Το Μουντιάλ του 1934, η Ιταλία και τα νέα γραφεία της ΕΠΟ

  [3 Σχόλια]

Το πρώτο παγκόσμιο κύπελλο το 1930 δεν είχε τόσες συμμετοχές. Το δύσκολο ταξίδι προς την Ουρουγουάη απέτρεψε πολλές χώρες να συμμετέχουν. Οι ημέρες περνούσαν και καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν δήλωνε συμμετοχή. Οι δε Άγγλοι, που όπως και τώρα, νόμιζαν ότι ήταν πολύ καλοί για τα μούτρα των υπολοίπων και δεν ήταν μέλη της ΦΙΦΑ, αρνήθηκαν την ειδική πρόσκληση που τους έγινε. Τελικά μέσω και πολιτικών πιέσεων το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία (για τη συμμετοχή της οποίας υπάρχει και η πολύ καλή ταινία Μοντεβιδέο) έκαναν το μακρινό ταξίδι.

Τέσσερα χρόνια τα πράγματα είχαν αλλάξει αρκετά. Οι ενδιαφερόμενοι αυτή τη φορά αυξήθηκαν, αλλά και πάλι όμως υπήρχαν προβλήματα. Η Ουρουγάη (που τελικά κατέκτησε στο σπίτι της το πρώτο Μουντιάλ) ως διαμαρτυρία για τους Ευρωπαίους που δεν έκαναν το ταξίδι, αποφάσισε να μην κατέβει. Το ίδιο έκαναν κι οι Άγγλοι γιατί είναι Άγγλοι και η ΦΙΦΑ τους μύριζε. Μάλιστα, το μέλος της Αγγλικής Ομοσπονδίας Τσαλς Σάτκλιφ είχε πει το εξαιρετικό: «Η Αγγλία, η Σκωτία, η Ουαλία και η Ιρλανδία έχουν το δικό τους Διεθνές Πρωτάθλημα που προσωπικά μου φαίνεται πολύ καλύτερο παγκόσμιο πρωτάθλημα από αυτό που θα γίνει». Τελικά 36 χώρες δήλωσαν συμμετοχή για μια διοργάνωση που θα γινόταν στην Ιταλία μία χώρα που είχε τον Μουσουλίνι να κάνει κουμάντο. Στη ΦΙΦΑ τότε προφανώς δεν ήταν τόσο πονηροί όπως τώρα που θέλουν να κάνουν Μουντιάλ με 150 χώρες και αποφάσισαν να κάνουν για πρώτη φορά προκριματικά, ώστε να μείνουν τελικά 16 ομάδες.

Τα προκριματικά του 1934 έδιναν 12 θέσεις στην Ευρώπη, 3 στη Ν. Αμερική και 1 σε Ασία και Αφρική. Μια ιδιαιτερότητα όμως ήταν ότι για πρώτη και μοναδική φορά, ο διοργανωτής έπρεπε να παίξει προκριματικά. Οι Ιταλοί που είχαν επενδύσει πολλά πάνω στο Μουντιάλ της χώρας τους (και οικονομικά, αλλά κυρίως ψυχολογικά για το φασιστικό τους καθεστώς) δεν ήθελαν να χάσουν την ευκαιρία. Το σύστημα ήταν απλό και συνάμα παρανοϊκό. Έγιναν διάφορα γκρουπ με 2 και 3 ομάδες. Γιατί δεν έγιναν απευθείας διπλοί αγώνες παντού ή γιατί δεν μάζεψαν παραπάνω τα γκρουπ ώστε να είναι όλα με τον ίδιο αριθμό κανείς δεν ξέρει. Το γεγονός πάντως είναι ότι στο 3ο… γκρουπ η διοργανώτρια Ιταλία κληρώθηκε με την καημένη την Ελλαδίτσα μας. Αν κρίνουμε από τα χρήματα που είχε διαθέσει η Ιταλία για να αναλάβει τη διοργάνωση (και την απόσυρση της Σουηδίας ως υποψήφιας), οι φήμες που λένε ότι η κλήρωση ήταν κατά παραγγελία για την Ιταλία, μπορεί να μην έχουν άδικο.

Έτσι λοιπόν, την 25η Μαρτίου του 1934 η εθνική Ελλάδος κατέβηκε στο Σαν Σίρο του Μιλάνου για το δύσκολο έργο απέναντι στην Ιταλία. Η ανωτερότητα των Ιταλών ήταν καταφανέστατη στο χορτάρι και οι ελληνικές εφημερίδες της εποχής μιλούσαν (ως συνήθως) για πίστη χάρη στην ελληνική δύναμη της ψυχής, την κλεφτουριά, το φιλότιμο (που μαζί με το κέφι όπως όλοι ξέρουμε τα βρίσκεις μόνο στην Ελλάδα). Κανείς δεν φανταζόταν βέβαια ότι όλα αυτά θα ίσχυαν σε μεγάλο βαθμό σε έναν πόλεμο μερικά χρόνια αργότερα. Εκείνη την ημέρα πάντως, οι παίκτες του προπονητή Απόστολου Νικολαΐδη δεν μπορούσαν να τα βάλουν με τους Ιταλούς. Η 11αδα που κατέβηκε είχε ονόματα όπως ο Γραμματικόπουλος, ο Νικηφόρος Βικελίδης, ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος και ο αρχηγός Κουράντης.

Σαν να βλέπεις παλιά ταινία…

Η εθνική άντεξε περίπου 40′, αλλά τελικά υπέκυψε με 4-0 (με τον Μεάτσα που αργότερα θα έδινε το όνομά του στο γήπεδο) να σκοράρει δύο φορές. Το σκορ φυσικά ήταν καταδικαστικό για τη ρεβάνς, αλλά μη νομίζετε ότι ήταν καμία απίστευτη ξεφτίλα. Η Ισπανία είχε βάλει 9 στην Πορτογαλία, η Αυστρία 6 στη Βουλγαρία, η Σουηδία 6 στην Εσθονία και πάει λέγοντας. Αυτό που όμως ήταν η πραγματική ντροπή, ήταν όσα ακολούθησαν για το 2ο αγώνα. Ο επαναληπτικός αγώνας της Αθήνας δεν έγινε ποτέ. Η ΕΠΟ πιστή από τότε στις παραδόσεις της, δέχτηκε μία… επιχορήγηση από τους Ιταλούς της τάξεως των 50.000 λιρετών και με αυτά τα χρήματα έφτιαξε τα γραφεία της, ως αντάλλαγμα να μη γίνει ο αγώνας. Οι Ιταλοί δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα μετά το 4-0, αλλά η συμφωνία είχε γίνει ήδη από τις συζητήσεις μεταξύ των δύο Ομοσπονδιών για τη διοργάνωση των αγώνων, πριν την 25η Μαρτίου. Ο αγώνας δεν έγινε, η Ιταλία κατέκτησε στη συνέχεια το πρώτο της Μουντιάλ και η Ελλάδα μαζί με την Πολωνία ήταν οι μόνες ομάδες (των ομίλων των 2) που δεν κατέβηκαν για ρεβάνς. Εμείς τουλάχιστον κάναμε γραφεία όμως…

Το ρεπορτάζ για τα κόλπα της ΕΠΟ θα μπορούσε να είναι άνετα του 2017
(Πηγή φωτογραφίας: fractalart.gr)

Πέρα από τα γκολ και τους τίτλους

  [2 Σχόλια]

Στα 12 του ο Λι Τζόνσον ήταν σαν ένα οποιοδήποτε φυσιολογικό παιδί. Πήγαινε σχολείο, οι δάσκαλοι έλεγαν ότι θα έχει λαμπρό μέλλον και πήγαινε στο γήπεδο να δει την αγαπημένη του ομάδα την Έβερτον. Κάπου εκεί στην κεντρική κερκίδα του Γκούντισον έκανε όνειρα. «Αυτό θέλω να κάνω, θα ήθελα να δουλεύω στο ποδόσφαιρο κάποια μέρα» σκεφτόταν, βλέποντας τους Μπλε στο γήπεδο, βλέποντας την ιεροτελεστία στις εξέδρες. Η ζωή του όμως πήρε άλλη πορεία. Εκείνη την περίοδο άρχισε να μαθαίνει το αλκοόλ, αλλά και τα ναρκωτικά.

«Φαινόμουν ένα κανονικό παιδί 12-13 χρονών. Ξεκίνησα με ελαφριά, αλλά αυτά έφεραν και τα υπόλοιπα. Οι γονείς μου, οι δάσκαλοι, οι φίλοι μου δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Κάπνιζα χόρτο, μετά έπαιρνα LSD, μετά ecstasy και παράλληλα έπινα. Όταν στα 15-16 άρχισαν τα πιο σκληρά, δεν μπορούσα να το κρύψω πλέον. Έφευγα από το σπίτι συχνά και στο τέλος κατέληξα σε χόστελς για άστεγους νέους. Άρχισα να πουλάω ναρκωτικά. Η ηρωίνη δεν έγινε απλά μέρος της ζωής μου, ήταν η ζωή μου». Όπως λέει κι ο ίδιος στο παρακάτω βίντεο, έμαθε την ηρωίνη στα 16 του και μια σχέση εξάρτησης ξεκίνησε. Μια σχέση στην οποία ο Λι κέρδιζε μερικές στιγμές φτιαξίματος, αλλά έχανε όλα τα άλλα. Ήταν άστεγος, χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειά, μακριά από την οικογένειά του. Κοιμόταν δίπλα σε κάδους, σε στάσεις λεωφορείων και σε εσοχές σε πόρτες. Ο χειμώνας στο Λίβερπουλ δεν είναι παιχνιδάκι. «Νιώθεις άρρωστος, ξυπνάς και είσαι παγωμένος. Δεν κρυώνεις απλά, είναι κάτι πολύ παραπάνω, νιώθεις να έχουν παγώσει τα κόκαλά σου».

Η ιστορία του Λι Τζόνσον από τον ίδιο (με έντονη scouse προφορά)

Στα 30 του πλέον δεν ήταν πιτσιρικάς και κανείς δεν δεχόταν να τον φιλοξενήσει. Ο Λι έμενε στους δρόμους. Τα δυο μοναδικά μελήματα ήταν να βρει κάτι να φάει και να βρει ναρκωτικά. Δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο. Η ζωή του Λι θα ήταν ακόμα μία ιστορία κάποιου ανθρώπου που δεν μάθαμε ποτέ, αν δεν πήγαινε στο κέντρο Whitechapel, μια φιλανθρωπική οργάνωση για τους άστεγους του Λίβερπουλ. Αρχικά βρήκε κάπου να μένει, αποφάσισε κι ο ίδιος ότι δεν υπήρχε άλλη λύση από το να κόψει τα ναρκωτικά και στη συνέχεια άρχισε να συμμετέχει κι ο ίδιος ως εθελοντής.  Εκεί γνώρισε τους ανθρώπους της Έβερτον, μια που η αγαπημένη του ομάδα συμμετέχει ενεργά στην συγκεκριμένη οργάνωση. Ο Λι έπαιξε μπάλα με την ομάδα του Whitechapel κόντρα στους μικρούς της Έβερτον και καθώς ήταν καθαρός για αρκετό καιρό,  έγινε εθελοντής στο πρόγραμμα της Έβερτον για ανθρώπους που πάσχουν από άνοια. Αυτό ήταν η αρχή.

Πήρε δίπλωμα προπονητή και κοουτσάρει ανθρώπους σαν αυτόν στην ποδοσφαιρική ομάδα του Whitechapel. Επειδή ακριβώς τα έχει ζήσει όλα, ξέρει πολύ καλά τι νιώθουν οι ίδιοι, πώς πρέπει να τους προσεγγίσει. Παράλληλα είναι ξεναγός στις επίσημες τουρνέ που γίνονται στο Γκούντισον Παρκ και βοηθάει και σε άλλες φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες της ομάδας του. Το βασικότερο ίσως, ξανάφτιαξε τη σχέση του με την οικογένειά του. Το Δεκέμβριο που μας πέρασε, τιμήθηκε από την αγαπημένη του ομάδα για την προσφορά του, μαζί με αρκετούς «συνοπαδούς» του που βοηθούν κι αυτή την τοπική κοινωνία. Ήταν μια έκπληξη για τον ίδιο,  καθώς θεωρεί ότι αυτός χρωστάει στο σύλλογο και όχι το αντίστροφο.

«Κοιτάζοντας τα πράγματα, η αλήθεια είναι ότι η αγαπημένη μου ομάδα ήταν αυτή που μου έσωσε τη ζωή. Οι άνθρωποι της Έβερτον με έκαναν να σταθώ στα πόδια μου. Δεν νομίζω ότι θα το κατάφερνε κάποιος άλλος. Δεν αγαπώ πολλά πράγματα, αλλά η Έβερτον είναι ένα από αυτά και τελικά έκανε τη διαφορά».

Ο προπονητής της U23, εθελοντής στο Whitechapel

Με τον αριθμό των αστέγων στη Βρετανία να έχει φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και μια εξαετία (πάνω από 4000 άνθρωποι κοιμούνται κάθε βράδυ έξω), η ανάγκη για μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία είναι τεράστια. Η Έβερτον συνεχίζει με την πρωτοβουλία της «Everton in the Community» να βοηθάει τον κόσμο και να προσπαθεί να δημιουργήσει νέες περιπτώσεις σαν του Λι που εδώ και 5 χρόνια είναι καθαρός και προσφέρει. Το Νοέμβριο, ο προπονητής της U23 και παλιός ιστορικός σέντερ μπακ της ομάδας Ντέιβιντ Άνσγουορθ πήρε την ομάδα του και κοιμήθηκαν ένα βράδυ (μαζί με αρκετούς ακόμα εθελοντές) στο Γκούντισον Παρκ. Όχι μόνο για να δουν οι μικροί το πόσο δύσκολο είναι να κοιμάσαι χωρίς μια στέγη από πάνω σου, αλλά για να μαζέψουν και χρήματα για τους άστεγους. Στόχος είναι να συγκντρωθούν περίπου 200 χιλιάδες λίρες, ώστε ο σύλλογος να αγοράσει ένα σπίτι κοντά στο γήπεδο που θα μπορεί να φιλοξενεί αστέγους 16 με 23 ετών. Θρύλοι του συλλόγου όπως ο Ντάνκαν Φέργκιουσον βοηθούν οικονομικά, ενώ και μερικοί από τους ταλαντούχους παίκτες όπως ο Τομ Ντέιβις προσφέρουν εθελοντικά. Μακριά από τα εισιτήρια για το Τσάμπιονς Λιγκ, τις κούπες, τις μεταγραφές, τις νίκες και τις ήττες, το ποδόσφαιρο πρέπει να επιβεβαιώνει τον ορισμό του ως «κοινωνικό φαινόμενο», προσφέροντας στις κοινωνίες από τις οποίες συντηρείται και το ίδιο.

Ποιος θα πάρει τούτη τη φανέλα;

  [Καθόλου σχόλια]

Όσοι από εμάς πηγαίνουμε ή πηγαίναμε παλιότερα στο γήπεδο έχουμε συνηθίσει μια σκηνή, ειδικά σε εκτός έδρας παιχνίδια, εκεί που είσαι στοιβαγμένος συνήθως σε ένα πέταλο.  Την στιγμή που οι ποδοσφαιριστές θα έρθουν μετά την μεγάλη επιτυχία να σε ευχαριστήσουν και κάποιος θα σου πετάξει μια φανέλα. Η φανέλα αυτή είναι ικανή να ξεκινήσει εμφύλιο πόλεμο, αφού γίνεται ένας πολύτιμος θησαυρός που φτάνει μερικές φορές να οδηγήσει μέχρι και σε ξύλο. Κάποιες φορές σκίζεται η φανέλα, κάποιες φορές σκίζονται τα ρούχα αυτών που μαλώνουν, καρδιές χαλάνε, φιλίες καταστρέφονται. Φαίνεται όμως, ότι κάπου αλλού έχουν βρει την λύση.

Ο Τσίτσο Μινγκοράνσε είναι ένας Αργεντινός ποδοσφαιριστής που βγάζει το ψωμί του στη Μουνισιπάλ της Γουαταμέλας. Μετά το νικηφόρο εκτός έδρας ματς επί της Πεταπά, ο Τσίτσο έδινε συνέντευξη στην τηλεόραση και οι οπαδοί ζητούσαν να πάει κοντά τους, καθώς είναι ιδιαίτερα αγαπητός. Τους άκουσε και πήγε στους εκδρομείς (μην φανταστείτε καμιά τεράστια απόσταση) για να αποθεωθεί, να βγει φωτογραφίες μαζί τους και στο τέλος να πετάξει τη φανέλα του. Ως συνήθως σε τέτοιες στιγμές επικρατεί το χάος. Δυο φίλοι της Μουνισιπάλ άρχισαν να τραβούν τη φανέλα (που έδειξε μεγάλες αντοχές) και το ματς ήταν ισοπαλία. Κάπου εκεί επικράτησε η δημοκρατία ή έστω η κωλοφαρδία. Ένας σχετικά ογκώδης συνοπαδός τους πήρε την κατάσταση στα χέρια, τους χώρισε και αποφάσισε να κρίνει το ματς με την επιστημονική μέθοδο κορώνα ή γράμματα. Το αποτέλεσμα έγινε σεβαστό από τον χαμένο, οι δύο (προφανώς) γνωστοί αγκαλιάστηκαν σαν Άγγλοι λόρδοι σε κλαμπ κυρίων και μια ακόμα νίκη κατά της (εμφύλιας) βίας στα γήπεδα επιτεύχθηκε.

Η μέρα που η Σίτι έπαιξε με δύο τερματοφύλακες

  [5 Σχόλια]

Στο ποδόσφαιρο βλέπεις πολλά. Βλέπεις κάποιον παίκτη να παίζει τερματοφύλακας όταν δεν υπάρχει άλλη αλλαγή (ή άλλος τερματοφύλακας). Βλέπεις προπονητές να αλλάζουν τερματοφύλακες πριν τα πέναλτι, για να μπει αυτός με το PhD στις αποκρούσεις. Σέντερ μπακ να παίζουν επιθετικοί στα τελευταία λεπτά μπας και εκμεταλλευτούν καμία γιόμα. Και φυσικά τερματοφύλακες να προωθούνται στα κόρνερ στο τέλος. Όλα αυτά γίνονται. Όχι συχνά, αλλά δεν μας εκπλήσσουν.

Αντίθετα, αυτό που έγινε την τελευταία αγωνιστική της Πρέμιερ Λιγκ του 2004-05 δεν το βλέπεις συχνά. Η Μάντσεστερ Σίτι υποδεχόταν την Μίντλεσμπρο. Πριν μπουν οι λεφτάδες στη Σίτι, η ομάδα έδινε μάχες για τη σωτηρία ή για καμιά έξοδο στην Ευρώπη. Έτσι και σ’ εκείνο το παιχνίδι που οι δυο ομάδες έδιναν μάχη για την 7η προνομιούχο θέση που έβγαζε στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Η Σίτι ήθελε μόνο τη νίκη, ενώ η Μπόρο βολευόταν και με ισοπαλία. Οι φιλοξενούμενοι προηγήθηκαν με το απευθείας φάουλ του αγαπημένου Τζίμι του Φλόιντ του Χάσελμπαϊνκ και η Σίτι ισοφάρισε με τον Κίκι Μουσάμπα στο 2ο ημίχρονο, αλλά η Μπόρο με ηγέτη τον μπανταρισμένο Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ κρατούσε το πολύτιμο 1-1.

Ο Στιούαρτ Πιρς που ουσιαστικά ξεκινούσε την προπονητική του καριέρα εκείνη τη σεζόν, πιθανότατα να έβλεπε μεξικάνικο πρωτάθλημα και να θυμόταν το επίτευγμα του Χόρχε Κάμπος. Δεν εξηγείται αλλιώς η έμπνευσή του. Με το ρολόι να δείχνει 88′ και αρκετές καθυστερήσεις, αποφάσισε να πάρει ένα φοβερό ρίσκο. Απέσυρε τον χαφ Κλαούντιο Ρέινα και στη θέση του πέρασε τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα Νίκι Γουίβερ. Ταυτόχρονα προώθησε τον βασικό μέχρι εκείνη στιγμή Ντέιβιντ Τζέιμς σε ρόλο επιθετικού. Φαντάσου να είσαι ο αναπληρωματικός επιθετικός Τζον Μάκεν (μεταγραφή 5 εκατομμυρίων) και να βλέπεις τον κόουτς να προτιμά στα πιο κρίσιμα δευτερόλεπτα της σεζόν τον τερματοφύλακα από σένα (εισαγωγή με πένθιμο βιολί και δάκρυα στο χορτάρι).

Ο Τζέιμς έβγαλε τα γάντια, φόρεσε φανέλα (που έγραφε Γουίβερ 1) και ανέλαβε τη δύσκολη δουλειά. Τα άρθρα της εποχής αναφέρουν ότι γύριζε στο χορτάρι σαν ακεφάλη στρουθοκάμηλος και σαν μεγαλύτερό του επίτευγμα ένα τάκλιν που παραλίγο να κόψει στα δύο τον άτυχο Ντορίβα, αφού έκανε τσαφ αρχικά στην προσπάθειά του να σουτάρει. Ο Πιρς δήλωσε ότι το είχε σκεφτεί, όταν καθόταν Σάββατο βράδυ σπίτι του και αναρωτιόταν τι θα κάνει αν χρειάζεται γκολ στα τελευταία δευτερόλεπτα. Δεν δήλωσε τι έπινε εκείνο το βράδυ. «Ήθελα να τους αναστατώσω» εξήγησε. Θα μπορούσε κανείς (χαριστικά) να πει ότι τα κατάφερε. Η Σίτι στις καθυστερήσεις κέρδισε πέναλτι, όχι φυσικά χάρη στον Τζέιμς, αλλά ας πούμε ότι ήταν αποτέλεσμα της αναστάτωσης. Ο Ρόμπι Φάουλερ όμως νικήθηκε από τον Σβάρτσερ, το 1-1 παρέμεινε και η Μπόρο όχι μόνο κέρδισε την έξοδό της στο ΟΥΕΦΑ, αλλά έφτασε μέχρι και στον τελικό. Ο Στιούαρτ Πιρς επανέλαβε το ίδιο κόλπο κάποια χρόνια αργότερα ως προπονητής της U21 της Αγγλίας, αλλά το έκανε λόγω τραυματισμών όπως δήλωσε. Σε μια τεράστια καριέρα γεμάτη αρκετές μεγάλες αποκρούσεις, αλλά και πάρα πάρα πολλές γκέλες, ο Ντέιβιντ Τζέιμς έχει να περηφανεύεται και για τα λεπτά που έπαιξε ως σέντερ φορ.

Όταν ο Όλι γνώρισε τον Σάμι

  [10 Σχόλια]

Ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα δίδυμα στην ιστορία του ποδοσφαίρου ήταν αυτό μεταξύ των Όλιβερ Καν και Σάμουελ Κουφούρ. Δύο φαινομενικά ασύμβατοι τύποι που πέρασαν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής τους υπερασπιζόμενοι το μηδέν στην εστία της Μπάγερν Μονάχου, έγιναν το σήμα κατατεθέν των Βαυαρών στα μετόπισθεν. Ο θηριώδης, μόνιμα νευριασμένος Γερμανός βγαλμένος από τα χειρότερα αντιμνημονιακά στερεότυπα και τους παιδικούς εφιάλτες και ο συναισθηματικός Γκανέζος  με τις έντονες αντιδράσεις, τη συγκίνηση, τον ενθουσιασμό και τις τραβηγμένες διαμαρτυρίες.

Διάφορες τρέλες του Καν και κυρίως το γκολ με το χέρι και η αποβολή

Οι καριέρες και των δύο είναι γεμάτες περίεργα στιγμιότυπα. Ο Καν με τις συμπεριφορές του στα ματς με την Ντόρτμουντ, έτοιμος να κατασπαράξει τους αντιπάλους, αλλά και το fair play με τον Κανιθάρες στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Βαλένθια. Και φυσικά το γκολ με τις γροθιές (!) σε ένα ματς με τη Χάνσα Ρόστοκ. Ο Μάρκους Μερκ του βγάζει την κάρτα, ο Καν αποβάλλεται και όλοι αναρωτιούνται «τι διάολο σκεφτόταν ο Όλι;». Προσέχουμε ότι ο πρώτος που πάει να διαμαρτυρηθεί είναι φυσικά ο Κουφούρ και αυτός που φοράει τη φανέλα του τερματοφύλακα για τα τελευταία δευτερόλεπτα είναι ο Τάρνατ.

Το προσέχουμε γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν καινούριο. Δυο χρόνια πριν, η Μπάγερν αντιμετώπιζε την Άιντραχτ, όταν ο Σάμι Κουφούρ συγκρούστηκε με τον Καν. Ο Καν έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε στο χορτάρι κι η Μπάγερν έκανε αναγκαστική αλλαγή με τον αιώνιο αναπληρωματικό Μπερντ Ντρέχερ να μπαίνει μέσα. Ο Ντρέχερ σε 10 χρόνια στην Μπάγερν είχε 13 συμμετοχές συνολικά, κατατάσσοντάς τον στην κατηγορία των αργόμισθων. Όπως ήταν λογικό, είχε σκεβρώσει στον πάγκο και σε μια έξοδό του, έσπασαν τα άλατα, γύρισε το γόνατό του και τραυματίστηκε σοβαρά. Η Μπάγερν αναγκάστηκε να παίξει 30 λεπτά με τον Τάρνατ στο τέρμα (φορώντας φανέλα που ήταν 3-4 νούμερα μεγαλύτερη), με τον χαφ της να κάνει μια απίστευτη απόκρουση αυτοθυσίας (το πλάνο πίσω από την εστία δείχνει το μεγαλείο της). Παρά το αριθμητικό μειονέκτημα και τον Τάρνατ στα γκολπόστ, η Μπάγερν γύρισε το ματς. Ισοφάρισε με τον Έλμπερ και ήταν τελικά ο Κουφούρ με κεφαλιά στο 83′ που έδωσε τη νίκη με 1-2. Ο Γκανέζος με το γκολ αυτό λυτρώθηκε για το χτύπημά του στον Όλι. Η ομάδα του Μονάχου κατέκτησε τελικά το πρωτάθλημα, σε ισοβαθμία με την καημένη Μπάγερ Λεβερκούζεν, και σίγουρα η απόκρουση του Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ έπαιξαν μεγάλο ρόλο.

Η γονατιά του Σάμι, ο Ντρέχερ, η απίστευτη απόκρουση Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ

Καν και Κουφούρ όμως ήταν πρωταγωνιστές σε ακόμα ένα περίεργο γεγονός. Βγαλμένοι από αμερικάνικη κωμωδία με χαρακτήρες αντιθέσεων (κάτι σαν το Φονικό Όπλο) ή όπως διάβασα κάπου, σαν ένα λιοντάρι που βρίσκει ένα απροστάτευτο παπάκι και το υιοθετεί (και όλοι ξέρουμε ποιος είναι ο Καν στη συγκεκριμένη παρομοίωση), η σχέση τους πήγε σε άλλο επίπεδο σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για το Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Καν και πάλι χτύπησε από μία σύγκρουση με τον Άντι Κόουλ (δυστυχώς παρά τις προσπάθειες δεν βρέθηκε βίντεο), σωριάστηκε κάτω και δεν φαινόταν να αντιδρά. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά για τον Σάμουελ Κουφούρ που δεν μπορούσε να περιμένει τους γιατρούς και πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Έπεσε κατάχαμα και έκανε το φιλί της ζωής στον Όλι. Ακόμα θυμάμαι να βλέπω το παιχνίδι στην τηλεόραση και να προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι είχα μόλις παρακολουθήσει. Τελικά, ο Καν επέζησε και οι δυο τους συνέχισαν το παιχνίδι και την παράλληλη πορεία τους.

Ο Κουφούρ ήταν λεβεντιά

Ο Όλι κι ο Σάμι ήταν δύο άνθρωποι που δεν κρατούσαν μέσα τους αυτά που ένιωθαν. Απλά ο ένας το έβγαζε συνήθως με οργή και θυμό και ο δεύτερος με άλλους τρόπους. Η προσωπικότητα του Κουφούρ ήταν αποτέλεσμα των παιδικών του χρόνων. Όπως έχει πει σε συνέντευξή του, ζούσε δύσκολα στο σπίτι με την μητέρα του και τις τρεις αδερφές του. Ήταν ένα κλασσικό κακό παιδί που για να μπορέσει να βγάλει χρήματα έγινε λούστρος και αργότερα έμπορος μαριχουάνας. Το πάθος του όμως ήταν το ποδόσφαιρο. Όταν πλέον ξεχώρισε και κλήθηκε στην εθνική Κ17 είχε να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα. Δεν είχε παπούτσια. Η μητέρα του αναγκάστηκε να πουλήσει την τηλεόραση του σπιτιού και να πει στις αδερφές του ψέματα για να μπορέσει ο μικρός Σάμι να ακολουθήσει το όνειρό του. Εκ του αποτελέσματος έπραξε σωστά.

Ο Κουφούρ έγινε «κουλτ» είδωλο στο Μόναχο με κάτι τέτοια

Ο Κουφούρ έκλεισε την καριέρα του με έξι πρωταθλήματα, μερικά κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ, ένα Διηπειρωτικό (στο οποίο ο Κουφούρ σε ένα πολύ ζόρικο ματς απέναντι στην Μπόκα σκόραρε και έδωσε τη νίκη για να μάθει ότι την επόμενη μέρα ξεπούλησαν όλες οι φανέλες της Μπάγερν στο Μπουένος Άιρες από οπαδούς της Ρίβερ που ακόμα τον μνημονεύουν) και πολλές προσωπικές διακρίσεις. Μέχρι την τελευταία του ποδοσφαιρική στιγμή έπαιζε με το ίδιο πάθος, αντιμετώπιζε το κάθε ματς σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Έβγαζε τη χαρά του (όπως στο τραγούδι για τον τίτλο παραπάνω), την αγωνία του (όπως στο φιλί στον Καν) και την λύπη του στον υπερθετικό βαθμό με χαρακτηριστικό παράδειγμα το παρακάτω βίντεο. Τραυματίας στο 89′ βγαίνει έξω, ο διαιτητής δεν του δίνει την άδεια να μπει, αλλά αυτός το κάνει. Παίρνει τη 2η κίτρινη, αποβάλλεται και εκεί αρχίζει ένα ψυχόδραμα «why, why».

Ο Σάμι κάνει μια σκηνή από το Αποκάλυψη Τώρα

Η εικόνα του στον χαμένο τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Γιουνάιτεντ, να χτυπάει απαρηγόρητος το χορτάρι με δύναμη έχει περάσει στο πάνθεον των στιγμών των τελικών του θεσμού. Ο Κουφούρ έμαθε από μικρός να ζει με τις δυσκολίες και συνέχισε να τις αντιμετωπίζει. Όπως όταν το 2003 έχασε την 8χρονη κόρη του που πνίγηκε σε πισίνα. Το ξεπέρασε όπως δήλωσε με την πίστη του στον Θεό και συνέχισε χωρίς να το βάζει κάτω. Μη νομίζετε βέβαια ότι αφού κρέμασε τα παπούτσια του ηρέμησε. Πριν από 2 χρόνια, στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής ως σχολιαστής πλέον, εξέφρασε τη σιγουριά του για τη νίκη της Γκάνας. «Πείτε στους παραγωγούς να φέρουν κουρέα. Αν δεν κερδίσουμε θα ξυρίσω το κεφάλι μου» είχε δηλώσει. Η συνέχεια;

Ούτε φυσικά ξεχνάει την αγαπημένη του Μπάγερν. Εδώ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2013 που ως σχολιαστής πετάει από πάνω του κάθε ίχνος αντικειμενικότητας και γίνεται οπαδός:

Η Μπάγερν έχει και τώρα έναν σούπερ τερματοφύλακα, έχει και τώρα καλούς αμυντικούς. Αυτό το πηγαίο συναίσθημα όμως που είχε εκείνα τα χρόνια με το δίδυμο του Καν και του Κουφούρ δεν το ξαναπέτυχε. Πριν λίγες μέρες η μητέρα του Σάμι Κουφούρ έφυγε από τη ζωή. Χάρη σε αυτή τη γυναίκα και τη θυσία της να πουλήσει την τηλεόραση (που σε μια φτωχή οικογένεια στο Κουμάσι της Γκάνας είναι κάτι σαν θησαυρός) είχαμε εμείς την τύχη να μάθουμε αυτόν τον εξαιρετικό αμυντικό, ο Καν να βρει το έτερόν του ήμισυ και να ζήσουμε μια σειρά στιγμών με όλη την γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Για τα παιδιά

  [1 Σχόλιο]

Αν η Ιταλία είναι μια ιδιαίτερη χώρα, η Νάπολη είναι μια ακόμα πιο ιδιαίτερη πόλη, ένα όμορφο χάος. Μια πόλη που συνδυάζει την σκληρότητα της εγκληματικότητας με την καθημερινή ανθρωπιά ενός μέρους που μοιάζει να είναι ξεχασμένο από το χρόνο. Όλα τα άσχημα, αλλά και τα θετικά αυτής της πόλης είναι ακόμα πιο εμφανή στον φανατικό κόσμο της τοπικής ομάδας.

Όπως ο… Santa Claus έρχεται τα Χριστούγεννα κι ο Άη-Βασίλης την Πρωτοχρονιά, έτσι και στην Ιταλία η γιαγιά Μπεφάνα εμφανίζεται τα Θεοφάνεια. Κάνει κι αυτή το ίδιο πράγμα με τους συναδέλφους της, μοιράζει δώρα στα παιδιά. Τον Γενάρη που μας πέρασε ανήμερα των Θεοφανείων, οι παίκτες της Νάπολι πήγαν στη Νισίδα (που ναι βγαίνει από το ελληνικό «νησίδα») απέναντι από τη Νάπολη, εκεί που υπάρχουν φυλακές ανηλίκων. Ο Χάμσικ, ο Μάρτενς και ο Παβολέτι έδωσαν μερικές στιγμές χαράς στους νεαρούς που πολύ γρήγορα στη ζωή τους πήραν έναν κακό δρόμο.

Και αν αυτή ήταν μια ωραία πρωτοβουλία, τότε αυτό που ακολούθησε στην πόλη της Νάπολης ήταν ακόμα πιο όμορφο. Ο Ρέινα και ο Ινσίνιε πήγαν σε ένα νοσοκομείο παίδων και έκαναν δώρα σε παιδιά που νοσηλεύονται εκεί, ειδικά σε αυτά της ογκολογικής κλινικής. Μαζί όμως πήγαν και οργανωμένοι οπαδοί της ομάδας. Άνοιξαν ένα πανό που έγραφε «Αγαπητή Μπεφάνα, μαζί με τα δώρα φέρε και υγεία στα παιδιά» και στη συνέχεια έμειναν εκεί απ’ έξω φωνάζοντας συνθήματα. Όχι υπέρ της Νάπολι, αλλά υπέρ των παιδιών. «Πάμε παιδιά, μην το βάζετε κάτω», «Είμαστε πάντα μαζί σας» και άλλα, πάντα στο ίδιο ύφος. Τα καπνογόνα και τα «φόρτσα ραγκάτσι» δημιούργησαν μια γηπεδική ατμόσφαιρα, με τις φωνές να φτάνουν στα μικρά παιδιά που νοσηλεύονται.

Κάπου στα 30″, όλοι σιωπούν και ο Αλέσιο ξεκινάει το σύνθημα

Το βασικότερο όμως είναι ότι δεν μιλάμε για κάποιο μεμονωμένο γεγονός. Οι Ultras της Curva B έχουν βοηθήσει ενεργά και άλλες φορές, με τον δικό τους τρόπο. Τον Οκτώβριο σε συνεργασία με μια τοπική οργάνωση, έκαναν πραγματικότητα το όνειρο του μικρού Αλέσιο που βρίσκεται στην ογκολογική κλινική. Ο μικρός επισκέφτηκε το Σαν Πάολο για τον αγώνα Νάπολι-Έμπολι και εκεί τον… ανέλαβαν οι φανατικοί. Ο Αλέσιο δεν είδε απλά από κοντά το 2-0 της αγαπημένης του ομάδας ντυμένος στα χρώματά της. Οι φανατικοί τον πήραν ανάμεσά τους, είδε τον αγώνα από το πέταλο και το καλύτερο και πιο συγκινητικό ήταν όταν τον άφησαν να ξεκινήσει ένα σύνθημα, σαν αρχηγός της εξέδρας. Αφού οι υπόλοιποι άρχισαν το τραγούδι, ο Αλέσιο πήρε στα χέρια του μια σημαία της ομάδας και την κράδαινε σαν το πιο σημαντικό λάβαρο του κόσμου τραγουδώντας μαζί τους.

How can we wear our smiles
With our mouths wired shut
‘Cause you stopped us from singing

The Editors – Smokers Outside the Hospital Doors

Ο ακούραστος Ράφα Μάρκες

  [2 Σχόλια]

Η αλήθεια είναι ότι στα προκριματικά για το Μουντιάλ, λίγοι ασχολούνται με τη Βόρεια και την Κεντρική Αμερική. Οι περισσότερες ομάδες που συμμετέχουν είναι απλά παραδεισένιοι προορισμοί διακοπών ή παραδεισένιοι προορισμοί μαύρου χρήματος (ή και τα δύο μαζί). Από αυτές τις ομάδες καταλήγουμε σε ένα πρωταθληματάκι έξι χωρών, εκ των οποίων προκρίνονται οι τρεις και η τέταρτη παίζει μπαράζ με ομάδα της Ασίας. Είναι συνεπώς αρκετά δύσκολο για τις «μεγάλες» ομάδες να μείνουν εκτός. Το ενδιαφέρον κινείται περισσότερο στο ας πούμε «κλάσικο» μεταξύ των ΗΠΑ και του Μεξικού. Το πιο μεγάλο παιχνίδι ποδοσφαίρου εθνικών χωρών σε αυτόν τον όμιλο.

Και αν πάντα υπήρχε σημαντικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ματς, η μοίρα έφερε τη συνάντησή τους να γίνεται το Νοέμβριο ελάχιστες μέρες μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Μεξικάνοι ταξίδεψαν στο Οχάιο νιώθοντας το βάρος ότι εκπροσωπούν ένα ολόκληρο έθνος, απέναντι στις επιθέσεις του Τραμπ που αποκάλεσε τους Μεξικάνους μετανάστες «εγκληματίες και βιαστές» και υποσχέθηκε να χτίσει ένα τείχος που θα τους κρατήσει εκτός των ΗΠΑ. Το Μεξικό βέβαια δεν βρήκε κάποιο εχθρικό γήπεδο απέναντί του, το κλίμα ήταν όπως πάντα ένα κλίμα ποδοσφαιρικού και μόνο ντέρμπι. Οι παίκτες μάλιστα πριν τον αγώνα αποφάσισαν να αλλάξουν τελετουργικό και δεν βγήκαν χωριστά φωτογραφίες, αλλά μία κοινή, προς τιμή των Αμερικάνων ποδοσφαιριστών που ήθελαν να περάσουν το δικό τους μήνυμα συναδελφικότητας.

Το παιχνίδι ήταν όπως πάντα με ένταση και το Μεξικό εκτός από το ψυχολογικό βάρος του Τραμπ είχε να αντιμετωπίσει και την κακή παράδοση με τέσσερις σερί ήττες (μάλιστα με το ίδιο σκορ, 2-0) στο Κολόμπους. Οι Μεξικάνοι προηγήθηκαν με ένα τυχερό γκολ με κόντρα, αλλά οι ΗΠΑ ισοφάρισαν και κυριάρχησαν στο 2ο ημίχρονο ψάχνοντας το 2ο γκολ. Αυτό δεν ήρθε ποτέ και όλα έδειχναν ότι πηγαίναμε για μια ισοπαλία, όταν στο 88′ το Μεξικό κέρδισε κόρνερ. Μεταξύ όσων προωθήθηκαν ήταν κι ένας άνθρωπος που έκανε ντεμπούτο με τη φανέλα της «Τρι» το… 1997, σχεδόν 20 χρόνια πριν. Ο αρχηγός Ράφα Μάρκες βρέθηκε αμαρκάριστος, πήρε μια πανέξυπνη κεφαλιά και με ένα buzzer beater έδωσε τη σημαντική νίκη στη χώρα του, νίκη που πανηγυρίστηκε έξαλλα.

Γκολ ντε ΜέΧικο, Ράφα, Ράφα, Ράφα….

Μετά το τέλος του αγώνα, ο «Κάιζερ» κράτησε το επίπεδο εκεί που έπρεπε όταν ρωτήθηκε αν είναι μια άσχημη περίοδος για το Μεξικό. «Δεν γνωρίζω αν είναι μια άσχημη περίοδος, σίγουρα είναι μια περίοδος έλλειψης ανεκτικότητας. Με αυτή τη νίκη μπορούμε να ξεχάσουμε λίγο, όσα συμβαίνουν εδώ στις ΗΠΑ». Περίπου δυο μήνες μετά, ο Μάρκες έδινε ακόμα μια φορά το μήνυμά του όταν ο Τραμπ υπέγραφε ως πρόεδρος πλέον την απόφαση για το τείχος. Ανέβασε ένα γκολ του από τα χρόνια της Μπαρσελόνα με φάουλ πάνω από το τείχος και το χαρακτηριστικό μήνυμα «δεν υπάρχει τείχος να μας κρατήσει, όσο πιστεύουμε στους εαυτούς μας»

Ο Μάρκες πέρασε επτά χρόνια στη Βαρκελώνη, τα καλύτερά του χρόνια όπως λέει κι ο ίδιος, φεύγοντας το 2010 σε ηλικία 31 ετών. «Μου είχε φανεί καλή ιδέα να πάω στις ΗΠΑ να παίξω, να ρίξω λίγο τους ρυθμούς. Αλλά όταν έφτασα εκεί, κατάλαβα ότι και ήθελα και μπορούσα να παίξω σε υψηλότερο επίπεδο, το μετάνιωσα που έφυγα από την Μπάρτσα». Το MLS πολλές φορές είναι κάτι σαν ένα τιμητικό νεκροταφείο ποδοσφαιριστών, εκεί πάνε όσοι θέλουν να φύγουν με το κεφάλι ψηλά. Για τον Μάρκες δεν έγινε έτσι. 7 χρόνια μετά, στα 38 του, ο Ράφα όχι μόνο δεν έχει παρατήσει το ποδόσφαιρο, αλλά συνεχίζει να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο. Πιστός στρατιώτης, αρχηγός ακόμα στην εθνική του, έχει όνειρο να φτάσει τα πέντε Μουντιάλ, μαζί με το συνομήλικό του Μπουφόν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τίθεται πάντα το ερώτημα κατά πόσο κάποιος παίζει τιμής ένεκεν επειδή δεν έχουν κουράγιο να του πουν να σταματήσει. Ο ίδιος ο Μάρκες δηλώνει ότι είναι σε καλή κατάσταση και αν συνεχίσει να είναι έτσι θα βρίσκεται στη Ρωσία το 2018, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο προπονητής του Χουάν Κάρλος Οσόριο. «Η αγάπη του Ράφα για το άθλημα δεν βρίσκεται σε άλλον. Προπονείται πιο σκληρά από όλους και θέλει να παίζει πάντα.»

Τον Ράφα και την προσπάθειά του στηρίζει και ο θρυλικός Ούγκο Σάντσες, ενώ κι ο απλός κόσμος τον αποθεώνει. Πριν μερικές μέρες, ξεκίνησε βασικός στο ματς με την Ισλανδία, ήταν και πάλι εξαιρετικός σε έναν ελεύθερο ρόλο στην άμυνα (μια που τα τρεξίματα που δεν είχε σχεδόν ποτέ, δεν τα έχει ούτε τώρα) και στο 4ο λεπτό (εξαιτίας της φανέλας με το «4») οι Μεξικάνοι στις εξέδρες άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά το όνομά του. Αν είναι υγιής και αν το Μεξικό περάσει, θα τον δούμε σίγουρα.

«Είμαι το ίδιο άτομο, όπως όταν ήρθα για πρώτη φορά στην εθνική. Ίσως είναι η παιδεία που μου έδωσε η οικογένεια μου, η ταπεινότητα αυτή, να μπορώ να μοιράζομαι και να μεταφέρω τις εμπειρίες μου στους άλλους, αφήνοντας μια κληρονομιά και δίνοντας το παράδειγμα»

Ο Ράφα μετά από μια καριέρα σπουδαία με πρωτάθλημα και κύπελλο στη Γαλλία με την Μονακό και ένα σωρό κούπες στη Βαρκελώνη, έχει γυρίσει στην πρώτη του ομάδα την Άτλας. Πάντα με το ίδιο πάθος, το πάθος που αρκετές φορές τον έχει φέρει να τον κατηγορούν, όπως στην αποβολή του στο πρώτο Μουντιάλ, στη φάση των 16 με αντίπαλο τις ΗΠΑ, μια από τις πιο μεγάλες επιτυχίες των Αμερικάνων με τη νίκη 2-0 και την πρόκρισή τους. Ο Μάρκες στο 88′ με το ματς να έχει κριθεί έριξε μια άνευ λόγου και αιτίας καρατιά στον δύσμοιρο Τζόουνς. Σε ερώτηση που του έγινε για την πιο δύσκολη στιγμή της 20ετους του πορεία στην εθνική, ο Μάρκες είπε ότι ο κόσμος θα θυμάται πάντα αυτή τη φάση. Ο ίδιος δεν μετανιώνει, ήταν κάτι που έγινε από την απογοήτευσή του, από το γεγονός ότι δεν θέλει να χάνει και αυτό είναι κομμάτι του χαρακτήρα του. Στα επόμενα δύο Μουντιάλ άλλωστε, σκόραρε από μία φορά, ελπίζει να το κάνει και το 2018.

Στο 2.13 περίπου η κίνηση μεγάλου παίκτου:

Η μπάλα που έφτασε στο διάστημα 31 χρόνια μετά

  [Καθόλου σχόλια]

Συνήθως όταν συνδέουμε την μπάλα με το διάστημα, είναι για να ασχοληθούμε με κάποιο σουτ από το οποίο η μπάλα αγνοείται. Ένα πέναλτι του Ράμος, ένα σουτ του Γκώνια ή ένα πέναλτι του Καράμπελα. Αυτή τη φορά όμως θα μιλήσουμε κυριολεκτικά. Δεν ξέρω ποιοι από το κοινό μας το θυμούνται ή αν ζούσαν καν (έχουν περάσει και τριάντα περίπου χρόνια από τότε) στην εποχή Ρίγκαν, όμως πολύ πριν το Ίντερνετ και τη δορυφορική τηλεόραση, ένα από τα πιο εντυπωσιακά πράγματα στις ειδήσεις ήταν η προσπάθεια της κατάκτησης του διαστήματος, στα χρόνια της μεγάλης κόντρας ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το 1986 έγινε μια από τις πιο συγκλονιστικές τραγωδίες της διαστημικής ιστορίας.

Στις 28 Ιανουαρίου το διαστημικό λεωφορείο Challenger ξεκινούσε για την 10η του πτήση. Στο παρελθόν, το Challenger είχε διάφορες πρωτιές, όπως να πετάξει με αυτό η πρώτη Αμερικανίδα γυναίκα, ο πρώτος Καναδός ή ο πρώτος Ολλανδός, αλλά εκείνη την ημέρα οι Αμερικάνοι ήταν κολλημένοι στις οθόνες τους επειδή στο πλήρωμα βρισκόταν και ένας καθημερινός άνθρωπος, μια δασκάλα, η Κρίστα Μακόλιφ. Μαζί της στο πλήρωμα ήταν κι ο Έλισον Ονιζούκα ένας αστροναύτης από τη Χαβάη. Λίγο πριν φύγει για το διάστημα, ο Έλισον έλαβε ένα δώρο από την κόρη του Τζανέλ. Ήταν μια μπάλα ποδοσφαίρου. Η Τζανέλ αγαπούσε το ποδόσφαιρο, ήταν μέλος της ομάδας του σχολείου της και η μπάλα είχε τις υπογραφές όλων των αγοριών και των κοριτσιών των ομάδων του γυμνασίου Clear Lake.

Η πτήση του Challenger δυστυχώς κράτησε μόλις 73 δευτερόλεπτα. Ένας δακτύλιος σφραγίσματος αποκολλήθηκε επειδή είχε σκληρύνει λόγω του κρύου που επικρατούσε και από εκεί και πέρα (όπως στις ταινίες) το ένα έφερε το άλλο, το λεωφορείο άρχισε να διαλύεται και τελικά συνετρίβη μετά από μια τρελή πορεία. Κανείς από τα επτά μέλη του πληρώματος δυστυχώς δεν γλίτωσε. Το γεγονός που έπαιζε live στην τηλεόραση (όπως βλέπουμε και στο βίντεο από το CNN) σόκαρε την αμερικανική κοινωνία. Υπολογίζεται ότι λόγω της παρουσίας της δασκάλας, περίπου το 17% της χώρας, μέσα σε αυτό και πολλά σχολεία, παρακολουθούσε ζωντανά την εκτόξευση. Το διαστημικό πρόγραμμα διακόπηκε για περίπου 2 χρόνια.

Ο Ονιζούκα πάνω αριστερά και δίπλα του η δασκάλα

Οι αρχές συνέλεξαν τις σωρούς του πληρώματος και αρκετά συντρίμμια. Μέσα σε στον κυκεώνα των πληροφοριών, πέρασε στα ψιλά ότι η μπάλα της Τζανέλ Ονιζούκα βρέθηκε να επιπλέει πάνω στη θάλασσα. Η μπάλα επιστράφηκε στο σχολείο και για περίπου τρεις δεκαετίες βρισκόταν εκεί ως έκθεμα για τους μαθητές. Λόγω της τοποθεσίας του, στο σχολείο πηγαίνουν αρκετά παιδιά αστροναυτών, μεταξύ τους κι ο γιος του τωρινού αστροναύτη Σέιν Κίμπρο. Ο γιος του Κίμπρο, αθλητής κι αυτός, συνεννοήθηκε με το σχολείο, η μπάλα δόθηκε στον πατέρα του και αυτός την πήρε μαζί του στην αποστολή στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό. Ο Κίμπρο έβγαλε μια πανέμορφη φωτογραφία (πατήστε πάνω για να τη δείτε με περισσότερη λεπτομέρεια) μέσα στον σταθμό, με την μπάλα να αιωρείται και να βρίσκεται επιτέλους σε τροχιά γύρω από τη Γη. Έστω και 31 χρόνια μετά, η μπάλα τα κατάφερε με τη δεύτερη φορά και αποτελεί έναν φόρο τιμής στους ανθρώπους που χάθηκαν εκείνη την ημέρα πριν μπορέσουν κι οι ίδιοι να φτάσουν στο διάστημα.

Σομπρεροψηφοφορία: Μίλησέ μας για σένα

  [66 Σχόλια]

Η σελίδα του Sombrero στο Facebook έφτασε τα 50.000 likes και όσο κι αν τα likes δεν φέρνουν την ευτυχία στη ζωή, είναι μια σημαντική επιτυχία. Αυτή λοιπόν είναι μια καλή αφορμή για να σας ευχαριστήσουμε για τη συμμετοχή σας και το ενδιαφέρον που δείχνετε, όσο και για το επίπεδο που σε συντριπτική πλειοψηφία κρατάτε. Δεν μας πειράζει να μας κράζετε ή να διαφωνείτε, δεν έχουμε όμως ούτε το χρόνο, ούτε τη διάθεση να ασχολούμαστε με μπινελίκια και καβγάδες. Οποιοδήποτε υβριστικό σχόλιο αργά ή γρήγορα θα διαγραφεί, οπότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να χάνετε το χρόνο σας άδικα μαλώνοντας με άλλους σχολιαστές.

Σκεφτήκαμε τι μπορούμε να κάνουμε με αφορμή το νούμερο αυτό και αποφασίσαμε ότι θέλουμε να σας ακούσουμε. Να μάθουμε λίγο παραπάνω για σας και να μας πείτε την άποψή σας για εμάς. Φτιάξαμε έτσι ένα ερωτηματολόγιο με διαφόρων ειδών ερωτήσεις. Να δούμε τι ομάδα είστε, πόσο ασχολείστε με τη μπάλα, τη γνώμη σας για διάφορα φλέγοντα ποδοσφαιρικά ζητήματα και τέλος τι σας αρέσει και τι θα θέλατε από το Sombrero. Οι ερωτήσεις δεν είναι κουραστικές, απαντιούνται αμέσως και θα μας δώσουν μια εικόνα για το τι θέλετε.

Όπως είναι φυσικό, δεν μπορούσαμε να καλύψουμε όλα τα πιθανά ενδεχόμενα. Γι’ αυτό, μπορείτε στα σχόλια κάτω από αυτό το κείμενο να προσθέσετε κάποια πράγματα που σας αρέσουν, δεν σας αρέσουν, να προτείνετε τι θα θέλατε να διαβάσετε, ιδέες που πιθανόν δεν έχουμε σκεφτεί, αν δεν μας χωνεύετε και γιατί. Αν τα θέλετε πιο προσωπικά, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στα ιμέιλ μας ή με κάποιο μήνυμα σε Facebook, Twitter ή Instagram.

Είμαστε πάντα ανοικτοί σε ιδέες και πάντα μας ενδιαφέρουν άτομα που μπορούν να προσφέρουν στο Sombrero (που με απλά λόγια σημαίνει ότι αν κάποιος έχει χόμπι να γράφει για το ποδόσφαιρο, πιστεύει ότι ταιριάζει με το στυλ και τη φιλοσοφία μας και έχει κάποιο δείγμα να μας στείλει, μπορεί να το κάνει).

Όταν ο Αντρέα γνώρισε τον Ρομπέρτο

  [7 Σχόλια]

Σεζόν 2000-01. Ο Αντρέα Πίρλο που έχει κάνει ντεμπούτο στη Σέριε Α μόλις στα 16 του, αγωνίζεται πλέον για τέταρτη σεζόν στην μεγάλη κατηγορία και συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα στην Ίντερ, με τη ρετσινιά του αιώνιου ταλέντου να πλησιάζει. Οι προπονητές δεν τον πιστεύουν, πηγαίνει δανεικός, γυρίζει, δεν μπορεί να βρει θέση στην ομάδα του Ταρντέλι και έτσι για το δεύτερο μισό της χρονιάς επιστρέφει στην πατρίδα του την Μπρέσια. Εκεί, ο φοβερός και αγαπημένος Κάρλο Ματσόνε παίρνει το ρίσκο να τον κάνει «regista» ή όπως λέμε στο χωριό μου «deep-lying playmaker». Σε αυτή την απόφαση παίζει μεγάλο ρόλο ότι η Μπρέσια είχε ήδη ένα μεγάλο 10αρι, το είδωλο του Πίρλο, τον τεράστιο Ρομπέρτο Μπάτζιο (που είχε φύγει κι αυτός από την Ίντερ). Με αρκετά κιλά παραπάνω, την μαλλούρα και τα μούσια να έχουν γκριζάρει, ο 34χρονος Μπάτζιο ανανεώθηκε στην Μπρέσια σκοράροντας συχνά. Ο Ματσόνε μετακινεί τον Πίρλο πιο πίσω και αφήνει τον Μπάτζιο που δεν ήταν για πολύ τρέξιμο, να παίζει κάτι ως επιθετικός-δεκάρι-ψευτοεννιάρι μπροστά. Τα αποτελέσματα τον δικαιώνουν.

Ένα από τα δέκα γκολ του Μπάτζιο στο πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς, ήταν ένα έργο τέχνης, μια συνεργασία δύο καλλιτεχνών του ποδοσφαίρου που δυστυχώς στη συνύπαρξή τους στην Ίντερ δεν είδαμε αντίστοιχη. Με αντίπαλο τη Γιουβέντους (μια ακόμα ομάδα που θα ένωνε τους δύο μαέστρους) στο Τορίνο, η Μπρέσια βρισκόταν πίσω στο σκορ από ένα γκολ του Τζαμπρότα. Στο 86′, ο Πίρλο με το κλασσικό του στιλάκι πήρε την μπάλα στο χώρο που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια το δεύτερο σπίτι του. Εκεί, λίγο πίσω από τη σέντρα. Είχε δει ήδη τον Μπάτζιο και έκανε μια μπαλιά διαβήτη (επιπέδου Τσιάρτα σε Χαριστέα) με την μπάλα να διαγράφει τέλεια τροχιά. Οι περισσότεροι θα δυσκολεύονταν να την κατεβάσουν ακόμα κι έτσι. Ο Ρόμπι όχι απλά έκανε μαγικό κοντρόλ, με τόση απαλότητα λες και του έδωσες να κρατήσει νεογέννητο μωρό, αλλά ταυτόχρονα με το κατέβασμα έκανε και ντρίμπλα στο φαν ντερ Σαρ και ισοφάρισε για το τελικό 1-1. Ένα γκολ που στο τέλος του πρωταθλήματος (όταν κι η Ρόμα πήρε το πρωτάθλημα με 2 μόλις βαθμούς διαφορά από τη Γιούβε) αποδείχτηκε από τα καθοριστικά.

Η γιαγιά της Μπέτις

  [3 Σχόλια]

Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι αρκετά σπάνιο. Οι γυναίκες δεν πατάνε εύκολα στα γήπεδα (όχι ότι έχουν άδικο) και όσες το κάνουν συνήθως είναι για λόγους οικογενειακής αποκατάστασης και να παίξουν στα ελληνικά αθλητικά πόρταλς με τίτλους «έβαλε φωτιά η Σούζι Τσούζι στις εξέδρες του Αγρινίου», «μοίρασε πόνο η Φωφώκα στους θεατές στο Ηράκλειο» και άλλα τέτοια. Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά, όπως η κυρία Χάιδω στο Καυτανζόγλειο. Στην Ισπανία αντίθετα, τα γήπεδα (ειδικά τα επαρχιακά) είναι γεμάτα γυναίκες. Μερικές όμως ξεχωρίζουν. Μια τέτοια είναι η Κονσεπσιόν (τα «σ» με «θ») Αντράντε, η περίφημη γιαγιά της Μπέτις, η ντόνα Κόντσα.

Η Κόντσα πέρασε μια ζωή στο γήπεδο της ομάδας, όχι απλά βλέποντας, αλλά συμμετέχοντας με φωνές από το καρεκλάκι της. Ζητώντας με τη χαρακτηριστική φωνή της πέναλτι, φάουλ, αποβολές, χειροκροτώντας και ζώντας με αγωνία. Η Κόντσα πήγαινε με το λεωφορείο στο γήπεδο, μαζί με την πιτσιρικαρία, σαν ένας οποιοσδήποτε οπαδός, τραγουδώντας μαζί με τους νεαρούς τα συνθήματα της ομάδας. Πολλές φορές ξέφευγε, θυμίζοντας τις επικές κυρίες (και ένα από τα αγαπημένα μου βίντεο στην ιστορία του Σομπρέρο) στα κάγκελα του γηπέδου της Μπάνφιλντ. Οι ατάκες της, αλλά και οι βρισιές της φλογερής Ανδαλουσιανής γιαγιάς πέρασαν στην ιστορία με αποκορύφωμα τα «μαρικόν» προς τον καημένο τον Βαλντάνο, μια που η Κόντσα ήταν λίγα μέτρα πιο πίσω από τον πάγκο των φιλοξενούμενων.

Το συγκινητικό βιντεάκι, ακόμα κι αν δεν ξέρεις γρι ισπανικά

Η γιαγιά της Μπέτις είχε πρωταγωνιστήσει μέχρι και σε διαφημιστικά σποτάκια του συλλόγου, όταν η Μπέτις το 2005 κέρδισε την έξοδό της στο Τσάμπιονς Λιγκ και έκανε σχετική καμπάνια. Επισκέφτηκε μαζί με άλλους «μπέτικος» το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Λονδίνο και όταν δεν βρήκαν κάποιο έργο τέχνης της Μπέτις αναρωτήθηκαν τι σόι μουσείο είναι. Ο Ισπανός τραγουδιστής Χοσέ Μανουέλ Σότο ρώτησε τον κρυόκωλο Άγγλο «Εδώ έχετε πολλή τέχνη, αλλά δεν έχει αυθεντική τέχνη. Έχετε τα βασικά κινήματα ευρωπαϊκής τέχνης, αλλά πού είναι η Μπέτις;«, για να αναλάβει η γιαγιά Κόντσα το κράξιμο, με τη φοβερή λεπτομέρεια να φοράει vintage φανέλα Ρόμπερτ Γιάρνι. Πρωταγωνίστησε και σε δεύτερο παρόμοιο σποτάκι.

Τα τελευταία χρόνια η γιαγιά Κονσεπσιόν ζούσε σε οίκο ευγηρίας που κατά σύμπτωση (ή μήπως όχι) ήταν πολύ κοντά στο γήπεδο. Οι εμφανίσεις της σιγά σιγά άρχισαν να μειώνονται λόγω της υγείας της και η Μπέτις φρόντισε να την τιμήσει με μια επίσκεψη και δώρο μια φανέλα με το όνομά της. Στο παρελθόν άλλωστε είχε τιμηθεί κι από άλλους, όπως τον γνήσιο Μπέτικο, το παιδί της πόλης, τον μεγάλο Χοακίν.

Η Κόντσα και ο Χοακίν, λες και είναι γιαγιά και εγγονός

Η γιαγιά Κόντσα πέθανε πριν λίγες μέρες στα 92 της, εκεί στον οίκο ευγηρίας λίγο πιο δίπλα από το πραγματικό της σπίτι, το Εστάδιο Μπενίτο Βιαγιαμαρίν. Η είδηση έπαιξε σε όλα τα μέσα και φυσικά η μνήμη της τιμήθηκε από τη Ρεάλ Μπέτις. Το πιο σημαντικό ίσως όμως, ήταν ότι ακόμα και η μισητή Σεβίλλη φρόντισε να κάνει δημοσίευση τιμώντας ένα πρόσωπο συνδεδέμενο με το ποδόσφαιρο της πόλης, αλλά και γενικά μια μορφή από τις τελευταίες ενός ποδοσφαίρου που χάνεται σιγά σιγά.

Από τη Λιβερία στην Ευρώπη, η ιστορία του Ζορζ Γουεά

  [7 Σχόλια]

Δυστυχώς τα πράγματα στην Αφρική δεν έχουν προχωρήσει πολύ τα τελευταία χρόνια. Οι συνθήκες δεν είναι καλύτερες, τα οικονομικά προβλήματα, οι πόλεμοι και η εκμετάλλευση δεν σταμάτησαν. Αν κάτι έχει αλλάξει είναι η διέξοδος του ποδοσφαίρου, με πολλούς ανθρώπους από την Αφρική να καταφέρνουν μέσα από το ταλέντο τους να ξεφεύγουν, να καταφέρνουν να ζουν οι ίδιοι και οι συγγενείς τους σε καλύτερο επίπεδο. Πολύ πριν όμως φτάσουμε σε αυτό το σημείο, υπήρξαν κάποιοι πρωτοπόροι. Κάποιοι που σε πολύ πιο πέτρινα χρόνια για το αφρικανικό ποδόσφαιρο κατάφεραν να το δοξάσουν και να ανοίξουν τις πόρτες για τους επόμενους. Ένας από πιο σημαντικούς είναι ο Ζορζ Γουεά.

Ο Γουεά μεγάλωσε στα γκέτο της Μονρόβια στη Λιβερία. Παρ’ ότι έπαιζε μπάλα από μικρός ήξερε ότι οι πιθανότητες το ποδόσφαιρο να φέρει φαγητό στο τραπέζι ήταν λίγες και έτσι παράλληλα δούλευε και σαν τεχνικός-ηλεκτρολόγος. Σιγά σιγά όμως άρχισε να ξεχωρίζει στις τοπικές ομάδες, να κερδίζει τίτλους στην Λιβερία με δύο διαφορετικές ομάδες και να καλείται στην εθνική της χώρας. Οι εμφανίσεις του έφεραν μια μεταγραφή στο Καμερούν και στην πρωτεύουσα Γιαουντέ.

«Σε μια εποχή που υπήρχε μεγάλος ρατσισμός, ο Βενγκέρ μου συμπεριφερόταν σαν να ήμουν ο γιος του.
Κάθε φορά που έβγαινα στο γήπεδο έπαιζα γι’ αυτόν, για όλα όσα είχε κάνει για μένα.
Θα έσπαγα το πόδι μου, το πρόσωπό μου, το χέρι μου γι’ αυτόν»

Χρωστάμε πολλά στον Αρσέν Βενγκέρ που έφερε τον Λιβεριανό επιθετικό στην Μονακό από το Καμερούν. Σε χρόνια που γενικά δεν υπήρχε το ίντερνετ, τα δίκτυα σκάουτινγκ, τόσο ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, ήταν πραγματικά δύσκολο να βρίσκονται τα «διαμάντια» της Αφρικής. Ο Βενγκέρ έψαχνε επιθετικό, ρώτησε έναν φίλο του και εκείνος του μίλησε για τον Γουεά. Με ελάχιστα χρήματα, ο Βενγκέρ τον έφερε στο πριγκιπάτο, του έδειξε εμπιστοσύνη και γρήγορα κατάλαβε ότι είχε βρει έναν εξαιρετικό ποδοσφαιριστή.

Το ιστορικό γκολ στο Μόναχο, η ΠΣΖ έκανε έξι στα έξι στον όμιλό της

Την πρώτη του χρονιά ο Γουεά κάνει ήδη τη διαφορά σκοράροντας αρκετά στο γαλλικό πρωτάθλημα, τόσο ώστε να γίνει ο πρώτος Λιβεριανός που κατακτά το βραβείο του καλύτερου παίκτη της Αφρικής, το 1989. Θα το κατάφερνε άλλες δύο φορές στο μέλλον, το 1994 και το 1995. Ο Γουεά έμεινε τέσσερις σεζόν στην Μονακό, κατακτώντας ένα κύπελλο, πριν πάει στην Παρί Σεν Ζερμέν. Ήταν ένας πολύ γρήγορος επιθετικός, αρκετά καλός με την μπάλα στα πόδια και δυνατός ώστε να αντέχει στο σκληρό παιχνίδι των αντιπάλων. Δεν είχε τα απίστευτα ρεκόρ στο σκοράρισμα, αν δεις τα στατιστικά του δεν μάτωνε τόσο τα δίχτυα όσο πίστευες, αλλά ήταν ένας πολύ χρήσιμος επιθετικός και φαινόταν πάντα να έχει έφεση στο σκοράρισμα στα διεθνή παιχνίδια. Στο Παρίσι κατέκτησε ένα πρωτάθλημα, δύο ακόμα κύπελλα και είχε μια εξαιρετική πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ του 1995, όταν η ΠΣΖ έφτασε στα ημιτελικά και ο Γουεά βγήκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης. Αυτές οι εμφανίσεις του έδωσαν τη Χρυσή Μπάλα μπροστά από Κλίνσμαν και Λιτμάνεν. Εξίσου καλές πορείες είχε και στο ΟΥΕΦΑ, αλλά και το Κυπελλούχων όπου η ΠΣΖ έκανε πορείες ως τα ημιτελικά.

Το μακρινό ριμπάουντ (το σημαντικότερο πράγμα στο μπάσκετ) και το coast-to-coast

Οι εμφανίσεις του τον έφεραν ακόμα ένα σκαλί πιο ψηλά, αυτή τη φορά στο Μιλάνο. Ο Γουεά εκεί πλέον θα γινόταν στα μάτια όλων ένας από τους κορυφαίους επιθετικούς του κόσμου. Στην Μίλαν συνεργάστηκε με επιτυχία με πολλά μεγάλα ονόματα της εποχής. Σιμόνε, Μπίρχοφ, Σαβίσεβιτς, Μπάτζιο, Λεονάρντο, Κλάιφερτ και προς το τέλος της καριέρας του και με τον Αντρέι Σεβτσένκο. Ο Γουεά βγήκε πρώτος σκόρερ της Μίλαν κάποιες σεζόν και χωρίς να πετυχαίνει απίστευτα νούμερα (σκεφτείτε βέβαια και τις άμυνες εκείνης της περιόδου στην Ιταλία) ήταν ένας από τους σημαντικούς παίκτες της ομάδας. Έτρεχε, πίεζε, έβαζε το εγώ κάτω από την ομάδα και μοίραζε ασίστ και έβαζε και κάποια μαγικά γκολ όπως αυτό με τη Βερόνα. Στην Μίλαν κατέκτησε δύο πρωταθλήματα και φυσικά ένα σωρό προσωπικούς τίτλους.

Στο τέλος της καριέρας του πέρασε και από την Αγγλία. Παρ’ ότι δεν έλαμψε, στην Τσέλσι αγαπήθηκε αρκετά από τον κόσμο μια που είχε και σημαντική συνεισφορά στο κύπελλο του 2000. Γενικά, λόγω και της απόδοσης, αλλά και του χαρακτήρα του έκανε φίλους παντού. Σεμνός, ταπεινός και μετρημένος, δεν άλλαξε σαν χαρακτήρας παρά τη δόξα και τα χρήματα. Το μόνο του παράπονο ίσως από μια τεράστια καριέρα είναι ότι δεν κατάφερε να παίξει σε ένα Μουντιάλ, να οδηγήσει εκεί τη Λιβερία. Στα προκριματικά του 2002, η Λιβερία έχασε μόλις για έναν βαθμό την πρόκριση από τη Νιγηρία. Στο Κύπελλο Εθνών της Αφρικής που έγινε λίγους μήνες αργότερα στο Μάλι, έπαιξε για τελευταία φορά στα 36 του πια με την εθνική, σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Νιγηρία. Σκόραρε 22 φορές, το τελευταίο του γκολ λίγες μέρες πιο πριν με το Μάλι σε μια ισοπαλία.

Η βράβευση και μια μίνι συνέντευξή του

Ο Γουεά (που όσο γερνάει μοιάζει με έναν παχουλό Ίντρις Έλμπα) μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με την πολιτική. Κι ενώ πάντα είμαστε επιφυλακτικοί με κάτι τέτοιο (Μάριο Ζαρντέλ εσένα κοιτάω), ο Γουεά φαίνεται ότι δεν «λερώθηκε» από αυτή. Μετά το ποδόσφαιρο βοήθησε ως πρέσβης της UNICEF στην ενημέρωση για την καταπολέμηση του AIDS και στην επανένταξη παιδιών που είχαν γίνει στρατιώτες, έφτιαξε ποδοσφαιρικές ομάδες που το μόνο κριτήριο εισαγωγής ήταν να μην παρατάς το σχολείο και συνεχίζει να προσπαθεί για το καλό της πατρίδας του. Κατέβηκε στις εκλογές για την προεδρία της χώρας το 2005, αλλά οι αντίπαλοί του αντιπαρέταξαν το γεγονός ότι δεν έχει σπουδάσει. Το κόμμα του Γουεά βγήκε δεύτερο και ο Ζορζ κατέβηκε ξανά και το 2011 αυτή τη φορά ως υποψήφιος αντιπρόεδρος της χώρας, χάνοντας ξανά. Κατάφερε όμως να εκλεγεί πανηγυρικά γερουσιαστής. Με τις εκλογές να γίνονται το 2017 και τη γυναίκα πρόεδρο της χώρας να έχει συμπληρώσει δεύτερη 6ετία και να μην έχει δικαίωμα να κατέβει ξανά, ο Γουεά θα δοκιμάσει και πάλι για πρόεδρος. Το αν είναι καλός ή κακός ως πολιτικός δεν το ξέρουμε. Αρκεί να παραμείνει ο ίδιος συμπαθής άνθρωπος.

Το σκυλάκι πάνω από τα χρήματα

  [2 Σχόλια]

Ο Χουάν Μανουέλ Μαρτίνες είναι από τους παίκτες που ο κόσμος λατρεύει να βλέπει γιατί τον ξεσηκώνουν. Εξαιρετική τεχνική, φοβερή ντρίμπλα, κινήσεις μεταξύ ζογκλέρ και ποδοσφαιριστή και αρκετά γκολ. Μετά από μια εξαιρετική πορεία στη Βέλεζ Σάρσφιλντ και μεταγραφές σε σημαντικές ομάδες όπως Κορίνθιανς και Μπόκα, ο «Μπουρίτο» βρήκε ένα πολύ γερό συμβόλαιο στο MLS και τη Ρεάλ Σολτ Λέικ Σίτι. Έχοντας ρίξει κάπως την απόδοσή του με τα χρόνια, τα χρήματα των Αμερικάνων ήταν μια καλή ευκαιρία.

Στις ΗΠΑ ο Μαρτίνες συνέχισε τις ίδιες εξωαγωνιστικές δραστηριότητες. Μην πάει ο νους σας στο κακό. Συνηθίζει με τη γυναίκα του να βοηθάει κόσμο, να δίνει φαγητό ή ρούχα σε φτωχούς. Η μεγάλη αγάπη του όμως είναι άλλη. Όπως γράφει και στην περιγραφή του στο τουίτερ, ο Μαρτίνες αγαπάει τα ζώα. Δεν συμμετέχει σε κάποια φιλοζωϊκή οργάνωση, απλά έχει τη συνήθεια να μαζεύει αδέσποτα από το δρόμο. Τα παίρνει στο σπίτι του, τα ταΐζει, τα φροντίζει, τα πηγαίνει στον κτηνίατρο και μετά ψάχνει οικογένειες για να τα υιοθετήσουν.

Όταν πριν μερικά χρόνια το σπίτι του πήρε φωτιά, ο Μαρτίνες κοιμήθηκε κάπως έτσι

Αυτή δεν είναι μια συνήθεια καινούρια, την κάνει χρόνια. Σε συνέντευξή του υπολόγισε ότι έχει σώσει πάνω από 300 σκυλάκια, ενώ από το σπίτι του έχουν περάσει πάνω από 100. Η δουλειά του όμως δεν σταματάει εκεί, καθώς από ότι λέει ο ίδιος, συχνά επισκέπτεται κάποια από τα σκυλιά στα νέα σπίτια τους για να δει… πώς περνάνε και αν είναι χαρούμενα. Κάτι σαν κοινωνικός λειτουργός σκύλων. Φυσικά στο σπίτι του έχει και τέσσερα μόνιμα σκυλιά, «πάντα λέμε δεν είμαστε τέσσερις [μαζί με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά του], αλλά οκτώ στην οικογένεια».

Το πιο διάσημο γκολ του Χουάν Μανουέλ Μαρτίνες

Ο Μπουρίτο έπαιξε αρκετά παιχνίδια στην Σολτ Λέικ Σίτι και παρ’ ότι είναι πια 31 και σίγουρα πιο βαρύς από παλιά, μπορεί να ξεσηκώνει τα πλήθη και ο κόσμος να τον αποθεώνει. Έτσι, προκάλεσε έκπληξη η είδηση πριν λίγο καιρό ότι  ζήτησε να φύγει, αφήνοντας ένα πολύ βαρύ συμβόλαιο (της τάξης του άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων). Η είδηση έλεγε ότι ο Μαρτίνες αποφάσισε να φύγει για οικογενειακούς-προσωπικούς λόγους και κυκλοφόρησε κυρίως ότι η γυναίκα του δεν άντεχε άλλο στη Γιούτα. Κάτι που δεν είναι πολύ περίεργο αν στα ενδιαφέροντά σου δεν είναι το κρύο, το χιόνι και οι Μορμόνοι. Ο Μαρτίνες εγκατέλειψε τις ΗΠΑ και γύρισε στην Αργεντινή. Η αλήθεια όμως για τη φυγή του αποκαλύφθηκε λίγο καιρό αργότερα, όταν αφού είχε σχεδόν συμφωνήσει με την Βέλεζ για να παίξει εκεί για έξι μήνες, η μεταγραφή χάλασε.

Τα χρόνια πέρασαν, αλλά τα μαγικά συνεχίζουν

«Ένα από τα σκυλιά μου έχει καρκίνο και του κάνουμε χημειοθεραπεία. Του έδωσαν έξι μήνες ζωής. Ακύρωσα το συμβόλαιό μου για να μπορώ να καθορίσω πού θα πάω. Γνωρίζοντας την οικονομική κατάσταση στη Βέλεζ που δεν μπορεί να αγοράσει παίκτες ή να δανειστεί μεγάλα συμβόλαια και επειδή αγαπάω τον σύλλογο, αποφάσισα να πάω για έξι μήνες και να παίξω εκεί, μέχρι να «φύγει» το σκυλί μου και στη συνέχεια να συνεχίσω την καριέρα μου και τις φιλοδοξίες μου».

Τα πράγματα όμως δεν πήγαν τόσο καλά. Η Βέλεζ του είπε ότι δεν γίνεται ένα απλό εξάμηνο συμβόλαιο και συμφώνησαν να υπογράψουν για 6 μήνες + 1 χρόνο. Το καλοκαίρι, χωρίς κόστος, αν δεν ήθελαν και οι δύο θα μπορούσαν να το σπάσουν. Ο Μαρτίνες συμφώνησε με ένα αρκετά χαμηλό ποσό (σε σχέση με αυτά που έπαιρνε στις ΗΠΑ) και όταν πήγε να υπογράψει, είδε προς έκπληξή του ότι οι πονηροί της Βέλεζ είχαν βάλει όρο 2 εκατομμύρια δολάρια για να φύγει. Ο παίκτης έγινε έξαλλος, δεν υπέγραψε και με αφορμή την συμπεριφορά της αγαπημένης του ομάδας, αποκάλυψε και την ιστορία με τον σκύλο του. «Μπορεί να έχω βλακόφατσα, αλλά δεν σημαίνει ότι είμαι και βλάκας. Κατέβασα τα βρακιά μου στις διαπραγματεύσεις, δεν ξέρω τι άλλο θέλουν.» Ο Μαρτίνες είναι αυτή τη στιγμή χωρίς ομάδα και ψάχνει να δει αν θα παραμείνει στην Αργεντινή όπως σκόπευε ή θα συνεχίσει αλλού. Το σίγουρο είναι πάντως ότι δεν μετάνιωσε ούτε στιγμή που άφησε τόσα χρήματα πίσω του, αφού γι’ αυτόν προτεραιότητα ήταν να είναι κοντά στο «μέλος της οικογένειάς του». Κι ας είναι τετράποδο…

Το μεγάλο ταξίδι για το γήπεδο

  [Καθόλου σχόλια]

Η αγάπη για την ομάδα είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος που δεν ασχολείται με το ποδόσφαιρο. Η ιεροτελεστία του γηπέδου αρκετές φορές δεν εκτιμάται ιδιαίτερα από όσους το έχουν κοντά τους, μπορούν ανά πάσα στιγμή να πάνε σε ένα παιχνίδι. Όλοι όσοι έχουμε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής μας χωρίς τη δυνατότητα να βλέπουμε την αγαπημένη μας ομάδα μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε. Κι αν πάντα το «support your local team» είναι ένας κανόνας που αξίζει, το να ζεις μακριά από την ομάδα σου χωρίς να είσαι οπαδός «glory hunter», είναι ένα βασανιστήριο.

Εικόνες από την επαρχία Χουχούι

Ο Χουάν Μανουέλ ζει στο.. Χουχούι. Και παρ’ ότι, όπως και σε όλη την Αργεντινή, υπάρχουν πολλές ποδοσφαιρικές ομάδες (πιο γνωστή η Χιμνάσια Χουχούι που οι στοιχηματατζήδες πιθανώς να θυμούνται), αυτός επέλεξε να υποστηρίζει τη Ράσινγκ Κλουμπ από την πόλη Αβεγιανέδα κοντά στο Μπουένος Άιρες. Όπως έχουμε δει στο παρελθόν, η Ράσινγκ Κλουμπ σίγουρα δεν είναι μια ομάδα που την υποστηρίζεις για τους τίτλους. Μια ομάδα καταραμένη κατά πολλούς, αλλά και μια ομάδα με παθιασμένο κοινό. Ο Χουάν Μανουέλ την αγαπάει, αλλά δεν μπορεί να τη δει εύκολα. Η πόλη και η επαρχία Χουχούι βρίσκονται στα βορειοδυτικά της χώρας, στα σύνορα με τη Χιλή και τη Βολιβία, κάτω από τις Άνδεις και σε υψόμετρο περίπου 1300 μέτρων ανάμεσα σε σκληρά βουνά και σε δρόμους που είναι αρκετά επικίνδυνοι. Το γήπεδο της Ράσινγκ από το σπίτι του Χουάν Μανουέλ απέχουν περίπου 1500 χιλιόμετρα, ενός δρόμου που θέλει περίπου 20 ώρες για να τον κάνεις με το αυτοκίνητο (τουλάχιστον έτσι μου έβγαλε ο χάρτης της Google).

Δεν βρήκα παραπάνω πληροφορίες για τη φωτογραφία, δεν ξέρω πώς μετακινήθηκε, πόσο χρονών είναι (η πρώτη φορά στο γήπεδο δεν κοιτάει ηλικίες) ή άλλες λεπτομέρειες. Βρήκα μόνο την εικόνα. Ο Χουάν Μανουέλ που κατάφερε για πρώτη φορά στη ζωή του να πάει στο Ελ Σιλίντρο, το γήπεδο της Ράσινγκ. Να δει το χορτάρι, τους παίκτες, να τραγουδήσει με άλλους μαζί, να κάνει βόλτες στο μουσείο. Και κάπου εκεί, δίπλα στο άγαλμα του «μουστάρδα» Ρεϊνάλντο Μέρλο που έδωσε το ιστορικό πρωτάθλημα του 2001, να βγάλει μια ακόμα αναμνηστική φωτογραφία και να ξεσπάσει σε λυγμούς, ένα μίγμα χαράς και συγκίνησης. «22 μαλάκες που κυνηγούν μια μπάλα». Ποτέ μια έκφραση δεν ήταν τόσο λάθος, όσο αυτή η περιγραφή του ποδοσφαίρου.

Μάριο Ζαρντέλ: Τα γκολ και ο κατήφορος ενός μεγάλου φορ

  [2 Σχόλια]

Όταν η Βάσκο ντα Γκάμα αποφάσιζε να δώσει περίπου 30 χιλιάδες δολάρια για να φέρει στο Ρίο έναν πιτσιρικά από την πόλη Φορταλέσα στα βορειοανατολικά της Βραζιλίας, ίσως δεν είχε καταλάβει τι παίκτη αποκτούσε. Ο ύψους 1.88 «Σούπερ Μάριο» Ζαρντέλ ξεκινούσε μια επαγγελματική καριέρα στην οποία θα τίναζε τα αντίπαλα δίχτυα μερικές εκατοντάδες φορές, θα γινόταν γνωστός σε όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο, ποτέ όμως δεν θα έπαιρνε την μεγάλη μεταγραφή, ποτέ δεν θα γινόταν βασικός στην εθνική Βραζιλίας και τελικά θα κατέστρεφε ο ίδιος μια μεγάλη καριέρα.

Ένα τραγικό γεγονός έχρισε τον μέχρι τότε αναπληρωματικό Ζαρντέλ βασικό στα 21 του στο πρωτάθλημα Καριόκα του 1994. Ο επιθετικός Ντένερ έχασε σε τροχαίο τη ζωή του και ξαφνικά ο Μάριο έγινε η μοναδική λύση της Βάσκο, σκοράροντας 17 γκολ για να την οδηγήσει στον τίτλο. Η Γκρέμιο ενδιαφέρθηκε και τελικά τον πήρε αμέσως δανεικό στην προσπάθειά της να κατακτήσει το Κόπα Λιμπερταδόρες του 1995. Ο Ζαρντέλ εκεί γνώρισε τον Λουίς Φελίπε Σκολάρι, έναν άνθρωπο ο οποίος τον επηρέασε δραματικά (θα επανέλθουμε αργότερα). Ο «Φελιπάο» έφτιαξε ένα κλασσικό δίδυμο ψηλός-κοντός με Ζαρντέλ και Πάουλο Νούνιες, ο Μάριο κάθε σέντρα την έβαζε με το κεφάλι στα δίχτυα και σκόραρε 67 φορές σε 73 ματς κερδίζοντας 2 πρωταθλήματα Γκαούτσο, ένα πρωτάθλημα Βραζιλίας, ένα Λιμπερταδόρες και ένα Σούπερ Καπ Ν. Αμερικής. Άγγιξε και το Διηπειρωτικό, αλλά ο Άγιαξ των Λιτμάνεν, Ντάβιτς, Κλάιφερτ κέρδισε στα πέναλτι 4-3. Η Γκρέμιο δεν μπορούσε να καλύψει το ποσοστό αγοράς (1,3 εκατομμύρια δολάρια) και αναγκάστηκε να ζητήσει από τον κόσμο να συνδράμει με την περίφημη καμπάνια «Μείνε Ζαρντέλ». Τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν δεν έφτασαν και χρειάστηκε δάνειο για να αγοραστεί ο παίκτης.

Ο Ζαρντέλ είχε ήδη κάνει καλό όνομα και οι ομάδες της Ευρώπης τον ζητούσαν. Κανείς δεν ξέρει αν η καριέρα του θα είχε εξελιχτεί διαφορετικά με την μεταγραφή του στην Γλασκώβη και στους Ρέιντζερς το 1996. Οι Σκωτσέζοι έδιναν 4,5 εκατομμύρια στην Γκρέμιο, η μεταγραφή είχε κλείσει, ο Σούπερ Μάριο ταξίδεψε, έκανε προπονήσεις, αλλά οι περιορισμοί στους ξένους χάλασαν την μεταγραφή. Ο Ζαρντέλ πήγε τελικά στην Πόρτο και εκεί σκόραρε συνολικά 166 γκολ σε 169 αγώνες, παρέα με παικταράδες όπως οι Ζόρζε Κόστα, Βίτορ Μπαΐα, Ζλάτκο Ζάχοβιτς, Νούνο Καπούσο και πολλοί ακόμα. Πάντα όμως βρισκόταν πίσω στις κλήσεις της εθνικής, πίσω από παίκτες όπως Ρομάριο, Μπεμπέτο, Ριβάλντο, Εντμούντο, κυρίως γιατί έπαιζε σε ένα σχετικά χαμηλό πρωτάθλημα.

Παράλληλα, έπρεπε να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για το Χρυσό Παπούτσι. Το κέρδισε το 1998-99, αλλά την επόμενη (και καλύτερή του) σεζόν στην Πόρτο σκόραρε 38 φορές στο πρωτάθλημα και λόγων των συντελεστών, ο Κέβιν Φίλιπς της Σάντερλαντ με 30 «μόλις» γκολ τού πήρε τον τίτλο. Ο Ζαρντέλ το είχε πάρει απόφαση να φύγει. Ενδιαφέρον πάντα υπήρχε, πάντα όμως κάτι χαλούσε. Οι Ρέιντζερς (που συνολικά τον ήθελαν σε τέσσερις διαφορετικές σεζόν) προτίμησαν τον Μάρκο Νέγκρι το 1997, η Μπάγερν δεν τον έπαιρνε για παρτενέρ του Έλμπερ κι η Ίντερ το 2000 κατέληξε στον… Χακάν Σουκούρ. Στο ντόμινο που δημιουργήθηκε, η Γαλατά με ζεστά χρήματα στα χέρια (και ως κάτοχος του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ) έδωσε 18 εκατομμύρια και τον απέκτησε.

Ο Ζαρντέλ έγινε δεκτός με τιμές αρχηγού κράτους από τους οπαδούς της Γαλατά και μπήκε στις καρδιές τους αμέσως. Δύο γκολ στο Λουί Ντε, στο Σούπερ Καπ απέναντι στη Ρεάλ τον Αύγουστο του 2000 κατέθεσαν διαπιστευτήρια. Αυτός θα ήταν κι ο μοναδικός διεθνής ευρωπαϊκός τίτλος του Ζαρντέλ. Η χρονιά του ήταν καλή, σκόραρε 34 γκολ σε 43 αγώνες φτάνοντας στους 8 του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά ο ψυχολογικός του κατήφορος είχε ξεκινήσει, τα καμώματά του πολλά (έκανε απεργία όταν του είχα καθυστερήσει χρήματα) και γρήγορα αποφάσισε ότι ήθελε να φύγει. Η Ίντερ έκλεισε Εμρέ και Οκάν από τη Γαλατά και ο Ζαρντέλ περίμενε και τη δική του σειρά που τελικά δεν ήρθε ποτέ. Η Ίντερ δεν τον αγόρασε και πάλι.

Πολύ πριν τους διαστημικούς Λιονέλ-Κριστιάνο, ο Ζαρντέλ έβαζε 42 γκολ

Συμφώνησε με την Μπενφίκα, αλλά τα λεφτά δεν βρέθηκαν και πήγε στην Σπόρτινγκ που έκανε τα πάντα για να τον πάρει δίνοντας χρήματα και τρεις παίκτες. Ο Ζαρντέλ με τον Λάζλο Μπόλονι προπονητή έβαλε 42 γκολ στο πρωτάθλημα, κατέκτησε το 2ο Χρυσό Παπούτσι, και συνολικά πέτυχε 55 γκολ σε 42 αγώνες, απίστευτα νούμερα εκείνες τις εποχές. Ήταν η τελευταία χρονιά όμως του «κανονικού» Ζαρντέλ, από εκεί και πέρα ξεκίνησε η αποκαθήλωση. Με τον Σκολάρι προπονητή της Βραζιλίας, τον άνθρωπο που τον έκανε γνωστό στην Γκρέμιο, ο Ζαρντέλ πίστευε ότι επιτέλους είχε έρθει η ώρα του για να παίξει σε ένα Μουντιάλ. Έκανε μεν ένα πολύ κακό Κόπα Αμέρικα το 2001 μαζί και με την υπόλοιπη Βραζιλία, τα 42 του γκολ όμως την επόμενη σεζόν ήταν ένα δείγμα της καλής του κατάστασης. Ο ίδιος έκανε δηλώσεις του στιλ «θα σταματήσω το ποδόσφαιρο αν δεν με πάρουν στο Μουντιάλ». Κι όμως, στην αποστολή της Βραζιλίας για τα γήπεδα της Ιαπωνίας και της Ν. Κορέας το 2002, ο Σκολάρι πήρε το Φαινόμενο Ρονάλντο και τους Ντενίλσον, Εντίλσον και Λουιζάο στην επίθεση. Ο Εντίλσον μετά από μια περιήγηση στην Ιαπωνία ήταν στην Κρουζέιρο και ο Λουιζάο στην Γκρέμιο. Συνολικά μαζί δεν είχαν ξεπεράσει τα 10 γκολ εκείνη τη χρονιά. Δίκαιο ή άδικο, η Βραζιλία κατέκτησε τον τίτλο χάρη στο Ρονάλντο (και το γελοίο του κούρεμα) και ο Σκολάρι έμεινε σταθερός στις δηλώσεις που είχε κάνει τον Φεβρουάριο πριν το Μουντιάλ:

«Ο Ζαρντέλ είναι παίκτης περιοχής για να εκμεταλλεύεται σέντρες.
Αν δεν υπάρχει κανείς να του βγάλει σέντρες, δεν λειτουργεί.

Είναι πιο εύκολο για μια ομάδα να προσαρμόζεται πάνω του, αλλά τα πράγματα είναι διαφορετικά σε μια εθνική.
Δεν μπορείς να χτίσεις μια εθνική πάνω σε έναν παίκτη.
Πρέπει να προσαρμοστεί.
«

Το καλοκαίρι του 2002 ήταν η στιγμή που ο Ζαρντέλ έπεσε στον βούρκο. Αποκλεισμός από το Μουντιάλ, ομάδες που ενδιαφέρονταν γι’ αυτόν (όπως οι Μαρσέιγ, Μπέτις, Μπαρτσελόνα), αλλά δεν έδιναν τα χρήματα που ζητούσε η Σπόρτινγκ και τέλος προσωπικά προβλήματα. Ο γάμος του με το μοντέλο Κάρεν Ριμπέιρο (με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά) πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Η γυναίκα του δεν άντεξε άλλο τα νυχτοπερπατήματα και τις απιστίες και αποφάσισε να τον διώξει. Ο Ζαρντέλ σαν γνήσιο αρσενικό βραζιλιάνικης σαπουνόπερας το πήρε πολύ βαριά. Έφτασε στο σημείο να μην επιστρέφει πίσω στην Πορτογαλία. Η Κάρεν τελικά πάει στην Πορτογαλία και αυτός έπαιξε στην Σπόρτινγκ το χαρτί του χωρισμού για να κερδίσει μερικές εβδομάδες ακόμα στη Βραζιλία, να γλιτώσει προετοιμασία και να «σώσει τη σχέση του». Αντί όμως να γυρίσει στην οικογένειά του, το έριξε στα έξαλλα πάρτι, τα ξενύχτια, τον τζόγο και τέλος στην κοκαΐνη. Αρνήθηκε να βοηθηθεί από ψυχολόγους της Σπόρτινγκ, αρνήθηκε να γυρίσει πίσω, η Σπόρτινγκ σταμάτησε να τον πληρώνει αφού εξαντλήθηκε η υπομονή της. Οι άνθρωποί του έλεγαν ότι ο Ζαρντέλ έχει κατάθλιψη, αλλά οι φήμες στη Βραζιλία έκαναν λόγο μέχρι και για εισαγωγή σε κλινική για αποτοξίνωση. Ο Ζαρντέλ έπαιξε τελικά το 2002-03 σε αρκετά παιχνίδια της Σπόρτινγκ (συμπαίκτης του πιτσιρικά Κριστιάνο Ρονάλντο), σκόραρε μάλιστα 12 γκολ, αλλά δεν ήταν ο ίδιος παίκτης, με παραπανίσια κιλά και χωρίς την ίδια φλόγα. Στη διακοπή του χειμώνα λέγεται ότι τραυματίστηκε από βουτιά σε πισίνα στη Βραζιλία. Έξι χρόνια αργότερα παραδεχόταν σε βραζιλιάνικο κανάλι την εξάρτησή του και την απέδιδε στις… κακές παρέες. Ούτε λόγος για αυτοκριτική.

Μόνο η Λίβερπουλ θα μπορούσε να φάει γκολ από τον χοντρούλη Ζαρντέλ

Το καλοκαίρι του 2003 η Σπόρτινγκ βρήκε ευκαιρία να τον ξεφορτωθεί και η πολυεθνική Μπόλτον του Σαμ Άλαρνταϊς πήρε έναν αγνώριστο Ζαρντέλ. Οι Άγγλοι γρήγορα τον έβγαλαν «Lardel» για το πάχος του και ο πάλαι ποτέ Σούπερ Μάριο ξεκίνησε να αλλάζει ομάδες σαν τα πουκάμισα. Κρατηθείτε. Ανκόνα, Νιούελ΄ς Ολντ Μπόις, Ανόρθωση, Γιουνάιτεντ Τζετς (δεν είναι αεροπορική, είναι ομάδα στην Αυστραλία), Κρισιούμα, Φεροβιάριο (η τοπική ομάδα όπου είχε ξεκινήσει), Αμέρικα και Φλαμένγκο (όχι οι γνωστές, απλή συνωνυμία), Τσέρνο Μόρε (ναι Βουλγαρία το 2008), Ρίο Νέγκρο και Αλ-Ταγουόν στη Σαουδική Αραβία όπου και τελείωσε την καριέρα του. Σίγουρα ο Ζαρντέλ «αδικήθηκε», τόσο στην εθνική, όσο και από μεγάλες ομάδες που όταν ήταν στα καλά του δεν τον πήραν ενώ έδιναν χρήματα για πολύ κατώτερους παίκτες. Από εκεί και πέρα όμως, τα υπόλοιπα είναι θέμα του δικού του χαρακτήρα.

Το 2012 ο Ζαρντέλ μιλάει για τα προβλήματα που «άφησε πίσω»
Πέντε χρόνια αργότερα κατηγορείται για σωρεία εγκλημάτων

Οι παλιότεροι ίσως θυμάστε ότι ακολούθησε… πολιτική καριέρα όπως είχαμε δει. Αργότερα, οι 40.000 ψηφοφόροι του μετάνιωσαν όταν είχε προσλάβει πόρνες ως… συμβούλους. Οι ψηφοφόροι του Πόρτο Αλέγκρε θυμήθηκαν την καμπάνια «Ζαρντέλ μείνε» (βλέπε αρχή κειμένου) και ξανάφεραν το σύνθημα στην μόδα, αυτή τη φορά για να σταματήσει τα ταξίδια στα οποία έτρωγε λεφτά του δημοσίου. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια, επιστρέφοντας από την Πορτογαλία, οι αρχές των σταμάτησαν γιατί στη βαλίτσα του είχε 10 κιλά ψάρια, 1,5 κιλό τυρί και πολλές σακούλες αμύγδαλα. Ο Ζαρντέλ καθαιρέθηκε από τα καθήκοντά του και οι δικαστικές περιπέτειες συνεχίζονται, καθώς κατηγορείται για ξέπλυμα, πλαστογραφίες, απάτες, ναρκωτικά και γενικά τον μισό ποινικό κώδικα. Η ιστορία του αν το καλοσκεφτείς μοιάζει λίγο με αυτή του Αντριάνο, αν και ο Σούπερ Μάριο έχει σκοράρει περίπου τετραπλάσια γκολ. Εμείς θα τον θυμόμαστε για τα γκολ του και τις καλοκαιρινές ονειρώξεις των Ελλήνων οπαδών σε μια ξαπλώστρα, με μια αθλητική εφημερίδα που έγραφε «Έρχεται ο Ζαρντέλ» σαν σεντόνι, την ώρα που το θαλασσινό αεράκι σε νανουρίζει.