Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιταλικό πρωτάθλημα'

Για τα παιδιά

  [1 Σχόλιο]

Αν η Ιταλία είναι μια ιδιαίτερη χώρα, η Νάπολη είναι μια ακόμα πιο ιδιαίτερη πόλη, ένα όμορφο χάος. Μια πόλη που συνδυάζει την σκληρότητα της εγκληματικότητας με την καθημερινή ανθρωπιά ενός μέρους που μοιάζει να είναι ξεχασμένο από το χρόνο. Όλα τα άσχημα, αλλά και τα θετικά αυτής της πόλης είναι ακόμα πιο εμφανή στον φανατικό κόσμο της τοπικής ομάδας.

Όπως ο… Santa Claus έρχεται τα Χριστούγεννα κι ο Άη-Βασίλης την Πρωτοχρονιά, έτσι και στην Ιταλία η γιαγιά Μπεφάνα εμφανίζεται τα Θεοφάνεια. Κάνει κι αυτή το ίδιο πράγμα με τους συναδέλφους της, μοιράζει δώρα στα παιδιά. Τον Γενάρη που μας πέρασε ανήμερα των Θεοφανείων, οι παίκτες της Νάπολι πήγαν στη Νισίδα (που ναι βγαίνει από το ελληνικό «νησίδα») απέναντι από τη Νάπολη, εκεί που υπάρχουν φυλακές ανηλίκων. Ο Χάμσικ, ο Μάρτενς και ο Παβολέτι έδωσαν μερικές στιγμές χαράς στους νεαρούς που πολύ γρήγορα στη ζωή τους πήραν έναν κακό δρόμο.

Και αν αυτή ήταν μια ωραία πρωτοβουλία, τότε αυτό που ακολούθησε στην πόλη της Νάπολης ήταν ακόμα πιο όμορφο. Ο Ρέινα και ο Ινσίνιε πήγαν σε ένα νοσοκομείο παίδων και έκαναν δώρα σε παιδιά που νοσηλεύονται εκεί, ειδικά σε αυτά της ογκολογικής κλινικής. Μαζί όμως πήγαν και οργανωμένοι οπαδοί της ομάδας. Άνοιξαν ένα πανό που έγραφε «Αγαπητή Μπεφάνα, μαζί με τα δώρα φέρε και υγεία στα παιδιά» και στη συνέχεια έμειναν εκεί απ’ έξω φωνάζοντας συνθήματα. Όχι υπέρ της Νάπολι, αλλά υπέρ των παιδιών. «Πάμε παιδιά, μην το βάζετε κάτω», «Είμαστε πάντα μαζί σας» και άλλα, πάντα στο ίδιο ύφος. Τα καπνογόνα και τα «φόρτσα ραγκάτσι» δημιούργησαν μια γηπεδική ατμόσφαιρα, με τις φωνές να φτάνουν στα μικρά παιδιά που νοσηλεύονται.

Κάπου στα 30″, όλοι σιωπούν και ο Αλέσιο ξεκινάει το σύνθημα

Το βασικότερο όμως είναι ότι δεν μιλάμε για κάποιο μεμονωμένο γεγονός. Οι Ultras της Curva B έχουν βοηθήσει ενεργά και άλλες φορές, με τον δικό τους τρόπο. Τον Οκτώβριο σε συνεργασία με μια τοπική οργάνωση, έκαναν πραγματικότητα το όνειρο του μικρού Αλέσιο που βρίσκεται στην ογκολογική κλινική. Ο μικρός επισκέφτηκε το Σαν Πάολο για τον αγώνα Νάπολι-Έμπολι και εκεί τον… ανέλαβαν οι φανατικοί. Ο Αλέσιο δεν είδε απλά από κοντά το 2-0 της αγαπημένης του ομάδας ντυμένος στα χρώματά της. Οι φανατικοί τον πήραν ανάμεσά τους, είδε τον αγώνα από το πέταλο και το καλύτερο και πιο συγκινητικό ήταν όταν τον άφησαν να ξεκινήσει ένα σύνθημα, σαν αρχηγός της εξέδρας. Αφού οι υπόλοιποι άρχισαν το τραγούδι, ο Αλέσιο πήρε στα χέρια του μια σημαία της ομάδας και την κράδαινε σαν το πιο σημαντικό λάβαρο του κόσμου τραγουδώντας μαζί τους.

How can we wear our smiles
With our mouths wired shut
‘Cause you stopped us from singing

The Editors – Smokers Outside the Hospital Doors

Όταν ο Αντρέα γνώρισε τον Ρομπέρτο

  [7 Σχόλια]

Σεζόν 2000-01. Ο Αντρέα Πίρλο που έχει κάνει ντεμπούτο στη Σέριε Α μόλις στα 16 του, αγωνίζεται πλέον για τέταρτη σεζόν στην μεγάλη κατηγορία και συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα στην Ίντερ, με τη ρετσινιά του αιώνιου ταλέντου να πλησιάζει. Οι προπονητές δεν τον πιστεύουν, πηγαίνει δανεικός, γυρίζει, δεν μπορεί να βρει θέση στην ομάδα του Ταρντέλι και έτσι για το δεύτερο μισό της χρονιάς επιστρέφει στην πατρίδα του την Μπρέσια. Εκεί, ο φοβερός και αγαπημένος Κάρλο Ματσόνε παίρνει το ρίσκο να τον κάνει «regista» ή όπως λέμε στο χωριό μου «deep-lying playmaker». Σε αυτή την απόφαση παίζει μεγάλο ρόλο ότι η Μπρέσια είχε ήδη ένα μεγάλο 10αρι, το είδωλο του Πίρλο, τον τεράστιο Ρομπέρτο Μπάτζιο (που είχε φύγει κι αυτός από την Ίντερ). Με αρκετά κιλά παραπάνω, την μαλλούρα και τα μούσια να έχουν γκριζάρει, ο 34χρονος Μπάτζιο ανανεώθηκε στην Μπρέσια σκοράροντας συχνά. Ο Ματσόνε μετακινεί τον Πίρλο πιο πίσω και αφήνει τον Μπάτζιο που δεν ήταν για πολύ τρέξιμο, να παίζει κάτι ως επιθετικός-δεκάρι-ψευτοεννιάρι μπροστά. Τα αποτελέσματα τον δικαιώνουν.

Ένα από τα δέκα γκολ του Μπάτζιο στο πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς, ήταν ένα έργο τέχνης, μια συνεργασία δύο καλλιτεχνών του ποδοσφαίρου που δυστυχώς στη συνύπαρξή τους στην Ίντερ δεν είδαμε αντίστοιχη. Με αντίπαλο τη Γιουβέντους (μια ακόμα ομάδα που θα ένωνε τους δύο μαέστρους) στο Τορίνο, η Μπρέσια βρισκόταν πίσω στο σκορ από ένα γκολ του Τζαμπρότα. Στο 86′, ο Πίρλο με το κλασσικό του στιλάκι πήρε την μπάλα στο χώρο που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια το δεύτερο σπίτι του. Εκεί, λίγο πίσω από τη σέντρα. Είχε δει ήδη τον Μπάτζιο και έκανε μια μπαλιά διαβήτη (επιπέδου Τσιάρτα σε Χαριστέα) με την μπάλα να διαγράφει τέλεια τροχιά. Οι περισσότεροι θα δυσκολεύονταν να την κατεβάσουν ακόμα κι έτσι. Ο Ρόμπι όχι απλά έκανε μαγικό κοντρόλ, με τόση απαλότητα λες και του έδωσες να κρατήσει νεογέννητο μωρό, αλλά ταυτόχρονα με το κατέβασμα έκανε και ντρίμπλα στο φαν ντερ Σαρ και ισοφάρισε για το τελικό 1-1. Ένα γκολ που στο τέλος του πρωταθλήματος (όταν κι η Ρόμα πήρε το πρωτάθλημα με 2 μόλις βαθμούς διαφορά από τη Γιούβε) αποδείχτηκε από τα καθοριστικά.

Οικογενειακές ανισότητες

  [1 Σχόλιο]

Πριν λίγες μέρες ασχοληθήκαμε με τον Αλεχάντρο Νταρίο Γκόμες, γνωστό ως «Πάπου» Γκόμες. Ο κοντούλης Αργεντινός παίκτης της Αταλάντα επί τη ευκαιρία των καλοκαιρινών χριστουγεννιάτικών του διακοπών, έκανε την απαραίτητη μύηση του γιου του στον μαγικό κόσμο του ποδοσφαίρου με ένα τάκλιν που κανονικά πρέπει να επιφέρει διαδικασία αυτοφώρου κι ο ίδιος σχολίασε λέγοντας «μόνο μπάλα».

Ο Πάπου όμως φαίνεται ότι μάλλον έχει μια διαφορετική σχέση με την κόρη του και σίγουρα άλλη συμπεριφορά. Εμφανίστηκε με το περιβραχιόνιο της Αταλάντα στον αγώνα με την Κιέβο με ένα ιδιαίτερο σχέδιο. Στο πολύχρωμο περιβραχιόνιο υπήρχαν οι χαρακτήρες του Frozen της Disney και μαζί, η μικρή του κόρη Άννι. Τελικά του έφερε γούρι, ο Πάπου σκόραρε δυο φορές (φιλώντας το περιβραχιόνιο, όπως ο Ραούλ κι ο Τσιάρτας τη βέρα τους) κι η Αταλάντα πήρε τη νίκη με 4-1 συνεχίζοντας την καλή της πορεία (μια που βρίσκεται στην έκτη θέση). Όπως μάθαμε αργότερα, η Άννι είχε τα γενέθλιά της. Κανείς δεν ξέρει τι έκανε στα γενέθλια του μικρού Μπαουτίστα. Πιθανότατα θα τον έβαλε να σκάψει στην αυλή και μετά θα τον έστειλε για διάβασμα.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φόρα που ο Πάπου έχει κάνει τέτοιες… τρέλες. Στο παρελθόν έχει φορέσει περιβραχιόνιο με την Master League του PES (!!), το σήμα του Μπάτμαν, κάποια άλλα καρτούν, τον Πάπα, την Σαπεκοένσε και φυσικά ένα αφιερωμένο στην ημέρα της μητέρας. Πρόσφατα ανέβασε μια φωτογραφία με τον συμπαίκτη του Αντρέα Κόντι, όπου αναπαριστούν την σκηνή με τον Τιτανικό, με τον ίδιο να ανοίγει τα χέρια σαν Κέιτ Γουίνσλετ. Ο Πάπου Γκόμες είναι μια από αυτές τις φυσιογνωμίες που φαίνεται να διασκεδάζουν τη ζωή τους στο ποδόσφαιρο.

Όλα αυτά θα ήταν αδιάφορα αν ο Γκόμες δεν ήταν το ίδιο διασκεδαστικός και μέσα στο γήπεδο. Δεν είναι τυχαίο ότι τον έκαναν αρχηγό στην ομάδα, ούτε τυχαία η αγάπη του κόσμου της Αταλάντα γι’ αυτόν. Την στιγμή που φορούσε το Frozen περιβραχιόνιο και σκόραρε, στο Μπέργκαμο υπήρχε ένα πανό που έγραφε «Don’t touch my Papu». Δείγμα της καλής σχέσης κόσμου και παίκτη. Άλλωστε πριν λίγο καιρό το όνομά του ακούστηκε για την εθνική Ιταλίας, με τον εκλέκτορα να τον έχει στο στόχαστρο, μια που ο Γκόμες έχει διπλή υπηκοότητα. Δυστυχώς όμως, δεν θα μπορέσει να γίνει μια περίπτωση Καμορανέζι, μια που έχει φορέσει τη φανέλα των μικρών εθνικών Αργεντινής και δεν έχει δικαίωμα. Συνεπώς, θα μπορούμε να τον απολαμβάνουμε να βάζει τέτοια γκολ με τη φανέλα της Αταλάντα μόνο:

Ερνάν Κρέσπο: Ο άνθρωπος στη σκιά του Μπατιστούτα

  [6 Σχόλια]

Για σχεδόν είκοσι χρόνια φιλοδώρησε ένα σωρό εστίες με πολλά, πάρα πολλά τέρματα. Ένας ολοκληρωμένος φορ που χωρίς να είναι ο πιο γρήγορος του κόσμου ή ο πιο δυνατός ή ο πιο τεχνίτης, τα είχε όλα σε μεγάλο ποσοστό και τα έκανε όλα σε βαθμό παραπάνω από ικανοποιητικό. Ένα πλήρες πακέτο. Θες κοντινά τελειώματα; Θες κεφαλιές; Θες βρωμόσουτα; Θες ψαλιδάκια; Θες τακουνάκια; Θες με το δεξί; Θες με το αριστερό; Ο Ερνάν Χόρχε Κρέσπο είχε σκοράρει με όλους αυτούς τους τρόπους (και μερικούς ακόμα), τελειώνοντας μια καριέρα με περίπου 300 γκολ σε συλλόγους και εθνική, πανάκριβες μεταγραφές και αρκετές επιτυχίες.

Κι όμως, αυτή η ιστορία ενός ανθρώπου που κατέκτησε πρωταθλήματα σε Αργεντινή, Ιταλία, Αγγλία, ένα Λιμπερταδόρες και ένα ΟΥΕΦΑ και μερικά ακόμα κύπελλα, βρισκόταν σχεδόν πάντα ως δεύτερη, πίσω από αυτή ενός άλλου παίκτη. Όταν γεννήθηκε ο Κρέσπο, ο μικρός τότε Γκαμπριέλ Μπατιστούτα πιθανότατα να έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα σε κάποια αλάνα καθώς τους χώριζαν έξι χρόνια. Όπως ο Μπατιγκόλ παραλίγο να μην παίξει μπάλα γιατί ήθελε να σπουδάσει, έτσι κι ο Κρέσπο παραλίγο στα 14 του να σταματήσει την μπάλα, όταν του είπαν από τις ακαδημίες της Ρίβερ ότι θα τον αφήσουν ελεύθερο. Ευτυχώς για τον Κρέσπο, ένας ιστορικός παίκτης της ομάδας που πίστευε σε αυτόν, ο Νορμπέτο Αλόνσο, επέμεινε έντονα και τελικά ο Ερνάν έμεινε στην αγαπημένη του Ρίβερ.

Η ιστορία Κρέσπο-Μπατιστούτα έχει πολλά κοινά. Κάποιες φορές ο ένας ακολουθούσε τα βήματα του άλλου, κάποιες φορές έκαναν παράλληλα τα ίδια πράγματα και κάποιες λίγες βρίσκονταν μαζί (και πάλι όμως ως ανταγωνιστές). Ο Μπατιστούτα έφυγε το 1990 από τη Ρίβερ Πλέιτ και ο Κρέσπο ξεκίνησε εκεί την καριέρα του τρία χρόνια αργότερα. Ήταν στα μέσα του 1993 όταν ετοιμαζόταν να πάει πενταήμερη με τους συμμαθητές του στην πανέμορφη περιοχή Μπαριλότσε της Αργεντινής. Δέχτηκε όμως ένα τηλεφώνημα και αμέσως ακύρωσε τις ετοιμασίες. Ο Πασαρέλα τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα της Ρίβερ και μια μεγάλη καριέρα ξεκινούσε.

Ήδη ο Μπατιγκόλ είχε πάει στη Φιορεντίνα και το 1996 ο Κρέσπο (μετά από το προσωπικό του σόου στο Λιμπερταδόρες εκείνης της σεζόν) έκανε σχεδόν το ίδιο ταξίδι για μια εξίσου μικρομεσαία ομάδα, 200 περίπου χιλιόμετρα πιο βόρεια, την Πάρμα. Εκεί βρήκε ένα σύνολο που είχε ήδη κατακτήσει ένα κύπελλο και ένα ΟΥΕΦΑ τα προηγούμενα χρόνια. Η νέα Πάρμα του Αντσελότι (και αργότερα του Μαλεζάνι) στηρίχθηκε στον Κρέσπο μαζί με άλλους παίκτες, όπως ο πιτσιρικάς Μπουφόν και ο Λιλιάν Τουράμ και ήταν μια από τις πιο συμπαθητικές και ενδιαφέρουσες ομάδες που είδαμε. Στην Πάρμα τον έμαθε πλέον όλος ο ποδοσφαιρικός κόσμος με τα κατορθώματά του.


Σενσίνι, Τουράμ, Βερόν, Μπουφόν, Κιέζα, Καναβάρο, Κρέσπο, δεν περιγράφω άλλο…

Ο Μπατιστούτα με τα βιολετί και ο Κρέσπο με τα κίτρινα-μπλε πυροβολούσαν συνεχώς. Σε μια χώρα όπως η Αργεντινή, που παθιάζεται με την μπάλα και ψάχνει συνεχώς να δημιουργεί διλήμματα, που είναι χωρισμένη σε οπαδούς του ρομαντικού Σέζαρ Λουίς Μενότι και του μακιαβελικού Κάρλος Μπιλάρδο, το νέο καυτό ποδοσφαιρικό ερώτημα δημιουργήθηκε γρήγορα: «Χωράνε Μπατιστούτα και Κρέσπο μαζί στην ίδια εντεκάδα;» Ο Πασαρέλα δεν ενθουσιάστηκε από αυτή την ιδέα. Στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1998 οι δυο τους συνυπήρξαν στην εντεκάδα μόλις δύο φορές με τον «Βαλνταντίτο» (εξαιτίας της ομοιότητας Κρέσπο-Βαλντάνο) να μπαίνει αλλαγή. 34 λεπτά στο 0-0 στην Ουρουγουάη και άλλα 34 απέναντι στην Κολομβία και πάλι σε ισοπαλία 1-1. Πριν το Μουντιάλ της Γαλλίας, ο Πασαρέλα φαινόταν ότι προετοίμαζε τον Κρέσπο για βασικό, αλλά οι εμφανίσεις του Μπατιστούτα στα φιλικά και το γεγονός ότι ο Κρέσπο προερχόταν από τραυματισμό τού άλλαξαν τη γνώμη. Ο Μπατιγκόλ έκανε ένα εξαιρετικό Μουντιάλ με πέντε γκολ, ενώ δίπλα του αγωνιζόταν κυρίως ο Κλαούντιο Λόπες. Ο Κρέσπο μπήκε αλλαγή μόνο σε ένα ματς, αυτό απέναντι στην Αγγλία, έχασε ένα πέναλτι αλλά τελικά η Αργεντινή πέρασε με 4-3. Φτωχή παρουσία.

Οι παράλληλοι βίοι συνεχίστηκαν και το καλοκαίρι του 2000 όταν Ρόμα και Λάτσιο έδωσαν περίπου 80 εκατομμύρια για να τους φέρουν στην αιώνια πόλη. Ήταν η ώρα να κάνουν το βήμα παραπάνω να πάρουν το σκουντέτο που τους έλειπε. Ο Κρέσπο το είχε αγγίξει στην πρώτη του χρονιά, όταν η Πάρμα έμεινε μόλις 2 βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Γιουβέντους και τώρα πήγαινε στην πρωταθλήτρια Λάτσιο. Βγήκε τελικά πρώτος σκόρερ μπροστά από Σεβτσένκο, Κιέζα, Μπατιστούτα και Βιέρι, αλλά ο Μπατιγκόλ ήταν και πάλι αυτός που χαμογέλασε, καθώς η Ρόμα πήρε τον τίτλο κι η Λάτσιο βγήκε τρίτη.

Τα συλλεκτικά λεπτά συνύπαρξης Κρέσπο-Μπατιστούτα το 1999

Το 2002 με τον Μαρσέλο Μπιέλσα προπονητή της ίσως καλύτερης Αργεντινής από άποψη ταλέντου όλων των εποχών, ο κόσμος ήθελε να δει στα γήπεδα της Κορέας-Ιαπωνίας το ντουέτο βασικό μαζί. Η πίεση από τα ΜΜΕ και τον κόσμο αφόρητη, αλλά ο Μπιέλσα όπως και ο Πασαρέλα δεν το τόλμησε ποτέ. Συνυπήρξαν ξανά μόλις για εννιά λεπτά, σε ένα από τα πρώτα φιλικά της εποχής Μπιέλσα. Στο Άμστερνταμ με την Ολλανδία, ο Μπιέλσα έκανε αλεφαντίσια αλλαγή στην αλλαγή και πέρασε τον Κρέσπο στη θέση του Τζιουλιμινπιέτρο. Για εννιά συλλεκτικά λεπτά πάτησαν χορτάρι μαζί και σε μια ωραία προσπάθεια του Κλαούντιο Λόπες από τα αριστερά, ο Κρέσπο άφησε (ή δεν έφτασε, αλλά εμείς προτιμούμε την πρώτη εξήγηση) την μπάλα και ο Μπατιστούτα κεραυνοβόλησε τον φαν ντερ Σαρ για το 1-1. Οι οπαδοί στο Άμστερνταμ Αρένα ήταν οι τελευταίοι που τους είδαν μαζί να πατούν περιοχή.

Ο Μπιέλσα ήταν κάθετα αντίθετος στην ταυτόχρονη χρησιμοποίησή τους, είχε ένα ρόστερ με πολλή ποιότητα και φαινόταν ότι τελικά κατέληγε στον Κρέσπο για βασικό. Τελικά, όπως και το 1998, οι εμφανίσεις του Μπατιστούτα στα φιλικά άλλαξαν γνώμη στον προπονητή. O 33χρονος Μπατιστούτα ξεκίνησε βασικός τρεις φορές, σκόραρε μόνο με τη Νιγηρία και τρεις φορές ο Κρέσπο τον αντικατέστησε. Ισοφάρισε στο 88′ στο ματς με τη Σουηδία αλλά η Αργεντινή δεν γλίτωσε το φιάσκο του αποκλεισμού.

Το μοναδικό γκολ του Κρέσπο το 2002 και τα δάκρυα του Μπατιστούτα

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2014, όταν ο Λόκο Μπιέλσα ήταν στην Μαρσέιγ ξαναθυμήθηκε την ιστορία. Έχοντας στην Μασσαλία τους  Ζινιάκ και Μπατσουαγί, έπρεπε να πείσει τον κόσμο ότι δεν χωρούν κι οι δύο στην ομάδα του ως βασικοί.

«Εδώ και 15 χρόνια το σκέφτομαι. Όποιον Αργεντινό και αν ρωτήσεις, θα σου μιλήσει άσχημα για μένα στο συγκεκριμένο θέμα. Δεν νομίζω ότι είναι πρόβλημα να χρησιμοποιήσω δύο επιθετικούς. Το πρόβλημα είναι ότι αφαιρώ έναν άλλον από την ομάδα. Για να βάλεις ένα ακόμα φορ, θα πρέπει να αφαιρέσεις κάποιον από τις πτέρυγες ή κάποιον δημιουργικό παίκτη και καμία από αυτές τις λύσεις δεν με βρίσκει σύμφωνο»

Τα παιχνίδια της μοίρας δεν τελείωσαν όμως. Τον Ιανουάριο του 2003 ο Κρέσπο, ως παίκτης της Ίντερ πλέον, τραυματίστηκε μένοντας για αρκετό καιρό έξω κι ο Μπατιστούτα ήρθε δανεικός από τη Ρόμα. Ήταν η πρώτη φορά ουσιαστικά που αντιστράφηκαν οι ρόλοι, που ο Μπατιγκόλ έγινε η ρεζέρβα του Κρέσπο. Ο Μπατιστούτα ήταν ο παρτενέρ του Βιέρι, με το κορμί του όμως πλέον να τον πονάει και να βρίσκεται σε πτώση. Η ταυτόχρονη παρουσία Κρέσπο-Μπατιγκολ σε σύλλογο, έφερε ελπίδες να τους δούμε επιτέλους βασικούς μαζί. Τον Απρίλιο του 2003, με τον Κρέσπο να έχει επιστρέψει και τον Βιέρι τραυματία οι Ιταλοί περίμεναν ότι στο Ίντερ-Λάτσιο θα ζούσαμε την ιστορική στιγμή. Τα αργεντίνικα ΜΜΕ έκαναν εκτενείς αναφορές στο γεγονός. Τελικά ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ ξεκίνησε τον Ρεκόμπα πλάι στον Κρέσπο και αργότερα πέρασε τον Μάρτινς στη θέση του. Η ιστορία μάς άφησε με τα 81 συνολικά λεπτά των δύο επί Πασαρέλα και Μπιέλσα. Το ερώτημα δεν θα απαντηθεί ποτέ.

Κανείς δεν μιλάει για το υπέροχο τσίμπημα του Κρέσπο

Ο γηραιότερος Μπατιστούτα αποσύρθηκε, αλλά ο Κρέσπο συνέχισε την σπουδαία του καριέρα. Η πρώτη του σεζόν στην Τσέλσι ήταν θετική, αλλά ο έρωτας του Μουρίνιο για τον Ντρογκμπά τον έφερε δανεικό στην Μίλαν την επόμενη σεζόν. Θα μπορούσαμε ακόμα να μιλάμε για το Τσάμπιονς Λιγκ του Κρέσπο αν τα δυο γκολ του στον τελικό της Πόλης, δεν τα είχαν σβήσει ο Ντούντεκ και η επική νίκη της Λίβερπουλ. Ακόμα μια στιγμή δόξας που χάθηκε. Ένα χρόνο αργότερα, χωρίς Μπατιστούτα πλέον, ο Κρέσπο κατάφερνε να πάρει επιτέλους θέση βασικού σε ένα Μουντιάλ. Στα γήπεδα της Γερμανίας, απαλλαγμένος από τις συγκρίσεις, σκόραρε τρεις φορές σε τέσσερις συμμετοχές, αλλά η Αργεντινή έπεσε στις μακριές άσπρες κάλτσες του Γενς Λέμαν και αποκλείστηκε. Ο Ερνάν συνέχισε να παίζει μπάλα και σταμάτησε στην Πάρμα, όταν πια με γκρίζο κοντό μαλλί και όχι αληταμπουροαργεντίνικη μαλλούρα στα 36 του βγήκε πρώτος σκόρερ της με 9 γκολ. Παρακολούθησε την καταστροφή της ομάδας, ανήμπορος να βοηθήσει, έχοντας αποσυρθεί. Ένας από τους πιο πλήρεις επιθετικούς όλων των εποχών, με μια καριέρα γεμάτη προσωπικές και συλλογικές επιτυχίες, αλλά πάντα πίσω από έναν εξίσου τεράστιο παίκτη στην εθνική της χώρας.

O Ντιέγκο στην Ατσέρα: Όταν ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο έπαιξε στις λάσπες για χάρη ενός παιδιού

  [1 Σχόλιο]

Το βράδυ της Πρωταπριλιάς του 1991 στο αεροδρόμιο της Ρώμης γράφτηκε ο επίλογος μιας εκ των ωραιότερων και πιο ιδιαίτερων σχέσεων του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα έφυγε κρυφά από την Ιταλία με μια μεταμεσονύκτια πτήση. Οι δημοσιογράφοι, τα κανάλια και όλος ο υπόλοιπος κόσμος πληροφορήθηκαν τη φυγή του την επόμενη μέρα. Παρ’ ότι δεν υπήρχε κάποια επίσημη δήλωση, κατά βάθος όλοι ήξεραν πως ο Μαραντόνα δεν σκόπευε να επιστρέψει, καθώς τα ανοιχτά μέτωπα πλέον ήταν αμέτρητα.

Η εφορία τον κατηγορούσε για φοροδιαφυγή, το δικαστήριο είχε αποφανθεί πως μια εκ των ερωμένων του, η Κριστίνα Σινάγκρα, δικαιούταν μηνιαία διατροφή για το παιδί που έκανε με τον Ντιέγκο (το οποίο ο Μαραντόνα αναγνώρισε πολλά χρόνια αργότερα), η ιταλική δικαιοσύνη τον είχε συμπεριλάβει στην έρευνα της για την τοπική Μαφία, έρευνα που σχετιζόταν με υποθέσεις ναρκωτικών και ιερόδουλων, η ίδια του η ομάδα είχε πάει στα δικαστήρια την εταιρεία που διαχειριζόταν την εικόνα του, υποστηρίζοντας πως η συμπεριφορά του πλέον έβλαπτε την Νάπολι (τον τελευταίο χρόνο ο Ντιέγκο έκανε συχνά κοπάνες από τις προπονήσεις ισχυριζόμενος ότι έχει στρες, αρνιόταν να συμμετάσχει σε κάποια παιχνίδια, ειδικά όταν το προηγούμενο βράδυ είχε προγραμματισμένο κάποιο πάρτι με γυναίκες και ναρκωτικά, και ουσιαστικά άφησε αβοήθητη τη Νάπολι στην προσπάθεια της να υπερασπιστεί τον τίτλο της – τερμάτισε τελικά στην 8η θέση – αλλά και να προχωρήσει στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, πηγαίνοντας σαν τουρίστας, ξεχωριστά από την ομάδα, στο κρίσιμο παιχνίδι με τη Σπαρτάκ στη Μόσχα) και το σοβαρότερο όλων, λίγες εβδομάδες πριν είχε βρεθεί θετικός σε αντιντόπινγκ κοντρόλ μετά από ένα παιχνίδι με τη Μπάρι.

Εφτά χρόνια πριν, τον χειμώνα του 1984, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Ο «Πίμπε ντε όρο» (το «Χρυσό Αγόρι») και η Νάπολι βρισκόταν στον πρώτο χρόνο της σχέσης τους και όλα έμοιαζαν σχεδόν παραμυθένια, παρά το γεγονός πως η κορυφή του ιταλικού ποδοσφαίρου έμοιαζε σαν μακρινό όνειρο. Ο 24χρονος Αργεντινός μπορεί να μην είχε γίνει ακόμα «Θεός» αλλά ήταν ήδη «Μεσσίας», αυτός που όλοι πίστευαν (και όχι άδικα, όπως αποδείχτηκε) πως θα αλλάξει το ρου της ιστορίας της ομάδας. Το πιο σημαντικό απ’όλα όμως είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ήταν ακόμα εκείνος ο θρασύς πιτσιρικάς από μια φτωχή οικογένεια που δεν είχε γνωρίσει καλά τη χλιδή και την πολυτέλεια που συναντάει κανείς όταν το εισόδημα του αυξάνεται κατακόρυφα και η φήμη του φτάνει σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Μερικά χιλιόμετρα βορειοανατολικά από τη Νάπολη, βρίσκεται η Ατσέρα, μια μικρή πόλη 40.000 κατοίκων τότε, ένα από αυτά τα μέρη που προσπερνάς με το αμάξι και λίγη ώρα μετά έχεις ξεχάσει την ύπαρξη τους. Τον χειμώνα εκείνο, ένας απελπισμένος ντόπιος πατέρας που έβλεπε πως τα λεφτά του δεν έφταναν για να μεταφερθεί ο άρρωστος γιος του στη Γαλλία, για να υποβληθεί σε επέμβαση, ζήτησε τη βοήθεια του Πιέτρο Πουζόνε, ενός 21χρονου ποδοσφαιριστή που είχε καταγωγή από την Ατσέρα και εκείνη την εποχή έπαιζε στη Νάπολι. Ο Πουζόνε συζήτησε το θέμα με τους συμπαίκτες του και ζήτησε από τη διοίκηση άδεια για να διεξαχθεί στην Ατσέρα ένα φιλικό, με αντίπαλο την τοπική ερασιτεχνική ομάδα, τα έσοδα του οποίου θα ενίσχυαν την οικογένεια του μικρού παιδιού.

Σύμφωνα με τον Πουζόνε ο πρόεδρος της ομάδας, Κοράντο Φερλαΐνο, είχε αρνητική στάση, φοβούμενος για τη σωματική ακεραιότητα των παικτών και ειδικότερα του Μαραντόνα, που λίγους μήνες πριν είχε γίνει η πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ο Ντιεγκίτο όμως είχε πάρει εξ αρχής τη δική του απόφαση: «Θα πάμε να παίξουμε». Και κάπως έτσι, χάρη στην επιμονή ενός πεισματάρη, ταλαντούχου Αργεντινού με φουντωτό μαλλί, η Ατσέρα απέκτησε μια όμορφη ιστορία για να διηγείται στις επόμενες γενιές.

Η Νάπολι κατέφθασε στο μικρό γηπεδάκι της πόλης ένα κρύο και μουντό απόγευμα και αντίκρισε αυτό ακριβώς που φοβόταν η διοίκηση της ομάδας εξ αρχής: ένα ερασιτεχνικό γήπεδο, χωμένο ανάμεσα σε παλιά, ερειπωμένα κτίρια, με αποδυτήρια που δεν είχαν ούτε τα στοιχειώδη, μια κεντρική, ετοιμόρροπη κερκίδα και έναν αγωνιστικό χώρο γεμάτο λακκούβες, χώμα και λασπουριά.

Οι παίκτες και των δυο ομάδων έκαναν προθέρμανση μπροστά σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, την ώρα που διάφοροι παρατρεχάμενοι περνούσαν από δίπλα, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν ότι ο τύπος με το 10 στη φανέλα που έκανε τσαλιμάκια στο πάρκινγκ του γηπέδου της πόλης τους ήταν πράγματι ο Μαραντόνα, ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του πλανήτη εκείνη την εποχή.

Παρά την τραγική κατάσταση του αγωνιστικού χώρου, που χειροτέρευε όσο περνούσε η ώρα, ο αγώνας ξεκίνησε και τέλειωσε κανονικά. Το περιβραχιόνιο της Νάπολι μόνο για το συγκεκριμένο παιχνίδι φόρεσε ο ντόπιος Πουζόνε. Αδιαφορώντας για τα (πολλά) λεφτά που είχαν επενδυθεί πάνω του και για το ότι ήταν ένα από τα ανερχόμενα αστέρια του Καμπιονάτο, ο Ντιεγκίτο αντιμετώπισε την όλη εκδήλωση σαν ένα ακόμα παιχνίδι, όπως αυτά που έπαιζε μικρός στους δρόμους και τις αλάνες του Μπουένος Άιρες.

Κυνήγησε χαμένες μπαλιές, έφτιαξε παιχνίδι, ντρίπλαρε, έκανε τάκλιν, πανηγύριζε τα γκολ του, έπεσε στις λάσπες και σε μια φάση στο δεύτερο ημίχρονο πέρασε όποιον έκανε το λάθος να βρεθεί μπροστά του, συμπεριλαμβανομένου και του τερματοφύλακα, πριν σκοράρει σε άδεια εστία και αποθεωθεί από τον κόσμο, που επειδή δεν χωρούσε στις κερκίδες (υπολογίζεται πως περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι κατέκλυσαν κάθε γωνία του γηπέδου), στεκόταν όρθιος, δίπλα στις πλαϊνές γραμμές, με τις ομπρέλες στο χέρι.

Στο τέλος του αγώνα όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και χειροκρότησε παρατεταμένα γι’αυτή τη μικρή αλλά τόσο ανέλπιστη (για τους κατοίκους μιας τόσο μικρής, αδιάφορης πόλης) παράσταση. Ο ίδιος αποχώρησε λασπωμένος από την κορυφή ως τα νύχια. Αυτή δεν ήταν η πρώτη αλλά ούτε και η τελευταία φορά στη ζωή του που λερώθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, παίζοντας μπάλα. Αρκετά χρόνια μετά, στο ποδοσφαιρικό του αντίο, εκστόμισε τα ωραιότερα λόγια της καριέρας του: «Εγώ έκανα λάθος και το πλήρωσα. Η μπάλα όμως δεν λεκιάζεται».

Σε μια συνέντευξη του το 2015 ο Πουζόνε αποκάλυψε πως τα λεφτά που συγκεντρώθηκαν από τα εισιτήρια και τις χορηγίες κάλυψαν και με το παραπάνω την επέμβαση του μικρού, που υγιής πλέον μπορεί να διηγείται στα δικά του παιδιά πως μια μέρα του χειμώνα του 1984, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου ήρθε, για χάρη του, να παίξει μπάλα στις λάσπες.

Όταν ο Καρλέτο τα έβαλε με ένα πέταλο

  [8 Σχόλια]

mazzone

Πόσο εύκολο είναι να ξεχωρίσεις ένα ματς ανάμεσα σε πάνω από χίλια; Ο Κάρλο Ματσόνε (για τους φίλους Καρλέτο) είναι ένας κλασσικός Ρωμαίος που μιλάει με βαριά τοπική προφορά (σαν του Τότι). Κεντρικός αμυντικός ως ποδοσφαιριστής, έκλεισε την καριέρα του στην Άσκολι, παίζοντας στην τελευταία του σεζόν σαν παίκτης-προπονητής, μόλις στα 31 του, όταν ο τότε πρόεδρος της ομάδας διέκρινε ότι ο Ματσόνε ήξερε από μπάλα και τον έπεισε να αναλάβει. Πράγματι, το μέλλον τον δικαίωσε. Ο Ματσόνε έμεινε αρκετές σεζόν στην Άσκολι και έχει το ρεκόρ αγώνων στην Ιταλία, πάνω από 1000 παιχνίδια έχει μανατζάρει σε μια καριέρα που ξεκίνησε το 1968 και κράτησε σχεδόν 40 χρόνια, με τα περισσότερα από αυτά στην Α’ εθνική.. Από τα χέρια του έχουν περάσει πολύ μεγάλοι παίκτες, τον Τότι τον θεωρούσε γιο του, ο Πίρλο άλλαξε θέση με τον Ματσόνε, ο Μπάτζιο πέρασε δεύτερη νεότητα, ενώ Κόντε και Γκουαρδιόλα πήραν αρκετά στοιχεία ως προπονητές. Δούλεψε σε πολλούς συλλόγους, αλλά η καρδιά του ήταν πάντα στη Ρόμα.

a13ffe45dff8071416f35d08bac181e4

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 2001 γράφτηκε μια από τις στιγμές που σημάδεψαν την καριέρα του Ματσόνε. Η Μπρέσιά του υποδεχόταν την Αταλάντα στο εκτός-Μιλάνου μεγάλο ντέρμπι της Λομβαρδίας. Δυο πόλεις με κόντρα αιώνων, δυο ομάδες που δεν θέλουν να χάνουν ποτέ αυτά τα ματς. Πριν τον αγώνα παρουσιάστηκε ο Πεπ Γκουαρδιόλα (φορώντας από τότε τα ίδια χίπστερ ρούχα ρε φίλε), το 30χρονο νέο απόκτημα της ομάδας της Μπρέσια και ο κόσμος ήταν πολύ ζεστός. Οι τιφόζι της Αταλάντα που έκαναν τα περίπου 50 χιλιόμετρα από το Μπέργκαμο μέχρι το Στάδιο Μάριο Ριγκαμόντι είδαν την Μπρέσια να προηγείται με 1-0 χάρη σε γκολ του Ρομπέρτο Μπάτζιο στο 24′. Πριν όμως καλά καλά κοπάσουν οι πανηγυρισμοί των γηπεδούχων, η Αταλάντα κατάφερε να κάνει το 1-2 μέχρι το 29′ και μέχρι το τέλος του ημιχρόνου το σκορ είχε γίνει 1-3. Στο πέταλο των φιλοξενούμενων πετούσαν από χαρά και μια που δεν είναι τα καλύτερα παιδιά άρχισαν να ειρωνεύονται και να βρίζουν τον Κάρλο Ματσόνε. Τόσο για την καταγωγή του από τη Ρώμη (η κλασική κόντρα βορρά-νότου), όσο και να τα βάζουν με την οικογένειά του.

Ο Ματσόνε αρχίζει και φορτώνει, καθώς λίγους μήνες πιο πριν άκουγε τα ίδια συνθήματα στην ήττα με 0-3 ανήμερα των 64ων γενεθλίων του, πάλι από τους ίδιους αντιπάλους. Μπαίνει στα αποδυτήρια και ζητάει από τους παίκτες του μια ανατροπή που θα τη θυμούνται για πολλά χρόνια, ενώ κάνει και δύο αλλαγές. Η Αταλάντα συνεχίζει να κυριαρχεί, χάνει δυο μεγάλες ευκαιρίες με τον Κομαντίνι για το 1-4, τα συνθήματα συνεχίζονται από τους ταξιδιώτες του Μπέργκαμο. Ο Μπάτζιο όμως δίνει ξανά το παρόν, παίζει με πλάτη λες και είναι ο Κλόζε και κάνει το 2-3. Ο Καρλέτο εκρήγνυται, σηκώνεται από τον πάγκο και απευθύνεται στους τιφόζι της Αταλάντα: «Αν ισοφαρίσουμε θα έρθω εκεί». Κανείς δεν τον πιστεύει.

bergamo

Το ματς συνεχίζεται και καθώς περνάει η ώρα, φαίνεται ότι η υπόσχεση δεν θα τηρηθεί. Οι Μπεργκαμέζοι αρχίζουν πάλι τα συνθήματα καθώς πλησιάζουμε στις καθυστερήσεις. Ο μικρός Βούδας είναι εκεί όμως για να σώσει την κατάσταση. Η Μπρέσια κερδίζει φάουλ που καταλογίζει ο Κολίνα, ο Ρόμπι το εκτελεί και η μπάλα καταλήγει κάπως στα δίχτυα για το τρίτο γκολ του Μπάτζιο. Ο Ματσόνε στα 64 του, με το άσπρο μαλλί και την κοιλίτσα αρχίζει ένα τρέξιμο (τζόκινγκ θα το χαρακτήριζα) προς το πέταλο, κάποιος προσπαθεί να τον συγκρατήσει, αλλά αυτός είναι σε φάση «αφήστε με, θα κάμω ζημιά». Διασχίζει όλο το γήπεδο βρίζοντας στην αργκό της Ρώμης και φτάνει στους Μπεργκαμέζους για να τους τα πει ένα χεράκι, ενώ αυτοί του πετάνε αντικείμενα. Η εκδίκηση έχει έρθει. Ο Ματσόνε με τη βαριά φωνή δηλώνει μετά το τέλος του αγώνα ότι τόσα χρόνια έχει ανεχτεί πολλά, αλλά δεν δέχεται να βρίζουν τους νεκρούς γονείς του και την πατρίδα του τη Ρώμη. «Οι Μπεργκαμέζοι πρέπει πλένουν το στόμα τους πριν μιλήσουν για τη Ρώμη» λέει και περιμένει το φύλλο αγώνα. Τιμωρείται τελικά από την λίγκα με αρκετές αγωνιστικές, αλλά δεν το μετανιώνει.

Το τελευταίο γκολ του Ινζάγκι

  [2 Σχόλια]

13 Μαΐου 2012, η Μίλαν υποδέχεται στο Σαν Σίρο τη Νοβάρα στα πλαίσια της τελευταίας αγωνιστικής του Καμπιονάτο. Στο 82ο λεπτό του αγώνα και με το σκορ στο 1-1 ο Κλάρενς Ζέεντορφ βγάζει μια τρομερή μπαλιά στην πλάτη της άμυνας των φιλοξενούμενων. Ο Φίλιπο Ινζάγκι, που έχει μπει ως αλλαγή 15 λεπτά πριν, ξεκινάει τη μικρή κούρσα του σχεδόν από την ίδια ευθεία με τον τελευταίο αμυντικό, κάτι που μας παρακινεί να θυμηθούμε την αξέχαστη ατάκα του Άλεξ Φέργκιουσον, «αυτός ο τύπος πρέπει να γεννήθηκε οφσάιντ», στην οποία ο Ιταλός είχε απαντήσει κατάλληλα, λίγα χρόνια αργότερα: «Το σχόλιο του Φέργκιουσον είναι το πιο άδικο απ’όλα όσα έχω δεχτεί. Αν έχω μόνο μια αρετή, αυτή είναι η ικανότητα μου να σπάω την παγίδα του οφσάιντ».

Παρά το γεγονός ότι είναι 39 χρονών ο ‘Πίπο’ θα κοντρολάρει τη μπάλα υπέροχα με το στήθος και από αρκετά πλάγια θέση θα τη στείλει με ωραίο σουτ στα δίχτυα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φάσης δεν θα κοιτάξει καθόλου προς την εστία. Δεν χρειάζεται να κοιτάξει. Ξέρει.

pipo2

(Ο Ινζάγκι ξέρει ανά πάσα στιγμή που ακριβώς βρίσκεται το τέρμα αλλά και που είναι ο ίδιος σε σχέση μ’αυτό. Το ξέρει γιατί έχει ζήσει μια ολόκληρη ζωή μέσα στη μεγάλη περιοχή. Την ξέρει όπως ακριβώς γνωρίζεις εσύ το σαλόνι σου. Εκεί μέσα βρίσκεται το βασίλειο του. Δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα γρήγορος, δεν ήταν τεχνίτης, δεν ήταν ανίκητος στον αέρα, δεν είχε ούτε το μισό ταλέντο των περισσότερων μεγάλων παικτών της εποχής του, δεν είχε τρομερό εκτόπισμα με το σώμα του, δεν είχε την κάθετη μπαλιά, δεν είχε μακρινό σουτ, δεν έκανε ραμπόνες, τακουνάκια και άλλα μαγικά με τη μπάλα. Άλλα έβαζε γκολ. Κι αυτό, φυσικά, αρκούσε.

Ο Φίλιπο Ινζάγκι είχε την αίσθηση του γκολ, ένα χαρακτηριστικό που δεν μπορείς να μετρήσεις και να συγκρίνεις αλλά ξέρεις καλά ότι υπάρχει εκεί έξω, κυκλοφορεί μέσα στα σκαριά διαφόρων επιθετικών. Όποιος τον έχει δει να παίζει και έχει εστιάσει έστω και λίγο στο παιχνίδι του ξέρει ότι αν πετούσες μια μπάλα σε μια μεγάλη περιοχή γεμάτη λάσπη, στην οποία βρίσκονται παρατεταγμένοι οι καλύτεροι αμυντικοί του κόσμου, ο Ινζάγκι θα έβρισκε τρόπο να σκοράρει. Με το καλάμι, με τη φτέρνα, με τον κώλο, με το γόνατο. Δεν έχει σημασία πως. Σημασία έχει μόνο η κατάληξη.

Ο ‘Πίπο’ υπήρξε ο πιο προικισμένος άμπαλος που έχει δει το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια. «Την πρώτη φορά που κλήθηκε στην εθνική είχαμε μείνει όλοι εμβρόντητοι στην προπόνηση. Η τεχνική του ήταν από τις χειρότερες που είχαμε δει σε τέτοιο επίπεδο. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, δεν σταματούσε να σκοράρει» είχε εξομολογηθεί ένας διεθνής Ιταλός στον απεσταλμένο του FourFourTwo, Τζέιμς Ρίτσαρντσον ενώ ο Γιόχαν Κρόιφ είχε σχολιάσει κάποτε: «Κοιτάξτε, το θέμα με τον Ινζάγκι είναι ότι δεν μπορεί στην πραγματικότητα να παίξει ποδόσφαιρο. Είναι απλά πάντα στη σωστή θέση».

Ένας κανονικός άνθρωπος που ξεκίνησε λίγο πιο πίσω από την κλασική αφετηρία που ξεκινάνε οι υπόλοιποι ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και παρ’ όλα αυτά κατάφερε με αρκετή δουλειά και ατέλειωτη μελέτη, αγάπη και προσήλωση σ’αυτό που κάνει, να ξεπεράσει στην πορεία τους περισσότερους απ’αυτούς και να παραμείνει χρήσιμος και ουσιαστικός μέχρι τα βαθιά ποδοσφαιρικά του γεράματα.)

pipo

Πριν καν προλάβει η μπάλα να ακουμπήσει το δίχτυ της εστίας ο Ινζάγκι βρίσκεται ήδη αλλού. Και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το παιχνίδι είναι αδιάφορο, η Μίλαν ό,τι κι αν γίνει είναι σίγουρα 2η ενώ η Νοβάρα έχει ήδη υποβιβαστεί. Ο ίδιος ο σκόρερ είναι πλέον 39 χρονών, ώριμος, χαλαρός, κατασταλαγμένος, κανονικός ‘παππούς’ στην ποδοσφαιρική ηλικιακή κλίμακα. Αλλά ο Ινζάγκι δεν δίνει δεκάρα γι’αυτές τις τυπικές λεπτομέρειες. Μέχρι να επιστρέψει σ’αυτόν το πλάνο βρίσκεται ήδη εκτός γηπέδου, χοροπηδάει σαν τρελός, αγκαλιάζει αγνώστους και πανηγυρίζει σαν μικρό παιδί που μόλις έχει βάλει το πρώτο γκολ της καριέρας του. Τα δευτερόλεπτα που δεν τον είδαμε στο βίντεο όλοι ξέρουμε πως έτρεχε προς την κερκίδα με τα χέρια να κουνιούνται ακατάσχετα προς όλες τις κατευθύνσεις και με το στόμα μόνιμα ανοιχτό να εκσφενδονίζει ασταμάτητα κραυγές χαράς. Ο Ινζάγκι βιώνει μια κατάσταση οργασμού σε δημόσια θέα. Και όχι, η εξαλλοσύνη αυτή δεν οφείλεται στο γεγονός ότι ξέρει πως αυτό είναι το τελευταίο του παιχνίδι άρα αυτό είναι και το τελευταίο του γκολ.

(Ο Φίλιπο Ινζάγκι πανηγύριζε κάθε γκολ σαν να ήταν το πρώτο και τελευταίο του. Ανεξαρτήτως αντιπάλου, διοργάνωσης, σημασίας ή δυσκολίας. Αρκετά χρόνια πριν, σε ένα εκτός έδρας ματς με τη Μπάγερν για τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ ο Ζέεντορφ – πάλι – έπαιξε ένα εξαιρετικό ένα-δυο μέσα στη μεγάλη περιοχή και όταν βρέθηκε απέναντι στον Καν από θέση πλάγια αριστερά έδωσε έτοιμο γκολ στον ‘Πίπο’, που βρισκόταν στα τρία μέτρα από την ανυπεράσπιστη εστία και το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να βάλει το ποδάρι του. Αν κάποιος έβλεπε μόνο τον πανηγυρισμό που ακολούθησε θα πίστευε ότι ο σκόρερ είχε μόλις πετύχει γκολ που μπορεί να συγκριθεί με εκείνο του Μαραντόνα το 1986.

Σε μια εποχή όμως που η μόδα επιτάσσει να κάνεις καρδούλες ή να αντιγράφεις μια ακατανόητη και άνευ νοήματος φιγούρα κάποιων χιπχοπάδων, που κυκλοφορεί με το κωμικό όνομα «νταμπ», οι έξαλλοι πανηγυρισμοί του Ινζάγκι, που έβγαζαν προς τα έξω ένα γαμηστερό μείγμα καύλας και ευτυχίας, φαίνονται τόσο ωραίοι και αυθεντικοί. Ο αλλόφρων ‘Πίπο’ έδινε, συνειδητά ή όχι, σε κάθε γκολ του την αξία που του αναλογούσε, υπενθυμίζοντας σε όλους πως εκείνη τη δεδομένη χρονική στιγμή, σε εκείνο το συγκεκριμένο μέρος, το γκολ είναι το πιο ωραίο και σημαντικό πράγμα στον κόσμο, «μια μυστικιστική εμπειρία» όπως την έχει χαρακτηρίσει ο ίδιος.)

Στα οχτώ λεπτά που απομένουν δεν αλλάζει τίποτα κι έτσι η Μίλαν κλείνει τη χρονιά με νίκη. Ο Φίλιπο Ινζάγκι αποχαιρέτησε εκείνη τη μέρα το ποδόσφαιρο έχοντας πετύχει 313 γκολ και είμαστε όλοι σίγουροι πως και τα 313 τα χάρηκε και τα πανηγύρισε με την ψυχή του.

pipo3

Ο ultra των ενενήντα ετών

  [1 Σχόλιο]

nonno-ciccio-2

Ήταν το 1937 όταν η Ιταλία του Μουσολίνι αποχωρούσε εν μέσω κατακραυγής από την Κοινωνία των Εθνών (τον προπομπό του ΟΗΕ), δύο χρόνια μετά την εισβολή των Ιταλών στην Αιθιοπία. Για τον 10χρονο Νόνο Τσίτσο (πραγματικό όνομα Φραντσέσκο Μαλτζέρι) στα νότια της Ιταλίας όμως, δεν είχε μεγάλη σημασία αυτό. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε ο μεγάλος έρωτας της ζωής του, όταν ένας φίλος τον έπεισε να κλέψει το ποδήλατο του θείου του και να κάνουν καμιά 50αρια χιλιόμετρα για να δουν τη Φότζια να παίζει. Η Φότζια κέρδισε με 3-0, ο Νόνο δεν θυμάται τον αντίπαλο, αλλά εκείνη την μέρα μια αγάπη γεννήθηκε.

Δυστυχώς για το Νόνο οι πολιτικές εξελίξεις τον πρόλαβαν πριν προλάβει να χορτάσει την αγαπημένη του ομάδα και στάλθηκε στο μέτωπο της Βόρειας Αφρικής. Εκεί τον έπιασαν οι Βρετανοί («κουνούσα μια βρετανική σημαία και έτσι γλίτωσα και δεν με σκότωσαν») και τον έστειλαν ως αιχμάλωτο πολέμου στη Σκωτία, μέρος όχι άσχημο για να είσαι αιχμάλωτος. «Μου φέρθηκαν πολύ καλά εκεί, καλύτερα από ότι φέρεται το ιταλικό κράτος στη σύνταξή μου» δήλωσε στο αφιέρωμα που του ετοίμασε ο Γκάρντιαν πριν μερικούς μήνες. Εκεί φρόντιζε αγελάδες για 18 μήνες. Μπορεί να μη θυμάται το πρώτο του παιχνίδι το 1937, θυμάται το πρώτο μετά τον πόλεμο όμως. Μια κυπελλική ισοπαλία με την Πεσκάρα.

Από τότε η ζωή του είναι ένα συνεχές ταξίδι για τη Φότζια. Για το Νόνο ο πραγματικός ultra είναι αυτός που ακολουθεί την ομάδα μακριά από την πόλη της. Τα ταξίδια είναι αυτά που του αρέσουν. Τα χιλιόμετρα που έχει γράψει μέχρι το Τορίνο, μέχρι το Μιλάνο για να δει τη Φότζια. Έχει γνωρίσει όλη τη χώρα εξαιτίας της ομάδας του και τον έχει μάθει αρκετός κόσμος. Σε ένα Κοζέντσα-Φότζια ήταν ο μοναδικός οπαδός των φιλοξενούμενων και οι γηπεδούχοι τον υποδέχτηκαν με σεβασμό. Τις καθημερινές πηγαίνει και βοηθάει το γιο του στα χωράφια, αλλά τις Κυριακές υπάρχει μόνο η Φότζια. Ήταν Κυριακή άλλωστε κι η μέρα του γάμου του, στο γλέντι πάντως δεν πήγε. Έφυγε κατευθείαν για το γήπεδο. «Μου λείπουν οι εποχές που όλα τα ματς ήταν Κυριακή στις 3. Οι καιροί άλλαξαν, αλλά δεν μου αρέσει να βλέπω την ομάδα στην τηλεόραση, το γήπεδο δεν συγκρίνεται» δήλωνε πέρσι σε συνέντευξη σε ιταλική εφημερίδα. Ετοιμαζόταν να πάει μέχρι την Κατάνια για ένα παιχνίδι που θα ξεκινούσε στις 20.30 και θα έπρεπε να κάνει ταξίδι 600 χιλιομέτρων και άλλων τόσων για να γυρίσει πίσω μέσα στη νύχτα.

nono

Οι οπαδοί της ομάδας τον τίμησαν με πλακέτα, του έκαναν δώρο ένα διαρκείας και ήθελαν να του πληρώσουν ένα ταξίδι. Ο ίδιος αρνήθηκε. Δεν παρατάει ποτέ την παλιά γκρι Λαγκούνα του. Άλλωστε το ταξίδι είναι ιεροτελεστία. Η προετοιμασία (παίρνει πάντα το φαγητό του και το νερό του γιατί στο γήπεδο είναι ακριβά), η οδήγηση, τα συνθήματα και η μπαλίτσα. Ο Νόνο Τσίτσο είναι σήμερα 90 ετών και συνεχίζει να γράφει χιλιόμετρα μέσα-έξω για να ακολουθεί μια ομάδα που έχει να παίξει στην Ά εθνική από το μακρινό 1995. Από τις Άλπες μέχρι τη Σικελία και από την Α’ εθνική μέχρι τα ερασιτεχνικά που κατέληξε η αγαπημένη του ομάδα. Πέρσι, η Φότζια βγήκε 2η στον όμιλό της στη Γ’ εθνική. Έπαιξε στα μπαράζ μαζί με άλλες επτά ομάδες και έφτασε στον τελικό με την Πίζα όπου σε διπλούς αγώνες έχασε το εισιτήριο για την άνοδο. Ο Νόνο δεν πτοείται και θα συνεχίσει να ακολουθεί την αγαπημένη του ομάδα μέχρι τέλους, φορώντας την καρφίτσα με το αγαπημένο του «Ειρήνη μεταξύ των ultras».

Περπατώντας στη Νάπολη

  [10 Σχόλια]

Η Νάπολη δεν είναι συνηθισμένος προορισμός στην Ιταλία και για αρκετούς, σε μια χώρα με μέρη όπως η Ρώμη και η Τοσκάνη, δεν αξίζει μια επίσκεψη. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν το ρητό «Δες τη Νάπολη και μετά μπορείς να πεθάνεις». Εγώ με την σειρά μου την λάτρεψα. Ναι είναι πενταβρώμικη, ναι είναι φασαριόζικη, ναι ο κόσμος οδηγεί σαν τρελός και κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή να σε πατήσει κάποιο μηχανάκι. Είναι όμως και γεμάτη όμορφα κτίρια και μικρά υπέροχα στενά, ο κόσμος είναι ζεστός (ακόμα κι αν δεν μπορεί να συνεννοηθεί μαζί σου), το φαγητό υπέροχο, έχει θάλασσα και έναν υπέροχο παραλιακό δρόμο, ο Βεζούβιος παραφυλά και ξέρεις ότι από κάτω του είναι η Πομπηΐα και κυρίως (μια που το Σομπρέρο δεν είναι ταξιδιωτικό μπλογκ, αλλά ποδοσφαιρικό) ζει με το ποδόσφαιρο και ζει για το ποδόσφαιρο. Το συναντάς στα γκράφιτι για τη Νάπολι, το συναντάς στα πιτσιρίκια που παίζουν παθιασμένα μπάλα στις πλατείες ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα, το συναντάς στις φανέλες της ομάδας που πωλούνται παντού στους δρόμους, το συναντάς στις κουβέντες.

IMG_20160806_154640147Το όμορφο χάος που λέγεται Νάπολη και στο βάθος ο Βεζούβιος

Στις κουβέντες, ο Ιγκουαΐν είναι το κύριο θέμα αυτή την περίοδο. Κι αν σας φάνηκε υπερβολικό το γράμμα του οπαδού της Νάπολι, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα στην πραγματικότητα.  Δίπλα στα αναμνηστικά μαγνητάκια για το ψυγείο, βλέπεις παντού την φάτσα του Ιγκουαΐν. Χαρτιά υγείας με το πρόσωπό του για να σκουπίζετε τον πισινό σας, σκουπιδοσακούλες φτιαγμένες σαν φανέλα Γιούβε, κάδοι απορριμάτων ντυμένοι Ιγκουαΐν,  αυτοκόλλητα που τον έχουν να βγαίνει μέσα από την τουαλέτα, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Κάποιοι πωλητές βέβαια ακόμα έχουν την φανέλα του κρεμασμένη, σου λέει μπορεί να περάσει κανένας αθώος τουρίστας και να ξεστοκάρουμε. Η πλειοψηφία είναι έξαλλη με τον παίκτη. Όπως ο σερβιτόρος που τον έπιασα να μιλάει στο διπλανό τραπέζι για τον «Πιπίτα». Όταν ήρθε σε μένα με την μακαρονάδα στο χέρι έκανα το μοιραίο λάθος να τον ρωτήσω. Συννέφιασε, έκανε την κλασσική ιταλική κίνηση «δε με νοιάζει» (που σίγουρα την έχεις δει να την κάνει κάποιος πρωταγωνιστής στους Σοπράνος ή σε άλλη ταινία με μαφιόζους λέγοντας «He’s dead to me») και στη συνέχεια (και ενώ κρατούσε ακόμα την καρμπονάρα μου στο ένα χέρι) μου ανέλυσε με τα άθλια αγγλικά του γιατί είναι προδότης. Υπάρχουν και αρκετοί όμως που τα βάζουν με τον ντε Λαουρέντις, το γεγονός ότι πουλάει συνέχεια και είναι μόνο λόγια, ότι τα ρίχνει μονίμως στους παίκτες, κουράστηκαν λένε από τις δικαιολογίες του.

IMG_20160808_192447927Το κάδρο είναι φοβερό, αλλά πού να χωρέσει σε βαλίτσα

Ο Ιγκουαΐν όμως θα ξεχαστεί αργά ή γρήγορα. Αυτός που δεν ξεχνιέται ποτέ είναι ο Μαραντόνα. Μπορεί να άφησε την πόλη πριν 25 χρόνια, το πνεύμα του είναι όμως ακόμα εκεί. Από τις μπουτίκ της Νάπολι και κάθε είδους μαγαζιά που έχουν φωτογραφίες του και παλιά εξώφυλλα, μέχρι τους δρόμους που δίπλα στις φανέλες του Χάμσικ και του Ιγκουαΐν, θα δεις σε όλα τα μεγέθη και αυτές με το 10 που γράφουν Μαραντόνα. Η σχέση αυτού του ανθρώπου με αυτή την πόλη είναι γνωστή σε όλους, αλλά μόνο αν γνωρίσεις καλύτερα τη Νάπολη, περπατήσεις τους δρόμους της, φανταστείς την κατάστασή της 25 χρόνια πριν, θα καταλάβεις γιατί αυτά τα δύο πρωταθλήματα, το κύπελλο και το ΟΥΕΦΑ δεν ήταν απλώς τίτλοι μιας ομάδας άμαθης στις επιτυχίες. Το δέσιμο του «πίμπε ντε όρο» με την φτωχολογιά του Νότου ήταν παραπάνω από αθλητικό.

IMG_20160806_113654678Αυτή η αφίσα υπάρχει σε πολλά καταστήματα της πόλης

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ντιέγκο «ζει» περισσότερο από κάθε άλλο μέρος στα Κουαρτιέρι Σπανιόλι, την ισπανική συνοικία της πόλης. Φτιαγμένη από Ισπανούς στρατιώτες που ήταν εγκαταστημένοι εκεί τον 16ο αιώνα όταν η Νάπολη ήταν μέρος της ισπανικής αυτοκρατορίας, είναι μια εξαιρετικά πυκνοκατοικημένη περιοχή (με 14.000 ανθρώπους να ζουν σε μια μικρή έκταση) γεμάτη μικρά στενά, βγαλμένη από σκηνές κλασσικών ιταλικών ταινιών. Προχωρώντας λίγα μέτρα πιο πάνω από την Οδό Τολέδο, έναν κεντρικό δρόμο γεμάτο καλά μαγαζιά, νομίζεις ότι με μερικά βήματα μεταφέρθηκες αρκετές δεκαετίες πίσω. Κρεμασμένες μπουγάδες, παιδάκια του δημοτικού οδηγούν σκουτεράκια τη νύχτα με τα φώτα σβηστά και τρέχουν σαν διάολοι κορνάροντάς σου γιατί τους εμποδίζεις, παρέες κάθονται σε καρέκλες στο δρόμο μιλώντας με βαριά ναπολιτάνικη προφορά, σχεδόν φωνάζοντας. Μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα βλέπεις γιαγιάδες σε σπίτια που θα μπορούσαν να είναι ίδια με αυτά της δικής μας γιαγιάς πίσω στο χωριό πριν τριάντα χρόνια, παλιές τηλεοράσεις με σεμεδάκια και ξεβράκωτα πιτσιρίκια να κυνηγιούνται.

DSC_5087

Σύμφωνα με τη γουικιπίντια, η ισπανική συνοικία έχει από τους μεγαλύτερους μέσους όρους παιδικής εγκληματικότητας, ανεργίας και αναπνευστικών ασθενειών στην Ευρώπη.  Εκεί όμως υπάρχουν και οι τοιχογραφίες του Ντιέγκο. Αυτοί είναι οι άνθρωποί του. Κι εγώ, σαν τουρίστας με το κινητό στο χέρι ψάχνοντας να καταλάβω σε ποιο στενό πρέπει να στρίψω, να είμαι ανάμεσά τους. Παρά τα όσα γράφονται στους οδηγούς για την επικινδυνότητα της περιοχής, προσωπικά συνάντησα ανθρώπους καθημερινούς που με βοήθησαν.

DSC_5083

Όπως ο παππούς που καθόταν με την παρέα του σε ψάθινες καρέκλες δίπλα σε ένα μπακάλικο. Σηκώθηκε μόλις με είδε και με σταμάτησε, σχεδόν με έπιασε από το χέρι. Μου έδειξε μια επιγραφή στον τοίχο, τα ιταλικά μου όμως είναι πιο φτωχά από τα αγγλικά του. Κατάλαβα μόνο τις λέξεις Ρόμα και βεργκόνια (που σημαίνει ντροπή), ποτέ δεν έμαθα τι έλεγε η πινακίδα, ποιος πρέπει να ντρέπεται και γιατί. Κατάλαβα καλά όμως όταν me πλησίασε και με ύφος που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης μου είπε «Juventini caca».  Η φολκλορική σκηνή που ένας 70χρονος βλέπει έναν ξένο τουρίστα και τον σταματάει απλά για να βρίσει τη Γιουβέντους, ακόμα πιο γραφική μια που υποστηρίζω τη Γιούβε. Δεν τον στενοχώρησα, έγνεψα καταφατικά και μια που τον βρήκα εύκαιρο, τον ρώτησα πού είναι οι εικόνες του Ντιέγκο. Το πρόσωπό του έλαμψε, με πήρε από το χέρι και ανεβήκαμε μαζί την ανηφόρα μέχρι το σημείο που βρίσκεται ένα υπαίθριο πάρκινγκ και στον έναν τοίχο υψώνεται η δεσποτική μορφή του Μαραντόνα με τα χρώματα της Νάπολι.

A photo posted by El Sombrero (@sombrerogr) on

Έβγαλα τις αναμνηστικές φωτογραφίες και γνωρίζοντας ότι υπάρχει και μια δεύτερη εικόνα του Ντιέγκο με το χέρι του Θεού, συνέχισα να ψάχνω. Τα παιδιά που (τι περίεργο) έπαιζαν μπάλα δυστυχώς δεν ήξεραν. Μέχρι που με πλησίασε μια ύποπτη φιγούρα που καθόταν σαν τσιλιαδόρος σε μια γωνία και σίγουρα έχει όνομα σε στιλ «Τζουζέπε ο Σουγιάς» ή «Τόνι ο Ελαφροχέρης», μιλώντας μου στα ιταλικά. Κι όμως, ο φόβος μου ήταν και πάλι αδικαιολόγητος. Ήξερε πού βρισκόταν το χέρι του Θεού και με οδήγησε εκεί. Προσκύνησα σαν γιαγιά στην Τήνο και τη δεύτερη εικόνα του Ντιέγκο στον βρώμικο τοίχο και έφυγα από τα Κουαρτιέρι Σπανιόλι, κατανοώντας γιατί αυτοί οι άνθρωποι έφτασαν στο σημείο να θεοποιήσουν έναν ξένο ποδοσφαιριστή και ακόμα και σήμερα να χαμογελούν στο άκουσμα του ονόματός του. Τη διέξοδο που προσέφεραν οι επιτυχίες της Νάπολι σε μια τόσο υποβαθμισμένη περιοχή.

sfogliatella napoletanaΗ περίφημη σφολιατέλα

Παρασκευή βράδυ στο δωμάτιο, άνοιξα την τηλεόραση. Κάνοντας ζάπινγκ έπεσα σε τοπικό κανάλι με αφιέρωμα στον Μαραντόνα. Κοίτα να δεις σύμπτωση, σκέφτηκα. Πλάνα βιντεοκασέτας 80s, ο Ντιέγκο να σκοράρει με κάθε πιθανό τρόπο και απίθανο τρόπο. Μουσικό χαλί στο ντοκιμαντέρ καψουροτράγουδα της εποχής, όπως π.χ. Φιλ Κόλινς. Δυστυχώς το πέτυχα κοντά στο τέλος και δεν είδα πολύ. Η επόμενη εκπομπή είχε μια κυριούλα και μαζί της έναν ζαχαροπλάστη. Το θέμα της ήταν η «σφολιατέλα», τοπικό έδεσμα (που τίμησα δεόντως) με γεύση κάτι ανάμεσα σε μπουγάτσα με κρέμα και γαλακτομπούρεκο.

SSC_Napoli_-_Luciano_Moggi_e_Diego_Armando_Maradona

Συνέχισα το ζάπινγκ και όταν μετά από κάποια ώρα ξαναέφτασα στο ίδιο κανάλι, η σφολιατέλα είχε τελειώσει και ω ναι, ο Ντιέγκο έπαιζε πάλι. Το ίδιο ντοκιμαντέρ ξανά, με το νεαρό Τσίρο Φεράρα να μιλάει για τον Ντιέγκο και τον Λουτσιάνο Μότζι στο τότε πέρασμά του με καμπαρντίνα και γυαλί Νίκος Στράτος να χαριεντίζεται με τον Μαραντόνα. Δεν ήταν σύμπτωση, το τοπικό κανάλι παίζει σε λούπα Ντιέγκο (με ενδιάμεσα μπρέικ για φαγητό) και υπόκρουση τις μπαλάντες των 80s. Τόσο ρετρό που σε κάνει να θέλεις να βάλεις ουισκάκι με ξηροκάρπιο για να το δεις ξανά και ξανά με νοσταλγία.

Ο κόσμος θέλει να ξαναζήσει τέτοιες στιγμές και γι’ αυτό αντιδρά τόσο έντονα όταν χάνει τους παίκτες του, όταν αφήνουν το Νότο για τους τίτλους και τα λεφτά. Στο φιλικό με την Μονακό μετά από δύο μέρες, μόνο πέντε χιλιάδες φίλαθλοι βρέθηκαν στο Σαν Πάολο, δείγμα της απογοήτευσης. Η Νάπολι κέρδισε με 5-1 με τον Γκαμπιαντίνι να σκοράρει τέσσερις φορές. Την επόμενη μέρα πολλοί είπαν «ποιος Ιγκουαΐν, έχω Γκαμπιαντίνι» και άρχισαν να ελπίζουν μέσα τους ότι ναι, φέτος θα είναι η χρονιά τους. Και αν τα όνειρα για μια ακόμα χρονιά δεν γίνουν πραγματικότητα, θα υπάρχει πάντα το κανάλι που δείχνει Μαραντόνα σχεδόν όλη μέρα και το Σαν Πάολο που θα τραγουδάει κουνώντας σημαίες του Ντιέγκο:

Μια μέρα ξαφνικά
Σε ερωτεύτηκα
Η καρδιά μου χτυπούσε
Μην με ρωτάς γιατί
Πέρασε ο καιρός,
Μα εγώ είμαι ακόμα εδώ
Και τώρα όπως και τότε, θα υπερασπιστώ την πόλη

Σχετικά κείμενα:
Μια μέρα στο Σαν Σεμπαστιάν
Ένα μεσημέρι στο Λεβερκούζεν
Βλέποντας μπάλα στο Άμστερνταμ

Το γράμμα του προδομένου οπαδού

  [15 Σχόλια]

bellini-higuain

Είναι η μοίρα του σύγχρονου ποδοσφαίρου να έχει γίνει μια επιχείρηση όπου λίγοι βάζουν το συναίσθημα πάνω από το χρήμα. Γι’ αυτό εξαιρέσεις όπως ο Νέντβεντ, ο Τζέραρντ, ο Μπουφόν, ο Γκιγκς, ο Τότι, ο Μπατιστούτα μάς γεμίζουν λίγο παραπάνω από εξίσου καλούς συναδέλφους τους που όμως κάποια στιγμή προτίμησαν το προσωπικό συμφέρον από την αγάπη για έναν σύλλογο. Είναι δικαίωμα του καθενός να προτιμήσει τα χρήματα, την καλύτερη επαγγελματική επιλογή (κι αυτοί που αναφέραμε άλλωστε δεν έπαιζαν τζάμπα), είναι όμως κι αυτό το άτιμο το ποδόσφαιρο κάτι που ακόμα και σήμερα κρατάει κάπου το συναίσθημα και σε κάνει να τιμάς όσους το βλέπουν έτσι.

Ο Γκονζάλο Ιγκουαΐν δεν έκανε όνομα στη Νάπολι, δεν έπαιξε τόσα πολλά χρόνια εκεί, δεν είναι καν Ιταλός. Έχει κάθε δικαιολογία που αποφάσισε μετά τη Ρίβερ και τη Ρεάλ να πάει σε μια ακόμα πολύ μεγάλη ομάδα, μεγαλύτερη από τη Νάπολι. Κάθε δικαιολογία όμως έχει κι ο οπαδός της Νάπολι να νιώσει προδομένος γιατί του έδινε πολύ παραπάνω από ένα χειροκρότημα, του έδινε την ανόθευτη, άνευ όρων αγάπη του. Ειδικά σε ένα μέρος όπως ο «ιδιαίτερος» Νότος της Ιταλίας, εκεί που ένας άλλος Αργεντινός έγινε θεός. Ο Ιγκουαΐν κουβάλησε στις πλάτες του τη Νάπολι, έφτασε πιο κοντά από κάθε άλλον να επαναλάβει τον άθλο του Ντιέγκο (και να εξιλεωθεί στα μάτια των συμπατριωτών του) και λατρεύτηκε. Όλα αυτά όμως ξεχάστηκαν, όταν τα λεφτά από το Τορίνο ήρθαν. Είπαμε, γούστο του, αλλά όποιος έχει νιώσει την φυγή κάποιου ήρωά του δεν μπορεί να το ξεπεράσει έτσι απλά. Όπως ένιωσα βλέποντας τον Ντούσαν με την κόκκινη φόρμα, έτσι θα νιώσει κι ο οπαδός της Νάπολι όταν δει τον «Πιπίτα» με τα ασπρόμαυρα.

13718578_10154560373699349_473116131148113573_n

Μεταξύ αυτών κι ο Ντανιέλε «Ντεσιμπέλ» Μπελίνι. Ένας κλασσικός Ναπολιτάνος που κάνει την ιδανική δουλειά. Είναι ο εκφωνητής του σταδίου Σαν Πάολο, αυτός που ξεσηκώνει τον κόσμο της ομάδας, ένας τυχερός οπαδός που συνδυάζει τη δουλειά του με την αγάπη του. Ένας άνθρωπος που πέρσι βαρέθηκε να φωνάζει το όνομα του Γκονζάλο, καθώς τα κατορθώματα του επιθετικού τον έκαναν να προβοκάρει τους οπαδούς της Νάπολι, με το κοινό του τρομακτικού γηπέδου να θυμίζει ρωμαϊκή αρένα που αποθεώνει τον αγαπημένο της μονομάχο. Εννιά φορές συνεχόμενα, με την τρίχα να σου σηκώνεται:

Ο Μπελίνι ένιωσε κι αυτός προδομένος από την φυγή του Γκονζάλο. Θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια που έγραφε σαν γνήσιος Ιταλιάνος ραβασάκια στις κοπέλες στο σχολείο και έγραψε τη δική του «κάρτα» για τον πρώην (πλέον) αγαπημένο του, εξηγώντας με απλά και όμορφα λόγια τη σχέση οπαδού-επαγγελματία ποδοσφαιριστή και τι τελικά έχει σημασία για τον κάθε φίλαθλο:

«Όταν ήμουν μικρός ερωτευόμουν πάντα τις πιο ωραίες του σχολείου. Ήμουν κοντός και δεν ήμουν όμορφος και παρά τα γράμματα αγάπης που τους έγραφα και την διάθεσή μου να κουβαλάω τις τσάντες του δεν είχα κανένα αποτέλεσμα. Σήμερα, έχω αλλάξει, αγάπησα την Βάλε και με αγαπάει κι αυτή και έχουμε σχεδόν δυο γιους (λέω σχεδόν γιατί ο Λορέντσο θα μας έρθει τον Σεπτέμβριο).

Όταν ερωτευόμουν και δεν είχα ανταπόκριση, πληγωνόμουν; Ναι. Όταν το κορίτσι που αγαπούσα με αγνοούσε, έλεγα σε όλους ότι έτσι κι αλλιώς δεν ενδιαφερόμουν γι’ αυτήν; Ναι, επίσης.

Γιατί το έλεγα; Επειδή κάποιες φορές ερωτευόμαστε κάποιον ή κάτι που δεν θέλει να τον ερωτεύονται. Μπορεί να περάσεις μαζί του ένα ωραίο απόγευμα ή δυο χρονιές, αλλά χωρίς αγάπη. Δίνουν και παίρνουν, τους αποκαλούν επαγγελματίες. Δεν μπορώ να αρνηθώ ότι πανηγύρισα και σχεδόν έκλαψα από χαρά για τον Ιγκουαΐν (ειδικά την μέρα του ρεκόρ) και δεν μπορώ να αρνηθώ ότι όσα άκουσα και διάβασα με απογοήτευσαν, αλλά όπως λέω πάντα, η δύναμη της Νάπολι είναι οι οπαδοί της.

Έχουμε πέσει και έχουμε σηκωθεί πολλές φορές. Στο λεξιλόγιό μας δεν υπάρχει «η δουλειά», υπάρχει «η μάχη». Είμαστε συνηθισμένοι να υποφέρουμε. Οι πρωταθλητές έρχονται και παρέρχονται, αλλά οι οπαδοί στις εξέδρες με τις φανέλες τους γαλάζιες όπως ο ουρανός θα βρίσκονται για πάντα εκεί».

Όταν ο Μισέλ Πλατινί ξάπλωνε στο χορτάρι

  [2 Σχόλια]

16

Είναι ο μεγάλος απών αυτού του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος αλλά η σκιά του βαραίνει, κατά κάποιον τρόπο, ακόμη περισσότερο, κι όχι μόνο εξαιτίας της φαραωνικής του έμπνευσης για ευρωπαϊκό πρωτάθλημα των 24 ομάδων.

Ο Μισέλ Πλατινί, με τα παραπάνω κιλά που του φόρτωσαν τόσα χρόνια καλοπέρασης και το υπνωτιστικό και άδειο χαμόγελο του επαγγελματία παράγοντα που αποφάσισε να γίνει, μοιάζει εδώ και καιρό με εισοδηματία φούρναρη, με έναν από αυτούς τους δευτερεύοντες χαρακτήρες των γαλλικών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα, εκεί όπου παραπέμπει, βέβαια, κι η μυθιστορηματική πτώση του.

Κάποτε, όμως, ήταν ένας λαμπρός ποδοσφαιριστής: αέρινος, ακούρευτος, με τη φανέλα έξω από το σορτσάκι και με ένα χαρακτηριστικό σουλούπι που τον έκανε να μοιάζει σα να παίζει πάντα με κατεβασμένες κάλτσες. Χρυσή Μπάλα και πρώτος σκόρερ της Serie A τρία συνεχόμενα χρόνια (1983, 1984, 1985) κι ένας από τους ελάχιστους που κατάφερε να ανεβάσει, από την ανυποληψία –τον αποκλεισμό από τα τελικά των Μουντιάλ του 70 και του 74 και από τα Ευρωπαϊκά του 68, του 72, του 76– στην κορυφή, το ποδόσφαιρο μιας ολόκληρης χώρας. Για να καταφέρεις κάτι τέτοιο, όπως γνωρίζουμε, δεν αρκεί να είσαι ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς, πρέπει να είσαι ο Γιόχαν Κρόιφ ή ο Πλατινί. Κι όλα αυτά χωρίς να τραγουδήσει ποτέ πριν τη σέντρα τη Μασσαλιώτιδα, «αυτόν τον πολεμικό ύμνο. Αν ήταν ύμνος στη αγάπη θα τον τραγουδούσα»: αχ, αυτοί οι Γάλλοι.

Εκείνος ο Μισέλ Πλατινί, λοιπόν, λείπει πολύ σε όσους αγαπούν το ποδόσφαιρο.

Τον θυμηθήκαμε στις 21 Ιουνίου, επειδή έκλεινε τα 61 του χρόνια, κάπου μακριά από τους προβολείς των γηπέδων, και επειδή έκλειναν τριάντα χρόνια από την πρόκριση της Γαλλίας επί της Βραζιλίας, στα προημιτελικά του Μουντιάλ του Μεξικού. Εκεί, στην Γκουανταλαχάρα, με τη θερμοκρασία στους 45 βαθμούς, άκεφος, με ένα τραυματισμό στην κνήμη να τον βασανίζει, ισοφαρίζει με το λιγότερο καλό του πόδι, το αριστερό: θα είναι το τελευταίο από τα 41 γκολ που θα βάλει με τη Γαλλία. Μετά, στα πέναλτι, θα αστοχήσει φριχτά αλλά λίγη σημασία είχε, αυτός, σε αντίθεση με άλλους μεγάλους παίκτες που είδαμε πρόσφατα,  ήταν τυχερός, η ομάδα του επιβλήθηκε.

Θα τον θυμηθούμε οπωσδήποτε στις 8 Ιουλίου, επέτειο του αξέχαστου ημιτελικού του Μουντιάλ στη Σεβίλη το 1982, κόντρα στη Γερμανία. Η ωραία μπαλιά του στον Πατρίκ Μπατιστόν, η δολοφονική έξοδος του χασάπη Χάραλντ Σουμάχερ, ο Μισέλ να σκύβει και να παίρνει στα χέρια του τον αναίσθητο και λευκό σαν πανί συμπαίκτη και φίλο του: μια μεταμοντέρνα Αποκαθήλωση που έληξε με Ανάσταση του θύματος –με τρία δόντια λιγότερα, μετατοπισμένο σπόνδυλο και αμνησία– μερικές ώρες μετά. Ο αγώνας έληξε στα πέναλτι και κέρδισε, φυσικά, η Γερμανία: το ποδόσφαιρο είναι μια σπουδή στην αδικία, και δεν θα διαφωνήσει, μάλλον, ούτε ο Χάραλντ Σουμάχερ ούτε ο Ολλανδός διαιτητής που δεν του έδωσε κάρτα, απλώς χαριεντιζόταν μαζί του ενόσω ο Μπατιστόν έβγαινε πάνω στο φορείο.

battiston

Θυμόμαστε, και ποιος ξέρει για πόσα χρόνια ακόμη, το ψαρωτικό ρεκόρ του Πλατινί: εννιά γκολ σε ένα μόνο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα –χρειάστηκαν σχεδόν τέσσερα (19 αγώνες) στον Κριστιάνο Ρονάλντο για να πετύχει οχτώ. Θυμόμαστε και τον τίτλο που χάρισε με αυτά τα γκολ στη Γαλλία το 1984 και την κατεστραμμένη καριέρα του δόλιου Αρκονάδα μετά από τη φοβερή του γκάφα στον τελικό: ένα μέτριο χτύπημα φάουλ από τον Πλατινί, μια μπάλα που γλιστράει μέσα από τα χέρια, ένας τίτλος.

Για μια γενιά Γάλλων –και Ιταλών, αλλά θα επανέλθουμε– φιλάθλων, η παρουσία του Πλατινί στο χόρτο ισοδυναμούσε με τη σιγουριά ότι θα σκοράρει. Συχνά σε κρίσιμους αγώνες, συχνά με φάουλ, αν και όταν έκανε το περίφημο ρεκόρ του πέτυχε σε δυο ματς τη λεγόμενη «σπεσιαλιτέ Πλατινί», το πραγματικό χατ τρικ: γκολ με το δεξί, γκολ με το αριστερό, γκολ με κεφαλιά. Αυτή τη σιγουριά την ένιωθε χωρίς αμφιβολία κι αυτός. Πρώτη εμφάνιση με την Εθνική Ανδρών, σε ένα φιλικό με την Τσεχοσλοβακία, πριν 40 χρόνια. Η Γαλλία είναι πίσω στο σκορ, κερδίζει έμμεσο. Ο πιτσιρικάς Μισέλ λέει στον έμπειρο Ανρί Μισέλ: «Δώσε μου πάσα. Θα το βάλω».

Ο Μισέλ Πλατινί, εγγονός Πιεμοντέζου μετανάστη στη Λοραίνη, θα ξαναγυρίσει στη γη των προγόνων του, την Ιταλία, και θα λατρευτεί κι εκεί. Και από όλα του τα γκολ με τη Γιουβέντους, θυμόμαστε αυτό το κάπως άγνωστο αριστούργημά του. Γιατί, με τον ίδιο τρόπο που το ωραιότερο γκολ ενός μεγάλου συμπατριώτη του ήταν μια πάσα, το ωραιότερο γκολ του Πλατινί  ήταν οφσάιντ.

8 Δεκεμβρίου 1985. Διηπειρωτικό Κύπελλο στο Εθνικό Στάδιο του Τόκυο. Η κάτοχος του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης Γιουβέντους αντιμετωπίζει τους νικητές του Κόπα Λιμπερταδόρες Αρχεντίνος Ζούνιορς του Κλαούντιο Μπόργκι. Η Γιουβέντους κυνηγάει τον πρώτο της τίτλο στη διοργάνωση και θεωρητικά είναι το φαβορί. Προηγούνται οι Αργεντίνοι στο 55΄, ισοφαρίζει με πέναλτι ο Πλατινί. Και στο 69΄, το θαύμα: στοπάρισμα με το στήθος, εναέριο κοντρόλ με το δεξί, άπιαστο βολέ με το αριστερό, γκολ. Πανηγυρισμοί, σερπαντίνες και κόρνες από τις κερκίδες, οι Γιουβεντίνοι ένα κουβάρι γύρω από το αστέρι τους, το ταμπλό δείχνει 2-1.

Και ξαφνικά, η απότομη προσγείωση: αυτό το ποίημα σφυρίζεται οφσάιντ. Ο Πλατινί, δεν μπορεί να το πιστέψει, τραβάει τα μαλλιά του και μοιάζει να καταρρέει στο χορτάρι. Μοιάζει: στην πραγματικότητα ξαπλώνει κάπως ράθυμα, ακουμπάει το κεφάλι του στο χέρι του και, σαν δεκάχρονο παιδάκι, κάνει μούτρα στον διαιτητή, στη μοίρα, στον κόσμο όλον. Μετά ανακάθεται, χειροκροτεί ειρωνικά, παίρνει μερικές ανάσες. Οι Αρχεντίνος θα ξαναπεράσουν μπροστά αλλά, λίγα λεπτά μετά, το μουτρωμένο δεκάρι θα βρει το κουράγιο και τη διαύγεια που χρειάζεται για να κάνει το μακρινό ένα-δυο με τον Μίκαελ Λάουντρουπ που θα ισοφαρίσει. Η Γιουβέντους θα κερδίσει στα πέναλτι –ένα από αυτά θα το χτυπήσει με επιτυχία ο Πλατινί.

Όπως θα έλεγε ένας άλλος ήρωας με ασπρόμαυρη φανέλα, το μυστικό είναι ότι επιτρέπεται να ξαπλώσεις στο χορτάρι  αλλά επιβάλλεται να σηκωθείς -και, ει δυνατόν, να σκοράρεις.

Η εκδίκηση των φτωχών

  [Καθόλου σχόλια]

Λένε ότι η περιοχή της Καλαβρίας στη νότια Ιταλία είναι πανέμορφη και την ερωτεύεσαι. Ειδικά για τους Έλληνες, ο συγκεκριμένος τόπος έχει παραπάνω σημασία αφού υπάρχουν ακόμα κάποια ελληνόφωνα χωριά που μιλούν τα γκρεκάνικα που σιγά σιγά σβήνουν. Είναι όμως και μια περιοχή φτωχή, όπως γενικά ο Νότος της χώρας, ίσως μάλιστα ακόμα περισσότερο και από άλλες γειτονικές επαρχίες. Μια περιοχή που η Μαφία κανονίζει τα πάντα και ο κόσμος ζει σε άλλους ρυθμούς και υπό άλλες συνθήκες. Με την οικονομική κρίση, τα στατιστικά λένε ότι οι οικογένειες που βρίσκονται κάτω από τα όρια της φτώχειας τριπλασιάστηκαν, ενώ και το ποσοστό ανεργίας είναι τριπλάσιο από άλλες περιοχές του Βορρά. Ανάμεσα στις πόλεις της Καλαβρίας βρίσκεται και το Κροτόνε, ο αρχαίος Κρότων που ήταν αποικία των Αχαιών και η βικιπαίδεια μας ενημερώνει ότι είναι αδερφοποιημένο με τα δικά μας Γιαννιτσά. Είναι το μέρος που κατέληξε ο Πυθαγόρας όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει την Σάμο και είναι εξίσου φτωχό, αν όχι φτωχότερο από πόλεις όπως το Καταντζάρο και η Κοζέντσα.

Αν έχετε φάει κάποια στιγμή τυρί πεκορίνο, τότε είναι αρκετά πιθανό να προέρχεται από εκεί. Κατά τα άλλα δεν έχετε και πολλά να ξέρετε για το λιμάνι αυτό στην ανατολική ακτή. Α, ναι. Υπάρχει και η ομώνυμη ποδοσφαιρική ομάδα.  Οι «καρχαρίες» ιδρύθηκαν το 1910 και πιστοί στην κατάσταση της Καλαβρίας πτώχευσαν δυο φορές, το 1979 και το 1991, για να υποβιβαστούν στα βάθη του ιταλικού ποδοσφαιρικού συστήματος. Την περασμένη Παρασκευή, η πλατεία της πόλης είχε γεμίσει από κόσμο στημένο γύρω από γιγαντοοθόνες, ενώ κάθε παράθυρο είχε ντυθεί στα μπλε και κόκκινα. Από τον κόσμο αυτόν, έλειπαν περίπου 1200 τιφόζι που είχαν ταξιδέψει στην Μόντενα, σε ένα ταξίδι περίπου 10 ωρών και 1000 χιλιομέτρων. Θα το έλεγε κανείς μεγάλο κατόρθωμα, αν προηγουμένως μέσα στη χρονιά δεν είχαν ταξιδέψει περίπου 5000 οπαδοί της ομάδας τα περίπου 1200 χιλιόμετρα ως το Μιλάνο για έναν αγώνα του Κόπα Ιτάλια, στον οποίο τελικά η Κροτόνε αποκλείστηκε στην παράταση με 3-1. Μια πόλη της τάξεως του μεγέθους των Σερρών ή των Τρικάλων κατάφερε να έχει τόσο κόσμο να γράφει ατελείωτα χιλιόμετρα.

crotoneΗ εκστρατεία στο Μιλάνο

Είχε φανεί και από εκείνο το ματς στο Σαν Σίρο, ότι η Κροτόνε μπορεί φέτος το κάτι παραπάνω στη Σέριε Β. Παρά τα σεμνά και ταπεινά λόγια των ανθρώπων της ομάδας που δεν ήθελα να γρουσουζέψουν μια πορεία που έμοιαζε με όνειρο, όταν βρισκόταν σταθερά στις πρώτες θέσεις. Όνειρο για έναν σύλλογο που μέχρι το 2000 δεν είχε καν αγωνιστεί στη Σέριε Β, ενώ πριν ένα χρόνο εξασφάλιζε την παραμονή του σε αυτή μόλις στο τέλος. Μια ομάδα που το καλοκαίρι πίστευε ότι θα δώσει μάχη για τη σωτηρία, εξασφάλισε ήδη την άνοδό της και μπορεί να βγει και 1η στην κατηγορία καθώς απέχει 4 βαθμούς από τη δεύτερη Κάλιαρι, τρεις αγωνιστικές πριν το τέλος. Το κατάφερε έχοντας ένα ρόστερ που συνδυάζει εμπειρία, με μπαρουτοκαπνισμένους παίκτες όπως ο τερματοφύλακας Κορντάζ και ο επιθετικός Ραφαέλε Παλαντίνο, αλλά και νιάτα έχοντας αρκετούς δανεικούς παίκτες. Μεταξύ τους και το μεγάλο αστέρι της ομάδας ο Άντε Μπούντιμιρ που είναι δανεικός από την Ζανκτ Πάουλι. Χωρίς άγχος και με μοναδικό σκοπό να τα δίνουν όλα στο γήπεδο, κυνηγάνε κάθε φάση παίζοντας στο 3-4-3 του προπονητή Τζούριτς (παλιού παίκτη του συλλόγου).

Το πέναλτι του Παλαντίνο έκανε το 1-1 στην Μόντενα και έδωσε και μαθηματικά την άνοδο. Στην πλατεία της πόλης τα καπνογόνα και τα βεγγαλικά έδιναν και έπαιρναν. Το περίπου 10.000 θέσεων Στάδιο Έντζιο Σίντα θα ζήσει μεγάλες στιγμές. Το ίδιο και το νοσοκομείο που βρίσκεται κολλημένο στο γήπεδο και επιτρέπει στους… λαθροθεατές να βλέπουν τον αγώνα. Τον Σεπτέμβριο του 2006, με τη Γιουβέντους να βρίσκεται στη Β’ Εθνική, η διοίκηση του νοσοκομείου ακύρωσε την ώρα επισκεπτηρίων για τους ασθενείς, με το φόβο ότι θα πήγαινε πολύς κόσμος ώστε να δει τζάμπα το ματς για το οποίο δεν είχε μείνει εισιτήριο, ενοχλώντας τους ασθενείς. Με δυο γκολ του Μποζίνοφ και ένα του… Μπουμσόνγκ, η Γιούβε πέρασε με 0-3. Η Κροτόνε υποβιβάστηκε στο τέλος της σεζόν στην τρίτη κατηγορία, οι μπιανκονέρι ανέβηκαν. Δέκα χρόνια αργότερα η Γιουβέντους είναι και πάλι κυρίαρχη στη χώρα, η Κροτόνε ανεβαίνει στην Α’ Εθνική και το νοσοκομείο μπορεί να ξανακλείσει τις πόρτες στα ματς με τους μεγάλους της Ιταλίας.

Αρκεί βέβαια το γήπεδο να πάρει το ΟΚ για την Α’ εθνική. Ένα απλό, φτωχικό στάδιο σε μια περιοχή που βλέπεις παλιά αυτοκίνητα στους δρόμους, την άσφαλτο με λακκούβες, μαγαζιά με κατεβασμένα στόρια και τον κόσμο να χρειάζεται να δώσει περίπου 200€ για ένα διαρκείας. Ο ιδιοκτήτης Ραφαέλε Βρένα έχει πάντως μεγάλα όνειρα. Να μεγαλώσει λέει το γήπεδο και να το κάνει σαν αρχαίο ελληνικό αμφιθέατρο. Ανήκει σε μια οικογένεια με αρκετά χρήματα και με πολλές φήμες για σχέση με την Μαφία. Σαν να μην έφτανε αυτό, δηλώνει ότι έχει σχέση με τη διαχείριση αποβλήτων, θυμίζοντας όλο και περισσότερο τα στερεότυπα που μας δημιούργησε η τηλεοπτική σειρά των Σοπράνος. Πάντως έχει αθωωθεί ήδη μια φορά, αν και ο εισαγγελέας του Καταντζάρο εξακολουθεί να τον κυνηγάει. «Δεν θα είμαστε κομπάρσοι του χρόνου» δηλώνει ο Ραφαέλε, ένας ιδιοκτήτης πάντως που γενικά δεν βγάζει και πολλά λεφτά από την τσέπη για μεταγραφές, καθώς ψάχνει για ελεύθερους και δανεικούς. Θα είναι αρκετό αυτό για του χρόνου;

Η θέα από το νοσοκομείο

Είναι αναμφισβήτητα μια τεράστια επιτυχία αυτό που έχει καταφέρει η Κροτόνε. Οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς τους μια μικρή Λέστερ και όσο και να υπερβάλουν, η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για εξαιρετικό κατόρθωμα. Έρχεται μάλιστα η επιτυχία της Κροτόνε να προστεθεί στην καταπληκτική φέτος Σασουόλο, αλλά και στην επική μάχη που δίνει η Κάρπι για να σωθεί. Από την άλλη όμως, είναι και η μεγαλύτερη απόδειξη για το πόσο έχει πέσει το επίπεδο του ιταλικού ποδοσφαίρου, με ιστορικές ομάδες να κινούνται στην μετριότητα και ουσιαστικά μόνο τη Γιουβέντους να είναι ανταγωνιστική στο εξωτερικό. Αυτό φυσικά δεν χαλάει καθόλου το όμορφο παραμύθι της Κροτόνε και σίγουρα καθόλου τους Καλαβρέζους που ετοιμάζονται για καινούριες εκδρομές του χρόνου.

3Χ3=9: η Ρωμαϊκή Άνοιξη του Ντιέγκο Σιμεόνε

  [5 Σχόλια]

d922123ab12294de29c36ffb9d8e7d3e

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016, απογευματάκι: μπροστά στην τηλεόραση ή τον υπολογιστή, οι οπαδοί της Γιουβέντους έμαθαν πως η αγαπημένη τους ομάδα αναδείχθηκε πρωταθλήτρια, τρεις αγωνιστικές πριν το τέλος. Η Νάπολι έχασε από τη Ρόμα, και μαθηματικά ήταν πια αδύνατον να προλάβει τους Τορινέζους. Κάπως ξενέρωτος τρόπος να πανηγυρίζεις έναν τίτλο, αλλά οι Γιουβεντίνοι γνωρίζουν καλύτερα από όλους πόση αλήθεια κρύβει το περίφημο «κάλλιο πέντε και στο χέρι», διότι τα μαθηματικά είναι σκληρή επιστήμη που λέει πως το +9 δεν είναι παρά τρεις φορές το τρία: τρεις ήττες μόνο.

1999-2000: το Καμπιονάτο ζει ακόμη τις ώρες της μεγάλης του δόξας. Η σεζόν αρχίζει με τη νίκη της Κυπελλούχου Ευρώπης Λάτσιο στο ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ κόντρα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.  Θα τελειώσει με αξέχαστο τρόπο, « Ιστορικό », όπως θα γράψει στην πρώτη της σελίδα η Corriere dello Sport.

19 Μαρτίου 2000. Η Λάτσιο χάνει στη Βερόνα από την Ελλάς, η πρωτοπόρος Γιουβέντους κερδίζει την Τορίνο. Βαθμολογία: Γιουβέντους 59, Λάτσιο 50. Ακόμη οχτώ αγωνιστικές. Μετά την ήττα, ο Σβεν Γκόραν Έρικσον, προπονητής των Ρωμαίων, λέει τα λόγια που κάθε προπονητής στην θέση του είναι υποχρεωμένος να πει: « Ποιος σταμάτησε να πιστεύει; Ποιος σταμάτησε να ονειρεύεται; Εγώ πάντως όχι. Κι ούτε πρόκειται ». Μα ποιος τον πιστεύει; Τουλάχιστον ένας, ο άνθρωπος που είναι φτιαγμένος για τα δύσκολα, ο Ντιέγκο Πάμπλο Σιμεόνε: « Δεν είμαι έτοιμος να εγκαταλείψω. Πρέπει όλοι να το πιστέψουμε. Όποιος δεν μπορεί, ας σηκώσει το χέρι κι ας κάνει πέρα. Η συζήτηση για το πρωτάθλημα δεν έχει κλείσει ».

Ο Σιμεόνε έφυγε από την Ίντερ το καλοκαίρι. Εχει ήδη σημαδέψει την ιστορία των Μιλανέζων με ένα αποφασιστικό γκολ στον κρίσιμο προημιτελικό του ΟΥΕΦΑ απέναντι στο Στρασβούργο –είχαν χάσει 2-0 στη Γαλλία, ο Σιμεόνε πετυχαίνει το 3-0 στη ρεβάνς– που συνεισφέρει σημαντικά στη κατάκτηση του τροπαίου. Θα προλάβει ενδιάμεσα να τσακωθεί χοντρά με τον πραγματικό Ρονάλντο και, έτσι, στο τέλος της σεζόν 1998-99, φαίνεται απόλυτα λογικό να δοθεί ως μέρος των ανταλλαγμάτων για τη μεταγραφή του Κριστιάν Βιέρι στην Ίντερ.  Έρχεται λοιπόν στη Λάτσιο, η οποία, παρεμπιπτόντως, ήταν η χαμένη σε εκείνον τον τελικό του ΟΥΕΦΑ –είπαμε, οι ιταλικές ομάδες ζουν περίοδο δόξας. Στη Ρώμη, ο Σιμεόνε βρίσκει μια μεγαλούτσικη αργεντίνικη παρέα (τον Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, τον Νέστορ Σενσίνι, τον Ματίας Αλμέιδα) για να μη  νιώθει μόνος και επιβεβαιώνει τον κάπως δύσκολο χαρακτήρα του: στην προπόνηση, πριν από ένα ματς με την Κάλιαρι, θα έρθει στα χέρια με τον Φερνάντο Κόουτο και θα τιμωρηθεί, λογικά, από τον Έρικσον. Σπόιλερ αλέρτ: θα γυρίσει στα γήπεδα εγκαίρως για να σημειώσει το πρώτο του γκολ με τη φανέλα της Λάτσιο, στο Κύπελλο Ιταλίας, εις βάρος, χμ, της Γιουβέντους.

Και θα είναι πάλι εκεί, στους τελικούς με την Ίντερ. Θα σημειώσει το γκολ της νίκης και θα σκύψει, πρώτος αυτός, πάνω από τον τραυματισμένο και παλιό εχθρό Ρονάλντο, που μόλις είχε γυρίσει στα γήπεδα  μετά από πολύμηνη απουσία. Αλλά προτρέχουμε.

Στο πρωτάθλημα,  στην 27η αγωνιστική, η Γιούβε χάνει από τη Μίλαν κι η Λάτσιο κερδίζει τη Ρόμα. Η διαφορά πέφτει στους 6. Ακολουθεί το ντέρμπι κορυφής στο Τορίνο.

Στη Ρώμη γνωρίζουν καλά τι αντιμετωπίζει η Γιουβέντους, κάπως έτσι είχαν χάσει το πρωτάθλημα του 1999. Ο Σιμεόνε γνωρίζει την κατάσταση ακόμη καλύτερα. Δυο χρόνια πριν, με τη Ίντερ, προσπάθησε χωρίς αποτέλεσμα να προλάβει τη Γιουβέντους. Στο ματς μεταξύ των πρωτοπόρων η Γιούβε κέρδισε 1-0 –θυμόμαστε ένα πέναλτι στον Ρονάλντο που δεν σφυρίχτηκε– και το πρωτάθλημα χάθηκε. Αλλά, διηγείται ο Τσόλο : « Εκείνη τη μέρα έμαθα κάτι: σε έναν τέτοιον αγώνα θα έχεις μια τουλάχιστον ευκαιρία. Αλλά αυτήν την ευκαιρία, πρέπει να την αρπάξεις ».

1η Απριλίου 2000. Το κατάμεστο Ντέλε Άλπι ακούει τις συνθέσεις των ομάδων, με ονόματα που φέρνουν δάκρυα νοσταλγίας στα μάτια των φίλων του ιταλικού ποδοσφαίρου –είπαμε, το Καμπιονάτο, ημέρες δόξας κλπ. Φαν ντερ Σαρ, Φεράρα, Κόντε, Ντάβιντς, Ζιντάν, Ντελ Πιέρο η Γιουβέντους, Μιχαΐλοβιτς, Βερόν, Σιμεόνε, Νέτβεντ, Κονσεϊσάο η Λάτσιο, κι από ένας αδερφός Ινζάγκι για τη κάθε ομάδα. Αυτός της Λάτσιο, ο Σιμόνε, είναι σαφής : « Έχουμε έρθει στο Τορίνο για να κερδίσουμε. Είναι η μόνη μας ελπίδα ». Στο 65΄ είμαστε ακόμη στο 0-0, παρά τις πολλές εκατέρωθεν ευκαιρίες. Ο Τσίρο Φεράρα αποβάλλεται με δεύτερη κίτρινη, και, ενώ ο Αντσελότι προσπαθεί να αναδιοργανώσει τη χαροκαμένη του άμυνα, ο Βερόν σεντράρει μαγικά, κι ο Σιμεόνε, που ξέρει να αρπάζει μια ευκαιρία όταν περνά από μπροστά του, παίρνει τη κεφαλιά: 0-1. Θα είναι και το τελικό σκορ, παρά τη φοβερή πίεση των Γιουβεντίνων.

Έκρηξη χαράς των Ρωμαίων, και το πλάνο που τα συνοψίζει όλα : ο Σιμεόνε, πολύ γερός στα μαθηματικά, λοιπόν, πηγαίνει κάτω από την κερκίδα των φίλων της Λάτσιο και υψώνει τρία δάχτυλα, όσοι κι οι βαθμοί που τους χωρίζουν από τον τίτλο.

File: [2apr00b.jpg] | Wed, 27 Apr 2016 12:40:26 GMT LazioWiki: progetto enciclopedico sulla S.S. Lazio www.laziowiki.org

Μετά το ματς, ο αλήστου μνήμης Λουτσάνο Μότζι, προσπαθεί να πείσει τους φίλους της Γιουβέντους ότι αυτό που όλοι πλέον φοβούνται δεν θα συμβεί : « Είδα τους παίκτες της Λάτσιο να πανηγυρίζουν σαν τρελοί και φοβήθηκα ότι μας πέρασαν. Αλλά, ξανακοίταξα τη βαθμολογία κι είδα ότι είμαστε τρεις βαθμούς μπροστά ». Μέχρι πότε; Μέχρι τις 14 Μαΐου.

Όλα θα τελειώσουν για τη Γιουβέντους ένα πολύ βροχερό μαγιάτικο απόγευμα, στην Περούτζια. Ο Πιερλουίτζι Κολίνα βγαίνει με την ομπρέλα, κρίνει τον αγωνιστικό χώρο ικανοποιητικό, ο αμυντικός Αλεσάντρο Καλόρι επιχειρεί σουτ μετά το λάθος του Αντόνιο Κόντε: 1-0. Η Περούτζια περνάει στην ιστορία του Καμπιονάτο, για ακόμη έναν λόγο. Θυμίζουμε πως η ομάδα που στέρησε τον τίτλο από τη Γιουβέντους είναι γνωστή στους ρέκτες των ψυχαγωγικών ποδοσφαιρικών ανεκδότων από  την εκδικητική απόλυση του Κορεάτη Αν Χανκ Χοάν, του παίκτη που απέκλεισε την Ιταλία από το Μουντιάλ του 2002, και από το ότι φόρεσε τη φανέλα της ο υιός Καντάφι.

Κι η Λάτσιο; Η Λάτσιο δεν έχει ανάγκη, έχει τον Ντιέγκο Πάμπλο Σιμεόνε. Ο Αργεντίνος πετυχαίνει τέσσερα γκολ στις τέσσερις τελευταίες αγωνιστικές, χαρίζοντας τέσσερις νίκες στην ομάδα του. Και, βέβαια, το πρωτάθλημα, που οι Λατσιάλι περίμεναν είκοσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Και, επί τη ευκαιρία, το πρώτο της, και μοναδικό ως τώρα, νταμπλ. Ως γνωστόν, αυτήν την τέχνη, να μετράει τα χρόνια που χωρίζουν έναν λαό από τον τελευταίο του τίτλο και να μηδενίζει τον μετρητή, την κατέχει πολύ καλά ο  Ντιέγκο Σιμεόνε.

Οπαδοί με κληρονομικό χάρισμα

  [2 Σχόλια]

hateley38

Μέσα σε όλα τα ιστορικά ντέρμπι ντελα μαντονίνα μεταξύ Μίλαν και Ίντερ υπάρχει και ένα το 1984 που ξεχωρίζει. Συγκεκριμένα στις 28 Οκτωβρίου του 1984, όπου η Μίλαν υποδεχόταν την Ίντερ. Μια Μίλαν σε μια από τις πιο μαύρες εποχές της ιστορίας της. Το 1980 είχε υποβιβαστεί μαζί με την Λάτσιο εξαιτίας ενός σκανδάλου στημένων αγώνων για το οποίο τιμωρήθηκαν κι άλλοι σύλλογοι. Την επόμενη σεζόν η Μίλαν βγήκε πρώτη στη Serie B και επέστρεψε αμέσως. Το δυστύχημα για τους Ροσονέρι ήταν ότι έπεσαν ξανά αμέσως και δυστυχώς γι’ αυτούς ήταν αγωνιστικά αφού τερμάτισαν 14οι. Η δεύτερη επιστροφή σε τρία χρόνια ήταν καλύτερη και η Μίλαν τερμάτισε 8η. Στο πρωτάθλημα του 1984-85 κυμάνθηκε στα ίδια μέτρια επίπεδα και αντιμετώπιζε την μισητή Ίντερ την οποία είχε εννιά ματς να κερδίσει.

Η Ίντερ προηγήθηκε χάρη στο γκολ του τεράστιου Αλτομπέλι, ενώ για την Μίλαν ισοφάρισε ο ντι Μπαρτολομέι. Το παιχνίδι όμως έμεινε γνωστό για το νικητήριο γκολ της Μίλαν με κεφαλιά του Άγγλου Μαρκ Χέιτλι (κάποιοι ίσως να τον θυμούνται και από τα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ μεταξύ Ρέιντζερς και ΑΕΚ). Μια 100% αγγλική παλικαρίσια κεφαλιά στην οποία ο επιθετικός του 1.91 κέρδισε κατά κράτος τον Φούλβιο Κολοβάτι και έστειλε την μπάλα στο παραθυράκι του αδύναμου να αντιδράσει Βάλτερ Ζένγκα. Η σκηνή εκτός από βίντεο απαθανατίστηκε και από έναν φωτογράφο (με το Μεάτσα να είναι ασφυκτικά γεμάτο) και έχει μείνει χαραγμένη στους οπαδούς της Μίλαν.

A photo posted by El Sombrero (@sombrerogr) on

Τα χρόνια πέρασαν, η Μίλαν δεν έπεσε ξανά πρόσφατα, αλλά ίσως αυτή η ξενέρωτη μετριότητα των τελευταίων ετών να είναι ακόμα χειρότερη. Μια ομάδα ανίκανη να διεκδικήσει πρωτάθλημα, να μάχεται για έξοδο στην Ευρώπη. Χθες υποδεχόταν την Ίντερ που γενικά στα τελευταία ματς τής έχει πάρει τον αέρα. Οι οπαδοί της Μίλαν προφανώς ενθυμούμενοι το τότε, πριν την έναρξη του αγώνα σήκωσαν ένα φοβερό πανό με τον Χέιτλι και τα λόγια (σε δικιά μου κακή ελεύθερη μετάφραση) «είμαστε ψηλότερα από αυτούς». Τριανταπέντε λεπτά αργότερα ο Άλεξ πηδούσε ψηλότερα από όλους και έγραφε το 1-0 απέναντι στην καλύτερη άμυνα του πρωταθλήματος που μέχρι τώρα δεν είχε δεχτεί γκολ από κεφαλιά. Το σημάδι ήταν προφανές, οι οπαδοί δικαιώθηκαν. Στα 90 λεπτά η Μίλαν έβαλε ακόμα δυο γκολ και πήρε πανηγυρικά το πρώτο ντέρμπι των δύο για το 2016 με 3-0. Ίσως σε κάποιες δεκαετίες από τώρα να σηκωθεί ένα καινούριο πανό με τον Βραζιλιάνο αμυντικό αυτή τη φορά.

alex

Κυρίες και κύριοι, η Σασουόλο

  [1 Σχόλιο]

sassuolo

Ο Τζόρτζιο Σκουίντζι είναι ένας κλασσικός βιομήχανος που πέρασε όλη του τη ζωή ασχολούμενος με τις επιχειρήσεις του που σχετίζονται με χημικά δομικά υλικά. Μέχρι το 2004 η μόνη του ενασχόληση με τον αθλητισμό ήταν μια δεκαετής συνεργασία με μια ποδηλατική ομάδα, που κάλυπτε την αγάπη του για την ποδηλασία, και η παρακολούθηση της λατρεμένης του Μίλαν, που κάλυπτε την αγάπη του για το ποδόσφαιρο. Εκείνη την εποχή, κυριολεκτικά από το πουθενά, βρέθηκε κάποιος που του πρόσφερε για 35.000 ευρώ μια ποδοσφαιρική ομάδα που βρισκόταν στα όρια της διάλυσης, μια ανάσα πριν τον υποβιβασμό στην 4η κατηγορία. Το μόνο που τον ένωνε με την ομάδα ήταν το ότι αγωνιζόταν στην περιοχή που βρισκόταν οι επιχειρήσεις του. Παραδόξως ο Σκουίντζι δέχτηκε. Την εποχή εκείνη ήταν 61 χρονών.

Στις 18 Μαΐου 2013, τη μέρα που ο Σκουίντζι γιόρταζε τα 70α του γενέθλια, η Σασουόλο κέρδιζε τη Λιβόρνο με 1-0 (με το χρυσό γκολ να μπαίνει στις καθυστερήσεις) και αυτόματα την απ’αυθείας άνοδο της στην Serie A, για πρώτη φορά στην 91χρονη ιστορία της. Μπορούσες να το αποκαλέσεις και μικρό θαύμα. Η πόλη Σασουόλο, με πληθυσμό σαν την Κοζάνη, έγινε η μικρότερη πόλη που έχει ομάδα στο χλιδάτο Καμπιονάτο. Μια ομάδα τόσο μικρή και ασήμαντη που στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της (όταν ανέβηκε στη 2η κατηγορία αναγκαστικά μετακόμισε στη γειτονική Μόντενα) έπαιζε σε ένα γήπεδο 4008 θέσεων, που είχε όλο κι όλο μια σταθερή κερκίδα και δυο μικρότερες, μετακινούμενες μεταλλικές κατασκευές που έπαιζαν το ρόλο των πετάλων.

Τα εννιά αυτά χρόνια που μεσολάβησαν η ομάδα μετατράπηκε από μια κοινή, ανοργάνωτη ομάδα της επαρχιακής Ιταλίας, που βολοδέρνει στις μικρές κατηγορίες, σε ομάδα με φυτώρια, οργανωμένο προπονητικό κέντρο, αξιόλογους προπονητές σε όλες τις τάξεις του συλλόγου (ανάμεσα τους και ο Μάσιμο Αλέγκρι που την ανέβασε για πρώτη φορά στη Serie B) και ικανότατο τμήμα scouting, που στο επίκεντρο των αναζητήσεων του έχει κυρίως Ιταλούς παίκτες. Ο Σκουίντζι ήξερε πως για να πετύχει και σ’αυτόν τον χώρο έπρεπε σε μεγάλο βαθμό να τον διαχειριστεί όπως και τις επιχειρήσεις του: άκρως επαγγελματικά και με πλάνο.

sas

Η άνοδος στο Καμπιονάτο δεν άλλαξε σχεδόν καθόλου τη φιλοσοφία αυτή. Αποφεύγοντας τα μεγάλα ανοίγματα και τις ριψοκίνδυνες επενδύσεις η ομάδα συνέχισε να βασίζεται σε Ιταλούς παίκτες και δικαιώθηκε μένοντας έστω και την τελευταία στιγμή στην κατηγορία. Το πρώτο μεγάλο βήμα είχε γίνει. Η Σασουόλο είχε αποδείξει ότι δεν ήταν απλά ένα πυροτέχνημα, όπως πολλές άλλες μικρές ομάδες που εμφανίζονται στα ‘μεγάλα σαλόνια’ και εξαφανίζονται αμέσως.

Η περσινή χρονιά αποτέλεσε το δεύτερο βήμα. Στηριζόμενη πάλι σε ντόπιους (στην πρεμιέρα του περσινού πρωταθλήματος η 11αδα της αποτελούταν μόνο από Ιταλούς ενώ φέτος στο ρόστερ της έχει 22 Ιταλούς, έναν Κροάτη, ένα Γκανέζο και ένα Γάλλο!) η ομάδα έκανε μια ακόμα υπέρβαση τερματίζοντας 12η, πολύ μακριά από τη ζώνη του υποβιβασμού. Φυσικά ο δρόμος προς την καθιέρωση δεν έχει μόνο βήματα προς τα εμπρός. Η ζωή δεν είναι παραμύθι. Όντας οπαδός της Μίλαν ο Σκουίντζι είχε δηλώσει από την πρώτη μέρα παρουσίας της ομάδας στο Καμπιονάτο ότι ένα από τα όνειρα του είναι να κερδίσει η Σασουόλο την Ίντερ μέσα στο Σαν Σίρο. Στην πρώτη αναμέτρηση των δυο ομάδων, τη σεζόν 2013-14 και μάλιστα στην έδρα της Σασουόλο, το κοντέρ των νερατζούρι σταμάτησε στο 7! Στην περσινή σεζόν και λίγες μέρες πριν το Ίντερ-Σασουόλο της 2ης αγωνιστικής ο πρόεδρος και στενός συνεργάτης του Σκουίντζι, Κάρλος Ρόσσι δήλωνε «κάποια βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ καλά γιατί σκέφτομαι εκείνο το 7-0». Πριν καν περάσουν 48 ώρες από τη συνέντευξη του η Ίντερ έριχνε ξανά 7 γκολ στη μικρούλα Σασουόλο, υπενθυμίζοντας της ότι έχει ακόμα πολλά ψωμιά να φάει.

10-01-16 INTER-SASSUOLO CAMPIONATO SERIE A TIM 15-16 DOMENICO BERARDI ESULTA DOPO RIGORE GOL 0-1

Εκείνη όμως ήταν και η τελευταία φορά που ο Σκουίντζι πικράθηκε εξαιτίας της «μισητής» Ίντερ. Κι αν η εντός έδρας νίκη εναντίον των νερατζούρι στον περσινό δεύτερο γύρο με 3-1 ήταν μια στιγμή ευτυχίας για τον σωτήρα της Σασουόλο, το διπλό της προηγούμενης εβδομάδας στο Σαν Σίρο, με γκολ μάλιστα στις καθυστερήσεις, είναι ο ορισμός του ποδοσφαιρικού οργασμού. Με τη νίκη αυτή οι ‘Μελανοπράσινοι’ όχι μόνο έριξαν την Ίντερ από την κορυφή αλλά απέδειξαν και στον τελευταίο δύσπιστο φίλαθλο πως η φετινή τους εντυπωσιακή πορεία, που τους έχει φέρει μια ανάσα από τις θέσεις που οδηγούν στην Ευρώπη, μόνο τυχαία δεν είναι.

Με ηγέτες στην άμυνα τον μικρό αδερφό Καναβάρο και τον Φραντσέσκο Ατσέρμπι (που το 2013 κατάφερε δυο φορές να ξεπεράσει τον καρκίνο στους όρχεις και να επιστρέψει στα γήπεδα) η Σασουόλο δέχεται φέτος γκολ με το σταγονόμετρο. Το Σάββατο το βράδυ απέναντι στην πρωτοπόρο Νάπολι στο Σαν Πάολο το έργο των δυο σέντερ μπακ θα είναι πιο δύσκολο από τα συνηθισμένα, δεδομένου ότι η ομάδα του Μαουρίτσιο Σάρι έχει την καλύτερη επίθεση και στην Ιταλία και στο Europa League. Αυτό ίσως να τρόμαζε κάποιον τυχαίο αμυντικό μιας μικρής ομάδας. Σίγουρα όμως όχι έναν παίκτη που μετράει κοντά στις 300 συμμετοχές στο Καμπιονάτο και έναν άλλο που δυο χρόνια πριν έκανε χημειοθεραπείες, ξυπνούσε με ναυτία και εξάντληση, ανακάλυπτε αμέτρητες μπούκλες από τα μαλλιά του στο κρεβάτι και παρ΄όλα αυτά έβρισκε κουράγιο και δύναμη να πηγαίνει κάποιες μέρες στο γήπεδο για να προπονηθεί.