Η ποδοσφαιρική οικογένεια Κιέζα

  [3 Σχόλια]

Το ιταλικό ποδόσφαιρο της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας παράδεισος μεγάλων παικτών. Ό,τι κορυφαίο κυκλοφορούσε στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά περνούσε από κάποια ιταλική ομάδα και όχι αποκλειστικά μόνο από τις μεγάλες. Ένα πρωτάθλημα δύσκολο, συναρπαστικό, με πολλούς υπερ-ήρωες. Μέσα όμως σε αυτή την πλημμύρα αστεριών, πάντα υπήρχαν λιγότερο προβεβλημένοι ήρωες, μεγάλοι παίκτες που έγραφαν καριέρες κυρίως ως πρωταγωνιστές β’ ανδρικού ρόλου. Ένας τέτοιος ήταν ο Ενρίκο Κιέζα.

Στο δύσκολο ιταλικό πρωτάθλημα, ο Κιέζα δεν είχε τα σωματικά προσόντα για να σε εντυπωσιάζει βλέποντάς τον στο γρασίδι. Όταν όμως έπαιρνε την μπάλα, τα πράγματα άλλαζαν. Γρήγορος και ικανός και με τα δύο πόδια, κυρίως όμως «ήξερε ποδόσφαιρο». Μοχθούσε στο γήπεδο, δεν φοβόταν τις επαφές, βρισκόταν συχνά εκεί που έπρεπε και τελείωνε γρήγορα τις φάσεις, χωρίς δεύτερη σκέψη, σε μια λίγκα που ο αμυντικός δεν σε άφηνε να αναπνεύσεις. Ένας ιδανικός παρτενέρ για κάθε επιθετικό, παίκτης που δεν ήταν βεντέτα, τον ένοιαζε η ομάδα και ας σκόραρε ο συμπαίκτης του περισσότερο, ενώ αυτός τραβιόταν στο πλάι για να ανοίξει διαδρόμους και να μοιράσει ασίστ.

Γενοβέζος στην καταγωγή, ξεκίνησε την καριέρα του στην Σαμπντόρια χωρίς όμως να τα βρει εύκολα. Πήγε δανεικός σε ομάδες Δ’, Γ’ και Β’ εθνικής και τελικά κατάφερε να κάνει το ξεπέταγμα στις Μόντενα και Κρεμονέζε και να πείσει την Σαμπ να του δώσει ακόμα μία ευκαιρία. Ο Κιέζα μπορούσε να παίξει στα πλάγια, αλλά όσο πιο κοντά στην εστία τον έβαζες, τόσο περισσότερο σκόραρε. Η τελευταία του χρονιά στη Γένοβα ήταν και και η καλύτερη. Βγήκε 3ος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 22 γκολ έχοντας μια εξαιρετική συνεργασία με τον Μαντσίνι, ξεπερνώντας παίκτες όπως ο Μπατιστούτα ή ο Μπίρχοφ, αλλά η Σαμπντόρια έχασε οριακά την έξοδο στην Ευρώπη. Ο Αντσελότι τον έφερε στην Πάρμα, ο Κιέζα ήταν επιτέλους σε μια ομάδα με σπουδαίους παίκτες και την επόμενη τριετία πήρε μια 2η θέση, κέρδισε ένα κύπελλο, ένα Σούπερ Καπ και φυσικά ένα ΟΥΕΦΑ στο οποίο ο Κιέζα βγήκε πρώτος σκόρερ και έβαλε γκολ στον τελικό. Η συνεργασία του με τον Κρέσπο ήταν ιδανική, οι ασίστ και τα γκολ πολλά, ο χαρακτήρας του εξαιρετικός. Ο Φάμπιο Καπέλο τον παρομοίωσε ως συνδυασμό Τζίτζι Ρίβα και Πάολο Ρόσι.

Σέντρα Βερόν, Κρέσπο αφήνει, Κιέζα μπουμπουνίζει στο «Γ»

Στη Φλωρεντία σκέφτηκαν «αφού το κάνει με τον Κρέσπο γιατί όχι και με τον Μπατιστούτα» κι ο Κιέζα άλλαξε και πάλι πόλη.  Δεν έκανε καλό ντεμπούτο στη Φιορεντίνα, χάνοντας συχνά τη θέση του από τον Μιγιάτοβιτς και η πρώτη σεζόν ήταν μέτρια. Ο Μπατιγκόλ όμως θα άφηνε τη Φιορεντίνα για τη Ρώμη κι ο Κιέζα κατέληξε να γίνει ο… μοναχικός λύκος στην επίθεση της Φιορεντίνα. Σε μια Φιορεντίνα σε φθίνουσα πορεία, ο Ρουί Κόστα και ο Κιέζα ήταν τα διαμάντια της ομάδας και ο Ενρίκο σκόραρε 22 φορές στο πρωτάθλημα, ενώ κατέκτησε ακόμα ένα κύπελλο το 2001. Δυστυχώς γι’ αυτόν, τα χρόνια είχαν αρχίσει να περνούν, οι τραυματισμοί που πάντα τον ταλαιπωρούσαν ήταν όλο και πιο συχνοί και παρά την τρομερή του αξία και αναγνώριση, δεν είχε κατακτήσει ένα πρωτάθλημα στα πιο παραγωγικά του χρόνια.

Ο οικονομικός και αγωνιστικός κατήφορος της Φιορεντίνα τον οδήγησε στην Λάτσιο χωρίς όμως να παίξει καλά. Αρκετοί βιάστηκαν να τον θεωρήσουν τελειωμένο, αλλά ο Κιέζα είχε ακόμα να προσφέρει πράγματα στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Στα 33 του γύρισε στην Τοσκάνη, αυτή τη φορά στη Σιένα και παρά τα χρονάκια του συνέχισε να σκοράρει και έγινε κι εκεί αγαπητός. Τις τρεις πρώτες χρονιές του έβαλε διψήφιο αριθμό γκολ και έπαιξε τελικά μέχρι τα 38 του εκεί, είδωλο των ντόπιων οπαδών. Άνθρωπος που αγαπούσε την μπάλα, κρέμασε τα παπούτσια στα 40 του τελικά. Η καριέρα του Κιέζα είχε παραπάνω από 500 παιχνίδια και περίπου 200 γκολ, τόσο με το αριστερό, όσο και με το δεξί και με χειρουργικό τελείωμα, δίχως ανάσα, πολλές φορές σε κάποιο παραθυράκι εστίας, ένα πόδι-διαβήτης.

Κάπου εδώ κανονικά θα τελείωνε το κείμενο, θα αγκαλιαζόμασταν για τα παλιά, θα λέγαμε πόσο χάλια είναι το ιταλικό ποδόσφαιρο πια και όλα καλά. Μόνο που το όνομα Κιέζα δεν ανήκει (μόνο) στο παρελθόν. Ο Φεντερικό Κιέζα, μόλις 20 ετών, προσπαθεί να ξεπεράσει την ταμπέλα του νεποτισμού και να αφήσει το δικό του στίγμα στο ποδόσφαιρο. Μάλιστα προσπαθεί να το κάνει σε μια ομάδα που ο μπαμπάς τίμησε. Στη Φιορεντίνα.

Πρώτη φορά τον είδα στο ματς με τον ΠΑΟΚ για το Γιουρόπα Λιγκ. Άκουσα το όνομα, είδα τις κινήσεις, σκέφτηκα «βρε λες;» και μετά έψαξα και βεβαιώθηκα. Ο Κιέζα τζούνιορ έχει ακόμα να δείξει πολλά, αλλά τα πρώτα δείγματα είναι θετικά. Διεθνής με τις μικρές εθνικές, βρίσκει όλο και περισσότερο χρόνο συμμετοχής στους Βιόλα. Ένα σημαντικό γκολ επί της Γιουβέντους αρχικά χρεώθηκε σε αυτόν, αλλά του το πήραν πίσω μετά τα ριπλέι, το μέλλον όμως του ανήκει. Στο 3-3 με την Τζένοα σκόραρε το δεύτερό του γκολ, στο ίδιο ματς που σκόραρε κι ο γιος Σιμεόνε και μαζί μας έκαναν να νιώσουμε πολύ γέροι.

Στο παιχνίδι της Φιορεντίνα με την ΣΠΑΛ σημείωσε το 2ο γκολ του για τη σεζόν 2017-18 γράφοντας το 3-0 για την ομάδα του. Πιο πολύ ενδιαφέρον έχει η κίνησή του μετά. Ο Φεντερίκο έφυγε για τον πάγκο και πήγε και αγκάλιασε έναν πιτσιρικά, ένα από τα ball boys της Φιορεντίνα. Δεν ήταν όμως κάποιο τυχαίο παιδάκι. Ήταν ο μικρός του αδερφός Λορέντσο, άξιο μέλος κι αυτός της οικογένειας Κιέζα. Οι πιο παλιοί θυμήθηκαν κάτι και άρχισαν να ψάχνουν το αρχείο. Τότε που ο μπαμπάς Ενρίκο φορώντας τη φανέλα της Σιένα είχε αγκαλιάσει ένα άλλο ball boy. Τον μικρό τότε Φεντερίκο. Κι η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται…

Το τέλος του κόσμου κι ο Κάρλος Ρόα

  [4 Σχόλια]

Στη μουσική υπάρχει ο όρος «one hit wonder» για καλλιτέχνες ή μπάντες που έκαναν τρομερή επιτυχία με ένα τραγούδι και μετά το απόλυτο χάος. Από τον… Vanilla Ice και τις 4 Non Blondes μέχρι τους Bombfunk MC’s, η μουσική βιομηχανία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Στο ποδόσφαιρο δεν ξέρω αν υπάρχει αντίστοιχος όρος, άλλωστε με ένα γκολ είναι δύσκολο να κάνεις καριέρα, αλλά έχουμε δει δεκάδες ποδοσφαιριστές να κερδίζουν εντυπώσεις σε μία διοργάνωση ή μία σεζόν, να παίρνουν μια μεταγραφή και μετά να εξαφανίζονται, κινούμενοι στη μετριότητα. Συνήθως όλοι αυτοί (καλλιτέχνες και αθλητές) δεν ήταν μάλλον τόσο καλοί, συνέπεσαν σε μια περίοδο που τους πήγαν όλα καλά, ήταν τυχεροί, πείτε το όπως θέλετε. Ο πρωταγωνιστής της σημερινής μας ιστορίας όμως, είναι μία κατηγορία μόνος του. Γιατί ενώ έχει όλα τα τυπικά προσόντα του «one hit wonder» (έφτασε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα στην κορυφή), στην πραγματικότητα θα μπορούσε να κάνει πολύ πιο σπουδαία πράγματα αν μόνος του δεν κατέστρεφε το μέλλον του. Αυτή είναι η πολύ περίεργη ιστορία του Κάρλος Άνχελ Ρόα, ενός σπουδαίου τερματοφύλακα και ακόμα πιο περίεργου ανθρώπου.

Παρ’ ότι γεννήθηκε στη Σάντε Φε, δεν έπαιξε μπάλα σε κάποια από τις ομάδες της. Φόρεσε τα γάντια του στη Ράσινγκ Κλουμπ, παίρνοντας την πρώτη του συμμετοχή μόλις στα 19 του, όταν ο μεγάλος «Πάτο» Φιλιόλ αποβλήθηκε σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Ρόα έπαιξε μέχρι το 1994 στη Ράσινγκ και κατά τη διάρκεια της καριέρας του εκεί, συνέβη το πρώτο περίεργο. Τον Αύγουστο του 1990 η Ράσινγκ ταξίδεψε στην Αφρική για να κάνει εκεί ορισμένα φιλικά με ομάδες όπως η εθνική Μπενίν, το Τόγκο κι η Μπουρκίνα Φάσο. Ο Κάρλος Ρόα επιστρέφοντας από το Κονγκό εμφάνισε συμπτώματα ελονοσίας κι έφτασε ένα βήμα πριν το θάνατο. Η ασθένεια στην Αργεντινή ήταν πρακτικά άγνωστη και δεν υπήρχαν τα κατάλληλα φάρμακα για να θεραπευθεί, ενώ οι γιατροί που ήξεραν μόνο από τα βιβλία του έδωσαν εξιτήριο πολύ νωρίς. Αποτέλεσμα, ο Ρόα να επιστρέψει σε χειρότερη κατάσταση στο νοσοκομείο κι οι γονείς του αναγκάστηκαν να φέρουν τα φάρμακα από τη Βραζιλία. Ο πρόεδρος της Ράσινγκ δήλωσε ότι Ρόα αρνήθηκε να τα πάρει εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, κάτι που ο Ρόα πάντως το διέψευσε. Έτσι κι αλλιώς όμως, ο ίδιος θεώρησε ότι σώθηκε από θαύμα. Η πίστη του στον Θεό έγινε πολύ πιο έντονη.


«Η κατάκτηση της Αφρικής», τίτλος της εποχής για την τουρνέ στην Αφρική

Ο Ρόα έχασε μια σεζόν περίπου, επέστρεψε βασικός μετά τη φυγή του Γκοϊκοετσέα και τελικά το 1994 πήρε μεταγραφή στη Λανούς, σε μια απόφαση που άλλαξε την καριέρα του. Εκεί συνέπεσε σε μία χρυσή εποχή του συλλόγου, με το νεαρό τότε Έκτορ Ραούλ Κούπερ να κάνει σπουδαία δουλειά και συμπαίκτες καλούς παίκτες όπως ο Αριέλ Ιμπαγάσα και οι Μοράλες και Σούρερ. Όπως φυσικά ξέρουμε, ομάδα του Κούπερ και αυτοκτονία είναι έννοιες συνυφασμένες, ο Ρόα άγγιξε ένα πρωτάθλημα, αλλά το έχασε. Πρόλαβε όμως στη θητεία του να σημειωσει και το πρώτο του γκολ, με πέναλτι απέναντι στο… συνάδελφό του Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ. Το 1997 ο Κούπερ πηγαίνει στη Μαγιόρκα και για να υπογράψει, βάζει όρο στους νησιώτες να πάρουν τον «Λετσούγκα» (παρατσούκλι που σημαίνει μαρούλι, μια που ο Ρόα ήταν vegetarian πολύ πριν γίνει… μόδα,) για να τους βρει ένα χρόνο αργότερα κι ο Ιμπαγκάσα. Το 1997-98 είναι η χρονιά του… wonder για τον Ρόα.

Η νεοφώτιστη Μαγιόρκα του Έκτορ του Ραούλ του Κούπερ, με παίκτες όπως οι Στάνκοβιτς και Βαλερόν, κάνει μια συγκλονιστική σεζόν που τη φέρνει στην 5η θέση του πρωταθλήματος, ενώ φτάνει και στον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι στο Μεστάγια απέναντι στην Μπάρτσα του φαν Χάαλ. Αν αγαπητέ αναγνώστη περιμένεις happy ending σε τελικό με Κούπερ, μάλλον είσαι αισιόδοξος. Η Μαγιόρκα ανοίγει το σκορ στο 6′, ισοφαρίζεται από το Ριβάλντο, μένει με 10 παίκτες αρχικά και στην παράταση με 9. Κι όμως, καταφέρνει και κρατάει το 1-1 πηγαίνοντας το ματς στα πέναλτι.

Ένα βίντεο γεμάτο παιχταράδες (τα πέναλτι ξεκινούν περίπου στο 8.30)

Ο Ρόα αποκρούει τα πέναλτι των Ριβάλντο και Θελάδες και σκοράρει ο ίδιος στο 5ο και κρίσιμο. Στη συνέχεια αποκρούει το 6ο πέναλτι του Λουίς Φίγκο. Τι άλλο να κάνει ο άνθρωπος; Ο Στάνκοβιτς όμως στέλνει την μπάλα άουτ και η διαδικασία συνεχίζεται με την Μπαρσελόνα να κατακτά το κύπελλο χάρη και στον Χεσπ που κάνει τελικά κι αυτός τρεις αποκρούσεις. Η Μαγιόρκα αγγίζει το θαύμα. Ο Ρόα πάντως με την απόδοσή του έχει κερδίσει την κλήση στην εθνική ομάδα για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Πασαρέλα τον προτιμά από τον Χερμάν Μπούργκος και τον Καβαγιέρο και δικαιώνεται. Η Αργεντινή περνάει με τρεις νίκες από τον όμιλό της και ο Κάρλος Ρόα δεν δέχεται κανένα γκολ.

Στη φάση των 16 έχουμε ένα από καλύτερα παιχνίδια σε Μουντιάλ, το περίφημο Αργεντινή-Αγγλία με μερικές ιστορικές φάσεις. Μπατιστούτα-Ζανέτι, Σίρερ-Όουεν σκοράρουν και το παιχνίδι μετά από 120 λεπτά πηγαίνει στα πέναλτι. Ο Πασαρέλα πλησιάζει τον Ρόα και του λέει: «Πρέπει να κερδίσουμε στα πέναλτι, ε» και τον χτυπάει στην πλάτη, σαν να του λέει «κανόνισε να μην περάσουμε και θα δεις». Ο Ρόα νιώθε όλο το βάρος πάνω του, αλλά αν περιμένεις φίλε αναγνώστη καλή κατάληξη για την Αγγλία στα πέναλτι, πάλι κάνεις λάθος. Ο Σίμαν πιάνει το πέναλτι του Κρέσπο, αλλά ο Ρόα είναι σε τρομερή κατάσταση. Αποκρούει τα πέναλτι τόσο του Ινς, όσο και του Μπάτι. Η Αργεντινή παίρνει την πρόκριση κι ο Ρόα γίνεται εθνικός ήρωας, ο νέος Γκοϊκοετσέα. Μπορεί στη συνέχεια η χώρα να πικραίνεται από τον αποκλεισμό στο τέλος από την Ολλανδία (ναι, ο Ρόα είναι ο τερματοφύλακας σε αυτό το γκολ του Μπέργκαμπ), αλλά ο Λετσούγκα θεωρείται πλέον από τους κορυφαίους τερματοφύλακες στον κόσμο.

Η Μαγιόρκα κάνει μια ακόμα εξαιρετική σεζόν και τερματίζει 3η το 1999. Ο Ρόα είναι σταθερά στους διακριθέντες, είναι ο τερματοφύλακας που δέχεται τα λιγότερα γκολ στην Πριμέρα, παίρνοντας το βραβείο Θαμόρα. Είναι ο μόλις τρίτος μη Ισπανός που το κατακτά. Το καλοκαίρι του 1999 ξεκινάει το τέλος του όμως. Ο Σμάιχελ φεύγει από τη Γιουνάιτεντ και ο σερ Άλεξ ψάχνει τον αντικαταστάτη του. Οι Άγγλοι προσφέρουν 10 ολόκληρα εκατομμύρια (τεράστιο ποσό για τα δεδομένα της εποχής) και φυσικά η Μαγιόρκα δεν λέει όχι. Αυτός που λέει όχι όμως είναι ο Ρόα. Ανήκει στην εκκλησία των Ανβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας, μια εκκλησία Προτεσταντών που θεωρούν ότι το Σάββατο είναι η έβδομη ημέρα της εβδομάδας και μάλιστα ιερή. Ο Ρόα λέει ότι δεν μπορεί να πάει στην Αγγλία και να παίζει το Σάββατο κι ότι ήταν κακός Χριστιάνος όταν το έκανε. Λίγο αργότερα αρνείται να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Μαγιόρκα (που ας μην ξεχνάμε ότι είχε κερδίσει τη συμμετοχή της στο Τσάμπιονς Λιγκ) και δηλώνει ότι σταματάει το ποδόσφαιρο (στα 29 του) για να αφοσιωθεί στη θρησκεία του. Πολλοί άνθρωποι του ποδοσφαίρου προσπαθούν να τον μεταπείσουν, ακόμα κι ο προπονητής της εθνικής Χοσέ Πέκερμαν. Αυτός δεν αλλάζει γνώμη.


«Ποτέ δεν ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής και δεν μου λείπει το ποδόσφαιρο. Είμαι χαρούμενος χωρίς το ποδόσφαιρο. Βρίσκομαι σε ψυχική ηρεμία γιατί έβγαλα ένα βάρος από πάνω μου και το έκανα από αγάπη.»
– Κάρλος Ρόα, σε συνέντευξή του στην Ole

Γίνεται όμως ακόμα καλύτερο. Ο Ρόα δεν σταματά απλά το ποδόσφαιρο. Εγκαταλείπει τα εγκόσμια, αφήνει πίσω τα υπάρχοντά του και εξαφανίζεται. Πιστεύει ότι το Μιλένιουμ, σηματοδοτεί και το τέλος του κόσμου ή μάλλον καλύτερα, το τέλος των αμαρτωλών, καθώς υπάρχει η πεποίθηση στη θρησκεία του ότι ο Χριστός θα επιστρέψει στη Γη και μόνο οι σωστοί Χριστιανοί θα γλιτώσουν. Ο Ρόα γίνεται πάστορας κάπου στην εξοχή της Αργεντινής, απομονωμένος μαζί με την οικογένειά του, για να προσευχηθεί και να έρθει κοντά στον Θεό. Τελικά, το 2000 έρχεται, ο κόσμος κι οι υπολογιστές δεν καταστρέφονται και τον Απρίλιο ο Ρόα επιστρέφει στην Ισπανία και την μπαλίτσα, παρά τα όσα έλεγε σε συνέντευξή του. Η Μαγιόρκα τον δέχεται πίσω με αγάπη, αλλά ο Ρόα είναι κάθετος: Δεν θα αγωνίζεται τα Σάββατα, εκτός κι ο αγώνας είναι βραδινός. Μια που η Μαγιόρκα παίζει στους ομίλους, πολλά παιχνίδια της γίνονται Σάββατο, ενώ ήδη αγωνίζεται βασικός ο συμπατριώτης του Λέο Φράνκο.

Ο Ρόα όπως είναι φυσικό γίνεται παγκίτης, καθώς εκτός των άλλων έχει χάσει και τη φόρμα του. Μένει μέχρι το τέλος του συμβολαίου του και στη συνέχεια πηγαίνει στη Σεγόυντα και την Αλμπαθέτε. Εκεί βρίσκει τον εαυτό του, παίζει σε αρκετά παιχνίδια και κερδίζει την άνοδο στην Πριμέρα. Τα πράγματα φαίνονται να επιστρέφουν σε κανονικούς ρυθμούς, αλλά οι περιπέτειες δεν έχουν τελειώσει. Τη σεζόν 2003-04 και ενώ αγωνίζεται βασικός στην Αλμπαθέτε, αρχίζει να έχει πόνους στους κοιλιακούς ή έτσι νομίζει. Αφού οι γιατροί αρχικά δεν βγάζουν άκρη, οι εξετάσεις όμως δείχνουν την άσχημη αλήθεια. Καρκίνος στους όρχεις. Η Ισπανία τελειώνει οριστικά και απότομα. Ο Ρόα κάνει επέμβαση και συνεχίζει με χημειοθεραπείες.

Ο «Λετσούγκα» μένει εκτός δράσης σχεδόν για 2 σεζόν και φυσικά γνωρίζει ότι η καριέρα του έχει τελειώσει. Τουλάχιστον σε υψηλό επίπεδο, καθώς επιστρέφει στην ενεργό δράση με τη φανέλα της Ολίμπο (συναντώντας και τον Ισμαέλ Μπλάνκο). Φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τον παλιό τερματοφύλακα και απλά γράφει το τέλος του στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Μετά το κρέμασμα των γαντιών του, ακολούθησε ως βοηθός του Ματίας Αλμέιδα σε διάφορες ομάδες, μέχρι να γίνει προπονητής τερματοφυλάκων στη Γουαδαλαχάρα. Η ζωή του κι η καριέρα του ήταν γεμάτη μάχες, ποδόσφαιρο, θρησκεία και ασθένειες. Κατάφερε να κερδίσει μόλις ένα Σούπερ Καπ στην Ισπανία (τη… ρεβάνς του τελικού με την Μπαρτσελόνα) και δύο διεθνείς τίτλους στη Λ. Αμερική με Λανούς και Ράσινγκ. Ίσως είναι άδικο να τον πούμε one hit wonder, είχε αρκετές καλές σεζόν συνολικά, αλλά είναι ο άνθρωπος που μέσα σε 2 χρόνια έφτασε απίστευτα ψηλά και προτίμησε να τα παρατήσει όλα. Πάντα αξίζουν σεβασμού όσοι μπορούν να πουν όχι στα χρήματα και στη δόξα για να κάνουν αυτό που θέλουν, αλλά υπάρχει και το ερώτημα αν αυτό το κάτι αξίζει. Ο ίδιος ο Ρόα σε συνεντεύξεις του πάντως δηλώνει ότι δεν μετάνιωσε ποτέ.

Ο Όσκαρ ντε Μάρκος και το Αντί-Λάικ

  [1 Σχόλιο]

Στο Μπιλμπάο οι άνθρωποι είναι περήφανοι για τρία πράγματα: για την κουζίνα τους, για το μουσείο τους και για την Αθλέτικ Μπιλμπάο. Η Αθλέτικ, που ακόμα και σήμερα την μπερδεύουν με την Ατλέτικο, είναι ένας σύλλογος ιδιαίτερα συμπαθής γενικότερα λόγω της (<κλισέ_αλέρτ>) γνωστής ρομαντικής πολιτικής της περί του ποιος έχει δικαίωμα να φορέσει τη φανέλα της (που δεν είναι και τόσο ρομαντική αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο ποστ). Μέσα σε αυτά τα τυχερά από τη γεωγραφία παιδιά είναι και ο Όσκαρ ντε Μάρκος.

Το δεξί μπακ της Αθλέτικ είναι ένας αρκετά καλός παίχτης, που ξεκίνησε από την Αλαβές πριν κάνει το μεγάλο βήμα για το Μπιλμπάο. Η Βασκωνία είναι μια ζόρικη περιοχή γενικά αλλά το Μπιλμπάο είναι μια πόλη στην οποία ο οποιοσδήποτε ζει άνετα, πόσο μάλλον ένας Βάσκος. Ο Όσκαρ ντε Μάρκος από την αρχή που πήγε, πριν καν καθιερωθεί στην ενδεκάδα, έκανε δύο καλούς φίλους στο σύλλογο: τον Ινιάκι Γουΐλιαμς και τον πρέσβη του συλλόγου (υπεύθυνο διεθνών σχέσεων δηλαδή) Κάρλος Γκουρπέγι. Και οι τρεις αυτοί συμμερίζονταν κάτι κοινό, μια διαφορετική, πιο αλληλέγγυα προσέγγιση για τον κόσμο. Και αν για τον Ινιάκι αυτό ήταν σχετικά εμφανές, καθώς μεγάλωσε ως ένα παιδί μαύρων σε μια κοινωνία όπου η καταγωγή, η ράτσα και το αίμα παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο, ή για τον Γκουρπέγι ήταν γνωστό αφού από το 2008 έχει ιδρύσει και προεδρεύει της ΜΚΟ «Ανάπτυξη και Ποδόσφαιρο», για τον Ντε Μάρκος δεν ήταν γνωστό.

Και ούτε θα το μαθαίναμε και ποτέ αν κάποιος από τους ανθρώπους που επισκεπτόταν δεν το έβγαζε δημόσια. Στις 28 Αυγούστου κάποιος από το αντικαρκινικό νοσοκομείο παίδων του Μπιλμπάο έκανε μια ανάρτηση στα σόσιαλ μίντια ρωτώντας αν αυτός που επισκέφθηκε τον πάσχοντα από λευχαιμία οχτάχρονο γιο φίλων του ήταν όντως ο Όσκαρ ντε Μάρκος. Η επιβεβαίωση ήταν άμεση από πάρα πολλούς. Του απάντησαν ότι ο Ντε Μάρκος πάει κάθε βδομάδα στο νοσοκομείο και επισκέπτεται τα παιδιά με καρκίνο. Είναι σταθερά εκεί, μιλάει με τα παιδιά, τους γονείς και τους γιατρούς, πηγαίνει πράγματα της Αθλέτικ Μπιλμπάο σε αυτά, τους κάνει παρέα. Μαζί με την επιβεβαίωση υπήρξε και η σχετική θλίψη για το σπάσιμο της ομερτά.

(Εδώ το ποστ από όπου έγινε γνωστό το περιστατικό)

Ο Ντε Μάρκος πήγαινε χρόνια εκεί κάθε Παρασκευή. Και όχι μόνο εκεί. Έκανε παρέα και έδινε κουράγιο σε παιδιά και γονείς χωρίς να το δημοσιεύσει ποτέ. Οι γιατροί, οι νοσοκόμες, οι γονείς και τα παιδιά δεν το έλεγαν. Στους δικούς μας καιρούς που για κάθε νέο κούρεμα ποδοσφαιριστή βγαίνουν 238 ποστς, 3581 ανακοινώσεις και 5837295 μέμες. Εκεί πήγαινε ένα παιδί του συλλόγου τους, του συμβόλου της πόλης τους και ήταν μυστικό. Από σεβασμό στην κίνηση, από τη χαρά που έδινε, από την απουσία υποχρέωσης. Όλοι έχουμε δει πάρα πολλούς αθλητές να πηγαίνουν μετά από αίτημα πασχόντων παιδιών. Να γνωρίσουν το Σουάρες, τον Μέσι, τον Κριστιάνο, τον Αζάρ, κτλ. Βγάζουν τις αντίστοιχες φωτογραφίες, ανεβαίνουν με λεζάντες «η ανθρώπινη πλευρά του…» και όλα καλά. Επίσης, υπάρχει και το επετειακό της επίσκεψης των Χριστουγέννων των συλλόγων σε παιδικά χωριά, ορφανοτροφεία ή νοσοκομεία. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις σαν τον Όσκαρ ντε Μάρκος.

Ο Όσκαρ ντε Μάρκος δεν είναι μόνο ότι δεν το δημοσίευε τόσα χρόνια, αλλά και μετά το ποστ, που έγινε θέμα σε όλες τις αθλητικές και πολιτικές εφημερίδες, δε βγήκε να πει τίποτα. Είναι κάτι που κάνει από μόνος του και δεν έχει σχέση με την εικόνα του. Όταν τον ρώτησαν σχετικά σε συνέντευξη τύπου, ντρίπλαρε την ερώτηση λέγοντας ότι απαντάει μόνο σε ό,τι έχει σχέση με το ματς. Ο Ντε Μάρκος συμμετέχει ενεργά στη ΜΚΟ του Γκουρπέγι και κάνει ταξίδια στη Λατινική Αμερική, κυρίως στο Περού, προωθώντας το ποδόσφαιρο ως εκπαίδευση και διαφυγή από τα ναρκωτικά και την παρανομία. Επίσης με τον Ινιάκι Γουΐλιαμς ταξιδεύει στην Αφρική, κυρίως στη Γκάνα, για τον ίδιο λόγο. Συμμετέχει και σε πολλές άλλες δράσεις άλλων ομάδων στο ίδιο το Μπιλμπάο.

Αντίθετα όμως με τους δύο του φίλους, που η δράση τους σχετίζεται με προσωπικές εμπειρίες και δεσμούς με τις χώρες όπου δραστηριοποιούνται, ο Όσκαρ ντε Μάρκος δεν έχει καμία καταγωγή από Γκάνα, Περού, Αφρική ή Λατινική Αμερική. Δεν έχει κάποια προσωπική ιστορία με καρκίνο στην οικογένειά του ή στο στενό του κύκλο φίλων που να τον ευαισθητοποίησε ώστε να πηγαίνει να βλέπει τα παιδιά. Διότι ο Όσκαρ ντε Μάρκος γεννήθηκε άνθρωπος και γι αυτό το λόγω δεν έχει καμία ανάγκη να το διαφημίσει για το ζητιανολάικ.

Μέσα στο ναό, έχουν για θεό

  [Καθόλου σχόλια]

Το γήπεδο είναι κάτι ιερό για τον φίλαθλο. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί λογικά η σχέση του με την έδρα του. Είναι το σπίτι του. Και δεν θα διστάσει να τα βάλει με κανέναν για να το προστατεύσει. Και συχνά είναι «ναός» για τη θρησκεία του, την ομάδα του. Τι γίνεται όμως όταν στο ίδιο μέρος υπάρχει και μια άλλη θρησκεία, κανονική αυτή τη φορά, με νομική υπόσταση, που θέλει το δικό της ναό; Η απάντηση ήρθε χθες με τα κωμικοτραγικά που συνέβησαν στη Λίμα του Περού που δεν έχουν προηγούμενο.

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Η Αλιάνζα της Λίμα είναι μία από τις μεγαλύτερες ομάδες στο Περού, η 2η σε τίτλους στη χώρα. Από το 1974 αγωνίζεται στο ομώνυμό γήπεδό της που από το 2000 έχει μετονομαστεί σε Εστάδιο Αλεχάντρο Βιγιανουέβα. Τίποτα το περίεργο μέχρι εδώ. Ο σύλλογος όμως πρόσφατα πέρασε δύσκολες καταστάσεις οικονομικά και έφτασε να έχει περάσει ουσιαστικά στα χέρια των πιστωτών του. Έτσι, βγήκαν κάποιες φήμες ότι μέσα σε όλα αυτά, μπορεί το στάδιο να πουληθεί. Η τότε διοίκηση το διέψευσε, αλλά οι πιστωτές θα μπορούσαν κάλλιστα να το κάνουν.

Με τούτα και με εκείνα, η Αλιάνζα άλλαξε διοίκηση. Εμφανίστηκε όμως ένας από τους ενδιαφερόμενους να δηλώνει ότι μέρος της έκτασης που βρίσκεται στο γήπεδο ανήκει σε αυτόν. Ήταν ο πάστορας Αλμπέρτο Σαντάνα, των ευαγγελιστών της «Υψηλής Αίθουσας» (η δική μου ελεύθερη μετάφραση). Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η εκκλησία του, που αριθμεί αρκετά μέλη σε όλη τη χώρα, αγόρασε την έκταση δίνοντας 600 χιλιάδες δολάρια. Η κατάσταση παρέμεινε έτσι για αρκετό καιρό, με την Αλιάνζα να υποστηρίζει ότι δεν έχει γίνει καμιά αγοραπωλησία.

Ο πάστορας δήλωσε σχετικά: «Αγοράσαμε την έκταση. Ο Θεός το επέλεξε, όχι εγώ. Είναι μια τιμή για την Αλιάνζα. Θα χτίσουμε εκεί μία εκκλησία». Το θέμα είχε μείνει κυρίως στα λόγια για καιρό, με τις δυο πλευρές να βάζουν δικηγόρους και να καταφεύγουν στη δικαιοσύνη. Μέχρι που χθες έγινε το κακό, αφού οι ευαγγελιστές είπαν να πάρουν το… θέλημα του Θεού στα χέρια τους. Περίπου 1500 πιστοί της εκκλησίας (ανάλογα με τα ρεπορτάζ τα νούμερα παίζουν), φορώντας κίτρινα κράνη εργοταξίου και τα ίδια μπλουζάκια πήγαν στις εγκαταστάσεις τα χαράματα.  Εκεί κρατώντας βίβλους και τραγουδώντας «ο Χριστός ζει» έσβησαν το έμβλημα της Αλιάνζα και το όνομά της και ξεκίνησαν να βάφουν τις εικόνες των θρύλων του συλλόγου που βρίσκονται στον περιβάλλοντα χώρο. Παράλληλα, κρεμούσαν τα δικά τους μηνύματα και φρόντισαν να αποκλειστούν τοποθετώντας ξύλινες τάβλες και λουκέτα στις εισόδους.

Η έγκυρη ρεπόρτερ του πρωινάδικου παρούσα όσο οι ευαγγελιστές κάνουν… μερεμέτια

Τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και σόκαραν τον κόσμο της ομάδας. Αν και η διοίκηση της Αλιάνζα είχε βγάλει ανακοίνωση για να είναι ψύχραιμοι οι οπαδοί, μόλις έγινε γνωστό το θέμα πολλοί έφυγαν αμέσως για το στάδιο. Η αστυνομία υπήρχε ήδη και έτσι αρχικά συγκεντρώθηκαν απ’ έξω, έξαλλοι για τα όσα γίνονταν. Στη συνέχεια όμως, κουβαλώντας διάφορα σύνεργα, έσπασαν το… τείχος που είχαν στήσει οι ευαγγελιστές και άρχισαν οι ομορφιές. Ιστορίες γραφικότητας με οπαδούς και πιστούς να κυνηγιούνται.

Χαμός…

Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι τραγικά, ευτυχώς όμως είχαμε συγκριτικά λίγους τραυματίες μέχρι να επέμβει η αστυνομία με δακρυγόνα και το θέμα να λήξει. Να λήξει φυσικά προσωρινά. Οι οπαδοί που κέρδισαν πίσω το χώρο, άρχισαν να βγάζουν τις μπογιές των ευαγγελιστών και το όνομα της Αλιάνζα εμφανίστηκε ξανά. Το αν ήταν απλά μία μάχη κερδισμένη θα φανεί στο μέλλον, καθώς οι ευαγγελιστές έχουν παρουσιάσει χαρτιά σύμφωνα με τα οποία αγόρασαν δύο εκτάσεις που περιλαμβάνουν εκτός από το πάρκινγκ και κάποια εξωτερικά προπονητικά γήπεδα. Ο δικηγόρος της εκκλησίας Σάντρο Μπαλμπίν ήταν κάθετος: «Εδώ είναι το σπίτι του Θεού. Έχουμε όλα τα έγγραφα, είμαστε οι ιδιοκτήτες».

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η αγαπημένη μας Σούπερ Λίγκα ή αλλιώς: Τι είναι η Σούπερ Λίγκα

  [8 Σχόλια]

Κατ’ αρχάς να σας πω πώς, απεχθάνομαι αυτή τη νέα διοργάνωση, την UEFA Nations League. Μου μοιάζει εκνευριστική και αρκετά μπερδεμένη. Κάτι σαν εκείνη την κοπέλα που είχες στα 15. Εκείνη που ήθελε να σε χωρίσει επειδή είχε ερωτευθεί τον Μάκη με το GLX αλλά τελικά τα έφτιαξε με τον Χρήστο που είχε Vespa. Χωρίς φυσικά να σε χωρίσει. Είχες και εσύ μηχανάκι άλλωστε. Βέβαια υπάρχει κι άλλος λόγος γι’ αυτή την απέχθεια. Το διάλειμμα από τα εγχώρια πρωταθλήματα, πάνω που οι περισσότερες ομάδες είχαν αρχίσει να βρίσκουν πατήματα και ρυθμό. Αυτό συνέβη, εννοείται, και με την σπουδαιότερη λίγκα του πλανήτη. Την δική μας Σούπερ Λίγκα. Μετά από δύο μαγικές -και άκρως απολαυστικές- αγωνιστικές.

Την προηγούμενη Κυριακή, που λέτε, έχω επιστρέψει σπίτι μετά από ένα καφέ (που τον ακολούθησαν μπύρες) και έχω ξαπλώσει στο κρεβάτι μου. Βαριέμαι οικτρά και κάνω ζάπινγκ. Πέφτω πάνω σε μια εκπομπή της ΕΡΤ με τίτλο Αθλητική Κυριακή και για μια στιγμή παγώνω. ‘Δεν είναι δυνατόν’ σκέφτηκα. Η εκπομπή υπάρχει ακόμα, χωρίς τον ‘Πουρούπουπού’ και το νυσταγμένο βλέμμα της Άννας Καραμανλή, αλλά υπάρχει. Σε ένα μεγάλο τραπέζι κάθονται οι δύο ίδιοι τύποι που κάθονταν -στο ίδιο ακριβώς τραπέζι- και στην εκπομπή για το Μουντιάλ, και τα λένε μια χαρά, είναι η αλήθεια. Ο πρώτος, σοβαρός και μυστηριώδης, ίδιος ο Ίαν Μακ Σέιν στην αριστουργηματική σειρά American Gods, και ο δεύτερος πιο Ποπ και χαλαρός, λες και βγήκε από το κορυφαίο Μπάρι Λίντον του Κιούμπρικ. Σωστός Δανδής. Καλεσμένος τους σε εκείνη την εκπομπή ήταν ο Άγγελος ο Αναστασιάδης. Πιο ακούρευτος από ποτέ, να εξηγεί -με το πάντα γλαφυρό του ύφος- το σύστημα του Άρη, στην μεγάλη νίκη επί της Λαμίας του Μπάμπη του Τεννέ. Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό δεν μπορούσα με τίποτα να αλλάξω κανάλι.

Για μια στιγμή μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες του Γιόχαν Κρόιφ να εξηγεί σε κάτι Ολλανδούς πανελίστες το σύστημα-διαμάντι που έπαιζε η Ολλανδία του Ρίνους Μίχελς στα 70s. ‘Θα φταίνε οι μπύρες’ σκέφτομαι και συνεχίζω να παρακολουθώ μαγεμένος την θαμπή εικόνα της ΕΡΤ. Την παράσταση -τουλάχιστον στα δικά μου μάτια- θα κλέψει το ξεθωριασμένο και ασιδέρωτο, polo, μπλουζάκι του Αναστασιάδη. Αυτό ήταν πάνω από όλες τις αναλύσεις και το μαγευτικό θέαμα του 32λέπτου ρεπορτάζ για τη νίκη του Άρη. ‘Αυτή είναι η Σούπερ Λίγκα μας’ θα σκεφτώ χαμογελώντας και θα περιμένω, αν και με τσακίζει η αϋπνία, να δω και το ρεπορτάζ του ΟΣΦΠ, για να κοιμηθώ. Μου έχει λείψει άλλωστε αρκετά και ο κυρ-Σάββας. Έχω να τον απολαύσω από πέρσι και με αυτά τα πράγματα δεν παίζεις.

Aν βρισκόμουν ποτέ μπροστά σε κοινό, πίσω από κάποιο μικρόφωνο, και με απειλούσαν να εξηγήσω, με δικά μου λόγια, τι είναι η Σούπερ Λίγκα, λογικά, θα έβγαζα ένα λόγο γεμάτο αλληγορίες και παραδείγματα, σαν αυτόν που θα διαβάσετε παρακάτω. Δεν θα μιλούσα ποδοσφαιρικά. Δεν θα  τολμούσα να μιλήσω για ποδόσφαιρο. Άλλωστε δεν πρέπει να μιλάς και πολύ για κανονικό ποδόσφαιρο, για να γίνεις κατανοητός, στην Ελλάδα. Θα έπαιρνα μια βαθιά ανάσα, ως άλλος Τζόρτζ Κάμπελ Σκοτ στο Patton, και θα τους έλεγα ‘Η Σούπερ Λίγκα είναι…»:

  • Εκείνη η γκόμενα που πήγες μαζί της στην Ικαρία και μείνατε στην ίδια σκηνή. Η ίδια, που μετά το δεύτερο βράδυ, σου είπε να φύγεις επειδή ‘Tης χαλάς το Τσάκρα’ χωρίς να νοιαστεί που εσύ δεν είχες δική σου σκηνή και δεν σου περίσσευαν χρήματα για να νοικιάσεις δωμάτιο.

  • Η ματσάρα Λίβερπουλ – Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που έβλεπες στο σπίτι με δύο κολλητούς, και στο 36ο λεπτό κόπηκε το ρεύμα και ήταν εποχές που δεν υπήρχαν smartphones.
  • Ο Ευτύχης Μπλέτσας να τραγουδά και να παίζει κιθάρα, σε παραλία της Σάμου, δίπλα από ένα γκουρμέ πιάτο με ρεβίθια.
  • O κλαρινογαμπρός που φοράει μπλούζα Τhe Rolling Stones στα μπουζούκια, και θα σου πει στα ξαφνικά την ατάκα που σιχαίνεσαι περισσότερο κι απ’ τα Ηπειρώτικα. Εκείνο το ‘έλα μωρέ όλοι ακούγαμε ροκ και μέταλ στο σχολείο. Μεγάλωσα τώρα, ακούω μπουζουκάκι’.
  • Είναι το δεξί πόδι του Βασίλη Τσιάρτα και ο Γιώργος Ανατολάκης να προσπαθεί να συνδυάσει 2-3 λέξεις, σε μια πρόταση, μπας και γίνει κατανοητός στα έδρανα της Βουλής.
  • Είναι σαν να βλέπεις Monty Python ή Γούντι Άλεν, στον ANT1, και στο πρώτο διάλειμμα να βάζουν διαφήμιση της τελευταίας επιθεώρησης του Μάρκου Σεφερλή.

  • Είναι το σκασμένο λάστιχο που βρήκες στο ποδήλατό σου ενώ ετοιμαζόσουν να πας να πάρεις το κορίτσι σου για μια ρομαντική βόλτα με θέα το ηλιοβασίλεμα. Κάπως έτσι το instagram έχασε μια καλλιτεχνική φωτογραφία και εσύ καμιά εκατοστή likes.
  • Είναι εκείνος ο σπαστικός, nerd συμμαθητής που σε κάρφωσε κάποτε στην γεροντοκόρη δασκάλα στο Δημοτικό και μετά αυτή έβγαλε τα απωθημένα της πάνω σου: ‘Ο Γαργαντούας το έκανε με τον Ραμόν. Τους βοήθησε και ο Ιλαίθ. Ο Ντουένδες έκανε κοπάνα Κυρία και ο Κον_Aν τραμπούκιζε κάτι Παναθηναϊκούς στις τουαλέτες μετά το 73-38’.
  • Είναι το St. Anger στην συνολική δισκογραφία των Metallica ή, ακόμα χειρότερα, μια συναυλία του Πάνου Μουζουράκη που σε πήγαν με το ζόρι.
  • Είναι ο τύπος που βάζει να δει ταινία του Σμαραγδή, αφού έχει δει νωρίτερα το Nostalghia του Ταρκόφσκι. Να σημειώσω, πόσο πολύ αγαπώ το παρακάτω βίντεο:

  • Είναι εκείνο το 50εύρω που έχασες, στο τέλος του μήνα, μπροστά στο περίπτερο, ενώ έψαχνες στην τσέπη σου για ψιλά για να πληρώσεις μια τσίχλα.
  • Είναι ο Γιώργος Γεωργίου, με σμόκιν, στο ίδιο πάνελ Κριτικής Επιτροπής, με τον Άγγελο Πυριόχο, τον Τρύφωνα Σαμαρά και τον Φωκά Ευαγγελινό. Να βαθμολογεί καπνίζοντας, έργα του Γιούρι Γκριγκαρόβιτς εκτελεσμένα (στα δύο μέτρα) από ερασιτέχνες χορευτές.
  • Έχεις δει εκείνο τον απερίγραπτο τύπο που πετάει τον καφέ του απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου; Ο ίδιος που θα σου κλέψει ύπουλα την σειρά στην Τράπεζα; Ο ίδιος που με διάφορες απατεωνιές βρίσκει συνεχώς λεφτά από διάφορα προγράμματα και τα τρώει στα καφενεία; Αυτός είναι η Σούπερ Λίγκα.
  • Είναι αυτός ο τύπος ανθρώπου που συστήνεται ως Άκης, και είναι τόσο αδιάφορος όσο τ’ όνομά του. Κανένας δεν ξέρει πως τον λένε πραγματικά και κανένας δεν ρώτησε να το μάθει και ποτέ.
  • Είναι ο Κούλης με τη φανέλα της Τότεναμ. Ο βασικός λόγος επίσης που η ομάδα του Ποκετίνο δεν πρόκειται ποτέ να πάρει καμία κούπα.

  • Είναι ένα αστείο του Σίλα, μια παγωμένη Δευτέρα, χωρίς καλοριφέρ, ενώ βλέπεις ΣΚΑΙ, κουκουλωμένος με συνάχι και πυρετό.
  • Είναι η τάπα του Βράνκοβιτς στον Μοντέρο στο Παρίσι ενώ εσύ υποστήριζες Ολυμπιακό και το πεταχτάρι του Πρίντεζη στην Πόλη ενώ υποστήριζες Παναθηναϊκό.
  • Είναι τότε που πήγες να δεις τους White Stripes, γεμάτος ενθουσιασμό, όταν είχαν βγάλει το Elephant, και όχι μόνο συναυλία δεν έγινε, αλλά παραλίγο να γκρεμιστεί το σύμπαν.
  • Είναι εκείνο το κάκιστο βιβλίο που δεν τελείωσες ποτέ, και αυτός/ή που σου το χάρισε σε ρώτησε πως σου φάνηκε το τέλος του, μια μέρα που βρεθήκατε μόνοι σας για καφέ.
  • Είναι η μοναδική σωστή κάθετη μπαλιά του Σάκη του Πρίττα στο Χαριλάου. Η μοναδική σωστή σέντρα του Βύντρα στη Λεωφόρο και η μοναδική κόκκινη κάρτα που πήρε παίκτης του ΟΣΦΠ στο Γεώργιος Καραϊσκάκης.
  • Είναι το ‘τελειωμένο’ γήπεδο της ΑΕΚ και οι ‘πανάκριβες’ μεταγραφές του ‘Τίγρη’.
  • Είναι αυτό το λυπηρό tweet.
  • Το 3 on 3 που έχασες, ενώ κέρδιζες 20-0, ένα απόγευμα Δευτέρας με καύσωνα, με τρίποντο από τα 10 μέτρα, και ενώ περίμενε άλλη τριάδα για να παίξει με τους νικητές.
  • Η Σούπερ Λίγκα είναι το ρεφρέν αυτού του τραγουδιού:

Η Σούπερ Λίγκα είναι η πιο ένοχη απόλαυση. Σαν εκείνη την βάφλα που έφαγες ενώ βρισκόσουν σε αυστηρή δίαιτα. Η απόλυτη ποδοσφαιρική μιζέρια. Εκείνη η βλακεία που κάνεις ξανά, και ξανά, και ξανά και πάντα βρίζεις τον εαυτό σου γι’ αυτό. H 15η σεζόν του Keeping Up with the Kardashians που χαζεύεις καμιά φορά και, μεταξύ μας, ντρέπεσαι γι’ αυτό. Τα αίσχη της Ριζούπολης. Οι αναλύσεις του Αλέφαντου για τον Χάπελ. Το καφριλίκι σε όλα τα επίπεδα. Όλες εκείνες οι βουτιές που έγιναν πέναλτι επειδή έτσι έπρεπε. Το σπασμένο λεωφορείο στην δεύτερη εκδρομή που πήγες κάποτε, με οργανωμένους, και ήσουν ανήλικος. Το καφέ δερμάτινο τζάκετ του Σάντος και τα -δίκαια- καντήλια του Μαλεζάνι σε εκείνη την επική συνέντευξη Τύπου. Τα νεύρα με τον εαυτό σου, όταν βλέπεις ποδοσφαιριστές να μην γνωρίζουν ούτε τα βασικά, και όμως να έχουν συμβόλαια. Η Σούπερ Λίγκα είναι το πρωτάθλημα που μας αξίζει, και όσο κι αν ξέρουμε πως ουσιαστικά δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει, δεν μπορούμε να γλιτώσουμε από δαύτη και πάντα θα της ρίχνουμε τις ματιές μας, είτε γελώντας είτε βρίζοντας, μιας και κατά βάθος γνωρίζουμε πως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτή.

Η σκυλίτσα βοηθός προπονητή

  [5 Σχόλια]

Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο η ανάγκη του προπονητή να έχει ένα καλό βοηθό είναι τεράστια. Για να προσέχει τα πάντα, να του κάνει τη ζωή πιο εύκολη, ενίοτε να τον ξυπνάει και να κάνει καμία αλλαγή (όπως λέμε από τις εξέδρες). Και κυρίως, να είναι πιστός στον κόουτς. Στην περίπτωση της ομάδας «2 Μαΐου» της Παραγουάης πήγαμε ένα βήμα παραπάνω. (Παρένθεση κι επεξήγηση: Η ομάδα «2 Μαΐου ιδρύθηκε στις… 6 Δεκεμβρίου του 1935 από βετεράνους ενός από τους σκληρότερους πολέμους της Λ. Αμερικής. Αυτού μεταξύ Βολιβίας και Παραγουάης. Οι βετεράνοι του πολέμου ίδρυσαν το σύλλογο και του έδωσαν το όνομα από το σύνταγμα του πεζικού στο οποίο υπηρέτησαν, αυτό της 2ας Μαΐου.)

Ο σύλλογος δίνει τη μάχη του για να ανέβει στην Α’ εθνική της χώρας και κόουτς είναι ο Κάρλος Χάρα Σαγιέρ, ένας σημαντικός προπονητής με αρκετές επιτυχίες στις μικρές ομάδες της χώρας. Κάποιοι (ανάμεσά τους κι εγώ) έχει τύχει να τον δούμε και από κοντά, όταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 ήταν προπονητής της εθνικής Παραγουάης του τεράστιου Κάρλος Γκαμάρα οδηγώντας τη στο ασημένιο μετάλλιο. Εδώ και μερικούς μήνες είναι κόουτς στην ομάδα από την πόλη Πέδρο Χουάν Καμπαγιέρο (ναι, έτσι τη λένε). Η ιστορία θα ήταν απολύτως βαρετή και δεν θα μας απασχολούσε αν πριν λίγο καιρό ο Κάρλος δεν έβλεπε ένα σκυλάκι, τη 10χρονη Τεσαπάρα, ένα αδέσποτο που τριγυρίζει στην περιοχή, να τον πλησιάζει. Ο (σχετικά τροφαντός) Κάρλος αποφάσισε να της δώσει λίγη από την εμπανάδα (ότι πιο κοντινό στην τυρόπιτα κουρού υπάρχει στη Λ. Αμερική) που έτρωγε.


Η Τεσαπάρα δεν τεμπελιάζει. Προπονείται μαζί με τους παίκτες και κάνει τις ασκήσεις.

Ήταν σαν να υπέγραψαν συμβόλαιο. Από εκείνη την ημέρα η Τεσαπάρα αποφάσισε πως έπρεπε να ξεπληρώσει αυτή την τεράστια κίνηση (ας μην κάνω σύγκριση μεταξύ σκυλιών και γατιών). Υποδέχεται κάθε πρωί τον Σαγιέρ όταν πιάνει δουλειά και το βράδυ μένει και κοιμάται φυλώντας τις εγκαταστάσεις. «Το πρωί είναι φιλική, μένει δίπλα μου συνέχεια, αλλά αφήνει να τη χαϊδεύουν όλοι. Ήρεμη και γλυκιά. Το βράδυ γίνεται φύλακας και αγριεύει σε όποιον πλησιάζει», λέει ο κόουτς για τη σκυλίτσα που έχει πάρει πολύ σοβαρά το ρόλο του φύλακα. Η Τεσαπάρα συνοδεύει παντού τον προστάτη της. Στα γραφεία, στα αποδυτήρια, στις προπονήσεις και φυσικά στους αγώνες όταν ο διαιτητής την αφήνει. Αλλιώς πηγαίνει στην εξέδρα και βλέπει από εκεί το ματς.


Παρούσα στη συνέντευξη, μήπως ο ρεπόρτερ κάνει προβοκατόρικη ερώτηση

Είναι πολύ χρήσιμη ειδικά όταν ο διαιτητής θέλει να κάνει παρατήρηση στον Σεγιάρ κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, καθώς αγριεύει. Δίπλα στον Σεγιάρ πάντως δεν κάνει κίνηση να μπει μέσα, όταν το κοράκι την αφήνει να «κάτσει» στον πάγκο. Έχει μάθει και βρίσκεται εκτός της γραμμής (και όπως βλέπουμε στην 1η φωτογραφία μέσα στο χώρο του κόουτς). Η Τεσαπάρα όπως είναι φυσικό, έγινε το σύμβολο του συλλόγου. Στα αποδυτήρια πανηγυρίζει μαζί με τους παίκτες μετά από νίκες. Το όνομά της έχει βγει από τα μάτια της που αλλάζουν χρώμα κατά τη διάρκεια της ημέρας σύμφωνα με τους ανθρώπους του συλλόγου. Το πρωί είναι τόσο ανοιχτά γαλάζια που ο Σεγιάρ στην αρχή νόμιζε ότι ήταν τυφλή. Καθώς πέφτει το φως το χρώμα τους αλλάζει.


Το κοράκι δεν την άφησε να κάτσει στον πάγκο στο συγκεκριμένο ματς, αλλά αυτή έτοιμη από τις εξέδρες να πει στον κόουτς ότι πρέπει να το γυρίσει σε 4-3-3

Ο Σεγιάρ την έχει αγαπήσει και φυσικά το ίδιο ισχύει και για όλους τους οπαδούς της ομάδας. Όπως λέει κι ο ίδιος, «Έχω και στο σπίτι ένα σκυλί. Είναι κουταβάκι και είναι κακομαθημένο. Είναι όμως μέλος της οικογένειας.» Κάτι αντίστοιχο με την Τεσαπάρα, που έγινε μέλος της οικογένειας της «2 Μαΐου».

Ντρίμπλες, μαγικά και αλκοόλ: η καριέρα και η ζωή του Ορέστε Κορμπάτα

  [1 Σχόλιο]

Αν κάποιος έχει την τύχη να επισκεφτεί ένα από τα πιο ιστορικά γήπεδα του κόσμου, το Ελ Σιλίντρο, την έδρα της Ράσινγκ Κλουμπ θα δει ότι ο ένας δρόμος δίπλα του μετονομάστηκε σε οδό Ντιέγκο Μιλίτο. Αν τύχει και πάει από την αντίθετη πλευρά του γηπέδου θα βρει ένα άλλο δρομάκι, πιο στενό, πετρόστρωτο, με χαμόσπιτα κι αρκετά πιο βρώμικο. Το δρομάκι Ορέστε Κορμπάτα. Βγαλμένο από έναν από τους σπουδαιότερους παίκτες της Ράσινγκ και της Αργεντινής, ένα ατελείωτο ταλέντο, αλλά και έναν άνθρωπο με θλιβερή ζωή και θάνατο, γνήσιο εκπρόσωπο ενός ποδοσφαίρου που δεν υπάρχει πια.

Ο Κορμπάτα γεννήθηκε στο Ντερό, λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες κι όταν έχασε τον πατέρα του μόλις στα πέντε του μετακόμισε στη Λα Πλάτα με την μητέρα του και τα επτά αδέρφια του. Όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, δούλευε κι αυτός από το πρωί, κάνοντας ότι μπορεί, για να φέρει κάποιο εισόδημα στο πάμφτωχο σπιτικό του που δεν είχε καν πόρτα. Ο Ορέστε ξυπόλητος τριγύριζε στο δρόμο με τυλιγμένα σκόρδα στο λαιμό του, όχι για να μην τον ματιάσουν, αλλά για να τα πουλήσει μαζί με φρούτα και ό,τι άλλο μπορούσε να βρει. Η μητέρα του Ισαμπέλ ήταν πλύστρα και καθαρίστρια. Ο μικρός, όταν δεν έβγαζε το ψωμί του, ήταν πάντα ξυποληταρία, μέσα στις λάσπες να παίζει μπάλα. Στο σχολείο πήγε μέχρι 2α δημοτικού, δεν το τελείωσε ποτέ, όχι τόσο γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν είχε χρόνο με τις δουλειές που έκανε το πρωί. Ποτέ δεν έμαθε να γράφει ή να διαβάζει κι αυτό τον στοίχειωσε.

Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην Εστουδιάντες και το 1955 πηγαίνει στη Ράσινγκ Κλουμπ. Στην πόρτα των ακαδημιών τον ρωτάνε πού είναι η βαλίτσα του. Εκείνος με αφοπλιστική ειλικρίνεια απαντάει: «Ποια βαλίτσα;» Όλα τα υπάρχοντά του είναι τα ρούχα που φοράει. Περπατάει στην οδό Μότσαρτ (κάθετη στο δρόμο που χρόνια αργότερα θα πάρει το όνομά του) και ξεκινά μια ιστορία αγάπης με την «Ακαδημία».

Ο Κορμπάτα δεν εντυπωσιάζει κανέναν με την εξωτερική του εμφάνιση. Είναι κοντούλης, ατημέλητος και αδύνατος σε σημείο υποσιτισμού. Όταν παίρνει την μπάλα όμως, όλα αλλάζουν. Παίζει δεξί εξτρέμ κι αυτός είναι κι ο τίτλος του βιβλίου του Αλεχάντρο Γουόλ: «Corbatta, El Wing» από το οποίο προέρχονται αρκετές από τις πληροφορίες του κειμένου. Ο Κορμπάτα είναι ταχύτατος, εξαιρετικός ντριμπλέρ, ξεσηκώνει το κοινό με τις προσπάθειές του, αλλά και με ιδιαίτερη τεχνική, καθώς ήξερε ακριβώς πώς να χτυπάει την μπάλα για να τη στείλει συστημένη στην καρδιά της περιοχής. Έπαιζε πάντα με κατεβασμένες κάλτσες, χωρίς επικαλαμίδες, με το μαλλί να ανεμίζει, το πρόσωπο συχνά λασπωμένο κι ένα πονηρό χαμόγελο. Γρήγορα έγινε ο «Λόκο» των οπαδών και ο κόσμος άρχισε να μιλά γι’ αυτόν. Το δεύτερο παρατσούκλι του ήταν «ο Αρλεκίνος».

Ελάχιστα πλάνα υπάρχουν από την καριέρα του δυστυχώς

Οι ιστορίες πολλές. Όπως τότε που άρχισε να τρέχει προς την εστία της Ράσινγκ, μέχρι να καταλάβει ότι απέναντί του ήταν ο δικός του τερματοφύλακας. Οι αντίπαλοι επιθετικοί ήρθαν πάνω του, εκείνος τους ντρίμπλαρε και έκανε κούρσα προς τη σωστή περιοχή. Ή όταν τον μάρκαρε ασφυκτικά ο Σιλβέιρα σε ένα ντέρμπι με την Ιντεπεντιέντε. Ο Κορμπάτα για να ξεφύγει βγήκε εκτός γραμμής, πήγε πίσω από τους αστυνομικούς, κρύφτηκε για λίγο εκεί και βγήκε από την άλλη. Αλλά από όσες ιστορίες κυκλοφορούν, δύο είναι κατ’ εμέ οι κορυφαίες. Μία για το παιχνίδι του και η άλλη για τον χαρακτήρα του. Η πρώτη έγινε σε ένα «φιλικό» (με πολλά εισαγωγικά) απέναντι στην Ουρουγουάη. Ο 21 ετών μόλις Κορμπάτα αποφάσισε να κάνει χαζό τον σέντερ μπακ της Ουρουγουάης Χοσέ «Πέπε» Σασία με το παρατσούκλι «ο Σκληρός». Μόνο από αυτό ανατριχιάζεις, αν σκεφτείς ότι ο Κορμπάτα ήταν 1.65 και 62 κιλά κι ο Πέπε κοντά στο 1.81. Η φάση θύμιζε κάτι από Βέγγο και Τρύφωνα. Ο Ορέστε όμως είχε άγνοια κινδύνου. Έκανε ένα σομπρέρο και πέρασε τον Σασία. Στη συνέχεια σταμάτησε και τον περίμενε. Ο Σασία ξαναήρθε πάνω του, ο Κορμπάτα του έκανε ένα τούνελ (ή γέφυρα όπως το λένε εκεί) με την μπάλα και έφυγε και πάλι λίγο πιο μπροστά. Εκεί κοντοστάθηκε, με την πλάτη του προς τον Σασία. Ο Ουρουγουανός πλησίασε ξανά και αυτή τη φορά ο Κορμπάτα του έκανε ακόμα ένα τούνελ, με πλάτη και χωρίς να βλέπει. Ο Σασία φυσικά είχε φουντώσει και περίμενε την εκδίκησή του. Λίγο αργότερα, ένας συμπαίκτης του έριξε τον Κορμπάτα στο έδαφος. Ο Σασία πλησίασε κάνοντας ότι θέλει να δει τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και του έχωσε μια μεγαλοπρεπή μπουνιά στο πρόσωπο. Ο Κορμπάτα έχασε δύο μπροστινά δόντια, τα οποία φυσικά δεν αναπλήρωσε ποτέ.


Το κενό στα δόντια του Κορμπάτα (που έμοιαζε και αρκετά με το Μανόλο Χιμένεθ)
Πηγή: Ντοκιμαντέρ «El Arlequin»

Ο Κορμπάτα όμως δεν ήταν κάποιος που λόγω κακίας ήθελε να εξευτελίζει τους αντιπάλους. Απλά λάτρευε το παιχνίδι, το σόου και το θέαμα. Για να καταλάβουμε τι παλικάρι ήταν, θα αναφέρουμε και μία δεύτερη ιστορία. Εκείνα τα χρόνια το trash talking ήταν στα φόρτε του στη Λ. Αμερική. Σε ένα ματς με τη Ρίβερ τον μάρκαρε ο Φεντερίκο Βάιρο. Μόλις τον πλησίασε, ο Κορμπάτα τον ρώτησε: «τι κάνει η μάνα σου;». Ο Βάιρο στράβωσε. Ο Κορμπάτα επέμεινε: «η αδερφή σου είναι καλά;». «Σκάσε και παίζε» απάντησε ο Βάιρο και για τα υπόλοιπα 90 λεπτά τον πελεκούσε όπου τον έβρισκε (κι όταν τον προλάβαινε). Ο Κορμπάτα δεν αντέδρασε σε κανένα χτύπημα. Μετά το τέλος του παιχνιδιού, ο Βάιρο είδε έκπληκτος τον Κορμπάτα να έρχεται στα αποδυτήρια της Ρίβερ. Η πρώτη σκέψη ήταν ότι ήρθε για… καβγά. Ο Κορμπάτα όμως απλά ήρθε να του πει να βγουν βόλτα μαζί. Οι ερωτήσεις για την μαμά και την αδερφή του Βάιρο δεν ήταν προσβολές. Ήταν κανονικό ενδιαφέρον, ήθελε απλά να κάνει κουβέντα.

Παίζει για 7 χρόνια στη Ράσινγκ, φοράει το 7 και σκοράρει 7 φορές σε ντέρμπι με την Ιντεπεντιέντε. Αν τα μαγικά του δεν αρκούν, αυτά τα γκολ τον κάνουν ίνδαλμα στον κόσμο. Συνολικά βάζει 72 γκολ και δίνει πολλές ασίστ. Σπεσιαλίστας στα πέναλτι, έχασε ελάχιστα στην καριέρα του. Κάποτε έβαλε στοίχημα με τον τεράστιο τερματοφύλακα της εποχής Αμαντέο Καρίσο. Αν ο Καρίσο απέκρουε 10 από τα 50 πέναλτι θα κέρδιζε. Ο Κορμπάτα του έβαλε τα 49 και το ένα το έστειλε στο δοκάρι. Στη Ράσινγκ κερδίζει δύο πρωταθλήματα Αργεντινής, ενώ στα 20 του μόλις καλείται στην εθνική.

Το 1957 κατακτά το Καμπεονάτο Σουνταμερικάνο (όπως λεγόταν τότε το Κόπα Αμέρικα) με μια από τις καλύτερες ομάδες που είχε ποτέ η Αργεντινή. Σε 6 ματς η αλμπισελέστε σκοράρει 25 φορές, κερδίζοντας μάλιστα και τη Βραζιλία με 3-0. Μια Βραζιλία που ένα χρόνο αργότερα με τον Πελέ θα κέρδιζε το Μουντιάλ. Ο Κορμπάτα δίνει το παρόν κι αυτός στο Μουντιάλ, αλλά η ομάδα του έχει ελλείψεις κυρίως λόγω των πολιτικών εξελίξεων. Ο ίδιος σκοράρει τρεις φορές, αλλά η Αργεντινή βγαίνει τελευταία στον όμιλο και αποκλείεται. Το 1959 κατακτά ξανά το Καμπεονάτο Σουνταμερικάνο, παρά τα 8 γκολ του Πελέ. Παίζει στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1962, αλλά δεν ταξιδεύει στη διοργάνωση.

Τα καρέ του απίστευτου γκολ από τη στιγμή που ο Κορμπάτα πάτησε περιοχή.

Σκόραρε 18 φορές σε 43 αγώνες με την εθνική, αλλά το ένα από τα γκολ έμεινε αξέχαστο και μέχρι ο Μαραντόνα να περάσει όλη την Αγγλία το 1986 ήταν αυτό που θεωρούσαν στην Αργεντινή ως το καλύτερο γκολ της εθνικής. Τον Οκτώβριο του 1957 μέσα στο Μπομπονέρα απέναντι στη Χιλή για τα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ. Η Αργεντινή είχε βάλει ήδη τρία γκολ μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, τα δύο ο Κορμπάτα. Το επόμενο όμως ήταν η μαγεία. Πήρε την μπάλα λίγο κάτω από το κέντρο, πέρασε δύο παίκτες και έφτασε στην περιοχή της Χιλής. Εκεί σταμάτησε, περίμενε αυτόν που είχε περάσει να τον φτάσει και του έκανε νέα ντρίμπλα. Βρέθηκε απέναντι στον τερματοφύλακα εκ νέου, αλλά και πάλι δεν εκτέλεσε. Σαν τον ταυρομάχο απέναντι στον ταύρο περιμένει να πλησιάσουν ο δόλιος Αστόργκα (αυτός με τις δύο ντρίμπλες) κι ακόμα ένας κι όταν ο τερματοφύλακας αποφασίζει να κάνει έξοδο, προσποιείται, τον ρίχνει κάτω τελειώνει τη φάση και γράφει το 4-0. Το γκολ απέκτησε μυθικές διαστάσεις και όχι άδικα.

Μετά την απουσία του από το Μουντιάλ του 1962 αρχίζει κι η πτώση του. Κι αυτό, γιατί πέρα από το γήπεδο, υπήρχε και το έξω. Ο «Αργεντίνος Γκαρίντσα» δεν έμοιαζε μόνο στο παιχνίδι του, έμοιαζε και στη ζωή του με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο αντίπαλό του. Όπως λέει κι ο Αλεχάντρο Γουόλ: «Η ζωή ήταν πολύ σκληρή μαζί του, αλλά κι αυτός ήταν σκληρός με τη ζωή. Η Αγία Τριάδα της ζωής ήταν η φτώχεια, ο αναλφαβητισμός και το αλκοόλ». Όλοι τον θυμούνται και χαμογελούν και αμέσως μετά μελαγχολούν. Ο αρχηγός τότε της Ράσινγκ «Τίτο» Πιτούτσι λέει ότι ήταν ένα παιδί έξω καρδιά που το αγαπούσαν όλοι. Αλλά ήταν πολύ μόνος. Τον ενοχλούσε πολύ που δεν ήξερε να διαβάζει. Πήγαινε όταν είχε ρεπό στο πάρκο με μια εφημερίδα και απλά κοιτούσε τις γελοιογραφίες, τα σχέδια. Ντρεπόταν πάρα πολύ γι’ αυτό. Συχνά έβαζε συμπαίκτες του που το ήξεραν να του διαβάζουν άρθρα που μιλούσαν γι’ αυτόν και το απολάμβανε.

Το γκολ του απέναντι στη Δ. Γερμανία

Η φτώχεια ήταν κάτι που βίωνε πάντα και με τα χρήματα δεν είχε καλή σχέση. Όταν τον ρωτούν τι τα έκανε τα λεφτά, εκείνος απαντάει: «Είναι μεγάλη ιστορία. Πάντα έδινα χρήματα, χωρίς αντάλλαγμα. Έτσι μου έμαθαν οι γονείς μου. Αν κάποιος έρθει και μου πει ότι δεν έχει χρήματα για το λεωφορείο γίνεται να μην του δώσω;» Έπαιρνε έναν πενιχρό μισθό και είχε και ένα σπίτι από τη Ράσινγκ, αλλά ήταν ένας γενναιόδωρος άνθρωπος με μεγάλη ψυχή. Δυστυχώς όμως υπήρχε και το αλκοόλ. Από τα χρόνια της Ράσινγκ έπινε. Πολλές φορές έπαιζε σε αγώνες μετά από μεθύσι. Οι συμπαίκτες του θυμούνται ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες που τους έλεγε ότι δεν έβλεπε μπροστά του τίποτα και να μην του δίνουν την μπάλα. Είχε σκαρφαλώσει τον τοίχο, πίσω από το σπίτι που έμεναν οι μικροί της Ράσινγκ, σουρωμένος στις έξι το πρωί. Ακόμα κι έτσι, κατάφερε και σκόραρε δυο φορές χάρη και στη βοήθεια πολλαπλών μπουγέλων με παγωμένο νερό. Όσο τα χρόνια περνούσαν όμως, τα προβλήματα μεγάλωναν. Ο Κορμπάτα κάποιες φορές είχε καταλήξει στο νοσοκομείο από το ποτό.

Ο αλκοολισμός όπως είναι φυσικό του προκαλούσε προβλήματα και στην προσωπική του ζωή. Μέχρι που μια μέρα γύρισε και βρήκε τη γυναίκα του να λείπει, μαζί με ότι μπορούσε να πάρει από το σπίτι και φυσικά τη νεογέννητη κόρη της. Δεν του έμεινε σχεδόν τίποτα. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές και χώρισε ισάριθμες. Το ποτό τον έσπρωχνε μακριά τους, αυτές έφευγαν κι αυτός έπινε περισσότερο. Ένας φαύλος κύκλος. Όπως, με χιούμορ, δήλωσε κάποτε πάντως: «Με την πρώτη γυναίκα μου τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα, με τη δεύτερη άσχημα, με την τρίτη άσχημα και με την τέταρτη άσχημα. Όλες με παράτησαν, αλλά εγώ τις αγαπώ ακόμα

Το 1962 έρχεται μια μεγάλη πρόταση και η Ράσινγκ έξυπνα πράττοντας, τον πουλάει στην Μπόκα που τον θέλει για το Λιμπερταδόρες. Από τα 12 εκατομμύρια πέσος που παίρνει η Ράσινγκ για να φτιάξει το γήπεδο, ελάχιστα φτάνουν στον ποδοσφαιριστή. Ο Κορμπάτα δυστυχώς όμως δεν είναι ο ίδιος παίκτης. Το αλκοόλ έχει αυξηθεί πολύ, το ίδιο και τα νυχτοπερπατήματα. Σκοράρει 7 φορές και κερδίζει δύο πρωταθλήματα με την Μπόκα, αλλά η συμμετοχή του είναι ελάχιστη. Παίζει σε μόλις 18 αγώνες πριν φύγει για την Κολομβία που ζει την περίοδο του Ελ Ντοράντο. Εκεί κάνει το δεύτερο γάμο του, εκεί πίνει δεκαπέντε μπύρες την ημέρα, εκεί κάνει δύο ακόμα παιδιά, εκεί τον αφήνει και η δεύτερη γυναίκα του. Εκεί όμως τον λατρεύει κι ο κόσμος της Ιντεπεντιέντε του Μεντεγίν (πολύ πριν την εποχή των Narcos). Μπορεί να μην έχει σχέση με τον παίκτη του παρελθόντος, αλλά κάνει τα μαγικά του. Δυστυχώς όμως ό,τι χρήματα βγάζει τα σκορπάει.

Επική φωτογραφία από το αρχείο του El Grafico.
Ο Κορμπάτα κοιμάται στα αποδυτήρια λίγο πριν ένα φιλικό Αργεντινής-Τσεχοσλοβακίας.

Στα 34 του επιστρέφει στην Αργεντινή και παίζει πλέον σε μικρότερες ομάδες, ίσα ίσα για να έχει να φάει και να μείνει κάπου. Και φυσικά να αγοράσει τσιγάρα και αλκοόλ. Παίζει στην Σαν Τέλμο και καταλήγει σε ακόμα μικρότερες ομάδες και κατηγορίες. Φυσικά δεν έχει φράγκο. Τελικά γυρίζει πίσω εκεί που όλα ξεκίνησαν. Στην πόλη Αβεγιανέδα του Μπουένος Άιρες. Η Ράσινγκ του έδωσε ένα μικρό δωματιάκι στα αποδυτήρια για να μείνει. Κοιμάται κάτω από τις εξέδρες που ο κόσμος τον αποθέωνε. Αυτός σε αντάλλαγμα προπονεί πιτσιρίκια όποτε είναι νηφάλιος. Και φυσικά όταν δεν είναι στο νοσοκομείο Φιορίτο εξαιτίας του κατεστραμμένου συκωτιού του. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1991 ο Ορέστε Ομάρ Κορμπάτα φεύγει από τη ζωή, φτωχός (όπως πάντα) και ταλαιπωρημένος από καρκίνο στο λάρυγγα. Πεθαίνει σε μια κλινική της Λα Πλάτα, ανάμεσα μόνο στις αδερφές του που βρέθηκαν κοντά του. Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους εξτρέμ στην ιστορία της Αργεντινής και είναι ένας θρύλος για τη Ράσινγκ Κλουμπ.

«Ξέρεις γιατί δεν μπορούν να μου πάρουν την μπάλα; Γιατί δεν θέλει να φύγει από το πλάι μου. Άλλα πράγματα έφευγαν από μένα, η μπάλα όχι».
– Ορέστε Ομάρ Κορμπάτα, 11 Μαρτίου 1936 – 6 Δεκεμβρίου 1991

Το δρομάκι Κορμπάτα δίπλα στο Ελ Σιλίντρο

To παλάτι των ονείρων του Σοκόλ Κούστα

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν 11 Δεκεμβρίου του 1990 όταν τέσσερις νεαροί απ’ το χωριό Αλίκο των Αγίων Σαράντα δέχονταν τα πυρά Αλβανών στρατιωτών στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα. Για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό που ήθελαν ήταν απλά να ζήσουν ελεύθεροι, μακριά από την τυραννία της δικής τους χώρας. Το τίμημα που πλήρωσαν ήταν η ίδια τους η ζωή. Την επόμενη μέρα θα ξεσπάσει μια τεράστια πορεία απ’ το Αλίκο μέχρι τους Αγίους Σαράντα, μια διαμαρτυρία απλών ανθρώπων κατά του καθεστώτος της Κομμουνιστικής Δικτατορίας του Αλία. Μιας δικτατορίας που -πλέον- είχε γίνει ασφυκτική, ασχέτως αν έδειχνε πως νοσεί, και πως φτάνει στο τέλος της σιγά-σιγά. Tην ίδια περίοδο άλλωστε τα ‘τείχη’ του Κομμουνισμού κατέρρεαν. Ένα απ’ τα τελευταία προπύργια αντίστασης ήταν η Αλβανία. Μια Αλβανία που λίγες μέρες αργότερα είδε πολλούς αντιφρονούντες να γκρεμίζουν το άγαλμα του Χότζα στα Τίρανα. Το τέλος ήταν πολύ κοντά για την Κομμουνιστική Αλβανία, σε μια περίοδο που ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης άλλαζε με γοργούς και βίαιους ρυθμούς, με τα Βαλκάνια κυριολεκτικά να βράζουν απ’ άκρη σ’ άκρη. Η 12η Δεκεμβρίου γιορτάζεται στην γειτονική χώρα ως ‘Η μέρα της Δημοκρατίας’ από τότε, μιας Δημοκρατίας όμως που έστειλε χιλιάδες ανθρώπους -ως μετανάστες- σε ένα σωρό άλλες χώρες. Άνθρωποι που άφησαν πίσω την οικογένειά τους, με μοναδική αποσκευή ένα σακίδιο γεμάτο από όνειρα.  Η πλούσια Ελλάδα της εποχής, ήταν φυσικά μία από αυτές τις χώρες που δεν απέκρουσε τους ‘εισβολείς’ όπως έκαναν άλλες χώρες, ασχέτως, αν άργησε πολλά χρόνια να δεχθεί ως ίσο τον φτωχό -εκείνα τα χρόνια- Αλβανό μετανάστη.

Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1991, ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης θα βγάλει απ’ τα ταμεία του, περίπου, 681 εκατομμύρια δραχμές (2 εκατομμύρια ευρώ σε σημερινά χρήματα) για να κάνει δικό του τον διεθνή Αλβανό επιθετικό, Σοκόλ Κούστα. Γνωστότερος στους ποδοσφαιρικούς κύκλους της εποχής ως ‘το κανόνι του Βλόρε’ και ένας παίκτης-θύμα, απ’ τα εκατοντάδες που, λόγω του Κομμουνισμού, δεν άφησαν την χώρα τους για μεγάλα κλαμπ του εξωτερικού, όντας στο απόγειο τις καριέρας τους. Για να καταλάβει κάποιος καλύτερα την ποδοσφαιρική αξία του Κούστα, αρκεί να μάθει πως ο παίκτης είχε ψηφιστεί 30ος καλύτερος ποδοσφαιριστής στην Ευρώπη την σεζόν 1986-1987, όταν με τη φανέλα της Παρτιζάνι Τιράνων είχε ισοβαθμήσει με τον Ρούντι Φέλερ, τον Κρις Γουόντλ και τον δικό μας Δημήτρη Σαραβάκο στην ψηφοφορία. Επίσης είχε κατακτήσει δύο πρωταθλήματα Αλβανίας (με δύο διαφορετικές ομάδες) και είχε σκοράρει 10 τέρματα σε 31 αναμετρήσεις με την εθνική της χώρας του. Μια εθνική, που στα 60s, στα 70s και στα 80s αποτελούνταν από παίκτες με σπάνια χαρίσματα που, δυστυχώς όμως, ο Δυτικός κόσμος δεν μπορούσε να απολαύσει, σχεδόν καθόλου, μιας και -όπως και οι σύλλογοι της χώρας- σπανίως έπαιρνε μέρος σε διεθνείς διοργανώσεις ή όταν το έκανε, αυτό γινόταν σε τουρνουά με ομάδες από άλλες Κομμουνιστικές χώρες, με το όνομα ‘Σπαρτιακάδες του Στρατού’.

Τρία χρόνια νωρίτερα, την σεζόν 1987-1988, η φοβερή και τρομερή Φλαμουρτάρι, με τον Κούστα στην επίθεση, θα φτάσει στo μεγαλύτερo αποτέλεσμα που έχει να επιδείξει αλβανικός σύλλογος στα κύπελλα Ευρώπης, όταν θα φέρει ισοπαλία 1-1 με την Μπαρτσελόνα του Λίνεκερ και του Σούστερ στην κολασμένη της έδρα. Το τέρμα που είχε ανοίξει το σκορ στην αναμέτρηση το είχε σκοράρει ο σπουδαίος Σοκόλ Κούστα με ένα φοβερό αριστερό κεραυνό απ’ το ύψος της μεγάλης περιοχής. Το 4-1 της πρώτης αναμέτρησης φυσικά και έδωσε -σχετικά εύκολα-την πρόκριση στους Καταλανούς, για τον 4ο γύρο του Κυπέλλου Κυπελλούχων, αλλά έδειξε -με τον καλύτερο τρόπο μάλιστα- το σπουδαίο ταλέντο που υπήρχε στο αλβανικό ποδόσφαιρο εκείνα τα χρόνια και που δεν ήταν ευρέως γνωστό. Για την ιστορία, την ίδια σεζόν η Φλαμουρτάρι είχε αποκλείσει και την σπουδαία Παρτιζάν Βελιγραδίου, πριν βρει απέναντί της το καμάρι της Καταλωνίας και αποχαιρετίσει την διοργάνωση.

Για να βρει κάποιος το προηγούμενο μεγάλο αποτέλεσμα του αλβανικού ποδοσφαίρου, πρέπει να πάει ακριβώς 20 χρόνια πίσω, όταν η εθνική της χώρας είχε πάρει ένα τεράστιο 0-0 επί της Δυτικής Γερμανίας και την είχε αποκλείσει από την τελική φάση του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου εθνικών ομάδων του ’68, δίνοντας παράλληλα το εισιτήριο στην Γιουγκοσλαβία του -μεγάλου εχθρού του Χότζα- Γιόσιπ Τίτο. Ο διεθνής παίκτης της Παρτιζάνι, Παναγιότ Πάνο είχε δηλώσει  για εκείνη την αναμέτρηση: «Πανηγυρίζαμε ένα μήνα λες και είχαμε κατακτήσει το Μουντιάλ. Άσε που έπρεπε να τους έχουμε κερδίσει, μιας και ο ρέφερι είχε ακυρώσει ένα κανονικό μας γκολ στις καθυστερήσεις. Δεν πειράζει. Κατά βάθος, κι αυτοί γνωρίζουν πως εκείνη τη μέρα έχασαν από μια μικρότερη χώρα».

Το τρίτο μεγαλύτερο αποτέλεσμα φυσικά και δεν είναι άλλο από τη νίκη του 2004 επί της δικής μας εθνικής. Όταν η Ελλάδα, ως πρωταθλήτρια Ευρώπης, ταξίδεψε με μπλαζέ ύφος στο κολαστήριο του Κεμάλ Σταφά για τα προκριματικά του Μουντιάλ και γνώρισε την ήττα με 2-1 μπροστά σε 18.000 ‘εχθρούς’, όπως ήθελαν να τους παρουσιάσουν πολλά απ’ τα μίντια της εποχής, με τις ακροδεξιές οργανώσεις της χώρας να βρίσκουν το πρώτο τους μεγάλο πάτημα για να βγουν στην επιφάνεια (του βόθρου τους) και να δηλώσουν παρόν απέναντι στον ‘κακό ξένο’ που έρχεται και ‘μας παίρνει τις δουλειές’. Το δεύτερο εθνικό πανηγύρι (με αφορμή το ποδόσφαιρο) έγινε δύο χρόνια αργότερα, στο 1-4 από τους Τούρκους στο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Όταν τα αδέκαστα μίντια της χώρας μιλούσαν για εθνική ντροπή. Σε εκείνο το 2-1 πάντως και οι δύο πλευρές φανατικών (που δυστυχώς υπάρχουν) είχαν βρει την τέλεια αφορμή για να βγάλουν τα απωθημένα τους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα πως λειτουργεί ένα μέρος των πολιτικών άκρων σε τέτοιες καταστάσεις, θα αναφέρω μια παλιά ιστορία -όχι και τόσο γνωστή- γραμμένη από κάποιον που δεν παρακολουθούσε το ποδόσφαιρο ως φίλος του, αλλά ως κάποιος που προσπαθούσε να καταλάβει, και να εξηγήσει την κουλτούρα του -και την επιρροή του- σε άλλους, πιο σημαντικούς, τομείς.

Ο σπουδαίος Τζορτζ Όργουελ είχε γράψει το 1945 ένα δοκίμιο στην λονδρέζικη Tribune με τίτλο ‘The Sporting Spirit’ με αφορμή μια περιοδεία που είχε κάνει η ομάδα-τρόμος της εποχής, η Σοβιετική Διναμό, στα γήπεδα της Αγγλίας και της Σκωτίας. Η φράση που έχει μείνει χαραγμένη από εκείνο το φύλλο ως ένα απ’ τα σπουδαιότερα αποφθέγματα που έχουν να κάνουν με τη σχέση ποδοσφαίρου-πολιτικής δεν είναι άλλη από το άκρως ρεαλιστικό ‘Το ποδόσφαιρο είναι ένας πόλεμος δίχως τους πυροβολισμούς’ και 59 χρόνια αργότερα έβρισκε τον καθρέφτη του σε εκείνο το παιχνίδι ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία, σε μια περίοδο που στην δική μας χώρα οι Αλβανοί δεν ήταν πλέον οι φτωχοί μετανάστες, αλλά άνθρωποι που απαιτούσαν -και άξιζαν στην πλειοψηφία τους- ίση μεταχείριση από όλους. Κακοί λαοί άλλωστε δεν υπάρχουν. Κακοί άνθρωποι υπάρχουν. ‘Οπως υπάρχουν και καλοί και κακοί ποδοσφαιριστές. ‘Πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει το παιχνίδι όταν χρησιμοποιηθεί απ’ τους πολιτικούς για την τόνωση της εθνικής ταυτότητας και την (υπό)στήριξη της κυρίαρχης ιδεολογίας’. Λόγια του Όργουελ απ’ το ίδιο δοκίμιο, λόγια τόσο προφητικά όσο εκείνα που έγραψε λίγο αργότερα στο κολοσσιαίο του δημιούργημα ‘1984’. Το χάος που προηγήθηκε και ακολούθησε εκείνης της αναμέτρησης μέτρησε ακόμα και μια χαμένη ζωή, σε συμπλοκές φανατικών οπαδών, και φυσικά πληγές, που έκαναν αρκετά χρόνια να σβήσουν, και ίσως να μην σβήσουν και ποτέ.

Επανέρχομαι στον Ηρακλή του ’91-’92, προσπαθώντας να τιθασεύσω την φλυαρία μου, και να κλείσω το κείμενο. Η ομάδα του Σοκόλ Κούστα, του Χρήστου Κωστή και του Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Μια ομάδα που είδε τον Κούστα να μην μπορεί να διαχειριστεί την μετάβαση απ’ το κλειστοφοβικό κλίμα της Κομμουνιστικής Αλβανίας στην ελευθερία και την άνεση της Θεσσαλονίκης, ούτε φυσικά και τις λοξές, ρατσιστικές, ματιές προς το πρόσωπό του από μια μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού αρκετών ομάδων, πραγματοποιώντας μέτριες εμφανίσεις. Τα δύο γκολ σε 27 εμφανίσεις την πρώτη του σεζόν και τα μηδέν (0) γκολ την δεύτερη, σε 9 παιχνίδια, τον έστειλαν στην Καλαμαριά και τον Απόλλωνα, όπου και εκεί όμως, σε μια μικρότερη δηλαδή ομάδα, δεν μπόρεσε να βρει τον καλό του, ποδοσφαιρικό, εαυτό. Η μεταγραφή στην Κύπρο, για τα χρώματα του Ολυμπιακού Λευκωσίας, έβγαλε στην επιφάνεια μερικά ψήγματα του ταλέντου του αλλά πλέον ήταν ολοφάνερο πως ο σπουδαίος Αλβανός επιθετικός δεν μπορούσε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Ή δεν ήθελε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Μόλις στα 30 του χρόνια. Ακόμα ένας παίκτης που δεν μπόρεσε ποτέ να εναρμονιστεί με τη Νέα Τάξη Πραγμάτων και να ξεφύγει από τα σκοτεινά βιώματα και τον σκληρό τρόπο ζωής που είχε μάθει να λειτουργεί μέσα από ένα σωρό ηθικά δεσμά.

Στις μέρες μας αρκετοί ποδοσφαιριστές με καταγωγή από την Αλβανία, βρίσκονται σε πολλές κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης και αγωνίζονται σε κορυφαίες εθνικές ομάδες (όπως η Ελβετία και το Βέλγιο), δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο το ταλέντο που έχουν πάνω στο ποδόσφαιρο, φτάνοντας μάλιστα και την δική τους εθνική στα τελικά μιας μεγάλης διοργάνωσης, όπως το Γιούρο του 2016. Μεμονωμένα, εθνικιστικά, περιστατικά υπάρχουν και σε αρκετούς από αυτούς (ιδίως παικτών που έζησαν την φρίκη του Κοσόβου) και είναι κατακριτέα, αλλά καλό θα είναι να μην αμαυρώνουν λαούς, ανθρώπους και συνειδήσεις, στο σύνολό τους. Κανένας μετανάστης δεν είναι κακός και κανένας δεν αφήνει την χώρα του αν περνάει καλά εκεί. Σε αυτό εδώ τον κόσμο άλλωστε πάντα έτσι ήταν και πάντα έτσι θα ‘ναι. Πλέον είμαστε και εμείς μια χώρα που μετρά τα τελευταία 10 χρόνια πάνω από μισό εκατομμύριο μετανάστες (και θα μετρήσει κι άλλους) που δεν αφήνουν την χώρα επειδή πεινάνε, αλλά επειδή κάπου αλλού, γι’ αυτούς, ίσως είναι καλύτερα, πιο ανθρώπινα, πιο ελεύθερα, πιο ζεστά, πιο χαρούμενα.

Το μίσος άλλωστε είναι πολύ εύκολο να καλλιεργηθεί σε ανθρώπους χαμηλής μόρφωσης αν αυτοί δεν έχουν τους κατάλληλους ανθρώπους γύρω τους για να τους εξηγήσουν πολύ απλά το ‘σωστό’ και το ‘λάθος’. Στο εξαιρετικό βιβλίο του Αλβανού λογοτέχνη Ισμαήλ Κανταρέ ‘Το παλάτι των ονείρων’ ο ήρωας είναι κάποιος που ξαφνικά βρίσκεται παγιδευμένος και βιώνει κάτι μοναδικά τρομακτικό όταν νιώθει πως δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί ελεύθερα. Και όντως υπήρχαν τέτοιες εποχές, και δυστυχώς, ακόμα υπάρχουν σε πολλά μέρη αυτού εδώ του σύγχρονου και ‘πολιτισμένου’ κόσμου, και όσο είναι δύσκολο για πολλούς από εμάς να τις κατανοήσουμε, καλό θα είναι να προσπαθήσουμε να το κάνουμε. Να προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση αυτών των ανθρώπων. Έστω και για λίγο. Με μια μικρής διάρκειας σκέψη. Κάπως έτσι, ίσως γίνει λιγάκι καλύτερος και ο κόσμος μας. Έστω στα μάτια κάποιου άλλου.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των μελωδιών του Gustavo Santaolalla.

10 χρόνια Σομπρέρο

  [11 Σχόλια]

Την αδυναμία μας στη φανέλα με το νούμερο 10 την έχουμε καταγράψει παλιότερα:

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Με δεδομένο αυτό, καταλαβαίνετε ότι αυτή είναι μια ξεχωριστή ημέρα για εμάς. Μια τέτοια μέρα το 2008 γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (αν και δυο εκ των ‘ιδρυτών’ είχαν τότε βάση στην Αθήνα) το Σομπρέρο. Σήμερα η σελίδα γιορτάζει τα δέκατα γενέθλια της, φοράει επιτέλους τη φανέλα με το αγαπημένο 10 στην πλάτη και ετοιμάζεται να βγάλει μαγικές κάθετες που θα τρυπήσουν κάθε άμυνα, να ντριπλάρει αντιπάλους με τη χάρη μεγάλων Ρώσων χορευτών, να κουμαντάρει το παιχνίδι σαν μαέστρος της Φιλαρμονικής της Βιέννης και όταν χαθεί η μπάλα να σουλατσάρει στα χορτάρια χαζεύοντας τους υπόλοιπους που μαρκάρουν, γιατί «αν ήθελε ο Θεός να τρέχουμε σαν τους Νταβιντσομακελελέδες, δεν θα μας έδινε τόση φινέτσα».

Επόμενος μεγάλος στόχος μας είναι να φτάσουμε να γιορτάσουμε στο μέλλον τα γενέθλια μας χρησιμοποιώντας σαν εικόνα τον τεράστιο Γιόχαν Κρόιφ. Κι αν καταφέρουμε να το πετύχουμε κι αυτό, μετά ταβάνι μας είναι ο ουρανός. Ή ο Αντρέα Πίρλο.

10 σομπρέρο από ένα μεγάλο 10αρι για τα 10α γενέθλια του Σομπρέρο

Η τέχνη -και η τεχνική- της άμυνας

  [4 Σχόλια]

Για να καταλάβει κάποιος πόσο πολύ έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια (προς το καλύτερο και το πιο μοντέρνο), αρκεί να ρίξει μια ματιά, και στον τρόπο που αμύνονται πλέον οι ομάδες -ατομικά και στο σύνολό τους- αλλά και στο πόσο σημαντικό κομμάτι παίζει πλέον η σωστή αμυντική λειτουργία στο χτίσιμο της επίθεσης. Της σωστής επίθεσης. Οι σύγχρονοι προπονητές της εποχής (ο Γκουαρδιόλα και ο Κλοπ είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα) δείχνουν να έχουν καταλάβει αυτό το κομμάτι καλύτερα από άλλους συναδέλφους τους, ψάχνοντας παίκτες που να διαθέτουν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά για να ηγηθούν στην άμυνα ως κυρίαρχοι. Ως οι παίκτες δηλαδή που γνωρίζουν πως: ο καλύτερος τρόπος για να μην δεχθείς γκολ είναι να έχεις την μπάλα στην κατοχή σου και να την ανεβάζεις στην επίθεση με σωστό τρόπο. Και στις δύο ομάδες (την Μάντσεστερ Σίτι και την Λίβερπουλ) αυτοί οι παίκτες υπάρχουν.

Στους «γαλάζιους», ο Άγγλος Τζον Στόουνς και στους «κόκκινους», ο Ολλανδός Βίργκιλ Φαν Ντάικ. Αμφότεροι, κεντρικοί αμυντικοί με σπάνια τεχνική. Άψογη αντίληψη του παιχνιδιού -και του χώρου- και φυσικά ηγετικά χαρίσματα. Κεντρικοί αμυντικοί που ολοένα και λερώνουν λιγότερο το σορτσάκι τους, αλλά κάνουν άψογα την δουλειά τους. Εννοείται πως αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και φυσικά και δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο χορτάρι από όλες τις ομάδες. Για να φτιάξεις άλλωστε μια ποιοτική ομάδα χρειάζονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και όπως είναι φυσικό, τα χρήματα για να αποκτηθούν αμυντικοί με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δύσκολο να βρεθούν από ομάδες που δεν συγκαταλέγονται στο πρώτο ράφι του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Για να το καταλάβουμε καλύτερα όλο αυτό θα μιλήσουμε με αριθμούς. Οι αριθμοί άλλωστε -συνήθως- λένε την αλήθεια.

Ο Στόουνς, στα δικά μου μάτια, είναι ένας απ’ τους καλύτερους στόπερ σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ίσως και ο καλύτερος γι’ αυτό το στυλ ποδοσφαίρου που έχει επιλέξει να παρουσιάζει ο Γκουαρδιόλα στις ομάδες του (οι άλλοι που μου αρέσουν υπερβολικά είναι ο Ολλανδός της Λίβερπουλ και φυσικά ο Βαράν της Ρεάλ Μαδρίτης). Η εξέλιξη μάλιστα του Άγγλου τα δύο τελευταία χρόνια που αγωνίζεται υπό τις οδηγίες του Γκουαρδιόλα είναι απλά τρομακτική. Μιλάμε άλλωστε για αμυντικό που χρειάστηκαν 47.5 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Γκούντισον Παρκ και να γίνει παίκτης των «πολιτών» το καλοκαίρι του ’16. Ας δούμε όμως κάποιους αριθμούς για να  καταλάβουμε καλύτερα την αξία του. Την πρώτη του σεζόν στο Έτιχαντ (2016-2017) είχε φτάσει το ποσοστό του σε επιτυχημένες πάσες στο 91.7%. Τρεις ολόκληρες μονάδες πάνω από το ποσοστό του στην τελευταία του χρονιά με τη φανέλα της Έβερτον. Την περσινή σεζόν (2017-2018), που η Σίτι έσπασε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ο Στόουνς είχε στην Πρέμιερ Λιγκ το απίστευτο 95.8%,  με 69.2 πάσες ανά αγώνα. Αυτό που όμως κυριολεκτικά τρομάζει είναι πως πέρσι δεν είχε ούτε ένα λάθος που να οδηγεί σε σουτ του αντιπάλου. Το γνωστό δηλαδή «πούλημα της μπάλας» που λέμε και στα καφενεία. Αυτό δηλαδή που κανένας προπονητής δεν θέλει να βλέπει -κυρίως- στους αμυντικούς και τον γκολκίπερ του. Τις δυο σεζόν που προηγήθηκαν της περσινής ο Στόουνς είχε μέσο όρο τέσσερα λάθη σε αυτό το κομμάτι. Κάτι που δείχνει περίτρανα την δουλειά που έχει ρίξει μιας και το ταλέντο του ήταν γνωστό εδώ και πολλά χρόνια στους φίλους της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Οταμέντι πέρσι είχε τρία «πουλήματα μπάλας» που οδήγησαν μάλιστα σε τρία τέρματα για την Σίτι. Ο εξαιρετικός κίπερ Έντερσον είχε έξι, και από δύο είχαν ο Γουόκερ, ο Φερναντίνιο και ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο τελευταίος αγωνίστηκε σχεδόν ολόκληρη την σεζόν ως αριστερός μπακ (που δεν είναι η φυσική του θέση). Ο Γκουαρδιόλα αν είχε μαλλιά θα τα είχε βγάλει απ’ το τράβηγμα βλέποντας όλα αυτά τα λάθη των παικτών του. Το γεγονός πως ο διεθνής Άγγλος αμυντικός καταφέρνει να είναι ο ηγέτης της άμυνας της Σίτι έχοντας: 0.8 επιτυχημένα τάκλιν ανά παιχνίδι, 1 κλέψιμο, 0.3 φάουλ και 3 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, χωρίς να πέφτει στο χορτάρι όπως ο Βίνι Τζόουνς τις παλιές καλές εποχές, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού της Σίτι και τον σημαντικότατο ρόλο που έχει ο ίδιος σε όλο αυτό. Χωρίς τον Άγγλο, φαντάζει πολύ δύσκολο να λειτουργήσει όλο αυτό στην εντέλεια. Φυσικά  και όλο αυτό το είδαμε να λειτουργεί και στο Μουντιάλ για την Αγγλία. Με τριάδα στην άμυνα και διαφορετικό στυλ παιχνιδιού αλλά με τον 24χρόνο σε ένα πιο ελεύθερο και οργανωτικό ρόλο. Ως ο απόλυτος ηγέτης της ομάδας. Δυστυχώς για τον ίδιο (και για την Αγγλία) το τέλειο τουρνουά που πραγματοποίησε θα το στοιχειώνει πάντα η φάση του νικητήριου γκολ του Μάντζουκιτς στην παράταση του ημιτελικού. Ένα γκολ που στέρησε την παρουσία στον μεγάλο τελικό και που το χρεώνεται και ο ίδιος με την κακή του αντίδραση στην συγκεκριμένη φάση (μετά το άτσαλο διώξιμο του Γουόκερ). Η απόσταση άλλωστε, του ήρωα απ’ τον μοιραίο, είναι ελάχιστη στο ποδόσφαιρο. Ελάχιστη βέβαια είναι συνήθως και η αντίληψη ανθρώπων που στέκονται μόνο στο λάθος κάποιου παραβλέποντας (ηθελημένα τις περισσότερες φορές) όλα τα θετικά που έχουν προηγηθεί και την εν γένει παρουσία του. Μην ξεχνάμε πως πριν το γκολ του Μάντζουκιτς, ο Βρσάλικο είχε βγάλει πάνω στην γραμμή την κεφαλιά του Στόουνς. Μια κεφαλιά που αν είχε γίνει γκολ, το σκορ θα ήταν 2-1 υπέρ των Άγγλων, και ίσως τώρα να ήταν όλα εντελώς διαφορετικά. Με τα «αν» και τα «ίσως» βεβαίως και δεν γράφεται ιστορία όμως, γι’ αυτό πάμε παρακάτω.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στους άλλους τρεις στόπερ των ομάδων που αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν στο πρωτάθλημα της Πρέμιερ Λιγκ που αρχίζει σε λίγες μέρες.

Ο Φαν Ντάικ κόστισε 75 εκατομμύρια λίρες στην Λίβερπουλ τον Δεκέμβριο του ’17 και έγινε αμέσως ο απόλυτος ηγέτης της άμυνας και της αμυντικής λειτουργίας της ομάδας του Κλοπ. Σε 14 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.1 επιτυχημένα τάκλιν, 1.3 κλεψίματα, 0.6 φάουλ. 5.6 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα (ανίκητος σε αυτό τον τομέα) και 81 πάσες ανά αγώνα, με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει το 90%. Φυσικά και οι μυημένοι στο αγγλικό ποδόσφαιρο περιμέναμε αυτή την εξαιρετική παρουσία μιας και τα δείγματα γραφής στην Σαουθάμπτον δεν άφηναν και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Φέτος αναμένεται ακόμα καλύτερος – όπως φυσικά και ολόκληρη η ομάδα.

Ο εξαιρετικός νεαρός διεθνής Κολομβιανός της Τότεναμ, Ντάβινσον Σάντσεζ κόστισε 42 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Άμστερνταμ -και τον Άγιαξ- για το Λονδίνο και τα «σπιρούνια», και έγινε αμέσως ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της ομάδας του. Στο ελκυστικό -και σύγχρονο- ποδόσφαιρο του Ποκετίνο, σε 29 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.2 επιτυχημένα τάκλιν, 1.2 κλεψίματα, 0.8 φάουλ, 2.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, 60.2 πάσες ανά αγώνα και ποσοστό επιτυχίας 89.4%. Όλα αυτά γίνονται ακόμα πιο σημαντικά αν αναλογιστούμε πως η περσινή ήταν η πρώτη του σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ και πως η μετάβαση από το Ολλανδικό ποδόσφαιρο στο Αγγλικό, είναι πραγματικά δύσκολη, και η διαφορά επιπέδου χαώδης. Ο Φαν Ντάικ για παράδειγμα πριν την Σαουθάμπτον (και ενώ προέρχεται και αυτός από την Ολλανδία και την Γκρόνιγκεν) είχε δοκιμαστεί στο δύσκολο (και βίαιο) πρωτάθλημα της Σκωτίας με τη φανέλα της Σέλτικ. Η Σκωτσέζοι μάλιστα πίστευαν τόσο πολύ τον παίκτη που είχαν βάλει στην Σαουθάμπτον ποσοστό μεταπώλησης. Φυσικά και είδαν τα ταμεία τους να γεμίζουν με ζεστό χρήμα πέρσι τον Δεκέμβρη.

Τελευταίο άφησα τον Έρικ Μπαγί. Τον παίκτη που έχει επωμιστεί τον ρόλο του ηγέτη στην άμυνα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Θα καταλάβουμε πολύ καλύτερα -βλέποντας τους αριθμούς- γιατί η ομάδα του Μουρίνιο δεν μπορεί να ακολουθήσει τον τρόπο παιχνιδιού των τριών ομάδων που προανέφερα. Ο Ιβοριανός κόστισε 30 εκατομμύρια λίρες το καλοκαίρι του ’16 για να αφήσει την Βιγιαρεάλ για το Ολντ Τράφορντ και οι αριθμοί του είναι: 1.3 επιτυχημένα τάκλιν, 1.9 κλεψίματα, 0.8 φάουλ (όλα καλά μέχρι εδώ) αλλά 1.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα και 32.8 πάσες ανά αγώνα με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει μετά βίας το 86%. Πολύ χειρότερος δηλαδή στο οργανωτικό κομμάτι από τους τρεις παίκτες που προανέφερα και πολύ χειρότερος με την μπάλα στα πόδια. Κάτι που δείχνει με τον καλύτερο τρόπο και τον λόγο που η Γιουνάιτεντ σηκώνει πολλές φορές την μπάλα απ’ την άμυνα στην επίθεση αλλά και γιατί ο Μουρίνιο γκρινιάζει συνεχώς τον τελευταίο καιρό για μεταγραφική ενίσχυση. Ο Χάρι Μαγκουάιρ της Λέστερ αποτελεί άλλωστε στόχο, και είναι ικανός να προσθέσει ποιότητα στο κέντρο της άμυνας της ομάδας.

Για να καταλάβουμε καλύτερα πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που παίζουν οι κεντρικοί αμυντικοί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο θα κάνω μια απλή ερώτηση. Ποιος θεωρείται -και είναι- ένας απ΄τους κορυφαίους στόπερ παγκοσμίως στο ποδόσφαιρο των ημερών μας; O Ντιέγκο Γκοδίν, πολύ σωστά. Αγωνίζεται στην Ατλέτικο Μαδρίτης του Σιμεόνε. Είναι Ουρουγουανός. Είναι επίσης σκατόφατσα και φυσικά μοιάζει βγαλμένος από άλλες εποχές. Πιο σκληρές. Πιο άγριες. Πιο «πολεμικές». Και όμως οι αριθμοί του δεν απέχουν και πολύ από τους προαναφερθέντες. Τους πιο «φλώρους» δηλαδή στα μάτια εκατομμυρίων οπαδών. 1.7 κερδισμένα τάκλιν, 2 κλεψίματα, 1.5 φάουλ και δύο κερδισμένες εναέριες μονομαχίες, με 46 πάσες και 84.8 ποσοστό επιτυχίας ανά αγώνα. Θα μπορούσε να είναι μια βελτιωμένη έκδοση του Μπαγί. Ευτυχώς για τον Σιμεόνε δεν είναι. Αυτοί είναι οι αριθμοί του από την προηγούμενη σεζόν και μόνο για την Λα Λίγκα. Φυσικά και ο τρόπος που καθοδηγεί τους συμπαίκτες του και το πάθος που βγάζει στους αγώνες δεν γίνονται να μετρηθούν με αριθμούς. Ο Μπαγί δεν μπορεί να το κάνει αυτό τόσο καλά. Και δεν συγκρίνω παίκτες απλά συγκρίνω αριθμούς.

Οι εποχές που οι αμυντικοί -των κορυφαίων ομάδων- σέρνονταν στο χόρτο για να κόψουν τους αντιπάλους τους με δολοφονικά τάκλιν και έστελναν την μπάλα στα σύννεφα, ανήκουν στο παρελθόν. Ευτυχώς. Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει προς το καλύτερο, και αυτό το δηλώνουν περίτρανα πλέον και οι αριθμοί, εκτός φυσικά της εικόνας. Πρώτος στόχος και για τους αμυντικούς είναι η καλή τεχνική για να παίξουν στο κορυφαίο επίπεδο, και φυσικά η ελαχιστοποίηση των λαθών και του «πουλήματος της μπάλας» που έγραψα και πιο πάνω. Αν κάναμε ένα γκάλοπ για παράδειγμα για το ποιοι είναι οι κορυφαίοι τερματοφύλακες στην Ευρώπη, αυτή την περίοδο, πολλοί θα ήταν αυτοί που δεν θα έβαζαν στη λίστα τον Έντερσον και τον Γιορίς επειδή θα σου πουν: «δεν μου αρέσει να παίζει ο κίπερ τόσο πολύ με τα πόδια». Εμένα απ’ την άλλη μου αρέσει να παίζει ο κίπερ και με τα πόδια. Αρκεί να μπορεί να το κάνει. Εννοείται πως δεν μπορούν όλοι. Αυτοί όμως που μπορούν και παίρνουν το ρίσκο ανεβάζουν τουλάχιστον ένα επίπεδο την ομάδα τους.

Επιστρέφω στο γκάλοπ για να κλείσω και το κείμενο. Θα έβαζαν εκεί τον Πετρ Τσεχ; Ναι, θα τον έβαζαν. Τον σπουδαίο -είναι η αλήθεια- τερματοφύλακα της Άρσεναλ και πρώην της Τσέλσι. Ακόμα και στα 36 του χρόνια. «Έχει μαγνήτες στα χέρια» θα σου πουν. «Είναι έμπειρος». Αυτό που ίσως δεν θα γνωρίζουν -και δε θα σου πουν- πολλοί (που θα τον βάλουν στη λίστα) είναι πως πέρσι ήταν ο χειρότερος σε ολόκληρη την Ευρώπη (στα κορυφαία τουλάχιστον πρωταθλήματα) στον αριθμό φάσεων που κάποιος πούλησε την μπάλα στον αντίπαλο, μιας και είχε τον μεγαλύτερο -αρνητικό- αριθμό σε αυτή την κατηγορία. H Άρσεναλ τερμάτισε 6η (έχοντας δεχθεί 51 γκολ σε 38 αγώνες) στο -37 από την πρωταθλήτρια Σίτι. Κι ας παίζει ποδόσφαιρο κατοχής και αυτή. Και αυτό είναι κάτι φοβερά αρνητικό από μόνο του για τους «κανονιέρηδες». Οι αμυντικοί της, και ο κίπερ της, -για να το πω απλά- δεν ήξεραν μπάλα, και έκαναν συνεχώς εύκολα λάθη, που οδηγούσαν σε γκολ. Ή σε φάσεις για γκολ. Έβαζαν πολλές φορές δηλαδή οι ίδιοι προβλήματα στους εαυτούς τους. Η Σίτι, που δέχθηκε μόλις 27 γκολ, επειδή πολύ απλά οι αντίπαλοί της -συνήθως- προσπαθούν μάταια να της πάρουν την μπάλα, είτε την έχουν οι παίκτες της επιθετικής της γραμμής, είτε αυτοί της αμυντικής (και φυσικά ο τερματοφύλακας) είναι η καλύτερη απάντηση σε όλο αυτό. Γιατί; Επειδή πολύ απλά, ξέρουν όλοι μπάλα.

Η Αργεντινή, η Γαλλία Και ο Λατίνικος Χαμένος Κόσμος

  [20 Σχόλια]

Τώρα που τελείωσε το Μουντιάλ να κάνω και εγώ ένα μικρό απολογισμό για εκείνα που αφορούν τις δυο εθνικές που παρακολουθώ. Ο γράφων από πάντα είχε μια αγάπη στις εθνικές της Αργεντινής και της Γαλλίας. Εθνικές που διαφέρουν και μοιάζουν συνάμα όσο ελάχιστες άλλες (ίσως η Γερμανία με τη Βραζιλία).

Η Αργεντινή είναι μια ισορροπία ανάμεσα στο ταλέντο και την τεχνική των Βραζιλιάνων και το δομημένο παιχνίδι και τη μαχητικότητα των Ουρουγουανών. Μέσα σε αυτήν την ισορροπία μπορεί να κρυφτεί και η μετριότητα. Η Αργεντινή μοιάζει με την Αγγλία στο ότι υπάρχει μια δυσανάλογα μεγάλη ιδέα για το που τοποθετείται στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο το μέγεθός της σε σχέση με την πραγματικότητα. Η οποία πραγματικότητα είναι ότι η ομάδα είναι Νιτσεϊκή. Χρειάζεται τον υπεράνθρωπο να την τραβήξει, να την εμπνεύσει, να την πάρει από το χεράκι και να την οδηγήσει στο στόχο, είτε τον λένε Κέμπες, Μαραντόνα ή Μέσι. Χώρα μεταναστών η Αργεντινή, η μόνη της Λατινικής Αμερικής, έφτιαξε μια χώρα και ένα έθνος αναμιγνύοντας ντόπιους, Ιταλούς, Ισπανούς, Τσέχους, Ούγγρους, Γερμανούς, Πολωνούς και άλλους Ευρωπαίους. Η επιρροή της Αφρικής, αντίθετα με τη Βραζιλία, είναι ελάχιστη, καθότι το μαύρο πληθυσμό τον είχαν στείλει στην πρώτη γραμμή της μάχης στους πολέμους με τη Βραζιλία και την Παραγουάη πάνω από έναν αιώνα πριν. Έχει μια αλέγκρα απαισιοδοξία, που είναι και η εγγύηση της αποτυχίας της.

Στη Ρωσία πήγαινε ως φιναλίστ του προηγούμενου Μουντιάλ, έχοντας ενδιάμεσα παίξει σε δυο σερί τελικούς Κόπα Αμέρικα. Το ότι έχασε και τα 3 αυτά τρόπαια στοίχειωσε αυτή την εξαιρετική γενιά ποδοσφαιριστών. Ο Μέσι έπαιζε πάντα με το βάρος να κερδίσει αυτό που υποχρεούται λόγω ποιότητας και ονόματος να κερδίσει. Οι συμπαίχτες του, με μπροστάρη των Ιγουαΐν, κατάφερναν επίσης να λυγίζουν την κρίσιμη στιγμή και φτάσαμε στο 2018 με μια Αργεντίνικη Ομοσπονδία διαλυμένη και χρεοκοπημένη, που αδυνατούσε να στείλει την Ολυμπιακή ομάδα στο προ-ολυμπιακό τουρνουά, που στη Ρωσία τα έξοδα τα πλήρωναν οι παίχτες, που τα φιλικά (όπως το περιβόητο με το Ισραήλ που ακυρώθηκε) τα κανόνιζε ο Πρόεδρος του κράτους Μάκρι σε συνόδους κορυφής.

Παράλληλα, σε αυτό το χάος ένας προπονητής που στο παρελθόν είχε δείξει πολλές καλές δουλείες πελαγοδρομούσε σε επιλογές παιχτών, συστήματα και λογικές. Ο Σαμπάολι είναι η μεγαλύτερη απογοήτευση του Μουντιάλ στους πάγκους, λόγω παρελθόντος και λόγω αυτού που παρουσίασε. Η Αργεντινή περίμενε τα πάντα από τον Μέσι. Δε γίνεται έτσι. Και ο ίδιος ήταν μέτριος λόγω του φορτίου και της όλης κατάστασης. Και όσο και αν έχει γνώμη για το τι συμβαίνει στην εθνική και περνάει το δικό του, αυτό το χάλι δεν είναι δική του ευθύνη. Στο ξενέρωμα όμως και στην παράδοση είναι ο βασικός καταλύτης.

Η Αργεντινή ήταν ομάδα οχτάδας που στους 16 έπεσε πάνω στο πιο πλήρες ρόστερ του τουρνουά και αποκλείστηκε. Η Γαλλία έρχεται με μια υπέροχη γενιά ποδοσφαιριστών. Μια γενιά που πήρε το παγκόσμιο νέων και μεγάλωσε για να έρθει να πάρει τα σκήπτρα από τη Γερμανία. Είναι ταλαντούχα, πλήρης, νέα, με δίψα και όνειρα. Τα παιδιά των μπανλιέ (προάστια) του Παρισιού, η επένδυση που γίνεται από τους μετανάστες της Γαλλίας στο ελντοράντο που λέγεται αθλητισμός. Η ομάδα του «ουράνιου τόξου» του 1998 με το σύνθημα «Μπλακ-Μπλανκ-Μπλερ» (Μαύρος-Λευκός-Άραβας) στη σημερινή που είναι ό,τι η λευκή συντηρητική Γαλλία φοβάται και καταλήγει να θαυμάζει στον αθλητισμό. Οι ταλαντούχοι Άραβες, Μουσουλμάνοι, μαύροι από τις πρώην αποικίες ψάχνουν στον αθλητισμό την ευκαιρία να ζήσουν μια ζωή διαφορετική από αυτή που βιώνουν στο Μποντύ (Εμπαμπέ) και στα άλλα προάστια του Παρισιού.

Η Γαλλία μοιάζει με την Αργεντινή σε 2 πράγματα: 1) Αθλητικά είναι η ισορροπία στην τεχνική των Ισπανών και τη δύναμη των Γερμανών και 2) σε ομαδικό επίπεδο επίσης δούλευε στη νιτσεϊκή λογική του υπερανθρώπου. Χρειαζόταν τον ήρωα στον οποίο να ακουμπήσει για να σηκώσει τους άλλους. Τον Πλατινί και τον Ζιντάν της. Στο προηγούμενο Γιούρο είχε αποφασίσει ότι αυτός θα ήταν ο Πολ Πογκμπά. Τελικά προέκυψαν οι Παγιέτ και Γκριεζμάν. Στο Μουντιάλ τώρα είπαν ότι θα ήταν ο Γκιεζμάν, όμως στην πραγματικότητα η Γαλλία κατάφερε να ξεφύγει από αυτό το μοντέλο. Ούτε καν ο Εμπαμπέ, που ήταν ο παίχτης του τουρνουά, δεν ήταν αυτός που την τράβηξε. Ήταν όλοι τους, αυτοί που λόγω προπονητή έπαιξαν στο 50% αυτού που λένε οι δυνατότητές τους και πήραν το Μουντιάλ σχετικά άνετα. Τις δυο φορές που χρειάστηκε να πατήσουν γκάζι έφτασαν στα 4 γκολ πριν ο αντίπαλος προλάβει να καταλάβει τι ακριβώς παίχτηκε. Με ελάχιστη παραγωγή, κάνοντας τα απολύτως απαραίτητα, προστατεύοντας τους παίχτες ο Ντεσάμπ έφτασε σε 2 τουρνουά τους 2 τελικούς και κέρδισε τον έναν.

Η εθνική Γαλλία είναι ένας μικρόκοσμος που αποτυπώνει στο διηνεκές του χρόνου τη γαλλική κοινωνία. Από την ιστορία του Πλατινί με το Λαριός και τη γυναίκα του πρώτου που φωτογράφιζε τη μποέμ γαλλική ζωή των δεκαετιών του 1970-1980, την ομάδα του «ουράνιου τόξου» που είχε ως έμβλημα το γιο Αλγερινών μεταναστών στη Μασσαλία, την ομάδα του 2010 με τις δηλώσεις Ανελκά περί ρατσισμού κατά των μαύρων μέσα στην ομάδα αλλά και των λευκών που δεν είναι χριστιανοί όπως ο Ριμπερί, ως τη σημερινή ομάδα των προαστίων.  Η Γαλλία είναι ο ορισμός της ομάδας που μπορεί να σαρώσει σε ένα τουρνουά και στο επόμενο να αποκλειστεί από τους ομίλους. Εύθραυστη και κυκλοθυμική όπως και η κοινωνία της χώρας.

Οι Γάλλοι πέτυχαν το 2018 εκείνο που έχασαν οι Αργεντίνοι το 2014. Να δουν μια χρυσή γενιά να παίρνει το τρόπαιο. Το τελευταίο Μουντιάλ δυστυχώς έδειξε ότι οι Λατίνοι έχουν μείνει αρκετά χρόνια πίσω στον τρόπο που βλέπουν το άθλημα. Οι Αργεντίνοι στη δεκαετία του 1980, οι Βραζιλιάνοι έχουν μπλεχτεί ανάμεσα στη λογική του 1994 και εκείνη του 2002, οι Ουρουγουανοί έχουν το πρόβλημα του πληθυσμού, που δεν μπορείς να απαιτείς από ένα κράτος 3,5Μ κατοίκων να βγάζει συνεχώς παιχταράδες σε όλες τις θέσεις, και οι Κολομβιανοί δεν ξέρουν να διαχειριστούν τον ενθουσιασμό τους. Δηλαδή αποκλείστηκαν από την Αγγλία στα πέναλντυ! Και όσο αρνούνται να εξελιχθούν θα αποκτούν τοτέμ, όπως τον Μέσι και τον Νεϋμάρ, αλλά όχι ομάδες.

Μια μικρή ωδή στην αγάπη για το ποδόσφαιρο

  [6 Σχόλια]

Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα δουν να έρχεται κατά πάνω τους μια μπάλα, δεν θα προσπαθήσουν να την πιάσουν με τα χέρια, αλλά να την κοντρολάρουν με το πόδι. Ο Μαραντόνα είχε δηλώσε κάποτε πως ακόμα κι αν φορούσε ένα πανάκριβο λευκό κοστούμι, αν έβλεπε μια λασπωμένη μπάλα να έρχεται προς το μέρος του -ψηλά, απ’ τον αέρα- θα την κοντρόλαρε με το στήθος, χωρίς να ενδιαφερθεί για λεκέδες και περίεργα βλέμματα. Προσωπικά τον πιστεύω. Ο συγγραφέας του εξαιρετικού -και αγαπημένου (για ‘μένα)- High Fidelity, Νικ Χόρνμπι, έχει δηλώσει επίσης: «Ερωτεύτηκα το ποδόσφαιρο όπως αργότερα ερωτευόμουν τις γυναίκες. Ξαφνικά, ανεξήγητα, αβασάνιστα. Χωρίς να σκεφτώ τον πόνο ή την αναστάτωση που θα έφερνε». Τον πιστεύω και αυτόν, μιας και ακριβώς έτσι ερωτεύτηκα και εγώ το ποδόσφαιρο, πριν πολλά χρόνια, και φυσικά έτσι ακριβώς ερωτεύομαι και τις γυναίκες. Ακόμα και σήμερα.

Κανένας -και ποτέ- δεν πρόκειται να εξηγήσει επακριβώς τι είναι αυτό που κάνει το ποδόσφαιρο τόσο δημοφιλές. Ακόμα και στις μέρες μας, στην σύγχρονη εποχή των εκατομμυρίων και του χαμένου ρομαντισμού, δεν γίνεται να μην το αγαπήσεις. Τα συναισθήματα που αυτό γεννά -και προσφέρει- δεν γίνεται να μετρηθούν από καμία σύγχρονη «μηχανή» και φυσικά η λέξη γκολ και τα συναισθήματα που αυτή γεμίζει τον απλό φίλαθλο, δεν ξέρω με πόσα πράγματα μπορούν να συγκριθούν. Αν μπορούν να συγκριθούν. Προσωπικά αυτό που με κάνει να ξεχνάω το ποδόσφαιρο είναι μόνο ένα παιδικό χαμόγελο και ένα παιδικό δάκρυ. Τα παιδιά άλλωστε είναι ό,τι σημαντικότερο υπάρχει σε αυτόν εδώ τον πλανήτη και δεν αξίζουν κανένα πόνο. Το παρόν, το μέλλον και η ζωή, είναι τα ίδια τα παιδιά. Χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει καμία ισορροπία σε αυτήν εδώ την κοινωνία. Κανένα όνειρο. Ακόμα και η λέξη αγάπη θα έχανε κάθε έννοια της δίχως αυτά.

Πριν χρόνια είχα γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Το ποδόσφαιρο είναι ελευθερία» μετά την προβολή της εξαιρετικής ταινίας «Τιμπουκτού» του Αμπντεραμάν Σισακό. Εκεί, σε μια σπάνιας ομορφιάς ανθρώπινη κι αληθινή σκηνή, αποτυπώνεται τι ακριβώς είναι το ποδόσφαιρο για κάθε παιδί. Πως το βιώνει και τι αισθήματα βγάζει αυτό το τόσο σπουδαίο παιχνίδι σε κάθε πιτσιρίκι. Ανεξαρτήτως κοινωνικού στρώματος και οικονομικής επιφάνειας. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει μπάλα. Τα καλύτερα γκολ της ζωής του, άλλωστε, το κάθε παιδί τα έχει σκοράρει έχοντας κλειστά τα μάτια. Στα όνειρά του. Σε τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ και Μουντιάλ, κι από πολλές φορές μάλιστα. Συνήθως μετά από μια  πάσα ακριβείας του καλύτερού του φίλου. Ακόμα και σε μια δύσκολη στιγμή άλλωστε ο καθένας μπορεί να κλείσει τα μάτια και να σκεφτεί τον άνθρωπο που είναι ερωτευμένος, μια όμορφη στιγμή με ένα καλό φίλο και φυσικά την αγαπημένη του ομάδα ή -ακόμα καλύτερα- τον ίδιο να σκοράρει, με τα χρώματά της, ένα σπουδαίο τέρμα, και να νιώσει καλύτερα. Έστω και για μερικά λεπτά.

Σε ένα απ’ τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει στη ζωή μου, υπάρχει μια σκηνή που -ίσως- καταφέρνει να μας πει  τι είναι το ποδόσφαιρο για ένα παιδί. Σε ένα βιβλίο όμως που δεν έχει να κάνει καθόλου με ποδόσφαιρο αλλά με την σκοτεινότερη περίοδο της σύγχρονης ανθρωπότητας. Αναφέρομαι στο βιβλίο του Ίμρε Κερτές «Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο», ένα βιβλίο που έχει να κάνει με τις θηριωδίες του Άουσβιτς μέσα απ’ τα μάτια ενός μικρού παιδιού. Ο Κερτές, κάπου λίγο πριν τη μέση του βιβλίου, γράφει «…Κάτω απ’ τα πόδια μας πάλι ένας φαρδύς, εκτυφλωτικά λευκός δρόμος, μπροστά μας ολόκληρη εκείνη η κάπως κουραστικά μεγάλη έκταση, ο αέρας που από τη ζέστη έτρεμε και έβραζε παντού. Είχα αρχίσει να ανησυχώ μήπως και ήταν πολύ μακριά, όπως αποδείχτηκε όμως μετά, τα λουτρά απείχαν από το σταθμό συνολικά γύρω στα δέκα λεπτά με τα πόδια. Όσα μπόρεσα σ’ αυτή τη σύντομη διαδρομή να δω γενικά μου άρεσαν. Χάρηκα ιδιαίτερα για ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, σ’ ένα λιβάδι που απλωνόταν ακριβώς στα δεξιά του δρόμου. Πράσινο γρασίδι, τα απαραίτητα για το παιχνίδι άσπρα τέρματα, άσπρες γραμμές – όλα ήταν εκεί, δελεαστικά, καινούργια, σε άριστη κατάσταση και απόλυτη τάξη. Εμείς, τ’ αγόρια, είπαμε αμέσως: ορίστε, μετά τη δουλειά θα παίζουμε εδώ ποδόσφαιρο…» Απλές και αγνές σκέψεις ενός παιδιού που πριν λίγη ώρα είχε φτάσει στοιβαγμένο μαζί με άλλους εκατοντάδες στο κολαστήριο του Μπίρκεναου και όσο κι αν είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καλά με όλο αυτό, δεν μπορούσε να βγάλει απ’ το μυαλό του το παιχνίδι και το αγαπημένο του ποδόσφαιρο.

Κλείνοντας αυτό το μικρό κείμενο (και τις σκέψεις που αυτό περικλείει) απλά να πω πως: περίπου την ίδια περίοδο ο σπουδαίος Σοβιετικός συνθέτης και μέγας λάτρης του ποδοσφαίρου, Ντμίτρι Σοστακόβιτς, καθώς τα ναζιστικά στρατεύματα πλησίαζαν στο Λένινγκραντ, θα γράψει στον καλό του φίλο Ισαάκ Γκλίκμαν που βρισκόταν στην Τασκένδη. «Καλέ μου φίλε δεν κοιμάμαι, θρηνώ και δάκρυα τρέχουν πυκνά και πικρά από τα μάτια μου. Εκεί που βρίσκεσαι γίνονται τουλάχιστον τίποτα ματς;» Δέκα χρόνια νωρίτερα (στις αρχές του 1930) ο σπουδαίος συνθέτης είχε υπογράψει το έργο «Χρυσή Εποχή». Το πρώτο δηλαδή από τα τρία διάσημα μπαλέτα του. Ένα έργο που βασίστηκε στο λιμπρέτο «Ντιναμιάδα» και μιλάει για τις περιπέτειες μιας Σοβιετικής ποδοσφαιρικής ομάδας που βρισκόταν για αγώνες επίδειξης σε μια διεφθαρμένη καπιταλιστική χώρα με το όνομα Φασιστοχώρα. Ένα απ’ τα πιο γνωστά αποφθέγματα άλλωστε του σπουδαίου συνθέτη ήταν εκείνο το «Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» και κατ’ εμέ δεν είχε καθόλου, μα καθόλου, άδικο. Ο τρόπος που προσέγγιζε άλλωστε ο Σοστακόβιτς το όμορφο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο ήταν ακριβώς όπως του μικρού παιδιού που βγαίνει να παίξει στον δρόμο με τους φίλους του. Πολλές φορές ακόμα και με φανταστική -ή αυτοσχέδια- μπάλα. Ανάμεσα σε συντρίμμια. Πολλές φορές υπό τον φόβο και την αβεβαιότητα -όχι του αύριο- αλλά εκείνης της στιγμής.  Πάντα όμως με αγνή, αληθινή αγάπη και ατελείωτα όνειρα. Όπως και ο μικρούλης Ντούρκα στο αριστούργημα του Κερτές.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των μελωδιών του σπουδαίου Francisco Tarrega

O αφανής ήρωας της Αγγλίας στο Μουντιάλ

  [14 Σχόλια]

Στην επαρχιακή πόλη που ζω, έχω αναλάβει -εδώ και 4 χρόνια- την μοναδική αθλητική ραδιοφωνική εκπομπή, στον μοναδικό ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης. Μην φανταστείτε τίποτα μεγαλεία. Εκπέμπουμε τουλάχιστον και διαδικτυακά, τα τελευταία χρόνια, και μας ακούνε και μερικοί φίλοι στο εξωτερικό και σε κάποιες πόλεις της Ελλάδας. Σε μια εκπομπή είχα καλεσμένο τον προπονητή της τοπικής ομάδας μπάσκετ. Μιλάμε για μια ομάδα που από του χρόνου θα βρίσκεται στα σαλόνια της Α2 κατηγορίας, για πρώτη φορά στην ιστορία της. Ο κόουτς έχει βρεθεί, για να παρακολουθήσει σεμινάρια, δύο φορές στο φημισμένο Κολέγιο του Ουισκόνσιν, στις ΗΠΑ, και γενικά είναι ένας τύπος που λατρεύει όλα τα σπορ, αν και τρέφει μια ιδιαίτερη λατρεία στο American Football. Το NFL δηλαδή. Ένα σπορ που έχω αγαπήσει και εγώ τα τελευταία χρόνια. «Τακτικά είναι το κορυφαίο άθλημα στον κόσμο» μου είχε πει σε εκείνη την συνέντευξη, όταν η κουβέντα είχε πάει σε θέματα τακτικής και συστημάτων, γύρω από τα σπορ στον σύγχρονο αθλητισμό. Γιατί όμως κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά σε περίοδο Μουντιάλ; Αν συνεχίσετε να διαβάζετε το κείμενο θα το καταλάβετε.

To σκριν: Όσοι μεγαλώσαμε και με μπάσκετ, στα 80s και τα 90s, θυμόμαστε πολύ καλά τους ψηλούς παίκτες να βγαίνουν εκτός ρακέτας και να δίνουν σκριν, στους κοντούς (τους περιφερειακούς δηλαδή) παίκτες της ομάδας τους. Με αυτό τον τρόπο τους βοηθούσαν να βρουν χώρους, να σουτάρουν και φυσικά να σκοράρουν. Μιλάμε για μια περίοδο που το πικ εν ρολ δεν υπήρχε ακόμα τόσο έντονα στο λεξιλόγιο των απλών φιλάθλων, ακόμα και των παικτών και προπονητών. Εκτός κι αν έβλεπε κάποιος φανατικά NBA και κυρίως τους  Γιούτα Τζαζ και τους Μπόστον Σέλτικς. Ελάχιστοι το έκαναν αυτό μιας και δεν υπήρχαν τα μέσα. Πάμε λοιπόν παρακάτω. Πλέον, βλέπουμε και τους κοντούς να δίνουν σκριν (ή πικ) για τους ψηλούς. Κάτι που ήταν εντελώς εκτός λογικής, στο μπάσκετ, εκείνα τα χρόνια. Τα πολλαπλά σκριν είναι βασικό συστατικό σε όλα τα επιθετικά και αμυντικά συστήματα στο NFL και στο μπάσκετ στις μέρες μας.  Για να το θέσω πιο απλά και να φτάσουμε στην ουσία: Tο σκριν έχει γίνει «επιστήμη» και το βλέπουμε ολοένα και περισσότερο πλέον και στο ποδόσφαιρο. Το δικό μας. Το κανονικό ποδόσφαιρο.

Η εξέλιξη των σπορ φυσικά και έχει να κάνει με τα απίστευτα αθλητικά προσόντα των παικτών. Κάτι που δίνει το δικαίωμα, σε συνθήκες «ένας με έναν», σε αυτόν που κάνει επίθεση να έχει μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι σε αυτόν που αμύνεται. Αν ο επιτιθέμενος διαθέτει, εκτός της ταχύτητας, και μεγάλη κλάση τότε η κατάσταση δυσκολεύει ακόμα περισσότερο για τον αμυνόμενο. Σκεφτείτε για παράδειγμα τον Μέσι ή τον Νεϊμάρ σε τέτοιες συνθήκες. Μπορούν να διαλύσουν τον οποιοδήποτε αμυντικό. Όσο καλός, και όσο αθλητικός κι αν είναι. Εδώ πιάνει δουλειά ο προπονητής κάθε ομάδας.  Αυτός ψάχνει να βρει τρόπους για να φέρει τον παίκτη του στις ιδανικές συνθήκες για να σκοράρει, ξέροντας πως οι χώροι, τις περισσότερες φορές, θα είναι πολύ κλειστοί. Ένα φαινόμενο που το βλέπουμε να αυξάνεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια. Σε όλα τα σπορ, οι ιδανικότερες συνθήκες για να σκοράρει κάποιος είναι όταν βρεθεί μόνος του μπροστά στον στόχο. Πως όμως θα βρεθεί μόνος όταν υπάρχουν τόσες πολυπρόσωπες αμυντικές τακτικές από παίκτες που είναι  ταυτόχρονα και σούπερ αθλητές και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα; Οι ευκαιρίες που έχει για γκολ κάθε ομάδα μειώνονται κατά πολύ σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης μιας και υπάρχει παράλληλα και οργανωμένη άμυνα. Τι ψάχνουμε λοιπόν; Την αντεπίθεση και τις στατικές φάσεις. Εδώ λοιπόν μπαίνει στην κουβέντα το σκριν στις στατικές φάσεις. Όταν η ομάδα που έχει την «νεκρή» μπάλα, μπορεί να ανεβάσει ευκολότερα πολλούς παίκτες στην αντίπαλη περιοχή, και να ψάξει κάποιο τέρμα.

Οι στατικές φάσεις: Πριν την έναρξη του Μουντιάλ της Ρωσίας η εθνική Αγγλίας είχε συμπληρώσει 8 χρόνια δίχως γκολ από στατική φάση σε μεγάλο τουρνουά. Η τελευταία φορά που συνέβη κάτι τέτοιο ήταν όταν ο στόπερ Μάθιου Άπσον, σκόραρε με το κεφάλι, μετά από σέντρα του Στίβεν Τζέραρντ, στην ήττα με 4-1 απέναντι στους Γερμανούς. Σε μια φάση δηλαδή που είχε ξεκινήσει από στημένη μπάλα και είχε δώσει στους Άγγλους το δικαίωμα να ανεβάσουν τους κεντρικούς τους αμυντικούς στην αντίπαλη περιοχή. Όταν μιλάμε για μια ομάδα που διέθετε -και διαθέτει- ικανότατους παίκτες στο ψηλό παιχνίδι, αλλά και σπεσιαλίστες εκτελεστές, αυτό το στατιστικό δεν είναι καθόλου τιμητικό για την ίδια. Από τότε, μέχρι και την έναρξη του Μουντιάλ, μετρήσαμε 72 σερί φορές που δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο για τους Άγγλους. Μετά από κόρνερ. Στα δύο πρώτα παιχνίδια της φάσης των ομίλων η Αγγλία σκόραρε 3 τέρματα μετά από στατικές φάσεις. Με 7 στις 10 φορές που εκτέλεσε κόρνερ, να έχουν φέρει κάποιο κέρδος. Είτε κάποιο γκολ, είτε κάποιο κερδισμένο πέναλτι, για να το κάνει γκολ ο Χάρι Κέιν. Αν ρίξουμε μια καλύτερη ματιά στην κίνηση των παικτών, στις εκτελέσεις κόρνερ, και φυσικά σε όλα τα σκριν που γίνονται, θα καταλάβουμε πως όχι μόνο δεν είναι τυχαίο όλο αυτό, αλλά είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς στην προπόνηση. Το όνομα Άλαν Ράσελ φυσικά και είναι η καλύτερη απάντηση στο ποιος ευθύνεται για όλο αυτό.

Ο Άλαν Ράσελ είναι ο προπονητής που έχει επιλέξει ο Σάουθγκεϊτ για τον σχεδιασμό των στατικών φάσεων της Αγγλίας, στο επιθετικό της κομμάτι, και όπως είναι λογικό έχει βάλει κι αυτός ένα μεγάλο λιθαράκι στην επιτυχημένη πορεία της στο τουρνουά. O Σκοτσέζος θεωρείται (και είναι) το κρυφό όπλο των Άγγλων, και ο άνθρωπος που σχεδίασε εκείνο το -τέλεια εκτελεσμένο- γκολ του Στόουνς, κόντρα στον Παναμά. «Του αδύναμου Παναμά» θα πουν αυτοί που δεν συμπαθούν και ιδιαίτερα τους Νησιώτες. Nevermind που λέμε και στο χωριό μου. Πρώην παίκτης μικρών κατηγοριών, κυρίως στην Σκωτία, και πρώην μοντέλο (έχει βρεθεί μάλιστα σε βίντεοκλιπ της Κριστίνα Αγκιλέρα), έδεσε τέλεια με τον Στιβ Χόλαντ, μέλος του προπονητικού επιτελείου της Τσέλσι επίσης (μιας ομάδας που είναι στις 5 κορυφαίες στις στατικές φάσεις στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ τα τελευταία χρόνια) δεν θα μπορούσε να μην προκαλέσει το ενδιαφέρον του Σάουθγκεϊτ. Ενός προπονητή δηλαδή που έψαχνε απεγνωσμένα για να βρει τρόπους ώστε να βελτιώσει, άμεσα, την ομάδα του πάνω σε αυτό το κομμάτι. Εκεί δηλαδή που πραγματικά πονούσε βάσει και των αριθμών.

Αυτό που ίσως δεν γνωρίζει μεγάλη μερίδα του κόσμου, είναι πως ο Ράσελ, πολλά από αυτά τα plays τα έχει εμπνευστεί ή ακόμα και τα έχει ξεπατικώσει από Αμερικάνικες Κολεγιακές ομάδες μπάσκετ, αλλά και ομάδες του NFL. Ομάδες δηλαδή που έχει παρακολουθήσει τις προπονήσεις τους από κοντά και έχει πάρει μέρος σε αρκετά σεμινάρια που έχουν οι ίδιες διοργανώσει, στις ΗΠΑ. Για την ιστορία, αγωνίστηκε και ο ίδιος, με επιτυχία, στα γήπεδα των ΗΠΑ, βάζοντας καλύτερα στην δική του κουλτούρα αυτό το αρκετά «ξένο» κομμάτι, για πολλούς Ευρωπαίους προπονητές ποδοσφαίρου. Μιλάμε δηλαδή για έναν 37χρόνο Σκοτσέζο προπονητή ποδοσφαίρου, που σχεδιάζει εξαιρετικά, επιθετικά συστήματα στατικών φάσεων, με βάση τα πολλά σκριν, για μια ομάδα ποδοσφαίρου. Πολλά από αυτά βγαλμένα από «μπλοκάκια» ομάδων όπως οι Σιάτλ Σίχοκς του NFL. Μια ομάδα που έχει παρακολουθήσει και ο ίδιος ο Σάουθγκεϊτ, για να κατανοήσει καλύτερα, μέρος των τακτικών που ήθελε να φέρει και στην δική του εθνική Αγγλίας, για το Μουντιάλ που παρακολουθούμε. Για να την βοηθήσει να ανασάνει.

Όλο αυτό στα δικά μου μάτια είναι μοναδικό και δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη που έχουν τα σπορ, και φυσικά το ποδόσφαιρο, και πως αλληλεπιδρά το ένα στο άλλο, φέρνοντας θετικά αποτελέσματα. Η λέξη κλειδί, όπως καταλαβαίνετε, είναι η εξέλιξη. Και οι Άγγλοι -ευτυχώς- δείχνουν να το έχουν καταλάβει πολύ καλά με τους σύγχρονους προπονητές που -επιτέλους- έχουν στο επιτελείο τους. Μακριά από ξεπερασμένους προπονητές όπως ο Φάμπιο Καπέλο, ο Ρόι Χότζσον και φυσικά ο Σαμ Αλαρντάις. Προπονητές που είχαν πιστέψει πως θα τους οδηγήσουν στην κορυφή, μέσα από αρχαία συστήματα και βαρετές τακτικές περασμένων δεκαετιών.

Παίκτες όπως ο Κίραν Τρίπιερ (που εκτελεί τα κόρνερ των Άγγλων αν και δεξιός πλάγιος αμυντικός) και ο Τζέσε Λίνγκαρντ (που έχει τον ρόλο του εσωτερικού μέσου στο 3-5-2 των Άγγλων) μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τον Ράσελ και για το πόσο τους έχει βελτιώσει, τον λίγο καιρό που δουλεύουν μαζί του. Με την σκληρή αλλά και μεθοδική δουλειά του στις προπονήσεις. Φέρνοντας νέες ιδέες, σε ένα σπορ που εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς, και αυτό, όπως τα πάντα στην εποχή που ζούμε.

Η Αγγλία βρίσκεται επιτέλους στα προημιτελικά και έχει να αντιμετωπίσει την Σουηδία ως το απόλυτο φαβορί. Μια Σουηδία, που την έχει κερδίσει μόνο σε δύο απ’ τις τελευταίες 15 αναμετρήσεις που την έχει συναντήσει. Σε ένα παιχνίδι που δεν θα είναι εύκολο. Ο Ράσελ έχει ήδη πιάσει δουλειά και σχεδιάζει τα κοψίματα και τα σκριν των παικτών του για ακόμα μία νίκη. Μια νίκη που -αν έρθει-  θα την φέρει πιο κοντά σε αυτό που δεν πίστευε κανείς πριν την έναρξη του Μουντιάλ. Ποιο είναι αυτό; Δεν θέλω ακόμα να το γράψω. Αυτοί πάντως που αγαπούν πραγματικά το ποδόσφαιρο δεν γίνεται να μην χαρούν με αυτή την Αγγλία και την υγεία που -επιτέλους- αποπνέει. Χωρίς -εννοείται- να παρουσιάζει κάποιο εξαιρετικό ποδόσφαιρο ή να διαθέτει -εκτός 2-3 περιπτώσεων- παίκτες παγκόσμιας κλάσης.

Όλα όσα δεν ξέρετε για τον Νεϊμάρ

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Νεϊμάρ ντα Σίλβα Σάντος Τζούνιορ όπως είναι το πλήρες όνομα του διάσημου άσσου της Παρί Σεν Ζερμέν, απασχόλησε πολύ τα μέσα ενημέρωσης τις τελευταίες εβδομάδες εξαιτίας της συμμετοχής του στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας. Είναι γεννημένος στις 5 Φεβρουαρίου του 1992 και σε ηλικία μόλις 11 χρονών ξεκίνησε να παίζει στις μικρές ηλικιακές ομάδες της Σάντος. Το 2009 έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα της Σάντος και έκτοτε είδε την καριέρα του να εκτοξεύεται στα ουράνια. Έχει κερδίσει πολλούς προσωπικούς και ομαδικούς τίτλους στο ποδόσφαιρο ενώ κατά καιρούς έχει απασχολήσει τις εφημερίδες με την άκλιτη προσωπική του ζωή.

Ο άσσος της Παρί Σεν Ζερμέν ξεκίνησε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στις γειτονιές της Μοζί ντας Κρούζες λίγα μέτρα μακριά από τις χωματερές της περιοχής. Αυτή την περίοδο της ζωής του δεν θέλησε να αγνοήσει ο Νεϊμάρ δημιουργώντας το Projeto Instituto de Neymar Jr. Με τον  τρόπο αυτό κατάφερε να βοηθήσει τα παιδιά της περιοχής να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους στο ποδόσφαιρο απολαμβάνοντας τις παροχές που ο ίδιος προσέφερε. Η διοργάνωση του τουρνουά 5Χ5 Neymar Jr’s Five την πρώτη κιόλας χρονιά φιλοξένησε περισσότερους από 65.000 αθλητές παγκοσμίως με τον τελικό να λαμβάνουν χώρα στο Projeto Instituto de Neymar Jr.

Από τις αγαπημένες του συνήθειες η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια καζίνο. Ο Νεϊμάρ έχει κερδίσει αρκετά βραβεία στο Texas Hold’ em ενώ υπάρχουν πολλά άρθρα στο διαδίκτυο που τον συνδέουν με το Online Blackjack. Μάλιστα η Amaya Gaming θέλησε να συνεργαστεί με τον Βραζιλιάνο σούπερ σταρ προτείνοντάς του να την εκπροσωπήσει στο PokerStars. Η συνεργασία δεν άργησε να γίνει πραγματικότητα και ο ίδιος μπήκε στην ομάδα της PokerStars με το ψευδώνυμο ‘neymar-jr’.

Ανήσυχο πνεύμα ο άσσος της Παρί δεν άργησε να ασχοληθεί με την μουσική. Πριν από περίπου 2 χρόνια ανακοίνωνε στους συμπαίκτες του στη Μπαρτσελόνα την κυκλοφορία των πρώτων του τραγουδιών, στρέφοντας τους προβολείς της δημοσιότητας επάνω του για ακόμα μία φορά. Έκτοτε κυκλοφόρησε αρκετά τραγούδια χωρίς όμως να καταφέρει να εδραιωθεί στον χώρο της μουσικής βιομηχανίας. Πολλά από τα βίντεο κλιπ που κυκλοφόρησε έκαναν χιλιάδες views στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι ο Νεϊμάρ αποτελεί πόλο έλξης για εκατομμύρια fans παγκοσμίως.

Αν και δεν έχει παντρευτεί μέχρι και σήμερα ο Νεϊμάρ έχει έναν γιο, τον David Lucca, καρπό της σχέσης του με την Rainha Carolina Nogueira Dantas. Ο 19χρονος τότε Βραζιλιάνος σούπερ σταρ διατηρούσε σχέση με την 17χρονη Carol ωστόσο δεν τέθηκε ποτέ θέμα γάμου. Οι δύο οικογένειες αυστηρά καθολικές δεν συζήτησαν το θέμα της άμβλωσης με αποτέλεσμα τη γέννηση του μικρού Lucca. Έκτοτε από το πλευρό του Νεϊμάρ έχει περάσει ένας μεγάλος αριθμός καλλονών ωστόσο ο ίδιος δεν έχει κάνει το βήμα παρακάτω με κάποια από αυτές. Μάλιστα δεν είναι λίγες οι φορές που δημοσιεύματα τον εμπλέκουν σε πάρτι με απαγορευμένες ουσίες και συνοδεία πληρωμένων κυριών.

Παρά το γεγονός ότι στη ζωή του δεν μπόρεσε να κρατήσει μία σταθερότητα, θεωρείται από τα πλέον θρησκευόμενα άτομα και αυτό φροντίζει να το επιβεβαιώνει με τις φιλανθρωπικές του πράξεις. Αποδεδειγμένα χαρίζει το 10% του μισθού του από τις ημέρες μάλιστα που ήταν ποδοσφαιριστής της Σάντος. Κάθε χρόνο διοργανώνει εκατοντάδες φιλανθρωπικούς αγώνες ενώ μέσα από το Instituto Projeto Neymar Jr που προαναφέραμε καταφέρνει να βοηθήσει περισσότερες από 2000 οικογένειες.

Η αλαζονική ζωή του τον έχει φέρει πολλές φορές αρνητικό πρωταγωνιστή στα μέσα ενημέρωσης. Έγκριτα περιοδικά κάνουν λόγο για πτώχευση του βραζιλιάνου σταρ τα επόμενα χρόνια αν συνεχίσει να σπαταλάει με την ίδια ταχύτητα τα χρήματα που κερδίζει σήμερα ακόμα και αν μιλάμε για αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια ετησίως. Σε ηλικία μόλις 26 χρονών μπορεί να συγκριθεί με τεράστια ονόματα του ποδοσφαιρικού στερεώματος, μένει να δούμε όμως αν θα καταφέρει να έχει διάρκεια σε έναν τόσο απαιτητικό χώρο όπως αυτός του επαγγελματικού ποδοσφαίρου.

Ασχολίες μετά το τέλος του Μουντιάλ

  [Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ασχολίες μετά το τέλος του Μουντιάλ]

Το κορυφαίο ποδοσφαιρικό ραντεβού για το 2018 έφτασε στο τέλος του καθηλώνοντας εκατομμύρια φίλους της στρογγυλής θεάς μπροστά από τις τηλεοράσεις τους. Από τις 14 Ιουνίου και το εναρκτήριο ματς ανάμεσα σε Ρωσία και Σαουδική Αραβία μέχρι και τον μεγάλο τελικό ανάμεσα σε Γαλλία και Κροατία, τις δύο κατά τεκμήριο καλύτερες ομάδες της διοργάνωσης, είδαμε όμορφο ποδόσφαιρο και πλούσιο θέαμα. Αρκετές ώρες στον καναπέ για να παρακολουθήσουμε τις αγαπημένες μας ομάδες και πλέον ήρθε η ώρα να αναπληρώσουμε το χαμένο έδαφος και να κάνουμε πράξη μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, όλα όσα εντέχνως παραμερίσαμε.

Λίγο αποτοξίνωση από τις οθόνες των τηλεοράσεων θα ήταν καλό για αρχή. Αρκετές ώρες παρακολούθησης ποδοσφαίρου και ακόμα περισσότερες σε εκπομπές ανάλυσης και συζητήσεων για τα ματς που προηγήθηκαν, θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους στη χαλάρωση που προσφέρει το διάβασμα ενός βιβλίου. Θα ήταν μία καλή ευκαιρία να επιλέξετε ένα βιβλίο από τις τελευταίες κυκλοφορίες ή ακόμα και κάτι πιο εξειδικευμένο αν έχετε βάλει κάτι στο νου σας. Άλλωστε υπάρχουν τόσα βιβλιοπωλεία που σε μία επίσκεψή σας θα μπορέσετε άμεσα να κάνετε τις επιλογές σας. Εποικοδομητικός τρόπος να περάσετε κάποια βράδια επιστρέφοντας σε μία κανονικότητα που για ένα μήνα είχε ριζικά αλλάξει.

Αν πάλι ασχοληθήκατε στοιχηματικά με τους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2018 ελπίζουμε να μαντέψατε σωστά και να βάλατε κέρδη στο ταμείο σας. Σε κάθε περίπτωση όμως ένα διάλειμμα θα ήταν αναγκαίο να γεμίσετε τις μπαταρίες σας. Οι Έλληνες λατρεύουν τη Ρουλέτα και ένα online casino θα μπορούσε να είναι ο τέλειος προορισμός για τη διασκέδασή σας. Παιχνίδια για κάθε γούστο και με παραλλαγές που θα καλύψουν και τους πιο απαιτητικούς παίκτες, τα διαδικτυακά καζίνο προσφέρουν ακόμα και δωρεάν παιχνίδι σε όσους αναζητούν απλά και μόνο στιγμές διασκέδασης.

Φυσικά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως ο απώτερος σκοπός του καλοκαιριού είναι οι διακοπές. Ξέγνοιαστες στιγμές με τα αγαπημένα μας πρόσωπα σε κάποια από τις χιλιάδες παραλίες της χώρας μας ή εναλλακτικά σε κάποιο ορεινό μέρος. Όλοι περιμένουμε τις λίγες αυτές ημέρες για να αλλάξουμε παραστάσεις και να ξεκουραστούμε κυρίως ψυχολογικά, έτοιμοι στη συνέχεια να υποδεχτούμε τον χειμώνα που έρχεται. Μετά το μουντιάλ λοιπόν έχουμε μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να οργανώσουμε αποτελεσματικότερα τις διακοπές μας και να πραγματοποιήσουμε απλά αυτό που όλη τη σεζόν ετοιμάζουμε στον εγκέφαλό μας.

Υπάρχει όμως και το μεσοδιάστημα ανάμεσα σε μουντιάλ και διακοπές. Εκμεταλλευτείτε τον χρόνο και κανονίστε συναντήσεις με φίλους που έχετε καιρό να δείτε. Οργανώστε εξόδους με την οικογένειά σας ή γνωστούς και απολαύστε το καλοκαιρινό αεράκι σε όποια μεριά της Ελλάδας και αν είστε. Αν βέβαια δεν θέλετε να πάτε μία βόλτα έξω δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να καλέσετε τα αγαπημένα σας πρόσωπα στο σπίτι και να διασκεδάσετε με τον τρόπο που εσείς συνηθίζετε. Καλή ιδέα θα ήταν ένα ομαδικό παιχνίδι καζίνο με φίλους δεδομένου ότι οι Έλληνες λατρεύουν τη  Ρουλέτα παίζοντας από την άνεση του καναπέ τους, επιλέγοντας αν θα παίξετε με πραγματικά ή εικονικά χρήματα.

Αν πάλι ήσασταν πολύ απορροφημένος στους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου παρακολουθώντας καθημερινά όλα τα ματς που πρόβαλαν τα κανάλια, θα πρέπει να αφιερώσετε αρκετό χρόνο στα αγαπημένα σας πρόσωπα, (φίλους, παιδιά κλπ) αναπληρώνοντας τον χαμένο χρόνο. Δείξτε τους ότι θα έχετε τη δυνατότητα να κάνετε πράγματα μαζί τους και φροντίστε να αποκαταστήσετε κυρίως στο μυαλό των μικρών παιδιών την εικόνα ότι έχουν τον πρωταρχικό ρόλο στη ζωή σας.