Ήρωες που δεν ξέρουμε: Κρίστιαν «Γκομίτο» Γκόμες

  [4 Σχόλια]

Υπάρχουν πολλοί ποδοσφαιριστές που αγαπήθηκαν σε μικρές ομάδες, που απόλαυσαν το χειροκρότημα του κόσμου. Υπάρχουν αρκετοί που κατάφεραν με τις εμφανίσεις τους να παίξουν και σε μεγαλύτερες, πιο ιστορικές ομάδες. Υπάρχουν κάποιοι που κατάφεραν να βγάλουν χρήματα παίζοντας σε άλλες χώρες και χιλιάδες που κέρδισαν τίτλους. Φυσικά υπάρχουν και ορισμένοι που γύρισαν στα ποδοσφαιρικά γεράματα στην αγαπημένη τους ομάδα για να κλείσουν την καριέρα τους. Υπάρχουν όλοι αυτοί, υπάρχει και ο Κρίστιαν Γκόμες.

Ο Γκομίτο ξεκίνησε από πολύ μικρός στις ακαδημίες της Νουέβα Σικάγο, μόλις στα 6 του. Είχε ταλέντο, δούλεψε και έγινε ένα χαφ με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση. Εντοπίστηκε από τον προπονητή του και στα 18 του ήταν έτοιμος για το ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα. Ο κόουτς τον φώναξε, του είπε να είναι έτοιμος για το παιχνίδι της επόμενης ημέρας, αλλά η μοίρα του επιφύλαξε μια έκπληξη. Η Σικάγο έμεινε με 10, ο προπονητής αναγκάστηκε να περάσει αμυντικό και να αλλάξει τα πλάνα του κι ο Γκομίτο δεν έπαιξε. Λίγες μέρες μετά τραυματίστηκε και το ντεμπούτο του καθυστέρησε μερικούς μήνες, αλλά όταν ξεκίνησε δεν σταμάτησε. Ο Γκόμες έπαιξε 155 παιχνίδια και σκόραρε 47 φορές, ένας από τους βασικούς λόγους που η Σικάγο ανέβηκε το 2011 μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια στην Α’ εθνική. Ο Σέζαρ Λουίς Μενότι τον είδε και τον πήρε στην Ιντεπεντιέντε. Εκεί ο Γκόμες κέρδισε ένα πρωτάθλημα, αλλά χωρίς να είναι ηγέτης ή τόσο σημαντικός, παίζοντας και σε άλλη θέση.

Αξέχαστο φινάλε στα μπαράζ του 2012

Στη συνέχεια Αρχεντίνος Τζούνιορς, ξανά Νουέβα Σικάγο (για να τη βοηθήσει να σώσει την κατηγορία), ξανά Ιντεπεντιέντε, Άρσεναλ Σαραντί και μετά η μετανάστευση στις ΗΠΑ. Έπαιξε έξι χρόνια εκεί, βγάζοντας τα προς το ζην και κατακτώντας δύο πρωταθλήματα και πλέον στα 37 του γύρισε στην αγαπημένη του ομάδα που βρισκόταν στην Γ’ εθνική. Ήθελε να την ανεβάσει και να κρεμάσει τα παπούτσια του εκεί. Η Σικάγο κέρδισε την είσοδό της στα μπαράζ όπου θα έπρεπε να παίξει με μια ομάδα Β’ εθνικής για ένα εισιτήριο. Η μοίρα το έφερε και αντίπαλος ήταν η «εχθρός» της Σικάγο, Τσακαρίτα. Στο πρώτο ματς η Σικάγο κέρδισε με 1-0 με ασίστ φυσικά του Γκομίτο. Στην εκτός έδρας ρεβάνς η Σικάγο κέρδιζε με 0-1, ισοφαρίστηκε και ενώ όλα έδειχναν ότι θα κέρδιζε την άνοδο, ένα χέρι στην περιοχή της έδωσε πέναλτι στο 93′ στους αντιπάλους. Σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά φινάλε σε ματς στην Αργεντινή των τελευταίων ετών, οι οπαδοί της Τσακαρίτα πανηγύριζαν για την παραμονή, ο προπονητής ευχαριστούσε το Θεό. Μέχρι που ο τερματοφύλακας Μονγιόρ έκανε μια καταπληκτική απόκρουση, ο προπονητής της Τσακαρίτα που είχε φύγει ήδη να πανηγυρίσει κατάλαβε τι έγινε και ο Γκομίτο με την παρέα του πανηγύρισαν μια απίστευτη άνοδο.

Ο Γκομίτο πείστηκε και τελικά συνέχισε, αλλά η Νουέβα Σικάγο τερμάτισε τελευταία στη Β’ εθνική και έπεσε ξανά. Στα 39 του αποφάσισε να συνεχίσει και ανέβασε και πάλι την ομάδα στη Β’ εθνική, αυτή τη φορά χωρίς άγχος, βγαίνοντας πρώτη, με τον Γκόμες να σκοράρει συνολικά 10 φορές. Ο προπονητής του Πάμπλο Γκουέδε είχε δηλώσει τότε: «Είναι μαγικό αυτό που συμβαίνει. Είναι τέρας. Κάποιος μπορεί να έχει αμφιβολίες όταν έρθει, αλλά από τη δεύτερη προπόνηση αυτές χάνονται. Δουλεύει στο ίδιο και καλύτερο επίπεδο από 18αρηδες συμπαίκτες του».

Στα 41 του, μετά από επτά μήνες απραξίας επιστρέφει από χιαστούς

Τα καλύτερα όμως δεν είχαν έρθει. Το 2014 σε ηλικία 40 ετών αγωνίζεται 20 φορές και οδηγεί τη Νουέβα Σικάγο σε μια ακόμα άνοδο αυτή τη φορά στην Α’ εθνική (το είχε ξανακάνει το 2001) και είναι έτοιμος να ζήσει το όνειρο, να γίνει ένας από τους γηραιότερους παίκτες στην 1η κατηγορία της χώρας. Μια βδομάδα μόλις πριν την έναρξη του πρωταθλήματος γίνεται το κακό. Στο τελευταίο φιλικό παθαίνει ρήξη χιαστών στο δεξί του πόδι και μπαίνει στο χειρουργείο. Οι περισσότεροι θα τα παρατούσαν. Ο Γκομίτο δουλεύει δυο φορές πιο σκληρά, θέλει να προλάβει να επιστρέψει έστω και για λίγο, να πατήσει χορτάρι Α’ εθνικής. Τα καταφέρνει 5 αγωνιστικές πριν το τέλος, στη νίκη επί της Αλντοσίβι. Μπαίνει αλλαγή εν μέσω αποθέωσης, επτά μήνες μετά τον τραυματισμό του. Θέλεις η αύρα του; Θέλεις το ταλέντο του; Η «Τορίτο» κάνει μαγικό φινάλε με πέντε σερί νίκες και χάνει την παραμονή για μόλις έναν βαθμό. Όλοι σκέφτονται τι θα είχε γίνει αν ο Γκομίτο επέστρεφε λίγο πιο νωρίς.

Τον Απρίλιο η Νουέβα Σικάγο έχανε 2-0 και έπαιζε με 10. Ο Γκομίτο σκόραρε δυο πανέμορφα γκολ και έδωσε μια ασίστ για το 2-3.

Ο Γκομίτο δεν έχει σταματήσει το ποδόσφαιρο. Έπαιξε ακόμα δύο σεζόν στη Β’ εθνική, ετοιμάζεται να παίξει ακόμα μία, οδεύοντας προς τα 43 του, και συνεχίζει να προσφέρει αυτά που μπορεί. Στο τελευταίο εντός έδρας ματς της σεζόν, σε αυτό που είδαμε το το ζευγάρι των δύο τυφλών παιδιών Μαρτίν και Σίντια, έβγαλε μια ασίστ πάρε-βάλε για το γκολ (στο παρακάτω βίντεο). Έχει σπάσει πλέον όλα τα ρεκόρ συμμετοχών του συλλόγου και οι οπαδοί μαζεύουν χρήματα για να του φτιάξουν ένα άγαλμα στο γήπεδο. Ο στόχος είναι να είναι έτοιμο στα 43α του γενέθλια το Νοέμβριο. Μπορεί να μην έκανε την καριέρα ή να μην είχε το όνομα του Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, αλλά είναι κι αυτός ένας άνθρωπος που αφιέρωσε μια ολόκληρη ζωή στο αγαπημένο του άθλημα (σκεφτείτε ότι παίζει από τα έξι του χρόνια) και ένα μεγάλο μέρος αυτής στην αγαπημένη του ομάδα.

Συνεχίζω να παίζω ποδόσφαιρο γιατί το αγαπώ. Την ημέρα που θα σταματήσω να έχω αγωνία για ένα ματς το προηγούμενο βράδυ ή που δεν θα είναι ιδρωμένα τα χέρια μου πριν βγω στο γήπεδο, θα σταματήσω.
– Κρίστιαν «Γκομίτο» Γκόμες

Ο αγώνας των 5 λεπτών (σε 2 ημίχρονα)

  [1 Σχόλιο]

Σας φαίνεται το ποδόσφαιρο λίγο βαρετό; Πιστεύετε ότι κρατάει πολλή ώρα; Μην στενοχωριέστε. Η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Αργεντινής είναι εδώ για να δώσει λύση. Όπως το έκανε στο μπαράζ ανόδου της Γ’ εθνικής. Εκεί που στον τελικό βρέθηκαν η Ντεπορτίβο Ριέστρα και οι Κομουνικασιόνες (που όπως σωστά μαντεύετε σημαίνει «Επικοινωνίες» και ήταν το όνομα που βρήκαν οι υπάλληλοι των αργεντίνικων ΕΛΤΑ που την ίδρυσαν). Η Ριέστρα είναι μια από τις αγαπημένες ομάδες του Μαραντόνα, καθώς το 2013 ανέλαβε ως «πνευματικός προπονητής» της, κάτι που ακούγεται πολύ ως μέντιουμ, αλλά στην ουσία σήμαινε ο Ντιέγκο να πηγαίνει να βλέπει τα ματς και να βγάζει κανέναν πύρινο λόγο στα αποδυτήρια.

Ας επιστρέψουμε όμως στο θέμα μας. Οι Κομουνικασιόνες κέρδισαν το πρώτο ματς με 1-0 και στις 3 Αυγούστου πήγαν για τη ρεβάνς. Η ομάδα του Ντιέγκο (εμπνευσμένη από τις ευχές που έστειλε από τα Εμιράτα λίγο πριν παρακολουθήσει από την τηλεόραση το ματς) κατάφερε μέχρι το 33′ να έχει κάνει το 2-0 και να κρατάει την άνοδο στα χέρια της. Φτάνοντας στο 89ο λεπτό ο βοηθός έδειξε πέντε λεπτά καθυστερήσεις, πέντε λεπτά για να γίνει το όνειρο πραγματικότητα. Με το παιχνίδι να παίζεται ακόμα όμως, κάποιοι οπαδοί της Ριέστρα μπήκαν μέσα στον αγωνιστικό χώρο για να πανηγυρίσουν κι ένας από αυτούς που ήταν πολύ πιο θαρραλέος, μπήκε για τα καλά στο χορτάρι και συμμετείχε κανονικά στο παιχνίδι, μαρκάροντας κιόλας παίκτες των φιλοξενούμενων. Ορισμένοι από αυτούς του επιτέθηκαν και εκεί τα πράγματα ξέφυγαν, αφού μπήκαν μέσα κι άλλοι οπαδοί και έπεσαν μερικές ψιλές.

Προσέχουμε τον κουκουλοφόρο που μαρκάρει

Ο διαιτητής μην έχοντας άλλη λύση διέκοψε το παιχνίδι, την ίδια στιγμή που οι γηπεδούχοι (αλλά κι ο Ντιέγκο που έστειλε και ανάλογο βίντεο) πανηγύριζαν για την άνοδο (!!). Το κορυφαίο ήταν πως ο… πρωτομάστορας των επεισοδίων αποκαλύφθηκε τελικά ότι δεν ήταν κάποιος γνωστός άγνωστος. Ήταν γνωστότατος με όνομα Λεάντρο Φρέιρα και μάλιστα ποδοσφαιριστής της Ριέστρα που ήταν εκτός αποστολής. Πριν παραλάβει το Όσκαρ Εξυπνάδας βγήκε στα ΜΜΕ και είπε ότι από την πολλή χαρά του μπήκε να πανηγυρίσει, αλλά δυστυχώς δεν εξήγησε γιατί μετέτρεψε το σύστημα της ομάδας του σε 5-4-2 με την παρουσία του.

Η Ομοσπονδία έτσι πήρε στα χέρια της την κατάσταση και αυτό συνήθως στην Αργεντινή δεν είναι καλό. Παρά το χαμό και το ντου αποφάσισε το ματς να συνεχιστεί κανονικά από εκεί που είχε διακοπεί, να γίνουν δηλαδή τα πέντε λεπτά των καθυστερήσεων που απέμεναν. Το ακόμα πιο ωραίο ήταν πως αποφασίστηκε αυτά να γίνουν σε δύο ημίχρονα. Το 1ο με τρία λεπτά και το 2ο με δύο λεπτά. Σπάζοντας φυσικά το ματς έτσι, ήταν ακόμα πιο άδικο για τους Κομουνικασιόνες που ήθελαν ένα γκολ για να πάει το ματς στα πέναλτι. Η απόφαση όμως δεν τελείωσε εκεί. Εκεί τελείωσαν μόνο τα ευχάριστα για την Ντεπορτίβο Ριέστρα. Η ομάδα τιμωρήθηκε με 10 αγωνιστικές, πρόστιμο 600 χιλιάδες πέσος (που λογικά είναι βαρύ για μια μικρή ομάδα) και -20 βαθμούς σε οποιαδήποτε κατηγορία και αν παίζει του χρόνου.

Η κωμική αυτή απόφαση έφερε αντιδράσεις. Ουσιαστικά τιμωρούσε πολύ βαριά μια ομάδα ως υπεύθυνη για τα επεισόδια, αλλά της έδινε τεράστιες πιθανότητες ανόδου στη Β’ εθνική και ταυτόχρονα νέας πτώσης (μιλάμε για -20 βαθμούς σε μια κατηγορία που υποβιβάζονται έξι ομάδες). Οι φιλοξενούμενοι αν και αρχικά έλεγαν ότι δεν θα κατέβουν να παίξουν, το έκαναν. Μπήκαν στα αποδυτήρια τραγουδώντας το «Δώσε μου πέντε λεπτά και τίποτα άλλο» του Ουρουγουανού Λούκας Σάγο, ενώ εμφανίστηκαν στον αγωνιστικό χώρο κρατώντας ένα πανό που έγραφε μια φράση του Μαρσέλο Μπιέλσα: «Το ποδόσφαιρο φτιάχτηκε για να επικρατείς επί του αντιπάλου με την αξία σου».

Οι καλύτερες φάσεις του αγώνα των πέντε λεπτών

Μπιέλσα αυτοί; Μαραντόνα εμείς. Ο Ντιεγκίτο από τη Σ. Αραβία πήρε τηλέφωνο τον κόουτς που ετοιμαζόταν να κατέβει με 6-3-1 για το πεντάλεπτο και του «έδωσε χαρτάκι» με το 4-3-3 της επιτυχίας. Ο κόουτς δεν αρνήθηκε, η Ριέστρα κατέβηκε έτσι και άντεξε και στα 3 λεπτά του 1ου ημιχρόνου, αλλά και στα 2 του 2ου. Το πιο αξιοσημείωτο ήταν ένα κόρνερ και τίποτα παραπάνω. Έτσι, η Ντεπορτίβο Ριέστρα θα πραγματοποιήσει το όνειρό της, να παίξει για πρώτη φορά στη Β’ εθνική, αλλά θα το κάνει με λιγότερα χρήματα, λιγότερους βαθμούς και χωρίς οπαδούς. Και μια ακόμα ιστορία γραφικότητας έλαβε τέλος στη Λ. Αμερική.

Ακούω την αγάπη

  [4 Σχόλια]

Την προπερασμένη Κυριακή ο Μαρτίν ξύπνησε γεμάτος προσμονή. Ήταν βλέπεις το τελευταίο εντός έδρας ματς της σεζόν. Ο Μαρτίν δεν χάνει παιχνίδι της αγαπημένης του ομάδας. Όταν η ώρα έφτασε, έβαλε τη φανέλα της ομάδας. Δε νοείται να πηγαίνεις στο γήπεδο χωρίς αυτή. Μια που αυτή τη περίοδο έχει και κρύο, έβαλε από πάνω και μια ζακέτα. Κι αυτή φυσικά με τα χρώματα της ομάδας του. Τα πράσινα μαύρα της Νουέβα Σικάγο, ενός συλλόγου με 106 χρόνια ιστορία εκεί στα δυτικά του Μπουένος Άιρες. Τι κι αν το παιχνίδι ήταν αδιάφορο για την ομάδα του που ήταν μακριά από τις θέσεις της ανόδου. Τι κι αν η ομάδα έχει περάσει μόλις 7 σεζόν στην Α’ εθνική στα χρόνια του επαγγελματικού ποδοσφαίρου και συνολικά 18 από την πρώτη φορά που τα κατάφερε το 1919. Ο Μαρτίν δεν θα το έχανε. Ειδικά από τη στιγμή που θα ήταν απέναντι σε μία από τις ομάδες που θεωρούνται κλασικοί αντίπαλοι, όπως η Τσακαρίτα.

Αυτή τη φορά μαζί του και η κοπέλα του η Σίντια. Η Σίντια δεν γκρινιάζει που θα χάσουν την Κυριακή τους. Ο Μαρτίν παρακολουθεί φανατικά την ομάδα, ήταν εκεί στις δυο τελευταίες ανόδους το 2012 και το 2014, η Σίντια είναι πιο καινούρια, άρχισε να τον συνοδεύει τη φετινή σεζόν. Ο Μαρτίν παίρνει μαζί και το ραδιοφωνάκι του, βάζει τα ακουστικά και ακούει την περιγραφή του αγώνα. Τη χρειάζεται γιατί δεν βλέπει, είναι τυφλός. Το ίδιο κι η Σίντια. Αυτή όμως δεν ακούει την περιγραφή, αρκείται στο να βρίσκεται εκεί μαζί του. Χωρίς να βλέπει. Είναι κι αυτή τυφλή. Ο Μαρτίν της λέει τι γίνεται, αυτή χαμογελάει. Του μιλάει, αυτός απαντάει και το ματς αρχίζει. Αγαπούν μια ομάδα και αγαπούν ο ένας τον άλλον. Κι αυτό αρκεί πολλές φορές…

Ακούω τους ήλιους
και τους πλανήτες σου
Ακούω τις χαρές σου
ακούω τις λύπες σου
Τρύπες – Ακούω την αγάπη

Αλεξάντερ Τζούριτς: Ο αθλητής πρόσφυγας

  [3 Σχόλια]

Το Ντόμποϊ είναι μια πόλη που βρίσκεται στα βόρεια της Βοσνίας, αρκετά κοντά στα σύνορα με την Κροατία. Όταν όμως ο Αλεξάνταρ Τζούριτς μεγάλωνε εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η πόλη ήταν μέρος μια άλλης χώρας, της Γιουγκοσλαβίας που δεν υπάρχει πια. Ο Τζούριτς λάτρευε το ποδόσφαιρο και έπαιζε συνέχεια, πολλές φορές ξεχνώντας να πάει και στο σχολείο. Τα παιδιά ήταν όλα φτωχά, έπαιζαν στο δρόμο με πέτρες για δοκάρια, χωρισμένα σε δυο ομάδες (με μπλουζάκια και ημίγυμνα), πολύ συχνά ξυπόλητα για να μη φθείρουν τα μοναδικά παπούτσια που είχαν στην ιδιοκτησία τους. Αυτή ήταν η απλή ζωή του Άλεξ μέχρι που στα 15 του γνώρισε ένα άλλο άθλημα από τους γείτονές του. Το κανόε-καγιάκ τον συνεπήρε, ο Τζούριτς κολυμπούσε στο παγωμένο και πενταβρώμικο από το κοντινό εργοστάσιο ποτάμι που μύριζε πετρέλαιο, πολλές φορές δίπλα σε νεκρά ψάρια. Ο Τζούριτς ήταν ένας καταπληκτικός αθλητής, άρχισε προπονήσεις στο κανόε-καγιάκ, τα πήγε εξαιρετικά και στα 15 του ήταν πρωταθλητής νέων της Γιουγκοσλαβίας και ένας από τους πιο ταλαντούχους στον κόσμο, παίρνοντας την 8η θέση το 1987. Το όνειρό του ήταν να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 στη Βαρκελώνη, αλλά τα πράγματα όπως ξέρουμε δεν πήγαν καλά στη γειτονική χώρα.

Η Γιουγκοσλαβία ήταν υπό διάλυση. Το κλίμα είχε αλλάξει και αυτό ήταν εμφανές. Ακόμα πιο εμφανές για τον πιτσιρικά Τζούριτς που έκανε την υποχρεωτική θητεία του στον στρατό και καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Τζούριτς ήταν Σέρβος στην καταγωγή, αλλά μεγαλωμένος στο Ντόμποϊ με μουσουλμανική πλειοψηφία και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο φανατισμός και το μίσος μεγάλωναν συνεχώς στη χώρα. Όταν έφτασε η ώρα να πάρει βαθμό, οι ανώτεροί του τον φώναξαν και του έκαναν ερωτήσεις για το αν του αρέσει ο Πρόεδρος, ποια η γνώμη του για τους Αμερικάνους, αν συμπαθεί την αστυνομία και άλλα τέτοια. Υπήρχε και το κακό προηγούμενο με τον πατέρα του που δεν ήταν υπέρ του κομμουνισμού και για κάποια αρνητικά του σχόλια για το καθεστώς είχε πάει στη φυλακή. Ο Άλεξ όμως ήταν εξαιρετικός αθλητής και φυσικά στρατιώτης και τελικά έγινε αξιωματικός. Δεν του άρεσε όμως ο πόλεμος και δεν μπορούσε να υπακούει τυφλά σε εντολές. Σε μια αποστολή μετέφερε πυρομαχικά στη Βοσνία (καθώς άρχιζαν οι προετοιμασίες για έναν εμφύλιο) και όταν του ζητήθηκε να το ξανακάνει, αρνήθηκε. Τον συνέλαβαν, τον αποκάλεσαν δειλό, τον έδειραν και τον πέταξαν σε ένα κελί.

Ο τοπικός σύλλογος καγιάκ στη Γιουγκοσλαβία (ο Άλεξ δεύτερος από αριστερά στην κάτω σειρά)

Ο κόσμος είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η χώρα πήγαινε σε εμφύλιο. Ο πατέρας του Άλεξ, ένας απλός άνθρωπος με προβλήματα αλκοολισμού που πολλές φορές όταν έπινε γινόταν βίαιος, αποφάσισε ότι τουλάχιστον ένας από τους γιους του έπρεπε να φύγει, να γλιτώσει από τον επερχόμενο πόλεμο, να κρατήσει ζωντανή την οικογένεια. Επιλέχθηκε ο μικρότερος Άλεξ που ήταν και αθλητής και πιο… αντιδραστικό στοιχείο. Στα 21 του ο Άλεξ χαιρέτισε τους δικούς του, μπήκε σε ένα φορτηγό και πέρασε κρυφά με έναν ακόμα φίλο στην Ουγγαρία. Τόσο ο πατέρας του, όσο και ο αδερφός του πολέμησαν στον εμφύλιο. Ελάχιστες οικογένειες βγήκαν αλώβητες από τον πόλεμο. Το Ντόμποϊ έγινε γνωστό αργότερα για εγκλήματα πολέμου και την εκεί σφαγή, ένα από τα πολλά δράματα του πολέμου.

Ο Τζούριτς ήταν ένας πρόσφυγας σε μια ξένη χώρα, χωρίς χρήματα, ψάχνοντας να βρει ομάδα. Κατάφερε να φτάσει μέχρι και τη Σουηδία όπου προπονήθηκε στην ΑΪΚ αλλά τελικά επέστρεψε πίσω στην Ουγγαρία. Χωρίς χαρτιά πλέον μετά και την επίσημη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Για καλή του τύχη μια οικογένεια του έδωσε στέγη, ενώ βρήκε και θέση σε μια ομάδα Β’ εθνικής. «Δεν είχα καμία επαφή με τη χώρα μου. Δεν ήξερα τι είχαν γίνει οι δικοί μου. Πάλευα για ένα συμβόλαιο, πάλευα για τη ζωή μου. Δεν μπορούσα να δείξω τα συναισθήματά μου στους συμπαίκτες μου, έπρεπε να φανώ δυνατός. Πήγαινα κάθε μέρα στην προπόνηση, γύριζα στο σπίτι, έβλεπα τις ειδήσεις και έκλαιγα

Μέσα σε όλα αυτά ήρθε η πρόταση από την Ολυμπιακή Επιτροπή της Βοσνίας να εκπροσωπήσει τη χώρα στη Βαρκελώνη το καλοκαίρι του 1992 ως αθλητής του καγιάκ. Η ΔΟΕ πρότεινε να στείλει η Βοσνία δέκα αθλητές, για να δείξει ότι όλα τα έθνη πρέπει να συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Τζούριτς ήταν όμως Σέρβος και δεν ήξερε τι να κάνει. Πώς να εκπροσωπήσει μια χώρα με την οποία η Σερβία βρισκόταν σε πόλεμο; «Ήταν μια από τις πιο δύσκολες αποφάσεις που πήρα στη ζωή μου. Καθόμουν μόνος στο δωμάτιό μου. Ήξερα ότι μπορούσα να αντιμετωπίσω τους φίλους μου. Δεν ήθελα όμως να απογοητεύσω τους γονείς μου και τον αδερφό μου

Η αποστολή της Βοσνίας το 1992 στη Βαρκελώνη

Τελικά πήρε την απόφαση με βάση όσα του είχαν μάθει οι γονείς του. «Όταν μεγάλωνα μου είπαν ότι πρέπει να σέβομαι όλους τους ανθρώπους, ακόμα και αυτούς που δεν μου φέρονται καλά. Όλοι οι φίλοι μου ήταν Βόσνιοι, ήμουν κι εγώ Βόσνιος.» Σε αυτό τον βοήθησαν και τα λόγια ενός φίλου του. «Είσαι Σέρβος, αλλά πρώτα είσαι Βόσνιος. Μπορείς να δείξεις ότι Βοσνία δεν σημαίνει απαραίτητα Μουσουλμάνος, ότι είναι μια χώρα με διαφορετικούς ανθρώπους. Έζησες όλη σου τη ζωή εκεί, την μισή κολυμπώντας στον ποταμό Μπόσνα. Αξίζεις να γίνεις Ολυμπιακός αθλητής αυτής της χώρας».

Ο Τζούριτς πήρε την απόφαση, αλλά αυτό ήταν ο μισός κόπος. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να φτάσει στη Σλοβενία για να βρει τους υπόλοιπους αθλητές. Με τον σάκο του, ένα κουπί που του είχαν κάνει δώρο και 20 δολάρια στην τσέπη ξεκίνησε. Πήρε ένα λεωφορείο, έκανε οτοστόπ σε ένα φορτηγό και σε άλλα δύο αυτοκίνητα μέχρι να καταφέρει να φτάσει στα σύνορα Αυστρίας-Ουγγαρίας. Ένας από τους οδηγούς ήταν Σέρβος και όταν έμαθε ότι ο Άλεξ θα αγωνιζόταν με τα χρώματα της Βοσνίας δεν ενθουσιάστηκε καθόλου. Στα σύνορα και χωρίς χαρτιά, οι Αυστριακοί δεν τον άφηναν να περάσει. Παραλίγο το όνειρο να σταματήσει εκεί, αλλά τελικά μετά από επικοινωνία με την αυστριακή Ολυμπιακή Επιτροπή πέρασε. Έφτασε στη Σλοβενία, ταξίδεψε με την αποστολή και αγωνίστηκε έστω και χωρίς καμία προπόνηση για σχεδόν δύο χρόνια. Ήταν μια από τις σημαντικότερες στιγμές στη ζωή του. Κατάφερε να φτάσει στην ημιτελική φάση, όπου όμως τερμάτισε 19ος και τελευταίος. Ο συνολικός χρόνος που αγωνίστηκε ήταν περίπου 4,5 λεπτά, αλλά η ταλαιπωρία άξιζε. Κανείς δεν ξέρει αν η ζωή του ήταν φυσιολογική και με προπονήσεις, τι επίδοση θα μπορούσε να είχε.

Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία μπόρεσε να έχει επικοινωνία με τους γονείς του στο τηλέφωνο, να μάθει ότι ζούσαν, να μιλήσει μαζί τους. Έστω και έτσι τους ξαναβρήκε. Μέχρι που μια μέρα πριν τα γενέθλιά του το 1993 η μητέρα του έχασε τη ζωή της. Παρ’ ότι υπήρχε τυπικά εκεχειρία, στην πράξη οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν. Κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών από τους Μουσουλμάνους, ένα βλήμα έσκασε στο σπίτι της οικογένειας Τζούριτς. Η μητέρα του σκοτώθηκε στον κήπο και ο πατέρας του τραυματίστηκε. Ο Άλεξ δεν μπόρεσε να πάρει άδεια από την ουγγρική κυβέρνηση να ταξιδέψει στη Βοσνία για την κηδεία, δεν ξαναείδε την μητέρα του ποτέ μετά εκείνο το βράδυ που μπήκε στο φορτηγό για τα σύνορα. Για μήνες έκλαιγε καθημερινά και μόνη διέξοδος ήταν το ποδόσφαιρο. Παίζοντας μπάλα κατάφερνε να ξεχνιέται. Η καριέρα του τον ταξίδεψε σε διάφορα μέρη. Αυστραλία, Κίνα και ξανά Αυστραλία.

Ο Τζούριτς επιτελεί μεγάλο φιλανθρωπικό έργο, ενώ έχει υιοθετήσει και ένα παιδάκι από ίδρυμα

Παρ’ ότι πήρε την υπηκοότητα δεν κατάφερε να παίξει στην εθνική της Αυστραλίας όπως ήθελε. Πήγε τελικά στη Σιγκαπούρη, σε μια χώρα πολύ πίσω ποδοσφαιρικά, αλλά με καλές συνθήκες. Εκεί, εξαιτίας της κορμοστασιάς του, ο προπονητής τον μετέτρεψε στα 29 του σε επιθετικό, ενώ αγωνιζόταν πάντα ως χαφ ή αριστερό μπακ. Στη Σιγκαπούρη λατρεύτηκε, έγινε από τους πιο σημαντικούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Κατέκτησε οχτώ πρωταθλήματα και τρία κύπελλα με διάφορες ομάδες, όπως και τίτλους πολυτιμότερου παίκτη. Το 2000 επέστρεψε για πρώτη φορά στην πατρίδα του. Ο πατέρας του είχε καρκίνο και ήταν ετοιμοθάνατος. Ο Άλεξ γύρισε στο σπίτι του και αυτή τη φορά πρόλαβε να μιλήσει μαζί του λίγο πριν πεθάνει. Να λύσουν διαφορές, να συμφιλιωθούν για τα παιδικά χρόνια, να θυμηθούν την μητέρα του.

Ένα μικρό αφιέρωμα στον Τζούριτς από το FourFourTwo

Παρά την προχωρημένη αθλητικά ηλικία του, ο Τζούριτς συνέχισε να παίζει μπάλα σε υψηλό (για τα δεδομένα της Σιγκαπούρης) επίπεδο. Την στιγμή που οι ντόπιοι έβγαιναν έξω και ξενυχτούσαν, αυτός σηκωνόταν στις έξι το πρωί και έκανε μόνος του προπόνηση τρέχοντας και κάνοντας ασκήσεις. Πήγαινε τα παιδιά του με το ποδήλατο στο σχολείο και το απόγευμα ξανά ατομική προπόνηση. Κοιμόταν από τις 10 το βράδυ, πρόσεχε τι έτρωγε. Έβαζε κάτω σε αντοχή ποδοσφαιριστές με τα μισά του χρόνια σχεδόν. Η Σιγκαπούρη του άρεσε γιατί είχε πολυεθνικό χαρακτήρα. Μεγαλωμένος σε ένα τέτοιο περιβάλλον στη Βοσνία, ποτέ του δεν ξεχώριζε ανθρώπους για την εθνικότητα ή τη θρησκεία τους. Άνθρωποι άλλης θρησκείας ήταν υπεύθυνοι για το χαμό της μητέρας του, αλλά ο Τζούριτς δεν ένιωσε ποτέ μίσος.

Στα 29 έγινε επιθετικός, στα 37 διεθνής (και σκόρερ δύο γκολ)

Ο Τζούριτς είχε το απωθημένο να παίξει στην εκεί εθνική. Δυο φορές έκανε αίτηση για υπηκοότητα και δυο φορές δεν έγινε αποδεκτή, όταν την τρίτη φορά τα κατάφερε είχε φτάσει πλέον 37 ετών. Παρ’ όλα αυτά η αξία του δεν έμενε απαρατήρητη. Κλήθηκε στην εθνική της Σιγκαπούρης και έγινε ο πρώτος μη γηγενής που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της. Το ντεμπούτο το 2007 απέναντι στο Τατζικιστάν ήταν ονειρικό, καθώς σκόραρε και τα δύο γκολ της νίκης με 2-0. Σε 53 συμμετοχές σκόραρε 24 φορές και μαζί της κατέκτησε το AFF Cup, το κύπελλο των ομάδων της νοτιοανατολικής Ασίας σε ηλικία 42 ετών, σκοράροντας μάλιστα μέσα στην Μαλαισία στον τελικό. Έπαιξε μπάλα για ακόμα δύο χρόνια και στα 44 του εγκατέλειψε την ενεργό δράση σκοράροντας πάνω από 300 φορές για 16 διαφορετικούς συλλόγους και μέχρι την στιγμή εκείνη ο πρώτος στο κόσμο εν ενεργεία σκόρερ σε ένα πρωτάθλημα. Η αθλητική του πορεία από τα δύσκολα χρόνια στη Γιουγκοσλαβία, τον στρατό, τη φυγή του, μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την λατρεία που γνώρισε σε μια εξωτική γι’ αυτόν χώρα έλαβε τέλος. Μετά το τέλος της καριέρας του προσπαθεί να βοηθάει παιδιά και συμμετέχει σε διάφορες φιλανθρωπίες. Δεν ξεχνά ποτέ τα δικά του παιδικά χρόνια και όσα έζησε με τη διάλυση μιας χώρας.

Κάποιοι ποδοσφαιριστές βγάζουν αυτοβιογραφία στα 24 τους. Κανείς δεν έζησε τη ζωή του Τζούριτς.

Πηγές:
The Olympians
Red Sports

Ο αλκοολικός που έφτασε στην Πριμέρα

  [Καθόλου σχόλια]

Κάπου στα 1.700 περίπου μέτρα υψόμετρο, κοντά σχετικά στην πρωτεύουσα της Κολομβίας Μπογκοτά, αλλά αποκλεισμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, βρίσκεται το χωριουδάκι Κάκεσα. Εκεί έζησε τα πρώτα του χρόνια ο Ντανιέλ Αλεχάντρο Τόρες, μέχρι που αποφάσισε να ακολουθήσει την καριέρα του ποδοσφαιριστή. Ένα παιδί από το χωριό ταξίδεψε στην μεγάλη πόλη, έμενε σε έναν ξενώνα και έπαιζε μπάλα στις ακαδημίες της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε. Το ταλέντο του άρχισε να ξεχωρίζει και σιγά σιγά ο Ντάνι όπως τον φωνάζουν οι φίλοι κατάλαβε ότι θα γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

«Ήταν μια ευλογία για μένα. Για όλους όσοι θέλουμε να γίνουμε ποδοσφαιριστές είναι ένα όνειρο όταν τα καταφέρεις». Μόνο που εκεί άρχισαν και τα προβλήματα. Ο Ντανιέλ Τόρες βίωσε πολύ διαφορετικά την αλλαγή αυτή και δεν μπόρεσε να τη διαχειριστεί. «Ποτέ δεν έπινα, δεν μου άρεσε το ποτό. Στην Κολομβία πίνουμε αγουαρντιέντε [σ.Σ. ένα απόσταγμα με γλυκάνισο]. Αλλά εμένα δεν μου άρεσε. Έτσι δοκίμασα το ουίσκι. Κατέληξα να πίνω δυο μπουκάλια.» Ο Ντανιέλ Τόρες έπινε κάθε βράδυ και το επόμενο πρωί πήγαινε κανονικά στην προπόνηση. Απορεί κι ο ίδιος, δεν ξέρει πώς άντεξε το κορμί του, πώς τα κατάφερνε, πώς δεν είχε τραυματισμούς.

Φυσικά, δεν είναι εύκολο να κρύψεις ένα τέτοιο πρόβλημα. Ειδικά όταν έκαναν εξετάσεις στην ομάδα. Ήταν πάρα πολλές φορές που ο Τόρες βρέθηκε με αλκοόλ στο αίμα του, αλλά ο γιατρός και η διοίκηση του τη χάριζαν. Όλα αυτά μέχρι που ήρθε το 2011 στην ομάδα ένας πιο αυστηρός προπονητής. Ο αμυντικός χαφ Τόρες έμεινε εκτός αγώνων για περίπου ένα εξάμηνο και στο τέλος της σεζόν ζήτησε να φύγει γιατί ήξερε πώς δεν θα έπαιζε. Η διοίκηση αποφάσισε να τον δώσει δανεικό για να δει μήπως η αλλαγή περιβάλλοντος τον βοηθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημά του.

Κάπως έτσι ο Τόρες πήγε δανεικός στην Ατλέτικο Νασιονάλ. Το Μεντεγίν όμως είναι μια πόλη με νυχτερινή ζωή. Ο Τόρες άρχισε να βγαίνει συνέχεια έξω, να πίνει ακόμα περισσότερο, το πρόβλημα μεγάλωσε αντί να λυθεί. Οι καβγάδες στο σπίτι άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Και όπως πολύ συχνά συμβαίνει στους αλκοολικούς, κάθε πρόβλημα (υπαρκτό ή όχι) οδηγούσε στο ποτό. Μια ήττα για την ομάδα, μια αναποδιά, μια διαφωνία με τη γυναίκα του. Στα γενέθλια του βγήκε να διασκεδάσει, ήπιε και εμφανίστηκε στην προπόνηση μετά από τρεις ημέρες και με 40′ καθυστέρηση. Η Ατλέτικο του έκανε αλκοτέστ, βγήκε θετικός και τιμωρήθηκε για αρκετά παιχνίδια στο πιο κρίσιμο σημείο της σεζόν. Λίγο πριν το τελευταίο παιχνίδι που θα έκρινε τη συμμετοχή στα πλέι-οφ, ο πρόεδρος τον πλησίασε και του είπε ότι είτε θα δώσει την νίκη, είτε θα φύγει. Λίγο άδικο να το πεις σε έναν παίκτη, αλλά έτσι είναι. Η Ατλέτικο έχασε με 1-0, η σεζόν τελείωσε και οι παίκτες έφυγαν για διακοπές. Ο πρόεδρος της Σάντα Φε του είπε ότι η Νασιονάλ δεν τον θέλει άλλο και ότι θα πρέπει να πάει σε μια μικρή ομάδα πλέον. Ήταν Ιανουάριος του 2012. Η γυναίκα του τον είχε παρατήσει μαζί με το παιδί, οι δημοσιογράφοι τον αποκαλούσαν μεθύστακα, καμία μεγάλη ομάδα δεν τον ήθελε, κανένας οπαδός δεν τον στήριζε. Ο Τόρες έπιασε πάτο.

Πάντα τὸν τόπον, οὗ ἐὰν πατήσῃ τὸ ἴχνος τοῦ ποδὸς ὑμῶν, ὑμῖν ἔσται
– Δευτερονόμιον 11:24

Σεπτέμβριος 2016. Η Ντεπορτίβο Αλαβές έχει ήδη πάρει μια ισοπαλία στο Βιθέντε Καλντερόν στο 95′ και πηγαίνει στο Καμπ Νου. Λίγο πριν το ματς, ένας από τους ποδοσφαιριστές των φιλοξενούμενων, στην καθιερωμένη βόλτα των παικτών, φτάνει στο χορτάρι, βγάζει τα παπούτσια και το πατάει ξυπόλητος με ένα κινητό στο αυτί. Δεν μιλάει καθόλου, φαίνεται να ακούει μόνο. Λίγη ώρα αργότερα, ο ίδιος αυτός τύπος μπαίνει με τη φανέλα που γράφει Τόρες πάνω από το νούμερο 16 και 90 λεπτά μετά φεύγει νικητής με 1-2 από το Καμπ Νου. Ο Τόρες παίζει 17 ματς βασικός στην Πριμέρα και άλλα 4 στο κύπελλο μέχρι τον τελικό (όπου δεν αγωνίζεται). Την ίδια στιγμή έχει φτάσει τις 15 συμμετοχές με την εθνική Κολομβίας και είναι αρκετά πιθανό να τον δούμε στο Μουντιάλ της Ρωσίας αν η χώρα του τα καταφέρει.

Οικογενειακή γαλήνη

Τι μεσολάβησε και ένας τελειωμένος παίκτης με πολλά προβλήματα αγωνίζεται στο υψηλότερο επίπεδο; Όταν ο Ντάνι έφυγε από τη Νασιονάλ, γύρισε τελικά πίσω στην Ιντεπεντιέντε καθώς δεν βρέθηκε ομάδα. Ο Τόρες αποφάσισε να καθαρίσει. Τα βρήκε με τη γυναίκα του, προσπάθησε να αποδείξει ότι θα άλλαζε. Μην ξέροντας από πού να πιαστεί, άκουσε τη συμβουλή του φίλου του και συμπαίκτη του Καμίλο Βάργκας που του γνώρισε μια… πνευματικό, την πεθερά του. Η κυρία Σάντρα Μερίνο ξεκίνησε τον προσηλυτισμό, αλλά ο Τόρες δεν πείστηκε ιδιαίτερα. Μέχρι που μια μέρα στα πολύ άσχημά του, άνοιξε τη Βίβλο και διάβασε ότι όποιος ακολουθήσει το Θεό διαγράφει το παρελθόν του, γίνεται καινούριος άνθρωπος και ξεκινάει από την αρχή. Ο Τόρες είπε να δοκιμάσει και τη μέθοδο της θρησκείας. Αυτή η νέα αρχή ήταν που αποζητούσε. Ξαναμίλησε με την κυρία Σάντρα, η οποία του έκανε κάτι μεταξύ κατήχησης και ψυχοθεραπείας και κάπως έτσι άρχισε η ανάκαμψή του.

Φυσικά όλα αυτά δεν ήταν εύκολα. Η καχυποψία υπήρχε από όλους. Δημοσιογράφους, οπαδούς, προπονητές, ακόμα και συμπαίκτες. Τύχαινε να αργήσει καμία φορά στην προπόνηση γιατί είχε κίνηση ή είχε συμβεί κάτι και το έβλεπε στα μάτια όλων. «Ο Ντάνι ξανακύλησε, τον πήρε ο κατήφορος πάλι». Είχε λίγο διαφορετική διάθεση και όλοι πίστευαν ότι είχε πει ξανά το προηγούμενο βράδυ. Κανείς δεν πίστευε σε αυτόν, ένας άνθρωπος με εθισμούς δεν είναι εύκολο να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη.

Η κυρία Σάντρα Μερίνο. Όποιος περίμενε μια γιαγιούλα με μαύρα ατύχησε. Δείχνει έτοιμη να στήσει ένα τουρνουά μπιρίμπας.

Ο Τόρες όμως δεν ήταν ο μοναδικός που εμπιστεύτηκε την κυρία Σάντρα. Η Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε είχε να δει πρωτάθλημα 37 ολόκληρα χρόνια. Η ομάδα ξεκίνησε παίζοντας καλά το 2012, αλλά δεν μπορούσε να κερδίσει με τίποτα. Όλο κάτι γινόταν, όλο κάτι στράβωνε. Επτά ματς χωρίς νίκη. Ο προπονητής ήταν υπό κρίση, αλλά οι παίκτες τον πίστευαν. Τον πίστευαν γιατί ήταν σίγουροι ότι κάτι μεταφυσικό συνέβαινε, ότι κάποιος τους είχε καταραστεί, η ρίζα του κακού δεν ήταν αγωνιστική. Ο πρόεδρος βλέποντας την ομάδα να ξεκινάει με σερί ισοπαλιών, έδωσε τελεσίγραφο στον προπονητή για το ντέρμπι με τους Μιγιονάριος. Οι παίκτες το πήραν πάνω τους. Πήγαν στη διοίκηση και είπαν τις σκέψεις τους, δεν φταίει ο κόουτς, φταίει το κακό το μάτι. Ζήτησαν από τον πρόεδρο να αφήσει να μπει ο Θεός στην ομάδα μέσω της σενιόρας Σάντρα. Όπως έχουμε δει και στο παρελθόν, αυτά τα πράγματα στην Κολομβία δεν είναι ασυνήθιστα. Ο πρόεδρος αφού είδε ότι τίποτα άλλο δεν είχε πιάσει δέχτηκε, αλλά μια που η πνευματικός έμενε μακριά, η πρώτη… συνεδρία έγινε μέσω Skype (δεν τα βγάζω από το μυαλό μου, αλήθεια λέω).

Το ματς που άλλαξε τη σύγχρονη ιστορία της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε

Η κυρία Σάντρα είπε ένα σωρό πράγματα. Τι ότι είχε όραμα το 2010 όταν ο Θεός της αποκάλυψε ότι η Σάντα Φε θα έπαιρνε το πρωτάθλημα. Τι ότι το όνομα (σάντα και φε, αγία δύναμη σαναλέμε) δεν είναι τυχαίο, τι ότι το κόκκινο χρώμα της είναι το αίμα του Ιησού, τι ότι αυτός θα είναι ο έβδομος τίτλος της Σάντα Φε και όλοι ξέρουμε ότι αυτός ο αριθμός έχει μεγάλη σημασία. Ένα σωρό τέτοια «προφητικά» και ανεβαστικά που θα έκαναν τον Αλ Πατσίνο να κρυφτεί από ντροπή. Και μετά, ταξίδεψε στην Μπογκοτά. Και το Σάββατο πριν το ματς, συνάντησε τους παίκτες και σαν τους 12 11 μαθητές της, τους έπλυνε τα πόδια. Εσείς πείτε ό,τι θέλετε, αλλά την επόμενη μέρα η Ιντεπεντιέντε στο ημίχρονο κέρδιζε 0-4 τους Μιγιονάριος. Φαίνεται πάντως ότι δεν αρκούσε η θεία δύναμη, γιατί στο 2ο ημίχρονο άρχισαν τις πλακίτσες, τις ντριμπλίτσες, τα τούνελ σε αντιπάλους και τελικά αυτοί μείωσαν σε 4-3. Η νίκη όμως ήρθε και μαζί ξεκίνησε ένα σερί επτά νικών. Η Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε κέρδισε πρωτάθλημα και πάλι μετά από 37 χρόνια και άντε να πείσεις εσύ τώρα τους παίκτες της ότι δεν είχε μεγαλύτερη συμβολή η πνευματικός από τον δόλιο προπονητή. Αν δεν με πιστεύετε υπάρχει βίντεο στα πανηγύρια που αρκετοί παίκτες την αναφέρουν στις δηλώσεις τους, ενώ για τον κόουτς δεν λένε τίποτα.

Οι εμφανίσεις του Τόρες σε Κολομβία και σε Λιμπερταδόρες έκαναν το όνομά του γνωστό και ο Κολομβιανός πήγε στην Αλαβές. Ακόμα και μετά την μεταγραφή του στην Ισπανία όμως, η ιεροτελεστία δεν σταμάτησε. Μια ώρα πριν τον αγώνα, ο Ντάνι απομονώνεται από τους υπόλοιπους, πατάει χορτάρι, παίρνει τηλέφωνο την κυρία Σάντρα και την ακούει να του απαγγέλει (είναι αυτή η σωστή λέξη;) κομμάτια από τη Βίβλο (ειδικά αυτό από το Δευτερονόμιο). Τόσο για να του φέρει καλή τύχη, όσο και για κρατήσει τους παλιούς… δαίμονες μακριά του. Το βασικότερο όμως είναι ο Τόρες έσωσε την καριέρα του και κυρίως την οικογένειά του και την προσωπική του ζωή. Έστω και με έναν όχι επιστημονικό τρόπο.

Η Μαφία και το ποδόσφαιρο

  [5 Σχόλια]

Η Ιταλία είναι μια χώρα που παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από το βορρά προς το νότο, τόσο μεγάλες που θα μπορούσαμε να μιλάμε για δυο διαφορετικές χώρες. Ένα από τα χαρακτηριστικά του νότου σε πολλές περιοχές είναι κι η παρουσία της Μαφίας. Είτε μιλάμε για τη Κόζα Νόστρα της Σικελίας, είτε για την Καμόρα στη Νάπολη, είτε για την Ντραγκέτα της Καλαβρίας, πρόκειται για οργανώσεις που σε μεγάλο βαθμό επηρεάζουν τη ζωή όλων των κατοίκων. Στον κανόνα αυτό δεν μπορούν να αποτελούν εξαίρεση οι ποδοσφαιριστές. Το σημερινό κείμενο είναι αφιερωμένο σε τρεις πασίγνωστους Ιταλούς επιθετικούς, που η ζωή τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σημαδεύτηκε από την παρουσία της Μαφίας.

Το ξεκίνημα γίνεται με τον Μάρκο Μποριέλο. Έναν ποδοσφαιριστή με μια καριέρα γεμάτη μεταγραφές και δανεισμούς που δεν ανταποκρίθηκε τόσο στις προσδοκίες του κόσμου. Βγαλμένος από τις ακαδημίες της Μίλαν, ο Μποριέλο έχει αγωνιστεί σε περίπου 15 ομάδες, αλλά ποτέ στην ομάδα της πατρίδας του, τη Νάπολι. Εκεί όπου στη γειτονιά Σαν Τζιοβάνι μεγάλωσε και έζησε μια τραγωδία.

Για παιδί που ξεκίνησε από μια από τις χειρότερες γειτονιές, τα κατάφερε καλά

Στο Σαν Τζιοβάνι λέγεται ότι υπάρχει η μεγαλύτερη… πυκνότητα σε συμμορίες από οπουδήποτε αλλού. Μια άκρως επικίνδυνη περιοχή στην οποία είτε είσαι μέλος συμμορίας, είτε ζεις υπό το φόβο της. Ο πατέρας Μποριέλο ήταν μπλεγμένος κι αυτός στην παρανομία, αλλά τελικά αθωώθηκε από το δικαστήριο. Λίγο καιρό αργότερα όμως εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Η φαμίλια έζησε στην αβεβαιότητα μέχρι να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Ο Βιτόριο Μποριέλο είχε δανείσει χρήματα στον Πασκουάλε Τσεντόρε, έναν πρώην δήμαρχο της πόλης Καζερτάνο. Ο δήμαρχος που είχε σχέσεις με την οικογένεια Καζαλέζι, δεν ήθελε να τα επιστρέψει και σε έναν καβγά δολοφόνησε τον πατέρα του μόλις 10 ετών Μάρκο. Στη συνέχεια, για να εξαφανίσει το πτώμα, το έθαψε στη βίλα του, όπου θα μπορούσε να είχε μείνει για πάντα, αν ο Τσεντόρε δεν ομολογούσε μετά από καιρό.

Η σχεδόν σίγουρη μεταγραφή του Κορεντίν Τολισό στη Νάπολη χάλασε τελευταία στιγμή. Ο μάνατζέρ του είπε ότι ένας σοβαρός λόγος ήταν ο φόβος για την εγκληματικότητα της πόλης που δημιουργήθηκε όταν ο Κορεντίν παρακολουθούσε την τηλεοπτική σειρά «Γκομόρα»

«Δεν είναι ότι μεγάλωσα στη ζούγκλα, αλλά σίγουρα δεν ήταν και Ντίσνεϊλαντ. Ένα παιδί που μεγαλώνει εκεί, μεγαλώνει πολύ πιο γρήγορα από οπουδήποτε αλλού. Ένας χρόνος εκεί, μετράει για δέκα αλλού» διηγείται ο Μάρκο. Η μητέρα του ήταν αυτή που μεγάλωσε μόνη τα δυο παιδιά της και σε αυτή οφείλουν πολλά. Σε αυτή και το ποδόσφαιρο που του έδωσε το εισιτήριο για να φύγει. «Το ποδόσφαιρο με βοήθησε να ξεπεράσω το χαμό του πατέρα μου, αλλά θα ήθελα ο πατέρας μου να μπορούσε να δει αυτά που κατάφερα». Θα περίμενε κανείς ένα μικρό παιδί που χάνει τον πατέρα του, να μισεί το μέρος που τον έχασε. Ο Μποριέλο όμως διαφωνεί: «Η Νάπολη έκλεψε τον πατέρα μου, αλλά όχι τα τα απίστευτα παιδικά χρόνια που έζησα εκεί και όλα όσα έμαθα. Θα μπορούσα να νομίζω ότι είχε απαχθεί ή ότι έπαθε αμνησία και χάθηκε, αλλά τελικά ο ένοχος ομολόγησε. Νιώθω περηφάνια που μεγάλωσα στο τρίγωνο του θανάτου και δεν έγινα μέλος συμμορίας. Η Καμόρα σκότωσε τον πατέρα μου, όχι όμως την αγάπη μου για τη Νάπολη. Δεν ζω πια εκεί, αλλά πηγαίνω συχνά για να θυμάμαι τους ήχους, τις μυρωδιές και τον ενθουσιασμό της πόλης

Είναι τέτοια η αγάπη του Μποριέλο για την πόλη που τα έβαλε με τον Ρομπέρτο Σαβιάνο το συγγραφέα του βιβλίου Γκόμορα (που αργότερα μεταφέρθηκε τόσο στον κινηματόγραφο ως ταινία, όσο και στην τηλεόραση ως τηλεοπτική σειρά). Σε συνέντευξή του το 2010 ο Μποριέλο είπε ότι ο Σαβιάνο έβγαλε χρήματα από την πόλη του, παρουσιάζοντας μόνο τα άσχημα. Τρία χρόνια αργότερα πάντως, εμφανίστηκε μετανιωμένος, λέγοντας ότι έκανε λάθος για τον συγγραφέα, δεν είχε καταλάβει τι είχε γράψει και ότι ήθελε πολύ θάρρος να πάει ενάντια στο ρεύμα, να μιλήσει και να ζει τώρα έτσι (ο Σαβιάνο έχει δεχτεί πολλές απειλές από την Καμόρα και ζει με μόνιμη αστυνομική φρουρά).

Δεν τον κόβεις για μαφιόζο, αλλά κι ο Τζο Πέσι ακίνδυνος φαίνεται

Όταν ο νεαρός Μάρκο Μποριέλο αποφοιτούσε από τις ακαδημίες της Μίλαν, ένας άλλος ταλαντούχος επιθετικός από τη νότια Ιταλία πήγαινε εκεί. Ο μικρός και θαυματουργός κοντούλης Φαμπρίτσιο Μίκολι από την επαρχία του Λέτσε έκανε κι αυτός μια αρκετά σημαντική καριέρα κι ένα μεγάλο μέρος αυτής το πέρασε στη Σικελία και το Παλέρμο. Ο Μίκολι στα 6 χρόνια του εκεί αγαπήθηκε και αγάπησε το Παλέρμο. Ίσως όμως λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε. Έγινε κολλητός με το γιο ενός από τους πιο διαβόητους μαφιόζους του νησιού, του Αντονίνο Λαουριτσέλα και συνεπώς θέλοντας και μη, αντικείμενο έρευνας της ομάδας καταπολέμησης της Μαφίας.

Η αστυνομία παρακολουθούσε το τηλέφωνο του Μίκολι και όταν οι συνομιλίες βγήκαν στο φως από την εφημερίδα Λα Ρεπούμπλικα, πολλοί έμειναν έκπληκτοι. Ο Μίκολι συζητούσε για χρήματα που του χρωστούσαν ιδιοκτήτες νυχτεριών μαγαζιών και έλεγε ότι θα βάλει το φίλο του για να τα μαζέψει. Το πιο σοκαριστικό όμως όλων ήταν η αναφορά του στο δικαστή Τζιοβάνι Φαλκόνε, έναν από τους σημαντικότερους δικαστές που τα έβαλαν ποτέ με την Μαφία, τον άνθρωπο πίσω από τη δίκη Μάξι, στην οποία καταδικάστηκαν περίπου 400 μέλη της Μαφίας και αποκαλύφθηκαν τρομερές λεπτομέρειες για την λειτουργία της. Ο Φαλκόνε, που ζούσε συνεχώς υπό καθεστώς τρόμου, σκοτώθηκε μαζί με τη γυναίκα του και τους φρουρούς του το 1992 από μία έκρηξη εκρηκτικών μισού τόνου, τόσο ισχυρή που καταγράφηκε ως σεισμική δόνηση. Ο Μίκολι σε μια από τις συνομιλίες αποκαλούσε τον Φαλκόνε «σκουπίδι». Η τραγική ειρωνεία; Ο Μίκολι είχε πάρει μέρος σε ένα φιλικό υπέρ του Φαλκόνε, αλλά και ακόμα ενός δικαστή που είχε επίσης σκοτωθεί από τη Μαφία, για τα 20 χρόνια από τον θάνατό τους, αφιερώνοντας και γκολ στην μνήμη τους. Υποκρισία…

Ο «επίτιμος δημότης» της πόλης Κορλεόνε (ναι, αυτής) χάλασε μέσα σε μια μέρα την εικόνα που είχε φτιάξει. Ο ίδιος αρνήθηκε ότι ήξερε πως ο φίλος του Μάουρο ήταν γιος του μεγάλου αφεντικού, ζήτησε συγγνώμη κλαίγοντας, αλλά η καριέρα του στην Παλέρμο σε συνδυασμό με τον υποβιβασμό τελείωσε συνοπτικά. Ο δήμος Κορλεόνε απέσυρε τον τίτλο του επίτιμου δημότη, η Παλέρμο τον άφησε να φύγει χωρίς κάποια άλλη τιμή (είχε ήδη γίνει ο πρώτος σκόρερ της στην ιστορία της Σέριε Α), η δε υπόθεσή του προχώρησε και ο εισαγγελέας πρότεινε κάθειρξη τεσσάρων ετών για εκβιασμό, με την απόφαση να μην έχει βγει ακόμα.

Μέχρι στιγμής είδαμε έναν άνθρωπο που η ζωή του άλλαξε ριζικά εξαιτίας της Μαφίας και έναν δεύτερο που ενώ τα είχε σχεδόν όλα, αποφάσισε να ζήσει το thug life. Θα κλείσουμε την τριλογία των επιθετικών, με έναν αθώο που παραλίγο να δει την καριέρα του να καταστρέφεται, χωρίς ο ίδιος να φταίει σε τίποτα. Ο Φάμπιο Κουαλιαρέλα γεννήθηκε λίγο έξω από τη Νάπολη, στο δρόμο προς το Σορέντο. Όπως κι οι προηγούμενοι δύο, αναγκάστηκε να φύγει μικρός στα βόρεια για να μάθει μπάλα. Αυτή τη φορά όχι στο Μιλάνο αλλά στο Τορίνο. Μετά από τις εμφανίσεις του με την Ουντινέζε, το όνειρο του Κουαλιαρέλα έγινε πραγματικότητα. Η μεταγραφή στην αγαπημένη του Νάπολι με 18 εκατομμύρια το 2009.

Ο Φάμπιο ήθελε να γίνει αρχηγός και το μεγάλο ίνδαλμα των οπαδών, έδωσε όρκους παντοτινής αγάπης και πίστης και έκανε μια αρκετά συμπαθητική χρονιά με 11 γκολ σε 34 αγώνες. Το καλοκαίρι όμως του 2010 έγινε η μεγάλη προδοσία. Ο φανατικός ναπολιτάνος άφησε την ομάδα και πήγε στην μισητή Γιουβέντους και τα πλούτη. Το «δικό τους» παιδί τους πρόδωσε, μια προδοσία πολύ πιο σημαντική από αυτή που έγινε πέρσι για τον Ιγκουαΐν, μιλάμε για έναν ντόπιο αυτή τη φορά. Ο όρκος και το πενταετές συμβόλαιο ξεχάστηκαν, ο Κουαλιαρέλα έγινε προδότης και όταν γύριζε στη Νάπολη να δει τους συγγενείς του, μεταμφιεζόταν για να γλιτώσει από τις βρισιές, των κατοίκων που τον έβλεπαν. Κανείς όμως δεν ήξερε το δράμα που ο Ιταλός επιθετικός περνούσε, ένα δράμα που κράτησε περίπου πέντε χρόνια.

Τη χρονιά πριν πάει στη Νάπολι, έβαλε αυτή τη γκολάρα εναντίον της και αποθεώθηκε

Θυμίζοντας λίγο την τελευταία σεζόν του Luther, ο Κουλιαρέλα εμπιστεύτηκε στον λάθος άνθρωπο τους κωδικούς του στον υπολογιστή. Τον Ραφαέλε Πίκολο, έναν αστυνομικό που προσφέρθηκε να τον βοηθήσει με τα… τεχνολογικά προβλήματα και απέκτησε πρόσβαση στη ζωή του Φάμπιο. Λίγο καιρό αργότερα τα προβλήματα ξεκίνησαν. Ο Κουαλιαρέλα άρχισε να δέχεται ανώνυμα γράμματα με φωτογραφίες από γυμνά κορίτσια και κατηγορίες ότι ήταν παιδεραστής. Οι κατηγορίες αυξήθηκαν, στα επόμενα μηνύματα ο ανώνυμος αποστολέας τον κατηγορούσε ότι είναι μέλος της Καμόρα και ότι εμπλέκεται σε στημένα ματς και… εμπόριο ναρκωτικών. Ο stalker όμως δεν έμεινε μόνο στον Κουαλιαρέλα. Έστειλε και στον πατέρα του, λέγοντας ότι ο γιος του θα δολοφονηθεί ή ότι θα μπει βόμβα στο σπίτι του. Όταν πήρε ένα γράμμα με ένα φέρετρο πάνω στο οποίο υπήρχε το πρόσωπό του, ο Κουλιαρέλα αποφάσισε να πάει στην αστυνομία και φώναξε τον Πίκολο να τον βοηθήσει. Βγαλμένο από αστυνομικό θρίλερ…

Ο Πίκολο έκανε «έρευνα» και βρισκόταν μέσα στο σπίτι του Φάμπιο καθημερινά. Έλεγε ψέματα ότι πλησίαζε τους ενόχους, μέχρι που σε κάποια στιγμή έκανε ανάκριση και σε ένα κολλητό του Κουαλιαρέλα για… σχέσεις με την Μαφία. Τη λύση την έδωσε ο πατέρας του ποδοσφαιριστή τελικά, όταν ανακάλυψε ότι οι καταγγελίες δεν έφτασαν ποτέ στην αστυνομία, αλλά τις κρατούσε ο Πίκολο. Το κακό όμως είχε ήδη γίνει. Τα ανώνυμα γράμματα είχαν σταλθεί και στη Νάπολι, γεγονός που έκανε τη διοίκηση να κοιτάζει με διαφορετικό μάτι έναν παίκτη που πιθανώς να είχε σχέσεις με την Μαφία, να ήταν παιδόφιλος και να συμμετείχε σε όργια. Ο ντε Λαουρέντις δεν ρίσκαρε και τον πούλησε στη Γιούβε. Ενώ αρχικά φάνηκε να στηρίζει τον παίκτη, έκοψε κάθε επικοινωνία μαζί του και ο Φάμπιο έμαθε τελευταίος για την πώλησή του. Έφυγε πικραμένος και προδομένος.

Έζησε μια προσωπική κόλαση, αφού από την μία βρισκόταν μέσα στο φόβο των απειλών αλλά και της δημόσιας διαπόμπευσης, ενώ από την άλλη δεν μπορούσε να αποκαλύψει στους φίλους της Νάπολι ότι δεν είναι προδότης, δεν μπορούσε να πει την αλήθεια. Κι όταν επιτέλους πέρσι ξεκίνησε η δίκη (στην οποία τελικά ο Πίκολο καταδικάστηκε σε 5 χρόνια περίπου φυλακής) και κατέθεσε, αποκάλυψε τα όσα έζησε, μίλησε για την αγάπη του για τη Νάπολι που ήθελε πάντα να παίζει εκεί και για το δράμα να δέχεται τον τίτλο του προδότη. Και τουλάχιστον, η καριέρα του στη Νάπολι καταστράφηκε εξαιτίας των φημών για την Μαφία, αλλά η αγάπη του κόσμου επανήλθε εκεί που ήταν, όταν οι οπαδοί κρέμασαν το πανό που έγραφε: «Έζησες μια κόλαση με τεράστια αξιοπρέπεια. Θα σε αγκαλιάσουμε ξανά, Φάμπιο, γιε αυτής της πόλης».

Τα δάκρυα της γιαγιάς και η πρόταση γάμου στον Χάιντσε

  [1 Σχόλιο]

Τα συναισθήματα χαράς ή λύπης για έναν τίτλο είναι μεγάλα. Αν όμως υποστηρίζεις ομάδες που είναι μικρές, που απέχουν από τη διεκδίκηση πρωταθλημάτων, όλα αυτά τα συναισθήματα (και μάλιστα συχνά σε μεγαλύτερο βαθμό) εκδηλώνονται σε υποβιβασμούς ή ανόδους. Οι Αρχεντίνος Τζούνιορς είναι μεν μια ιστορική ομάδα της Αργεντινής με τρία πρωταθλήματα που έχει βγάλει γνωστούς παίκτες όπως ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο Εστεμπάν Καμπιάσο, ο Χουάν Πάμπλο Σορίν, ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε κι ο Φερνάντο Ρεδόνδο, αλλά και μια «μικρή» ομάδα με ένα πολύ ιδιαίτερο κοινό, καθώς αν θυμάστε καλά το Ελ Πατερνάλ (ή επίσημα στάδιο Ντιέγκο Μαραντόνα) είναι εκεί που έχουμε δει έναν οπαδό να πετάει εξοργισμένος στο γήπεδο το παπούτσι του και έναν άλλον να πετάει τη… μασέλα του.

Πέρσι οι Αρχεντίνος υποβιβάστηκαν ξανά και έτσι ξεκίνησε ακόμα μια προσπάθεια ανόδου. Στο χθεσινό παιχνίδι με τη Χιμνάσια Χουχούι η νίκη αρκούσε για την άνοδο των Μπίτσος. Στις εξέδρες βρέθηκε αρκετός κόσμος, ανάμεσά τους και μια ηλικιωμένη κυρία που βλέποντας το γήπεδο σχεδόν γεμάτο, δεν άντεξε από την αγωνία και ξέσπασε σε δάκρυα. Δάκρυα χαράς και προσμονής. Κι όταν στο 42′ ο Νίκο Γκονζάλες έβαλε το γκολ της νίκης, η γιαγιά ξέσπασε σε πανηγυρισμούς, σαν μία από μας. Ξεχνώντας κάθε είδους καθωσπρεπισμό, φορώντας την ιερή, αγαπημένη φανέλα, η «γιαγιά των Αρχεντίνος» πανηγύρισε έξαλλα δείχνοντας το τιμημένο έμβλημα στη φανέλα και έγινε θέμα σε όλη τη χώρα (όπως πρόσφατα και ο 94χρονος παππούς σε ένα άλλο γήπεδο).

Φαίνεται πάντως ότι το Πατερνάλ εκτός από ιπτάμενες μασέλες και παπούτσια έχει αρκετές γιαγιάδες στο γήπεδο. Πριν δυο χρόνια ο Λαουτάρο Ρινάλντι (του ΠΑΟ) μετά από ένα γκολ απέναντι στους Νιούελ΄ς είχε φύγει σφαίρα για τις εξέδρες για να αγκαλιάσει την 86χρονη τότε γιαγιά του που ήταν παρούσα ώστε να καμαρώσει το εγγονούδι της.

Το παιχνίδι χθες έληξε τελικά με 1-0 και τα έξαλλα πανηγύρια συνεχίστηκαν. Με πρωταγωνιστή τον προπονητή Γκαμπριέλ Χάιντσε, ναι τον γνωστό μας πρώην διεθνή αμυντικό. Ο Χάιντσε πέρσι ξεκίνησε την καριέρα του ως προπονητής από τη Γοδόι Κρους, μόνο που δεν είχε ακόμα πάρει δίπλωμα προπονητή. Έτσι αναγκαζόταν να προπονεί την ομάδα κανονικά, αλλά να παρακολουθεί όλα τα παιχνίδια από τις εξέδρες. Αυτό ενοχλούσε μεγάλο μέρος του κόσμου και όταν τα αποτελέσματα δεν πήγαν καλά, οι βρισιές και οι εκκλήσεις για απόλυση πολλαπλασιάστηκαν. Υπό την πίεση του κόσμου αλλά και των αποτελεσμάτων (ρεκόρ 2-2-6), η Γοδόι Κρους τον έδιωξε, πριν καν προλάβει να πάρει την προσωρινή του άδεια (ο Χάιντσε δεν είχε τελειώσει ακόμα τα μαθήματα). Ο προπονητής που δεν ήταν προπονητής έφυγε ως αποτυχημένος.

Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί έλεγαν ότι μέσα στην εβδομάδα έκανε καλή δουλειά στις προπονήσεις. Σε αυτό βασίστηκαν και στους Τζούνιορς και τον προσέλαβαν για προπονητή στην προσπάθεια ανόδου. Η πρόσληψη του Γκρίνγκο δεν άρεσε σε κανέναν. Δημοσιογράφοι, οπαδοί, ακόμα και μέλη της διοίκησης ήταν εναντίον του. Ο Χάιντσε σε κάθε ματς άκουγε τα μύρια όσα από το απαιτητικό κοινό του Πατερνάλ. Μιλάμε για ένα γήπεδο που έχει δει από Μαραντόνα μέχρι Ρικέλμε. Φανταστείτε γκρίνια. Τα αποτελέσματα ήταν και πάλι μέτρια στην αρχή, το βάρος αυξανόταν, η καρέκλα έτριζε. Ο Χάιντσε στωικά τα αντιμετώπιζε όλα αυτά χωρίς πολλά λόγια. Κι όταν οι Αρχεντίνος άρχισαν να παίζουν μπάλα και η ομάδα να κερδίζει άνετα τα ματς, να δημιουργεί διψήφια διαφορά από τους κάτω, οι βρισιές έγιναν αποθέωση. «Το χέρι του Γκρίνγκο θα μας ανεβάσει» και άλλα συνθήματα αποθέωσης, μέχρι τα πιο πρόσφατα «Να μείνει ο Γκρίνγκο»  (μια που αρκετές ομάδες ενδιαφέρονται γι’ αυτόν). Ο Χάιντσε και πάλι τα αντιμετώπισε ήρεμα. «Με τσάκισαν στις κατηγορίες και τις βρισιές, αλλά δεν έσπασα. Γιατί να πιστέψω τώρα την αποθέωση» δήλωσε προ καιρού.

Και χθες το έργο του τελείωσε. Οι Αρχεντίνος με το γκολ εξασφάλισαν μαθηματικά την άνοδο, ο Χάιντσε που ξεκίνησε μέτρια στην αρχή της σεζόν και κανείς δεν τον ήθελε, τα κατάφερε. Κι όπως συχνά συμβαίνει στο ποδόσφαιρο (ακόμα περισσότερο στη Ν. Αμερική που ο κόσμος κουβαλάει τρέλα), ο άσχετος έγινε Θεός. Την ώρα που ο Χάιντσε ετοιμαζόταν να κάνει δηλώσεις λίγο πιο πέρα από τους παίκτες του που χόρευαν, ένας παχουλός οπαδός κατάφερε να μπει μέσα, να διασχίσει το γήπεδο παρά τα κιλά του, να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει λέγοντάς του: «Θέλω να σε παντρευτώ». Η ποδοσφαιρική παράνοια στο μεγαλείο της. Όλη η γκάμα των συναισθημάτων, από τα δάκρυα της γιαγιάς μέχρι τα πανηγύρια και την πρόταση γάμου, απόδειξη ότι μέσα σε 90 περίπου ποδοσφαιρικά λεπτά μπορείς να τα ζήσεις όλα.

Ο Banksy, οι Massive Attack και η Νάπολι

  [4 Σχόλια]

Ένα από τα αγαπημένα μου είδη μουσικής ήταν και συνεχίζει να είναι το trip-hop. Και μπορεί η πρώτη μου… κασέτα trip-hop να ήταν το Dummy των Portishead, η πρώτη μου επαφή όμως με το αυτό το είδος μουσικής έγινε με τους Massive Attack και το Unfinished Sympathy, τότε που το MTV δεν ήταν μια σαβούρα γεμάτη άθλια μουσική και ριάλιτι. Μια που η αγάπη μου για το trip-hop δεν συμβαδίζει με αντίστοιχη αγάπη για το αγγλικό ποδόσφαιρο, δεν ασχολήθηκα περισσότερο με το Μπρίστολ (την πρωτεύουσα αυτής της μουσικής) όσον αφορά στη ποδοσφαιρική του πλευρά.

Ο 3D (κατά κόσμο Robert Del Naja) ένας από τους ιδρυτές των Massive Attack και τους βασικότερους ανθρώπους της μουσικής αυτής σκηνής, έχει βρεθεί εδώ και έναν χρόνο περίπου στο επίκεντρο μιας… περίεργης ιστορίας. Οι θεωρίες συνωμοσίας λένε ότι ο 3D είναι ο γνωστός graffiti artist με το όνομα Banksy. Ακόμα και αν το όνομα δεν σας λέει κάτι, σίγουρα θα έχετε δει κάποια από τα έργα του σε τοίχους όλου του κόσμου. Η ταυτότητα του Banksy είναι άγνωστη και όπως είναι λογικό έχουν ακουστεί διάφορα ονόματα κατά καιρούς.

Συμπτώσεις;

Τα κοινά με τον 3D που έφεραν αυτή τη θεωρία είναι αρκετά. Κατ’ αρχήν το Μπρίστολ που αποτέλεσε την αφετηρία και των δύο, αλλά και στοιχεία όπως η αρκετά κοντινή τεχνοτροπία σε εξώφυλλα των Massive Attack με τα έργα του Banksy, το γεγονός ότι κινούνται σε παρόμοιους κύκλους και έχουν αρκετούς κοινούς γνωστούς (ένας εκ των οποίων σε πρόσφατη συνέντευξή του αποκάλεσε τον Banksy ως Ρόμπερτ φουντώνοντας ξανά τις φήμες της ταυτοπροσωπίας) και φυσικά η έρευνα πέρσι ενός δημοσιογράφου που αποκάλυψε την μεγάλη σύμπτωση. Σε αρκετές πόλεις του κόσμου, εμφανίστηκαν γκράφιτι του Banksy λίγο πριν ή λίγο μετά από συναυλία των Massive Attack. Ο 3D το αρνείται και δεν παραδέχεται κάτι (πιθανώς επειδή δεν ισχύει), χωρίς να πείθει πάντως τους θιασώτες της θεωρίας συνωμοσίας. Αυτό που όμως δεν αρνείται είναι η αγάπη του για το ποδόσφαιρο και τη Νάπολι.

Παρ’ ότι ο πατέρας του τον πήγαινε να βλέπει την Μπρίστολ Σίτι (στα καλά χρόνια του συλλόγου, τότε που διεκδικούσε εξόδους στην Ευρώπη), η Μπρίστολ δεν ήταν η μοναδική ομάδα στην οικογένεια. Ο μπαμπάς του 3D ήταν Ναπολιτάνος και φυσικά έκανε και τον γιο του Νάπολι. «Για πολύ καιρό την υποστήριζα από μακριά χωρίς να ξέρω πολλά για την ομάδα. Όταν όμως πήρε τον Μαραντόνα γεννήθηκε μια αγάπη. Δεν μπορούσα φυσικά να δω την ομάδα από κοντά, ούτε πηγαίναμε στη Νάπολη για να δούμε συγγενείς. Για αρκετά χρόνια δεν είχα κάποιο σοβαρό εισόδημα για να κάνω το ταξίδι. Μόλις όμως κατάφερα να βγάλω χρήματα, ταξίδεψα στην Ιταλία. Η γκαντεμιά μου ήταν ότι ότι έφτασα μια μέρα αφ’ ότου ο Μαραντόνα βρέθηκε θετικός σε κοκαΐνη. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Πήγα στο ματς με την Ίντερ, ήρθε 1-1 με γκολ των Καρέκα και Ματέους, αλλά δεν είχα καμία όρεξη. Ήμουν στενοχωρημένος επειδή δεν είδα τον Ντιέγκο να παίζει. Πιστεύω ότι έφερα γρουσουζιά στην ομάδα. Είναι τυχαίο ότι όταν άρχισα να την υποστηρίζω από κοντά υποβιβάστηκε;«

Ο 3D πάντως δεν είναι glory hunter οπαδός. Συνέχισε να υποστηρίζει τη Νάπολι. «Πήγα στο ματς με τη Τσιταντέλα στη χρονιά της Γ’ εθνικής και είχε 60.000 κόσμο, ήταν κάτι απίστευτο. Οι οπαδοί της Νάπολι είναι γεμάτοι αντιφάσεις. Μπορούν να κάνουν απίστευτη υπομονή για χρόνια ολόκληρα, αλλά μέσα σε 90′ ενός αγώνα είναι ανυπόμονοι. Έχω δει να μαζεύονται και να καίνε τα κασκόλ τους έξω από το γήπεδο μετά από μία ήττα ή να βάζουν φωτιές στις κερκίδες. Δεν έχει καμία σχέση η ατμόσφαιρα στο Μπρίστολ με τη Νάπολι πριν από ένα ματς. Στη Νάπολι είναι σαν μια γιορτή έξω από το γήπεδο πριν τον αγώνα, με πολύ κόσμο, γυναίκες και παιδιά. Αλλά είναι μια ατμόσφαιρα χάους και τρέλας.» Κάτι που το διαπιστώνει όποιος επισκέπτεται την πολή, το διαπιστώσαμε και εμείς πέρσι όταν ταξιδέψαμε εκεί:

«Η πόλη ζει με το ποδόσφαιρο και ζει για το ποδόσφαιρο. Το συναντάς στα γκράφιτι για τη Νάπολι, το συναντάς στα πιτσιρίκια που παίζουν παθιασμένα μπάλα στις πλατείες ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα, το συναντάς στις φανέλες της ομάδας που πωλούνται παντού στους δρόμους, το συναντάς στις κουβέντες. Το όμορφο χάος που λέγεται Νάπολη.»

Περπατώντας στη Νάπολη

Εκτός όμως από τον 3D, που προσπαθεί να παρακολουθεί αρκετά ματς της Νάπολι και έχει εμφανιστεί σε με κασκόλ και φανέλα του Λαβέτσι σε συναυλία του εκεί, ένας ακόμα από τους πιο αγαπημένους μουσικούς μου, ο Τζέιμς Λαβέλ των UNKLE (και εν μέρει των Massive Attack) έχει μαγευτεί από τη Νάπολι, καθώς την πρώτη φορά που ταξίδεψε στην πόλη ήταν με τους Massive Attack και έτσι ο 3D τον μύησε. Στο μικρό κλιπάκι του Copa90 παρακάτω, οι δυο φίλοι μιλάνε για το φαινόμενο Σαν Πάολο, ένα σύγχρονο Κολοσσαίο, την πόλη και τους ανθρώπους της, την ατμόσφαιρα που θυμίζει Ν. Αμερική. Η Νάπολι άλλωστε λένε αρκετοί δεν είναι Ιταλία.

Κι αν ψάχνεστε ακόμα για την ταυτότητα του Banksy και αναρωτιέστε αν τελικά οι φήμες ισχύουν, ίσως θα πρέπει να αρχίσετε να κοιτάτε και πόσα γκράφιτι του καλλιτέχνη εμφανίζονται πριν ή μετά αγώνες της Νάπολι στην Ευρώπη. Γιατί κατά διαβολική τύχη, το μοναδικό γκράφιτι του Banksy στην Ιταλία που είναι γνωστό ότι υπάρχει, βρίσκεται στην πλατεία Τζερολομίνι της Νάπολης (ω, τι σύμπτωσις), αυτό που έχει όνομα «η Παναγία με το πιστόλι» και είναι αφιερωμένο στην πόλη που έχει έντονη τόσο την εγκληματικότητα, όσο και τον καθολικισμό. Το γκράφιτι αυτό σώθηκε καθώς πέρσι μαζεύτηκαν υπογραφές και βρέθηκαν χρήματα ώστε να τοποθετηθεί από πάνω του ένα προστατευτικό κάλυμμα, σε αντίθεση με ένα άλλο γκράφιτι του Banksy στην πόλη που καλύφθηκε το 2010 από άλλα. Αν τελικά δεν είναι ο 3D ο καλλιτέχνης, σίγουρα είναι κάποιος που σαν τον Τζέιμς Λαβέλ έγινε φαν της πόλης και (ίσως) και του συλλόγου.

Η ιστορία του πιο τρελού τερματοφύλακα

  [6 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο της Λ. Αμερικής το λατρεύεις για δύο πράγματα. Το θέαμά του και όλη αυτή τη γραφικότητα που το περιβάλλει και το κάνει να ξεχωρίζει. Μέσα στη γραφικότητα φυσικά είναι κι οι ιστορίες με τους τερματοφύλακες, τους λίγο ως πολύ παλαβούς τερματοφύλακες. Ρενέ Χιγκίτα, Χόρχε Κάμπος, Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ και στην κορυφή ο Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Γενικά καταλαβαίνεις ότι αν τερματοφύλακας έχει παρατσούκλι «Ελ Λόκο» δεν είναι ό,τι καλύτερο. Από τον τερματοφύλακα θες μια σιγουριά. Να είναι πιο βαρετός και από ασφαλιστή που ήρθε σπίτι σου. Να είναι πιο σταθερός και από τους Σκόρπιονς στις περιοδείες τους. «Ο Τρελός» όμως ήταν ένας σόουμαν. Με την κορδέλα του, τα μακριά στενά παντελονάκια και τη φάτσα κομπάρσου σε γουέστερν που παίζει κάποιον ανώνυμο Ινδιάνο που ο Τζον Γουέιν σκοτώνει πριν καπνίσει ένα τσιγαράκι.

Ο Γκάτι ξεκίνησε την καριέρα του από την Ατλάντα. Όταν πήγε να δοκιμαστεί στην παιδική ομάδα έφαγε… 14 γκολ. Στο ίδιο παιχνίδι. Έβαλε τα κλάματα και έφυγε για τα αποδυτήρια, αλλά ο προπονητής τον κράτησε. Ήταν από τους πρωτοπόρους τερματοφύλακες στο παιχνίδι έξω από την περιοχή. Του άρεσε να παίζει με την μπάλα, να συμμετέχει στη δημιουργία, να κοντρολάρει με το στήθος, να κάνει κεφαλιές, να προωθείται, να βγαίνει σαν μανιακός από την περιοχή για να κόψει κάποιον αντίπαλο, να εκτελεί πλάγια. Αγαπημένη του κίνηση, να βγαίνει τελευταία στιγμή στην έξοδο και να μπλοκάρει την μπάλα ακριβώς πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου επιδεικτικά. Είχε και έφεση στην απόκρουση πέναλτι, στην μεγάλη του καριέρα απέκρουσε 26 φορές κάποιο χτύπημα.

Η Ρίβερ έδωσε αρκετά χρήματα για να τον πάρει καθώς ο Αμαντέο Καρίσο ήταν στα 37 του. Τελικά ο Γκάτι έμεινε στην σκιά του τεράστιου Καρίσο αφού ο τελευταίος έπαιξε για πέντε σεζόν ακόμα. Έφυγε για άλλα μέρη και για τον Καρίσο είχε δηλώσει: «Ποτέ δεν άκουσα τις συμβουλές του Καρίσο, λογικό αφού ήξερα παραπάνω από αυτόν». Στη συνέχεια πήγε στη Χιμνάσια όπου έκανε τα καλύτερά του ματς και φυσικά τις καλύτερές του τρέλες. Ήταν μια πραγματική ατραξιόν του πρωταθλήματος. Κόσμος ταξίδευε μέχρι την Λα Πλάτα για να τον δει ή πήγαινε σε εκτός έδρας ματς της Χιμνάσια, παρ΄ ότι δεν υποστήριζε καμία ομάδα.

Το γήπεδο της Χιμνάσια γεμάτο, μέχρι και ένα πουλί στο δοκάρι παρακολουθεί τον Γκάτι

Τελείωσε την καριέρα του στην Μπόκα στην οποία πήγε στα 32 του και έφτασε να παίζει μέχρι τα 44 του. Εκεί με μία από τις 26 του αποκρούσεις σε πέναλτι έδωσε το πρώτο Λιμπερταδόρες στην ιστορία του συλλόγου απέναντι στην Κρουζέιρο. Στο Μπομπονέρα κέρδισε τρία πρωταθλήματα, ακόμα ένα Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Θεωρείται από τους θρύλους του κλαμπ. Όταν στη δεκαετία του ’70 τον ρώτησαν γιατί κάνει όλες αυτές τις παλαβομάρες απάντησε με ειλικρίνεια: «Το ποδοσφαιρικό θέαμα που προσφέρουμε στο κοινό είναι θλιβερό και νιώθω την υποχρέωση να κάνω ορισμένα παράξενα πράγματα που θα διασκεδάσουν και θα δώσουν χαρά στον κόσμο». Ο Γκάτι έπαιζε για να κερδίσει, αλλά κυρίως έπαιζε και για να ψυχαγωγήσει το κοινό (τώρα αν αυτό είναι συμβατό με τους οπαδούς μιας ομάδας έτοιμους να πάθουν εγκεφαλικό για κάθε ντρίμπλα ή προώθηση του Γκάτι είναι άλλο ζήτημα). Όταν έπαιζε στην Ατλάντα είχε τιμωρηθεί για μια αγωνιστική από τη διοίκηση γιατί σε ένα ματς αποφάσισε να… δώσει πάσα σε έναν συμπαίκτη του σουτάροντας την μπάλα πρώτα στο οριζόντιο δοκάρι της εστίας του για να πάει μετά εκεί που έπρεπε.

«Σε ένα παιχνίδι αποφάσισα να μείνω στη γραμμή και μη φύγω από την εστία. Πολύ γρήγορα ένιωσα σαν ένα πνεύμα να με σπρώχνει να πάω να ανακατευτώ στο παιχνίδι»

Η γραφικότητα όπως είπαμε και στην αρχή είχε και άμεση σχέση με την εξωτερική εμφάνιση. Την εποχή που οι περισσότεροι τερματοφύλακες φορούσαν μαύρα, ο Γκάτι φορούσε ροζ, πορτοκαλί ή μπορντό εμφανίσεις. Από τους πρώτους μακρυμάλληδες εκείνα τα χρόνια και από τους πρώτους που αποφάσισαν να φοράνε ομοιόμορφο σορτσάκι (στενό και αρκετές φορές μακρύ)-φανέλα-κάλτσες. Και φυσικά ο πρώτος που είχε… προσωπική διαφήμιση στη φανέλα, ξεχωριστή από της ομάδας. Μια εταιρεία ηλεκτρονικών παιχνιδιών και το εστιατόριο «Παπαράτσι» διαφημίζονταν στη φανέλα του, ενώ η Μπόκα είχε άλλους χορηγούς. Μετά για κανά δύο σεζόν είχε την ίδια διαφήμιση με την υπόλοιπη ομάδα, μέχρι που το 1984 η Μπόκα δεν βρήκε σπόνσορα, αλλά ο Γκάτι βρήκε γι’ αυτόν μια τράπεζα να διαφημίζεται στη φανέλα του.


Αριστερά ο Γκάτι με την ατομική του διαφήμιση, δεξιά η φανέλα της Μπόκα

Οι ιστορίες είναι δεκάδες για την τρέλα του ανθρώπου. Του πετούσαν φρούτα και αυτός τα έτρωγε, ξάπλωνε μπροστά στην εστία του και έκανε ηλιοθεραπεία. Μια φορά απέναντι στην Μπόκα (ως παίκτης της Χιμνάσια) είχε προωθηθεί και η μπάλα βγήκε πλάγιο υπέρ της Μπόκα με τον Γκάτι να είναι κάτω από τη σέντρα. Ήξερε ότι δεν προλάβαινε να γυρίσει, οπότε άρχισε να μαλώνει για την μπάλα με τον αντίπαλο παίκτη μέχρι να διακοπεί το ματς και να κερδίσει χρόνο. Πάλι κόντρα στην Μπόκα, οι οπαδοί της του πέταξαν μια σκούπα και αυτός άρχισε να σκουπίζει την περιοχή του την ώρα του αγώνα. Πριν από κάθε ματς έπινε λίγο κρασί. «Έριχνε το «χεσόμετρό» μου πιο χαμηλά, δεν χεζόμουν από φόβο. Αυτό που ο Βαλντάνο ονομάζει «φόβο της σκηνής», είναι το ίδιο πράγμα με άλλες λέξεις, ο Χόρχε είναι πιο κουλτουριάρης». Στα λίγα ματς που έπαιξε με την εθνική Αργεντινής ταξίδεψε σε αρκετά κρύα μέρη. Στο χιονισμένο Κίεβο, απέναντι στην ΕΣΣΔ, είχε στην εστία ένα μπουκαλάκι ουίσκι για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει το κρύο. Κάθε λίγο έπινε και μια γουλιά. «Ήταν το καλύτερο μου παιχνίδι γιατί στο τέλος δεν ήξερα τι έκανα» δήλωσε.

Υπερ-καλτ διαφήμιση με τον Γκάτι να πίνει τζιν την ώρα του αγώνα και να σκοράρει

Όταν ο 18χρονος Όσκαρ Ρουτζιέρι πήγε στην Μπόκα, ο Γκάτι τον πλησίασε. «Μικρέ, πίνεις κρασί;», τον ρώτησε. Ο Ρουτζιέρι απάντησε αρνητικά. «Από σήμερα θα τρως μαζί μου» του είπε ο Λόκο. Ο Όσκαρ μέσα στη χαρά, πήρε την ίδια μέρα τηλέφωνο την μάνα του, τους φίλους του και όποιον άλλον ήξερε, για να τους πει ότι τον κάλεσε για φαγητό ο τεράστιος Γκάτι. Τελικά η αλήθεια ήταν διαφορετική. Η Μπόκα στα γεύματα έβαζε ένα μπουκάλι κρασί σε κάθε τραπέζι. Ο Γκάτι βρήκε τρεις πιτσιρικάδες να κάθονται μαζί του και φυσικά έπινε μόνος του το μπουκάλι κρασί.

Η ασίστ με την Εστουδιάντες

Το 1981 με συμπαίκτη τον Μαραντόνα (με τον οποίο έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά την κρατάμε για άλλη φορά) κατέκτησε το πρωτάθλημα. Εξαιτίας ενός λάθους του, είχε χάσει τη θέση βασικού για μεγάλο διάστημα. Όταν ο προπονητής αποφάσισε να του δώσει ξανά μετά από καιρό φανέλα βασικού σε ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες, έκανε μια τρέλα που την έσωσε τελευταία στιγμή πάνω στη γραμμή ένας συμπαίκτης του. Αγέρωχος ο Γκάτι, λίγα λεπτά αργότερα έκανε μια έξοδο σχεδόν μέχρι το κέντρο για να κόψει έναν αντίπαλο, δεν άφησε την μπάλα στον αμυντικό του και έφτασε στη μεσαία γραμμή για να τη δώσει στον Περότι. Ο τελευταίος έκανε ένα σλάλομ και σκόραρε το μοναδικό γκολ του αγώνα, ένα κρίσιμο γκολ για την κούπα. Οι περισσότεροι συμπαίκτες αντί να αγκαλιάσουν τον σκόρερ, πήγαν στον Γκάτι. Το γκολ ήταν δικό του.

Όπως έχει γίνει αντιληπτό, εκτός από τις τρέλες και τις καλές αποκρούσεις, ο Γκάτι είχε και πολλά, πάρα πολλά λάθη. Και αυτά ουσιαστικά του στοίχισαν την καριέρα του, καθώς έχοντας ξεπεράσει τα 40 είχε χάσει την εκρηκτικότητα, αλλά συνέχιζε να παίζει ριψοκίνδυνα. Τον Οκτώβριο του 1987 κάνει μια τραγική εμφάνιση απέναντι στη Νιούελ’ς. Αποφασίζει να κάνει κόλπο και να τσιμπήσει την μπάλα πάνω από τον αντίπαλο την τελευταία στιγμή. Γίνεται το 0-1. Οι φανατικοί της «La 12» τον γιουχάρουν. Αρκετοί τον βρίζουν. Λίγο αργότερα τρώει μια κεφαλιά που περνάει μέσα από τα χέρια του και γίνεται το 0-2. Ο κόσμος αρχίζει να σφυρίζει σε κάθε επαφή του με την μπάλα. Χωρίς να φταίει ιδιαίτερα δέχεται και τρίτο γκολ. Στα αποδυτήρια ζητάει αλλαγή και ζητάει συγγνώμη. Μένει για αρκετό καιρό εκτός αγώνων, παίζει σποραδικά. Στο επόμενο πρωτάθλημα ξεκινάει βασικός στην πρεμιέρα απέναντι στην άσημη Ντεπορτίβο Αρμένιο. Κάνει μια τραγική έξοδο, δέχεται το γκολ κι η Μπόκα χάνει. Ο προπονητής τον αφήνει εκτός ομάδος οριστικά. Είναι το τελευταίο επίσημο ματς του Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Φεύγει με άσχημο τρόπο.

Το αντίο του Γκάτι στα 54 του…

Δέκα χρόνια αργότερα η Μπόκα αποφασίζει να τον τιμήσει. Η τρέλα του Γκάτι συνεχίζεται ακόμα και στο αντίο. Δεν γίνεται κανένα φιλικό της πλάκας τύπου «φίλοι Γκάτι». Η Μπόκα παίζει σε φιλικό τουρνουά με αντίπαλο την Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα. Εντάξει, δεν είναι και επίσημο ματς, αλλά είναι κανονικός αγώνας και ο Γκάτι είναι 54 ετών πια. Σε μια εντεκάδα που βρίσκεται και ο παλιός γνώριμός μας Φερνάντο Νάβας, ο Γκάτι με ξανθό μαλλί, κορδέλα και μπορδοροδοκόκκινη έντονη φανέλα κατεβαίνει για τελευταία φορά στο Μπομπονέρα. Ο κόσμος τον αποθεώνει, το αντίο του τρελού, ενός τύπου που με τα καλά και τα άσχημά του έγραψε τη δική του ιστορία στο ποδόσφαιρο μιας χώρας και θεωρείται από τους καλύτερους τερματοφύλακες της Λατινικής Αμερικής.

Τα σεντόνια τραγουδούν ακόμα

  [Καθόλου σχόλια]

Είναι πάντα λίγο ξενερωτικό όταν κερδίζεις έναν τίτλο χωρίς να έχεις παίξει. Αυτό έγινε χθες για την Μπόκα που με την ήττα της Μπάνφιλντ από τη Σαν Λορένσο κατέκτησε και μαθηματικά το πρωτάθλημα, τον 66ο τίτλο στην ιστορία της. Η Μπόκα εκμεταλλεύτηκε αρχικά την ήττα της Ρίβερ από τη Ράσινγκ εντός έδρας και στη συνέχεια αυτή της Μπάνφιλντ και οι παίκτες της στέφθηκαν πρωταθλητές στο ξενοδοχείο της Μπαΐα Μπλάνα στα νοτιοδυτικά της χώρας, όπου ταξίδεψαν για τον αγώνα με την Ολίμπο. Όσο όμως και να είναι λίγο ξενέρωτο, όταν κατακτάς έναν τίτλο σε ένα πρωτάθλημα που συμμετέχουν 30 ολόκληρες ομάδες, σίγουρα χαίρεσαι. Και χαίρεσαι ακόμα περισσότερο, όταν το έχεις κάνει εις βάρος του μισητού σου αντίπαλου, που σε κέρδισε στο σπίτι σου μόλις πριν έναν μήνα (το μοναδικό από τα 5 κλάσικο που έχασε φέτος η Μπόκα), μείωσε τη διαφορά και… «έβγαλε γλώσσα».

Ένα σεντόνι του βάζεις και απογειώνεται

Η Μπόκα ήταν μάλλον η δίκαια πρωταθλήτρια. Σκαρφάλωσε στην κορυφή τον μακρινό Νοέμβριο και δεν έπεσε από εκεί ξανά. Έχει μέχρι στιγμής την καλύτερη επίθεση, την 2η καλύτερη άμυνα (την καλύτερη την έχει η Ντεφένσα ι Χουστίσια, αλλά με τέτοιο όνομα είναι λογικό) και έχασε μόλις 3 από τα 28 της παιχνίδια. Όπως συχνά συμβαίνει στην Λ. Αμερική, οι πανηγυρισμοί ήταν περισσότερο εις βάρος του αντιπάλου. Οι παίκτες της Μπόκα, είχαν φάει το βραδινό τους, είδαν το ματς και βγήκαν από το ξενοδοχείο καλυμμένοι με σεντόνια, συνεχίζοντας το αστείο (που φαίνεται δεν παλιώνει ποτέ στην Αργεντινή) με το φάντασμα της Β’ εθνικής για την αντίπαλο Ρίβερ που υποβιβάστηκε πριν μερικά χρόνια. Τα φαντάσματα βγήκαν έξω κάνοντας «μποοοουυυυυυ» και μαζί με τους ντόπιους οπαδούς της Μπόκα στην Μπαΐα Μπλάνκα τραγουδούσαν «όποιος δε χοροπηδάει, έπεσε στη Β'».

Ενός λεπτού σιγή για τη Ρίβερ

Το πανηγύρι συνεχίστηκε στο ξενοδοχείο. Την ώρα που ο αρχηγός Γκάγκο προσπαθούσε να κάνει δηλώσεις, δίπλα του οι συμπαίκτες έδωσαν σόου. Το ποτ πουρί ξεκίνησε με το άκρως φιλικό σύνθημα: «Είναι για σένα, είναι για σένα, π..τάνα κότα (το γνωστό παρατσούκλι της Ρίβερ)» με το κανάλι της τηλεόρασης να μην κόβει τίποτα και να αφήνει κανονικά τον ήχο να μπαίνει σε χιλιάδες σπίτια (μεταξύ τους σίγουρα και πολλά μαζοχιστών οπαδών της Ρίβερ που δεν έκλεισαν την τηλεόραση), συνεχίστηκε με το «Πάμε, πάμε Γενοβέζοι, όσοι είναι από κάτω μας είναι κότες και δεν θα μας φτάσουν» και ολοκληρώθηκε με το χιτ-σινγκλ «ενός λεπτού σιγή, σσσσσσσστττττ, η Ρίβερ έχει πεθάνει» που συνοδευόταν από χαρακτηριστικές κινήσεις των παικτών.

Φυσικά σε όλα αυτά δεν υπήρξε κάποια αντίδραση, αθλητικοί δικαστές, ομάδες να βγάζουν ανακοινώσεις κ.ο.κ. Σε μια χώρα με έντονα φαινόμενα βίας, ίσως κάποιοι να πουν ότι τέτοιοι πανηγυρισμοί δεν βοηθούν στο πρόβλημα, από την άλλη είναι η ποδοσφαιρική κουλτούρα (ή υποκουλτούρα για όσους δεν συμφωνούν) μιας χώρας (και μιας ηπείρου γενικότερα) που έχει μάθει να ζει έτσι. Οι Μποστέρος πανηγυρίζουν το πολύ σημαντικό φετινό πρωτάθλημα και οι Μιγιονάριος ήδη σκέφτονται την εκδίκησή τους.

Ο Αλεσάντρο Λουκαρέλι είναι η Πάρμα

  [4 Σχόλια]

Το μακρύ ταξίδι της Πάρμα από τα κάτεργα της Δ’ εθνικής με προορισμό ξανά τη Serie A ξεκίνησε πέρσι. Μετά τη δεύτερη πτώχευση σε μια δεκαετία και τη διάλυσή της ουσιαστικά, η Πάρμα του προέδρου Νέβιο Σκάλα με όνομα πλέον S.S.D. Parma Calcio 1923 τερμάτισε 1η στον όμιλό της, αήττητη και με 94 βαθμούς. Η άνοδος στη Lega Pro (τη Γ’ εθνική της Ιταλίας) ήταν άμεση και στόχος πλέον η Serie B, μια δύσκολη υπόθεση καθώς 60 ομάδες συνολικά αγωνίζονται στη Lega Pro.

Στο Γκρουπ Β΄ συνάντησε μια ακόμα γνωστή ομάδα της Ιταλίας που χρεοκόπησε και ήταν κι αυτή πέρσι μαζί της. Η Βενέτσια αποδείχτηκε καλύτερη, τερμάτισε 1η με δέκα βαθμούς διαφορά και η Πάρμα μπήκε σε μια περίεργη διαδικασία πλέι οφ όπου αγωνίστηκαν 28 ομάδες για ένα μόλις εισιτήριο ανόδου. Παρ’ ότι τερμάτισε με 70 βαθμούς δεν είχε κάποιο πλεονέκτημα σε σχέση με ομάδες που είχαν τελειώσει με πάνω από 20 βαθμούς διαφορά, εκτός από ότι γλίτωσε έναν γύρο και μπήκε απευθείας στους 16. Φτάνοντας στους 4, αντιμετώπισε σε μονό αγώνα την άσημη Πορντενόνε, προηγήθηκε, ισοφαρίστηκε λίγο πριν το τέλος και το ματς πήγε στα πέναλτι. Εκεί, με το σκορ στο 5-5 και τον ντε Αγκοστίνι της Πορντενόνε να αστοχεί, την μπάλα πήρε ο 39χρονος αρχηγός Αλεσάντρο Λουκαρέλι.

Το πιο ωραίο γκολ του Αλεσάντρο, όπως λέει κι ο ίδιος:
«Πολλοί ακόμα νομίζουν ότι το έχει βάλει ο αδερφός μου»

Αν το όνομα σας θυμίζει κάτι, είναι ο μικρότερος αδερφός του Κριστιάνο Λουκαρέλι, αλλά αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος για να θυμάται κανείς. Τα δυο αδέρφια από το Λιβόρνο που μεγάλωσαν παίζοντας μπάλα στις αλάνες της πόλης, αγωνίστηκαν σε αρκετές ομάδες. Το καλοκαίρι του 2008 βρέθηκαν κι οι δύο στην Πάρμα, αλλά ο Αλεσάντρο δεν έφυγε ξανά. Αγωνίζεται από τότε εκεί. Κανείς δεν περίμενε πόσο θα δενόταν με τον σύλλογο και ότι θα γινόταν αρχηγός του. Το αγαπημένο παιδί των οπαδών, ένας άνθρωπος που στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν δεν φοβήθηκε ποτέ να μιλήσει.

Ο Λουκαρέλι βγήκε μπροστά, διαμαρτυρήθηκε όταν οι συμπαίκτες του έμειναν απλήρωτοι για μήνες, τους κάλεσε σε απεργία και έκανε εκκλήσεις στις αρχές για τα όσα συνέβαιναν στην Πάρμα, αφού φαινόταν ότι οι επενδυτές ήταν απατεώνες. Το 2015, λίγο πριν το τέλος της Πάρμα μάζευε με συμπαίκτες του χρήματα για να μπορέσουν να πάνε οι παίκτες με ιδιωτικά αυτοκίνητα στη Γένοβα για το ματς με την Τζένοα, έστω κι αν η σωτηρία ήταν τελειωμένη υπόθεση. Ο Λουκαρέλι ήθελε μέχρι το τέλος οι απλήρωτοι ποδοσφαιριστές να δώσουν τη μάχη στο χορτάρι και όχι σε κάποιο δικαστήριο. «Μετά από επτά χρόνια στην ομάδα νιώθω τη φανέλα δικιά μου και είμαι έτοιμος να παίξω σε οποιοδήποτε επίπεδο για τον σύλλογο» είχε πει τότε σε ερώτημα αν θα ακολουθούσε την ομάδα στη Δ’ εθνική.

Το πέναλτι του αρχηγού

Τα λόγια έγιναν πράξη, ο Λουκαρέλι είναι ο μοναδικός που έμεινε και έπαιξε στη Δ’ και φέτος στη Γ’. Και στα 39 του πήρε την μπάλα στα χέρια, στο κρίσιμο πέναλτι για την πρόκριση στον τελικό. Η ερασιτεχνική κάμερα ήταν στημένη στο κατάλληλο σημείο, δεν θα μπορούσε κάποιος επαγγελματίας σκηνοθέτης να προβλέψει όλη τη σκηνή, το βίντεο μοιάζει απίστευτα αληθινό, σαν να είσαι μέσα. Ο αρχηγός με ψυχραιμία σουτάρει, σκοράρει, φεύγει προς το πέταλο του Αρτέμιο Φράνκι περνώντας μπροστά από την κάμερα. Δεν είναι τόσο μια έκρηξη χαράς, όσο ότι η Πάρμα είναι ακόμα ζωντανή. Αποθεώνεται από τους εκδρομείς που έκαναν το ταξίδι Πάρμα-Φλωρεντία για έναν αγώνα Γ’ εθνικής και φωνάζουν: «υπάρχει μόνο ένας αρχηγός». Ξέρει ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα, ότι έχει μείνει ακόμα ένα βήμα. Ακολουθούν κι οι συμπαίκτες του, ένας από αυτούς παίρνει το καπνογόνο και σαν οπαδός πανηγυρίζει. Η Πάρμα φτάνει στον τελικό και για όλους όσους ζήσαμε αυτό το σύλλογο παλιότερα, αλλά βλέπουμε και το μεγαλείο του Αλεσάντρο τώρα, ελπίζουμε να τα καταφέρει για να κρεμάσει ο αρχηγός τα παπούτσια του ως παίκτης τουλάχιστον της Β’ εθνικής.

Ένα ταξί να φύγω

  [Καθόλου σχόλια]

Στα 38 του, ο τερματοφύλακας Φάμπιο βρήκε ξανά ένα σχετικά καλό συμβόλαιο στη Β’ εθνική της Βραζιλίας. Σε μια καριέρα με ελάχιστες συμμετοχές στην Α’ εθνική, όπου κυρίως ήταν μεταξύ τοπικών πρωταθλημάτων Παουλίστα και Δ’ εθνικής και έχει ως μεγαλύτερο επίτευγμα ότι πέρασε για ένα φεγγάρι ως δεύτερος τερματοφύλακας από την Μαρίτιμο, το ότι τα κατάφερε σε μια τόσο μεγάλη ηλικία να φτάσει στη Φιγκειρένσε ήταν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Έτσι, όταν ήρθε η ευκαιρία του στην 4η αγωνιστική, έβαλε τη φανέλα, φόρεσε τα γάντια του και μπήκε στο Εστάδιο Ορλάντο Σκαρπέλι (που ακούγεται σαν πανάκριβη φίρμα ιταλικών παπουτσιών που η κοπέλα σου ξέρει όλα τα μοντέλα της) στη Φλοριανόπολις της Σάντα Καταρίνα.

Η Φιγκειρένσε αντιμετώπιζε την Μπόα και το γήπεδο ήταν πολύ βρεγμένο από τις βαριές βροχές των τελευταίων ημερών. Στο 24′ ο Ντόουγκλας Ασίς των φιλοξενούμενων έκανε μια αγγλική γιόμα από το κέντρο του γηπέδου, ο Φάμπιο βγήκε με μεγαλύτερη ταχύτητα από εξοδούχο φαντάρι μετά από εμπλοκή, την μπάλα δεν τη βρήκε κανείς και έτσι έγινε το 0-1. Μερικά λεπτά αργότερα η Μπόα κέρδισε πέναλτι, η Φιγκειρένσε έμεινε με 10 και το ημίχρονο έληξε 0-2, καθώς ο Φάμπιο έπεσε στην άλλη γωνία. Όταν οι παίκτες βγήκαν για το 2ο ημίχρονο, ο 38χρονος γκολέιρο (που λένε και στη Βραζιλία) δεν υπήρχε πουθενά στον αγωνιστικό χώρο. Ο προπονητής δήλωσε ότι δεν υπήρξε κάποιος τραυματισμός και ότι η αλλαγή έγινε για άλλους λόγους.

Οι πιο παρατηρητικοί είδαν ότι ο Φάμπιο δεν εμφανίστηκε ούτε στον πάγκο, ούτε στις εξέδρες. Μετά το τέλος του αγώνα έμαθαν την αλήθεια. Ο παίκτης επικαλέστηκε προσωπικά προβλήματα (άγνωστο το τι έγινε στα αποδυτήρια), κάλεσε ένα ταξί και σηκώθηκε και έφυγε. Έτσι απλά. Ο γενικός διευθυντής του συλλόγου είπε ότι ο παίκτης ζήτησε συγγνώμη και είπε να μεταβιβάσει τη συγγνώμη του και σε όλους και κάπως έτσι χάθηκε με το ταξί στους δρόμους της Φλοριανόπολις. Ζήτησε κι ο ίδιος συγγνώμη από τον κόσμο γιατί ο παίκτης ήταν δική του επιλογή και είπε ότι ο έμπειρος τερματοφύλακας θα έπρεπε να τους είχε βρει, να τους είχε μιλήσει για τα προβλήματά του. Με παίκτη λιγότερο, με 0-2 στην πλάτη και μια αλλαγή χαμένη σε τερματοφύλακα, το παιχνίδι χάθηκε εύκολα.

Οι δημοσιογράφοι κατάφεραν και βρήκαν τον Φάμπιο και τελικά η αλήθεια μαθεύτηκε. Αποκάλυψε ότι δεν ήταν συγκεντρωμένος στον αγώνα γιατί σκεφτόταν την υγεία της μητέρας του και ότι ήταν λάθος του που ζήτησε να παίξει γιατί δεν είχε καμία διάθεση να αγωνιστεί. Το συμβόλαιό του λύθηκε και έτσι ο Φάμπιο θα μείνει στην ιστορία για τα 45′ που έπαιξε και το ταξί που πήρε για να φύγει, αποδεικνύοντας ότι πολλές φορές αγνοούμε τι μπορεί να βρίσκεται στο κεφάλι ενός αθλητή και ότι μπορεί να είναι κάτι πολύ ανθρώπινο.

Το μικρό θαύμα της Σαπεκοένσε

  [1 Σχόλιο]

Είναι αυτή η άτιμη η μπάλα που έχει μέσα όλα τα συναισθήματα. Από τη μεγάλη χαρά, μέχρι τη μεγάλη λύπη, γλυκόπικρη σαν την ίδια τη ζωή. Κι αν δεν πιστεύετε εμένα, το έχει πει κι ο Ρίτσαρντ ο Άσκροφτ με τους Verve. Μόνο που δε συμβαίνουν όλα στον ίδιο βαθμό, δεν υπάρχει ομοιομορφία, δεν υπάρχει ισορροπία. Η Σαπεκοένσε έγινε γνωστή πριν λίγους μήνες για μια μεγάλη τραγωδία, για ένα αεροπορικό δυστύχημα που μας συγκλόνισε όλους. Η ποδοσφαιρική ζωή συνεχίζεται όμως, παρ’ ότι τα τραύματα δεν έχουν επουλωθεί. Η συμμετοχή στο Κόπα Λιμπερταδόρες ήταν μια μεγάλη χαρά, μια μεγάλη τιμή και οι Βραζιλιάνοι προσπάθησαν να το ζήσουν όσο πιο όμορφα μπορούσαν, γνωρίζοντας ότι θα είναι δύσκολο να βρεθούν ξανά στην μεγαλύτερη διοργάνωση συλλόγων της Ν. Αμερικής.

Το ξεκίνημα ήταν ιδανικό με νίκη μέσα στη Βενεζουέλα επί της Ζούλια. Η συνέχεια όμως δεν ήταν τόσο καλή, με τη Σαπεκοένσε να παίρνει μόλις έναν πόντο εντός έδρας απέναντι στη Λανούς από την Αργεντινή και τη Νασιονάλ της Ουρουγουάης και να χάνει στη συνέχεια στο Μοντεβιδέο. Οι Βραζιλιάνοι ταξίδεψαν όμως στα νότια του Μπουένος Άιρες και πήραν μια μεγάλη νίκη επί της Λανούς στη λήξη του αγώνα  με 1-2, μια ιστορική νίκη που τους έφερε μία αγωνιστική πριν το τέλος έναν βαθμό μακριά από την πρώτη θέση και μάλιστα, έχοντας την τύχη στα χέρια τους αφού με νίκη στο τελευταίο ματς θα περνούσαν στους 16 του Λιμπερταδόρες.

Η Σαπεκοένσε όμως φαίνεται έχει το δράμα της μέσα. Πριν προλάβει καλά καλά να χαρεί το διπλό, έζησε μια περιπέτεια, μια άρρωστη κατάσταση, όταν το αεροπλάνο που μετέφερε τους παίκτες πίσω στη Βραζιλία έκανε αναγκαστική προσγείωση στο Πόρτο Αλέγκε γιατί υπήρχε φόβος για την κατάσταση του αεροδρομίου του Σαπεκό λόγω κακοκαιρίας. Οι μνήμες από τα όσα έγιναν πριν λίγους μήνες ήταν έντονες. Η αποστολή του συλλόγου μετά από μία ταλαιπωρία 11 ωρών με πούλμαν έφτασε στη βάση της. Τα κακά μαντάτα όμως είχαν ήδη κυκλοφορήσει. Η «Σαπέ» κινδύνευε να χάσει το ματς με τη Λανούς στα χαρτιά γιατί ο σκόρερ της νίκης Λουίζ Οτάβιο ήταν τιμωρημένος με τρεις αγωνιστικές εξαιτίας μιας αποβολής. Ο κίνδυνος έγινε πραγματικότητα, οι δικαιολογίες της Σαπεκοένσε ότι δεν έλαβαν ποτέ e-mail και ότι ίσως πήγε στα spam (δεν το βγάζω από το μυαλό μου, αυτή ήταν η υπερασπιστική γραμμή) δεν έπεισαν και τελικά οι Βραζιλιάνοι έμειναν και μαθηματικά εκτός των 16 του Λιμπερταδόρες, πληρώνοντας την έλλειψη οργάνωσης.

Για όσους βιάζονται, το πάρτι και τα «Βάμοους Σαααάπε» ξεκινούν στο 4.50 του βίντεο

Μια που όμως φέτος το σύστημα άλλαξε, η 3η θέση του ομίλου (περίπου όπως και στην Ευρώπη) οδηγεί στο Κόπα Σουνταμερικάνα (τον θεσμό που είναι ήδη νικήτρια η Σάπε, αλλά δεν έχει δικαίωμα δωρεάν συμμετοχής παρ’ όλα αυτά). Έτσι, το τελευταίο ματς με τη Ζούλια έγινε ένας μίνι-τελικός, η τελευταία προσπάθεια της Σαπέ να μείνει ζωντανή στους διεθνείς θεσμούς. Οι σφαλιάρες όμως δεν φαίνεται να είχαν τελειωμό. Ο 37χρονος ιστορικός Βενεζουελάνος φορ Χουάν Αράνγκο άνοιξε το σκορ για τη Ζούλια (κάνοντας καρδούλα στους πανηγυρισμούς ρε φίλε) και το 0-1 έμεινε μέχρι το 90′. Ίσως κάποιοι οπαδοί να είχαν σηκωθεί να φύγουν, να πάνε στα σπίτια τους μονολογώντας για την γκαντεμιά που δέρνει την αγαπημένη τους ομάδα. Οι περισσότεροι όμως έμειναν στις εξέδρες, έζησαν το θαύμα, έζησαν επιτέλους και μια μεγάλη χαρά μετά από τόσες πίκρες και είδαν τη Σαπεκοένσε να σκοράρει δυο φορές στο 91ο και 92ο λεπτό, το ματς να γυρίζει από το πουθενά σε 2-1 και τη Σάπε να παίρνει την πρόκριση για το Σουνταμερικάνα. Η εφτάψυχη Σαπέ θα μας κάνει παρέα κι άλλο για φέτος…

Από την κουζίνα στην εξέδρα

  [3 Σχόλια]

Υπάρχουν στιγμές που σαν παιδιά θέλουμε να ξεχάσουμε, που θα θέλαμε να ανοίξει η γη να μας καταπιεί. Κυρίως έχουν να κάνουν με τους γονείς μας, την μαμά που θα μας τσιμπήσει το μάγουλο μπροστά στα κορίτσια του Β2, που θα μας κάνει ρεζίλι όταν πάμε να αγοράσουμε παπούτσια, που θα έρθει στο πάρτι να δει τι γίνεται. Στα αγγλικά η λέξη είναι cringeworthy και δεν νομίζω ότι υπάρχει καλό συνώνυμο. Στο ποδόσφαιρο τέτοιες στιγμές ντροπής, δεν είναι συχνές. Κυρίως γιατί απουσιάζουν οι μαμάδες. Οι οπαδοί της Νόριτς όμως το ζουν αυτό, τόσο με τα καλά, όσο και με τα κακά του.

Εδώ και αρκετά χρόνια, την ιδιοκτησία της ομάδας έχει η κυρία Ντέλια Σμιθ (μαζί με το σύζυγό της). Η ιστορία είναι αρκετά αστεία, γνωρίζοντας ότι η Ντέλια Σμιθ είναι γνωστή σεφ, παρουσιάστρια εκπομπών και συγγραφέας. Σαναλέμε, κάτι σαν τη Βέφα Αλεξιάδου. Επί των ημερών της, τα Καναρίνια κατάφεραν να επιστρέψουν στην μεγάλη κατηγορία, κατακτώντας τη First Division του 2004. Η χρονιά της επιστροφής όμως ήταν δραματικά κακή, με τη Νόριτς να βρίσκεται σταθερά στις θέσεις του υποβιβασμού. Στις 28 Φεβρουαρίου του 2005 η Νόριτς υποδεχόταν τη Σίτι, ούσα 20η και τελευταία με μόλις τρεις νίκες σε 27 αγώνες. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε 16 λεπτά σκόραρε δύο φορές, έκανε το 2-0 ο κόσμος αναθάρρησε για λίγο, μέχρι που οι φιλοξενούμενοι απάντησαν σε 2-2 πριν λήξει το ημίχρονο.

Αυτή η εναλλαγή έκανε τον κόσμο απογοητευμένο. Η κυρία Σμιθ αποφάσισε να πάρει στα χέρια της την κατάσταση. Σε λίγο αγρία κατάσταση (πιθανότατα έχοντας πιει λίγο μπράντι από κάποιο φλασκί κρυμμένο στο γούνινο παλτό της), κατέβηκε στον αγωνιστικό χώρο και πάτησε χορτάρι με ένα μικρόφωνο στο χέρι. Με τσιριχτή φωνή έστειλε το μήνυμα «στους καλύτερους οπαδούς του κόσμου». «Χρειαζόμαστε το δωδέκατο παίκτη της ομάδας» τους είπε, ρωτώντας σπαρακτικά «πού είστε» με έναν μαγικό αγγλικό τρόπο. Το από καρδιάς μήνυμα έκλεισε με το «Let’s be ‘avin’ you» και  η κυρία Σμιθ επέστρεψε στις κερκίδες για το 2ο ημίχρονο.

Ένα 2ο ημίχρονο που ήταν ακόμα χειρότερο, καθώς ο Ρόμπι Φάουλερ στο 90′ έδωσε τη χαριστική βολή στους γηπεδούχος. Το σόου της κυρίας Σμιθ μπορεί μεν να άφησε εποχή και να την έκανε ακόμα πιο διάσημη, δεν είχε όμως αποτέλεσμα. Η Ντέλια δήλωσε ότι είναι μια οπαδός, δεν μπορεί να φοράει τα ρούχα του παράγοντα και ότι ήταν κάτι που έκανε γιατί το ένιωσε, βλέποντας την απογοήτευση μετά το 2-0 που έγινε 2-2. Επίσης είπε ότι είχε πιει λίγο κρασί πριν το ματς, αλλά δεν ήταν μεθυσμένη.

Η Νόριτς τελικά τερμάτισε 19η εκείνη τη σεζόν και έχασε για μόλις έναν βαθμό την παραμονή. Για αρκετά χρόνια έμεινε μακριά από την Πρέμιερ, αλλά το 2011 επέστρεψε και ο κόσμος στους ρυθμούς του «Go West» την αποθέωσε τραγουδώντας «Come on, let’s be havin’ you», τη γνωστή της ατάκα από εκείνη την αποφράδα νύχτα του 2005. Η κυρία Σμιθ πήρε ξανά το μικρόφωνο στο δημαρχείο της πόλης, είπε λάθος το όνομα του προπονητή, δήλωσε χαρούμενη που η ομάδα έμεινε στην κατηγορία (και όχι που ανέβηκε) και οι φήμες ότι είχε πιει λίγη σαμπάνια πριν τον λόγο της μπροστά σε περίπου 40.000 οπαδούς κυκλοφόρησαν ξανά.

Και όσο και να σκέφτεστε κάποιοι «άντε γύρνα στην κουζίνα σου» (στην μοναδική φορά που το σχόλιο δεν θα είναι απαράδεκτα σεξιστικό, αλλά αληθινό), είναι εξίσου γραφικό και ωραίο να υπάρχουν ακόμα τέτοιες μορφές, σε ένα αγγλικό ποδόσφαιρο γεμάτο σεΐχηδες, εμίρηδες, πρώην σοβιετικούς και νυν πλυντηριάδες, Αμερικάνους που δεν ξέρουν πώς παίζετε το σόκερ και γενικά κάθε καρυδιάς καρύδι ζάμπλουτους τύπους που δεν θα αγαπήσουν ποτέ την ομάδα τους. Δεν θα το αγαπήσουν όσο η… χρυσοχέρα Ντέλια Σμιθ, που στο παρακάτω βίντεο ευχαριστεί (σε μια ακόμα άνοδο το 2015) τον κόσμο που πήγαινε στο γήπεδο στη Β’ εθνική και δεν παράτησε την ομάδα, αλλά και τον προπονητή που την ανέβασε (και απέλυσε τελικά πριν λίγους μήνες):

Ο άνθρωπος που γύρισε από τον άλλο κόσμο

  [1 Σχόλιο]

Σε ένα μικρό χωριουδάκι της Αργεντινής στην επαρχία της Κόρδοβα το 1926, γεννήθηκε ο Χουάν Εντουάρντο Χόμπεργκ, ένας άνθρωπος που θα έγραφε ποδοσφαιρική ιστορία,  ως παίκτης μιας άλλης χώρας. Ξεκίνησε από τις τοπικές ομάδες παίζοντας τερματοφύλακας, μέχρι που κάποια μέρα, όπως αρκετές φορές συμβαίνει, απουσίαζε ο επιθετικός, μπήκε, σκόραρε δυο φορές και από τότε άλλαξε θέση. Μετά από μία καλή σεζόν στη Ροσάριο Σεντράλ, ο επιθετικός πλέον Χόμπεργκ πήρε μεταγραφή στην σπουδαία Πενιαρόλ της Ουρουγουάης. Γρήγορα έγινε μέλος της «Λα Μάκινα», της μεγάλης φουρνιάς των κιτρινόμαυρων εκείνων των ετών.

Ο Χόμπεργκ σκόραρε ακατάπαυστα με τα χρώματα της Πενιαρόλ, κερδίζοντας το παρατσούκλι «ο εκτελεστής» και έζησε σαν Ουρουγουανός το Μαρακάνασο και την κατάκτηση του Μουντιάλ από την Ουρουγουάη μέσα στη Βραζιλία, ένας ακόμα φανατικός φίλαθλος. Είχε λατρέψει ήδη τη χώρα και όταν του έγινε η πρόταση για να πάρει την υπηκοότητα και να αγωνιστεί με την εθνική Ουρουγουάης, δεν μπορούσε να αρνηθεί. Αυτό δεν ήταν εφικτό το 1950, αλλά το 1954 τα κατάφερε και ταξίδεψε στο Μουντιάλ της Ελβετίας. Εκεί, είδε από τον πάγκο την μεγάλη Ουρουγουάη να διαλύει την Σκωτία και να κερδίζει Τσεχοσλοβακία και Αγγλία για να φτάσει στα ημιτελικά.

Στιγμιότυπο από το Ουρουγουάη-Αγγλία 4-2

Ο ημιτελικός μεταξύ Ουγγαρίας και Ουρουγουάης ήταν ένα ματς που όλοι οι ποδοσφαιρόφιλοι περίμεναν με αγωνία. Οι Ούγγροι ήταν η τελευταία τάση της ποδοσφαιρικής μόδας, μια ομάδα τόσο με ταλέντο, όσο και με τακτική, που ο κόσμος λάτρευε να βλέπει. Από την άλλη, οι Ουρουγουανοί είχαν ήδη 2 κατακτήσεις στις 2 μοναδικές τους συμμετοχές το 1930 και 1950. Οι απουσίες στην Ουρουγουάη (μεταξύ τους κι ο τεράστιος Ομπντούλιο Βαρέλα που τραυματίστηκε στο ματς με την Αγγλία), έφεραν τον Χόμπεργκ βασικό στον αγώνα που έγινε στις 30 Ιουνίου στη βροχερή Λωζάνη μπροστά σε πολλούς Ούγγρους, καμιά 100αρια Ουρουγουανούς, αλλά και Ελβετούς που είχαν συμπαθήσει το πάθος των λατινοαμερικάνων και τους υποστήριζαν.

Η Ουγγαρία, που κι αυτή έπαιζε χωρίς τον Πούσκας, ξεκίνησε πολύ δυνατά και προηγήθηκε νωρίς, ενώ στις αρχές του 2ου ημιχρόνου βρέθηκε να προηγείται με 2-0. Οι Ουρουγουανοί όμως δεν τα παράτησαν και στο 75′ μετά από μία πανέμορφη μπαλιά-τρύπα του Σκιαφίνο, ο Χόμπεργκ μείωσε σε 1-2. Με δεκαπέντε λεπτά να μένουν μέχρι το τέλος, το ματς έγινε ροντέο, με πολλές φάσεις και τους Ουρουγουανούς να παίζουν με απίστευτο πάθος. Κι ενώ όλα έδειχναν ότι το παιχνίδι πήγαινε στους Ευρωπαίους, μια καλή μπαλιά στο 86′ βρήκε τον Χόμπεργκ που ξέφυγε από την άμυνα μέσα στην καταλασπωμένη περιοχή της Ουγγαρίας και αφού πέρασε και τον τερματοφύλακα σκόραρε για το 2-2 ανάμεσα από δύο αμυντικούς στη γραμμή της εστίας.

Το συγκλονιστικό ηχητικό με τη περιγραφή του γκολ

Την ώρα που οι Ούγγροι χτυπιόντουσαν μέσα στις λάσπες για την ισοφάριση, οι Ουρουγουανοί πανηγύριζαν έξαλλα το 2-2. Ο Χόμπεργκ έκανε μια τρελή κούρσα που την ανέκοψε ένας συμπαίκτης του με κάτι που έμοιαζε περισσότερο με τάκλιν, παρά με αγκαλιά. Πάνω του έπεσε ακόμα ένας συμπαίκτης, ακόμα ένας και στο τέλος όλοι μαζί. Ο Χόμπεργκ θάφτηκε στις αγκαλιές των συμπαικτών του. Σιγά σιγά άρχισαν όλοι να σηκώνονται, όλοι εκτός από έναν, τον σκόρερ, που έμεινε κάτω χωρίς να κινείται. Το γήπεδο πάγωσε ξαφνικά. Οι συμπαίκτες του σοκαρίστηκαν. Σε μια σκηνή (βοηθούν κι οι φωτογραφίες της εποχής) λες βγαλμένη από ασπρόμαυρη ταινία, το μόνο που ακουγόταν στο γήπεδο, ήταν οι σταγόνες της βροχής. Ο γιατρός της Ουρουγουάης έτρεξε, ανακάλυψε ότι ο σκόρερ δεν είχε παλμό, δοκίμασε τεχνητή αναπνοή, οξυγόνο και τελικά του έκανε ένεση. Για 15 δευτερόλεπτα περίπου ο Χόμπεργκ ήταν νεκρός, μπροστά στους συμπαίκτες, τους αντιπάλους και τους φιλάθλους.

Ο Χόμπεργκ τελικά συνήλθε, αλλά σε άθλια κατάσταση μετά από αυτή την περιπέτεια. Χωρίς τότε να υπάρχουν αλλαγές, η Ουρουγουάη κατέβηκε στον επιπρόσθετο χρόνο με δέκα παίκτες. Ο Χόμπεργκ όμως δεν άντεξε να μη βοηθήσει και παρά τις αντίθετες συμβουλές του γιατρού, μπήκε και έβγαλε τελικά (όπως μπορούσε) ολόκληρη την παράταση, έχοντας μάλιστα και δοκάρι σε μακρινό σουτ, ένα σουτ που θα έβαζε μπροστά την Ουρουγουάη. Οι Ούγγροι όμως, με πολύ περισσότερες δυνάμεις, σκόραραν δυο φορές στο 111′ και 116′ και τελικά πήραν την πρόκριση με 4-2 για τον τελικό απέναντι στη Δ. Γερμανία. Η Ουρουγουάη λίγες μέρες αργότερα έπαιξε στον μικρό τελικό και έχασε από την Αυστρία με 3-1. Το γκολ το σημείωσε και πάλι ο ήρωας Χόμπεργκ. Παρά την 4η θέση της χώρας, είχε γίνει ήρωας. Πλέον δεν ήταν αγαπητός μόνο στους οπαδούς της Πενιαρόλ, αλλά σε όλους τους Ουρουγουανούς. Ένα όνομα συνώνυμο της αυτοθυσίας, για έναν Αργεντινό που έγινε ψυχή και σώμα Ουρουγουανός και παραλίγο να δώσει τη ζωή του για τη νέα του πατρίδα. Όπως διάβασα σε μια ιστοσελίδα αφιερωμένη στο ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης, «ο Χόμπεργκ δεν έπαθε ανακοπή από τη χαρά του, έπαθε γιατί κατάλαβε ότι η Ουρουγουάη μπορούσε να χάσει», μια ομάδα που είχε δύο κατακτήσεις σε ισάριθμα Μουντιάλ και δεν είχε χάσει ποτέ.

Μετά το Μουντιάλ η ποδοσφαιρική του καριέρα συνεχίστηκε, αργότερα έγινε και προπονητής φτάνοντας με την Ουρουγουάη ξανά σε ημιτελικά το 1970 και πέρασε μάλιστα και από τον πάγκο του Παναθηναϊκού για ένα φεγγάρι τη δεκαετία του 1960. Πέρσι, το όνομα Χόμπεργκ ξανακούστηκε. Ο Αλεχάντρο Χόμπεργκ, ένας Περουβιανός (το έχει η οικογένεια να αλλάζει χώρες) και εγγονός του γνωστού μας Χόμπεργκ, έβαλε αυτή τη γκολάρα στο Λιμπερταδόρες (ενώ ήταν και στην αποστολή του Περού στο Κόπα Αμέρικα Σεντενάριο) και μας έδειξε ότι το ποδοσφαιρικό DNA κυλάει στις φλέβες του.