Η ήπειρος των τρελών

  [Καθόλου σχόλια]

Το ποδόσφαιρο λατρεύεται με πάθος σχεδόν σε όλο τον πλανήτη αλλά σε λίγα μέρη το πάθος αυτό φτάνει στα επίπεδα που συναντάει κανείς στη Λατινική Αμερική. Όπως είναι φυσικό, η υπέρμετρη αυτή λατρεία του έχει ως αποτέλεσμα συχνά-πυκνά οι άνθρωποι να ξεφεύγουν από τα όρια της κοινής λογικής, είτε θετικά, είτε αρνητικά.

Δίπλα ακριβώς στο Μπουένος Άιρες, και πιο συγκεκριμένα στην πόλη Αβεγιανέδα, εδρεύει η Ράσινγκ Κλουμπ, που αν και ανήκει στο άτυπο κλαμπ των «5 μεγάλων της Αργεντινής», δεν είναι τόσο γνωστή στον υπόλοιπο κόσμο σε σχέση με τα μεγαθήρια της χώρας, Μπόκα και Ρίβερ. Όποιος όμως ασχολείται έστω και λίγο με το λατινοαμερικάνικο ποδόσφαιρο ή έστω “βολτάρει” συχνά στα social media (ή στο σομπρέρο) την ακούει συχνά και όχι μόνο για τα αγωνιστικά της κατορθώματα.

Λίγους μόλις μήνες πριν, άλλωστε, γράφαμε για τη φωτογραφία με έναν συγκινημένο παππού που αγκαλιάζει το εγγονάκι του λίγο μετά την κατάκτηση του πρώτου πρωταθλήματος από το 2001 ενώ στην αρχή της χρονιάς κυκλοφορούσε παντού το βίντεο με έναν τρομερό πιτσιρικά που παρ” ότι έχει χάσει το ένα του πόδι, όχι μόνο βρίσκεται δίπλα στην ομάδα σε κάθε παιχνίδι αλλά εντυπωσιάζει και τους πάντες με τα κατορθώματα του με τη μπάλα. (Λίγο καιρό μετά ο πιτσιρικάς έγινε ξανά θέμα εξαιτίας μιας εκπληκτικής φωτογραφίας που τραβήχτηκε στο γήπεδο της Ράσινγκ και η οποία τον δείχνει να έχει μοιραστεί με ένα φίλο του τις πατερίτσες ώστε να μπορούν να βλέπουν και οι δυο το παιχνίδι!)

To Σαββατοκύριακο που μας πέρασε διεξήχθη η πρεμιέρα του πρωταθλήματος Αργεντινής. Η Ράσινγκ υποδεχόταν την Κλουμπ Ατλέτικο Ταγιέρες. Όπως όλοι οι οπαδοί που μένουν μακριά από το γήπεδο τους το διάστημα του καλοκαιριού, οι φίλοι των γηπεδούχων περίμεναν αυτή τη στιγμή καιρό. Σε κάποια στιγμή του αγώνα και στη διάρκεια κάποιου τραγουδιού της κερκίδας ένα προσθετικό πόδι ξεπρόβαλε ξαφνικά από κάπου χαμηλά. Ο κάτοχος του το κουνούσε στον αέρα, ακολουθώντας το ρυθμό του συνθήματος. Το βίντεο έγινε φυσικά θέμα στην Αργεντινή και κυκλοφόρησε παντού.

Δεν ήταν πάντως η πρώτη φορά που… το συγκεκριμένο πόδι έγινε μέρος της στήριξης από την κερκίδα. Λίγους μήνες πριν και στη διάρκεια του περσινού πρωταθλήματος είχε εμφανιστεί, στο ίδιο πάλι σημείο, μετά από ένα γκολ της Ράσινγκ απέναντι στους Αρχεντίνος Τζούνιορς, το οποίο μάλιστα είχε πετύχει ο, γνωστός μας, Φακούντο Περέιρα.

Θέλει πραγματικά πολύ μεγάλη προσπάθεια να σου αρέσει το ποδόσφαιρο και να μην αγαπάς αυτή την «ήπειρο των τρελών», το μέρος που ένας τυφλός ξεκινάει ολομόναχος για να πάει στην άλλη άκρη του πλανήτη να δει ένα παιχνίδι (!), που ένας εξοργισμένος οπαδός πετάει στο γήπεδο το παπούτσι του και ένας άλλος τη μασέλα του, που προπονητής βγαίνει στο γήπεδο με ομπρέλα για να τσιτώσει κι άλλο τους αντιπάλους οπαδούς, που κάποιος βλέπει το προσθετικό του πόδι σαν ένα ακόμα τρόπο για να δείξει την αγάπη και τη στήριξη του στην ομάδα του που αγωνίζεται λίγα μέτρα μακριά.

racing

O Βαλντεράμα και η πιο περίεργη έναρξη αγώνα όλων των εποχών

  [Καθόλου σχόλια]

2063206.main_image

Στο Γιούρο της Γαλλίας είδαμε μια μεγάλη αλλαγή στη σέντρα των ποδοσφαιρικών αναμετρήσεων. Πλέον δεν επιβάλλεται η μπάλα να περάσει τη γραμμή του κέντρου με πάσα. Οι ομάδες μπορούν να κάνουν σέντρα και με έναν παίκτη και η μπάλα μπορεί να πάει όπου θελήσει αυτός που την έχει στα πόδια του. Μπροστά, πίσω, στο πλάι ή ο παίκτης μπορεί να την πάρει -μετά το σφύριγμα της έναρξης- να περάσει όλη την αντίπαλη ομάδα (λέμε τώρα) και να σκοράρει. Έχουμε δει μερικά σπάνιας ομορφιάς τέρματα με τη σέντρα ενός αγώνα με καλύτερο -για μένα- εκείνο το γκολ της Λειψίας κόντρα στη Στουτγκάρδη II. Είναι και επίκαιρη η Λειψία μιας και αγωνίζεται για πρώτη φορά στη μικρή ιστορία της στη Μπουντεσλίγκα. Ας το δούμε:

Ποιος μπορεί επίσης να ξεχάσει την εξαιρετική επίθεση της Ολλανδίας του Κρόιφ (αμέσως μετά την σέντρα) κόντρα στους Γερμανούς του Μπεκενμπάουερ στον τελικό του Μουντιάλ το 1974; Σωστά κανείς. Έχουμε δει πολλές ομορφιές με τη σέντρα σε πολλές αναμετρήσεις. Αγωνιστικές και μη ομορφιές. Έχουμε δει και πολλές συγκινητικές στιγμές σε σέντρα πολλών αναμετρήσεων, σήμερα όμως γράφω αυτό εδώ το κειμενάκι για την πιο περίεργη από όλες αυτές. Ο πρόλογος είναι από αυτούς που συνηθίζω -τις περισσότερες φορές- και δεν έχει μεγάλη σχέση με το θέμα. Γι” αυτό με αγαπάτε όμως. Στο θέμα μας λοιπόν. Στις 2 Ιουνίου του μακρινού 1990, λίγο πριν την έναρξη του Μουντιάλ της Ιταλίας, διεξήχθη στη Βουδαπέστη μια σπουδαία φιλική αναμέτρηση. Από τη μία η Ουγγαρία και από την άλλη η εθνική Κολομβίας του Κάρλος Βαλντεράμα, του Ρενέ Χιγκίτα και του αδικοχαμένου Αντρές Εσκομπάρ.

Στο γήπεδο δεν υπήρχαν πάνω από 4.οοο θεατές κάτι που στέρησε την ευκαιρία να δει περισσότερος κόσμος την πιο τρελή σέντρα που έχει γίνει ποτέ σε ποδοσφαιρική αναμέτρηση. Δευτερόλεπτα πριν την έναρξη και ενώ οι δύο αρχηγοί περίμεναν από τον διαιτητή να σφυρίξει την έναρξη, μια νεαρή (και όμορφη) κοπέλα, φορώντας μόνο το εσώρουχό της και δίχως σουτιέν μπήκε στο γήπεδο όλο χάρη και νάζι και έκανε αυτή τη σέντρα του αγώνα. Οι αρχηγοί των ομάδων πάγωσαν, όπως και οι περισσότεροι που έγιναν μάρτυρες αυτής της εικόνας με τον Βαλντεράμα, φανερά επηρεασμένο (ποιος δε θα ήταν άλλωστε;) να χειροκροτά αμήχανος την κοπελιά.

Γιατί συνέβη αυτό δεν το μάθαμε ποτέ. Σίγουρα πάντως είχε την πλάκα του και ακόμα πιο σίγουρα έχει βρει μια θέση στο πάνθεον των πιο τρελών και αστείων στιγμών στο ωραίο άθλημα του ποδοσφαίρου. Για την ιστορία (και επειδή ξέρω πως προτιμάτε ένα γκολ από μια όμορφη κορασίδα-όχι ε;) το τελικό σφύριγμα είχε βρει νικήτρια την Ουγγαρία με 3-1. To κειμενάκι που μόλις διαβάσατε (και εννοείται δεν σας έκανε σοφότερους) δεν θα είχε γραφτεί αν δεν μου είχε στείλει κάποιος καλός φίλος το βιντεάκι που είδατε (και αγνοούσα). Τα credits στο φίλο λοιπόν.

Όταν δεν χορταίνεις από μπάλα

  [2 Σχόλια]

Είναι το 71ο λεπτό της 1ης αγωνιστικής στο πρωτάθλημα Αργεντινής. Ο Αντρές ντ” Αλεσάντρο βρίσκεται ολομόναχος στο ύψος της περιοχής, σηκώνει τα χέρια και τα κουνάει (σαν να παίζει στην αλάνα) περιμένοντας μια πάσα που δεν θα έρθει ποτέ. Τελικά, μαζεύει το ριμπάουντ από το δοκάρι και σκοράρει για το 3-1 απέναντι στην Μπάνφιλντ. Η Ρίβερ Πλέιτ βάζει και τέταρτο και συνεχίζει τις εντυπωσιακές της εμφανίσεις, αφού πριν μερικές μέρες πρόσθεσε ακόμα ένα διεθνές κύπελλο στη συλλογή της κερδίζοντας το Ρεκόπα Σουνταμερικάνα, το λατινοαμερικάνικο Σούπερ Καπ. Ο 35χρονος ντ” Αλεσάντρο, γνωστός με το παρατσούκλι «ο κεφάλας», ξεκίνησε βασικός και στα τρία αυτά ματς, βγαίνοντας αλλαγή στους αγώνες του Ρεκόπα.  Με το ματς να έχει κριθεί, ο Μαρσέλο Γκαγιάρδο αποφάσισε να τον αποσύρει. Να πάρει την αποθέωση από τον κόσμο μια που έκανε μάλλον το καλύτερό του παιχνίδι από τότε που γύρισε πίσω στη Ρίβερ, να μην ξοδέψει περιττή ενέργεια. Δεν είναι πια παιδάκι, είναι η πρώτη αγωνιστική και η σεζόν έχει δρόμο μπροστά της.

Οι περισσότεροι παίκτες τέτοιας ηλικίας, με μια καριέρα που κοντεύει τα περίπου 600 επίσημα παιχνίδια σε συλλόγους θα έβγαιναν χαρούμενοι, θα φιλούσαν το χέρι του προπονητή που τους γλιτώνει την ταλαιπωρία, θα περίμεναν πώς και πώς να πάνε στα αποδυτήρια, να αλλάξουν, να γυρίσουν σπίτι να ξεκουράσουν το ταλαιπωρημένο κορμί τους, να πετάξουν τα κλειδιά στο τραπεζάκι και να φωνάξουν: «Βάλε ένα πιάτο φαΐ να φάμε ρε γυναίκα». Ο «κεφάλας» δεν ανήκει σε αυτούς. Τον έχουμε δει να θολώνει πολύ εύκολα στο παρελθόν και να μετατρέπεται σε Τζο Πέσι που παρά το ύψος του δεν χάνει καβγά. Βγαίνει μες τη ζοχάδα, κατευθύνεται στον πάγκο με εμφανή τα νεύρα του και γυρίζει στον Γκαγιάρδο και του λέει «πάντα βγάζεις εμένα». Σαν το παιδί που δεν θέλει να χάσει στιγμή πάνω στο γρασίδι, με το παράπονο ότι βγήκε πάλι αυτός αλλαγή.

Και όπως και πέρσι στην Ιντερνασιονάλ όταν αφού έριξε γροθιά σε οπαδό της ομάδας του που τον έβρισε, βρέθηκε λίγες μέρες αργότερες στις εξέδρες να πανηγυρίζει κραδαίνοντας ένα… φέρετρο της μισητής Γκρέμιο, έτσι και τώρα το ξεπέρασε γρήγορα. «Δεν μου αρέσει να βγαίνω ποτέ, ήθελα να συνεχίσω. Καταλαβαίνω ότι αυτές είναι οι εντολές του προπονητή. Δεν μου αρέσει καθόλου, όχι μόνο σε αυτό το ματς, σε κανένα ματς. Το κατάλαβα. Όταν έκανα ντους το κατάλαβα. Δεν έχω κανένα πρόβλημα, απλά θέλω να παίζω πάντα. Τον πέτυχα τον Μαρσέλο μετά, μου είπε ότι ήθελε να με ξεκουράσει.» Στο μέλλον ο ντ” Αλεσάντρο σίγουρα θα ξαναθυμώσει με κάτι, είναι δύσκολο να αποδεχτείς ότι μεγάλωσες. Ο εκρηκτικός του χαρακτήρας είναι πάντα ένα θέμα, αλλά το γεγονός ότι λίγο πριν το τέλος της καριέρας του δείχνει ακόμα αυτή την τρέλα για την μπάλα, τον έρωτα που δεν τον αφήνει να μένει μακριά της, τον κάνει στα δικά μου μάτια έναν από τους (όχι πολλούς πλέον) ποδοσφαιριστές που βλέπουν την μπάλα σαν κάτι παραπάνω από μια δουλειά.

Η Περίπτωση του Σεσκ Φάμπρεγας

  [5 Σχόλια]

Εδώ και αρκετό καιρό κοιτάζω την περίπτωση του Σεσκ Φάμπρεγας και ψάχνω να δω τι φταίει που αυτός ο παίχτης ενώ έχει πολύ καλά νούμερα, κυρίως όσον αφορά τις ασίστ, δε στεριώνει πουθενά μετά την Άρσεναλ και κάνει μισές σεζόν. Αφορμή για το κείμενο είναι η εδώ και καιρό φημολογούμενη αποχώρησή του από την Τσέλσυ (με τη Ρεάλ Μαδρίτης και τη Γιουβέντους να ενδιαφέρονται), αλλά και οι εμφανίσεις του στο Γιούρο με την εθνική Ισπανίας.

cescfabregasarsenal

Ομολογώ ότι ο Σεσκ της Άρσεναλ ήταν ένας παίχτης που μου άρεσε πολύ. Σύγχρονο χαφ με εξαιρετική πάσα, έλεγχο του ρυθμού του παιχνιδιού και με ικανότητα να έρχεται από τη δεύτερη γραμμή και να τελειώνει φάσεις. Επίσης έδειξε αρχηγικές ικανότητες παίρνοντας το περιβραχιόνιο του αρχηγού πολύ μικρός. Ήταν η περίοδος που και ο Πικέ ήταν στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και στη Βαρκελώνη απορούσαμε ποιος κερατάς ήταν αυτός στις ακαδημίες που τους άφησε να φύγουν. Και αν ο Ζεράρ γύρισε στην πόλη του και στην ομάδα του με το αστείο, για την αξία του, ποσό των 5Μ, ο Σεσκ έγινε διακαής πόθος.

Η Μπαρσελόνα τον πολιορκούσε με τη λογική που κάποιος ευγενής πολιορκούσε μια δεσποινίδα τον 18ο αιώνα (3 χρόνια). Ήθελε να τον επαναπατρίσει και οι παλιοί του συμπαίχτες στη Μασία έκαναν διάφορα σταντ όπως ο Πουγιόλ, που του φόρεσε φανέλα της Μπάρσα στα πανηγύρια για το Μουντιάλ πάνω στην εξέδρα. Το κατάφερε τελικά το 2011 πληρώνοντας 40Μ στην Άρσεναλ (το θέμα «Η Μπάρσα έχει χτίσει το Έμιρεϊτς» θα το θίξουμε σε άλλο κείμενο). Ξεκινάει ιδανικά με νικητήριο γκολ στο Σούπερ Καπ με την Πόρτο. Σεσκ Μπομπ τον λένε οι τοπικές εφημερίδες. Παράλληλα χτίζει μια εξαιρετική σχέση με τον Μέσσι (πάντα βοηθάει) και ακόμα και οι γυναίκες τους τα πάνε πολύ καλά. Οι οικογένειες Μέσσι και Φάμπρεγας δένονται, αλλά αγωνιστικά αρχίζουν τα προβλήματα.

FIFA+2010+World+Cup+Champions+Spain+Victory+K_2q2-hi_4Tx

Η Μπαρσελόνα τότε είχε μια από τις πιο μπετόν και επιτυχημένες τριάδες στο κέντρο στην ιστορία του αθλήματος. Το Μπουσκέτς-Τσάβι-Ινιέστα έσπαγε μόνο για λόγους τραυματισμού. Ο Σεσκ πήγε στην επίθεση, πίσω λίγο από τον Μέσσι. Έβαζε γκολ, αλλά χανόταν η συνοχή της ομάδας. Σε μια χρονιά όπου ο Πεπ η αλήθεια είναι το παράκανε με τους πειραματισμούς, ήρθε κάποια στιγμή στο κέντρο. Στη φυσική του θέση περιμέναμε ν’ αποδώσει καλύτερα. Η παρουσία του όμως έγινε τρομακτικό πρόβλημα. Όταν έπαιζε στη θέση του Τσάβι άφηνε έναν τεράστιο κενό αεροδιάδρομο καθώς η φυσική του τάση ήταν να βγει να πρεσάρει τη μπάλα ψηλά. Δεν κοντρόλαρε το ρυθμό όπως ο Τσάβι και έψαχνε την κάθετη πάσα. Όταν έπαιζε στη θέση του Ινιέστα άφηνε συχνά τους άλλους δυο εκτεθειμένους, πάλι διότι έβγαινε στην μπάλα συνέχεια. Όταν αγωνίστηκε, όπως στην εθνική, ψευτοεννιάρι στη θέση του Μέσσι, ε, δεν είναι Μέσσι. Παραγκωνίστηκε σταδιακά.

Την επόμενη χρονιά με το Βιλανόβα πάλι ξεκίνησε καλά, αλλά χάθηκε στην πορεία, ενώ με τον Τάτα που ήρθε και έκανε την ομάδα να παίζει πιο κάθετα δημιουργώντας τις πρώτες ρωγμές στο τίκι-τάκα, ενώ έβγαζε στην αρχή πάλι τις ασίστ με το τσουβάλι, στο δεύτερο μισό εξαφανίστηκε. Ο Σεσκ της Ισπανίας έγινε ένας παίχτης μισής σεζόν σε τοπ επίπεδο που μετά εξαφανιζόταν. Φεύγει το καλοκαίρι του 2014 για την Τσέλσυ λέγοντας ότι δεν τον εκτίμησαν αρκετά στη Βαρκελώνη. (Να σημειωθεί εδώ πως πρώτα ρώτησε τον Βενγκέρ για να επιστρέψει στην Άρσεναλ αλλά ο Αλσατός του απάντησε ότι έχει πάρα πολλούς παίχτες πια στη θέση του).

Cesc Chelsea

Στην Τσέλσυ στον πρώτο γύρο παίζουν βόλεϋ με τον Ντιέγο Κόστα, με τον Σεσκ σε ρόλο πασαδόρου. Η σύνδεση μεταξύ τους κάνει την Τσέλσυ από νωρίς φαβορί για τον τίτλο. Παίζει στη φυσική του θέση, κεντρικό χαφ. Πάλι κάνει τοπ κλας χρονιά, μισή σεζόν. Στο δεύτερο μισό χάνεται. Όχι αρκετά για να χάσει η Τσέλσυ το πρωτάθλημα ή για να χάσει τον τίτλο του πρώτου ασίστμαν, αλλά χάνεται. Στη δεύτερη χρονιά του εκεί το κάνει ανάποδα, όπως όλη η Τσέλσυ. Δεν υπάρχει στο πρώτο μισό και εμφανίζεται στο τέλος.

Η ιστορία του στην εθνική Ισπανίας είναι ανάλογη. Στο Μουντιάλ του 2010 είναι κάτι σαν αφανής ήρωας. Από τη στιγμή που γίνεται δημιουργεί 4 ευκαιρίες για γκολ και είναι αυτός που δίνει την πάσα για το «Ινιεστάθο». Όμως σε εκείνη την εκδοχή με υγιείς Βίγια και Τόρρες και το καλύτερο κέντρο που εμφάνισε εθνική ομάδα ποτέ (Τσάβι, Ινιέστα, Μπουσκέτς, Τσάμπι Αλόνσο) δε χώραγε στις βασικές επιλογές. Στην επόμενη εκδοχή έγινε βασικός, αλλά παίζοντας στην εθνική το ρόλο που έπαιζε τότε ο Μέσσι στην Μπάρσα, αυτόν του ψευτοεννιαριού. Σε επίπεδο εθνικών τα καταφέρνει αρκετά καλά και βοηθάει την εθνική να κατακτήσει το Γιούρο του 2012, περίοδο που ο Τόρες είχε πάθει Τσέλσυ και ο Βίγια μετά τον τραυματισμό του δεν ήταν πια ο ίδιος παίχτης. Μετά φεύγει ο Τσάβι, ο Ντιέγο Κόστα έρχεται και επιστρέφει στο κέντρο. Πιστεύουν όλοι ότι η καλή τους συνεργασία στην Τσέλσυ θα συνεχιστεί και στην εθνική. Με τον Σεσκ στο κέντρο επιστρέφει για τη Λα Ρόχα το κενό-«αεροδιάδρομος» εκεί.

cesc-fabregas-con-la-roja

Φέτος ο Κόντε δεν τον υπολογίζει στα βασικά του πλάνα. Δεν ξέρω αν τον κερδίσει στην πορεία αλλά από Μαδρίτη και Τορίνο έδειξαν ήδη ενδιαφέρον να τον αποκτήσουν. Υποθέτω ότι δε θα θέλει ο ίδιος να δημιουργήσει κι άλλους εχθρούς και να πάει στην άσπρη πλευρά της Μαδρίτης.

Το ερώτημα παραμένει αν τελικά ο Σεσκ είναι παγκόσμιας κλάσης. Έχει φονική κάθετη πάσα και έχει βγει πρώτος ασίστμαν σε Αγγλία και Ισπανία. Έχει τελειώματα που για τη θέση του δεν είναι σύνηθες. Διαβάζει το παιχνίδι, πρεσάρει, έχει στημένα, κεφαλιά. Όλα αυτά όμως για μισή σεζόν. Επίσης έχει ένα σοβαρό έλλειμμα στον έλεγχο του ρυθμού του παιχνιδιού και δεν κρατάει τη θέση του, δημιουργώντας συνεχώς αριθμητικό μειονέκτημα στο κέντρο για την ομάδα του. Κανείς παίχτης δεν είναι τέλειος, όμως το παγκόσμιας κλάσης επίπεδο είναι για όσους κάνουν τουλάχιστον 3 συνεχόμενες φουλ χρονιές. Όχι εξάμηνα.

8 χρόνια Σομπρέρο

  [8 Σχόλια]

8th-Birthday

Έφτασε και πάλι αυτή η μέρα. Η μέρα που καταλαβαίνουμε ότι μεγαλώσαμε και μαζί μας μεγάλωσε και το Σομπρέρο που κλείνει πλέον τα 8 του. Ευχαριστούμε όλους τους αναγνώστες μας για την στήριξη, τα μηνύματα, αλλά και την κριτική τους. Από τα χρόνια που μαλώναμε για τις διαιτησίες στο ελληνικό πρωτάθλημα μέχρι σήμερα, μοιάζει να πέρασαν αιώνες και το Σομπρέρο άλλαξε πολύ. Ελπίζουμε προς το καλύτερο. Προσπαθούμε να γράφουμε για το ποδόσφαιρο και για πράγματα που θεωρούμε ενδιαφέροντα από τη δική μας οπτική γωνία. Δεν είμαστε δημοσιογράφοι, ούτε είμαστε αντικειμενικοί. Έχουμε συμπάθειες, έχουμε αντιπάθειες, δεν συμφωνούμε καν μεταξύ μας. Στόχος μας είναι όμως να μπορούμε να συζητάμε για όλα.

Δεν ευχαριστούμε όσους δεν έκαναν τον κόπο να κατανοήσουν τι διαβάζουν, όσους είναι της σχολής «ναι, αλλά για τον Χ/Υ δεν λέτε τίποτα», όσους δεν σέβονται τη διαφορετική γνώμη και κυρίως όσους έκλεψαν χωρίς ντροπή κείμενα και ιδέες. Όπως πάντα, ζητάμε συγγνώμη αν δεν απαντήσαμε σε κάποια μηνύματα (ο όγκος είναι πολύ μεγάλος και δεν προλαβαίνουμε πάντα). Δεν γίνεται από τουπέ, είναι πάντα θέμα χρόνου.

yaya-touree

Ας μην γκρινιάζουμε όμως σαν τον Γιάγια Τουρέ στα γενέθλιά του. Ο 8ος χρόνος έσπασε το περσινό… ρεκόρ εισιτηρίων και αυτά είναι μερικά από τα πιο δημοφιλή κείμενα που γράψαμε από τον περσινό Αύγουστο μέχρι σήμερα και εσείς προτιμήσατε περισσότερο:

Η Λέστερ όλου του κόσμου

-Τι ομάδα είσαι; -Λίβερπουλ -Και από τις μικρές;

Στον αστερισμό των νέων γκολκίπερ

Γιατί ο Μαρσέλο Μπιέλσα έχει ακόμη όλα του τα δάχτυλα;

Ο φανταστικός Το Μαδέιρα

Το πιο σκληρό Μουντιαλίτο του κόσμου

ronaldinho-party-animalΠάρτι χωρίς Ρόνι δεν γίνεται

Πέρα όμως από τα κείμενα που τα διάβασε πολύς κόσμος, οι αρθρογράφοι του Σομπρέρο διάλεξαν από ένα κείμενό τους που θεωρούν ότι θα άξιζε να διαβάσετε αν δεν το έχετε κάνει μέχρι τώρα:

Η ιστορία του Χόρχε «Μάχικο» Γκονζάλες (που ήξερε τόνους μπάλα, αλλά προτιμούσε το ξενύχτι και τον ύπνο) από τον Jürgen Spock

Η Welcome United (μια ομάδα στην Γερμανία που απαρτίζεται από πρόσφυγες) από τον Ramón Llul

Ο ψηλός κι ο κοντός του Μπρίστολ (ένα αξέχαστο γνήσιο βρετανικό δίδυμο που έβαλε 8 γκολ στον Κλαφ) από τον gargaduaaas

Γιατί μπαμπά μας θυμούνται η Σάντος κι ο Πελέ; (κάποιοι έγιναν και χαζομπαμπάδες) από τον c0n_An

Η Λέστερ της Ουρουγουάης (το θαύμα της Πλάσα Κολόνια) του duendes

Η ποδοσφαιρική θεωρία των δύο άκρων (η μεγαλύτερη κόντρα δύο προπονητών και δύο κοσμοθεωριών) από τον υποφαινόμενο

Άντε και του χρόνου !

Διπλό ημίχρονο, αγιασμός, άσος τελικό

  [2 Σχόλια]

14022284_10153694930222466_3649871665599305675_n

Βλέποντας για πρώτη φορά την παραπάνω φωτογραφία, η αρχική μου εντύπωση ήταν ότι ανάμεσα στους οπαδούς υπάρχει και ένα ομοίωμα του Πάπα. Άλλωστε ο Πάπας όπως έχουμε δει, είναι φανατικός ποδοσφαιρόφιλος. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική, ο παπάς είναι κανονικός (σώμα και αίμα) και σύμφωνα με τα όσα λέγονται, είναι μόνιμος θαμώνας στην εξέδρα της Κορίνθιανς. Σε μια εξέδρα, που όπως έχουμε δει στο παρελθόν, μπορείς με μεγάλη ευκολία να πετύχεις γιαγιούλες όρθιες με τα γούρια στον λαιμό να τραγουδάνε για την αγαπημένη τους ομάδας. Άρα γιατί όχι και ιερείς;

Η Κορίνθιανς που βρισκόταν σε κακό φεγγάρι έχοντας τρεις ματς χωρίς νίκη υποδεχόταν τη Βιτόρια. Η κακοδαιμονία των τελευταίων αγώνων φαίνεται να χτύπησε, αφού βρέθηκε πίσω στο σκορ στο πρώτο ημίχρονο με αυτογκόλ του Γιάγκο στο 42′. Ο παπάς ατραξιόν έγινε το κέντρο της αντεπίθεσης. Σύμφωνα με όσα λέγονται (και όπως ξέρουμε, στη Βραζιλία η υπερβολή είναι ο κανόνας), ο κόσμος τον σήκωσε στα χέρια στην ανάπαυλα και ζήτησε το deus ex machina, είπε στον ιερέα να βάλει λίγο πλάτη, να μεσολαβήσει. Ο Ύψιστος μάλλον άκουσε και έστειλε αλλαγή τον Εκλεκτό του που για το συγκεκριμένο ματς άκουγε στο όνομα Μαρλόνε. Ο Μαρλόνε ισοφάρισε με ένα πανέμορφο σουτ, για να ξεκινήσει λίγο αργότερα το γκολ που έφερε το 2-1 και την ανατροπή. Οι οπαδοί σίγουροι για την συμβολή του παπά στη νίκη της Κορίνθιανς, γύρισαν στα σπίτια τους ξέροντας ότι στην επόμενη στραβή θα μπορούν να βάλουν ξανά τα μεγάλα μέσα.

Η “χορτοκοπτική μηχανή” της Δανίας

  [3 Σχόλια]

tofting5

Ένα Σάββατο του Ιουλίου του 1983, ο 13χρονος Στιγκ έμπαινε στο σπίτι του χαρούμενος. Η ομάδα του είχε προκριθεί στον τελικό του τουρνουά της περιφέρειας, στον οποίο μάλιστα θα παρευρισκόταν και ο προπονητής της εθνικής Δανίας, Σεπ Πιοντεκ. Το προηγούμενο βράδυ είχε μείνει στο σπίτι κάτι φίλων, αφού πρώτα είχαν γιορτάσει στο σπίτι του τα γενέθλια της μητέρας του. Πέντε λεπτά αργότερα ο πιτσιρικάς βρισκόταν στο δρόμο και έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε με κατεύθυνση το σπίτι των παππούδων του που βρισκόταν τρία τετράγωνα πιο πέρα. Είχε μόλις δει τους γονείς του νεκρούς. Η μητέρα του βρισκόταν στην κουζίνα και ο πατέρας του στην κρεβατοκάμαρα. Δίπλα στο χέρι του υπήρχε πεσμένο ένα όπλο.

Το πρωί της Κυριακής ο Στιγκ έπαιξε κανονικά στον τελικό. Η ομάδα του κέρδισε και ο ομοσπονδιακός τεχνικός του είπε πως ήταν ανάμεσα στους διακριθέντες. Τη Δευτέρα το πρωί σηκώθηκε, πήρε το ποδήλατο του και μοίρασε κανονικά τις εφημερίδες στη γειτονιά, όπως έκανε κάθε μέρα. Στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας μια είδηση κυριαρχούσε: «Ένας 13χρονος ανακάλυψε τους νεκρούς γονείς του. Σύμφωνα με την αστυνομία ο άντρας, ετών 41, πυροβόλησε τη γυναίκα του, 34, και στη συνέχεια έστρεψε το όπλο στον εαυτό του».

Θα μπορούσε να είναι η εισαγωγή μιας δραματικής ταινίας ή σκηνή από σειρά του Κοκκινόπουλου αλλά δεν είναι. Ο Στιγκ Τόφτινγκ συνειδητοποίησε από μικρός ότι η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε (και για να είναι σίγουρη η ζωή ότι ο Δανός πήρε το μήνυμα, αρκετά χρόνια αργότερα του έστειλε και δεύτερο: Τον Μάρτιο του 2003 η οικογένεια Τόφτινγκ έχασε τον μόλις 26 ημερών γιο της από μηνιγγίτιδα). Μετά από εκείνη τη μέρα μετακόμισε στο σπίτι των παππούδων και πέρασε μια επεισοδιακή εφηβεία, κάνοντας παρέα με συμμορίες της περιοχής. Για καλή του τύχη και παρ” όλα τα εμπόδια δεν εγκατέλειψε το ποδόσφαιρο και έτσι κατάφερε να βγάλει τα προς το ζην παίζοντας για πολλά χρόνια σε ομάδες της Δανίας, της Γερμανίας (Αμβούργο και Ντούισμπουργκ), της Αγγλίας (Μπόλτον) και της Κίνας.

Όπως μπορεί κάποιος εύκολα να μαντέψει  από το παρουσιαστικό του και ακόμα πιο εύκολα από το παρατσούκλι του («Η χορτοκοπτική μηχανή»), ο Τόφτινγκ ήταν ένας σκληροτράχηλος τρεχαλατζής αμυντικός χαφ που έβλεπε κάθε μονομαχία στο χόρτο σαν μια μικρή μάχη, αγαπούσε με πάθος τα τάκλιν και δεν σήκωνε και πολλά. Ένας Ιταλός σπίκερ τον είχε αποκαλέσει στο Μουντιάλ του 2002 «ο Γκατούζο της Δανίας», όμως μπροστά στον Τόφτινγκ ακόμα και ο ευέξαπτος Τζενάρο μοιάζει με πράο άνθρωπο του Θεού. Για την ακρίβεια, μπροστά στον Τόφτινγκ το 91% των ποδοσφαιριστών μοιάζουν με αγγελούδια.

Σε μια υποθετική συνάντηση του με τον Βίνι Τζόουνς, η οποία ευτυχώς ή δυστυχώς (ανάλογα με τα ποδοσφαιρικά γούστα του καθενός) αποφεύχθηκε καθώς ο Δανός άργησε να πάρει μεταγραφή στην Αγγλία, το πιθανότερο είναι ότι οι δυο τους θα ξεκινούσαν να μαλώνουν από τη φυσούνα, θα έβλεπαν την κόκκινη κάρτα κάπου στα μισά του πρώτου ημιχρόνου για συμπλοκή στο χώρο του κέντρου, θα συνέχιζαν το ξύλο στα αποδυτήρια την ώρα που το παιχνίδι θα συνεχιζόταν κανονικά και στο τέλος θα κατέληγαν να τα πίνουν μαζί σε κάποιο κοντινό μπαρ, περιμένοντας κάποια αντίστοιχη με αυτούς παρέα που θα τολμούσε να τους πουλήσει τσαμπουκά ή έστω να τους κοιτάξει περίεργα.

grav

Την τετραετία 1998-2002 στο κέντρο της εθνικής Δανίας τον Τόφτινγκ πλαισίωσε ο Τόμας Γκράβεσεν, που επίσης φημίζεται για την έλλειψη ψυχραιμίας και φινέτσας. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό που περίμεναν όλοι: Το δίδυμο Τόφτινγκ-Γκράβεσεν ήταν ο εφιάλτης οποιουδήποτε ντελικάτου και ασθενικού μεσοεπιθετικού αντιπάλου προσπαθούσε να περάσει ανάμεσα τους. Αλλά δεν ήταν εφιάλτης μόνο για τους αντίπαλους. Ο Γέσπερ Γκρόνκιερ, που τότε έπαιζε στην Τσέλσι, πιθανόν να μην έχει ξεχάσει ακόμα τη μέρα που το “δίδυμο της συμφοράς” τον μπουγέλωσε και γέμισε παγάκια το σορτσάκι του σε μια προπόνηση πριν το Μουντιάλ. Ο Γκρόνκιερ τραυματίστηκε ελαφρά στο μάτι και όταν επέστρεψε για να ζητήσει εξηγήσεις από τον Τόφτινγκ οι υπόλοιποι τους σταμάτησαν ακριβώς την ώρα που ο δεύτερος είχε βάλει το χέρι του γύρω από το λαιμό του πρώτου.

tofting3

Το εντυπωσιακότερο όλων είναι ότι ακόμα και ο μεγαλόσωμος Τόμας Γκράβεσεν, που μπορείς άνετα να αποκαλέσεις και “Μηχανή παραγωγής τσαμπουκάδων”, δεν πλησίαζε τα επίπεδα νευρικότητας του κοντύτερου Τόφτινγκ. Αν ο Γκράβεσεν είναι ο τύπος του ανθρώπου που όταν ακούει πως δυο άγνωστοι πλακώνονται στην ταράτσα του μπαρ, τρέχει πρώτος-πρώτος με τα μανίκια σηκωμένα, έτοιμος να χωθεί στον καυγά, ο Τόφτινγκ είναι αυτός που βρίσκεται ήδη στην ταράτσα και κρατάει από τα πόδια έναν τύπο που κρέμεται στο κενό, με το κεφάλι να κοιτάει προς το έδαφος.

Το βιογραφικό του έχει τόσα πολλά σκηνικά που το 2005 δέχτηκε να βγάλει βιβλίο με τη ζωή του. Ο τίτλος του βιβλίου (που ταυτόχρονα είναι και τατουάζ στην κοιλιά του) αντικατοπτρίζει τη φιλοσοφία του: «No regrets». Στο ποδοσφαιρικό του βιογραφικό συναντάει κανείς τρία Κύπελλα Δανίας, κάποια κοπλιμέντα για το παθιασμένο και γεμάτο αυτοθυσία και δυναμισμό παιχνίδι του, 41 εμφανίσεις και 2 γκολ με τη φανέλα της εθνικής και συμμετοχές σε δυο Μουντιάλ και δυο Euro.

Το ιστορικό του με την αστυνομία, από την άλλη, είναι μεγαλύτερο! Το 1999 καταδικάστηκε σε 20 μέρες φυλάκιση με αναστολή γιατί επιτέθηκε σε έναν τύπο που έκανε το λάθος να τον βρίσει στο δρόμο. Λίγες μέρες μετά την επιστροφή από το Μουντιάλ του 2002 και ενώ βρισκόταν σε πάρτι με αρκετούς παίκτες της εθνικής Δανίας λογομάχησε με τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου για τη μουσική. Ο καυγάς επεκτάθηκε, ο Τόφτινγκ κουτούλησε τον ιδιοκτήτη και λίγο αργότερα γρονθοκόπησε τον σεφ. «Από το πουθενά ξέσπασε ένας καυγάς και το μόνο πράγμα που μπόρεσα να δω είναι τον Στιγκ να είναι στο επίκεντρο του» δήλωνε μετά ένας συμπαίκτης του. Τον Οκτώβριο καταδικάστηκε σε τετράμηνη φυλάκιση, μια ποινή την οποία εξέτισε κανονικά την άνοιξη του 2003 σε μια φυλακή στην κεντρική Δανία. Εξαιτίας της εξέλιξης αυτής το συμβόλαιο του με τη Μπόλτον, στην οποία είχε πάρει μεταγραφή εκείνη τη χρονιά, τερματίστηκε άμεσα. Το 2004 ένας πεζός του έκανε κωλοδάχτυλο γιατί θεώρησε ότι οδηγούσε επικίνδυνα. Ο Τόφτινγκ παράτησε το αμάξι του και του επιτέθηκε. Τιμωρήθηκε μόνο με πρόστιμο. Το 2013 έμπλεξε ξανά σε καυγά, όταν ο θετός γιος του μάλωσε με κάτι πορτιέρηδες σε ένα κλαμπ, με αποτέλεσμα να περάσει το βράδυ του στο κρατητήριο.

tofting2

Αν σε όλα αυτά προσθέσεις έναν καυγά με συμπαίκτες στην AGF κατά τη διάρκεια της Χριστουγεννιάτικης γιορτής της ομάδας (!), ο οποίος οδήγησε στον τερματισμό του συμβολαίου του, και κάμποσους άλλους μικρούς καυγάδες σε προπονήσεις και αγώνες, τότε καταλαβαίνεις πως όλη η ζωή του Τόφτινγκ είναι ένας ατέλειωτος τσακωμός, με μικρά διαλείμματα λογομαχιών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως μετά την αποχώρηση του από τα γήπεδα πήρε μέρος σε αγώνες μποξ για διασημότητες, τα έσοδα των οποίων πήγαν όλα σε φιλανθρωπίες.

Παρά το βεβαρημένο ποινικό μητρώο και τον στιγματισμό του ως κακό παιδί του ποδοσφαίρου (το France Football τον κατέταξε τρίτο στη λίστα με τους πιο προβληματικούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών) πάντως, ο απλός κόσμος εκτιμούσε το πάθος που διακατείχε το παιχνίδι του και το απέδειξε και έμπρακτα. Όταν το 2000 θέλησε, όπως όλοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή στη ζωή τους, να ανοίξει ένα μπαρ στην πόλη που γεννήθηκε, ο δήμαρχος αρνήθηκε να του δώσει άδεια λόγω του πρότερου βίου του. Τότε ο Δανός στα 31 του πήρε τη μεγάλη απόφαση να κατέβει σαν ανεξάρτητος υποψήφιος στις τοπικές εκλογές! Οι κάτοικοι της πόλης τον στήριξαν, “μαύρισαν” τον δήμαρχο και τον οδήγησαν σε ήττα. Ο δικαιωμένος Τόφτινγκ απέσυρε επιδεικτικά την υποψηφιότητα του λίγες μέρες πριν τις εκλογές (το τελευταίο πράγμα που τον ενδιέφερε άλλωστε ήταν το δημαρχιλίκι) και η πρώτη ενέργεια του νέου δημάρχου ήταν να εγκρίνει την άδεια για το μπαρ του. Αυτή ήταν μια από τις ελάχιστες φορές που ο Στιγκ Τόφτινγκ επέλεξε να μη λύσει μια διαμάχη με τα χέρια του.

tofting4

Το καλοκαίρι του ’89 της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ

  [2 Σχόλια]

Στις 8 Αυγούστου του 2016 ολοκληρώθηκε το μεγαλύτερο deal (μέχρι το επόμενο) στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ να αγοράζει τον Πολ Πογκμπά έναντι 105 εκατομμυρίων ευρώ από τη Γιουβέντους. Το ποδόσφαιρο έχει τρελαθεί, ναι. Τα ποσά που παίζουν σε αυτό είναι αστρονομικά και δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα και η ομάδα του Μάντσεστερ έχει τεράστιο μερίδιο ευθύνης σε αυτό (όπως φυσικά και η Σίτι, η Παρί, η Τσέλσι, η Ρεάλ και η Μπαρτσελόνα). Γνωστά όλα αυτά. Η ομάδα του Μουρίνιo (πλέον) είναι στις μέρες μας μία καλολαδωμένη οικονομική μηχανή. Μια επιχείρηση που με «έδρα» το Όλντ Τράφορντ πουλάει -και πουλάει τρελά- σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Όπου υπάρχει ποδόσφαιρο. Όχι βέβαια με την έννοια που το ξέραμε κάποτε. Όχι. Όλα αυτά έχουν χαθεί. Ρομαντισμός δεν υπάρχει. Αν θέλετε να τον βρείτε (και να τον δείτε) κάντε ένα κόπο όσοι μπορείτε και δείτε την Γιουνάιτεντ οφ Μάντσεστερ ή πηγαίνετε μια βόλτα κατά τον Ιούλιο (αν αντέχει η τσέπη σας ωραία ταξίδια) στην έδρα της Σέφιλντ FC για να τη δείτε να αγωνίζεται κόντρα στη Χάλαμ αναβιώνοντας το αρχαιότερο ντέρμπι του πλανήτη. Αν δεν βρείτε εισιτήριο, καθίστε όρθιοι δεν θα πάθετε κάτι.

lee-sharpe-1285414

Ας επιστρέψω όμως στην ομάδα του Ολντ Τράφορντ γιατί είμαι ικανός να φτάσω να γράφω για τη μεταγραφή του Μάικ Φίλαν και πως τελικά έγινε από τον Σκοτσέζο αναμορφωτή (σε όλα τα επίπεδα) της τεράστιας -πλέον- ομάδας. Γιατί ακριβώς αυτό είναι ο Σερ Άλεξ. Ένας άνθρωπος που όταν πήρε τα ηνία της, ανέλαβε μια κακή ομάδα που δεν κέρδιζε τίτλους και την έκανε την κορυφαία σε ολόκληρο τον πλανήτη για πολλές σεζόν. Για να γίνει κάποιος κορυφαίος εντός του γηπέδου φυσικά και δεν αρκούν οι μεγάλοι παίκτες και οι τίτλοι που αυτοί θα σου χαρίσουν αλλά και το πως θα πουλήσεις την εικόνα σου, το σήμα σου, τους ποδοσφαιριστές σου, τα «πάντα όλα» που λέει και ο Αλέφαντος. Πως θα επιβάλλεις εσύ στον διπλανό τον εαυτό σου. Και αυτό ο Σερ Άλεξ το έκανε καλύτερα από τον καθένα. Όχι όταν η ομάδα έφτασε στο πρώτο της πρωτάθλημα με αυτόν στον πάγκο (σπάζοντας ένα καταραμένο σερί 26 ετών) το 1993, αλλά από το μακρινό 1989. Όταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ήταν πολύ πίσω και από την Άρσεναλ και φυσικά από την ομάδα που είχε κατακτήσει τα πάντα από τα 70s μέχρι και τα 90s, την ομάδα που ο Σκοτσέζος τότε είχε βάλει στόχο να ξεπεράσει (σκορπώντας απλόχερα το γέλιο σε όλους τους παρευρισκόμενους δημοσιογράφους όταν είχε κάνει αυτή τη δήλωση). Τη Λίβερπουλ.

Έγραψα 1989 και όχι 1986 (τότε είχε αναλάβει την ομάδα ο Σερ Άλεξ) επειδή εκείνη ήταν η χρονιά που άλλαξαν τα πάντα. Στην ομάδα υπήρχαν σπουδαίοι παίκτες όπως ο Ρόμπσον, ο Χιούζ και ο Μπρους αλλά ουδείς δούλευε επαγγελματικά μέχρι τότε. Και δεν μιλάω μόνο για τους παίκτες. Δεν είναι τυχαίο πως ο Φέργκιουσον πούλησε εκείνη τη σεζόν τον τεράστιο Ιρλανδό στόπερ Πολ ΜακΓκραθ επειδή τα ταλαιπωρημένα του γόνατα και η εξωαγωνιστική του ζωή δεν ταίριαζαν με το πλάνο που είχε ο σπουδαίος μάνατζερ. Κι ας ήταν ο Ιρλανδός -στη μέρα του- ο κορυφαίος κεντρικός αμυντικός στο Νησί. Επίσης δεν ήταν τυχαίο πως το μεγαλύτερο ταξίδι που είχε κάνει η ομάδα, μέχρι τότε, ήταν το μακρινό 1968 στο Μπουένος Άιρες για το Παγκόσμιο Συλλόγων. Από εκείνη τη σεζόν η ομάδα ξεκίνησε τα μεγάλα ταξίδια για φιλικά προετοιμασίας σε χώρες ολόκληρου του πλανήτη και κυρίως στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ. Σε δύο δηλαδή τεράστιες αγορές που δεν είχαν όμως (μέχρι τότε) μεγάλη σχέση με το ποδόσφαιρο. Εκείνη η σεζόν επίσης έκανε την Γιουνάιτεντ την ομάδα με τα καλύτερα τηλεοπτικά συμβόλαια για τα παιχνίδια της σε χώρες του εξωτερικού. Σε μια περίοδο (και αυτό έχει τεράστια σημασία) που δεν κατακτούσε τίτλους. Όταν αυτοί άρχισαν να έρχονται (από το 1993 και έπειτα και με το έδαφος να είναι ήδη έτοιμο από το 1989) δεν ήταν δύσκολο να γίνει η εκτόξευση της ομάδας σε νούμερο ένα «προϊόν» σε θέματα μάρκετινγκ. Λίγο αργότερα και με την έλευση του Μπέκαμ θεωρώ περιττό να γράψω για αυτό που ακολούθησε.

Οι εποχές των κοινόχρηστων ντους και του ενός φυσιοθεραπευτή για 5 και 6 παίκτες ανήκαν στο παρελθόν. Ο Φέργκιουσον έφτιαξε ένα άρτια καταρτισμένο επιτελείο τόσο για το κομμάτι των παικτών όσο και γι” αυτό της τακτικής αλλά και για το μάρκετινγκ της ομάδας και -με ό,τι αυτό συνεπάγεται- δημιούργησε σιγά-σιγά ένα τέλειο και σύγχρονο οργανισμό που φυσικά δουλεύει ρολόι ακόμα και στις μέρες μας. Όταν άλλες ομάδες του Νησιού (και μεγάλες μάλιστα) έχαναν φανέλα παίκτη πριν από αναμέτρηση και δεν έβρισκαν δεύτερη, η Γιουνάιτεντ του Φέργκι έβλεπε δικές της φανέλες να πωλούνται στη Λιβύη και το γήπεδο της ομάδας να μεγαλώνει επικίνδυνα για τους πολυπληθείς «φίλους» της που έφταναν από παντού για να δουν τη νέα δύναμη του Αγγλικού ποδοσφαίρου, πριν γίνει δύναμη. Και αυτή ήταν η μεγαλύτερη νίκη και ο σπουδαιότερος τίτλος από αυτούς που ακολούθησαν, κατά δεκάδες μάλιστα. Αν όλα αυτά μου αρέσουν στο σύγχρονο ποδόσφαιρο το απάντησα στην αρχή του κειμένου. Προτιμώ άλλες εποχές. Πιο ρομαντικές, χωρίς όλη αυτή την προβολή και το χιπστεροποδόσφαιρο (της εποχής μας). Δυστυχώς όμως αυτή είναι η πραγματικότητα. Αυτοί που το βλέπουν ακόμα ρομαντικά θα «χάνουν». Εντός και εκτός γηπέδου. Ο Φέργκι έβλεπε σίγουρα πολύ μπροστά, όσο και αν δεν μου αρέσει να το παραδέχομαι. Κέρδισε.

Περπατώντας στη Νάπολη

  [10 Σχόλια]

Η Νάπολη δεν είναι συνηθισμένος προορισμός στην Ιταλία και για αρκετούς, σε μια χώρα με μέρη όπως η Ρώμη και η Τοσκάνη, δεν αξίζει μια επίσκεψη. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν το ρητό «Δες τη Νάπολη και μετά μπορείς να πεθάνεις». Εγώ με την σειρά μου την λάτρεψα. Ναι είναι πενταβρώμικη, ναι είναι φασαριόζικη, ναι ο κόσμος οδηγεί σαν τρελός και κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή να σε πατήσει κάποιο μηχανάκι. Είναι όμως και γεμάτη όμορφα κτίρια και μικρά υπέροχα στενά, ο κόσμος είναι ζεστός (ακόμα κι αν δεν μπορεί να συνεννοηθεί μαζί σου), το φαγητό υπέροχο, έχει θάλασσα και έναν υπέροχο παραλιακό δρόμο, ο Βεζούβιος παραφυλά και ξέρεις ότι από κάτω του είναι η Πομπηΐα και κυρίως (μια που το Σομπρέρο δεν είναι ταξιδιωτικό μπλογκ, αλλά ποδοσφαιρικό) ζει με το ποδόσφαιρο και ζει για το ποδόσφαιρο. Το συναντάς στα γκράφιτι για τη Νάπολι, το συναντάς στα πιτσιρίκια που παίζουν παθιασμένα μπάλα στις πλατείες ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα, το συναντάς στις φανέλες της ομάδας που πωλούνται παντού στους δρόμους, το συναντάς στις κουβέντες.

IMG_20160806_154640147Το όμορφο χάος που λέγεται Νάπολη και στο βάθος ο Βεζούβιος

Στις κουβέντες, ο Ιγκουαΐν είναι το κύριο θέμα αυτή την περίοδο. Κι αν σας φάνηκε υπερβολικό το γράμμα του οπαδού της Νάπολι, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα στην πραγματικότητα.  Δίπλα στα αναμνηστικά μαγνητάκια για το ψυγείο, βλέπεις παντού την φάτσα του Ιγκουαΐν. Χαρτιά υγείας με το πρόσωπό του για να σκουπίζετε τον πισινό σας, σκουπιδοσακούλες φτιαγμένες σαν φανέλα Γιούβε, κάδοι απορριμάτων ντυμένοι Ιγκουαΐν,  αυτοκόλλητα που τον έχουν να βγαίνει μέσα από την τουαλέτα, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Κάποιοι πωλητές βέβαια ακόμα έχουν την φανέλα του κρεμασμένη, σου λέει μπορεί να περάσει κανένας αθώος τουρίστας και να ξεστοκάρουμε. Η πλειοψηφία είναι έξαλλη με τον παίκτη. Όπως ο σερβιτόρος που τον έπιασα να μιλάει στο διπλανό τραπέζι για τον «Πιπίτα». Όταν ήρθε σε μένα με την μακαρονάδα στο χέρι έκανα το μοιραίο λάθος να τον ρωτήσω. Συννέφιασε, έκανε την κλασσική ιταλική κίνηση «δε με νοιάζει» (που σίγουρα την έχεις δει να την κάνει κάποιος πρωταγωνιστής στους Σοπράνος ή σε άλλη ταινία με μαφιόζους λέγοντας «He’s dead to me») και στη συνέχεια (και ενώ κρατούσε ακόμα την καρμπονάρα μου στο ένα χέρι) μου ανέλυσε με τα άθλια αγγλικά του γιατί είναι προδότης. Υπάρχουν και αρκετοί όμως που τα βάζουν με τον ντε Λαουρέντις, το γεγονός ότι πουλάει συνέχεια και είναι μόνο λόγια, ότι τα ρίχνει μονίμως στους παίκτες, κουράστηκαν λένε από τις δικαιολογίες του.

IMG_20160808_192447927Το κάδρο είναι φοβερό, αλλά πού να χωρέσει σε βαλίτσα

Ο Ιγκουαΐν όμως θα ξεχαστεί αργά ή γρήγορα. Αυτός που δεν ξεχνιέται ποτέ είναι ο Μαραντόνα. Μπορεί να άφησε την πόλη πριν 25 χρόνια, το πνεύμα του είναι όμως ακόμα εκεί. Από τις μπουτίκ της Νάπολι και κάθε είδους μαγαζιά που έχουν φωτογραφίες του και παλιά εξώφυλλα, μέχρι τους δρόμους που δίπλα στις φανέλες του Χάμσικ και του Ιγκουαΐν, θα δεις σε όλα τα μεγέθη και αυτές με το 10 που γράφουν Μαραντόνα. Η σχέση αυτού του ανθρώπου με αυτή την πόλη είναι γνωστή σε όλους, αλλά μόνο αν γνωρίσεις καλύτερα τη Νάπολη, περπατήσεις τους δρόμους της, φανταστείς την κατάστασή της 25 χρόνια πριν, θα καταλάβεις γιατί αυτά τα δύο πρωταθλήματα, το κύπελλο και το ΟΥΕΦΑ δεν ήταν απλώς τίτλοι μιας ομάδας άμαθης στις επιτυχίες. Το δέσιμο του «πίμπε ντε όρο» με την φτωχολογιά του Νότου ήταν παραπάνω από αθλητικό.

IMG_20160806_113654678Αυτή η αφίσα υπάρχει σε πολλά καταστήματα της πόλης

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ντιέγκο «ζει» περισσότερο από κάθε άλλο μέρος στα Κουαρτιέρι Σπανιόλι, την ισπανική συνοικία της πόλης. Φτιαγμένη από Ισπανούς στρατιώτες που ήταν εγκαταστημένοι εκεί τον 16ο αιώνα όταν η Νάπολη ήταν μέρος της ισπανικής αυτοκρατορίας, είναι μια εξαιρετικά πυκνοκατοικημένη περιοχή (με 14.000 ανθρώπους να ζουν σε μια μικρή έκταση) γεμάτη μικρά στενά, βγαλμένη από σκηνές κλασσικών ιταλικών ταινιών. Προχωρώντας λίγα μέτρα πιο πάνω από την Οδό Τολέδο, έναν κεντρικό δρόμο γεμάτο καλά μαγαζιά, νομίζεις ότι με μερικά βήματα μεταφέρθηκες αρκετές δεκαετίες πίσω. Κρεμασμένες μπουγάδες, παιδάκια του δημοτικού οδηγούν σκουτεράκια τη νύχτα με τα φώτα σβηστά και τρέχουν σαν διάολοι κορνάροντάς σου γιατί τους εμποδίζεις, παρέες κάθονται σε καρέκλες στο δρόμο μιλώντας με βαριά ναπολιτάνικη προφορά, σχεδόν φωνάζοντας. Μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα βλέπεις γιαγιάδες σε σπίτια που θα μπορούσαν να είναι ίδια με αυτά της δικής μας γιαγιάς πίσω στο χωριό πριν τριάντα χρόνια, παλιές τηλεοράσεις με σεμεδάκια και ξεβράκωτα πιτσιρίκια να κυνηγιούνται.

DSC_5087

Σύμφωνα με τη γουικιπίντια, η ισπανική συνοικία έχει από τους μεγαλύτερους μέσους όρους παιδικής εγκληματικότητας, ανεργίας και αναπνευστικών ασθενειών στην Ευρώπη.  Εκεί όμως υπάρχουν και οι τοιχογραφίες του Ντιέγκο. Αυτοί είναι οι άνθρωποί του. Κι εγώ, σαν τουρίστας με το κινητό στο χέρι ψάχνοντας να καταλάβω σε ποιο στενό πρέπει να στρίψω, να είμαι ανάμεσά τους. Παρά τα όσα γράφονται στους οδηγούς για την επικινδυνότητα της περιοχής, προσωπικά συνάντησα ανθρώπους καθημερινούς που με βοήθησαν.

DSC_5083

Όπως ο παππούς που καθόταν με την παρέα του σε ψάθινες καρέκλες δίπλα σε ένα μπακάλικο. Σηκώθηκε μόλις με είδε και με σταμάτησε, σχεδόν με έπιασε από το χέρι. Μου έδειξε μια επιγραφή στον τοίχο, τα ιταλικά μου όμως είναι πιο φτωχά από τα αγγλικά του. Κατάλαβα μόνο τις λέξεις Ρόμα και βεργκόνια (που σημαίνει ντροπή), ποτέ δεν έμαθα τι έλεγε η πινακίδα, ποιος πρέπει να ντρέπεται και γιατί. Κατάλαβα καλά όμως όταν me πλησίασε και με ύφος που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης μου είπε «Juventini caca».  Η φολκλορική σκηνή που ένας 70χρονος βλέπει έναν ξένο τουρίστα και τον σταματάει απλά για να βρίσει τη Γιουβέντους, ακόμα πιο γραφική μια που υποστηρίζω τη Γιούβε. Δεν τον στενοχώρησα, έγνεψα καταφατικά και μια που τον βρήκα εύκαιρο, τον ρώτησα πού είναι οι εικόνες του Ντιέγκο. Το πρόσωπό του έλαμψε, με πήρε από το χέρι και ανεβήκαμε μαζί την ανηφόρα μέχρι το σημείο που βρίσκεται ένα υπαίθριο πάρκινγκ και στον έναν τοίχο υψώνεται η δεσποτική μορφή του Μαραντόνα με τα χρώματα της Νάπολι.

A photo posted by El Sombrero (@sombrerogr) on

Έβγαλα τις αναμνηστικές φωτογραφίες και γνωρίζοντας ότι υπάρχει και μια δεύτερη εικόνα του Ντιέγκο με το χέρι του Θεού, συνέχισα να ψάχνω. Τα παιδιά που (τι περίεργο) έπαιζαν μπάλα δυστυχώς δεν ήξεραν. Μέχρι που με πλησίασε μια ύποπτη φιγούρα που καθόταν σαν τσιλιαδόρος σε μια γωνία και σίγουρα έχει όνομα σε στιλ «Τζουζέπε ο Σουγιάς» ή «Τόνι ο Ελαφροχέρης», μιλώντας μου στα ιταλικά. Κι όμως, ο φόβος μου ήταν και πάλι αδικαιολόγητος. Ήξερε πού βρισκόταν το χέρι του Θεού και με οδήγησε εκεί. Προσκύνησα σαν γιαγιά στην Τήνο και τη δεύτερη εικόνα του Ντιέγκο στον βρώμικο τοίχο και έφυγα από τα Κουαρτιέρι Σπανιόλι, κατανοώντας γιατί αυτοί οι άνθρωποι έφτασαν στο σημείο να θεοποιήσουν έναν ξένο ποδοσφαιριστή και ακόμα και σήμερα να χαμογελούν στο άκουσμα του ονόματός του. Τη διέξοδο που προσέφεραν οι επιτυχίες της Νάπολι σε μια τόσο υποβαθμισμένη περιοχή.

sfogliatella napoletanaΗ περίφημη σφολιατέλα

Παρασκευή βράδυ στο δωμάτιο, άνοιξα την τηλεόραση. Κάνοντας ζάπινγκ έπεσα σε τοπικό κανάλι με αφιέρωμα στον Μαραντόνα. Κοίτα να δεις σύμπτωση, σκέφτηκα. Πλάνα βιντεοκασέτας 80s, ο Ντιέγκο να σκοράρει με κάθε πιθανό τρόπο και απίθανο τρόπο. Μουσικό χαλί στο ντοκιμαντέρ καψουροτράγουδα της εποχής, όπως π.χ. Φιλ Κόλινς. Δυστυχώς το πέτυχα κοντά στο τέλος και δεν είδα πολύ. Η επόμενη εκπομπή είχε μια κυριούλα και μαζί της έναν ζαχαροπλάστη. Το θέμα της ήταν η «σφολιατέλα», τοπικό έδεσμα (που τίμησα δεόντως) με γεύση κάτι ανάμεσα σε μπουγάτσα με κρέμα και γαλακτομπούρεκο.

SSC_Napoli_-_Luciano_Moggi_e_Diego_Armando_Maradona

Συνέχισα το ζάπινγκ και όταν μετά από κάποια ώρα ξαναέφτασα στο ίδιο κανάλι, η σφολιατέλα είχε τελειώσει και ω ναι, ο Ντιέγκο έπαιζε πάλι. Το ίδιο ντοκιμαντέρ ξανά, με το νεαρό Τσίρο Φεράρα να μιλάει για τον Ντιέγκο και τον Λουτσιάνο Μότζι στο τότε πέρασμά του με καμπαρντίνα και γυαλί Νίκος Στράτος να χαριεντίζεται με τον Μαραντόνα. Δεν ήταν σύμπτωση, το τοπικό κανάλι παίζει σε λούπα Ντιέγκο (με ενδιάμεσα μπρέικ για φαγητό) και υπόκρουση τις μπαλάντες των 80s. Τόσο ρετρό που σε κάνει να θέλεις να βάλεις ουισκάκι με ξηροκάρπιο για να το δεις ξανά και ξανά με νοσταλγία.

Ο κόσμος θέλει να ξαναζήσει τέτοιες στιγμές και γι” αυτό αντιδρά τόσο έντονα όταν χάνει τους παίκτες του, όταν αφήνουν το Νότο για τους τίτλους και τα λεφτά. Στο φιλικό με την Μονακό μετά από δύο μέρες, μόνο πέντε χιλιάδες φίλαθλοι βρέθηκαν στο Σαν Πάολο, δείγμα της απογοήτευσης. Η Νάπολι κέρδισε με 5-1 με τον Γκαμπιαντίνι να σκοράρει τέσσερις φορές. Την επόμενη μέρα πολλοί είπαν «ποιος Ιγκουαΐν, έχω Γκαμπιαντίνι» και άρχισαν να ελπίζουν μέσα τους ότι ναι, φέτος θα είναι η χρονιά τους. Και αν τα όνειρα για μια ακόμα χρονιά δεν γίνουν πραγματικότητα, θα υπάρχει πάντα το κανάλι που δείχνει Μαραντόνα σχεδόν όλη μέρα και το Σαν Πάολο που θα τραγουδάει κουνώντας σημαίες του Ντιέγκο:

Μια μέρα ξαφνικά
Σε ερωτεύτηκα
Η καρδιά μου χτυπούσε
Μην με ρωτάς γιατί
Πέρασε ο καιρός,
Μα εγώ είμαι ακόμα εδώ
Και τώρα όπως και τότε, θα υπερασπιστώ την πόλη

Σχετικά κείμενα:
Μια μέρα στο Σαν Σεμπαστιάν
Ένα μεσημέρι στο Λεβερκούζεν
Βλέποντας μπάλα στο Άμστερνταμ

Οι απλοί στρατιώτες

  [1 Σχόλιο]

imagen68696d

Όπως τα γήπεδα στο ποδόσφαιρο έχουν τη δική τους ζωή και φωνή, έτσι και οι απλοί άνθρωποι των ομάδων, οι αφανείς ήρωες, αποτελούν τους ιστοριογράφους του κάθε συλλόγου. Όταν όλοι οι άλλοι έρχονται και παρέρχονται, κάποιοι συνεχίζουν από τα ίδια πόστα. Άνθρωποι που εκτός από την τεράστια προσφορά τους, γίνονται κοινωνοί της εξέλιξης των ομάδων. Στους περισσότερους συλλόγους υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, άτομα που βρίσκονται σταθερά για δεκαετίες στην ίδια θέση. Η διαφορά είναι στο πώς τους αποχαιρετά η κάθε ομάδα.

Ο Μπερνάντο Εσπάνια, γνωστός ως «Εσπανιέτα», πέρασε τα 55 τελευταία χρόνια της ζωής του σε διάφορα πόστα στη Βαλένθια. Η ποδοσφαιρική του καριέρα κόπηκε μετά από ένα ατύχημα και αυτός, όπως διηγείται στο παραπάνω βίντεο, ξεκίνησε ως ball boy τη σχέση του με την αγαπημένη του ομάδα. Έφτασε να γίνει μέχρι και σοφέρ προπονητών, αλλά έμεινε στην ιστορία της Βαλένθια ως ο φροντιστής της. Ο άνθρωπος που έζησε από κοντά όλη τη σύγχρονη ιστορία του συλλόγου. Τα καλά και τα άσχημα (όπως εδώ σε ένα 3-6 με τη Ρεάλ), παίκτες, προπονητές, επιτυχίες, αποτυχίες, αλλά και μεγάλους αντιπάλους.

13988091_1280590615418448_3211243504273465842_oΝα εδώ με τον Ρανιέρι

Ο Εσπανιέτα αποφάσισε να αποσυρθεί, να αφήσει την Βαλένθια και αυτή τον τίμησε (τρία χρόνια πριν τον είχαν τιμήσει οι οπαδοί της με μια πλακέτα, πολλά πανό και αγκαλιές στην Κούρβα Νορντ). Στο καθιερωμένο καλοκαιρινό Τροφέο Ναράνχα στο Μεστάγια, ο αγαπημένος Κλαούντιο Λόπες ήταν ο μεγάλος καλεσμένος.  Πιο πολύ όμως ακόμα και από τον ιστορικό «Eλ Πιόχο» αποθεώθηκε ο Εσπανιέτα που βγήκε τελευταίος στο γήπεδο σε ένα «πασέο», με τον κόσμο, τους παίκτες και τη διοίκηση να τον αποθεώνουν. Σαν να είναι αυτός ο μεγαλύτερος σταρ της ομάδας και όχι απλά ένας εργάτης. 55 χρόνια προσφοράς που κέρδισαν όλους τους ανθρώπους και το αντίο που του άξιζε, με τους ανθρώπους του συλλόγου να τον πετούν στον αέρα του Μεστάγια:

Η Δευτέρα του Ντιέγκο Κόστα

  [3 Σχόλια]

diegocosta3

Το ξυπνητήρι χτύπησε στις 9.15. Ο 27χρονος Ντιέγκο Κόστα σχεδόν πετάχτηκε από το κρεβάτι. Το πρώτο παιχνίδι της χρονιάς είχε φτάσει. Περίμενε αυτή τη μέρα να ξημερώσει εδώ και αρκετό καιρό. Η περίοδος της προετοιμασίας είναι η χειρότερη του. Τρέξιμο, τακτική, γυμναστήριο, πασούλες και «ήρεμα παιδιά με τα τάκλιν, μη χτυπήσει κανένας». Αν ήθελε τέτοια ζωή γινόταν και δημόσιος υπάλληλος.

Φόρεσε τις παντόφλες του, ίσιωσε το καδράκι με την ατάκα του Βινς Λομπάρντι («Άμα η νίκη δεν είναι το παν, γιατί κρατάνε σκορ;») που κρέμεται πάνω από το κρεβάτι του και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Εκεί, επεξεργάστηκε για λίγο τον εαυτό του στον καθρέφτη. Ένιωσε έκπληξη με αυτό που αντίκρισε. Ένιωθε πιο φρέσκος και ανανεωμένος από ποτέ. Τόσο φρέσκος που κάποιος που δεν ξέρει την πραγματική του ηλικία μπορεί και να τον έκανε και 32 χρονών. Χαμογέλασε αλλά μόνο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Τα χαμόγελα είναι για τους φλούφληδες και για τους παρουσιαστές της τηλεόρασης.

Γύρισε στο δωμάτιο του με σκοπό να ντυθεί αλλά κοντοστάθηκε στο κομοδίνο κοιτώντας τη φωτογραφία ενός χαριτωμένου γιορκσάιρ τεριέ που τον κοιτούσε με το πιο αθώο βλέμμα στην ιστορία αυτού του πλανήτη. Για μια στιγμή κάτι έσπασε μέσα του. Πριν τα μάτια του γίνουν υγρά, γύρισε με πείσμα το βλέμμα του προς την αντίθετη κατεύθυνση. Θυμήθηκε τα λάστιχα της Πόρσε πάνω στο μικροσκοπικό σώμα του και ασυναίσθητα έσφιξε τις γροθιές και στράβωσε το στόμα. Αμέσως μετά θυμήθηκε ότι αυτός οδηγούσε την Πόρσε. Τα μάτια του έκλεισαν απογοητευμένα με δύναμη, οι γροθιές του χαλάρωσαν, δυο νέες μικρές ρυτίδες εμφανίστηκαν στο πρόσωπο του. Πλέον έμοιαζε με 35χρονο που έχει μόλις γυρίσει από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Με τα πόδια.

diegocosta

Άνοιξε το ψυγείο ψάχνοντας κάτι να τσιμπήσει. Εστίασε πρώτα στο ράφι που βρισκόταν το ζελέ, πλησίασε το δάχτυλο, το ακούμπησε ελαφρά και σπατάλησε τα υπόλοιπα δυο λεπτά χαζεύοντας το να τρέμει μπροστά του. Χαμογέλασε ξανά φευγαλέα. Ένα δευτερόλεπτο μετά ήταν πάλι τσατισμένος. Δεν ήξερε το λόγο. Έκλεισε την πόρτα του ψυγείου και παρέμεινε εκεί, όρθιος και ακίνητος, για πέντε λεπτά προσπαθώντας να θυμηθεί γιατί είναι τσατισμένος. Δεν τα κατάφερε. Ένιωσε κουρασμένος από την προσπάθεια. Αποφάσισε να βγει μια βόλτα. Πριν ανοίξει την εξώπορτα έριξε μια ακόμα ματιά στον καθρέφτη του. Τώρα ναι, αναγνώριζε πλήρως τον εαυτό του. Είχε πλέον τη γνώριμη ταλαιπωρημένη και τσατισμένη μάπα την οποία κουβαλάει υπομονετικά εδώ και 36 χρόνια.

Στα αποδυτήρια του Στάμφορντ Μπριτζ αργά το απόγευμα έμαθε ότι θα ξεκινήσει βασικός. Βγήκε για προθέρμανση, τσέκαρε με προσοχή τους παίκτες της Γουέστ Χαμ και ένιωσε θυμωμένος. Προσπάθησε να θυμηθεί γιατί είναι θυμωμένος και με ποιον απ’όλους. Δεν τα κατάφερε. Τσατίστηκε που δεν τα κατάφερε. Έπεισε τον εαυτό του να το ξεχάσει και να αφοσιωθεί στο ματς. Μια ακόμα μάχη ξεκινούσε, μια μάχη που έπρεπε να κερδίσει με κάθε δυνατό τρόπο.

Στο 19ο λεπτό ο Όσκαρ έπεσε στην περιοχή. Ο Ντιέγκο είδε πέναλτι. Ο διαιτητής είδε βουτιά. Ο Βραζιλιάνος διαμαρτυρήθηκε. Ο διαιτητής του έβγαλε αμέσως κάρτα. (Κάποιοι κακεντρεχείς θα πούνε ότι η πρώτη του κάρτα για φέτος άργησε 19 ολόκληρα λεπτά, άρα μπορείς να το αποκαλέσεις και επιτυχία.) Οι νέοι κανονισμοί της Πρέμιερ Λιγκ δίνουν το δικαίωμα στον διαιτητή να τιμωρήσει έναν παίκτη αν αυτός αντιδράσει σε κάποια απόφαση του. Ο Ντιέγκο Κόστα δεν διάβασε τους νέους κανονισμούς, είναι 38 χρονών ποδοσφαιριστής, δεν γίνεται να ασχολείται με τέτοια θέματα. Αν ήθελε να διαβάζει μεγάλα δυσανάγνωστα κείμενα γινόταν και δικηγόρος.

 diegocosta5

Στο 67ο λεπτό και με το σκορ στο 1-0 ο τερματοφύλακας της Γουέστ Χαμ προσπάθησε να αποφύγει την πίεση του και να διώξει τη μπάλα. Ο Ντιέγκο δεν το σκέφτηκε πολύ και έπεσε για τάκλιν. Δεν βρήκε μπάλα. Δεν βρήκε παπούτσι. Δεν βρήκε αστράγαλο. Βρήκε λίγο παραπάνω. Ο τερματοφύλακας σωριάστηκε στο έδαφος από τον πόνο. Οι παίκτες της Γουέστ Χαμ ζήτησαν κάρτα. Ο διαιτητής είδε το ταλαιπωρημένο πρόσωπο του 39χρονου Ντιέγκο που φώναζε χωρίς να ανοίξει το στόμα του «έλα μωρέ, συμβαίνουν αυτά, άντρες είμαστε» και αποφάσισε να τον κρατήσει στο παιχνίδι.

Στο ίντερνετ χιλιάδες άνθρωποι από διαφορετικά μέρη του πλανήτη πληκτρολογούσαν λεξούλες που κάποιος θα μπορούσε να τοποθετήσει πολύ ψηλά στην «Κλίμακα μπινελικιών του Γιάννη Ιωαννίδη». Κάποιοι ευέξαπτοι χρήστες τον αποκάλεσαν «τσόγλανο μπάσταρδο!!!», κάποιοι άλλοι, πιο ευγενικοί και θιασώτες της πολιτικής ορθότητας, τον χαρακτήρισαν «τσόγλανο μπάσταρδο», παραλείποντας τα θαυμαστικά.

diegocosta4

Το θέμα όμως είναι πως μετά από 67 λεπτά άνευρου και ανελέητα χαλαρού αγώνα, στον οποίο είχε ελάχιστη συμμετοχή ως τότε, ένιωσε επιτέλους ζωντανός. Ένα λεπτό πριν λήξει το παιχνίδι, δέχτηκε τη μπάλα λίγο έξω από την περιοχή, γύρισε μέτωπο προς αυτή και με ένα δεξί συρτό σουτ στη γωνία έδωσε στην Τσέλσι τους πρώτους τρεις βαθμούς της. Στο τέλος του αγώνα όλο το γήπεδο τον αποθέωσε, φωνάζοντας ρυθμικά το όνομα του.

Ο 42χρονος Ντιέγκο Κόστα γύρισε σπίτι μετά τα μεσάνυχτα, εξουθενωμένος αλλά ικανοποιημένος. Μια ακόμα μάχη είχε δοθεί και είχε κερδηθεί. Πριν πέσει στο κρεβάτι έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Φαινόταν πραγματικά πολύ ταλαιπωρημένος. Μια νέα ρυτίδα είχε εμφανιστεί στο αριστερό ζυγωματικό του. Σκέφτηκε για λίγο να χαμογελάσει στον εαυτό του για να τον επιβραβεύσει άλλα με ένα νοητό τάκλιν έδιωξε αμέσως τη φλώρικη ιδέα από το μυαλό του. Τα χαμόγελα είναι για τα μοντέλα και τον Ροναλντίνιο. Ξάπλωσε σκεπτόμενος την επόμενη μάχη και εκείνη την καταραμένη Πόρσε που πάτησε το αγαπημένο του σκυλί. Μετά θυμήθηκε ότι αυτός ήταν ο οδηγός. Αποκοιμήθηκε θυμωμένος με τον εαυτό του.

Όταν η Λιντς και η Στουτγκάρδη βρέθηκαν στο Καμπ Νου κατά λάθος

  [4 Σχόλια]

Θα πάμε αρκετά χρόνια πίσω. Για την ακρίβεια στο 1992. Το Τσάμπιονς Λιγκ απείχε έτη φωτός από την τωρινή του εικόνα και σε αυτό αγωνίζονταν μόνο οι πρωταθλήτριες ομάδες κάθε χώρας. Κάτι που έδινε -σε μεγάλο βαθμό- το δικαίωμα στο όνειρο (σχεδόν) σε όλα τα κλαμπ που έπαιρναν μέρος στη διοργάνωση. Η Λιντς Γιουνάιτεντ του Χάουαρντ Γουίλκινσον έχοντας κατακτήσει το πρωτάθλημα την προηγούμενη σεζόν και με παικταράδες όπως ο Καντονά, ο Γκάρι Σπιντ, ο Γκάρι Μακάλιστερ και ο Γκόρντον Στράχαν στο ρόστερ της θα κληθεί να αντιμετωπίσει τη Στουτγκάρδη του Κριστόφ Ντουμ. Το πρώτο παιχνίδι διεξήχθη στη Γερμανία και τα «παγώνια» έχοντας σε τραγική μέρα τον Ερίκ Καντονά (πριν πάρει το χρίσμα του Βασιλιά), γνώρισαν την ήττα, εύκολα, με 3-0. Στη ρεβάνς του Έλαν Ρόουντ οι Άγγλοι άνοιξαν το σκορ νωρίς στο 17′ με τον Σπιντ αλλά το γκολ του μέσου της Στουτγκάρδης, Αντρέα Μπουκ λίγα λεπτά αργότερα έριξε τη Λιντς στα σχοινιά, με τον αποκλεισμό να βρίσκεται πολύ κοντά για το ιστορικό κλαμπ. Τελικά η Αγγλική ομάδα κέρδισε με 4-1, σκορ που δεν της έδινε τη μεγάλη πρόκριση. Ή μήπως την έδινε; Σας μπερδεύω και έχετε δίκιο. Ας δούμε την ιστορία.

shutt-batty_0

Μετά το τέλος της αναμέτρησης και ενώ κανονικά η Γερμανική ομάδα θα έπρεπε να έχει πάρει την πρόκριση, στη Ζυρίχη  είχαμε μαραθώνιο συζητήσεων για το ματς και για το ποιος τελικά έπρεπε να προκριθεί. Εντός του γηπέδου, οι Γερμανοί είχαν πάρει μια πανάξια πρόκριση αλλά είχαν κάνει το λάθος να χρησιμοποιήσουν παίκτη που δεν είχε το δικαίωμα. Και κάπου εδώ αρχίζει το τραγελαφικό της υπόθεσης. Βρισκόμαστε -το τονίζω- προ εποχής Μπόσμαν και οι ομάδες δεν έχουν το δικαίωμα να έχουν στο ρόστερ τους πάνω από τρεις ξένους ποδοσφαιριστές. Οι συζητήσεις κράτησαν περίπου πέντε ώρες και υπήρχαν δύο τινά (στην αρχή). Να πάρει την πρόκριση η Λιντς ή να πάρει την πρόκριση η Λιντς (και πάλι) αλλά να υπάρχει και χρηματικό πρόστιμο στη Γερμανική ομάδα. Η πίεση των Γερμανών ήταν αφόρητη προς την UEFA και τελικά δεν συνέβη τίποτα από τα δύο. Η Γερμανική ομάδα  μπορεί να έχασε τον αγώνα στα χαρτιά (με 3-0 κατά) αλλά ουδείς γνώριζε ποιος και πως θα έπαιρνε τελικά την πρόκριση. Το συνολικό σκορ άλλωστε ήταν 3-3 χωρίς εκτός έδρας γκολ, ουσιαστικά με μόλις ένα παιχνίδι να έχει κριθεί στο γήπεδο. Το τελικό πόρισμα θα έκανε και την ΕΠΟ να σκάσει από τα γέλια μιας και αποφασίστηκε η πρόκριση να ξεκαθαρίσει σε τρίτο παιχνίδι, στο ιστορικό γήπεδο της Μπαρτσελόνα στην Καταλωνία. Οι κανονισμοί ήταν απλοί (τρεις ξένοι και ακόμα δύο που να έχουν συμπληρώσει πέντε χρόνια στη χώρα της ομάδας τους μαζί με τρία στο επίπεδο της χώρας τους στις εθνικές u-19). O συγκεκριμένος κανόνας ήταν σίγουρα σκληρός αλλά είχε γίνει αποδεκτός από όλους, με τους Άγγλους να βρίσκονται μάλιστα σε χειρότερη θέση από τις άλλες μεγάλες ποδοσφαιρικές χώρες (Ιταλία, Γερμανία, Ισπανία) λόγω των παικτών που προέρχονταν από τη Βρετανία (Ουαλία, Σκωτία και Ιρλανδία), που πολλές φορές στερούσαν το δικαίωμα σε μια μεταγραφή κάποιου σούπερ ταλαντούχου Λατίνου ή του στερούσαν το δικαίωμα να αγωνιστεί ακόμα και αν είχε αποκτηθεί. Οι Γερμανοί στη Ζυρίχη είχαν προσπαθήσει να χρησιμοποιήσουν υπέρ τους (ανεπιτυχώς) την περίπτωση του Ουαλού Γκάρι Σπιντ της Λιντς και να πάρουν την πρόκριση στα χαρτιά. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους πάντως και οι δύο ομάδες είχαν την αίσθηση του αδικημένου και του ευνοημένου.

Για την ιστορία στον «τελικό» του Καμπ Νου η Λιντς επικράτησε της Στουτγκάρδης με 2-1 χάρις στα τέρματα των Γκόρντον Στράχαν και Καρλ Σατ και πήρε την μεγάλη πρόκριση για την επόμενη φάση. Ο Σατ είχε περάσει στο γήπεδο στο 75′ στη θέση του Καντονά και σκόραρε δύο λεπτά αργότερα το δεύτερο (και νικητήριο γκολ της Λιντς) στη δεύτερή του επαφή με τη μπάλα. Ακόμα και σήμερα θεωρεί αυτό το γκολ ως το σπουδαιότερο της καριέρας του.

Πώς η φιλοσοφία μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου: Η περίπτωση Χατέμ Μπεν Αρφά

  [3 Σχόλια]

d-220605-capture-d-ecran-2016-04-14-a-172121

Ο Ρομπέρ Βαλέτ, ο προπονητής που τον γνώρισε 15χρονο στη Λυών, λέει γι΄αυτόν ότι διάβαζε πάντα πολύ –τότε, πόσο ταιριαστό, διάβαζε τον Μικρό Πρίγκιπα. Είκοσι χρονών, λίγο πριν βραβευτεί ως πιο ελπιδοφόρος παίκτης του γαλλικού πρωταθλήματος, αποκάλυψε ότι του άρεσε ο Νίτσε. Το 2012, όταν μάγευε με τη Νιουκάστλ, διάβαζε Σπινόζα και Καντ –κι όταν δυσκολευόταν, και δυσκολευόταν δικαίως, έψαχνε στο ίντερνετ για να καταλάβει καλύτερα. Πρόσφατα, σε μια συνέντευξή του στη Gazzetta Dello Sport, επανήλθε: «Οι συγγραφείς που ανοίγουν το μυαλό, σου προσφέρουν νέες προοπτικές. Ξέρω πως μπορεί να φαίνεται αστείος ένας ποδοσφαιριστής που διαβάζει ποίηση ή φιλοσοφία, αλλά, πριν ένα χρόνο, όταν είχα πιάσει πάτο, βρήκα τη δύναμη να συνέλθω χάρη στον Νίτσε ή τον Σωκράτη».

Δεν ξέρω αν η αγάπη του Χατέμ Μπεν Αρφά για τη φιλοσοφία ή η πληροφορία ότι πλουτίζει τη βιβλιοθήκη του με βιβλία που βρίσκει ξεχασμένα σε μπαρ και εστιατόρια (!), προκαλούν το γέλιο, εγώ θέλω να τον πιστέψω. Πρώτα απ΄όλα επειδή τον συμπαθώ. Μετά, επειδή η ενασχόληση με τη φιλοσοφία μοιάζει, επιτέλους, να δουλεύει: όχι μόνο επειδή έφυγε από την προηγούμενη ομάδα του, τη Νις, σαν φίλος –πράγμα που δεν του έχει ξανασυμβεί–, όχι μόνο επειδή πήρε μεταγραφή σε μια από τις πιο φιλόδοξες και πλούσιες ομάδες της Ευρώπης, την Παρί Σεν Ζερμέν, αλλά κι επειδή εμφανίζεται παντού με ένα πλατύ χαμόγελο που δίνει την εντύπωση ότι έχει περισσότερα δόντια από το κανονικό.

Ο Χατέμ υπήρξε πρόωρη μεγαλοφυΐα και αυτό ήταν το δράμα του. Γιος παλιού Τυνήσιου διεθνή, γεννήθηκε μέσα στο ποδόσφαιρο. Έπαιζε στους δρόμους του μεσοαστικού παριζιάνικου προαστίου όπου μεγάλωσε, αλλά και με τα αδέρφια του στο σαλόνι του σπιτιού τους –η μαμά τερματοφύλακας. Εφτά χρονών βγάζει το πρώτο του δελτίο. Είναι γρήγορος, τεχνικός, παίζει με το κεφάλι ψηλά, ντριπλάρει προκλητικά. Κι είναι, μοιραία, ατομιστής. Στα 12 –μοναδική περίπτωση, η κατώτερη ηλικία είναι τα 13– γίνεται δεκτός στο Εθνικό Ινστιτούτο Ποδοσφαίρου, την ακαδημία όπου προετοιμάζεται η ελίτ του γαλλικού ποδοσφαίρου. Τον συνοδεύει η βαριά ευθύνη του ταλέντου του, είναι ήδη ο «Νέος Ζιντάν». Ατζέντηδες γαλλικών, αγγλικών, ιταλικών ομάδων του κάνουν ήδη τα γλυκά μάτια κάθε σαββατοκύριακο που γυρνάει σπίτι του: «Με ενοχλούν, προτιμώ όταν πηγαίνουν να δουν κατευθείαν τους γονείς μου».

Για τρία χρόνια ζει εσωτερικός στο Ινστιτούτο. Ήταν ο πιο μικρός κι ο πιο κοντός, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να ξεχωρίζει, με κάθε τρόπο. Σε ένα μυθικό βίντεο, τον βλέπουμε να προκαλεί έναν εξίσου ταλαντούχο συμμαθητή του, τον Αμπού Ντιαμπί. Δεν πτοείται που ο Ντιαμπί τον περνάει δυο κεφάλια και χρειάζεται η επέμβαση πέντε-έξι άλλων (διακρίνουμε τον Ρικαρντό Φατί, που πέρασε από τον Άρη), ώστε να κλειστεί στο μπαλκόνι και να αποφευχθεί το ξύλο: «Είμαι λίγο νευρικός. Είναι η φύση μου. Από μικρός τσατίζομαι εύκολα, έτσι είμαι φτιαγμένος».

Ήταν μόλις 15 χρονών και διηγήθηκε, χωρίς να το ξέρει, τα επόμενα δεκατρία χρόνια της ζωής του. Το καλοκαίρι του 2002, κι ενώ τον θέλουν πολλές ομάδες, θα διαλέξει την ακαδημία της σπουδαίας, τότε, Λυών. Παίζει στην πρώτη ομάδα μόλις 17 ετών, δίπλα σε αστέρια όπως ο Ζουνίνιο Περναμπουκάνο, σκοράρει, δίνει ασίστ, συχνά εντυπωσιάζει, κερδίζει τέσσερα σερί πρωταθλήματα αλλά δεν παίζει όσο συχνά θα ήθελε. Ψυχραίνεται με τον Μπενζεμά, παίζει ξύλο με τον Σεμπαστιάν Σκιλατσί, μουτρώνει στους προπονητές του. Τον Ιούνιο του 2008, έρχεται στα μαχαίρια με τον πρόεδρο της Λυών που «τον έχει σαν παιδί του», προκειμένου να πάει στη Μαρσέιγ. Όλοι, φίλοι κι εχθροί, θα συμφωνήσουν μετά ότι βιάστηκε. «Ο Χατέμ ήταν ο Μέσι, τον έχω δει να κάνει απίστευτα πράγματα στο γήπεδο, αλλά δεν έκανε σωστές επιλογές. Δεν έπρεπε να φύγει τόσο νωρίς από τη Λυών»: μιλάει ο Μπενζεμά. Την ίδια εποχή, οι μεταφυσικές του ανησυχίες τον οδηγούν να ψαχτεί σε ένα μυστικιστικό, ειρηνικό παρακλάδι του Ισλάμ, ο ίδιος θα μιλήσει μετά για σέχτα. Αυτό πιθανότατα αποθάρρυνε τον Αρσέν Βενγκέρ από το να τον πάρει στην Άρσεναλ.

Ben-Arfa

Στη Μαρσέιγ, μετά από δυο μήνες σχετικής ηρεμίας –πρόλαβε να τσακωθεί, ίσως και να πλακωθεί, με τον Σισέ και τον Μ΄Μπαμί–, νέος κύκλος αίματος. Ο Γκερέτς τον αφήνει στον πάγκο στο ντέρμπι με την Παρί Σεν Ζερμέν. Στο δεύτερο ημίχρονο, σκορ 2-2, του ζητάει να ζεσταθεί για να μπει, αυτός αρνείται: «Πρώτη φορά μου συμβαίνει αυτό στην προπονητική μου καριέρα». Η Μαρσέιγ χάνει 2-4. Η συνέχεια είναι δύσκολη, με κάποια πολύ φωτεινά διαλείμματα. Την επόμενη χρονιά αντιδρά εξίσου πρωτότυπα σε κάποιες παρατηρήσεις του νέου του προπονητή, Ντιντιέ Ντεσάν: «Μου σπας τ΄αρχίδια». Κερδίζει το πέμπτο του πρωτάθλημα αλλά η Μασσαλία δεν τον σηκώνει, πλέον. Όνειρό του η Αγγλία.

Η διοίκηση κι ο Ντεσάν συμφωνούν αρχικά να τον δώσουν δανεικό στη Νιουκάστλ, μετά αλλάζουν γνώμη, αλλά λίγη σημασία έχει. Ο Μπεν Αρφά απέχει από τις προπονήσεις, γυρνάει στο Παρίσι και γυμνάζεται μόνος του περιμένοντας να γίνει το δικό του. Οι κατάρες των μαρσεγιέζων τον συνοδεύουν στην Αγγλία: προλαβαίνει να παίξει τέσσερα ματς πριν συναντήσει στον δρόμο του τον σεσημασμένο Νάιτζελ ντε Γιονγκ. Ουσιαστικά, θα κάνει έναν χρόνο να ξαναπαίξει αλλά, όταν γυρίζει, αποδεικνύει ότι η μπάλα δεν ξεχνιέται. Μερικά μαγικά γκολ μοιάζουν να δικαιώνουν τη Νιουκάστλ που τον αγόρασε όσο ανάρρωνε από το διπλό κάταγμα. Ο προπονητής του, Άλαν Πάρντιου, τον λατρεύει, όπως όλοι μας.

Μέχρι που δεν τον λατρεύει πια. Τσατίλας και ξεροκέφαλος κι ο ίδιος, ανέχεται όλο και λιγότερο τα καπρίτσια του Μπεν Αρφά, τους συνεχείς τραυματισμούς του, το θράσος του. Μετά από ένα 4-0 με τη Μάντσεστρ Γιουνάιτεντ, ο παίκτης υποδεικνύει στον προπονητή να αλλάξει σύστημα παιχνιδιού –φτάνουν πια οι βαθιές σέντρες, κόουτς. Πέφτει σε δυσμένεια, τον στέλνουν πίσω στο Παρίσι και ψάχνουν να τον ξεφορτωθούν. Πάει δανεικός στη Χαλ Σίτι, όπου, φρίξον ήλιε, τον βρίσκουν αργό και ανάξιο για το επίπεδο της ομάδας. Αυτός είναι ο πάτος για τον οποίον μίλησε ο Χατέμ; Όχι ακόμη.

Τέλος του 2014, κι ενώ έχει τσακωθεί και με την οικογένειά του, μένει χωρίς ομάδα. Συμφωνεί με τη Νις. Πρόβλημα: έχει παίξει ένα ξεχασμένο φιλικό με τη φανέλα της Νιουκάστλ πριν πάει στη Χαλ κι απαγορεύεται να παίξει για τρίτη ομάδα σε μια σεζόν. Τα λόγια του προέδρου της επιτροπής που κρίνει την υπόθεση ακούγονται σαδιστικά: «Λέτε πως δικαιολογείται επειδή είναι νέος; 27 ετών; Στην εποχή μου, στον Πόλεμο της Αλγερίας έστελναν στο μέτωπο παλικάρια 17-18 χρονών».

Ο Χατέμ Μπεν Αρφά δεν είναι πια νέος και σκέφτεται ήδη να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο. Ευτυχώς, υπάρχει ο Νίτσε. Κι ο Κλοντ Πυέλ, ο παιδαγωγός προπονητής της Νις, που τον περίμενε έξι μήνες και που τον βοήθησε να γίνει αυτός που είδαμε την προηγούμενη σεζόν, την καλύτερή του μέχρι τώρα: 17 γκολ, 5 ασίστ και αναρίθμητα θύματα.

Ο Μπεν Αρφά είναι από τους πολύ λίγους ποδοσφαιριστές που είναι ειλικρινής στις συνεντεύξεις –πήραμε ήδη δείγμα. Παραδέχεται το προφανές, ότι είναι πολύ εύθραυστος, διαβεβαιώνει ότι είναι πια δυνατός, και κυρίως επαναλαμβάνει, όπως έκανε μικρός, ότι αυτό που ψάχνει στο γήπεδο είναι να δώσει χαρά στην κερκίδα. Όπως ακριβώς και τα είδωλά του –γιατί έχει εκλεκτό γούστο: Κρόιφ, Μαραντόνα, Ρονάλντο, Ροναλντίνιο και, δείγμα της βαθιάς του κουλτούρας, Ομάρ Σίβορι, η Χρυσή Μπάλα του 1961, ο «Μαραντόνα πριν τον Μαραντόνα», ένας βραχύσωμος διάβολος που ντρίπλαρε αλύπητα και με φανερή απόλαυση τους αντιπάλους. Κάθε ομοιότητα τυχαία.

Όπως έχει γράψει ο Νίτσε, «τιμωρούμαστε κυρίως για τις αρετές μας». Ελπίζουμε ότι ο Χατέμ Μπεν Αρφά τιμωρήθηκε ήδη αρκετά.

Το Πιο Άχρηστο Τουρνουά του Κόσμου

  [10 Σχόλια]

Αν ρωτήσεις τον οποιοδήποτε άνθρωπο που «έχει παίξει μπάλα αυτός και ξέρει», τι γίνεται κάθε τέσσερα χρόνια, η απάντηση θα είναι φυσικά «Μουντιάλ». Ενδεχομένως να σου το πει με ύφος Λιονέλ Μέσι όταν δεν του δίνουν φάουλ σε αγώνα στη Λατινική Αμερική. Σε λίγο πιο ψαγμένες περιπτώσεις θα σου πουν και για το «Γιούρο», βεβαίως-βεβαίως. Κάτι νεοχίπστερς θα σ’ ενημερώσουν ότι και το Κόπα Αμέρικα πλέον γίνεται κάθε 4 χρόνια και όχι κάθε 2. Άντε και κανένας που έχει πάει κουβά από το αποτέλεσμα του Γκαμπόν-Λεσότο να σου μιλήσει και για το Κόπα Άφρικα.

olympic-football

Υπάρχει κάτι που ξεχνάμε… ναι διάολε! Αυτό το τέτοιο, το πως το λένε, που πάνε τα άλλα αθλήματα και δεν ξέρω’γω τι. Εύρηκα! Τους Ολυμπιακούς Αγώνες! Οι Ολυμπιακοί είναι η μεγαλύτερη αθλητική μάζωξη του κόσμου, πλην του ποδοσφαίρου (και του τένις και του ράγκμπυ, που δεν είναι ολυμπιακό, αλλά αυτό είναι εκτός θέματος). Για το στίβο είναι το απόλυτο ραντεβού, για το μπάσκετ επίσης η σπουδαιότερη διοργάνωση καθώς εκεί στέλνουν τις καλές τους ομάδες, πράγμα που ξεκίνησε με τη «Ντριμ Τιμ» το 1992 και συνεχίστηκε με τα κακέκτυπά της μετά. Υπάρχει και το ποδόσφαιρο στη διοργάνωση, αλλά μάλλον φαίνεται ότι είναι μια καλή αβάντα που κάνει η ΔΟΕ στους εκάστοτε εργολάβους της διοργανώτριας χώρας.

Το πόσο δε μετράει το ποδόσφαιρο ως ολυμπιακό άθλημα φαίνεται από διάφορα μικρά και μεγάλα πράγματα, όπως ότι η Ισπανία είχε πάρει χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο, αλλά μέχρι το Γιούρο του 2008 θεωρούνταν υπέρτατος λούζερ, ότι ο Μέσι έχει πάρει χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο με την Αργεντινή, αλλά παραμένει η ρετσινιά του «δεν έχει κερδίσει τίποτα με την αλμπισελέστε», ότι η Βραζιλία είναι γιόλο κάθε φορά στη διοργάνωση και συνεχίζει να θεωρείται η πιο πετυχημένη εθνική ομάδα. Δεν έχει νόημα να εξαντλήσω τα παραδείγματα για να φανεί το αυταπόδεικτο.

messi, kun gold

Το οποίο αυταπόδεικτο είναι ότι το ποδόσφαιρο δεν έχει καμία δουλεία στη συγκεκριμένη διοργάνωση, που στην πραγματικότητα περισσότερα μπλεξίματα προκαλεί στα καλεντάρια παρά προσφέρει κάτι. Οι Ολυμπιακοί γίνονται τον Αύγουστο, πράγμα που δεδομένα είναι προβληματικό. Τα περισσότερα πρωταθλήματα αρχίζουν μέσα Αυγούστου και ως εκ τούτου οι «Ολυμπιακοί» (κατά το Μουντιαλικοί) παίχτες και χάνουν την προετοιμασία και έχουν άλλο οργανόγραμμα προπόνησης, φόρμας κτλ. Ειδικά αν οι Ολυμπιακοί συμπίπτουν με άλλη διοργάνωση, τότε γίνεται ένα τρελό πανηγύρι μεταξύ συλλόγων και ομοσπονδιών για το που και πότε θα παίξει ο κάθε παίχτης. Ο φετινός ήρωας μιας τέτοιας ιστορίας είναι ο Νεϋμάρ.

Ο Βραζιλιάνος της Μπάρσα πέρασε μια περίοδο ντεφορμαρίσματος που, εντελώς τυχαία, συνέπεσε με την κουβέντα που γινόταν μεταξύ της Μπαρσελόνα και της Βραζιλιάνικης ομοσπονδίας ποδοσφαίρου για το σε ποιο τουρνουά θα συμμετάσχει με την εθνική του. Αρχικά οι Βραζιλιάνοι ζήτησαν να παίξει ο καλύτερος παίχτης της εθνικής και στο Κόπα Αμέρικα στις ΗΠΑ και στους Ολυμπιακούς του Ρίο. Η Μπαρσελόνα απάντησε με πιο ευγενικό τρόπο: «Δεν πάτε καλά μου φαίνεται». Μετά από μια περίοδο ανταλλαγών φιλοφρονήσεων, τελικά ο Νεϋμάρ θα παίξει μόνο στους Ολυμπιακούς της χώρας του.

neymar-cropped_c7e00segvks51mv388bouow68

Θα λέγαμε ότι είναι μια λογική απόφαση, αν στην πορεία του Κόπα Αμέρικα η Βραζιλία δεν έπαιζε χάλια, δεν αποκλείονταν νωρίς και δεν απολύονταν ο Ντούνκα (το μετράμε ως νίκη του ποδοσφαίρου). Δηλαδή πριν τη διοργάνωση που γίνεται στη χώρα τους, για την οποία πάλεψαν με ένα από τα μεγαλύτερα μπράντ/κλαμπ στον κόσμο για να έχουν τον αστέρα τους, που προετοιμάζονταν 2 χρόνια γι’ αυτό, απέλυσαν τον προπονητή που εμπιστεύθηκαν γι’αυτή τη διοργάνωση, λόγω μιας αποτυχίας σε άλλη διοργάνωση, την οποία υποτίθεται θα άφηναν σε δεύτερη μοίρα επίτηδες (!!!).

Αν δε σας φτάνουν αυτά για το πόσο περιττό είναι το ποδόσφαιρο στους Ολυμπιακούς, προσέξτε το πρόγραμμα. Πολλά ματς, ακόμα και ημιτελικοί ή και τελικοί παίζονται καταμεσήμερο ή απογευματάκι. Τώρα Δεκαπενταύγουστο στην Αθήνα ή τη Βαρκελώνη να παίζεις μπάλα 2 ή 3 η ώρα το μεσημέρι είναι δοκιμασία για πολύ μυημένους. Τουλάχιστον στο Ρίο θα είναι χειμώνας, αλλά ημιτροπικός χειμώνας, και «έλα μωρέ τώρα τόσα λεφτά παίρνουν να πα να παίξουν μπάλα να πούμε».

Όταν η ΦΙΦΑ τελειώσει με τις εσωτερικές εκκαθαρίσεις και αλλάξουν τα κόζα με τη βούλα, ας κάνει κάποιος ένα δώρο στο άθλημα και ας το αποσύρει από τους Ολυμπιακούς.

Το γράμμα του προδομένου οπαδού

  [15 Σχόλια]

bellini-higuain

Είναι η μοίρα του σύγχρονου ποδοσφαίρου να έχει γίνει μια επιχείρηση όπου λίγοι βάζουν το συναίσθημα πάνω από το χρήμα. Γι” αυτό εξαιρέσεις όπως ο Νέντβεντ, ο Τζέραρντ, ο Μπουφόν, ο Γκιγκς, ο Τότι, ο Μπατιστούτα μάς γεμίζουν λίγο παραπάνω από εξίσου καλούς συναδέλφους τους που όμως κάποια στιγμή προτίμησαν το προσωπικό συμφέρον από την αγάπη για έναν σύλλογο. Είναι δικαίωμα του καθενός να προτιμήσει τα χρήματα, την καλύτερη επαγγελματική επιλογή (κι αυτοί που αναφέραμε άλλωστε δεν έπαιζαν τζάμπα), είναι όμως κι αυτό το άτιμο το ποδόσφαιρο κάτι που ακόμα και σήμερα κρατάει κάπου το συναίσθημα και σε κάνει να τιμάς όσους το βλέπουν έτσι.

Ο Γκονζάλο Ιγκουαΐν δεν έκανε όνομα στη Νάπολι, δεν έπαιξε τόσα πολλά χρόνια εκεί, δεν είναι καν Ιταλός. Έχει κάθε δικαιολογία που αποφάσισε μετά τη Ρίβερ και τη Ρεάλ να πάει σε μια ακόμα πολύ μεγάλη ομάδα, μεγαλύτερη από τη Νάπολι. Κάθε δικαιολογία όμως έχει κι ο οπαδός της Νάπολι να νιώσει προδομένος γιατί του έδινε πολύ παραπάνω από ένα χειροκρότημα, του έδινε την ανόθευτη, άνευ όρων αγάπη του. Ειδικά σε ένα μέρος όπως ο «ιδιαίτερος» Νότος της Ιταλίας, εκεί που ένας άλλος Αργεντινός έγινε θεός. Ο Ιγκουαΐν κουβάλησε στις πλάτες του τη Νάπολι, έφτασε πιο κοντά από κάθε άλλον να επαναλάβει τον άθλο του Ντιέγκο (και να εξιλεωθεί στα μάτια των συμπατριωτών του) και λατρεύτηκε. Όλα αυτά όμως ξεχάστηκαν, όταν τα λεφτά από το Τορίνο ήρθαν. Είπαμε, γούστο του, αλλά όποιος έχει νιώσει την φυγή κάποιου ήρωά του δεν μπορεί να το ξεπεράσει έτσι απλά. Όπως ένιωσα βλέποντας τον Ντούσαν με την κόκκινη φόρμα, έτσι θα νιώσει κι ο οπαδός της Νάπολι όταν δει τον «Πιπίτα» με τα ασπρόμαυρα.

13718578_10154560373699349_473116131148113573_n

Μεταξύ αυτών κι ο Ντανιέλε «Ντεσιμπέλ» Μπελίνι. Ένας κλασσικός Ναπολιτάνος που κάνει την ιδανική δουλειά. Είναι ο εκφωνητής του σταδίου Σαν Πάολο, αυτός που ξεσηκώνει τον κόσμο της ομάδας, ένας τυχερός οπαδός που συνδυάζει τη δουλειά του με την αγάπη του. Ένας άνθρωπος που πέρσι βαρέθηκε να φωνάζει το όνομα του Γκονζάλο, καθώς τα κατορθώματα του επιθετικού τον έκαναν να προβοκάρει τους οπαδούς της Νάπολι, με το κοινό του τρομακτικού γηπέδου να θυμίζει ρωμαϊκή αρένα που αποθεώνει τον αγαπημένο της μονομάχο. Εννιά φορές συνεχόμενα, με την τρίχα να σου σηκώνεται:

Ο Μπελίνι ένιωσε κι αυτός προδομένος από την φυγή του Γκονζάλο. Θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια που έγραφε σαν γνήσιος Ιταλιάνος ραβασάκια στις κοπέλες στο σχολείο και έγραψε τη δική του «κάρτα» για τον πρώην (πλέον) αγαπημένο του, εξηγώντας με απλά και όμορφα λόγια τη σχέση οπαδού-επαγγελματία ποδοσφαιριστή και τι τελικά έχει σημασία για τον κάθε φίλαθλο:

«Όταν ήμουν μικρός ερωτευόμουν πάντα τις πιο ωραίες του σχολείου. Ήμουν κοντός και δεν ήμουν όμορφος και παρά τα γράμματα αγάπης που τους έγραφα και την διάθεσή μου να κουβαλάω τις τσάντες του δεν είχα κανένα αποτέλεσμα. Σήμερα, έχω αλλάξει, αγάπησα την Βάλε και με αγαπάει κι αυτή και έχουμε σχεδόν δυο γιους (λέω σχεδόν γιατί ο Λορέντσο θα μας έρθει τον Σεπτέμβριο).

Όταν ερωτευόμουν και δεν είχα ανταπόκριση, πληγωνόμουν; Ναι. Όταν το κορίτσι που αγαπούσα με αγνοούσε, έλεγα σε όλους ότι έτσι κι αλλιώς δεν ενδιαφερόμουν γι” αυτήν; Ναι, επίσης.

Γιατί το έλεγα; Επειδή κάποιες φορές ερωτευόμαστε κάποιον ή κάτι που δεν θέλει να τον ερωτεύονται. Μπορεί να περάσεις μαζί του ένα ωραίο απόγευμα ή δυο χρονιές, αλλά χωρίς αγάπη. Δίνουν και παίρνουν, τους αποκαλούν επαγγελματίες. Δεν μπορώ να αρνηθώ ότι πανηγύρισα και σχεδόν έκλαψα από χαρά για τον Ιγκουαΐν (ειδικά την μέρα του ρεκόρ) και δεν μπορώ να αρνηθώ ότι όσα άκουσα και διάβασα με απογοήτευσαν, αλλά όπως λέω πάντα, η δύναμη της Νάπολι είναι οι οπαδοί της.

Έχουμε πέσει και έχουμε σηκωθεί πολλές φορές. Στο λεξιλόγιό μας δεν υπάρχει «η δουλειά», υπάρχει «η μάχη». Είμαστε συνηθισμένοι να υποφέρουμε. Οι πρωταθλητές έρχονται και παρέρχονται, αλλά οι οπαδοί στις εξέδρες με τις φανέλες τους γαλάζιες όπως ο ουρανός θα βρίσκονται για πάντα εκεί».