Μπίλι Μπρέμνερ: Ο σπουδαιότερος παίκτης στην ιστορία της Λιντς

  [11 Σχόλια]

Αγγλία δεκαετία του 1960. Ο βρετανικός συντηρητισμός βρίσκεται στο απόγειό του. Η εθνική Αγγλίας ζει στιγμές δόξας μιας και υπάρχει μια σπουδαία φουρνιά ποδοσφαιριστών που, εν τέλει, θα οδηγήσει τα «τρία λιοντάρια» στην κορυφή του κόσμου το ’66, και φυσικά υπάρχουν ένα σωρό δυνατές ομάδες που σιγά-σιγά αρχίζουν να πρωταγωνιστούν και στην Ευρώπη. Ο Έρικ Κλάπτοπ θεωρείται (καθόλου άδικα) Θεός, οι Beatles γεμίζουν στάδια και πουλούν εκατομμύρια δίσκους και  το άθλημα του ποδοσφαίρου είναι σκληρό -πολλές φορές- στα όρια του αντιαθλητικού. Στο τελευταίο -που είναι και το θέμα μας- βρίσκει χώρο ένας κοντούλης, κοκκινοτρίχης, σκοτσέζος κεντρικός χαφ, πάντα έτοιμος να τσακωθεί με όλους (συμπαίκτες, προπονητές και κυρίως αντιπάλους), ακόμα και για την πιο αστεία αιτία. Το όνομά του είναι Μπίλι Μπρέμνερ και θεωρείται ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής που έχει φορέσει τιμήσει την φανέλα της πάλαι ποτέ σπουδαίας ομάδας του Δυτικού Γιορκσάιρ. Αυτή -πάνω κάτω- είναι η δική του ιστορία.

Ο Μπρέμνερ γεννήθηκε το ’42 στο μικρό Στίρλινγκ, 70 χιλιόμετρα έξω από το Εδιμβούργο, από οικογένεια Προτεσταντών και αυτός ήταν ουσιαστικά και ο λόγος που -σε νεαρή ηλικία- αν και τον ήθελε η μεγάλη Σέλτικ, ο πατέρας του τού απαγόρευσε τη μεταγραφή λόγω της κόντρας που υπήρχε (υπάρχει και θα υπάρχει) ανάμεσα στις δύο ομάδες – η Σέλτικ για όσους δεν το γνωρίζουν είναι ομάδα των Καθολικών και ανάμεσα σε αυτή και την Ρέιντζερς υπάρχει σχέση μίσους (και όχι μόνο). Το ίδιο διάστημα, και ενώ ο Μπρέμνερ θεωρείται ένας κορυφαίος παίκτης στα σχολικά πρωταθλήματα της Σκωτίας, θα κοπεί τόσο από την Άρσεναλ όσο και απ’ την Τσέλσι λόγω του ύψους του, μιας και μετά βίας άγγιζε το 1.65 (στις μύτες των ποδιών). Τελικά, στα 17 του χρόνια, το τμήμα σκάουτινγκ της Λιντς θα τον φέρει στο Έλαντ Ρόουντ όπου θα υπογράψει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο.

Προπονητής σε εκείνη τη Λιντς ήταν ο Τζακ Τέιλορ και συμπαίκτης του Μπρέμνερ ο άνθρωπος που τα επόμενα χρόνια θα οδηγούσε την ομάδα στις ενδοξότερες μέρες της, δημιουργώντας φυσικά τον σπουδαίο αγωνιστικό χαρακτήρα του παίκτη και μετατρέποντάς τον στον μεγαλύτερο ηγέτη που είχε ποτέ η ομάδα. Φυσικά και αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντον Ρέβι. Τον μεγαλύτερο εχθρό δηλαδή που είχε ένας άλλος σπουδαίος εκείνων των ετών, ο Μπράιαν Κλαφ.

Ο Ρέβι υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μεσοεπιθετικούς στην Αγγλία και όταν ανέλαβε τα ηνία της Λιντς (το 1961) τα «παγώνια» δεν είχαν κερδίσει κανένα σπουδαίο τρόπαιο. Ποτέ. Με αυτόν στον πάγκο και τον Μπίλι Μπρέμνερ ηγέτη στη μεσαία γραμμή η Λιντς ανέβηκε στην μεγάλη κατηγορία και κατέκτησε τα πρωταθλήματα Αγγλίας του ’69 και του ’74. Επίσης κέρδισε το κύπελλο του ’72 και το Λιγκ Καπ του ’68 συμπληρώνοντας όλους τους εγχώριους τίτλους και βρέθηκε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1973, όπου και ηττήθηκε απ’ την σπουδαία Μίλαν. Η «βρώμικη Λιντς» -όπως την αποκαλούσαν οι περισσότεροι δημοσιογράφοι στο Νησί- ήταν το σημείο αναφοράς για πολλά χρόνια στο αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά μετρούσε πολλούς περισσότερους εχθρούς από φίλους. Το παράδοξο βέβαια με εκείνη την ομάδα ήταν πως έπαιζε βρώμικα αν και είχε στις τάξεις της μερικούς εκ των σπουδαιότερων και ποιοτικότερων βρετανών παικτών της εποχής. Το αντιαθλητικό παιχνίδι της, όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, δεν ήταν λοιπόν από ανάγκη αλλά από καθαρή επιλογή του προπονητή και των παικτών της.

Ο Μπρέμνερ φυσικά και δεν ήταν ο ποιοτικότερος σε εκείνη την Λιντς μιας και υπήρχαν παίκτες όπως ο Τζακ Τσάρλτον, ο Έντι Γκρέι, ο Τζό Τζόρνταν και ο Πήτερ Λόριμερ. Ήταν όμως ο αρχηγός. Ο ηγέτης. Μια τεράστια σωματική και ψυχική δύναμη εγκλωβισμένη σε ένα τόσο δα μικρό σώμα. Το μεγαλύτερο σκατόπαιδο που μπορούσες να βρεις στο γήπεδο. Ο τραμπούκος που όταν κοιτάζει οι άλλοι χαμηλώνουν το κεφάλι. Ο αγροίκος θείος που έρχεται στο γιορτινό τραπέζι απ’ το χωριό και τρώει και το τραπεζομάντηλο. Ο παίκτης που δεν τολμούσες να περάσεις με μια περίτεχνη ντρίμπλα και φυσικά αυτός που δεν ήθελες με τίποτα να βρεθεί στο δρόμο σου όταν πας για γκολ, με τις ακονισμένες του τάπες να σε τρυπούν -όχι στα πόδια- αλλά σε ολόκληρο το σώμα. Ένα λυσσασμένο πίτμπουλ -ανεξέλεγκτο εντός των τεσσάρων γραμμών- να «γαβγίζει», να «δαγκώνει» και ενίοτε να χρησιμοποιεί και τις γροθιές του στα πρόσωπα των αντιπάλων, μέσα στα λασπωμένα γήπεδα της εποχής.

Ο Ρέβι απ’ την άλλη, ένιωθε περήφανος για το «δημιούργημά» του και την δική του Λιντς. «Σημασία έχει η νίκη και οι τίτλοι» έλεγε, μεγαλώνοντας κι άλλο την κόντρα με τον λάτρη του «όμορφου παιχνιδιού» Μπράιαν Κλαφ. Μια κόντρα που συνεχίστηκε ακόμα και όταν ο Κλαφ ανέλαβε την Λιντς, την ομάδα που τον μισούσε και την ομάδα που αυτός μισούσε, ίσως στον πιο περίεργο ποδοσφαιρικό «γάμο» που έχει γίνει ποτέ στα χρονικά του αθλήματος.

Αν πρέπει να βρούμε τρεις στιγμές (ανάμεσα σε τόσες πολλές) που να μπορούν να χαρακτηρίσουν -όσο είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο- τον Μπίλι Μπρέμνερ και την φιλοσοφία εκείνης της Λιντς, αυτές δεν είναι άλλες από αυτές που θα διαβάσετε παρακάτω: Tο περιβόητο τάκλιν στον σπουδαίο Ντέιβ Μακάι της Τότεναμ το 1966 στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος. Το δολοφονικό μαρκάρισμα -από πίσω εννοείται- στον κορυφαίο επιθετικό της Τσέλσι Πήτερ Όσγκουντ (γνωστός και ως Μάγος του Ος), το 1970 στον επαναληπτικό του κυπέλλου Αγγλίας. Και φυσικά οι μπουνιές με τον Κέβιν Κίγκαν στο Γουέμπλεϊ στο Charity Shield του 1974, στις 9 Αυγούστου, κόντρα φυσικά στην Λίβερπουλ, με τον Κλαφ στον πάγκο της Λιντς, στο τελευταίο παιχνίδι του Σάνκλι στον πάγκο των «κόκκινων». Ένα ματς-γιορτή που οι Άγγλοι ήθελαν να παρουσιάσουν ως τέτοιο και κατέληξε στο ακριβώς αντίθετο.

Ο Μακάι προέρχονταν από σοβαρό τραυματισμό με τον Μπρέμνερ να του κάνει ένα δυνατό τάκλιν στο πόδι που είχε σπάσει -όχι μία- αλλά δύο φορές. Η αντίδραση του παίκτη της Τότεναμ εννοείται δεν ήταν κόσμια. Η φωτογραφία με τον εκτός εαυτού αμυντικό να έχει πιάσει απ’ την μπλούζα τον Σκοτσέζο, έτοιμος να του κάνει ό,τι κακό μπορεί κάποιος να φανταστεί, θεωρείται στις κλασικότερες εκείνης της περιόδου και όχι μόνο για το αγγλικό ποδόσφαιρο. «Ήθελα να τον σκοτώσω» θα δηλώσει χρόνια αργότερα ο Μακάι «Με χτύπησε επίτηδες στο πόδι που είχα σπάσει δύο φορές. Είναι σίγουρα ο πιο βρώμικος παίκτης που έχω συναντήσει ποτέ στην καριέρα μου». Για πολλά χρόνια μάλιστα ο σπουδαίος αμυντικός υπέγραφε τα αυτόγραφά του πάνω σε αυτή την φωτογραφία, κάτι που όπως είχε δηλώσει, είχε μετανιώσει κατά πολύ στα γεράματά του μιας και θεωρούσε πως με αυτό τον τρόπο έδινε περισσότερη αξία στον Μπρέμνερ. Τον άνθρωπο δηλαδή που είχε μισήσει (και αυτός).

Ο επαναληπτικός του τελικού κυπέλλου του ’70 θεωρείται -καθόλου άδικα- ως ένα απ’ τα βιαιότερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ και παράλληλα απ’ τα καλύτερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ. Μάλιστα σε έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί στην Αγγλία το 1997 για το εν λόγω παιχνίδι ο διαιτητής Ντέιβ Έλερεϊ είχε δηλώσει πως έπρεπε να έχουν βγει συνολικά 12 κίτρινες και 6 κόκκινες κάρτες -σύμφωνα πάντα με το παιχνίδι των ημερών μας.  Πάντως το μαρκάρισμα του Μπρέμνερ συζητιέται ακόμα από τους φίλους και των δύο ομάδων μιας και η λέξη «δολοφονικό» είναι υπερβολικά φτωχή για να το χαρακτηρίσει. Μάλιστα ήταν τέτοια η ένταση εκείνου του αγώνα (που είχε βρει τροπαιούχους τους «μπλε») και τόσο μεγάλη η απογοήτευση για τους παίκτες της Λιντς που ο Τζέφρι Γκριν των The Times είχε γράψει πως: «H Λιντς μοιάζει με την ιστορία του Σίσυφου, που ενώ έχει σπρώξει ένα μεγάλο βράχο -σχεδόν- στην κορυφή ενός ψηλού βουνού, λίγο πριν τον δει να αγγίζει το ψηλότερο σημείο και να στέκεται εκεί, αυτός πέφτει προς την κοιλάδα και πάλι απ’ την αρχή». Όλα αυτά ενώ ο Μπίλι Μπρέμνερ κάπνιζε βουρκωμένος και αμίλητος στην γωνία των αποδυτηρίων. Το ίδιο φυσικά έκαναν και οι περισσότεροι συμπαίκτες του. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή που έβρισκες καπνίζοντες ακόμα και  σε αίθουσες χειρουργείων, πόσο μάλλον αποδυτηρίων.

Το παιχνίδι του ΄74 ανήκει στις 44 μέρες του Κλαφ στην Λιντς και είναι η στιγμή που απέδειξε περίτρανα πως αυτό το πάντρεμα δεν έπρεπε να έχει γίνει ποτέ και για κανένα λόγο. Ο Κλαφ έχοντας αντίπαλο την ομάδα που σέβονταν όσο καμία του ανθρώπου που λάτρευε ως προπονητή, την Λίβερπουλ δηλαδή του Σάνκλι, είχε πει στους παίκτες του πως δεν θέλει να παίξουν βρώμικα και αντιαθλητικά ως δείγμα σεβασμού στον σπουδαίο Σκοτσέζο προπονητή και την ομάδα του. Φυσικά ο Μπρέμνερ και η παρέα του βρήκαν την κατάλληλη στιγμή για να δείξουν στον προπονητή τους πως ούτε τον σέβονται αλλά και ούτε και τον δέχονται ως προπονητή τους, επιλέγοντας αντί για ποδόσφαιρο να παρουσιάσουν την αγαπημένη τους κλωτσοπατινάδα εις διπλούν (και βάλε), ρεζιλεύοντας έτσι τον Κλαφ μπροστά στο ίνδαλμά του και σε ολόκληρο το κοινό της Αγγλίας που περίμενε μια σπουδαία ποδοσφαιρική παράσταση. Ο παίκτης που κυρίως στόχευαν ήταν ο αστέρας της Λίβερπουλ, Κέβιν Κίγκαν και σκοπός τους ήταν να τον νευριάσουν πριν φυσικά τον αποτελειώσουν με κάποιο fatality δυνατό μαρκάρισμα. Όπερ και εγένετο στο 60′ με το παιχνίδι να διακόπτεται και να μετατρέπεται σε ρινγκ.

O Τζόνι Τζάιλς της Λιντς θα κάνει πρώτος ένα αντιαθλητικό μαρκάρισμα στον Κίγκαν (και θα ανάψει την σπίθα) με τον επιθετικό των «κόκκινων» να χτυπά κι αυτός αντιαθλητικά τον Ιρλανδό στην αμέσως επόμενη φάση. Ο Τζάιλς ως σωστός Ιρλανδός θα αντιδράσει σαν να βρίσκεται μεθυσμένος σε μπαρ και όχι στο Γουέμπλεϊ και θα γρονθοκοπήσει τον Κίγκαν στο πρόσωπο. Δευτερόλεπτα αργότερα και ενώ η κάμερα δεν είναι πάνω τους, ο Μπρέμνερ και ο Κίγκαν θα την δουν «ΜακΓκρέγκορ-Μέιγουέδερ» και θα αρχίσουν τις μπουνιές. Εννοείται θα αποβληθούν και οι δύο πετώντας τις φανέλες τους στο χόρτο του γηπέδου γεμάτοι απορία (;). Αξίζει να σημειωθεί πως ο Τζάιλς δεν είχε τιμωρηθεί για την μπουνιά στον Κίγκαν (Ιρλανδός γαρ). O Κλαφ θα τιμωρήσει πολλούς από τους βασικούς του μετά το παιχνίδι (που είχε βρει νικήτρια τη Λίβερπουλ) και ουσιαστικά θα «υπογράψει» την απόλυσή του από την ομάδα λίγες μέρες αργότερα.

Στην επικότερη ζωντανή συνέντευξη που έχει γίνει ποτέ -αυτή ανάμεσα στον Ρέβι και τον Κλαφ με «διαιτητή» τον παρουσιαστή Όστιν Μίτσελ- όταν ο Ρέβι θα ρωτήσει τον Κλαφ «Γιατί πήγες στη Λιντς αφού σε μισούν και τους μισείς» ο Κλαφ θα απαντήσει -σε μια στιγμή σύγχυσης αλλά και πλήρης ειλικρίνειας- πως «Πήγα στη Λιντς επειδή μισώ εσένα και ήθελα να κατακτήσω με την ομάδα σου αυτό που εσύ δεν κατάφερες. Το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης». Διαφημίσεις!

Ο Μπρέμνερ το 1985 θα αναλάβει τον πάγκο της Λιντς και θα μείνει στο Έλαντ Ρόουντ μέχρι το ’88 πριν απολυθεί και επιστρέψει στην ομάδα που έφτιαξε το προπονητικό του όνομα, την Ντόνκαστερ. Στη Λιντς θα τον θυμούνται -ως κόουτς- να καλεί κάθε πρωί στο γραφείο του τον Ντέιβ Μπάτι και να τον αναγκάζει να πιει λίγο κρασί με κρόκους αυγών για να δυναμώσει, και να γίνει ο νέος Μπίλι Μπρέμνερ της ομάδας. Περίεργος τύπος ο Μπίλι. To 1997, έχοντας αποσυρθεί απ’ το ποδόσφαιρο, θα αφήσει την τελευταία του πνοή μετά από πνευμονία. Για την Λιντς θα είναι πάντα ο σπουδαιότερος αρχηγός που είχε ποτέ και για την Σκωτία ο άνθρωπος που ηγήθηκε στο Μουντιάλ του 1974 στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας. Για εμάς τους υπόλοιπους θα είναι πάντα ένας απ’ τους σκληρότερους ποδοσφαιριστές που έβγαλε ποτέ το άθλημα, σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο -και δη το αγγλικό- ήταν γεμάτο από δυνατά μαρκαρίσματα και παίκτες που μάτωναν -κυριολεκτικά- τη φανέλα. Τη δική τους φανέλα, αλλά και του αντιπάλου.

Το Πάθος στη Φωνή

  [1 Σχόλιο]

Ο Οργανισμός Ραδιοφώνων Καταλωνίας διοργανώνει κάθε χρόνο ένα διαγωνισμό για τον καλύτερο σπίκερ των τοπικών ραδιοσταθμών. Οι συμμετοχές αποστέλλονται από τους ίδιους τους ραδιοσταθμούς στον Οργανισμό και μια κριτική επιτροπή ακούει τις περιγραφές και επιλέγει το νικητή. Στο διαγωνισμό του 2017, η κριτική επιτροπή μαγεύτηκε από έναν νεαρό σχολιαστή του Ράδιο Ουλότ, τον Πέρε Ρίμπες.

Πηγαίνοντας να παραδώσουν το βραβείο στο νικητή αντίκρισαν ένα εντεκάχρονο παιδί. Επιπλέον, αυτό το παιδί είναι τυφλό! Έχουμε αναφέρει ξανά στο μπλογκ περιπτώσεις τυφλών παιχτών και οπαδών. Περίπτωση όμως τυφλού σπορκάστερ είναι μοναδική. Ο Πέρε Ρίμπες, τυφλός εκ γενετής, διαμένει με την οικογένειά του στο χωριό Ουλότ της Καταλωνίας. Παρόλο που μένει στην Καταλωνία δεν είναι οπαδός, ούτε της Μπαρσελόνα, ούτε της Εσπανιόλ. Η Ανδαλουσιάνικη καταγωγή των γονιών του, μαζί με το γεγονός ότι έβαλε ένα στοίχημα με τον εαυτό του, τον έκανε οπαδό της Μπέτις. «Αρχικά είχα μια συμπάθεια στη Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά άκουσα μια μέρα στο ράδιο τον ύμνο της Μπέτις. Είπα ότι αν κερδίσουν τρία συνεχόμενα παιχνίδια θα γίνω οπαδός τους. Το έκαναν και πια είμαι Μπέτικο».

Ο τοπικός όμιλος οπαδών της Μπέτις τον έχει ήδη ανακηρύξει επίτιμο μέλος. Μόλις έμαθαν για τον Πέρε, ο πρόεδρος του συνδέσμου Διέγο Σάντσεθ έβγαλε λαχνούς με τίτλο «Πέρε, σε θέλουμε σπίτι». Συγκέντρωσαν πάνω από €1.000 και έστειλαν τον Πέρε στο Μπενίτο Βιγιαμαρίν. Το ματς ήταν κόντρα στη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια. «Δε με ενθουσίασε τόσο να πάω στο γήπεδο για τη νίκη, όσο για να μπορέσω να τραγουδήσω ακαπέλα επιτέλους τον ύμνο που είχα ακούσει τόσες φορές στο ράδιο».

Η επίσκεψη του Πέρε στο γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας, ένα συγκινητικό βίντεο

Ένα παιδί που αρχικά στις αλάνες του χωριού έπιανε τη μπάλα με τα χέρια, μέχρι να του δείξουν οι φίλοι του ότι δεν είναι ακριβώς έτσι το άθλημα, κέρδιζε το βραβείο καλύτερου σπορκάστερ. Η σχέση του Πέρε με το μέσο δεν είναι ανεξήγητη. Ως τυφλός ήταν το αγαπημένο του μέσο. Άκουγε με τις ώρες ραδιόφωνο, κυρίως αθλητικά μαγκαζίνο και μεταδόσεις. «Αρχικά πίστευα ότι είναι τρομακτικά πολύπλοκο να μεταδίδεις όλη αυτήν την ευφορία. Όμως μου έδωσε το ερέθισμα να ασχοληθώ ώστε να λύσω το αίνιγμα αυτό, με λίγη τύχη».

Την προηγούμενη σεζόν η ομάδα του χωριού του, του Ουλότ, ανέβηκε στη Σεγούνδα Β. Όπως όλοι οι κάτοικοι, έτσι και ο Πέρε πήγε στο πρώτο εντός έδρας ματς της ομάδας. Εκεί τον εντόπισε ο Δαβίδ Πλανέλια, τοπικός αθλητικογράφος και του πήρε συνέντευξη. Ο δημοσιογράφος εντυπωσιάστηκε από την ωριμότητα και τη γνώση του παιχνιδιού από τον μικρό. Πήγε σπίτι του να μιλήσει με τους γονείς του για να τον πάρει στο πρόγραμμα. Εκεί ανακάλυψε ότι η μητέρα του Πέρε ήταν καθηγήτρια του και το θέμα έκλεισε σε μερικά λεπτά. Ο Πέρε θα πήγαινε στο τοπικό ραδιόφωνο, στο πλάι του Δαβίδ Πλανέλια ως σχολιαστής στο ραδιοφωνικό αθλητικό μαγκαζίνο.

Μετά από λίγες εκπομπές ο Πλανέλια τον πήρε μαζί του σε περιγραφή αγώνα μαζί του. Ο Πέρε ήταν τόσο καλός σχολιαστής που κράτησαν την κασέτα και την έστειλαν στο ετήσιο διαγωνισμό του Οργανισμού Ραδιοφώνων Καταλωνίας, τον οποίο και τελικά κέρδισε. Όταν τον ρωτάνε πώς το κάνει όλο αυτό, απαντά:

«Το να σχολιάσεις ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι δεν σημαίνει μόνο να περιγράψεις το σχηματισμό των δύο ομάδων. Για μένα το κλειδί είναι να ακούς το σπορκάστερ και να αφήνεσαι στο πάθος του και στα σχόλιά του. Πάντα έλεγα ότι αν κάποιος κλείσει τα μάτια και ακούσει ένα ματς από το ράδιο, σίγουρα θα μπορούσε να κάνει πολλά σχόλια για το παιχνίδι, το οποία, ίσως, δε θα τα έκανε με ανοιχτά τα μάτια. Διότι το συναίσθημα σε κατακλύζει».

Και πώς βλέπει ένα γκολ; «Δε χρειάζεται να δω απολύτως τίποτα. Ο σπορκάστερ το περιγράφει άψογα και καταλαβαίνω ακριβώς πως μπήκε». Μετά το βραβείο τον άκουσαν και ραδιοφωνικοί σπίκερ από τα μεγάλα ισπανικά ραδιόφωνα όπως το Ράδιο Καταλούνια, το Καδένα Σερ, το ΡΑΚ. Όλοι εντυπωσιάστηκαν από την ωριμότητα στα σχόλια και τη φοβερά ραδιοφωνική φωνή του. Ο Αντόνιο Ρομέρο του Καδένα Σερ δήλωσε: «Ανεξάρτητα από την αναπηρία του, έχει αρετές που εμείς δε διαθέτουμε. Η μνήμη του σε στατιστικά στοιχεία είναι εκπληκτική. Η φωνή του και η ωριμότητά του είναι τρομακτική για την ηλικία του».

Για το Δαβίδ Πλανέλια τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: «Το να έχω τον Πέρε στην ομάδα μου είναι ένας τρόπος να ζω κάθε αναμετάδοση ως κάτι τρομακτικά σπουδαίο». Πόσο σπουδαίο; «Ακόμα και αν ήξερα ότι δε θα έχω κανέναν άλλο ακροατή εκτός από αυτόν, ξέρω ότι θα άξιζε τον κόπο να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ για να ζήσει το παιχνίδι με τη φωνή μου».

Ο Πέρε Ρίμπες ονειρεύεται να ακολουθήσει επαγγελματική καριέρα αθλητικογράφου. Προς το παρόν αστειευόμενος λέει ότι όταν τελειώσει τη σχολή θα έχει ήδη 10 χρόνια εμπειρίας στο χώρο. Αν δεν τα καταφέρει θα ασχοληθεί με τη μουσική και το σταντ-απ. Στο τέλος του χρόνου έχει δηλώσει συμμετοχή και για τον μουσικό διαγωνισμό Καταλωνίας, και στο βαθμό που μπορούμε να εμπιστευθούμε τους κατοίκους του Ουλότ, πάει για το ντάμπλ.

Ο χοντρός του Ροσάριο

  [7 Σχόλια]

Ο κόσμος στις εξέδρες είναι σκληρός, αλλά πολλές φορές και με χιούμορ. Η προσπάθεια να μειώσεις τον αντίπαλο, ο στόχος να του πάρεις τον αέρα με οποιονδήποτε τρόπο. Όσοι έχουν περάσει από τα ελληνικά γήπεδα θα το έχουν διαπιστώσει. Πολύ συχνά ξεχωρίζει σε μια κερκίδα κάποια γραφική μορφή. Ένας ηλικιωμένος που βλέπει όρθιος στο κάγκελο το ματς. Ένας τύπος που για 90 λεπτά βρίζει έναν συγκεκριμένο αντίπαλο παίκτη. Κάποιος που αρχίζει και γκρινιάζει πριν καν ξεκινήσει το ματς. Τύποι ωραίοι, τύποι ενοχλητικοί, τύποι που συχνά πέφτουν στην αντίληψη των αντιπάλων οπαδών και εκεί ξεκινάει το πάρτι, η εκμετάλλευση της αδυναμίας του αντιπάλου.

Στην Αργέντινη υπήρχε (πιθανώς να υπάρχει ακόμα) το reality show «Αστυνομία εν δράσει» που παρακολουθούσε αστυνομικούς σε διάφορες επιχειρήσεις τους. Σε ένα από τα επεισόδια της σειράς, η αστυνομία πήγε στην πρεμιέρα της Κλαουζούρα του 2008 στο Εστάδιο Γιγάντε ντε Αρογίτο για το δύσκολο ματς μεταξύ της Ροσάριο Σεντράλ και της Μπόκα. Οι φιλοξενούμενοι πήραν περίπου 4.000 εισιτήρια αλλά τοποθετήθηκαν σε μια σχετικά μικρή εξέδρα όπου δεν χωρούσαν. Πολλοί πήδηξαν στην διπλανή, κάνοντας παράπονα αφού κινδύνευε η σωματική ακεραιότητά τους, στην κερκίδα υπήρχαν γυναίκες και παιδιά. Η κάμερα ακολουθούσε όλη τη δράση, τις ανταλλαγές ευχών, με τους οπαδούς της Μπόκα να λένε ότι η Ροσάριο Σεντράλ θα πέσει στη Β’ και τους ντόπιους να αποκαλούν τους φιλοξενούμενους Βολιβιανούς (ρατσιστική φράση που χρησιμοποιείται συχνά για τους οπαδούς της Μπόκα για να τους πικάρουν ως φτωχούς, σκουρόχρωμους και «κατώτερους») και να κρατάνε διαβατήρια στα χέρια (δείγμα ότι αυτοί είναι ντόπιοι), ενώ τους κατηγορούν ότι πληρώνονται για να πάνε στο γήπεδο. Μέχρι που εμφανίστηκε ο σταρ της ημέρας.

Μερικά λεπτά γηπεδικής λατινοαμερικάνικης γραφικότητας

Ο τύπος που για τα επόμενα χρόνια έμεινε γνωστός ως «ο χοντρός της Σεντράλ» εμφανίστηκε σαν οπτασία στους τηλεοπτικούς δέκτες, εκεί δίπλα στο διαχωριστικό. Με μαύρο τιραντέ (κασκορσέ) φανελάκι, στην πρώτη του σκηνή δείχνει αδιάφορος για τα προβλήματα των αντιπάλων που δεν χωράνε στην εξέδρα και εύχεται να είχαν κι αυτοί τόσα εισιτήρια στο Μπομπονέρα. Αργότερα σκοντάφτει και παραλίγο να πέσει. Οι οπαδοί της Μπόκα αρχίζουν τις φιλοφρονήσεις με το «ο χοντρός την τρώει» (και όχι αυτή τη φορά δεν εννοούν το φαγητό). Ο ήρωάς μας απαντάει «δυο φορές το χρόνο σας την ταΐζω» και αρχίζει να τους κοροϊδεύει ότι δεν πηγαίνουν στο γήπεδο ποτέ. «Όποιος δεν χοροπηδάει, είναι χοντρός» έρχεται το σύνθημα από το πέταλο των αντιπάλων. Ο γίγαντας βάζει τα χέρια στα αυτιά και λέει «όπως ο Ρικέλμε, δεν σας ακούω», η «Λα 12» συνεχίζει το τραγούδι με συνθήματα όπως «είναι θέμα βάρους» (κάνοντας πολλούς Ροσαρίνους να γελάσουν), ενώ οι φίλοι του χοντρού υπερασπίζονται τον φίλο τους, λέγοντας ότι οι αντίπαλοι τρώνε γάτες και μια φορά το χρόνο πουλάνε σόγια (σαν Βολιβιανοί δηλαδή).

«Πηγαίνετε στο γήπεδο βλάκες»

Το trolling συνεχίζεται με το «βάλε σουτιέν», ο ηγέτης χειροκροτά ειρωνικά, σηκώνει το μπλουζάκι ακομπλεξάριστος, δείχνει την κοιλάρα, την χτυπάει με το χέρι και απαντάει «εγώ τουλάχιστον πηγαίνω στο γήπεδο μαλάκες, όχι σαν εσάς που πάτε δυο φορές το χρόνο». Η Μπόκα ανοίγει το σκορ με τον Ροντρίγκο Παλάσιο μετά από μία σέξι ασίστ του Ρικέλμε, αλλά ισοφαρίζεται σε 1-1 από μια σουτάρα του Κίλι Γκονζάλες και ο χοντρός και οι φίλοι του παίρνουν το αίμα τους πίσω. Το ματς λήγει. Μια ισοπαλία μεταξύ των δύο ομάδων, αλλά ισοπαλία και στις εξέδρες όπου ο χοντρός τα βάζει με τους περίπου 4.000 αντιπάλους οπαδούς.

Μια πιο πρόσφατη φωτογραφία του γνωστού «ανώνυμου χοντρού», τα χρόνια πέρασαν, το πάθος όχι

Η μορφή του «χοντρού» έμεινε για χρόνια έτσι, έγινε μέχρι και εφαρμογή για κινητά Android μέχρι που σχετικά πρόσφατα μια εφημερίδα ανακάλυψε ότι έχει περίπτερο αρκετά κοντά στο γήπεδο της Σεντράλ και φυσικά συνεχίζει να πηγαίνει στα ματς. Λίγο πιο γερασμένος και χωρίς την κοτσίδα, αλλά πάντα αρκετά χοντρός και φωνακλάς, όπως τον έμαθε ο κόσμος. Εκεί που τα παιδάκια θα πηγαίνουν να αγοράσουν παγωτό, θα τους λέει για την ημέρα που έδωσε τη μάχη του με ένα ολόκληρο πέταλο.

Μια μέρα στη δουλειά για τον Πάμπλο Εσκομπάρ

  [Καθόλου σχόλια]

Είναι αρκετές οι ποδοσφαιρικές κόντρες μεταξύ των χωρών της Λ. Αμερικής, κάποιες αμιγώς αθλητικές, όπως για παράδειγμα το Βραζιλία-Αργεντινή, κάποιες αρκετά πιο πολιτικές όπως το Χιλή-Αργεντινή. Μια από τις όχι τόσες γνωστές διαμάχες στον πολύ κόσμο είναι αυτή μεταξύ της Βολιβίας και της Χιλής που πριν από περίπου 140 χρόνια έφτασαν σε ένοπλη σύγκρουση σε αυτό που έγινε γνωστό και ως Πόλεμος του Ειρηνικού. Η Βολιβία μαζί με το σύμμαχό της το Περού πολέμησαν τη Χιλή, το αποτέλεσμα ήταν η Χιλή να κερδίσει και τις δύο και να τους πάρει σημαντικά εδάφη, με τη Βολιβία να χάνει κάθε την έξοδό της προς τη θάλασσα (για όσους ενδιαφέρονται για περισσότερα, εδώ κάποια γενικά).

Όπως συχνά συμβαίνει, η κόντρα μεταφέρθηκε και σε ποδοσφαιρικό επίπεδο. Για χρόνια οι Βολιβιανοί είχαν το καμάρι τους, το Κόπα Αμέρικα του 1963 απέναντι στους μηδέν τίτλους της Χιλής που είχε την ταμπέλα του λούζερ της ηπείρου. Ξέρουμε όλοι όμως ότι η Χιλή περνάει την καλύτερη περίοδο στο ποδόσφαιρό της με δύο συνεχόμενα Κόπα Αμέρικα, τη στιγμή που η Βολιβία είναι εδώ και καιρό πολύ αδύναμη, οπότε και αυτό το πλεονέκτημα χάθηκε. Πριν ένα χρόνο περίπου η Χιλή φιλοξένησε τη Βολιβία για τα προκριματικά του Μουντιάλ. Οι Βολιβιανοί με ηρωική εμφάνιση πήραν ένα σπουδαίο 0-0, χωρίς μεγάλη βαθμολογική σημασία μεν, αλλά πολύ σημαντικό ψυχολογικά.

Ο Καμπρέρα

Μόνο που αυτό που κέρδισαν στο γήπεδο, το έχασαν έξω από αυτό. Βλέπετε η Βολιβία είχε κατέβει στο ματς (όπως και σε αυτό με το Περού) με το Νέλσον Καμπρέρα, έναν Παραγουανό  που τα τελευταία χρόνια παίζει στη Βολιβία και πήρε την υπηκοότητα. Ο Καμπρέρα είχε παίξει παλιότερα σε ένα φιλικό της Παραγουαής, κάτι που δεν ήταν όμως πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ότι στη Βολιβία η υπηκοότητα δίνεται στα τρία χρόνια, σε αντίθεση με τη ΦΙΦΑ που για να δώσει το ΟΚ να αγωνιστεί κάποιος με μια εθνική θέλει πέντε χρόνια παραμονής. Οι Χιλιανοί το πήραν χαμπάρι, έχουν και καλές διασυνδέσεις, το κυνήγησαν, δικαιώθηκαν και κέρδισαν το ματς με 3-0 στα χαρτιά.

Οι Βολιβιανοί δεν ξέχασαν. Παρά την έλλειψη βαθμολογικού κινήτρου, ήξεραν ότι το ματς του 2ου γύρου θα ήταν ευκαιρία για μια εκδίκηση. Ειδικά απέναντι σε μια Χιλή που είναι ντεφορμέ. Ο Καμπρέρα δεν ήταν στο γήπεδο, αλλά ήταν ο Πάμπλο Εσκομπάρ. Όχι ο έμπορος ναρκωτικών. Ένας ακόμα Παραουγανός που πήρε την υπηκοότητα, αυτή τη φορά νόμιμα. Ο 39χρονος (!!) σούπερ σταρ της αγαπημένης Δε Στρόνγκεστ είχε σκοράρει 3 φορές και είχε δώσει μία ασίστ στα προηγούμενα 7 εντός έδρας παιχνίδια της Βολιβίας και ήθελε και πάλι να χριστεί πρωταγωνιστής.

Ως συνήθως, η Βολιβία εκμεταλλευόμενη το υψόμετρο της Λα Πας μεταμορφώθηκε και έκανε πολλές φάσεις, αρκετές από αυτές από το γλυκό δεξί του Εσκομπάρ, ενός πολύ καλού τεχνίτη, που έβγαζε μπαλιές και σέντρες για τους συμπαίκτες του. Το γκολ δεν ήρθε όμως, ενώ για τη Χιλή ο μοιραίος Βιδάλ (που όπως σε κάθε κλήση του στη Χιλή βρέθηκε να μπεκροπίνει πριν τους αγώνες) μετά το αυτογκόλ του στο προηγούμενο παιχνίδι με την Παραγουάη, έχασε απίστευτη ευκαιρία για να ανοίξει το σκορ. Ο Εσκομπάρ πριν βγει αλλαγή στο ημίχρονο (δύσκολο σε τέτοια ηλικία να αντέξει παραπάνω) φρόντισε να κάνει το σόου του, ένας γνήσιος προβοκάτορας. Έτρεξε βιαστικά να εκτελέσει ένα κόρνερ, ο επόπτης δεν τον άφησε, ο Παμπλίτο με φοβερό στιλάκι «άσε μας κι εσύ» απάντησε, ο επόπτης επέμεινε και ο Βολιβιανός συνέχισε έξαλλος τα παράπονά του σε στιλ «μα τι θέλει» σπρώχνοντας μακριά τον επόπτη λες και ήταν κανένας περαστικός, ενώ με απαράμιλλο θράσος ζήτησε και κάρτα για έναν αντίπαλό του. Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που ο Εσκομπάρ τα βάζει με επόπτες ή διαιτητές, το έχει κάνει και παλιότερα.

Ούτε σε συγχρονισμένη κολύμβηση τέτοιο ταυτόχρονο πιάσιμο καλαμπαλικιών από δύο συμπαίκτες

Μπορεί ο Εσκομπάρ να βγήκε αλλαγή, αλλά το σόου δεν είχε τελειώσει. Η Βολιβία με πέναλτι που κέρδισε άνοιξε το σκορ και οι κόντρες μεταξύ των δύο πάγκων ξέφυγαν όσο πλησιάζαμε στην λήξη. Ο Εσκομπάρ μπορεί να μην βοηθούσε πλέον στο χορτάρι, το πήρε πάνω του όμως εκτός γηπέδου. Ξεκίνησε με ένα λάιτ «πηγαίνετε να κλάψετε στην ΦΙΦΑ» και ανέβασε τον πήχη με το «πηγαίνετε τώρα να ζητήσετε τους βαθμούς πίσω ‘πούτος'». Το αποκορύφωμα ήταν η κίνηση, βγαλμένη από οπαδό σε πέταλο, κατά την οποία έπιασε μεγαλοπρεπώς τα καλαμπαλίκια του και τα έδειξε στον αντίπαλο πάγκο (σε απόλυτη συνεργασία με άλλον συμπαίκτη του), επισκιάζοντας όλους τους άλλους πρωταγωνιστές του ματς. Το trash-talking συνεχίστηκε λίγο αργότερα όταν και ο Αρτούρο Βιδάλ βγήκε αλλαγή, ο Εσκομπάρ άνοιξε διάλογο μαζί του και ο Βιδάλ τα έβαλε με όλους και όλα, πετώντας το νερό του με δύναμη και στη συνέχεια ξεσπώντας σε κλάματα. Το γεγονός ότι δήλωσε αργότερα ότι θα σταματήσει από την εθνική αν αυτή δεν προκριθεί, ο Εσκομπάρ μπορεί να το πήρε και ως προσωπική επιτυχία.

Μετά το ξέσπασμα του Βιντάλ, ήρθαν τα δάκρυα

Το κλίμα δεν ηρέμησε ούτε μετά τη λήξη με τον προπονητή της Βολιβίας να δέχεται μια μπάλα από τον πάγκο της Χιλής και να δηλώνει αργότερα «τώρα θα δουν κι αυτοί το Μουντιάλ από την τηλεόραση» (απαντώντας σε ατάκα Χιλιανού παίκτη), ενώ στο κέντρο του γηπέδου πολλοί παίκτες ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο ανταλλάσσοντας ευχές για υγεία και ευημερία. Ο πρόεδρος της Βολιβίας Έβο Μοράλες μίλησε για νίκη της αξιοπρέπειας και της ταπεινότητας (ευτυχώς δεν μίλησε για νίκη του ποδοσφαίρου), τη στιγμή που οι παίκτες της Βολιβίας έβγαζαν φωτογραφίες στα αποδυτήρια κοροϊδεύοντας τον Βιδάλ (που είχε δυναμιτίσει το κλίμα με φωτογραφίες του πριν τον αγώνα). Κάποιος είπε «επιτέλους απέκτησε θάλασσα η Βολιβία, θάλασσα από τα δάκρυα των Χιλιανών στα αποδυτήρια» για μια νίκη απέναντι στη Χιλή περίπου μετά από 17 χρόνια.

Για τον Εσκομπάρ πάντως που ζήτησε συγγνώμη (προφανώς για να γλιτώσει τιμωρία), δεν ήταν και τίποτα πρωτόγνωρο, καθώς του αρέσει να προκαλεί. Πριν από έναν αγώνα της Δε Στρόνγκεστ με τη Ρίβερ Πλέιτ είχε ανεβάσει μια φωτογραφία που έγραφε ότι η δική του ομάδα δεν έπεσε ποτέ. Είναι ένας καταπληκτικός τεχνίτης που κουβαλάει τρέλα και ένα βαρύ επώνυμο, που παραλίγο να τον βάλει και σε μπελάδες. Όταν ως παίκτης ακόμα της Σέρο Πορτένιο ταξίδεψε για ματς του Λιμπερταδόρες στο Μεντεγίν οι αρχές τον σταμάτησαν μόλις ένας αστυνομικός είδε το διαβατήριο του. Τον ρώτησε αν ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε στην Κολομβία, αν είχε συγγενείς εκεί και ένα σωρό περίεργες ερωτήσεις. Προφανώς υποψιασμένος, του είπε να τον ακολουθήσει και εκεί μαζεύτηκαν και άλλοι άνθρωποι της ασφάλειας του αεροδρομίου. Ευτυχώς για τον Πάμπλο Ντανιέλ Εσκομπάρ Ολιβέτι, οι διοικούντες της Σέρο Πορτένιο μεσολάβησαν και έλυσαν την παρεξήγηση. «Είναι μια συνωνυμία, δεν έχω καμία σχέση με τον άνθρωπο που έκανε τόσο κακό σε τόσο κόσμο» δήλωσε. Ο δικός του στόχος είναι να μοιράζει γκολ, να μοιράζει ασίστ και να ανάβει σπίθες μεταξύ χωρών.

Το τέλος της κυριαρχίας των Ούγγρων και η «κατάρα» του Γουάνκντορφ

  [3 Σχόλια]

 

Στις 29 Οκτωβρίου του 1956 η Ουγγρική Χόνβεντ, έχοντας στο τιμόνι τον τεράστιο Ζένο Κάλμαρ, ταξίδεψε στην Βασκωνία για να αγωνιστεί με την Αθλέτικ Μπιλμπάο, για τη φάση των «16» του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Οι Ούγγροι έσφυζαν από ταλέντο. Επίσης είχαν την τύχη να διαθέτουν τρεις εκ των κορυφαίων ποδοσφαιριστών της εποχής. Μιας εποχής γεμάτης από πραγματικά ντελικάτους ποδοσφαιριστές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όπου υπήρχε ποδόσφαιρο. Σε εκείνη την Χόνβεντ -κρατηθείτε- υπήρχαν, και συνεργάζονταν αρμονικά, ο Σάντορ Κόσιτς, ο Ζόλταν Κζίμπορ και ο Φέρεντς Πούσκας. Εννοείται, πως ήταν το μεγάλο φαβορί απέναντι στους Βάσκους, όπως και απέναντι στις περισσότερες ομάδες που υπήρχαν στην διοργάνωση. Πέντε μέρες μετά το ταξίδι, σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Βουδαπέστη για να διαλύσουν την Ουγγρική Επανάσταση. Την αντισοβιετική εξέγερση δηλαδή που είχε ξεκινήσει λίγες μέρες νωρίτερα και είχε ως στόχο την κυβέρνηση της Ουγγαρίας. Τα νέα έφτασαν στο ξενοδοχείο που είχε καταλύσει η Ουγγρική αποστολή πολύ γρήγορα και -όπως ήταν λογικό- δεν χαροποίησαν κανένα μέλος της αποστολής και δεν άφησαν ανεπηρέαστο κανένα ποδοσφαιριστή, με την αναμέτρηση να περνάει σε δεύτερη μοίρα. Όλοι ρωτούσαν αγχωμένοι τι ακριβώς συμβαίνει και αν οι άνθρωποί τους είναι καλά. Αυτή άλλωστε ήταν και η λογική αντίδραση.

Σχεδόν ένα μήνα αργότερα η Χόνβεντ αγωνίστηκε στο Σαν Μαμές και ηττήθηκε με 3-2, με τα τρία μεγάλα αστέρια της να μην θέλουν να επιστρέψουν στην Ουγγαρία και να σκέφτονται ακόμα και να μην αγωνιστούν στη ρεβάνς, μετά τις συνθήκες χάους που είχαν προηγηθεί. Τελικά μετά από πολλές διαπραγματεύσεις, το δεύτερο παιχνίδι (που ήταν στον αέρα), και δεν μπορούσε να γίνει στην Ουγγαρία, έγινε στο Χέιζελ των Βρυξελλών, με τις δύο ομάδες να μένουν στο 3-3 και την Αθλέτικ να παίρνει την πρόκριση. Ο αποκλεισμός αυτός ήταν -ουσιαστικά- και το τέλος της Ουγγρικής κυριαρχίας στο ποδόσφαιρο. Ένα τέλος που ήρθε ξεκάθαρα μέσα από εξωαγωνιστικούς/πολιτικούς παράγοντες. Ακόμα ένα «έργο» λυπηρό (και χιλιοπαιγμένο) κατά του αθλήματος του ποδοσφαίρου (και όχι μόνο).

Σε μια αρκετά δύσκολη περίοδο για την Ουγγαρία και με όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο να βρίσκεται στα πόδια τους, φάνταζε λογικό -οι Ούγγροι σούπερ σταρ- να θέλουν να αφήσουν τη χώρα τους για άλλες, κορυφαίες ομάδες, του εξωτερικού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως  επί Σοβιετικής Ένωσης οι αθλητές δεν είχαν δικαίωμα εξόδου απ’ τη χώρα. Οι αθλητές θεωρούνταν «ερασιτέχνες», δεν είχαν μισθό απ’ την ομάδα τους (παρά μόνο κλειστό «συμβόλαιο» μαζί της) και έπαιρναν τα χρήματα που τους αναλογούσαν, ως στρατιωτικοί. Εννοείται πως οι περισσότεροι δεν είχαν πατήσει ποτέ το πόδι τους σε κάποιο γραφείο στρατιωτικής υπηρεσίας. Ουσιαστικά, για να αγωνιστεί κάποιος σε άλλη χώρα έπρεπε να γίνει πρόσφυγας (και «προδότης»). Οι τρεις ποδοσφαιριστές βρήκαν εν τέλει καταφύγιο στην Ισπανία, εκεί δηλαδή που είχε βρει πρώτος «στέγη», ως πρόσφυγας, ο σπουδαίος Λάσλο Κουμπάλα το 1949, αρνούμενος να μείνει άλλο στην Σταλινική Ουγγαρία, χάνοντας έτσι το δικαίωμα να αγωνίζεται με τα χρώματα της χώρας του (ο Κουμπάλα αγωνίστηκε τόσο με τα χρώματα της Ισπανίας όσο και με αυτά της Καταλωνίας σε μια περίοδο που οι μνήμες απ’ τον Ισπανικό εμφύλιο ήταν ακόμα νωπές και οι «πληγές» δεν είχαν κλείσει – όχι ότι έκλεισαν και ποτέ βέβαια). Ο Κόσιτς και ο Κζίμπορ έγιναν συμπαίκτες του Κουμπάλα (και επαγγελματίες ποδοσφαιριστές) στην Μπαρτσελόνα το ’58 (μετά από απραξία σχεδόν ενός έτους), συνθέτοντας μια μαγική τριπλέτα, απ’ τις κορυφαίες που έχει δει το Καμπ Νου, με τον Πούσκας να γίνεται τελικά κάτοικος Μαδρίτης. Εκεί δηλαδή που συνάντησε τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο και την -σχεδόν- ανίκητη Ρεάλ Μαδρίτης, των πέντε σερί Πρωταθλημάτων Ευρώπης.

Η Ουγγαρία -με τον Γκούσταφ Σέμπες στο τιμόνι- είχε κατακτήσει το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στο Ελσίνκι το 1952 επικρατώντας με 2-0 των Γιουγκοσλάβων, ένα χρόνο αργότερα την πρώτη θέση στο πρωτάθλημα κεντρικής Ευρώπης (ανάμεσα σε χώρες όπως η Ιταλία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, η Ελβετία και η Γιουγκοσλαβία) και φυσικά είχε φτάσει στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου το ’54, τρέχοντας ένα αήττητο σερί 32 αγώνων, πριν η Γερμανία υπογράψει το «Θαύμα της Βέρνης» στο στάδιο Γουάνκντορφ στις 4 Ιουλίου. Η Ουγγαρία εκείνης της περιόδου ήταν η κορυφαία ομάδα και πήγε το ποδόσφαιρο πολλά βήματα μπροστά, χαρίζοντας απίστευτες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις σε όλα τα γήπεδα της Ευρώπης. Η ομάδα που είχε διαλύσει τους ανίκητους -ως τότε Άγγλους- στο Γουέμπλεϊ, η ομάδα που είχε διαλύσει τους Σκοτσέζους μπροστά σε 160.000 κόσμο. Η ομάδα που δεν μπορούσαν να κερδίσουν ούτε οι τέλειοι Σοβιετικοί εκείνων των ετών. Μια ομάδα πολύ μπροστά απ΄την εποχή της, με παίκτες σπάνιας ποδοσφαιρικής ποιότητας. Μια ομάδα που όσα χρόνια και αν περάσουν πάντα θα μνημονεύεται -και θα συγκαταλέγεται- σε αυτές που άλλαξαν το παιχνίδι και έδειξε σε όλους πως πρέπει να παίζεται το ποδόσφαιρο. Πως πρέπει να παίζεται το σωστό ποδόσφαιρο.

                              O Zόλταν Κζίμπορ απέναντι στους Γερμανούς

Δύο μήνες μετά τον χαμένο τελικό από τους Γερμανούς για τον τελικό του Μουντιάλ η Ουγγαρία ξεκίνησε να δίνει και πάλι αγώνες. Το μεγαλύτερο επιθετικό όπλο (και ένα απ’ τα μεγάλα αστέρια της ομάδας) δεν ήταν άλλος από τον Σάντορ Κόσιτς. Ο Κόσιτς είχε κερδίσει το βραβείο του πρώτου σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου του ’54, σκοράροντας 11 τέρματα, μάλιστα στα πρώτα 10 παιχνίδια που έδωσε η Ουγγαρία, μετά την ήττα απ’ τους Γερμανούς, πρόλαβε να ματώσει τα δίχτυα 16 φορές. Για την ιστορία, από το 1948 μέχρι το 1956 που φόρεσε την φανέλα της εθνικής Ουγγαρίας, πρόλαβε να σκοράρει 75 τέρματα σε 69 παιχνίδια, κάτι που εννοείται αποτελεί και ρεκόρ σε ποσοστό γκολ ανά συμμετοχή σε διοργανώσεις της ΦΙΦΑ. Με την φανέλα των «μπλαουγκράνα» πρόλαβε να σκοράρει 42 γκολ σε 75 εμφανίσεις. Φυσικά το καλύτερο ρεκόρ είναι τα 153 γκολ σε 142 εμφανίσεις με τη φανέλα της Χόνβεντ. Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, η υπόθεση-γκολ  ήταν  για τον Κόσιτς κάτι τόσο εύκολο όσο είναι για όλους εμάς να βάλουμε ένα ποτήρι νερό στην βρύση του σπιτιού μας. Ο Κόσιτς παρέα με τον Κζίμπορ και φυσικά τον «παλιό» Λάσλο Κουμπάλα συνέχισαν τα μαγικά τους -όχι με την φανέλα των Μαγυάρων- αλλά με αυτή της Μπαρτσελόνα, έχοντας βάλει ως μεγάλο στόχο την κατάκτηση του κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, όπως έκανε δηλαδή ο άλλος σπουδαίος της πρώην παρέας, ο Πούσκας, με την φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης το 1959 και το 1960.

                                 Κουμπάλα και Πούσκας σε κλάσικο το 1960

Την σεζόν 1960-1961 η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε Μπαρτσελόνα και Ρεάλ να τεθούν αντιμέτωπες για τους «16» του Πρωταθλητριών με τους «μπλαουγκράνα» να παίρνουν και την σπουδαία πρόκριση με συνολικό σκορ 4-3. H μεγάλη ώρα έδειχνε να είχε φτάσει για την Ουγγρική τριάδα της Μπάρτσα που λογάριαζε όμως δίχως έναν άλλο Ούγγρο και δίχως τα «φαντάσματα» του γηπέδου που είχε διεξαχθεί ο τελικός του 1954 κόντρα στους Γερμανούς. Η Μπαρτσελόνα πέρασε την Τσέχικη Σπαρτάκ Hradec στα προημιτελικά και το Αμβούργο στα ημιτελικά, φτάνοντας στον τελικό. Εκεί που θα αντιμετώπιζε δηλαδή την σπουδαία Μπενφίκα του Ούγγρου Μπέλα Γκούτμαν στο στάδιο Γουάνκντορφ της Βέρνης. Εκεί που ο Κόσιτς και ο Κζίμπορ είχαν γνωρίσει την πιο οδυνηρή ήττα της ζωής, τους εφτά χρόνια πριν. Το άγχος τεράστιο μιας και σε κάθε γωνία του γηπέδου έρχονταν οι μνήμες εκείνου του χαμένου τελικού. O Κόσιτς άνοιξε το σκορ στο 21′ με υπέροχη κεφαλιά και ο Κζίμπορ σκόραρε ένα απίστευτο γκολ εκτός περιοχής στο 75′, αλλά τελικά δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την ήττα μιας και το επικό αυτογκόλ του τερματοφύλακα Άντονι Ράμαλετς έκανε  τρία τα γκολ για τους Πορτογάλους. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε και η ατυχία για τους Καταλανούς σε τελικούς, μια ατυχία που σταμάτησε 31 χρόνια μετά στο Γουέμπλεϊ. Στο τέλος της σεζόν ο Κουμπάλα και ο Κζίμπορ άφησαν την Μπαρτσελόνα (με τον Κόσιτς να ακολουθεί τέσσερα χρόνια αργότερα). Ένα χρόνο μετά -το 1967- και ο σπουδαίος Φέρεντς Πούσκας ανακοίνωσε την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, βάζοντας ουσιαστικά τέλος σε μια σπουδαία περίοδο για το Ουγγρικό ποδόσφαιρο.

Ουδείς μπορεί να γνωρίζει τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε διαλυθεί εκείνη η εθνική ομάδα και δεν είχαν σκορπίσει όλοι οι αστέρες της. Ίσως στο Μουντιάλ του 1958 να ήταν όλα διαφορετικά.  Ίσως η Χόνβεντ να είχε κατακτήσει ένα κύπελλο πρωταθλητριών (ίσως και παραπάνω), κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά μιας και η ιστορία έχει ήδη καταγραφεί. Το μόνο σίγουρο είναι πως εκείνη η φουρνιά των Ούγγρων είναι μία ανάμεσα στις κορυφαίες που έχει γνωρίσει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο και είναι σίγουρο πως, πολύ δύσκολα, μια τόσο μικρή χώρα θα ξαναβγάλει -μαζεμένους- τόσους πολλούς κορυφαίους ποδοσφαιριστές. Aπ’ την άλλη το Ουγγρικό ποδόσφαιρο δεν κατάφερε ποτέ ξανά να πρωταγωνιστήσει, μελαγχολώντας τους παλιούς (ρομαντικούς) φίλους του. Μια ποδοσφαιρική μελαγχολία σαν αυτή που προκαλούν -ασυναίσθητα- οι υπέροχες μελωδίες του Ούγγρου συνθέτη Μίχαλι Βιγκ στις ταινίες του Μπέλα Ταρρ. Δεν ξέρω πόσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο «Η Μελαγχολία της Αντίστασης» του Λάσλο Κρασναχορκάι, μα μέσα στις σελίδες του μπορείτε να καταλάβετε (και να δείτε) πολλά για την Ουγγαρία εκείνων των ετών και να καταλάβετε πολλά και για την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που ζούσαν εκεί, εκείνα τα χρόνια. Φυσικά και οι ποδοσφαιριστές -τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια- απλοί άνθρωποι ήταν κι αυτοί.

Τραγουδώντας στην Κόλαση

  [5 Σχόλια]

Ψάχνοντας κανείς πληροφορίες για τη Νέα Ορλεάνη, διαπιστώνει σχετικά εύκολα ότι ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κουλτούρας της πόλης είναι οι τζαζ κηδείες. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας κηδείας, μια μπάντα ακολουθεί τους συγγενείς του νεκρού στην πορεία τους μέχρι το νεκροταφείο, παίζοντας κάποιο πένθιμο εμβατήριο ή κάποιον μελαγχολικό ρυθμό. Όταν όμως ο νεκρός αφεθεί στην ‘τελευταία του κατοικία’ και η συνοδεία του πάρει το δρόμο της επιστροφής, το κλίμα σιγά-σιγά αλλάζει. Οι μελωδίες των μουσικών γίνονται πιο χαρούμενες και γρήγορες και ο κόσμος αρχίζει να χορεύει στο δρόμο (ένα χορό που πολλές φορές τον αποκαλούν «καθαρτικό»), σε μια προσπάθεια να τιμήσει το νεκρό και τη γεμάτη ζωή που έζησε αλλά και σε μια συμβολική κίνηση που δείχνει ότι η ζωή συνεχίζεται.

H Ρίβερ Πλέιτ ‘γεννήθηκε’ στις 25 Μαΐου του 1901 σε μια συνοικία δίπλα σε αυτή της Μπόκα. Μεγαλώνοντας κατέκτησε τα πάντα. Η ιστορία της είναι γεμάτη σπουδαίες επιτυχίες: Κατέκτησε πρωταθλήματα, κύπελλα, Λιμπερταδόρες, Σουνταμερικάνα, Διηπειρωτικό, ανέδειξε μερικούς από τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο, έφτιαξε μια από τις πιο φημισμένες ομάδες στην ιστορία του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, κουβάλησε περισσότερους από 15.000 οπαδούς (ανάμεσα τους κι έναν ολομόναχο τυφλό) στην άλλη άκρη της γης και ψηφίστηκε ως η 9η καλύτερη ομάδα του προηγούμενου αιώνα. Αν έπρεπε κάποιος να διαλέξει την πιο μεγάλη στιγμή της ιστορίας της όμως, θα έπρεπε να αδιαφορήσει για όλα αυτά τα αξιοσημείωτα κατορθώματα στα οποία οι ‘Μιλιονάριος’ βρέθηκαν στην κορυφή και να κοιτάξει πιο χαμηλά. Πολύ πιο χαμηλά. Για την ακρίβεια, στον πάτο.

Οι περισσότεροι θα σκεφτούν ότι η Ρίβερ ακούμπησε τον δικό της πάτο στα τέλη Ιουνίου του 2011, όταν και υποβιβάστηκε στη δεύτερη κατηγορία. Αλλά εκείνο ήταν μόνο το πρώτο βήμα, όπως ακριβώς ένας δύτης ακουμπάει στο βυθό με το πρώτο πόδι. Ο πραγματικός πάτος βρίσκεται όταν και τα δυο πόδια πατήσουν γερά στον πυθμένα και βουλιάξουν και λίγο στο χώμα από το βάρος και για τη Ρίβερ αυτή η στιγμή ήρθε δυο περίπου μήνες μετά.

Ένα χειμωνιάτικο (για την Αργεντινή) και βροχερό απόγευμα του Αυγούστου του 2011, η Ρίβερ υποδεχόταν στην έδρα της την Τσακαρίτα Τζούνιορς. Ήταν η πρώτη αγωνιστική της δεύτερης κατηγορίας. Εκείνος ο αγώνας ήταν ο πραγματικός πάτος της, το απόλυτο ναδίρ μιας ένδοξης ιστορίας 110 χρόνων, η οριστική συνειδητοποίηση της τραγωδίας την οποία ζούσε μια από τις μεγαλύτερες ομάδες του πλανήτη, η μέρα που λογικά ακούστηκε η πρώτη, γεμάτη ειρωνεία και καζούρα, ερώτηση από φίλους και γνωστούς που υποστηρίζουν τους ‘άλλους’: «Mε ποιο μεγαθήριο παίζετε σήμερα;»

Το σοκ του υποβιβασμού αποτελούσε πλέον παρελθόν και μπροστά βρισκόταν μόνο η εφιαλτική αποδοχή της κατάστασης και ο αναπόφευκτος συμβιβασμός με αυτή. Όταν όλοι οι υπόλοιποι ‘μεγάλοι’ της χώρας ετοιμαζόταν για τη δεύτερη αγωνιστική της πρώτης κατηγορίας, κάνοντας σχέδια και όνειρα για τίτλους και φιέστες, η Ρίβερ Πλέιτ ετοιμαζόταν να ξεκινήσει την ανάβαση του δικού της Γολγοθά, μέσω μιας δύσκολης διαδρομής που δεν είχε ξανακάνει ποτέ.

Εκεί λοιπόν, σ’εκείνο το κρύο και μίζερο Αυγουστιάτικο απόγευμα εντοπίζω εγώ τη μεγαλύτερη και ομορφότερη στιγμή στην τεράστια ιστορία αυτού του συλλόγου. Και όχι φυσικά στο χόρτο του Μονουμεντάλ, αλλά στις κερκίδες. Εκεί που βρέθηκαν μερικές δεκάδες χιλιάδες ανώνυμοι οπαδοί, που έβαλαν στην άκρη τη θλίψη, το θυμό και τον εγωισμό τους, που πιθανόν τους φώναζε «Ρίβερ είσαι, είναι δυνατόν να τρέχεις χειμωνιάτικα να δεις αγώνα δεύτερης κατηγορίας;» και πήγαν να στηρίξουν μια ομάδα που μπορεί να μη θύμιζε αυτή με την οποία μεγάλωσαν και να μην έμοιαζε καθόλου μ’αυτή που οι ίδιοι ονειρευόταν αλλά ακόμα και άσχημη, ανίκανη και αποτυχημένη παρέμενε «η δικιά τους Ρίβερ».

Η πιο ωραία στιγμή είναι αυτό το σχεδόν ανατριχιαστικό, ακόμα και για κάποιον τρίτο -όπως εμείς- που απλά εκτιμάει την αγνή οπαδική αγάπη, βίντεο στο οποίο μερικές χιλιάδες οπαδοί, άνθρωποι που μεγάλωσαν υποστηρίζοντας ένα μεγαθήριο του ποδοσφαίρου, που κατά κύριο λόγο τους πρόσφερε χαρές και μια αίσθηση ανωτερότητας και μεγαλείου, άνθρωποι που λογικά έχουν ζήσει θρυλικές νίκες και τις κατακτήσεις αρκετών τίτλων, άνθρωποι που βρέθηκαν ξαφνικά σε μια ποδοσφαιρική και οπαδική Κόλαση που θα έκανε πολλούς να το παίξουν αδιάφοροι ή να κλειστούν τις Κυριακές στα σπίτια τους από ντροπή, σ’ένα σκατένιο σημείο δηλαδή στο οποίο το μόνο που σε κρατάει δεμένο με την ομάδα είναι η γνήσια, μη ανταποδοτική αγάπη σου γι’αυτή και όχι κάποια προσδοκία για βραχυπρόθεσμες χαρές και πανηγύρια, σε μια κατάσταση που αν και απ’έξω βρωμάει αποτυχία και μιζέρια, μέσα της αρκετές φορές γεννιούνται πραγματικοί οπαδοί, χοροπηδάνε και τραγουδάνε μέσα στη βροχή, αδιαφορώντας για τις αμέτρητες καζούρες και τα άπειρα υποτιμητικά σχόλια των αντιπάλων, τραγουδάνε και χοροπηδάνε πικραμένοι αλλά και ταυτόχρονα χαρούμενοι, σαν τελείωμα τζαζ κηδείας που έχει μόλις αφήσει πίσω της το πένθος και προσπαθεί να σου υπενθυμίσει ότι η ζωή συνεχίζεται, χοροπηδάνε και τραγουδάνε όλο και πιο δυνατά όσο περνάει η ώρα, κάποιους στίχους που, πιθανόν, αμέτρητοι άλλοι έχουν φωνάξει αλλά λίγοι τους εννοούν πραγματικά, γιατί σχεδόν πάντα η θεωρία απέχει από την πράξη πολύ περισσότερο απ’όσο θα θέλαμε να απέχει, ένα τραγούδι που στον επίλογο του λέει «…εμένα δεν με νοιάζει που παίζεις, εγώ θα πηγαίνω παντού, γιατί Ρίβερ Πλέιτ σ’αγαπάω όλο και περισσότερο».

Το δέντρο που φυτέψαμε

  [2 Σχόλια]

Πριν από εκατό χρόνια περίπου, στη γειτονιά Ρικάρντο Μπρουγάδα της πρωτεύουσας της Παραγουάης Ασουνσιόν γεννήθηκε ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος. Το όνομά του Ρεσιστένσια Σπορτ Κλουμπ (Αντίσταση με λίγα λόγια). Ήταν εργάτες από το λιμάνι, το σιδηροδρομικό σταθμό και τον σταθμό λεωφορείων που την ίδρυσαν, θέλοντας να μεταφέρουν την επαναστατικότητα των συνδικάτων της εποχής στο ποδόσφαιρο, να φτιάξουν μια ομάδα ποδοσφαίρου που θα ένωνε ανθρώπους της εργατιάς που ζούσαν σε ένα από τα φτωχά barrio της πόλης.

Ο σύλλογος από το 1917 που ιδρύθηκε δεν είχε πολλές επιτυχίες. Κατάφερε τέσσερις φορές να κερδίσει την άνοδό του στην Α’ εθνική με τελευταία αυτή το 1999. Η πρώτη ήταν το 1966 με τον πρόεδρο δον Τομάς Μπέγκαν Κορέα, αλλά τελικά δεν πήρε άδεια συμμετοχής γιατί δεν είχε τίτλους ιδιοκτησίας για το γήπεδό της. Βλέπετε ο χώρος στον οποίο έπαιζε η ομάδα ήταν δημόσιος και δεν ήταν δικός της. Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι του συλλόγου δεν το έβαλαν κάτω, συνέχισαν να συντηρούν την ομάδα, δίνοντας έτσι διέξοδο για πολλά παιδιά που ζούσαν σε μια υποβαθμισμένη περιοχή με υψηλή εγκληματικότητα.

Πόσων αστέρων ΟΥΕΦΑ θα ήταν λέτε;

Η ιστορία δεν θα είχε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, αν δεν παρουσίαζε μια μεγάλη ιδιαιτερότητα. Ο σύλλογος αγωνίζεται σε ένα μικρό γηπεδάκι, το Εστάδιο Τομάς Μπέγκαν Κορέα (αφιερωμένο στον πρόεδρο με τον οποίο κατέκτησε το πρωτάθλημα Β’ εθνικής, αλλά όπως είπαμε δεν ανέβηκε) και πρόσφατα ξεκίνησε εργασίες ώστε να χτιστεί μια ακόμα εξέδρα που θα ανέβαζε το συνολικό αριθμό των θεατών σε 6.500. Μόνο που ο προγραμματισμός δεν είναι στο φόρτε των Παραουγανών. Πριν μερικά χρόνια, όταν έκαναν κάποιες ανακατασκευές στις εγκαταστάσεις αποφάσισαν να φυτέψουν και ορισμένα δέντρα για να ομορφύνει ο περιβάλλοντας χώρος. Ένα από τα δέντρα, που οι ντόπιοι ονομάζουν λαπάτσο και από το οποίο φτιάχνεται κι ένα τσάι που λέγεται ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες, βρίσκεται στην έκταση του γηπέδου που αποφασίστηκε να χτιστεί η βόρεια εξέδρα.

Το δέντρο μεγάλωσε πολύ όλα αυτά τα χρόνια, έχει την ίδια ηλικία με πολλούς από τους μικρούς οπαδούς του συλλόγου και όταν έφτασε η ώρα να χτιστεί η εξέδρα, η διοίκηση δεν το σκέφτηκε καν. «Είχαμε φτιάξει το 50% της εξέδρας και όταν ξεκινήσαμε για το υπόλοιπο 50% είχαμε μπροστά μας το δέντρο που είχε μεγαλώσει. Σε κανένα σημείο δεν σκεφτήκαμε να καταστρέψουμε αυτό που μας έδωσε η φύση» δηλώνει ο πρόεδρος του συλλόγου. Η διοίκηση της Ρεσιστένσια κάλεσε μηχανικούς και αρχιτέκτονες ώστε να βρεθεί η λύση για μια ασφαλή εξέδρα που παράλληλα θα άφηνε το δέντρο (των περίπου 20 μέτρων) να μεγαλώσει κι άλλο. Η κερκίδα φτιάχτηκε γύρω από το δέντρο που συνεχίζει να δίνει το παρόν σε κάθε ματς της ομάδας.

Όμως η νοτιαμερικάνικη γραφικότητα δεν τελείωσε εκεί. Φέτος ο σύλλογος κλείνει και γιορτάζει τα 100 χρόνια του και μέσα σε όλα ήθελε να περάσει ένα οικολογικό μήνυμα, τιμώντας το δέντρο. Αποφάσισε λοιπόν να το κάνει μέλος του συλλόγου. Ναι, μην το γελάτε. «Είναι πιο πολύ μέλος από οποιονδήποτε άλλον μας. Βρίσκεται εκεί 24 ώρες το 24ωρο.» Η ομάδα έκανε δώρο μια φανέλα της (μην με ρωτάτε αν τη φόρεσε το δέντρο ή τι νούμερο γράφει) και μαζί την κάρτα μέλους Νο. 1000. «Είναι σαν το σύμβολό μας, έχουμε γίνει γνωστοί σε άλλα μέρη εξαιτίας του». Η Ρεσιστένσια συνεργάστηκε με αρμόδιους φορείς και προσπάθησε να κάνει την εκδήλωση γνωστή, για να περάσει ένα μήνυμα για τη διάσωση των δέντρων της Ν. Αμερικής που βρίσκονται σε συνεχή κίνδυνο. Σε μια πολύ όμορφη κάρτα που έβγαλε στο Ίντερνετ, περνάει το μήνυμά της με ένα πολύ συγκινητικό κείμενο.

«Ελάτε να υποστηρίξετε τη μοναδική ομάδα που οι οπαδοί της μεγαλώνουν μέρα με τη μέρα»

Μέσα στα πολλά όμορφα που αναφέρονται είναι ότι κανείς δεν το έχει δει να έρχεται και ακόμα περισσότερο κανείς να φεύγει, πάντα βρίσκεται εκεί σαν ένας φυσικός μάρτυρας, με θρησκευτική ευλάβεια, πάντα στο ίδιο σημείο χωρίς να επηρεάζεται ακόμα και από τις πιο βαριές ήττες. Για 45 λεπτά φυλάει τα νώτα του τερματοφύλακα (όπως βλέπετε η κερκίδα βρίσκεται πίσω από την μία εστία) και για άλλα 45 κάνει trash talking στον αντίπαλο τερματοφύλακα. Και γι΄αυτούς τους λόγους οι οπαδοί το έκαναν μέλος, ένα σημείο αναφοράς, καθώς η ομάδα ψάχνει τους νέους οπαδούς της που θα γεννηθούν και θα είναι όπως αυτό. Το δέντρο που κάθε βδομάδα μετατρέπεται σε δάσος.

Η Ρεσιστένσια δεν έχει ανέβει από το 1999 ξανά όπως είπαμε και το δέντρο δεν έχει ανθίσει ποτέ (ένα δέντρο που κάνει πολύ όμορφα μωβ-κίτρινα-μπλε λουλούδια) από τότε που βρίσκεται στο στάδιο. Είναι σαν να περιμένει την κατάλληλη περίσταση για το να κάνει, όπως λέει κι ο πρόεδρος Ρομπέρτο Γκαρσέτε: «Φέτος η ομάδα στα 100 της χρόνια θα ανέβει και το δέντρο θα ανθίσει με το μπλε χρώμα της φανέλας

Η μέρα που ο Μπεστ κέρδισε και τη Νιούκαστλ και τον φόβο

  [4 Σχόλια]

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70′, σε ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο ένας Ιρλανδός σερβιτόρος πήρε εντολή να μεταφέρει δυο μπουκάλια πανάκριβης σαμπάνιας σε μια από τις σουίτες. Όταν η πόρτα του δωματίου άνοιξε η εικόνα που αντίκρισε ήταν, το λιγότερο, αξιομνημόνευτη. Ο Τζόρτζ Μπεστ στεκόταν όρθιος δίπλα του, έτοιμος να παραλάβει την παραγγελία, και στο κρεβάτι βρισκόταν ξαπλωμένη, φορώντας μόνο ένα νεγκλιζέ, η Σουηδέζα Μις Κόσμος, Μαίρη Στάβιν. Η υπόλοιπη επιφάνεια του κρεβατιού καλυπτόταν από χαρτονομίσματα, τα οποία το ζευγάρι είχε κερδίσει λίγες ώρες πριν ποντάροντας στον ιππόδρομο. Τότε, με απόλυτη σοβαρότητα και χωρίς καμία δόση ειρωνείας, ο σερβιτόρος γύρισε προς τη μεριά του Μπεστ και σχεδόν θλιμμένα τον ρώτησε: «George, where did it all go wrong?»

Για πάρα πολλά χρόνια, αυτή ήταν η αγαπημένη ιστορία του Μπεστ, ο οποίος σύμφωνα με γνωστούς και φίλους, την εξιστορούσε συχνά όταν είχε κέφια. Σ’αυτήν ουσιαστικά την ιστορία και την διαφορετική οπτική μιας συγκεκριμένης κατάστασης, συνοψιζόταν και όλη η συζήτηση γύρω από την καριέρα και τη ζωή του Βορειοϊρλανδού. Εκεί που αρκετοί (ανάμεσα τους φυσικά και ο ίδιος ο Μπεστ που συνέχεια επαναλάμβανε πως δεν μετάνιωσε για τίποτα και δεν θα άλλαζε καμία από τις αποφάσεις του) έβλεπαν μια ονειρική ζωή, γεμάτη απολαύσεις και κατακτήσεις, κάποιοι άλλοι (όπως ο άσημος, και λογικά ‘προδομένος’ από την καριέρα του Μπεστ, σερβιτόρος) έβλεπαν μια άστατη ζωή που εν μέρει κατέστρεψε μια καριέρα, αναγκάζοντας ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που εμφανίστηκαν σ’αυτό το παιχνίδι να αποσυρθεί ουσιαστικά από τα 27 του, έχοντας κατακτήσει όλα κι όλα δυο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο πρωταθλητριών.

Κανείς δεν ξέρει πως θα εξελισσόταν τα πράγματα αν ο Μπεστ έκανε μια πιο πειθαρχημένη και συνετή ζωή. Και κανείς δεν θα μάθει ποτέ. Όπως σχολιάζει πολύ εύστοχα στην ‘Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι’ ο Μίλαν Κούντερα: «Δεν μπορεί κανείς ποτέ να ξέρει αυτό που πρέπει να θέλει, γιατί έχουμε μόνο μια ζωή και δεν μπορούμε ούτε να τη συγκρίνουμε με προηγούμενες ζωές ούτε να την επανορθώσουμε σε ζωές επερχόμενες. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να εξακριβωθεί ποια απόφαση εί­ναι η καλή γιατί δεν υπάρχει κανένα μέτρο σύγκρισης. Όλα τα ζούμε αμέσως για πρώτη φορά και χωρίς προετοιμασία». Το σίγουρο είναι ότι αυτή που τελικά έκανε, την απόλαυσε αρκετά. Και όχι μόνο αυτός:

Μερικά χρόνια πριν από το σκηνικό στο ξενοδοχείο, το φθινόπωρο του 1971, ο Μπεστ βρισκόταν στο ζενίθ της καριέρας του. Ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ένας από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου, έκανε μερικές συνεχόμενες εξαιρετικές και γεμάτες χρονιές και φυσικά ήταν ο μεγαλύτερος ποδοσφαιρικός σούπερ σταρ της εποχής του. Οι γυναίκες έκαναν ουρές απλά για να τον ακουμπήσουν, τραγούδια γραφόταν γι’αυτόν, είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «ο 5ος Μπίτλ» και οι περισσότερες εστεμμένες των διαγωνισμών ομορφιάς περνούσαν κάποια στιγμή από το κρεβάτι του. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ που το 1970 ένας Γερμανός σκηνοθέτης γύρισε μια ταινία γι’αυτόν, καλύπτοντας με οχτώ κάμερες αποκλειστικά και μόνο τις κινήσεις του σε ένα τυχαίο 90λεπτο απέναντι στην Κόβεντρι, δεκαετίες πριν δημιουργήσει το Sky Sports την PlayerCam ή γυριστεί το παρόμοιο ντοκιμαντέρ για τον Ζιντάν.

Η υπερβολική φήμη όμως, ειδικά σε μια εποχή που κάτι τέτοιο ήταν πρωτόγνωρο για τα ποδοσφαιρικά δεδομένα, έχει δυο όψεις. Η έξαλλη ζωή του Μπεστ, όπως είναι αναμενόμενο, προκαλούσε αρκετούς και στις αντίπαλες κερκίδες αλλά και στην πατρίδα του. Κι αν τα γραφικά συνθήματα των αντιπάλων οπαδών ήταν απλά ένας κλασικός αγγλικός τρόπος για να εκνευρίσουν τον παίκτη («Georgie Best, superstar/ Walks like a woman and he wears a bra/ Bra’s too big, wears a wig/ And that’s why we call him a sexy pig»), κάποιες άλλες απειλές δεν ήταν τόσο γραφικές και αθώες. Σε μια τέτοια περίπτωση, κάποιος πυροβόλησε με αεροβόλο την αδερφή του στο πόδι, έξω από ένα εφηβικό πάρτι στο Μπέλφαστ, χωρίς προφανή λόγο, απλά επειδή ήταν η αδερφή του Μπεστ.

Κάπως έτσι, όταν τον Οκτώβριο του 1971 και σε μια εποχή που η κατάσταση στη Βόρεια Ιρλανδία είχε ξεφύγει για τα καλά (μόνο το 1972 περίπου 500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις συγκρούσεις που έγιναν παγκόσμια γνωστές ως «The Troubles») ένας άγνωστος τηλεφώνησε σε μια εφημερίδα και ανακοίνωσε ότι ο Τζόρτζ Μπεστ είναι στο στόχαστρο του IRA, κανένας δεν το πήρε στην πλάκα. Σύμφωνα με την προειδοποίηση η επίθεση ήταν προγραμματισμένη για το επερχόμενο εκτός έδρας παιχνίδι με τη Νιούκαστλ και ήταν ουσιαστικά η απάντηση του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού σε μια δωρεά που φημολογούνταν πως είχε κάνει ο Μπεστ σε μια οργάνωση Προτεσταντών.

Κατανοώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, ο προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Φράνκ Ο’Φάρελ έδωσε στον Βορειοιρλανδό το δικαίωμα της επιλογής για το να θα αγωνιστεί ή όχι. Ο Μπεστ το σκέφτηκε αρκετά και αποφάσισε να μην ενδώσει στο φόβο, σκεπτόμενος και το ότι αν η απειλή τον αφήσει εκτός αγώνα, τότε δημιουργείται αυτόματα πάτημα σε οποιονδήποτε να την επαναλάβει και στα επόμενα παιχνίδια, με αποκλειστικό κίνητρο την αποδυνάμωση της Γιουνάιτεντ. Μια απόφαση που πάντως έκρυβε και μεγάλη δόση ειρωνείας: Ο παίκτης που συχνά-πυκνά έκανε κοπάνες από κάθε είδους δραστηριότητα της Γιουνάιτεντ για να περάσει κάποιες ώρες παραπάνω με κάποιο διάσημο μοντέλο, αποφάσιζε να παίξει σε ένα ματς που η ίδια η ομάδα του επέτρεπε να απουσιάσει.

Από τη μέρα που η αστυνομία ενημερώθηκε πως ο Μπεστ θα ταξιδέψει κανονικά στο Νιούκαστλ μέχρι και τη σέντρα του αγώνα, ο 25χρονος δεν έμεινε ούτε στιγμή μόνος σε δημόσιο χώρο. Αστυνομικοί βρισκόταν σε όλους τους ορόφους του ξενοδοχείου που διέμενε η ομάδα, δυο ντετέκτιβ τον συνόδευαν σε όλες του τις κινήσεις, ακόμα κι όταν πήγαινε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για να φάει, ενώ περιπολικά βρισκόταν μόνιμα σταθμευμένα απ’έξω. Ο φόβος και η ανησυχία αυξήθηκαν κι άλλο, αρχικά όταν μια γειτόνισσα του Μπεστ κατήγγειλε στην αστυνομία ότι δυο τύποι ρωτούσαν πληροφορίες για το που ακριβώς μένει ο παίκτης και στη συνέχεια όταν ανακαλύφθηκε ότι κάποιοι είχαν διαρρήξει το λεωφορείο της ομάδας το βράδυ πριν το παιχνίδι.

Το λεωφορείο, αφού πέρασε από εξονυχιστικό έλεγχο, πήγε τελικά στο γήπεδο με συνοδεία πολλών περιπολικών, οι ντετέκτιβ απαγόρεψαν στον Μπεστ να κάτσει στην αγαπημένη του θέση δίπλα στο παράθυρο και, για σιγουριά, όταν το όχημα έφτανε στο Σεντ Τζέιμς Παρκ o «Τζόρτζι» καθόταν σκυμμένος στο διάδρομο. Στις κερκίδες υπήρχαν παντού αστυνομικοί με κιάλια, έτοιμοι να επέμβουν αμέσως μόλις παρατηρήσουν κάποια ύποπτη κίνηση.

Το παιχνίδι που ακολούθησε ήταν με διαφορά το πιο περίεργο στην καριέρα του Μπεστ. Από τη μια η νευρικότητα του ήταν ολοφάνερη, από την άλλη όμως και το μαρκάρισμα πάνω του ήταν πιο χαλαρό απ’ότι συνήθως, για ευνόητους φυσικά λόγους: Κανείς δεν ήθελε να είναι ο γκαντέμης που θα έτρωγε μια σφαίρα από το πουθενά απλά και μόνο γιατί έτυχε να είναι εκατοστά δίπλα στον στόχο.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τα ρεπορτάζ, το ματς ήταν αντικειμενικά (αλλά και αναμενόμενα, βάσει των συνθηκών) κάκιστο και κρίθηκε από ένα γκολ, το οποίο πέτυχε με κοντινή προβολή ο μεγάλος πρωταγωνιστής του αγώνα και υποτιθέμενος στόχος του IRA. To τελικό σφύριγμα πιθανόν να ήταν και ο πιο ωραίος ήχος που έχει ακούσει ποτέ ο Μπεστ. Όπως αποκάλυψε σε ένα φίλο του, σε εκείνο το παιχνίδι έτρεξε περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή του.

Στις δηλώσεις του μετά (πάντα με συνοδεία αστυνομικών), ανακουφισμένος και χαλαρός πλέον, το γύρισε και στην πλάκα: «Ήξερα ότι στο γήπεδο υπήρχαν δεκάδες αστυνομικοί και δεν μπορούσα να το βγάλω από το μυαλό μου. Σίγουρα ήμουν πολύ νευρικός για αρκετή ώρα. Δεν σταμάτησα να κινούμαι καθόλου γιατί για κάποιο λόγο πίστευα ότι δεν πρέπει να μείνω ακίνητος ούτε στιγμή. Ούτε καν όταν κάποιος παίκτης βρισκόταν στο χόρτο. Όταν έβαλα το γκολ ευχόμουν να με αντικαταστήσουν, τόσο πολύ με επηρέασε. Στο τέλος βέβαια έκανα πλάκα στα άλλα παιδιά, λέγοντας ότι ήταν η πρώτη φορά που σκόραρα και κανένας δεν πλησίασε για να με συγχαρεί».

Η αποστολή της Γιουνάιτεντ έφυγε από το γήπεδο όπως ακριβώς ήρθε, με ισχυρή αστυνομική συνοδεία, και μόνο όταν η ομάδα έφτασε πίσω στη βάση της κατάφεραν όλοι να χαλαρώσουν και να χαρούν για το σπουδαίο διπλό που είχαν πάρει. Κανένας δεν έμαθε ποτέ αν το τηλεφώνημα ήταν μια απλή φάρσα ή μια πραγματική απειλή για επίθεση που τελικά ματαιώθηκε. Ο επίλογος της περίεργης αυτής ιστορίας πάντως είχε γραφτεί ιδανικά μερικές ώρες πριν, όταν στη διάρκεια της συνέντευξης τύπου ο απογοητευμένος προπονητής της Νιούκαστλ Τζόι Χάρβευ, σε σχετική ερώτηση απάντησε με μπόλικο αγγλικό μαύρο χιούμορ και χωρίς ίχνος πολιτικής ορθότητας: «Μακάρι να το είχαν πετύχει το κωλοπαίδι».

9 χρόνια Σομπρέρο

  [14 Σχόλια]


Δυο τυχαία 9αρια

Έφτασε και πάλι αυτή η μέρα του χρόνου που λέμε «πώς πέρασε ο καιρός» και «σαν χθες είχαμε ξεκινήσει». Και είναι η αλήθεια. Φτάσαμε στα εννιά χωρίς να το καταλάβουμε. Το αν γίναμε σοφότεροι δεν το ξέρουμε (μάλλον όχι), τουλάχιστον ελπίζουμε ότι βελτιωθήκαμε. Τα κείμενα είναι λιγότερα απ’ότι παλιά «because life», που λέμε και στο χωριό μας όταν πηγαίνουμε για να ψήσουμε το Πάσχα και το παίζουμε μορφωμένοι, τουλάχιστον είναι όμως αρκετά μπαμπάτσικα, που λέμε και στο χωριό μας (το άλλο χωριό, από την πλευρά της μάνας), ώστε να σας καλύπτουν.

Στο Facebook αυξάνεστε συνεχώς και με εξαίρεση ελάχιστα, ευτυχώς, παραδείγματα συμμετέχετε στην κουβέντα πάντα μέσα σε ένα καλό και κόσμιο κλίμα, στο Twitter και στο Instagram το ίδιο και θέλουμε να σας ευχαριστήσουμε ιδιαίτερα γι’αυτό, γιατί αποτελεί ένα από τα ‘κατορθώματα’ για τα οποία καυχιόμαστε αρκετά. Γιατί το Σομπρέρο είναι κατ’ αρχήν το blog αυτό, αλλά είναι και η γενικότερη εμπειρία στις διάφορες πλατφόρμες.

Για όσο μπορούμε (και όσοι μπορούμε, καθώς μέσα στα χρόνια αρκετοί από εμάς δεν είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να συμμετέχουν) θα γράφουμε και θα μοιραζόμαστε ποδοσφαιρικές ιστορίες, σοβαρές και αστείες, ρετρό και καινούριες, κοινωνικές ή αμιγώς αθλητικές, βίντεο, φωτογραφίες, σκέψεις και πράγματα που ενδιαφέρουν εμάς και θέλουμε να πιστεύουμε ενδιαφέρουν και σας. Έστω λίγους κάθε φορά, δεν γίνεται να έχουμε όλοι τα ίδια γούστα.

Ευχαριστούμε για τα σχόλια (συνεχίστε να τα στέλνετε και εμείς θα προσπαθούμε να απαντούμε – πιστέψτε μας δεν είναι καθόλου εύκολο με το ρυθμό που φτάνουν κάποιες φορές), ευχαριστούμε για τις διορθώσεις αλλά και για το κράξιμο (απαραίτητη υπενθύμιση: ΔΕΝ είμαστε δημοσιογράφοι), περιμένουμε τις ιδέες και τις παρατηρήσεις σας και ευχόμαστε να είμαστε όλοι γεροί και στα 10, να το γιορτάσουμε ξανά, έχοντας απολαύσει λίγο πριν ένα χορταστικό Μουντιάλ (μακάρι).

Σας αφήνουμε με κάποια από τα πιο δημοφιλή κείμενα του 9ου χρόνου, καθώς και μερικές επιλογές των συντακτών, εννιά άρθρα στο σύνολο για να γεμίσετε το σ/κ σας:

1. Βουλγαρία ’93-’94: Ωδή στην πιο καλτ ομάδα όλων των εποχών του Jürgen Spock
Στόιτσκοφ, Μπαλάκοφ, Ιβανόφ, Κονσταντίνοφ, Λέτσκοφ, Μιχαΐλοφ, δεν περιγράφω άλλο.

2. Ο άνθρωπος που δεν νοιάστηκε για τίποτα του gargaduaaas
Η ιστορία του ‘σκληρού’ Ρόμπιν Φράιντεϊ, που «τους μισούσε όλους»

3. «Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο» του duendes
Η γεμάτη καλτ ιστορίες καριέρα του Ουρουγουανού Πάολο Μοντέρο

4. Η μέρα που η Σίτι έπαιξε με δύο τερματοφύλακες του Elaith
«Τελευταία λεπτά του τελευταίου αγώνα της χρονιάς. Η Σίτι χρειάζεται γκολ για να βγει Ευρώπη…»

5. Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος του Ramón Llul
Η πικρή αλλά διδακτική ιστορία του άγνωστου Ραούλ Σάντσεθ

6. Οι πραγματικοί σου φίλοι του gargaduaaas
Η πιο ωραία σκηνή από το ντοκιμαντέρ του Μαραντόνα και κάποιες σκέψεις για τη φιλία

7. Η Μαφία και το ποδόσφαιρο του Elaith
Τρεις ιστορίες παικτών που για διαφορετικούς λόγους έμπλεξαν με την ιταλική μαφία

8. Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας του Jürgen Spock
Ο Mπόμπ Μάρλει δεν αγαπούσε πολύ μόνο τη μουσική αλλά και το ποδόσφαιρο

9. Η ομορφιά του να επιλέγεις το δύσκολο δρόμο του duendes
Το δύσκολο δίλημμα των οπαδών της Αούστρια που έχασαν την ομάδα τους από τη Red Bull

Little Boy Blue

  [Καθόλου σχόλια]

22 Αυγούστου 2007. Στην Αγγλία ο κόσμος περιμένει τον αγώνα με τη Γερμανία στο Γουέμπλεϊ. Μπορεί να είναι ένα φιλικό, αλλά τα όνειρα του μέσου Άγγλου ποδοσφαιρόφιλου για κατακτήσεις Μουντιάλ χτίζονται από κάτι τέτοια ματς. Άλλωστε «φιλικά» με τους Γερμανούς δεν υπάρχουν και τα παιχνίδια αυτά γράφουν ιστορία. Κάπου στο Κρόξτεθ του Λίβερπουλ, ο μικρός Ρις παίζει μπάλα στην αυλή του σπιτιού του. Εκεί που ο χώρος έχει μετατραπεί σε μίνι γηπεδάκι ποδοσφαίρου και εννιά ποδοσφαιρικές μπάλες του πιτσιρικά φιγουράρουν. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σκάσει και η όγδοη και θα μείνεις έτσι χωρίς να μπορείς να παίξεις ποδόσφαιρο.

Ο 11χρονος Ρις σκέφτεται το ματς του απογεύματος, καθώς κλωτσάει την μπάλα. Αν και δεν παίζει κανένας παίκτης της αγαπημένης του Έβερτον, γίνεται αυτός ο σκόρερ του αγώνα στο μυαλό του, το όνειρό του να φορέσει τα μπλε και τη φανέλα με τα τρία λιοντάρια όταν μεγαλώσει. Από το Κρόξτεθ άλλωστε ξεκίνησε και ένας άλλος μπλε, ο Γουέιν Ρούνεϊ. Η μπάλα σταματάει γιατί ήρθε η ώρα για περισσότερη μπάλα. Πρέπει να πάει για προπόνηση στην ομάδα του. Πηγαίνει στο δωμάτιό του για να ετοιμαστεί. Εκεί που ο τοίχος είναι γεμάτος αφίσες της Έβερτον, εκεί που το κρεβάτι έχει σεντόνι της Έβερτον, εκεί που τα κασκόλ και οι φανέλες πιάνουν όλους τους τοίχους του μικρού κατόχου διαρκείας. Φοράει τα ποδοσφαιρικά του και η μητέρα του τον πηγαίνει για προπόνηση.

Μερικές ώρες αργότερα ο Φράνκι Λάμπαρντ βάζει ένα υπέροχο γκολ και ανοίγει το σκορ για την Αγγλία φιλώντας σαν Βασίλης Τσιάρτας τη βέρα του. Η συνέχεια δεν είναι καλή. Η Γερμανία με ένα σχετικά φτωχό ρόστερ γυρίζει το ματς μέχρι το ημίχρονο με τα γκολ των Κουράνι και Πάντερ. Το ματς λήγει με 1-2. Ο Ρις όμως δεν το βλέπει, ούτε η οικογένειά του. Λίγες ώρες αφότου ο Ρις έφυγε, το κουδούνι στο σπίτι της οικογένειας χτύπησε. Η μητέρα του μαθαίνει το σοκαριστικό νέο. Ο Ρις πυροβολήθηκε. Οι προσπάθειες των γιατρών δεν είχαν αποτέλεσμα. Ο μικρός έχασε τη ζωή του.

Οι δράστες είναι πιτσιρικάδες σε ποδήλατα, μέλη μιας συμμορίας, που άνοιξαν πυρ. Η αστυνομία ξεκινά τις έρευνες. Όσο εύκολο και να φαίνεται, τόσο δύσκολο είναι, σε μια κοινωνία τρομοκρατημένη από νεαρούς εγκληματίες, όπου το να μιλήσεις για ακόμα και ένα τόσο ειδεχθές έγκλημα σημαίνει να γίνεις «ρουφιάνος» στα μάτια των ανθρώπων που βλέπεις κάθε μέρα στη γειτονιά και να ζεις μέσα στο φόβο. Ο τρόμος αυτός συνεχίζεται μέχρι σήμερα, όπως φαίνεται και από φετινό άρθρο του Γκάρντιαν.

Η ιστορία του Ρις συνεχίζεται και συγκλονίζει μια πόλη. Δεν θα πούμε πολλές λεπτομέρειες παραπάνω για το τι έγινε για να μη χαλάσουμε τελείως και την αφορμή γι’ αυτό το κείμενο. Τη μίνι-σειρά τεσσάρων επεισοδίων του ITV με τίτλο Little Boy Blue, που περιγράφει τα γεγονότα εκείνων των ημερών. Όπως όλες οι αγγλικές αυτού του είδους (ειδικά μία που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα) δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά απλά να καταγράψει τα όσα έγιναν, την αγάπη για το ποδόσφαιρο (που ουσιαστικά στοίχισε και τη ζωή στον πιτσιρικά), το δράμα μιας οικογένειας και την κατάσταση στο Λίβερπουλ. Ένας από τους βασικούς ρόλους ανήκει στον Στίβεν Γκρέιαμ που αν δεν σας λέει κάτι το όνομά του, είναι ο ηθοποιός που υποδύθηκε τον Αλ Καπόνε στο εξαιρετικό Boardwalk Empire (και έπαιξε και στο This is England). Ο Γκρέιαμ είναι σκάουζερ.

25 Αυγούστου 2007. Περίπου 38.000 φίλοι της Έβερτον γεμίζουν το Γκούντισον Παρκ για τον αγώνα της 3ης αγωνιστικής απέναντι στην Μπλάκμπερν. Οι γονείς του Ρις και ο αδερφός του βρίσκονται εκεί, ντυμένοι στα αγαπημένα μπλε της οικογένειας. Για να δώσουν ένα μήνυμα και να κάνουν μια έκκληση στον κόσμο της πόλης να πάρει θέση, να βγει μπροστά και να βοηθήσει τις έρευνες. Αντί για ενός λεπτού σιγή, ο Ρις χειροκροτείται από όλο το γήπεδο. Ο μικρός δεν θα δει ποτέ το γκολ του ΜακΦάντεν να ισοφαρίζει αυτό του Ρόκε Σάντα Κρουζ.

Όταν το Άνφιλντ έπαιξε τον ύμνο της Έβερτον, ανατριχιαστικές στιγμές

28 Αυγούστου 2007. Η Λίβερπουλ αντιμετωπίζει την Τουλούζ για τα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Το Άνφιλντ είναι γεμάτο κόκκινες φανέλες. Σχεδόν δηλαδή, γιατί υπάρχουν και τρεις μπλε. Μετά το Γκούντισον, ήρθε η ώρα του άλλου μισού της πόλης να αποχαιρετίσει τον Ρις. Οι γονείς του μικρού και ο αδερφός του πατάνε το χορτάρι του Άνφιλντ, οι αντίπαλοι χειροκροτούν και το… ανήκουστο γίνεται. Από τα μεγάφωνα του Άνφιλντ παίζεται το θέμα του Z Cars, ένα κομμάτι συνδεδεμένο με την Έβερτον, που με τα χρόνια έχει γίνει το δικό της You’ll never walk alone και συνοδεύει τους παίκτες στην είσοδο στο γήπεδο. Ο κόσμος συγκινημένος αποχαιρετά ένα παιδί της πόλης.

6 Σεπτεμβρίου 2007. Το σώμα του άτυχου Ρις παύει να χρειάζεται από την αστυνομία για την έρευνα, η οικογένειά του μπορεί να τον κηδεύσει. 2.500 άνθρωποι βρίσκονται έξω από τον καθεδρικό. Ντυμένοι στα μπλε με φανέλες της Έβερτον, αλλά και στα κόκκινα με φανέλες της Λίβερπουλ. Μέσα στην εκκλησία περίπου 1.000 άτομα. Το φέρετρο στα χρώματα της Έβερτον, με το σήμα της Έβερτον, διένυσε μια μεγάλη απόσταση για να φτάσει. Έκανε μόνο μία στάση. Έξω από το Γκούντισον Παρκ. Ο πατέρας κι ο αδερφός του με φανέλες της ομάδας και οι δυο θείοι του, ο ένας με κασκόλ της Λίβερπουλ το κρατούν. Παίκτες και παράγοντες των δύο συλλόγων παρόντες. Ο τότε αμυντικός των μπλε Άλαν Σταμπς διάβασε ένα κείμενο. Ο Ρις πηγαίνει στην τελευταία του κατοικία, οι έρευνες συνεχίζονται, η συνέχεια επί της οθόνης αν αποφασίσετε να δείτε τη σειρά ή στο Ίντερνετ με μια αναζήτηση.

Δέκα χρόνια μετά η μνήμη του Ρις παραμένει έντονη. Η Έβερτον δεν τον ξέχασε και τίμησε ξανά την μνήμη του πριν λίγο καιρό. Ο κόσμος συμμετείχε στα γυρίσματα της σειράς, παίζοντας… τον εαυτό στη σκηνή του Γκούντισον Παρκ. Ο μικρός δεν κατάφερε να γίνει ποδοσφαιριστής της Έβερτον, δεν κατάφερε να ζήσει τη ζωή που θα ήθελε, θα ήταν σήμερα σχεδόν 22. Ένωσε μια πόλη που ξέρει στα δύσκολα να γίνεται ένα ανεξάρτητα από τα χρώματα, έφερε τον κόσμο κοντά, αλλά δυστυχώς η εγκληματικότητα και τα προβλήματα στο Λίβερπουλ συνεχίζουν να υπάρχουν, μαζί τους κι η πιθανότητα να υπάρξουν νέοι Ρις στο μέλλον.

Το ταξίδι του Θαλή

  [Καθόλου σχόλια]

Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η τρέλα ενός οπαδού για την ομάδα του; Ποιες θυσίες και ποια ταλαιπωρία μπορεί να υπομείνει; Και κυρίως, με τι αντίκρυσμα; Την προπερασμένη Κυριακή είχαμε τα προημιτελικά της Δ’ εθνικής της Βραζιλίας. Ένα πρωτάθλημα που ξεκινάει με 68 ομάδες που παίζουν σε… 17 ομίλους χωρισμένους με γεωγραφικά κριτήρια με τις 32 να προκρίνονται. Από εκεί και πέρα το σύστημα είναι σαν κυπέλλου, με διπλά ματς. Κάπως έτσι έφτασε στους «8» η Εσπόρτε Κλουμπ Σάο Ζοσέ από το Πόρτο Αλέγκρε και αντιμετώπισε την Ατλέτικο Ακρεάνο.

Στο πρώτο ματς στο Πόρτο Αλέγκρε η Σάο Ζοσέ μπροστά σε περίπου 300 οπαδούς της (εκ των οποίων μόλις 122 είχαν πληρώσει εισιτήριο) έχασε με 0-1 μετά από ένα κόρνερ των φιλοξενούμενων. Ανάμεσα σε αυτούς τους οπαδούς βρισκόταν και ο Θαλής Ένγκελ (τουλάχιστον έτσι το προφέρω εγώ γιατί έχει πλάκα να είναι μισό ελληνικό και μισό τραγούδι των Rammstein). Με το 0-1 η πρόκριση για τα ημιτελικά της Δ’ εθνικής ήταν μάλλον χαμένη υπόθεση. Μιλάμε για μια ομάδα με λίγους νοματαίους για οπαδούς που έχει ως μεγαλύτερη επιτυχία δύο πρωταθλήματα Β’ εθνικής του τοπικού Καμπεονάτο Γκαούτσο, το τελευταίο πριν 30κατι χρόνια. Με λίγα λόγια, καμία ελπίδα για κάτι καλό. Κι όμως, ο Θαλής αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να χάσει την εκτός έδρας ρεβάνς για την πρόκριση στα ημιτελικά.

-Μάνα πάω στο ματς
-Εφόδια για τέσσερις μέρες να πάρεις

Πριν πείτε «σιγά ρε μεγάλε, είχα πάει κι εγώ με την ομάδα μου από το χωριό σε εκτός έδρας», ας κάνουμε λίγη Γεωγραφία. Το Πόρτο Αλέγκρε βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της χώρας, σχετικά κοντά στην Ουρουγουάη. Η έδρα της Ατλέτικο Ακρεάνο είναι στο Ρίο Μπράνκο της επαρχίας Άκρε, στα βορειοδυτικά της χώρας, κοντά στο… τριεθνές με Περού και Βολιβία. Μιλάμε για μια απόσταση 4.000 χιλιομέτρων με το αυτοκίνητο ή πτήση περίπου 6,5 ωρών με το αεροπλάνο. Ο Θαλής φυσικά δεν έχει αυτοκίνητο, ούτε χρήματα για μια τόσο μεγάλη πτήση. Έτσι, αφού παρακολούθησε το πρώτο ματς, μπήκε την Τετάρτη στο βραζιλιάνικο ΚΤΕΛ από το Πόρτο Αλέγκρε μέχρι τη Φλοριανόπολις της Σάντα Καταρίνα [μικρή σημείωση, ο Θαλής δεν ζει στο Πόρτο Αλέγκρε, είχε ήδη κάνει περίπου 500 χιλιόμετρα για το πρώτο ματς]. Πήγε στο σπίτι του, έφτιαξε τα πράγματά του και έφυγε για τον σταθμό. Μόνο που όταν έφτασε είδε ότι το λεωφορείο ήταν γεμάτο και δεν υπήρχαν εισιτήρια.

Σαν βγεις στον πηγαιμό για το Ρίο Μπράνκο

Οι περισσότεροι στη θέση του θα τα παρατούσαμε κάπου εκεί. Όχι όμως ο 22χρονος ήρωας της ιστορίας μας. Μην έχοντας πολλές επιλογές αναγκάστηκε να πάρει άλλο λεωφορείο για να αλλάξει μετά διαδρομή σε άλλη πόλη. Φυσικά αυτή η 2η επιλογή ήταν με περισσότερα χιλιόμετρα, δεκάδες στάσεις σε κάθε χωριό της βραζιλιάνικης υπαίθρου και είχε και μια βλάβη του λεωφορείου, με αποτέλεσμα οι επιβάτες να περιμένουν ώρες για να έρθει καινούριο. Ο Θαλής έκανε μπάνιο σε κάποιες στάσεις, έτρωγε ελαφριά σνακ από τις προμήθειές του και έκανε υπομονή. Παρά την ταλαιπωρία, έφτασε στον προορισμό του το πρωί της Κυριακής μετά από 4 ημέρες συνολικά στο δρόμο και πήγε κατευθείαν στο ξενοδοχείο της αγαπημένης του ομάδας. Εκεί βρήκε άλλον έναν συνοπαδό του (που είχε την οικονομική άνεση να πάρει αεροπλάνο) και τους περιποιήθηκαν οι οπαδοί της τοπικής Ρίο Μπράνκο (μεγάλης αντιπάλου της Ατλέτικο που φυσικά στήριζαν τους φιλοξενούμενους) με ένα μπάρμπεκιου με τις ευχές να προκριθεί η Σάο Ζοσέ.

Δυστυχώς για τον Θαλή το ματς δεν είχε καλό αποτέλεσμα. Η Σάο Ζοσέ έφαγε γκολ μόλις στο 6′, ισοφάρισε αργότερα, αλλά με το τελικό 1-1 αποκλείστηκε. Ο Θαλής ετοιμάστηκε να πάρει τον πικρό δρόμο της επιστροφής, κάτι που όλοι όσοι έχουμε ταξιδέψει μετά από ήττα σε εκτός έδρας ματς γνωρίζουμε ότι είναι από τα πιο ζόρικα πράγματα στον κόσμο. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Το επόμενο λεωφορείο έφευγε τη Δευτέρα. Ο φίλος μας, χωρίς λεφτά και με μια βαλίτσα, έπρεπε να μείνει στο δρόμο. Ευτυχώς όμως γι’ αυτόν, κάποιοι ποδοσφαιριστές της ομάδας συγκινήθηκαν από την περιπέτεια και κυρίως την αγάπη του οπαδού για τον μικρό σύλλογο, μάζεψαν χρήματα και του τα έδωσαν μαζί με κάποια τρόφιμα.

Ο Θαλής όχι μόνο κατάφερε να βρει ξενοδοχείο να μείνει την Κυριακή το βράδυ, αλλά χάρη στους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας (μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για παίκτες Δ’ εθνικής Βραζιλίας και για χρήματα από το υστέρημά τους, μια τεράστια κίνηση για φτωχούς ανθρώπους) πήρε μόλις ένα λεωφορείο και στη συνέχεια κατάφερε να βρει αεροπορικό εισιτήριο από το Πόρτο Βέγιο μέχρι την πατρίδα του μειώνοντας κατά πολύ την ταλαιπωρία. Ο Θαλής θα μπορούσε να υποστηρίζει μια από τις δυο τεράστιες ομάδες του Πόρτο Αλέγκρε, ομάδες που σηκώνουν πρωταθλήματα, Λιμπερταδόρες, παίζουν καλή μπάλα, έχουν τεράστιες ποδοσφαιριστές, διάλεξε όμως μια μικρή ομάδα. «Ο πατέρας μου είναι Γκρέμιο, η μητέρα μου είναι Ιντερνασιονάλ και δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί υποστηρίζω μια ομάδα Δ’ εθνικής.» Όσο δε για την απορία αν θα το ξαναέκανε, ο Θαλής είναι κάθετος. «Όπου κι αν παίζει η ομάδα, ακόμα κι αν πρέπει να πάω με λεωφορείο, θέλω να είμαι εκεί. Πλέον είμαι ακόμα πιο σίγουρος για την επιλογή μου, διάλεξα τη σωστή ομάδα να υποστηρίζω. Οι ποδοσφαιριστές μού έδωσαν ότι μπορούσαν. Χάρη σε αυτούς βρήκα δωμάτιο και εισιτήριο, συγκινήθηκα από την κίνησή τους και παραλίγο να βάλω τα κλάματα όταν μου το είπαν.»

Ο Κουτίνιο δεν αφήνει την Λίβερπουλ. Αυτή τον διώχνει

  [9 Σχόλια]

Εδώ και σχεδόν ένα μήνα, ίσως και παραπάνω, παρακολουθούμε ένα εντελώς φαιδρό ποδοσφαιρικό σήριαλ. Ένα από αυτά που έχουν λαμπερούς πρωταγωνιστές και συντελεστές  αλλά απ’ την άλλη ρηχό σενάριο και τραγικές -στα όρια του Δελφινάριου- ερμηνείες. Το σήριαλ θα μπορούσε να λέγεται «Κουτίνιο: Εγκλωβισμένος στο Μέλγουντ» αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς δεν έχει κάποιο σπουδαίο τίτλο μέχρι αυτή την ώρα. Σε αυτό το σήριαλ κανένας δεν κάνει σπόιλερς, μιας και όλοι γνωρίζουν το που θα καταλήξουν οι τύχες του νεαρού Βραζιλιάνου πρωταγωνιστή και του Οίκου που αυτός ανήκει. Του ένδοξου αλλά ξεπεσμένου Οίκου των Κόκκινων του Μερσεϊσάιντ. Ενός Οίκου που πλέον δεν τρομάζει μιας και δεν έχει «Δράκους» και «Μάγους», ούτε φυσικά σπουδαίους πολεμιστές, αλλά ένα ταλαιπωρημένο Liverbird για σήμα, παλεύοντας να αναδυθεί στην κορυφή στο Βασίλειο της Πρέμιερ Λιγκ εδώ και 27 σερί χρόνια, έχοντας ως μεγάλο όπλο την ιστορία και τις μνήμες του σπουδαίου στρατηγού Μπιλ Σάνκλι και του Κένι Νταλγκλίς, του πραγματικού Βασιλιά της Αγγλίας. Χωρίς κανένα αποτέλεσμα -εννοείται- μιας και οι άλλοι μεγάλοι Οίκοι έχουν και μάγους και δράκους και καλύτερους στρατιώτες. Έτσι είναι αυτά ας μη γελιόμαστε.

To σήριαλ αποτελεί συνέχεια ενός άλλου καλοκαιρινού σήριαλ. Της «σύμπραξης» Καταλωνίας και Παρισιού με τίτλο «Νεϊμάρ: Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη», με τον πρώην αστέρα της Μπάρτσα σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Εδώ και καιρό τα πάντα ήταν γνωστά σε όλους όσους ασχολούνται έστω και επιφανειακά με το ποδόσφαιρο. Η Παρί θα ολοκλήρωνε την μετακίνηση του αιώνα (μέχρι την επόμενη), φέρνοντας τον Νεϊμάρ στο Παρίσι και το καμάρι της Καταλωνίας θα κάλυπτε αυτό το -τεράστιο- κενό με τον Κουτίνιο, ασχέτως αν πολλοί φίλοι των «κόκκινων» περίμεναν -και περιμένουν ακόμα- να μην ολοκληρωθεί αυτή η μεταγραφή λόγω της αγάπης (;) του Κουτίνιο για το κλαμπ και του γεγονότος πως πλέον αποτελεί τον ηγέτη της ομάδας του Γιούργκεν Κλοπ. Αγάπες, ρομαντισμός και λουλούδια υπήρχαν στο Γούντστοκ. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των εκατομμυρίων και των δεκάδων χορηγών έχουν δώσει τη θέση τους σε άλλα αισθήματα και συναισθήματα.

Για να έχεις τους κορυφαίους παίκτες στο ρόστερ σου θα πρέπει πρώτον να τους έχεις καλοπληρωμένους (αυτό η Λίβερπουλ το κάνει για να είμαι ακριβοδίκαιος). Δεύτερον να τους πλαισιώνεις με άλλους κορυφαίους παίκτες, φτιάχνοντας ένα δυνατό σύνολο μιας και το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό σπορ, και τρίτον να κατακτάς τίτλους. Τους τίτλους τους θέλουν όλοι οι παίκτες. Ασχέτως αν είναι κορυφαίοι ή 10η αλλαγή σε κάποια ομάδα. Από πολλούς φίλους της Λίβερπουλ θεωρείται ασέβεια το γεγονός πως ο Κουτίνιο ζήτησε επισήμως μεταγραφή στην Μπάρτσα αλλά δεν θεωρείται ασέβεια προς το κλαμπ -και την ιστορία του- το γεγονός πως η διοίκηση της ομάδας και ο προπονητής δεν μπορούν να φέρουν κορυφαίους παίκτες εδώ και χρόνια, χάνουν όλους τους αστέρες που διαθέτουν και -το χειρότερο- πλαισιώνουν τους όποιους αστέρες διαθέτουν με μετριότατους ποδοσφαιριστές. Αυτό το τελευταίο θα έπρεπε να προβληματίζει -και πολύ μάλιστα- όλους τους φίλους της Λίβερπουλ κατά την ταπεινή μου πάντα γνώμη.

Οι κορυφαίοι παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα της Λίβερπουλ τα τελευταία χρόνια είναι ο Μάικλ -προδότης- Όουεν, ο Στίβεν Τζέραρντ, ο Χαβιέ ο Μασκεράνο, ο λατρεμένος του γυναικείου κοινού Τσάμπι Αλόνσο, ο Φερνάντο Τόρες, ο Λουίς Σουάρεζ και ο Φίλλιπας ο Κουτίνιο. Οι πιο μερακλήδες ίσως βάζουν σε αυτή τη λίστα και τον Ραχίμ τον Στέρλινγκ (εγώ όχι). Η ομάδα πλην του Τζέραρντ δεν μπόρεσε να κρατήσει κανέναν και όλοι -μα όλοι- πουλήθηκαν σε άλλες κορυφαίες ομάδες (για πολλά εκατομμύρια λίρες) έχοντας στο μυαλό τους να κατακτήσουν τίτλους. Κάτι που -δυστυχώς- δεν μπορούσαν να κάνουν στο Άνφιλντ. Σχεδόν όλοι τα κατάφεραν. Εννοείται πως και ο Κουτίνιο θέλει να κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Άδικο δεν του ρίχνω. Η Λίβερπουλ τα τελευταία 11 χρόνια (μετά την κατάκτηση του Κυπέλλου Αγγλίας το 2006) έχει κατακτήσει μόνο ένα Λιγκ Καπ (το 2012 κόντρα στην Κάρντιφ στα πέναλτι) και έχει δει όλους τους σπουδαίους παίκτες της, σε αυτό το διάστημα, να μην κατακτούν τίποτα (όπως ο Φερνάντο Τόρες που έφυγε για την Τσέλσι άτιτλος) ή σχεδόν τίποτα (όπως ο Σουάρεζ που κέρδισε μόνο το Λιγκ Καπ το 2012).

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το κλάμα του Ουρουγουανού σούπερ σταρ μετά από εκείνο το 3-3 στην έδρα της Κρίσταλ Πάλας το 2014 όταν χάθηκαν και οι τελευταίες πιθανότητες για το πρωτάθλημα; Εκείνο το κλάμα ήταν κλάμα απόγνωσης, σαν να έλεγε στους συμπαίκτες του «Κάντε κάτι και εσείς ρε μάγκες, σας παρακαλώ δηλαδή». Μαζί του είχαμε κλάψει όλοι όσοι είχαμε πιστέψει σε εκείνο το πρωτάθλημα. Εννοείται -λίγο καιρό μετά- έφυγε για την Βαρκελώνη σαρώνοντας τους τίτλους. Και πολύ καλά έκανε. Η απάντηση της διοίκησης της Λίβερπουλ για να καλυφτεί το κενό του ήταν ο Μάριο Μπαλοτέλι και ο 33χρόνος Ρίκι Λάμπερτ της Σαουθάμπτον. Μη γελάτε σας παρακαλώ. Φέτος απ’ την άλλη, ο Κουτίνιο -έχοντας τον ρόλο του ηγέτη- είδε να έρχονται παίκτες όπως ο Ρόμπερτσον της Χαλ, για το αριστερό άκρο της άμυνας, και ο Σαλάχ της Ρόμα, για την επίθεση, με την ομάδα να δέχεται συνεχώς αρνητικές απαντήσεις για τους Κεϊτά (αμυντικός μέσος της Λειψίας) και Φαν Ντάικ (στόπερ της Σαουθάμπτον), με την Μπάρτσα να του ζεσταίνει την φανέλα βασικού. Που είναι το περίεργο στο να θέλει να αφήσει το Άνφιλντ για το Καμπ Νου;

Αυτό που επίσης μου προκαλεί απογοήτευση -και μεγάλη μάλιστα- για κάτι καλό τη φετινή σεζόν είναι ο Γιούργκεν Κλοπ. Προσωπικά ήθελα πολύ τον Γερμανό στο Άνφιλντ και το είχα γράψει μήνες πριν ανακοινωθεί αλλά πλέον βλέπω πως συνεχίζει και αυτός στην ίδια λογική όπως όλοι οι προκάτοχοί του. Δίχως τους μεγάλους σταρ, δίχως να μπορεί να κρατήσει τους ηγέτες και δίχως να κερδίζει τίτλους (μην ξεχνάμε πως ο Κλοπ πρόπερσι έχασε δύο τελικούς). Σίγουρα έχει αλλάξει πολλά προς το καλύτερο, είναι σίγουρα ένας εξαιρετικός και σύγχρονος προπονητής, αλλά δεν βλέπω να μπορεί μαζί του να γίνει και φέτος καμία υπέρβαση, όσο κι αν είμαστε ακόμα στην αρχή της σεζόν, αν δεν έρθουν κάποιοι παίκτες απ’ το πρώτο ράφι.

Ο Κουτίνιο θα φύγει και ειλικρινά δεν μπορώ να σκεφτώ ποιος θα είναι ο αντικαταστάτης και πως θα μεταμορφωθεί άμεσα σε ηγέτη της ομάδας. Επίσης πρέπει να δούμε πόσο θα επηρεάσει όλο αυτό, θετικά ή αρνητικά, τις ισορροπίες μιας ομάδας που δεν φαίνεται να πατάει καθόλου καλά (το είδαμε άλλωστε τόσο στην πρεμιέρα με τη Γουότφορντ όσο και στην έδρα της Χοφενχάιμ) ούτε στη φετινή αφετηρία μιας σεζόν που αναμένεται αρκετά δύσκολη. Αν απ’ την άλλη ανατραπούν όλα τα δεδομένα και ο Κουτίνιο μείνει -χωρίς να το επιθυμεί- δεν ξέρω αν αυτό θα είναι καλό για την ομάδα αλλά και για τον ίδιο. Θεωρώ πως όχι. «Nothin’ had changed» δήλωσε πριν μερικές ώρες ο Κλοπ για το θέμα. Μια δήλωση που θα μπορούσε να περιγράφει ολόκληρη την πολιτική της ομάδας τα τελευταία χρόνια.

Πέντε πρωταθλητές Αγγλίας που δεν θυμάται κανείς

  [5 Σχόλια]

«Το πρωτάθλημα μπορεί να το κατακτήσει ο οποιοσδήποτε. Την ‘κορυφή’ στις συνειδήσεις των φιλάθλων ελάχιστοι». Αυτή είναι μια φράση που δεν απέχει καθόλου από την ποδοσφαιρική πραγματικότητα. Στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου (όπως και του παγκόσμιου) έχουν υπάρξει κορυφαίοι παίκτες που δεν κατέκτησαν ποτέ το εγχώριο πρωτάθλημα. Αυτό συνέβη φυσικά με τον Στίβεν Τζέραρντ και τον Ρόμπι Φάουλερ και παλιότερα με μύθους όπως ο Μπόμπι Μουρ, ο Τζόνι Χέινς και φυσικά ο Σερ Στάνλεϊ Μάθιους. Από την άλλη, μετάλλια πρωταθλητή έχουν στη συλλογή τους πολλοί παίκτες που δεν θυμάται -σχεδόν- κανείς. Με την ευκαιρία της έναρξης της νέας Πρέμιερ Λιγκ, θα ασχοληθούμε με τις κορυφαίες περιπτώσεις παικτών, που αν και δεν είχαν σημαντική προσφορά για τις ομάδες τους, «τσέπωσαν» το μετάλλιο του πρωταθλητή -σχεδόν- απ’ το «παράθυρο». Να τονίσω πως μέχρι το καλοκαίρι του 2013 οι ελάχιστες συμμετοχές για να πάρει κάποιος το μετάλλιο του πρωταθλητή για την Πρέμιερ Λιγκ δεν ήταν οι πέντε (5) αλλά οι δέκα (10), στερώντας από πάρα πολλούς αυτή τη χαρά.

Ρόνι Γουολγουόρκ (πρωταθλητής με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2001)

O Γουολγουόρκ ανήκει σε μια κατηγορία παικτών που αμφιβάλλω αν θυμάται ακόμα και ο πιο φανατικός οπαδός της ομάδας των Red Devils. Κλασική περίπτωση βρετανικού «χορτοκοπτικού» αμυντικού μέσου που δεν άξιζε -και δεν έκανε- καμία σπουδαία καριέρα. Τα χρόνια που άνηκε στην ομάδα του Σερ Άλεξ δίνονταν δανεικός δεξιά και αριστερά -κυρίως- σε ομάδες μικρότερων κατηγοριών, περιμένοντας την ευκαιρία από τον σπουδαίο Σκωτσέζο μάνατζερ για  να μείνει μια ολόκληρη σεζόν στο Ολντ Τράφορντ. Αυτή ήρθε το καλοκαίρι του 2000. Ο Φέργκιουσον τον πίστεψε και τον κράτησε, με τον παίκτη να πατάει χορτάρι 12 φορές (τέσσερις ως βασικός και οχτώ ως αλλαγή) και τελικά να παίρνει το μετάλλιο του πρωταθλητή το Μάη. Το 2002 έφυγε για την Γουέστ Μπρομ και το 2011 πέρασε 15 μήνες στη φυλακή, όταν και βρέθηκε μπλεγμένος σε υπόθεση με κλεμμένα αυτοκίνητα. Τον θυμήθηκε κανείς;

Γίρι Γιάροσικ (πρωταθλητής με την Τσέλσι το 2005)

Τον Γενάρη του 2005 ο Ζοσέ Μουρίνιο ήθελε να ενισχύσει την Τσέλσι και στο πρόσωπο του διεθνή Τσέχου της ΤΣΣΚΑ είδε τον κατάλληλο άνθρωπο. Η μεταγραφή άγγιξε το ποσό των τριών εκατομμυρίων λιρών και ο Γιάροσικ έγινε κάτοικος Λονδίνου. Οι 14 συμμετοχές του τού έδωσαν το δικαίωμα να βάλει στην συλλογή του το μετάλλιο του πρωταθλητή Αγγλίας αλλά -ουσιαστικά- δεν έπεισαν ποτέ τον προπονητή του που, πολύ γρήγορα, κατάλαβε το μεγάλο του λάθος. Η έλευση του Εσιέν το επόμενο καλοκαίρι, άφησε τον Τσέχο ουσιαστικά εκτός rotation και τον έστειλε στην Μπέρμινγχαμ, όπου και βρήκε πάλι την χαμένη του φόρμα. Θεωρείται -και είναι- στις χειρότερες μεταγραφικές επιλογές (που δεν είναι και λίγες) που έχει κάνει ποτέ ο Πορτογάλος προπονητής.

Μάικ Νιούελ (πρωταθλητής με την Μπλάκμπερν το 1995)

O Νιούελ ξεκίνησε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στην ακαδημία της Λίβερπουλ, σε μια περίοδο που οι «κόκκινοι» ήταν η καλύτερη ομάδα στην Ευρώπη. Ψηλός και δυνατός, ένας επιθετικός παλαιάς κοπής που εν τέλει δεν κατάφερε να βρει χώρο στην σπουδαία Λίβερπουλ εκείνων των ετών. Ακολούθησε μια καριέρα σε πάρα πολλές μικρομεσαίες ομάδες της Αγγλίας, πριν καταλήξει στην Μπλάκμπερν. Τη σεζόν ’94-’95 ο Νιούελ δεν μπόρεσε να πάρει πολλές ευκαιρίες στα «ρόδα» μιας και το δίδυμο της επίθεσης, ο Άλαν Σίρερ και ο Κρις Σάτον, δεν άλλαζε σχεδόν ποτέ. Ένα δίδυμο που παρέα με τον Τιμ Σέργουντ, οδήγησε την ομάδα του Νταλγκλίς σε ένα μυθικό πρωτάθλημα. Συνολικά μέτρησε 10 συμμετοχές (τις δύο ως βασικός) και κατάφερε να πάρει το μετάλλιο. Οι φίλοι της ομάδας θα τον θυμούνται πάντα για το χατ-τρικ που είχε σκοράρει απέναντι στη Ρόζενμποργκ για το Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν ’95-’96, ένα χατ-τρικ που είχε έρθει σε 9 μόλις λεπτά και κατείχε το ρεκόρ -για το γρηγορότερο χατ τρικ- μέχρι το 2012 όταν και το έσπασε ο Γκομίς της Λυών. Στα αξιοσημείωτα το γεγονός πως μόνο 14 παίκτες εκείνης της Μπλάκμπερν είχαν πάρει μετάλλιο πρωταθλητή, σε μια εντεκάδα που δεν άλλαζε -σχεδόν- ποτέ.

Λούκ Τσάντγουϊκ (πρωταθλητής με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2001)

Πραγματικά από τους χειρότερους παίκτες που θυμόμαστε να έχουν φορέσει τη φανέλα της Γιουνάιτεντ στα χρόνια του Φέργκιουσον. Μπροστά του ο Τζον Ο’ Σέι είναι ένα κράμα Αντρές Ινιέστα και Λούκα Μόντριτς. Υπερβολή; Καθόλου. Τη σεζόν 2000/2001 κατάφερε τελικά να βρει χώρο στο Ολντ Τράφορντ και να μετρήσει συνολικά 16 συμμετοχές, τις περισσότερες -εννοείται- ως αλλαγή. Σε δύο από αυτές  ο Τσάντγουϊκ κατάφερε να σκοράρει και δύο τέρματα, ένα κόντρα στην Μπράντφορντ και ένα κόντρα στη Λιντς, και κάπως έτσι έγραψε κι αυτός το όνομά του στο 14ο πρωτάθλημα της ομάδας. Μετά το Μάντσεστερ συνέχισε να ταλαιπωρεί το ποδόσφαιρο για πολλά χρόνια, πριν βάλει οριστικά τέλος στην «πλούσια» καριέρα του στην Soham Town Rangers, το καλοκαίρι του 2016.

Ζερεμί Αλαντιέρ (πρωταθλητής με την Άρσεναλ το 2004)

Ο Γάλλος επιθετικός ήταν σίγουρα μεγάλο ταλέντο -ο Βενγκέρ τον είχε φέρει στην Άρσεναλ το 1999 σε ηλικία 16 ετών- αλλά οι τραυματισμοί και το γεγονός πως είχε να συναγωνιστεί σπουδαίους επιθετικούς εκείνα τα χρόνια στους «κανονιέρηδες» (όπως ο Μπέργκαμπ και ο Ανρί), του στέρησαν (ίσως) μια πολύ καλύτερη καριέρα. Τη σεζόν 2003/2004 η Άρσεναλ κέρδισε το ιστορικό της αήττητο πρωτάθλημα και ο Αλαντιέρ θα έχει να καυχιέται πως υπήρξε κι αυτός μέλος εκείνης της ομάδας. Μιας ομάδας που είχε -κυριολεκτικά- αγγίξει το τέλειο. Ο νεαρός Γάλλος είχε μετρήσει συνολικά 10 συμμετοχές (χωρίς να σκοράρει κάποιο τέρμα) και κάπως έτσι έβαλε στην «συλλογή» του το ιστορικό μετάλλιο του μοναδικού αήττητου πρωταθλήματος στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Αυτό είναι και το μοναδικό μετάλλιο που κέρδισε ποτέ στην καριέρα του. Στις μέρες μας -στα 34 του- συνεχίζει στη Γαλλία με τα χρώματα της Λοριάν.

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Κρίστιαν «Γκομίτο» Γκόμες

  [4 Σχόλια]

Υπάρχουν πολλοί ποδοσφαιριστές που αγαπήθηκαν σε μικρές ομάδες, που απόλαυσαν το χειροκρότημα του κόσμου. Υπάρχουν αρκετοί που κατάφεραν με τις εμφανίσεις τους να παίξουν και σε μεγαλύτερες, πιο ιστορικές ομάδες. Υπάρχουν κάποιοι που κατάφεραν να βγάλουν χρήματα παίζοντας σε άλλες χώρες και χιλιάδες που κέρδισαν τίτλους. Φυσικά υπάρχουν και ορισμένοι που γύρισαν στα ποδοσφαιρικά γεράματα στην αγαπημένη τους ομάδα για να κλείσουν την καριέρα τους. Υπάρχουν όλοι αυτοί, υπάρχει και ο Κρίστιαν Γκόμες.

Ο Γκομίτο ξεκίνησε από πολύ μικρός στις ακαδημίες της Νουέβα Σικάγο, μόλις στα 6 του. Είχε ταλέντο, δούλεψε και έγινε ένα χαφ με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση. Εντοπίστηκε από τον προπονητή του και στα 18 του ήταν έτοιμος για το ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα. Ο κόουτς τον φώναξε, του είπε να είναι έτοιμος για το παιχνίδι της επόμενης ημέρας, αλλά η μοίρα του επιφύλαξε μια έκπληξη. Η Σικάγο έμεινε με 10, ο προπονητής αναγκάστηκε να περάσει αμυντικό και να αλλάξει τα πλάνα του κι ο Γκομίτο δεν έπαιξε. Λίγες μέρες μετά τραυματίστηκε και το ντεμπούτο του καθυστέρησε μερικούς μήνες, αλλά όταν ξεκίνησε δεν σταμάτησε. Ο Γκόμες έπαιξε 155 παιχνίδια και σκόραρε 47 φορές, ένας από τους βασικούς λόγους που η Σικάγο ανέβηκε το 2011 μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια στην Α’ εθνική. Ο Σέζαρ Λουίς Μενότι τον είδε και τον πήρε στην Ιντεπεντιέντε. Εκεί ο Γκόμες κέρδισε ένα πρωτάθλημα, αλλά χωρίς να είναι ηγέτης ή τόσο σημαντικός, παίζοντας και σε άλλη θέση.

Αξέχαστο φινάλε στα μπαράζ του 2012

Στη συνέχεια Αρχεντίνος Τζούνιορς, ξανά Νουέβα Σικάγο (για να τη βοηθήσει να σώσει την κατηγορία), ξανά Ιντεπεντιέντε, Άρσεναλ Σαραντί και μετά η μετανάστευση στις ΗΠΑ. Έπαιξε έξι χρόνια εκεί, βγάζοντας τα προς το ζην και κατακτώντας δύο πρωταθλήματα και πλέον στα 37 του γύρισε στην αγαπημένη του ομάδα που βρισκόταν στην Γ’ εθνική. Ήθελε να την ανεβάσει και να κρεμάσει τα παπούτσια του εκεί. Η Σικάγο κέρδισε την είσοδό της στα μπαράζ όπου θα έπρεπε να παίξει με μια ομάδα Β’ εθνικής για ένα εισιτήριο. Η μοίρα το έφερε και αντίπαλος ήταν η «εχθρός» της Σικάγο, Τσακαρίτα. Στο πρώτο ματς η Σικάγο κέρδισε με 1-0 με ασίστ φυσικά του Γκομίτο. Στην εκτός έδρας ρεβάνς η Σικάγο κέρδιζε με 0-1, ισοφαρίστηκε και ενώ όλα έδειχναν ότι θα κέρδιζε την άνοδο, ένα χέρι στην περιοχή της έδωσε πέναλτι στο 93′ στους αντιπάλους. Σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά φινάλε σε ματς στην Αργεντινή των τελευταίων ετών, οι οπαδοί της Τσακαρίτα πανηγύριζαν για την παραμονή, ο προπονητής ευχαριστούσε το Θεό. Μέχρι που ο τερματοφύλακας Μονγιόρ έκανε μια καταπληκτική απόκρουση, ο προπονητής της Τσακαρίτα που είχε φύγει ήδη να πανηγυρίσει κατάλαβε τι έγινε και ο Γκομίτο με την παρέα του πανηγύρισαν μια απίστευτη άνοδο.

Ο Γκομίτο πείστηκε και τελικά συνέχισε, αλλά η Νουέβα Σικάγο τερμάτισε τελευταία στη Β’ εθνική και έπεσε ξανά. Στα 39 του αποφάσισε να συνεχίσει και ανέβασε και πάλι την ομάδα στη Β’ εθνική, αυτή τη φορά χωρίς άγχος, βγαίνοντας πρώτη, με τον Γκόμες να σκοράρει συνολικά 10 φορές. Ο προπονητής του Πάμπλο Γκουέδε είχε δηλώσει τότε: «Είναι μαγικό αυτό που συμβαίνει. Είναι τέρας. Κάποιος μπορεί να έχει αμφιβολίες όταν έρθει, αλλά από τη δεύτερη προπόνηση αυτές χάνονται. Δουλεύει στο ίδιο και καλύτερο επίπεδο από 18αρηδες συμπαίκτες του».

Στα 41 του, μετά από επτά μήνες απραξίας επιστρέφει από χιαστούς

Τα καλύτερα όμως δεν είχαν έρθει. Το 2014 σε ηλικία 40 ετών αγωνίζεται 20 φορές και οδηγεί τη Νουέβα Σικάγο σε μια ακόμα άνοδο αυτή τη φορά στην Α’ εθνική (το είχε ξανακάνει το 2001) και είναι έτοιμος να ζήσει το όνειρο, να γίνει ένας από τους γηραιότερους παίκτες στην 1η κατηγορία της χώρας. Μια βδομάδα μόλις πριν την έναρξη του πρωταθλήματος γίνεται το κακό. Στο τελευταίο φιλικό παθαίνει ρήξη χιαστών στο δεξί του πόδι και μπαίνει στο χειρουργείο. Οι περισσότεροι θα τα παρατούσαν. Ο Γκομίτο δουλεύει δυο φορές πιο σκληρά, θέλει να προλάβει να επιστρέψει έστω και για λίγο, να πατήσει χορτάρι Α’ εθνικής. Τα καταφέρνει 5 αγωνιστικές πριν το τέλος, στη νίκη επί της Αλντοσίβι. Μπαίνει αλλαγή εν μέσω αποθέωσης, επτά μήνες μετά τον τραυματισμό του. Θέλεις η αύρα του; Θέλεις το ταλέντο του; Η «Τορίτο» κάνει μαγικό φινάλε με πέντε σερί νίκες και χάνει την παραμονή για μόλις έναν βαθμό. Όλοι σκέφτονται τι θα είχε γίνει αν ο Γκομίτο επέστρεφε λίγο πιο νωρίς.

Τον Απρίλιο η Νουέβα Σικάγο έχανε 2-0 και έπαιζε με 10. Ο Γκομίτο σκόραρε δυο πανέμορφα γκολ και έδωσε μια ασίστ για το 2-3.

Ο Γκομίτο δεν έχει σταματήσει το ποδόσφαιρο. Έπαιξε ακόμα δύο σεζόν στη Β’ εθνική, ετοιμάζεται να παίξει ακόμα μία, οδεύοντας προς τα 43 του, και συνεχίζει να προσφέρει αυτά που μπορεί. Στο τελευταίο εντός έδρας ματς της σεζόν, σε αυτό που είδαμε το το ζευγάρι των δύο τυφλών παιδιών Μαρτίν και Σίντια, έβγαλε μια ασίστ πάρε-βάλε για το γκολ (στο παρακάτω βίντεο). Έχει σπάσει πλέον όλα τα ρεκόρ συμμετοχών του συλλόγου και οι οπαδοί μαζεύουν χρήματα για να του φτιάξουν ένα άγαλμα στο γήπεδο. Ο στόχος είναι να είναι έτοιμο στα 43α του γενέθλια το Νοέμβριο. Μπορεί να μην έκανε την καριέρα ή να μην είχε το όνομα του Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, αλλά είναι κι αυτός ένας άνθρωπος που αφιέρωσε μια ολόκληρη ζωή στο αγαπημένο του άθλημα (σκεφτείτε ότι παίζει από τα έξι του χρόνια) και ένα μεγάλο μέρος αυτής στην αγαπημένη του ομάδα.

Συνεχίζω να παίζω ποδόσφαιρο γιατί το αγαπώ. Την ημέρα που θα σταματήσω να έχω αγωνία για ένα ματς το προηγούμενο βράδυ ή που δεν θα είναι ιδρωμένα τα χέρια μου πριν βγω στο γήπεδο, θα σταματήσω.
– Κρίστιαν «Γκομίτο» Γκόμες

Η Σκιά του Θεού

  [8 Σχόλια]

Το κείμενο αυτό το γράφω μετά από διάφορες συζητήσεις και μετά από παράκληση του Γαργαντούα. Επειδή δεν ήταν απλώς η κουβέντα της εβδομάδας, αλλά λόγω ντόρου και χρημάτων, το ντίαλ του αιώνα, σίγουρα έχετε διαβάσει ένα τρισεκατομμύριο πράγματα για τη μεταγραφή του Νεϋμάρ από την Μπαρσελόνα στην Παρί Σεν Ζερμαίν. Επειδή το Σομπρέρο δεν είναι ειδησεογραφική σελίδα, εγώ – ως απεσταλμένος του σάιτ στη Βαρκελώνη – θα σας κάνω ένα ρεζουμέ του τι λεγόταν και γραφόταν όλες αυτές τις μέρες εδώ. Μαζί με την άποψή μου στο τέλος.

Ας ξεκινήσουμε από τη γαρνιτούρα. Πρώτος έμμεσος παράγοντας ήταν η διοίκηση της Μπάρσα. Έχω γράψει αρκετές φορές για το πόσο εξαρτημένη είναι η διοίκηση της Μπαρσελόνα από τους χορηγούς, από την εποχή Ρουσέλ και μετά. Αυτή τη φορά η χορηγοδουλεία (ας με συγχωρήσουν οι γκράμαρ νάζις) ξεπέρασε κάθε ρεκόρ. Επειδή το τουρ στις ΗΠΑ και τα φιλικά με τα άλλα τοπ μπραντς, ενός κλάσικο περιλαμβανομένου, είχαν την υπόσχεση του MSN, ο Νεϋμάρ όχι μόνο πήγε, αλλά έπαιξε και βασικός σε όλα, ακόμα και στο ματς με τη Ρεάλ Μαδρίτης, ενώ πρακτικά είχε χαιρετήσει. Μετά από εκεί πήγε στην Κίνα για διαφημιστικό της εθνικής Βραζιλίας, αλλά και της Μπαρσελόνα. Μετά ήρθε, χαιρέτησε και πήγε Παρίσι. Επίσης, μη την ικανότητα στις διαπραγματεύσεις που έχει επιδείξει το δίδυμο Μπαρτομέου-Ρομπέρτ, ευτυχώς που είπαν «τη ρήτρα ή τίποτα» διότι αλλιώς ο Νευμάρ θα είχε πάει στο Παρίσι για δύο μπριός, τρεις κις Λοραίν, κρουασάν για όλη την ομάδα, εισιτήρια στη Ντίσνεϋλαντ και 5-6 χιλιάρικα.

Ένας άλλος εξωτερικός παράγοντας ήταν ο μπαμπάς Νεϋμάρ και ό,τι φέρνει αυτός μαζί του, δηλαδή οι προσωπικοί χορηγοί του παίχτη. Αυτός βρισκόταν συνεχώς με τη διοίκηση της Μπαρσελόνα όλες αυτές τις μέρες της σαπουνόπερας. Δε συναντήθηκε ποτέ με κάποιον της Παρί. Στην παρουσίασή του στο Παρίσι ο Νεϋμάρ ζήτησε από τον πατέρα του να τον στηρίξει στην απόφασή του όπως έκανε πάντα στη ζωή του και ας είχε διαφορετική άποψη. Είναι λοιπόν εμφανές ότι παρά το μεγάλο του νέο συμβόλαιο ο Νεϋμάρ είχε την οικονομική του δραστηριότητα βασισμένη στο μπρέντ νέιμ «Μπαρσελόνα». Οι χορηγοί ξέρουν ότι η Ισπανία και η Μπάρσα είναι μία σκηνή που ισάξιά της είναι μόνο η Αγγλία. Η Μπαρσελόνα μαζί με ένα κλειστό άλλο κλαμπ 6-7 συλλόγων είναι τελικοί προορισμοί, αγωνιστικά και οικονομικά. Η οπαδική τους βάση, η εικόνα τους, η απήχησή τους, οι αντιπαλότητές τους, όλα είναι αλλιώς σε Αγγλία και Ισπανία. Μπορεί τα λεφτά που έδωσε η Παρί να προκαλούν ίλιγγο, όμως αυτό είναι το κομμάτι του συμβολαίου και μόνο. Και στις σύγχρονες εποχές που το ποδόσφαιρο κινείται με όρους βιομηχανίας θεάματος, σε αυτό το επίπεδο, το συμβόλαιο είναι το 20-25% ων συνολικών εσόδων ενός παίχτη. Τα πολλά λεφτά είναι αλλού.

Τελευταίος εξωτερικός παράγοντας είναι η Ισπανία και η Βαρκελώνη. Ο Νεϋμάρ όταν ήρθε στη Βαρκελώνη έφτασε φορτωμένος με ένα κάρο σκάνδαλα από τη Βραζιλία, σε διοικητικό και ποινικό επίπεδο για φοροδιαφυγή. Οι διοικούντες της Μπάρσα έμπλεξαν με τις εταιρίες μάνατζερ, πράγμα που κόστισε στο σύλλογο έναν πρόεδρο (Ρουσέλ) και έναν αντιπρόεδρο και προκάλεσε έκτακτες εκλογές. Οι υποθέσεις στη Βραζιλία έκλεισαν πριν περίπου δυο βδομάδες, με κάποιες απαλλαγές και κάποια πρόστιμα. Στη Βαρκελώνη όμως τρέχουν κανονικά. Η υπόθεση της μεταγραφής του ξανάνοιξε κατά του συλλόγου, πλέον με κατηγορούμενο και τον Μπαρτομέου. Η καταβολή της ρήτρας τους έγινε από το Κατάρ. Όχι από την Παρί. Αυτό για να τη σκαπουλάρουν οι Γάλλοι από το Οικονομικό Φερ Πλέι. Δηλαδή να το σκοτώσουν. Ο Νεϋμάρ φεύγει όπως ήρθε, τέσσερα χρόνια μετά. Με πολύ κουβέντα για τα λεφτά. Κυρίως για το σκιώδες κομμάτι των διαδρομών τους.

Και στο αγωνιστικό τώρα, γιατί να φύγει; Είναι σε τοπ κλαμπ, πρωταγωνιστής, μέλος της καλύτερης επιθετικής τριάδας της εποχής, ίσως και της ιστορίας του ποδοσφαίρου. Με τους άλλους δυο της τριάδας είναι φίλοι, κάνοντας παρέα συνεχώς εκτός γηπέδου. Οι υπόλοιποι συμπαίχτες του τον θέλουν στα αποδυτήρια για την ενέργεια που δίνει. Κάθε χρόνο διεκδικεί όλους τους τίτλους με αξιώσεις. Παίζει στην Ισπανία, που όπως αναφέραμε και παραπάνω, είναι τοπ προορισμός. Είναι διεκδικητής της Χρυσής Μπάλας. Τα χρήματα δεν ήταν θέμα στη Βαρκελώνη άλλωστε. Πέρυσι ανανέωσε και ήταν όλοι χαρούμενοι. Και να φύγει να πάει στη Γαλλία; Σε ένα πρωτάθλημα σαφώς κατώτερο; Με άλλους Βραζιλιάνους ναι, εντάξει, αλλά φτάνει; Από την ηλιόλουστη Βαρκελώνη όπου έχει τη θάλασσα δίπλα του, στο βροχερό Παρίσι; Εκτός αν ανακάλυψε ξαφνικά κάπου μεταξύ μοντέλων και μπιτς πάρτυ τον Προυστ, τον ιμπρεσιονισμό και την όπερα. Που δεν τον κόβω για τέτοιο.

Γι’αυτό το κομμάτι της μεταγραφής έγινε μεγάλη κουβέντα, με αφορμή και το κείμενο του Σιντ Λοβ στην Γκάρντιαν. Εδώ αξίζει να πούμε ότι η ίδια κουβέντα γινόταν από πριν στην Ισπανία, με τους αθλητικογράφους των μεγάλων πολιτικών εφημερίδων (Σημείωση: Αναφέρομαι στις Ελ Παΐς, Εκ Κονφιδενθιάλ, Ελ Μούνδο και Λα Βανγουάρδια. Οι αθλητικές εφημερίδες είναι εξαιρετικά προεδροκεντρικές για να είναι αξιόπιστες) να λένε το ίδιο πράγμα: η νύχτα του 6-1 ήταν η ρωγμή. Η ανατροπή ήταν δική του. Αυτός το πίστεψε, αυτός το γύρισε, η φωτογραφία όμως που έκανε το γύρο του κόσμου την επόμενη στιγμή ήταν αυτή του Μέσσι στην εξέδρα να χτυπάει το σήμα του συλλόγου. Εκεί κατάλαβε ότι εδώ νούμερο 1 δε θα είναι ποτέ. Όχι όσο υπάρχει ο… κοντός. Και ο Νεϋμάρ είναι φιλόδοξος, πολύ φιλόδοξος. Είναι το 10 της Βραζιλίας. Αυτό από μόνο του είναι μπόνους.

Τώρα που η μεταγραφή ολοκληρώθηκε υπάρχει μια ακόμα σημείωση. «Ο Νεϋμάρ έδειχνε πως είναι ηγέτης κάθε φορά που έλειπε ο Μέσσι». Πιθανόν δεν είναι τυχαίο ότι οι φήμες για τη μεταγραφή και η όλη ιστορία ξεκίνησαν λίγο μετά την ανανέωση του Μέσσι. Για πολλά χρόνια ο Αργεντινός έλεγε ότι θα έπαιζε μέχρι το τελευταίο του Μουντιάλ στην Μπαρσελόνα και μετά θα γύριζε να κλείσει την καριέρα του στη Νιούελς. Ο Νεϋμάρ περίμενε προφανώς να δει αν αυτό θα ήταν το Μουντιάλ του 2018. Ένα χρόνο μπορούσε να περιμένει να γίνει ο διάδοχος στη Βαρκελώνη, πέντε χρόνια όχι. Τότε, εξ αποδείξεως έψαξε τη δική του ομάδα. Πήγε τελικά στην Παρί διότι η Παρί ήταν η μόνη που μπορούσε να πληρώσει τη ρήτρα του. Καμία Μάντσεστερ (από τις δυο) και καμία Τσέλσι. Η μόνη ήταν η Παρί. Δεν είναι Φίγκο όπως λένε κάποιοι εδώ. Δεν ψάχνει τίτλους που δε θα βρίσκει, δεν ψάχνει παραπάνω λεφτά. Καπετάνιος θέλει να γίνει. Όταν είχε έρθει, ο Γιόχαν Κρόιφ είχε πει: «Δεν χωράνε δύο καπετάνιοι στο ίδιο καράβι. Αγοράζοντας τον Νεϋμάρ, πρέπει να πωληθεί ο Μέσσι». Για άλλη μια φορά ο πατριάρχης είχε δει στο μέλλον.

Ο Νεϋμάρ ακολουθεί την αντίθετη πορεία από αυτή που έφερε στην κορυφή τον Ροναλντίνιο. Πλέον η κάθε επιτυχία ή αποτυχία θα είναι δική του. Μετά μπορεί να ξαναγυρίσει στη Βαρκελώνη, να αντικαταστήσει τον Κριστιάνο στη Μαδρίτη ή να πάει στην Αγγλία, αυτό δεν ενδιαφέρει κανέναν τώρα. Το μόνο για το οποίο κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει είναι ότι δεν είναι επαγγελματίας. Μέχρι τη μεταγραφή του ήταν άψογος στις υποχρεώσεις του με την Μπαρσελόνα, με μόνη εξαίρεση το πλάκωμα με τον Σεμέδο σε μία προπόνηση, που με την πίεση που είχε, προσωπικά μου φαίνεται λογικό. «Να της δώσω τους τίτλους που αξίζει» δήλωσε κατά την παρουσίαση του στο Παρίσι. Ξέρει που πήγε. Ξέρει πως θα είναι η ομάδα του Νεϋμάρ. Δε θα είναι κάποιο αρχικό σε αρκτικόλεξο. Δε θα είναι στη σκιά του «Θεού».