Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο'

Ο Ντιρκ και το πρώτο πρωτάθλημα

  [Καθόλου σχόλια]

Ο χρόνος στο ποδόσφαιρο κυλάει διαφορετικά απ’ ότι στις κανονικές μας ζωές. Όταν η ομάδα σου ψάχνει το γκολ, δεν καταλαβαίνεις πώς φτάνεις στα τελευταία λεπτά. Όταν είναι αυτή που πρέπει να αμυνθεί, κάθε δευτερόλεπτο μοιάζει με αιώνας. Αλλά και από σεζόν σε σεζόν, τα πράγματα αλλάζουν τόσο ριζικά που οι λίγοι μήνες φαίνονται χρόνια. Στις 24 Οκτωβρίου του 2010 η Φέγενορντ ταξίδεψε από το Ρότερνταμ στο Αϊντχόφεν. Ήταν ήδη εκτός κυπέλλου από τον πρώτο της αγώνα, χάνοντας στα πέναλτι από τη Ρόντα και εκτός Ευρώπης από τον Αύγουστο όταν η Γάνδη την απέκλεισε. Στο πρωτάθλημα η πορεία της ήταν κακή. Κανείς όμως δεν περίμενε τι θα γινόταν απέναντι στην PSV.

Ούτε καν στο ημίχρονο, όταν η Φέγενορντ έχανε με 2-0 και έπαιζε με 10 παίκτες μετά την αποβολή του Λέερνταμ. Η συνέχεια θα ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Το κοντέρ θα σταματούσε στα… 10 και η Φέγενορντ με το 10-0 θα γνώριζε τη βαρύτερη ήττα της ιστορίας της, βαρύτερη και από το 8-2 του Άγιαξ το 1983, ενώ θα βρισκόταν και κάτω από τη γραμμή του υποβιβασμού. Οι οπαδοί της PSV μαζεύονταν κάτω από τον φωτεινό πίνακα για να βγάλουν αναμνηστική φωτογραφία, σαν κυνηγοί πάνω από το νεκρό τους θήραμα. Ο αρχηγός της Φέγενορντ Μπρούινς προσπαθούσε να μαζέψει όσους είχαν κουράγιο να πάνε προς τους οπαδούς της ομάδας για να ζητήσουν συγγνώμη. Κάποιοι με σκυμμένα κεφάλια πηγαίνουν. Όσοι από τους ηρωικούς εκδρομείς είχαν κουράγιο έβριζαν ή φώναζαν, κάποιοι άλλοι απλά σκέφτονταν το μαρτυρικό ταξίδι της μιας ώρας περίπου μέχρι την πόλη τους.

Ο προπονητής της Αϊντχόφεν Φρεντ Ρούτεν προσπάθησε να «μαζέψει» λίγο το σκορ, έκανε αλλαγές από νωρίς στο δεύτερο ημίχρονο για να… κόψει τον ρυθμό. Οι παίκτες του όμως δεν είχαν την ίδια άποψη και ειδικά ο Λενς που κυνηγούσε συνεχώς το γκολ. Τα κατάφερε στο 87′ όταν έγραψε εν μέσω αποθέωσης από το κοινό που φώναζε «Δέκα-Δέκα-Δέκα» το τελικό σκορ. Μετά τον αγώνα, ο προπονητής της Φέγενορντ δεν ξέρει τι να πει, πέρα από το «είναι μια μαύρη σελίδα για τον σύλλογο». Ο γκολκίπερ φαν Ντάικ δεν μπορεί να μιλήσει στους δημοσιογράφους, σχεδόν κλαίγοντας πηγαίνει προς το πούλμαν. Κάποιοι οπαδοί των γηπεδούχων είναι εκεί για να κοροϊδέψουν. Είναι οι ίδιοι που παρότρυναν την ομάδα τους να μην σταματήσει, που φώναζαν ρυθμικά «Δέκα-Δέκα-Δέκα» ώστε να φτάσει εκεί το σκορ. Δεν σέβονται τον πεσμένο, θέλουν να τον κλωτσήσουν κιόλας.

Η Φέγενορντ που την προηγούμενη σεζόν είχε βγει 4η, βρίσκεται με μηδενική ψυχολογία να δίνει μάχη για τη σωτηρία. Το Ρότερνταμ είναι όμως μαθημένο σε αυτά. Όπως ξαναχτίστηκε μετά τους βομβαρδισμούς των Γερμανών το 1940, έτσι κι η Φέγενορντ μετά το 10-0 βρήκε το κουράγιο και έσωσε τη χρονιά τερματίζοντας τελικά 10η. Πριν καν τελειώσει η σεζόν πήρε και την εκδίκησή της. Στις 24 Απριλίου του 2011 υποδέχτηκε στο ντε Κάιπ, ένα από τα πιο όμορφα και πιο ποδοσφαιρικά γήπεδα της Ευρώπης, την PSV που τρεις αγωνιστικές πριν το τέλος έδινε μάχη για το πρωτάθλημα απέναντι σε Τβέντε και Άγιαξ. Παρ’ ότι η αδιάφορη Φέγενορντ με νίκη θα έδινε μεγάλο πλεονέκτημα στον αιώνιο αντίπαλο από το Άμστερνταμ, οι παίκτες της δεν το σκέφτηκαν ούτε λεπτό. Με μια κατάθεση ψυχής, δυο γκολ του Βαϊνάλντουμ (που λίγο καιρό μετά μεταγράφηκε στην PSV) και ένα του Καστάνιος, η Φέγενορντ κέρδισε με 3-1 και ψαλίδισε τις ελπίδες για κούπα των φιλοξενούμενων. Μόλις 6 μήνες είχαν περάσει, αλλά φαινόταν σαν να ήταν χρόνια. Όταν ο Καστάνιος έγραψε το τελικό σκορ, πήγε μπροστά στους οπαδούς της PSV και πανηγύρισε έξαλλα, χτυπιόταν, κλωτσούσε, τραβούσε τη φανέλα του, τους φώναζε. Κάποιος θα έλεγε ότι τα 10 δεν συγκρίνονται με τα 3. Πολλοί όμως από τους οπαδούς της PSV ίσως να μετάνιωσαν για το «Δέκα-Δέκα-Δέκα» που φώναζαν τον Οκτώβριο. Ήταν αργά όμως, το πρωτάθλημα χάθηκε.

Περίπου στο 6.15 το γκολ του Καστάνιος και οι έξαλλοι πανηγυρισμοί

Τα χρόνια πέρασαν από τότε, η PSV κατέκτησε δυο πρωταθλήματα, παίζει σταθερά στην Ευρώπη. Η Φέγενορντ συνεχίζει να είναι ένας γίγαντας σε χειμερία νάρκη. Δεν έζησε ξανά τέτοια ξεφτίλα, δεν τερμάτισε ξανά τόσο χαμηλά, αλλά εξακολουθεί να είναι μακριά από τους τίτλους. Μόλις πέρσι τον Απρίλιο κατάφερε να κατακτήσει το κύπελλο. Το τελευταίο πρωτάθλημα είναι ακόμα αυτό του 1999 με Ντούντεκ, Χούλιο Κρουζ και Γιον Νταλ Τόμασον. Μια τεράστια ομάδα με λαό που την ακολουθεί πιστά, αλλά βλέπει άλλους να παίρνουν τα πρωταθλήματα. Φέτος όμως κάτι φαίνεται να αλλάζει. Η Φέγενορντ κι άλλες χρονιές ξεκινούσε καλά, αλλά πλέον φτάσαμε στην 23η αγωνιστική και είναι πρώτη με πέντε βαθμούς διαφορά από τους παντοτινούς εχθρούς του Άγιαξ. Τα εισιτήρια για όλα τα εντός έδρας ματς μέχρι το τέλος της σεζόν έχουν εξαντληθεί για την ομάδα που συνεχίζει να οδηγεί την κούρσα στην Eredivisie και να τρέχει ένα φοβερό σερί νικών. Ένα σύνολο αρκετών νεαρών ποδοσφαιριστών, όπως ο Βιλένα, που όμως έχει και κάποιους έμπειρους. Κι αν πρέπει να σταθούμε σε έναν, δεν χρειάζεται να ψάξουμε.

Ο άνθρωπος γρίφος για κάθε σπίκερ εξαιτίας της δύσκολης προφοράς του ονόματός του, ο ορισμός του φιλότιμου επιθετικού, ένας από τους ήρωες του Άνφιλντ, αλλά και του ντε Κάιπ στους χαλεπούς καιρούς που οι δύο σύλλογοι περνούν, ο μοναδικός Ντιρκ Κούιτ (ή Κάουτ ή Κάουιτ ή όπως θέλει ο καθένας, έχω ακούσει την κανονική ολλανδική προφορά και δεν μπορεί να γραφτεί με το ελληνικό αλφάβητο, αλήθεια). Στα 36 του έχει παίξει σε 21 ματς στο πρωτάθλημα, έχει σκοράρει 7 φορές και συνεχίζει να είναι το παράδειγμα προς μίμηση για κάθε ποδοσφαιριστή που η φύση δεν τον προίκισε με τόσο ταλέντο, αλλά με μια μεγάλη καρδιά. «Είναι σε τόσο καλή φυσική κατάσταση, που μας κάνει εμάς τους νεαρούς να δείχνουμε άσχημα» λέει ο πρώτος σκόρερ της ομάδας Γιόργκενσεν. Ο Ντιρκ κατέκτησε ένα κύπελλο στην Ουτρέχτη, ένα στο Ρότερνταμ, ένα Λιγκ Καπ στο Λίβερπουλ και ευτυχώς γι’ αυτόν που πήγε στην Τουρκία και πήρε εκεί με τη Φενέρ το μοναδικό πρωτάθλημα της καριέρας του. Τώρα, στη δύση αυτής, θέλει να το καταφέρει στο Ρότερνταμ. «Από τότε που ήρθε έγινε αμέσως αρχηγός και βγαίνει σε κάθε ματς να μιλήσει μετά το τέλος, είχαν πει για πλάκα να αναλάβει και οδηγός της ομάδας. Είναι το Α και το Ω της Φέγενορντ» λέει ένας Ολλανδός δημοσιογράφος.

Οι απίστευτες χαμένες ευκαιρίες απέναντι στον Άγιαξ και η λύτρωση από τον Κούιτ στο 85′

Υπό τις οδηγίες του Τζιοβάνι φαν Μπρόκχορστ (που κι αυτός έπαιζε μέχρι τα 35 στη Φέγενορντ), ο ξανθός φορ, εξτρέμ ή μάλλον κάτι σαν 10αρι φέτος είναι η μετουσίωση του πάθους και της εργατικότητας του Ρότερνταμ κι ας μην έχει γεννηθεί εκεί. Θα αφήσει και το τελευταίο του απόθεμα ενέργειας στο χορτάρι, θα κυνηγήσει την μπάλα σε κάποιο πλάγιο κι ο κόσμος θα τον αποθεώσει και στα καλά και στα άσχημα. Ο Κούιτ άλλωστε έχει την αυτοθυσία και την προσφορά στο δικό του αίμα. Μαζί με τη σύζυγό του (που δεν είναι μια κλασσική WAG, αφού για χρόνια συνέχιζε να δουλεύει σαν νοσοκόμα σε γηροκομείο) έχουν μια φιλανθρωπική οργάνωση που βοηθάει παιδιά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ίσως να ήταν το ιδανικό τέλος στην καριέρα του να πάρει ένα πρωτάθλημα σε τέτοια ηλικία. Για να το καταφέρει πάντως, θα πρέπει κατ’ αρχήν να καταφέρει η Φέγενορντ να ξεπεράσει το εμπόδιο της 3ης PSV.  Το 10-0 μοιάζει αιώνες πίσω, αλλά το πάθος της ρεβάνς εκείνης της χρονιάς θα χρειαστεί για να γίνει πραγματικότητα το όνειρο.

Η ομορφιά του να επιλέγεις το δύσκολο δρόμο

  [5 Σχόλια]

Λίγο πριν από το φινάλε της «Άγριας συμμορίας», μια συμμορία κοινών εγκληματιών που μόλις έχει κάνει το τελευταίο καλό ‘χτύπημα’ πριν την απόσυρση, καλείται να πάρει μια μεγάλη απόφαση, όταν ένα από τα μέλη της μπλέκει με τον Μεξικανό διεφθαρμένο στρατηγό που οργάνωσε αυτό το τελευταίο χτύπημα: Ή θα παρατήσουν τον συνεργάτη τους, θα χωριστούν και θα πάρει ο καθένας το δρόμο του, έχοντας εξασφαλίσει το μέλλον του, ή θα αδιαφορήσουν για τις ανέσεις της νέας ζωής που ανοίγεται μπροστά τους και θα υπερασπιστούν τον φίλο τους γνωρίζοντας ότι πηγαίνουν προς έναν σίγουρο θάνατο.

Η ταινία του τεράστιου Σαμ Πέκινπα, από το μακρινό 1969, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το καλύτερο γουέστερν όλων των εποχών για αμέτρητους λόγους, που σχετίζονται με το σενάριο, τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών και την εξαιρετική και αντισυμβατική σκηνοθεσία. Αλλά αυτό που το ανυψώνει και το μετατρέπει σε διαχρονικό αριστούργημα που ξεφεύγει από τα στενά όρια του κλασικού αμερικάνικου γουέστερν βρίσκεται ακριβώς σ’αυτή τη στιγμή της μεγάλης επιλογής.

Εκεί που τέσσερις πραγματικά κακοί τύποι, τέσσερις κλέφτες και δολοφόνοι που δεν έχουν τίποτα ηρωικό πάνω τους, τέσσερις τύποι που δεν είναι καν φίλοι με την κλασική έννοια, τέσσερις τύποι που σε οποιαδήποτε άλλη χολιγουντιανή ταινία θα ήταν οι κακοί της υπόθεσης, αποφασίζουν πως όλα τα υλικά αγαθά και όλες οι προοπτικές μιας άνετης και ωραίας ζωής, τα οποία και κυνηγούσαν τόσο καιρό με πάθος, δεν αξίζει να τοποθετηθούν πάνω από την αξιοπρέπεια τους. Και το αποφασίζουν χωρίς φιλοσοφικές αναλύσεις, δακρύβρεχτους κινηματογραφικούς μονολόγους, χειροκροτήματα από το βάθος ή συγκινητικές μελωδίες από πίσω. Απλά, λιτά και αντρικά. Με ένα κοίταγμα, ένα υπέροχο χαμόγελο αμοιβαίας κατανόησης και δυο κοφτές ατάκες: «Let’s go», «Why not?». Και «ίσως εκεί αρχίζει η ομορφιά του ανθρώπου…»

Το καλοκαίρι του 2005 οι οπαδοί της ιστορικής Αούστρια Σάλτσμπουργκ βρέθηκαν μπροστά σε ένα πολύ μεγάλο δίλημμα. Η αυστριακή Red Bull αγόρασε την ομάδα τον Απρίλιο και αρχικά όλοι πίστευαν ότι με τη βοήθεια της θα μπορούσε να σταθεί ξανά η Αούστρια στα πόδια της, να ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα που είχε και να επιστρέψει στην κορυφή της χώρας αλλά και στα μεγάλα σαλόνια της Ευρώπης. Τα αληθινά κίνητρα της εταιρείας φάνηκαν λίγους μήνες αργότερα. Η Red Bull προχώρησε άμεσα στην αλλαγή του ονόματος, του σήματος αλλά και των χρωμάτων της ομάδας, που δεν ταίριαζαν με αυτά της εταιρείας, αλλαγές που συνοψίστηκαν με την επίσημη δήλωση-θέση «αυτή είναι μια νέα ομάδα, χωρίς ιστορία». (Για να το εμπεδώσουν καλά όλοι στο μυαλό τους αυτό, άλλαξαν ακόμα και τη χρονολογία ίδρυσης, βάζοντας το 2005 στη θέση του 1933, αλλαγή που ακυρώθηκε όμως από την ΠΟ της Αυστρίας, που ενημέρωσε την εταιρεία πως αν θέλει να κρατήσει την άδεια της ομάδας που αγόρασε θα πρέπει το έτος ίδρυσης να μην αλλάξει.)

Όπως είναι αναμενόμενο, οι φίλαθλοι αντέδρασαν αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα χειρότερη. Οπαδοί που πήγαιναν στο γήπεδο φορώντας τις παραδοσιακές μοβ εμφανίσεις έτρωγαν ‘πόρτα’, οι αντιδράσεις τους σχολιαζόταν από τη νέα διοίκηση ως «πρακτικές νηπιαγωγείου» ενώ στις τέσσερις συναντήσεις που έγιναν μεταξύ των δυο πλευρών για να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση, το αποτέλεσμα ήταν οι οπαδοί να αποχωρήσουν απορρίπτοντας χωρίς δεύτερη σκέψη τη… γενναιόδωρη προσφορά των ανθρώπων της Red Bull. Ποια ήταν αυτή; Να προχωρήσουν όλες οι αλλαγές και σε αντάλλαγμα να παραμείνουν μοβ οι κάλτσες του τερματοφύλακα και το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Κάπως έτσι, οι οπαδοί της Αούστρια, 72 ολόκληρα χρόνια μετά την ίδρυση της, βρέθηκαν στη δύσκολη θέση που έπρεπε να αποφασίσουν το δρόμο που θα ακολουθήσουν.

Αρκετοί από αυτούς συμβιβάστηκαν, αποδέχτηκαν όλες τις αλλαγές, πίστεψαν σε ένα καλύτερο μέλλον με μια ισχυρή οικονομικά εταιρεία από πίσω, γλυκάθηκαν από την ιδέα των μελλοντικών τίτλων, άλλαξαν χρώματα στη γκαρνταρόμπα και στα οπαδικά αξεσουάρ τους και υποστήριξαν την ιδέα της Red Bull. Δώδεκα χρόνια μετά, με δεδομένη πάντα την κοσμοθεωρία και τις προτεραιότητες τους, πρέπει να νιώθουν δικαιωμένοι. Η Red Bull Σάλτσμπουργκ, όπως ονομάζεται πλέον αυτό το ποδοσφαιρικό μόρφωμα, μετράει 7 πρωταθλήματα και 4 κύπελλα Αυστρίας και τα πανηγύρια διαδέχονται το ένα το άλλο στο υπερσύγχρονο ‘Red Bull Arena’.

(Βέβαια, στην αρχή της φετινής σεζόν οι… πιστοί οπαδοί της ομάδας της Red Bull διαμαρτυρήθηκαν έντονα προς τη διοίκηση γιατί τα τελευταία δυο χρόνια 8 από τους καλύτερους παίκτες αποχώρησαν από το σύλλογο με προορισμό μια συγκεκριμένη ανερχόμενη Γερμανική ομάδα που εδρεύει στη Λειψία, η οποία όλως τυχαίως ανήκει κι αυτή στη Red Bull. Με μια ανοιχτή επιστολή προς τον αυστριακό ιδιοκτήτη της εταιρείας, οι οπαδοί του υπενθύμιζαν ότι δεν πρέπει να ξεχνάει το ‘σπίτι’ του και του τόνιζαν ότι δεν είναι σωστό να ενισχύει μια επένδυση του σε άλλη χώρα, αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα την ομάδα της πατρίδας του. Αλλά αυτό το κείμενο δεν γράφτηκε γι’αυτούς τους οπαδούς.)

Από την άλλη πλευρά, κάποιες χιλιάδες οπαδοί πήραν μια πιο δύσκολη απόφαση. Αδιαφορώντας για το αστραφτερό, γεμάτο επιτυχίες, μέλλον που τους υποσχόταν η εταιρεία με σήμα τον ταύρο, δημιούργησαν μια νέα ομάδα, η οποία έχει το όνομα, το σήμα και τα χρώματα αυτής που αγάπησαν από μωρά παιδιά, αυτής που πιθανόν υποστήριζαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους, αυτής, που όπως θα έλεγε κάθε ρομαντικός οπαδός αυτού του πλανήτη, που τους διάλεξε τη μέρα που γεννήθηκαν. Στις 7 Οκτωβρίου 2005 το όνομα Αούστρια Σάλτσμπουργκ επανήλθε στις λίστες του αυστριακού ποδοσφαίρου, έστω και στο χαμηλότερο σκαλοπάτι του, την 7η κατηγορία.

Όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Γουίμπλεντον, η νέα ομάδα αγκαλιάστηκε άμεσα από αρκετούς ανθρώπους και αυτή η αγάπη συντέλεσε στο να σκαρφαλώσει σιγά-σιγά στις επαγγελματικές κατηγορίες, παίζοντας ακόμα και με μικρά χωριά που ο πληθυσμός τους ήταν ίσος με τον αριθμό των εκδρομέων της Αούστρια, και να φτάσει πέρσι στη 2η κατηγορία, στην οποία όμως δεν κατάφερε να παραμείνει και φέτος. Αυτό όμως δεν πτόησε κανέναν. Είναι αποδεδειγμένο άλλωστε πως αν ψάχνει κάποιος οπαδούς που ζούνε για τους τίτλους και τις φιέστες, σίγουρα δεν θα τους βρει στο μικρό ερασιτεχνικό γηπεδάκι των 1566 θέσεων στο οποίο μετακόμισαν οι άνθρωποι αυτοί που επέλεξαν να συνεχίσουν να φοράνε μοβ.

Το Σάββατο που μας πέρασε μερικές εκατοντάδες εξ αυτών ταξίδεψαν ως την Αγγλία, απλά και μόνο για να δούνε την αγαπημένη τους ομάδα να παίζει ένα φιλικό παιχνίδι. Αντίπαλος τους ήταν ένας άλλος ιδιαίτερος σύλλογος, η FC Γιουνάιτεντ του Μάντσεστερ, που όλως τυχαίως επίσης ιδρύθηκε το 2005, από φίλους της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που διαφωνούσαν με την πώληση της στην οικογένεια Γκλέιζερ.

Οι Αυστριακοί εκδρομείς πήγαν με πορεία ως το μικρό γηπεδάκι των Άγγλων, χειροκροτήθηκαν έντονα κατά την είσοδο τους στην κερκίδα και δεν σταμάτησαν λεπτό να τραγουδάνε και να κουνάνε τις σημαίες τους. Μετά το τέλος του αγώνα, και παρά την ήττα με 3-0, αποθέωσαν τους παίκτες τους, τους αγκάλιασαν όταν αυτοί ανέβηκαν στην κερκίδα για να τους χαιρετίσουν και κατευθύνθηκαν στις γειτονικές παμπ όπου τα ήπιαν παρέα με οπαδούς των γηπεδούχων, συνεχίζοντας να τραγουδάνε για μια ομάδα που είναι πολύ πιθανό να μην τους δώσει ποτέ τη χαρά να πανηγυρίσουν ένα τίτλο αλλά μπορεί να περηφανεύεται ότι δεν έχασε ποτέ την αξιοπρέπεια της.

Αν ζούσε ακόμα ο Σαμ Πέκινπα, κάτι μου λέει ότι βλέποντας αυτούς τους ανθρώπους να επιλέγουν το δύσκολο δρόμο, απλά και μόνο γιατί κάτι μέσα τους κάποια στιγμή τους είπε ότι αυτό είναι το σωστό, θα χειροκροτούσε όρθιος και θα έπινε μερικές βότκες μαζί τους.

Δεν τον Κλωτσήσαμε Ποτέ

  [1 Σχόλιο]

Παιχνίδι Τσαμπιολί, ημίχρονο. Μεταξύ της μάχης να προλάβεις να πας στην τουαλέτα πριν την υπόλοιπη καφετέρια και της σκέψης αν θα πάρεις δεύτερο ποτό, σκάνε στην τηλεόραση οι φάτσες γνωστών ποδοσφαιριστών που λένε στη μητρική τους γλώσσα «Πείτε όχι στο ρατσισμό». Η διαφήμιση καταλήγει με το γνωστό σύνθημα της ΟΥΕΦΑ «Κλώτσα τον έξω». Μόνο που η κλωτσιά βγήκε τσαφ.

Πρόσφατα είδα ένα ντοκυμαντέρ απ’ την Τσεχία με τίτλο «FC ROMA». Ξεπερνώντας το αρχικό σοκ ότι μπορεί να άλλαξε τίτλο η ένδοξη ομάδα της Ρώμης, από την πρώτη σκηνή κατάλαβα ότι αναφερόταν σε άλλο πράγμα. Εκεί βγήκε στην κάμερα μια σαραντάρα κυρία που δήλωνε «Δεν είμαι ρατσίστρια, αλλά είναι γύφτοι και ο κόσμος έπρεπε να είναι λευκός». Το ντοκυμαντέρ περιγράφει την ιστορία ενός ποδοσφαιρικού συλλόγου στην Τσεχία που αποτελείται από Ρομά και παραλίγο να ανέβει κατηγορία από την 3η εθνική της Τσεχίας όπου βρίσκεται, επειδή οι αντίπαλες ομάδες δεν κατέβαιναν να παίξουν μαζί τους.

Η ομάδα εδρεύει στο Ντέσιν, μια μικρή πόλη της Τσεχίας. Ο προπονητής της Πάβελ Χόρβατ έλεγε στο ντοκυμαντέρ «Σε ποιο άλλο μέρος του κόσμου αρνείται ο αντίπαλος να κατέβει να παίξει μαζί σου;», πριν συμπληρώσει ότι «προτιμούν να φάνε το πρόστιμο από τη μη διεξαγωγή του αγώνα απ’ το να μας δώσουν το χέρι». Ακόμα βέβαια και όταν ο αντίπαλος δείχνει κάποια στοιχεία αθλητικής άμιλλας και κατεβαίνει να παίξει, οι οπαδοί του στις κερκίδες λένε συνθήματα όπως «Γύφτο, κλέφτη, πήγαινε να δουλέψεις», «Καταραμένοι τσιγγάνοι», «Θα σας πετάξουμε στον Χίτλερ» και άλλα τέτοια όμορφα, σε φίλαθλα πλαίσια πάντα.

Ο σκηνοθέτης του ντοκυμαντέρ, Ροζάλιε Κοουτόβα, είπε ότι «ο ρατσισμός δεν είναι ένα πρόβλημα του τσέχικου ποδοσφαίρου, αλλά ένα πρόβλημα της Τσεχίας». Το 69% των «Γκάτζος» (λευκοί) περιγράφει τη σχέση του με τους τσιγγάνους ως «αρνητική» ή «εξαιρετικά αρνητική». Η πρεμιέρα του ντοκυμαντέρ στις τσεχικές αίθουσες πριν δύο χρόνια ακυρώθηκε μετά από απειλές ακροδεξιών ομάδων οπαδών άλλων συλλόγων που δήλωναν «αγανακτισμένοι» στις κάμερες. «Το μόνο που κάνουν είναι να κλέβουν και να μας χτυπάνε». Ο πρόεδρος της Ρομά Ντέσιν δήλωσε ότι «οι Τσέχοι στο σχολείο εκπαιδεύονται να είναι ρατσιστές».

Φυσικά αυτό δεν είναι πρόβλημα μόνο της Τσεχίας. Στη Ρωσία τα νεοναζί κλαμπ οπαδών είναι πλέον σε πολλούς συλλόγους παράλληλες διοικήσεις. Μερικοί όπως η Ζενίτ Αγίας Πετρούπολης είχαν τρομακτικό ιστορικό τέτοιων, αλλά για άλλους συλλόγους αυτό είναι πρωτόγνωρη εμπειρία. Εδώ και δύο χρόνια είναι τόσο ανεξέλεγκτοι που η ομοσπονδία δε βάζει καν πρόστιμα ή οποιουδήποτε τύπου τιμωρία για τέτοια φαινόμενα αν αυτά περιορίζονται σε συνθήματα, κραυγές πιθήκου σε μαύρους παίχτες και γενικά ρατσιστικά φαινόμενα που δεν περιλαμβάνουν χρήση σωματικής βίας. Μάλιστα η Ρωσική Ομοσπονδία από το 2014 επιβάλει αγωνιστικές αποκλεισμού και πρόστιμα σε μαύρους ποδοσφαιριστές που απαντούν «απρεπώς» σε ρατσιστικές προσβολές, όπως να σηκώσουν το μεσαίο δάχτυλο.

Το πρόβλημα στη Ρωσία έχει ξεφύγει σε τέτοιο βαθμό που ο Γιάγια Τουρέ δήλωσε πριν δύο χρόνια ότι οι χώρες της μαύρης Αφρικής θα πρέπει να σκεφτούν πολύ σοβαρά να μποϋκοτάρουν το Μουντιάλ της Ρωσίας. Δήλωση που πέρασε προφανώς στα ψιλά. Όμως είναι κάτι που θα επανέλθει επειδή αντιδράσεις με ανακοινώσεις ότι η ΦΙΦΑ και η ΟΥΕΦΑ ανησυχούν πολύ για τα αυξανόμενα φαινόμενα ρατσισμού είναι γραφειοκρατική πρακτική. Χωρίς νόημα.

Και αν αυτά πιστεύετε ότι είναι πράγματα που συμβαίνουν σε πρώην Ανατολικούς, τότε να πάμε στη Γαλλία όπου στο ματς της Λυών με τη Λιλ, δύο αγωνιστικές πριν, οι φανατικοί οπαδοί της Λυών (Γκονς) σήκωσαν πανό που έδειχνε μια γυναίκα με βελάκι που έδειχνε προς την κουζίνα. Ναι, εντάξει, είναι σεξισμός και όχι ρατσισμός, αλλά δεν αλληλοαποκλείονται και αυτό συνέβη πρόσφατα. Ο σύλλογος είπε ότι θα βρει τον οπαδό που σήκωσε το πλακάτ και θα του κόψει το γήπεδο, αλλά το πρόβλημα παραμένει. Πόσο μάλλον σε μια πόλη όπου το Φροντ Νασιονάλ της Λε Πεν λατρεύει να κάνει τα συνέδριά του. Σημείωση εδώ, ότι η Λυών έχει, μαζί με τις Βόλφσμπουργκ και Άρσεναλ, μια από τις καλύτερες ομάδες γυναικείου ποδοσφαίρου στην Ευρώπη.

Και φτάνουμε στην Ισπανία. Τελευταία μέρα των χειμερινών μεταγραφών η Ράγιο Βαγιεκάνο παίρνει δανεικό από την Μπέτις, στην προσπάθειά της να ανέβει ξανά στην Πριμέρα, το Ρομάν Ζαζούλια. Ο Ουκρανός παίχτης έχει εθνικιστικό παρελθόν και ήταν μέλος σε εθνικιστικές ομάδες στη χώρα του. Για την ταυτότητα του Βαγιέκας τα έχουμε ξαναπεί. Οι «Μπουκανέρος» δεν το είδαν με καλό μάτι αυτό και με διαμαρτυρίες στο γήπεδο, στα ΜΜΕ και με επίσημο διάβημα στη διοίκηση είπαν ότι ο παίχτης δεν είναι ευπρόσδεκτος στο Βαγιέκας. Με γκράφιτι «Όχι Ναζί στο Βαγιέκας» το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: στη Ράγιο προτιμούν να μείνουν στη Σεγούνδα από το να προδώσουν την ταυτότητά τους. Ο παίχτης έμεινε 15 ώρες στη Μαδρίτη. Έχει επιστρέψει στη Σεβίλη, αλλά τυπικά είναι παίχτης της Ράγιο. Ο νεοναζί όμιλος οπαδός των Μπέτικος τον υποδέχθηκε λέγοντάς του ότι «είσαι ένας από εμάς» (πόσο παράδοξο για την εργατική ομάδα της πόλης), ενώ ο ίδιος με τον ντόρο που δημιουργήθηκε σε συνέντευξη τύπου δήλωσε «Δεν είμαι νεοναζί, απλώς βοηθάω όσους έχουν ανάγκη στη χώρα μου». Βοήθεια μόνο για Ουκρανούς βέβαια, αλλά αυτό δεν το είπε.

Η Ισπανία έχει φυσικά πρόβλημα αλλά όπως και η Γαλλία το διαχειρίζεται πετώντας τους εκτός γηπέδου. Το έκανε η Μπαρσελόνα με τους Μπόσος Νόις παλιά, η Ατλέτικο με το Φρέντε πρόσφατα. Όχι βέβαια όλοι. Θυμόμαστε τον παγκόσμιο ντόρο που είχε κάνει η κίνηση του Ντάνι Άλβες να φάει τη μπανάνα που του πέταξαν στο ματς κόντρα στη Βιγιαρεάλ. Εκεί δεν τιμωρήθηκε κανένας σύνδεσμος οπαδών, αλλά ο οπαδός.

Το ποδόσφαιρο είναι κομμάτι της κοινωνίας. Θα ήταν παράδοξο η άνοδος της ρατσιστικής συμπεριφοράς των πληθυσμών να μην έβγαινε και στα γήπεδα. Και αυτό σίγουρα δεν αντιμετωπίζεται με διαφημίσεις όπου οι πριμαντόνες λένε να πούμε όχι στο ρατσισμό. Άλλωστε από πλευράς αποδοτικότητας, η μπανάνα του Ντάνι Άλβες είχε πολύ καλύτερο αποτέλεσμα.

Μάριο Ζαρντέλ: Τα γκολ και ο κατήφορος ενός μεγάλου φορ

  [2 Σχόλια]

Όταν η Βάσκο ντα Γκάμα αποφάσιζε να δώσει περίπου 30 χιλιάδες δολάρια για να φέρει στο Ρίο έναν πιτσιρικά από την πόλη Φορταλέσα στα βορειοανατολικά της Βραζιλίας, ίσως δεν είχε καταλάβει τι παίκτη αποκτούσε. Ο ύψους 1.88 «Σούπερ Μάριο» Ζαρντέλ ξεκινούσε μια επαγγελματική καριέρα στην οποία θα τίναζε τα αντίπαλα δίχτυα μερικές εκατοντάδες φορές, θα γινόταν γνωστός σε όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο, ποτέ όμως δεν θα έπαιρνε την μεγάλη μεταγραφή, ποτέ δεν θα γινόταν βασικός στην εθνική Βραζιλίας και τελικά θα κατέστρεφε ο ίδιος μια μεγάλη καριέρα.

Ένα τραγικό γεγονός έχρισε τον μέχρι τότε αναπληρωματικό Ζαρντέλ βασικό στα 21 του στο πρωτάθλημα Καριόκα του 1994. Ο επιθετικός Ντένερ έχασε σε τροχαίο τη ζωή του και ξαφνικά ο Μάριο έγινε η μοναδική λύση της Βάσκο, σκοράροντας 17 γκολ για να την οδηγήσει στον τίτλο. Η Γκρέμιο ενδιαφέρθηκε και τελικά τον πήρε αμέσως δανεικό στην προσπάθειά της να κατακτήσει το Κόπα Λιμπερταδόρες του 1995. Ο Ζαρντέλ εκεί γνώρισε τον Λουίς Φελίπε Σκολάρι, έναν άνθρωπο ο οποίος τον επηρέασε δραματικά (θα επανέλθουμε αργότερα). Ο «Φελιπάο» έφτιαξε ένα κλασσικό δίδυμο ψηλός-κοντός με Ζαρντέλ και Πάουλο Νούνιες, ο Μάριο κάθε σέντρα την έβαζε με το κεφάλι στα δίχτυα και σκόραρε 67 φορές σε 73 ματς κερδίζοντας 2 πρωταθλήματα Γκαούτσο, ένα πρωτάθλημα Βραζιλίας, ένα Λιμπερταδόρες και ένα Σούπερ Καπ Ν. Αμερικής. Άγγιξε και το Διηπειρωτικό, αλλά ο Άγιαξ των Λιτμάνεν, Ντάβιτς, Κλάιφερτ κέρδισε στα πέναλτι 4-3. Η Γκρέμιο δεν μπορούσε να καλύψει το ποσοστό αγοράς (1,3 εκατομμύρια δολάρια) και αναγκάστηκε να ζητήσει από τον κόσμο να συνδράμει με την περίφημη καμπάνια «Μείνε Ζαρντέλ». Τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν δεν έφτασαν και χρειάστηκε δάνειο για να αγοραστεί ο παίκτης.

Ο Ζαρντέλ είχε ήδη κάνει καλό όνομα και οι ομάδες της Ευρώπης τον ζητούσαν. Κανείς δεν ξέρει αν η καριέρα του θα είχε εξελιχτεί διαφορετικά με την μεταγραφή του στην Γλασκώβη και στους Ρέιντζερς το 1996. Οι Σκωτσέζοι έδιναν 4,5 εκατομμύρια στην Γκρέμιο, η μεταγραφή είχε κλείσει, ο Σούπερ Μάριο ταξίδεψε, έκανε προπονήσεις, αλλά οι περιορισμοί στους ξένους χάλασαν την μεταγραφή. Ο Ζαρντέλ πήγε τελικά στην Πόρτο και εκεί σκόραρε συνολικά 166 γκολ σε 169 αγώνες, παρέα με παικταράδες όπως οι Ζόρζε Κόστα, Βίτορ Μπαΐα, Ζλάτκο Ζάχοβιτς, Νούνο Καπούσο και πολλοί ακόμα. Πάντα όμως βρισκόταν πίσω στις κλήσεις της εθνικής, πίσω από παίκτες όπως Ρομάριο, Μπεμπέτο, Ριβάλντο, Εντμούντο, κυρίως γιατί έπαιζε σε ένα σχετικά χαμηλό πρωτάθλημα.

Παράλληλα, έπρεπε να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για το Χρυσό Παπούτσι. Το κέρδισε το 1998-99, αλλά την επόμενη (και καλύτερή του) σεζόν στην Πόρτο σκόραρε 38 φορές στο πρωτάθλημα και λόγων των συντελεστών, ο Κέβιν Φίλιπς της Σάντερλαντ με 30 «μόλις» γκολ τού πήρε τον τίτλο. Ο Ζαρντέλ το είχε πάρει απόφαση να φύγει. Ενδιαφέρον πάντα υπήρχε, πάντα όμως κάτι χαλούσε. Οι Ρέιντζερς (που συνολικά τον ήθελαν σε τέσσερις διαφορετικές σεζόν) προτίμησαν τον Μάρκο Νέγκρι το 1997, η Μπάγερν δεν τον έπαιρνε για παρτενέρ του Έλμπερ κι η Ίντερ το 2000 κατέληξε στον… Χακάν Σουκούρ. Στο ντόμινο που δημιουργήθηκε, η Γαλατά με ζεστά χρήματα στα χέρια (και ως κάτοχος του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ) έδωσε 18 εκατομμύρια και τον απέκτησε.

Ο Ζαρντέλ έγινε δεκτός με τιμές αρχηγού κράτους από τους οπαδούς της Γαλατά και μπήκε στις καρδιές τους αμέσως. Δύο γκολ στο Λουί Ντε, στο Σούπερ Καπ απέναντι στη Ρεάλ τον Αύγουστο του 2000 κατέθεσαν διαπιστευτήρια. Αυτός θα ήταν κι ο μοναδικός διεθνής ευρωπαϊκός τίτλος του Ζαρντέλ. Η χρονιά του ήταν καλή, σκόραρε 34 γκολ σε 43 αγώνες φτάνοντας στους 8 του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά ο ψυχολογικός του κατήφορος είχε ξεκινήσει, τα καμώματά του πολλά (έκανε απεργία όταν του είχα καθυστερήσει χρήματα) και γρήγορα αποφάσισε ότι ήθελε να φύγει. Η Ίντερ έκλεισε Εμρέ και Οκάν από τη Γαλατά και ο Ζαρντέλ περίμενε και τη δική του σειρά που τελικά δεν ήρθε ποτέ. Η Ίντερ δεν τον αγόρασε και πάλι.

Πολύ πριν τους διαστημικούς Λιονέλ-Κριστιάνο, ο Ζαρντέλ έβαζε 42 γκολ

Συμφώνησε με την Μπενφίκα, αλλά τα λεφτά δεν βρέθηκαν και πήγε στην Σπόρτινγκ που έκανε τα πάντα για να τον πάρει δίνοντας χρήματα και τρεις παίκτες. Ο Ζαρντέλ με τον Λάζλο Μπόλονι προπονητή έβαλε 42 γκολ στο πρωτάθλημα, κατέκτησε το 2ο Χρυσό Παπούτσι, και συνολικά πέτυχε 55 γκολ σε 42 αγώνες, απίστευτα νούμερα εκείνες τις εποχές. Ήταν η τελευταία χρονιά όμως του «κανονικού» Ζαρντέλ, από εκεί και πέρα ξεκίνησε η αποκαθήλωση. Με τον Σκολάρι προπονητή της Βραζιλίας, τον άνθρωπο που τον έκανε γνωστό στην Γκρέμιο, ο Ζαρντέλ πίστευε ότι επιτέλους είχε έρθει η ώρα του για να παίξει σε ένα Μουντιάλ. Έκανε μεν ένα πολύ κακό Κόπα Αμέρικα το 2001 μαζί και με την υπόλοιπη Βραζιλία, τα 42 του γκολ όμως την επόμενη σεζόν ήταν ένα δείγμα της καλής του κατάστασης. Ο ίδιος έκανε δηλώσεις του στιλ «θα σταματήσω το ποδόσφαιρο αν δεν με πάρουν στο Μουντιάλ». Κι όμως, στην αποστολή της Βραζιλίας για τα γήπεδα της Ιαπωνίας και της Ν. Κορέας το 2002, ο Σκολάρι πήρε το Φαινόμενο Ρονάλντο και τους Ντενίλσον, Εντίλσον και Λουιζάο στην επίθεση. Ο Εντίλσον μετά από μια περιήγηση στην Ιαπωνία ήταν στην Κρουζέιρο και ο Λουιζάο στην Γκρέμιο. Συνολικά μαζί δεν είχαν ξεπεράσει τα 10 γκολ εκείνη τη χρονιά. Δίκαιο ή άδικο, η Βραζιλία κατέκτησε τον τίτλο χάρη στο Ρονάλντο (και το γελοίο του κούρεμα) και ο Σκολάρι έμεινε σταθερός στις δηλώσεις που είχε κάνει τον Φεβρουάριο πριν το Μουντιάλ:

«Ο Ζαρντέλ είναι παίκτης περιοχής για να εκμεταλλεύεται σέντρες.
Αν δεν υπάρχει κανείς να του βγάλει σέντρες, δεν λειτουργεί.

Είναι πιο εύκολο για μια ομάδα να προσαρμόζεται πάνω του, αλλά τα πράγματα είναι διαφορετικά σε μια εθνική.
Δεν μπορείς να χτίσεις μια εθνική πάνω σε έναν παίκτη.
Πρέπει να προσαρμοστεί.
»

Το καλοκαίρι του 2002 ήταν η στιγμή που ο Ζαρντέλ έπεσε στον βούρκο. Αποκλεισμός από το Μουντιάλ, ομάδες που ενδιαφέρονταν γι’ αυτόν (όπως οι Μαρσέιγ, Μπέτις, Μπαρτσελόνα), αλλά δεν έδιναν τα χρήματα που ζητούσε η Σπόρτινγκ και τέλος προσωπικά προβλήματα. Ο γάμος του με το μοντέλο Κάρεν Ριμπέιρο (με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά) πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Η γυναίκα του δεν άντεξε άλλο τα νυχτοπερπατήματα και τις απιστίες και αποφάσισε να τον διώξει. Ο Ζαρντέλ σαν γνήσιο αρσενικό βραζιλιάνικης σαπουνόπερας το πήρε πολύ βαριά. Έφτασε στο σημείο να μην επιστρέφει πίσω στην Πορτογαλία. Η Κάρεν τελικά πάει στην Πορτογαλία και αυτός έπαιξε στην Σπόρτινγκ το χαρτί του χωρισμού για να κερδίσει μερικές εβδομάδες ακόμα στη Βραζιλία, να γλιτώσει προετοιμασία και να «σώσει τη σχέση του». Αντί όμως να γυρίσει στην οικογένειά του, το έριξε στα έξαλλα πάρτι, τα ξενύχτια, τον τζόγο και τέλος στην κοκαΐνη. Αρνήθηκε να βοηθηθεί από ψυχολόγους της Σπόρτινγκ, αρνήθηκε να γυρίσει πίσω, η Σπόρτινγκ σταμάτησε να τον πληρώνει αφού εξαντλήθηκε η υπομονή της. Οι άνθρωποί του έλεγαν ότι ο Ζαρντέλ έχει κατάθλιψη, αλλά οι φήμες στη Βραζιλία έκαναν λόγο μέχρι και για εισαγωγή σε κλινική για αποτοξίνωση. Ο Ζαρντέλ έπαιξε τελικά το 2002-03 σε αρκετά παιχνίδια της Σπόρτινγκ (συμπαίκτης του πιτσιρικά Κριστιάνο Ρονάλντο), σκόραρε μάλιστα 12 γκολ, αλλά δεν ήταν ο ίδιος παίκτης, με παραπανίσια κιλά και χωρίς την ίδια φλόγα. Στη διακοπή του χειμώνα λέγεται ότι τραυματίστηκε από βουτιά σε πισίνα στη Βραζιλία. Έξι χρόνια αργότερα παραδεχόταν σε βραζιλιάνικο κανάλι την εξάρτησή του και την απέδιδε στις… κακές παρέες. Ούτε λόγος για αυτοκριτική.

Μόνο η Λίβερπουλ θα μπορούσε να φάει γκολ από τον χοντρούλη Ζαρντέλ

Το καλοκαίρι του 2003 η Σπόρτινγκ βρήκε ευκαιρία να τον ξεφορτωθεί και η πολυεθνική Μπόλτον του Σαμ Άλαρνταϊς πήρε έναν αγνώριστο Ζαρντέλ. Οι Άγγλοι γρήγορα τον έβγαλαν «Lardel» για το πάχος του και ο πάλαι ποτέ Σούπερ Μάριο ξεκίνησε να αλλάζει ομάδες σαν τα πουκάμισα. Κρατηθείτε. Ανκόνα, Νιούελ΄ς Ολντ Μπόις, Ανόρθωση, Γιουνάιτεντ Τζετς (δεν είναι αεροπορική, είναι ομάδα στην Αυστραλία), Κρισιούμα, Φεροβιάριο (η τοπική ομάδα όπου είχε ξεκινήσει), Αμέρικα και Φλαμένγκο (όχι οι γνωστές, απλή συνωνυμία), Τσέρνο Μόρε (ναι Βουλγαρία το 2008), Ρίο Νέγκρο και Αλ-Ταγουόν στη Σαουδική Αραβία όπου και τελείωσε την καριέρα του. Σίγουρα ο Ζαρντέλ «αδικήθηκε», τόσο στην εθνική, όσο και από μεγάλες ομάδες που όταν ήταν στα καλά του δεν τον πήραν ενώ έδιναν χρήματα για πολύ κατώτερους παίκτες. Από εκεί και πέρα όμως, τα υπόλοιπα είναι θέμα του δικού του χαρακτήρα.

Το 2012 ο Ζαρντέλ μιλάει για τα προβλήματα που «άφησε πίσω»
Πέντε χρόνια αργότερα κατηγορείται για σωρεία εγκλημάτων

Οι παλιότεροι ίσως θυμάστε ότι ακολούθησε… πολιτική καριέρα όπως είχαμε δει. Αργότερα, οι 40.000 ψηφοφόροι του μετάνιωσαν όταν είχε προσλάβει πόρνες ως… συμβούλους. Οι ψηφοφόροι του Πόρτο Αλέγκρε θυμήθηκαν την καμπάνια «Ζαρντέλ μείνε» (βλέπε αρχή κειμένου) και ξανάφεραν το σύνθημα στην μόδα, αυτή τη φορά για να σταματήσει τα ταξίδια στα οποία έτρωγε λεφτά του δημοσίου. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια, επιστρέφοντας από την Πορτογαλία, οι αρχές των σταμάτησαν γιατί στη βαλίτσα του είχε 10 κιλά ψάρια, 1,5 κιλό τυρί και πολλές σακούλες αμύγδαλα. Ο Ζαρντέλ καθαιρέθηκε από τα καθήκοντά του και οι δικαστικές περιπέτειες συνεχίζονται, καθώς κατηγορείται για ξέπλυμα, πλαστογραφίες, απάτες, ναρκωτικά και γενικά τον μισό ποινικό κώδικα. Η ιστορία του αν το καλοσκεφτείς μοιάζει λίγο με αυτή του Αντριάνο, αν και ο Σούπερ Μάριο έχει σκοράρει περίπου τετραπλάσια γκολ. Εμείς θα τον θυμόμαστε για τα γκολ του και τις καλοκαιρινές ονειρώξεις των Ελλήνων οπαδών σε μια ξαπλώστρα, με μια αθλητική εφημερίδα που έγραφε «Έρχεται ο Ζαρντέλ» σαν σεντόνι, την ώρα που το θαλασσινό αεράκι σε νανουρίζει.

Λιονέλ Μέσσι: Το τελευταίο μεγάλο κλασικό 10αρι

  [2 Σχόλια]

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, το ποδόσφαιρο εξελίχθηκε, έγινε πιο γρήγορο, πιο πειθαρχημένο, πιο απαιτητικό και πιο «physical» (που λένε και στο καφενείο του χωριού μου), οι στιγμές που ένας παίκτης έχει χρόνο και άνεση να πατήσει τη μπάλα κοντά στο κέντρο και να ψάξει την καλύτερη δυνατή λύση μειώθηκαν αισθητά και κάπως έτσι τα κλασικά 10αρια ένα-ένα άρχισαν είτε να μεταλλάσσονται (μετακινούμενα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του καθενός, λίγο πιο πίσω στο χώρο του κέντρου ή στις πτέρυγες), είτε να αποχωρούν, πάντα βέβαια με το γνώριμο χαλαρό και ελαφρώς υπεροπτικό στυλάκι τους.

«To παιχνίδι γίνεται πολύ πιο γρήγορο, δυνατό και τακτικό. Με τα δικά μου προσόντα το να επιβιώσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αρκετά δύσκολο» είχε παραδεχτεί λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από τα γήπεδα ο Χουάν Κάρλος Βαλερόν, ένα από τα αγαπημένα 10αρια της προηγούμενης δεκαετίας, και μαζί του λογικά θα συμφωνούσε και ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, πιθανόν το τελευταίο μεγάλο 10αρι της εποχής που συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά του ρόλου, θετικά και αρνητικά.

Σε ένα ποδόσφαιρο που η φυσική κατάσταση και η ταχυδύναμη είναι το παν και που κάθε παίκτης οφείλει να συνεισφέρει στο αμυντικό κομμάτι, δεν υπάρχει πλέον χώρος για «τεμπέληδες» μεσοεπιθετικούς, που με την άμυνα έχουν την ίδια σχέση που έχει ο Ζλάταν με τη μετριοφροσύνη. Ή τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι κάπου στις αρχές του 2015, όταν ο Λιονέλ Μέσσι αποφάσισε να αφήσει την κορυφή της επίθεσης και τα τρικ με τα «ψεύτικα εννιάρια» και να γίνει αυτό που λέει ο αριθμός της φανέλας του. Και όπως ακριβώς είχε σχολιάσει πριν χρόνια ένας Άγγλος σπίκερ σε κάποιο από τα σλάλομ του ανάμεσα σε τρεις και τέσσερις αντιπάλους σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα, «ο Μέσσι φτιάχνει χώρο εκεί που δεν υπάρχει χώρος».

Κάπως έτσι, και ουσιαστικά από το πουθενά, το συνεχώς εξελισσόμενο ποδόσφαιρο έκανε μια μεγάλη εξαίρεση και αναγκαστικά βρήκε χώρο για ένα 10αρι παλιάς κοπής, ένα 10αρι που έχει όλα τα στοιχεία που αγαπήσαμε και μάλιστα στον πιο μεγάλο βαθμό. Τρομερή ικανότητα διαβάσματος μιας φάσης, ποδοσφαιρική ευφυΐα, φαντασία, τεχνική, κάθετη πάσα, μεγάλη πάσα, γενικότερα πάσα όλων των ειδών, ντρίπλα, εξαιρετικά στημένα και, σαν ποιοτικό εξτραδάκι, εντυπωσιακή άνεση στο σκοράρισμα.

Φυσικά πολλά από αυτά τα στοιχεία τα έχουν κι άλλοι μεσοεπιθετικοί της εποχής (με εξέχοντα τον Μεσούτ Οζίλ), κάποιοι εκ των οποίων αν έπαιζαν πριν 20 χρόνια το πιθανότερο είναι να γινόταν κλασικά 10αρια. Η μεγάλη διαφορά όμως εντοπίζεται σε δυο σημεία: (σχεδόν) κανείς τους δεν έχει απόλυτη ελευθερία στην επίθεση και την πολυτέλεια να παραβλέπει εντελώς την άμυνα, αφού είναι ενταγμένοι αρμονικά στο σύστημα της ομάδας, και κανείς δεν τα έχει όλα αυτά, στο βαθμό που τα έχει ο Αργεντινός.

Στο περσινό 0-2 της Μπάρτσα μέσα στην έδρα της Άρσεναλ ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης μετά τον αγώνα ήταν τα χιλιόμετρα του Μέσσι. Ο Αργεντινός είχε τρέξει αισθητά λιγότερο απ’όλους τους συμπαίκτες του. (Μικρή λεπτομέρεια: Ήταν ο παίκτης που καθάρισε το ματς με δυο γκολ). Εκείνο το παιχνίδι δεν ήταν κάποια εξαίρεση. Για την ακρίβεια, έχουν υπάρξει παιχνίδια που έχει τρέξει λιγότερο απ’όλους όσους βρίσκονται στο χορτάρι. Τα παιχνίδια του Μέσσι τα 2-3 τελευταία χρόνια είναι ένας συνδυασμός περπατήματος και παρατήρησης του αγώνα που διακόπτεται μόνο όταν η ομάδα κερδίζει την κατοχή και ο ίδιος κρίνει ότι χρειάζεται να ανεβάσει ρυθμό. Προφανώς και ο Αργεντινός δεν το κάνει από τεμπελιά. Το κάνει γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έχει δυνάμεις στις στιγμές που η ομάδα θα τον χρειαστεί περισσότερο. Το θέμα βέβαια είναι ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή άλλος παίκτης τέτοιου επιπέδου στο σύγχρονο ποδόσφαιρο που να έχει αυτή την πολυτέλεια. Ο Μέσσι μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει στο χόρτο γιατί απλά είναι ο Μέσσι.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο δεύτερο σημείο. Ο Μέσσι έχει κερδίσει αυτό το άτυπο δικαίωμα να μη μαρκάρει, με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας, γιατί πολύ απλά όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, κάπου ανάμεσα στη μεγάλη περιοχή και το κέντρο, οι ικανότητες του είναι πολύ μεγαλύτερες από οποιουδήποτε άλλου στον πλανήτη αυτή τη στιγμή. Κι αυτό δεν χρειαζόταν να το περιγράψει πρόσφατα ο Χόρχε Σαμπαόλι με την επική ατάκα «Το να συγκρίνεις τον Μέσσι με οποιονδήποτε άλλον είναι σαν να συγκρίνεις έναν απλά καλό αστυνομικό με τον Μπάτμαν» για να το αντιληφθούμε.

Ένας από τους ανώνυμους, ερασιτέχνες λάτρεις της στατιστικής πήρε τα δεδομένα των 8 τελευταίων σεζόν των 5 μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων και έκανε κάποιες συγκρίσεις, εστιάζοντας στους παίκτες που σκόραραν τουλάχιστον 10 γκολ σε μια σεζόν. Στη συνέχεια έκανε σύγκριση μεταξύ αυτών σε τρεις βασικούς τομείς: στο σκοράρισμα, στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες μπαλιές, έναν τομέα που επέλεξε γιατί στατιστικά είναι η ασίστ με τις περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει σε γκολ. Το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο τόσο προβεβλημένος Μέσσι ίσως είναι λίγο υποτιμημένος. Με πολύ απλά λόγια: Κάνει τόσα πράγματα, τόσο καλά και τόσο συχνά που καταλήγουν να φαίνονται συνηθισμένα ενώ δεν είναι.

Ο «μέσος Μέσσι» (δηλαδή ο μ.ο. των επιδόσεων του τα τελευταία 8 χρόνια) δεν είναι απλά καλύτερος από τον «μέσο καλό μεσοεπιθετικό» (δηλαδή από τον μ.ο. των επιδόσεων όλων των τοπ παικτών που συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα). Ο Μέσσι σε μια μέτρια σεζόν του είναι καλύτερος από το 98% των «καλύτερων» της Ευρώπης και στο σκοράρισμα, και στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες πάσες! Ακούγεται αδιανόητο αλλά δεν είναι. «Παρ’όλο που είναι πιθανό να μην είναι άνθρωπος, είναι καλό το ότι ο ίδιος πιστεύει πως είναι» που είχε πει και ο Χαβιέρ Μαστσεράνο πριν μερικά χρόνια.

Με τον τρόπο που εξελίσσεται το ποδόσφαιρο φαίνεται αρκετά δύσκολο στα επόμενα χρόνια να βρεθεί (πάντα μιλώντας για το υψηλότερο δυνατό επίπεδο) κάποιος παίκτης τόσο καλός που να του επιτραπεί τέτοια ελευθερία κινήσεων, απλά και μόνο γιατί όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, ακόμα κι όταν βρίσκεται λίγα μέτρα μπροστά από το κέντρο, μπορεί να καθορίσει ένα ματς με μια ενέργεια. Κάποιος ρεαλιστής βέβαια, μπορεί να προσθέσει πως όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η παραγωγικότητα του Αργεντινού επιθετικά, το γεγονός ότι δεν συνεισφέρει αμυντικά όπως παλιά (τότε που οι Καταλανοί χρησιμοποιούσαν τον περίφημο «κανόνα των 3 δευτερολέπτων») πιθανόν επηρεάζει αρκετά την γενικότερη αποτελεσματικότητα της Μπαρτσελόνα.

Για κάποιον όμως που αδιαφορεί για τα αποτελέσματα που θα φέρει η Μπάρτσα, το παιχνίδι του Μέσσι είναι μια οπτική απόλαυση, ακόμα και τα τελευταία χρόνια στα οποία το σώμα του φαίνεται να τον προδίδει συχνά-πυκνά. Για κάποιον ειδικά που μεγάλωσε με την εικόνα του χαλαρού 10αριου, που σουλατσάρει στο χόρτο με ένα ελάχιστο ύφος υπεροψίας, περιμένοντας την ιδανική στιγμή που θα ζητήσει τη μπάλα και θα δημιουργήσει κάτι επικίνδυνο για τον αντίπαλο με μια έμπνευση, ο Μέσσι των τελευταίων ετών, που το πεδίο δράσης του ξεκινάει πολύ πιο κοντά στο κέντρο σε σχέση με παλιότερα, είναι κάτι σαν φαντασίωση, μια εξαίρεση που επιβιώνει στο σύγχρονο ποδόσφαιρο γιατί απλά «ξέρει πολλή μπάλα» κι αυτή είναι μια ατάκα που μοιάζει (και είναι) καφενειακή αλλά κατά βάθος είναι ολότελα ρομαντική.

Σε μια πολύ ανταγωνιστική εποχή, που το να είσαι μια μείξη ποδοσφαιριστή και υπεραθλητή είναι αρκετά συνηθισμένο και επιθυμητό, το να πρωταγωνιστεί κάποιος που σε μεγάλο βαθμό πλέον λειτουργεί με τους ιδιαίτερους ρυθμούς ενός 10αριου παλιάς κοπής, απλά και μόνο λόγω ταλέντου και ποδοσφαιρικής ευφυίας, είναι λόγος συγκρατημένης αισιοδοξίας για το μέλλον του παιχνιδιού, που βαθιά μέσα στον πυρήνα του, πίσω από όλο το μάρκετινγκ, τα μίνιμαλ σήματα, τα σόσιαλ μίντια και τα προπονητικά τιμ με τους εξειδικευμένους επιστήμονες, παραμένει «μπαλίτσα».

Αυτός ο κάποιος ήταν κάποτε ένας ταλαντούχος πιτσιρικάς που ξεκίνησε από τα άκρα της επίθεσης, έγινε «ψεύτικο εννιάρι» σκοράροντας ακατάπαυστα και τελικά όταν οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, σιγά-σιγά κατέληξε στη θέση που του δίνει απόλυτη ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει, τη θέση που ταιριάζει με το βαρύ νούμερο στη φανέλα του. Ένα νούμερο που του είχε μεταβιβάσει, καθόλου τυχαία, ένα εξίσου σπουδαίο 10αρι.

Όπως αποκάλυψε ο Μέσσι, λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από το Καμπ Νου ο Ροναλντίνιο, έπιασε τον Αργεντινό και του είπε ότι αυτός και μόνο αυτός πρέπει να είναι ο επόμενος κάτοχος της φανέλας με το 10. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, ο Ρόνι είχε καταλάβει τις δυνατότητες του Μέσσι από την πρώτη, κυριολεκτικά, μέρα. Και αυτό δεν επιβεβαιώνεται μόνο από τον Τζιοβάνι φαν Μπρόνκχορστ ή την περίφημη δήλωση του μετά την κατάκτηση της Χρυσής Μπάλας («Αυτό το βραβείο λέει ότι είμαι ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο αλλά δεν είμαι ο καλύτερος ούτε καν μέσα στη Μπάρτσα»). Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης που έκανε ο, έφηβος τότε, Αργεντινός με την πρώτη ομάδα, ο Βραζιλιάνος πήρε τηλέφωνο την καλή του φίλη και δημοσιογράφο Κριστίνα Κουμπέρο και της είπε «Σήμερα έκανα προπόνηση με κάποιον που θα γίνει καλύτερος από μένα»! Όπως ακριβώς όλοι μας όταν ανακαλύπτουμε κάτι αξιοθαύμαστο θέλουμε να το μοιραστούμε με όλους, έτσι κι ο Ροναλντίνιο δεν έμεινε στη φίλη του. Πριν λίγο καιρό ο Κόμπι Μπράιαντ αποκάλυψε πως όταν η Μπάρτσα πήγε για φιλικά στο Λος Άντζελες, ο Ρόνι του σύστησε τον Μέσσι με την ατάκα «Κόμπι, να σου γνωρίσω τον τύπο που θα γίνει ο καλύτερος παίκτης όλων των εποχών». Ο τύπος αυτός ήταν τότε 17 χρονών.

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έγραψε κάποτε «Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αυτό που θα δουν, όχι αυτό που έχουν δει», μια πρόταση που πάντα μου ακουγόταν πολύ όμορφη για να κοσμήσει ένα βιβλίο αλλά χωρίς καμία λογική υπόσταση. Κι όμως, με κάποιον μαγικό τρόπο, σαν αυτούς που έβρισκε στις καλές του μέρες στον αγωνιστικό χώρο για να μας διασκεδάζει, ο Ροναλντίνιο είχε δει την πορεία του Μέσσι πριν απ’όλους.

Όταν η Λεβερκούζεν έφτασε μια ανάσα από το απόλυτο θαύμα

  [18 Σχόλια]

Οι ομάδες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε αυτές που υπάρχουν για να κερδίζουν τίτλους, μία τέτοια είναι η Μπάγερν Μονάχου για παράδειγμα, και στις άλλες που συμπληρώνουν το παζλ κάθε λίγκας. Στη Γερμανία μία τέτοια είναι η Χοφενχάιμ. Δίπλα σε όλες αυτές τις ομάδες της Μπουντεσλίγκα υπάρχει και η Μπάγερ Λεβερκούζεν. Μια ομάδα που δεν ξέρει το λόγο που υπάρχει. Το περίεργο είναι πως αν ρωτήσεις στη χώρα μας τον μέσο ποδοσφαιρόφιλο για το ποιες ομάδες θεωρεί «μεγάλες» στη Γερμανία, πολύ δύσκολα θα αφήσει εκτός της απάντησής του τη Λεβερκούζεν. Μια ομάδα που -για όσους δεν το γνωρίζουν- δεν έχει κατακτήσει ποτέ το πρωτάθλημα Γερμανίας στα 112 χρόνια της ιστορίας της. Φυσικά αυτό δεν πρόκειται να το καταφέρει ούτε φέτος μιας και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές βρίσκεται στο -18 από την πρωτοπόρο Μπάγερν Μονάχου (στην 9η θέση). Θεωρεί κάποιος πως μπορεί να καλύψει αυτή τη διαφορά και να ανατρέψει την κατάσταση; Πάμε παρακάτω.

Για να είμαστε δίκαιοι πάντως, στην έναρξη (και) της τρέχουσας σεζόν κανένας δεν είχε βγει να δηλώσει πως στόχος των «ασπιρίνων» ήταν η σαλατιέρα της Μπουντεσλίγκα. Είναι γνωστό άλλωστε πως εδώ και χρόνια ο βασικός στόχος είναι ένας και μοναδικός: Nα τα κάνει «σαλάτα». Κάτι που και καταφέρνει επιτυχώς κάθε χρόνο. Η Λεβερκούζεν μετράει ένα κύπελλο όλο κι όλο το 1993 και φυσικά στην «πλούσια» τροπαιοθήκη της υπάρχει και το ΟΥΕΦΑ του 1988. Απέναντι στην Εσπανιόλ του Λοσάντα και του Ερνέστο του Βαλβέρδε. Αυτό πάντως που πόνεσε πραγματικά πολύ και θα πονάει πάντα όλους τους φίλους της ομάδας είναι η σεζόν 2001-2002. Μια σεζόν που ξεκίνησε με πολλά όνειρα και φιλοδοξίες από μια ομάδα που διέθετε μπόλικο ταλέντο και εξελίχθηκε στην απόλυτη τραγωδία, χάνοντας ουσιαστικά τρεις τίτλους (πρωτάθλημα, κύπελλο και Τσάμπιονς Λιγκ) σε διάστημα -σχεδόν- μιας εβδομάδας. Το κουβάρι αυτής της ιστορίας θα ξετυλίξουμε σήμερα. Μιας ιστορίας γεμάτης από όμορφο ποδόσφαιρο, μεγάλες νίκες και άφθονο πόνο στο τέλος. Αδικία; Σίγουρα. Βέβαια την τύχη του ο καθένας την φτιάχνει (και) μόνος του. Όχι -άλλα- δάκρυα λοιπόν για εκείνη την ομάδα του Τόπμελερ.

H σεζόν 2000-2001 ήταν από τις πιο ανταγωνιστικές της Μπουντεσλίγκα με την Μπάγερν να κατακτά -ως συνήθως- στο τέλος το πρωτάθλημα αλλά τρεις ομάδες να τερματίζουν πίσω της με πολύ μικρή βαθμολογική (και όχι μόνο) διαφορά. Η Σάλκε είχε τερματίσει 2η στο -1 από τους πρωταθλητές, η Ντόρτμουντ 3η στο -4 και η Λεβερκούζεν 4η στο -6. Προπονητής της ομάδας ήταν ο Μπέρτι Φογκς, που αν και και είχε φτιάξει ένα άκρως ανταγωνιστικό σύνολο, βγάζοντας την ομάδα και στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ, τελικά απολύθηκε με το τέλος της σεζόν για να αναλάβει ο Κλάους Τόπμελερ. Ένας προπονητής που δεν είχε να επιδείξει κάτι σημαντικό στην έως τότε προπονητική του καριέρα, εκτός των δεκάδων τσιγάρων που κάπνιζε στους πάγκους. Η επιλογή σίγουρα είχε ξενίσει πολλούς.

O Τόπμελερ βρήκε ένα άκρως ποιοτικό σύνολο, με παίκτες όπως ο Μπάλακ, ο Ζε Ρομπέρτο, ο Λούσιο, ο Μπερμπάτοφ, ο Ράμελόου και ο Πλασέντε και κάνοντας ουσιαστικά μία και μόνο ποιοτική προσθήκη έφτιαξε την ομάδα που θαυμάσαμε για μία ολόκληρη σεζόν τόσο στην Γερμανία όσο και στην Ευρώπη. Ο παίκτης αυτός δεν ήταν άλλος από τον επιτελικό μέσο Γιλντιράι Μπαστούρκ της Μπόχουμ. Έναν παίκτη που ο Τόπμελερ γνώριζε πολύ καλά (και είχε σε τεράστια εκτίμηση) από την κοινή τους θητεία στο Μπόχουμ. Ο Τούρκος ήταν ένας φανταστικός ποδοσφαιριστής, από τους καλύτερους σε ολόκληρη την Ευρώπη στη θέση του εκείνα τα χρόνια, με μεγάλες παραστάσεις τόσο σε συλλογικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Η Τουρκία άλλωστε είχε τερματίσει 3η στο Μουντιάλ του 2002 και ήταν τόσο καλή που ο βασικός της τερματοφύλακας (αναφέρομαι στον Ρουστού) είχε φτάσει να πάρει μεταγραφή για  την Μπαρτσελόνα, την ίδια περίοδο μάλιστα που η Μπάρτσα έκανε δικό της τον τιτανομέγιστο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε.

To σύστημα του Τόπμελερ ήταν το 4-5-1 (ή καλύτερα 4-1-4-1) με τον Ράμελοου μπροστά από τους δύο στόπερ και μια καταπληκτική τετράδα μέσων πίσω από τον μοναδικό σέντερ φορ. Ο Όλιβερ Νόεβιλ των 171 εκατοστών είχε αυτό τον ρόλο κόντρα σε μια εποχή που ήθελε -συνήθως- δύο επιθετικούς με τον ένα εκ των δύο να είναι αρκετά δυνατός και ψηλός. Η τετράδα των μέσων ήταν ο καταπληκτικός Βραζιλιάνος Ζε Ρόμπερτο (δεν είχε γραφτεί ακόμα για τον Ολυμπιακό), ο Μπερντ Σνάιντερ, ο Μίκαελ Μπάλακ στην καλύτερη σεζόν της καριέρας του και φυσικά ο Γιλντιράι Μπαστούρκ που ανέφερα και πιο πάνω. Ο Μίκαελ ο Μπάλακ μάλιστα είχε τελειώσει εκείνη τη σεζόν με 17 τέρματα (κάτι που αποτελεί ρεκόρ για μέσο στη Μπουντεσλίγκα) και είχε χάσει το βραβείο του πρώτου σκόρερ για ένα και μόνο τέρμα (το βραβείο είχαν μοιραστεί ο Μάρσιο Αμορόσο της Ντόρτμουντ και ο Μάρτιν Μαξ της Μόναχο 1860). Τα 17 τέρματα στη Γερμανία τα συμπλήρωσε και με 7 στο Τσάμπιονς Λιγκ σε μια σεζόν που τον βρήκε στη λήξη της με το βραβείο του καλύτερου Γερμανού παίκτη, του καλύτερου μέσου στην Ευρώπη, στην καλύτερη 11αδα της Ευρώπης και πρώτο σε ασίστ στο Μουντιάλ του 2002. Πόσους τίτλους κατάφερε να κερδίσει ο Μπάλακ, η Λεβερκούζεν και η εθνική Γερμανίας εκείνη τη σεζόν; Πολύ σωστά. Κανένα.

Η Λεβερκούζεν ήταν χάρμα ιδέσθαι στο Τσάμπιονς Λιγκ, περνώντας από διπλούς ομίλους, αλλά και στη Μπουντεσλίγκα, όπου και έχασε το πρωτάθλημα την τελευταία αγωνιστική. Η Μπάγερ είχε αποκλείσει μάλιστα στη φάση των ‘8’ τη Λίβερπουλ και στον ημιτελικό τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ίσως στην πιο γελοία press conference στην ιστορία της διοργάνωσης, με τον Σερ Άλεξ Φέργκιουσον να μπερδεύει την Λεβερκούζεν με την Καιζερσλάουτεν, σκορπώντας αμήχανα χαμόγελα σε όλους τους παρευρισκομένους (πλην του Τόπμελερ που το είχε θεωρήσει -ορθώς- ως μεγάλη ασέβεια). Οι Γερμανοί είχαν ορκιστεί να αποκλείσουν την πολυδιαφημισμένη (και πολυτάλαντη) αντίπαλό τους, κάτι που κατάφεραν -αν και δύσκολα- με ήρωα τον κορυφαίο τους επιθετικό Όλιβερ Νόεβιλ. Ο Νόεβιλ είχε σκοράρει το 1-2 στο Ολντ Τράφορντ πριν ισοφαρίσει ο Ρούντ Φαν Νίστελροϊ με πέναλτι για το τελικό 2-2 και φυσικά ήταν αυτός που είχε ισοφαρίσει με πέναλτι σε 1-1 στις καθυστερήσεις του πρώτου ημιχρόνου στη ρεβάνς της Γερμανίας, χαρίζοντας ουσιαστικά την πρόκριση στην ομάδα του. Στον τελικό η Λεβερκούζεν θα συναντούσε την Ρεάλ Μαδρίτης του Ζιντάν, του Φίγκο, του Ραούλ και των λοιπών αστέρων (δίχως όμως τον σπουδαίο Ζε Ρομπέρτο που είχε συμπληρώσει αριθμό καρτών). Η Ρεάλ είχε αποκλείσει την Μπαρτσελόνα με μπόλικη δόση τύχης και αρκετό σπρώξιμο από τους διαιτητές (αν και οι Μαδριλένοι είχαν πολύ καλύτερη ομάδα από τους Καταλάνους εκείνη τη χρονιά).

Και φτάνουμε στην κρίσιμη εβδομάδα της σεζόν. Η Λεβερκούζεν στις 11 Μαΐου θα αντιμετώπιζε στον τελικό του κυπέλλου Γερμανίας τη Σάλκε και τέσσερις μέρες αργότερα την Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό της Γλασκώβης. Επίσης τρεις αγωνιστικές πριν τελειώσει η Μπουντεσλίγκα η ομάδα του Τόπμελερ ήταν στο +5 από την Μπορούσια Ντόρτμουντ. Μια Ντόρτμουντ που τελικά της πήρε τον τίτλο την τελευταία αγωνιστική. Η Λεβερκούζεν είχε ακούσει το πρώτο ‘καμπανάκι’ στην εντός έδρας ήττα από την Βέρντερ με 1-2 (με χαμένο πέναλτι του τερματοφύλακα Μπουτ στα τελευταία λεπτά) για την 32η αγωνιστική, σε μια αγωνιστική που η Ντόρτμουντ είχε επικρατήσει της Κολονίας με 2-1 χάρις στο πέναλτι του Αμορόσο στο 90′. Ένα πέναλτι που είχε μειώσει τη διαφορά στους δύο βαθμούς (66 οι «ασπιρίνες» και 64 οι Βεστφαλοί).

Την επόμενη αγωνιστική η Λεβερκούζεν ήθελε πάση θυσία το τρίποντο κόντρα στη Νυρεμβέργη όπως φυσικά και η Ντόρτμουντ κόντρα στο Αμβούργο. Και οι δύο αναμετρήσεις ήταν εκτός έδρας για τους δύο μονομάχους με την αναμέτρηση της Λεβερκούζεν να είναι θεωρητικά πιο εύκολη. Το γκολ του αμυντικού Τόμας Νικλ με κεφαλιά-κανονιά (που έλεγε και μια ψυχή) στο 23′ έβαλε πίσω τους πρωτοπόρους, την ίδια ώρα που η Ντόρτμουντ άνοιγε το σκορ με πέναλτι του Αμορόσο (σε μια φάση που το Αμβούργο έμεινε με 10 παίκτες). Η ένταση ήταν ήδη μεγάλη και στα δύο μέτωπα γήπεδα. Λίγα λεπτά αργότερα ο Τόμας Ροζίσκι θα γράψει το 0-2 με τέλειο πλασέ και το «τοπίο» της νίκης θα αρχίσει να καθαρίζει. Το πέναλτι του αρχηγού Τόμας Κελ -και η αποβολή του- θα βάλει και πάλι το Αμβούργο στο παιχνίδι μιας και το σκορ ημιχρόνου πλέον ήταν το 1-2.

Το τελικό 3-4 με όργια του Αμορόσο  στο β’ ημίχρονο -σε συνδυασμό με την ήττα της Λεβερκούζεν- θα ανεβάσει την Μπορούσια στην 1η θέση (στο +1) μία αγωνιστική πριν το τέλος της Μπουντεσλίγκα. Πλέον το τρόπαιο του πρωταθλητή ήταν στα χέρια της ομάδας του Ματίας Ζάμερ που αν κέρδιζε την Βέρντερ στην έδρα της θα έκλεβε ουσιαστικά το πρωτάθλημα από την ομάδα που το άξιζε στο 100% εκείνη τη σεζόν. Τη Μπάγερ Λεβερκούζεν. Οι «ασπιρίνες» είχαν θεωρητικά εύκολο έργο μιας και υποδέχονταν την Χέρτα στην έδρα τους. Ήθελαν το ‘τρίποντο’ και στραβοπάτημα της Ντόρτμουντ για να πάρουν αυτοί το πρωτάθλημα. Όταν μάλιστα ο Μπάλακ άνοιξε το σκορ στο 9′ με εξαιρετική εκτέλεση φάουλ ένα άρωμα αισιοδοξίας άρχισε να πλανάται πάνω από τη ΜπάιΑρίνα. Την ίδια ώρα μάλιστα ο μέσος Πόλ Στάλτερι της Βέρντερ άνοιγε το σκορ με κοντινό πλασέ μετά από τραγική αμυντική αντίδραση των γηπεδούχων. Οι κερκίδες στην έδρα της Λέβερκούζεν είχαν πάρει φωτιά μιας και οι οπαδοί έβλεπαν να έρχεται αυτό που άξιζαν από την αρχή της σεζόν. Το πρωτάθλημα.

Λίγο πριν οι ομάδες φύγουν για τα αποδυτήρια ο Κόλερ ισοφάρισε με φοβερό σουτ εκτός περιοχής δίνοντας το σύνθημα της αντεπίθεσης όχι μόνο για τη νίκη αλλά και για τον τίτλο. Ο Μπάλακ με φοβερό σουτ θα γράψει το 2-0 και ουσιαστικά θα καθαρίσει τη υπόθεση-νίκη. Η Λεβερκούζεν πλέον περίμενε τα ευχάριστα από την έδρα της Ντόρτμουντ και ένα δώρο από την Βέρντερ. Αυτό το δώρο ήρθε στο 72′ αλλά δεν ολοκλήρωσε την ‘γιορτή’ μιας και το τετ α τετ της Βέρντερ κατέληξε στο δοκάρι. Τα όνειρα της Λεβερκούζεν για τον τίτλο τελείωσαν ουσιαστικά λίγα λεπτά αργότερα όταν ο Εβερθον με ένα αρκετά τυχερό γκολ χάρισε τη νίκη -και μαζί της το πρωτάθλημα- στην ομάδα του.

H Λεβερκούζεν δεν κατάφερε να επιστρέψει από το μεγάλο ψυχολογικό σοκ και τελικά γνώρισε την ήττα τόσο στον τελικό κυπέλλου Γερμανίας από την Σάλκε με 4-2 όσο και από τη Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με 2-1, σε μια αναμέτρηση που έμεινε στην ιστορία για το απίστευτο γκολ του τεράστιου Ζινεντίν Ζιντάν. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά η ομάδα έχασε και το αστέρι της, τον Μίκαελ Μπάλακ, που έφυγε για τη Μπάγερν Μονάχου -μια πορεία που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια και οι Ζε Ρομπέρτο και Λούσιο- και ουσιαστικά δεν κατάφερε να φανεί ανταγωνιστική την επόμενη σεζόν.

Το επόμενο πρωτάθλημα βρήκε την Λεβερκούζεν στην 15η θέση στο -35 από την κορυφή με τον Τόπλεμερ απολυμένο και την ομάδα σε κατάσταση διάλυσης. Όπως και να έχει, εκείνη η Λεβερκούζεν ήταν μία από τις καλύτερες ομάδες που είχαμε δει στις αρχές των 00s και είναι πραγματικά κρίμα που δεν κατάφερε να κάνει εκείνο το φανταστικό τρεμπλ, μένοντας έτσι στην ιστορία ως μία από τις μεγαλύτερες loser ομάδες και όχι ως ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά «θαύματα». Για την ιστορία, ο Μπάλακ έμεινε 2ος και τη σεζόν 2010-2011 -στο δεύτερό του πέρασμα από τη Λεβερκούζεν- και πάλι πίσω από την Ντόρτμουντ.

Βουλγαρία ’93-’94: Ωδή στην πιο καλτ ομάδα όλων των εποχών

  [8 Σχόλια]

Trifon IVANOV et Hristo STIOCKHOV 2

Ο Χρίστο Στόιτσκοφ, γνωστός θεολόγος-ποδοσφαιριστής στον οποίο χρωστάμε το δόγμα «Υπάρχουν δυο Χριστοί, ο ένας στον ουρανό, εγώ παίζω στην Μπαρτσελόνα», θα επαναλάβει πολλές φορές την άποψή του για την εθνικότητα του Μεγαλοδύναμου στη διάρκεια των εννιά μηνών που σημάδεψαν την ιστορία της Εθνικής Βουλγαρίας: «Ο Θεός είναι Βούλγαρος». Ένα βράδυ του Ιουλίου του 1994 θα προσθέσει, πικραμένος: «Ο διαιτητής, όμως, ήταν Γάλλος». Έκτοτε, ο εν λόγω διαιτητής και διάφοροι συμπατριώτες του (Πλατινί, Ντεσαγί, Ριμπερί…) θα ακούνε σε κάθε ευκαιρία τα σχετικά γαλλικά από τον Χρίστο, που αντίθετα με τον Θεό, δεν συγχωρεί. Μα τι ακριβώς είχε συμβεί;

Οκτώβριος του 1993. Προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου των Η.Π.Α. Η Γαλλία προκρίνεται σχεδόν σίγουρα αν στα δυο τελευταία ματς, με Ισραήλ και Βουλγαρία στην έδρα της, κάνει μια ισοπαλία. Μια Εθνική Γαλλίας θεωρητικά πανίσχυρη, με το δίδυμο Ζαν-Πιέρ Παπέν (Χρυσή Μπάλα το 1991) και Ερίκ Καντονά, μερικούς μελλοντικούς παγκόσμιους πρωταθλητές και τον «Ελ Μανίφικο» Νταβίντ Ζινολά. Καταφέρνουν να χάσουν από το Ισραήλ, που πετυχαίνει την πρώτη εκτός έδρα νίκη του στην Ευρώπη. Απομένει το ματς με τη Βουλγαρία. Τη συνέχεια τη φαντάζονται όσοι γνωρίζουν τι γίνεται συνήθως όταν πάει κανείς για τα περίφημα «δύο αποτελέσματα».

Αν οι Γάλλοι είχαν μεγάλους παίκτες, οι Βούλγαροι είχαν ημίθεους. Και δεν αναφερόμαστε στο ότι πολλοί από αυτούς έπαιξαν ωραία μπάλα σε δυτικοευρωπαϊκές ομάδες. Αναρωτιέται κανείς πότε στη ιστορία του ποδοσφαίρου εμφανίστηκε ξανά ομάδα με τόσο μυθικές χαίτες –όχι όλες φυσικές–, τέτοιες ξενυχτισμένες φάτσες, τέτοιους ανεπανάληπτους παλιοχαρακτήρες. Ο Στόιτσκοφ στα 19 του τιμωρήθηκε με ισόβιο αποκλεισμό από το ποδόσφαιρο επειδή έπαιξε ξύλο σε έναν τελικό κυπέλλου –η ποινή μειώθηκε κι έτσι μπόρεσε να τιμωρηθεί και στην Ισπανία, όπου πάτησε έναν διαιτητή. Ο άσπονδός του φίλος, Εμίλ Κοσταντίνοφ, πανηγύριζε συχνά τα γκολ του δείχνοντας στους θεατές το μεσαίο του δάχτυλο. Ο αξέχαστος Τρίφον Ιβάνοφ αγόρασε κάποτε ένα άρμα μάχης για να κόβει βόλτες στους αγρούς του Βέλικο Τάρνοβο και τσατιζόταν όταν του το ανέφεραν σαν κάτι περίεργο: «Πώς κάνετε έτσι; Λίγους μήνες μόνο το κράτησα, ήθελα να δω πώς είναι να οδηγείς τανκς». Ο Γιόρνταν Λέτσκοφ, ο άνθρωπος που υποψιαζόμαστε ότι ενέπνευσε το κούρεμα του «Φαινόμενου» Ρονάλντο το 2002, υποστήριζε πως απέκτησε τη μυθική τούφα στο μπροστινό μέρος του γυμνού του κρανίου εξαιτίας του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνομπίλ. Δυστυχώς η βουλγάρικη δικαιοσύνη δεν έδειξε την απαραίτητη ευαισθησία στο δράμα του και το 2013 καταδικάστηκε σε δυο χρόνια φυλάκιση για μια υπόθεση διαφθοράς, στην οποία μπλέχτηκε όντας δήμαρχος. Ο τερματοφύλακας Μπόμπι Μιχαΐλοφ, άλλο θύμα του Τσερνομπίλ, έπαιζε για χρόνια με περουκίνι. Τώρα είναι ο μισητός πρόεδρος της βουτηγμένης στα σκάνδαλα Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

 bulgaria

Νοέμβριος του 1993. Η εντατική προετοιμασία για τη μητέρα των μαχών κόντρα στη Γαλλία διακόπτεται κακήν κακώς και η Εθνική Βουλγαρίας εγκαταλείπει εσπευσμένα τη χώρα. Ο προπονητής Ντιμίταρ Πένεφ, θείος του Λιούμπο, υποψιάζεται ότι οι παίκτες του είχαν μια κάποια τάση στο ξενύχτι. Βάζει λοιπόν, άδεια πακέτα τσιγάρων μπροστά από τις ρόδες των αυτοκινήτων τους και διαπιστώνει ότι τη νύχτα οι περισσότεροι το έσκαγαν από το ξενοδοχείο και απολάμβαναν ανενόχλητοι τις χαρές της μετακομμουνιστικής νυχτερινής Σόφιας. Για να διασταυρώσει τις πληροφορίες του, δεν διστάζει να καταφύγει και σε άλλα σατανικά τεχνάσματα. Το πρωί έλεγε στον Στόιτσκοφ: «Χρίστο, ο Λιούμπο είπε ότι βγήκες χτες, ισχύει;». Μετά πήγαινε στον ανιψιό του:«Λιούμπο, τι έμαθα από τον Χρίστο, ξενύχτησες;». Επόμενος προορισμός της ομάδας ο Μέλας Δρυμός, όπου οι πειρασμοί ήταν, λογικά, μικρότεροι, κι όπου οι Γερμανοί παραχώρησαν τις προπονητικές τους εγκαταστάσεις ώστε να μαντρωθούν για μια εβδομάδα οι Βαλκάνιοι γλεντζέδες.

Νέο πρόβλημα: ο (θείος) Πένεφ ανακαλύπτει τρεις μέρες πριν το ματς ότι ο (ανιψιός) Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ δεν μπορούν να πάνε στη Γαλλία καθώς δεν έχουν βίζα. Η ομάδα κάνει επίδειξη πνεύματος συνεργασίας: ο αμυντικός Ζλάτκο Γιάνκοφ τούς προτείνει να περάσουν παράνομα τα σύνορα με το αυτοκίνητό του, ο  Μιχαΐλοφ, παίκτης τότε της Μιλούζ, υποδεικνύει ένα αφύλακτο πέρασμα στο τριεθνές Γαλλία-Γερμανία-Ελβετία, ο Γκεόργκι Γκεοργκίεφ, συμπαίκτης του Μιχαΐλοφ, αναλαμβάνει να οδηγήσει τους δυο παράτυπους μετανάστες στην ανατολική Γαλλία. Κοιμούνται σπίτι του και ξεκινούν για το Παρίσι. Αλλά, επειδή, όπως είπαμε, έχουμε να κάνουμε με μυθικές φυσιογνωμίες, βαριούνται να κάνουν οδικώς 500 χλμ.  και προτιμούν την άνεση του αεροπλάνου. Μόνο που υπάρχει κι εδώ έλεγχος διαβατηρίων. Στο αεροδρόμιο, οι μεγαλόθυμοι Γάλλοι αστυνομικοί, που τους αναγνωρίζουν, τους αφήνουν να ταξιδέψουν χωρίς χαρτιά.

17 Νοεμβρίου 1993. Οι Γάλλοι είναι κάπως μαγκωμένοι μετά τη νίλα με το Ισραήλ, πάντως υπάρχει αισιοδοξία. Το ματς ξεκινάει σχεδόν κανονικά, αν εξαιρέσουμε έναν νεαρό κόκορα που κόβει βόλτες στο γήπεδο, ξεφεύγοντας από το μαρκάρισμα παικτών και των δυο ομάδων. Ο Καντονά ανοίγει το σκορ, ο Κοσταντίνοφ ισοφαρίζει εφτά λεπτά αργότερα. Μερικά δευτερόλεπτα πριν τη λήξη, η Γαλλία κερδίζει φάουλ. Ο Ζινολά, αντί να ψάξει να κερδίσει χρόνο, κάνει μια ακατανόητη σέντρα –μετά το ματς ο προπονητής του, Ζεράρ Ουγιέ, θα τον αποκαλέσει «εγκληματία» και είκοσι χρόνια μετά, πιο αποστασιοποιημένος, «κάθαρμα». Κερδίζουν οι Βούλγαροι, ασίστ του Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ βυθίζει τη Γαλλία στο πένθος.

«Στη Βουλγαρία παράγουμε μόνο γιαούρτι αλλά σήμερα οι φτωχοί νίκησαν τους πλούσιους», δηλώνει ο Στόιτσκοφ. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» ουρλιάζει ο σχολιαστής της βουλγαρικής τηλεόρασης. Οι 67 (!) δημοσιογράφοι της αποστολής και οι λιγοστοί Βούλγαροι φίλαθλοι τρελαίνονται. Οι θριαμβευτές, μαζί με τον Ρομάριο που βρίσκεται στο Παρίσι για ιατρικούς λόγους αλλά αναρρώνει σαν από θαύμα για να γιορτάσει με τον φίλο του τον Χρίστο, στήνουν γλέντι στο γνωστότερο παρισινό κλαμπ, το Bains Douches. Ο θρύλος λέει ότι στην παρέα τους βρέθηκε κι ο Λένι Κράβιτζ.

Ο δρόμος μέχρι την άλλη μεριά του Ατλαντικού θα είναι μακρύς. Οι παίκτες μαλώνουν για τα πριμ και απειλούν ακόμη και με απεργία, ο Λιούμπο Πένεφ μπαίνει στο νοσοκομείο (διαγνώστηκε με καρκίνο στους όρχεις), ο Στόιτσκοφ τσακώνεται με τον σπόνσορα, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας παραιτείται.

ÓÔÏÉÔÓÊÏÖ / ÅËËÁÄÁ - ÂÏÕËÃÁÑÉÁ (ÐÁÃÊÏÓÌÉÏ 94)

Το 3-0 από τη Νιγηρία έρχεται σαν φυσιολογική τιμωρία μιας ομάδας που μοιάζει αδιάφορη και απειθάρχητη. Ευτυχώς υπάρχει η Ελλάδα του Παναγούλια και η Βουλγαρία καταφέρνει να πετύχει την πρώτη της νίκη μετά από έξι συμμετοχές σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Πριν τον κρίσιμο αγώνα με την Αργεντινή, ο Μαραντόνα βρίσκεται θετικός στην εφεδρίνη. 2-0 και η Βουλγαρία περνάει στην επόμενη φάση. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος», δηλώνει ο Στόιτσκοφ.

Το ματς με το Μεξικό πάει στα πέναλτι, ο Μιχαΐλοφ πιάνει δύο και γίνεται ο ήρωας της ημέρας, γεγονός που δημιουργεί τις πρώτες εντάσεις με τις υπόλοιπες πριμαντόνες της ομάδας. Ευτυχώς, η καλή προπόνηση λύνει όλα τα προβλήματα. «Μετά το ματς με την Αργεντινή, δεν μας ένοιαζε τίποτε. Βγαίναμε μέχρι τα ξημερώματα, τη μέρα καθόμασταν στην πισίνα, παίζαμε χαρτιά, πίναμε μπύρες και τρώγαμε πατάτες», θα αποκαλύψει τα μυστικά της επιτυχίας τους ο ομιλητικός Στόιτσκοφ. Κι ο προπονητής; «Δεν πιστεύω στην αυστηρή πειθαρχία. Προτιμώ οι παίκτες μου να καπνίζουν μπροστά μου. Ο Κρόιφ, που κάπνιζε τρία πακέτα τη μέρα, ήταν κακός παίκτης;».

bulgaria2

Στα προημιτελικά αντιμετωπίζουν μια ομάδα με κάπως διαφορετική φιλοσοφία, την παγκόσμια πρωταθλήτρια Γερμανία. Οι Γερμανοί προηγούνται, όμως ένα μαγικό φάουλ του Στόιτσκοφ και μια υπέροχη κεφαλιά του Λέτσκοφ επιβεβαιώνουν αυτό που γνωρίζουμε. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» επαναλαμβάνει ο Στόιτσκοφ, «αλλά το ματς ήταν εύκολο».

Στον ημιτελικό υπάρχει μια διαφωνία ανάμεσα στον Ιβάνοφ και τον Γιάνκοφ σχετικά με το ποιος έπρεπε να φυλάει τον Μπάτζιο, και, μέχρι να λυθεί, ο Ρομπέρτο βάζει δυο γκολ. Μειώνει ο Στόιτσκοφ αλλά η εποποιία τελειώνει κάπου εδώ. Οι Βούλγαροι θα διαμαρτυρηθούν για ένα ως τρία πέναλτι που δεν τους δόθηκαν. Ο Στόιτσκοφ διατυπώνει τη θεωρία ότι ο Χαβελάνζε κι η ΦΙΦΑ έκαναν τα πάντα για να εμποδίσουν έναν αντιεμπορικό τελικό Βραζιλία-Βουλγαρία. Όργανό τους ο Ζοέλ Κινιού, ο αθεόφοβος Γάλλος διαιτητής, τον οποίο ο Χρίστο έφτυσε μετά το ματς, όπως περήφανα του αρέσει να διηγείται. Ο ίδιος θα βγει πρώτος σκόρερ του τουρνουά, μαζί με τον Ρώσο Όλεγκ Σαλένκο. Στον μικρό τελικό θα διαλυθούν 4-0 από τη Σουηδία, εν μέσω καυγάδων και επεισοδίων μέσα κι έξω από το γήπεδο. Τίποτε δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν.

Ο θρύλος της Εθνικής Βουλγαρίας θα σβήσει τέσσερα χρόνια αργότερα εκεί που άρχισε, στη Γαλλία. Το τέλος θα είναι άδοξο, ένα 6-1 από την Ισπανία στη Λανς, κάτω από τα ασταμάτητα γιουχαΐσματα των Γάλλων θεατών. Θα είναι το τελευταίο, μέχρι σήμερα, παιχνίδι τους σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Η κατάρα του Μπέλα Γκούτμαν

  [8 Σχόλια]

bela

Για όσους δεν τον γνωρίζουν (και λογικά είναι πολλοί στην Ελλάδα), αυτές τις μέρες έγιναν οι τελικοί του μπέιζμπολ στις ΗΠΑ, οι οποίοι και για κάποιον περίεργο λόγο ονομάζονται World Series, παρ’ ότι ελάχιστοι στον κόσμο ασχολούνται (σίγουρα κάποιος στα σχόλια θα μας κράξει και θα πει ότι δεν είναι βαρετό άθλημα). Το όλο γεγονός θα ήταν αδιάφορο αν η μια από τις δυο φιναλίστ δεν ήταν οι Σικάγο Καμπς, οι οποίοι κατέκτησαν τον τελευταίο τους τίτλο το 1908 και από το 1945 υπομένουν την περίφημη κατάρα του Billy Goat. Ο θρύλος λέει ότι ο Γουίλιαμ Σιάνις, ιδιοκτήτης της ταβέρνας Μπίλι Γκόουτ, είχε πάει να παρακολουθήσει τους αγαπημένους του Καμπς στους τελικούς μαζί με την κατσίκα του (!). Η δυσοσμία όμως του ζωντανού έκανε πολλούς θεατές να διαμαρτυρηθούν και τελικά ζητήθηκε από τον Σιάνις να αποχωρήσει από το στάδιο. Ο ίδιος φεύγοντας οργισμένος καταράστηκε τους Καμπς, λέγοντας ότι δεν θα κερδίσουν ξανά ποτέ τον τίτλο. Οι Καμπς έγιναν το συνώνυμο της loser ομάδας για δεκαετίες, αναγκάζοντας μέχρι και τον Έντι Βέντερ να τραγουδήσει γι’ αυτό και έπειτα από περίπου 70 χρόνια κατάφεραν επιτέλους να φτάσουν στους τελικούς ξανά απέναντι στο Κλίβελαντ. Έμειναν πίσω 3-1 στις νίκες, οι περισσότεροι τους ξέγραψαν, αλλά τελικά με μια ανατροπή (που σίγουρα θα γίνει ταινία) έκαναν το 4-3 και έγιναν πρωταθλητές.

Μια από τις μεγαλύτερες αθλητικές κατάρες όλων των εποχών έσπασε. Στο παρελθόν έχουμε ασχοληθεί με αντίστοιχες κατάρες στο ποδόσφαιρο, όπως αυτή του Γκαραμπάτο που καταδίκασε μια ιστορική ομάδα να δοκιμάσει… εξορκισμό, αλλά είναι στην Ευρώπη που έχουμε πλέον την μεγαλύτερη σε ισχύ ποδοσφαιρική κατάρα. Αυτή της Μπενφίκα που κρατάει από την δεκαετία του 1960. Τότε που η ομάδα της Λισαβόνας υπό τις οδηγίες του Ούγγρου προπονητή Μπέλα Γκούτμαν, μιας φοβερής μορφής που αξίζει να κάνουμε ένα αφιέρωμα, τρομοκρατούσε τους αντιπάλους. Με τον Γκούτμαν να εφαρμόζει νέες τακτικές και να είναι αυτός που ανακάλυψε και δημιούργησε το φαινόμενο Εουσέμπιο, η Μπενφίκα ξεκίνησε μια χρυσή εποχή.

bela-guttman-eusebio

Κέρδισε δυο συνεχόμενα πρωταθλήματα το 1960 και το 1961 και δυο συνεχόμενα Πρωταθλητριών το 1961 και το 1962. Καβάλα στο άλογο, ο Γκούτμαν ζήτησε αύξηση, αλλά η διοίκηση της Μπενφίκα αρνήθηκε, λέγοντας ότι θα έπρεπε να τιμήσει την συμφωνία που είχαν κάνει. Ο προπονητής αποχώρησε λέγοντας ότι «ούτε σε 100 χρόνια δεν θα καταφέρει να πάρει ευρωπαϊκό τίτλο η Μπενφίκα». Οι περισσότεροι λογικά θα γέλασαν, η Μπενφίκα είχε τον Εουσέμπιο στο κάτω κάτω. Και πράγματι, η ομαδάρα εκείνη πήρε σχεδόν όλα τα πρωταθλήματα, τα 11 από τα 13 επόμενα, αλλά κυρίως έφτασε σε τρεις ακόμα ευρωπαϊκούς τελικούς.

Το 1963 προηγήθηκε με τον Εουσέμπιο, αλλά η Μίλαν τελικά επικράτησε με 2-1. Το 1965 έχασε από την Ίντερ με 1-0 στο Μεάτσα και το 1968 με 4-1 από τη Γιουνάιτεντ του Ματ Μπάσμπι. Τα λόγια του Γκούτμαν στριφογύριζαν πλέον στους οπαδούς της Μπενφίκα που έζησαν τρεις απανωτές πίκρες. Αυτό ήταν όμως μόνο η αρχή. Τα χρόνια πέρασαν, η Μπενφίκα δεν ήταν πλέον τόσο καλή και μόλις το 1983 κατάφερε ξανά να κάνει μια αξιόλογη πορεία και να φτάσει στον διπλό τελικό του ΟΥΕΦΑ. Αυτή τη φορά ήταν η Άντερλεχ που πήρε το τρόπαιο και η Μπενφίκα έμεινε ξανά χωρίς κούπα. Πέντε χρόνια αργότερα έφτανε ξανά σε τελικό πρωταθλητριών για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια. Σε έναν αρκετά μέτριο τελικό που τελείωσε με 0-0, το παιχνίδι πήγε στα πέναλτι και οι Πορτογάλοι ευστόχησαν και στα πέντε. Το ίδιο έκαναν όμως κι οι παίκτες της Αϊντχόφεν, ευστοχώντας όμως και στο έκτο και τελικά κέρδισαν με 6-5.

Δυο χρόνια μετά, η Μπενφίκα έφτανε στον 5ο τελικό Πρωταθλητριών στην μετά-Γκούτμαν εποχή. Απέναντι στην Μίλαν ξανά, οι Πορτογάλοι ταξίδεψαν στην Βιέννη. Εκεί είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ο Γκούτμαν πριν 9 χρόνια. Η Μπενφίκα αποφασισμένη να κάνει τα πάντα, έφτασε στο σημείο να βάλει τον Εουσέμπιο να μεσολαβήσει. Ο Εουσέμπιο στάθηκε πάνω από τον τάφο του μέντορά του, προσπάθησε να βάλει τέρμα με μια προσευχή, ψιθύρισε κάποια λόγια και αποχώρησε βέβαιος ότι επιτέλους έφτασε η ώρα. Το βράδυ της 23ης Μαΐου του 1990 ένα γκολ του Ράικαρντ στο 68′ έδινε την κούπα στην Μίλαν. Πέντε σερί χαμένοι τελικοί Πρωταθλητριών. Οι άνθρωποι της Μπενφίκα, όποτε η ομάδα αγωνίζεται κάπου κοντά, πάντα αφήνουν ένα λουλούδι στον τάφο του Γκούτμαν.

Το 2014 συμπληρώνοντας 110 χρόνια ζωής, η Μπενφίκα τίμησε τον Γκούτμαν με ένα άγαλμα έξω από το Ντα Λουζ, που τον δείχνει να κρατάει τα δύο τελευταία ευρωπαϊκά τρόπαια του συλλόγου. Είχε μεσολαβήσει ακόμα ένας χαμένος τελικός, αυτή τη φορά για το Γιουρόπα Λιγκ με την Τσέλσι. Ήταν ακόμα μια προσπάθεια να σπάσει η γκίνια,να εξευμενιστεί ο Γκούτμαν από τον άλλον κόσμο, αλλά λίγο καιρό αργότερα, στον τελικό του Γιουρόπα Λιγκ στο Τορίνο, η Σεβίλλη, χωρίς να είναι καλύτερη, κέρδισε στα πέναλτι και άφησε και πάλι την Μπενφίκα χωρίς κύπελλο. Τα λόγια του ίδιου του Γκούτμαν στο άγαλμά του «μόνο κάποιος μέσα στην Μπενφίκα μπορεί να καταλάβει πόσο ιδιαίτερος σύλλογος είναι, κανένας σύλλογος στον κόσμο δεν έχει την μαγεία της Μπενφίκα» μοιάζουν σχεδόν ειρωνικά κι ακόμα έχουμε δρόμο μέχρι το 2062. Οι Σικάγο Καμπς άφησαν την Μπενφίκα μόνη της, αλλά τουλάχιστον της έδειξαν ότι οι κατάρες μπορούν να σπάσουν.

Ο Ιρλανδός που έσωσε την Μπαρτσελόνα

  [5 Σχόλια]

1458224832_118107_1458229442_album_grande

Μπλέχτηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σκάνδαλα, έσωσε την Μπαρτσελόνα από τον αφανισμό, οδήγησε την Μπέτις στην κατάκτηση του μοναδικού της πρωταθλήματος, χάρισε στην πατρίδα του τον πρώτο της τίτλο.

Τον έλεγαν και Πάτρικ και Ο΄Κόνελ, πατρίδα του δεν μπορεί παρά να ήταν η Ιρλανδία. Μια Ιρλανδία πάμφτωχη, καθολική, με άσβεστο μίσος για τον Άγγλο δυνάστη. Έτσι, όταν το 1909, ο 22χρονος «Πάντι» άφησε τη Σέλτικ Μπέλφαστ για τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ και τις πέντε λίρες μηνιάτικο που του έταξαν, έγραψε στους γονείς του για να τους ζητήσει συγγνώμη: «Δεν είμαι προδότης. Αγόρασαν τον ποδοσφαιριστή, όχι τις πεποιθήσεις μου. Τους μισώ αλλά λατρεύω τα λεφτά τους».

Το 1914, κι ενώ κορυφώνονται οι αψιμαχίες γύρω από τη νομοθετική πράξη για τη μερική αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας, η ποδοσφαιρική της ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά τον τίτλο στο British Home Championship, το πρωτάθλημα των εθνοτήτων που συγκροτούσαν το Ηνωμένο Βασίλειο. Με σημερινούς όρους, κάτι σαν παγκόσμιο πρωτάθλημα, δηλαδή. Οι Ιρλανδοί παίζουν το τελευταίο τους ματς με τη Σκοτία στο Μπέλφαστ και δεν πρέπει να χάσουν. Παίζουν χωρίς τον καλύτερό τους παίκτη, ο τερματοφύλακάς τους σπάει την κλείδα του και μένουν με δέκα –μην πούμε με εννιά και κάτι, καθώς κι ο αρχηγός Ο΄Κόνελ σπάει το χέρι του αλλά αρνείται να βγει. Στο 70΄ η Σκοτία ανοίγει το σκορ, η υπόθεση μοιάζει χαμένη μέχρι που ο πονεμένος κι ηρωικός Πάντι δίνει την ασίστ και ο συμπαίκτης του Σαμ Γιανγκ ισοφαρίζει. Οι Ιρλανδοί στέφονται πρωταθλητές αφήνοντας πίσω τους Άγγλους, τους οποίους είχαν ήδη διαλύσει 3-0 στο Μίντλεσμπρο.

Το ίδιο καλοκαίρι, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα δώσει χίλιες λίρες για να τον αποκτήσει. Γρήγορα θα γίνει ο πρώτος Ιρλανδός αρχηγός της ομάδας, η οποία, βέβαια, δεν έχει ακόμη την αίγλη που γνωρίζουμε –για την ακρίβεια, τίποτε δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε. Τόσο, που όταν το 1915 η Γιουνάιτεντ κινδυνεύει με υποβιβασμό και παίζει με τη Λίβερπουλ, παίκτες των δυο ομάδων, μαζί με έναν ξέμπαρκο της Σίτι, στήνουν το αγώνα σε μια παμπ. Το 2-0 δίνει 7 προς 1 στους μπουκμέικερς: να μια ευκαιρία να βγει χαρτζιλίκι σε εποχές πολύ δύσκολες. Έχει αρχίσει ο πόλεμος, το πρωτάθλημα θα διακοπεί, οι περισσότεροι παίκτες θα φύγουν στο μέτωπο, μερικοί ίσως δεν ξαναπαίξουν ποτέ ούτε ποδόσφαιρο, ούτε στοίχημα.

PatrickOConnellManUtd1914

Η Λίβερπουλ τρώει ωραιότατα τα δυο γκολ αλλά το στήσιμο είναι τόσο φανερό που οι φίλαθλοι γιουχάρουν και οι παίκτες που δεν είναι στο κόλπο πλακώνονται με αυτούς που είναι. Σε κάποια φάση η Γιουνάιτεντ κερδίζει πέναλτι, και παραδόξως, καθώς δεν το συνηθίζει, αναλαμβάνει να το χτυπήσει ο Πάντι: στέλνει την μπάλα επιδεικτικά κόρνερ. Μετά το ματς θα αποκαλύψει το στήσιμο και θα κατονομάσει οχτώ ενόχους. Ένας από αυτούς θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δυο φορές, δεν θα πάψει να λέει ότι είναι αθώος κι ότι υπήρξε θύμα της εκδίκησης του Ιρλανδού, ένας άλλος θα σκοτωθεί στον πόλεμο, όλοι θα τιμωρηθούν με ισόβιο αποκλεισμό.

Μετά τον πόλεμο, ο Ο΄Κόνελ κι η βαριά φήμη που πια τον συνοδεύει περιπλανιούνται σε διάφορες ερασιτεχνικές ομάδες. Το 1922, κι ενώ στην Ιρλανδία ξεσπάει εμφύλιος, ο Πάντι εξαφανίζεται, αφήνοντας τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους. Σε λίγους μήνες, η ανήσυχη οικογένεια αρχίζει να παίρνει με το ταχυδρομείο μυστηριώδεις φακέλους με ισπανικές πεσέτες. Ο γιος του, Ντάνιελ, θα ξαναβρεί τα ίχνη του το 1955, ρωτώντας παίκτες της Εθνικής Ισπανίας που είχαν έρθει στο Δουβλίνο για φιλικό αν έχουν ακουστά έναν Ο΄Κόνελ –είχαν.

02941ea2-2f86-4c55-88c5-ca23d5f94781-bestSizeAvailable

Η δεύτερη ζωή του Πάντι αρχίζει, λοιπόν, στην Ισπανία, στη Ρασίγκ Σανταντέρ και κατόπιν στην Οβιέδο. Γίνεται προπονητής και μάλιστα πολύ καλός. Οι μέθοδοί του θεωρούνται επαναστατικές –δίδαξε, λέγεται, στους Ισπανούς το τεχνητό οφσάιντ σύμφωνα με τους τότε νέους κανονισμούς. Το 1931 κατεβαίνει στην Ανδαλουσία κι αναλαμβάνει την Μπέτις, την δεύτερη και περιφρονημένη ομάδα της Σεβίλλης. Ο Πάντι, που έχει γίνει πια «Δον Πατρίθιο», συναντά ξανά και τον έρωτα, στο πρόσωπο μιας Ιρλανδής, την οποία και παντρεύεται –το ότι ήταν ήδη παντρεμένος είναι λεπτομέρεια– αγαπιέται με πάθος από τους οπαδούς και τους παίκτες της Μπέτις κι αλλάζει την ιστορία της. Την επόμενη χρονιά την ανεβάζει στην πρώτη κατηγορία και το 1935, πράγμα ανήκουστο, την οδηγεί στο πρώτο και μοναδικό της πρωτάθλημα μπροστά από τη Ρεάλ Μαδρίτης –που τότε λέγεται απλώς Μαδρίτη, καθώς από το 1931 η χώρα είναι αβασίλευτη δημοκρατία. Όπλα της Μπέτις του Ο΄Κόνελ η σφιχτή άμυνα κι η ομαδικότητα. Στο τελευταίο ματς θέλει νίκη. Αντίπαλος η παλιά αγαπημένη Ρασίγκ Σανταντέρ. Ο θρύλος λέει ότι ο Δον Πατρίθιο συνάντησε τους παλιούς του παίκτες και τους είπε, εν ολίγοις, ότι δεν υπάρχει λόγος να παίξουν με πολύ πάθος. Οι της Ρασίγκ απάντησαν πως, ίσα ίσα, ο πρόεδρός τους τούς είχε τάξει πριμ νίκης χίλιες πεσέτες στον καθένα, καθώς ήταν οπαδός της Μαδρίτης. Όπως και να έχει, οι Σεβιλλιάνοι κερδίζουν 5-0.

Κάπου εδώ αρχίζει η επόμενη ζωή του Ιρλανδού. Αναλαμβάνει την Μπαρτσελόνα, την οποία οδηγεί το 1936 στον τελικό του Κυπέλλου. O περιπλανώμενος Ιρλανδός συναντά έναν ακόμη πόλεμο. Το καλοκαίρι του 1936 ξεσπάει ο Ισπανικός Εμφύλιος. Ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα και βουλευτής Τζουζέπ Σουνιόλ δολοφονείται από τους ανθρώπους του Φράνκο. Ο Δον Πατρίθιο βρίσκεται στην Ιρλανδία, αλλά δεν διστάζει να γυρίσει πίσω στην ταραγμένη Βαρκελώνη. Την επόμενη σεζόν η Μπαρτσελόνα κερδίζει τη Μεσογειακή Λίγκα, το πρωτάθλημα που οργάνωσαν οι ομάδες της ελεύθερης ζώνης –οι Καταλανοί ζητούν ακόμη την αναγνώριση του τίτλου από την ισπανική ομοσπονδία. Αντιμετωπίζει όμως ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα. Τον Απρίλιο του 1937, καταφτάνει μια πρόταση από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Ένας παλιός μπασκετμπολίστας της ομάδας, επιχειρηματίας πλέον στο Μεξικό, καλεί την Μπαρτσελόνα για μια σειρά φιλικών αγώνων. Ο Ο΄Κόνελ δέχεται αμέσως. Σε αυτό το ταξίδι βλέπει, όπως κι οι περισσότεροι παίκτες, μια λύση για τη σωτηρία της ομάδας αλλά και για τη δική τους επιβίωση. Αυτός είχε την ιδέα τα λεφτά της αμοιβής (15.000 δολλάρια) να κατατεθούν σε γαλλική τράπεζα ώστε να μην πέσουν ποτέ στα χέρια των ισπανικών αρχών. Κατάφερε να βγάλει από την κόλαση του εμφυλίου ακόμη και τον κηπουρό του γηπέδου, ο οποίος συνόδεψε την ομάδα ως μασέρ –«δεν είναι τίποτα δύσκολο, θα σου δείξω εγώ τι θα κάνεις».

Η τουρνέ στο Μεξικό λίγη σημασία έχει. Μια τοπική εφημερίδα έγραψε: «Ίσως η Μπαρτσελόνα να μην είναι η καλύτερη ισπανική ομάδα, από όσες όμως ομάδες ήρθαν στο Μεξικό είναι εκείνη που κέρδισε τους περισσότερους φίλους. Δεν παίζει μόνο ωραίο ποδόσφαιρο, αλλά έχει και παίκτες που συμπεριφέρονται σαν σωστοί τζέντλεμεν». Μετά το Μεξικό οι Καταλανοί τζέντλεμεν πηγαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο τέλος της τουρνέ, η οποία διήρκεσε όχι τρεις εβδομάδες όπως ήταν προγραμματισμένο αλλά τρεις μήνες, ελάχιστοι θα γυρίσουν πίσω. Οι περισσότεροι θα μείνουν στο Μεξικό, άλλοι θα πάνε στη Γαλλία. Η Μπαρτσελόνα όμως είχε σωθεί και ο προπονητής της θα μείνει στη μνήμη των φίλων της ως ο άνθρωπος που την έσωσε.

Ο Ο΄Κόνελ θα γυρίσει στην πατρίδα του. Μεταπολεμικά θα ξαναδουλέψει προπονητής στην Ισπανία χωρίς ποτέ να γνωρίσει τις επιτυχίες του παρελθόντος. Θα πεθάνει το 1959 στο Λονδίνο και θα θαφτεί ανώνυμος στο καθολικό κοιμητήριο του Κένσαλ Γκριν. Το 2015 η οικογένειά του οργάνωσε μια εκστρατεία ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την κατασκευή τάφου με το όνομά του. Ανάμεσα σε αυτούς που βοήθησαν βρίσκουμε τον Γιόχαν Κρόιφ, τον Μπόμπι Τσάρλτον, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, τον Πάολο Μαλντίνι, τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ, τον Κένι Νταλγκλίς, τον Λούις Φίγκο. Πορτρέτο του βρίσκεται στο Μουσείο της Μπαρτσελόνα και ένα μεγάλο γκράφιτι προς τιμήν του στο Μπέλφαστ. Όπως γράφει πλέον στον τάφο του: «Τον θυμούνται πολλοί στην Ιρλανδία, την Αγγλία, την Ισπανία». Και αλλού.

Patrick-OConnell-Mural-1_-Lewis

Ο Ντάνιελ Ο΄Κόνελ κατάφερε τελικά να συναντήσει τον εξαφανισμένο πατέρα του. Λέγεται η μόνη ερώτηση που του έκανε εκείνος ήταν: «Ντάνιελ, πες μου κάτι. Η Μάντσεστερ τι έκανε;». Ποιος ξέρει, ίσως να το είχε παίξει στο στοίχημα.

“Υπάρχει μόνο μια ομάδα στο Ταλίν”

  [Καθόλου σχόλια]

9 Οκτωβρίου 1996, ώρα 3 το μεσημέρι. Στο γήπεδο ‘Kadriorg’ στο Ταλίν της Εσθονίας το διαιτητικό τρίο και οι 11 παίκτες της εθνικής Σκωτίας βγαίνουν στον αγωνιστικό χώρο και παρατάσσονται μπροστά από τους φιλάθλους, όπως ορίζει το τελετουργικό της ΦΙΦΑ. Μετά τις καθιερωμένες χειραψίες ο διαιτητής ζητάει από τον αρχηγό των Σκωτσέζων, Τζον Κόλινς, να διαλέξει πλευρά στο κέρμα. Ο Κόλινς αποδεικνύεται σωστός κι έτσι η σέντρα δίνεται στους φιλοξενούμενους. Οι παίκτες της Σκωτίας παίρνουν κανονικά τις θέσεις τους, ο επιθετικός Μπίλι Ντοντς πασάρει στον Κόλινς, αυτός κάνει μισό μέτρο με τη μπάλα και τότε ακούγεται το σφύριγμα της λήξης!

Το πιο περίεργο παιχνίδι στην ιστορία των προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου, σε ευρωπαϊκό έδαφος τουλάχιστον (καθώς έχει ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο στον αγώνα Χιλή-ΕΣΣΔ το 1973), κράτησε δυο ολόκληρα δευτερόλεπτα. Ο λόγος; Απέναντι στους Σκωτσέζους δεν υπήρχαν αντίπαλοι! Η εθνική ομάδα της Εσθονίας, που θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται στην άλλη πλευρά του αγωνιστικού χώρου, δεν είχε πάει καν στο γήπεδο.

Όλα ξεκίνησαν το προηγούμενο απόγευμα όταν κατά τη διάρκεια της τελευταίας προπόνησης των Σκωτσέζων, ο προπονητής της ομάδας, Κρέγκ Μπράουν, διαμαρτυρήθηκε για τον ελλειπέστατο φωτισμό του μικρού και πανάρχαιου γηπέδου (που εκείνη τη χρονιά έκλεινε τα 70 και χωρούσε όλους κι όλους 5.000 θεατές), το οποίο χρησιμοποιούσε ως έδρα η Εσθονία. Η επίσημη διαμαρτυρία των Σκωτσέζων έφτασε στους ανθρώπους της ΦΙΦΑ, οι οποίοι μετά από μια ολονύχτια σύσκεψη αποφάσισαν την αλλαγή της ώρας διεξαγωγής, μεταφέροντας την από τις 18.45 στις 15.00. Και κάπου εδώ ξεκίνησε το μεγάλο μπάχαλο.

Οι Εσθονοί, που ενημερώθηκαν για την αλλαγή ώρας το πρωί του αγώνα (κατά τους ίδιους, “κάπου στις 11 το πρωί”!), αντέδρασαν φυσικά άμεσα. Τα προβλήματα που προέκυπταν από μια τέτοια αλλαγή της τελευταίας στιγμής ήταν αρκετά και μεγάλα. Το πρώτο (και μεγαλύτερο) ήταν πως κάποιοι από τους ημι-επαγγελματίες, τότε, παίκτες τους βρισκόταν ακόμα στη δουλειά ενώ οι υπόλοιποι ήταν συγκεντρωμένοι στο προπονητικό κέντρο της ομάδας που βρισκόταν 100 χιλιόμετρα μακριά από το Ταλίν. Το δεύτερο θέμα αφορούσε τους φιλάθλους που, επίσης, δεν θα μπορούσαν να παρευρεθούν, αφού η νέα ώρα ήταν απαγορευτική για κάθε εργαζόμενο. Το τρίτο και τελευταίο πρόβλημα ήταν οικονομικό, αφού το BBC, που είχε πάρει τα τηλεοπτικά δικαιώματα του αγώνα έναντι 50.000 λιρών, δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι θα καλύψει το ματς μεσημεριάτικα.

Μετά από μια γρήγορη σύσκεψη ο πρόεδρος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Εσθονίας ανακοίνωσε ότι η ομάδα του θα πάει στο γήπεδο κανονικά το απόγευμα για να παίξει στις 18.45, όπως ήταν προγραμματισμένο εξ αρχής. Έτσι, στις 3 το μεσημέρι ο Γιουγκοσλάβος διαιτητής σφύριξε μέσα σε 2 δευτερόλεπτα την έναρξη και τη λήξη, την ίδια ώρα που στις κερκίδες οι 800 Σκωτσέζοι εκδρομείς αντιμετώπιζαν με κλασικό βρετανικό χιούμορ την όλη κατάσταση, τραγουδώντας αρχικά “One team in Tallinn, there’s only one team in Tallinn” (ατάκα με την οποία έμεινε στην Ιστορία το παιχνίδι) και στη συνέχεια “Sing in the daylight, we only sing in the daylight”, για να κλείσουν το μενού των συνθημάτων με το πασίγνωστο κομμάτι των θεών Monty Python “Always look on the bright side of life”.

Η όλη “φάρσα”, όπως χαρακτηριστικά αποκαλούσαν την άβολη κατάσταση οι περισσότεροι εκ των πρωταγωνιστών στις δηλώσεις τους μετά, ολοκληρώθηκε νωρίς το απόγευμα όταν έφτασε στο γήπεδο η αποστολή των Εσθονών, η οποία φυσικά και δεν βρήκε κανέναν, αφού οι διαιτητές και οι φιλοξενούμενοι είχαν φύγει. “Πήγαμε αμέσως στο αεροδρόμιο και από εκεί, κλασικά, στο μπαρ για μερικές μπύρες. Πιθανόν να είχαμε ήδη βγει από τον εναέριο χώρο της Εσθονίας όταν πήγαν αυτοί στο γήπεδο” θυμάται ο παλαίμαχος παίκτης της Τσέλσι και της Σέλτικ, Κρέγκ Μπέρλει.

Σε αντίθεση πάντως με αυτό που περίμεναν οι Σκωτσέζοι, το παιχνίδι δεν κατοχυρώθηκε υπέρ τους. Ένα μήνα μετά η ΦΙΦΑ αποδέχθηκε τις ενστάσεις των Εσθονών και αποφάσισε ότι το ματς πρέπει να επαναληφθεί σε ουδέτερο έδαφος με τους ίδιους διαιτητές. Αυτό έγινε αρκετούς μήνες αργότερα, τον Φλεβάρη του 1997, στο Σταντ Λουί Β’ στο Μονακό. Οι δυο ομάδες αυτή τη φορά παρατάχθηκαν κανονικά και το παιχνίδι έληξε με ένα ξενέρωτο 0-0.

Εντελώς συμπτωματικά, είκοσι ακριβώς χρόνια μετά από εκείνο το θρυλικό πλέον παιχνίδι που δεν έγινε ποτέ, το Ταλίν επισκέπτεται η δικιά μας εθνική ομάδα, που επίσης θα αντιμετωπίσει τους Εσθονούς στα πλαίσια της 3ης αγωνιστικής των προκριματικών ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Όμως κάπου εδώ σταματάνε οι ομοιότητες. Η εθνική Εσθονίας έχει μετακομίσει από το 2002 στο μεγαλύτερο (καλά, μην φαντάζεστε και κανένα εσθονικό ‘Γουέμπλει’, 10.000 με το ζόρι χωράει) και σύγχρονο ‘A. Le Coq Arena’, του οποίου ο φωτισμός είναι σίγουρα αρκετός ώστε να μη ζήσουμε απόψε το βράδυ μια ακόμα γραφική σκηνή, σαν κι αυτή που έζησαν και σίγουρα θα διηγούνται στις σκωτσέζικες παμπ μέχρι τα βαθιά γεράματα τους όσοι βρέθηκαν στο γήπεδο τη μέρα που η Σκωτία βγήκε στον αγωνιστικό χώρο για να παίξει μόνη της. (Και τελικά κατάφερε να μην κερδίσει!)

Η ματωμένη φανέλα του Τέρι Μπούτσερ

  [2 Σχόλια]

Σάββατο. Μπάλα. Εθνική Αγγλίας. Το Γουέμπλει μαζεύει κόσμο, οι παμπ γεμίζουν για μια γρήγορη μπύρα πριν το ματς. Τα όνειρα και τα στατιστικά συνοδεύουν τους Άγγλους προς τις καρέκλες και την πορεία προς την κορυφή του κόσμου. Σίγουρα θα έχουν βρει κάποιο σημάδι, κάποια σύμπτωση που τους κάνει βέβαιους ότι το επόμενο Μουντιάλ είναι δικό τους. Ένας επαναλαμβανόμενος κύκλος αισιοδοξίας, προσμονής, αποτυχίας, απογοήτευσης, νέας αρχής. Θαρρείς κι αν αυτή η διεργασία σταματήσει, θα σταματήσει κι η Γη να γυρίζει. Η Αγγλία ψάχνει για προπονητή, ο μπιγκ Σαμ με το τεράστιο πρόσωπο και τους πονεμένους του γομφίους από το συνεχές μάσημα τσίχλας αποτελεί παρελθόν. Έφυγε χωρίς να δεχτεί γκολ και μία νίκη σε ένα ματς, ποιος να τον ξεπεράσει;

Η μπύρα ρέει πριν τον αγώνα, οι Άγγλοι στοιχηματίζουν τους σκόρερς, άλλωστε πιστεύουν ότι θα είναι πολλοί απέναντι στην Μάλτα, κράζουν όμως και τον κακομοίρη τον Σάουθγκέιτ για τις επιλογές του. Μια παρέα περιμένει στην ουρά για να μπει στο γήπεδο. «Δεν έχουμε φορ» λέει ο ένας, «δεν έχουμε τέρμα» λέει ο άλλος. «Δεν έχουμε ομάδα. Θυμάστε παλιά;» λέει ο τρίτος. «Τι παλιά; Εσύ πρόλαβες οριακά το Μουντιάλ του 1986» του απαντάει ένας τέταρτος. «Ε και; Ομαδάρα είχαμε τότε, φτάσαμε και στα ημιτελικά το 1990» επανέρχεται ο τρίτος. Ασυναίσθητα, όλοι στρέφονται στον γηραιότερο για την άποψή του, τον σέβονται γιατί ήταν μέσα στον τελικό του 1966, στην κατάκτηση του Μουντιάλ. Μόνο η γυναίκα του ξέρει ότι δεν είναι αλήθεια, δεν το λέει όμως ούτε στις φιλενάδες της στο κομμωτήριο. Μια ιστορία που έφτιαξε ο ίδιος, αλλά με τα χρόνια έγινε σημαντική. Είναι το παράσημό του, το γεγονός ότι λέει πως είδε από κοντά τον Μπόμπι Μουρ τον κάνει αυθεντία σε κάθε συζήτηση. Έχει πει τόσες φορές την ιστορία για το πώς πιτσιρικάς μπήκε στο Γουέμπλει στον τελικό, που πλέον το πιστεύει κι ο ίδιος. «Τότε μάτωναν οι παίκτες τη φανέλα» λέει λακωνικά.

Όλοι αμέσως σκέφτονται ένα όνομα. Τέρι Μπούτσερ. Ίσως το πιο ταιριαστό όνομα για σέντερ μπακ να σε λένε χασάπη. Ο Μπούτσερ δεν ήταν απλά ένας δυναμικός κεντρικός αμυντικός, ήταν η επιτομή του Άγγλου παίκτη που διαβάζαμε μικροί στα κόμικς. Το στερεότυπο του «παλικαριού» που θα τα δώσει όλα. Έκανε μια μεγάλη καριέρα (κυρίως στην Ίπσουιτς με την οποία κατέκτησε και ένα ΟΥΕΦΑ) και έφτασε να γίνει μέχρι κι αρχηγός στην εθνική της Αγγλίας. Ένας τύπος με ωραίο χιούμορ, ποδοσφαιριστής μιας παντελώς διαφορετικής εποχής. Η μοίρα τον έφερε να μείνει γνωστός για μια φωτογραφία από ένα συγκεκριμένο ματς.

Ήταν Σεπτέμβριος του 1989 όταν η Αγγλία αντιμετώπιζε τη Σουηδία στο Ρασούντα της Στοκχόλμης σε μία από τις 7 φορές που ο Μπούτσερ φόρεσε το περιβραχιόνιο της ομάδας (σε 77 εμφανίσεις). Τα «Τρία Λιοντάρια» έχοντας κερδίσει την Πολωνία είχαν σε μεγάλο βαθμό εξασφαλίσει την πρόκριση στο Μουντιάλ της Ιταλίας και ήθελαν μια ισοπαλία. Το ματς θα είχε ξεχαστεί από όλους, αν σε μια διεκδίκηση της μπάλας ο Μπούτσερ δεν χτυπούσε το κεφάλι του άσχημα με έναν αντίπαλο. Γέμισε αίματα και χρειάστηκαν εφτά ράμματα αρχικά και άλλα δύο αργότερα για να μπορέσει να συνεχίσει. Τότε το ποδόσφαιρο ήταν διαφορετικό. Δεν είχαμε τόσες διακοπές, ούτε ήταν υποχρεωμένοι οι παίκτες να αλλάξουν φανέλες αν μάτωναν. Στην περίπτωση του Τέρι Μπούτσερ η εντολή δεν θα ήταν «Σήκω και πάτα το» μια που δεν χτύπησε στο πόδι, αλλά σίγουρα κάτι σε στιλ «Μπες και πάρε όλες τις κεφαλιές»..

Ο Μπούτσερ (που σήμερα λογικά θα βλέπει τον Κιελίνι με μπανταρισμένη την μουτσούνα του και θα κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του) μπήκε μέσα και συνέχισε να πηδάει σαν το κατσίκι σε κάθε φάση, λες και το έκανε επίτηδες. Και σε κάθε φάση που έπαιρνε κεφαλιά, άνοιγει ξανά το κεφάλι του. «Είχαν γεμίσει όλοι οι παίκτες με τα αίματά μου, είχε γεμίσει κι η μπάλα με το αίμα μου«. Αλλά ο Μπούτσερ εκεί, να δίνει μάχες με τον Τζόνι Έκστρομ και τους υπόλοιπους Σουηδούς. Η Αγγλία τελικά κράτησε το 0-0 και πήρε την πρόκριση για το Μουντιάλ του 1990 κι ο Μπούτσερ έγινε εθνικός ήρωας με τις αγγλικές εφημερίδες (γνωστές για την ψυχραιμία τους στο ποδόσφαιρο) να παροτρύνουν να του απονεμηθεί μετάλλιο ανδρείας και τις φωτογραφίες του σαν χαρακτήρας σπλάτερ ταινίας του Τζορτζ Ρομέρο να φιγουράρουν στα πρωτοσέλιδα. Αίματα στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στη φανέλα, παντού. Είναι απορίας άξιο πώς δεν λιποθύμησε

terrybutcher_Το αίμα, το γουρλωμένο μάτι, εξώφυλλο από ταινία θρίλερ

«Δεν θα έβγαινα ποτέ, ο Μπόμπι Ρόμπσον το ήξερε. Θα τον σκότωνα αν με έβγαζε αλλαγή. Ήμουν πάντως πολύ παραπάνω σαν παίκτης από μία ματωμένη φανέλα» δήλωνε χρόνια αργότερα. «Θα μπορούσε όμως να είναι χειρότερα τα πράγματα, να έχω μείνει στην ιστορία σε εκείνη τη φωτογραφία με τον απατεώνα και το χέρι του» συμπληρώνει σε άλλη συνέντευξη. Ο Μπούτσερ δεν ξεπέρασε ποτέ το «χέρι του Θεού» και τον Μαραντόνα τον οποίο δεν ψήφισε στην 11αδα του με τους καλύτερους όλων των εποχών.  23 χρόνια μετά δήλωνε ότι συνεχίζει «να τον μισεί με πάθος». «Πιο πολύ με πείραξε το δεύτερο γκολ. Μας πέρασε όλους από μία φορά, αλλά εμένα φαίνεται σαν να με πέρασε ο κοντός μπάσταρδος δύο φορές».

Όπως συμβαίνει σε οποιαδήποτε ποδοσφαιρική χώρα του κόσμου, μετά τις αποτυχίες των εθνικών οι δημοσιογράφοι ψάχνουν τους παλαίμαχους. Έτσι και τον Μπούτσερ μετά το Euro που μας πέρασε και το κάζο της Αγγλίας. Εμφανίστηκε μετά από κάποιες μέρες. «Είχα κλείσει το τηλέφωνο μου, θρηνούσα. Κυκλοφορούσα με μαύρο πένθος στο χέρι μου. Είναι η χειρότερη Αγγλία που έχω δει ποτέ και αν ήμουν παίκτης της θα ντρεπόμουν και θα ζητούσα συγγνώμη. Δεν υπάρχουν ηγέτες, δεν υπάρχουν προσωπικότητες. Μόνο ο Ρούνεϊ και ο Χαρτ. Ντρέπομαι, αλλά παραδέχομαι ότι χώρες όπως η Ιταλία είναι πλέον πιο δυνατές τόσο σωματικά, όσο και ψυχικά από εμάς. Στα χρόνια μου δεν γινόταν«. Ο Μπούτσερ (μικρός όντως δούλεψε και σε χασάπικο) που ακούει AC/DC και Iron Maiden και όχι «από αυτές τις μοντέρνες αηδίες» όπως λέει, δεν μπορεί να ανεχτεί την έλλειψη ψυχής που θεωρεί ότι οι σημερινοί Άγγλοι έχουν.

Wembley_England_fans

«Ναι, την μάτωναν. Δεν έχουμε Τέρι Μπούτσερ πια» λέει ένας από την παρέα του Γουέμπλει.  Οι σκέψεις όλων πίσω στο 1989-90. Τότε που ο Λίνεκερ σκόραρε 24 φορές και έβγαινε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα κι η Λίβερπουλ κατακτούσε το τελευταίο της πρωτάθλημα. Επιτέλους η παρέα φτάνει στις θέσεις της για το ματς. Βλέπουν τους παίκτες να πατάνε χορτάρι και αμέσως ξεχνούν τα παλιά, Ένας ακόμα κύκλος της εθνικής Αγγλίας ξεκινάει κι αυτή τη φορά είναι η σειρά τους, είναι σίγουρο.

Η χαμένη γενιά οπαδών

  [Καθόλου σχόλια]

aik-mascots

Όπως σε όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, έτσι και στο ποδόσφαιρο υπάρχει ένας αέναος κύκλος των γενιών. Το βλέπεις στο γήπεδο, όταν ο πιτσιρικάς είναι όρθιος και ο μεγαλύτερος από πίσω του δεν βλέπει, λέγοντας ότι αυτός «ταξιδεύει παντού» και πιστεύοντας ότι είναι πιο καλός οπαδός της ομάδας του. Όταν κάποτε μεγαλώσει, θα είναι αυτός ο γηραιότερος που θα απαντήσει στον επόμενο πιτσιρικά «όταν εγώ έβλεπα την μεγάλη ομάδα του τότε, εσύ δεν είχες γεννηθεί». Τα χρόνια περνούν, εμείς μεγαλώνουμε, οι ομάδες όμως είναι εκεί. Και φυσικά δεν σημαίνει ότι όσο μεγαλώνεις, αγαπάς λιγότερο την ομάδα σου ή χαίρεσαι λιγότερο γι’ αυτή. Αν δεν το πιστεύετε, θυμηθείτε αυτό το βίντεο από την Μάλαγα ή ακόμα πιο πρόσφατα αυτή την αγκαλιά στο Ελ Σιλίντρο.

Η ΑΪΚ στη Στοκχόλμη αποφάσισε φέτος να τιμήσει τους ηλικιωμένους φιλάθλους της για να συνδέσει με την ομάδα μια ολόκληρη «γενιά χαμένων οπαδών». Κάνει εκπτώσεις στα εισιτήριά τους, βάζει λεωφορεία που τους μεταφέρουν από τους οίκους ευγηρίας στο γήπεδο και χθες έκανε αυτό: Βρήκε τα γηραιότερα μέλη του συλλόγου και πριν το ματς με την Γκέφλε αποφάσισε να τους δώσει τη χαρά να πατήσουν χορτάρι, να αντικαταστήσουν τα πιτσιρίκια που βγαίνουν με τους παίκτες πριν την έναρξη του αγώνα. Πιθανότατα να ήταν η πιο αργή έξοδος ομάδων στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Με πρώτο τον 86χρονο πρώην πρόεδρο της ΟΥΕΦΑ Λέναρντ Γιόχανσον, το παρεάκι των ηλικιωμένων βγήκε υποβασταζόμενο από τους ποδοσφαιριστές για να αποθεωθεί από τους θεατές στις εξέδρες. Σύμφωνα με τη διοίκηση της ομάδας, η ΑΪΚ έχει την πιο καλή οικογενειακή εξέδρα στη χώρα, αλλά οι ιθύνοντες ένιωθαν ότι κάτι έλειπε. «Η οικογένεια συμπεριλαμβάνει τόσο τους νέους, όσο και τους μεγαλύτερους. Προσκαλώντας τους ηλικιωμένους συμπληρώσαμε τις οικογένειες» δήλωσε ένας από τους υπεύθυνους της ιδέας.

Να τιμάς το παρελθόν

  [Καθόλου σχόλια]

kurt-landauer-stadion-choreographie-RP0bx6WCYef

Κάθε σύλλογος καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το παρελθόν του και όσα έχει καταφέρει. Υπάρχουν πάντα όμως άνθρωποι που για διάφορους λόγους ξεφεύγουν της δημοσιότητας που τους αξίζει. Παρ’ ότι η νεότερη ιστορία της Μπάγερν Μονάχου είναι αρκετή γνωστή, δεν συμβαίνει το ίδιο για την παλιότερη μια που η ομάδα της Βαυαρίας δεν κατακτούσε τίτλους με την συχνότητα που το κάνει από το 1970 και μετά. Κι όμως, υπάρχει μια μορφή που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξη του συλλόγου, με μια ζωή σαν μυθιστόρημα που οι περισσότεροι αγνοούν.

Η Μπάγερν ήταν μια ομάδα που είχε εβραϊκή παρουσία στα πρώτα χρόνια της. Ανάμεσα στα 17 ιδρυτικά μέλη της, 2 ήταν Εβραίοι, ενώ και αρκετοί της παίκτες τα πρώτα χρόνια ήταν εβραϊκής καταγωγής. Μεταξύ αυτών και ο Κουρτ Λαντάουερ γιος οικογένειας εμπόρων που έγινε παίκτης της ομάδας του 1901. Ο Λαντάουερ εξελέγη πρόεδρος της Μπάγερν το 1913 λίγο πριν φύγει για να πολεμήσει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου και παρασημοφορήθηκε. Επιστρέφοντας το 1919 ανέλαβε και πάλι χρέη προέδρου στον σύλλογο βάζοντάς τον στις σωστές βάσεις. Είχε καταλάβει έγκαιρα ότι το ποδόσφαιρο έμπαινε σε φάση επαγγελματισμού και έτσι άρχισε να οργανώνει και την Μπάγερν.  Οι Βαυαροί έπαιζαν συχνά φιλικά με ομάδες από την Ελβετία αλλά και την Ουγγαρία και την Αυστρία, ώστε να αφομοιώσουν στοιχεία στο παιχνίδι τους από ανώτερες ποδοσφαιρικά χώρες. Ο Λαντάουερ βελτίωσε τα οικονομικά της ομάδας, στελέχωσε σωστά τη διοίκηση, έδωσε μεγάλη σημασία στις προπονήσεις και ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε το σύστημα των ακαδημιών, αναγνωρίζοντας την αξία της δημιουργίας νέων παικτών.

fc-bayern

Οι κόποι του έφεραν αποτελέσματα και στις 24 Απριλίου του 1932 η Μπάγερν κέρδισε την Άιντραχτ Φρανκφούρτης κατακτώντας το πρώτο της εθνικό πρωτάθλημα Γερμανίας, μια τεράστια επιτυχία για την ομάδα. Τα πράγματα όμως δεν είχαν την ανάλογη συνέχεια. Η άνοδος του εθνικοσοσιαλισμού και η ανακήρυξη του Αδόλφου Χίτλερ σε καγκελάριο της Γερμανίας το 1933 είχαν άμεσο αντίκτυπο και στο ποδόσφαιρο. Η Μπάγερν, που ήταν ομάδα κυρίως της ανώτερης τάξης, στοχοποιήθηκε ως «εβραϊκή ομάδα», σε αντίθεση με την Μόναχο 1860 που την υποστήριζαν κυρίως εργάτες και οι Ναζί θεώρησαν ότι οι μισθοί στους ποδοσφαιριστές ήταν ένα εβραϊκό τέχνασμα. Η «υπεράσπιση» του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου άλλωστε χρησιμοποιήθηκε και από άλλα καθεστώτα που ήθελαν να ελέγχουν το άθλημα, όπως είδαμε στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης. Η αγάπη του Λαντάουερ για το «ξένο» ποδόσφαιρο, ήταν επίσης κάτι που δεν ταίριαζε στη ναζιστική φιλοσοφία της Άριας Φυλής. Ο Λαντάουερ λόγω της εβραϊκής του καταγωγής αναγκάστηκε να παραιτηθεί από πρόεδρος της αγαπημένης του ομάδας. Μαζί του έφυγε κι ο Ρίχαρντ Κον, ο εβραϊκής καταγωγής Αυστριακός προπονητής της Μπάγερν. Ο Κον συνέχισε την καριέρα του στην Μπαρσελόνα και την Φέγενορντ. Ο Λαντάουερ επέλεξε να μείνει στο αγαπημένο του Μόναχο.

Πέντε χρόνια αργότερα, το καθεστώς συνέλαβε τον Λαντάουερ κατά την περιβόητη Νύχτα των Κρυστάλλων. Στάλθηκε στο Νταχάου, αλλά γλίτωσε εξαιτίας της υπηρεσίας του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αφέθηκε. Οι τρεις αδερφοί του και η αδερφή του δεν είχαν την ίδια τύχη και έχασαν τις ζωές τους. Ο Λαντάουερ αναγκαστικά έφυγε και βρήκε στέγη στην Ελβετία. Κατά τα χρόνια αυτά, σε αρκετές περιπτώσεις παίκτες και άνθρωποι της Μπάγερν ήρθαν σε κόντρα με το ναζιστικό καθεστώς. Η μεγαλύτερη όμως κίνηση θάρρους έγινε το 1943. Η Μπάγερν ταξίδεψε στην Ελβετία για ένα φιλικό με την εθνική ομάδα της χώρας. Στις εξέδρες ήταν ο Λαντάουερ που δεν μπορούσε να χάσει την ευκαιρία να δει από κοντά την ομάδα του. Φυσικά μαζί με την ομάδα είχαν ταξιδέψει και άνθρωποι της Γκεστάπο. Αυτό δεν πτόησε τους ποδοσφαιριστές της ομάδας που σε μια κίνηση με μεγάλη σημασία πήγαν και χαιρέτισαν τον παλιό τους πρόεδρο στις εξέδρες, αψηφώντας τις επιπτώσεις της κίνησής τους.

Μετά τον πόλεμο, οι περισσότεροι Εβραίοι της Γερμανίας από αυτούς που κατάφεραν να γλιτώσουν τις θηριωδίες των Ναζί έμειναν σε άλλες χώρες. Ο Λαντάουερ όμως επέστρεψε στο Μόναχο και μαζί και στην προεδρία της Μπάγερν όπου έμεινε για άλλα τέσσερα χρόνια μέχρι να χάσει τις εκλογές το 1951, κατέχοντας μέχρι και σήμερα το ρεκόρ του μακροβιότερου προέδρου του συλλόγου. Πέθανε δέκα χρόνια αργότερα, προλαβαίνοντας να δει την άριστα οργανωμένη Μπάγερν που είχε φτιάξει, χρεωμένη να υποβιβάζεται από την πρώτη κατηγορία. Η Μπάγερν σιγά σιγά ξαναβρήκε τον δρόμο της, έγινε η πιο πετυχημένη ομάδα στην Γερμανία βασιζόμενη αρκετά στο οικονομικό μοντέλο του Λαντάουερ, αλλά το όνομά του δεν ακουγόταν πουθενά. Δεν τον μάθαμε όπως π.χ. τον Σαντιάγο Μπερναμπέου, δεν φιγούραρε με άλλους θρύλους του συλλόγου.

Το Family Guy στο Μόναχο

Για τον σκηνοθέτη Μίχαελ Φερφχόφεν που ήταν και παίκτης της Μπάγερν κατά την τελευταία θητεία του Λαντάουερ και έχει γυρίσει αρκετά ντοκιμαντέρ για τον ναζισμό αυτό έχει εξήγηση. «Το ποδόσφαιρο δεν είχε ιδιαίτερο στάτους στην μεταπολεμική Γερμανία με εξαίρεση κάποιους φανατικούς. Σε αντίθεση με την κοιλάδα του Ρουρ, στη Βαυαρία το ποδόσφαιρο δεν ήταν συνυφασμένο με την κοινωνία«.  Δυστυχώς όμως είναι μάλλον μια ωραιοποίηση της πραγματικότητας για την μεταπολεμική Γερμανία και την αντιμετώπιση των όσων έγιναν. Η Μπάγερν έκανε μερικές γενικές αναφορές σε «πολιτικά γεγονότα» που έφεραν τον Λαντάουερ μακριά από την ομάδα, ενώ για άλλους ο τονισμός της εβραϊκής ιστορίας του συλλόγου θα είχε αρνητικό αντίκτυπο. Όλα αυτά μέσα στο πλαίσιο της αμηχανίας που κινούταν η γερμανική κοινωνία για πολλά χρόνια μεταξύ της σιωπής και της συλλογικής ντροπής.

Το τρέιλερ της ταινίας για τον Λαντάουερ (φαίνεται αρκετά κλισεδιάρικη)

Ευτυχώς όμως, φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια αυτά ξεπερνιούνται και ειδικά στην περίπτωση του Λαντάουερ, υπάρχει πλέον αναγνώριση για το πόσο σημαντικός ήταν για τον σύλλογο. Ο Ρουμενίγκε δήλωσε ότι ο Λαντάουερ είναι ο πατέρας της σύγχρονης Μπάγερν, ο Φίλιπ Λαμ είπε ότι η ιστορία του είναι συναρπαστική, ενώ η Μπάγερν έκανε δωρεά στην ερασιτεχνική ομάδα Μακάμπι Μονάχου ώστε να φτιάξει το γήπεδό της με το όνομα του Λαντάουερ και τον τίμησε κάνοντάς τον έναν από τους μόλις τρεις επίτιμους προέδρους στην ιστορία του συλλόγου. Η φωτογραφία του πλέον υπάρχει στο μουσείο της ομάδας στο Αλιάνζ Αρένα. Παράλληλα, γράφτηκε βιβλίο για τη ζωή του, ενώ γυρίστηκε και μια ταινία που προβλήθηκε στο γερμανικό κανάλι ARD. Κυρίως όμως, ο Λαντάουερ επέστρεψε στο γήπεδο χάρη στην κίνηση των φανατικών οπαδών της Μπάγερν με το όνομα Schickeria που το 2014 τον τίμησαν με εντυπωσιακό κορεό.

Η κίνηση αυτή βραβεύτηκε με το βραβείο «Τζούλιους Χιρς» που δίνεται από την γερμανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου σε περιπτώσεις ανθρώπων ή ομάδων που κάνουν ενέργειες που στηρίζουν την ελευθερία και την ανεκτικότητα. Ο Χιρς ήταν μια παρόμοια περίπτωση με αυτή του Λαντάουερ. Ένας υπέροχος αριστερός εξτρέμ, ο πρώτος Εβραίος που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της εθνικής Γερμανίας, πολέμησε στον Α’ Παγκόσμιο και παρασημοφορήθηκε, αναγκάστηκε να παρατήσει την αγαπημένη του Καρλσρούη εξαιτίας της καταγωγής του και τελικά σκοτώθηκε από τους Ναζί στο Άουζβιτς. Το ποδόσφαιρο πρέπει να τους θυμάται και να τους τιμά, ώστε να περνάει τα δικά του μηνύματα για την ανοχή στον ρατσισμό, ειδικά σε δύσκολους καιρούς όπως τώρα.

“Κόσμε, από εδώ το Γιβραλτάρ. Γιβραλτάρ, από εδώ ο κόσμος”

  [1 Σχόλιο]

Το πρωί της Κυριακής στην πόλη Φάρο της Πορτογαλίας οι παίκτες της εθνικής Ελλάδας συμμετείχαν σε 40λεπτο πρόγραμμα αποφόρτισης και πρόληψης με ασκήσεις κινητικότητας, ισορροπίας και διατάσεις. Την προηγούμενη μέρα ένα βίντεο που κυκλοφόρησε στο επίσημο κανάλι της ομάδας στο youtube τους έδειχνε να χαζολογούν και να παίζουν με τα κινητά τους στην αίθουσα αναμονής του ξενοδοχείου, περιμένοντας την προβολή κάποιου βίντεο τακτικής. Πιθανόν θα μοιραζόταν μεταξύ τους εικόνες και εμπειρίες από τα διάφορα μέρη της Ευρώπης στα οποία αγωνίζονται αρκετοί εξ αυτών τη φετινή περίοδο.

Σε μια άλλη προπόνηση εθνικής ομάδας που προετοιμάζεται επίσης για έναν αγώνα προκριματικών του Μουντιάλ τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Στην εθνική ομάδα του Γιβραλτάρ οι ξενιτεμένοι είναι απειροελάχιστοι (για την ακρίβεια είναι τρεις και παίζουν όλοι σε μικρές κατηγορίες στην Αγγλία), οπότε οι συζητήσεις είναι τελείως διαφορετικές. Οι παίκτες δεν γνωρίζονται απλά λόγω των αγώνων που έχουν δώσει με την εθνική, γνωρίζονται σχεδόν μια ολόκληρη ζωή. Οι περισσότεροι εξ αυτών άλλωστε αγωνίζονται στην ίδια ομάδα, την μόνιμη πρωταθλήτρια του Γιβραλτάρ Λίνκολν Ρεντ Ιμπς. “Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλος στη ΦΙΦΑ σαν εμάς” λέει ο αρχηγός Ρόι Τσιπολίνα. “Ουσιαστικά είμαστε σαν οικογένεια, καθώς το Γιβραλτάρ είναι τόσο μικρή κοινωνία που έχει μόνο ένα λύκειο. Όλοι στην ηλικία μου κάνουμε παρέα από μικροί, πηγαίναμε στην ίδια ντίσκο, κάναμε βόλτα στην ίδια παραλία. Κάποιοι από εμάς παίζουμε στην ίδια ομάδα από τότε που ήμασταν 6 χρονών”.

Στη συγκεκριμένη ομάδα πάντως, ο όρος “οικογένεια” δεν χρησιμοποιείται μόνο μεταφορικά. Στην βασική 11αδα του Γιβραλτάρ υπάρχουν συνήθως 5 συγγενείς! Τα τρία αδέρφια Κασκιάρο και οι δυο Τσιπολίνα (ο αρχηγός Ρόι και ο αριστερός μπακ Τζόσεφ), οι οποίοι είναι μακρινά ξαδέρφια. Ο μικρότερος των αδερφών Κασκιάρο, Κάιλ, που συνήθως παίζει στην επίθεση ή σαν εξτρέμ, συγκεντρώνει πάνω του όλα τα περίεργα χαρακτηριστικά αυτής της πολύ ιδιαίτερης ομάδας. Παίζει στα προκριματικά ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου, αρκετές φορές απέναντι σε παίκτες παγκόσμιας κλάσης και φήμης, μαζί με τα δυο αδέρφια του και ταυτόχρονα δουλεύει!


Ο Κάιλ Κασκιάρο, ναυτιλιακός πράκτορας/ποδοσφαιριστής

Για την ακρίβεια, πρώτα δουλεύει και μετά παίζει μπάλα. “Το ποδόσφαιρο είναι μια έξτρα δουλειά για εμάς. Πολλές φορές πας στην προπόνηση και είσαι κουρασμένος γιατί η δουλειά σου είναι εννοείται η προτεραιότητα σου” λέει ο αδερφός του, Λι, που δουλεύει ως αστυνομικός, και ο Κάιλ το επιβεβαιώνει στο έπακρο, αφού ουκ ολίγες φορές αναγκάστηκε να φύγει από το γραφείο στο οποίο δουλεύει ως ναυτιλιακός πράκτορας νωρίτερα για να προλάβει μια προπόνηση. Ακόμα και εκεί όμως η δουλειά δεν περνάει σε δεύτερη μοίρα! “Ακούγεται αστείο αλλά πολλές φορές στην προπόνηση κρατάω στο χέρι μου το κινητό ενώ τρέχω. Αν δεχτώ μια κλήση πρέπει να απαντήσω οπωσδήποτε, γιατί μπορεί κάποιο από τα πλοία μου εκείνη την ώρα να φτάνει στο λιμάνι”.

Στην αποστολή της ομάδας για το σπουδαίο παιχνίδι με την Ελλάδα υπάρχουν όλοι κι όλοι τρεις επαγγελματίες. Οι υπόλοιποι απλά στριμώχνουν τη μπάλα ανάμεσα στο καθημερινό τους πρόγραμμα, ποντάροντας πολλές φορές στη βοήθεια των συναδέλφων που καλύπτουν τα νώτα τους. Κάποιοι είναι αστυνομικοί, ο τερματοφύλακας είναι πυροσβέστης, υπάρχει ένας αποθηκάριος, ένας ηλεκτρολόγος, ένας διοικητικός υπάλληλος. Υπάρχουν ακόμα και παίκτες που κάποιες φορές είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν μέχρι και λίγες ώρες πριν τη σέντρα ενός ματς, όπως έγινε στην πρόσφατη νίκη-σοκ της Λίνκολν εναντίον της Σέλτικ για τα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ. “Κάποιοι από την ομάδα δούλευαν ως τις 3.30 το μεσημέρι, πριν πάμε να παίξουμε το ματς με τη Σέλτικ το απόγευμα”.

Η έλλειψη επαγγελματιών παικτών είναι απόλυτα φυσιολογική. Μέχρι πριν 3 χρόνια το ποδόσφαιρο του μικροσκοπικού Γιβραλτάρ των 30.000 κατοίκων ήταν αποκομμένο ποδοσφαιρικά από όλο τον υπόλοιπο πλανήτη, παρά το γεγονός ότι η ομοσπονδία της χώρας είναι από τις παλιότερες στον κόσμο (χαρακτηριστικό είναι ότι ιδρύθηκε 31 χρόνια πριν από την ΕΠΟ)! Μοναδική εξαίρεση ήταν μερικά σκόρπια φιλικά, μεταξύ των οποίων και ένα ιστορικό 2-2 με τη Ρεάλ Μαδρίτης το μακρινό 1949, και κάποια ανεπίσημα και παντελώς άγνωστα τουρνουά, όπως τo ‘Island Games’, το οποίο μάλιστα και κατέκτησαν το 2007 στη Ρόδο, νικώντας στον τελικό την ομάδα της Ρόδου με 4-0.

Μετά από πιέσεις και προσπάθειες που κράτησαν σχεδόν 14 χρόνια όμως η UEFA αναγκάστηκε να παραβλέψει τις απειλές της Ισπανίας πως θα αποχωρήσει αν αναγνωριστεί επίσημα ως μέλος το Γιβραλτάρ και έτσι από το 2013 οι λιγοστοί άνθρωποι που ζούνε κάτω από το φημισμένο ‘Βράχο’ εκπροσωπούνται κανονικά στην UEFA και από φέτος και στη FIFA. Όπως είναι φυσικό οι επιτυχίες στα τρία αυτά χρόνια είναι ελάχιστες (μια φιλική νίκη επί της Μάλτας με 1-0 το 2014 και 3 ισοπαλίες σε 19 παιχνίδια) αλλά αυτό δεν πτοεί κανέναν. Ούτε καν τους παίκτες της Λίνκολν Ρεντ Ιμπς που βιώνουν την απόλυτη ποδοσφαιρική αντίθεση, αφού στο πρωτάθλημα των 10 ομάδων του Γιβραλτάρ χάνουν σπάνια και στους αγώνες με την εθνική αρκετές φορές το κοντέρ ξεπερνάει τα 6 γκολ παθητικό.


Ο περίφημος ‘Βράχος’ του Γιβραλτάρ

O σημερινός αγώνας με την εθνική μας ομάδα, που θα διεξαχθεί στη γειτονική Πορτογαλία, καθώς το γήπεδο του Γιβραλτάρ δεν έχει πάρει έγκριση, θα είναι το πρώτο επίσημο παιχνίδι της ομάδας σε διοργάνωση της FIFA. “Πηγαίνουμε σε κάθε ματς με στόχο για αρχή να πάρουμε ένα αξιοπρεπές αποτέλεσμα. Από εκεί και πέρα βλέπουμε” λέει ο Ράιαν Κασκιάρο, που είναι κι αυτός αστυνομικός όπως ο αδερφός του, και καταλήγει: “Εννοείται πως θέλουμε να κερδίσουμε παιχνίδια αλλά πρέπει να είμαστε ρεαλιστές”.

Το ότι ταξιδεύουν στο εξωτερικό για αγώνες και δεν χρειάζεται πλέον να βάλουν από την τσέπη τους για να πληρώσουν τα εισιτήρια και το ξενοδοχείο είναι πάντως μια πρώτη μεγάλη νίκη, αν σκεφτεί κανείς ότι για να γεμίσει αυτή η τσέπη οι περισσότεροι θα πρέπει την επόμενη μέρα του αγώνα αντί να κάνουν πρόγραμμα αποφόρτισης και χαλάρωμα να σηκωθούν και να πάνε να δουλέψουν σε μια “κανονική” δουλειά, όπως όλοι μας.

Κάρλο Αντσελότι: The Normal One

  [Καθόλου σχόλια]

Στην εποχή των προπονητών σταρ, πολλοί πιστεύουν ότι οι πιο παραδοσιακοί δεν έχουν θέση πια. Τι να φτουρήσεις μπροστά στον μακιαβελικό Μουρίνιο, πώς να τα βάλεις με τον λοκατζή Σιμεόνε, τι να αντιπαρατάξεις στα χίπστερ γιλεκάκια και τις φιλοσοφίες του Πεπ. Κι από πίσω Ποτσετίνο, Κόντε, Κλοπ και λοιποί που έρχονται με φόρα. Κι όμως… Απέναντι σε όλα αυτά τα λαμπερά ονόματα, τις αρκετές έντονες προσωπικότητες, υπάρχει μια σταθερή αξία. Ένας προπονητής που ποτέ δεν θα σκεφτείς όταν σου ζητηθεί να πεις τους κορυφαίους, αλλά αυτός μεθοδικά, σταθερά και με το έργο του πετυχαίνει σχεδόν παντού και έχει τόσους τίτλους που οι περισσότεροι θα τον ζήλευαν. Τρία Τσάμπιονς Λιγκ, πρωταθλήματα και κύπελλα σε Ιταλία, Ισπανία, Αγγλία και Ιταλία. Ο Κάρλο Αντσελότι είναι ο… Normal One.

Μεγαλωμένος σε μια φτωχή, αλλά εργατική οικογένεια που τα έβγαζε πέρα φτιάχνοντας παρμεζάνα, ο Καρλέτο ξεκίνησε την καριέρα του ως ποδοσφαιριστής στην πατρίδα του, όταν και σταμάτησε πλέον να αρμέγει τις αγελάδες της οικογένειας κάθε πρωί. Οι εμφανίσεις του στην Πάρμα τον έφεραν στη Ρόμα και στη συνέχεια στην Μίλαν σε μια από τις καλύτερες ομάδες όλων των εποχών με συμπαίκτες όπως οι Ράικαρντ, Γκούλιτ, Μαλντίνι, Μπαρέζι. Ο Αντσελότι ήταν ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, βγάζοντας πολλά από τα χαρίσματά του που τον συντροφεύουν και ως προπονητή στο χορτάρι. Ένα ολοκληρωμένο «εγκεφαλικό» χαφ, που οργάνωνε την ομάδα, μια κολώνα στο κέντρο στην οποία βασιζόνταν οι συμπαίκτες του. Σε εποχές που οι ποδοσφαιριστές δεν ήταν τόσο «αθλητές» όσο σήμερα, ο Αντσελότι παρά το γεγονός ότι δεν είχε το κορμί για να θεωρείται αμυντικό χαφ, το έκανε πολύ συχνά με την εργατικότητά του και την επιμονή του, βοηθώντας και εκεί. Η καριέρα του τα τελευταία χρόνια είχε πολλούς τραυματισμούς και έτσι μόλις στα 32 του σταμάτησε το ποδόσφαιρο.

Το τελευταίο ματς του Αντσελότι, όταν μπήκε αλλαγή και σκόραρε δις (εν μέσω αποθέωσης)

Είχε καταφέρει όμως να δουλέψει με μεγάλους προπονητές και να πάρει πράγματα από όλους. Κυρίως επηρεάστηκε από τον Αρίγκο Σάκι στην λεπτομέρεια στην προπόνηση, την οργάνωση και την τακτική. Το ίδιο και από τον Σβεν Γκόραν Έρικσον, αλλά και τον Φάμπιο Καπέλο που γενικά δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα, αλλά τον παραδέχεται για το πώς διάβαζε τους αντιπάλους. Κι από τον Νιλς Λίντοχλμ, τον Σουηδό προπονητή του στη Ρόμα, πήρε το ρητό: «το ποδόσφαιρο είναι το πιο σημαντικό από τα λιγότερο σημαντικά πράγματα στη ζωή«. Ο Καρλέτο όμως έβαζε και την προσωπική του πινελιά σε όλα αυτά. Ποτέ δεν ήταν ο οραματιστής πρωτοπόρος, ήταν αυτός όμως που έκανε τις μικροαλλαγές που κάνουν τη διαφορά. Για παράδειγμα στην προσέγγιση του ποδοσφαιριστή. Στο πρώτο του βιβλίο με τον ταιριαστό τίτλο: «Τα όμορφα παιχνίδια μιας συνηθισμένης ιδιοφυΐας»  λέει ότι ο Καπέλο δεν πλησίαζε τους παίκτες σε προσωπικό επίπεδο. Σε αντίθεση με τον Φάμπιο, ο Αντσελότι έχει γίνει γνωστός ως «γητευτής βεντετών». Είναι ο άνθρωπος που πλησιάζει τους παίκτες περισσότερο και ειδικά αυτούς με τα μεγάλα εγώ. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο ίσως περισσότερο υπερφίαλοι σύγχρονοι ποδοσφαιριστές, ο Κριστιάνο Ρονάλντο και ο Ζλάταν μιλάνε με τα καλύτερα λόγια (όπως το κάνουν κι οι Μπέκαμ, Μαλντίνι, Πίρλο) για τον Αντσελότι, με τον οποίο ως προπονητή έκαναν από τις καλύτερες χρονιές τους.

reu_1808912

«Ο Μουρίνιο ξέρει πώς να σου συμπεριφέρεται ως ποδοσφαιριστή, ο Αντσελότι ως άνθρωπο»
– Ζλάταν (ο ένας)

«Λένε ότι πρέπει να χρησιμοποιείς το καρότο και το μαστίγιο. Δεν χρησιμοποιώ ποτέ το μαστίγιο, αν θέλουν κάτι τέτοιο ας βρουν άλλο προπονητή. Δεν το χρησιμοποιώ γιατί κανείς δεν χρησιμοποίησε το μαστίγιο σε μένα. Ούτε ο πατέρας μου, ούτε οι δάσκαλοί μου, ούτε οι προπονητές μου«, λέει ο Αντσελότι. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι χωρίς ψυχή, όπως πολλοί τον κατηγορούν όταν τον βλέπουν λίγο σαν τον Βούδα να κάθεται στον πάγκο και να κοιτάει κάτω από το ένα και μοναδικό του φρύδι. Μια φορά στα αποδυτήρια της ΠΣΖ (μετά από έναν αποκλεισμό στο κύπελλο στα πέναλτι από την Εβιάν) από τα νεύρα του έσπασε μια πόρτα και στη συνέχεια κλώτσησε ένα κουτί που απογειώθηκε και πήγε κατευθείαν στο κεφάλι του Ζλάταν. Κανείς δεν το κρατάει μανιάτικο, η σχέση τους είναι ακόμα τέλεια. «Προσπαθώ όταν έχω νεύρα να βγαίνω από τα αποδυτήρια και να κάνω ένα γρήγορο τσιγάρο, αν και προσπαθώ να το κόψω«.

GATTOΟύτε ο σκληρός Γκατούζο μπορούσε να αντισταθεί στην αγάπη (και τα μάγουλα) του Καρλέτο

Η προσέγγιση του ποδοσφαιριστή είναι από τις βασικές αρχές του Καρλέτο. Όταν πήγε στην ΠΣΖ, μια ομάδα με χρήματα και ένα τσούρμο ακριβοπληρωμένους μισθοφόρους, το πρώτο που έκανε (σύμφωνα με το δεύτερο βιβλίο του με ακόμα έναν πετυχημένο τίτλο: «Ήρεμη ηγεσία, κερδίζοντας καρδιές, μυαλά και αγώνες») ήταν να φτιάξει ένα εστιατόριο στο προπονητικό, ώστε οι παίκτες να μένουν μετά εκεί και να τρώνε ώστε να έρθουν πιο κοντά μεταξύ τους. Φυσικά σε αυτό έπαιξε τεράστιο ρόλο και η μεγάλη αγάπη του για το καλό φαγητό, η σχεδόν παθολογική του σχέση με αυτό, όπως φαίνεται και στο πρώτο του βιβλίο όταν με διάθεση αυτοσαρκασμού λέει: «η μόνη φορά στη ζωή μου που ένιωσα ότι χρειάζομαι ψυχίατρο ήταν όταν κοιτούσα τον Γιούρι Ζίρκοφ και έβλεπα στη θέση του μια rib-eye μπριζόλα.» Δεν φοβάται να «τσαλακώσει» την εικόνα του μιλώντας έτσι για τον εαυτό του, αλλά και για τις πλάκες που κάνει συχνά στους παίκτες του (χαρακτηριστική η ιστορία όταν και είπε πριν από ντέρμπι στον Κριστιάνο ότι δεν θα παίξει, μόνο και μόνο για να τον δει να γουρλώνει τα μάτια του). Φυσικά δεν διστάζει να κάνει πλάκα και στον όχι-φίλο-του Ζοσέ Μουρίνιο στον οποίο αναφέρεται ειρωνικά στο βιβλίο με ονόματα όπως Άρχοντας Των Συνεντεύξεων Τύπου, Αυτός Που ξέρει και… Η Αυτού Ξεχωριστότητα Του. Αν και η κόντρα τους πλέον δεν είναι έντονη και τα βρήκαν πριν κάποια χρόνια.


Περασμένα, ξεχασμένα

Εκτός όμως από τις καλές σχέσεις με τους παίκτες, ο Αντσελότι έχει καταφέρει να τα βγάλει πέρα και με τις μεγαλύτερες «προεδρικές» βεντέτες του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Δεν είναι λίγο να τα έχεις καταφέρει με Μπερλουσκόνι, Πέρεθ και Αμπράμοβιτς και τους παραλογισμούς τους. Το γεγονός ότι έφερε αποτελέσματα όπου δούλεψε (με εξαίρεση τη Γιουβέντους) σίγουρα έπαιξε ρόλο και παρά το γεγονός ότι αρκετές φορές έφυγε άδικα (όπως όταν ο Αμπράμοβιτς τον απέλυσε μέσα στα αποδυτήρια, όταν μετά το νταμπλ, τη δεύτερη χρονιά η Τσέλσι βγήκε δεύτερη) δεν κρατάει κακία σε κανέναν. «Τα πράγματα στη 2η σεζόν στην Τσέλσι είχαν φανεί από την αρχή, όταν κερδίσαμε 6-0 στον πρώτο αγώνα και ο Αμπράμοβιτς με κάλεσε για να μου κάνει παρατηρήσεις για την εμφάνιση της ομάδας«, γράφει ο Αντσελότι. Πουθενά όμως δεν μιλούν άσχημα γι’ αυτόν, πουθενά δεν χάλασε σχέσεις και γι’ αυτό μην σας κάνει εντύπωση αν επιστρέψει σε κάποια από τις παλιές του ομάδες. Ξεκίνησε από την άνοιξη να μαθαίνει τα γερμανικά, μια ακόμα γλώσσα (του αρέσει πάντα να επικοινωνεί ο ίδιος απευθείας) που όμως του φάνηκε πολύ δύσκολη. Ένας 100% Ιταλός που του αρέσει να μαθαίνει τον κόσμο.

Screen-Shot-2015-09-25-at-112054Ο Πίρλο έμαθε από τον Αντσελότι τη θέση, το καλό κρασί και το καλό φαγητό

Πέρα όμως από τις πλάκες, το φαγητό και τις καλές σχέσεις με τους παίκτες, ο Αντσελότι δεν θα έφτανε ποτέ ως εδώ αν δεν ήταν εξαιρετικός προπονητής όσον αφορά στην τακτική. Ακόμα κι εκεί διαφέρει από τους «ανταγωνιστές» του, δεν εγκλωβίζεται σε φιλοσοφίες όπως ο Γκουαρδιόλα, δεν έχει αποκλειστικά μία προσέγγιση όπως ο Μουρίνιο, αλλά «ελίσσεται» τακτικά. Είναι περήφανος όταν ανακαλύπτει παίκτες, όπως με καμάρι λέει για τον 17χρονο Μπουφόν που ανέβασε από τις ακαδημίες της Πάρμα, όταν μπορεί να τους πλάθει σε κάτι άλλο (όπως έκανε με τον Πίρλο σε αυτό που στο χωριό μου λέμε deep lying midfielder και ήταν κατ’ εικόνα του Αντσελότι-παίκτη) και εκστασιάζεται με όσους είναι παθιασμένοι με τη δουλειά, όπως ο Κριστιάνο για τον οποίον σε συνέντευξή του είπε: «Είχε την Ιρίνα Σάικ να τον περιμένει σπίτι κι αυτός τρεις τα χαράματα έκανε αποφόρτιση μέσα σε παγάκια στο προπονητικό της Ρεάλ!«. Προσαρμόζεται στις ανάγκες της ομάδας, αλλά ακόμα και των παικτών (όπως του Κριστιάνο να παίζει στα άκρα) και δεν έχει αγκυλώσεις με συστήματα. Και το έμαθε μετά από ένα πάθημα.

Όταν προσπάθησε να πάρει τον Μπάτζιο στην Πάρμα και ο Ρομπέρτο ήθελε να παίζει 10αρι. «Μου ζήτησε να παίζει 10αρι, εγώ του είπα όχι, θα παίζεις επιθετικός«. Η μεταγραφή δεν έγινε ποτέ, ο Μπάτζιο πήγε στην Μπολόνια και έβαλε 22 γκολ βγαίνοντας τρίτος σκόρερ στο πρωτάθλημα. Ο Αντσελότι που πίστευε ως Ευαγγέλιο στο 4-4-2 με πίεση ψηλά του Αρίγκο Σάκι αποφάσισε να γίνει πιο ελαστικός μετά από την αποτυχία αυτή. Αυτό έκανε στην Μίλαν, αφού κατάλαβε γρήγορα ότι έπρεπε να κρατάει τον Σίλβιο ευτυχισμένο. Ρόμβος, Πίρλο-Ζέεντορφ-Κακά-Ρουί Κόστα-Σεβτσένκο όλοι μαζί μέσα. Στη Ρεάλ αντίστοιχα έκανε τις απαραίτητες κινήσεις φέρνοντας το 4-3-3 και τον Ρονάλντο αριστερά. Στην Μπάγερν δεν θα κάνει κοσμοϊστορικές αλλαγές, όσες κρίνει απαραίτητες. «Στο ποδόσφαιρο δεν πρέπει να μένεις στάσιμος. Ποτέ μην περιμένεις ότι η τακτική που σήμερα πετυχαίνει, θα είναι το ίδιο αποτελεσματική και αύριο» λέει και αν παίζεις τόσα χρόνια Μάνατζερ στον υπολογιστή συμφωνείς. Σίγουρα θα φτιάξει τις σχέσεις με τους παίκτες (κάτι που ο Γκουαρδιόλα μάλλον δεν κατάφερε στο Μόναχο) και ό,τι αυτός κρίνει απαραίτητο.  «Το χοντρό αγόρι με την πιατέλα γεμάτη τορτελίνια από την Εμίλια» (όπως αυτοπεριγράφεται) άλλωστε ξέρει να κάνει αυτή τη δουλειά καλύτερα από τον καθένα. Χωρίς να φαίνεται, χωρίς να κάνει τακτική επανάσταση, κάνοντας αυτά που θεωρεί απαραίτητα ώστε να επιτύχει και μετά, αφού δοκιμάσει τα καλύτερα εστιατόρια και μάθει μια ακόμα ξένη γλώσσα πηγαίνει στον επόμενο εργοδότη για να φέρει αποτελέσματα και να χτίσει καλές σχέσεις.