Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιταλικό πρωτάθλημα'

Βίος και πολιτεία του Λουτσιάνο Γκαούτσι

  [Καθόλου σχόλια]

Μέσα στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου, οι μεγάλες στιγμές, οι σπουδαίοι παίκτες και οι τεράστιες ομάδες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με υπερ-γραφικές παρουσίες. Ειδικά στις μικρότερες ομάδες της χώρας. Μια τέτοια περίπτωση είναι κι ο Λουτσιάνο Γκαούτσι που οι ιστορίες του και ο μύθος του περιπλέκονται μέσα στα περίπου 40 χρόνια ενεργούς παρουσίας στα δρώμενα της Ιταλίας. Ο Γκαούτσι εμφανίζεται αρχικά ως οδηγός αστικού λεωφορείου στη Ρώμη, στην ATAC και στη συνέχεια ιδρύει μια εταιρεία καθαρισμού. Το όνομά της «Λα Μιλανέζε» κι ο αστικός μύθος λέει ότι επέλεξε το όνομα γιατί ήθελε να πιάσει η εταιρεία στο δύσκολο και υπεροπτικό βορρά της χώρας. «Δεν θα έκανα δουλειές στη βόρεια Ιταλία, αν ήξεραν ότι έχουμε έδρα τη Ρώμη», φέρεται να έχει πει. Σιγά σιγά μεγαλώνει την εταιρεία και καταφέρνει να κάνει συμβόλαιο με το Μαλπένσα, το αεροδρόμιο του Μιλάνου.

Η μεγάλη του αγάπη όμως είναι τα άλογα (θυμίζοντας μια δική μας περίπτωση). Ο «Μπιγκ Λουτσιάνο» γίνεται ιδιοκτήτης στη Allevamento White Star, μια εταιρεία που μεγαλώνει καθαρόαιμα άλογα για ιπποδρομίες. Αγοράζει ένα καθαρόαιμο ιρλανδέζικο άλογο που κανείς δεν πιστεύει ότι έχει ταλέντο, πέρα από τον Λουτσιάνο. Του δίνει το όνομα Τόνι Μπιν (τόσο σπουδαίο έγινε το άλογο που έχει δικό του λήμμα στη wikipedia), το όνομα είναι ενός Ιταλού ζωγράφου που ο Γκαούτσι είχε γνωρίσει στους δρόμους του Παρισιού και από τον οποίο τελικά αγόρασε και έναν πίνακα. Ο Τόνι Μπιν, μέσα στη ζωή του αυτοδημιούργητου Γκαούτσι, είναι ίσως η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη επιχειρηματική κίνηση. Τον αγοράζει με 12 εκατομμύρια λιρέτες κι ο Τόνι εξελίσσεται σε πουλέν (καλό ε), κατακτώντας ένα σωρό αγώνες. Ανάμεσα σε αυτούς και τον αγώνα της Αψίδας του Θριάμβου, που αν κατάλαβα καλά πρέπει να είναι κάτι σαν το Τσάμπιονς Λιγκ των ιπποδρομιών ή έστω το Γιουρόπα Λιγκ. Ο Γκαούτσι βγάζει ένα σωρό χρήματα από τους αγώνες, αλλά τα περισσότερα τα βγάζει όταν πουλάει τον Τόνι Μπιν σε μια οικογένεια Γιαπωνέζω για περίπου 5 δισεκατομμύρια λιρέτες (μερικά εκατομμύρια Ευρώ).

Έφτασε η στιγμή μετά από τόσα χρόνια στο Σομπρέρο να βάλουμε βίντεο… ιπποδρομίας.
(μετά τα 2′ στο βίντεο το φοβερό φίνις του Τόνι Μπιν)

Ο Γκαούτσι δεν μένει στάσιμος όμως επιχειρηματικά και ιδρύει μια ακόμα εταιρεία, τη Galex, αυτή τη φορά με ρούχα. Έχει όμως ήδη μπει στο ποδόσφαιρο, καθώς γίνεται αντιπρόεδρος της Ρόμα στα χρόνια του Ντίνο Βιόλα. Το σαράκι του παραγοντισμού και η συμβουλή του Τζούλιο Αντρεότι, τότε προέδρου της Ιταλίας, τον οδηγούν στην επόμενη κίνηση. Έτσι, το 1991 αγοράζει την Περούτζια που βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Ο Γκαούτσι βλέπει μια ευκαιρία και όπως κάνει συχνά στη ζωή του, την αρπάζει. Ο Μπιγκ Λουτσιάνο με το κλασικό του χαμόγελο χρησιμοποιεί όσα έχει μάθει στις δουλειές του. Όσα τον έχουν φτάσει εκεί. Τον παρορμητισμό, τα ρίσκα, το να αγοράζει φτηνά και να πουλάει ακριβά. Η Περούτζια μετά την εκπληκτική χρονιά του 1979 (όταν και βγήκε 2η στη Serie A και έγινε η πρώτη αήττητη ομάδα που δεν κατέκτησε πρωτάθλημα στην Ιταλία), πέρασε σε χρόνια παρακμής. Έμπλεξε δυο φορές σε σκάνδαλα και υποβιβάστηκε εξαιτίας τους δύο φορές. Το 1991 τη βρίσκει στην 3η κατηγορία κι ο Γκαούτσι προσπαθεί να την αναστήσει. Για να το καταφέρει, αλλάζει τους προπονητές σαν τα πουκάμισα (από το 1991 μέχρι το 1999 έχει αλλάξει 15 προπονητές).

Πράγματι, το 1993, η Περούτζια κατακτά την άνοδο στα πλέι-οφ. Ο απίστευτος Γκαούτσι λίγο πριν το ταξίδι για το ματς της ανόδου διώχνει τον κόουτς Νοβελίνο που δεν θέλει πολιτικούς να ταξιδεύουν μαζί με την ομάδα στο τσάρτερ. Η απόλυση δεν επηρεάζει την ομάδα. Ο κόσμος στην Περούτζια πανηγυρίζει τελικά την άνοδο. Αλλά για μια ομάδα μπλεγμένη μονίμως σε σκάνδαλα, ένα ακόμα δεν αποτελεί έκπληξη. Βλέπετε, εκείνη τη χρονιά, ο Γκαούτσι έχει πουλήσει ένα άλογο στον πεθερό του διαιτητή Σεντζάκουα, ένα άλογο όμως που προορίζεται για τον ίδιο τον διαιτητή που είναι κι αυτός λάτρης τους. Ο Γκαούτσι έχει συναντηθεί αρκετές φορές με τον Σεντζάκουα κι ο τελευταίος έχει παίξει σε 2 αγώνες την Περούτζια. Ο Λουτσιάνο αρνείται ότι οι συναντήσεις είχαν κάποια σχέση με την μπάλα, αλλά ο διαιτητής πέφτει σε αντιφάσεις. Η Περούτζια τιμωρείται, χάνει την άνοδο και στον Γκαούτσι απαγορεύεται η είσοδος στους αγωνιστικούς χώρους για τρία χρόνια.

Δεν μυρίζει λίγο Ελλαδίτσα; Πέσιμο στον διαιτητή, καβγάς με τον αντίπαλο πρόεδρο…

Τίποτα από όλα αυτά δεν σταματά τον «Λουτσιανόνε». Συνεχίζει να πηγαίνει κανονικά στο γήπεδο και κάθε φορά μαζεύει καινούριο πρόστιμο, το οποίο και πληρώνει σαν κύριος. Θεωρεί ότι υπεύθυνος είναι ο Βιτσέντζο Ματαρέζε, πρόεδρος της Μπάρι, με τον οποίο έχουν κάκιστη σχέση. Η Περούτζια τα καταφέρνει την επόμενη χρονιά και ανεβαίνει στη Β’ εθνική. Όχι φυσικά χωρίς διάφορα τραγελαφικά. Οι παίκτες διαμαρτύρονται έντονα γιατί ο Γκαούτσι τους τιμωρεί σχεδόν μετά από κάθε ήττα. Τους απομονώνει σε ξενοδοχεία μόνο με ψωμί και νερό (!!). Εννοείται ότι αλλάζει κόουτς, παρά την άνοδο, κάνοντας τον βοηθό Βιβιάνι πρώτο προπονητή. Αποκαλύπτεται όμως ότι ο Βιβιάνι δεν έχει δίπλωμα και έτσι ο Γκαούτσι μένει χωρίς κόουτς πριν το ματς με την Ουντινέζε. Κανένα πρόβλημα. Ο τιμωρημένος ιδιοκτήτης, κάθεται ο ίδιος στον πάγκο, δίνει εντολές και καθοδηγεί την Περούτζια (πληρώνοντας φυσικά και το πρόστιμο).

Παρά τις γραφικότητες και τις παραξενιές, ο Γκαούτσι κάνει και σωστά πράγματα. Κυρίως, ξέρει να ανακαλύπτει ταλέντα. Καταφέρνει τελικά και οδηγεί την ομάδα στη Serie A, το όνειρό του γίνεται πραγματικότητα. Το πετυχαίνει με τον Τζιοβάνι Γκαλεόνε στον πάγκο, έναν πολύ αξιόλογο προπονητή, ο οποίος παραλίγο να το πληρώσει με τη ζωή του την επόμενη περίοδο. Μπαίνει στο νοσοκομείο αφού έχει καταρρεύσει ψυχολογικά από την πίεση και βρίσκεται στα όρια καρδιακής ανακοπής. Ο παλιός κόουτς Νοβελίνο τον επισκέπτεται στο νοσοκομείο και βγαίνοντας δηλώνει ότι για όλα φταίει ο Γκαούτσι. Η Περούτζια με παίκτες όπως ο Μίχελ Κρέεκ (που πέρασε από την ΑΕΚ), ο Μάρκο Νέγκρι, ο Λούκα Μπούτσι και με μικρότερο ρόλο οι νεαροί και ταλαντούχοι Ματεράτσι και Γκατούζο βρίσκεται στην 8η θέση την 11η αγωνιστική, αλλά η συνέχεια δεν είναι καλή. Ο Γκαλεόνε απολύεται τελικά, ο Νέβιο Σκάλα έρχεται, αλλά δεν σώζει την ομάδα που υποβιβάζεται.

Από τα χρόνια των επιτυχιών

Η Περούτζια καταφέρνει να ανέβει ξανά και περνάει την πιο σταθερή περίοδο της ιστορίας της, καθώς βρίσκεται στη μέση της βαθμολογίας. Αυτό γίνεται χάρη και στον Σέρσε Κόσμι τον εξίσου εκκεντρικό προπονητή που καταφέρνει να μείνει σταθερός για μεγάλο χρονικό διάστημα και μέχρι τον υποβιβασμό το 2004. Ο Κόσμι οδηγεί την Περούτζια στην κατάκτηση μιας από τις τρεις θέσεις του Ιντερτότο το 2003 («κατακτώντας» το μαζί με τη Βιγιαρεάλ και τη Σάλκε, σε ένα ρεσιτάλ γραφικότητας της ΟΥΕΦΑ) και παίρνει το εισιτήριο για το κύπελλο ΟΥΕΦΑ, εκεί που αποκλείει τον Άρη για να φτάσει στον 3ο γύρο και να χάσει από την PSV του Κέζμαν. Σε όλα αυτά τα χρόνια, ο Γκαούτσι βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο. Ως… οραματιστής ανοίγει την πόρτα του συλλόγου σε παίκτες από άλλες ηπείρους. Αυτό έχει άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά αποτελέσματα. Είναι αυτός που φέρνει τον Χιντετόσι Νακάτα το 1998 στην Ιταλία και δικαιώνεται από την μετέπειτα πορεία του Γιαπωνέζου, τον μοσχοπουλάει στη Ρώμη, αφού οι φανέλες της Περούτζια ξεπουλάνε στην Ιαπωνία κι ο Γκαούτσι συναντά σε δείπνο τον πρωθυπουργό της Ιαπωνίας. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ο Μπιγκ Λουτσιάνο θα μπει στα πολιτικά.

Παράλληλα, γίνεται διάσημος παγκοσμίως όταν το 2002 μετά τον διαβόητο αποκλεισμό της Ιταλίας από τη Ν. Κορέα στο Μουντιάλ δηλώνει ότι δεν θα πληρώνει το Νοτιοκορεάτη παίκτη του Αν, που σκόραρε το γκολ και «έβλαψε το ποδόσφαιρο της χώρας». Μετά από τον χαμό, παίρνει πίσω την απόφασή του και προσπαθεί να τον κρατήσει στην ομάδα, αλλά δεν τα καταφέρνει. Παίρνει στην Περούτζια… δέκα Αιθίοπες διεθνείς που ζητούν πολιτικό άσυλο (ελπίζοντας να πιάσει κελεπούρι), αλλά τελικά κανείς δεν παίζει. Ο Γκαούτσι όμως κερδίζει το παράσημο του «Ιππότη της Ειρήνης» γι’ αυτό. Φέρνει δύο παίκτες από το Εκουαδόρ που μαθαίνει από το Ίντερνετ, ένας εξ αυτών ο Ιβάν Καβιέδες από την Έμελεκ, 1ος σκόρερ στη χώρα που τελικά γίνεται γυρολόγος. Φυσικά ανοίγει και τον δρόμο για Έλληνες, όπως ο Ζήσης Βρύζας κι ο Τραϊανός Δέλλας, αλλά κι οι Λουμπούτης και Ναλιτζής. Εκτός από Γιαπωνέζο και Κορεάτη, φέρνει και τον πρώτο Κινέζο στην Ιταλία. Τον Μα Μινγκιού. Ο Γκαούτσι έχει δει τον αγώνα Κίνας-Ιαπωνίας και εντυπωσιάζεται από έναν παίκτη. Ο αστικός μύθος λέει ότι οι σκάουτερ της Περούτζια, στο επόμενο ματς της Κίνας είδαν την ομάδα με διαφορετικά νούμερα και παίκτες σε άλλες θέσεις, οπότε βλέπουν κάποιον άλλον παίκτη και τελικά φέρνουν άλλον στην Ιταλία. Αν και η ιστορία ακούγεται τραβηγμένη, το σίγουρο είναι ότι ο Μα Μινγκιού μοιάζει πολύ μεγαλύτερος από τα 27 του, δεν μιλάει σε κανέναν κι οι Ιταλοί τον φωνάζουν Λούκα. Δεν παίζει παρά μόνο σε ένα φιλικό και πηγαίνει στη Β’ ομάδα, εκεί που του κολλάνε το παρατσούκλι «ο παππούς. Κι αν ο Κινέζος βγήκε παλτό, το μεγαλύτερο παλτό στα χρόνια Γκαούτσι δεν ήταν από την Ασία (ο Γκαούτσι έφερε και Ιρανούς), αλλά από την Αφρική.

Ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Δίπλα του ο Αλεσάντρο ντελ Πιέρο.

Ο Αλ Σαάντι Καντάφι είναι γιος του Μουαμάρ Καντάφι και από μικρός λάτρευε το ποδόσφαιρο. Το όνειρό του να γίνει σπουδαίος και τρανός ποδοσφαιριστής ήταν εύκολη στη Λιβύη που δύσκολα κάποιος τον μάρκαρε στενά και έκανε κουμάντο. Αλλά τα πράγματα άλλαξαν όταν μετά έγινε παίκτης της Περούτζια. Ο Γκαούτσι ελπίζοντας σε οικονομική βοήθεια από το κράτος της Λιβύης και αφού ο Μπερλουσκόνι του λέει ότι θα έτσι θα βελτιωθούν οι σχέσεις των δύο χωρών, τον έφερε στην Ιταλία και τον υποδέχτηκε με όλες τις τιμές που άρμοζαν. Οι κάμερες του Αλ Τζαζίρα τον ακολουθούσαν στις προπονήσεις, στις οποίες φτάνει με την κατακίτρινη Λαμποργκίνι του. Έχει κλείσει έναν όροφο γι’ αυτόν και τη γυναίκα του στο ξενοδοχείο πέντε αστέρων που μένει. Ο Γκαούτσι τον παρουσιάζει ως παράδειγμα μάλιστα στους άλλους παίκτες του, να δουν τι θυσίες κάνει ένας πλούσιος άνθρωπος για να παίξει ποδόσφαιρο, ενώ αυτοί τεμπελιάζουν. Πράγματι, ο Καντάφι έχει προσλάβει για γυμναστή τον Μπεν Τζόνσον μπας και καταφέρει να σταθεί στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Δεν αποτελεί έκπληξη σε κανέναν όταν βρίσκεται ντοπαρισμένος. Ο Καντάφι δεν είναι φυσικά σε επίπεδο Περούτζια, δεν είναι σε επίπεδο ούτε για 5×5. Παίζει 15 λεπτά σε ένα ματς με τη Γιουβέντους κόβοντας βόλτες στον αγωνιστικό χώρο κι αυτό είναι. Περνάει από Ουντινέζε και Σαμπντόρια με την ίδια επιτυχία και τελικά αργότερα γίνεται αρχηγός των ειδικών δυνάμεων στη Λιβύη (ξεκάθαρα επειδή το αξίζει). Πριν λίγα χρόνια πάντως, εμφανίστηκε στο ebay η (ας πούμε) ιδρωμένη φανέλα του από εκείνο το ματς, με τιμή 10.000 δολάρια.

Την ίδια περίοδο, ο Γκαούτσι αγοράζει κι άλλες ομάδες, όπως τις Βιτερμπέζε και Σαμπενετέζε, αλλά και την Κατάνια στην οποία βάζει πρόεδρο τον 23χρονο γιο του Ρικάρντο. Έτσι, για να παίζει. Στη Βιτερμπέζε (που την έχει για θυγατρική της Περούτζια) κάνει ακόμα κάτι ξεχωριστό. Βάζει μια γυναικά για προπονητή, την παλιά διεθνή επιθετικό Καρολίνα Μοράτσε, τραβώντας για μια ακόμα φορά τα φώτα πάνω του. Η Μοράτσε αντέχει μόλις δύο αγώνες στον πάγκο, αφού παραιτείται γιατί δεν ανέχεται τις παρεμβάσεις του (τουλάχιστον ξέρουμε ότι δεν ήταν κάτι σεξιστικό, ο Λουτσιανόνε το κάνει ανεξαρτήτως φύλου).

Εδώ με την Ελιζαμπέτα Τουλιάνι, από ένα φλογερό έρωτα το 2002. Η Τουλιάνι είναι η συμβία του γνωστού πολιτικού Τζανφράνκο Φίνι πλέον.

Όπως συνήθως γίνεται, η απότομη άνοδος έχει ως αποτέλεσμα μια ακόμα πιο απότομη πτώση. Ο Γκαούτσι συνεχίζει να προσπαθεί να αποκτήσει τη δημοσιότητα που τόσο ποθεί. Θέλει να υπογράψει γυναίκα ποδοσφαιριστή για να παίξει στην ανδρική ομάδα, τα βάζει με την Ομοσπονδία, αλλά τα πραγματικά προβλήματα είναι άλλα. Η Περούτζια χρωστάει. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλους συλλόγους, αλλά ο Γκαούτσι δεν έχει να πληρώσει ούτε κάποιες δόσεις. Η Περούτζια μετά από βασανιστικά μπαράζ υποβιβάζεται το 2004 και περίπου ένα χρόνο μετά πτωχεύει. Ο Γκαούτσι φεύγει στον Άγιο Δομίνικο «για διακοπές» με ένα ένταλμα να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του. Οι διακοπές κρατάνε τρία ολόκληρα χρόνια, ενώ οι γιοι του Αλεσάντρο και Ρικάρντο (στους οποίους έχει αφήσει την Περούτζια) καταδικάζονται και μπαίνουν φυλακή. Οι κατηγορίες είναι ότι πάνω από 40 εκατομμύρια € από τα ταμεία της Περούτζια πήγαν σε άλλες επιχειρήσεις της οικογένειας, ενώ τα 20 εκατομμύρια για τη μεταγραφή του Νακάτα στη Ρόμα χάθηκαν κάπου στον δρόμο. Ο Γκαούτσι αποκτά ακόμα έναν γιο στα 71 του, το κλίμα του Σάντο Ντομίνγκο βοηθάει. Μετά από τρία χρόνια και αφού έχει πετύχει η ποινή του για τρία χρόνια να είναι με αναστολή επιστρέφει στην Ιταλία. Από τότε χάνεται. Αντιμετωπίζει και προβλήματα υγείας, οπότε οι εμφανίσεις του είναι λίγες. Ο γιος του Ρικάρντο συνεχίζει το έργο του μπαμπά, καθώς γίνεται ιδιοκτήτης της Φλοριάνα στη Μάλτα. Ο Γκαούτσι είναι ένας από τους τελευταίους αντιπροσώπους ενός ποδοσφαίρου που πεθαίνει. Είναι δύσκολο πλέον να συναντήσεις τέτοιες μορφές. Ίσως και για το καλύτερο.

Όμαρ Σίβορι: ο πρώτος Αργεντίνος που λατρεύτηκε στην Ιταλία

  [4 Σχόλια]

Όταν ο Χατέμ Μπεν Αρφά ανέφερε, ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές που θαυμάζει – Κρόιφ, Μαραντόνα, Ροναλντίνιο, Ρονάλντο – τον Όμαρ Ενρίκε Σίβορι, πολλοί το απέδωσαν στην εμμονική τάση των χίπστερ συνανθρώπων μας να διαφοροποιούνται από ό,τι θεωρείται συνηθισμένο, μέινστριμ. Υποψιάζομαι όμως ότι όταν ο μελετηρός Χατέμ διάβασε την ιστορία του εκνευριστικά ταλαντούχου αριστεροπόδαρου Αργεντινο-ιταλού συναδέλφου του, σίγουρα θα σκέφτηκε έναν άλλον παίκτη με παρόμοια χαρακτηριστικά: τον εαυτό του. Και μοιραζόμαστε την πίκρα που θα ένιωσε αναλογιζόμενος ότι υπήρξε κάποτε μια εποχή που το ποδόσφαιρο συγχωρούσε τα ελαττώματα – προβλήματα συμπεριφοράς, τεμπελιά, θράσος…– των εκνευριστικά ταλαντούχων αριστεροπόδαρων.

Αυτές οι εποχές όμως ανήκουν στο παρελθόν, το πολύ μακρινό. Ο Σίβορι φτάνει στην Ιταλία και στη Γιουβέντους το 1957, όταν είναι 22 χρονών. «Είναι κάτι περισσότερο από πρωταθλητής. Για όποιον αγαπάει το ποδόσφαιρο, ο Σίβορι είναι μια ένοχη απόλαυση»: μιλάει ένας άνθρωπος με αναμφισβήτητο γούστο, ο Τζιάνι Ανιέλι, που έδωσε το μυθικό ποσό των 180 εκ. λιρετών στη Ρίβερ Πλέιτ για να τον αποκτήσει – στην εποχή της ήταν η πιο ακριβή μεταγραφή στον κόσμο – και δεν θα το μετανιώσει. Παρά τα όσα δυσάρεστα ακολούθησαν, ο Σίβορι παρέμεινε, μαζί με τον Πλατινί, ο πιο αγαπημένος του ποδοσφαιριστής.

Όταν ο Αργεντινός έφτασε στο Τορίνο, η Γιουβέντους δεν ήταν αυτή που σήμερα γνωρίζουμε, η ομάδα που δεσπόζει στο ιταλικό και το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο – τις δύο προηγούμενες σεζόν είχε τερματίσει ένατη στο πρωτάθλημα. Πριν την τραγωδία της Σουπέργκα το 1949, δεν ήταν καν η καλύτερη ομάδα της πόλης της.

Ούτε κι ο Σίβορι έχει φτάσει ακόμη στην ακμή της καριέρας του, όχι επειδή είχε πετύχει λίγα μέχρι τότε αλλά επειδή επέπρωτο να κάνει ακόμη περισσότερα. Έχει ήδη έχει κερδίσει τρία πρωταθλήματα στη σειρά με τη Ρίβερ Πλέιτ ενώ λίγους μήνες πριν, τον Απρίλιο του 57, μαζί με τον Αντόνιο Βαλεντίν Ανχελίγιο και τον Ουμπέρτο Μάστσιο ήταν ένας από τους τρεις Αγγέλους με βρώμικο πρόσωπο που μεγαλούργησαν στα γήπεδα του Περού με τη φανέλα της Αργεντινής, κερδίζοντας το Κόπα Αμέρικα και διαλύοντας, μεταξύ άλλων, τη Βραζιλία 3-0. Και ο Σίβορι, που ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης, κι οι άλλοι δυο θα γίνουν ανάρπαστοι από τις ιταλικές ομάδες: ο Ανχελίγιο θα βρεθεί στην Ίντερ και ο Μάτσιο στη Αταλάντα. Και οι τρεις θα το πληρώσουν, καθώς εκείνα τα χρόνια στην Αργεντινή δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτούς τους ξενιτεμούς στη Γηραιά Ήπειρο. Δεν θα κληθούν στην Εθνική για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, όπου η Αλμπισελέστε θα αποκλειστεί από τον πρώτο γύρο μετά από ένα ταπεινωτικό 6-1 από την Τσεχοσλοβακία. Και οι τρεις θα παίξουν αργότερα για την Εθνική Ιταλίας ως oriundi, δηλαδή ως έχοντες ιταλικές ρίζες – ρίζες υπαρκτές, χάρη στις οποίες ο Όμαρ συγγενεύει με έναν άλλο δημοφιλέστατο στην Ιταλία Αργεντίνο, τον Πάπα Φραγκίσκο του οποίου η μαμά ήταν από τη Λιγκουρία, όπως όλοι οι Σίβορι.

Μόνο που όταν ο σταρ της Ρίβερ φτάνει στην Ιταλία, ταλαιπωρημένος από το ταξίδι κι από μια εγχείριση στις αμυγδαλές, δεν πολυμοιάζει με ποδοσφαιριστή. Είναι κοντόχοντρος, με δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι – ένα από τα παρατσούκλια του του είναι El Cabezón, ο Κεφάλας αλλά κι ο ξεροκέφαλος– με κάπως εναλλακτική οδοντοστοιχία, και βαρύθυμος. Στην παρουσίασή, απαντάει στα πειράγματα του ελαφρώς ανήσυχου Ανιέλι – «καλός είσαι αλλά σα να μου φαίνεται ότι δεν χρησιμοποιείς πολύ το δεξί σου πόδι» – με μια επίδειξη ζογκλαρίσματος με το αριστερό γύρω γύρω από το γήπεδο και μια απάντηση : «Και με το δεξί, τι με συμβουλεύετε να κάνω;».

Οι πρώτες εντυπώσεις που αφήνει στα φιλικά ματς δεν είναι οι καλύτερες: ατομιστής, αργός, βαρύς, με κακή φυσική κατάσταση. Μια ζωντανή αντίθεση στις επιταγές του σύγχρονου ποδοσφαίρου που τις προσωποποιούν με τον καλύτερο τρόπο δυο συμπαίκτες του: ο επίσης νεοφερμένος Τζον Τσαρλς, ο πανύψηλος, αριστοκρατικός κι ομαδικός Ουαλλός της Λιντς κι ο Τζιανπιέρι Μπονιπέρτι, το απόλυτο τορινέζικο ίνδαλμα, και μελλοντικός πρόεδρος της ομάδας για μια εικοσαετία.

Il Trio Magico

Όμως, κι εδώ ο Χατέμ Μπεν Αρφά έχει κάθε λόγο να αισθάνεται αδικημένος από τη ζωή, η διοίκηση αποφασίζει να ακούσει τις υποδείξεις του μάνατζερ του παίκτη: είναι απαραίτητη μια κάποια ελαστικότητα στην πειθαρχία διότι ο Όμαρ είναι ασυνήθιστος στις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν στο Τορίνο, κυρίως στις πρωινές προπονήσεις, ειδικά χωρίς μπάλα· στην Αργεντινή ξυπνούσε το μεσημεράκι. Χρειάστηκε η κατανόηση του προπονητή Λιούμπισα Μπρόσιτς και μια μικρή βοήθεια από τον Μπονιπέρτι που δέχτηκε να υποχωρήσει λίγο προς το κέντρο ώστε να γλιτώσει το ξύλο που έτρωγε από τους αμυντικούς και να βολέψει τους νέους, ξένους συμπαίκτες του. Οι τρεις τους θα γίνουν η Μαγική Τριπλέτα της ομάδας που θα γίνει Μεγάλη Κυρία, αρχίζοντας με το ιστορικό πρωτάθλημα του 1957-8. Ιστορικό διότι είναι το δέκατο κι έτσι η Γιουβέντους γίνεται η πρώτη ομάδα που στολίζει την φανέλα της με το περίφημο αστέρι. Θα ακολουθήσουν το Κύπελλο Ιταλίας το 1958-9, το νταμπλ το 1959-60 και ξανά το πρωτάθλημα το 1960-1.

Και οι τρεις της Τριπλέτας είχαν φοβερό ταλέντο και η συγκυρία να ανταμώσουν για τέσσερα χρόνια ήταν ευτυχής για τη Γιουβέντους. Όμως, ο απόλυτος σταρ ήταν ο Όμαρ. Αυτός άλλωστε θα γίνει το 1961 ο πρώτος Γουβεντίνος κι ο πρώτος παίκτης της Σέριε Α που θα κερδίσει Χρυσή Μπάλα – θα ακολουθήσουν πολλοί.

Ο Σίβορι υπήρξε το αρχέτυπο του Αργεντίνου ποδοσφαιριστή έτσι όπως τον φανταζόμαστε οι περισσότεροι: κυνικός, ακούρευτος, τεχνικός, αδίστακτος, απείθαρχος, αλαζόνας, τσατίλας, προκλητικός και με μια ερωτική σχέση με την μπάλα η οποία του έκανε όλα τα χατίρια όταν τη χάιδευε με το μαγικό του αριστερό πόδι – ένα άλλο του παρατσούκλι ήταν El Gran Zurdo, ο Μεγάλος Αριστεροπόδαρος. Ακριβώς όπως για τον Μαραντόνα ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, ο κόσμος συνέρρεε στο γήπεδο από νωρίς για τον προλάβει στο ζέσταμα, να τον δει να ζογκλάρει με την μπάλα, πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη, με κάθε δυνατό τρόπο, όρθιος ή ξαπλωμένος. Ο ίδιος εμπλουτίζει το σόου καλώντας μερικές φορές πιτσιρίκια από την εξέδρα με τα οποία παρουσιάζει το μπούμερανγκ: τους στέλνει με μια ελαφριά πάσα την μπάλα, αλλά βάζοντας τέτοιο φάλτσο που η μπάλα να γυρνάει ξανά σ΄αυτόν. Μια φορά με τη Μίλαν και κάτω από καταρρακτώδη βροχή, θρυλείται ότι κατάφερε να κατεβάσει την μπάλα και να σκοράρει σε ένα γήπεδο-λίμνη παίζοντας κουτσό, με την μπάλα κολλημένη στο κουτεπιέ του άλλου του ποδιού.

Στο πρώτο του ματς σκοράρει, κι έτσι θα συνεχίσει. Σε οχτώ σεζόν με τη Γιουβέντους, θα βάλει συνολικά 174 γκολ σε 259 ματς. Μπορούμε να αναφέρουμε και ένα ρεκόρ του αν και το πέτυχε σε ένα σκανδαλώδες ματς. Τον Ιούνιο του 1961, την χρονιά που κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα, έβαλε έξι γκολ στην Ίντερ· οι Μιλανέζοι είχαν κατεβάσει την ομάδα των νέων για να διαμαρτυρηθούν για την απόφαση ακύρωσης της τιμωρίας της Γιουβέντους και για την επανάληψη του αγώνα που έκρινε τον τίτλο.

Ο Κεφάλας, όμως, δεν ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που θα κέρδιζε ποτέ βραβείο fair play. Σε ένα ματς με την Πάντοβα, κι ενώ το σκορ είναι 3-0, σφυρίζεται ένα αμφισβητήσιμο πέναλτι. Διαμαρτυρίες, κακό, ο αγώνας έχει κριθεί, πλησιάζει λοιπόν τον τερματοφύλακα Πιν και του ψιθυρίζει «μην ανησυχείς, δίκιο έχετε κι εγώ θα το χτυπήσω προς τα αριστερά για να το πιάσεις». Σουτάρει εντελώς προς τα δεξιά και το βάζει. Ο Πιν τον κυνηγάει σε όλο το γήπεδο. «Εννοούσα αριστερά για μένα».

Ακόμη και σήμερα, όταν κανείς παρακολουθεί τα στιγμιότυπα των αγώνων, η αίσθηση που αποκομίζει είναι ότι ο άνθρωπος αυτός, που, με την απίστευτη τεχνική και φαντασία που διέθετε, μπορούσε να δημιουργήσει φάσεις από το τίποτε και είχε καταπληκτικά τελειώματα μέσα στην περιοχή, απολάμβανε ίσως λίγο περισσότερο όσα προηγούνταν του γκολ: «Είναι δύσκολο να κρατήσεις το ενδιαφέρον 60-70.000 θεατών. Πρέπει να τους προσφέρεις συνεχώς θέαμα, διασκέδαση»: αυτή ήταν η θεωρία του. Γι΄αυτό οι χορευτικές ντρίμπλες – ένα από τα τραγούδια που γράφτηκαν γι΄αυτόν λέγεται «Σίβορι τσα-τσα» –, συχνά με μια μικρή οπισθοχώρηση ώστε να ξαναβρεί τον παίκτη που μόλις ξεπέρασε και να τον ταπεινώσει πάλι, οι προσποιήσεις, οι διαγώνιες επελάσεις, οι αστραπιαίες αλλαγές κατεύθυνσης, και, η μεγάλη του σπεσιαλιτέ: οι ποδιές. Ο Σίβορι ανέδειξε σε τέχνη το να περνάει την μπάλα ανάμεσα στα πόδια των αντιπάλων, και, γενικότερα, να τους ξεφτιλίζει. Κάποτε είχε βάλει στοίχημα τον συμπαίκτη του Μπρούνο Γκαρτζένα πως σε κάθε ματς θα έκανε ποδιά στον πρώτο αντίπαλο που θα τον πλησίαζε μετά τη σέντρα. Ο Γκαρτζένα εγκατέλειψε μετά το τρίτο δείπνο που αναγκάστηκε να πληρώσει.

Ακόμη και η επιμονή του να παίζει με κατεβασμένες κάλτσες είχε ακριβώς την ίδια λογική, να δείξει σε κάθε αμυντικό που φιλοδοξούσε να τον σταματήσει ή, έστω, να του πατήσει καμιά σκαριά, ότι δεν τον φοβάται. Η αλήθεια είναι ότι τους φοβόταν λίγο – όταν εκνευρισμένοι άρχιζαν να τον κυνηγούν κρυβόταν πίσω από τον αγαθό γίγαντα Τζον Τσαρλς –, κι είχε ένα δίκιο. Εκείνα τα μακρινά χρόνια, οι αμυντικοί είχαν αιμοσταγή παρατσούκλια και ψιθύριζαν στο αυτί του σταρ της αντίπαλης ομάδας τρυφερά λόγια. «Κανόνισε να περάσεις τη γραμμή της περιοχής και θα σου σπάσω τα πόδια»: αυτό είπε μια μέρα του Φλεβάρη του 1961 στον Σίβορι ο Έλιο «ll Mastino [=το Πίτμπουλ]» Γκράνι της Κατάνια. «Σύμφωνοι, αλλά μην αργήσεις πολύ διότι δεν θα προλάβεις, θα χτυπήσω πρώτος». Σε λίγα λεπτά ο Πίτμπουλ φεύγει με φορείο και με κατεστραμμένο γόνατο.

Διότι ο Σίβορι, ακόμη και όταν πολιτογραφήθηκε Ιταλός, παρέμεινε ένα πιτσιρίκι που έμαθε μπάλα στις αλάνες του Σαν Νικολάς, διακόσια χιλιόμετρα μακριά από το Μπουένος Άιρες: έφτυνε, έσπρωχνε, τραβούσε μαλλιά, καμωνόταν πως πήγαινε να παρηγορήσει έναν πεσμένο αντίπαλο ενώ στην πραγματικότητα τον κλωτσούσε, έβριζε, τα έβαζε με τους διαιτητές. Κατάφερε να αποβληθεί δέκα φορές και να τιμωρηθεί συνολικά με 33 αγωνιστικές. Σε έναν ματς με την Ίντερ, ανάγκασε ακόμη και τον Τσαρλς, ο οποίος ήταν γνωστός για το φιλειρηνικό του πνεύμα και την ψυχραιμία με την οποία αντιμετώπιζε τα πάντα, να τον χαστουκίσει για να τον ηρεμήσει.

Το χαστούκι στο 2.10΄

Η Μαγική Τριπλέτα θα χωρίσει. Ο Μπονιπέρτι θα κρεμάσει νεότατος τα παπούτσια του το 1961, ο Τσαρλς θα γυρίσει στη Λιντς το 1962. Ο Σίβορι, κάτοχος πλέον του τίτλου του καλύτερου Ευρωπαίου ποδοσφαιριστή θα συνεχίσει να μαγεύει τα πλήθη, σκοράροντας, για παράδειγμα, απέναντι στη Ρεάλ του Ντι Στέφανο και χαρίζοντας στη Γιούβε την πρώτη της νίκη μέσα στο Μπερναμπέου.

Κι ο Μαραντόνα, πόσες Χρυσές Μπάλες έχει, είπαμε;

Αυτή η ιστορία αγάπης, όμως, δεν θα αποδώσει άλλους καρπούς και θα έχει πικρό τέλος. Το 1964, ο Παραγουανός προπονητής Εριμπέρτο Ερέρα έρχεται με όρεξη στο Τορίνο. Ο Ρομπέρτο Βιέρι, πατέρας του Κρίστιαν θυμάται: «Οι προπονήσεις του ήταν τόσο κουραστικές που ξεθεωνόμουν και μόνο που τις παρακολουθούσα». Αυστηρός, άτεγκτος, οπαδός της ομαδικής προσπάθειας, της συνεχούς κίνησης και της σκληρής προπόνησης, δεν εντυπωσιάζεται από τις χορευτικές ικανότητες του Σίβορι: «Είναι γελωτοποιός κι ατομιστής, φέρεται λες και το ποδόσφαιρο είναι ατομικό σπορ! Ή θα αλλάξει ή ένας από τους δυο μας θα φύγει».

Το καλοκαίρι του 1965, ο Όμαρ φεύγει από το Τορίνο. Το γεγονός είναι τόσο συγκλονιστικό που αποτελεί το σημείο εκκίνησης ενός κοινωνικού δράματος του Έντζο Μπατάλια. Από την ταινία, στην οποία παίζει ρόλο-κλειδί και ο ίδιος, που  φιγουράρει και με γαλάζια φανέλα στην αφίσα, μας έχει μείνει ένα υπέροχο τραγούδι του Ένιο Μορικόνε:

Ο Σίβορι, λοιπόν, πηγαίνει στη νεοφώτιστη Νάπολι όπου θα βρει έναν άλλο αποδιωγμένο σταρ, τον Ζοσέ Αλταφίνι. Υποτίθεται ότι δίνουν αμοιβαία υπόσχεση να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον ώστε να εκδικηθούν τις ομάδες που τους ανάγκασαν να φύγουν: τη Μίλαν και τη Γιούβε – ή μάλλον τον Ερέρα. Και είναι πιστοί στον όρκο τους: τη σεζόν 1965-6, οι δυο ισχυροί του Βορρά φεύγουν με ήττες 1-0 από το Σαν Πάολο. Σκόρερ με τη Μίλαν ο Σίβορι, με τη Γιούβε ο Αλταφίνι.

Μετά από μια τρίτη θέση στο πρωτάθλημα κι ένα Κύπελλο Άλπεων, ένας Μεγάλος Αριστεροπόδαρος γίνεται ο βασιλιάς της Νάπολης είκοσι χρόνια πριν τον Μαραντόνα. Ένα ξύλινο ομοίωμά του περιφέρεται στους δρόμους όπως το άγαλμα του Σαν Τζενάρο, του προστάτη της πόλης, ενώ ο θρύλος λέει ότι χήρες έκλαιγαν πάνω από τους τάφους των αντρών τους λέγοντας: «Πέθανες και δεν μπορείς να δεις τον Σίβορι και τον Αλαταφίνι να φοράνε τα γαλάζια!».

Και βέβαια δεν ξεχνά: κάθε αναμέτρηση με τη Γιούβε του Ερέρα είναι ευκαιρία για εκδίκηση. Πηγαίνει κοντά στον πάγκο, τον βρίζει, τον κοροϊδεύει, του κάνει χειρονομίες. Όχι ότι ο Παραγουανός πάει πίσω: κάθε φορά, οι εντολές που δίνονται στον αμυντικό που τον φυλάει είναι να του σπάσει τα νεύρα ώστε να αποβληθεί.

Η έκρηξη έρχεται τον Δεκέμβριο του 1968. Νάπολι-Γιουβέντους 2-1, με μια ασίστ του Αργεντίνου. Ο Ερμίνιο Φαβάλι πέφτει σφαδάζοντας κάπως υπερβολικά στο έδαφος μετά από επαφή με τον Σίβορι. Επεμβαίνει ο διαιτητής, σπρωξίματα, τσαμπουκάδες. Εφορμά ο εκδικητής Ντίνο Παντζανάτο και πατάει στο πρόσωπο τον ακόμη ξαπλωμένο στο χορτάρι Φαβάλι. Ανταπάντηση από τον Σάντρο Σαλβαντόρε που γκρεμίζει τον Ναπολιτάνο με μια εντυπωσιακή γροθιά. Γενική σύρραξη. Το ξύλο συνεχίζεται στα αποδυτήρια. Τρεις κόκκινες κάρτες, συνολικά είκοσι αγωνιστικές τιμωρία και πολλά ράμματα. Ο Σίβορι, όπως ο Μαραντόνα – μην τα ξαναλέμε! – πολλά χρόνια μετά, αποφασίζει ότι οι συνθήκες ωρίμασαν ώστε να εγκαταλείψει την αγαπημένη του Ιταλία και να επιστρέψει άρον άρον στα πάτρια χώματα.

Με σομπρέρο και τον Τζιάνι Ριβέρα

Αφοσιώνεται αμέσως στην προπονητική. Περνάει από τη Ροσάριο Σεντράλ, την Εστουδιάντες, τη Ρασίγκ, ακόμη κι από την Εθνική Αργεντινής στα προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1974. Αργότερα θα γίνει το μάτι της Γιουβέντους στα αργεντίνικα γήπεδα – λέγεται ότι είχε εισηγηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, την απόκτηση του Μαραντόνα –   και θα αποσυρθεί στα δυο αγροκτήματά του, που τα βάφτισε Γιουβέντους και Νάπολι.

Πέθανε το 2005, έχοντας γνωρίσει τη σπάνια τύχη να μπαίνει στο γήπεδο λίγο πριν αρχίσει ένα μεγάλο ντέρμπι ανάμεσα στις δυο μεγάλες ιταλικές ομάδες και να αποθεώνεται από τους οπαδούς και των δυο. Ίσως γιατί, όπως έγραψε το περιοδικό Guerin Sportivo «μέσα από τις ασπρόμαυρες εικόνες που διασώθηκαν, μας δείχνει το ποδόσφαιρο όταν ακόμη ήταν έγχρωμο». Το Μονουμεντάλ, το ιστορικό γήπεδο της Ρίβερ, που ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε με τα λεφτά της μεταγραφής του, ακόμη έχει μια κερκίδα με το όνομά του.

Στη Σικελία το ζούμε έντονα

  [Καθόλου σχόλια]

Τα οικογενειακά τραπέζια είναι λίγο βαρετά συνήθως. Εκτός βέβαια αν παίρνουν φωτιά από διαφωνίες και η καημένη η μαμά με ένα ταψί γεμιστά προσπαθεί αφενός να βρει χώρο να το αφήσει γιατί καίγεται και αφετέρου να κρατήσει τους άντρες (συνήθως) να μην σκοτωθούν μεταξύ τους. Διαφωνίες που μπορεί να είναι από πολιτικές μέχρι ποδοσφαιρικές. Για όσους δεν θυμούνται, η ιστορία των αδερφών Μιλίτο που έπαιζαν στο μεγάλο ντέρμπι μεταξύ Ράσινγκ και Ιντεπεντιέντε ήταν μια τέτοια. Στην Ιταλία όμως, υπήρξε μία ακόμα χειρότερη ιστορία, με πρωταγωνιστές τα αδέρφια Τεντέσκο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Παλέρμο της Σικελίας. Κι οι τρεις τους έγιναν ποδοσφαιριστές, αλλά στο σημερινό κείμενο θα ασχοληθούμε με τους δύο εξ αυτών. Τον Τζιοβάνι και τον κατά τέσσερα χρόνια μικρότερό του Τζιάκομο.

Οι αδερφοί Τεντέσκο δεν ήταν τρομεροί παίκτες. Ήταν κι δύο χαφ εργάτες που έκαναν συμπαθητικές καριέρες σε μικρές κατά κύριο λόγο ομάδες. Ο μεγαλύτερος Τζιοβάνι δεν έγινε δεκτός ως πιτσιρικάς στην τοπική Παλέρμο κι έτσι αναζήτησε αλλού μια καριέρα, αλλά ο Τζιάκομο έπαιξε στην αγαπημένη ομάδα της πόλης του. Κάτι που για τους άκρως τοπικιστές Σικελούς είναι μεγάλη τιμή. Η μοίρα τούς έφερε συμπαίκτες στη Σαλερνιτάνα τη σεζόν 1997-98 και μάλιστα σε μια χρονιά που η ομάδα της Καμπανίας κέρδισε την άνοδό της στην Α’ εθνική, μια σημαντική επιτυχία για τα αδέρφια.

Μία τυχαία εικόνα από τη Σικελία για να ανοίξει το μάτι μας

Χρόνια αργότερα, το 2006, ο Τζιοβάνι κατάφερε και έκανε το όνειρό του πραγματικότητα, αφού αγωνίστηκε στην ομάδα της καρδιάς του, την Παλέρμο, για πρώτη φορά. Ο Τζιάκομο αντίθετα το 2007 επέστρεψε μεν στη Σικελία, αυτή τη φορά όμως στην ανατολική της πλευρά, 200 χιλιόμετρα πιο μακριά από τη γενέτειρά του, στην Κατάνια. Την ομάδα που είναι η ιστορική αντίπαλος της Παλέρμο και οι δύο μεγάλοι εχθροί της Σικελίας. Σε μια εποχή μάλιστα που το νησί κι ολόκληρη η Ιταλία είχαν σοκαριστεί από τα επεισόδια μετά από ένα ντέρμπι της Σικελίας που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός αστυνομικού. Έτσι λοιπόν, το ντέρμπι του νησιού απέκτησε δύο αδέρφια αντιπάλους. Κανείς όμως δεν είχε καταλάβει πόσο η μεταγραφή του μικρού στην Κατάνια είχε επηρεάσει την οικογενειακή γαλήνη στο σπίτι των Τεντέσκο.

Το γκολ του Μίκολι που έκρινε το ντέρμπι στο τέλος της σεζόν 2007-08

Πριν λοιπόν το παιχνίδι των δύο ομάδων τον Οκτώβριο του 2008, ο μεγάλος αδερφός έκανε κάποιες δηλώσεις σε καλό κλίμα, λέγοντας ότι οι δυο παίκτες που θα ήθελε στην Παλέρμο από τον μεγάλο αντίπαλο ήταν ο Αργεντινός Πάμπλο Λεντέσμα και φυσικά ο αδερφός του, ο Τζιάκομο. Ο δημοσιογράφος που πήρε τις δηλώσεις, σίγουρα θα σκέφτηκε ότι είχε βρει ένα ωραίο θέμα και έψαχνε κάποιον κλισεδιάρικο τίτλο του στιλ: «Για 90 λεπτά αντίπαλοι, αλλά αγαπημένα αδέρφια για μια ζωή». Μόνο που η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική κι αυτή η συνέντευξη η αφορμή για να μάθουμε ότι στα οικογενειακά τραπέζια η μαμά δεν είχε και τους τρεις γιους της μαζί. Όταν ο Τζιάκομο διάβασε τις δηλώσεις του αδερφού του εξερράγη και χαρακτήρισε τον Τζιοβάνι ως «υποκριτή».

«Εγώ κι ο αδερφός μου δεν τα πάμε καλά. Για να είμαι ειλικρινής, έχουμε πολύ καιρό να δούμε ο ένας τον άλλον και δεν μιλάμε μεταξύ μας. Είναι καλό που είπε αυτά τα πράγματα, αλλά από τον Τζιοβάνι θα περίμενα να ακούσω κάτι άλλο. Θα ήθελα να αναφέρω και άλλες λεπτομέρειες, αλλά δεν θα το κάνω. Ίσως αργότερα, να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα γιατί αφορούν όλη την οικογένεια και με πληγώνουν. Εγώ ως ο μικρότερος προσπάθησα να τα βρω μαζί του, να λύσω τις παρεξηγήσεις, αλλά οι προσπάθειές μου απέτυχαν. Πέρσι δεν συμπεριφέρθηκε σωστά. Ούτε πριν από τον αγώνα, όταν είπε ότι αν κέρδιζαν θα έβαφε το αυτοκίνητό του στα χρώματα της Παλέρμο και θα έκανε βόλτες όλη την εβδομάδα. Ούτε και στο ματς, να πανηγυρίζει έτσι, ενώ ήξερε ότι με αυτή τη νίκη τους μπορεί να υποβιβαζόταν ο αδερφός του. Mε γέμισε με πικρία. Εγώ αν κινδύνευε η Παλέρμο και έπαιζα στην Κατάνια, θα έκανα τα πάντα για να σωθεί μια ομάδα της Σικελίας. Δεν πρόδωσα την προέλευσή μου. Έπαιξα εκεί από πιτσιρίκι, αλλά δεν συνέχισα όπως κι άλλοι. Έπρεπε να βρω κάποια ομάδα να παίξω, για να ζήσω».

Ξεπερνώντας την απίθανη και 100% ιταλική παραδοχή ότι θα στηνόταν για να μην πέσει η Παλέρμο (η Κατάνια αναγκάστηκε να βγάλει ανακοίνωση μετά από αυτές τις δηλώσεις), τα λόγια του Τζιάκομο αποκάλυψαν ότι η μεταγραφή του στην Κατάνια είχε κάνει τα δύο αδέρφια να μην μιλιούνται. Ο Τζιοβάνι είχε ενοχληθεί πάρα πολύ και θεώρησε προδοσία την μεταγραφή του αδερφού του στον εχθρό, λέγοντας ότι αυτός δεν θα το έκανε ποτέ, ενώ σε κάθε ευκαιρία συμπεριφερόταν σαν οπαδός,. Έτσι λοιπόν, όταν την προηγούμενη σεζόν η Παλέρμο με γκολ του Μίκολι κέρδισε 1-0 την Κατάνια λίγες αγωνιστικές πριν το τέλος, πανηγύρισε έξαλλα και προκλητικά, «σαν να κέρδισε το Τσάμπιονς Λιγκ» το περιγράφει ο Τζιάκομο. Η Κατάνια τελικά σώθηκε για έναν βαθμό. Ο Τζιάκομο αναγκάστηκε στη συνέχεια να ανασκευάσει ως προς το «στήσιμο», λέγοντας ότι οι δηλώσεις του ήταν προϊόν πικρίας και της απογοήτευσης που του είχε προκαλέσει ο μεγάλος αδερφός που… «έδειξε μίσος προς εμένα, έναν άνθρωπο που μας ενώνουν δεσμοί αίματος». Μια ιστορία που θα μπορούσε να γυριστεί ως η ιταλική έκδοση του Bloodline στο Netflix.

Η Κατάνια κέρδισε τελικά εκείνο το ματς με 2-0, ο μικρός πήρε την εκδίκησή του και στο τέλος της σεζόν η ομάδα σώθηκε, όπως κι η Παλέρμο. Ο Τζιοβάνι συνέχισε και έκλεισε την καριέρα του στην Παλέρμο το 2010 ως μορφή του συλλόγου (αναλαμβάνοντας μάλιστα και προπονητής στη γνωστή ηλεκτρική καρέκλα της Παλέρμο), ενώ ο Τζιάκομο πήγε σε Μπολόνια και Ρετζίνα και σταμάτησε την μπάλα τέσσερα χρόνια αργότερα. Ελπίζουμε τουλάχιστον, τόσα χρόνια μετά, να τα έχουν βρει και να θυμούνται τα παλιά.

Ο ξυλουργός που αγαπούσαν όλοι

  [Καθόλου σχόλια]

Τρία μικρά παιδάκια με δακρυσμένα μάτια μέσα στην εκκλησία προσπαθούν να χωρέσουν σε μια αγκαλιά. Ο άντρας που έχει ανοίξει τα χέρια του για να τα περιβάλλει, να τα προστατέψει, προσπαθεί κι αυτός να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Υποτίθεται ότι οι σκληροί άντρες δεν κλαίνε, μόνο δακρύζουν. Αυτός ο τύπος με το μακρύ γκριζαρισμένο μαλλάκι, το λεπτό μουσάκι και μουστακάκι αν μη τι άλλο ήταν από τους πιο σκληρούς που είδαμε. Σκληρός όχι γιατί χτυπούσε στο ψαχνό, αλλά γιατί πέρασε μία καριέρα στην οποία έπρεπε να αποδεικνύει συχνά την αξία του, να ξεπερνάει τις δυσκολίες. Ανάμεσα στον κόσμο που βρίσκεται εκεί υπάρχουν κι άλλες αναγνωρίσιμες φάτσες, όπως αυτή του Ενρίκο Κιέζα. Είμαστε στο 2010, στην εκκλησία της περιοχής Γκαλούτσο στη Φλωρεντία.

Η ζωή του πρωταγωνιστή της ιστορία μας δεν ήταν πολύ εύκολη. Ο Μορένο Τοριτσέλι γεννήθηκε το 1970 στην επαρχία του Κόμο και λάτρευε την μπάλα από πιτσιρίκι παίζοντας σε τοπικές ομάδες. Παρ’ ότι το ποδόσφαιρο ήταν η αγαπημένη του ασχολία, δεν ήταν κάτι παραπάνω απ’ αυτό. Ο Τοριτσέλι ήξερε ότι δύσκολα θα κατάφερνε να κάνει μια καριέρα και γι’ αυτό είχε μία κανονική δουλειά, σε ένα εργοστάσιο επίπλων με όνομα «Σπινέλι». Τρεις φορές την εβδομάδα μετά το τέλος της βάρδιάς του έφευγε με το αυτοκίνητό του και πήγαινε για προπόνηση στην τοπική ομάδα της μικρής πόλης Καράτε Μπριάντζ, εκεί στη Λομβαρδία. Ο Τοριτσέλι ήταν παίκτης της τοπικής ημιεπαγγελματικής Καρετέζε.

Παρά το γεγονός ότι ξεχωρίζει για το πάθος και την ποιότητά του ανάμεσα σε αρκετά μέτριους αντιπάλους, δεν έρχεται κάποια πολύ μεγάλη πρόταση. Το «Τρελό Άλογο» όπως τον φώναζαν, ο τύπος που έμοιαζε με Ινδιάνος και έχει κι ο ίδιος αγάπη γι’ αυτούς, ο χεβιμεταλάς με την αδυναμία στους Black Sabbath (και μια τεράστια δισκοθήκη στο σπίτι του, δίπλα σε ένα τζουκ μποξ), βλέπει ότι δύσκολα θα κάνει το μπαμ. Ο Μορένο έχει συνηθίσει μέσα του στην ιδέα ότι θα είναι ένας εργάτης σε εργοστάσιο κι ότι η μπάλα θα είναι απλά αυτό που απλώς θα τον κάνει να ξεφεύγει. Μέχρι που σε ένα ματς της ομάδας του, ανάμεσα στους θεατές βρίσκεται ο Κλαούντιο Τζεντίλε (ναι, αυτός ο Κλαούντιο Τζεντίλε) που εκείνη την εποχή έχει πόστο στη Λέτσε. Ο Τζεντίλε ενθουσιάζεται από τα προσόντα του Τοριτσέλι, τόσο ώστε να τον προτείνει στον Τζοβάνι Τραπατόνι που είναι προπονητής στη Γιουβέντους.

Ο Τραπ εμπιστεύεται τον Τζεντίλε και συμφωνεί ώστε ο Τοριτσέλι να δοκιμαστεί, μια που εκείνη την περίοδο οι διεθνείς Ιταλοί λείπουν σε τουρνέ κι έτσι η Γιουβέντους δίνει φιλικά με μικρές ομάδες. Ο Μορένο τα δίνει όλα, κερδίζει αρχικά τους «συμπαίκτες» του και στη συνέχεια τον κόουτς με την απόδοσή του. Ακούει καλά λόγια, αλλά μέχρι εκεί. Επιστρέφει πίσω στη δουλειά του χωρίς να έχει κάτι παραπάνω στα χέρια του κι απλά περιμένει. Η ατυχία χτυπάει. Η Γιουβέντους στέλνει τηλεγράφημα για να του πει να επιστρέψει και να συνεχίσει προετοιμασία με την ομάδα, δυστυχώς όμως το στέλνει σε έναν άλλον Τοριτσέλι που μένει σε δρόμο με ίδιο όνομα, αλλά σε άλλο χωριό. Ευτυχώς για τον Μορένο, η Γιούβε επιμένει και επιλέγει κάτι πιο σύγχρονο, ένα τηλεφώνημα, για να του πει τα ευχάριστα νέα. Ο Μορένο ξαφνικά φτάνει να δοκιμάζεται μαζί με παίκτες του υψηλότερου επιπέδου στην Ιταλία.

Η ιστορική φωτογραφία, η μέρα που ο Τοριτσέλι έμαθε ότι θα γίνει παίκτης της Γιουβέντους.

Γνωρίζει ότι το κριτήριο για την τελική απόφαση είναι αν θα συμπεριληφθεί στην αποστολή της ομάδας για την Ιαπωνία και η επιβεβαίωση έρχεται έμμεσα, όταν ο φωτογράφος της Γιούβε του ζητάει να ποζάρει με τη φανέλα της ομάδας. Ζητάει άδεια από το εργοστάσιο για έναν μήνα, καθώς δεν ξέρει αν θα τον αγοράσει η Γιουβέντους και αναχωρεί. Ο Τραπατόνι μετά από τις εμφανίσεις του δίνει το ΟΚ λέγοντας τη χαρακτηριστική ατάκα «αν δεν μου πάρετε τον Βιέρκοβουντ, θέλω αυτόν τον τύπο» κι όπως διηγείται ο ίδιος ο Τοριτσέλι σε μια συνέντευξη στην Γκατζέτα ντελο Σπορτ, υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο πάνω στο καπό ενός αυτοκίνητου. Η Γιουβέντους δίνει 50 εκατομμύρια λιρέτες κι ο Τοριτσέλι από τα ερασιτεχνικά βρίσκεται όχι απλά στην 1η κατηγορία, αλλά και στην τεράστια Γιούβε παίρνοντας 80πλασιο μισθό από αυτόν που έπαιρνε στο εργοστάσιο. Παρ’ ότι μεγάλωσε με ινδάλματα όπως Αλτομπέλι κι ο πατέρας του τον είχε κάνει οπαδό της Ίντερ, ο Τοριτσέλι αγωνίζεται σε μια άλλη μεγάλη ομάδα.

Ο Τραπατόνι του κολλάει το παρατσούκλι «ξυλουργός» στην τοπική διάλεκτο (είναι… κοντοχωριανοί) κι ο Ρομπέρτο Μπάτζιο το πάει ένα βήμα παραπέρα, κολλώντας του το «Τζεπέτο». «Γράφουν στις εφημερίδες ότι δούλευα με σφυριά, αλλά η αλήθεια είναι ότι δούλευα στο τμήμα των αποστολών, στην αποθήκη», δηλώνει στην Λα Στάμπα. Ο Τοριτσέλι θέλει να δικαιώσει όσους τον πίστεψαν και τα καταφέρνει εξ αρχής. Σαν να μην έπρεπε να κάνει ένα άλμα από τη Δ’ στην Α’ εθνική, φαίνεται «κανονικός» παίκτης. Κάνει ντεμπούτο σε ένα φιλικό με την Μπάγερν στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου στο αντίο του Αουγκεντάλερ. Τρέχει πάνω κάτω στα πλάγια, πέφτει σε κάθε τάκλιν με δύναμη, κυνηγάει την μπάλα και τους αντιπάλους. Μετά από κάθε προπόνηση κάθεται και δουλεύει και το αριστερό του, με παίκτες όπως ο Αντόνιο Κόντε που επίσης κάνουν έξτρα προπόνηση. Αυτό το πάθος τον κάνει αγαπητό στον κόσμο του συλλόγου.

Με αντίπαλο τον Μπέργκαμπ σε ένα ματς με την Ίντερ

Παίρνει θέση βασικού και κατακτά μόλις στην πρώτη του σεζόν το ΟΥΕΦΑ με αντίπαλο την Ντόρτμουντ, βασικός και στους δύο τελικούς με συνολικό σκορ 6-1 και συμπαίκτες τους Μπάτζιο, Βιάλι, Μέλερ, Κόλερ, Κόντε και Ζούλιο Σέζαρ. Πηγαίνει στη Γιούβε σε μια εποχή μεγάλης εσωτερικής αλλαγής στο σύλλογο και παρ’ ότι είναι «παιδί» του Τραπατόνι δεν πέφτει θύμα της εκκαθάρισης. Συνεχίζει να είναι βασικός και επί Μαρσέλο Λίπι, χωρίς όμως να έχουν τις καλύτερες σχέσεις, στη νέα εποχή της Γιούβε. Ο Λίπι τον πιάνει να καπνίζει και η σχέση τους δεν ξεκινάει καλά. Παρ’ όλα αυτά, τον εμπιστεύεται και κερδίζει τρία πρωταθλήματα, ένα κύπελλο, ένα διηπειρωτικό και κυρίως το Τσάμπιονς Λιγκ του 1996. Εκεί που στον τελικό κάνει μια πραγματική κατάθεση ψυχής, πιθανότατα ο καλύτερος από τους παίκτες της Γιουβέντους, μαζί με τους υπόλοιπους εργάτες της εποχής που είχε η Γιουβέντους τότε, όπως τους Πεσότο και ντι Λίβιο. Ο αστικός μύθος λέει ότι μετά το παιχνίδι κληρώθηκε για έλεγχο αντιντόπινγκ μαζί με τον Κλάιφερτ κι ο Ολλανδός, εντυπωσιασμένος με το ματς του Ιταλού του είπε: «Σε έπιασαν, ε;»

Δουλεύει σκληρά, όπως κι όλη η ομάδα. «Κάναμε 500 κοιλιακούς σε 15 λεπτά, κάποιες φορές οι συμπαίκτες μου έκαναν εμετό μετά τις προπονήσεις από την κούραση», δηλώνει στο TuttoMercatoWeb. Το 1998 και βλέποντας ότι πλέον δεν είναι η πρώτη επιλογή, εγκαταλείπει το Τορίνο καθώς η Γιουβέντους δεν θέλει να τον κρατήσει. Παρ’ ότι έχει προτάσεις από την Αγγλία και την Μπόρο, προτιμάει τον άνθρωπο στον οποίο χρωστάει τα πάντα, τον Τραπατόνι. Ο Τραπ έχει αναλάβει τη Φιορεντίνα και τον θέλει πολύ. Ο Μορένο θα πάει στην όμορφη Φλωρεντία που όμως δεν τον υποδέχεται με τον καλύτερο τρόπο. Βλέπετε, είναι ένας παίκτης της μισητής Γιουβέντους. Ο Τοριτσέλι δεν τρομάζει. Με το γνωστό του πάθος και την αγωνιστικότητά του κερδίζει τον κόσμο εκεί. Ο «ξυλουργός» ζει τα τελευταία χρόνια της σπουδαίας Φιορεντίνα (είναι παρών και σε μια μεγάλη νίκη επί της Γιουβέντους με 1-0 με τον Μπατιγκόλ), φτάνει και στο Τσάμπιονς Λιγκ μαζί της, διεκδικεί και ένα πρωτάθλημα το 1998-99 αλλά με τον τραυματισμό του Μπατιστούτα οι Βιόλα πέφτουν στην 3η θέση. Σιγά σιγά αρχίζει η παρακμή και τα τεράστια προβλήματα του συλλόγου με τη διοίκηση Τσέκι Γκόρι.

Ο Τοριτσέλι ζει τη διάλυσή της Φιορεντίνα, και τον υποβιβασμό, και στα ποδοσφαιρικά… γεράματα μεταναστεύει στην Ισπανία και την Εσπανιόλ όπου παίζει μια χρονιά. Επιστρέφει στο Αρέτσο και τελειώνει την καριέρα του, μια καριέρα που τον έφερε μέχρι και την εθνική Ιταλίας, πάντα όμως πίσω από άλλους παίκτες όπως ο Πανούτσι. Δεν ήταν κάποιος σπουδαίος τεχνίτης, σκόραρε μόλις 1 γκολ με τη Γιούβε (εξαιρετικό, σε αγώνα Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι στους Ρέιντζερς) και 2 με τη Φιορεντίνα, αλλά λατρεύτηκε γι’ αυτό που πολύς κόσμος θεωρεί ίσως πιο σημαντικό κι από την ποιότητα κάποιες φορές. Την αυτοθυσία, το πάθος, την εργατικότητα. Ο Τοριτσέλι όπου κι αν έπαιξε τα έδινε όλα στο γήπεδο και μπορούσε να γεφυρώσει το όποιο ποιοτικό του έλλειμμα.

Έχοντας θητεύσει δίπλα σε εξαιρετικούς προπονητές, όντας έξυπνος και εργατικός, πολλοί θα πόνταραν σε μια προπονητική καριέρα. Και πράγματι, ο Τοριτσέλι ξεκίνησε στην Τοσκάνη τα πρώτα βήματά του και είχε και προτάσεις από ομάδες της Β’ εθνικής. Μέχρι όμως που χρειάστηκε να πάρει μια πολύ σημαντική απόφαση και κάπως έτσι να επιστρέψουμε στην αρχή του κειμένου μας. Την ημέρα του 2010 που κήδεψε τη γυναίκα του, που έχασε τη μάχη με τη λευχαιμία. Η Μπάρμπαρα Τοριτσέλι ήταν μόλις 40 ετών και ήταν δίπλα του σε όλη τη ζωή. Έμενε στο διπλανό χωριό, γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και έφτασε να είναι η κομμώτρια του ντελ Πιέρο. Ο Μορένο εκείνη την ημέρα που αποχαιρέτησε για τελευταία φορά τη σύντροφο της ζωής του αποφάσισε ότι είχε ένα ρόλο πλέον, να μεγαλώσει σωστά τα παιδιά του και να βάλει σε 2η μοίρα την προπονητική του καριέρα. Παράτησε την προπονητική καριέρα και έμεινε σε ένα μικρό χωριό λίγων κατοίκων στα βορειοδυτικά της Ιταλίας, με το ποδόσφαιρο να γίνεται πάλι και χόμπι, καθώς ο Μορένο προπονούσε τα πιτσιρίκια της τοπικής ομάδας. Ο Τοριτσέλι είχε ήδη χάσει τον κολλητό του από τα χρόνια της Γιούβε, τον Αντρέα Φορτουνάτο που έφυγε από τη ζωή μόλις στα 23 του χτυπημένος από μία σπάνια μορφή λευχαιμίας, το 1995. Στις δύσκολες στιγμές βρέθηκε πολύ κοντά του ο Τζιανλούκα Βιάλι, τον βοήθησε πολύ, τον στήριξε ψυχολογικά.


Το 2014 φοράει τη φανέλα της Γιούβε και πάλι σε ένα φιλανθρωπικό φιλικό.

Ακόμα και σήμερα συχνά καλείται να κάνει δηλώσεις, να σχολιάσει για τη Γιουβέντους ή και τη Φιορεντίνα (όπως στον θάνατο του Αστόρι), ο κόσμος τον θυμάται και τον αγαπάει. Αυτός, σαν ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στο καθήκον του έβαλε πάνω από όλα την οικογένεια. Δεν τον έχουν πάρει τα χρόνια, αλλά είναι πλέον δύσκολο να κάνει μια σπουδαία καριέρα ως προπονητής. Θα μείνει πάντα όμως η φιγούρα του χαραγμένη στις αναμνήσεις όσων έζησαν τη δεκαετία του 1990, εκείνη η δύναμη στα δεξιά (ή και στα αριστερά ή και όπου αλλού χρειαζόταν).

Αν ο Ντιέγκο Σιμεόνε σου πει ότι σε συγχώρεσε, μην τον πιστέψεις

  [8 Σχόλια]

Ήταν ένα σημαντικό παιχνίδι στο Σαν Μαμές στις 8 Δεκεμβρίου του 1996. Η τοπική Αθλέτικ και η Ατλέτικο Μαδρίτης, σε ένα κακό αγωνιστικό χώρο έδιναν μάχη σε ένα πρωτάθλημα που κατέληξαν κι οι δύο να κερδίζουν την έξοδό τους στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Μόλις στο 5ο λεπτό, η μπάλα φεύγει προς το πλάγιο. Ο Ντιέγκο Σιμεόνε την καλύπτει. Πίσω του έρχεται το μεγάλο ταλέντο της Μπιλμπάο. Το καμάρι των Βάσκων, το ομορφόπαιδο που στα 22 του ήδη είχε τέσσερις γεμάτες χρονιές με το πλούσιο μαλλί, το γλυκό πρόσωπο και την σπουδαία τεχνική. Ο Ζουλιέν Γκερέρο.

Ο Βάσκος κάνει ένα τάκλιν, περισσότερο για την τιμή των όπλων, για να δυσκολέψει τον Αργεντίνο χαφ. Ο Σιμεόνε, πανέξυπνος, έχει ήδη καταλάβει σαν να έχει μάτια στην πλάτη την κίνηση του αντιπάλου του. Κανονικά, ο οποιοσδήποτε παίκτης αφήνει απλά την μπάλα να βγει έξω. Ο Σιμεόνε όμως θέλει από το 5′ να δείξει ποιος είναι το αφεντικό στο ματς. Πατάει πάνω στο πόδι του αντιπάλου, χωρίς καμία αμφιβολία αν έχει πρόθεση και στη συνέχεια σηκώνει και το χέρι για να δείξει ότι το πλάγιο είναι δικό του. Οι ζωντανές εικόνες της τηλεόρασης φέρνουν το αιματοβαμμένο πόδι του Γκερέρο στα σπίτια όλης της Ισπανίας που σοκάρεται. Ο Γκερέρο δηλώνει ότι το χτύπημα έγινε επίτηδες και λέει ότι δεν θέλει να μιλήσει «για αυτό το άτομο». Ο Σιμεόνε βγαίνει στην αντεπίθεση με δικές του δηλώσεις:

«Αυτός που πονάει είμαι εγώ. Εκμεταλλεύτηκαν αυτή την κατάσταση για να πουν βλακείες. Μόνο εγώ γνωρίζω αν είχα πρόθεση να τραυματίσω τον Ζουλιέν Γκερέρο. Αυτός έπεσε στο έδαφος χωρίς πρόθεση να πάει στην μπάλα, προσπάθησα να τον αποφύγω και είχα την ατυχία να τον βρω στο πόδι»

Το δράμα του πόνου και της ατυχίας δεν φαίνεται να συγκινεί την ισπανική λίγκα πάντως, καθώς τιμωρεί τον Αργεντίνο με τρεις αγωνιστικές και πρόστιμο 100.000 πεσέτες. Είναι ένα από τα χτυπήματα που μένουν αξέχαστα στο ισπανικό ποδόσφαιρο. Ο πρόεδρος της Αθλέτικ αποκαλεί τον Σιμεόνε «δημόσιο κίνδυνο», αλλά ο Χεσούς Χιλ στηρίζει τον παίκτη του λέγοντας ότι όλα αυτά γίνονται επειδή χτύπησε το χρυσό αγόρι του Μπιλμπάο που κανείς δεν πρέπει να το αγγίζει και θυμάται τα δύο πέναλτι που δεν έδωσε ο διαιτητής στην Ατλέτικο στο ματς.

Τρεις μήνες αργότερα, η Μπαρσελόνα υποδέχεται την Ατλέτικο Μαδρίτης για έναν αγώνα του Κόπα ντελ Ρέι. Είναι 26 Φεβρουαρίου του 1997 και ο τσολιάς που ακούει στο όνομα Φερνάντο Κόουτο  πηδάει στον αέρα σε μία διεκδίκηση με τον Τσόλο Σιμεόνε. Ο Πορτογάλος βγαλμένος από ταινίες πολεμικών τεχνών μπορεί να μη το κατέχει το τόπι, αλλά δείχνει σπάνια προσόντα του ταλέντου του πατώντας στον αέρα τον μηρό του Αργεντίνου. Ο Σιμεόνε πέφτει κάτω και χρειάζεται να κάνει ράμματα στο ματωμένο του πόδι. Το δράμα του συγκινεί λιγότερο από αυτό του Ζουλιέν Γκερέρο, πολλοί χαμογελούν με ικανοποίηση (ειδικά στη χώρα των Βάσκων) καθώς είναι μια ποδοσφαιρική θεία δίκη. Το αίμα στο πόδι του Αργεντίνου δεν προκαλεί τέτοια έκρηξη, ο Κόουτο απλά παίρνει μια κίτρινη από τον διαιτητή Μεχούτο Γκονθάλεθ.

Ο Σιμεόνε το παίζει κουλ. Λέει ότι δεν θέλει η Ατλέτικο να ζητήσει τη δίωξη του παίκτη. «Πρέπει να δώσουμε το παράδειγμα, αν και την προηγούμενη φορά την πληρώσαμε. Αυτό πρέπει να γίνει ένα μάθημα σε όλους, ώστε να καταλάβουν ότι τα πράγματα πρέπει να μένουν μέσα στο γήπεδο. Όλα τελειώνουν με τον διαιτητή να βλέπει κάτι ή να μην το βλέπει». Σαν να βλέπεις τον Τζον Πέσι να λέει πως ό,τι γίνεται στο Βέγκας, μένει στο Βέγκας.

Αυτό που δεν καταλαβαίνει ο κόσμος βέβαια είναι ότι ο Σιμεόνε δεν το βλέπει… χριστιανικά. Τα «πράγματα που πρέπει να μένουν στο γήπεδο» δεν σημαίνουν συγχώρεση, «ασ’το να πάει στο διάολο» ή κάτι τέτοιο. Ή έστω, aς πούμε ότι αν ο Σιμεόνε είναι αρκετά θρήσκος, μάλλον προτιμά την Παλαιά Διαθήκη κι όχι την Καινή. Κι ο Αργεντίνος το απέδειξε αρκετούς μήνες αργότερα. Το καλοκαίρι του 1997 μετακομίζει στην Ιταλία και την Ίντερ. Έναν χρόνο αργότερα, ο Φερνάντο Κόουτο σε μια ακόμα σπουδαία (και κομματάκι ανεξήγητη γιατί προσωπικά δεν τον θεωρούσα ιδιαίτερα καλό παίκτη) μεταγραφή του πηγαίνει στην φοβερή Λάτσιο του Σβεν Γκόραν Έρικσον.

Τότε που δεν χορταίναμε να βλέπουμε Σέριε Α

Στις 18 Οκτωβρίου του 1998 η Ίντερ του Ζαμοράνο υποδέχεται την Λάτσιο του Σάλας σε έναν χιλιανό εμφύλιο. Είναι μια χρονιά μετριότητας για την Ίντερ που θα καταλήξει στην 8η θέση, σε αντίθεση με την απίστευτη Λάτσιο, με παιχταράδες όπως Μιχαΐλοβιτς, Σέρζιο Κονσεϊσάο, Αλμέιδα και Νέντβεντ, που θα βγει 2η, μόλις έναν βαθμό πίσω από την πρωταθλήτρια Μίλαν. Εκείνο το ματς είναι ένα σόου της Λάτσιο που ανοίγει το σκορ στο πρώτο λεπτό με τον Σάλας. Ο Σάλας αποχωρεί στο 14′ τραυματίας, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τους λατσιάλι να κάνουν το 1-3 στο 40′. Ο Σιμεόνε δεν νοιάζεται γι’ αυτό. Περιμένει τη στιγμή του.

Αυτή έρχεται στο 45′. Μια εναέρια μονομαχία του με τον Κόουτο, όπως αυτή του 1997. Ο Αργεντινός πάει με δύναμη και δίνει μια γερή στο πρόσωπο του Πορτογάλου. Δεν αρκεί. Γυρίζει στον πεσμένο Κόουτο και τον πατάει μεγαλοπρεπώς. Κατόπιν, κάνει ότι πάει να δει πώς είναι και να του δώσει το χέρι. Ο διαιτητής φυσικά δεν συγκινείται και τον αποβάλλει. Η Ίντερ μένει με 10 παίκτες, το σκορ φτάνει στο 2ο ημίχρονο στο 1-5 και τελικά οι γηπεδούχοι εκμεταλλεύονται το χαλάρωμα της Λάτσιο και μειώνουν σε ένα πιο τιμητικό 3-5 με τον Βέντολα. Η εκδίκηση γίνεται πραγματικότητα, ο Σιμεόνε σαν… κύριος αποχωρεί, πιστός στη φιλοσοφία ότι όλα μένουν στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.

Ο Αργεντίνος μετά το χτύπημα στον Γκερέρο έφυγε για τα γήπεδα της Ιταλίας χωρίς να επισκεφτεί ξανά το Σαν Μαμές. Γύρισε όμως το 2013 ως προπονητής πλέον της Ατλέτικο. Οι Βάσκοι παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια δεν το ξέχασαν. Τον στόλιζαν σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, με τον Τσόλο να χαμογελάει και να ανοίγει διάλογο (από το 1.35 και μετά στο παραπάνω βίντεο) με αρκετούς εξ αυτών. Πιστός στο «όλα μένουν στο χορτάρι», ο Σιμεόνε δεν αντέδρασε στα «ίχο ντε πούτα» που άκουγε εν χορώ από ανθρώπους μόλις λίγα μέτρα πιο πίσω του. Πιθανότατα γιατί ξέρει ότι τα περισσότερα του αξίζουν και δεν μετανιώνει για τα όσα άθλια έκανε ως παίκτης.

Ο οπαδός που σκότωσε το ίνδαλμα του

  [7 Σχόλια]

Τον αποκάλεσαν «Τζόρτζ Μπεστ της Ιταλίας». Ήταν χαρισματικός, ζόρικος, αντισυμβατικός. Μπορούσε να ντριπλάρει τους καλύτερους αμυντικούς με την ίδια ευκολία που προκαλούσε τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής με τον τρόπο ζωής του. Σε μια περίοδο που στην Ιταλία κυριαρχούσε η ποδοσφαιρική πειθαρχία του Ελένιο Ερέρα ο Λουίτζι Μερόνι ήταν η διέξοδος όλων όσων επιζητούσαν κάτι διαφορετικό, κάτι πιο καλλιτεχνικό, αυθόρμητο και γεμάτο φαντασία. Όπως έγραψε κάποτε και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζιάνι Μπρέρα: «Ήταν το σύμβολο μιας κοινωνικής ελευθερίας σε μια χώρα γεμάτη επιτήδειους κομφορμιστές».

Ο «Τζίτζι» Μερόνι ξεκίνησε την καριέρα του από το Κόμο αλλά έκανε το όνομα του στη Τζένοα στις αρχές της δεκαετίας του 60′. Το ταλέντο του ξεχώριζε εύκολα και μετά από μόλις δυο σεζόν η Τορίνο έσπασε το ρεκόρ μεταγραφής για νεαρό παίκτη, δίνοντας γι’αυτόν 300 εκατομμύρια λιρέτες. Το ποσό ήταν τόσο μεγάλο που ο πρόεδρος της Τζένοα δεν μπορούσε να αρνηθεί αλλά ακόμα κι έτσι οι διαμαρτυρίες ήταν έντονες. Ο κόσμος της ομάδας λάτρευε το ‘7αρι’ του και θεώρησε προδοσία την αποδοχή της πρότασης. Παρόμοιες ενστάσεις είχε και ο προπονητής του, ο Αργεντινός Μπέντζαμιν Σάντος, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε διακοπές στην Ισπανία. Ο μύθος λέει ότι όταν έμαθε πως ο παίκτης του πουλήθηκε, μπήκε στο αμάξι του αποφασισμένος να γυρίσει επειγόντως στη Γένοβα για να παραιτηθεί αλλά εξαιτίας της νευρικότητας του, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και έπεσε πάνω σ’ένα δέντρο. Μέσα σε λίγες μέρες η Τζένοα έχασε και το μεγάλο της αστέρι και τον προπονητή της!

Στο Τορίνο η καριέρα και η φήμη του Μερόνι απογειώθηκαν. Οι κούρσες του στη δεξιά πλευρά ήταν κάτι σαν ατραξιόν όλου του πρωταθλήματος. Όταν έπαιρνε τη μπάλα οι θεατές ξεσηκωνόταν, ξέροντας ότι πιθανόν θα ακολουθήσει κάτι εντυπωσιακό. Αν και λόγω του στυλ του μάζευε τις κλωτσιές με το τσουβάλι, αρνιόταν να εκτελέσει τα κερδισμένα πέναλτι, αφού θεωρούσε πως ήταν ξενέρωτα και χωρίς καμία ομορφιά. Με θέση, νούμερο και στυλ ίδια με του Τζόρτζ Μπεστ οι συγκρίσεις δεν άργησαν να γίνουν. Οι ομοιότητες τους δεν σταματούσαν εντός των τεσσάρων γραμμών.

Ο τρόπος ζωής του Μερόνι σκανδάλιζε αρκετούς, ακόμα και εκτός ποδοσφαίρου. Το γεγονός ότι έμενε σε μια σοφίτα με την ερωμένη του, Κριστιάνα, η οποία όμως ήταν ακόμα παντρεμένη με έναν σκηνοθέτη (σύμφωνα με τα γκόσιπ της εποχής ο γάμος έγινε μετά από πιέσεις των γονιών της), ήταν για καιρό το αγαπημένο σκάνδαλο των ΜΜΕ της Ιταλίας ενώ αποτέλεσε και πρόβλημα μετά το θάνατο του, αφού η εκκλησία τον θεωρούσε «αμαρτωλό». Η άρνηση του στην προτροπή του ομοσπονδιακού τεχνικού Εντμόντο Φάμπρι να κόψει πιο κοντά τα μαλλιά του τον άφησε εκτός εθνικής για αρκετό καιρό αλλά οι εμφανίσεις του στο πρωτάθλημα ήταν τόσο εντυπωσιακές που ο Φάμπρι συμβιβάστηκε και τον πήρε τελικά μαζί του στο Μουντιάλ του 1966. Εκεί καταδέχτηκε να τον χρησιμοποιήσει μόνο στο ματς με τη Σοβιετική Ένωση, με αποτέλεσμα η Ιταλία να αποκλειστεί από τη Β. Κορέα, σε μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις όλων των εποχών που φυσικά οδήγησε και στην απόλυση του.

Όσα στερήθηκε η εθνική εν τη απουσία του τα γευόταν ο κόσμος της Τορίνο. Κάθε Κυριακή ο Μερόνι, με τα περίεργα μούσια του (όταν ξυρίστηκε έγινε ολόκληρο θέμα στις εφημερίδες) και τις κάλτσες πάντα κατεβασμένες χαμηλά, έδινε μια διαφορετική παράσταση στον αγωνιστικό χώρο και η λατρεία των φιλάθλων άγγιζε τα επίπεδα λατρείας που εισέπρατταν οι ροκ σταρς. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το μαλλί του ήταν επηρεασμένο από τους αγαπημένους του Beatles. Tα περισσότερα μουσικά ακούσματα του πάντως προερχόταν από τη τζαζ, ένα είδος που αγαπούσε ιδιαίτερα γιατί το θεωρούσε διαφορετικό και απελευθερωτικό. («Τζαζ σημαίνει ελευθερία. Αληθινή ελευθερία. Ελευθερία να εκφραστείς. Ελευθερία να εξερευνήσεις. Ελευθερία να βγάλεις τα εσώψυχα σου» όπως έχει πει και ο σπουδαίος Χέρμπι Χάνκοκ.) Εκτός από τη μουσική είχε αδυναμία στη λογοτεχνία, την ποίηση, τα περίεργα ρούχα και τη ζωγραφική, την οποία μάλιστα εξασκούσε τόσο συχνά που την αποκαλούσε «η κανονική μου δουλειά».

«What’s that?»
«I don’t know»
«When you don’t know what it is, it’s jazz!»
(The Legend of 1900)

Ανάμεσα στους χιλιάδες θαυμαστές του ήταν και ο Τζιάνι Ανιέλι, που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει από την εποχή που αγωνιζόταν στη Τζένοα. Η δεύτερη προσπάθεια του έγινε το καλοκαίρι του 1967. Ο Μερόνι είχε ήδη κλείσει τρία χρόνια στην πόλη και είχε πείσει τους πάντες για την αξία του. Σε μια από τις πιο γνωστές παραστάσεις του είχε οδηγήσει την Τορίνο με ένα υπέροχο γκολ, σε ένα σπουδαίο διπλό μέσα στο Σαν Σίρο επί της παντοδύναμης τότε Ίντερ, που είχε να χάσει εντός έδρας τρία ολόκληρα χρόνια! «Λένε ότι είμαι λίγο τρελός. Γι’αυτό υποθέτω πετυχαίνω και τέτοια γκολ. Κάνω τρελά πράγματα για να προκαλέσω τους αντιπάλους μου και να ξεσηκώσω το κοινό» δήλωσε μετά από εκείνο το ματς.

Το περιεχόμενο της πρότασης της Γιουβέντους δεν έγινε ποτέ επίσημα γνωστό. Οι δημοσιογράφοι μιλούσαν όμως για ένα ποσό που ξεπερνούσε τα 750 εκατομμύρια! Ο Ανιέλι στηριζόταν στο γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση της Τορίνο δεν ήταν καθόλου καλή. Οι αντιδράσεις όμως ήταν άμεσες και πολλές. Με το που ακούστηκε η πρώτη φήμη, οι οπαδοί της Τορίνο βγήκαν στους δρόμους ενώ τα τηλέφωνα στα γραφεία του συλλόγου δεν σταμάτησαν να χτυπάνε. Το μήνυμα τους ήταν απλό: «Μην τολμήσετε να δώσετε τον Μερόνι στη Γιουβέντους». Η κατάσταση είχε ξεφύγει τόσο που αρκετοί οπαδοί της Τορίνο που εργαζόταν στη FIAT του Ανιέλι, απείλησαν τους εργοδότες τους ότι θα κατέβαιναν σε απεργία αν προχωρούσε η μεταγραφή. Υπό την πίεση του κόσμου, οι δυο ομάδες έκαναν πίσω κι έτσι η νέα σεζόν ξεκίνησε με τον Μερόνι να φοράει ξανά τη φανέλα της Τορίνο. Όπως αποδείχτηκε αυτή θα ήταν και η τελευταία του.

Στις 15 Οκτωβρίου 1967 και λίγη ώρα μετά το τέλος του αγώνα με τη Σαμπντόρια, ο Τζίτζι Μερόνι δέχτηκε την πρόσκληση του συμπαίκτη του Φαμπρίτσιο Πολέτι να πάνε για ένα ποτό. Διασχίζοντας έναν κεντρικό δρόμο του Τορίνο στάθηκαν για λίγο στη μέση, περιμένοντας ένα κενό που θα τους επέτρεπε να περάσουν. Όταν ένα αμάξι από την απέναντι λωρίδα πέρασε ξυστά από τα πόδια τους, έκαναν ασυναίσθητα ένα βήμα προς τα πίσω για να το αποφύγουν. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή όμως από την αντίθετη πλευρά ερχόταν ένα 124 Fiat Coupe. Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά που ο οδηγός του δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η πρόσκρουση με το σώμα του Μερόνι δεν ήταν πολύ δυνατή αλλά ήταν αρκετή για να τον πετάξει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Εκεί τον πέτυχε ένα ακόμα διερχόμενο όχημα, που τον έσυρε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά. Λίγη ώρα αργότερα στο νοσοκομείο ανακοινώθηκε ο θάνατος του. Ήταν 24 χρονών.

Όλη η χώρα έπεσε σε πένθος. Η τραγωδία χτυπούσε την ομάδα για δεύτερη φορά, αφού δεν είχαν περάσει ούτε δυο δεκαετίες από τη μέρα που το αεροπλάνο που μετέφερε την «Μεγάλη Τορίνο» συνετρίβη στο λόφο Σουπέργκα. (Μια ακόμα τραγική ειρωνεία: Ο πιλότος του αεροπλάνου λεγόταν Πιερλουίτζι Μερόνι!). Στην κηδεία του παρευρέθηκαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσα τους και αρκετοί οπαδοί της Γιουβέντους. Ο πρόωρος χαμός του συγκλόνισε τόσο τον κόσμο, που λίγους μήνες μετά ένας οπαδός της Τορίνο πήγε στο νεκροταφείο και ξέθαψε το πτώμα του. Όταν συνελήφθη από την αστυνομία, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Μερόνι σκοτώθηκε και ήθελε να το δει με τα μάτια του.

Η ζωή και ο τραγικός θάνατος του Τζίτζι Μερόνι έγιναν αργότερα ποίημα, βιβλίο, θεατρικό έργο, θέμα έκθεσης ζωγραφικής και πρόσφατα και ταινία ενώ στο μνημείο που στήθηκε δίπλα στο σημείο του δυστυχήματος περαστικοί οπαδοί της Τορίνο αφήνουν συχνά λουλούδια.

Ο Ατίλιο Ρομέρο ήταν μόλις 19 χρονών, όταν το Fiat του χτύπησε έναν πεζό που προσπαθούσε να περάσει το δρόμο. Το πρώτο σοκ ήταν μεγάλο αλλά δεν συγκρίνεται με αυτό που βίωσε λίγα λεπτά αργότερα όταν ακινητοποίησε το αμάξι του, έτρεξε να δει σε τι κατάσταση ήταν ο άνθρωπος που μόλις είχε χτυπήσει και συνειδητοποίησε ποιος ήταν. Ο Ρομέρο δεν ήταν απλά φανατικός οπαδός της Τορίνο, που όπως και ο Μερόνι έφευγε από το γήπεδο στο οποίο η ομάδα του μόλις είχε κερδίσει τη Σαμπντόρια. Ήταν και μεγάλος θαυμαστής του δεξιού εξτρέμ της ‘Γκρανάτα’. Λίγους μήνες πριν συμμετείχε στις διαμαρτυρίες για την φημολογούμενη πώληση του, το σπίτι του ήταν μερικά μέτρα μακριά από το σπίτι του Μερόνι, το δωμάτιο του ήταν γεμάτο αφίσες του, το ντύσιμο και το μαλλί του ήταν επηρεασμένα από αυτά του ήρωα του ενώ η λατρεία του ήταν τέτοια που ακόμα και στο αμάξι του υπήρχε μια εικόνα του Ιταλού παίκτη!

«Στην αρχή βίωσα τα πάντα λες και έχουν συμβεί σε κάποιον άλλον. Έβλεπα τη φωτογραφία μου στα πρωτοσέλιδα αλλά ήταν πολύ μεγάλη η τραγωδία για να αποδεχτώ ότι σχετιζόμουν κι εγώ. Με τον καιρό όμως, ο πόνος ήρθε και δυνάμωνε συνεχώς. Έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον 10 χρόνια για να σταματήσω να έχω συνέχεια εφιάλτες. Σήμερα μετά από τόσα χρόνια υποφέρω ακόμα από μια ατέλειωτη μελαγχολία. Άλλωστε μένω ακόμα στο ίδιο σπίτι, 200 μέτρα από το σημείο της τραγωδίας. Σχεδόν κάθε μέρα περνάω από το μνημείο που μου υπενθυμίζει τι συνέβη εκεί. Ένα κόκκινο φανάρι να με είχε πιάσει και όλα θα ήταν διαφορετικά. H αίσθηση της ενοχής νομίζω ότι θα με συντροφεύει μέχρι το τέλος της ζωής μου.» Ο Ρομέρο πήγε μόνος του στο αστυνομικό τμήμα εκείνο το βράδυ αλλά απαλλάχθηκε απ’όλες τις κατηγορίες αφού θεωρήθηκε ότι δεν ήταν δικό του το λάθος.

Οι απίστευτες συμπτώσεις όμως δεν σταμάτησαν σ’εκείνη τη μοιραία συνάντηση του ινδάλματος με τον θαυμαστή του. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2000, ο Ατίλιο Ρομέρο έγινε πρόεδρος της Τορίνο! «Η ζωή μου ήταν πάντα συνυφασμένη με την ιστορία της Τορίνο και στις καλές και στις κακές στιγμές» δήλωσε κάποια στιγμή. Κάποιοι οπαδοί δεν τον συγχώρεσαν ποτέ ενώ έφτασαν να σηκώσουν ακόμα και πανό «Ρομέρο, δολοφόνε». Όπως αποκάλυψε πρόσφατα, έκανε καιρό να βρει το κουράγιο να επιστρέψει στο γήπεδο. Έτσι, το ιστορικό ματς με τη Γιουβέντους το φθινόπωρο του 1967 το άκουσε από το ράδιο.

Το παιχνίδι διεξήχθη λίγες μόλις μέρες μετά την κηδεία. Ο Γαλλοαργεντινός επιθετικός Νέστορ Κομπέν ήταν o αποδέκτης των περισσότερων ασίστ του Μερόνι και ο καλύτερος φίλος του εκτός γηπέδου, ο άνθρωπος με τον οποίο περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του, όταν δεν ζωγράφιζε ή δεν ήταν με την Κριστιάνα. Συνήθως έπιναν μπύρες και έπαιζαν μπιλιάρδο μετά τα παιχνίδια, παρέα με απλούς οπαδούς της Τορίνο. Το μοιραίο βράδυ ήταν να πάει μαζί του για ποτό αλλά τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη γιατί ένιωθε κουρασμένος από το παιχνίδι που είχε προηγηθεί. Λίγη ώρα μετά, τον ενημέρωσαν πως ο φίλος του ήταν νεκρός.

Ο Κομπέν κατέρρευσε. Ανέβασε πυρετό, το στομάχι του έγινε κόμπος και για αρκετές μέρες δεν έτρωγε τίποτα και δεν κοιμόταν καθόλου. Όταν έμαθε ότι το ντέρμπι με τη Γιουβέντους θα διεξαχθεί κανονικά αρνήθηκε να λάβει μέρος. Λίγο πριν τη σέντρα όμως άλλαξε γνώμη. Αν και φανερά επηρεασμένος από την ασθένεια του και τις μέρες που πέρασε κλινήρης, έκανε το ματς της ζωής του, σκοράροντας 3 φορές μέχρι το 60′! Ο θρίαμβος της Τορίνο ολοκληρώθηκε εξίσου συμβολικά στο 67ο λεπτό, όταν ο νεαρός Αλμπέρτο Καρέλι πέτυχε το τελικό 0-4, φορώντας τη φανέλα του Μερόνι με το νούμερο 7. Εκείνο ήταν το πρώτο γκολ του Καρέλι με τη φανέλα της Τορίνο. Οι πιο ρομαντικοί οπαδοί της πιστεύουν ότι το γκολ το έβαλε η φανέλα και όχι ο παίκτης.

Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει από τότε και η Τορίνο δεν έχει κερδίσει ξανά την μεγάλη αντίπαλο της με τόσο ευρύ σκορ. Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει και η Τορίνο δεν έχει βρει ξανά ένα ταλέντο σαν αυτό του Τζίτζι Μερόνι, του παίκτη που μπορούσε να ντριπλάρει τους πάντες. Εκτός από εκείνο το καταραμένο Fiat που οδηγούσε ένας από τους μεγαλύτερους θαυμαστές του.

Το παιχνίδι της ζωής του Αγκοστίνο ντι Μπαρτολομέι

  [2 Σχόλια]

Η Ρώμη είναι μια από τις πόλεις που δεν αρκεί να επισκεφτείς μία φορά. Σχεδόν όλη η Ιταλία έχει τη γοητεία της, ειδικά όσο κατεβαίνεις πιο χαμηλά, αλλά η Ρώμη είναι ξεχωριστή. Μπορείς να ψηλαφίσεις την ιστορία της περπατώντας σε αυτή. Να νιώσεις τη διαφορετική της ατμόσφαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κάτοικοί της δυσκολεύονται να φύγουν, να την αφήσουν. Και οι αθλητές της, οι ποδοσφαιριστές της που βγήκαν από τους δρόμους της πόλης και έφτασαν να αγωνίζονται στις ομάδες της, γίνονται συχνά πιστοί στρατιώτες της. Πολύ πριν τον Ντανιέλε ντε Ρόσι και τον Φραντσέσκο Τότι, η αιώνια πόλη είχε βγάλει έναν ακόμα μεγάλο αρχηγό. Ο Αγκοστίνο ντι Μπαρτολομέι γεννήθηκε στη Ρώμη και συνδύασε την καριέρα του, αλλά κι ολόκληρη τη ζωή του με τις στιγμές που έζησε εκεί.

Το ταλέντο του φάνηκε από πιτσιρικάς. Παρ’ ότι οι άνθρωποι της Μίλαν τον πλησίασαν, αυτός προτίμησε να παραμείνει στην αγαπημένη του Ρώμη και να προσπαθήσει να βρει μια θέση στη Ρόμα. Κι ας τερμάτιζε στο κάτω μισό του πρωταθλήματος. Είπαμε, η αιώνια πόλη δεν εγκαταλείπεται εύκολα. Ο Ελένιο Ερέρα ήταν αυτός που τον είδε πρώτη φορά. O Ισπανο-Αργεντινο-Γάλλος κόουτς είχε το χειρότερο ποσοστό νικών μέχρι τότε στην καριέρα του στη Ρόμα, ένα πενιχρό 29%, αλλά αν άφησε κάτι πίσω του ήταν η επιλογή αυτού του πιτσιρικά. Από τα 14 του ο ντι Μπαρτολομέι υπηρέτησε τους τζιαλορόσι, ένα από τα σπουδαιότερα ταλέντα που έβγαλε ποτέ η ομάδα της Ρόμα. Τρία περίπου χρόνια αργότερα έκανε το ντεμπούτο του με τη φανέλα της πρώτης ομάδας και εκτός από μία σεζόν που πήγε δανεικός, πέρασε δώδεκα χρόνια στη Ρώμη.

Ο ντι Μπαρτολομέι ήταν πολυσύνθετος παίκτης, πιο κοντά στην τυπική θέση του «ρετζίστα», ένας πλέι μέικερ πίσω από το κέντρο, μπροστά από την άμυνα. Αυτός που ξεκινούσε από πίσω την επίθεση, το μυαλό της ομάδας. Χωρίς να έχει τρομερά φυσικά προσόντα, είχε πολύ καλή τεχνική και πάσα και όπως συχνά συμβαίνει στους σπουδαίους παίκτες που δεν είναι γρήγοροι, ήταν έξυπνος και έβλεπε γήπεδο. Ήξερε πού έπρεπε να κινηθεί και πού να πασάρει. Ο Αγκοστίνο γρήγορα έγινε από τους αγαπημένους παίκτες της εξέδρας. Και μπορεί όταν πρωτοπήγε στη Ρόμα η ομάδα να ήταν σε κάκιστη κατάσταση, αλλά στη συνέχεια συνέπεσε με ορισμένα άλλα ιερά τέρατα του συλλόγου.

Η Ρόμα επιστρέφει στους τίτλους με κατακτήσεις κυπέλλων, αλλά το πρωτάθλημα λείπει εδώ και 40 χρόνια. Με την επιστροφή του Σουηδού προπονητή Νιλς Λίντχολμ από τη Μίλαν, η Ρόμα με παίκτες όπως ο ντι Μπαρτολομέι, ο Κόντι, ο Φαλκάο κι ο ιστορικός τερματοφύλακας Φράνκο Τανκρέντι κατακτά το πρωτάθλημα του 1983 μπροστά από τη Γιουβέντους του Πλατινί. Η Ρώμη πανηγυρίζει (εκτός φυσικά από την πλευρά των Λατσιάλι) κι ο αρχηγός πλέον ντι Μπαρτολομέι περνάει στο πάνθεον της Curva Sud που τραγουδάει ρυθμικά το όνομά του, καθώς η προσφορά του είναι τεράσια. Η Ρόμα όμως δεν είναι καλή μόνο για την Ιταλία. Έχει μεγαλύτερους στόχους. Δίνει ξανά τη μάχη του τίτλου την επόμενη σεζόν, αλλά η έλλειψη ενός σπουδαίου γκολτζή της στοιχίζει σε κάποια ματς και χάνει στο νήμα το repeat από τη Γιούβε. Στην Ευρώπη όμως τα πράγματα είναι αλλιώς. Αποκλείει κατά σειρά Γκέτεμποργκ, ΤΣΣΚΑ Σόφιας, Διναμό Βερολίνου και τέλος την Νταντί. Φτάνει σε έναν τελικό Πρωταθλητριών και μάλιστα μέσα στο σπίτι της. Το Ολίμπικο. Ο πόθος, η θέληση για το τρόπαιο, ο πυρετός δεν έχουν προηγούμενο. Από τις 25 Απριλίου που η Ρόμα παίρνει την πρόκριση για τον τελικό, μέχρι τις 30 Μαΐου του 1983 όλοι οι οπαδοί κοιμούνται και ξυπνούν γι’ αυτό το παιχνίδι. Είναι το μεγαλύτερο παιχνίδι της ιστορίας του συλλόγου.

Το διαφορετικό τότε Ολίμπικο, γυμνό, χωρίς στέγαστρο και μια απίστευτη ατμόσφαιρα

Το στάδιο ασφυκτικά γεμάτο, ντυμένο στα κόκκινα-κίτρινα και κόκκινα-άσπρα. Οι Άγγλοι σαφώς λιγότεροι. Άλλωστε οι πονηροί Ρωμαίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπουν στο γήπεδο. Δυο καλές ομάδες. Μια πιο βαριά φανέλα και μια πιο διψασμένη ομάδα που έπαιζε στο σπίτι της (έχοντας και την απουσία του Κάρλο Αντσελότι). Μιλώντας για φανέλες, η Ρόμα κληρώνεται να παίξει με τη λευκή. Οι προληπτικοί δεν ενθουσιάζονται και λίγο αργότερα δικαιώνονται. Ο Τανκρέντι κάνει μια έξοδο, διεκδικεί την μπάλα από τον Γουίλαν σε κάτι που σήμερα θα δινόταν σίγουρα φάουλ, αλλά σε εκείνο το ματς όχι. Η μπάλα χάνεται, αλλά το διώξιμο του αμυντικού στέλνει την μπάλα στο κεφάλι του πεσμένου τερματοφύλακα και στη συνέχεια στα πόδια του Φιλ Νιλ που σκοράρει μόλις στο 15′. Άδικο και τυχερό γκολ. Σχεδόν τριάντα λεπτά αργότερα ο Προύτσο με μια εξαιρετική κεφαλιά φέρνει το ματς στα ίσια.

Ο αρχηγός Αγκοστίνο με τον Σούνες λίγο πριν τον τελικό

Ο ντι Μπαρτολομέι κάνει ένα πολύ καλό ματς, αν κι η Ρόμα δεν ρισκάρει. Σοβαρός όπως πάντα, κατά πολλούς είναι ο καλύτερος από τους 26 που πάτησαν το χορτάρι εκείνο το βράδυ. Οι πάσες του μακρινές και κοντινές, πάντα με ακρίβεια. Οι δυο ομάδες χάνουν κάποιες φάσεις μετά το 1-1, αλλά Τανκρέντι και Γκρόμπελαρ δεν δέχονται γκολ. Κανείς δεν βγαίνει μπροστά. Ο ένας περιμένει το λάθος του άλλου. Μετά από 120′ αγώνα το παιχνίδι οδηγείται στα πέναλτι. Ο ντι Μπαρτολομέι είναι ανάμεσα στους εκτελεστές. Πριν περίπου ένα μήνα έχει σκοράρει το κρίσιμο πέναλτι με τη Νταντί, γράφοντας το 3-0 και ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου ματς. Οι Σκωτσέζοι υποστηρίζουν ότι οι Ιταλοί είχαν δωροδοκήσει τον Μισέλ Βοτρό, τον Γάλλο διαιτητή. Ο Στιβ Νίκολ αστοχεί στο πρώτο πέναλτι της διαδικασίας. Ο αρχηγός, σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «το παιχνίδι της ζωής του», παίρνει την μπάλα, σουτάρει χωρίς φόρα, σκοράρει και θεωρητικά απομακρύνει το άγχος από τους συμπαίκτες του. Στην πράξη όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η Λίβερπουλ δεν αστοχεί ξανά κι οι Ιταλοί με τον Γκρόμπελαρ να κάνει καραγκιοζιλίκια (τα διάσημα spaghetti legs) για να τους χαλάσει τη συγκέντρωση, στέλνουν δυο φορές την μπάλα και τις ψυχές των Λατσιάλι στον ουρανό της Ρώμης.

Η Λίβερπουλ κατακτά με 4-2 τον τέταρτο τίτλο της. Η Ρόμα μένει χωρίς κούπα. Η θλίψη είναι απερίγραπτη. Λέγεται ότι στα αποδυτήρια ο ντι Μπαρτολομέι τα βάζει με τον Φαλκάο, τον κατηγορεί ότι λιγοψύχησε και δεν εκτέλεσε πέναλτι. Είναι όμως έτσι κι αλλιώς το τέλος της ομάδας εκείνης. Ο Σουηδός κόουτς εγκαταλείπει τη Ρόμα ξανά και πηγαίνει στο Μιλάνο. Η Ρόμα δεν κρατάει όμως ούτε τον ντι Μπαρτολομέι. Ο ίδιος δεν θέλει να φύγει, αλλά είναι αρκετά εμφανές ότι η διοίκηση δεν τον θεωρεί πλέον σημαντικό, στην εποχή Σβεν-Γκόραν Έρικσον. Ο Έρικσον επιθυμεί πιο γρήγορη ομάδα και σε αυτή ο ντι Μπαρτολομέι δεν έχει χώρο. Ο κόσμος στενοχωριέται γιατί βλέπει μετά από 12 σεζόν τον αρχηγό να εγκαταλείπει με μάλλον άκομψο τρόπο.  Η Ρόμα κατακτά το κύπελλο απέναντι στη Βερόνα στα τέλη Ιουνίου. Ο κόσμος αποχαιρετά τον αρχηγό με το πανό: «Σου πήραν τη Ρόμα από σένα, αλλά όχι την Curva σου».

Το πανό στον 2ο τελικό Κόπα Ιτάλια του 1984 απέναντι στη Βερόνα

Λίγους μήνες αργότερα κάνει σπουδαίο παιχνίδι και σκοράρει στο 2-1 της Μίλαν απέναντι στη Ρόμα, πανηγυρίζοντας έντονα μπροστά στους οπαδούς της Μίλαν. Μια μικρή δικαίωση, αλλά και ένα χτύπημα στις ευμετάβλητες καρδιές των Ρομάνι. Στο δεύτερο γύρο η Μίλαν κερδίζει και πάλι με 0-1. Ο κόσμος δεν τον υποδέχεται με τόση αγάπη. Ούτε κι οι συμπαίκτες του. Ο ντι Μπαρτολομέι είναι όμως και πάλι νικητής και στο τέλος πρωταγωνιστής ενός επεισοδίου με τους συμπαίκτες του που οδηγεί σε μικρο-σύρραξη. Κόντι και Γκρατσιάνι σχεδόν έρχονται στα χέρια μαζί του. Ο ντι Μπαρτολομέι παίζει για τρεις σεζόν στη Μίλαν, μέχρι να έρθει ο Αρίγκο Σάκι και να φύγει, κλείνοντας την καριέρα του σε Τσεζένα και Σαλερνιτάνα. Η καριέρα του όμως δεν είναι ισάξια των ετών της Ρόμα. Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αδικημένος, καθώς δεν κλήθηκε ούτε μία φορά στην εθνική Ιταλίας, χάνοντας την ευκαιρία να κατακτήσει και ένα Μουντιάλ, σταματάει το ποδόσφαιρο με τα τρία κύπελλα και το ένα πρωτάθλημα. Εκείνο το Πρωταθλητριών όμως τον έχει στοιχειώσει. Αν και θρύλος της Ρόμα, είναι «μακριά» πλέον από τη διοίκηση και το σύλλογο.

Δυστυχώς όμως, η ζωή μετά το ποδόσφαιρο για τον «Άγκο» είναι δύσκολη. Ο ήδη «μελαγχολικός» ντι Μπαρτολομέι φαίνεται ότι δεν μπορεί χωρίς την μπάλα. Περιμένει μάταια μια ευκαιρία να κοουτσάρει, να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο. Κανείς όμως δεν τον εμπιστεύεται. Οι ακαδημίες που φτιάχνει δεν πηγαίνουν καλά. Οι δουλειές που δοκιμάζει αποτυγχάνουν και σύντομα βρίσκεται πνιγμένος στα χρέη. Ζει πια στα νότια, μακριά από τη «Ρώμη του», λίγο έξω από το Σαλέρνο, σε ένα πανέμορφο μέρος στις ακτές της Καμπανίας. Η εξωτερική ομορφιά δεν μπορεί να αγγίξει όμως την ψυχή του. Λέγεται ότι έχει δανειστεί από τους λάθος ανθρώπους, από αυτούς που θέλουν πίσω τα χρήματά τους και δεν διστάζουν να σου κάνουν κακό. Ο ντι Μπαρτολομέι νιώθει ότι «βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μία τρύπα». Έτσι ακριβώς γράφει σε ένα σημείωμα, το πρωί της 30ης Μαΐου του 1994. Δέκα χρόνια ακριβώς από το «παιχνίδι της ζωής του». Από το τέλος του ονείρου του. Η γυναίκα του ακόμα κοιμάται όταν ακούει τον πυροβολισμό. Ο ντι Μπαρτολομέι αυτοκτονεί, με μία σφαίρα στην καρδιά. Η μέρα που επιλέγει δεν μπορεί να είναι τυχαία. Για τη Ρόμα, η 30η Μαΐου είναι πια καταραμένη. Ένας χαμένος τελικός κι ένας χαμένος αρχηγός.

Η Ιταλία σοκάρεται, μόλις στα 39 του φεύγει από τη ζωή ένα από τα σπουδαιότερα ποδοσφαιρικά ταλέντα που έχει βγάλει. Κάθε πικρία από τα χρόνια της Μίλαν που ίσως υπάρχει ακόμα σε μερικούς οπαδούς της Ρόμα ξεχνιέται δια παντώς. Ο «Άγκο» έστω κι έτσι ξαναμπαίνει οριστικά κι αμετάκλητα στις καρδιές των οπαδών που τον θυμούνται συνέχεια στα πανό τους από τότε. Ο σύλλογος δίνει το όνομα του ντι Μπαρτολομέι στο γήπεδο του προπονητικού κέντρου και τον βάζει στο Hall of Fame. Πριν μερικούς μήνες, 14 χρόνια από το θάνατό του, ο γιος του μιλάει για το γεγονός. Δημοσιεύει μια φωτογραφία από ένα 38αρι Smith & Wesson, σαν αυτό του ντι Μπαρτολομέι. Ζητάει από τον κόσμο να το σκεφτεί πριν αγοράσει ένα όπλο. «Κι ο πατέρας μου το είχε αγοράσει για την ασφάλεια της οικογένειάς του» γράφει. «Πριν πείτε, ότι όποιος θέλει να αυτοκτονήσει θα βρει τρόπο να το κάνει, σας λέω ότι χρειάζεται μόνο μια στιγμή για να διασχίσουμε το κενό που νομίζουμε πως έχουμε μπροστά μας. Αν έχουμε πρόσβαση σε ένα όπλο μπορεί να κάνει τη διαφορά». Το κενό του ντι Μπαρτολομέι δημιουργήθηκε εκείνο το βράδυ της 30ης Μαΐου του 1984.

Στο Λιβόρνο υπάρχει μόνο ένας Κριστιάνο και τον λένε Λουκαρέλι

  [1 Σχόλιο]

Ο Αύγουστος γλιστρούσε στον Σεπτέμβριο όταν το τρένο άφηνε το Λιβόρνο για την μικρή επαρχία Σάντα Κρόσε της Τοσκάνης εκείνο το ζεστό πρωινό. Εκεί όπου ο 16χρόνος Κριστιάνο Λουκαρέλι θα ξεκινούσε τα πρώτα του επαγγελματικά, ποδοσφαιρικά, βήματα με την φανέλα της άσημης Κουϊοπέλι. Μακριά απ’ το σπίτι του, μακριά απ’ τους φίλους του αλλά και μακριά απ’ την σιγουριά που δίνει -τις περισσότερες φορές- σε κάθε παιδί η γενέτειρά του. Οι περισσότεροι νεαροί που θα είχαν μόλις υπογράψει κάποιο συμβόλαιο, θα ήταν χαρούμενοι και χαλαροί μπαίνοντας στο τρένο για τον προορισμό τους – όχι όμως και ο Λουκαρέλι, που είχε βυθιστεί στο κάθισμά του, ξεσπώντας σε κλάματα και δίνοντας στον εαυτό του την υπόσχεση πως κάποτε θα επέστρεφε για να αγωνιστεί για την ομάδα της πόλης και της καρδιάς του. Για την ομάδα που γι’ αυτόν -αλλά και για όλους τους κατοίκους του Λιβόρνο- είναι κάτι παραπάνω από μια ομάδα. Σε μια φράση που -όσο κι αν ακούγεται τετριμμένη- στο Λιβόρνο είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Για τους κατοίκους της πόλης -και φυσικά για τον σκληρό πυρήνα των Ultras- η Λιβόρνο δεν είναι μόνο η ποδοσφαιρική τους ομάδα, αλλά και ο «χώρος» που θα βρίσκουν πάντα, στην δική της κερκίδα, για να εκφραστούν. Για να «μιλήσουν». Για να διαμαρτυρηθούν, και φυσικά για να βρεθούν απέναντι από κάθε τι που αυτοί θεωρούν ως «κακό», ως «λάθος», ως «κάτι που αξίζει να το πολεμήσουν». Άλλωστε, πάντα έτσι ήταν στο Λιβόρνο και πάντα έτσι θα είναι. Κάτι που και ο Λουκαρέλι έμαθε από πολύ μικρός και φυσικά το έβαλε στο κεφάλι του ως ένα απ’ τα σπουδαιότερα ιδανικά της ζωής του. Ένα μάθημα ζωής για να πορευτεί μαζί του και να μάθει να μην κατεβάζει το κεφάλι μπροστά σε καμία κακουχία. Σε τίποτα.

Ο Κριστιάνο Λουκαρέλι γεννήθηκε στην περιοχή Σανγκάι, το 1975 στο Λιβόρνο. Εκεί μεγάλωσε, εκεί έμαθε να παίζει ποδόσφαιρο, στους δρόμους, εκεί έμαθε να επιβιώνει, και φυσικά εκεί γαλουχήθηκε με τα ιδανικά που πρεσβεύει το Εργατικό Κίνημα. Η γειτονιά του άλλωστε χτίστηκε κατά την περίοδο της Δικτατορίας του Μουσολίνι και αποτελούσε, από εκείνα τα χρόνια, το κεντρικό σημείο συνάντησης των Αριστερών της εποχής. Το προπύργιο της Επανάστασης. Μιλάμε για ένα «τρελό», εργατικό προάστιο -που λάτρευε και λατρεύει το ποδόσφαιρο- και έχει μέσα του βαθιά ριζωμένο τον Σοσιαλισμό. Τον Σοσιαλισμό όμως στις πράξεις – και όχι στα λόγια. Ένα Σοσιαλισμό που είναι και το κεντρικό στοιχείο της ταυτότητας της πόλης εδώ και πάρα πολλά χρόνια -ίσως κι από πάντα.

Δεν είναι τυχαίο πως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας ιδρύθηκε στο Λιβόρνο, στις 21 Ιανουαρίου του 1921, και δεν είναι επίσης τυχαίο πως ο ίδιος ο Μπενίτο Μουσολίνι για να τιμωρήσει τους κατοίκους του Λιβόρνο, που ήταν αντίθετοι με το Φασιστικό του Καθεστώς, έδωσε στο νεόκτιστο τότε γήπεδο της πόλης (το 1935) το όνομα της κόρης του, Έντα Τσιάνο. Με την πτώση του Μουσολίνι, και του Φασισμού, το γήπεδο κατάφερε να αλλάξει όνομα, φτάνοντας στις μέρες μας να είναι γνωστό ως «Στάδιο Αρμάντο Πίτσι» προς τιμήν του σπουδαίου Ιταλού λίμπερο, πρώην της Λιβόρνο και μέλους της σπουδαίας Ίντερ των 60s. H αντιφασιστική -και η αντικαπιταλιστική- δράση, εννοείται, πως κυριαρχεί ακόμα και στις μέρες μας στις εξέδρες του γηπέδου και φυσικά σε όλους τους δρόμους του Λιβόρνο. Οι φανατικοί άλλωστε της ομάδας όταν δεν φωνάζουν στο γήπεδο, φωνάζουν για κοινωνικά και πολιτικά θέματα σε πορείες.

Έχοντας διαγράψει μια αξιοπρόσεκτη καριέρα σε ομάδες όπως η Περούτζια, η Πάντοβα, η Αταλάντα και η Βαλένθια, ο Λουκαρέλι βρέθηκε στην Τορίνο, στην μεγάλη κατηγορία της χώρας, στις αρχές της νέας χιλιετίας, έχοντας φτιάξει ένα αρκετά καλό όνομα ως ο παλαιάς κοπής Ιταλός επιθετικός με τα βρετανικά όμως χαρακτηριστικά. Ψηλός, δυνατός και με φαρμακερό σουτ από κάθε απόσταση δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος και δεν μπορούσε να μην προκαλεί τον τρόμο σε κάθε αντίπαλη άμυνα. Την τελευταία αγωνιστική της σεζόν 2002/2003 η Λιβόρνο, που έπαιζε τότε στην Β κατηγορία, θα σφράγιζε το εισιτήριο της ανόδου. Την ίδια ώρα η Τορίνο του Λουκαρέλι είχε αγώνα για την μεγάλη κατηγορία. Εννοείται πως δεν υπήρχε κανένα δίλημμα για το γήπεδο στο οποίο θα βρίσκονταν εκείνη τη μέρα ο Ιταλός επιθετικός.

Ο δηλωμένος οπαδός της Λιβόρνο ήξερε πως δεν γινόταν να χάσει αυτό το παιχνίδι, ήταν άλλωστε το γεγονός της χρονιάς τόσο για τον ίδιο, όσο και την ομάδα του, και κατ’ επέκταση για ολόκληρη την πόλη. Ήταν τότε που θα έβαζε για πρώτη φορά το πάθος του πάνω από την επαγγελματική του ιδιότητα. Λίγους μήνες αργότερα θα το έκανε και πάλι, για δεύτερη φορά, ταρακουνώντας ολόκληρο το «σύστημα» στο ήδη αποστειρωμένο και γεμάτο από «μπίζνες» ποδόσφαιρο (και) της Ιταλίας. Ο Λουκαρέλι θα δηλώσει τραυματίας. Θα μείνει εκτός αποστολής, και φυσικά θα ταξιδέψει για το Λιβόρνο, για το παιχνίδι απέναντι στην Τρεβίζο, όχι όμως ως κάποιος γνωστός ποδοσφαιριστής αλλά ως ένας απλός και «άρρωστος» οπαδός της ομάδας. Το τελικό σφύριγμα θα τον βρει εντός του αγωνιστικού χώρου να πανηγυρίζει με τα υπόλοιπα «αδέρφια» του την σπουδαία άνοδο, σοκάροντας τους ανθρώπους της Τορίνο αλλά όχι και αυτούς που γνώριζαν τον άνθρωπο και όχι τον ποδοσφαιριστή Λουκαρέλι. Το παιδί που έπαιζε όλη μέρα ποδόσφαιρο με σκισμένα ρούχα και τρύπια παπούτσια, στους δρόμους, στις φτωχογειτονιές του Λιβόρνο, ανάμεσα σε βρώμικα σοκάκια, έβλεπε την ομάδα του να κερδίζει την τεράστια άνοδο. Αυτό που αυτομάτως ήρθε στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή ήταν -τι άλλο;- η δική του εικόνα, να την οδηγεί στα σαλόνια της Serie A.

Για να το καταφέρει έκανε κάτι που ελάχιστοι θα έκαναν στο σύγχρονο αθλητισμό που τα χρήματα αποτελούν το σημαντικότερο «αγαθό» για τους περισσότερους, θυσιάζοντας 500.000 ευρώ για να υπογράψει στην Λιβόρνο που -εννοείται- δεν μπορούσε να του προσφέρει το παχυλό συμβόλαιο που είχε στην Τορίνο. «Πολλοί άνθρωποι αγοράζουν μια Φεράρι ή ένα σκάφος με αυτά τα χρήματα. Εγώ προτίμησα να αγοράσω την φανέλα της Λιβόρνο για μένα» θα δηλώσει ο ίδιος σε μια φράση που θα κάνει το κοινό της Λιβόρνο να τον λατρέψει. Θα διαλέξει -όχι το νούμερο 9 αλλά- το 99 για να τιμήσει με αυτό τον τρόπο τον σύνδεσμο οπαδών «Αυτόνομη Ταξιαρχία του Λιβόρνο» που ιδρύθηκε το ’99 και θα λανσάρει τον πανηγυρισμό με την υψωμένη γροθιά ως πανηγυρισμό που όπως είναι γνωστό, είναι το σήμα-κατατεθέν του Κομμουνιστικού Κόμματος και της εργατικής Τάξης.

Το σπουδαιότερο όλων φυσικά ήταν το γεγονός πως τα παλικάρια που ξελαρυγγιάζονταν στις εξέδρες του Αρμάντο Πίτσι έβλεπαν στο πρόσωπό του το δικό τους πρόσωπο. Στα γκολ που σκόραρε, τα γκολ που αυτοί έβαζαν στα γήπεδα 5χ5 που πήγαιναν να παίξουν για ξεμούδιασμα. Στην υψωμένη του γροθιά, τους δικούς τους κόπους και τους δικούς τους αγώνες. Όλες εκείνες τις μάχες που έδιναν καθημερινά για μια καλύτερη καθημερινότητα και μια αξιοπρεπή ζωή, μέσα σε ξεχασμένες αξίες και άρρωστα ιδανικά μιας νέας εποχής. Με το ίδιο το «Σύστημα» άλλωστε είχε ανοίξει κόντρα και ο ίδιος από πολύ μικρός, όταν είχε πανηγυρίσει ένα γκολ του με την εθνική Ελπίδων, το 1997, δείχνοντας το μπλουζάκι με τον Τσε Γκεβάρα  που φορούσε κάτω απ’ τη φανέλα και που γι’ αυτή του την κίνηση είχε μπει στον «γύψο», για τα εθνικά χρώματα, μέχρι και το 2005, στην εποχή Μπερλουσκόνι δηλαδή. Ενός Μπερλουσκόνι που ήταν κόκκινο πανί για όλους τους Ultras της Λιβόρνο και φυσικά για τον ίδιο τον Λουκαρέλι. «Στο Λιβόρνο δεν κερδίζουμε πέναλτι επειδή είμαστε Κομμουνιστές» θα δηλώσει την ίδια περίοδο, ρίχνοντας κι άλλο λάδι στην φωτιά στην κόντρα που υπήρχε με ένα ολόκληρο κράτος. Ένα κράτος που έβλεπε τους οπαδούς της Λιβόρνο ως παρείσακτους και ανένταχτους σε αυτό.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ο Κριστιάνο Λουκαρέλι κατάφερε να ζήσει μοναδικές στιγμές με την Λιβόρνο. Καλές και κακές. Πρώτος σκόρερ στην Μεγάλη Κατηγορία με 24 τέρματα το 2005 κατάφερε να την οδηγήσει στους ομίλους του ΟΥΕΦΑ (μετά και το σκάνδαλο Calciopolis που στέρησε βαθμούς για πολλούς μεγάλους και μια ολόκληρη κατηγορία για την Γιουβέντους). Εκεί ζήσαμε και ένα ιστορικό παιχνίδι για την Λιβόρνο, κόντρα στην Μακάμπι Χάιφα, με τους οπαδούς των Ιταλών να γεμίζουν το πέταλο με σημαίες της Παλαιστίνης για να διαμαρτυρηθούν για την κατάσταση που επικρατούσε (και επικρατεί) εκεί και αυτή την «αιώνια διαμάχη» με θύματα τόσες αθώες ψυχές. Έζησε την δύσκολη περίοδο όταν είδε τους οργανωμένους να τον κατηγορούν, μετά τον υποβιβασμό (το 2007), που τον οδήγησε εν τέλει στην Ουκρανία με ένα τεράστιο συμβόλαιο αξίας 2.8 εκατομμυρίων ευρώ, ως κομμάτι πλέον και ο ίδιος του μοντέρνου ποδοσφαίρου. Με τους οπαδούς να τον βρίζουν, μη μπορώντας να καταπιούν πως το δικό τους λαϊκό παιδί είχε υπογράψει για μια ομάδα που είχε ως ιδιοκτήτη κάποιον ανήθικο καπιταλιστή, και φυσικά πρόλαβε να απογειώσει την έννοια της κόντρας ανάμεσα σε δύο κόσμους τόσο διαφορετικούς.

Η μάχη της Λιβόρνο με την Λάτσιο, στα χρόνια του Λουκαρέλι ήταν όντως κάτι παραπάνω από ένα απλό παιχνίδι. Από την μία η Αριστερή Λιβόρνο με μπροστάρη τον Λουκαρέλι και απ’ την άλλη η Λάτσιο με το ακροδεξιό προφίλ και ηγέτη τον δηλωμένο φασίστα Πάολο Ντι Κάνιο. Η Ρώμη είναι ένα υπέροχο μέρος. Η αιώνια πόλη. Μπορείς να θαυμάσεις εκείνες τις όμορφες και ερημικές βίλες με τα πανύψηλα κυπαρίσσια, τα γοητευτικά λιβάδια του Αβεντίνο και του Τσέλιο, εκείνη την επισημότητα που έχουν τα ερείπια στους παλιούς δρόμους της Άππια και φυσικά το υπέροχο πράσινο του Τίβερη, έχει όμως και την Λάτσιο να της χαλάει την ομορφιά. Το «σβέρκωμα» άλλωστε του Λουκαρέλι στον Ντι Κάνιο το 2005, όπως και το γκολ του στην κλειστή γωνία του Ματέο Σερένι, που είχε γράψει και το τελικό 2-1,  θα βρίσκονται πάντα σε περίοπτη θέση στις καρδιές των αληθινών -και φανατικών- οπαδών της Λιβόρνο.

Η επιστροφή του στο Λιβόρνο, το 2010, στα 35 του, συνδυάστηκε με μια μεγάλη αποτυχία και ένα ακόμα υποβιβασμό που ο ίδιος δυσκολεύτηκε να ξεπεράσει, βάζοντας οριστικά τέλος στην καριέρα του δύο χρόνια αργότερα στη Νάπολι, όχι ως βασικός αλλά ως ένας παγκίτης πολυτελείας που θα έδινε μερικές ποιοτικές ανάσες στον Καβάνι και στον «εχθρό» του απ’ τα ντέρμπι με την Λάτσιο, Γκόραν Πάντεφ. Το περασμένο καλοκαίρι και μετά από το «αγροτικό» σε πάγκους μικρών ομάδων της χώρας όπως η Βιαρέτζιο και η Τουτοκοΐο, αθόρυβα, υπέγραψε ως ο νέος προπονητής της Λιβόρνο, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ιστορίας της, στην Β’ Κατηγορία Ιταλίας. Μάλιστα τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές η Λιβόρνο βρίσκεται στον πάτο του βαθμολογικού πίνακα, με 5 ήττες σε 8 παιχνίδια, και δείχνει πως πολύ δύσκολα θα αποφύγει τον υποβιβασμό. Η αγάπη πάντως που τρέφει το κοινό της ομάδας προς τον Λουκαρέλι δεν έχει χαθεί κάτι που το έδειξε περίτρανα και το χιουμοριστικό tweet στον επίσημο λογαριασμό της ομάδας, όταν η Γιουβέντους είχε ανακοινώσει τον Ρονάλντο, λέγοντας πως «Στην Ιταλία υπάρχει μόνο ένας Κριστιάνο και τον έχουμε εμείς».

Δεν ξέρω αν θα πέσει ή αν θα σωθεί η Λιβόρνο. Δεν έχω ιδέα αν ο Κριστιάνο Λουκαρέλι θα συνεχίσει να είναι ο προπονητής της ή αν θα απολυθεί αν συνεχιστούν τα κάκιστα αποτελέσματα. Αυτό που ξέρω σίγουρα, ως κάποιος που θυμάται αρκετά καλά τον παίκτη με τη φανέλα της Λιβόρνο, και ως κάποιος που ξέρει πολύ καλά αυτή την σχέση αγάπης που έχει ο ίδιος για τον τόπο του, και κατ’ επέκταση οι οπαδοί της Λιβόρνο γι’ αυτόν, είναι πως ο Κριστιάνο Λουκαρέλι δεν θα πάψει ποτέ να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ήρωες που γνώρισε αυτή η ομάδα.

Το γνήσιο λαϊκό παιδί με τις αριστερές καταβολές. Ο αγωνιστής για την ισότητα και την ελευθερία. Ο ήρωας της εργατικής Τάξης, σαν αυτόν που τραγούδησε τόσο μοναδικά ο Τζον Λένον πριν 50 χρόνια. Ο κύριος εκφραστής των πολιτικών τους πεποιθήσεων και αυτός που κράτησε ψηλότερα από όλους τους ποδοσφαιριστές την Bandiera Rossa, υψώνοντας την γροθιά του και κατεβάζοντας αυτή με μανία, πολλές φορές, προς κάθε μορφή σύγχρονου Φασισμού σε αυτή την «πουτάνα τη ζωή» που έγραψε ο Ρικάρντο Ταλεσνίκ στην τελευταία φράση του έργου του εξαιρετικού «Βαριέμαι». Καυτηριάζοντας με μοναδικό τρόπο την αγορά εργασίας, τον καπιταλισμό και όλα όσα θυσιάζει, για να επιβιώσει, ο απλός καθημερινός άνθρωπος. Ο Κριστιάνο Λουκαρέλι απ’ την άλλη, δεν βαρέθηκε ποτέ. Δεν θυσίασε τα «πιστεύω» και τα ιδανικά του και αν και υπέπεσε και αυτός σε λάθη κατάφερε να βρει την δική του «Ιθάκη» στον τόπο που λάτρεψε, λατρεύτηκε, και θα λατρεύεται για πάντα, ως ένας απ’ τους τελευταίους ρομαντικούς ποδοσφαιριστές.

Η ποδοσφαιρική οικογένεια Κιέζα

  [4 Σχόλια]

Το ιταλικό ποδόσφαιρο της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας παράδεισος μεγάλων παικτών. Ό,τι κορυφαίο κυκλοφορούσε στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά περνούσε από κάποια ιταλική ομάδα και όχι αποκλειστικά μόνο από τις μεγάλες. Ένα πρωτάθλημα δύσκολο, συναρπαστικό, με πολλούς υπερ-ήρωες. Μέσα όμως σε αυτή την πλημμύρα αστεριών, πάντα υπήρχαν λιγότερο προβεβλημένοι ήρωες, μεγάλοι παίκτες που έγραφαν καριέρες κυρίως ως πρωταγωνιστές β’ ανδρικού ρόλου. Ένας τέτοιος ήταν ο Ενρίκο Κιέζα.

Στο δύσκολο ιταλικό πρωτάθλημα, ο Κιέζα δεν είχε τα σωματικά προσόντα για να σε εντυπωσιάζει βλέποντάς τον στο γρασίδι. Όταν όμως έπαιρνε την μπάλα, τα πράγματα άλλαζαν. Γρήγορος και ικανός και με τα δύο πόδια, κυρίως όμως «ήξερε ποδόσφαιρο». Μοχθούσε στο γήπεδο, δεν φοβόταν τις επαφές, βρισκόταν συχνά εκεί που έπρεπε και τελείωνε γρήγορα τις φάσεις, χωρίς δεύτερη σκέψη, σε μια λίγκα που ο αμυντικός δεν σε άφηνε να αναπνεύσεις. Ένας ιδανικός παρτενέρ για κάθε επιθετικό, παίκτης που δεν ήταν βεντέτα, τον ένοιαζε η ομάδα και ας σκόραρε ο συμπαίκτης του περισσότερο, ενώ αυτός τραβιόταν στο πλάι για να ανοίξει διαδρόμους και να μοιράσει ασίστ.

Γενοβέζος στην καταγωγή, ξεκίνησε την καριέρα του στην Σαμπντόρια χωρίς όμως να τα βρει εύκολα. Πήγε δανεικός σε ομάδες Δ’, Γ’ και Β’ εθνικής και τελικά κατάφερε να κάνει το ξεπέταγμα στις Μόντενα και Κρεμονέζε και να πείσει την Σαμπ να του δώσει ακόμα μία ευκαιρία. Ο Κιέζα μπορούσε να παίξει στα πλάγια, αλλά όσο πιο κοντά στην εστία τον έβαζες, τόσο περισσότερο σκόραρε. Η τελευταία του χρονιά στη Γένοβα ήταν και και η καλύτερη. Βγήκε 3ος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 22 γκολ έχοντας μια εξαιρετική συνεργασία με τον Μαντσίνι, ξεπερνώντας παίκτες όπως ο Μπατιστούτα ή ο Μπίρχοφ, αλλά η Σαμπντόρια έχασε οριακά την έξοδο στην Ευρώπη. Ο Αντσελότι τον έφερε στην Πάρμα, ο Κιέζα ήταν επιτέλους σε μια ομάδα με σπουδαίους παίκτες και την επόμενη τριετία πήρε μια 2η θέση, κέρδισε ένα κύπελλο, ένα Σούπερ Καπ και φυσικά ένα ΟΥΕΦΑ στο οποίο ο Κιέζα βγήκε πρώτος σκόρερ και έβαλε γκολ στον τελικό. Η συνεργασία του με τον Κρέσπο ήταν ιδανική, οι ασίστ και τα γκολ πολλά, ο χαρακτήρας του εξαιρετικός. Ο Φάμπιο Καπέλο τον παρομοίωσε ως συνδυασμό Τζίτζι Ρίβα και Πάολο Ρόσι.

Σέντρα Βερόν, Κρέσπο αφήνει, Κιέζα μπουμπουνίζει στο «Γ»

Στη Φλωρεντία σκέφτηκαν «αφού το κάνει με τον Κρέσπο γιατί όχι και με τον Μπατιστούτα» κι ο Κιέζα άλλαξε και πάλι πόλη.  Δεν έκανε καλό ντεμπούτο στη Φιορεντίνα, χάνοντας συχνά τη θέση του από τον Μιγιάτοβιτς και η πρώτη σεζόν ήταν μέτρια. Ο Μπατιγκόλ όμως θα άφηνε τη Φιορεντίνα για τη Ρώμη κι ο Κιέζα κατέληξε να γίνει ο… μοναχικός λύκος στην επίθεση της Φιορεντίνα. Σε μια Φιορεντίνα σε φθίνουσα πορεία, ο Ρουί Κόστα και ο Κιέζα ήταν τα διαμάντια της ομάδας και ο Ενρίκο σκόραρε 22 φορές στο πρωτάθλημα, ενώ κατέκτησε ακόμα ένα κύπελλο το 2001. Δυστυχώς γι’ αυτόν, τα χρόνια είχαν αρχίσει να περνούν, οι τραυματισμοί που πάντα τον ταλαιπωρούσαν ήταν όλο και πιο συχνοί και παρά την τρομερή του αξία και αναγνώριση, δεν είχε κατακτήσει ένα πρωτάθλημα στα πιο παραγωγικά του χρόνια.

Ο οικονομικός και αγωνιστικός κατήφορος της Φιορεντίνα τον οδήγησε στην Λάτσιο χωρίς όμως να παίξει καλά. Αρκετοί βιάστηκαν να τον θεωρήσουν τελειωμένο, αλλά ο Κιέζα είχε ακόμα να προσφέρει πράγματα στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Στα 33 του γύρισε στην Τοσκάνη, αυτή τη φορά στη Σιένα και παρά τα χρονάκια του συνέχισε να σκοράρει και έγινε κι εκεί αγαπητός. Τις τρεις πρώτες χρονιές του έβαλε διψήφιο αριθμό γκολ και έπαιξε τελικά μέχρι τα 38 του εκεί, είδωλο των ντόπιων οπαδών. Άνθρωπος που αγαπούσε την μπάλα, κρέμασε τα παπούτσια στα 40 του τελικά. Η καριέρα του Κιέζα είχε παραπάνω από 500 παιχνίδια και περίπου 200 γκολ, τόσο με το αριστερό, όσο και με το δεξί και με χειρουργικό τελείωμα, δίχως ανάσα, πολλές φορές σε κάποιο παραθυράκι εστίας, ένα πόδι-διαβήτης.

Κάπου εδώ κανονικά θα τελείωνε το κείμενο, θα αγκαλιαζόμασταν για τα παλιά, θα λέγαμε πόσο χάλια είναι το ιταλικό ποδόσφαιρο πια και όλα καλά. Μόνο που το όνομα Κιέζα δεν ανήκει (μόνο) στο παρελθόν. Ο Φεντερικό Κιέζα, μόλις 20 ετών, προσπαθεί να ξεπεράσει την ταμπέλα του νεποτισμού και να αφήσει το δικό του στίγμα στο ποδόσφαιρο. Μάλιστα προσπαθεί να το κάνει σε μια ομάδα που ο μπαμπάς τίμησε. Στη Φιορεντίνα.

Πρώτη φορά τον είδα στο ματς με τον ΠΑΟΚ για το Γιουρόπα Λιγκ. Άκουσα το όνομα, είδα τις κινήσεις, σκέφτηκα «βρε λες;» και μετά έψαξα και βεβαιώθηκα. Ο Κιέζα τζούνιορ έχει ακόμα να δείξει πολλά, αλλά τα πρώτα δείγματα είναι θετικά. Διεθνής με τις μικρές εθνικές, βρίσκει όλο και περισσότερο χρόνο συμμετοχής στους Βιόλα. Ένα σημαντικό γκολ επί της Γιουβέντους αρχικά χρεώθηκε σε αυτόν, αλλά του το πήραν πίσω μετά τα ριπλέι, το μέλλον όμως του ανήκει. Στο 3-3 με την Τζένοα σκόραρε το δεύτερό του γκολ, στο ίδιο ματς που σκόραρε κι ο γιος Σιμεόνε και μαζί μας έκαναν να νιώσουμε πολύ γέροι.

Στο παιχνίδι της Φιορεντίνα με την ΣΠΑΛ σημείωσε το 2ο γκολ του για τη σεζόν 2017-18 γράφοντας το 3-0 για την ομάδα του. Πιο πολύ ενδιαφέρον έχει η κίνησή του μετά. Ο Φεντερίκο έφυγε για τον πάγκο και πήγε και αγκάλιασε έναν πιτσιρικά, ένα από τα ball boys της Φιορεντίνα. Δεν ήταν όμως κάποιο τυχαίο παιδάκι. Ήταν ο μικρός του αδερφός Λορέντσο, άξιο μέλος κι αυτός της οικογένειας Κιέζα. Οι πιο παλιοί θυμήθηκαν κάτι και άρχισαν να ψάχνουν το αρχείο. Τότε που ο μπαμπάς Ενρίκο φορώντας τη φανέλα της Σιένα είχε αγκαλιάσει ένα άλλο ball boy. Τον μικρό τότε Φεντερίκο. Κι η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται…

Το θαύμα της Βερόνα

  [Καθόλου σχόλια]

Καλοκαίρι 1984. Ένα ακόμα πρωτάθλημα ετοιμάζεται να ξεκινήσει. Τα φαβορί είναι γνωστά σε όλους εξ αρχής: Η Γιουβέντους, η Ρόμα και η Ίντερ. Οι ομάδες δηλαδή που πρωταγωνιστούσαν τις προηγούμενες σεζόν. Το Καμπιονάτο δείχνει να αφήνει πίσω του τις δύσκολες μέρες της αρχής της δεκαετίας, όταν ξέσπασε το σκάνδαλο Τοτονέρο, που αφορούσε στημένα παιχνίδια. Ποδοσφαιριστές παγκόσμιας κλάσης έχουν μετακομίσει στην Ιταλία και το πρωτάθλημα αναμένεται να είναι πιο ανταγωνιστικό από ποτέ.

Η Γιουβέντους έχει τον Πλατινί, η Ρόμα τον Φαλκάο, η Ουντινέζε τον Ζίκο, η Νάπολι έχει μόλις αγοράσει τον Μαραντόνα, η Ίντερ τον Ρουμενίγκε και η Φιορεντίνα τον Σώκρατες. Το μόνο πράγμα που θυμίζει την εποχή του σκανδάλου είναι η απόφαση να μην ορίζονται οι διαιτητές των αγώνων από κάποια επιτροπή διαιτησίας αλλά να επιλέγονται τυχαία με κλήρωση, για λόγους διαφάνειας. Αυτό είναι το πρώτο και, όπως αποδείχτηκε, το τελευταίο πρωτάθλημα που διεξήχθη με αυτόν τον τρόπο. Και, τυχαία ή όχι, ένα από τα πιο ξεχωριστά.

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 1984. Το Στάδιο Μαρκ Αντόνιο Μπεντεγκόντι στη Βερόνα είναι κατάμεστο. Οι οπαδοί της τοπικής ομάδας έχουν πιάσει θέση από νωρίς όχι μόνο για να δούνε την πρεμιέρα της αγαπημένης τους Ελλάς Βερόνα αλλά και για να θαυμάσουν από κοντά στην πρώτη του εμφάνιση σε ιταλικό έδαφος τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, τον παίκτη που λίγους μήνες πριν έγινε η πιο ακριβή μεταγραφή του κόσμου.

Ενενήντα λεπτά αργότερα κανένας δεν συζητάει για τον βραχύσωμο Αργεντινό με το φουντωτό μαλλί. Το man-to-man πάνω του αποφέρει καρπούς, ο Ντιέγκο απειλεί ελάχιστα και η Βερόνα φτάνει σε μια σπουδαία νίκη με 3-1. Το τέλος της 1ης αγωνιστικής την βρίσκει στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα. Αυτό που δεν μπορεί να φανταστεί κανένας είναι ότι η Βερόνα δεν θα φύγει από αυτή τη θέση σε κανένα σημείο της σεζόν!

Πηγαίνουμε τρία χρόνια πιο πίσω. 1981. Ο Οσβάλντο Μπανιόλι είναι ένας πρώην μέτριος παίκτης-νυν άσημος προπονητής, που προσπαθεί να γίνει γνωστός στις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας. Η (μικρή) επιτυχία του με την Τσεζένα προσελκύει το ενδιαφέρον της Βερόνα, στην οποία είχε αγωνιστεί ως ποδοσφαιριστής πολλά χρόνια πριν. Η Βερόνα βρίσκεται εκείνη την εποχή στη Serie B και όχι απλά ζορίζεται να διεκδικήσει την άνοδο αλλά φτάνει κοντά και στον υποβιβασμό στην 3η κατηγορία. Με τον Μπανιόλι στον πάγκο όμως η ομάδα μεταμορφώνεται. Στην πρώτη του σεζόν η Βερόνα τερματίζει στην κορυφή της βαθμολογίας. Ακολουθούν δυο απόλυτα πετυχημένες χρονιές στην 1η κατηγορία, που ολοκληρώνονται με μια 4η και μια 6η θέση και δυο σερί χαμένους τελικούς Κυπέλλου. Και τότε φτάνει η ιστορική σεζόν 1984-85.

Ο Μπανιόλι είναι πλέον ξεκάθαρο πως έχει βρει τη σωστή χημεία για την ομάδα του και ψάχνει απλά τρόπους να τη βελτιώσει κι άλλο, για να μπορέσει να κάνει το βήμα παραπάνω. Η λύση έρχεται ανέλπιστα από τη βόρεια Ευρώπη. Η Βερόνα αποκτάει τον 29χρονο Γερμανό Χανς-Πέτερ Μπρίγκελ, που μπορεί να παίξει με επιτυχία και στην άμυνα και στο κέντρο, και τον Δανό επιθετικό Πρέμπεν Έλκιερ, που έπαιζε στο Βέλγιο και είχε τη φήμη του φανατικού καπνιστή. Ο ερχομός τους περνάει στην αρχή απαρατήρητος, αφού τα ΜΜΕ είναι απασχολημένα με τις σπουδαίες μεταγραφές των υπολοίπων ομάδων, αλλά αποδεικνύεται ότι οι δυο τους είναι ακριβώς τα κομμάτια που χρειαζόταν ο Μπανιόλι για να ολοκληρώσει με επιτυχία το παζλ της Βερόνα, οι παίκτες που έλειπαν για να μετατραπεί ένα καλό και αξιόμαχο σύνολο σε ομάδα τίτλου.

Η νίκη επί της Νάπολι στην πρεμιέρα είναι μόνο η πρώτη προειδοποίηση. Μέσα στον Οκτώβριο η Βερόνα δίνει 4 σερί ντέρμπι με τους ‘μεγάλους’ της χώρας και βγαίνει αλώβητη, με 2 νίκες (εντός με Γιουβέντους και Φιορεντίνα) και 2 ισοπαλίες (εκτός με Ίντερ και Ρόμα)! Ο θρίαμβος επί της πρωταθλήτριας Γιούβε με 2-0 είναι το πρώτο σοβαρό σημάδι ότι αυτή η ομάδα μπορεί να κάνει την έκπληξη. Ο αγώνας μένει στην ιστορία για το δεύτερο γκολ της Βερόνα, κατά το οποίο ο Έλκιερ επιχείρησε μια κούρσα από τα αριστερά και παρά το γεγονός ότι πάνω στην προσπάθεια έχασε το δεξί του παπούτσι, συνέχισε απτόητος τη φάση και σκόραρε με την κάλτσα. Ένα γκολ απολύτως αντιπροσωπευτικό της προσωπικότητας και του ίδιου και της ομάδας που είχε φτιάξει ο Μπανιόλι.

Η πρώτη ήττα έρχεται 4 μήνες μετά την πρεμιέρα, στην τελευταία αγωνιστική του πρώτου γύρου, σ’ένα χιονισμένο και τραγικό τερέν στο Αβελλίνο, μ’ένα γκολ στα τελευταία λεπτά. Η εκπληκτική πορεία του πρώτου γύρου εντυπωσιάζει τους πάντες αλλά η κοινή σκέψη όλων είναι πως η ομάδα του Μπανιόλι, που στα 81 χρόνια ιστορίας της έως τότε δεν είχε κατακτήσει τίποτα, κάποια στιγμή θα κλατάρει και θα παραχωρήσει τη θέση στην κορυφή σε κάποια από τις βασικές διεκδικήτριες του τίτλου.

Λίγες μόνο μέρες αργότερα η σκέψη αυτή ενισχύεται σημαντικά. Η Βερόνα φέρνει 0-0 στο Σαν Πάολο, στην πρεμιέρα του 2ου γύρου, και η Ίντερ την πιάνει στην 1η θέση της βαθμολογίας. “Όνειρο ήταν και πάει”. Δυο αγωνιστικές μετά, η Βερόνα πάει στο Ούντινε χωρίς τον ενθουσιασμό των προηγούμενων αγώνων αλλά ταυτόχρονα με μια εξτρά αποφασιστικότητα να αποδείξει ότι δεν θα παρατήσει την προσπάθεια τόσο εύκολα. Σε ένα εκπληκτικό παιχνίδι παίρνει κεφάλι στο σκορ με 0-3 μόλις στο 20ο λεπτό! Οι γηπεδούχοι αντιδρούν και με μια τρομερή αντεπίθεση διαρκείας φέρνουν το ματς στα ίσα στις αρχές της επανάληψης. Προς έκπληξη όλων η Βερόνα δεν καταρρέει ούτε τότε. Δυο μόλις λεπτά μετά την ισοφάριση ο Έλκιερ κάνει το 3-4 και λίγο αργότερα ο Μπρίγκελ πετυχαίνει το 3-5.

Η Ουντινέζε παραδίνεται και ουσιαστικά μαζί μ’αυτήν και όλες οι ανταγωνίστριες της Βερόνα. Αυτό που δεν φανταζόταν κανείς όταν ξεκινούσε η σεζόν, έμοιαζε πλέον με ένα πάρα πολύ πιθανό σενάριο: Η Ελλάς Βερόνα ήταν πολύ κοντά στο πρώτο πρωτάθλημα της ιστορίας της!

Στα 12 ματς που απομένουν δεν αλλάζει τίποτα. Ίσα-ίσα η Βερόνα καταφέρνει να πάρει και απόσταση ασφαλείας, εξασφαλίζοντας τον τίτλο μαθηματικά μια αγωνιστική πριν το τέλος. Η ομάδα του Μπανιόλι, που με την επιτυχία αυτή αποκτάει άμεσα το παρατσούκλι “ο μάγος από τη Μποβίζα” (έτσι λέγεται η περιοχή στο Μιλάνο, όπου μεγάλωσε), ολοκληρώνει τη σεζόν με μόλις δυο ήττες, έχοντας την καλύτερη άμυνα και την 3η καλύτερη επίθεση. Η ήσυχη πόλη του ιταλικού Βορρά ζει τις πιο ευτυχισμένες και θορυβώδεις στιγμές της ιστορίας της. Το πιο εντυπωσιακό στατιστικό όλων παραμένει το ότι ο Ιταλός προπονητής χρησιμοποίησε μόνο 17 παίκτες σε όλη τη σεζόν (10 εξ αυτών έπαιξαν τουλάχιστον στα 27 από τα 30 ματς)!

Τα παραμύθια όμως δεν κρατάνε πολύ. Την επόμενη χρονιά η Βερόνα επιστρέφει στην κανονικότητα, τερματίζοντας 10η. Στο τέλος της δεκαετίας θα επιστρέψει στη Serie B και δεν θα πλησιάσει ποτέ ξανά στην κορυφή της Ιταλίας. O Οσβάλντο Μπανιόλι θα δοκιμάσει τις δυνάμεις του στη Τζένοα και την Ίντερ, χωρίς όμως να καταφέρει κάτι εξίσου σπουδαίο, αν και η θητεία του στη Γένοβα κρίνεται αναμφίβολα πετυχημένη. Θα αποσυρθεί από τους πάγκους το 1994 σε ηλικία 59 ετών. Τον Ιανουάριο του 2018 η Βερόνα θα τον ανακηρύξει επίτιμο πρόεδρο της.

H ποδοσφαιρική του φιλοσοφία συνοψίζεται σε μια δήλωση που έκανε αρκετά χρόνια μετά από το ‘θαύμα του 1985’: “To ποδόσφαιρο είναι απλό παιχνίδι. Το πιο σημαντικό όλων είναι να είσαι τυχερός και να βρεις τους σωστούς ανθρώπους για τις σωστές θέσεις. Μετά το μόνο που χρειάζεται είναι να τους αφήσεις ελεύθερους να εκφραστούν όπως αυτοί μπορούν”.

Η μέρα που η Ίντερ έχασε τον τίτλο στο Ολίμπικο

  [Καθόλου σχόλια]

Η απόσταση που χωρίζει το Μιλάνο από τη Ρώμη είναι περίπου 500 χιλιόμετρα. Αν θέλει κάποιος να μεταβεί από τον ιταλικό Βορρά στην πρωτεύουσα χρειάζεται τουλάχιστον 5 ώρες αν διανύσει την απόσταση με λεωφορείο, 2-3 ώρες αν χρησιμοποιήσει τρένο και κάτι παραπάνω από 1 ώρα αν ταξιδέψει με αεροπλάνο. Σύμφωνα με τα ιταλικά ρεπορτάζ, περισσότεροι από 12.000 οπαδοί της Ίντερ θα καλύψουν σήμερα αυτή την απόσταση, με τελικό προορισμό το Ολίμπικο, εκεί που η Ίντερ θα δώσει απέναντι στη Λάτσιο το τελευταίο παιχνίδι της σεζόν, αυτό που θα κρίνει και την επιτυχία της. Αυτή δεν είναι πάντως η πρώτη φορά που ταξιδεύουν στο Ολίμπικο για έναν τελευταίο αγώνα που κρίνει τα πάντα.

Γυρνάμε 16 χρόνια πίσω, στις 5 Μαΐου του 2002, όταν η Ιταλία ετοιμαζόταν να ζήσει ένα από τα πιο επικά φινάλε στην ιστορία του Καμπιονάτο. Ενενήντα λεπτά πριν το τέλος της σεζόν, τρεις ομάδες διεκδικούσαν τον τίτλο. Στην κορυφή της βαθμολογίας βρισκόταν η Ίντερ του Έκτορ Ραούλ Κούπερ με 69 βαθμούς, ακολουθούσε η Γιουβέντους του Μαρτσέλο Λίπι με 68 και ελάχιστα πιο πίσω η πρωταθλήτρια Ρόμα με 67. Η προσοχή όλης της χώρας είχε μοιραστεί σε 3 γήπεδα: Στη Ρώμη η Ίντερ αντιμετώπιζε τη Λάτσιο, στο Ούντινε η τοπική ομάδα υποδεχόταν τη Γιουβέντους και στο Τορίνο, η ομώνυμη ομάδα έπαιζε με τη Ρόμα.

Με δεδομένο ότι η Τορίνο ήταν αδιάφορη και η Ουντινέζε αρκετά αδύναμη, το παιχνίδι που φαινόταν εξ αρχής πως θα κρίνει τα πάντα ήταν αυτό που διεξαγόταν στο Ολίμπικο, εκεί που η πρωτοπόρος Ίντερ αντιμετώπιζε μια Λάτσιο που ήθελε τη νίκη για να βγει στην Ευρώπη. Πίσω από αυτά τα εύκολα αναγνώσιμα δεδομένα όμως, υπήρχαν κάποιες εξτρά συνθήκες που δεν μπορούν να παραβλεφθούν. Ξέροντας ότι μια δική τους νίκη και μια γκέλα της Γιούβε στο Ούντινε θα έχριζε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά πρωταθλήτρια τη μισητή Ρόμα, οι οπαδοί της Λάτσιο, προτιμούσαν να μη ρισκάρουν να ζήσουν έναν τέτοιο εφιάλτη. Εκτός αυτού, οι οπαδοί των δυο αντιπάλων είχαν εξαιρετικές σχέσεις, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα εκείνη την Κυριακή του Μαΐου στο Ολίμπικο να παρευρίσκονται 76.000 οπαδοί και των δυο ομάδων, που είχαν όμως μια κοινή επιθυμία: Να κερδίσει η Ίντερ! “Ξέρω από τώρα πως θα τελειώσει η μέρα”, προέβλεπε απογοητευμένος ο Μαρτσέλο Λίπι, “θα κερδίσουμε και οι τρεις και η βαθμολογία δεν θα αλλάξει”.

Οι συνθήκες για την Ίντερ έμοιαζαν εξαιρετικά ευνοϊκές. Δεν εξαρτιόταν από το αποτέλεσμα κάποιου άλλου, έπαιζε σ’ένα γήπεδο που η πλειοψηφία των θεατών ήταν στο πλευρό της και είχε μια ομάδα γεμάτη ποιοτικούς παίκτες, που θα μπορούσαν να κρίνουν μόνοι τους οποιοδήποτε παιχνίδι. (Η ανάγνωση και μόνο της 11αδας που παρέταξε ο Κούπερ σ’εκείνο το ματς αρκεί για να τρομάξει τον αντίπαλο: Τόλντο, Ζανέτι, Ματεράτσι, Κόρντομπα, Γκρέσκο, Κονσεισάο, Ντι Μπιάτζιο, Κρ. Ζανέτι, Ρεκόμπα, Βιέρι, Ρονάλντο.) Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια νίκη. Eννιά χρόνια αργότερα, ο Χαβιέρ Ζανέτι δήλωσε: “Ακόμα και σήμερα δεν έχω καταλάβει τι ακριβώς έγινε εκείνη τη μέρα.”

Ο χορός των γκολ ξεκίνησε πολύ νωρίς, με τη Γιουβέντους να ξεκινάει το δικό της παιχνίδι με φουλ επίθεση. 0-1 στο 2ο λεπτό με τον Τρεζεγκέ, 0-2 στο 11′ με τον Ντελ Πιέρο. Οι λίγοι που είχαν εστιάσει στην αρχή στο παιχνίδι του Ούντινε έστρεψαν αμέσως το ενδιαφέρον τους στη Ρώμη. Εκεί ο Κριστιάν Βιέρι πετύχαινε το 22ο του γκολ εκείνη τη σεζόν, έβαζε την Ίντερ μπροστά στο σκορ και ταυτόχρονα την επανέφερε στην κορυφή της βαθμολογίας.

Όλα έδειχναν αναμενόμενα αλλά οι παίκτες της Λάτσιο δεν φαινόταν διατεθειμένοι να παίξουν το παιχνίδι των οπαδών τους, που προτιμούσαν να χάσουν το ευρωπαϊκό εισιτήριο για να μην κερδίσει το πρωτάθλημα η γειτόνισσα Ρόμα ή ακόμα και η Γιουβέντους, με την οποία δεν είχαν καθόλου καλές σχέσεις. Σημαντικό ρόλο σ’αυτή τη διάσταση απόψεων φιλάθλων-παικτών πιθανόν να έπαιξε και το ότι οι σχέσεις τους δεν ήταν και οι καλύτερες δυνατές, αφού λίγο καιρό πριν οι οπαδοί είχαν στραφεί εναντίον των παικτών μετά τη συντριβή από τη Ρόμα με 1-5. Έτσι, στο 19′ ο Κάρελ Πομπόρσκι έφερε το παιχνίδι στα ίσα και έστειλε ξανά τη Γιουβέντους στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα.

Παρά το αρχικό σοκ, η Ίντερ αντέδρασε ψύχραιμα και πέντε λεπτά αργότερα, με κεφαλιά του Ντι Μπιάτζιο μετά από κόρνερ, πέρασε ξανά μπροστά στο σκορ. Το πρώτο πρωτάθλημα μετά το 1989 φαινόταν πιο κοντά από ποτέ. Ο Κούπερ ζήτησε από τους παίκτες του να ηρεμήσουν και να ελέγξουν το ματς και ο ρυθμός του αγώνα έπεσε. Στην τελευταία φάση του ημιχρόνου όμως ο Γκρέσκο έκανε ένα τραγικό λάθος. Σε μια προσπάθεια να γυρίσει τη μπάλα στον Τόλντο με το κεφάλι, δεν πρόσεξε τον Πομπόρσκι που καραδοκούσε και ο Τσέχος με κοντινή προβολή έκανε εύκολα το 2-2. Ήταν πλέον οφθαλμοφανές σε όλους πως οι παίκτες της Λάτσιο δεν θα κάθονταν να χάσουν.

Η δεύτερη απώλεια του προβαδίσματος, και ειδικά στο χρονικό σημείο που ήρθε, αποδείχτηκε καταστροφική για την ψυχολογία των ‘νερατζούρι’. Το δεύτερο ημίχρονο εξελίχθηκε σ’έναν εφιάλτη που πιθανόν δεν θα ξεχάσουν ποτέ οι οπαδοί της. Η Λάτσιο κυριάρχησε στον αγωνιστικό χώρο, την ώρα που τα αστέρια της Ίντερ στην επίθεση φαίνονταν ανήμπορα να βρουν χώρους. Στο 55′ ο Ντιέγκο Σιμεόνε με κεφαλιά έκανε το 3-2, γκολ που πάντως δεν πανηγύρισε, καθώς για δυο χρόνια έπαιξε με τη φανέλα της Ίντερ. Ο Κούπερ, που την ώρα του αγώνα είχε καπνίσει περισσότερα τσιγάρα απ’όσα καπνίζει η Λιάνα Κανέλλη όταν είναι νευρική, προσπάθησε να συνεφέρει την ομάδα του, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Μια κεφαλιά του Σιμόνε Ινζάγκι στο 73′ ήταν ουσιαστικά η ταφόπλακα στα όνειρα των φιλοξενούμενων. 4-2 και το πρωτάθλημα πήγαινε ολοταχώς προς την αγκαλιά της Γιουβέντους, που είχε καταφέρει να πλησιάσει την κορυφή χάρη σ’ένα εντυπωσιακό 5/5 στα τελευταία ματς. “Είναι σαν ένας δράκος με εφτά κεφάλια. Με το που κόβεις ένα, εμφανίζεται αμέσως ένα άλλο” δήλωνε για τη ‘Μεγάλη Κυρία’ ο Τζιοβάνι Τραπατόνι. Σαν να μην έφτανε η απώλεια του τίτλου για την Ίντερ, η Ρόμα πετύχαινε γκολ με τον Κασάνο μέσα στο Τορίνο, κάτι που σήμαινε πως οι ‘νερατζούρι’ έχαναν και τη 2η θέση που οδηγούσε απ’ευθείας στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ!

Στα τελευταία διαδικαστικά λεπτά του αγώνα η κάμερα έπιασε τον Ρονάλντο να προσπαθεί να κρύψει με τα χέρια του τα δάκρυα του, καθισμένος στον πάγκο μετά την αλλαγή του. Λίγα μέτρα πιο εκεί, στον αγωνιστικό χώρο, ο εκνευρισμένος Μάρκο Ματεράτσι φώναζε προς τους παίκτες της Λάτσιο “εγώ σας βοήθησα να κερδίσετε τον τίτλο”, θέλοντας να τους υπενθυμίσει ότι δυο χρόνια πριν η Περούτζια, στην οποία αγωνιζόταν τότε, κέρδισε με 1-0 τη Γιουβέντους την τελευταία αγωνιστική, χαρίζοντας ουσιαστικά το πρωτάθλημα στην ομάδα της Ρώμης.

Οι ‘λατσιάλι’ δεν συγκινήθηκαν αλλά κάποιος άλλος παίκτης, που επίσης είχε ζήσει εκείνη το φινάλε, δεν έχασε την ευκαιρία να απαντήσει. “Στην Περούτζια γελούσες μαζί μας, σήμερα όμως κλαις. Είμαι τόσο χαρούμενος γι’αυτό” δήλωνε στο Ούντινε εν μέσω πανηγυρισμών ο Αντόνιο Κόντε, ξεκινώντας μια λογομαχία που συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες. “Ο Κόντε θα πρέπει να αγοράσει μια νέα περούκα με το μπόνους του πρωταθλητή” απάντησε ο Ματεράτσι, για να κλείσει τη διαμάχη ο νυν προπονητής της Τσέλσι με την ατάκα: “Θέλω να υπενθυμίσω στον κ. Ματεράτσι πως κανένας δεν χρησιμοποιεί πλέον περούκες, αφού μπορείς να κάνεις μεταμόσχευση μαλλιών. Δυστυχώς γι’αυτόν όμως, δεν υπάρχουν μεταμοσχεύσεις μυαλών.”

“Είμαι κουρασμένος, απηυδισμένος και εκνευρισμένος. Σήμερα κανένας οπαδός της Ίντερ δεν θέλει να ακούσει λέξεις παρηγοριάς κι εγώ δεν διαφέρω απ’αυτούς” δήλωνε μετά το τέλος του αγώνα ο Μάσιμο Μοράτι, που έβλεπε για μια ακόμα φορά την τεράστια επένδυση του να πηγαίνει στράφι. Ο δακρυσμένος Ρονάλντο από την πλευρά του έβγαζε μια γενικότερη απελπισία. “Η απογοήτευση μοιάζει να με ακολουθεί παντού στη ζωή. Μέσα σε λίγες στιγμές χάθηκαν τα όνειρα μας σήμερα” δήλωνε μετά το τέλος, αγνοώντας ότι δυο μήνες αργότερα θα οδηγούσε την εθνική Βραζιλίας στην κορυφή του κόσμου στα γήπεδα της Ιαπωνίας.

Ντανιέλε ντε Ρόσι: Πρώτα οπαδός, μετά παίκτης

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν ένα πρωινό Τετάρτης του Μαρτίου του 2016 όταν ο Ντανιέλε ντε Ρόσι αποχώρησε νωρίς από την προπόνηση της Ρόμα, έκανε γρήγορα ντουζ, μπήκε στο αμάξι του και οδήγησε μέχρι τη Φλωρεντία. Σ’ένα από τα νεκροταφεία της πόλης εκατοντάδες άνθρωποι έλεγαν το τελευταίο αντίο στον Πιέτρο Λομπάρντι, που είχε πεθάνει λίγες μέρες πριν, στα 92 του. Ο Λομπάρντι ήταν ένας απ’αυτούς τους πολλούς αφανείς ήρωες που κάνουν τα πάντα για να μπορούν οι ποδοσφαιριστές να αφοσιωθούν στον αγώνα, ξέροντας ότι όλα τα υπόλοιπα θα είναι κανονισμένα.

Δέκα χρόνια πριν, ο Λομπάρντι ήταν φροντιστής της εθνικής Ιταλίας στο Μουντιάλ της Γερμανίας, εκεί που η ‘Σκουάντρα Ατζούρα’ έφτασε στην κορυφή του κόσμου. Ήταν ο άνθρωπος που έτρεχε για τα ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες των παικτών. Το παρατσούκλι του ήταν ‘Οδοντόβουρτσα’, γιατί έκανε τα παπούτσια των παικτών να γυαλίζουν.

Η είδηση του θανάτου του Λομπάρντι προκάλεσε θλίψη σε όλα τα μέλη εκείνης της αποστολής, που είχαν δεθεί πολύ μαζί του. Ο Φραντσέσκο Τότι ήταν ένας απ’αυτούς που εξέφρασαν δημόσια τα συλλυπητήρια τους. Ο Ντανιέλε ντε Ρόσι όμως απέφυγε να κάνει οποιαδήποτε δήλωση. Χωρίς να ενημερώσει κανέναν, έφτασε στο νεκροταφείο, παρακολούθησε όλη την τελετή και όταν έφτασε η σειρά του να αποχαιρετήσει τον παλιό του φροντιστή, έβαλε το χέρι στην τσέπη του, έβγαλε ένα μικρό κουτάκι και το άφησε μέσα στο φέρετρο. Μέσα στο κουτάκι βρισκόταν το μετάλλιο του παγκόσμιου πρωταθλητή!

Έχουν περάσει δυο χρόνια από τότε, η είδηση έκανε λίγες μέρες μετά τον γύρο του κόσμου αλλά ο ντε Ρόσι δεν μπήκε ποτέ στη διαδικασία να εξηγήσει δημόσια γιατί επέλεξε να χαρίσει σ’έναν νεκρό ένα από τα πιο ποθητά βραβεία του ποδοσφαίρου. Η απάντηση ίσως μπορεί να βρεθεί στη γενικότερη στάση ζωής του. Ο Ντανιέλε ντε Ρόσι είχε αποδείξει πολλές φορές στο παρελθόν ότι τοποθετεί κάποιες αξίες πολύ ψηλότερα από οποιοδήποτε τρόπαιο ή διάκριση.

Δεκαεφτά χρόνια μετά το ντεμπούτο του με τη φανέλα της Ρόμα, ο ντε Ρόσι συνεχίζει να αγωνίζεται στην ίδια ομάδα, παρά το γεγονός ότι στη διάρκεια αυτών των χρόνων έχουν φτάσει δεκάδες δελεαστικές προτάσεις γι’αυτόν. “Είχα πάντα πλήρη επίγνωση ότι οι επαγγελματικές μου αποφάσεις ήταν λανθασμένες. Κάποιοι τις εκλάμβαναν ως πράξεις αλτρουισμού και μιλούσαν για την αγάπη προς τη φανέλα αλλά αυτό είναι μόνο ένα μέρος. Το άλλο μέρος είναι καθαρά εγωιστικό, γιατί είχα ανάγκη να παίζω για τη Ρόμα. Παίρνω σωματική και ψυχολογική ικανοποίηση παίζοντας με αυτή τη φανέλα. Τα χρόνια που έφτασα κοντά στο να φύγω, έβγαινα στο γήπεδο δακρυσμένος γιατί σκεφτόμουν ότι μπορεί να είναι το τελευταίο μου ματς στο Ολίμπικο. Εκείνες οι στιγμές μ’έκαναν να συνειδητοποιήσω ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τη Ρόμα”.

Ο ντε Ρόσι δεν είναι φυσικά ο μόνος παίκτης που αρνείται πεισματικά να αφήσει την αγαπημένη του ομάδα για μια καλύτερη επαγγελματική επιλογή. Είναι όμως μια ξεχωριστή περίπτωση, ένας ταλαντούχος παίκτης που αψήφησε καλύτερες προτάσεις γνωρίζοντας πως εκεί που μένει όχι μόνο είναι πολύ πιο δύσκολο να κερδίσει τρόπαια αλλά είναι αδύνατον ακόμα και να γίνει αρχηγός και σημαία. Η παρουσία του σπουδαίου Φραντσέσκο Τότι μετέτρεπε τον ντε Ρόσι σε μόνιμο υπαρχηγό, αλλά ο ίδιος δεν φαινόταν ποτέ να ενοχλείται απ’αυτό. Η αγάπη του για τη Ρόμα ήταν πολύ πιο δυνατή από τέτοιους εγωισμούς γιατί είναι μια αγάπη καθαρά οπαδική.

“Όλα ξεκινάνε και τελειώνουν με το ότι είμαι οπαδός της Ρόμα. Αυτό που αγαπάω περισσότερο απ’όλα είναι να δίνω χαρά στους φιλάθλους μας. Μπορεί να βρει κανείς οπαδούς και στο Μάντσεστερ, στη Μαδρίτη και στο Λονδίνο. Αλλά εδώ έχω τους φίλους μου: Είναι όλοι αυτοί στην κερκίδα κι ας μην τους ξέρω. Είναι φίλοι μου γιατί έχουμε το ίδιο πάθος και την ίδια πίστη. Μοιραζόμαστε την ίδια ιστορία. Έχουμε κλάψει για τα ίδια ματς. Έχουμε στεναχωρηθεί για τους ίδιους λόγους. Μοιραζόμαστε τα συναισθήματα μας παρ’ότι δεν ξέρουμε ο ένας τον άλλον. Αυτοί οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε μένα και στον Φραντσέσκο” δηλώνει ο ντε Ρόσι και κλείνει με μια από τις ωραιότερες προτάσεις που έχουν εκστομιστεί από επαγγελματία ποδοσφαιριστή: “Το μόνο πιο έντονο συναίσθημα από την περηφάνια που νιώθεις όταν παίζεις για τη Ρόμα είναι η θλίψη που νιώθεις χωρίς τη Ρόμα”.

Ο Ντανιέλε ντε Ρόσι δεν κέρδισε ποτέ τη δημοσιότητα και τους ύμνους που ακολουθούσαν τον θεαματικό Τότι. Παίζοντας από πίσω του, ήταν πάντα ένας πολύτιμος και ακούραστος εργάτης, που αν και πέρασε για πρώτη φορά την πόρτα των ακαδημιών της Ρόμα ως επιθετικός, καθιερώθηκε εκεί ως αμυντικός χαφ. Ένα ‘σκυλί’ που συνδυάζει δύναμη, πάθος και τεχνική και που ταυτόχρονα ξέρει να προωθείται και να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα (είναι ο μέσος με τα περισσότερα γκολ στην ιστορία της εθνικής Ιταλίας από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά!).

Όταν ο Τότι αποχώρησε το καλοκαίρι, οι άνθρωποι της Ρόμα δεν χρειάστηκε να ψάξουν λεπτό για νέο ηγέτη. Ο ντε Ρόσι είχε αποδείξει ότι ξέρει πως να συμπεριφέρεται και να βοηθάει τους συμπαίκτες του. Όταν τον Οκτώβριο του 2016 ο Αλεσάντρο Φλορέντσι έπαθε ρήξη πρόσθιου χιαστού σ’ένα εκτός έδρας ματς με τη Σασουόλο, ο ντε Ρόσι φρόντισε τα πάντα. Όταν η ομάδα επέστρεψε στη Ρώμη το βράδυ, αντί να γυρίσει σπίτι του να ξεκουραστεί, πήγε αμέσως στο νοσοκομείο που είχε μεταφερθεί ο Φλορέντσι. “Αυτό που έκανε ο Ντανιέλε εκείνη τη μέρα δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ο γιατρός ήθελε να πάει να πει στους γονείς και στους φίλους μου τι είχα πάθει αλλά ο Ντανιέλε επέμενε να τους ενημερώσει αυτός. Ακούγοντας το απ’αυτόν, έναν άνθρωπο που εμπιστευόταν απόλυτα, οι γονείς μου κατάφεραν επιτέλους να ηρεμήσουν”. Ο ντε Ρόσι έμεινε με τον Φλορέντσι και την οικογένεια του στο νοσοκομείο ως τις 4 τα ξημερώματα, αποδεικνύοντας ότι αρχηγός δεν είσαι μόνο όταν φοράς το περιβραχιόνιο.

Η πολύ έντονη προσωπικότητα σε συνδυασμό με το ‘αίμα που βράζει’ κατά τη διάρκεια των αγώνων, τον έχουν ωθήσει αρκετές φορές σε ενέργειες που τελικά στοίχισαν στην ομάδα του. Η ψυχραιμία και το καθαρό μυαλό άλλωστε δεν συμβαδίζουν συχνά με την οπαδική τρέλα και το μάτι που γυαλίζει. Για κάθε αψυχολόγητο, σκληρό τάκλιν που τον στέλνει εκτός αγώνα όμως υπάρχει και κάποια πρωτοβουλία που θυμίζει σε όλους πως ακριβώς πρέπει να ισορροπεί ένας ποδοσφαιριστής ανάμεσα στο δυναμισμό και τον σεβασμό προς τον αντίπαλο.

Μπορεί το βίντεο από το μπαράζ με τη Σουηδία που τον δείχνει να φωνάζει στον βοηθό προπονητή της εθνικής πως πρέπει να μπει ο Ινσίνιε στον αγώνα και όχι αυτός, να κυκλοφόρησε παντού αλλά η καλύτερη στιγμή του από εκείνο το παιχνίδι ήρθε μετά το τέλος του. Όπως αποκάλυψε ο Πόντους Γιάνσον, ο ντε Ρόσι πρόλαβε την αποστολή της Σουηδίας πριν αποχωρήσει, ανέβηκε στο πούλμαν και ζήτησε συγγνώμη για τις αντιδράσεις των Ιταλών παικτών και φιλάθλων (είχαν γιουχάρει τον εθνικό ύμνο των Σκανδιναβών) κατά τη διάρκεια των δυο αγώνων, μια κίνηση που εκτίμησαν και με το παραπάνω οι Σουηδοί.

Αρκετά χρόνια πριν απ’αυτό, τον Μάρτιο του 2006, σ’έναν αγώνα με τη Μεσσίνα είχε προβεί σε μια ακόμα άξια θαυμασμού πράξη. Όταν σκόραρε κατά λάθος με το χέρι μετά από μια σέντρα στην περιοχή και κατάλαβε ότι ο διαιτητής δεν το είδε, έσπευσε να τον ενημερώσει για την αντικανονική πράξη του, κερδίζοντας τα εύσημα και από τους παίκτες της Μεσσίνα.

Σε λίγους μήνες ο ντε Ρόσι θα κλείσει τα 35 και θα ξεπεράσει τα 600 παιχνίδια με τη φανέλα της Ρόμα. Όντας ο γερόλυκος των αποδυτηρίων πλέον, σε μια συνέντευξη που έδωσε πέρσι παραδέχτηκε ότι δυσκολεύεται να αποδεχτεί πλήρως τις συνήθειες των νέων: “Όταν ξεκινούσα 20 χρόνια πριν ήταν όλα διαφορετικά. Η αλήθεια είναι ότι κάποια πράγματα με εκνευρίζουν. Για παράδειγμα, όταν βλέπω να τραβάνε βίντεο για το ίνσταγκραμ στα αποδυτήρια λίγο πριν από ένα ματς, θέλω να πάρω ένα μπαστούνι του μπέιζμπολ και να το κοπανήσω στα δόντια τους. Αλλά είναι 18 χρονών και ξέρω ότι σε 20 χρόνια θα είναι αυτοί που θα γκρινιάζουν για τους νέους εκείνης της εποχής. Έτσι είναι η ζωή κι έτσι θα’ναι πάντα”.

Όσο για το μέχρι πότε θα παίζει μπάλα; “Όταν φτάνεις σε μια ηλικία σαν τη δική μου, αρχίζεις να σκέφτεσαι την απόσυρση. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι θέλω να τελειώσω την καριέρα μου με αξιοπρέπεια. Όταν νιώσω ότι δεν είμαι σε καλή κατάσταση και δεν μπορώ να ακολουθήσω τους συμπαίκτες μου θα σταματήσω. Σήμερα νιώθω ακόμα δυνατός. Δεν είμαι σαν τον Μέσσι, που μπορεί να διαμορφώσει ένα αποτέλεσμα μόνος του, αλλά όταν είμαι σε καλή κατάσταση μπορώ να βοηθήσω αρκετά”.

Δυστυχώς για τον ντε Ρόσι, η κληρωτίδα του Τσάμπιονς Λιγκ έφερε απέναντι στη Ρόμα αυτόν που μπορεί να διαμορφώσει ένα αποτέλεσμα μόνος του. Σήμερα το βράδυ στο Καμπ Νου η ιταλική ομάδα θα αντιμετωπίσει την Μπαρτσελόνα, σ’ένα ζευγάρι με ξεκάθαρο φαβορί. To μήνυμα του αρχηγού όμως είναι κι αυτό ξεκάθαρο: “Ξέραμε ότι θα αντιμετωπίσουμε μια πολύ καλή ομάδα έτσι κι αλλιώς. Ίσως είναι κρίμα που πέσαμε μάλλον στην καλύτερη αλλά έτσι είναι η κλήρωση. Αρκετά όμως με την τύχη, εμείς θα είμαστε έτοιμοι και προετοιμασμένοι για όλα. Ποτέ μη λες ποτέ”.

Λούθερ Μπλίσετ: το παλτό που έγινε έμπνευση ενός κινήματος

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου είναι δύσκολο να πετύχεις ιστορία σαν κι αυτή του Τζαμακαϊνού φορ Λούθερ Μπλίσετ που έγινε τόσο διάσημος, χωρίς να έχει τόσο μεγάλη ποδοσφαιρική πορεία. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Αν ασχολείστε λίγο με το Ίντερνετ ή με τη λογοτεχνία ή απλά με pop culture αναφορές ή είστε ακτιβιστής, όλο και κάπου θα έχετε πετύχει το όνομα Λούθερ Μπλίσετ. Είτε ως φαρσέρ, είτε ως συγγραφέα, είτε ως κάποιο ψευδώνυμο.  Το όνομα Λούθερ Μπλίσετ ήταν (χονδρικά) οι Anonymous πολύ πριν αυτοί εμφανιστούν, αλλά σε μια χρήση φάρσας-διασποράς ψευδών ειδήσεων. Ένα παρατσούκλι που το χρησιμοποιούσαν (και χρησιμοποιούν) πολλοί άνθρωποι, ξεκινώντας από μια κολλεκτίβα καλλιτεχνών και ακτιβιστών που επέλεξαν το όνομα ενός πραγματικού προσώπου, του ποδοσφαιριστή Λούθερ Μπλίσετ.

Παίκτης της Γουότφορντ, την ακολούθησε από τη 4η ως την 1η κατηγορία και μάλιστα τη σεζόν 1982-83 βγήκε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 27 γκολ, μπροστά από τον Γκάρι Λίνεκερ. Η Γουότφορντ έκανε εξαιρετική χρονιά και βγήκε 2η, πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Λίβερπουλ. Εκείνο το καλοκαίρι η Μίλαν αποφασίζει να δαπανήσει ένα σεβαστό ποσό και να τον αγοράσει. Ο αστικός μύθος (άλλωστε στην ιστορία του Μπλίσετ με τις φάρσες ταιριάζει απόλυτα) λέει ότι οι Μιλανέζοι ήθελαν να πάρουν τον Τζον Μπαρνς και μπέρδεψαν τους παίκτες. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν επιβεβαιώνεται, αλλά βάζει λίγη σάλτσα στην ιστορία.

Ο Μπλίσετ πήγε με ανεβασμένη την ψυχολογία ως πρώτος σκόρερ και φτάνοντας στην Ιταλία έκανε δηλώσεις γεμάτος σιγουριά. «Ο Πλατινί σκόραρε πέρσι 18 γκολ; Εγώ θα βάλω περισσότερα, θα γίνω το είδωλο των πιτσιρικάδων» δήλωσε περιχαρής. Η Γκατζέτα τον παρουσιάζει ως την μεταγραφή του καλοκαιριού, βάζοντάς τον πάνω από τον Τονίνιο Σερέζο της Ρόμα και πάνω ακόμα και από τον… Ζίκο που πηγαίνει στο Ούντινε. Η πίστη στον Μπλίσετ αυξήθηκε κι οι άνθρωποι της Μίλαν έτριβαν τα χέρια τους, καθώς στα φιλικά ματς σκόραρε πολύ. Καθώς όμως όλοι γνωρίζουμε, τα καλοκαιρινά πρωτοσέλιδα τα βλέπει ο οπαδός το χειμώνα και γελά. Μιλάμε για τα 80s και μιλάμε για την Ιταλία. Τα πράγματα ήταν… άγρια και ειδικά η Μίλαν ήταν στα χειρότερα χρόνια της, μετά από υποβιβασμούς. Ο Μπλίσετ σκόραρε ελάχιστα και περνούσε τεράστιες περιόδους ανομβρίας που κρατούσαν μέχρι και τρεις μήνες. Δεν βοήθησαν και ορισμένες μεγάλες ευκαιρίες που έχασε, ένα πέναλτι που έστειλε στα πουλιά και ειδικά μία φάση στο ντέρμπι την Ίντερ σχεδόν σε κενή εστία, με τον Τζένγκα εξουδετερωμένο. Τελείωσε τη σεζόν με μόλις 5 γκολ σε 30 παιχνίδια και μετριότατη παρουσία, καθώς δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο ιταλικό στιλ παιχνιδιού. Η Μίλαν βγήκε τελικά όγδοη.

Τα κατορθώματα του Μπλίσετ στην Ιταλία, προς το τέλος το άχαστο με την Ίντερ

Ο Μπλίσετ ήταν ένα παλτό, αλλά όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις μερίδα του κόσμου αγαπάει τέτοιους παίκτες που γίνονται τελικά cult ινδάλματα. Ο Τζαμαϊκανός έγινε μάλιστα και πανό των οπαδών της Λιβόρνο, καθώς ένα από τα λίγα του γκολ ήταν αυτό που έριξε την Πίζα στη Β’ εθνική και οι άσπονδοι γείτονες το χάρηκαν πολύ. Ένας δεύτερος αστικός μύθος χρεώνει την αποτυχία του Μπλίσετ στο γεγονός ότι στη Μίλαν πήγε ο… αδερφός του και όχι ο ίδιος. Τώρα το τι έκανε ο κανονικός Μπλίσετ όλη εκείνη τη σεζόν δεν το απαντάει κανείς, όπως καταλαβαίνουμε. Στον ποδοσφαιριστή αποδίδεται και η ατάκα: «Στην Ιταλία όσα λεφτά και να έχεις δεν μπορείς να βρεις Rice Krispies», ένα δημητριακό που άρεσε πολύ στον φορ. Το να πηγαίνεις από την Αγγλία στην Ιταλία και να γκρινιάζεις για το φαγητό είναι ύβρις, αλλά μπορεί τα Rice Krispies να ήταν σαν να έχασε ο Σαμψών την κοτσίδα του ας πούμε. Το παρατσούκλι Luther Miss-it είχε κολλήσει για τα καλά πάντως.

Παρόμοια ήταν η πορεία του και στην εθνική. Με τον Μπλίσετ να κάνει χατ τρικ στην πρώτη του εμφάνιση (ένας από τους πρώτους μαύρους με τα χρώματα της Αγγλίας) απέναντι στο Λουξεμβούργο, αλλά να μη σκοράρει ξανά στις υπόλοιπες 13 εμφανίσεις του με την Αγγλία. Ο Μπλίσετ το επόμενο καλοκαίρι γύρισε με συνοπτικές διαδικασίες στη Γουότφορντ για τα μισά χρήματα και συνέχισε εκεί την καριέρα του. Η κληρονομιά του έμεινε όμως ανεξίτηλη στην Ιταλία. Έστω και όχι ποδοσφαιρικά. Το όνομά του άρχισε κάποια χρόνια αργότερα να χρησιμοποιείται από ακτιβιστές και φαρσέρ. Κανείς δεν ξέρει τον ακριβή λόγο. Μια ερμηνεία είναι ότι ο Μπλίσετ είχε πέσει θύμα ρατσιστικών επιθέσεων σε ορισμένα γήπεδα, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Ο ίδιος πιστεύει ότι επειδή ακριβώς ήταν ένας από τους λίγους μαύρους ποδοσφαιριστές εκείνα τα χρόνια, ενέπνευσε. Το Luther Blissett Project ξεκίνησε το 1994 από την Μπολόνια, ως μια κολεκτίβα αναρχικών και το όνομα άρχισε να χρησιμοποιείται σε διάφορες φάρσες. Φάρσες που ξεγέλασαν από εφημερίδες μέχρι κανάλια.

Το πρόσωπο του φανταστικού Λούθερ Μπλίσετ

Μάλιστα, η ομάδα αυτή έγραψε και ένα βιβλίο που το υπέγραψε ως Λούθερ Μπλίσετ. Ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένας λαϊκός ήρωας μέσα στην εποχή της πληροφορίας, με τη διαδικασία της μυθοποίησης. Ένας Ρομπέν των Δασών της σύγχρονης εποχής. Κάπως έτσι, ο Λούθερ Μπλίσετ άρχισε να εμφανίζεται σε διάφορα μέρη, αφού από την Μπολόνια πήγε και σε άλλες πόλεις και χώρες και… αναλάμβανε την ευθύνη για διάφορες ιστορίες. Μαϊμού εξαφανίσεις καλλιτεχνών (που δεν υπήρχαν) σε τηλεοπτικές εκπομπές τύπου Νικολούλη, ρέιβ πάρτι σε τραμ με την αστυνομία να συλλαμβάνει τα άτομα και όλα να δηλώνουν όνομα Λούθερ Μπλίσετ, αιφνίδιοι θάνατοι φανταστικών προσώπων. Φέικ νιουζ πολύ πριν γίνουν μόδα, όλα με πρωταγωνιστή το ίδιο όνομα. Λούθερ Μπλίσετ. Ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής δεν ενοχλήθηκε ποτέ που το όνομά του πήρε πλέον άλλη σημασία, άρχισε να μοιράζεται από εδώ και από εκεί. Μετά από 5 χρόνια παρουσίας, οι υπεύθυνοι έκαναν ένα… συμβολικό σεπούκου (χαρακίρι) και σκότωσαν τον χαρακτήρα.

Μετά το 1′, η αποτυχία να πάρει σωστά τη στροφή

Όσο για τα ποδοσφαιρικά, ο Μπλίσετ έζησε κανονικά και έπαιξε αρκετά χρόνια ακόμα στην Αγγλία, έβαλε αρκετά γκολ στη Γουότφορντ και αλλού, αλλά δεν έφτασε ποτέ ξανά στις προ-Μίλαν επιδόσεις του. Θεωρείται πάντως από τους θρύλους της Γουότφορντ. Μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με τον ποδοσφαιρικό  σχολιασμό, αλλά και την αυτοκίνηση, καθώς έκανε μαζί με τον Μπαρνς και τον Λες Φέρντιναντ μια σχολή αγωνιστικής οδήγησης για νεαρούς από την Καραϊβική. Αργότερα ασχολήθηκε κι ο ίδιος με αγώνες οδήγησης και μάλιστα συμμετείχε το 2011 στο Silvestone Classic, όπου ανάμεσα σε άλλες διασημότητες τράκαρε λίγο μετά την εκκίνηση και έκανε αρκετές σβούρες. Ευτυχώς βγήκε σώος.

Γιατί έβαλες γκολ ρε;

  [1 Σχόλιο]

Ήταν 24 Ιανουαρίου του 1999 όταν η Βενέτσια υποδεχόταν την Μπάρι στα πλαίσια της Serie A. Το κρύο αρκετό, η υγρασία σου τσάκιζε τα κόκαλα και στο γήπεδο υπήρχε πολλή ομίχλη σαν να ήταν ταινία του Τζον Κάρπεντερ. Οι ομάδες ήταν περίπου στην μέση του πίνακα, κοιτάζοντας περισσότερο προς τα πίσω τους και κάποιον πιθανό υποβιβασμό. Παιχνίδι που το βλέπεις στην τηλεόραση μόνο αν οι εναλλακτικές σου είναι τρίωρο αφιέρωμα στον Εντ Σίραν ή επανάληψη χθεσινοβραδινού «Στην υγειά μας ρε παιδιά».  Ένα κλασσικό ιταλικό ματς μικρομεσαίων ομάδων που ξέρεις ότι δεν θα δεις πολλά γκολ και η ισοπαλία είναι πολύ πιθανή.  Πάρα πολύ πιθανή.

Το προηγούμενο καλοκαίρι, η Βενέτσια ανακοίνωσε ότι απέκτησε τον Τούτα. Στην αρχή ορισμένοι τρόμαξαν, μια που «Τούτα» φώναζαν πολλοί χαϊδευτικά τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα. Η παρεξήγηση λύθηκε γρήγορα όταν και διευκρινίστηκε ότι ερχόταν ο ημι-άγνωστος Βραζιλιάνος Μοασίρ Μπάστος «Τούτα» με μια σχετικά καλή παρουσία στην Ατλέτικο Παραναένσε. Ο Τούτα σκόραρε κάποια γκολ με τα χρώματα της Βενέτσια, μάλιστα με σημαντικούς αντιπάλους όπως η Λάτσιο, η Μίλαν και η Γιουβέντους στο κύπελλο. Γενικά όμως ήταν αναπληρωματικός, η λύση πίσω από τον Άλβαρο Ρεκόμπα, ο επιθετικός των τελευταίων λεπτών.

Προσέξτε την αντίδραση του 14 της Βενέτσια

Το ματς ήταν στο 1-1 με τα γκολ των Μανιέρο και ντε Ασέντις και έφτανε στο τέλος, με καμία από τις δύο ομάδες να μη θέλει να ρισκάρει (για να το πούμε ευγενικά). Το Χ βόλευε και τις δύο. Στο 90′ περίπου η Βενέτσια κερδίζει ένα φάουλ. Η σέντρα στην περιοχή γίνεται, ο Τούτα που έχει μπει αλλαγή στο 78′ στη θέση του Ρεκόμπα πηδάει ψηλά και σκοράρει το μπάζερ μπίτερ. Τότε γίνεται το απίστευτο. Ο κόσμος στις εξέδρες πανηγυρίζει μεν, αλλά στο γήπεδο 21 παίκτες είναι παγωμένοι. Ο Τούτα πανηγυρίζει μόνος του, μόνο ο μασέρ της Βενέτσια χαίρεται και κανά δυο αναπληρωματικοί. Με χρονοκαθυστέρηση κάποιοι (λίγοι) συμπαίκτες του χτυπάνε φιλικά την πλάτη ή του δίνουν το χέρι (σαν να έμαθαν ότι το εγγόνι του πέρασε Φαρμακευτική Πάτρας). Όλα αυτά για ένα γκολ στο 90′ που δίνει νίκη. «Ήταν κάτι απίστευτο. Είχα σκοράρει γκολ στο τέλος και κανείς δεν χαιρόταν. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο στη Βραζιλία«. Ένας παίκτης της Βενέτσια έπιασε το κεφάλι του, σαν να είχε συμβεί μεγάλο κακό και στη συνέχεια τα σήκωσε στον αέρα. Ο εκτελεστής του φάουλ έπιασε τον Τούτα και του είπε ότι η μπάλα δεν ήταν για το κεφάλι του, αλλά για να τη διώξουν οι αντίπαλοι. Ο Τούτα άρχισε να καταλαβαίνει ότι έκανε κάτι λάθος.

Την ίδια στιγμή, ο αρχηγός της Μπάρι πήγε στον αρχηγό της Βενέτσια να διαμαρτυρηθεί (!!). Όπως καταλαβαίνετε υπήρχε συμφωνία μεταξύ των ομάδων να φέρουν το ματς ισοπαλία. Ο Τούτα δεν ήξερε τίποτα. Το ματς λήγει 2-1 και ο καημένος Τούτα στο τούνελ δέχεται επίθεση από τους φιλοξενούμενους παίκτες. Κάποιοι τον βρίζουν, άλλοι τον χτυπάνε. Ο αρχηγός της Μπάρι ντε Ρόσα του λέει ειρωνικά «μπράβο» και του δίνει ένα όχι-και-τόσο-φιλικό μπατσάκι στο μάγουλο. Ο Τούτα θυμάται τον προπονητή του Νοβελίνο να λέει στο Μανιέρο ότι δεν πρέπει να σκοράρουν και το ματς να έρθει 1-1. Ο Νοβελίνο ισχυρίζεται ότι ο Τούτα δεν ξέρει καλά ιταλικά και απλά είπε στον παίκτη του «δεν πρέπει να φάμε γκολ, το 1-1 είναι καλό». Γίνεται έρευνα και ένας δικαστής καλεί τους εμπλεκόμενους. Όλοι φυσικά αρνούνται το στήσιμο. Ο Βραζιλιάνος πιέζεται από τη διοίκηση και τον γνωστό μας και αγαπημένο (Τ)Ζαμπαρίνι που ήταν ο ιδιοκτήτης της Βενέτσια τότε να μην πει τίποτα. Πράγματι, στην κατάθεσή του δεν απαντά συνήθως, επικαλείται προβλήματα γλώσσας, αφήνει τους δικηγόρους να κάνουν τη δουλειά τους. Τελικά η υπόθεση δεν προχωρά, λόγω έλλειψης στοιχείων.

Ο Τούτα όμως έχει ήδη υπογράψει το τέλος του. Δεν παίζει πολύ, μάλιστα ο ίδιος λέει ότι η Γιουβέντους είχε στείλει σκάουτερ και επίτηδες δεν τον έβαλαν να παίξει ως τιμωρία, και η ιταλική του εμπειρία τελειώνει άδοξα το καλοκαίρι. Πιστεύει ότι η καριέρα του χάλασε μετά από αυτό. Η τιμιότητα τον έβλαψε, του κατέστρεψε κάθε πιθανή μεταγραφή. Επιστρέφει στη Βραζιλία και παίζει κατά κύριο λόγο εκεί (με κάποια περάσματα από άλλες χώρες όπως η Ν. Κορέα), κάνοντας μια συμπαθητική καριέρα. Το γκολ που όμως έμεινε για πάντα στην καριέρα του, δεν ήταν αυτό κάποιου τίτλου, αλλά το γκολ με την Μπάρι που του άλλαξε τη ζωή.

Μια πόλη, δυο ομάδες, ένα ντέρμπι-ποδοσφαιρικός οργασμός

  [1 Σχόλιο]

Αν μια μέρα κάποιος σταματούσε στο δρόμο είκοσι τυχαίους ποδοσφαιρόφιλους και τους χάριζε ένα εισιτήριο για όποιο ιταλικό ντέρμπι ήθελαν είναι σχεδόν σίγουρο πως οι περισσότεροι θα επέλεγαν το Derby della Madonnina (Μίλαν-Ίντερ) και το Derby della Capitale (Ρόμα-Λάτσιο), κάποιοι φανατικοί Γιουβεντίνοι θα διάλεγαν το Γιουβέντους-Τορίνο και, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ένας γραφικός θα επέλεγε το Derby della Lanterna της Γένοβας. Αυτός ο ένας ξέρει.

H Γένοβα είναι μια παραθαλάσσια πόλη στα βόρεια της Ιταλίας, γνωστή κυρίως ως γενέτειρα του Χριστόφορου Κολόμβου και ως τόπος διεξαγωγής της αιματοβαμμένης συνόδου των G8 το 2001. Αυτό που αρκετοί εκτός Ιταλίας (και όχι μόνο) αγνοούν είναι πως το ιταλικό ποδόσφαιρο χρωστάει στη Γένοβα πάρα πολλά. Εκεί το 1893 ιδρύθηκε η Τζένοα, η παλιότερη ιταλική ποδοσφαιρική ομάδα. Το ποδόσφαιρο βέβαια δεν ήταν ο πρωταρχικός στόχος των Άγγλων μεταναστών που δημιούργησαν το σύλλογο, γι’αυτό και στην αρχική ονομασία της ομάδας αναφερόταν μόνο το κρίκετ.

Έπρεπε να φτάσει το 1896 στην πόλη ο Άγγλος γιατρός Τζέιμς Ρίτσαρσον Σπένσλει και, επηρεασμένος από την θεαματική εξέλιξη του παιχνιδιού στην πατρίδα του, να πείσει τους ιδρυτές της ομάδας να φτιάξουν κι ένα ποδοσφαιρικό τμήμα, για να δημιουργηθεί η πρώτη ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης. Ο Σπένσλει, που μετακόμισε στη Γένοβα με στόχο να φροντίζει τους Άγγλους ναυτικούς που δούλευαν στο λιμάνι, ανέλαβε ρόλο παίκτη-προπονητή και οδήγησε την ομάδα στους πρώτους της τίτλους. Στα 10 χρόνια που έμεινε εκεί, η Τζένοα κατέκτησε 6 πρωταθλήματα Ιταλίας. Στην ιστορία έμεινε ως ένας από τους πατεράδες του ιταλικού ποδοσφαίρου και ως ένας μεγάλος οπαδός του fair play. Ο θάνατος του ουσιαστικά επιβεβαίωσε το δεύτερο χαρακτηριστικό του: Πέθανε στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο όταν κατά τη διάρκεια μιας μάχης προσπάθησε να βοηθήσει έναν τραυματισμένο στρατιώτη των εχθρών!

Μέχρι και το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου η Τζένοα κυριαρχούσε στην πόλη και πρωταγωνιστούσε στο ιταλικό ποδόσφαιρο, μετρώντας 9 πρωταθλήματα και ένα κύπελλο. Το καλοκαίρι του 1946 όμως, δυο από τις μικρότερες ομάδες της πόλης, η Αντρέα Ντόρια και η Σαμπιερνταρενέσε, αποφάσισαν να ενωθούν και από την ένωση αυτή προέκυψε η Σαμπντόρια. Ήταν πλέον επίσημο: Η Γένοβα χωρίστηκε στη μέση και μαζί μ’αυτήν και το γήπεδο της πόλης, το οποίο ζήτησε ως έδρα και η νεοϊδρυθείσα ομάδα. Κάπως έτσι προέκυψε το “Derby della Lanterna”, δηλαδή το ‘Ντέρμπι του Φάρου’, ένα όνομα που οφείλει στο πιο διάσημο αξιοθέατο της πόλης που δεσπόζει στο λιμάνι της από το 1128.

Σε αντίθεση με κάποια από τα υπόλοιπα ντέρμπι στα οποία τις δυο ομάδες χωρίζουν πολιτικές, θρησκευτικές ή κοινωνικές αντιθέσεις, στο ντέρμπι της Γένοβας δεν εντοπίζεται κάποια ουσιαστική διαφορά στους οπαδούς των δυο ομάδων. Ο ντόπιος συγγραφέας Ρέντσο Παροντί σκιαγραφεί τις δυο πλευρές με τον εξής τρόπο: Για τους οπαδούς της Σαμπντόρια, η Τζένοα είναι σαν τη μητρική φιγούρα στην ταινία ‘Ιστορίες της Νέας Υόρκης’ του Γούντι Άλεν. Βρίσκεται πάντα εκεί στο παρασκήνιο και είναι αδύνατον να την παραβλέψεις. Αντίθετα οι οπαδοί της Τζένοα προσπαθούν να πείσουν τους εαυτούς τους πως η Σαμπντόρια δεν υπάρχει, μια τακτική που έχει ακολουθηθεί στο παρελθόν ακόμα κι από προέδρους που αναφερόταν στο αντίπαλο δέος ως “η άλλη ομάδα”.

Η πλευρά της Τζένοα στηρίζει όλη την επιχειρηματολογία της στο πολύ απλό οπαδικό επιχείρημα “ήμασταν εδώ πολύ πριν από εσάς” και βάσει αυτού αντιμετωπίζει τους αντιπάλους σαν ξένους, φιλοξενούμενους στο γήπεδο αλλά και στην πόλη. Από την άλλη, η πλευρά της Σαμπντόρια ότι χάνει στις λογομαχίες περί ιστορίας (είναι μια από τις νεότερες ομάδες στο Καμπιονάτο) το κερδίζει στο… χόρτο. Σε αντίθεση με την αντίπαλο της που έχει μείνει εδώ και πολλές δεκαετίες μακριά από τους τίτλους, η ‘Σαμπ’ έζησε μια χρυσή περίοδο στα τέλη των 80s και στις αρχές των 90s, όταν και πανηγύρισε ένα πρωτάθλημα, 4 κύπελλα και ένα Κύπελλο Κυπελλούχων ενώ έφτασε και σε δυο ακόμα ευρωπαϊκούς τελικούς. Έτσι, το επιχείρημα της παλαιότητας απαντάται συνήθως με την καυστική παρατήρηση ότι σχεδόν κανένας εν ζωή οπαδός της Τζένοα δεν έχει δει την ομάδα του να πανηγυρίζει μια κούπα.

Το γεγονός ότι τα ντέρμπι τους δεν κρίνουν τίτλους (ίσα-ίσα, δεν είναι λίγες οι φορές που έχουν κρίνει ποια ομάδα θα υποβιβαστεί), δεν μειώνει ούτε στο ελάχιστο το πάθος και την ένταση που εντοπίζει κανείς σ’αυτά. Οι Ιταλοί λένε πως το Derby della Lanterna είναι ένα ντέρμπι που παίζεται από ιταλικές ομάδες, με μια βρετανική όμως αύρα και λατινοαμερικάνικο πάθος. Κοινώς, ένας τέλειος, σχεδόν ουτοπικός, συνδυασμός για οποιονδήποτε αγαπάει το ποδόσφαιρο. Οι δυο πλευρές μισούν η μια την άλλη, φωνάζουν κανονικά όλα τα γνωστά… αγαπησιάρικα συνθήματα, κάνουν σεξουαλικές χειρονομίες προς τους απέναντι σε κάθε γκολ αλλά παραδόξως η κατάσταση δεν ξεφεύγει σχεδόν ποτέ, κάνοντας το ντέρμπι της Γένοβας ένα από τα λιγότερο βίαια της χώρας.

Οι οπαδοί προσεγγίζουν το γήπεδο δίπλα-δίπλα χωρίς φόβο, πίνουν συχνά στα ίδια μπαρ πριν και μετά το τέλος και δεν διστάζουν να φωτογραφηθούν μαζί, ο καθένας με τα λάβαρα της ομάδας του. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι οικογένειες στην πόλη που είναι μοιρασμένες, κάτι που αποτυπώνεται και στη λέξη που χρησιμοποιούν για να περιγράψουν τους απέναντι: “Τα ξαδέρφια”. Η κόντρα τους περιορίζεται στα συνθήματα, στις ειρωνείες και σε πολύ μεγάλο βαθμό στην καζούρα που ακολουθεί μετά, αφού αυτά τα ματς δεν τελειώνουν ποτέ με το τελευταίο σφύριγμα του διαιτητή.

Όταν το 1990 η Τζένοα κέρδισε στα τέλη Νοέμβρη το ντέρμπι με 1-2, χάρη σ’ένα υπέροχο φάουλ του Μπράνκο, η φωτογραφία του σκόρερ τυπωμένη σε μια κάρτα ευχών έγινε το Νο1 δώρο στην πόλη εκείνα τα Χριστούγεννα. Από τότε κάθε φορά που ένα ντέρμπι παίζεται κοντά στην εορταστική περίοδο ο ηττημένος ξέρει πως σύντομα θα λάβει μια ευχετήρια κάρτα που θα του ανεβάσει το αίμα στο κεφάλι.

Κάποιες φορές μάλιστα η καζούρα προηγείται του αγώνα. Το 1983 η Τζένοα είχε αποκτήσει από τη Βάσκο τον Βραζιλιάνο Ελόι, για τον οποίο οι εφημερίδες της εποχής έλεγαν πως μπορούσε να κάνει μαγικά ακόμα και με ένα λεμόνι. Όπως συμβαίνει συνήθως σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, οι φήμες απείχαν από την αλήθεια όσο η γη από το φεγγάρι. Ο ξανθομάλλης και μυστακοφόρος Βραζιλιάνος αποδείχτηκε απελπιστικά μέτριος, αργός και λίγο τεμπέλης στο παιχνίδι του ενώ και το περπάτημα του εντός γηπέδου θύμιζε βάδισμα μαϊμούς. Έτσι, λίγο πριν τη σέντρα του πρώτου ντέρμπι της χρονιάς δυο οπαδοί της Σαμπντόρια έκοβαν βόλτες στο χόρτο κρατώντας μια μαϊμού που είχαν δανειστεί από το ζωολογικό κήπο, η οποία φορούσε τη φανέλα του Ελόι.

Αν στο γιορτινό αυτό οπαδικό κλίμα, στις εμπνευσμένες χορογραφίες της κάθε κερκίδας και στο πάθος των παικτών προσθέσεις και τη μεταβλητή ‘γήπεδο’ καταλαβαίνεις αμέσως γιατί όποιος έχει ζήσει το συγκεκριμένο παιχνίδι έχει παραδοθεί στη γοητεία του. Το Λουίτζι Φεράρις είναι ένα πανέμορφο και άκρως ποδοσφαιρικό γήπεδο αγγλικών προδιαγραφών που αν και παμπάλαιο (έχει περάσει πλέον τα 100!), διατηρεί ακόμα την αίγλη του. Η κάθε ομάδα έχει το δικό της πέταλο, στο οποίο κυριαρχούν οι σημαίες, τα καπνογόνα και τα πανιά διαφόρων μεγεθών, συνθέτοντας μια υπέροχη εικόνα που έχει εκλείψει από αρκετά παραδοσιακά ευρωπαϊκά ντέρμπι τα τελευταία χρόνια.

Σήμερα το βράδυ το Λουίτζι Φεράρις θα χωριστεί για μια ακόμα φορά στα δυο. Οι οπαδοί της Τζένοα θα καλύψουν τα 2/3 του, ως τυπικά γηπεδούχοι. Μαζί με το Λουίτζι Φεράρις θα χωριστεί και όλη η Γένοβα, μια πόλη που έχει αποδείξει επανειλημμένα πως ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο (τις εποχές που και οι δυο ομάδες πρωταγωνιστούσαν στο Καμπιονάτο, ο συνολικός μέσος όρος θεατών στα εντός έδρας ξεπερνούσε τις 63.000, ένα νούμερο αναμφίβολα εντυπωσιακό σε μια πόλη 600.000 κατοίκων).

Το ‘Ντέρμπι του Φάρου’ μπορεί να μην έχει τη φήμη των υπολοίπων ντέρμπι της χώρας αλλά όσοι το έχουν ζήσει ξέρουν ότι υπερβαίνει κατά πολύ την αγωνιστική δυναμική των δυο αντιπάλων. “Είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα ιταλικά ντέρμπι, γιατί είναι το λιγότερο μοχθηρό. Η αντιπαλότητα των δυο πλευρών βασίζεται κυρίως στην καζούρα ή σε φάρσες, όπως η οργάνωση ψεύτικων κηδειών για τους αντιπάλους. Είχα την τύχη να ζήσω όλα τα μεγάλα ντέρμπι της χώρας και νομίζω ότι αυτό είναι το πιο ξεχωριστό απ’όλα” δήλωσε κάποτε ένας εκ των τυχερών. Το όνομα του; Μαρσέλο Λίπι.