Όταν οι Iron Maiden έπαιξαν μπαλίτσα στο Μπουένος Άιρες

  [Καθόλου σχόλια]

Το 1992 οι Iron Maiden κυκλοφορούν το άλμπουμ τους «Fear of the Dark», ένα από τους πιο επιτυχημένα τους. Για να το υποστηρίξουν, κάνουν μια παγκόσμια περιοδεία που ξεκινά τον Ιούνιο από το Νόριτς και τελειώνει το Νοέμβριο στο Τόκιο. Ο Ιούλιος τους βρίσκει στη Νότια Αμερική για συναυλίες σε διάφορες χώρες. Ανάμεσα σε αυτές κι η Αργεντινή και το γήπεδο της Φέρο Καρίλ Οέστε μιας ιστορικής ομάδας της χώρας που ιδρύθηκε το 1904 από εργάτες των σιδηροδρόμων. Το στάδιο της Φέρο θεωρείται το πιο παλιό γήπεδο της Αργεντινής (φτιάχτηκε το 1905) και πέντε χρόνια πριν τους Maiden, οι πρώτοι «ξένοι» που έπαιξαν εκεί ήταν οι Cure σε μια συναυλία που έμεινε γνωστή για τα φοβερά επεισόδια που είχαν ως αποτέλεσμα 135 συλλήψεις και 10 τραυματισμούς αστυνομικών. Ο Ρόμπερτ Σμιθ είπε ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ ξανά στην Αργεντινή, ενώ λέγεται ότι όλα ξεκίνησαν γιατί είχαν εκδοθεί πολλά παραπάνω εισιτήρια από το κανονικό.

Όταν οι Maiden έφτασαν στα τέλη Ιουλίου του 1992 στην Αργεντινή ήταν χειμώνας κι ο καιρός ήταν χάλια. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε να ζητήσουν να εξασκήσουν ένα από τα αγαπημένα τους χόμπι. Να παίξουν ποδόσφαιρο. Ένας από τους πιο γνωστούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς του σταθμού Rock & Pop ήταν κι ο «Ρούσο» Βερέα που είχε κάνει καριέρα ως τερματοφύλακας στις μικρότερες κατηγορίες της χώρας με ομάδες όπως η Τσακαρίτα κι η Ταγιέρες, έχοντας περάσει από τις ακαδημίες της Ιντεπεντιέντε. Ο Βερέα ήταν μεγάλος ροκάς και μεταλάς (είχε και ίνδαλμα τον Ούγκο Γκάτι), οπότε μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με την αθλητική δημοσιογραφία, αλλά και το μουσικό ραδιόφωνο. Σε αυτόν έλαχε ο κλήρος να οργανώσει το ματς, ένα παιχνίδι στο οποίο οι Iron Maiden και μέλη των Thunder (support στην τουρνέ της Ν. Αμερικής) θα αντιμετώπιζαν υπαλλήλους της EMI και παραγωγούς του σταθμού Rock & Pop.

Πλάνα από το ματσάκι

Ο αγώνας έγινε στο βοηθητικό γηπεδάκι της Φέρο και παρά τη βροχή που έπεφτε με τα τουλούμια εκείνες τις ημέρες και ένα γήπεδο γεμάτο λάσπη, τα μέλη του συγκροτήματος δεν πτοήθηκαν και το ματσάκι έγινε κανονικά. Στο ποιότητας VHS παραπάνω βιντεάκι, βλέπουμε κάποια πλάνα από τον βάλτο στον οποίο έγινε το ματς, καθώς και τη διήγηση του «Ρούσο». Οι Maiden κατέβηκαν με ολόιδιες φανέλες που είχαν μαζί τους, στα χρώματα της αγαπημένης τους Γουέστ Χαμ. Σύμφωνα με τις διηγήσεις, ο Ντίκινσον ήταν ένα μηχανάκι που έτρεχε πάνω κάτω (όπως και στις συναυλίες περίπου), αλλά δεν ήταν πολύ καλός τεχνίτης. Σε αντίθεση φυσικά με τον Στιβ Χάρις που είχε πολύ καλύτερη τεχνική, έπαιζε σαν 10αράκι και έβγαζε πολύ καλές μακρινές μπαλιές. Το παιχνίδι δεν ήταν «παιδιά προσοχή μην χτυπήσουμε κανέναν», είχε τάκλιν, βουτιές (κυριολεκτικά) και γκολ. Μια αναζήτηση στο διαδίκτυο αναφέρει το τελικό σκορ ως 6-5 υπέρ των Maiden, χωρίς η πηγή να είναι πάντως και η πιο έγκυρη.

Αυτό όμως που είχε περισσότερη σημασία κι ο μαλλιάς Ρούσο διηγείται, είναι κάτι που έγινε μετά τον αγώνα. Οι εμφανίσεις των Maiden όπως μπορεί να φανταστεί κανείς ήταν έτοιμες για διαφημιστικό απορρυπαντικού, με τόνους λάσπης. Ο Στιβ Χάρις σε ένα δείγμα ταπεινότητας που δεν ταιριάζει με την κλασσική εικόνα του ροκ σταρ που έχουμε, πήγε στα αποδυτήρια και έπλυνε μία μία τις φανέλες της ομάδας του μαζί με έναν φροντιστή. Έτοιμες πιθανότατα για το επόμενο ματσάκι των Maiden σε μια νέα χώρα.

Η πρώτη συναυλία των Maiden στην Αργεντινή

Το βρετανικό συγκρότημα έχει επισκεφτεί κι άλλες φορές από τότε το Μπουένος Άιρες και μάλιστα ακόμα ένα γεγονός έμεινε γνωστό. Όταν το 2001 στη γήπεδο της Βέλεζ ξεκίνησαν να παίζουν το «The Trooper» ένα από τα καλύτερά τους τραγούδια που έχει να κάνει με τον πόλεμο της Κριμαίας, ο Ντίκινσον άρχισε να κυματίζει τη σημαία της Μεγάλης Βρετανίας, κάτι που κάνει συχνά στις συναυλίες σε αυτό το τραγούδι. Μόνο που στην Αργεντινή των Φόκλαντς/Μαλβίνων αυτό θεωρήθηκε από μεγάλη μερίδα του κόσμου προκλητικό. Αρκετοί από τους θεατές άρχισαν να σφυρίζουν, κάποιοι να τραγουδούν «όποιος δεν χοροπηδάει είναι Άγγλος» και φυσικά τα «Αρχεντίνα, Αρχεντίνα» και το μεγάλο σουξέ «Ολέ, ολέ, ολέ, Ντιέγκο, Ντιέγκο» καθώς αν είσαι Αργεντινός η νίκη το 1986 θεωρείται κάτι σαν πολεμικός θρίαμβος. Κάτι παρεμφερές έγινε και το 2008 όταν έπαιξαν και πάλι στο γήπεδο της Φέρο, με κάποιους θεατές να… πετάνε παπούτσια στον Ντίκινσον (αντιδράσεις λέγεται ότι υπήρξαν και από Ιρλανδούς σε μια συναυλία στο Δουβλίνο το 2003). Παρ’ όλα αυτά, το συγκρότημα συνεχίζει να είναι εξαιρετικά αγαπητό στην Αργεντινή και το θέμα δεν πήρε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις.

Η αγάπη των Maiden για την μπάλα είναι γνωστή και η τρέλα τους ίσως έφτασε στο αποκορύφωμά της σε μια συναυλία στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν της Νέας Υόρκης όταν υπήρξαν προβλήματα με το ηλεκτρικό ρεύμα. Το αποτέλεσμα ήταν η συναυλία να διακοπεί για λίγη ώρα. Οι Maiden αντί να πάνε στα… αποδυτήρια, αποφάσισαν να συνεχίσουν να διασκεδάζουν τον κόσμο. Αυτή τη φορά όχι με riffs ή τον Έντι, αλλά βγάζοντας μια μπάλα και παίζοντας πάνω στη σκηνή για αρκετή ώρα.

Στη Σικελία το ζούμε έντονα

  [Καθόλου σχόλια]

Τα οικογενειακά τραπέζια είναι λίγο βαρετά συνήθως. Εκτός βέβαια αν παίρνουν φωτιά από διαφωνίες και η καημένη η μαμά με ένα ταψί γεμιστά προσπαθεί αφενός να βρει χώρο να το αφήσει γιατί καίγεται και αφετέρου να κρατήσει τους άντρες (συνήθως) να μην σκοτωθούν μεταξύ τους. Διαφωνίες που μπορεί να είναι από πολιτικές μέχρι ποδοσφαιρικές. Για όσους δεν θυμούνται, η ιστορία των αδερφών Μιλίτο που έπαιζαν στο μεγάλο ντέρμπι μεταξύ Ράσινγκ και Ιντεπεντιέντε ήταν μια τέτοια. Στην Ιταλία όμως, υπήρξε μία ακόμα χειρότερη ιστορία, με πρωταγωνιστές τα αδέρφια Τεντέσκο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Παλέρμο της Σικελίας. Κι οι τρεις τους έγιναν ποδοσφαιριστές, αλλά στο σημερινό κείμενο θα ασχοληθούμε με τους δύο εξ αυτών. Τον Τζιοβάνι και τον κατά τέσσερα χρόνια μικρότερό του Τζιάκομο.

Οι αδερφοί Τεντέσκο δεν ήταν τρομεροί παίκτες. Ήταν κι δύο χαφ εργάτες που έκαναν συμπαθητικές καριέρες σε μικρές κατά κύριο λόγο ομάδες. Ο μεγαλύτερος Τζιοβάνι δεν έγινε δεκτός ως πιτσιρικάς στην τοπική Παλέρμο κι έτσι αναζήτησε αλλού μια καριέρα, αλλά ο Τζιάκομο έπαιξε στην αγαπημένη ομάδα της πόλης του. Κάτι που για τους άκρως τοπικιστές Σικελούς είναι μεγάλη τιμή. Η μοίρα τούς έφερε συμπαίκτες στη Σαλερνιτάνα τη σεζόν 1997-98 και μάλιστα σε μια χρονιά που η ομάδα της Καμπανίας κέρδισε την άνοδό της στην Α’ εθνική, μια σημαντική επιτυχία για τα αδέρφια.

Μία τυχαία εικόνα από τη Σικελία για να ανοίξει το μάτι μας

Χρόνια αργότερα, το 2006, ο Τζιοβάνι κατάφερε και έκανε το όνειρό του πραγματικότητα, αφού αγωνίστηκε στην ομάδα της καρδιάς του, την Παλέρμο, για πρώτη φορά. Ο Τζιάκομο αντίθετα το 2007 επέστρεψε μεν στη Σικελία, αυτή τη φορά όμως στην ανατολική της πλευρά, 200 χιλιόμετρα πιο μακριά από τη γενέτειρά του, στην Κατάνια. Την ομάδα που είναι η ιστορική αντίπαλος της Παλέρμο και οι δύο μεγάλοι εχθροί της Σικελίας. Σε μια εποχή μάλιστα που το νησί κι ολόκληρη η Ιταλία είχαν σοκαριστεί από τα επεισόδια μετά από ένα ντέρμπι της Σικελίας που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός αστυνομικού. Έτσι λοιπόν, το ντέρμπι του νησιού απέκτησε δύο αδέρφια αντιπάλους. Κανείς όμως δεν είχε καταλάβει πόσο η μεταγραφή του μικρού στην Κατάνια είχε επηρεάσει την οικογενειακή γαλήνη στο σπίτι των Τεντέσκο.

Το γκολ του Μίκολι που έκρινε το ντέρμπι στο τέλος της σεζόν 2007-08

Πριν λοιπόν το παιχνίδι των δύο ομάδων τον Οκτώβριο του 2008, ο μεγάλος αδερφός έκανε κάποιες δηλώσεις σε καλό κλίμα, λέγοντας ότι οι δυο παίκτες που θα ήθελε στην Παλέρμο από τον μεγάλο αντίπαλο ήταν ο Αργεντινός Πάμπλο Λεντέσμα και φυσικά ο αδερφός του, ο Τζιάκομο. Ο δημοσιογράφος που πήρε τις δηλώσεις, σίγουρα θα σκέφτηκε ότι είχε βρει ένα ωραίο θέμα και έψαχνε κάποιον κλισεδιάρικο τίτλο του στιλ: «Για 90 λεπτά αντίπαλοι, αλλά αγαπημένα αδέρφια για μια ζωή». Μόνο που η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική κι αυτή η συνέντευξη η αφορμή για να μάθουμε ότι στα οικογενειακά τραπέζια η μαμά δεν είχε και τους τρεις γιους της μαζί. Όταν ο Τζιάκομο διάβασε τις δηλώσεις του αδερφού του εξερράγη και χαρακτήρισε τον Τζιοβάνι ως «υποκριτή».

«Εγώ κι ο αδερφός μου δεν τα πάμε καλά. Για να είμαι ειλικρινής, έχουμε πολύ καιρό να δούμε ο ένας τον άλλον και δεν μιλάμε μεταξύ μας. Είναι καλό που είπε αυτά τα πράγματα, αλλά από τον Τζιοβάνι θα περίμενα να ακούσω κάτι άλλο. Θα ήθελα να αναφέρω και άλλες λεπτομέρειες, αλλά δεν θα το κάνω. Ίσως αργότερα, να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα γιατί αφορούν όλη την οικογένεια και με πληγώνουν. Εγώ ως ο μικρότερος προσπάθησα να τα βρω μαζί του, να λύσω τις παρεξηγήσεις, αλλά οι προσπάθειές μου απέτυχαν. Πέρσι δεν συμπεριφέρθηκε σωστά. Ούτε πριν από τον αγώνα, όταν είπε ότι αν κέρδιζαν θα έβαφε το αυτοκίνητό του στα χρώματα της Παλέρμο και θα έκανε βόλτες όλη την εβδομάδα. Ούτε και στο ματς, να πανηγυρίζει έτσι, ενώ ήξερε ότι με αυτή τη νίκη τους μπορεί να υποβιβαζόταν ο αδερφός του. Mε γέμισε με πικρία. Εγώ αν κινδύνευε η Παλέρμο και έπαιζα στην Κατάνια, θα έκανα τα πάντα για να σωθεί μια ομάδα της Σικελίας. Δεν πρόδωσα την προέλευσή μου. Έπαιξα εκεί από πιτσιρίκι, αλλά δεν συνέχισα όπως κι άλλοι. Έπρεπε να βρω κάποια ομάδα να παίξω, για να ζήσω».

Ξεπερνώντας την απίθανη και 100% ιταλική παραδοχή ότι θα στηνόταν για να μην πέσει η Παλέρμο (η Κατάνια αναγκάστηκε να βγάλει ανακοίνωση μετά από αυτές τις δηλώσεις), τα λόγια του Τζιάκομο αποκάλυψαν ότι η μεταγραφή του στην Κατάνια είχε κάνει τα δύο αδέρφια να μην μιλιούνται. Ο Τζιοβάνι είχε ενοχληθεί πάρα πολύ και θεώρησε προδοσία την μεταγραφή του αδερφού του στον εχθρό, λέγοντας ότι αυτός δεν θα το έκανε ποτέ, ενώ σε κάθε ευκαιρία συμπεριφερόταν σαν οπαδός,. Έτσι λοιπόν, όταν την προηγούμενη σεζόν η Παλέρμο με γκολ του Μίκολι κέρδισε 1-0 την Κατάνια λίγες αγωνιστικές πριν το τέλος, πανηγύρισε έξαλλα και προκλητικά, «σαν να κέρδισε το Τσάμπιονς Λιγκ» το περιγράφει ο Τζιάκομο. Η Κατάνια τελικά σώθηκε για έναν βαθμό. Ο Τζιάκομο αναγκάστηκε στη συνέχεια να ανασκευάσει ως προς το «στήσιμο», λέγοντας ότι οι δηλώσεις του ήταν προϊόν πικρίας και της απογοήτευσης που του είχε προκαλέσει ο μεγάλος αδερφός που… «έδειξε μίσος προς εμένα, έναν άνθρωπο που μας ενώνουν δεσμοί αίματος». Μια ιστορία που θα μπορούσε να γυριστεί ως η ιταλική έκδοση του Bloodline στο Netflix.

Η Κατάνια κέρδισε τελικά εκείνο το ματς με 2-0, ο μικρός πήρε την εκδίκησή του και στο τέλος της σεζόν η ομάδα σώθηκε, όπως κι η Παλέρμο. Ο Τζιοβάνι συνέχισε και έκλεισε την καριέρα του στην Παλέρμο το 2010 ως μορφή του συλλόγου (αναλαμβάνοντας μάλιστα και προπονητής στη γνωστή ηλεκτρική καρέκλα της Παλέρμο), ενώ ο Τζιάκομο πήγε σε Μπολόνια και Ρετζίνα και σταμάτησε την μπάλα τέσσερα χρόνια αργότερα. Ελπίζουμε τουλάχιστον, τόσα χρόνια μετά, να τα έχουν βρει και να θυμούνται τα παλιά.

Ο «βοσκός» της Νίκαιας

  [3 Σχόλια]

Κάθε ομάδα έχει διάφορα είδη οπαδών. Από τους οργανωμένους μέχρι τους πιο «χομπίστες», από τα αρρωστάκια μέχρι τους πιο χαλαρούς. Και σίγουρα έχει και κάποιες μορφές που γεμίζουν με χρώμα το γήπεδο με τα όσα κάνουν. Για αρκετό καιρό στο ΟΑΚΑ καθόταν σχετικά κοντά μου ο «παιχταράααααδες», ένας συμπαθέστατος κύριος που μπορεί το ματς να ήταν κάποιο αδιάφορο μεσημεριανό ΑΕΚ-Ακράτητος με τον ήλιο απέναντι να σε κάνει να σιχτιρίζεις που δεν είχες πάει για καφέ κι ήσουν ανάμεσα σε άλλους εξίσου γραφικούς για να δείτε ένα ματς με τους στόχους της χρονιάς λίγο-πολύ να έχουν κριθεί, αλλά γι’ αυτόν ήταν σαν τελικός. Ο «παιχταράδες» ήταν πάντα εκεί με το ίδιο πάθος και την ίδια αγωνία να υποδεχτεί τους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας, βγάζοντας τα πνευμόνια του με την κραυγή «παιχταράδες», ενώ παράλληλα κράδαινε μία ροκάνα (εδώ περισσότερες πληροφορίες για όσους δεν ξέρουν) που στριφογύριζε σαν φλάμπουρο και ακουγόταν σε αρκετές θύρες. Ο «παιχταράδες» είναι ένα είδος ανθρώπου, ένας τέτοιος χαρακτηριστικός οπαδός, που όλοι έχουμε ζήσει στο γήπεδο. Αυτός που θα βρίσκεται πάντα εκεί, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα ή την πορεία της ομάδας, γιατί κάθε ματς είναι το ίδιο σπουδαίο γι’ αυτόν.

Σήμερα, θα ταξιδέψουμε αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το Μαρούσι και θα συναντήσουμε μια τεράστια μορφή των γαλλικών γηπέδων. Η Νίκαια είναι ένα κλασικό γαλλικό θέρετρο, πιο διάσημη για τις ομορφιές της, παρά για το ποδόσφαιρό της. Κι όμως, η Νις δεν είναι αμελητέα ποσότητα. Έχει κερδίσει 4 πρωταθλήματα Γαλλίας (όλα στη δεκαετία του 1950) και 3 κύπελλα στα πάνω από 100 χρόνια ιστορίας της. Κι όπως όλοι οι σύλλογοι, έχει κι αυτή τους φανατικούς της οπαδούς. Ανάμεσά τους κι ο… «Βοσκός», ο «λευκός λύκος» ή κατά κόσμον Πολ Καπιετό. Ο Βοσκός είναι η ατραξιόν του γηπέδου. Για πολλά χρόνια στο Σταντ Μουνισιπάλ ντου Ρε (το ιστορικό γήπεδο του συλλόγου) και πλέον στο νέο γήπεδο Σταντ ντε Νις. Μία απίστευτη μορφή, κομματάκι (το πόσο κομματάκι θα το κρίνετε εσείς) σαλεμένος που λατρεύει της Νις και δεν χάνει ματς, όσο μακριά κι αν παίζει η ομάδα του.

Ο Καπιετό δεν ζει μέσα στην πόλη της Νίκαιας. Ζει στο Σεν Μαρτάν Βεζουμπί (συγχωρέστε τη γαλλική μου προφορά) ένα πανέμορφο χωριουδάκι πάνω στις Άλπεις στο οποίο μένουν λιγότεροι από 1.500 κάτοικοι. Ο Βοσκός ντύνεται στα κατακόκκινα, παίρνει το ποδήλατό του και κατεβαίνει σιγά σιγά μέχρι τη Νίκαια για να δει τα ματς της ομάδας του. Μιλάμε για μια διαδρομή πάνω από 60 χιλιόμετρα, ενώ συχνά χρησιμοποιεί και τα σκι του (!!) για να ταξιδέψει. Ο Καπιετό είναι διάσημος και στη διαδρομή των αναγνωρίζουν όλοι και τον χαιρετούν. Η γραφικότητα δεν σταματάει εκεί φυσικά. Για χρόνια, ο Καπιετό δεν έμπαινε μέσα στο γήπεδο, αλλά παρακολουθούσε τα ματς της Νις από ένα… δέντρο. Και όχι, δεν μιλάμε για καμιά ελίτσα. Μιλάμε για κανονικό σκαρφάλωμα που σε πιάνει ίλιγγος:

Ο Καπιετό δεν ήταν πάντα τρελούλης. Είχε κανονική δουλειά, ήταν δάσκαλος του σκι και μάλιστα ένας από τους μαθητές του ήταν κι ο Ούγκο Λιορίς, ο σημερινός τερματοφύλακας της Τότεναμ, γέννημα-θρέμμα της Νίκαιας. Λέγεται ότι κάποια προσωπική τραγωδία, ένα ατύχημα τον έκανε να αλλάξει. Παρ’ όλα αυτά, θεωρείται εμβληματικός οπαδός του συλλόγου. Η διοίκηση πλέον τον προσκαλεί να βλέπει τα ματς από τις εξέδρες (για να μην σκαρφαλώσει πουθενά και γκρεμοτσακιστεί) και το 2016 τιμήθηκε από τη Νις ανήμερα των 70ων του γενεθλίων. Ένα χρόνο αργότερα, του έκαναν δώρο τη φανέλα της Νις που γράφει «Ο Βοσκός». Ο κόσμος φυσικά τον λατρεύει. Είναι η μασκότ του συλλόγου, ακόμα κι όταν κάνει διάφορες υπερβολικές γραφικότητες, σαν αυτές που περιγράφει το France Football. Όπως για παράδειγμα όταν έγινε μια γιορτή για την κατάκτηση της 4ης θέσης από τη Νις και μπροστά σε διάφορους επίσημους καλεσμένους, όπως ο δήμαρχος της πόλης, έκανε στριπτίζ για να μείνει με τα απολύτως απαραίτητα (τα δύο σκι που φορούσε δηλαδή).

Στη Μασσαλία, έξω από το Βελοντρόμ με τα… σκι του.
Τι πιο φυσιολογικό.

Ο Βοσκός ζει σαν ερημίτης, χωρίς νερό, ρεύμα και τηλέφωνο. Διάφοροι οπαδοί της Νις τον φιλοξενούν κατά καιρούς (για να μην επιστρέφει βράδυ στο βουνό), ενώ στα εκτός έδρας παιχνίδια εκτός από σκι και ποδήλατο χρησιμοποιεί το τρένο, το οποίο και δεν έχει χρήματα να πληρώσει. Τα πρόστιμα που έχει συλλέξει είναι πολλά. Αλλά η τρέλα για τη Νις μεγάλη. Κάποια φορά τον είχαν πετύχει έξω από το Παρκ ντε Πρενς στο Παρίσι φορώντας τα σκι του πριν από αγώνα με την ΠΣΖ. Στην ερώτηση πού διάολο μένει, η απάντηση ήταν «σε ένα αναρχικό βιβλιοπωλείο». Πάντα θα βρει μια άκρη για να δει από κοντά την αγαπημένη του ομάδα.

Ο κόσμος της Νίκαιας περιμένει να υποδεχτεί τον παγκόσμιο πρωταθλητή Λιορίς.
Ο βοσκός τούς μαθαίνει τον ύμνο της πόλης.

Τον βοσκό τον έμαθα πριν λίγο καιρό, πετυχαίνοντας μια είδηση από την πιο πρόσφατη περιπέτειά του. Η αστυνομία είχε απαγορεύσει την παρουσία οπαδών της Νις στη Μασσαλία στο πρόσφατο Μαρσέιγ-Νις για λόγους ασφαλείας. Αλλά ποιος να το πει αυτό στον κύριο Καπιετό. Ντύθηκε στα κόκκινα, πήρε τη λευκή μαλλούρα του και τα μούσια του και κατευθύνθηκε προς το Βελοντρόμ, όπως πολλές φορές στο παρελθόν. Οι Γάλλοι αστυνομικοί δεν συγκινήθηκαν ιδιαίτερα, έδειξαν ότι δεν έχουν καρδιά και μπουζούριασαν τον 73χρονο πλέον βοσκό, βάζοντάς τον μάλιστα στην ψυχιατρική πτέρυγα μιας κλινικής. Ο κόσμος ξεσηκώθηκε όταν ο δημοσιογράφος του Canal+ Λοράν Παγκανελί αποκάλυψε την είδηση. Ο δημοσιογράφος έχει πολύ καλή σχέση με τον Καπιετό και πάντα τον συναντά έξω από το γήπεδο. «Όταν δεν τον είδα πουθενά ανησύχησα», έγραψε ο Λοράν που πάντα τον προσκαλεί να φάει μαζί με τους συναδέλφους του καναλιού και φροντίζει να του βρίσκει και εισιτήρια στα εκτός έδρας.

Τελικά, η περιπέτεια του βοσκού μετά κι από τα μηνύματα συμπαράστασης στα social media είχε αίσιο τέλος, αφού αφέθηκε την επόμενη μέρα και είχε πλέον χρόνο να κανονίσει την επόμενη εκδρομή του για έναν αγώνα της Νις. Πάντα μέσα στα κόκκινα, με ποδήλατο, σκι πάνω στην άσφαλτο, τρένο ή τέλος πάντων όποιον άλλον τρόπο ανακαλύψει. Ένας τύπος που ζει για την ομάδα του, ένας άκακος, ωραίος τρελός που δίνει χρώμα σε ένα ποδόσφαιρο που γίνεται όλο και περισσότερο σοβαροφανές. Κι αν αναρωτιέστε πώς γιόρτασε την απελευθέρωσή του, μα φυσικά με τον δικό του τρόπο. Με τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη μετά τη Νις, την ποδηλασία. Πήρε το ποδηλατάκι του και πήγε στο πέρασμα Τουρίνι, μια διαδρομή στα 1600 μέτρα πάνω στις Άλπεις που φέτος ήταν και μέρος του ποδηλατικού αγώνα Νίκαια-Παρίσι. Ο βοσκός έκανε το σόου του και τις κωλοτούμπες του μπροστά στους θεατές και πήρε κι αυτός μέρος στην ανάβαση μαζί με τους ποδηλάτες, όπως φαίνεται και στα πλάνα του γαλλικού Eurosport:

Ένα όχι και τόσο βαρετό 0-0

  [Καθόλου σχόλια]

Η Βενεζουέλα εδώ και καιρό ζει δύσκολες στιγμές, με τη χώρα να βρίσκεται εν μέσω πολιτικής αναταραχής, αλλά και μίας ανθρωπιστικής κρίσης με πολλούς πολίτες να υποφέρουν. Τις τελευταίες μέρες ένα μεγάλο μέρος της χώρας έμεινε χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα με τις συνθήκες σε αρκετές περιοχές να είναι τραγικές. Ανάμεσα σε όλους τους τομείς, ένας από αυτούς που αντιμετώπισε προβλήματα ήταν κι ο αθλητισμός. Πολύ μικρότερη η σημασία του φυσικά από τα βασικά προβλήματα επιβίωσης, αλλά και πολύ μεγαλύτερη για την προς τα έξω εικόνα. Τον Ιανουάριο, που η χώρα μαστιζόταν από αναταραχές και πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ήταν προγραμματισμένος ο τελικός μπέιζμπολ μεταξύ των Λεόνες και των Καρντενάλες. Αρκετοί από τους αθλητές ήθελαν την ακύρωση του αγώνα, καθώς πίστευαν ότι να γίνει ένα τέτοιο αθλητικό γεγονός την ώρα που η χώρα ζούσε διαδηλώσεις και αναταραχές με κόσμο να σκοτώνεται ήταν εντελώς άστοχο. Κάτι τέτοιο δεν έγινε τελικά, καθώς ο ίδιος ο πρόεδρος Μαδούρο πίεσε καταστάσεις και όπως λέγεται, αρκετοί παίκτες απειλήθηκαν ότι θα υπήρχαν συνέπειες αν δεν κατέβαιναν να αγωνιστούν. Ο Μαδούρο δήλωσε ότι ήταν ένα σχέδιο «από τους ιμπεριαλιστές ώστε να σαμποταριστεί ο αγώνας».

Μάιος του 2017, οι ποδοσφαιριστές κρατούν ενός λεπτού σιγή παρά την απαγόρευση

Με το πρόβλημα της ηλεκτροδότησης να είναι έντονο αυτές τις ημέρες, υπήρχαν σοβαρά ζητήματα στην διεξαγωγή του ήδη υπερβολικά ταλαιπωρημένου ποδοσφαίρου της χώρας. Η Π.Ο. της Βενεζουέλας που πρόσκειται στο καθεστώς Μαδούρο δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να φανεί ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Είναι η ίδια Ομοσπονδία που το 2017 αρνήθηκε να κρατηθεί ενός λεπτού σιγή για τους νεκρούς των φοιτητικών διαδηλώσεων. Οι παίκτες των Ντεπορτίβο Λάρα και Ντεπορτίβο Ανσοάτεγκι όμως τότε, και παρά την απαγόρευση, σταμάτησαν να παίζουν με το σφύριγμα της σέντρας. Έμειναν ακίνητοι και κράτησαν μόνοι τους το ένα λεπτό. Ο σπίκερ της τηλεόρασης σε φανερά δύσκολη θέση σκέφτηκε να περιγράψει τι γίνεται, αλλά έκοψε την πρόταση στη μέση και στη συνέχεια άρχισε να λέει πληροφορίες για τον αγώνα την ώρα που στο υπόλοιπο γήπεδο επικρατούσε ησυχία.

Η εικόνα στα αποδυτήρια του Εστάδιο Χοσέ Πατσέντσο Ρομέρο

Δύο χρόνια αργότερα, η Π.Ο. της χώρας αποφάσισε ότι δεν υπήρχαν προβλήματα για να γίνουν οι αγώνες. Το Μαρακαΐμπο, στα βορειοδυτικά της χώρας ήταν μια πόλη που ταλαιπωρήθηκε αρκετά, αφού έμεινε για τρεις συνεχόμενες ημέρες χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Παρά τις εκκλήσεις της τοπικής ομάδας Σούλια ο αγώνας δεν αναβλήθηκε. Η φιλοξενούμενη Καράκας έφτασε μετά από τεράστια ταλαιπωρία και αναμονή πέντε ωρών στο αεροδρόμιο. Φυσικά, στο ξενοδοχείο δεν υπήρχε κλιματισμός (οι θερμοκρασίες στο Μαρακαΐμπο αυτές τις μέρες κυμαίνονται από 25 μέχρι 35 βαθμούς Κελσίου περίπου), ενώ οι παίκτες ήταν σχεδόν νηστικοί λόγω της γενικότερης έλλειψης τροφίμων. Ο αρχηγός των γηπεδούχων Εβέλιο Ερνάντες ρώτησε στο Τουίτερ αν η Π.Ο. πίστευε ότι υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες να γίνει ο αγώνας, αλλά οι αρμόδιοι δεν συγκινήθηκαν. Η εικόνα στα αποδυτήρια ήταν τραγική, αφού δεν υπήρχε ούτε φως, ούτε νερό για τους παίκτες και φυσικά κανένας κλιματισμός.

Η Ομοσπονδία όμως δεν άλλαξε την απόφασή της κι οι παίκτες πήραν την κατάσταση στα χέρια τους, καθώς δεν μπορούν να αγωνιστούν υπό αυτές τις συνθήκες. Ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη και αυτοί έμειναν έτσι ακίνητοι, χωρίς να κυνηγούν την μπάλα. Άρχισαν να στήνουν πηγαδάκια μεταξύ τους και να μιλάνε, χωρίς καμία πρόθεση να βάλουν γκολ. Στο ημίχρονο δεν πήγαν στα αποδυτήρια, τι να κάνουν άλλωστε εκεί στο σκοτάδι και τη ζέστη, και παρέμειναν στον αγωνιστικό χώρο. Παρά τις πιέσεις που δέχτηκαν ώστε να συνεχίσουν κανονικά στο 2ο ημίχρονο, οι ποδοσφαιριστές συνέχισαν τη διαμαρτυρία τους με τον διαιτητή να αναγκάζεται να «λήξει» το ματς. Ο Εβέλιο Ερνάντες ζήτησε συγγνώμη από τον κόσμο στο Twitter, αναγνωρίζοντας την προσπάθεια που κατέβαλαν όσοι πήγαν στο γήπεδο για να φτάσουν εκεί, αλλά τους επισήμανε ότι υπό αυτές τις συνθήκες δεν γίνεται να παιχτεί ποδόσφαιρο. Ο κόσμος, αν κρίνουμε μάλλον από το χειροκρότημα, δεν φάνηκε να διαφωνεί με τους αθλητές που αναγκάστηκαν να παίξουν ένα τέτοιο παιχνίδι. Η Σούλια χθες (κι ενώ το Μαρακαΐμπο κλείνει 90 ώρες χωρίς ηλεκτρισμό) έβγαλε ανακοίνωση ότι δεν θα κατέβει στα επόμενα παιχνίδια μέχρι να δημιουργηθούν ξανά οι κατάλληλες συνθήκες για τους εργαζομένους της, αλλά και το φίλαθλο κοινό, ώστε να μπορεί να διεξαχθεί κανονικά ένας ποδοσφαιρικός αγώνας.

Ο ξυλουργός που αγαπούσαν όλοι

  [Καθόλου σχόλια]

Τρία μικρά παιδάκια με δακρυσμένα μάτια μέσα στην εκκλησία προσπαθούν να χωρέσουν σε μια αγκαλιά. Ο άντρας που έχει ανοίξει τα χέρια του για να τα περιβάλλει, να τα προστατέψει, προσπαθεί κι αυτός να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Υποτίθεται ότι οι σκληροί άντρες δεν κλαίνε, μόνο δακρύζουν. Αυτός ο τύπος με το μακρύ γκριζαρισμένο μαλλάκι, το λεπτό μουσάκι και μουστακάκι αν μη τι άλλο ήταν από τους πιο σκληρούς που είδαμε. Σκληρός όχι γιατί χτυπούσε στο ψαχνό, αλλά γιατί πέρασε μία καριέρα στην οποία έπρεπε να αποδεικνύει συχνά την αξία του, να ξεπερνάει τις δυσκολίες. Ανάμεσα στον κόσμο που βρίσκεται εκεί υπάρχουν κι άλλες αναγνωρίσιμες φάτσες, όπως αυτή του Ενρίκο Κιέζα. Είμαστε στο 2010, στην εκκλησία της περιοχής Γκαλούτσο στη Φλωρεντία.

Η ζωή του πρωταγωνιστή της ιστορία μας δεν ήταν πολύ εύκολη. Ο Μορένο Τοριτσέλι γεννήθηκε το 1970 στην επαρχία του Κόμο και λάτρευε την μπάλα από πιτσιρίκι παίζοντας σε τοπικές ομάδες. Παρ’ ότι το ποδόσφαιρο ήταν η αγαπημένη του ασχολία, δεν ήταν κάτι παραπάνω απ’ αυτό. Ο Τοριτσέλι ήξερε ότι δύσκολα θα κατάφερνε να κάνει μια καριέρα και γι’ αυτό είχε μία κανονική δουλειά, σε ένα εργοστάσιο επίπλων με όνομα «Σπινέλι». Τρεις φορές την εβδομάδα μετά το τέλος της βάρδιάς του έφευγε με το αυτοκίνητό του και πήγαινε για προπόνηση στην τοπική ομάδα της μικρής πόλης Καράτε Μπριάντζ, εκεί στη Λομβαρδία. Ο Τοριτσέλι ήταν παίκτης της τοπικής ημιεπαγγελματικής Καρετέζε.

Παρά το γεγονός ότι ξεχωρίζει για το πάθος και την ποιότητά του ανάμεσα σε αρκετά μέτριους αντιπάλους, δεν έρχεται κάποια πολύ μεγάλη πρόταση. Το «Τρελό Άλογο» όπως τον φώναζαν, ο τύπος που έμοιαζε με Ινδιάνος και έχει κι ο ίδιος αγάπη γι’ αυτούς, ο χεβιμεταλάς με την αδυναμία στους Black Sabbath (και μια τεράστια δισκοθήκη στο σπίτι του, δίπλα σε ένα τζουκ μποξ), βλέπει ότι δύσκολα θα κάνει το μπαμ. Ο Μορένο έχει συνηθίσει μέσα του στην ιδέα ότι θα είναι ένας εργάτης σε εργοστάσιο κι ότι η μπάλα θα είναι απλά αυτό που απλώς θα τον κάνει να ξεφεύγει. Μέχρι που σε ένα ματς της ομάδας του, ανάμεσα στους θεατές βρίσκεται ο Κλαούντιο Τζεντίλε (ναι, αυτός ο Κλαούντιο Τζεντίλε) που εκείνη την εποχή έχει πόστο στη Λέτσε. Ο Τζεντίλε ενθουσιάζεται από τα προσόντα του Τοριτσέλι, τόσο ώστε να τον προτείνει στον Τζοβάνι Τραπατόνι που είναι προπονητής στη Γιουβέντους.

Ο Τραπ εμπιστεύεται τον Τζεντίλε και συμφωνεί ώστε ο Τοριτσέλι να δοκιμαστεί, μια που εκείνη την περίοδο οι διεθνείς Ιταλοί λείπουν σε τουρνέ κι έτσι η Γιουβέντους δίνει φιλικά με μικρές ομάδες. Ο Μορένο τα δίνει όλα, κερδίζει αρχικά τους «συμπαίκτες» του και στη συνέχεια τον κόουτς με την απόδοσή του. Ακούει καλά λόγια, αλλά μέχρι εκεί. Επιστρέφει πίσω στη δουλειά του χωρίς να έχει κάτι παραπάνω στα χέρια του κι απλά περιμένει. Η ατυχία χτυπάει. Η Γιουβέντους στέλνει τηλεγράφημα για να του πει να επιστρέψει και να συνεχίσει προετοιμασία με την ομάδα, δυστυχώς όμως το στέλνει σε έναν άλλον Τοριτσέλι που μένει σε δρόμο με ίδιο όνομα, αλλά σε άλλο χωριό. Ευτυχώς για τον Μορένο, η Γιούβε επιμένει και επιλέγει κάτι πιο σύγχρονο, ένα τηλεφώνημα, για να του πει τα ευχάριστα νέα. Ο Μορένο ξαφνικά φτάνει να δοκιμάζεται μαζί με παίκτες του υψηλότερου επιπέδου στην Ιταλία.

Η ιστορική φωτογραφία, η μέρα που ο Τοριτσέλι έμαθε ότι θα γίνει παίκτης της Γιουβέντους.

Γνωρίζει ότι το κριτήριο για την τελική απόφαση είναι αν θα συμπεριληφθεί στην αποστολή της ομάδας για την Ιαπωνία και η επιβεβαίωση έρχεται έμμεσα, όταν ο φωτογράφος της Γιούβε του ζητάει να ποζάρει με τη φανέλα της ομάδας. Ζητάει άδεια από το εργοστάσιο για έναν μήνα, καθώς δεν ξέρει αν θα τον αγοράσει η Γιουβέντους και αναχωρεί. Ο Τραπατόνι μετά από τις εμφανίσεις του δίνει το ΟΚ λέγοντας τη χαρακτηριστική ατάκα «αν δεν μου πάρετε τον Βιέρκοβουντ, θέλω αυτόν τον τύπο» κι όπως διηγείται ο ίδιος ο Τοριτσέλι σε μια συνέντευξη στην Γκατζέτα ντελο Σπορτ, υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο πάνω στο καπό ενός αυτοκίνητου. Η Γιουβέντους δίνει 50 εκατομμύρια λιρέτες κι ο Τοριτσέλι από τα ερασιτεχνικά βρίσκεται όχι απλά στην 1η κατηγορία, αλλά και στην τεράστια Γιούβε παίρνοντας 80πλασιο μισθό από αυτόν που έπαιρνε στο εργοστάσιο. Παρ’ ότι μεγάλωσε με ινδάλματα όπως Αλτομπέλι κι ο πατέρας του τον είχε κάνει οπαδό της Ίντερ, ο Τοριτσέλι αγωνίζεται σε μια άλλη μεγάλη ομάδα.

Ο Τραπατόνι του κολλάει το παρατσούκλι «ξυλουργός» στην τοπική διάλεκτο (είναι… κοντοχωριανοί) κι ο Ρομπέρτο Μπάτζιο το πάει ένα βήμα παραπέρα, κολλώντας του το «Τζεπέτο». «Γράφουν στις εφημερίδες ότι δούλευα με σφυριά, αλλά η αλήθεια είναι ότι δούλευα στο τμήμα των αποστολών, στην αποθήκη», δηλώνει στην Λα Στάμπα. Ο Τοριτσέλι θέλει να δικαιώσει όσους τον πίστεψαν και τα καταφέρνει εξ αρχής. Σαν να μην έπρεπε να κάνει ένα άλμα από τη Δ’ στην Α’ εθνική, φαίνεται «κανονικός» παίκτης. Κάνει ντεμπούτο σε ένα φιλικό με την Μπάγερν στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου στο αντίο του Αουγκεντάλερ. Τρέχει πάνω κάτω στα πλάγια, πέφτει σε κάθε τάκλιν με δύναμη, κυνηγάει την μπάλα και τους αντιπάλους. Μετά από κάθε προπόνηση κάθεται και δουλεύει και το αριστερό του, με παίκτες όπως ο Αντόνιο Κόντε που επίσης κάνουν έξτρα προπόνηση. Αυτό το πάθος τον κάνει αγαπητό στον κόσμο του συλλόγου.

Με αντίπαλο τον Μπέργκαμπ σε ένα ματς με την Ίντερ

Παίρνει θέση βασικού και κατακτά μόλις στην πρώτη του σεζόν το ΟΥΕΦΑ με αντίπαλο την Ντόρτμουντ, βασικός και στους δύο τελικούς με συνολικό σκορ 6-1 και συμπαίκτες τους Μπάτζιο, Βιάλι, Μέλερ, Κόλερ, Κόντε και Ζούλιο Σέζαρ. Πηγαίνει στη Γιούβε σε μια εποχή μεγάλης εσωτερικής αλλαγής στο σύλλογο και παρ’ ότι είναι «παιδί» του Τραπατόνι δεν πέφτει θύμα της εκκαθάρισης. Συνεχίζει να είναι βασικός και επί Μαρσέλο Λίπι, χωρίς όμως να έχουν τις καλύτερες σχέσεις, στη νέα εποχή της Γιούβε. Ο Λίπι τον πιάνει να καπνίζει και η σχέση τους δεν ξεκινάει καλά. Παρ’ όλα αυτά, τον εμπιστεύεται και κερδίζει τρία πρωταθλήματα, ένα κύπελλο, ένα διηπειρωτικό και κυρίως το Τσάμπιονς Λιγκ του 1996. Εκεί που στον τελικό κάνει μια πραγματική κατάθεση ψυχής, πιθανότατα ο καλύτερος από τους παίκτες της Γιουβέντους, μαζί με τους υπόλοιπους εργάτες της εποχής που είχε η Γιουβέντους τότε, όπως τους Πεσότο και ντι Λίβιο. Ο αστικός μύθος λέει ότι μετά το παιχνίδι κληρώθηκε για έλεγχο αντιντόπινγκ μαζί με τον Κλάιφερτ κι ο Ολλανδός, εντυπωσιασμένος με το ματς του Ιταλού του είπε: «Σε έπιασαν, ε;»

Δουλεύει σκληρά, όπως κι όλη η ομάδα. «Κάναμε 500 κοιλιακούς σε 15 λεπτά, κάποιες φορές οι συμπαίκτες μου έκαναν εμετό μετά τις προπονήσεις από την κούραση», δηλώνει στο TuttoMercatoWeb. Το 1998 και βλέποντας ότι πλέον δεν είναι η πρώτη επιλογή, εγκαταλείπει το Τορίνο καθώς η Γιουβέντους δεν θέλει να τον κρατήσει. Παρ’ ότι έχει προτάσεις από την Αγγλία και την Μπόρο, προτιμάει τον άνθρωπο στον οποίο χρωστάει τα πάντα, τον Τραπατόνι. Ο Τραπ έχει αναλάβει τη Φιορεντίνα και τον θέλει πολύ. Ο Μορένο θα πάει στην όμορφη Φλωρεντία που όμως δεν τον υποδέχεται με τον καλύτερο τρόπο. Βλέπετε, είναι ένας παίκτης της μισητής Γιουβέντους. Ο Τοριτσέλι δεν τρομάζει. Με το γνωστό του πάθος και την αγωνιστικότητά του κερδίζει τον κόσμο εκεί. Ο «ξυλουργός» ζει τα τελευταία χρόνια της σπουδαίας Φιορεντίνα (είναι παρών και σε μια μεγάλη νίκη επί της Γιουβέντους με 1-0 με τον Μπατιγκόλ), φτάνει και στο Τσάμπιονς Λιγκ μαζί της, διεκδικεί και ένα πρωτάθλημα το 1998-99 αλλά με τον τραυματισμό του Μπατιστούτα οι Βιόλα πέφτουν στην 3η θέση. Σιγά σιγά αρχίζει η παρακμή και τα τεράστια προβλήματα του συλλόγου με τη διοίκηση Τσέκι Γκόρι.

Ο Τοριτσέλι ζει τη διάλυσή της Φιορεντίνα, και τον υποβιβασμό, και στα ποδοσφαιρικά… γεράματα μεταναστεύει στην Ισπανία και την Εσπανιόλ όπου παίζει μια χρονιά. Επιστρέφει στο Αρέτσο και τελειώνει την καριέρα του, μια καριέρα που τον έφερε μέχρι και την εθνική Ιταλίας, πάντα όμως πίσω από άλλους παίκτες όπως ο Πανούτσι. Δεν ήταν κάποιος σπουδαίος τεχνίτης, σκόραρε μόλις 1 γκολ με τη Γιούβε (εξαιρετικό, σε αγώνα Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι στους Ρέιντζερς) και 2 με τη Φιορεντίνα, αλλά λατρεύτηκε γι’ αυτό που πολύς κόσμος θεωρεί ίσως πιο σημαντικό κι από την ποιότητα κάποιες φορές. Την αυτοθυσία, το πάθος, την εργατικότητα. Ο Τοριτσέλι όπου κι αν έπαιξε τα έδινε όλα στο γήπεδο και μπορούσε να γεφυρώσει το όποιο ποιοτικό του έλλειμμα.

Έχοντας θητεύσει δίπλα σε εξαιρετικούς προπονητές, όντας έξυπνος και εργατικός, πολλοί θα πόνταραν σε μια προπονητική καριέρα. Και πράγματι, ο Τοριτσέλι ξεκίνησε στην Τοσκάνη τα πρώτα βήματά του και είχε και προτάσεις από ομάδες της Β’ εθνικής. Μέχρι όμως που χρειάστηκε να πάρει μια πολύ σημαντική απόφαση και κάπως έτσι να επιστρέψουμε στην αρχή του κειμένου μας. Την ημέρα του 2010 που κήδεψε τη γυναίκα του, που έχασε τη μάχη με τη λευχαιμία. Η Μπάρμπαρα Τοριτσέλι ήταν μόλις 40 ετών και ήταν δίπλα του σε όλη τη ζωή. Έμενε στο διπλανό χωριό, γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και έφτασε να είναι η κομμώτρια του ντελ Πιέρο. Ο Μορένο εκείνη την ημέρα που αποχαιρέτησε για τελευταία φορά τη σύντροφο της ζωής του αποφάσισε ότι είχε ένα ρόλο πλέον, να μεγαλώσει σωστά τα παιδιά του και να βάλει σε 2η μοίρα την προπονητική του καριέρα. Παράτησε την προπονητική καριέρα και έμεινε σε ένα μικρό χωριό λίγων κατοίκων στα βορειοδυτικά της Ιταλίας, με το ποδόσφαιρο να γίνεται πάλι και χόμπι, καθώς ο Μορένο προπονούσε τα πιτσιρίκια της τοπικής ομάδας. Ο Τοριτσέλι είχε ήδη χάσει τον κολλητό του από τα χρόνια της Γιούβε, τον Αντρέα Φορτουνάτο που έφυγε από τη ζωή μόλις στα 23 του χτυπημένος από μία σπάνια μορφή λευχαιμίας, το 1995. Στις δύσκολες στιγμές βρέθηκε πολύ κοντά του ο Τζιανλούκα Βιάλι, τον βοήθησε πολύ, τον στήριξε ψυχολογικά.


Το 2014 φοράει τη φανέλα της Γιούβε και πάλι σε ένα φιλανθρωπικό φιλικό.

Ακόμα και σήμερα συχνά καλείται να κάνει δηλώσεις, να σχολιάσει για τη Γιουβέντους ή και τη Φιορεντίνα (όπως στον θάνατο του Αστόρι), ο κόσμος τον θυμάται και τον αγαπάει. Αυτός, σαν ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στο καθήκον του έβαλε πάνω από όλα την οικογένεια. Δεν τον έχουν πάρει τα χρόνια, αλλά είναι πλέον δύσκολο να κάνει μια σπουδαία καριέρα ως προπονητής. Θα μείνει πάντα όμως η φιγούρα του χαραγμένη στις αναμνήσεις όσων έζησαν τη δεκαετία του 1990, εκείνη η δύναμη στα δεξιά (ή και στα αριστερά ή και όπου αλλού χρειαζόταν).

15 λεπτά διασημότητας και μια ζωή τρόμου

  [1 Σχόλιο]

Κάποτε, περίπου 100 χρόνια πριν, ένας από τους σημαντικότερους προέδρους των ΗΠΑ, ο Θίοντορ Ρούσβελτ είπε: «Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε κάποιος που να έζησε μια ζωή γεμάτη ευκολία και να άφησε όνομα άξιο να το μνημονεύουμε». Ο μικρός Μουρτάζα Αχμάντι πιθανότατα δεν ξέρει τη ρήση, αλλά μνημονεύτηκε αρκετά πριν περίπου τρία χρόνια κι αυτό του έκανε τη ζωή ακόμα πιο δύσκολη. Το όνομά του μάλλον δεν σας λέει πολλά, αλλά είναι αρκετά πιθανό να έχετε δει τη φωτογραφία του που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2016.

Σε εκείνη τη φωτογραφία, ο μικρός Μουρτάζα φορούσε μια πλαστική σακούλα με μπλε ρίγες στην οποία ήταν γραμμένο το όνομα του Λιονέλ Μέσι, του αγαπημένου παίκτη του πιτσιρικά. Το χαμόγελό του κι η χαρά του συγκίνησαν χιλιάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η φωτογραφία έγινε viral και το παιδί βρέθηκε ότι ζει στην επαρχία Γκάζνι του Αφγανιστάν. Ο 5χρονος ήθελε πάρα πολύ μία φανέλα του Μέσι, αλλά η οικογένειά του ήταν εξαιρετικά φτωχή. Όταν ξέσπασε σε κλάματα, ο αδερφός του αναγκάστηκε να του φτιάξει αυτή την… ιδιοκατασκευή που από τις φωτογραφίες φάνηκε ότι ικανοποίησε πολύ τον μικρό.

Όταν ο Μουρτάζα εντοπίστηκε κάπου σε ένα χωριό του Αφγανιστάν, το μόνο που δήλωσε ήταν ότι ήθελε να γνωρίσει το είδωλό του. Με τη βοήθεια της UNICEF ο Λιονέλ Μέσι έστειλε δυο φανέλες του με αφιέρωση, μια της Μπαρσελόνα και μία της εθνικής Αργεντινής (σαν αυτή που ο Μουρτάζα φορούσε). Το όνειρο όμως δεν είχε τελειώσει. Οι διοργανωτές του Μουντιάλ του 2022 στο Κατάρ, προσπαθώντας να φτιάξουν την άθλια εικόνα της χώρας προς τα έξω, αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν τη μεγάλη συνάντηση. Με την ευκαιρία ενός φιλικού της Μπάρσα με την Αλ Αχλί, ο Μουρτάζα ταξίδεψε στην Ντόχα και όχι απλά γνώρισε τον ήρωά του, αλλά συνόδεψε την ομάδα και μάλιστα πόζαρε μαζί της πριν την έναρξη του αγώνα:

Σε έναν ιδανικά πλασμένο κόσμο, η ιστορία θα τελείωνε κάπως έτσι. Στον δικό μας κόσμο και πλανήτη, η συνέχεια δεν ήταν τόσο ωραία. Παρά το γεγονός ότι είχε λάβει υποσχέσεις για πολιτικό άσυλο, η οικογένεια εγκλωβίστηκε κάπου στο Πακιστάν όταν δοκίμασε να εγκαταλείψει τη χώρα κι αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω. Τα πράγματα όμως είχαν χειροτερέψει πίσω στην πατρίδα τους. Οι Ταλιμπάν το καλοκαίρι που μας πέρασε έστρεψαν τα βλέμματά τους στην περιοχή Γκάζνι και την ομώνυμή πόλη. Η μάχη που έγινε τον Αύγουστο άφησε πίσω πολλούς νεκρούς, αλλά τελικά οι κυβερνητικές δυνάμεις ανακατέλαβαν την πόλη. Αυτό όμως δεν απέτρεψε τους Ταλιμπάν να κάνουν διάφορες επιχειρήσεις στις γύρω περιοχές, ανάμεσά τους και στα μέρη της οικογένειας Αχμάντι.

Ως γνωστόν οι Ταλιμπάν μισούν το ποδόσφαιρο, καθώς από όλους τους φανατικούς θεωρείται ως θανάσιμο αμάρτημα. Η διασημότητα που απέκτησε ο Μουρτάζα τον έκανε αμέσως στόχο τους κι η οικογένειά του ζούσε συνεχώς με το φόβο ότι κάτι κακό θα συμβεί, μια που εκτός των άλλων ανήκουν και σε μια εθνική ομάδα Σιιτών που κυνηγούν οι Ταλιμπάν. Η μητέρα του είπε ότι συχνά έβλεπαν αγνώστους να τριγυρίζουν κοντά στο σπίτι τους. Και μετά, υπήρχαν και τα απειλητικά τηλεφωνήματα. Αυτά όχι από τους Ταλιμπάν, αλλά από τοπικούς εγκληματίες που θεωρούσαν ότι η οικογένεια είχε πάρει χρήματα από τον Μέσι. «Δεχόμασταν απειλές συνέχεια, πίστευαν ότι ο Μέσι μας είχε δώσει λεφτά», δήλωσε η κυρία Σακίφα. Ο Μουρτάζα που εξαιτίας του φόβου των Ταλιμπάν είχε ήδη σταματήσει να παίζει μπάλα έξω από το σπίτι φορώντας τις αγαπημένες του φανέλες, σταμάτησε να πηγαίνει και στο σχολείο. Με τη δραστηριότητα των Ταλιμπάν να γίνεται εντονότερη, ο κλοιός έσφιγγε. Κάποιοι συγγενείς της οικογένειας σκοτώθηκαν σε ενέδρες ή μετά από εφόδους σε σπίτια. Τον Δεκέμβριο, ένας ρεπόρτερ του France Presse ανακάλυψε τον πιτσιρικά (πλέον 7 ετών). Είχε διαφύγει στην Καμπούλ. Ένα βράδυ ο πατέρας του Αρίφ πήρε την οικογένεια και τη φυγάδευσε στη γειτονική πόλη Μπαμιάν. Ο ίδιος επέστρεψε πίσω, ενώ ο Μουρτάζα τελικά κατέληξε με τη μητέρα του στην πρωτεύουσα.

«Έχω να τον δω από εκείνο το βράδυ» λέει ο Μουρτάζα. Επικοινωνούν στο τηλέφωνο κι έτσι κρατούν επαφή. Ο μικρός δεν βγαίνει από το νέο σπίτι (ένα άδειο δωμάτιο επί της ουσίας με μια σόμπα), η μητέρα του φοβάται πολύ. Δικαιολογημένα ή όχι κανείς δεν ξέρει, αλλά λίγο ο μύθος των χρημάτων, λίγο η… προδοσία του μικρού απέναντι στη θρησκεία καθώς αγαπά το διαβολικό ποδόσφαιρο των δυτικών και λίγο η φήμη και τελικά μια δύσκολη ζωή μετατράπηκε σε ακόμα δυσκολότερη. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δύσκολο να γνωρίζεις πόσο πραγματικός είναι ο κίνδυνος για την οικογένεια, αλλά το παρελθόν στο Αφγανιστάν δεν σε κάνει αισιόδοξο. Ο πιτσιρικάς κι η μητέρα του κάνουν έκκληση ώστε να φύγουν από τη χώρα για να γλιτώσουν. Ακόμα κι αν υπερβάλουν για τον βαθμό του κινδύνου για να πιέσουν καταστάσεις, ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει; «Παίζω μόνο στην αυλή του σπιτιού εδώ με μερικούς φίλους, δεν βγαίνω ποτέ έξω» λέει ο Μουρτάζα μιλώντας στην κάμερα του CNN και φορώντας την αγαπημένη του φανέλα. Αυτή της εθνικής Αργεντινής με το νούμερο 10 και το όνομα του Λίο πίσω.

Πηγές: El Pais, CNN

Το όχι και τόσο μοντέρνο ποδόσφαιρο

  [Καθόλου σχόλια]

Ασβεστωμένοι τοίχοι, χαμένες μπάλες σε ένα ρέμα, παρκαρισμένα αυτοκίνητα πίσω από μια εστία, ένα μεγάφωνο με κακό ήχο, στραβές γραμμές στο χορτάρι που είναι γεμάτο λακούβες, μερικές καρέκλες για τους λιγοστούς θεατές όταν δεν υπάρχουν εξέδρες. Όσοι έχουν παίξει μπάλα ερασιτεχνικά ή όσοι έχουν μια μικρή ομάδα στο χωριό τους ή ακόμα και στην πόλη, σίγουρα έχουν αυτές τις εικόνες στο κεφάλι τους. Το ποδόσφαιρο από εκεί που ξεκίνησε. Χωρίς ανέσεις, φτιασίδια, σπόνσορες. «Ο κόσμος βλέπει ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, αλλά όσοι έχουν πατήσει στο χορτάρι γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται και τη μεγάλη προσπάθεια που απαιτείται, ακόμα κι αν έχεις μικρό όφελος. Γιατί παίρνεις μια προσωπική ικανοποίηση από το παιχνίδι και είναι αυτό που μετράει», είναι τα λόγια ενός από τους ανθρώπους που μιλούν στο ντοκιμαντέρ μικρού μήκους «Modern Football».

Modern Football on Vimeo.

Στα 9 και κάτι ψιλά λεπτά του ταξιδεύουμε στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο στην Αραγωνία της Ισπανίας, εκεί στα βορειοανατολικά της χώρας. Το μέρος δεν έχει τόση σημασία. Θα μπορούσε να είναι μια άλλη περιοχή, μια άλλη χώρα. Το ποδόσφαιρο είναι μια παγκόσμια γλώσσα άλλωστε. Σημασία έχει η αγάπη γι’ αυτό. Διάφοροι πρωταγωνιστές παρελαύνουν, μικροί ήρωες (έστω κι αν δεν το βλέπουν έτσι) που βοηθούν ώστε να μπορούν αυτοί οι αγώνες να γίνονται. Παίκτες, προπονητές, φροντιστές, όσοι βάφουν με λευκές γραμμές το χορτάρι ή το χώμα. Ένας άλλος κόσμος. Αυτός είναι κι ο στόχος των παραγωγών της Kauri Multimedia που βρίσκεται πίσω από το φιλμάκι (το οποίο μπορείτε να δείτε με αγγλικούς υπότιτλους) και των συντελεστών της. Να μας μεταφέρουν σε αυτό το ποδόσφαιρο και να δώσουν φωνή στους ανθρώπους που μοχθούν για να μη σβήσει αυτό το κομμάτι του αθλήματος που αγαπούμε.

Οι πρωταγωνιστές μιλούν, πάντα χωρίς να τους βλέπουμε να το κάνουν και ενώ απλά ποζάρουν, για τη σημασία του ποδοσφαίρου στις μικρές επαρχιακές κοινότητές τους. Στην προσπάθεια που γίνεται με πολλή αγάπη, αφοσίωση και μεράκι. Όχι γιατί είναι πιο θεαματικό από το ποδόσφαιρο του Τσάμπιονς Λιγκ ή της Πριμέρα Ντιβιζιόν. Αλλά γιατί είναι κάτι δικό τους, μέρος της ζωής τους. Κι αυτό που έχει σημασία στο τέλος της ημέρας, είναι όλοι να διασκεδάζουν. Και ποιος ξέρει, ίσως κάποιοι από τους ποδοσφαιριστές να φτάσουν και στο άλλο, το πραγματικά «μοντέρνο ποδόσφαιρο. Άλλωστε, ο Εντουάρντο Γκαλεάνο (με μια ατάκα του οποίου ανοίγει το βίντεο) έχει γράψει:

Και μια ωραία μέρα, η θεά του ανέμου φιλάει το πόδι ενός άντρα, αυτό το ταλαιπωρημένο και καταφρονεμένο πόδι κι από αυτό το πόδι γεννιέται ένα είδωλο. Γεννιέται σε μια αχυρένια φάτνη, σε μια καλύβα με τσίγκινη οροφή και έρχεται στον κόσμο κρατώντας σφιχτά μια μπάλα.

Μπορεί αυτή η θεά του ανέμου να κυκλοφορεί και κάπου στην Αραγωνία.

Σώζοντας τον Χακίμ: Η ιστορία ενός ποδοσφαιριστή που είχε φωνή

  [Καθόλου σχόλια]

Υποτίθεται ότι θα ήταν η πιο ευτυχισμένη εκδρομή της ζωής τους. Ο Χακίμ κι η σύζυγός του (η οποία κρατάει την ανωνυμία της για λόγους που θα καταλάβετε αργότερα) έφτασαν στις 27 Νοεμβρίου στην Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης. Ήταν το ταξίδι του μέλιτος για το ζευγάρι. Ήταν επίσης κι η πρώτη φορά μετά από σχεδόν 5 χρόνια που ο Χακίμ θα έφευγε από την Αυστραλία, το μέρος που έγινε το σπίτι του. Ο Χακίμ Αλ-Αραϊμπί προέρχεται από το Μπαχρέιν και είναι επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Δεν γνωρίζουμε πόσο καλός είναι, ούτε έχει και κάποια σημασία για την ιστορία μας, αλλά έφτασε μέχρι και την εθνική ομάδα της χώρας.

Ο Χακίμ, όπως κι άλλα μέλη της οικογένειάς του, πήρε μέρος στα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης του 2011 με τον αδερφό του να έχει έντονο ρόλο. Στο Μπαχρέιν τα βασικά αιτήματα ήταν η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι πολιτικές ελευθερίες των Σιιτών. Μετά όμως από τα όσα έγιναν, το καθεστώς εκεί φρόντισε να βάλει στο στόχο όποιους αθλητές είχαν συμμετοχή στις πορείες. Ο Αλ-Αραϊμπί συνελήφθη το 2012 για τη συμμετοχή του στις διαδηλώσεις κι όπως υποστηρίζει βασανίστηκε. Πολλά από τα χτυπήματα ήταν στα πόδια με στόχο να του κόψουν την καριέρα. Το 2014, με τις διώξεις από το καθεστώς να μην έχουν τελειώσει, διέφυγε και ζήτησε άσυλο ως πρόσφυγας στην Αυστραλία. Ζούσε εκεί τα τελευταία χρόνια και έγινε δεκτός ως μόνιμος κάτοικος μερικά χρόνια αργότερα. Συνέχισε φυσικά να παίζει μπάλα εκεί ως αμυντικός σε διάφορες ομάδες με τελευταία την Πάσκο Βέιλ, ημιεπαγγελματική ομάδα της Αυστραλίας. Τουλάχιστον άλλοι έξι ποδοσφαιριστές έφυγαν από τη χώρα για να γλιτώσουν τις διώξεις.

Το γεγονός ότι διέφυγε από το Μπαχρέιν δεν σημαίνει βέβαια ότι πίσω στην πατρίδα τον ξέχασαν. Οι αρχές της χώρας τον είχαν κατηγορήσει για βανδαλισμό σε ένα αστυνομικό τμήμα μαζί με άλλους διαδηλωτές, κάτι που ο ίδιος αρνείται. Λέει μάλιστα ότι την ώρα του γεγονότος έπαιζε σε ποδοσφαιρικό αγώνα ο οποίος μάλιστα προβλήθηκε ζωντανά και από την τηλεόραση. Πιο τέλειο άλλοθι δεν γίνεται. Αυτό φυσικά δεν εμπόδισε τις αρχές να προχωρήσουν σε δίκη, που η Διεθνής Αμνηστία χαρακτήρισε ως παρωδία. Ο Χακίμ καταδικάστηκε ερήμην σε κάθειρξη δέκα ετών για τον βανδαλισμό. Χωρίς να έχει την υπηκοότητα, αλλά με την επίσημη ιδιότητα του πρόσφυγα ο Χακίμ ζούσε τα τελευταία χρόνια στην Αυστραλία, χωρίς να σταματάει να μιλάει για τα πράγματα στην πατρίδα του. Για παράδειγμα, κατηγόρησε τον τότε πρόεδρο της Π.Ο. της χώρας (και τώρα πρόεδρο της Ασιατικής Ομοσπονδίας της ΦΙΦΑ) Σεΐχη Σαλμάν Μπιν Ιμπραχίμ Αλ-Καλίφα ότι δεν στήριξε τους ποδοσφαιριστές που κατηγορήθηκαν τότε. Φρόντισε μάλιστα στις εκλογές για την προεδρία της ΦΙΦΑ όπου ο Σαλμάν ήταν υποψήφιος απέναντι στον Ινφαντίνο (φαντάσου αγαπητέ αναγνώστη τον Ινφαντίνο να είναι «ο καλός» της υπόθεσης) να μιλήσει για τα βασανιστήρια τα οποία υπέστησαν αρκετοί ποδοσφαιριστές. Το να καταφέρεσαι εναντίον μέλους της (πολύ μεγάλης) βασιλικής οικογένειας δεν είναι πάντα το καλύτερο. Αυτός όμως το έκανε. Ο Σαλμάν έχασε κι αν, μεταξύ μας, ελάχιστοι από τους ψηφοφόρους επηρεάζονται από τέτοια κριτήρια, σίγουρα δεν τον συγχώρεσε.

Επιστρέφοντας στην αρχική μας ιστορία, ο Χακίμ για πρώτη φορά έφυγε από την Αυστραλία πιστεύοντας ότι θα ζήσει μερικές χαρούμενες μέρες με τη σύζυγό του. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, πήρε διαβεβαιώσεις από την αστυνομία της Αυστραλίας ότι δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα σε αυτό. Τα πράγματα όμως δεν πήγαν όπως τα περίμενε. Συνελήφθη με το που έφτασε από τις αρχές της Ταϊλάνδης, καθώς εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα από την Ίντερπολ μετά από αίτημα του Μπαχρέιν, κάτι που υποστηρίζεται ότι είναι εκτός κανόνων καθώς σε περιπτώσεις προσφύγων η Ίντερπολ βάση κανονισμού αρνείται τα αιτήματα της χώρας προέλευσης. Όντως, σύμφωνα με τα όσα λέγονται, η Ίντερπολ απέσυρε αυτό το αίτημα στη συνέχεια, αλλά ήταν ήδη αργά. Η πρώτη νύχτα του ζεύγους στο ταξίδι του μέλιτος δεν ήταν σε κάποιο ξενοδοχείο δίπλα σε αμμουδιές και όμορφες παραλίες. Ήταν σε ένα κελί. Η σύζυγος του Χακίμ έμεινε μαζί του στο κελί για περίπου 2 εβδομάδες, μέχρι που ο Χακίμ μεταφέρθηκε στη φυλακή κι αυτή δεν μπορούσε να είναι μαζί του. Για την ασφάλειά της έχει επιστρέψει πίσω στην Αυστραλία, προσπαθώντας από εκεί να κάνει το αίτημα γνωστό, πάντα κρατώντας την ανωνυμία της. Μέχρι πρόσφατα δεν είχε μιλήσει μαζί του και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με κάποιον τρόπο.

Το Μπαχρέιν ζητάει την έκδοσή του κι η Ταϊλάνδη εξετάζει το αίτημα, ενώ ο Χακίμ εκλιπαρεί να μην τον στείλουν πίσω γιατί όπως λέει θα πέσει θύμα βασανιστηρίων στην καλύτερη και θα τον σκοτώσουν στη χειρότερη. Οι αρχές της Ταϊλάνδης παρά τις εκκλήσεις της Αυστραλίας ζήτησαν χρόνο για να εξετάσουν το αίτημα του Μπαχρέιν. Ο Χακίμ παρουσιάστηκε στις 4 Φεβρουαρίου στο δικαστήριο ξυπόλητος και με δεμένα τα πόδια (αρχική εικόνα κειμε΄νου) λες και ήταν ο πιο επικίνδυνος κακοποιός, για να απαντήσει αν δέχεται ή όχι το αίτημα έκδοσης.

Πολύς κόσμος έχει πάρει θέση. Ο Κρεγκ Φόστερ, ο Αυστραλός διεθνής ποδοσφαιριστής με καριέρα και στην Αγγλία είναι από τους σημαντικότερους υποστηρικτές, καθώς βρίσκεται στην Ταϊλάνδη στηρίζοντας τον ποδοσφαιριστή (μπορείτε να δείτε κι εδώ τις δηλώσεις του στο CNN). Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά, ο Τζέιμι Βάρντι, ο Γκάρι Λίνεκερ κι ο Ρόμπι Φάουλερ είναι μεταξύ αυτών που έχουν πάρει θέση προσπαθώντας να κάνουν το θέμα ακόμα πιο γνωστό. Το hashtag #SaveHakeem στα social media παίρνει όλο και μεγαλύτερη δημοσιότητα και οι πιέσεις στην κυβέρνηση της Ταϊλάνδης αυξάνονται. Οι αρχές εκεί λένε ότι είναι καθαρά θέμα της δικαιοσύνης. Ο Χακίμ θα περάσει ακόμα 60 ημέρες σε ένα κελί καθώς χθες ζήτησε χρόνο για να ετοιμάσει την υπεράσπισή του ενάντια στο αίτημα του Μπαχρέιν.

Η Αυστραλία ζητάει να επιστραφεί πίσω ο Χακίμ και συνεχίζει τις πιέσεις, αλλά υπάρχει θέμα καθώς δεν είναι ακόμα υπήκοός της και το status του ως πρόσφυγα δεν αναγνωρίζεται από την Ταϊλάνδη. Στο πρόσφατο παρελθόν, πολλοί άνθρωποι έχουνε εκδοθεί από την Ταϊλάνδη, κάτι που σίγουρα δεν είναι καθησυχαστικό. Μεταξύ τους κινέζοι αντικαθεστωτικοί, Χριστιανοί του Πακιστάν, ενώ το 2014 η Ταϊλάνδη επέστρεψε πίσω στον Μπαχρέιν έναν άνθρωπο που είχε πάρει μέρος στα γεγονότα του 2011. Το μαρτύριο του Χακίμ φαίνεται ότι θα συνεχιστεί τουλάχιστον για ακόμα δύο μήνες και ίσως αυτή η καθυστέρηση να είναι καλή ώστε να γίνει ακόμα περισσότερο ενεργοποίηση του κόσμου διεθνώς.

Αν ο Ντιέγκο Σιμεόνε σου πει ότι σε συγχώρεσε, μην τον πιστέψεις

  [8 Σχόλια]

Ήταν ένα σημαντικό παιχνίδι στο Σαν Μαμές στις 8 Δεκεμβρίου του 1996. Η τοπική Αθλέτικ και η Ατλέτικο Μαδρίτης, σε ένα κακό αγωνιστικό χώρο έδιναν μάχη σε ένα πρωτάθλημα που κατέληξαν κι οι δύο να κερδίζουν την έξοδό τους στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Μόλις στο 5ο λεπτό, η μπάλα φεύγει προς το πλάγιο. Ο Ντιέγκο Σιμεόνε την καλύπτει. Πίσω του έρχεται το μεγάλο ταλέντο της Μπιλμπάο. Το καμάρι των Βάσκων, το ομορφόπαιδο που στα 22 του ήδη είχε τέσσερις γεμάτες χρονιές με το πλούσιο μαλλί, το γλυκό πρόσωπο και την σπουδαία τεχνική. Ο Ζουλιέν Γκερέρο.

Ο Βάσκος κάνει ένα τάκλιν, περισσότερο για την τιμή των όπλων, για να δυσκολέψει τον Αργεντίνο χαφ. Ο Σιμεόνε, πανέξυπνος, έχει ήδη καταλάβει σαν να έχει μάτια στην πλάτη την κίνηση του αντιπάλου του. Κανονικά, ο οποιοσδήποτε παίκτης αφήνει απλά την μπάλα να βγει έξω. Ο Σιμεόνε όμως θέλει από το 5′ να δείξει ποιος είναι το αφεντικό στο ματς. Πατάει πάνω στο πόδι του αντιπάλου, χωρίς καμία αμφιβολία αν έχει πρόθεση και στη συνέχεια σηκώνει και το χέρι για να δείξει ότι το πλάγιο είναι δικό του. Οι ζωντανές εικόνες της τηλεόρασης φέρνουν το αιματοβαμμένο πόδι του Γκερέρο στα σπίτια όλης της Ισπανίας που σοκάρεται. Ο Γκερέρο δηλώνει ότι το χτύπημα έγινε επίτηδες και λέει ότι δεν θέλει να μιλήσει «για αυτό το άτομο». Ο Σιμεόνε βγαίνει στην αντεπίθεση με δικές του δηλώσεις:

«Αυτός που πονάει είμαι εγώ. Εκμεταλλεύτηκαν αυτή την κατάσταση για να πουν βλακείες. Μόνο εγώ γνωρίζω αν είχα πρόθεση να τραυματίσω τον Ζουλιέν Γκερέρο. Αυτός έπεσε στο έδαφος χωρίς πρόθεση να πάει στην μπάλα, προσπάθησα να τον αποφύγω και είχα την ατυχία να τον βρω στο πόδι»

Το δράμα του πόνου και της ατυχίας δεν φαίνεται να συγκινεί την ισπανική λίγκα πάντως, καθώς τιμωρεί τον Αργεντίνο με τρεις αγωνιστικές και πρόστιμο 100.000 πεσέτες. Είναι ένα από τα χτυπήματα που μένουν αξέχαστα στο ισπανικό ποδόσφαιρο. Ο πρόεδρος της Αθλέτικ αποκαλεί τον Σιμεόνε «δημόσιο κίνδυνο», αλλά ο Χεσούς Χιλ στηρίζει τον παίκτη του λέγοντας ότι όλα αυτά γίνονται επειδή χτύπησε το χρυσό αγόρι του Μπιλμπάο που κανείς δεν πρέπει να το αγγίζει και θυμάται τα δύο πέναλτι που δεν έδωσε ο διαιτητής στην Ατλέτικο στο ματς.

Τρεις μήνες αργότερα, η Μπαρσελόνα υποδέχεται την Ατλέτικο Μαδρίτης για έναν αγώνα του Κόπα ντελ Ρέι. Είναι 26 Φεβρουαρίου του 1997 και ο τσολιάς που ακούει στο όνομα Φερνάντο Κόουτο  πηδάει στον αέρα σε μία διεκδίκηση με τον Τσόλο Σιμεόνε. Ο Πορτογάλος βγαλμένος από ταινίες πολεμικών τεχνών μπορεί να μη το κατέχει το τόπι, αλλά δείχνει σπάνια προσόντα του ταλέντου του πατώντας στον αέρα τον μηρό του Αργεντίνου. Ο Σιμεόνε πέφτει κάτω και χρειάζεται να κάνει ράμματα στο ματωμένο του πόδι. Το δράμα του συγκινεί λιγότερο από αυτό του Ζουλιέν Γκερέρο, πολλοί χαμογελούν με ικανοποίηση (ειδικά στη χώρα των Βάσκων) καθώς είναι μια ποδοσφαιρική θεία δίκη. Το αίμα στο πόδι του Αργεντίνου δεν προκαλεί τέτοια έκρηξη, ο Κόουτο απλά παίρνει μια κίτρινη από τον διαιτητή Μεχούτο Γκονθάλεθ.

Ο Σιμεόνε το παίζει κουλ. Λέει ότι δεν θέλει η Ατλέτικο να ζητήσει τη δίωξη του παίκτη. «Πρέπει να δώσουμε το παράδειγμα, αν και την προηγούμενη φορά την πληρώσαμε. Αυτό πρέπει να γίνει ένα μάθημα σε όλους, ώστε να καταλάβουν ότι τα πράγματα πρέπει να μένουν μέσα στο γήπεδο. Όλα τελειώνουν με τον διαιτητή να βλέπει κάτι ή να μην το βλέπει». Σαν να βλέπεις τον Τζον Πέσι να λέει πως ό,τι γίνεται στο Βέγκας, μένει στο Βέγκας.

Αυτό που δεν καταλαβαίνει ο κόσμος βέβαια είναι ότι ο Σιμεόνε δεν το βλέπει… χριστιανικά. Τα «πράγματα που πρέπει να μένουν στο γήπεδο» δεν σημαίνουν συγχώρεση, «ασ’το να πάει στο διάολο» ή κάτι τέτοιο. Ή έστω, aς πούμε ότι αν ο Σιμεόνε είναι αρκετά θρήσκος, μάλλον προτιμά την Παλαιά Διαθήκη κι όχι την Καινή. Κι ο Αργεντίνος το απέδειξε αρκετούς μήνες αργότερα. Το καλοκαίρι του 1997 μετακομίζει στην Ιταλία και την Ίντερ. Έναν χρόνο αργότερα, ο Φερνάντο Κόουτο σε μια ακόμα σπουδαία (και κομματάκι ανεξήγητη γιατί προσωπικά δεν τον θεωρούσα ιδιαίτερα καλό παίκτη) μεταγραφή του πηγαίνει στην φοβερή Λάτσιο του Σβεν Γκόραν Έρικσον.

Τότε που δεν χορταίναμε να βλέπουμε Σέριε Α

Στις 18 Οκτωβρίου του 1998 η Ίντερ του Ζαμοράνο υποδέχεται την Λάτσιο του Σάλας σε έναν χιλιανό εμφύλιο. Είναι μια χρονιά μετριότητας για την Ίντερ που θα καταλήξει στην 8η θέση, σε αντίθεση με την απίστευτη Λάτσιο, με παιχταράδες όπως Μιχαΐλοβιτς, Σέρζιο Κονσεϊσάο, Αλμέιδα και Νέντβεντ, που θα βγει 2η, μόλις έναν βαθμό πίσω από την πρωταθλήτρια Μίλαν. Εκείνο το ματς είναι ένα σόου της Λάτσιο που ανοίγει το σκορ στο πρώτο λεπτό με τον Σάλας. Ο Σάλας αποχωρεί στο 14′ τραυματίας, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τους λατσιάλι να κάνουν το 1-3 στο 40′. Ο Σιμεόνε δεν νοιάζεται γι’ αυτό. Περιμένει τη στιγμή του.

Αυτή έρχεται στο 45′. Μια εναέρια μονομαχία του με τον Κόουτο, όπως αυτή του 1997. Ο Αργεντινός πάει με δύναμη και δίνει μια γερή στο πρόσωπο του Πορτογάλου. Δεν αρκεί. Γυρίζει στον πεσμένο Κόουτο και τον πατάει μεγαλοπρεπώς. Κατόπιν, κάνει ότι πάει να δει πώς είναι και να του δώσει το χέρι. Ο διαιτητής φυσικά δεν συγκινείται και τον αποβάλλει. Η Ίντερ μένει με 10 παίκτες, το σκορ φτάνει στο 2ο ημίχρονο στο 1-5 και τελικά οι γηπεδούχοι εκμεταλλεύονται το χαλάρωμα της Λάτσιο και μειώνουν σε ένα πιο τιμητικό 3-5 με τον Βέντολα. Η εκδίκηση γίνεται πραγματικότητα, ο Σιμεόνε σαν… κύριος αποχωρεί, πιστός στη φιλοσοφία ότι όλα μένουν στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.

Ο Αργεντίνος μετά το χτύπημα στον Γκερέρο έφυγε για τα γήπεδα της Ιταλίας χωρίς να επισκεφτεί ξανά το Σαν Μαμές. Γύρισε όμως το 2013 ως προπονητής πλέον της Ατλέτικο. Οι Βάσκοι παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια δεν το ξέχασαν. Τον στόλιζαν σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, με τον Τσόλο να χαμογελάει και να ανοίγει διάλογο (από το 1.35 και μετά στο παραπάνω βίντεο) με αρκετούς εξ αυτών. Πιστός στο «όλα μένουν στο χορτάρι», ο Σιμεόνε δεν αντέδρασε στα «ίχο ντε πούτα» που άκουγε εν χορώ από ανθρώπους μόλις λίγα μέτρα πιο πίσω του. Πιθανότατα γιατί ξέρει ότι τα περισσότερα του αξίζουν και δεν μετανιώνει για τα όσα άθλια έκανε ως παίκτης.

Καλώς ήρθατε στη Σιναλόα

  [4 Σχόλια]

Πριν λίγους μήνες άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην περιπετειώδη προπονητική καριέρα του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ο Μαραντόνα, αφού έκανε μια βόλτα από τη Λευκορωσία, πήγε στο Μεξικό και τη Σιναλόα. Το όνομα μπορεί να σας μην λέει πολλά, αλλά όσοι είδαν την πιο πρόσφατη σεζόν της σειράς Narcos (ή και το El Chapo) θα γνωρίζουν περισσότερα πράγματα. Η Σιναλόα είναι μια παραθαλάσσια πολιτεία στα βορειοδυτικά της χώρας και είναι γνωστή για δύο πράγματα. Το ένα είναι τα ψάρια της. Το δεύτερο είναι το καρτέλ ναρκωτικών της. Η περιοχή από τα 70s ακόμα είχε τεράστια παραγωγή μαριχουάνας κι οι έμποροι ναρκωτικών από τα μέρη της ήταν αυτοί που άρχισαν να τη διοχετεύουν για πρώτη φορά στις ΗΠΑ με τη χρήση ιδιωτικών αεροπλάνων.

Για πολλά χρόνια το εμπόριο ναρκωτικών ήταν αρκετά ανοργάνωτο κι ήταν ο Μιγκέλ Άνχελ Φέλιξ Γκαγιάρδο που το οργάνωσε, συνεργάστηκε με… συναδέλφους από όλη τη χώρα και το έκανε μια επιχείρηση που έβγαζε τεράστια ποσά από το εμπόριο μαριχουάνας στις ΗΠΑ. Αυτό όμως δεν αρκούσε για τον «Ελ Παδρίνο». Άλλοι έχουν όραμα να θεραπεύσουν τον καρκίνο, άλλοι να γίνουν ποδοσφαιριστές ή τραγουδιστές, ο Γκαγιάρδο ήθελε να γίνει ο πιο ισχυρός έμπορος ναρκωτικών. Και μπορεί το εμπόριο μαριχουάνας να ήταν επικερδές, αλλά ακόμα πιο επικερδής είναι η κοκαΐνη. Έτσι λοιπόν, έστησε το καρτέλ της Γουαδαλαχάρα αναλαμβάνοντας τη μεταφορά της κοκαΐνης από την Κολομβία και τα εκεί καρτέλ στις ΗΠΑ. Οι «διάδοχοί του» έφτιαξαν αργότερα το καρτέλ της Σιναλόα που θεωρείται από τις αρχές των ΗΠΑ η μεγαλύτερη εγκληματική οργάνωση και η μεγαλύτερη οργάνωση εμπορίας ναρκωτικών στον κόσμο, ενώ ο Χοακίν «Ελ Τσάπο» Γκουζμάν που ήταν για χρόνια ηγέτης του καρτέλ, βρισκόταν μέσα στις λίστες του Forbes με τους πιο ισχυρούς ανθρώπους του κόσμου. Σε αυτό το μέρος πήγε λοιπόν ο Ντιέγκο να προπονήσει.

Το γήπεδο των Ντοράδος

Βέβαια, για να είμαστε σωστοί, ο Μαραντόνα δεν είναι ο πρώτος γνωστός μας που έβγαλε το ψωμί του στη Σιναλόα. Οι Ντοράδος της Σιναλόα ιδρύθηκαν το 2003 σε μια χώρα που το ποδόσφαιρο είναι πολύ δημοφιλές μεν, αλλά η οργάνωσή του έχει μέσα και λίγο από το «franchise» των ΗΠΑ με ομάδες να ξεφυτρώνουν ξεφνικά. Κάπως έτσι γεννήθηκε κι η ομάδα με έδρα την πόλη Κουλιακάν της Σιναλόα και σήμα ένα τεράστιο ψάρι (από τα χειρότερα εμβλήματαα ομάδας που έχω δει ποτέ). Σε αυτή την ομάδα συνέπεσαν το 2006 δυο ιστορικές μορφές του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Πεπ Γκουαρδιόλα κι ο Σεμπαστιάν «Λόκο» Αμπρέου. Κι αν για τον Αμπρέου ήταν απλά μια ακόμα μέρα στη δουλειά, σε μια ακόμα ομάδα, ο Γκουαρδιόλα ήταν λίγο περίεργο που έφτασε ως εκεί. Οφείλεται στον τότε προπονητή των Ντοράδος, τον Ισπανό Χουάνμα Λίγιο που ήταν φίλος του Πεπ. Ο Γκουαρδιόλα είχε κάνει την αρπαχτή του στο Κατάρ και την Αλ Αχλί, είχε κάνει το κομπόδεμά του και ήθελε να ασχοληθεί με την προπονητική. Πήγε λοιπόν στους Ντοράδος για να θητεύσει ως παίκτης μεν, αλλά να πάρει στοιχεία από τον Λίγιο από τον οποίο έχει συναντήσει όταν ακόμα έπαιζε στην Μπαρτσελόνα κι ο Λίγιο ήταν κόουτς στη Ρεάλ Οβιέδο. Τότε, σε ένα ματς μεταξύ των δύο, εντυπωσιάστηκε από τη δουλειά του Λίγιο και έγιναν φίλοι.

Ο Πεπ στους Ντοράδος μάθαινε τα πάντα από τον Λίγιο, αλλά μετέδιδε και τα πάντα. Όπως γλαφυρά είχε πει κι ο Αμπρέου σε συνέντευξή του στο περιοδικό El Grafico: «Μου έσπαγε τα @@ με τις θέσεις που έπρεπε να παίρνω μεταξύ των γραμμών. Εγώ πάντα έπαιζα με τον κώλο προς τον αμυντικό και έπαιρνα την μπάλα με πλάτη. Αυτός επέμενε να παίρνω διαγώνιες θέσεις για να βλέπω καλύτερα γήπεδο. Έτσι έμαθα να κάνω πάσες με τη μία». Η ομάδα αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και έδινε μάχη για τη σωτηρία, με τους παίκτες να προπονούνται σε ένα… water park. Ο Γκουαρδιόλα είχε μείνει απλήρωτος για καιρό και όπως θυμούνται οι άνθρωποι του συλλόγου βοηθούσε οικονομικά τους υπαλλήλους και έβγαζε έξω για φαγητό τους συμπαίκτες του πληρώνοντας αυτός. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου που πήγαινε συχνά ο Γκουαρδιόλα θυμάται σε συνέντευξή του στον Guardian ότι ήταν λίγο πριν ξεκινήσει ο πόλεμος κατά των καρτέλ. Οι μάχες με πυροβολισμούς και νεκρούς στους δρόμους του Κουλιακάν ήταν συχνές, αλλά ο Γκουαρδιόλα έφυγε μερικούς μήνες πριν η κατάσταση κλιμακωθεί για να γίνει ανεξέλεγκτη μετά το 2008, με τον πόλεμο που άνοιξε η κυβέρνηση στους narcos της Σιναλόα. Αμπρέου και Γκουαρδιόλα κατάφεραν να συνεισφέρουν σε μια σχετικά καλή πορεία των Ντοράδος στο πρωτάθλημα, αλλά το σύστημα βαθμολογίας με το promedio οδήγησε τους Ντοράδος στον υποβιβασμό. Ο Πεπ σταμάτησε το ποδόσφαιρο και αφιερώθηκε στην προπονητική. Το πέρασμά του από το Μεξικό μπορεί να είχε καμιά δεκαριά ματς όλα κι όλα λόγω των τραυματισμών, αλλά πάντα θεωρεί ότι τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό στην εξέλιξή του ως προπονητής. Από την άλλη, ο Λόκο Αμπρέου σκόραρε 22 φορές σε 34 ματς και μετακόμισε στο Μοντερέι.

Οι Ντοράδος πέρασαν στην αφάνεια και πάλι κι έπρεπε να έρθει ο Χόρχε Χανκ Ρον να αναλάβει το σύλλογο για να τους ξαναθυμηθούμε. Ο Ρον είναι ιδιοκτήτης του Γκρουπ Καλιέντε (σαναλέμε Όμιλος Ζεστό) ενός γκρουπ που ελέγχει ένα σωρό διαφορετικές εταιρείες. Ο Ρον ξεκίνησε με μαγαζιά με κατοικίδια και έχει τώρα ένα γκρουπ εταιρειών που περιλαμβάνουν καζίνο, στοιχηματικές εταιρίες, ιππόδρομο, ξενοδοχεία, πίστα για κυνοδρομίες, ταξιδιωτικά γραφεία, ένα ιδιωτικό σχολείο, 22 αίθουσες μπίνγκο και δύο ποδοσφαιρικές ομάδες. Τους Τσόλος της Τιχουάνα και τους Ντοράδος της Σιναλόα.


Ένα από τα καζίνο του ομίλου Καλιέντε

Ο Χόρχε Ρον είναι, ας πούμε ευγενικά, μια πολύ πολύ αμφιλεγόμενη μορφή στο Μεξικό. Κατάφερε και βγήκε δήμαρχος στην Τιχουάνα, ενώ κατέβηκε και υποψήφιος για την πολιτεία της Μπάχα Καλιφόρνια, χάνοντας τελικά. Ο Ρον που προέρχεται από οικογένεια πολιτικών έχει μεγάλη αγάπη για τα εξωτικά ζώα κι ο αστικός μύθος λέει ότι έχει προσπαθήσει να διασταυρώσει αρκετά από αυτά. Φυσικά, έχει αδυναμία και στις γυναίκες για τις οποίες έχει πει την καθόλου προσβλητική ατάκα: «Οι γυναίκες είναι το αγαπημένο μου ζώο». Το 1988, ο Έκτορ «Ελ Γάτο» Φέλιξ Μιράντα, ένας δημοσιογράφος τοπικής εφημερίδας δολοφονήθηκε. Οι φονιάδες ήταν κατά σύμπτωση υπάλληλοι του Ρον στον ιππόδρομο ως σεκιουριτάδες. Κατά επίσης διαβολική σύμπτωση, ο Μιράντα ήταν από τους μεγαλύτερους επικριτές των επιχειρήσεων της οικογένειας Ρον με άρθρα του. Ο Ρον θεωρείται ηθικός αυτουργός και η εφημερίδα σε κάθε εβδομαδιαίο τεύχος της έχει τη φωτογραφία του αποκαλώντας τον δολοφόνο, αλλά ποτέ δεν κατηγορήθηκε από τις αρχές.


Ο Χόρχε Χανκ κι ο έρωτας της ζωής του. Αριστερά, η γυναίκα του (η τρίτη).

Ο Ρον στο παρελθόν είχε συλληφθεί όταν βρέθηκαν 88 πολεμικά όπλα στο σπίτι του και 9.000 σφαίρες, αλλά αφέθηκε ελεύθερος παρ’ ότι κάποια από τα όπλα είχαν χρησιμοποιηθεί σε εγκλήματα. Κατά καιρούς έχει κατηγορηθεί για σωρεία αδικημάτων. Εκτός από τον φόνο του δημοσιογράφου, το όνομά του έχει εμπλακεί σε παράνομο εμπόριο ζώων, στο φόνο μιας γυναίκας και φυσικά έχει σχέσεις με εμπόρους ναρκωτικών της Σιναλόα αφού είχε κατηγορηθεί παλιότερα από τις ΗΠΑ τόσο για διακίνηση, όσο και για ξέπλυμα χρημάτων. Το πού τελειώνει η αλήθεια και που ξεκινάει ο μύθος για τον Ρον δεν το γνωρίζουμε. Οι ιστορίες για την τεκίλα που φτιάχνει ο ίδιος και ζυμώνεται με κομμένα πέη από λιοντάρια και τίγρεις π.χ., μπορεί να είναι και μεξικάνικος μύθος. Το σίγουρο είναι ότι για να βρίσκεσαι μέσα στα αρχεία των υπηρεσιών των ΗΠΑ, σίγουρα δεν είσαι απλά ένας μεροκαματιάρης. Από την άλλη, για να βγει δήμαρχος πρέπει να έχει και ένα άλλο πρόσωπο. Βοηθάει τους φτωχούς, έχει φιλανθρωπικό έργο και όπως συχνά συμβαίνει, το εκμεταλλεύτηκε πολιτικά φτάνοντας ως τη δημαρχία της Τιχουάνα.

Το ερώτημα «πώς βρέθηκε ο Μαραντόνα εδώ» έχει έναν άλλον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα ως πρωταγωνιστή. Τον Αργεντινό μάνατζερ Κρίστιαν Μπράγκαρνικ, τον τύπο που θα μπορούσε κανείς να πει «Ζόρζε Μέντεζ της Αργεντινής». Η ιστορία του βγαλμένη από ταινία (κυριολεκτικά). Έπαιξε μπάλα ερασιτεχνικά, δούλευε σε βίντεο κλαμπ και στον ελεύθερό του χρόνο του άρεσε να κάνει μοντάζ σε βιντεοκασέτες, κάτι που είχε μάθει κάνοντας βίντεο γάμου. Φυσικά λάτρευε το ποδόσφαιρο. Στο βίντεο κλαμπ της γειτονιάς είχε πελάτη τον Μαριάνο Μονρόι έναν ποδοσφαιριστή της Άρσεναλ Σαραντί. Ο πολυμήχανος Μπράγκαρνικ του είπε να του φέρει βίντεο από αγώνες της ομάδας του. Πριν τα χρόνια του YouTube και των compilations, έκατσε και έφτιαξε μόνος βίντεο με τα καλύτερα και ζήτησε από έναν άλλον πελάτη του, τον Μεξικάνο ποδοσφαιριστή Φουέντες να μεσολαβήσει ώστε η… κασέτα να φτάσει σε ομάδες του Μεξικού. Οι Μεξικάνοι ενθουσιάστηκαν και αγόρασαν τον Μονρόι με 400 χιλιάδες δολάρια. Η Άρσεναλ ήταν η ομάδα του ισόβιου προέδρου της Π.Ο. της Αργεντινής δον Χούλιο Γκροντόνα κι αυτό του άνοιξε πολλές πόρτες. Ο Μπράγκαρνικ όμως άνοιξε και δουλειές με το Μεξικό. Η ομάδα που αγόρασε τον Μονρόι ήταν θυγατρική μιας μεγαλύτερης και ο Μπράγκαρνικ έπιασε δουλειά εκεί. Σε έναν χρόνο έγινε από «το παιδί που μας έφερε τον ταλαντούχο Αργεντίνο», πρόεδρος της Κερέταρο.

Ο Μπράγκαρνικ δίνει συνέντευξη στην εφημερίδα La Nacion λέγοντας «οι δουλειές μου είναι πεντακάθαρες».
Στο φόντο ο Αλ Πατσίνο στο Scarface.

Στον ίδιο σύλλογο υπήρχαν ως «στελέχη» και δύο Κολομβιανοί, οι οποίοι αργότερα ήταν καταζητούμενοι από την DEA των ΗΠΑ ως συνεργάτες του «Ελ Τσάπο».  Ιδιοκτήτης της ομάδας ήταν ο Τίρσο Μαρτίνες, γνωστός και ως «Ελ Φουτμπολίστα», αρχηγός ενός κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών που συνεργαζόταν τόσο με το καρτέλ της Σιναλόα, όσο και με το αντίπαλο καρτέλ του Χουάρες. Ο Μαρτίνες, για τον οποίο οι αρχές των ΗΠΑ έδιναν αμοιβή 5 εκατομμυρίων δολαρίων, είχε αρρώστια με το ποδόσφαιρο και ήταν ιδιοκτήτης πέντε συλλόγων στο Μεξικό, ανάμεσά τους κι η Κερετέρο του προέδρου Μπράγκαρνικ. Ο Μαρτίνες συνελήφθη τελικά το 2014 και μάλιστα κατέθεσε και στη δίκη του Ελ Τσάπο για να τύχει καλύτερης μεταχείρισης. Υπολογίζεται ότι μόνο την περίοδο 2000-2003 έβγαλε περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια από τη διακίνηση κοκαΐνης. Ο Μπράγκαρνικ υποστηρίζει ότι δεν είναι ντετέκτιβ για να γνωρίζει τι κάνουν οι κατά καιρούς συνεργάτες του.


Ο «Ελ Φουτμπολίστα» κατά την έκδοσή του στις ΗΠΑ.
Είχε ομάδες στις πόλεις Κερέταρο, Σελάγια, Ιραπουάτο, Λα Πιεδάδ και Μέριδα.

Μπορεί απλά βρε αδερφέ να είναι πολύ άτυχος στις φιλίες του (ας μην ξεχνάμε το τεκμήριο της αθωότητας). Σιγά σιγά πάντως, ανέβηκε στο ποδόσφαιρο τόσο της Αργεντινής, όσο και του Μεξικού. Έχει περάσει από διάφορες ομάδες κι έχει μεσολαβήσει σε πολλές μεταγραφές. Υπολογίζεται ότι έχει λάβει μέρος σε μεταγραφές αξίας 25 εκατομμυρίων δολαρίων τα τρία τελευταία χρόνια στο Μεξικό, ενώ εκπροσωπεί περίπου 100 ποδοσφαιριστές και 25 προπονητές. Αλλάζει προπονητές σε ιστορικούς συλλόγους, έχει άριστες σχέσεις με διοικήσεις ομάδων όπως η Ράσινγκ κι η Ιντεπεντιέντε, φιλικές σχέσεις με τον πρόεδρο της Μπόκα, ενώ ήταν αυτός που απεγκλώβισε τον Σαμπαόλι από τη Σεβίλλη για να πάει κόουτς στην εθνική. Κάπως έτσι απέκτησε εξαιρετικές σχέσεις και με τον Χόρχε Χανκ, καθώς μεσολάβησε στη μεταγραφή του αγαπημένου Νταρίο Μπενεντέτο στην Τιχουάνα. Ο Μπάγκαρνικ είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος των ομάδων του Χανκ σε κάθε «μπίζνα», που θα έλεγε κι ο Μάκης Ψωμιάδης, με ανθρώπους από την Αργεντινή.

Ο Αργεντινός μάνατζερ ήταν φυσικά αυτός που μεσολάβησε στις διαπραγματεύσεις του Γκρούπο Καλιέντε και του Μαραντόνα κι έκλεισε τη συμφωνία, με τον Ντιέγκο να παίρνει 180.000 δολάρια τον μήνα από τους Ντοράδος. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ο Ντιέγκο έκανε το σόου του στη Σιναλόα, η αλήθεια είναι ότι βελτίωσε την εικόνα της ομάδας, αλλά οι Ντοράδος δεν κατάφεραν τελικά να κερδίσουν την άνοδό τους, χάνοντας στην παράταση. Το μέλλον του Μαραντόνα ήταν αβέβαιο, αλλά τελικά παρέμεινε στην ομάδα για έναν ακόμα χρόνο. Με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει δεν μπόρεσε να είναι στον πάγκο στην πρεμιέρα, όπου οι Ντοράδος έχασαν εντός έδρας. Το αν θα ολοκληρώσει τη χρονιά δεν το ξέρει κάνεις. Άλλωστε στη διαβόητη Σιναλόα των narcos τα πράγματα αλλάζουν πολύ εύκολα.

Η ακαταμάχητη γοητεία του Πάουλο Φούτρε

  [Καθόλου σχόλια]

Δεν γνωρίζω αν είμαστε πολλοί, αλλά προσωπικά ανήκω σε αυτούς που λατρεύουν τους κλασσικούς τεχνίτες παίκτες, τους λίγο πιο παραδοσιακούς μπαλαδόρους που πιθανότατα δεν έχουν θέση στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Κι ενώ πλέον, μέσα από τα δορυφορικά κανάλια και το διαδίκτυο, μπορούμε να βρούμε δεκάλεπτα αφιερώματα σε κάθε μεταγραφικό στόχο της ομάδας μας, στα παλιά τα χρόνια οι εικόνες από αρκετούς ποδοσφαιριστές ήταν ελάχιστες. Ήταν σε άρθρα εφημερίδων, σε φάσεις αθλητικών εκπομπών και στα σχετικά λίγα μεγάλα ματς που έδειχνε τότε η τηλεόραση. Ο Πάουλο Φούτρε είναι μια τέτοια περίπτωση, ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής και μία τρομερή φυσιογνωμία που όσο έπαιζε ήταν δύσκολο να δούμε.

Προϊόν των ακαδημιών της Σπόρτινγκ, γίνεται το μεγάλο της ταλέντο μέσα σε μια χρονιά, αλλά όταν ζητάει παραπάνω χρήματα και δεν τα παίρνει φεύγει για την Πόρτο. Εκεί κατακτά αμέσως δύο πρωταθλήματα και περνάει στο πάνθεον του συλλόγου το 1987 όταν και οδηγεί την ομάδα στον τελικό του Πρωταθλητριών απέναντι στην Μπάγερν Μονάχου των Ρουμενίγκε, Μπρέμε, Ματέους και Πφαφ. Η Πόρτο είναι το μεγάλο αουτσάιντερ, καθώς οι Γερμανοί έχουν αποκλείσει τη Ρεάλ στα ημιτελικά. Πράγματι, προηγούνται στο 25′, αλλά το σόου του 21χρονου Φούτρε στο δεύτερο ημίχρονο φέρνει μια τεράστια ανατροπή. Η Πόρτο κερδίζει με 2-1 κατακτά για πρώτη φορά τον μεγάλο τίτλο, ο Φούτρε ανακηρύσσεται παίκτης του αγώνα κι ο προσωπικός μου έρωτας γι’ αυτόν ξεκινά. Μαζί φυσικά κι ο έρωτας πολλών ευρωπαϊκών ομάδων.


Χαιτικό, όμορφα μάτια, αστραφτερά δόντια, κακόγουστο ντύσιμο, φάτσα μεταξύ Σάκη Ρουβά και Χάρη Κοπιτσή. Ο απόλυτος σταρ των 80s.

Στα 21 του κάνει την ποδοσφαιρική Ευρώπη να παραμιλάει. Σε εποχές που οι θέσεις ξένων ήταν ελάχιστες και κάθε επιλογή ιδιαίτερα σημαντική, τότε που ο Μπόσμαν δεν υπήρχε ακόμα, ο Φούτρε γίνεται αντικείμενο πόθου πολλών. Νικητής όμως μόνο ένας. Ο διαβόητος Χεσούς Χιλ, ο Ισπανός επιχειρηματίας που θέλει να γίνει πρόεδρος στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Ο τροφαντός Χιλ είναι αουτσάιντερ, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε ποτέ στη ζωή του. Ξέρει τη δύναμη των ΜΜΕ και τα χρησιμοποιεί για να φτιάξει το προφίλ του. Πληρώνει τα εισιτήρια του τρένου σε πολλούς οπαδούς της Ατλέτι για τον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ στη Θαραγόθα και κάνει την κίνηση ματ. Την προηγούμενη των εκλογών καλεί τον κόσμο σε ένα πάρτι σε γνωστή ντίσκο της Μαδρίτης. Μαζί του εμφανίζει τον πιτσιρικά Πάουλο Φούτρε και υπόσχεται στα μέλη του συλλόγου ότι αν εκλεγεί, θα γίνει παίκτης της ομάδας. Όλα αυτά καθώς ο Πορτογάλος κάνει… socializing και πίνει ποτά με τα άναυδα μέλη. «Η Ατλέτικο χρειάζεται ένα αστέρι κι αυτός είναι ο Φούτρε. Μπορείτε τώρα να χρησιμοποιήσετε το μπαρ», λέει από μικροφώνου ο Χιλ. Την επόμενη μέρα κερδίζει με 5.219 ψήφους, ενώ ο δεύτερος υποψήφιος έχει σχεδόν 2.000 λιγότερες.

Ο Πορτογάλος φτάνει στη Μαδρίτη ως σούπερ σταρ, αφού ο Χιλ συμφωνεί στο τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής συμβόλαιό του, αλλά και στην κατακίτρινη Πόρσε που ο Φούτρε ζητάει. Όπως συχνά συμβαίνει σε περιπτώσεις ισχυρών χαρακτήρων, η σχέση Χιλ-Φούτρε ήταν μια σχέση αγάπης και μίσους. «Ήταν μια σχέση πατέρα-γιου. Εγώ ήμουν ο κακός γιος», δήλωσε ο Φούτρε σε συνέντευξή του στο πρακτορείο EFE. Ο Φούτρε δεν φοβόταν να μιλήσει μπροστά στον Χιλ. Αν ο Χιλ τα έβαζε με κάποιον παίκτη, ο Πορτογάλος έβγαινε μπροστά να τον υπερασπιστεί, οι συμπαίκτες του ήταν τα αδέρφια του. «Όταν τα πηγαίναμε καλά ήμουν ο Πάολο, όταν δεν τα πηγαίναμε καλά ήμουν ο Πορτογάλος».

Ο Φούτρε θα μπορούσε να είχε χάσει σημαντικό χρόνο και ίσως η καριέρα του να ήταν διαφορετική, καθώς έπρεπε να κάνει τη στρατιωτική του θητεία. Τελικά όμως, χάρη στα κατορθώματά του πήρε αναβολή για αρκετά χρόνια και έτσι μπόρεσε να αφοσιωθεί στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Αμέσως αγαπήθηκε από τους οπαδούς, όχι μόνο γιατί ήταν εξαιρετικός παίκτης, αλλά γιατί επιτέλους η Ατλέτι είχε τον δικό της σταρ, έπιανε αυτή μεγάλο χώρο στα πρωτοσέλιδα εξαιτίας του Φούτρε. Ο Χιλ λέει ότι όπως ο Μπερναμπέου έκανε μεγάλη τη Ρεάλ με τον ντι Στέφανο, έτσι κι η Ατλέτικο θα γίνει μεγάλη με τον Φούτρε. Όπως είναι φυσικό, ο Φούτρε γίνεται στόχος των μερένγκες στα ντέρμπι, όπου τον κυνηγάνε με απίστευτη σκληρότητα. «Μου πήρε 10 λεπτά να μισήσω τη Ρεάλ Μαδρίτης, μου το δημιούργησαν οι συμπαίκτες μου αμέσως, την πρώτη εβδομάδα που πήγα στη Μαδρίτη» έχει δηλώσει. Φυσικά αυτό ήταν αμοιβαίο. Στο ιστορικό ντέρμπι του 1989, όπως λένε οι δημοσιογράφοι, έμοιαζε περισσότερο με αθλητή ράγκμπι που προσπαθούσε να αποφύγει το ξύλο:

Το μαγικό βίντεο του Ρεάλ-Ατλέτικο το 1989 με παράλληλο σχολιασμό Χεσούς Χιλ

Το παιχνίδι είναι γεμάτο σκληρά μαρκαρίσματα και μαγικές στιγμές του Φούτρε. Ο τερματοφύλακας Μπούγιο του ρίχνει μια ψιλή όταν ζητάει πέναλτι, σε μια άλλη φάση (στα 2.05 του βίντεο) τρώει κλάδεμα από πίσω και ένας άλλος παίκτης της Ρεάλ κλωτσάει την μπάλα πάνω του. Η κορυφαία φάση όμως έρχεται αργότερα, όταν ο Φούτρε κλέβει την μπάλα και συγκρούεται με τον Μπούγιο. Η γραφικότητα αγγίζει το ρεκόρ, με τον Μπούγιο να κάνει μικρές θεατρικές κωλοτούμπες ώστε να πλησιάσει τον Φούτρε και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να κάνει ότι τον χτύπησε. Ο Φούτρε απομακρύνεται αλλά την πληρώνει ο Ορεχουέλα που αποβάλλεται. Ο Μπούγιο λίγα λεπτά αργότερα κάνει μια έξοδο τύπου Σουμάχερ, αλλά δεν βλέπει την κόκκινη. Η Ρεάλ κερδίζει με 2-1 με ένα γκολ για το οποίο η Ατλέτικο υποστηρίζει ότι υπήρχε διπλό οφσάιντ. Ο Φούτρε διαμαρτύρεται, βλέπει την κόκκινη και τιμωρείται με τρεις αγωνιστικές.

«Δεν θα άλλαζα αυτό το κύπελλο, ούτε με πέντε πρωταθλήματα»

Αυτό και μόνο το ματς θα αρκούσε για να γίνει ίνδαλμα των οπαδών, αλλά ο Φούτρε φοράει τη φανέλα των κολτσονέρος για έξι σεζόν και έχει κι άλλα σπουδαία ματς. Σκοράρει αρκετά γκολ, αλλά κυρίως είναι αυτός που δημιουργεί και με την προσωπικότητά του ξεχωρίζει. Κερδίζει μόλις δύο κύπελλα, αλλά αυτό του 1992 είναι απέναντι στη Ρεάλ με τον ίδιο να σκοράρει ένα απίστευτο γκολ (κι ακόμα ένα του Σούστερ), μένει στην ιστορία. Αγαπημένο παιδί οπαδών και προέδρου (συνήθως), είναι παράλληλα ένας μπον βιβέρ. Καπνίζει, ξενυχτά, κάνει τη μεγάλη ζωή στη Μαδρίτη. Ζει σαν μια ντίβα. Το 1990 δηλώνει ότι θέλει να φύγει. Κλείνεται στο δωμάτιό του, κοιμάται μέχρι το μεσημέρι, κατεβάζει τις περσίδες και τρώει στο κρεβάτι. Μιλάει ψιθυριστά στο τηλέφωνο και λέει ότι έχει κατάθλιψη. Φυσικά η «κατάθλιψη» τού περνάει και συνεχίζει κανονικά για καιρό. Το τέλος του έρχεται το 1993 κι ενώ η Ατλέτικο περνάει δύσκολες στιγμές, με τεράστια οικονομικά προβλήματα. Αλλά κι ο Φούτρε το παρακάνει. Πολλά πρωινά δεν εμφανίζεται στις προπονήσεις μετά από ξενύχτια. Ο Λουίς Αραγονές του λέει ότι δεν είναι επαγγελματίας πια. Ο Φούτρε απαντά ότι ο Αραγονές έχει αλλάξει, δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που γνώριζε. Οι δυο τους δεν μιλάνε μεταξύ τους και η ομάδα πηγαίνει χάλια. Τελευταία τους ευκαιρία, το ντέρμπι της 18ης αγωνιστικής με τη Ρεάλ. Παίκτης και προπονητής κάνουν ανακωχή κι ο Φούτρε υπόσχεται ότι θα δώσει ένα σόου που το Βιθέντε Καλντερόν δεν θα έχει ξαναδεί. Ο Πορτογάλος όντως δείχνει τεράστια διάθεση, αλλά με άλλον τρόπο. Παίζει άναρχα, ζητάει και παίρνει την μπάλα, κινείται σε διάφορες θέσεις, αλλά από ουσία λίγα πράγματα. Για μαρκάρισμα ούτε λόγος. Ο Αραγονές έξαλλος από τον πάγκο του φωνάζει. Με γκολ του Σάμπας, η Ατλέτι ανοίγει το σκορ. Ο Φούτρε πηγαίνει στον τερματοφύλακα Μπούγιο και τον προκαλεί. «Πριν τα ντέρμπι, είχα τη φωτογραφία του στην τουαλέτα μου. Την έβλεπα συνέχεια, τον μισούσα«, δήλωσε χρόνια αργότερα για την μεγάλη του κόντρα με τον τερματοφύλακα της Ρεάλ. Είναι πλέον καλοί φίλοι, χρόνια μετά την απόσυρσή τους.

Η Ρεάλ ισοφαρίζει σε 1-1 με τον Ζαμοράνο. Είναι τελικά το τελευταίο ντέρμπι του Φούτρε. Η κόντρα συνεχίζεται, ο Αραγονές τον κατηγορεί δημόσια ότι δεν τον ακούει, ο Φούτρε απαντάει: «Έκανα λάθος που στα 21 μου ήρθα εδώ, έπρεπε να είχα πάει στην Ιταλία». Ο Πορτογάλος που ποτέ δεν χάριζε χρήματα, δεν αντέχει να είναι απλήρωτος για 8 μήνες και ζητάει δημόσια μεταγραφή. Ο Χεσούς Χιλ τρελαίνεται και λέει ότι ο Φούτρε τον ήξερε από την καλή του, τώρα θα τον μάθει από την ανάποδή του. Βάζει τιμή και καλεί τους αγοραστές να κάνουν προτάσεις. Η μέτρια κατάσταση του Φούτρε όμως, παρά τα μόλις 27 του χρόνια, αποθαρρύνει τους μεγάλους συλλόγους της Ευρώπης. Η Σπόρτινγκ κι η Πόρτο τον θέλουν, αλλά το ποσό είναι μεγάλο. Τότε γίνεται η έκπληξη. Η Μπενφίκα κάνει μια σκανδαλώδη συμφωνία με την πορτογαλική κρατική τηλεόραση για τα δικαιώματα κάποιων αγώνων. Ο διευθυντής της κρατικής τηλεόρασης ήταν παλιότερα πρόεδρος της Μπενφίκα και τα χρήματα ήταν ακριβώς όσα χρειαζόταν η Μπενφίκα. Το σκάνδαλο που ξεσπά κλονίζει μέχρι και την κυβέρνηση, αλλά τελικά ο Φούτρε παίρνει μεταγραφή στην Μπενφίκα και κάπως έτσι παίζει και στις τρεις μεγάλες της Πορτογαλίας.

Στην Μπενφίκα έπαιξε λίγο σχετικά, καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα στο γόνατο, αλλά κατέκτησε μαζί της ένα κύπελλο. Στη συνέχεια πήγε στη Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί, παίζοντας όμως κι εκεί λίγο εξαιτίας σοβαρού τραυματισμού. Έδειξε κάποια δείγματα της ποιότητάς του στη Ρετζιάνα, πήγε στη Μίλαν που έπαιξε μόλις σε ένα ματς ως αλλαγή του Μπάτζιο και τελικά κατέληξε στην Αγγλία και τη Γουέστ Χαμ του Χάρι Ρέντναπ τη σεζόν 1996-97. Οι Χάμερς ξεκίνησαν τους αγώνες τους από το Χάιμπουρι κι ο Φούτρε άφησε το στίγμα του αμέσως. Πώς; Όχι με μια στιγμή μαγείας από το αριστερό του πόδι, αλλά πετώντας τη φανέλα με το νούμερο 16 στα μούτρα του φροντιστή. Ο Τζον Μόνκουρ είχε πάρει το 10 κι ο Πορτογάλος δεν το ανέχτηκε. «Σε όλη μου την καριέρα φορούσα το 10. Ο Εουσέμπιο φορούσε το 10, ο Φούτρε φοράει το 10», φώναζε έξαλλος. Φυσικά, αρνήθηκε να παίξει. Ο Χάρι Ρέντναπ προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη, του είπε να το συζητήσουν τη Δευτέρα, αλλά ο Φούτρε πήρε το ταξί και έφυγε για το σπίτι του.

Την επόμενη μέρα άρχισαν διαπραγματεύσεις με τον Μόνκουρ για το 10. Ο Ρέντναπ θυμάται σε συνέντευξή του στο People να του λέει ότι τα νούμερα είχαν δηλωθεί στην FA και ότι είχαν πουληθεί πολλές φανέλες του Μονκούρ γιατί τα παιδάκια στην Αγγλία φοράνε φανέλες ποδοσφαιριστών. «Πόσες;» ρώτησε ο Πορτογάλος. «100 χιλιάδες λίρες σε φανέλες», απάντησε ο κόουτς. Στην πραγματικότητα, ήταν πέντε-έξι φανέλες. Ο Φούτρε αποφασισμένος να φορέσει το 10 πρότεινε να επιστρέψει τα χρήματα στους αγοραστές. Θα έδινε 100 χιλιάδες λίρες από την τσέπη του για να βάλει το 10. Τελικά ο Άγγλος ποδοσφαιριστής δέχτηκε να παραχωρήσει το νούμερο, καθώς ο Φούτρε του υποσχέθηκε να του δώσει τα κλειδιά της βίλας του στο Αλγκάρβε για να πάει να κάνει εκεί διακοπές. Ο Φούτρε μάγεψε με το νούμερο 10 στο ματς κόντρα στη Σαουθάμπτον και το κοινό του Άπτον Παρκ τον αποθέωσε. Στο άρθρο του Independent της εποχής, ο τίτλος ήταν «West Ham’s bright Futre», κλασσικό αγγλικό λογοπαίγνιο που έπαιζε με το όνομα του Πορτογάλου και το μέλλον. Το μέλλον ήταν άσχημο όμως. Ένα δυνατό μαρκάρισμα στο παιχνίδι με τη Γουίμπλεντον του τελείωσε την καριέρα στην Αγγλία. Τα ξαναβρήκε και επέστρεψε στην Ατλέτικο τη σεζόν 1997-98 αλλά έπαιξε δέκα ματς όλα αλλαγή (δημιουργώντας προβλήματα και πάλι με πρόεδρο και προπονητή) και απλά τελείωσε την καριέρα του στην Ιαπωνία. Επέστρεψε αργότερα σαν στέλεχος για να μαλώσει για πολλοστή φορά με την οικογένεια Χιλ. Θεωρείται πάντως θρύλος της Ατλέτικο.

Ο Φούτρε ήταν ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ένας πραγματικός σταρ που έγραψε ιστορία. Δυστυχώς όμως η πορεία του σημαδεύτηκε από τους πολλούς τραυματισμούς, αλλά και από τη δική του έλλειψη διάθεσης για σκληρή δουλειά. Στα 21 του είχε τον κόσμο στα πόδια του και στην Ατλέτικο όντως έκανε σπουδαία καριέρα. Υπάρχει όμως αυτό το «αν». Τι θα γινόταν αν ο «Πορτογάλος Μαραντόνα» δεν είχε τις ατυχίες και είχε το μυαλό στο κεφάλι του. Ο Πάουλο συνεχίζει να είναι μια σπουδαία μορφή στο πορτογαλικό ποδόσφαιρο και να προκαλεί συχνά με δηλώσεις του για διάφορα θέματα. Είτε κάνοντας πλάκα για την προφορά του Κασίγιας στα πορτογαλικά, είτε σχολιάζοντας για τον Κριστιάνο Ρονάλντο και τον Φίγκο, είτε ως σταρ σε διαφημίσεις, όπως η παραπάνω υπερ-καλτ όπου διαφημίζει ένα σεξουαλικό βοήθημα για άντρες. Δεν χρειάζεται να ξέρεις πορτογαλικά για να εκτιμήσεις τον Πάουλο που δεν… παίρνει μπρος, αλλά τελικά τα καταφέρνει χάρη στο προϊόν. «Δοκιμασμένο και με την έγκριση του Πάουλο Φούτρε» γράφει στο τέλος η διαφήμιση. Σταρ ακόμα και τώρα. Και φυσικά υπάρχει και δεύτερη διαφήμιση για το ίδιο προϊόν, με τον Φούτρε να κάνει κοντρόλ με… άλλο τρόπο (η διαφήμιση απαγορεύτηκε να παίξει στην τηλεόραση της Πορτογαλίας):

Φίλες και φίλοι, το Uruguayo 2018

  [12 Σχόλια]

Από την αρχή τούτου εδώ του μπλογκ, υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται ένα βίτσιο μαζί μας. Την ανάλυση των συστημάτων των διοργανώσεων της Λ. Αμερικής. Κάτι που συχνά χρειάζεται διαφορικές εξισώσεις, ψυχοφάρμακα και πολύ χρόνο, αλλά έχει μία ανείπωτη γοητεία, είναι μία μικρή ένοχη απόλαυση. Αν ανήκετε σε αυτό το γκρουπ αναγνωστών συνεχίστε άφοβα, σήμερα θα μιλήσουμε για το Καμπεονάτο Ουρουγκουάγιο 2018. Αν θέλετε να μπείτε σε αυτό το γκρουπ, ξεκινήστε διαβάζοντας τι έγινε το 2015. Θα περιμένουμε για λίγο. Αν δεν σας ενδιαφέρει, κάντε κάτι πιο χρήσιμο, λύστε ένα σουντόκου. Διαβάσατε για το 2015; Ωραία, ξεχάστε ό,τι ξέρατε (όχι όλα) γιατί τα πράγματα από τότε άλλαξαν.

Το πρωτάθλημα της Α’ εθνικής της Ουρουγουάης το 2015-16 έγινε όπως και την προηγούμενη, με Απερτούρα και Κλαουζούρα. Μετά όμως, οι Ουρουγουανοί κάθισαν, σκέφτηκαν και το συζήτησαν. «Παιδιά δεν πάει άλλο. Ως πότε θα βγάζει θέματα το Σομπρέρο από μας;», ειπώθηκε σύμφωνα με πληροφορίες. «Πρέπει να πάρουμε μέτρα να γίνουμε πιο σοβαροί». Και κάπως έτσι η λύση δόθηκε. Το πρόβλημα φίλες και φίλοι ήταν ότι το πρωτάθλημα γινόταν με τον «ευρωπαϊκό» τρόπο. Ξεκινούσε δηλαδή Αύγουστο και τελείωνε τον επόμενο Ιούνιο. «Όχι, πρέπει να γυρίσουμε στις ρίζες μας», (ίσως να) είπε κάποιος. Γι’ αυτό το λόγο, δεν είχαμε 2016-17 με Απερτούρες και Κλαουζούρες. Έγινε ένα μεταβατικό πρωτάθλημα που ξεκίνησε τέλη Αυγούστου 2016 και τελείωσε με διαδικασίες fast track το Δεκέμβριο. Βγήκε ο πρωταθλητής 2016 (μετά από αυτόν του 2015-16) με 15 αγώνες και όλα εντάξει. Έτσι, μετά από 11 σεζόν, το 2017 επιστρέψαμε στα πατροπαράδοτα «ημερολογιακά πρωταθλήματα».

Από πέρσι λοιπόν ξεκινάμε το Φεβρουάριο και τελειώνουμε (ανάλογα και με τα κέφια) κατά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο. Ωραία μέχρι εδώ; Ωραία. Έχουμε Απερτούρα και Κλαουζούρα. Ωραία; Ωραία. Τώρα όμως αρχίζουν τα παλαβά. Γιατί σου λέει, μόνο 30 αγώνες; Τι θα κάνουμε τον υπόλοιπο καιρό; Θα βαρεθούμε. Και κάπως έτσι δόθηκε η λύση. Μεταξύ της Απερτούρα και της Κλαουζούρα θα βάλουμε ακόμα ένα πρωτάθλημα. Το Ιντερμέδιο. Και πώς θα το παίξουμε; Θα χωρίσουμε τις 16 ομάδες σε δύο γκρουπ. Πώς θα τις χωρίσουμε; Με βάση τα χρώματα; Το ζώδιο; Με κλήρωση; Όχι. Θα παίξουμε το σύστημα μονά ζυγά. Όσες τερμάτισαν σε μονές θέσεις στην Απερτούρα σε ένα γκρουπ, όσες σε ζυγές σε άλλο γκρουπ. Αν θυμίζει κάτι σε κάποιους, μας συγκινείτε. Είναι βγαλμένο από εκείνο το μαγικό πρωτάθλημα του Περού με τις 44 αγωνιστικές (προσοχή, σκληρές εικόνες γραφικότητας). Κάπως έτσι λοιπόν, οι δυο όμιλοι του Ιντερμέδιο παίζουν μικρά πρωταθληματάκια κι οι δύο νικητές των ομίλων έναν τελικό, ο νικητής του οποίου δεν έχει καμία σημασία για τον τελικό πρωταθλητή (κρατήστε το όμως, θα μας χρειαστεί αργότερα). Μετά το τέλος του Ιντερμέδιο ξεκινά κι η Κλαουζούρα.

Το Εστάδιο Καμπεόνες Ολίμπικος, έδρα της Σίσλεϊ τα τελευταία χρόνια

Με αυτό το σύστημα ξεκίνησε η Α’ εθνική του 2018 με το όνομα Χούλιο Σέσαρ Φρανσίνι, ένα πρωτάθλημα με 16 ομάδες, οι 13 από το Μοντεβιδέο. Ανάμεσά τους κι η ιστορική Σέντρο Κουλτουράλ υ Ντεπορτίβο Ελ Τάνκε Σίσλεϊ ή για συντομία CCyDETS ή για τους φίλους «Ελ Τάνκε Σίσλεϊ». [Το όνομα της ομάδας που ιδρύθηκε το 1941 προέρχεται από από μία δεξαμενή πετρελαίου που υπήρχε στη γωνία δύο δρόμων κοντά στην έδρα της ομάδας, σκέφτηκαν ότι ίσως θα έπαιρναν χορηγία από τον ιδιοκτήτη της εταιρείας, κάτι που δεν έγινε ποτέ]. Η Ελ Τάνκε σώθηκε πέρσι τελευταία στιγμή στα μπαράζ, αλλά τα οικονομικά της προβλήματα και κάποια χρέη δεν την άφησαν να λάβει μέρος. Η Ομοσπονδία δεν σκέφτηκε να την αντικαταστήσει και το πρωτάθλημα έγινε με 15 ομάδες. Όλοι όσοι θα έπαιζαν κανονικά με τη Σίσλεϊ, έπαιρναν βαθμούς νίκης. Κανένα πρόβλημα θα πει κάποιος αθώος κι εμείς θα γελάσουμε.

Η Απερτούρα τελείωσε με νικήτρια τη Νασιονάλ κι οι ομάδες μπήκαν στο Ιντερμέδιο. Εκεί είχαμε ξαφνικά όμως δυο ομίλους διαφορετικούς. Ο ένας με 8 κι ο άλλος με 7 ομάδες. Η Νασιονάλ και η Τόρκε κέρδισαν τα δυο μικρά πρωταθληματάκια και πήγαν στον τελικό του Ιντερμέδιο, όπου νικήτρια ήταν η Νασιονάλ. Μετά ξεκίνησε η Κλαουζούρα. Με ένα ντεμαράζ η Πενιαρόλ, με μόλις μία ήττα, την κατέκτησε. Και κάπως έτσι φτάσαμε στο ερώτημα. Ποιος θα βγει πρωταθλητής; Η Ομοσπονδία τα είχε προβλέψει όλα. Θα παίξουν ημιτελικό ο νικητής της Απερτούρα με το νικητή της Κλαουζούρα (αν είναι διαφορετικοί φυσικά). Ο νικητής των νικητών όμως, θα παίξει στον «τελικό» τελικό. Εκεί που θα αντιμετωπίσει την ομάδα με τους περισσότερους συνολικούς πόντους στην «Ετήσια» βαθμολογία. Η ετήσια βαθμολογία βγαίνει από το άθροισμα των βαθμών Απερτούρα, Κλαουζούρα και Ιντερμέδιο. Αυτό όμως που δεν είχε υπολογιστεί ήταν η απουσία της Τάνκε Σίσλεϊ. Οι ομάδες στο Ιντερμέδιο δεν είχαν παίξει τα ίδια ματς, δεν θα είναι άδικο στη συνολική βαθμολογία;

Μία βαθμολογία Ουρουγουάης να πέσει στα μαθηματικά των πανελληνίων και να μπαίνεις Πολυτεχνείο για πλάκα αναγνώστη

Θα είναι, λέμε εμείς. Το ίδιο είπε κι η Ομοσπονδία. Γι’ αυτό φίλες και φίλοι η λύση βρέθηκε. Οι ομάδες στο γκρουπ των 7, θα κάνουν μια… διόρθωση. Θα πάρουν τους βαθμούς τους, θα τους διαιρέσουν με τα έξι παιχνίδια που έπαιξαν και θα τους πολλαπλασιάσουν με τα εφτά παιχνίδια που έπαιξαν οι ομάδες του άλλου γκρουπ. Ναι, καλά καταλάβατε. Το αποτέλεσμα του μαθηματικού τύπου 7x/6 ήταν αυτό που βλέπετε στην παραπάνω εικόνα. Η συνολική βαθμολογία της χρονιάς είχε μέσα δεκαδικούς αριθμούς. Για παράδειγμα η Ατένας τελείωσε με 38,333 βαθμούς ξεφτιλίζοντας την Μπόστον Ρίβερ που είχε μόλις 37,666 (οι στρογγυλοποιήσεις δεν είναι για τους άντρες). Χάρη στα… κλάσματα λοιπόν, η Πενιαρόλ πήρε δύο παραπάνω βαθμούς από αυτούς που κατέκτησε κανονικά και έτσι πέρασε τη Νασιονάλ στη συνολική βαθμολογία. Μείνετε μαζί μας, κοντεύουμε.

Οι νικητές Απερτούρα και Κλαουζούρα έπαιξαν στον ημιτελικό του πρωταθλήματος. Ήταν ακόμα ένα κλάσικο Νασιονάλ και Πενιαρόλ που κρίθηκε στο 95′ με πέναλτι του γνωστού και με την εθνική Κρίστιαν Ροντρίγκες που έχει πλέον πολλά κιλάκια. Το ματς είχε ένα γκολ για κάθε ομάδα που ήταν οφσάιντ και έληξε με 1-2. Η Πενιαρόλ κέρδισε έτσι τον ημιτελικό και επειδή χάρη στον τύπο του 7/6 είχε περάσει τη Νασιονάλ στη συνολική βαθμολογία, κατέκτησε και απευθείας το πρωτάθλημα γιατί δεν μπορούσε να παίξει με τον εαυτό της στον τελικό. Αν η Νασιονάλ είχε καταφέρει να κερδίσει θα διεκδικούσε το πρωτάθλημα στον τελικό με την Πενιαρόλ. Και κάπως έτσι, το 115ο πρωτάθλημα Ουρουγουάης έληξε πριν μερικές ημέρες, σίγουρα με βαθιά ικανοποίηση από τους διοργανωτές που θα έδιναν συγχαρητήρια ο ένας στον άλλον.

Α, ναι. Θυμάστε τον τελικό του Ιντερμέδιο που σας είπαμε να κρατήσετε; Ναι, λοιπόν. Ήρθε η ώρα του. Ο νικητής του Ιντερμέδιο παίρνει μια θέση στο Σουνταμερικάνα. Βέβαια η Νασιονάλ θα παίζει στο Λιμπερταδόρες, οπότε δεν την απασχολεί. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι ο νικητής του Ιντερμέδιο παίζει και στο ΣούπερΚόπα της Ουρουγουάης. Μικρή λεπτομέρεια: Δεν υπάρχει κύπελλο στην Ουρουγουάη. Και τι θα κάνουμε ρε παιδιά, ίσως αναρωτήθηκε κάθιδρος κάποιος από την Ομοσπονδία. Εύκολη λύση. Θα παίξει με τον πρωταθλητή. Έτσι, λίγο πριν ξεκινήσει το επόμενο πρωτάθλημα, θα έχουμε το Σούπερ Καπ με ποιους άλλους; Νασιονάλ και Πενιαρόλ. Κι η ζωή συνεχίζεται κι εμείς απλά δεν θέλουμε να αλλάξει ποτέ όλο αυτό γιατί θα πέσουμε σε κατάθλιψη.

Το παιχνίδι της ζωής του Αγκοστίνο ντι Μπαρτολομέι

  [2 Σχόλια]

Η Ρώμη είναι μια από τις πόλεις που δεν αρκεί να επισκεφτείς μία φορά. Σχεδόν όλη η Ιταλία έχει τη γοητεία της, ειδικά όσο κατεβαίνεις πιο χαμηλά, αλλά η Ρώμη είναι ξεχωριστή. Μπορείς να ψηλαφίσεις την ιστορία της περπατώντας σε αυτή. Να νιώσεις τη διαφορετική της ατμόσφαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κάτοικοί της δυσκολεύονται να φύγουν, να την αφήσουν. Και οι αθλητές της, οι ποδοσφαιριστές της που βγήκαν από τους δρόμους της πόλης και έφτασαν να αγωνίζονται στις ομάδες της, γίνονται συχνά πιστοί στρατιώτες της. Πολύ πριν τον Ντανιέλε ντε Ρόσι και τον Φραντσέσκο Τότι, η αιώνια πόλη είχε βγάλει έναν ακόμα μεγάλο αρχηγό. Ο Αγκοστίνο ντι Μπαρτολομέι γεννήθηκε στη Ρώμη και συνδύασε την καριέρα του, αλλά κι ολόκληρη τη ζωή του με τις στιγμές που έζησε εκεί.

Το ταλέντο του φάνηκε από πιτσιρικάς. Παρ’ ότι οι άνθρωποι της Μίλαν τον πλησίασαν, αυτός προτίμησε να παραμείνει στην αγαπημένη του Ρώμη και να προσπαθήσει να βρει μια θέση στη Ρόμα. Κι ας τερμάτιζε στο κάτω μισό του πρωταθλήματος. Είπαμε, η αιώνια πόλη δεν εγκαταλείπεται εύκολα. Ο Ελένιο Ερέρα ήταν αυτός που τον είδε πρώτη φορά. O Ισπανο-Αργεντινο-Γάλλος κόουτς είχε το χειρότερο ποσοστό νικών μέχρι τότε στην καριέρα του στη Ρόμα, ένα πενιχρό 29%, αλλά αν άφησε κάτι πίσω του ήταν η επιλογή αυτού του πιτσιρικά. Από τα 14 του ο ντι Μπαρτολομέι υπηρέτησε τους τζιαλορόσι, ένα από τα σπουδαιότερα ταλέντα που έβγαλε ποτέ η ομάδα της Ρόμα. Τρία περίπου χρόνια αργότερα έκανε το ντεμπούτο του με τη φανέλα της πρώτης ομάδας και εκτός από μία σεζόν που πήγε δανεικός, πέρασε δώδεκα χρόνια στη Ρώμη.

Ο ντι Μπαρτολομέι ήταν πολυσύνθετος παίκτης, πιο κοντά στην τυπική θέση του «ρετζίστα», ένας πλέι μέικερ πίσω από το κέντρο, μπροστά από την άμυνα. Αυτός που ξεκινούσε από πίσω την επίθεση, το μυαλό της ομάδας. Χωρίς να έχει τρομερά φυσικά προσόντα, είχε πολύ καλή τεχνική και πάσα και όπως συχνά συμβαίνει στους σπουδαίους παίκτες που δεν είναι γρήγοροι, ήταν έξυπνος και έβλεπε γήπεδο. Ήξερε πού έπρεπε να κινηθεί και πού να πασάρει. Ο Αγκοστίνο γρήγορα έγινε από τους αγαπημένους παίκτες της εξέδρας. Και μπορεί όταν πρωτοπήγε στη Ρόμα η ομάδα να ήταν σε κάκιστη κατάσταση, αλλά στη συνέχεια συνέπεσε με ορισμένα άλλα ιερά τέρατα του συλλόγου.

Η Ρόμα επιστρέφει στους τίτλους με κατακτήσεις κυπέλλων, αλλά το πρωτάθλημα λείπει εδώ και 40 χρόνια. Με την επιστροφή του Σουηδού προπονητή Νιλς Λίντχολμ από τη Μίλαν, η Ρόμα με παίκτες όπως ο ντι Μπαρτολομέι, ο Κόντι, ο Φαλκάο κι ο ιστορικός τερματοφύλακας Φράνκο Τανκρέντι κατακτά το πρωτάθλημα του 1983 μπροστά από τη Γιουβέντους του Πλατινί. Η Ρώμη πανηγυρίζει (εκτός φυσικά από την πλευρά των Λατσιάλι) κι ο αρχηγός πλέον ντι Μπαρτολομέι περνάει στο πάνθεον της Curva Sud που τραγουδάει ρυθμικά το όνομά του, καθώς η προσφορά του είναι τεράσια. Η Ρόμα όμως δεν είναι καλή μόνο για την Ιταλία. Έχει μεγαλύτερους στόχους. Δίνει ξανά τη μάχη του τίτλου την επόμενη σεζόν, αλλά η έλλειψη ενός σπουδαίου γκολτζή της στοιχίζει σε κάποια ματς και χάνει στο νήμα το repeat από τη Γιούβε. Στην Ευρώπη όμως τα πράγματα είναι αλλιώς. Αποκλείει κατά σειρά Γκέτεμποργκ, ΤΣΣΚΑ Σόφιας, Διναμό Βερολίνου και τέλος την Νταντί. Φτάνει σε έναν τελικό Πρωταθλητριών και μάλιστα μέσα στο σπίτι της. Το Ολίμπικο. Ο πόθος, η θέληση για το τρόπαιο, ο πυρετός δεν έχουν προηγούμενο. Από τις 25 Απριλίου που η Ρόμα παίρνει την πρόκριση για τον τελικό, μέχρι τις 30 Μαΐου του 1983 όλοι οι οπαδοί κοιμούνται και ξυπνούν γι’ αυτό το παιχνίδι. Είναι το μεγαλύτερο παιχνίδι της ιστορίας του συλλόγου.

Το διαφορετικό τότε Ολίμπικο, γυμνό, χωρίς στέγαστρο και μια απίστευτη ατμόσφαιρα

Το στάδιο ασφυκτικά γεμάτο, ντυμένο στα κόκκινα-κίτρινα και κόκκινα-άσπρα. Οι Άγγλοι σαφώς λιγότεροι. Άλλωστε οι πονηροί Ρωμαίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπουν στο γήπεδο. Δυο καλές ομάδες. Μια πιο βαριά φανέλα και μια πιο διψασμένη ομάδα που έπαιζε στο σπίτι της (έχοντας και την απουσία του Κάρλο Αντσελότι). Μιλώντας για φανέλες, η Ρόμα κληρώνεται να παίξει με τη λευκή. Οι προληπτικοί δεν ενθουσιάζονται και λίγο αργότερα δικαιώνονται. Ο Τανκρέντι κάνει μια έξοδο, διεκδικεί την μπάλα από τον Γουίλαν σε κάτι που σήμερα θα δινόταν σίγουρα φάουλ, αλλά σε εκείνο το ματς όχι. Η μπάλα χάνεται, αλλά το διώξιμο του αμυντικού στέλνει την μπάλα στο κεφάλι του πεσμένου τερματοφύλακα και στη συνέχεια στα πόδια του Φιλ Νιλ που σκοράρει μόλις στο 15′. Άδικο και τυχερό γκολ. Σχεδόν τριάντα λεπτά αργότερα ο Προύτσο με μια εξαιρετική κεφαλιά φέρνει το ματς στα ίσια.

Ο αρχηγός Αγκοστίνο με τον Σούνες λίγο πριν τον τελικό

Ο ντι Μπαρτολομέι κάνει ένα πολύ καλό ματς, αν κι η Ρόμα δεν ρισκάρει. Σοβαρός όπως πάντα, κατά πολλούς είναι ο καλύτερος από τους 26 που πάτησαν το χορτάρι εκείνο το βράδυ. Οι πάσες του μακρινές και κοντινές, πάντα με ακρίβεια. Οι δυο ομάδες χάνουν κάποιες φάσεις μετά το 1-1, αλλά Τανκρέντι και Γκρόμπελαρ δεν δέχονται γκολ. Κανείς δεν βγαίνει μπροστά. Ο ένας περιμένει το λάθος του άλλου. Μετά από 120′ αγώνα το παιχνίδι οδηγείται στα πέναλτι. Ο ντι Μπαρτολομέι είναι ανάμεσα στους εκτελεστές. Πριν περίπου ένα μήνα έχει σκοράρει το κρίσιμο πέναλτι με τη Νταντί, γράφοντας το 3-0 και ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου ματς. Οι Σκωτσέζοι υποστηρίζουν ότι οι Ιταλοί είχαν δωροδοκήσει τον Μισέλ Βοτρό, τον Γάλλο διαιτητή. Ο Στιβ Νίκολ αστοχεί στο πρώτο πέναλτι της διαδικασίας. Ο αρχηγός, σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «το παιχνίδι της ζωής του», παίρνει την μπάλα, σουτάρει χωρίς φόρα, σκοράρει και θεωρητικά απομακρύνει το άγχος από τους συμπαίκτες του. Στην πράξη όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η Λίβερπουλ δεν αστοχεί ξανά κι οι Ιταλοί με τον Γκρόμπελαρ να κάνει καραγκιοζιλίκια (τα διάσημα spaghetti legs) για να τους χαλάσει τη συγκέντρωση, στέλνουν δυο φορές την μπάλα και τις ψυχές των Λατσιάλι στον ουρανό της Ρώμης.

Η Λίβερπουλ κατακτά με 4-2 τον τέταρτο τίτλο της. Η Ρόμα μένει χωρίς κούπα. Η θλίψη είναι απερίγραπτη. Λέγεται ότι στα αποδυτήρια ο ντι Μπαρτολομέι τα βάζει με τον Φαλκάο, τον κατηγορεί ότι λιγοψύχησε και δεν εκτέλεσε πέναλτι. Είναι όμως έτσι κι αλλιώς το τέλος της ομάδας εκείνης. Ο Σουηδός κόουτς εγκαταλείπει τη Ρόμα ξανά και πηγαίνει στο Μιλάνο. Η Ρόμα δεν κρατάει όμως ούτε τον ντι Μπαρτολομέι. Ο ίδιος δεν θέλει να φύγει, αλλά είναι αρκετά εμφανές ότι η διοίκηση δεν τον θεωρεί πλέον σημαντικό, στην εποχή Σβεν-Γκόραν Έρικσον. Ο Έρικσον επιθυμεί πιο γρήγορη ομάδα και σε αυτή ο ντι Μπαρτολομέι δεν έχει χώρο. Ο κόσμος στενοχωριέται γιατί βλέπει μετά από 12 σεζόν τον αρχηγό να εγκαταλείπει με μάλλον άκομψο τρόπο.  Η Ρόμα κατακτά το κύπελλο απέναντι στη Βερόνα στα τέλη Ιουνίου. Ο κόσμος αποχαιρετά τον αρχηγό με το πανό: «Σου πήραν τη Ρόμα από σένα, αλλά όχι την Curva σου».

Το πανό στον 2ο τελικό Κόπα Ιτάλια του 1984 απέναντι στη Βερόνα

Λίγους μήνες αργότερα κάνει σπουδαίο παιχνίδι και σκοράρει στο 2-1 της Μίλαν απέναντι στη Ρόμα, πανηγυρίζοντας έντονα μπροστά στους οπαδούς της Μίλαν. Μια μικρή δικαίωση, αλλά και ένα χτύπημα στις ευμετάβλητες καρδιές των Ρομάνι. Στο δεύτερο γύρο η Μίλαν κερδίζει και πάλι με 0-1. Ο κόσμος δεν τον υποδέχεται με τόση αγάπη. Ούτε κι οι συμπαίκτες του. Ο ντι Μπαρτολομέι είναι όμως και πάλι νικητής και στο τέλος πρωταγωνιστής ενός επεισοδίου με τους συμπαίκτες του που οδηγεί σε μικρο-σύρραξη. Κόντι και Γκρατσιάνι σχεδόν έρχονται στα χέρια μαζί του. Ο ντι Μπαρτολομέι παίζει για τρεις σεζόν στη Μίλαν, μέχρι να έρθει ο Αρίγκο Σάκι και να φύγει, κλείνοντας την καριέρα του σε Τσεζένα και Σαλερνιτάνα. Η καριέρα του όμως δεν είναι ισάξια των ετών της Ρόμα. Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αδικημένος, καθώς δεν κλήθηκε ούτε μία φορά στην εθνική Ιταλίας, χάνοντας την ευκαιρία να κατακτήσει και ένα Μουντιάλ, σταματάει το ποδόσφαιρο με τα τρία κύπελλα και το ένα πρωτάθλημα. Εκείνο το Πρωταθλητριών όμως τον έχει στοιχειώσει. Αν και θρύλος της Ρόμα, είναι «μακριά» πλέον από τη διοίκηση και το σύλλογο.

Δυστυχώς όμως, η ζωή μετά το ποδόσφαιρο για τον «Άγκο» είναι δύσκολη. Ο ήδη «μελαγχολικός» ντι Μπαρτολομέι φαίνεται ότι δεν μπορεί χωρίς την μπάλα. Περιμένει μάταια μια ευκαιρία να κοουτσάρει, να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο. Κανείς όμως δεν τον εμπιστεύεται. Οι ακαδημίες που φτιάχνει δεν πηγαίνουν καλά. Οι δουλειές που δοκιμάζει αποτυγχάνουν και σύντομα βρίσκεται πνιγμένος στα χρέη. Ζει πια στα νότια, μακριά από τη «Ρώμη του», λίγο έξω από το Σαλέρνο, σε ένα πανέμορφο μέρος στις ακτές της Καμπανίας. Η εξωτερική ομορφιά δεν μπορεί να αγγίξει όμως την ψυχή του. Λέγεται ότι έχει δανειστεί από τους λάθος ανθρώπους, από αυτούς που θέλουν πίσω τα χρήματά τους και δεν διστάζουν να σου κάνουν κακό. Ο ντι Μπαρτολομέι νιώθει ότι «βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μία τρύπα». Έτσι ακριβώς γράφει σε ένα σημείωμα, το πρωί της 30ης Μαΐου του 1994. Δέκα χρόνια ακριβώς από το «παιχνίδι της ζωής του». Από το τέλος του ονείρου του. Η γυναίκα του ακόμα κοιμάται όταν ακούει τον πυροβολισμό. Ο ντι Μπαρτολομέι αυτοκτονεί, με μία σφαίρα στην καρδιά. Η μέρα που επιλέγει δεν μπορεί να είναι τυχαία. Για τη Ρόμα, η 30η Μαΐου είναι πια καταραμένη. Ένας χαμένος τελικός κι ένας χαμένος αρχηγός.

Η Ιταλία σοκάρεται, μόλις στα 39 του φεύγει από τη ζωή ένα από τα σπουδαιότερα ποδοσφαιρικά ταλέντα που έχει βγάλει. Κάθε πικρία από τα χρόνια της Μίλαν που ίσως υπάρχει ακόμα σε μερικούς οπαδούς της Ρόμα ξεχνιέται δια παντώς. Ο «Άγκο» έστω κι έτσι ξαναμπαίνει οριστικά κι αμετάκλητα στις καρδιές των οπαδών που τον θυμούνται συνέχεια στα πανό τους από τότε. Ο σύλλογος δίνει το όνομα του ντι Μπαρτολομέι στο γήπεδο του προπονητικού κέντρου και τον βάζει στο Hall of Fame. Πριν μερικούς μήνες, 14 χρόνια από το θάνατό του, ο γιος του μιλάει για το γεγονός. Δημοσιεύει μια φωτογραφία από ένα 38αρι Smith & Wesson, σαν αυτό του ντι Μπαρτολομέι. Ζητάει από τον κόσμο να το σκεφτεί πριν αγοράσει ένα όπλο. «Κι ο πατέρας μου το είχε αγοράσει για την ασφάλεια της οικογένειάς του» γράφει. «Πριν πείτε, ότι όποιος θέλει να αυτοκτονήσει θα βρει τρόπο να το κάνει, σας λέω ότι χρειάζεται μόνο μια στιγμή για να διασχίσουμε το κενό που νομίζουμε πως έχουμε μπροστά μας. Αν έχουμε πρόσβαση σε ένα όπλο μπορεί να κάνει τη διαφορά». Το κενό του ντι Μπαρτολομέι δημιουργήθηκε εκείνο το βράδυ της 30ης Μαΐου του 1984.

Δικτάτορες, βουντού και σκάνδαλα: Η Αϊτή στο Μουντιάλ του 1974

  [Καθόλου σχόλια]

Το 1971 ο πρόεδρος της Αϊτής επί 14 χρόνια, Φρανσουά Ντουβαλιέ, γνωστότερος ως Πάπα Ντοκ πεθαίνει. Μια από αυτές τις φιγούρες που όταν από την άνεση του σπιτιού σου διαβάζεις τα πεπραγμένα τους, μπορεί να βρεις φολκλορικές με τη γραφικότητά τους (όπως για παράδειγμα όταν ο Πάπα Ντοκ διέταξε να θανατωθούν όλα τα μαύρα σκυλιά στη χώρα γιατί πίστεψε ότι μεγάλος του εχθρός είχε μεταμορφωθεί σε τέτοιο για να σωθεί από τον ίδιο), αλλά μετά αναλογίζεσαι τι πέρασε ο κόσμος και το ξανασκέφτεσαι. Ο Ντουβαλιέ, που μεταξύ άλλων υποστήριζε ότι ο JFK σκοτώθηκε επειδή ο ίδιος τον είχε καταραστεί (μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την Αϊτή) ευθύνεται για τους θανάτους και βασανισμούς πολλών ανθρώπων, ειδικά από την Τοντόν Μακούτ, την παραστρατιωτική του ομάδα.

Με το θάνατο του Πάπα Ντοκ, δεν είχαμε εκλογές. Τι να τις κάνεις άλλωστε, όταν μόλις το 1961 ο Πάπα είχε σαρώσει (με τη λεπτομέρεια ότι ήταν ο μοναδικός υποψήφιος) με 100%. Ναι καλά διαβάσετε. Μερικά χρόνια αργότερα άλλαξε το Σύνταγμα για πολλοστή φορά και με δημοψήφισμα ανακηρύχθηκε ισόβιος πρόεδρος. Εκεί μέτρησε μερικές απώλειες, καθώς πήρε το 99,9%. Σύμφωνα με την ιστορία, τα ψηφοδέλτια είχαν μόνο ΝΑΙ, ενώ δεν υπήρχε και περιορισμός στο πόσες φορές μπορούσε να ψηφίσει κάποιος. Για να μην σας κουράζω με άλλα τέτοια και να μπούμε στο θέμα μας, την εξουσία ανέλαβε ο γιος του, Ζαν-Κλωντ Ντουβαλιέ ή αλλιώς Μπέιμπι Ντοκ. Ο πιο νέος αρχηγός κράτους στον κόσμο, μόλις στα 20 του, ήταν ένα παλικαράκι που το μόνο που έκανε ήταν να ξοδεύει χρήματα και να ζει τη μεγάλη ζωή, την ώρα που ο κόσμος στη χώρα δεινοπαθούσε.


Baby Doc και Papa Doc

Παρ’ ότι σε γενικές γραμμές είχε αφήσει τη διακυβέρνηση σε διάφορους συμβούλους, ο Μπέιμπι Ντοκ προσπάθησε να φτιάξει το προφίλ της χώρας κάπως, απελευθερώνοντας ορισμένους πολιτικούς κρατούμενους και κάνοντας κάποιες πολύ βασικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να μειώσει τη διεθνή κατακραυγή και κυρίως να μπορέσει να διεκδικήσει οικονομική βοήθεια από άλλες χώρες (ώστε έχει χρήματα να σκορπά, μια που ο γάμος του στοίχισε μόλις 2 εκατομμύρια δολάρια). Ανάμεσα σε όλα αυτά, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοια καθεστώτα, στόχος του ήταν να κάνει την Αϊτή γνωστή στον κόσμο αθλητικά και να δώσει έτσι χαρά στο λαό του.

Ο Ντουβαλιέ τζούνιορ άρχισε να μοιράζει αρκετά χρήματα στην Π.Ο. της χώρας και ταυτόχρονα ανακαίνισε το στάδιo Σίλβιο Κατόρ και διοργάνωσε το πρωτάθλημα της CONCACAF του 1973. Έπαθλό του, ένα εισιτήριο για το Μουντιάλ του 1974. Ο Μπέιμπι Ντοκ ήταν κάτι σαν ιδιοκτήτης της εθνικής ομάδας. Αυτός έκανε κουμάντο στα πάντα και συχνά παρακολουθούσε μέχρι και τις προπονήσεις. Ο γιος ήθελε να κάνει πραγματικότητα το όνειρο του μπαμπά. Βλέπετε, μόλις τέσσερα χρόνια πριν, η Αϊτή έχασε την τελευταία στιγμή την πρόκριση από το Ελ Σαλβαδόρ που είχε ήδη προκαλέσει έναν… πόλεμο με την Ονδούρα εξαιτίας των παιχνιδιών τους στα ημιτελικά. Η Αϊτή ηττήθηκε εντός 1-2, αλλά πήγε στη ρεβάνς και νίκησε με 0-3. Δυστυχώς για τους Αϊτινούς, τα γκολ δεν μετρούσαν και έγινε τρίτο παιχνίδι, αυτή τη φορά στην ουδέτερη Τζαμάικα. Εκεί, το Ελ Σαλβαδόρ νίκησε με 1-0 στην παράταση και πήγε στο Μουντιάλ που έγινε στο Μεξικό.

Καλτίλα από το Αϊτή-Γουατεμάλα 2-1

Σε μια καυτή ατμόσφαιρα στο ανακαινισμένο στάδιο, η Αϊτή, το Τρινιντάντ (και Τομπάγκο), το Μεξικό, η Ονδούρα, η Γουατεμάλα και οι Ολλανδικές Αντίλες έδωσαν τη μάχη για το ένα εισιτήριο μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, με αντικείμενα να ίπτανται και αντιπάλους παίκτες να απειλούνται. Μέσα στη γραφικότητα, υπήρχαν και οι καταγγελίες για τη χρήση ενός εθνικού προϊόντος της χώρας, του βουντού. Δεν κάνουμε πλάκα, αρκετοί αντίπαλοι υποστήριξαν ότι είχαν γίνει τελετές βουντού και είχαν πέσει θύματα κατάρας από τους Αϊτινούς, καθώς στις εξέδρες υπήρχαν κυρίες που έκαναν μάγια. Ο Μπέιμπι Ντοκ πάντως δεν είχε μείνει στα μεταφυσικά, αλλά το έδεσε και… φυσικά, με την παραδοσιακή βοήθεια από τη διαιτησία. Ο αστικός μύθος λέει ότι στο παιχνίδι με το Τρινιντάντ Τομπάγκο, ακυρώθηκαν πέντε (ή τέσσερα ανάλογα με τη διήγηση) γκολ των φιλοξενούμενων και δεν τους δόθηκαν δύο πέναλτι. Σε αυτές τις ιστορίες πάντα υπάρχει η υπερβολή, αλλά και το… 25% αυτών να ισχύει το τελικό 2-1 υπέρ της Αϊτής θα έπρεπε να είχε αλλάξει. Οι παίκτες του Τρινιντάντ περίμεναν την Π.Ο. της χώρας να κάνει έφεση για το αποτέλεσμα, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Ο γραμματέας όμως Τζακ Γουόρνερ περιέργως δεν έκανε τίποτα. Κι αν το όνομα σας θυμίζει κάτι, καλά κάνει. Κατά διαβολική σύμπτωση, ο Γουόρνερ έκανε καριέρα, κατάφερε κι έγινε αντιπρόεδρος στη FIFA και τελικά το 2015 ήταν ανάμεσα σε αυτούς που κατηγορήθηκε για δωροληψία, με ένα ποσό στα 10 εκατομμύρια δολάρια. Όλοι από κάπου πρέπει να ξεκινούν κι ο Γουόρνερ από το 1973 προχώρησε πολύ. Τόσο, ώστε να δώσει γραφικές στιγμές επιπέδου Τσακ Μπλέιζερ, όταν τα έβαλε με τον Τζον Όλιβερ και είχαμε αυτό το αποτέλεσμα:

Ο Τζακ Γουόρνερ κι ο Τζον Όλιβερ σε μια μάχη με πολλή μουσική και φωτιά

Έτσι λοιπόν, ο Γουόρνερ δεν έκανε κάτι και παρ’ ότι το Μεξικό διαμαρτυρήθηκε έντονα, τίποτα δεν άλλαξε και το παιχνίδι μέτρησε υπέρ της Αϊτής. Μετά από κάθε νίκη της Αϊτής, ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους και διοργάνωνε καρναβάλια, η χώρα ζούσε μια τρέλα για το όνειρο. Πριν το κρίσιμο ματς με τη Γουατεμάλα, ο Ντουβαλιέ είχε κλειδωθεί μέσα στα αποδυτήρια με τους παίκτες και τους έβγαζε εμψυχωτικούς λόγους. Την ίδια στιγμή, σε κάθε εξέδρα υπήρχαν… ανιματέρ (για να το πούμε ευγενικά) που ανάγκαζαν τον κόσμο να ουρλιάζει για την ομάδα. Η Αϊτή τερμάτισε τελικά με 8 βαθμούς πρώτη, μπροστά από το Μεξικό και το Τρίνινταντ και πήρε το εισιτήριο για το Μουντιάλ. Όλη η χώρα πανηγύριζε στους δρόμους την τεράστια επιτυχία. Κατά σύμπτωση, ο διαιτητής κι ο επόπτης του αγώνα με το Τρινιντάντ τιμωρήθηκαν μετά από ένα χρόνο με ισόβιο αποκλεισμό από τη ΦΙΦΑ.

Η Αϊτή κέρδισε το εισιτήριο και ταξίδεψε στα γήπεδα της Γερμανίας σε έναν όμιλο με Ιταλία, Αργεντινή και την Πολωνία, με ελάχιστες πιθανότητες για κάτι καλό. Η πρεμιέρα ήταν στις 15 Ιουνίου του 1974 στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου απέναντι στην Ιταλία, τη βασίλισσα της άμυνας και με έναν Ντίνο Τζοφ να έχει σπάσει το ρεκόρ ανέπαφης εστίας με 12 αγώνες. Οι Αϊτινοί δέχτηκαν την πίεση των Ιταλών, αλλά ο τερματοφύλακάς τους Φρανκιγιόν είχε κατεβάσει τα ρολά. Το 0-0 στο ημίχρονο ήταν άθλος, αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα πιο απίστευτη. Στο 46′ ο πιτσιρικάς Εμανουέλ Σανόν έφυγε σφαίρα στην αντεπίθεση, ντρίμπλαρε και τον Τζοφ, άνοιξε το σκορ και έσπασε το ρεκόρ των 1.143 λεπτών. Ήταν μία απίστευτη στιγμή στα χρονικά του παγκοσμίου ποδοσφαίρου και φυσικά στην Αϊτή έγινε χαμός, όπου υπήρχαν τηλεοράσεις και οι κάτοικοι είχαν μαζευτεί.

Το όνειρο όμως έσβησε γρήγορα, καθώς οι Ιταλοί πείσμωσαν και τελικά επέβαλαν την ανωτερότητά τους κερδίζοντας με 3-1. Ακόμα κι αυτό το σκορ όμως, ήταν σαν νίκη για τους Αϊτινούς. Δυστυχώς, η συνέχεια δεν ήταν εξίσου καλή. Ο Σανόν κλήθηκε για έλεγχο ντόπινγκ και μαζί του κι ο κοκκινομάλλης μιγάς αμυντικός Ερνστ Ζαν-Ζοζέφ, ένας από τους ελάχιστους ποιοτικούς παίκτες της Αϊτής. Δύο ημέρες αργότερα, ο Ζαν-Ζοζέφ έγινε ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία των Μουντιάλ που πιάστηκε ντοπέ. Αμέσως, ο Αϊτινός αμυντικός βγήκε και δήλωσε ότι παίρνει ένα φάρμακο για το άσθμα και ότι δεν ήξερε ότι ήταν απαγορευμένο γιατί ο γιατρός της ομάδας δεν τον είχε ενημερώσει. Προς έκπληξη πολλών, ο γιατρός της Αϊτής διέψευσε τον παίκτη του με το χειρότερο τρόπο. Διέψευσε ότι γνώριζε κάτι, ότι δεν έχει άσθμα και υποστήριξε ότι όλα αυτά είναι προφάσεις και ότι είναι φανερό ότι ο παίκτης πήρε την ουσία για να ντοπαριστεί. Έκλεισε μάλιστα με το «το παιδί δεν έχει την πνευματική ικανότητα να καταλαβαίνει τι λέει και τι κάνει». Ο Ζαν-Ζοζέφ έμεινε ξεκρέμαστος.


Τρίτος από αριστερά ο Ζαν-Ζοζέφ

Την επόμενη μέρα αξιωματούχοι της Αϊτής πήραν σηκωτό τον Ζαν-Ζοζέφ από το λόμπι του ξενοδοχείου και μπροστά στα έκπληκτα μάτια όσον βρίσκονταν εκεί, τον ξυλοφόρτωσαν και τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο. Ο Ζαν-Ζοζέφ εξαφανίστηκε και πολλοί φοβήθηκαν ότι κανείς δεν θα τον έβλεπε ξανά. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Αϊτη έπαιξε το δεύτερο παιχνίδι της στο Μουντιάλ και διασύρθηκε με 7-0 από την Πολωνία. Το όμορφο παραμύθι τελείωσε. Ο Ζαν-Ζοζέφ πήρε τηλέφωνο λίγο πριν το τελευταίο ματς να πει στους φίλους του ότι είναι ζωντανός κι η Αϊτή τελείωσε το Μουντιάλ με μία ακόμα τιμητική ήττα με 3-1 από την Αργεντινή. Σκόρερ και πάλι ο Σανόν που στη συνέχεια έκανε και καριέρα στο Βέλγιο. Πίσω στην πατρίδα του έγινε εθνικός ήρωας και όταν πέθανε από καρκίνο, η κηδεία του μεταδόθηκε ζωντανά από την τηλεόραση και πάνω από 20.000 άνθρωποι έδωσαν το παρόν, με τους συμπαίκτες του να κρατούν το φέρετρο.


Ο Ζαν-Ζοζέφ από την καριέρα του στις ΗΠΑ

Αντίθετα, ο Ζαν-Ζοζέφ εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Φήμες λένε ότι ο Μπέιμπι Ντοκ έβαλε και του έσπασαν τα χέρια, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Αναφέρεται επίσης ότι δικάστηκε κρυφά και βασανίστηκε. Ο ποδοσφαιριστής εξαφανίστηκε (πιθανότατα σε κάποια φυλακή) και τελικά εμφανίστηκε δύο χρόνια αργότερα. Ο ίδιος ο παίκτης δεν μίλησε ποτέ ξανά δημόσια, συγγενείς του λένε ότι νιώθει τύψεις για την ντροπή που έφερε στη χώρα του, αλλά κανείς δεν γνωρίζει και την αλήθεια. Η συμπεριφορά των ανθρώπων της εθνικής ήταν τουλάχιστον ύποπτη στο τι πραγματικά έγινε και οι ευθύνες πήγαν αποκλειστικά στον άτυχο παίκτη. Ήταν όντως ντοπαρισμένος με σχέδιο της χώρας; Ήταν μία αβλεψία του γιατρού που φρόντισε να καλύψει τον εαυτό του; Κάποιοι λένε ότι ο Ζαν-Ζοζέφ γλίτωσε τον θάνατο επειδή τον συμπαθούσε ο Μπέιμπι Ντοκ. Κάποιοι ότι επειδή δεν είχε άλλους καλούς παίκτες η εθνική. Ο αμυντικός επέστρεψε και στην εθνική και έπαιξε στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, ενώ το τελευταίο του διεθνές ματς ήταν το 1980 απέναντι στις Ολλανδικές Αντίλες. Το καλό είναι ο Ζαν-Ζοζέφ δεν είχε την τύχη του Τζο Γκαετιένς, του ιστορικού σκόρερ σε μια άλλη ιστορική έκπληξη Μουντιάλ μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, που απ’ ό,τι λέγεται έπεσε θύμα του Πάπα Ντοκ μερικά χρόνια πιο πριν. Η ιστορία της Αϊτής των 70s είναι μια από τις πιο περίεργες, γεμάτη μυστήριο, βουντού και αρκετά σκάνδαλα.

Τα τρία λεπτά ενός θαύματος

  [3 Σχόλια]

Όποιος είχε τη φαεινή ιδέα να ξενυχτήσει για να δει τον δεύτερο ημιτελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες ανάμεσα στην Γκρέμιο και τη Ρίβερ Πλέιτ σίγουρα θα αποζημιώθηκε. Μία ακόμα μοναδική ποδοσφαιρική ιστορία στην πορεία του θεσμού γράφτηκε με γκολ, ανατροπές, συγκινήσεις, φασαρίες και φυσικά τις απαραίτητες γραφικότητες. Το ζευγάρι είχε κριθεί κατά πολλούς, μετά την πρώτη νίκη της Γκρέμιο μέσα στο Μονουμεντάλ με 0-1. Σε ένα σχετικά μέτριο παιχνίδι, χάρη σε μια στημένη φάση προς το τέλος, η ομάδα του Πόρτο Αλέγκρε συνέχισε την απίστευτη παράδοση που έχει χτίσει με τις ομάδες της Αργεντινής και πήρε το πρώτο παιχνίδι. Ο ενθουσιασμός ήταν τεράστιος στους Βραζιλιάνους που στο φετινό Λιμπερταδόρες είχαν σκοράρει 16 φορές και είχαν κερδίσει και τα πέντε τους εντός έδρας παιχνίδια, ενώ είχαν κερδίσει και τις προηγούμενες τέσσερις μονομαχίες τους με ομάδες της Αργεντινής. Ήταν το μεγάλο φαβορί στη ρεβάνς. Όλα τα σημάδια υπέρ τους.

Εδώ φανερός πράκτωρ Μου.Γκου. Από επίσημα σταδίου προς πάγκο.

Την ίδια στιγμή που ο πρόεδρος της Γκρέμιο επέλεγε αλαζονικά αντίπαλο στον τελικό (προτιμώντας την Μπόκα από την Παλμέιρας όπως είπε), η Ρίβερ απομονώθηκε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο αεροδρόμιο για να γλιτώσει την παραδοσιακή επίσκεψη των Βραζιλιάνων οπαδών που κάθονται κάτω από τα παράθυρα των αντιπάλων και φωνάζουν όλο το βράδυ για να μην τους αφήσουν να κοιμηθούν. Η Ρίβερ είχε τιμωρημένο τον προπονητή της Μαρσέλο Γκαγιάρδο (τιμωρία της τελευταίας στιγμής) που παρά το γεγονός ότι δεν είχε δικαίωμα να επικοινωνεί με τον πάγκο του, κρατούσε ένα καθόλου διακριτικό… γουόκι τόκι στο χέρι και μιλούσε σαν τον Βέγγο με το βοηθό του χωρίς να ενδιαφέρεται για την τιμωρία.

Η ατμόσφαιρα στο Αρένα ντο Γκρέμιο ήταν απίστευτη από τους οπαδούς των Τρικολόρ, αλλά και από τους πολλούς εκδρομείς της Ρίβερ. Οι Αργεντίνοι δεν έδειξαν να επηρεάζονται από την έδρα πάντως και μπήκαν με πολλή δύναμη στο παιχνίδι, παίζοντας εξαιρετικά και χάνοντας σημαντικές ευκαιρίες στο πρώτο μισάωρο, με την Γκρέμιο να είναι τυχερή που η μπάλα δεν κατέληξε στα δίχτυα του Μαρσέλο Γκρό(χ)ε. Και όχι μόνο. Στο 36′ σε ένα κόρνερ και μετά από κόντρα άνοιξε το σκορ με τον Λέο Γκόμες. Οι ομάδες πήγαν στα αποδυτήρια με το 1-0 και το συνολικό 2-0 υπέρ της Γκρέμιο. Στα αποδυτήρια όμως πήγε και ένας άλλος. Σε μια στιγμή λατινοαμερικάνικης καλτίλας, ο τιμωρημένος Μαρσέλο Γκαγιάρδο, ωσάν κατάσκοπος και φορώντας καπέλο για να μην τον αναγνωρίσουν, μπήκε κρυφά για να δώσει οδηγίες στους παίκτες του. Οι Βραζιλιάνοι τον πήραν χαμπάρι τελικά και ο Γκαγιάρδο αποχώρησε, αφού βέβαια φώναζε στους Βραζιλιάνους φωτορεπόρτερ «βγάλε με καλύτερα» και σταματώντας για να ποζάρει. Οι Βραζιλιάνοι του φώναζαν «ντροπή, ντροπή», αλλά ο «Μουνιέκο» ατσαλάκωτος επέστρεψε στις εξέδρες.


Σαν τον κλέφτη

Η Ρίβερ πάντως δεν ήταν καλύτερη στο 2ο ημίχρονο, το παιχνίδι έχασε το ρυθμό και τις φάσεις του και η Γκρέμιο έχασε τεράστια ευκαιρία να το καθαρίσει όταν ο Έβερτον σε μοναδικό τετ-α-τετ σημάδεψε τον τερματοφύλακα της Ρίβερ Αρμάνι. Η καταρρακτώδης βροχή έδειχνε ότι κάτι θα συμβεί, δεν γίνεται να έχεις τέτοια σκηνοθεσία και να πάει χαμένη με ένα ξενέρωτο συνολικό 2-0. Η ώρα περνούσε βασανιστικά για τους Μιγιονάριος, οι Βραζιλιάνοι έκαναν καθυστερήσεις συνεχώς κι ο Γκαγιάρδο έκανε τις αλλαγές του. Σκόκο και Πίτι Μαρτίνες πέρασαν μέσα. Στο 81′, από ένα φάουλ του Πίτι, η μπάλα έφτασε στην περιοχή των Βραζιάνων. Ο Μπορέ πήρε την κεφαλιά (με τους Βραζιλιάνους να φωνάζουν για χέρι) και πέτυχε το πολυπόθητο γκολ. Η Ρίβερ ήθελε ακόμα ένα γκολ, τα εκτός έδρας μετράνε σε αυτή τη φάση του Λιμπερταδόρες, ώστε να πάρει την πρόκριση.


Ένα παλιό προφητικό πανό για τον Μπρεσάν. «Αν ο Μπρεσάν είναι ποδοσφαιριστής, εγώ είμαι αστροναύτης»

Στο 84′ έγινε η δεύτερη καθοριστική φάση και μέσα σε τρία λεπτά άλλαξε ο αγώνας. Σέντρα στην περιοχή, κατέβασμα του Σκόκο που σούταρε κι η μπάλα κόντραρε στον Μπρεσάν. Οι παίκτες της Ρίβερ δεν έχουν πάρει χαμπάρι τι έγινε, ζητούν κόρνερ και πράγματι ο διαιτητής το δίνει. Αυτό που όμως δεν είχαν καταλάβει οι παίκτες της Ρίβερ, το κατάλαβε το VAR. Ο Ουρουγουανός διαιτητής Κούνια πήγε και είδε το βίντεο και ανακάλυψε ότι η μπάλα είχε χτυπήσει στο χέρι του αμυντικού της Γκρέμιο. Το πέναλτι δίνεται. Ο Μπρεσάν βλέπει τη δεύτερη κίτρινη κάρτα. Ο παίκτης που μπήκε αλλαγή χαντακώνει την ομάδα του. Επιτίθεται στο διαιτητή, άλλοι παίκτες ορμάνε στους επόπτες και στο γήπεδο επικρατεί χάος από τις διαμαρτυρίες.

Χρειάστηκε πολλή ώρα για εκτελεστεί το πέναλτι, περίπου 7-8 λεπτά μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα στον αγωνιστικό χώρο. Ο Πίτι Μαρτίνες πήρε την μπάλα και παρά το άγχος, έκανε μια εξαιρετική εκτέλεση πέναλτι γράφοντας το 1-2. Το θαύμα είχε ολοκληρωθεί. Τα υπόλοιπα λεπτά των πάρα πάρα πολλών καθυστερήσεων δεν έφεραν καμία αλλαγή στο τελικό σκορ. Το παιχνίδι έληξε περίπου στο… 103′, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει τη γιορτή της Ρίβερ.


Πόσο υπέροχη η φανέλα της Ρίβερ; (και ευκαιρία να ποστάρουμε λίγο Νάτσο)

Η Ρίβερ για τέταρτη φορά επί Γκαγιάρδο ανέτρεψε αποτέλεσμα σε 2ο αγώνα και έφτασε σε έναν τελικό που θα περιμένει το νικητή του Παλμέιρας-Μπόκα για να διεκδικήσει τον τέταρτο τίτλο της στη μεγαλύτερη Λατινοαμερικάνικη διασυλλογική διοργάνωση. Οι πιθανότητες για ένα Σούπερ Κλάσικο σε τελικό Λιμπερταδόρες είναι αρκετές, καθώς η Μπόκα έχει κερδίσει με 2-0, αλλά μετά τα όσα είδαμε στο Πόρτο Αλέγκρε, δεν θα είναι έκπληξη μία ακόμα ανατροπή. Την ίδια στιγμή, όπως έγραψε και ένας δημοσιογράφος, ό,τι και να γίνει στο Λιμπερταδόρες οι τελευταίες σκηνές σε κάθε ματς είναι αυτές: