Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιταλικό πρωτάθλημα'

Ζντένεκ Ζέμαν: Ο λούζερ που έχανε ωραία

  [3 Σχόλια]

Αν ψάξεις στη λίστα με τους καλύτερους προπονητές που έχουν περάσει από το Καμπιονάτο δεν θα τον εντοπίσεις. Αν ανοίξεις τη σελίδα του στη wikipedia και κοιτάξεις το παλμαρέ του δεν θα βρεις ούτε ένα σοβαρό κύπελλο. Αν όμως αναφέρεις το όνομα του σε κάποιον που παρακολουθούσε συστηματικά ιταλικό ποδόσφαιρο τη δεκαετία του 90′, τότε το πιθανότερο είναι να δεις ένα τεράστιο χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπο του. Σ’αυτό το νοσταλγικό χαμόγελο του τυχαίου ποδοσφαιρόφιλου κρύβεται όλη η ουσία της κοσμοθεωρίας του Ζντένεκ Ζέμαν.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 90′. Στην Ισπανία η ‘Dream Team’ του Γιόχαν Κρόιφ κερδίζει τους τίτλους τον έναν μετά τον άλλο αποδίδοντας κατά διαστήματα μαγικό ποδόσφαιρο. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Σάο Πάολο του ‘τελευταίου των ρομαντικών’ Τέλε Σαντάνα σαρώνει όποιον βρει στο πέρασμα της, κρατώντας ουσιαστικά στη ζωή το περίφημο jogo bonito που η εθνική Βραζιλίας του ίδιου προπονητή είχε μάθει στον κόσμο λίγα χρόνια πριν. Την ίδια εποχή στην Ιταλία, ο Ζντένεκ Ζέμαν αναλαμβάνει για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια τη θέση του προπονητή στην μικρούλα Φότζια.

Η ομάδα από τη νότια Ιταλία έχει περάσει όλη τη δεκαετία του 80′ μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης κατηγορίας και το σενάριο της επιστροφής στο Καμπιονάτο φαίνεται πλέον σχεδόν ουτοπικό. Ο 42χρονος εκείνη την εποχή Τσέχος, που μετακόμισε μόνιμα στην Ιταλία στα 21 του, έχει ήδη στο βιογραφικό του μερικές αποτυχίες και γι’αυτό η πρόσληψη του δεν ενθουσιάζει κανέναν στην πόλη. Η διάψευση όλων δεν θα μπορούσε να είναι πιο πανηγυρική.

Με ένα ρόστερ παντελώς άγνωστων ως τότε νέων παικτών ο Τσέχος καταφέρνει να παρουσιάσει στο χόρτο μια ομάδα που δεν μοιάζει με καμία άλλη του επιπέδου της. Η Φότζια παίζει ένα άκρως επιθετικό 4-3-3, με τους ακραίους μπακ να ανεβαίνουν συνεχώς, τον τερματοφύλακα να μετατρέπεται συχνά σε λίμπερο, παίζοντας αρκετά μακριά από την εστία όταν η ομάδα βρίσκεται στην επίθεση, με ασταμάτητη κίνηση όλων των παικτών, γρήγορο ρυθμό και ένα ανελέητο πρέσινγκ που συνοδεύεται από συχνή εφαρμογή του τεχνητού οφσάιντ.

Εκμεταλλευόμενος το νεαρό της ηλικίας των περισσότερων παικτών του, ο Ζέμαν περνάει στο μυαλό τους χωρίς καμία αντίσταση όλες τις ρομαντικές ιδέες του, συνοδεύει την άκρως επιθετική του θεωρία με εξαντλητικές προπονήσεις που στόχο έχουν να φτάσουν τους παίκτες σε ένα επίπεδο φυσικής κατάστασης που θα τους επιτρέπει να αντέχουν στον ρυθμό αυτό για όλο το ματς και το αποτέλεσμα ξεπερνάει τις προσδοκίες ακόμα και του πιο πιστού οπαδού της ομάδας.

Στη δεύτερη σεζόν του στον πάγκο, η Φότζια όχι μόνο κερδίζει την άνοδο για το Καμπιονάτο αλλά το κάνει και με εμφατικό τρόπο: Τερματίζει πρώτη, με διαφορά ασφαλείας και με 14 γκολ παραπάνω από τη δεύτερη καλύτερη επίθεση της Serie B! Σε ένα πρωτάθλημα που φημίζεται για τα under της και που οι περισσότερες ομάδες τελειώνουν τη σεζόν με μέσο όρο κάτω από 1 γκολ/αγώνα, η ομάδα του Ζέμαν σκοράρει σχεδόν 2 γκολ/παιχνίδι, στέλνοντας ένα πρώτο μήνυμα προς τους φιλάθλους της χώρας.

Η συμμετοχή στο φημισμένο Καμπιονάτο, που εκείνη την εποχή είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, δεν αλλάζει καθόλου τη φιλοσοφία του Ζέμαν. «Το 0-0 είναι βαρετό. Είναι καλύτερο να χάνεις με 5-4, τουλάχιστον αυτό σου προσφέρει μια έξαψη». Η Φότζια κατεβαίνει σε κάθε ματς προετοιμασμένη για να παίξει επιθετικό ποδόσφαιρο, αδιαφορώντας αν απέναντι της είναι η Άσκολι ή η Μίλαν.

Η αρχική εκτίμηση, πως με τέτοιο στυλ παιχνιδιού οι άσημοι πιτσιρικάδες της θα διασυρθούν από τις παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας και θα επιστρέψουν σύντομα στις κατηγορίες που σύχναζαν τα προηγούμενα χρόνια, πάει περίπατο από τις πρώτες κιόλας αγωνιστικές. Εβδομάδα με την εβδομάδα η ομάδα ανεβάζει στροφές και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη. Δεν είναι όμως μόνο τα αποτελέσματα που εκπλήσσουν. Είναι και οι εμφανίσεις. Η Φότζια προσφέρει απλόχερα θέαμα που δεν περιμένεις σε καμία περίπτωση να δεις από μια νεοφώτιστη και άπειρη ομάδα που ξεκινάει με βασικό στόχο να επιβιώσει στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου.

Ο Ζέμαν δεν καταδέχεται να αλλάξει το στυλ παιχνιδιού του ούτε στις έδρες-φόβητρο της χώρας. Οι απόψεις του γίνονται σιγά-σιγά γνωστές σε όλους: «Στην Ιταλία οι προπονητές φοβούνται πως αν χάσουν ένα ματς, μπορεί να χάσουν και τη δουλειά τους. Γι’αυτό και οι περισσότερες ομάδες προσπαθούν κυρίως να χαλάσουν το παιχνίδι του αντίπαλου, παρά να παίξουν οι ίδιες. Αυτό απέχει χιλιόμετρα από τη δικιά μου νοοτροπία».

Η ρομαντική προσέγγιση του στο παιχνίδι («Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοφιλές όχι λόγω των εταιρειών και των… φαρμακευτικών. Αλλά γιατί σε κάθε μία γωνία του πλανήτη υπάρχει ένα παιδάκι που κλωτσάει μία μπάλα») σε συνδυασμό με την λίγο μποέμ εικόνα του στις συνεντεύξεις και στον πάγκο, εκεί όπου κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο («Δεν μετράω πόσα καπνίζω τη μέρα γιατί αυτό θα μου προκαλούσε νευρικότητα κι έτσι θα κάπνιζα περισσότερο»), τον μετέτρεψαν σύντομα σε μια γαμάτη καλτ φιγούρα του ιταλικού ποδοσφαίρου. Ένας μικρός ποδοσφαιρικός χίπης σε μια χώρα που η επαγγελματική νίκη με 1-0 θα μπορούσε άνετα να ήταν στίχος στον εθνικό της ύμνο. «Ειλικρινά πιστεύεις ότι μια ομάδα που κερδίζει με 1-0 είναι πιο ισορροπημένη από μια που κερδίζει με 5-4;» είχε ρωτήσει σε μια συνέντευξη έναν Ιταλό δημοσιογράφο.

Σε αντίθεση με τον κουλ Ζέμαν των αγώνων, που ζούσε για το θέαμα της Κυριακής («Παραμένω στο ποδόσφαιρο για τη διασκέδαση. Δεν πηγαίνω στον κινηματογράφο από τότε που απαγόρεψαν το κάπνισμα στην αίθουσα. Στον πάγκο όμως μπορώ να σταθώ με ένα τσιγάρο για δυο ώρες και να απολαύσω μια υπέροχη κίνηση της ομάδας μου. Αυτό είναι το μόνο που επιζητώ»), ο Ζέμαν των προπονήσεων ήταν ένα αυστηρό αφεντικό που έφτανε τους παίκτες του στα όρια τους. Όταν τον κατηγορούσαν για την ένταση των προπονήσεων του, απαντούσε «κανένας δεν έχει πεθάνει εξαιτίας τους».

«Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης μαζί του δεν μπορούσα να ανέβω ούτε τα σκαλιά του σπιτιού μου. Αλλά όλη αυτή η δουλειά είχε ένα στόχο κι εσύ, σαν παίκτης, τον καταλάβαινες πολύ καλά. Δεινοπαθούσαμε στην προπόνηση αλλά όταν τελικά η ομάδα έμπαινε στο γήπεδο και έπαιζε όπως μας είχε δείξει, τότε το αποτέλεσμα ήταν μια απόλαυση. Και όλοι μας το ευχαριστιόμασταν» δήλωσε αρκετά χρόνια μετά ο Τζουζέπε Σινιόρι, που ήταν ένας από εκείνους τους άγνωστους νεαρούς που γαλουχήθηκαν δίπλα του και μετά έκαναν σπουδαία καριέρα σε μεγαλύτερες ομάδες.

Η ανάδειξη νέων ταλέντων ήταν ένα ακόμα χαρακτηριστικό που έκανε ξεχωριστό τον «Il Boemo», που δεν δίστασε ποτέ να χρησιμοποιήσει έναν μικρό σε κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Υπάρχουν πολλοί προπονητές σήμερα που απλά δίνουν οδηγίες στο γήπεδο, χωρίς να προσπαθούν να βελτιώσουν τους παίκτες. Υπάρχουν και κάποιοι λίγοι όμως που προσπαθούν να τους διαμορφώσουν. Νιώθω ότι είμαι ένας απ’αυτούς τους λίγους». Από τη χρυσή εκείνη φουρνιά της Φότζια τέσσερις παίκτες έφτασαν μέχρι την εθνική Ιταλίας. Τα επόμενα χρόνια από τα χέρια του Τσέχου πέρασαν πιτσιρίκια που πλέον τα ξέρει όλος ο πλανήτης. Ανάμεσα τους ο Τόττι, ο Νέστα, ο Ινσίνιε, ο Βεράτι και o Ιμόμπιλε. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι εξέλιξη θα είχαν αν δεν βρισκόταν στο δρόμο τους ο Ζέμαν και η ιδιαίτερη ποδοσφαιρική αντίληψη του. Το σίγουρο είναι ότι σχεδόν όλοι τους όταν μιλάνε γι’αυτόν, το στόμα τους στάζει μέλι.

Οι δρόμοι του Ζέμαν και της Φότζια χώρισαν το 1994, όταν δέχτηκε την πρόταση της Λάτσιο, θεωρώντας πως είχε φτάσει η ώρα για το επόμενο βήμα στην καριέρα του. Στα τρία χρόνια που πέρασε με τη Φότζια στην πρώτη κατηγορία η ομάδα όχι μόνο δεν απειλήθηκε ποτέ με υποβιβασμό αλλά έφτασε κοντά και στην πρώτη έξοδο της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Την πρώτη της σεζόν μάλιστα τέλειωσε το πρωτάθλημα με την δεύτερη καλύτερη επίθεση (πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Μίλαν των τρομερών Ολλανδών), σκοράροντας σε 7 παιχνίδια τουλάχιστον 3 γκολ! Το ‘Θαύμα της Φότζια’ ή αλλιώς η ‘Zemanlandia’, όπως έμεινε γνωστό το πέρασμα του από εκεί, έβαλε την ομάδα για τα καλά στον εγχώριο ποδοσφαιρικό χάρτη, της πρόσφερε αρκετούς νέους φιλάθλους, έγινε τραγούδι από τον Αντονέλο Βεντίτι, θέμα αρκετών ποδοσφαιρικών ντοκιμαντέρ και σημάδεψε το Καμπιονάτο εκείνης της εποχής. Με τη φυγή του Ζέμαν η Φότζια επανήλθε άμεσα στην ανυποληψία: υποβιβάστηκε και δεν επέστρεψε ποτέ στην πρώτη κατηγορία.

Ούτε όμως και ο ίδιος ο Ζέμαν κατάφερε κάπου αλλού κάποια ανάλογη επιτυχία. Το πέρασμα του από τις δυο μεγάλες ομάδες της Ρώμης δεν κατέστρεψε τον μύθο του αλλά δεν του χάρισε και κάποιον τίτλο. Οι κατηγορίες για ντοπάρισμα που εξαπέλυσε αργότερα εναντίον της Γιουβέντους τον στιγμάτισαν και, σύμφωνα με τον ίδιο τουλάχιστον, τον έστειλαν στη λίστα των ανεπιθύμητων της Ιταλίας. Ακολούθησαν αρκετές μικρές αλλά και μεγάλες αποτυχίες εντός και εκτός Ιταλίας. Το 2010 επέστρεψε στη Φότζια που τότε έπαιζε στην 3η κατηγορία. Τη μέρα της ανακοίνωσης της πρόσληψης η ομάδα έδωσε 3.000 εισιτήρια διαρκείας! Ο στόχος όμως της ανόδου δεν υλοποιήθηκε και στο τέλος της σεζόν ο Ζέμαν παραιτήθηκε.

Λίγους μήνες μετά ανέλαβε να οδηγήσει την Πεσκάρα στο Καμπιονάτο και τα κατάφερε με έναν τρόπο που θύμισε κάτι από τη Φότζια των 90s: Φουλ επιθετικό ποδόσφαιρο, αρκετοί ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και πρώτη θέση στη Serie B με 90 γκολ σε 42 ματς («Αν μπορείς να σκοράρεις 90 γκολ τότε δεν πρέπει να σε ανησυχεί ιδιαίτερα πόσα θα δεχτείς»)! Ακολούθησαν η Ρόμα, η Κάλιαρι και η ελβετική Λουγκάνο πριν επιστρέψει πέρσι στον πάγκο της Πεσκάρα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Κολλημένος στις ιδέες του, αρνείται να συμβιβαστεί και να αλλάξει οπτική κι αυτό το πληρώνει συνέχεια τα τελευταία χρόνια. «Θέλω η ομάδα μου να διασκεδάζει πάντα το κοινό και να του προσφέρει έντονα συναισθήματα». Η απόλυση και η αγωνιστική αποτυχία δεν τον φόβιζαν ποτέ. «Δεν υπάρχει τίποτα ατιμωτικό στο να τερματίζεις τελευταίος, αν έχεις παίξει με αξιοπρέπεια» δηλώνει με πάθος.

Το 2012 σε μια συνέντευξη του όταν ρωτήθηκε για τον Ζοσέ Μουρίνιο τον αποκάλεσε «μέτριο προπονητή» που, αν και κοουτσάρει παίκτες παγκόσμιας κλάσης, συχνά-πυκνά ο πρωταρχικός στόχος του είναι να καταστρέψει το παιχνίδι των αντιπάλων. Η πρόκληση του δεν έμεινε, φυσικά, αναπάντητη από τον Πορτογάλο. «Ώστε εγώ είμαι ένας μέτριος προπονητής; Ok! Σέβομαι κάθε άποψη. Ποιος είναι όμως ο Ζέμαν; Δεν τον γνωρίζω. Που ακριβώς παίζει; Είναι προπονητής; Συγγνώμη αλλά δεν το ήξερα. Τώρα που έχω μερικές μέρες άδεια θα ψάξω στο google για να δω ποιος είναι και τι έχει κερδίσει στην καριέρα του».

Αν ο Πορτογάλος έκανε πράγματι την αναζήτηση, είναι σίγουρο πως δεν θα εντυπωσιάστηκε από τα ευρήματα. Ο Ζντένεκ Ζέμαν πρόσφερε θέαμα κάθε Κυριακή σε χιλιάδες ανθρώπους τη δεκαετία του 90′, έφτιαξε από το πουθενά ένα υπέροχο ποδοσφαιρικό παραμύθι σε ένα πρωτάθλημα στο οποίο κυριαρχούσε μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία και βοήθησε στην ανάδειξη μερικών πολύ σπουδαίων παικτών, μεταλαμπαδεύοντας τους μερικές αυθεντικά ρομαντικές ποδοσφαιρικές ιδέες και αντιλήψεις, αλλά από τίτλους και βραβεία το μόνο που έχει να επιδείξει είναι δυο πρωταθλήματα στη Serie B.

Η έλλειψη χειροπιαστών επιτυχιών τον κατατάσσει άμεσα στους αποτυχημένους. Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν και «αιώνιο λούζερ». Η απάντηση του; «Μερικές φορές οι ηττημένοι είναι αυτοί που δίνουν περισσότερα στο ποδόσφαιρο από τους νικητές. Ελπίζω εγώ να έχω δώσει κάτι παραπάνω και κάτι διαφορετικό όλα αυτά τα χρόνια».

Ερνέστο Χαβιέρ Σεβαντόν: Ένας ερωτευμένος σχιζοφρενής

  [2 Σχόλια]

«Τρέχω συνέχεια να κρυφτώ μακριά από σένα και όλο νομίζω πως μπορώ να γιατρευτώ, 
Πάνω σου πέφτω ξαφνικά και απεγνωσμένα στα ηλεκτροσόκ σου προσπαθώ να αντισταθώ…»

Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί και να κάνεις γι’αυτή ενέργειες που ξεπερνάνε, έστω και λίγο, τη λογική είναι κάτι πολύ συνηθισμένο στο ποδόσφαιρο. Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί, να καταφέρεις να γίνεις μέλος της και να καταλήξεις τελικά θρύλος της, βάζοντας στην άκρη το επαγγελματικό σκέλος της δουλειάς σου, δεν είναι (ειδικά στις μέρες μας) τόσο συνηθισμένο αλλά όταν γίνεται σωστά κερδίζει το χειροκρότημα και την εκτίμηση όλων. Το να μετακομίσεις σε μια άλλη ήπειρο, σε μια μικρή και σχετικά άσημη ομάδα, να την αγαπήσεις και να δώσεις τα πάντα γι’αυτήν, γνωρίζοντας πως ελάχιστοι θα το μάθουν και θα σου δώσουν τα εύσημα που ίσως αξίζεις, είναι πάρα πολύ σπάνιο. Αυτή λοιπόν είναι η πάρα πολύ σπάνια ιστορία του Ερνέστο Σεβαντόν που ερωτεύτηκε τη μικρούλα Λέτσε.

Το καλοκαίρι του 2001 στην πόλη του Λέτσε κατέφθασε ένας 21χρονος κοντοκουρεμένος Ουρουγουανός, με σκοπό να αντικαταστήσει τον Κριστιάνο Λουκαρέλι που είχε πάρει μεταγραφή στην Τορίνο. Το γεγονός ότι ο Λουκαρέλι είχε κάνει δυο εξαιρετικές σεζόν στην κορυφή της επίθεσης της ομάδας, σε συνδυασμό με το ότι ο νεοφερμένος πιτσιρικάς δεν είχε παίξει ποτέ εκτός συνόρων είχαν προκαλέσει ανησυχία στους φίλους της ομάδας. Όπως στις περισσότερες ρομαντικές ιστορίες όμως, ο έρωτας χτύπησε και τις δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή.

Πρώτο ματς του Καμπιονάτο, πρώτη επίθεση της Λέτσε, o τερματοφύλακας της Πάρμα μπλοκάρει τη μπάλα και ετοιμάζεται να τη στείλει προς το κέντρο, ο Σεβαντόν βάζει το σώμα του έξυπνα, την τσιμπάει ουσιαστικά μέσα από τα χέρια του και με ένα γρήγορο γυριστό τη στέλνει στην άδεια εστία. Δεν έχουν συμπληρωθεί ούτε δυο λεπτά πρωταθλήματος! Πριν καν καταλάβει ο Φρέι πως έγινε το μοιραίο, ο Σεβαντόν έχει πηδήξει τις διαφημιστικές πινακίδες, έχει φτάσει μπροστά στο πέταλο των φανατικών και πανηγυρίζει σαν τρελός, φιλώντας τη φανέλα και καλώντας τον κόσμο να ξεσηκωθεί. Ακόμα και οι πιο δύσπιστοι και προσγειωμένοι στις εξέδρες υποψιάζονται πως δεν έχουν να κάνουν με έναν ακόμα ξένο μισθοφόρο.

Ο Ουρουγουανός τελειώνει τη σεζόν με 11 γκολ αλλά η Λέτσε δεν καταφέρνει να σωθεί. Όλοι περιμένουν πως ο υποβιβασμός θα είναι μια ιδανική αφορμή για τον 22χρονο επιθετικό να κάνει το επόμενο βήμα στην καριέρα του, προς μια καλύτερη ομάδα. Η διάψευση έρχεται άμεσα. Ο Σεβαντόν όχι απλά ακολουθεί την ομάδα στη Serie B αλλά εκεί γίνεται και ο ηγέτης της στην επίθεση. Σκοράρει 16 φορές, σκυλιάζει σε κάθε ματς, πανηγυρίζει έξαλλα κάθε γκολ και στο τέλος της χρονιάς το Λέτσε πανηγυρίζει την πολυπόθητη επιστροφή στο Καμπιονάτο.

Οι ελάχιστοι που έχουν ξεφύγει από τη γοητεία της σχέσης του με την κερκίδα παραδίνονται σ’αυτή ένα απόγευμα του Οκτωβρίου, όταν στο εκτός έδρας τοπικό ντέρμπι με τη Μπάρι εξαπολύει έναν απίστευτο κεραυνό στο παραθυράκι, λίγα μόλις λεπτά πριν το τελευταίο σφύριγμα, και δευτερόλεπτα μετά βρίσκεται, όπως πάντα, μπροστά στο πέταλο των εκδρομέων, με τη φανέλα στα χέρια και τις φλέβες ορατές.

Ακολουθεί μια ακόμα εξαιρετική σεζόν με 20 γκολ, με το συνολικό κοντέρ να φτάνει πλέον τα 49, μερικά εκ των οποίων ιδιαιτέρως εντυπωσιακά (ανάμεσα τους κάποιες υπέροχες εκτελέσεις φάουλ και ένα γκολ από κόρνερ). Το καλοκαίρι του 2004 αποφασίζεται πως είναι για το καλό όλων ο παίκτης να δοκιμάσει την τύχη του κι άλλου κι έτσι η νέα χρονιά τον βρίσκει στο εξωτικό Μονακό.

Έξι χρόνια αργότερα, το 2010, και αφού έχει κάνει ένα πέρασμα από τη Σεβίλλη και ένα πιο μικρό από την Αταλάντα, αποφασίζει να επιστρέψει στο μέρος που αγάπησε περισσότερο απ’όλα. Η σεζόν δεν εξελίσσεται όμως καλά, οι τραυματισμοί δεν τον αφήνουν σε ησυχία και οι σχέσεις του με τον προπονητή είναι κακές, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά τον δύσκολο χαρακτήρα του (τα δυο παρατσούκλια που του κόλλησαν στη διάρκεια της καριέρας του άλλωστε δεν ήταν καθόλου τυχαία: «el loco» και «el animal»). Παίζει όλα κι όλα 16 παιχνίδια, σκοράρει μόνο 4 φορές και στο τέλος της σεζόν φτιάχνει βαλίτσες για να επιστρέψει στη Λατινική Αμερική. Ο έρωτας τους περνάει κρίση.

Τα δεδομένα όμως αλλάζουν γρήγορα. Ένα μόλις χρόνο μετά η Λέτσε έχει κατρακυλήσει στην τρίτη κατηγορία, μετά και την τιμωρία της για την εμπλοκή στο σκάνδαλο Scommessopoli. Ο πρόεδρος της έχει τιμωρηθεί με απαγόρευση ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο για πέντε χρόνια. Με το κλίμα στην πόλη να είναι τραγικό και την ομάδα σε κατάσταση διάλυσης, οι άνθρωποι της διοίκησης προσπαθούν να βρούνε λύσεις. Ο έμπειρος Ερνέστο Σεβαντόν συμπεριλαμβάνεται στις λύσεις αυτές.

Ο Ουρουγουανός είναι πλέον 32 χρονών και παίζει στην Κολόν στην Αργεντινή αλλά όταν μαθαίνει για την κατάσταση της Λέτσε που καταρρέει δεν το σκέφτεται πολύ. Μπαίνει στο πρώτο αεροπλάνο και επιστρέφει στην Ιταλία. Οι άνθρωποι της διοίκησης του εξηγούν πως τα οικονομικά είναι πολύ στενά αφού η τρίτη κατηγορία δεν σου επιτρέπει καμία υπερβολή. Ο Σεβαντόν τους εξηγεί ότι δεν τον ενδιαφέρουν τα χρήματα και τους ρωτάει ποιο είναι το κατώτατο που μπορούν, βάσει νομοθεσίας, να του δώσουν. Του απαντάνε: «900 ευρώ το μήνα». Ο Σεβαντόν χαμογελάει και σηκώνει το χέρι για την χειραψία της συμφωνίας. Εννιακόσια ευρώ το μήνα. Λίγο αργότερα θα δηλώσει στους δημοσιογράφους: «O πραγματικός μου μισθός είναι η αγάπη του κόσμου, όχι τα λεφτά. Για μένα αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’όλα. Ξέρω ότι εδώ οι οπαδοί με αγαπάνε. Ο στόχος μου είναι να ανεβάσουμε την ομάδα στη Serie B και μετά αμέσως στη Serie A. Πρέπει να επιστρέψουμε εκεί που ανήκουμε». Είναι πασιφανές πως ο έρωτας τους έχει πλέον περάσει σε άλλο επίπεδο.

Η Λέτσε θα παλέψει για την άνοδο μέχρι τέλους αλλά θα χάσει το απ’ευθείας εισιτήριο για μια νίκη. Θα αναγκαστεί να παίξει πλέι οφ ανόδου, εκεί όπου θα περάσει το εμπόδιο της Βίρτους Εντέλα, με τον 33χρονο πλέον Σεβαντόν να σκοράρει με ένα εξαιρετικό σουτ στο ‘γάμα’ της εστίας. Στον τελικό των πλέι οφ θα αντιμετωπίσει σε διπλά παιχνίδια την Κάρπι. Θα ηττηθεί εκτός έδρας με 1-0 και, σαν να μην έφτανε αυτό, θα χάσει και τον Ουρουγουανό που θα τραυματιστεί σοβαρά στο χέρι. Ο ‘Loco’ θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να προλάβει τη ρεβάνς στο Λέτσε αλλά το χέρι δεν θα φτιάξει. Απελπισμένος και αδυνατώντας να χωνέψει ότι θα λείπει από ένα τέτοιο ματς, θα απαιτήσει από τον προπονητή να τον συμπεριλάβει τουλάχιστον στην αποστολή.

Με το δεξί χέρι μπαταρισμένο κοντά στον αγκώνα θα κάτσει στον πάγκο, προσπαθώντας με την παρουσία του τουλάχιστον να βοηθήσει ψυχολογικά τους υπόλοιπους στην προσπάθεια για τη μεγάλη ανατροπή. Η Λέτσε θα ανοίξει το σκορ νωρίς και θα πάει στα αποδυτήρια με το 1-0. Δεκαέξι λεπτά πριν το τέλος όμως, η Κάρπι θα ισοφαρίσει με γκολ από φάουλ. Το γήπεδο θα ‘παγώσει’. Ο Σεβαντόν δεν τα παρατάει. Εκτός από απλός ψυχάκιας είναι και αποδεδειγμένος μαχητής, για να μην αναφέρουμε και την Ουρουγουανική καταγωγή του. Λίγα λεπτά μετά την ισοφάριση και ενώ όλη η ομάδα πελαγοδρομεί, ζητάει από τον προπονητή άδεια για να μπει. «Μα το χέρι σου είναι σπασμένο». «Θέλω να μπω».

Στο 81ο λεπτό ενός σκληρού αγώνα που κρίνει μια άνοδο ο Ερνέστο Σεβαντόν μπαίνει αλλαγή με το δεξί χέρι σε επίδεσμο και μόνιμα τοποθετημένο σε ορθή γωνία. Ο Ουρουγουανός δεν θα μασήσει να χωθεί σε όλες τις φάσεις, θα πέσει για τάκλιν, θα προλάβει να τιμωρηθεί με κίτρινη κάρτα αλλά το πολυπόθητο γκολ δεν θα έρθει ποτέ. Λίγα λεπτά μετά το τελευταίο σφύριγμα δεν θα αντέξει και θα βάλει τα κλάματα. Δεν έχουν όλες οι ερωτικές ιστορίες ευτυχισμένο φινάλε.

To τελείωμα της τρίτης θητείας του στο Λέτσε θα είναι και ο οριστικός επίλογος της σχέσης τους. Η τελευταία εικόνα με τη φανέλα της ομάδας θα είναι για πάντα αυτή που με το αριστερό χέρι, το καλό, κρύβει το πρόσωπο του για να μη φανούν τα δάκρυα. «Φόρεσα τη φανέλα πολλών ομάδων αλλά τη φανέλα της Λέτσε δεν την έβγαλα ποτέ» θα πει κάποια στιγμή κι αν σκεφτείς ότι με τις άλλες φανέλες κατέκτησε ένα κύπελλο ΟΥΕΦΑ και έφτασε να παίζει στο Τσάμπιονς Λιγκ καταλαβαίνεις εύκολα το δέσιμο που δημιουργήθηκε ανάμεσα σ’έναν Ουρουγουανό και με μια μικρή ιταλική ομάδα.

«Το 2001 ουσιαστικά υπέγραψα ένα συμβόλαιο εφ’όρου ζωής με τη Λέτσε και τους οπαδούς της. Το ήξερα από την πρώτη στιγμή που έφτασα εδώ».

Η Μαφία και το ποδόσφαιρο

  [5 Σχόλια]

Η Ιταλία είναι μια χώρα που παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από το βορρά προς το νότο, τόσο μεγάλες που θα μπορούσαμε να μιλάμε για δυο διαφορετικές χώρες. Ένα από τα χαρακτηριστικά του νότου σε πολλές περιοχές είναι κι η παρουσία της Μαφίας. Είτε μιλάμε για τη Κόζα Νόστρα της Σικελίας, είτε για την Καμόρα στη Νάπολη, είτε για την Ντραγκέτα της Καλαβρίας, πρόκειται για οργανώσεις που σε μεγάλο βαθμό επηρεάζουν τη ζωή όλων των κατοίκων. Στον κανόνα αυτό δεν μπορούν να αποτελούν εξαίρεση οι ποδοσφαιριστές. Το σημερινό κείμενο είναι αφιερωμένο σε τρεις πασίγνωστους Ιταλούς επιθετικούς, που η ζωή τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σημαδεύτηκε από την παρουσία της Μαφίας.

Το ξεκίνημα γίνεται με τον Μάρκο Μποριέλο. Έναν ποδοσφαιριστή με μια καριέρα γεμάτη μεταγραφές και δανεισμούς που δεν ανταποκρίθηκε τόσο στις προσδοκίες του κόσμου. Βγαλμένος από τις ακαδημίες της Μίλαν, ο Μποριέλο έχει αγωνιστεί σε περίπου 15 ομάδες, αλλά ποτέ στην ομάδα της πατρίδας του, τη Νάπολι. Εκεί όπου στη γειτονιά Σαν Τζιοβάνι μεγάλωσε και έζησε μια τραγωδία.

Για παιδί που ξεκίνησε από μια από τις χειρότερες γειτονιές, τα κατάφερε καλά

Στο Σαν Τζιοβάνι λέγεται ότι υπάρχει η μεγαλύτερη… πυκνότητα σε συμμορίες από οπουδήποτε αλλού. Μια άκρως επικίνδυνη περιοχή στην οποία είτε είσαι μέλος συμμορίας, είτε ζεις υπό το φόβο της. Ο πατέρας Μποριέλο ήταν μπλεγμένος κι αυτός στην παρανομία, αλλά τελικά αθωώθηκε από το δικαστήριο. Λίγο καιρό αργότερα όμως εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Η φαμίλια έζησε στην αβεβαιότητα μέχρι να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Ο Βιτόριο Μποριέλο είχε δανείσει χρήματα στον Πασκουάλε Τσεντόρε, έναν πρώην δήμαρχο της πόλης Καζερτάνο. Ο δήμαρχος που είχε σχέσεις με την οικογένεια Καζαλέζι, δεν ήθελε να τα επιστρέψει και σε έναν καβγά δολοφόνησε τον πατέρα του μόλις 10 ετών Μάρκο. Στη συνέχεια, για να εξαφανίσει το πτώμα, το έθαψε στη βίλα του, όπου θα μπορούσε να είχε μείνει για πάντα, αν ο Τσεντόρε δεν ομολογούσε μετά από καιρό.

Η σχεδόν σίγουρη μεταγραφή του Κορεντίν Τολισό στη Νάπολη χάλασε τελευταία στιγμή. Ο μάνατζέρ του είπε ότι ένας σοβαρός λόγος ήταν ο φόβος για την εγκληματικότητα της πόλης που δημιουργήθηκε όταν ο Κορεντίν παρακολουθούσε την τηλεοπτική σειρά «Γκομόρα»

«Δεν είναι ότι μεγάλωσα στη ζούγκλα, αλλά σίγουρα δεν ήταν και Ντίσνεϊλαντ. Ένα παιδί που μεγαλώνει εκεί, μεγαλώνει πολύ πιο γρήγορα από οπουδήποτε αλλού. Ένας χρόνος εκεί, μετράει για δέκα αλλού» διηγείται ο Μάρκο. Η μητέρα του ήταν αυτή που μεγάλωσε μόνη τα δυο παιδιά της και σε αυτή οφείλουν πολλά. Σε αυτή και το ποδόσφαιρο που του έδωσε το εισιτήριο για να φύγει. «Το ποδόσφαιρο με βοήθησε να ξεπεράσω το χαμό του πατέρα μου, αλλά θα ήθελα ο πατέρας μου να μπορούσε να δει αυτά που κατάφερα». Θα περίμενε κανείς ένα μικρό παιδί που χάνει τον πατέρα του, να μισεί το μέρος που τον έχασε. Ο Μποριέλο όμως διαφωνεί: «Η Νάπολη έκλεψε τον πατέρα μου, αλλά όχι τα τα απίστευτα παιδικά χρόνια που έζησα εκεί και όλα όσα έμαθα. Θα μπορούσα να νομίζω ότι είχε απαχθεί ή ότι έπαθε αμνησία και χάθηκε, αλλά τελικά ο ένοχος ομολόγησε. Νιώθω περηφάνια που μεγάλωσα στο τρίγωνο του θανάτου και δεν έγινα μέλος συμμορίας. Η Καμόρα σκότωσε τον πατέρα μου, όχι όμως την αγάπη μου για τη Νάπολη. Δεν ζω πια εκεί, αλλά πηγαίνω συχνά για να θυμάμαι τους ήχους, τις μυρωδιές και τον ενθουσιασμό της πόλης

Είναι τέτοια η αγάπη του Μποριέλο για την πόλη που τα έβαλε με τον Ρομπέρτο Σαβιάνο το συγγραφέα του βιβλίου Γκόμορα (που αργότερα μεταφέρθηκε τόσο στον κινηματόγραφο ως ταινία, όσο και στην τηλεόραση ως τηλεοπτική σειρά). Σε συνέντευξή του το 2010 ο Μποριέλο είπε ότι ο Σαβιάνο έβγαλε χρήματα από την πόλη του, παρουσιάζοντας μόνο τα άσχημα. Τρία χρόνια αργότερα πάντως, εμφανίστηκε μετανιωμένος, λέγοντας ότι έκανε λάθος για τον συγγραφέα, δεν είχε καταλάβει τι είχε γράψει και ότι ήθελε πολύ θάρρος να πάει ενάντια στο ρεύμα, να μιλήσει και να ζει τώρα έτσι (ο Σαβιάνο έχει δεχτεί πολλές απειλές από την Καμόρα και ζει με μόνιμη αστυνομική φρουρά).

Δεν τον κόβεις για μαφιόζο, αλλά κι ο Τζο Πέσι ακίνδυνος φαίνεται

Όταν ο νεαρός Μάρκο Μποριέλο αποφοιτούσε από τις ακαδημίες της Μίλαν, ένας άλλος ταλαντούχος επιθετικός από τη νότια Ιταλία πήγαινε εκεί. Ο μικρός και θαυματουργός κοντούλης Φαμπρίτσιο Μίκολι από την επαρχία του Λέτσε έκανε κι αυτός μια αρκετά σημαντική καριέρα κι ένα μεγάλο μέρος αυτής το πέρασε στη Σικελία και το Παλέρμο. Ο Μίκολι στα 6 χρόνια του εκεί αγαπήθηκε και αγάπησε το Παλέρμο. Ίσως όμως λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε. Έγινε κολλητός με το γιο ενός από τους πιο διαβόητους μαφιόζους του νησιού, του Αντονίνο Λαουριτσέλα και συνεπώς θέλοντας και μη, αντικείμενο έρευνας της ομάδας καταπολέμησης της Μαφίας.

Η αστυνομία παρακολουθούσε το τηλέφωνο του Μίκολι και όταν οι συνομιλίες βγήκαν στο φως από την εφημερίδα Λα Ρεπούμπλικα, πολλοί έμειναν έκπληκτοι. Ο Μίκολι συζητούσε για χρήματα που του χρωστούσαν ιδιοκτήτες νυχτεριών μαγαζιών και έλεγε ότι θα βάλει το φίλο του για να τα μαζέψει. Το πιο σοκαριστικό όμως όλων ήταν η αναφορά του στο δικαστή Τζιοβάνι Φαλκόνε, έναν από τους σημαντικότερους δικαστές που τα έβαλαν ποτέ με την Μαφία, τον άνθρωπο πίσω από τη δίκη Μάξι, στην οποία καταδικάστηκαν περίπου 400 μέλη της Μαφίας και αποκαλύφθηκαν τρομερές λεπτομέρειες για την λειτουργία της. Ο Φαλκόνε, που ζούσε συνεχώς υπό καθεστώς τρόμου, σκοτώθηκε μαζί με τη γυναίκα του και τους φρουρούς του το 1992 από μία έκρηξη εκρηκτικών μισού τόνου, τόσο ισχυρή που καταγράφηκε ως σεισμική δόνηση. Ο Μίκολι σε μια από τις συνομιλίες αποκαλούσε τον Φαλκόνε «σκουπίδι». Η τραγική ειρωνεία; Ο Μίκολι είχε πάρει μέρος σε ένα φιλικό υπέρ του Φαλκόνε, αλλά και ακόμα ενός δικαστή που είχε επίσης σκοτωθεί από τη Μαφία, για τα 20 χρόνια από τον θάνατό τους, αφιερώνοντας και γκολ στην μνήμη τους. Υποκρισία…

Ο «επίτιμος δημότης» της πόλης Κορλεόνε (ναι, αυτής) χάλασε μέσα σε μια μέρα την εικόνα που είχε φτιάξει. Ο ίδιος αρνήθηκε ότι ήξερε πως ο φίλος του Μάουρο ήταν γιος του μεγάλου αφεντικού, ζήτησε συγγνώμη κλαίγοντας, αλλά η καριέρα του στην Παλέρμο σε συνδυασμό με τον υποβιβασμό τελείωσε συνοπτικά. Ο δήμος Κορλεόνε απέσυρε τον τίτλο του επίτιμου δημότη, η Παλέρμο τον άφησε να φύγει χωρίς κάποια άλλη τιμή (είχε ήδη γίνει ο πρώτος σκόρερ της στην ιστορία της Σέριε Α), η δε υπόθεσή του προχώρησε και ο εισαγγελέας πρότεινε κάθειρξη τεσσάρων ετών για εκβιασμό, με την απόφαση να μην έχει βγει ακόμα.

Μέχρι στιγμής είδαμε έναν άνθρωπο που η ζωή του άλλαξε ριζικά εξαιτίας της Μαφίας και έναν δεύτερο που ενώ τα είχε σχεδόν όλα, αποφάσισε να ζήσει το thug life. Θα κλείσουμε την τριλογία των επιθετικών, με έναν αθώο που παραλίγο να δει την καριέρα του να καταστρέφεται, χωρίς ο ίδιος να φταίει σε τίποτα. Ο Φάμπιο Κουαλιαρέλα γεννήθηκε λίγο έξω από τη Νάπολη, στο δρόμο προς το Σορέντο. Όπως κι οι προηγούμενοι δύο, αναγκάστηκε να φύγει μικρός στα βόρεια για να μάθει μπάλα. Αυτή τη φορά όχι στο Μιλάνο αλλά στο Τορίνο. Μετά από τις εμφανίσεις του με την Ουντινέζε, το όνειρο του Κουαλιαρέλα έγινε πραγματικότητα. Η μεταγραφή στην αγαπημένη του Νάπολι με 18 εκατομμύρια το 2009.

Ο Φάμπιο ήθελε να γίνει αρχηγός και το μεγάλο ίνδαλμα των οπαδών, έδωσε όρκους παντοτινής αγάπης και πίστης και έκανε μια αρκετά συμπαθητική χρονιά με 11 γκολ σε 34 αγώνες. Το καλοκαίρι όμως του 2010 έγινε η μεγάλη προδοσία. Ο φανατικός ναπολιτάνος άφησε την ομάδα και πήγε στην μισητή Γιουβέντους και τα πλούτη. Το «δικό τους» παιδί τους πρόδωσε, μια προδοσία πολύ πιο σημαντική από αυτή που έγινε πέρσι για τον Ιγκουαΐν, μιλάμε για έναν ντόπιο αυτή τη φορά. Ο όρκος και το πενταετές συμβόλαιο ξεχάστηκαν, ο Κουαλιαρέλα έγινε προδότης και όταν γύριζε στη Νάπολη να δει τους συγγενείς του, μεταμφιεζόταν για να γλιτώσει από τις βρισιές, των κατοίκων που τον έβλεπαν. Κανείς όμως δεν ήξερε το δράμα που ο Ιταλός επιθετικός περνούσε, ένα δράμα που κράτησε περίπου πέντε χρόνια.

Τη χρονιά πριν πάει στη Νάπολι, έβαλε αυτή τη γκολάρα εναντίον της και αποθεώθηκε

Θυμίζοντας λίγο την τελευταία σεζόν του Luther, ο Κουλιαρέλα εμπιστεύτηκε στον λάθος άνθρωπο τους κωδικούς του στον υπολογιστή. Τον Ραφαέλε Πίκολο, έναν αστυνομικό που προσφέρθηκε να τον βοηθήσει με τα… τεχνολογικά προβλήματα και απέκτησε πρόσβαση στη ζωή του Φάμπιο. Λίγο καιρό αργότερα τα προβλήματα ξεκίνησαν. Ο Κουαλιαρέλα άρχισε να δέχεται ανώνυμα γράμματα με φωτογραφίες από γυμνά κορίτσια και κατηγορίες ότι ήταν παιδεραστής. Οι κατηγορίες αυξήθηκαν, στα επόμενα μηνύματα ο ανώνυμος αποστολέας τον κατηγορούσε ότι είναι μέλος της Καμόρα και ότι εμπλέκεται σε στημένα ματς και… εμπόριο ναρκωτικών. Ο stalker όμως δεν έμεινε μόνο στον Κουαλιαρέλα. Έστειλε και στον πατέρα του, λέγοντας ότι ο γιος του θα δολοφονηθεί ή ότι θα μπει βόμβα στο σπίτι του. Όταν πήρε ένα γράμμα με ένα φέρετρο πάνω στο οποίο υπήρχε το πρόσωπό του, ο Κουλιαρέλα αποφάσισε να πάει στην αστυνομία και φώναξε τον Πίκολο να τον βοηθήσει. Βγαλμένο από αστυνομικό θρίλερ…

Ο Πίκολο έκανε «έρευνα» και βρισκόταν μέσα στο σπίτι του Φάμπιο καθημερινά. Έλεγε ψέματα ότι πλησίαζε τους ενόχους, μέχρι που σε κάποια στιγμή έκανε ανάκριση και σε ένα κολλητό του Κουαλιαρέλα για… σχέσεις με την Μαφία. Τη λύση την έδωσε ο πατέρας του ποδοσφαιριστή τελικά, όταν ανακάλυψε ότι οι καταγγελίες δεν έφτασαν ποτέ στην αστυνομία, αλλά τις κρατούσε ο Πίκολο. Το κακό όμως είχε ήδη γίνει. Τα ανώνυμα γράμματα είχαν σταλθεί και στη Νάπολι, γεγονός που έκανε τη διοίκηση να κοιτάζει με διαφορετικό μάτι έναν παίκτη που πιθανώς να είχε σχέσεις με την Μαφία, να ήταν παιδόφιλος και να συμμετείχε σε όργια. Ο ντε Λαουρέντις δεν ρίσκαρε και τον πούλησε στη Γιούβε. Ενώ αρχικά φάνηκε να στηρίζει τον παίκτη, έκοψε κάθε επικοινωνία μαζί του και ο Φάμπιο έμαθε τελευταίος για την πώλησή του. Έφυγε πικραμένος και προδομένος.

Έζησε μια προσωπική κόλαση, αφού από την μία βρισκόταν μέσα στο φόβο των απειλών αλλά και της δημόσιας διαπόμπευσης, ενώ από την άλλη δεν μπορούσε να αποκαλύψει στους φίλους της Νάπολι ότι δεν είναι προδότης, δεν μπορούσε να πει την αλήθεια. Κι όταν επιτέλους πέρσι ξεκίνησε η δίκη (στην οποία τελικά ο Πίκολο καταδικάστηκε σε 5 χρόνια περίπου φυλακής) και κατέθεσε, αποκάλυψε τα όσα έζησε, μίλησε για την αγάπη του για τη Νάπολι που ήθελε πάντα να παίζει εκεί και για το δράμα να δέχεται τον τίτλο του προδότη. Και τουλάχιστον, η καριέρα του στη Νάπολι καταστράφηκε εξαιτίας των φημών για την Μαφία, αλλά η αγάπη του κόσμου επανήλθε εκεί που ήταν, όταν οι οπαδοί κρέμασαν το πανό που έγραφε: «Έζησες μια κόλαση με τεράστια αξιοπρέπεια. Θα σε αγκαλιάσουμε ξανά, Φάμπιο, γιε αυτής της πόλης».

Ο Banksy, οι Massive Attack και η Νάπολι

  [4 Σχόλια]

Ένα από τα αγαπημένα μου είδη μουσικής ήταν και συνεχίζει να είναι το trip-hop. Και μπορεί η πρώτη μου… κασέτα trip-hop να ήταν το Dummy των Portishead, η πρώτη μου επαφή όμως με το αυτό το είδος μουσικής έγινε με τους Massive Attack και το Unfinished Sympathy, τότε που το MTV δεν ήταν μια σαβούρα γεμάτη άθλια μουσική και ριάλιτι. Μια που η αγάπη μου για το trip-hop δεν συμβαδίζει με αντίστοιχη αγάπη για το αγγλικό ποδόσφαιρο, δεν ασχολήθηκα περισσότερο με το Μπρίστολ (την πρωτεύουσα αυτής της μουσικής) όσον αφορά στη ποδοσφαιρική του πλευρά.

Ο 3D (κατά κόσμο Robert Del Naja) ένας από τους ιδρυτές των Massive Attack και τους βασικότερους ανθρώπους της μουσικής αυτής σκηνής, έχει βρεθεί εδώ και έναν χρόνο περίπου στο επίκεντρο μιας… περίεργης ιστορίας. Οι θεωρίες συνωμοσίας λένε ότι ο 3D είναι ο γνωστός graffiti artist με το όνομα Banksy. Ακόμα και αν το όνομα δεν σας λέει κάτι, σίγουρα θα έχετε δει κάποια από τα έργα του σε τοίχους όλου του κόσμου. Η ταυτότητα του Banksy είναι άγνωστη και όπως είναι λογικό έχουν ακουστεί διάφορα ονόματα κατά καιρούς.

Συμπτώσεις;

Τα κοινά με τον 3D που έφεραν αυτή τη θεωρία είναι αρκετά. Κατ’ αρχήν το Μπρίστολ που αποτέλεσε την αφετηρία και των δύο, αλλά και στοιχεία όπως η αρκετά κοντινή τεχνοτροπία σε εξώφυλλα των Massive Attack με τα έργα του Banksy, το γεγονός ότι κινούνται σε παρόμοιους κύκλους και έχουν αρκετούς κοινούς γνωστούς (ένας εκ των οποίων σε πρόσφατη συνέντευξή του αποκάλεσε τον Banksy ως Ρόμπερτ φουντώνοντας ξανά τις φήμες της ταυτοπροσωπίας) και φυσικά η έρευνα πέρσι ενός δημοσιογράφου που αποκάλυψε την μεγάλη σύμπτωση. Σε αρκετές πόλεις του κόσμου, εμφανίστηκαν γκράφιτι του Banksy λίγο πριν ή λίγο μετά από συναυλία των Massive Attack. Ο 3D το αρνείται και δεν παραδέχεται κάτι (πιθανώς επειδή δεν ισχύει), χωρίς να πείθει πάντως τους θιασώτες της θεωρίας συνωμοσίας. Αυτό που όμως δεν αρνείται είναι η αγάπη του για το ποδόσφαιρο και τη Νάπολι.

Παρ’ ότι ο πατέρας του τον πήγαινε να βλέπει την Μπρίστολ Σίτι (στα καλά χρόνια του συλλόγου, τότε που διεκδικούσε εξόδους στην Ευρώπη), η Μπρίστολ δεν ήταν η μοναδική ομάδα στην οικογένεια. Ο μπαμπάς του 3D ήταν Ναπολιτάνος και φυσικά έκανε και τον γιο του Νάπολι. «Για πολύ καιρό την υποστήριζα από μακριά χωρίς να ξέρω πολλά για την ομάδα. Όταν όμως πήρε τον Μαραντόνα γεννήθηκε μια αγάπη. Δεν μπορούσα φυσικά να δω την ομάδα από κοντά, ούτε πηγαίναμε στη Νάπολη για να δούμε συγγενείς. Για αρκετά χρόνια δεν είχα κάποιο σοβαρό εισόδημα για να κάνω το ταξίδι. Μόλις όμως κατάφερα να βγάλω χρήματα, ταξίδεψα στην Ιταλία. Η γκαντεμιά μου ήταν ότι ότι έφτασα μια μέρα αφ’ ότου ο Μαραντόνα βρέθηκε θετικός σε κοκαΐνη. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Πήγα στο ματς με την Ίντερ, ήρθε 1-1 με γκολ των Καρέκα και Ματέους, αλλά δεν είχα καμία όρεξη. Ήμουν στενοχωρημένος επειδή δεν είδα τον Ντιέγκο να παίζει. Πιστεύω ότι έφερα γρουσουζιά στην ομάδα. Είναι τυχαίο ότι όταν άρχισα να την υποστηρίζω από κοντά υποβιβάστηκε;«

Ο 3D πάντως δεν είναι glory hunter οπαδός. Συνέχισε να υποστηρίζει τη Νάπολι. «Πήγα στο ματς με τη Τσιταντέλα στη χρονιά της Γ’ εθνικής και είχε 60.000 κόσμο, ήταν κάτι απίστευτο. Οι οπαδοί της Νάπολι είναι γεμάτοι αντιφάσεις. Μπορούν να κάνουν απίστευτη υπομονή για χρόνια ολόκληρα, αλλά μέσα σε 90′ ενός αγώνα είναι ανυπόμονοι. Έχω δει να μαζεύονται και να καίνε τα κασκόλ τους έξω από το γήπεδο μετά από μία ήττα ή να βάζουν φωτιές στις κερκίδες. Δεν έχει καμία σχέση η ατμόσφαιρα στο Μπρίστολ με τη Νάπολι πριν από ένα ματς. Στη Νάπολι είναι σαν μια γιορτή έξω από το γήπεδο πριν τον αγώνα, με πολύ κόσμο, γυναίκες και παιδιά. Αλλά είναι μια ατμόσφαιρα χάους και τρέλας.» Κάτι που το διαπιστώνει όποιος επισκέπτεται την πολή, το διαπιστώσαμε και εμείς πέρσι όταν ταξιδέψαμε εκεί:

«Η πόλη ζει με το ποδόσφαιρο και ζει για το ποδόσφαιρο. Το συναντάς στα γκράφιτι για τη Νάπολι, το συναντάς στα πιτσιρίκια που παίζουν παθιασμένα μπάλα στις πλατείες ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα, το συναντάς στις φανέλες της ομάδας που πωλούνται παντού στους δρόμους, το συναντάς στις κουβέντες. Το όμορφο χάος που λέγεται Νάπολη.»

Περπατώντας στη Νάπολη

Εκτός όμως από τον 3D, που προσπαθεί να παρακολουθεί αρκετά ματς της Νάπολι και έχει εμφανιστεί σε με κασκόλ και φανέλα του Λαβέτσι σε συναυλία του εκεί, ένας ακόμα από τους πιο αγαπημένους μουσικούς μου, ο Τζέιμς Λαβέλ των UNKLE (και εν μέρει των Massive Attack) έχει μαγευτεί από τη Νάπολι, καθώς την πρώτη φορά που ταξίδεψε στην πόλη ήταν με τους Massive Attack και έτσι ο 3D τον μύησε. Στο μικρό κλιπάκι του Copa90 παρακάτω, οι δυο φίλοι μιλάνε για το φαινόμενο Σαν Πάολο, ένα σύγχρονο Κολοσσαίο, την πόλη και τους ανθρώπους της, την ατμόσφαιρα που θυμίζει Ν. Αμερική. Η Νάπολι άλλωστε λένε αρκετοί δεν είναι Ιταλία.

Κι αν ψάχνεστε ακόμα για την ταυτότητα του Banksy και αναρωτιέστε αν τελικά οι φήμες ισχύουν, ίσως θα πρέπει να αρχίσετε να κοιτάτε και πόσα γκράφιτι του καλλιτέχνη εμφανίζονται πριν ή μετά αγώνες της Νάπολι στην Ευρώπη. Γιατί κατά διαβολική τύχη, το μοναδικό γκράφιτι του Banksy στην Ιταλία που είναι γνωστό ότι υπάρχει, βρίσκεται στην πλατεία Τζερολομίνι της Νάπολης (ω, τι σύμπτωσις), αυτό που έχει όνομα «η Παναγία με το πιστόλι» και είναι αφιερωμένο στην πόλη που έχει έντονη τόσο την εγκληματικότητα, όσο και τον καθολικισμό. Το γκράφιτι αυτό σώθηκε καθώς πέρσι μαζεύτηκαν υπογραφές και βρέθηκαν χρήματα ώστε να τοποθετηθεί από πάνω του ένα προστατευτικό κάλυμμα, σε αντίθεση με ένα άλλο γκράφιτι του Banksy στην πόλη που καλύφθηκε το 2010 από άλλα. Αν τελικά δεν είναι ο 3D ο καλλιτέχνης, σίγουρα είναι κάποιος που σαν τον Τζέιμς Λαβέλ έγινε φαν της πόλης και (ίσως) και του συλλόγου.

«Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο»

  [4 Σχόλια]

Βρισκόμαστε στο 1999, η αποστολή της Γιουβέντους είναι έτοιμη να αναχωρήσει για ένα εκτός έδρας παιχνίδι αλλά ο Ζινεντίν Ζιντάν είναι εξαφανισμένος. Όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης του πέφτουν στο κενό, καθώς το κινητό του είναι κλειστό. Ο ενοχλημένος Κάρλο Αντσελότι, που βρίσκεται στο τιμόνι της ομάδας μόλις μερικές εβδομάδες και ακόμα προσπαθεί να κερδίσει τον σεβασμό των παικτών του, παίρνει τη μεγάλη απόφαση: «Δεν περιμένουμε άλλο. Φεύγουμε». Ένας εκ των βοηθών του απορεί: «Μα, Καρλίτο, πως θα μας προλάβει;». Ο Αντσελότι όμως είναι ανένδοτος: «Αυτό είναι δικό του πρόβλημα».

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, από το βάθος του λεωφορείου, μια φωνή ακούγεται: «Κόουτς, πρέπει να μιλήσουμε». Ο Πάολο Μοντέρο σηκώνεται από τη θέση του και αρχίζει να προχωράει στο διάδρομο. «Φυσικά Πάολο, τώρα ξεκινάμε και στη διαδρομή είμαι όλος αυτιά». Τότε ο Μοντέρο φτάνει δίπλα στον οδηγό, σταυρώνει τα χέρια, κοιτάει τον προπονητή του στα μάτια και λέει. «Όχι, γι’αυτό το θέμα είναι που θέλω να μιλήσουμε. Κανένας δεν φεύγει από εδώ χωρίς τον Ζιντάν».

Ακολουθούν αρκετά δευτερόλεπτα σιγής και περισυλλογής. Ο Αντσελότι βρίσκεται μπροστά σε έναν μανιακό που τον κοιτάει οργισμένα στα μάτια ενώ ταυτόχρονα και ασυναίσθητα σφίγγει και ξεσφίγγει τις γροθιές του. Κάποιον ο οποίος στα διλήμματα μεταξύ του καλού και του όχι-και-τόσο-καλού, θυσιάζει πάντα το καλό: Όταν στοχεύει τη μπάλα, κλωτσάει το πόδι σου. Όταν στοχεύει το πόδι σου, φυσικά κλωτσάει το πόδι σου. Τελικά μετά από ώριμη σκέψη αποφασίζει να μη ρισκάρει τη σωματική του ακεραιότητα την ψυχική του ηρεμία και υποχωρεί: «Καλά Πάολο. Ας τον περιμένουμε λοιπόν». Δέκα λεπτά αργότερα ο Ζιζού καταφτάνει, ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση και το λεωφορείο αναχωρεί κανονικά. Χωρίς κανένας να έχει χτυπήσει.

Η παραπάνω περιγραφή (καθώς και τα διάφορα σχόλια αλλά και οι χαρακτηρισμοί) δεν είναι δική μου. Προέρχεται από την αυτοβιογραφία του Κάρλο Αντσελότι που κυκλοφόρησε το 2010. Στο βιβλίο αυτό ο Καρλίτο αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη σχέση του με τον Ζιντάν αλλά και με τους «δικηγόρους» του μέσα στην ομάδα: τον Τζιοβάνι Ανιέλι και τον Πάολο Μοντέρο. «Ήταν η σκιά του, οι φύλακες άγγελοι του. Δεν τον άφηναν ποτέ μόνο. Ο Ανιέλι ήταν τρελός γι’αυτόν. Ο Μοντέρο ήταν απλά τρελός».

Ένα περίπου χρόνο μετά το συμβάν στο πούλμαν, ο Αντσελότι κατάλαβε πόσο ορθά έπραξε όταν δεν τράβηξε τη διαφωνία με τον Μοντέρο στα άκρα. Είναι Νοέμβριος του 2000, η Γιουβέντους επιστρέφει από την Αθήνα, όπου είχε ηττηθεί με 3-1 από τον Παναθηναϊκό, και στο αεροδρόμιο του Τορίνο κάποιοι θερμόαιμοι νεαροί οπαδοί περιμένουν καρτερικά για να ‘στολίσουν’ τους παίκτες που είχαν καταφέρει να βγουν τελευταίοι στον όμιλο και να μείνουν εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων από το φθινόπωρο. Την ώρα που ο Ζιντάν περνάει ανάμεσα τους, πάνω στην ένταση ένας εξ αυτών τον σπρώχνει. Λάθος. Μεγάλο λάθος.

Ο Πάολο Μοντέρο, αν και βρίσκεται πολλά μέτρα μακριά από το όλο σκηνικό, βλέπει την ενέργεια των οπαδών. Ο αποσβολωμένος Αντσελότι παρατηρεί τη φάση από απόσταση και περιγράφει χαρακτηριστικά: «Ο Μοντέρο βγάζει ήρεμα τα γυαλιά του και με μια, αταίριαστη για τη στιγμή, κομψή χειρονομία τα τοποθετεί προσεκτικά στη θήκη τους. Αυτό ήταν κακό σημάδι για τους νεαρούς. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, τρέχει με φουλ ταχύτητα προς τη μεριά των οπαδών με τις γροθιές του να πετάνε στον αέρα. Δίπλα του τρέχει για βοήθεια και ο Ντανιέλ Φονσέκα, ένας άλλος πρόθυμος καβγατζής. Στο μυαλό μου, φαντάστηκα έναν εκφωνητή πυγμαχίας ακριβώς πίσω τους, να περιγράφει λίγα μέτρα μακριά από το ρινγκ: ‘Να ένα δεξί, τώρα ένα αριστερό hook, κι ένα ακόμα αριστερό hook. Τελικά έχουμε ένα τεχνικό νοκ άουτ. Ο Ζιντάν είναι ασφαλής. Επαναλαμβάνω, ο Ζιντάν είναι ασφαλής».

Ο Πάολο Μοντέρο είναι Ουρουγουανός. Αυτό από μόνο του δεν λέει κάτι πλέον. Όμως, ο Μοντέρο ήταν Ουρουγουανός αμυντικός σε μια εποχή λίγο πιο άγρια και πιο έξαλλη από τη σημερινή. Με απλά λόγια, ο τέλειος συνδυασμός υλικών για να βγει από το μίξερ ένας μαγνήτης καβγάδων. «Μετά από αρκετά παιχνίδια πηγαίναμε στα αποδυτήρια ψάχνοντας αντιπάλους για μανούρα», θυμάται ο ίδιος. «Δεν υπήρχε κανένα θέμα τότε. Γινόταν συχνά και με πολλές ομάδες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν καβγά με τον Τόλντο αλλά και με τη Σαλερνιτάνα, όταν έπαιζε εκεί ο Γκατούζο (ω, τι έκπληξη, δεν το περίμενε κανείς!)».

Η εικόνα του Μοντέρο να μπλέκεται σε καβγά ή να κατεδαφίζει κάποιον αντίπαλο ήταν τόσο συνηθισμένη εκείνη την εποχή που στην ιταλική τηλεόραση υπήρχε σε μια χιουμοριστική εκπομπή ένας σωσίας του που σε κάθε ευκαιρία κλωτσούσε και χτυπούσε τους γύρω του, ζητώντας συγγνώμη κάθε φορά που το χτύπημα του δεν πετύχαινε κάποιον καλά. «Ήταν αστείο. Ποτέ δεν ένιωσα προσβεβλημένος απ’αυτό» ήταν η αντίδραση του Πάολο, που δεν προσπάθησε ποτέ να παριστάνει κάτι που δεν είναι: «Η φήμη μου είναι απόλυτα δίκαιη. Ήμουν σκληρός παίκτης αλλά ποτέ δεν έκανα κακό σε κανέναν. Επίσης, δεν αντέχω τους παίκτες που ζητάνε από τον διαιτητή να δείξει κάρτα. Έχω δεχτεί κλωτσιές, φτυσίματα και αγκωνιές αλλά ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκα στον διαιτητή. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο.»

Στα 9 χρόνια που έπαιξε στη Γιουβέντους κέρδισε πρωταθλήματα, Σούπερ Καπ, Διηπειρωτικό, δεκάδες κίτρινες κάρτες και τον τίτλο του παίκτη με τις περισσότερες αποβολές στο Καμπιονάτο (21 συνολικά στην καριέρα του), ένα ‘παράσημο’ που διατηρεί ακόμα και σήμερα, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 12 χρόνια από το τελευταίο του παιχνίδι εκεί. Το πιο σημαντικό όμως όλων είναι ότι κέρδισε μια θέση στη καρδιά των οπαδών της. Εκεί που οι υπόλοιποι έβλεπαν ένα αιμοβόρο τσεκούρι που στο μάθημα του Fair play ήταν απασχολημένο ακονίζοντας τις τάπες του με τροχό, οι οπαδοί της ‘Μεγάλης Κυρίας’ έβλεπαν έναν παθιασμένο αμυντικό που δεν μασούσε να βάλει τα πόδια του στη φωτιά ή να χωθεί σε έναν τσαμπουκά για το καλό της ομάδας.

Παρά την αδιαμφισβήτητη θέση σε κάθε λίστα «Σκληρών του ποδοσφαίρου» που σέβεται τον εαυτό της, ο Μοντέρο τονίζει συνεχώς πως κατά βάθος δεν είναι κακός και ότι όλα ήταν μέρος του αγώνα και της προσπάθειας του να φτάσει στη νίκη. «Όταν μπαίνω στο γήπεδο η μόνη μου επιθυμία είναι να κερδίσω. Δεν σκέφτομαι το πως θα γίνω πρότυπο για τα παιδιά μου ή για τους θεατές που με παρακολουθούν. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι εκπλήσσονται όταν το λέω αυτό».

Οι συμπαίκτες του πάντως έχουν να λένε για την τακτική που ακολουθούσε συνήθως. Ο Νταβίντ Τρεζεγκέ την περιέγραψε σε μια συνέντευξη του: «Έβλεπα τους αντίπαλους επιθετικούς και διέκρινα τον τρόμο στα μάτια τους. Όταν ο Πάολο πλησίαζε, προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Η τεχνική του ήταν απλή: Το πρώτο τάκλιν ήταν πάντα δυνατό για να καταλάβει ο αντίπαλος τι παίζει. Μετά ακολουθούσε το μπλα-μπλα, που τους αποτελείωνε».

Ο Ουρουγουανός εγκατέλειψε τη Γιουβέντους και την Ιταλία στα 34 του, όταν ήταν πλέον ξεκάθαρο και σ’αυτόν και στον κόσμο ότι οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, κοινώς τα τάκλιν του δεν έβρισκαν στόχο με την ίδια συχνότητα όπως παλιά. (Κι όταν λέμε στόχο, ο Μοντέρο ήταν ένας από τους πρώτους που θεμελίωσε τη φιλοσοφία: «Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο», ατάκα η οποία χρησιμοποιήθηκε και σαν τίτλος σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2010 στην Ιταλία.)

Ψάχνοντας για τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, εξέτασε κάποιες προτάσεις από την Αργεντινή, πριν τελικά τον κερδίσει η Σαν Λορένσο. Η επιλογή του Μποέδο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστή. Ένας εκ των θρύλων της ομάδας, ο Έκτορ Βέιρα, κάποτε είχε εκστομίσει τη μυθική ατάκα: «Η γειτονιά στην οποία βρίσκεται το γήπεδο της Σαν Λορένσο είναι τρομακτική. Ακόμα και ο Ράμπο έχει πέσει θύμα ληστείας εδώ πέρα». Τελικά το πάντρεμα δεν έπιασε αφού η ηλικία και οι συχνοί τραυματισμοί δεν επέτρεψαν στον Μοντέρο να παραμείνει σε υψηλό επίπεδο και κάπως έτσι, ένα χρόνο αργότερα, και αφού έπαιξε μια σεζόν και στην ομάδα που τον γαλούχησε και τον ανέδειξε, την Πενιαρόλ, κρέμασε τα παπούτσια του.

Σήμερα, μια δεκαετία μετά από το τελευταίο του παιχνίδι, μπορεί κάποιος να τον βρει στον πάγκο της Ροσάριο Σεντράλ. Αδυνατισμένος, σοβαρός, συνήθως κουστουμαρισμένος, με γυαλιά μυωπίας και ήπιες, κατά βάση, αντιδράσεις δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνον τον ψυχάκια τύπο που έβγαινε τα βράδια στα ιταλικά κλαμπ με τον Ιουλιάνο για χορό και κατέληγε να παίζει ξύλο με οπαδούς άλλων ομάδων στα διπλανά σοκάκια και που κάποτε ανάγκασε μέχρι και τον προπονητή του να σκεφτεί (και να καταγράψει στην αυτοβιογραφία του) μετά από μια, σχεδόν αστεία, διαφωνία σε ένα λεωφορείο περιμένοντας τον Ζιντάν: «Στην τελική, το πιο σημαντικό όλων είναι η υγεία μας, σωστά;»

Ο Αλεσάντρο Λουκαρέλι είναι η Πάρμα

  [4 Σχόλια]

Το μακρύ ταξίδι της Πάρμα από τα κάτεργα της Δ’ εθνικής με προορισμό ξανά τη Serie A ξεκίνησε πέρσι. Μετά τη δεύτερη πτώχευση σε μια δεκαετία και τη διάλυσή της ουσιαστικά, η Πάρμα του προέδρου Νέβιο Σκάλα με όνομα πλέον S.S.D. Parma Calcio 1923 τερμάτισε 1η στον όμιλό της, αήττητη και με 94 βαθμούς. Η άνοδος στη Lega Pro (τη Γ’ εθνική της Ιταλίας) ήταν άμεση και στόχος πλέον η Serie B, μια δύσκολη υπόθεση καθώς 60 ομάδες συνολικά αγωνίζονται στη Lega Pro.

Στο Γκρουπ Β΄ συνάντησε μια ακόμα γνωστή ομάδα της Ιταλίας που χρεοκόπησε και ήταν κι αυτή πέρσι μαζί της. Η Βενέτσια αποδείχτηκε καλύτερη, τερμάτισε 1η με δέκα βαθμούς διαφορά και η Πάρμα μπήκε σε μια περίεργη διαδικασία πλέι οφ όπου αγωνίστηκαν 28 ομάδες για ένα μόλις εισιτήριο ανόδου. Παρ’ ότι τερμάτισε με 70 βαθμούς δεν είχε κάποιο πλεονέκτημα σε σχέση με ομάδες που είχαν τελειώσει με πάνω από 20 βαθμούς διαφορά, εκτός από ότι γλίτωσε έναν γύρο και μπήκε απευθείας στους 16. Φτάνοντας στους 4, αντιμετώπισε σε μονό αγώνα την άσημη Πορντενόνε, προηγήθηκε, ισοφαρίστηκε λίγο πριν το τέλος και το ματς πήγε στα πέναλτι. Εκεί, με το σκορ στο 5-5 και τον ντε Αγκοστίνι της Πορντενόνε να αστοχεί, την μπάλα πήρε ο 39χρονος αρχηγός Αλεσάντρο Λουκαρέλι.

Το πιο ωραίο γκολ του Αλεσάντρο, όπως λέει κι ο ίδιος:
«Πολλοί ακόμα νομίζουν ότι το έχει βάλει ο αδερφός μου»

Αν το όνομα σας θυμίζει κάτι, είναι ο μικρότερος αδερφός του Κριστιάνο Λουκαρέλι, αλλά αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος για να θυμάται κανείς. Τα δυο αδέρφια από το Λιβόρνο που μεγάλωσαν παίζοντας μπάλα στις αλάνες της πόλης, αγωνίστηκαν σε αρκετές ομάδες. Το καλοκαίρι του 2008 βρέθηκαν κι οι δύο στην Πάρμα, αλλά ο Αλεσάντρο δεν έφυγε ξανά. Αγωνίζεται από τότε εκεί. Κανείς δεν περίμενε πόσο θα δενόταν με τον σύλλογο και ότι θα γινόταν αρχηγός του. Το αγαπημένο παιδί των οπαδών, ένας άνθρωπος που στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν δεν φοβήθηκε ποτέ να μιλήσει.

Ο Λουκαρέλι βγήκε μπροστά, διαμαρτυρήθηκε όταν οι συμπαίκτες του έμειναν απλήρωτοι για μήνες, τους κάλεσε σε απεργία και έκανε εκκλήσεις στις αρχές για τα όσα συνέβαιναν στην Πάρμα, αφού φαινόταν ότι οι επενδυτές ήταν απατεώνες. Το 2015, λίγο πριν το τέλος της Πάρμα μάζευε με συμπαίκτες του χρήματα για να μπορέσουν να πάνε οι παίκτες με ιδιωτικά αυτοκίνητα στη Γένοβα για το ματς με την Τζένοα, έστω κι αν η σωτηρία ήταν τελειωμένη υπόθεση. Ο Λουκαρέλι ήθελε μέχρι το τέλος οι απλήρωτοι ποδοσφαιριστές να δώσουν τη μάχη στο χορτάρι και όχι σε κάποιο δικαστήριο. «Μετά από επτά χρόνια στην ομάδα νιώθω τη φανέλα δικιά μου και είμαι έτοιμος να παίξω σε οποιοδήποτε επίπεδο για τον σύλλογο» είχε πει τότε σε ερώτημα αν θα ακολουθούσε την ομάδα στη Δ’ εθνική.

Το πέναλτι του αρχηγού

Τα λόγια έγιναν πράξη, ο Λουκαρέλι είναι ο μοναδικός που έμεινε και έπαιξε στη Δ’ και φέτος στη Γ’. Και στα 39 του πήρε την μπάλα στα χέρια, στο κρίσιμο πέναλτι για την πρόκριση στον τελικό. Η ερασιτεχνική κάμερα ήταν στημένη στο κατάλληλο σημείο, δεν θα μπορούσε κάποιος επαγγελματίας σκηνοθέτης να προβλέψει όλη τη σκηνή, το βίντεο μοιάζει απίστευτα αληθινό, σαν να είσαι μέσα. Ο αρχηγός με ψυχραιμία σουτάρει, σκοράρει, φεύγει προς το πέταλο του Αρτέμιο Φράνκι περνώντας μπροστά από την κάμερα. Δεν είναι τόσο μια έκρηξη χαράς, όσο ότι η Πάρμα είναι ακόμα ζωντανή. Αποθεώνεται από τους εκδρομείς που έκαναν το ταξίδι Πάρμα-Φλωρεντία για έναν αγώνα Γ’ εθνικής και φωνάζουν: «υπάρχει μόνο ένας αρχηγός». Ξέρει ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα, ότι έχει μείνει ακόμα ένα βήμα. Ακολουθούν κι οι συμπαίκτες του, ένας από αυτούς παίρνει το καπνογόνο και σαν οπαδός πανηγυρίζει. Η Πάρμα φτάνει στον τελικό και για όλους όσους ζήσαμε αυτό το σύλλογο παλιότερα, αλλά βλέπουμε και το μεγαλείο του Αλεσάντρο τώρα, ελπίζουμε να τα καταφέρει για να κρεμάσει ο αρχηγός τα παπούτσια του ως παίκτης τουλάχιστον της Β’ εθνικής.

Λούκα ντε Πρα: O «κατάσκοπος» του ποδοσφαίρου

  [9 Σχόλια]

Στην εποχή που ζούμε η λέξη κατασκοπεία δεν πολυχρησιμοποιείται ή δεν χρησιμοποιείται καθόλου στον αθλητισμό, ιδίως στο ποδόσφαιρο. Στην εποχή των social media και της συνεχούς ενημέρωσης στο διαδίκτυο, αυτός που θέλει να μάθει, να ενημερωθεί, να «κατασκοπεύσει» βρε αδερφέ τον αντίπαλο, μπορεί να το κάνει πανεύκολα. Όλα -μα όλα- τα παιχνίδια υπάρχουν διαθέσιμα παντού. Τα στατιστικά έχουν πάει -κυριολεκτικά- σε άλλο επίπεδο και φυσικά ο καθένας μπορεί να βρει και να δει ακόμα και προπονήσεις των κορυφαίων ομάδων του πλανήτη με ένα κλικ στο ποντίκι του υπολογιστή του. Πολλές φορές ακόμα και live μέσω του facebook και του twitter. Όλα αυτά έχουν κάνει τη ζωή των προπονητών, των σκάουτερ και των «κατασκόπων» πολύ ευκολότερη, όπως φυσικά και των κάθε λογής «προπονητών» του καναπέ, του καφενείου και του football manager.

Θυμάμαι διάβαζα πριν χρόνια ένα άρθρο σε γνωστό αθλητικό σάιτ που έλεγε πως ο μπασκετικός Παναθηναϊκός το 1982 είχε αποκλειστεί στον όμιλο του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος (της σημερινής -κλειστής- Euroleague) επειδή ο τότε προπονητής του, ο Κώστας Πολίτης, έψαχνε μάταια να βρει κασέτες των αντιπάλων, μιας και δεν γνώριζε τίποτα για καμία από δαύτες. Ωραίες, δύσκολες αλλά και, μοναδικά, ρομαντικές εποχές. Στη δική μας εποχή ακούγεται -και είναι- αστείο όλο αυτό αλλά δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ψέμα ή υπερβολή. Τα ίδια πάνω-κάτω συνέβαιναν και στο ποδόσφαιρο εκείνα τα «δύσκολα» χρόνια. Κυρίως σε χώρες όπως η Ελλάδα. Και όμως στη γειτονική χώρα Ιταλία υπήρξε κάποιος που τερμάτισε τον όρο «γραφικός ποδοσφαιρικός κατάσκοπος» και μας χάρισε μια μοναδική cult στιγμή πριν μερικά χρόνια. Από αυτές που αρκετοί αρνούνται να πιστέψουν ακόμα και όταν τους δείχνεις τη δημοσίευση κατάμουτρα. Αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω είναι πέρα για πέρα αληθινό και κάνει γραφικές μορφές του επαρχιακού ελληνικού ποδοσφαίρου (όπως ο Λάκης ο Ταπετσέρης για παράδειγμα) να κουλουριαστούν σε μια γωνία και να κλάψουν με σπαρακτικούς λυγμούς.

Οι φανατικοί φίλοι του ιταλικού φουτμπόλ και της Σκουάντρα Ατζούρα λογικά θα έχουν ακούσει για τον σπουδαίο Τζιοβάνι ντε Πρα. Τον κορυφαίο τερματοφύλακα που φόρεσε τη φανέλα της Τζένοα, τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, αλλά θεωρώ δύσκολο έως απίθανο να έχουν ακούσει (ή διαβάσει) για τον ημίτρελο ανιψιό του, τον Λούκα. O Λούκα ντε Πρα τη σεζόν 2013-2014 ήταν προπονητής της ομάδας νέων της Τζένοα και λογικά την ίδια περίοδο είχε λιώσει τις ταινίες του Σιλβέστερ Σταλόνε «Ράμπο» όπως και το κατασκοπευτικό ελληνικό αριστούργημα «Θου-Βου πράκτωρ 000». Άλλη -λογική- εξήγηση δεν μπορεί να δοθεί σε αυτό που θα διαβάσετε. Τον Σεπτέμβριο του 2013 και λίγο πριν το σπουδαίο ντέρμπι της Γένοβας ανάμεσα στη Τζένοα και τη Σαμπντόρια ο Λούκα είχε μια «καταπληκτική» ιδέα. Ήθελε να κατασκοπεύσει ως άλλος Τζόνι Ίνγκλις την ομάδα του θεούλη Ντέλιο Ρόσι, όπως γινόταν παλιά όμως. Ινκόγκνιτο δηλαδή. Αφού φόρεσε τη στολή παραλλαγής -όπως ο Τζον Ράμπο ή ακόμα καλύτερα όπως ο Τσάρλι Σιν στο Hot Shots:2– κατευθύνθηκε προς το προπονητικό κέντρο των αντιπάλων χωρίς να γίνει αντιληπτός (ίσως ήταν περίοδος κυνηγιού-ποιος ξέρει) και σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο πίσω από κάτι θάμνους, αρκετά μακριά από τον χώρο προπόνησης. Αξίζει να σημειωθεί πως ο κατάσκοπος Λούκα είχε βάψει και το πρόσωπό του όπως κάνουν οι λοκατζήζες σε συνθήκες μάχης. Κοινώς ο Λούκα ντε Πρα απλά το είχε τερματίσει.

Λίγα λεπτά μετά και αφού έχει βγάλει τα κιάλια και έχει φτάσει την κατασκοπεία σε άλλο επίπεδο έγινε αντιληπτός από μερικούς φίλους της Σαμπντόρια που με τη σειρά τους ειδοποίησαν τους ανθρώπους ασφαλείας του προπονητικού κέντρου της ομάδας. Ο Λούκα ντε Πρα άρχισε να τρέχει έντρομος (κάτι που δεν θα έκανε ποτέ ο Τζον ο Ράμπο) και μετά από ένα σύντομο κυνηγητό έγινε τσακωτός και ρεζίλι σε όλα τα ΜΜΕ της Ιταλίας (και όχι μόνο). Οι άνθρωποι της Σαμπντόρια μη μπορώντας να κάνουν κάτι διαφορετικό το έριξαν στην πλάκα και έβγαλαν μια άκρως αστεία ανακοίνωση λέγοντας πως: «O κατάσκοπος απέτυχε να νικήσει την αντικατασκοπεία της ομάδας αλλά δε τον πιάσαμε αιχμάλωτο. Συνελήφθη και αφέθηκε ελεύθερος να γυρίσει στη βάση του ως ένδειξη μεγαλοπρέπειας. Τους αντιπάλους μας άλλωστε πρέπει να τους συγχωρούμε μιας και αυτό τους εκνευρίζει περισσότερο». Η Τζένοα απ’ την άλλη δεν πήρε θέση και με μια σύντομη ανακοίνωση δήλωσε πως ο παίκτης είχε λειτουργήσει αυτοβούλως και τον απέλυσε από το πόστο του προπονητή της ομάδας νέων. Λίγο καιρό αργότερα, μη μπορώντας να αντισταθεί στο ποδοσφαιρικό μεγαλείο του Λούκα τον τοποθέτησε βέβαια σε νέο πόστο. Αυτό του προπονητή τερματοφυλάκων της ομάδας. Η κατασκοπεία από την άλλη θρηνεί ακόμα για αυτή τη μεγάλη απώλεια αυτού του τίμιου «πράκτορα».

Μπράντι, μάλμπορο και γκολ: Η καριέρα του Ντάριο Χούμπνερ

  [9 Σχόλια]

Στις 31 Αυγούστου του 1997 το Σαν Σίρο ήταν κατάμεστο. Οι οπαδοί της Ίντερ είχαν κατακλύσει το γήπεδο θέλοντας να δούνε τον Ρονάλντο να φοράει για πρώτη φορά τη φανέλα της ομάδας τους. Όπως είναι λογικό, όλο το pre-game show ήταν αφιερωμένο στο ‘Φαινόμενο’, του οποίου η μετακίνηση από τη Μπαρτσελόνα είχε σπάσει το ρεκόρ μεταγραφής. Αντίπαλος της Ίντερ σ’εκείνο το πρώτο παιχνίδι ήταν η Μπρέσια, που μόλις είχε ανέβει από τη δεύτερη κατηγορία.

Το πρώτο ημίχρονο κύλησε με την Ίντερ να απειλεί συνεχώς αλλά να μη μπορεί να σκοράρει. Κάπου στα μισά της επανάληψης, ένας νεαρός μέσος της Μπρέσια έκανε μια πάσα στη μεγάλη περιοχή, ο επιθετικός της ομάδας κοντρόλαρε τη μπάλα με το δεξί γόνατο, έχοντας πλάτη στην εστία, και πριν προλάβει ο αμυντικός να καταλάβει τι θα κάνει, γύρισε και ‘εκτέλεσε’ με το αριστερό, στέλνοντας τη μπάλα ακριβώς στο παραθυράκι.

Η Ίντερ κατάφερε στα τελευταία λεπτά να γυρίσει το παιχνίδι, χάρη σε δυο γκολ ενός άλλου σπουδαίου Λατινοαμερικάνου που επίσης έκανε ντεμπούτο εκείνη τη μέρα, του Άλβαρο Ρεκόμπα, αλλά ακόμα κι έτσι στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου γράφτηκαν για πρώτη φορά τα ονόματα των δυο παικτών της νεοφώτιστης Μπρέσια.

Ο μέσος με το μακρύ μαλλάκι, που λίγους μήνες πριν είχε κλείσει τα 18, ήταν ο Αντρέα Πίρλο. Ήταν μόλις το δεύτερο παιχνίδι του στην πρώτη κατηγορία και εκείνη ήταν η πρώτη του ασίστ. Ο ψήλος επιθετικός με την περίεργη κορμοστασιά, που στο γκολ έκανε κίνηση έμπειρου σκόρερ, ήταν ο Ντάριο Χούμπνερ, που κι αυτός έκανε εκείνη τη μέρα ντεμπούτο στο Καμπιονάτο. H διαφορά του με όλους τους άλλους πρωτοεμφανιζόμενους είναι ότι ο Χούμπνερ λίγο καιρό πριν είχε κλείσει τα 30!

Μέσα στα επόμενα χρόνια όλοι στη χώρα θα καταλάβαιναν ότι η διαφορά του Χούμπνερ με τους υπόλοιπους επιθετικούς δεν περιοριζόταν στην ηλικία. Ο Ιταλός με το Γερμανικό επίθετο (κληρονομιά από τον παππού του, που πολλά χρόνια πριν είχε αφήσει την πατρίδα του ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή στην Ιταλία), που μοιάζει σαν καλτ χαρακτήρας που ξεπήδησε από ταινία των αδερφών Κοέν, έκανε το μεγάλο βήμα της καριέρας του σε μια ηλικία που η απόδοση των υπολοίπων αρχίζει σιγά-σιγά να πέφτει. Κι αυτό γιατί στην ηλικία που τα περισσότερα μεγάλα ταλέντα βρίσκονται ήδη σε κάποια καλή ακαδημία και βελτιώνονται στο θέμα της τακτικής, ο πιτσιρικάς Ντάριο προσπαθούσε να επιβιώσει δουλεύοντας είτε ως ξυλουργός φτιάχνοντας πόρτες, είτε ως σιδεράς.

Ακόμα και μετά από τόσες ώρες δουλειάς σε δύσκολες συνθήκες όμως, ο Χούμπνερ έβρισκε χρόνο για να παίξει μπάλα στις ομάδες της περιοχής του. Όποιος τον έβλεπε καταλάβαινε εύκολα πως ο μικρός δεν είναι κανένα τρομερό ταλέντο. Η τεχνική του ήταν μετριότατη, το παρουσιαστικό του τελείως αντιτουριστικό και το παίξιμο του χαρακτηριζόταν στην καλύτερη των περιπτώσεων δυναμικό αλλά άτσαλο. «Φυσικά και είμαι λίγο αγροίκος όταν παίζω. Θα ήθελα να σας δω κι εσάς πως θα ήσασταν μετά από 10 ώρες δουλειά» συνήθιζε να απαντάει κάθε φορά που τον κατηγορούσαν για έλλειψη… κομψότητας στο παιχνίδι του.

Υπάρχουν όμως μερικά χαρακτηριστικά στο ποδόσφαιρο που αν τα έχεις μπορείς να πας μπροστά ακόμα κι αν η μοίρα δεν σου έχει χαρίσει άφθονο τεχνικό ταλέντο: Πάθος και ένστικτο. Ο Ντάριο Χούμπνερ είχε κι από τα δυο τόσο πολύ που αν ήθελε μπορούσε να πουλήσει και λίγο σε κάποιον Βραζιλιάνο σαλτιμπάγκο. Παίζοντας στην κορυφή της επίθεσης από μικρός, έδειξε γρήγορα ότι μυρίζεται το γκολ όσο λίγοι και ότι όταν φτάνει η ώρα της εκτέλεσης το πόδι του τα καταφέρει μια χαρά κι αυτά δεν πέρασαν απαρατήρητα από τους σκάουτερς που παρακολουθούσαν τις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας. Κάπως έτσι ήρθαν οι πρώτοι μικροί μισθοί και μπόρεσε να αφήσει την πρωινή του δουλειά που ως τότε του επέτρεπε να κάνει όλες κι όλες δυο προπονήσεις την εβδομάδα και να παίρνει για ανταμοιβή ένα σάντουιτς και ένα αναψυκτικό μετά το τέλος των αγώνων. Η συνέχεια ήταν μια μεγάλη ανηφόρα, την οποία ανέβηκε με μικρά και αργά βήματα αλλά με αρκετή δουλειά και αξιοπρόσεκτη συνέπεια στο σκοράρισμα. Από το ερασιτεχνικό πήγε στην 3η κατηγορία, μετά στην Τσεζένα, που έπαιζε στη Serie B, και από εκεί στη Μπρέσια και το Καμπιονάτο, έστω και στα 30 του. Κάλιο αργά παρά ποτέ, που – λογικά- λένε και στο χωριό του.

Αν το γκολ στο ντεμπούτο μέσα στο Σαν Σίρο ήταν το «καλώς σας βρήκα, με λένε Ντάριο», το χατ τρικ που ακολούθησε, στη 2η αγωνιστική απέναντι στη Σαμπντόρια, ήταν το «δεν πιστεύω να ξεχάσατε το όνομα μου». Το ογκώδες σκαρί του, το άγαρμπο και ιδιαίτερο τρέξιμο του και η δύναμη με την οποία χωνόταν σε όλες τις φάσεις του έδωσε το παρατσούκλι «Τατάνκα», το όνομα δηλαδή που χρησιμοποιούσαν οι ιθαγενείς Αμερικάνοι για τα βουβάλια.


Το τρέξιμο του βουβαλιού

Ακόμα και στη μεγάλη κατηγορία της χώρας όμως, με αρκετούς προβολείς στραμμένους πάνω του, ο Χούμπνερ δεν ενδιαφέρθηκε να αλλάξει ιδιαίτερα τη ζωή του. Αδιαφορούσε επιδεικτικά για την εμφάνιση του, έχοντας μόνιμα την εικόνα κάποιου που μόλις έχει σηκωθεί από το κρεβάτι και έχει φύγει τρέχοντας από το σπίτι για να προλάβει, και συνέχιζε να απολαμβάνει καθημερινά δυο από τις μεγάλες αγάπες του: το ποτό και το τσιγάρο. Όσοι τον έζησαν έχουν να λένε πως ο «Τατάνκα» κατέβαζε για πλάκα μερικά ποτηράκια γκράπα (παραδοσιακό ιταλικό μπράντι) και κάπνιζε τουλάχιστον ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα, μια συνήθεια που δεν έκοβε ούτε την ώρα των αγώνων! Ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ να το κρύψει, δηλώνοντας συχνά ότι το τσιγάρο τον ηρεμούσε, γι’αυτό και στο ημίχρονο μόλις ο προπονητής ολοκλήρωνε τις οδηγίες του, πήγαινε στις τουαλέτες, άναβε ένα Marlboro, έπαιρνε 3-4 ρουφηξιές και επέστρεφε ανανεωμένος στον αγώνα, έτοιμος να ματώσει ξανά τα δίχτυα. «Χωρίς το αλκοόλ και τα τσιγάρα ο Χούμπνερ θα ήταν ο πιο δυνατός όλων» έλεγε με παράπονο ο πρόεδρος της Μπρέσια, Λουίτζι Κοριόνι.

Σε ένα Καμπιονάτο που τότε ζούσε τα καλύτερα χρόνια του, όντας με διαφορά το πιο ποιοτικό πρωτάθλημα του κόσμου, ο μεσήλικας Χούμπνερ με την αντιαθλητική ζωή κατάφερε να βρει τρόπο να τρυπώσει ανάμεσα στους κορυφαίους επιθετικούς του πλανήτη, όπως ακριβώς έβρισκε τρόπους να χωθεί και να σκοράρει απέναντι σε μερικούς από τους καλύτερους αμυντικούς του κόσμου. Η Μπρέσια υποβιβάστηκε στο τέλος της σεζόν αλλά ο «Τατάνκα» είχε ήδη αποδείξει και με το παραπάνω ότι ξέρει να κάνει καλά τη δουλειά του σκοράροντας 16 φορές, ένα νούμερο που τον έφερε στην 8η θέση μιας λίστας που είχε μέσα τους Μπίρχοφ, Ρονάλντο, Μπάτζιο, Μπατιστούτα, Ντελ Πιέρο, Ινζάγκι. Όλως παραδόξως, η μεγάλη του στιγμή δεν είχε έρθει ακόμα.


Μπάτζιο και Χούμπνερ στη μοναδική σεζόν που έπαιξαν μαζί στη Μπρέσια πέτυχαν συνολικά 27 γκολ

Τη σεζόν 2001-02 η Πιατσέντσα τον αγόρασε από τη Μπρέσια, παραβλέποντας το γεγονός πως βρισκόταν σε συντάξιμη ποδοσφαιρικά ηλικία, κι αυτός τη δικαίωσε άμεσα. Το τέλος της χρονιάς βρήκε τη νεοφώτιστη ομάδα στην ασφάλεια της 12ης θέσης και τον Χούμπνερ στην κορυφή του πίνακα των σκόρερ με 24 γκολ (μαζί με τον Τρεζεγκέ της πρωταθλήτριας Γιουβέντους, που όμως έπαιξε ένα ματς παραπάνω)! Το κατόρθωμα του δυσκολεύεσαι να το χωνέψεις ακόμα και σήμερα. Σ’ένα πρωτάθλημα γεμάτο πανάκριβους σούπερ σταρ, πρώτος σκόρερ βγήκε ένας 35χρονος, λίγο ατσούμπαλος επιθετικός που παίζει σε μια από τις μικρές ομάδες. Εκείνη τη χρονιά ο Χούμπνερ έγινε μόλις ο 2ος παίκτης που έχει βγει πρώτος σκόρερ και στις τρεις πρώτες κατηγορίες της Ιταλίας, ενώ ήταν και ο γηραιότερος που κέρδισε το σχετικό βραβείο (ρεκόρ που έσπασε τελικά το 2015 ένας άλλος ψηλός Ιταλός, ο Λούκα Τόνι).

Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο προσόν του ήταν η αίσθηση του γκολ επέτρεψε στον Χούμπνερ να βγάζει τα προς το ζην από το ποδόσφαιρο, έστω και στις μικρές κατηγορίες, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Είναι χαρακτηριστικό πως σε ηλικία 40 ετών ολοκλήρωνε σεζόν σε τοπικό επίπεδο με 20 γκολ σε 18 ματς. Την ημέρα που τελικά κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του, η… καμπούρα του μετρούσε 44 χρόνια ζωής και 24 χρόνια καριέρας!

Μια καριέρα σίγουρα αξιοπρεπέστατη, από την οποία είχε μόνο ένα μικρό παράπονο: Το ότι λόγω ατυχίας (έπαιξε μπάλα σε μια εποχή που οι Ιταλοί έβγαζαν καλούς επιθετικούς με το κιλό) δεν κλήθηκε ποτέ στην εθνική. Όπως λέει και ο ίδιος όμως: «Δεν μπορώ να έχω σοβαρό παράπονο. Όταν ήμουν νέος και δούλευα όλη μέρα πάνω στα αλουμίνια ποιος θα το φανταζόταν ότι θα έκανα κάποτε μια καριέρα σαν κι αυτή; Είμαι πολύ χαρούμενος με αυτά που κατάφερα».


Πόσο θεούλης; Τόσο θεούλης!

Χαλαρός και με αρκετές άσπρες τρίχες πλέον στο κεφάλι, δουλεύει στο μπαρ ‘Τατάνκα’ που άνοιξε με τη γυναίκα του σε ένα μικρό χωριό της Ιταλίας. Όταν τον ρωτάνε για το μοντέρνο ποδόσφαιρο απαντάει: «Οι σύγχρονοι παίκτες είναι λίγο σαν ρομπότ, με όλες αυτές τις λεπτομέρειες που υπάρχουν στις προπονήσεις. Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράγματα» και συνεχίζει: «Επίσης, βλέπω ότι αρκετοί ενδιαφέρονται μόνο για τα στατιστικά τους και δεν παίζουν για την ομάδα. Τότε εμείς κάναμε παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί για μπύρα τα απογεύματα για να γνωριστούμε καλύτερα», μια δήλωση που έχει άλλη δύναμη όταν γίνεται από κάποιον που κάθε φορά που του υπενθυμίζουν τα κατορθώματα του στο σκοράρισμα (τέλειωσε την καριέρα του με περισσότερα από 300 γκολ σε επίσημα παιχνίδια), σπεύδει να τονίσει ότι αν δεν υπήρχαν δίπλα του όλοι αυτοί που τον τροφοδοτούσαν δεν θα είχε πετύχει τίποτα απ’όσα πέτυχε.

Ο Ντάριο Χούμπνερ δεν έγινε ποτέ σούπερ σταρ, δεν πήρε ποτέ μεταγραφή σε κάποια από τις μεγάλες ομάδες (αν και έφτασε αρκετά κοντά και στη Μίλαν και στην, αγαπημένη του, Ίντερ), δεν έβγαλε πάρα πολλά λεφτά από το ποδόσφαιρο και δεν έκανε καμία ιδιαίτερη κοσμική ζωή εκμεταλλευόμενος τη φήμη του Καμπιονάτο. Κατάφερε όμως να αφήσει ένα μικρό σημάδι στο ιταλικό ποδόσφαιρο και να αγαπηθεί από τους οπαδούς όλων των ομάδων στις οποίες έπαιξε για το πάθος, το φιλότιμο αλλά και την αποτελεσματικότητα που έδειχνε σε κάθε παιχνίδι. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, συχνά-πυκνά περαστικοί τον σταματάνε στο δρόμο και τον ευχαριστούν για κάποιο από τα εκατοντάδες γκολ που πέτυχε. Και, όπως και να το δει κανείς, για κάποιον που κατέβαζε μερικά ποτηράκια γκράπα και έκανε ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα, παίζοντας ταυτόχρονα στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου, αυτό είναι αναμφίβολα ένα μεγάλο κατόρθωμα.

Όταν ο κόσμος έμαθε τον 17χρονο Τζίτζι

  [Καθόλου σχόλια]

Όπως σε πολλά πράγματα στη ζωή, έτσι και στο ποδόσφαιρο, ένα τυχαίο γεγονός μπορεί να γίνει καταλύτης μεγάλων εξελίξεων. Ένα τέτοιο λοιπόν συμβάν το Νοέμβριο του 1995 έφερε μια ιστορική ποδοσφαιρική στιγμή. Η Πάρμα του Νέβιο Σκάλα είχε δει τον τερματοφύλακά της Λούκα Μπούτσι να τραυματίζεται και ο Ιταλός κόουτς αποφάσισε να ανεβάσει από την Πριμαβέρα τον πιτσιρικά τερματοφύλακα του συλλόγου για μπακ-απ του Αλεσάντρο Νίστα, του 2ου τερματοφύλακα της ομάδας που θα έπαιρνε τη θέση του Μπούτσι. Ο 17χρονος γκολκίπερ όμως έκανε μαγικά πράγματα στις προπονήσεις και μάλιστα τα έκανε σαν να ήταν φυσιολογικά. Ο Σκάλα κοιτάχτηκε με το βοηθό του για να βεβαιωθεί ότι αυτά που έβλεπε ήταν πραγματικά. «Δεν μπορούσαν οι επιθετικοί μας να του βάλουν γκολ, ήταν ένα φαινόμενο». Ο 17χρονος συνέχισε να κατεβάζει ρολά στις προπονήσεις κι ο Σκάλα άρχισε να σκέφτεται όλο και παραπάνω το ενδεχόμενο να τον ξεκινήσει. Το ματς όμως δεν ήταν όποιο-όποιο. Το Ένιο Ταρντίνι υποδεχόταν την Μίλαν που πριν λίγους μήνες είχε χάσει στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ από τον Άγιαξ και λίγους μήνες αργότερα θα κέρδιζε το πρωτάθλημα με 8 βαθμούς διαφορά από τη 2η Γιουβέντους. Το ρίσκο ήταν τεράστιο.

Ο Σκάλα έκοβε βόλτες στο ξενοδοχείο, πήρε την απόφασή του, χτύπησε την πόρτα τού μικρού και του είπε: «Παίζεις αύριο. Τι λες γι’ αυτό;». Ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν απάντησε με αυτή την άνεση και την αυτοπεποίθηση που θα τον συνόδευε μέχρι και σήμερα: «Κανένα πρόβλημα κόουτς«. Και το έδειξε την επόμενη μέρα, κάνοντας ένα ιδανικό ντεμπούτο για τόσο μικρό παίκτη, σε τόσο δύσκολη θέση. Δεν υπερβάλλουμε. Η Μίλαν είχε στην επίθεση Μπάτζιο και Γουεά (Μάρκο Σιμόνε ως αλλαγή), πιο πίσω τον Ζβόνιμιρ Μπόμπαν, τον Ντεσαγί, τον Μαλντίνι, τον Μπαρέζι, τον Αλμπερτίνι. Όχι φυσικά ότι η Πάρμα των Στόιτσκοφ, Τζόλα, Καναβάρο, Σενσίνι πήγαινε πίσω.

Αλλά η 19η Νοεμβρίου του 1995 ήταν η μέρα που ο κόσμος γνώρισε τον Μπουφόν. Όταν οι συνθέσεις ανακοινώθηκαν από τα μεγάφωνα του γηπέδου, πολλοί κοιτιόντουσαν περίεργα. Ο Σκάλα τους ηρεμούσε. «Μην ανησυχείτε, δεν θα φάμε γκολ σήμερα». Κι όντως έτσι έγινε. Έξοδοι με τσαμπουκά στον αέρα. Αποκρούσεις. Βουτιές στα πόδια του Μπάτζιο. Το τελικό 0-0 ήταν σαν νίκη του Μπουφόν, που έμοιαζε άτρωτος. Όταν ο Μπούτσι γύρισε από τον τραυματισμό, ήταν πολύ αργά γι’ αυτόν. Το παιδί θαύμα από την Τοσκάνη είχε ήδη καπαρώσει τη θέση του βασικού.

Από τότε ακολούθησαν 998 ακόμα παιχνίδια. 219 με την Πάρμα, 167 με την Ιταλία και 612 με τη Γιουβέντους. Ο Μπουφόν απόψε απέναντι στην Αλβανία φτάνει τα 1000 παιχνίδια στην καριέρα του, μπαίνει σε ένα κλειστό κλαμπ με ονόματα όπως ο Μαλντίνι, ο Γκιγκς, ο Ζανέτι κι ο Ραούλ. Πολλοί τίτλοι μέσα σε αυτά τα ματς. Πρωταθλήματα, κύπελλα, Μουντιάλ, ΟΥΕΦΑ. Ποτέ το Τσάμπιονς Λιγκ όμως. Ένας από τους λόγους που τον κάνουν να συνεχίζει μέχρι και τώρα. Αυτό και το επόμενο Μουντιάλ της Ρωσίας. Κι η αλήθεια είναι ότι δεν παίζει χαριστικά. Παρά τα 39 του χρόνια οι τελευταίες του σεζόν ήταν πολύ καλές. Πιο καλές από ότι αυτές π.χ. στα 35 του. Με τον Ντοναρούμα από πίσω, ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος στην εθνική, αλλά όσο βρίσκεται σε τέτοιο επίπεδο, θα ξεκινάει βασικός.

Κατά σύμπτωση και στην εθνική έκανε ντεμπούτο από σπόντα. Όχι ότι δεν θα έπαιζε κάποια στιγμή, όπως και στην Πάρμα άλλωστε, με τόσο ταλέντο δεν θα χανόταν. Αλλά ήρθε ένας τραυματισμός του Παλιούκα εν ώρα αγώνα και ο Μπουφόν μπήκε αλλαγή στο 31′. Και πάλι σε ένα ζόρικο ματς. Στη χιονισμένη Μόσχα, με μια πορτοκαλί μπάλα, στα μπαράζ για το Μουντιάλ του 1998. Θα είχε κρατήσει και σε εκείνο το ντεμπούτο το μηδέν, αλλά ένα αυτογκόλ του Καναβάρο τον νίκησε. Το 1-1 της Ρωσίας, έγινε γνήσιο, ιταλικό, παραδοσιακό 1-0 στη ρεβάνς με τον Καζιράγκι και οι Ιταλοί (με τον Περούτσι στο τέρμα) πήραν το εισιτήριο για τα γήπεδα της Γαλλίας. Ο Μπουφόν θα περίμενε μερικά χρόνια ακόμα για να κατακτήσει την κορυφή του κόσμου.

Πριν λίγες μέρες ο μάνατζέρ του αποκάλυψε ότι όταν έφυγε από την Πάρμα ήταν πολύ κοντά στην Μπαρτσελόνα. Υπήρχε προσφορά και συμφωνία των δύο συλλόγων, αλλά ο Μπουφόν επέλεξε τη Γιουβέντους. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε, το ιταλικό πρωτάθλημα και η Γιουβέντους δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα. Μεγαλύτερη σημασία είχε το γεγονός ότι δεν ακολούθησε το δρόμο του Καναβάρο αργότερα. Έμεινε στη Γιουβέντους στα δύσκολα χρόνια του υποβιβασμού, έχασε αρκετές σεζόν είτε σε χαμηλότερη κατηγορία, είτε σε μια Γιούβε όχι τόσο ισχυρή που έβλεπε την πλάτη των υπολοίπων. Δεν το μετάνιωσε όμως. Είναι αυτοί οι παίκτες, που στα δύσκολα δείχνουν να βάζουν την αγάπη πάνω από το προσωπικό κέρδος, που γίνονται πιο αγαπητοί στον κόσμο. Φτάσαμε στο 2017 και ο Μπουφόν ακόμα δεν ξέρει πότε θα σταματήσει. «Σίγουρα πριν τα επόμενα 1000 παιχνίδια» δήλωσε. Σίγουρα όχι πριν το 2018 θα πούμε εμείς. Η 168η εμφάνισή του με τη φανέλα της Ιταλίας, είναι διπλό ρεκόρ όμως. Εκτός από 1000ό παιχνίδι, με αυτή ξεπερνά τον καλό του φίλο Κασίγιας και τον Λετονό Ασταφέγις, είναι πλέον ο 1ος Ευρωπαίος σε συμμετοχές σε εθνική ομάδα.

Για τα παιδιά

  [1 Σχόλιο]

Αν η Ιταλία είναι μια ιδιαίτερη χώρα, η Νάπολη είναι μια ακόμα πιο ιδιαίτερη πόλη, ένα όμορφο χάος. Μια πόλη που συνδυάζει την σκληρότητα της εγκληματικότητας με την καθημερινή ανθρωπιά ενός μέρους που μοιάζει να είναι ξεχασμένο από το χρόνο. Όλα τα άσχημα, αλλά και τα θετικά αυτής της πόλης είναι ακόμα πιο εμφανή στον φανατικό κόσμο της τοπικής ομάδας.

Όπως ο… Santa Claus έρχεται τα Χριστούγεννα κι ο Άη-Βασίλης την Πρωτοχρονιά, έτσι και στην Ιταλία η γιαγιά Μπεφάνα εμφανίζεται τα Θεοφάνεια. Κάνει κι αυτή το ίδιο πράγμα με τους συναδέλφους της, μοιράζει δώρα στα παιδιά. Τον Γενάρη που μας πέρασε ανήμερα των Θεοφανείων, οι παίκτες της Νάπολι πήγαν στη Νισίδα (που ναι βγαίνει από το ελληνικό «νησίδα») απέναντι από τη Νάπολη, εκεί που υπάρχουν φυλακές ανηλίκων. Ο Χάμσικ, ο Μάρτενς και ο Παβολέτι έδωσαν μερικές στιγμές χαράς στους νεαρούς που πολύ γρήγορα στη ζωή τους πήραν έναν κακό δρόμο.

Και αν αυτή ήταν μια ωραία πρωτοβουλία, τότε αυτό που ακολούθησε στην πόλη της Νάπολης ήταν ακόμα πιο όμορφο. Ο Ρέινα και ο Ινσίνιε πήγαν σε ένα νοσοκομείο παίδων και έκαναν δώρα σε παιδιά που νοσηλεύονται εκεί, ειδικά σε αυτά της ογκολογικής κλινικής. Μαζί όμως πήγαν και οργανωμένοι οπαδοί της ομάδας. Άνοιξαν ένα πανό που έγραφε «Αγαπητή Μπεφάνα, μαζί με τα δώρα φέρε και υγεία στα παιδιά» και στη συνέχεια έμειναν εκεί απ’ έξω φωνάζοντας συνθήματα. Όχι υπέρ της Νάπολι, αλλά υπέρ των παιδιών. «Πάμε παιδιά, μην το βάζετε κάτω», «Είμαστε πάντα μαζί σας» και άλλα, πάντα στο ίδιο ύφος. Τα καπνογόνα και τα «φόρτσα ραγκάτσι» δημιούργησαν μια γηπεδική ατμόσφαιρα, με τις φωνές να φτάνουν στα μικρά παιδιά που νοσηλεύονται.

Κάπου στα 30″, όλοι σιωπούν και ο Αλέσιο ξεκινάει το σύνθημα

Το βασικότερο όμως είναι ότι δεν μιλάμε για κάποιο μεμονωμένο γεγονός. Οι Ultras της Curva B έχουν βοηθήσει ενεργά και άλλες φορές, με τον δικό τους τρόπο. Τον Οκτώβριο σε συνεργασία με μια τοπική οργάνωση, έκαναν πραγματικότητα το όνειρο του μικρού Αλέσιο που βρίσκεται στην ογκολογική κλινική. Ο μικρός επισκέφτηκε το Σαν Πάολο για τον αγώνα Νάπολι-Έμπολι και εκεί τον… ανέλαβαν οι φανατικοί. Ο Αλέσιο δεν είδε απλά από κοντά το 2-0 της αγαπημένης του ομάδας ντυμένος στα χρώματά της. Οι φανατικοί τον πήραν ανάμεσά τους, είδε τον αγώνα από το πέταλο και το καλύτερο και πιο συγκινητικό ήταν όταν τον άφησαν να ξεκινήσει ένα σύνθημα, σαν αρχηγός της εξέδρας. Αφού οι υπόλοιποι άρχισαν το τραγούδι, ο Αλέσιο πήρε στα χέρια του μια σημαία της ομάδας και την κράδαινε σαν το πιο σημαντικό λάβαρο του κόσμου τραγουδώντας μαζί τους.

How can we wear our smiles
With our mouths wired shut
‘Cause you stopped us from singing

The Editors – Smokers Outside the Hospital Doors

Όταν ο Αντρέα γνώρισε τον Ρομπέρτο

  [7 Σχόλια]

Σεζόν 2000-01. Ο Αντρέα Πίρλο που έχει κάνει ντεμπούτο στη Σέριε Α μόλις στα 16 του, αγωνίζεται πλέον για τέταρτη σεζόν στην μεγάλη κατηγορία και συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα στην Ίντερ, με τη ρετσινιά του αιώνιου ταλέντου να πλησιάζει. Οι προπονητές δεν τον πιστεύουν, πηγαίνει δανεικός, γυρίζει, δεν μπορεί να βρει θέση στην ομάδα του Ταρντέλι και έτσι για το δεύτερο μισό της χρονιάς επιστρέφει στην πατρίδα του την Μπρέσια. Εκεί, ο φοβερός και αγαπημένος Κάρλο Ματσόνε παίρνει το ρίσκο να τον κάνει «regista» ή όπως λέμε στο χωριό μου «deep-lying playmaker». Σε αυτή την απόφαση παίζει μεγάλο ρόλο ότι η Μπρέσια είχε ήδη ένα μεγάλο 10αρι, το είδωλο του Πίρλο, τον τεράστιο Ρομπέρτο Μπάτζιο (που είχε φύγει κι αυτός από την Ίντερ). Με αρκετά κιλά παραπάνω, την μαλλούρα και τα μούσια να έχουν γκριζάρει, ο 34χρονος Μπάτζιο ανανεώθηκε στην Μπρέσια σκοράροντας συχνά. Ο Ματσόνε μετακινεί τον Πίρλο πιο πίσω και αφήνει τον Μπάτζιο που δεν ήταν για πολύ τρέξιμο, να παίζει κάτι ως επιθετικός-δεκάρι-ψευτοεννιάρι μπροστά. Τα αποτελέσματα τον δικαιώνουν.

Ένα από τα δέκα γκολ του Μπάτζιο στο πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς, ήταν ένα έργο τέχνης, μια συνεργασία δύο καλλιτεχνών του ποδοσφαίρου που δυστυχώς στη συνύπαρξή τους στην Ίντερ δεν είδαμε αντίστοιχη. Με αντίπαλο τη Γιουβέντους (μια ακόμα ομάδα που θα ένωνε τους δύο μαέστρους) στο Τορίνο, η Μπρέσια βρισκόταν πίσω στο σκορ από ένα γκολ του Τζαμπρότα. Στο 86′, ο Πίρλο με το κλασσικό του στιλάκι πήρε την μπάλα στο χώρο που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια το δεύτερο σπίτι του. Εκεί, λίγο πίσω από τη σέντρα. Είχε δει ήδη τον Μπάτζιο και έκανε μια μπαλιά διαβήτη (επιπέδου Τσιάρτα σε Χαριστέα) με την μπάλα να διαγράφει τέλεια τροχιά. Οι περισσότεροι θα δυσκολεύονταν να την κατεβάσουν ακόμα κι έτσι. Ο Ρόμπι όχι απλά έκανε μαγικό κοντρόλ, με τόση απαλότητα λες και του έδωσες να κρατήσει νεογέννητο μωρό, αλλά ταυτόχρονα με το κατέβασμα έκανε και ντρίμπλα στο φαν ντερ Σαρ και ισοφάρισε για το τελικό 1-1. Ένα γκολ που στο τέλος του πρωταθλήματος (όταν κι η Ρόμα πήρε το πρωτάθλημα με 2 μόλις βαθμούς διαφορά από τη Γιούβε) αποδείχτηκε από τα καθοριστικά.

Οικογενειακές ανισότητες

  [1 Σχόλιο]

Πριν λίγες μέρες ασχοληθήκαμε με τον Αλεχάντρο Νταρίο Γκόμες, γνωστό ως «Πάπου» Γκόμες. Ο κοντούλης Αργεντινός παίκτης της Αταλάντα επί τη ευκαιρία των καλοκαιρινών χριστουγεννιάτικών του διακοπών, έκανε την απαραίτητη μύηση του γιου του στον μαγικό κόσμο του ποδοσφαίρου με ένα τάκλιν που κανονικά πρέπει να επιφέρει διαδικασία αυτοφώρου κι ο ίδιος σχολίασε λέγοντας «μόνο μπάλα».

Ο Πάπου όμως φαίνεται ότι μάλλον έχει μια διαφορετική σχέση με την κόρη του και σίγουρα άλλη συμπεριφορά. Εμφανίστηκε με το περιβραχιόνιο της Αταλάντα στον αγώνα με την Κιέβο με ένα ιδιαίτερο σχέδιο. Στο πολύχρωμο περιβραχιόνιο υπήρχαν οι χαρακτήρες του Frozen της Disney και μαζί, η μικρή του κόρη Άννι. Τελικά του έφερε γούρι, ο Πάπου σκόραρε δυο φορές (φιλώντας το περιβραχιόνιο, όπως ο Ραούλ κι ο Τσιάρτας τη βέρα τους) κι η Αταλάντα πήρε τη νίκη με 4-1 συνεχίζοντας την καλή της πορεία (μια που βρίσκεται στην έκτη θέση). Όπως μάθαμε αργότερα, η Άννι είχε τα γενέθλιά της. Κανείς δεν ξέρει τι έκανε στα γενέθλια του μικρού Μπαουτίστα. Πιθανότατα θα τον έβαλε να σκάψει στην αυλή και μετά θα τον έστειλε για διάβασμα.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φόρα που ο Πάπου έχει κάνει τέτοιες… τρέλες. Στο παρελθόν έχει φορέσει περιβραχιόνιο με την Master League του PES (!!), το σήμα του Μπάτμαν, κάποια άλλα καρτούν, τον Πάπα, την Σαπεκοένσε και φυσικά ένα αφιερωμένο στην ημέρα της μητέρας. Πρόσφατα ανέβασε μια φωτογραφία με τον συμπαίκτη του Αντρέα Κόντι, όπου αναπαριστούν την σκηνή με τον Τιτανικό, με τον ίδιο να ανοίγει τα χέρια σαν Κέιτ Γουίνσλετ. Ο Πάπου Γκόμες είναι μια από αυτές τις φυσιογνωμίες που φαίνεται να διασκεδάζουν τη ζωή τους στο ποδόσφαιρο.

Όλα αυτά θα ήταν αδιάφορα αν ο Γκόμες δεν ήταν το ίδιο διασκεδαστικός και μέσα στο γήπεδο. Δεν είναι τυχαίο ότι τον έκαναν αρχηγό στην ομάδα, ούτε τυχαία η αγάπη του κόσμου της Αταλάντα γι’ αυτόν. Την στιγμή που φορούσε το Frozen περιβραχιόνιο και σκόραρε, στο Μπέργκαμο υπήρχε ένα πανό που έγραφε «Don’t touch my Papu». Δείγμα της καλής σχέσης κόσμου και παίκτη. Άλλωστε πριν λίγο καιρό το όνομά του ακούστηκε για την εθνική Ιταλίας, με τον εκλέκτορα να τον έχει στο στόχαστρο, μια που ο Γκόμες έχει διπλή υπηκοότητα. Δυστυχώς όμως, δεν θα μπορέσει να γίνει μια περίπτωση Καμορανέζι, μια που έχει φορέσει τη φανέλα των μικρών εθνικών Αργεντινής και δεν έχει δικαίωμα. Συνεπώς, θα μπορούμε να τον απολαμβάνουμε να βάζει τέτοια γκολ με τη φανέλα της Αταλάντα μόνο:

Ερνάν Κρέσπο: Ο άνθρωπος στη σκιά του Μπατιστούτα

  [7 Σχόλια]

Για σχεδόν είκοσι χρόνια φιλοδώρησε ένα σωρό εστίες με πολλά, πάρα πολλά τέρματα. Ένας ολοκληρωμένος φορ που χωρίς να είναι ο πιο γρήγορος του κόσμου ή ο πιο δυνατός ή ο πιο τεχνίτης, τα είχε όλα σε μεγάλο ποσοστό και τα έκανε όλα σε βαθμό παραπάνω από ικανοποιητικό. Ένα πλήρες πακέτο. Θες κοντινά τελειώματα; Θες κεφαλιές; Θες βρωμόσουτα; Θες ψαλιδάκια; Θες τακουνάκια; Θες με το δεξί; Θες με το αριστερό; Ο Ερνάν Χόρχε Κρέσπο είχε σκοράρει με όλους αυτούς τους τρόπους (και μερικούς ακόμα), τελειώνοντας μια καριέρα με περίπου 300 γκολ σε συλλόγους και εθνική, πανάκριβες μεταγραφές και αρκετές επιτυχίες.

Κι όμως, αυτή η ιστορία ενός ανθρώπου που κατέκτησε πρωταθλήματα σε Αργεντινή, Ιταλία, Αγγλία, ένα Λιμπερταδόρες και ένα ΟΥΕΦΑ και μερικά ακόμα κύπελλα, βρισκόταν σχεδόν πάντα ως δεύτερη, πίσω από αυτή ενός άλλου παίκτη. Όταν γεννήθηκε ο Κρέσπο, ο μικρός τότε Γκαμπριέλ Μπατιστούτα πιθανότατα να έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα σε κάποια αλάνα καθώς τους χώριζαν έξι χρόνια. Όπως ο Μπατιγκόλ παραλίγο να μην παίξει μπάλα γιατί ήθελε να σπουδάσει, έτσι κι ο Κρέσπο παραλίγο στα 14 του να σταματήσει την μπάλα, όταν του είπαν από τις ακαδημίες της Ρίβερ ότι θα τον αφήσουν ελεύθερο. Ευτυχώς για τον Κρέσπο, ένας ιστορικός παίκτης της ομάδας που πίστευε σε αυτόν, ο Νορμπέτο Αλόνσο, επέμεινε έντονα και τελικά ο Ερνάν έμεινε στην αγαπημένη του Ρίβερ.

Η ιστορία Κρέσπο-Μπατιστούτα έχει πολλά κοινά. Κάποιες φορές ο ένας ακολουθούσε τα βήματα του άλλου, κάποιες φορές έκαναν παράλληλα τα ίδια πράγματα και κάποιες λίγες βρίσκονταν μαζί (και πάλι όμως ως ανταγωνιστές). Ο Μπατιστούτα έφυγε το 1990 από τη Ρίβερ Πλέιτ και ο Κρέσπο ξεκίνησε εκεί την καριέρα του τρία χρόνια αργότερα. Ήταν στα μέσα του 1993 όταν ετοιμαζόταν να πάει πενταήμερη με τους συμμαθητές του στην πανέμορφη περιοχή Μπαριλότσε της Αργεντινής. Δέχτηκε όμως ένα τηλεφώνημα και αμέσως ακύρωσε τις ετοιμασίες. Ο Πασαρέλα τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα της Ρίβερ και μια μεγάλη καριέρα ξεκινούσε.

Ήδη ο Μπατιγκόλ είχε πάει στη Φιορεντίνα και το 1996 ο Κρέσπο (μετά από το προσωπικό του σόου στο Λιμπερταδόρες εκείνης της σεζόν) έκανε σχεδόν το ίδιο ταξίδι για μια εξίσου μικρομεσαία ομάδα, 200 περίπου χιλιόμετρα πιο βόρεια, την Πάρμα. Εκεί βρήκε ένα σύνολο που είχε ήδη κατακτήσει ένα κύπελλο και ένα ΟΥΕΦΑ τα προηγούμενα χρόνια. Η νέα Πάρμα του Αντσελότι (και αργότερα του Μαλεζάνι) στηρίχθηκε στον Κρέσπο μαζί με άλλους παίκτες, όπως ο πιτσιρικάς Μπουφόν και ο Λιλιάν Τουράμ και ήταν μια από τις πιο συμπαθητικές και ενδιαφέρουσες ομάδες που είδαμε. Στην Πάρμα τον έμαθε πλέον όλος ο ποδοσφαιρικός κόσμος με τα κατορθώματά του.


Σενσίνι, Τουράμ, Βερόν, Μπουφόν, Κιέζα, Καναβάρο, Κρέσπο, δεν περιγράφω άλλο…

Ο Μπατιστούτα με τα βιολετί και ο Κρέσπο με τα κίτρινα-μπλε πυροβολούσαν συνεχώς. Σε μια χώρα όπως η Αργεντινή, που παθιάζεται με την μπάλα και ψάχνει συνεχώς να δημιουργεί διλήμματα, που είναι χωρισμένη σε οπαδούς του ρομαντικού Σέζαρ Λουίς Μενότι και του μακιαβελικού Κάρλος Μπιλάρδο, το νέο καυτό ποδοσφαιρικό ερώτημα δημιουργήθηκε γρήγορα: «Χωράνε Μπατιστούτα και Κρέσπο μαζί στην ίδια εντεκάδα;» Ο Πασαρέλα δεν ενθουσιάστηκε από αυτή την ιδέα. Στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1998 οι δυο τους συνυπήρξαν στην εντεκάδα μόλις δύο φορές με τον «Βαλνταντίτο» (εξαιτίας της ομοιότητας Κρέσπο-Βαλντάνο) να μπαίνει αλλαγή. 34 λεπτά στο 0-0 στην Ουρουγουάη και άλλα 34 απέναντι στην Κολομβία και πάλι σε ισοπαλία 1-1. Πριν το Μουντιάλ της Γαλλίας, ο Πασαρέλα φαινόταν ότι προετοίμαζε τον Κρέσπο για βασικό, αλλά οι εμφανίσεις του Μπατιστούτα στα φιλικά και το γεγονός ότι ο Κρέσπο προερχόταν από τραυματισμό τού άλλαξαν τη γνώμη. Ο Μπατιγκόλ έκανε ένα εξαιρετικό Μουντιάλ με πέντε γκολ, ενώ δίπλα του αγωνιζόταν κυρίως ο Κλαούντιο Λόπες. Ο Κρέσπο μπήκε αλλαγή μόνο σε ένα ματς, αυτό απέναντι στην Αγγλία, έχασε ένα πέναλτι αλλά τελικά η Αργεντινή πέρασε με 4-3. Φτωχή παρουσία.

Οι παράλληλοι βίοι συνεχίστηκαν και το καλοκαίρι του 2000 όταν Ρόμα και Λάτσιο έδωσαν περίπου 80 εκατομμύρια για να τους φέρουν στην αιώνια πόλη. Ήταν η ώρα να κάνουν το βήμα παραπάνω να πάρουν το σκουντέτο που τους έλειπε. Ο Κρέσπο το είχε αγγίξει στην πρώτη του χρονιά, όταν η Πάρμα έμεινε μόλις 2 βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Γιουβέντους και τώρα πήγαινε στην πρωταθλήτρια Λάτσιο. Βγήκε τελικά πρώτος σκόρερ μπροστά από Σεβτσένκο, Κιέζα, Μπατιστούτα και Βιέρι, αλλά ο Μπατιγκόλ ήταν και πάλι αυτός που χαμογέλασε, καθώς η Ρόμα πήρε τον τίτλο κι η Λάτσιο βγήκε τρίτη.

Τα συλλεκτικά λεπτά συνύπαρξης Κρέσπο-Μπατιστούτα το 1999

Το 2002 με τον Μαρσέλο Μπιέλσα προπονητή της ίσως καλύτερης Αργεντινής από άποψη ταλέντου όλων των εποχών, ο κόσμος ήθελε να δει στα γήπεδα της Κορέας-Ιαπωνίας το ντουέτο βασικό μαζί. Η πίεση από τα ΜΜΕ και τον κόσμο αφόρητη, αλλά ο Μπιέλσα όπως και ο Πασαρέλα δεν το τόλμησε ποτέ. Συνυπήρξαν ξανά μόλις για εννιά λεπτά, σε ένα από τα πρώτα φιλικά της εποχής Μπιέλσα. Στο Άμστερνταμ με την Ολλανδία, ο Μπιέλσα έκανε αλεφαντίσια αλλαγή στην αλλαγή και πέρασε τον Κρέσπο στη θέση του Τζιουλιμινπιέτρο. Για εννιά συλλεκτικά λεπτά πάτησαν χορτάρι μαζί και σε μια ωραία προσπάθεια του Κλαούντιο Λόπες από τα αριστερά, ο Κρέσπο άφησε (ή δεν έφτασε, αλλά εμείς προτιμούμε την πρώτη εξήγηση) την μπάλα και ο Μπατιστούτα κεραυνοβόλησε τον φαν ντερ Σαρ για το 1-1. Οι οπαδοί στο Άμστερνταμ Αρένα ήταν οι τελευταίοι που τους είδαν μαζί να πατούν περιοχή.

Ο Μπιέλσα ήταν κάθετα αντίθετος στην ταυτόχρονη χρησιμοποίησή τους, είχε ένα ρόστερ με πολλή ποιότητα και φαινόταν ότι τελικά κατέληγε στον Κρέσπο για βασικό. Τελικά, όπως και το 1998, οι εμφανίσεις του Μπατιστούτα στα φιλικά άλλαξαν γνώμη στον προπονητή. O 33χρονος Μπατιστούτα ξεκίνησε βασικός τρεις φορές, σκόραρε μόνο με τη Νιγηρία και τρεις φορές ο Κρέσπο τον αντικατέστησε. Ισοφάρισε στο 88′ στο ματς με τη Σουηδία αλλά η Αργεντινή δεν γλίτωσε το φιάσκο του αποκλεισμού.

Το μοναδικό γκολ του Κρέσπο το 2002 και τα δάκρυα του Μπατιστούτα

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2014, όταν ο Λόκο Μπιέλσα ήταν στην Μαρσέιγ ξαναθυμήθηκε την ιστορία. Έχοντας στην Μασσαλία τους  Ζινιάκ και Μπατσουαγί, έπρεπε να πείσει τον κόσμο ότι δεν χωρούν κι οι δύο στην ομάδα του ως βασικοί.

«Εδώ και 15 χρόνια το σκέφτομαι. Όποιον Αργεντινό και αν ρωτήσεις, θα σου μιλήσει άσχημα για μένα στο συγκεκριμένο θέμα. Δεν νομίζω ότι είναι πρόβλημα να χρησιμοποιήσω δύο επιθετικούς. Το πρόβλημα είναι ότι αφαιρώ έναν άλλον από την ομάδα. Για να βάλεις ένα ακόμα φορ, θα πρέπει να αφαιρέσεις κάποιον από τις πτέρυγες ή κάποιον δημιουργικό παίκτη και καμία από αυτές τις λύσεις δεν με βρίσκει σύμφωνο»

Τα παιχνίδια της μοίρας δεν τελείωσαν όμως. Τον Ιανουάριο του 2003 ο Κρέσπο, ως παίκτης της Ίντερ πλέον, τραυματίστηκε μένοντας για αρκετό καιρό έξω κι ο Μπατιστούτα ήρθε δανεικός από τη Ρόμα. Ήταν η πρώτη φορά ουσιαστικά που αντιστράφηκαν οι ρόλοι, που ο Μπατιγκόλ έγινε η ρεζέρβα του Κρέσπο. Ο Μπατιστούτα ήταν ο παρτενέρ του Βιέρι, με το κορμί του όμως πλέον να τον πονάει και να βρίσκεται σε πτώση. Η ταυτόχρονη παρουσία Κρέσπο-Μπατιγκολ σε σύλλογο, έφερε ελπίδες να τους δούμε επιτέλους βασικούς μαζί. Τον Απρίλιο του 2003, με τον Κρέσπο να έχει επιστρέψει και τον Βιέρι τραυματία οι Ιταλοί περίμεναν ότι στο Ίντερ-Λάτσιο θα ζούσαμε την ιστορική στιγμή. Τα αργεντίνικα ΜΜΕ έκαναν εκτενείς αναφορές στο γεγονός. Τελικά ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ ξεκίνησε τον Ρεκόμπα πλάι στον Κρέσπο και αργότερα πέρασε τον Μάρτινς στη θέση του. Η ιστορία μάς άφησε με τα 81 συνολικά λεπτά των δύο επί Πασαρέλα και Μπιέλσα. Το ερώτημα δεν θα απαντηθεί ποτέ.

Κανείς δεν μιλάει για το υπέροχο τσίμπημα του Κρέσπο

Ο γηραιότερος Μπατιστούτα αποσύρθηκε, αλλά ο Κρέσπο συνέχισε την σπουδαία του καριέρα. Η πρώτη του σεζόν στην Τσέλσι ήταν θετική, αλλά ο έρωτας του Μουρίνιο για τον Ντρογκμπά τον έφερε δανεικό στην Μίλαν την επόμενη σεζόν. Θα μπορούσαμε ακόμα να μιλάμε για το Τσάμπιονς Λιγκ του Κρέσπο αν τα δυο γκολ του στον τελικό της Πόλης, δεν τα είχαν σβήσει ο Ντούντεκ και η επική νίκη της Λίβερπουλ. Ακόμα μια στιγμή δόξας που χάθηκε. Ένα χρόνο αργότερα, χωρίς Μπατιστούτα πλέον, ο Κρέσπο κατάφερνε να πάρει επιτέλους θέση βασικού σε ένα Μουντιάλ. Στα γήπεδα της Γερμανίας, απαλλαγμένος από τις συγκρίσεις, σκόραρε τρεις φορές σε τέσσερις συμμετοχές, αλλά η Αργεντινή έπεσε στις μακριές άσπρες κάλτσες του Γενς Λέμαν και αποκλείστηκε. Ο Ερνάν συνέχισε να παίζει μπάλα και σταμάτησε στην Πάρμα, όταν πια με γκρίζο κοντό μαλλί και όχι αληταμπουροαργεντίνικη μαλλούρα στα 36 του βγήκε πρώτος σκόρερ της με 9 γκολ. Παρακολούθησε την καταστροφή της ομάδας, ανήμπορος να βοηθήσει, έχοντας αποσυρθεί. Ένας από τους πιο πλήρεις επιθετικούς όλων των εποχών, με μια καριέρα γεμάτη προσωπικές και συλλογικές επιτυχίες, αλλά πάντα πίσω από έναν εξίσου τεράστιο παίκτη στην εθνική της χώρας.

O Ντιέγκο στην Ατσέρα: Όταν ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο έπαιξε στις λάσπες για χάρη ενός παιδιού

  [1 Σχόλιο]

Το βράδυ της Πρωταπριλιάς του 1991 στο αεροδρόμιο της Ρώμης γράφτηκε ο επίλογος μιας εκ των ωραιότερων και πιο ιδιαίτερων σχέσεων του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα έφυγε κρυφά από την Ιταλία με μια μεταμεσονύκτια πτήση. Οι δημοσιογράφοι, τα κανάλια και όλος ο υπόλοιπος κόσμος πληροφορήθηκαν τη φυγή του την επόμενη μέρα. Παρ’ ότι δεν υπήρχε κάποια επίσημη δήλωση, κατά βάθος όλοι ήξεραν πως ο Μαραντόνα δεν σκόπευε να επιστρέψει, καθώς τα ανοιχτά μέτωπα πλέον ήταν αμέτρητα.

Η εφορία τον κατηγορούσε για φοροδιαφυγή, το δικαστήριο είχε αποφανθεί πως μια εκ των ερωμένων του, η Κριστίνα Σινάγκρα, δικαιούταν μηνιαία διατροφή για το παιδί που έκανε με τον Ντιέγκο (το οποίο ο Μαραντόνα αναγνώρισε πολλά χρόνια αργότερα), η ιταλική δικαιοσύνη τον είχε συμπεριλάβει στην έρευνα της για την τοπική Μαφία, έρευνα που σχετιζόταν με υποθέσεις ναρκωτικών και ιερόδουλων, η ίδια του η ομάδα είχε πάει στα δικαστήρια την εταιρεία που διαχειριζόταν την εικόνα του, υποστηρίζοντας πως η συμπεριφορά του πλέον έβλαπτε την Νάπολι (τον τελευταίο χρόνο ο Ντιέγκο έκανε συχνά κοπάνες από τις προπονήσεις ισχυριζόμενος ότι έχει στρες, αρνιόταν να συμμετάσχει σε κάποια παιχνίδια, ειδικά όταν το προηγούμενο βράδυ είχε προγραμματισμένο κάποιο πάρτι με γυναίκες και ναρκωτικά, και ουσιαστικά άφησε αβοήθητη τη Νάπολι στην προσπάθεια της να υπερασπιστεί τον τίτλο της – τερμάτισε τελικά στην 8η θέση – αλλά και να προχωρήσει στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, πηγαίνοντας σαν τουρίστας, ξεχωριστά από την ομάδα, στο κρίσιμο παιχνίδι με τη Σπαρτάκ στη Μόσχα) και το σοβαρότερο όλων, λίγες εβδομάδες πριν είχε βρεθεί θετικός σε αντιντόπινγκ κοντρόλ μετά από ένα παιχνίδι με τη Μπάρι.

Εφτά χρόνια πριν, τον χειμώνα του 1984, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Ο «Πίμπε ντε όρο» (το «Χρυσό Αγόρι») και η Νάπολι βρισκόταν στον πρώτο χρόνο της σχέσης τους και όλα έμοιαζαν σχεδόν παραμυθένια, παρά το γεγονός πως η κορυφή του ιταλικού ποδοσφαίρου έμοιαζε σαν μακρινό όνειρο. Ο 24χρονος Αργεντινός μπορεί να μην είχε γίνει ακόμα «Θεός» αλλά ήταν ήδη «Μεσσίας», αυτός που όλοι πίστευαν (και όχι άδικα, όπως αποδείχτηκε) πως θα αλλάξει το ρου της ιστορίας της ομάδας. Το πιο σημαντικό απ’όλα όμως είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ήταν ακόμα εκείνος ο θρασύς πιτσιρικάς από μια φτωχή οικογένεια που δεν είχε γνωρίσει καλά τη χλιδή και την πολυτέλεια που συναντάει κανείς όταν το εισόδημα του αυξάνεται κατακόρυφα και η φήμη του φτάνει σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Μερικά χιλιόμετρα βορειοανατολικά από τη Νάπολη, βρίσκεται η Ατσέρα, μια μικρή πόλη 40.000 κατοίκων τότε, ένα από αυτά τα μέρη που προσπερνάς με το αμάξι και λίγη ώρα μετά έχεις ξεχάσει την ύπαρξη τους. Τον χειμώνα εκείνο, ένας απελπισμένος ντόπιος πατέρας που έβλεπε πως τα λεφτά του δεν έφταναν για να μεταφερθεί ο άρρωστος γιος του στη Γαλλία, για να υποβληθεί σε επέμβαση, ζήτησε τη βοήθεια του Πιέτρο Πουζόνε, ενός 21χρονου ποδοσφαιριστή που είχε καταγωγή από την Ατσέρα και εκείνη την εποχή έπαιζε στη Νάπολι. Ο Πουζόνε συζήτησε το θέμα με τους συμπαίκτες του και ζήτησε από τη διοίκηση άδεια για να διεξαχθεί στην Ατσέρα ένα φιλικό, με αντίπαλο την τοπική ερασιτεχνική ομάδα, τα έσοδα του οποίου θα ενίσχυαν την οικογένεια του μικρού παιδιού.

Σύμφωνα με τον Πουζόνε ο πρόεδρος της ομάδας, Κοράντο Φερλαΐνο, είχε αρνητική στάση, φοβούμενος για τη σωματική ακεραιότητα των παικτών και ειδικότερα του Μαραντόνα, που λίγους μήνες πριν είχε γίνει η πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ο Ντιεγκίτο όμως είχε πάρει εξ αρχής τη δική του απόφαση: «Θα πάμε να παίξουμε». Και κάπως έτσι, χάρη στην επιμονή ενός πεισματάρη, ταλαντούχου Αργεντινού με φουντωτό μαλλί, η Ατσέρα απέκτησε μια όμορφη ιστορία για να διηγείται στις επόμενες γενιές.

Η Νάπολι κατέφθασε στο μικρό γηπεδάκι της πόλης ένα κρύο και μουντό απόγευμα και αντίκρισε αυτό ακριβώς που φοβόταν η διοίκηση της ομάδας εξ αρχής: ένα ερασιτεχνικό γήπεδο, χωμένο ανάμεσα σε παλιά, ερειπωμένα κτίρια, με αποδυτήρια που δεν είχαν ούτε τα στοιχειώδη, μια κεντρική, ετοιμόρροπη κερκίδα και έναν αγωνιστικό χώρο γεμάτο λακκούβες, χώμα και λασπουριά.

Οι παίκτες και των δυο ομάδων έκαναν προθέρμανση μπροστά σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, την ώρα που διάφοροι παρατρεχάμενοι περνούσαν από δίπλα, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν ότι ο τύπος με το 10 στη φανέλα που έκανε τσαλιμάκια στο πάρκινγκ του γηπέδου της πόλης τους ήταν πράγματι ο Μαραντόνα, ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του πλανήτη εκείνη την εποχή.

Παρά την τραγική κατάσταση του αγωνιστικού χώρου, που χειροτέρευε όσο περνούσε η ώρα, ο αγώνας ξεκίνησε και τέλειωσε κανονικά. Το περιβραχιόνιο της Νάπολι μόνο για το συγκεκριμένο παιχνίδι φόρεσε ο ντόπιος Πουζόνε. Αδιαφορώντας για τα (πολλά) λεφτά που είχαν επενδυθεί πάνω του και για το ότι ήταν ένα από τα ανερχόμενα αστέρια του Καμπιονάτο, ο Ντιεγκίτο αντιμετώπισε την όλη εκδήλωση σαν ένα ακόμα παιχνίδι, όπως αυτά που έπαιζε μικρός στους δρόμους και τις αλάνες του Μπουένος Άιρες.

Κυνήγησε χαμένες μπαλιές, έφτιαξε παιχνίδι, ντρίπλαρε, έκανε τάκλιν, πανηγύριζε τα γκολ του, έπεσε στις λάσπες και σε μια φάση στο δεύτερο ημίχρονο πέρασε όποιον έκανε το λάθος να βρεθεί μπροστά του, συμπεριλαμβανομένου και του τερματοφύλακα, πριν σκοράρει σε άδεια εστία και αποθεωθεί από τον κόσμο, που επειδή δεν χωρούσε στις κερκίδες (υπολογίζεται πως περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι κατέκλυσαν κάθε γωνία του γηπέδου), στεκόταν όρθιος, δίπλα στις πλαϊνές γραμμές, με τις ομπρέλες στο χέρι.

Στο τέλος του αγώνα όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και χειροκρότησε παρατεταμένα γι’αυτή τη μικρή αλλά τόσο ανέλπιστη (για τους κατοίκους μιας τόσο μικρής, αδιάφορης πόλης) παράσταση. Ο ίδιος αποχώρησε λασπωμένος από την κορυφή ως τα νύχια. Αυτή δεν ήταν η πρώτη αλλά ούτε και η τελευταία φορά στη ζωή του που λερώθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, παίζοντας μπάλα. Αρκετά χρόνια μετά, στο ποδοσφαιρικό του αντίο, εκστόμισε τα ωραιότερα λόγια της καριέρας του: «Εγώ έκανα λάθος και το πλήρωσα. Η μπάλα όμως δεν λεκιάζεται».

Σε μια συνέντευξη του το 2015 ο Πουζόνε αποκάλυψε πως τα λεφτά που συγκεντρώθηκαν από τα εισιτήρια και τις χορηγίες κάλυψαν και με το παραπάνω την επέμβαση του μικρού, που υγιής πλέον μπορεί να διηγείται στα δικά του παιδιά πως μια μέρα του χειμώνα του 1984, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου ήρθε, για χάρη του, να παίξει μπάλα στις λάσπες.

Το τρένο της Αταλάντα

  [Καθόλου σχόλια]

Όταν το πρωτάθλημα στην Ιταλία ξεκίνησε τον Αύγουστο, η Αταλάντα έχασε με ένα χορταστικό 3-4 από την Λάτσιο και την επόμενη αγωνιστική με 2-1 από τη Σαμπντόρια. Την 5η αγωνιστική, βρισκόταν στη 19η και προτελευταία θέση με τέσσερις ήττες, έχοντας προλάβει να δεχτεί 12 γκολ. Οι φανατικοί της οπαδοί δεν σταμάτησαν να γεμίζουν την Κούρβα Νορντ, το γήπεδο συνέχισε να έχει σταθερά 14-15.000, αλλά μέσα τους ήξεραν ότι έρχεται μια ακόμα σεζόν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και μιας μάχης για τη σωτηρία. Δύο μήνες, οκτώ νίκες και μια ισοπαλία μετά, η ομάδα του Μπέργκαμο βρίσκεται έναν βαθμό πίσω από τη 2η θέση, ισοβαθμώντας με την Λάτσιο. Ο προπονητής Τζιανπιέρο Γκασπερίνι από εκεί που ένιωθε την καρέκλα του να τρίζει, δέχεται πλέον ερωτήσεις για το αν η Αταλάντα είναι Λέστερ της Ιταλίας.

«Αν μιλάτε για τους τελευταίους 2,5 μήνες, καταλαβαίνω τη σύγκριση, αλλά γενικά δεν ξέρω. Αν θέλετε πάντως, μπορείτε να ποντάρετε 1-2 Ευρώ πάνω μας» απάντησε ο προπονητής που είδε την ομάδα όχι απλά να κάνει σερί, αλλά να έχει πάρει το σκαλπ της Ίντερ, της Ρόμα και της Νάπολι μέσα στο γήπεδό της. Ειδικά η νίκη επί της πρώτης ήταν μια προσωπική εκδίκηση του κόουτς, που είχε δει τον Μοράτι να τον απολύει το 2011 μετά από μόλις πέντε αγωνιστικές. «Πίστευαν εκεί ότι η άμυνα με τρεις είναι κάτι αηδιαστικό. Δεν πρόλαβα να βλάψω την Ίντερ μέσα σε πέντε ματς, αντίθετα αυτή με έβλαψε» είπε ο Γκασπερίνι που όταν πήγε στην Τζένοα κατάφερε να τερματίσει πάνω από την Ίντερ και να ξαναφτιάξει το όνομά του, ώστε από καμένο χαρτί, φέτος να απολαμβάνει τα εγκωμιαστικά σχόλια.

Το κυριότερο όμως είναι ότι το σερί της Αταλάντα ήρθε χωρίς η ομάδα να… ξεπουλήσει τον χαρακτήρα της. Μετά τις κατραπακιές των πρώτων αγωνιστικών, δεν αποφάσισε να παρκάρει το πούλμαν πίσω, να πάει για τα περίφημα ιταλικά Χ και να κοιτάξει να σωθεί έτσι. O Γκασπερίνι δεν κοίταξε να φυλάξει την υστεροφημία του, αλλά έμεινε πιστός στο πλάνο του. Συνέχισε να παίζει επιθετικά, να σκοράρει συχνά (7η καλύτερη επίθεση), να μη βασίζεται σε καταστροφικό ποδόσφαιρο. Μια ομάδα που στο μίζερο ιταλικό ποδόσφαιρο του σήμερα, ξεφεύγει από την μετριότητα.

Το ίδιο θα κάνει και στο πιο δύσκολο ματς της σεζόν, αυτό στο Τορίνο με τη Γιουβέντους. Στα 12 τελευταία παιχνίδια των δύο ομάδων, ανεξάρτητα από έδρα, η Γιουβέντους έχει 12 νίκες. Για να βρούμε έστω μια ισοπαλία για την ομάδα από το Μπέργκαμο πάμε σε ένα 2-2 στο Τορίνο το 2009. Όσο δε για την τελευταία εκτός έδρας νίκη στο πρωτάθλημα, μεταφερόμαστε σε άλλες εποχές, όταν η Αταλάντα είχε γίνει ο κακός δαίμονας της Γιουβέντους και την δυσκόλευε και μέσα και έξω. Τη σεζόν 1988-89 έφερε 1-1 εντός και πήγε και πήρε το 0-1 μέσα στο Τορίνο τον Ιανουάριο. Λίγους μήνες αργότερα, για το επόμενο πρωτάθλημα, έπαιρνε την τελευταία της νίκη μέσα στο Τορίνο ξανά με 0-1, απέναντι σε μια Γιουβέντους που μπορεί να βγήκε 4η εκείνη τη χρονιά, αλλά κατέκτησε τόσο το κύπελλο στην Ιταλία, όσο και το ΟΥΕΦΑ. Σκόρερ, ο μεγάλος Κλαούντιο Κανίγια που εκμεταλλεύτηκε μια κακή απόκρουση του Στέφανο Τακόνι. Ήταν ίσως το πιο σπουδαίο γκολ του «γιου του ανέμου» στα τρία χρόνια που φόρεσε τη φανέλα της Αταλάντα, ένα γκολ που οι τιφόζι, αλλά κι ο ίδιος ο Κλαούντιο δεν το ξεχνούν ποτέ. Τα καλύτερα χρόνια του στην Ευρώπη, αλλά και τα καλύτερα χρόνια της Αταλάντα.

To 1987 υποβιβάστηκε στη Β’ εθνική, αλλά έχοντας φτάσει στον τελικό του κυπέλλου απέναντι στη Νάπολι του Μαραντόνα πήρε το εισιτήριο για την Ευρώπη εξαιτίας του νταμπλ του Ντιεγκίτο. Ως ομάδα Β’ εθνικής πήρε μέρος στο Κυπελλούχων με τον Εμιλιάνο Μοντόνικο στον πάγκο και η μοίρα την έφερε να αντιμετωπίζει τον ΟΦΗ στη 2η φάση. Οι Κρητικοί του Γκέραρντ λόγω τιμωρίας, έψαχναν έδρα και ο ΠΑΟΚ αποφάσισε να τους φιλοξενήσει στην Τούμπα. Η Θεσσαλονίκη έφερε γούρι και με με μια κεφαλιά του Μελέτη Περσία ο ΟΦΗ κέρδισε με 1-0 μπροστά σε αρκετό κόσμο που τον στήριξε. Η Αταλάντα επικράτησε με 2-0 στη ρεβάνς και στη συνέχεια έφτασε μέχρι τα ημιτελικά (για χρόνια η καλύτερη πορεία ευρωπαϊκής ομάδας Β’ εθνικής σε διεθνή διοργάνωση) όπου και αποκλείστηκε από την μετέπειτα νικήτρια Μέχελεν. Οι βάσεις όμως είχαν μπει κι η ομάδα κέρδισε παράλληλα την άνοδό της.

Τις επόμενες δύο σεζόν τερμάτισε 6η και 7η κερδίζοντας ισάριθμες εξόδους στο ΟΥΕΦΑ, μια «χρυσή» εποχή για τον σύλλογο. Η ομάδα τα επόμενα χρόνια ήταν συνήθως στην μέση του πίνακα (στην Ιταλία θεωρείται μια από τις πιο σταθερές «επαρχιακές» ομάδες), με κάποιους υποβιβασμούς, αλλά ποτέ ξανά δεν κατάφερε να φτάσει τόσο ψηλά σε Ιταλία και Ευρώπη. Νίκη με τη νίκη φέτος, έχουν αρχίσει να ονειρεύονται μια νέα έξοδο στην Ευρώπη και μια ψηλή θέση στο πρωτάθλημα. Ο Γκασπερίνι κρατούσε σταθερά χαμηλά τον πήχη όλες αυτές τις αγωνιστικές, αλλά όταν η ομάδα σου είναι μια από τις πιο φορμαρισμένες στην Ευρώπη είναι δύσκολο να μιλάς ακόμα για σωτηρία. Ήδη άλλες ομάδες κοιτούν τους παίκτες κι η ίδια η Γιουβέντους φαίνεται να βρίσκεται κοντά στον Φρανκ Κεσί τον 19χρονο χαφ της Αταλάντα από την Ακτή Ελεφαντοστού.

Ματς όπως αυτά με τη Γιούβε θα δείξουν αν στο Μπέργκαμο μπορούν να ονειρεύονται την Ευρώπη. Ο Γκασπερίνι (που έχει κι αυτός κάκιστο ρεκόρ απέναντι στη Γιουβέντους) δηλώνει ότι δεν φοβάται το παιχνίδι και η ομάδα του θα παίξει ελεύθερα. Σε αντίθεση με την Ίντερ έχει καλά λόγια για τη Γιουβέντους από την οποία πέρασε ως προπονητής στους νέους. «Στη Γιουβέντους έμαθα αξίες που σήμερα μπορεί να θεωρούνται αναχρονιστικές, αλλά είναι σημαντικές. Πειθαρχία, το να είσαι μια οικογένεια και σεβασμός στον ρόλο του καθενός«. Και η Αταλάντα άλλωστε είναι μια τέτοια ομάδα, ένας σύλλογος με κόσμο φανατικό που την λατρεύει και τη στηρίζει στα εύκολα, αλλά κυρίως στα δύσκολα. Το Μπέργκαμο μπορεί να μην είναι τόσο γνωστό όσο το γειτονικό Μιλάνο, αλλά οι οπαδοί στο πέταλο είναι από τους πιο πιστούς (και μεταξύ μας, όχι τα καλύτερα παιδιά) και βοήθησαν όσο μπορούσαν στις νίκες επί των μεγάλων φέτος. Μετά τη νίκη στην Μπολόνια υποδέχτηκαν το πούλμαν της ομάδας στο κέντρο της πόλης λες και πήρε τίτλο, η λατρεία του κόσμου είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή για τους κόπους των παικτών της.