είχα βγει να δω μπάλα με κάτι φίλους σε μια παμπ. Δοκίμασα κοκαΐνη και αυτό άλλαξε όλη τη ζωή μου».

Ο Γκριν μίλησε σε κάποιους ανθρώπους του συλλόγου, η Έβερτον πλήρωσε 5.000 λίρες για κάθε μία από τις πέντε βδομάδες που ο πιτσιρικάς μπήκε σε νοσοκομείο του Λονδίνου εξειδικευμένο σε διαφόρων ειδών εθισμούς. Ο Γκριν όμως δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα προβλήματά του. Πήγε δανεικός στην Τρανμίρ και τελικά η Έβερτον που είχε επενδύσει τόσα σε αυτόν, ανακοίνωσε ότι τον αφήνει ελεύθερο. Δεν μπορούσαν να στηρίξουν άλλο έναν πιτσιρικά που συχνά έχανε προπονήσεις και δεν φαινόταν να έχει καμία διάθεση για προσπάθεια. Ο μικρός προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στους εθισμούς του και την κατάθλιψη.

Η καριέρα του Γκριν ήταν από εκεί και πέρα μια συνεχής ελεύθερη πτώση από ομάδα σε ομάδα. Έμεινε ελάχιστα στην Όλνταμ, χωρίς καμία διάθεση για μπάλα και κατέληξε πέντε μήνες αργότερα σε μια ομάδα 8ης κατηγορίας, να παίρνει 80 λίρες για κάθε αγώνα (σχεδόν τα μισά από όσα ξόδευε στο φαγητό στις εξόδους του). Στην Κιλμάρνοκ ο κόουτς τον έδιωξε γιατί πίστεψε ότι πήγε μια μέρα στην προπόνηση ζέχνοντας αλκοόλ. Ο Γκριν έφτασε κοντά στον θάνατο από υπερβολική δόση χαπιών. Μετά από ένα σερί 4-5 ημερών που σαν χαρακτήρας του Trainspotting ήπιε και πήρε ό,τι ναρκωτικό μπορούσε, αποφάσισε να πάρει και ό,τι χάπια μπορούσε. «Ήταν μια κραυγή απόγνωσης, να με λυπηθούν και να με συγχωρέσουν οι άνθρωποί μου». Έφτασε μέχρι τη Νορβηγία να προσπαθεί να βγάλει χρήματα. Δανειζόταν από φίλους και συγγενείς, δεν επέστρεφε ποτέ τα δανεικά. Οι δικοί του άνθρωποι σιγά σιγά απομακρύνθηκαν. «Τους κατηγορούσα γι’ αυτό. Έλεγα ότι φταίνε αυτοί για όλα. Ήμουν τόσο αλαζόνας».

Ο Γκριν επέστρεψε στην Αγγλία, βρήκε ακόμα μία ομάδα, αλλά κυρίως βρήκε τον Γκάρι Τσαρλς (παλιό παίκτη της Βίλα και της Ντέρμπι που έφτασε μέχρι και την Μπενφίκα). Ο Τσαρλς, πρώην αλκοολικός κι αυτός, βοηθάει ανθρώπους να ξεπερνούν τους εθισμούς τους και σε συνεργασία με την οργάνωσή του, τη GC Sports Care στάθηκε δίπλα στον Γκριν. Ίσως να έβλεπε και τον εαυτό του στο νεαρό ποδοσφαίριστή. Από το καλοκαίρι του 2017 ο Γκριν σταμάτησε τις ουσίες, αν και τον περασμένο Απρίλιο είχε μία υποτροπή. Η μάχη με τον εθισμό δίνεται καθημερινά δυστυχώς και ποτέ δεν είσαι σίγουρος. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα φαίνονται καλύτερα. Ο Γκριν έχει τους ανθρώπους του πιο κοντά γιατί αναγνωρίζουν ότι προσπαθεί. Γνωρίζει ότι σε στιγμές αδυναμίες μπορεί να πάρει τηλέφωνο τον αδερφό του. Έχει μια μικρή κορούλα και την αρραβωνιαστικιά του και προσπαθεί να σώσει και την ποδοσφαιρική του καριέρα. Μπορεί να έχει ζήσει όσα άλλοι δεν θα ζήσουν ποτέ (και ευτυχώς), αλλά είναι μόλις 22 ετών. Πηγαίνει κάθε βδομάδα σε συναντήσεις ομάδων για εθισμό, ενώ πλέον ανήκει στην Τσέστερ. Τα οικονομικά φυσικά είναι άσχημα. Η Μερσεντές που κάποτε είχε, έχει γίνει ένα ΚΙΑ, αλλά σημασία έχει να είναι καλά.

Το βράδυ εκείνο, ο Γκριν πήγε στον σταθμό όχι για να πάρει το τρένο για κάπου. Αλλά για να δώσει τέλος στη ζωή του. Ήταν πνιγμένος στα χρέη, η κοκαΐνη είναι ακριβό σπορ, η κοπέλα του τον είχε αφήσει εξαιτίας του εθισμού του και η ποδοσφαιρική του καριέρα είχε πιάσει πάτο. Εκείνη η ανακοίνωση από το μεγάφωνο για την καθυστέρηση του έσωσε τη ζωή, όπως λέει. Ήταν ένα σημάδι. Τα χρόνια πέρασαν όμως, ο Γκριν δεν θα φοράει τα τρία λιοντάρια δίπλα στους Ντέλε Άλι και Μπάρκλεϊ. «Πίστευα και τότε ότι είχα μεγάλο ταλέντο, ότι ήμουν εξίσου καλός με τον Ντέλε Άλι. Το ποδόσφαιρο είναι το μοναδικό πράγμα στο οποίο είμαι καλός. Νόμιζα ότι αν μιλήσω για το πρόβλημά μου, η καριέρα μου θα τελειώσει. Αλλά είπα στον εαυτό μου: μήπως να είσαι για μια φορά στη ζωή σου ειλικρινής και να παραδεχτείς το πρόβλημά σου; Αν φτάσω σε καλή φυσική κατάσταση και πάρω και λίγο χρόνο στην Τσέστερ νομίζω ότι μπορώ να γίνω ξανά ποδοσφαιριστής. Να φτάσω να παίζω στην League 1 και την Championship και να μπορώ να συντηρώ την οικογένειά μου. Έβγαλα 500.000 λίρες από το ποδόσφαιρο και το μόνο που έχω κρατήσει είναι ένα iPad.»

Η ποδοσφαιρική οικογένεια Κιέζα

  [4 Σχόλια]

Το ιταλικό ποδόσφαιρο της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας παράδεισος μεγάλων παικτών. Ό,τι κορυφαίο κυκλοφορούσε στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά περνούσε από κάποια ιταλική ομάδα και όχι αποκλειστικά μόνο από τις μεγάλες. Ένα πρωτάθλημα δύσκολο, συναρπαστικό, με πολλούς υπερ-ήρωες. Μέσα όμως σε αυτή την πλημμύρα αστεριών, πάντα υπήρχαν λιγότερο προβεβλημένοι ήρωες, μεγάλοι παίκτες που έγραφαν καριέρες κυρίως ως πρωταγωνιστές β’ ανδρικού ρόλου. Ένας τέτοιος ήταν ο Ενρίκο Κιέζα.

Στο δύσκολο ιταλικό πρωτάθλημα, ο Κιέζα δεν είχε τα σωματικά προσόντα για να σε εντυπωσιάζει βλέποντάς τον στο γρασίδι. Όταν όμως έπαιρνε την μπάλα, τα πράγματα άλλαζαν. Γρήγορος και ικανός και με τα δύο πόδια, κυρίως όμως «ήξερε ποδόσφαιρο». Μοχθούσε στο γήπεδο, δεν φοβόταν τις επαφές, βρισκόταν συχνά εκεί που έπρεπε και τελείωνε γρήγορα τις φάσεις, χωρίς δεύτερη σκέψη, σε μια λίγκα που ο αμυντικός δεν σε άφηνε να αναπνεύσεις. Ένας ιδανικός παρτενέρ για κάθε επιθετικό, παίκτης που δεν ήταν βεντέτα, τον ένοιαζε η ομάδα και ας σκόραρε ο συμπαίκτης του περισσότερο, ενώ αυτός τραβιόταν στο πλάι για να ανοίξει διαδρόμους και να μοιράσει ασίστ.

Γενοβέζος στην καταγωγή, ξεκίνησε την καριέρα του στην Σαμπντόρια χωρίς όμως να τα βρει εύκολα. Πήγε δανεικός σε ομάδες Δ’, Γ’ και Β’ εθνικής και τελικά κατάφερε να κάνει το ξεπέταγμα στις Μόντενα και Κρεμονέζε και να πείσει την Σαμπ να του δώσει ακόμα μία ευκαιρία. Ο Κιέζα μπορούσε να παίξει στα πλάγια, αλλά όσο πιο κοντά στην εστία τον έβαζες, τόσο περισσότερο σκόραρε. Η τελευταία του χρονιά στη Γένοβα ήταν και και η καλύτερη. Βγήκε 3ος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 22 γκολ έχοντας μια εξαιρετική συνεργασία με τον Μαντσίνι, ξεπερνώντας παίκτες όπως ο Μπατιστούτα ή ο Μπίρχοφ, αλλά η Σαμπντόρια έχασε οριακά την έξοδο στην Ευρώπη. Ο Αντσελότι τον έφερε στην Πάρμα, ο Κιέζα ήταν επιτέλους σε μια ομάδα με σπουδαίους παίκτες και την επόμενη τριετία πήρε μια 2η θέση, κέρδισε ένα κύπελλο, ένα Σούπερ Καπ και φυσικά ένα ΟΥΕΦΑ στο οποίο ο Κιέζα βγήκε πρώτος σκόρερ και έβαλε γκολ στον τελικό. Η συνεργασία του με τον Κρέσπο ήταν ιδανική, οι ασίστ και τα γκολ πολλά, ο χαρακτήρας του εξαιρετικός. Ο Φάμπιο Καπέλο τον παρομοίωσε ως συνδυασμό Τζίτζι Ρίβα και Πάολο Ρόσι.

Σέντρα Βερόν, Κρέσπο αφήνει, Κιέζα μπουμπουνίζει στο «Γ»

Στη Φλωρεντία σκέφτηκαν «αφού το κάνει με τον Κρέσπο γιατί όχι και με τον Μπατιστούτα» κι ο Κιέζα άλλαξε και πάλι πόλη.  Δεν έκανε καλό ντεμπούτο στη Φιορεντίνα, χάνοντας συχνά τη θέση του από τον Μιγιάτοβιτς και η πρώτη σεζόν ήταν μέτρια. Ο Μπατιγκόλ όμως θα άφηνε τη Φιορεντίνα για τη Ρώμη κι ο Κιέζα κατέληξε να γίνει ο… μοναχικός λύκος στην επίθεση της Φιορεντίνα. Σε μια Φιορεντίνα σε φθίνουσα πορεία, ο Ρουί Κόστα και ο Κιέζα ήταν τα διαμάντια της ομάδας και ο Ενρίκο σκόραρε 22 φορές στο πρωτάθλημα, ενώ κατέκτησε ακόμα ένα κύπελλο το 2001. Δυστυχώς γι’ αυτόν, τα χρόνια είχαν αρχίσει να περνούν, οι τραυματισμοί που πάντα τον ταλαιπωρούσαν ήταν όλο και πιο συχνοί και παρά την τρομερή του αξία και αναγνώριση, δεν είχε κατακτήσει ένα πρωτάθλημα στα πιο παραγωγικά του χρόνια.

Ο οικονομικός και αγωνιστικός κατήφορος της Φιορεντίνα τον οδήγησε στην Λάτσιο χωρίς όμως να παίξει καλά. Αρκετοί βιάστηκαν να τον θεωρήσουν τελειωμένο, αλλά ο Κιέζα είχε ακόμα να προσφέρει πράγματα στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Στα 33 του γύρισε στην Τοσκάνη, αυτή τη φορά στη Σιένα και παρά τα χρονάκια του συνέχισε να σκοράρει και έγινε κι εκεί αγαπητός. Τις τρεις πρώτες χρονιές του έβαλε διψήφιο αριθμό γκολ και έπαιξε τελικά μέχρι τα 38 του εκεί, είδωλο των ντόπιων οπαδών. Άνθρωπος που αγαπούσε την μπάλα, κρέμασε τα παπούτσια στα 40 του τελικά. Η καριέρα του Κιέζα είχε παραπάνω από 500 παιχνίδια και περίπου 200 γκολ, τόσο με το αριστερό, όσο και με το δεξί και με χειρουργικό τελείωμα, δίχως ανάσα, πολλές φορές σε κάποιο παραθυράκι εστίας, ένα πόδι-διαβήτης.

Κάπου εδώ κανονικά θα τελείωνε το κείμενο, θα αγκαλιαζόμασταν για τα παλιά, θα λέγαμε πόσο χάλια είναι το ιταλικό ποδόσφαιρο πια και όλα καλά. Μόνο που το όνομα Κιέζα δεν ανήκει (μόνο) στο παρελθόν. Ο Φεντερικό Κιέζα, μόλις 20 ετών, προσπαθεί να ξεπεράσει την ταμπέλα του νεποτισμού και να αφήσει το δικό του στίγμα στο ποδόσφαιρο. Μάλιστα προσπαθεί να το κάνει σε μια ομάδα που ο μπαμπάς τίμησε. Στη Φιορεντίνα.

Πρώτη φορά τον είδα στο ματς με τον ΠΑΟΚ για το Γιουρόπα Λιγκ. Άκουσα το όνομα, είδα τις κινήσεις, σκέφτηκα «βρε λες;» και μετά έψαξα και βεβαιώθηκα. Ο Κιέζα τζούνιορ έχει ακόμα να δείξει πολλά, αλλά τα πρώτα δείγματα είναι θετικά. Διεθνής με τις μικρές εθνικές, βρίσκει όλο και περισσότερο χρόνο συμμετοχής στους Βιόλα. Ένα σημαντικό γκολ επί της Γιουβέντους αρχικά χρεώθηκε σε αυτόν, αλλά του το πήραν πίσω μετά τα ριπλέι, το μέλλον όμως του ανήκει. Στο 3-3 με την Τζένοα σκόραρε το δεύτερό του γκολ, στο ίδιο ματς που σκόραρε κι ο γιος Σιμεόνε και μαζί μας έκαναν να νιώσουμε πολύ γέροι.

Στο παιχνίδι της Φιορεντίνα με την ΣΠΑΛ σημείωσε το 2ο γκολ του για τη σεζόν 2017-18 γράφοντας το 3-0 για την ομάδα του. Πιο πολύ ενδιαφέρον έχει η κίνησή του μετά. Ο Φεντερίκο έφυγε για τον πάγκο και πήγε και αγκάλιασε έναν πιτσιρικά, ένα από τα ball boys της Φιορεντίνα. Δεν ήταν όμως κάποιο τυχαίο παιδάκι. Ήταν ο μικρός του αδερφός Λορέντσο, άξιο μέλος κι αυτός της οικογένειας Κιέζα. Οι πιο παλιοί θυμήθηκαν κάτι και άρχισαν να ψάχνουν το αρχείο. Τότε που ο μπαμπάς Ενρίκο φορώντας τη φανέλα της Σιένα είχε αγκαλιάσει ένα άλλο ball boy. Τον μικρό τότε Φεντερίκο. Κι η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται…

Το τέλος του κόσμου κι ο Κάρλος Ρόα

  [4 Σχόλια]

Στη μουσική υπάρχει ο όρος «one hit wonder» για καλλιτέχνες ή μπάντες που έκαναν τρομερή επιτυχία με ένα τραγούδι και μετά το απόλυτο χάος. Από τον… Vanilla Ice και τις 4 Non Blondes μέχρι τους Bombfunk MC’s, η μουσική βιομηχανία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Στο ποδόσφαιρο δεν ξέρω αν υπάρχει αντίστοιχος όρος, άλλωστε με ένα γκολ είναι δύσκολο να κάνεις καριέρα, αλλά έχουμε δει δεκάδες ποδοσφαιριστές να κερδίζουν εντυπώσεις σε μία διοργάνωση ή μία σεζόν, να παίρνουν μια μεταγραφή και μετά να εξαφανίζονται, κινούμενοι στη μετριότητα. Συνήθως όλοι αυτοί (καλλιτέχνες και αθλητές) δεν ήταν μάλλον τόσο καλοί, συνέπεσαν σε μια περίοδο που τους πήγαν όλα καλά, ήταν τυχεροί, πείτε το όπως θέλετε. Ο πρωταγωνιστής της σημερινής μας ιστορίας όμως, είναι μία κατηγορία μόνος του. Γιατί ενώ έχει όλα τα τυπικά προσόντα του «one hit wonder» (έφτασε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα στην κορυφή), στην πραγματικότητα θα μπορούσε να κάνει πολύ πιο σπουδαία πράγματα αν μόνος του δεν κατέστρεφε το μέλλον του. Αυτή είναι η πολύ περίεργη ιστορία του Κάρλος Άνχελ Ρόα, ενός σπουδαίου τερματοφύλακα και ακόμα πιο περίεργου ανθρώπου.

Παρ’ ότι γεννήθηκε στη Σάντε Φε, δεν έπαιξε μπάλα σε κάποια από τις ομάδες της. Φόρεσε τα γάντια του στη Ράσινγκ Κλουμπ, παίρνοντας την πρώτη του συμμετοχή μόλις στα 19 του, όταν ο μεγάλος «Πάτο» Φιλιόλ αποβλήθηκε σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Ρόα έπαιξε μέχρι το 1994 στη Ράσινγκ και κατά τη διάρκεια της καριέρας του εκεί, συνέβη το πρώτο περίεργο. Τον Αύγουστο του 1990 η Ράσινγκ ταξίδεψε στην Αφρική για να κάνει εκεί ορισμένα φιλικά με ομάδες όπως η εθνική Μπενίν, το Τόγκο κι η Μπουρκίνα Φάσο. Ο Κάρλος Ρόα επιστρέφοντας από το Κονγκό εμφάνισε συμπτώματα ελονοσίας κι έφτασε ένα βήμα πριν το θάνατο. Η ασθένεια στην Αργεντινή ήταν πρακτικά άγνωστη και δεν υπήρχαν τα κατάλληλα φάρμακα για να θεραπευθεί, ενώ οι γιατροί που ήξεραν μόνο από τα βιβλία του έδωσαν εξιτήριο πολύ νωρίς. Αποτέλεσμα, ο Ρόα να επιστρέψει σε χειρότερη κατάσταση στο νοσοκομείο κι οι γονείς του αναγκάστηκαν να φέρουν τα φάρμακα από τη Βραζιλία. Ο πρόεδρος της Ράσινγκ δήλωσε ότι Ρόα αρνήθηκε να τα πάρει εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, κάτι που ο Ρόα πάντως το διέψευσε. Έτσι κι αλλιώς όμως, ο ίδιος θεώρησε ότι σώθηκε από θαύμα. Η πίστη του στον Θεό έγινε πολύ πιο έντονη.


«Η κατάκτηση της Αφρικής», τίτλος της εποχής για την τουρνέ στην Αφρική

Ο Ρόα έχασε μια σεζόν περίπου, επέστρεψε βασικός μετά τη φυγή του Γκοϊκοετσέα και τελικά το 1994 πήρε μεταγραφή στη Λανούς, σε μια απόφαση που άλλαξε την καριέρα του. Εκεί συνέπεσε σε μία χρυσή εποχή του συλλόγου, με το νεαρό τότε Έκτορ Ραούλ Κούπερ να κάνει σπουδαία δουλειά και συμπαίκτες καλούς παίκτες όπως ο Αριέλ Ιμπαγάσα και οι Μοράλες και Σούρερ. Όπως φυσικά ξέρουμε, ομάδα του Κούπερ και αυτοκτονία είναι έννοιες συνυφασμένες, ο Ρόα άγγιξε ένα πρωτάθλημα, αλλά το έχασε. Πρόλαβε όμως στη θητεία του να σημειωσει και το πρώτο του γκολ, με πέναλτι απέναντι στο… συνάδελφό του Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ. Το 1997 ο Κούπερ πηγαίνει στη Μαγιόρκα και για να υπογράψει, βάζει όρο στους νησιώτες να πάρουν τον «Λετσούγκα» (παρατσούκλι που σημαίνει μαρούλι, μια που ο Ρόα ήταν vegetarian πολύ πριν γίνει… μόδα,) για να τους βρει ένα χρόνο αργότερα κι ο Ιμπαγκάσα. Το 1997-98 είναι η χρονιά του… wonder για τον Ρόα.

Η νεοφώτιστη Μαγιόρκα του Έκτορ του Ραούλ του Κούπερ, με παίκτες όπως οι Στάνκοβιτς και Βαλερόν, κάνει μια συγκλονιστική σεζόν που τη φέρνει στην 5η θέση του πρωταθλήματος, ενώ φτάνει και στον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι στο Μεστάγια απέναντι στην Μπάρτσα του φαν Χάαλ. Αν αγαπητέ αναγνώστη περιμένεις happy ending σε τελικό με Κούπερ, μάλλον είσαι αισιόδοξος. Η Μαγιόρκα ανοίγει το σκορ στο 6′, ισοφαρίζεται από το Ριβάλντο, μένει με 10 παίκτες αρχικά και στην παράταση με 9. Κι όμως, καταφέρνει και κρατάει το 1-1 πηγαίνοντας το ματς στα πέναλτι.

Ένα βίντεο γεμάτο παιχταράδες (τα πέναλτι ξεκινούν περίπου στο 8.30)

Ο Ρόα αποκρούει τα πέναλτι των Ριβάλντο και Θελάδες και σκοράρει ο ίδιος στο 5ο και κρίσιμο. Στη συνέχεια αποκρούει το 6ο πέναλτι του Λουίς Φίγκο. Τι άλλο να κάνει ο άνθρωπος; Ο Στάνκοβιτς όμως στέλνει την μπάλα άουτ και η διαδικασία συνεχίζεται με την Μπαρσελόνα να κατακτά το κύπελλο χάρη και στον Χεσπ που κάνει τελικά κι αυτός τρεις αποκρούσεις. Η Μαγιόρκα αγγίζει το θαύμα. Ο Ρόα πάντως με την απόδοσή του έχει κερδίσει την κλήση στην εθνική ομάδα για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Πασαρέλα τον προτιμά από τον Χερμάν Μπούργκος και τον Καβαγιέρο και δικαιώνεται. Η Αργεντινή περνάει με τρεις νίκες από τον όμιλό της και ο Κάρλος Ρόα δεν δέχεται κανένα γκολ.

Στη φάση των 16 έχουμε ένα από καλύτερα παιχνίδια σε Μουντιάλ, το περίφημο Αργεντινή-Αγγλία με μερικές ιστορικές φάσεις. Μπατιστούτα-Ζανέτι, Σίρερ-Όουεν σκοράρουν και το παιχνίδι μετά από 120 λεπτά πηγαίνει στα πέναλτι. Ο Πασαρέλα πλησιάζει τον Ρόα και του λέει: «Πρέπει να κερδίσουμε στα πέναλτι, ε» και τον χτυπάει στην πλάτη, σαν να του λέει «κανόνισε να μην περάσουμε και θα δεις». Ο Ρόα νιώθε όλο το βάρος πάνω του, αλλά αν περιμένεις φίλε αναγνώστη καλή κατάληξη για την Αγγλία στα πέναλτι, πάλι κάνεις λάθος. Ο Σίμαν πιάνει το πέναλτι του Κρέσπο, αλλά ο Ρόα είναι σε τρομερή κατάσταση. Αποκρούει τα πέναλτι τόσο του Ινς, όσο και του Μπάτι. Η Αργεντινή παίρνει την πρόκριση κι ο Ρόα γίνεται εθνικός ήρωας, ο νέος Γκοϊκοετσέα. Μπορεί στη συνέχεια η χώρα να πικραίνεται από τον αποκλεισμό στο τέλος από την Ολλανδία (ναι, ο Ρόα είναι ο τερματοφύλακας σε αυτό το γκολ του Μπέργκαμπ), αλλά ο Λετσούγκα θεωρείται πλέον από τους κορυφαίους τερματοφύλακες στον κόσμο.

Η Μαγιόρκα κάνει μια ακόμα εξαιρετική σεζόν και τερματίζει 3η το 1999. Ο Ρόα είναι σταθερά στους διακριθέντες, είναι ο τερματοφύλακας που δέχεται τα λιγότερα γκολ στην Πριμέρα, παίρνοντας το βραβείο Θαμόρα. Είναι ο μόλις τρίτος μη Ισπανός που το κατακτά. Το καλοκαίρι του 1999 ξεκινάει το τέλος του όμως. Ο Σμάιχελ φεύγει από τη Γιουνάιτεντ και ο σερ Άλεξ ψάχνει τον αντικαταστάτη του. Οι Άγγλοι προσφέρουν 10 ολόκληρα εκατομμύρια (τεράστιο ποσό για τα δεδομένα της εποχής) και φυσικά η Μαγιόρκα δεν λέει όχι. Αυτός που λέει όχι όμως είναι ο Ρόα. Ανήκει στην εκκλησία των Ανβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας, μια εκκλησία Προτεσταντών που θεωρούν ότι το Σάββατο είναι η έβδομη ημέρα της εβδομάδας και μάλιστα ιερή. Ο Ρόα λέει ότι δεν μπορεί να πάει στην Αγγλία και να παίζει το Σάββατο κι ότι ήταν κακός Χριστιάνος όταν το έκανε. Λίγο αργότερα αρνείται να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Μαγιόρκα (που ας μην ξεχνάμε ότι είχε κερδίσει τη συμμετοχή της στο Τσάμπιονς Λιγκ) και δηλώνει ότι σταματάει το ποδόσφαιρο (στα 29 του) για να αφοσιωθεί στη θρησκεία του. Πολλοί άνθρωποι του ποδοσφαίρου προσπαθούν να τον μεταπείσουν, ακόμα κι ο προπονητής της εθνικής Χοσέ Πέκερμαν. Αυτός δεν αλλάζει γνώμη.


«Ποτέ δεν ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής και δεν μου λείπει το ποδόσφαιρο. Είμαι χαρούμενος χωρίς το ποδόσφαιρο. Βρίσκομαι σε ψυχική ηρεμία γιατί έβγαλα ένα βάρος από πάνω μου και το έκανα από αγάπη.»
– Κάρλος Ρόα, σε συνέντευξή του στην Ole

Γίνεται όμως ακόμα καλύτερο. Ο Ρόα δεν σταματά απλά το ποδόσφαιρο. Εγκαταλείπει τα εγκόσμια, αφήνει πίσω τα υπάρχοντά του και εξαφανίζεται. Πιστεύει ότι το Μιλένιουμ, σηματοδοτεί και το τέλος του κόσμου ή μάλλον καλύτερα, το τέλος των αμαρτωλών, καθώς υπάρχει η πεποίθηση στη θρησκεία του ότι ο Χριστός θα επιστρέψει στη Γη και μόνο οι σωστοί Χριστιανοί θα γλιτώσουν. Ο Ρόα γίνεται πάστορας κάπου στην εξοχή της Αργεντινής, απομονωμένος μαζί με την οικογένειά του, για να προσευχηθεί και να έρθει κοντά στον Θεό. Τελικά, το 2000 έρχεται, ο κόσμος κι οι υπολογιστές δεν καταστρέφονται και τον Απρίλιο ο Ρόα επιστρέφει στην Ισπανία και την μπαλίτσα, παρά τα όσα έλεγε σε συνέντευξή του. Η Μαγιόρκα τον δέχεται πίσω με αγάπη, αλλά ο Ρόα είναι κάθετος: Δεν θα αγωνίζεται τα Σάββατα, εκτός κι ο αγώνας είναι βραδινός. Μια που η Μαγιόρκα παίζει στους ομίλους, πολλά παιχνίδια της γίνονται Σάββατο, ενώ ήδη αγωνίζεται βασικός ο συμπατριώτης του Λέο Φράνκο.

Ο Ρόα όπως είναι φυσικό γίνεται παγκίτης, καθώς εκτός των άλλων έχει χάσει και τη φόρμα του. Μένει μέχρι το τέλος του συμβολαίου του και στη συνέχεια πηγαίνει στη Σεγόυντα και την Αλμπαθέτε. Εκεί βρίσκει τον εαυτό του, παίζει σε αρκετά παιχνίδια και κερδίζει την άνοδο στην Πριμέρα. Τα πράγματα φαίνονται να επιστρέφουν σε κανονικούς ρυθμούς, αλλά οι περιπέτειες δεν έχουν τελειώσει. Τη σεζόν 2003-04 και ενώ αγωνίζεται βασικός στην Αλμπαθέτε, αρχίζει να έχει πόνους στους κοιλιακούς ή έτσι νομίζει. Αφού οι γιατροί αρχικά δεν βγάζουν άκρη, οι εξετάσεις όμως δείχνουν την άσχημη αλήθεια. Καρκίνος στους όρχεις. Η Ισπανία τελειώνει οριστικά και απότομα. Ο Ρόα κάνει επέμβαση και συνεχίζει με χημειοθεραπείες.

Ο «Λετσούγκα» μένει εκτός δράσης σχεδόν για 2 σεζόν και φυσικά γνωρίζει ότι η καριέρα του έχει τελειώσει. Τουλάχιστον σε υψηλό επίπεδο, καθώς επιστρέφει στην ενεργό δράση με τη φανέλα της Ολίμπο (συναντώντας και τον Ισμαέλ Μπλάνκο). Φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τον παλιό τερματοφύλακα και απλά γράφει το τέλος του στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Μετά το κρέμασμα των γαντιών του, ακολούθησε ως βοηθός του Ματίας Αλμέιδα σε διάφορες ομάδες, μέχρι να γίνει προπονητής τερματοφυλάκων στη Γουαδαλαχάρα. Η ζωή του κι η καριέρα του ήταν γεμάτη μάχες, ποδόσφαιρο, θρησκεία και ασθένειες. Κατάφερε να κερδίσει μόλις ένα Σούπερ Καπ στην Ισπανία (τη… ρεβάνς του τελικού με την Μπαρτσελόνα) και δύο διεθνείς τίτλους στη Λ. Αμερική με Λανούς και Ράσινγκ. Ίσως είναι άδικο να τον πούμε one hit wonder, είχε αρκετές καλές σεζόν συνολικά, αλλά είναι ο άνθρωπος που μέσα σε 2 χρόνια έφτασε απίστευτα ψηλά και προτίμησε να τα παρατήσει όλα. Πάντα αξίζουν σεβασμού όσοι μπορούν να πουν όχι στα χρήματα και στη δόξα για να κάνουν αυτό που θέλουν, αλλά υπάρχει και το ερώτημα αν αυτό το κάτι αξίζει. Ο ίδιος ο Ρόα σε συνεντεύξεις του πάντως δηλώνει ότι δεν μετάνιωσε ποτέ.

Μέσα στο ναό, έχουν για θεό

  [Καθόλου σχόλια]

Το γήπεδο είναι κάτι ιερό για τον φίλαθλο. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί λογικά η σχέση του με την έδρα του. Είναι το σπίτι του. Και δεν θα διστάσει να τα βάλει με κανέναν για να το προστατεύσει. Και συχνά είναι «ναός» για τη θρησκεία του, την ομάδα του. Τι γίνεται όμως όταν στο ίδιο μέρος υπάρχει και μια άλλη θρησκεία, κανονική αυτή τη φορά, με νομική υπόσταση, που θέλει το δικό της ναό; Η απάντηση ήρθε χθες με τα κωμικοτραγικά που συνέβησαν στη Λίμα του Περού που δεν έχουν προηγούμενο.

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Η Αλιάνζα της Λίμα είναι μία από τις μεγαλύτερες ομάδες στο Περού, η 2η σε τίτλους στη χώρα. Από το 1974 αγωνίζεται στο ομώνυμό γήπεδό της που από το 2000 έχει μετονομαστεί σε Εστάδιο Αλεχάντρο Βιγιανουέβα. Τίποτα το περίεργο μέχρι εδώ. Ο σύλλογος όμως πρόσφατα πέρασε δύσκολες καταστάσεις οικονομικά και έφτασε να έχει περάσει ουσιαστικά στα χέρια των πιστωτών του. Έτσι, βγήκαν κάποιες φήμες ότι μέσα σε όλα αυτά, μπορεί το στάδιο να πουληθεί. Η τότε διοίκηση το διέψευσε, αλλά οι πιστωτές θα μπορούσαν κάλλιστα να το κάνουν.

Με τούτα και με εκείνα, η Αλιάνζα άλλαξε διοίκηση. Εμφανίστηκε όμως ένας από τους ενδιαφερόμενους να δηλώνει ότι μέρος της έκτασης που βρίσκεται στο γήπεδο ανήκει σε αυτόν. Ήταν ο πάστορας Αλμπέρτο Σαντάνα, των ευαγγελιστών της «Υψηλής Αίθουσας» (η δική μου ελεύθερη μετάφραση). Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η εκκλησία του, που αριθμεί αρκετά μέλη σε όλη τη χώρα, αγόρασε την έκταση δίνοντας 600 χιλιάδες δολάρια. Η κατάσταση παρέμεινε έτσι για αρκετό καιρό, με την Αλιάνζα να υποστηρίζει ότι δεν έχει γίνει καμιά αγοραπωλησία.

Ο πάστορας δήλωσε σχετικά: «Αγοράσαμε την έκταση. Ο Θεός το επέλεξε, όχι εγώ. Είναι μια τιμή για την Αλιάνζα. Θα χτίσουμε εκεί μία εκκλησία». Το θέμα είχε μείνει κυρίως στα λόγια για καιρό, με τις δυο πλευρές να βάζουν δικηγόρους και να καταφεύγουν στη δικαιοσύνη. Μέχρι που χθες έγινε το κακό, αφού οι ευαγγελιστές είπαν να πάρουν το… θέλημα του Θεού στα χέρια τους. Περίπου 1500 πιστοί της εκκλησίας (ανάλογα με τα ρεπορτάζ τα νούμερα παίζουν), φορώντας κίτρινα κράνη εργοταξίου και τα ίδια μπλουζάκια πήγαν στις εγκαταστάσεις τα χαράματα.  Εκεί κρατώντας βίβλους και τραγουδώντας «ο Χριστός ζει» έσβησαν το έμβλημα της Αλιάνζα και το όνομά της και ξεκίνησαν να βάφουν τις εικόνες των θρύλων του συλλόγου που βρίσκονται στον περιβάλλοντα χώρο. Παράλληλα, κρεμούσαν τα δικά τους μηνύματα και φρόντισαν να αποκλειστούν τοποθετώντας ξύλινες τάβλες και λουκέτα στις εισόδους.

Η έγκυρη ρεπόρτερ του πρωινάδικου παρούσα όσο οι ευαγγελιστές κάνουν… μερεμέτια

Τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και σόκαραν τον κόσμο της ομάδας. Αν και η διοίκηση της Αλιάνζα είχε βγάλει ανακοίνωση για να είναι ψύχραιμοι οι οπαδοί, μόλις έγινε γνωστό το θέμα πολλοί έφυγαν αμέσως για το στάδιο. Η αστυνομία υπήρχε ήδη και έτσι αρχικά συγκεντρώθηκαν απ’ έξω, έξαλλοι για τα όσα γίνονταν. Στη συνέχεια όμως, κουβαλώντας διάφορα σύνεργα, έσπασαν το… τείχος που είχαν στήσει οι ευαγγελιστές και άρχισαν οι ομορφιές. Ιστορίες γραφικότητας με οπαδούς και πιστούς να κυνηγιούνται.

Χαμός…

Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι τραγικά, ευτυχώς όμως είχαμε συγκριτικά λίγους τραυματίες μέχρι να επέμβει η αστυνομία με δακρυγόνα και το θέμα να λήξει. Να λήξει φυσικά προσωρινά. Οι οπαδοί που κέρδισαν πίσω το χώρο, άρχισαν να βγάζουν τις μπογιές των ευαγγελιστών και το όνομα της Αλιάνζα εμφανίστηκε ξανά. Το αν ήταν απλά μία μάχη κερδισμένη θα φανεί στο μέλλον, καθώς οι ευαγγελιστές έχουν παρουσιάσει χαρτιά σύμφωνα με τα οποία αγόρασαν δύο εκτάσεις που περιλαμβάνουν εκτός από το πάρκινγκ και κάποια εξωτερικά προπονητικά γήπεδα. Ο δικηγόρος της εκκλησίας Σάντρο Μπαλμπίν ήταν κάθετος: «Εδώ είναι το σπίτι του Θεού. Έχουμε όλα τα έγγραφα, είμαστε οι ιδιοκτήτες».

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η σκυλίτσα βοηθός προπονητή

  [5 Σχόλια]

Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο η ανάγκη του προπονητή να έχει ένα καλό βοηθό είναι τεράστια. Για να προσέχει τα πάντα, να του κάνει τη ζωή πιο εύκολη, ενίοτε να τον ξυπνάει και να κάνει καμία αλλαγή (όπως λέμε από τις εξέδρες). Και κυρίως, να είναι πιστός στον κόουτς. Στην περίπτωση της ομάδας «2 Μαΐου» της Παραγουάης πήγαμε ένα βήμα παραπάνω. (Παρένθεση κι επεξήγηση: Η ομάδα «2 Μαΐου ιδρύθηκε στις… 6 Δεκεμβρίου του 1935 από βετεράνους ενός από τους σκληρότερους πολέμους της Λ. Αμερικής. Αυτού μεταξύ Βολιβίας και Παραγουάης. Οι βετεράνοι του πολέμου ίδρυσαν το σύλλογο και του έδωσαν το όνομα από το σύνταγμα του πεζικού στο οποίο υπηρέτησαν, αυτό της 2ας Μαΐου.)

Ο σύλλογος δίνει τη μάχη του για να ανέβει στην Α’ εθνική της χώρας και κόουτς είναι ο Κάρλος Χάρα Σαγιέρ, ένας σημαντικός προπονητής με αρκετές επιτυχίες στις μικρές ομάδες της χώρας. Κάποιοι (ανάμεσά τους κι εγώ) έχει τύχει να τον δούμε και από κοντά, όταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 ήταν προπονητής της εθνικής Παραγουάης του τεράστιου Κάρλος Γκαμάρα οδηγώντας τη στο ασημένιο μετάλλιο. Εδώ και μερικούς μήνες είναι κόουτς στην ομάδα από την πόλη Πέδρο Χουάν Καμπαγιέρο (ναι, έτσι τη λένε). Η ιστορία θα ήταν απολύτως βαρετή και δεν θα μας απασχολούσε αν πριν λίγο καιρό ο Κάρλος δεν έβλεπε ένα σκυλάκι, τη 10χρονη Τεσαπάρα, ένα αδέσποτο που τριγυρίζει στην περιοχή, να τον πλησιάζει. Ο (σχετικά τροφαντός) Κάρλος αποφάσισε να της δώσει λίγη από την εμπανάδα (ότι πιο κοντινό στην τυρόπιτα κουρού υπάρχει στη Λ. Αμερική) που έτρωγε.


Η Τεσαπάρα δεν τεμπελιάζει. Προπονείται μαζί με τους παίκτες και κάνει τις ασκήσεις.

Ήταν σαν να υπέγραψαν συμβόλαιο. Από εκείνη την ημέρα η Τεσαπάρα αποφάσισε πως έπρεπε να ξεπληρώσει αυτή την τεράστια κίνηση (ας μην κάνω σύγκριση μεταξύ σκυλιών και γατιών). Υποδέχεται κάθε πρωί τον Σαγιέρ όταν πιάνει δουλειά και το βράδυ μένει και κοιμάται φυλώντας τις εγκαταστάσεις. «Το πρωί είναι φιλική, μένει δίπλα μου συνέχεια, αλλά αφήνει να τη χαϊδεύουν όλοι. Ήρεμη και γλυκιά. Το βράδυ γίνεται φύλακας και αγριεύει σε όποιον πλησιάζει», λέει ο κόουτς για τη σκυλίτσα που έχει πάρει πολύ σοβαρά το ρόλο του φύλακα. Η Τεσαπάρα συνοδεύει παντού τον προστάτη της. Στα γραφεία, στα αποδυτήρια, στις προπονήσεις και φυσικά στους αγώνες όταν ο διαιτητής την αφήνει. Αλλιώς πηγαίνει στην εξέδρα και βλέπει από εκεί το ματς.


Παρούσα στη συνέντευξη, μήπως ο ρεπόρτερ κάνει προβοκατόρικη ερώτηση

Είναι πολύ χρήσιμη ειδικά όταν ο διαιτητής θέλει να κάνει παρατήρηση στον Σεγιάρ κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, καθώς αγριεύει. Δίπλα στον Σεγιάρ πάντως δεν κάνει κίνηση να μπει μέσα, όταν το κοράκι την αφήνει να «κάτσει» στον πάγκο. Έχει μάθει και βρίσκεται εκτός της γραμμής (και όπως βλέπουμε στην 1η φωτογραφία μέσα στο χώρο του κόουτς). Η Τεσαπάρα όπως είναι φυσικό, έγινε το σύμβολο του συλλόγου. Στα αποδυτήρια πανηγυρίζει μαζί με τους παίκτες μετά από νίκες. Το όνομά της έχει βγει από τα μάτια της που αλλάζουν χρώμα κατά τη διάρκεια της ημέρας σύμφωνα με τους ανθρώπους του συλλόγου. Το πρωί είναι τόσο ανοιχτά γαλάζια που ο Σεγιάρ στην αρχή νόμιζε ότι ήταν τυφλή. Καθώς πέφτει το φως το χρώμα τους αλλάζει.


Το κοράκι δεν την άφησε να κάτσει στον πάγκο στο συγκεκριμένο ματς, αλλά αυτή έτοιμη από τις εξέδρες να πει στον κόουτς ότι πρέπει να το γυρίσει σε 4-3-3

Ο Σεγιάρ την έχει αγαπήσει και φυσικά το ίδιο ισχύει και για όλους τους οπαδούς της ομάδας. Όπως λέει κι ο ίδιος, «Έχω και στο σπίτι ένα σκυλί. Είναι κουταβάκι και είναι κακομαθημένο. Είναι όμως μέλος της οικογένειας.» Κάτι αντίστοιχο με την Τεσαπάρα, που έγινε μέλος της οικογένειας της «2 Μαΐου».