Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιταλικό πρωτάθλημα'

Στη Σικελία το ζούμε έντονα

  [Καθόλου σχόλια]

Τα οικογενειακά τραπέζια είναι λίγο βαρετά συνήθως. Εκτός βέβαια αν παίρνουν φωτιά από διαφωνίες και η καημένη η μαμά με ένα ταψί γεμιστά προσπαθεί αφενός να βρει χώρο να το αφήσει γιατί καίγεται και αφετέρου να κρατήσει τους άντρες (συνήθως) να μην σκοτωθούν μεταξύ τους. Διαφωνίες που μπορεί να είναι από πολιτικές μέχρι ποδοσφαιρικές. Για όσους δεν θυμούνται, η ιστορία των αδερφών Μιλίτο που έπαιζαν στο μεγάλο ντέρμπι μεταξύ Ράσινγκ και Ιντεπεντιέντε ήταν μια τέτοια. Στην Ιταλία όμως, υπήρξε μία ακόμα χειρότερη ιστορία, με πρωταγωνιστές τα αδέρφια Τεντέσκο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Παλέρμο της Σικελίας. Κι οι τρεις τους έγιναν ποδοσφαιριστές, αλλά στο σημερινό κείμενο θα ασχοληθούμε με τους δύο εξ αυτών. Τον Τζιοβάνι και τον κατά τέσσερα χρόνια μικρότερό του Τζιάκομο.

Οι αδερφοί Τεντέσκο δεν ήταν τρομεροί παίκτες. Ήταν κι δύο χαφ εργάτες που έκαναν συμπαθητικές καριέρες σε μικρές κατά κύριο λόγο ομάδες. Ο μεγαλύτερος Τζιοβάνι δεν έγινε δεκτός ως πιτσιρικάς στην τοπική Παλέρμο κι έτσι αναζήτησε αλλού μια καριέρα, αλλά ο Τζιάκομο έπαιξε στην αγαπημένη ομάδα της πόλης του. Κάτι που για τους άκρως τοπικιστές Σικελούς είναι μεγάλη τιμή. Η μοίρα τούς έφερε συμπαίκτες στη Σαλερνιτάνα τη σεζόν 1997-98 και μάλιστα σε μια χρονιά που η ομάδα της Καμπανίας κέρδισε την άνοδό της στην Α’ εθνική, μια σημαντική επιτυχία για τα αδέρφια.

Μία τυχαία εικόνα από τη Σικελία για να ανοίξει το μάτι μας

Χρόνια αργότερα, το 2006, ο Τζιοβάνι κατάφερε και έκανε το όνειρό του πραγματικότητα, αφού αγωνίστηκε στην ομάδα της καρδιάς του, την Παλέρμο, για πρώτη φορά. Ο Τζιάκομο αντίθετα το 2007 επέστρεψε μεν στη Σικελία, αυτή τη φορά όμως στην ανατολική της πλευρά, 200 χιλιόμετρα πιο μακριά από τη γενέτειρά του, στην Κατάνια. Την ομάδα που είναι η ιστορική αντίπαλος της Παλέρμο και οι δύο μεγάλοι εχθροί της Σικελίας. Σε μια εποχή μάλιστα που το νησί κι ολόκληρη η Ιταλία είχαν σοκαριστεί από τα επεισόδια μετά από ένα ντέρμπι της Σικελίας που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός αστυνομικού. Έτσι λοιπόν, το ντέρμπι του νησιού απέκτησε δύο αδέρφια αντιπάλους. Κανείς όμως δεν είχε καταλάβει πόσο η μεταγραφή του μικρού στην Κατάνια είχε επηρεάσει την οικογενειακή γαλήνη στο σπίτι των Τεντέσκο.

Το γκολ του Μίκολι που έκρινε το ντέρμπι στο τέλος της σεζόν 2007-08

Πριν λοιπόν το παιχνίδι των δύο ομάδων τον Οκτώβριο του 2008, ο μεγάλος αδερφός έκανε κάποιες δηλώσεις σε καλό κλίμα, λέγοντας ότι οι δυο παίκτες που θα ήθελε στην Παλέρμο από τον μεγάλο αντίπαλο ήταν ο Αργεντινός Πάμπλο Λεντέσμα και φυσικά ο αδερφός του, ο Τζιάκομο. Ο δημοσιογράφος που πήρε τις δηλώσεις, σίγουρα θα σκέφτηκε ότι είχε βρει ένα ωραίο θέμα και έψαχνε κάποιον κλισεδιάρικο τίτλο του στιλ: «Για 90 λεπτά αντίπαλοι, αλλά αγαπημένα αδέρφια για μια ζωή». Μόνο που η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική κι αυτή η συνέντευξη η αφορμή για να μάθουμε ότι στα οικογενειακά τραπέζια η μαμά δεν είχε και τους τρεις γιους της μαζί. Όταν ο Τζιάκομο διάβασε τις δηλώσεις του αδερφού του εξερράγη και χαρακτήρισε τον Τζιοβάνι ως «υποκριτή».

«Εγώ κι ο αδερφός μου δεν τα πάμε καλά. Για να είμαι ειλικρινής, έχουμε πολύ καιρό να δούμε ο ένας τον άλλον και δεν μιλάμε μεταξύ μας. Είναι καλό που είπε αυτά τα πράγματα, αλλά από τον Τζιοβάνι θα περίμενα να ακούσω κάτι άλλο. Θα ήθελα να αναφέρω και άλλες λεπτομέρειες, αλλά δεν θα το κάνω. Ίσως αργότερα, να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα γιατί αφορούν όλη την οικογένεια και με πληγώνουν. Εγώ ως ο μικρότερος προσπάθησα να τα βρω μαζί του, να λύσω τις παρεξηγήσεις, αλλά οι προσπάθειές μου απέτυχαν. Πέρσι δεν συμπεριφέρθηκε σωστά. Ούτε πριν από τον αγώνα, όταν είπε ότι αν κέρδιζαν θα έβαφε το αυτοκίνητό του στα χρώματα της Παλέρμο και θα έκανε βόλτες όλη την εβδομάδα. Ούτε και στο ματς, να πανηγυρίζει έτσι, ενώ ήξερε ότι με αυτή τη νίκη τους μπορεί να υποβιβαζόταν ο αδερφός του. Mε γέμισε με πικρία. Εγώ αν κινδύνευε η Παλέρμο και έπαιζα στην Κατάνια, θα έκανα τα πάντα για να σωθεί μια ομάδα της Σικελίας. Δεν πρόδωσα την προέλευσή μου. Έπαιξα εκεί από πιτσιρίκι, αλλά δεν συνέχισα όπως κι άλλοι. Έπρεπε να βρω κάποια ομάδα να παίξω, για να ζήσω».

Ξεπερνώντας την απίθανη και 100% ιταλική παραδοχή ότι θα στηνόταν για να μην πέσει η Παλέρμο (η Κατάνια αναγκάστηκε να βγάλει ανακοίνωση μετά από αυτές τις δηλώσεις), τα λόγια του Τζιάκομο αποκάλυψαν ότι η μεταγραφή του στην Κατάνια είχε κάνει τα δύο αδέρφια να μην μιλιούνται. Ο Τζιοβάνι είχε ενοχληθεί πάρα πολύ και θεώρησε προδοσία την μεταγραφή του αδερφού του στον εχθρό, λέγοντας ότι αυτός δεν θα το έκανε ποτέ, ενώ σε κάθε ευκαιρία συμπεριφερόταν σαν οπαδός,. Έτσι λοιπόν, όταν την προηγούμενη σεζόν η Παλέρμο με γκολ του Μίκολι κέρδισε 1-0 την Κατάνια λίγες αγωνιστικές πριν το τέλος, πανηγύρισε έξαλλα και προκλητικά, «σαν να κέρδισε το Τσάμπιονς Λιγκ» το περιγράφει ο Τζιάκομο. Η Κατάνια τελικά σώθηκε για έναν βαθμό. Ο Τζιάκομο αναγκάστηκε στη συνέχεια να ανασκευάσει ως προς το «στήσιμο», λέγοντας ότι οι δηλώσεις του ήταν προϊόν πικρίας και της απογοήτευσης που του είχε προκαλέσει ο μεγάλος αδερφός που… «έδειξε μίσος προς εμένα, έναν άνθρωπο που μας ενώνουν δεσμοί αίματος». Μια ιστορία που θα μπορούσε να γυριστεί ως η ιταλική έκδοση του Bloodline στο Netflix.

Η Κατάνια κέρδισε τελικά εκείνο το ματς με 2-0, ο μικρός πήρε την εκδίκησή του και στο τέλος της σεζόν η ομάδα σώθηκε, όπως κι η Παλέρμο. Ο Τζιοβάνι συνέχισε και έκλεισε την καριέρα του στην Παλέρμο το 2010 ως μορφή του συλλόγου (αναλαμβάνοντας μάλιστα και προπονητής στη γνωστή ηλεκτρική καρέκλα της Παλέρμο), ενώ ο Τζιάκομο πήγε σε Μπολόνια και Ρετζίνα και σταμάτησε την μπάλα τέσσερα χρόνια αργότερα. Ελπίζουμε τουλάχιστον, τόσα χρόνια μετά, να τα έχουν βρει και να θυμούνται τα παλιά.

Ο ξυλουργός που αγαπούσαν όλοι

  [Καθόλου σχόλια]

Τρία μικρά παιδάκια με δακρυσμένα μάτια μέσα στην εκκλησία προσπαθούν να χωρέσουν σε μια αγκαλιά. Ο άντρας που έχει ανοίξει τα χέρια του για να τα περιβάλλει, να τα προστατέψει, προσπαθεί κι αυτός να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Υποτίθεται ότι οι σκληροί άντρες δεν κλαίνε, μόνο δακρύζουν. Αυτός ο τύπος με το μακρύ γκριζαρισμένο μαλλάκι, το λεπτό μουσάκι και μουστακάκι αν μη τι άλλο ήταν από τους πιο σκληρούς που είδαμε. Σκληρός όχι γιατί χτυπούσε στο ψαχνό, αλλά γιατί πέρασε μία καριέρα στην οποία έπρεπε να αποδεικνύει συχνά την αξία του, να ξεπερνάει τις δυσκολίες. Ανάμεσα στον κόσμο που βρίσκεται εκεί υπάρχουν κι άλλες αναγνωρίσιμες φάτσες, όπως αυτή του Ενρίκο Κιέζα. Είμαστε στο 2010, στην εκκλησία της περιοχής Γκαλούτσο στη Φλωρεντία.

Η ζωή του πρωταγωνιστή της ιστορία μας δεν ήταν πολύ εύκολη. Ο Μορένο Τοριτσέλι γεννήθηκε το 1970 στην επαρχία του Κόμο και λάτρευε την μπάλα από πιτσιρίκι παίζοντας σε τοπικές ομάδες. Παρ’ ότι το ποδόσφαιρο ήταν η αγαπημένη του ασχολία, δεν ήταν κάτι παραπάνω απ’ αυτό. Ο Τοριτσέλι ήξερε ότι δύσκολα θα κατάφερνε να κάνει μια καριέρα και γι’ αυτό είχε μία κανονική δουλειά, σε ένα εργοστάσιο επίπλων με όνομα «Σπινέλι». Τρεις φορές την εβδομάδα μετά το τέλος της βάρδιάς του έφευγε με το αυτοκίνητό του και πήγαινε για προπόνηση στην τοπική ομάδα της μικρής πόλης Καράτε Μπριάντζ, εκεί στη Λομβαρδία. Ο Τοριτσέλι ήταν παίκτης της τοπικής ημιεπαγγελματικής Καρετέζε.

Παρά το γεγονός ότι ξεχωρίζει για το πάθος και την ποιότητά του ανάμεσα σε αρκετά μέτριους αντιπάλους, δεν έρχεται κάποια πολύ μεγάλη πρόταση. Το «Τρελό Άλογο» όπως τον φώναζαν, ο τύπος που έμοιαζε με Ινδιάνος και έχει κι ο ίδιος αγάπη γι’ αυτούς, ο χεβιμεταλάς με την αδυναμία στους Black Sabbath (και μια τεράστια δισκοθήκη στο σπίτι του, δίπλα σε ένα τζουκ μποξ), βλέπει ότι δύσκολα θα κάνει το μπαμ. Ο Μορένο έχει συνηθίσει μέσα του στην ιδέα ότι θα είναι ένας εργάτης σε εργοστάσιο κι ότι η μπάλα θα είναι απλά αυτό που απλώς θα τον κάνει να ξεφεύγει. Μέχρι που σε ένα ματς της ομάδας του, ανάμεσα στους θεατές βρίσκεται ο Κλαούντιο Τζεντίλε (ναι, αυτός ο Κλαούντιο Τζεντίλε) που εκείνη την εποχή έχει πόστο στη Λέτσε. Ο Τζεντίλε ενθουσιάζεται από τα προσόντα του Τοριτσέλι, τόσο ώστε να τον προτείνει στον Τζοβάνι Τραπατόνι που είναι προπονητής στη Γιουβέντους.

Ο Τραπ εμπιστεύεται τον Τζεντίλε και συμφωνεί ώστε ο Τοριτσέλι να δοκιμαστεί, μια που εκείνη την περίοδο οι διεθνείς Ιταλοί λείπουν σε τουρνέ κι έτσι η Γιουβέντους δίνει φιλικά με μικρές ομάδες. Ο Μορένο τα δίνει όλα, κερδίζει αρχικά τους «συμπαίκτες» του και στη συνέχεια τον κόουτς με την απόδοσή του. Ακούει καλά λόγια, αλλά μέχρι εκεί. Επιστρέφει πίσω στη δουλειά του χωρίς να έχει κάτι παραπάνω στα χέρια του κι απλά περιμένει. Η ατυχία χτυπάει. Η Γιουβέντους στέλνει τηλεγράφημα για να του πει να επιστρέψει και να συνεχίσει προετοιμασία με την ομάδα, δυστυχώς όμως το στέλνει σε έναν άλλον Τοριτσέλι που μένει σε δρόμο με ίδιο όνομα, αλλά σε άλλο χωριό. Ευτυχώς για τον Μορένο, η Γιούβε επιμένει και επιλέγει κάτι πιο σύγχρονο, ένα τηλεφώνημα, για να του πει τα ευχάριστα νέα. Ο Μορένο ξαφνικά φτάνει να δοκιμάζεται μαζί με παίκτες του υψηλότερου επιπέδου στην Ιταλία.

Η ιστορική φωτογραφία, η μέρα που ο Τοριτσέλι έμαθε ότι θα γίνει παίκτης της Γιουβέντους.

Γνωρίζει ότι το κριτήριο για την τελική απόφαση είναι αν θα συμπεριληφθεί στην αποστολή της ομάδας για την Ιαπωνία και η επιβεβαίωση έρχεται έμμεσα, όταν ο φωτογράφος της Γιούβε του ζητάει να ποζάρει με τη φανέλα της ομάδας. Ζητάει άδεια από το εργοστάσιο για έναν μήνα, καθώς δεν ξέρει αν θα τον αγοράσει η Γιουβέντους και αναχωρεί. Ο Τραπατόνι μετά από τις εμφανίσεις του δίνει το ΟΚ λέγοντας τη χαρακτηριστική ατάκα «αν δεν μου πάρετε τον Βιέρκοβουντ, θέλω αυτόν τον τύπο» κι όπως διηγείται ο ίδιος ο Τοριτσέλι σε μια συνέντευξη στην Γκατζέτα ντελο Σπορτ, υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο πάνω στο καπό ενός αυτοκίνητου. Η Γιουβέντους δίνει 50 εκατομμύρια λιρέτες κι ο Τοριτσέλι από τα ερασιτεχνικά βρίσκεται όχι απλά στην 1η κατηγορία, αλλά και στην τεράστια Γιούβε παίρνοντας 80πλασιο μισθό από αυτόν που έπαιρνε στο εργοστάσιο. Παρ’ ότι μεγάλωσε με ινδάλματα όπως Αλτομπέλι κι ο πατέρας του τον είχε κάνει οπαδό της Ίντερ, ο Τοριτσέλι αγωνίζεται σε μια άλλη μεγάλη ομάδα.

Ο Τραπατόνι του κολλάει το παρατσούκλι «ξυλουργός» στην τοπική διάλεκτο (είναι… κοντοχωριανοί) κι ο Ρομπέρτο Μπάτζιο το πάει ένα βήμα παραπέρα, κολλώντας του το «Τζεπέτο». «Γράφουν στις εφημερίδες ότι δούλευα με σφυριά, αλλά η αλήθεια είναι ότι δούλευα στο τμήμα των αποστολών, στην αποθήκη», δηλώνει στην Λα Στάμπα. Ο Τοριτσέλι θέλει να δικαιώσει όσους τον πίστεψαν και τα καταφέρνει εξ αρχής. Σαν να μην έπρεπε να κάνει ένα άλμα από τη Δ’ στην Α’ εθνική, φαίνεται «κανονικός» παίκτης. Κάνει ντεμπούτο σε ένα φιλικό με την Μπάγερν στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου στο αντίο του Αουγκεντάλερ. Τρέχει πάνω κάτω στα πλάγια, πέφτει σε κάθε τάκλιν με δύναμη, κυνηγάει την μπάλα και τους αντιπάλους. Μετά από κάθε προπόνηση κάθεται και δουλεύει και το αριστερό του, με παίκτες όπως ο Αντόνιο Κόντε που επίσης κάνουν έξτρα προπόνηση. Αυτό το πάθος τον κάνει αγαπητό στον κόσμο του συλλόγου.

Με αντίπαλο τον Μπέργκαμπ σε ένα ματς με την Ίντερ

Παίρνει θέση βασικού και κατακτά μόλις στην πρώτη του σεζόν το ΟΥΕΦΑ με αντίπαλο την Ντόρτμουντ, βασικός και στους δύο τελικούς με συνολικό σκορ 6-1 και συμπαίκτες τους Μπάτζιο, Βιάλι, Μέλερ, Κόλερ, Κόντε και Ζούλιο Σέζαρ. Πηγαίνει στη Γιούβε σε μια εποχή μεγάλης εσωτερικής αλλαγής στο σύλλογο και παρ’ ότι είναι «παιδί» του Τραπατόνι δεν πέφτει θύμα της εκκαθάρισης. Συνεχίζει να είναι βασικός και επί Μαρσέλο Λίπι, χωρίς όμως να έχουν τις καλύτερες σχέσεις, στη νέα εποχή της Γιούβε. Ο Λίπι τον πιάνει να καπνίζει και η σχέση τους δεν ξεκινάει καλά. Παρ’ όλα αυτά, τον εμπιστεύεται και κερδίζει τρία πρωταθλήματα, ένα κύπελλο, ένα διηπειρωτικό και κυρίως το Τσάμπιονς Λιγκ του 1996. Εκεί που στον τελικό κάνει μια πραγματική κατάθεση ψυχής, πιθανότατα ο καλύτερος από τους παίκτες της Γιουβέντους, μαζί με τους υπόλοιπους εργάτες της εποχής που είχε η Γιουβέντους τότε, όπως τους Πεσότο και ντι Λίβιο. Ο αστικός μύθος λέει ότι μετά το παιχνίδι κληρώθηκε για έλεγχο αντιντόπινγκ μαζί με τον Κλάιφερτ κι ο Ολλανδός, εντυπωσιασμένος με το ματς του Ιταλού του είπε: «Σε έπιασαν, ε;»

Δουλεύει σκληρά, όπως κι όλη η ομάδα. «Κάναμε 500 κοιλιακούς σε 15 λεπτά, κάποιες φορές οι συμπαίκτες μου έκαναν εμετό μετά τις προπονήσεις από την κούραση», δηλώνει στο TuttoMercatoWeb. Το 1998 και βλέποντας ότι πλέον δεν είναι η πρώτη επιλογή, εγκαταλείπει το Τορίνο καθώς η Γιουβέντους δεν θέλει να τον κρατήσει. Παρ’ ότι έχει προτάσεις από την Αγγλία και την Μπόρο, προτιμάει τον άνθρωπο στον οποίο χρωστάει τα πάντα, τον Τραπατόνι. Ο Τραπ έχει αναλάβει τη Φιορεντίνα και τον θέλει πολύ. Ο Μορένο θα πάει στην όμορφη Φλωρεντία που όμως δεν τον υποδέχεται με τον καλύτερο τρόπο. Βλέπετε, είναι ένας παίκτης της μισητής Γιουβέντους. Ο Τοριτσέλι δεν τρομάζει. Με το γνωστό του πάθος και την αγωνιστικότητά του κερδίζει τον κόσμο εκεί. Ο «ξυλουργός» ζει τα τελευταία χρόνια της σπουδαίας Φιορεντίνα (είναι παρών και σε μια μεγάλη νίκη επί της Γιουβέντους με 1-0 με τον Μπατιγκόλ), φτάνει και στο Τσάμπιονς Λιγκ μαζί της, διεκδικεί και ένα πρωτάθλημα το 1998-99 αλλά με τον τραυματισμό του Μπατιστούτα οι Βιόλα πέφτουν στην 3η θέση. Σιγά σιγά αρχίζει η παρακμή και τα τεράστια προβλήματα του συλλόγου με τη διοίκηση Τσέκι Γκόρι.

Ο Τοριτσέλι ζει τη διάλυσή της Φιορεντίνα, και τον υποβιβασμό, και στα ποδοσφαιρικά… γεράματα μεταναστεύει στην Ισπανία και την Εσπανιόλ όπου παίζει μια χρονιά. Επιστρέφει στο Αρέτσο και τελειώνει την καριέρα του, μια καριέρα που τον έφερε μέχρι και την εθνική Ιταλίας, πάντα όμως πίσω από άλλους παίκτες όπως ο Πανούτσι. Δεν ήταν κάποιος σπουδαίος τεχνίτης, σκόραρε μόλις 1 γκολ με τη Γιούβε (εξαιρετικό, σε αγώνα Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι στους Ρέιντζερς) και 2 με τη Φιορεντίνα, αλλά λατρεύτηκε γι’ αυτό που πολύς κόσμος θεωρεί ίσως πιο σημαντικό κι από την ποιότητα κάποιες φορές. Την αυτοθυσία, το πάθος, την εργατικότητα. Ο Τοριτσέλι όπου κι αν έπαιξε τα έδινε όλα στο γήπεδο και μπορούσε να γεφυρώσει το όποιο ποιοτικό του έλλειμμα.

Έχοντας θητεύσει δίπλα σε εξαιρετικούς προπονητές, όντας έξυπνος και εργατικός, πολλοί θα πόνταραν σε μια προπονητική καριέρα. Και πράγματι, ο Τοριτσέλι ξεκίνησε στην Τοσκάνη τα πρώτα βήματά του και είχε και προτάσεις από ομάδες της Β’ εθνικής. Μέχρι όμως που χρειάστηκε να πάρει μια πολύ σημαντική απόφαση και κάπως έτσι να επιστρέψουμε στην αρχή του κειμένου μας. Την ημέρα του 2010 που κήδεψε τη γυναίκα του, που έχασε τη μάχη με τη λευχαιμία. Η Μπάρμπαρα Τοριτσέλι ήταν μόλις 40 ετών και ήταν δίπλα του σε όλη τη ζωή. Έμενε στο διπλανό χωριό, γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και έφτασε να είναι η κομμώτρια του ντελ Πιέρο. Ο Μορένο εκείνη την ημέρα που αποχαιρέτησε για τελευταία φορά τη σύντροφο της ζωής του αποφάσισε ότι είχε ένα ρόλο πλέον, να μεγαλώσει σωστά τα παιδιά του και να βάλει σε 2η μοίρα την προπονητική του καριέρα. Παράτησε την προπονητική καριέρα και έμεινε σε ένα μικρό χωριό λίγων κατοίκων στα βορειοδυτικά της Ιταλίας, με το ποδόσφαιρο να γίνεται πάλι και χόμπι, καθώς ο Μορένο προπονούσε τα πιτσιρίκια της τοπικής ομάδας. Ο Τοριτσέλι είχε ήδη χάσει τον κολλητό του από τα χρόνια της Γιούβε, τον Αντρέα Φορτουνάτο που έφυγε από τη ζωή μόλις στα 23 του χτυπημένος από μία σπάνια μορφή λευχαιμίας, το 1995. Στις δύσκολες στιγμές βρέθηκε πολύ κοντά του ο Τζιανλούκα Βιάλι, τον βοήθησε πολύ, τον στήριξε ψυχολογικά.


Το 2014 φοράει τη φανέλα της Γιούβε και πάλι σε ένα φιλανθρωπικό φιλικό.

Ακόμα και σήμερα συχνά καλείται να κάνει δηλώσεις, να σχολιάσει για τη Γιουβέντους ή και τη Φιορεντίνα (όπως στον θάνατο του Αστόρι), ο κόσμος τον θυμάται και τον αγαπάει. Αυτός, σαν ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στο καθήκον του έβαλε πάνω από όλα την οικογένεια. Δεν τον έχουν πάρει τα χρόνια, αλλά είναι πλέον δύσκολο να κάνει μια σπουδαία καριέρα ως προπονητής. Θα μείνει πάντα όμως η φιγούρα του χαραγμένη στις αναμνήσεις όσων έζησαν τη δεκαετία του 1990, εκείνη η δύναμη στα δεξιά (ή και στα αριστερά ή και όπου αλλού χρειαζόταν).

Αν ο Ντιέγκο Σιμεόνε σου πει ότι σε συγχώρεσε, μην τον πιστέψεις

  [8 Σχόλια]

Ήταν ένα σημαντικό παιχνίδι στο Σαν Μαμές στις 8 Δεκεμβρίου του 1996. Η τοπική Αθλέτικ και η Ατλέτικο Μαδρίτης, σε ένα κακό αγωνιστικό χώρο έδιναν μάχη σε ένα πρωτάθλημα που κατέληξαν κι οι δύο να κερδίζουν την έξοδό τους στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Μόλις στο 5ο λεπτό, η μπάλα φεύγει προς το πλάγιο. Ο Ντιέγκο Σιμεόνε την καλύπτει. Πίσω του έρχεται το μεγάλο ταλέντο της Μπιλμπάο. Το καμάρι των Βάσκων, το ομορφόπαιδο που στα 22 του ήδη είχε τέσσερις γεμάτες χρονιές με το πλούσιο μαλλί, το γλυκό πρόσωπο και την σπουδαία τεχνική. Ο Ζουλιέν Γκερέρο.

Ο Βάσκος κάνει ένα τάκλιν, περισσότερο για την τιμή των όπλων, για να δυσκολέψει τον Αργεντίνο χαφ. Ο Σιμεόνε, πανέξυπνος, έχει ήδη καταλάβει σαν να έχει μάτια στην πλάτη την κίνηση του αντιπάλου του. Κανονικά, ο οποιοσδήποτε παίκτης αφήνει απλά την μπάλα να βγει έξω. Ο Σιμεόνε όμως θέλει από το 5′ να δείξει ποιος είναι το αφεντικό στο ματς. Πατάει πάνω στο πόδι του αντιπάλου, χωρίς καμία αμφιβολία αν έχει πρόθεση και στη συνέχεια σηκώνει και το χέρι για να δείξει ότι το πλάγιο είναι δικό του. Οι ζωντανές εικόνες της τηλεόρασης φέρνουν το αιματοβαμμένο πόδι του Γκερέρο στα σπίτια όλης της Ισπανίας που σοκάρεται. Ο Γκερέρο δηλώνει ότι το χτύπημα έγινε επίτηδες και λέει ότι δεν θέλει να μιλήσει «για αυτό το άτομο». Ο Σιμεόνε βγαίνει στην αντεπίθεση με δικές του δηλώσεις:

«Αυτός που πονάει είμαι εγώ. Εκμεταλλεύτηκαν αυτή την κατάσταση για να πουν βλακείες. Μόνο εγώ γνωρίζω αν είχα πρόθεση να τραυματίσω τον Ζουλιέν Γκερέρο. Αυτός έπεσε στο έδαφος χωρίς πρόθεση να πάει στην μπάλα, προσπάθησα να τον αποφύγω και είχα την ατυχία να τον βρω στο πόδι»

Το δράμα του πόνου και της ατυχίας δεν φαίνεται να συγκινεί την ισπανική λίγκα πάντως, καθώς τιμωρεί τον Αργεντίνο με τρεις αγωνιστικές και πρόστιμο 100.000 πεσέτες. Είναι ένα από τα χτυπήματα που μένουν αξέχαστα στο ισπανικό ποδόσφαιρο. Ο πρόεδρος της Αθλέτικ αποκαλεί τον Σιμεόνε «δημόσιο κίνδυνο», αλλά ο Χεσούς Χιλ στηρίζει τον παίκτη του λέγοντας ότι όλα αυτά γίνονται επειδή χτύπησε το χρυσό αγόρι του Μπιλμπάο που κανείς δεν πρέπει να το αγγίζει και θυμάται τα δύο πέναλτι που δεν έδωσε ο διαιτητής στην Ατλέτικο στο ματς.

Τρεις μήνες αργότερα, η Μπαρσελόνα υποδέχεται την Ατλέτικο Μαδρίτης για έναν αγώνα του Κόπα ντελ Ρέι. Είναι 26 Φεβρουαρίου του 1997 και ο τσολιάς που ακούει στο όνομα Φερνάντο Κόουτο  πηδάει στον αέρα σε μία διεκδίκηση με τον Τσόλο Σιμεόνε. Ο Πορτογάλος βγαλμένος από ταινίες πολεμικών τεχνών μπορεί να μη το κατέχει το τόπι, αλλά δείχνει σπάνια προσόντα του ταλέντου του πατώντας στον αέρα τον μηρό του Αργεντίνου. Ο Σιμεόνε πέφτει κάτω και χρειάζεται να κάνει ράμματα στο ματωμένο του πόδι. Το δράμα του συγκινεί λιγότερο από αυτό του Ζουλιέν Γκερέρο, πολλοί χαμογελούν με ικανοποίηση (ειδικά στη χώρα των Βάσκων) καθώς είναι μια ποδοσφαιρική θεία δίκη. Το αίμα στο πόδι του Αργεντίνου δεν προκαλεί τέτοια έκρηξη, ο Κόουτο απλά παίρνει μια κίτρινη από τον διαιτητή Μεχούτο Γκονθάλεθ.

Ο Σιμεόνε το παίζει κουλ. Λέει ότι δεν θέλει η Ατλέτικο να ζητήσει τη δίωξη του παίκτη. «Πρέπει να δώσουμε το παράδειγμα, αν και την προηγούμενη φορά την πληρώσαμε. Αυτό πρέπει να γίνει ένα μάθημα σε όλους, ώστε να καταλάβουν ότι τα πράγματα πρέπει να μένουν μέσα στο γήπεδο. Όλα τελειώνουν με τον διαιτητή να βλέπει κάτι ή να μην το βλέπει». Σαν να βλέπεις τον Τζον Πέσι να λέει πως ό,τι γίνεται στο Βέγκας, μένει στο Βέγκας.

Αυτό που δεν καταλαβαίνει ο κόσμος βέβαια είναι ότι ο Σιμεόνε δεν το βλέπει… χριστιανικά. Τα «πράγματα που πρέπει να μένουν στο γήπεδο» δεν σημαίνουν συγχώρεση, «ασ’το να πάει στο διάολο» ή κάτι τέτοιο. Ή έστω, aς πούμε ότι αν ο Σιμεόνε είναι αρκετά θρήσκος, μάλλον προτιμά την Παλαιά Διαθήκη κι όχι την Καινή. Κι ο Αργεντίνος το απέδειξε αρκετούς μήνες αργότερα. Το καλοκαίρι του 1997 μετακομίζει στην Ιταλία και την Ίντερ. Έναν χρόνο αργότερα, ο Φερνάντο Κόουτο σε μια ακόμα σπουδαία (και κομματάκι ανεξήγητη γιατί προσωπικά δεν τον θεωρούσα ιδιαίτερα καλό παίκτη) μεταγραφή του πηγαίνει στην φοβερή Λάτσιο του Σβεν Γκόραν Έρικσον.

Τότε που δεν χορταίναμε να βλέπουμε Σέριε Α

Στις 18 Οκτωβρίου του 1998 η Ίντερ του Ζαμοράνο υποδέχεται την Λάτσιο του Σάλας σε έναν χιλιανό εμφύλιο. Είναι μια χρονιά μετριότητας για την Ίντερ που θα καταλήξει στην 8η θέση, σε αντίθεση με την απίστευτη Λάτσιο, με παιχταράδες όπως Μιχαΐλοβιτς, Σέρζιο Κονσεϊσάο, Αλμέιδα και Νέντβεντ, που θα βγει 2η, μόλις έναν βαθμό πίσω από την πρωταθλήτρια Μίλαν. Εκείνο το ματς είναι ένα σόου της Λάτσιο που ανοίγει το σκορ στο πρώτο λεπτό με τον Σάλας. Ο Σάλας αποχωρεί στο 14′ τραυματίας, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τους λατσιάλι να κάνουν το 1-3 στο 40′. Ο Σιμεόνε δεν νοιάζεται γι’ αυτό. Περιμένει τη στιγμή του.

Αυτή έρχεται στο 45′. Μια εναέρια μονομαχία του με τον Κόουτο, όπως αυτή του 1997. Ο Αργεντινός πάει με δύναμη και δίνει μια γερή στο πρόσωπο του Πορτογάλου. Δεν αρκεί. Γυρίζει στον πεσμένο Κόουτο και τον πατάει μεγαλοπρεπώς. Κατόπιν, κάνει ότι πάει να δει πώς είναι και να του δώσει το χέρι. Ο διαιτητής φυσικά δεν συγκινείται και τον αποβάλλει. Η Ίντερ μένει με 10 παίκτες, το σκορ φτάνει στο 2ο ημίχρονο στο 1-5 και τελικά οι γηπεδούχοι εκμεταλλεύονται το χαλάρωμα της Λάτσιο και μειώνουν σε ένα πιο τιμητικό 3-5 με τον Βέντολα. Η εκδίκηση γίνεται πραγματικότητα, ο Σιμεόνε σαν… κύριος αποχωρεί, πιστός στη φιλοσοφία ότι όλα μένουν στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.

Ο Αργεντίνος μετά το χτύπημα στον Γκερέρο έφυγε για τα γήπεδα της Ιταλίας χωρίς να επισκεφτεί ξανά το Σαν Μαμές. Γύρισε όμως το 2013 ως προπονητής πλέον της Ατλέτικο. Οι Βάσκοι παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια δεν το ξέχασαν. Τον στόλιζαν σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, με τον Τσόλο να χαμογελάει και να ανοίγει διάλογο (από το 1.35 και μετά στο παραπάνω βίντεο) με αρκετούς εξ αυτών. Πιστός στο «όλα μένουν στο χορτάρι», ο Σιμεόνε δεν αντέδρασε στα «ίχο ντε πούτα» που άκουγε εν χορώ από ανθρώπους μόλις λίγα μέτρα πιο πίσω του. Πιθανότατα γιατί ξέρει ότι τα περισσότερα του αξίζουν και δεν μετανιώνει για τα όσα άθλια έκανε ως παίκτης.

Ο οπαδός που σκότωσε το ίνδαλμα του

  [7 Σχόλια]

Τον αποκάλεσαν «Τζόρτζ Μπεστ της Ιταλίας». Ήταν χαρισματικός, ζόρικος, αντισυμβατικός. Μπορούσε να ντριπλάρει τους καλύτερους αμυντικούς με την ίδια ευκολία που προκαλούσε τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής με τον τρόπο ζωής του. Σε μια περίοδο που στην Ιταλία κυριαρχούσε η ποδοσφαιρική πειθαρχία του Ελένιο Ερέρα ο Λουίτζι Μερόνι ήταν η διέξοδος όλων όσων επιζητούσαν κάτι διαφορετικό, κάτι πιο καλλιτεχνικό, αυθόρμητο και γεμάτο φαντασία. Όπως έγραψε κάποτε και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζιάνι Μπρέρα: «Ήταν το σύμβολο μιας κοινωνικής ελευθερίας σε μια χώρα γεμάτη επιτήδειους κομφορμιστές».

Ο «Τζίτζι» Μερόνι ξεκίνησε την καριέρα του από το Κόμο αλλά έκανε το όνομα του στη Τζένοα στις αρχές της δεκαετίας του 60′. Το ταλέντο του ξεχώριζε εύκολα και μετά από μόλις δυο σεζόν η Τορίνο έσπασε το ρεκόρ μεταγραφής για νεαρό παίκτη, δίνοντας γι’αυτόν 300 εκατομμύρια λιρέτες. Το ποσό ήταν τόσο μεγάλο που ο πρόεδρος της Τζένοα δεν μπορούσε να αρνηθεί αλλά ακόμα κι έτσι οι διαμαρτυρίες ήταν έντονες. Ο κόσμος της ομάδας λάτρευε το ‘7αρι’ του και θεώρησε προδοσία την αποδοχή της πρότασης. Παρόμοιες ενστάσεις είχε και ο προπονητής του, ο Αργεντινός Μπέντζαμιν Σάντος, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε διακοπές στην Ισπανία. Ο μύθος λέει ότι όταν έμαθε πως ο παίκτης του πουλήθηκε, μπήκε στο αμάξι του αποφασισμένος να γυρίσει επειγόντως στη Γένοβα για να παραιτηθεί αλλά εξαιτίας της νευρικότητας του, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και έπεσε πάνω σ’ένα δέντρο. Μέσα σε λίγες μέρες η Τζένοα έχασε και το μεγάλο της αστέρι και τον προπονητή της!

Στο Τορίνο η καριέρα και η φήμη του Μερόνι απογειώθηκαν. Οι κούρσες του στη δεξιά πλευρά ήταν κάτι σαν ατραξιόν όλου του πρωταθλήματος. Όταν έπαιρνε τη μπάλα οι θεατές ξεσηκωνόταν, ξέροντας ότι πιθανόν θα ακολουθήσει κάτι εντυπωσιακό. Αν και λόγω του στυλ του μάζευε τις κλωτσιές με το τσουβάλι, αρνιόταν να εκτελέσει τα κερδισμένα πέναλτι, αφού θεωρούσε πως ήταν ξενέρωτα και χωρίς καμία ομορφιά. Με θέση, νούμερο και στυλ ίδια με του Τζόρτζ Μπεστ οι συγκρίσεις δεν άργησαν να γίνουν. Οι ομοιότητες τους δεν σταματούσαν εντός των τεσσάρων γραμμών.

Ο τρόπος ζωής του Μερόνι σκανδάλιζε αρκετούς, ακόμα και εκτός ποδοσφαίρου. Το γεγονός ότι έμενε σε μια σοφίτα με την ερωμένη του, Κριστιάνα, η οποία όμως ήταν ακόμα παντρεμένη με έναν σκηνοθέτη (σύμφωνα με τα γκόσιπ της εποχής ο γάμος έγινε μετά από πιέσεις των γονιών της), ήταν για καιρό το αγαπημένο σκάνδαλο των ΜΜΕ της Ιταλίας ενώ αποτέλεσε και πρόβλημα μετά το θάνατο του, αφού η εκκλησία τον θεωρούσε «αμαρτωλό». Η άρνηση του στην προτροπή του ομοσπονδιακού τεχνικού Εντμόντο Φάμπρι να κόψει πιο κοντά τα μαλλιά του τον άφησε εκτός εθνικής για αρκετό καιρό αλλά οι εμφανίσεις του στο πρωτάθλημα ήταν τόσο εντυπωσιακές που ο Φάμπρι συμβιβάστηκε και τον πήρε τελικά μαζί του στο Μουντιάλ του 1966. Εκεί καταδέχτηκε να τον χρησιμοποιήσει μόνο στο ματς με τη Σοβιετική Ένωση, με αποτέλεσμα η Ιταλία να αποκλειστεί από τη Β. Κορέα, σε μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις όλων των εποχών που φυσικά οδήγησε και στην απόλυση του.

Όσα στερήθηκε η εθνική εν τη απουσία του τα γευόταν ο κόσμος της Τορίνο. Κάθε Κυριακή ο Μερόνι, με τα περίεργα μούσια του (όταν ξυρίστηκε έγινε ολόκληρο θέμα στις εφημερίδες) και τις κάλτσες πάντα κατεβασμένες χαμηλά, έδινε μια διαφορετική παράσταση στον αγωνιστικό χώρο και η λατρεία των φιλάθλων άγγιζε τα επίπεδα λατρείας που εισέπρατταν οι ροκ σταρς. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το μαλλί του ήταν επηρεασμένο από τους αγαπημένους του Beatles. Tα περισσότερα μουσικά ακούσματα του πάντως προερχόταν από τη τζαζ, ένα είδος που αγαπούσε ιδιαίτερα γιατί το θεωρούσε διαφορετικό και απελευθερωτικό. («Τζαζ σημαίνει ελευθερία. Αληθινή ελευθερία. Ελευθερία να εκφραστείς. Ελευθερία να εξερευνήσεις. Ελευθερία να βγάλεις τα εσώψυχα σου» όπως έχει πει και ο σπουδαίος Χέρμπι Χάνκοκ.) Εκτός από τη μουσική είχε αδυναμία στη λογοτεχνία, την ποίηση, τα περίεργα ρούχα και τη ζωγραφική, την οποία μάλιστα εξασκούσε τόσο συχνά που την αποκαλούσε «η κανονική μου δουλειά».

«What’s that?»
«I don’t know»
«When you don’t know what it is, it’s jazz!»
(The Legend of 1900)

Ανάμεσα στους χιλιάδες θαυμαστές του ήταν και ο Τζιάνι Ανιέλι, που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει από την εποχή που αγωνιζόταν στη Τζένοα. Η δεύτερη προσπάθεια του έγινε το καλοκαίρι του 1967. Ο Μερόνι είχε ήδη κλείσει τρία χρόνια στην πόλη και είχε πείσει τους πάντες για την αξία του. Σε μια από τις πιο γνωστές παραστάσεις του είχε οδηγήσει την Τορίνο με ένα υπέροχο γκολ, σε ένα σπουδαίο διπλό μέσα στο Σαν Σίρο επί της παντοδύναμης τότε Ίντερ, που είχε να χάσει εντός έδρας τρία ολόκληρα χρόνια! «Λένε ότι είμαι λίγο τρελός. Γι’αυτό υποθέτω πετυχαίνω και τέτοια γκολ. Κάνω τρελά πράγματα για να προκαλέσω τους αντιπάλους μου και να ξεσηκώσω το κοινό» δήλωσε μετά από εκείνο το ματς.

Το περιεχόμενο της πρότασης της Γιουβέντους δεν έγινε ποτέ επίσημα γνωστό. Οι δημοσιογράφοι μιλούσαν όμως για ένα ποσό που ξεπερνούσε τα 750 εκατομμύρια! Ο Ανιέλι στηριζόταν στο γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση της Τορίνο δεν ήταν καθόλου καλή. Οι αντιδράσεις όμως ήταν άμεσες και πολλές. Με το που ακούστηκε η πρώτη φήμη, οι οπαδοί της Τορίνο βγήκαν στους δρόμους ενώ τα τηλέφωνα στα γραφεία του συλλόγου δεν σταμάτησαν να χτυπάνε. Το μήνυμα τους ήταν απλό: «Μην τολμήσετε να δώσετε τον Μερόνι στη Γιουβέντους». Η κατάσταση είχε ξεφύγει τόσο που αρκετοί οπαδοί της Τορίνο που εργαζόταν στη FIAT του Ανιέλι, απείλησαν τους εργοδότες τους ότι θα κατέβαιναν σε απεργία αν προχωρούσε η μεταγραφή. Υπό την πίεση του κόσμου, οι δυο ομάδες έκαναν πίσω κι έτσι η νέα σεζόν ξεκίνησε με τον Μερόνι να φοράει ξανά τη φανέλα της Τορίνο. Όπως αποδείχτηκε αυτή θα ήταν και η τελευταία του.

Στις 15 Οκτωβρίου 1967 και λίγη ώρα μετά το τέλος του αγώνα με τη Σαμπντόρια, ο Τζίτζι Μερόνι δέχτηκε την πρόσκληση του συμπαίκτη του Φαμπρίτσιο Πολέτι να πάνε για ένα ποτό. Διασχίζοντας έναν κεντρικό δρόμο του Τορίνο στάθηκαν για λίγο στη μέση, περιμένοντας ένα κενό που θα τους επέτρεπε να περάσουν. Όταν ένα αμάξι από την απέναντι λωρίδα πέρασε ξυστά από τα πόδια τους, έκαναν ασυναίσθητα ένα βήμα προς τα πίσω για να το αποφύγουν. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή όμως από την αντίθετη πλευρά ερχόταν ένα 124 Fiat Coupe. Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά που ο οδηγός του δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η πρόσκρουση με το σώμα του Μερόνι δεν ήταν πολύ δυνατή αλλά ήταν αρκετή για να τον πετάξει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Εκεί τον πέτυχε ένα ακόμα διερχόμενο όχημα, που τον έσυρε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά. Λίγη ώρα αργότερα στο νοσοκομείο ανακοινώθηκε ο θάνατος του. Ήταν 24 χρονών.

Όλη η χώρα έπεσε σε πένθος. Η τραγωδία χτυπούσε την ομάδα για δεύτερη φορά, αφού δεν είχαν περάσει ούτε δυο δεκαετίες από τη μέρα που το αεροπλάνο που μετέφερε την «Μεγάλη Τορίνο» συνετρίβη στο λόφο Σουπέργκα. (Μια ακόμα τραγική ειρωνεία: Ο πιλότος του αεροπλάνου λεγόταν Πιερλουίτζι Μερόνι!). Στην κηδεία του παρευρέθηκαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσα τους και αρκετοί οπαδοί της Γιουβέντους. Ο πρόωρος χαμός του συγκλόνισε τόσο τον κόσμο, που λίγους μήνες μετά ένας οπαδός της Τορίνο πήγε στο νεκροταφείο και ξέθαψε το πτώμα του. Όταν συνελήφθη από την αστυνομία, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Μερόνι σκοτώθηκε και ήθελε να το δει με τα μάτια του.

Η ζωή και ο τραγικός θάνατος του Τζίτζι Μερόνι έγιναν αργότερα ποίημα, βιβλίο, θεατρικό έργο, θέμα έκθεσης ζωγραφικής και πρόσφατα και ταινία ενώ στο μνημείο που στήθηκε δίπλα στο σημείο του δυστυχήματος περαστικοί οπαδοί της Τορίνο αφήνουν συχνά λουλούδια.

Ο Ατίλιο Ρομέρο ήταν μόλις 19 χρονών, όταν το Fiat του χτύπησε έναν πεζό που προσπαθούσε να περάσει το δρόμο. Το πρώτο σοκ ήταν μεγάλο αλλά δεν συγκρίνεται με αυτό που βίωσε λίγα λεπτά αργότερα όταν ακινητοποίησε το αμάξι του, έτρεξε να δει σε τι κατάσταση ήταν ο άνθρωπος που μόλις είχε χτυπήσει και συνειδητοποίησε ποιος ήταν. Ο Ρομέρο δεν ήταν απλά φανατικός οπαδός της Τορίνο, που όπως και ο Μερόνι έφευγε από το γήπεδο στο οποίο η ομάδα του μόλις είχε κερδίσει τη Σαμπντόρια. Ήταν και μεγάλος θαυμαστής του δεξιού εξτρέμ της ‘Γκρανάτα’. Λίγους μήνες πριν συμμετείχε στις διαμαρτυρίες για την φημολογούμενη πώληση του, το σπίτι του ήταν μερικά μέτρα μακριά από το σπίτι του Μερόνι, το δωμάτιο του ήταν γεμάτο αφίσες του, το ντύσιμο και το μαλλί του ήταν επηρεασμένα από αυτά του ήρωα του ενώ η λατρεία του ήταν τέτοια που ακόμα και στο αμάξι του υπήρχε μια εικόνα του Ιταλού παίκτη!

«Στην αρχή βίωσα τα πάντα λες και έχουν συμβεί σε κάποιον άλλον. Έβλεπα τη φωτογραφία μου στα πρωτοσέλιδα αλλά ήταν πολύ μεγάλη η τραγωδία για να αποδεχτώ ότι σχετιζόμουν κι εγώ. Με τον καιρό όμως, ο πόνος ήρθε και δυνάμωνε συνεχώς. Έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον 10 χρόνια για να σταματήσω να έχω συνέχεια εφιάλτες. Σήμερα μετά από τόσα χρόνια υποφέρω ακόμα από μια ατέλειωτη μελαγχολία. Άλλωστε μένω ακόμα στο ίδιο σπίτι, 200 μέτρα από το σημείο της τραγωδίας. Σχεδόν κάθε μέρα περνάω από το μνημείο που μου υπενθυμίζει τι συνέβη εκεί. Ένα κόκκινο φανάρι να με είχε πιάσει και όλα θα ήταν διαφορετικά. H αίσθηση της ενοχής νομίζω ότι θα με συντροφεύει μέχρι το τέλος της ζωής μου.» Ο Ρομέρο πήγε μόνος του στο αστυνομικό τμήμα εκείνο το βράδυ αλλά απαλλάχθηκε απ’όλες τις κατηγορίες αφού θεωρήθηκε ότι δεν ήταν δικό του το λάθος.

Οι απίστευτες συμπτώσεις όμως δεν σταμάτησαν σ’εκείνη τη μοιραία συνάντηση του ινδάλματος με τον θαυμαστή του. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2000, ο Ατίλιο Ρομέρο έγινε πρόεδρος της Τορίνο! «Η ζωή μου ήταν πάντα συνυφασμένη με την ιστορία της Τορίνο και στις καλές και στις κακές στιγμές» δήλωσε κάποια στιγμή. Κάποιοι οπαδοί δεν τον συγχώρεσαν ποτέ ενώ έφτασαν να σηκώσουν ακόμα και πανό «Ρομέρο, δολοφόνε». Όπως αποκάλυψε πρόσφατα, έκανε καιρό να βρει το κουράγιο να επιστρέψει στο γήπεδο. Έτσι, το ιστορικό ματς με τη Γιουβέντους το φθινόπωρο του 1967 το άκουσε από το ράδιο.

Το παιχνίδι διεξήχθη λίγες μόλις μέρες μετά την κηδεία. Ο Γαλλοαργεντινός επιθετικός Νέστορ Κομπέν ήταν o αποδέκτης των περισσότερων ασίστ του Μερόνι και ο καλύτερος φίλος του εκτός γηπέδου, ο άνθρωπος με τον οποίο περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του, όταν δεν ζωγράφιζε ή δεν ήταν με την Κριστιάνα. Συνήθως έπιναν μπύρες και έπαιζαν μπιλιάρδο μετά τα παιχνίδια, παρέα με απλούς οπαδούς της Τορίνο. Το μοιραίο βράδυ ήταν να πάει μαζί του για ποτό αλλά τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη γιατί ένιωθε κουρασμένος από το παιχνίδι που είχε προηγηθεί. Λίγη ώρα μετά, τον ενημέρωσαν πως ο φίλος του ήταν νεκρός.

Ο Κομπέν κατέρρευσε. Ανέβασε πυρετό, το στομάχι του έγινε κόμπος και για αρκετές μέρες δεν έτρωγε τίποτα και δεν κοιμόταν καθόλου. Όταν έμαθε ότι το ντέρμπι με τη Γιουβέντους θα διεξαχθεί κανονικά αρνήθηκε να λάβει μέρος. Λίγο πριν τη σέντρα όμως άλλαξε γνώμη. Αν και φανερά επηρεασμένος από την ασθένεια του και τις μέρες που πέρασε κλινήρης, έκανε το ματς της ζωής του, σκοράροντας 3 φορές μέχρι το 60′! Ο θρίαμβος της Τορίνο ολοκληρώθηκε εξίσου συμβολικά στο 67ο λεπτό, όταν ο νεαρός Αλμπέρτο Καρέλι πέτυχε το τελικό 0-4, φορώντας τη φανέλα του Μερόνι με το νούμερο 7. Εκείνο ήταν το πρώτο γκολ του Καρέλι με τη φανέλα της Τορίνο. Οι πιο ρομαντικοί οπαδοί της πιστεύουν ότι το γκολ το έβαλε η φανέλα και όχι ο παίκτης.

Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει από τότε και η Τορίνο δεν έχει κερδίσει ξανά την μεγάλη αντίπαλο της με τόσο ευρύ σκορ. Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει και η Τορίνο δεν έχει βρει ξανά ένα ταλέντο σαν αυτό του Τζίτζι Μερόνι, του παίκτη που μπορούσε να ντριπλάρει τους πάντες. Εκτός από εκείνο το καταραμένο Fiat που οδηγούσε ένας από τους μεγαλύτερους θαυμαστές του.

Το παιχνίδι της ζωής του Αγκοστίνο ντι Μπαρτολομέι

  [2 Σχόλια]

Η Ρώμη είναι μια από τις πόλεις που δεν αρκεί να επισκεφτείς μία φορά. Σχεδόν όλη η Ιταλία έχει τη γοητεία της, ειδικά όσο κατεβαίνεις πιο χαμηλά, αλλά η Ρώμη είναι ξεχωριστή. Μπορείς να ψηλαφίσεις την ιστορία της περπατώντας σε αυτή. Να νιώσεις τη διαφορετική της ατμόσφαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κάτοικοί της δυσκολεύονται να φύγουν, να την αφήσουν. Και οι αθλητές της, οι ποδοσφαιριστές της που βγήκαν από τους δρόμους της πόλης και έφτασαν να αγωνίζονται στις ομάδες της, γίνονται συχνά πιστοί στρατιώτες της. Πολύ πριν τον Ντανιέλε ντε Ρόσι και τον Φραντσέσκο Τότι, η αιώνια πόλη είχε βγάλει έναν ακόμα μεγάλο αρχηγό. Ο Αγκοστίνο ντι Μπαρτολομέι γεννήθηκε στη Ρώμη και συνδύασε την καριέρα του, αλλά κι ολόκληρη τη ζωή του με τις στιγμές που έζησε εκεί.

Το ταλέντο του φάνηκε από πιτσιρικάς. Παρ’ ότι οι άνθρωποι της Μίλαν τον πλησίασαν, αυτός προτίμησε να παραμείνει στην αγαπημένη του Ρώμη και να προσπαθήσει να βρει μια θέση στη Ρόμα. Κι ας τερμάτιζε στο κάτω μισό του πρωταθλήματος. Είπαμε, η αιώνια πόλη δεν εγκαταλείπεται εύκολα. Ο Ελένιο Ερέρα ήταν αυτός που τον είδε πρώτη φορά. O Ισπανο-Αργεντινο-Γάλλος κόουτς είχε το χειρότερο ποσοστό νικών μέχρι τότε στην καριέρα του στη Ρόμα, ένα πενιχρό 29%, αλλά αν άφησε κάτι πίσω του ήταν η επιλογή αυτού του πιτσιρικά. Από τα 14 του ο ντι Μπαρτολομέι υπηρέτησε τους τζιαλορόσι, ένα από τα σπουδαιότερα ταλέντα που έβγαλε ποτέ η ομάδα της Ρόμα. Τρία περίπου χρόνια αργότερα έκανε το ντεμπούτο του με τη φανέλα της πρώτης ομάδας και εκτός από μία σεζόν που πήγε δανεικός, πέρασε δώδεκα χρόνια στη Ρώμη.

Ο ντι Μπαρτολομέι ήταν πολυσύνθετος παίκτης, πιο κοντά στην τυπική θέση του «ρετζίστα», ένας πλέι μέικερ πίσω από το κέντρο, μπροστά από την άμυνα. Αυτός που ξεκινούσε από πίσω την επίθεση, το μυαλό της ομάδας. Χωρίς να έχει τρομερά φυσικά προσόντα, είχε πολύ καλή τεχνική και πάσα και όπως συχνά συμβαίνει στους σπουδαίους παίκτες που δεν είναι γρήγοροι, ήταν έξυπνος και έβλεπε γήπεδο. Ήξερε πού έπρεπε να κινηθεί και πού να πασάρει. Ο Αγκοστίνο γρήγορα έγινε από τους αγαπημένους παίκτες της εξέδρας. Και μπορεί όταν πρωτοπήγε στη Ρόμα η ομάδα να ήταν σε κάκιστη κατάσταση, αλλά στη συνέχεια συνέπεσε με ορισμένα άλλα ιερά τέρατα του συλλόγου.

Η Ρόμα επιστρέφει στους τίτλους με κατακτήσεις κυπέλλων, αλλά το πρωτάθλημα λείπει εδώ και 40 χρόνια. Με την επιστροφή του Σουηδού προπονητή Νιλς Λίντχολμ από τη Μίλαν, η Ρόμα με παίκτες όπως ο ντι Μπαρτολομέι, ο Κόντι, ο Φαλκάο κι ο ιστορικός τερματοφύλακας Φράνκο Τανκρέντι κατακτά το πρωτάθλημα του 1983 μπροστά από τη Γιουβέντους του Πλατινί. Η Ρώμη πανηγυρίζει (εκτός φυσικά από την πλευρά των Λατσιάλι) κι ο αρχηγός πλέον ντι Μπαρτολομέι περνάει στο πάνθεον της Curva Sud που τραγουδάει ρυθμικά το όνομά του, καθώς η προσφορά του είναι τεράσια. Η Ρόμα όμως δεν είναι καλή μόνο για την Ιταλία. Έχει μεγαλύτερους στόχους. Δίνει ξανά τη μάχη του τίτλου την επόμενη σεζόν, αλλά η έλλειψη ενός σπουδαίου γκολτζή της στοιχίζει σε κάποια ματς και χάνει στο νήμα το repeat από τη Γιούβε. Στην Ευρώπη όμως τα πράγματα είναι αλλιώς. Αποκλείει κατά σειρά Γκέτεμποργκ, ΤΣΣΚΑ Σόφιας, Διναμό Βερολίνου και τέλος την Νταντί. Φτάνει σε έναν τελικό Πρωταθλητριών και μάλιστα μέσα στο σπίτι της. Το Ολίμπικο. Ο πόθος, η θέληση για το τρόπαιο, ο πυρετός δεν έχουν προηγούμενο. Από τις 25 Απριλίου που η Ρόμα παίρνει την πρόκριση για τον τελικό, μέχρι τις 30 Μαΐου του 1983 όλοι οι οπαδοί κοιμούνται και ξυπνούν γι’ αυτό το παιχνίδι. Είναι το μεγαλύτερο παιχνίδι της ιστορίας του συλλόγου.

Το διαφορετικό τότε Ολίμπικο, γυμνό, χωρίς στέγαστρο και μια απίστευτη ατμόσφαιρα

Το στάδιο ασφυκτικά γεμάτο, ντυμένο στα κόκκινα-κίτρινα και κόκκινα-άσπρα. Οι Άγγλοι σαφώς λιγότεροι. Άλλωστε οι πονηροί Ρωμαίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπουν στο γήπεδο. Δυο καλές ομάδες. Μια πιο βαριά φανέλα και μια πιο διψασμένη ομάδα που έπαιζε στο σπίτι της (έχοντας και την απουσία του Κάρλο Αντσελότι). Μιλώντας για φανέλες, η Ρόμα κληρώνεται να παίξει με τη λευκή. Οι προληπτικοί δεν ενθουσιάζονται και λίγο αργότερα δικαιώνονται. Ο Τανκρέντι κάνει μια έξοδο, διεκδικεί την μπάλα από τον Γουίλαν σε κάτι που σήμερα θα δινόταν σίγουρα φάουλ, αλλά σε εκείνο το ματς όχι. Η μπάλα χάνεται, αλλά το διώξιμο του αμυντικού στέλνει την μπάλα στο κεφάλι του πεσμένου τερματοφύλακα και στη συνέχεια στα πόδια του Φιλ Νιλ που σκοράρει μόλις στο 15′. Άδικο και τυχερό γκολ. Σχεδόν τριάντα λεπτά αργότερα ο Προύτσο με μια εξαιρετική κεφαλιά φέρνει το ματς στα ίσια.

Ο αρχηγός Αγκοστίνο με τον Σούνες λίγο πριν τον τελικό

Ο ντι Μπαρτολομέι κάνει ένα πολύ καλό ματς, αν κι η Ρόμα δεν ρισκάρει. Σοβαρός όπως πάντα, κατά πολλούς είναι ο καλύτερος από τους 26 που πάτησαν το χορτάρι εκείνο το βράδυ. Οι πάσες του μακρινές και κοντινές, πάντα με ακρίβεια. Οι δυο ομάδες χάνουν κάποιες φάσεις μετά το 1-1, αλλά Τανκρέντι και Γκρόμπελαρ δεν δέχονται γκολ. Κανείς δεν βγαίνει μπροστά. Ο ένας περιμένει το λάθος του άλλου. Μετά από 120′ αγώνα το παιχνίδι οδηγείται στα πέναλτι. Ο ντι Μπαρτολομέι είναι ανάμεσα στους εκτελεστές. Πριν περίπου ένα μήνα έχει σκοράρει το κρίσιμο πέναλτι με τη Νταντί, γράφοντας το 3-0 και ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου ματς. Οι Σκωτσέζοι υποστηρίζουν ότι οι Ιταλοί είχαν δωροδοκήσει τον Μισέλ Βοτρό, τον Γάλλο διαιτητή. Ο Στιβ Νίκολ αστοχεί στο πρώτο πέναλτι της διαδικασίας. Ο αρχηγός, σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «το παιχνίδι της ζωής του», παίρνει την μπάλα, σουτάρει χωρίς φόρα, σκοράρει και θεωρητικά απομακρύνει το άγχος από τους συμπαίκτες του. Στην πράξη όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η Λίβερπουλ δεν αστοχεί ξανά κι οι Ιταλοί με τον Γκρόμπελαρ να κάνει καραγκιοζιλίκια (τα διάσημα spaghetti legs) για να τους χαλάσει τη συγκέντρωση, στέλνουν δυο φορές την μπάλα και τις ψυχές των Λατσιάλι στον ουρανό της Ρώμης.

Η Λίβερπουλ κατακτά με 4-2 τον τέταρτο τίτλο της. Η Ρόμα μένει χωρίς κούπα. Η θλίψη είναι απερίγραπτη. Λέγεται ότι στα αποδυτήρια ο ντι Μπαρτολομέι τα βάζει με τον Φαλκάο, τον κατηγορεί ότι λιγοψύχησε και δεν εκτέλεσε πέναλτι. Είναι όμως έτσι κι αλλιώς το τέλος της ομάδας εκείνης. Ο Σουηδός κόουτς εγκαταλείπει τη Ρόμα ξανά και πηγαίνει στο Μιλάνο. Η Ρόμα δεν κρατάει όμως ούτε τον ντι Μπαρτολομέι. Ο ίδιος δεν θέλει να φύγει, αλλά είναι αρκετά εμφανές ότι η διοίκηση δεν τον θεωρεί πλέον σημαντικό, στην εποχή Σβεν-Γκόραν Έρικσον. Ο Έρικσον επιθυμεί πιο γρήγορη ομάδα και σε αυτή ο ντι Μπαρτολομέι δεν έχει χώρο. Ο κόσμος στενοχωριέται γιατί βλέπει μετά από 12 σεζόν τον αρχηγό να εγκαταλείπει με μάλλον άκομψο τρόπο.  Η Ρόμα κατακτά το κύπελλο απέναντι στη Βερόνα στα τέλη Ιουνίου. Ο κόσμος αποχαιρετά τον αρχηγό με το πανό: «Σου πήραν τη Ρόμα από σένα, αλλά όχι την Curva σου».

Το πανό στον 2ο τελικό Κόπα Ιτάλια του 1984 απέναντι στη Βερόνα

Λίγους μήνες αργότερα κάνει σπουδαίο παιχνίδι και σκοράρει στο 2-1 της Μίλαν απέναντι στη Ρόμα, πανηγυρίζοντας έντονα μπροστά στους οπαδούς της Μίλαν. Μια μικρή δικαίωση, αλλά και ένα χτύπημα στις ευμετάβλητες καρδιές των Ρομάνι. Στο δεύτερο γύρο η Μίλαν κερδίζει και πάλι με 0-1. Ο κόσμος δεν τον υποδέχεται με τόση αγάπη. Ούτε κι οι συμπαίκτες του. Ο ντι Μπαρτολομέι είναι όμως και πάλι νικητής και στο τέλος πρωταγωνιστής ενός επεισοδίου με τους συμπαίκτες του που οδηγεί σε μικρο-σύρραξη. Κόντι και Γκρατσιάνι σχεδόν έρχονται στα χέρια μαζί του. Ο ντι Μπαρτολομέι παίζει για τρεις σεζόν στη Μίλαν, μέχρι να έρθει ο Αρίγκο Σάκι και να φύγει, κλείνοντας την καριέρα του σε Τσεζένα και Σαλερνιτάνα. Η καριέρα του όμως δεν είναι ισάξια των ετών της Ρόμα. Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αδικημένος, καθώς δεν κλήθηκε ούτε μία φορά στην εθνική Ιταλίας, χάνοντας την ευκαιρία να κατακτήσει και ένα Μουντιάλ, σταματάει το ποδόσφαιρο με τα τρία κύπελλα και το ένα πρωτάθλημα. Εκείνο το Πρωταθλητριών όμως τον έχει στοιχειώσει. Αν και θρύλος της Ρόμα, είναι «μακριά» πλέον από τη διοίκηση και το σύλλογο.

Δυστυχώς όμως, η ζωή μετά το ποδόσφαιρο για τον «Άγκο» είναι δύσκολη. Ο ήδη «μελαγχολικός» ντι Μπαρτολομέι φαίνεται ότι δεν μπορεί χωρίς την μπάλα. Περιμένει μάταια μια ευκαιρία να κοουτσάρει, να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο. Κανείς όμως δεν τον εμπιστεύεται. Οι ακαδημίες που φτιάχνει δεν πηγαίνουν καλά. Οι δουλειές που δοκιμάζει αποτυγχάνουν και σύντομα βρίσκεται πνιγμένος στα χρέη. Ζει πια στα νότια, μακριά από τη «Ρώμη του», λίγο έξω από το Σαλέρνο, σε ένα πανέμορφο μέρος στις ακτές της Καμπανίας. Η εξωτερική ομορφιά δεν μπορεί να αγγίξει όμως την ψυχή του. Λέγεται ότι έχει δανειστεί από τους λάθος ανθρώπους, από αυτούς που θέλουν πίσω τα χρήματά τους και δεν διστάζουν να σου κάνουν κακό. Ο ντι Μπαρτολομέι νιώθει ότι «βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μία τρύπα». Έτσι ακριβώς γράφει σε ένα σημείωμα, το πρωί της 30ης Μαΐου του 1994. Δέκα χρόνια ακριβώς από το «παιχνίδι της ζωής του». Από το τέλος του ονείρου του. Η γυναίκα του ακόμα κοιμάται όταν ακούει τον πυροβολισμό. Ο ντι Μπαρτολομέι αυτοκτονεί, με μία σφαίρα στην καρδιά. Η μέρα που επιλέγει δεν μπορεί να είναι τυχαία. Για τη Ρόμα, η 30η Μαΐου είναι πια καταραμένη. Ένας χαμένος τελικός κι ένας χαμένος αρχηγός.

Η Ιταλία σοκάρεται, μόλις στα 39 του φεύγει από τη ζωή ένα από τα σπουδαιότερα ποδοσφαιρικά ταλέντα που έχει βγάλει. Κάθε πικρία από τα χρόνια της Μίλαν που ίσως υπάρχει ακόμα σε μερικούς οπαδούς της Ρόμα ξεχνιέται δια παντώς. Ο «Άγκο» έστω κι έτσι ξαναμπαίνει οριστικά κι αμετάκλητα στις καρδιές των οπαδών που τον θυμούνται συνέχεια στα πανό τους από τότε. Ο σύλλογος δίνει το όνομα του ντι Μπαρτολομέι στο γήπεδο του προπονητικού κέντρου και τον βάζει στο Hall of Fame. Πριν μερικούς μήνες, 14 χρόνια από το θάνατό του, ο γιος του μιλάει για το γεγονός. Δημοσιεύει μια φωτογραφία από ένα 38αρι Smith & Wesson, σαν αυτό του ντι Μπαρτολομέι. Ζητάει από τον κόσμο να το σκεφτεί πριν αγοράσει ένα όπλο. «Κι ο πατέρας μου το είχε αγοράσει για την ασφάλεια της οικογένειάς του» γράφει. «Πριν πείτε, ότι όποιος θέλει να αυτοκτονήσει θα βρει τρόπο να το κάνει, σας λέω ότι χρειάζεται μόνο μια στιγμή για να διασχίσουμε το κενό που νομίζουμε πως έχουμε μπροστά μας. Αν έχουμε πρόσβαση σε ένα όπλο μπορεί να κάνει τη διαφορά». Το κενό του ντι Μπαρτολομέι δημιουργήθηκε εκείνο το βράδυ της 30ης Μαΐου του 1984.

Στο Λιβόρνο υπάρχει μόνο ένας Κριστιάνο και τον λένε Λουκαρέλι

  [1 Σχόλιο]

Ο Αύγουστος γλιστρούσε στον Σεπτέμβριο όταν το τρένο άφηνε το Λιβόρνο για την μικρή επαρχία Σάντα Κρόσε της Τοσκάνης εκείνο το ζεστό πρωινό. Εκεί όπου ο 16χρόνος Κριστιάνο Λουκαρέλι θα ξεκινούσε τα πρώτα του επαγγελματικά, ποδοσφαιρικά, βήματα με την φανέλα της άσημης Κουϊοπέλι. Μακριά απ’ το σπίτι του, μακριά απ’ τους φίλους του αλλά και μακριά απ’ την σιγουριά που δίνει -τις περισσότερες φορές- σε κάθε παιδί η γενέτειρά του. Οι περισσότεροι νεαροί που θα είχαν μόλις υπογράψει κάποιο συμβόλαιο, θα ήταν χαρούμενοι και χαλαροί μπαίνοντας στο τρένο για τον προορισμό τους – όχι όμως και ο Λουκαρέλι, που είχε βυθιστεί στο κάθισμά του, ξεσπώντας σε κλάματα και δίνοντας στον εαυτό του την υπόσχεση πως κάποτε θα επέστρεφε για να αγωνιστεί για την ομάδα της πόλης και της καρδιάς του. Για την ομάδα που γι’ αυτόν -αλλά και για όλους τους κατοίκους του Λιβόρνο- είναι κάτι παραπάνω από μια ομάδα. Σε μια φράση που -όσο κι αν ακούγεται τετριμμένη- στο Λιβόρνο είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Για τους κατοίκους της πόλης -και φυσικά για τον σκληρό πυρήνα των Ultras- η Λιβόρνο δεν είναι μόνο η ποδοσφαιρική τους ομάδα, αλλά και ο «χώρος» που θα βρίσκουν πάντα, στην δική της κερκίδα, για να εκφραστούν. Για να «μιλήσουν». Για να διαμαρτυρηθούν, και φυσικά για να βρεθούν απέναντι από κάθε τι που αυτοί θεωρούν ως «κακό», ως «λάθος», ως «κάτι που αξίζει να το πολεμήσουν». Άλλωστε, πάντα έτσι ήταν στο Λιβόρνο και πάντα έτσι θα είναι. Κάτι που και ο Λουκαρέλι έμαθε από πολύ μικρός και φυσικά το έβαλε στο κεφάλι του ως ένα απ’ τα σπουδαιότερα ιδανικά της ζωής του. Ένα μάθημα ζωής για να πορευτεί μαζί του και να μάθει να μην κατεβάζει το κεφάλι μπροστά σε καμία κακουχία. Σε τίποτα.

Ο Κριστιάνο Λουκαρέλι γεννήθηκε στην περιοχή Σανγκάι, το 1975 στο Λιβόρνο. Εκεί μεγάλωσε, εκεί έμαθε να παίζει ποδόσφαιρο, στους δρόμους, εκεί έμαθε να επιβιώνει, και φυσικά εκεί γαλουχήθηκε με τα ιδανικά που πρεσβεύει το Εργατικό Κίνημα. Η γειτονιά του άλλωστε χτίστηκε κατά την περίοδο της Δικτατορίας του Μουσολίνι και αποτελούσε, από εκείνα τα χρόνια, το κεντρικό σημείο συνάντησης των Αριστερών της εποχής. Το προπύργιο της Επανάστασης. Μιλάμε για ένα «τρελό», εργατικό προάστιο -που λάτρευε και λατρεύει το ποδόσφαιρο- και έχει μέσα του βαθιά ριζωμένο τον Σοσιαλισμό. Τον Σοσιαλισμό όμως στις πράξεις – και όχι στα λόγια. Ένα Σοσιαλισμό που είναι και το κεντρικό στοιχείο της ταυτότητας της πόλης εδώ και πάρα πολλά χρόνια -ίσως κι από πάντα.

Δεν είναι τυχαίο πως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας ιδρύθηκε στο Λιβόρνο, στις 21 Ιανουαρίου του 1921, και δεν είναι επίσης τυχαίο πως ο ίδιος ο Μπενίτο Μουσολίνι για να τιμωρήσει τους κατοίκους του Λιβόρνο, που ήταν αντίθετοι με το Φασιστικό του Καθεστώς, έδωσε στο νεόκτιστο τότε γήπεδο της πόλης (το 1935) το όνομα της κόρης του, Έντα Τσιάνο. Με την πτώση του Μουσολίνι, και του Φασισμού, το γήπεδο κατάφερε να αλλάξει όνομα, φτάνοντας στις μέρες μας να είναι γνωστό ως «Στάδιο Αρμάντο Πίτσι» προς τιμήν του σπουδαίου Ιταλού λίμπερο, πρώην της Λιβόρνο και μέλους της σπουδαίας Ίντερ των 60s. H αντιφασιστική -και η αντικαπιταλιστική- δράση, εννοείται, πως κυριαρχεί ακόμα και στις μέρες μας στις εξέδρες του γηπέδου και φυσικά σε όλους τους δρόμους του Λιβόρνο. Οι φανατικοί άλλωστε της ομάδας όταν δεν φωνάζουν στο γήπεδο, φωνάζουν για κοινωνικά και πολιτικά θέματα σε πορείες.

Έχοντας διαγράψει μια αξιοπρόσεκτη καριέρα σε ομάδες όπως η Περούτζια, η Πάντοβα, η Αταλάντα και η Βαλένθια, ο Λουκαρέλι βρέθηκε στην Τορίνο, στην μεγάλη κατηγορία της χώρας, στις αρχές της νέας χιλιετίας, έχοντας φτιάξει ένα αρκετά καλό όνομα ως ο παλαιάς κοπής Ιταλός επιθετικός με τα βρετανικά όμως χαρακτηριστικά. Ψηλός, δυνατός και με φαρμακερό σουτ από κάθε απόσταση δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος και δεν μπορούσε να μην προκαλεί τον τρόμο σε κάθε αντίπαλη άμυνα. Την τελευταία αγωνιστική της σεζόν 2002/2003 η Λιβόρνο, που έπαιζε τότε στην Β κατηγορία, θα σφράγιζε το εισιτήριο της ανόδου. Την ίδια ώρα η Τορίνο του Λουκαρέλι είχε αγώνα για την μεγάλη κατηγορία. Εννοείται πως δεν υπήρχε κανένα δίλημμα για το γήπεδο στο οποίο θα βρίσκονταν εκείνη τη μέρα ο Ιταλός επιθετικός.

Ο δηλωμένος οπαδός της Λιβόρνο ήξερε πως δεν γινόταν να χάσει αυτό το παιχνίδι, ήταν άλλωστε το γεγονός της χρονιάς τόσο για τον ίδιο, όσο και την ομάδα του, και κατ’ επέκταση για ολόκληρη την πόλη. Ήταν τότε που θα έβαζε για πρώτη φορά το πάθος του πάνω από την επαγγελματική του ιδιότητα. Λίγους μήνες αργότερα θα το έκανε και πάλι, για δεύτερη φορά, ταρακουνώντας ολόκληρο το «σύστημα» στο ήδη αποστειρωμένο και γεμάτο από «μπίζνες» ποδόσφαιρο (και) της Ιταλίας. Ο Λουκαρέλι θα δηλώσει τραυματίας. Θα μείνει εκτός αποστολής, και φυσικά θα ταξιδέψει για το Λιβόρνο, για το παιχνίδι απέναντι στην Τρεβίζο, όχι όμως ως κάποιος γνωστός ποδοσφαιριστής αλλά ως ένας απλός και «άρρωστος» οπαδός της ομάδας. Το τελικό σφύριγμα θα τον βρει εντός του αγωνιστικού χώρου να πανηγυρίζει με τα υπόλοιπα «αδέρφια» του την σπουδαία άνοδο, σοκάροντας τους ανθρώπους της Τορίνο αλλά όχι και αυτούς που γνώριζαν τον άνθρωπο και όχι τον ποδοσφαιριστή Λουκαρέλι. Το παιδί που έπαιζε όλη μέρα ποδόσφαιρο με σκισμένα ρούχα και τρύπια παπούτσια, στους δρόμους, στις φτωχογειτονιές του Λιβόρνο, ανάμεσα σε βρώμικα σοκάκια, έβλεπε την ομάδα του να κερδίζει την τεράστια άνοδο. Αυτό που αυτομάτως ήρθε στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή ήταν -τι άλλο;- η δική του εικόνα, να την οδηγεί στα σαλόνια της Serie A.

Για να το καταφέρει έκανε κάτι που ελάχιστοι θα έκαναν στο σύγχρονο αθλητισμό που τα χρήματα αποτελούν το σημαντικότερο «αγαθό» για τους περισσότερους, θυσιάζοντας 500.000 ευρώ για να υπογράψει στην Λιβόρνο που -εννοείται- δεν μπορούσε να του προσφέρει το παχυλό συμβόλαιο που είχε στην Τορίνο. «Πολλοί άνθρωποι αγοράζουν μια Φεράρι ή ένα σκάφος με αυτά τα χρήματα. Εγώ προτίμησα να αγοράσω την φανέλα της Λιβόρνο για μένα» θα δηλώσει ο ίδιος σε μια φράση που θα κάνει το κοινό της Λιβόρνο να τον λατρέψει. Θα διαλέξει -όχι το νούμερο 9 αλλά- το 99 για να τιμήσει με αυτό τον τρόπο τον σύνδεσμο οπαδών «Αυτόνομη Ταξιαρχία του Λιβόρνο» που ιδρύθηκε το ’99 και θα λανσάρει τον πανηγυρισμό με την υψωμένη γροθιά ως πανηγυρισμό που όπως είναι γνωστό, είναι το σήμα-κατατεθέν του Κομμουνιστικού Κόμματος και της εργατικής Τάξης.

Το σπουδαιότερο όλων φυσικά ήταν το γεγονός πως τα παλικάρια που ξελαρυγγιάζονταν στις εξέδρες του Αρμάντο Πίτσι έβλεπαν στο πρόσωπό του το δικό τους πρόσωπο. Στα γκολ που σκόραρε, τα γκολ που αυτοί έβαζαν στα γήπεδα 5χ5 που πήγαιναν να παίξουν για ξεμούδιασμα. Στην υψωμένη του γροθιά, τους δικούς τους κόπους και τους δικούς τους αγώνες. Όλες εκείνες τις μάχες που έδιναν καθημερινά για μια καλύτερη καθημερινότητα και μια αξιοπρεπή ζωή, μέσα σε ξεχασμένες αξίες και άρρωστα ιδανικά μιας νέας εποχής. Με το ίδιο το «Σύστημα» άλλωστε είχε ανοίξει κόντρα και ο ίδιος από πολύ μικρός, όταν είχε πανηγυρίσει ένα γκολ του με την εθνική Ελπίδων, το 1997, δείχνοντας το μπλουζάκι με τον Τσε Γκεβάρα  που φορούσε κάτω απ’ τη φανέλα και που γι’ αυτή του την κίνηση είχε μπει στον «γύψο», για τα εθνικά χρώματα, μέχρι και το 2005, στην εποχή Μπερλουσκόνι δηλαδή. Ενός Μπερλουσκόνι που ήταν κόκκινο πανί για όλους τους Ultras της Λιβόρνο και φυσικά για τον ίδιο τον Λουκαρέλι. «Στο Λιβόρνο δεν κερδίζουμε πέναλτι επειδή είμαστε Κομμουνιστές» θα δηλώσει την ίδια περίοδο, ρίχνοντας κι άλλο λάδι στην φωτιά στην κόντρα που υπήρχε με ένα ολόκληρο κράτος. Ένα κράτος που έβλεπε τους οπαδούς της Λιβόρνο ως παρείσακτους και ανένταχτους σε αυτό.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ο Κριστιάνο Λουκαρέλι κατάφερε να ζήσει μοναδικές στιγμές με την Λιβόρνο. Καλές και κακές. Πρώτος σκόρερ στην Μεγάλη Κατηγορία με 24 τέρματα το 2005 κατάφερε να την οδηγήσει στους ομίλους του ΟΥΕΦΑ (μετά και το σκάνδαλο Calciopolis που στέρησε βαθμούς για πολλούς μεγάλους και μια ολόκληρη κατηγορία για την Γιουβέντους). Εκεί ζήσαμε και ένα ιστορικό παιχνίδι για την Λιβόρνο, κόντρα στην Μακάμπι Χάιφα, με τους οπαδούς των Ιταλών να γεμίζουν το πέταλο με σημαίες της Παλαιστίνης για να διαμαρτυρηθούν για την κατάσταση που επικρατούσε (και επικρατεί) εκεί και αυτή την «αιώνια διαμάχη» με θύματα τόσες αθώες ψυχές. Έζησε την δύσκολη περίοδο όταν είδε τους οργανωμένους να τον κατηγορούν, μετά τον υποβιβασμό (το 2007), που τον οδήγησε εν τέλει στην Ουκρανία με ένα τεράστιο συμβόλαιο αξίας 2.8 εκατομμυρίων ευρώ, ως κομμάτι πλέον και ο ίδιος του μοντέρνου ποδοσφαίρου. Με τους οπαδούς να τον βρίζουν, μη μπορώντας να καταπιούν πως το δικό τους λαϊκό παιδί είχε υπογράψει για μια ομάδα που είχε ως ιδιοκτήτη κάποιον ανήθικο καπιταλιστή, και φυσικά πρόλαβε να απογειώσει την έννοια της κόντρας ανάμεσα σε δύο κόσμους τόσο διαφορετικούς.

Η μάχη της Λιβόρνο με την Λάτσιο, στα χρόνια του Λουκαρέλι ήταν όντως κάτι παραπάνω από ένα απλό παιχνίδι. Από την μία η Αριστερή Λιβόρνο με μπροστάρη τον Λουκαρέλι και απ’ την άλλη η Λάτσιο με το ακροδεξιό προφίλ και ηγέτη τον δηλωμένο φασίστα Πάολο Ντι Κάνιο. Η Ρώμη είναι ένα υπέροχο μέρος. Η αιώνια πόλη. Μπορείς να θαυμάσεις εκείνες τις όμορφες και ερημικές βίλες με τα πανύψηλα κυπαρίσσια, τα γοητευτικά λιβάδια του Αβεντίνο και του Τσέλιο, εκείνη την επισημότητα που έχουν τα ερείπια στους παλιούς δρόμους της Άππια και φυσικά το υπέροχο πράσινο του Τίβερη, έχει όμως και την Λάτσιο να της χαλάει την ομορφιά. Το «σβέρκωμα» άλλωστε του Λουκαρέλι στον Ντι Κάνιο το 2005, όπως και το γκολ του στην κλειστή γωνία του Ματέο Σερένι, που είχε γράψει και το τελικό 2-1,  θα βρίσκονται πάντα σε περίοπτη θέση στις καρδιές των αληθινών -και φανατικών- οπαδών της Λιβόρνο.

Η επιστροφή του στο Λιβόρνο, το 2010, στα 35 του, συνδυάστηκε με μια μεγάλη αποτυχία και ένα ακόμα υποβιβασμό που ο ίδιος δυσκολεύτηκε να ξεπεράσει, βάζοντας οριστικά τέλος στην καριέρα του δύο χρόνια αργότερα στη Νάπολι, όχι ως βασικός αλλά ως ένας παγκίτης πολυτελείας που θα έδινε μερικές ποιοτικές ανάσες στον Καβάνι και στον «εχθρό» του απ’ τα ντέρμπι με την Λάτσιο, Γκόραν Πάντεφ. Το περασμένο καλοκαίρι και μετά από το «αγροτικό» σε πάγκους μικρών ομάδων της χώρας όπως η Βιαρέτζιο και η Τουτοκοΐο, αθόρυβα, υπέγραψε ως ο νέος προπονητής της Λιβόρνο, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ιστορίας της, στην Β’ Κατηγορία Ιταλίας. Μάλιστα τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές η Λιβόρνο βρίσκεται στον πάτο του βαθμολογικού πίνακα, με 5 ήττες σε 8 παιχνίδια, και δείχνει πως πολύ δύσκολα θα αποφύγει τον υποβιβασμό. Η αγάπη πάντως που τρέφει το κοινό της ομάδας προς τον Λουκαρέλι δεν έχει χαθεί κάτι που το έδειξε περίτρανα και το χιουμοριστικό tweet στον επίσημο λογαριασμό της ομάδας, όταν η Γιουβέντους είχε ανακοινώσει τον Ρονάλντο, λέγοντας πως «Στην Ιταλία υπάρχει μόνο ένας Κριστιάνο και τον έχουμε εμείς».

Δεν ξέρω αν θα πέσει ή αν θα σωθεί η Λιβόρνο. Δεν έχω ιδέα αν ο Κριστιάνο Λουκαρέλι θα συνεχίσει να είναι ο προπονητής της ή αν θα απολυθεί αν συνεχιστούν τα κάκιστα αποτελέσματα. Αυτό που ξέρω σίγουρα, ως κάποιος που θυμάται αρκετά καλά τον παίκτη με τη φανέλα της Λιβόρνο, και ως κάποιος που ξέρει πολύ καλά αυτή την σχέση αγάπης που έχει ο ίδιος για τον τόπο του, και κατ’ επέκταση οι οπαδοί της Λιβόρνο γι’ αυτόν, είναι πως ο Κριστιάνο Λουκαρέλι δεν θα πάψει ποτέ να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ήρωες που γνώρισε αυτή η ομάδα.

Το γνήσιο λαϊκό παιδί με τις αριστερές καταβολές. Ο αγωνιστής για την ισότητα και την ελευθερία. Ο ήρωας της εργατικής Τάξης, σαν αυτόν που τραγούδησε τόσο μοναδικά ο Τζον Λένον πριν 50 χρόνια. Ο κύριος εκφραστής των πολιτικών τους πεποιθήσεων και αυτός που κράτησε ψηλότερα από όλους τους ποδοσφαιριστές την Bandiera Rossa, υψώνοντας την γροθιά του και κατεβάζοντας αυτή με μανία, πολλές φορές, προς κάθε μορφή σύγχρονου Φασισμού σε αυτή την «πουτάνα τη ζωή» που έγραψε ο Ρικάρντο Ταλεσνίκ στην τελευταία φράση του έργου του εξαιρετικού «Βαριέμαι». Καυτηριάζοντας με μοναδικό τρόπο την αγορά εργασίας, τον καπιταλισμό και όλα όσα θυσιάζει, για να επιβιώσει, ο απλός καθημερινός άνθρωπος. Ο Κριστιάνο Λουκαρέλι απ’ την άλλη, δεν βαρέθηκε ποτέ. Δεν θυσίασε τα «πιστεύω» και τα ιδανικά του και αν και υπέπεσε και αυτός σε λάθη κατάφερε να βρει την δική του «Ιθάκη» στον τόπο που λάτρεψε, λατρεύτηκε, και θα λατρεύεται για πάντα, ως ένας απ’ τους τελευταίους ρομαντικούς ποδοσφαιριστές.

Η ποδοσφαιρική οικογένεια Κιέζα

  [4 Σχόλια]

Το ιταλικό ποδόσφαιρο της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας παράδεισος μεγάλων παικτών. Ό,τι κορυφαίο κυκλοφορούσε στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά περνούσε από κάποια ιταλική ομάδα και όχι αποκλειστικά μόνο από τις μεγάλες. Ένα πρωτάθλημα δύσκολο, συναρπαστικό, με πολλούς υπερ-ήρωες. Μέσα όμως σε αυτή την πλημμύρα αστεριών, πάντα υπήρχαν λιγότερο προβεβλημένοι ήρωες, μεγάλοι παίκτες που έγραφαν καριέρες κυρίως ως πρωταγωνιστές β’ ανδρικού ρόλου. Ένας τέτοιος ήταν ο Ενρίκο Κιέζα.

Στο δύσκολο ιταλικό πρωτάθλημα, ο Κιέζα δεν είχε τα σωματικά προσόντα για να σε εντυπωσιάζει βλέποντάς τον στο γρασίδι. Όταν όμως έπαιρνε την μπάλα, τα πράγματα άλλαζαν. Γρήγορος και ικανός και με τα δύο πόδια, κυρίως όμως «ήξερε ποδόσφαιρο». Μοχθούσε στο γήπεδο, δεν φοβόταν τις επαφές, βρισκόταν συχνά εκεί που έπρεπε και τελείωνε γρήγορα τις φάσεις, χωρίς δεύτερη σκέψη, σε μια λίγκα που ο αμυντικός δεν σε άφηνε να αναπνεύσεις. Ένας ιδανικός παρτενέρ για κάθε επιθετικό, παίκτης που δεν ήταν βεντέτα, τον ένοιαζε η ομάδα και ας σκόραρε ο συμπαίκτης του περισσότερο, ενώ αυτός τραβιόταν στο πλάι για να ανοίξει διαδρόμους και να μοιράσει ασίστ.

Γενοβέζος στην καταγωγή, ξεκίνησε την καριέρα του στην Σαμπντόρια χωρίς όμως να τα βρει εύκολα. Πήγε δανεικός σε ομάδες Δ’, Γ’ και Β’ εθνικής και τελικά κατάφερε να κάνει το ξεπέταγμα στις Μόντενα και Κρεμονέζε και να πείσει την Σαμπ να του δώσει ακόμα μία ευκαιρία. Ο Κιέζα μπορούσε να παίξει στα πλάγια, αλλά όσο πιο κοντά στην εστία τον έβαζες, τόσο περισσότερο σκόραρε. Η τελευταία του χρονιά στη Γένοβα ήταν και και η καλύτερη. Βγήκε 3ος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 22 γκολ έχοντας μια εξαιρετική συνεργασία με τον Μαντσίνι, ξεπερνώντας παίκτες όπως ο Μπατιστούτα ή ο Μπίρχοφ, αλλά η Σαμπντόρια έχασε οριακά την έξοδο στην Ευρώπη. Ο Αντσελότι τον έφερε στην Πάρμα, ο Κιέζα ήταν επιτέλους σε μια ομάδα με σπουδαίους παίκτες και την επόμενη τριετία πήρε μια 2η θέση, κέρδισε ένα κύπελλο, ένα Σούπερ Καπ και φυσικά ένα ΟΥΕΦΑ στο οποίο ο Κιέζα βγήκε πρώτος σκόρερ και έβαλε γκολ στον τελικό. Η συνεργασία του με τον Κρέσπο ήταν ιδανική, οι ασίστ και τα γκολ πολλά, ο χαρακτήρας του εξαιρετικός. Ο Φάμπιο Καπέλο τον παρομοίωσε ως συνδυασμό Τζίτζι Ρίβα και Πάολο Ρόσι.

Σέντρα Βερόν, Κρέσπο αφήνει, Κιέζα μπουμπουνίζει στο «Γ»

Στη Φλωρεντία σκέφτηκαν «αφού το κάνει με τον Κρέσπο γιατί όχι και με τον Μπατιστούτα» κι ο Κιέζα άλλαξε και πάλι πόλη.  Δεν έκανε καλό ντεμπούτο στη Φιορεντίνα, χάνοντας συχνά τη θέση του από τον Μιγιάτοβιτς και η πρώτη σεζόν ήταν μέτρια. Ο Μπατιγκόλ όμως θα άφηνε τη Φιορεντίνα για τη Ρώμη κι ο Κιέζα κατέληξε να γίνει ο… μοναχικός λύκος στην επίθεση της Φιορεντίνα. Σε μια Φιορεντίνα σε φθίνουσα πορεία, ο Ρουί Κόστα και ο Κιέζα ήταν τα διαμάντια της ομάδας και ο Ενρίκο σκόραρε 22 φορές στο πρωτάθλημα, ενώ κατέκτησε ακόμα ένα κύπελλο το 2001. Δυστυχώς γι’ αυτόν, τα χρόνια είχαν αρχίσει να περνούν, οι τραυματισμοί που πάντα τον ταλαιπωρούσαν ήταν όλο και πιο συχνοί και παρά την τρομερή του αξία και αναγνώριση, δεν είχε κατακτήσει ένα πρωτάθλημα στα πιο παραγωγικά του χρόνια.

Ο οικονομικός και αγωνιστικός κατήφορος της Φιορεντίνα τον οδήγησε στην Λάτσιο χωρίς όμως να παίξει καλά. Αρκετοί βιάστηκαν να τον θεωρήσουν τελειωμένο, αλλά ο Κιέζα είχε ακόμα να προσφέρει πράγματα στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Στα 33 του γύρισε στην Τοσκάνη, αυτή τη φορά στη Σιένα και παρά τα χρονάκια του συνέχισε να σκοράρει και έγινε κι εκεί αγαπητός. Τις τρεις πρώτες χρονιές του έβαλε διψήφιο αριθμό γκολ και έπαιξε τελικά μέχρι τα 38 του εκεί, είδωλο των ντόπιων οπαδών. Άνθρωπος που αγαπούσε την μπάλα, κρέμασε τα παπούτσια στα 40 του τελικά. Η καριέρα του Κιέζα είχε παραπάνω από 500 παιχνίδια και περίπου 200 γκολ, τόσο με το αριστερό, όσο και με το δεξί και με χειρουργικό τελείωμα, δίχως ανάσα, πολλές φορές σε κάποιο παραθυράκι εστίας, ένα πόδι-διαβήτης.

Κάπου εδώ κανονικά θα τελείωνε το κείμενο, θα αγκαλιαζόμασταν για τα παλιά, θα λέγαμε πόσο χάλια είναι το ιταλικό ποδόσφαιρο πια και όλα καλά. Μόνο που το όνομα Κιέζα δεν ανήκει (μόνο) στο παρελθόν. Ο Φεντερικό Κιέζα, μόλις 20 ετών, προσπαθεί να ξεπεράσει την ταμπέλα του νεποτισμού και να αφήσει το δικό του στίγμα στο ποδόσφαιρο. Μάλιστα προσπαθεί να το κάνει σε μια ομάδα που ο μπαμπάς τίμησε. Στη Φιορεντίνα.

Πρώτη φορά τον είδα στο ματς με τον ΠΑΟΚ για το Γιουρόπα Λιγκ. Άκουσα το όνομα, είδα τις κινήσεις, σκέφτηκα «βρε λες;» και μετά έψαξα και βεβαιώθηκα. Ο Κιέζα τζούνιορ έχει ακόμα να δείξει πολλά, αλλά τα πρώτα δείγματα είναι θετικά. Διεθνής με τις μικρές εθνικές, βρίσκει όλο και περισσότερο χρόνο συμμετοχής στους Βιόλα. Ένα σημαντικό γκολ επί της Γιουβέντους αρχικά χρεώθηκε σε αυτόν, αλλά του το πήραν πίσω μετά τα ριπλέι, το μέλλον όμως του ανήκει. Στο 3-3 με την Τζένοα σκόραρε το δεύτερό του γκολ, στο ίδιο ματς που σκόραρε κι ο γιος Σιμεόνε και μαζί μας έκαναν να νιώσουμε πολύ γέροι.

Στο παιχνίδι της Φιορεντίνα με την ΣΠΑΛ σημείωσε το 2ο γκολ του για τη σεζόν 2017-18 γράφοντας το 3-0 για την ομάδα του. Πιο πολύ ενδιαφέρον έχει η κίνησή του μετά. Ο Φεντερίκο έφυγε για τον πάγκο και πήγε και αγκάλιασε έναν πιτσιρικά, ένα από τα ball boys της Φιορεντίνα. Δεν ήταν όμως κάποιο τυχαίο παιδάκι. Ήταν ο μικρός του αδερφός Λορέντσο, άξιο μέλος κι αυτός της οικογένειας Κιέζα. Οι πιο παλιοί θυμήθηκαν κάτι και άρχισαν να ψάχνουν το αρχείο. Τότε που ο μπαμπάς Ενρίκο φορώντας τη φανέλα της Σιένα είχε αγκαλιάσει ένα άλλο ball boy. Τον μικρό τότε Φεντερίκο. Κι η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται…

Λούθερ Μπλίσετ: το παλτό που έγινε έμπνευση ενός κινήματος

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου είναι δύσκολο να πετύχεις ιστορία σαν κι αυτή του Τζαμακαϊνού φορ Λούθερ Μπλίσετ που έγινε τόσο διάσημος, χωρίς να έχει τόσο μεγάλη ποδοσφαιρική πορεία. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Αν ασχολείστε λίγο με το Ίντερνετ ή με τη λογοτεχνία ή απλά με pop culture αναφορές ή είστε ακτιβιστής, όλο και κάπου θα έχετε πετύχει το όνομα Λούθερ Μπλίσετ. Είτε ως φαρσέρ, είτε ως συγγραφέα, είτε ως κάποιο ψευδώνυμο.  Το όνομα Λούθερ Μπλίσετ ήταν (χονδρικά) οι Anonymous πολύ πριν αυτοί εμφανιστούν, αλλά σε μια χρήση φάρσας-διασποράς ψευδών ειδήσεων. Ένα παρατσούκλι που το χρησιμοποιούσαν (και χρησιμοποιούν) πολλοί άνθρωποι, ξεκινώντας από μια κολλεκτίβα καλλιτεχνών και ακτιβιστών που επέλεξαν το όνομα ενός πραγματικού προσώπου, του ποδοσφαιριστή Λούθερ Μπλίσετ.

Παίκτης της Γουότφορντ, την ακολούθησε από τη 4η ως την 1η κατηγορία και μάλιστα τη σεζόν 1982-83 βγήκε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 27 γκολ, μπροστά από τον Γκάρι Λίνεκερ. Η Γουότφορντ έκανε εξαιρετική χρονιά και βγήκε 2η, πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Λίβερπουλ. Εκείνο το καλοκαίρι η Μίλαν αποφασίζει να δαπανήσει ένα σεβαστό ποσό και να τον αγοράσει. Ο αστικός μύθος (άλλωστε στην ιστορία του Μπλίσετ με τις φάρσες ταιριάζει απόλυτα) λέει ότι οι Μιλανέζοι ήθελαν να πάρουν τον Τζον Μπαρνς και μπέρδεψαν τους παίκτες. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν επιβεβαιώνεται, αλλά βάζει λίγη σάλτσα στην ιστορία.

Ο Μπλίσετ πήγε με ανεβασμένη την ψυχολογία ως πρώτος σκόρερ και φτάνοντας στην Ιταλία έκανε δηλώσεις γεμάτος σιγουριά. «Ο Πλατινί σκόραρε πέρσι 18 γκολ; Εγώ θα βάλω περισσότερα, θα γίνω το είδωλο των πιτσιρικάδων» δήλωσε περιχαρής. Η Γκατζέτα τον παρουσιάζει ως την μεταγραφή του καλοκαιριού, βάζοντάς τον πάνω από τον Τονίνιο Σερέζο της Ρόμα και πάνω ακόμα και από τον… Ζίκο που πηγαίνει στο Ούντινε. Η πίστη στον Μπλίσετ αυξήθηκε κι οι άνθρωποι της Μίλαν έτριβαν τα χέρια τους, καθώς στα φιλικά ματς σκόραρε πολύ. Καθώς όμως όλοι γνωρίζουμε, τα καλοκαιρινά πρωτοσέλιδα τα βλέπει ο οπαδός το χειμώνα και γελά. Μιλάμε για τα 80s και μιλάμε για την Ιταλία. Τα πράγματα ήταν… άγρια και ειδικά η Μίλαν ήταν στα χειρότερα χρόνια της, μετά από υποβιβασμούς. Ο Μπλίσετ σκόραρε ελάχιστα και περνούσε τεράστιες περιόδους ανομβρίας που κρατούσαν μέχρι και τρεις μήνες. Δεν βοήθησαν και ορισμένες μεγάλες ευκαιρίες που έχασε, ένα πέναλτι που έστειλε στα πουλιά και ειδικά μία φάση στο ντέρμπι την Ίντερ σχεδόν σε κενή εστία, με τον Τζένγκα εξουδετερωμένο. Τελείωσε τη σεζόν με μόλις 5 γκολ σε 30 παιχνίδια και μετριότατη παρουσία, καθώς δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο ιταλικό στιλ παιχνιδιού. Η Μίλαν βγήκε τελικά όγδοη.

Τα κατορθώματα του Μπλίσετ στην Ιταλία, προς το τέλος το άχαστο με την Ίντερ

Ο Μπλίσετ ήταν ένα παλτό, αλλά όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις μερίδα του κόσμου αγαπάει τέτοιους παίκτες που γίνονται τελικά cult ινδάλματα. Ο Τζαμαϊκανός έγινε μάλιστα και πανό των οπαδών της Λιβόρνο, καθώς ένα από τα λίγα του γκολ ήταν αυτό που έριξε την Πίζα στη Β’ εθνική και οι άσπονδοι γείτονες το χάρηκαν πολύ. Ένας δεύτερος αστικός μύθος χρεώνει την αποτυχία του Μπλίσετ στο γεγονός ότι στη Μίλαν πήγε ο… αδερφός του και όχι ο ίδιος. Τώρα το τι έκανε ο κανονικός Μπλίσετ όλη εκείνη τη σεζόν δεν το απαντάει κανείς, όπως καταλαβαίνουμε. Στον ποδοσφαιριστή αποδίδεται και η ατάκα: «Στην Ιταλία όσα λεφτά και να έχεις δεν μπορείς να βρεις Rice Krispies», ένα δημητριακό που άρεσε πολύ στον φορ. Το να πηγαίνεις από την Αγγλία στην Ιταλία και να γκρινιάζεις για το φαγητό είναι ύβρις, αλλά μπορεί τα Rice Krispies να ήταν σαν να έχασε ο Σαμψών την κοτσίδα του ας πούμε. Το παρατσούκλι Luther Miss-it είχε κολλήσει για τα καλά πάντως.

Παρόμοια ήταν η πορεία του και στην εθνική. Με τον Μπλίσετ να κάνει χατ τρικ στην πρώτη του εμφάνιση (ένας από τους πρώτους μαύρους με τα χρώματα της Αγγλίας) απέναντι στο Λουξεμβούργο, αλλά να μη σκοράρει ξανά στις υπόλοιπες 13 εμφανίσεις του με την Αγγλία. Ο Μπλίσετ το επόμενο καλοκαίρι γύρισε με συνοπτικές διαδικασίες στη Γουότφορντ για τα μισά χρήματα και συνέχισε εκεί την καριέρα του. Η κληρονομιά του έμεινε όμως ανεξίτηλη στην Ιταλία. Έστω και όχι ποδοσφαιρικά. Το όνομά του άρχισε κάποια χρόνια αργότερα να χρησιμοποιείται από ακτιβιστές και φαρσέρ. Κανείς δεν ξέρει τον ακριβή λόγο. Μια ερμηνεία είναι ότι ο Μπλίσετ είχε πέσει θύμα ρατσιστικών επιθέσεων σε ορισμένα γήπεδα, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Ο ίδιος πιστεύει ότι επειδή ακριβώς ήταν ένας από τους λίγους μαύρους ποδοσφαιριστές εκείνα τα χρόνια, ενέπνευσε. Το Luther Blissett Project ξεκίνησε το 1994 από την Μπολόνια, ως μια κολεκτίβα αναρχικών και το όνομα άρχισε να χρησιμοποιείται σε διάφορες φάρσες. Φάρσες που ξεγέλασαν από εφημερίδες μέχρι κανάλια.

Το πρόσωπο του φανταστικού Λούθερ Μπλίσετ

Μάλιστα, η ομάδα αυτή έγραψε και ένα βιβλίο που το υπέγραψε ως Λούθερ Μπλίσετ. Ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένας λαϊκός ήρωας μέσα στην εποχή της πληροφορίας, με τη διαδικασία της μυθοποίησης. Ένας Ρομπέν των Δασών της σύγχρονης εποχής. Κάπως έτσι, ο Λούθερ Μπλίσετ άρχισε να εμφανίζεται σε διάφορα μέρη, αφού από την Μπολόνια πήγε και σε άλλες πόλεις και χώρες και… αναλάμβανε την ευθύνη για διάφορες ιστορίες. Μαϊμού εξαφανίσεις καλλιτεχνών (που δεν υπήρχαν) σε τηλεοπτικές εκπομπές τύπου Νικολούλη, ρέιβ πάρτι σε τραμ με την αστυνομία να συλλαμβάνει τα άτομα και όλα να δηλώνουν όνομα Λούθερ Μπλίσετ, αιφνίδιοι θάνατοι φανταστικών προσώπων. Φέικ νιουζ πολύ πριν γίνουν μόδα, όλα με πρωταγωνιστή το ίδιο όνομα. Λούθερ Μπλίσετ. Ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής δεν ενοχλήθηκε ποτέ που το όνομά του πήρε πλέον άλλη σημασία, άρχισε να μοιράζεται από εδώ και από εκεί. Μετά από 5 χρόνια παρουσίας, οι υπεύθυνοι έκαναν ένα… συμβολικό σεπούκου (χαρακίρι) και σκότωσαν τον χαρακτήρα.

Μετά το 1′, η αποτυχία να πάρει σωστά τη στροφή

Όσο για τα ποδοσφαιρικά, ο Μπλίσετ έζησε κανονικά και έπαιξε αρκετά χρόνια ακόμα στην Αγγλία, έβαλε αρκετά γκολ στη Γουότφορντ και αλλού, αλλά δεν έφτασε ποτέ ξανά στις προ-Μίλαν επιδόσεις του. Θεωρείται πάντως από τους θρύλους της Γουότφορντ. Μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με τον ποδοσφαιρικό  σχολιασμό, αλλά και την αυτοκίνηση, καθώς έκανε μαζί με τον Μπαρνς και τον Λες Φέρντιναντ μια σχολή αγωνιστικής οδήγησης για νεαρούς από την Καραϊβική. Αργότερα ασχολήθηκε κι ο ίδιος με αγώνες οδήγησης και μάλιστα συμμετείχε το 2011 στο Silvestone Classic, όπου ανάμεσα σε άλλες διασημότητες τράκαρε λίγο μετά την εκκίνηση και έκανε αρκετές σβούρες. Ευτυχώς βγήκε σώος.

Γιατί έβαλες γκολ ρε;

  [1 Σχόλιο]

Ήταν 24 Ιανουαρίου του 1999 όταν η Βενέτσια υποδεχόταν την Μπάρι στα πλαίσια της Serie A. Το κρύο αρκετό, η υγρασία σου τσάκιζε τα κόκαλα και στο γήπεδο υπήρχε πολλή ομίχλη σαν να ήταν ταινία του Τζον Κάρπεντερ. Οι ομάδες ήταν περίπου στην μέση του πίνακα, κοιτάζοντας περισσότερο προς τα πίσω τους και κάποιον πιθανό υποβιβασμό. Παιχνίδι που το βλέπεις στην τηλεόραση μόνο αν οι εναλλακτικές σου είναι τρίωρο αφιέρωμα στον Εντ Σίραν ή επανάληψη χθεσινοβραδινού «Στην υγειά μας ρε παιδιά».  Ένα κλασσικό ιταλικό ματς μικρομεσαίων ομάδων που ξέρεις ότι δεν θα δεις πολλά γκολ και η ισοπαλία είναι πολύ πιθανή.  Πάρα πολύ πιθανή.

Το προηγούμενο καλοκαίρι, η Βενέτσια ανακοίνωσε ότι απέκτησε τον Τούτα. Στην αρχή ορισμένοι τρόμαξαν, μια που «Τούτα» φώναζαν πολλοί χαϊδευτικά τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα. Η παρεξήγηση λύθηκε γρήγορα όταν και διευκρινίστηκε ότι ερχόταν ο ημι-άγνωστος Βραζιλιάνος Μοασίρ Μπάστος «Τούτα» με μια σχετικά καλή παρουσία στην Ατλέτικο Παραναένσε. Ο Τούτα σκόραρε κάποια γκολ με τα χρώματα της Βενέτσια, μάλιστα με σημαντικούς αντιπάλους όπως η Λάτσιο, η Μίλαν και η Γιουβέντους στο κύπελλο. Γενικά όμως ήταν αναπληρωματικός, η λύση πίσω από τον Άλβαρο Ρεκόμπα, ο επιθετικός των τελευταίων λεπτών.

Προσέξτε την αντίδραση του 14 της Βενέτσια

Το ματς ήταν στο 1-1 με τα γκολ των Μανιέρο και ντε Ασέντις και έφτανε στο τέλος, με καμία από τις δύο ομάδες να μη θέλει να ρισκάρει (για να το πούμε ευγενικά). Το Χ βόλευε και τις δύο. Στο 90′ περίπου η Βενέτσια κερδίζει ένα φάουλ. Η σέντρα στην περιοχή γίνεται, ο Τούτα που έχει μπει αλλαγή στο 78′ στη θέση του Ρεκόμπα πηδάει ψηλά και σκοράρει το μπάζερ μπίτερ. Τότε γίνεται το απίστευτο. Ο κόσμος στις εξέδρες πανηγυρίζει μεν, αλλά στο γήπεδο 21 παίκτες είναι παγωμένοι. Ο Τούτα πανηγυρίζει μόνος του, μόνο ο μασέρ της Βενέτσια χαίρεται και κανά δυο αναπληρωματικοί. Με χρονοκαθυστέρηση κάποιοι (λίγοι) συμπαίκτες του χτυπάνε φιλικά την πλάτη ή του δίνουν το χέρι (σαν να έμαθαν ότι το εγγόνι του πέρασε Φαρμακευτική Πάτρας). Όλα αυτά για ένα γκολ στο 90′ που δίνει νίκη. «Ήταν κάτι απίστευτο. Είχα σκοράρει γκολ στο τέλος και κανείς δεν χαιρόταν. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο στη Βραζιλία«. Ένας παίκτης της Βενέτσια έπιασε το κεφάλι του, σαν να είχε συμβεί μεγάλο κακό και στη συνέχεια τα σήκωσε στον αέρα. Ο εκτελεστής του φάουλ έπιασε τον Τούτα και του είπε ότι η μπάλα δεν ήταν για το κεφάλι του, αλλά για να τη διώξουν οι αντίπαλοι. Ο Τούτα άρχισε να καταλαβαίνει ότι έκανε κάτι λάθος.

Την ίδια στιγμή, ο αρχηγός της Μπάρι πήγε στον αρχηγό της Βενέτσια να διαμαρτυρηθεί (!!). Όπως καταλαβαίνετε υπήρχε συμφωνία μεταξύ των ομάδων να φέρουν το ματς ισοπαλία. Ο Τούτα δεν ήξερε τίποτα. Το ματς λήγει 2-1 και ο καημένος Τούτα στο τούνελ δέχεται επίθεση από τους φιλοξενούμενους παίκτες. Κάποιοι τον βρίζουν, άλλοι τον χτυπάνε. Ο αρχηγός της Μπάρι ντε Ρόσα του λέει ειρωνικά «μπράβο» και του δίνει ένα όχι-και-τόσο-φιλικό μπατσάκι στο μάγουλο. Ο Τούτα θυμάται τον προπονητή του Νοβελίνο να λέει στο Μανιέρο ότι δεν πρέπει να σκοράρουν και το ματς να έρθει 1-1. Ο Νοβελίνο ισχυρίζεται ότι ο Τούτα δεν ξέρει καλά ιταλικά και απλά είπε στον παίκτη του «δεν πρέπει να φάμε γκολ, το 1-1 είναι καλό». Γίνεται έρευνα και ένας δικαστής καλεί τους εμπλεκόμενους. Όλοι φυσικά αρνούνται το στήσιμο. Ο Βραζιλιάνος πιέζεται από τη διοίκηση και τον γνωστό μας και αγαπημένο (Τ)Ζαμπαρίνι που ήταν ο ιδιοκτήτης της Βενέτσια τότε να μην πει τίποτα. Πράγματι, στην κατάθεσή του δεν απαντά συνήθως, επικαλείται προβλήματα γλώσσας, αφήνει τους δικηγόρους να κάνουν τη δουλειά τους. Τελικά η υπόθεση δεν προχωρά, λόγω έλλειψης στοιχείων.

Ο Τούτα όμως έχει ήδη υπογράψει το τέλος του. Δεν παίζει πολύ, μάλιστα ο ίδιος λέει ότι η Γιουβέντους είχε στείλει σκάουτερ και επίτηδες δεν τον έβαλαν να παίξει ως τιμωρία, και η ιταλική του εμπειρία τελειώνει άδοξα το καλοκαίρι. Πιστεύει ότι η καριέρα του χάλασε μετά από αυτό. Η τιμιότητα τον έβλαψε, του κατέστρεψε κάθε πιθανή μεταγραφή. Επιστρέφει στη Βραζιλία και παίζει κατά κύριο λόγο εκεί (με κάποια περάσματα από άλλες χώρες όπως η Ν. Κορέα), κάνοντας μια συμπαθητική καριέρα. Το γκολ που όμως έμεινε για πάντα στην καριέρα του, δεν ήταν αυτό κάποιου τίτλου, αλλά το γκολ με την Μπάρι που του άλλαξε τη ζωή.

Μια πόλη, δυο ομάδες, ένα ντέρμπι-ποδοσφαιρικός οργασμός

  [1 Σχόλιο]

Αν μια μέρα κάποιος σταματούσε στο δρόμο είκοσι τυχαίους ποδοσφαιρόφιλους και τους χάριζε ένα εισιτήριο για όποιο ιταλικό ντέρμπι ήθελαν είναι σχεδόν σίγουρο πως οι περισσότεροι θα επέλεγαν το Derby della Madonnina (Μίλαν-Ίντερ) και το Derby della Capitale (Ρόμα-Λάτσιο), κάποιοι φανατικοί Γιουβεντίνοι θα διάλεγαν το Γιουβέντους-Τορίνο και, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ένας γραφικός θα επέλεγε το Derby della Lanterna της Γένοβας. Αυτός ο ένας ξέρει.

H Γένοβα είναι μια παραθαλάσσια πόλη στα βόρεια της Ιταλίας, γνωστή κυρίως ως γενέτειρα του Χριστόφορου Κολόμβου και ως τόπος διεξαγωγής της αιματοβαμμένης συνόδου των G8 το 2001. Αυτό που αρκετοί εκτός Ιταλίας (και όχι μόνο) αγνοούν είναι πως το ιταλικό ποδόσφαιρο χρωστάει στη Γένοβα πάρα πολλά. Εκεί το 1893 ιδρύθηκε η Τζένοα, η παλιότερη ιταλική ποδοσφαιρική ομάδα. Το ποδόσφαιρο βέβαια δεν ήταν ο πρωταρχικός στόχος των Άγγλων μεταναστών που δημιούργησαν το σύλλογο, γι’αυτό και στην αρχική ονομασία της ομάδας αναφερόταν μόνο το κρίκετ.

Έπρεπε να φτάσει το 1896 στην πόλη ο Άγγλος γιατρός Τζέιμς Ρίτσαρσον Σπένσλει και, επηρεασμένος από την θεαματική εξέλιξη του παιχνιδιού στην πατρίδα του, να πείσει τους ιδρυτές της ομάδας να φτιάξουν κι ένα ποδοσφαιρικό τμήμα, για να δημιουργηθεί η πρώτη ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης. Ο Σπένσλει, που μετακόμισε στη Γένοβα με στόχο να φροντίζει τους Άγγλους ναυτικούς που δούλευαν στο λιμάνι, ανέλαβε ρόλο παίκτη-προπονητή και οδήγησε την ομάδα στους πρώτους της τίτλους. Στα 10 χρόνια που έμεινε εκεί, η Τζένοα κατέκτησε 6 πρωταθλήματα Ιταλίας. Στην ιστορία έμεινε ως ένας από τους πατεράδες του ιταλικού ποδοσφαίρου και ως ένας μεγάλος οπαδός του fair play. Ο θάνατος του ουσιαστικά επιβεβαίωσε το δεύτερο χαρακτηριστικό του: Πέθανε στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο όταν κατά τη διάρκεια μιας μάχης προσπάθησε να βοηθήσει έναν τραυματισμένο στρατιώτη των εχθρών!

Μέχρι και το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου η Τζένοα κυριαρχούσε στην πόλη και πρωταγωνιστούσε στο ιταλικό ποδόσφαιρο, μετρώντας 9 πρωταθλήματα και ένα κύπελλο. Το καλοκαίρι του 1946 όμως, δυο από τις μικρότερες ομάδες της πόλης, η Αντρέα Ντόρια και η Σαμπιερνταρενέσε, αποφάσισαν να ενωθούν και από την ένωση αυτή προέκυψε η Σαμπντόρια. Ήταν πλέον επίσημο: Η Γένοβα χωρίστηκε στη μέση και μαζί μ’αυτήν και το γήπεδο της πόλης, το οποίο ζήτησε ως έδρα και η νεοϊδρυθείσα ομάδα. Κάπως έτσι προέκυψε το “Derby della Lanterna”, δηλαδή το ‘Ντέρμπι του Φάρου’, ένα όνομα που οφείλει στο πιο διάσημο αξιοθέατο της πόλης που δεσπόζει στο λιμάνι της από το 1128.

Σε αντίθεση με κάποια από τα υπόλοιπα ντέρμπι στα οποία τις δυο ομάδες χωρίζουν πολιτικές, θρησκευτικές ή κοινωνικές αντιθέσεις, στο ντέρμπι της Γένοβας δεν εντοπίζεται κάποια ουσιαστική διαφορά στους οπαδούς των δυο ομάδων. Ο ντόπιος συγγραφέας Ρέντσο Παροντί σκιαγραφεί τις δυο πλευρές με τον εξής τρόπο: Για τους οπαδούς της Σαμπντόρια, η Τζένοα είναι σαν τη μητρική φιγούρα στην ταινία ‘Ιστορίες της Νέας Υόρκης’ του Γούντι Άλεν. Βρίσκεται πάντα εκεί στο παρασκήνιο και είναι αδύνατον να την παραβλέψεις. Αντίθετα οι οπαδοί της Τζένοα προσπαθούν να πείσουν τους εαυτούς τους πως η Σαμπντόρια δεν υπάρχει, μια τακτική που έχει ακολουθηθεί στο παρελθόν ακόμα κι από προέδρους που αναφερόταν στο αντίπαλο δέος ως “η άλλη ομάδα”.

Η πλευρά της Τζένοα στηρίζει όλη την επιχειρηματολογία της στο πολύ απλό οπαδικό επιχείρημα “ήμασταν εδώ πολύ πριν από εσάς” και βάσει αυτού αντιμετωπίζει τους αντιπάλους σαν ξένους, φιλοξενούμενους στο γήπεδο αλλά και στην πόλη. Από την άλλη, η πλευρά της Σαμπντόρια ότι χάνει στις λογομαχίες περί ιστορίας (είναι μια από τις νεότερες ομάδες στο Καμπιονάτο) το κερδίζει στο… χόρτο. Σε αντίθεση με την αντίπαλο της που έχει μείνει εδώ και πολλές δεκαετίες μακριά από τους τίτλους, η ‘Σαμπ’ έζησε μια χρυσή περίοδο στα τέλη των 80s και στις αρχές των 90s, όταν και πανηγύρισε ένα πρωτάθλημα, 4 κύπελλα και ένα Κύπελλο Κυπελλούχων ενώ έφτασε και σε δυο ακόμα ευρωπαϊκούς τελικούς. Έτσι, το επιχείρημα της παλαιότητας απαντάται συνήθως με την καυστική παρατήρηση ότι σχεδόν κανένας εν ζωή οπαδός της Τζένοα δεν έχει δει την ομάδα του να πανηγυρίζει μια κούπα.

Το γεγονός ότι τα ντέρμπι τους δεν κρίνουν τίτλους (ίσα-ίσα, δεν είναι λίγες οι φορές που έχουν κρίνει ποια ομάδα θα υποβιβαστεί), δεν μειώνει ούτε στο ελάχιστο το πάθος και την ένταση που εντοπίζει κανείς σ’αυτά. Οι Ιταλοί λένε πως το Derby della Lanterna είναι ένα ντέρμπι που παίζεται από ιταλικές ομάδες, με μια βρετανική όμως αύρα και λατινοαμερικάνικο πάθος. Κοινώς, ένας τέλειος, σχεδόν ουτοπικός, συνδυασμός για οποιονδήποτε αγαπάει το ποδόσφαιρο. Οι δυο πλευρές μισούν η μια την άλλη, φωνάζουν κανονικά όλα τα γνωστά… αγαπησιάρικα συνθήματα, κάνουν σεξουαλικές χειρονομίες προς τους απέναντι σε κάθε γκολ αλλά παραδόξως η κατάσταση δεν ξεφεύγει σχεδόν ποτέ, κάνοντας το ντέρμπι της Γένοβας ένα από τα λιγότερο βίαια της χώρας.

Οι οπαδοί προσεγγίζουν το γήπεδο δίπλα-δίπλα χωρίς φόβο, πίνουν συχνά στα ίδια μπαρ πριν και μετά το τέλος και δεν διστάζουν να φωτογραφηθούν μαζί, ο καθένας με τα λάβαρα της ομάδας του. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι οικογένειες στην πόλη που είναι μοιρασμένες, κάτι που αποτυπώνεται και στη λέξη που χρησιμοποιούν για να περιγράψουν τους απέναντι: “Τα ξαδέρφια”. Η κόντρα τους περιορίζεται στα συνθήματα, στις ειρωνείες και σε πολύ μεγάλο βαθμό στην καζούρα που ακολουθεί μετά, αφού αυτά τα ματς δεν τελειώνουν ποτέ με το τελευταίο σφύριγμα του διαιτητή.

Όταν το 1990 η Τζένοα κέρδισε στα τέλη Νοέμβρη το ντέρμπι με 1-2, χάρη σ’ένα υπέροχο φάουλ του Μπράνκο, η φωτογραφία του σκόρερ τυπωμένη σε μια κάρτα ευχών έγινε το Νο1 δώρο στην πόλη εκείνα τα Χριστούγεννα. Από τότε κάθε φορά που ένα ντέρμπι παίζεται κοντά στην εορταστική περίοδο ο ηττημένος ξέρει πως σύντομα θα λάβει μια ευχετήρια κάρτα που θα του ανεβάσει το αίμα στο κεφάλι.

Κάποιες φορές μάλιστα η καζούρα προηγείται του αγώνα. Το 1983 η Τζένοα είχε αποκτήσει από τη Βάσκο τον Βραζιλιάνο Ελόι, για τον οποίο οι εφημερίδες της εποχής έλεγαν πως μπορούσε να κάνει μαγικά ακόμα και με ένα λεμόνι. Όπως συμβαίνει συνήθως σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, οι φήμες απείχαν από την αλήθεια όσο η γη από το φεγγάρι. Ο ξανθομάλλης και μυστακοφόρος Βραζιλιάνος αποδείχτηκε απελπιστικά μέτριος, αργός και λίγο τεμπέλης στο παιχνίδι του ενώ και το περπάτημα του εντός γηπέδου θύμιζε βάδισμα μαϊμούς. Έτσι, λίγο πριν τη σέντρα του πρώτου ντέρμπι της χρονιάς δυο οπαδοί της Σαμπντόρια έκοβαν βόλτες στο χόρτο κρατώντας μια μαϊμού που είχαν δανειστεί από το ζωολογικό κήπο, η οποία φορούσε τη φανέλα του Ελόι.

Αν στο γιορτινό αυτό οπαδικό κλίμα, στις εμπνευσμένες χορογραφίες της κάθε κερκίδας και στο πάθος των παικτών προσθέσεις και τη μεταβλητή ‘γήπεδο’ καταλαβαίνεις αμέσως γιατί όποιος έχει ζήσει το συγκεκριμένο παιχνίδι έχει παραδοθεί στη γοητεία του. Το Λουίτζι Φεράρις είναι ένα πανέμορφο και άκρως ποδοσφαιρικό γήπεδο αγγλικών προδιαγραφών που αν και παμπάλαιο (έχει περάσει πλέον τα 100!), διατηρεί ακόμα την αίγλη του. Η κάθε ομάδα έχει το δικό της πέταλο, στο οποίο κυριαρχούν οι σημαίες, τα καπνογόνα και τα πανιά διαφόρων μεγεθών, συνθέτοντας μια υπέροχη εικόνα που έχει εκλείψει από αρκετά παραδοσιακά ευρωπαϊκά ντέρμπι τα τελευταία χρόνια.

Σήμερα το βράδυ το Λουίτζι Φεράρις θα χωριστεί για μια ακόμα φορά στα δυο. Οι οπαδοί της Τζένοα θα καλύψουν τα 2/3 του, ως τυπικά γηπεδούχοι. Μαζί με το Λουίτζι Φεράρις θα χωριστεί και όλη η Γένοβα, μια πόλη που έχει αποδείξει επανειλημμένα πως ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο (τις εποχές που και οι δυο ομάδες πρωταγωνιστούσαν στο Καμπιονάτο, ο συνολικός μέσος όρος θεατών στα εντός έδρας ξεπερνούσε τις 63.000, ένα νούμερο αναμφίβολα εντυπωσιακό σε μια πόλη 600.000 κατοίκων).

Το ‘Ντέρμπι του Φάρου’ μπορεί να μην έχει τη φήμη των υπολοίπων ντέρμπι της χώρας αλλά όσοι το έχουν ζήσει ξέρουν ότι υπερβαίνει κατά πολύ την αγωνιστική δυναμική των δυο αντιπάλων. “Είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα ιταλικά ντέρμπι, γιατί είναι το λιγότερο μοχθηρό. Η αντιπαλότητα των δυο πλευρών βασίζεται κυρίως στην καζούρα ή σε φάρσες, όπως η οργάνωση ψεύτικων κηδειών για τους αντιπάλους. Είχα την τύχη να ζήσω όλα τα μεγάλα ντέρμπι της χώρας και νομίζω ότι αυτό είναι το πιο ξεχωριστό απ’όλα” δήλωσε κάποτε ένας εκ των τυχερών. Το όνομα του; Μαρσέλο Λίπι.

Ζντένεκ Ζέμαν: Ο λούζερ που έχανε ωραία

  [3 Σχόλια]

Αν ψάξεις στη λίστα με τους καλύτερους προπονητές που έχουν περάσει από το Καμπιονάτο δεν θα τον εντοπίσεις. Αν ανοίξεις τη σελίδα του στη wikipedia και κοιτάξεις το παλμαρέ του δεν θα βρεις ούτε ένα σοβαρό κύπελλο. Αν όμως αναφέρεις το όνομα του σε κάποιον που παρακολουθούσε συστηματικά ιταλικό ποδόσφαιρο τη δεκαετία του 90′, τότε το πιθανότερο είναι να δεις ένα τεράστιο χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπο του. Σ’αυτό το νοσταλγικό χαμόγελο του τυχαίου ποδοσφαιρόφιλου κρύβεται όλη η ουσία της κοσμοθεωρίας του Ζντένεκ Ζέμαν.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 90′. Στην Ισπανία η ‘Dream Team’ του Γιόχαν Κρόιφ κερδίζει τους τίτλους τον έναν μετά τον άλλο αποδίδοντας κατά διαστήματα μαγικό ποδόσφαιρο. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Σάο Πάολο του ‘τελευταίου των ρομαντικών’ Τέλε Σαντάνα σαρώνει όποιον βρει στο πέρασμα της, κρατώντας ουσιαστικά στη ζωή το περίφημο jogo bonito που η εθνική Βραζιλίας του ίδιου προπονητή είχε μάθει στον κόσμο λίγα χρόνια πριν. Την ίδια εποχή στην Ιταλία, ο Ζντένεκ Ζέμαν αναλαμβάνει για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια τη θέση του προπονητή στην μικρούλα Φότζια.

Η ομάδα από τη νότια Ιταλία έχει περάσει όλη τη δεκαετία του 80′ μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης κατηγορίας και το σενάριο της επιστροφής στο Καμπιονάτο φαίνεται πλέον σχεδόν ουτοπικό. Ο 42χρονος εκείνη την εποχή Τσέχος, που μετακόμισε μόνιμα στην Ιταλία στα 21 του, έχει ήδη στο βιογραφικό του μερικές αποτυχίες και γι’αυτό η πρόσληψη του δεν ενθουσιάζει κανέναν στην πόλη. Η διάψευση όλων δεν θα μπορούσε να είναι πιο πανηγυρική.

Με ένα ρόστερ παντελώς άγνωστων ως τότε νέων παικτών ο Τσέχος καταφέρνει να παρουσιάσει στο χόρτο μια ομάδα που δεν μοιάζει με καμία άλλη του επιπέδου της. Η Φότζια παίζει ένα άκρως επιθετικό 4-3-3, με τους ακραίους μπακ να ανεβαίνουν συνεχώς, τον τερματοφύλακα να μετατρέπεται συχνά σε λίμπερο, παίζοντας αρκετά μακριά από την εστία όταν η ομάδα βρίσκεται στην επίθεση, με ασταμάτητη κίνηση όλων των παικτών, γρήγορο ρυθμό και ένα ανελέητο πρέσινγκ που συνοδεύεται από συχνή εφαρμογή του τεχνητού οφσάιντ.

Εκμεταλλευόμενος το νεαρό της ηλικίας των περισσότερων παικτών του, ο Ζέμαν περνάει στο μυαλό τους χωρίς καμία αντίσταση όλες τις ρομαντικές ιδέες του, συνοδεύει την άκρως επιθετική του θεωρία με εξαντλητικές προπονήσεις που στόχο έχουν να φτάσουν τους παίκτες σε ένα επίπεδο φυσικής κατάστασης που θα τους επιτρέπει να αντέχουν στον ρυθμό αυτό για όλο το ματς και το αποτέλεσμα ξεπερνάει τις προσδοκίες ακόμα και του πιο πιστού οπαδού της ομάδας.

Στη δεύτερη σεζόν του στον πάγκο, η Φότζια όχι μόνο κερδίζει την άνοδο για το Καμπιονάτο αλλά το κάνει και με εμφατικό τρόπο: Τερματίζει πρώτη, με διαφορά ασφαλείας και με 14 γκολ παραπάνω από τη δεύτερη καλύτερη επίθεση της Serie B! Σε ένα πρωτάθλημα που φημίζεται για τα under της και που οι περισσότερες ομάδες τελειώνουν τη σεζόν με μέσο όρο κάτω από 1 γκολ/αγώνα, η ομάδα του Ζέμαν σκοράρει σχεδόν 2 γκολ/παιχνίδι, στέλνοντας ένα πρώτο μήνυμα προς τους φιλάθλους της χώρας.

Η συμμετοχή στο φημισμένο Καμπιονάτο, που εκείνη την εποχή είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, δεν αλλάζει καθόλου τη φιλοσοφία του Ζέμαν. «Το 0-0 είναι βαρετό. Είναι καλύτερο να χάνεις με 5-4, τουλάχιστον αυτό σου προσφέρει μια έξαψη». Η Φότζια κατεβαίνει σε κάθε ματς προετοιμασμένη για να παίξει επιθετικό ποδόσφαιρο, αδιαφορώντας αν απέναντι της είναι η Άσκολι ή η Μίλαν.

Η αρχική εκτίμηση, πως με τέτοιο στυλ παιχνιδιού οι άσημοι πιτσιρικάδες της θα διασυρθούν από τις παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας και θα επιστρέψουν σύντομα στις κατηγορίες που σύχναζαν τα προηγούμενα χρόνια, πάει περίπατο από τις πρώτες κιόλας αγωνιστικές. Εβδομάδα με την εβδομάδα η ομάδα ανεβάζει στροφές και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη. Δεν είναι όμως μόνο τα αποτελέσματα που εκπλήσσουν. Είναι και οι εμφανίσεις. Η Φότζια προσφέρει απλόχερα θέαμα που δεν περιμένεις σε καμία περίπτωση να δεις από μια νεοφώτιστη και άπειρη ομάδα που ξεκινάει με βασικό στόχο να επιβιώσει στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου.

Ο Ζέμαν δεν καταδέχεται να αλλάξει το στυλ παιχνιδιού του ούτε στις έδρες-φόβητρο της χώρας. Οι απόψεις του γίνονται σιγά-σιγά γνωστές σε όλους: «Στην Ιταλία οι προπονητές φοβούνται πως αν χάσουν ένα ματς, μπορεί να χάσουν και τη δουλειά τους. Γι’αυτό και οι περισσότερες ομάδες προσπαθούν κυρίως να χαλάσουν το παιχνίδι του αντίπαλου, παρά να παίξουν οι ίδιες. Αυτό απέχει χιλιόμετρα από τη δικιά μου νοοτροπία».

Η ρομαντική προσέγγιση του στο παιχνίδι («Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοφιλές όχι λόγω των εταιρειών και των… φαρμακευτικών. Αλλά γιατί σε κάθε μία γωνία του πλανήτη υπάρχει ένα παιδάκι που κλωτσάει μία μπάλα») σε συνδυασμό με την λίγο μποέμ εικόνα του στις συνεντεύξεις και στον πάγκο, εκεί όπου κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο («Δεν μετράω πόσα καπνίζω τη μέρα γιατί αυτό θα μου προκαλούσε νευρικότητα κι έτσι θα κάπνιζα περισσότερο»), τον μετέτρεψαν σύντομα σε μια γαμάτη καλτ φιγούρα του ιταλικού ποδοσφαίρου. Ένας μικρός ποδοσφαιρικός χίπης σε μια χώρα που η επαγγελματική νίκη με 1-0 θα μπορούσε άνετα να ήταν στίχος στον εθνικό της ύμνο. «Ειλικρινά πιστεύεις ότι μια ομάδα που κερδίζει με 1-0 είναι πιο ισορροπημένη από μια που κερδίζει με 5-4;» είχε ρωτήσει σε μια συνέντευξη έναν Ιταλό δημοσιογράφο.

Σε αντίθεση με τον κουλ Ζέμαν των αγώνων, που ζούσε για το θέαμα της Κυριακής («Παραμένω στο ποδόσφαιρο για τη διασκέδαση. Δεν πηγαίνω στον κινηματογράφο από τότε που απαγόρεψαν το κάπνισμα στην αίθουσα. Στον πάγκο όμως μπορώ να σταθώ με ένα τσιγάρο για δυο ώρες και να απολαύσω μια υπέροχη κίνηση της ομάδας μου. Αυτό είναι το μόνο που επιζητώ»), ο Ζέμαν των προπονήσεων ήταν ένα αυστηρό αφεντικό που έφτανε τους παίκτες του στα όρια τους. Όταν τον κατηγορούσαν για την ένταση των προπονήσεων του, απαντούσε «κανένας δεν έχει πεθάνει εξαιτίας τους».

«Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης μαζί του δεν μπορούσα να ανέβω ούτε τα σκαλιά του σπιτιού μου. Αλλά όλη αυτή η δουλειά είχε ένα στόχο κι εσύ, σαν παίκτης, τον καταλάβαινες πολύ καλά. Δεινοπαθούσαμε στην προπόνηση αλλά όταν τελικά η ομάδα έμπαινε στο γήπεδο και έπαιζε όπως μας είχε δείξει, τότε το αποτέλεσμα ήταν μια απόλαυση. Και όλοι μας το ευχαριστιόμασταν» δήλωσε αρκετά χρόνια μετά ο Τζουζέπε Σινιόρι, που ήταν ένας από εκείνους τους άγνωστους νεαρούς που γαλουχήθηκαν δίπλα του και μετά έκαναν σπουδαία καριέρα σε μεγαλύτερες ομάδες.

Η ανάδειξη νέων ταλέντων ήταν ένα ακόμα χαρακτηριστικό που έκανε ξεχωριστό τον «Il Boemo», που δεν δίστασε ποτέ να χρησιμοποιήσει έναν μικρό σε κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Υπάρχουν πολλοί προπονητές σήμερα που απλά δίνουν οδηγίες στο γήπεδο, χωρίς να προσπαθούν να βελτιώσουν τους παίκτες. Υπάρχουν και κάποιοι λίγοι όμως που προσπαθούν να τους διαμορφώσουν. Νιώθω ότι είμαι ένας απ’αυτούς τους λίγους». Από τη χρυσή εκείνη φουρνιά της Φότζια τέσσερις παίκτες έφτασαν μέχρι την εθνική Ιταλίας. Τα επόμενα χρόνια από τα χέρια του Τσέχου πέρασαν πιτσιρίκια που πλέον τα ξέρει όλος ο πλανήτης. Ανάμεσα τους ο Τόττι, ο Νέστα, ο Ινσίνιε, ο Βεράτι και o Ιμόμπιλε. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι εξέλιξη θα είχαν αν δεν βρισκόταν στο δρόμο τους ο Ζέμαν και η ιδιαίτερη ποδοσφαιρική αντίληψη του. Το σίγουρο είναι ότι σχεδόν όλοι τους όταν μιλάνε γι’αυτόν, το στόμα τους στάζει μέλι.

Οι δρόμοι του Ζέμαν και της Φότζια χώρισαν το 1994, όταν δέχτηκε την πρόταση της Λάτσιο, θεωρώντας πως είχε φτάσει η ώρα για το επόμενο βήμα στην καριέρα του. Στα τρία χρόνια που πέρασε με τη Φότζια στην πρώτη κατηγορία η ομάδα όχι μόνο δεν απειλήθηκε ποτέ με υποβιβασμό αλλά έφτασε κοντά και στην πρώτη έξοδο της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Την πρώτη της σεζόν μάλιστα τέλειωσε το πρωτάθλημα με την δεύτερη καλύτερη επίθεση (πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Μίλαν των τρομερών Ολλανδών), σκοράροντας σε 7 παιχνίδια τουλάχιστον 3 γκολ! Το ‘Θαύμα της Φότζια’ ή αλλιώς η ‘Zemanlandia’, όπως έμεινε γνωστό το πέρασμα του από εκεί, έβαλε την ομάδα για τα καλά στον εγχώριο ποδοσφαιρικό χάρτη, της πρόσφερε αρκετούς νέους φιλάθλους, έγινε τραγούδι από τον Αντονέλο Βεντίτι, θέμα αρκετών ποδοσφαιρικών ντοκιμαντέρ και σημάδεψε το Καμπιονάτο εκείνης της εποχής. Με τη φυγή του Ζέμαν η Φότζια επανήλθε άμεσα στην ανυποληψία: υποβιβάστηκε και δεν επέστρεψε ποτέ στην πρώτη κατηγορία.

Ούτε όμως και ο ίδιος ο Ζέμαν κατάφερε κάπου αλλού κάποια ανάλογη επιτυχία. Το πέρασμα του από τις δυο μεγάλες ομάδες της Ρώμης δεν κατέστρεψε τον μύθο του αλλά δεν του χάρισε και κάποιον τίτλο. Οι κατηγορίες για ντοπάρισμα που εξαπέλυσε αργότερα εναντίον της Γιουβέντους τον στιγμάτισαν και, σύμφωνα με τον ίδιο τουλάχιστον, τον έστειλαν στη λίστα των ανεπιθύμητων της Ιταλίας. Ακολούθησαν αρκετές μικρές αλλά και μεγάλες αποτυχίες εντός και εκτός Ιταλίας. Το 2010 επέστρεψε στη Φότζια που τότε έπαιζε στην 3η κατηγορία. Τη μέρα της ανακοίνωσης της πρόσληψης η ομάδα έδωσε 3.000 εισιτήρια διαρκείας! Ο στόχος όμως της ανόδου δεν υλοποιήθηκε και στο τέλος της σεζόν ο Ζέμαν παραιτήθηκε.

Λίγους μήνες μετά ανέλαβε να οδηγήσει την Πεσκάρα στο Καμπιονάτο και τα κατάφερε με έναν τρόπο που θύμισε κάτι από τη Φότζια των 90s: Φουλ επιθετικό ποδόσφαιρο, αρκετοί ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και πρώτη θέση στη Serie B με 90 γκολ σε 42 ματς («Αν μπορείς να σκοράρεις 90 γκολ τότε δεν πρέπει να σε ανησυχεί ιδιαίτερα πόσα θα δεχτείς»)! Ακολούθησαν η Ρόμα, η Κάλιαρι και η ελβετική Λουγκάνο πριν επιστρέψει πέρσι στον πάγκο της Πεσκάρα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Κολλημένος στις ιδέες του, αρνείται να συμβιβαστεί και να αλλάξει οπτική κι αυτό το πληρώνει συνέχεια τα τελευταία χρόνια. «Θέλω η ομάδα μου να διασκεδάζει πάντα το κοινό και να του προσφέρει έντονα συναισθήματα». Η απόλυση και η αγωνιστική αποτυχία δεν τον φόβιζαν ποτέ. «Δεν υπάρχει τίποτα ατιμωτικό στο να τερματίζεις τελευταίος, αν έχεις παίξει με αξιοπρέπεια» δηλώνει με πάθος.

Το 2012 σε μια συνέντευξη του όταν ρωτήθηκε για τον Ζοσέ Μουρίνιο τον αποκάλεσε «μέτριο προπονητή» που, αν και κοουτσάρει παίκτες παγκόσμιας κλάσης, συχνά-πυκνά ο πρωταρχικός στόχος του είναι να καταστρέψει το παιχνίδι των αντιπάλων. Η πρόκληση του δεν έμεινε, φυσικά, αναπάντητη από τον Πορτογάλο. «Ώστε εγώ είμαι ένας μέτριος προπονητής; Ok! Σέβομαι κάθε άποψη. Ποιος είναι όμως ο Ζέμαν; Δεν τον γνωρίζω. Που ακριβώς παίζει; Είναι προπονητής; Συγγνώμη αλλά δεν το ήξερα. Τώρα που έχω μερικές μέρες άδεια θα ψάξω στο google για να δω ποιος είναι και τι έχει κερδίσει στην καριέρα του».

Αν ο Πορτογάλος έκανε πράγματι την αναζήτηση, είναι σίγουρο πως δεν θα εντυπωσιάστηκε από τα ευρήματα. Ο Ζντένεκ Ζέμαν πρόσφερε θέαμα κάθε Κυριακή σε χιλιάδες ανθρώπους τη δεκαετία του 90′, έφτιαξε από το πουθενά ένα υπέροχο ποδοσφαιρικό παραμύθι σε ένα πρωτάθλημα στο οποίο κυριαρχούσε μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία και βοήθησε στην ανάδειξη μερικών πολύ σπουδαίων παικτών, μεταλαμπαδεύοντας τους μερικές αυθεντικά ρομαντικές ποδοσφαιρικές ιδέες και αντιλήψεις, αλλά από τίτλους και βραβεία το μόνο που έχει να επιδείξει είναι δυο πρωταθλήματα στη Serie B.

Η έλλειψη χειροπιαστών επιτυχιών τον κατατάσσει άμεσα στους αποτυχημένους. Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν και «αιώνιο λούζερ». Η απάντηση του; «Μερικές φορές οι ηττημένοι είναι αυτοί που δίνουν περισσότερα στο ποδόσφαιρο από τους νικητές. Ελπίζω εγώ να έχω δώσει κάτι παραπάνω και κάτι διαφορετικό όλα αυτά τα χρόνια».

Ερνέστο Χαβιέρ Σεβαντόν: Ένας ερωτευμένος σχιζοφρενής

  [2 Σχόλια]

«Τρέχω συνέχεια να κρυφτώ μακριά από σένα και όλο νομίζω πως μπορώ να γιατρευτώ, 
Πάνω σου πέφτω ξαφνικά και απεγνωσμένα στα ηλεκτροσόκ σου προσπαθώ να αντισταθώ…»

Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί και να κάνεις γι’αυτή ενέργειες που ξεπερνάνε, έστω και λίγο, τη λογική είναι κάτι πολύ συνηθισμένο στο ποδόσφαιρο. Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί, να καταφέρεις να γίνεις μέλος της και να καταλήξεις τελικά θρύλος της, βάζοντας στην άκρη το επαγγελματικό σκέλος της δουλειάς σου, δεν είναι (ειδικά στις μέρες μας) τόσο συνηθισμένο αλλά όταν γίνεται σωστά κερδίζει το χειροκρότημα και την εκτίμηση όλων. Το να μετακομίσεις σε μια άλλη ήπειρο, σε μια μικρή και σχετικά άσημη ομάδα, να την αγαπήσεις και να δώσεις τα πάντα γι’αυτήν, γνωρίζοντας πως ελάχιστοι θα το μάθουν και θα σου δώσουν τα εύσημα που ίσως αξίζεις, είναι πάρα πολύ σπάνιο. Αυτή λοιπόν είναι η πάρα πολύ σπάνια ιστορία του Ερνέστο Σεβαντόν που ερωτεύτηκε τη μικρούλα Λέτσε.

Το καλοκαίρι του 2001 στην πόλη του Λέτσε κατέφθασε ένας 21χρονος κοντοκουρεμένος Ουρουγουανός, με σκοπό να αντικαταστήσει τον Κριστιάνο Λουκαρέλι που είχε πάρει μεταγραφή στην Τορίνο. Το γεγονός ότι ο Λουκαρέλι είχε κάνει δυο εξαιρετικές σεζόν στην κορυφή της επίθεσης της ομάδας, σε συνδυασμό με το ότι ο νεοφερμένος πιτσιρικάς δεν είχε παίξει ποτέ εκτός συνόρων είχαν προκαλέσει ανησυχία στους φίλους της ομάδας. Όπως στις περισσότερες ρομαντικές ιστορίες όμως, ο έρωτας χτύπησε και τις δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή.

Πρώτο ματς του Καμπιονάτο, πρώτη επίθεση της Λέτσε, o τερματοφύλακας της Πάρμα μπλοκάρει τη μπάλα και ετοιμάζεται να τη στείλει προς το κέντρο, ο Σεβαντόν βάζει το σώμα του έξυπνα, την τσιμπάει ουσιαστικά μέσα από τα χέρια του και με ένα γρήγορο γυριστό τη στέλνει στην άδεια εστία. Δεν έχουν συμπληρωθεί ούτε δυο λεπτά πρωταθλήματος! Πριν καν καταλάβει ο Φρέι πως έγινε το μοιραίο, ο Σεβαντόν έχει πηδήξει τις διαφημιστικές πινακίδες, έχει φτάσει μπροστά στο πέταλο των φανατικών και πανηγυρίζει σαν τρελός, φιλώντας τη φανέλα και καλώντας τον κόσμο να ξεσηκωθεί. Ακόμα και οι πιο δύσπιστοι και προσγειωμένοι στις εξέδρες υποψιάζονται πως δεν έχουν να κάνουν με έναν ακόμα ξένο μισθοφόρο.

Ο Ουρουγουανός τελειώνει τη σεζόν με 11 γκολ αλλά η Λέτσε δεν καταφέρνει να σωθεί. Όλοι περιμένουν πως ο υποβιβασμός θα είναι μια ιδανική αφορμή για τον 22χρονο επιθετικό να κάνει το επόμενο βήμα στην καριέρα του, προς μια καλύτερη ομάδα. Η διάψευση έρχεται άμεσα. Ο Σεβαντόν όχι απλά ακολουθεί την ομάδα στη Serie B αλλά εκεί γίνεται και ο ηγέτης της στην επίθεση. Σκοράρει 16 φορές, σκυλιάζει σε κάθε ματς, πανηγυρίζει έξαλλα κάθε γκολ και στο τέλος της χρονιάς το Λέτσε πανηγυρίζει την πολυπόθητη επιστροφή στο Καμπιονάτο.

Οι ελάχιστοι που έχουν ξεφύγει από τη γοητεία της σχέσης του με την κερκίδα παραδίνονται σ’αυτή ένα απόγευμα του Οκτωβρίου, όταν στο εκτός έδρας τοπικό ντέρμπι με τη Μπάρι εξαπολύει έναν απίστευτο κεραυνό στο παραθυράκι, λίγα μόλις λεπτά πριν το τελευταίο σφύριγμα, και δευτερόλεπτα μετά βρίσκεται, όπως πάντα, μπροστά στο πέταλο των εκδρομέων, με τη φανέλα στα χέρια και τις φλέβες ορατές.

Ακολουθεί μια ακόμα εξαιρετική σεζόν με 20 γκολ, με το συνολικό κοντέρ να φτάνει πλέον τα 49, μερικά εκ των οποίων ιδιαιτέρως εντυπωσιακά (ανάμεσα τους κάποιες υπέροχες εκτελέσεις φάουλ και ένα γκολ από κόρνερ). Το καλοκαίρι του 2004 αποφασίζεται πως είναι για το καλό όλων ο παίκτης να δοκιμάσει την τύχη του κι άλλου κι έτσι η νέα χρονιά τον βρίσκει στο εξωτικό Μονακό.

Έξι χρόνια αργότερα, το 2010, και αφού έχει κάνει ένα πέρασμα από τη Σεβίλλη και ένα πιο μικρό από την Αταλάντα, αποφασίζει να επιστρέψει στο μέρος που αγάπησε περισσότερο απ’όλα. Η σεζόν δεν εξελίσσεται όμως καλά, οι τραυματισμοί δεν τον αφήνουν σε ησυχία και οι σχέσεις του με τον προπονητή είναι κακές, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά τον δύσκολο χαρακτήρα του (τα δυο παρατσούκλια που του κόλλησαν στη διάρκεια της καριέρας του άλλωστε δεν ήταν καθόλου τυχαία: «el loco» και «el animal»). Παίζει όλα κι όλα 16 παιχνίδια, σκοράρει μόνο 4 φορές και στο τέλος της σεζόν φτιάχνει βαλίτσες για να επιστρέψει στη Λατινική Αμερική. Ο έρωτας τους περνάει κρίση.

Τα δεδομένα όμως αλλάζουν γρήγορα. Ένα μόλις χρόνο μετά η Λέτσε έχει κατρακυλήσει στην τρίτη κατηγορία, μετά και την τιμωρία της για την εμπλοκή στο σκάνδαλο Scommessopoli. Ο πρόεδρος της έχει τιμωρηθεί με απαγόρευση ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο για πέντε χρόνια. Με το κλίμα στην πόλη να είναι τραγικό και την ομάδα σε κατάσταση διάλυσης, οι άνθρωποι της διοίκησης προσπαθούν να βρούνε λύσεις. Ο έμπειρος Ερνέστο Σεβαντόν συμπεριλαμβάνεται στις λύσεις αυτές.

Ο Ουρουγουανός είναι πλέον 32 χρονών και παίζει στην Κολόν στην Αργεντινή αλλά όταν μαθαίνει για την κατάσταση της Λέτσε που καταρρέει δεν το σκέφτεται πολύ. Μπαίνει στο πρώτο αεροπλάνο και επιστρέφει στην Ιταλία. Οι άνθρωποι της διοίκησης του εξηγούν πως τα οικονομικά είναι πολύ στενά αφού η τρίτη κατηγορία δεν σου επιτρέπει καμία υπερβολή. Ο Σεβαντόν τους εξηγεί ότι δεν τον ενδιαφέρουν τα χρήματα και τους ρωτάει ποιο είναι το κατώτατο που μπορούν, βάσει νομοθεσίας, να του δώσουν. Του απαντάνε: «900 ευρώ το μήνα». Ο Σεβαντόν χαμογελάει και σηκώνει το χέρι για την χειραψία της συμφωνίας. Εννιακόσια ευρώ το μήνα. Λίγο αργότερα θα δηλώσει στους δημοσιογράφους: «O πραγματικός μου μισθός είναι η αγάπη του κόσμου, όχι τα λεφτά. Για μένα αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’όλα. Ξέρω ότι εδώ οι οπαδοί με αγαπάνε. Ο στόχος μου είναι να ανεβάσουμε την ομάδα στη Serie B και μετά αμέσως στη Serie A. Πρέπει να επιστρέψουμε εκεί που ανήκουμε». Είναι πασιφανές πως ο έρωτας τους έχει πλέον περάσει σε άλλο επίπεδο.

Η Λέτσε θα παλέψει για την άνοδο μέχρι τέλους αλλά θα χάσει το απ’ευθείας εισιτήριο για μια νίκη. Θα αναγκαστεί να παίξει πλέι οφ ανόδου, εκεί όπου θα περάσει το εμπόδιο της Βίρτους Εντέλα, με τον 33χρονο πλέον Σεβαντόν να σκοράρει με ένα εξαιρετικό σουτ στο ‘γάμα’ της εστίας. Στον τελικό των πλέι οφ θα αντιμετωπίσει σε διπλά παιχνίδια την Κάρπι. Θα ηττηθεί εκτός έδρας με 1-0 και, σαν να μην έφτανε αυτό, θα χάσει και τον Ουρουγουανό που θα τραυματιστεί σοβαρά στο χέρι. Ο ‘Loco’ θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να προλάβει τη ρεβάνς στο Λέτσε αλλά το χέρι δεν θα φτιάξει. Απελπισμένος και αδυνατώντας να χωνέψει ότι θα λείπει από ένα τέτοιο ματς, θα απαιτήσει από τον προπονητή να τον συμπεριλάβει τουλάχιστον στην αποστολή.

Με το δεξί χέρι μπαταρισμένο κοντά στον αγκώνα θα κάτσει στον πάγκο, προσπαθώντας με την παρουσία του τουλάχιστον να βοηθήσει ψυχολογικά τους υπόλοιπους στην προσπάθεια για τη μεγάλη ανατροπή. Η Λέτσε θα ανοίξει το σκορ νωρίς και θα πάει στα αποδυτήρια με το 1-0. Δεκαέξι λεπτά πριν το τέλος όμως, η Κάρπι θα ισοφαρίσει με γκολ από φάουλ. Το γήπεδο θα ‘παγώσει’. Ο Σεβαντόν δεν τα παρατάει. Εκτός από απλός ψυχάκιας είναι και αποδεδειγμένος μαχητής, για να μην αναφέρουμε και την Ουρουγουανική καταγωγή του. Λίγα λεπτά μετά την ισοφάριση και ενώ όλη η ομάδα πελαγοδρομεί, ζητάει από τον προπονητή άδεια για να μπει. «Μα το χέρι σου είναι σπασμένο». «Θέλω να μπω».

Στο 81ο λεπτό ενός σκληρού αγώνα που κρίνει μια άνοδο ο Ερνέστο Σεβαντόν μπαίνει αλλαγή με το δεξί χέρι σε επίδεσμο και μόνιμα τοποθετημένο σε ορθή γωνία. Ο Ουρουγουανός δεν θα μασήσει να χωθεί σε όλες τις φάσεις, θα πέσει για τάκλιν, θα προλάβει να τιμωρηθεί με κίτρινη κάρτα αλλά το πολυπόθητο γκολ δεν θα έρθει ποτέ. Λίγα λεπτά μετά το τελευταίο σφύριγμα δεν θα αντέξει και θα βάλει τα κλάματα. Δεν έχουν όλες οι ερωτικές ιστορίες ευτυχισμένο φινάλε.

To τελείωμα της τρίτης θητείας του στο Λέτσε θα είναι και ο οριστικός επίλογος της σχέσης τους. Η τελευταία εικόνα με τη φανέλα της ομάδας θα είναι για πάντα αυτή που με το αριστερό χέρι, το καλό, κρύβει το πρόσωπο του για να μη φανούν τα δάκρυα. «Φόρεσα τη φανέλα πολλών ομάδων αλλά τη φανέλα της Λέτσε δεν την έβγαλα ποτέ» θα πει κάποια στιγμή κι αν σκεφτείς ότι με τις άλλες φανέλες κατέκτησε ένα κύπελλο ΟΥΕΦΑ και έφτασε να παίζει στο Τσάμπιονς Λιγκ καταλαβαίνεις εύκολα το δέσιμο που δημιουργήθηκε ανάμεσα σ’έναν Ουρουγουανό και μια μικρή ιταλική ομάδα.

«Το 2001 ουσιαστικά υπέγραψα ένα συμβόλαιο εφ’όρου ζωής με τη Λέτσε και τους οπαδούς της. Το ήξερα από την πρώτη στιγμή που έφτασα εδώ».

Η μέρα που οι Ναπολιτάνοι ερωτεύτηκαν τον Ντιέγκο

  [Καθόλου σχόλια]

Το Σάββατο που μας πέρασε, στα social media των οπαδών της Νάπολι ένα θέμα ξεχώριζε και αυτό, παραδόξως, δεν ήταν το επερχόμενο παιχνίδι με την Μπενεβέντο. Εκείνη τη μέρα συμπληρώθηκαν 33 χρόνια ακριβώς από την πρώτη επίσημη εμφάνιση του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα με τη φανέλα της ομάδας και η πληροφορία δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από τους οπαδούς μιας ομάδας που χωρίζει την ιστορία της σε προ-Μαραντόνα και μετά-Μαραντόνα εποχή.

Ο Αργεντινός είχε φτάσει στη Νάπολη δυο μήνες πριν, μετά από ένα μεταγραφικό σήριαλ που είχε όλα τα χαρακτηριστικά που χρειάζεται το ξεκίνημα ενός τέτοιου παραμυθιού: δράμα, αγωνία, χαρούμενη κατάληξη και μπόλικη υπερβολή. Η υπερβολή δεν εντοπιζόταν μόνο στο ότι 70.000 φίλαθλοι γέμισαν το Σαν Πάολο, πληρώνοντας μάλιστα συμβολικό εισιτήριο, για να τον δούνε απλά να κάνει βόλτα στο χόρτο. Τις μέρες που όλη η πόλη αγωνιούσε για την ολοκλήρωση της συμφωνίας υπήρξαν περιπτώσεις που κάτοικοι της πόλης ξεκίνησαν απεργία πείνας, προσπαθώντας να πιέσουν τη διοίκηση να βρει τρόπο να κλείσει τη μεταγραφή, την ίδια ώρα που κάποιος άλλος δενόταν στα κιγκλιδώματα του Σαν Πάολο, ελπίζοντας πως έτσι θα αυξήσει την πίεση προς όλες τις πλευρές.

Ο Ντιέγκο τελικά φόρεσε κανονικά τη φανέλα της ομάδας και στις 16 Σεπτέμβρη του 1984 έπαιζε το πρώτο του παιχνίδι στο Καμπιονάτο. Όπως σε όλα τα παραμύθια όμως, η αρχή δεν ήταν και τόσο ειδυλλιακή. Η ήττα με 3-1 στην πρεμιέρα από τη Βερόνα ήταν μια πρώτη ένδειξη του τι θα ακολουθούσε. Με το 10αρι της να δυσκολεύεται να προσαρμοστεί και τους υπόλοιπους να αδυνατούν να βοηθήσουν η Νάπολι έκανε ουσιαστικά πορεία υποβιβασμού στον πρώτο γύρο. Από τα 13 πρώτα παιχνίδια της κέρδισε μόνο τα δυο, την ίδια ώρα που ο Μαραντόνα μετρούσε όλα κι όλα 3 γκολ, εκ των οποίων το πρώτο με πέναλτι.

Ευτυχώς για όλους στην πόλη, με την έλευση του νέου χρόνου άρχισαν να έρχονται τα πρώτα καλά αποτελέσματα. Δυο συνεχόμενες νίκες στις αρχές Γενάρη, με Ουντινέζε και Φιορεντίνα, έδωσαν στην ομάδα την ψυχολογία που της έλειπε και μέσα σε 1,5 μήνα οι Ναπολιτάνοι μάζεψαν όσους βαθμούς είχαν συγκεντρώσει όλους τους προηγούμενους. Ακόμα και τότε όμως, ο “Πίμπε Ντ’ Όρο” δυσκολευόταν να βρει τα πατήματα του και διατηρούσε την επαφή του με τα δίχτυα χάρη κυρίως στα πέναλτι. Όλα αυτά μέχρι την 24η του Φλεβάρη του 1985.

Η Νάπολι φιλοξενούσε στο Σαν Πάολο τη Λάτσιο, που βρισκόταν σε μια σχετικά παρόμοια δύσκολη φάση (η οποία τελικά την οδήγησε και στον υποβιβασμό στο τέλος της σεζόν). Οι οπαδοί των γηπεδούχων είχαν κατακλύσει το γήπεδο, ελπίζοντας πως η ομάδα θα συνεχίσει το θετικό της σερί. Η παράσταση που τελικά παρακολούθησαν ήταν πολύ καλύτερη απ’οτιδήποτε κι αν είχαν φανταστεί.

Από το πρώτο κιόλας σφύριγμα του διαιτητή, ο 25χρονος, τότε, Μαραντόνα έκανε ό,τι ήθελε την άμυνα των Λατσιάλι, ντριμπλάροντας αντιπάλους με την ίδια ευκολία που ο Βαλεντίνο Ρόσι προσπερνάει μηχανές. Για καλή τύχη της Λάτσιο, ο τερματοφύλακας Όρσι βρισκόταν σε σπουδαία μέρα, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα οι φιλοξενούμενοι να πάνε στα αποδυτήρια στο ημίχρονο με το σκορ στο, κολακευτικό γι’αυτούς, 0-0.

Η μια και μοναδική φορά που νικήθηκε ο Όρσι στα πρώτα 45′ ήταν όταν ο Μαραντόνα δέχτηκε μια πάσα μέσα στην περιοχή, προσπέρασε έναν αντίπαλο με ένα υπέροχο σομπρέρο και ‘τσίμπησε’ ελάχιστα τη μπάλα πριν τη φτάσει ο τερματοφύλακας. Το Σαν Πάολο πανηγύρισε αλλά ο διαιτητής είδε καθαρά τη μικρή λεπτομέρεια που έκανε τη διαφορά: Ο Ντιέγκο την είχε σπρώξει στα δίχτυα με το αριστερό χέρι! Η φάση ξεχάστηκε γρήγορα αφού κανένας από τους θεατές δεν ήξερε ότι ο Αργεντινός είχε προσπαθήσει και παλιότερα στην πατρίδα του να σκοράρει με το χέρι (για την ακρίβεια, στο πρώτο του superclasico), όπως φυσικά κανένας τότε δεν μπορούσε να προβλέψει ότι 1,5 χρόνο μετά, το… άλλο χέρι του Ντιεγκίτο θα πετύχαινε ένα από τα πιο γνωστά γκολ στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Αν η προσπάθεια να σκοράρει με το χέρι δείχνει τη μια πλευρά του Ντιέγκο, την ‘σκοτεινή’, τα όσα ακολούθησαν στο δεύτερο ημίχρονο φωτίζουν την άλλη πλευρά, την ‘θεϊκή’, όπως ακριβώς στο περιβόητο εκείνο ματς με τους Άγγλους, που το γκολ με το χέρι ακολουθεί μετά από ελάχιστα λεπτά το “Γκολ του αιώνα”. Η αρχή γίνεται στο 58′, όταν ο Αργεντινός εκμεταλλεύεται ένα λάθος γύρισμα των αμυντικών και από το ύψος της μικρής περιοχής με αριστερό σουτ κερδίζει επιτέλους τον Όρσι. Ακολουθεί ένα αυτογκόλ μετά από λάθος προβολή του Φιλισέτι, που προσπαθώντας να κόψει μια σέντρα του Μαραντόνα, στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα της ομάδας του. Και τότε έρχεται ο μαγικός επίλογος.

Έξι λεπτά πριν το τέλος ο Μαραντόνα πιέζει τον τελευταίο αμυντικό, του κλέβει τη μπάλα και αδιαφορώντας για το ότι δεν έχει καλή ισορροπία και το ότι βρίσκεται αρκετά εκτός περιοχής και λίγο πλάγια, επιλέγει να σουτάρει με τη μια και να ‘κρεμάσει’ τον τερματοφύλακα. Παρά την αντικειμενική δυσκολία του εγχειρήματος, το σουτ είναι τόσο καλοζυγισμένο που η μπάλα σκάει όχι απλά μέσα στην εστία αλλά και λίγο δίπλα από το δοκάρι. 3-0 και το Σαν Πάολο παραληρεί βλέποντας τον ‘Σωτήρα’ του να κάνει αυτά που όλοι ήλπιζαν πως θα κάνει από την πρώτη μέρα που πάτησε το πόδι του στην πόλη, τότε που δήλωσε: “Θέλω να γίνω το είδωλο των φτωχών παιδιών της Νάπολη, γιατί μου θυμίζουν το πως ήμουν εγώ όταν μεγάλωνα στο Μπουένος Άιρες”.

Κι εκεί που όλοι πιστεύουν ότι το σόου έχει τελειώσει, ο Αργεντινός βάζει το κερασάκι στην τούρτα με τέτοιο τρόπο που ήταν σαν να φώναζε στους πάντες, “είμαι ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα και μπορώ να να κάνω τα πάντα”. Εκτέλεση κόρνερ από τα αριστερά και η μπάλα κατ’ευθείαν στο αριστερό παραθυράκι του Όρσι, που το μόνο που καταφέρνει είναι να τη σπρώξει ακόμα πιο βαθιά στην εστία του. Το παιχνίδι τελειώνει 4-0, ο Μαραντόνα πετυχαίνει το πρώτο του χατ-τρικ στην Ιταλία, η Νάπολι σκαρφαλώνει κι άλλο στη βαθμολογία (θα τερματίσει τελικά 8η, χάνοντας μόνο ένα ματς σ’όλο το δεύτερο γύρο), μια εφημερίδα κυκλοφορεί την άλλη μέρα με τίτλο “H γιορτή του Μαραντόνα” και οι Ναπολιτάνοι επιστρέφουν σπίτι τους βαθιά ερωτευμένοι, πεπεισμένοι πλέον ότι ο κοντούλης τύπος με το 10 στην πλάτη ήρθε πράγματι για να τους σώσει. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Σήμερα το βράδυ η Νάπολι και η Λάτσιο θα βρεθούν πάλι αντιμέτωπες, αυτή τη φορά στο Ολίμπικο. Αν οι Ναπολιτάνοι καταφέρουν να φύγουν με το διπλό από τη Ρώμη, θα παραμείνουν πρώτοι στη βαθμολογία ενώ αν ο Μάρεκ Χάμσικ βρει δυο φορές τα δίχτυα τότε θα σκαρφαλώσει στην πρώτη θέση των σκόρερ στην ιστορία της ομάδας. Εκεί που βρίσκεται μέχρι και σήμερα ένας βραχύσωμος Αργεντινός, που με τη φανέλα της Νάπολι έδωσε τόσες μαγικές παραστάσεις, σαν εκείνη απέναντι στη Λάτσιο, που κάποιοι πήγαν και έγραψαν έξω από το νεκροταφείο της πόλης: “Δεν ξέρετε τι χάνετε”.

Η Μαφία και το ποδόσφαιρο

  [5 Σχόλια]

Η Ιταλία είναι μια χώρα που παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από το βορρά προς το νότο, τόσο μεγάλες που θα μπορούσαμε να μιλάμε για δυο διαφορετικές χώρες. Ένα από τα χαρακτηριστικά του νότου σε πολλές περιοχές είναι κι η παρουσία της Μαφίας. Είτε μιλάμε για τη Κόζα Νόστρα της Σικελίας, είτε για την Καμόρα στη Νάπολη, είτε για την Ντραγκέτα της Καλαβρίας, πρόκειται για οργανώσεις που σε μεγάλο βαθμό επηρεάζουν τη ζωή όλων των κατοίκων. Στον κανόνα αυτό δεν μπορούν να αποτελούν εξαίρεση οι ποδοσφαιριστές. Το σημερινό κείμενο είναι αφιερωμένο σε τρεις πασίγνωστους Ιταλούς επιθετικούς, που η ζωή τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σημαδεύτηκε από την παρουσία της Μαφίας.

Το ξεκίνημα γίνεται με τον Μάρκο Μποριέλο. Έναν ποδοσφαιριστή με μια καριέρα γεμάτη μεταγραφές και δανεισμούς που δεν ανταποκρίθηκε τόσο στις προσδοκίες του κόσμου. Βγαλμένος από τις ακαδημίες της Μίλαν, ο Μποριέλο έχει αγωνιστεί σε περίπου 15 ομάδες, αλλά ποτέ στην ομάδα της πατρίδας του, τη Νάπολι. Εκεί όπου στη γειτονιά Σαν Τζιοβάνι μεγάλωσε και έζησε μια τραγωδία.

Για παιδί που ξεκίνησε από μια από τις χειρότερες γειτονιές, τα κατάφερε καλά

Στο Σαν Τζιοβάνι λέγεται ότι υπάρχει η μεγαλύτερη… πυκνότητα σε συμμορίες από οπουδήποτε αλλού. Μια άκρως επικίνδυνη περιοχή στην οποία είτε είσαι μέλος συμμορίας, είτε ζεις υπό το φόβο της. Ο πατέρας Μποριέλο ήταν μπλεγμένος κι αυτός στην παρανομία, αλλά τελικά αθωώθηκε από το δικαστήριο. Λίγο καιρό αργότερα όμως εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Η φαμίλια έζησε στην αβεβαιότητα μέχρι να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Ο Βιτόριο Μποριέλο είχε δανείσει χρήματα στον Πασκουάλε Τσεντόρε, έναν πρώην δήμαρχο της πόλης Καζερτάνο. Ο δήμαρχος που είχε σχέσεις με την οικογένεια Καζαλέζι, δεν ήθελε να τα επιστρέψει και σε έναν καβγά δολοφόνησε τον πατέρα του μόλις 10 ετών Μάρκο. Στη συνέχεια, για να εξαφανίσει το πτώμα, το έθαψε στη βίλα του, όπου θα μπορούσε να είχε μείνει για πάντα, αν ο Τσεντόρε δεν ομολογούσε μετά από καιρό.

Η σχεδόν σίγουρη μεταγραφή του Κορεντίν Τολισό στη Νάπολη χάλασε τελευταία στιγμή. Ο μάνατζέρ του είπε ότι ένας σοβαρός λόγος ήταν ο φόβος για την εγκληματικότητα της πόλης που δημιουργήθηκε όταν ο Κορεντίν παρακολουθούσε την τηλεοπτική σειρά «Γκομόρα»

«Δεν είναι ότι μεγάλωσα στη ζούγκλα, αλλά σίγουρα δεν ήταν και Ντίσνεϊλαντ. Ένα παιδί που μεγαλώνει εκεί, μεγαλώνει πολύ πιο γρήγορα από οπουδήποτε αλλού. Ένας χρόνος εκεί, μετράει για δέκα αλλού» διηγείται ο Μάρκο. Η μητέρα του ήταν αυτή που μεγάλωσε μόνη τα δυο παιδιά της και σε αυτή οφείλουν πολλά. Σε αυτή και το ποδόσφαιρο που του έδωσε το εισιτήριο για να φύγει. «Το ποδόσφαιρο με βοήθησε να ξεπεράσω το χαμό του πατέρα μου, αλλά θα ήθελα ο πατέρας μου να μπορούσε να δει αυτά που κατάφερα». Θα περίμενε κανείς ένα μικρό παιδί που χάνει τον πατέρα του, να μισεί το μέρος που τον έχασε. Ο Μποριέλο όμως διαφωνεί: «Η Νάπολη έκλεψε τον πατέρα μου, αλλά όχι τα τα απίστευτα παιδικά χρόνια που έζησα εκεί και όλα όσα έμαθα. Θα μπορούσα να νομίζω ότι είχε απαχθεί ή ότι έπαθε αμνησία και χάθηκε, αλλά τελικά ο ένοχος ομολόγησε. Νιώθω περηφάνια που μεγάλωσα στο τρίγωνο του θανάτου και δεν έγινα μέλος συμμορίας. Η Καμόρα σκότωσε τον πατέρα μου, όχι όμως την αγάπη μου για τη Νάπολη. Δεν ζω πια εκεί, αλλά πηγαίνω συχνά για να θυμάμαι τους ήχους, τις μυρωδιές και τον ενθουσιασμό της πόλης

Είναι τέτοια η αγάπη του Μποριέλο για την πόλη που τα έβαλε με τον Ρομπέρτο Σαβιάνο το συγγραφέα του βιβλίου Γκόμορα (που αργότερα μεταφέρθηκε τόσο στον κινηματόγραφο ως ταινία, όσο και στην τηλεόραση ως τηλεοπτική σειρά). Σε συνέντευξή του το 2010 ο Μποριέλο είπε ότι ο Σαβιάνο έβγαλε χρήματα από την πόλη του, παρουσιάζοντας μόνο τα άσχημα. Τρία χρόνια αργότερα πάντως, εμφανίστηκε μετανιωμένος, λέγοντας ότι έκανε λάθος για τον συγγραφέα, δεν είχε καταλάβει τι είχε γράψει και ότι ήθελε πολύ θάρρος να πάει ενάντια στο ρεύμα, να μιλήσει και να ζει τώρα έτσι (ο Σαβιάνο έχει δεχτεί πολλές απειλές από την Καμόρα και ζει με μόνιμη αστυνομική φρουρά).

Δεν τον κόβεις για μαφιόζο, αλλά κι ο Τζο Πέσι ακίνδυνος φαίνεται

Όταν ο νεαρός Μάρκο Μποριέλο αποφοιτούσε από τις ακαδημίες της Μίλαν, ένας άλλος ταλαντούχος επιθετικός από τη νότια Ιταλία πήγαινε εκεί. Ο μικρός και θαυματουργός κοντούλης Φαμπρίτσιο Μίκολι από την επαρχία του Λέτσε έκανε κι αυτός μια αρκετά σημαντική καριέρα κι ένα μεγάλο μέρος αυτής το πέρασε στη Σικελία και το Παλέρμο. Ο Μίκολι στα 6 χρόνια του εκεί αγαπήθηκε και αγάπησε το Παλέρμο. Ίσως όμως λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε. Έγινε κολλητός με το γιο ενός από τους πιο διαβόητους μαφιόζους του νησιού, του Αντονίνο Λαουριτσέλα και συνεπώς θέλοντας και μη, αντικείμενο έρευνας της ομάδας καταπολέμησης της Μαφίας.

Η αστυνομία παρακολουθούσε το τηλέφωνο του Μίκολι και όταν οι συνομιλίες βγήκαν στο φως από την εφημερίδα Λα Ρεπούμπλικα, πολλοί έμειναν έκπληκτοι. Ο Μίκολι συζητούσε για χρήματα που του χρωστούσαν ιδιοκτήτες νυχτεριών μαγαζιών και έλεγε ότι θα βάλει το φίλο του για να τα μαζέψει. Το πιο σοκαριστικό όμως όλων ήταν η αναφορά του στο δικαστή Τζιοβάνι Φαλκόνε, έναν από τους σημαντικότερους δικαστές που τα έβαλαν ποτέ με την Μαφία, τον άνθρωπο πίσω από τη δίκη Μάξι, στην οποία καταδικάστηκαν περίπου 400 μέλη της Μαφίας και αποκαλύφθηκαν τρομερές λεπτομέρειες για την λειτουργία της. Ο Φαλκόνε, που ζούσε συνεχώς υπό καθεστώς τρόμου, σκοτώθηκε μαζί με τη γυναίκα του και τους φρουρούς του το 1992 από μία έκρηξη εκρηκτικών μισού τόνου, τόσο ισχυρή που καταγράφηκε ως σεισμική δόνηση. Ο Μίκολι σε μια από τις συνομιλίες αποκαλούσε τον Φαλκόνε «σκουπίδι». Η τραγική ειρωνεία; Ο Μίκολι είχε πάρει μέρος σε ένα φιλικό υπέρ του Φαλκόνε, αλλά και ακόμα ενός δικαστή που είχε επίσης σκοτωθεί από τη Μαφία, για τα 20 χρόνια από τον θάνατό τους, αφιερώνοντας και γκολ στην μνήμη τους. Υποκρισία…

Ο «επίτιμος δημότης» της πόλης Κορλεόνε (ναι, αυτής) χάλασε μέσα σε μια μέρα την εικόνα που είχε φτιάξει. Ο ίδιος αρνήθηκε ότι ήξερε πως ο φίλος του Μάουρο ήταν γιος του μεγάλου αφεντικού, ζήτησε συγγνώμη κλαίγοντας, αλλά η καριέρα του στην Παλέρμο σε συνδυασμό με τον υποβιβασμό τελείωσε συνοπτικά. Ο δήμος Κορλεόνε απέσυρε τον τίτλο του επίτιμου δημότη, η Παλέρμο τον άφησε να φύγει χωρίς κάποια άλλη τιμή (είχε ήδη γίνει ο πρώτος σκόρερ της στην ιστορία της Σέριε Α), η δε υπόθεσή του προχώρησε και ο εισαγγελέας πρότεινε κάθειρξη τεσσάρων ετών για εκβιασμό, με την απόφαση να μην έχει βγει ακόμα.

Μέχρι στιγμής είδαμε έναν άνθρωπο που η ζωή του άλλαξε ριζικά εξαιτίας της Μαφίας και έναν δεύτερο που ενώ τα είχε σχεδόν όλα, αποφάσισε να ζήσει το thug life. Θα κλείσουμε την τριλογία των επιθετικών, με έναν αθώο που παραλίγο να δει την καριέρα του να καταστρέφεται, χωρίς ο ίδιος να φταίει σε τίποτα. Ο Φάμπιο Κουαλιαρέλα γεννήθηκε λίγο έξω από τη Νάπολη, στο δρόμο προς το Σορέντο. Όπως κι οι προηγούμενοι δύο, αναγκάστηκε να φύγει μικρός στα βόρεια για να μάθει μπάλα. Αυτή τη φορά όχι στο Μιλάνο αλλά στο Τορίνο. Μετά από τις εμφανίσεις του με την Ουντινέζε, το όνειρο του Κουαλιαρέλα έγινε πραγματικότητα. Η μεταγραφή στην αγαπημένη του Νάπολι με 18 εκατομμύρια το 2009.

Ο Φάμπιο ήθελε να γίνει αρχηγός και το μεγάλο ίνδαλμα των οπαδών, έδωσε όρκους παντοτινής αγάπης και πίστης και έκανε μια αρκετά συμπαθητική χρονιά με 11 γκολ σε 34 αγώνες. Το καλοκαίρι όμως του 2010 έγινε η μεγάλη προδοσία. Ο φανατικός ναπολιτάνος άφησε την ομάδα και πήγε στην μισητή Γιουβέντους και τα πλούτη. Το «δικό τους» παιδί τους πρόδωσε, μια προδοσία πολύ πιο σημαντική από αυτή που έγινε πέρσι για τον Ιγκουαΐν, μιλάμε για έναν ντόπιο αυτή τη φορά. Ο όρκος και το πενταετές συμβόλαιο ξεχάστηκαν, ο Κουαλιαρέλα έγινε προδότης και όταν γύριζε στη Νάπολη να δει τους συγγενείς του, μεταμφιεζόταν για να γλιτώσει από τις βρισιές, των κατοίκων που τον έβλεπαν. Κανείς όμως δεν ήξερε το δράμα που ο Ιταλός επιθετικός περνούσε, ένα δράμα που κράτησε περίπου πέντε χρόνια.

Τη χρονιά πριν πάει στη Νάπολι, έβαλε αυτή τη γκολάρα εναντίον της και αποθεώθηκε

Θυμίζοντας λίγο την τελευταία σεζόν του Luther, ο Κουλιαρέλα εμπιστεύτηκε στον λάθος άνθρωπο τους κωδικούς του στον υπολογιστή. Τον Ραφαέλε Πίκολο, έναν αστυνομικό που προσφέρθηκε να τον βοηθήσει με τα… τεχνολογικά προβλήματα και απέκτησε πρόσβαση στη ζωή του Φάμπιο. Λίγο καιρό αργότερα τα προβλήματα ξεκίνησαν. Ο Κουαλιαρέλα άρχισε να δέχεται ανώνυμα γράμματα με φωτογραφίες από γυμνά κορίτσια και κατηγορίες ότι ήταν παιδεραστής. Οι κατηγορίες αυξήθηκαν, στα επόμενα μηνύματα ο ανώνυμος αποστολέας τον κατηγορούσε ότι είναι μέλος της Καμόρα και ότι εμπλέκεται σε στημένα ματς και… εμπόριο ναρκωτικών. Ο stalker όμως δεν έμεινε μόνο στον Κουαλιαρέλα. Έστειλε και στον πατέρα του, λέγοντας ότι ο γιος του θα δολοφονηθεί ή ότι θα μπει βόμβα στο σπίτι του. Όταν πήρε ένα γράμμα με ένα φέρετρο πάνω στο οποίο υπήρχε το πρόσωπό του, ο Κουλιαρέλα αποφάσισε να πάει στην αστυνομία και φώναξε τον Πίκολο να τον βοηθήσει. Βγαλμένο από αστυνομικό θρίλερ…

Ο Πίκολο έκανε «έρευνα» και βρισκόταν μέσα στο σπίτι του Φάμπιο καθημερινά. Έλεγε ψέματα ότι πλησίαζε τους ενόχους, μέχρι που σε κάποια στιγμή έκανε ανάκριση και σε ένα κολλητό του Κουαλιαρέλα για… σχέσεις με την Μαφία. Τη λύση την έδωσε ο πατέρας του ποδοσφαιριστή τελικά, όταν ανακάλυψε ότι οι καταγγελίες δεν έφτασαν ποτέ στην αστυνομία, αλλά τις κρατούσε ο Πίκολο. Το κακό όμως είχε ήδη γίνει. Τα ανώνυμα γράμματα είχαν σταλθεί και στη Νάπολι, γεγονός που έκανε τη διοίκηση να κοιτάζει με διαφορετικό μάτι έναν παίκτη που πιθανώς να είχε σχέσεις με την Μαφία, να ήταν παιδόφιλος και να συμμετείχε σε όργια. Ο ντε Λαουρέντις δεν ρίσκαρε και τον πούλησε στη Γιούβε. Ενώ αρχικά φάνηκε να στηρίζει τον παίκτη, έκοψε κάθε επικοινωνία μαζί του και ο Φάμπιο έμαθε τελευταίος για την πώλησή του. Έφυγε πικραμένος και προδομένος.

Έζησε μια προσωπική κόλαση, αφού από την μία βρισκόταν μέσα στο φόβο των απειλών αλλά και της δημόσιας διαπόμπευσης, ενώ από την άλλη δεν μπορούσε να αποκαλύψει στους φίλους της Νάπολι ότι δεν είναι προδότης, δεν μπορούσε να πει την αλήθεια. Κι όταν επιτέλους πέρσι ξεκίνησε η δίκη (στην οποία τελικά ο Πίκολο καταδικάστηκε σε 5 χρόνια περίπου φυλακής) και κατέθεσε, αποκάλυψε τα όσα έζησε, μίλησε για την αγάπη του για τη Νάπολι που ήθελε πάντα να παίζει εκεί και για το δράμα να δέχεται τον τίτλο του προδότη. Και τουλάχιστον, η καριέρα του στη Νάπολι καταστράφηκε εξαιτίας των φημών για την Μαφία, αλλά η αγάπη του κόσμου επανήλθε εκεί που ήταν, όταν οι οπαδοί κρέμασαν το πανό που έγραφε: «Έζησες μια κόλαση με τεράστια αξιοπρέπεια. Θα σε αγκαλιάσουμε ξανά, Φάμπιο, γιε αυτής της πόλης».

Ο Banksy, οι Massive Attack και η Νάπολι

  [4 Σχόλια]

Ένα από τα αγαπημένα μου είδη μουσικής ήταν και συνεχίζει να είναι το trip-hop. Και μπορεί η πρώτη μου… κασέτα trip-hop να ήταν το Dummy των Portishead, η πρώτη μου επαφή όμως με το αυτό το είδος μουσικής έγινε με τους Massive Attack και το Unfinished Sympathy, τότε που το MTV δεν ήταν μια σαβούρα γεμάτη άθλια μουσική και ριάλιτι. Μια που η αγάπη μου για το trip-hop δεν συμβαδίζει με αντίστοιχη αγάπη για το αγγλικό ποδόσφαιρο, δεν ασχολήθηκα περισσότερο με το Μπρίστολ (την πρωτεύουσα αυτής της μουσικής) όσον αφορά στη ποδοσφαιρική του πλευρά.

Ο 3D (κατά κόσμο Robert Del Naja) ένας από τους ιδρυτές των Massive Attack και τους βασικότερους ανθρώπους της μουσικής αυτής σκηνής, έχει βρεθεί εδώ και έναν χρόνο περίπου στο επίκεντρο μιας… περίεργης ιστορίας. Οι θεωρίες συνωμοσίας λένε ότι ο 3D είναι ο γνωστός graffiti artist με το όνομα Banksy. Ακόμα και αν το όνομα δεν σας λέει κάτι, σίγουρα θα έχετε δει κάποια από τα έργα του σε τοίχους όλου του κόσμου. Η ταυτότητα του Banksy είναι άγνωστη και όπως είναι λογικό έχουν ακουστεί διάφορα ονόματα κατά καιρούς.

Συμπτώσεις;

Τα κοινά με τον 3D που έφεραν αυτή τη θεωρία είναι αρκετά. Κατ’ αρχήν το Μπρίστολ που αποτέλεσε την αφετηρία και των δύο, αλλά και στοιχεία όπως η αρκετά κοντινή τεχνοτροπία σε εξώφυλλα των Massive Attack με τα έργα του Banksy, το γεγονός ότι κινούνται σε παρόμοιους κύκλους και έχουν αρκετούς κοινούς γνωστούς (ένας εκ των οποίων σε πρόσφατη συνέντευξή του αποκάλεσε τον Banksy ως Ρόμπερτ φουντώνοντας ξανά τις φήμες της ταυτοπροσωπίας) και φυσικά η έρευνα πέρσι ενός δημοσιογράφου που αποκάλυψε την μεγάλη σύμπτωση. Σε αρκετές πόλεις του κόσμου, εμφανίστηκαν γκράφιτι του Banksy λίγο πριν ή λίγο μετά από συναυλία των Massive Attack. Ο 3D το αρνείται και δεν παραδέχεται κάτι (πιθανώς επειδή δεν ισχύει), χωρίς να πείθει πάντως τους θιασώτες της θεωρίας συνωμοσίας. Αυτό που όμως δεν αρνείται είναι η αγάπη του για το ποδόσφαιρο και τη Νάπολι.

Παρ’ ότι ο πατέρας του τον πήγαινε να βλέπει την Μπρίστολ Σίτι (στα καλά χρόνια του συλλόγου, τότε που διεκδικούσε εξόδους στην Ευρώπη), η Μπρίστολ δεν ήταν η μοναδική ομάδα στην οικογένεια. Ο μπαμπάς του 3D ήταν Ναπολιτάνος και φυσικά έκανε και τον γιο του Νάπολι. «Για πολύ καιρό την υποστήριζα από μακριά χωρίς να ξέρω πολλά για την ομάδα. Όταν όμως πήρε τον Μαραντόνα γεννήθηκε μια αγάπη. Δεν μπορούσα φυσικά να δω την ομάδα από κοντά, ούτε πηγαίναμε στη Νάπολη για να δούμε συγγενείς. Για αρκετά χρόνια δεν είχα κάποιο σοβαρό εισόδημα για να κάνω το ταξίδι. Μόλις όμως κατάφερα να βγάλω χρήματα, ταξίδεψα στην Ιταλία. Η γκαντεμιά μου ήταν ότι ότι έφτασα μια μέρα αφ’ ότου ο Μαραντόνα βρέθηκε θετικός σε κοκαΐνη. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Πήγα στο ματς με την Ίντερ, ήρθε 1-1 με γκολ των Καρέκα και Ματέους, αλλά δεν είχα καμία όρεξη. Ήμουν στενοχωρημένος επειδή δεν είδα τον Ντιέγκο να παίζει. Πιστεύω ότι έφερα γρουσουζιά στην ομάδα. Είναι τυχαίο ότι όταν άρχισα να την υποστηρίζω από κοντά υποβιβάστηκε;«

Ο 3D πάντως δεν είναι glory hunter οπαδός. Συνέχισε να υποστηρίζει τη Νάπολι. «Πήγα στο ματς με τη Τσιταντέλα στη χρονιά της Γ’ εθνικής και είχε 60.000 κόσμο, ήταν κάτι απίστευτο. Οι οπαδοί της Νάπολι είναι γεμάτοι αντιφάσεις. Μπορούν να κάνουν απίστευτη υπομονή για χρόνια ολόκληρα, αλλά μέσα σε 90′ ενός αγώνα είναι ανυπόμονοι. Έχω δει να μαζεύονται και να καίνε τα κασκόλ τους έξω από το γήπεδο μετά από μία ήττα ή να βάζουν φωτιές στις κερκίδες. Δεν έχει καμία σχέση η ατμόσφαιρα στο Μπρίστολ με τη Νάπολι πριν από ένα ματς. Στη Νάπολι είναι σαν μια γιορτή έξω από το γήπεδο πριν τον αγώνα, με πολύ κόσμο, γυναίκες και παιδιά. Αλλά είναι μια ατμόσφαιρα χάους και τρέλας.» Κάτι που το διαπιστώνει όποιος επισκέπτεται την πολή, το διαπιστώσαμε και εμείς πέρσι όταν ταξιδέψαμε εκεί:

«Η πόλη ζει με το ποδόσφαιρο και ζει για το ποδόσφαιρο. Το συναντάς στα γκράφιτι για τη Νάπολι, το συναντάς στα πιτσιρίκια που παίζουν παθιασμένα μπάλα στις πλατείες ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα, το συναντάς στις φανέλες της ομάδας που πωλούνται παντού στους δρόμους, το συναντάς στις κουβέντες. Το όμορφο χάος που λέγεται Νάπολη.»

Περπατώντας στη Νάπολη

Εκτός όμως από τον 3D, που προσπαθεί να παρακολουθεί αρκετά ματς της Νάπολι και έχει εμφανιστεί σε με κασκόλ και φανέλα του Λαβέτσι σε συναυλία του εκεί, ένας ακόμα από τους πιο αγαπημένους μουσικούς μου, ο Τζέιμς Λαβέλ των UNKLE (και εν μέρει των Massive Attack) έχει μαγευτεί από τη Νάπολι, καθώς την πρώτη φορά που ταξίδεψε στην πόλη ήταν με τους Massive Attack και έτσι ο 3D τον μύησε. Στο μικρό κλιπάκι του Copa90 παρακάτω, οι δυο φίλοι μιλάνε για το φαινόμενο Σαν Πάολο, ένα σύγχρονο Κολοσσαίο, την πόλη και τους ανθρώπους της, την ατμόσφαιρα που θυμίζει Ν. Αμερική. Η Νάπολι άλλωστε λένε αρκετοί δεν είναι Ιταλία.

Κι αν ψάχνεστε ακόμα για την ταυτότητα του Banksy και αναρωτιέστε αν τελικά οι φήμες ισχύουν, ίσως θα πρέπει να αρχίσετε να κοιτάτε και πόσα γκράφιτι του καλλιτέχνη εμφανίζονται πριν ή μετά αγώνες της Νάπολι στην Ευρώπη. Γιατί κατά διαβολική τύχη, το μοναδικό γκράφιτι του Banksy στην Ιταλία που είναι γνωστό ότι υπάρχει, βρίσκεται στην πλατεία Τζερολομίνι της Νάπολης (ω, τι σύμπτωσις), αυτό που έχει όνομα «η Παναγία με το πιστόλι» και είναι αφιερωμένο στην πόλη που έχει έντονη τόσο την εγκληματικότητα, όσο και τον καθολικισμό. Το γκράφιτι αυτό σώθηκε καθώς πέρσι μαζεύτηκαν υπογραφές και βρέθηκαν χρήματα ώστε να τοποθετηθεί από πάνω του ένα προστατευτικό κάλυμμα, σε αντίθεση με ένα άλλο γκράφιτι του Banksy στην πόλη που καλύφθηκε το 2010 από άλλα. Αν τελικά δεν είναι ο 3D ο καλλιτέχνης, σίγουρα είναι κάποιος που σαν τον Τζέιμς Λαβέλ έγινε φαν της πόλης και (ίσως) και του συλλόγου.