Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιταλικό πρωτάθλημα'

Η Μαφία και το ποδόσφαιρο

  [4 Σχόλια]

Η Ιταλία είναι μια χώρα που παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από το βορρά προς το νότο, τόσο μεγάλες που θα μπορούσαμε να μιλάμε για δυο διαφορετικές χώρες. Ένα από τα χαρακτηριστικά του νότου σε πολλές περιοχές είναι κι η παρουσία της Μαφίας. Είτε μιλάμε για τη Κόζα Νόστρα της Σικελίας, είτε για την Καμόρα στη Νάπολη, είτε για την Ντραγκέτα της Καλαβρίας, πρόκειται για οργανώσεις που σε μεγάλο βαθμό επηρεάζουν τη ζωή όλων των κατοίκων. Στον κανόνα αυτό δεν μπορούν να αποτελούν εξαίρεση οι ποδοσφαιριστές. Το σημερινό κείμενο είναι αφιερωμένο σε τρεις πασίγνωστους Ιταλούς επιθετικούς, που η ζωή τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σημαδεύτηκε από την παρουσία της Μαφίας.

Το ξεκίνημα γίνεται με τον Μάρκο Μποριέλο. Έναν ποδοσφαιριστή με μια καριέρα γεμάτη μεταγραφές και δανεισμούς που δεν ανταποκρίθηκε τόσο στις προσδοκίες του κόσμου. Βγαλμένος από τις ακαδημίες της Μίλαν, ο Μποριέλο έχει αγωνιστεί σε περίπου 15 ομάδες, αλλά ποτέ στην ομάδα της πατρίδας του, τη Νάπολι. Εκεί όπου στη γειτονιά Σαν Τζιοβάνι μεγάλωσε και έζησε μια τραγωδία.

Για παιδί που ξεκίνησε από μια από τις χειρότερες γειτονιές, τα κατάφερε καλά

Στο Σαν Τζιοβάνι λέγεται ότι υπάρχει η μεγαλύτερη… πυκνότητα σε συμμορίες από οπουδήποτε αλλού. Μια άκρως επικίνδυνη περιοχή στην οποία είτε είσαι μέλος συμμορίας, είτε ζεις υπό το φόβο της. Ο πατέρας Μποριέλο ήταν μπλεγμένος κι αυτός στην παρανομία, αλλά τελικά αθωώθηκε από το δικαστήριο. Λίγο καιρό αργότερα όμως εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Η φαμίλια έζησε στην αβεβαιότητα μέχρι να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Ο Βιτόριο Μποριέλο είχε δανείσει χρήματα στον Πασκουάλε Τσεντόρε, έναν πρώην δήμαρχο της πόλης Καζερτάνο. Ο δήμαρχος που είχε σχέσεις με την οικογένεια Καζαλέζι, δεν ήθελε να τα επιστρέψει και σε έναν καβγά δολοφόνησε τον πατέρα του μόλις 10 ετών Μάρκο. Στη συνέχεια, για να εξαφανίσει το πτώμα, το έθαψε στη βίλα του, όπου θα μπορούσε να είχε μείνει για πάντα, αν ο Τσεντόρε δεν ομολογούσε μετά από καιρό.

Η σχεδόν σίγουρη μεταγραφή του Κορεντίν Τολισό στη Νάπολη χάλασε τελευταία στιγμή. Ο μάνατζέρ του είπε ότι ένας σοβαρός λόγος ήταν ο φόβος για την εγκληματικότητα της πόλης που δημιουργήθηκε όταν ο Κορεντίν παρακολουθούσε την τηλεοπτική σειρά «Γκομόρα»

«Δεν είναι ότι μεγάλωσα στη ζούγκλα, αλλά σίγουρα δεν ήταν και Ντίσνεϊλαντ. Ένα παιδί που μεγαλώνει εκεί, μεγαλώνει πολύ πιο γρήγορα από οπουδήποτε αλλού. Ένας χρόνος εκεί, μετράει για δέκα αλλού» διηγείται ο Μάρκο. Η μητέρα του ήταν αυτή που μεγάλωσε μόνη τα δυο παιδιά της και σε αυτή οφείλουν πολλά. Σε αυτή και το ποδόσφαιρο που του έδωσε το εισιτήριο για να φύγει. «Το ποδόσφαιρο με βοήθησε να ξεπεράσω το χαμό του πατέρα μου, αλλά θα ήθελα ο πατέρας μου να μπορούσε να δει αυτά που κατάφερα». Θα περίμενε κανείς ένα μικρό παιδί που χάνει τον πατέρα του, να μισεί το μέρος που τον έχασε. Ο Μποριέλο όμως διαφωνεί: «Η Νάπολη έκλεψε τον πατέρα μου, αλλά όχι τα τα απίστευτα παιδικά χρόνια που έζησα εκεί και όλα όσα έμαθα. Θα μπορούσα να νομίζω ότι είχε απαχθεί ή ότι έπαθε αμνησία και χάθηκε, αλλά τελικά ο ένοχος ομολόγησε. Νιώθω περηφάνια που μεγάλωσα στο τρίγωνο του θανάτου και δεν έγινα μέλος συμμορίας. Η Καμόρα σκότωσε τον πατέρα μου, όχι όμως την αγάπη μου για τη Νάπολη. Δεν ζω πια εκεί, αλλά πηγαίνω συχνά για να θυμάμαι τους ήχους, τις μυρωδιές και τον ενθουσιασμό της πόλης

Είναι τέτοια η αγάπη του Μποριέλο για την πόλη που τα έβαλε με τον Ρομπέρτο Σαβιάνο το συγγραφέα του βιβλίου Γκόμορα (που αργότερα μεταφέρθηκε τόσο στον κινηματόγραφο ως ταινία, όσο και στην τηλεόραση ως τηλεοπτική σειρά). Σε συνέντευξή του το 2010 ο Μποριέλο είπε ότι ο Σαβιάνο έβγαλε χρήματα από την πόλη του, παρουσιάζοντας μόνο τα άσχημα. Τρία χρόνια αργότερα πάντως, εμφανίστηκε μετανιωμένος, λέγοντας ότι έκανε λάθος για τον συγγραφέα, δεν είχε καταλάβει τι είχε γράψει και ότι ήθελε πολύ θάρρος να πάει ενάντια στο ρεύμα, να μιλήσει και να ζει τώρα έτσι (ο Σαβιάνο έχει δεχτεί πολλές απειλές από την Καμόρα και ζει με μόνιμη αστυνομική φρουρά).

Δεν τον κόβεις για μαφιόζο, αλλά κι ο Τζο Πέσι ακίνδυνος φαίνεται

Όταν ο νεαρός Μάρκο Μποριέλο αποφοιτούσε από τις ακαδημίες της Μίλαν, ένας άλλος ταλαντούχος επιθετικός από τη νότια Ιταλία πήγαινε εκεί. Ο μικρός και θαυματουργός κοντούλης Φαμπρίτσιο Μίκολι από την επαρχία του Λέτσε έκανε κι αυτός μια αρκετά σημαντική καριέρα κι ένα μεγάλο μέρος αυτής το πέρασε στη Σικελία και το Παλέρμο. Ο Μίκολι στα 6 χρόνια του εκεί αγαπήθηκε και αγάπησε το Παλέρμο. Ίσως όμως λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε. Έγινε κολλητός με το γιο ενός από τους πιο διαβόητους μαφιόζους του νησιού, του Αντονίνο Λαουριτσέλα και συνεπώς θέλοντας και μη, αντικείμενο έρευνας της ομάδας καταπολέμησης της Μαφίας.

Η αστυνομία παρακολουθούσε το τηλέφωνο του Μίκολι και όταν οι συνομιλίες βγήκαν στο φως από την εφημερίδα Λα Ρεπούμπλικα, πολλοί έμειναν έκπληκτοι. Ο Μίκολι συζητούσε για χρήματα που του χρωστούσαν ιδιοκτήτες νυχτεριών μαγαζιών και έλεγε ότι θα βάλει το φίλο του για να τα μαζέψει. Το πιο σοκαριστικό όμως όλων ήταν η αναφορά του στο δικαστή Τζιοβάνι Φαλκόνε, έναν από τους σημαντικότερους δικαστές που τα έβαλαν ποτέ με την Μαφία, τον άνθρωπο πίσω από τη δίκη Μάξι, στην οποία καταδικάστηκαν περίπου 400 μέλη της Μαφίας και αποκαλύφθηκαν τρομερές λεπτομέρειες για την λειτουργία της. Ο Φαλκόνε, που ζούσε συνεχώς υπό καθεστώς τρόμου, σκοτώθηκε μαζί με τη γυναίκα του και τους φρουρούς του το 1992 από μία έκρηξη εκρηκτικών μισού τόνου, τόσο ισχυρή που καταγράφηκε ως σεισμική δόνηση. Ο Μίκολι σε μια από τις συνομιλίες αποκαλούσε τον Φαλκόνε «σκουπίδι». Η τραγική ειρωνεία; Ο Μίκολι είχε πάρει μέρος σε ένα φιλικό υπέρ του Φαλκόνε, αλλά και ακόμα ενός δικαστή που είχε επίσης σκοτωθεί από τη Μαφία, για τα 20 χρόνια από τον θάνατό τους, αφιερώνοντας και γκολ στην μνήμη τους. Υποκρισία…

Ο «επίτιμος δημότης» της πόλης Κορλεόνε (ναι, αυτής) χάλασε μέσα σε μια μέρα την εικόνα που είχε φτιάξει. Ο ίδιος αρνήθηκε ότι ήξερε πως ο φίλος του Μάουρο ήταν γιος του μεγάλου αφεντικού, ζήτησε συγγνώμη κλαίγοντας, αλλά η καριέρα του στην Παλέρμο σε συνδυασμό με τον υποβιβασμό τελείωσε συνοπτικά. Ο δήμος Κορλεόνε απέσυρε τον τίτλο του επίτιμου δημότη, η Παλέρμο τον άφησε να φύγει χωρίς κάποια άλλη τιμή (είχε ήδη γίνει ο πρώτος σκόρερ της στην ιστορία της Σέριε Α), η δε υπόθεσή του προχώρησε και ο εισαγγελέας πρότεινε κάθειρξη τεσσάρων ετών για εκβιασμό, με την απόφαση να μην έχει βγει ακόμα.

Μέχρι στιγμής είδαμε έναν άνθρωπο που η ζωή του άλλαξε ριζικά εξαιτίας της Μαφίας και έναν δεύτερο που ενώ τα είχε σχεδόν όλα, αποφάσισε να ζήσει το thug life. Θα κλείσουμε την τριλογία των επιθετικών, με έναν αθώο που παραλίγο να δει την καριέρα του να καταστρέφεται, χωρίς ο ίδιος να φταίει σε τίποτα. Ο Φάμπιο Κουαλιαρέλα γεννήθηκε λίγο έξω από τη Νάπολη, στο δρόμο προς το Σορέντο. Όπως κι οι προηγούμενοι δύο, αναγκάστηκε να φύγει μικρός στα βόρεια για να μάθει μπάλα. Αυτή τη φορά όχι στο Μιλάνο αλλά στο Τορίνο. Μετά από τις εμφανίσεις του με την Ουντινέζε, το όνειρο του Κουαλιαρέλα έγινε πραγματικότητα. Η μεταγραφή στην αγαπημένη του Νάπολι με 18 εκατομμύρια το 2009.

Ο Φάμπιο ήθελε να γίνει αρχηγός και το μεγάλο ίνδαλμα των οπαδών, έδωσε όρκους παντοτινής αγάπης και πίστης και έκανε μια αρκετά συμπαθητική χρονιά με 11 γκολ σε 34 αγώνες. Το καλοκαίρι όμως του 2010 έγινε η μεγάλη προδοσία. Ο φανατικός ναπολιτάνος άφησε την ομάδα και πήγε στην μισητή Γιουβέντους και τα πλούτη. Το «δικό τους» παιδί τους πρόδωσε, μια προδοσία πολύ πιο σημαντική από αυτή που έγινε πέρσι για τον Ιγκουαΐν, μιλάμε για έναν ντόπιο αυτή τη φορά. Ο όρκος και το πενταετές συμβόλαιο ξεχάστηκαν, ο Κουαλιαρέλα έγινε προδότης και όταν γύριζε στη Νάπολη να δει τους συγγενείς του, μεταμφιεζόταν για να γλιτώσει από τις βρισιές, των κατοίκων που τον έβλεπαν. Κανείς όμως δεν ήξερε το δράμα που ο Ιταλός επιθετικός περνούσε, ένα δράμα που κράτησε περίπου πέντε χρόνια.

Τη χρονιά πριν πάει στη Νάπολι, έβαλε αυτή τη γκολάρα εναντίον της και αποθεώθηκε

Θυμίζοντας λίγο την τελευταία σεζόν του Luther, ο Κουλιαρέλα εμπιστεύτηκε στον λάθος άνθρωπο τους κωδικούς του στον υπολογιστή. Τον Ραφαέλε Πίκολο, έναν αστυνομικό που προσφέρθηκε να τον βοηθήσει με τα… τεχνολογικά προβλήματα και απέκτησε πρόσβαση στη ζωή του Φάμπιο. Λίγο καιρό αργότερα τα προβλήματα ξεκίνησαν. Ο Κουαλιαρέλα άρχισε να δέχεται ανώνυμα γράμματα με φωτογραφίες από γυμνά κορίτσια και κατηγορίες ότι ήταν παιδεραστής. Οι κατηγορίες αυξήθηκαν, στα επόμενα μηνύματα ο ανώνυμος αποστολέας τον κατηγορούσε ότι είναι μέλος της Καμόρα και ότι εμπλέκεται σε στημένα ματς και… εμπόριο ναρκωτικών. Ο stalker όμως δεν έμεινε μόνο στον Κουαλιαρέλα. Έστειλε και στον πατέρα του, λέγοντας ότι ο γιος του θα δολοφονηθεί ή ότι θα μπει βόμβα στο σπίτι του. Όταν πήρε ένα γράμμα με ένα φέρετρο πάνω στο οποίο υπήρχε το πρόσωπό του, ο Κουλιαρέλα αποφάσισε να πάει στην αστυνομία και φώναξε τον Πίκολο να τον βοηθήσει. Βγαλμένο από αστυνομικό θρίλερ…

Ο Πίκολο έκανε «έρευνα» και βρισκόταν μέσα στο σπίτι του Φάμπιο καθημερινά. Έλεγε ψέματα ότι πλησίαζε τους ενόχους, μέχρι που σε κάποια στιγμή έκανε ανάκριση και σε ένα κολλητό του Κουαλιαρέλα για… σχέσεις με την Μαφία. Τη λύση την έδωσε ο πατέρας του ποδοσφαιριστή τελικά, όταν ανακάλυψε ότι οι καταγγελίες δεν έφτασαν ποτέ στην αστυνομία, αλλά τις κρατούσε ο Πίκολο. Το κακό όμως είχε ήδη γίνει. Τα ανώνυμα γράμματα είχαν σταλθεί και στη Νάπολι, γεγονός που έκανε τη διοίκηση να κοιτάζει με διαφορετικό μάτι έναν παίκτη που πιθανώς να είχε σχέσεις με την Μαφία, να ήταν παιδόφιλος και να συμμετείχε σε όργια. Ο ντε Λαουρέντις δεν ρίσκαρε και τον πούλησε στη Γιούβε. Ενώ αρχικά φάνηκε να στηρίζει τον παίκτη, έκοψε κάθε επικοινωνία μαζί του και ο Φάμπιο έμαθε τελευταίος για την πώλησή του. Έφυγε πικραμένος και προδομένος.

Έζησε μια προσωπική κόλαση, αφού από την μία βρισκόταν μέσα στο φόβο των απειλών αλλά και της δημόσιας διαπόμπευσης, ενώ από την άλλη δεν μπορούσε να αποκαλύψει στους φίλους της Νάπολι ότι δεν είναι προδότης, δεν μπορούσε να πει την αλήθεια. Κι όταν επιτέλους πέρσι ξεκίνησε η δίκη (στην οποία τελικά ο Πίκολο καταδικάστηκε σε 5 χρόνια περίπου φυλακής) και κατέθεσε, αποκάλυψε τα όσα έζησε, μίλησε για την αγάπη του για τη Νάπολι που ήθελε πάντα να παίζει εκεί και για το δράμα να δέχεται τον τίτλο του προδότη. Και τουλάχιστον, η καριέρα του στη Νάπολι καταστράφηκε εξαιτίας των φημών για την Μαφία, αλλά η αγάπη του κόσμου επανήλθε εκεί που ήταν, όταν οι οπαδοί κρέμασαν το πανό που έγραφε: «Έζησες μια κόλαση με τεράστια αξιοπρέπεια. Θα σε αγκαλιάσουμε ξανά, Φάμπιο, γιε αυτής της πόλης».

Ο Banksy, οι Massive Attack και η Νάπολι

  [4 Σχόλια]

Ένα από τα αγαπημένα μου είδη μουσικής ήταν και συνεχίζει να είναι το trip-hop. Και μπορεί η πρώτη μου… κασέτα trip-hop να ήταν το Dummy των Portishead, η πρώτη μου επαφή όμως με το αυτό το είδος μουσικής έγινε με τους Massive Attack και το Unfinished Sympathy, τότε που το MTV δεν ήταν μια σαβούρα γεμάτη άθλια μουσική και ριάλιτι. Μια που η αγάπη μου για το trip-hop δεν συμβαδίζει με αντίστοιχη αγάπη για το αγγλικό ποδόσφαιρο, δεν ασχολήθηκα περισσότερο με το Μπρίστολ (την πρωτεύουσα αυτής της μουσικής) όσον αφορά στη ποδοσφαιρική του πλευρά.

Ο 3D (κατά κόσμο Robert Del Naja) ένας από τους ιδρυτές των Massive Attack και τους βασικότερους ανθρώπους της μουσικής αυτής σκηνής, έχει βρεθεί εδώ και έναν χρόνο περίπου στο επίκεντρο μιας… περίεργης ιστορίας. Οι θεωρίες συνωμοσίας λένε ότι ο 3D είναι ο γνωστός graffiti artist με το όνομα Banksy. Ακόμα και αν το όνομα δεν σας λέει κάτι, σίγουρα θα έχετε δει κάποια από τα έργα του σε τοίχους όλου του κόσμου. Η ταυτότητα του Banksy είναι άγνωστη και όπως είναι λογικό έχουν ακουστεί διάφορα ονόματα κατά καιρούς.

Συμπτώσεις;

Τα κοινά με τον 3D που έφεραν αυτή τη θεωρία είναι αρκετά. Κατ’ αρχήν το Μπρίστολ που αποτέλεσε την αφετηρία και των δύο, αλλά και στοιχεία όπως η αρκετά κοντινή τεχνοτροπία σε εξώφυλλα των Massive Attack με τα έργα του Banksy, το γεγονός ότι κινούνται σε παρόμοιους κύκλους και έχουν αρκετούς κοινούς γνωστούς (ένας εκ των οποίων σε πρόσφατη συνέντευξή του αποκάλεσε τον Banksy ως Ρόμπερτ φουντώνοντας ξανά τις φήμες της ταυτοπροσωπίας) και φυσικά η έρευνα πέρσι ενός δημοσιογράφου που αποκάλυψε την μεγάλη σύμπτωση. Σε αρκετές πόλεις του κόσμου, εμφανίστηκαν γκράφιτι του Banksy λίγο πριν ή λίγο μετά από συναυλία των Massive Attack. Ο 3D το αρνείται και δεν παραδέχεται κάτι (πιθανώς επειδή δεν ισχύει), χωρίς να πείθει πάντως τους θιασώτες της θεωρίας συνωμοσίας. Αυτό που όμως δεν αρνείται είναι η αγάπη του για το ποδόσφαιρο και τη Νάπολι.

Παρ’ ότι ο πατέρας του τον πήγαινε να βλέπει την Μπρίστολ Σίτι (στα καλά χρόνια του συλλόγου, τότε που διεκδικούσε εξόδους στην Ευρώπη), η Μπρίστολ δεν ήταν η μοναδική ομάδα στην οικογένεια. Ο μπαμπάς του 3D ήταν Ναπολιτάνος και φυσικά έκανε και τον γιο του Νάπολι. «Για πολύ καιρό την υποστήριζα από μακριά χωρίς να ξέρω πολλά για την ομάδα. Όταν όμως πήρε τον Μαραντόνα γεννήθηκε μια αγάπη. Δεν μπορούσα φυσικά να δω την ομάδα από κοντά, ούτε πηγαίναμε στη Νάπολη για να δούμε συγγενείς. Για αρκετά χρόνια δεν είχα κάποιο σοβαρό εισόδημα για να κάνω το ταξίδι. Μόλις όμως κατάφερα να βγάλω χρήματα, ταξίδεψα στην Ιταλία. Η γκαντεμιά μου ήταν ότι ότι έφτασα μια μέρα αφ’ ότου ο Μαραντόνα βρέθηκε θετικός σε κοκαΐνη. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Πήγα στο ματς με την Ίντερ, ήρθε 1-1 με γκολ των Καρέκα και Ματέους, αλλά δεν είχα καμία όρεξη. Ήμουν στενοχωρημένος επειδή δεν είδα τον Ντιέγκο να παίζει. Πιστεύω ότι έφερα γρουσουζιά στην ομάδα. Είναι τυχαίο ότι όταν άρχισα να την υποστηρίζω από κοντά υποβιβάστηκε;«

Ο 3D πάντως δεν είναι glory hunter οπαδός. Συνέχισε να υποστηρίζει τη Νάπολι. «Πήγα στο ματς με τη Τσιταντέλα στη χρονιά της Γ’ εθνικής και είχε 60.000 κόσμο, ήταν κάτι απίστευτο. Οι οπαδοί της Νάπολι είναι γεμάτοι αντιφάσεις. Μπορούν να κάνουν απίστευτη υπομονή για χρόνια ολόκληρα, αλλά μέσα σε 90′ ενός αγώνα είναι ανυπόμονοι. Έχω δει να μαζεύονται και να καίνε τα κασκόλ τους έξω από το γήπεδο μετά από μία ήττα ή να βάζουν φωτιές στις κερκίδες. Δεν έχει καμία σχέση η ατμόσφαιρα στο Μπρίστολ με τη Νάπολι πριν από ένα ματς. Στη Νάπολι είναι σαν μια γιορτή έξω από το γήπεδο πριν τον αγώνα, με πολύ κόσμο, γυναίκες και παιδιά. Αλλά είναι μια ατμόσφαιρα χάους και τρέλας.» Κάτι που το διαπιστώνει όποιος επισκέπτεται την πολή, το διαπιστώσαμε και εμείς πέρσι όταν ταξιδέψαμε εκεί:

«Η πόλη ζει με το ποδόσφαιρο και ζει για το ποδόσφαιρο. Το συναντάς στα γκράφιτι για τη Νάπολι, το συναντάς στα πιτσιρίκια που παίζουν παθιασμένα μπάλα στις πλατείες ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα, το συναντάς στις φανέλες της ομάδας που πωλούνται παντού στους δρόμους, το συναντάς στις κουβέντες. Το όμορφο χάος που λέγεται Νάπολη.»

Περπατώντας στη Νάπολη

Εκτός όμως από τον 3D, που προσπαθεί να παρακολουθεί αρκετά ματς της Νάπολι και έχει εμφανιστεί σε με κασκόλ και φανέλα του Λαβέτσι σε συναυλία του εκεί, ένας ακόμα από τους πιο αγαπημένους μουσικούς μου, ο Τζέιμς Λαβέλ των UNKLE (και εν μέρει των Massive Attack) έχει μαγευτεί από τη Νάπολι, καθώς την πρώτη φορά που ταξίδεψε στην πόλη ήταν με τους Massive Attack και έτσι ο 3D τον μύησε. Στο μικρό κλιπάκι του Copa90 παρακάτω, οι δυο φίλοι μιλάνε για το φαινόμενο Σαν Πάολο, ένα σύγχρονο Κολοσσαίο, την πόλη και τους ανθρώπους της, την ατμόσφαιρα που θυμίζει Ν. Αμερική. Η Νάπολι άλλωστε λένε αρκετοί δεν είναι Ιταλία.

Κι αν ψάχνεστε ακόμα για την ταυτότητα του Banksy και αναρωτιέστε αν τελικά οι φήμες ισχύουν, ίσως θα πρέπει να αρχίσετε να κοιτάτε και πόσα γκράφιτι του καλλιτέχνη εμφανίζονται πριν ή μετά αγώνες της Νάπολι στην Ευρώπη. Γιατί κατά διαβολική τύχη, το μοναδικό γκράφιτι του Banksy στην Ιταλία που είναι γνωστό ότι υπάρχει, βρίσκεται στην πλατεία Τζερολομίνι της Νάπολης (ω, τι σύμπτωσις), αυτό που έχει όνομα «η Παναγία με το πιστόλι» και είναι αφιερωμένο στην πόλη που έχει έντονη τόσο την εγκληματικότητα, όσο και τον καθολικισμό. Το γκράφιτι αυτό σώθηκε καθώς πέρσι μαζεύτηκαν υπογραφές και βρέθηκαν χρήματα ώστε να τοποθετηθεί από πάνω του ένα προστατευτικό κάλυμμα, σε αντίθεση με ένα άλλο γκράφιτι του Banksy στην πόλη που καλύφθηκε το 2010 από άλλα. Αν τελικά δεν είναι ο 3D ο καλλιτέχνης, σίγουρα είναι κάποιος που σαν τον Τζέιμς Λαβέλ έγινε φαν της πόλης και (ίσως) και του συλλόγου.

«Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο»

  [4 Σχόλια]

Βρισκόμαστε στο 1999, η αποστολή της Γιουβέντους είναι έτοιμη να αναχωρήσει για ένα εκτός έδρας παιχνίδι αλλά ο Ζινεντίν Ζιντάν είναι εξαφανισμένος. Όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης του πέφτουν στο κενό, καθώς το κινητό του είναι κλειστό. Ο ενοχλημένος Κάρλο Αντσελότι, που βρίσκεται στο τιμόνι της ομάδας μόλις μερικές εβδομάδες και ακόμα προσπαθεί να κερδίσει τον σεβασμό των παικτών του, παίρνει τη μεγάλη απόφαση: «Δεν περιμένουμε άλλο. Φεύγουμε». Ένας εκ των βοηθών του απορεί: «Μα, Καρλίτο, πως θα μας προλάβει;». Ο Αντσελότι όμως είναι ανένδοτος: «Αυτό είναι δικό του πρόβλημα».

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, από το βάθος του λεωφορείου, μια φωνή ακούγεται: «Κόουτς, πρέπει να μιλήσουμε». Ο Πάολο Μοντέρο σηκώνεται από τη θέση του και αρχίζει να προχωράει στο διάδρομο. «Φυσικά Πάολο, τώρα ξεκινάμε και στη διαδρομή είμαι όλος αυτιά». Τότε ο Μοντέρο φτάνει δίπλα στον οδηγό, σταυρώνει τα χέρια, κοιτάει τον προπονητή του στα μάτια και λέει. «Όχι, γι’αυτό το θέμα είναι που θέλω να μιλήσουμε. Κανένας δεν φεύγει από εδώ χωρίς τον Ζιντάν».

Ακολουθούν αρκετά δευτερόλεπτα σιγής και περισυλλογής. Ο Αντσελότι βρίσκεται μπροστά σε έναν μανιακό που τον κοιτάει οργισμένα στα μάτια ενώ ταυτόχρονα και ασυναίσθητα σφίγγει και ξεσφίγγει τις γροθιές του. Κάποιον ο οποίος στα διλήμματα μεταξύ του καλού και του όχι-και-τόσο-καλού, θυσιάζει πάντα το καλό: Όταν στοχεύει τη μπάλα, κλωτσάει το πόδι σου. Όταν στοχεύει το πόδι σου, φυσικά κλωτσάει το πόδι σου. Τελικά μετά από ώριμη σκέψη αποφασίζει να μη ρισκάρει τη σωματική του ακεραιότητα την ψυχική του ηρεμία και υποχωρεί: «Καλά Πάολο. Ας τον περιμένουμε λοιπόν». Δέκα λεπτά αργότερα ο Ζιζού καταφτάνει, ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση και το λεωφορείο αναχωρεί κανονικά. Χωρίς κανένας να έχει χτυπήσει.

Η παραπάνω περιγραφή (καθώς και τα διάφορα σχόλια αλλά και οι χαρακτηρισμοί) δεν είναι δική μου. Προέρχεται από την αυτοβιογραφία του Κάρλο Αντσελότι που κυκλοφόρησε το 2010. Στο βιβλίο αυτό ο Καρλίτο αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη σχέση του με τον Ζιντάν αλλά και με τους «δικηγόρους» του μέσα στην ομάδα: τον Τζιοβάνι Ανιέλι και τον Πάολο Μοντέρο. «Ήταν η σκιά του, οι φύλακες άγγελοι του. Δεν τον άφηναν ποτέ μόνο. Ο Ανιέλι ήταν τρελός γι’αυτόν. Ο Μοντέρο ήταν απλά τρελός».

Ένα περίπου χρόνο μετά το συμβάν στο πούλμαν, ο Αντσελότι κατάλαβε πόσο ορθά έπραξε όταν δεν τράβηξε τη διαφωνία με τον Μοντέρο στα άκρα. Είναι Νοέμβριος του 2000, η Γιουβέντους επιστρέφει από την Αθήνα, όπου είχε ηττηθεί με 3-1 από τον Παναθηναϊκό, και στο αεροδρόμιο του Τορίνο κάποιοι θερμόαιμοι νεαροί οπαδοί περιμένουν καρτερικά για να ‘στολίσουν’ τους παίκτες που είχαν καταφέρει να βγουν τελευταίοι στον όμιλο και να μείνουν εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων από το φθινόπωρο. Την ώρα που ο Ζιντάν περνάει ανάμεσα τους, πάνω στην ένταση ένας εξ αυτών τον σπρώχνει. Λάθος. Μεγάλο λάθος.

Ο Πάολο Μοντέρο, αν και βρίσκεται πολλά μέτρα μακριά από το όλο σκηνικό, βλέπει την ενέργεια των οπαδών. Ο αποσβολωμένος Αντσελότι παρατηρεί τη φάση από απόσταση και περιγράφει χαρακτηριστικά: «Ο Μοντέρο βγάζει ήρεμα τα γυαλιά του και με μια, αταίριαστη για τη στιγμή, κομψή χειρονομία τα τοποθετεί προσεκτικά στη θήκη τους. Αυτό ήταν κακό σημάδι για τους νεαρούς. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, τρέχει με φουλ ταχύτητα προς τη μεριά των οπαδών με τις γροθιές του να πετάνε στον αέρα. Δίπλα του τρέχει για βοήθεια και ο Ντανιέλ Φονσέκα, ένας άλλος πρόθυμος καβγατζής. Στο μυαλό μου, φαντάστηκα έναν εκφωνητή πυγμαχίας ακριβώς πίσω τους, να περιγράφει λίγα μέτρα μακριά από το ρινγκ: ‘Να ένα δεξί, τώρα ένα αριστερό hook, κι ένα ακόμα αριστερό hook. Τελικά έχουμε ένα τεχνικό νοκ άουτ. Ο Ζιντάν είναι ασφαλής. Επαναλαμβάνω, ο Ζιντάν είναι ασφαλής».

Ο Πάολο Μοντέρο είναι Ουρουγουανός. Αυτό από μόνο του δεν λέει κάτι πλέον. Όμως, ο Μοντέρο ήταν Ουρουγουανός αμυντικός σε μια εποχή λίγο πιο άγρια και πιο έξαλλη από τη σημερινή. Με απλά λόγια, ο τέλειος συνδυασμός υλικών για να βγει από το μίξερ ένας μαγνήτης καβγάδων. «Μετά από αρκετά παιχνίδια πηγαίναμε στα αποδυτήρια ψάχνοντας αντιπάλους για μανούρα», θυμάται ο ίδιος. «Δεν υπήρχε κανένα θέμα τότε. Γινόταν συχνά και με πολλές ομάδες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν καβγά με τον Τόλντο αλλά και με τη Σαλερνιτάνα, όταν έπαιζε εκεί ο Γκατούζο (ω, τι έκπληξη, δεν το περίμενε κανείς!)».

Η εικόνα του Μοντέρο να μπλέκεται σε καβγά ή να κατεδαφίζει κάποιον αντίπαλο ήταν τόσο συνηθισμένη εκείνη την εποχή που στην ιταλική τηλεόραση υπήρχε σε μια χιουμοριστική εκπομπή ένας σωσίας του που σε κάθε ευκαιρία κλωτσούσε και χτυπούσε τους γύρω του, ζητώντας συγγνώμη κάθε φορά που το χτύπημα του δεν πετύχαινε κάποιον καλά. «Ήταν αστείο. Ποτέ δεν ένιωσα προσβεβλημένος απ’αυτό» ήταν η αντίδραση του Πάολο, που δεν προσπάθησε ποτέ να παριστάνει κάτι που δεν είναι: «Η φήμη μου είναι απόλυτα δίκαιη. Ήμουν σκληρός παίκτης αλλά ποτέ δεν έκανα κακό σε κανέναν. Επίσης, δεν αντέχω τους παίκτες που ζητάνε από τον διαιτητή να δείξει κάρτα. Έχω δεχτεί κλωτσιές, φτυσίματα και αγκωνιές αλλά ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκα στον διαιτητή. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο.»

Στα 9 χρόνια που έπαιξε στη Γιουβέντους κέρδισε πρωταθλήματα, Σούπερ Καπ, Διηπειρωτικό, δεκάδες κίτρινες κάρτες και τον τίτλο του παίκτη με τις περισσότερες αποβολές στο Καμπιονάτο (21 συνολικά στην καριέρα του), ένα ‘παράσημο’ που διατηρεί ακόμα και σήμερα, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 12 χρόνια από το τελευταίο του παιχνίδι εκεί. Το πιο σημαντικό όμως όλων είναι ότι κέρδισε μια θέση στη καρδιά των οπαδών της. Εκεί που οι υπόλοιποι έβλεπαν ένα αιμοβόρο τσεκούρι που στο μάθημα του Fair play ήταν απασχολημένο ακονίζοντας τις τάπες του με τροχό, οι οπαδοί της ‘Μεγάλης Κυρίας’ έβλεπαν έναν παθιασμένο αμυντικό που δεν μασούσε να βάλει τα πόδια του στη φωτιά ή να χωθεί σε έναν τσαμπουκά για το καλό της ομάδας.

Παρά την αδιαμφισβήτητη θέση σε κάθε λίστα «Σκληρών του ποδοσφαίρου» που σέβεται τον εαυτό της, ο Μοντέρο τονίζει συνεχώς πως κατά βάθος δεν είναι κακός και ότι όλα ήταν μέρος του αγώνα και της προσπάθειας του να φτάσει στη νίκη. «Όταν μπαίνω στο γήπεδο η μόνη μου επιθυμία είναι να κερδίσω. Δεν σκέφτομαι το πως θα γίνω πρότυπο για τα παιδιά μου ή για τους θεατές που με παρακολουθούν. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι εκπλήσσονται όταν το λέω αυτό».

Οι συμπαίκτες του πάντως έχουν να λένε για την τακτική που ακολουθούσε συνήθως. Ο Νταβίντ Τρεζεγκέ την περιέγραψε σε μια συνέντευξη του: «Έβλεπα τους αντίπαλους επιθετικούς και διέκρινα τον τρόμο στα μάτια τους. Όταν ο Πάολο πλησίαζε, προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Η τεχνική του ήταν απλή: Το πρώτο τάκλιν ήταν πάντα δυνατό για να καταλάβει ο αντίπαλος τι παίζει. Μετά ακολουθούσε το μπλα-μπλα, που τους αποτελείωνε».

Ο Ουρουγουανός εγκατέλειψε τη Γιουβέντους και την Ιταλία στα 34 του, όταν ήταν πλέον ξεκάθαρο και σ’αυτόν και στον κόσμο ότι οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, κοινώς τα τάκλιν του δεν έβρισκαν στόχο με την ίδια συχνότητα όπως παλιά. (Κι όταν λέμε στόχο, ο Μοντέρο ήταν ένας από τους πρώτους που θεμελίωσε τη φιλοσοφία: «Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο», ατάκα η οποία χρησιμοποιήθηκε και σαν τίτλος σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2010 στην Ιταλία.)

Ψάχνοντας για τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, εξέτασε κάποιες προτάσεις από την Αργεντινή, πριν τελικά τον κερδίσει η Σαν Λορένσο. Η επιλογή του Μποέδο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστή. Ένας εκ των θρύλων της ομάδας, ο Έκτορ Βέιρα, κάποτε είχε εκστομίσει τη μυθική ατάκα: «Η γειτονιά στην οποία βρίσκεται το γήπεδο της Σαν Λορένσο είναι τρομακτική. Ακόμα και ο Ράμπο έχει πέσει θύμα ληστείας εδώ πέρα». Τελικά το πάντρεμα δεν έπιασε αφού η ηλικία και οι συχνοί τραυματισμοί δεν επέτρεψαν στον Μοντέρο να παραμείνει σε υψηλό επίπεδο και κάπως έτσι, ένα χρόνο αργότερα, και αφού έπαιξε μια σεζόν και στην ομάδα που τον γαλούχησε και τον ανέδειξε, την Πενιαρόλ, κρέμασε τα παπούτσια του.

Σήμερα, μια δεκαετία μετά από το τελευταίο του παιχνίδι, μπορεί κάποιος να τον βρει στον πάγκο της Ροσάριο Σεντράλ. Αδυνατισμένος, σοβαρός, συνήθως κουστουμαρισμένος, με γυαλιά μυωπίας και ήπιες, κατά βάση, αντιδράσεις δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνον τον ψυχάκια τύπο που έβγαινε τα βράδια στα ιταλικά κλαμπ με τον Ιουλιάνο για χορό και κατέληγε να παίζει ξύλο με οπαδούς άλλων ομάδων στα διπλανά σοκάκια και που κάποτε ανάγκασε μέχρι και τον προπονητή του να σκεφτεί (και να καταγράψει στην αυτοβιογραφία του) μετά από μια, σχεδόν αστεία, διαφωνία σε ένα λεωφορείο περιμένοντας τον Ζιντάν: «Στην τελική, το πιο σημαντικό όλων είναι η υγεία μας, σωστά;»

Ο Αλεσάντρο Λουκαρέλι είναι η Πάρμα

  [4 Σχόλια]

Το μακρύ ταξίδι της Πάρμα από τα κάτεργα της Δ’ εθνικής με προορισμό ξανά τη Serie A ξεκίνησε πέρσι. Μετά τη δεύτερη πτώχευση σε μια δεκαετία και τη διάλυσή της ουσιαστικά, η Πάρμα του προέδρου Νέβιο Σκάλα με όνομα πλέον S.S.D. Parma Calcio 1923 τερμάτισε 1η στον όμιλό της, αήττητη και με 94 βαθμούς. Η άνοδος στη Lega Pro (τη Γ’ εθνική της Ιταλίας) ήταν άμεση και στόχος πλέον η Serie B, μια δύσκολη υπόθεση καθώς 60 ομάδες συνολικά αγωνίζονται στη Lega Pro.

Στο Γκρουπ Β΄ συνάντησε μια ακόμα γνωστή ομάδα της Ιταλίας που χρεοκόπησε και ήταν κι αυτή πέρσι μαζί της. Η Βενέτσια αποδείχτηκε καλύτερη, τερμάτισε 1η με δέκα βαθμούς διαφορά και η Πάρμα μπήκε σε μια περίεργη διαδικασία πλέι οφ όπου αγωνίστηκαν 28 ομάδες για ένα μόλις εισιτήριο ανόδου. Παρ’ ότι τερμάτισε με 70 βαθμούς δεν είχε κάποιο πλεονέκτημα σε σχέση με ομάδες που είχαν τελειώσει με πάνω από 20 βαθμούς διαφορά, εκτός από ότι γλίτωσε έναν γύρο και μπήκε απευθείας στους 16. Φτάνοντας στους 4, αντιμετώπισε σε μονό αγώνα την άσημη Πορντενόνε, προηγήθηκε, ισοφαρίστηκε λίγο πριν το τέλος και το ματς πήγε στα πέναλτι. Εκεί, με το σκορ στο 5-5 και τον ντε Αγκοστίνι της Πορντενόνε να αστοχεί, την μπάλα πήρε ο 39χρονος αρχηγός Αλεσάντρο Λουκαρέλι.

Το πιο ωραίο γκολ του Αλεσάντρο, όπως λέει κι ο ίδιος:
«Πολλοί ακόμα νομίζουν ότι το έχει βάλει ο αδερφός μου»

Αν το όνομα σας θυμίζει κάτι, είναι ο μικρότερος αδερφός του Κριστιάνο Λουκαρέλι, αλλά αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος για να θυμάται κανείς. Τα δυο αδέρφια από το Λιβόρνο που μεγάλωσαν παίζοντας μπάλα στις αλάνες της πόλης, αγωνίστηκαν σε αρκετές ομάδες. Το καλοκαίρι του 2008 βρέθηκαν κι οι δύο στην Πάρμα, αλλά ο Αλεσάντρο δεν έφυγε ξανά. Αγωνίζεται από τότε εκεί. Κανείς δεν περίμενε πόσο θα δενόταν με τον σύλλογο και ότι θα γινόταν αρχηγός του. Το αγαπημένο παιδί των οπαδών, ένας άνθρωπος που στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν δεν φοβήθηκε ποτέ να μιλήσει.

Ο Λουκαρέλι βγήκε μπροστά, διαμαρτυρήθηκε όταν οι συμπαίκτες του έμειναν απλήρωτοι για μήνες, τους κάλεσε σε απεργία και έκανε εκκλήσεις στις αρχές για τα όσα συνέβαιναν στην Πάρμα, αφού φαινόταν ότι οι επενδυτές ήταν απατεώνες. Το 2015, λίγο πριν το τέλος της Πάρμα μάζευε με συμπαίκτες του χρήματα για να μπορέσουν να πάνε οι παίκτες με ιδιωτικά αυτοκίνητα στη Γένοβα για το ματς με την Τζένοα, έστω κι αν η σωτηρία ήταν τελειωμένη υπόθεση. Ο Λουκαρέλι ήθελε μέχρι το τέλος οι απλήρωτοι ποδοσφαιριστές να δώσουν τη μάχη στο χορτάρι και όχι σε κάποιο δικαστήριο. «Μετά από επτά χρόνια στην ομάδα νιώθω τη φανέλα δικιά μου και είμαι έτοιμος να παίξω σε οποιοδήποτε επίπεδο για τον σύλλογο» είχε πει τότε σε ερώτημα αν θα ακολουθούσε την ομάδα στη Δ’ εθνική.

Το πέναλτι του αρχηγού

Τα λόγια έγιναν πράξη, ο Λουκαρέλι είναι ο μοναδικός που έμεινε και έπαιξε στη Δ’ και φέτος στη Γ’. Και στα 39 του πήρε την μπάλα στα χέρια, στο κρίσιμο πέναλτι για την πρόκριση στον τελικό. Η ερασιτεχνική κάμερα ήταν στημένη στο κατάλληλο σημείο, δεν θα μπορούσε κάποιος επαγγελματίας σκηνοθέτης να προβλέψει όλη τη σκηνή, το βίντεο μοιάζει απίστευτα αληθινό, σαν να είσαι μέσα. Ο αρχηγός με ψυχραιμία σουτάρει, σκοράρει, φεύγει προς το πέταλο του Αρτέμιο Φράνκι περνώντας μπροστά από την κάμερα. Δεν είναι τόσο μια έκρηξη χαράς, όσο ότι η Πάρμα είναι ακόμα ζωντανή. Αποθεώνεται από τους εκδρομείς που έκαναν το ταξίδι Πάρμα-Φλωρεντία για έναν αγώνα Γ’ εθνικής και φωνάζουν: «υπάρχει μόνο ένας αρχηγός». Ξέρει ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα, ότι έχει μείνει ακόμα ένα βήμα. Ακολουθούν κι οι συμπαίκτες του, ένας από αυτούς παίρνει το καπνογόνο και σαν οπαδός πανηγυρίζει. Η Πάρμα φτάνει στον τελικό και για όλους όσους ζήσαμε αυτό το σύλλογο παλιότερα, αλλά βλέπουμε και το μεγαλείο του Αλεσάντρο τώρα, ελπίζουμε να τα καταφέρει για να κρεμάσει ο αρχηγός τα παπούτσια του ως παίκτης τουλάχιστον της Β’ εθνικής.

Λούκα ντε Πρα: O «κατάσκοπος» του ποδοσφαίρου

  [9 Σχόλια]

Στην εποχή που ζούμε η λέξη κατασκοπεία δεν πολυχρησιμοποιείται ή δεν χρησιμοποιείται καθόλου στον αθλητισμό, ιδίως στο ποδόσφαιρο. Στην εποχή των social media και της συνεχούς ενημέρωσης στο διαδίκτυο, αυτός που θέλει να μάθει, να ενημερωθεί, να «κατασκοπεύσει» βρε αδερφέ τον αντίπαλο, μπορεί να το κάνει πανεύκολα. Όλα -μα όλα- τα παιχνίδια υπάρχουν διαθέσιμα παντού. Τα στατιστικά έχουν πάει -κυριολεκτικά- σε άλλο επίπεδο και φυσικά ο καθένας μπορεί να βρει και να δει ακόμα και προπονήσεις των κορυφαίων ομάδων του πλανήτη με ένα κλικ στο ποντίκι του υπολογιστή του. Πολλές φορές ακόμα και live μέσω του facebook και του twitter. Όλα αυτά έχουν κάνει τη ζωή των προπονητών, των σκάουτερ και των «κατασκόπων» πολύ ευκολότερη, όπως φυσικά και των κάθε λογής «προπονητών» του καναπέ, του καφενείου και του football manager.

Θυμάμαι διάβαζα πριν χρόνια ένα άρθρο σε γνωστό αθλητικό σάιτ που έλεγε πως ο μπασκετικός Παναθηναϊκός το 1982 είχε αποκλειστεί στον όμιλο του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος (της σημερινής -κλειστής- Euroleague) επειδή ο τότε προπονητής του, ο Κώστας Πολίτης, έψαχνε μάταια να βρει κασέτες των αντιπάλων, μιας και δεν γνώριζε τίποτα για καμία από δαύτες. Ωραίες, δύσκολες αλλά και, μοναδικά, ρομαντικές εποχές. Στη δική μας εποχή ακούγεται -και είναι- αστείο όλο αυτό αλλά δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ψέμα ή υπερβολή. Τα ίδια πάνω-κάτω συνέβαιναν και στο ποδόσφαιρο εκείνα τα «δύσκολα» χρόνια. Κυρίως σε χώρες όπως η Ελλάδα. Και όμως στη γειτονική χώρα Ιταλία υπήρξε κάποιος που τερμάτισε τον όρο «γραφικός ποδοσφαιρικός κατάσκοπος» και μας χάρισε μια μοναδική cult στιγμή πριν μερικά χρόνια. Από αυτές που αρκετοί αρνούνται να πιστέψουν ακόμα και όταν τους δείχνεις τη δημοσίευση κατάμουτρα. Αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω είναι πέρα για πέρα αληθινό και κάνει γραφικές μορφές του επαρχιακού ελληνικού ποδοσφαίρου (όπως ο Λάκης ο Ταπετσέρης για παράδειγμα) να κουλουριαστούν σε μια γωνία και να κλάψουν με σπαρακτικούς λυγμούς.

Οι φανατικοί φίλοι του ιταλικού φουτμπόλ και της Σκουάντρα Ατζούρα λογικά θα έχουν ακούσει για τον σπουδαίο Τζιοβάνι ντε Πρα. Τον κορυφαίο τερματοφύλακα που φόρεσε τη φανέλα της Τζένοα, τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, αλλά θεωρώ δύσκολο έως απίθανο να έχουν ακούσει (ή διαβάσει) για τον ημίτρελο ανιψιό του, τον Λούκα. O Λούκα ντε Πρα τη σεζόν 2013-2014 ήταν προπονητής της ομάδας νέων της Τζένοα και λογικά την ίδια περίοδο είχε λιώσει τις ταινίες του Σιλβέστερ Σταλόνε «Ράμπο» όπως και το κατασκοπευτικό ελληνικό αριστούργημα «Θου-Βου πράκτωρ 000». Άλλη -λογική- εξήγηση δεν μπορεί να δοθεί σε αυτό που θα διαβάσετε. Τον Σεπτέμβριο του 2013 και λίγο πριν το σπουδαίο ντέρμπι της Γένοβας ανάμεσα στη Τζένοα και τη Σαμπντόρια ο Λούκα είχε μια «καταπληκτική» ιδέα. Ήθελε να κατασκοπεύσει ως άλλος Τζόνι Ίνγκλις την ομάδα του θεούλη Ντέλιο Ρόσι, όπως γινόταν παλιά όμως. Ινκόγκνιτο δηλαδή. Αφού φόρεσε τη στολή παραλλαγής -όπως ο Τζον Ράμπο ή ακόμα καλύτερα όπως ο Τσάρλι Σιν στο Hot Shots:2– κατευθύνθηκε προς το προπονητικό κέντρο των αντιπάλων χωρίς να γίνει αντιληπτός (ίσως ήταν περίοδος κυνηγιού-ποιος ξέρει) και σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο πίσω από κάτι θάμνους, αρκετά μακριά από τον χώρο προπόνησης. Αξίζει να σημειωθεί πως ο κατάσκοπος Λούκα είχε βάψει και το πρόσωπό του όπως κάνουν οι λοκατζήζες σε συνθήκες μάχης. Κοινώς ο Λούκα ντε Πρα απλά το είχε τερματίσει.

Λίγα λεπτά μετά και αφού έχει βγάλει τα κιάλια και έχει φτάσει την κατασκοπεία σε άλλο επίπεδο έγινε αντιληπτός από μερικούς φίλους της Σαμπντόρια που με τη σειρά τους ειδοποίησαν τους ανθρώπους ασφαλείας του προπονητικού κέντρου της ομάδας. Ο Λούκα ντε Πρα άρχισε να τρέχει έντρομος (κάτι που δεν θα έκανε ποτέ ο Τζον ο Ράμπο) και μετά από ένα σύντομο κυνηγητό έγινε τσακωτός και ρεζίλι σε όλα τα ΜΜΕ της Ιταλίας (και όχι μόνο). Οι άνθρωποι της Σαμπντόρια μη μπορώντας να κάνουν κάτι διαφορετικό το έριξαν στην πλάκα και έβγαλαν μια άκρως αστεία ανακοίνωση λέγοντας πως: «O κατάσκοπος απέτυχε να νικήσει την αντικατασκοπεία της ομάδας αλλά δε τον πιάσαμε αιχμάλωτο. Συνελήφθη και αφέθηκε ελεύθερος να γυρίσει στη βάση του ως ένδειξη μεγαλοπρέπειας. Τους αντιπάλους μας άλλωστε πρέπει να τους συγχωρούμε μιας και αυτό τους εκνευρίζει περισσότερο». Η Τζένοα απ’ την άλλη δεν πήρε θέση και με μια σύντομη ανακοίνωση δήλωσε πως ο παίκτης είχε λειτουργήσει αυτοβούλως και τον απέλυσε από το πόστο του προπονητή της ομάδας νέων. Λίγο καιρό αργότερα, μη μπορώντας να αντισταθεί στο ποδοσφαιρικό μεγαλείο του Λούκα τον τοποθέτησε βέβαια σε νέο πόστο. Αυτό του προπονητή τερματοφυλάκων της ομάδας. Η κατασκοπεία από την άλλη θρηνεί ακόμα για αυτή τη μεγάλη απώλεια αυτού του τίμιου «πράκτορα».

Μπράντι, μάλμπορο και γκολ: Η καριέρα του Ντάριο Χούμπνερ

  [9 Σχόλια]

Στις 31 Αυγούστου του 1997 το Σαν Σίρο ήταν κατάμεστο. Οι οπαδοί της Ίντερ είχαν κατακλύσει το γήπεδο θέλοντας να δούνε τον Ρονάλντο να φοράει για πρώτη φορά τη φανέλα της ομάδας τους. Όπως είναι λογικό, όλο το pre-game show ήταν αφιερωμένο στο ‘Φαινόμενο’, του οποίου η μετακίνηση από τη Μπαρτσελόνα είχε σπάσει το ρεκόρ μεταγραφής. Αντίπαλος της Ίντερ σ’εκείνο το πρώτο παιχνίδι ήταν η Μπρέσια, που μόλις είχε ανέβει από τη δεύτερη κατηγορία.

Το πρώτο ημίχρονο κύλησε με την Ίντερ να απειλεί συνεχώς αλλά να μη μπορεί να σκοράρει. Κάπου στα μισά της επανάληψης, ένας νεαρός μέσος της Μπρέσια έκανε μια πάσα στη μεγάλη περιοχή, ο επιθετικός της ομάδας κοντρόλαρε τη μπάλα με το δεξί γόνατο, έχοντας πλάτη στην εστία, και πριν προλάβει ο αμυντικός να καταλάβει τι θα κάνει, γύρισε και ‘εκτέλεσε’ με το αριστερό, στέλνοντας τη μπάλα ακριβώς στο παραθυράκι.

Η Ίντερ κατάφερε στα τελευταία λεπτά να γυρίσει το παιχνίδι, χάρη σε δυο γκολ ενός άλλου σπουδαίου Λατινοαμερικάνου που επίσης έκανε ντεμπούτο εκείνη τη μέρα, του Άλβαρο Ρεκόμπα, αλλά ακόμα κι έτσι στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου γράφτηκαν για πρώτη φορά τα ονόματα των δυο παικτών της νεοφώτιστης Μπρέσια.

Ο μέσος με το μακρύ μαλλάκι, που λίγους μήνες πριν είχε κλείσει τα 18, ήταν ο Αντρέα Πίρλο. Ήταν μόλις το δεύτερο παιχνίδι του στην πρώτη κατηγορία και εκείνη ήταν η πρώτη του ασίστ. Ο ψήλος επιθετικός με την περίεργη κορμοστασιά, που στο γκολ έκανε κίνηση έμπειρου σκόρερ, ήταν ο Ντάριο Χούμπνερ, που κι αυτός έκανε εκείνη τη μέρα ντεμπούτο στο Καμπιονάτο. H διαφορά του με όλους τους άλλους πρωτοεμφανιζόμενους είναι ότι ο Χούμπνερ λίγο καιρό πριν είχε κλείσει τα 30!

Μέσα στα επόμενα χρόνια όλοι στη χώρα θα καταλάβαιναν ότι η διαφορά του Χούμπνερ με τους υπόλοιπους επιθετικούς δεν περιοριζόταν στην ηλικία. Ο Ιταλός με το Γερμανικό επίθετο (κληρονομιά από τον παππού του, που πολλά χρόνια πριν είχε αφήσει την πατρίδα του ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή στην Ιταλία), που μοιάζει σαν καλτ χαρακτήρας που ξεπήδησε από ταινία των αδερφών Κοέν, έκανε το μεγάλο βήμα της καριέρας του σε μια ηλικία που η απόδοση των υπολοίπων αρχίζει σιγά-σιγά να πέφτει. Κι αυτό γιατί στην ηλικία που τα περισσότερα μεγάλα ταλέντα βρίσκονται ήδη σε κάποια καλή ακαδημία και βελτιώνονται στο θέμα της τακτικής, ο πιτσιρικάς Ντάριο προσπαθούσε να επιβιώσει δουλεύοντας είτε ως ξυλουργός φτιάχνοντας πόρτες, είτε ως σιδεράς.

Ακόμα και μετά από τόσες ώρες δουλειάς σε δύσκολες συνθήκες όμως, ο Χούμπνερ έβρισκε χρόνο για να παίξει μπάλα στις ομάδες της περιοχής του. Όποιος τον έβλεπε καταλάβαινε εύκολα πως ο μικρός δεν είναι κανένα τρομερό ταλέντο. Η τεχνική του ήταν μετριότατη, το παρουσιαστικό του τελείως αντιτουριστικό και το παίξιμο του χαρακτηριζόταν στην καλύτερη των περιπτώσεων δυναμικό αλλά άτσαλο. «Φυσικά και είμαι λίγο αγροίκος όταν παίζω. Θα ήθελα να σας δω κι εσάς πως θα ήσασταν μετά από 10 ώρες δουλειά» συνήθιζε να απαντάει κάθε φορά που τον κατηγορούσαν για έλλειψη… κομψότητας στο παιχνίδι του.

Υπάρχουν όμως μερικά χαρακτηριστικά στο ποδόσφαιρο που αν τα έχεις μπορείς να πας μπροστά ακόμα κι αν η μοίρα δεν σου έχει χαρίσει άφθονο τεχνικό ταλέντο: Πάθος και ένστικτο. Ο Ντάριο Χούμπνερ είχε κι από τα δυο τόσο πολύ που αν ήθελε μπορούσε να πουλήσει και λίγο σε κάποιον Βραζιλιάνο σαλτιμπάγκο. Παίζοντας στην κορυφή της επίθεσης από μικρός, έδειξε γρήγορα ότι μυρίζεται το γκολ όσο λίγοι και ότι όταν φτάνει η ώρα της εκτέλεσης το πόδι του τα καταφέρει μια χαρά κι αυτά δεν πέρασαν απαρατήρητα από τους σκάουτερς που παρακολουθούσαν τις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας. Κάπως έτσι ήρθαν οι πρώτοι μικροί μισθοί και μπόρεσε να αφήσει την πρωινή του δουλειά που ως τότε του επέτρεπε να κάνει όλες κι όλες δυο προπονήσεις την εβδομάδα και να παίρνει για ανταμοιβή ένα σάντουιτς και ένα αναψυκτικό μετά το τέλος των αγώνων. Η συνέχεια ήταν μια μεγάλη ανηφόρα, την οποία ανέβηκε με μικρά και αργά βήματα αλλά με αρκετή δουλειά και αξιοπρόσεκτη συνέπεια στο σκοράρισμα. Από το ερασιτεχνικό πήγε στην 3η κατηγορία, μετά στην Τσεζένα, που έπαιζε στη Serie B, και από εκεί στη Μπρέσια και το Καμπιονάτο, έστω και στα 30 του. Κάλιο αργά παρά ποτέ, που – λογικά- λένε και στο χωριό του.

Αν το γκολ στο ντεμπούτο μέσα στο Σαν Σίρο ήταν το «καλώς σας βρήκα, με λένε Ντάριο», το χατ τρικ που ακολούθησε, στη 2η αγωνιστική απέναντι στη Σαμπντόρια, ήταν το «δεν πιστεύω να ξεχάσατε το όνομα μου». Το ογκώδες σκαρί του, το άγαρμπο και ιδιαίτερο τρέξιμο του και η δύναμη με την οποία χωνόταν σε όλες τις φάσεις του έδωσε το παρατσούκλι «Τατάνκα», το όνομα δηλαδή που χρησιμοποιούσαν οι ιθαγενείς Αμερικάνοι για τα βουβάλια.


Το τρέξιμο του βουβαλιού

Ακόμα και στη μεγάλη κατηγορία της χώρας όμως, με αρκετούς προβολείς στραμμένους πάνω του, ο Χούμπνερ δεν ενδιαφέρθηκε να αλλάξει ιδιαίτερα τη ζωή του. Αδιαφορούσε επιδεικτικά για την εμφάνιση του, έχοντας μόνιμα την εικόνα κάποιου που μόλις έχει σηκωθεί από το κρεβάτι και έχει φύγει τρέχοντας από το σπίτι για να προλάβει, και συνέχιζε να απολαμβάνει καθημερινά δυο από τις μεγάλες αγάπες του: το ποτό και το τσιγάρο. Όσοι τον έζησαν έχουν να λένε πως ο «Τατάνκα» κατέβαζε για πλάκα μερικά ποτηράκια γκράπα (παραδοσιακό ιταλικό μπράντι) και κάπνιζε τουλάχιστον ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα, μια συνήθεια που δεν έκοβε ούτε την ώρα των αγώνων! Ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ να το κρύψει, δηλώνοντας συχνά ότι το τσιγάρο τον ηρεμούσε, γι’αυτό και στο ημίχρονο μόλις ο προπονητής ολοκλήρωνε τις οδηγίες του, πήγαινε στις τουαλέτες, άναβε ένα Marlboro, έπαιρνε 3-4 ρουφηξιές και επέστρεφε ανανεωμένος στον αγώνα, έτοιμος να ματώσει ξανά τα δίχτυα. «Χωρίς το αλκοόλ και τα τσιγάρα ο Χούμπνερ θα ήταν ο πιο δυνατός όλων» έλεγε με παράπονο ο πρόεδρος της Μπρέσια, Λουίτζι Κοριόνι.

Σε ένα Καμπιονάτο που τότε ζούσε τα καλύτερα χρόνια του, όντας με διαφορά το πιο ποιοτικό πρωτάθλημα του κόσμου, ο μεσήλικας Χούμπνερ με την αντιαθλητική ζωή κατάφερε να βρει τρόπο να τρυπώσει ανάμεσα στους κορυφαίους επιθετικούς του πλανήτη, όπως ακριβώς έβρισκε τρόπους να χωθεί και να σκοράρει απέναντι σε μερικούς από τους καλύτερους αμυντικούς του κόσμου. Η Μπρέσια υποβιβάστηκε στο τέλος της σεζόν αλλά ο «Τατάνκα» είχε ήδη αποδείξει και με το παραπάνω ότι ξέρει να κάνει καλά τη δουλειά του σκοράροντας 16 φορές, ένα νούμερο που τον έφερε στην 8η θέση μιας λίστας που είχε μέσα τους Μπίρχοφ, Ρονάλντο, Μπάτζιο, Μπατιστούτα, Ντελ Πιέρο, Ινζάγκι. Όλως παραδόξως, η μεγάλη του στιγμή δεν είχε έρθει ακόμα.


Μπάτζιο και Χούμπνερ στη μοναδική σεζόν που έπαιξαν μαζί στη Μπρέσια πέτυχαν συνολικά 27 γκολ

Τη σεζόν 2001-02 η Πιατσέντσα τον αγόρασε από τη Μπρέσια, παραβλέποντας το γεγονός πως βρισκόταν σε συντάξιμη ποδοσφαιρικά ηλικία, κι αυτός τη δικαίωσε άμεσα. Το τέλος της χρονιάς βρήκε τη νεοφώτιστη ομάδα στην ασφάλεια της 12ης θέσης και τον Χούμπνερ στην κορυφή του πίνακα των σκόρερ με 24 γκολ (μαζί με τον Τρεζεγκέ της πρωταθλήτριας Γιουβέντους, που όμως έπαιξε ένα ματς παραπάνω)! Το κατόρθωμα του δυσκολεύεσαι να το χωνέψεις ακόμα και σήμερα. Σ’ένα πρωτάθλημα γεμάτο πανάκριβους σούπερ σταρ, πρώτος σκόρερ βγήκε ένας 35χρονος, λίγο ατσούμπαλος επιθετικός που παίζει σε μια από τις μικρές ομάδες. Εκείνη τη χρονιά ο Χούμπνερ έγινε μόλις ο 2ος παίκτης που έχει βγει πρώτος σκόρερ και στις τρεις πρώτες κατηγορίες της Ιταλίας, ενώ ήταν και ο γηραιότερος που κέρδισε το σχετικό βραβείο (ρεκόρ που έσπασε τελικά το 2015 ένας άλλος ψηλός Ιταλός, ο Λούκα Τόνι).

Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο προσόν του ήταν η αίσθηση του γκολ επέτρεψε στον Χούμπνερ να βγάζει τα προς το ζην από το ποδόσφαιρο, έστω και στις μικρές κατηγορίες, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Είναι χαρακτηριστικό πως σε ηλικία 40 ετών ολοκλήρωνε σεζόν σε τοπικό επίπεδο με 20 γκολ σε 18 ματς. Την ημέρα που τελικά κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του, η… καμπούρα του μετρούσε 44 χρόνια ζωής και 24 χρόνια καριέρας!

Μια καριέρα σίγουρα αξιοπρεπέστατη, από την οποία είχε μόνο ένα μικρό παράπονο: Το ότι λόγω ατυχίας (έπαιξε μπάλα σε μια εποχή που οι Ιταλοί έβγαζαν καλούς επιθετικούς με το κιλό) δεν κλήθηκε ποτέ στην εθνική. Όπως λέει και ο ίδιος όμως: «Δεν μπορώ να έχω σοβαρό παράπονο. Όταν ήμουν νέος και δούλευα όλη μέρα πάνω στα αλουμίνια ποιος θα το φανταζόταν ότι θα έκανα κάποτε μια καριέρα σαν κι αυτή; Είμαι πολύ χαρούμενος με αυτά που κατάφερα».


Πόσο θεούλης; Τόσο θεούλης!

Χαλαρός και με αρκετές άσπρες τρίχες πλέον στο κεφάλι, δουλεύει στο μπαρ ‘Τατάνκα’ που άνοιξε με τη γυναίκα του σε ένα μικρό χωριό της Ιταλίας. Όταν τον ρωτάνε για το μοντέρνο ποδόσφαιρο απαντάει: «Οι σύγχρονοι παίκτες είναι λίγο σαν ρομπότ, με όλες αυτές τις λεπτομέρειες που υπάρχουν στις προπονήσεις. Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράγματα» και συνεχίζει: «Επίσης, βλέπω ότι αρκετοί ενδιαφέρονται μόνο για τα στατιστικά τους και δεν παίζουν για την ομάδα. Τότε εμείς κάναμε παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί για μπύρα τα απογεύματα για να γνωριστούμε καλύτερα», μια δήλωση που έχει άλλη δύναμη όταν γίνεται από κάποιον που κάθε φορά που του υπενθυμίζουν τα κατορθώματα του στο σκοράρισμα (τέλειωσε την καριέρα του με περισσότερα από 300 γκολ σε επίσημα παιχνίδια), σπεύδει να τονίσει ότι αν δεν υπήρχαν δίπλα του όλοι αυτοί που τον τροφοδοτούσαν δεν θα είχε πετύχει τίποτα απ’όσα πέτυχε.

Ο Ντάριο Χούμπνερ δεν έγινε ποτέ σούπερ σταρ, δεν πήρε ποτέ μεταγραφή σε κάποια από τις μεγάλες ομάδες (αν και έφτασε αρκετά κοντά και στη Μίλαν και στην, αγαπημένη του, Ίντερ), δεν έβγαλε πάρα πολλά λεφτά από το ποδόσφαιρο και δεν έκανε καμία ιδιαίτερη κοσμική ζωή εκμεταλλευόμενος τη φήμη του Καμπιονάτο. Κατάφερε όμως να αφήσει ένα μικρό σημάδι στο ιταλικό ποδόσφαιρο και να αγαπηθεί από τους οπαδούς όλων των ομάδων στις οποίες έπαιξε για το πάθος, το φιλότιμο αλλά και την αποτελεσματικότητα που έδειχνε σε κάθε παιχνίδι. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, συχνά-πυκνά περαστικοί τον σταματάνε στο δρόμο και τον ευχαριστούν για κάποιο από τα εκατοντάδες γκολ που πέτυχε. Και, όπως και να το δει κανείς, για κάποιον που κατέβαζε μερικά ποτηράκια γκράπα και έκανε ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα, παίζοντας ταυτόχρονα στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου, αυτό είναι αναμφίβολα ένα μεγάλο κατόρθωμα.

Για τα παιδιά

  [1 Σχόλιο]

Αν η Ιταλία είναι μια ιδιαίτερη χώρα, η Νάπολη είναι μια ακόμα πιο ιδιαίτερη πόλη, ένα όμορφο χάος. Μια πόλη που συνδυάζει την σκληρότητα της εγκληματικότητας με την καθημερινή ανθρωπιά ενός μέρους που μοιάζει να είναι ξεχασμένο από το χρόνο. Όλα τα άσχημα, αλλά και τα θετικά αυτής της πόλης είναι ακόμα πιο εμφανή στον φανατικό κόσμο της τοπικής ομάδας.

Όπως ο… Santa Claus έρχεται τα Χριστούγεννα κι ο Άη-Βασίλης την Πρωτοχρονιά, έτσι και στην Ιταλία η γιαγιά Μπεφάνα εμφανίζεται τα Θεοφάνεια. Κάνει κι αυτή το ίδιο πράγμα με τους συναδέλφους της, μοιράζει δώρα στα παιδιά. Τον Γενάρη που μας πέρασε ανήμερα των Θεοφανείων, οι παίκτες της Νάπολι πήγαν στη Νισίδα (που ναι βγαίνει από το ελληνικό «νησίδα») απέναντι από τη Νάπολη, εκεί που υπάρχουν φυλακές ανηλίκων. Ο Χάμσικ, ο Μάρτενς και ο Παβολέτι έδωσαν μερικές στιγμές χαράς στους νεαρούς που πολύ γρήγορα στη ζωή τους πήραν έναν κακό δρόμο.

Και αν αυτή ήταν μια ωραία πρωτοβουλία, τότε αυτό που ακολούθησε στην πόλη της Νάπολης ήταν ακόμα πιο όμορφο. Ο Ρέινα και ο Ινσίνιε πήγαν σε ένα νοσοκομείο παίδων και έκαναν δώρα σε παιδιά που νοσηλεύονται εκεί, ειδικά σε αυτά της ογκολογικής κλινικής. Μαζί όμως πήγαν και οργανωμένοι οπαδοί της ομάδας. Άνοιξαν ένα πανό που έγραφε «Αγαπητή Μπεφάνα, μαζί με τα δώρα φέρε και υγεία στα παιδιά» και στη συνέχεια έμειναν εκεί απ’ έξω φωνάζοντας συνθήματα. Όχι υπέρ της Νάπολι, αλλά υπέρ των παιδιών. «Πάμε παιδιά, μην το βάζετε κάτω», «Είμαστε πάντα μαζί σας» και άλλα, πάντα στο ίδιο ύφος. Τα καπνογόνα και τα «φόρτσα ραγκάτσι» δημιούργησαν μια γηπεδική ατμόσφαιρα, με τις φωνές να φτάνουν στα μικρά παιδιά που νοσηλεύονται.

Κάπου στα 30″, όλοι σιωπούν και ο Αλέσιο ξεκινάει το σύνθημα

Το βασικότερο όμως είναι ότι δεν μιλάμε για κάποιο μεμονωμένο γεγονός. Οι Ultras της Curva B έχουν βοηθήσει ενεργά και άλλες φορές, με τον δικό τους τρόπο. Τον Οκτώβριο σε συνεργασία με μια τοπική οργάνωση, έκαναν πραγματικότητα το όνειρο του μικρού Αλέσιο που βρίσκεται στην ογκολογική κλινική. Ο μικρός επισκέφτηκε το Σαν Πάολο για τον αγώνα Νάπολι-Έμπολι και εκεί τον… ανέλαβαν οι φανατικοί. Ο Αλέσιο δεν είδε απλά από κοντά το 2-0 της αγαπημένης του ομάδας ντυμένος στα χρώματά της. Οι φανατικοί τον πήραν ανάμεσά τους, είδε τον αγώνα από το πέταλο και το καλύτερο και πιο συγκινητικό ήταν όταν τον άφησαν να ξεκινήσει ένα σύνθημα, σαν αρχηγός της εξέδρας. Αφού οι υπόλοιποι άρχισαν το τραγούδι, ο Αλέσιο πήρε στα χέρια του μια σημαία της ομάδας και την κράδαινε σαν το πιο σημαντικό λάβαρο του κόσμου τραγουδώντας μαζί τους.

How can we wear our smiles
With our mouths wired shut
‘Cause you stopped us from singing

The Editors – Smokers Outside the Hospital Doors

Όταν ο Αντρέα γνώρισε τον Ρομπέρτο

  [7 Σχόλια]

Σεζόν 2000-01. Ο Αντρέα Πίρλο που έχει κάνει ντεμπούτο στη Σέριε Α μόλις στα 16 του, αγωνίζεται πλέον για τέταρτη σεζόν στην μεγάλη κατηγορία και συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα στην Ίντερ, με τη ρετσινιά του αιώνιου ταλέντου να πλησιάζει. Οι προπονητές δεν τον πιστεύουν, πηγαίνει δανεικός, γυρίζει, δεν μπορεί να βρει θέση στην ομάδα του Ταρντέλι και έτσι για το δεύτερο μισό της χρονιάς επιστρέφει στην πατρίδα του την Μπρέσια. Εκεί, ο φοβερός και αγαπημένος Κάρλο Ματσόνε παίρνει το ρίσκο να τον κάνει «regista» ή όπως λέμε στο χωριό μου «deep-lying playmaker». Σε αυτή την απόφαση παίζει μεγάλο ρόλο ότι η Μπρέσια είχε ήδη ένα μεγάλο 10αρι, το είδωλο του Πίρλο, τον τεράστιο Ρομπέρτο Μπάτζιο (που είχε φύγει κι αυτός από την Ίντερ). Με αρκετά κιλά παραπάνω, την μαλλούρα και τα μούσια να έχουν γκριζάρει, ο 34χρονος Μπάτζιο ανανεώθηκε στην Μπρέσια σκοράροντας συχνά. Ο Ματσόνε μετακινεί τον Πίρλο πιο πίσω και αφήνει τον Μπάτζιο που δεν ήταν για πολύ τρέξιμο, να παίζει κάτι ως επιθετικός-δεκάρι-ψευτοεννιάρι μπροστά. Τα αποτελέσματα τον δικαιώνουν.

Ένα από τα δέκα γκολ του Μπάτζιο στο πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς, ήταν ένα έργο τέχνης, μια συνεργασία δύο καλλιτεχνών του ποδοσφαίρου που δυστυχώς στη συνύπαρξή τους στην Ίντερ δεν είδαμε αντίστοιχη. Με αντίπαλο τη Γιουβέντους (μια ακόμα ομάδα που θα ένωνε τους δύο μαέστρους) στο Τορίνο, η Μπρέσια βρισκόταν πίσω στο σκορ από ένα γκολ του Τζαμπρότα. Στο 86′, ο Πίρλο με το κλασσικό του στιλάκι πήρε την μπάλα στο χώρο που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια το δεύτερο σπίτι του. Εκεί, λίγο πίσω από τη σέντρα. Είχε δει ήδη τον Μπάτζιο και έκανε μια μπαλιά διαβήτη (επιπέδου Τσιάρτα σε Χαριστέα) με την μπάλα να διαγράφει τέλεια τροχιά. Οι περισσότεροι θα δυσκολεύονταν να την κατεβάσουν ακόμα κι έτσι. Ο Ρόμπι όχι απλά έκανε μαγικό κοντρόλ, με τόση απαλότητα λες και του έδωσες να κρατήσει νεογέννητο μωρό, αλλά ταυτόχρονα με το κατέβασμα έκανε και ντρίμπλα στο φαν ντερ Σαρ και ισοφάρισε για το τελικό 1-1. Ένα γκολ που στο τέλος του πρωταθλήματος (όταν κι η Ρόμα πήρε το πρωτάθλημα με 2 μόλις βαθμούς διαφορά από τη Γιούβε) αποδείχτηκε από τα καθοριστικά.

Οικογενειακές ανισότητες

  [1 Σχόλιο]

Πριν λίγες μέρες ασχοληθήκαμε με τον Αλεχάντρο Νταρίο Γκόμες, γνωστό ως «Πάπου» Γκόμες. Ο κοντούλης Αργεντινός παίκτης της Αταλάντα επί τη ευκαιρία των καλοκαιρινών χριστουγεννιάτικών του διακοπών, έκανε την απαραίτητη μύηση του γιου του στον μαγικό κόσμο του ποδοσφαίρου με ένα τάκλιν που κανονικά πρέπει να επιφέρει διαδικασία αυτοφώρου κι ο ίδιος σχολίασε λέγοντας «μόνο μπάλα».

Ο Πάπου όμως φαίνεται ότι μάλλον έχει μια διαφορετική σχέση με την κόρη του και σίγουρα άλλη συμπεριφορά. Εμφανίστηκε με το περιβραχιόνιο της Αταλάντα στον αγώνα με την Κιέβο με ένα ιδιαίτερο σχέδιο. Στο πολύχρωμο περιβραχιόνιο υπήρχαν οι χαρακτήρες του Frozen της Disney και μαζί, η μικρή του κόρη Άννι. Τελικά του έφερε γούρι, ο Πάπου σκόραρε δυο φορές (φιλώντας το περιβραχιόνιο, όπως ο Ραούλ κι ο Τσιάρτας τη βέρα τους) κι η Αταλάντα πήρε τη νίκη με 4-1 συνεχίζοντας την καλή της πορεία (μια που βρίσκεται στην έκτη θέση). Όπως μάθαμε αργότερα, η Άννι είχε τα γενέθλιά της. Κανείς δεν ξέρει τι έκανε στα γενέθλια του μικρού Μπαουτίστα. Πιθανότατα θα τον έβαλε να σκάψει στην αυλή και μετά θα τον έστειλε για διάβασμα.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φόρα που ο Πάπου έχει κάνει τέτοιες… τρέλες. Στο παρελθόν έχει φορέσει περιβραχιόνιο με την Master League του PES (!!), το σήμα του Μπάτμαν, κάποια άλλα καρτούν, τον Πάπα, την Σαπεκοένσε και φυσικά ένα αφιερωμένο στην ημέρα της μητέρας. Πρόσφατα ανέβασε μια φωτογραφία με τον συμπαίκτη του Αντρέα Κόντι, όπου αναπαριστούν την σκηνή με τον Τιτανικό, με τον ίδιο να ανοίγει τα χέρια σαν Κέιτ Γουίνσλετ. Ο Πάπου Γκόμες είναι μια από αυτές τις φυσιογνωμίες που φαίνεται να διασκεδάζουν τη ζωή τους στο ποδόσφαιρο.

Όλα αυτά θα ήταν αδιάφορα αν ο Γκόμες δεν ήταν το ίδιο διασκεδαστικός και μέσα στο γήπεδο. Δεν είναι τυχαίο ότι τον έκαναν αρχηγό στην ομάδα, ούτε τυχαία η αγάπη του κόσμου της Αταλάντα γι’ αυτόν. Την στιγμή που φορούσε το Frozen περιβραχιόνιο και σκόραρε, στο Μπέργκαμο υπήρχε ένα πανό που έγραφε «Don’t touch my Papu». Δείγμα της καλής σχέσης κόσμου και παίκτη. Άλλωστε πριν λίγο καιρό το όνομά του ακούστηκε για την εθνική Ιταλίας, με τον εκλέκτορα να τον έχει στο στόχαστρο, μια που ο Γκόμες έχει διπλή υπηκοότητα. Δυστυχώς όμως, δεν θα μπορέσει να γίνει μια περίπτωση Καμορανέζι, μια που έχει φορέσει τη φανέλα των μικρών εθνικών Αργεντινής και δεν έχει δικαίωμα. Συνεπώς, θα μπορούμε να τον απολαμβάνουμε να βάζει τέτοια γκολ με τη φανέλα της Αταλάντα μόνο:

Ερνάν Κρέσπο: Ο άνθρωπος στη σκιά του Μπατιστούτα

  [7 Σχόλια]

Για σχεδόν είκοσι χρόνια φιλοδώρησε ένα σωρό εστίες με πολλά, πάρα πολλά τέρματα. Ένας ολοκληρωμένος φορ που χωρίς να είναι ο πιο γρήγορος του κόσμου ή ο πιο δυνατός ή ο πιο τεχνίτης, τα είχε όλα σε μεγάλο ποσοστό και τα έκανε όλα σε βαθμό παραπάνω από ικανοποιητικό. Ένα πλήρες πακέτο. Θες κοντινά τελειώματα; Θες κεφαλιές; Θες βρωμόσουτα; Θες ψαλιδάκια; Θες τακουνάκια; Θες με το δεξί; Θες με το αριστερό; Ο Ερνάν Χόρχε Κρέσπο είχε σκοράρει με όλους αυτούς τους τρόπους (και μερικούς ακόμα), τελειώνοντας μια καριέρα με περίπου 300 γκολ σε συλλόγους και εθνική, πανάκριβες μεταγραφές και αρκετές επιτυχίες.

Κι όμως, αυτή η ιστορία ενός ανθρώπου που κατέκτησε πρωταθλήματα σε Αργεντινή, Ιταλία, Αγγλία, ένα Λιμπερταδόρες και ένα ΟΥΕΦΑ και μερικά ακόμα κύπελλα, βρισκόταν σχεδόν πάντα ως δεύτερη, πίσω από αυτή ενός άλλου παίκτη. Όταν γεννήθηκε ο Κρέσπο, ο μικρός τότε Γκαμπριέλ Μπατιστούτα πιθανότατα να έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα σε κάποια αλάνα καθώς τους χώριζαν έξι χρόνια. Όπως ο Μπατιγκόλ παραλίγο να μην παίξει μπάλα γιατί ήθελε να σπουδάσει, έτσι κι ο Κρέσπο παραλίγο στα 14 του να σταματήσει την μπάλα, όταν του είπαν από τις ακαδημίες της Ρίβερ ότι θα τον αφήσουν ελεύθερο. Ευτυχώς για τον Κρέσπο, ένας ιστορικός παίκτης της ομάδας που πίστευε σε αυτόν, ο Νορμπέτο Αλόνσο, επέμεινε έντονα και τελικά ο Ερνάν έμεινε στην αγαπημένη του Ρίβερ.

Η ιστορία Κρέσπο-Μπατιστούτα έχει πολλά κοινά. Κάποιες φορές ο ένας ακολουθούσε τα βήματα του άλλου, κάποιες φορές έκαναν παράλληλα τα ίδια πράγματα και κάποιες λίγες βρίσκονταν μαζί (και πάλι όμως ως ανταγωνιστές). Ο Μπατιστούτα έφυγε το 1990 από τη Ρίβερ Πλέιτ και ο Κρέσπο ξεκίνησε εκεί την καριέρα του τρία χρόνια αργότερα. Ήταν στα μέσα του 1993 όταν ετοιμαζόταν να πάει πενταήμερη με τους συμμαθητές του στην πανέμορφη περιοχή Μπαριλότσε της Αργεντινής. Δέχτηκε όμως ένα τηλεφώνημα και αμέσως ακύρωσε τις ετοιμασίες. Ο Πασαρέλα τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα της Ρίβερ και μια μεγάλη καριέρα ξεκινούσε.

Ήδη ο Μπατιγκόλ είχε πάει στη Φιορεντίνα και το 1996 ο Κρέσπο (μετά από το προσωπικό του σόου στο Λιμπερταδόρες εκείνης της σεζόν) έκανε σχεδόν το ίδιο ταξίδι για μια εξίσου μικρομεσαία ομάδα, 200 περίπου χιλιόμετρα πιο βόρεια, την Πάρμα. Εκεί βρήκε ένα σύνολο που είχε ήδη κατακτήσει ένα κύπελλο και ένα ΟΥΕΦΑ τα προηγούμενα χρόνια. Η νέα Πάρμα του Αντσελότι (και αργότερα του Μαλεζάνι) στηρίχθηκε στον Κρέσπο μαζί με άλλους παίκτες, όπως ο πιτσιρικάς Μπουφόν και ο Λιλιάν Τουράμ και ήταν μια από τις πιο συμπαθητικές και ενδιαφέρουσες ομάδες που είδαμε. Στην Πάρμα τον έμαθε πλέον όλος ο ποδοσφαιρικός κόσμος με τα κατορθώματά του.


Σενσίνι, Τουράμ, Βερόν, Μπουφόν, Κιέζα, Καναβάρο, Κρέσπο, δεν περιγράφω άλλο…

Ο Μπατιστούτα με τα βιολετί και ο Κρέσπο με τα κίτρινα-μπλε πυροβολούσαν συνεχώς. Σε μια χώρα όπως η Αργεντινή, που παθιάζεται με την μπάλα και ψάχνει συνεχώς να δημιουργεί διλήμματα, που είναι χωρισμένη σε οπαδούς του ρομαντικού Σέζαρ Λουίς Μενότι και του μακιαβελικού Κάρλος Μπιλάρδο, το νέο καυτό ποδοσφαιρικό ερώτημα δημιουργήθηκε γρήγορα: «Χωράνε Μπατιστούτα και Κρέσπο μαζί στην ίδια εντεκάδα;» Ο Πασαρέλα δεν ενθουσιάστηκε από αυτή την ιδέα. Στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1998 οι δυο τους συνυπήρξαν στην εντεκάδα μόλις δύο φορές με τον «Βαλνταντίτο» (εξαιτίας της ομοιότητας Κρέσπο-Βαλντάνο) να μπαίνει αλλαγή. 34 λεπτά στο 0-0 στην Ουρουγουάη και άλλα 34 απέναντι στην Κολομβία και πάλι σε ισοπαλία 1-1. Πριν το Μουντιάλ της Γαλλίας, ο Πασαρέλα φαινόταν ότι προετοίμαζε τον Κρέσπο για βασικό, αλλά οι εμφανίσεις του Μπατιστούτα στα φιλικά και το γεγονός ότι ο Κρέσπο προερχόταν από τραυματισμό τού άλλαξαν τη γνώμη. Ο Μπατιγκόλ έκανε ένα εξαιρετικό Μουντιάλ με πέντε γκολ, ενώ δίπλα του αγωνιζόταν κυρίως ο Κλαούντιο Λόπες. Ο Κρέσπο μπήκε αλλαγή μόνο σε ένα ματς, αυτό απέναντι στην Αγγλία, έχασε ένα πέναλτι αλλά τελικά η Αργεντινή πέρασε με 4-3. Φτωχή παρουσία.

Οι παράλληλοι βίοι συνεχίστηκαν και το καλοκαίρι του 2000 όταν Ρόμα και Λάτσιο έδωσαν περίπου 80 εκατομμύρια για να τους φέρουν στην αιώνια πόλη. Ήταν η ώρα να κάνουν το βήμα παραπάνω να πάρουν το σκουντέτο που τους έλειπε. Ο Κρέσπο το είχε αγγίξει στην πρώτη του χρονιά, όταν η Πάρμα έμεινε μόλις 2 βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Γιουβέντους και τώρα πήγαινε στην πρωταθλήτρια Λάτσιο. Βγήκε τελικά πρώτος σκόρερ μπροστά από Σεβτσένκο, Κιέζα, Μπατιστούτα και Βιέρι, αλλά ο Μπατιγκόλ ήταν και πάλι αυτός που χαμογέλασε, καθώς η Ρόμα πήρε τον τίτλο κι η Λάτσιο βγήκε τρίτη.

Τα συλλεκτικά λεπτά συνύπαρξης Κρέσπο-Μπατιστούτα το 1999

Το 2002 με τον Μαρσέλο Μπιέλσα προπονητή της ίσως καλύτερης Αργεντινής από άποψη ταλέντου όλων των εποχών, ο κόσμος ήθελε να δει στα γήπεδα της Κορέας-Ιαπωνίας το ντουέτο βασικό μαζί. Η πίεση από τα ΜΜΕ και τον κόσμο αφόρητη, αλλά ο Μπιέλσα όπως και ο Πασαρέλα δεν το τόλμησε ποτέ. Συνυπήρξαν ξανά μόλις για εννιά λεπτά, σε ένα από τα πρώτα φιλικά της εποχής Μπιέλσα. Στο Άμστερνταμ με την Ολλανδία, ο Μπιέλσα έκανε αλεφαντίσια αλλαγή στην αλλαγή και πέρασε τον Κρέσπο στη θέση του Τζιουλιμινπιέτρο. Για εννιά συλλεκτικά λεπτά πάτησαν χορτάρι μαζί και σε μια ωραία προσπάθεια του Κλαούντιο Λόπες από τα αριστερά, ο Κρέσπο άφησε (ή δεν έφτασε, αλλά εμείς προτιμούμε την πρώτη εξήγηση) την μπάλα και ο Μπατιστούτα κεραυνοβόλησε τον φαν ντερ Σαρ για το 1-1. Οι οπαδοί στο Άμστερνταμ Αρένα ήταν οι τελευταίοι που τους είδαν μαζί να πατούν περιοχή.

Ο Μπιέλσα ήταν κάθετα αντίθετος στην ταυτόχρονη χρησιμοποίησή τους, είχε ένα ρόστερ με πολλή ποιότητα και φαινόταν ότι τελικά κατέληγε στον Κρέσπο για βασικό. Τελικά, όπως και το 1998, οι εμφανίσεις του Μπατιστούτα στα φιλικά άλλαξαν γνώμη στον προπονητή. O 33χρονος Μπατιστούτα ξεκίνησε βασικός τρεις φορές, σκόραρε μόνο με τη Νιγηρία και τρεις φορές ο Κρέσπο τον αντικατέστησε. Ισοφάρισε στο 88′ στο ματς με τη Σουηδία αλλά η Αργεντινή δεν γλίτωσε το φιάσκο του αποκλεισμού.

Το μοναδικό γκολ του Κρέσπο το 2002 και τα δάκρυα του Μπατιστούτα

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2014, όταν ο Λόκο Μπιέλσα ήταν στην Μαρσέιγ ξαναθυμήθηκε την ιστορία. Έχοντας στην Μασσαλία τους  Ζινιάκ και Μπατσουαγί, έπρεπε να πείσει τον κόσμο ότι δεν χωρούν κι οι δύο στην ομάδα του ως βασικοί.

«Εδώ και 15 χρόνια το σκέφτομαι. Όποιον Αργεντινό και αν ρωτήσεις, θα σου μιλήσει άσχημα για μένα στο συγκεκριμένο θέμα. Δεν νομίζω ότι είναι πρόβλημα να χρησιμοποιήσω δύο επιθετικούς. Το πρόβλημα είναι ότι αφαιρώ έναν άλλον από την ομάδα. Για να βάλεις ένα ακόμα φορ, θα πρέπει να αφαιρέσεις κάποιον από τις πτέρυγες ή κάποιον δημιουργικό παίκτη και καμία από αυτές τις λύσεις δεν με βρίσκει σύμφωνο»

Τα παιχνίδια της μοίρας δεν τελείωσαν όμως. Τον Ιανουάριο του 2003 ο Κρέσπο, ως παίκτης της Ίντερ πλέον, τραυματίστηκε μένοντας για αρκετό καιρό έξω κι ο Μπατιστούτα ήρθε δανεικός από τη Ρόμα. Ήταν η πρώτη φορά ουσιαστικά που αντιστράφηκαν οι ρόλοι, που ο Μπατιγκόλ έγινε η ρεζέρβα του Κρέσπο. Ο Μπατιστούτα ήταν ο παρτενέρ του Βιέρι, με το κορμί του όμως πλέον να τον πονάει και να βρίσκεται σε πτώση. Η ταυτόχρονη παρουσία Κρέσπο-Μπατιγκολ σε σύλλογο, έφερε ελπίδες να τους δούμε επιτέλους βασικούς μαζί. Τον Απρίλιο του 2003, με τον Κρέσπο να έχει επιστρέψει και τον Βιέρι τραυματία οι Ιταλοί περίμεναν ότι στο Ίντερ-Λάτσιο θα ζούσαμε την ιστορική στιγμή. Τα αργεντίνικα ΜΜΕ έκαναν εκτενείς αναφορές στο γεγονός. Τελικά ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ ξεκίνησε τον Ρεκόμπα πλάι στον Κρέσπο και αργότερα πέρασε τον Μάρτινς στη θέση του. Η ιστορία μάς άφησε με τα 81 συνολικά λεπτά των δύο επί Πασαρέλα και Μπιέλσα. Το ερώτημα δεν θα απαντηθεί ποτέ.

Κανείς δεν μιλάει για το υπέροχο τσίμπημα του Κρέσπο

Ο γηραιότερος Μπατιστούτα αποσύρθηκε, αλλά ο Κρέσπο συνέχισε την σπουδαία του καριέρα. Η πρώτη του σεζόν στην Τσέλσι ήταν θετική, αλλά ο έρωτας του Μουρίνιο για τον Ντρογκμπά τον έφερε δανεικό στην Μίλαν την επόμενη σεζόν. Θα μπορούσαμε ακόμα να μιλάμε για το Τσάμπιονς Λιγκ του Κρέσπο αν τα δυο γκολ του στον τελικό της Πόλης, δεν τα είχαν σβήσει ο Ντούντεκ και η επική νίκη της Λίβερπουλ. Ακόμα μια στιγμή δόξας που χάθηκε. Ένα χρόνο αργότερα, χωρίς Μπατιστούτα πλέον, ο Κρέσπο κατάφερνε να πάρει επιτέλους θέση βασικού σε ένα Μουντιάλ. Στα γήπεδα της Γερμανίας, απαλλαγμένος από τις συγκρίσεις, σκόραρε τρεις φορές σε τέσσερις συμμετοχές, αλλά η Αργεντινή έπεσε στις μακριές άσπρες κάλτσες του Γενς Λέμαν και αποκλείστηκε. Ο Ερνάν συνέχισε να παίζει μπάλα και σταμάτησε στην Πάρμα, όταν πια με γκρίζο κοντό μαλλί και όχι αληταμπουροαργεντίνικη μαλλούρα στα 36 του βγήκε πρώτος σκόρερ της με 9 γκολ. Παρακολούθησε την καταστροφή της ομάδας, ανήμπορος να βοηθήσει, έχοντας αποσυρθεί. Ένας από τους πιο πλήρεις επιθετικούς όλων των εποχών, με μια καριέρα γεμάτη προσωπικές και συλλογικές επιτυχίες, αλλά πάντα πίσω από έναν εξίσου τεράστιο παίκτη στην εθνική της χώρας.

O Ντιέγκο στην Ατσέρα: Όταν ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο έπαιξε στις λάσπες για χάρη ενός παιδιού

  [1 Σχόλιο]

Το βράδυ της Πρωταπριλιάς του 1991 στο αεροδρόμιο της Ρώμης γράφτηκε ο επίλογος μιας εκ των ωραιότερων και πιο ιδιαίτερων σχέσεων του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα έφυγε κρυφά από την Ιταλία με μια μεταμεσονύκτια πτήση. Οι δημοσιογράφοι, τα κανάλια και όλος ο υπόλοιπος κόσμος πληροφορήθηκαν τη φυγή του την επόμενη μέρα. Παρ’ ότι δεν υπήρχε κάποια επίσημη δήλωση, κατά βάθος όλοι ήξεραν πως ο Μαραντόνα δεν σκόπευε να επιστρέψει, καθώς τα ανοιχτά μέτωπα πλέον ήταν αμέτρητα.

Η εφορία τον κατηγορούσε για φοροδιαφυγή, το δικαστήριο είχε αποφανθεί πως μια εκ των ερωμένων του, η Κριστίνα Σινάγκρα, δικαιούταν μηνιαία διατροφή για το παιδί που έκανε με τον Ντιέγκο (το οποίο ο Μαραντόνα αναγνώρισε πολλά χρόνια αργότερα), η ιταλική δικαιοσύνη τον είχε συμπεριλάβει στην έρευνα της για την τοπική Μαφία, έρευνα που σχετιζόταν με υποθέσεις ναρκωτικών και ιερόδουλων, η ίδια του η ομάδα είχε πάει στα δικαστήρια την εταιρεία που διαχειριζόταν την εικόνα του, υποστηρίζοντας πως η συμπεριφορά του πλέον έβλαπτε την Νάπολι (τον τελευταίο χρόνο ο Ντιέγκο έκανε συχνά κοπάνες από τις προπονήσεις ισχυριζόμενος ότι έχει στρες, αρνιόταν να συμμετάσχει σε κάποια παιχνίδια, ειδικά όταν το προηγούμενο βράδυ είχε προγραμματισμένο κάποιο πάρτι με γυναίκες και ναρκωτικά, και ουσιαστικά άφησε αβοήθητη τη Νάπολι στην προσπάθεια της να υπερασπιστεί τον τίτλο της – τερμάτισε τελικά στην 8η θέση – αλλά και να προχωρήσει στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, πηγαίνοντας σαν τουρίστας, ξεχωριστά από την ομάδα, στο κρίσιμο παιχνίδι με τη Σπαρτάκ στη Μόσχα) και το σοβαρότερο όλων, λίγες εβδομάδες πριν είχε βρεθεί θετικός σε αντιντόπινγκ κοντρόλ μετά από ένα παιχνίδι με τη Μπάρι.

Εφτά χρόνια πριν, τον χειμώνα του 1984, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Ο «Πίμπε ντε όρο» (το «Χρυσό Αγόρι») και η Νάπολι βρισκόταν στον πρώτο χρόνο της σχέσης τους και όλα έμοιαζαν σχεδόν παραμυθένια, παρά το γεγονός πως η κορυφή του ιταλικού ποδοσφαίρου έμοιαζε σαν μακρινό όνειρο. Ο 24χρονος Αργεντινός μπορεί να μην είχε γίνει ακόμα «Θεός» αλλά ήταν ήδη «Μεσσίας», αυτός που όλοι πίστευαν (και όχι άδικα, όπως αποδείχτηκε) πως θα αλλάξει το ρου της ιστορίας της ομάδας. Το πιο σημαντικό απ’όλα όμως είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ήταν ακόμα εκείνος ο θρασύς πιτσιρικάς από μια φτωχή οικογένεια που δεν είχε γνωρίσει καλά τη χλιδή και την πολυτέλεια που συναντάει κανείς όταν το εισόδημα του αυξάνεται κατακόρυφα και η φήμη του φτάνει σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Μερικά χιλιόμετρα βορειοανατολικά από τη Νάπολη, βρίσκεται η Ατσέρα, μια μικρή πόλη 40.000 κατοίκων τότε, ένα από αυτά τα μέρη που προσπερνάς με το αμάξι και λίγη ώρα μετά έχεις ξεχάσει την ύπαρξη τους. Τον χειμώνα εκείνο, ένας απελπισμένος ντόπιος πατέρας που έβλεπε πως τα λεφτά του δεν έφταναν για να μεταφερθεί ο άρρωστος γιος του στη Γαλλία, για να υποβληθεί σε επέμβαση, ζήτησε τη βοήθεια του Πιέτρο Πουζόνε, ενός 21χρονου ποδοσφαιριστή που είχε καταγωγή από την Ατσέρα και εκείνη την εποχή έπαιζε στη Νάπολι. Ο Πουζόνε συζήτησε το θέμα με τους συμπαίκτες του και ζήτησε από τη διοίκηση άδεια για να διεξαχθεί στην Ατσέρα ένα φιλικό, με αντίπαλο την τοπική ερασιτεχνική ομάδα, τα έσοδα του οποίου θα ενίσχυαν την οικογένεια του μικρού παιδιού.

Σύμφωνα με τον Πουζόνε ο πρόεδρος της ομάδας, Κοράντο Φερλαΐνο, είχε αρνητική στάση, φοβούμενος για τη σωματική ακεραιότητα των παικτών και ειδικότερα του Μαραντόνα, που λίγους μήνες πριν είχε γίνει η πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ο Ντιεγκίτο όμως είχε πάρει εξ αρχής τη δική του απόφαση: «Θα πάμε να παίξουμε». Και κάπως έτσι, χάρη στην επιμονή ενός πεισματάρη, ταλαντούχου Αργεντινού με φουντωτό μαλλί, η Ατσέρα απέκτησε μια όμορφη ιστορία για να διηγείται στις επόμενες γενιές.

Η Νάπολι κατέφθασε στο μικρό γηπεδάκι της πόλης ένα κρύο και μουντό απόγευμα και αντίκρισε αυτό ακριβώς που φοβόταν η διοίκηση της ομάδας εξ αρχής: ένα ερασιτεχνικό γήπεδο, χωμένο ανάμεσα σε παλιά, ερειπωμένα κτίρια, με αποδυτήρια που δεν είχαν ούτε τα στοιχειώδη, μια κεντρική, ετοιμόρροπη κερκίδα και έναν αγωνιστικό χώρο γεμάτο λακκούβες, χώμα και λασπουριά.

Οι παίκτες και των δυο ομάδων έκαναν προθέρμανση μπροστά σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, την ώρα που διάφοροι παρατρεχάμενοι περνούσαν από δίπλα, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν ότι ο τύπος με το 10 στη φανέλα που έκανε τσαλιμάκια στο πάρκινγκ του γηπέδου της πόλης τους ήταν πράγματι ο Μαραντόνα, ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του πλανήτη εκείνη την εποχή.

Παρά την τραγική κατάσταση του αγωνιστικού χώρου, που χειροτέρευε όσο περνούσε η ώρα, ο αγώνας ξεκίνησε και τέλειωσε κανονικά. Το περιβραχιόνιο της Νάπολι μόνο για το συγκεκριμένο παιχνίδι φόρεσε ο ντόπιος Πουζόνε. Αδιαφορώντας για τα (πολλά) λεφτά που είχαν επενδυθεί πάνω του και για το ότι ήταν ένα από τα ανερχόμενα αστέρια του Καμπιονάτο, ο Ντιεγκίτο αντιμετώπισε την όλη εκδήλωση σαν ένα ακόμα παιχνίδι, όπως αυτά που έπαιζε μικρός στους δρόμους και τις αλάνες του Μπουένος Άιρες.

Κυνήγησε χαμένες μπαλιές, έφτιαξε παιχνίδι, ντρίπλαρε, έκανε τάκλιν, πανηγύριζε τα γκολ του, έπεσε στις λάσπες και σε μια φάση στο δεύτερο ημίχρονο πέρασε όποιον έκανε το λάθος να βρεθεί μπροστά του, συμπεριλαμβανομένου και του τερματοφύλακα, πριν σκοράρει σε άδεια εστία και αποθεωθεί από τον κόσμο, που επειδή δεν χωρούσε στις κερκίδες (υπολογίζεται πως περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι κατέκλυσαν κάθε γωνία του γηπέδου), στεκόταν όρθιος, δίπλα στις πλαϊνές γραμμές, με τις ομπρέλες στο χέρι.

Στο τέλος του αγώνα όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και χειροκρότησε παρατεταμένα γι’αυτή τη μικρή αλλά τόσο ανέλπιστη (για τους κατοίκους μιας τόσο μικρής, αδιάφορης πόλης) παράσταση. Ο ίδιος αποχώρησε λασπωμένος από την κορυφή ως τα νύχια. Αυτή δεν ήταν η πρώτη αλλά ούτε και η τελευταία φορά στη ζωή του που λερώθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, παίζοντας μπάλα. Αρκετά χρόνια μετά, στο ποδοσφαιρικό του αντίο, εκστόμισε τα ωραιότερα λόγια της καριέρας του: «Εγώ έκανα λάθος και το πλήρωσα. Η μπάλα όμως δεν λεκιάζεται».

Σε μια συνέντευξη του το 2015 ο Πουζόνε αποκάλυψε πως τα λεφτά που συγκεντρώθηκαν από τα εισιτήρια και τις χορηγίες κάλυψαν και με το παραπάνω την επέμβαση του μικρού, που υγιής πλέον μπορεί να διηγείται στα δικά του παιδιά πως μια μέρα του χειμώνα του 1984, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου ήρθε, για χάρη του, να παίξει μπάλα στις λάσπες.

Το τρένο της Αταλάντα

  [Καθόλου σχόλια]

Όταν το πρωτάθλημα στην Ιταλία ξεκίνησε τον Αύγουστο, η Αταλάντα έχασε με ένα χορταστικό 3-4 από την Λάτσιο και την επόμενη αγωνιστική με 2-1 από τη Σαμπντόρια. Την 5η αγωνιστική, βρισκόταν στη 19η και προτελευταία θέση με τέσσερις ήττες, έχοντας προλάβει να δεχτεί 12 γκολ. Οι φανατικοί της οπαδοί δεν σταμάτησαν να γεμίζουν την Κούρβα Νορντ, το γήπεδο συνέχισε να έχει σταθερά 14-15.000, αλλά μέσα τους ήξεραν ότι έρχεται μια ακόμα σεζόν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και μιας μάχης για τη σωτηρία. Δύο μήνες, οκτώ νίκες και μια ισοπαλία μετά, η ομάδα του Μπέργκαμο βρίσκεται έναν βαθμό πίσω από τη 2η θέση, ισοβαθμώντας με την Λάτσιο. Ο προπονητής Τζιανπιέρο Γκασπερίνι από εκεί που ένιωθε την καρέκλα του να τρίζει, δέχεται πλέον ερωτήσεις για το αν η Αταλάντα είναι Λέστερ της Ιταλίας.

«Αν μιλάτε για τους τελευταίους 2,5 μήνες, καταλαβαίνω τη σύγκριση, αλλά γενικά δεν ξέρω. Αν θέλετε πάντως, μπορείτε να ποντάρετε 1-2 Ευρώ πάνω μας» απάντησε ο προπονητής που είδε την ομάδα όχι απλά να κάνει σερί, αλλά να έχει πάρει το σκαλπ της Ίντερ, της Ρόμα και της Νάπολι μέσα στο γήπεδό της. Ειδικά η νίκη επί της πρώτης ήταν μια προσωπική εκδίκηση του κόουτς, που είχε δει τον Μοράτι να τον απολύει το 2011 μετά από μόλις πέντε αγωνιστικές. «Πίστευαν εκεί ότι η άμυνα με τρεις είναι κάτι αηδιαστικό. Δεν πρόλαβα να βλάψω την Ίντερ μέσα σε πέντε ματς, αντίθετα αυτή με έβλαψε» είπε ο Γκασπερίνι που όταν πήγε στην Τζένοα κατάφερε να τερματίσει πάνω από την Ίντερ και να ξαναφτιάξει το όνομά του, ώστε από καμένο χαρτί, φέτος να απολαμβάνει τα εγκωμιαστικά σχόλια.

Το κυριότερο όμως είναι ότι το σερί της Αταλάντα ήρθε χωρίς η ομάδα να… ξεπουλήσει τον χαρακτήρα της. Μετά τις κατραπακιές των πρώτων αγωνιστικών, δεν αποφάσισε να παρκάρει το πούλμαν πίσω, να πάει για τα περίφημα ιταλικά Χ και να κοιτάξει να σωθεί έτσι. O Γκασπερίνι δεν κοίταξε να φυλάξει την υστεροφημία του, αλλά έμεινε πιστός στο πλάνο του. Συνέχισε να παίζει επιθετικά, να σκοράρει συχνά (7η καλύτερη επίθεση), να μη βασίζεται σε καταστροφικό ποδόσφαιρο. Μια ομάδα που στο μίζερο ιταλικό ποδόσφαιρο του σήμερα, ξεφεύγει από την μετριότητα.

Το ίδιο θα κάνει και στο πιο δύσκολο ματς της σεζόν, αυτό στο Τορίνο με τη Γιουβέντους. Στα 12 τελευταία παιχνίδια των δύο ομάδων, ανεξάρτητα από έδρα, η Γιουβέντους έχει 12 νίκες. Για να βρούμε έστω μια ισοπαλία για την ομάδα από το Μπέργκαμο πάμε σε ένα 2-2 στο Τορίνο το 2009. Όσο δε για την τελευταία εκτός έδρας νίκη στο πρωτάθλημα, μεταφερόμαστε σε άλλες εποχές, όταν η Αταλάντα είχε γίνει ο κακός δαίμονας της Γιουβέντους και την δυσκόλευε και μέσα και έξω. Τη σεζόν 1988-89 έφερε 1-1 εντός και πήγε και πήρε το 0-1 μέσα στο Τορίνο τον Ιανουάριο. Λίγους μήνες αργότερα, για το επόμενο πρωτάθλημα, έπαιρνε την τελευταία της νίκη μέσα στο Τορίνο ξανά με 0-1, απέναντι σε μια Γιουβέντους που μπορεί να βγήκε 4η εκείνη τη χρονιά, αλλά κατέκτησε τόσο το κύπελλο στην Ιταλία, όσο και το ΟΥΕΦΑ. Σκόρερ, ο μεγάλος Κλαούντιο Κανίγια που εκμεταλλεύτηκε μια κακή απόκρουση του Στέφανο Τακόνι. Ήταν ίσως το πιο σπουδαίο γκολ του «γιου του ανέμου» στα τρία χρόνια που φόρεσε τη φανέλα της Αταλάντα, ένα γκολ που οι τιφόζι, αλλά κι ο ίδιος ο Κλαούντιο δεν το ξεχνούν ποτέ. Τα καλύτερα χρόνια του στην Ευρώπη, αλλά και τα καλύτερα χρόνια της Αταλάντα.

To 1987 υποβιβάστηκε στη Β’ εθνική, αλλά έχοντας φτάσει στον τελικό του κυπέλλου απέναντι στη Νάπολι του Μαραντόνα πήρε το εισιτήριο για την Ευρώπη εξαιτίας του νταμπλ του Ντιεγκίτο. Ως ομάδα Β’ εθνικής πήρε μέρος στο Κυπελλούχων με τον Εμιλιάνο Μοντόνικο στον πάγκο και η μοίρα την έφερε να αντιμετωπίζει τον ΟΦΗ στη 2η φάση. Οι Κρητικοί του Γκέραρντ λόγω τιμωρίας, έψαχναν έδρα και ο ΠΑΟΚ αποφάσισε να τους φιλοξενήσει στην Τούμπα. Η Θεσσαλονίκη έφερε γούρι και με με μια κεφαλιά του Μελέτη Περσία ο ΟΦΗ κέρδισε με 1-0 μπροστά σε αρκετό κόσμο που τον στήριξε. Η Αταλάντα επικράτησε με 2-0 στη ρεβάνς και στη συνέχεια έφτασε μέχρι τα ημιτελικά (για χρόνια η καλύτερη πορεία ευρωπαϊκής ομάδας Β’ εθνικής σε διεθνή διοργάνωση) όπου και αποκλείστηκε από την μετέπειτα νικήτρια Μέχελεν. Οι βάσεις όμως είχαν μπει κι η ομάδα κέρδισε παράλληλα την άνοδό της.

Τις επόμενες δύο σεζόν τερμάτισε 6η και 7η κερδίζοντας ισάριθμες εξόδους στο ΟΥΕΦΑ, μια «χρυσή» εποχή για τον σύλλογο. Η ομάδα τα επόμενα χρόνια ήταν συνήθως στην μέση του πίνακα (στην Ιταλία θεωρείται μια από τις πιο σταθερές «επαρχιακές» ομάδες), με κάποιους υποβιβασμούς, αλλά ποτέ ξανά δεν κατάφερε να φτάσει τόσο ψηλά σε Ιταλία και Ευρώπη. Νίκη με τη νίκη φέτος, έχουν αρχίσει να ονειρεύονται μια νέα έξοδο στην Ευρώπη και μια ψηλή θέση στο πρωτάθλημα. Ο Γκασπερίνι κρατούσε σταθερά χαμηλά τον πήχη όλες αυτές τις αγωνιστικές, αλλά όταν η ομάδα σου είναι μια από τις πιο φορμαρισμένες στην Ευρώπη είναι δύσκολο να μιλάς ακόμα για σωτηρία. Ήδη άλλες ομάδες κοιτούν τους παίκτες κι η ίδια η Γιουβέντους φαίνεται να βρίσκεται κοντά στον Φρανκ Κεσί τον 19χρονο χαφ της Αταλάντα από την Ακτή Ελεφαντοστού.

Ματς όπως αυτά με τη Γιούβε θα δείξουν αν στο Μπέργκαμο μπορούν να ονειρεύονται την Ευρώπη. Ο Γκασπερίνι (που έχει κι αυτός κάκιστο ρεκόρ απέναντι στη Γιουβέντους) δηλώνει ότι δεν φοβάται το παιχνίδι και η ομάδα του θα παίξει ελεύθερα. Σε αντίθεση με την Ίντερ έχει καλά λόγια για τη Γιουβέντους από την οποία πέρασε ως προπονητής στους νέους. «Στη Γιουβέντους έμαθα αξίες που σήμερα μπορεί να θεωρούνται αναχρονιστικές, αλλά είναι σημαντικές. Πειθαρχία, το να είσαι μια οικογένεια και σεβασμός στον ρόλο του καθενός«. Και η Αταλάντα άλλωστε είναι μια τέτοια ομάδα, ένας σύλλογος με κόσμο φανατικό που την λατρεύει και τη στηρίζει στα εύκολα, αλλά κυρίως στα δύσκολα. Το Μπέργκαμο μπορεί να μην είναι τόσο γνωστό όσο το γειτονικό Μιλάνο, αλλά οι οπαδοί στο πέταλο είναι από τους πιο πιστούς (και μεταξύ μας, όχι τα καλύτερα παιδιά) και βοήθησαν όσο μπορούσαν στις νίκες επί των μεγάλων φέτος. Μετά τη νίκη στην Μπολόνια υποδέχτηκαν το πούλμαν της ομάδας στο κέντρο της πόλης λες και πήρε τίτλο, η λατρεία του κόσμου είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή για τους κόπους των παικτών της.

Όταν ο Καρλέτο τα έβαλε με ένα πέταλο

  [8 Σχόλια]

mazzone

Πόσο εύκολο είναι να ξεχωρίσεις ένα ματς ανάμεσα σε πάνω από χίλια; Ο Κάρλο Ματσόνε (για τους φίλους Καρλέτο) είναι ένας κλασσικός Ρωμαίος που μιλάει με βαριά τοπική προφορά (σαν του Τότι). Κεντρικός αμυντικός ως ποδοσφαιριστής, έκλεισε την καριέρα του στην Άσκολι, παίζοντας στην τελευταία του σεζόν σαν παίκτης-προπονητής, μόλις στα 31 του, όταν ο τότε πρόεδρος της ομάδας διέκρινε ότι ο Ματσόνε ήξερε από μπάλα και τον έπεισε να αναλάβει. Πράγματι, το μέλλον τον δικαίωσε. Ο Ματσόνε έμεινε αρκετές σεζόν στην Άσκολι και έχει το ρεκόρ αγώνων στην Ιταλία, πάνω από 1000 παιχνίδια έχει μανατζάρει σε μια καριέρα που ξεκίνησε το 1968 και κράτησε σχεδόν 40 χρόνια, με τα περισσότερα από αυτά στην Α’ εθνική.. Από τα χέρια του έχουν περάσει πολύ μεγάλοι παίκτες, τον Τότι τον θεωρούσε γιο του, ο Πίρλο άλλαξε θέση με τον Ματσόνε, ο Μπάτζιο πέρασε δεύτερη νεότητα, ενώ Κόντε και Γκουαρδιόλα πήραν αρκετά στοιχεία ως προπονητές. Δούλεψε σε πολλούς συλλόγους, αλλά η καρδιά του ήταν πάντα στη Ρόμα.

a13ffe45dff8071416f35d08bac181e4

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 2001 γράφτηκε μια από τις στιγμές που σημάδεψαν την καριέρα του Ματσόνε. Η Μπρέσιά του υποδεχόταν την Αταλάντα στο εκτός-Μιλάνου μεγάλο ντέρμπι της Λομβαρδίας. Δυο πόλεις με κόντρα αιώνων, δυο ομάδες που δεν θέλουν να χάνουν ποτέ αυτά τα ματς. Πριν τον αγώνα παρουσιάστηκε ο Πεπ Γκουαρδιόλα (φορώντας από τότε τα ίδια χίπστερ ρούχα ρε φίλε), το 30χρονο νέο απόκτημα της ομάδας της Μπρέσια και ο κόσμος ήταν πολύ ζεστός. Οι τιφόζι της Αταλάντα που έκαναν τα περίπου 50 χιλιόμετρα από το Μπέργκαμο μέχρι το Στάδιο Μάριο Ριγκαμόντι είδαν την Μπρέσια να προηγείται με 1-0 χάρη σε γκολ του Ρομπέρτο Μπάτζιο στο 24′. Πριν όμως καλά καλά κοπάσουν οι πανηγυρισμοί των γηπεδούχων, η Αταλάντα κατάφερε να κάνει το 1-2 μέχρι το 29′ και μέχρι το τέλος του ημιχρόνου το σκορ είχε γίνει 1-3. Στο πέταλο των φιλοξενούμενων πετούσαν από χαρά και μια που δεν είναι τα καλύτερα παιδιά άρχισαν να ειρωνεύονται και να βρίζουν τον Κάρλο Ματσόνε. Τόσο για την καταγωγή του από τη Ρώμη (η κλασική κόντρα βορρά-νότου), όσο και να τα βάζουν με την οικογένειά του.

Ο Ματσόνε αρχίζει και φορτώνει, καθώς λίγους μήνες πιο πριν άκουγε τα ίδια συνθήματα στην ήττα με 0-3 ανήμερα των 64ων γενεθλίων του, πάλι από τους ίδιους αντιπάλους. Μπαίνει στα αποδυτήρια και ζητάει από τους παίκτες του μια ανατροπή που θα τη θυμούνται για πολλά χρόνια, ενώ κάνει και δύο αλλαγές. Η Αταλάντα συνεχίζει να κυριαρχεί, χάνει δυο μεγάλες ευκαιρίες με τον Κομαντίνι για το 1-4, τα συνθήματα συνεχίζονται από τους ταξιδιώτες του Μπέργκαμο. Ο Μπάτζιο όμως δίνει ξανά το παρόν, παίζει με πλάτη λες και είναι ο Κλόζε και κάνει το 2-3. Ο Καρλέτο εκρήγνυται, σηκώνεται από τον πάγκο και απευθύνεται στους τιφόζι της Αταλάντα: «Αν ισοφαρίσουμε θα έρθω εκεί». Κανείς δεν τον πιστεύει.

bergamo

Το ματς συνεχίζεται και καθώς περνάει η ώρα, φαίνεται ότι η υπόσχεση δεν θα τηρηθεί. Οι Μπεργκαμέζοι αρχίζουν πάλι τα συνθήματα καθώς πλησιάζουμε στις καθυστερήσεις. Ο μικρός Βούδας είναι εκεί όμως για να σώσει την κατάσταση. Η Μπρέσια κερδίζει φάουλ που καταλογίζει ο Κολίνα, ο Ρόμπι το εκτελεί και η μπάλα καταλήγει κάπως στα δίχτυα για το τρίτο γκολ του Μπάτζιο. Ο Ματσόνε στα 64 του, με το άσπρο μαλλί και την κοιλίτσα αρχίζει ένα τρέξιμο (τζόκινγκ θα το χαρακτήριζα) προς το πέταλο, κάποιος προσπαθεί να τον συγκρατήσει, αλλά αυτός είναι σε φάση «αφήστε με, θα κάμω ζημιά». Διασχίζει όλο το γήπεδο βρίζοντας στην αργκό της Ρώμης και φτάνει στους Μπεργκαμέζους για να τους τα πει ένα χεράκι, ενώ αυτοί του πετάνε αντικείμενα. Η εκδίκηση έχει έρθει. Ο Ματσόνε με τη βαριά φωνή δηλώνει μετά το τέλος του αγώνα ότι τόσα χρόνια έχει ανεχτεί πολλά, αλλά δεν δέχεται να βρίζουν τους νεκρούς γονείς του και την πατρίδα του τη Ρώμη. «Οι Μπεργκαμέζοι πρέπει πλένουν το στόμα τους πριν μιλήσουν για τη Ρώμη» λέει και περιμένει το φύλλο αγώνα. Τιμωρείται τελικά από την λίγκα με αρκετές αγωνιστικές, αλλά δεν το μετανιώνει.

Ο στρατιώτης Λεονάρντο Μπονούτσι

  [Καθόλου σχόλια]

Στην Ιταλία που η άμυνα είναι επιστήμη, έχουμε δει κατά καιρούς ιστορικά δίδυμα όπως το Μαλντίνι-Νέστα ή το Τζεντίλε-Σιρέα. Η σύγχρονη ποδοσφαιρική πραγματικότητα έχει τη δική της τριάδα με Κιελίνι-Μπονούτσι-Μπαρτζάλι, συνώνυμη του 3-5-2, μία σταθερά στα ευρωπαϊκά γήπεδα. Κι αν ο πρώτος, με την μύτη του μποξέρ και το ματωμένο, μπανταρισμένο κεφάλι, έχει αποθεωθεί ουκ ολίγες φορές, η ιστορία του Λεονάρντο Μπονούτσι και η πορεία του μέσα από συνεχείς δυσκολίες (αθλητικές και προσωπικές) δεν είναι τόσο γνωστή.

Όταν ήταν παιδάκι διαγνώστηκε με αποφυσίτιδα του κνημιαίου κυρτώματος, γνωστή ως ασθένεια Osgood-Schlatter. Δεν είναι όσο τραγικό ακούγεται, αλλά παρουσιάζει έντονους πόνους και κυρίως, όταν είσαι μικρός και θέλεις να ασχοληθείς με τον αθλητισμό, είναι πλήγμα γιατί πρέπει να αποφεύγεις την άσκηση για καιρό μέχρι να το ξεπεράσεις. Ο Μπονούτσι αναγκάστηκε για αρκετούς μήνες να αποφύγει κάθε δραστηριότητα, σταματώντας το αγαπημένο του ποδόσφαιρο, ενώ τα βράδια ξυπνούσε από φριχτούς πόνους στο γόνατό του. Δεν το έβαλε κάτω και η καριέρα του δεν σταμάτησε εκεί. Όχι όμως ότι δεν θα μπορούσε να σταματήσει αργότερα. Η Ίντερ τον εντόπισε από μικρό, τον απέκτησε, αλλά ποτέ δεν τον πίστεψε. Από τα 18 του ως τα 21 πήρε ελάχιστες συμμετοχές (μία στο πρωτάθλημα και τρεις στο κύπελλο) και πήγε δανεικός από δω και από εκεί. Όταν έφτασε να είναι μέχρι και στον πάγκο της Τρεβίζο, έπιασε ποδοσφαιρικό πάτο και αποτάνθηκε στον Αλμπέρτο Φεραρίνι, έναν άνθρωπο που στο παρελθόν είχε συνεργαστεί με παίκτες όπως ο Τόλντο και ο Τζιλαρντίνο. Επαγγέλλεται «motivator», αυτός που δίνει κίνητρα στους παίκτες, που βρίσκει μέσα τους την ψυχική δύναμη και τους ανεβάζει. Ο Μπονούτσι ήταν ένας αμυντικός με καλά στοιχεία, αλλά και επιρρεπής στις γκέλες και τα λάθη και όλα αυτά τον επηρέαζαν ψυχολογικά.

Μετά την μετριότητα της Serie B σε Τρεβίζο-Πίζα, ήρθε η αγορά του από την Τζένοα που κι αυτή όμως τον έδωσε στην Μπάρι με την μορφή της συνιδιοκτησίας. Εκεί ήταν που η καριέρα του Μπονούτσι σώθηκε, καθώς μαζί με τον Αντρέα Ρανόκια έφτιαξαν μια από τις καλύτερες άμυνες στο Καμπιονάτο. Ο Μπονούτσι από ταλαντούχος γυρολόγος μικρομεσαίων ομάδων της Σέριε Β που δεν έβρισκε θέση στην Ίντερ, έφτασε να ξεχωρίζει και υπό τις οδηγίες του Τζιαμπιέρο Βεντούρα να κάνει μεγάλες εμφανίσεις. Αρκούσε αυτή η καλή σεζόν στην Μπάρι για να γίνει το επόμενο βήμα. Η Γιουβέντους το καλοκαίρι του 2010, έδωσε 15,5 εκατομμύρια Ευρώ για να πάρει έναν παίκτη με λιγότερες από 40 συμμετοχές σε 1η κατηγορία. Πήρε φανέλα βασικού, αλλά η σεζόν της Γιουβέντους ήταν πολύ κακή με την ομάδα να τερματίζει 7η. Η πρόσληψη του Αντόνιο Κόντε ήταν το σημαντικότερο βήμα τόσο για τον σύλλογο, όσο και για τον Μπονούτσι. Ο Κοντε αντί να προσπαθεί να βολέψει τους Κιελίνι-Μπαρτζάλι-Μπονούτσι σε άμυνα με τέσσερις πίσω (όπως έκανε ο ντελ Νέρι βάζοντας συχνά τον Κιελίνι ως αριστερό μπακ), δούλεψε στο 3-5-2 και τους χώρεσε όλους, εκμεταλλευόμενος και την καλή τεχνική (για αμυντικό) του Μπονούτσι που μπορούσε να κουβαλήσει την μπάλα, να πασάρει, ακόμα και ντριμπλάρει, έχοντας βελτιωθεί πολύ στον τομέα της… γκέλας.

Ο Μπονούτσι έγινε σταδιακά ένας από τους σημαντικότερους παίκτες της Γιουβέντους στην άμυνα, αλλά και χρήσιμος μπροστά συμμετέχοντας στην ανάπτυξη της ομάδας, ένα σύγχρονο λίμπερο (αρκετοί τον παρομοιάζουν με τον Γκαετάνο Σιρέα), ενώ σκόραρε και σε κρίσιμα ματς. Όλον αυτόν τον καιρό ο Μπονούτσι δούλευε με τον Κόντε στο γήπεδο και με τον Φεραρίνι στην ψυχολογία του. Οι ιστορίες πολλές, αρκετές αγγίζουν τον αστικό μύθο. Ο Φεραρίνι τον έφερνε στο σπίτι του και η διήγησή του θα μπορούσε να είναι σκηνή από το Pulp Fiction. «Τον κατέβαζα στο υπόγειο μέσα στο σκοτάδι. Εκεί τον έβριζα με κάθε δυνατό τρόπο, τον προσέβαλλα, τον έκρινα. Αν έκανε και την παραμικρή προσπάθεια να με κοιτάξει, του έδινα γροθιά στο στομάχι. Ο σκοπός; Να ξεπεράσει την κριτική, να είναι πάντα συγκεντρωμένος και να αγνοεί οτιδήποτε άλλο. Έτσι τον έκανα στρατιώτη». Η ιστορία λέει επίσης, ότι πριν από ένα κρίσιμο Γιουβέντους-Ρόμα, ο Φεραρίνι τον προετοίμαζε ψυχολογικά για τρεις ώρες και του έδωσε σκόρδο να φάει γιατί λέει αυτό έτρωγαν οι στρατιώτες πριν αιώνες. Επίσης, του είπε ότι θα τον βοηθούσε όταν ανέπνεε στα μούτρα του Τότι και του Ζερβίνιο. Η συνέχεια στο βίντεο:

Παρά την εκτόξευση όμως της καριέρας του και την αναγνώριση από το ιταλικό και στη συνέχεια το ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό κοινό, η κακοδαιμονία συνέχισε να τον κυνηγάει. Ήταν το 2012 όταν μαζί με τη γυναίκα του και τον μικρό γιο του πήγαν σε μια αντιπροσωπεία της Φεράρι για να διαλέξουν (φαντάζομαι ένα όχι τόσο οικογενειακό) αυτοκίνητο. Για κακή τους τύχη όμως, ένας κουκουλοφόρος που κράδαινε πιστόλι το έβγαλε μπροστά σχεδόν στο πρόσωπο του Ιταλού αμυντικού και τον απείλησε, ζητώντας το ρολόι του. Τώρα, όταν έχεις χρήματα για να αγοράσεις μια Φεράρι, η λογική λέει ότι το ρολόι σου (όσο ακριβό και να είναι) δεν είναι μεγάλη απώλεια. Ειδικά όταν διακυβεύεται η ζωή σου και είσαι φρέσκος πατέρας. Ο Μπονούτσι δεν το σκέφτηκε έτσι. Έδωσε ένα μεγαλοπρεπές μπουνίδι στον επίδοξο κλέφτη και στη συνέχεια τον κυνήγησε, μέχρι που αυτός ανέβηκε στο σκούτερ του συνεργού του και έφυγαν (ενώ τους κυνηγούσε με τα πόδια και όχι με τη Φεράρι ο Μπονούτσι) για να γλιτώσουν από τον αποφασισμένο Λεονάρντο. Το ρεπορτάζ αναφέρει ότι ο ληστής φώναζε: «Μα τι κάνεις; Είσαι τρελός; Θα σε πυροβολήσω». Δεν πυροβόλησε.

Το πιο πρόσφατο δράμα στη ζωή του Μπονούτσι όμως και είναι το μεγαλύτερο και δυστυχώς κάποιο που ο ίδιος δεν μπορεί να το πολεμήσει μόνος, όπως συνήθως κάνει. Δεν είναι εκατό τύποι με πιστόλια, ούτε η απώλεια της ψυχολογίας του μετά από μια γκέλα. Είναι το δράμα που περνάει με την ασθένεια του παιδιού του. Όχι κάτι απλό σαν αυτό που πέρασε ο Μπονούτσι μικρός. Μία χρόνια ασθένεια που απειλεί τη ζωή τού μικρού Ματέο. Η οικογένεια Μπονούτσι το κράτησε κρυφό για καιρό, ο Λεονάρντο το κρατούσε μέσα του και ο κόσμος το έμαθε όταν ο Μπονούτσι έπρεπε να λείπει από κάποιες προπονήσεις γιατί ο Ματέο θα έκανε επέμβαση.

Τα μηνύματα συμπαράστασης ήρθαν μέχρι κι από οπαδούς της Ρόμα και της Νάπολι και ο Μπονούτσι λίγο πριν αντιμετωπίσει την Ισπανία με την εθνική, λύγισε στην συνέντευξη τύπου, δάκρυσε μιλώντας για τα όσα πέρασε, για το πώς πρέπει να βγουν πιο δυνατοί και πόσο ασήμαντα σου φαίνονται όλα όσα γίνονται στο χορτάρι, όταν πηγαίνεις το παιδί σου στο χειρουργείο. Οι καμπάνες από την Αγγλία χτυπούν, ο Πεπ Γκουαρδιόλα τον έχει αποκαλέσει έναν από τους αγαπημένους του παίκτες, ο Κόντε τον θέλει στην Τσέλσι για να λύσει τα αμυντικά της προβλήματα. Ποιος δεν θέλει έναν μαχητή που ξέρει και μπάλα; Έναν παίκτη που τα δίνει όλα στο γήπεδο και έχει μάθει να ακούει τις εντολές του προπονητή.  Η μεγαλύτερη μάχη του στρατιώτη Μπονούτσι είναι όμως εκτός γηπέδου. Τα άλλα του φαίνονται εύκολα.

Το τελευταίο γκολ του Ινζάγκι

  [2 Σχόλια]

13 Μαΐου 2012, η Μίλαν υποδέχεται στο Σαν Σίρο τη Νοβάρα στα πλαίσια της τελευταίας αγωνιστικής του Καμπιονάτο. Στο 82ο λεπτό του αγώνα και με το σκορ στο 1-1 ο Κλάρενς Ζέεντορφ βγάζει μια τρομερή μπαλιά στην πλάτη της άμυνας των φιλοξενούμενων. Ο Φίλιπο Ινζάγκι, που έχει μπει ως αλλαγή 15 λεπτά πριν, ξεκινάει τη μικρή κούρσα του σχεδόν από την ίδια ευθεία με τον τελευταίο αμυντικό, κάτι που μας παρακινεί να θυμηθούμε την αξέχαστη ατάκα του Άλεξ Φέργκιουσον, «αυτός ο τύπος πρέπει να γεννήθηκε οφσάιντ», στην οποία ο Ιταλός είχε απαντήσει κατάλληλα, λίγα χρόνια αργότερα: «Το σχόλιο του Φέργκιουσον είναι το πιο άδικο απ’όλα όσα έχω δεχτεί. Αν έχω μόνο μια αρετή, αυτή είναι η ικανότητα μου να σπάω την παγίδα του οφσάιντ».

Παρά το γεγονός ότι είναι 39 χρονών ο ‘Πίπο’ θα κοντρολάρει τη μπάλα υπέροχα με το στήθος και από αρκετά πλάγια θέση θα τη στείλει με ωραίο σουτ στα δίχτυα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φάσης δεν θα κοιτάξει καθόλου προς την εστία. Δεν χρειάζεται να κοιτάξει. Ξέρει.

pipo2

(Ο Ινζάγκι ξέρει ανά πάσα στιγμή που ακριβώς βρίσκεται το τέρμα αλλά και που είναι ο ίδιος σε σχέση μ’αυτό. Το ξέρει γιατί έχει ζήσει μια ολόκληρη ζωή μέσα στη μεγάλη περιοχή. Την ξέρει όπως ακριβώς γνωρίζεις εσύ το σαλόνι σου. Εκεί μέσα βρίσκεται το βασίλειο του. Δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα γρήγορος, δεν ήταν τεχνίτης, δεν ήταν ανίκητος στον αέρα, δεν είχε ούτε το μισό ταλέντο των περισσότερων μεγάλων παικτών της εποχής του, δεν είχε τρομερό εκτόπισμα με το σώμα του, δεν είχε την κάθετη μπαλιά, δεν είχε μακρινό σουτ, δεν έκανε ραμπόνες, τακουνάκια και άλλα μαγικά με τη μπάλα. Άλλα έβαζε γκολ. Κι αυτό, φυσικά, αρκούσε.

Ο Φίλιπο Ινζάγκι είχε την αίσθηση του γκολ, ένα χαρακτηριστικό που δεν μπορείς να μετρήσεις και να συγκρίνεις αλλά ξέρεις καλά ότι υπάρχει εκεί έξω, κυκλοφορεί μέσα στα σκαριά διαφόρων επιθετικών. Όποιος τον έχει δει να παίζει και έχει εστιάσει έστω και λίγο στο παιχνίδι του ξέρει ότι αν πετούσες μια μπάλα σε μια μεγάλη περιοχή γεμάτη λάσπη, στην οποία βρίσκονται παρατεταγμένοι οι καλύτεροι αμυντικοί του κόσμου, ο Ινζάγκι θα έβρισκε τρόπο να σκοράρει. Με το καλάμι, με τη φτέρνα, με τον κώλο, με το γόνατο. Δεν έχει σημασία πως. Σημασία έχει μόνο η κατάληξη.

Ο ‘Πίπο’ υπήρξε ο πιο προικισμένος άμπαλος που έχει δει το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια. «Την πρώτη φορά που κλήθηκε στην εθνική είχαμε μείνει όλοι εμβρόντητοι στην προπόνηση. Η τεχνική του ήταν από τις χειρότερες που είχαμε δει σε τέτοιο επίπεδο. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, δεν σταματούσε να σκοράρει» είχε εξομολογηθεί ένας διεθνής Ιταλός στον απεσταλμένο του FourFourTwo, Τζέιμς Ρίτσαρντσον ενώ ο Γιόχαν Κρόιφ είχε σχολιάσει κάποτε: «Κοιτάξτε, το θέμα με τον Ινζάγκι είναι ότι δεν μπορεί στην πραγματικότητα να παίξει ποδόσφαιρο. Είναι απλά πάντα στη σωστή θέση».

Ένας κανονικός άνθρωπος που ξεκίνησε λίγο πιο πίσω από την κλασική αφετηρία που ξεκινάνε οι υπόλοιποι ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και παρ’ όλα αυτά κατάφερε με αρκετή δουλειά και ατέλειωτη μελέτη, αγάπη και προσήλωση σ’αυτό που κάνει, να ξεπεράσει στην πορεία τους περισσότερους απ’αυτούς και να παραμείνει χρήσιμος και ουσιαστικός μέχρι τα βαθιά ποδοσφαιρικά του γεράματα.)

pipo

Πριν καν προλάβει η μπάλα να ακουμπήσει το δίχτυ της εστίας ο Ινζάγκι βρίσκεται ήδη αλλού. Και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το παιχνίδι είναι αδιάφορο, η Μίλαν ό,τι κι αν γίνει είναι σίγουρα 2η ενώ η Νοβάρα έχει ήδη υποβιβαστεί. Ο ίδιος ο σκόρερ είναι πλέον 39 χρονών, ώριμος, χαλαρός, κατασταλαγμένος, κανονικός ‘παππούς’ στην ποδοσφαιρική ηλικιακή κλίμακα. Αλλά ο Ινζάγκι δεν δίνει δεκάρα γι’αυτές τις τυπικές λεπτομέρειες. Μέχρι να επιστρέψει σ’αυτόν το πλάνο βρίσκεται ήδη εκτός γηπέδου, χοροπηδάει σαν τρελός, αγκαλιάζει αγνώστους και πανηγυρίζει σαν μικρό παιδί που μόλις έχει βάλει το πρώτο γκολ της καριέρας του. Τα δευτερόλεπτα που δεν τον είδαμε στο βίντεο όλοι ξέρουμε πως έτρεχε προς την κερκίδα με τα χέρια να κουνιούνται ακατάσχετα προς όλες τις κατευθύνσεις και με το στόμα μόνιμα ανοιχτό να εκσφενδονίζει ασταμάτητα κραυγές χαράς. Ο Ινζάγκι βιώνει μια κατάσταση οργασμού σε δημόσια θέα. Και όχι, η εξαλλοσύνη αυτή δεν οφείλεται στο γεγονός ότι ξέρει πως αυτό είναι το τελευταίο του παιχνίδι άρα αυτό είναι και το τελευταίο του γκολ.

(Ο Φίλιπο Ινζάγκι πανηγύριζε κάθε γκολ σαν να ήταν το πρώτο και τελευταίο του. Ανεξαρτήτως αντιπάλου, διοργάνωσης, σημασίας ή δυσκολίας. Αρκετά χρόνια πριν, σε ένα εκτός έδρας ματς με τη Μπάγερν για τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ ο Ζέεντορφ – πάλι – έπαιξε ένα εξαιρετικό ένα-δυο μέσα στη μεγάλη περιοχή και όταν βρέθηκε απέναντι στον Καν από θέση πλάγια αριστερά έδωσε έτοιμο γκολ στον ‘Πίπο’, που βρισκόταν στα τρία μέτρα από την ανυπεράσπιστη εστία και το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να βάλει το ποδάρι του. Αν κάποιος έβλεπε μόνο τον πανηγυρισμό που ακολούθησε θα πίστευε ότι ο σκόρερ είχε μόλις πετύχει γκολ που μπορεί να συγκριθεί με εκείνο του Μαραντόνα το 1986.

Σε μια εποχή όμως που η μόδα επιτάσσει να κάνεις καρδούλες ή να αντιγράφεις μια ακατανόητη και άνευ νοήματος φιγούρα κάποιων χιπχοπάδων, που κυκλοφορεί με το κωμικό όνομα «νταμπ», οι έξαλλοι πανηγυρισμοί του Ινζάγκι, που έβγαζαν προς τα έξω ένα γαμηστερό μείγμα καύλας και ευτυχίας, φαίνονται τόσο ωραίοι και αυθεντικοί. Ο αλλόφρων ‘Πίπο’ έδινε, συνειδητά ή όχι, σε κάθε γκολ του την αξία που του αναλογούσε, υπενθυμίζοντας σε όλους πως εκείνη τη δεδομένη χρονική στιγμή, σε εκείνο το συγκεκριμένο μέρος, το γκολ είναι το πιο ωραίο και σημαντικό πράγμα στον κόσμο, «μια μυστικιστική εμπειρία» όπως την έχει χαρακτηρίσει ο ίδιος.)

Στα οχτώ λεπτά που απομένουν δεν αλλάζει τίποτα κι έτσι η Μίλαν κλείνει τη χρονιά με νίκη. Ο Φίλιπο Ινζάγκι αποχαιρέτησε εκείνη τη μέρα το ποδόσφαιρο έχοντας πετύχει 313 γκολ και είμαστε όλοι σίγουροι πως και τα 313 τα χάρηκε και τα πανηγύρισε με την ψυχή του.

pipo3