Όταν οι φωνές των γκολ κάλυψαν τις κραυγές των βασανιστηρίων

  [Καθόλου σχόλια]

Το Μουντιάλ του 1978 είναι ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα όλων των εποχών. Ένα Μουντιάλ γεμάτο όμορφες εικόνες από τα γεμάτα γήπεδα, ωραίες ιστορίες πίσω από φωτογραφίες, αλλά και την ασχήμια της πολιτικής κατάστασης στην Αργεντινή και πολλές κατηγορίες για όσα έγιναν στον αγωνιστικό χώρο (και έξω από αυτόν). Η ιστορία του Λεοπόλδο Ιάκιντο Λούκε συμπυκνώνει όλα τα ωραία και τα άσχημα του Παγκοσμίου Κυπέλλου που έγινε στην Αργεντινή. Ο Λούκε δεν είναι τόσο γνωστός εκτός Αργεντινής, αλλά ήταν ο παρτενέρ του μεγάλου Μάριο Κέμπες στην επίθεση. Ένας πολύ καλός στράικερ με το χαρακτηριστικό μουστάκι και στιλ που θυμίζει λίγο Ντάνι Τρέχο. Το είχε αφήσει όταν έπαιζε στην Ουνιόν, τότε που δεν τον έβαζαν πολύ και είχε δηλώσει: «αν επιτέλους παίξω, θα αφήσω μουστάκι».

Ο Λούκε ήταν βασικός στο πρώτο παιχνίδι της Αλμπισελέστε απέναντι στην Ουγγαρία. Το θεωρητικά πιο εύκολο ματς του ομίλου. Σκόραρε το 1-0 και τελικά η Αργεντινή πήρε με τα χίλια ζόρια στο 83′ τη νίκη με 2-1 στο Μονουμεντάλ που κόχλαζε. Το ξεκίνημα ήταν πολύ δύσκολο τελικά και αυτό άγχωσε πολύ τους Αργεντίνους. Ακόμα περισσότερο τους ανθρώπους της χούντας της Αργεντινής, που είχαν επενδύσει πάρα πολλά στην πορεία της χώρας τους, το Μουντιάλ ήταν η ευκαιρία να δείξουν στον κόσμο ότι όλα βαίνουν καλώς. Κάποιος από αυτούς πλησίασε τον Λούκε μετά το ματς και σαν «κακός» από b-movie του είπε την εξής ατάκα: «Μπορεί τελικά να είναι όμιλος του θανάτου…. για σας». [ο όμιλος του θανάτου ήταν Ιταλία, Γαλλία, Αργεντινή και η Ουγγαρία]. Ο Λούκε όπως ήταν φυσικό τρόμαξε. Την ίδια ημέρα είχε βρεθεί νεκρός ένας φίλος του, αγνοούμενος για καιρό. Θύμα προφανώς της χούντας.

Στις 6 Ιουνίου του 1978 η Αργεντινή αντιμετώπιζε τη Γαλλία. Ο αδερφός του Λούκε δεν είχε προλάβει να βγάλει εισιτήριο για να ταξιδέψει στο Μπουένος Άιρες και να δει τον αδερφό του. Σκέφτηκε να βρει φίλους και να πάνε μαζί, αλλά τελικά παρακάλεσε έναν ηλικιωμένο γείτονα που μετέφερε λαχανικά με το φορτηγό του να τον πάρει μαζί του. Στο δρόμο είχε πολλή ομίχλη, ο οδηγός έχασε τον έλεγχο. Ο «Κάτσο» έχασε τη ζωή του στις 6 το πρωί στο δρόμο για το Μπουένος Άιρες. Η οικογένεια Λούκε συγκλονίστηκε, ο πατέρας όμως ζήτησε από τους ανθρώπους της εθνικής να μην το πουν στο γιο του. Να αφοσιωθεί στο παιχνίδι.

Η γκολάρα του Λούκε με τη Γαλλία

Το ματς ήταν και πάλι δύσκολο. Η Αργεντινή προηγήθηκε με πέναλτι του Πασαρέλα, αλλά ο νεαρός Πλατινί ισοφάρισε. Καρμπόν με το ματς με την Ουγγαρία, η λύτρωση ήρθε προς το τέλος. Στο 73′ η μπάλα έφτασε στον Λούκε έξω από τη μεγάλη περιοχή, αυτός την έστρωσε και έπιασε ένα βρωμόσουτο που κατέληξε στην εστία της Γαλλίας. Όπως είπε κι ο ίδιος σε συνέντευξή του, πάντα έβαζε τα δύσκολα γκολ και όχι τα εύκολα. Έπρεπε να μοχθήσει για να σκοράρει. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Λούκε χτύπησε μετά από ένα φάουλ του Κριστιάν Λόπεζ, όταν προσπάθησε να σηκωθεί αμέσως. Του βγήκε ο αγκώνας και πονούσε πολύ. Πήγε στο τούνελ, του έβαλαν αναισθητικό, του το έδεσαν και του είπαν να πάει στα αποδυτήρια. Το ματς είχε τελειώσει γι’ αυτόν. Κι όμως, θυμήθηκε ότι είχαν γίνει κι οι δύο αλλαγές και η Αργεντινή θα έπαιζε με 10. Γύρισε πίσω μόνος του και πάτησε ξανά το χορτάρι του Μονουμεντάλ μέχρι το τέλος.

Η δεύτερη νίκη της Αργεντινής πανηγυρίστηκε έξαλλα και το γκολ του Λούκε έμεινε αξέχαστο. Την επόμενη ημέρα εμφανίστηκε η οικογένειά του στην προπόνηση. «Νόμιζα ότι είχαν ταξιδέψει για να δουν πώς είναι το χέρι μου. Μόλις είδα τη μάνα μου να κλαίει, κατάλαβα ότι κάτι είχε συμβεί. Μου είπαν ότι ο «Κάτσο» σκοτώθηκε σε ατύχημα». Ο Λεοπόλδο πήγε στο νεκροτομείο για να αναγνωρίσει τον αδερφό του. «Λένε όλοι για τη σχέση της εθνικής με τους στρατιωτικούς, αλλά να σας πω κάτι; Δεν βρέθηκε κανείς δίπλα μας. Ούτε ένας τους, να πει συλλυπητήρια. Αναγκάστηκα να ζητήσω χρήματα από τον Πασαρέλα και το κοινό ταμείο που είχαμε οι παίκτες για να μεταφερθεί το πτώμα του αδερφού μου πίσω στη Σάντα Φε». Η δικτατορία ενδιαφερόταν για τις νίκες, όχι όμως για τα προσωπικά προβλήματα των παικτών.

Με την Αργεντινή να έχει προκριθεί, ο Λούκε δεν συμμετέχει στο τρίτο παιχνίδι με την Ιταλία. Ο ίδιος στενοχωρημένος γιατί είχε πολύ καλή σχέση με τον αδερφό του και απογοητευμένος από τη στάση των αρχών, σκέφτεται να μη συνεχίσει. Ο προπονητής Σέζαρ Λουίς Μενότι του λέει να κάνει ό,τι θέλει, αλλά κι ότι τον χρειάζονται. Πριν το ματς με την Ιταλία, κρατούν ένα λεπτό σιγής και οι συμπαίκτες του φέρουν το μήνυμα: «Λεοπόλδο σε περιμένουμε». Η Αργεντινή χάνει με 1-0 και την ημέρα που κηδεύεται ο αδερφός του, ο πατέρας του λέει: «Πρέπει να γυρίσεις, δεν είδες ότι έχασαν χωρίς εσένα;»

Ο Λούκε επιστρέφει για τη δεύτερη φάση, χάνοντας το πρώτο ματς με την Πολωνία. Πονάει πάρα πολύ στο χέρι και στην προπόνηση δοκιμάζει… πτώσεις για να δει αν αντέχει. Μέσα σε όλα, στις σκληρές προπονήσεις της Αργεντινής, δέχεται και ένα χτύπημα από τον Όσκαρ Ορτίς και το μάτι του μαυρίζει και πρήζεται. Με… ένα χέρι και ένα μάτι, ο Λούκε δεν σκέφτεται στιγμή να χάσει τα άλλα παιχνίδια. Παίζει τόσο στο 0-0 με τη Βραζιλία, όσο και στο διαβόητο ματς με το Περού. Εκεί σκόραρε δύο φορές στο 6-0. Το ένα γκολ πανέμορφο, με κεφαλιά ψαράκι. Στην ερώτηση για εκείνο το ματς απαντάει: «Κοίταξε, μίλησα με έναν φίλο μου από το Περού, τον Μουνιάντε. Είχε παίξει σε εκείνο το ματς και είχε και δοκάρι στην αρχή. Τον ρώτησα πολλές φορές αν είχε μπει κάποιος στα αποδυτήρια, αν τους προσέφεραν κάτι. Μου είπε ότι δεν υπέπεσε κάτι στην αντίληψή του. Για τους άλλους δεν μπορούσε να βάλει το χέρι του στη φωτιά. Είχαμε παίξει δυο φορές πρόσφατα με το Περού. Ξέραμε τις αδυναμίες τους. Ήταν και αδιάφοροι, δεν είχαν να παίξουν για κάτι». Επιμένει ότι δεν κατάλαβε κάτι διαφορετικό σε εκείνο το ματς. Οι Περουβιάνοι λέει έπαιζαν πολύ σκληρά.

Ο Λούκε ήταν βασικός και στον τελικό. Σε ένα ματς που και πάλι έφαγε πολύ ξύλο. Τόσο οι Βραζιλιάνοι, όσο κι οι Ολλανδοί γνωρίζοντας το πρόβλημά του είχαν βάλει στόχο το χέρι του. Ειδικά οι Βραζιλιάνοι προσπαθούσαν να τον κάνουν να αποχωρήσει από τον αγώνα. Πριν τον τελικό Ολλανδοί και Αργεντίνοι μαλώνουν στα αποδυτήρια. Ο λόγος; Τα δεμένα χέρια του Λούκε και τον φαν Κέρκχοφ. Η κάθε ομάδα υποστήριζε ότι ο μπανταρισμένος της άλλης φορούσε σκληρό επίδεσμο, επικίνδυνο. Τα χτυπήματα για τον Λούκε δεν είχαν τελειώσει πάντως. Στη φάση του 3-1 χτύπησε με έναν από τους δύο αδερφούς φαν Κέρκχοφ και άνοιξε η μύτη του. Χέρι, μάτι, μύτη. Τελείωσε το ματς μέσα στα αίματα και ευτυχώς δεν είχε επόμενο αγώνα γιατί ποιος ξέρει τι μπορεί να πάθαινε. Πολυτραυματίας, πανηγύρισε έξαλλα την κατάκτηση του Μουντιάλ από την Αργεντινή. Ο Λούκε υποστηρίζει με βεβαιότητα ότι δεν έγινε τίποτα περίεργο στο ματς με το Περού. Όπως λέει: «εγώ έπαιζα το ένα-δύο με τον Κέμπες και τον Μπερτόνι, όχι με τους χουντικούς«. Δεν θέλει σε καμία περίπτωση να δεχτεί ότι οι θυσίες που έκανε δεν είχαν σημασία. Οι σκιές πάντως παραμένουν μέχρι και σήμερα.

Όπως και να ‘χει όμως, ακόμα και τίποτα επιλήψιμο να μην έγινε στο παιχνίδι με το Περού, κάθε κραυγή για γκολ στο γήπεδο, σκέπαζε τις κραυγές των ανθρώπων που βασανίζονταν την ίδια στιγμή από τη χούντα της Αργεντινής. Μόλις δέκα τετράγωνα από το Εστάδιο Μονουμεντάλ βρισκόταν η Escuela de Mecánica de la Armada. Η ESMA ήταν μια σχολή μηχανικών του ναυτικού που μετατράπηκε σε ένα από τα χειρότερη μέρη βασανισμών, «εξαφανίσεων» και εκτελέσεων. Υπάρχουν διηγήσεις ότι κάποιοι βασανιστές, έβαλαν τα ίδια τους τα θύματα μέσα σε αυτοκίνητα και τα πήραν να πανηγυρίσουν την κατάκτηση του τίτλου. Μια χώρα μεθυσμένη. «Πώς να καταλάβω τον κόσμο, όταν εγώ έκλαιγα στην κουζίνα και ο άντρας μου πανηγύριζε στο σαλόνι τα γκολ» είχε πει η Χέμπε ντε Μπονταφίνι, μια από τις ακτιβίστριες και αυτή που οργάνωσε τις Μητέρες της Πλάσα ντε Μάγιο που αναζητούσαν μάταια τους «εξαφανισμένους». Η Χέμπε είχε χάσει τους δυο γιους της και τη νύφη της κι όμως ο άντρας της πανηγύριζε τις νίκες. Αλλά αυτό είναι το ποδόσφαιρο και η τεράστια δύναμή του κι αυτό το γνωρίζουν καλά όλα τα απολυταρχικά καθεστώτα. Κι η Αργεντινή του 1978 συνδυάστηκε με μια χούντα και μία διοργάνωση με πολλές γκρίζες ζώνες, άδικο για μια εξαιρετική εθνική με παίκτες όπως ο Κέμπες, ο Λούκε, ο Πασαρέλα, ο Χάουσμαν και ο Αρντίλες. Ο τελευταίος άλλωστε έχει πει και μια σπουδαία φράση: «Μας πόνεσε πολύ όταν μάθαμε ότι ήμασταν ένα μέσο αντιπερισπασμού για το λαό, την ώρα που συνέβαιναν θηριωδίες». Ο προπονητής Μενότι έκανε μια παρόμοια δήλωση: «Χρησιμοποιήθηκα. Δυστυχώς η χρήση του αθλήματος από τους ισχυρούς είναι όσο παλιός είναι κι ο κόσμος μας».

Ο Λιονέλ, ο Ντένις και τα πέντε σερί χαμένα πέναλτι του Ντιέγκο

  [1 Σχόλιο]

Ήταν ένα ακόμα από τα κλασσικά παιχνίδια της Αργεντινής επί θητείας Σαμπαόλι. Αρκετές κακές επιλογές στην 11αδα, ομάδα χωρίς πλάνο, δύο αμυντικά χαφ απέναντι σε μια ομάδα που δεν απειλούσε και ένας Μέσι να προσπαθεί να τα κάνει όλα μόνος και να είναι ξανά μετριότατος με τη φανέλα της Αργεντινής. Μέχρι που ο Μάξι Μέσα κέρδισε το πέναλτι. Η εκτέλεση πήγε στον αρχηγό. Ο Μέσι έχει χάσει αρκετά πέναλτι τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή. Κι αυτή τη φορά όμως απέτυχε. Ο Ισλανδός τερματοφύλακας μάντεψε καλά. Οι μνήμες από τον τελικό του Κόπα Αμέρικα γέμισαν και πάλι τους Αργεντίνους. Τότε που ο Λιονέλ ήταν ξανά από τους μοιραίους απέναντι στη Χιλή.

Στην εξέδρα ο Ντιέγκο καπνίζει το πούρο του ακριβώς κάτω από το απαγορευτικό σήμα. Με το που ο διάδοχός του χάνει το πέναλτι σηκώνεται όρθιος. Αρχίζει να οργανώνει και τους δίπλα του. «Ολέ, ολέ, ολέ, Λέο, Λέο», σύνθημα στήριξης. Το ματς τελειώνει. Ο θεός των Αργεντίνων κάνει και πάλι σκληρή κριτική στο Σαμπάολι (και όχι άδικα). Παρ’ όλα αυτά είναι αισιόδοξος. «Εγώ έχασα σε ντεμπούτο μου σε Μουντιάλ, όχι απλά ισοπαλία. Κι όμως φτάσαμε στον τελικό το 1990, παρά τους τραυματισμούς, χάρη στον Γκόικο.» Όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για τον Μέσι, το κάνει με κατανόηση. «Η ομάδα και το παιχνίδι που έπαιξε, δεν είχαν σχέση με το χαμένο του πέναλτι. Εγώ έχασα πέντε πέναλτι συνεχόμενα και συνέχισα να είμαι ο Μαραντόνα», δηλώνει.

Δεν είναι μία από τις κλασικές φολκλορικές δηλώσεις του Ντιεγκίτο γεμάτες υπερβολή. Είναι η αλήθεια. Είναι η Κλαουζούρα του 1996, ο Μαραντόνα έχει γυρίσει πίσω στην πατρίδα του και την αγαπημένη του Μπόκα, υπό τις οδηγίες του Κάρλος Μπιάνκι. Η Μπόκα κυνηγάει τη Βέλεζ και τη Χιμνάσια Λα Πλάτα στη μάχη του τίτλου. Την 6η αγωνιστική στο Ροσάριο απέναντι στους Νιούελ’ς σημαδεύει ελάχιστα δίπλα από το κάθετο δοκάρι. Η Μπόκα τελικά χάνει με 1-0. Έξι αγωνιστικές αργότερα στο Μπομπονέρα εκτελεί το επόμενό του πέναλτι. Πάλι στην ίδια πλευρά, αλλά αυτή τη φορά ο «Σούπερμαν» Λαμπάρε αποκρούει. Επιστρέφει στο Ροσάριο αυτή τη φορά απέναντι στη Σεντράλ. Το πέναλτί του είναι άθλιο, αδύναμο και στο κέντρο. Ο Καστεγιάνο αποκρούει, ο Ντιέγκο παίρνει το ριμπάουντ αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνει.

Η λογική λέει ότι κάπου εκεί κάνεις ένα διάλειμμα. Όχι αυτός. 16η αγωνιστική, το ντέρμπι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Μαραντόνα κάνει μία μικρή προσποίηση, στέλνει τον τερματοφύλακα στην απέναντι γωνία, αλλά αυτός σημαδεύει το κάθετο δοκάρι. Ο Κανίγια παίρνει το ριμπάουντ και σκοράρει. Ο Μαραντόνα δεν πανηγυρίζει, η κακοδαιμονία συνεχίζεται, ευτυχώς η Μπόκα κερδίζει το ντέρμπι. Μία αγωνιστική αργότερα. Νέο πέναλτι, το πέμπτο συνεχόμενο που θα εκτελέσει. Ο Μαραντόνα παίρνει και πάλι την μπάλα. Ο Νάτσο Γκονζάλες της Ράσινγκ κάνει μια εξαιρετική απόκρουση. Η Μπόκα χάνει με 1-0 και μαζί τις τελευταίες της ελπίδες για πρωτάθλημα.

Η Μπόκα κερδίζει τα τρία από τα πέντε παιχνίδια στα οποία έχασε πέναλτι ο Ντιέγκο, αλλά και πάλι πέντε σερί χαμένα είναι ένα απίστευτο αρνητικό ρεκόρ για ομάδα τίτλου. Τρομερά εγωιστής; Με μεγάλη πίστη στον εαυτό του; Όπως και να το δεις είναι ένα μοναδικό αρνητικό ρεκόρ, ειδικά για έναν τόσο τεράστιο παίκτη. Βέβαια, δεν πιστεύει κανείς ότι σε άλλη περίπτωση μετά το τρίτο πέναλτι κάποιος κόουτς θα άφηνε τον ίδιο παίκτη να συνεχίσει να εκτελεί. Την αντίθετη ακριβώς προσέγγιση από τον Ντιέγκο είχε ένας άλλος σπουδαίος.

Πείτε ό,τι θέλετε για τους Πεπ, τους Κλοπ, τους Σαουδάραβες και Ρώσους ιδιοκτήτες, αλλά για μένα αυτή ήταν η καλύτερη εποχή της Πρέμιερ Λιγκ

1999, επαναληπτικός ημιτελικός FA Cup μεταξύ Άρσεναλ και Γιουνάιτεντ στο Μπέρμιγχαμ. Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ άνοιξε το σκορ με ένα υπέροχο γκολ κι ο Μπέργκαμπ ισοφάρισε. Λίγο αργότερα ο Ρόι Κιν είδε την κόκκινη κάρτα για φάουλ πάνω στον αγαπημένο Μαρκ Όφερμαρς. Στο δεύτερο λεπτό των καθυστερήσεων ο Φιλ Νέβιλ ανέτρεψε το Ρέι Πάρλορ και ο διαιτητής έδειξε το σημείο του πέναλτι. Σαν τον Ντιέγκο, ο Μπέργκαμπ είχε χάσει το τελευταίο του πέναλτι απέναντι στην Μπλάκμπερν. Πήρε την μπάλα χωρίς δισταγμό. Μερικά βήματα φόρα, η μπάλα στην αριστερή πλευρά της εστίας, ο Σμάιχελ στην ίδια πλευρά και απόκρουση. Η Γιουνάιτεντ ζωντανή. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση κι ο Ράιν Γκιγκς έκανε ένα αξέχαστο σόλο, περνώντας τέσσερις παίκτες προτού εκτελέσει τον Σίμαν, βγάλει τη φανέλα και πανηγυρίσει με το δασύτριχο στήθος του σε κοινή θέα.

Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε το κύπελλο στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν το πρόβλημα για τον Ντένις. Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα (έναν βαθμό περισσότερο από Άρσεναλ), όσο και το Τσάμπιονς Λιγκ στον συγκλονιστικό τελικό με την Μπάγερν. Το τρεμπλ ήταν γεγονός. «Ακόμα μπορώ να ακούσω τις κραυγές τους όταν κέρδισαν. Ήταν με 10 παίκτες και πέναλτι στο 90′ εις βάρος τους και κέρδισαν. Αυτό νομίζω τους έδωσε τη ψυχολογία να συνεχίσουν εκείνη τη χρονιά», λέει ο Βενγκέρ για εκείνο το μοιραίο ματς. Την ίδια στιγμή, ο Μπέργκαμπ επηρεάστηκε πάρα πολύ από το γεγονός και φυσικά όταν ολοκληρώθηκε το τρεμπλ, ακόμα περισσότερο. «Δεν ήμουν ο καλύτερος εκτελεστής πέναλτι, αλλά εκείνη τη στιγμή έπρεπε να πάρω την ευθύνη. Τα άφηνα με μεγάλη χαρά στον Ίαν Ράιτ πριν από μένα και στον Ανρί μετά από μένα. Ήταν πιο ψυχροί. Στο δικό μου το μυαλό, το πέναλτι πρέπει να είναι και λίγο ωραίο, να πάει παραθυράκι. Αυτό το πέναλτι ήταν ένα τεράστιο σοκ για μένα, μία από τις χειρότερες στιγμές στην καριέρα μου».

Σε αντίθεση με τον Ντιεγκίτο, ο Ολλανδός όχι απλά δεν εκτέλεσε το επόμενο, αλλά προτίμησε να μην εκτελέσει ξανά κανένα πέναλτι στην Άρσεναλ. Το 2014 ο Βενγκέρ μετά το χαμένο πέναλτι του Οζίλ απέναντι στην Μπάγερν, θυμήθηκε την ιστορία και φοβήθηκε ότι ο Γερμανός θα γίνει ένας νέος Μπέργκαμπ και θα σταματήσει να εκτελεί τα πέναλτι. Κι ο Λιονέλ; Με ποσοστό 81% στην Ισπανία και 75% στην Αργεντινή, πρέπει να γίνει νέος Ντιέγκο και σε αυτό; (την ίδια στιγμή ο Κριστιάνο έχει μεγαλύτερο ποσοστό, αλλά κι αυτός έχει χάσει αρκετά κρίσιμα πέναλτι στην καριέρα του) Μήπως να γίνει αν όχι ένας Μπέργκαμπ, τουλάχιστον κάποιος που θα κάνει πίσω; Ας μην ξεχνάμε ότι το τελευταίο καιρό ο Λιονέλ χάνει σχεδόν τα μισά από τα πέναλτι που εκτελεί. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, ο Αγκουέρο βρίσκεται στο 81% ποσοστό καριέρας.

Τι θα έκανες για να δεις την ομάδα σου στο Μουντιάλ;

  [Καθόλου σχόλια]

Η ανάγκη να δεις την ομάδα σου, ξεπερνά κάθε λογική και σπάει διαστημικά όρια γραφικότητας. Αυτό το ξέρουμε όσοι έχουμε αγαπήσει μια ομάδα. Αυτό όμως που έκανε ο Μιγκέλ από το Περού ξεπερνά κάθε λογική. Η ιστορία του θα μπορούσε να είναι κάποιος από αυτούς τους τίτλους σε μεσημεριανή εκπομπή σε στιλ: «Δηλητηρίαζα κρυφά την πεθερά μου τα τελευταία 10 χρόνια». Στην περίπτωση του Μιγκέλ όμως δεν έβλαψε κάποιον άλλον, εκτός από τον εαυτό του πιθανότατα.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Όπως λέει ο Μιγκέλ, είναι φανατικός οπαδός της εθνικής Περού. Πιο πολύ και από την ομάδα του την Ουνιβερσιτάριο. Δεν έχασε κανένα ματς στα προκριματικά. «Ήμουν ακόμα και σε αυτό με το Εκουαδόρ, που ήμασταν μόνο 20 χιλιάδες», δηλώνει με υπερηφάνεια. Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει από τη Ρωσία, όταν το Περού εξασφάλισε την πρόκριση. Όταν όμως η Ομοσπονδία του Περού διέθεσε τα εισιτήριά της διαδικτυακά αυτά εξαντλήθηκαν αμέσως. Όσο κι αν δεν το πιστεύετε, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία το Περού πούλησε συνολικά 43.000 εισιτήρια και κάτι ψιλά σε Περουβιανούς από όλο τον κόσμο, γεγονός που φέρνει τη μικρή αυτή χώρα στην 8η θέση των εισιτηρίων (και με βάση κι αυτό, αλλά και το ψυχόδραμα Γκερέρο, την κάνει μια από τις αγαπημένες μας ομάδες στο Μουντιάλ).

Όταν ο κακομοίρης ο Μιγκέλ μπήκε στο σάιτ για να πάρει εισιτήριο, υπήρχαν διαθέσιμα μόνο για άτομα με προβλήματα. Σύμφωνα με τους όρους, είτε έπρεπε να είσαι σε αναπηρικό καροτσάκι, είτε να είσαι υπέρβαρος με Δείκτη Μάζας Σώματος από 35 και πάνω. Εκείνη ήταν η στιγμή που ο φίλος μας είχε τη μεγάλη ιδέα, από αυτές τις μεγαλειώδεις που μόνο εσύ καταλαβαίνεις και οι άλλοι σε κοιτάζουν περίεργα. Ανέβηκε στη ζυγαριά, μέτρησε το βάρος του και στη συνέχεια έκανε υπολογισμούς. Κατέληξε ότι έπρεπε να πάρει 25 κιλά. «Αγόρασα το εισιτήριο και ξεκίνησα την προσπάθεια να παχύνω. Γκόμενα δεν είχα έτσι κι αλλιώς, βέβαια η μάνα μου ανησυχούσε. Μου είπε ότι θα καταστρέψω την υγεία μου για το Περού».

Περουβιανοί και Ουρουγουανοί στους δρόμους της Μόσχας

Φίλε αναγνώστη πόσες ταινίες έχεις δει με τον πρωταγωνιστή να προετοιμάζεται; Να μοχθεί; Να τρέχει; Να σηκώνει βάρη; Πόσα κρέατα στο ψυγείο χτυπούσε ο Ρόκι; Τώρα φαντάσου το αντίστροφο. Ο Μιγκέλ κατ’ αρχήν έκοψε την κολύμβηση που έκανε καθημερινά και το πολύ περπάτημα για ψύλλου πήδημα. Στη συνέχεια έπεσε με τα μούτρα στους υδατάνθρακες. Είχε τρεις μήνες για να τα καταφέρει και το έκανε. Πήρε το δίπλωμα του «υπέρβαρου» και με τη βούλα, το παρουσίασε στην… επιτροπή και πήρε τα εισιτήριά του. Στη μεσημεριανή εκπομπή ο τίτλος θα ήταν: «Πάχυνα 25 κιλά για το Περού».

«Φυσικά συνεχίζω να τρώω. Φαντάζεσαι να μην με αφήσουν να μπω μέσα στο γήπεδο;». δήλωσε. Σήμερα, η προπόνηση του Περού έγινε με κλειστές πόρτες σε ένα γήπεδο 20 χιλιόμετρα μακριά από τη Μόσχα. Ο Μιγκέλ βρήκε μια εφαρμογή τύπου Uber, και με 15€ πήγε εκεί μαζί με κάποιους φίλους με το αυτοκίνητο ενός άγνωστου Ρώσου. Έστω για να δει λίγο τα ινδάλματά του, δεν θα μπορούσε να το χάσει αυτό. Ένας από τους συνοπαδούς του συμπλήρωσε: «Ξέρω ανθρώπους που πούλησαν το αυτοκίνητό τους για να βρεθούν εδώ. Ένας γνωστός είχε παρόμοια ιδέα με τον Μιγκέλ. Να σπάσει το πόδι του και να βρει εισιτήριο μπαίνοντας με αναπηρικό καροτσάκι». Ευτυχώς (ας πούμε), μείναμε μόνο στην παχυσαρκία.

ΥΓ Ο Μιγκέλ δεν είναι σε κάποια από τις φωτογραφίες για προφανείς λόγους.

Πηγή: Las Americas

Το κόκκινο χαλί της βασίλισσας και τα παράπονα των Λατινοαμερικάνων

  [13 Σχόλια]

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966 έχει μείνει στην ιστορία για αρκετά γεγονότα. Για την μοναδική κατάκτηση τίτλου από την Αγγλία, τον τρόπο που αυτή τελικά ήρθε (με το γκολ του Χερστ), τον τεράστιο Εουσέμπιο που σκόραρε εννιά φορές, τη σταθερή Δυτική Γερμανία, την έκπληξη Β. Κορέα και τα γεμάτα γήπεδα. Και φυσικά για την πρώτη τόσο μεγάλη αποτυχία των ομάδων της Ν. Αμερικής. Μόνο που εκεί, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η αποτυχία δεν θεωρήθηκε αδυναμία των τριών μεγάλων (Βραζιλίας, Ουρουγουάης, Αργεντινής), αλλά ως το αποτέλεσμα μιας… πλεκτάνης της Ευρώπης να κατακτήσει έναν τίτλο από τα μεγαθήρια της Αμερικής.

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά, πριν φτάσουμε στις θεωρίες συνωμοσίας και δούμε πόση βάση είχαν. Οι Άγγλοι αφού σνόμπαραν τα πρώτα Παγκόσμια Κύπελλα θεωρώντας τις υπόλοιπες χώρες αρκετά κατώτερες, από το 1950 άρχισαν να συμμετέχουν. Τα αποτελέσματα, πολύ άσχημα. Καλύτερη επίδοση η 7η θέση το 1954 στην Ελβετία. Έτσι, όταν οργάνωσαν το Μουντιάλ του 1966 ήταν αποφασισμένοι να δείξουν στον υπόλοιπο κόσμο ότι το ποδόσφαιρο είναι δική τους υπόθεση. Τα γήπεδα ήταν γεμάτα (το Μουντιάλ της Αγγλίας ήταν μέχρι και το 1994 αυτό με τα περισσότερα εισιτήρια) και η τελετή έναρξης έγινε με κάθε επισημότητα, υπό τα μάτια της βασίλισσας, πλήθους διασημοτήτων αλλά και 87.000 θεατών.

Σε εκείνο το ματς η Αγγλία υποδέχτηκε την Ουρουγουάη, αγώνας που μεταδόθηκε για πρώτη φορά ζωντανά σε πολλά μέρη του κόσμου. Μια Ουρουγουάη που είχε εσωτερικά προβλήματα, εξαιτίας των… παπουτσιών. Βλέπετε, οι σπόνσορες είχαν αρχίσει για τα καλά να μπαίνουν στο ποδόσφαιρο. Οι άμαθοι Ουρουγουανοί δέχτηκαν προτάσεις από Adidas και Puma και εκεί άρχισαν να μαλώνουν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα κάποιοι να δεχτούν την πρόταση της μίας και κάποιοι της άλλης και γενικά να υπάρχει κακό κλίμα. Οι Ουρουγουανοί είχαν μια ομάδα βασισμένη στην εξαιρετική Πενιαρόλ εκείνων των ετών και παίκτες όπως ο Μαζούρκεβιτς, ο Πέδρο Ρότσα, ο Μίλτον Βιέρα και ο μπαμπάς Φορλάν. Ο ιδιόρρυθμος κόουτς Οντίνο Βιέρα κατέβασε μια 11αδα που δεν είχε επιλέξει ξανά μαζί και πριν το ματς έκανε τακτική με αλατιέρες και πιπεριέρες για παίκτες. Ο αστικός μύθος λέει ότι κατά τη διάρκεια της τακτικής, κάποιος έριξε μια αλατιέρα-παίκτη και ο φυσιοθεραπευτής είπε: «τι να κάνω κόουτς; να μπω να τη βοηθήσω;»

Η τακτική πάντως απέδωσε και μετά από 90 λεπτά, οι δυο ομάδες έμειναν στο 0-0. Αυτό ήταν και το μοναδικό παιχνίδι που οι Άγγλοι δεν κέρδισαν το 1966.  Οι Ουρουγουανοί είχαν πάντως προβλήματα και με τη διοργάνωση, καθώς ενώ το παιχνίδι τους με τη Γαλλία ήταν να γίνει στο Γουέμπλεΐ, τελικά οι διοργανωτές το μετέφεραν σε άλλο στάδιο. Την ίδια στιγμή πολλά παράπονα υπήρχαν σχετικά με τον καταρτισμό του προγράμματος, με τους Άγγλους να έχουν πολύ βολικές ημέρες και χρόνο ξεκούρασης. Η Σελέστε πάντως προκρίθηκε κερδίζοντας Γαλλία και φέρνοντας ισοπαλία με το Μεξικό.

Από την άλλη, η παγκόσμια πρωταθλήτρια Βραζιλία με τον σούπερ-σταρ Πελέ τα βρήκε δύσκολα. Αποκλείστηκε από την πρώτη φάση, έχοντας να αντιμετωπίσει το σκληρό παιχνίδι των Βούλγαρων στο πρώτο ματς. Ο Πελέ τραυματίστηκε, οι Βραζιλιάνοι ήταν έξαλλοι με το διαιτητή που δεν προστάτευσε τον Βασιλιά και έπαιξαν στο δεύτερο ματς χωρίς αυτόν, χάνοντας με 3-1 από την Ουγγαρία. Η πρόκριση παιζόταν στο τρίτο παιχνίδι με την Πορτογαλία. Ο Εουσέμπιο όμως ήταν πολύ ανώτερος, ενώ παράλληλα ο Πελέ έφαγε και πάλι αρκετό ατιμώρητο ξύλο με αποτέλεσμα να νιώθει ενοχλήσεις και να μην μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά τη Βραζιλία που έχασε. Οι Βραζιλιάνοι ήταν έξαλλοι κι ο Πελέ δήλωσε ότι δεν θα ξαναπαίξει σε Μουντιάλ. Ευτυχώς για όλους μας, το 1970 έδωσε το παρόν κανονικά. Η κόντρα τους με τους Άγγλους είχε ξεκινήσει πριν τους αγώνες. Για την άφιξή τους (όταν δεν υπήρχε πούλμαν να τους παραλάβει), τον αριθμό των φωτογράφων που μπορούσαν να έχουν, τις σημαίες της ομάδας, τις καθυστερήσεις στις μεταφορές τους, τις παροχές σε δημοσιογράφους, τη διαμονή, τα προβλήματα με τα τηλέφωνα. Σε ένα άρθρο του Guardian αναφέρεται η ιστορία για τα πρώτα αντιντόπινγκ τεστ που οργάνωσε ο Άγγλος γιατρός και ανάγκασαν τους Βραζιλιάνους να ζητήσουν να απαγορευτεί το τσάι για τους Άγγλους, αν απαγορευτεί ο καφές γι’ αυτούς.

«Όταν επέστρεψα στη Βραζιλία, η καρδιά μου δεν ήταν στο ποδόσφαιρο πλέον. Ήταν ένα σοκ αυτό που έγινε με την αντιαθλητική συμπεριφορά και την κακή διαιτησία. Η Αγγλία κέρδισε, αλλά για μένα δεν είχε την καλύτερη ομάδα. Το ποδόσφαιρο σταμάτησε να είναι τέχνη και έγινε πόλεμος».

Κι η τρίτη της Ν. Αμερικής; Η Αργεντινή μετά τις αποτυχίες της στα Μουντιάλ του 1958 και του 1962 πήγε χωρίς πολλές φιλοδοξίες στη διοργάνωση. Με πολλά εσωτερικά προβλήματα και κακά αποτελέσματα πριν τη διοργάνωση, οι ελπίδες δεν ήταν πολλές. Οι Αργεντινοί είχαν κι αυτοί τα δικά τους θέματα με τους Άγγλους. Στο προπονητικό κέντρο δεν υπήρχαν εστίες, τα λεωφορεία που τους μετέφεραν έκαναν λάθη και γενικά είχαν παράπονα από τους διοργανωτές. Κατάφεραν να πάρουν όμως την πρόκριση.

Κάπως έτσι φτάσαμε στα προημιτελικά. Εκεί που Ουρουγουανοί και Αργεντινοί υποστηρίζουν ότι έγινε η μεγάλη σφαγή. Πριν καν ξεκινήσει το Μουντιάλ και σύμφωνα με τα ΜΜΕ της Ν. Αμερικής, οι χώρες έπρεπε να δηλώσουν από δύο διαιτητές για τη διοργάνωση, αλλά οι Άγγλοι εμφανίστηκαν τελικά με τέσσερις, συν έναν Σκωτσέζο και έναν Ουαλό. Ήδη οι πρώτες ανησυχίες υπήρχαν. Οι διασταυρώσεις των προημιτελικών έφεραν την Ουρουγουάη να παίζει με τη Δ. Γερμανία και την Αργεντινή με την Αγγλία. Μερικές ημέρες πριν τους αγώνες, οι εκπρόσωποι της Σοβιετικής Ένωσης, της Ουρουγουάης και της Αργεντινής κλήθηκαν σε ένα ξενοδοχείο του Λονδίνου ώστε να γίνει η κλήρωση των διαιτητών. Ενώ έφτασαν στην ώρα τους, ενημερώθηκαν από τον πρόεδρο της FIFA που κατά τύχη ήταν ο Άγγλος Στάνλεϊ Ρους, ότι η κλήρωση είχε ήδη γίνει, με μάρτυρα αυτόν, τον Γερμανό εκπρόσωπο και ένα Νοτιαφρικάνο. Κατά διαβολική σύμπτωση, το ματς Αγγλίας-Αργεντινής κληρώθηκε να διευθύνει ένας Γερμανός διαιτητής και το Γερμανία-Ουρουγουάη ένας Άγγλος. Η συνάντηση είχε κανονιστεί σε ώρα που ο Ισπανός, μέλος της επιτροπής, δεν μπορούσε να επιστρέψει στο Λονδίνο (μια που ήταν σε άλλη πόλη για άλλον αγώνα). Αρκετά ύποπτα όλα αυτά.

Φτάσαμε έτσι στους αγώνες που έγιναν ίδια μέρα και ώρα. Τώρα για να είμαστε σωστοί, οι Νοτιοαμερικάνοι δεν είναι τα καλύτερα παιδιά και πολλές φορές υπερβάλλουν στις ιστορίες τους. Στο συγκεκριμένο ματς,  η Ουρουγουάη διαμαρτύρεται για ένα πέναλτι που δεν δόθηκε πολύ νωρίς στην αρχή του αγώνα σε χέρι του Σνέλινγκερ. Αμέσως μετά οι Γερμανοί άνοιξαν το σκορ με ένα τυχερό γκολ, στο οποίο η μπάλα κόντραρε. Οι Ουρουγουανοί εκνευρισμένοι άρχισαν τις κλωτσιές και έτσι στο δεύτερο ημίχρονο έχασαν δύο παίκτες τους μέσα σε πέντε λεπτά με αποβολή. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι τα φάουλ δεν ήταν για αποβολή. Από εκεί και πέρα όπως ήταν φυσικό, το παιχνίδι ουσιαστικά είχε κριθεί με 9 παίκτες. Η Γερμανία έβαλε άλλα τρία γκολ και με το 4-0 πήρε την πρόκριση. Οι παίκτες της Σελέστε ήταν όμως έξαλλοι με τον Άγγλο διαιτητή και ο Χούλιο Κορτές του έριξε μια μεγαλοπρεπή κλωτσιά στο τέλος του ματς, μια κλωτσιά που του επέφερε τιμωρία έξι αγώνων.

Η Αργεντινή αντιμετώπιζε την Αγγλία στο Γουέμπλει. Όταν οι Λατινοαμερικάνοι ζήτησαν να κάνουν προπόνηση στο στάδιο μια ημέρα πριν τον αγώνα για να εξοικειωθούν με το χώρο η απάντηση ήταν ότι αυτό δεν ήταν εφικτό, μια που υπήρχαν προγραμματισμένες… κυνοδρομίες. Το παιχνίδι ήταν πολύ σκληρό και οι Άγγλοι διαμαρτύρονταν σε κάθε φάουλ των Αργεντίνων. Είχε ήδη δημιουργηθεί κλίμα, με το BBC να παίζει τις προηγούμενες ημέρες συνέχεια ένα φάουλ από το Αργεντινή-Γερμανία, με το οποίο αποβλήθηκε ο Άλμπρετς. Στο 35′ η Αγγλία βγήκε αντεπίθεση και κέρδισε φάουλ με τον Χαντ. Το φάουλ εκτελέστηκε και στη συνέχεια ο θρυλικός Αντόνιο Ρατίν, αρχηγός της Αργεντινής, ζήτησε να μιλήσει στο διαιτητή, καθώς η Αργεντινή διαμαρτυρόταν ότι πριν την αντεπίθεση είχε προηγηθεί φάουλ της Αγγλίας. Σε κάθε ευκαιρία, οι παίκτες της Αργεντινής προσπαθούσαν να παγώσουν το ρυθμό και σε συνδυασμό με τη διαιτησία που έπαιζε έδρα, ο Ρατίν βρήκε ευκαιρία να διαμαρτυρηθεί στο διαιτητή και να κερδίσει χρόνο. Φυσικά δεν μιλούσε αγγλικά, ούτε γερμανικά και ζητούσε έναν μεταφραστή. Ο Γερμανός διαιτητής δεν ασχολήθηκε και όταν ο Ρατίν επέμεινε δείχνοντάς του το περιβραχιόνιο, προς έκπληξη των Αργεντινών τον απέβαλε. Ο λόγος; Τον κοιτούσε… απειλητικά και έτσι κατάλαβε ότι τον έβριζε. Σημείωση: ο Γερμανός δεν ήξερε ισπανικά.

Η απόφαση αυτή έφερε θύελλα αντιδράσεων. Ο Ρατίν μην καταλαβαίνοντας ή πιθανότερα κάνοντας ότι δεν καταλαβαίνει, αρνήθηκε να αποχωρήσει, το παιχνίδι διακόπηκε για περίπου 10 λεπτά, με τον Ρατίν να ζητάει μεταφραστή και να κάθεται στο κόκκινο χαλί της βασίλισσας. Οι Άγγλοι που είχαν κατακλύσει το Γουέμπλεϊ άρχισαν να φωνάζουν «Animals, animals» έξαλλοι για την ιερόσυλη κίνηση.

«Ήταν άδικη η αποβολή. Όταν με απέβαλαν, έκατσα στο κόκκινο χαλί της βασίλισσας που οδηγούσε στη θέση της. Δεν ήταν εκεί, οπότε έκατσα περίπου για πέντε λεπτά. Μετά σηκώθηκα για να πάω στα αποδυτήρια. Κάποιοι μου πέταξαν απομιμήσεις σοκολάτας. Δεν είχα ξαναδεί. Ξετύλιξα μία, δάγκωσα και την πέταξα πίσω.  Όταν έφτασα στο κόρνερ, έσφιξα το σημαιάκι της Βρετανίας και φώναξα «Άγγλοι, π..νας γιοι». Κάπου εκεί σταμάτησαν οι σοκολάτες και άρχισαν να πέφτουν μπύρες».

-Αντόνιο Ρατίν σε συνέντευξή του το 2016 στην εφημερίδα La Nacion, με τη συμπλήρωση 50 ετών από εκείνο το ματς.

Η Αργεντινή με παίκτη λιγότερο άντεξε για πολλή ώρα. Υπήρξαν νέες διαμαρτυρίες για ένα φάουλ του Χερστ που υποστήριξαν ότι ήταν για αποβολή. Ο Γερμανός δεν συγκινήθηκε. Τελικά μια κεφαλιά του Χερστ έδωσε την πολυπόθητη νίκη και πρόκριση στην Αγγλία. Μετά το τέλος του αγώνα οι παίκτες της Αργεντινής συνέχισαν τις διαμαρτυρίες και ο Γερμανός διαιτητής έφυγε συνοδεία αστυνομίας. Ο προπονητής της Αγγλίας Αλφ Ράμσει φώναζε στους παίκτες του να μην αλλάξουν φανέλες με τους αντιπάλους που τους αποκαλούσε ζώα. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις πήγε ο ίδιος και τραβούσε τις φανέλες των παικτών του πίσω.

Ο προπονητής της Αγγλίας εμποδίζει την ανταλλαγή φανέλας

Τα παράπονα φυσικά δεν έμειναν μόνο στην Αγγλία. Στο Μοντεβιδέο οι Ουρουγουανοί βομβάρδισαν με τηλεφωνήματα τη βρετανική πρεσβεία ρωτώντας «πόσα πήρε ο διαιτητής από τους Γερμανούς», ενώ πλήθος κόσμου μαζεύτηκε απ’ έξω και χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία. Αντίστοιχες εικόνες είχαμε και στο Μπουένος Άιρες. Οι αποστολές των ομάδων επέστρεψαν εν μέσω αποθέωσης στις πατρίδες τους, καθώς η γενική εικόνα ήταν ότι υπήρχε «ευρωπαϊκό σχέδιο», ώστε να φτάσουν στα ημιτελικά μόνο ομάδες από την Ευρώπη.

Ο Γερμανός διαιτητής φυγαδεύεται στο Γουέμπλεϊ

Η FIFA συνεδρίασε με τον Άγγλο πρόεδρό της και απείλησε την Αργεντινή με αποκλεισμό από το επόμενο Μουντιάλ. Την ίδια στιγμή η Π.Ο. της Αργεντινής απειλούσε να αποχωρήσει από τη FIFA. Αργεντινή και Αγγλία που μέχρι τότε είχαν καλές ποδοσφαιρικές σχέσεις, ας μην ξεχνάμε ότι το ποδόσφαιρο σε πολλές χώρες της Λ. Αμερικής ξεκίνησε από Βρετανούς μετανάστες, ξεκίνησαν μια μεγάλη έχθρα. Μια έχθρα που συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια και έφτασε στο αποκορύφωμά της τη δεκαετία του 1980, τόσο με τον πόλεμο των Φόκλαντς, όσο φυσικά και με το παιχνίδι στο Μουντιάλ του 1986 και τα καμώματα του Μαραντόνα. Όσο για εκείνο το Μουντιάλ, οι Άγγλοι το κατέκτησαν στον τελικό επί της Γερμανίας, με ένα αμφισβητούμενο γκολ που έμεινε για πάντα στην ιστορία και έβαλε κι άλλες αμφιβολίες για την καθαρότητα της διοργάνωσης. Για τους Αργεντινούς, το ματς εκείνο ονομάστηκε «η κλοπή του αιώνα» και μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς πόση ευχαρίστηση ένιωσαν το 1986. Ακόμα και τόσα χρόνια μετά, σε Βραζιλία, Ουρουγουάη και Αργεντινή θεωρούν ότι έπεσαν θύμα των Ευρωπαίων.

Όταν οι Ιρλανδοί δεν μπόρεσαν να χαρούν τη νίκη τους: H σφαγή του Λοκινάιλαντ

  [2 Σχόλια]

Όπως είναι λογικό, με λίγες μέρες να απομένουν για την έναρξη του Μουντιάλ, δεν θα μπορούσα να μην ασχοληθώ με ιστορίες που αφορούν το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου. Φρέσκες αλλά και παλαιότερες. Ιστορίες που έγραψαν με χρυσά γράμματα, αλλά ακόμα και με αίμα, την ιστορία του αθλήματος και όχι μόνο. Το ποδόσφαιρο δεν έμεινε άλλωστε ποτέ εκτός από μεγάλες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις που άλλαξαν αυτόν εδώ τον κόσμο. Ευτυχώς ή δυστυχώς. Σήμερα θα προσπαθήσω να παρουσιάσω κάποια γεγονότα που είχαν ως επίκεντρο το νησί της Ιρλανδίας πριν από περίπου 25 χρόνια, σε μία απ’ τις δυσκολότερες περιόδους της σύγχρονής της ιστορίας (γνωστότερης και ως περίοδος των Ταραχών), και που εννοείται το ποδόσφαιρο δεν έμεινε έξω από όλο αυτό. Το μίσος άλλωστε που υπήρχε ανάμεσα στην Δημοκρατία της Ιρλανδίας  με την Βόρεια Ιρλανδία είχε ως καθρέφτη και τα γήπεδα του ποδοσφαίρου.

Στις 18 Ιουνίου του 1994, το Έιρε αντιμετώπιζε την Ιταλία, στην πρεμιέρα του Ε’ ομίλου για το Μουντιάλ των ΗΠΑ, μπροστά σε ένα κολασμένο από Ιρλανδούς κοινό. Την ίδια ώρα σε ένα αρκετά ήσυχο και μικρό χωριουδάκι με το όνομα Λοκινάιλαντ, κάπου στην Βόρεια Ιρλανδία, αρκετοί ποδοσφαιρόφιλοι είχαν γεμίσει την μοναδική παμπ που υπήρχε, για να παρακολουθήσουν το παιχνίδι. To Έιρε απέναντι στους πανίσχυρους Ιταλούς του Μπάτζιο, του Μπαρέζι και του Μαλντίνι. Αυτή η αναμέτρηση δεν μπορούσε να χαθεί για κανένα λόγο. Το ημίχρονο θα τους βρει να πίνουν τις μπύρες τους, καθώς το Έιρε προηγείται με 0-1 χάρις στο τέρμα του παλιού μέσου της Λίβερπουλ, Ρέιμοντ Χιούτον. Σε λίγα λεπτά βέβαια αυτό θα ήταν το λιγότερο που θα τους απασχολούσε, με το ποδόσφαιρο να περνά σε δεύτερη μοίρα. Η πόρτα θα ανοίξει βιαίως, και δύο κουκουλοφόροι θα εισβάλλουν βρίζοντας χυδαία για την καταγωγή των θαμώνων, ανοίγοντας πυρ προς πάσα κατεύθυνση. Αποτέλεσμα, έξι νεκροί και πέντε βαριά τραυματίες. Τα ερωτήματα πολλά. Ο πόνος περισσότερος.

Την ευθύνη ανέλαβε, λίγες ώρες μετά το συμβάν, η οργάνωση UVF, μια παραστρατιωτική οργάνωση που ήταν ακριβώς απέναντι στους Ιρλανδούς Republicans και φυσικά στον ΙRΑ. Το περίεργο της υπόθεσης είναι πως το μικρό χωριό που έγινε το τραγικό συμβάν δεν είχε καμία σχέση με τις ταραχές εκείνης της περιόδου. Στο χωριό ζούσαν αρμονικά Καθολικοί αλλά και Προτεστάντες και -όπως απεδείχθη αργότερα- κανένα απ’ τα έξι θύματα δεν είχε καμία πολιτική δράση, ούτε φυσικά είχε κάποια σχέση με τον ΙRΑ. Οι θαμώνες της παμπ ήταν κυρίως Καθολικοί. Ο βρετανικός Τύπος ψάχνει μάταια να βρει μια λογική εξήγηση (όσο κι αν δεν γίνεται να βρεθεί ποτέ «λογική εξήγηση» μετά από μια τέτοια πράξη) καθώς τα νέα ταξιδεύουν σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα νέα -όπως ήταν λογικό- θα  φτάσουν και στους παίκτες του Έιρε που γιορτάζουν την τεράστιά τους νίκη. Ολόκληρη η Ιρλανδία ήταν ένα καζάνι που έβραζε και το τυφλό μίσος είχε φανεί -και σε ποδοσφαιρικό επίπεδο- λίγους μήνες νωρίτερα, την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών για το Μουντιάλ, όταν η Βόρειος Ιρλανδία είχε υποδεχθεί το Έιρε για την τελευταία αγωνιστική του Γ’ ομίλου. Στις 17 Νοεμβρίου του ’93. Το συμβάν -όσο κι ήταν καταδικαστέο- δεν μπορούσε να ξαφνιάσει κανένα.

Η Ισπανία με 17 βαθμούς στο σακούλι της, υποδέχονταν την Δανία, που ήταν πρώτη με 18 βαθμούς, στη Σεβίλλη, και ήθελε πάση θυσία τη νίκη για να προκριθεί στο Μουντιάλ. Την ίδια ώρα στο Μπέλφαστ η Βόρειος Ιρλανδία θα έπαιζε με το Έιρε, που είχε 17 βαθμούς επίσης, θέλοντας να του κόψει τον δρόμο για τις ΗΠΑ. Το διάστημα εκείνο οι πολιτικές ταραχές βρίσκονταν στην κορύφωσή τους και μάλιστα, ένα μήνα πριν την αναμέτρηση, είχαν χάσει τη ζωή τους στο Μπέλφαστ 23 άνθρωποι μετά από βομβιστική επίθεση. Η ΦΙΦΑ είχε προτείνει την διεξαγωγή της αναμέτρησης στο Όλντ Τράφορντ -ακόμα και στο Γουέμπλεϊ- κάτι όμως που δεν είχαν δεχθεί οι γηπεδούχοι. Μάλιστα ήταν τέτοιος ο φόβος για την σωματική ακεραιότητα των παικτών του Έιρε που ο προπονητής της ομάδας, ο θρυλικός Τζακ Τσάρλτον, πρότεινε την μεταφορά της αποστολής, απ’ το Δουβλίνο στο Μπέλφαστ, με αεροπλάνο και όχι με λεωφορείο, όπως ήταν δηλαδή προγραμματισμένο, μιας και η απόσταση δεν είναι απαγορευτική για κάτι τέτοιο. Μιλάμε για περίπου 150 χιλιόμετρα.

Το πρώτο πράγμα που αντίκρισαν οι παίκτες του όταν έφτασαν ήταν μια συμμορία μικρών παιδιών που τους υποδέχτηκε με πέτρες, βρισιές και υψωμένο το μεσαίο δάχτυλο. Για το όμορφο καλωσόρισμα. Όταν δε, έφτασαν στο γήπεδο για προπόνηση, αυτό που είδαν δεν είχε καμία σχέση με ποδοσφαιρική αναμέτρηση αλλά με πραγματική εμπόλεμη ζώνη. Στρατιώτες με φουλ εξοπλισμό και αστυνομικοί με σκυλιά να τους γαβγίζουν μανιασμένα. Παντού συρματοπλέγματα και ένας τεράστιος όγκος οπαδών να προσπαθεί να τους τραμπουκίσει με κάθε τρόπο. Όπως είχε δηλώσει και ο Άλαν Μακ Λάφιν: «To μόνο μέρος που φάνταζε ασφαλές ήταν το γήπεδο την ώρα διεξαγωγής της αναμέτρησης». Και δεν είχε καθόλου άδικο.

H αναμέτρηση ξεκίνησε με το Έιρε να μην έχει οπαδούς στο γήπεδο και τους σπουδαίους αμυντικούς Πολ Μακ Γραθ και Τέρι Φίλαν να ακούνε ντροπιαστικούς ήχους πιθήκων κάθε φορά που ακουμπούσαν την μπάλα. Ήταν πλέον ολοφάνερο. Αυτή δεν ήταν μια κανονική ποδοσφαιρική αναμέτρηση αλλά κάτι πολύ πάνω του ποδοσφαίρου, της πολιτικής και φυσικά της τιμής του κάθε ποδοσφαιριστή. «Αν κερδίσετε σήμερα σε αυτό εδώ το κολαστήριο θα είστε ήρωες για μια ολόκληρη ζωή. Δεν με ενδιαφέρει τι θα κάνουμε στο Μουντιάλ ή τι θα κερδίσετε με τις ομάδες που θα αγωνίζεστε από του χρόνου. Δεν με νοιάζει τίποτα. Κανένας τίτλος, κανένα συμβόλαιο, κανένας πόνος. Μπείτε μέσα και κερδίστε αυτό τον αγώνα. Αγωνιστείτε σαν να είναι ο τελευταίος αγώνας της ζωής σας, σαν να εξαρτάται η ίδια σας η ζωή από αυτό εδώ το 90λέπτο». Αυτά ήταν μερικά απ’ τα λόγια του Τσάρλτον λίγο πριν την έναρξη. Λόγια που αντηχούσαν σαν τύμπανα πολέμου στις καρδιές και το μυαλό των ποδοσφαιριστών. Σαν μια σκληρή και ξεσηκωτική μελωδία των Thin Lizzy στ’ αυτιά. Το δικό τους Emerald. Βέβαια για να έρθει η πρόκριση, χρειάστηκε και μια μεγάλη δόση τύχης, σε μία απ΄τις αστειότερες στιγμές στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Με το σκορ στο 0-0 (και αφού η Ισπανία προηγούνταν με 1-0 της Δανίας απ’ το 63′) ο Τσάρλτον θα φωνάξει τον θεούλη Τόνι Κασκαρίνο για να πάρει τη θέση του Ρέι Χιούτον, που είχε φάει το ξύλο της ζωής του απ’ τους αντιπάλους. Ο Κασκαρίνο θα ανοίξει την φόρμα του και θα δει πως έχει ξεχάσει την φανέλα του στα αποδυτήρια της ομάδας. Αυτό μπορούσε να το κάνει μόνο αυτός σε μια τέτοια αναμέτρηση. Ο Τσάρλτον θα γίνει έξαλλος και θα βάλει στην θέση του τον Μακ Λάφιν. Δεν είναι καιρός άλλωστε για χρονοτριβές. Σε εκείνο το σημείο μάλιστα το Έιρε θα δεχθεί γκολ από τον Τζίμι Κουίν, με τον Κασκαρίνο να ψάχνει μέρος για να κρυφτεί. «Έτρεξα για τα αποδυτήρια για να βρω τη φανέλα μου και μόλις κατάλαβα πως δεχτήκαμε γκολ σκέφτηκα να φύγω τρέχοντας για το Δουβλίνο. Το πολύ πολύ να με σκότωνε καμιά αδέσποτη σφαίρα. Σίγουρα πιο ήσυχος θάνατος απ’ το να με περιλάβει ο Τζακ (Τσάρλτον) στα χέρια του» θα πει μεταξύ σοβαρού κι αστείου ο Κασκαρίνο μετά από χρόνια για το συμβάν σε τηλεοπτική εκπομπή. Για καλή του τύχη, ο Μακ Λάφιν που είχε περάσει από σπόντα στο γήπεδο, ισοφάρισε στο τελικό 1-1 και κάπως έτσι το Έιρε σφράγισε στο Μπέλφαστ τα εισιτήρια για το Μουντιάλ, περνώντας ως δεύτερο πίσω από την Ισπανία.

Λίγους μήνες αργότερα ο σαξοφωνίστας/ερωτιάρης πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, θα έρθει σε μετωπική σύγκρουση με το FBI, την CIA αλλά και την ΜΙ6 για την χορήγηση βίζας στον Τζέρι Άνταμς, μιας εκ των ηγετικών μορφών του ΙRΑ εκείνης της περιόδου, διχάζοντας όπως ήταν λογικό μεγάλη μερίδα των Ιρλανδών σε ολόκληρο τον πλανήτη και κυρίως αυτών που ζούσαν στις ΗΠΑ. Το κουβάρι τελικά θα ξετυλιχθεί αρκετά μετά από μήνες, όταν θα βγει στην επιφάνεια το όνομα του Μπιλ Φλιν. Ο Μπιλ Φλιν ήταν σημαντική προσωπικότητα στην κοινωνία των Ιρλανδών της Αμερικής και ήταν αυτός που ουσιαστικά πίεσε και έβγαλε την βίζα στον Τζέρι Άνταμς. Αφορμή μάλιστα για το φονικό στην παμπ «The Heights Bar» στάθηκε και η καταγωγή του. Οι ρίζες του Φλιν κρατούσαν από το μικρό Λοκινάιλαντ. Το συμβάν, γνωστότερο και ως «Η σφαγή του Λοκινάιλαντ» θεωρείται ως η στιγμή εκείνη που άμβλυνε την κατάσταση ανάμεσα στις παραστρατιωτικές οργανώσεις, για να φτάσουμε σε συνθήκες ανακωχής. αρκετό καιρό αργότερα.

Το γεγονός αυτό όσο σκληρό κι αν ήταν -που ήταν- δεν πήρε πάνω του μεγάλη προβολή (ή την προβολή που του άξιζε) μιας και σε εκείνο το Μουντιάλ την παράσταση έκλεψε η υπόθεση ντόπινγκ του Μαραντόνα, το χαμένο πέναλτι του Ρομπέρτο Μπάτζιο και φυσικά η δολοφονία του Κολομβιανού αμυντικού Αντρές Εσκομπάρ, για το αυτογκόλ του απέναντι στις ΗΠΑ, από πληρωμένους δολοφόνους γνωστού καρτέλ ναρκωτικών, επειδή με αυτό το αυτογκόλ είχαν χαθεί εκατομμύρια δολάρια από παράνομο στοιχηματισμό. Όπως έγραψα και στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου, το ποδόσφαιρο δεν έμεινε ποτέ εντός των τεσσάρων γραμμών ενός γηπέδου, με τραγικές συνέπειες πολλές φορές για τους ποδοσφαιριστές αλλά και τους απλούς φιλάθλους.

(Όσοι θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την ιστορία και φυσικά πολύ πιο αναλυτικά, υπάρχει το ντοκιμαντέρ του EPSN «Ceasefire Massacre» της εξαιρετικής σειράς 30 for 30.)

Σομπρεροπρογνωστικά (Μουντιάλ 2018)

  [5 Σχόλια]

Τα ξεκινήσαμε στο Μουντιάλ του 2010 και από τότε προστέθηκαν δύο Euro, ένα Μουντιάλ και ένα Κόπα Αμέρικα. Τα Σομπρεροπρογνωστικά επιστρέφουν και φέτος με αφορμή το Μουντιάλ της Ρωσίας. Ήρθε η ώρα να ξεχωρίσουμε οι γνώστες από τους ερασιτέχνες, οι άντρες από τα αγόρια, οι κυρίες από τα κορίτσια, οι θεοί από τους κοινούς θνητούς, τα 10αρια από τα αριστερά μπακ.

Τα πράγματα είναι απλά. Πηγαίνετε σε αυτό εδώ το σάιτ και φτιάχνετε γρήγορα έναν λογαριασμό (ή αν βαριέστε μπαίνετε με το Facebook/Twitter account σας). Σε περίπτωση που έχετε παίξει σε παλιότερο διαγωνισμό μας, απλά πραγματοποιείτε είσοδο καθώς ισχύει το παλιό account. Αφού κάνετε λογαριασμό πηγαίνετε εκεί που λέει Join League και βάζετε τον μαγικό αριθμό 250840. Αν δεν το κάνετε αυτό δεν θα μπείτε στο μίνι-πρωτάθλημα του Σομπρέρο. Και πριν πείτε «λες και θέλω να βλέπω τα μούτρα σας», σκεφτείτε ότι μπορεί να χάσετε το έπαθλο που θα πάρει ο πρωταθλητής μας. Το δώρο που θα προσφέρει το αγαπημένο SportArena από τη μεγάλη συλλογή του και θα ανακοινωθεί σύντομα. Οπότε αφήστε τα μούτρα και μπείτε στο πρωταθληματάκι μας.

Για τους καινούριους, το παιχνίδι έχει ως εξής: Βάζετε τα προγνωστικά σας για τους αγώνες του Μουντιάλ. Αν πετύχετε ακριβές σκορ παίρνετε 3 βαθμούς, αν πετύχετε μόνο το αποτέλεσμα (νίκη-ισοπαλία) παίρνετε 1 βαθμό. Σε περίπτωση που το αποτέλεσμα που πιάσατε ήταν έκπληξη (το έπαιξε λιγότερο από το 20% των συμμετεχόντων) παίρνετε μπόνους 2 βαθμών. Το ίδιο ισχύει και για το σκορ σε «έκπληξη» (αν το έπαιξε λιγότερο από το 5%). Σε περίπτωση ισοβαθμίας μετράει η… διαφορά τερμάτων στα προγνωστικά σας. Είμαστε στη διάθεσή σας για κάθε ερώτηση, μπορείτε να μας βρίσκετε είτε εδώ, είτε σε Facebook, Instagram (όπου συνεχίζουμε τα αφιερώματά μας στα περασμένα Μουντιάλ) και Twitter.

Πολ Μέρσον: Τι να μην κάνεις για να γίνεις επαγγελματίας ποδοσφαιριστής

  [6 Σχόλια]

Η σκηνή για την οποία θα διαβάσετε, θα μπορούσε να είναι -αρκετά εύκολα- σκηνή σε ταινία του Γκάι Ρίτσι (όταν έκανε καλές ταινίες). Μια «βρώμικη» μελωδία κιθάρας να παίζει ως ηχητικό background. Σπιντάτο μοντάζ με κλασικές βρετανικές φάτσες στο κάδρο και φυσικά μπόλικες δόσεις χιούμορ να ισορροπούν με αυτές του δράματος. Προπονητικό κέντρο της Άστον Βίλα, μια μέρα πριν την έναρξη της Πρέμιερ Λιγκ της σεζόν 2001/2002, η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική και βαριά. Ο Πολ Μέρσον ακουμπησμένος σε κάποιο τοίχο συνομιλεί με τον Μπόσκο Μπάλαμπαν. Με τον δεύτερο να έχει περισσότερο τον ρόλο του ακροατή παρά του συνομιλητή. Ο Μέρσον έχει πολλά παραπανίσια κιλά και χασκογελάει καθώς διηγείται στον Κροάτη επιθετικό την ιστορία, όταν είχε τιμωρηθεί απ’τους «χωριάτες» με 50.000 λίρες πρόστιμο, επειδή είχε βρεθεί να τζογάρει στην Νέα Υόρκη, ενώ κανονικά έπρεπε να βρίσκεται σε αποθεραπεία για το πρόβλημα που ταλαιπωρούσε την πλάτη του. Ένα μειδίαμα είχε μόλις ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του Κροάτη, την ίδια στιγμή που ο προπονητής της ομάδας, ο Γκράχαμ Τέιλορ, πέρασε μπροστά τους, φανερά εκνευρισμένος, κοιτάζοντας κατάματα τον Μέρσον. «Μέρσι, στο γραφείο μου αυτή τη στιγμή» θα του πει, και θα νιώσει την σκιά του ποδοσφαιριστή του να τον ακολουθεί σαν σκιά μαθητή που γνωρίζει πολύ καλά πως έχει κάνει βλακεία, καθώς ο διευθυντής του σχολείου τον καλεί στο γραφείο για πιθανή αποβολή ή -στην καλύτερη- για μια σκληρή επίπληξη.

«Μέρσι ειλικρινά πες μου τι κάνεις εδώ. Σου έχω πει πως δεν βρίσκεσαι στα πλάνα μου για την φετινή σεζόν. Πρέπει να βρεις μια νέα ομάδα να αγωνιστείς και να χαρείς ξανά το ποδόσφαιρο, αν φυσικά θες κάτι τέτοιο».

«Έχω μιλήσει με τον πρόεδρο κύριε (εννοώντας τον Νταγκ Έλις) και μου είπε πως θα βρούμε ένα τρόπο για να συνεχίσω να είμαι μέλος της ομάδας και φέτος. Δεν σας έχει μιλήσει επ’ αυτού;»

O Tέιλορ αν μισούσε ένα πράγμα σε αυτή τη ζωή (και στο ποδόσφαιρο συγκεκριμένα μιας και αυτό είναι το θέμα μας) περισσότερο κι από γκολ στο 90′ κατά της ομάδας του, αυτό δεν ήταν άλλο απ’ το να μπλέκονται στα πόδια του διοικητικά στελέχη, πόσο μάλλον ο ίδιος ο πρόεδρος, σε καθαρά ποδοσφαιρικά θέματα. «Οι πρόεδροι άλλωστε είναι για να υπογράφουν τα τσεκ των επιταγών και μόνο». Ξαφνικά, και ενώ είχε αρχίσει να μουρμουρίζει βρισιές που δεν θα έβαζε σε ταινία του ούτε ο Γιάννης ο Οικονομίδης, έφυγε απ’ το γραφείο για να επιστρέψει μετά από μερικά λεπτά και να δει τον Μέρσον να κάθεται σταυροπόδι και να τον περιμένει χαμογελαστός με την ηρεμία κάποιου που είχε όλα τα προβλήματά του λυμένα και αγνοούσε πλήρως λέξεις όπως άγχος, πίεση και προπόνηση.

«Πόσα χρήματα θες για να μας αδειάσεις την γωνιά; Δεν είσαι κάποιο παιδάκι. Σε σέβομαι και με σέβεσαι. Λέγε».

«Βρίσκομαι σε προχωρημένη ηλικία. Έχω διαγράψει μια μεγάλη καριέρα και έχω κερδίσει ένα σωρό σπουδαίους τίτλους. Με ένα ποσό γύρω στις 100.000 λίρες πιστεύω θα είμαι ευχαριστημένος»

«Εντάξει Μέρσι. Θα τις πάρεις», του απάντησε -αρκετά πιο ήρεμος- ο Τέιλορ, και του έδειξε με νόημα την πόρτα. Ο Μέρσον σηκώθηκε αργά-αργά, χαιρέτησε με ένα ύπουλο βλέμμα τον προπονητή του και βγήκε απ’ το γραφείο χαμογελαστός. Στο δρόμο για το πάρκινγκ -και πριν την μπυραρία- πέρασε και πάλι μπροστά απ’ τον Μπάλαμπαν -που για κάποιο περίεργο λόγο είχε μείνει να περιμένει εκεί ακουμπώντας ακόμα στον τοίχο- και του είπε: «Ήθελε να  με ρωτήσει πόσα θέλω για να φύγω απ’ την ομάδα. Του είπα 100 χιλιάδες και δέχθηκε χωρίς συζήτηση. Ο βλάκας, έπρεπε να ζητήσω 200 χιλιάδες». Ο Μπάλαμπαν συνέχισε να ακουμπά στον τοίχο σφυρίζοντας καθώς έβλεπε τον συμπαίκτη του να φεύγει. Δεν είχε να πει τίποτα περισσότερο μαζί του. Βασικά δεν πολυγούσταρε κιόλας. Αν ήταν σκηνή ταινίας (ή σειράς) θα άναβε και ένα τσιγάρο χαϊδεύοντας το λαδωμένο του μαλλί όπως ο Τσέρνομπογκ στο American Gods. Ίσως να είχε ζηλέψει και λίγο μιας και δεν ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος, ούτε αυτός, στο Μπέρμινγχαμ.  Ευτυχώς, άφησε την Βίλα για το Ζάγκρεμπ, μερικούς μήνες αργότερα.

Ο Πολ Μέρσον δεν ήταν ένας τυχαίος ποδοσφαιριστής. Όσοι δεν γνωρίζουν γι’ αυτόν, μάλλον δεν θα το κατάλαβαν διαβάζοντας, ως τώρα, το κείμενο. Αγωνίστηκε για περίπου 10 χρόνια στην Άρσεναλ, κατακτώντας μαζί της πολλούς και σπουδαίους τίτλους, πριν αναλάβει ο Βενγκέρ και αλλάξει την ιστορία και το προφίλ των Λονδρέζων. Υπήρξε επίσης σημαντικότατο στέλεχος της εθνικής Αγγλίας την δεκαετία του ’90 και πήρε μέρος στο Γιούρο του ’92 και στο Μουντιάλ του ’98 δίπλα σε αστέρες τεράστιου βεληνεκούς (όπως ήταν και ο ίδιος). Στο Μουντιάλ μάλιστα -και για να καταλάβετε καλύτερα την αξία του- είχε βρεθεί, ως παίκτης της Μίντλεσμπρο, μετά από μια εξαιρετική σεζόν που είχε πραγματοποιήσει στην 2η κατηγορία της Αγγλίας. Σε μια σεζόν που είχε βρει τη ‘Μπόρο’ να κερδίζει την άνοδο για τα σαλόνια της Πρέμιερ Λιγκ.

Λίγο πριν την έναρξη της σεζόν 1997-1998 ο Βενγκέρ είχε προτείνει στον Άγγλο επιθετικό (που είχε αρχίσει να αγωνίζεται ως δεκάρι) να παραμείνει στην Άρσεναλ, έχοντας όμως μειωμένες αποδοχές, μιας και τα χρόνια περνούσαν και ο ίδιος δεν ήταν ο παίκτης του παρελθόντος. Στην ίδια θέση άλλωστε εκείνη την περίοδο υπήρχε και ο σπουδαίος Ολλανδός Ντένις Μπέργκαμπ, όπως και οι Ίαν Ράιτ και Νικολάς Ανελκά. Ο Μέρσον δεν το δέχθηκε και ζήτησε να πωληθεί. Ήθελε να αγωνίζεται και να αμείβεται με πολλά χρήματα. Ήταν πολύ σίγουρος για την αξία του. Η Μίντλεσμπρο τον αγόρασε τελικά για 4,5 εκατομμύρια λίρες και ο ίδιος την ανέβασε στην μεγάλη κατηγορία 9 μήνες αργότερα, κερδίζοντας ένα μεγάλο στοίχημα με τον εαυτό του αλλά και τους επικριτές του. Όταν μάλιστα είχε κλείσει η συμφωνία, τηλεφώνησε ο ίδιος στον Βενγκέρ λέγοντάς του πως στο Ρίβερσαϊντ είχε μεγαλύτερο συμβόλαιο απ’ τον Μπέργκαμπ και πως οι οπαδοί της ομάδας τον αποκαλούσαν ήδη με το προσωνύμιο ‘Ο Μάγος’. «Ελπίζω να τα πούμε σε κάποιο κύπελλο αφεντικό» του είπε, κλείνοντας το τηλέφωνο, με μια δόση βρετανικής ειρωνείας: «Να δούμε πόσο αξίζω ακόμα». Ο Βενγκέρ του ευχήθηκε καλή τύχη και κατέβασε το ακουστικό. Το μόνο που ήθελε ήταν το καλό του πρώην παίκτη του. Είχε περάσει άλλωστε πολλά.

Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε οι δύο ομάδες να βρεθούν αντιμέτωπες στον 4ο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας στην έδρα της Μίντλεσμπρο. Η Άρσεναλ πήρε τελικά την πρόκριση, με 1-2, αλλά ο Μέρσον είχε κρατήσει ένα δωράκι για την πρώην ομάδα του. Με το σκορ στο 0-2, σκόραρε ένα πανέμορφο τέρμα, μειώνοντας το σκορ, και δίνοντας και πάλι ελπίδες στην Mίντλεσμπρο, δείχνοντας φυσικά με τον καλύτερο τρόπο στον Βενγκέρ το λάθος (;) που είχε κάνει. Η Μίντλεσμπρο πραγματοποίησε εξαιρετική πορεία και στο Λιγκ Καπ εκείνη τη σεζόν. Ο Μπράιαν Ρόμπσον είδε την ομάδα του να φτάνει μέχρι και τον τελικό -έχοντας αποκλείσει μάλιστα και την Λίβερπουλ, στα ημιτελικά, με τον Μέρσον να σκοράρει και στα δύο παιχνίδια- και τελικά να γνωρίζει την ήττα με 2-0, από μια καλύτερη ομάδα, όπως ήταν εκείνη την περίοδο, η Τσέλσι του Τζόλα. Tον Τζόλα ο Μέρσον τον είχε κερδίσει το ’95 στον τελικό του Κυπελλούχων, όταν η Άρσεναλ είχε επικρατήσει της Πάρμα με 1-0, με την γκολάρα του Άλαν Σμιθ.

Ο Μέρσον ήταν ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής, απ’ τους τελευταίους που μπόρεσαν να συνδυάσουν καριέρα, με ένα σωρό εξωαγωνιστικά πάθη. Πάθη που στις μέρες μας δεν μπορούν να βρουν χώρο στο υψηλότερο επίπεδο του αθλητισμού, και αν βρουν, είναι ικανά να καταστρέψουν μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, σε ελάχιστο χρόνο. Ο Πολ Μέρσον απ’ τις αρχές των 90s (λίγα χρόνια δηλαδή μετά το βραβείο του καλύτερου νέου παίκτη στην Αγγλία το ’89) όσο κι αν μάγευε στο γήπεδο, εκτός αυτού, πάλευε με τους «δαίμονες» του αλκοόλ, του άρρωστου τζόγου και της κοκαΐνης. Πάθη που του διέλυσαν δύο γάμους και τον έφτασαν πολλές φορές κυριολεκτικά (και μεταφορικά) στον πάτο της μπουκάλας. Σαν ποδοσφαιριστή, αλλά κυρίως σαν άνθρωπο. Κι αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα.

«Μπορεί να έπαιζα 80.000 λίρες σε ένα τραγούδι της Γιουροβίζιον, 20.000 σε μια κυνομαχία και 50.000 -χωρίς να έχω ιδέα για το άθλημα- στον τελικό του Super Bowl. Μετά από ένα σημείο έπαιζα απλά για να παίζω και για να με βλέπω να χάνω. Το χειρότερο απ’ όλα όμως ήταν πως εκτός του ότι έχανα σαν τζογαδόρος, έχανα και τον εαυτό μου, βλέποντας την καριέρα μου να έχει συνεχώς σκαμπανεβάσματα, και έχανα από δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπούσα και με αγαπούσαν. Την οικογένειά μου».

Η πρώτη φορά που ο σπουδαίος Άγγλος επιθετικός παραδέχτηκε δημοσίως το πρόβλημά του ήταν τον Νοέμβριο του ’94. Η FA σε συνεργασία με την Άρσεναλ έβαλε τον παίκτη σε τρίμηνο πρόγραμμα απεξάρτησης, με τον ίδιο να επιστρέφει νικητής τον Φεβρουάριο του ’95, και να κάνει εξαιρετικό τελείωμα στη σεζόν. Αξίζει να σημειωθεί πως ο πρώτος που είχε μιλήσει με πολύ σκληρά λόγια στον Μέρσον, και τον είχε επηρεάσει θετικά για να μιλήσει δημοσίως, για τα προβλήματα εθισμού που τον βασάνιζαν και φυσικά τον προέτρεψε να σώσει την καριέρα του -όσο ήταν εφικτό κάτι τέτοιο- ήταν ο Τέρι Βέναμπλς, προπονητής του εκείνο το διάστημα στην εθνική Αγγλίας. Η αλήθεια είναι πως μπορεί ο Μέρσον να έκανε μερικές εξαιρετικές σεζόν (κυρίως στην β’ κατηγορία της Αγγλίας) και να κέρδισε τεράστια συμβόλαια για την εποχή (η Άστον Βίλα τον είχε αγοράσει για 7 εκατομμύρια απ’ την ‘Μπόρο’), μετά την αποκάλυψη του προβλήματός του, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως σταθερά σε κορυφαίο επίπεδο δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά μετά την φυγή του από την Άρσεναλ. Στα 29 του χρόνια δηλαδή και ενώ απ’ τα 25 -ίσως και πολύ νωρίτερα- είχε σοβαρό πρόβλημα με το ποτό και τον τζόγο. Τελευταία του καλή σεζόν ήταν αυτή του 2002/2003 στην Πόρτσμουθ.

Ο Πολ Μέρσον για πολλούς ήταν ένας άσχημος Τζορτζ Μπεστ των 90s. Μόνο που απείχε έτη φωτός απ’ το προφίλ του γοητευτικού και αινιγματικού πρώην σούπερ σταρ της Γιουνάιτεντ. Επίσης όσο κι αν ήταν ένας τεχνίτης ποδοσφαιριστής δεν μπορούσε να αγγίξει τα επίπεδα μαγείας που είχε ο Μπεστ ως καλλιτέχνης της μπάλας. Απ΄την άλλη, όσο κι αν είδε την ζωή του να βαλτώνει, σε όλα τα επίπεδα, κατάφερε τελικά να βγει νικητής (σε πλήρη αντίθεση με τον Μπεστ), αν και πάντα θα βρίσκει μια ευκαιρία να πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω ή να τζογάρει, σε λογικά όμως πλαίσια. Κλείνοντας -κι αφού θα προτείνω σε όσους θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την καριέρα -και τη ζωή- του Μέρσον το βιβλίο του «How Not To Be a Professional Footballer»–  θα θυμίσω μια ιστορία, δια στόματος του ιδίου, απ’ την περίοδο που ο Μέρσον βρέθηκε συμπαίκτης (και συγκάτοικος) με τον λατρεμένο του El Sombrero, Πολ Γκασκόιν, στην Μίντλεσμπρο το 1998.

«Ο Γκάζα είχε έρθει σε εμάς για τους τελευταίες μήνες της σεζόν απ’ τη Ρέιντζερς. Μας βοήθησε μάλιστα πολύ στα τελευταία παιχνίδια για να πάρουμε την άνοδο. Ο Ρόμπσον είχε τη φαεινή ιδέα να τον φιλοξενήσω εγώ στο σπίτι μου. Στο ίδιο σπίτι που ζούσα με τον αδερφό μου και τον Τζίμι Γκάρντνερ που τότε έπαιζε στην Έξετερ. Μιλάμε για τον κακό χαμό. Κάθε Παρασκευή παίζαμε ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που δεν θα σας το προτείνω. Μετά την προπόνηση έδινα στον αδερφό μου και τον Τζίμι χρήματα για να αγοράσουν μερικά μπουκάλια κόκκινο κρασί. Χύναμε το κρασί σε μεγάλες γυάλινες κανάτες και καθόμασταν αντικριστά σε ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Ο Γκάζα κι ο αδερφός μου απ’ τη μία. Εγώ και ο λατρεμένος μου Σκοτσέζος, ο Τζίμι, απ’ την άλλη».

«Πίναμε πολύ εκείνη την περίοδο. Και ποιος δεν έπινε θα μου πείτε εκείνα τα χρόνια. Ήταν αλλιώς το ποδόσφαιρο. Στο τραπέζι έπεφταν τα χρήματα του στοιχήματος από όλους και αρχίζαμε να πίνουμε απ’ τις κανάτες. Κανονικά δεν έπρεπε να πίνουμε τις Παρασκευές, μιας και παίζαμε το Σάββατο, αλλά είχαμε βρει τρόπο για να κοιμόμαστε αρκετά και να ξυπνάμε ξεκούραστοι. Κάθε μία ώρα ρίχναμε μέσα στις κανάτες από ένα υπνωτικό και μοιραία έφτανε η στιγμή που μας έπαιρνε όλους ο ύπνος. Αυτός που έμενε ξύπνιος τελευταίος, άρπαζε τα χρήματα, μετέφερε τους υπόλοιπους στα κρεβάτια και έπεφτε για ύπνο πλουσιότερος κατά μερικές εκατοντάδες λίρες. Την επόμενη παίζαμε ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου».

Όσο για τον τζόγο. «Είναι ιδιαίτερα ύπουλο πράγμα» λέει κάπου στο βιβλίο του ο Μέρσον. «Ως παίκτης της Άστον Βίλα θυμάμαι μια φορά είχα πει στον Μποσνιτς, τον τερματοφύλακά μας τότε, πως αν με δει να ξαναπαίζω να έρθει και να μου σπάσει το χέρι. Ο Μπόσνιτς είχε τρομοκρατηθεί και φυσικά δεν το έκανε ποτέ. Αναγκάστηκα να το κάνω μόνος μου μια βραδιά που είχα πιει πάρα πολύ και είχα χάσει πολλές χιλιάδες λίρες σε παράνομο στοιχηματισμό. Ήταν καλό παιδί ο Μπόσνιτς. To ίδιο διάστημα μάθαμε δυστυχώς πως είχε εθιστεί κι αυτός στην κοκαΐνη. Ειλικρινά γι’ αυτό δεν ευθυνόμουν εγώ». Στις μέρες μας ο Πολ Μέρσον έχει νικήσει τους δαίμονές του και δουλεύει στο Skysports ως ποδοσφαιρικός αναλυτής. Παράλληλα διηγείται ωραίες ιστορίες από ένα ποδόσφαιρο που -ευτυχώς ή δυστυχώς – δεν υπάρχει πια και φυσικά αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα για τα νέα παιδιά που θέλουν να γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, για τα πράγματα που πρέπει να αποφύγουν για να πετύχουν τα όνειρά τους.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του Defiance των Dead Moon.

Οι φανέλες του Μουντιάλ 2018

  [9 Σχόλια]

Το Μουντιάλ είναι οι ομάδες, είναι οι παίκτες κι οι συγκινήσεις. Είναι όμως κι άλλα πράγματα. Είναι τα αυτοκόλλητα Panini για πολλούς, είναι το στοίχημα για άλλους, είναι και οι φανέλες των ομάδων για εμάς. Καταλαβαίνω ότι πολύς κόσμος δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τις εμφανίσεις. Δεν θα ασχοληθεί με τις μάρκες, τις εταιρείες αθλητικών, τις ρίγες και τα σχέδια. Του αρκεί να έχουν πάνω τα νούμερα, τα ονόματα και τα χρώματα της κάθε εθνικής. Μπάλα είναι, όχι πασαρέλα. Ναι μεν, αλλά… Οι σπουδαίες εμφανίσεις συνοδεύουν τις ομάδες, γίνονται οι εικόνες που παραμένουν στις αναμνήσεις μας. Το ίδιο και οι τραγικές εμφανίσεις.

Ξεκινάμε με μερικά… στατιστικά. Συνολικά οκτώ διαφορετικές εταιρείες θα ντύσουν τις 32 ομάδες του Μουντιάλ. Τη μερίδα του λέοντος έχει η Adidas με 12, ακολουθεί η Nike με 10, η Puma με 4, η New Balance με 2 και μετά Umbro, Hummel, Errea και Uhlsport που έχουν από μία εθνική η καθεμία.  Σε γενικές γραμμές οι εταιρείες δεν ξέφυγαν όπως άλλες φορές (ίσως επειδή λείπει και το λατρεμένο Καμερούν). Από εδώ και πέρα το κείμενο είναι καθαρά υποκειμενικό και θέμα γούστου, οπότε πολλοί μπορεί να διαφωνήσετε και να πείτε «τι λες ρε φίλε;». Γι’ αυτό υπάρχουν και τα σχόλια. Κάποιες είναι ψιλοτραγικές φανέλες, πάρα πολλές ανέμπνευστες και βαρετές (φασόν σχέδια από εταιρείες στα οποία αλλάζει μόνο το χρώμα) και φυσικά κάποιες εξαιρετικές. Όπως είναι φυσικό, με 32 ομάδες και «εντός»-«εκτός» φανέλα, δεν μπορούμε να τις δούμε όλες. Διαλέξαμε αρκετές όμως.

Ξεκινάμε απλά και όμορφα. Με τη μοναδική συμμετοχή της αγαπημένης Umbro και την κλασσική ρίγα του Περού. Μια φανέλα απλή, σταθερή στην παράδοση της χώρας, αναγνωρίσιμη και όμορφη. Κι ας μη τη φορέσει ο Πάολο Γκερέρο. Εγκρίνουμε και επαυξάνουμε.

Αν ψάξετε στο διαδίκτυο, θα βρείτε πολλούς χαρούμενους χίψτερς να αποθεώνουν αυτή την εμφάνιση της Ιαπωνίας. Εγώ πάλι αυτό που βλέπω μου θυμίζει Sim City, σαν να έχτισα δίπλα δίπλα πολλούς δρόμους με διακεκομμένη λωρίδα ή το αρχαίο παιχνίδι με το βατραχάκι. Ο κατασκευαστής υποστηρίζει ότι είναι ένας φόρος τιμής στο παραδοσιακό γιαπωνέζικο ράψιμο Sashiko, ενώ στο εσωτερικό υπάρχουν λέει αναφορές σε κατάνες, το ηφαίστειο Φούτζι και άλλα τέτοια που δεν θα τα δούμε ποτέ. Προσωπικά, η μόνη χρήση γι’ αυτή τη φανέλα θα ήταν ως δώρο-πιτζάμα σε κάποιον συνταξιούχο θείο μου. Αν είστε από αυτούς που τους αρέσει, θα βρω που μένετε…

Η Κροατία, όπως και το Περού, έχει τη δική της φανέλα που την ξεχωρίζεις από χιλιόμετρα μακριά. Την έχουμε δει σε αρκετές εκδόσεις. Αυτή τη φορά, η Nike θέλει να πρωτοτυπήσει κάνοντας τα κουτάκια… θολά στις άκρες τους. Το αποτέλεσμα προσωπικά δεν μου αρέσει, αλλά ποιος ξέρει. Μπορεί οι αντίπαλοι να νομίζουν ότι έπαθαν αστιγματισμό και να σταματήσουν να μαρκάρουν τους Κροάτες.

Στο παρελθόν η Errea μας είχε δώσει όμορφες φανέλες, όπως αυτή της Ισλανδίας στο περασμένο Euro. Αυτή τη φορά πήγε να πρωτοτυπήσει κάπως και έκανε μια μετριότατη προς άσχημη εμφάνιση. Το σκεπτικό είναι λέει ότι συνδύασε κόκκινο, μπλε και άσπρο, δηλαδή φωτιά, πάγο και νερό (είμαι οι δυνάμεις σας ενωμένες, είμαι ο Κάπτεν Πλάνετ) που αντιπροσωπεύουν την Ισλανδία. Ευχόμαστε στην κατά τα άλλα συμπαθή χώρα καλή επιτυχία, αλλά οι φανέλες είναι για τ’ ανάθεμα.

Στην εποχή του ρετρό που ζούμε, πολλές αναπαραστάσεις παλαιότερων εμφανίσεων λαμβάνουν χώρα. Κάποιες με επιτυχία, κάποιες με αποτυχία. Αυτή της Γερμανίας ανήκει στις πρώτες και μου αρέσει πάρα πολύ. Αρκετά πιο μίνιμαλ, προσπαθεί να μοιάσει ιδιαίτερα στην ιστορική φανέλα του Μουντιάλ του 1990. Αν υποστήριζα Γερμανία, πιθανότατα να την αγόραζα. Για μένα μια από τις καλύτερες φανέλες του Μουντιάλ (και μια από τις καλύτερες ομάδες) με την adidas να κάνει καλή δουλειά.

Κάνοντας κλικ βλέπετε τις φωτογραφίες μεγαλύτερες

Εκτός από της Γερμανίας, καταπληκτική είναι και η πρώτη της Γαλλίας. Η Nike έκανε και πάλι αρκετά καλή δουλειά για τη γαλλική εθνική, όπως και με τη φοβερή ρετρό που είχε βγάλει προ καιρού. Ίσως σε κάποιους τα μανίκια να φανούν πολύ… προχώ, αλλά εμένα μου αρέσουν. Αντίθετα, αυτό που δεν μου αρέσει είναι η 2η εμφάνιση της Γαλλίας. Η οποία είναι ένα εξαιρετικό μπλουζάκι να κατέβεις στην πλατεία της γειτονιάς σου για μια μπύρα, αλλά όχι και για φανέλα ομάδας. Κοιτάξτε θλιμμένο ύφος το αγόρι στα αριστερά. Συμφωνεί μαζί μας.

Πάμε σε μια δυνατή με κακό τρόπο τριάδα. Αριστερά το Βέλγιο με κάτι σαν πουλόβερ που θα σε ανάγκαζε η γιαγιά σου να φορέσεις στα 80s. Στη μέση η φανέλα της Ισπανίας (η μόνη επαφή του Μοράτα με το Μουντιάλ ήταν η φωτογράφιση). Είπαμε πιο πριν για το φόρο τιμής σε παλιότερες. Αυτή τη φορά έχουμε μια μάλλον αποτυχημένη προσπάθεια, μίμησης της φανέλας της Ισπανίας στο Μουντιάλ του 1994. Χωρίς να είναι τραγική, δεν είναι και τίποτα ιδιαίτερο. Προσωπικά δεν μου άρεσε και αυτή του 1994.  Δεξιά η φανέλα της Τυνησίας, η μοναδική συμμετοχή της Uhlsports που είναι πιο βαρετή και από ελληνοκυπριακό σίριαλ σε επανάληψη στο ΤιΒί Μακεδονία.

Η Puma έχει τη δική της τεχνοτροπία, με τις κολλητές συνήθως φανέλες που δεν κολακεύουν όσους έχουν παραπάνω κιλά. Αυτή τη φορά στην Ουρουγουάη έχει κάτι σαν υδατογράφημα με τον ήλιο. Το αποτέλεσμα είναι έτσι κι έτσι, η αλήθεια είναι ότι την έχω δει και σε καλύτερες φωτογραφίες, ίσως να φταίει το κοντινό πλάνο. Περίμενα πάντως κάτι καλύτερο για την αγαπημένη Ουρουγουάη.

Όπως και στην περίπτωση της Ιαπωνίας, έτσι και στη Νιγηρία αρκετοί ενθουσιάζονται με αυτό το πράμα. Η δική μου απάντηση είναι «kill it with fire». Όχι, δεν θα πάρω και όσο την κοιτάω, τόσο πιο αντιπαθητική μου φαίνεται.

Στην κατηγορία «απλές, αλλά ωραίες» έχουμε για αρχή τη Σερβία. Μπορεί να είναι ένα κλασσικό σχέδιο της Puma αλλά λίγο το ωραίο εθνόσημο, λίγο τα νούμερα και δείχνει όμορφο. Δεν θα κέρδιζε βραβείο, αλλά δεν ντρέπεσαι να τη φοράς ή να την αγοράσεις. Η Αγγλία από την άλλη έχει την πιο απλή φανέλα που γίνεται. Ο σχεδιαστής πρέπει να την έφτιαξε σε ημιαργία. Κι όμως είναι πολύ ωραία και σε αυτό παίζουν ρόλο και τα διάσημα λιοντάρια. Το ίδιο ισχύει και για την πολύ απλή της Πορτογαλίας που ετοιμάζονται οι κοιλιακοί του Κριστιάνο να σκίσουν. Εγκρίνουμε.

Πάμε και σε δύο από τις πιο δημοφιλείς εθνικές του κόσμου. Η Nike αφησε ένα απλό σχέδιο για τη Βραζιλία χωρίς πολλά πολλά και είναι αρκετά όμορφο, ενώ η αλλαγή που έκανε η Adidas στην κλασσική φανέλα της Αργεντινής είναι αυτό το… ντεγκραντέ-ξεθωριασμένο στις γαλάζιες ρίγες. Λίγο «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις». Καλές κι οι δύο. Στις δεύτερες φανέλες, της Βραζιλίας είναι πολύ όμορφη αλλά αυτό το αστέρι περισσότερο μου κάνει σε 2η φανέλα της Γιουβέντους για το Τσάμπιονς Λιγκ με Ραβανέλι βασικό από τα 90s. Η δεύτερη της Αργεντινής συνήθως ήταν και η πιο όμορφη. Δυστυχώς αυτή τη φορά είναι σαν προπονητικό μπλουζάκι και δεν αξίζει (κάτω το κουλό σου ντι Μαρία, κοίτα να βάλεις κανένα γκολ).

Περνάμε σε μερικές ακόμα βαρετές. Κανένα συναίσθημα δεν μου προκαλεί αυτή της Σενεγάλης, ούτε έστω αντιπάθειας όπως αυτή της Νιγηρίας. Δεύτερο είναι το Μεξικό με μια φανέλα που σε κάνει να φορέσεις ένα σομπρέρο και να ξαπλώσεις σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου. Η τρίτη είναι η φανέλα της Ρωσίας που λέει «βγάλτε το προπονητικό μπλουζάκι και δείξτε την κανονική». Συνεχίζουμε με τη φανέλα που θα ξεπουλήσει σαν ζεστό ψωμί στο Λίβερπουλ εξαιτίας του Σαλάχ (αν προκάμει) και ευτυχώς που το στιλιστικό γούστο των Σκάουζερς είναι μέτριο γιατί είναι χάλια. Αν μια φανέλα αξίζει να έχει χρυσό είναι αυτή της Σ. Αραβίας, ιδανική για κάποιο πανηγύρι με κλαρίνα. Τέλος αυτό το πράγμα που είναι η δεύτερη της Πορτογαλίας καλό είναι να μη φορεθεί.

Περνάμε σε κάποιες που είναι αρκετές ωραίες ή τουλάχιστον έτσι πιστεύω. Η 2η της Γερμανίας μπορεί να ξενίζει σε πολλούς, αλλά είναι ένα πολύ επιτυχημένο remake της κλασσικής πράσινης φανέλας του παρελθόντος. Της Πολωνίας εξαιρετική, ενώ και η Hummel διατήρησε το κλασσικό στιλ της Δανίας χωρίς πολλά πολλά. Πανέμορφη και η 2η της Σουηδίας στο μπλε (η πρώτη δεν είναι τόσο καλή στις φωτογραφίες), ενώ η New Balance έκανε καλή δουλειά για τον Παναμά. Τέλος, αρκετά ωραία και αυτή της Αυστραλίας ή έστω λίγο διαφορετική.

Για το τέλος κάποιες που… περίσσεψαν. Η φανέλα της Κολομβίας που ειλικρινά δεν μπορώ να πω αν μου αρέσει ή αν είναι χάλια. Στη συνέχεια η 2η της Ρωσίας που επίσης διχάζει πολλούς, εμπνευσμένη υποτίθεται από τη ρώσικη αρχιτεκτονική. Μετά μία που μισώ με πάθος. Η φανέλα της Ελβετίας που μοιάζει με τοπογραφικό σχέδιο και ακόμα και για προσάναμμα να μου την έδιναν μία κρύα νύχτα στις Άλπεις, δεν θα τη δεχόμουν. Τα σκληρά αγόρια της Κόστα Ρίκα φοράνε μια αρκετά ωραία φανέλα, ενώ οι K-Pop τύποι στην Κορέα θα ενθουσιαστούν με τη 2η φανέλα της χώρας τους. Εγώ πάλι όχι. Τέλος, όπως η πρώτη, έτσι κι η δεύτερη φανέλα της Αγγλίας είναι εξαιρετική. Εμπνευσμένη από το 1966 και έτοιμη να φέρει γούρι στα παιδιά της χώρας (τουλάχιστον μέχρι τη διαδικασία των πέναλτι).

Χωρίς συγκεκριμένη σειρά προτίμησης επιλέγω Αγγλία-Γερμανία-Γαλλία για καλύτερες, μετά Βραζιλία-Αργεντινή-Πολωνία και σε αυτές που θα πρέπει να θαφτούν βαθιά μέσα στη Γη (μέσα στο μάγμα) διαλέγω Ελβετία-Νιγηρία και Ιαπωνία. Αναμένουμε τα σχόλιά σας…

Το Συμβόλαιο

  [11 Σχόλια]

Υπάρχουν κάποιες παραδόσεις στον μάταιο τούτο κόσμο. Ο Ρόμπεν που θα κάνει κίνηση προς τα μέσα, ο Κιελίνι που θα ματώσει στο κεφάλι, ο Κριστιάνο που θα βρει μια αφορμή για να γδυθεί. Και υπάρχει και η εθνική Αργεντινής. Που θα μας απογοητεύσει κάθε φορά με έναν διαφορετικό τρόπο, θα μας στενοχωρήσει και θα μας εκνευρίσει. Εμάς δηλαδή που την υποστηρίζουμε. Ο κόουτς ανακοίνωσε την αποστολή για το Μουντιάλ της Ρωσίας και εκτός από τον Μέσι, έχουμε αρκετές συνηθισμένες κινήσεις. Τους ντι Μαρία και Αγκουέρο που λογικά θα έχουν κάποιο μυϊκό τραυματισμό και θα χάσουν τη μισή διοργάνωση, τον «Πιπίτα» για να χάσει κάποιο κρίσιμο τετ-α-τετ, τον Λούκας τον Μπίλια που θα μας κάνει να αναρωτηθούμε τι βλέπουν οι προπονητές του σε αυτόν και τον αειθαλή Χαβιέρ Μαστσεράνο από την Κίνα. Κόπηκαν παίκτες όπως ο Ικάρντι, ο Σεντουριόν κι ο Λαουτάρο Μαρτίνες, ενώ τελικά κλήθηκε ο Ντιμπάλα. Οι παίκτες που τελικά πήρε μαζί του ο Σαμπαόλι (που ως παλιοροκάς, δέχτηκε και δώρο ένα μπλουζάκι με αφορμή τη συμπλήρωση 32 ετών κυκλοφορίας του δίσκου των Redondos με τίτλο Oktubre, τη χρονιά του τελευταίου Μουντιάλ της χώρας) είναι οι εξής:

Πέρα όμως από όλες αυτές τις παραδόσεις, υπάρχει ακόμα μία. Οι πατροπαράδοτες διαφημίσεις για την εθνική Αργεντινής πριν τις μεγάλες διοργανώσεις που κερδίζουν πάντα τις εντυπώσεις. Το 2014 για παράδειγμα είχαμε πρωταγωνιστή τον Πάπα,  αλλά και ότι η ζωή είναι σαν ένα ματς της Αργεντινής. Ανάμεσα σε αυτούς που βγάζουν εξαιρετικές διαφημίσεις είναι και η κλασσική μπύρα της Αργεντινής, η Κίλμες, με μερικά από τα καλύτερα και πιο συγκινητικά ποδοσφαιρικά σποτάκια για την αλμπισελέστε. Με κορυφαίο μάλλον αυτό του 2006. Φέτος, με την Αργεντινή να πηγαίνει με χαμηλότερα τον πήχη από κάθε άλλη φορά, τις προσδοκίες να είναι λίγες και την απαισιοδοξία να είναι μεγάλη, η Κίλμες έφτιαξε μια διαφήμιση που ονομάζεται «Το Συμβόλαιο». Το Συμβόλαιο είναι αυτή η ρημάδα η σχέση μεταξύ παικτών και οπαδών. Η άγραφη ή στη συγκεκριμένη περίπτωση γραπτή συμφωνία που έχουν. Και που στην Αργεντινή του Μέσι και των υπολοίπων περνάει κρίση. Έτσι λοιπόν, ο απογοητευμένος κόσμος συναντά την πλευρά της εθνικής, που εκπροσωπεί ο παλαίμαχος Όσκαρ Ρουτζέρι, (μέλος της εθνικής Αργεντινής το 1986 και το 1990) και βάζουν κάτω τα πράγματα, με τα παράπονα του κόσμου να εκφράζονται. Η μετάφραση είναι δική μας:

Μεταξύ των παικτών και των οπαδών υπάρχει ένα παλιό συμβόλαιο που λέει τα εξής:
Εμείς θα τα δώσουμε όλα και αυτοί θα μας υποστηρίζουν χωρίς να σταματούν.
Αλλά όταν υπάρχουν αμφιβολίες, πρέπει να τις συζητάς.
Τι γίνεται παιδιά; (Όσκαρ Ρουτζέρι)
– Κάποιες φορές είναι σαν να μη θέλουν να έρχονται.
– Βάζουν 30 γκολ με τις ομάδες τους και εδώ τίποτα.
Πάμε, τι άλλο; (Όσκαρ Ρουτζέρι)
– Πήγα στο Ρίο με το Ρενώ Φουέγκο μου για τους υποστηρίξω, μου πήρε 4 μέρες…
Ναι, αλλά πήγες γιατί φτάσαμε στον τελικό, έτσι δεν είναι; (Όσκαρ Ρουτζέρι)
– Τρεις τελικούς χάσαμε!! (εν μέσω σφυριγμάτων)
Αλήθεια είναι. Φτάνει όμως με τα memes, σας παρακαλώ.
– Είναι αστεία.
Είναι επιθετικά και άδικα.
– Θέλουμε να δείξουν ότι έχουν «αυγά».
Μερικές φορές τους ζητάμε πολλά παραπάνω. Να μας γεμίσουν με χαρά τη ζωή, να μας γιατρέψουν τη γρίπη. Ζητάμε λιγότερα από το Θεό.
Σπάσαμε πολλά συμβόλαια. Ας μη σπάσουμε κι αυτό. Ας το διαβάσουμε μαζί:

Κύριοι, τα αφήνω όλα πίσω. Πάω να δω την Αργεντινή. Γιατί οι παίκτες θα μου δείξουν, ότι θα βγουν για να κερδίσουν. Ότι θέλουν να γίνουν πρωταθλητές. Ότι το έχουν μέσα τους, όπως το έχω κι εγώ.

Ξεπερνώντας τα στερεότυπα

  [Καθόλου σχόλια]

Το ποδόσφαιρο στους δρόμους της Μογκαντίσου δεν είναι εύκολο. Η Σομαλία βρίσκεται σε έναν εμφύλιο πόλεμο εδώ και περίπου είκοσι χρόνια, ενώ μέχρι το 2006 δεν υπήρχε κεντρική κυβέρνηση, κάνοντας τη χώρα να μοιάζει με κοινωνικοπολιτικό πείραμα. Το 2000, μόλις το 21% έχει πρόσβαση σε πόσιμο νερό, ενώ η παιδική θνησιμότητα ήταν από τις χειρότερες στον κόσμο. Στην Μογκαντίσου τη δεκαετία του 1990 δεν επιτρεπόταν να συγκεντρώνονται περισσότεροι από 3-4 άνθρωποι μαζί. Εκείνη τη δεκαετία γεννήθηκε κι η Τζοουγάχιρ Ρόμπλε που παρ’ ότι κορίτσι, λάτρευε να παίζει ποδόσφαιρο στους δρόμους της πόλης με τα αδέρφια της.

Έφτιαχναν εστίες στο δρόμο και έπαιζαν όσο υπήρχε φως. Μετά γύριζαν γρήγορα σπίτι, ο κίνδυνος αυξανόταν στο σκοτάδι, οι απαγωγές δεν ήταν σπάνιες. Πολλές φορές την ώρα του παιχνιδιού άκουγαν πυροβολισμούς, ανθρώπους να ουρλιάζουν. Το 2004 η οικογένεια Ρόμπλε αποφάσισε να πάρει το δρόμο της προσφυγιάς και έφτασε στο Λονδίνο. Η ζωή όλων άλλαξε, αλλά η Τζοουγαχίρ που πλέον ακούει στο χαϊδευτικό όνομα JJ, δεν άφησε το ποδόσφαιρο. Συνόδευε τον μικρό αδερφό της που πήγαινε για ποδόσφαιρο και έπαιζε κι αυτή μαζί του. Έπαιρναν ένα σωρό μεταφορικά μέσα και γύριζαν πεινασμένοι και λασπωμένοι, αλλά όταν την ρωτούσαν έχει κουραστεί, αυτή απαντούσε ότι αυτό που ζει είναι όμορφο.

Το ποδόσφαιρο είχε γίνει η ζωή της, παραμελούσε τα μαθήματα. Έπαιζε νωρίς το πρωί πριν αρχίσει το σχολείο, στα διαλείμματα και φυσικά τα Σαββατοκύριακα στο πάρκο, φορώντας τη φούστα της και τη χιτζάμπ της. Η μητέρα της δεν ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένη, το ποδόσφαιρο είναι εκτός κουλτούρας όταν είσαι κοπέλα. Σε πολλές μουσουλμανικές χώρες απαγορεύεται. Όταν βρίσκονταν ακόμα στη Σομαλία, η μαμά μονολογούσε: «τα κορίτσια μάς ντροπιάζουν, πρέπει να ηρεμήσουν». Η JJ όμως βρέθηκε σε ένα μέρος αρκετά πιο ανεκτικό. Έπαιζε συνέχεια, προπονούσε μικρότερα παιδιά, έγινε εθελόντρια σε ομάδες. Το κερασάκι στην τούρτα όμως ήρθε το 2012 όταν σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου για κορασίδες δεν υπήρχε διαιτητής και της ζητήθηκε να διαιτητεύσει αυτή τον αγώνα. Αποδέχτηκε και από εκεί και πέρα ξεκίνησε μια νέα καριέρα.

Η JJ μέσα σε λίγο καιρό έσπασε έναν τόνο από στερεότυπα και κανόνες. Ασχολήθηκε «επαγγελματικά» με το ποδόσφαιρο (κάτι αδιανόητο για το… background της) και έγινε διαιτητής. Μία πρόσφυγας, μία μαύρη, μία κοπέλα, μία μουσουλμάνα. Και πώς αντιμετωπίζεται; Ευτυχώς όπως λέει η ίδια αρκετά καλά. «Όταν διαιτητεύω ανδρικό παιχνίδι, πάντα υπάρχουν ορισμένοι άρρωστοι, αλλά στην πλειοψηφία τους οι περισσότεροι με στηρίζουν. Με το που σφυρίζω τη σέντρα, όλη η αηδία του έξω κόσμου σταματάει για 90 λεπτά. Ο αθλητισμός πρέπει να είναι μια διέξοδος. Πλέον έχω την πλήρη υποστήριξη από τους γονείς μου.» Άλλωστε όπως λέει κι η ξαδέρφη της στο παραπάνω βίντεο: «Κατάφερνε να παίζει μπάλα εν μέσω πολέμου. Νομίζω ότι μπορεί να τα καταφέρει με 22 άντρες».


Δεν είναι το πιο εύκολο για μια κοντούλα κοπέλα, να αποκτά το σεβασμό τύπων όπως αυτά στα δεξιά

Είναι πλέον η δεύτερη σεζόν της JJ ως επαγγελματίας διαιτητής, η πρώτη μουσουλμάνα στην FA της Αγγλίας. Έχει τύχει να τη ρωτήσουν «πότε θα έρθει ο κανονικός διαιτητής» ή κάποιο ομόθρησκοι να της πουν ότι «προδίδει τη θρησκεία της», αλλά σε γενικές γραμμές έχει αποφύγει τα ρατσιστικά και σεξιστικά σχόλια και συνεχίζει να απολαμβάνει το ποδόσφαιρο είτε σαν παίκτρια, είτε σαν προπονήτρια, είτε σαν διαιτητής, με στόχο να σφυρίξει κάποια στιγμή στην 1η κατηγορία του γυναικείου ποδοσφαίρου. «Κάποιοι μουσουλμάνοι στο διαδίκτυο μου λένε ότι δεν ακολουθώ τις παραδόσεις, δεν ακολουθώ τη θρησκεία. Φυσικά, το ποδόσφαιρο δεν είναι στην κουλτούρα μου, αλλά θέλω να σπάσω τα στερεότυπα. Ποιος είπε ότι μια μουσουλμάνα δεν μπορεί να είναι και διαιτητής; Αγαπώ τη θρησκεία μου, με κάνει να είμαι καλός άνθρωπος και ταπεινή.»

Η JJ διαβάζει για το δίπλωμα του προπονητή UEFA B, παράλληλα συνεχίζει να διαιτητεύει, ασχολείται με διάφορες φιλανθρωπίες, είναι μέλος του Kick It Out ενάντια στο ρατσισμό και συνεχίζει να κάνει αυτό που αγαπάει. Να ασχολείται με το ποδόσφαιρο, παρά τις όποιες δυσκολίες συνάντησε. Και μπορεί να μην τη δούμε ποτέ σε κάποιο αγώνα Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά όλα αυτά που έχει πετύχει ανοίγουν το δρόμο και σε άλλους ανθρώπους. Από την Μογκαντίσου που έπαιζε ξυπόλητη στο δρόμο, μέχρι την Αγγλία και το έμβλημα της αρχαιότερης ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας στη στολή της.

To ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές

  [2 Σχόλια]

Ας δούμε κάποια γεγονότα…

Φέτος συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την εξέγερση στο Παρίσι. Μια εξέγερση που εξελίχθηκε σε μια ελαφρύτερη επανάσταση, που έφερε όμως τεράστιες κοινωνικές αλλαγές και έδωσε το δικαίωμα στην πλειοψηφία του λαού να νιώσει ελευθερία και να απαιτήσει τα δικαιώματα που του αναλογούσαν. Μια επανάσταση που έφερε σίγουρα πολλαπλά μηνύματα και σημάδεψε την ανθρωπότητα για πάντα. Εκείνος ο Μάης του ’68, γνωστός και ως η εξέγερση κατά των τριών Ρ (Professors-Peres-Patros, καθηγητές-γονείς-αφεντικά δηλαδή), ευθύνεται για πολλά καλά προς την ανθρωπότητα. Κι ας μην άλλαξε τελικά εντελώς τον κόσμο, όπως περίμεναν οι ρομαντικοί φοιτητές της εποχής και φυσικά το εργατικό κίνημα – στην πλειοψηφία του. Το σύστημα άλλωστε βρίσκει συνήθως τον τρόπο να παρασύρει μαζί του σημαντικούς επαναστάτες και να τους εντάσσει στη  δική του πλευρά. Αυτό δηλαδή που συνέβη και στην Γαλλία -του Ντε Γκωλ- εκείνη την εποχή, όταν και βρέθηκαν πολλοί μπροστάρηδες της επανάστασης, στους απέναντι, και μάλιστα στον πυρήνα. Αλλά και πάλι: Έχει αποτύχει μια επανάσταση όταν συμβαίνει αυτό; H απάντηση είναι σίγουρα όχι. Πόσο μάλλον όταν 50 χρόνια μετά συζητάμε ακόμα γι’ αυτή και για τον τρόπο που έφερε τόσες πολλές αλλαγές στην κοινωνική στάση των περισσότερων ανθρώπων προς τον συνάνθρωπο, με τη λέξη ισότητα να κυριαρχεί παντού.

Το ποδόσφαιρο φυσικά και δεν θα μπορούσε να λείπει από όλο αυτό. Πόσο μάλλον όταν τα 2/3 του εργατικού δυναμικού ήταν σε απεργία και οι περισσότεροι φοιτητές ήταν ολημερίς στους δρόμους, απαιτώντας ένα καλύτερο κόσμο και ένα καλύτερο αύριο. Οι πρισσότεροι από αυτούς ήταν και οι άνθρωποι που γέμιζαν τα γήπεδα της εποχής κάθε αγωνιστική. Φυσικά και μιλάμε για τα εκρηκτικά 60s και για ένα κόσμο που κυριολεκτικά έβραζε σε κάθε γωνιά του. Ο πόλεμος του Βιετνάμ και οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις. Η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και το αντιρατσιστικό κίνημα. Η ανάπτυξη του γυναικείου κινήματος. Η δημιουργία των πρώτων εργατικών συμβουλίων στην Ιταλία και φυσικά η δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντυ. Γεγονότα που επισκίαζαν τα πάντα εκείνη την εποχή. Εκτός κι αν ζούσες στην Ελλάδα της χούντας.

Εκείνο τον Μάη του ’68 στο Παρίσι, ανάμεσα στα οδοφράγματα και τις οδομαχίες της Σορβόννης και ανάμεσα στα συνθήματα για ισότητα και ελευθερία, το ποδόσφαιρο ήθελε να αλλάξει κι αυτό. Κάπως έτσι, στις 22 Μαΐου, μια ένωση ποδοσφαιριστών από ομάδες του Παρισιού βγάζουν μια ανακοίνωση για να ελευθερώσουν το ποδόσφαιρο, μέσα απ’ τα δικά τους θέλω, βάζοντας πλάτη στους διαδηλωτές. Κύριο σύνθημά τους: To ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές. H ανακοίνωση τους απλή.

«Εμείς, οι ποδοσφαιριστές, που ανήκουμε σε διαφορετικές ομάδες της επικράτειας του Παρισιού, αποφασίσαμε να καταλάβουμε τα κεντρικά γραφεία της Γαλλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Όπως ακριβώς οι εργάτες καταλαμβάνουν τα εργοστάσιά τους και οι φοιτητές τις σχολές τους. Γιατί;

Για να επιστρέψουμε στους 600.000 ποδοσφαιριστές της Γαλλίας και στους χιλιάδες φίλους τους αυτό που τους ανήκει: το ποδόσφαιρο, το οποίο το καταλήστεψαν οι ποντίφικες της Ομοσπονδίας για να εξυπηρετήσουν τα εγωιστικά τους συμφέροντα ως κερδοσκόποι του αθλητισμού.

Τώρα είναι στο χέρι σας, ποδοσφαιριστές, γυμναστές, προπονητές μικρών ομάδων, αμέτρητοι φίλοι και οπαδοί του ποδοσφαίρου, φοιτητές και εργάτες, να διατηρήσετε την ποιότητα του αθλήματός σας· αρκεί να ενωθείτε μαζί μας ώστε:

– να απαιτήσουμε (μέσω δημοψηφίσματος των 600.000 ποδοσφαιριστών, που θα ελεγχθεί από τους ίδιους) την άμεση παύση των κερδοσκόπων του ποδοσφαίρου και όσων προσβάλλουν την υπόσταση των ποδοσφαιριστών.

– ν’ απελευθερώσουμε το ποδόσφαιρο από την κηδεμονία του χρήματος των ελεεινών ψευτο-ευεργετών του, που είναι η ρίζα όλης της σήψης του ποδοσφαίρου.

– να απαιτήσουμε από το κράτος τις επιδοτήσεις που παραχωρεί σε όλα τ’ άλλα αθλήματα και τις οποίες οι ποντίφικες της Ομοσπονδίας δε διεκδίκησαν ποτέ ή διεκδίκησαν για τις δικές τους τσέπες.

Για να παραμείνει το ποδόσφαιρο δικό σας, σας καλούμε να έρθετε χωρίς καθυστέρηση στα κεντρικά γραφεία της Ομοσπονδίας, η οποία έγινε ξανά στέγη σας, στον αριθμό 60 της λεωφόρου Ιενά στο Παρίσι.

Ενωμένοι, θα κάνουμε πάλι το ποδόσφαιρο αυτό που ποτέ δεν έπρεπε να σταματήσει να ’ναι – το άθλημα της χαράς, το άθλημα του αυριανού κόσμου, που όλοι οι εργάτες έχουν ξεκινήσει να χτίζουν. ΟΛΟΙ ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΙΕΝΑ 60!

Ποδοσφαιρική Επιτροπή Δράσης»

Η Γαλλία και ο κόσμος όντως άλλαξε. Όχι όμως για πολύ. Μέσα από αυτή την αυταπάτη τα νεανικά κινήματα συγκλόνισαν τον πλανήτη και σάρωσαν τις αντιδραστικές και συντηρητικές γραφειοκρατικές βεβαιότητες του παρελθόντος. Και πάλι όχι για πολύ. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Πωλ Σαρτρ επέστρεψε δυναμικά στο προσκήνιο και έγινε σημαία των κινημάτων του ’68, γράφοντας εκείνη την προκλητική (για πολλούς) και συνάμα προφητική (για περισσότερους) ατάκα στο περιοδικό Temps Modernes πως «Εκλογές, παγίδα για μαλάκες», όταν ο Ντε Γκωλ ανακοίνωσε τη διάλυση της Βουλής και προκήρυξε νέες εκλογές, μιας και ο Σαρτρ έβλεπε πως όλο αυτό μόνο χειρότερα μπορούσε να κάνει τα πράγματα. Και τα έκανε με την τεράστια άνοδο της δεξιάς τα επόμενα χρόνια. Τελικά εκείνη η επανάσταση τελείωσε αρκετά γρήγορα. Στις αρχές του καλοκαιριού. Ένα απ’ τα ωραιότερα συνθήματα άλλωστε του Μάη του ’68 ήταν εκείνο το «Κάτω απ’ τα τσιμέντα υπάρχει η παραλία» και κάπως έτσι οι περισσότεροι Γάλλοι ξεχύθηκαν να κάνουν τα μπάνια τους, φέρνοντας στο μυαλό μέρες του 1936, όταν καθιερώθηκαν δηλαδή, για πρώτη φορά στην Γαλλία, οι πληρωμένες διακοπές. Ήταν τότε που μεγάλη μερίδα των Γάλλων εργατών είδε για πρώτη φορά τη θάλασσα και έπαιξε ποδόσφαιρο στις παραλίες ανέμελα.

Αλλά και το ποδόσφαιρο πήγε με το ρεύμα και τη σιγουριά. Με το Γιούρο της Ιταλίας προ των πυλών, η εθνική Γαλλίας ταξίδεψε τελικά στο Βελιγράδι στις 24 Μαΐου -δύο μέρες μετά την ανακοίνωση-  για τη ρεβάνς του 1-1 του Παρισιού (προ επανάστασης) και γνώρισε την συντριβή με 5-1 από τους εκπληκτικούς Γιουγκοσλάβους (η διοργάνωση εκείνα τα χρόνια δεν είχε την μορφή των ημερών μας), αν και δεν υπήρξε και αρκετός κόσμος που να ασχολήθηκε φανατικά με εκείνη την αναμέτρηση, με το χάος που επικρατούσε στους δρόμους. To πρωτάθλημα της επόμενης σεζόν ξεκίνησε κανονικά και πάλι, με την Σεντ Ετιέν να το κατακτά δύσκολα απ’ τη Μπορντό, και κάπως έτσι όλα μπήκαν και πάλι στους κανονικούς (;) τους ρυθμούς. Στο πολιτικό κομμάτι, ο Σαρτρ προσεγγίζει την Ακροαριστερά και συναναστρέφεται με Μαοϊκούς τους οποίους και τελικά στηρίζει. Έρχεται σε ρήξη με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και φτάνει να δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα αναρχικός, και μάλιστα πολύ πριν το Μάη του ’68 (!).

Τελικά «Η φαντασία στην εξουσία» δεν ήρθε -όπως περίμενε η μεγαλύτερη μερίδα του κόσμου- και στη δική μας χώρα έμεινε απλά ως ένα υπέροχο τραγούδι που ερμήνευσε μοναδικά ο Παύλος Σιδηρόπουλος για να έχουν να θυμούνται και να μαθαίνουν οι νέες γενιές. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε στην Ελλάδα της χούντας δεν υπήρχε -σχεδόν- καμία πραγματική ενημέρωση γι’ αυτά που συνέβαιναν στο Παρίσι, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, που επαναστατούσε για καλύτερες μέρες. Για να καταλάβετε καλύτερα, κι ας ξεφεύγουμε από ποδοσφαιρικά θέματα: Στις 27 Μαΐου, όταν και κυκλοφορεί στο Παρίσι ο ύμνος της εξέγερσης του Ζακ Μπεριάκ «Α bas l’ etat policier» (Κάτω το αστυνομικό κράτος) που ακούγεται σε πολλές μεριές του πλανήτη, στην Ελλάδα τα ραδιόφωνα παίζουν όλη μέρα το τραγούδι «Οι γιεγιέδες» με ερμηνευτές τους Κώστα Ευσταθίου και Λίτσα Διαμάντη. Για τον Μάη του ’68 η Ελλάδα μαθαίνει από ανθρώπους που βρέθηκαν εκείνη την περίοδο στη Γαλλία και έζησαν τα γεγονότα, κυριολεκτικά στους δρόμους, όπως ο σπουδαίος σκηνοθέτης του Ζ (στην εξαιρετική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του βιβλίου του Βασιλικού) Κώστας Γαβράς. Στην Ελλάδα είχαμε να ασχοληθούμε με σοβαρότερα θέματα «ισότητας» όπως ο Νόμος 4000 και με τους Αναρχοκομμουνισταί – Δυναμιτισταί που άκουγαν ψυχεδελικό ροκ και είχαν μακριά μαλλιά και γι’ αυτό αποτελούσαν «απειλή» για την κοινωνία. Κάποτε είχα μια υπέροχη κουβέντα για το εν λόγω θέμα με τον Δημήτρη Πουλικάκο – όταν είχα παίξει μουσική πριν από κάποιο λάιβ της μπάντας του. Βέβαια ο αθλητισμός στη δική μας χώρα «ανθούσε» και ο κόσμος δεν είχε ξυπνήσει ακόμα με αυτό τον άρτο και θεάματα που του πρόσφερε το χουντικό καθεστώς.

Εν κατακλείδι. Επηρέασε ο Μάης του ’68 το ποδόσφαιρο; Εννοείται πως το επηρέασε μιας και ένωσε πολλές ομάδες για το κοινό καλό. Όπως ο Ευρωπαϊκός κινηματογράφος έγινε καλύτερος και πιο μοντέρνος μετά το ’68 και όπως οι άνθρωποι ήρθαν πιο κοντά στους δρόμους και τις κερκίδες για το κοινό καλό. Το ποδόσφαιρο άλλωστε θα βρίσκεται πάντα δίπλα σε κάθετι επαναστατικό και λαϊκό. Τελικά το ποδόσφαιρο έφτασε να ανήκει στους ποδοσφαιριστές; Εννοείται πως όχι. Το εντελώς αντίθετο για την ακρίβεια. Το ποδόσφαιρο έφτασε να ανήκει σε πολυεθνικές και σε ανθρώπους που το βλέπουν καθαρά ως μπίζνα και μηδενικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Δυστυχώς. Σαν αυτούς τους τραπεζικούς λογαριασμούς που είδαν να φουσκώνουν πολλοί από αυτούς που πρωτοστάτησαν σε εκείνη την επανάσταση και έγιναν αρκετά γρήγορα σημαντικά γρανάζια του συστήματος. «Στην επανάσταση υπάρχουν αυτοί που την κάνουν και αυτοί που επωφελούνται» έλεγε ένα απ’ τα πιο γνωστά συνθήματα τον Μάη του ’68. Πολλές φορές βέβαια επωφελούνται κι αυτοί που την κάνουν, μπαίνοντας όμως στην απέναντι -την αντίπαλη- πλευρά. Κάτι που συμβαίνει πολλάκις και στο ποδόσφαιρο. Δυστυχώς και πάλι.

Ο άνθρωπος που αγάπησε και μίσησε η Πολωνία

  [2 Σχόλια]

Η Σιλεσία είναι μια περιοχή που ανήκει κατά κύριο λόγο στην Πολωνία. Τμήματά της βρίσκονται μέσα στην Τσεχία αλλά και τη Γερμανία. Σπουδαιότερη πόλη της είναι το Βρότσλαβ, εκτός αν είσαι Αρειανός και θυμάσαι μελαγχολικά το Κατοβίτσε. Την πόλη στην οποία γεννήθηκε και ο σημερινός μας πρωταγωνιστής. Ο Έρνεστ Ότο Πραντέλα γεννήθηκε όταν το Κατοβίτσε ήταν μέρος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά σύντομα η περιοχή πέρασε στην Πολωνία. Οι γονείς του ήταν γερμανικής καταγωγής και ο πατέρας του έχασε τη ζωή του στο Δυτικό Μέτωπο ως στρατιώτης της Γερμανίας. Τότε ήταν που ο Έρνεστ άλλαξε και το επώνυμό του σε Βιλιμόφσκι καθώς η μητέρα του παντρεύτηκε έναν Πολωνό και ο γιος της έπρεπε να πάρει το όνομα του πατριού.

Ο Βιλιμόφσκι δεν αγαπούσε το σχολείο, αλλά ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ποδοσφαιριστής, ένας επιθετικός που μπορούσε να ντριμπλάρει και να σκοράρει με εξαιρετική άνεση. Το ταλέντο του γρήγορα έγινε γνωστό με τα χρώματα της Κατοβίτσε (που ήταν «γερμανική» ομάδα) και σύντομα μετακόμισε στην πολύ δυνατή τότε Ρουχ Χόρζοφ (γνωστή σε μας ως η ομάδα του Κριστόφ Βαζέχα). Για να γίνει εκείνη η μεταγραφή δόθηκε στην Κατοβίτσε ένα ποσό ίσα με 10 μισθούς, συν τα έσοδα από δύο φιλικά, συν μια δουλειά για τον πατριό του σε ένα χυτήριο. Ο Βιλιμόφσκι ήταν ταχύτατος, συνήθως έπαιζε αριστερό εξτρέμ στο W-M, ενώ οι διηγήσεις της εποχής λένε ότι είχε έξι δάκτυλα στο δεξί του πόδι (και δύο μεγάλα αυτιά όπως βλέπουμε στις φωτογραφίες).

Το ιστορικό σύστημα W-M που έπαιζαν τότε οι περισσότερες ομάδες

Τα νούμερά του ήταν μυθικά. Έγινε ο πρώτος παίκτης στο πολωνικό πρωτάθλημα που σκόραρε 7, 8, 9 και 10 γκολ σε ένα ματς. Κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα με τη Ρουχ Χόρζοφ, βγήκε τρεις φορές πρώτος σκόρερ και φυσικά κλήθηκε και στην εθνική Πολωνίας. Το 1934 μάλιστα σκόραρε εναντίον της Γερμανίας, της πατρίδας των γονιών του. Στον ελεύθερό του χρόνο έπαιζε χάντμπολ, χόκεϊ επί πάγου και πινγκ πονγκ, ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής σε ό,τι έκανε, ένα μεγάλο αθλητικό ταλέντο.

 «Σκαρφάλωσα στα κλαδιά ενός δέντρου για να τον δω καλύτερα. Μπορούσε να ντριμπλάρει μερικούς αντιπάλους και να σταματήσει με την μπάλα στη γραμμή, περιμένοντας τους αμυντικούς πριν σπρώξει την μπάλα στα δίχτυα. Κι όλα αυτά χαμογελώντας.»
– Καζιμίρ Γκόρσκι (στη φωτογραφία η Ρουχ Χόρζοφ της εποχής)

Έξω από τα γήπεδα ζούσε τη ζωή του όσο καλύτερα μπορούσε και είχε μεγάλη αγάπη στο ποτό. Μια ημέρα πριν μαζευτούν οι παίκτες της εθνικής Πολωνίας, ο ίδιος το έριξε έξω με συμπαίκτες του στην Κρακοβία. Το επόμενο πρωί εμφανίστηκε σουρωμένος και ο προπονητής τον έδιωξε. Η Ομοσπονδία τον τιμώρησε με ένα χρόνο αποβολή από την εθνική, κάτι που του στοίχισε πολύ καθώς έχασε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Πολλοί λένε ότι με αυτόν η Πολωνία θα είχε κατακτήσει το χρυσό. Λίγους μήνες αργότερα από εκείνο το συμβάν, σκόραρε έξι γκολ σε ένα ματς και πήγε στους δημοσιογράφους λέγοντάς τους: «Έτσι παίζει ένας αλκοολικός». Ο Βιλιμόφσκι επέστρεψε αργότερα στην εθνική και γνώρισε ίσως την μεγαλύτερη του ποδοσφαιρική στιγμή στο Μουντιάλ του 1938. Εκεί που ήταν πρωταγωνιστής στο ιστορικό Βραζιλία-Πολωνία 6-5, όταν και έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε τέσσερις φορές σε αγώνα Μουντιάλ, ενώ κέρδισε και πέναλτι. Χρειάστηκε ο Όλεγκ Σαλένκο το 1994 απέναντι στο Καμερούν για να ξεπεραστεί το ρεκόρ του. Οι δυο ομάδες τελείωσαν το παιχνίδι με 4-4 και οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν τελικά με 6-5 στην παράταση. Με τη λήξη του αγώνα οι 13.000 θεατές στο Στρασβούργο αποθέωσαν τους κατάκοπους παίκτες για το φοβερό ποδοσφαιρικό σόου.

Απίστευτα ρετρό πλάνα από 70 χρόνια πριν στο Βραζιλία-Πολωνία

Οι Βραζιλιάνοι τον λάτρεψαν. Ο τότε σούπερ σταρ της Φλαμένγκο Λεωνίδας ντα Σίλβα μίλησε με τα καλύτερα λόγια τόσο για την Πολωνία, όσο και για τον ίδιο τον παίκτη. Στο Βιλιμόφσκι προτάθηκε να υπογράψει συμβόλαιο και να παίξει στη Βραζιλία. Το σκέφτηκε και τελικά συμφώνησε. Οι πολωνικές αρχές όμως δεν του επέτρεψαν να φύγει από τη χώρα. Άλλη διήγηση λέει ότι εκείνο το βράδυ ήταν τόσο μεθυσμένος που υπέγραψε συμβόλαια με τρεις διαφορετικές ομάδες και οι συμπαίκτες του τα έσκισαν. Άγνωστο ποια είναι η αλήθεια, το μόνο σίγουρο πάντως ότι ήταν από τους κορυφαίους στον κόσμο. Έμεινε τελικά και συνέχισε να παίζει στην Πολωνία, αλλά με το κλίμα μεταξύ Πολωνίας-Γερμανίας να είναι πολύ άσχημο, ήδη κάποιες εφημερίδες τον κατηγορούσαν ότι νιώθει περισσότερο Γερμανός παρά Πολωνός. Ο Βιλιμόφσκι μαζί με τους Πέτερεκ και Βόνταρζ ονομάζονται οι «τρεις μάγοι» της Κατοβίτσε που έμπαινε σφήνα ανάμεσα στις ομάδες της Κρακοβίας και του Πόζναν.

Στις 27 Αυγούστου του 1939 ο Βιλιμόφσκι έδωσε το τελευταίο του σόου με τη φανέλα της Πολωνίας σε ένα 4-2 επί της φιναλίστ του προηγούμενου Μουντιάλ Ουγγαρίας, στο οποίο σκόραρε τρεις φορές και κέρδισε ένα πέναλτι. Η καριέρα του με την Πολωνία έκλεινε με 21 γκολ σε 22 συμμετοχές. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο γερμανικός ναζιστικός στρατός εισέβαλε στην Πολωνία, ενώ στις 17 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε και η επίθεση της Σοβιετικής Ένωσης. Σε λιγότερο από έναν μήνα η Πολωνία είχε κατακτηθεί και μοιραστεί από Γερμανία και ΕΣΣΔ. Η Σιλεσία κατέληξε στα χέρια των Γερμανών.

Με τη φανέλα της Πολωνίας

Ο Βιλιμόφσκι κρύβεται για να γλιτώσει το γερμανικό στρατό. Όπως και πολλοί ακόμα κάτοικοι της Σιλεσίας παίρνει τη γερμανική υπηκοότητα. Μιλούσε άλλωστε τα γερμανικά ως πρώτη γλώσσα του. Γυρίζει στην πατρίδα του το Κατοβίτσε και για να συνεχίσει να παίζει μπάλα κατατάσσεται αναγκαστικά στην αστυνομία. Αλλάζει ελαφρώς το όνομά του, το Έρνεστ γίνεται Ερνστ για να μοιάζει πιο γερμανικό. Το ταλέντο του τον σώζει, όταν κάποιος γνωστός του και μεγαλοστέλεχος του ναζιστικού κόμματος τον καταγγέλλει ως «Πολωνό» επειδή δεν τον συγχώρεσε ποτέ για την μεταγραφή του από την Κατοβίτσε το 1933 (!!). Ο οπαδισμός δεν κοιτάζει πολέμους.

Ο Βιλιμόφσκι όμως παίζει ακόμα μπάλα και οι Γερμανοί εκτιμούν το ταλέντο του, με αποτέλεσμα να μην υποστεί συνέπειες. Η Κατοβίτσε γίνεται σύλλογος-πρότυπο με πολλούς καλούς ποδοσφαιριστές να πηγαίνουν εκεί, ώστε να προάγουν το… Άριο ποδόσφαιρο. Αργότερα συλλαμβάνεται και η μητέρα του Παουλίνα. Οι Ναζί την στέλνουν στο Άουσβιτς γιατί έχει σχέση με έναν Ρώσο εβραΐκής καταγωγής. Τεράστιο έγκλημα για τη ναζιστική Γερμανία. Ο Βιλιμόφσκι εκμεταλλεύεται την ποδοσφαιρική του φήμη, τις όποιες γνωριμίες του και τελικά σώζει τη ζωή και της μητέρας του, που μένει έξι μήνες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ανάμεσα στους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ξεψυχούν εκεί. Αντάλλαγμα, μερικοί αγώνες επίδειξης του γιου της. Πληρώνει την ελευθερία της με γκολ.

Μετακομίζει ξανά και παίζει στην ομάδα της αστυνομίας στο Κέμνιτς. Αργότερα μετακομίζει και στο Μόναχο και παίζει στην 1860, με τον κόσμο να τον αποθεώνει όταν κατακτά στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου το πρώτο κύπελλο στην ιστορία του συλλόγου (έγραψε ρεκόρ κυπέλλου Γερμανίας σκοράροντας 14 γκολ το 1942). Φυσικά έρχεται και η εθνική Γερμανίας. Ο Βιλιμόφσκι φοράει 8 φορές τη φανέλα της και σκοράρει 13 γκολ.

Με τη φανέλα της Γερμανίας και τον απαραίτητο ναζιστικό χαιρετισμό

Δεν προκύπτει από κάπου (με βάση τα λίγα είναι η αλήθεια κείμενα που υπάρχουν) ότι ο Βιλιμόφσκι έχει κάποια πολιτική δράση ή ασπάζεται τις ιδέες του ναζισμού. Γεννιέται ως Γερμανός στην Πολωνία, γίνεται Πολωνός και ξανά Γερμανός, καθώς πέφτει θύμα των πολιτικών εξελίξεων. «Αν δεν γινόταν ο πόλεμος δεν θα είχα φύγει ποτέ από τη Σιλεσία» δηλώνει. Αγαπάει το ποδόσφαιρο και προσπαθεί να γλιτώσει τον εαυτό του, την καριέρα του και τους αγαπημένους του χάρη σε αυτό. Δεν πολεμάει με τη Γερμανία, δεν τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα πολιτικά, δέχεται όμως να αλλάξει ομάδες, να φορέσει οποιαδήποτε φανέλα, ακόμα κι αυτή με τη σβάστικα στο στήθος.

Το τελευταίο οι Πολωνοί δεν το συγχωρούν, όταν τον βλέπουν με τη φανέλα της ναζιστικής Γερμανίας είναι το τέλος. Ο Βιλιμόφσκι θεωρείται προδότης γι’ αυτούς και το καθεστώς της Πολωνίας του απαγορεύει να επιστρέψει στη Σιλεσία μετά το τέλος του πολέμου. Ο Βιλιμόφσκι συνεχίζει να παίζει μπάλα, φτάνει μέχρι και το Στρασβούργο και σταματάει το ποδόσφαιρο στα 43 του. Μένει για πάντα στη Γερμανία στην οποία φόρεσε τις φανέλες επτά συλλόγων. Στο Μουντιάλ του 1974 θέλει να επισκεφτεί την εθνική της Πολωνίας στη Στουτγκάρδη, αλλά η Π.Ο. της χώρας δεν τον αφήνει. Δυστυχώς, ζει μεγάλο μέρος της ζωής του σε εποχές που δεν υπάρχουν αρχεία και πληροφορίες ή καταστρέφονται. Τα γκολ του υπολογίζονται από 500 μέχρι 1000 (σύμφωνα με κάποια στατιστικά είναι ο 12ος σκόρερ όλων των εποχών στον κόσμο), είναι ένας παίκτης που αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές μπορεί να είχε τώρα το στάτους ενός Πούσκας. Κι όμως, μένει άγνωστος σχεδόν στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Προδότης για μεγάλο μέρος των Πολωνών γιατί άλλαξε πατρίδα και μέρος μιας περιόδου της Γερμανίας που οι Γερμανοί θέλουν να ξεχάσουν. «Ο καλύτερος Πολωνός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών» τον περιγράφει το Κίκερ πριν τον πόλεμο. Ο Βιλιμόφκσι πέθανε στις 30 Αυγούστου του 1997 στην Καρσλρούη, όχι ακριβώς ξεχασμένος, σίγουρα όμως με πολύ μικρές τιμές σε σχέση με την ποδοσφαιρική αξία του.

Τζιοβάνε Έλμπερ: Ο Βραζιλιάνος που έγινε Γερμανός

  [5 Σχόλια]

Για να γίνεις μεγάλος παίκτης, θέλει ταλέντο και πολλή δουλειά. Θέλει ώρες προπόνησης, θέλει μυαλό, εργατικότητα (ή υπερβολικά πολύ ταλέντο αν είσαι λίγο τεμπελάκος). Για να γίνεις από τους κορυφαίους όλων των εποχών θέλει και λίγη τύχη. Γιατί συχνά εμφανίζονται παίκτες που δεν υστερούν σε τίποτα, που σταθερά κι αμείωτα παίζουν εξαιρετικά σε υψηλό επίπεδο, αλλά για κάποιο λόγο ποτέ δεν θα μπουν σε λίστες των κορυφαίων, δεν θα μονοπωλήσουν τα φώτα όπως άλλοι. Αυτούς τους παίκτες τους συμπαθώ πάντα λίγο παραπάνω και πιστεύω ότι ανάμεσά τους είναι κι ο Έλμπερ ντε Σόουζα.

Για πολλά χρόνια πίστευα, όπως μάλλον κι οι περισσότεροι, ότι το μικρό του είναι το Τζιοβάνε ή έστω Τζιοβάνι και το επώνυμο το Έλμπερ. Η αλήθεια όμως είναι ότι το Έλμπερ είναι το μικρό του και το «τζιοβάνε» το παρατσούκλι που του είχε κολλήσει η θεία του για να τον φωνάζει «ο μικρός Έλμπερ». Όπως κι οι άλλοι συγγενείς του όμως, τον έχασε από κοντά της πριν καλά καλά μεγαλώσει. Ο Έλμπερ ξεκίνησε να παίζει μπάλα στη Λοντρίνα Εσπόρτε Κλουμπε, έναν άσημο σύλλογο στα νότια της χώρας, αλλά οι εμφανίσεις του τον έφεραν γρήγορα στις μικρές εθνικές, κατακτώντας έναν τίτλο Ν. Αμερικής και συμμετέχοντας στο Μουντιάλ U20 της Πορτογαλίας, όπου η Βραζιλία έχασε τον τελικό στα πέναλτι. Οι εμφανίσεις του όμως προσέλκυσαν το ενδιαφέρον.

Η Μίλαν έδωσε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια, ποσό ρεκόρ τότε για νεαρό Βραζιλιάνο χωρίς εμπειρία από επαγγελματικό ποδόσφαιρο, και τον έφερε στην Ιταλία. Μπροστά του βρήκε την ολλανδική τριπλέτα φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Ράικαρντ κι ο «τζόβανε» δεν μπορούσε να παίξει, καθώς επιτρέπονταν μόνο τρεις ξένοι. Την πρώτη χρονιά του την πέρασε ως θεατής της Μίλαν και η ζωή ήταν δύσκολη. Ένας 18χρονος Βραζιλιάνος ξαφνικά στην Ιταλία και μάλιστα στο Μιλάνο. «Ήθελα να φύγω μετά τους δύο πρώτους μήνες. Δεν υπήρχαν τότε κινητά, δεν υπήρχε Ίντερνετ. Μου έλειπε η οικογένειά μου. Έκλαιγα μέρα-βράδυ. Έπρεπε να μάθω να μαγειρεύω. Δεν είχα δίπλωμα και γύριζα με το λεωφορείο».

Την επόμενη σεζόν ο Έλμπερ έκανε ξανά προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά όταν τελείωνε το καλοκαίρι και τα σχολεία ξεκινούσαν, μετακόμισε στην Ελβετία, δανεικός στην Γκρασχόπερ. Όχι ότι και εκεί δεν ήταν δύσκολα, ειδικά τον πρώτο χειμώνα στη Ζυρίχη, κι ας είχε μαζί του για παρέα τον αδερφό του. Το κρύο ήταν πολύ, η επικοινωνία δύσκολη και το φαγητό γρίφος. Στη βιογραφία του περιγράφονται οι δύσκολες στιγμές. Την πρώτη εβδομάδα η μεγαλύτερη επιτυχία ήταν όταν ο αδερφός του πέτυχε μια πινακίδα έξω από μαγαζί που με κιμωλία έγραφε τρεις… μαγικές λέξεις: «chili con carne». Ήταν κάτι σαν παράδεισος για τους δυο Βραζιλιάνους που επιτέλους ανακάλυψαν κάτι που ήξεραν τι είναι. Κάθε μέρα έτρωγαν κρέας με φασόλια και έξτρα μερίδα τηγανιτές πατάτες. Παρ’ ότι αγωνιστικά ο Έλμπερ δεν είχε προβλήματα, δεν του άρεσε καθόλου η Ελβετία: «Όταν επέστρεψα στη Βραζιλία για τη χειμερινή διακοπή του πρωταθλήματος δεν ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήταν η μητέρα που μου έπεισε. Μου είπε ότι θα μπω στο αεροπλάνο της επιστροφής και θα πάω να γίνω ποδοσφαιριστής, αυτό που ήθελα πάντα». Ο Έλμπερ τελικά μπήκε και έμεινε στην Ευρώπη για 15 χρόνια συνολικά. Τα επόμενα δύο καλοκαίρια έκανε και πάλι προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά επέστρεψε ξανά στην Ελβετία όπου και έκανε σπουδαίες εμφανίσεις (ακόμα και στην Ευρώπη), ενώ στην τελευταία του σεζόν βγήκε πρώτος σκόρερ και κατέκτησε το κύπελλο.


Das magische Dreieck

Το μέλλον του στη Μίλαν δεν φαινόταν λαμπρό (0 εμφανίσεις σε 4 σεζόν) κι ο Έλμπερ ζήτησε να πάει δανεικός κάπου στην Ιταλία, αφού ένιωθε ότι πλέον είχε μάθει ό,τι μπορούσε στο ελβετικό πρωτάθλημα μετά από τρεις χρονιές. Οι άνθρωποι της Μίλαν του είπαν ότι έχουν μια πρόταση από τη Στουτγκάρδη που τον παρακολουθούσε. Ο Έλμπερ που είχε ήδη μάθει γερμανικά την αποδέχτηκε και έτσι μετακόμισε στη Γερμανία. Στη Σουηβία μπήκε σε μια εξαιρετική ομάδα και άρχισε να δείχνει την ποιότητά του. Παρ’ ότι την πρώτη σεζόν σκόραρε μόλις 8 γκολ, στις άλλες δύο πήρε μπρος και μαζί με το Φρέντι Μπόμπιτς και τον Κράσιμιρ Μπαλάκοφ έφτιαξαν το ιστορικό «μαγικό τρίγωνο» για τη Στουτγκάρδη του μόλις 36χρονου τότε προπονητή Γιόακιμ Λεβ που ξεκινούσε να φτιάχνει όνομα. Ο Έλμπερ κατέκτησε το κύπελλο του 1997, αλλά δεν ήταν εκεί στην σπουδαία πορεία της ομάδας στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1998. Είχε ήδη συμφωνήσει να μετακομίσει στο Μόναχο λίγες μέρες πριν τον τελικό με την Κότμπους στον οποίο σκόραρε δυο γκολ. Γύρισε στο ξενοδοχείο και δεν μπορούσε να πανηγυρίσει, στενοχωρημένος επειδή θα έφευγε. Ο Μπόμπιτς (με τον οποίον είναι κολλητοί ακόμα και σήμερα) πήγε στο δωμάτιό του και του είπε: «Σήμερα είσαι ακόμα ένας από μας, οπότε θα έρθεις να το γιορτάσουμε. Από αύριο μπορείς να πας να γαμηθείς».

Ένα από τα καλύτερα γκολ του, το πέτυχε επί της Μπάγερν

Ο Έλμπερ είχε αγαπήσει τη Στουτγκάρδη και πολλοί του έλεγαν ότι δεν θα έβρισκε το ίδιο οικογενειακό κλίμα στην Μπάγερν. Δεν πίστευε καν ότι είχε ενδιαφερθεί ένας τόσο μεγάλος σύλλογος, το συνειδητοποίησε όταν τον πήρε τηλέφωνο ο Ματέους. Μέσα του όμως είχε ένα μεγάλο όνειρο, να φορέσει τη φανέλα της Σελεσάο και ήξερε ότι δύσκολα θα τα κατάφερνε αν δεν πήγαινε σε μεγαλύτερο σύλλογο. Παρά το τότε ενδιαφέρον της Άρσεναλ, ο Έλμπερ πήγε στους Βαυαρούς και μια τρομερή πορεία ξεκίνησε. Το άκρως οικογενειακό κλίμα χάθηκε, αλλά τα γκολ, οι τίτλοι και οι επιτυχίες ξεκίνησαν.

Ο Έλμπερ ήταν ένας από τους πληρέστερους επιθετικούς που είδαμε ποτέ. Με φοβερά ποσοστά επιτυχίας, γρήγορος, δυνατός, καλός και στον αέρα χωρίς να είναι πρώτο μπόι. Το γεγονός ότι μετακόμισε στην Ευρώπη τόσο νωρίς, τον έκανε αρκετά πιο Ευρωπαίο ποδοσφαιρικά. Η μπάλα έπρεπε να μπει στα δίχτυα. Αυτός ήταν ο σκοπός. Αν έπρεπε να ντριμπλάρει, θα το έκανε. Αν έπρεπε να σουτάρει, θα το έκανε. Τακουνάκια, ψαλιδάκια, σουτ εκτός περιοχής, τεράστια γκάμα. Σημασία είχε όμως το γκολ.

Η απόφαση να πάει στην Μπάγερν είχε άμεσο αντίκτυπο. Μόλις σε μία σεζόν, κλήθηκε για πρώτη φορά στην εθνική Βραζιλίας. Δυστυχώς όμως για τον ίδιο, έπεσε σε μια φουρνιά σπουδαίων παικτών. Ριβάλντο-Ρονάλντο-Μπεμπέτο-Ρομάριο (αν και μεγάλος), αλλά και άλλοι όπως ο Εντμούντο κι ο Ντενίλσον του έπαιρναν τη θέση. Το γερμανικό ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο δημοφιλές κι ο Έλμπερ δεν είχε παίξει ποτέ στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα με αποτέλεσμα να είναι άγνωστος σε πολύ κόσμο πίσω στην πατρίδα και να μην έχει μεγάλο έρεισμα σε κόσμο και κυρίως προπονητές.

Τον Δεκέμβριο του 1997 οι δημοσιογράφοι ρωτάνε τον Μάριο Ζαγκάλο αν ο Έλμπερ θα είναι στις επιλογές του για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Ζαγκάλο απαντά με πολύ άσχημο τρόπο: «Πόσους Έλμπερ έχουμε στη Βραζιλία; Χιλιάδες! Ας αγοράσει ένα αεροπορικό και να πάει για διακοπές»

Ο Έλμπερ από τη Γερμανία απαντάει στο Ζαγκάλο, λέγοντάς του ότι είναι γέρος και έχει αρχίσει να ξεχνάει. Τελικά, ο Ζαγκάλο τον παίρνει στο αδιάφορο Gold Cup που συμμετείχε κι η Βραζιλία στις αρχές του 1998, αλλά τον έχει στον πάγκο κατά κύριο λόγο. Τον φωνάζει «μικρό» γιατί δεν θυμόταν το όνομά του.  Ο Έλμπερ μοχθεί για να επιλεγεί στην ομάδα, αλλά ένας τραυματισμός διαλύει τις λίγες ελπίδες του για να δώσει το παρόν στο Μουντιάλ.

Το 2002 η αδικία ήταν μεγαλύτερη, με παίκτες όπως ο Λουιζάο και ο Εντμίλσον (οι επιθετικοί και όχι οι συνονόματοί τους σε άλλες θέσεις, αν δεν τους θυμάστε δεν φταίτε εσείς) να προτιμώνται από τον Τζιοβάνε, σαφώς κατώτεροί του. Στο τέλος παίζει ρόλο και η απόφαση της Μπάγερν να μην του δώσει άδεια να πάει στη Βραζιλία για δυο αγώνες στα προκριματικά και μένει ξανά εκτός Μουντιάλ. Ο Έλμπερ, τελείωσε την καριέρα του με μόλις 15 εμφανίσεις με τη Βραζιλία. Φυσικά σε αυτά τα ματς σκόραρε 7 φορές, γεγονός που έδειχνε πόσο μπορούσε να βοηθήσει. Είπαμε. Εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, αλλά μια συμμετοχή σε ένα Μουντιάλ πιθανότατα να τον είχε βάλει ανάμεσα στους καλύτερους. Είναι κάτι τέτοιες λεπτομέρειες που στο τέλος καθορίζουν πώς θα σε θυμάται ο κόσμος.

Αν δεν τον προλάβετε, μάθετέ τον τώρα
Αν τον θυμάστε, ξαναδείτε ορισμένα του γκολ

Η καριέρα του όμως σε συλλόγους ήταν πάντα σπουδαία. Στο Μόναχο κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα, τρία κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ και ένα Διηπειρωτικό. Έγινε ο πρώτος ξένος σκόρερ όλων των εποχών στην Μπάγερν και μόνο ο Κλαούντιο Πιζάρο και πλέον ο Λεβαντόφσκι τον ξεπερνούν σε συνολικά γκολ ξένου στην Μπουντεσλίγκα. 133 γκολ σε 260 ματς συνολικά στην Μπουντεσλίγκα με Στουτγκάρδη και Μπάγερν. Το 1999 χάνει τον περίφημο τελικό της Βαρκελώνης απέναντι στη Γιουνάιτεντ λόγω τραυματισμού. Χάνει όμως και την ανατροπή: «Κατεβήκαμε με το Λιζαραζού κάτω λίγο πριν το τέλος. Ήταν κι αυτός τραυματίας και πήγαμε στο τούνελ για να ετοιμαστούμε για την απονομή. Όταν φτάσαμε το σκορ είχε γίνει 1-2. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Εγώ σηκώθηκα και έφυγα, γύρισα μόνος στο ξενοδοχείο. Δεν ήθελε να βλέπω κανέναν». Τελικά, το κατέκτησε δυο χρόνια αργότερα.

Σχεδόν συλλεκτική φωτογραφία του Έλμπερ με τη φανέλα της εθνικής

Ο Έλμπερ μετά την Μπάγερν συνέχισε την καριέρα του στη Λυών με αρκετά καλή παρουσία και τελικά την έκλεισε παίζοντας για πρώτη φορά μπάλα στην πατρίδα του με την Κρουζέιρο. Η ζωή του όμως συνδέθηκε άρρηκτα με τη Γερμανία. Είναι «πρέσβης» της Μπάγερν και συνεχίζει να έχει άμεση σχέση με το σύλλογο. Ταξιδεύει συχνά στο Μόναχο για να βλέπει την ομάδα, όταν δεν βρίσκεται στη Βραζιλία που εκτός των άλλων έχει ιδρύσει ακαδημία ποδοσφαίρου για τα παιδιά του δρόμου και κάνει τον… καουμπόη στα συνολικά 6000 βοειδή που έχει σε μια σειρά από εκτάσεις που αγόρασε. Δεν είναι τυχαίο ότι σε συνέντευξη που έδωσε πριν το πρόσφατο φιλικό Γερμανίας-Βραζιλίας είπε ότι… δεν είναι πραγματικός Βραζιλιάνος. Στο Μουντιάλ του 2014 στο περιβόητο ματς 7-1, η γυναίκα του ήταν στο γήπεδο με μια σημαία της Βραζιλίας, τα παιδιά του με φανέλες Γερμανίας κι ο ίδιος ένιωθε πολύ πιο κοντά με Γερμανούς όπως ο Τόμας Μίλερ τους οποίους γνωρίζει προσωπικά, ενώ είχε ζωγραφίσει και μια σημαία της Γερμανίας στο πρόσωπό του. Κι όταν η γυναίκα του μετά το 3-0 δεν άντεξε άλλο και αποχώρησε, αυτός έκατσε να δει το ματς. «Πέρασα όλη τη ποδοσφαιρική μου ζωή εκεί», λέει με ειλικρίνεια. Ίσως βαθιά μέσα του, να μην έχει ξεπεράσει το γεγονός ότι στην εθνική ποτέ δεν τον αγκάλιασαν και γι’ αυτό δεν έχει τόση συμπάθεια στη Σελεσάο. Κι ας έφευγε στα 16 του για να κάνει δυο μέρες ταξίδι με το αυτοκίνητο και να βρεθεί στο Μαρακανά και να δει από κοντά το μεγάλο του ίνδαλμα, τον Ζίκο.

Το πέναλτι με τα δύο πόδια

  [Καθόλου σχόλια]

Υπήρξε ένας από τους ιστορικότερους παίκτες της Μπόκα. Ο Μαρτίν Παλέρμο μπορεί να μην είχε ποτέ την ποιότητα άλλων φορ της Αργεντινής, αλλά έγραψε τη δική του ιστορία. Κι η ιστορία αυτή είναι γεμάτη διάφορες περίεργα συμβάντα, λες και οι συμπτώσεις και τα περίεργα γεγονότα τον κυνηγούσαν πάντα. Όπως η ιστορία με τα πόσα γκολ έπρεπε να βάλει τελικά για να τον αναγνωρίσουν όλοι ως τον πρώτο σκόρερ στην ιστορία της Μπόκα. Όπως φυσικά και η ιστορία με τα απανωτά χαμένα πέναλτι στον ίδιο αγώνα. Όπως και ο τραυματισμός του σε πανηγυρισμό. Και σήμερα ασχολούμαστε με μια ακόμα ιστορία. Αυτή του περιβόητου «πέναλτι με τα δύο πόδια».

Ήταν η βροχερή 24η Απριλίου του 1999 όταν η Μπόκα υποδεχόταν την Πλατένσε στην έδρα της Βέλεζ. Το ματς αποδείχτηκε δύσκολο για τους γηπεδούχους που δεν μπορούσαν να διασπάσουν την άμυνα των «καλαμαριών». Μέχρι που ο διαιτητής Μαντοράν σφύριξε το πέναλτι υπέρ της Μπόκα. Το πέναλτι αμφισβητήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα πιο περίεργη. Ο Παλέρμο ανέλαβε την εκτέλεση απέναντι στον τερματοφύλακα Φαμπιάν «Τερέζα» Κανσελάριτς. Παίρνοντας φόρα για να εκτελέσει με το αριστερό, ο Μαρτίν γλίστρησε. Βρήκε μεν την μπάλα με το αριστερό, αυτή πήρε περίεργη τροχιά, χτύπησε στο δεξί του πόδι (!) και κατέληξε στα δίχτυα. Η Μπόκα καθάρισε το ματς με ένα γκολ του Αραουμπαρένα, αλλά το πέναλτι με τα δύο πόδια ξεκίνησε μεγάλη κουβέντα.

Αν δεν το βλέπετε με την πρώτη, μετά το 1ο λεπτό έχει το καλύτερο ριπλέι

Οι άνθρωποι της Πλατένσε (και οι αντίπαλοι της Μπόκα) υποστήριζαν ότι το γκολ του Παλέρμο δεν έπρεπε να μετρήσει σύμφωνα με τους κανονισμούς. Ο υπεύθυνος της… ΚΕΔ της Αργεντινής Χουάν Κάρλος Λουστάου δήλωσε αδυναμία να αποφασίσει αν το γκολ ήταν έγκυρο. Ο ίδιος ανέφερε τον κανόνα 14 που λέει ότι ο εκτελεστής ενός πέναλτι δεν μπορεί να χτυπήσει την μπάλα δυο φορές συνεχόμενα και αυτό τιμωρείται με έμμεσο υπέρ του αντιπάλου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν υπήρξε πρόθεση όπως είπε ο Λουστάου και συνεπώς ο κανονισμός δεν το είχε προβλέψει. Έτσι λοιπόν, το παραλίγο μπλούπερ του Παλέρμο, έφτασε στα υψηλά κλιμάκια. Η Ομοσπονδία της Αργεντινής έστειλε το βίντεο του αγώνα στη FIFA για να αποφανθεί αυτή (δημιουργώντας και δεδικασμένο). Αφού μαζεύτηκαν οι ειδήμονες της διαιτησίας, η απάντηση της ΦΙΦΑ ήταν ότι το γκολ έπρεπε να μετρήσει.

Αρκετά χρόνια μετά, ο Αλεξάντρε Πάτο σε ένα φιλικό της Βραζιλίας με τη Σουηδία το 2012 κλήθηκε με το σκορ στο 0-2 να εκτελέσει το πέναλτι. Το Ρασούντα μάλλον δεν ήταν πολύ στεγνό, ο Πάτο γλίστρησε και πέφτοντας επανέλαβε το κατόρθωμα του Αργεντίνου φορ. Ο Παλέρμο δεν το άφησε φυσικά έτσι. Ως βετεράνος, το 2015 σε ένα φιλικό των θρύλων της Μπόκα και της Γιούβε γλίστρησε και πάλι και επανέλαβε το κατόρθωμα, άγνωστο αν το προσπάθησε επίτηδες. Έτσι κι αλλιώς, πέρασε στην ιστορία μεταξύ άλλων ως ο ποδοσφαιριστής που ανάγκασε τη ΦΙΦΑ να αλλάξει (ή έστω να βάλει μια υποσημείωση) στον κανονισμό.

Εθνική Βραζιλίας: Ψάχνοντας 16 χρόνια τον ηγέτη

  [4 Σχόλια]

Έχουν περάσει 16 χρόνια απ’ την τελευταία φορά που η εθνική Βραζιλίας κατακτούσε το Μουντιάλ. 16 ολόκληρα χρόνια γεμάτα πόνο και μερικές απ’ τις πιο ντροπιαστικές στιγμές στην ιστορία της τεράστιας αυτής ομάδας. Της κορυφαίας εθνικής ομάδας για μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού, κάτι που -αν ρωτάτε εμένα και περιμένετε απάντηση- δεν απέχει και αρκετά απ’ την πραγματικότητα. Στις 30 Ιουνίου του 2002 η σελεσάο, έχοντας ως μπροστάρη τον Ρονάλντο (τον κανονικό – το φαινόμενο), είχε επικρατήσει της σκληροτράχηλης Γερμανίας με 2-0 και είχε πανηγυρίσει το 5ο τρόπαιο της πλούσιας ιστορίας της. Από τότε επικρατεί ξηρασία και δεν υπάρχει ή δεν αχνοφαίνεται, για να τα λέμε κι όλα, και κάποια όαση για να δώσει μερικές σταγόνες ποδοσφαιρικής δροσιάς στους φίλους των Βραζιλιάνων. Είναι και πολλοί οι διψασμένοι (για τίτλους) από δαύτους.

Σε εκείνη την Βραζιλία  υπήρχαν τεράστιοι παίκτες όπως ο Ρονάλντο, ο Ριβάλντο, ο Ρομπέρτο Κάρλος, ο Καφού και  φυσικά ο -δικός μου λατρεμένος- Ροναλντίνιο. Παίκτες που ήταν κορυφαίοι στην θέση τους, σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά είχαν και το χάρισμα να αποτελούν παράλληλα και σπουδαίες ηγετικές μορφές για ένα ολόκληρο έθνος που ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο. Αρχηγοί και μπροστάρηδες σε κάθε πιθανή ποδοσφαιρική κακουχία και σε κάθε πιθανό θρίαμβο. Σε κάθε δύσκολη στιγμή μπορούσαν να βρουν τη λύση. Εκεί που η μπάλα έκαιγε και τα χρονικά περιθώρια στένευαν επικίνδυνα, αυτοί δήλωναν πάντα παρόν, παρασέρνωντας μάλιστα ολόκληρη την ομάδα σε κάτι καλό. Στη νίκη. Στην πρόκριση. Σε κάποιο μεγάλο τρόπαιο. Ακόμα και οι παίκτες που υστερούσαν σε ταλέντο μπροστά στους «μάγους» που προανέφερα, όπως ο Ζιλμπέρτο Σίλβα ή ο Λούσιο για παράδειγμα, είχαν αυτό το χάρισμα. Το χάρισμα του ηγέτη. Τέτοιος ήταν φυσικά και ο σπουδαίος αναπληρωματικός τερματοφύλακας εκείνης της ομάδας (και παίκτης σύμβολο για ένα ολόκληρο έθνος) ο Ροζέριο Σένι, που είχε αυτό το ηγετικό χάρισμα -όχι σε μεγάλο αλλά- σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό.

Από εκείνη την περίοδο του Μουντιάλ του 2002 μέχρι και τις μέρες μας, οι Βραζιλιάνοι μπορούν να καυχώνται για δύο μεγάλες στιγμές. Το Κόπα Αμέρικα του 2007, όταν κυριολεκτικά με μισή ομάδα διέλυσαν στον τελικό την πληρέστατη Αργεντινή με 3-0, και φυσικά το χρυσό μετάλλιο του 2016 στους Ολυμπιακούς αγώνες, στη δική τους χώρα, κατακτώντας μάλιστα και την μοναδική πρωτιά που έλειπε απ’ την συλλογή τους. Απ’ την άλλη, αν πρέπει να προβληματιστούν για κάτι όλο αυτό τον καιρό, αυτό δεν είναι άλλο απ’ το γεγονός πως όλα αυτά τα 16 χρόνια ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν το νέο ηγέτη που θα πάρει την ομάδα απ’ το χέρι, θα δώσει σιγουριά και έμπνευση στους συμπαίκτες του (και σε όλους τους απλούς θεατές) και θα οδηγήσει την ομάδα και πάλι στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αυτό δηλαδή που θέλει να κατακτά κάθε φίλος της ποδοσφαιρομάνας Βραζιλίας. Ας μην γελιόμαστε. Για τους Βραζιλιάνους δεν υπάρχει τίποτα λιγότερο απ’ την κορυφή του κόσμου. Κάτι σαν τους Άγγλους δηλαδή.

Παρακολουθώντας πολλά παιχνίδια της Βραζιλίας των τελευταίων ετών, ειλικρινά δεν μπορώ να βρω εύκολα (ή καθόλου) αυτό τον παίκτη. Σπάω το κεφάλι μου για να τα καταφέρω και πάλι τίποτα. Εξηγούμαι: δεν χρειάζεται αυτός ο παίκτης να είναι ο πιο ντελικάτος για να ηγηθεί. Αρκεί να έχει το χάρισμα. Για παράδειγμα: στην εθνική του ’94 που κατέκτησε το Μουντιάλ οι περισσότεροι θυμούνται το δίδυμο των Ρομάριο και Μπεμπέτο που αλώνιζαν στην επίθεση και όχι τον ισορροπιστή της μεσαίας γραμμής (και μεγάλο αρχηγό) Κάρλος Ντούνγκα. Λογικό θα μου πείτε, καθώς στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου του απλού θεατή αποθηκεύονται πιο εύκολα οι περίτεχνες ντρίμπλες και τα σπάνιας ομορφιάς τέρματα. Ο όγκος άλλωστε των πληροφοριών της εποχής μας είναι τεράστιος και είναι δύσκολο να βρεθεί ο απαιτούμενος χώρος για κάτι εκτός του αποτελέσματος ή των γκολ. Απ’ την άλλη, δεν υπάρχει και κάποιο μέσο που να μπορεί να μας δείξει τα ψυχικά αποθέματα κάθε παίκτη ή να μετρήσει τον βαθμό έμπνευσης κάποιου αθλητή προς τους συμπαίκτες του. Αν υπήρχε κάτι τέτοιο, φυσικά και παίκτες όπως ο Ντούνγκα θα είχαν σπάσει, ή μηδενίσει, όλα τα κοντέρ. Πιο πρόσφατο -και καλύτερο- παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης ποδοσφαιριστή δεν είναι άλλο από τον Χαβιέ Μασκεράνο στο Μουντιάλ του ’14.

Οι μεγάλες ερωτήσεις που βασανίζουν τους περισσότερους φίλους της σελεσάο, τα τελευταία χρόνια, είναι αν θα καταφέρει επιτέλους ο Νεϊμάρ να ηγηθεί της εθνικής και φυσικά, αν θα μπορέσουν να σταθούν δίπλα του παίκτες όπως ο Ζεσούς και ο Φερναντίνιο της Σίτι, ο Κουτίνιο της Μπαρτσελόνα, ο Φιρμίνο της Λίβερπουλ και φυσικά ο σπουδαιότερος όλων αυτών, ο Μαρσέλο της Ρεάλ Μαδρίτης, ως άξιοι «στρατιώτες» δίπλα στον «βασιλιά». Όλοι οι παραπάνω φαντάζουν (και είναι), αυτή τη στιγμή, τα μεγάλα ονόματα και τα βαριά χαρτιά που πάνω τους θα στηριχθεί η Βραζιλία. Απ’ την άλλη, οι επικριτές και πολέμιοι της ομάδας (που είναι και πάρα πολλοί) θεωρούν πως όλοι οι παραπάνω φαντάζουν υπερβολικά λίγοι για να το καταφέρουν, αντιπαραθέτοντας μάλιστα πως απ’ τη στιγμή που δεν κατάφεραν ποτέ να εξελιχθούν σε ηγέτες για τη σελεσάο παίκτες όπως ο Κακά και ο Αντριάνο, δεν είναι δυνατόν να το καταφέρουν αυτό οι παίκτες της εποχής μας. Άδικo πάντως δεν μπορεί να ρίξει κανένας σε κάποιον που έχει αυτό -ή παρόμοιο- σκεπτικό, κρίνοντας πάντα εκ του αποτελέσματος όλα αυτά τα 16 αυτά χρόνια. Και εδώ γεννάται ένα άλλο ερώτημα, επίσης δύσκολο στο να βρει απάντηση. Γιατί συμβαίνει όλο αυτό απ’ τη στιγμή που το ταλέντο υπάρχει, και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό, για τους περισσότερους Βραζιλιάνους;

Ίσως παίζει σημαντικό παράγοντα σε όλο αυτό η γρήγορη μετάβαση απ’ την ελευθερία και την ανεμελιά που χαρακτηρίζει το ποδόσφαιρο της Βραζιλίας, στα πολλά χρήματα, τον ακραίο επαγγελματισμό και φυσικά το life style του ποδοσφαίρου των ημερών μας, στην δική μας ήπειρο. Ένα ποδόσφαιρο αποστειρωμένο στα όρια του ακραίου επαγγελματισμού που ίσως δεν ταιριάζει τόσο με την ιδιοσυγκρασία του Βραζιλιάνου παίκτη, αλλάζοντάς τον προς το χειρότερο και στερώντας του ίσως αυτό το ηγετικό χάρισμα. Αυτή η νέα τάξη πραγμάτων έχει διαβρώσει αρκετά το λάτιν στοιχείο και  κατ’ επέκταση το Βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο, μιας και στο μυαλό των περισσότερων νέων ποδοσφαιριστών της χώρας του καφέ (ήθελα να το γράψω αυτό το κλισέ) ο πρωταρχικός πλέον στόχος είναι να αφήσουν την πατρίδα και να βρουν μια ομάδα στην Ευρώπη που θα τους κάνει αυτομάτως σούπερ σταρ και θα τους χαρίσει μια άνετη ζωή με εκατομμύρια followers στην αστεία ζωή των social media. Αυτό το τελευταίο με την κακή επιρροή των social media και το villain attitude το συναντάμε δυστυχώς ακόμα και στα τοπικά πρωταθλήματα της χώρας μας. Πόσο μάλλον στους παγκόσμιας εμβέλειας σούπερ σταρ σε κορυφαία πρωταθλήματα όπως το ισπανικό και το αγγλικό.

Μέχρι πριν αρκετά χρόνια πολλούς Βραζιλιάνους ντελικάτους παίκτες η μεγαλύτερη μερίδα του φίλαθλου ποδοσφαιρικού κοινού τους άκουγε (και τους μάθαινε απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη) για πρώτη φορά στα Παγκόσμια Κύπελλα. Εκεί δηλαδή που μάτωναν για τη φανέλα. Προσπαθώντας να κερδίσουν πρώτα το τρόπαιο και μέσω αυτού κάποιο καλύτερο συμβόλαιο -κυρίως- σε ομάδα της Ευρώπης, ξεφεύγοντας απ’ την φτώχεια της χώρας τους. Στις μέρες μας όλο αυτό έχει αλλάξει. Δυστυχώς για τους περισσότερους νεαρούς Βραζιλιάνους, που αγωνίζονται στην Ευρώπη και σε κορυφαία κλαμπ, η εθνική δείχνει να μην αποτελεί προτεραιότητα. Η προτεραιότητα είναι φυσικά οι χορηγοί και τα μυθικά συμβόλαια. Μέσα από αυτή τη λογική ίσως μπορεί να απαντηθεί, πιο εύκολα, γιατί δεν υπάρχουν πλέον πραγματικοί ηγέτες στη σελεσάο.  Μέχρι να βρεθεί και πάλι ένας πραγματικός ηγέτης για την εθνική Βραζιλίας, που θα χαρίζει κυρίως έμπνευση σε όλους, την μπαγκέτα και αυτό το ρόλο θα τα έχει ο Νεϊμάρ. Κάτι που (και) στα δικά μου μάτια δεν φαντάζει ούτε η σωστότερη αλλά ούτε και η σοφότερη επιλογή. Τα υπόλοιπα στο γήπεδο. Ο Ιούνιος είναι πολύ κοντά άλλωστε.