Το πέναλτι με τα δύο πόδια

  [Καθόλου σχόλια]

Υπήρξε ένας από τους ιστορικότερους παίκτες της Μπόκα. Ο Μαρτίν Παλέρμο μπορεί να μην είχε ποτέ την ποιότητα άλλων φορ της Αργεντινής, αλλά έγραψε τη δική του ιστορία. Κι η ιστορία αυτή είναι γεμάτη διάφορες περίεργα συμβάντα, λες και οι συμπτώσεις και τα περίεργα γεγονότα τον κυνηγούσαν πάντα. Όπως η ιστορία με τα πόσα γκολ έπρεπε να βάλει τελικά για να τον αναγνωρίσουν όλοι ως τον πρώτο σκόρερ στην ιστορία της Μπόκα. Όπως φυσικά και η ιστορία με τα απανωτά χαμένα πέναλτι στον ίδιο αγώνα. Όπως και ο τραυματισμός του σε πανηγυρισμό. Και σήμερα ασχολούμαστε με μια ακόμα ιστορία. Αυτή του περιβόητου «πέναλτι με τα δύο πόδια».

Ήταν η βροχερή 24η Απριλίου του 1999 όταν η Μπόκα υποδεχόταν την Πλατένσε στην έδρα της Βέλεζ. Το ματς αποδείχτηκε δύσκολο για τους γηπεδούχους που δεν μπορούσαν να διασπάσουν την άμυνα των «καλαμαριών». Μέχρι που ο διαιτητής Μαντοράν σφύριξε το πέναλτι υπέρ της Μπόκα. Το πέναλτι αμφισβητήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα πιο περίεργη. Ο Παλέρμο ανέλαβε την εκτέλεση απέναντι στον τερματοφύλακα Φαμπιάν «Τερέζα» Κανσελάριτς. Παίρνοντας φόρα για να εκτελέσει με το αριστερό, ο Μαρτίν γλίστρησε. Βρήκε μεν την μπάλα με το αριστερό, αυτή πήρε περίεργη τροχιά, χτύπησε στο δεξί του πόδι (!) και κατέληξε στα δίχτυα. Η Μπόκα καθάρισε το ματς με ένα γκολ του Αραουμπαρένα, αλλά το πέναλτι με τα δύο πόδια ξεκίνησε μεγάλη κουβέντα.

Αν δεν το βλέπετε με την πρώτη, μετά το 1ο λεπτό έχει το καλύτερο ριπλέι

Οι άνθρωποι της Πλατένσε (και οι αντίπαλοι της Μπόκα) υποστήριζαν ότι το γκολ του Παλέρμο δεν έπρεπε να μετρήσει σύμφωνα με τους κανονισμούς. Ο υπεύθυνος της… ΚΕΔ της Αργεντινής Χουάν Κάρλος Λουστάου δήλωσε αδυναμία να αποφασίσει αν το γκολ ήταν έγκυρο. Ο ίδιος ανέφερε τον κανόνα 14 που λέει ότι ο εκτελεστής ενός πέναλτι δεν μπορεί να χτυπήσει την μπάλα δυο φορές συνεχόμενα και αυτό τιμωρείται με έμμεσο υπέρ του αντιπάλου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν υπήρξε πρόθεση όπως είπε ο Λουστάου και συνεπώς ο κανονισμός δεν το είχε προβλέψει. Έτσι λοιπόν, το παραλίγο μπλούπερ του Παλέρμο, έφτασε στα υψηλά κλιμάκια. Η Ομοσπονδία της Αργεντινής έστειλε το βίντεο του αγώνα στη FIFA για να αποφανθεί αυτή (δημιουργώντας και δεδικασμένο). Αφού μαζεύτηκαν οι ειδήμονες της διαιτησίας, η απάντηση της ΦΙΦΑ ήταν ότι το γκολ έπρεπε να μετρήσει.

Αρκετά χρόνια μετά, ο Αλεξάντρε Πάτο σε ένα φιλικό της Βραζιλίας με τη Σουηδία το 2012 κλήθηκε με το σκορ στο 0-2 να εκτελέσει το πέναλτι. Το Ρασούντα μάλλον δεν ήταν πολύ στεγνό, ο Πάτο γλίστρησε και πέφτοντας επανέλαβε το κατόρθωμα του Αργεντίνου φορ. Ο Παλέρμο δεν το άφησε φυσικά έτσι. Ως βετεράνος, το 2015 σε ένα φιλικό των θρύλων της Μπόκα και της Γιούβε γλίστρησε και πάλι και επανέλαβε το κατόρθωμα, άγνωστο αν το προσπάθησε επίτηδες. Έτσι κι αλλιώς, πέρασε στην ιστορία μεταξύ άλλων ως ο ποδοσφαιριστής που ανάγκασε τη ΦΙΦΑ να αλλάξει (ή έστω να βάλει μια υποσημείωση) στον κανονισμό.

Τα μαγικά και πονεμένα πόδια του χαμογελαστού Σάντι

  [Καθόλου σχόλια]

Αν πριν περίπου δυο δεκαετίες κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να παρακολουθήσει τα παιχνίδια των ακαδημιών της Ρεάλ Οβιέδο, το μάτι του θα έπεφτε σε ένα μικροσκοπικό παιδάκι. Ο κοντούλης Σάντι ξεχώριζε αμέσως, όχι όμως μόνο για το ύψος του. Ήταν η μεγάλη ποιότητά του, η ταχύτητα σε σκέψη και εκτέλεση, η τεχνική, οι ντρίμπλες και φυσικά οι πάσες. Ο  Καθόρλα μπορεί να έμαθε μπάλα στην πατρίδα του τις Αστούριας, έφυγε πολύ γρήγορα όμως όταν οι άνθρωποι της Βιγιαρεάλ τον ανακάλυψαν και τον πήγαν πολύ πιο νότια στη χώρα.

Παρά το μεγάλο ταλέντο του και το γεγονός ότι έπαιξε για τρεις σεζόν στο κίτρινο υποβρύχιο, ο Καθόρλα δεν έκανε τελικά μεγάλο όνομα, δεν είχε την ανάλογη εξέλιξη. Το 2006 λοιπόν η Ουέλβα τον πήρε με το αστείο ποσό των 600 χιλιάδων Ευρώ.  Στα χέρια του απαιτητικού Μαρσελίνο μεταμορφώθηκε και μαζί του η Ρεκρεατίβο έφτασε σε μια 8η θέση, ενώ ο ίδιος ήταν από τους κορυφαίους παίκτες της σεζόν (το Δον Μπαλόν τον ανακήρυξε καλύτερο Ισπανό της χρονιάς). Η Βιγιαρεάλ ενεργώντας έξυπνα είχε βάλει ρήτρα επαναγοράς και τον πήρε αμέσως πίσω. Σε μια ονειρική χρονιά, ο Σάντι ήταν από τους πρωταγωνιστές που έφεραν την ομάδα στην ιστορική 2η θέση. Η ικανότητά του να κινείται σε μικρούς χώρους, να ντριμπλάρει ασταμάτητα, να πασάρει με ακρίβεια, αλλά και να μοχθεί αμυντικά και να σκοράρει τον έφεραν σταδιακά και στην εθνική της Ισπανίας. Άλλοτε με μεγαλύτερο, άλλοτε με μικρότερο ρόλο, ο Καθόρλα κέρδισε 2 ευρωπαϊκούς τίτλους.

«Αναρωτιέμαι. Γιατί η Μπαρτσελόνα δεν πήρε ποτέ τον Καθόρλα; Γνωρίζει ήδη τον τρόπο παιχνιδιού μας.»
– Τσάβι Ερνάντες

Το όνομά του φυσικά έπαιξε για άλλες, μεγαλύτερες ομάδες και η Ρεάλ έφτασε στο σημείο να προσφέρει το ποσό της ρήτρας του. Ενώ αρχικά φάνηκε ότι ο Καθόρλα θα κατέληγε στη Μαδρίτη, στα 23 του έκανε αυτό που λίγοι θα έκαναν. Αποφάσισε να μείνει στη Βιγιαρεάλ, να συζητήσει μαζί της, να υπογράψει ένα καλύτερο συμβόλαιο και να παραμείνει εκεί, λέγοντας ότι αγαπάει την ομάδα και αφού μίλησε μαζί της, δεν χρειαζόταν να πάρει μεταγραφή. Ο Σάντι συνέχισε να μαγεύει στη Βιγιαρεάλ μέχρι το 2011. Τότε που αποφάσισε να αφήσει πίσω την ομάδα του και να μετακομίσει στην Ανδαλουσία και τη Μάλαγα που μοίραζε χρήματα παντού. Αρκετοί τον κατηγόρησαν για εκείνη τη μεταγραφή. Ο ίδιος συνεχίζει να υποστηρίζει ότι δεν ήθελε να φύγει. Ότι η Βιγιαρεάλ αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα κι η διοίκηση αποφάσισε να πουλήσει είτε αυτόν ή τον Τζουζέπε Ρόσι και πως όταν ήρθε η πρόταση των 21 εκατομμυρίων (ρεκόρ για τη Μάλαγα) στο σύλλογο, δεν υπήρχε άλλη λύση από το να γίνει αποδεκτή.

6,5 λεπτά ποδοσφαιρικής ποιότητας

Κι αν ο ίδιος δεν ήθελε να φύγει, ακόμα περισσότερο δεν ήθελαν οι συμπαίκτες του που τον αγαπούσαν τόσο ως χαρακτήρα, πάντα με τα στραβά δόντια πίσω από ένα μόνιμο χαμόγελο, όσο και ως παίκτη. “Νιώθω σαν να έκοψαν ένα δάχτυλο από την ομάδα” δήλωνε ο Μάρκος Σένα, ενώ ο Μπόρχα Βαγιέρο υποστήριξε ότι η ομάδα έχασε την ταυτότητά της με τη φυγή του Σάντι. Ο Καθόρλα τα πήγε εξαιρετικά και στη Μάλαγα και έφτασε με την ομάδα στην έξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ. Τότε ήταν που ο Αρσέν Βενγκέρ τον πήρε στην Άρσεναλ βλέποντας έναν παίκτη που θα μπορούσε να δώσει ποιότητα στο κέντρο της Άρσεναλ. Τα λόγια θαυμασμού από συμπαίκτες του πολλά. Ειδικά η πρώτη του σεζόν ήταν μαγική με 12 γκολ στο πρωτάθλημα. Ακόμα όμως κι όταν ήρθαν άλλοι παίκτες, όπως ο Οζίλ, ακόμα και αν ο Βενγκέρ τον δοκίμαζε σε άλλες θέσεις, στα αριστερά ή λίγο πιο μπροστά από τους αμυντικούς, ο Καθόρλα φρόντιζε να δίνει και πάλι ότι μπορεί και πολύ συχνά να κάνει τη διαφορά. Ο κόσμος της Άρσεναλ τον λάτρεψε και είδε στην ομάδα τον δικό της Ινιέστα. Καλύτερος παίκτης της Άρσεναλ το 2012-13 (12 γκολ, 14 ασίστ), δεύτερος σε ασίστ το 2014-15 στο πρωτάθλημα, δύο κατακτήσεις κυπέλλων.

«Έπαιξα πέντε χρόνια μαζί του και ακόμα δεν ξέρω αν είναι αριστεροπόδαρος ή δεξιοπόδαρος»
– Ζοάν Καπντεβίλα

Κάπου εδώ θα τελείωνε η ιστορία ή έστω δεν θα είχε τίποτα το τρομερό να πούμε πέρα από στατιστικά και επιτυχίες. Ένας εξαιρετικός παίκτης, ένας εξαιρετικός χαρακτήρας, αρκετές στιγμές ομορφιάς, αντίο και τα λέμε. Μόνο που ο Σάντι δεν είχε την τύχη μαζί του. Η σεζόν 2015-16 ξεκίνησε ιδανικά, με τον Καθόρλα να είναι ίσως ο πιο πολύτιμος παίκτης της Άρσεναλ. Ο κινητήριος μοχλός, ο άνθρωπος που το παιχνίδι της ομάδας περνούσε από τα πόδια του. Μέχρι που το φθινόπωρο τραυματίστηκε στο γόνατο. Αλλά δεν ήταν αυτό το βασικό πρόβλημα. Όσο περίεργο και αν ακούγεται για έναν άνθρωπο που έπαιζε συνέχεια, τα προβλήματα ξεκίνησαν το 2013. Σε ένα ματς Ισπανίας-Χιλής όπου ο Καθόρλα χτύπησε στον αστράγαλό του και τον ράγισε. Ο Σάντι έμεινε για λίγο καιρό εκτός, αλλά επέστρεψε και έβγαλε μια σεζόν με ενοχλήσεις απνευστί, τόσο με την Άρσεναλ, όσο και με την Ισπανία στο Μουντιάλ. Ο Καθόρλα όταν “ζεσταινόταν” έπαιζε καλά, αλλά μόλις το πόδι ηρεμούσε, τότε πονούσε. Όπως αποκάλυψε σε συνέντευξή του στη Marca “στο ημίχρονο, όταν το πόδι κρύωνε, έκλαιγα από τους πόνους”.

Ο Σάντι έμαθε να παίζει έτσι, μέχρι που τρία χρόνια αργότερα ήρθε ο τραυματισμός που αναφέραμε στο γόνατο και μια επέμβαση. Στο διάστημα αυτό όμως το πρόβλημα στον αστράγαλο χειροτέρεψε πολύ. Ο Καθόρλα έχασε όλη τη σεζόν 2015-16, επέστρεψε την επόμενη αλλά γρήγορα (και παρά τις καλές του εμφανίσεις) αναγκάστηκε να αποχωρήσει ξανά. Στις 19 Οκτωβρίου του 2016, η Άρσεναλ διέλυε την Λουντογκόρετς με 6-0 στο Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά κανείς δεν φανταζόταν ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο παιχνίδι του χαμογελαστού Σάντι. Ο αχίλλειος τένοντας είχε σοβαρό πρόβλημα, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του πόνου στον αστράγαλο και της προσπάθειας του παίκτη όλον αυτόν τον καιρό να τον αποφεύγει (πατώντας ίσως και διαφορετικά), με αποτέλεσμα να καταπονείται συνεχώς ο τένοντας. Ακόμα κι αυτό όμως, δεν θα ήταν τίποτα το απίστευτο, συμβαίνουν αυτά θα έλεγε κάποιος κυνικός.

Το ταλαιπωρημένο δεξί πόδι του Σάντι και το τατουάζ της κόρης του

Οι “λίγες εβδομάδες ξεκούρασης” πέρασαν, αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε και ο Καθόρλα μπήκε να χειρουργηθεί. Το τραύμα μολύνθηκε, ο Καθόρλα αναγκάστηκε να μπει στο χειρουργείο και πάλι. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Και για να μην το κουράζουμε, ο Καθόρλα έχει φτάσει πλέον τις οκτώ επεμβάσεις στο συγκεκριμένο σημείο (ας μην προσθέσουμε και το γόνατο), η τελευταία πριν κάποιους μήνες. Και τα πράγματα δεν ήταν του στιλ “πονάω λίγο γιατρέ”, η μόλυνση άρχισε να του κατατρώει τον τένοντα, κόβοντας 8 εκατοστά. Τα μικρόβια της γάγγραινας ήταν πολύ ισχυρά και ο Καθόρλα έφτασε στο σημείο να κινδυνεύει να χάσει το πόδι του, να χρειαστεί ακρωτηριασμός. Για να καλυφθεί όλο αυτό το δέρμα από τις επεμβάσεις, έκανε μεταμόσχευση από το χέρι του. Ο Σάντι επέλεξε το σημείο που είχε κάνει τατουάζ το όνομα της κόρης του. Πλέον στον αστράγαλο υπάρχει το μισό όνομα της Ίντια Καθόρλα. Το ερώτημα δεν ήταν πότε ή αν θα ξαναπαίξει ποδόσφαιρο, αλλά τι ποιότητα ζωής θα έχει. “Ο γιατρός μου είπε ότι αν μπορώ να περπατάω μαζί με το γιο μου στον κήπο θα πρέπει να είμαι ευχαριστημένος”, αποκάλυψε ο Ισπανός.

Δεν το έβαλε ποτέ κάτω όμως. Όπως λέει, δεν έχει κλάψει καθόλου τα δύο τελευταία χρόνια. Μετά και το τελευταίο χειρουργείο δούλεψε σκληρά στη Σαλαμάνκα μόνος του μένοντας σε ένα ξενοδοχείο, μακριά από την οικογένειά του συνεχίζει να ζει στο Λονδίνο καθώς τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο εκεί. Κάνει μεγάλη προσπάθεια για να επιστρέψει και όταν οι κάμερες τον βρήκαν, αυτός ήταν ο ίδιος αγαπημένος χαμογελαστός τύπος που έδειχνε με απόλυτη ψυχραιμία φωτογραφίες στο κινητό από μια τεράστια τρύπα στο μολυσμένο πόδι του.

Πώς να μην αγαπάς αυτόν τον τυπάκο; Ψάχνοντας φωτογραφίες του, στις περισσότερες χαμογελάει. Εδώ μετά από μία από τις περίπου 10 συνολικά επεμβάσεις που έχει κάνει στην καριέρα του.

Ο Ισπανός δεν τα παράτησε ποτέ. Ούτε το 2013 όταν χτύπησε για πρώτη φορά, ούτε το 2015 όταν χτύπησε στο γόνατο, ούτε το 2016 όταν άρχισαν τα προβλήματα στον τένοντα, ούτε αργότερα όταν τρεις τύποι επιθετικών μικροβίων άρχισαν να του τρώνε τον τένοντα. Κι αυτό το ξέρουν κι οι οπαδοί της Άρσεναλ που το αναγνωρίζουν και που πιστεύουν ότι ένας από τους βασικούς λόγους των απογοητευτικών σεζόν της ομάδας είναι η απουσία του κοντούλη Ισπανού. Πολλοί λένε ότι το πρωτάθλημα του 2016 θα ήταν πολύ διαφορετικό αν ο Σάντι ήταν υγιής. Πριν περίπου ένα μήνα, μετά το ματς με τη Μίλαν στο Σαν Σίρο, οι εκδρομείς της Άρσεναλ άρχισαν να τραγουδούν το όνομά του. Δείγμα ότι δεν τον ξεχνούν. Και όταν πριν λίγες ημέρες εμφανίστηκαν οι φωτογραφίες με τον Σάντι να κάνει για πρώτη φορά ξανά χαλαρή προπόνηση στο Έμιρεϊτς (όπως αυτή στην κορυφή του κειμένου) πριν τον αγώνα με την Ατλέτικο, οι οπαδοί της Άρσεναλ πλημμύρισαν το διαδίκτυο με τη χαρά τους και με συγκινητικά μηνύματα που είδαν τη φοβερή φάτσα να πατάει χορτάρι. Ο Σάντι δεν θα είναι στην 11αδα στο σημερινό Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ-Άρσεναλ, όπως δεν ήταν σε καμία εντεκάδα εδώ και 1,5 χρόνο. Το μέλλον του στην Άρσεναλ είναι άγνωστο, ειδικά μετά την αποχώρηση του Βενγκέρ. Το να φτάσει στα παλιά του επίπεδα θα είναι θαύμα, θαύμα θα είναι να ξαναπαίξει μπάλα εδώ που τα λέμε. Η μάχη που δίνει όμως εδώ και τόσο καιρό, θα πρέπει να αποτελεί παράδειγμα για όλους. Έστω και αν οι βιντεοσυλλογές με τα μαγικά του μπορεί να μην ανανεωθούν ποτέ ξανά.

Ο Ραούλ Ταμούδο και το δίπλωμα οδήγησης

  [6 Σχόλια]

Οι ιστορίες των ποδοσφαιριστών με τα αυτοκίνητά τους είναι πολλές και συχνά πονεμένες. Θα συνεχίσουμε σε αυτό το μοτίβο με μια ακόμα που είναι αρκετά κωμική. Για όσους δεν έχουν διαβάσει παλιότερα, εδώ θα βρουν τι έπαθαν ο Έβερ Μπανέγκα και ο Ντάνι Γκουΐθα, εδώ πάλι ο Έβερ Μπανέγκα σε νέα περιπέτεια και πιο πρόσφατα ο Ρίκι Σεντουριόν. Σίγουρα στα τόσα χρόνια του Sombrero θα έχουμε κι άλλες. Σήμερα όμως θα ασχοληθούμε με έναν αγαπημένο μας ποδοσφαιριστή. Τον Ραούλ Ταμούδο τον θαυματουργό, τον παίκτη που ήξερε να βάζει την μπάλα στην εστία όσο λίγοι.

Αυτό που δεν μπορούσε να κάνει με τίποτα όμως ο δόλιος Ραούλ ήταν να πάρει δίπλωμα οδήγησης. Ο Ταμούδο προσπαθούσε στα τέλη του περασμένου αιώνα να τα καταφέρει και κοβόταν μονίμως στα θεωρητικά. Το ήθελε πολύ, γιατί πήγαινε ξανά και ξανά, αλλά το αποτέλεσμα δεν άλλαζε. Τώρα, να πω την αλήθεια, δεν ξέρω πόσο δύσκολες είναι οι εξετάσεις στην Ισπανία (ή στη Βαρκελώνη πιο συγκεκριμένα). Ο Ραούλ πάντως κοβόταν σταθερά. Μέχρι που κάποια στιγμή πήρε απόφαση ότι ήρθε η ώρα να κάνει μια βρωμιά. Όχι να λαδώσει, μην σκέφτεστε τόσο ελληνικά.


Άρθρο της εποχής

Στα 22 του λοιπόν, ο άνθρωπος που ήδη είχε αρχίσει να σκοράρει περίπου 10 γκολ τη σεζόν στην Πριμέρα και να είναι ένα από τα πιο καυτά ονόματα στην Ευρώπη, βρήκε τη λύση πολύ πριν την τηλεοπτική σειρά Suits. Τι έκανε; Αποφάσισε να στείλει κάποιον γνωστό στη θέση του. Ο φίλος του πήγε λοιπόν τον Ιούλιο του 1999 να δώσει το θεωρητικό και ξεκίνησε να απαντάει τις ερωτήσεις. Μέχρι που ένας από τους εξεταστές που έκοβε βόλτες τσέκαρε την ταυτότητα που έγραφε Ραούλ Ταμούδο. Δεν ξέρουμε πόσο έμοιαζε στον Ταμούδο ο φίλος με τα αρχικά R.S.V. (το όνομα δεν δημοσιεύτηκε ολόκληρο στα ρεπορτάζ της εποχής), αλλά άρχισε να ιδρώνει και να αγχώνεται. Νομίζοντας ότι τον έχουν πάρει χαμπάρι, ο ψεύτικος Ραούλ σηκώθηκε αγχωμένος σχεδόν στα μισά της εξέτασης να παραδώσει το γραπτό του και να την κοπανήσει. Αν υπήρχε έστω και μισή αμφιβολία, οι εξεταστές σιγουρεύτηκαν και σταμάτησαν το φίλο του ποδοσφαιριστή.

Το 2008 με το αυτοκίνητό του (ελπίζουμε να ξέρει τι είναι το Στοπ)

Κανονικός και «μαϊμού» Ραούλ πήγαν στο δικαστήριο και ο εισαγγελέας ζήτησε ένα χρόνο φυλακή για τον καθένα τους. Ακόμα χειρότερη όμως ήταν η κατσάδα που άκουσε στο σπίτι (έμενε ακόμα με τους γονείς του τότε). Τελικά, το 2001, βγήκε η τελεσίδικη απόφαση σύμφωνα με την οποία ο Ταμούδο καταδικάστηκε και τιμωρήθηκε με πρόστιμο 500 χιλιάδες πεσέτες, γλιτώνοντας τα χειρότερα. Το φοβερό είναι ότι μέχρι να ολοκληρωθεί η υπόθεση ο Ραούλ Ταμούδο όχι μόνο είχε κερδίσει ένα Κόπα ντελ Ρέι, αλλά είχε καταφέρει κάτι ακόμα πιο δύσκολο (τουλάχιστον γι’ αυτόν). Πέρασε τις εξετάσεις και μάλιστα μόνος του.

Η μέρα που ο Αριέλ Ορτέγκα αρνήθηκε να βγει αλλαγή

  [1 Σχόλιο]

Είναι ευλογία για έναν προπονητή να έχει παίκτες που ξέρουν μπάλα, παίκτες που μπορούν να κρίνουν έναν αγώνα χάρη στο ξεχωριστό ταλέντο τους. Από την άλλη είναι κατάρα να έχει παίκτες που είναι ικανοί για το χειρότερο, που είναι ατίθασοι, που συχνά έχουν προσωπικά προβλήματα και μπορούν να κάνουν ζημιά στην ψυχολογία των υπολοίπων στα αποδυτήρια. Ένας τέτοιος παίκτης ήταν και ο Αριέλ Ορτέγκα που είτε τον αντιπαθείς, είτε όχι, αν θες να είσαι αντικειμενικός, τα είχε όλα τα παραπάνω και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό. Κι αν δεν εμπιστεύεστε εμένα που τα γράφω, γιατί στο κάτω κάτω ποιος είμαι, η παρακάτω ιστορία μάλλον θα σας πείσει.

Ταξιδεύουμε στο Δεκέμβριο του 1996. Την 4η ημέρα εκείνου του μήνα η Ρίβερ, που ήταν πρωτοπόρος στην Απερτούρα, υποδεχόταν τη Ράσινγκ Κλουμπ στο Μονουμεντάλ του Μπουένος Άιρες για την 15η από τις συνολικά 19 αγωνιστικές. Οι «εκατομμυριούχοι» είχαν αρκετούς καλούς παίκτες εκείνη την περίοδο, στην επίθεση υπήρχε σε εξαιρετική κατάσταση ο Χούλιο Κρουζ και ο 22χρονος Μαρσέλο Σάλας, στην άμυνα ο Χουάν Πάμπλο Σορίν, αρχηγός ήταν ο 35χρονος Έντσο Φραντσέσκολι, στον πάγκο ο πιτσιρικάς Μαρσέλο Γκαγιάρδο και φυσικά ο πρωταγωνιστής μας. Ο Αριέλ Ορτέγκα.

Το σκορ ανοίγει με υπογραφή Ορτέγκα. Ο «Μπουρίτο» κάνει μια μαγική ντρίμπλα στην άκρη της περιοχής, αδειάζει τον αντίπαλό του, βγάζει τη σέντρα και ο Φραντσέσκολι ανοίγει το σκορ. Λίγα λεπτά αργότερα όμως γίνεται η φάση που αλλάζει τον αγώνα. Ο τερματοφύλακας της Ρίβερ Ρομπέρτο Μπονάνο κάνει έξοδο εκτός περιοχής και σταματά την μπάλα με το χέρι του, αποβάλλεται με απευθείας κόκκινη λίγο πριν τελειώσει το 1ο ημίχρονο και αποχωρεί. Ο σπουδαίος Ραμόν Ντίας που βρίσκεται στον πάγκο πρέπει να βάλει τον Μπούργος, τον αναπληρωματικό τερματοφύλακά του. Όπως πολλοί προπονητές θα έκαναν στη θέση του, με την ομάδα του να προηγείται 1-0 αποφασίζει να βγάλει έναν επιθετικογενή παίκτη που γνωρίζει ότι δεν θα μαρκάρει ιδιαίτερα, δεν θα τρέξει, δεν θα αμυνθεί. Τον Αριέλ. Η εντολή από τον πάγκο δίνεται.

Όλος ο Αριέλ Ορτέγκα μέσα σε 2 λεπτά.

Ο Μπούργος μπαίνει και πηγαίνει στον Ορτέγκα να του πει να βγει. Ο νεαρός τότε Ορτέγκα κοιτάζει προς τον πάγκο σαν να μην το πιστεύει. Είναι στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του (λίγους μήνες αργότερα θα πάρει μεταγραφή στη Βαλένθια) στα 22 του, ο κόσμος σε έναν από τους ναούς του ποδοσφαίρου φωνάζει ρυθμικά το όνομά του, η Ρίβερ τα δίνει όλα για ένα ακόμα πρωτάθλημα. Δεν μπορεί να το αποδεχτεί. Ο Ραμόν Ντίας κάνει εκνευρισμένος νεύματα στον Ορτέγκα να βγει. Αυτός κοιτάει τον πάγκο και δεν κουνιέται. Οι αντίπαλοι έχουν δει την αλλαγή και προσπαθούν να τον βγάλουν, εκείνος ως γνήσιο πεισματάρικο γαϊδουράκι (μπουρίτο) δεν κουνιέται. Για καλή τύχη του Ορτέγκα, την κατάσταση σώζουν δύο συμπαίκτες. Ο Ρομπέρτο Μονσεράτ νιώθει ενοχλήσεις, ο Έντσο Φραντσέσκολι το βλέπει και παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Οι σχέσεις του με τον Ντίας δεν ήταν καλές έτσι κι αλλιώς, στα 35 του ένιωθε και λίγο προπονητής και το παίρνει πάνω του. Λέει στον Μονσεράτ να βγει και δίνει ο ίδιος την εντολή στον πάγκο για την… αλλαγή της αλλαγής. Ο Ντίας αποδέχεται την απόφαση και ο Ορτέγκα μένει στον αγωνιστικό χώρο.

Το 1ο ημίχρονο τελειώνει και είναι άγνωστο τι γίνεται στα αποδυτήρια της Ρίβερ. Αυτό που ξέρουμε είναι τι γίνεται όταν ξεκινάει το 2ο ημίχρονο. Οι γηπεδούχοι προσπαθούν να αιφνιδιάσουν τους αντιπάλους με τη σέντρα, η μπάλα καταλήγει στα πόδια του Πρίγκιπα, αυτός βλέπει τον Ορτέγκα να κάνει κίνηση, του βγάζει την μπαλιά, ο Αριέλ παίρνει την μπάλα με το εσωτερικό με έναν πανέμορφο τρόπο, κλείνεται από τερματοφύλακα και αμυντικό, προσποιείται και καθώς πέφτει τσιμπάει την μπάλα και τη στέλνει στα δίχτυα. «Ορτεγκίτο, Ορτεγκίτο» φωνάζει ο σπίκερ, αλλά αυτός ήδη έχει βγάλει τη φανέλα, την ανεμίζει και πηγαίνει προς το πέταλο. Οι κάμερες γυρνούν στο Ραμόν Ντίας (με πουκάμισο βγαλμένο από τους Απαραδέκτους) να χαμογελά και να λέει το κλασσικό λατινοαμερικάνικο «la puta que ta pario» που ανάλογα με τη χρήση, μπορεί να είναι από χοντρή βρισιά μέχρι μια μικρή αποθέωση όπως σε αυτή την ιστορία.

Τα γκολ του αγώνα (η φοβερή ενέργεια του Αριέλ στο 1ο)

Το παιχνίδι βέβαια δεν τελείωσε έτσι απλά. Σε μια αντεπίθεση της Ρίβερ ο Σορίν γράφει το 3-0, αλλά η Ράσινγκ απαντάει με δυο γκολ (το δεύτερο με πέναλτι που εκτελεί ο τερματοφύλακάς της). Το 4-2 γράφεται με νέο πέναλτι που εκτελεί ο Φραντσέσκολι, η Ρίβερ μένει με 9 και η Ράσινγκ γράφει προς το τέλος το τελικό 4-3 που κρατάει τη Ρίβερ με διαφορά στην πρώτη θέση. Με ένα σερί νικών τις επόμενες αγωνιστικές καθαρίζει τον τίτλο. Από εκεί και πέρα η καριέρα του Ορτέγκα είναι γνωστή. Με τα πάνω της και τα πολλά κάτω της (κυρίως σε Ευρώπη, αλλά και εθνική). Ένας ζογκλέρ που έπαιζε πρώτα για τον εαυτό του και το θέαμα και μετά για την ομάδα και την ουσία. Αυτό όμως δεν εμπόδισε να γίνει ένα από τα μεγάλα ινδάλματα της Ρίβερ, παρά τα όσα προσωπικά του προβλήματα στο τέλος της καριέρας του. Και όταν το 2013 έγινε το αποχαιρετιστήριο παιχνίδι του, 65.000 άνθρωποι μαζεύτηκαν για να του πουν το μεγάλο αντίο, με πολλούς από αυτούς να δακρύζουν.

«Δεν έχω λόγια για να σας ευχαριστήσω, ούτε εσάς τους οπαδούς, ούτε τους συμπαίκτες μου. Είχα προγραμματίσει να πω χίλια πράγματα, αλλά το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι αυτό: Ευχαριστώ τον Θεό που με έκανε οπαδό της Ρίβερ»

Κι ο Ορτεγκίτο με το ίδιο μαλλί-χαίτη (100% λατινοαμερικάνικη πατέντα), έστω και γκριζαρισμένο, με λίγες παραπάνω γραμμές στο πρόσωπο (πάντα μου θύμιζε τον Καραγκούνη στη φάτσα, δικάστε με) να βλέπει παλιά κατορθώματα και να δακρύζει κι αυτός. Το παρόν στο παιχνίδι έδωσαν πολλοί. Ο Φαλκάο και ο Φραντσέσκολι, ο Γκαγιάρδο κι ο Μπουονανότε και φυσικά ο Ραμόν Ντίας, ο πρωταγωνιστής εκείνου του επεισοδίου που 17 χρόνια αργότερα δήλωνε: «Ο Αριέλ είναι τεράστιος, μου άρεσε πώς του συμπεριφέρθηκε ο κόσμος γιατί κι αυτός τα έδινε όλα γι’ αυτούς. Τι του έμαθα; Δεν του έμαθα τίποτα. Αυτός μου έμαθε να απολαμβάνω το ποδόσφαιρο».

Όταν σου λείπει η μπάλα στο εξωτερικό

  [1 Σχόλιο]

Η ξενιτιά είναι δύσκολη. Είτε πας για να σπουδάσεις και σου λείπουν τα φασολάκια με τη φέτα, είτε πας για να δουλέψεις και έχεις χρήματα που πλέον δεν μπορείς να τα σκορπίσεις όπως θέλεις. Και μπορεί πολλές φορές τα πράγματα εκεί στο εξωτερικό να είναι καλύτερα, να μην κοιτάζεις πίσω, αλλά πάντα υπάρχει κάτι που θα σου λείπει. Ακόμα κι αν είσαι ένας Βρετανός διάσημος με πολλά χρήματα στην όμορφη δυτική ακτή των ΗΠΑ, μπορεί να μην σου λείπουν τα φασόλια για πρωινό ή το φις-εν-τσιπς, η μπαλίτσα όμως θα σου λείπει. Δεν θα ψάχνεις εστιατόριο της Αστόρια με κίονες και το μενού να γράφει με αρχαιοελληνική γραμματοσειρά «μουζάκα», αλλά ψάχνεις τις παραδόσεις του νησιού. Κάπως έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, πολλοί Βρετανοί «μετανάστες» σύχναζαν στο Cat & Fiddle μια παμπ στη Sunset Boulevard της Δυτικής Ακτής για να πιουν τις μπύρες τους και να συζητήσουν για μπαλίτσα.

Και φυσικά, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η μια κουβέντα έφερε την άλλη και αποφάσισαν να παίξουν μπαλίτσα. Μεταξύ τους οι Πολ Κουκ και Στιβ Τζόουνς των Sex Pistols, ο Ίαν Άστμπουρι από τους Cult κι ο Βίβιαν Κάμπελ των Def Leppard. Μαζί με άλλους ανθρώπους της show-biz έφτιαξαν τη δική τους ομάδα, τη Hollywood United FC μέσα σε έναν κόσμο που δεν τους καταλάβαινε. «Δεν αντέχω να ακούω τους Αμερικάνους και το σόκερ. Εμείς παίζουμε το πραγματικό ποδόσφαιρο, χωρίς κράνη και στεροειδή» έλεγε βλέποντας ένα Τότεναμ-Άρσεναλ στην παμπ, ο Χίλτον, ένας Λονδρέζος κάμεραμάν που ήταν αρχηγός στη Hollywood μέχρι που χτύπησε το γόνατό του. Η ομάδα δεν ήταν αποκλειστικά για διάσημους ή πλούσιους. Αλλά αυτοί όσο μπορούσαν έπαιζαν και βοηθούσαν. Το νούμερο 4 π.χ. ήταν κρατημένο για τον Βίνι Τζόουνς όποτε είχε χρόνο, ενώ ο Στιβ Τζόουνς (που μαζί με τον Ρέι Γουίνστοον είναι από τους ιδρυτές) με τις γνωριμίες του μπόρεσε και βρήκε εμφανίσεις για την ομάδα από την Puma.

Όπως περιγράφει ο Σεμπάστιαν Ντόγκαρντ (παραγωγός και σκηνοθέτης), όποιος μπορούσε ερχόταν. Ο Ρόμπι Γουίλιαμς π.χ. ήταν ένα δυναμικό εξτρέμ με πολύ καλή ντρίμπλα, ενώ ο Μάικ Μάιερς άκουγε κοροϊδευτικά «oh behave» όποτε έκανε κάτι εξεζητημένο. Η ομάδα γρήγορα έγινε κάτι παραπάνω από αμιγώς βρετανική. Κι άλλοι Ευρωπαίοι, αλλά και λατινοαμερικάνοι προστέθηκαν, αλλά όπως γράφει ο Ντόγκαρντ σε ένα άρθρο του, οι Γερμανοί και οι Αργεντίνοι γενικά δεν ήταν ευπρόσδεκτοι. Είπαμε, είμαστε Βρετανοί στο κάτω κάτω. Η επιτυχία της ομάδας ήταν μεγάλη και γρήγορα έγινε κανονικός σύλλογος που με την πορεία του χρόνου απέκτησε τρεις ομάδες. Την «κανονική» με το όνομα Hollywood United Hitmen που αγωνίζεται πλέον στο NPSL, την… πάνω από 30 και αυτή των πάνω από 40 που παίζουν οι παλιοσειρές που ίδρυσαν τη Hollywood.

Τουλάχιστον πρέπει να τρώνε καλά

Όλο και περισσότεροι διάσημοι άρχισαν να παίζουν κατά καιρούς. Ιδιοκτήτης-πρόεδρος και τερματοφύλακας έγινε ο Άντονι Λα Πάλια που εξαφάνιζε τα αντίπαλα σουτ «Χωρίς Ίχνος» (ναι το ξέρω, πολύ κακό…). Τη φανέλα του συλλόγου έχουν φορέσει κατά καιρούς ο λοχίας Μπρόντι (που όπως ξέρουμε αγαπάει την μπάλα), ο Τζέισον Στέιθαμ που είναι αρκετά αναλώσιμος (το πιάσατε ε;), ο Μπράντον Ρουθ (να κρατηθώ να μην πω κάτι για τον Σούπερμαν), ο Ζίγκι Μάρλεϊ, ο Ντόναλ Λογκ (γνωστός ως βασιλιάς Χόρικ στους Βίκινγκς) αλλά και πολλοί ποδοσφαιριστές όπως ο Άλεξ Λάλας, ο Φρανκ Λεμπέφ, ο Γιούρι Τζορκαέφ, ο Χόρχε Κάμπος που πέρασαν για μια γκεστ εμφάνιση.

Ο Λα Πάλια (Αυστραλός με ιταλο-ολλανδική καταγωγή) από τα χρόνια που έπαιζε μπάλα στην Αυστραλία

Μέσα σε όλα τα περίεργα της ομάδας είναι κι ένα γράμμα που έλαβε ο Λα Πάλια από έναν τύπο που το 2006 έκλεψε μια από τις μπάλες Μπραζούκα της ομάδας όταν αυτή έφυγε στο δρόμο. Ο τύπος τη βρήκε να κυλάει και αντί να την επιστρέψει, την πήρε κι έφυγε. Οκτώ χρόνια αργότερα, στο πλαίσιο των 12-βημάτων για τα άτομα που κάνουν απεξάρτηση, ο… κλέφτης έστειλε μια επιστολή στον πρόεδρο Λα Πάλια ζητώντας συγγνώμη. Η μπάλα δεν επιστράφηκε βέβαια, αλλά ήταν ένα καλό βήμα για να σωθεί ένας άνθρωπος.

Στιβ Τζόουνς σε φιλανθρωπική εκδήλωση

Πέρα από την πλάκα όμως (και την όχι και τόσο πλάκα, γιατί αρκετοί όπως ο Τζόουνς παίρνουν πολύ στα σοβαρά το παιχνίδι και αρνούνται να χάσουν ή να μην παίζουν βασικοί), η Χόλιγουντ έχει όπως είναι αναμενόμενο και φιλανθρωπικό χαρακτήρα. Διοργανώνει συχνά φιλικά παιχνίδια για διάφορους σκοπούς και τα ποσά που μαζεύονται δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα. Όχι και άσχημα για μια ομάδα ξενιτεμένων που τους έλειπε η μπαλίτσα.

Ο Ρίκι, το ταλέντο του και το Thug Life

  [1 Σχόλιο]

Δεν πέρασε πάνω από ένας χρόνος από τότε που ο μεγάλος Ρομπέρτο Μπάτζιο έδινε συνέντευξη στην Κοριέρε ντελο Σπορτ. Ανάμεσα σε άλλα σημεία, επανέλαβε την αγάπη του για το ποδόσφαιρο της Λατινικής Αμερικής. Ο Μπάτζιο αγαπάει την Μπόκα και όταν ρωτήθηκε για το αν βλέπει κάποιον διάδοχό του είπε: «τον Ρίκι Σεντουριόν, αλλά πρέπει να βελτιώσει τη συμπεριφορά του έξω από το γήπεδο». Όπως βλέπετε, δεν αναρωτήθηκε για αυτά που κάνει στο γήπεδο. Αν και ομολογώ ότι δεν βλέπω πολλά κοινά στον 25χρονο Αργεντίνο χαφ και τον Μπάτζιο (περισσότερο μου θυμίζει το Νεϊμάρ), ο Σεντουριόν ξέρει καντάρια μπάλας και βγάζει μια ποδοσφαιρική αλητεία από τα παλιά. Τεχνίτης, γρήγορος, καλός παίκτης που δύσκολα μαρκάρεις. Δυστυχώς όμως η αλητεία δεν σταματάει μέσα στο γήπεδο.

Πράγματα που έκανε ο Ρίκι πριν κλείσει τα 21 του

Μόλις στα 19 του, ως ταλαντούχος παίκτης της Ράσινγκ Κλουμπ, πρωταγωνίστησε στο πρώτο του σκάνδαλο. Η φωτογραφία του να κραδαίνει ένα όπλο και να καμαρώνει με αυτό σαν συμμορίτης κυκλοφόρησε παντού. Λίγο η ηλικία, λίγο ότι ήταν το πρώτο παράπτωμα, λίγο τα «παιδί είναι μωρέ» και στον Αντριάν Ρικάρντο Σεντουριόν δόθηκε άφεση αμαρτιών. Για αρκετό καιρό, τα παραπτώματά του ήταν ήσσονος σημασίας. Από το 2016 και μετά όμως, ο Ρίκι είναι κάθε λίγο και λιγάκι πρώτη είδηση και όχι για καλούς λόγους. Η αρχή έγινε όταν πρωταγωνίστησε σε έναν καβγά, όντας μεθυσμένος και κατηγορήθηκε για πρόκληση σωματικών βλαβών. Δυο ήταν οι τραυματίες και ο Ρίκι την κοπάνησε για να γλιτώσει τη σύλληψη. Τον ίδιο μήνα τράκαρε το αυτοκίνητό του τα χαράματα γυρίζοντας από διασκέδαση και οδηγώντας υπό την επήρεια. Τον επόμενο μήνα κυκλοφόρησαν «σέξι» φωτογραφίες του που έστελνε σε κοριτσόπουλα μέσω κινητού.


Μαλώνεις ρε;

Το 2017 μπήκε όπως έφυγε το 2016. Με την Μπόκα να βρίσκεται στη Μαρ ντελ Πλάτα για το καλοκαιρινό φιλικό με τη Ρίβερ, ο Ρίκι επέστρεψε σε κατάσταση μέθης στο ξενοδοχείο της Μπόκα αργά το βράδυ και πρωταγωνίστησε σε ένα επεισόδιο που έπιασαν οι κάμερες ασφαλείας. Εκεί σε έξαλλη κατάσταση συγκρατείται από τρεις συμπαίκτες του, άγνωστο με ποιον τα είχε βάλει. Τον Μάϊο του ίδιου έτους, η τότε κοπελιά του προσέφυγε στη δικαιοσύνη και τον κατηγόρησε για βία και απειλές, υποστηρίζοντας ότι μεταξύ άλλων της έσπασε τρία δόντια. Για να κάνει ακόμα πιο έντονο το προφίλ του κακού παιδιού, ο Ρίκι ανεβάζει λίγο καιρό αργότερα καινούρια φωτογραφία του με μια καραμπίνα. Η Μπόκα το καλοκαίρι αποφασίζει να μην τον αγοράσει (ο Σεντουριόν ήταν δανεικός με option αγοράς από τη Τζένοα), αλλάζει άποψη στην πορεία και τελικά όλα δείχνουν ότι ο Ρίκι θα συνεχίσει στο Μπομπονέρα. Ξαφνικά, η μεταγραφή χαλάει. Ο λόγος; Λίγες μέρες πιο πριν ο Σεντουριόν έχει μπλέξει ξανά σε έναν καβγά, ενώ έχει πάει με την παρέα του για… μπόουλινγκ (γνωστό επικίνδυνο παιχνίδι που προάγει τη βία). Ο Ρίκι κι οι φίλοι του (ταινία που θα μπορούσε να σκηνοθετήσει ο Σκορτσέζε) απειλούν έναν τυπάκο που ήταν οπαδός της Μπόκα και απλά ήθελε να βρεθεί κοντά στο είδωλό του. Η Μπόκα αποφασίζει να βάλει πολύ αυστηρούς όρους στο συμβόλαιο του Σεντουριόν. Να δει κάποιον ψυχολόγο για τη συμπεριφορά του, να σταματήσει να ποστάρει προκλητικά πράγματα στα social media και κυρίως, να έχει η Μπόκα το δικαίωμα να διακόψει το συμβόλαιό του για κάποιο παράπτωμα χωρίς να πληρώσει ούτε ένα πέσο για την υπόλοιπη διάρκειά του.

Το πιο σημαντικό γκολ του Ρίκι με τη φανέλα της Μπόκα, με ένα σομπρέρο

Ο Σεντουριόν αρνείται και ωσάν κάτι δικούς μας διοικητικούς παράγοντες ποστάρει στίχους στα social media: «Δεν ακούω και συνεχίζω, γιατί πολλά από αυτά που απαγορεύονται είναι αυτά που με κάνουν να ζω». Από το τραγούδι «Απαγορευμένο» των Καγιεχέρος (αγαπημένο συγκρότημα και του κόουτς Χόρχε Σαμπάολι). Επιστρέφει τελικά στη Γένοβα και το μόνο αξιόλογο που κάνει με τη φανέλα της Τζένοα συμβαίνει όταν ο κόουτς τον τιμωρεί γιατί την ώρα της προπόνησης ανεβάζει live video στα social media πίνοντας μάτε. Με αυτά τα μυαλά παίζει 52 ολόκληρα λεπτά από την αρχή της σεζόν μέχρι το Δεκέμβριο και η Τζένοα ψάχνει να τον στείλει κάπου. Η Μπόκα παρ’ ότι έχει την ευκαιρία να τον πάρει δανεικό, εμμένει στην καλοκαιρινή απόφασή της και τελικά η ομάδα στην οποία έμαθε μπάλα και έφτιαξε το όνομά του, η Ράσινγκ Κλουμπ αγοράζει με 4 περίπου εκατομμύρια το 70% του παίκτη. Μια νέα αρχή για τον παίκτη και μια μεγάλη μεταγραφή για το σύλλογο.

Βλέποντας αυτό το τυπάκι, θα ποντάρατε ότι έχει παίξει σε Αργεντινή, Βραζιλία, Ιταλία και έχουν ξοδευτεί αρκετά εκατομμύρια για πάρτη του;

Ο Ρίκι επιστρέφει και κάνει μέσα στο γήπεδο αυτό που ξέρει. Δημιουργεί, σκοράρει, ξεσηκώνει. Δεν περνάνε καλά καλά τρεις μήνες όμως και χτυπάει ξανά. Τα ξημερώματα μιας από τις προηγούμενες μέρες περνάει δυο φανάρια με κόκκινο και συλλαμβάνεται. Αρνείται να κάνει αλκοτέστ και είναι αρκετά επιθετικός. Στη συνέχεια προσπαθεί να «λαδώσει» τον έναν αστυνομικό όπως φαίνεται σε βίντεο που κυκλοφόρησε. Το χειρότερο όμως είναι άλλο. Το «ξημερώματα» μάλλον είναι τιμητικό, καθώς η ώρα που συλλαμβάνεται είναι 8.10 το πρωί και τα φανάρια που πέρασε με κόκκινο βρίσκονται σε περιοχή με σχολείο, την ώρα που μαθητές πηγαίνουν εκεί. Δυστυχώς, ο πρόεδρος της Ράσινγκ Βίκτορ Μπλάνκο τον υπερασπίζεται, λέγοντας ότι τέτοια ώρα δεν είναι λογικό να κάνεις αλκοτέστ και ότι το γεγονός διογκώθηκε επειδή επρόκειτο για το Ρίκι. Θυμίζοντας Έλληνα παράγοντα λέει και το αμίμητο: «ποιος από μας δεν έχει περάσει με κόκκινο ένα φανάρι;»

10 από τα καλύτερα μαγικά του Ρίκι

Δυστυχώς για τον Σεντουριόν φαίνεται ότι η κανονική αλητεία θα υπερισχύσει της καλώς εννοούμενης ποδοσφαιρικής αλητείας. Ο Ρίκι δεν είναι πια παιδί. Είναι 25 χρονών. Οι δικαιολογίες τελείωσαν. Θα μπορούσε να έχει κληθεί στην εθνική, να έχει θέση σε κάποιο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Κι όμως. Απέτυχε παταγωδώς στην Ιταλία, ένας τεράστιος σύλλογος όπως η Μπόκα αποφάσισε ότι τα αρνητικά είναι περισσότερα από τα θετικά και τώρα ξεκινάει με τον ίδιο τρόπο στη Ράσινγκ. Το τεράστιο ταλέντο του συνεχίζει να μένει ανεκμετάλλευτο, όταν το αμαυρώνει με ένα σωρό ανοησίες. Και είναι κρίμα, γιατί θα μπορούσαμε σήμερα να μιλάμε για τα μαγικά του και όχι για το ποινικό του μητρώο.

Φερνάντο Ρεδόνδο: Η αποθέωση της ποδοσφαιρικής φινέτσας

  [3 Σχόλια]

Ήταν το 1979,  όταν ένας ακόμα πατέρας περνούσε με το 10χρονο παιδί του τις πόρτες των ακαδημιών των Αρχεντίνος Τζούνιορς. Μιας ομάδας που ποτέ δεν μπήκε στους μεγάλους του Μπουένος Άιρες, αλλά μπορεί να καμαρώνει ότι έβγαλε από το γήπεδο του Πατερνάλ παίκτες όπως ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, ο Κλαούντιο Μπόργκι, ο Εστεμπάν Καμπιάσο και εκείνο το 10χρονο παιδάκι που άκουγε στο όνομα Φερνάντο Ρεδόνδο. Ένα από τα πιο σπουδαία χαφ που έβγαλε ποτέ η Αργεντινή, ένας φίνος ποδοσφαιριστής που έγραψε ιστορία με την ποιότητά του, αλλά και το χαρακτήρα του. Ο Ρεδόνδο σε αντίθεση με πολλά από τα παιδιά που παίζουν μπάλα στη χώρα, δεν ήταν ένα φτωχόπαιδο που έπαιζε στους δρόμους. Η οικογένειά του ήταν μεσοαστική, είχε μια σχετική άνεση κι ο μικρός δεν στερήθηκε τα βασικά. Την μπάλα όμως την λάτρευε και ήθελε να παίζει 10αρι, στα χνάρια του ινδάλματός του, του τεράστιου Ρικάρντο Μποτσίνι.

Το πληθωρικό ταλέντο του μικρού Φερνάντο καλλιεργήθηκε και μόλις στα 16 του χρόνια έκανε ντεμπούτο στο πρωτάθλημα της Αργεντινής σε ένα ματς απέναντι στη Χιμνάσια Λα Πλάτα. Σιγά σιγά πήρε παιχνίδια και έμεινε για πέντε σεζόν εκεί, δείχνοντας τις ικανότητές του. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, όλοι έβλεπαν ένα εξαιρετικό «5αρι» (όπως ονομάζονται στην Αργεντινή τα αμυντικά χαφ), που έπεφτε στα τάκλιν, κυρίως όμως ήξερε πολλή μπάλα, ντρίμπλαρε, είχε ένα πολύ καλό αριστερό, οργάνωνε το παιχνίδι από πίσω, άλλαζε ρυθμό, έβλεπε γήπεδο και είχε μια αέρινη παρουσία στο γήπεδο, λες και ήταν κάτι το ανώτερο. Το παρατσούκλι «Πρίγκιπας» που του βγήκε αργότερα δεν είναι τυχαίο. Δεν ήταν όμως ένας καλομαθημένος γαλαζοαίματος, ήταν ο πρίγκιπας που δεν φοβόταν να βάλει τους αγκώνες, να ρίξει την κλοτσιά, να κυλιστεί στο χώμα.

Ο 16χρονος Φερνάντο

Το 1990 ήταν μια σημαδιακή χρονιά. Έχοντας κατακτήσει τίτλο με τις μικρές εθνικές, έφτασε η ώρα του για τους άνδρες. Ο Κάρλος Μπιλάρδο τον ήθελε στο Μουντιάλ. Ποιος δεν θα ήθελε στα 21 του να παίξει σε ένα Μουντιάλ; Μα, ο ιδεολόγος Φερνάντο Ρεδόνδο που αρνήθηκε, με επίσημη εκδοχή ότι… είχε εξεταστική στη Νομική όπου και σπούδαζε. Η αλήθεια όμως είναι ότι στην προαιώνια μάχη του αργεντίνικου ποδοσφαίρου μεταξύ «μπιλαρδίσμο» και «μενοτίσμο» ο Ρεδόνδο έχοντας σαφή θέση υπέρ του Μενότι, υπέρ του ωραίου ποδοσφαίρου, του θεάματος πάνω από αποτέλεσμα, δεν ήθελε να είναι μέλος μιας εθνικής του μακιαβελικού και αμυντικογενή Κάρλος Μπιλάρδο.

Το 1990 όμως ήταν σημαντικό και συλλογικά. Ένα λάθος της διοίκησης των Αρχεντίνος Τζούνιορς σε μια περίεργη υπόθεση που ποτέ δεν ξεκαθάρισε (λέγεται ότι ξέχασαν να στείλουν το φαξ με τις ανανεώσεις συμβολαίων στην ομοσπονδία), άφησε ουσιαστικά ελεύθερους τους περισσότερους παίκτες του συλλόγου. Αν και αρκετοί έμειναν τελικά στην ομάδα, ο Ρεδόνδο έφυγε. Με συστάσεις του Χόρχε Βαλντάνο η Τενερίφε τον αποκτά και ο Ρεδόνδο στα 21 του μόλις παίζει στην Πριμέρα, κάτοικος Καναρίων Νήσων για τέσσερις σεζόν.


«Πρίγκιπας και Βασιλιάς»

Μέσα σε όλα του τα παιχνίδια στα Κανάρια, υπάρχει κι ένα που έγραψε ιστορία. Το αργεντίνικο… ξεκαθάρισμα λογαριασμών, το Τενερίφε-Σεβίγια του 1993 που ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό παιχνίδι, αλλά η κόντρα των δύο κόσμων. Από την μια πλευρά οι νησιώτες με τον Χόρχε Βαλντάνο στον πάγκο και βοηθό του τον Άνχελ Κάπα, φανατικοί λάτρεις του Μενότι και του καλού ποδοφαίρου. Από την άλλη, οι Αναδαλουσιάνοι με προπονητή τον ίδιο τον Μπιλάρδο και παίκτες όπως ο πιστός στρατιώτης Σιμεόνε και ο Ντιέγκο (που δεν είχε συγχωρέσει τον Ρεδόνδο για την άρνησή του το 1990). Στα Κανάρια το ματς διαφημιζόταν ως η μάχη του «βασιλιά» με τον «πρίγκιπα», η Σεβίγια είχε μόλις κερδίσει τη Ρεάλ με 2-0 και ήταν οκτώ ματς αήττητη. Τα εισιτήρια εξαφανίστηκαν και η Τενερίφε έκανε ρεκόρ εισπράξεων.

Ο Ντιέγκο, πιστός στο χαρακτήρα του, έκανε τις κλασσικές του δηλώσεις πριν τον αγώνα. «Ο Ρεδόνδο είναι τρομερός παίκτης, αλλά ήταν σαν μια γροθιά στο στομάχι για μένα, για τον προπονητή και για όλους η άρνησή του να έρθει στο Μουντιάλ της Ιταλίας. Θα του ζητήσω εξηγήσεις όταν τον δω». Την ίδια στιγμή ο Μπιλάρδο δήλωνε ότι δεν ξέρει ποιος είναι Κάπα, ενώ ο Βαλντάνο, γνωρίζοντας τις προλήψεις και τα γούρια του Μπιλάρδο, φρόντισε να γεμίσει τον πάγκο της Σεβίλλης με… χοντρό αλάτι (κάτι που θεωρείται γρουσουζιά  στην Αργεντινή). Το ματς ήταν σκληρό και είχε δύο αποβολές για τη Σεβίλλη, μία του Ντιεγκίτο με απευθείας κόκκινη για διαμαρτυρία. Οι νησιώτες με δυο γκολ του Αργεντίνου Πίτσι επικράτησαν με 3-0 επί μιας κακής Σεβίγια που έμεινε με τα έντονα παράπονα για τη διαιτησία.

Η Τενερίφη είχε πολύ καλή ομάδα και τελικά κατέκτησε την 5η θέση στο πρωτάθλημα, κερδίζοντας την έξοδό της στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, ενώ στα χρόνια του Ρεδόνδο δυο φορές στέρησε το πρωτάθλημα στη Ρεάλ στο τέλος (μια απίστευτη ιστορία με την οποία θα ασχοληθούμε άλλη φορά). Ο Βαλντάνο «ανταμείφθηκε» για το σπουδαίο του έργο και ανέλαβε προπονητής της Ρεάλ κι ίσως η μεγαλύτερη προσφορά του στο σύλλογο ήταν ότι έφερε μαζί του το Φερνάντο Ρεδόνδο, που έπαιξε την καλύτερή του μπάλα στα έξι χρόνια που έμεινε στη Μαδρίτη.

Ένας κι ένας

Η ιστορία Ρεδόνδο-Αργεντινή όμως δεν τέλειωσε το 1990. Ο Φερνάντο επέστρεψε στην εθνική όταν ανέλαβε ο Άλφιο Μπαζίλε παίζοντας εξαιρετικά, καθώς αναδείχτηκε καλύτερος παίχτης στο Συνομοσπονδιών του 1992, ενώ ένα χρόνο αργότερα κατέκτησε το Κόπα Αμέρικα του 1993 που παραμένει μέχρι σήμερα ο τελευταίος, στοιχειωμένος τίτλος της Αργεντινής.  Το 1994 παίζει στο Μουντιάλ των ΗΠΑ, η ομάδα επηρεάζεται από την τιμωρία του Ντιέγκο, αλλά κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι αυτό είναι το τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο του Πρίγκιπα. Τότε συμβαίνει η έλευση του Ντανιέλ Πασαρέλα που αποφασίζει ότι χρειάζεται αυστηρός στρατιωτικός νόμος. Ένα σωρό παίκτες περνάνε βόλτα από τον μπαρμπέρη για να κόψουν τα μαλλιά τους, κανόνας σημαντικός για τον κόουτς. Μεταξύ τους κι οι Μπατιστούτα-Σορίν. Ο Κανίγια κι ο Ρεδόνδο δεν το κάνουν και δεν βρίσκονται στις κλήσεις. Οι εμφανίσεις του Φερνάντο στη Ρεάλ όμως, αναγκάζουν τον Πασαρέλα να ταξιδέψει στη Μαδρίτη.

Μιλάνε ώρες για μπάλα κι ο Πασαρέλα στο τέλος του βάζει τον όρο να κόψει το μαλλί. Ο Ρεδόνδο αρνείται, ο Πασαρέλα προσπαθεί να τον μεταπείσει και τελικά λέει στον κόσμο ότι ο παίκτης αρνήθηκε επειδή δεν ήθελε να παίξει στα αριστερά. Ο Φερνάντο δηλώνει: «Ο Πασαρέλα μου ανέλυσε τις ιδέες του και τις σκέψεις του για την εθνική. Συμφωνήσαμε σε αρκετά, εκτός από τα μαλλιά. Το καταλαβαίνω και το σέβομαι, αλλά τα μαλλιά μου είναι μέρος της προσωπικότητάς μου. Μπορεί να είμαι ποδοσφαιριστής, είμαι όμως πάνω από όλα ένας άνθρωπος και νιώθω όμορφα έτσι». Στην Αργεντινή ξεσπάει πόλεμος, δημοσιογράφοι χωρίζονται στα δύο, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γκροντόνα στηρίζει τον Πασαρέλα, ο Μαραντόνα παίρνει το μέρος του Φερνάντο δηλώνοντας: «Η ιστορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου έχει γραφτεί με μακριά μαλλιά» (εννοώντας τον Κέμπες και τον Κανίγια), ενώ γίνεται ερώτηση μέχρι και στον πρόεδρο της χώρας στο Κοινοβούλιο για το θέμα. Τίποτα όμως δεν αλλάζει, η εθνική προχωράει χωρίς τον Ρεδόνδο. Ο ίδιος εμφανίζεται πριν το Μουντιάλ Γαλλίας το 1998 που βλέπει ως φίλαθλος με το μαλλί πιο κοντό, σαν να λέει «το κάνω όταν θέλω εγώ».

Πίσω στη Μαδρίτη ο Πρίγκιπας κερδίζει δύο πρωταθλήματα και δύο Τσάμπιονς Λιγκ, περνάει όμως στην ιστορία, ως αυτός ο παίκτης που έκανε αυτή την ντρίμπλα μέσα στο Ολντ Τράφορντ, αναγκάζοντας τον Άλεξ Φέργκιουσον να πει: «Mα τι έχει αυτός ο παίκτης στα παπούτσια του; Mαγνήτες;» Δεν είναι όμως μόνο εκείνο το στιγμιότυπο. Είναι ολόκληρο το παιχνίδι, καθώς στο περίεργο σύστημα που κατεβάζει ο ντελ Μπόσκε, ο Ρεδόνδο είναι ουσιαστικά το μοναδικό χαφ με κάποιες βοήθειες από τον ΜακΜάναμαν. Είναι η στιγμή που ο Πρίγκιπας περνάει στο ποδοσφαιρικό πάνθεον. Και ουσιαστικά το κύκνειο άσμα του. Κλείνει τη σεζόν στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στην επικράτηση επί της Βαλένθια στο Παρίσι και μαζί τον κύκλο του στη Μαδρίτη. Η επικράτηση στις εκλογές του συλλόγου του Φλορεντίνο Πέρεθ που ευαγγελιζόταν την εποχή των Γκαλάκτικος, είναι πλήγμα για τον Αργεντίνο χαφ που είχε στηρίξει δημόσια τον αντίπαλό του.

Ο Πέρεθ κέρδισε και ξόδεψε τριψήφιο αριθμό εκατομμυρίων για να φέρει παίκτες όπως ο Φίγκο και ο Μακελελέ. Ο 31χρονος Ρεδόνδο του φαινόταν περιττός και κυρίως ένας παίκτης που δεν ήταν «δικός του» στα αποδυτήρια. Ήταν όμως μια μορφή για τους συμπαίκτες του. Όπως περιγράφει η El Pais σε ένα άρθρο τής εποχής: «Φρόντιζε κάθε χιλιοστό του σώματός του. Έκανε διατάσεις μετά την προπόνηση, έφτιαχνε τα μαλλιά του, φρόντιζε το πρόσωπό του με ενυδατικές κρέμες, πρόσεχε με ακρίβεια γραμμαρίου τη δίαιτά του και επέστρεφε στο σπίτι όπου είχε αγοράσει όλα τα πανάκριβα όργανα γυμναστικής για κάθε πιθανή ομάδα μυών. Και πριν τον αγώνα φορούσε τα πιο καθαρά παπούτσια από όλους και τύλιγε τους αστραγάλους του με τεράστια προσοχή, χωρίς να τσαλακωθούν καν οι επίδεσμοι». Λάτρης της τελειότητας τόσο στο παιχνίδι, όσο και τη ζωή. Ο ντελ Μπόσκε ήταν ανένδοτος στη φυγή του Πρίγκιπα, ο πολυμήχανος Πέρεθ όμως δούλεψε υπόγεια και ήρθε σε συμφωνία με τη Μίλαν κι ο ποδοσφαιριστής εξαναγκάστηκε να πει το ναι. Για να μην ακούσει την γκρίνια του κόσμου, ο Πέρεθ ανακοίνωσε ότι ήταν επιθυμία του παίκτη να φύγει. Ο Ρεδόνδο εξοργίστηκε και στην συνέντευξη για το αντίο του είπε την αλήθεια λέγοντας: «Αρνούμαι να λερώσω το όνομά μου και την εικόνα μου, η απόφαση να φύγω ήταν της διοίκησης». Αρκετοί οπαδοί της Ρεάλ συγκεντρώθηκαν έξω από το προπονητικό κέντρο και διαμαρτυρήθηκαν. Οι «γκαλάκτικος» όμως ήρθαν για να μείνουν κι ο Ρεδόνδο δεν είχε θέση σε αυτούς.

Περάστε τα πρώτα 40″ και απολαύστε

Ενδιάμεσα, επέστρεψε στην εθνική με προπονητή πλέον τον Μαρσέλο Μπιέλσα. Παίζει σε δυο φιλικά με τη Βραζιλία και στο ένα βγαίνει MVP έχοντας εκμηδενίσει τον Ριβάλντο. Τελικά όμως δηλώνει ότι αποσύρεται από την εθνική, λέγοντας όχι στον Μπιέλσα. Είναι η τρίτη άρνηση του παίκτη, αυτή τη φορά χωρίς να φταίει κάποιος προπονητής. Οι τραυματισμοί έχουν αυξηθεί και ο Αργεντίνος λέει ότι δεν μπορεί να δώσει το 100% τόσο σε σύλλογο, όσο και σε εθνική. Ο Μπιέλσα το σέβεται, αρκετοί στην πατρίδα όμως τον επικρίνουν. Έτσι κι αλλιώς όμως, η καριέρα του αρχίζει την πτώση της στο Μιλάνο. Αρχικά δεν μπορεί να βρει σπίτι που να του αρέσει και έτσι αφήνει την οικογένεια στη βίλα του στη Μαδρίτη. Στη συνέχεια δεν του αρέσει το στιλ του παιχνιδιού. Κυρίως όμως έχει απανωτούς τραυματισμούς. Ο Ρεδόνδο πάντα ήταν επιρρεπής, αλλά στην Ιταλία ήταν πλέον και σε μεγαλύτερη ηλικία. Παίζει ελάχιστα στη Μίλαν, κερδίζει έστω και χωρίς συμμετοχή στον τελικό ένα ακόμα Τσάμπιονς Λιγκ. Το γόνατο όμως δεν αντέχει. Απανωτά προβλήματα στους χιαστούς, επεμβάσεις και νέα προβλήματα. Μέσα σε όλα, σταθερός στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του και την στάση ζωής του, ζητάει από τη Μίλαν να σταματήσει να τον πληρώνει μέχρι να επανέλθει: «Γιατί η συνείδησή μου δεν μου επιτρέπει να είμαι ήρεμος και να αναρρώσω». Ζητάει να επιστρέψει και το αυτοκίνητο και το σπίτι (!), αλλά η Μίλαν δεν το δέχεται. Μετά από τέσσερις επεμβάσεις, καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει και αποχαιρετά το ποδόσφαιρο. Η φυγή του από τη Μαδρίτη ήταν καταστροφική τόσο για την καριέρα, όσο και για την ψυχολογία του.

Η Αργεντινή δεν βρήκε ποτέ ξανά έναν ισάξιο παίκτη. Όχι ότι τον είχε και πολύ. Πες τον περήφανο, πες τον περίεργο, αλλά ακολούθησε αυτά που πίστευε. Μόλις 29 φορές φόρεσε τη φανέλα της και σίγουρα το 1990 και το 1998 θα μπορούσε να είχε βοηθήσει. «Νέοι Ρεδόνδο» βγήκαν. Ίσως ο πιο κοντινός, ο συνονόματος Φερνάντο Γκάγκο. Ίδιο στιλ, παρόμοιο μαλλάκι, τεράστιο ταλέντο, αλλά όχι δεν ξεπέρασε, ούτε καν έφτασε τον Πρίγκιπα (με εξαίρεση ίσως τους τραυματισμούς). Εμείς θα μείνουμε πάντα με την απορία τι θα μπορούσε να δώσει παραπάνω στην εθνική και κυρίως με τις αναμνήσεις από τα χρόνια της Ρεάλ.

Ρε, τον πρόεδρο ρε;

  [2 Σχόλια]

Το Μπουρουντί είναι μια μικρή χώρα της Αφρικής κάπου στα ανατολικά και λίγο νότια, δίπλα στην Τανζανία και τη Ρουάντα. Όσοι ασχολούνται παραπάνω, μπορεί να γνωρίζουν για τους εμφύλιους πολέμους και τις γενοκτονίες που έλαβαν χώρα κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, με πάρα πολλά θύματα, φριχτά εγκλήματα και πρόσφυγες. Τα πράγματα όμως δεν έχουν βελτιωθεί ακόμα. Όπως μας ενημερώνει και η γουικιπίντια, το 2017 ήταν η δεύτερη λιγότερη χαρούμενη χώρα στον κόσμο. Αυτό δεν φαίνεται να πτοεί τον πρόεδρο Πιερ Νκουρουζίζα, έναν από αυτούς τους κλασικούς προέδρους σε ταλαιπωρημένη χώρα που κέρδισε τον κόσμο κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση αποδείχτηκε σκάρτος. Ο Πιερ είναι πρόεδρος της χώρας από το 2005 και δεν φαίνεται να θέλει να αποχωρήσει.

Το 2010 εκλέχθηκε και πάλι με ένα ποσοστό κοντά στο 90% και την αντιπολίτευση να απέχει από τις εκλογές. Τα προβλήματα όμως μεγάλωσαν όταν κατέβηκε για τρίτη φορά πρόεδρος το 2015, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει βάσει νόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει αν είχε δικαίωμα. Οι τέσσερις από τους επτά δικαστές έφυγαν από τη χώρα μετά από απειλές για τη ζωή τους, με αποτέλεσμα να αποφασίσουν όσοι έμειναν και να δικαιώσουν τον πρόεδρο με την αιτιολογία ότι «πρέπει να προστατεύσει το σύνταγμα της χώρας». Το Μπουρουντί μπήκε σε μια νέα περίοδο κρίσης και μια προσπάθεια πραξικοπήματος έλαβε χώρα, αλλά γρήγορα καταπνίγηκε, όπως και στην περίπτωση Ερντογάν. Ο Νκουρουζίζα εκλέχθηκε αυτή τη φορά με το… χαμηλό 69%, με την αντιπολίτευση και πάλι να κάνει μποϊκοτάζ στις εκλογές και η συμμετοχή να περιορίζεται περίπου στο 30%. Εξαιτίας των αναταραχών, χιλιάδες πολίτες της χώρας αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν, ενώ αρκετοί έχασαν τη ζωή τους.

80% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχειας
57% των παιδιών είναι υποσιτισμένο
Σε μια έρευνα σε 178 χώρες, το Μπουρουντί είχε το χαμηλότερο δείκτη «ικανοποίησης από τη ζωή»

Την παρούσα περίοδο ο πρόεδρος έχει ορισμένες σκοτούρες, καθώς οργανώνει δημοψήφισμα για την αλλαγή του συντάγματος ώστε να μπορέσει να έχει ακόμα δυο θητείες μετά το 2020. Η αντιπολίτευση και ο ΟΗΕ τον κατηγορούν, αλλά ο Πιερ δεν φαίνεται να χολοσκάει. Βρίσκει διέξοδο από τα προβλήματα της προεδρικής καθημερινότητας στην μπαλίτσα. Αν και αθλητικός τύπος, πριν τέσσερα χρόνια κατήργησε το τζόκινγκ στη χώρα. Το τζόκινγκ είναι μια αγαπημένη συνήθεια των κατοίκων του Μπουρουντί από τα χρόνια των εμφυλίων, καθώς μην αντέχοντας τα προβλήματα έβγαιναν είτε μόνοι, είτε σε παρέα και έτρεχαν στους δρόμους. Ένα σπάνιο φαινόμενο, μέχρι που ο Νκουρουζίζα το απαγόρευσε γιατί υπήρχε φόβος ανατροπής της κυβέρνησης. Η μπάλα πάντως δεν έχει απαγορευτεί. Ο πολυπράγμων Πιερ βλέπετε είναι καθηγητής φυσικής αγωγής και λατρεύει το ποδόσφαιρο, καθώς παίζει από πέντε χρονών, ενώ αργότερα έγινε ποδοσφαιριστής και προπονητής μιας ομάδας Α’ εθνικής.

Μια που έχει μεγαλώσει όμως και δεν μπορεί να παίζει κανονικά, έφτιαξε μαζί με φίλους του βετεράνους την Αλληλούια FC. Αν τύχει και βρεθείς στο Μπουρουντί κάποια στιγμή το απόγευμα, μπορεί να δεις έναν αστυνομικό να σου φωνάζει να φύγεις αμέσως από το δρόμο. Να το κάνεις φίλε αναγνώστη. Σε λίγο θα περάσει ένα κονβόι. Ένα φορτηγάκι με αστυνομικούς, από πίσω ένα ακόμα με στρατιώτες με στολή παραλλαγής και κάποιον να κρατάει ένα πολυβόλο, στη συνέχεια μια σειρά από τζιπ με φιμέ τζάμια και στη συνέχεια κι άλλοι αστυνομικοί, μαζί με άλλους στρατιώτες. Σε κάποιο από αυτά τα τζιπάκια είναι ο πρόεδρος φορώντας τα αθλητικά του και πιθανότατα κρατώντας μια μπάλα στα χέρια στο πίσω κάθρισμα και φωνάζοντας «πιο γρήγορα» στον οδηγό. Είναι η ώρα για το απογευματινό του ματσάκι. Οι κακές γλώσσες λένε ότι ο Πιερ έχει μεγαλύτερο άγχος για την ομάδα του, παρά για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Πολύ ωραίο στιλ, βεβαίως, βεβαίως

Στο χωριό του, λίγο έξω από την πρωτεύουσα Μπουτζουμπούρα, ο πρόεδρος έχει χτίσει ένα γήπεδο για να μπορεί να παίζει. Μη φανταστείτε ένα 5×5 με λίγο χορτάρι. Ο δημοσιογράφος Τιμ Φρανκς του BBC που το επισκέφτηκε το περιγράφει ως ένα «σύμπλεγμα βγαλμένο από μεσογειακό θέρετρο και μια αρένα μεγαλειωδών διαστάσεων». Χωράει περίπου 10.000 θεατές και φαίνεται ακόμα πιο τεράστιο, σε σύγκριση με τις καλύβες της περιοχής. Είναι όλο σκεπαστό και έχει προβολείς (φορτίζουν την ημέρα από τον ήλιο) που το βράδυ φαίνονται από χιλιόμετρα μακρυά, σε μια χώρα που πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα έχει μόλις το 2% του πληθυσμού. Στον έναν τοίχο του γηπέδου υπάρχει μια τεράστια τοιχογραφία που τον δείχνει να κλωτσάει μια μπάλα προς τον γιο του (που φοράει φανέλα της Λίβερπουλ). Δίπλα στο γήπεδο, υπάρχει ένα πολυτελές ξενοδοχείο, στο οποίο μένει η ομάδα όταν δεν κάνει τουρνέ σε διάφορα μέρη της χώρας. Ο μόνος στρωμένος δρόμος είναι αυτός που οδηγεί στο αθλητικό κέντρο και έχει το όνομα της γυναίκας του προέδρου. Τριγύρω, παιδάκια που φοράνε κουρέλα παίζουν, χωρίς να έχουν δικαίωμα να μπουν μέσα.

Πλάνα αρχείου, με τον Πιερ να κάνει μαγικά

Όπως αρμόζει σε αυτόν που φέρνει την μπάλα ή είναι πρόεδρος της χώρας, ο Πιερ παίζει στην επίθεση της Αλληλούια. Και μάλιστα είναι πρώτος σκόρερ της. Οι κακές γλώσσες βέβαια λένε ότι οι αντίπαλοι μαρκάρουν στην καλύτερη με τα μάτια. Κάπως έτσι ταξίδεψε ο Πιερ στη μικρή πόλη/χωριό (δυστυχώς δεν βρήκα πολλές πληροφορίες) Κιρέμπα στα νότια της χώρας πριν μερικές εβδομάδες. Έτοιμος για ακόμα ένα ποδοσφαιρικό σόου μαγείας και πολλών γκολ. Μόνο που οι άνθρωποι της ομάδας, είχαν πάρει και ορισμένους Κογκολέζους πρόσφυγες για ποδοσφαιριστές. Αυτοί χωρίς να γνωρίζουν ποιος είναι ο αντίπαλος, τον μάρκαραν κανονικά. Ο Πιερ έφαγε και μερικές κλωτσιές. Ο Πιερ έπεσε και κάτω. Κυρίως όμως, δεν σκόραρε. Κι όταν ο Πιερ δεν σκοράρει, κάποιος πρέπει να την πληρώσει. Ο πρόεδρος του Μπουρουντί λοιπόν, έδωσε εντολή και οι άντρες που τον συνόδευαν ανέλαβαν. Ο προπονητής και ο βοηθός προπονητή της ομάδας του Κιρέμπα συνελήφθησαν. Η κατηγορία; Ότι δεν είχαν δώσει σωστές εντολές στους παίκτες τους και συνεπώς έκαναν συνωμοσία κατά του προέδρου της χώρας. Οι άτυχοι πέρασαν την ημέρα τους στη φυλακή και δυστυχώς δεν υπάρχουν πληροφορίες για το τι απέγιναν. Ελπίζουμε να είναι καλά.

Ο Μάγος με τη μεγάλη καρδιά και τα πολλά γκολ

  [2 Σχόλια]

Αργά το βράδυ της Τετάρτης ένας παγωμένος αέρας από τον Βισκαϊκό κόλπο φυσούσε κι η ως συνήθως υγρή πόλη της Χιχόν καλυπτόταν από μία ομίχλη. Το θερμόμετρο έδειχνε 2 βαθμούς Κελσίου. Η ώρα είχε ξεπεράσει τις 2 μετά τα μεσάνυχτα. Κι όμως υπήρχε κόσμος έξω από το δημοτικό στάδιο της πόλης, το Ελ Μολινόν. Λίγες ώρες αργότερα θα μαθαίναμε ότι ήταν η τελευταία μέρα που το γήπεδο-έδρα της Σπόρτινγκ Χιχόν θα είχε το όνομα του «μεγάλου μύλου». Για τον ίδιο λόγο που υπήρχε κόσμος απ’ έξω. Εξαιτίας του θανάτου του Ενρίκε Κάστρο Γκονθάλεθ, που έμεινε γνωστός ως Κίνι και υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Ισπανούς επιθετικούς όλων των εποχών και ένας μεγάλος άνθρωπος. Ο κόσμος έξω από τη θύρα 9 του Μολινόν άφηνε λουλούδια για τον άνθρωπο που σκόραρε πάνω από 230 γκολ στην αγαπημένη του ομάδα. Μεταξύ τους κι ο 69χρονος Χαβιέρ που έκανε τα 30 χιλιόμετρα από τη γειτονική πόλη Αβιλές. «Δεν πήγα καθόλου σπίτι. Το είχα μάθει και μόλις τελείωσα τη βάρδιά μου, πήρα το γιο μου και ήρθα εδώ. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω, να έρθω να βάλω ένα ερυθρόλευκο κερί. Ο γιος μου δεν τον πρόλαβε, αλλά ξέρει για τον Μάγο», δήλωσε στη Marca. Ήταν ένας από τους πολλούς που βρέθηκαν εκεί.

Λουλούδια, κεριά και συνθήματα έξω από το γήπεδο

Ο Κίνι ήταν ένας σπουδαίος επιθετικός που βγήκε 5 φορές πρώτος σκόρερ στην Ισπανία. Τις τρεις μάλιστα με τη Σπόρτινγκ Χιχόν. Παρ’ ότι γεννήθηκε στο γειτονικό Οβιέδο, ο «Μάγος» δεν έπαιξε ποτέ στη μεγάλη αντίπαλο Ρεάλ Οβιέδο. Από το 1968 ως το 1980 ο Κίνι μόνο μια σεζόν δεν σκόραρε διψήφιο αριθμό γκολ , ενώ στα 20 του μόλις στη 2η σεζόν του ανέβασε ουσιαστικά τη Χιχόν μόνος στην Πριμέρα. Το σύνθημα: «Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!» δονούσε τις εξέδρες του Μολινόν. Το δεύτερο βραβείο κορυφαίου σκόρερ μάλιστα, το κατέκτησε το 1976 μια σεζόν που η Χιχόν τερμάτισε τελευταία και υποβιβάστηκε. Ο ίδιος είχε βάλει 21 γκολ όμως. Ήταν τόσο επιθετική η ομάδα χάρη σ’ αυτόν, σε χρόνια που το ποδόσφαιρο άρχισε να γίνεται πολύ αμυντικό, που η ισπανική τηλεόραση άρχισε να μεταδίδει αγώνες Β’ εθνικής εξαιτίας εκείνης της Χιχόν.

Η Χιχόν ανέβηκε αμέσως και το 1977 σε μια απίστευτη σεζόν έφτασε στην ιστορική 2η θέση, μόλις 4 πόντους από τη πρωταθλήτρια Ρεάλ. Βγήκε τρίτη την επόμενη χρονιά με τον Κίνι να σκοράρει 25 φορές στο πρωτάθλημα στα 31 του. Η Μπαρτσελόνα που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει και μετά τον υποβιβασμό, τον πήρε τελικά το 1980. Αρκετοί οπαδοί, όπως και δημοσιογράφοι, δεν πίστευαν ότι ο Κίνι θα μπορούσε να προσφέρει στους Καταλανούς, αλλά αυτός χάρη στην ποιότητά του και το χαρακτήρα του τους κέρδισε. Και μαζί με τον κόσμο κέρδισε ακόμα δυο βραβεία πρώτου σκόρερ.

Ντιέγκο και Κίνι

Στα χρόνια του στην Μπαρτσελόνα, ο Κίνι συνυπήρξε με τον Μαραντόνα. Κι ο Ντιέγκο δεν θα μπορούσε να μη θυμηθεί την κοινή τους παρουσία. Σε ένα μήνυμά του στα social media με αφορμή τον θάνατό του, ο Μαραντόνα περιγράφει τον παλιό του συμπαίκτη: «Ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και ένας επιθετικός που δημιουργούσε ευκαιρίες για όλους. Δεν υπάρχουν πλέον τέτοια φορ, ήταν σαν τον Μαρτίν Παλέρμο. Ένα φορ που όταν σούταρε με το αριστερό, σούταρε σαν τον καλύτερο αριστεροπόδαρο. Όταν σούταρε με το δεξί, σούταρε σαν τον καλύτερο δεξιοπόδαρο.» Αυτό που δεν λέει ο Ντιέγκο, είναι ότι ο Κίνι είχε και εξαιρετική τεχνική.

Αποθέωση στο Καμπ Νου

Πάνω όμως και από τα γκολ του, το αρμονικό του ποδόσφαιρο (που κάποιοι συγκρίνουν με του Ινιέστα αν και επιθετικός) και την τεχνική του, ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός χαρακτήρας και άνθρωπος που αγαπήθηκε όχι μόνο στις ομάδες που έπαιξε, αλλά και σε μέρη που θα έπρεπε να τον μισούν. Κι όμως ήταν ένας παίκτης που με το ήθος του λατρεύτηκε και ο χαμός του συγκλόνισε όχι μόνο την πόλη της Χιχόν, αλλά ολόκληρη την ποδοσφαιρική Ισπανία. Και μεγαλύτερη απόδειξη για το χαρακτήρα του, ήταν όσα έγιναν με την απαγωγή του.

Ήταν 1η Μαρτίου του 1981 όταν ο Κίνι λίγο μετά τη νίκη επί της Χέρκουλες πήρε το αυτοκίνητό του για να υποδεχτεί στο αεροδρόμιο την οικογένειά του που γύριζε από τις Αστούριας στη Βαρκελώνη. Δυο ένοπλοι άντρες τον σταμάτησαν, τον έβαλαν σε ένα βαν και τον απήγαγαν. Το θέμα μονοπώλησε το ενδιαφέρον στα ισπανικά μέσα. Ο Κίνι είχε μεταφερθεί σε ένα μικρό υπόγειο ενός συνεργείου κάπου στη Θαραγόθα. Εκεί σε ένα χώρο περίπου 1,5×1,5 έμεινε για 25 ημέρες.

Αριστερά το εξώφυλλο της Σπορτ με τίτλο «Απήγαγαν τον Κίνι. 350εκ. πεσέτες ή τον σκοτώνουν»
Δεξιά πανό για την απαλευθέρωσή του

Για καλή ή κακή τύχη του Κίνι, οι απαγωγείς ήταν πολύ κακοί στη… δουλειά τους. Δεν ήξεραν πόσα χρήματα να ζητήσουν, δεν ήξεραν με ποιον να επικοινωνήσουν, δεν ήξεραν πού ήθελαν να μπουν τα χρήματα. Έκαναν την απαγωγή, χωρίς να ξέρουν τίποτα. Ο Κίνι τους είπε να επικοινωνήσουν με τη γυναίκα του και αυτή τους έφερε τελικά σε επαφή με την αστυνομία. Η υπόθεση ήταν πολύ δύσκολη καθώς ένα σωρό άσχετοι άνθρωποι έπαιρναν τηλέφωνα είτε για να δώσουν φανταστικές πληροφορίες, είτε για να κάνουν φάρσα, ενώ κι οι απαγωγείς δεν βοηθούσαν με τη παράλογη συμπεριφορά τους. Λέγεται μάλιστα ότι σε κάποια φάση διαμαρτυρήθηκαν γιατί είχαν ξοδέψει πολλά χρήματα ώστε να ταΐζουν τον Κίνι. Διαμεσολαβητής στην όλη υπόθεση έγινε ο συμπαίκτης του Αλεξάνκο, προσπαθώντας να βοηθήσει. Τα χρήματα τελικά κατατέθηκαν σε έναν ελβετικό λογαριασμό κι η αστυνομία περίμενε.

Τελικά ένας από τους απαγωγείς έκανε το μοιραίο λάθος, έκανε ανάληψη στη Γενεύη και σε συνεργασία με τις αρχές της Ελβετία συνελήφθη καθ΄οδόν για το αεροδρόμιο για να φύγει στο Παρίσι. Ήταν ο ηλεκτρολόγος Βίκτορ Μανουέλ Ντίαθ Εστέμπαν. Ο απαγωγέας έδωσε τις πληροφορίες στην αστυνομία και σύντομα μια ειδική μονάδα πήγε στη Θαραγόθα, απελευθέρωσε τον Κίνι και έπιασε τους συνεργούς του ηλεκτρολόγου. Ο Κίνι ήταν φανερά ταλαιπωρημένος, αλλά κατά τα άλλα σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Πλήθος κόσμου τον περίμενε στο σπίτι του στην επιστροφή του στη Βαρκελώνη. Την ίδια ώρα που ο Κίνι απελευθερωνόταν, η Ισπανία έπαιζε στο Γουέμπλεϊ φιλικό με την Αγγλία και με τα νέα να κυκλοφορούν, οι συμπαίκτες του Κίνι κέρδισαν με 1-2, μοναδική νίκη στην ιστορία της Ισπανίας σε αυτό το γήπεδο.

Ο αποκαμωμένος Κίνι μετά την απελευθέρωσή του, μαζί με τη γυναίκα του

Οι 25 αυτές μέρες μπορεί τελικά να μην άφησαν σημάδια στον Κίνι, άφησαν στην Μπαρτσελόνα. Οι παίκτες της με πρωτοστάτη τον Σούστερ ζήτησαν να αναβληθούν τα παιχνίδια μόλις η είδηση έγινε γνωστή. Η Λίγκα δεν το έκανε δεκτό και έτσι η Μπαρτσελόνα, χωρίς τον Κίνι ηττήθηκε με 1-0 από την Ατλέτικο. Στο διάστημα της απουσίας του, οι Καταλανοί δεν κατάφεραν να κερδίσουν κανένα παιχνίδι τους, επηρεασμένοι τόσο αγωνιστικά από την απουσία του καλύτερου φορ, όσο και ψυχολογικά εξαιτίας της περιπέτειας του φίλου και συμπαίκτη τους. Ο Κίνι απελευθερώθηκε στις 25 Μαρτίου και ζήτησε να παίξει στο ντέρμπι του Μπερναμπέου τέσσερις μέρες αργότερα. Οι άνθρωποι της ομάδας δεν τον άφησαν και η Ρεάλ κέρδισε με 3-0. Η απουσία του έφτασε τους πέντε αγώνες στους οποίους η Μπαρτσελόνα έκανε τέσσερις ήττες και μια ισοπαλία εντός χωρίς γκολ με τη Θαραγόθα. Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε, ότι η προσπάθεια της ομάδας καταδικάστηκε από εκείνη την απαγωγή. Σε ένα πολύ ισορροπημένο και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, η Μπαρτσελόνα βγήκε τελικά 5η αλλά μόλις 4 βαθμούς μακριά από την πρωταθλήτρια Ρεάλ Σοσιεδάδ. Η Μπαρτσελόνα έκανε αίτημα να ξαναπαιχτούν τα παιχνίδια, αλλά αυτό δεν έγινε δεκτό.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Κίνι συγχώρεσε τους απαγωγείς του. Δεν ζήτησε πίσω ούτε τα χρήματα από τα λύτρα, ούτε ήθελε να τους κάνει αγωγή. Δήλωσε ότι ήταν καλοί άνθρωποι που του φέρθηκαν καλά και μάλιστα του έφερναν και την Marca για να διαβάζει τα αθλητικά. Κάποιοι μιλούν για σύνδρομο της Στοκχόλμης, κάποιοι για την μεγάλη του καρδιά. Την καρδιά που δεν άντεξε πριν λίγες μέρες και ο Κίνι στα 68 του πέθανε την ώρα που περπατούσε στους δρόμους της Χιχόν κοντά στο σπίτι του. Την καρδιά που λίγες ώρες πριν την απαγωγή του και ενώ οι συμπαίκτες του πανηγύριζαν το έκτο γκολ απέναντι στη Χέρκουλες, τον έκανε να μην πανηγυρίζει και να πηγαίνει να δίνει κουράγιο στους παίκτες της ομάδας από το Αλικάντε, όπως θυμάται ο αμυντικός της Κίκε Σάλα. Αυτός ήταν ο «Μάγος».

Από τα χρόνια στη Χιχόν. Πόδια που θα ζήλευε κι ο Κριστιάνο.

Ο Κίνι πέρα από τους προσωπικούς τίτλους του πρώτου σκόρερ κέρδισε και τρόπαια. Δυο κύπελλα Ισπανίας, ένα Σούπερ Καπ και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1982. Μάλιστα το πρώτο του κύπελλο το κατέκτησε λίγους μήνες μετά την απαγωγή του, σκοράροντας δυο φορές εις βάρος της αγαπημένης του Χιχόν και στερώντας της έναν τίτλο. Τον συγχώρεσαν όμως. Ο Κίνι αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο το 1984 (αφού οι δυο τελευταίες του σεζόν στην Μπαρτσελόνα δεν ήταν καλές), αλλά τελικά άλλαξε απόφαση και γύρισε στη Χιχόν όπου έπαιξε για τρεις σεζόν μέχρι τα 38 του. Με τη φανέλα της εθνικής Ισπανίας έπαιξε 35 φορές, σκοράροντας 8 γκολ (το ένα στο ντεμπούτο του σε φιλικό απέναντι στην Ελλάδα) και συμμετείχε σε 2 Μουντιάλ και 1 Euro.

«Μου ζήτησες να γίνω καλύτερος ποδοσφαιριστής από σένα. Σου ζητώ συγγνώμη γιατί δεν τα κατάφερα, ήταν μια ακατόρθωτη αποστολή.»
– Νταβίντ Βίγια, ποδοσφαιριστής της Σπόρτινγκ Χιχόν 1999-2003

15.000 περίπου άνθρωποι βρέθηκαν στο στάδιο Μολινόν, που από την Τετάρτη λέγεται πλέον Εστάδιο Μολινόν – Ενρίκε Κάστρο «Κίνι». Εκεί σε έναν αυτοσχέδιο ναό πάνω στο χορτάρι, είκοσι περίπου μέτρα από την είσοδο των αποδυτηρίων, το δεύτερο σπίτι του Κίνι, έλαβε χώρα η κηδεία του. Το φέρετρό του κουβαλούσαν συμπαίκτες του από τα χρόνια της Χιχόν. Η τελευταία είσοδος του Κίνι στο αγαπημένο σπίτι του έγινε όπως πάντα εν μέσω αποθέωσης και αυτή τη φορά μεγάλης συγκίνησης. Οι συγγενείς του παρακολουθούσαν την κηδεία καθισμένοι στον πάγκο των γηπεδούχων και πολλοί άνθρωποι μίλησαν. Μίλησαν για τον παίκτη και άνθρωπο Κίνι. Αυτόν που ξεπέρασε μια απαγωγή, συγχώρεσε τους απαγωγείς του, ξεπέρασε το θάνατο του αδερφό του το 1993 (που πνίγηκε καταφέρνοντας να σώσει άλλους δύο ανθρώπους από πνιγμό, προφανώς είναι οικογενειακό χαρακτηριστικό η καλοσύνη) και αγαπήθηκε από συμπαίκτες όπως ο Μαραντόνα και θαυμαστές του όπως ο Νταβίντ Βίγια.

«Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!»

Η Super League συμπράττει με τη Φλόγα και τη Λάμψη στην ενημέρωση για τον Καρκίνο της Παιδικής Ηλικίας

  [Καθόλου σχόλια]

Εδώ και 8 χρόνια, η 21η αγωνιστική του Πρωταθλήματος της Σούπερ Λίγκα είναι αφιερωμένη στην εκστρατεία στήριξης παιδιών που πάσχουν από καρκίνο. Η 15η  Φεβρουαρίου είναι η παγκόσμια μέρα κατά του παιδικού καρκίνου και η Σούπερ Λίγκα αναλαμβάνει κοινωνική δράση για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των φιλάθλων, αλλά και της κοινωνίας, όσον αφορά τα παιδιά που νοσούν.

Γνωρίζοντας πολύ καλά τη δύναμη του ποδοσφαίρου και του μεγάλου κοινού στο οποίο απευθύνεται, η Super League δηλώνει το παρόν σε θέματα που έχουν να κάνουν με την υγεία και το κοινό καλό. Μαζί με το συλλόγους γονιών παιδιών με νεοπλασματικές ασθένειες «Φλόγα» και «Λάμψη», συμμετέχει στη διάδοση του μηνύματος ότι ο παιδικός καρκίνος είναι ιάσιμος. Ένα ηχηρό και γεμάτο ελπίδα μήνυμα που πρέπει να ακουστεί σε όλα τα μέλη της κοινωνίας.

Ο καρκίνος των παιδιών λοιπόν μπορεί να ιαθεί, όταν υπάρχει έγκαιρη διάγνωση. Υπολογίζεται ότι παγκοσμίως νοσούν 250.000 παιδιά το χρόνο, από τα οποία μόνο το 20% έχει πρόσβαση σε σωστή ιατρική φροντίδα. Το άλλο 80% προέρχεται από φτωχές χώρες, στις οποίες η διάγνωση και η ορθή αντιμετώπιση είναι έργο δυσχερέστατο. Στην Ελλάδα, ετησίως νοσούν 280-300 παιδιά, από τα οποία το 70% κερδίζει τη μάχη με τον καρκίνο, ακολουθώντας εξειδικευμένη θεραπεία.

@super_league_gr

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, ώστε να μπορούν να κάνουν έγκαιρη διάγνωση της νόσου, και στη σωστή ενημέρωση των γονιών, ώστε να μπορούν να δράσουν άμεσα.

Προς αυτή την κατεύθυνση, λειτουργούν οι δύο σύλλογοι Φλόγα και Λάμψη,  προσφέροντας εθελοντικό έργο για την αντιμετώπιση του παιδικού καρκίνου και την υποστήριξη των οικογενειών τους.

Ο σύλλογος Φλόγα δραστηριοποιείται στην Αθήνα διεκδικώντας τη δυνατότητα παρέμβασης σε θέματα ιατρικής, ψυχικής και κοινωνικής φροντίδας των παιδιών με νεοπλασματική ασθένεια. Η Λάμψη με χώρο δράσης τη Βόρεια Ελλάδα, έχει ως βασικό στόχο την άριστη ιατρική και ψυχολογική φροντίδα των παιδιών που πάσχουν από κακοήθη νοσήματα.

Είναι πολύ σημαντικό να έχουν αυτοί οι σύλλογοι βοήθεια στο τιτάνιο έργο τους, που αποσκοπεί σε μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά. Η Super League Σουρωτή στέκεται δίπλα τους, αναλογιζόμενη το μέγεθος και την επιρροή της, και ελπίζουμε όλο και περισσότεροι μεγάλοι φορείς να στηρίζουν τέτοια κοινωφελή έργα.

Προς την ευαισθητοποίηση στα θέματα αυτά λοιπόν αφιερώθηκε η 21η αγωνιστική, η οποία κύλησε ομαλά, αναφορικά με τα αποτελέσματα των κορυφαίων ομάδων του πρωταθλήματος. Αν εξαιρέσουμε τον Ολυμπιακό, ο οποίος έφερε ισοπαλία με τον Ατρόμητο, η ΑΕΚ κέρδισε τον Αστέρα Τρίπολης και ο ΠΑΟΚ πέτυχε θεαματική νίκη επί της Λάρισας. Στην επόμενη αγωνιστική οι 3 μεγάλες ομάδες επικράτησαν των αντιπάλων τους οπότε σήμερα (μετά και την 23η αγωνιστική), ο βαθμολογικός πίνακας δείχνει πρώτο τον ΠΑΟΚ, έπειτα την ΑΕΚ και τρίτο με αρκετή διαφορά τον Ολυμπιακό. Το παιχνίδι ΠΑΟΚ – Ολυμπιακού αναβλήθηκε λόγω τραυματισμού του Όσκαρ Γκαρθία από ρίψη αντικειμένου. Ο ΠΑΟΚ μάλιστα κινδυνεύει να τιμωρηθεί με αφαίρεση 3 πόντων και σε αυτό το σενάριο η ΑΕΚ θα περάσει πρώτη στη βαθμολογία. Το πρωτάθλημα μετράει ακόμα 7 αγωνιστικές για να λήξει και φαίνεται να έχει ανέβει η θερμοκρασία εντός των γηπέδων. ΠΑΟΚ, ΑΕΚ και Ολυμπιακός θα κάνουν ότι μπορούν να κατακτήσουν την πολυπόθητη 1η θέση  και να γίνουν οι νέοι πρωταθλητές της σεζόν.

Λούθερ Μπλίσετ: το παλτό που έγινε έμπνευση ενός κινήματος

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου είναι δύσκολο να πετύχεις ιστορία σαν κι αυτή του Τζαμακαϊνού φορ Λούθερ Μπλίσετ που έγινε τόσο διάσημος, χωρίς να έχει τόσο μεγάλη ποδοσφαιρική πορεία. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Αν ασχολείστε λίγο με το Ίντερνετ ή με τη λογοτεχνία ή απλά με pop culture αναφορές ή είστε ακτιβιστής, όλο και κάπου θα έχετε πετύχει το όνομα Λούθερ Μπλίσετ. Είτε ως φαρσέρ, είτε ως συγγραφέα, είτε ως κάποιο ψευδώνυμο.  Το όνομα Λούθερ Μπλίσετ ήταν (χονδρικά) οι Anonymous πολύ πριν αυτοί εμφανιστούν, αλλά σε μια χρήση φάρσας-διασποράς ψευδών ειδήσεων. Ένα παρατσούκλι που το χρησιμοποιούσαν (και χρησιμοποιούν) πολλοί άνθρωποι, ξεκινώντας από μια κολλεκτίβα καλλιτεχνών και ακτιβιστών που επέλεξαν το όνομα ενός πραγματικού προσώπου, του ποδοσφαιριστή Λούθερ Μπλίσετ.

Παίκτης της Γουότφορντ, την ακολούθησε από τη 4η ως την 1η κατηγορία και μάλιστα τη σεζόν 1982-83 βγήκε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 27 γκολ, μπροστά από τον Γκάρι Λίνεκερ. Η Γουότφορντ έκανε εξαιρετική χρονιά και βγήκε 2η, πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Λίβερπουλ. Εκείνο το καλοκαίρι η Μίλαν αποφασίζει να δαπανήσει ένα σεβαστό ποσό και να τον αγοράσει. Ο αστικός μύθος (άλλωστε στην ιστορία του Μπλίσετ με τις φάρσες ταιριάζει απόλυτα) λέει ότι οι Μιλανέζοι ήθελαν να πάρουν τον Τζον Μπαρνς και μπέρδεψαν τους παίκτες. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν επιβεβαιώνεται, αλλά βάζει λίγη σάλτσα στην ιστορία.

Ο Μπλίσετ πήγε με ανεβασμένη την ψυχολογία ως πρώτος σκόρερ και φτάνοντας στην Ιταλία έκανε δηλώσεις γεμάτος σιγουριά. «Ο Πλατινί σκόραρε πέρσι 18 γκολ; Εγώ θα βάλω περισσότερα, θα γίνω το είδωλο των πιτσιρικάδων» δήλωσε περιχαρής. Η Γκατζέτα τον παρουσιάζει ως την μεταγραφή του καλοκαιριού, βάζοντάς τον πάνω από τον Τονίνιο Σερέζο της Ρόμα και πάνω ακόμα και από τον… Ζίκο που πηγαίνει στο Ούντινε. Η πίστη στον Μπλίσετ αυξήθηκε κι οι άνθρωποι της Μίλαν έτριβαν τα χέρια τους, καθώς στα φιλικά ματς σκόραρε πολύ. Καθώς όμως όλοι γνωρίζουμε, τα καλοκαιρινά πρωτοσέλιδα τα βλέπει ο οπαδός το χειμώνα και γελά. Μιλάμε για τα 80s και μιλάμε για την Ιταλία. Τα πράγματα ήταν… άγρια και ειδικά η Μίλαν ήταν στα χειρότερα χρόνια της, μετά από υποβιβασμούς. Ο Μπλίσετ σκόραρε ελάχιστα και περνούσε τεράστιες περιόδους ανομβρίας που κρατούσαν μέχρι και τρεις μήνες. Δεν βοήθησαν και ορισμένες μεγάλες ευκαιρίες που έχασε, ένα πέναλτι που έστειλε στα πουλιά και ειδικά μία φάση στο ντέρμπι την Ίντερ σχεδόν σε κενή εστία, με τον Τζένγκα εξουδετερωμένο. Τελείωσε τη σεζόν με μόλις 5 γκολ σε 30 παιχνίδια και μετριότατη παρουσία, καθώς δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο ιταλικό στιλ παιχνιδιού. Η Μίλαν βγήκε τελικά όγδοη.

Τα κατορθώματα του Μπλίσετ στην Ιταλία, προς το τέλος το άχαστο με την Ίντερ

Ο Μπλίσετ ήταν ένα παλτό, αλλά όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις μερίδα του κόσμου αγαπάει τέτοιους παίκτες που γίνονται τελικά cult ινδάλματα. Ο Τζαμαϊκανός έγινε μάλιστα και πανό των οπαδών της Λιβόρνο, καθώς ένα από τα λίγα του γκολ ήταν αυτό που έριξε την Πίζα στη Β’ εθνική και οι άσπονδοι γείτονες το χάρηκαν πολύ. Ένας δεύτερος αστικός μύθος χρεώνει την αποτυχία του Μπλίσετ στο γεγονός ότι στη Μίλαν πήγε ο… αδερφός του και όχι ο ίδιος. Τώρα το τι έκανε ο κανονικός Μπλίσετ όλη εκείνη τη σεζόν δεν το απαντάει κανείς, όπως καταλαβαίνουμε. Στον ποδοσφαιριστή αποδίδεται και η ατάκα: «Στην Ιταλία όσα λεφτά και να έχεις δεν μπορείς να βρεις Rice Krispies», ένα δημητριακό που άρεσε πολύ στον φορ. Το να πηγαίνεις από την Αγγλία στην Ιταλία και να γκρινιάζεις για το φαγητό είναι ύβρις, αλλά μπορεί τα Rice Krispies να ήταν σαν να έχασε ο Σαμψών την κοτσίδα του ας πούμε. Το παρατσούκλι Luther Miss-it είχε κολλήσει για τα καλά πάντως.

Παρόμοια ήταν η πορεία του και στην εθνική. Με τον Μπλίσετ να κάνει χατ τρικ στην πρώτη του εμφάνιση (ένας από τους πρώτους μαύρους με τα χρώματα της Αγγλίας) απέναντι στο Λουξεμβούργο, αλλά να μη σκοράρει ξανά στις υπόλοιπες 13 εμφανίσεις του με την Αγγλία. Ο Μπλίσετ το επόμενο καλοκαίρι γύρισε με συνοπτικές διαδικασίες στη Γουότφορντ για τα μισά χρήματα και συνέχισε εκεί την καριέρα του. Η κληρονομιά του έμεινε όμως ανεξίτηλη στην Ιταλία. Έστω και όχι ποδοσφαιρικά. Το όνομά του άρχισε κάποια χρόνια αργότερα να χρησιμοποιείται από ακτιβιστές και φαρσέρ. Κανείς δεν ξέρει τον ακριβή λόγο. Μια ερμηνεία είναι ότι ο Μπλίσετ είχε πέσει θύμα ρατσιστικών επιθέσεων σε ορισμένα γήπεδα, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Ο ίδιος πιστεύει ότι επειδή ακριβώς ήταν ένας από τους λίγους μαύρους ποδοσφαιριστές εκείνα τα χρόνια, ενέπνευσε. Το Luther Blissett Project ξεκίνησε το 1994 από την Μπολόνια, ως μια κολεκτίβα αναρχικών και το όνομα άρχισε να χρησιμοποιείται σε διάφορες φάρσες. Φάρσες που ξεγέλασαν από εφημερίδες μέχρι κανάλια.

Το πρόσωπο του φανταστικού Λούθερ Μπλίσετ

Μάλιστα, η ομάδα αυτή έγραψε και ένα βιβλίο που το υπέγραψε ως Λούθερ Μπλίσετ. Ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένας λαϊκός ήρωας μέσα στην εποχή της πληροφορίας, με τη διαδικασία της μυθοποίησης. Ένας Ρομπέν των Δασών της σύγχρονης εποχής. Κάπως έτσι, ο Λούθερ Μπλίσετ άρχισε να εμφανίζεται σε διάφορα μέρη, αφού από την Μπολόνια πήγε και σε άλλες πόλεις και χώρες και… αναλάμβανε την ευθύνη για διάφορες ιστορίες. Μαϊμού εξαφανίσεις καλλιτεχνών (που δεν υπήρχαν) σε τηλεοπτικές εκπομπές τύπου Νικολούλη, ρέιβ πάρτι σε τραμ με την αστυνομία να συλλαμβάνει τα άτομα και όλα να δηλώνουν όνομα Λούθερ Μπλίσετ, αιφνίδιοι θάνατοι φανταστικών προσώπων. Φέικ νιουζ πολύ πριν γίνουν μόδα, όλα με πρωταγωνιστή το ίδιο όνομα. Λούθερ Μπλίσετ. Ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής δεν ενοχλήθηκε ποτέ που το όνομά του πήρε πλέον άλλη σημασία, άρχισε να μοιράζεται από εδώ και από εκεί. Μετά από 5 χρόνια παρουσίας, οι υπεύθυνοι έκαναν ένα… συμβολικό σεπούκου (χαρακίρι) και σκότωσαν τον χαρακτήρα.

Μετά το 1′, η αποτυχία να πάρει σωστά τη στροφή

Όσο για τα ποδοσφαιρικά, ο Μπλίσετ έζησε κανονικά και έπαιξε αρκετά χρόνια ακόμα στην Αγγλία, έβαλε αρκετά γκολ στη Γουότφορντ και αλλού, αλλά δεν έφτασε ποτέ ξανά στις προ-Μίλαν επιδόσεις του. Θεωρείται πάντως από τους θρύλους της Γουότφορντ. Μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με τον ποδοσφαιρικό  σχολιασμό, αλλά και την αυτοκίνηση, καθώς έκανε μαζί με τον Μπαρνς και τον Λες Φέρντιναντ μια σχολή αγωνιστικής οδήγησης για νεαρούς από την Καραϊβική. Αργότερα ασχολήθηκε κι ο ίδιος με αγώνες οδήγησης και μάλιστα συμμετείχε το 2011 στο Silvestone Classic, όπου ανάμεσα σε άλλες διασημότητες τράκαρε λίγο μετά την εκκίνηση και έκανε αρκετές σβούρες. Ευτυχώς βγήκε σώος.

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Νέστορ Ορτιγόσα

  [Καθόλου σχόλια]

Ίσως ο τίτλος να αδικεί τον συγκεκριμένο παίκτη. Σίγουρα θα βρεθεί κάποιος και θα πει: «Μας δουλεύεις ρε Σομπρέρο; Δεν γνωρίζουμε τον χοντρούλη Νέστορα;», αλλά η αλήθεια είναι ότι σε αυτή την ενότητα κειμένων ασχολούμαστε μεν με παίκτες που έχουν κερδίσει την αγάπη του κόσμου, έχουν καταφέρει επιτυχίες, αλλά στο ευρύ ποδοσφαιρικό κοινό της Ευρώπης δεν είναι διάσημοι. Τέτοιος είναι και ο σημερινός πρωταγωνιστής μας. Ο Νέστορ Ορτιγόσα γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη έξω από το Μπουένος Άιρες, σε ένα μικρό και φτωχικό σπίτι από το οποίο έφευγε για να παίζει μπάλα με άλλα παιδιά. Πετούσε τα παπούτσια πάνω από τα σύρματα στους γείτονες, έβγαινε από την πόρτα, τα μάζευε μετά και πήγαινε για μπαλίτσα κρυφά. Μάλιστα δεν έπαιζε απλά μπάλα, τα παιδιά έπαιζαν με χρηματικό έπαθλο, με στοίχημα κι οι αγώνες ήταν κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση για τα φτωχά πιτσιρίκια. Έτσι ο Ορτιγόσα ξεκίνησε από μικρός να ξέρει ότι κάθε μπαλιά πρέπει να διεκδικηθεί, ότι κάθε ματς σημαίνει πολλά για την επιβίωση στη φτωχογειτονιά.

Ο πιτσιρικάς έκανε άλλωστε κάθε μέρα μεγάλες διαδρομές με το τρένο για να βρει πλανόδιους εμπόρους και να αγοράσει ό,τι μπορεί.  Τετράδια, πιπεριές, παγωτά, κουρελούδες, τσίγκινα κουτάκια από αναψυκτικά, σαπούνια. Αγόραζε κάθε χρήσιμο αντικείμενο και μετά το πουλούσε ο ίδιος. Είτε στους επιβάτες των τρένων στην επιστροφή, είτε στη γειτονιά του πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα. Ο αδερφός του ντρεπόταν να το κάνει, ο ίδιος πιστεύοντας στο «καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή» όχι. Μια παραμονή Χριστουγέννων η αστυνομία τον μάζεψε γιατί πουλούσε χωρίς άδεια. Για να τον λυπηθούν μετά (είχε ήδη κρύψει τα χρήματα και είπε ότι δεν έβγαλε τίποτα) και να συνεχίσει τη… δουλειά του. Και το βράδυ όταν έπεφτε για ύπνο μαζί με τον αδερφό του στο κρεβάτι που μοιράζονταν, ονειρευόταν ότι έβαζε το κρίσιμο πέναλτι, το μεγάλο γκολ. Περισσότερο όμως από την ίδια την επιτυχία, ο Ορτιγόσα τα ήθελε όλα αυτά για ένα όνειρο. Να αγοράσει με δικά του λεφτά ένα σπίτι για τους γονείς του, να τους πάρει από το μικρό φτωχικό οίκημα που δεν τους χωρούσε. Δύσκολα χρόνια, δύσκολες εποχές. Ακόμα και το όνομά του ήταν… δανεικό. Οι γονείς του ήθελαν να τον βγάλουν Τζόναθαν (με ισπανική προφορά), αλλά ο πόλεμος με την Αγγλία ήταν πολύ πρόσφατος και το ληξιαρχείο απαγόρευε κάθε τέτοιο αγγλικό όνομα. Ο Νέστορ βαπτίστηκε Νέστορ (μια που είναι ξενικό το γράφουμε με «ο»), αλλά οι συγγενείς του τον φωνάζουν «Γιόνα» από το Γιόναθαν.

Είναι πολύ εύκολο σε αυτά τα μέρη να παραστρατήσεις, να γίνει μέλος κάποιας συμμορίας. Ο πατέρας του Νέστορα (Παραγουανός στην καταγωγή) άρχισε να τον πηγαίνει για ποδόσφαιρο, για να γλιτώσει από συμμορίες. Ήταν για τον μπαμπά Ορτιγόσα η διέξοδος για το παιδί του, όχι για να γίνει πλούσιος, αλλά για να μην μπλέξει. Βρισκόταν πάντα εκεί, από τα παιδικά ματς μέχρι τα πιο σημαντικά αργότερα στην καριέρα του. Μόνο μια φορά δεν τον ακολούθησε, στο Μουντιάλ του 2010, γιατί δεν ήθελε να πληρώσει τόσα πολλά ο γιος του για το ταξίδι και τη διαμονή του.

Ο Ορτιγόσα δεν σου γεμίζει το μάτι αν τον δεις. Μετρίου αναστήματος, χωρίς να είναι ο πιο γρήγορος παίκτης του κόσμου. Όπως λέει κι ο ίδιος όμως «το barrio είναι το μεγαλύτερο σχολείο». Στη γειτονιά δεν έχεις πολλές ευκαιρίες, ειδικά όταν παίζεις με πιο μεγαλόσωμους. «Αν δεν έδινα την μπάλα με τη μία, τότε θα με έκοβε στα δύο κάποιος άλλος». Οι βάσεις είχαν μπει ήδη και στο κανονικό σχολείο που είναι οι Αρχεντίνος Τζούνιορς, δούλεψε πάνω σε αυτές. Καθημερινά 40 λεπτά να δοκιμάζει πάσες με την μία και άλλα 40 λεπτά για κοντρόλ-πάσα. «Τρέχεις πολύ. Παίζε πιο απλά» του είχε πει ο μεγάλος κόουτς Κλαούντιο Μπόργκι. Ο Ορτιγόσα έγινε ένα κεντρικό χαφ που καλύπτει χώρους, μπαίνει στις μονομαχίες και ελέγχει το ρυθμό του παιχνιδιού, συνήθως σε αργό τέμπο, μοιράζοντας το παιχνίδι από πίσω με την πολύ καλή τεχνική του. Παίζει ένα σχετικά αργό ποδόσφαιρο που ταιριάζει ακόμα στη Λ. Αμερική και πιθανότατα είναι ένας από τους λόγους που δεν μετακόμισε στην Ευρώπη παρ’ ότι έφτασε να αγωνίζεται στην εθνική Παραγουάης (που προτίμησε από αυτή της Αργεντινής γιατί είχε περισσότερες πιθανότητες να παίξει, αν και επί Ντιέγκο είχαν γίνει συζητήσεις). Το «παχουλό» φιζίκ του, το σχετικά αντιτουριστικό του κορμί, δεν τον έκαναν ποθητό στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού. Αν θα έπιανε κανείς δεν το ξέρει.

Ο ίδιος φυσικά δεν αποδέχεται το παρατσούκλι «χοντρός» με το οποίο είναι γνωστός. Είναι ένας μύθος υποστηρίζει, ζυγίζει μόλις 82-83 κιλά (ύψος 1.78) και όπως λέει όλοι οι διατροφολόγοι στις ομάδες του το επιβεβαιώνουν (μοιάζει λίγο με Αστερίξ-Οβελίξ η ιστορία), είναι απλά μεγαλόσωμος και καμπουριάζει. Ο άνθρωπος με τα πολλά ονόματα. Στη γειτονιά Γιόνα, η γυναίκα του Νέστορ, στο γήπεδο «gordo», «orti» και «negro», κανένα δεν τον ενοχλεί πάντως, μιλάμε για Αργεντινή. Και τέλος πάντων, το θέμα είναι πώς παίζει, χοντρός ή αδύνατος, λευκός ή μαυριδερός, ο Ορτιγόσα τα καταφέρνει μια χαρά εδώ και χρόνια. Γίνεται από τα σημαντικότερα στελέχη στις ομάδες που παίζει. Τόσο στους Αρχεντίνος, όσο και στη Σαν Λορένσο είχε μεγάλες επιτυχίες και μεγάλη προσφορά. Παρέμεινε όμως ένα παιδί από το μπάριο. Θυμάται χαρακτηριστικά να παίζει την Κυριακή απέναντι στην Μπόκα, να σβήνει τον Ρικέλμε, να βγαίνει παίκτης της αγωνιστικής στην εφημερίδα Ole και την επόμενη μέρα στο ρεπό να παίζει πρωταθληματάκι για χρήματα στη γειτονιά του. Μέχρι που ο (αγαπημένος) Ρικάρντο Καρούσο το ανακάλυψε και του είπε: «Θέλεις να ζήσεις πουλώντας τετράδια στα τρένα ή να γίνεις ποδοσφαιριστής;». Όχι βέβαια ότι το έκοψε τελείως, συνέχισε να παίζει όποτε μπορούσε με τους φίλους του στη γειτονιά. Η μπάλα είναι τρόπος ζωής.

Το 2008, χωρίς να έχει κάνει ακόμα τεράστια καριέρα και όντας ακόμα παίκτης των Αρχεντίνος Τζούνιορς με λίγα χρήματα, ο «χοντρός» κάνει το πρώτο του όνειρο πραγματικότητα. Αγοράζει σπίτι στους δικούς του. Δεν ήθελε όμως να το πάρει έτσι, προτιμούσε να είναι κάτι που θα επιλέξουν αυτοί. Έτσι, μια μέρα η τύχη του χαμογέλασε και ενώ οδηγούσε με τη μητέρα του στο αυτοκίνητο, αυτή είδε ένα σπίτι και του είπε: «να, εδώ να έρθεις να μείνεις, είναι πολύ όμορφο». Ο Ορτιγόσα πήγε την άλλη μέρα και το αγόρασε. Αλλά δεν τους είπε κάτι. Ήθελε πρώτα να το φτιάξει, να το κάνει τέλειο για τους ανθρώπους που αγαπά. Όταν ξαναπέρασαν μια άλλη μέρα, η μητέρα του είπε: «Κοίτα, το φτιάχνουν. Κάποιος πρέπει να το αγόρασε» κι αυτός με το ζόρι κρατήθηκε να μην της το πει. Όταν τα μερεμέτια ολοκληρώθηκαν όμως, υπήρχε ακόμα ένα πρόβλημα. Η μαμά του δεν ήθελε να φύγει από τη γειτονιά. Κι ας μην είχε αποχέτευση, κι ας μην είχε αέριο κι ας ήταν το σπίτι μικρό. Εκεί έμεναν φίλοι και συγγενείς, εκεί είχε μάθει. Έτσι, ο σοφός Νέστωρ (εδώ με «ω») σκαρφίστηκε ένα κόλπο για να ξεπεράσει το ζήτημα. Μια μέρα που την επισκέφτηκε πάρκαρε μπροστά στο σπίτι και συνεννοήθηκε με μερικά από τα καλόπαιδα της γειτονιάς να του κλέψουν το ένα λάστιχο. Ο… έξαλλος Ορτιγόσα πήγε θεατρινίστικα και της ανέφερε την κλοπή, λέγοντάς της ότι το μέρος είναι επικίνδυνο και ότι μπορεί κάτι να του συμβεί. Μόνο έτσι πείστηκε η μητέρα του και έφυγε από εκεί. Ο Ορτιγόσα το αποκάλυψε σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, σε μια συνέντευξη που έδωσε τον περασμένο μήνα.

13 Αυγούστου 2014. Ο Ορτιγόσα βρίσκεται στην τέταρτη σεζόν του στη Σαν Λορένσο. Τελικός Κόπα Λιμπερταδόρες με τη Νασιονάλ της Παραγουάης. Το παιδί που πουλούσε τα τενεκεδάκια στα τρένα και ονειρευόταν το μεγάλο γκολ, έχει ήδη 10 χρόνια επαγγελματικής καριέρας. Έχει παίξει σε Μουντιάλ με την Παραγουάη, έχει κερδίσει δυο πρωταθλήματα Αργεντινής με δυο διαφορετικές ομάδες. Δεν το λες και λίγο. Εκείνα τα βράδια όμως στο μικρό σπιτάκι στο Σάν Αντόνιο, υπήρχε πάντα στα όνειρα το μεγάλο πέναλτι. Τις Παρασκευές και τα Σάββατα ο κόσμος που γύριζε από τη δουλειά στη γειτονιά έπαιζε πρωταθληματάκια πέναλτι. Τουρνουά με ομάδες των δύο (ένας εκτελεστής και ένας τερματοφύλακας) που εκτελούσαν από τρία. Ο Ορτιγόσα όμως έπαιζε μόνος. Έκανε και τον εκτελεστή και τον τερματοφύλακα για να μην μοιράζεται τα χρήματα του επάθλου που είχε ανάγκη. Τα πρωταθληματάκια ξεκινούσαν στις 10 το βράδυ και έφταναν πολλές φορές μέχρι τις 5 το πρωί. Εκεί έβγαλε κάποια χρήματα, εκεί έφτιαξε την τεχνική του που τον οδήγησε σε ένα επαγγελματικό ρεκόρ 19 συνεχόμενων επιτυχημένων πέναλτι. Στην ίδια ευθεία με την μπάλα για να μην ξέρει ο αντίπαλος πού θα βαρέσεις και την τελευταία στιγμή, μια κίνηση με τον αστράγαλο και το χτύπημα. Όχι δυνατό, αλλά συνήθως τεχνικό.

Η Σαν Λορένσο στο 35′ κερδίζει πέναλτι. Ο χοντρούλης παίρνει την μπάλα, δεν τίθεται θέμα για τον εκτελεστή. Το πέταλο στο Μποέδο που τον αγαπάει φωνάζει «Gordoooo, Gordoooo». Εκτελεί όπως έχει μάθει, σκοράρει, το παιχνίδι λήγει 1-0 και η ομάδα του κατακτά για πρώτη φορά στην ιστορία της το Λιμπερταδόρες. Ο Ορτιγόσα κρίνει τον τίτλο και μπαίνει στο πάνθεον. Για τον ίδιο πάντως δεν είναι το πιο δύσκολο πέναλτι. Δεν είχε κανένα άγχος. Όπως παραδέχτηκε, μόνο μία φορά αγχώθηκε σε πέναλτι. Ήταν αυτό απέναντι στην Ινστιτούτο, στα μπαράζ παραμονής. Το έβαλε και εκείνο. Στα 33 του μπορεί να έπαιξε μόνο στη Ν. Αμερική (και ένα φεγγάρι στα Εμιράτα), μπορεί να μην έβγαλε πολλά χρήματα, αλλά κατάφερε να κυνηγήσει τα όνειρά του, να ξεπεράσει τα σωματικά του μειονεκτήματα και να πάρει πίσω, όσα έδωσε στο όμορφο παιχνίδι.

«Μπορείς να χάσεις, αλλά όχι χωρίς να τα έχεις δώσει όλα»

  [3 Σχόλια]

Αν δείξεις σε κάποιον άσχετο με το ποδόσφαιρο μια φωτογραφία του Ντιέγκο Λουγκάνο δύσκολα θα φανταστεί το επάγγελμά του. Αρκετά ευγενική φυσιογνωμία,  σχεδόν «ιντελεκτουέλ», με το μαλλάκι του ανέμελο. Δεν έχει αυτή τη φάτσα του βαρυποινίτη όπως π.χ. ο συμπατριώτης του Αρέβαλο Ρίος ή οι αντίστοιχοι Χιλιανοί με τα τατουάζ και τα κουρέματα. Αν είσαι ο επιθετικός και δεν τον ξέρεις μπορεί και να πεις «μα τι φλώρος είναι αυτός που με μαρκάρει». Όλα αυτά μέχρι να σφυρίξει ο διαιτητής τη σέντρα. Και αυτός ο συμπαθής ξανθούλης να μεταμορφωθεί σε ένα αμυντικό τέρας. Σε έναν παίκτη που θα κάνει τα πάντα για τη νίκη. Θα κλωτσήσει, θα χτυπήσει, θα ματώσει, θα συρθεί κάτω, θα κάνει το φάουλ, το πέναλτι, θα δει την κίτρινη και την κόκκινη. Κατ’ αρχήν ας βάλουμε τα πράγματα στη σειρά τους. Αν δηλώνεις ότι ποδοσφαιρικό σου ίνδαλμα είναι ο Πάολο Μοντέρο, πρέπει αυτό και μόνο να προϊδεάζει τον αντίπαλο. Και στο κάτω κάτω, ο Λουγκάνο είναι ο άνθρωπος που έχει φορέσει τις περισσότερες φορές από κάθε άλλον το περιβραχιόνιο της σελέστε. Λέτε να γινόταν κάποιος αρχηγός της Ουρουγουάης επειδή είναι προσηνής και καλούλης; Ας είμαστε σοβαροί.

Τα compilations με τον Λουγκάνο είναι πολλά στο Ίντερνετ, αλλά δύσκολα θα βρεις κάποιο με την τεχνική του ή με στιγμές μαγείας. Άντε να βρεις τα γκολ του. Τα περισσότερα είναι γεμάτα τάκλιν σαν να μην υπάρχει αύριο, όπου μπάλα και αντίπαλος γίνονται ένα και ονομάζονται απλά «ο στόχος». Ότι πιάσουμε. Βέβαια για κάποιους κι αυτά στιγμές μαγείας είναι. Και φυσικά όταν σηκωθούμε (ή ακόμα και πριν από αυτό, όπως βλέπουμε στην παρακάτω φωτογραφία) η κλασσική κίνηση. Σαν τον Κολοκοτρώνη με το χέρι να δείχνει την μπάλα, λες και θα πείσει κανέναν. Κι αν η μπάλα δεν είναι κάπου εκεί κοντά και έχει εκσφενδονιστεί, τότε άλλη κίνηση με τα χέρια να δείχνουν κάτι στρογγυλό. Πιο ειλικρινές θα ήταν να σήμαινε «ΟΚ, δεν του έκοψα και το κεφάλι», παρά το «βρήκα μπάλα» που θέλει να μας πείσει.

Ο Ντιέγκο Λουγκάνο δεν φοβάται να τσαλακώσει την εικόνα του, να ανοίξει κόντρες. Όπως για παράδειγμα με το καλόπαιδο Πάολο Γκερέρο. Μια κόντρα με ιστορία δέκα και πλέον ετών. Από τη πρώτη φορά που η μοίρα τους έφερε αντιπάλους σε ένα Κόπα Αμέρικα, το 2007 στο Ουρουγουάη-Περού. Το μισό ματς πρέπει να πέρασε με έναν από τους δύο να βρίσκεται κάτω (συχνότερα τον Γκερέρο), με κλωτσιές, αγκωνιές, σπρωξιές και ότι άλλο μπορούσε να συμβεί. Το Περού κέρδισε με 3-0 πάντως και ο Γκερέρο σκόραρε το τελευταίο γκολ στο 88′. Ήταν η αρχή μιας έχθρας ετών.

Το βίντεο έχει τίτλο Round 1 και 2, αλλά στην πραγματικότητα το μέτρημα έχει χαθεί

Ένα χρόνο αργότερα οι δυο παίκτες βρέθηκαν αντιμέτωποι στο Μοντεβιδέο, ο Λουγκάνο πρόλαβε και εκνεύρισε τον Γκερέρο, αυτός ήταν έξαλλος και έβρισε το διαιτητή, είδε την κόκκινη μόλις στο 39′ και άφησε το Περού με 10 παίκτες να φάει έξι ολόκληρα γκολ. Το 2011 ο Λουγκάνο έριξε μια μεγαλοπρεπέστατη αγκωνιά στον δόλιο τον Γκερέρο για την οποία πήρε μόλις κίτρινη (κανονικά έπρεπε να ήταν κόκκινη και αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων) και ο Γκερέρο βγήκε στα κανάλια να διαμαρτυρηθεί δείχνοντας το χτυπημένο στόμα του, ενώ παρ’ ότι τα χρόνια πέρασαν και για τους δύο η τελευταία δυνατή τους κόντρα ήταν το 2016 σε ένα Σάο Πάολο-Φλαμένγκο, όταν και ο Λουγκάνο σε μια φάση άνευ νοήματος έριξε μια γεμάτη αγκωνιά. Χωρίς ίχνος ντροπής μετά από εκείνο το ματς αποκάλεσε κλαψιάρη τον Γκερέρο και ότι εδώ και 10 χρόνια μόνο γκρινιάζει και πρέπει κάποια στιγμή να το ξεπεράσει. Μάλιστα σε ερώτηση για το τι έλεγαν μεταξύ τους είπε: «Εγώ απλά του είπα ότι αν θέλει να το συζητήσουμε, μπορεί να έρθει από το σπίτι του Κριστιάν Κουέβα (Περουβιανός συμπαίκτης του Λουγκάνο στη Σάο Πάολο) που θα είμαι το βράδυ. Εκείνος είπε όχι γιατί φοβήθηκε ότι θα τον χτυπούσα».

Ήταν την ίδια χρονιά που οι οπαδοί της ομάδας του έκαναν ντου στο προπονητικό κέντρο του συλλόγου για να διαμαρτυρηθούν για τις εμφανίσεις των παικτών. Μιλάμε τώρα για Λατινική Αμερική και οργανωμένους, όχι για διαμαρτυρία συνταξιούχων του ΙΚΑ. Ο Λουγκάνο σαν να μη συμβαίνει τίποτα, εμφανίστηκε ημίγυμνος για να απαντήσει στις απορίες των φανατικών. Το ντου κατέληξε σε αγκαλιές των οπαδών με τον Ουρουγουανό, με τον οποίον έβγαζαν selfies. Και αν αναρωτιέστε από πού να πήρε άραγε ο Ντιέγκο, η απάντηση είναι απλή. Από τον πατέρα του Αλφρέδο Λουγκάνο που κι αυτός ήταν κεντρικός αμυντικός, «ένας σκληρός άνθρωπος» όπως λέει ο Ντιέγκο.

Προσοχή. Σκληρές ποδοσφαιρικές εικόνες.

Το Νοέμβριο του 2005 η Ουρουγουάη αποκλείστηκε από την Αυστραλία στα πέναλτι και δεν πήρε την πρόκριση για το Μουντιάλ. Ο Λουγκάνο σκασμένος (στα ξεκινήματά του στην εθνική) γύρισε μετά από ένα κουραστικό ταξίδι στην πατρίδα του νωρίς το πρωί. Στο αεροδρόμιο τον περίμενε ο πατέρας του. Κανονικά ο μπαμπάς είναι εκεί για να σε παρηγορήσει, να σε πάρει αγκαλιά, να σου πει ένα «δεν πειράζει αγόρι μου». Ο κυρ-Αλφρέδο υποδέχεται τον γιο του με κατεβασμένα μούτρα λέγοντάς του «Πριν φύγουμε για Κανελόνες [σ.Σ. η μικρή πόλη καταγωγής του] θα σε πάω μια βόλτα από το Μοντεβιδέο για να δείτε τι κάνατε στον κόσμο». Ο Ντιέγκο Λουγκάνο λοιπόν υποχρεώθηκε να γυρίζει όλο το πρωί μέσα στην πόλη για να διαπιστώσει με τα μάτια του το… κακό και τη θλίψη που αυτός κι οι συμπαίκτες του έφεραν σε ολόκληρη χώρα. Ήταν η τιμωρία του.

«Δεν υπήρχε παιδάκι που να μην πήγαινε στο σχολείο με σκυμμένο το κεφάλι, ούτε ένας υπάλληλος που να μην κοιτούσε το πάτωμα, στα λεωφορεία δεν ακουγόταν τίποτα. Μια απόλυτη ησυχία, σαν να ήταν όλη η χώρα σε κηδεία»

Όλη η παλιοπαρέα ακούει με προσοχή τον αρχηγό πριν το ματς με το Μεξικό

Εκτός από τον πατέρα του πολλά έμαθε και από το ίνδαλμά του Πάολο Μοντέρο που διαδέχτηκε άλλωστε στην αρχηγία της εθνικής. Από τα αγαπημένα παιδιά του Όσκαρ Τάμπαρες, ο Λουγκάνο δεν φοβήθηκε να κοντραριστεί ούτε με την Ομοσπονδία, ούτε και με συμπαίκτες του μετά από ήττες. Πέντε χρόνια αργότερα, στα γήπεδα της Ν. Αφρικής η Ουρουγουάη έφτανε στην 4η θέση. Οι 800 χιλιάδες από το 1,5 εκατομμύριο κατοίκων του Μοντεβιδέο βρίσκονταν στους δρόμους και έκλαιγαν από χαρά. Η κατανάλωση φαγητού αυξήθηκε, ενώ και οι γεννήσεις σε εννιά μήνες έσπασαν κάθε ρεκόρ. Η Ουρουγουάη ζει για την μπάλα.

Είναι υποχρεωτικό να είσαι χασάπης για να φοράς το «2» στην Ουρουγουάη; (σ.Σ. στη Λ. Αμερική το 2 είναι σέντερ μπακ)
– Όχι, όχι. Κάποτε ήταν έτσι. Εμείς είμαστε αγγελούδια σε σύγκριση. Για μένα είναι υποχρεωτικό να πάω στην επαφή γιατί χάνω στην ταχύτητα. Η προσωπικότητα του Ουρουγουανού αμυντικού δεν είναι τα χτυπήματα. Είναι να δίνει τα πάντα στο χορτάρι, να είναι πιστός στον κόσμο και τους συμπαίκτες του.
(Από συνέντευξη)

Ο Λουγκάνο έπαιξε σε αρκετές ομάδες και αγαπήθηκε σχεδόν σε όλες με ελάχιστες εξαιρέσεις. Αλλά στην Τουρκία (με τη Φενέρ) και στη Βραζιλία (στη Σάο Πάουλο) λατρεύτηκε. Στην Πόλη, οι οπαδοί της Φενέρ τον σήκωσαν στα χέρια στο αεροδρόμιο για να τον αποχαιρετίσουν όταν πήρε μεταγραφή για τη ΠΣΖ. Κέρδισε εθνικά πρωταθλήματα, διεθνείς διασυλλογικούς τίτλους, αλλά αυτό που πάνω από όλα τον έκανε γνωστό και αγαπημένο στον κόσμο ήταν η εθνική Ουρουγουάης. Εκεί που εκτός από την 4η θέση στο Μουντιάλ του 2010, ένα χρόνο αργότερα κέρδισε το Κόπα Αμέρικα του 2011.

Αφίξεις αεροδρομίου έχουμε δει. Κόσμο να αποθεώνει παίκτη που φεύγει σπάνια.

Σχεδόν στα 38 του πλέον, ο Ντιέγκο Λουγκάνο αποφάσισε να κρεμάσει τα παπούτσια του και πολλά καλάμια και κεφάλια αντιπάλων θα ηρεμήσουν. Η Σάο Πάολο του έκανε πρόταση να πάρει ένα πόστο στον σύλλογο και ο Ουρουγουανός δέχτηκε. Στο τελευταίο του παιχνίδι αποθεώθηκε. Αρχηγός και εκεί, έχοντας πάρει το περιβραχιόνιο από τον τεράστιο Σένι. Ο ίδιος, ταπεινός έξω από το γήπεδο και αρκετά ήρεμος, δεν θέλει να γίνει αγώνας προς τιμή του, καθώς δεν θεωρεί ότι δικαιούται ίδια τιμή με τον Σένι. Η είδηση της αποχώρησής του έφερε μηνύματα αγάπης από παίκτες όπως ο Σουάρες ή ο Γκοντίν. Ο Λουγκάνο ήταν η ψυχή της Ουρουγουάης, μιας χώρα που μπορεί να βγάζει τεράστια φορ και χαφ, αλλά στο DNA της έχει πάντα το σκληρό παιχνίδι, την αυτοθυσία και αρκετές φορές τα δολοφονικά χτυπήματα. Ο αρχηγός τα είχε όλα αυτά και ήταν και μια μεγάλη προσωπικότητα. Κι ο τίτλος του κειμένου, μια φράση του προς τους συμπαίκτες του πριν το Ουρουγουάη-Αγγλία του 2014, τα λέει όλα. Το όνομά του θα περάσει στο πάνθεον της σελέστε, είτε μας αρέσει σαν παίκτης, είτε όχι.

Σομπρεροδιαγωνισμός Νο2: Εμείς γιορτάζουμε (ξανά), εσείς ντύνεστε (ξανά)

  [519 Σχόλια]

Μπορεί οι περισσότεροι από εσάς να ανακαλύψατε το Σομπρέρο χάρη στα social media, η ραχοκοκαλιά όμως όλης αυτής της προσπάθειας ήταν και παραμένει το μέρος στο οποίο ανεβαίνουν τα κείμενα μας, κοινώς το σάιτ στο οποίο βρίσκετε τώρα. Η μόδα των blogs μπορεί να έχει ξεφτίσει εδώ και αρκετό καιρό και αυτή η σελίδα να μοιάζει πλέον λίγο ξεπερασμένη αλλά εμείς, ως γνωστοί λάτρεις της παράδοσης, ελπίζουμε ότι θα συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει για πολλά χρόνια ακόμα.

Πριν λίγες μέρες ο μετρητής των επισκέψεων ξεπέρασε τον αριθμό 5.000.000 (ναι, ναι, 5 εκατομμύρια!) και αυτό θεωρήσαμε πως είναι μια καλή αφορμή για να το γιορτάσουμε κι επειδή γιορτή χωρίς δώρα δεν είναι γιορτή, βρήκαμε το πλέον κατάλληλο για την περίσταση: Ρετρό ποδοσφαιρικές φανέλες, προερχόμενες από μια άλλη λίγο πιο ρομαντική εποχή, τότε που τα σχέδια ήταν πιο απλά, οι διαφημίσεις πιο λίγες και η σύνδεση με τους παίκτες που τις φορούσαν πιο δυνατή. Δεν ξέρουμε αν τα παλιότερα σχέδια είναι πιο ωραία από τα σημερινά αλλά μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι πολλές από αυτές τις ρετρό φανέλες, με τις οποίες μεγαλώσαμε οι περισσότεροι, έχουν πάρει αναπόφευκτα μια θέση στην καρδιά μας. Είναι γνωστό άλλωστε ότι πάντα το παρελθόν το κοιτάζουμε με νοσταλγία και όλα μας φαίνονται καλύτερα. Από τους παίκτες μέχρι τις φανέλες.

Έτσι λοιπόν, για να γιορτάσουμε αυτό το μικρό κατόρθωμα της σελίδας, το εξαιρετικό e-shop SportArena μας δίνει τη δυνατότητα να χαρίσουμε δυο από τις ρετρό φανέλες που έχει στην πλούσια συλλογή του, σε δυο τυχερούς αναγνώστες μας. Υπάρχουν 3 τρόποι για να μπείτε στη διαδικασία της κλήρωσης, που θα γίνει την Πέμπτη 8 Φλεβάρη. Διαλέγετε όποιον προτιμάτε:

  1. Σχολιάζετε κάτω απ’ αυτό το κείμενο γράφοντας το ονοματεπώνυμο σας και ποια από τις ρετρό φανέλες προτιμάτε (Εννοείται πως το e-mail που θα δώσετε θα πρέπει να είναι έγκυρο, για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε μαζί σας σε περίπτωση που κερδίσετε)
  2. Σχολιάζετε στη σελίδα μας στο facebook κάτω από το σχετικό ποστ, γράφοντας ποια από τις ρετρό φανέλες προτιμάτε.
  3. Σχολιάζετε στο λογαριασμό μας στο instagram (φυσικά και έχουμε και instagram, είπαμε είμαστε παραδοσιακοί, όχι άνθρωποι των σπηλαίων, να μας ακολουθήσετε βάζουμε ωραία πράγματα) κάτω από το σχετικό ποστ, γράφοντας ποια από τις ρετρό φανέλες προτιμάτε.

Οι νικητές θα ενημερωθούν το βράδυ της Πέμπτης είτε με e-mail, είτε με Pm.

Το αμάρτημα της ανταλλαγής φανέλας

  [Καθόλου σχόλια]

Σε μια χώρα που έχει τόσα «κλάσικο», τόσα ντέρμπι από γειτονιά σε γειτονιά, από πόλη σε πόλη, που κάνει μια αγωνιστική στο πρωτάθλημά της ώστε να παίζονται όλα τα ντέρμπι μαζί, είναι βέβαιο ότι ισχύουν διαφορετικοί κανόνες. Λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες (και μέσα στην «επαρχία» της πρωτεύουσας) βρίσκεται η Λα Πλάτα. Η Λα Πλάτα δεν θα μπορούσε να έχει μία ομάδα μόνο. Δεν θα είχε τότε «κλάσικο» και δεν είναι δυνατόν στην Αργεντινή να έχουμε πόλη χωρίς κλάσικο. Η αλήθεια είναι ότι το μεγάλο ματς της πόλης είναι κομματάκι άνισο, η Εστουδιάντες είναι πολύ μεγαλύτερη ομάδα σε μέγεθος, με διεθνείς τίτλους, αλλά αυτό δεν επηρεάζει τόσο τους οπαδούς της πιο ταπεινής Χιμνάσια.

Τα ματς των δύο χωρίζουν την πόλη και συμβαίνουν ένα σωρό φολκλορικά, καθώς για να εξασφαλιστεί η νίκη χρησιμοποιείται κάθε τρόπος. Την ημέρα των αγώνων δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για συμβιβασμούς, για φιλίες. Κι αυτό το έμαθε καλά ο Λουσιάνο Λεγκισαμόν, ο Αργεντινός μεσοεπιθετικός που έπαιζε το 2007 στη Χιμνάσια Λα Πλάτα. Εκείνη την 4η Νοεμβρίου η Χιμνάσια έχασε πέναλτι στο 23′ με τον Αντούχαρ να κάνει φοβερές αποκρούσεις, κι η Εστουδιάντες του προπονητή Τσόλο Σιμεόνε κέρδιζε (όπως συνήθως κάνει) την αντίπαλό της με 1-0 στο 45′. Ο κόσμος της Χιμνάσια ήταν έξαλλος με την τροπή του ματς.

Το ιστορικό «κλάσικο» της Λα Πλάτα το 2007

Για να γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, οι φιλοξενούμενοι οπαδοί είδαν στην ανάπαυλα τον Λεγκισαμόν να αλλάζει φανέλα με έναν αντίπαλο. Και όχι όποιον όποιον. Τον Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν. Πριν πείτε «μα καλά, παιχταράς ο Χουάν», σκεφτείτε ότι μιλάμε για ένα ίνδαλμα των αντιπάλων, τον αρχηγό και έναν από τους σημαντικότερους παίκτες και φυσικά φανατικό οπαδό της Εστουδιάντες. Οι οπαδοί της Χιμνάσια το πήραν κατάκαρδα, ένιωσαν να μπήγεται βαθιά η παγωμένη λεπίδα του μαχαιριού της προδοσίας (ΟΚ, το παράκανα ίσως λίγο). Τα συνθήματα άρχισαν να δονούν την ατμόσφαιρα: «Βγάλε το 8, τον π…ας γιο» (σε ελεύθερη μετάφραση) προς τον προπονητή Φαλσιόνι και «Λεγκισαμόν φύγε», συνοδευόμενα από καθόλου κόσμιες εκφράσεις για τη μητέρα του «Λέγκι».

26 λεπτά αργότερα το θέλημα των οπαδών έγινε πραγματικότητα, για αγωνιστικούς λόγους ή εξαιτίας τους δεν ξέρει κανείς. Πάντως όσοι αντικειμενικοί είδαν το ματς, έλεγαν ότι ο Λέγκι ήταν από τους καλύτερους της Χιμνάσια, κερδίζοντας μάλιστα μια αποβολή, οπότε αγωνιστικά δεν ήταν δικαιολογημένη η αλλαγή. Ακόμα πιο αστείο είναι ότι ήθελε να κτυπήσει το πέναλτι στο 23′, αλλά ο Ερέρα επέμεινε και το έχασε. Η μοίρα της Χιμνάσια πάντως δεν άλλαξε και το ματς έληξε τελικά με 1-0. Ο Λουσιάνο δεν έκανε δηλώσεις μετά τον αγώνα, αλλά τα πράγματα είχαν πάρει την τροπή τους. Το τηλέφωνο στο σπίτι του δεν σταμάτησε να χτυπάει με τα πιο light να είναι οι βρισιές και τα πιο βαριά απειλές. Οπαδοί της ομάδας εμφανίστηκαν στην προπόνηση βρίζοντάς τον. Κάπου εδώ θα πει κανείς, είναι η ώρα της διοίκησης να προστατέψει έναν από τους καλύτερους παίκτες της, ένα περιουσιακό της στοιχείο στο κάτω κάτω.

Μην περιμένετε λογική. Η διοίκηση αποφάσισε ο παίκτης να προπονείται μόνος του, μέχρι «να εκτιμηθεί» η κατάσταση. Με λίγα λόγια τιμωρήθηκε μένοντας εκτός ομάδας. Ο γραμματέας του συλλόγου τον καταδίκασε λέγοντας «Ο Λεγκισαμόν έκανε λάθος, είμαι απογοητευμένος. Εκείνη τη στιγμή πρέπει να κοιτάς πώς να κερδίσεις το παιχνίδι. Δεν πρέπει να δημιουργηθεί προηγούμενο». Ο παίκτης έδειξε απίστευτη στωικότητα, ζητώντας συγγνώμη και λέγοντας ότι καταλαβαίνει την ψυχοσύνθεση του φιλάθλου της Αργεντινής και δεν ήθελε να δείξει ασέβεια στον κόσμο της Χιμνάσια. Το καλύτερο όμως ήταν όταν αποκαλύφθηκε η πλήρης αλήθεια. Ο Βερόν και ο Λεγκισαμόν μιλούσαν πριν την έναρξη του αγώνα και ο Χουάν ήταν αυτός που του ζήτησε τη φανέλα του. Βλέπετε, ο σταρ της Εστουδιάντες είχε ένα ανιψάκι που του ξέφυγε και έγινε Χιμνάσια και μάλιστα είχε είδωλο τον Λεγκισαμόν. Έτσι ζήτησε από τον θείο Χουάν μια φανέλα του αγαπημένου του παίκτη. Φυσικά αυτό δεν το ήξερε κανείς και όλοι πίστεψαν ότι έγινε το αντίστροφο. Ούτε αυτό όμως μέτρησε τελικά στη συνείδηση των οπαδών. Ο «προδότης» έμεινε έξω στις τελευταίες αγωνιστικές του πρωταθλήματος και παρ’ ότι ο μικρούλης οπαδός της Χιμνάσια πήρε στα χέρια του τη φανέλα της Χιμνάσια, αυτή τη φανέλα ο Λεγκισαμόν δεν τη φόρεσε ποτέ ξανά.

Good guy Leguizamón

Ο «προδότης» πήρε μεταγραφή για την Άρσεναλ Σαραντί και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2008, υποδέχτηκε την πρώην ομάδα του. Από τη στιγμή που μπήκε στο γήπεδο και μέχρι κάθε φάση που ακουμπούσε την μπάλα, οι φιλοξενούμενοι οπαδοί της Χιμνάσια τον αποδοκίμαζαν. Η μοίρα όμως τον έφερε να σκοράρει. Ο ίδιος συνεχίζοντας να δείχνει υπερβολικά μεγάλη καρδιά και ανωτερότητα παρά τα όσα άκουγε, δεν πανηγύρισε. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, ζητώντας ξανά συγγνώμη από τον κόσμο της Χιμνάσια Λα Πλάτα. Η Άρσεναλ κέρδισε με 1-0 χάρη στο γκολ του. Μερικές φορές όμως ό,τι και να κάνει κάποιος δεν μπορεί να αλλάξει τα πιστεύω του όχλου. Η νέα συγγνώμη δεν έπεισε τον κόσμο της Χιμνάσια.

Το δεύτερο σερί γκολ και το πανό στο τέλος

Οι ομάδες συναντήθηκαν και πάλι το Νοέμβριο του 2008, ένα χρόνο περίπου μετά την περίφημη ανταλλαγή φανέλας. Οι οπαδοί της Χιμνάσια είχαν μέχρι και πανό που έγραφε «Λέγκι δεν θα καταλάβεις ποτέ αυτό το πάθος, προδότη» και φυσικά συνέχισαν να αποδοκιμάζουν τον πρώην παίκτη τους. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Γκολ Λεγκισαμόν και 0-1 ήττα. Αυτή τη φορά όμως δεν υπήρχαν συγγνώμες, ο Λεγκισαμόν πανηγύρισε κανονικά. Ο Λέγκι πανηγύρισε κι άλλα γκολ απέναντι στη Χιμνάσια, πάντα με τη φανέλα της Άρσεναλ, μιας ομάδας στην οποία έγινε πρώτος σκόρερ στην ιστορία της και μάλιστα κατέκτησε ένα απίστευτο πρωτάθλημα το 2012. Ίσως τελικά η αχαριστία και η υπερβολή των οπαδών της Χιμνάσια να ήταν ευεργετική γιατί είναι άγνωστο αν θα κατακτούσε ποτέ κάποιον τίτλο αν έμενε στη Λα Πλάτα.