Τα άλλα τρένα να περνούν…

  [Καθόλου σχόλια]

Ο κόσμος σιγά σιγά αυξανόταν. Η ώρα ήταν κάπου ανάμεσα στις 8 και 9 το βράδυ και στο σταθμό Μίρφιλντ του Γιόρκσαϊρ όλοι περίμεναν το επόμενο τρένο. Ανάμεσά τους και ένας πιτσιρικάς. Μόνος, βυθισμένος σε σκέψεις. Αν κάποιος έδινε λίγη παραπάνω σημασία, ίσως να παρατηρούσε ότι ο νεαρός καθόταν πολύ κοντά στην άκρη της πλατφόρμας, πολύ κοντά στις ράγες του τρένου. Το βλέμμα του απλανές, σαν μη βρισκόταν εκεί. Λίγα λεπτά αργότερα, από τα μεγάφωνα ακούστηκε μια ανακοίνωση. Το επόμενο τρένο είχε καθυστέρηση μερικών λεπτών. Ο νεαρός σαν να ξύπνησε ξαφνικά, σαν να επέστρεψε από εκεί που ταξίδευε ο νους του. Με δάκρυα στο νεανικό πρόσωπο, φεύγει από το σταθμό.

Ίσως κάποιος να τον αναγνώρισε. Ήταν ο Τζορτζ Γκριν, το ντόπιο ταλέντο του Ντιούσμπερι. Μόλις στα 15 του, μαθητής ακόμα στο σχολείο, πήγε στο Λονδίνο να δοκιμαστεί στην Τότεναμ. Τελικά όμως, τα 2 εκατομμύρια λίρες που έδωσε η Έβερτον στην Μπράντφορντ για ένα πιτσιρίκι άλλαξαν τον προορισμό του. Ο Γκριν έλαβε 45.000 πριμ και υπέγραψε συμβόλαιο στην ομάδα του Λίβερπουλ. Έφτασε στις μικρές εθνικές δίπλα στον Ντέλε Άλι και τον Ρος Μπάρκλεϊ. Για κάποιους ήταν ο νέος Γκάζα. Αλλά για κάθε μία επιτυχημένη ιστορία πιτσιρικά, υπάρχουν αρκετές αποτυχημένες. Κι ανάμεσα σ’ αυτές, ορισμένες τραγικές, όπως του Γκριν που τελικά έμοιαζε στον Γκάζα μόνο εκτός ποδοσφαίρου.

Ο Γκριν δεν ξεκίνησε αμέσως τις εξόδους και την κακή ζωή. Αλλά μόλις έγινε επαγγελματίας, άρχισε να βγάζει αρκετές χιλιάδες λίρες το χρόνο και κυρίως έγινε 18 και μπορούσε να βγαίνει, η ζωή του άλλαξε. Ήταν ο συνδυασμός της πίεσης που ένιωθε εξαιτίας της επένδυσης ενός σπουδαίου συλλόγου και της άνεσης που είχε, νομίζοντας ότι έχει ήδη κατακτήσει τον κόσμο. Έπαιρνε πολλά περισσότερα από τους συνομήλικούς του, οι απαιτήσεις της ομάδας ήταν μεγάλες. Κι αυτό δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει. «Μια καλή έξοδος στοίχιζε 1.500 λίρες. Έπαιρνα μια σαμπάνια, ερχόταν μια κοπέλα και έπαιρνα ακόμα μία γι’ αυτήν». Ο Γκριν αγόρασε ένα ακριβό αυτοκίνητο και το χτύπησε οδηγώντας μεθυσμένος. Έμπλεξε με άτομα που δεν είχαν καμία διάθεση να τον βοηθήσουν. «Το μεγαλύτερο πρόβλημά μου δεν ήταν το ποτό. Ήταν τα ναρκωτικά. Την πρώτη φορά που μου προσέφεραν ναρκωτικά, είχα βγει να δω μπάλα με κάτι φίλους σε μια παμπ. Δοκίμασα κοκαΐνη και αυτό άλλαξε όλη τη ζωή μου».

Ο Γκριν μίλησε σε κάποιους ανθρώπους του συλλόγου, η Έβερτον πλήρωσε 5.000 λίρες για κάθε μία από τις πέντε βδομάδες που ο πιτσιρικάς μπήκε σε νοσοκομείο του Λονδίνου εξειδικευμένο σε διαφόρων ειδών εθισμούς. Ο Γκριν όμως δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα προβλήματά του. Πήγε δανεικός στην Τρανμίρ και τελικά η Έβερτον που είχε επενδύσει τόσα σε αυτόν, ανακοίνωσε ότι τον αφήνει ελεύθερο. Δεν μπορούσαν να στηρίξουν άλλο έναν πιτσιρικά που συχνά έχανε προπονήσεις και δεν φαινόταν να έχει καμία διάθεση για προσπάθεια. Ο μικρός προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στους εθισμούς του και την κατάθλιψη.

Η καριέρα του Γκριν ήταν από εκεί και πέρα μια συνεχής ελεύθερη πτώση από ομάδα σε ομάδα. Έμεινε ελάχιστα στην Όλνταμ, χωρίς καμία διάθεση για μπάλα και κατέληξε πέντε μήνες αργότερα σε μια ομάδα 8ης κατηγορίας, να παίρνει 80 λίρες για κάθε αγώνα (σχεδόν τα μισά από όσα ξόδευε στο φαγητό στις εξόδους του). Στην Κιλμάρνοκ ο κόουτς τον έδιωξε γιατί πίστεψε ότι πήγε μια μέρα στην προπόνηση ζέχνοντας αλκοόλ. Ο Γκριν έφτασε κοντά στον θάνατο από υπερβολική δόση χαπιών. Μετά από ένα σερί 4-5 ημερών που σαν χαρακτήρας του Trainspotting ήπιε και πήρε ό,τι ναρκωτικό μπορούσε, αποφάσισε να πάρει και ό,τι χάπια μπορούσε. «Ήταν μια κραυγή απόγνωσης, να με λυπηθούν και να με συγχωρέσουν οι άνθρωποί μου». Έφτασε μέχρι τη Νορβηγία να προσπαθεί να βγάλει χρήματα. Δανειζόταν από φίλους και συγγενείς, δεν επέστρεφε ποτέ τα δανεικά. Οι δικοί του άνθρωποι σιγά σιγά απομακρύνθηκαν. «Τους κατηγορούσα γι’ αυτό. Έλεγα ότι φταίνε αυτοί για όλα. Ήμουν τόσο αλαζόνας».

Ο Γκριν επέστρεψε στην Αγγλία, βρήκε ακόμα μία ομάδα, αλλά κυρίως βρήκε τον Γκάρι Τσαρλς (παλιό παίκτη της Βίλα και της Ντέρμπι που έφτασε μέχρι και την Μπενφίκα). Ο Τσαρλς, πρώην αλκοολικός κι αυτός, βοηθάει ανθρώπους να ξεπερνούν τους εθισμούς τους και σε συνεργασία με την οργάνωσή του, τη GC Sports Care στάθηκε δίπλα στον Γκριν. Ίσως να έβλεπε και τον εαυτό του στο νεαρό ποδοσφαίριστή. Από το καλοκαίρι του 2017 ο Γκριν σταμάτησε τις ουσίες, αν και τον περασμένο Απρίλιο είχε μία υποτροπή. Η μάχη με τον εθισμό δίνεται καθημερινά δυστυχώς και ποτέ δεν είσαι σίγουρος. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα φαίνονται καλύτερα. Ο Γκριν έχει τους ανθρώπους του πιο κοντά γιατί αναγνωρίζουν ότι προσπαθεί. Γνωρίζει ότι σε στιγμές αδυναμίες μπορεί να πάρει τηλέφωνο τον αδερφό του. Έχει μια μικρή κορούλα και την αρραβωνιαστικιά του και προσπαθεί να σώσει και την ποδοσφαιρική του καριέρα. Μπορεί να έχει ζήσει όσα άλλοι δεν θα ζήσουν ποτέ (και ευτυχώς), αλλά είναι μόλις 22 ετών. Πηγαίνει κάθε βδομάδα σε συναντήσεις ομάδων για εθισμό, ενώ πλέον ανήκει στην Τσέστερ. Τα οικονομικά φυσικά είναι άσχημα. Η Μερσεντές που κάποτε είχε, έχει γίνει ένα ΚΙΑ, αλλά σημασία έχει να είναι καλά.

Το βράδυ εκείνο, ο Γκριν πήγε στον σταθμό όχι για να πάρει το τρένο για κάπου. Αλλά για να δώσει τέλος στη ζωή του. Ήταν πνιγμένος στα χρέη, η κοκαΐνη είναι ακριβό σπορ, η κοπέλα του τον είχε αφήσει εξαιτίας του εθισμού του και η ποδοσφαιρική του καριέρα είχε πιάσει πάτο. Εκείνη η ανακοίνωση από το μεγάφωνο για την καθυστέρηση του έσωσε τη ζωή, όπως λέει. Ήταν ένα σημάδι. Τα χρόνια πέρασαν όμως, ο Γκριν δεν θα φοράει τα τρία λιοντάρια δίπλα στους Ντέλε Άλι και Μπάρκλεϊ. «Πίστευα και τότε ότι είχα μεγάλο ταλέντο, ότι ήμουν εξίσου καλός με τον Ντέλε Άλι. Το ποδόσφαιρο είναι το μοναδικό πράγμα στο οποίο είμαι καλός. Νόμιζα ότι αν μιλήσω για το πρόβλημά μου, η καριέρα μου θα τελειώσει. Αλλά είπα στον εαυτό μου: μήπως να είσαι για μια φορά στη ζωή σου ειλικρινής και να παραδεχτείς το πρόβλημά σου; Αν φτάσω σε καλή φυσική κατάσταση και πάρω και λίγο χρόνο στην Τσέστερ νομίζω ότι μπορώ να γίνω ξανά ποδοσφαιριστής. Να φτάσω να παίζω στην League 1 και την Championship και να μπορώ να συντηρώ την οικογένειά μου. Έβγαλα 500.000 λίρες από το ποδόσφαιρο και το μόνο που έχω κρατήσει είναι ένα iPad.»

Η ποδοσφαιρική οικογένεια Κιέζα

  [4 Σχόλια]

Το ιταλικό ποδόσφαιρο της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας παράδεισος μεγάλων παικτών. Ό,τι κορυφαίο κυκλοφορούσε στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά περνούσε από κάποια ιταλική ομάδα και όχι αποκλειστικά μόνο από τις μεγάλες. Ένα πρωτάθλημα δύσκολο, συναρπαστικό, με πολλούς υπερ-ήρωες. Μέσα όμως σε αυτή την πλημμύρα αστεριών, πάντα υπήρχαν λιγότερο προβεβλημένοι ήρωες, μεγάλοι παίκτες που έγραφαν καριέρες κυρίως ως πρωταγωνιστές β’ ανδρικού ρόλου. Ένας τέτοιος ήταν ο Ενρίκο Κιέζα.

Στο δύσκολο ιταλικό πρωτάθλημα, ο Κιέζα δεν είχε τα σωματικά προσόντα για να σε εντυπωσιάζει βλέποντάς τον στο γρασίδι. Όταν όμως έπαιρνε την μπάλα, τα πράγματα άλλαζαν. Γρήγορος και ικανός και με τα δύο πόδια, κυρίως όμως «ήξερε ποδόσφαιρο». Μοχθούσε στο γήπεδο, δεν φοβόταν τις επαφές, βρισκόταν συχνά εκεί που έπρεπε και τελείωνε γρήγορα τις φάσεις, χωρίς δεύτερη σκέψη, σε μια λίγκα που ο αμυντικός δεν σε άφηνε να αναπνεύσεις. Ένας ιδανικός παρτενέρ για κάθε επιθετικό, παίκτης που δεν ήταν βεντέτα, τον ένοιαζε η ομάδα και ας σκόραρε ο συμπαίκτης του περισσότερο, ενώ αυτός τραβιόταν στο πλάι για να ανοίξει διαδρόμους και να μοιράσει ασίστ.

Γενοβέζος στην καταγωγή, ξεκίνησε την καριέρα του στην Σαμπντόρια χωρίς όμως να τα βρει εύκολα. Πήγε δανεικός σε ομάδες Δ’, Γ’ και Β’ εθνικής και τελικά κατάφερε να κάνει το ξεπέταγμα στις Μόντενα και Κρεμονέζε και να πείσει την Σαμπ να του δώσει ακόμα μία ευκαιρία. Ο Κιέζα μπορούσε να παίξει στα πλάγια, αλλά όσο πιο κοντά στην εστία τον έβαζες, τόσο περισσότερο σκόραρε. Η τελευταία του χρονιά στη Γένοβα ήταν και και η καλύτερη. Βγήκε 3ος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 22 γκολ έχοντας μια εξαιρετική συνεργασία με τον Μαντσίνι, ξεπερνώντας παίκτες όπως ο Μπατιστούτα ή ο Μπίρχοφ, αλλά η Σαμπντόρια έχασε οριακά την έξοδο στην Ευρώπη. Ο Αντσελότι τον έφερε στην Πάρμα, ο Κιέζα ήταν επιτέλους σε μια ομάδα με σπουδαίους παίκτες και την επόμενη τριετία πήρε μια 2η θέση, κέρδισε ένα κύπελλο, ένα Σούπερ Καπ και φυσικά ένα ΟΥΕΦΑ στο οποίο ο Κιέζα βγήκε πρώτος σκόρερ και έβαλε γκολ στον τελικό. Η συνεργασία του με τον Κρέσπο ήταν ιδανική, οι ασίστ και τα γκολ πολλά, ο χαρακτήρας του εξαιρετικός. Ο Φάμπιο Καπέλο τον παρομοίωσε ως συνδυασμό Τζίτζι Ρίβα και Πάολο Ρόσι.

Σέντρα Βερόν, Κρέσπο αφήνει, Κιέζα μπουμπουνίζει στο «Γ»

Στη Φλωρεντία σκέφτηκαν «αφού το κάνει με τον Κρέσπο γιατί όχι και με τον Μπατιστούτα» κι ο Κιέζα άλλαξε και πάλι πόλη.  Δεν έκανε καλό ντεμπούτο στη Φιορεντίνα, χάνοντας συχνά τη θέση του από τον Μιγιάτοβιτς και η πρώτη σεζόν ήταν μέτρια. Ο Μπατιγκόλ όμως θα άφηνε τη Φιορεντίνα για τη Ρώμη κι ο Κιέζα κατέληξε να γίνει ο… μοναχικός λύκος στην επίθεση της Φιορεντίνα. Σε μια Φιορεντίνα σε φθίνουσα πορεία, ο Ρουί Κόστα και ο Κιέζα ήταν τα διαμάντια της ομάδας και ο Ενρίκο σκόραρε 22 φορές στο πρωτάθλημα, ενώ κατέκτησε ακόμα ένα κύπελλο το 2001. Δυστυχώς γι’ αυτόν, τα χρόνια είχαν αρχίσει να περνούν, οι τραυματισμοί που πάντα τον ταλαιπωρούσαν ήταν όλο και πιο συχνοί και παρά την τρομερή του αξία και αναγνώριση, δεν είχε κατακτήσει ένα πρωτάθλημα στα πιο παραγωγικά του χρόνια.

Ο οικονομικός και αγωνιστικός κατήφορος της Φιορεντίνα τον οδήγησε στην Λάτσιο χωρίς όμως να παίξει καλά. Αρκετοί βιάστηκαν να τον θεωρήσουν τελειωμένο, αλλά ο Κιέζα είχε ακόμα να προσφέρει πράγματα στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Στα 33 του γύρισε στην Τοσκάνη, αυτή τη φορά στη Σιένα και παρά τα χρονάκια του συνέχισε να σκοράρει και έγινε κι εκεί αγαπητός. Τις τρεις πρώτες χρονιές του έβαλε διψήφιο αριθμό γκολ και έπαιξε τελικά μέχρι τα 38 του εκεί, είδωλο των ντόπιων οπαδών. Άνθρωπος που αγαπούσε την μπάλα, κρέμασε τα παπούτσια στα 40 του τελικά. Η καριέρα του Κιέζα είχε παραπάνω από 500 παιχνίδια και περίπου 200 γκολ, τόσο με το αριστερό, όσο και με το δεξί και με χειρουργικό τελείωμα, δίχως ανάσα, πολλές φορές σε κάποιο παραθυράκι εστίας, ένα πόδι-διαβήτης.

Κάπου εδώ κανονικά θα τελείωνε το κείμενο, θα αγκαλιαζόμασταν για τα παλιά, θα λέγαμε πόσο χάλια είναι το ιταλικό ποδόσφαιρο πια και όλα καλά. Μόνο που το όνομα Κιέζα δεν ανήκει (μόνο) στο παρελθόν. Ο Φεντερικό Κιέζα, μόλις 20 ετών, προσπαθεί να ξεπεράσει την ταμπέλα του νεποτισμού και να αφήσει το δικό του στίγμα στο ποδόσφαιρο. Μάλιστα προσπαθεί να το κάνει σε μια ομάδα που ο μπαμπάς τίμησε. Στη Φιορεντίνα.

Πρώτη φορά τον είδα στο ματς με τον ΠΑΟΚ για το Γιουρόπα Λιγκ. Άκουσα το όνομα, είδα τις κινήσεις, σκέφτηκα «βρε λες;» και μετά έψαξα και βεβαιώθηκα. Ο Κιέζα τζούνιορ έχει ακόμα να δείξει πολλά, αλλά τα πρώτα δείγματα είναι θετικά. Διεθνής με τις μικρές εθνικές, βρίσκει όλο και περισσότερο χρόνο συμμετοχής στους Βιόλα. Ένα σημαντικό γκολ επί της Γιουβέντους αρχικά χρεώθηκε σε αυτόν, αλλά του το πήραν πίσω μετά τα ριπλέι, το μέλλον όμως του ανήκει. Στο 3-3 με την Τζένοα σκόραρε το δεύτερό του γκολ, στο ίδιο ματς που σκόραρε κι ο γιος Σιμεόνε και μαζί μας έκαναν να νιώσουμε πολύ γέροι.

Στο παιχνίδι της Φιορεντίνα με την ΣΠΑΛ σημείωσε το 2ο γκολ του για τη σεζόν 2017-18 γράφοντας το 3-0 για την ομάδα του. Πιο πολύ ενδιαφέρον έχει η κίνησή του μετά. Ο Φεντερίκο έφυγε για τον πάγκο και πήγε και αγκάλιασε έναν πιτσιρικά, ένα από τα ball boys της Φιορεντίνα. Δεν ήταν όμως κάποιο τυχαίο παιδάκι. Ήταν ο μικρός του αδερφός Λορέντσο, άξιο μέλος κι αυτός της οικογένειας Κιέζα. Οι πιο παλιοί θυμήθηκαν κάτι και άρχισαν να ψάχνουν το αρχείο. Τότε που ο μπαμπάς Ενρίκο φορώντας τη φανέλα της Σιένα είχε αγκαλιάσει ένα άλλο ball boy. Τον μικρό τότε Φεντερίκο. Κι η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται…

Το τέλος του κόσμου κι ο Κάρλος Ρόα

  [4 Σχόλια]

Στη μουσική υπάρχει ο όρος «one hit wonder» για καλλιτέχνες ή μπάντες που έκαναν τρομερή επιτυχία με ένα τραγούδι και μετά το απόλυτο χάος. Από τον… Vanilla Ice και τις 4 Non Blondes μέχρι τους Bombfunk MC’s, η μουσική βιομηχανία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Στο ποδόσφαιρο δεν ξέρω αν υπάρχει αντίστοιχος όρος, άλλωστε με ένα γκολ είναι δύσκολο να κάνεις καριέρα, αλλά έχουμε δει δεκάδες ποδοσφαιριστές να κερδίζουν εντυπώσεις σε μία διοργάνωση ή μία σεζόν, να παίρνουν μια μεταγραφή και μετά να εξαφανίζονται, κινούμενοι στη μετριότητα. Συνήθως όλοι αυτοί (καλλιτέχνες και αθλητές) δεν ήταν μάλλον τόσο καλοί, συνέπεσαν σε μια περίοδο που τους πήγαν όλα καλά, ήταν τυχεροί, πείτε το όπως θέλετε. Ο πρωταγωνιστής της σημερινής μας ιστορίας όμως, είναι μία κατηγορία μόνος του. Γιατί ενώ έχει όλα τα τυπικά προσόντα του «one hit wonder» (έφτασε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα στην κορυφή), στην πραγματικότητα θα μπορούσε να κάνει πολύ πιο σπουδαία πράγματα αν μόνος του δεν κατέστρεφε το μέλλον του. Αυτή είναι η πολύ περίεργη ιστορία του Κάρλος Άνχελ Ρόα, ενός σπουδαίου τερματοφύλακα και ακόμα πιο περίεργου ανθρώπου.

Παρ’ ότι γεννήθηκε στη Σάντε Φε, δεν έπαιξε μπάλα σε κάποια από τις ομάδες της. Φόρεσε τα γάντια του στη Ράσινγκ Κλουμπ, παίρνοντας την πρώτη του συμμετοχή μόλις στα 19 του, όταν ο μεγάλος «Πάτο» Φιλιόλ αποβλήθηκε σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Ρόα έπαιξε μέχρι το 1994 στη Ράσινγκ και κατά τη διάρκεια της καριέρας του εκεί, συνέβη το πρώτο περίεργο. Τον Αύγουστο του 1990 η Ράσινγκ ταξίδεψε στην Αφρική για να κάνει εκεί ορισμένα φιλικά με ομάδες όπως η εθνική Μπενίν, το Τόγκο κι η Μπουρκίνα Φάσο. Ο Κάρλος Ρόα επιστρέφοντας από το Κονγκό εμφάνισε συμπτώματα ελονοσίας κι έφτασε ένα βήμα πριν το θάνατο. Η ασθένεια στην Αργεντινή ήταν πρακτικά άγνωστη και δεν υπήρχαν τα κατάλληλα φάρμακα για να θεραπευθεί, ενώ οι γιατροί που ήξεραν μόνο από τα βιβλία του έδωσαν εξιτήριο πολύ νωρίς. Αποτέλεσμα, ο Ρόα να επιστρέψει σε χειρότερη κατάσταση στο νοσοκομείο κι οι γονείς του αναγκάστηκαν να φέρουν τα φάρμακα από τη Βραζιλία. Ο πρόεδρος της Ράσινγκ δήλωσε ότι Ρόα αρνήθηκε να τα πάρει εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, κάτι που ο Ρόα πάντως το διέψευσε. Έτσι κι αλλιώς όμως, ο ίδιος θεώρησε ότι σώθηκε από θαύμα. Η πίστη του στον Θεό έγινε πολύ πιο έντονη.


«Η κατάκτηση της Αφρικής», τίτλος της εποχής για την τουρνέ στην Αφρική

Ο Ρόα έχασε μια σεζόν περίπου, επέστρεψε βασικός μετά τη φυγή του Γκοϊκοετσέα και τελικά το 1994 πήρε μεταγραφή στη Λανούς, σε μια απόφαση που άλλαξε την καριέρα του. Εκεί συνέπεσε σε μία χρυσή εποχή του συλλόγου, με το νεαρό τότε Έκτορ Ραούλ Κούπερ να κάνει σπουδαία δουλειά και συμπαίκτες καλούς παίκτες όπως ο Αριέλ Ιμπαγάσα και οι Μοράλες και Σούρερ. Όπως φυσικά ξέρουμε, ομάδα του Κούπερ και αυτοκτονία είναι έννοιες συνυφασμένες, ο Ρόα άγγιξε ένα πρωτάθλημα, αλλά το έχασε. Πρόλαβε όμως στη θητεία του να σημειωσει και το πρώτο του γκολ, με πέναλτι απέναντι στο… συνάδελφό του Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ. Το 1997 ο Κούπερ πηγαίνει στη Μαγιόρκα και για να υπογράψει, βάζει όρο στους νησιώτες να πάρουν τον «Λετσούγκα» (παρατσούκλι που σημαίνει μαρούλι, μια που ο Ρόα ήταν vegetarian πολύ πριν γίνει… μόδα,) για να τους βρει ένα χρόνο αργότερα κι ο Ιμπαγκάσα. Το 1997-98 είναι η χρονιά του… wonder για τον Ρόα.

Η νεοφώτιστη Μαγιόρκα του Έκτορ του Ραούλ του Κούπερ, με παίκτες όπως οι Στάνκοβιτς και Βαλερόν, κάνει μια συγκλονιστική σεζόν που τη φέρνει στην 5η θέση του πρωταθλήματος, ενώ φτάνει και στον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι στο Μεστάγια απέναντι στην Μπάρτσα του φαν Χάαλ. Αν αγαπητέ αναγνώστη περιμένεις happy ending σε τελικό με Κούπερ, μάλλον είσαι αισιόδοξος. Η Μαγιόρκα ανοίγει το σκορ στο 6′, ισοφαρίζεται από το Ριβάλντο, μένει με 10 παίκτες αρχικά και στην παράταση με 9. Κι όμως, καταφέρνει και κρατάει το 1-1 πηγαίνοντας το ματς στα πέναλτι.

Ένα βίντεο γεμάτο παιχταράδες (τα πέναλτι ξεκινούν περίπου στο 8.30)

Ο Ρόα αποκρούει τα πέναλτι των Ριβάλντο και Θελάδες και σκοράρει ο ίδιος στο 5ο και κρίσιμο. Στη συνέχεια αποκρούει το 6ο πέναλτι του Λουίς Φίγκο. Τι άλλο να κάνει ο άνθρωπος; Ο Στάνκοβιτς όμως στέλνει την μπάλα άουτ και η διαδικασία συνεχίζεται με την Μπαρσελόνα να κατακτά το κύπελλο χάρη και στον Χεσπ που κάνει τελικά κι αυτός τρεις αποκρούσεις. Η Μαγιόρκα αγγίζει το θαύμα. Ο Ρόα πάντως με την απόδοσή του έχει κερδίσει την κλήση στην εθνική ομάδα για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Πασαρέλα τον προτιμά από τον Χερμάν Μπούργκος και τον Καβαγιέρο και δικαιώνεται. Η Αργεντινή περνάει με τρεις νίκες από τον όμιλό της και ο Κάρλος Ρόα δεν δέχεται κανένα γκολ.

Στη φάση των 16 έχουμε ένα από καλύτερα παιχνίδια σε Μουντιάλ, το περίφημο Αργεντινή-Αγγλία με μερικές ιστορικές φάσεις. Μπατιστούτα-Ζανέτι, Σίρερ-Όουεν σκοράρουν και το παιχνίδι μετά από 120 λεπτά πηγαίνει στα πέναλτι. Ο Πασαρέλα πλησιάζει τον Ρόα και του λέει: «Πρέπει να κερδίσουμε στα πέναλτι, ε» και τον χτυπάει στην πλάτη, σαν να του λέει «κανόνισε να μην περάσουμε και θα δεις». Ο Ρόα νιώθε όλο το βάρος πάνω του, αλλά αν περιμένεις φίλε αναγνώστη καλή κατάληξη για την Αγγλία στα πέναλτι, πάλι κάνεις λάθος. Ο Σίμαν πιάνει το πέναλτι του Κρέσπο, αλλά ο Ρόα είναι σε τρομερή κατάσταση. Αποκρούει τα πέναλτι τόσο του Ινς, όσο και του Μπάτι. Η Αργεντινή παίρνει την πρόκριση κι ο Ρόα γίνεται εθνικός ήρωας, ο νέος Γκοϊκοετσέα. Μπορεί στη συνέχεια η χώρα να πικραίνεται από τον αποκλεισμό στο τέλος από την Ολλανδία (ναι, ο Ρόα είναι ο τερματοφύλακας σε αυτό το γκολ του Μπέργκαμπ), αλλά ο Λετσούγκα θεωρείται πλέον από τους κορυφαίους τερματοφύλακες στον κόσμο.

Η Μαγιόρκα κάνει μια ακόμα εξαιρετική σεζόν και τερματίζει 3η το 1999. Ο Ρόα είναι σταθερά στους διακριθέντες, είναι ο τερματοφύλακας που δέχεται τα λιγότερα γκολ στην Πριμέρα, παίρνοντας το βραβείο Θαμόρα. Είναι ο μόλις τρίτος μη Ισπανός που το κατακτά. Το καλοκαίρι του 1999 ξεκινάει το τέλος του όμως. Ο Σμάιχελ φεύγει από τη Γιουνάιτεντ και ο σερ Άλεξ ψάχνει τον αντικαταστάτη του. Οι Άγγλοι προσφέρουν 10 ολόκληρα εκατομμύρια (τεράστιο ποσό για τα δεδομένα της εποχής) και φυσικά η Μαγιόρκα δεν λέει όχι. Αυτός που λέει όχι όμως είναι ο Ρόα. Ανήκει στην εκκλησία των Ανβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας, μια εκκλησία Προτεσταντών που θεωρούν ότι το Σάββατο είναι η έβδομη ημέρα της εβδομάδας και μάλιστα ιερή. Ο Ρόα λέει ότι δεν μπορεί να πάει στην Αγγλία και να παίζει το Σάββατο κι ότι ήταν κακός Χριστιάνος όταν το έκανε. Λίγο αργότερα αρνείται να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Μαγιόρκα (που ας μην ξεχνάμε ότι είχε κερδίσει τη συμμετοχή της στο Τσάμπιονς Λιγκ) και δηλώνει ότι σταματάει το ποδόσφαιρο (στα 29 του) για να αφοσιωθεί στη θρησκεία του. Πολλοί άνθρωποι του ποδοσφαίρου προσπαθούν να τον μεταπείσουν, ακόμα κι ο προπονητής της εθνικής Χοσέ Πέκερμαν. Αυτός δεν αλλάζει γνώμη.


«Ποτέ δεν ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής και δεν μου λείπει το ποδόσφαιρο. Είμαι χαρούμενος χωρίς το ποδόσφαιρο. Βρίσκομαι σε ψυχική ηρεμία γιατί έβγαλα ένα βάρος από πάνω μου και το έκανα από αγάπη.»
– Κάρλος Ρόα, σε συνέντευξή του στην Ole

Γίνεται όμως ακόμα καλύτερο. Ο Ρόα δεν σταματά απλά το ποδόσφαιρο. Εγκαταλείπει τα εγκόσμια, αφήνει πίσω τα υπάρχοντά του και εξαφανίζεται. Πιστεύει ότι το Μιλένιουμ, σηματοδοτεί και το τέλος του κόσμου ή μάλλον καλύτερα, το τέλος των αμαρτωλών, καθώς υπάρχει η πεποίθηση στη θρησκεία του ότι ο Χριστός θα επιστρέψει στη Γη και μόνο οι σωστοί Χριστιανοί θα γλιτώσουν. Ο Ρόα γίνεται πάστορας κάπου στην εξοχή της Αργεντινής, απομονωμένος μαζί με την οικογένειά του, για να προσευχηθεί και να έρθει κοντά στον Θεό. Τελικά, το 2000 έρχεται, ο κόσμος κι οι υπολογιστές δεν καταστρέφονται και τον Απρίλιο ο Ρόα επιστρέφει στην Ισπανία και την μπαλίτσα, παρά τα όσα έλεγε σε συνέντευξή του. Η Μαγιόρκα τον δέχεται πίσω με αγάπη, αλλά ο Ρόα είναι κάθετος: Δεν θα αγωνίζεται τα Σάββατα, εκτός κι ο αγώνας είναι βραδινός. Μια που η Μαγιόρκα παίζει στους ομίλους, πολλά παιχνίδια της γίνονται Σάββατο, ενώ ήδη αγωνίζεται βασικός ο συμπατριώτης του Λέο Φράνκο.

Ο Ρόα όπως είναι φυσικό γίνεται παγκίτης, καθώς εκτός των άλλων έχει χάσει και τη φόρμα του. Μένει μέχρι το τέλος του συμβολαίου του και στη συνέχεια πηγαίνει στη Σεγόυντα και την Αλμπαθέτε. Εκεί βρίσκει τον εαυτό του, παίζει σε αρκετά παιχνίδια και κερδίζει την άνοδο στην Πριμέρα. Τα πράγματα φαίνονται να επιστρέφουν σε κανονικούς ρυθμούς, αλλά οι περιπέτειες δεν έχουν τελειώσει. Τη σεζόν 2003-04 και ενώ αγωνίζεται βασικός στην Αλμπαθέτε, αρχίζει να έχει πόνους στους κοιλιακούς ή έτσι νομίζει. Αφού οι γιατροί αρχικά δεν βγάζουν άκρη, οι εξετάσεις όμως δείχνουν την άσχημη αλήθεια. Καρκίνος στους όρχεις. Η Ισπανία τελειώνει οριστικά και απότομα. Ο Ρόα κάνει επέμβαση και συνεχίζει με χημειοθεραπείες.

Ο «Λετσούγκα» μένει εκτός δράσης σχεδόν για 2 σεζόν και φυσικά γνωρίζει ότι η καριέρα του έχει τελειώσει. Τουλάχιστον σε υψηλό επίπεδο, καθώς επιστρέφει στην ενεργό δράση με τη φανέλα της Ολίμπο (συναντώντας και τον Ισμαέλ Μπλάνκο). Φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τον παλιό τερματοφύλακα και απλά γράφει το τέλος του στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Μετά το κρέμασμα των γαντιών του, ακολούθησε ως βοηθός του Ματίας Αλμέιδα σε διάφορες ομάδες, μέχρι να γίνει προπονητής τερματοφυλάκων στη Γουαδαλαχάρα. Η ζωή του κι η καριέρα του ήταν γεμάτη μάχες, ποδόσφαιρο, θρησκεία και ασθένειες. Κατάφερε να κερδίσει μόλις ένα Σούπερ Καπ στην Ισπανία (τη… ρεβάνς του τελικού με την Μπαρτσελόνα) και δύο διεθνείς τίτλους στη Λ. Αμερική με Λανούς και Ράσινγκ. Ίσως είναι άδικο να τον πούμε one hit wonder, είχε αρκετές καλές σεζόν συνολικά, αλλά είναι ο άνθρωπος που μέσα σε 2 χρόνια έφτασε απίστευτα ψηλά και προτίμησε να τα παρατήσει όλα. Πάντα αξίζουν σεβασμού όσοι μπορούν να πουν όχι στα χρήματα και στη δόξα για να κάνουν αυτό που θέλουν, αλλά υπάρχει και το ερώτημα αν αυτό το κάτι αξίζει. Ο ίδιος ο Ρόα σε συνεντεύξεις του πάντως δηλώνει ότι δεν μετάνιωσε ποτέ.

Μέσα στο ναό, έχουν για θεό

  [Καθόλου σχόλια]

Το γήπεδο είναι κάτι ιερό για τον φίλαθλο. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί λογικά η σχέση του με την έδρα του. Είναι το σπίτι του. Και δεν θα διστάσει να τα βάλει με κανέναν για να το προστατεύσει. Και συχνά είναι «ναός» για τη θρησκεία του, την ομάδα του. Τι γίνεται όμως όταν στο ίδιο μέρος υπάρχει και μια άλλη θρησκεία, κανονική αυτή τη φορά, με νομική υπόσταση, που θέλει το δικό της ναό; Η απάντηση ήρθε χθες με τα κωμικοτραγικά που συνέβησαν στη Λίμα του Περού που δεν έχουν προηγούμενο.

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Η Αλιάνζα της Λίμα είναι μία από τις μεγαλύτερες ομάδες στο Περού, η 2η σε τίτλους στη χώρα. Από το 1974 αγωνίζεται στο ομώνυμό γήπεδό της που από το 2000 έχει μετονομαστεί σε Εστάδιο Αλεχάντρο Βιγιανουέβα. Τίποτα το περίεργο μέχρι εδώ. Ο σύλλογος όμως πρόσφατα πέρασε δύσκολες καταστάσεις οικονομικά και έφτασε να έχει περάσει ουσιαστικά στα χέρια των πιστωτών του. Έτσι, βγήκαν κάποιες φήμες ότι μέσα σε όλα αυτά, μπορεί το στάδιο να πουληθεί. Η τότε διοίκηση το διέψευσε, αλλά οι πιστωτές θα μπορούσαν κάλλιστα να το κάνουν.

Με τούτα και με εκείνα, η Αλιάνζα άλλαξε διοίκηση. Εμφανίστηκε όμως ένας από τους ενδιαφερόμενους να δηλώνει ότι μέρος της έκτασης που βρίσκεται στο γήπεδο ανήκει σε αυτόν. Ήταν ο πάστορας Αλμπέρτο Σαντάνα, των ευαγγελιστών της «Υψηλής Αίθουσας» (η δική μου ελεύθερη μετάφραση). Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η εκκλησία του, που αριθμεί αρκετά μέλη σε όλη τη χώρα, αγόρασε την έκταση δίνοντας 600 χιλιάδες δολάρια. Η κατάσταση παρέμεινε έτσι για αρκετό καιρό, με την Αλιάνζα να υποστηρίζει ότι δεν έχει γίνει καμιά αγοραπωλησία.

Ο πάστορας δήλωσε σχετικά: «Αγοράσαμε την έκταση. Ο Θεός το επέλεξε, όχι εγώ. Είναι μια τιμή για την Αλιάνζα. Θα χτίσουμε εκεί μία εκκλησία». Το θέμα είχε μείνει κυρίως στα λόγια για καιρό, με τις δυο πλευρές να βάζουν δικηγόρους και να καταφεύγουν στη δικαιοσύνη. Μέχρι που χθες έγινε το κακό, αφού οι ευαγγελιστές είπαν να πάρουν το… θέλημα του Θεού στα χέρια τους. Περίπου 1500 πιστοί της εκκλησίας (ανάλογα με τα ρεπορτάζ τα νούμερα παίζουν), φορώντας κίτρινα κράνη εργοταξίου και τα ίδια μπλουζάκια πήγαν στις εγκαταστάσεις τα χαράματα.  Εκεί κρατώντας βίβλους και τραγουδώντας «ο Χριστός ζει» έσβησαν το έμβλημα της Αλιάνζα και το όνομά της και ξεκίνησαν να βάφουν τις εικόνες των θρύλων του συλλόγου που βρίσκονται στον περιβάλλοντα χώρο. Παράλληλα, κρεμούσαν τα δικά τους μηνύματα και φρόντισαν να αποκλειστούν τοποθετώντας ξύλινες τάβλες και λουκέτα στις εισόδους.

Η έγκυρη ρεπόρτερ του πρωινάδικου παρούσα όσο οι ευαγγελιστές κάνουν… μερεμέτια

Τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και σόκαραν τον κόσμο της ομάδας. Αν και η διοίκηση της Αλιάνζα είχε βγάλει ανακοίνωση για να είναι ψύχραιμοι οι οπαδοί, μόλις έγινε γνωστό το θέμα πολλοί έφυγαν αμέσως για το στάδιο. Η αστυνομία υπήρχε ήδη και έτσι αρχικά συγκεντρώθηκαν απ’ έξω, έξαλλοι για τα όσα γίνονταν. Στη συνέχεια όμως, κουβαλώντας διάφορα σύνεργα, έσπασαν το… τείχος που είχαν στήσει οι ευαγγελιστές και άρχισαν οι ομορφιές. Ιστορίες γραφικότητας με οπαδούς και πιστούς να κυνηγιούνται.

Χαμός…

Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι τραγικά, ευτυχώς όμως είχαμε συγκριτικά λίγους τραυματίες μέχρι να επέμβει η αστυνομία με δακρυγόνα και το θέμα να λήξει. Να λήξει φυσικά προσωρινά. Οι οπαδοί που κέρδισαν πίσω το χώρο, άρχισαν να βγάζουν τις μπογιές των ευαγγελιστών και το όνομα της Αλιάνζα εμφανίστηκε ξανά. Το αν ήταν απλά μία μάχη κερδισμένη θα φανεί στο μέλλον, καθώς οι ευαγγελιστές έχουν παρουσιάσει χαρτιά σύμφωνα με τα οποία αγόρασαν δύο εκτάσεις που περιλαμβάνουν εκτός από το πάρκινγκ και κάποια εξωτερικά προπονητικά γήπεδα. Ο δικηγόρος της εκκλησίας Σάντρο Μπαλμπίν ήταν κάθετος: «Εδώ είναι το σπίτι του Θεού. Έχουμε όλα τα έγγραφα, είμαστε οι ιδιοκτήτες».

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η σκυλίτσα βοηθός προπονητή

  [5 Σχόλια]

Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο η ανάγκη του προπονητή να έχει ένα καλό βοηθό είναι τεράστια. Για να προσέχει τα πάντα, να του κάνει τη ζωή πιο εύκολη, ενίοτε να τον ξυπνάει και να κάνει καμία αλλαγή (όπως λέμε από τις εξέδρες). Και κυρίως, να είναι πιστός στον κόουτς. Στην περίπτωση της ομάδας «2 Μαΐου» της Παραγουάης πήγαμε ένα βήμα παραπάνω. (Παρένθεση κι επεξήγηση: Η ομάδα «2 Μαΐου ιδρύθηκε στις… 6 Δεκεμβρίου του 1935 από βετεράνους ενός από τους σκληρότερους πολέμους της Λ. Αμερικής. Αυτού μεταξύ Βολιβίας και Παραγουάης. Οι βετεράνοι του πολέμου ίδρυσαν το σύλλογο και του έδωσαν το όνομα από το σύνταγμα του πεζικού στο οποίο υπηρέτησαν, αυτό της 2ας Μαΐου.)

Ο σύλλογος δίνει τη μάχη του για να ανέβει στην Α’ εθνική της χώρας και κόουτς είναι ο Κάρλος Χάρα Σαγιέρ, ένας σημαντικός προπονητής με αρκετές επιτυχίες στις μικρές ομάδες της χώρας. Κάποιοι (ανάμεσά τους κι εγώ) έχει τύχει να τον δούμε και από κοντά, όταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 ήταν προπονητής της εθνικής Παραγουάης του τεράστιου Κάρλος Γκαμάρα οδηγώντας τη στο ασημένιο μετάλλιο. Εδώ και μερικούς μήνες είναι κόουτς στην ομάδα από την πόλη Πέδρο Χουάν Καμπαγιέρο (ναι, έτσι τη λένε). Η ιστορία θα ήταν απολύτως βαρετή και δεν θα μας απασχολούσε αν πριν λίγο καιρό ο Κάρλος δεν έβλεπε ένα σκυλάκι, τη 10χρονη Τεσαπάρα, ένα αδέσποτο που τριγυρίζει στην περιοχή, να τον πλησιάζει. Ο (σχετικά τροφαντός) Κάρλος αποφάσισε να της δώσει λίγη από την εμπανάδα (ότι πιο κοντινό στην τυρόπιτα κουρού υπάρχει στη Λ. Αμερική) που έτρωγε.


Η Τεσαπάρα δεν τεμπελιάζει. Προπονείται μαζί με τους παίκτες και κάνει τις ασκήσεις.

Ήταν σαν να υπέγραψαν συμβόλαιο. Από εκείνη την ημέρα η Τεσαπάρα αποφάσισε πως έπρεπε να ξεπληρώσει αυτή την τεράστια κίνηση (ας μην κάνω σύγκριση μεταξύ σκυλιών και γατιών). Υποδέχεται κάθε πρωί τον Σαγιέρ όταν πιάνει δουλειά και το βράδυ μένει και κοιμάται φυλώντας τις εγκαταστάσεις. «Το πρωί είναι φιλική, μένει δίπλα μου συνέχεια, αλλά αφήνει να τη χαϊδεύουν όλοι. Ήρεμη και γλυκιά. Το βράδυ γίνεται φύλακας και αγριεύει σε όποιον πλησιάζει», λέει ο κόουτς για τη σκυλίτσα που έχει πάρει πολύ σοβαρά το ρόλο του φύλακα. Η Τεσαπάρα συνοδεύει παντού τον προστάτη της. Στα γραφεία, στα αποδυτήρια, στις προπονήσεις και φυσικά στους αγώνες όταν ο διαιτητής την αφήνει. Αλλιώς πηγαίνει στην εξέδρα και βλέπει από εκεί το ματς.


Παρούσα στη συνέντευξη, μήπως ο ρεπόρτερ κάνει προβοκατόρικη ερώτηση

Είναι πολύ χρήσιμη ειδικά όταν ο διαιτητής θέλει να κάνει παρατήρηση στον Σεγιάρ κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, καθώς αγριεύει. Δίπλα στον Σεγιάρ πάντως δεν κάνει κίνηση να μπει μέσα, όταν το κοράκι την αφήνει να «κάτσει» στον πάγκο. Έχει μάθει και βρίσκεται εκτός της γραμμής (και όπως βλέπουμε στην 1η φωτογραφία μέσα στο χώρο του κόουτς). Η Τεσαπάρα όπως είναι φυσικό, έγινε το σύμβολο του συλλόγου. Στα αποδυτήρια πανηγυρίζει μαζί με τους παίκτες μετά από νίκες. Το όνομά της έχει βγει από τα μάτια της που αλλάζουν χρώμα κατά τη διάρκεια της ημέρας σύμφωνα με τους ανθρώπους του συλλόγου. Το πρωί είναι τόσο ανοιχτά γαλάζια που ο Σεγιάρ στην αρχή νόμιζε ότι ήταν τυφλή. Καθώς πέφτει το φως το χρώμα τους αλλάζει.


Το κοράκι δεν την άφησε να κάτσει στον πάγκο στο συγκεκριμένο ματς, αλλά αυτή έτοιμη από τις εξέδρες να πει στον κόουτς ότι πρέπει να το γυρίσει σε 4-3-3

Ο Σεγιάρ την έχει αγαπήσει και φυσικά το ίδιο ισχύει και για όλους τους οπαδούς της ομάδας. Όπως λέει κι ο ίδιος, «Έχω και στο σπίτι ένα σκυλί. Είναι κουταβάκι και είναι κακομαθημένο. Είναι όμως μέλος της οικογένειας.» Κάτι αντίστοιχο με την Τεσαπάρα, που έγινε μέλος της οικογένειας της «2 Μαΐου».

Ντρίμπλες, μαγικά και αλκοόλ: η καριέρα και η ζωή του Ορέστε Κορμπάτα

  [1 Σχόλιο]

Αν κάποιος έχει την τύχη να επισκεφτεί ένα από τα πιο ιστορικά γήπεδα του κόσμου, το Ελ Σιλίντρο, την έδρα της Ράσινγκ Κλουμπ θα δει ότι ο ένας δρόμος δίπλα του μετονομάστηκε σε οδό Ντιέγκο Μιλίτο. Αν τύχει και πάει από την αντίθετη πλευρά του γηπέδου θα βρει ένα άλλο δρομάκι, πιο στενό, πετρόστρωτο, με χαμόσπιτα κι αρκετά πιο βρώμικο. Το δρομάκι Ορέστε Κορμπάτα. Βγαλμένο από έναν από τους σπουδαιότερους παίκτες της Ράσινγκ και της Αργεντινής, ένα ατελείωτο ταλέντο, αλλά και έναν άνθρωπο με θλιβερή ζωή και θάνατο, γνήσιο εκπρόσωπο ενός ποδοσφαίρου που δεν υπάρχει πια.

Ο Κορμπάτα γεννήθηκε στο Ντερό, λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες κι όταν έχασε τον πατέρα του μόλις στα πέντε του μετακόμισε στη Λα Πλάτα με την μητέρα του και τα επτά αδέρφια του. Όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, δούλευε κι αυτός από το πρωί, κάνοντας ότι μπορεί, για να φέρει κάποιο εισόδημα στο πάμφτωχο σπιτικό του που δεν είχε καν πόρτα. Ο Ορέστε ξυπόλητος τριγύριζε στο δρόμο με τυλιγμένα σκόρδα στο λαιμό του, όχι για να μην τον ματιάσουν, αλλά για να τα πουλήσει μαζί με φρούτα και ό,τι άλλο μπορούσε να βρει. Η μητέρα του Ισαμπέλ ήταν πλύστρα και καθαρίστρια. Ο μικρός, όταν δεν έβγαζε το ψωμί του, ήταν πάντα ξυποληταρία, μέσα στις λάσπες να παίζει μπάλα. Στο σχολείο πήγε μέχρι 2α δημοτικού, δεν το τελείωσε ποτέ, όχι τόσο γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν είχε χρόνο με τις δουλειές που έκανε το πρωί. Ποτέ δεν έμαθε να γράφει ή να διαβάζει κι αυτό τον στοίχειωσε.

Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην Εστουδιάντες και το 1955 πηγαίνει στη Ράσινγκ Κλουμπ. Στην πόρτα των ακαδημιών τον ρωτάνε πού είναι η βαλίτσα του. Εκείνος με αφοπλιστική ειλικρίνεια απαντάει: «Ποια βαλίτσα;» Όλα τα υπάρχοντά του είναι τα ρούχα που φοράει. Περπατάει στην οδό Μότσαρτ (κάθετη στο δρόμο που χρόνια αργότερα θα πάρει το όνομά του) και ξεκινά μια ιστορία αγάπης με την «Ακαδημία».

Ο Κορμπάτα δεν εντυπωσιάζει κανέναν με την εξωτερική του εμφάνιση. Είναι κοντούλης, ατημέλητος και αδύνατος σε σημείο υποσιτισμού. Όταν παίρνει την μπάλα όμως, όλα αλλάζουν. Παίζει δεξί εξτρέμ κι αυτός είναι κι ο τίτλος του βιβλίου του Αλεχάντρο Γουόλ: «Corbatta, El Wing» από το οποίο προέρχονται αρκετές από τις πληροφορίες του κειμένου. Ο Κορμπάτα είναι ταχύτατος, εξαιρετικός ντριμπλέρ, ξεσηκώνει το κοινό με τις προσπάθειές του, αλλά και με ιδιαίτερη τεχνική, καθώς ήξερε ακριβώς πώς να χτυπάει την μπάλα για να τη στείλει συστημένη στην καρδιά της περιοχής. Έπαιζε πάντα με κατεβασμένες κάλτσες, χωρίς επικαλαμίδες, με το μαλλί να ανεμίζει, το πρόσωπο συχνά λασπωμένο κι ένα πονηρό χαμόγελο. Γρήγορα έγινε ο «Λόκο» των οπαδών και ο κόσμος άρχισε να μιλά γι’ αυτόν. Το δεύτερο παρατσούκλι του ήταν «ο Αρλεκίνος».

Ελάχιστα πλάνα υπάρχουν από την καριέρα του δυστυχώς

Οι ιστορίες πολλές. Όπως τότε που άρχισε να τρέχει προς την εστία της Ράσινγκ, μέχρι να καταλάβει ότι απέναντί του ήταν ο δικός του τερματοφύλακας. Οι αντίπαλοι επιθετικοί ήρθαν πάνω του, εκείνος τους ντρίμπλαρε και έκανε κούρσα προς τη σωστή περιοχή. Ή όταν τον μάρκαρε ασφυκτικά ο Σιλβέιρα σε ένα ντέρμπι με την Ιντεπεντιέντε. Ο Κορμπάτα για να ξεφύγει βγήκε εκτός γραμμής, πήγε πίσω από τους αστυνομικούς, κρύφτηκε για λίγο εκεί και βγήκε από την άλλη. Αλλά από όσες ιστορίες κυκλοφορούν, δύο είναι κατ’ εμέ οι κορυφαίες. Μία για το παιχνίδι του και η άλλη για τον χαρακτήρα του. Η πρώτη έγινε σε ένα «φιλικό» (με πολλά εισαγωγικά) απέναντι στην Ουρουγουάη. Ο 21 ετών μόλις Κορμπάτα αποφάσισε να κάνει χαζό τον σέντερ μπακ της Ουρουγουάης Χοσέ «Πέπε» Σασία με το παρατσούκλι «ο Σκληρός». Μόνο από αυτό ανατριχιάζεις, αν σκεφτείς ότι ο Κορμπάτα ήταν 1.65 και 62 κιλά κι ο Πέπε κοντά στο 1.81. Η φάση θύμιζε κάτι από Βέγγο και Τρύφωνα. Ο Ορέστε όμως είχε άγνοια κινδύνου. Έκανε ένα σομπρέρο και πέρασε τον Σασία. Στη συνέχεια σταμάτησε και τον περίμενε. Ο Σασία ξαναήρθε πάνω του, ο Κορμπάτα του έκανε ένα τούνελ (ή γέφυρα όπως το λένε εκεί) με την μπάλα και έφυγε και πάλι λίγο πιο μπροστά. Εκεί κοντοστάθηκε, με την πλάτη του προς τον Σασία. Ο Ουρουγουανός πλησίασε ξανά και αυτή τη φορά ο Κορμπάτα του έκανε ακόμα ένα τούνελ, με πλάτη και χωρίς να βλέπει. Ο Σασία φυσικά είχε φουντώσει και περίμενε την εκδίκησή του. Λίγο αργότερα, ένας συμπαίκτης του έριξε τον Κορμπάτα στο έδαφος. Ο Σασία πλησίασε κάνοντας ότι θέλει να δει τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και του έχωσε μια μεγαλοπρεπή μπουνιά στο πρόσωπο. Ο Κορμπάτα έχασε δύο μπροστινά δόντια, τα οποία φυσικά δεν αναπλήρωσε ποτέ.


Το κενό στα δόντια του Κορμπάτα (που έμοιαζε και αρκετά με το Μανόλο Χιμένεθ)
Πηγή: Ντοκιμαντέρ «El Arlequin»

Ο Κορμπάτα όμως δεν ήταν κάποιος που λόγω κακίας ήθελε να εξευτελίζει τους αντιπάλους. Απλά λάτρευε το παιχνίδι, το σόου και το θέαμα. Για να καταλάβουμε τι παλικάρι ήταν, θα αναφέρουμε και μία δεύτερη ιστορία. Εκείνα τα χρόνια το trash talking ήταν στα φόρτε του στη Λ. Αμερική. Σε ένα ματς με τη Ρίβερ τον μάρκαρε ο Φεντερίκο Βάιρο. Μόλις τον πλησίασε, ο Κορμπάτα τον ρώτησε: «τι κάνει η μάνα σου;». Ο Βάιρο στράβωσε. Ο Κορμπάτα επέμεινε: «η αδερφή σου είναι καλά;». «Σκάσε και παίζε» απάντησε ο Βάιρο και για τα υπόλοιπα 90 λεπτά τον πελεκούσε όπου τον έβρισκε (κι όταν τον προλάβαινε). Ο Κορμπάτα δεν αντέδρασε σε κανένα χτύπημα. Μετά το τέλος του παιχνιδιού, ο Βάιρο είδε έκπληκτος τον Κορμπάτα να έρχεται στα αποδυτήρια της Ρίβερ. Η πρώτη σκέψη ήταν ότι ήρθε για… καβγά. Ο Κορμπάτα όμως απλά ήρθε να του πει να βγουν βόλτα μαζί. Οι ερωτήσεις για την μαμά και την αδερφή του Βάιρο δεν ήταν προσβολές. Ήταν κανονικό ενδιαφέρον, ήθελε απλά να κάνει κουβέντα.

Παίζει για 7 χρόνια στη Ράσινγκ, φοράει το 7 και σκοράρει 7 φορές σε ντέρμπι με την Ιντεπεντιέντε. Αν τα μαγικά του δεν αρκούν, αυτά τα γκολ τον κάνουν ίνδαλμα στον κόσμο. Συνολικά βάζει 72 γκολ και δίνει πολλές ασίστ. Σπεσιαλίστας στα πέναλτι, έχασε ελάχιστα στην καριέρα του. Κάποτε έβαλε στοίχημα με τον τεράστιο τερματοφύλακα της εποχής Αμαντέο Καρίσο. Αν ο Καρίσο απέκρουε 10 από τα 50 πέναλτι θα κέρδιζε. Ο Κορμπάτα του έβαλε τα 49 και το ένα το έστειλε στο δοκάρι. Στη Ράσινγκ κερδίζει δύο πρωταθλήματα Αργεντινής, ενώ στα 20 του μόλις καλείται στην εθνική.

Το 1957 κατακτά το Καμπεονάτο Σουνταμερικάνο (όπως λεγόταν τότε το Κόπα Αμέρικα) με μια από τις καλύτερες ομάδες που είχε ποτέ η Αργεντινή. Σε 6 ματς η αλμπισελέστε σκοράρει 25 φορές, κερδίζοντας μάλιστα και τη Βραζιλία με 3-0. Μια Βραζιλία που ένα χρόνο αργότερα με τον Πελέ θα κέρδιζε το Μουντιάλ. Ο Κορμπάτα δίνει το παρόν κι αυτός στο Μουντιάλ, αλλά η ομάδα του έχει ελλείψεις κυρίως λόγω των πολιτικών εξελίξεων. Ο ίδιος σκοράρει τρεις φορές, αλλά η Αργεντινή βγαίνει τελευταία στον όμιλο και αποκλείεται. Το 1959 κατακτά ξανά το Καμπεονάτο Σουνταμερικάνο, παρά τα 8 γκολ του Πελέ. Παίζει στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1962, αλλά δεν ταξιδεύει στη διοργάνωση.

Τα καρέ του απίστευτου γκολ από τη στιγμή που ο Κορμπάτα πάτησε περιοχή.

Σκόραρε 18 φορές σε 43 αγώνες με την εθνική, αλλά το ένα από τα γκολ έμεινε αξέχαστο και μέχρι ο Μαραντόνα να περάσει όλη την Αγγλία το 1986 ήταν αυτό που θεωρούσαν στην Αργεντινή ως το καλύτερο γκολ της εθνικής. Τον Οκτώβριο του 1957 μέσα στο Μπομπονέρα απέναντι στη Χιλή για τα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ. Η Αργεντινή είχε βάλει ήδη τρία γκολ μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, τα δύο ο Κορμπάτα. Το επόμενο όμως ήταν η μαγεία. Πήρε την μπάλα λίγο κάτω από το κέντρο, πέρασε δύο παίκτες και έφτασε στην περιοχή της Χιλής. Εκεί σταμάτησε, περίμενε αυτόν που είχε περάσει να τον φτάσει και του έκανε νέα ντρίμπλα. Βρέθηκε απέναντι στον τερματοφύλακα εκ νέου, αλλά και πάλι δεν εκτέλεσε. Σαν τον ταυρομάχο απέναντι στον ταύρο περιμένει να πλησιάσουν ο δόλιος Αστόργκα (αυτός με τις δύο ντρίμπλες) κι ακόμα ένας κι όταν ο τερματοφύλακας αποφασίζει να κάνει έξοδο, προσποιείται, τον ρίχνει κάτω τελειώνει τη φάση και γράφει το 4-0. Το γκολ απέκτησε μυθικές διαστάσεις και όχι άδικα.

Μετά την απουσία του από το Μουντιάλ του 1962 αρχίζει κι η πτώση του. Κι αυτό, γιατί πέρα από το γήπεδο, υπήρχε και το έξω. Ο «Αργεντίνος Γκαρίντσα» δεν έμοιαζε μόνο στο παιχνίδι του, έμοιαζε και στη ζωή του με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο αντίπαλό του. Όπως λέει κι ο Αλεχάντρο Γουόλ: «Η ζωή ήταν πολύ σκληρή μαζί του, αλλά κι αυτός ήταν σκληρός με τη ζωή. Η Αγία Τριάδα της ζωής ήταν η φτώχεια, ο αναλφαβητισμός και το αλκοόλ». Όλοι τον θυμούνται και χαμογελούν και αμέσως μετά μελαγχολούν. Ο αρχηγός τότε της Ράσινγκ «Τίτο» Πιτούτσι λέει ότι ήταν ένα παιδί έξω καρδιά που το αγαπούσαν όλοι. Αλλά ήταν πολύ μόνος. Τον ενοχλούσε πολύ που δεν ήξερε να διαβάζει. Πήγαινε όταν είχε ρεπό στο πάρκο με μια εφημερίδα και απλά κοιτούσε τις γελοιογραφίες, τα σχέδια. Ντρεπόταν πάρα πολύ γι’ αυτό. Συχνά έβαζε συμπαίκτες του που το ήξεραν να του διαβάζουν άρθρα που μιλούσαν γι’ αυτόν και το απολάμβανε.

Το γκολ του απέναντι στη Δ. Γερμανία

Η φτώχεια ήταν κάτι που βίωνε πάντα και με τα χρήματα δεν είχε καλή σχέση. Όταν τον ρωτούν τι τα έκανε τα λεφτά, εκείνος απαντάει: «Είναι μεγάλη ιστορία. Πάντα έδινα χρήματα, χωρίς αντάλλαγμα. Έτσι μου έμαθαν οι γονείς μου. Αν κάποιος έρθει και μου πει ότι δεν έχει χρήματα για το λεωφορείο γίνεται να μην του δώσω;» Έπαιρνε έναν πενιχρό μισθό και είχε και ένα σπίτι από τη Ράσινγκ, αλλά ήταν ένας γενναιόδωρος άνθρωπος με μεγάλη ψυχή. Δυστυχώς όμως υπήρχε και το αλκοόλ. Από τα χρόνια της Ράσινγκ έπινε. Πολλές φορές έπαιζε σε αγώνες μετά από μεθύσι. Οι συμπαίκτες του θυμούνται ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες που τους έλεγε ότι δεν έβλεπε μπροστά του τίποτα και να μην του δίνουν την μπάλα. Είχε σκαρφαλώσει τον τοίχο, πίσω από το σπίτι που έμεναν οι μικροί της Ράσινγκ, σουρωμένος στις έξι το πρωί. Ακόμα κι έτσι, κατάφερε και σκόραρε δυο φορές χάρη και στη βοήθεια πολλαπλών μπουγέλων με παγωμένο νερό. Όσο τα χρόνια περνούσαν όμως, τα προβλήματα μεγάλωναν. Ο Κορμπάτα κάποιες φορές είχε καταλήξει στο νοσοκομείο από το ποτό.

Ο αλκοολισμός όπως είναι φυσικό του προκαλούσε προβλήματα και στην προσωπική του ζωή. Μέχρι που μια μέρα γύρισε και βρήκε τη γυναίκα του να λείπει, μαζί με ότι μπορούσε να πάρει από το σπίτι και φυσικά τη νεογέννητη κόρη της. Δεν του έμεινε σχεδόν τίποτα. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές και χώρισε ισάριθμες. Το ποτό τον έσπρωχνε μακριά τους, αυτές έφευγαν κι αυτός έπινε περισσότερο. Ένας φαύλος κύκλος. Όπως, με χιούμορ, δήλωσε κάποτε πάντως: «Με την πρώτη γυναίκα μου τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα, με τη δεύτερη άσχημα, με την τρίτη άσχημα και με την τέταρτη άσχημα. Όλες με παράτησαν, αλλά εγώ τις αγαπώ ακόμα

Το 1962 έρχεται μια μεγάλη πρόταση και η Ράσινγκ έξυπνα πράττοντας, τον πουλάει στην Μπόκα που τον θέλει για το Λιμπερταδόρες. Από τα 12 εκατομμύρια πέσος που παίρνει η Ράσινγκ για να φτιάξει το γήπεδο, ελάχιστα φτάνουν στον ποδοσφαιριστή. Ο Κορμπάτα δυστυχώς όμως δεν είναι ο ίδιος παίκτης. Το αλκοόλ έχει αυξηθεί πολύ, το ίδιο και τα νυχτοπερπατήματα. Σκοράρει 7 φορές και κερδίζει δύο πρωταθλήματα με την Μπόκα, αλλά η συμμετοχή του είναι ελάχιστη. Παίζει σε μόλις 18 αγώνες πριν φύγει για την Κολομβία που ζει την περίοδο του Ελ Ντοράντο. Εκεί κάνει το δεύτερο γάμο του, εκεί πίνει δεκαπέντε μπύρες την ημέρα, εκεί κάνει δύο ακόμα παιδιά, εκεί τον αφήνει και η δεύτερη γυναίκα του. Εκεί όμως τον λατρεύει κι ο κόσμος της Ιντεπεντιέντε του Μεντεγίν (πολύ πριν την εποχή των Narcos). Μπορεί να μην έχει σχέση με τον παίκτη του παρελθόντος, αλλά κάνει τα μαγικά του. Δυστυχώς όμως ό,τι χρήματα βγάζει τα σκορπάει.

Επική φωτογραφία από το αρχείο του El Grafico.
Ο Κορμπάτα κοιμάται στα αποδυτήρια λίγο πριν ένα φιλικό Αργεντινής-Τσεχοσλοβακίας.

Στα 34 του επιστρέφει στην Αργεντινή και παίζει πλέον σε μικρότερες ομάδες, ίσα ίσα για να έχει να φάει και να μείνει κάπου. Και φυσικά να αγοράσει τσιγάρα και αλκοόλ. Παίζει στην Σαν Τέλμο και καταλήγει σε ακόμα μικρότερες ομάδες και κατηγορίες. Φυσικά δεν έχει φράγκο. Τελικά γυρίζει πίσω εκεί που όλα ξεκίνησαν. Στην πόλη Αβεγιανέδα του Μπουένος Άιρες. Η Ράσινγκ του έδωσε ένα μικρό δωματιάκι στα αποδυτήρια για να μείνει. Κοιμάται κάτω από τις εξέδρες που ο κόσμος τον αποθέωνε. Αυτός σε αντάλλαγμα προπονεί πιτσιρίκια όποτε είναι νηφάλιος. Και φυσικά όταν δεν είναι στο νοσοκομείο Φιορίτο εξαιτίας του κατεστραμμένου συκωτιού του. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1991 ο Ορέστε Ομάρ Κορμπάτα φεύγει από τη ζωή, φτωχός (όπως πάντα) και ταλαιπωρημένος από καρκίνο στο λάρυγγα. Πεθαίνει σε μια κλινική της Λα Πλάτα, ανάμεσα μόνο στις αδερφές του που βρέθηκαν κοντά του. Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους εξτρέμ στην ιστορία της Αργεντινής και είναι ένας θρύλος για τη Ράσινγκ Κλουμπ.

«Ξέρεις γιατί δεν μπορούν να μου πάρουν την μπάλα; Γιατί δεν θέλει να φύγει από το πλάι μου. Άλλα πράγματα έφευγαν από μένα, η μπάλα όχι».
– Ορέστε Ομάρ Κορμπάτα, 11 Μαρτίου 1936 – 6 Δεκεμβρίου 1991

Το δρομάκι Κορμπάτα δίπλα στο Ελ Σιλίντρο

Το τέλος του φόβου για τον Σαντιάγο Κανιθάρες

  [Καθόλου σχόλια]

Η σημασία ενός γεγονότος στη ζωή εξαρτάται πάντα από την οπτική με την οποία το κοιτάει κανείς. Για κάποιον άνθρωπο η πιο σημαντική στιγμή στη ζωή του μπορεί να είναι η μοναδική φορά που κατάφερε να ταξιδέψει μακριά από το μέρος του. Για κάποιον άλλον, τα ταξίδια μπορεί να συμβαίνουν κάθε εβδομάδα. Κάποιος μπορεί να πέσει να πεθάνει γιατί ράγισε η οθόνη στο κινητό του, ενώ κάποιος άλλος να μην έχει να φάει. Το μέγεθος του συναισθήματος είτε είναι χαρά, είτε λύπη διαφέρει στον καθένα. Ο «Σάντι» Κανιθάρες είναι ένας βετεράνος τερματοφύλακας που πολλοί τον θυμόμαστε να αγωνίζεται σε σπουδαίες ομάδες. Κατέκτησε δυο πρωταθλήματα Ισπανίας με τη Ρεάλ (και μαζί ένα Τσάμπιονς Λιγκ) χωρίς όμως να παίζει πάντα. Πήρε την απόφαση και μετακόμισε στο Μεστάγια για περισσότερο χρόνο συμμετοχής. Εκεί κέρδισε ακόμα δύο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο με τα χρώματα της Βαλένθια.

Μέχρι εδώ ήταν οι χαρές. Γιατί σε μια καριέρα υπάρχουν κι οι λύπες. Ο Κανιθάρες έχει συνδυαστεί σε πολλούς μας με δύο άσχημες στιγμές. Μια από τις εικόνες που έμεινε ανεξίτηλη είναι ο δεύτερος συνεχόμενος χαμένος τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ το 2001. Ένα χρόνο πριν, η Βαλένθια είχε υποταχθεί στην ανωτερότητα της Ρεάλ. Το 2001 όμως στο Σαν Σίρο πάλεψε στα ίσια την Μπάγερν και πήγε το ματς στα πέναλτι. Εκεί και παρ’ ότι βρέθηκε αρχικά σε πλεονεκτική θέση με το πρώτο χαμένο πέναλτι του Πάουλο Σέρτζιο, ήταν το άστοχο χτύπημα του Μαουρίσιο Πελεγκρίνο που τελείωσε τα όνειρα των νυχτερίδων. Σε ένα σχετικά βαρετό ματς, η εικόνα του απαρηγόρητου Κανιθάρες με τον «σκληρό» Καν από πάνω του να του δίνει κουράγιο ήταν ίσως ό,τι άξιζε.

Ο Σάντι συνέχισε για χρόνια στη Βαλένθια, αλλά και στην εθνική. Κυρίως όμως ως δεύτερος τερματοφύλακας της Ισπανίας. Κι όταν η ώρα του ήρθε να γίνει ο βασικός, τότε έγινε θύμα ενός από τους πιο χαζούς τραυματισμούς παγκοσμίως. Στο ξενοδοχείο της Ισπανίας, κατά την προετοιμασία για το Μουντιάλ του 2002, το μπουκάλι του after shave έπεσε και έσπασε και ένα κομμάτι γυαλί καρφώθηκε στο πόδι του. Ο Κανιθάρες μπήκε στο χειρουργείο και φυσικά έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο θα έπαιζε. Λες και τον κυνηγούσε η κακοδαιμονία Σε δηλώσεις του τότε δεν το έριξε στην τύχη, δεν το δραματοποίησε.

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου άτυχο. Από την αρχή της καριέρας μου είχα πολλές στιγμές καλής τύχης. Αλλά όπως κι ο καθένας, είχα και δύσκολες στιγμές που έπρεπε να αντιμετωπίσω. Θα πρέπει να ξεπεράσω αυτό το πλήγμα στην ψυχολογία μου, στην περίπτωσή μου αυτό παίρνει μια 2-3 μέρες ή μία εβδομάδα. Κανείς δεν προχωράει στο ποδόσφαιρο χωρίς να ξεπεράσει εμπόδια. Ο στόχος μου είναι να δώσω το παρόν στο επόμενο Μουντιάλ».

Πράγματι, ο Σάντι τα κατάφερε και το 2006 ήταν στο Μουντιάλ. Αλλά όπως και το 1998 ήταν ξανά αναπληρωματικός. Αγωνίστηκε σε ένα μόλις ματς, στο τελευταίο των ομίλων. Έπαιξε μπάλα στα 39 του και αποχώρησε κύριος, ένας από τους πιο αγαπητούς Ισπανούς τερματοφύλακες. Κάποιος θα μπορούσε να τον πει άτυχο. Άτυχο που έχασε εκείνο τα ρημάδια τα Τσάμπιονς Λιγκ, άτυχο που έχασε ένα Μουντιάλ για τόσο χαζό λόγο. Όπως είπαμε όλα είναι θέμα οπτικής. Ο Κανιθάρες έκανε δύο γάμους και απέκτησε επτά παιδιά συνολικά. Μάλιστα στο δεύτερο γάμο του απέκτησε τρίδυμα. Η ζωή του κυλούσε ομαλά, σαν πάτερ φαμίλιας, ενώ έβρισκε και χρόνο για μια άλλη αγάπη του, το αυτοκίνητο, καθώς είχε γίνει οδηγός σε αγώνες ράλι.

Ο μπαμπάς Σάντι κι ο γιος Σάντι. Αν δεν ήξερες την ιστορία θα έλεγες ότι η φωτογραφία είναι ο ορισμός της χαράς.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που ένα από τα τρίδυμα, ο μικρός Σάντι ξαφνικά αρρώστησε όταν ήταν 3,5 ετών. Όπως περιγράφει ο Κανιθάρες: «ήταν ένα φυσιολογικό παιδί μέχρι που μια μέρα απλά ξύπνησε άρρωστο». Ο Σάντι τζούνιορ διαγνώστηκε με καρκίνο, μια σπάνια μορφή που δεν δίνει πολλές πιθανότητες, και ο Κανιθάρες πλέον δεν είχε τον ρόλο να σώσει μια ομάδα από ένα γκολ. Προσπαθούσε να σώσει το ίδιο του το παιδί. Ο μικρούλης έδωσε τη γενναία μάχη του για 15 μήνες, αλλά τελικά τον περασμένο Μάρτιο έχασε τη ζωή του. Η οπτική άλλαξε. Άτυχος για εκείνο το βράδυ στο Σαν Σίρο και τα δάκρυα; Άτυχος για ένα χαμένο Μουντιάλ; Η πραγματική θλίψη ήταν εδώ.

Σε μια από τις κορυφαίες σειρές φαντασίας, το «Malazan Book of the Fallen» του Steven Erikson και συγκεκριμένα στο βιβλίο Deadhouse Gates, ένας από τους δευτερεύοντες ήρωες, ο στρατιώτης Lull (όχι ο δικός μας ο Ραμόν) λέει: «Αυτή είναι μια συνοπτική περίληψη της ανθρωπότητας θα έλεγα. Ποιος χρειάζεται τόμους και τόμους ιστορίας; Τα παιδιά πεθαίνουν. Η αδικία του κόσμου κρύβεται σε αυτές τις τρεις λέξεις».

Ο Κανιθάρες βίωσε από πρώτο χέρι αυτή την αδικία, την έζησε απομακρυσμένος από τα φώτα της δημοσιότητας και πριν λίγες ημέρες έδωσε για πρώτη φορά μια συνέντευξη για να μιλήσει γι’ αυτή. Παραδέχτηκε ότι ακόμα ζει με τον πόνο μέσα του και ότι του λείπει πολύ το παιδί του, αλλά ότι η υπόλοιπη οικογένεια και η πίστη του ήταν αυτά που του έδωσαν την απαραίτητη δύναμη. Κι ο άνθρωπος που δεν φοβόταν τους αντιπάλους, δεν φοβόταν να υπερασπιστεί μια ομάδα στα πέναλτι, έκλεισε μιλώντας για το μεγαλύτερο φόβο όλων πολλών εξ ημών: «Πάντα είχα σεβασμό και φόβο για τον θάνατο, αλλά τώρα δεν υπάρχει κάτι που να φοβάμαι στη ζωή ή κάτι που να με ανησυχεί, πέρα από το να προσπαθήσω να είμαι χαρούμενος. Δεν φοβάμαι πια τον θάνατο γιατί ξέρω ότι εκείνη την ημέρα θα συναντήσω ξανά το γιο μου».

Αυτοκίνητα, βενζίνη και ωραία γκολ

  [1 Σχόλιο]

Το Ισλανδία-Νιγηρία πριν μερικές ημέρες απέκτησε ξαφνικά ενδιαφέρον μετά τα δύο πρώτα παιχνίδια της Αργεντινής στο Μουντιάλ. Στο Μπουένος Άιρες εμφανίστηκαν φωτομοντάζ με τον Μέσι να φοράει τη φανέλα της Νιγηρίας και ο κόσμος υποστήριζε την ομάδα της Αφρικής, καθώς οι Ισλανδοί ήταν ο μεγάλος αντίπαλος για τη 2η θέση. 90′ αργότερα, η Νιγηρία όχι μόνο είχε κερδίσει, αλλά είχε γεμίσει με άγχος μια Αργεντινή που τους τελευταίους μήνες δυσκολεύεται να κερδίσει και τη μικτή νηπιαγωγείων της Μαρ ντελ Πλάτα. Κι όλα αυτά χάρη στον Αχμέντ Μούσα που σκόραρε δύο φορές και έβαλε τη Νιγηρία για τα καλά στο παιχνίδι της πρόκρισης.

Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα κείμενο για τα το πόσο καλός ή όχι είναι ο Νιγηριανός επιθετικός της Λέστερ. Δεν θα είναι όμως. Θα είναι για τον τύπο πίσω από τον ποδοσφαιριστή. Το παιδί που έπαιζε μπάλα στους δρόμους της πόλης Τζος της Νιγηρίας, την J όπως τη λένε. Που μεγάλωσε μαζί με τις τέσσερις αδερφές του χωρίς μεγάλες ανέσεις. Τότε που υποστήριζε την Άρσεναλ εξαιτίας του μεγάλου Νιγηριανού, του Κανού. Το ταλέντο του ξεχώρισε, βρήκε την κρίσιμη πρώτη μεταγραφή στην Ευρώπη και την Ολλανδία και από εκεί τα πράγματα έγιναν ευκολότερα. Στη Φένλο άρχισαν να τον παρακολουθούν αρκετοί κι η ολλανδική ομάδα αρνήθηκε πρόταση από τη Γερμανία περίπου 10 εκατομμυρίων Ευρώ. Λίγο καιρό αργότερα όμως αποδέχθηκε αυτή της ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Έκανε αρκετά καλή καριέρα εκεί και μετά ήρθε η Αγγλία και η Λέστερ με εξαιρετικά χρήματα.

Μάθε τέχνη κι άστηνε
κι άμα πεινάσεις πιάστηνε

Ο Μούσα πλέον έχει λύσει για τα καλά το οικονομικό του πρόβλημα. Πολλοί στη θέση του θα έριχναν μαύρη πέτρα πίσω. Ο ίδιος όμως θέλει να επιστρέψει κάτι, σε όσους τον βοήθησαν. Για αρχή στους φίλους του. Όταν πήγε στην Αγγλία με ένα μισθό περίπου 60.000 λίρες την εβδομάδα αποφάσισε αφ’ ενός να κάνει επενδύσεις στην πατρίδα του και ταυτόχρονα να βοηθήσει τους δικούς του ανθρώπους. Στην Ελλάδα «ποδοσφαιριστής κάνει επένδυση» σημαίνει αγοράζει ένα καφέ σε μια πλατεία ή παίρνει ποσοστό σε μπαρ. Ο Μούσα είχε διαφορετική άποψη. Αγόρασε δύο μεγάλα βενζινάδικα, έβαλε τη δική του φίρμα Myca-7 (το Μούσα στα ρώσικα και το νούμερο της φανέλας) και έδωσε δουλειά σε περίπου 40 φίλους του που ήταν άνεργοι. Εσείς αν βγάζατε λεφτά θα βολεύατε έτσι τα φιλαράκια σας;


Ρύζι Μούσα

Δεν βοηθάει όμως μόνο «γνωστούς». Όταν βρίσκεται στην πατρίδα του πηγαίνει ο ίδιος και βοηθάει σε συσσίτια απόρων μοιράζοντας φαγητό. Κι όταν λείπει φροντίζει να ενισχύει οικονομικά. Στην περίοδο του Ραμαζανιού έδωσε ένα σημαντικό ποσό για να αγοραστεί φαγητό για ανθρώπους που δεν είχαν να φάνε. Αγόρασε 3.000 (πολύ μεγάλα) πακέτα ρύζι και για να αποφύγει «λαμογιές» (να τα πάρουν κάποιοι που θα τα ξαναπουλήσουν), έβαλε πάνω το πρόσωπό του και το μήνυμα «δεν πωλείται».  Το ρύζι μοιράστηκε στους φτωχούς. Σε άλλη επίσκεψή του πήγε σε φυλακές και πλήρωσε ο ίδιος τα χρήματα για πρόστιμα και εγγυήσεις, ώστε 40 άνθρωποι (κυρίως γυναίκες και παιδιά) που δεν είχαν το απαραίτητο ποσό να βγουν από τη φυλακή και να κάνουν Ραμαζάνι με τις οικογένειές τους.

Το παρεάκι

Ο Μούσα είναι πολύ δημοφιλής στην πατρίδα του, με πολλά έσοδα από διαφημίσεις (όπως π.χ. από την Pepsi) και παράλληλα με τις αγαθοεργίες, κάνει και αρκετές επενδύσει και έχει αποκτήσει έτσι πάρα πολλά χρήματα. Τον πλούτο του τον δείχνει κυρίως με πανάκριβα αυτοκίνητα όπως Mercedes-Benz G AMG 63, Range Rover και άλλα που προφανώς δεν τον νοιάζει τι κατανάλωση έχουν, αφού τα φουλάρει στα βενζινάδικά του. Φυσικά όλα δεν είναι τέλεια, ούτε είναι άγιος. Ο Μούσα είχε προβλήματα στο γάμο του, όταν αποφάσισε να παντρευτεί και δεύτερη γυναίκα. Ταυτόχρονα με την πρώτη. Η γυναίκα του (η πρώτη), σύμφωνα με τα όσα λέγονται, δεν έφερε αντίρρηση αρχικά και το είχε αποδεχτεί ως καλή Μουσουλμάνα ότι θα γινόταν κάποια στιγμή, μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα. Έμαθε ότι η δεύτερη γυναίκα ήταν Χριστιανή και το θεώρησε κοροϊδία. Εκεί τα πράγματα μπερδεύτηκαν και είχαμε και ένα επεισόδιο, όταν κλήθηκε στο σπίτι του η αγγλική αστυνομία για διατάραξη κοινής ησυχίας, με τα βρετανικά ταμπλόιντ να λένε ότι επιτέθηκε στην σύζυγό του. Ο Μούσα μάλλον το χειρίστηκε λίγο λανθασμένα, ανεβάζοντας φωτογραφίες με τη μέλλουσα γυναίκα στο Instagram με ατάκες «φως μου, βασίλισσά μου» κτλ. Όσο καλή Μουσουλμάνα να είναι μια γυναίκα, είναι κυρίως γυναίκα. Τελικά λίγες εβδομάδες πριν τον δεύτερο γάμο, ο Μούσα ήρθε σε συμβιβασμό, πήρε διαζύγιο, οπότε το όνειρό του να έχει παράλληλα δύο γυναίκες έσβησε. Είναι ξανά παντρεμένος μεν, αλλά με μία.

Εδώ με την πρώην του (πλέον) γυναίκα

Αυτός ο τυπάκος λοιπόν έγινε ο πιο αγαπημένος Νιγηριανός στην Αργεντινή την περασμένη Παρασκευή, όταν οι Αργεντινοί έγραψαν στη wikipedia «Ο Αχμέντ Μούσα είναι ένας Αργεντινός παίκτης που μας βοήθησε πολύ περισσότερο από το Σαμπαόλι», ενώ το «Λιονέλ Μούσα» έγινε το όνομά του. Οι βοήθειες και αγάπες όμως τελειώνουν κάπου εδώ. Στον τρίτο και τελευταίο αγώνα των ομίλων, θα είναι αντίπαλος. Και τι αντίπαλος. Στο Μουντιάλ του 2014 στο 3-2 της Αργεντινής επί της Νιγηρίας, ο Μούσα σκόραρε δύο φορές εις βάρος της Αλμπισελέστε (το ένα εκπληκτικό γκολ), ενώ είχε παίξει και στο πρόσφατο φιλικό των δύο ομάδων, όταν και οι Νιγηριανοί κέρδισαν με 4-2. Άλλωστε εδώ και μερικές μέρες είναι ο Νιγηριανός με τα περισσότερα γκολ στην ιστορία των Μουντιάλ. Ο ίδιος δεν φοβάται. «Κάθε φορά που συναντάω τον Μέσι βάζω δύο γκολ. Το έκανα στο Μουντιάλ του 2014, το έκανα και με τη Λέστερ απέναντι στην Μπαρτσελόνα σε ένα φιλικό» λέει.

Όταν οι φωνές των γκολ κάλυψαν τις κραυγές των βασανιστηρίων

  [Καθόλου σχόλια]

Το Μουντιάλ του 1978 είναι ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα όλων των εποχών. Ένα Μουντιάλ γεμάτο όμορφες εικόνες από τα γεμάτα γήπεδα, ωραίες ιστορίες πίσω από φωτογραφίες, αλλά και την ασχήμια της πολιτικής κατάστασης στην Αργεντινή και πολλές κατηγορίες για όσα έγιναν στον αγωνιστικό χώρο (και έξω από αυτόν). Η ιστορία του Λεοπόλδο Ιάκιντο Λούκε συμπυκνώνει όλα τα ωραία και τα άσχημα του Παγκοσμίου Κυπέλλου που έγινε στην Αργεντινή. Ο Λούκε δεν είναι τόσο γνωστός εκτός Αργεντινής, αλλά ήταν ο παρτενέρ του μεγάλου Μάριο Κέμπες στην επίθεση. Ένας πολύ καλός στράικερ με το χαρακτηριστικό μουστάκι και στιλ που θυμίζει λίγο Ντάνι Τρέχο. Το είχε αφήσει όταν έπαιζε στην Ουνιόν, τότε που δεν τον έβαζαν πολύ και είχε δηλώσει: «αν επιτέλους παίξω, θα αφήσω μουστάκι».

Ο Λούκε ήταν βασικός στο πρώτο παιχνίδι της Αλμπισελέστε απέναντι στην Ουγγαρία. Το θεωρητικά πιο εύκολο ματς του ομίλου. Σκόραρε το 1-0 και τελικά η Αργεντινή πήρε με τα χίλια ζόρια στο 83′ τη νίκη με 2-1 στο Μονουμεντάλ που κόχλαζε. Το ξεκίνημα ήταν πολύ δύσκολο τελικά και αυτό άγχωσε πολύ τους Αργεντίνους. Ακόμα περισσότερο τους ανθρώπους της χούντας της Αργεντινής, που είχαν επενδύσει πάρα πολλά στην πορεία της χώρας τους, το Μουντιάλ ήταν η ευκαιρία να δείξουν στον κόσμο ότι όλα βαίνουν καλώς. Κάποιος από αυτούς πλησίασε τον Λούκε μετά το ματς και σαν «κακός» από b-movie του είπε την εξής ατάκα: «Μπορεί τελικά να είναι όμιλος του θανάτου…. για σας». [ο όμιλος του θανάτου ήταν Ιταλία, Γαλλία, Αργεντινή και η Ουγγαρία]. Ο Λούκε όπως ήταν φυσικό τρόμαξε. Την ίδια ημέρα είχε βρεθεί νεκρός ένας φίλος του, αγνοούμενος για καιρό. Θύμα προφανώς της χούντας.

Στις 6 Ιουνίου του 1978 η Αργεντινή αντιμετώπιζε τη Γαλλία. Ο αδερφός του Λούκε δεν είχε προλάβει να βγάλει εισιτήριο για να ταξιδέψει στο Μπουένος Άιρες και να δει τον αδερφό του. Σκέφτηκε να βρει φίλους και να πάνε μαζί, αλλά τελικά παρακάλεσε έναν ηλικιωμένο γείτονα που μετέφερε λαχανικά με το φορτηγό του να τον πάρει μαζί του. Στο δρόμο είχε πολλή ομίχλη, ο οδηγός έχασε τον έλεγχο. Ο «Κάτσο» έχασε τη ζωή του στις 6 το πρωί στο δρόμο για το Μπουένος Άιρες. Η οικογένεια Λούκε συγκλονίστηκε, ο πατέρας όμως ζήτησε από τους ανθρώπους της εθνικής να μην το πουν στο γιο του. Να αφοσιωθεί στο παιχνίδι.

Η γκολάρα του Λούκε με τη Γαλλία

Το ματς ήταν και πάλι δύσκολο. Η Αργεντινή προηγήθηκε με πέναλτι του Πασαρέλα, αλλά ο νεαρός Πλατινί ισοφάρισε. Καρμπόν με το ματς με την Ουγγαρία, η λύτρωση ήρθε προς το τέλος. Στο 73′ η μπάλα έφτασε στον Λούκε έξω από τη μεγάλη περιοχή, αυτός την έστρωσε και έπιασε ένα βρωμόσουτο που κατέληξε στην εστία της Γαλλίας. Όπως είπε κι ο ίδιος σε συνέντευξή του, πάντα έβαζε τα δύσκολα γκολ και όχι τα εύκολα. Έπρεπε να μοχθήσει για να σκοράρει. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Λούκε χτύπησε μετά από ένα φάουλ του Κριστιάν Λόπεζ, όταν προσπάθησε να σηκωθεί αμέσως. Του βγήκε ο αγκώνας και πονούσε πολύ. Πήγε στο τούνελ, του έβαλαν αναισθητικό, του το έδεσαν και του είπαν να πάει στα αποδυτήρια. Το ματς είχε τελειώσει γι’ αυτόν. Κι όμως, θυμήθηκε ότι είχαν γίνει κι οι δύο αλλαγές και η Αργεντινή θα έπαιζε με 10. Γύρισε πίσω μόνος του και πάτησε ξανά το χορτάρι του Μονουμεντάλ μέχρι το τέλος.

Η δεύτερη νίκη της Αργεντινής πανηγυρίστηκε έξαλλα και το γκολ του Λούκε έμεινε αξέχαστο. Την επόμενη ημέρα εμφανίστηκε η οικογένειά του στην προπόνηση. «Νόμιζα ότι είχαν ταξιδέψει για να δουν πώς είναι το χέρι μου. Μόλις είδα τη μάνα μου να κλαίει, κατάλαβα ότι κάτι είχε συμβεί. Μου είπαν ότι ο «Κάτσο» σκοτώθηκε σε ατύχημα». Ο Λεοπόλδο πήγε στο νεκροτομείο για να αναγνωρίσει τον αδερφό του. «Λένε όλοι για τη σχέση της εθνικής με τους στρατιωτικούς, αλλά να σας πω κάτι; Δεν βρέθηκε κανείς δίπλα μας. Ούτε ένας τους, να πει συλλυπητήρια. Αναγκάστηκα να ζητήσω χρήματα από τον Πασαρέλα και το κοινό ταμείο που είχαμε οι παίκτες για να μεταφερθεί το πτώμα του αδερφού μου πίσω στη Σάντα Φε». Η δικτατορία ενδιαφερόταν για τις νίκες, όχι όμως για τα προσωπικά προβλήματα των παικτών.

Με την Αργεντινή να έχει προκριθεί, ο Λούκε δεν συμμετέχει στο τρίτο παιχνίδι με την Ιταλία. Ο ίδιος στενοχωρημένος γιατί είχε πολύ καλή σχέση με τον αδερφό του και απογοητευμένος από τη στάση των αρχών, σκέφτεται να μη συνεχίσει. Ο προπονητής Σέζαρ Λουίς Μενότι του λέει να κάνει ό,τι θέλει, αλλά κι ότι τον χρειάζονται. Πριν το ματς με την Ιταλία, κρατούν ένα λεπτό σιγής και οι συμπαίκτες του φέρουν το μήνυμα: «Λεοπόλδο σε περιμένουμε». Η Αργεντινή χάνει με 1-0 και την ημέρα που κηδεύεται ο αδερφός του, ο πατέρας του λέει: «Πρέπει να γυρίσεις, δεν είδες ότι έχασαν χωρίς εσένα;»

Ο Λούκε επιστρέφει για τη δεύτερη φάση, χάνοντας το πρώτο ματς με την Πολωνία. Πονάει πάρα πολύ στο χέρι και στην προπόνηση δοκιμάζει… πτώσεις για να δει αν αντέχει. Μέσα σε όλα, στις σκληρές προπονήσεις της Αργεντινής, δέχεται και ένα χτύπημα από τον Όσκαρ Ορτίς και το μάτι του μαυρίζει και πρήζεται. Με… ένα χέρι και ένα μάτι, ο Λούκε δεν σκέφτεται στιγμή να χάσει τα άλλα παιχνίδια. Παίζει τόσο στο 0-0 με τη Βραζιλία, όσο και στο διαβόητο ματς με το Περού. Εκεί σκόραρε δύο φορές στο 6-0. Το ένα γκολ πανέμορφο, με κεφαλιά ψαράκι. Στην ερώτηση για εκείνο το ματς απαντάει: «Κοίταξε, μίλησα με έναν φίλο μου από το Περού, τον Μουνιάντε. Είχε παίξει σε εκείνο το ματς και είχε και δοκάρι στην αρχή. Τον ρώτησα πολλές φορές αν είχε μπει κάποιος στα αποδυτήρια, αν τους προσέφεραν κάτι. Μου είπε ότι δεν υπέπεσε κάτι στην αντίληψή του. Για τους άλλους δεν μπορούσε να βάλει το χέρι του στη φωτιά. Είχαμε παίξει δυο φορές πρόσφατα με το Περού. Ξέραμε τις αδυναμίες τους. Ήταν και αδιάφοροι, δεν είχαν να παίξουν για κάτι». Επιμένει ότι δεν κατάλαβε κάτι διαφορετικό σε εκείνο το ματς. Οι Περουβιάνοι λέει έπαιζαν πολύ σκληρά.

Ο Λούκε ήταν βασικός και στον τελικό. Σε ένα ματς που και πάλι έφαγε πολύ ξύλο. Τόσο οι Βραζιλιάνοι, όσο κι οι Ολλανδοί γνωρίζοντας το πρόβλημά του είχαν βάλει στόχο το χέρι του. Ειδικά οι Βραζιλιάνοι προσπαθούσαν να τον κάνουν να αποχωρήσει από τον αγώνα. Πριν τον τελικό Ολλανδοί και Αργεντίνοι μαλώνουν στα αποδυτήρια. Ο λόγος; Τα δεμένα χέρια του Λούκε και τον φαν Κέρκχοφ. Η κάθε ομάδα υποστήριζε ότι ο μπανταρισμένος της άλλης φορούσε σκληρό επίδεσμο, επικίνδυνο. Τα χτυπήματα για τον Λούκε δεν είχαν τελειώσει πάντως. Στη φάση του 3-1 χτύπησε με έναν από τους δύο αδερφούς φαν Κέρκχοφ και άνοιξε η μύτη του. Χέρι, μάτι, μύτη. Τελείωσε το ματς μέσα στα αίματα και ευτυχώς δεν είχε επόμενο αγώνα γιατί ποιος ξέρει τι μπορεί να πάθαινε. Πολυτραυματίας, πανηγύρισε έξαλλα την κατάκτηση του Μουντιάλ από την Αργεντινή. Ο Λούκε υποστηρίζει με βεβαιότητα ότι δεν έγινε τίποτα περίεργο στο ματς με το Περού. Όπως λέει: «εγώ έπαιζα το ένα-δύο με τον Κέμπες και τον Μπερτόνι, όχι με τους χουντικούς«. Δεν θέλει σε καμία περίπτωση να δεχτεί ότι οι θυσίες που έκανε δεν είχαν σημασία. Οι σκιές πάντως παραμένουν μέχρι και σήμερα.

Όπως και να ‘χει όμως, ακόμα και τίποτα επιλήψιμο να μην έγινε στο παιχνίδι με το Περού, κάθε κραυγή για γκολ στο γήπεδο, σκέπαζε τις κραυγές των ανθρώπων που βασανίζονταν την ίδια στιγμή από τη χούντα της Αργεντινής. Μόλις δέκα τετράγωνα από το Εστάδιο Μονουμεντάλ βρισκόταν η Escuela de Mecánica de la Armada. Η ESMA ήταν μια σχολή μηχανικών του ναυτικού που μετατράπηκε σε ένα από τα χειρότερη μέρη βασανισμών, «εξαφανίσεων» και εκτελέσεων. Υπάρχουν διηγήσεις ότι κάποιοι βασανιστές, έβαλαν τα ίδια τους τα θύματα μέσα σε αυτοκίνητα και τα πήραν να πανηγυρίσουν την κατάκτηση του τίτλου. Μια χώρα μεθυσμένη. «Πώς να καταλάβω τον κόσμο, όταν εγώ έκλαιγα στην κουζίνα και ο άντρας μου πανηγύριζε στο σαλόνι τα γκολ» είχε πει η Χέμπε ντε Μπονταφίνι, μια από τις ακτιβίστριες και αυτή που οργάνωσε τις Μητέρες της Πλάσα ντε Μάγιο που αναζητούσαν μάταια τους «εξαφανισμένους». Η Χέμπε είχε χάσει τους δυο γιους της και τη νύφη της κι όμως ο άντρας της πανηγύριζε τις νίκες. Αλλά αυτό είναι το ποδόσφαιρο και η τεράστια δύναμή του κι αυτό το γνωρίζουν καλά όλα τα απολυταρχικά καθεστώτα. Κι η Αργεντινή του 1978 συνδυάστηκε με μια χούντα και μία διοργάνωση με πολλές γκρίζες ζώνες, άδικο για μια εξαιρετική εθνική με παίκτες όπως ο Κέμπες, ο Λούκε, ο Πασαρέλα, ο Χάουσμαν και ο Αρντίλες. Ο τελευταίος άλλωστε έχει πει και μια σπουδαία φράση: «Μας πόνεσε πολύ όταν μάθαμε ότι ήμασταν ένα μέσο αντιπερισπασμού για το λαό, την ώρα που συνέβαιναν θηριωδίες». Ο προπονητής Μενότι έκανε μια παρόμοια δήλωση: «Χρησιμοποιήθηκα. Δυστυχώς η χρήση του αθλήματος από τους ισχυρούς είναι όσο παλιός είναι κι ο κόσμος μας».

Ο Λιονέλ, ο Ντένις και τα πέντε σερί χαμένα πέναλτι του Ντιέγκο

  [1 Σχόλιο]

Ήταν ένα ακόμα από τα κλασσικά παιχνίδια της Αργεντινής επί θητείας Σαμπαόλι. Αρκετές κακές επιλογές στην 11αδα, ομάδα χωρίς πλάνο, δύο αμυντικά χαφ απέναντι σε μια ομάδα που δεν απειλούσε και ένας Μέσι να προσπαθεί να τα κάνει όλα μόνος και να είναι ξανά μετριότατος με τη φανέλα της Αργεντινής. Μέχρι που ο Μάξι Μέσα κέρδισε το πέναλτι. Η εκτέλεση πήγε στον αρχηγό. Ο Μέσι έχει χάσει αρκετά πέναλτι τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή. Κι αυτή τη φορά όμως απέτυχε. Ο Ισλανδός τερματοφύλακας μάντεψε καλά. Οι μνήμες από τον τελικό του Κόπα Αμέρικα γέμισαν και πάλι τους Αργεντίνους. Τότε που ο Λιονέλ ήταν ξανά από τους μοιραίους απέναντι στη Χιλή.

Στην εξέδρα ο Ντιέγκο καπνίζει το πούρο του ακριβώς κάτω από το απαγορευτικό σήμα. Με το που ο διάδοχός του χάνει το πέναλτι σηκώνεται όρθιος. Αρχίζει να οργανώνει και τους δίπλα του. «Ολέ, ολέ, ολέ, Λέο, Λέο», σύνθημα στήριξης. Το ματς τελειώνει. Ο θεός των Αργεντίνων κάνει και πάλι σκληρή κριτική στο Σαμπάολι (και όχι άδικα). Παρ’ όλα αυτά είναι αισιόδοξος. «Εγώ έχασα σε ντεμπούτο μου σε Μουντιάλ, όχι απλά ισοπαλία. Κι όμως φτάσαμε στον τελικό το 1990, παρά τους τραυματισμούς, χάρη στον Γκόικο.» Όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για τον Μέσι, το κάνει με κατανόηση. «Η ομάδα και το παιχνίδι που έπαιξε, δεν είχαν σχέση με το χαμένο του πέναλτι. Εγώ έχασα πέντε πέναλτι συνεχόμενα και συνέχισα να είμαι ο Μαραντόνα», δηλώνει.

Δεν είναι μία από τις κλασικές φολκλορικές δηλώσεις του Ντιεγκίτο γεμάτες υπερβολή. Είναι η αλήθεια. Είναι η Κλαουζούρα του 1996, ο Μαραντόνα έχει γυρίσει πίσω στην πατρίδα του και την αγαπημένη του Μπόκα, υπό τις οδηγίες του Κάρλος Μπιάνκι. Η Μπόκα κυνηγάει τη Βέλεζ και τη Χιμνάσια Λα Πλάτα στη μάχη του τίτλου. Την 6η αγωνιστική στο Ροσάριο απέναντι στους Νιούελ’ς σημαδεύει ελάχιστα δίπλα από το κάθετο δοκάρι. Η Μπόκα τελικά χάνει με 1-0. Έξι αγωνιστικές αργότερα στο Μπομπονέρα εκτελεί το επόμενό του πέναλτι. Πάλι στην ίδια πλευρά, αλλά αυτή τη φορά ο «Σούπερμαν» Λαμπάρε αποκρούει. Επιστρέφει στο Ροσάριο αυτή τη φορά απέναντι στη Σεντράλ. Το πέναλτί του είναι άθλιο, αδύναμο και στο κέντρο. Ο Καστεγιάνο αποκρούει, ο Ντιέγκο παίρνει το ριμπάουντ αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνει.

Η λογική λέει ότι κάπου εκεί κάνεις ένα διάλειμμα. Όχι αυτός. 16η αγωνιστική, το ντέρμπι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Μαραντόνα κάνει μία μικρή προσποίηση, στέλνει τον τερματοφύλακα στην απέναντι γωνία, αλλά αυτός σημαδεύει το κάθετο δοκάρι. Ο Κανίγια παίρνει το ριμπάουντ και σκοράρει. Ο Μαραντόνα δεν πανηγυρίζει, η κακοδαιμονία συνεχίζεται, ευτυχώς η Μπόκα κερδίζει το ντέρμπι. Μία αγωνιστική αργότερα. Νέο πέναλτι, το πέμπτο συνεχόμενο που θα εκτελέσει. Ο Μαραντόνα παίρνει και πάλι την μπάλα. Ο Νάτσο Γκονζάλες της Ράσινγκ κάνει μια εξαιρετική απόκρουση. Η Μπόκα χάνει με 1-0 και μαζί τις τελευταίες της ελπίδες για πρωτάθλημα.

Η Μπόκα κερδίζει τα τρία από τα πέντε παιχνίδια στα οποία έχασε πέναλτι ο Ντιέγκο, αλλά και πάλι πέντε σερί χαμένα είναι ένα απίστευτο αρνητικό ρεκόρ για ομάδα τίτλου. Τρομερά εγωιστής; Με μεγάλη πίστη στον εαυτό του; Όπως και να το δεις είναι ένα μοναδικό αρνητικό ρεκόρ, ειδικά για έναν τόσο τεράστιο παίκτη. Βέβαια, δεν πιστεύει κανείς ότι σε άλλη περίπτωση μετά το τρίτο πέναλτι κάποιος κόουτς θα άφηνε τον ίδιο παίκτη να συνεχίσει να εκτελεί. Την αντίθετη ακριβώς προσέγγιση από τον Ντιέγκο είχε ένας άλλος σπουδαίος.

Πείτε ό,τι θέλετε για τους Πεπ, τους Κλοπ, τους Σαουδάραβες και Ρώσους ιδιοκτήτες, αλλά για μένα αυτή ήταν η καλύτερη εποχή της Πρέμιερ Λιγκ

1999, επαναληπτικός ημιτελικός FA Cup μεταξύ Άρσεναλ και Γιουνάιτεντ στο Μπέρμιγχαμ. Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ άνοιξε το σκορ με ένα υπέροχο γκολ κι ο Μπέργκαμπ ισοφάρισε. Λίγο αργότερα ο Ρόι Κιν είδε την κόκκινη κάρτα για φάουλ πάνω στον αγαπημένο Μαρκ Όφερμαρς. Στο δεύτερο λεπτό των καθυστερήσεων ο Φιλ Νέβιλ ανέτρεψε το Ρέι Πάρλορ και ο διαιτητής έδειξε το σημείο του πέναλτι. Σαν τον Ντιέγκο, ο Μπέργκαμπ είχε χάσει το τελευταίο του πέναλτι απέναντι στην Μπλάκμπερν. Πήρε την μπάλα χωρίς δισταγμό. Μερικά βήματα φόρα, η μπάλα στην αριστερή πλευρά της εστίας, ο Σμάιχελ στην ίδια πλευρά και απόκρουση. Η Γιουνάιτεντ ζωντανή. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση κι ο Ράιν Γκιγκς έκανε ένα αξέχαστο σόλο, περνώντας τέσσερις παίκτες προτού εκτελέσει τον Σίμαν, βγάλει τη φανέλα και πανηγυρίσει με το δασύτριχο στήθος του σε κοινή θέα.

Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε το κύπελλο στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν το πρόβλημα για τον Ντένις. Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα (έναν βαθμό περισσότερο από Άρσεναλ), όσο και το Τσάμπιονς Λιγκ στον συγκλονιστικό τελικό με την Μπάγερν. Το τρεμπλ ήταν γεγονός. «Ακόμα μπορώ να ακούσω τις κραυγές τους όταν κέρδισαν. Ήταν με 10 παίκτες και πέναλτι στο 90′ εις βάρος τους και κέρδισαν. Αυτό νομίζω τους έδωσε τη ψυχολογία να συνεχίσουν εκείνη τη χρονιά», λέει ο Βενγκέρ για εκείνο το μοιραίο ματς. Την ίδια στιγμή, ο Μπέργκαμπ επηρεάστηκε πάρα πολύ από το γεγονός και φυσικά όταν ολοκληρώθηκε το τρεμπλ, ακόμα περισσότερο. «Δεν ήμουν ο καλύτερος εκτελεστής πέναλτι, αλλά εκείνη τη στιγμή έπρεπε να πάρω την ευθύνη. Τα άφηνα με μεγάλη χαρά στον Ίαν Ράιτ πριν από μένα και στον Ανρί μετά από μένα. Ήταν πιο ψυχροί. Στο δικό μου το μυαλό, το πέναλτι πρέπει να είναι και λίγο ωραίο, να πάει παραθυράκι. Αυτό το πέναλτι ήταν ένα τεράστιο σοκ για μένα, μία από τις χειρότερες στιγμές στην καριέρα μου».

Σε αντίθεση με τον Ντιεγκίτο, ο Ολλανδός όχι απλά δεν εκτέλεσε το επόμενο, αλλά προτίμησε να μην εκτελέσει ξανά κανένα πέναλτι στην Άρσεναλ. Το 2014 ο Βενγκέρ μετά το χαμένο πέναλτι του Οζίλ απέναντι στην Μπάγερν, θυμήθηκε την ιστορία και φοβήθηκε ότι ο Γερμανός θα γίνει ένας νέος Μπέργκαμπ και θα σταματήσει να εκτελεί τα πέναλτι. Κι ο Λιονέλ; Με ποσοστό 81% στην Ισπανία και 75% στην Αργεντινή, πρέπει να γίνει νέος Ντιέγκο και σε αυτό; (την ίδια στιγμή ο Κριστιάνο έχει μεγαλύτερο ποσοστό, αλλά κι αυτός έχει χάσει αρκετά κρίσιμα πέναλτι στην καριέρα του) Μήπως να γίνει αν όχι ένας Μπέργκαμπ, τουλάχιστον κάποιος που θα κάνει πίσω; Ας μην ξεχνάμε ότι το τελευταίο καιρό ο Λιονέλ χάνει σχεδόν τα μισά από τα πέναλτι που εκτελεί. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, ο Αγκουέρο βρίσκεται στο 81% ποσοστό καριέρας.

Τι θα έκανες για να δεις την ομάδα σου στο Μουντιάλ;

  [Καθόλου σχόλια]

Η ανάγκη να δεις την ομάδα σου, ξεπερνά κάθε λογική και σπάει διαστημικά όρια γραφικότητας. Αυτό το ξέρουμε όσοι έχουμε αγαπήσει μια ομάδα. Αυτό όμως που έκανε ο Μιγκέλ από το Περού ξεπερνά κάθε λογική. Η ιστορία του θα μπορούσε να είναι κάποιος από αυτούς τους τίτλους σε μεσημεριανή εκπομπή σε στιλ: «Δηλητηρίαζα κρυφά την πεθερά μου τα τελευταία 10 χρόνια». Στην περίπτωση του Μιγκέλ όμως δεν έβλαψε κάποιον άλλον, εκτός από τον εαυτό του πιθανότατα.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Όπως λέει ο Μιγκέλ, είναι φανατικός οπαδός της εθνικής Περού. Πιο πολύ και από την ομάδα του την Ουνιβερσιτάριο. Δεν έχασε κανένα ματς στα προκριματικά. «Ήμουν ακόμα και σε αυτό με το Εκουαδόρ, που ήμασταν μόνο 20 χιλιάδες», δηλώνει με υπερηφάνεια. Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει από τη Ρωσία, όταν το Περού εξασφάλισε την πρόκριση. Όταν όμως η Ομοσπονδία του Περού διέθεσε τα εισιτήριά της διαδικτυακά αυτά εξαντλήθηκαν αμέσως. Όσο κι αν δεν το πιστεύετε, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία το Περού πούλησε συνολικά 43.000 εισιτήρια και κάτι ψιλά σε Περουβιανούς από όλο τον κόσμο, γεγονός που φέρνει τη μικρή αυτή χώρα στην 8η θέση των εισιτηρίων (και με βάση κι αυτό, αλλά και το ψυχόδραμα Γκερέρο, την κάνει μια από τις αγαπημένες μας ομάδες στο Μουντιάλ).

Όταν ο κακομοίρης ο Μιγκέλ μπήκε στο σάιτ για να πάρει εισιτήριο, υπήρχαν διαθέσιμα μόνο για άτομα με προβλήματα. Σύμφωνα με τους όρους, είτε έπρεπε να είσαι σε αναπηρικό καροτσάκι, είτε να είσαι υπέρβαρος με Δείκτη Μάζας Σώματος από 35 και πάνω. Εκείνη ήταν η στιγμή που ο φίλος μας είχε τη μεγάλη ιδέα, από αυτές τις μεγαλειώδεις που μόνο εσύ καταλαβαίνεις και οι άλλοι σε κοιτάζουν περίεργα. Ανέβηκε στη ζυγαριά, μέτρησε το βάρος του και στη συνέχεια έκανε υπολογισμούς. Κατέληξε ότι έπρεπε να πάρει 25 κιλά. «Αγόρασα το εισιτήριο και ξεκίνησα την προσπάθεια να παχύνω. Γκόμενα δεν είχα έτσι κι αλλιώς, βέβαια η μάνα μου ανησυχούσε. Μου είπε ότι θα καταστρέψω την υγεία μου για το Περού».

Περουβιανοί και Ουρουγουανοί στους δρόμους της Μόσχας

Φίλε αναγνώστη πόσες ταινίες έχεις δει με τον πρωταγωνιστή να προετοιμάζεται; Να μοχθεί; Να τρέχει; Να σηκώνει βάρη; Πόσα κρέατα στο ψυγείο χτυπούσε ο Ρόκι; Τώρα φαντάσου το αντίστροφο. Ο Μιγκέλ κατ’ αρχήν έκοψε την κολύμβηση που έκανε καθημερινά και το πολύ περπάτημα για ψύλλου πήδημα. Στη συνέχεια έπεσε με τα μούτρα στους υδατάνθρακες. Είχε τρεις μήνες για να τα καταφέρει και το έκανε. Πήρε το δίπλωμα του «υπέρβαρου» και με τη βούλα, το παρουσίασε στην… επιτροπή και πήρε τα εισιτήριά του. Στη μεσημεριανή εκπομπή ο τίτλος θα ήταν: «Πάχυνα 25 κιλά για το Περού».

«Φυσικά συνεχίζω να τρώω. Φαντάζεσαι να μην με αφήσουν να μπω μέσα στο γήπεδο;». δήλωσε. Σήμερα, η προπόνηση του Περού έγινε με κλειστές πόρτες σε ένα γήπεδο 20 χιλιόμετρα μακριά από τη Μόσχα. Ο Μιγκέλ βρήκε μια εφαρμογή τύπου Uber, και με 15€ πήγε εκεί μαζί με κάποιους φίλους με το αυτοκίνητο ενός άγνωστου Ρώσου. Έστω για να δει λίγο τα ινδάλματά του, δεν θα μπορούσε να το χάσει αυτό. Ένας από τους συνοπαδούς του συμπλήρωσε: «Ξέρω ανθρώπους που πούλησαν το αυτοκίνητό τους για να βρεθούν εδώ. Ένας γνωστός είχε παρόμοια ιδέα με τον Μιγκέλ. Να σπάσει το πόδι του και να βρει εισιτήριο μπαίνοντας με αναπηρικό καροτσάκι». Ευτυχώς (ας πούμε), μείναμε μόνο στην παχυσαρκία.

ΥΓ Ο Μιγκέλ δεν είναι σε κάποια από τις φωτογραφίες για προφανείς λόγους.

Πηγή: Las Americas

Το κόκκινο χαλί της βασίλισσας και τα παράπονα των Λατινοαμερικάνων

  [13 Σχόλια]

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966 έχει μείνει στην ιστορία για αρκετά γεγονότα. Για την μοναδική κατάκτηση τίτλου από την Αγγλία, τον τρόπο που αυτή τελικά ήρθε (με το γκολ του Χερστ), τον τεράστιο Εουσέμπιο που σκόραρε εννιά φορές, τη σταθερή Δυτική Γερμανία, την έκπληξη Β. Κορέα και τα γεμάτα γήπεδα. Και φυσικά για την πρώτη τόσο μεγάλη αποτυχία των ομάδων της Ν. Αμερικής. Μόνο που εκεί, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η αποτυχία δεν θεωρήθηκε αδυναμία των τριών μεγάλων (Βραζιλίας, Ουρουγουάης, Αργεντινής), αλλά ως το αποτέλεσμα μιας… πλεκτάνης της Ευρώπης να κατακτήσει έναν τίτλο από τα μεγαθήρια της Αμερικής.

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά, πριν φτάσουμε στις θεωρίες συνωμοσίας και δούμε πόση βάση είχαν. Οι Άγγλοι αφού σνόμπαραν τα πρώτα Παγκόσμια Κύπελλα θεωρώντας τις υπόλοιπες χώρες αρκετά κατώτερες, από το 1950 άρχισαν να συμμετέχουν. Τα αποτελέσματα, πολύ άσχημα. Καλύτερη επίδοση η 7η θέση το 1954 στην Ελβετία. Έτσι, όταν οργάνωσαν το Μουντιάλ του 1966 ήταν αποφασισμένοι να δείξουν στον υπόλοιπο κόσμο ότι το ποδόσφαιρο είναι δική τους υπόθεση. Τα γήπεδα ήταν γεμάτα (το Μουντιάλ της Αγγλίας ήταν μέχρι και το 1994 αυτό με τα περισσότερα εισιτήρια) και η τελετή έναρξης έγινε με κάθε επισημότητα, υπό τα μάτια της βασίλισσας, πλήθους διασημοτήτων αλλά και 87.000 θεατών.

Σε εκείνο το ματς η Αγγλία υποδέχτηκε την Ουρουγουάη, αγώνας που μεταδόθηκε για πρώτη φορά ζωντανά σε πολλά μέρη του κόσμου. Μια Ουρουγουάη που είχε εσωτερικά προβλήματα, εξαιτίας των… παπουτσιών. Βλέπετε, οι σπόνσορες είχαν αρχίσει για τα καλά να μπαίνουν στο ποδόσφαιρο. Οι άμαθοι Ουρουγουανοί δέχτηκαν προτάσεις από Adidas και Puma και εκεί άρχισαν να μαλώνουν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα κάποιοι να δεχτούν την πρόταση της μίας και κάποιοι της άλλης και γενικά να υπάρχει κακό κλίμα. Οι Ουρουγουανοί είχαν μια ομάδα βασισμένη στην εξαιρετική Πενιαρόλ εκείνων των ετών και παίκτες όπως ο Μαζούρκεβιτς, ο Πέδρο Ρότσα, ο Μίλτον Βιέρα και ο μπαμπάς Φορλάν. Ο ιδιόρρυθμος κόουτς Οντίνο Βιέρα κατέβασε μια 11αδα που δεν είχε επιλέξει ξανά μαζί και πριν το ματς έκανε τακτική με αλατιέρες και πιπεριέρες για παίκτες. Ο αστικός μύθος λέει ότι κατά τη διάρκεια της τακτικής, κάποιος έριξε μια αλατιέρα-παίκτη και ο φυσιοθεραπευτής είπε: «τι να κάνω κόουτς; να μπω να τη βοηθήσω;»

Η τακτική πάντως απέδωσε και μετά από 90 λεπτά, οι δυο ομάδες έμειναν στο 0-0. Αυτό ήταν και το μοναδικό παιχνίδι που οι Άγγλοι δεν κέρδισαν το 1966.  Οι Ουρουγουανοί είχαν πάντως προβλήματα και με τη διοργάνωση, καθώς ενώ το παιχνίδι τους με τη Γαλλία ήταν να γίνει στο Γουέμπλεΐ, τελικά οι διοργανωτές το μετέφεραν σε άλλο στάδιο. Την ίδια στιγμή πολλά παράπονα υπήρχαν σχετικά με τον καταρτισμό του προγράμματος, με τους Άγγλους να έχουν πολύ βολικές ημέρες και χρόνο ξεκούρασης. Η Σελέστε πάντως προκρίθηκε κερδίζοντας Γαλλία και φέρνοντας ισοπαλία με το Μεξικό.

Από την άλλη, η παγκόσμια πρωταθλήτρια Βραζιλία με τον σούπερ-σταρ Πελέ τα βρήκε δύσκολα. Αποκλείστηκε από την πρώτη φάση, έχοντας να αντιμετωπίσει το σκληρό παιχνίδι των Βούλγαρων στο πρώτο ματς. Ο Πελέ τραυματίστηκε, οι Βραζιλιάνοι ήταν έξαλλοι με το διαιτητή που δεν προστάτευσε τον Βασιλιά και έπαιξαν στο δεύτερο ματς χωρίς αυτόν, χάνοντας με 3-1 από την Ουγγαρία. Η πρόκριση παιζόταν στο τρίτο παιχνίδι με την Πορτογαλία. Ο Εουσέμπιο όμως ήταν πολύ ανώτερος, ενώ παράλληλα ο Πελέ έφαγε και πάλι αρκετό ατιμώρητο ξύλο με αποτέλεσμα να νιώθει ενοχλήσεις και να μην μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά τη Βραζιλία που έχασε. Οι Βραζιλιάνοι ήταν έξαλλοι κι ο Πελέ δήλωσε ότι δεν θα ξαναπαίξει σε Μουντιάλ. Ευτυχώς για όλους μας, το 1970 έδωσε το παρόν κανονικά. Η κόντρα τους με τους Άγγλους είχε ξεκινήσει πριν τους αγώνες. Για την άφιξή τους (όταν δεν υπήρχε πούλμαν να τους παραλάβει), τον αριθμό των φωτογράφων που μπορούσαν να έχουν, τις σημαίες της ομάδας, τις καθυστερήσεις στις μεταφορές τους, τις παροχές σε δημοσιογράφους, τη διαμονή, τα προβλήματα με τα τηλέφωνα. Σε ένα άρθρο του Guardian αναφέρεται η ιστορία για τα πρώτα αντιντόπινγκ τεστ που οργάνωσε ο Άγγλος γιατρός και ανάγκασαν τους Βραζιλιάνους να ζητήσουν να απαγορευτεί το τσάι για τους Άγγλους, αν απαγορευτεί ο καφές γι’ αυτούς.

«Όταν επέστρεψα στη Βραζιλία, η καρδιά μου δεν ήταν στο ποδόσφαιρο πλέον. Ήταν ένα σοκ αυτό που έγινε με την αντιαθλητική συμπεριφορά και την κακή διαιτησία. Η Αγγλία κέρδισε, αλλά για μένα δεν είχε την καλύτερη ομάδα. Το ποδόσφαιρο σταμάτησε να είναι τέχνη και έγινε πόλεμος».

Κι η τρίτη της Ν. Αμερικής; Η Αργεντινή μετά τις αποτυχίες της στα Μουντιάλ του 1958 και του 1962 πήγε χωρίς πολλές φιλοδοξίες στη διοργάνωση. Με πολλά εσωτερικά προβλήματα και κακά αποτελέσματα πριν τη διοργάνωση, οι ελπίδες δεν ήταν πολλές. Οι Αργεντινοί είχαν κι αυτοί τα δικά τους θέματα με τους Άγγλους. Στο προπονητικό κέντρο δεν υπήρχαν εστίες, τα λεωφορεία που τους μετέφεραν έκαναν λάθη και γενικά είχαν παράπονα από τους διοργανωτές. Κατάφεραν να πάρουν όμως την πρόκριση.

Κάπως έτσι φτάσαμε στα προημιτελικά. Εκεί που Ουρουγουανοί και Αργεντινοί υποστηρίζουν ότι έγινε η μεγάλη σφαγή. Πριν καν ξεκινήσει το Μουντιάλ και σύμφωνα με τα ΜΜΕ της Ν. Αμερικής, οι χώρες έπρεπε να δηλώσουν από δύο διαιτητές για τη διοργάνωση, αλλά οι Άγγλοι εμφανίστηκαν τελικά με τέσσερις, συν έναν Σκωτσέζο και έναν Ουαλό. Ήδη οι πρώτες ανησυχίες υπήρχαν. Οι διασταυρώσεις των προημιτελικών έφεραν την Ουρουγουάη να παίζει με τη Δ. Γερμανία και την Αργεντινή με την Αγγλία. Μερικές ημέρες πριν τους αγώνες, οι εκπρόσωποι της Σοβιετικής Ένωσης, της Ουρουγουάης και της Αργεντινής κλήθηκαν σε ένα ξενοδοχείο του Λονδίνου ώστε να γίνει η κλήρωση των διαιτητών. Ενώ έφτασαν στην ώρα τους, ενημερώθηκαν από τον πρόεδρο της FIFA που κατά τύχη ήταν ο Άγγλος Στάνλεϊ Ρους, ότι η κλήρωση είχε ήδη γίνει, με μάρτυρα αυτόν, τον Γερμανό εκπρόσωπο και ένα Νοτιαφρικάνο. Κατά διαβολική σύμπτωση, το ματς Αγγλίας-Αργεντινής κληρώθηκε να διευθύνει ένας Γερμανός διαιτητής και το Γερμανία-Ουρουγουάη ένας Άγγλος. Η συνάντηση είχε κανονιστεί σε ώρα που ο Ισπανός, μέλος της επιτροπής, δεν μπορούσε να επιστρέψει στο Λονδίνο (μια που ήταν σε άλλη πόλη για άλλον αγώνα). Αρκετά ύποπτα όλα αυτά.

Φτάσαμε έτσι στους αγώνες που έγιναν ίδια μέρα και ώρα. Τώρα για να είμαστε σωστοί, οι Νοτιοαμερικάνοι δεν είναι τα καλύτερα παιδιά και πολλές φορές υπερβάλλουν στις ιστορίες τους. Στο συγκεκριμένο ματς,  η Ουρουγουάη διαμαρτύρεται για ένα πέναλτι που δεν δόθηκε πολύ νωρίς στην αρχή του αγώνα σε χέρι του Σνέλινγκερ. Αμέσως μετά οι Γερμανοί άνοιξαν το σκορ με ένα τυχερό γκολ, στο οποίο η μπάλα κόντραρε. Οι Ουρουγουανοί εκνευρισμένοι άρχισαν τις κλωτσιές και έτσι στο δεύτερο ημίχρονο έχασαν δύο παίκτες τους μέσα σε πέντε λεπτά με αποβολή. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι τα φάουλ δεν ήταν για αποβολή. Από εκεί και πέρα όπως ήταν φυσικό, το παιχνίδι ουσιαστικά είχε κριθεί με 9 παίκτες. Η Γερμανία έβαλε άλλα τρία γκολ και με το 4-0 πήρε την πρόκριση. Οι παίκτες της Σελέστε ήταν όμως έξαλλοι με τον Άγγλο διαιτητή και ο Χούλιο Κορτές του έριξε μια μεγαλοπρεπή κλωτσιά στο τέλος του ματς, μια κλωτσιά που του επέφερε τιμωρία έξι αγώνων.

Η Αργεντινή αντιμετώπιζε την Αγγλία στο Γουέμπλει. Όταν οι Λατινοαμερικάνοι ζήτησαν να κάνουν προπόνηση στο στάδιο μια ημέρα πριν τον αγώνα για να εξοικειωθούν με το χώρο η απάντηση ήταν ότι αυτό δεν ήταν εφικτό, μια που υπήρχαν προγραμματισμένες… κυνοδρομίες. Το παιχνίδι ήταν πολύ σκληρό και οι Άγγλοι διαμαρτύρονταν σε κάθε φάουλ των Αργεντίνων. Είχε ήδη δημιουργηθεί κλίμα, με το BBC να παίζει τις προηγούμενες ημέρες συνέχεια ένα φάουλ από το Αργεντινή-Γερμανία, με το οποίο αποβλήθηκε ο Άλμπρετς. Στο 35′ η Αγγλία βγήκε αντεπίθεση και κέρδισε φάουλ με τον Χαντ. Το φάουλ εκτελέστηκε και στη συνέχεια ο θρυλικός Αντόνιο Ρατίν, αρχηγός της Αργεντινής, ζήτησε να μιλήσει στο διαιτητή, καθώς η Αργεντινή διαμαρτυρόταν ότι πριν την αντεπίθεση είχε προηγηθεί φάουλ της Αγγλίας. Σε κάθε ευκαιρία, οι παίκτες της Αργεντινής προσπαθούσαν να παγώσουν το ρυθμό και σε συνδυασμό με τη διαιτησία που έπαιζε έδρα, ο Ρατίν βρήκε ευκαιρία να διαμαρτυρηθεί στο διαιτητή και να κερδίσει χρόνο. Φυσικά δεν μιλούσε αγγλικά, ούτε γερμανικά και ζητούσε έναν μεταφραστή. Ο Γερμανός διαιτητής δεν ασχολήθηκε και όταν ο Ρατίν επέμεινε δείχνοντάς του το περιβραχιόνιο, προς έκπληξη των Αργεντινών τον απέβαλε. Ο λόγος; Τον κοιτούσε… απειλητικά και έτσι κατάλαβε ότι τον έβριζε. Σημείωση: ο Γερμανός δεν ήξερε ισπανικά.

Η απόφαση αυτή έφερε θύελλα αντιδράσεων. Ο Ρατίν μην καταλαβαίνοντας ή πιθανότερα κάνοντας ότι δεν καταλαβαίνει, αρνήθηκε να αποχωρήσει, το παιχνίδι διακόπηκε για περίπου 10 λεπτά, με τον Ρατίν να ζητάει μεταφραστή και να κάθεται στο κόκκινο χαλί της βασίλισσας. Οι Άγγλοι που είχαν κατακλύσει το Γουέμπλεϊ άρχισαν να φωνάζουν «Animals, animals» έξαλλοι για την ιερόσυλη κίνηση.

«Ήταν άδικη η αποβολή. Όταν με απέβαλαν, έκατσα στο κόκκινο χαλί της βασίλισσας που οδηγούσε στη θέση της. Δεν ήταν εκεί, οπότε έκατσα περίπου για πέντε λεπτά. Μετά σηκώθηκα για να πάω στα αποδυτήρια. Κάποιοι μου πέταξαν απομιμήσεις σοκολάτας. Δεν είχα ξαναδεί. Ξετύλιξα μία, δάγκωσα και την πέταξα πίσω.  Όταν έφτασα στο κόρνερ, έσφιξα το σημαιάκι της Βρετανίας και φώναξα «Άγγλοι, π..νας γιοι». Κάπου εκεί σταμάτησαν οι σοκολάτες και άρχισαν να πέφτουν μπύρες».

-Αντόνιο Ρατίν σε συνέντευξή του το 2016 στην εφημερίδα La Nacion, με τη συμπλήρωση 50 ετών από εκείνο το ματς.

Η Αργεντινή με παίκτη λιγότερο άντεξε για πολλή ώρα. Υπήρξαν νέες διαμαρτυρίες για ένα φάουλ του Χερστ που υποστήριξαν ότι ήταν για αποβολή. Ο Γερμανός δεν συγκινήθηκε. Τελικά μια κεφαλιά του Χερστ έδωσε την πολυπόθητη νίκη και πρόκριση στην Αγγλία. Μετά το τέλος του αγώνα οι παίκτες της Αργεντινής συνέχισαν τις διαμαρτυρίες και ο Γερμανός διαιτητής έφυγε συνοδεία αστυνομίας. Ο προπονητής της Αγγλίας Αλφ Ράμσει φώναζε στους παίκτες του να μην αλλάξουν φανέλες με τους αντιπάλους που τους αποκαλούσε ζώα. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις πήγε ο ίδιος και τραβούσε τις φανέλες των παικτών του πίσω.

Ο προπονητής της Αγγλίας εμποδίζει την ανταλλαγή φανέλας

Τα παράπονα φυσικά δεν έμειναν μόνο στην Αγγλία. Στο Μοντεβιδέο οι Ουρουγουανοί βομβάρδισαν με τηλεφωνήματα τη βρετανική πρεσβεία ρωτώντας «πόσα πήρε ο διαιτητής από τους Γερμανούς», ενώ πλήθος κόσμου μαζεύτηκε απ’ έξω και χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία. Αντίστοιχες εικόνες είχαμε και στο Μπουένος Άιρες. Οι αποστολές των ομάδων επέστρεψαν εν μέσω αποθέωσης στις πατρίδες τους, καθώς η γενική εικόνα ήταν ότι υπήρχε «ευρωπαϊκό σχέδιο», ώστε να φτάσουν στα ημιτελικά μόνο ομάδες από την Ευρώπη.

Ο Γερμανός διαιτητής φυγαδεύεται στο Γουέμπλεϊ

Η FIFA συνεδρίασε με τον Άγγλο πρόεδρό της και απείλησε την Αργεντινή με αποκλεισμό από το επόμενο Μουντιάλ. Την ίδια στιγμή η Π.Ο. της Αργεντινής απειλούσε να αποχωρήσει από τη FIFA. Αργεντινή και Αγγλία που μέχρι τότε είχαν καλές ποδοσφαιρικές σχέσεις, ας μην ξεχνάμε ότι το ποδόσφαιρο σε πολλές χώρες της Λ. Αμερικής ξεκίνησε από Βρετανούς μετανάστες, ξεκίνησαν μια μεγάλη έχθρα. Μια έχθρα που συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια και έφτασε στο αποκορύφωμά της τη δεκαετία του 1980, τόσο με τον πόλεμο των Φόκλαντς, όσο φυσικά και με το παιχνίδι στο Μουντιάλ του 1986 και τα καμώματα του Μαραντόνα. Όσο για εκείνο το Μουντιάλ, οι Άγγλοι το κατέκτησαν στον τελικό επί της Γερμανίας, με ένα αμφισβητούμενο γκολ που έμεινε για πάντα στην ιστορία και έβαλε κι άλλες αμφιβολίες για την καθαρότητα της διοργάνωσης. Για τους Αργεντινούς, το ματς εκείνο ονομάστηκε «η κλοπή του αιώνα» και μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς πόση ευχαρίστηση ένιωσαν το 1986. Ακόμα και τόσα χρόνια μετά, σε Βραζιλία, Ουρουγουάη και Αργεντινή θεωρούν ότι έπεσαν θύμα των Ευρωπαίων.

Σομπρεροπρογνωστικά (Μουντιάλ 2018)

  [7 Σχόλια]

Τα ξεκινήσαμε στο Μουντιάλ του 2010 και από τότε προστέθηκαν δύο Euro, ένα Μουντιάλ και ένα Κόπα Αμέρικα. Τα Σομπρεροπρογνωστικά επιστρέφουν και φέτος με αφορμή το Μουντιάλ της Ρωσίας. Ήρθε η ώρα να ξεχωρίσουμε οι γνώστες από τους ερασιτέχνες, οι άντρες από τα αγόρια, οι κυρίες από τα κορίτσια, οι θεοί από τους κοινούς θνητούς, τα 10αρια από τα αριστερά μπακ.

Τα πράγματα είναι απλά. Πηγαίνετε σε αυτό εδώ το σάιτ και φτιάχνετε γρήγορα έναν λογαριασμό (ή αν βαριέστε μπαίνετε με το Facebook/Twitter account σας). Σε περίπτωση που έχετε παίξει σε παλιότερο διαγωνισμό μας, απλά πραγματοποιείτε είσοδο καθώς ισχύει το παλιό account. Αφού κάνετε λογαριασμό πηγαίνετε εκεί που λέει Join League και βάζετε τον μαγικό αριθμό 250840. Αν δεν το κάνετε αυτό δεν θα μπείτε στο μίνι-πρωτάθλημα του Σομπρέρο. Και πριν πείτε «λες και θέλω να βλέπω τα μούτρα σας», σκεφτείτε ότι μπορεί να χάσετε το έπαθλο που θα πάρει ο πρωταθλητής μας. Το δώρο που θα προσφέρει το αγαπημένο SportArena από τη μεγάλη συλλογή του και θα ανακοινωθεί σύντομα. Οπότε αφήστε τα μούτρα και μπείτε στο πρωταθληματάκι μας.

Για τους καινούριους, το παιχνίδι έχει ως εξής: Βάζετε τα προγνωστικά σας για τους αγώνες του Μουντιάλ. Αν πετύχετε ακριβές σκορ παίρνετε 3 βαθμούς, αν πετύχετε μόνο το αποτέλεσμα (νίκη-ισοπαλία) παίρνετε 1 βαθμό. Σε περίπτωση που το αποτέλεσμα που πιάσατε ήταν έκπληξη (το έπαιξε λιγότερο από το 20% των συμμετεχόντων) παίρνετε μπόνους 2 βαθμών. Το ίδιο ισχύει και για το σκορ σε «έκπληξη» (αν το έπαιξε λιγότερο από το 5%). Σε περίπτωση ισοβαθμίας μετράει η… διαφορά τερμάτων στα προγνωστικά σας. Είμαστε στη διάθεσή σας για κάθε ερώτηση, μπορείτε να μας βρίσκετε είτε εδώ, είτε σε Facebook, Instagram (όπου συνεχίζουμε τα αφιερώματά μας στα περασμένα Μουντιάλ) και Twitter.

Οι φανέλες του Μουντιάλ 2018

  [9 Σχόλια]

Το Μουντιάλ είναι οι ομάδες, είναι οι παίκτες κι οι συγκινήσεις. Είναι όμως κι άλλα πράγματα. Είναι τα αυτοκόλλητα Panini για πολλούς, είναι το στοίχημα για άλλους, είναι και οι φανέλες των ομάδων για εμάς. Καταλαβαίνω ότι πολύς κόσμος δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τις εμφανίσεις. Δεν θα ασχοληθεί με τις μάρκες, τις εταιρείες αθλητικών, τις ρίγες και τα σχέδια. Του αρκεί να έχουν πάνω τα νούμερα, τα ονόματα και τα χρώματα της κάθε εθνικής. Μπάλα είναι, όχι πασαρέλα. Ναι μεν, αλλά… Οι σπουδαίες εμφανίσεις συνοδεύουν τις ομάδες, γίνονται οι εικόνες που παραμένουν στις αναμνήσεις μας. Το ίδιο και οι τραγικές εμφανίσεις.

Ξεκινάμε με μερικά… στατιστικά. Συνολικά οκτώ διαφορετικές εταιρείες θα ντύσουν τις 32 ομάδες του Μουντιάλ. Τη μερίδα του λέοντος έχει η Adidas με 12, ακολουθεί η Nike με 10, η Puma με 4, η New Balance με 2 και μετά Umbro, Hummel, Errea και Uhlsport που έχουν από μία εθνική η καθεμία.  Σε γενικές γραμμές οι εταιρείες δεν ξέφυγαν όπως άλλες φορές (ίσως επειδή λείπει και το λατρεμένο Καμερούν). Από εδώ και πέρα το κείμενο είναι καθαρά υποκειμενικό και θέμα γούστου, οπότε πολλοί μπορεί να διαφωνήσετε και να πείτε «τι λες ρε φίλε;». Γι’ αυτό υπάρχουν και τα σχόλια. Κάποιες είναι ψιλοτραγικές φανέλες, πάρα πολλές ανέμπνευστες και βαρετές (φασόν σχέδια από εταιρείες στα οποία αλλάζει μόνο το χρώμα) και φυσικά κάποιες εξαιρετικές. Όπως είναι φυσικό, με 32 ομάδες και «εντός»-«εκτός» φανέλα, δεν μπορούμε να τις δούμε όλες. Διαλέξαμε αρκετές όμως.

Ξεκινάμε απλά και όμορφα. Με τη μοναδική συμμετοχή της αγαπημένης Umbro και την κλασσική ρίγα του Περού. Μια φανέλα απλή, σταθερή στην παράδοση της χώρας, αναγνωρίσιμη και όμορφη. Κι ας μη τη φορέσει ο Πάολο Γκερέρο. Εγκρίνουμε και επαυξάνουμε.

Αν ψάξετε στο διαδίκτυο, θα βρείτε πολλούς χαρούμενους χίψτερς να αποθεώνουν αυτή την εμφάνιση της Ιαπωνίας. Εγώ πάλι αυτό που βλέπω μου θυμίζει Sim City, σαν να έχτισα δίπλα δίπλα πολλούς δρόμους με διακεκομμένη λωρίδα ή το αρχαίο παιχνίδι με το βατραχάκι. Ο κατασκευαστής υποστηρίζει ότι είναι ένας φόρος τιμής στο παραδοσιακό γιαπωνέζικο ράψιμο Sashiko, ενώ στο εσωτερικό υπάρχουν λέει αναφορές σε κατάνες, το ηφαίστειο Φούτζι και άλλα τέτοια που δεν θα τα δούμε ποτέ. Προσωπικά, η μόνη χρήση γι’ αυτή τη φανέλα θα ήταν ως δώρο-πιτζάμα σε κάποιον συνταξιούχο θείο μου. Αν είστε από αυτούς που τους αρέσει, θα βρω που μένετε…

Η Κροατία, όπως και το Περού, έχει τη δική της φανέλα που την ξεχωρίζεις από χιλιόμετρα μακριά. Την έχουμε δει σε αρκετές εκδόσεις. Αυτή τη φορά, η Nike θέλει να πρωτοτυπήσει κάνοντας τα κουτάκια… θολά στις άκρες τους. Το αποτέλεσμα προσωπικά δεν μου αρέσει, αλλά ποιος ξέρει. Μπορεί οι αντίπαλοι να νομίζουν ότι έπαθαν αστιγματισμό και να σταματήσουν να μαρκάρουν τους Κροάτες.

Στο παρελθόν η Errea μας είχε δώσει όμορφες φανέλες, όπως αυτή της Ισλανδίας στο περασμένο Euro. Αυτή τη φορά πήγε να πρωτοτυπήσει κάπως και έκανε μια μετριότατη προς άσχημη εμφάνιση. Το σκεπτικό είναι λέει ότι συνδύασε κόκκινο, μπλε και άσπρο, δηλαδή φωτιά, πάγο και νερό (είμαι οι δυνάμεις σας ενωμένες, είμαι ο Κάπτεν Πλάνετ) που αντιπροσωπεύουν την Ισλανδία. Ευχόμαστε στην κατά τα άλλα συμπαθή χώρα καλή επιτυχία, αλλά οι φανέλες είναι για τ’ ανάθεμα.

Στην εποχή του ρετρό που ζούμε, πολλές αναπαραστάσεις παλαιότερων εμφανίσεων λαμβάνουν χώρα. Κάποιες με επιτυχία, κάποιες με αποτυχία. Αυτή της Γερμανίας ανήκει στις πρώτες και μου αρέσει πάρα πολύ. Αρκετά πιο μίνιμαλ, προσπαθεί να μοιάσει ιδιαίτερα στην ιστορική φανέλα του Μουντιάλ του 1990. Αν υποστήριζα Γερμανία, πιθανότατα να την αγόραζα. Για μένα μια από τις καλύτερες φανέλες του Μουντιάλ (και μια από τις καλύτερες ομάδες) με την adidas να κάνει καλή δουλειά.

Κάνοντας κλικ βλέπετε τις φωτογραφίες μεγαλύτερες

Εκτός από της Γερμανίας, καταπληκτική είναι και η πρώτη της Γαλλίας. Η Nike έκανε και πάλι αρκετά καλή δουλειά για τη γαλλική εθνική, όπως και με τη φοβερή ρετρό που είχε βγάλει προ καιρού. Ίσως σε κάποιους τα μανίκια να φανούν πολύ… προχώ, αλλά εμένα μου αρέσουν. Αντίθετα, αυτό που δεν μου αρέσει είναι η 2η εμφάνιση της Γαλλίας. Η οποία είναι ένα εξαιρετικό μπλουζάκι να κατέβεις στην πλατεία της γειτονιάς σου για μια μπύρα, αλλά όχι και για φανέλα ομάδας. Κοιτάξτε θλιμμένο ύφος το αγόρι στα αριστερά. Συμφωνεί μαζί μας.

Πάμε σε μια δυνατή με κακό τρόπο τριάδα. Αριστερά το Βέλγιο με κάτι σαν πουλόβερ που θα σε ανάγκαζε η γιαγιά σου να φορέσεις στα 80s. Στη μέση η φανέλα της Ισπανίας (η μόνη επαφή του Μοράτα με το Μουντιάλ ήταν η φωτογράφιση). Είπαμε πιο πριν για το φόρο τιμής σε παλιότερες. Αυτή τη φορά έχουμε μια μάλλον αποτυχημένη προσπάθεια, μίμησης της φανέλας της Ισπανίας στο Μουντιάλ του 1994. Χωρίς να είναι τραγική, δεν είναι και τίποτα ιδιαίτερο. Προσωπικά δεν μου άρεσε και αυτή του 1994.  Δεξιά η φανέλα της Τυνησίας, η μοναδική συμμετοχή της Uhlsports που είναι πιο βαρετή και από ελληνοκυπριακό σίριαλ σε επανάληψη στο ΤιΒί Μακεδονία.

Η Puma έχει τη δική της τεχνοτροπία, με τις κολλητές συνήθως φανέλες που δεν κολακεύουν όσους έχουν παραπάνω κιλά. Αυτή τη φορά στην Ουρουγουάη έχει κάτι σαν υδατογράφημα με τον ήλιο. Το αποτέλεσμα είναι έτσι κι έτσι, η αλήθεια είναι ότι την έχω δει και σε καλύτερες φωτογραφίες, ίσως να φταίει το κοντινό πλάνο. Περίμενα πάντως κάτι καλύτερο για την αγαπημένη Ουρουγουάη.

Όπως και στην περίπτωση της Ιαπωνίας, έτσι και στη Νιγηρία αρκετοί ενθουσιάζονται με αυτό το πράμα. Η δική μου απάντηση είναι «kill it with fire». Όχι, δεν θα πάρω και όσο την κοιτάω, τόσο πιο αντιπαθητική μου φαίνεται.

Στην κατηγορία «απλές, αλλά ωραίες» έχουμε για αρχή τη Σερβία. Μπορεί να είναι ένα κλασσικό σχέδιο της Puma αλλά λίγο το ωραίο εθνόσημο, λίγο τα νούμερα και δείχνει όμορφο. Δεν θα κέρδιζε βραβείο, αλλά δεν ντρέπεσαι να τη φοράς ή να την αγοράσεις. Η Αγγλία από την άλλη έχει την πιο απλή φανέλα που γίνεται. Ο σχεδιαστής πρέπει να την έφτιαξε σε ημιαργία. Κι όμως είναι πολύ ωραία και σε αυτό παίζουν ρόλο και τα διάσημα λιοντάρια. Το ίδιο ισχύει και για την πολύ απλή της Πορτογαλίας που ετοιμάζονται οι κοιλιακοί του Κριστιάνο να σκίσουν. Εγκρίνουμε.

Πάμε και σε δύο από τις πιο δημοφιλείς εθνικές του κόσμου. Η Nike αφησε ένα απλό σχέδιο για τη Βραζιλία χωρίς πολλά πολλά και είναι αρκετά όμορφο, ενώ η αλλαγή που έκανε η Adidas στην κλασσική φανέλα της Αργεντινής είναι αυτό το… ντεγκραντέ-ξεθωριασμένο στις γαλάζιες ρίγες. Λίγο «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις». Καλές κι οι δύο. Στις δεύτερες φανέλες, της Βραζιλίας είναι πολύ όμορφη αλλά αυτό το αστέρι περισσότερο μου κάνει σε 2η φανέλα της Γιουβέντους για το Τσάμπιονς Λιγκ με Ραβανέλι βασικό από τα 90s. Η δεύτερη της Αργεντινής συνήθως ήταν και η πιο όμορφη. Δυστυχώς αυτή τη φορά είναι σαν προπονητικό μπλουζάκι και δεν αξίζει (κάτω το κουλό σου ντι Μαρία, κοίτα να βάλεις κανένα γκολ).

Περνάμε σε μερικές ακόμα βαρετές. Κανένα συναίσθημα δεν μου προκαλεί αυτή της Σενεγάλης, ούτε έστω αντιπάθειας όπως αυτή της Νιγηρίας. Δεύτερο είναι το Μεξικό με μια φανέλα που σε κάνει να φορέσεις ένα σομπρέρο και να ξαπλώσεις σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου. Η τρίτη είναι η φανέλα της Ρωσίας που λέει «βγάλτε το προπονητικό μπλουζάκι και δείξτε την κανονική». Συνεχίζουμε με τη φανέλα που θα ξεπουλήσει σαν ζεστό ψωμί στο Λίβερπουλ εξαιτίας του Σαλάχ (αν προκάμει) και ευτυχώς που το στιλιστικό γούστο των Σκάουζερς είναι μέτριο γιατί είναι χάλια. Αν μια φανέλα αξίζει να έχει χρυσό είναι αυτή της Σ. Αραβίας, ιδανική για κάποιο πανηγύρι με κλαρίνα. Τέλος αυτό το πράγμα που είναι η δεύτερη της Πορτογαλίας καλό είναι να μη φορεθεί.

Περνάμε σε κάποιες που είναι αρκετές ωραίες ή τουλάχιστον έτσι πιστεύω. Η 2η της Γερμανίας μπορεί να ξενίζει σε πολλούς, αλλά είναι ένα πολύ επιτυχημένο remake της κλασσικής πράσινης φανέλας του παρελθόντος. Της Πολωνίας εξαιρετική, ενώ και η Hummel διατήρησε το κλασσικό στιλ της Δανίας χωρίς πολλά πολλά. Πανέμορφη και η 2η της Σουηδίας στο μπλε (η πρώτη δεν είναι τόσο καλή στις φωτογραφίες), ενώ η New Balance έκανε καλή δουλειά για τον Παναμά. Τέλος, αρκετά ωραία και αυτή της Αυστραλίας ή έστω λίγο διαφορετική.

Για το τέλος κάποιες που… περίσσεψαν. Η φανέλα της Κολομβίας που ειλικρινά δεν μπορώ να πω αν μου αρέσει ή αν είναι χάλια. Στη συνέχεια η 2η της Ρωσίας που επίσης διχάζει πολλούς, εμπνευσμένη υποτίθεται από τη ρώσικη αρχιτεκτονική. Μετά μία που μισώ με πάθος. Η φανέλα της Ελβετίας που μοιάζει με τοπογραφικό σχέδιο και ακόμα και για προσάναμμα να μου την έδιναν μία κρύα νύχτα στις Άλπεις, δεν θα τη δεχόμουν. Τα σκληρά αγόρια της Κόστα Ρίκα φοράνε μια αρκετά ωραία φανέλα, ενώ οι K-Pop τύποι στην Κορέα θα ενθουσιαστούν με τη 2η φανέλα της χώρας τους. Εγώ πάλι όχι. Τέλος, όπως η πρώτη, έτσι κι η δεύτερη φανέλα της Αγγλίας είναι εξαιρετική. Εμπνευσμένη από το 1966 και έτοιμη να φέρει γούρι στα παιδιά της χώρας (τουλάχιστον μέχρι τη διαδικασία των πέναλτι).

Χωρίς συγκεκριμένη σειρά προτίμησης επιλέγω Αγγλία-Γερμανία-Γαλλία για καλύτερες, μετά Βραζιλία-Αργεντινή-Πολωνία και σε αυτές που θα πρέπει να θαφτούν βαθιά μέσα στη Γη (μέσα στο μάγμα) διαλέγω Ελβετία-Νιγηρία και Ιαπωνία. Αναμένουμε τα σχόλιά σας…

Το Συμβόλαιο

  [11 Σχόλια]

Υπάρχουν κάποιες παραδόσεις στον μάταιο τούτο κόσμο. Ο Ρόμπεν που θα κάνει κίνηση προς τα μέσα, ο Κιελίνι που θα ματώσει στο κεφάλι, ο Κριστιάνο που θα βρει μια αφορμή για να γδυθεί. Και υπάρχει και η εθνική Αργεντινής. Που θα μας απογοητεύσει κάθε φορά με έναν διαφορετικό τρόπο, θα μας στενοχωρήσει και θα μας εκνευρίσει. Εμάς δηλαδή που την υποστηρίζουμε. Ο κόουτς ανακοίνωσε την αποστολή για το Μουντιάλ της Ρωσίας και εκτός από τον Μέσι, έχουμε αρκετές συνηθισμένες κινήσεις. Τους ντι Μαρία και Αγκουέρο που λογικά θα έχουν κάποιο μυϊκό τραυματισμό και θα χάσουν τη μισή διοργάνωση, τον «Πιπίτα» για να χάσει κάποιο κρίσιμο τετ-α-τετ, τον Λούκας τον Μπίλια που θα μας κάνει να αναρωτηθούμε τι βλέπουν οι προπονητές του σε αυτόν και τον αειθαλή Χαβιέρ Μαστσεράνο από την Κίνα. Κόπηκαν παίκτες όπως ο Ικάρντι, ο Σεντουριόν κι ο Λαουτάρο Μαρτίνες, ενώ τελικά κλήθηκε ο Ντιμπάλα. Οι παίκτες που τελικά πήρε μαζί του ο Σαμπαόλι (που ως παλιοροκάς, δέχτηκε και δώρο ένα μπλουζάκι με αφορμή τη συμπλήρωση 32 ετών κυκλοφορίας του δίσκου των Redondos με τίτλο Oktubre, τη χρονιά του τελευταίου Μουντιάλ της χώρας) είναι οι εξής:

Πέρα όμως από όλες αυτές τις παραδόσεις, υπάρχει ακόμα μία. Οι πατροπαράδοτες διαφημίσεις για την εθνική Αργεντινής πριν τις μεγάλες διοργανώσεις που κερδίζουν πάντα τις εντυπώσεις. Το 2014 για παράδειγμα είχαμε πρωταγωνιστή τον Πάπα,  αλλά και ότι η ζωή είναι σαν ένα ματς της Αργεντινής. Ανάμεσα σε αυτούς που βγάζουν εξαιρετικές διαφημίσεις είναι και η κλασσική μπύρα της Αργεντινής, η Κίλμες, με μερικά από τα καλύτερα και πιο συγκινητικά ποδοσφαιρικά σποτάκια για την αλμπισελέστε. Με κορυφαίο μάλλον αυτό του 2006. Φέτος, με την Αργεντινή να πηγαίνει με χαμηλότερα τον πήχη από κάθε άλλη φορά, τις προσδοκίες να είναι λίγες και την απαισιοδοξία να είναι μεγάλη, η Κίλμες έφτιαξε μια διαφήμιση που ονομάζεται «Το Συμβόλαιο». Το Συμβόλαιο είναι αυτή η ρημάδα η σχέση μεταξύ παικτών και οπαδών. Η άγραφη ή στη συγκεκριμένη περίπτωση γραπτή συμφωνία που έχουν. Και που στην Αργεντινή του Μέσι και των υπολοίπων περνάει κρίση. Έτσι λοιπόν, ο απογοητευμένος κόσμος συναντά την πλευρά της εθνικής, που εκπροσωπεί ο παλαίμαχος Όσκαρ Ρουτζέρι, (μέλος της εθνικής Αργεντινής το 1986 και το 1990) και βάζουν κάτω τα πράγματα, με τα παράπονα του κόσμου να εκφράζονται. Η μετάφραση είναι δική μας:

Μεταξύ των παικτών και των οπαδών υπάρχει ένα παλιό συμβόλαιο που λέει τα εξής:
Εμείς θα τα δώσουμε όλα και αυτοί θα μας υποστηρίζουν χωρίς να σταματούν.
Αλλά όταν υπάρχουν αμφιβολίες, πρέπει να τις συζητάς.
Τι γίνεται παιδιά; (Όσκαρ Ρουτζέρι)
– Κάποιες φορές είναι σαν να μη θέλουν να έρχονται.
– Βάζουν 30 γκολ με τις ομάδες τους και εδώ τίποτα.
Πάμε, τι άλλο; (Όσκαρ Ρουτζέρι)
– Πήγα στο Ρίο με το Ρενώ Φουέγκο μου για τους υποστηρίξω, μου πήρε 4 μέρες…
Ναι, αλλά πήγες γιατί φτάσαμε στον τελικό, έτσι δεν είναι; (Όσκαρ Ρουτζέρι)
– Τρεις τελικούς χάσαμε!! (εν μέσω σφυριγμάτων)
Αλήθεια είναι. Φτάνει όμως με τα memes, σας παρακαλώ.
– Είναι αστεία.
Είναι επιθετικά και άδικα.
– Θέλουμε να δείξουν ότι έχουν «αυγά».
Μερικές φορές τους ζητάμε πολλά παραπάνω. Να μας γεμίσουν με χαρά τη ζωή, να μας γιατρέψουν τη γρίπη. Ζητάμε λιγότερα από το Θεό.
Σπάσαμε πολλά συμβόλαια. Ας μη σπάσουμε κι αυτό. Ας το διαβάσουμε μαζί:

Κύριοι, τα αφήνω όλα πίσω. Πάω να δω την Αργεντινή. Γιατί οι παίκτες θα μου δείξουν, ότι θα βγουν για να κερδίσουν. Ότι θέλουν να γίνουν πρωταθλητές. Ότι το έχουν μέσα τους, όπως το έχω κι εγώ.