Η μπάλα στην κοιλάδα του Ρουρ

  [5 Σχόλια]

Στα δυτικά της Γερμανίας, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, υπάρχει η κοιλάδα του Ρουρ που πλέον αποτελεί τη μεγαλύτερη αστική περιοχή στη χώρα και μια από τις μεγαλύτερες της Ευρώπης. Η διαφορά αυτής της περιοχής είναι ότι δεν έχουμε μία μεγάλη πόλη που σιγά σιγά απορρόφησε κι άλλες (όπως για παράδειγμα συμβαίνει σε αστικά κέντρα όπως το Παρίσι, η Κωνσταντινούπολή ή το Μπουένος Άιρες), αλλά ένα πολυκεντρικό σύστημα. Πολλές πόλεις δηλαδή που αναπτύχθηκαν παράλληλα κατά τη βιομηχανική επανάσταση με αποτέλεσμα πλέον να μην ξεχωρίζουν και να μιλάμε για ένα ενιαίο αστικό κέντρο. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι οι πόλεις δεν κράτησαν το δικό τους χαρακτήρα. Και αν τα υπόλοιπα «κάστρα» έπεσαν, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει το ποδόσφαιρο για να κρατάει τις διαφορές, τις κόντρες και να ξεχωρίζει τον έναν από τον άλλον.

Στην περιοχή του Ρουρ υπάρχουν ένα σωρό ομάδες, πολλές από αυτές με μεγάλη ιστορία. Σάλκε, Ντόρτμουντ, Μπόχουμ, Ντούισμπουργκ, Ομπερχάουζεν και Έσεν. Αν σε αυτές προσθέσουμε τις πόλεις που δεν ανήκουν στην περιοχή του Ρουρ, αλλά στην ευρύτερη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία έχουμε ακόμα την Κολωνία, τη Λεβερκούζεν, τη Ντίσελντορφ, την Γκλάντμπαχ και αρκετές ακόμα. Για να το κάνουμε πιο κατανοητό, σκεφτείτε ότι όλες αυτές οι ομάδες είναι στο Ρουρ σε αποστάσεις περίπου 20 χιλιομέτρων και οι υπόλοιπες είναι σε απόσταση επιπέδου Αθήνα-Κόρινθος. Οι επιλογές για έναν «τουρίστα» να δει μπάλα είναι πάρα πολλές. Η δική μου επιλογή ήταν η Σάλκε και το Γκελσενκίρχεν.

Η περιοχή του Ρουρ

Το ποδόσφαιρο στη Γερμανία έχει μεγάλη ιστορία και αυτό φαίνεται στην περηφάνια με την οποία οι γερμανικές ομάδες επιδεικνύουν το πότε ιδρύθηκαν. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Fußballclub Gelsenkirchen-Schalke 04 e. V, όπως είναι το πλήρες όνομα, για το 1904 όταν και ιδρύθηκε. Το 1840 η κοιλάδα του Ρουρ ήταν μια ξεχασμένη αγροτική περιοχή, το Σάλκε ένα χωριουδάκι 400 κατοίκων και το Γκελσενκίρχεν (η μεγαλύτερη πόλη) είχε περίπου 6.000 κατοίκους, όπου σχεδόν όλοι δούλευαν σαν ανθρακωρύχοι. Το 1900 το Γκελσενκίρχεν είχε φτάσει τους 138.000 κατοίκους και το Σάλκε ήταν πλέον τμήμα του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, μια παρέα γιων ανθρακωρύχων ίδρυσε το σύλλογο, αλλά χρειάστηκαν ακόμα δέκα μέχρι να λάβει συμμετοχή σε κάποια επίσημη διοργάνωση. Το ποδόσφαιρο γρήγορα έγινε η αγαπημένη ασχολία της περιοχής. Οι ανθρακωρύχοι ήταν τόσο παίκτες της ομάδας, όσο και θεατές. Η Σάλκε έφτιαξε το πρώτο της γήπεδο το 1928 και συχνά είχε πάνω από 30.000 θεατές στους αγώνες της. Το 1973 χτίστηκε το στάδιο στο οποίο πολλοί από εμάς μάθαμε τη Σάλκε, το Παρκστάντιον. Και το 2001 χτίστηκε η Αουφ Σάλκε Αρένα, ένα γήπεδο που χωράει 62.000 θεατές (ή 54.000 στα ευρωπαϊκά).

Σε αντίθεση με άλλα μέρη της Ευρώπης, στο Γκελσενκίρχεν ένα μεγάλο μέρος των φιλάθλων πηγαίνει με τα αυτοκίνητά του στο γήπεδο. Το Βέλτινς Αρένα (από την τοπική μπύρα που είναι σπόνσορας) βρίσκεται πολύ κοντά στην έξοδο της «εθνικής οδού», με εύκολη πρόσβαση και αρκετά πάρκινγκ. Έφτασα στην περιοχή πολύ πριν το παιχνίδι, περίπου 2 ώρες, αλλά ήδη κόσμος πήγαινε προς το γήπεδο. Δεν γίνεται να μπερδέψεις κάποιον οπαδό με κάποιον κάτοικο ή περαστικό. Ο λόγος; Σχεδόν όλοι φοράνε φανέλες της ομάδας. Σε τέτοιο ποσοστό που δεν το έχω ξαναδεί. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι 8 στους 10 θεατές φορούσαν εμφάνιση της Σάλκε. Φανέλες καινούριων παικτών, φανέλες με τα δικά τους ονόματα, αλλά και φανέλες παλιές, με το όνομα του Ραούλ να μην έχει ξεχαστεί.

Το γήπεδο της Σάλκε βρίσκεται σε ένα προάστιο, μέσα στα δέντρα και το πράσινο. Είναι χτισμένο πολύ κοντά στο παλιό γήπεδο, σε ένα λοφάκι. Ακολουθώντας το μπλε ποτάμι των οπαδών φτάνεις στον περιβάλλοντα χώρο για να πιεις την πρώτη μπύρα σου, να φας το πρώτο λουκάνικο. Πριν το παιχνίδι που παρακολούθησα, το Σάλκε-Χέρτα, η τοπική ομάδα δεν είχε ακόμα νίκη στην Μπουντεσλίγκα και κυρίως δεν είχε καν σκοράρει. Η σεζόν δεν αναμένεται σπουδαία. Αυτό όμως δεν πτόησε τον κόσμο να χαρεί το Σάββατό του, έχοντας πάει στο γήπεδο πριν ακόμα ανοίξουν οι πόρτες. Εξωτερικά, η Αρένα της Σάλκε δεν εντυπωσιάζει. Τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, δεν μου φάνηκε κάποιο αρχιτεκτονικό αριστούργημα. Την ίδια αίσθηση είχα όταν είδα και την Αλιάνζ Αρένα στο Μόναχο ημέρα, χωρίς τα φώτα.

Μετά την πρώτη στάση για την πρώτη μπύρα, πήραμε το δρόμο για τις θέσεις μας. Αν δεν έχεις δει ξανά ματς σε σοβαρή χώρα, σου έρχεται ένα πολιτισμικό σοκ βλέποντας οπαδούς της Χέρτα με τις φανέλες τους να περνούν ανενόχλητοι ανάμεσα στους οπαδούς της Σάλκε. Σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Το είχα δει και σε άλλα παιχνίδια στο εξωτερικό, αλλά αυτή τη φορά μου έκανε εντύπωση η παντελής έλλειψη αστυνομίας. Σαν να βρισκόσουν σε ένα εμπορικό κέντρο για βόλτα. Σίγουρα το ίδιο δεν θα συμβαίνει σε ματς με τη Ντόρτμουντ ή την Μπάγερν, αλλά και πάλι είναι εντυπωσιακό.


Το μπαράκι των οπαδών μέσα στο γήπεδο

Η έλλειψη ενθουσιασμού για το εξωτερικό του γήπεδο, αντικαταστάθηκε από το θαυμασμό μετά τον έλεγχο των εισιτηρίων και την είσοδο στο εσωτερικό. Μπορείς να γυρίσεις όλο το γήπεδο περιμετρικά χωρίς να μπεις στις εξέδρες, όπως συμβαίνει σε όλες αυτές τις «αρένες». Παντού μπορείς να αγοράσεις μπύρες και φαγητό, με ένα σύστημα που υπάρχει και σε άλλα γερμανικά γήπεδα. Παίρνεις μια κάρτα την «γεμίζεις» με χρήματα και τη χρησιμοποιείς για τις αγορές σου. Εκτός από το φαγητό και μπύρα (σύμφωνα με τη wikipedia υπάρχει η δυνατότητα διάθεσης 52.000 λίτρων μπύρας, 1.000 τετραγωνικών μέτρων πίτσας, 6.000 πρέτζελ και 2.500 κιλών λουκάνικου ανά αγώνα), υπήρχαν και μπουτίκ της ομάδας με αρκετά προϊόντα και φυσικά ένα μπαρ «οπαδών». Μετά από μία βόλτα, ήρθε η ώρα για την είσοδο στις εξέδρες. Το γήπεδο είναι πανέμορφο μέσα. Το πέταλο της Nordkurve μπορεί να μην είναι αντίστοιχο με το «Κίτρινο Τείχος» των μισητών γειτόνων της Ντόρτμουντ, αλλά όταν γεμίζει προκαλεί κι αυτό δέος. Όλοι όρθιοι (όπως είπαμε, η χωρητικότητα στα ματς της Μπουντεσλίγκα είναι μεγαλύτερη κι ο λόγος είναι οι εξέδρες των ορθίων), όλοι στα μπλε, με σημαίες, πανό και φωνή χωρίς σταματημό. Μια υπέροχη ατμόσφαιρα.

Παρά τον… αντιτουριστικό αντίπαλο και τη μέτρια κατάσταση της ομάδας (μία μόλις εβδομάδα πριν η Σάλκε είχε ηττηθεί με 0-3 από την Μπάγερν), οι εξέδρες άρχισαν να γεμίζουν. Να γεμίζουν με υγεία. Νέοι, ηλικιωμένοι, παιδιά και γυναίκες. Πολλές γυναίκες. Σύμφωνα με μια καταμέτρηση του 2014 το 20% των μελών της Σάλκε είναι γυναίκες. Κι όταν μιλάμε για μέλη, μιλάμε για 155.000 ανθρώπους. Και δίπλα σε όλους αυτούς, οι ηρωικοί οπαδοί της Χέρτα που βλέπουν κι αυτοί την ομάδα τους σε μέτρια κατάσταση, αλλά ήρθαν από το Βερολίνο, πήραν θέσεις στην εξέδρα, έβγαλαν τα τύμπανα και ξεκίνησαν το τραγούδι τους.

Μπυρίτσα και μπαλίτσα…

Κάτω από την ανοιχτή οροφή, ένας παρουσιαστής έκανε εκπομπή που την έβλεπες στην εντυπωσιακή οθόνη του γηπέδου. Καλεσμένοι, διαγωνισμοί για φιλάθλους (διαφορετικοί «σύνδεσμοι» οπαδών κοντραρίστηκαν σε πεναλτάκια), το πρόγραμμα της αγωνιστικής (το όνομα της Ντόρτμουντ δεν το λέει κανείς, η αναφορά ήταν «οι κίτρινοι»), φάσεις από τον προηγούμενο αγώνα, αφιερώματα. Και φυσικά, πριν βγει η ομάδα, ένα βίντεο με τον ύμνο και σκηνές από την ιστορία του συλλόγου. Βλέπετε, στη Σάλκε είναι περήφανοι για το εργατικό τους παρελθόν και το βίντεο είχε ένα σωρό πλάνα από τους ανθρακωρύχους του περασμένου αιώνα, ενώ και η έξοδος από τα αποδυτήρια είναι φτιαγμένη έτσι, σαν σήραγγα.

Άλλωστε, οι μεγαλύτερες στιγμές του συλλόγου ήταν σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Η κορυφαία Σάλκε όλων των εποχών κατέκτησε έξι πρωταθλήματα από το 1934 ως το 1942, σπάζοντας πολλά ρεκόρ, έχοντας παίκτες αποκλειστικά ντόπιους, πολλοί εκ των οποίων δούλευαν παράλληλα στα ορυχεία. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι η Σάλκε έπαιζε τότε ένα διαφορετικό ποδόσφαιρο, μακριά από το βρετανικό στιλ του σκληρού παιχνιδιού με τις μακρινές μπαλιές, με πολλές μικρές κοντινές πάσες και το στιλ της ήταν επηρεασμένο από την αυστριακή Wunderteam. Οι ντόπιοι περηφανεύονται για την ιστορία της εργατικής Σάλκε. Το θέμα είναι ότι εκείνη η περίοδος συνέπεσε με το ναζισμό στη Γερμανία.

Αφού η Γερμανία προσπάθησε αρχικά να αγνοήσει όλα αυτά που είχαν γίνει, άρχισε πιο πρόσφατα να αναμοχλεύει κριτικά το παρελθόν. Μέσα σε αυτό το κλίμα λοιπόν, έγινε η προσπάθεια να βρεθεί αν η Σάλκε ήταν ευνοημένη από τους Ναζί. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, δεν υπάρχει κάποια σύνδεση. Υπέκυψε κι αυτή στις διώξεις των Εβραίων από τους αθλητικούς συλλόγους, ακολούθησε κατά γράμμα τις εντολές του καθεστώτος, είχε παίκτες μέλη του ναζιστικού κόμματος, αλλά αυτά συνέβησαν σε όλες τις ομάδες της χώρας. Εύνοια όμως δεν υπήρχε, απλώς τα κατορθώματα εκείνης της Σάλκε έγιναν προπαγάνδα για το μεγαλείο της γερμανικής φυλής, ένα ακόμα εργαλείο εκμετάλλευσης των Ναζί. Όπως αναφέρεται και στο αξιόλογο βιβλίο Tor!: The Story of German Football, πολλοί παίκτες της Σάλκε υποστήριζαν ότι στον τελικό του 1941 αδικήθηκαν ώστε το πρωτάθλημα να το κατακτήσει η Ραπίντ Βιέννης για πολιτικούς λόγους, λόγω της αυστριακής της προέλευσης. Πριν λίγα χρόνια, οι αγγλικοί Times παρουσίασαν μια λίστα δημοσιογραφικού επιπέδου Buzzfeed με τους «50 χειρότερους ποδοσφαιρικούς οπαδούς». Εκεί ανέφεραν ότι ο Χίτλερ ήταν οπαδός της Σάλκε. Ο Αδόλφος βέβαια δεν είχε καμία επαφή με το ποδόσφαιρο (η ιστορία λέει ότι είδε ένα παιχνίδι μόνο στην ζωή του από κοντά, αυτό της Γερμανίας με τη Νορβηγία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 κι αυτό γιατί του είχαν πει ότι η Γερμανία πάει φουλ για το χρυσό μετάλλιο. Ο Φίρερ έξαλλος αποχώρησε όταν οι Νορβηγοί έγραψαν το τελικό 2-0, καθώς λίγες μέρες πιο πριν είχε δει τον Τζέσε Όουενς να του χαλάει τη διάθεση). Η Σάλκε έκανε έρευνα, δεν βρήκε τίποτα και έβγαλε μια γλαφυρή ανακοίνωση:

Επιστροφή όμως στο 2019. Το παιχνίδι δεν ήταν κάτι το εντυπωσιακό, η Χέρτα ήταν τραγική κι η Σάλκε καλύτερη, κερδίζοντας με 3-0. Οι ηρωικοί οπαδοί της Χέρτα δεν σταμάτησαν να τραγουδούν ούτε λεπτό. Ακόμα και μετά τα γκολ, το τύμπανο συνέχιζε, τα συνθήματα το ίδιο, σε ένα μάθημα οπαδικής στήριξης. Μετά το τέλος, οι παίκτες της πήγαν κοντά τους σε μια κίνηση «συγγνώμης» και τότε μόνο ορισμένοι από τους οπαδούς άρχισαν να φωνάζουν τα παράπονά τους. Την ίδια στιγμή, οι νικητές στήθηκαν απέναντι στη Nordkurve, αποθεώθηκαν, πανηγύρισαν, λες και είχαν πάρει κάποιον τίτλο. Οι 58.875 θεατές ζούσαν τη γιορτή μέχρι το τέλος. Γνωρίζοντας ότι η ομάδα τους θα δώσει μάχη λογικά κάπου στη μέση της κατηγορίας.

 

View this post on Instagram

 

A post shared by El Sombrero (@sombrerogr) on

Προσωπικά δεν συμπαθώ ιδιαίτερα κάποια γερμανική ομάδα. Αντιπαθώ μάλιστα την εθνική Γερμανίας. Αλλά έχοντας πλέον εμπειρία από διαφορετικά γήπεδα, μπορώ να πω ότι το γερμανικό ποδόσφαιρο, η γερμανική ποδοσφαιρική κουλτούρα είναι αυτή τη στιγμή συνολικά η πιο υγιής στην Ευρώπη. Σούπερ γήπεδα και ένα απόλυτα οργανωμένο πρωτάθλημα. Σε βαθμό που κρατάει τις ανέσεις και τα θετικά του «μοντέρνου ποδοσφαίρου», αλλά δεν γίνεται Premier League των ζάμπλουτων μυστήριων ξένων επενδυτών που αλλοιώνουν ιστορίες ομάδων (με εξαίρεση τη Λειψία), ούτε των σεκιουριτάδων που έρχονται να σου κάνουν παρατήρηση αν σηκωθείς όρθιος. Σεβασμός στους φιλάθλους, οπαδική κουλτούρα και παλμός, σε αντίθεση π.χ. με τα ισπανικά γήπεδα που κατά κύριο λόγο η ατμόσφαιρα είναι υγιής μεν, αλλά σε πολλά λίγο νερόβραστη, αλλά και με τα ιταλικά γήπεδα που οι ultras είναι συχνά κοινοί εγκληματίες. Κάθε σύγκριση με μια χώρα νοσηρής νοοτροπίας, άθλιων γηπέδων, οπαδών που ζουν για τη νίκη με κάθε τρόπο, παραγόντων που η θέση τους είναι στη φυλακή, φιλάθλων που δεν στηρίζουν τοπικές ομάδες και προτιμούν το καφενείο είναι χωρίς νόημα. Μπορούμε όμως πάντα να ελπίζουμε.

Σχετικά κείμενα:
Περπατώντας στη Νάπολη
Βλέποντας μπάλα στο Άμστερνταμ
‘Ενα μεσημέρι στο Λεβερκούζεν
Βλέποντας ποδόσφαιρο στην Ευρώπη
Μια μέρα στο Σαν Σεμπαστιάν

Όταν το Μαρακανά έγινε ροντέο

  [3 Σχόλια]

Δύο από τις σταθερές του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου είναι ότι πρέπει να παίζεται συνέχεια ποδόσφαιρο κι ότι οι «βεντέτες» μεταξύ των παικτών κρατούν καιρό. Μεταξύ του 1956 και του 1970 έλαβε χώρα η διοργάνωση με το όνομα «Κύπελλο του Ατλαντικού» στην οποία έπαιζαν κατά κύριο λόγο η Αργεντινή, η Βραζιλία και η Ουρουγουάη (γιατί ποτέ τα μεταξύ τους ματς δεν είναι αρκετά), αλλά και η Παραγουάη, παρ’ ότι αν δεν κάνω λάθος δεν βρέχεται ούτε από τον Ατλαντικό, ούτε από κάποια άλλη θάλασσα. Μη φανταστείτε ότι το κύπελλο γινόταν συχνά. Το κάναμε μια φορά το 1956, μια ακόμα το 1960 και το θυμηθήκαμε μετά από άλλα 16 χρόνια το 1976. Από τότε δεν έχει ξαναγίνει, αλλά με τις γραφικότητες του Κόπα Αμέρικα, δεν θα μου κάνει εντύπωση το 2056 να το ξαναδούμε για κάποιο επετειακό «σεντενάριο».

Η ιστορία που θα διηγηθούμε σήμερα έγινε στο τελευταίο Κόπα ντελ Ατλάντικο της ιστορίας. Οι τέσσερις ομάδες έπαιξαν μίνι πρωταθληματάκι με διπλούς αγώνες και κανονική βαθμολογία, ξεκινώντας το Φεβρουάριο και τελειώνοντας τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς. Στο πρώτο ματς μεταξύ Ουρουγουάης και Βραζιλίας στο Μοντεβιδέο, οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν με 1-2. Από δω και πέρα οι διηγήσεις έχουν διαφορά ανάλογα από ποια πλευρά τις διαβάζεις, αλλά θα προσπαθήσουμε να είμαστε όσο πιο πιστοί στα γεγονότα.  Το πρώτο παιχνίδι είχε τρεις αποβολές, μία εκ των οποίων ήταν αυτή του Ριβελίνο που πάτησε τον Μουνίς, εξοργίζοντας τους Ουρουγουανούς που κάτι τέτοια δεν τα ξεχνούν.

Στο δεύτερο ματς στο Μαρακανά εμφανίστηκαν προετοιμασμένοι. Όπως διηγήθηκε χρόνια αργότερα ο Χέμπερτ Ρεβέρτια (που μπήκε αλλαγή σε εκείνο το ματς), αρκετοί παίκτες της ομάδας έφαγαν ώρες με γυαλόχαρτο στο χέρι, για να κάνουν τις μεταλλικές τάπες στα παπούτσια τους πολύ αιχμηρές. Η Ουρουγουάη ήταν αυτή που βρέθηκε μπροστά στο σκορ με μια γκολάρα του Τόρες και πήγε στα αποδυτήρια με 0-1. Λίγα λεπτά αργότερα ο δυστυχής Μάρκος Αντόνιο βρέθηκε κάτω από ένα φάουλ Ουρουγουανού και ένας δεύτερος Ουρουγουανός, ο Νταρίο Περέιρα, προσγειώθηκε κατά λάθος (λέμε τώρα) στην πλάτη του Μάρκος Αντόνιο και με τα δύο πόδια (και φυσικά με τις μυτερές τάπες). Ο έξαλλος Ριβελίνο πήγε και τράβηξε το μαλλί του Περέιρα κι η πρώτη φασαρία της ημέρας ήταν γεγονός.

Το βίντεο του ιστορικού αγώνα. Αν βαριέστε να το δείτε ολόκληρο, ξεκινήστε από τα 7 λεπτά για να απολαύστε το επεισοδιακό τέλος.

Η Βραζιλία μετά από μία ωραία προσπάθεια του Ριβελίνο και ένα πολύ καλό σουτ ισοφάρισε σε 1-1 στο 2ο ημίχρονο. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Βραζιλιάνος διαιτητής (από τον οποίοι οι Ουρουγουανοί είχαν ήδη παράπονα) έδωσε ένα ανύπαρκτο πέναλτι υπέρ της χώρας του. Οι Ουρουγουανοί ήταν έξαλλοι. Ο Ζίκο το εκτέλεσε εύστοχα γράφοντας το 2-1 και το ματς έγινε ροντέο. Οι Ουρουγουανοί έμειναν με 10 παίκτες λίγο αργότερα, με μια μάλλον υπερβολική απευθείας κόκκινη για ένα φάουλ (σε ποιον άλλον) στον Ριβελίνο στο κέντρο του γηπέδου. Ο Βραζιλιάνος σταρ άνοιξε διαμάχη με τον Σέρχιο «Κολάτσο» Ραμίρες, ενώ λίγο αργότερα του έδωσε και μια αγκωνιά. Στο 89ο λεπτό του παιχνιδιού, ο Ζίκο πήρε την μπάλα λίγο μετά το κέντρο. Ο «λευκός Πελέ» έκανε μια μαγική προσπάθεια περνώντας τρεις αντιπάλους σε ένα σλάλομ βγαλμένο από highlights. Το highlight όμως ήταν τελικά το τέλος της προσπάθειας. Λίγο πριν ο Βραζιλιάνος πατήσει στην περιοχή και βρεθεί τετ-α-τετ, ο Ραμίρες πιστός στο ουρουγουανικό του DNA έκανε ένα δολοφονικό τάκλιν που στη wikipedia πρέπει να μπαίνει στον ορισμό του «ή ο παίκτης ή η μπάλα». Από αυτά που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο σηκώνεσαι, βλέπεις την κόκκινη, δίνεις το χέρι στον διαιτητή και αποχωρείς. Βέβαια, το 1976, ούτε ο κακός Βραζιλιάνος εκείνης της ημέρας δεν έδωσε κόκκινη.

Όπως ήταν λογικό, στο γήπεδο επικράτησε πανικός. Ο Ριβελίνο έτρεξε αμέσως πάνω από τον Ζίκο. Μέσα στο χαμό, ο Ρεβέρτια (με τις μυτερές του τάπες) έριξε μια γρήγορη κλωτσιά στο αριστερό πόδι του Ριβελίνο. Ο Ριβελίνο πιστεύοντας ότι τον χτύπησε ο Ραμίρες του δίνει μία στο πρόσωπο (με το Ραμίρες να ματώνει στα χείλη) και τελικά ο Ραμίρες που έχει θολώσει ακούει το: «Κολάτσο, όχι τώρα. Μόλις τελειώσει το παιχνίδι» και συγκρατείται. Ο διαιτητής ηρωικά ηρεμεί την κατάσταση χωρίς χρήση κάρτας (!!) και το φάουλ εκτελείται. Η Ουρουγουάη παίρνει την μπάλα, αλλά ο διαιτητής δεν αφήνει το παιχνίδι να συνεχιστεί και σφυρίζει τη λήξη. Τη στιγμή του σφυρίγματος την μπάλα την έχει ο «Κολάτσο» Ραμίρες και ο Ριβελίνο είναι λίγο πιο δίπλα του.

«Ήμουν μόλις 24, γεμάτος αδρεναλίνη και ορμόνες. Θυμήθηκα τι είχε συμβεί και απλά έτρεξα»
– Σέρχιο Ραμίρες, σε συνέντευξή του στη Globo το 2011

Ο Ριβελίνο κινείται προς τα αποδύτηρια. Ο Ραμίρες αφήνει την μπάλα και σαν τρελός γυρίζει προς το μέρος του εχθρού. Κάποιοι συμπαίκτες του τρέχουν να τον προλάβουν, ο Ριβελίνο αντιλαμβάνεται ότι έρχεται το τέλος και κάνει την πιο γρήγορη κούρσα της ζωής του, ενώ ο Ραμίρες τον κυνηγά να τον πιάσει. Τόσο γρήγορη, που κατεβαίνει τα σκαλιά των αποδυτηρίων με τον… κώλο, καθώς έχει γλιστρήσει, σε ένα τρομερά κωμικό στιγμιότυπο. Αναπληρωματικοί και διάφοροι… περαστικοί εμποδίζουν τον Ραμίρες και αρχίζει ένα σκηνικό από ταινία δράσης με μπουνιές και κλωτσιές. Γρήγορα έρχονται κι οι άλλοι παίκτες (ο θηριώδης τερματοφύλακας της Βραζιλίας Ζαΐρο ξεχωρίζει) και πέφτει το ξύλο της αρκούδας. Ο Ρεβέρτια τρέχει να μπει στα αποδυτήρια και να σωθεί όταν βλέπει έναν δημοσιογράφο να κραδαίνει το μαγνητοφωνάκι στο χέρι και να έρχεται κατά πάνω του. Χωρίς δεύτερη σκέψη του δίνει μια γερή στο πρόσωπο και κατεβαίνει τις σκάλες, βγάζοντας και τη φανέλα του για να μην τον αναγνωρίσουν. Οι Ουρουγουανοί κλειδώνονται στα αποδυτήρια. Οι Βραζιλιάνοι χτυπούν τις πόρτες φωνάζοντας «Αστυνομία, αστυνομία, ανοίξτε». Η απάντηση είναι «δεν είμαστε τρελοί για να ανοίξουμε».

Οι Βραζιλιάνοι… διαπραγματεύονται: «Ας έρθουν έξω το 6 και το 16 (Ραμίρες και Ρεβέρτια) και θα ηρεμήσουν τα πράγματα». Οι Ουρουγουανοί τελικά αποδέχονται (στον πόλεμο πρέπει να θυσιάζεις μερικούς στρατιώτες). Οι δυο παίκτες συλλαμβάνονται, μπαίνουν στο περιπολικό και πηγαίνουν στο τμήμα όπου γίνεται χαμός. Ο δημοσιογράφος που ο Ρεβέρτια χτύπησε είναι μες τα αίματα, με πρησμένο το στόμα του, τέσσερα σπασμένα δόντια και δεν μπορεί να μιλήσει. Κιμπάρης όμως, πείθεται τελικά να μην κάνει μήνυση. Ο Ρεβέρτια εκμυστηρεύεται στο Ραμίρες ότι αυτός χτύπησε κρυφά το Ριβελίνο και ο «Κολάτσο» γελάει. Οι παίκτες τελικά αποχωρούν, κουρασμένοι, με τον Ραμίρες να έχει μελανιάσει από το ξύλο που έφαγε. Όπως λέει ο Ρεβέρτια: «γράψαμε κι εμείς τη δική μας ιστορία στο Μαρακανά».

Ο Ραμίρες, ως κόουτς πια, δίνει εντολές…

Η Βραζιλία τελικά κατακτά τον τίτλο στα επόμενα παιχνίδια. Ο Ραμίρες την επομένη του ματς φιγουράρει σε όλες τις βραζιλιάνικες εφημερίδες να κυνηγά τον Ριβελίνο. Μια που ο Ριβελίνο ήταν παίκτης της Φλουμινένσε, η Φλαμένγκο, ως «μεγάλη αντίπαλος» δεν θέλει να χάσει την ευκαιρία και τον παίρνει με μεταγραφή μερικούς μήνες αργότερα. Ο Ραμίρες είχε γεννηθεί κοντά στα σύνορα των δύο χωρών, σε ένα μέρος που πολύς κόσμος έχει βραζιλιάνικες καταβολές και μιλάει πορτογαλικά. Μάλιστα, ο Ριβελίνο ήταν από τους αγαπημένους του ποδοσφαιριστές, ο «Κολάτσο» κολλούσε τα αυτοκόλλητά του στο δωμάτιό του. Δεν μπορούσε φυσικά να φανταστεί τότε ότι θα πλακωνόταν στο ξύλο με ένα είδωλό του. Οι δύο παίκτες πάντως τα βρήκαν στην πρώτη τους συνάντηση, ο Ραμίρες ζήτησε συγγνώμη και παρά τις προτροπές από τους οπαδούς της Φλαμένγκο, δεν ξαναχτύπησε βίαια το Ριβελίνο. Έπαιξε για δυο σεζόν στη Φλαμένγκο κατακτώντας και δύο πρωταθλήματα καριόκα. Η διαμάχη αυτή καθόρισε τη ζωή του Ουρουγουανού, καθώς μετά τη Φλαμένγκο έπαιξε και σε άλλες ομάδες και μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας έγινε προπονητής στη Βραζιλία. Έγινε… viral και πάλι, καθώς έδινε πολλές φορές εντολές στους παίκτες του κρατώντας έναν… κώνο για να τον ακούνε καλύτερα. Παράλληλα έγινε και τραγουδιστής και έβγαλε μέχρι και έναν προσωπικό δίσκο. Το παιχνίδι πάντως του 1976 για το κύπελλο Ατλαντικού, πέρασε για πάντα στην ιστορία των ντέρμπι Ουρουγουάης-Βραζιλίας ως πιθανότατα το πιο βίαιο, χάρη στον Ουρουγουανό ποδοσφαιριστή.

Η δουλειά του Φιρμίνο, τα μαγικά του Ντε Μπρούιν και η μάχη που θα ζήσουμε και φέτος

  [1 Σχόλιο]

Στις 4 Αυγούστου Μάντσεστερ Σίτι και Λίβερπουλ μονομάχησαν για τον πρώτο τίτλο της σεζόν. Μια σεζόν που έχει αρχίσει, εντυπωσιακά, είναι η αλήθεια. Το Community Shield κατέληξε στους «πολίτες» αφού ήταν πιο εύστοχοι στη διαδικασία των πέναλτι, επικρατώντας, με 5-4 των «κόκκινων». Αυτό που είχε όμως μεγαλύτερη σημασία, δεν ήταν ο τίτλος, αλλά ο τρομακτικός ρυθμός που είχαν οι δύο ομάδες, σε εκείνο το χρονικό σημείο. «Αν παίζουν με αυτή την ένταση, τέτοια εποχή, και με τόση ζέστη, ανέτοιμες ουσιαστικά, τι έχουμε να ζήσουμε, και από τις δύο, και φέτος». Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν την ώρα του παιχνιδιού, πρώτα ως λάτρης του όμορφου παιχνιδιού, και μετά ως φίλος της Λίβερπουλ. Με τρεις αγωνιστικές να αποτελούν ήδη παρελθόν, στην Πρέμιερ Λιγκ, είναι ολοφάνερο, και φέτος, πως αυτές οι δύο ομάδες θα παλέψουν για τον τίτλο και για ό,τι άλλο τους αναλογεί, βάσει της σπάνιας ποιότητάς τους αλλά και του όμορφου τρόπου παιχνιδιού τους. «Μα είναι νωρίς» θα πουν αρκετοί. Κι όμως δεν είναι καθόλου νωρίς θα συμπληρώσω, μιας και μιλάμε για δύο ομάδες, χωρίς σημαντικές αλλαγές, που συνεχίζουν ακριβώς από εκεί που σταμάτησαν στα τέλη Μαΐου, ως δύο, δηλαδή, από τις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Ίσως και οι δύο καλύτερες.

Η Σίτι κατέκτησε πρόπερσι το πρωτάθλημα με 100 βαθμούς, και εγώ έγραφα πως ο Κέβιν Ντε Μπρούιν είναι ο καλύτερος μέσος στον κόσμο. Η Σίτι πέρσι κατέκτησε το πρωτάθλημα με 98 βαθμούς, μαζί με Λιγκ Καπ και Κύπελλο, ως η πρώτη ομάδα που το καταφέρνει, αφήνοντας τη Λίβερπουλ δεύτερη με 97 βαθμούς (και το Τσάμπιονς Λιγκ), χωρίς, ουσιαστικά, τον καλύτερο μέσο του κόσμου, μιας και ο Βέλγος μαέστρος ταλαιπωρήθηκε από δύο αρκετά σοβαρούς τραυματισμούς και, σε όσα παιχνίδια αγωνίστηκε, δεν μπόρεσε να φτάσει καθόλου τα δικά του υψηλά στάνταρ απόδοσης. Φέτος είναι υγιής, μας το δείχνει, και έχει ξεκινήσει το πρωτάθλημα δυναμικά, μετρώντας ήδη, σε τρία παιχνίδια, τέσσερις (4) ασίστ. Η μία καλύτερη από την άλλη. Η τελευταία μάλιστα, απέναντι στην Μπόρνμουθ, στη νίκη με 1-3, ήταν για τον ίδιο η 50η, στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ, σε μόλις 123 εμφανίσεις, διαλύοντας το προηγούμενο ρεκόρ που κατείχε ο ξεχασμένος Μεσούτ Οζίλ της Άρσεναλ. Πραγματικά μιλάμε για απίστευτα πράγματα.

«Είναι ο παίκτης που μου θυμίζει πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλο τον Ζιντάν» δηλώνει αρκετός κόσμος για την αφεντιά του και εγώ δεν μπορώ να μη συμφωνήσω, όσο και αν αυτή η δήλωση, περικλείει μια δόση υπερβολής για όλους εμάς που μεγαλώσαμε με τα μαγικά του Ζιζού. Ίσως όμως και όχι. Αν ρωτήσουμε διάφορους φίλους του ποδοσφαίρου, που δεν είναι και οι πιο «ψαγμένοι» για το ποια είναι ακριβώς η θέση του Βέλγου, αλλά και ποια ήταν αυτή του Γάλλου μάγου, λογικά θα εισπράξουμε την γρήγορη απάντηση πως ήταν «δεκάρια». Έτσι κοφτά. «Είναι δεκάρια, τέλος, πάμε παρακάτω». Πως όμως έπαιζε το δεκάρι, στα χρόνια του Ζιντάν και πως παίζει αυτό το πιο μοντέρνο «δεκάρι» στο σημερινό ποδόσφαιρο και στο σύστημα ενός πραγματικού καλλιτέχνη όπως είναι ο Γκουαρδιόλα;

Ας χωρίσουμε λοιπόν την ομάδα (αυτού του συστήματος) σε πέντε (5) γραμμές. Χωρίς τον τερματοφύλακα που λέω να τον αφήσουμε στη μοναξιά του ως φόρο τιμής στον Βιμ Βέντερς. Στην πρώτη γραμμή υπάρχουν οι αμυντικοί. Δύο στόπερ και δύο πλάγιοι μπακ. Στην δεύτερη γραμμή υπάρχει ο αμυντικός μέσος ή οι δύο αμυντικοί μέσοι στην ευθεία. Στην τρίτη γραμμή οι κεντρικοί, εσωτερικοί μέσοι, όπως παίζει η Σίτι και η Λίβερπουλ δηλαδή. Στην τέταρτη γραμμή οι ακραίοι μέσοι (ή  εξτρέμ) και ίσως και το δεκάρι, που θα το βάλουμε να κινείται όμως στη ίδια ευθεία με τους πλάγιους. Στην πέμπτη, και τελευταία γραμμή, υπάρχει φυσικά ο επιθετικός. Ο Ντε Μπρούιν, πριν την έλευση του Πεπ Γκουαρδιόλα, έπαιζε στην τέταρτη γραμμή, είτε στα άκρα, και κυρίως στα δεξιά, είτε ως δεκάρι, πίσω από τον μοναδικό προωθημένο. Με τον Μουρίνιο στον πάγκο της Τσέλσι (όταν είχαν συνυπάρξει για λίγο) είχε αγωνιστεί ακόμα και στην πέμπτη γραμμή. Στο λατρεμένο 4-2-3-1, του Ζοσέ, ως ο μοναδικός επιθετικός. Σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Γιουνάιτεντ, αν θυμάμαι καλά, το καλοκαίρι του ’13, και  λίγο πριν αποφασίσει ο Ζοσέ πως δεν μπορεί να σταθεί στο επίπεδο της Πρέμιερ Λιγκ στέλνοντάς τον στη Γερμανία. Ας δούμε όμως τις δύο μαγικές ασίστ του Βέλγου απέναντι στην Τότεναμ για πάρουμε μια ιδέα ως προς τον τρόπο παιχνιδιού του στο αυτοματοποιημένο ποδόσφαιρο του Γκουαρδιόλα. Εννοείται πως δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο που έπαιζε το παλιό, κλασικό, δεκάρι.

Ο Γκουαρδιόλα, τους παίκτες με τα χαρακτηριστικά του Βέλγου τους βάζει στην τρίτη ζώνη, ως εσωτερικούς μέσους, κάτι που το είδαμε να κάνει και στην Μπάρσα στις αρχές της σεζόν 2008/2009. Όταν και ανέλαβε την ομάδα ως πρώτος προπονητής. Δεν είναι τυχαίο πως και ο Νταβίντ Σίλβα, που συνήθως είναι ο παρτενέρ του Ντε Μπρούιν, όταν είναι καλά μιας και τα χρόνια περνούν δυστυχώς για όλους, στο 4-1-2-3 και στο 4-2-3-1, πριν τον Καταλανό, τόσο στους «πολίτες» όσο και στην εθνική Ισπανίας, έπαιζε είτε ως αριστερός μέσος, είτε ως δεκάρι, στην τέταρτη όμως ζώνη, όπως δηλαδή και ο Ζιντάν. Αυτό το στυλ ποδοσφαίρου, με παίκτες αυτών των χαρακτηριστικών, με συνεχή κίνηση και δημιουργία, με πίεση στον αντίπαλο, με άψογη τεχνική, όπως έχουμε δει και σε άλλες ομάδες, με παρόμοιο στυλ, είναι σχεδόν ανίκητο. Όταν παιχτεί σωστά. Το είδαμε μοναδικά και στον περσινό Άγιαξ.

Η Σίτι, με τον Βέλγο ως κινητήριο μοχλό στον άξονά της, ήταν καλύτερη και στα τρία παιχνίδια που έχει δώσει ως τώρα για το πρωτάθλημα, αν και δεν κατάφερε να τα κερδίσει και τα τρία, μένοντας στο 2-2 με την Τότεναμ, σε ένα παιχνίδι που, βάσει αριθμών, θα έπρεπε να το έχει κερδίσει και αυτό. Οι αριθμοί της είναι τρομακτικοί αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν καθρεφτίζουν πάντα την αλήθεια και στον πίνακα της βαθμολογίας. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά σε μερικούς σημαντικούς αριθμούς. Επιθετικά ανά αγώνα η Σίτι έχει: 3.3 γκολ, 21 σουτ για γκολ, 8 στην αντίπαλη εστία, 60% κατοχή μπάλας, 88.7% επιτυχία στις πάσες, έχοντας, σχεδόν 10 επιτυχημένες ντρίμπλες. Στην άμυνα,  και με τον Οταμέντι βασικό στα δύο από τα τρία παιχνίδια, ένα παίκτη δηλαδή που πέρσι δεν ήταν βασικός και που έχει μεγάλο πρόβλημα στο χτίσιμο της επίθεσης από την άμυνα (κάτι που αρέσκεται να βλέπει ο Γκουαρδιόλα από τους κεντρικούς του αμυντικούς) έχει: 16 τάκλιν, 10 κλεψίματα και δέχεται 6 σουτ ανά παιχνίδι. ‘Εχει δεχθεί τρία (3) τέρματα και θα έπρεπε να έχει δεχθεί σύμφωνα με τα xStats 3.09. Ας δούμε και μερικούς «ειδικούς» αριθμούς από το παιχνίδι κόντρα στην Τότεναμ για να καταλάβουμε καλύτερα αυτό που έγινε (που δεν έχει καμία όμως λογική).

Φαντάζομαι πως δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε κάτι περισσότερο πάνω σε αυτούς τους αριθμούς είναι άλλωστε από τις ελάχιστες φορές που ένα τελικό σκορ μπορεί να χαρακτηριστεί πραγματικά ως «μαγική εικόνα». Ελπίζω να συμφωνούμε.

Για να δούμε όμως και την Λίβερπουλ. Μια Λίβερπουλ που ήταν πολύ καλύτερη μόνο στο τελευταίο παιχνίδι απέναντι στην Άρσεναλ, αλλά που μετρά μόνο νίκες, ως η μοναδική ομάδα που έχει το απόλυτο, με τρία στα τρία, και εννιά (9) βαθμούς. Στο +2 απ’ τους «πολίτες». Η ομάδα του Κλοπ είναι ουσιαστικά η ίδια ομάδα με πέρσι, όπως και η Σίτι, αν και αυτή ενισχύθηκε όμως και με δύο σημαντικούς παίκτες όπως ο Ρόντρι και ο Κανσέλο, και φέτος έχει χωρίσει το φίλαθλο κοινό σε δύο μέτωπα μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Το πρώτο είναι αυτοί που θεωρούν πως θα είναι καλύτερη από πέρσι, μιας και αναμένεται να φτάσει στο πικ που, σχεδόν, έφτασε πέρσι, και το δεύτερο, αυτοί που θεωρούν πως, κάπου στο μέσον της σεζόν, δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει τη μηχανή του Γκουαρδιόλα, και θα κλατάρει, επειδή πέρσι έφτασε στο πικ της. Άβυσσος η ψυχή του ποδοσφαιρόφιλου. Γνωστό αυτό γι’ αυτό ας πάμε παρακάτω ξεκινώντας με το γράφημα των ειδικών στατιστικών του αγώνα με τους «κανονιέρηδες».

Το 4-1-2-3 του Κλοπ μοιάζει, σε πολλούς, με το σύστημα του Γκουαρδιόλα μόνο που, για να το πω πολύ απλά, είναι εντελώς διαφορετικό. Ο παίκτης που αλλάζει τις ισορροπίες για τον Κλοπ, εκτός του Φαν Ντάικ που ελέγχει τα πάντα από την αμυντική γραμμή, ξεκινά από την πέμπτη ζώνη και ουσιαστικά έρχεται στην τρίτη ζώνη (τέταρτη δεν υπάρχει και ουσιαστικά την δημιουργεί ο ίδιος και αυτή) με τρομακτική όμως άνεση. Ο παίκτης αυτός φυσικά και είναι ο Ρομπέρτο Φιρμίνο. Ο Βραζιλιάνος στην επιθετική τριάδα της Λίβερπουλ είναι ο κεντρικός επιθετικός, έχοντας τους Μανέ και Σαλάχ στα άκρα, και πίσω από αυτούς, μια ακόμα τριάδα μανιασμένων μέσων να κάνει όλη την βρώμικη δουλειά με τα χιλιόμετρα που καταπίνουν και την ένταση που το κάνουν. Πολύ σημαντικός αυτός ο συνδυασμός. Λείπει όμως ο παίκτης που θα δημιουργήσει για τους συμπαίκτες του, δε νομίζετε; Εδώ λοιπόν έρχεται και μπαίνει στην εξίσωση ο Φιρμίνο.

Ο Βραζιλιάνος κινείται με μοναδική ευκολία τόσο στην αντίπαλη περιοχή όσο και χαμηλά, στον άξονα, μπροστά από τους δύο κεντρικούς μέσους, και λειτουργεί, πολύ εύκολα, ως δεκάρι (ή ψευτοεννιάρι αν θέλετε) δίνοντας στους δύο πλάγιους επιθετικούς τη δυνατότητα να κινηθούν ως κεντρικοί επιθετικοί με διαγώνιες κινήσεις και να πατούν συνεχώς περιοχή, σκοράροντας. Με τα εξαιρετικά ανεβάσματα των πλάγιων αμυντικών και τη δυνατότητα που έχει ο Φιρμίνο στο να βλέπει γήπεδο, και να πασάρει καλά, οι «κόκκινοι» επιτίθενται ουσιαστικά με πέντε παίκτες, με την μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση, και το ανάποδο, να είναι για σεμινάριο. Φυσικά και ο ρόλος του Φιρμίνο μπορεί να χαρακτηριστεί ως άκρως ιδιαίτερος και απαιτητικός. Αυτά που δίνει στη Λίβερπουλ δεν είναι εύκολα να βρεθούν ακόμα και από επιθετικούς που είναι μεγαλύτερη κλάση από τον ίδιο. Όπως έχω γράψει άλλωστε πολλές φορές, παραφράζοντας λίγο και τα λόγια του Κρόιφ, οι καταλληλότεροι παίκτες για κάθε προπονητή δεν είναι οι καλύτεροι στη θέση τους, αλλά αυτοί που πάνω τους θα μπορέσει να αποδώσει καλύτερα το σύστημα (και το πλάνο) που έχει στο μυαλό του.

Δεν είναι τυχαίο πως ο Οριτζί, γι’ αυτούς τους λόγους, έχει μεταφερθεί ουσιαστικά στα πλάγια ή όταν παίζει, παίζει στην κορυφή, ή ακόμα και ως περιφερειακός, αλλά μόνο σε ειδικές, συνθήκες. Επειδή δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως ο Φιρμίνο. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που ο Στάριτζ δεν έμεινε στην ομάδα, ως κάποιος που έχει μάθει να κινείται ουσιαστικά εντός και ελάχιστα εκτός της αντίπαλης περιοχής, όπως ο Φιρμίνο. Κανένας δεν μπορεί να παίξει αυτό τον ρόλο όπως ο Βραζιλιάνος. Ο Κλοπ, αν πάρει παίκτη για εκεί, αυτός θα είναι κάποιος που θα μπορεί να κάνει ακριβώς τα ίδια με τον διεθνή Βραζιλιάνο. Αλλιώς θα προτιμήσει να περιμένει τον κατάλληλο. Όπως έκανε δηλαδή και με τον σπουδαίο Φαν Ντάικ. Τον περίμενε. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φιρμίνο ήταν πέρσι στους τρεις πρώτους επιθετικούς της Πρέμιερ Λιγκ σε επιτυχημένα τάκλιν και σε κλεψίματα.

Αυτό δηλαδή που θέλει να βλέπει ο Κλοπ στο αγαπημένο του πρέσινγκ. Όπως έχει πει άλλωστε και ο Γκουαρδιόλα, και ο Κλοπ φυσικά και συμφωνεί: «Μερικές φορές προτιμώ να χάσουμε την μπάλα στην επίθεση γιατί ξέρω πως θα την κλέψουμε πολύ γρήγορα και αυτό, πολλές φορές, μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε καλύτερες πιθανότητες να σκοράρουμε από όταν κάνουμε επίθεση σε μια πολυπρόσωπη και οργανωμένη άμυνα». Όσοι είχαν την τύχη να δουν το 3-1 με την Άρσεναλ, με την Λίβερπουλ να πιέζει τους Λονδρέζους, σαν μποξέρ που χτυπά τον αντίπαλο περιμένοντας να δει την λευκή πετσέτα στο πάτωμα για να σταματήσει, έχουν πάρει ήδη μια πρώτη γεύση για το πόσο καλά μπορεί να το κάνει αυτό -και φέτος- η ομάδα του Γερμανού. Ο Φιρμίνο είχε επίσης έξι (6) σουτ, για γκολ, με τον Σαλάχ να έχει πέντε (5) και τον Μανέ τρία (3) αλλά η δουλειά του, όταν δεν είχε την μπάλα στα πόδια για να απειλήσει, ήταν εξίσου σημαντική με τα γκολ και τις ασίστ του. Ίσως και πιο σημαντική.

Ας δούμε όμως και κάποιους σημαντικούς αριθμούς της Λίβερπουλ στις τρεις πρώτες αγωνιστικές. Επιθετικά ανά αγώνα έχει: 3 γκολ, 18.3 σουτ, 6 σουτ στην εστία, 54.6% κατοχή μπάλας και 81.7 ποσοστό επιτυχίας στις πάσες. Αμυντικά ανά αγώνα έχει: 11.7 σουτ προς την εστία της, 17.7 τάκλιν και 11 κλεψίματα. Έχει δεχθεί τρία (3) γκολ και σύμφωνα με τα xStats θα έπρεπε να έχει δεχθεί 3.98. Όπως μπορούμε να δούμε οι αριθμοί της Λίβερπουλ είναι ελαφρώς χειρότεροι από αυτούς της Σίτι αν και οι «κόκκινοι» μετρούν δύο βαθμούς περισσότερους. Οι Φιρμίνο και Ντε Μπρούιν αναμένεται να συνεχίσουν να είναι οι παίκτες-κλειδιά για τις δύο ομάδες, από το κέντρο και μπροστά, και αυτοί που κάνουν πολλή απ’ τη δουλειά για να σκοράρουν παίκτες όπως ο Αγουέρο, ο Στέρλινγκ και ο Ζεσούς, για την Σίτι, και ο Σαλάχ με τον Μανέ για τη Λίβερπουλ. Στην πορεία να είστε βέβαιοι πως πολλά θα αλλάξουν. Παίκτες θα μπουν στην εξίσωση που τώρα δείχνουν εκτός φόρμας, άλλοι θα χάσουν τη φόρμα τους, από το πουθενά, βαθμοί θα χαθούν από κακή απόδοση και ατυχία. Το μόνο σίγουρο, και φέτος, όμως είναι πως αυτές οι δύο εκπληκτικές ομάδες έχουν να μας χαρίσουν πολλές και μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις πάντα μέσα από τα «μπλοκάκια» των δύο εξαιρετικών τους προπονητών και των μοναδικών παικτών που φορούν τη φανέλα τους.

*Σημειώσεις

Οι δύο πίνακες των στατιστικών είναι από το understat.com

DEEP: Passes completed within an estimated 20 yards of goal  – crosses excluded

PPDA: Passes allowed per defensive action in the opposition half

11 χρόνια Σομπρέρο

  [5 Σχόλια]

Μια μέρα σαν αυτή, στα τέλη Αυγούστου του 2008, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το Sombrero, που αρκετοί ξέρουν ως Sobrero και κάποιοι ως «εκείνη η γραφική σελίδα που βγάζει από το μυαλό της κουλά, λατινοαμερικάνικα συστήματα διεξαγωγής πρωταθλήματος». Από τότε έχουν περάσει 11 χρόνια, σχεδόν μια ντουζίνα συντάκτες, περισσότερα από 4.000 κείμενα και μερικές δεκάδες χιλιάδες ποστ στα σόσιαλ μίντια και, παραδόξως, είμαστε ακόμα εδώ «κι αυτό το καλοκαίρι».

Το «εδώ» είναι βέβαια λίγο σχετικό μιας και έχουμε αλλάξει ήδη μια φορά στο παρελθόν ‘σπίτι’ ενώ ετοιμαζόμαστε πολύ σύντομα να μετακομίσουμε ξανά σε ένα πιο σύγχρονο σάιτ που θα έχει όλα τα κομφόρ ώστε να μπορείτε, επιτέλους, να μας διαβάζετε άνετα και από τα κινητά σας, όσο περιμένετε το ραντεβού σας, τη σειρά σας στην τράπεζα ή το μετρό (* κλείσιμο ματιού στους Θεσ/νικείς *).

Με την ευκαιρία, να ευχαριστήσουμε όλους αυτούς που καθημερινά μας προτείνουν νέα θέματα, αυτούς που σχολιάζουν στα ποστ μας και φροντίζουν να κρατάνε τη σελίδα καθαρή από μπινελίκια, αυτούς με τους οποίους έχουμε συνεργαστεί με οποιοδήποτε τρόπο όλα αυτά τα χρόνια, όλους εσάς που κάθεστε και διαβάζετε ακόμα και τα κείμενα μας για έναν εύσωμο αριστερό μπακ με αχρωματοψία από το Εκουαδόρ, τους γονείς μας, τους φίλους μας, τα σκυλιά μας, τους ντελιβεράδες μας και τον τύπο που ανακάλυψε το ποδόσφαιρο, και, μιας και πήραμε φόρα κι έχουμε την προσοχή σας, να ευχηθούμε παγκόσμια ειρήνη, περισσότερο σεξ και λιγότερα κόρνερ εκτελεσμένα με κοντινή πάσα.

Με αφορμή τα 11α αυτά γενέθλια μας, ψάξαμε και διαλέξαμε μια 11αδα κειμένων από όλα αυτά τα χρόνια. Μια 11αδα που αποτελείται από κείμενα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, που θέλουμε να ελπίζουμε ότι καλύπτουν όλα τα γούστα και όλες τις πτυχές του παιχνιδιού.

1. Φίλες και φίλοι, το Uruguayo 2018

2. Οκτώ μεγάλες αλήθειες για το 5×5

3. Κι αν τελικά δεν σου αρέσει πραγματικά το ποδόσφαιρο;

4. Ο λατρεμένος προπονητής του τοπικού πρωταθλήματος

5. Ιταλία-Δυτική Γερμανία: Το παιχνίδι του αιώνα

6. Χόρχε «Μάχικο» Γκονζάλες: ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς (αν δεν τον έπαιρνε ο ύπνος)

7. Τα 10+1 χαρτάκια της Πανίνι που δεν θα ανταλλάζαμε ποτέ

8. Όταν ο Καντονά κλώτσησε τον ρατσισμό

9. Sombrero Quiz: Πόσο γνώστης των Τελικών του Τσάμπιονς Λιγκ είσαι;

10. Το Football Manager μου έκλεψε τη ζωή

11. Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

Ο κοντός που γεννήθηκε «φονιάς»

  [Καθόλου σχόλια]

Ένα από τα πράγματα που λατρεύω είναι το να διαβάζω βιβλία. Αυτό όμως που λατρεύω ακόμα περισσότερο, όταν διαβάζω βιβλία, είναι να βρίσκω, σε αυτά, μικρές ιστορίες, και αναφορές, στο ποδόσφαιρο. Εξηγούμαι πως μιλάω για βιβλία άσχετα με κάθε είδους άθλημα. Σε ένα από τα τελευταία βιβλία που διάβασα, και το προτείνω σε όλους όσους αγαπούν το διάβασμα, ανακάλυψα μια τέτοια, αρκετά όμως μικρή, ιστορία. Το βιβλίο είναι του Λάσλο Κρασναχορκάι και έχει τον μυστηριώδη τίτλο «Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω». Αποτελείται από 17 ιστορίες, άσχετες μεταξύ τους, και σε μία εξ αυτών, με τον τίτλο «Γεννιέται φονιάς», που αρχίζει στην σελίδα 185 της ελληνικής έκδοσης, βρίσκεται η μικρή αναφορά που, εδώ και μερικές γραμμές, σας ζαλίζω με δαύτη. Καλύτερα όμως να την μοιραστώ μαζί σας μιας και θεωρώ πως αξίζει τον κόπο. Μια ανάγνωση άλλωστε, σε κάτι πραγματικά ωραίο δεν νομίζω να είναι ποτέ κόπος.

Να πω πώς η ιστορία έχει ως κεντρικό ήρωα κάποιον που, αηδιασμένος από τον τρόπο που ζει, ουσιαστικά χωρίς φίλους, χωρίς ενδιαφέροντα, και κάνοντας μια δουλειά που (λογικά) μισεί θανάσιμα, αποφασίζει να τα παρατήσει όλα, σε μια μέρα, και να φύγει με το αεροπλάνο, για μια τυχαία πόλη, έτσι ώστε να αρχίσει μια νέα ζωή, με μοναδικά εφόδια τις λίγες οικονομίες που έχει μαζέψει τα χρόνια της βαρετής εργασίας του. Η πόλη αυτή είναι η Βαρκελώνη. Η όμορφη Βαρκελώνη όπως, και αυτός, την έχει στο μυαλό του. Μόνο που, στα δικά του μάτια, αυτή η όμορφη Βαρκελώνη, μεταμορφώνεται σε εκείνη την άσχημη πόλη, όπως την είχε παρουσιάσει ο σπουδαίος Ιναρίτου στην ταινία του Biutiful. Όσοι την έχετε δει θα με καταλάβετε καλύτερα. Όσοι δεν την έχετε δει, κάντε ένα καλό στον εαυτό της και αφιερώστε λίγο χρόνο για να την δείτε. Η Βαρκελώνη και με τα σκοτεινά και βρώμικα σοκάκια. Και με τις φτωχογειτονιές. Με τους κάθε λογής απατεώνες και με μπόλικες δόσεις μιζέριας κρυμμένης όμως καλά πίσω από χαμηλά φώτα. Σε μια άκρως αγχωτική στιγμή, λες και έχει πηδήσει μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου «Ο Ξένος» του Καμύ, και έχοντας ουσιαστικά χαθεί τόσο απ’ τον προορισμό του όσο κι απ’ τον ίδιο του τον εαυτό, αυτό που ουσιαστικά καταφέρνει να ηρεμήσει και να επαναφέρει τον ήρωα, και πάλι, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο απ’ το ποδόσφαιρο. Ας διαβάσουμε όμως καλύτερα τα λόγια του συγγραφέα.

«…έριξε μια ματιά γύρω στην πλατεία, ή μάλλον δεν ήταν ακριβώς πλατεία, παρά ένα μόνο άνοιγμα του δρόμου, διότι είχαν κατεδαφίσει ένα παλιόσπιτο ανάμεσα στα άλλα παλιόσπιτα, τόσο μόνο μεγάλωσε ο χώρος εκεί που καθόταν εκείνος, και όπου ένα τσούρμο παιδιά κλοτσούσαν μια μπάλα, τώρα μόνο τα παρατήρησε καλά, ο ένας κινούνταν αρκετά επιδέξια, έκανε σωστά ντριμπλαρίσματα, φαινόταν με την πρώτη ότι, μολονότι ήταν από τους κοντότερους, ήταν και ο περισσότερο ευφυής, διότι τα ντριμπλαρίσματά του δεν γινόταν έτσι απλά, δεξιοτεχνικά, αλλά έδειχνε να ξέρει τι κάνει, και ενώ οι άλλοι έτρεχαν πέρα δώθε και φώναζαν, προφανώς εδώ, εδώ, εδώ είμαι και τα τοιαύτα, αυτός, ο κοντός, δεν φώναζε, έδειχνε να τα παίρνει όλα στα σοβαρά, μάλιστα τώρα, που τον κοίταξε καλύτερα, το πρόσωπό του παρέμεινε εκπληκτικά, ή ακόμα περισσότερο, καταπληκτικά σοβαρό μέχρι το τέλος, λες και τα πάντα εξαρτώνταν από το αν εκείνος μπορούσε ή όχι να κατεβάσει με το στήθος του την μπάλα που ερχόταν διαγράφοντας ένα μεγάλο τόξο καταπάνω του ή το αν έδινε τη σωστή πάσα σε εκείνον που είχε τρέξει μπροστά, είναι σοβαρός διαπίστωσε, παραείναι σοβαρός, παρατηρούσε το μικρό χαμίνι με το βρώμικο πρόσωπο, μάλιστα, είναι πάντα, ακατάπαυστα, ακλόνητα σοβαρός, δηλαδή δεν παίρνει μέρος ούτε για μια στιγμή στη γενικευμένη χαρά των άλλων, που μπορεί να κλοτσάει την μπάλα, ίσως επειδή σε εκείνον δεν προκαλούσε χαρά, αλλά κάτι άλλο…»

Το βιβλίο είναι γραμμένο περίπου στα μισά της πρώτης δεκαετίας του 2000, σε μια περίοδο που ο ίδιος ο Κρασναχορκάι πέρασε αρκετές φορές και από την Βαρκελώνη, ως ταξιδιώτης. Διαβάζοντας αυτές τις λίγες γραμμές, για τον κοντό που μάγευε στους δρόμους της πόλης δεν μπορείς να μην σκεφτείς έναν άλλο κοντό που άρχισε να μαγεύει εκείνη, πάνω-κάτω, την περίοδο, στην ίδια πόλη, και που, ευτυχώς, συνεχίζει να μαγεύει ακόμα και σήμερα. Νομίζω πως η σχέση που έχει ο Κρασναχορκάι με το ποδόσφαιρο, και γενικά με τα σπορ, δεν είναι καν επιφανειακή και απέχει κατά πολύ από τη σχέση που είχαν με το ποδόσφαιρο άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς όπως ο Αλμπέρ Καμύ και ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, για παράδειγμα, αλλά ο τρόπος που αναφέρεται σε αυτό, και ο τρόπος που όλο αυτό το μεταφέρει, τόσο μοναδικά, δεν μπορεί να σε αφήσει ασυγκίνητο. Ιδίως αν λατρεύεις το άθλημα όπως εγώ. Το ποδόσφαιρο και η μαγεία που αυτό περικλείει άλλωστε ξεκίνησε σε μια αλάνα, και όσο και αν έχει αλλάξει στις μέρες μας, η λογική της αλάνας θα παραμένει για πάντα η βάση του. Ένας κοντός θα εμφανίζεται πάντα, και χωρίς πολλά πολλά, θα βγαίνει εκτός συστήματος και θα κάνει  του κεφαλιού του. Κάπως έτσι θα μας χαρίζει πάντα μια σπουδαία στιγμή. Αυτή την μαγική στιγμή της αλάνας. Μπροστά όμως σε εκατοντάδες φλας, σύγχρονων γηπέδων και υπό το βλέμμα εκατομμυρίων θεατών.

Ξαναδιαβάζοντας το διήγημα δεν μπορώ να αποφασίσω σε ποιον αναφέρεται ο τίτλος. Αν φυσικά αναφέρεται σε κάποιον και όχι σε κάτι άλλο. Αυτό το «Γεννιέται φονιάς» πολλοί θα σκεφτούν πως θέλει να μας φανερώσει, ίσως να μας φωτογραφίσει, τον ταξιδιώτη ή κάτι άλλο από την χαμένη περιπλάνησή του στην πρωτεύουσα της Καταλωνίας. Ίσως όμως, αυτός ο φονιάς να ήταν ο πιτσιρίκος που, σοβαρός στα όρια του επαγγελματία, ζάλιζε τους φίλους του με τις ντρίμπλες του, έχοντας αυτό το παγωμένο βλέμμα, και βλέποντας στην μπάλα όλα τα όνειρα, και τις φιλοδοξίες, που μπορεί να έχει ένα παιδί μπας και καταφέρει να ξεφύγει από τον δρόμο και τις φτωχογειτονιές της πόλης του για κάπου πιο όμορφα. Για κάπου πιο λαμπερά. Εκεί που ίσως καταφέρει να βρει την γαλήνη και την ηρεμία που ψάχνει και ο ήρωας του σπουδαίου Ούγγρου συγγραφέα. Τώρα που το σκέφτομαι ξανά, για μένα, αυτή είναι και η καλύτερη εκδοχή και αυτή σκέφτομαι τελικά και να κρατήσω.

Πώς το ποδόσφαιρο μου έσωσε τη ζωή

  [1 Σχόλιο]

Πολλές φορές μιλάμε γενικά για την αξία του αθλητισμού και του ποδοσφαίρου. Πόσα μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο. Στη Σκωτία όμως, υπάρχει κάτι πολύ πιο ειδικό, πολύ πιο συγκεκριμένο. Η Π.Ο. της χώρας εδώ και αρκετά χρόνια έχει οργανώσει το School of Football ένα πρόγραμμα που έχει στόχο την ανάπτυξη των κοινωνικών και ακαδημαϊκών δεξιοτήτων των παιδιών, στα πρώτα δύο χρόνια του σχολείου. Στοχεύει κυρίως σε παιδιά που προέρχονται από προβληματικές και υποβαθμισμένες περιοχές ή που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες και βασίζεται στο γεγονός ότι πολλές από τις δεξιότητες που μαθαίνει κάποιος από το ποδόσφαιρο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο στο σχολείο, όσο και στην καθημερινή ζωή (για περισσότερες πληροφορίες εδώ).

Το School of Football υπάρχει από το 2008 και λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένα σχολεία της χώρας κάθε φορά, όπου προπονητές ποδοσφαίρου αναλαμβάνουν να αντικαταστήσουν κάποιες ώρες ενός μαθήματος με ποδόσφαιρο, χωρίς φυσικά ο μαθητής να μείνει πίσω στα μαθήματα και πάντα σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς. Όπως αντιλαμβάνεστε, δεν παίρνουν ένα γυμναστή που πετάει μια μπάλα και αφήνει τα παιδιά να παίξουν, το πρόγραμμα έχει πολύ πιο συγκεκριμένη μεθοδολογία. Για να προωθηθεί αυτή η ενέργεια (που στηρίζεται και σε χρήματα που προέρχονται από εγκληματικές ενέργειες και δεσμεύτηκαν από τις αρχές), η Π.Ο. χρειαζόταν ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο όχι κάποιου διάσημου ποδοσφαιριστή ή ενός celebrity, αλλά ενός ανθρώπου που θα μιλούσε κατευθείαν στα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Η συγκινητική ιστορία ενός ανθρώπου που το ποδόσφαιρο του έδωσε δύναμη

Αυτός είναι ο Πολ ΜακΝιλ. Ο Πολ σε μια κατάθεση ψυχής, με τη βαριά προφορά του (στο βίντεο υπάρχει επιλογή υποτίτλων ευτυχώς), μιλάει για τη ζωή του. Για το πρόβλημα με τη δυσλεξία που αντιμετώπιζε και έκανε καθηγητές να του κολλήσουν την ταμπέλα του «προβληματικού παιδιού», για το πώς ένιωθε αποκλεισμένος και θύμα εκφοβισμού στο σχολείο, πώς του δημιούργησαν την αίσθηση ότι δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα στη ζωή του, για την αυτοκτονία του πατέρα του και πώς για όλα αυτά η λύση ήταν το ποδόσφαιρο, οι άνθρωποι που γνώρισε εκεί και τον βοήθησαν κι η χαρά που του έδωσε το άθλημα. Το βίντεο είναι μια συγκινητική εξομολόγηση από έναν άνθρωπο που ξέρει πολύ καλά πώς νιώθει ένα δυσλεκτικό παιδί από μία δύσκολη περιοχή. Ο Πολ μέσα από το ποδόσφαιρο που τον μάγεψε αρχικά στο Μουντιάλ του 1982 ξεπέρασε τα προβλήματα, στάθηκε στα πόδια του και σήμερα είναι προπονητής ποδοσφαίρου στην παιδική ομάδα που παίζει κι ο γιος του. Όπως η δική του πιο μαγική στιγμή στα δύσκολα παιδικά χρόνια ήταν το κύπελλο της αγαπημένης του ομάδας, της Σεντ Μίρεν, το 1987, προσπαθεί κι ο ίδιος να φτιάξει μαγικές στιγμές για παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Θυμάται τα ζόρικα χρόνια στο Πέιζλι, την πατρίδα του, εκεί που η εγκληματικότητα, οι θάνατοι κι η φυλακή ήταν συνηθισμένα πράγματα. Και ελπίζει ότι βάζει ένα λιθαράκι ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση.

«Δεν ψάχνουμε να βρούμε τον επόμενο αρχηγό της εθνικής Σκωτίας» λέει ο ΜακΝιλ σε συνέντευξή του στη Daily Record. «Προσπαθούμε να δώσουμε ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους». Οι προπονητές είναι ειδικά επιλεγμένοι ώστε να μπορούν τα παιδιά να τους εμπιστευτούν, να νιώσουν ότι βρίσκονται σε ένα «ασφαλές μέρος» και φυσικά να μπορέσουν να τους μάθουν πράγματα, μετατρέποντας ποδοσφαιρικά παραδείγματα σε μαθήματα άλγεβρας ή ιστορίας, αλλά κάνοντας τόσο την ομαδικότητα, όσο και τις ατομικές πρωτοβουλίες μαθήματα ζωής. Το πρόγραμμα έχει μεγαλώσει πολύ μέσα στα χρόνια ζωής του και πέρσι έλαβε χώρα σε 44 σχολεία, ενώ σύλλογοι όπως οι Ρέιντζερς κι η Σέλτικ συμμετέχουν κι αυτοί. Το βίντεο του ΜακΝιλ ήταν το πρώτο από μία σειρά με τίτλο «Football saved my life» (υπάρχουν τουλάχιστον άλλα δύο διαθέσιμα με εξομολογήσεις ανθρώπων και μπορείτε να τα βρείτε στο YouTube) που η Π.Ο. της Σκωτίας γύρισε ώστε να προωθήσει το πρόγραμμα. Κι οι ιστορίες σαν του Πολ, δείχνουν ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να αποτελέσει σε ορισμένες περιπτώσεις έναν τρόπο να σώσει ζωές.

Όταν η Μίλαν άλλαξε την ευρωπαϊκή της ιστορία

  [2 Σχόλια]

Τον Μάιο του 1969 η σπουδαία Μίλαν του Νερέο Ρόκο και του Τζιάνι Ριβέρα διέλυε στον τελικό του Πρωταθλητριών στο Μπερναμπέου τον Άγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ με 4-1, κατακτώντας το 2ο αντίστοιχο τρόπαιό της. Δυστυχώς όμως για τους ροσονέρι μια περίοδος κρίσης ξεκινούσε για το σύλλογο. Πολλά συνεχόμενα χρόνια με ελάχιστους τίτλους (ένα πρωτάθλημα το 1979 και το διαβόητο Κυπελλούχων του 1973 απέναντι στη Λιντς στο Καυτανζόγλειο) και μια πορεία που την έφερε στη Β’ εθνική λόγω του σκανδάλου Τοτονέρο αρχικά και λόγω κακής ομάδας και οικονομικών προβλημάτων στη συνέχεια.

Η έλευση του πομπώδους Σίβλιο Μπερλουσκόνι το 1986 έβαλε τη Μίλαν στο σωστό δρόμο και το πρωτάθλημα του 1988 απέναντι στη Νάπολι του Μαραντόνα έφερε ξανά τα χαμογέλα στο μισό περίπου Μιλάνο. Ήταν το τέλος μιας 20ετούς σχεδόν κρίσης για μια από τις σπουδαιότερες ευρωπαϊκές ομάδες. Η αισιοδοξία επέστρεψε και η Μίλαν σύντομα έγινε ξανά μία από τους μεγάλους του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Μπορεί το αποκορύφωμα να ήταν ο αξέχαστος τελικός του 1994 στο ΟΑΚΑ και το σόου απέναντι στην Μπαρσελόνα, αλλά τότε η Μίλαν ήταν ήδη «φτασμένη» κι ας την υποτίμησαν οι Καταλανοί. Για τους Μιλανέζους, η κρίσιμη στιγμή, ήταν ορισμένα χρόνια πιο πριν. Το 1989 που όπως δήλωσε κι ο Φράνκο Μπαρέζι ήρθε η νύχτα που η Μίλαν άλλαξε την ευρωπαϊκή της ιστορία.

Η Μίλαν από εκείνο το βράδυ του τίτλου του 1969 μετρούσε μία μοναδική πρόκριση στο Πρωταθλητριών απέναντι στην Αβενίρ του Λουξεμβούργου λίγους μήνες μετά. Στα άλλα δύο νοκ άουτ που έπαιξε σε μια περίοδο σχεδόν 20 ετών μέτρησε δύο αποκλεισμούς από Φέγενορντ και Πόρτο. Έτσι, η ομάδα του Αρίγκο Σάκι δεν μπήκε σε καμία περίπτωση ως φαβορί για ευρωπαϊκή κούπα. Είχε όμως ήδη δείξει δείγματα γραφής στα φιλικά όπου κέρδισε με καλές εμφανίσεις σπουδαίους αντιπάλους. Η πορεία στο Πρωταθλητριών εκείνης της χρονιάς ήταν μεν αποτελεσματική, αλλά όχι και τόσο εντυπωσιακή. Μετά την εύκολη πρόκριση επί της Λέφσκι Σόφιας, ήρθε η πολύ δύσκολη πρόκριση επί του Ερυθρού Αστέρα των Προσινέτσκι, Στόικοβιτς και Σαβίσεβιτς. Μια πρόκριση στα πέναλτι μετά από δύο αγώνες που έληξαν με 1-1 (με τον 2ο μάλιστα να διακόπτεται με 1-0 υπέρ των Γιουγκοσλάβων λόγω ομίχλης και να ξεκινάει την επόμενη από την αρχή).

Δύσκολη ήταν και η πρόκριση στον επόμενο γύρο, απέναντι στη Βέρντερ. Με ένα πέναλτι του φαν Μπάστεν που ήταν το μοναδικό γκολ σε 180′. Κάπως έτσι έγινε η κλήρωση για τα ημιτελικά. Οι Μιλανέζοι πάγωσαν όταν τους έτυχε η Ρεάλ, το μεγάλο φαβορί της διοργάνωσης, καθώς οι άλλες δύο ομάδες ήταν η Στεάουα και η Γαλατά. Βασισμένοι και στην καλή τους εμφάνιση σε ένα φιλικό στο Μπερναμπέου μπήκαν χωρίς φόβο στο πρώτο παιχνίδι και για μεγάλο μέρος του παιχνιδιού κυριάρχησαν. Αλλά η Ρεάλ, ήταν η Ρεάλ. Ο Ούγκο Σάντσες βρήκε την ευκαιρία και άνοιξε το σκορ. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα όταν ο επόπτης σε μια στιγμή βγαλμένη από ελληνική πραγματικότητα ακύρωσε ως οφσάιντ ένα πεντακάθαρο γκολ του Γκούλιτ:

Εκείνη η Μίλαν όμως δεν λύγιζε έτσι. Μπορεί το γκολ του ενός Ολλανδού να ακυρώθηκε, ήρθε όμως ο δεύτερος Ολλανδός να πάρει το αίμα του πίσω. Ο Μάρκο φαν Μπάστεν έβαλε όλη τη δαντελένια τεχνική του, όλη την ποδοσφαιρική του ευφυΐα και έπιασε μια μεγαλειώδη κεφαλιά, στέλνοντας την μπάλα στην εστία του Μπούγιο και ισοφαρίζοντας στο 77′ σε 1-1. Τη στιγμή που η Στεάουα διέλυε με 4-0 τη Γαλατά και περίμενε τον αντίπαλό της, η Μίλαν έπαιρνε ένα θετικό αποτέλεσμα κι ο κόσμος έκανε ουρές για ένα εισιτήριο στο Σαν Σίρο. Ο Μπαρέζι στη συνέντευξή του λέει ότι εκείνο το 1-1 ήταν που έκανε τους παίκτες να πιστέψουν. Τα παιχνίδια με Ερυθρό Αστέρα και Βέρντερ είχαν κάνει τους ποδοσφαιριστές της Μίλαν να νομίζουν ότι έχασαν το άστρο τους. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο στάθηκαν στο Μπερναμπέου τους γέμισε με αυτοπεποίθηση, εκείνο το βράδυ στη Μαδρίτη άλλαξε τα πάντα. Η Μίλαν είχε σπουδαίο κόουτς, σπουδαίους παίκτες και της έλειπε αυτή η σπίθα που θα ανέβαζε την ψυχολογία της. Ήρθε με το 1-1.

Πριν τη ρεβάνς, ο προπονητής της Ρεάλ Λίο Μπενάκερ έστειλε έναν κατάσκοπο να παρακολουθήσει την προπόνηση της Μίλαν στο Μιλανέλο. Ο κατάσκοπος γύρισε τρομαγμένος με αυτά που είδε. Η Μίλαν παρατάχθηκε στο γήπεδο χωρίς μπάλα και χωρίς αντίπαλο και έκανε σαν να ήταν κανονικό ματς υπό τις φωνές του Αρίγκο Σάκι. Σαν να έβλεπες μια θεατρική παράσταση ή κάτι πολύ κουλτουριάρικο ή σαν παρεάκι που βγήκε να παίξει LARP. Ο Σάκι σαν διευθυντής ορχήστρας έδινε εντολές και όλη η ομάδα έκανε συγχρονισμένες κινήσεις μπροστά από φανταστικούς αντιπάλους και μια μπάλα που δεν υπήρχε. Συμπεράσματα για τη Ρεάλ δεν βγήκαν, μόνο απορίες δημιουργήθηκαν. Απορίες που λύθηκαν μερικές ώρες αργότερα στο χορτάρι. Την ώρα που στο ξενοδοχείο της Ρεάλ ψάχνονταν, στο Μιλανέλο λίγες ώρες πριν το ματς οι παίκτες έπαιζαν μπιλιάρδο, πινγκ-πονγκ και τάβλι. Το μεσημέρι ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι κατέβηκε και έκανε την ομιλία του προς τους παίκτες.

Ο πρόεδρος δεν είχε χρόνο για χάσιμο στο «τράφικ»

73 χιλιάδες οπαδοί μαζεύτηκαν στο γήπεδο και τραγούδησαν το You Will Never Walk Alone, μια που ο αγώνας έγινε λίγες μέρες μετά την τραγωδία του Χίλσμπορο. Η Ρεάλ ήταν μια ομάδα που έτρεχε ένα αήττητο σερί 27 αγώνων καλπάζοντας προς το τέταρτο συνεχόμενο πρωτάθλημά της. Στο βροχερό Μιλάνο στις 19 Απριλίου του 1989 ο Γκούλιτ βγήκε πρώτος πρώτος. Ήταν ο αγαπημένος παίκτης του Σάκι, ο παίκτης πάνω στον οποίο βασιζόταν. Τον προτιμούσε ακόμα και από τον φαν Μπάστεν γιατί ταίριαζε στη φιλοσοφία του. Ο ίδιος ο Σάκι διηγείται ότι ο φαν Μπάστεν μετά από τις πρώτες προπονήσεις του παραπονέθηκε ότι δουλεύουν πολύ και ότι έτσι χάνεται η διασκέδαση. Η απάντηση του Ιταλού ήταν αφοπλιστική: «Ρόλος μας δεν είναι να διασκεδάζουμε, εμείς είμαστε αυτοί που προσφέρουμε τη διασκέδαση». Ο Γκούλιτ ήταν άλλος τύπος όμως και καθόλου τυχαίο ότι βγήκε πρώτος. Ήταν μια ιεροτελεστία. Ο θηριώδης τύπος με το μαλλί έβγαινε για να τρομάξει τους αντιπάλους. Ακόμα και στον ψυχολογικό πόλεμο ήταν όλα δουλεμένα. Με τον Γκούλιτ να κοιτάει έναν έναν στα μάτια τους αντιπάλους. Ο Σάκι ρώτησε τον Ρουντ ποιοι κατέβασαν τα κεφάλια μετά το βλέμμα του. «Όλοι εκτός από έναν» απάντησε ο Ολλανδός. Ο ένας ήταν ο Ούγκο Σάντσες, αλλά δεν αρκούσε εκείνο το βράδυ για τη Ρεάλ.

Το παιχνίδι ήταν ένας τακτικός θρίαμβος του Αρίγκο Σάκι. Με παίκτες να αλλάζουν θέσεις (για πολλούς αυτό ήταν το ματς που έκανε τον Ράικαρντ να μονιμοποιηθεί στο κέντρο), να ανοίγουν και να κλείνουν, να ξέρουν ανά πάσα στιγμή που έπρεπε να βρίσκονται. Η Μίλαν που επί Σάκι δεν έπαιζε κατενάτσιο, σε εκείνο το παιχνίδι και έχοντας το 1-1 αποφάσισε να αφήσει λίγο περισσότερο χώρο και να ελαττώσει το ασφυκτικό πρέσινγκ της. Όχι φυσικά για να ταμπουρωθεί.  Ήταν η ιταλική βερσιόν του «τόταλ φούτμπολ» με παίκτες όπως οι Τασότι, Μαλντίνι, Κοστακούρτα, φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Αντσελότι, Ντοναντόνι και φυσικά ο ανυπέρβλητος σε εκείνο το ματς Φράνκο Μπαρέζι. Με σκόρερς τους Αντσελότι, Ράικαρντ, Γκούλιτ, φαν Μπάστεν και Ντοναντόνι η Μίλαν δεν κέρδισε απλά έναν μεγάλο αντίπαλο με 5-0. Τέτοια σκορ μπορούν να συμβούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έδειξε ότι το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο είχε ένα νέο αφεντικό. Για μια ομάδα που έβαλε 5 γκολ στη Ρεάλ, στη συνέχεια 4 στην Στεάουα μέσα σε μισή ώρα στον τελικό και κατέκτησε αργότερα και το Διηπειρωτικό. Οι Μαδριλένοι πήραν το τέταρτο σερί πρωτάθλημά τους, αλλά ο Μπενάκερ απολύθηκε. Ήταν τόσο βαρύ το πλήγμα για τη Ρεάλ. Η ιστορία της Μίλαν των 90s είχε γράψει το πρώτο σπουδαίο κεφάλαιό της.

Ο Άνθρωπος που το Ποδόσφαιρο τον Έσωσε από μία Γενοκτονία

  [3 Σχόλια]

Στις 6 Μαρτίου του 1994 ο Γιουζέν Τότο Μουράνγκουα γύρισε εξαντλημένος στο σπίτι του. Μετά από ένα μακρύ ταξίδι προς το Νότιο Σουδάν όπου η ομάδα του, η Ραγιόν Σπορτς, είχε παίξει κόντρα στην Αλ Χιλάλ και το οποίο έγινε με λεωφορείο, ήταν πτώμα. Ο ίδιος, βασικός τερματοφύλακας της ομάδας, στον πηγαιμό είχε παρατηρήσει κάτι περίεργο. Στα σύνορα υπήρχαν μπλόκα από πολιτοφύλακες και στρατιωτικούς που εξέταζαν ποιος είναι Τούτσι και ποιος είναι Χούτου. Στη Ρουάντα η Ραγιόν Σπορτς ήταν η πιο δημοφιλής ομάδα. Είχε στο ρόστερ της τρεις μόνο Τούτσις. Ο ένας ήταν ο Έρικ Τότο, 19 ετών τότε.

Ο Τότο αφηγείται ότι δεν έδινε σημασία στο τι γινόταν στη χώρα εκείνη την εποχή. Το λεωφορείο από το Κιγκάλι πέρασε από οδοφράγματα, μέρη όπου καίγονταν λάστιχα, ενώ παράλληλα η ιαχή «Τούτσι κατσαρίδες» ακουγόταν παντού. Ο ίδιος όμως σκεφτόταν μόνο το ματς. Η Ραγιόν κέρδισε τελικά με 0-1. Όταν επέστρεψε στη Ρουάντα, οι παίκτες αντίκρισαν εικόνες χάους. Μέσα στο χάος όμως οι πολιτοφύλακες είχαν δέσει σημαίες της ομάδας στα ΑΚ-47 και κερνούσαν μπύρες στα μέλη της, που φαίνεται να ήταν η μόνη που δεν είχε μπει στη δίνη Χούτου-Τούτσι.

Στις 6 Απριλίου 1994 στις 4 τα χαράματα η πόρτα του σπιτιού όπου έμενε ο Έρικ Τότο ανοίγει βίαια. Ο Τότο και ο συγκάτοικός του ξυπνάνε και αντικρίζουν κάνες και ματσέτες να τους απειλούν. Ένας απ τους πολιτοφύλακες κλωτσάει το τραπέζι και ένα άλμπουμ πέφτει στο πάτωμα. Ο Τότο και ο συγκάτοικος έχουν πέσει στο πάτωμα, όπως τους διέταξαν. Ο Τότο λέει στους πολιτοφύλακες ότι είναι δύο απλοί ποδοσφαιριστές, αλλά εκείνοι δεν τους ακούν. Αρχίζουν να καταστρέφουν το σπίτι, κατεδαφίζοντας βιβλιοθήκες, ντουλάπια, πιατικά, πόρτες. Ο αρχηγός της ομάδας της πολιτοφυλακής κλωτσάει μια καρέκλα και κάθεται πάνω από τα κεφάλια των δύο παιχτών για να τους σκοτώσει. Το μάτι του πέφτει στο άλμπουμ που είναι ανοιχτό σε μια φωτογραφία της ομάδας της Ραγιόν.

-Ποιοι είναι αυτοί; Ρωτάει επιτακτικά

-Είναι οι συμπαίχτες μου! Απαντάει ο Τότο.

-Τι εννοείς «συμπαίχτες»;

-Παίζω στη Ραγιόν Σπορτς!

-Προσπαθείς να μου πεις ψέματα;

Τότε σηκώνει το άλμπουμ και κοιτάει τη φωτογραφία. Κοιτάει τον Τότο και του λέει:

-Είσαι ο Τότο;

-Ναι! Εγώ είμαι!

Τότε ο αρχηγός της ομάδας διώχνει τους πάντες από το σπίτι και μένει μόνος του με τον Τότο. Αρχίζουν να μιλάνε για το ματς. Του λέει πόσο τους θαύμασε και πόσο περήφανος ένιωσε για τη νίκη κόντρα στην Αλ Χιλάλ. Πριν φύγει του λέει να αφήσει ανοιχτές τις κουρτίνες και την πόρτα ώστε το σπίτι να δείχνει άδειο.

Ο Τότο τρομοκρατημένος περιμένει στο σπίτι του, αλλά δεν μπορεί να μείνει για πάντα εκεί. Σκέφτεται να πάει στο σπίτι κάποιου Χούτου συμπαίχτη του. Υπήρχε κοντά ένα κτήριο στο οποίο έμεναν οι περισσότεροι Χούτου της ομάδας. Περπάτησε προσέχοντας τις αλλαγές στις βάρδιες των πολιτοφυλάκων και διένυσε μερικά τετράγωνα γεμάτα πτώματα. Πήγε στο σπίτι όπου όλα ήταν μια εικονική πραγματικότητα. Οι συμπαίχτες έπαιζαν χαρτιά και έβλεπαν τηλεόραση για να περάσει η ώρα. Οι Χούτου της ομάδας ρίσκαραν κρύβοντας τον Τότο σπίτι τους. Αν τους έπιαναν θα τους εκτελούσαν και αυτούς. Ειδικά ο Λογκίν που ήταν αυτός που έφερε τον Τότο μέσα στο κτίριο και τα έτρεχε όλα.

Ο Λογκίν έψαχνε τρόπο να βγάλει τον Τότο από τη χώρα. Επειδή είχε σχέση με τον Ζούζου, ο οποίος ήταν οπαδός της ομάδας, είχε μια τρελή ιδέα. Δεν υπήρχε πιο ασφαλές μέλος για έναν Τούτσι από το σπίτι ενός βασικού εκτελεστή της γενοκτονίας. Ο Λογκίν και ο Τότο ξεκινούν κρυφά και πάνε στο σπίτι του Ζούζου, παρά το φόβο του Τότο. Όταν χτύπησαν την πόρτα τους άνοιξε ο ίδιος και με χαμόγελο τους είπε «χαίρομαι που είσαι ζωντανός».

Ο Τότο έμεινε μια βδομάδα στο σπίτι του Ζούζου. Τον έβλεπε να φεύγει κάθε πρωί ξέροντας ότι πήγαινε να σκοτώσει Τούτσις. Ο Λόγκιν ερχόταν να τον ενημερώσει τακτικά για το τι συνέβαινε στους δρόμους. Στη βδομάδα πάνω οι γείτονες του Ζούζου κατέδωσαν ότι υπάρχει ένας Τούτσι στο σπίτι του. Ο Τότο πήγε σε κάποιο τοπικό φύλαρχο μαζί με το Λογκίν ώστε να πάρει πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα και να φύγει από τη χώρα.

Μόλις μπήκε στο γραφείο ένας φρουρός τον είδε και τον πυροβόλησε. Η σφαίρα του έσκισε τον ώμο. Επειδή υπήρχε μια αφίσα της Ραγιόν Σπορτς στον τοίχο τον αναγνώρισαν. Του είπαν «τρέξε!». Γύρισε στο σπίτι του Λογκίν. Αυτός ξανά είπε ότι έπρεπε να τον βγάλει από τη χώρα ο Ζούζου. Πήγαν ξανά στο σπίτι του Ζούζου, όπου έμεινε τρεις μέρες. Τότε ο Ζούζου τον έβαλε σε ένα τζιπ, με ένα φρουρό μπροστά και ένα φρουρό πίσω του. Αν τους σταματούσαν θα έλεγαν ότι πάνε να τον εκτελέσουν. Μόλις πέρασαν τα σύνορα με το Σουδάν τον άφησαν στην ζούγκλα. Είχε φύγει από τη χώρα.

Μετά τη γενοκτονία ο Τότο επέστρεψε στη Ρουάντα. Από την ομάδα της Ραγιόν είχαν επιζήσει μόλις έξι παίκτες. Το πρώτο ματς κόντρα στην Κιβόγιου Σπορτς ήταν το πρώτο ματς μετά τη γενοκτονία. 15.000 θεατές βρέθηκαν εκεί για να ξεπλύνουν μνήμες, φόνους, τρόμο και πληγές. Κανείς δε θυμάται πόσο τελείωσε εκείνο το ματς. Και κανέναν δεν ενδιέφερε. Το σημαντικό ήταν ότι το ματς έγινε χωρίς να σκοτωθεί κανένας.

Ο Τότο σε ένα ματς της εθνικής του στην Αγγλία ζήτησε άσυλο. Πήγε στην Μεγάλη Βρετανία, όπου ζει από τότε, και ίδρυσε έναν οργανισμό όπου μέσω του ποδοσφαίρου διδάσκει τα παιδιά διαχείριση κρίσεων. Ο Ζούζου μετά τη γενοκτονία άλλαξε όνομα και πήγε στο Σικάγο όπου κρυβόταν δουλεύοντας ως κληρικός και έμπορος σε μαγαζί με οπωροκηπευτικά. Το 2011 οι αμερικανικές αρχές τον συνέλαβαν και τον εξέδωσαν στη Ρουάντα για να δικαστεί ως εγκληματίας για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο Λογκίν συνελήφθη ως προδότης και εκτελέστηκε. Όπως και ο συγκάτοικος του στην αρχή της ιστορίας. Πάνω από 30 μέλη της οικογένειας του Τότο δολοφονήθηκαν κατά τη γενοκτονία της Ρουάντα. Σε μια χώρα που προσπαθεί να καλύψει τις πληγές της και με το ποδόσφαιρο.

Γι’ αυτούς τους σούπερ ήρωες να ψάχνεις

  [5 Σχόλια]

Και τι κάνουν οι σούπερ ήρωες όταν γεράσουν, με ρώτησε ο μικρός, με ένα βλέμμα γεμάτο απορία, όταν του έδειξα μερικά παλιά κόμικ, της Marvel, από την συλλογή μου. Ξέρω και εγώ, του απάντησα. Λογικά ζουν και αυτοί μια φυσιολογική ζωή όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Βγάζουν τη στολή του σούπερ ήρωα, την χώνουν σε κάποια σκονισμένη αποθήκη, και μπορούν, επιτέλους, να ξεκουραστούν. Ο μικρός συνέχισε να με κοιτά με απορία. Αλήθεια τώρα, βγάζουν τη στολή του σούπερ ήρωα – για πάντα; Και ζουν μια απλή και βαρετή ζωή; Κι όμως, αυτό κάνουν, του είπα. Πριν την φορέσουν, για πρώτη φορά, και αυτοί ήταν άνθρωποι απλοί και καθημερινοί και αρκετοί δεν είχαν ζήσει μια εύκολη και καλή ζωή. Όπως πολλοί από εμάς. Έτσι, φορώντας τη στολή τους, μπορούσαν να κρύψουν τα όποια προβλήματα είχαν και να λειτουργήσουν ως «κάποιος άλλος». Ως κάποιος δυνατός και, πολλές φορές, ανίκητος. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ποδοσφαιριστές, συνέχισα. Ο μικρός πάγωσε. Πως είναι ένας ποδοσφαιριστής όταν δεν φοράει την στολή του, με ρώτησε. Όπως όλοι μας. Με πάθη και λάθη. Απλά αυτή η στολή, όταν τη φοράει, τον μεταμορφώνει σε σούπερ ήρωα μόνο εντός των τεσσάρων γραμμών. Έχεις ακούσει το όνομα του Βραζιλιάνου Πελέ;

Άρχισα να του λέω για πολλούς, «αρχαίους», παίκτες από την Βραζιλία. Παίκτες «μαέστρους» που έφτιαξαν, εν πλήρη αγνοία τους, τη θέση του οργανωτή, τη θέση για το ντελικάτο νούμερο 10. Μια θέση που, δυστυχώς, ολοένα και την βλέπουμε λιγότερο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Πως δηλαδή ο Ζαίρ Ντα Ρόζα Πίντο, γνωστός στον κόσμο ως Ζαζά, πρωτοφόρεσε τη στολή του σούπερ ήρωα της Σελεσάο, και πως με το 10 στην πλάτη, μεταμορφώθηκε από ένας, σχεδόν, καχεκτικός άνθρωπος, στον απόλυτο οργανωτή του Μουντιάλ του ’50. Ο Οσβάλντο, ή Μπαλτάζαρ, λόγω των μαγικών που έκανε με τη μπάλα την ίδια πάνω κάτω περίοδο, ο άνθρωπος που ήταν ο δημιουργός του 90% των γκολ της Βραζιλίας στους αγώνες κατάταξης του Μουντιάλ του ’50. Ο Ρομπέρτο «ο Δυναμίτης» στα 70s. Ο αρτίστας Ζαϊρζίνιο και ο σπουδαίος Κανοτίνια στα 60s: o «εγκέφαλος» όπως τον αποκαλούσε ο διεθνής Τύπος. Ο σπουδαίος Ζίκο και, πολύ αργότερα, οι δικοί μας Ριβάλντο και Ροναλντίνιο που μας απογοήτευσαν, στην πορεία, στηρίζοντας τον ακροδεξιό Μπολσονάρο. Οι μάγοι μιας σύγχρονης για εμάς εποχής αλλά αρχαίας για τα παιδιά που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Πλέον δεν βγάζει σούπερ ήρωες το ποδόσφαιρο ή καλύτερα: δεν βγάζει όσους έβγαζε παλιότερα.  Τα τελευταία χρόνια η στολή του σούπερ ήρωα της Σελεσάο έχει βρεθεί στο συρτάρι του Νεϊμάρ. Ευτυχώς,  για την ομάδα – δυστυχώς για τον ίδιο, δεν χρειάστηκε να τη φορέσει στο τελευταίο Κόπα Αμέρικα και η Βραζιλία έφτασε, εύκολα, στην κατάκτηση του τροπαίου, μετά από ένα σωρό μεγάλες αποτυχίες.

Μα γιατί μου τα λες όλα αυτά, συνέχισε ο μικρός. Για τον απλό λόγο πως πολλές φορές οι, κοινωνικά και οικονομικά, δυνατοί όταν φορούν αυτή τη στολή, του σούπερ ήρωα δηλαδή, το σώμα τους δεν μπορεί να την αφομοιώσει και, συνήθως, το όλο εγχείρημα καταλήγει σε αποτυχία. Δες τον Μέσσι. Πως αντιδρά το σώμα του όταν φοράει τη στολή του Ντιέγκο; Τις περισσότερες φορές χάλια. Σωστά. Το ίδιο συμβαίνει με τον Νεϊμάρ. «Ο ενθουσιασμός στο ποδόσφαιρο είναι το παν», έλεγε ο Πελέ, «Πρέπει να είναι τεταμένος και να πάλλεται όπως η χορδή μιας κιθάρας. Μόνο έτσι θα βγει μια άρτια μελωδία». Αυτός ο ενθουσιασμός δεν μπορεί να δημιουργηθεί, ή να βγει στην επιφάνεια με πίεση αλλά μόνο φυσικά. Πρέπει να είναι αυθόρμητος. Μόνο τότε μπορεί να λειτουργήσει θετικά, φέρνοντας επιτυχίες.

Ο Πελέ είχε δεχθεί σωματική βία όταν ήταν μικρός από συγγενικό του πρόσωπο, κάτι που το κουβαλούσε πάντα μέσα του, και που λογικά το κουβαλά ακόμα. Είχε βιώσει τον σκληρό φυλετικό ρατσισμό, όταν στα 15 του είδε τον πατέρα της λευκής, πρώτης κοπέλας του, να τον βρίζει δημοσίως, λέγοντάς τον αράπη, μπροστά της, με αποτέλεσμα η σχέση να τελειώσει με πολύ σκληρό τρόπο για ένα μικρό παιδί. Είδε τον εαυτό του να παίζει με σκισμένα παπούτσια ή ακόμα και ξυπόλητος στα πρώτα τουρνουά που ο κόσμος ήρθε σε επαφή με το σπάνιο ταλέντο του και είδε αρκετά πλούσια παιδιά να τον χλευάζουν γι’ αυτό. Είδε τον εαυτό του να χάνει το κρίσιμο πέναλτι, ως πρωτοετής στις ακαδημίες της Σάντος, με την ομάδα του να χάνει και το τουρνουά. Αν δεν υπήρχε μάλιστα ο φροντιστής της ομάδας, κάποιος Σαμπουζίνιο, να του πει πως απαγορεύεται να βγει κάποιος ανήλικος από τα κτίρια της ομάδας, δίχως γραπτή δήλωση από κηδεμόνα, ο νεαρός Πελέ θα είχε πηδήσει τη μάντρα και θα είχε γυρίσει στο ταπεινό του σπίτι. Ίσως να είχε σταματήσει και το ποδόσφαιρο.

Δέχθηκε αμέτρητο, βρώμικο και αντιαθλητικό ξύλο τόσο στο Μουντιάλ του ’62, όσο και σε αυτό του ’66, και κατάφερε να επιστρέψει πιο δυνατός και να φτάσει και πάλι στην κορυφή. Έμαθε να παίζει τόσο με τραυματισμένα πόδια όσο και με πληγωμένη ψυχή, όπως τόσοι και τόσοι ποδοσφαιριστές εκείνων των ετών, και να νικάει. Ο λόγος απλός. Η μετάλλαξη από απλό άνθρωπο σε σούπερ ήρωα όταν φορούσε τη φανέλα της εθνικής. Την ιδρωμένη, ματωμένη και γεμάτη από προβλήματα φανέλα μιας χώρας που είχε επιβιώσει από μεγάλες τραγωδίες. Όπως φυσικά και ο ίδιος. Όπως κάθε απλός και ταπεινός άνθρωπος από αυτούς που συναντάμε κάθε μέρα δίπλα μας και που πολλές φορές προσπαθούμε να καταλάβουμε τι σκέφτονται ή τι είναι αυτό που τους βασανίζει, όταν δείχνουν χαμένοι σε σκέψεις και προβλήματα.

Στις μέρες μας ακούμε ολοένα και συχνότερα την φράση «Παλιά οι παίκτες έπαιζαν για τη φανέλα». Προσωπικά ενστερνίζομαι απόλυτα αυτή τη φράση για ένα απλό λόγο. Εκείνη η φανέλα, η στολή, σου έδινε όντως πράγματα που δεν υπάρχουν στις μέρες μας και ακόμα και αν ήταν λιτή και απέριττη, μακριά από το βάρος αθλητικών εταιριών και χορηγών αξίας δισεκατομμυρίων, λερωμένη και μπαλωμένη, ζύγιζε πολλά κιλά παραπάνω γιατί μπορούσε να δώσει στον παίκτη ένα όραμα και να τον μετατρέψει σε κάτι άλλο. Σε κάτι δυνατό, εξωπραγματικό, πάνω από τις ανθρώπινες δυνάμεις. Ο Μέσσι, πλησιάζει τα 32, είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του πλανήτη όταν φοράει τη φανέλα της Μπάρσα, και ήδη απ’ τα 27 του είχε δηλώσει πως αποσύρεται από την εθνική μη μπορώντας να διαχειριστεί το βάρος μιας (και παραπάνω) αποτυχίας.

Το 1971 ο Πελέ έβγαλε για τελευταία φορά την φανέλα της Σελεσάο, ή αν προτιμάτε τη στολή του σούπερ ήρωα με το νούμερο 10 στην πλάτη. Λίγα χρόνια αργότερα, έβγαλε και τη φανέλα της θρυλικής Σάντος και την έκανε για τη Νέα Υόρκη, σε μια περίοδο που οι Αμερικάνοι είχαν κάνει ένα νέο, και μεγάλο άνοιγμα, στο Soccer. O Πελέ έχει κατηγορηθεί ως φιλοχρήματος, ως άνθρωπος του συστήματος, ως κάποιος που ξέχασε από που ξεκίνησε και είδε την δόξα και το χρήμα να αλλοιώνουν κατά πολύ τον χαρακτήρα του λες και ήταν πολιτικός με αριστερές καταβολές που μπήκε στο ΠΑΣΟΚ στα 80s στη χώρα μας. Πολλά ισχύουν, αυτή είναι δυστυχώς η αλήθεια, για κάποιον που απέχει υπερβολικά από το προφίλ του «επαναστάτη» Ντιέγκο. Του ανθρώπου δηλαδή που θα βλέπει πάντα απέναντί του στην αιώνια κόντρα για τον «καλύτερο του κόσμου». Το σκάνδαλο που βγήκε στην επιφάνεια όταν ήταν Υπουργός Αθλητισμού της χώρας και ο ιστορικός συμβιβασμός του με τον Πρόεδρο της ΠΟΒ Ρικάρντο Τεϊσέιρα, υπό το βλέμμα του Ζοάο Χαβελάνζε, θα τον ακολουθεί για πάντα. και θα ρίχνει πολλές σκιές στην γεμάτη από φως ποδοσφαιρική του καριέρα. Σκιές καλές και κακές, σκιές ανθρώπινες, όπως οι παρακάτω.

Το μεγαλείο της ανωτερότητας. Πόσο δύσκολο είναι να βλέπεις τους συνεχιστές σου να εκφράζονται με τα καλύτερά τους λόγια για τον άσπονδο εχθρό σου; Σίγουρα πολύ δύσκολο. Κι όμως ο Πελέ δεν κράτησε καμία κακία σε παίκτες όπως ο Ροναλντίνιο και ο Ριβάλντο όταν αυτοί τάχθηκαν υπέρ του Ντιέγκο Μαραντόνα στην κόντρα -και στο αιώνιο ερώτημα- για το ποιος είναι ο καλύτερος εκ των δύο. Ο Πελέ δεν είχε κρύψει, εννοείται, την λύπη του όταν στην ψηφοφορία, στις αρχές του 2000, ο Αργεντινός είχε πάρει 4.000 ψήφους περισσότερες από τον ίδιο, με πολλές εξ αυτών να είναι από συμπατριώτες του.

Η ειρωνεία της τύχης. Ο Πελέ δεν σταμάτησε να κάνει ποτέ δριμεία κριτική στον Μαραντόνα για την εξωγηπεδική του ζωή και τη σχέση που είχε (και έχει) με διάφορες ουσίες και κυρίως με την κοκαΐνη. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο δύσκολο ήταν να διαχειριστεί ο ίδιος μια τέτοια κατάσταση με άμεσα εμπλεκόμενο τον γιο του, το 2005. Ο πρώην τερματοφύλακας, Εντίνιο Ντονασιμέντο, εγκατέλειψε την ενεργό δράση το ’99 και λίγα χρόνια αργότερα, το 2005, βρέθηκε μπλεγμένος, μαζί με ακόμα 50 άτομα, σε σπείρα διακίνησης ναρκωτικών, έχοντας σχέσεις με το οργανωμένο έγκλημα του Σάο Πάολο και του Ρίο Ντε Τζανέιρο. «Νιώθω αποτυχημένος» είχε δηλώσει εμφανώς απογοητευμένος ο Πελέ, μιας και γνώριζε πως αυτό που τόσα χρόνια ο ίδιος πολεμούσε τώρα του χτυπούσε βιαίως την πόρτα. Ο Εντίνιο ήταν παράλληλα και χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Το 2013 οδηγήθηκε στη φυλακή, έχοντας απαλλαγεί από τις κατηγορίες για εμπορία ναρκωτικών χωρίς όμως να γλιτώσει αυτές για ξέπλυμα χρήματος.

Η κόρη εκτός γάμου. Το 1978 εν μέσω του Μουντιάλ της Αργεντινής η γυναίκα του Βασιλιά, η Ροσέ, έφερνε στον κόσμο το τρίτο τους παιδί, το όνομά του, Τζένιφερ. Λίγες μέρες αργότερα, και ενώ ο Πελέ δεν βρίσκεται στην Βραζιλία αλλά στην Αργεντινή ως σχολιαστής, ανακοινώθηκε το διαζύγιο. Αυτό όμως που εξόργισε περισσότερο τον ίδιο, δεν ήταν το διαζύγιο μιας σχέσης που είχε βαλτώσει αλλά το γεγονός πως λίγα χρόνια αργότερα η Ροσέ κυκλοφόρησε ένα βιβλίο για τα χρόνια της δίπλα στον Πελέ, μνημονεύοντας το κρυφό του πάθος για την υπηρέτρια Ανίσια Μασάδο, τον καιρό που έβγαινε ήδη με την ίδια, καρπός μάλιστα του παράνομου αυτού δεσμού ήταν ένα κοριτσάκι. Η Σάντρα. Ο Πελέ δεν αναγνώρισε το παιδί και ουσιαστικά το έκανε μετά την ετυμηγορία σε βάρος του όταν η Ανίσια Μασάδο τον οδήγησε στα δικαστήρια. Ο Πελέ δεν συγχώρησε ποτέ την πρώην γυναίκα του γι’ αυτή την κακοήθεια, μιας και δεν ήθελε να γίνει γνωστή αυτή η ιστορία, στο ευρύ κοινό, λερώνοντας την, λαμπερή, εξωτερική του εικόνα.

Ο μικρός έδειξε να καταλαβαίνει. Τελικά υπάρχουν σούπερ ήρωες, με ρώτησε, ναι ή όχι; Εντός του γηπέδου μπορείς να βρεις πολλούς. Μοναδικούς, δυνατούς, μάγους, ζογκλέρ. Ανθρώπους που ξεφεύγουν απ΄το γήινο και μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο. Σε κάτι Θεϊκό. Θα κερδίσουν την καρδιά σου και θα γίνεις θαυμαστής τους. Θα ξυπνάς και θα κοιμάσαι με τη σκέψη τους. Πολλούς θα τους αγαπήσεις και θα αγοράσεις την ακριβή φανέλα τους. Τη στολή τους. Θα την φοράς γεμάτος περηφάνια. Θα ταξιδέψεις σε διάφορα γήπεδα και θα σπαταλήσεις χρήματα, που πολλές φορές ίσως να μη σου περισσεύουν, για να τους δεις από κοντά και θα εύχεσαι να μη σε απογοητεύσουν. Θα φωνάζεις στην κερκίδα γι’ αυτούς. Εντός του γηπέδου βέβαια, όσο καλοί και να είναι, δεν πρόκειται να κερδίζουν συνέχεια και σίγουρα η χαρά θα εναλλάσσεται με τη λύπη όταν θα τους παρακολουθείς. Εκτός του γηπέδου όμως δεν θα φορούν τη στολή τους και θα στέκονται δίπλα σου ως ίσοι. Εκεί θα φανεί καλύτερα και ποιος απ’ όλους αυτούς σημαίνει πραγματικά κάτι για σένα. Γι’ αυτούς τους σούπερ ήρωες να ψάχνεις.

Όταν η Γκρέμιο έπαιξε τρεις αγώνες σε μια μέρα

  [5 Σχόλια]

Αρχές 1994. Στην αίθουσα συνεδριάσεων της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της πολιτείας Ρίο Γκράντε ντο Σουλ δεν πέφτει καρφίτσα. Το βασικό θέμα συζήτησης έχει αποφασιστεί σε μια προηγούμενη συνεδρίαση: Οι ομάδες της 1ης κατηγορίας του Καμπεονάτο Γκαούτσο, του πρωταθλήματος της συγκεκριμένης πολιτείας δηλαδή, πρέπει να μειωθούν. Ο μεγάλος στόχος είναι η διοργάνωση του 1995 να έχει μόλις 14 ομάδες, αντί για τις 23 που συμμετέχουν στο τουρνουά του 1994.

Οι συζητήσεις κρατάνε ώρα, οι ιδέες που πέφτουν στο τραπέζι είναι πολλές και όλοι συμφωνούν πως πρέπει να βρεθεί μια δίκαιη διαδικασία ξεσκαρταρίσματος, μιας και οι ομάδες που θα υποβιβαστούν είναι πάρα πολλές. Σε κάποια ανύποπτη στιγμή, ακούγεται μια φωνή από το βάθος της αίθουσας: «Το πιο σωστό είναι να παίξουν όλοι με όλους, μέσα και έξω». Η πρόταση συνοδεύεται από επιφωνήματα επιδοκιμασίας. Όλοι με όλους. Λογικό, σωστό και απλό. Η λύση βρέθηκε, εύκολα και γρήγορα. Μόνο που πάντα υπάρχει ένα πνεύμα αντιλογίας. «Συγγνώμη ρε παιδιά αλλά αυτό που λέτε δεν γίνεται. Μιλάμε για 44 ματς για κάθε ομάδα. Και αρκετές από αυτές συμμετέχουν και σε πόσες άλλες διοργανώσεις φέτος. Πως θα προλάβουν; Δεν βγαίνει το πρόγραμμα».

Οι περισσότεροι σιωπούν. Η λήξη της συνεδρίασης αναβάλλεται προσωρινά. Ένας τύπος, από αυτούς τους μορφωμένους, «που έχουν βγάλει το σχολείο», βγαίνει μπροστά κρατώντας ένα χαρτί γεμάτο πράξεις ανώτερων μαθηματικών και ζητάει το λόγο επιτακτικά. «Συγγνώμη κύριοι αλλά γιατί δεν βγαίνει; Κάνω εδώ τους υπολογισμούς και δεν βλέπω κανένα πρόβλημα. Πόσες μέρες έχει ένας χρόνος;» «365» απαντάει κάποιος. «Τέλεια. Και πόσα περίπου παιχνίδια θα παίξει μια ομάδα που συμμετέχει σε όλες τις διοργανώσεις;» «Κάπου στα 90-100» απαντάει κάποιος άλλος. «Άψογα. Κάνω εδώ τις αφαιρέσεις και βλέπω ότι όχι μόνο προλαβαίνουν αλλά μας μένουν και πάρα πολλές κενές μέρες. Προσωπικά δεν βλέπω κανένα πρόβλημα». Ακολουθεί αποθέωση. Κάποιοι χειροκροτούν όρθιοι, κάποιοι άλλοι φωνάζουν «μπράβο». Η λογική υπερίσχυσε και πάλι, το πρόβλημα λύθηκε, το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1994 ξεκινάει θριαμβευτικά.

Η πρώτη σέντρα έγινε στις αρχές Μαρτίου. Τον πρώτο καιρό όλα κύλησαν ομαλά. Οι μεγάλες ομάδες της περιφέρειας, όπως η Γκρέμιο και η Ιντερνασιονάλ, προσάρμοσαν το ρόστερ τους ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει σε όλες τις διοργανώσεις (περιφερειακό πρωτάθλημα, εθνικό πρωτάθλημα, Κύπελλο Βραζιλίας, διοργανώσεις της CONMEBOL). Οι ομάδες δεν έδειχναν διάθεση να αγνοήσουν κανένα τίτλο. Εκείνα τα χρόνια τα περιφερειακά πρωταθλήματα με τα μαζεμένα τοπικά ντέρμπι αποτελούσαν συχνά μεγαλύτερο γεγονός κι από το εθνικό πρωτάθλημα της Βραζιλίας, το οποίο κρατούσε μόνο 4 μήνες.

Όταν όμως το καλοκαίρι έφυγε και τα πανηγύρια από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου από τη ‘σελεσάο’ κόπασαν (εννοείται φυσικά πως το πρωτάθλημα δεν διακόπηκε κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ των ΗΠΑ) άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια ανησυχίας. Οι ‘μεγάλοι’ του πρωταθλήματος άρχισαν να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του φοιτητή που χρωστάει πολλά μαθήματα από διαφορετικά εξάμηνα. Οι αγώνες των διαφορετικών διοργανώσεων άρχισαν να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον. Στην αρχή οι αναβολές ήταν εύκολες. Με τον καιρό τα περιθώρια άρχισαν να στενεύουν. Και κάπου εκεί στο φθινόπωρο σήμανε γενικός συναγερμός.

Η αίθουσα συνεδριάσεων γέμισε και πάλι. «Κάτι δεν πήγε καλά. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι αλλά το θέμα τώρα είναι ότι το πρωτάθλημα τελειώνει σε λίγους μήνες και κάποιες ομάδες έχουν να δώσουν ακόμα πάρα πολλούς αγώνες. Τι θα κάνουμε;» Η ομοσπονδία έπεσε ξανά σε περισυλλογή. Τότε ο γνωστός μορφωμένος τυπάς, με το μικρό μολύβι περασμένο στο αυτί, βγήκε και πάλι μπροστά. «Συγγνώμη κύριοι συνάδελφοι. Αλλά ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα μας; Δεν μας φτάνουν οι μέρες; Πόσες ώρες έχει κάθε μέρα;» «24» απάντησε κάποιος με σίγουρο ύφος. «Ωραία. Και πόσο διαρκεί ένα ματς;» «2 ώρες το πολύ» πρόσθεσε κάποιος άλλος. «Ακριβώς. Άρα με μερικές απλές πράξεις βλέπω ότι σε μια μέρα χωράνε πολλά παιχνίδια. Χρόνος υπάρχει άφθονος κύριοι, γιατί πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό;». Η επιστήμη είχε μιλήσει πάλι, τα νούμερα δεν γίνεται να κάνουν λάθος, το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1994 θα ολοκληρωνόταν κανονικά στην ώρα του.

Λίγες μέρες μετά από αυτή την αποθέωση του ορθολογισμού, ανακοινώθηκε το πρόγραμμα των τελευταίων αγωνιστικών. Για να καλυφθούν τα κενά κάποιες ομάδες έπρεπε να παίζουν κάθε μέρα κι έναν αγώνα, αρκετές φορές και σε διαφορετικές πόλεις. Κάποιες άλλες καλούνταν να παίξουν δυο αγώνες την ίδια μέρα. Και το αποκορύφωμα: Στις 11 Δεκεμβρίου η Γκρέμιο θα αντιμετώπιζε τρεις (3) αντιπάλους μέσα σε 6 ώρες!

Ακούγεται αδύνατο αλλά δεν είναι. H Γκρέμιο είχε μείνει ήδη πολύ πίσω στη μάχη του τίτλου, άρα τα παιχνίδια εκείνης της μέρας ήταν ουσιαστικά αδιάφορα γι’αυτήν, οπότε οι άνθρωποι της αποδέχτηκαν την πρόκληση με τη λογική «μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει». Ο, άγνωστος τότε, Λουίς Φελίπε Σκολάρι κλήθηκε να κατεβάσει τρεις διαφορετικές ομάδες σε μια μέρα. Η αρχή έγινε στις 2 το μεσημέρι. Αντίπαλος ήταν η Αϊμορέ. Μιας και το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά στη Βραζιλία και η θερμοκρασία είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς Κελσίου, στη μέση του πρώτου ημιχρόνου ο διαιτητής πήρε την περίεργη απόφαση να διακόψει το παιχνίδι για 3 λεπτά για να δροσιστούν οι παίκτες, μια ενέργεια που μπορεί να είναι συνηθισμένη πλέον αλλά τότε ήταν πρωτάκουστη. Η Γκρέμιο χρησιμοποίησε στο πρώτο αυτό ματς κυρίως πιτσιρικάδες και αναπληρωματικούς και ο αγώνας έληξε 0-0.

Την ώρα που οι δυο ενδεκάδες αποχωρούσαν, στον αγωνιστικό χώρο έμπαιναν 22 νέοι παίκτες. Στις 4 ήταν προγραμματισμένο το Γκρέμιο-Σάντα Κρουζ. Σ’αυτό το ματς ο Σκολάρι χρησιμοποίησε και αρκετούς βασικούς και αυτό είχε ως αποτέλεσμα το θέαμα να είναι πιο υποφερτό. Η Γκρέμιο κέρδισε με 4-3 χάρη σ’ένα γκολ που μπήκε στις καθυστερήσεις του αγώνα.

Λίγα λεπτά μετά το τέλος κι αυτού του παιχνιδιού, ακούστηκε το πρώτο σφύριγμα του τρίτου αγώνα. Αντίπαλος της Γκρέμιο ήταν αυτή τη φορά η Μπραζίλ ντε Πελότας. Η Μπραζίλ είχε φτάσει στο γήπεδο νωρίς το μεσημέρι αλλά είχε φάει πόρτα στα αποδυτήρια, καθώς δεν υπήρχε ελεύθερος χώρος για να αλλάξουν οι παίκτες της. Για να περάσει η ώρα, οι ποδοσφαιριστές της πήγαν και έκατσαν στις κερκίδες, απ’όπου και παρακολούθησαν το προηγούμενο παιχνίδι, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τα παγωτά που τους κέρασε ο προπονητής τους, Ερνέστο Γκουέδες.

Η Γκρέμιο κατάφερε να κερδίσει και αυτό το ματς, με 1-0, κλείνοντας αυτό το ποδοσφαιρικό φεστιβάλ με απολογισμό δυο νίκες και μια ισοπαλία. Για τις ανάγκες αυτής της περίεργης μέρας, ο Σκολάρι είχε καλέσει 42 παίκτες απ’όλες τις βαθμίδες του συλλόγου. Απ’αυτούς χρησιμοποίησε συνολικά 34 ποδοσφαιριστές. Τρεις εξ αυτών έπαιξαν σε ένα ματς βασικοί και σε ένα άλλο ως αλλαγή. Ανάμεσα τους και ο 18χρονος τότε Έμερσον, που στη συνέχεια της καριέρας του πέρασε από τη Ρεάλ, τη Γιουβέντους, τη Ρόμα και τη Μίλαν. Το ξεκίνημα του τρίτου παιχνιδιού καθυστέρησε λίγα λεπτά εξαιτίας του, καθώς έπρεπε να αλλάξει φανέλα, αφού από απροσεξία είχε ξεμείνει με αυτή που φορούσε στη δεύτερη αναμέτρηση. Όπως θυμάται ο ίδιος: «Χωρίς αμφιβολία ήταν μια πολύ ξεχωριστή μέρα και μια περίεργη εμπειρία. Οι ομιλίες πριν από κάθε αγώνα ήταν πάρα πολύ σύντομες γιατί ήταν τέλος της σεζόν, ο καιρός ήταν ζεστός και τα παιχνίδια δεν είχαν καμία σημασία για εμάς.» (Σε αντίθεση με τη Γκρέμιο, οι αντίπαλοι της είχαν βαθμολογικό ενδιαφέρον, αφού και οι τρεις ήταν κοντά στη ζώνη του υποβιβασμού.)

Το μαρτύριο των παικτών του Σκολάρι δεν τέλειωσε όμως εκεί. Δυο μέρες μετά χρειάστηκε να ταξιδέψουν στην Πελότας για να αντιμετωπίσουν την ομώνυμη ομάδα. Το πρωτάθλημα ολοκληρώθηκε στις 17 Δεκεμβρίου με τη Γκρέμιο να μετράει 11 αγώνες μόνο μέσα στον Δεκέμβρη και 95 συνολικά εκείνη τη χρονιά. Δεν ήταν όμως η μόνη. Το ίδιο βασανιστήριο πέρασαν κι άλλες ομάδες. Η Ζουβεντούδε, που τερμάτισε 2η, πέντε βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Ιντερνασιονάλ, έδωσε στο φινάλε της σεζόν 11 αγώνες σε 11 μέρες! Το ξεχωριστό κατόρθωμα της Γκρέμιο με τα τρία επίσημα παιχνίδια σε μια μέρα, της χάρισε μια θέση στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες ενώ το Καμπεονάτο Γκαούτσο εκείνης της χρονιάς έμεινε γνωστό ως «Το ατέλειωτο πρωτάθλημα».

[Encore]

(Οι αναγνώστες που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες και αυτοί που προέρχονται από δύσκολο 10ωρο στη δουλειά καλό είναι να αποχωρήσουν σ’αυτό το σημείο. Ας μείνουν μόνο οι μάχιμοι αναγνώστες, τα αρρωστάκια, οι Ι1 και Ι2 του Σομπρέρο, που διαβάζουν για «λατινοαμερικάνικο σύστημα διεξαγωγής» και αμέσως φτερουγίζει η καρδούλα τους.)

Κάποιος μπορεί σ’αυτό το σημείο να ρωτήσει: «Γιατί είπαμε έγιναν όλα αυτά;» Για να μειωθούν οι ομάδες της πρώτης κατηγορίας. «Και πως έγινε το πρωτάθλημα μετά;» Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Κλείστε τη μουσική, πιείτε μια καλή γουλιά αλκοόλ, πάρτε βαθιά ανάσα, συγκεντρωθείτε και ξεκινάμε. Κυρίες και κύριοι, αυτό είναι το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1995:

Η 1η κατηγορία αποτελείται από τις 14 ομάδες που επέζησαν από το μαρτύριο της προηγούμενης χρονιάς ενώ η 2η κατηγορία έχει 10 ομάδες. Το πρωτάθλημα ξεκινάει τον Φλεβάρη και όλοι παίζουν με όλους, μέσα και έξω. Μέχρι εδώ όλα απλά και ανθρώπινα. Μετά ξεκινάει το γλέντι. Οι 2 τελευταίοι της πρώτης κατηγορίας υποβιβάζονται αυτόματα στη 2η ενώ οι 6 πρώτοι προκρίνονται στην επόμενη φάση, εκεί που ουσιαστικά θα διεκδικήσουν και το πρωτάθλημα. Μια φάση που έχει το όνομα «Οκταγωνικός τελικός». Γιατί οκταγωνικός; Γιατί περιλαμβάνει 8 ομάδες. Μα πως είναι 8 ομάδες, αφού πέρασαν οι 6 πρώτοι; Μην προσπαθήσετε να προβλέψετε την απάντηση. Μάταιος κόπος. Δεν χωράει τόση φαντασία σε έναν μέσο ανθρώπινο εγκέφαλο.

Οι δυο τελευταίοι που συμπληρώνουν την οχτάδα που θα διεκδικήσει το πρωτάθλημα προέρχονται από τη 2η κατηγορία! (Επαναλαμβάνουμε την πρόταση γιατί σίγουρα θα προσπαθήσετε να την ξαναδιαβάσετε.) Οι δυο τελευταίοι που συμπληρώνουν την οχτάδα που θα διεκδικήσει το πρωτάθλημα προέρχονται από τη 2η κατηγορία! Πως προέκυψαν αυτοί οι δυο; Εννοείται πως όχι με τον κλασικό τρόπο «ήταν απλά οι 2 πρώτοι της βαθμολογίας». Οι 6 πρώτοι της 2ης κατηγορίας πέρασαν σε μια δεύτερη φάση. Εκεί, και την ώρα που οι τελευταίοι 4 έπαιζαν μεταξύ τους για το ποιοι θα υποβιβαστούν στην 3η κατηγορία, χωρίστηκαν σε δυο ομίλους των 3 ομάδων που έπαιξαν μεταξύ τους μέσα και έξω. Οι νικητές των 2 αυτών ομίλων δεν κέρδισαν απλά την άνοδο τους στην 1η κατηγορία αλλά αυτόματα μπήκαν στην τελική φάση για να διεκδικήσουν το πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς! Ανήκουστο; Ναι. Παράλογο; Ναι. Πτοήθηκε κανείς; Όχι.

Έτσι, στο τέλος της σεζόν οι 6 πρώτοι της 1ης κατηγορίας και οι 2 που προέκυψαν από τη 2η κατηγορία χωρίστηκαν ξανά σε δυο ομίλους, όπου όλοι έπαιξαν με όλους, μέσα και έξω. Οι 2 πρώτοι των ομίλων προχώρησαν στην επόμενη φάση, την επονομαζόμενη και ‘Τελική φάση’, εκεί που με διπλά παιχνίδια διεκδίκησαν μια θέση στον, επίσης διπλό, τελικό, τον οποίο για την ιστορία κέρδισε η Γκρέμιο, πιθανόν σαν ανταμοιβή για την ταλαιπωρία που πέρασε την προηγούμενη σεζόν.

Καταλήγοντας, και με μια προσεκτική ματιά των δεδομένων, παρατηρούμε ότι η Εσπορτίβο βρισκόταν την τελευταία αγωνιστική στην 6η θέση της 2ης κατηγορίας, μια μόλις θέση πάνω από τη ζώνη του υποβιβασμού. Με ένα λάθος αποτέλεσμα θα πάλευε στα μπαράζ για να μην πέσει στην 3η κατηγορία. Με ένα καλό αποτέλεσμα, βρέθηκε στα πλέι οφ ανόδου και από εκεί πέρασε άμεσα στην τελική φάση της 1ης κατηγορίας, όπου και διεκδίκησε το πρωτάθλημα (!), ένα μόλις μήνα μετά τη μέρα που βρισκόταν μια ανάσα απ’το να υποβιβαστεί στην 3η κατηγορία! Γιατί όπως είπε κάποτε εκείνος ο έξυπνος κυριούλης με τα ατίθασα άσπρα μαλλιά (όχι εσύ Πιερ): «Η λογική μπορεί να σε πάει από το Α στο Β. Η φαντασία σε πηγαίνει παντού».

Όταν στο τέρμα κάθεται ο κοντός

  [1 Σχόλιο]

Ορισμένοι μπορεί να μην το θυμούνται, αλλά κάποτε το γαλλικό πρωτάθλημα δεν ήταν υπόθεση του ενός. Δεν είχε τόσο μεγάλες οικονομικές διαφορές όπως τώρα και οι πρωταθλητές άλλαζαν συχνά. Τη μακρινή σεζόν 1981-82 η Μπορντώ του Αιμέ Ζακέ διεκδικούσε το πρωτάθλημα Γαλλίας μαζί με τρεις ακόμα ομάδες. Οι Γιρονδίνοι έμειναν πιο πίσω στη μάχη του τίτλου, αλλά είχαν ακόμα μαθηματικές πιθανότητες. Τουλάχιστον μέχρι την 35η αγωνιστική όταν υποδέχτηκαν τη Λανς στην έδρα τους. Η Μπορντώ πολύ καλύτερη στον αγώνα, δέχεται ένα γκολ που ξεσηκώνει διαμαρτυρίες εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου, μια που η μπάλα χτύπησε πάνω στο διαιτητή.

Ο κόσμος της Μπορντώ πετάει αντικείμενα στον αγωνιστικό χώρο, οι παίκτες διαμαρτύρονται σε διαιτητή και επόπτη και ένα χάος επικρατεί. Οι γηπεδούχοι χάνουν τελικά 0-1 το ματς και μαζί τις όποιες ελπίδες για πρωτάθλημα (το κατακτά τελικά η Μονακό). Οι παίκτες της Λανς χρειάζονται αρκετή ώρα για να μπορέσουν να αποχωρήσουν από το γήπεδο και να μπουν στα αποδυτήρια. Αλλά και τα αποδυτήρια δεν αποτελούν καταφύγιο για κανέναν. Την ώρα που η Μπορντώ αποχωρεί γίνεται ένας χαμός. Ο Γερμανός αμυντικός Ρορ που αργότερα έγινε και προπονητής του συλλόγου θυμάται: «Ήταν ένα ματς που χάσαμε κόντρα στη ροή του αγώνα. Πρέπει να καταλάβετε ότι τότε το τούνελ στα αποδυτήρια του Λεσκίρ (σ.Σ. το γήπεδο της Μπορντώ τότε) ήταν σκοτεινό. Πολύ σκοτεινό. Άκουσα φωνές. Κάποιος είχε κλωτσήσει κάποιον. Έτσι ξεκίνησαν όλα». Ο Γιουγκοσλάβος τερματοφύλακας της Μπορντώ Ντράγκαν Πάντελιτς εμφανίζεται με το κεφάλι του ματωμένο. Ο λόγος; Ο επόπτης κύριος Κολτ του έχει σκάσει το σημαιάκι στο κεφάλι. Οι Γιρονδίνοι υποστηρίζουν ότι ο Κολτ έβρισε και τον Ζαν Τιγκανά.

Ο Πάντελιτς κερδίζει το βραβείο και κερατάς και δαρμένος, καθώς δύο μέρες πριν την τελευταία αγωνιστική ανακοινώνεται η απόφαση από την πειθαρχική επιτροπή. Ο τερματοφύλακας τιμωρείται με ένα χρόνο αποκλεισμό, μια απόφαση που σοκάρει και εξοργίζει όλους στην ομάδα. Ο ίδιος αρνείται ότι κλώτσησε τον διαιτητή κι ο πραγματικός ένοχος δεν γίνεται ποτέ γνωστός. Για την τελευταία αγωνιστική απέναντι στη Ναντ, ο Ζακέ ανακοινώνει την αποστολή της ομάδας στους δημοσιογράφους. Ο Πάντελιτς δεν είναι εκεί όπως αναμένεται. Αυτό που δεν αναμένεται όμως είναι το γεγονός ότι στην αποστολή δεν υπάρχει τερματοφύλακας. Κανένας. Ο Ζακέ δεν κάνει κάποιο άλλο σχόλιο. Το κάνει όμως ο πρόεδρος Κλωντ Μπεζ (το οποίο άνετα θα μπορούσε να είναι όνομα που θα επέλεγα αν έκανα Γάλλο προπονητή στο Football Manager): «Δείχνουμε αλληλεγγύη στον τερματοφύλακα Ντράγκαν Πάντελιτς που τιμωρήθηκε ενώ ήταν αθώος. Η ομάδα γι’ αυτόν το λόγο θα παίξει χωρίς τερματοφύλακα. Τη φανέλα του τερματοφύλακα θα φορέσει ο Αλέν Ζιρές». Το σοκ είναι διπλό. Και η Μπορντώ θα κατέβει χωρίς κανονικό τερματοφύλακα, αλλά και επιλέχθηκε ο αρχηγός και διεθνής Αλέν Ζιρές ο οποίος έχει ύψος… 1.62.

«Δεν θέλουμε να κλέψουμε τα φώτα της δημοσιότητας, δεν θέλουμε να φάμε 30 γκολ, θέλουμε να κερδίσουμε», συμπληρώνει ο Μπεζ. Ο Ζακέ λέει ότι ο πρόεδρος (που ήταν μια υπερ-γραφική μορφή) εμφανίστηκε ξαφνικά στα αποδυτήρια και είπε: «Αύριο θα παίξουμε χωρίς τερματοφύλακα, βγαίνω έξω από τα αποδυτήρια και έχετε μισό λεπτό να το σκεφτείτε». Πριν καλά καλά καταλάβουν τι γίνεται, ο πρόεδρος ξαναμπήκε μέσα και είπε: «Λοιπόν Ζιρές είσαι ο αρχηγός, θα παίξεις εσύ. Και μην ανησυχείτε. Θα πάρετε το πριμ της ισοπαλίας, ό,τι κι αν γίνει». Κάποιος αισιόδοξος ρώτησε: «Πρόεδρε, τι θα γίνει αν κερδίσουμε;»

Η δύσκολη στιγμή να μαζεύεις την μπάλα από τα δίχτυα

Στις 7 Μαΐου, σε ένα γεμάτο γήπεδο, η Ναντ υποδέχτηκε την Μπορντώ. Το παιχνίδι δεν είχε καμία βαθμολογική σημασία και οι οπαδοί κατάφεραν να απολαύσουν μια άνετη νίκη της Ναντ. Ο Ζιρές φοράει τη φανέλα του τερματοφύλακα, αλλά όχι τα γάντια. Ο Ζακέ ψάχνει τρόπο να μη φάει η ομάδα δέκα γκολ και αποφασίζει να παίξει με πίεση ψηλά. Ο Ζιρές παίζει κάτι σαν μπακότερμα (που ξεχνιέται μπροστά) και επί της ουσίας κάθεται κάτω από την εστία μόνο στα στημένα, αφήνοντας άδειο το τέρμα. Μόλις στο 4′ η Ναντ κερδίζει με 2-0. Ο Χαλίλχοτζιτς σκοράρει δύο φορές και γράφει το τελικό 6-0. Ο Ζιρές τρώει τα πέντε γκολ, καθώς γλιτώνει το μαρτύριο περίπου στο 60′, όταν τερματοφύλακας γίνεται ο Μάριους Τρεζόρ, που έτσι κι αλλιώς έμενε τελευταίος πίσω, όσο ο «τερματοφύλακας» Ζιρές προσπαθούσε να φτιάξει παιχνίδι.

Όπως βλέπετε, ο Ζιρές δεν εμφανίζεται ποτέ στο τέρμα κι ο δόλιος Τρεζόρ προσπαθεί.
Ο «τερματοφύλακας» μοιράζει ασίστ και οργανώνει, γυρίζει πίσω στο κόρνερ.

«Δεν χρειάστηκε να κάνω ούτε μία απόκρουση», θυμάται ο Ζιρές. Πώς να κάνει αφού ήταν πάνω από τη μεσαία γραμμή συνήθως; Ο Ρορ λέει ότι το 6-0 χωρίς τερματοφύλακα είναι σχεδόν κατόρθωμα. Και γιατί όχι; Την ίδια ώρα η Σεντ Ετιέν (που τερματίζει δεύτερη, ένα βαθμό πίσω από τη Μονακό) κερδίζει με το εντυπωσιακό 9-2 τη Μετς. Ο Ζιρές θυμάται ότι έφαγε ένα γκολ από κόρνερ. «Κατάλαβα πόσο άσχημο είναι να μαζεύεις την μπάλα από τα δίχτυα». Ο Γάλλος διεθνής δεν το μετάνιωσε πάντως. «Δεν ενοχλήσαμε κανέναν, δεν επηρεάσαμε το πρωτάθλημα», λέει. Κι ας γράφτηκε μια από τις πιο βαριές ήττες στην ιστορία του συλλόγου.

Πόσο σεξισμό αντέχεις (και) στο ποδόσφαιρο;

  [38 Σχόλια]

Σάββατο 1η Ιουνίου. Ο τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ, ανάμεσα σε Λίβερπουλ και Τότεναμ, βρίσκεται στο 17ο λεπτό και μεγάλη μερίδα του κόσμου έχει αρχίσει να βαριέται με το -μέτριο είναι η αλήθεια- θέαμα που παρουσιάζουν οι δύο αγγλικές ομάδες. Φαντάζομαι πολλοί από αυτούς έχουν πιάσει ήδη τα κινητά τους τηλέφωνα και χαζεύουν διάφορα θέματα, εκτός ποδοσφαίρου, στο διαδίκτυο, ή συνομιλούν στο messenger γι’ αυτόν που πρόκειται να ψηφίσουν στις εκλογές. Είναι η στιγμή που η Κίνσι Βολάνσκι, φορώντας τα απολύτως απαραίτητα, εισβάλλει στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου διαλύοντας τη νύστα. Είναι η στιγμή που ο διαιτητής διακόπτει, ορθώς, το παιχνίδι. Είναι η στιγμή που εκατοντάδες χιλιάδες «φίλοι του ποδοσφαίρου» βρίσκουν μια αφορμή για να ασχοληθούν με κάτι, αφού το αγωνιστικό κομμάτι, για πολλούς, έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα. Οι κάμερες φυσικά και δεν δείχνουν την εισβολέα σύμφωνα πάντα με την πολιτική της UEFA.

Στο ημίχρονο, όπως συνηθίζω να κάνω, θα ανοίξω και εγώ το κινητό μου τηλέφωνο και θα κάνω μια σύντομη βόλτα στο Twitter (κυρίως) για να διαβάσω, με τη σειρά μου, τα πρώτα σχόλια και κάποια στατιστικά, για το παιχνίδι. Φυσικά, το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν οι φωτογραφίες, κυρίως από πίσω, της Βολάνσκι που έχουν κατακλύσει το τιέλ. Ήδη υπάρχουν χιλιάδες σχόλια, τα περισσότερα από αυτά, εννοείται, πως ήταν σεξιστικά ή προσπαθούσαν να κάνουν χιούμορ. Ελάχιστα, από όσα πρόλαβα να δω, το είχαν καταφέρει. Αν έπρεπε να βάλω μια λεζάντα στο, λυπηρό για εμένα, γεγονός αυτή θα ήταν λιτά και περιεκτικά: το ποδόσφαιρο του κώλου των ημερών μας. Ευτυχώς δεν ήθελαν κάποιο κείμενο τα παιδιά στο μπλογκ και γλίτωσα το βραδινό γράψιμο για την ανατομία του σώματος της μοντέλας .

Θεωρείτε πως ήταν τυχαία η επιλογή του Τελικού του Τσάμπιονς Λιγκ για την εισβολή της Βολάνσκι; Φυσικά και όχι. Το μοντέλο, και σύζυγος του Μιχάλι Βοροντέφσκι, ιδιοκτήτη κάποιας πορνό ιστοσελίδας, είχε πετύχει την καλύτερη διαφήμιση, χωρίς να σπαταλήσει σχεδόν τίποτα σε ένα, ας μη γελιόμαστε και ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, άκρως σεξιστικό, στην πλειοψηφία του, κοινό που, πολλοί σε αυτό, γουστάρουν περισσότερο κι απ’ τον Τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, λίγη ακόμα, γυμνή, γυναικεία σάρκα. Οι εκατοντάδες χιλιάδες ακόλουθοι της Βολάνσκι στο Ιnstagram, σε λίγες μόνο ώρες μάλιστα, μετά το συμβάν, έφτασαν την ίδια τη σελίδα να σβήσει τον λογαριασμό της, και είμαι σίγουρος, χωρίς να ψάξω το θέμα, πως οι εγγραφές στο σάιτ που διαφήμιζε πάνω στο «καυτό» της ρούχο, πρέπει να γέμισαν με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ τις τσέπες του «έρωτά» της. Του ίδιου έρωτα που το βράδυ, μετά τον αγώνα, όταν και πήγε στο αστυνομικό τμήμα της Μαδρίτης, που την κρατούσαν, για να της συμπαρασταθεί, ανέβαζε στο διαδίκτυο βίντεο, με τον ίδιο να της χαϊδεύει τα οπίσθια, γελώντας, μπροστά σε δεκάδες «αρσενικά παλαιάς κοπής» που είχαν μαζευτεί εκεί και γελούσαν με τη σειρά τους, θυμίζοντας εκείνη τη σκηνή απ’ την Οδύσσεια του Διαστήματος του Κιούμπρικ, όταν οι πίθηκοι ανακαλύπτουν τον αρχαίο και ιερό λίθο.

«Υπάρχει σεξισμός στο ποδόσφαιρο». Τι λέτε να πάμε ένα χρόνο πίσω στο Μουντιάλ της Ρωσίας; Ο πρώην διεθνής Γάλλος, και θύμα ρατσιστικών, λεκτικών, επιθέσεων όταν έπαιζε ποδόσφαιρο, Πατρίς Εβρά, βρίσκεται ως σχολιαστής, μαζί με τον Χένρικ Λάρσον, στο βρετανικό κανάλι ITV. Εκεί η πρώην διεθνής παίκτρια της Τσέλσι, Ένι Αλούκο, κάνει μια ανάλυση για το πρώτο ημίχρονο της Σερβίας στο παιχνίδι με την Κόστα Ρίκα. Η ανάλυσή της είναι απλά απολαυστική. Όταν ολοκληρώσει, ο Εβρά θα δείξει εμφανώς αμήχανος και θα ξεσπάσει σε επευφημίες. Αυτό ήταν μοναδικό, θα της πει, ρωτώντας τον Λάρσον, αν θα ήταν καλύτερα να φύγουν και να κάνει την ανάλυση, μόνη της η Αλούκο, αφού τα ξέρει όλα, και καλύτερα από αυτούς. Ουάου! Μια γυναίκα ξέρει πραγματικά από ποδόσφαιρο. Φοβερό;

Η 102 φορές διεθνής με τα «λιοντάρια» ήταν η μοναδική, βασική, γυναίκα αναλυτής, για το Μουντιάλ, στη Βρετανική τηλεόραση, μαζί με την Άλεξ Σκοτ, της Άρσεναλ, που είχε κάνει όμως λίγες εμφανίσεις, με την αντίδραση του Εβρά να φανερώνει περίτρανα αυτό που πιστεύει, στην πλειοψηφία του, το ανδρικό ποδοσφαιρικό κοινό. «Δεν μπορώ να βλέπω γυναίκες να παίζουν ποδόσφαιρο ή να μιλάνε γι’ αυτό». Αυτή είναι μια φράση που ακούμε πολύ συχνά και στη δική μας χώρα. Φυσικά και τα ίδια άτομα μπορούν να βλέπουν Μπιτς Βόλλευ γυναικών ή αγωνίσματα στίβου. «Αυτά είναι περισσότερο γυναικεία σπορ» θα σου πουν οι ίδιοι με ύφος Κώστα Βουτσά στην ταινία «ο τελευταίος άντρας». Γυμνή σάρκα να βλέπουν τα παιδιά μωρέ, αραχτοί, σε καναπέδες και ξαπλώστρες, και όλα καλά. «Η μπάλα είναι αντρικό σπορ…»

Αυτό που θέλω να δω, όπως έχω σχολιάσει και στο παρελθόν, είναι παγκοσμίου φήμης ποδοσφαιριστές να παίρνουν θέση σε θέματα ρατσισμού, σεξισμού, ομοφοβίας, φτώχειας και οποιουδήποτε άλλου θέματος, που αξίζει να του βάλει κάποιος πλάτη στους περίεργους και σκληρούς καιρούς που ζούμε. Δυστυχώς, κι ας έχουμε φτάσει σχεδόν στο 2020, αυτό συνεχίζουμε να μην το βλέπουμε. Οι κορυφαίοι σούπερ σταρ ποδοσφαιριστές δεν ανήκουν κάπου και συνεχίζουν να περιφέρονται ουσιαστικά ως άβουλα όντα, για πολλούς, μένοντας ουσιαστικά στις παχυλές δωρεές που κάνουν ανά καιρούς, πιεζόμενοι από χορηγούς και αθλητικές εταιρείες. Καλό κι αυτό, και υπερβολικά χρήσιμο, αλλά εγώ περιμένω να μιλήσουν.

«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους». Η φράση που μόλις διαβάσατε δεν είναι δική μου. Την ξεστόμισε ο Αντόνιο Γκράμσι τον Φλεβάρη του 1917, στην Ιταλία, παραμένει όμως επίκαιρη και, δυστυχώς ή ευτυχώς, θα παραμένει για πάντα επίκαιρη. Τουλάχιστον στον κόσμο των σπορ, του ποδοσφαίρου, και στους διάσημους και κορυφαίους αθλητές. Στην περίπτωσή μας, μας ενδιαφέρουν περισσότεροι οι ποδοσφαιριστές μιας και το ποδόσφαιρο είναι ο Βασιλιάς των Σπορ και απευθύνεται σε περισσότερο κόσμο, μιας και είναι ευκολότερα προσβάσιμο από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Δείτε αυτό, για να το καταλάβετε καλύτερα.

Τελικά, εδώ και λίγες μέρες, γι’ αυτά που περιμένουμε πολλοί να μιλήσουν οι σύγχρονοι σούπερ σταρ ποδοσφαιριστές, το κάνει μια γυναίκα. Η Μέγκαν Ραπίνο. Η διεθνής σούπερ σταρ αθλήτρια της ποδοσφαιρικής ομάδας των ΗΠΑ. Μιας ομάδας που θεωρείται, και είναι, φαβορί για να σηκώσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και που, αν το κάνει (το κείμενο γράφτηκε πριν τον ημιτελικό με την Αγγλία), σύμφωνα πάντα με την Ραπίνο, την αρχηγό της: Δεν πρόκειται να πάμε στον γαμημένο Λευκό Οίκο του Ντόναλντ Τραμπ για να δεχθούμε συγχαρητήρια. Ενός πλανητάρχη δηλαδή που έχει υψώσει τείχος για τους μετανάστες στην χώρα του. Που δεν δέχεται τους ομοφυλόφιλους ως ίσους. Που δεν δέχεται τους Αφροαμερικανούς ως ίσους. Που έχει κατηγορηθεί, ακόμα κι  απ’ το περιοδικό New Yorker, για σχέσεις με την ΚΚΚ.

Ενός ανθρώπου που το 1989 είχε χρηματοδοτήσει, χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει λεπτομέρειες, ολόκληρη καμπάνια ώστε να πιέσει την Πολιτεία της Νέας Υόρκης για να τιμωρήσει σε θάνατο πέντε μαύρα ανήλικα παιδιά που είχαν κατηγορηθεί αδίκως για το βιασμό μιας νεαρής λευκής γυναίκας. Χωρίς να υπάρχουν στοιχεία, και πριν το δικαστήριο βγάλει την τελική του απόφαση. Όσοι δεν ξέρετε τίποτα γι’ αυτή την ιστορία και θέλετε να μάθετε υπάρχει η εξαιρετική μίνι-σειρά του Netflix (καλοκαίρι είναι δείτε και τίποτα καλό) με τίτλο «When They See Us». Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, στις μέρες μας, είναι ο νούμερο ένα ηγέτης του πλανήτη που ζούμε. Ο πλανητάρχης μας.

Η Ραπίνο, που μοιάζει υπερβολικά εξωτερικά με την Θεά Τίλντα Σουίντον, μεγάλωσε ως το «αγοροκόριτσο» που έπαιζε πολλά και διάφορα σπορ, μέχρι να καταλήξει στο Soccer, συνήθως παρέα με πολλά αγόρια, στους δρόμους της Βόρειας Καλιφόρνια και αν και ήταν από μια οικογένεια που της παρείχε τα πάντα έμαθε, από μικρή, να συμπάσχει και να σέβεται όλους αυτούς που χαμηλώνουν τη μέση, όχι από επιλογή, αλλά ποτέ το κεφάλι, αυτό το δεύτερο από επιλογή. Τους φτωχούς, τους ταπεινούς, τους «περίεργους», τους διαφορετικούς, τους «άλλους». Πήρε ανοικτά θέση μετά το πασίγνωστο πλέον συμβάν με τον Κάπερνικ (που του στέρησε μια καριέρα στο NFL), και αποφάσισε, και αυτή, να στηρίξει την κίνηση του Quarteback των 49ers, γονατίζοντας κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου της χώρας, δίπλα σε όλους αυτούς, τους αφροαμερικανούς και τις κάθε λογής μειονότητες, που δίνουν καθημερινά μάχη με την αστυνομική βία και το ρατσισμό, σε μια χώρα που ο αστυνομικός έχει το δικαίωμα να πανικοβληθεί και να σε πυροβολήσει, αν σε δει να σκύβεις στο αυτοκίνητο, ενώ εσύ πρέπει να παραμείνεις ψύχραιμος, αν σε σημαδεύουν δύο και τρία όπλα, ενώ επιστρέφεις από φαγητό με φίλους.

Ακτιβίστρια, υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δηλωμένη ομοφυλόφιλη, εδώ και πολλά χρόνια, δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά, δείχνοντας και ζητώντας παράλληλα από τους διάσημους συναθλητές της που, συνήθως, την κοιτάζουν αμέτοχοι και σιωπηλοί, να πάρουν κι αυτοί θέση και να σταθούν δίπλα της. Όπως έγραψε πολύ πρόσφατα και ο Φράνκλιν Φόερ, της Atlantic, σε ένα ένα άρθρο-Ωδή για την αρχηγό των ΗΠΑ: Αν σας ρωτήσουν τι πρεσβεύει η Μέγκαν Ραπίνο, να τους πείτε πως πολύ απλά, είναι ο Μοχάμεντ Άλι της εποχής της. Και αυτό, στα δικά μου μάτια, εκτός του γεγονότος πως η Ραπίνο είναι το πρόσωπο της χρονιάς, είναι και το πιο «παντελονάτο» κοπλιμέντο, και αποκτά μεγαλύτερη αξία αν συνυπολογίσουμε πως έγινε από άνδρα, για γυναίκα, που αγωνίζεται σε ένα ανδροκρατούμενο άθλημα, όπως είναι (και) το ποδόσφαιρο για την μεγαλύτερη μερίδα του φίλαθλου κοινού. H ίδια έχει μπει επίσης στην πρώτη γραμμή ώστε να κερδίσει καλύτερες αμοιβές για τις  γυναίκες, στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο, που είναι αστείες σε σχέση με τα χρήματα που κερδίζουν οι άντρες συνάδελφοί της.

Πριν λίγες μέρες η είδηση πως η 31χρόνη Γερμανίδα καπετάνισσα, Καρόλα Ρακέτε, αψηφώντας τις απειλές της Ιταλικής Αστυνομίας, μετέφερε 42 μετανάστες, σώζοντας ουσιαστικά τις ζωές τους, και βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη ακόμα και με 10 χρόνια ποινή φυλάκισης, έγινε γνωστή σε όλους. Αυτό που πολλοί ίσως δεν γνωρίζουν είναι πως οι μετανάστες βρίσκονταν στο πλοίο της για πάνω από δέκα μέρες, και πως η ίδια έκανε έκκληση, καθημερινά, στις ιταλικές αρχές για να της δώσουν το πράσινο φως ώστε να μπορέσει να τους αφήσει κάπου στη στεριά. Φυσικά και αυτό είναι παράνομο σύμφωνα με τους νόμους (και) του Ιταλικού κράτους, του Σαλβίνι και τόσων ακόμα ακροδεξιών, με την Ρακέτε, ουσιαστικά, να «παρανομεί». Αν τους είχε πετάξει στη θάλασσα, εκεί δηλαδή που τους βρήκε, δεν θα είχε παρανομήσει και τώρα θα ήταν ελεύθερη. Κάπως έτσι είναι ο υπέροχος και πολιτισμένος κόσμος που ζούμε.

Απ’ την άλλη, δυστυχώς, όσο κι αν έψαξα (και μακάρι να κάνω λάθος) δεν είδα κανένα διεθνή και διάσημο Ιταλό ή Γερμανό (ή από άλλη χώρα) ποδοσφαιριστή να παίρνει θέση για το θέμα. Δεν είναι και τόσο σημαντικό, θα μου πείτε, όπως εκείνο το ρατσιστικό συμβάν, με τον Μόιζες Κεν, για να πάρει θέση ο «αρχηγός» Μπονούτσι και ο κάθε Μπονούτσι, κάνοντας μάλιστα τα πράγματα χειρότερα. Τόσοι και τόσοι πνίγονται κάθε μέρα και ελάχιστοι μιλούν.  Αυτό που όμως δεν μπορώ να μην σκεφτώ, και να μην το σχολιάσω, είναι πως αν η Ρακέτε δεν ήταν μια απλή, καθημερινή γυναίκα στην εμφάνιση, και μια πραγματική ηρωίδα στην καρδιά, όπως είναι, και ήταν ένα ημίγυμνο μοντέλο σε κάποιο κότερο, όπως η Βολάνσκι ας πούμε, έχοντας δίπλα της σαμπάνιες, πούρα (και πουρά), και τύχαινε να μαζέψει  και να σώσει κάποιο μετανάστη, τότε ίσως να είχαν ασχοληθεί πολλοί διάσημοι ποδοσφαιριστές μαζί της. Ίσως της έστελναν και μηνύματα. Αυτά τα ωραία και άκρως πνευματώδη «Γεια σου Κόκλα, είσαι για κάνα κοκτέιλ». Όπως αυτά που έστειλαν και στη Βολάνσκι, αρκετοί διάσημοι ποδοσφαιριστές, εισπράττοντας την απόρριψη, αφού πρώτα όμως είχε καταφέρει αυτό που ήθελε με τα γυμνά της οπίσθια, κερδίζοντας τα δικά της 15 λεπτά διασημότητας, μέσω του σεξισμού που υπάρχει στο μυαλό των περισσοτέρων.

Ο πρόεδρος που γύρισε από το Κάλι (ζωντανός και με μεταγραφή)

  [7 Σχόλια]

Ο Φρανσουά Υβινέκ, μεσήλικας ιδιοκτήτης μιας μικρής βιομηχανίας ζαχαρωτών στη Βρετάνη της Γαλλίας, βρίσκεται σε ένα ξενοδοχείο στην Μπογκοτά της Κολομβίας με εισαγγελική απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και δυο σωματώδεις, οπλισμένους τύπους έξω από την πόρτα του δωματίου του. Οι μπράβοι έχουν σταλεί από την Γαλλική Πρεσβεία με εντολή του πρωθυπουργού Ζακ Σιράκ, διότι η ζωή του φιλήσυχου κυρίου Υβινέκ κινδυνεύει.

Είναι Δεκέμβριος του 1987. Τα καρτέλ της κοκαΐνης, αυτό του Μεντεγίν αλλά και το ανερχόμενο του Κάλι, είναι παντοδύναμα κι έχουν πάρει τον νόμο, κι άλλα πολλά πράγματα, μεταξύ των οποίων και διάφορες ποδοσφαιρικές ομάδες, στα χέρια τους. Και η ζωή του Γάλλου, που είναι κι αυτός πρόεδρος ομάδας, της γαλλικής Μπρεστ –Σταντ Μπρεστουά 29 σήμερα, Μπρεστ Αρμορίκ τότε – κινδυνεύει ακριβώς γι΄αυτό.

Ο Υβινέκ δε μασάει. Είναι το τρίτο του ταξίδι από το καλοκαίρι. Μεράκι του είναι ο Ρομπέρτο «Πάνθηρας» Καμπάνιας, ο θεαματικός επιθετικός που στα 18 του οδήγησε την Παραγουάη στην κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα και στα 19 βρέθηκε στην Κόσμος της Νέας Υόρκης. Έμαθε μπαλίτσα από τον Πελέ – που τον συμπάθησε ιδιαίτερα – έπαιξε δίπλα στον Κινάλια και τον Μπεκενμπάουερ και αναδείχτηκε καλύτερος παίκτης του αμερικάνικου πρωταθλήματος το 1983.

Μετά τη διάλυση της Κόσμος, ο Καμπάνιας βρέθηκε στην Κολομβία, στην Αμέρικα του Κάλι, την ομάδα που από το 1979 γνωρίζει μια περίοδο ακμής με δυο πρωταθλήματα το 1985 και το 1986 και τρεις συνεχόμενους – χαμένους – τελικούς του Κόπα Λιμπερταδόρες. Η οικονομική της ευμάρεια οφείλεται στην αδυναμία που της έχει ο Μιγκέλ Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα.

Ο Μιγκέλ, παρατσούκλι El Señor, είναι ο μικρότερος από τους δυο αδελφούς Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα που δημιούργησαν το αιμοσταγές Καρτέλ του Κάλι, το οποίο θα γινόταν σύντομα και σύμφωνα με τους Αμερικάνους διώκτες του «η πιο επικίνδυνη εγκληματική οργάνωση στον κόσμο».

Πού έχει μπλέξει ο βιομήχανος μπισκότων;

Οι δυο ομάδες έχουν, υποτίθεται, συμφωνήσει από τα τέλη Αυγούστου για την μεταγραφή, η Μπρεστ έχει δώσει 305 χιλ. δολάρια προκαταβολή κι υπάρχει και συμβόλαιο με την υπογραφή του Παραγουανού ο οποίος έτσι κι αλλιώς ψάχνεται να φύγει – έχει τσακωθεί με τον προπονητή και έχει και ένα μπλέξιμο με την κόρη ενός ναρκέμπορα. Ξαφνικά, η διοίκηση της Αμέρικα αρνείται ότι υπάρχει συμφωνία και καταθέτει μήνυση για πλαστογραφία και απόπειρα απάτης εναντίον του μάνατζερ του παίκτη, ο οποίος έχει ήδη φύγει νύχτα από την Κολομβία, αλλά κι εναντίον του Υβινέκ που μόλις έχει φτάσει από τη Γαλλία για να λύσει την παρεξήγηση. Η ΦΙΦΑ τον δικαιώνει, αλλά του απαγορεύεται η έξοδος από τη χώρα – μέτρο πρωτοφανές για τέτοια υπόθεση, αλλά είπαμε, τα καρτέλ έχουν τις ακρούλες τους στη δικαιοσύνη. Κι έτσι, ο Γάλλος βρίσκεται εδώ κι έξι εβδομάδες αποκλεισμένος στην Κολομβία χωρίς διαβατήριο, μετακινούμενος μόνο με συνοδεία σωματοφυλάκων και πάντα σε τεθωρακισμένο όχημα.

Η υπόθεση συγκλονίζει την Γαλλία. Ο Σιράκ δηλώνει πως αν συνεχιστεί η ομηρεία, δεν θα επιτραπεί σε κανέναν Κολομβιανό να πάρει μέρος στον ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας. Ο Μιγκέλ Ροντρίγκεζ απαντά ότι, αν του τη δώσει, θα αγοράσει και τον Γύρο της Γαλλίας, κι αν χρειαστεί και το Παρίσι. Ο Υβινέκ δίνει τηλεφωνική συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό της Βρετάνης, κι ανάμεσα σε άλλα καθησυχαστικά που λέει, γλιστράει μια λέξη της βρετόνικης διαλέκτου, ribin, μυστικό πέρασμα, αναγγέλλοντας, κωδικοποιημένα ώστε να μην τον πάρουν είδηση οι διώκτες του, ότι σχεδιάζει να διαφύγει. Αλλά όχι χωρίς τον Καμπάνιας!

Τα υπόλοιπα γίνονται άνετα ταινία: ο Υβινέκ έχει ραντεβού στο Κάλι με την εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεσή του – λεπτομέρεια: η συνάντηση έχει κανονιστεί να γίνει στο πεζοδρόμιο μπροστά από το δικαστικό μέγαρο διότι οι δικαστικοί υπάλληλοι απεργούν. Στις 18 Δεκεμβρίου του 1987 πληρώνει τον λογαριασμό του ξενοδοχείου και φεύγει για το αεροδρόμιο. Έχει κλείσει εισιτήριο σε μια πολύ πρωινή εσωτερική πτήση, κανονίζοντας όμως να είναι στη λίστα αναμονής. Δεν μπαίνει στο αεροπλάνο. Με τη συνεργασία ενός άλλου επιβάτη καταφέρνει να επιβιβαστεί ως κ. Λόπεζ σε μια πτήση για Παναμά. Από εκεί, παίρνει ένα άλλο αεροπλάνο για το Καράκας της Βενεζουέλας, όπου τον περιμένουν ο Καμπάνιας, η διερμηνέας του και μέλλουσα σύζυγος του Υβινέκ, κι ένας δημοσιογράφος της Εκίπ που έχουν ταξιδέψει ξεχωριστά. Το παρεάκι φτάνει μετά από πολλές περιπέτειες στη Βρέστη και γνωρίζει υποδοχή ηρώων. H πιθανότατα δυσκολότερη μεταγραφή της ιστορίας είχε μόλις ολοκληρωθεί αλλά όλα ήταν σχεδόν μάταια. Σχεδόν.

Από την υποδοχή των ηρώων που νίκησαν το Καρτέλ του Κάλι

Η Μπρεστ έπαιξε το πρώτο μισό του πρωταθλήματος του 1987-1988 χωρίς τον πολυπόθητο Παραγουανό. Έτσι, ενώ ο πρόεδρος βρισκόταν στην Κολομβία, αποκτήθηκε ο Κάρλος Τάπια της Μπόκα. Αποτέλεσμα; όταν ο Καμπάνιας πατάει την τιμημένη γη της Βρετάνης, δεν υπάρχει ελεύθερη θέση ξένου στην ομάδα, η οποία έτσι κι αλλιώς πάει καρφωτή για υποβιβασμό.

Για τους επόμενους μήνες ο Καμπάνιας θα βλέπει τη νέα του ομάδα από την κερκίδα. Κι όμως, όχι μόνο δεν θα φύγει στο τέλος της σεζόν αλλά θα κάνει πράματα και θάματα στη δεύτερη κατηγορία : βάζει 21 γκολ, τα πανηγυρίζει ανεβαίνοντας στα κάγκελα του πετάλου, παίζει με σπασμένη μύτη και μάσκα στα μπαράζ ανόδου, κι οδηγεί τη Μπρεστ ξανά στην ελίτ. Την επόμενη χρονιά, θα δικαιώσει και πάλι τον Υβινέκ. Μια μέρα πριν το ματς με τη Μαρσέιγ, που είχε τότε φοβερή ομάδα μέσα – με Γουάντλ, Παπέν, Φραντσέσκολι, Ντεσάν…– κι έξω από τα γήπεδα, καταγγέλει απόπειρα δωροδοκίας του. Την επόμενη, κάνει αυτό:

Στο τέλος της σεζόν, ο Καμπάνιας φεύγει στη Λυόν και με τα λεφτά της μεταγραφής θα γίνουν προσπάθειες να μπαλωθούν μερικές από τις τεράστιες τρύπες στον προϋπολογισμό – ματαίως.

Βρισκόμαστε ήδη στην αρχή του τέλους του ονείρου του Φρανσουά Υβινέκ.

Μικρή επιστροφή στο παρελθόν.

Ο Υβινέκ γίνεται πρόεδρος το 1981 με όνειρο να κάνει την ομάδα του τόσο ισχυρή ώστε να ανταγωνίζεται στα ίσα την Μπορντό, τη Ρασίγκ ή τη Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί. Ο δρόμος για να το πετύχει μοιάζει μακρύς. Η Μπρεστ είναι μια μικρή ομάδα που ανεβαίνει στην πρώτη κατηγορία για πρώτη φορά στην ιστορία της στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με παίκτες δημιουργικούς στο γήπεδο αλλά κι έξω από αυτό. Δυο από αυτούς, ο Ζοέλ Ανρί κι ο Μπερνάρ Παρντό – που αργότερα θα μπλεχτεί και σε μια ιστορία διακίνησης ναρκωτικών – έχουν ένα μπαρ, ενώ κι τεχνικός διευθυντής της ομάδας διατηρεί ένα άλλο, το «Χρυσό Παπούτσι»· αυτά είναι μόνο δύο από τα πολλά στα οποία συχνάζουν κάθε βράδυ όλοι οι ποδοσφαιριστές, παραβιάζοντας συχνά το μετρίως αυστηρό ωράριο κατακλίσεως που τους επιβάλλει η διοίκηση – «παιδιά, στις 4 το πρωί το αργότερο να έχετε γυρίσει σπίτι!». Πολλές φορές, για να γιορτάσουν κάποιο ευτυχές γεγονός, όπως τη γέννηση του παιδιού του συμπαίκτη τους Πασκάλ Ντυπρά, εξαφανίζονται για μέρες ώστε να γνωρίσουν τη νυχτερινή ζωή και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας. Τις ομιλίες του προπονητή τις διακόπτουν συχνά αυτοσχέδιοι αγώνες ταχύτητας ζωντανών αστακών – βρισκόμαστε στην Αρμορική χερσόνησο και το συμπαθές αρθρόποδο αποτελεί ένα από τα τοπικά προϊόντα.

Ο καινούργιος πρόεδρος, όμως, αλλάζοντας συνεχώς προπονητές και ξοδεύοντας λεφτά που δεν έχει αλλά που καταφέρνει και ξετρυπώνει από διάφορους ευκαιριακούς χορηγούς, φέρνει σε αυτήν τη μικρή, επαρχιακή ομάδα διάφορους ξένους σούπερ-σταρ, κατά προτίμηση νοτιοαμερικάνους, όπως ο αμυντικός της Εθνικής Βραζιλίας Ζούλιο Σέζαρ – που θα περάσει στα γεράματα κι από τον Παναθηναϊκό– και ο Αργεντίνος παγκόσμιος πρωταθλητής Χοσέ Λούις «Τάτα» Μπράουν, σκόρερ του πρώτου γκολ στον τελικό του Μουντιάλ του 1986 απέναντι στη Γερμανία.

Τάτα Μπράουν, Ζούλιο Σέζαρ ως σωσίας του Ντένζελ Γουάσιγκτον στο Αμέρικαν Γκάνγκστερ, Φρανσουά Υβινέκ κι ένας κύριος με καρό σακάκι

Χάρη σ΄αυτούς, η Μπρεστ θα πετύχει τη σεζόν 1986-1987 να βρεθεί στην όγδοη θέση του πρωταθλήματος με φιλοδοξίες για έξοδο στην Ευρώπη την επόμενη χρονιά.

Όμως, το καλοκαίρι του 1987, λίγους μήνες πριν από την κολομβιανή του περιπέτεια, ο Υβινέκ θα διώξει τον προπονητή Ρεμόν Κερυζορέ. Αιτία της σύγκρουσης; Ο πρόεδρος υποστήριξε, επικαλούμενος μάλιστα πηγές των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών, πως ο αριστερός συνδικαλιστής και γνωστός από τη θητεία του στη Ρεν ως «μαοΐστρια μάγισσα» – ο κόοουτς είναι μακρυμάλλης – Κερυζορέ συνωμοτούσε στα αποδυτήρια με τους παίκτες προκειμένου να ανατρέψουν την διοίκηση και να επιβάλλουν την αυτοδιαχείριση. Μαζί με τον προπονητή θα φύγει ο βασικός χορηγός – μια αλυσίδα σούπερ-μάρκετ – και οι δυο νοτιοαμερικάνοι.

Αλλά, είπαμε, ο πρόεδρος δεν μασάει. Συνεχίζει αυτήν την ξέφρενη πορεία προς το όνειρό του με κάθε μέσο. Πείθει την περιφερειακή διοίκηση να χτίσουν καινούργιο γήπεδο και προπονητικό κέντρο· το εργοτάξιο πιάνει φωτιά και τελικά τα έργα κοστίζουν το τριπλάσιο από το αναμενόμενο ενώ η περιοχή που επιλέχτηκε για προπονητικό κέντρο γίνεται στόχος επιδρομής χιλιάδων σαλιγκαριών και τα σχέδια αναγκαστικά ανατρέπονται. Για να αντικαταστήσει τον Μπράουν και τον Σέζαρ και ενώ βρίσκεται ακόμη σε διαπραγματεύσεις για τον Καμπάνιας, φέρνει από την Μπόκα Τζούνιορς τον σκληροτράχηλο Αργεντίνο Χόρχε «Πίπα» Ιγκουαΐν. Ο συμπαθέστατος Χόρχε θα βάλει ένα μοναδικό γκολ εναντίον των Καννών.

Δεν προλαβαίνει να θαμπώσει με την απόδοσή του αλλά απολαμβάνει την ζωή στη Βρετάνη. Πηγαίνει για ψάρεμα, παίζει χαρτιά και πετάνκ, μαθαίνει τη γλώσσα, αποκτά φίλους και γνωρίζει τις χαρές της πατρότητας: στη διάρκεια της μιας και μοναδικής σεζόν που έμεινε στη Βρέστη, θα γεννηθεί ο γιος του, Γκονσάλο, ο οποίος, θεωρητικά, μπορεί έτσι να αποκτήσει γαλλική αθλητική υπηκοότητα. Ο Ρεμόν Ντομενέκ θα καλέσει στα 2006 τον 18χρονο τότε Πιπίτα στην Εθνική Γαλλίας για ένα φιλικό με την Ελλάδα – ο Γκονσάλο δεν δέχτηκε, προτίμησε την Εθνική Αργεντινής κι όλοι ξέρουμε πού τον οδήγησε αυτή η επιλογή και πού οδήγησε και την Αργεντινή…

Στην πραγματικότητα, η Μπρεστ, παρόλο το κάπως οικογενειακό και ερασιτεχνικό κλίμα που κυριαρχούσε, διέθετε πλούσια δεξαμενή ταλέντων χάρη στην καλή δουλειά που γινόταν στις νεανικές ομάδες που ήταν απο τις καλύτερες στη Γαλλία, ενώ το έμπειρο μάτι των ατζέντηδων με τους οποίους συνεργαζόταν τής επέτρεπε να στρατολογεί νεαρότατους πολλούς ταλαντούχους ποδοσφαιριστές.

Από το δυναμικό της θα περάσουν, εκτός από όσους έχουμε αναφέρει, δυο μελλοντικοί Γάλλοι παγκόσμιοι πρωταθλητές – ο Στεφάν Γκιβάρς και ο Κλοντ Μακελελέ –, η μισή Παρί Σεν Ζερμέν που θα αναδειχτεί πρωταθλήτρια Γαλλίας το 1994 – Πολ Λε Γκουέν, Νταβίντ Ζινολά, Μπερνάρ Λαμά, Βενσάβ Γκεράν, Πατρίκ Κολτέρ – και, χρόνια αργότερα, κι ο Φρανσουά Ριμπερί.

Όμως, η πτώση της και θα είναι αναπόφευκτη καθώς, κοντά σε όλες τις άλλες περιπέτειες, θα μπλεχτεί σε ένα μεγάλο πολιτικο-οικονομικό σκάνδαλο. Μετά την πώληση του Καμπάνιας, ο Υβινέκ στρέφεται σε έναν μυστήριο τύπο, τον τραπεζίτη Αχμέντ «Σαρλί» Σακέρ, φίλο και συνεργάτη – εμπορευόταν όπλα – του Γιασέρ Αραφάτ και του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο Σακέρ εμφανίζεται ως πάμπλουτος και γενναιόδωρος οπαδός της Μπρεστ, και χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων φιλανθρωπιών, την αγορά του ήρωα τερματοφύλακα του Μουντιάλ του 1990 Σέρχιο Γκοϊκοετσέα.

Στην πραγματικότητα, ο Σακέρ είναι μεγάλο μούτρο. Η τράπεζά του, όπως και διάφορες άλλες επιχειρήσεις του στο Ιράκ, στην Ιταλία και στη Βρετάνη, είναι μια μεγάλη απάτη μέσω της οποίας μπήκαν στην τσέπη του καταθέσεις 120 εκ. φράγκων (18 εκ. ευρώ) μικροκαταθετών. Στη συνέχεια θα αποδειχθεί ότι εμπλέκεται και σε μια σκοτεινή ιστορία χρηματοδότησης πολιτικών. Θα καταλήξει στη φυλακή, εκεί όπου μέλλει να πάει κι ο Υβινέκ.

30 Νοεμβρίου 1991. Ο Ζινολά κι ο Πασκάλ Πιερ εγκαταλείπουν το γήπεδο στο τελευταίο ματς πριν τη διάλυση

Η Μπρεστ, στο τέλος της σεζόν 1990-1991, κι ενώ έχει τερματίσει κάπου στη μέση της βαθμολογίας, θα υποβιβαστεί για οικονομικούς λόγους. Έξι μήνες αργότερα και μετά από ένα ντου των οπαδών στη διάρκεια ενός ντέρμπι με την Γκενγκάν, θα πέσει στο ερασιτεχνικό λόγω οριστικής χρεοκοπίας. Για πολλούς αυτή η σκληρή μοίρα οφείλεται και στην προσωπική βεντέτα που είχε ανοίξει ο Υβινέκ με τον πανίσχυρο Μπερνάρ Ταπί – η Μπρεστ είχε αρνηθεί την αναβολή του μεταξύ τους αγώνα πριν τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ τον Μάιο του 1991 ενώ ένα άλλο σημείο τριβής ήταν ότι δεν έδωσε με μεταγραφή τον Ζινολά. Ο θρύλος λέει ότι ο Νταβίντ έψαχνε σε κάτι χωράφια να δείρει τον πρόεδρό του για κάτι χρωστούμενα αλλά, όπως είπαμε, εκείνος είχε γνωρίσει και χειρότερες περιπέτειες. Και τον περίμεναν και άλλα.

Μετά τον υποβιβασμό, θα κατηγορηθεί για δόλια χρεοκοπία και κατάχρηση. Θα μείνει πενήντα μία μέρες προφυλακισμένος και τελικά θα δικαστεί σε έναν χρόνο με αναστολή. Το μόνο αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ήταν κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί και τίτλος τιμής για έναν πρόεδρο ποδοσφαιρικής ομάδας: ξόδευε περισσότερα λεφτά από όσα διέθετε. Στο δικαστήριο, θα έρθει να τον υπερασπιστεί, ανάμεσα σε άλλους, ο Νταβίντ Ζινολά. Ο πρόεδρος σήμερα ζει στην Ισπανία κι ασχολείται με τη ζωγραφική. «Όταν ανέλαβα την Μπρεστ, ήξερα τι με περίμενε, ότι έπρεπε να είμαι έτοιμος να πάω ακόμη και φυλακή».

Πριν λίγα χρόνια, οι Ιγκουαΐν, πατέρας και γιος, γύρισαν στη Βρετάνη. Ο Γκονσάλο ουσιαστικά τη γνώριζε για πρώτη φορά: «Η Βρέστη δεν είναι η ομορφότερη πόλη του κόσμου, δεν είναι όμως και η πιο άσχημη. Είναι μια πόλη λαϊκή κι οι κάτοικοί της είναι καλοί άνθρωποι». Και αγαπούν παθολογικά την μπάλα. Ένας από αυτούς, ο συνθέτης και τραγουδιστής Κριστόφ Μιοσέκ, θα γράψει αυτό το τραγούδι, τρυφερή και πικρή ανάμνηση μιας μαγικής περιόδου: «Κι όμως, είχαμε τον Γκοϊκοετσέα, τον Γκιβάρς, τον Ζινολά, τον Λαμά […] και παρόλα αυτά βρήκαμε τρόπο να εκτροχιαστούμε».

Η Μπρεστ ανέβηκε ξανά φέτος μετά από εννιά χρόνια στη Λιγκ 1. Από τον Αύγουστο θα είναι μια ακόμη από αυτές τις, συνήθως μονοσύλλαβες, γαλλικές ομάδες που υποχρεώνουν τους φανατικούς του στοιχήματος να μελετήσουν γεωγραφία για να μην τις μπερδεύουν. Είναι όμως διαφορετική· μια ομάδα που έζησε στιγμές δόξας και περιπέτειας στη διάρκεια της μυθικής, έτσι κι αλλιώς, δεκαετίας του 1980. Όπως θα έλεγε κι ο Καπετάνιος Χάντοκ στον Τεν Τεν: «Μα τους χίλιες χιλιάδες κεραυνούς της Βρέστης, δεν είναι δυνατόν να έχουν συμβεί όλα αυτά!». Και όμως.

Το Τσερνόμπιλ και η χαμένη ευκαιρία της Πρυπιάτ

  [2 Σχόλια]

«Chernobyl», η μίνι σειρά-φαινόμενο, του HBO, που αν ασχολείσαι με τηλεοπτικές σειρές δεν είναι δυνατόν να μη την έχεις δει ή, στην χειρότερη των περιπτώσεων, να μην έχεις ακούσει, διαβάσει και ψάξει γι’ αυτή. Το καλό με αυτές τις, εξαιρετικές είναι η αλήθεια, παραγωγές, όταν μιλάμε για τηλεόραση ή κινηματογράφο, είναι αυτό που ακολουθεί όταν αυτές τελειώσουν. Με το κοινό να τις έχει ολοκληρώσει. Και δεν αναφέρομαι στις συζητήσεις μεταξύ των «φίλων» και των «εχθρών», και τις βαθμολογίες σε σελίδες όπως το Imdb, που μας δίνουν -ευτυχώς- το δικαίωμα της ψήφου αλλά και της κριτικής, αλλά για το γεγονός πως, όλοι μας, με πρώτα και καλύτερα σε όλο αυτό τα διαδικτυακά «μαγκαζίνο», αρχίζουμε να ξεψαχνίζουμε κάθε πιθανή, και απίθανη, ιστορία γύρω από το καθετί. Αυτό συμβαίνει εδώ και πολλές μέρες, εννοείται, και με αυτή τη σειρά, σε όλο το διαδίκτυο. Και τι δεν έχουμε διαβάσει γύρω από το φοβερό ατύχημα του Τσερνόμπιλ. Ιστορίες μοναδικές και ξεχασμένες (ή καλά κρυμμένες) που μικρότεροι, αν και είχαμε ακούσει αμυδρά γι’ αυτές, τις αφήσαμε σε μια γωνιά του μυαλού μας, μέχρι κάτι να τις επαναφέρει και πάλι στο επίκεντρο ώστε, αρκετοί από εμάς, να τις ψάξουμε, επιτέλους, σε βάθος.

Ο Πυρηνικός Σταθμός Παραγωγής Ενέργειας του Τσερνόμπιλ βρίσκεται στην εγκαταλελειμμένη πλέον κωμόπολη Πρυπιάτ, στην Ουκρανία. Η κωμόπολη ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 1970 και είχε ως σκοπό να εξελιχθεί σε μια τεχνολογικά προηγμένη πόλη. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε, και σύμφωνα με τους Σοβιετικούς, η παραγωγή της πυρηνικής ενέργειας ήταν ασφαλέστερη από αυτή του άνθρακα. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία εγκαταστάσεων στην περιοχή του Τσερνόμπιλ και φυσικά στο Πρυπιάτ. Εκεί βρέθηκαν περίπου στους 50.000 νέους κατοίκους, με μέση ηλικία τα 26 έτη, για να ζήσουν και να εργαστούν σε αυτές τις τόσο καινοτόμες, για τον κόσμο, εγκαταστάσεις. Το 1977 το εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ μπήκε σε πλήρη λειτουργία. Το 1986 συνέβη το γνωστό ατύχημα, όταν σε μια καθιερωμένη άσκηση δοκιμών, και μετά από ανθρώπινο λάθος, έγινε η έκρηξη στον αντιδραστήρα 4, έχοντας ως αποτέλεσμα, τις τραγικότερες των συνεπειών για πολλούς ανθρώπους της περιοχής και φυσικά το περιβάλλον, όχι μόνο στην εκεί περιοχή.

«Ναι βρε φίλε αλλά εδώ γράφουμε για ποδόσφαιρο» θα πείτε πολλοί και δίκιο θα έχετε. Ας περάσουμε λοιπόν σε αυτό το κομμάτι. Αν γράψετε την λέξη «Pripyat» στο Google, και αναζητήσετε φωτογραφίες, απ’ τις πρώτες που θα εμφανιστούν είναι του σταδίου Άβανχαρντ, χωρητικότητας 5.000 θέσεων. Για να το θέσω καλύτερα, του ερειπωμένου σταδίου, μιας και στο Πρυπιάτ δεν κατοικεί κανένας, απ’ το δυστύχημα και μετά. Οι μόνοι που συνεχίζουν τις επισκέψεις αναψυχής, στο μέρος, είναι διάφοροι instagram influencers (!) που ταξιδεύουν ως εκεί, για μια selfie (!) στα ερείπια, έχοντας ως απώτερο σκοπό τα likes (!). Εννοείται πως στα 70s, και στα 80s, στην περιοχή ανθούσε ο αθλητισμός, όπως φυσικά και σε ολόκληρη την Σοβιετική Ένωση, και υπήρχαν γήπεδα στίβου, γυμναστήρια, σκοπευτήρια, πισίνες και γήπεδα μπάσκετ, με το ποδόσφαιρο -εννοείται- να κερδίζει τη μερίδα του λέοντος από τους περισσότερους άντρες. Ήταν η περίοδος που κατασκευάστηκαν αρκετά γήπεδα στην περιοχή της Ουκρανίας, όπως και δημιουργήθηκαν πολλές ομάδες, αρκετές απ’ τις οποίες συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι και στις μέρες μας, έστω σε μικρές κατηγορίες της Ουκρανίας. Η ομάδα της περιοχής, η Στρόιτελ Πρυπιάτ, δημιουργήθηκε στα μέσα του 1970 και ξεκίνησε να αγωνίζεται στα μικρότερα γήπεδα της περιοχής μιας και το Άβανχαρντ δεν υπήρχε ακόμα. Το γήπεδο ολοκληρώθηκε λίγο πριν το δυστύχημα και, όπως είναι εύκολο να γίνει κατανοητό, η Στρόιτελ Πρυπιάτ δεν πρόλαβε ποτέ να αγωνιστεί σε αυτό. Όπως φυσικά και καμία άλλη ομάδα.

Ο βασικός υπεύθυνος για την ομάδα της πόλης ήταν ο παρασημοφορημένος με το μετάλλιο Λένιν για τις υπηρεσίες του στο Κομμουνιστικό Κόμμα, Βασίλι Κιζίμα Τροφίμοβιτς. O Τροφίμοβιτς έβλεπε τους εργάτες της περιοχής να δουλεύουν ασταμάτητα και αποφάσισε πως ο καλύτερος τρόπος για να ξεφεύγουν μετά τη δουλειά, και να μη το ρίχνουν στο ποτό, δεν ήταν άλλος απ’ το ποδόσφαιρο. Εκτός όμως των πρωταθλημάτων μεταξύ φίλων, αποφάσισε πως θα έπρεπε να υπάρχει και μια κανονική ομάδα, στην οποία, θα μπορούσαν να αγωνίζονται οι καλύτεροι ποδοσφαιριστές της περιοχής. Κάπως έτσι ξεχύθηκε με τους συνεργάτες του, σε όλες τις γύρω περιοχές, ψάχνοντας για καλούς ποδοσφαιριστές. Κάπως έτσι, η Στρόιτελ Πρυπιάτ έγινε και επίσημα ομάδα, φτάνοντας σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να κατακτήσει και το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα της Ουκρανίας. Ο ντόρος που δημιουργήθηκε γύρω απ’ την ομάδα έκανε ακόμα και τον σπουδαίο, πρώην αστέρα της Τσερνομόρετς, Ανατόλι Σέπελ, να αγωνιστεί για την Πρυπιάτ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, φτάνοντάς την ακόμα και μια ανάσα απ’ τις εθνικές κατηγορίες. Το 1985 και μετά από μια επική νίκη με 13-0 επί της Λοκομοτίβ Ζναμένκα αποφασίστηκε πως έπρεπε να αλλάξουν έδρα. Το Άβανχαρντ θα άνοιγε τις πόρτες του επισήμως την Πρωτομαγιά του ’86, στην γιορτή της μέρας του εργάτη, και όπως ήταν φυσικό, αυτό θα ήταν και το καλύτερο δώρο σε όλους τους εργάτες της περιοχής που λάτρευαν το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό.

Στις 26 Απριλίου του 1986, την ίδια μέρα με το πυρηνικό δυστύχημα, η Στρόιτελ Πρυπιάτ θα έπαιζε στον ημιτελικό του Κυπέλλου ερασιτεχνών. Όπως ήταν λογικό η αναμέτρηση ακυρώθηκε όπως και όλες οι αγωνιστικές δραστηριότητες της περιοχής. Οι παίκτες έμαθαν για την ακύρωση καθώς βρίσκονταν στο γήπεδο, για ζέσταμα, και έφυγαν από αυτό με ελικόπτερο. Το ελικόπτερο μάλιστα είχε προσγειωθεί στο κέντρο του γηπέδου και οι θεατές για μια στιγμή νόμισαν πως αυτό ήταν μέρος ενός πρωτόγνωρου θεάματος, γι’ αυτούς, από αυτά που μάθαιναν, και ίσως έβλεπαν, αν ήταν τυχεροί, «στα κλεφτά», για σπουδαία αθλητικά, και όχι μόνο, γεγονότα του Δυτικού πολιτισμού.

Οι σειρήνες και ο βίαιος τρόπος που οι στρατιώτες τους έριξαν στο ελικόπτερο, φορώντας ακόμα τις ιδρωμένες ποδοσφαιρικές τους στολές, τους έκανε να συνειδητοποιήσουν πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί. Δυστυχώς, είχαν δίκιο. Η περιοχή άδειασε σε μερικές ώρες. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν πρόλαβαν να φύγουν και άφησαν την τελευταία τους πνοή, παλεύοντας για ώρες, και μέρες, αρκετοί από αυτούς, με αφόρητους πόνους. Στους δρόμους τα πρόσωπα των ανθρώπων ήταν στα πρόθυρα του εφιάλτη. Πρόσωπα γεμάτα αμηχανία. Μια αμηχανία που έδωσε πολύ γρήγορα τη θέση της στην θλίψη και την αβεβαιότητα. Πρόσωπα γεμάτα φόβο, πόνο και αυτές τις «φανταστικές μυρωδιές» που περιέγραψε τόσο τέλεια ο Ρεμπώ στο ποίημα των φωνηέντων. To τοπίο έγινε θλιβερό σε διάστημα ολίγων ημερών και οι άνθρωποι της περιοχής έγιναν πολύ γρήγορα μέρος αυτού του άρρωστου τοπίου. Αυτού του νεκρού τοπίου που δεν θα έβρισκε ποτέ ξανά τη χαρά, το φως, τη ζωντάνια, το χαμόγελο, το δικαίωμα στο όνειρο. Την ίδια τη ζωή.

Η Στρόιτελ Πρυπιάτ επέστρεψε και πάλι το 1987, με άλλο όνομα και πολλούς νέους ποδοσφαιριστές, πριν διαλυθεί το 1988 με όλους τους παίκτες να φεύγουν, για άλλες ομάδες, και αρκετούς από αυτούς να αφήνουν τη χώρα, σιγά σιγά, τα επόμενα χρόνια. Μετά την πτώση του Κομμουνισμού, η ομάδα επέστρεψε ως Στρόιτελ Σλάβουτικ, το 1994, και συνεχίζει έτσι μέχρι και τις μέρες μας. Για τους κατοίκους της περιοχής, αλλά και ολόκληρης της Σοβιετικής Ένωσης της εποχής, θα είναι για πάντα εκείνη η εξαιρετική ομάδα που δεν κατάφερε ποτέ να κάνει το βήμα παραπάνω, και να ξεφύγει από τις ερασιτεχνικές κατηγορίες, σε μια περίοδο που έδειχνε ικανή και ώριμη για να το καταφέρει. Η ομάδα που δεν αγωνίστηκε ποτέ στο νέο και σύγχρονο γήπεδό της. Το γήπεδο που θα την ανέβαζε τουλάχιστον ένα επίπεδο από μόνο του και θα της έδινε την απαιτούμενη ώθηση ώστε να αρχίσει να κάνει όνειρα για μεγαλύτερες κατηγορίες, με την ανερχόμενη περιοχή, να βοηθάει υπερβολικά σε αυτό το εγχείρημα. Τα συντρίμμια του Άβανχαρντ, και το Τσερνόμπιλ, απ’ την άλλη, θα μας θυμίζουν για πάντα αυτή την τόσο θλιβερή ιστορία για την χώρα, την Ευρώπη αλλά και ολόκληρο τον κόσμο, σε μια περίοδο που τα πάντα άλλαξαν τόσο απότομα .

Ένα Φερ Πλέι που Παραλίγο να Στοιχίσει μια Κατηγορία

  [2 Σχόλια]

Βρισκόμαστε στις 2 Νοεμβρίου του 1969 στο Σαντιάγο Μπερναμπέου. Η παντοδύναμη τότε Ρεάλ Μαδρίτης αντιμετωπίζει την καταλανική Σαμπαδέλ. Είναι η εποχή της «Μαδρίδ γιε-γιε», λόγω της δημοφιλίας της ομάδας που έμοιαζε με εκείνη των Μπιτλς. Το ματς είναι άνευρο και έχει μείνει στο 0-0. Η Σαμπαδέλ αμύνεται μαζικά και προσπαθεί να βγει στις αντεπιθέσεις κυρίως με το αστέρι της, τον Περού Θαμπάγια.

Στο 56’ η Σαμπαδέλ είχε κερδίσει ένα φάουλ ακριβώς έξω απ την περιοχή. Ο Θαμπάγια το εκτελεί, η μπάλα χτυπάει στο τείχος, επιστρέφει στο Θαμπάγια που με όλους τους αντιπάλους ακινητοποιημένους μπαίνει στην περιοχή και τσιμπάει τη μπάλα προς το συμπαίκτη του, Παλάου. Ο αμυντικός της Ρεάλ Μαδρίτης Εσπίλδορα πάει να του κάνει τάκλιν, ενώ παράλληλα ο τερματοφύλακας, ο θηριώδης Χουνκέρας, κάνει έξοδο. Οι τρεις παίχτες συγκρούονται και μένουν αναίσθητοι στο χορτάρι του Μπερναμπέου, ενώ ο Θαμπάγια βρίσκεται με τη μπάλα στα πόδια του σε κενή εστία στα τρία μέτρα από τη γραμμή. Εκείνη τη στιγμή κοιτάει τους δύο αντιπάλους και τον συμπαίχτη του και αποφασίζει να πετάξει την μπάλα πλάγιο άουτ. Το Μπερναμπέου σηκώνεται όρθιο να τον χειροκροτήσει, ενώ αυτός έχει πάει πάνω από τους τρεις τραυματίες και ζητάει να μπει το φορείο. Ο Παλάου σηκώνεται αλλά οι Εσπίλδορα και Χουνκέρας φεύγουν με φορείο. Στη θέση τους μπαίνουν Μπετανκόρτ και Θουθουνέγκι ενώ όλη αυτή η ιστορία διαρκεί ένα πεντάλεπτο στο οποίο το γήπεδο δεν έχει σταματήσει να χειροκροτεί το Θαμπάγια. Μετά το πεντάλεπτο στάντινγκ οβέισον, κάθε φορά που ακούμπαγε την μπάλα στο υπόλοιπο ματς ο Θαμπάγια χειροκροτούνταν από το κοινό του Μπερναμπέου. Πράγμα που πριν το ματς φάνταζε αδύνατο.

Ο Περού Θαμπάγια καταγόταν από την Καντάμπρια, από ένα χωριό που λέγεται Κάστρο Ουρδιάλες. Ξεκίνησε να παίζει στην τοπική ομάδα από πολύ μικρός και στα 18 του τον εντόπισε η Ράσιγκ Σαντανδέρ, καθώς ήταν ένας εξτρέμ γρήγορος με ντρίπλα και καλό μακρινό σουτ. Εκεί αγωνίστηκε ως το 1961 οπότε και πήρε μεταγραφή για την Μπαρσελόνα. Ήταν στην εξάδα των παιχτών που ήρθαν στο Καμπ Νόου για να ανανεώσουν τη γερασμένη ομάδα του Ελένιο Ερέρα, μαζί με τους Σαδουρνί, Ελάδιο, Περέδα, Φουστέ, Ριφέ και Θαλδούα.

Στην Μπάρσα έπαιξε 6 σεζόν και είχε 209 εμφανίσεις και 56 γκολ. Η Μπαρσελόνα τότε βρισκόταν στη σκιά της Ρεάλ Μαδρίτης και κέρδισε μόλις ένα κύπελλο αυτά τα έξι χρόνια. Κλήθηκε αρκετές φορές στην εθνική, αλλά καθώς έπαιζε στην ίδια θέση με τον τεράστιο Χέντο και μετά ακολουθούσε στην επετηρίδα ο Λαπέρτα, έπαιξε μόλις δύο παιχνίδια. Κατάφερε όμως να σκοράρει δύο γκολ στο Γιούρο του 1964 κόντρα στην Ιρλανδία, σ’ένα Γιούρο που τελικά κατέκτησε η Ισπανία.

Το 1967 αποχώρησε από την Μπαρσελόνα και πήρε μεταγραφή στη Σαμπαδέλ, αφού δεν ήθελε να αφήσει την Καταλωνία. Τη σεζόν 1969-1970, ήταν πια 32, που για εκείνη την εποχή ήταν υπερβολικά μεγάλος, ειδικά για εξτρέμ. Η Σαμπαδέλ αγωνιζόταν για τη σωτηρία της. Το ματς με τη Ρεάλ Μαδρίτης στο Μπερναμπέου, όπου έκανε εκείνο το φερ πλέι, τελικά η Σαμπαδέλ το έχασε με ένα γκολ του Πίρι στο 89ο λεπτό. Μετά το ματς σε δηλώσεις του απάντησε για τη φάση «Αυτό είναι ποδόσφαιρο, δεν είναι πόλεμος». Ο δημοσιογράφος της ‘Μάρκα’ τον ρώτησε πώς νιώθει ως πρώην παίχτης της Μπαρσελόνα που έλαβε το πιο δυνατό χειροκρότημα που έχει πάρει αντίπαλος στο Μπερναμπέου. Ο Θαμπάγια, ντροπαλός καθώς ήταν, χαμογέλασε και αποχώρησε.

Εδώ με την εθνική στο ματς κόντρα στην Ιρλανδία για το Γιούρο του 1964.

Εκείνο το γκολ στο τέλος της χρονιάς παραλίγο να κοστίσει την κατηγορία στη Σαμπαδέλ, η οποία τερμάτισε μετά από ένα τραγικό δεύτερο γύρο, τρίτη από το τέλος. Έπεφταν τρεις τότε και την έσωσε η διαφορά γκολ με την ισόβαθμη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια. Η Σαμπαδέλ είχε για ένα γκολ καλύτερη διαφορά από την Ντέπορ. Ο Θαμπάγια αποχώρησε στο τέλος αυτής της σεζόν από τη Σαμπαδέλ, πηγαίνοντας στην Οβιέδο, επιστρέφοντας έτσι στη γενέτηρά του, την Καντάμπρια.

Εκείνο το καλοκαίρι όμως, η Ουνέσκο τον κάλεσε στο Παρίσι για να του παραδώσει το διεθνές βραβείο φερ πλέι για την κίνησή του στο Μπερναμπέου. Τα έξοδα του ταξιδιού τα πλήρωσε η Ρεάλ Μαδρίτης, ενώ ο ίδιος ο Θαμπάγια είπε μετά ότι η παραλαβή αυτού του βραβείου ήταν η πιο άβολη στιγμή της ζωής του. Ο Θαμπάγια μπορεί να μη μνημονεύεται ως παίχτης στην ιστορία του ισπανικού ποδοσφαίρου, όμως εκείνο το φερ πλέι ήταν τόσο σπουδαίο που η Ισπανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου έχει ονομάζει το δικό της ετήσιο βραβείο Φερ Πλέι «Βραβείο Περού Θαμπάγια», προς τιμήν του. Και προς τιμήν μιας ενέργειας που παραλίγο να στοιχίσει μια κατηγορία.