To ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές

  [1 Σχόλιο]

Ας δούμε κάποια γεγονότα…

Φέτος συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την εξέγερση στο Παρίσι. Μια εξέγερση που εξελίχθηκε σε μια ελαφρύτερη επανάσταση, που έφερε όμως τεράστιες κοινωνικές αλλαγές και έδωσε το δικαίωμα στην πλειοψηφία του λαού να νιώσει ελευθερία και να απαιτήσει τα δικαιώματα που του αναλογούσαν. Μια επανάσταση που έφερε σίγουρα πολλαπλά μηνύματα και σημάδεψε την ανθρωπότητα για πάντα. Εκείνος ο Μάης του ’68, γνωστός και ως η εξέγερση κατά των τριών Ρ (Professors-Peres-Patros, καθηγητές-γονείς-αφεντικά δηλαδή), ευθύνεται για πολλά καλά προς την ανθρωπότητα. Κι ας μην άλλαξε τελικά εντελώς τον κόσμο, όπως περίμεναν οι ρομαντικοί φοιτητές της εποχής και φυσικά το εργατικό κίνημα – στην πλειοψηφία του. Το σύστημα άλλωστε βρίσκει συνήθως τον τρόπο να παρασύρει μαζί του σημαντικούς επαναστάτες και να τους εντάσσει στη  δική του πλευρά. Αυτό δηλαδή που συνέβη και στην Γαλλία -του Ντε Γκωλ- εκείνη την εποχή, όταν και βρέθηκαν πολλοί μπροστάρηδες της επανάστασης, στους απέναντι, και μάλιστα στον πυρήνα. Αλλά και πάλι: Έχει αποτύχει μια επανάσταση όταν συμβαίνει αυτό; H απάντηση είναι σίγουρα όχι. Πόσο μάλλον όταν 50 χρόνια μετά συζητάμε ακόμα γι’ αυτή και για τον τρόπο που έφερε τόσες πολλές αλλαγές στην κοινωνική στάση των περισσότερων ανθρώπων προς τον συνάνθρωπο, με τη λέξη ισότητα να κυριαρχεί παντού.

Το ποδόσφαιρο φυσικά και δεν θα μπορούσε να λείπει από όλο αυτό. Πόσο μάλλον όταν τα 2/3 του εργατικού δυναμικού ήταν σε απεργία και οι περισσότεροι φοιτητές ήταν ολημερίς στους δρόμους, απαιτώντας ένα καλύτερο κόσμο και ένα καλύτερο αύριο. Οι πρισσότεροι από αυτούς ήταν και οι άνθρωποι που γέμιζαν τα γήπεδα της εποχής κάθε αγωνιστική. Φυσικά και μιλάμε για τα εκρηκτικά 60s και για ένα κόσμο που κυριολεκτικά έβραζε σε κάθε γωνιά του. Ο πόλεμος του Βιετνάμ και οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις. Η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και το αντιρατσιστικό κίνημα. Η ανάπτυξη του γυναικείου κινήματος. Η δημιουργία των πρώτων εργατικών συμβουλίων στην Ιταλία και φυσικά η δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντυ. Γεγονότα που επισκίαζαν τα πάντα εκείνη την εποχή. Εκτός κι αν ζούσες στην Ελλάδα της χούντας.

Εκείνο τον Μάη του ’68 στο Παρίσι, ανάμεσα στα οδοφράγματα και τις οδομαχίες της Σορβόννης και ανάμεσα στα συνθήματα για ισότητα και ελευθερία, το ποδόσφαιρο ήθελε να αλλάξει κι αυτό. Κάπως έτσι, στις 22 Μαΐου, μια ένωση ποδοσφαιριστών από ομάδες του Παρισιού βγάζουν μια ανακοίνωση για να ελευθερώσουν το ποδόσφαιρο, μέσα απ’ τα δικά τους θέλω, βάζοντας πλάτη στους διαδηλωτές. Κύριο σύνθημά τους: To ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές. H ανακοίνωση τους απλή.

«Εμείς, οι ποδοσφαιριστές, που ανήκουμε σε διαφορετικές ομάδες της επικράτειας του Παρισιού, αποφασίσαμε να καταλάβουμε τα κεντρικά γραφεία της Γαλλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Όπως ακριβώς οι εργάτες καταλαμβάνουν τα εργοστάσιά τους και οι φοιτητές τις σχολές τους. Γιατί;

Για να επιστρέψουμε στους 600.000 ποδοσφαιριστές της Γαλλίας και στους χιλιάδες φίλους τους αυτό που τους ανήκει: το ποδόσφαιρο, το οποίο το καταλήστεψαν οι ποντίφικες της Ομοσπονδίας για να εξυπηρετήσουν τα εγωιστικά τους συμφέροντα ως κερδοσκόποι του αθλητισμού.

Τώρα είναι στο χέρι σας, ποδοσφαιριστές, γυμναστές, προπονητές μικρών ομάδων, αμέτρητοι φίλοι και οπαδοί του ποδοσφαίρου, φοιτητές και εργάτες, να διατηρήσετε την ποιότητα του αθλήματός σας· αρκεί να ενωθείτε μαζί μας ώστε:

– να απαιτήσουμε (μέσω δημοψηφίσματος των 600.000 ποδοσφαιριστών, που θα ελεγχθεί από τους ίδιους) την άμεση παύση των κερδοσκόπων του ποδοσφαίρου και όσων προσβάλλουν την υπόσταση των ποδοσφαιριστών.

– ν’ απελευθερώσουμε το ποδόσφαιρο από την κηδεμονία του χρήματος των ελεεινών ψευτο-ευεργετών του, που είναι η ρίζα όλης της σήψης του ποδοσφαίρου.

– να απαιτήσουμε από το κράτος τις επιδοτήσεις που παραχωρεί σε όλα τ’ άλλα αθλήματα και τις οποίες οι ποντίφικες της Ομοσπονδίας δε διεκδίκησαν ποτέ ή διεκδίκησαν για τις δικές τους τσέπες.

Για να παραμείνει το ποδόσφαιρο δικό σας, σας καλούμε να έρθετε χωρίς καθυστέρηση στα κεντρικά γραφεία της Ομοσπονδίας, η οποία έγινε ξανά στέγη σας, στον αριθμό 60 της λεωφόρου Ιενά στο Παρίσι.

Ενωμένοι, θα κάνουμε πάλι το ποδόσφαιρο αυτό που ποτέ δεν έπρεπε να σταματήσει να ’ναι – το άθλημα της χαράς, το άθλημα του αυριανού κόσμου, που όλοι οι εργάτες έχουν ξεκινήσει να χτίζουν. ΟΛΟΙ ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΙΕΝΑ 60!

Ποδοσφαιρική Επιτροπή Δράσης»

Η Γαλλία και ο κόσμος όντως άλλαξε. Όχι όμως για πολύ. Μέσα από αυτή την αυταπάτη τα νεανικά κινήματα συγκλόνισαν τον πλανήτη και σάρωσαν τις αντιδραστικές και συντηρητικές γραφειοκρατικές βεβαιότητες του παρελθόντος. Και πάλι όχι για πολύ. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Πωλ Σαρτρ επέστρεψε δυναμικά στο προσκήνιο και έγινε σημαία των κινημάτων του ’68, γράφοντας εκείνη την προκλητική (για πολλούς) και συνάμα προφητική (για περισσότερους) ατάκα στο περιοδικό Temps Modernes πως «Εκλογές, παγίδα για μαλάκες», όταν ο Ντε Γκωλ ανακοίνωσε τη διάλυση της Βουλής και προκήρυξε νέες εκλογές, μιας και ο Σαρτρ έβλεπε πως όλο αυτό μόνο χειρότερα μπορούσε να κάνει τα πράγματα. Και τα έκανε με την τεράστια άνοδο της δεξιάς τα επόμενα χρόνια. Τελικά εκείνη η επανάσταση τελείωσε αρκετά γρήγορα. Στις αρχές του καλοκαιριού. Ένα απ’ τα ωραιότερα συνθήματα άλλωστε του Μάη του ’68 ήταν εκείνο το «Κάτω απ’ τα τσιμέντα υπάρχει η παραλία» και κάπως έτσι οι περισσότεροι Γάλλοι ξεχύθηκαν να κάνουν τα μπάνια τους, φέρνοντας στο μυαλό μέρες του 1936, όταν καθιερώθηκαν δηλαδή, για πρώτη φορά στην Γαλλία, οι πληρωμένες διακοπές. Ήταν τότε που μεγάλη μερίδα των Γάλλων εργατών είδε για πρώτη φορά τη θάλασσα και έπαιξε ποδόσφαιρο στις παραλίες ανέμελα.

Αλλά και το ποδόσφαιρο πήγε με το ρεύμα και τη σιγουριά. Με το Γιούρο της Ιταλίας προ των πυλών, η εθνική Γαλλίας ταξίδεψε τελικά στο Βελιγράδι στις 24 Μαΐου -δύο μέρες μετά την ανακοίνωση-  για τη ρεβάνς του 1-1 του Παρισιού (προ επανάστασης) και γνώρισε την συντριβή με 5-1 από τους εκπληκτικούς Γιουγκοσλάβους (η διοργάνωση εκείνα τα χρόνια δεν είχε την μορφή των ημερών μας), αν και δεν υπήρξε και αρκετός κόσμος που να ασχολήθηκε φανατικά με εκείνη την αναμέτρηση, με το χάος που επικρατούσε στους δρόμους. To πρωτάθλημα της επόμενης σεζόν ξεκίνησε κανονικά και πάλι, με την Σεντ Ετιέν να το κατακτά δύσκολα απ’ τη Μπορντό, και κάπως έτσι όλα μπήκαν και πάλι στους κανονικούς (;) τους ρυθμούς. Στο πολιτικό κομμάτι, ο Σαρτρ προσεγγίζει την Ακροαριστερά και συναναστρέφεται με Μαοϊκούς τους οποίους και τελικά στηρίζει. Έρχεται σε ρήξη με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και φτάνει να δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα αναρχικός, και μάλιστα πολύ πριν το Μάη του ’68 (!).

Τελικά «Η φαντασία στην εξουσία» δεν ήρθε -όπως περίμενε η μεγαλύτερη μερίδα του κόσμου- και στη δική μας χώρα έμεινε απλά ως ένα υπέροχο τραγούδι που ερμήνευσε μοναδικά ο Παύλος Σιδηρόπουλος για να έχουν να θυμούνται και να μαθαίνουν οι νέες γενιές. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε στην Ελλάδα της χούντας δεν υπήρχε -σχεδόν- καμία πραγματική ενημέρωση γι’ αυτά που συνέβαιναν στο Παρίσι, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, που επαναστατούσε για καλύτερες μέρες. Για να καταλάβετε καλύτερα, κι ας ξεφεύγουμε από ποδοσφαιρικά θέματα: Στις 27 Μαΐου, όταν και κυκλοφορεί στο Παρίσι ο ύμνος της εξέγερσης του Ζακ Μπεριάκ «Α bas l’ etat policier» (Κάτω το αστυνομικό κράτος) που ακούγεται σε πολλές μεριές του πλανήτη, στην Ελλάδα τα ραδιόφωνα παίζουν όλη μέρα το τραγούδι «Οι γιεγιέδες» με ερμηνευτές τους Κώστα Ευσταθίου και Λίτσα Διαμάντη. Για τον Μάη του ’68 η Ελλάδα μαθαίνει από ανθρώπους που βρέθηκαν εκείνη την περίοδο στη Γαλλία και έζησαν τα γεγονότα, κυριολεκτικά στους δρόμους, όπως ο σπουδαίος σκηνοθέτης του Ζ (στην εξαιρετική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του βιβλίου του Βασιλικού) Κώστας Γαβράς. Στην Ελλάδα είχαμε να ασχοληθούμε με σοβαρότερα θέματα «ισότητας» όπως ο Νόμος 4000 και με τους Αναρχοκομμουνισταί – Δυναμιτισταί που άκουγαν ψυχεδελικό ροκ και είχαν μακριά μαλλιά και γι’ αυτό αποτελούσαν «απειλή» για την κοινωνία. Κάποτε είχα μια υπέροχη κουβέντα για το εν λόγω θέμα με τον Δημήτρη Πουλικάκο – όταν είχα παίξει μουσική πριν από κάποιο λάιβ της μπάντας του. Βέβαια ο αθλητισμός στη δική μας χώρα «ανθούσε» και ο κόσμος δεν είχε ξυπνήσει ακόμα με αυτό τον άρτο και θεάματα που του πρόσφερε το χουντικό καθεστώς.

Εν κατακλείδι. Επηρέασε ο Μάης του ’68 το ποδόσφαιρο; Εννοείται πως το επηρέασε μιας και ένωσε πολλές ομάδες για το κοινό καλό. Όπως ο Ευρωπαϊκός κινηματογράφος έγινε καλύτερος και πιο μοντέρνος μετά το ’68 και όπως οι άνθρωποι ήρθαν πιο κοντά στους δρόμους και τις κερκίδες για το κοινό καλό. Το ποδόσφαιρο άλλωστε θα βρίσκεται πάντα δίπλα σε κάθετι επαναστατικό και λαϊκό. Τελικά το ποδόσφαιρο έφτασε να ανήκει στους ποδοσφαιριστές; Εννοείται πως όχι. Το εντελώς αντίθετο για την ακρίβεια. Το ποδόσφαιρο έφτασε να ανήκει σε πολυεθνικές και σε ανθρώπους που το βλέπουν καθαρά ως μπίζνα και μηδενικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Δυστυχώς. Σαν αυτούς τους τραπεζικούς λογαριασμούς που είδαν να φουσκώνουν πολλοί από αυτούς που πρωτοστάτησαν σε εκείνη την επανάσταση και έγιναν αρκετά γρήγορα σημαντικά γρανάζια του συστήματος. «Στην επανάσταση υπάρχουν αυτοί που την κάνουν και αυτοί που επωφελούνται» έλεγε ένα απ’ τα πιο γνωστά συνθήματα τον Μάη του ’68. Πολλές φορές βέβαια επωφελούνται κι αυτοί που την κάνουν, μπαίνοντας όμως στην απέναντι -την αντίπαλη- πλευρά. Κάτι που συμβαίνει πολλάκις και στο ποδόσφαιρο. Δυστυχώς και πάλι.

Ο άνθρωπος που αγάπησε και μίσησε η Πολωνία

  [2 Σχόλια]

Η Σιλεσία είναι μια περιοχή που ανήκει κατά κύριο λόγο στην Πολωνία. Τμήματά της βρίσκονται μέσα στην Τσεχία αλλά και τη Γερμανία. Σπουδαιότερη πόλη της είναι το Βρότσλαβ, εκτός αν είσαι Αρειανός και θυμάσαι μελαγχολικά το Κατοβίτσε. Την πόλη στην οποία γεννήθηκε και ο σημερινός μας πρωταγωνιστής. Ο Έρνεστ Ότο Πραντέλα γεννήθηκε όταν το Κατοβίτσε ήταν μέρος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά σύντομα η περιοχή πέρασε στην Πολωνία. Οι γονείς του ήταν γερμανικής καταγωγής και ο πατέρας του έχασε τη ζωή του στο Δυτικό Μέτωπο ως στρατιώτης της Γερμανίας. Τότε ήταν που ο Έρνεστ άλλαξε και το επώνυμό του σε Βιλιμόφσκι καθώς η μητέρα του παντρεύτηκε έναν Πολωνό και ο γιος της έπρεπε να πάρει το όνομα του πατριού.

Ο Βιλιμόφσκι δεν αγαπούσε το σχολείο, αλλά ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ποδοσφαιριστής, ένας επιθετικός που μπορούσε να ντριμπλάρει και να σκοράρει με εξαιρετική άνεση. Το ταλέντο του γρήγορα έγινε γνωστό με τα χρώματα της Κατοβίτσε (που ήταν «γερμανική» ομάδα) και σύντομα μετακόμισε στην πολύ δυνατή τότε Ρουχ Χόρζοφ (γνωστή σε μας ως η ομάδα του Κριστόφ Βαζέχα). Για να γίνει εκείνη η μεταγραφή δόθηκε στην Κατοβίτσε ένα ποσό ίσα με 10 μισθούς, συν τα έσοδα από δύο φιλικά, συν μια δουλειά για τον πατριό του σε ένα χυτήριο. Ο Βιλιμόφσκι ήταν ταχύτατος, συνήθως έπαιζε αριστερό εξτρέμ στο W-M, ενώ οι διηγήσεις της εποχής λένε ότι είχε έξι δάκτυλα στο δεξί του πόδι (και δύο μεγάλα αυτιά όπως βλέπουμε στις φωτογραφίες).

Το ιστορικό σύστημα W-M που έπαιζαν τότε οι περισσότερες ομάδες

Τα νούμερά του ήταν μυθικά. Έγινε ο πρώτος παίκτης στο πολωνικό πρωτάθλημα που σκόραρε 7, 8, 9 και 10 γκολ σε ένα ματς. Κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα με τη Ρουχ Χόρζοφ, βγήκε τρεις φορές πρώτος σκόρερ και φυσικά κλήθηκε και στην εθνική Πολωνίας. Το 1934 μάλιστα σκόραρε εναντίον της Γερμανίας, της πατρίδας των γονιών του. Στον ελεύθερό του χρόνο έπαιζε χάντμπολ, χόκεϊ επί πάγου και πινγκ πονγκ, ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής σε ό,τι έκανε, ένα μεγάλο αθλητικό ταλέντο.

 «Σκαρφάλωσα στα κλαδιά ενός δέντρου για να τον δω καλύτερα. Μπορούσε να ντριμπλάρει μερικούς αντιπάλους και να σταματήσει με την μπάλα στη γραμμή, περιμένοντας τους αμυντικούς πριν σπρώξει την μπάλα στα δίχτυα. Κι όλα αυτά χαμογελώντας.»
– Καζιμίρ Γκόρσκι (στη φωτογραφία η Ρουχ Χόρζοφ της εποχής)

Έξω από τα γήπεδα ζούσε τη ζωή του όσο καλύτερα μπορούσε και είχε μεγάλη αγάπη στο ποτό. Μια ημέρα πριν μαζευτούν οι παίκτες της εθνικής Πολωνίας, ο ίδιος το έριξε έξω με συμπαίκτες του στην Κρακοβία. Το επόμενο πρωί εμφανίστηκε σουρωμένος και ο προπονητής τον έδιωξε. Η Ομοσπονδία τον τιμώρησε με ένα χρόνο αποβολή από την εθνική, κάτι που του στοίχισε πολύ καθώς έχασε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Πολλοί λένε ότι με αυτόν η Πολωνία θα είχε κατακτήσει το χρυσό. Λίγους μήνες αργότερα από εκείνο το συμβάν, σκόραρε έξι γκολ σε ένα ματς και πήγε στους δημοσιογράφους λέγοντάς τους: «Έτσι παίζει ένας αλκοολικός». Ο Βιλιμόφσκι επέστρεψε αργότερα στην εθνική και γνώρισε ίσως την μεγαλύτερη του ποδοσφαιρική στιγμή στο Μουντιάλ του 1938. Εκεί που ήταν πρωταγωνιστής στο ιστορικό Βραζιλία-Πολωνία 6-5, όταν και έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε τέσσερις φορές σε αγώνα Μουντιάλ, ενώ κέρδισε και πέναλτι. Χρειάστηκε ο Όλεγκ Σαλένκο το 1994 απέναντι στο Καμερούν για να ξεπεραστεί το ρεκόρ του. Οι δυο ομάδες τελείωσαν το παιχνίδι με 4-4 και οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν τελικά με 6-5 στην παράταση. Με τη λήξη του αγώνα οι 13.000 θεατές στο Στρασβούργο αποθέωσαν τους κατάκοπους παίκτες για το φοβερό ποδοσφαιρικό σόου.

Απίστευτα ρετρό πλάνα από 70 χρόνια πριν στο Βραζιλία-Πολωνία

Οι Βραζιλιάνοι τον λάτρεψαν. Ο τότε σούπερ σταρ της Φλαμένγκο Λεωνίδας ντα Σίλβα μίλησε με τα καλύτερα λόγια τόσο για την Πολωνία, όσο και για τον ίδιο τον παίκτη. Στο Βιλιμόφσκι προτάθηκε να υπογράψει συμβόλαιο και να παίξει στη Βραζιλία. Το σκέφτηκε και τελικά συμφώνησε. Οι πολωνικές αρχές όμως δεν του επέτρεψαν να φύγει από τη χώρα. Άλλη διήγηση λέει ότι εκείνο το βράδυ ήταν τόσο μεθυσμένος που υπέγραψε συμβόλαια με τρεις διαφορετικές ομάδες και οι συμπαίκτες του τα έσκισαν. Άγνωστο ποια είναι η αλήθεια, το μόνο σίγουρο πάντως ότι ήταν από τους κορυφαίους στον κόσμο. Έμεινε τελικά και συνέχισε να παίζει στην Πολωνία, αλλά με το κλίμα μεταξύ Πολωνίας-Γερμανίας να είναι πολύ άσχημο, ήδη κάποιες εφημερίδες τον κατηγορούσαν ότι νιώθει περισσότερο Γερμανός παρά Πολωνός. Ο Βιλιμόφσκι μαζί με τους Πέτερεκ και Βόνταρζ ονομάζονται οι «τρεις μάγοι» της Κατοβίτσε που έμπαινε σφήνα ανάμεσα στις ομάδες της Κρακοβίας και του Πόζναν.

Στις 27 Αυγούστου του 1939 ο Βιλιμόφσκι έδωσε το τελευταίο του σόου με τη φανέλα της Πολωνίας σε ένα 4-2 επί της φιναλίστ του προηγούμενου Μουντιάλ Ουγγαρίας, στο οποίο σκόραρε τρεις φορές και κέρδισε ένα πέναλτι. Η καριέρα του με την Πολωνία έκλεινε με 21 γκολ σε 22 συμμετοχές. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο γερμανικός ναζιστικός στρατός εισέβαλε στην Πολωνία, ενώ στις 17 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε και η επίθεση της Σοβιετικής Ένωσης. Σε λιγότερο από έναν μήνα η Πολωνία είχε κατακτηθεί και μοιραστεί από Γερμανία και ΕΣΣΔ. Η Σιλεσία κατέληξε στα χέρια των Γερμανών.

Με τη φανέλα της Πολωνίας

Ο Βιλιμόφσκι κρύβεται για να γλιτώσει το γερμανικό στρατό. Όπως και πολλοί ακόμα κάτοικοι της Σιλεσίας παίρνει τη γερμανική υπηκοότητα. Μιλούσε άλλωστε τα γερμανικά ως πρώτη γλώσσα του. Γυρίζει στην πατρίδα του το Κατοβίτσε και για να συνεχίσει να παίζει μπάλα κατατάσσεται αναγκαστικά στην αστυνομία. Αλλάζει ελαφρώς το όνομά του, το Έρνεστ γίνεται Ερνστ για να μοιάζει πιο γερμανικό. Το ταλέντο του τον σώζει, όταν κάποιος γνωστός του και μεγαλοστέλεχος του ναζιστικού κόμματος τον καταγγέλλει ως «Πολωνό» επειδή δεν τον συγχώρεσε ποτέ για την μεταγραφή του από την Κατοβίτσε το 1933 (!!). Ο οπαδισμός δεν κοιτάζει πολέμους.

Ο Βιλιμόφσκι όμως παίζει ακόμα μπάλα και οι Γερμανοί εκτιμούν το ταλέντο του, με αποτέλεσμα να μην υποστεί συνέπειες. Η Κατοβίτσε γίνεται σύλλογος-πρότυπο με πολλούς καλούς ποδοσφαιριστές να πηγαίνουν εκεί, ώστε να προάγουν το… Άριο ποδόσφαιρο. Αργότερα συλλαμβάνεται και η μητέρα του Παουλίνα. Οι Ναζί την στέλνουν στο Άουσβιτς γιατί έχει σχέση με έναν Ρώσο εβραΐκής καταγωγής. Τεράστιο έγκλημα για τη ναζιστική Γερμανία. Ο Βιλιμόφσκι εκμεταλλεύεται την ποδοσφαιρική του φήμη, τις όποιες γνωριμίες του και τελικά σώζει τη ζωή και της μητέρας του, που μένει έξι μήνες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ανάμεσα στους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ξεψυχούν εκεί. Αντάλλαγμα, μερικοί αγώνες επίδειξης του γιου της. Πληρώνει την ελευθερία της με γκολ.

Μετακομίζει ξανά και παίζει στην ομάδα της αστυνομίας στο Κέμνιτς. Αργότερα μετακομίζει και στο Μόναχο και παίζει στην 1860, με τον κόσμο να τον αποθεώνει όταν κατακτά στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου το πρώτο κύπελλο στην ιστορία του συλλόγου (έγραψε ρεκόρ κυπέλλου Γερμανίας σκοράροντας 14 γκολ το 1942). Φυσικά έρχεται και η εθνική Γερμανίας. Ο Βιλιμόφσκι φοράει 8 φορές τη φανέλα της και σκοράρει 13 γκολ.

Με τη φανέλα της Γερμανίας και τον απαραίτητο ναζιστικό χαιρετισμό

Δεν προκύπτει από κάπου (με βάση τα λίγα είναι η αλήθεια κείμενα που υπάρχουν) ότι ο Βιλιμόφσκι έχει κάποια πολιτική δράση ή ασπάζεται τις ιδέες του ναζισμού. Γεννιέται ως Γερμανός στην Πολωνία, γίνεται Πολωνός και ξανά Γερμανός, καθώς πέφτει θύμα των πολιτικών εξελίξεων. «Αν δεν γινόταν ο πόλεμος δεν θα είχα φύγει ποτέ από τη Σιλεσία» δηλώνει. Αγαπάει το ποδόσφαιρο και προσπαθεί να γλιτώσει τον εαυτό του, την καριέρα του και τους αγαπημένους του χάρη σε αυτό. Δεν πολεμάει με τη Γερμανία, δεν τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα πολιτικά, δέχεται όμως να αλλάξει ομάδες, να φορέσει οποιαδήποτε φανέλα, ακόμα κι αυτή με τη σβάστικα στο στήθος.

Το τελευταίο οι Πολωνοί δεν το συγχωρούν, όταν τον βλέπουν με τη φανέλα της ναζιστικής Γερμανίας είναι το τέλος. Ο Βιλιμόφσκι θεωρείται προδότης γι’ αυτούς και το καθεστώς της Πολωνίας του απαγορεύει να επιστρέψει στη Σιλεσία μετά το τέλος του πολέμου. Ο Βιλιμόφσκι συνεχίζει να παίζει μπάλα, φτάνει μέχρι και το Στρασβούργο και σταματάει το ποδόσφαιρο στα 43 του. Μένει για πάντα στη Γερμανία στην οποία φόρεσε τις φανέλες επτά συλλόγων. Στο Μουντιάλ του 1974 θέλει να επισκεφτεί την εθνική της Πολωνίας στη Στουτγκάρδη, αλλά η Π.Ο. της χώρας δεν τον αφήνει. Δυστυχώς, ζει μεγάλο μέρος της ζωής του σε εποχές που δεν υπάρχουν αρχεία και πληροφορίες ή καταστρέφονται. Τα γκολ του υπολογίζονται από 500 μέχρι 1000 (σύμφωνα με κάποια στατιστικά είναι ο 12ος σκόρερ όλων των εποχών στον κόσμο), είναι ένας παίκτης που αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές μπορεί να είχε τώρα το στάτους ενός Πούσκας. Κι όμως, μένει άγνωστος σχεδόν στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Προδότης για μεγάλο μέρος των Πολωνών γιατί άλλαξε πατρίδα και μέρος μιας περιόδου της Γερμανίας που οι Γερμανοί θέλουν να ξεχάσουν. «Ο καλύτερος Πολωνός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών» τον περιγράφει το Κίκερ πριν τον πόλεμο. Ο Βιλιμόφκσι πέθανε στις 30 Αυγούστου του 1997 στην Καρσλρούη, όχι ακριβώς ξεχασμένος, σίγουρα όμως με πολύ μικρές τιμές σε σχέση με την ποδοσφαιρική αξία του.

Τζιοβάνε Έλμπερ: Ο Βραζιλιάνος που έγινε Γερμανός

  [5 Σχόλια]

Για να γίνεις μεγάλος παίκτης, θέλει ταλέντο και πολλή δουλειά. Θέλει ώρες προπόνησης, θέλει μυαλό, εργατικότητα (ή υπερβολικά πολύ ταλέντο αν είσαι λίγο τεμπελάκος). Για να γίνεις από τους κορυφαίους όλων των εποχών θέλει και λίγη τύχη. Γιατί συχνά εμφανίζονται παίκτες που δεν υστερούν σε τίποτα, που σταθερά κι αμείωτα παίζουν εξαιρετικά σε υψηλό επίπεδο, αλλά για κάποιο λόγο ποτέ δεν θα μπουν σε λίστες των κορυφαίων, δεν θα μονοπωλήσουν τα φώτα όπως άλλοι. Αυτούς τους παίκτες τους συμπαθώ πάντα λίγο παραπάνω και πιστεύω ότι ανάμεσά τους είναι κι ο Έλμπερ ντε Σόουζα.

Για πολλά χρόνια πίστευα, όπως μάλλον κι οι περισσότεροι, ότι το μικρό του είναι το Τζιοβάνε ή έστω Τζιοβάνι και το επώνυμο το Έλμπερ. Η αλήθεια όμως είναι ότι το Έλμπερ είναι το μικρό του και το «τζιοβάνε» το παρατσούκλι που του είχε κολλήσει η θεία του για να τον φωνάζει «ο μικρός Έλμπερ». Όπως κι οι άλλοι συγγενείς του όμως, τον έχασε από κοντά της πριν καλά καλά μεγαλώσει. Ο Έλμπερ ξεκίνησε να παίζει μπάλα στη Λοντρίνα Εσπόρτε Κλουμπε, έναν άσημο σύλλογο στα νότια της χώρας, αλλά οι εμφανίσεις του τον έφεραν γρήγορα στις μικρές εθνικές, κατακτώντας έναν τίτλο Ν. Αμερικής και συμμετέχοντας στο Μουντιάλ U20 της Πορτογαλίας, όπου η Βραζιλία έχασε τον τελικό στα πέναλτι. Οι εμφανίσεις του όμως προσέλκυσαν το ενδιαφέρον.

Η Μίλαν έδωσε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια, ποσό ρεκόρ τότε για νεαρό Βραζιλιάνο χωρίς εμπειρία από επαγγελματικό ποδόσφαιρο, και τον έφερε στην Ιταλία. Μπροστά του βρήκε την ολλανδική τριπλέτα φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Ράικαρντ κι ο «τζόβανε» δεν μπορούσε να παίξει, καθώς επιτρέπονταν μόνο τρεις ξένοι. Την πρώτη χρονιά του την πέρασε ως θεατής της Μίλαν και η ζωή ήταν δύσκολη. Ένας 18χρονος Βραζιλιάνος ξαφνικά στην Ιταλία και μάλιστα στο Μιλάνο. «Ήθελα να φύγω μετά τους δύο πρώτους μήνες. Δεν υπήρχαν τότε κινητά, δεν υπήρχε Ίντερνετ. Μου έλειπε η οικογένειά μου. Έκλαιγα μέρα-βράδυ. Έπρεπε να μάθω να μαγειρεύω. Δεν είχα δίπλωμα και γύριζα με το λεωφορείο».

Την επόμενη σεζόν ο Έλμπερ έκανε ξανά προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά όταν τελείωνε το καλοκαίρι και τα σχολεία ξεκινούσαν, μετακόμισε στην Ελβετία, δανεικός στην Γκρασχόπερ. Όχι ότι και εκεί δεν ήταν δύσκολα, ειδικά τον πρώτο χειμώνα στη Ζυρίχη, κι ας είχε μαζί του για παρέα τον αδερφό του. Το κρύο ήταν πολύ, η επικοινωνία δύσκολη και το φαγητό γρίφος. Στη βιογραφία του περιγράφονται οι δύσκολες στιγμές. Την πρώτη εβδομάδα η μεγαλύτερη επιτυχία ήταν όταν ο αδερφός του πέτυχε μια πινακίδα έξω από μαγαζί που με κιμωλία έγραφε τρεις… μαγικές λέξεις: «chili con carne». Ήταν κάτι σαν παράδεισος για τους δυο Βραζιλιάνους που επιτέλους ανακάλυψαν κάτι που ήξεραν τι είναι. Κάθε μέρα έτρωγαν κρέας με φασόλια και έξτρα μερίδα τηγανιτές πατάτες. Παρ’ ότι αγωνιστικά ο Έλμπερ δεν είχε προβλήματα, δεν του άρεσε καθόλου η Ελβετία: «Όταν επέστρεψα στη Βραζιλία για τη χειμερινή διακοπή του πρωταθλήματος δεν ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήταν η μητέρα που μου έπεισε. Μου είπε ότι θα μπω στο αεροπλάνο της επιστροφής και θα πάω να γίνω ποδοσφαιριστής, αυτό που ήθελα πάντα». Ο Έλμπερ τελικά μπήκε και έμεινε στην Ευρώπη για 15 χρόνια συνολικά. Τα επόμενα δύο καλοκαίρια έκανε και πάλι προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά επέστρεψε ξανά στην Ελβετία όπου και έκανε σπουδαίες εμφανίσεις (ακόμα και στην Ευρώπη), ενώ στην τελευταία του σεζόν βγήκε πρώτος σκόρερ και κατέκτησε το κύπελλο.


Das magische Dreieck

Το μέλλον του στη Μίλαν δεν φαινόταν λαμπρό (0 εμφανίσεις σε 4 σεζόν) κι ο Έλμπερ ζήτησε να πάει δανεικός κάπου στην Ιταλία, αφού ένιωθε ότι πλέον είχε μάθει ό,τι μπορούσε στο ελβετικό πρωτάθλημα μετά από τρεις χρονιές. Οι άνθρωποι της Μίλαν του είπαν ότι έχουν μια πρόταση από τη Στουτγκάρδη που τον παρακολουθούσε. Ο Έλμπερ που είχε ήδη μάθει γερμανικά την αποδέχτηκε και έτσι μετακόμισε στη Γερμανία. Στη Σουηβία μπήκε σε μια εξαιρετική ομάδα και άρχισε να δείχνει την ποιότητά του. Παρ’ ότι την πρώτη σεζόν σκόραρε μόλις 8 γκολ, στις άλλες δύο πήρε μπρος και μαζί με το Φρέντι Μπόμπιτς και τον Κράσιμιρ Μπαλάκοφ έφτιαξαν το ιστορικό «μαγικό τρίγωνο» για τη Στουτγκάρδη του μόλις 36χρονου τότε προπονητή Γιόακιμ Λεβ που ξεκινούσε να φτιάχνει όνομα. Ο Έλμπερ κατέκτησε το κύπελλο του 1997, αλλά δεν ήταν εκεί στην σπουδαία πορεία της ομάδας στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1998. Είχε ήδη συμφωνήσει να μετακομίσει στο Μόναχο λίγες μέρες πριν τον τελικό με την Κότμπους στον οποίο σκόραρε δυο γκολ. Γύρισε στο ξενοδοχείο και δεν μπορούσε να πανηγυρίσει, στενοχωρημένος επειδή θα έφευγε. Ο Μπόμπιτς (με τον οποίον είναι κολλητοί ακόμα και σήμερα) πήγε στο δωμάτιό του και του είπε: «Σήμερα είσαι ακόμα ένας από μας, οπότε θα έρθεις να το γιορτάσουμε. Από αύριο μπορείς να πας να γαμηθείς».

Ένα από τα καλύτερα γκολ του, το πέτυχε επί της Μπάγερν

Ο Έλμπερ είχε αγαπήσει τη Στουτγκάρδη και πολλοί του έλεγαν ότι δεν θα έβρισκε το ίδιο οικογενειακό κλίμα στην Μπάγερν. Δεν πίστευε καν ότι είχε ενδιαφερθεί ένας τόσο μεγάλος σύλλογος, το συνειδητοποίησε όταν τον πήρε τηλέφωνο ο Ματέους. Μέσα του όμως είχε ένα μεγάλο όνειρο, να φορέσει τη φανέλα της Σελεσάο και ήξερε ότι δύσκολα θα τα κατάφερνε αν δεν πήγαινε σε μεγαλύτερο σύλλογο. Παρά το τότε ενδιαφέρον της Άρσεναλ, ο Έλμπερ πήγε στους Βαυαρούς και μια τρομερή πορεία ξεκίνησε. Το άκρως οικογενειακό κλίμα χάθηκε, αλλά τα γκολ, οι τίτλοι και οι επιτυχίες ξεκίνησαν.

Ο Έλμπερ ήταν ένας από τους πληρέστερους επιθετικούς που είδαμε ποτέ. Με φοβερά ποσοστά επιτυχίας, γρήγορος, δυνατός, καλός και στον αέρα χωρίς να είναι πρώτο μπόι. Το γεγονός ότι μετακόμισε στην Ευρώπη τόσο νωρίς, τον έκανε αρκετά πιο Ευρωπαίο ποδοσφαιρικά. Η μπάλα έπρεπε να μπει στα δίχτυα. Αυτός ήταν ο σκοπός. Αν έπρεπε να ντριμπλάρει, θα το έκανε. Αν έπρεπε να σουτάρει, θα το έκανε. Τακουνάκια, ψαλιδάκια, σουτ εκτός περιοχής, τεράστια γκάμα. Σημασία είχε όμως το γκολ.

Η απόφαση να πάει στην Μπάγερν είχε άμεσο αντίκτυπο. Μόλις σε μία σεζόν, κλήθηκε για πρώτη φορά στην εθνική Βραζιλίας. Δυστυχώς όμως για τον ίδιο, έπεσε σε μια φουρνιά σπουδαίων παικτών. Ριβάλντο-Ρονάλντο-Μπεμπέτο-Ρομάριο (αν και μεγάλος), αλλά και άλλοι όπως ο Εντμούντο κι ο Ντενίλσον του έπαιρναν τη θέση. Το γερμανικό ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο δημοφιλές κι ο Έλμπερ δεν είχε παίξει ποτέ στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα με αποτέλεσμα να είναι άγνωστος σε πολύ κόσμο πίσω στην πατρίδα και να μην έχει μεγάλο έρεισμα σε κόσμο και κυρίως προπονητές.

Τον Δεκέμβριο του 1997 οι δημοσιογράφοι ρωτάνε τον Μάριο Ζαγκάλο αν ο Έλμπερ θα είναι στις επιλογές του για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Ζαγκάλο απαντά με πολύ άσχημο τρόπο: «Πόσους Έλμπερ έχουμε στη Βραζιλία; Χιλιάδες! Ας αγοράσει ένα αεροπορικό και να πάει για διακοπές»

Ο Έλμπερ από τη Γερμανία απαντάει στο Ζαγκάλο, λέγοντάς του ότι είναι γέρος και έχει αρχίσει να ξεχνάει. Τελικά, ο Ζαγκάλο τον παίρνει στο αδιάφορο Gold Cup που συμμετείχε κι η Βραζιλία στις αρχές του 1998, αλλά τον έχει στον πάγκο κατά κύριο λόγο. Τον φωνάζει «μικρό» γιατί δεν θυμόταν το όνομά του.  Ο Έλμπερ μοχθεί για να επιλεγεί στην ομάδα, αλλά ένας τραυματισμός διαλύει τις λίγες ελπίδες του για να δώσει το παρόν στο Μουντιάλ.

Το 2002 η αδικία ήταν μεγαλύτερη, με παίκτες όπως ο Λουιζάο και ο Εντμίλσον (οι επιθετικοί και όχι οι συνονόματοί τους σε άλλες θέσεις, αν δεν τους θυμάστε δεν φταίτε εσείς) να προτιμώνται από τον Τζιοβάνε, σαφώς κατώτεροί του. Στο τέλος παίζει ρόλο και η απόφαση της Μπάγερν να μην του δώσει άδεια να πάει στη Βραζιλία για δυο αγώνες στα προκριματικά και μένει ξανά εκτός Μουντιάλ. Ο Έλμπερ, τελείωσε την καριέρα του με μόλις 15 εμφανίσεις με τη Βραζιλία. Φυσικά σε αυτά τα ματς σκόραρε 7 φορές, γεγονός που έδειχνε πόσο μπορούσε να βοηθήσει. Είπαμε. Εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, αλλά μια συμμετοχή σε ένα Μουντιάλ πιθανότατα να τον είχε βάλει ανάμεσα στους καλύτερους. Είναι κάτι τέτοιες λεπτομέρειες που στο τέλος καθορίζουν πώς θα σε θυμάται ο κόσμος.

Αν δεν τον προλάβετε, μάθετέ τον τώρα
Αν τον θυμάστε, ξαναδείτε ορισμένα του γκολ

Η καριέρα του όμως σε συλλόγους ήταν πάντα σπουδαία. Στο Μόναχο κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα, τρία κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ και ένα Διηπειρωτικό. Έγινε ο πρώτος ξένος σκόρερ όλων των εποχών στην Μπάγερν και μόνο ο Κλαούντιο Πιζάρο και πλέον ο Λεβαντόφσκι τον ξεπερνούν σε συνολικά γκολ ξένου στην Μπουντεσλίγκα. 133 γκολ σε 260 ματς συνολικά στην Μπουντεσλίγκα με Στουτγκάρδη και Μπάγερν. Το 1999 χάνει τον περίφημο τελικό της Βαρκελώνης απέναντι στη Γιουνάιτεντ λόγω τραυματισμού. Χάνει όμως και την ανατροπή: «Κατεβήκαμε με το Λιζαραζού κάτω λίγο πριν το τέλος. Ήταν κι αυτός τραυματίας και πήγαμε στο τούνελ για να ετοιμαστούμε για την απονομή. Όταν φτάσαμε το σκορ είχε γίνει 1-2. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Εγώ σηκώθηκα και έφυγα, γύρισα μόνος στο ξενοδοχείο. Δεν ήθελε να βλέπω κανέναν». Τελικά, το κατέκτησε δυο χρόνια αργότερα.

Σχεδόν συλλεκτική φωτογραφία του Έλμπερ με τη φανέλα της εθνικής

Ο Έλμπερ μετά την Μπάγερν συνέχισε την καριέρα του στη Λυών με αρκετά καλή παρουσία και τελικά την έκλεισε παίζοντας για πρώτη φορά μπάλα στην πατρίδα του με την Κρουζέιρο. Η ζωή του όμως συνδέθηκε άρρηκτα με τη Γερμανία. Είναι «πρέσβης» της Μπάγερν και συνεχίζει να έχει άμεση σχέση με το σύλλογο. Ταξιδεύει συχνά στο Μόναχο για να βλέπει την ομάδα, όταν δεν βρίσκεται στη Βραζιλία που εκτός των άλλων έχει ιδρύσει ακαδημία ποδοσφαίρου για τα παιδιά του δρόμου και κάνει τον… καουμπόη στα συνολικά 6000 βοειδή που έχει σε μια σειρά από εκτάσεις που αγόρασε. Δεν είναι τυχαίο ότι σε συνέντευξη που έδωσε πριν το πρόσφατο φιλικό Γερμανίας-Βραζιλίας είπε ότι… δεν είναι πραγματικός Βραζιλιάνος. Στο Μουντιάλ του 2014 στο περιβόητο ματς 7-1, η γυναίκα του ήταν στο γήπεδο με μια σημαία της Βραζιλίας, τα παιδιά του με φανέλες Γερμανίας κι ο ίδιος ένιωθε πολύ πιο κοντά με Γερμανούς όπως ο Τόμας Μίλερ τους οποίους γνωρίζει προσωπικά, ενώ είχε ζωγραφίσει και μια σημαία της Γερμανίας στο πρόσωπό του. Κι όταν η γυναίκα του μετά το 3-0 δεν άντεξε άλλο και αποχώρησε, αυτός έκατσε να δει το ματς. «Πέρασα όλη τη ποδοσφαιρική μου ζωή εκεί», λέει με ειλικρίνεια. Ίσως βαθιά μέσα του, να μην έχει ξεπεράσει το γεγονός ότι στην εθνική ποτέ δεν τον αγκάλιασαν και γι’ αυτό δεν έχει τόση συμπάθεια στη Σελεσάο. Κι ας έφευγε στα 16 του για να κάνει δυο μέρες ταξίδι με το αυτοκίνητο και να βρεθεί στο Μαρακανά και να δει από κοντά το μεγάλο του ίνδαλμα, τον Ζίκο.

Το πέναλτι με τα δύο πόδια

  [Καθόλου σχόλια]

Υπήρξε ένας από τους ιστορικότερους παίκτες της Μπόκα. Ο Μαρτίν Παλέρμο μπορεί να μην είχε ποτέ την ποιότητα άλλων φορ της Αργεντινής, αλλά έγραψε τη δική του ιστορία. Κι η ιστορία αυτή είναι γεμάτη διάφορες περίεργα συμβάντα, λες και οι συμπτώσεις και τα περίεργα γεγονότα τον κυνηγούσαν πάντα. Όπως η ιστορία με τα πόσα γκολ έπρεπε να βάλει τελικά για να τον αναγνωρίσουν όλοι ως τον πρώτο σκόρερ στην ιστορία της Μπόκα. Όπως φυσικά και η ιστορία με τα απανωτά χαμένα πέναλτι στον ίδιο αγώνα. Όπως και ο τραυματισμός του σε πανηγυρισμό. Και σήμερα ασχολούμαστε με μια ακόμα ιστορία. Αυτή του περιβόητου «πέναλτι με τα δύο πόδια».

Ήταν η βροχερή 24η Απριλίου του 1999 όταν η Μπόκα υποδεχόταν την Πλατένσε στην έδρα της Βέλεζ. Το ματς αποδείχτηκε δύσκολο για τους γηπεδούχους που δεν μπορούσαν να διασπάσουν την άμυνα των «καλαμαριών». Μέχρι που ο διαιτητής Μαντοράν σφύριξε το πέναλτι υπέρ της Μπόκα. Το πέναλτι αμφισβητήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα πιο περίεργη. Ο Παλέρμο ανέλαβε την εκτέλεση απέναντι στον τερματοφύλακα Φαμπιάν «Τερέζα» Κανσελάριτς. Παίρνοντας φόρα για να εκτελέσει με το αριστερό, ο Μαρτίν γλίστρησε. Βρήκε μεν την μπάλα με το αριστερό, αυτή πήρε περίεργη τροχιά, χτύπησε στο δεξί του πόδι (!) και κατέληξε στα δίχτυα. Η Μπόκα καθάρισε το ματς με ένα γκολ του Αραουμπαρένα, αλλά το πέναλτι με τα δύο πόδια ξεκίνησε μεγάλη κουβέντα.

Αν δεν το βλέπετε με την πρώτη, μετά το 1ο λεπτό έχει το καλύτερο ριπλέι

Οι άνθρωποι της Πλατένσε (και οι αντίπαλοι της Μπόκα) υποστήριζαν ότι το γκολ του Παλέρμο δεν έπρεπε να μετρήσει σύμφωνα με τους κανονισμούς. Ο υπεύθυνος της… ΚΕΔ της Αργεντινής Χουάν Κάρλος Λουστάου δήλωσε αδυναμία να αποφασίσει αν το γκολ ήταν έγκυρο. Ο ίδιος ανέφερε τον κανόνα 14 που λέει ότι ο εκτελεστής ενός πέναλτι δεν μπορεί να χτυπήσει την μπάλα δυο φορές συνεχόμενα και αυτό τιμωρείται με έμμεσο υπέρ του αντιπάλου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν υπήρξε πρόθεση όπως είπε ο Λουστάου και συνεπώς ο κανονισμός δεν το είχε προβλέψει. Έτσι λοιπόν, το παραλίγο μπλούπερ του Παλέρμο, έφτασε στα υψηλά κλιμάκια. Η Ομοσπονδία της Αργεντινής έστειλε το βίντεο του αγώνα στη FIFA για να αποφανθεί αυτή (δημιουργώντας και δεδικασμένο). Αφού μαζεύτηκαν οι ειδήμονες της διαιτησίας, η απάντηση της ΦΙΦΑ ήταν ότι το γκολ έπρεπε να μετρήσει.

Αρκετά χρόνια μετά, ο Αλεξάντρε Πάτο σε ένα φιλικό της Βραζιλίας με τη Σουηδία το 2012 κλήθηκε με το σκορ στο 0-2 να εκτελέσει το πέναλτι. Το Ρασούντα μάλλον δεν ήταν πολύ στεγνό, ο Πάτο γλίστρησε και πέφτοντας επανέλαβε το κατόρθωμα του Αργεντίνου φορ. Ο Παλέρμο δεν το άφησε φυσικά έτσι. Ως βετεράνος, το 2015 σε ένα φιλικό των θρύλων της Μπόκα και της Γιούβε γλίστρησε και πάλι και επανέλαβε το κατόρθωμα, άγνωστο αν το προσπάθησε επίτηδες. Έτσι κι αλλιώς, πέρασε στην ιστορία μεταξύ άλλων ως ο ποδοσφαιριστής που ανάγκασε τη ΦΙΦΑ να αλλάξει (ή έστω να βάλει μια υποσημείωση) στον κανονισμό.

Εθνική Βραζιλίας: Ψάχνοντας 16 χρόνια τον ηγέτη

  [4 Σχόλια]

Έχουν περάσει 16 χρόνια απ’ την τελευταία φορά που η εθνική Βραζιλίας κατακτούσε το Μουντιάλ. 16 ολόκληρα χρόνια γεμάτα πόνο και μερικές απ’ τις πιο ντροπιαστικές στιγμές στην ιστορία της τεράστιας αυτής ομάδας. Της κορυφαίας εθνικής ομάδας για μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού, κάτι που -αν ρωτάτε εμένα και περιμένετε απάντηση- δεν απέχει και αρκετά απ’ την πραγματικότητα. Στις 30 Ιουνίου του 2002 η σελεσάο, έχοντας ως μπροστάρη τον Ρονάλντο (τον κανονικό – το φαινόμενο), είχε επικρατήσει της σκληροτράχηλης Γερμανίας με 2-0 και είχε πανηγυρίσει το 5ο τρόπαιο της πλούσιας ιστορίας της. Από τότε επικρατεί ξηρασία και δεν υπάρχει ή δεν αχνοφαίνεται, για να τα λέμε κι όλα, και κάποια όαση για να δώσει μερικές σταγόνες ποδοσφαιρικής δροσιάς στους φίλους των Βραζιλιάνων. Είναι και πολλοί οι διψασμένοι (για τίτλους) από δαύτους.

Σε εκείνη την Βραζιλία  υπήρχαν τεράστιοι παίκτες όπως ο Ρονάλντο, ο Ριβάλντο, ο Ρομπέρτο Κάρλος, ο Καφού και  φυσικά ο -δικός μου λατρεμένος- Ροναλντίνιο. Παίκτες που ήταν κορυφαίοι στην θέση τους, σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά είχαν και το χάρισμα να αποτελούν παράλληλα και σπουδαίες ηγετικές μορφές για ένα ολόκληρο έθνος που ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο. Αρχηγοί και μπροστάρηδες σε κάθε πιθανή ποδοσφαιρική κακουχία και σε κάθε πιθανό θρίαμβο. Σε κάθε δύσκολη στιγμή μπορούσαν να βρουν τη λύση. Εκεί που η μπάλα έκαιγε και τα χρονικά περιθώρια στένευαν επικίνδυνα, αυτοί δήλωναν πάντα παρόν, παρασέρνωντας μάλιστα ολόκληρη την ομάδα σε κάτι καλό. Στη νίκη. Στην πρόκριση. Σε κάποιο μεγάλο τρόπαιο. Ακόμα και οι παίκτες που υστερούσαν σε ταλέντο μπροστά στους «μάγους» που προανέφερα, όπως ο Ζιλμπέρτο Σίλβα ή ο Λούσιο για παράδειγμα, είχαν αυτό το χάρισμα. Το χάρισμα του ηγέτη. Τέτοιος ήταν φυσικά και ο σπουδαίος αναπληρωματικός τερματοφύλακας εκείνης της ομάδας (και παίκτης σύμβολο για ένα ολόκληρο έθνος) ο Ροζέριο Σένι, που είχε αυτό το ηγετικό χάρισμα -όχι σε μεγάλο αλλά- σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό.

Από εκείνη την περίοδο του Μουντιάλ του 2002 μέχρι και τις μέρες μας, οι Βραζιλιάνοι μπορούν να καυχώνται για δύο μεγάλες στιγμές. Το Κόπα Αμέρικα του 2007, όταν κυριολεκτικά με μισή ομάδα διέλυσαν στον τελικό την πληρέστατη Αργεντινή με 3-0, και φυσικά το χρυσό μετάλλιο του 2016 στους Ολυμπιακούς αγώνες, στη δική τους χώρα, κατακτώντας μάλιστα και την μοναδική πρωτιά που έλειπε απ’ την συλλογή τους. Απ’ την άλλη, αν πρέπει να προβληματιστούν για κάτι όλο αυτό τον καιρό, αυτό δεν είναι άλλο απ’ το γεγονός πως όλα αυτά τα 16 χρόνια ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν το νέο ηγέτη που θα πάρει την ομάδα απ’ το χέρι, θα δώσει σιγουριά και έμπνευση στους συμπαίκτες του (και σε όλους τους απλούς θεατές) και θα οδηγήσει την ομάδα και πάλι στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αυτό δηλαδή που θέλει να κατακτά κάθε φίλος της ποδοσφαιρομάνας Βραζιλίας. Ας μην γελιόμαστε. Για τους Βραζιλιάνους δεν υπάρχει τίποτα λιγότερο απ’ την κορυφή του κόσμου. Κάτι σαν τους Άγγλους δηλαδή.

Παρακολουθώντας πολλά παιχνίδια της Βραζιλίας των τελευταίων ετών, ειλικρινά δεν μπορώ να βρω εύκολα (ή καθόλου) αυτό τον παίκτη. Σπάω το κεφάλι μου για να τα καταφέρω και πάλι τίποτα. Εξηγούμαι: δεν χρειάζεται αυτός ο παίκτης να είναι ο πιο ντελικάτος για να ηγηθεί. Αρκεί να έχει το χάρισμα. Για παράδειγμα: στην εθνική του ’94 που κατέκτησε το Μουντιάλ οι περισσότεροι θυμούνται το δίδυμο των Ρομάριο και Μπεμπέτο που αλώνιζαν στην επίθεση και όχι τον ισορροπιστή της μεσαίας γραμμής (και μεγάλο αρχηγό) Κάρλος Ντούνγκα. Λογικό θα μου πείτε, καθώς στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου του απλού θεατή αποθηκεύονται πιο εύκολα οι περίτεχνες ντρίμπλες και τα σπάνιας ομορφιάς τέρματα. Ο όγκος άλλωστε των πληροφοριών της εποχής μας είναι τεράστιος και είναι δύσκολο να βρεθεί ο απαιτούμενος χώρος για κάτι εκτός του αποτελέσματος ή των γκολ. Απ’ την άλλη, δεν υπάρχει και κάποιο μέσο που να μπορεί να μας δείξει τα ψυχικά αποθέματα κάθε παίκτη ή να μετρήσει τον βαθμό έμπνευσης κάποιου αθλητή προς τους συμπαίκτες του. Αν υπήρχε κάτι τέτοιο, φυσικά και παίκτες όπως ο Ντούνγκα θα είχαν σπάσει, ή μηδενίσει, όλα τα κοντέρ. Πιο πρόσφατο -και καλύτερο- παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης ποδοσφαιριστή δεν είναι άλλο από τον Χαβιέ Μασκεράνο στο Μουντιάλ του ’14.

Οι μεγάλες ερωτήσεις που βασανίζουν τους περισσότερους φίλους της σελεσάο, τα τελευταία χρόνια, είναι αν θα καταφέρει επιτέλους ο Νεϊμάρ να ηγηθεί της εθνικής και φυσικά, αν θα μπορέσουν να σταθούν δίπλα του παίκτες όπως ο Ζεσούς και ο Φερναντίνιο της Σίτι, ο Κουτίνιο της Μπαρτσελόνα, ο Φιρμίνο της Λίβερπουλ και φυσικά ο σπουδαιότερος όλων αυτών, ο Μαρσέλο της Ρεάλ Μαδρίτης, ως άξιοι «στρατιώτες» δίπλα στον «βασιλιά». Όλοι οι παραπάνω φαντάζουν (και είναι), αυτή τη στιγμή, τα μεγάλα ονόματα και τα βαριά χαρτιά που πάνω τους θα στηριχθεί η Βραζιλία. Απ’ την άλλη, οι επικριτές και πολέμιοι της ομάδας (που είναι και πάρα πολλοί) θεωρούν πως όλοι οι παραπάνω φαντάζουν υπερβολικά λίγοι για να το καταφέρουν, αντιπαραθέτοντας μάλιστα πως απ’ τη στιγμή που δεν κατάφεραν ποτέ να εξελιχθούν σε ηγέτες για τη σελεσάο παίκτες όπως ο Κακά και ο Αντριάνο, δεν είναι δυνατόν να το καταφέρουν αυτό οι παίκτες της εποχής μας. Άδικo πάντως δεν μπορεί να ρίξει κανένας σε κάποιον που έχει αυτό -ή παρόμοιο- σκεπτικό, κρίνοντας πάντα εκ του αποτελέσματος όλα αυτά τα 16 αυτά χρόνια. Και εδώ γεννάται ένα άλλο ερώτημα, επίσης δύσκολο στο να βρει απάντηση. Γιατί συμβαίνει όλο αυτό απ’ τη στιγμή που το ταλέντο υπάρχει, και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό, για τους περισσότερους Βραζιλιάνους;

Ίσως παίζει σημαντικό παράγοντα σε όλο αυτό η γρήγορη μετάβαση απ’ την ελευθερία και την ανεμελιά που χαρακτηρίζει το ποδόσφαιρο της Βραζιλίας, στα πολλά χρήματα, τον ακραίο επαγγελματισμό και φυσικά το life style του ποδοσφαίρου των ημερών μας, στην δική μας ήπειρο. Ένα ποδόσφαιρο αποστειρωμένο στα όρια του ακραίου επαγγελματισμού που ίσως δεν ταιριάζει τόσο με την ιδιοσυγκρασία του Βραζιλιάνου παίκτη, αλλάζοντάς τον προς το χειρότερο και στερώντας του ίσως αυτό το ηγετικό χάρισμα. Αυτή η νέα τάξη πραγμάτων έχει διαβρώσει αρκετά το λάτιν στοιχείο και  κατ’ επέκταση το Βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο, μιας και στο μυαλό των περισσότερων νέων ποδοσφαιριστών της χώρας του καφέ (ήθελα να το γράψω αυτό το κλισέ) ο πρωταρχικός πλέον στόχος είναι να αφήσουν την πατρίδα και να βρουν μια ομάδα στην Ευρώπη που θα τους κάνει αυτομάτως σούπερ σταρ και θα τους χαρίσει μια άνετη ζωή με εκατομμύρια followers στην αστεία ζωή των social media. Αυτό το τελευταίο με την κακή επιρροή των social media και το villain attitude το συναντάμε δυστυχώς ακόμα και στα τοπικά πρωταθλήματα της χώρας μας. Πόσο μάλλον στους παγκόσμιας εμβέλειας σούπερ σταρ σε κορυφαία πρωταθλήματα όπως το ισπανικό και το αγγλικό.

Μέχρι πριν αρκετά χρόνια πολλούς Βραζιλιάνους ντελικάτους παίκτες η μεγαλύτερη μερίδα του φίλαθλου ποδοσφαιρικού κοινού τους άκουγε (και τους μάθαινε απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη) για πρώτη φορά στα Παγκόσμια Κύπελλα. Εκεί δηλαδή που μάτωναν για τη φανέλα. Προσπαθώντας να κερδίσουν πρώτα το τρόπαιο και μέσω αυτού κάποιο καλύτερο συμβόλαιο -κυρίως- σε ομάδα της Ευρώπης, ξεφεύγοντας απ’ την φτώχεια της χώρας τους. Στις μέρες μας όλο αυτό έχει αλλάξει. Δυστυχώς για τους περισσότερους νεαρούς Βραζιλιάνους, που αγωνίζονται στην Ευρώπη και σε κορυφαία κλαμπ, η εθνική δείχνει να μην αποτελεί προτεραιότητα. Η προτεραιότητα είναι φυσικά οι χορηγοί και τα μυθικά συμβόλαια. Μέσα από αυτή τη λογική ίσως μπορεί να απαντηθεί, πιο εύκολα, γιατί δεν υπάρχουν πλέον πραγματικοί ηγέτες στη σελεσάο.  Μέχρι να βρεθεί και πάλι ένας πραγματικός ηγέτης για την εθνική Βραζιλίας, που θα χαρίζει κυρίως έμπνευση σε όλους, την μπαγκέτα και αυτό το ρόλο θα τα έχει ο Νεϊμάρ. Κάτι που (και) στα δικά μου μάτια δεν φαντάζει ούτε η σωστότερη αλλά ούτε και η σοφότερη επιλογή. Τα υπόλοιπα στο γήπεδο. Ο Ιούνιος είναι πολύ κοντά άλλωστε.

Ο Ραούλ Ταμούδο και το δίπλωμα οδήγησης

  [6 Σχόλια]

Οι ιστορίες των ποδοσφαιριστών με τα αυτοκίνητά τους είναι πολλές και συχνά πονεμένες. Θα συνεχίσουμε σε αυτό το μοτίβο με μια ακόμα που είναι αρκετά κωμική. Για όσους δεν έχουν διαβάσει παλιότερα, εδώ θα βρουν τι έπαθαν ο Έβερ Μπανέγκα και ο Ντάνι Γκουΐθα, εδώ πάλι ο Έβερ Μπανέγκα σε νέα περιπέτεια και πιο πρόσφατα ο Ρίκι Σεντουριόν. Σίγουρα στα τόσα χρόνια του Sombrero θα έχουμε κι άλλες. Σήμερα όμως θα ασχοληθούμε με έναν αγαπημένο μας ποδοσφαιριστή. Τον Ραούλ Ταμούδο τον θαυματουργό, τον παίκτη που ήξερε να βάζει την μπάλα στην εστία όσο λίγοι.

Αυτό που δεν μπορούσε να κάνει με τίποτα όμως ο δόλιος Ραούλ ήταν να πάρει δίπλωμα οδήγησης. Ο Ταμούδο προσπαθούσε στα τέλη του περασμένου αιώνα να τα καταφέρει και κοβόταν μονίμως στα θεωρητικά. Το ήθελε πολύ, γιατί πήγαινε ξανά και ξανά, αλλά το αποτέλεσμα δεν άλλαζε. Τώρα, να πω την αλήθεια, δεν ξέρω πόσο δύσκολες είναι οι εξετάσεις στην Ισπανία (ή στη Βαρκελώνη πιο συγκεκριμένα). Ο Ραούλ πάντως κοβόταν σταθερά. Μέχρι που κάποια στιγμή πήρε απόφαση ότι ήρθε η ώρα να κάνει μια βρωμιά. Όχι να λαδώσει, μην σκέφτεστε τόσο ελληνικά.


Άρθρο της εποχής

Στα 22 του λοιπόν, ο άνθρωπος που ήδη είχε αρχίσει να σκοράρει περίπου 10 γκολ τη σεζόν στην Πριμέρα και να είναι ένα από τα πιο καυτά ονόματα στην Ευρώπη, βρήκε τη λύση πολύ πριν την τηλεοπτική σειρά Suits. Τι έκανε; Αποφάσισε να στείλει κάποιον γνωστό στη θέση του. Ο φίλος του πήγε λοιπόν τον Ιούλιο του 1999 να δώσει το θεωρητικό και ξεκίνησε να απαντάει τις ερωτήσεις. Μέχρι που ένας από τους εξεταστές που έκοβε βόλτες τσέκαρε την ταυτότητα που έγραφε Ραούλ Ταμούδο. Δεν ξέρουμε πόσο έμοιαζε στον Ταμούδο ο φίλος με τα αρχικά R.S.V. (το όνομα δεν δημοσιεύτηκε ολόκληρο στα ρεπορτάζ της εποχής), αλλά άρχισε να ιδρώνει και να αγχώνεται. Νομίζοντας ότι τον έχουν πάρει χαμπάρι, ο ψεύτικος Ραούλ σηκώθηκε αγχωμένος σχεδόν στα μισά της εξέτασης να παραδώσει το γραπτό του και να την κοπανήσει. Αν υπήρχε έστω και μισή αμφιβολία, οι εξεταστές σιγουρεύτηκαν και σταμάτησαν το φίλο του ποδοσφαιριστή.

Το 2008 με το αυτοκίνητό του (ελπίζουμε να ξέρει τι είναι το Στοπ)

Κανονικός και «μαϊμού» Ραούλ πήγαν στο δικαστήριο και ο εισαγγελέας ζήτησε ένα χρόνο φυλακή για τον καθένα τους. Ακόμα χειρότερη όμως ήταν η κατσάδα που άκουσε στο σπίτι (έμενε ακόμα με τους γονείς του τότε). Τελικά, το 2001, βγήκε η τελεσίδικη απόφαση σύμφωνα με την οποία ο Ταμούδο καταδικάστηκε και τιμωρήθηκε με πρόστιμο 500 χιλιάδες πεσέτες, γλιτώνοντας τα χειρότερα. Το φοβερό είναι ότι μέχρι να ολοκληρωθεί η υπόθεση ο Ραούλ Ταμούδο όχι μόνο είχε κερδίσει ένα Κόπα ντελ Ρέι, αλλά είχε καταφέρει κάτι ακόμα πιο δύσκολο (τουλάχιστον γι’ αυτόν). Πέρασε τις εξετάσεις και μάλιστα μόνος του.

Όταν δάκρυσε ο Γκάζα

  [3 Σχόλια]

Στις 19 Ιουνίου (σε λιγότερο από δύο μήνες δηλαδή) αρχίζει το Μουντιάλ. Κανονικά αρχίζει 5 μέρες νωρίτερα αλλά για εμένα το Μουντιάλ αρχίζει πάντα τη μέρα που ρίχνεται στη μάχη η εθνική Αγγλίας. Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, το φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο αρχίζει με τη μάχη των Άγγλων κόντρα στο μεγαθήριο με το όνομα Τυνησία. Δεν θέλω γέλια και ειρωνείες. Μετά το 1966 και την κατάκτηση του παγκοσμίου κυπέλλου η Εθνική Αγγλίας δεν έχει φτάσει σε κάποια πρωτιά σε παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό κύπελλο. Σε δύο περιπτώσεις έφτασε μάλιστα πολύ κοντά αλλά η Γερμανία και τα πέναλτι της στέρησαν αυτή τη χαρά. Το Γιούρο του 1996 στην Αγγλία και φυσικά το Μουντιάλ της Ιταλίας του 1990 είναι δύο διοργανώσεις που πόνεσαν -και συνεχίζουν να πονάνε- πολύ τους Άγγλους αλλά και όλους εμάς τους αληθινούς φίλους των «τριών λιονταριών». Με το Μουντιάλ του ’90 και τον αγαπημένο Άγγλο του El Sombrero, τον Πολ Γκασκόιν, θα ασχοληθώ σήμερα και καλά θα κάνετε να διαβάσετε αυτό εδώ το κείμενο. Δεν τα γράφω άλλωστε για ‘μένα, ούτε για να τσακώνομαι με τον Ramon στο twitter.

Οι Άγγλοι ταξίδεψαν στην Ιταλία με προπονητή τον Σερ Μπόμπι Ρόμπσον και ίσως το πληρέστερο ρόστερ που είχαν ποτέ μετά το ’66. Οι νεότεροι ίσως διαβάσουν ονόματα που δεν θα τους θυμίσουν τίποτα, οι παλιότεροι όμως λογικά θα νιώσουν το ρίγος της συγκίνησης να τους διαπερνά την ραχοκοκαλιά. Στο τέρμα υπήρχε ο Πίτερ Σίλτον. Στην άμυνα ο Τέρι Μπούτσερ και ο Μαρκ Ράιτ. O ψυχάκιας Στιούαρτ Πιρς και ο Γκάρι Στίβενς στα άκρα της άμυνας. Στο κέντρο υπήρχαν μύθοι όπως ο Μπράιαν Ρόμπσον, o Ντέιβιντ Πλατ, o σέξι Κρις Γουόντλ, ο Τζον Μπαρνς και ο Νιλ Γουέμπ και στην επίθεση οι φονιάδες Γκάρι Λίνεκερ, Στιβ Μπουλ και φυσικά ο Πίτερ Μπίρντσλεϊ. Αστέρι της ομάδας ο ποιοτικότερος παίκτης που έχουν βγάλει οι Άγγλοι τα τελευταία 30 χρόνια. Φυσικά και μιλάω για τον τρισμέγιστο Πολ Γκασκόιν. O όμιλος με Ολλανδία, Ιρλανδία και Αίγυπτο φυσικά και δεν ήταν εύκολος αλλά τα «λιοντάρια» κατάφεραν και πήραν την πρωτιά χάρις στη μοναδική νίκη που έγινε στον όμιλο. Εκείνο το 1-0 απέναντι στην Αίγυπτο (με το γκολ του Ράιτ) έστειλε τους Άγγλους στους τέσσερις βαθμούς, αφήνοντας τους σπουδαίους Ολλανδούς στη δεύτερη θέση. Κάπως έτσι στη φάση των «16» η Αγγλία θα αντιμετώπιζε το Βέλγιο έχοντας τον τίτλο του φαβορί. Στην Αγγλία το τρόπαιο είχε ήδη βαφτεί στα χρώματα της Βρετανίας.

O Γκάζα ήταν η ατραξιόν εκείνης της Αγγλίας και ένας από τους ήρωες ολόκληρου του Μουντιάλ. Ο μέσος από το εργατικό Ντάνστον ήταν ο παίκτης που ανέβαζε επίπεδο τα «λιοντάρια» με τις περίτεχνές του ενέργειες και φυσικά με τα ηγετικά του χαρίσματα και έστρεφε -όπως ήταν λογικό- πάνω του όλα τα βλέμματα. Όταν μάλιστα οι Άγγλοι έχασαν με τραυματισμό στην φάση των ομίλων τον αρχηγό τους, Μπράιαν Ρόμπσον, ο Γκασκόιν ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα πως έπρεπε να ανεβάσει ακόμα περισσότερο την απόδοσή του. Ακόμα πιο πολύ το πάθος του. Όσο περισσότερο μπορούσε να βρει κι άλλες δυνάμεις. Ψυχικές αλλά και σωματικές. Και τα κατάφερε. Όταν ήθελε άλλωστε ο Γκάζα ήταν ένας ανάμεσα στους κορυφαίους -όχι της Αγγλίας αλλά ολόκληρου του πλανήτη. Μετά το 1-0 με το Βέλγιο στην παράταση και το 3-2 με το μαχητικό Καμερούν και πάλι στην παράταση, οι Άγγλοι θα αντιμετώπιζαν τους Γερμανούς στα ημιτελικά με φόντο τον τελικό της Ρώμης.

Τα πάντσερ είχαν στις τάξεις τους σπουδαίους ποδοσφαιριστές όπως ο Αντρέας Μπρέμε, o Γιούργκεν Κλίνσμαν, o Ρούντι Φέλερ και φυσικά ο Λόταρ Ματέους (όλοι τους αγωνίζονταν μάλιστα στο Καμπιονάτο), με προπονητή έναν εκ των μεγαλύτερων εγκεφάλων που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Τον σπουδαίο Φρανζ Μπεκεμπάουερ. Οι Γερμανοί απείλησαν πρώτοι με τον Όλαφ Θον και είχαν τον έλεγχο του αγώνα στα πρώτα λεπτά αλλά οι Άγγλοι βρήκαν τον τρόπο να φέρουν το παιχνίδι στα δικά τους μέτρα δείχνοντας μάλιστα ικανοί για το καλύτερο. Αυτό δεν συνέβη -πως θα μπορούσαν να κάνουν οι Άγγλοι το «καλύτερο»άλλωστε;- και οι Γερμανοί άνοιξαν το σκορ στο 60′ με τον Μπρέμε. O παίκτης της Ίντερ εκτέλεσε φάουλ. Η μπάλα άλλαξε πορεία, αφού βρήκε σε σώμα παίκτη των Άγγλων, και κρέμασε τον Σίλτον σε μια χαρακτηριστική στιγμή αγγλικής γκαντεμιάς από αυτές που βλέπουμε για 28 σερί χρόνια. Οι Άγγλοι πάντως δεν λύγισαν και βρήκαν τα ψυχικά αποθέματα για να αντιδράσουν.

Άντεξαν στην πίεση των Γερμανών για δεύτερο γκολ και χτύπησαν με τον παραδοσιακό βρετανικό τρόπο στο 80. Αφού κυκλοφόρησαν τη μπάλα και πάγωσαν τον ρυθμό, ο Πολ Πάρκερ σέντραρε για τον Λίνεκερ που είχε χωθεί ανάμεσα στους στόπερ των Γερμανών ψάχνοντας εκείνη την μισή ευκαιρία για να σκοράρει. Και την βρήκε. Αυτοί δεν έδιωξαν σωστά και ο Λίνεκερ με διαγώνιο αριστερό σουτ έγραψε το 1-1. Πανζουρλισμός. Χαμός. Το πήραμε. Κανείς δεν λογάριαζε πως απλά ήταν ο ημιτελικός και το σκορ ήταν απλά στην ισοπαλία. Στην παράταση δεν άλλαξε κάτι, με μοναδικό σημαντικό γεγονός την κίτρινη κάρτα που δέχθηκε ο Γκασκόιν στο 98′ για ένα χαζό φάουλ. Με αυτή την κάρτα μάλιστα ο ηγέτης των Άγγλων δεν θα είχε δικαίωμα στον τελικό, αν φυσικά η ομάδα του περνούσε. Αυτό δυστυχώς δεν συνέβη μιας και στη διαδικασία των πέναλτι οι Άγγλοι ηττήθηκαν με 4-3. Ο Πιρς και ο Γουόντλ αστόχησαν στα δύο τελευταία πέναλτι και στέρησαν απ’ την ομάδα τους την παρουσία στο μεγάλο τελικό κόντρα στην Αργεντινή του Μαραντόνα. Ο Γκάζα, που έκλαιγε εδώ και αρκετά λεπτά, δεν άντεξε και λύγισε χαρίζοντάς μας μια μοναδικά ανθρώπινη στιγμή από αυτές που σε παρασέρνουν να βουρκώσεις μαζί τους.

Τα δάκρυα του Γκάζα αλλά και ο τρόπος που έδειξε τη φανέλα στο κοινό των Άγγλων, φιλώντας το εθνόσημο, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες εκείνης της διοργάνωσης. Ο κόσμος ίσως να θυμάται εκείνες τις στιγμές περισσότερο κι από τις ντρίμπλες και τα μαγικά του σπουδαίου ποδοσφαιριστή ή τον τελικό ανάμεσα στην Αργεντινή και την Γερμανία. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε και η κατάρα των Άγγλων στη διαδικασία των πέναλτι όπως και ο έρωτας του κοινού της Ιταλίας και φυσικά της Ρώμης με τον σπουδαίο Άγγλο μέσο. Το 1992 η Λάτσιο θα κάνει δικό της τον παίκτη για 5μίση εκατομμύρια λίρες αλλά ο Πολ Γκασκόιν δεν θα κάνει σπουδαίες εμφανίσεις στo, κορυφαίο εκείνα τα χρόνια, ιταλικό πρωτάθλημα.

Έξι χρόνια αργότερα (και αφού είχε βρει και πάλι τη φόρμα του στους Ρέιντζερς της Γλασκόβης), είχε τη χαρά να εκπροσωπήσει τη χώρα του -μπροστά στο κοινό της- για το Γιούρο. Και τότε μας μάγεψε. Και τότε μας χάρισε μοναδικές ποδοσφαιρικές στιγμές και συγκινήσεις. Και τότε αποκλείστηκε από τους Γερμανούς και πάλι στα ημιτελικά. Και πάλι στα πέναλτι. Η ίδια δακρύβρεχτη ιστορία γραφόταν και πάλι με τα ίδια «θύματα». Οι ίδιες γκαντέμικες στιγμές περνούσαν μπροστά μας και πάλι σαν κακόγουστο φιλμ σε κάποιο θερινό σινεμά. Ένα πάντρεμα νέων και παλαιότερων τραγικών ηρώων με το ίδιο ακριβώς τέλος και τον Γκάρι Λίνεκερ να μονολογεί απογοητευμένος το κορυφαίο απόφθεγμα της ζωής του και της καριέρας του.

Η μέρα που ο Αριέλ Ορτέγκα αρνήθηκε να βγει αλλαγή

  [1 Σχόλιο]

Είναι ευλογία για έναν προπονητή να έχει παίκτες που ξέρουν μπάλα, παίκτες που μπορούν να κρίνουν έναν αγώνα χάρη στο ξεχωριστό ταλέντο τους. Από την άλλη είναι κατάρα να έχει παίκτες που είναι ικανοί για το χειρότερο, που είναι ατίθασοι, που συχνά έχουν προσωπικά προβλήματα και μπορούν να κάνουν ζημιά στην ψυχολογία των υπολοίπων στα αποδυτήρια. Ένας τέτοιος παίκτης ήταν και ο Αριέλ Ορτέγκα που είτε τον αντιπαθείς, είτε όχι, αν θες να είσαι αντικειμενικός, τα είχε όλα τα παραπάνω και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό. Κι αν δεν εμπιστεύεστε εμένα που τα γράφω, γιατί στο κάτω κάτω ποιος είμαι, η παρακάτω ιστορία μάλλον θα σας πείσει.

Ταξιδεύουμε στο Δεκέμβριο του 1996. Την 4η ημέρα εκείνου του μήνα η Ρίβερ, που ήταν πρωτοπόρος στην Απερτούρα, υποδεχόταν τη Ράσινγκ Κλουμπ στο Μονουμεντάλ του Μπουένος Άιρες για την 15η από τις συνολικά 19 αγωνιστικές. Οι «εκατομμυριούχοι» είχαν αρκετούς καλούς παίκτες εκείνη την περίοδο, στην επίθεση υπήρχε σε εξαιρετική κατάσταση ο Χούλιο Κρουζ και ο 22χρονος Μαρσέλο Σάλας, στην άμυνα ο Χουάν Πάμπλο Σορίν, αρχηγός ήταν ο 35χρονος Έντσο Φραντσέσκολι, στον πάγκο ο πιτσιρικάς Μαρσέλο Γκαγιάρδο και φυσικά ο πρωταγωνιστής μας. Ο Αριέλ Ορτέγκα.

Το σκορ ανοίγει με υπογραφή Ορτέγκα. Ο «Μπουρίτο» κάνει μια μαγική ντρίμπλα στην άκρη της περιοχής, αδειάζει τον αντίπαλό του, βγάζει τη σέντρα και ο Φραντσέσκολι ανοίγει το σκορ. Λίγα λεπτά αργότερα όμως γίνεται η φάση που αλλάζει τον αγώνα. Ο τερματοφύλακας της Ρίβερ Ρομπέρτο Μπονάνο κάνει έξοδο εκτός περιοχής και σταματά την μπάλα με το χέρι του, αποβάλλεται με απευθείας κόκκινη λίγο πριν τελειώσει το 1ο ημίχρονο και αποχωρεί. Ο σπουδαίος Ραμόν Ντίας που βρίσκεται στον πάγκο πρέπει να βάλει τον Μπούργος, τον αναπληρωματικό τερματοφύλακά του. Όπως πολλοί προπονητές θα έκαναν στη θέση του, με την ομάδα του να προηγείται 1-0 αποφασίζει να βγάλει έναν επιθετικογενή παίκτη που γνωρίζει ότι δεν θα μαρκάρει ιδιαίτερα, δεν θα τρέξει, δεν θα αμυνθεί. Τον Αριέλ. Η εντολή από τον πάγκο δίνεται.

Όλος ο Αριέλ Ορτέγκα μέσα σε 2 λεπτά.

Ο Μπούργος μπαίνει και πηγαίνει στον Ορτέγκα να του πει να βγει. Ο νεαρός τότε Ορτέγκα κοιτάζει προς τον πάγκο σαν να μην το πιστεύει. Είναι στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του (λίγους μήνες αργότερα θα πάρει μεταγραφή στη Βαλένθια) στα 22 του, ο κόσμος σε έναν από τους ναούς του ποδοσφαίρου φωνάζει ρυθμικά το όνομά του, η Ρίβερ τα δίνει όλα για ένα ακόμα πρωτάθλημα. Δεν μπορεί να το αποδεχτεί. Ο Ραμόν Ντίας κάνει εκνευρισμένος νεύματα στον Ορτέγκα να βγει. Αυτός κοιτάει τον πάγκο και δεν κουνιέται. Οι αντίπαλοι έχουν δει την αλλαγή και προσπαθούν να τον βγάλουν, εκείνος ως γνήσιο πεισματάρικο γαϊδουράκι (μπουρίτο) δεν κουνιέται. Για καλή τύχη του Ορτέγκα, την κατάσταση σώζουν δύο συμπαίκτες. Ο Ρομπέρτο Μονσεράτ νιώθει ενοχλήσεις, ο Έντσο Φραντσέσκολι το βλέπει και παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Οι σχέσεις του με τον Ντίας δεν ήταν καλές έτσι κι αλλιώς, στα 35 του ένιωθε και λίγο προπονητής και το παίρνει πάνω του. Λέει στον Μονσεράτ να βγει και δίνει ο ίδιος την εντολή στον πάγκο για την… αλλαγή της αλλαγής. Ο Ντίας αποδέχεται την απόφαση και ο Ορτέγκα μένει στον αγωνιστικό χώρο.

Το 1ο ημίχρονο τελειώνει και είναι άγνωστο τι γίνεται στα αποδυτήρια της Ρίβερ. Αυτό που ξέρουμε είναι τι γίνεται όταν ξεκινάει το 2ο ημίχρονο. Οι γηπεδούχοι προσπαθούν να αιφνιδιάσουν τους αντιπάλους με τη σέντρα, η μπάλα καταλήγει στα πόδια του Πρίγκιπα, αυτός βλέπει τον Ορτέγκα να κάνει κίνηση, του βγάζει την μπαλιά, ο Αριέλ παίρνει την μπάλα με το εσωτερικό με έναν πανέμορφο τρόπο, κλείνεται από τερματοφύλακα και αμυντικό, προσποιείται και καθώς πέφτει τσιμπάει την μπάλα και τη στέλνει στα δίχτυα. «Ορτεγκίτο, Ορτεγκίτο» φωνάζει ο σπίκερ, αλλά αυτός ήδη έχει βγάλει τη φανέλα, την ανεμίζει και πηγαίνει προς το πέταλο. Οι κάμερες γυρνούν στο Ραμόν Ντίας (με πουκάμισο βγαλμένο από τους Απαραδέκτους) να χαμογελά και να λέει το κλασσικό λατινοαμερικάνικο «la puta que ta pario» που ανάλογα με τη χρήση, μπορεί να είναι από χοντρή βρισιά μέχρι μια μικρή αποθέωση όπως σε αυτή την ιστορία.

Τα γκολ του αγώνα (η φοβερή ενέργεια του Αριέλ στο 1ο)

Το παιχνίδι βέβαια δεν τελείωσε έτσι απλά. Σε μια αντεπίθεση της Ρίβερ ο Σορίν γράφει το 3-0, αλλά η Ράσινγκ απαντάει με δυο γκολ (το δεύτερο με πέναλτι που εκτελεί ο τερματοφύλακάς της). Το 4-2 γράφεται με νέο πέναλτι που εκτελεί ο Φραντσέσκολι, η Ρίβερ μένει με 9 και η Ράσινγκ γράφει προς το τέλος το τελικό 4-3 που κρατάει τη Ρίβερ με διαφορά στην πρώτη θέση. Με ένα σερί νικών τις επόμενες αγωνιστικές καθαρίζει τον τίτλο. Από εκεί και πέρα η καριέρα του Ορτέγκα είναι γνωστή. Με τα πάνω της και τα πολλά κάτω της (κυρίως σε Ευρώπη, αλλά και εθνική). Ένας ζογκλέρ που έπαιζε πρώτα για τον εαυτό του και το θέαμα και μετά για την ομάδα και την ουσία. Αυτό όμως δεν εμπόδισε να γίνει ένα από τα μεγάλα ινδάλματα της Ρίβερ, παρά τα όσα προσωπικά του προβλήματα στο τέλος της καριέρας του. Και όταν το 2013 έγινε το αποχαιρετιστήριο παιχνίδι του, 65.000 άνθρωποι μαζεύτηκαν για να του πουν το μεγάλο αντίο, με πολλούς από αυτούς να δακρύζουν.

«Δεν έχω λόγια για να σας ευχαριστήσω, ούτε εσάς τους οπαδούς, ούτε τους συμπαίκτες μου. Είχα προγραμματίσει να πω χίλια πράγματα, αλλά το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι αυτό: Ευχαριστώ τον Θεό που με έκανε οπαδό της Ρίβερ»

Κι ο Ορτεγκίτο με το ίδιο μαλλί-χαίτη (100% λατινοαμερικάνικη πατέντα), έστω και γκριζαρισμένο, με λίγες παραπάνω γραμμές στο πρόσωπο (πάντα μου θύμιζε τον Καραγκούνη στη φάτσα, δικάστε με) να βλέπει παλιά κατορθώματα και να δακρύζει κι αυτός. Το παρόν στο παιχνίδι έδωσαν πολλοί. Ο Φαλκάο και ο Φραντσέσκολι, ο Γκαγιάρδο κι ο Μπουονανότε και φυσικά ο Ραμόν Ντίας, ο πρωταγωνιστής εκείνου του επεισοδίου που 17 χρόνια αργότερα δήλωνε: «Ο Αριέλ είναι τεράστιος, μου άρεσε πώς του συμπεριφέρθηκε ο κόσμος γιατί κι αυτός τα έδινε όλα γι’ αυτούς. Τι του έμαθα; Δεν του έμαθα τίποτα. Αυτός μου έμαθε να απολαμβάνω το ποδόσφαιρο».

Όταν οι φανέλες απέκτησαν αριθμούς

  [1 Σχόλιο]

«Τα νούμερα στις φανέλες των παικτών είναι κάτι αστείο και αχρείαστο. Στα μάτια μου κάνουν τους παίκτες να μοιάζουν σαν αναβάτες αλόγων κούρσας. Ειλικρινά όλο αυτό είναι κάτι εντελώς εκτός ποδοσφαίρου». Αυτή η φράση δεν ανήκει σε κάποιον που δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με το ποδόσφαιρο και το ζούσε ως ένας απλός παρατηρητής, αλλά στον Σίντνεϊ Κινγκ. Τον σπουδαίο προπονητή της Γουέστ Χαμ στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και έναν άνθρωπο που θεωρείται -και φυσικά ανήκει- στις μεγάλες μορφές του αγγλικού ποδοσφαίρου εκείνης της πρώιμης περιόδου. Απ’ την άλλη βέβαια, κανένας δεν μπορεί να του ρίξει άδικο γι’ αυτή του την δήλωση σε εκείνο το χρονικό σημείο, όσο κι αν ακούγεται αστεία και αφελής στα δικά μας σημερινά αυτιά, μιας και κάθετί καινοτόμο -σε μια εμβρυακή εποχή για το άθλημα- δεν θα μπορούσε να μην αντιμετωπιστεί με καχυποψία, ακόμα και χλευασμό.

Τα ίδια πάνω-κάτω πίστευαν και αρκετοί από αυτούς που ασχολούνταν επαγγελματικά με ποδοσφαιρικές ομάδες ως προπονητές ή ήταν διοικητικά μέλη της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αγγλίας. Ενός οργανισμού δηλαδή που μπορεί να μετρούσε πολλά χρόνια ζωής και να θεωρούνταν αρκετά μπροστά από την εποχή του -σε σχέση με το ποδόσφαιρο άλλων χωρών- αλλά αποδεδειγμένα, είχε πάρα πολλά να μάθει ακόμα για να φτάσει να θεωρείται ως ένας άρτιος αθλητικός οργανισμός που προσφέρει στον θεατή το καλύτερο δυνατό προϊόν. Φυσικά και τα νούμερα στις φανέλες -σε μια εποχή που δεν ήταν καθόλου εύκολος ο τρόπος να διακρίνεις και να γνωρίζεις ανά πάσα στιγμή ποιος είναι ποιος- θα μπορούσαν να βελτιώσουν άμεσα το παιχνίδι έτσι ώστε ο θεατής, αλλά ακόμα και οι προπονητές, και φυσικά οι ποδοσφαιριστές να γνωρίζουν καλύτερα τις θέσεις των συμπαικτών τους, και να κατανοούν καλύτερα την κάθε κίνηση και φυσικά το κάθε σύστημα. Άλλωστε δεν υπήρχαν και πολλά συστήματα εκείνη την περίοδο.

Ένας από τους πρωτοπόρους σε όλο αυτό το εγχείρημα και υποστηρικτής της αρίθμησης στις φανέλες δεν ήταν άλλος από το θρυλικό Άγγλο προπονητή Χέρμπερτ Τσάπμαν. «Δεν μπορώ να βρω κάτι που να χαρακτηρίζει αυτή την ιδέα ως κάτι διαφορετικό από χρήσιμη και όσο κι αν η μετάβαση θα είναι δύσκολη, προσωπικά την βρίσκω απαραίτητη». Με αυτή του την φράση ο σπουδαίος πρώην προπονητής της Χάντερσφιλτ (και αναμορφωτής της Άρσεναλ εκείνα τα χρόνια) έβαζε το πρώτο λιθαράκι για να αλλάξει όλο αυτό προς το καλύτερο και συνάμα άνοιγε μια μεγάλη κόντρα με πολέμιους αυτής της νέας ιδέας όπως ο Σίντνεϊ Κινγκ αλλά ο προπονητής της Τότεναμ εκείνα τα χρόνια Μπίλι Μάιντερ. Φυσικά το μεγαλύτερο «κακό» το έκαναν αρκετοί κουστουμάτοι που δούλευαν για την FA χωρίς φυσικά να έχουν καμία σχέση με το άθλημα. Άνθρωποι που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να συζητήσουν για το θέμα. Αυτοί, όπως πάντα, είναι οι χειρότεροι απ’ όλους και τους συναντάς δυστυχώς παντού.

Προσπάθειες για να επισημοποιηθούν τα νούμερα στις φανέλες των ομάδων είχαν αρχίσει να γίνονται δειλά-δειλά, αλλά στο τέλος -και χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος- πάντα έμπαινε φρένο στη νέα αυτή ιδέα. Η Άρσεναλ αλλά και η Τσελσι είχαν κάνει την αρχή και είχαν αγωνιστεί με νούμερα στις φανέλες τους σε μερικά παιχνίδια πρωταθλήματος, με την FA όμως να τις απειλεί με τιμωρία αν συνέχιζαν να αγωνίζονται έχοντας αριθμημένες φανέλες. Οι «μπλε» μάλιστα ήταν η πρώτη ομάδα που είχε φορέσει φανέλες με αριθμούς σε μια περιοδεία φιλικών αγώνων που είχε πραγματοποιήσει το 1929 στην Βραζιλία, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές από τον Τύπο της χώρας του καφέ (και για τις φανέλες αλλά και για την απόδοσή της) αλλά και από διορατικούς αθλητικούς ρεπόρτερ της Βρετανίας, όπως ο σπουδαίος Τζέιμς Κάτον, που είχε αποθεώσει αυτή την κίνηση -αλλά και το ποδόσφαιρο που παρουσίαζε η ομάδα- στην εβδομαδιαία αθλητική εφημερίδα του Μάντσεστερ, Athletic News. Το σπουδαίο άρθρο που είχε υπογράψει ο Κάτον είχε θεωρηθεί κομβικής σημασίας, μιας και ο ίδιος ζούσε το ποδόσφαιρο στην Αγγλία από τη γέννησή του, και η άποψή του όπως ήταν λογικό είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Για την ιστορία, ο Κάτον ήταν αυτός που είχε δώσει στην Πρέστον το προσωνύμιο Invicibles για το αήττητο νταμπλ του 1889, με τις ιδέες και τις απόψεις του να θεωρούνται, δικαίως, πολλά έτη μπροστά από την εποχή τους.

Το παιχνίδι που άλλαξε τη στάση της FA πάνω στο συγκεκριμένο θέμα δεν ήταν άλλο από τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας, τον Απρίλιο του 1933, ανάμεσα στην Έβερτον και την Μάντσεστερ Σίτι στο Γουέμπλεϊ. Στην ίδια διοργάνωση είχε επιτραπεί λίγο καιρό νωρίτερα και στην Τότεναμ να φορέσει αριθμημένες φανέλες, σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Γουότφορντ. Σε εκείνον τον τελικό οι παίκτες της Έβερτον είχαν φορέσει νούμερα από το 1 ως το 11 και οι παίκτες της Σίτι από το 12 ως το 22, με τον τερματοφύλακα της Σίτι, Λεν Λάνγκφορντ, όμως να μην φοράει το 12, όπως απαιτούσε ο κανονισμός, αλλά το 22. Φυσικά και η FA δεν είχε δει με καθόλου καλό μάτι αυτή την «μικρή επανάσταση» του Άγγλου κήπερ, μιας και μετέφρασε αυτή την κίνηση, και ενδεχομένως ανάλογες περιπτώσεις «ανυπακοής», ως κάτι εντελώς εκτός της αγγλικής πραγματικότητας και της συντηρητικής κοινωνίας της εποχής. Κοινώς, «δεν μπορούσε να κάνει ο καθένας του κεφαλιού του». Στο καθαρά αγωνιστικό κομμάτι η Έβερτον, έχοντας ως παίκτη-προπονητή τον θρυλικό Ντίξι Ντιν, είχε επικρατήσει της Μάντσεστερ Σίτι με 3-0 και είχε κατακτήσει το δεύτερο κύπελλο της ιστορίας της μπροστά σε 90.000 κόσμο, με τις αριθμημένες φανέλες όμως να κλέβουν την παράσταση εκείνης της αναμέτρησης.

Το νερό μπορεί να είχε μπει στο αυλάκι αλλά για τα επόμενα 4 χρόνια τα νούμερα στις φανέλες δεν είχαν επισημοποιηθεί ακόμα από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αγγλίας, αν και πλέον ήταν φανερό πως η κατάσταση είχε αρχίζει να αλλάζει. Αυτό έγινε τελικά το 1939, στην έναρξη μιας σεζόν που διεκόπη λόγω του Παγκοσμίου Πολέμου, και ενώ η εθνική ομάδα είχε βάλει νούμερα στις φανέλες δύο χρόνια νωρίτερα σε αρκετές φιλικές αναμετρήσεις. Δυστυχώς τόσο ο Χέρμπερτ Τσάπμαν όσο και ο Τζέιμς Κάτον, δύο από τους μπροστάρηδες σε όλο αυτό το εγχείρημα, δεν πρόλαβαν να δουν την επισημοποίηση των αριθμών στις φανέλες μιας και είχαν αφήσει αυτόν εδώ τον κόσμο λίγα χρόνια νωρίτερα, στα μέσα των 30s.

Στην πορεία -και αφού ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει- η ΦΙΦΑ ενδίδει και αυτή, και δίνει στις ομάδες του Μουντιάλ του ’50 τη δυνατότητα να έχουν νούμερα στις φανέλες τους για πρώτη φορά. Πλέον ήταν γεγονός. Το ποδόσφαιρο είχε αλλάξει και είχε εκμοντερνοποιηθεί τόσο πολύ που πλέον δεν ήταν τίποτα περίεργο για κανένα. Όταν μάλιστα ο πλανήτης είδε την Αγγλία να κερδίζει την Ελβετία στο Μουντιάλ του ’54 με 2-0, έχοντας σκόρερ όχι κάποιους που φορούσαν το 9, το 10 ή το 11, αλλά παίκτες που φορούσαν το 17 και το 15, όλοι κατάλαβαν πως απλά μιλάμε για αριθμούς και τίποτα περισσότερο. Για την ιστορία. Οι δύο πρωτοπόροι παίκτες ήταν ο Τζίμι Μιούλεν και ο Ντένις Γουίλσοου. Συμπαίκτες στην σπουδαία Γουλβς εκείνων των ετών. Την ομάδα δηλαδή που είχε αρχηγό και ηγέτη τον σπουδαίο Μπίλι Ράιτ. Τον άνθρωπο δηλαδή που έφτασε πρώτος τις 100 συμμετοχές για τα ‘Τρία Λιοντάρια και τον παίκτη που καθιέρωσε το νούμερο 4 ως αριθμό του αμυντικού μέσου στο αγγλικό ποδόσφαιρο.

Οι Ξεχασμένοι της Αγιοτσινάπα

  [2 Σχόλια]

Στις 26 Σεπτεμβρίου του 2014, 6 άνθρωποι πέφτουν νεκροί και 43 εξαφανίζονται (απαγάγονται) από την πόλη Ιγουάλα στο Μεξικό. Ήταν όλοι τους φοιτητές. Η τραγωδία της Αγιοτσινάπα, το μέρος όπου πήγαιναν οι φοιτητές, είναι μια ακόμα ιστορία βίας στη χώρα. Τρία χρόνια μετά ακόμα δεν έχει ξεκαθαρίσει αν ήταν σκέτη αστυνομική βία ή κομμάτι της δράσης των Νάρκος. Σχεδόν παράλληλα, στη νότια έξοδο της πόλης Ιγουάλα, ένα μινιμπάς μετέφερε την ποδοσφαιρική ομάδα Αβισπόνες δε Τσιλπανσίνγο, σύλλογο που είχε πάει στην πόλη για να παίξει εκτός έδρας ματς της 3ης κατηγορίας του Μεξικού.

Περνώντας τα σύνορα της πόλης δέχθηκαν 300 σφαίρες από την αστυνομία, που είχε στήσει ενέδρα εκεί και μπέρδεψε το δικό τους μινιμπάς με άλλο. Ο μεξικανικός Τύπος εικάζει πως το μπέρδεψαν με αυτό των φοιτητών, που περίμεναν να περάσει από εκείνο το σημείο. Παρά τις 300 σφαίρες που έπεσαν υπήρξαν μόλις 3 νεκροί, ο παίχτης Δαβίδ Θουρδίτο Γαρσία, 15 ετών, ο οδηγός του μινιμπάς και μία γυναίκα που επέβαινε σε ένα ταξί που πέρναγε δίπλα από το μινιμπάς την ώρα των πυροβολισμών. Σύμφωνα με τους υπόλοιπους παίχτες, όλοι τους ζουν διότι ο νεκρός Δαβίδ Γαρσία έπεσε μπροστά στην πόρτα του μινιμπάς και την μπλόκαρε με το σώμα του. Έτσι οι αστυνομικοί δεν μπόρεσαν να κάνουν έφοδο κατευθείαν και να τους πυροβολήσουν ή να τους συλλάβουν (ή εξαφανίσουν) και πρόλαβαν να καταλάβουν το λάθος τους. Άλλοι 12 τραυματίστηκαν και 26 νοσηλεύτηκαν.

Στην εφημερίδα «Λα Χορνάδα» αναφέρεται ότι όταν η αστυνομία προσπάθησε να εισβάλει στο μινιμπάς και δεν μπόρεσε λόγω του πτώματος του Δαβίδ Γαρσία, κάποιος φώναξε στους αστυνομικούς ότι ήταν μια ποδοσφαιρική ομάδα. Μετά όλα πάγωσαν και επικράτησε απόλυτη σιγή. Αφού σιγουρεύτηκαν ότι δεν υπήρχε κανένας πια, οι επιζήσαντες άρχισαν να σπάνε τα τζάμια και να βγαίνουν από το μινιμπάς. Πολλοί σε κατάσταση σοκ άρχισαν να τρέχουν στα χωράφια με φυτείες από καλαμπόκια που βρισκόντουσαν γύρω στην περιοχή. Άλλοι απλώς κατέρρευσαν γύρω από το μινιμπάς.

Στην ίδια εφημερίδα ο ποδοσφαιριστής Μιγέλ Γαρσία, 19 ετών τότε, λέει ότι αρχικά κρατούσαν 1 λεπτού σιγή για το Δαβίδ στα γήπεδα, αλλά μετά η υπόθεση ξεχάστηκε διότι όλη η προσοχή των ΜΜΕ έπεσε στους αγνοούμενους του Αγιοσινάπα. Ο ίδιος είχε δεχθεί 5 σφαίρες που του προκάλεσαν επιπόλαια τραύματα. Είναι θυμωμένος που δεν έλαβαν καμία βοήθεια, ούτε από εκείνους που τους την υποσχέθηκαν. «Ο φόβος στο σώμα των ποδοσφαιριστών θα είναι αιώνιος», λέει.  Και συμπληρώνει για τον οδηγό: «Για εμάς είναι ένας ήρωας. Αν είχε ανοίξει τον πόρτα πιθανότατα να ήμασταν όλοι νεκροί ή εξαφανισμένοι».

Η οικογένεια του δολοφονημένου παίχτη βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη διότι 3 χρόνια τώρα, παρά τις υποσχέσεις, δεν έχει λάβει καμία αποζημίωση ή κάποιου είδους επανόρθωση ούτε από την αστυνομία, ούτε από την Μεξικανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία. Η τελευταία μάλιστα σε μια ένδειξη απίστευτης αλητείας επέβαλε πρόστιμο 20.000 πέσος στο σύλλογο επειδή στις εξέδρες του σταδίου σηκώθηκαν πανό υποστήριξης της οικογένειας του παίχτη στην επέτειο του συμβάντος. Αντίθετα όμως με το γεγονός των 43, όπου Μεξικανοί ποδοσφαιριστές σε όλον τον κόσμο εξέφρασαν την υποστήριξη και την αλληλεγγύη τους στο συμβάν, για τους νεκρούς της Αβισπόνες μόνο ο Μαρσέλο Αλατόρε της Λεόνες Νέγρος και ο Εδουάρδο Ερέρα της Πούμας μίλησαν δημόσια ως ένδειξη υποστήριξης για τον «Θουρδίτο».

Σε άλλη συνέντευξη, στο αργεντίνικο Ράδιο Σουρ, ο τεχνικός διευθυντής της ομάδος Φακούνδο Σεράδο είπε ότι όταν ξεκίνησαν οι πυροβολισμοί φώναξε να πέσουν όλοι στο πάτωμα. Ο Δαβίδ Γαρσία ήταν ο μόνος που πάγωσε και τελικά αυτό του κόστισε τη ζωή. Έσωσε όμως τη ζωή των συμπαιχτών του. Ο Σεράδο θεωρεί ότι ο θάνατος του 15χρονου είναι σε κάποιο βαθμό δική του ευθύνη. Διότι είχε σε αυτό το παιχνίδι ενδώσει στις πιέσεις του να τον πάρει επιτέλους στην αποστολή της πρώτης ομάδος. Την ίδια πεποίθηση έχει και ο προπονητής της Αβισπόνες Πέδρο Ρεντερία. Λέει ότι παρά τις εισηγήσεις του Σεράδο αυτός βγάζει την αποστολή. Τον πήρε μαζί του για να του δώσει την ευκαιρία να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα και τελικά τον σκότωσαν και θα φέρει αυτό το βάρος σε όλη του τη ζωή.

Μετά το συμβάν οι Σεράδο και Ρεντερία πήγαν στη διοίκηση και αποφάσισαν όλοι μαζί να αποσύρουν την ομάδα από το πρωτάθλημα. Όμως οι παίχτες αρνήθηκαν να συμβιβαστούν και η Αβισπόνες συνέχισε κανονικά. Στο πρώτο παιχνίδι μετά το συμβάν κόντρα στην Μπράβος δε Τσιλπανσίνγο κέρδισαν 8-0. Ο Ρεντερία είπε μετά το ματς ότι «Μετατραπήκαμε σε μια ομάδα εύθραυστη, που βγαίνει με πολλή ψυχή στο χορτάρι, αλλά αρκούσε να δεχθούμε μόλις 2 γκολ για να καταρρεύσει όλη η ομάδα». Όσο δε δέχονταν γκολ, έβαζαν για το «Θουρδίτο».

Φυσικά και δεν είναι εύκολα να συνεχίσει να ζει κάποιος με τον πόνο και με τις εικόνες ενός τέτοιου συμβάντος. «Η μάχη είναι καθημερινή. Την κάνει ακόμα πιο δύσκολη όταν σε αγνοούν τα ΜΜΕ και οι Αρχές, ακόμα χειρότερο όταν αρχίσει να ξεχνά και ο κόσμος», λέει η μητέρα του Δαβίδ Γαρσία. Σε μια χώρα που είναι καθημερινότητα οι απαγωγές και οι δολοφονίες, ο πόλεμος των συμμοριών των νάρκος και η διαφθορά της κρατικής μηχανής, το να παίζεις ποδόσφαιρο είναι ένας τζόγος όχι μόνο για τα πέσος, αλλά και για την ίδια σου τη ζωή.

Σομπρεροανάλυση: Οι προημιτελικοί του Τσάμπιονς Λιγκ

  [5 Σχόλια]

To Τσάμπιονς Λιγκ είναι η μοναδική ποδοσφαιρική διασυλλογική διοργάνωση που όλοι λατρεύουν και ασχολούνται μαζί της. Αυτό είναι γνωστό και δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Αν δεν το ξέρεις αυτό τότε μάλλον βρίσκεσαι από λάθος σε αυτή εδώ την σελίδα. Στις 3 και 4 Απριλίου, διεξάγεται η πρώτη φάση των προημιτελικών, με την κληρωτίδα (όπως πάντα σε αυτή τη φάση) να έχει τρελά κέφια. Η Ρεάλ Μαδρίτης θα βρει απέναντί της την Γιουβέντους. Η Μάντσεστερ Σίτι θα κοντραριστεί με την Λίβερπουλ, στον μοναδικό εμφύλιο αυτής της φάσης. Η Μπάγερν Μονάχου θα αποκλείσει -εύκολα ή δύσκολα- την Σεβίλλη. Και τέλος η Μπαρτσελόνα θα μονομαχήσει -και θα αποκλείσει- την Ρόμα του Κώστα του Μανωλά. Κάπως έτσι αποφάσισα να γράψω μερικά πραγματάκια γι’ αυτά τα τέσσερα ποδοσφαιρικά ζευγάρια. Ζευγάρια που αναμένεται να μας χαρίσουν μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις.

Λίβερπουλ – Μάντσεστερ Σίτι

Ως λάτρης της Πρέμιερ Λιγκ που σέβεται τον εαυτό του δεν θα μπορούσα να μην αρχίσω από αυτό το ζευγάρι. Ως φίλος της Λίβερπουλ απ’ την άλλη, δεν ήθελα τους «πολίτες» απέναντι στην ομάδα που λατρεύω. Το δηλώνω και δεν ντρέπομαι καθόλου γι’ αυτό. Για την ομάδα του Γκουαρδιόλα τα έχουμε γράψει αρκετές φορές και πλέον δε νομίζω να υπάρχει κάτι νέο να περιμένουμε από δαύτη (ή μήπως υπάρχει;). Είναι με διαφορά η καλύτερη ομάδα στην Ευρώπη, παρουσιάζοντας εξαιρετικό ποδόσφαιρο και θεωρείται από μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού ως το φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου. Αν υπάρχει κάτι που ίσως μπορεί να εξελιχθεί σε τροχοπέδη σε όλα αυτά για την πρόκριση, αυτό δεν είναι άλλο από την απειρία των περισσότερων παικτών της (σε αυτό το επίπεδο) και φυσικά το ανεμικό βάρος που ζυγίζει η φανέλα της. Αυτό το «περί ανεμικού βάρους φανέλας» το είδαμε πρόσφατα και στην ρεβάνς του Γουέμπλεϊ. Εκεί δηλαδή που τα «παιδάκια» της Τότεναμ δεν άντεξαν και λύγισαν απέναντι στους «άντρες» που φορούσαν την βαριά φανέλα της Γιούβε. Κι ας ήταν καλύτεροι. Μόνο που πλέον και στη Λίβερπουλ δεν υπάρχουν οι παίκτες με αυτή την εμπειρία από μεγάλα παιχνίδια.

Όσοι θεωρούν πως η τεράστια φανέλα της Λίβερπουλ μπορεί να κερδίσει από μόνη της τον «Γαλαξία Αστέρων» της Σίτι ειλικρινά κάνουν μεγάλο λάθος. Ο Κλοπ έχει νοικοκυρέψει σίγουρα την ομάδα (σε όλες τις γραμμές), παρουσιάζει ελκυστικό -και σύγχρονο- ποδόσφαιρο και διαθέτει τον εκτροχιασμένο Μο Σαλάχ, αλλά αυτά δεν αρκούν από μόνα τους για να αποκλείσει την Σίτι σε διπλά παιχνίδια. Οι «κόκκινοι» έχουν σίγουρα το παράσημο πως είναι η πρώτη ομάδα που κέρδισε φέτος την αρμάδα του Πεπ, και πως αυτό το έκανε δημιουργώντας ποδόσφαιρο και όχι καταστρέφοντας, αλλά επιμένω πως αυτό δεν αρκεί μιας και θα πρέπει να «καταστρέψει» κιόλας έναν αντίπαλο που διαθέτει μεγαλύτερη κλάση και ποιότητα για να προκριθεί. Αν ο Κλοπ βρει τον τρόπο να το κάνει αυτό τότε -και μόνο τότε- η Λίβερπουλ θα έχει σοβαρές πιθανότητες για να φτάσει στα ημιτελικά. Το καλό είναι πως οι «σκοτεινές» εποχές της Λίβερπουλ δείχνουν να αποτελούν παρελθόν αλλά δεν θεωρώ πως έχει φτάσει ακόμα ο καιρός της απόλυτης εξύψωσης απ’ το έρεβος της χρόνιας πτώσης.

Μπαρτσελόνα – Ρόμα

Όσο κι αν το ποδόσφαιρο είναι απρόβλεπτο και σε νοκ-άουτ φάσεις όλοι έχουν δικαίωμα στην ελπίδα και στο όνειρο σε αυτό το ζευγάρι δεν μπορώ να βρω κανένα παραμύθι. Όσο κι αν θα ήθελα να βρω κάτι τέτοιο. Οι Καταλανοί μπορεί να μην βρίσκονται στα καλύτερά τους -κάτι που το είδαμε και κόντρα στην Τσέλσι- αλλά αυτό δεν παίζει σημαντικό ρόλο για την υπόθεση της πρόκρισης απέναντι στους Ιταλούς. Απ’ την άλλη, με τον Βαλβέρδε στον πάγκο η Μπάρτσα είναι πλέον μια εντελώς διαφορετική ομάδα και αυτό είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ακόμα και από κάποιον που δεν βλέπει όλα της τα παιχνίδια. Με άλλο στυλ -και αλλαγμένο σύστημα- αλλά με την ποιότητα, που σε συνδυασμό με την εμπειρία των παικτών της, την οδηγούν σε ένα νέο μονοπάτι κυνικού ποδοσφαίρου, με ηγέτη και μπροστάρη σε όλο αυτό -ποιον άλλο;- τον Μέσι, ίσως στην πιο «επαγγελματική» σεζόν της καριέρας του. Μέχρι την επόμενη φυσικά, μιας και με το χρόνο δεν μπορεί να τα βάλει κανείς.

Απ’ την άλλη, θέλω πολύ να δω τον Μανωλά στην πιο επικίνδυνη αποστολή της έως τώρα καριέρας του, ως «Ράσελ Κρόου – Μονομάχος» απέναντι στην πιο επικίνδυνη συμμορία δολοφονικών κοντών του πλανήτη και κάτι μου λέει πως αυτή η αποστολή θα κρύβει πολλές παγίδες. Ευελπιστώ να κάνω λάθος μιας και τον Κωστάκη τον συμπαθώ και μου αρέσει που ηγείται στην άμυνα μιας τόσο καλής ομάδας. O κήπερ της Ρόμα Άλισον, μετά τα όργια που έκανε απέναντι στην Σαχτάρ περνάει πλέον στην επόμενη «πίστα», με τα κέρματα όμως που υπάρχουν διαθέσιμα να είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού (χωρίς φυσικά να υπάρχει το περιθώριο του λάθους) και με τους Μέσι και Ινιέστα να είναι πανέτοιμοι για μεγάλες ποδοσφαιρικές ζημιές. Κάτι σαν την Μακ Ντόρμαν και τον Ρόκγουελ όταν μπαίνουν στο αμάξι στην τελευταία σκηνή της φετινής ταινιάρας «Τρεις πινακίδες έξω απ’ το Έμπιντ του Μιζούρι». Αν ο Άλισον τα καταφέρει και δεν μαζέψει πολλά, ίσως τον δούμε και με το νούμερο 1 στην πλάτη στο Μουντιάλ της Ρωσίας. Αν όχι, ρίξτε ένα βλέφαρο προς Έτιχαντ μεριά για βρείτε τον βασικό κήπερ της Βραζιλίας.

Μπάγερν – Σεβίλλη

Υπάρχει σημείο μηδέν και νέα αφετηρία για την φετινή Μπάγερν; Εννοείται πως ναι και αυτό δεν είναι άλλο απ’ τη μέρα που ο Χάινκες ξανακάθισε στον πάγκο της ομάδας, φέρνοντας μαζί του τις παλιομοδίτικές του γαμάτες ιδέες. Οι Βαυαροί όσο περνάει ο καιρός θυμίζουν ολοένα και περισσότερο την ομάδα που θαυμάσαμε το 2013 (τηρουμένων των αναλογιών) και πλέον δεν μπορεί κανένας να μη την υπολογίζει ως άξιο συνδιεκδικητή του τίτλου. Κάτι που  -όπως όλοι γνωρίζουμε- πριν την έλευση του σπουδαίου τεχνικού φάνταζε μόνο ως ένα ακόμα κακόγουστο ποδοσφαιρικό αστείο, όπως εκείνο που κυκλοφορούσε στο Νησί και έλεγε πως η Γιουνάιτεντ θα κατακτούσε το πρωτάθλημα. Η γερμανική μηχανή έχει πάρει μπροστά για τα καλά και αναμένεται να βρεθεί εύκολα στην τετράδα. Και εκεί μάλιστα δεν νομίζω πως θα την θέλει κανένας για αντίπαλο. Αρκεί να είναι υγιής και πλήρης μιας και αρκετοί απ’ τους σούπερ σταρ της ομάδας βρίσκονται σε προχωρημένη ποδοσφαιρική ηλικία και έχουν επίσης ταλαιπωρηθεί από τραυματισμούς.

Η Σεβίλλη έκανε το μικρό της θαύμα, αποκλείοντας ένα σπουδαίο -στα χαρτιά- αντίπαλο και μάλιστα με νίκη στην έδρα του, και θα μείνει στις μνήμες μας τόσο γι’ αυτό όσο και για το γεγονός πως προσπαθεί να παίξει όμορφο ποδόσφαιρο και γι’ αυτό αξίζουν πολλά συγχαρητήρια όλοι στην ομάδα και πρώτος απ’ όλους ο στυλάτος προπονητής της Βιτσένζο Μοντέλα. Δεν θεωρώ πάντως πως στη Βαυαρία έχουν τρομάξει απ’ το γεγονός πως η Σεβίλλη απέκλεισε την ομάδα του Μουρίνιο, μιας και οι περισσότεροι το περιμέναμε αυτό, κρίνοντας ξεκάθαρα απ’ τον τρόπο που έχει επιλέξει να παίζει ο προπονητής της ομάδας του Μάντσεστερ. Τι εννοώ; Οι εποχές που μια ομάδα έπαιρνε προκρίσεις παίζοντας μόνο για να μη δεχθεί γκολ έχουν περάσει ανεπιστρεπτί και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος γι’ αυτό. Ξέρετε μια φράση που λέει «Πολλά με λίγα»;  Aν ναι,  αυτό ακριβώς να περιμένετε κι από αυτό το ζευγάρι. Εννοείται  υπέρ των Γερμανών.

Ρεάλ Μαδρίτης – Γιουβέντους

Η Γιούβε θέλει να πάρει σίγουρα την εκδίκησή της για τον περσινό χαμένο τελικό αλλά το ερώτημα είναι αν φυσικά μπορεί να το κάνει αυτό κόντρα σε μια ομάδα που ζει και αναπνέει για να κερδίζει το Τσάμπιονς Λιγκ. Θεωρώ πως πολύ δύσκολα η φετινή Γιουβέντους θα μπορέσει να αποκλείσει την Ρεάλ -σε διπλά παιχνίδια- και το υπογράφω αυτό και με τα δύο χέρια. Η Ρεάλ είναι καλύτερη ποιοτικά, πιο έμπειρη και φυσικά πιο ξεκούραστη, μιας και κυνηγάει μόνο αυτό τον τίτλο. Η ψυχή των Ιταλών απ’ την άλλη ζυγίζει τόνους, και το πάθος που αναμένεται να βγάλουν οι παίκτες του Αλέγκρι στο χόρτο δεν γίνεται να μετρηθεί, αλλά αυτό δεν αρκεί από μόνο του. Περιμένω να δω δύο σπουδαίες παραστάσεις απ’ τον Ντιμπάλα, μιας και το χρωστάει πρώτα απ’ όλα στον εαυτό του για την περσινή του κάκιστη απόδοση στον τελικό, αλλά και πάλι δεν ξέρω αν φτάνουν για να χαρίσουν το εισιτήριο της πρόκρισης στην ομάδα του.

Η Ρεάλ τα τελευταία χρόνια έχει βρει ξανά τον τρόπο να κερδίζει προκρίσεις και Ευρωπαϊκά τρόπαια. Διαθέτει ένα σπάνιο κορμό κορυφαίων παικτών όπως ο Μαρσέλο, ο Κρος, ο Μόντριτς, ο Ράμος και φυσικά ο Ρονάλντο, παίκτες δηλαδή που συνδυάζουν τα πάντα και έχουν κατακτήσει και τα πάντα, κι από πολλές φορές μάλιστα, και δεν βρίσκω το λόγο γιατί να μην το ξανακάνουν και φέτος. Για να πάρει η φετινή Γιουβέντους την πρόκριση από αυτή τη Ρεάλ Μαδρίτης θα πρέπει να συμβεί το εξής. Να πάνε όλα κατ’ ευχήν στην Γιουβέντους και να έχει την τύχη με το μέρος της στις περισσότερες λεπτομέρειες των δύο αναμετρήσεων και να στραβώσουν τα περισσότερα για τη Ρεάλ με την ατυχία να αγγίζει υψηλά επίπεδα. Αν μιλούσαμε για σενάριο ταινίας τότε ίσως μπορούσε να συμβεί ευκολότερα. Ο σπουδαίος τερματοφύλακας που δεν είχε κερδίσει το Τσάμπιονς Λιγκ και το καταφέρνει σε μεγάλη ηλικία, ως το απόλυτο αουτσάιντερ, στο τελευταίο παιχνίδι, της τεράστιας καριέρας του, πιάνοντας μάλιστα πέναλτι στο 90′ του καλύτερου παίκτη του αντιπάλου (σόρι Κριστιάνο δεν το εννοώ). Δυστυχώς όμως μιλάμε για την Γιουβέντους και όχι για τον ιταλικό νεορεαλισμό του Βισκόντι.

Όταν σου λείπει η μπάλα στο εξωτερικό

  [1 Σχόλιο]

Η ξενιτιά είναι δύσκολη. Είτε πας για να σπουδάσεις και σου λείπουν τα φασολάκια με τη φέτα, είτε πας για να δουλέψεις και έχεις χρήματα που πλέον δεν μπορείς να τα σκορπίσεις όπως θέλεις. Και μπορεί πολλές φορές τα πράγματα εκεί στο εξωτερικό να είναι καλύτερα, να μην κοιτάζεις πίσω, αλλά πάντα υπάρχει κάτι που θα σου λείπει. Ακόμα κι αν είσαι ένας Βρετανός διάσημος με πολλά χρήματα στην όμορφη δυτική ακτή των ΗΠΑ, μπορεί να μην σου λείπουν τα φασόλια για πρωινό ή το φις-εν-τσιπς, η μπαλίτσα όμως θα σου λείπει. Δεν θα ψάχνεις εστιατόριο της Αστόρια με κίονες και το μενού να γράφει με αρχαιοελληνική γραμματοσειρά «μουζάκα», αλλά ψάχνεις τις παραδόσεις του νησιού. Κάπως έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, πολλοί Βρετανοί «μετανάστες» σύχναζαν στο Cat & Fiddle μια παμπ στη Sunset Boulevard της Δυτικής Ακτής για να πιουν τις μπύρες τους και να συζητήσουν για μπαλίτσα.

Και φυσικά, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η μια κουβέντα έφερε την άλλη και αποφάσισαν να παίξουν μπαλίτσα. Μεταξύ τους οι Πολ Κουκ και Στιβ Τζόουνς των Sex Pistols, ο Ίαν Άστμπουρι από τους Cult κι ο Βίβιαν Κάμπελ των Def Leppard. Μαζί με άλλους ανθρώπους της show-biz έφτιαξαν τη δική τους ομάδα, τη Hollywood United FC μέσα σε έναν κόσμο που δεν τους καταλάβαινε. «Δεν αντέχω να ακούω τους Αμερικάνους και το σόκερ. Εμείς παίζουμε το πραγματικό ποδόσφαιρο, χωρίς κράνη και στεροειδή» έλεγε βλέποντας ένα Τότεναμ-Άρσεναλ στην παμπ, ο Χίλτον, ένας Λονδρέζος κάμεραμάν που ήταν αρχηγός στη Hollywood μέχρι που χτύπησε το γόνατό του. Η ομάδα δεν ήταν αποκλειστικά για διάσημους ή πλούσιους. Αλλά αυτοί όσο μπορούσαν έπαιζαν και βοηθούσαν. Το νούμερο 4 π.χ. ήταν κρατημένο για τον Βίνι Τζόουνς όποτε είχε χρόνο, ενώ ο Στιβ Τζόουνς (που μαζί με τον Ρέι Γουίνστοον είναι από τους ιδρυτές) με τις γνωριμίες του μπόρεσε και βρήκε εμφανίσεις για την ομάδα από την Puma.

Όπως περιγράφει ο Σεμπάστιαν Ντόγκαρντ (παραγωγός και σκηνοθέτης), όποιος μπορούσε ερχόταν. Ο Ρόμπι Γουίλιαμς π.χ. ήταν ένα δυναμικό εξτρέμ με πολύ καλή ντρίμπλα, ενώ ο Μάικ Μάιερς άκουγε κοροϊδευτικά «oh behave» όποτε έκανε κάτι εξεζητημένο. Η ομάδα γρήγορα έγινε κάτι παραπάνω από αμιγώς βρετανική. Κι άλλοι Ευρωπαίοι, αλλά και λατινοαμερικάνοι προστέθηκαν, αλλά όπως γράφει ο Ντόγκαρντ σε ένα άρθρο του, οι Γερμανοί και οι Αργεντίνοι γενικά δεν ήταν ευπρόσδεκτοι. Είπαμε, είμαστε Βρετανοί στο κάτω κάτω. Η επιτυχία της ομάδας ήταν μεγάλη και γρήγορα έγινε κανονικός σύλλογος που με την πορεία του χρόνου απέκτησε τρεις ομάδες. Την «κανονική» με το όνομα Hollywood United Hitmen που αγωνίζεται πλέον στο NPSL, την… πάνω από 30 και αυτή των πάνω από 40 που παίζουν οι παλιοσειρές που ίδρυσαν τη Hollywood.

Τουλάχιστον πρέπει να τρώνε καλά

Όλο και περισσότεροι διάσημοι άρχισαν να παίζουν κατά καιρούς. Ιδιοκτήτης-πρόεδρος και τερματοφύλακας έγινε ο Άντονι Λα Πάλια που εξαφάνιζε τα αντίπαλα σουτ «Χωρίς Ίχνος» (ναι το ξέρω, πολύ κακό…). Τη φανέλα του συλλόγου έχουν φορέσει κατά καιρούς ο λοχίας Μπρόντι (που όπως ξέρουμε αγαπάει την μπάλα), ο Τζέισον Στέιθαμ που είναι αρκετά αναλώσιμος (το πιάσατε ε;), ο Μπράντον Ρουθ (να κρατηθώ να μην πω κάτι για τον Σούπερμαν), ο Ζίγκι Μάρλεϊ, ο Ντόναλ Λογκ (γνωστός ως βασιλιάς Χόρικ στους Βίκινγκς) αλλά και πολλοί ποδοσφαιριστές όπως ο Άλεξ Λάλας, ο Φρανκ Λεμπέφ, ο Γιούρι Τζορκαέφ, ο Χόρχε Κάμπος που πέρασαν για μια γκεστ εμφάνιση.

Ο Λα Πάλια (Αυστραλός με ιταλο-ολλανδική καταγωγή) από τα χρόνια που έπαιζε μπάλα στην Αυστραλία

Μέσα σε όλα τα περίεργα της ομάδας είναι κι ένα γράμμα που έλαβε ο Λα Πάλια από έναν τύπο που το 2006 έκλεψε μια από τις μπάλες Μπραζούκα της ομάδας όταν αυτή έφυγε στο δρόμο. Ο τύπος τη βρήκε να κυλάει και αντί να την επιστρέψει, την πήρε κι έφυγε. Οκτώ χρόνια αργότερα, στο πλαίσιο των 12-βημάτων για τα άτομα που κάνουν απεξάρτηση, ο… κλέφτης έστειλε μια επιστολή στον πρόεδρο Λα Πάλια ζητώντας συγγνώμη. Η μπάλα δεν επιστράφηκε βέβαια, αλλά ήταν ένα καλό βήμα για να σωθεί ένας άνθρωπος.

Στιβ Τζόουνς σε φιλανθρωπική εκδήλωση

Πέρα από την πλάκα όμως (και την όχι και τόσο πλάκα, γιατί αρκετοί όπως ο Τζόουνς παίρνουν πολύ στα σοβαρά το παιχνίδι και αρνούνται να χάσουν ή να μην παίζουν βασικοί), η Χόλιγουντ έχει όπως είναι αναμενόμενο και φιλανθρωπικό χαρακτήρα. Διοργανώνει συχνά φιλικά παιχνίδια για διάφορους σκοπούς και τα ποσά που μαζεύονται δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα. Όχι και άσχημα για μια ομάδα ξενιτεμένων που τους έλειπε η μπαλίτσα.

Πώς να Πάρεις τα Λεφτά σου Πίσω

  [15 Σχόλια]

Επιστρέφω μετά από δυο μήνες ενδελεχούς έρευνας (όχι ότι δεν είχα χρόνο) κάνοντας άρθρο κάτι που είχατε κάνει παρατήρηση στα σχόλια. Μιας και το θέμα των χορηγών και γενικά αυτών των εξωαγωνιστικών σχέσεων με το ίδιο το παιχνίδι είναι αγαπημένο μου θέμα, να δούμε λίγο τις σχέσεις των συλλόγων με τις φανέλες που πουλάνε, με κεντρικό ερώτημα αν μπορεί η Παρί να πάρει πίσω τα λεφτά που ξόδεψε για τη μεταγραφή Νεϋμάρ.

Θα ξεκινήσω από κάτι που ακούστηκε πρώτη φορά όταν ο Ντέιβιντ Μπέκαμ πήρε μεταγραφή από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στη Ρεάλ Μαδρίτης του Φλορεντίνο Πέρεθ. «Ο Μπέκαμ έχει κάνει απόσβεση τα χρήματα που ξοδεύτηκαν για τη μεταγραφή του πριν καν ξεκινήσει να παίζει». Η μεταγραφή τότε των €40Μ είχε φέρει τα λεφτά της πίσω από τις φανέλες, είπαν. Πράγμα που φυσικά δεν είναι ακριβώς έτσι. Όμως ο Μπέκαμ όντως είχε φέρει τα λεφτά του πίσω.

Ειδικά τα τελευταία χρόνια που τα νούμερα στις μεταγραφές έχουν γίνει από υπερβολικά ως εικονικά (εννοώ τόσα πολλά που πλέον παύουν να είναι ρεαλιστικές αγορές παιχτών) έχει γίνει μια μεγάλη προσπάθεια, ειδικά από το βρετανικό τύπο, αποδόμησης αυτής της πεποίθησης. Όταν έγινε πέρυσι η μεταγραφή Πογκμπά στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ βγήκαν και οι πολιτικές εφημερίδες, πέρα από τα εξειδικευμένα Φορμπς, Μπλούμπεργκ και είπαν ότι «Παιδιά, η φανέλα κάνει €110 με €125 αλλά από αυτά στους συλλόγους μένουν τα €12-€15 ανά φανέλα».

Και είναι ακριβώς έτσι. Διότι οι φανέλες είναι κυρίως ο τρόπος με τον οποίο εξαργυρώνουν οι αθλητικές εταιρίες τις χορηγίες στους συλλόγους. Δίνοντας €30-50Μ/χρόνο για να ντύνουν τις ομάδες, προφανώς δεν το κάνουν από την καλή τους την καρδιά. Και η κάθε ΝΙΚΕ & Αντίντας από τις φανέλες βγάζουν τα περισσότερα λεφτά. Πέρα από το κοντά 40% της τιμής (το νούμερο το δίνει το Φορμπς) που μένει στην αθλητική εταιρία, υπάρχει το 35% που πάει στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς της και ό,τι μένει είναι η φορολογία και το ποσοστό που έχει λαμβάνει ο κάθε παίχτης του οποίου το όνομα κοτσάρεται στη φανέλα. Ένας τρόπος που έχουν βρει οι σύλλογοι να κερδίζουν κάτι παραπάνω είναι να χρεώνουν ξεχωριστά τα ονόματα και τα νούμερα των παιχτών. Έτσι παίρνουν κοντά το 50% από αυτά τα ποσά, τα οποία όμως είναι μαζί €15-€25.

Η Μπαρσελόνα είναι ο σύλλογος που έβγαλε το 2017 τα περισσότερα χρήματα από πωλήσεις φανέλας, κατά βάση λόγω Μέσι, και το καθαρό ποσό ήταν €55Μ. Για την Παρί αυτό το νούμερο ήταν €32Μ (αναμένεται να πάει €45Μ φέτος). Η μεταγραφή Πογκμπά πήγε πέρυσι το ποσό για τη Γιουνάιτεντ από τα €45Μ στα €49,5Μ. Ναι, καλά θυμάστε, δεν κόστισε €4,5Μ ο Πογκμπά. Οπότε οι φανέλες από μόνες τους φέρνουν πίσω τα μπόνους συμμετοχής ή/και γκολ του παίχτη. Όλα τα υπόλοιπα λεφτά έρχονται πίσω κάπως;

Ας επιστρέψουμε στον Ντέιβιντ Μπέκαμ. Οι πωλήσεις φανέλας αυξήθηκαν τότε στη Ρεάλ Μαδρίτης κατά το εντυπωσιακό 67%. Αλλά όπως είπαμε αυτό έφερε λίγα καθαρά έσοδα (περίπου €5,2Μ). Εκείνη τη χρονιά όμως, λόγω και της παρουσίας Μπέκαμ, η Ρεάλ ανανέωσε ή έκανε νέες χορηγίες με τη Ζίμενς, την Πέπσι και την Αντίντας. Συνολικό κέρδος €96Μ. Επίσης είδε αύξηση των εισιτηρίων κατά 26% (€58Μ) και αύξησε κατά 24% (κατά €55Μ) το τηλεοπτικό της συμβόλαιο. Μαζί με κάτι «ψιλά» (€20Μ) από τα φιλικά σε όλο τον κόσμο, ο Μπέκαμ έφερε στη Ρεάλ κοντά στα €200Μ. Διότι η Ρεάλ δεν έφερε στη Μαδρίτη μόνο τον παίχτη Μπέκαμ, αλλά και την επιχείρηση Μπέκαμ. (Όλα τα νούμερα προέρχονται από μελέτη του πανεπιστημίου του Βανκούβερ).

Αντίστοιχης λογικής μεταγραφή υπήρξε και ο Κριστιάνο Ρονάλντο, ο Μπέιλ, ο Πογκμπά και φυσικά ο Νεϋμάρ. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο παίχτης, αλλά και η επιχείρηση που φέρνει μαζί του. Ο Νεϋμάρ πριν φύγει από την Μπαρσελόνα είχε 17 προσωπικούς χορηγούς και πηγαίνοντας στο Παρίσι έχει πλέον 20. Στη Μπάρσα οι χορηγοί έφταναν το 61% των εισοδημάτων του (!), νούμερο που στο Παρίσι έπεσε λόγω γιγάντιου συμβολαίου στο 49%. Ο Μέσι έχει το 34% των εισοδημάτων του από χορηγούς και ο Κριστιάνο το 36%.

Η μεταγραφή του Νεϋμάρ στο Παρίσι έφερε 3 νέους χορηγούς στον ίδιο αλλά και 5 νέους στην Παρί, με το συνολικό ποσό να ανέρχεται στα €96Μ (σύμφωνα με τη Γαλλική Υπηρεσία DNCG). Επίσης υπήρξε αύξηση κατά 1.500 θεατές ανά παιχνίδι στους επισκέπτες στο γήπεδο της Παρί. Λόγω του ότι η σεζόν δεν έχει τελειώσει ακόμα, δεν ξέρουμε ακόμα σε λεφτά πως μεταφράζεται αυτό. Τέλος και πιο σημαντικό, τα τηλεοπτικά δικαιώματα του Σαμπιονάτ θα πάνε από τα €748Μ στα €1,2 δις. Και αυτό οφείλεται καθαρά στον Νεϋμάρ. Η Παρί παίρνει το 19% του τηλεοπτικού συμβολαίου (Φορμπς), οπότε θα κερδίσει €90Μ τουλάχιστον από αυτήν την αύξηση. Και κάπως έτσι εξηγείται ότι φωταγώγησαν το Παρίσι στα γενέθλια του παίχτη. Το να μείνει στη Γαλλία είναι προς όφελος όλων. Επίσης, η Παρί πάει για €35-40Μ παραπάνω έσοδα από τα φιλικά του καλοκαιριού με τον Νεϋμάρ στη σύνθεση της. Αν νομίζετε ότι δεν είναι σημαντικό αυτό, να θυμίσω ότι η Μπαρσελόνα δε συζητούσε τίποτα με τον παίχτη αν δεν πήγαινε στην περιοδεία στις ΗΠΑ.

Από εκεί και πέρα όμως, το ερώτημα παραμένει αν τέτοιες μεταγραφές τελικά κάνουν απόσβεση. Ο Μπέκαμ είναι μια ξεχωριστή περίπτωση διότι ήταν ο πρώτος σε μια περίοδο που τα νούμερα δεν είχαν ξεφύγει. Ο Κριστιάνο έκανε το δεύτερο μπαμ στη Μαδρίτη και μόνο το γεγονός ότι πήγε σε μια ομάδα που αποκλειόταν στους 16 του Τσάμπιονς Λιγκ συνεχώς και κατάφερε να την κάνει 3 φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης και να την πηγαίνει σχεδόν πάντα στους 4 είναι απίστευτα πολλά χρήματα. Κι αυτά χωρίς να υπολογίσουμε το τι έφερε στη Ρεάλ Μαδρίτης η σύνδεση με την επιχείρηση Ρονάλντο.

Όμως ο Μπέιλ, ο Πογκμπά και ο Νεϋμάρ ακόμα είναι αμφίβολοι στο οικονομικό τους αποτέλεσμα. Ο Μπέιλ πήγε στη Μαδρίτη για να ανανεώσει τη σχέση των Μερένχες με τη βρετανική αγορά και να βοηθήσει στον τομέα των τηλεοπτικών. Λίγο όμως ο ανταγωνισμός της Πρέμιερ με τη Λίγκα και λίγο ο αγγλικός ποδοσφαιρικός σωβινισμός και το πείραμα απέτυχε. Άλλωστε ο Μπέιλ είναι Ουαλός και δεν είναι ούτε στο 1/10 το σύμβολο που υπήρξε ο Μπέκαμ. Ο Πογκμπά δεν παίζει, οπότε κάθε κουβέντα τελειώνει εκεί. Ο Νεϋμάρ απλώς κόστισε ένα παράλογο ποσό. Τα χρήματα της ρήτρας μαζί με το συμβόλαιό του και τα υπόλοιπα (μανατζερικά, σπίτια, αμάξια και εφορία) πάνε κοντά στο μισό δις ευρώ. Για να πάρει πίσω τα χρήματα η Παρί θα πρέπει ο Νεϋμαρ να μείνει τουλάχιστον 3 χρόνια στο Σαμπιονάτ και να ανανεώνει αυτά τα νούμερα συνεχώς. Πράγμα που κατά την άποψη του γράφοντα δε θα συμβεί, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Επίσης, τους Καταριανούς δεν τους νοιάζει καθόλου όλο αυτό. Γενικότερα πάντως, η δυναμική του φράντσαϊζ «παίκτης» υπάρχει. Αλλά για να την εκμεταλλευτεί κάποιος, θα πρέπει ο παίκτης αυτός να μείνει τουλάχιστον μια τριετία στην ομάδα και να είναι η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα της.

Ωδή στον Χοσέ τον Λουίς τον Τσιλαβέρτ

  [2 Σχόλια]

«Αν κερδίσουμε πέναλτι, ποιος θέλει να το εκτελέσει;»

Η ερώτηση του Κάρλος Μπιάνκι έπιασε τους πάντες απροετοίμαστους. Στα αποδυτήρια της Βέλεζ επικράτησε για λίγο νεκρική σιγή. Οι περισσότεροι καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο, θέλοντας να δείξουν ότι το σκέφτονται. Σε λίγη ώρα θα έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Εστουντιάντες, ψάχνοντας μια ισοπαλία που θα τους έστεφε πρωταθλητές για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια. Η πίεση και το άγχος είχαν πιάσει ταβάνι.

«Εγώ θέλω» ακούστηκε μια σίγουρη φωνή, κάπου από το βάθος.

Η φωνή συνοδεύτηκε από ένα σηκωμένο χέρι. Ήταν το χέρι του τερματοφύλακα. Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ ήταν 28 χρονών εκείνη την εποχή. Η πρωτοβουλία του έδωσε θάρρος και στους υπόλοιπους και δυο ακόμα χέρια σηκώθηκαν διστακτικά στον αέρα. Ο Μπιάνκι ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε: «Ωραία. Θα το εκτελέσει τότε ο Τούρου. Αλλιώς ο Γκονζάλεζ. Αν όχι, τότε ο Τσιλαβέρτ».

Ήταν ένα κρύο και βροχερό απόγευμα Τρίτης του Ιουνίου του 1993 και το γήπεδο ήταν κατάμεστο. Ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν και χιλιάδες οπαδοί των φιλοξενούμενων, που περίμεναν πολλά χρόνια γι’αυτή τη στιγμή. Κάπου στα μισά της επανάληψης, η Βέλεζ κέρδισε πέναλτι. Ο ‘Τούρου’ Φλόρες κοίταξε τον Γκονζάλεζ. Ο Γκονζάλεζ κοίταξε τον Φλόρες. Κανένας δεν έκανε κίνηση προς τη μπάλα. Ο έμπειρος Μπιάνκι κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και έκανε νόημα προς τον τερματοφύλακα του. Ο Τσιλαβέρτ διέσχισε όλο το γήπεδο, έστησε τη μπάλα ψύχραιμα και με ένα δυνατό, συρτό σουτ την έστειλε στη δεξιά γωνία της εστίας. Η Βέλεζ ήταν, επιτέλους, πρωταθλήτρια Αργεντινής. Αυτός ήταν ο πρώτος από τους εννιά τίτλους που κατέκτησε με τα χρώματα της ο μεγαλόσωμος Παραγουανός πορτιέρο.

«Υπάρχουν δυο είδη ανθρώπων εκεί έξω. Οι πετυχημένοι και οι μέτριοι. Οι πετυχημένοι δεν σκέφτονται την αποτυχία. Ένας μέτριος άνθρωπος όμως σκέφτεται συνέχεια: Τι θα συμβεί αν αποτύχω;» σχολίασε αρκετά χρόνια αργότερα ο Τσιλαβέρτ, περικλείοντας ουσιαστικά σε μια δήλωση όλη την κοσμοθεωρία του.

Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ δεν ήταν «πετυχημένος» εκ γενετής. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι και ο ίδιος αναγκαζόταν να κυκλοφορεί ξυπόλητος μέχρι τα 7 του και να κάνει μπάνιο με κουβάδες στην αυλή. Πέρασε όλη την παιδική του ηλικία αρμέγοντας αγελάδες και πουλώντας το γάλα τους στα γειτονικά παντοπωλεία. Μέχρι τα 20 του ήταν ένας συνηθισμένος τερματοφύλακας, που προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην, παίζοντας σε ομάδες της Παραγουάης.

Τότε έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα της καριέρας του, παίρνοντας μεταγραφή στη Σαν Λορένσο. Στο Μποέδο γνώρισε τον γυρολόγο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, χάρη στον οποίο ανακάλυψε το πάθος του για τις εκτελέσεις φάουλ. Μετά το τέλος των προπονήσεων οι δυο τους καθόταν στο γήπεδο και κοντραριζόταν, με έπαθλο συνήθως ένα μπουκάλι κόκα-κόλα. Όπως δήλωσε ο ίδιος, πριν αποχωρήσει για να κάνει ντουζ εκτελούσε περίπου 80-120 φάουλ, σε μια προσπάθεια να τελειοποιήσει την τεχνική του.

Οι αμέτρητες ώρες εξάσκησης με τη μπάλα στα πόδια του έδιναν την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να βγαίνει και εκτός της περιοχής του. Μια συνήθεια που εκείνη την εποχή πάντως προκαλούσε τρόμο στους φιλάθλους. «Πολλοί άνθρωποι ήταν αντίθετοι με το στυλ παιχνιδιού μου στην αρχή. Όταν ξεκίνησα να βγαίνω εκτός εστίας με τη μπάλα στα πόδια, στη Σαραγόσα το 1988, τους οπαδούς τους έπιανε πανικός και μου φώναζαν να γυρίσω στην εστία. Εγώ όμως το βλέπω σαν ένα τρόπο να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει. Δεν με απασχολούσε ποτέ τι λέει ο κόσμος. Είχα εμπιστοσύνη στις ικανότητες μου».

Κάποιες φορές βέβαια η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν είναι αρκετή. Σ’ένα ματς της Σαραγόσα με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ, το ‘μπουλντόγκ’, όπως ήταν το παρατσούκλι του, ανέβηκε στην αντίπαλη περιοχή για να εκτελέσει ένα πέναλτι, δίνοντας ξεκάθαρες εντολές σ’έναν αμυντικό να προσέχει την εστία του. Η εκτέλεση ήταν εύστοχη αλλά όση ώρα ο σκόρερ πανηγύριζε κοντά στους πάγκους, η Σοσιεδάδ έκανε γρήγορα τη σέντρα και σκόραρε με μακρινό σουτ, μειώνοντας άμεσα σε 2-1. Ο αγριεμένος Τσιλαβέρτ κατευθύνθηκε προς τον συμπαίκτη του, που είχε επίσης φύγει από την εστία για να πανηγυρίσει, ζητώντας εξηγήσεις. Η απολογία του ήταν απλή και ανθρώπινη: «Παρασύρθηκα, γιατί δεν είχα ξαναδεί τερματοφύλακα να εκτελεί πέναλτι».

Στα 21 χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του ο Τσιλαβέρτ πέτυχε 67 γκολ (εκ των οποίων τα 8 με την εθνική), τα περισσότερα με πέναλτι και τα υπόλοιπα με φάουλ. Ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει περισσότερα είναι ο Ροζέριο Σένι. Ο Παραγουανός όμως είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να κάνει χατ τρικ, έστω και με εκτελέσεις πέναλτι και ο μοναδικός που προσπάθησε να σκοράρει με φάουλ (χωρίς όμως επιτυχία) σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ένα από τα πιο ξεχωριστά και διάσημα γκολ του μπήκε το 1996, σ’έναν αγώνα με τη Ρίβερ Πλέιτ. Η Βέλεζ κέρδισε ένα φάουλ κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Την ώρα που ο συμπαίκτης του βρισκόταν ακόμα στο έδαφος, ο Τσιλαβέρτ διαπίστωσε ότι ο τερματοφύλακας της Ρίβερ, Χέρμαν Μπούργος, βρισκόταν εκτός θέσης. «Οι συμπαίκτες μου έλεγαν ‘σταμάτα, σταμάτα’ κι εγώ τους φώναζα ‘φύγετε από μπροστά μου’. Είπα στον διαιτητή να σκύψει και ευτυχώς το έκανε γρήγορα, γιατί αν τον πετύχαινα θα τον έβγαζα νοκ αόυτ. Η μπάλα φαινόταν πως πήγαινε έξω αλλά ξαφνικά έκανε μια απότομη βουτιά και έσκασε εντός εστίας. Πάντα λέω ότι ένας άγγελος την έσπρωξε μέσα. Αν το δοκίμαζα 1000 φορές, δεν θα το πετύχαινα ξανά. Δέχτηκα συγχαρητήρια ακόμα και από τους παίκτες της Ρίβερ. Στο τέλος έδωσα τη φανέλα μου στον διαιτητή, γιατί ήταν το τελευταίο του ματς και εκτός αυτού την άξιζε γιατί τα ρεφλέξ του ήταν εξαιρετικά».

Μετά τον αγώνα ο, πάντα εριστικός, Τσιλαβέρτ (που στη διάρκεια της καριέρας του μάλωσε με αντιπάλους, διαιτητές, δημοσιογράφους, προπονητές, παράγοντες, ball-boys και πολιτικούς) σχολίασε πως ο Μπούργος θα πρέπει να είναι πιο συγκεντρωμένος και να μη χαζεύει τα πουλιά εν ώρα αγώνα. Η μοίρα το έφερε έτσι που οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά τρεις μήνες μετά. Η Αργεντινή υποδεχόταν την Παραγουάη για τα προκριματικά του Μουντιάλ και με το σκορ στο 1-0, οι φιλοξενούμενοι κέρδισαν φάουλ σε καλό σημείο. Ο Τσιλαβέρτ άφησε το τέρμα του και ανέβηκε για την εκτέλεση. Οι φωτογράφοι που βρισκόταν πίσω από την εστία αποκάλυψαν αργότερα ότι όση ώρα ο Παραγουανός έστηνε τη μπάλα, ο Μπούργος έτρεμε. Η μπάλα πέρασε το τείχος αλλά έφτασε στην εστία χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, στο σημείο που βρισκόταν ο Αργεντινός τερματοφύλακας. Κι όμως, ο Μπούργος κατάφερε να χάσει τη μπάλα μέσα από τα χέρια του, χαρίζοντας ουσιαστικά στην Παραγουάη έναν πολύτιμο βαθμό.

Ο Χέρμαν Μπούργος (που από το 2011 είναι βοηθός του Σιμεόνε στην Ατλέτικο) δεν ήταν το μόνο θύμα του. Το ‘μπουλντόγκ’ δεν ήταν ποτέ ένας παίκτης σαν τους υπόλοιπους. Η προσωπικότητα του ήταν τόσο έντονη που από ένα σημείο και μετά η αύρα του ήταν μεγαλύτερη και από την ίδια την ομάδα στην οποία αγωνιζόταν. Η ηγετική του παρουσία στο Μουντιάλ του 1998 είναι το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της φαινομενικής υπερβολής.

Στα 3 ματς του ομίλου, με αντιπάλους την Ισπανία, τη Βουλγαρία και τη Νιγηρία, ο Τσιλαβέρτ δέχτηκε μόλις ένα γκολ. Η σκληροτράχηλη Παραγουάη έκανε την έκπληξη και πέρασε στους 16, εκεί που την περίμενε η πανίσχυρη διοργανώτρια Γαλλία. Το μεσημέρι εκείνο της 28ης Ιουνίου δεν θα το ξεχάσει κανένας απ’όσους είδαν το παιχνίδι, έστω και στην τηλεόραση. Η άμυνα της Παραγουάης άντεξε το σφυροκόπημα των Γάλλων για 114 λεπτά, πριν τελικά υποταχθεί από ένα γκολ του Λοράν Μπλαν. Το πάθος  και η αυταπάρνηση των Λατινοαμερικάνων και η επιβλητική παρουσία του 33χρονου τερματοφύλακα απέναντι στο μεγάλο φαβορί ήταν αυτά που έμειναν στη μνήμη όλων, μαζί με τη συγκινητική εικόνα του αρχηγού Τσιλαβέρτ να σηκώνει από το χόρτο τους δακρυσμένους συμπαίκτες του, που είχαν καταρρεύσει από την υπερπροσπάθεια.

20 χρόνια μετά, η ίδια ανατριχίλα κάθε φορά που το βλέπω

Μετά το τέλος του αγώνα και οι δυο τερματοφύλακες της Γαλλίας έσπευσαν να ζητήσουν τη φανέλα του. Για να μη δυσαρεστήσει κανέναν, ο Τσιλαβέρτ έδωσε αυτή που φορούσε στον Μπαρτέζ και μια δεύτερη που είχε στα αποδυτήρια στον Λάμα. Λίγα χρόνια αργότερα, σε ένα αφιέρωμα στην πορεία της εθνικής Γαλλίας σε εκείνη τη διοργάνωση, οι παίκτες της είχαν σχολιάσει πως η Παραγουάη ήταν το πιο δύσκολο εμπόδιο στο δρόμο προς το τρόπαιο. Όπως μάλιστα αποκάλυψε ένας εξ αυτών, όλοι στην ομάδα έτρεμαν στην ιδέα να πάει το παιχνίδι στα πέναλτι. Σε συζητήσεις που έγιναν στη διάρκεια του ημιχρόνου και πριν αρχίσει η παράταση, όλοι συμφωνούσαν πως αν το παιχνίδι φτάσει εκεί, η Γαλλία δεν έχει καμία τύχη απέναντι στον «άτρωτο» Τσιλαβέρτ, μια πρόταση που πιθανόν ακούγεται υπερβολική αλλά καταδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πόσο μεγάλο μέγεθος ήταν ο Παραγουανός στο μυαλό των αντιπάλων.

Μια τέτοια προσωπικότητα φυσικά δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ο Τσιλαβέρτ δεν δίστασε ποτέ να πει τη γνώμη του, όσο αντισυμβατική κι αν ήταν αυτή, και δεν φοβήθηκε να τη στηρίξει ακόμα και με δύσκολες πράξεις. Όταν το 1999 η Παραγουάη ανέλαβε να διοργανώσει το Κόπα Αμέρικα, ο πιο γνωστός παίκτης της και αρχηγός της αρνήθηκε να λάβει μέρος, καθώς θεωρούσε ότι η πατρίδα του είχε πολύ σοβαρότερα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα εκείνη την εποχή (λίγους μήνες πριν δολοφονήθηκε, εν μέσω τρομερής πολιτικής αναταραχής, ο αντιπρόεδρος της χώρας) και τα χρήματα που προοριζόταν για τη διοργάνωση θα έπρεπε να δοθούν στην παιδεία και την υγεία.

Πίσω από τις διάφορες υπεροπτικές δηλώσεις και τις μικρές κρίσεις εγωπάθειας του, κρυβόταν πάντα ένας άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσε. Όταν η Βέλεζ έφτασε στον τελικό του Διηπειρωτικού το 1994 και αντιμετώπισε τη Μίλαν στο Τόκιο, η PUMA τον προσέγγισε, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ο Τσιλαβέρτ συμφώνησε να φορέσει τα προϊόντα της εταιρείας και αυτή του έκανε δώρο 80 ζευγάρια γάντια και μερικές δεκάδες μπλουζάκια και σορτσάκια. Όταν η Βέλεζ γύρισε στην Αργεντινή, ως πρωταθλήτρια κόσμου, ο Τσιλαβέρτ βγήκε στους δρόμους, μοιράζοντας τα καλούδια που είχε μαζέψει: έδωσε τα γάντια σε ερασιτέχνες τερματοφύλακες των μικρών κατηγοριών και χάρισε όλα τα ρούχα στα τοπικά νοσοκομεία.

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τη μέρα που ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ κρέμασε τα γάντια του αλλά κάθε φορά που αναφέρεται η εθνική Παραγουάης, η πρώτη σκέψη στο μυαλό όλων είναι αυτός. Δεν ήταν μόνο ένας πολύ καλός τερματοφύλακας, με εξαιρετικά ρεφλέξ, που μπορούσε και να σκοράρει. Ήταν ένας αληθινός ηγέτης, εντός και εκτός γηπέδου, που έβγαινε μπροστά ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Κάποιος που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον παραδοσιακό ρόλο του κομπάρσου που έχουν συνήθως αυτοί που φοράνε το ‘1’ στη φανέλα. Από την άλλη, δεν ήταν ποτέ ο πιο ήρεμος χαρακτήρας, ούτε ο πιο σεμνός άνθρωπος στο χώρο. Ακόμα και γι’αυτά τα ελαττώματα του όμως, είχε πάντα μια έτοιμη απάντηση: «Είχα αρκετές κόντρες και μπόλικους καβγάδες στη διάρκεια της καριέρας μου αλλά πραγματικά, τι περίμενε ο κόσμος; Με αυτή τη φάτσα που έχω, πρέπει να παίξω τον κακό. Αν παριστάνω το καλό παιδί, απλά δεν θα είμαι εγώ».

Ο Ρίκι, το ταλέντο του και το Thug Life

  [1 Σχόλιο]

Δεν πέρασε πάνω από ένας χρόνος από τότε που ο μεγάλος Ρομπέρτο Μπάτζιο έδινε συνέντευξη στην Κοριέρε ντελο Σπορτ. Ανάμεσα σε άλλα σημεία, επανέλαβε την αγάπη του για το ποδόσφαιρο της Λατινικής Αμερικής. Ο Μπάτζιο αγαπάει την Μπόκα και όταν ρωτήθηκε για το αν βλέπει κάποιον διάδοχό του είπε: «τον Ρίκι Σεντουριόν, αλλά πρέπει να βελτιώσει τη συμπεριφορά του έξω από το γήπεδο». Όπως βλέπετε, δεν αναρωτήθηκε για αυτά που κάνει στο γήπεδο. Αν και ομολογώ ότι δεν βλέπω πολλά κοινά στον 25χρονο Αργεντίνο χαφ και τον Μπάτζιο (περισσότερο μου θυμίζει το Νεϊμάρ), ο Σεντουριόν ξέρει καντάρια μπάλας και βγάζει μια ποδοσφαιρική αλητεία από τα παλιά. Τεχνίτης, γρήγορος, καλός παίκτης που δύσκολα μαρκάρεις. Δυστυχώς όμως η αλητεία δεν σταματάει μέσα στο γήπεδο.

Πράγματα που έκανε ο Ρίκι πριν κλείσει τα 21 του

Μόλις στα 19 του, ως ταλαντούχος παίκτης της Ράσινγκ Κλουμπ, πρωταγωνίστησε στο πρώτο του σκάνδαλο. Η φωτογραφία του να κραδαίνει ένα όπλο και να καμαρώνει με αυτό σαν συμμορίτης κυκλοφόρησε παντού. Λίγο η ηλικία, λίγο ότι ήταν το πρώτο παράπτωμα, λίγο τα «παιδί είναι μωρέ» και στον Αντριάν Ρικάρντο Σεντουριόν δόθηκε άφεση αμαρτιών. Για αρκετό καιρό, τα παραπτώματά του ήταν ήσσονος σημασίας. Από το 2016 και μετά όμως, ο Ρίκι είναι κάθε λίγο και λιγάκι πρώτη είδηση και όχι για καλούς λόγους. Η αρχή έγινε όταν πρωταγωνίστησε σε έναν καβγά, όντας μεθυσμένος και κατηγορήθηκε για πρόκληση σωματικών βλαβών. Δυο ήταν οι τραυματίες και ο Ρίκι την κοπάνησε για να γλιτώσει τη σύλληψη. Τον ίδιο μήνα τράκαρε το αυτοκίνητό του τα χαράματα γυρίζοντας από διασκέδαση και οδηγώντας υπό την επήρεια. Τον επόμενο μήνα κυκλοφόρησαν «σέξι» φωτογραφίες του που έστελνε σε κοριτσόπουλα μέσω κινητού.


Μαλώνεις ρε;

Το 2017 μπήκε όπως έφυγε το 2016. Με την Μπόκα να βρίσκεται στη Μαρ ντελ Πλάτα για το καλοκαιρινό φιλικό με τη Ρίβερ, ο Ρίκι επέστρεψε σε κατάσταση μέθης στο ξενοδοχείο της Μπόκα αργά το βράδυ και πρωταγωνίστησε σε ένα επεισόδιο που έπιασαν οι κάμερες ασφαλείας. Εκεί σε έξαλλη κατάσταση συγκρατείται από τρεις συμπαίκτες του, άγνωστο με ποιον τα είχε βάλει. Τον Μάϊο του ίδιου έτους, η τότε κοπελιά του προσέφυγε στη δικαιοσύνη και τον κατηγόρησε για βία και απειλές, υποστηρίζοντας ότι μεταξύ άλλων της έσπασε τρία δόντια. Για να κάνει ακόμα πιο έντονο το προφίλ του κακού παιδιού, ο Ρίκι ανεβάζει λίγο καιρό αργότερα καινούρια φωτογραφία του με μια καραμπίνα. Η Μπόκα το καλοκαίρι αποφασίζει να μην τον αγοράσει (ο Σεντουριόν ήταν δανεικός με option αγοράς από τη Τζένοα), αλλάζει άποψη στην πορεία και τελικά όλα δείχνουν ότι ο Ρίκι θα συνεχίσει στο Μπομπονέρα. Ξαφνικά, η μεταγραφή χαλάει. Ο λόγος; Λίγες μέρες πιο πριν ο Σεντουριόν έχει μπλέξει ξανά σε έναν καβγά, ενώ έχει πάει με την παρέα του για… μπόουλινγκ (γνωστό επικίνδυνο παιχνίδι που προάγει τη βία). Ο Ρίκι κι οι φίλοι του (ταινία που θα μπορούσε να σκηνοθετήσει ο Σκορτσέζε) απειλούν έναν τυπάκο που ήταν οπαδός της Μπόκα και απλά ήθελε να βρεθεί κοντά στο είδωλό του. Η Μπόκα αποφασίζει να βάλει πολύ αυστηρούς όρους στο συμβόλαιο του Σεντουριόν. Να δει κάποιον ψυχολόγο για τη συμπεριφορά του, να σταματήσει να ποστάρει προκλητικά πράγματα στα social media και κυρίως, να έχει η Μπόκα το δικαίωμα να διακόψει το συμβόλαιό του για κάποιο παράπτωμα χωρίς να πληρώσει ούτε ένα πέσο για την υπόλοιπη διάρκειά του.

Το πιο σημαντικό γκολ του Ρίκι με τη φανέλα της Μπόκα, με ένα σομπρέρο

Ο Σεντουριόν αρνείται και ωσάν κάτι δικούς μας διοικητικούς παράγοντες ποστάρει στίχους στα social media: «Δεν ακούω και συνεχίζω, γιατί πολλά από αυτά που απαγορεύονται είναι αυτά που με κάνουν να ζω». Από το τραγούδι «Απαγορευμένο» των Καγιεχέρος (αγαπημένο συγκρότημα και του κόουτς Χόρχε Σαμπάολι). Επιστρέφει τελικά στη Γένοβα και το μόνο αξιόλογο που κάνει με τη φανέλα της Τζένοα συμβαίνει όταν ο κόουτς τον τιμωρεί γιατί την ώρα της προπόνησης ανεβάζει live video στα social media πίνοντας μάτε. Με αυτά τα μυαλά παίζει 52 ολόκληρα λεπτά από την αρχή της σεζόν μέχρι το Δεκέμβριο και η Τζένοα ψάχνει να τον στείλει κάπου. Η Μπόκα παρ’ ότι έχει την ευκαιρία να τον πάρει δανεικό, εμμένει στην καλοκαιρινή απόφασή της και τελικά η ομάδα στην οποία έμαθε μπάλα και έφτιαξε το όνομά του, η Ράσινγκ Κλουμπ αγοράζει με 4 περίπου εκατομμύρια το 70% του παίκτη. Μια νέα αρχή για τον παίκτη και μια μεγάλη μεταγραφή για το σύλλογο.

Βλέποντας αυτό το τυπάκι, θα ποντάρατε ότι έχει παίξει σε Αργεντινή, Βραζιλία, Ιταλία και έχουν ξοδευτεί αρκετά εκατομμύρια για πάρτη του;

Ο Ρίκι επιστρέφει και κάνει μέσα στο γήπεδο αυτό που ξέρει. Δημιουργεί, σκοράρει, ξεσηκώνει. Δεν περνάνε καλά καλά τρεις μήνες όμως και χτυπάει ξανά. Τα ξημερώματα μιας από τις προηγούμενες μέρες περνάει δυο φανάρια με κόκκινο και συλλαμβάνεται. Αρνείται να κάνει αλκοτέστ και είναι αρκετά επιθετικός. Στη συνέχεια προσπαθεί να «λαδώσει» τον έναν αστυνομικό όπως φαίνεται σε βίντεο που κυκλοφόρησε. Το χειρότερο όμως είναι άλλο. Το «ξημερώματα» μάλλον είναι τιμητικό, καθώς η ώρα που συλλαμβάνεται είναι 8.10 το πρωί και τα φανάρια που πέρασε με κόκκινο βρίσκονται σε περιοχή με σχολείο, την ώρα που μαθητές πηγαίνουν εκεί. Δυστυχώς, ο πρόεδρος της Ράσινγκ Βίκτορ Μπλάνκο τον υπερασπίζεται, λέγοντας ότι τέτοια ώρα δεν είναι λογικό να κάνεις αλκοτέστ και ότι το γεγονός διογκώθηκε επειδή επρόκειτο για το Ρίκι. Θυμίζοντας Έλληνα παράγοντα λέει και το αμίμητο: «ποιος από μας δεν έχει περάσει με κόκκινο ένα φανάρι;»

10 από τα καλύτερα μαγικά του Ρίκι

Δυστυχώς για τον Σεντουριόν φαίνεται ότι η κανονική αλητεία θα υπερισχύσει της καλώς εννοούμενης ποδοσφαιρικής αλητείας. Ο Ρίκι δεν είναι πια παιδί. Είναι 25 χρονών. Οι δικαιολογίες τελείωσαν. Θα μπορούσε να έχει κληθεί στην εθνική, να έχει θέση σε κάποιο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Κι όμως. Απέτυχε παταγωδώς στην Ιταλία, ένας τεράστιος σύλλογος όπως η Μπόκα αποφάσισε ότι τα αρνητικά είναι περισσότερα από τα θετικά και τώρα ξεκινάει με τον ίδιο τρόπο στη Ράσινγκ. Το τεράστιο ταλέντο του συνεχίζει να μένει ανεκμετάλλευτο, όταν το αμαυρώνει με ένα σωρό ανοησίες. Και είναι κρίμα, γιατί θα μπορούσαμε σήμερα να μιλάμε για τα μαγικά του και όχι για το ποινικό του μητρώο.