Ο άνθρωπος που ξεγέλασε το θάνατο

  [Καθόλου σχόλια]

Όσο κάποιος μεγαλώνει, τόσο τείνει να θυμάται με περισσότερη νοσταλγία το παρελθόν, να κάνει μόνιμα συγκρίσεις με το παρόν (με το τελευταίο πάντα να χάνει). Μπορεί να έχω άδικο, μπορεί όμως να μην υπερβάλλω και όντως οι ταινίες που έβγαιναν παλιότερα να ήταν καλύτερες. Τουλάχιστον για τη χρονιά του 1999 θα επιμείνω. Fight Club, Matrix, American Beauty, Being John Malkovich, Virgin Suicides και πολλές ακόμα. Ανάμεσά τους και η Μανόλια του Πολ Τόμας Άντερσον. Μια ταινία με παράλληλες ιστορίες που συνδέονται κάπως μεταξύ τους, γεμάτες απίστευτες συμπτώσεις. Στην αρχή της ταινίας, ο αφηγητής κλείνει τον πρόλογό του λέγοντας: «Και είναι η γνώμη αυτού του ταπεινού αφηγητή ότι αυτό δεν είναι «Κάτι που συνέβη». Δεν μπορεί να είναι «Ένα από αυτά τα πράγματα». Ας μην είναι κάτι τέτοιο. Δεν ήταν απλά ένα θέμα τύχης, ένα από αυτά τα περίεργα πράγματα που συμβαίνουν συνέχεια».

Δεν νομίζω ότι ο Άντερσον παρακολουθούσε ποδόσφαιρο εκείνα τα χρόνια. Ούτε ότι εκείνη την Τετάρτη 17 Ιουλίου 1996 έτυχε να δει έναν καλοντύμενο τύπο να μιλάει σπαστά αγγλικά με έντονη ιταλική προφορά στο αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης. Στα 23 του ο Κριστιάν Πανούτσι είχε ήδη γίνει γνωστός στο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Κάποιοι από μας τον είχαν μάθει με άσχημο τρόπο το 1994 όταν με δυο δικά του γκολ η Μίλαν ανέτρεψε το γκολ του Σαβέβσκι στην Τεργέστη και εν πολλοίς έκαναν τον Καπέλο να του δώσει κι άλλες ευκαιρίες και να καθιερωθεί. Ο Πανούτσι είχε έρθει στη Μίλαν ως ένας ταλαντούχος παίκτης με ηγετικό χαρακτήρα, ως ο διάδοχος του Μάουρο Τασότι.

Εκείνη την Τετάρτη, ο Πανούτσι ήταν μέσα στα νεύρα. Βλέπετε ο Τσέζαρε Μαλντίνι τον είχε καλέσει στην ολυμπιακή εθνική της Ιταλίας, τον είχε κάνει και αρχηγό για τους αγώνες της Ατλάντα, αλλά ο Πανούτσι τραυματίστηκε και έμεινε νοκ άουτ. Μάζεψε τα πράγματά του, στενοχωρημένος που θα έχανε τη μεγάλη γιορτή και πέταξε από τη Τζόρτζια στη Νέα Υόρκη. Θα επέστρεφε στην Ιταλία για να εξεταστεί και μάλλον να κάνει επέμβαση στο γόνατο. Εκεί χτύπησε ο δαίμονας της Alitalia που ως γνωστόν χάνει βαλίτσες με μεγαλύτερη συχνότητα από τις ευκαιρίες του Ιγκουαΐν σε τελικούς. Ο Πανούτσι μάταια περίμενε τις αποσκευές του και ο χρόνος άρχισε να πιέζει. Μίλησε με τους υπεύθυνους και του είπαν ότι αν ήθελε να περιμένει, θα μπορούσε να πάρει μια άλλη πτήση από το Νιούαρκ, περίπου καμιά ώρα μακριά. Το πλεονέκτημα ήταν ότι η συγκεκριμένη πτήση πήγαινε απευθείας Μιλάνο και όχι Παρίσι όπως η κανονική του. Ο Πανούτσι ζοχαδιασμένος για το ρεσιτάλ γκαντεμιάς του αποφάσισε να πάρει τη δεύτερη πτήση και έφυγε για το Νιου Τζέρσι για να πάει στο άλλο αεροδρόμιο.

Σε ένα από τα πιο μυστηριώδη συμβάντα όλων των εποχών, η πτήση 800 της TWA για Παρίσι δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της. Λίγη ώρα μετά την απογείωσή της μια έκρηξη έκοψε στα δύο το αεροπλάνο. 230 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, σε ένα δυστύχημα που προκάλεσε την μεγαλύτερη έρευνα ποτέ για αεροπορικό συμβάν και ακόμα και μετά τα επίσημα αποτελέσματα, πολλοί είναι αυτοί που διαφωνούν (για περισσότερες λεπτομέρειες και όλες τις θεωρίες συνωμοσίας ή μη, εδώ).  Το γεγονός επισκίασε εν μέρει μέχρι και τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα.

«Μοιάζει με θαύμα. Θα ήμουν πάνω σε εκείνο το αεροπλάνο. Όταν προσγειώθηκα στο Μιλάνο είδα μια αεροσυνοδό να κλαίει και τη ρώτησα τι έγινε. Όταν μου το είπε, κατάλαβα ότι ήταν το δικό μου αεροπλάνο. Ήταν σαν ένα χτύπημα στην καρδιά. Μέχρι εκείνη την ώρα σκεφτόμουν μόνο το γόνατό μου, όλα άλλαξαν και δεν μπορούσα να πιστέψω την τύχη μου»

Ο Πανούτσι που μέχρι πριν λίγη ώρα έβριζε την τύχη του, δεν μπορούσε να πιστέψει πώς γλίτωσε από μία σύμπτωση. Μόλις στα 23 του είχε πάει στη Ρεάλ Μαδρίτης και το «η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής σου» ήταν πέρα για πέρα αλήθεια. Ο Καπέλο τον είχε πάρει και εκεί. Κατέκτησε ένα πρωτάθλημα στην Ισπανία και τη Λα Σέπτιμα, παίζοντας βασικός στον τελικό του Άμστερνταμ απέναντι στη Γιουβέντους. Έμεινε και μετά τον Καπέλο, αλλά με Χάινκες και Χίντινγκ δεν τα πήγαινε καλά. Μετάνιωσε όμως που έφυγε από τη Μαδρίτη. Στην Ίντερ μάλωσε νωρίς με τον Λίπι και σε ένα ματς αρνήθηκε να μπει αλλαγή. Έπαιξε και στην Αγγλία με την Τσέλσι, αρκετά χρόνια με τη Ρόμα κατακτώντας δυο κύπελλα (ενώ με τα 29 του γκολ, είναι ο αμυντικός με τα περισσότερα στην ιστορία του συλλόγου). Εκεί που πάλι τον κάλεσε ο Φάμπιο Καπέλο, το άλτερ έγκο του. Ιδιόρρυθμος χαρακτήρας (γι’ αυτό ίσως τα βρήκε τόσο καλά με τον Φάμπιο), ήρθε σε κόντρες με πολλούς προπονητές, από τον Σάκι μέχρι τον Λίπι. Στα χρόνια της Αγγλίας παραλίγο να έρθει στα χέρια με τον Τζίμι Φλόιντ Χάσελμπαινκ σε μια ήττα με 2-0 με τη Λέστερ, ενώ στη Ρόμα αρπάχτηκε με τον Ακουιλάνι. Έχοντας περάσει αυτή τη στιγμή, έβλεπε αλλιώς τη ζωή, δεν μασούσε τα λόγια του.

Πολλοί λένε ότι θα είχε κάνει μεγαλύτερη καριέρα αν δεν ήταν ένας επαναστάτης των αποδυτηρίων, αν δεν έκανε κριτική σε συμπαίκτες και προπονητές και ήταν πιο διπλωματικός. Ο Κριστιάν Πανούτσι όμως, παρά τα πρωταθλήματα και τα Τσάμπιονς Λιγκ μπορεί να πει ότι ξεγέλασε και τον θάνατο. Κι όπως θα έλεγε ο αφηγητής στη Μανόλια, δεν ήταν απλά ένα θέμα τύχης.

Σώζοντας την ομάδα και την πόλη

  [Καθόλου σχόλια]

Στα παράλια της Βόρειας θάλασσας, κοντά στο Μίντλεσμπρο και το Νιούκαστλ βρίσκεται η παραλιακή πόλη του Χάρτλπουλ. Όταν λέμε παραλιακή βέβαια, μη σκέφτεστε καταγάλανα νερά και λαμπερές αμμουδιές. Όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τους 20 βαθμούς γίνεται πάρτι. Μια πόλη που ζει από τη βιομηχανία και το λιμάνι της. Μια πόλη που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς εξαιτίας των ναυπηγείων της, τόσο στον 1ο, όσο και στο 2ο Παγκόσμιο πόλεμο, που πέρασε δύσκολες περιόδους λόγω οικονομικών κρίσεων, με την ανεργία, την εγκληματικότητα να ανεβαίνουν ψηλά αρκετές φορές.

Όπως κάθε αγγλική πόλη που σέβεται τον εαυτό της, έχει για καμάρι και διέξοδο την ποδοσφαιρική της ομάδα. Τη Χάρτλπουλ Γιουνάιτεντ. Έναν σύλλογο που κλείνει τα 110 χρόνια ζωής φέτος και δεν έχει καταφέρει να ανέβει πάνω από τη 3η εθνική ποτέ στην ιστορία της. Αν υπάρχει κάτι αξιομνημόνευτο, είναι ότι αποτέλεσε τον πρώτο σταθμό της προπονητικής καριέρας του Μπράιν Κλαφ. Ο Κλαφ αρχικά αρνήθηκε την πρόταση λέγοντας απλά «δεν μου αρέσει καθόλου το μέρος», αλλά τελικά μόλις στα 30 του χρόνια ανέλαβε και έγινε ο πιο νέος προπονητής στην Αγγλία, παρέα με τον Πίτερ Τέιλορ. Τα πράγματα ήταν τόσο τραγικά οικονομικά, που πήγαινε στις παμπ για να μαζέψει χρήματα για την ομάδα, ενώ αναγκάστηκε να βγάλει και δίπλωμα για να μπορεί να οδηγεί πούλμαν ώστε να πάει ο ίδιος την ομάδα στα εκτός έδρας. Ο Κλαφ έμεινε σχετικά λίγο στο σύλλογο, αλλά άφησε το στίγμα του και κάπως έτσι πήγε στην Ντέρμπι.

Ο Μπράιν Κλαφ και το πούλμαν της Χάρτλπουλ (όχι δεν το πάρκαρε στην εστία)

Εκτός από τον Κλαφ όμως, μια σημαντική προσωπικότητα είναι κι ο H’Angus η Μαϊμού, η μασκότ του συλλόγου. Το όνομα είναι ένα 100% βρετανικό λογοπαίγνιο, βασισμένο σε ένα θρύλο της περιοχής. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, λέγεται ότι ένα γαλλικό καράβι ναυάγησε στην ακτή του Χάρτλπουλ. Ο μοναδικός διασωθείς ήταν μια μαϊμού που είχαν οι Γάλλοι στο καράβι για να τους διασκεδάζει και την είχαν μάλιστα ντυμένη με στρατιωτική στολή. Οι ντόπιοι έκαναν… δίκη της μαϊμούς και καθώς αυτή κρατούσε πεισματικά τη σιωπή της κατά την ακροαματική διαδικασία, θεώρησαν ότι είναι Γάλλος κατάσκοπος, μια που όπως λέει η ιστορία δεν είχαν δει ποτέ ούτε Γάλλο, ούτε μαϊμού για να ξέρουν πώς είναι (αυτή η αγγλο-γαλλική αγάπη κι οι θρύλοι της). Σύμφωνα με την ιστορία, η καημένη μαϊμουδίτσα καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμό και οι Χαρτλπουλιανοί έμειναν στην ιστορία ως «Monkey Hangers», όπως οι Γιαννιώτες είναι παγουράδες κι οι Βολιώτες Αυστριακοί μάλλον.

Η μαϊμού έγινε και μασκότ του συλλόγου και δεν θα σας είχα κουράσει τόσο πολύ, αν ο άνθρωπος μέσα στο κοστούμι του H’Angus δεν κατέβαινε για δήμαρχος της πόλης. Σε μια ιστορία που θυμίζει το επεισόδιο «The Waldo Moment» από τη 2η σεζόν του Black Mirror, ο Στιούαρτ Ντράμοντ αποφάσισε για πλάκα να είναι υποψήφιος. Η όλη ιστορία ξεκίνησε αρχικά με τον Στιούαρτ να φοράει το κοστούμι και να υπόσχεται δωρεάν μπανάνες στα παιδιά κάτω από 11 ετών, αλλά κατέληξε να βγάζει το κοστούμι, να μιλάει πολιτικά και στο τέλος να εκλέγεται δήμαρχος το 2002. Τα κατάφερε και πάλι το 2005, διπλασιάζοντας μάλιστα τις ψήφους του και βγήκε τρίτη φορά δήμαρχος το 2009. Ο Ντράμοντ σταμάτησε να είναι δήμαρχος όταν το 2013, οι Εργατικοί προκάλεσαν δημοψήφισμα και άλλαξαν τον τρόπο εκλογής δημάρχου, όχι απευθείας από τον λαό, αλλά μέσω ενός συστήματος στο οποίο το κόμμα της πλειοψηφίας έχει τον έλεγχο (περισσότερα πολιτικά εδώ). Έγινε πάντως ο μοναδικός άνθρωπος που στο CV του μπορεί να γράφει μαζί μασκότ και δήμαρχος.

Μια από τις πιο σημαντικές στιγμές των Monkey Hangers ήρθε το 2005. Η Χάρτλπουλ τερμάτισε 6η στη Λιγκ 1, αλλά έφτασε στον τελικό των πλέι-οφ και στο 80′ κέρδιζε με 2-1 τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ αγγίζοντας το όνειρο της Τσάμπιονσιπ για πρώτη φορά στην ιστορία της. για Ήρθε όμως ένα πέναλτι που έστειλε το ματς στην παράταση και τη Χάρτλπουλ με παίκτη λιγότερο να χάνει με 4-2 και να χάνει την άνοδο βασανιστικά. Μια άνοδος που μπορεί να έδινε ανάσα στο σύλλογο σε όλα τα επίπεδα. Ένα χρόνο μόλις αργότερα υποβιβάστηκε στη Λιγκ 2 εν μέσω μεγάλων διοικητικών προβλημάτων. Επέστρεψε, αλλά το 2013 έπεσε ξανά και από τότε βρίσκεται σε άθλια κατάσταση δίνοντας μάχη να μην πέσει ακόμα πιο κάτω από την 4η σε σειρά κατηγορία της Αγγλίας. Δυστυχώς όμως το πρόβλημα δεν είναι απλά αγωνιστικό, η ομάδα πέρσι υποβιβάστηκε στη National League για πρώτη φορά στην ιστορία της και πλέον απειλείται με αφανισμό.

Οι οπαδοί του συλλόγου κάθε χρόνο ντύνονται για να πάνε στο τελευταίο εκτός έδρας.
Εδώ σαν στρουμφάκια. Θα υπάρξει κάτι τέτοιο ξανά;

Η Χάρτλπουλ έχει χρέη περίπου 2 εκατομμυρίων Ευρώ, ενώ έχει άμεσες υποχρεώσεις πάνω από 200 χιλιάδες που πρέπει να πληρώσει μέχρι το τέλος του μήνα. Αλλιώς μπαίνει σε «επιτήρηση» και τιμωρείται με -10 βαθμούς γεγονός που πιθανότατα θα τη στείλει ακόμα πιο χαμηλά και θα την καταστρέψει οριστικά. Ήδη ο σύλλογος είναι μια τεράστια μαύρη οικονομική τρύπα, καθώς έχει μπάτζετ ομάδας Λιγκ 2, αλλά έσοδα ερασιτεχνικού σωματείου που τη βάζουν κάθε εβδομάδα μέσα. Οι άνθρωποι του συλλόγου ψάχνουν νέο ιδιοκτήτη, αλλά ποιος θα πάρει μια επιχείρηση με τόσα χρέη και τόσα έξοδα;

Οπαδοί της Μπόρο που στηρίζουν τους γείτονες

Η καταστροφή του συλλόγου δεν θα είναι μόνο πρόβλημα γι’ αυτόν. Ήδη οι παλιότεροι φοβούνται ότι θα χαθούν οπαδοί. Ας μην ξεχνάμε ότι τριγύρω υπάρχουν ομάδες όπως η Μίντλεσμπρο, η Νίουκαστλ και η Σάντερλαντ. Αλλά δεν είναι μόνο η οπαδική βάση. Το τέλος της Χάρτλπουλ κι ο υποβιβασμός της στα τοπικά θα είναι και πρόβλημα για την ίδια την πόλη. Ο μοναδικός τουρισμός της είναι το παλιότερο πολεμικό καράβι στον κόσμο που εκτίθεται και το Βικτόρια Παρκ, το γήπεδο της ομάδας όπου πολλές φορές μέχρι και 1000 φιλοξενούμενοι ταξιδεύουν και αφήνουν χρήματα στις τοπικές παμπ και τα εστιατόρια. Αλλά κι ο ίδιος ο σύλλογος εκτός από μόνιμο προσωπικό, δίνει δουλειά σε 100 ανθρώπους περίπου σε κάθε αγώνα. Όλα αυτά θα χαθούν. Μπροστά στο διπλό καταστροφικό φάσμα, τοπικοί πολιτικοί και φυσικά οι φίλαθλοι της ομάδας κάνουν ότι μπορούν. Περίπου 60.000€ έχουν μαζευτεί από δωρεές (αρκετά από τα χρήματα από οπαδούς της Μπόρο που δεν ξέχασαν ότι το 1986 βρέθηκαν σε ίδια κατάσταση και οι Monkey Hangers βοήθησαν) για να γλιτώσει η ομάδα, με τους φιλάθλους να γεμίζουν σε πολλά ματς το γήπεδο των περίπου 7.000 θέσεων.

Ο 5χρονος Λέο Άλεν όταν είδε ότι κάποιοι «μεγάλοι» μαζεύουν χρήματα, ρώτησε τους γονείς του και του είπαν ότι χρειάζονται για να επιζήσει ο σύλλογος. Έτσι, αποφάσισε να τρέξει δυο φορές το γήπεδο για να μπορέσει να συγκεντρώσει χρήματα από σπόνσορες. Άλλοι άνθρωποι δουλεύουν εθελοντικά από διάφορα πόστα για να καλύπτουν τις ανάγκες. Οι διοικούντες του συλλόγου πιστεύουν ότι θα τα καταφέρουν μέχρι τις 25 Ιανουαρίου. Τα χρήματα αυξάνονται καθημερινά και οι παίκτες θα πληρωθούν αυτό το μήνα μάλλον, ενώ κι αρκετοί προμηθευτές θα πάρουν τα χρήματά τους. Ακόμα κι αυτό να γίνει όμως, αν δεν βρεθεί αγοραστής ο σύλλογος θα πρέπει να διαλυθεί και να αφανιστεί, μια που δε γίνεται κάθε μήνα να βρίσκονται τόσα χρήματα. Και μια πόλη που βομβαρδίστηκε 43 φορές από τους Γερμανούς, θα χάσει ένα τεράστιο κομμάτι της ιστορία της.

Νταλγκλίς και Φέργκιουσον: Μια σχέση «αγάπης»

  [5 Σχόλια]

25 Μαΐου 1967. Η Σέλτικ, του σπουδαίου Τζοκ Στάιν, έχει κερδίσει την Ίντερ, του κορυφαίου Ελένιο Ερέρα, με 2-1, κατακτώντας  έτσι το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης. Είναι το πρώτο τρόπαιο για Βρετανική ομάδα (και πρώτο τρεμπλ στην Ευρώπη) και έχει έρθει με ένα άκρως επιθετικό ποδόσφαιρο απ’τους Hoops, απέναντι σε μια ομάδα που είχε ως σήμα-κατατεθέν το δικό της κατενάτσιο. Λίγο καιρό αργότερα, η μεγάλη αντίπαλος των Καθολικών, η Ρέιντζερς, θα ολοκληρώσει την μεταγραφή του πρώτου σκόρερ της λίγκας, δυναμώνοντας με αυτό τον τρόπο αισθητά, έτσι ώστε να μπορέσει -επιτέλους-  να σταθεί με αξιώσεις, απέναντι σε εκείνη την -σχεδόν- ανίκητη μηχανή της Σέλτικ. Ο ψηλός, 26χρόνος επιθετικός, που την προηγούμενη σεζόν είχε σκοράρει 31 τέρματα με τη φανέλα της Ντάμφερλμιν Αθλέτικ στα γήπεδα της Σκωτίας, δεν ήταν άλλος από τον Άλεξ Φέργκιουσον. Περίπου δύο χρόνια αργότερα, σε κάποιο «φιλικό» παιχνίδι ανάμεσα στις δύο ομάδες Νέων της Σέλτικ και της Ρέιντζερς, θα ξεκινήσει στην Γλασκώβη, μια απ’ τις μεγαλύτερες προσωπικές κόντρες που γνώρισε ποτέ το Βρετανικό και κατ’ επέκταση, το Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Η Σέλτικ και η Ρέιντζερς είχαν βρεθεί στον τελικό κυπέλλου το ’69, με την ομάδα του Στάιν να επικρατεί εύκολα με 4-0.  Ουσιαστικά, αυτό ήταν το κύκνειο άσμα του νεαρού επιθετικού Άλεξ Φέργκιουσον στους Προτεστάντες (σε μια αρκετά σύντομη καριέρα), μιας και είχε κατηγορηθεί από συμπαίκτες αλλά και τον προπονητή του για την κάκιστη απόδοσή του, τόσο στο επιθετικό όσο και στο αμυντικό της κομμάτι, και στο προσωπικό μαρκάρισμα του αρχηγού Μπίλι ΜακΝιλ στις στημένες φάσεις. Ένα μαρκάρισμα που είχε πονέσει πολύ την Ρέιντζερς εκείνη τη μέρα. Ο προπονητής Ντέιβ Γουάιτ -ως ένα είδος τιμωρίας- θα στείλει τον Φέργκι να προπονείται με την ομάδα Νέων, και κάπως έτσι, λίγο καιρό αργότερα, θα βρεθεί αντίπαλος της Σέλτικ του 18αρη τότε Κένι Νταλγκλίς, που αγωνίζεται -και μαγεύει- με τη φανέλα των «μικρών». Ο νεαρός Κένι θεωρούνταν εκείνη την περίοδο, ως το μεγαλύτερο ταλέντο που υπήρχε σε ολόκληρη τη Σκωτία και η αλήθεια δεν απείχε καθόλου -εννοείται- από αυτή τη φημολογία. «Θυμάμαι πολύ καλά τους αγκώνες του Φέργκι από εκείνη την αναμέτρηση», θα δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα ο Νταλγκλίς, με τους δημοσιογράφους να ξεσπούν σε ηχηρά γέλια, με τον ίδιο να τους δείχνει την τσέπη του παλτού του, λέγοντάς τους χαμογελαστός, «Ορίστε, εδώ τον είχα βάλει εκείνη τη μέρα». Ήταν ολοφάνερο πως εκείνη την μέρα ο μικρός δεν είχε δείξει κανένα σεβασμό στον ήδη επαγγελματία αντίπαλό του και στη δύσκολη φάση που περνούσε η καριέρα του.

Για την ιστορία, η ομάδα Νέων της Σέλτικ είχε επικρατήσει αυτής των Ρέιντζερς με 2-0, και ο Νταλγκλίς είχε αγωνιστεί ακριβώς μπροστά απ’τους δύο στόπερ (και όχι ως επιθετικός), έχοντας ως εντολή να μαρκάρει προσωπικά τον Φέργκιουσον. Μια δουλειά που είχε φέρει εις πέρας άψογα, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του. Ο Νταλγκλίς άλλωστε δεν καταλάβαινε από ξύλο, ειδικές συνθήκες και «αποστολές». «Αν του έριχνες κλωτσιά, επέστρεφε και ζητούσε κι άλλες» είχε δηλώσει συμπαίκτης του από εκείνα τα χρόνια, κάτι που φανερώνει με τον καλύτερο τρόπο τις αντοχές και την σκληράδα του νεαρού. Κάτι που τον χαρακτήριζε και όταν έπαιζε με τη φανέλα της Λίβερπουλ, ακόμα και σε αρκετά προχωρημένη ηλικία. Ο Φέργκιουσον πάντως, στην δική του αυτοβιογραφία, κάπου γράφει πως εκείνη τη μέρα είχε σκοράρει ένα πανέμορφο τέρμα και είχε μειώσει το σκορ. «Το σκορ είχε τελειώσει 2-0», γράφει ο Νταλγκλίς στη δική του, ρίχνοντας κι άλλο λάδι στη φωτιά αυτής της νέας κόντρας. «Γράφουν πως αυτός ο νεαρός θα κάνει σπουδαία καριέρα ως επιθετικός. Δεν το νομίζω«, δηλώνει ο Φέργκιουσον φανερά εκνευρισμένος μετά το παιχνίδι, σε μια απ’τις πιο αποτυχημένες προβλέψεις που έχουν γίνει στην ιστορία των σπορ, με τους δημοσιογράφους απλά να χαμογελούν αφού έβλεπαν ήδη αυτό που θα ακολουθούσε. Μια μεγάλη κόντρα είχε μόλις αρχίσει. Μια κόντρα από αυτές που χαίρεσαι να παρακολουθείς μιας και μένουν -όπως είναι και το φυσιολογικό-  μόνο στο αθλητικό κομμάτι και φυσικά συζητιούνται για πολλά, πολλά χρόνια. Τι καλύτερο λοιπόν για τους αθλητικογράφους της εποχής από αυτό;

Το 1974 ο Άλεξ Φέργκιουσον θα ξεκινήσει, ουσιαστικά, την προπονητική του καριέρα στην Σεντ Μίρεν, με τον Νταλγκλίς να έχει ήδη εξελιχθεί στο νέο μεγάλο αστέρι της Σέλτικ, κατακτώντας μάλιστα πριν φύγει για την Λίβερπουλ (ως ο αντικαταστάτης του τεράστιου Κέβιν Κίγκαν) 4 πρωταθλήματα, 4 κύπελλα και ένα Λιγκ Καπ Σκωτίας. Το 1977 όταν ο Νταλγκλίς άφηνε την Σκωτία για την Αγγλία και το Άνφιλντ ώστε να γίνει ο νέος Βασιλιάς της Αγγλίας, ο Φέργκιουσον κατακτούσε το πρώτο πρωτάθλημα της καριέρας του στην β΄κατηγορία της Σκωτίας, με τη Σεντ Μίρεν, και έβαζε για τα καλά το όνομά του -ως μάνατζερ εννοείται- στον ποδοσφαιρικό χάρτη της Βρετανίας. Βλέποντας τότε την σπουδαία εξέλιξη που είχε ο Νταλγκλίς, θα υποπέσει σε μια επική «δήλωση-κωλοτούμπα», πως θα έπρεπε η Ρέιντζερς να έχει κλέψει τον νεαρό απ’ τη Σέλτικ, πολλά χρόνια πίσω, και πως τον είχε προτείνει, ο ίδιος μάλιστα, στον Γουάιτ. Στον ίδιο Γουάιτ που ο ίδιος μισούσε. Στον ίδιο Γουάιτ που τον τελείωσε εν μια νυκτί απ’ τη Ρέιντζερς. Ελάχιστοι τον πίστεψαν. Περισσότεροι τον χλεύασαν. Δεν νοιάστηκε. Ο Νταλγκλίς δεν θα συγκινηθεί -όπως ήταν και το λογικό- και θα διαλύσει μάλιστα την νέα ομάδα του Φέργκιουσον, την πρωταθλήτρια Σκωτίας Αμπερντίν, στον β’ γύρο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών για τη σεζόν ’80-’81. Μια σεζόν που στο τέλος της, είχε βρει τους «κόκκινους» για 3η φορά πρωταθλητές Ευρώπης. Ο Νταλγκλίς είχε γίνει και επίσημα ο μεγαλύτερος εχθρός του Φέργκιουσον.

Η «φλόγα» της μεγάλης αυτής κόντρας καταλάγιασε αρκετά στις αρχές των 80s και αναζωπυρώθηκε και πάλι λίγο πριν το Μουντιάλ του 1986. Λίγο πριν γιγαντωθεί δηλαδή, όταν ο Φέργκιουσον ανέλαβε προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Σερ Άλεξ (πριν γίνει Σερ) είχε βρεθεί στον πάγκο της Σκωτίας, και ήταν αυτός που ουσιαστικά έκοψε τον κολλητό του Νταλγκλίς, Άλαν Χάνσεν, από το ρόστερ για το Μεξικό. Έκοψε δηλαδή ένα παίκτη που έπαιζε βασικός στην Λίβερπουλ και προέρχονταν από μια εξαιρετική σεζόν, έχοντας κατακτήσει μάλιστα  το νταμπλ Αγγλίας. Ο Κινγκ Κένι είχε προσπαθήσει να αλλάξει την απόφαση του προπονητή και άσπονδου φίλου του, και όταν κατάλαβε πως αυτό δεν πρόκειται να γίνει, δήλωσε σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο, ανήμπορος να ακολουθήσει την υπόλοιπη αποστολή. «Δεν υπήρξε κανένας τραυματισμός. Αν έπαιρνα τον Χάνσεν  σήμερα τηλέφωνο για να έρθει να προπονηθεί μαζί μας, αυτομάτως το γόνατο του Νταλγκλίς θα γίνονταν μια χαρά» θα δηλώσει ο Φέργκι στους δημοσιογράφους, αδειάζοντας ουσιαστικά τον αστέρα των «κόκκινων».

Η κόντρα πλέον ήταν γνωστή ακόμα και στον πιο χαλαρό ποδοσφαιρόφιλο του Νησιού και ξεχείλισε όταν μεταφέρθηκε στα γήπεδα της Αγγλίας, με τον Φέργκιουσον να αναλαμβάνει τον πάγκο της Γιουνάιτεντ, μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο, και συγκεκριμένα το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την μεγάλη ομάδα της πόλης του Μάντσεστερ. Εκείνη την εποχή βέβαια το πάνω χέρι δεν το είχαν οι red devils αλλά οι reds του Νταλγκλίς. Κάτι που εκνεύριζε τον Φέργκι, που είχε όμως βάλει ως στόχο ζωής να μπορέσει να τους γίνει -έστω και για λίγο- κακός βραχνάς. Δύο χρόνια αργότερα, με την Γιουνάιτεντ να έχει πάρει μια μεγάλη ισοπαλία στο Άνφιλντ (σε μια περίοδο που δεν κέρδιζε τίτλους), ο Φέργκιουσον θα τα βάλει με θεούς και δαίμονες στην συνέντευξη Τύπου, για τις αποφάσεις των διαιτητών που -σύμφωνα με τον ίδιο- του είχαν στερήσει τη νίκη απέναντι στην Λίβερπουλ, του προπονητή-παίκτη, εχθρού Νταλγκλίς. Ο Κινγκ Κένι απευθυνόμενος στους δημοσιογράφους, και με μια τεράστια δόση ειρωνείας, θα προβεί σε μια εκ των επικότερων δηλώσεων που έχουν γίνει ποτέ, μετά από τέτοιο παιχνίδι, λέγοντας: «Αν μιλήσετε με την 6χρονη κόρη μου για ποδόσφαιρο – θα καταλάβετε πολύ περισσότερα απ’ότι με τον κύριο δίπλα μου». Ο Φέργκιουσον εννοείται πως έβραζε δίπλα του σαν ξεχασμένη τσαγιέρα.

Μετά τα τραγικά γεγονότα του Χίλσμπορο (το 1989), η κόντρα και αυτό το ποδοσφαιρικό μίσος άρχισαν σιγά-σιγά να χάνονται, και δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φέργκιουσον ήταν απ’ τους πρώτους που τηλεφώνησαν στον Νταλγκλίς μετά από εκείνο το καταραμένο απόγευμα στο Σέφιλντ για να του εκφράσει τα βαθιά και ειλικρινή συλλυπητήριά του και να του πει αυτό που θέλουν όλοι να ακούσουν σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής τους. Αυτό το «Είμαι εδώ για ό,τι χρειαστείς παλιόφιλε». Ο Νταλγκλίς άφησε την Λίβερπουλ το ’91, την περίοδο δηλαδή που ο Φέργκιουσον άρχισε να φτιάχνει την δική του δυναστεία στο Μάντσετσερ και η Λιβερπουλ άρχισε σιγά-σιγά να πέφτει και να γερνά, αν και είχαν κρατήσει ακόμα μια μεγάλη παράσταση για το ποδοσφαιρικό κοινό της Αγγλίας. Ο Φέργκιουσον είδε τον παλιό του φίλο να του παίρνει ακόμα ένα πρωτάθλημα -όχι με κάποιο μεγαθήριο- αλλά με την μικρούλα Μπλάκμπερν το 1995, ως το απόλυτο αουτσάιντερ κόντρα στο μεγάλο φαβορί. Ήταν τέτοια μάλιστα η έκπληξη του Φέργκιουσον για εκείνο τον χαμένο τίτλο, που τον είχε παρομοιάσει με τον άθλο του αλόγου Devon Loch, που απ’τα αζήτητα -και κόντρα σε όλα τα προγνωστικά- είχε πάρει το πρωτάθλημα στους αγώνες του 1956. Η αγάπη άλλωστε του Σερ Άλεξ για τα άλογα είναι πασίγνωστη.

Την επομένη της κατάκτησης, ο Φέργκι τηλεφώνησε στον Κένι. Σκασμένος, αλλά με μεγάλο θαυμασμό γι’αυτό που είχε συμβεί, του ανέφερε την ιστορία του διάσημου αλόγου των 50s για να τον πειράξει αλλά και για να ηρεμήσει και ο ίδιος, ακούγοντας κάποιο απ’ τα διάσημα αστεία του Νταλγκλίς. «Αποκλείεται να μην είχε ποντάρει ο πατέρας σου μια λίρα στο Devon Loch και αποκλείεται και εσύ να μην είχες ποντάρει έστω μια λίρα στην κατάκτηση του πρωταθλήματος απ’την ομάδα μου», δηλώνοντας ξεκάθαρα την έκπληξή του και πως ουσιαστικά ήταν καθαρά θέμα τύχης εκείνη η πρωτιά. «Το Devon Loch δεν το γνωρίζω, αλλά την λίμνη του Λοχ Νες την ξέρω καλά και φαντάζομαι πως κάπου εκεί σας πνίξαμε», του απάντησε χαμογελώντας ο Νταλγκλίς, πριν του ευχηθεί καλή συνέχεια και καλές διακοπές. Άλλωστε γνώριζε πως η Γιουνάιτεντ θα επέστρεφε και πάλι -πολύ σύντομα μάλιστα- στους τίτλους. Πλέον ήταν ολοφάνερο. Η κόντρα είχε εξελιχθεί σε κάτι (περίπου) σαν εκείνη την κόντρα ανάμεσα στους δύο γέρους του Muppet Show, με το ποδόσφαιρο να δίνει πάντα καλές αφορμές για θανατηφόρες ατάκες ανάμεσα στους δύο άντρες.

Λίγο καιρό πριν, όταν η Λίβερπουλ έδωσε το όνομα του Βασιλιά Νταλγκλίς στην Main Stand στο Άνφιλντ, τιμώντας με αυτό τον τρόπο τον κορυφαίο παίκτη που φόρεσε ποτέ την φανέλα της, πολλοί νεαροί φίλοι της ομάδας είδαν με πολύ κακό μάτι την παρουσία του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον στο γήπεδο, παρέα με τον Σερ Μπόμπι Τσάρλτον, και αρκετά κοντά σε Θρύλους της δικής τους ομάδας. Αρκετοί δεν κατάλαβαν (ή δεν ήθελαν να καταλάβουν) πως εκείνη τη στιγμή, σε μια σπουδαία μέρα για τον Νταλγκλίς, την οικογένειά του αλλά και τον οργανισμό μιας τόσο σπουδαίας ομάδας όπως η Λίβερπουλ, έπρεπε να βρίσκεται εκεί και ο μεγαλύτερος «εχθρός» του. Εκτός όλων των άλλων. Όταν μιλάμε άλλωστε περί αθλητισμού, έχει τεράστια σημασία και ο «εχθρός» μας. Ο αντίπαλός μας. Αυτός που μας κάνει καλύτερους. Αυτός που μας δίνει τεράστια χαρά όταν τον κερδίζουμε. Αυτός που μας πονάει όταν μας κερδίζει. Χωρίς αυτόν δεν θα χαιρόμασταν με την ίδια ένταση το άθλημα που γουστάρουμε να υποστηρίζουμε. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχαμε, όπως υπάρχουμε. Πολλές φορές θα μας κερδίσει δίχως να το αξίζει. Δεν πειράζει. Το ίδιο θα κάνουμε και εμείς μια επόμενη φορά. Αυτό το «μίσος» και αυτή η κόντρα, υπάρχουν και πρέπει να κρατούν για όση ώρα διεξάγεται η κάθε αναμέτρηση, και μετά απλά να χάνονται, δίνοντας τη θέση τους σε άλλα συναισθήματα. Σπάνια συναισθήματα σαν αυτά που βίωσαν μέσα απ’ την κόντρα τους για -σχεδόν- 40 χρόνια και αυτοί οι δύο σπουδαίοι άνθρωποι του ποδοσφαίρου.

Μεταγραφή μετά από Απαίτηση

  [19 Σχόλια]

Έκλεισε λοιπόν νωρίς-νωρίς το μεγάλο ντιλ της μεταγραφικής περιόδου του Ιανουαρίου. Ο Φελίπε Κουτίνιο πήγε από τη Λίβερπουλ στη Βαρκελώνη για περίπου €160Μ. Αν σας αρέσει αυτή η κίνηση και δε θέλετε κάποιος να σας χαλάσει τη διάθεση, μπορείτε να σταματήσετε την ανάγνωση εδώ. Ο γράφων από το καλοκαίρι δεν ήταν ιδιαίτερα θερμός στη μεταγραφή Κουτίνιο στην Μπαρσελόνα, πόσο μάλλον τώρα, με τις συνθήκες και τα δεδομένα υπό τα οποία έγινε.

Κατ’ αρχάς να εξηγήσω το γιατί δεν τον ήθελα από τον Αύγουστο. Ο Κουτίνιο είναι ένας πάρα πολύ καλός παίχτης σε ιδανική ηλικία. Επιπλέον πια είναι αρκετά ψημένος. Προέρχεται από μεγάλη σχολή, έχει ντρίπλα, ένας εναντίον ενός, πάσα, στημένα, υποδοχή σε 360º (ορολογία Τσάβι), κάθετη κίνηση και συμπαθητικά τελειώματα. Υπέροχος παίχτης να τον βλέπεις. Όμως τραυματίζεται συχνά, δεν πρεσάρει σωστά, δεν έχει διάρκεια το παιχνίδι του και η καλή του θέση είναι έξω αριστερά ώστε να συγκλίνει προς τα μέσα. Στη Μπαρσελόνα τον κοίταξαν για αντικαταστάτη του Νεϋμάρ, που θα ήταν πιο σωστή η κίνηση, αλλά τελικά έμεινε ότι αυτός θα είναι ο αντικαταστάτης του Ινιέστα.

Από εδώ ξεκινάνε τα σοβαρά προβλήματα. Αρχικά το αγωνιστικό. Η Μπαρσελόνα αναζητεί αντικαταστάτη του Ινιέστα που πλέον είναι κλεισμένα 33. Ο δον Ανδρές μπορεί να δίνει 60-70 λεπτά διάλεξη σε κάθε του παιχνίδι, αλλά τόσο αντέχει και όχι Τετάρτη-Κυριακή. Η μεταγραφή έπρεπε να είναι παίχτης σταρ για να αντικαταστήσει τον καλύτερο ίσως παίχτη που έβγαλε η Ισπανία. Ή τελείως αχρείαστη, διότι η καλή θέση του Σέρζι Ρομπέρτο είναι αυτή ακριβώς. Και όσες φορές έχει παίξει εκεί και όχι δεξί μπακ έχει κάνει παπάδες τα τελευταία δύο χρόνια. Επίσης ο Κουτίνιο στη Λίβερπουλ δεν έκανε τα καλύτερά του ματς στον άξονα αλλά στα αριστερά. Η θέση του Ινιέστα είναι τρομερά απαιτητική τόσο επιθετικά όσο και στην κάλυψη. Επαναλαμβάνω, αν δεν είχε αποκτηθεί ο *πρώην ρεκόρ μεταγραφής για το σύλλογο* Ντεμπελέ, η κίνηση είχε μεγάλο αγωνιστικό νόημα, τώρα είναι πρόβλημα για το Βαλβέρδε.

Παράδειγμα του που κινείται ο Κουτίνιο από ματς με τη Σουόνσι

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι ο Γενάρης. Η Μπαρσελόνα είχε κολλήσει στο πρόσωπο του Κουτίνιο, δεν υπήρχε άλλος για το κέντρο, από το καλοκαίρι. Ειδικά μετά τη μεταγραφή Νεϋμάρ που όλος ο κόσμος ήξερε το τι είχε μπει στο ταμείο της Μπάρσα, ο καθένας ζήταγε ό,τι ήθελε. Η Λίβερπουλ ζήτησε αναμενόμενα τη Σαγράδα Φαμίλια και το ντιλ δεν έκλεισε. Η Μπαρσελόνα συνέχισε να πιέζει τόσο τον παίχτη όσο και το σύλλογο να γίνει η μεταγραφή. Ο παίχτης όμως χρησιμοποιήθηκε στο Τσάμπιονς Λιγκ από τον Κλοπ. Η λογική λέει ότι η Μπαρσελόνα θα το άφηνε ως το καλοκαίρι και θα προσπαθούσε να κλείσει τον παίχτη πριν την έναρξη του Μουντιάλ. Όχι όμως, τώρα το Γενάρη, μεταγραφή ρεκόρ με 160Μ παίχτη που δεν έχει δικαίωμα να παίξει στο Τσάμπιονς Λιγκ όταν η Μάντεστερ Σίτυ θα αγοράσει με 35-40Μ τον Αλέξις Σάντσες που θα μπορεί να παίξει.

Και εδώ περνάμε στο οικονομικό. Το καλοκαίρι η Μπαρσελόνα έγινε περίγελος όταν ακύρωσε τελευταία στιγμή την κλεισμένη μεταγραφή του Σέρι της Νις για €40Μ. Για αγωνιστικούς λόγους είπαν τότε, κάνοντάς το να φαίνεται πιο γελοίο, αλλά δεν έβγαιναν τα κουκιά. Ούτε έδωσαν τα €33Μ για τον Ινίγκο Μαρτίνεθ που ζητούσε ο Βαλβέρδε. Τώρα όμως, έχοντας κάνει τη μεταγραφή του Ντεμπελέ και του Παουλίνιο και χωρίς να έχει αποχωρήσει απολύτως κανένας έδωσαν €160Μ για τον Κουτίνιο, πηγαίνοντας στο 84% των εσόδων τα έξοδα για μεταγραφές και συμβόλαια, ανατινάζοντας το ΦΦΠ. Η διαχείριση των παιχτών από τη διοίκηση είναι απαράδεκτη, με πιο κραυγαλέες περιπτώσεις αυτές του Αρντά (7ο μεγαλύτερο συμβόλαιο), που η Άρσεναλ έδινε €40Μ τον προηγούμενο Γενάρη και δεν πωλήθηκε, και του Αντρέ Γκόμες, που πάλι είχαν πρόταση €35Μ και τον κράτησαν. Τώρα πρέπει να φύγουν τουλάχιστον 4 παίχτες.

Και κλείνω με το πιο εξοργιστικό. Η προσκόλληση στο πρόσωπο του Κουτίνιο από το καλοκαίρι έσκασε ξαφνικά μετά τη φυγή Νεϋμάρ. Όπως και το όνομα του Παουλίνιο. Η μεταγραφή Παουλίνιο συμφωνήθηκε, πάγωσε, και έγινε σχεδόν στο τέλος, όταν πια έγινε σαφές ότι ο Κουτίνιο δε θα παρουσιαζόταν στο Καμπ Νόου το 2017. Εντελώς τυχαία να πω ότι με τη φυγή Νεϋμάρ η Μπαρσελόνα, το ποδοσφαιρικό διαμάντι της ΝΙΚΕ, έμενε χωρίς Βραζιλιάνο διεθνή στο ρόστερ της σε χρονιά Μουντιάλ (μην μου πει κάποιος για το Ραφίνια παρακαλώ). Η Βραζιλία (φυσικά ΝΙΚΕ, ολόκληρο σκάνδαλο είχε γίνει) είναι σπουδαία ποδοσφαιρική αγορά και η πιο δημοφιλής εθνική. Σημειώνω ότι και ο Ντεμπελέ είναι ΝΙΚΕ, τόσο ο ίδιος, όσο και η Γαλλία. Έγινε η μεταγραφή Παουλίνιο, αλλά η ΝΙΚΕ ζητούσε σταρ. Η διοίκηση Μπαρτομέου που δεν έχει πει ποτέ όχι σε χορηγό σκίστηκε να ικανοποιήσει την εταιρεία που παίρνει αρκετά πίσω από την αύξηση στην προσφορά για τη φανέλα που είχε κάνει. Ο Κουτίνιο είναι ό,τι καλύτερο μπορούσε να υπάρξει στη Μπαρσελόνα μετά τον Νεϋμάρ και αυτό έπρεπε, λόγω ΝΙΚΕ, να γίνει πριν το Μουντιάλ.

Οφ σάιντ γράφει στα Καταλανικά πίσω

Η διοίκηση Μπαρτομέου έχει πρωταρχικό άγχος να φτάσει τον κύκλο εργασιών του συλλόγου στο €1 δις. Όταν επανεκλέχτηκε, πολλοί οπαδοί μίλησαν για «Μαδριλενοποίηση» της Μπαρσελόνα. Ακόμα και αυτό ισχύει εν μέρει. Ναι, πλέον αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως αθλητική επιχείρηση και όχι ως ομάδα ο σύλλογος Μπαρσελόνα, όμως δε γίνονται μεταγραφές γκαλάκτικος για να πουλήσουμε φανέλες χωρίς αγωνιστική λογική. Γίνονται μεταγραφές μετά από υπόδειξη των χορηγών. Παράλληλα, επειδή αυτό το μπραντ πούλαγε τόσα χρόνια, συνεχίζεται η ρητορική για το ποδόσφαιρο βάσης και τη Μασία ενώ πράττουν ακριβώς τα αντίθετα. Φυσικά να υπάρξουν σταρ και μεγάλες μεταγραφές. Πάντα γινόταν. Απλώς ήταν 2-3 και πλαισιώνονταν από (καλούς) ντόπιους. Τώρα κοιτάμε μόνο αγορές, χωρίς κανένα αγωνιστικό πλάνο. Ακόμα και ο προπονητής επιλέχθηκε με κριτήριο να είναι ο καλύτερος διαθέσιμος, αλλά από εκείνους που δε θα πηγαίνουν και πολύ κόντρα στη διοίκηση και θα δουλεύουν με ότι τους δίνει. Πραγματικά ίσως ο Βαλβέρδε μετά τον Αντσελότι να είναι ο καλύτερος σε αυτό.

Ως οπαδός της Μπαρσελόνα από την εποχή των 0 ευρωπαϊκών με ενοχλεί όλη αυτή η στροφή. Και δε μιλάω για τα χρήματα. Αυτά απλώς είναι περισσότερα σε ένα ποδόσφαιρο που έχει γίνει λίγο σόου μπιζ. Με ενοχλεί η λειτουργία του συλλόγου ως αθλητική επιχείρηση χωρίς καμία επαφή με το αγωνιστικό κομμάτι. Ειδικά όταν ο τοπικός αθλητικός τύπος έχει γίνει «τίτλοι, τίτλοι, τίτλοι», ενώ συνεχίζει να πουλάει Μασία. Εκείνο όμως που με εξοργίζει είναι οι διοικούντες να μην έχουν καν τον πρώτο λόγο στην όλη μπίζνα. Δηλαδή η Μαδριλενοποίηση να είναι βελτίωση.

Μια μικρή ιστορία για την Φωλιά της Μίλγουολ

  [4 Σχόλια]

Φεβρουάριος του 2012. Ανατολικό Λονδίνο. Άπτον Παρκ. Αν θυμάμαι καλά ήταν Σάββατο πρωί, γύρω στις 11, και η Γουέστ Χαμ ήταν πανέτοιμη να υποδεχτεί την Μίλγουολ για τον β’ γύρο της Τσάμπιονσιπ. Εννοείται πως οι αστυνομικές δυνάμεις βρίσκονταν σε επιφυλακή όπως κι όλος ο απλός κόσμος που ζει γύρω, και αρκετά κοντά, στο γήπεδο. Η σημαντική αναμέτρηση είχε διεξαχθεί λίγες μέρες μετά τον θάνατο του θρύλου των «σφυριών», Έρνι Γκρέι και -όπως ήταν λογικό- μας είχε χαρίσει μια φοβερή ποδοσφαιρική στιγμή αποχαιρετισμού για κάποιον τόσο σπουδαίο. Στα αξιοπερίεργα, το γεγονός πως το πέταλο φιλοξενούμενων του γηπέδου δεν είχε ανοίξει. Μάλιστα οι οπαδοί  της Μίλγουολ που είχαν πάει στο γήπεδο, είχαν βρεθεί στο δεύτερο διάζωμα. Αρκετά μακριά δηλαδή απ’ τον αγωνιστικό χώρο. Με αυτά άλλωστε δεν είναι να παίζεις. Φαντάζομαι τον διεθνή τερματοφύλακα των «σφυριών» Ρόμπερτ Γκριν, πόση ανακούφιση θα αισθάνθηκε όταν μπήκε στο γήπεδο και ένιωσε την απουσία τους, στην πλάτη του. Δευτερόλεπτα, μετά τη σέντρα βέβαια, και για να μην χαλάμε και τις ωραίες παραδόσεις, καμιά δεκαριά απ’ τους σκληρότερους οπαδούς των φιλοξενουμένων, κατέβηκαν ήσυχα και στρογγυλοκάθισαν -δίχως να ενοχλήσουν ούτε για μια στιγμή κάποιων εκ των σεκιούριτι ασφαλείας- στην άδεια κερκίδα. Ήταν η στιγμή τους. Μιλάμε άλλωστε για τους οπαδούς της Μίλγουολ. Τους σκληρότερους οπαδούς σε ολόκληρη την Αγγλία. Απλά να πω, πως εκείνη τη μέρα με τη φανέλα των Λονδρέζων είχε αγωνιστεί και ένας γεματούλης, ξανθός επιθετικός με το όνομα Χάρι Κέιν.

Στο βιβλίο «Hoolifan: 30 χρόνια αρρώστια», που κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’τις εκδόσεις ‘Απρόβλεπτες’ και με έκανε να θυμηθώ την παραπάνω ιστορία, ο συγγραφέας κάπου στο δεύτερο κεφάλαιο γράφει: «Αλλά υπήρχε και η Μίλγουολ. Το όνομά της και μόνο αρκούσε για να κάνει την πιέτα πάνω στο Ben Sherman σου να σηκωθεί όρθια. Οι οπαδοί της ήταν οι πιο τρομαχτικοί, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, αυτό οφειλόταν στον φόβο του αγνώστου. Η Μίλγουολ αγωνιζόταν στις κατώτερες κατηγορίες κι έτσι οι ομάδες της Α’ Εθνικής σπάνια διασταυρώνονταν μαζί της. Εάν η ομάδα σου είχε την ατυχία να κληρωθεί μαζί της σε κάποια από τις διοργανώσεις των κυπέλλων, όλως αιφνιδίως, θα «απογοητευόσουν» που δεν θα μπορούσες να πας επειδή θα είχες «ήδη κλείσει» μια εκδρομή με την γκόμενά σου ή τους γονείς σου. Τα μεγαλύτερα παιδιά θυμόντουσαν εντελώς ξαφνικά ότι το Σάββατο ήταν απολύτως υποχρεωτικό να δουλέψουν υπερωρία. Η εκδρομή στο Μίλγουολ ήταν απαγορευμένη».

O βασικός συγγραφέας είναι ο Μάρτιν Νάιτ (ένας εκ των δύο Μάρτιν που υπογράφουν το βιβλίο – ο άλλος είναι ο Μάρτιν Κινγκ). Ένας ανάμεσα στους πιο σκληρούς οπαδούς της Τσέλσι στα 70s και τα 80s. Ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Ένας καθημερινός άνθρωπος της εργατικής Τάξης με χόμπι να ακολουθεί την ομάδα του -σχεδόν- παντού και να τσακώνεται, πάντα με τα χέρια, με τους αντίπαλους οπαδούς. Κάποιος δηλαδή που έζησε την αντιπαλότητα αλλά και τον σεβασμό που υπήρχε ανάμεσα στους οπαδούς των δύο ομάδων και φυσικά την «κόλαση» που βίωναν οι αντίπαλοι παίκτες, και οπαδοί, όταν περνούσαν τις πόρτες του παλιού The Den. Του πιο εχθρικού δηλαδή γηπέδου στην Αγγλία. Εξ ου και ο τίτλος Hoolifan και όχι Hooligan. Οι ιστορίες που ακολουθούν τους οπαδούς της Μίλγουολ από εκείνα τα χρόνια είναι πάρα πολλές και αρκετά σκληρές και σκοπός αυτού εδώ του κειμένου δεν είναι να επικροτήσει τη βία αλλά να ρίξει μια ματιά και σε αυτή την πλευρά που -δυστυχώς- υπάρχει και θα υπάρχει. Απ’ τις πιο γνωστές ιστορίες για την τρέλα που επικρατούσε στο γήπεδο της Μίλγουολ, προς τους επισκέπτες, είναι αυτή με τον σπουδαίο Γκάρι Λίνεκερ όταν έπαιζε με τα χρώματα της Λέστερ, την περίοδο 1984-1985.

19 Φεβρουαρίου του 1985 η Λέστερ, που αγωνίζεται στην Α’ Κατηγορία, θα ταξιδέψει στο The Den για να αντιμετωπίσει την Μίλγουολ για τον 5ο γύρο του Κυπέλλου. Στους Λονδρέζους αγωνίζονται «σεσημασμένοι κακοποιοί» όπως ο Άλαν ΜακΛίρι, ο Κιθ Στίβενς, ο Στηβ Λόουντες, ο Τζον ο Φασάνου και φυσικά ο Σκοτσέζος επiθετικός Κέβιν Μπρέμνερ. Επίσης για καλή τύχη της Λέστερ ο Τέρι ο Χάρλοκ δεν έχει φορέσει ακόμα την φανέλα των «λιονταριών». H Μίλγουολ αγωνίζεται στην Γ’ Κατηγορία και όπως είναι λογικό δεν είναι το φαβορί για την  πρόκριση. Η ομάδα του Τζόρτζ Γκρέιαμ όμως έχει τη λύση. Όχι φυσικά με το ποδόσφαιρο και την ποιότητά της. Στην εξέδρα επικρατεί πανικός, με τους οπαδούς να βρίσκονται μια ανάσα απ’ τις γραμμές του γηπέδου και -σχεδόν- να απειλούν τους ποδοσφαιριστές της Λέστερ. Οι ποδοσφαιριστές της Μίλγουολ παίζουν σκληρά και αντιαθλητικά με το μήνυμα να είναι ξεκάθαρο «Ή εμείς ή κανένας». Σε μια άκρως «φιλική» κίνηση, εκείνη τη μέρα τα αποδυτήρια των φιλοξενούμενων δεν είχαν νερό και τα παράθυρα ήταν κλειστά και δεν άνοιγαν. O Ρομπ Κέλι, αμυντικός της Λέστερ, χρόνια αργότερα θα δηλώσει: «Δεν ήταν δυνατόν να τους κερδίσει κανείς εκείνη τη μέρα. Ακόμα και η σπουδαία Λίβερπουλ της εποχής δεν μπορώ να σκεφτώ αν θα έβρισκε τον τρόπο για να φύγει από εκεί με την πρόκριση». Ο Λίνεκερ, που εκείνη την σεζόν είχε βγει πρώτος σκόρερ στην Α’  Κατηγορία με 24 τέρματα, αποφασίζει να μην σκοράρει, φοβούμενος για την σωματική του ακεραιότητα μιας και τα μαρκαρίσματα που δέχεται είναι στα όρια όχι της κόκκινης κάρτας αλλά της ποινής φυλάκισης, με την Μίλγουολ να παίρνει εν τέλει και την σπουδαία πρόκριση για τον επόμενο γύρο. Η «φωλιά» της Μίλγουολ είχε κάνει γι’ ακόμα μία φορά το «θαύμα» της.

Και επειδή η ιστορία συνεχώς επαναλαμβάνεται (τετριμμένο αλλά ισχύει), η Λέστερ γνώρισε ακόμα έναν αποκλεισμό απ’ τη Μίλγουολ τη σεζόν 2016-2017 και πάλι για το κύπελλο, και πάλι για τον 5ο γύρο, και πάλι στο νέο The Den (τη νέα «φωλιά» της ομάδας), και πάλι τον μήνα Φεβρουάριο. Τα «λιοντάρια» έπαιζαν και τότε στην Γ’ κατηγορία, με την Λέστερ να είναι πρωταθλήτρια Αγγλίας και να βρίσκεται στα νοκ-άουτ του Τσάμπιονς Λιγκ. Το μήνυμα ήταν και τότε ξεκάθαρο «Μπορεί να είμαστε ένα μάτσο χάλια αλλά οι πρωταθλητές Αγγλίας δεν θα περάσουν απ’ την έδρα μας». Το τελικό 1-0 βρήκε την Μίλγουολ θριαμβεύτρια και εκατοντάδες οπαδοί της μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο μετά το τελευταίο σφύριγμα για να αποθεώσουν τους ήρωές τους υπό τους ήχους του Rockin’ all over the world των Status Quo που έπαιζε απ’ τα ηχεία του γηπέδου, με όλους αυτούς που παρέμειναν στις θέσεις τους να το τραγουδούν όλοι μαζί, φέρνοντας στο μυαλό εικόνες απ’ το διάσημο φεστιβάλ του Donnington. Οι εικόνες έφιππων αστυνομικών να εισβάλλουν στον αγωνιστικό χώρο για να διαλύσουν το μανιασμένο πλήθος δεν είχαν καμία σχέση με το σύγχρονο Αγγλικό ποδόσφαιρο των ημερών μας και είχαν σοκάρει πολλούς. Aλλά για στάσου μια στιγμή βρε αναγνώστη, εδώ μιλάμε για την Μίλγουολ.

Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 οι φανατικοί οπαδοί των φιλοξενούμενων είχαν την τάση να μαζεύονται στο πέταλο των γηπεδούχων, συνήθως με άσχημα αποτελέσματα και για τους δύο, μιας και το ξύλο έπεφτε με το τσουβάλι. Ποδοσφαιρικά πέταλα όπως αυτό της Φούλαμ αλλά και της ΚΠΡ ήταν απ’ τα πιο φιλικά, μιας και συνήθως κανένας απ’ τους γηπεδούχους δεν έμπαινε στη διαδικασία να τα βάλει με τους εισβολείς, παρά ελαχίστων εξαιρέσεων που μέσα σε μερικά λεπτά είχαν καταλάβει το λάθος τους και την είχαν κάνει για πιο ήσυχες θύρες. Αν κατάφερνες να πάρεις το πέταλο του αντιπάλου είχες κάνει μια τεράστια οπαδική νίκη και αυτόματα, εκτός του τρόμου που προκαλούσες, κέρδιζες και τον απόλυτο σεβασμό για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν. Μετά απ’ αυτό, δεν σε ένοιαζε ακόμα κι αν η ομάδα σου έχανε με ένα πολύ βαρύ σκορ. Στο Μίλγουολ, οι φίλοι της ομάδας είναι οι μοναδικοί που μπορούν ακόμα και σήμερα να υπερηφανεύονται πως δεν έχασαν ποτέ το πέταλό τους, από κανένα πυρήνα φανατικών αντιπάλων οπαδών. Ακόμα κι απ’ αυτούς της Τσέλσι στα 70s και τα 80s.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των The Last Shadow Puppets.

Κλαούντιο «Πιόχο» Λόπες: Ο ψύλλος της Βαλένθια

  [1 Σχόλιο]

Το καλοκαίρι του 1996 ένα παλικαράκι με καμπούρα προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο Μανίσες της Βαλένθια. Οι περισσότεροι που τον έβλεπαν δύσκολα θα τον έκαναν ποδοσφαιριστή από το παρουσιαστικό του. Ακόμα κι αυτοί που ήξεραν ποιος ήταν σίγουρα δεν θα εντυπωσιάστηκαν. Βλέπετε, η Βαλένθια είχε τερματίσει την προηγούμενη σεζόν στη 2η θέση με τον Λουίς Αραγονές στον πάγκο, πίσω μόνο από την Ατλέτικο Μαδρίτης κι οι οπαδοί της έβλεπαν την ομάδα να αποδυναμώνεται. Ο πρώτος της σκόρερ με 28 γκολ, και παίκτης της χρονιάς στη Λα Λίγκα, Πέτζα Μιγιάτοβιτς πήρε το δρόμο για τη Μαδρίτη και το Μπερναμπέου.

Οι πιο πολλοί είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στο 30χρονο Ρομάριο που (χωρίς να το ξέρουμε τότε) έκανε τα τελευταία του 5 ματς στην Ευρώπη μέχρι που η κόντρα με τον Αραγονές τον έφερε πίσω στη Φλαμένγκο. Εκτός από το Βραζιλιάνο στην επίθεση ήρθε και ο Γκόραν Βλάοβιτς, ενώ στα χαφ προστέθηκε και ο Βαλερί Κάρπιν. Το σχετικά μικρό ποσό που δόθηκε για τον καμπούρη, ξερακιανό τύπο που έφτασε στο αεροδρόμιο χωρίς πολύ κόσμο να τον υποδέχεται, δεν εντυπωσίασε κανείς. Κι όμως, ο Κλαούντιο Λόπες δεν ήταν κάποιος άγνωστος στον κόσμο της Αργεντινής.

Μπορεί να ξεκίνησε τον αθλητισμό παίζοντας ως πλέι-μέικερ σε ομάδα μπάσκετ, γρήγορα όμως βρήκε την κλίση του και αυτή ήταν το ποδόσφαιρο. Αφού έμαθε τα βασικά στην Εστουδιάντες, έκανε το ντεμπούτο του στη Ράσινγκ παίρνοντας κάποια παιχνίδια, χωρίς όμως να εντυπωσιάζει. Η στιγμή του ήρθε στα 18. Με την εθνική Αργεντινής να αγωνίζεται στο Κόπα Αμέρικα του 1993, οι Αργεντίνοι βαρέθηκαν να περιμένουν πότε θα ξεκινήσει η επόμενη Απερτούρα και είπαν να παίξουν ένα πρωταθληματάκι για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Π.Ο. της χώρας. Στο Κόπα Σεντενάριο έπαιξαν 18 ομάδες με αρκετές αλλαγές (αφού πολλά πρώτα ονόματα έπαιζαν σε εθνικές ή ξεκουράζονταν). Ο «Πιόχο» (ψύλλος) έκανε όργια στα δυο ντέρμπι με την Ιντεπεντιέτε σκοράροντας, αλλά δίνοντας και ασίστ, ενώ συνέχισε με τον ίδιο τρόπο στα ματς με τη Βέλεζ και τη Ρίβερ Πλέιτ.

Ο Κλαούντιο Λόπες έγινε πλέον κανονικό μέλος του ρόστερ, αλλά η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη. Η Ράσινγκ εκείνης της περιόδου ήταν μια μέτρια ομάδα συνήθως, με πολλές αλλαγές προπονητών και ο «Πιόχο» κινούταν συνήθως κι αυτός σε μια μετριότητα. Τη σεζόν 1995-96 η Ράσινγκ απέκτησε τρεις επιθετικούς και ο ρόλος του Κλαούντιο Λόπες θα ήταν πολύ περιορισμένος. Ίσως η μετέπειτα πορεία του να μην ήταν η ίδια, ίσως να μην τον θυμόταν κανείς μας, αν η ομάδα δεν είχε χτυπηθεί από τραυματισμούς και δεν είχε κάποια προβλήματα με καινούριους παίκτες που δεν είχαν ακόμα το δικαίωμα να παίξουν. Κατ’ ανάγκη ο Λόπες έπαιξε αριστερό χαφ στην πρεμιέρα και μάγεψε. Μονιμοποιήθηκε εκεί, η Ράσινγκ βγήκε 2η σχεδόν μετά από δύο δεκαετίες και ο «χαφ» έγινε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας. Τότε ήταν που η Βαλένθια αποφάσισε να δώσει 4 εκατομμύρια περίπου για να τον πάρει. Ο Λόπες έπαιξε το τελευταίο του ματς απέναντι στους Νιούελ’ς στο Ροσάριο, σε ένα κακό ματς που η ομάδα του έχασε με 0-1, λίγο πριν φύγει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ως ένα από τα νέα παιδιά του Πασαρέλα στις εθνικές, ο Λόπες ήταν μέλος μια φουρνιάς που είχε μέσα παίκτες όπως ο Ερνάν Κρέσπο, ο Αριέλ Ορτέγκα και ο Μαρσέλο Ντελγκάδο. Κατέκτησαν το ασημένιο ολυμπιακό μετάλλιο και παρά την επιτυχία αυτή και το γεγονός ότι ετοιμαζόταν για μια καριέρα στην Ισπανία, δεν ένιωθε καλά. Ήθελε να παίξει ξανά με την αγαπημένη του Ράσινγκ, να την αποχαιρετίσει σωστά, όχι με μια ήττα. Με τη μεταγραφή κλεισμένη και τον κίνδυνο ενός τραυματισμού, επέμεινε και τελικά κατάφερα να παίξει στο ντέρμπι της Ράσινγκ με την Μπόκα. Την Μπόκα που είχε στη σύνθεσή της Μαραντόνα, Κανίγια και Βερόν. Με το ματς στο 0-0 η μπάλα έφτασε στα πόδια του στο 81′ και με ένα από τα σουτ με το αριστερό που τόσο πολύ μάθαμε τα επόμενα χρόνια κεραυνοβόλησε την εστία των Μποστέρος. Ο Μαραντόνα έχασε πέναλτι, το 1-0 έμεινε μέχρι το τέλος και ο Κλαούντιο Λόπες αποχαιρέτισε το Ελ Σιλίντρο ανεβασμένος πάνω στο οριζόντιο δοκάρι με τον κόσμο να τον αποθεώνει:

Παρά τη δημοσιότητά του όμως, στη Βαλένθια έφτασε ως σχετικά άγνωστος. Η πρώτη χρονιά του ήταν δύσκολη, όπως δύσκολη ήταν και για τη Βαλένθια που έδιωξε τον Αραγονές και είχε συνολικά τρεις προπονητές για να πέσει στη 10η θέση από τη 2η της περασμένης σεζόν. Ο Ρομάριο έφυγε, ο Ορτέγκα (που πήγε κι αυτός στη Βαλένθια) μαζί με τον Βλάοβιτς έβαλαν κάποια γκολ, αλλά η σεζόν κινήθηκε στην μετριότητα. Με τη Βαλένθια να αγοράζει αρκετούς ξένους το καλοκαίρι, ο Λόπες κινδύνευσε να μείνει εκτός ομάδας αφού αρχικά δεν υπήρχαν αρκετές θέσεις. Η φυγή του Βαλντάνο και η έλευση του Κλαούντιο Ρανιέρι στις αρχές της επόμενης σεζόν υπήρξε ευεργετική για αρκετούς παίκτες. Ο Γκαΐθκα Μεντιέντα από ένας ταλαντούχος, φιλότιμος χαφ μετατράπηκε σε παίκτη ορχήστρα, ο Ρουμάνος Ίλιε σκόραρε ακατάπαυστα και ο Κλαούντιο Λόπες έγινε πρωταγωνιστής.

Ένα από τα σπουδαιότερα ματς στην ιστορία της Πριμέρα.
Η Μπαρτσελόνα κερδίζει 3-0 στο 68′ και στο 88′ η Βαλένθια κάνει το 3-4.

Παρελαύνουν: Φίγκο, ντε λα Πένια, Λουίς Ενρίκε, Ριβάλντο, Γκουαρδιόλα, Μεντιέτα, Κλαούντιο Λόπες, Ορτέγκα, Θουμπιθαρέτα

Με τον Ιταλό προπονητή, η Βαλένθια έγινε μια ομάδα που χτυπούσε στην αντεπίθεση και η ταχύτητα του Λόπες ταίριαζε ιδανικά. Η Βαλένθια μπορεί να τερμάτισε μόλις 9η, αλλά έδωσε μερικές μεγάλες ποδοσφαιρικές παραστάσεις. Η τεράστια νίκη στο Καμπ Νου, όταν από 3-0 στο ημίχρονο έφτασε στο 3-4 με μια ασίστ και δυο γκολ του Πιόχο και η νίκη στο Μπερναμπέου ήταν δείγμα του τι θα ακολουθούσε. Ο Λόπες σκόραρε 12 φορές στη 2η του σεζόν στο Μεστάγια, έγινε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας και οι κούρσες του άρχισαν να γράφουν ιστορία.

Κόπα ντελ Ρέι 1999, το σόου της Βαλένθια

Η ερωτική σχέση του Πιόχο με την Μπαρτσελόνα συνεχίστηκε σε όλη την πορεία του στη Βαλένθια. 12 γκολ σε 15 παιχνίδια απέναντι στους Καταλανούς, ρεκόρ που δύσκολα συναντάς. Τη σεζόν 1998-99 βγήκε 2ος σκόρερ στο πρωτάθλημα πίσω μόνο από τον Ραούλ (και συνολικά σκόραρε 37 φορές σε 47 αγώνες, ρεκόρ που έπρεπε να περάσουν 10 χρόνια για να το καταρρίψει κάποιος Αργεντίνος με όνομα Λιονέλ Μέσι), ενώ κατέκτησε το Ιντερτότο και το Κόπα ντελ Ρέι (ρίχνοντας και μια αξέχαστη 6αρα στη Ρεάλ Μαδρίτης). Στον τελικό σκόραρε δυο φορές απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης κι η Βαλένθια έδειξε ότι είχε μπει για τα καλά στην ελίτ του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Ένα από τα καλύτερα γκολ στην ιστορία του Τσάμπιονς Λιγκ

Ο Ρανιέρι έφυγε, ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ ήρθε. Η Βαλένθια έγινε ακόμα πιο σκληρή, πιο κυνική, αλλά και πιο επικίνδυνη με την έλευση του Κίλι Γκονζάλες. Η ιστορία είναι γνωστή, Σούπερ Καπ, 3η θέση στο πρωτάθλημα και μια τρελή πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ. Αντιμετώπισε Μπάγερν, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Λάτσιο και Μπαρτσελόνα μέχρι να φτάσει στον τελικό και έκανε πολλούς πιτσιρικάδες να γίνουν οπαδοί της. Ο συνδυασμός Ρεάλ Μαδρίτης σε τελικό μαζί με Έκτορ Ραούλ Κούπερ δεν μπορούσε να είχε άλλη κατάληξη. Ο Λόπες στο τέλος της σεζόν έζησε μια δεύτερη αποθέωση και ένα δεύτερο αντίο σκοράροντας. Αυτή τη φορά όχι με τα γαλάζια της Ράσινγκ, αλλά με τα ασπρόμαυρα της Βαλένθια, απέναντι στη Θαραγόθα. Σε αντίθεση με τον Μιγιάτοβιτς που έφυγε σχεδόν σαν προδότης, ο «Πιόχο» έφυγε σαν είδωλο.

Τα περίπου 35 εκατομμύρια Ευρώ που έδωσε η Λάτσιο τον έφεραν στη Ρώμη, ένα χρόνο πριν κάνει την ίδια διαδρομή κι ο συνοδοιπόρος Μεντιέτα. Σαν όμως να μην το ήθελε η μοίρα να πετύχουν εκτός Βαλένθια. Σαν να έχασαν τη δύναμή τους φεύγοντας από το Μεστάγια. Αν και ο Λόπες τα πήγε σαφώς καλύτερα από τον Γκαΐθκα (έπαιξε πάνω από 100 ματς, σε μια Λάτσιο που είχε γίνει αργεντίνικη αποικία εκείνα τα χρόνια, υγρό όνειρο κάθε παίκτη Football Manager με παίκτες όπως Κρέσπο, Βερόν, Σιμεόνε) δεν έφτασε ποτέ στα ίδια επίπεδα απόδοσης. Εγκατέλειψε την Ευρώπη στα 30 και έπαιξε αρκετά στο Μεξικό, ένα διάστημα ξανά στη Ράσινγκ και στο τέλος της καριέρας του στις ΗΠΑ. Η καλύτερή του περίοδος ήταν πάντα τα τέσσερα χρόνια στη Βαλένθια, με τις ατελείωτες κούρσες, είτε ως πλάγιος, είτε ως σέντερ φορ και τα πολλά εντυπωσιακά γκολ, με το σήμα κατατεθέν βολέ με το αριστερό. Όταν κανείς δεν τον πίστευε, όταν είχε έρθει ως ρεζέρβα του Ρομάριο και τελικά έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της ιστορίας ενός συλλόγου.

Η εθνική Αγγλίας και το ποδόσφαιρο του Πεπ

  [10 Σχόλια]

Κατ’ αρχάς να ευχηθώ σε όλους μια καλή χρονιά, με υγεία και ό,τι επιθυμεί ο καθένας σε όλα τα επίπεδα. Το 2018 είναι μαζί μας εδώ και μερικές μέρες, κάτι που φυσικά και δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κανένα ποδοσφαιρόφιλο που σέβεται πραγματικά το όμορφο αυτό άθλημα. Ο βασικός λόγος φυσικά και δεν είναι άλλος απ’ το Παγκόσμιο Κύπελλο Εθνικών ομάδων που θα διεξαχθεί στα γήπεδα της Ρωσίας σε -σχεδόν- 6 μήνες από σήμερα. Χωρίς την Ελλάδα -δυστυχώς- αλλά με όλες τις παραδοσιακές δυνάμεις του πλανήτη. Πολλές απ’ αυτές τις υποστηρίζει φανατικά  μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού και της δικής μας χώρας και γι’ αυτές θα τσακωνόμαστε καλοκαιριάτικα, ιδρωμένοι σε ξαπλώστρες παραλίας και ελαφρώς μεθυσμένοι σε κλαμπάκια και μπιτσόμπαρα. Η εθνική ομάδα που εγώ λατρεύω, πάνω από μια εικοσαετία, και μου έχει χαρίσει μεγάλες στιγμές πίκρας, δεν είναι άλλη απ’ την Αγγλία. Κάπως έτσι αποφάσισα να γράψω γι’ αυτή, το πρώτο μου κείμενο για τη νέα σεζόν, και να προσπαθήσω να εξηγήσω πως θα φτάσει -επιτέλους- στην κορυφή του «ποδοσφαιρικού» Έβερεστ. Την κατάκτηση δηλαδή  του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μετά το Γουέμπλεϊ και το ιστορικό Έπος του ’66.

Τα δύο προηγούμενα Μουντιάλ κατέληξαν στην Γερμανία (το 2014) και στην Ισπανία (το 2010) και έχουν ένα κοινό εξωτερικό παράγοντα που έβαλε όμως το χεράκι του (χωρίς να βρίσκεται στον πάγκο κάποιας εξ αυτών) και βοήθησε υπερβολικά, ώστε να φτάσουν στην κορυφή. Ο «παράγοντας» αυτός δεν είναι άλλος απ’τον Καταλανό προπονητή που ακούει στο όνομα Πεπ Γκουαρδιόλα και που εδώ και μια δεκαετία μας έχει χαρίσει μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις, ως ο άνθρωπος που έχει αλλάξει -και ομορφύνει- το ποδόσφαιρο, βάζοντάς το σε νέα μονοπάτια, που μπορεί να μην είναι εντελώς απάτητα αλλά τα είχαμε -δυστυχώς- ξεχάσει ανάμεσα σε αμυντικές και αντιεμπορικές τακτικές που μπορεί να έχουν φέρει μεγάλα αποτελέσματα αλλά -δυστυχώς- είχαν (και έχουν) κουράσει τόσο πολύ το μάτι του απλού θεατή. Για καλή μας τύχη, όλοι εμείς που ζούμε και αναπνέουμε για το Αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά για την Εθνική Αγγλίας, αυτό τον άνθρωπο τον έχουμε εδώ και δύο σεζόν στο Νησί.

Εννοείται πως με εκνευρίζει αρκετά, μιας και η δική του Σίτι φαντάζει ανίκητη και εγώ υποστηρίζω την Λίβερπουλ, αλλά χαίρομαι πραγματικά που βλέπω -επιτέλους- μεγάλα ταλέντα (αλλά και παίκτες σε μεγαλύτερη ηλικία) να μετατρέπονται, μέσα απ’ τα δικά του χέρια, σε κορυφαίους παίκτες σε Παγκόσμιο επίπεδο, με την δική του φιλοσοφία και την δική του σκληρή δουλειά. Το είδαμε να συμβαίνει και στην Μπαρτσελόνα του Πεπ. Μια ομάδα που πάνω στον δικό της κορμό παικτών και στο στυλ του προπονητή της πάτησε η Ισπανία το 2010 για να φτάσει εν τέλει στην κορυφή. Το είδαμε επίσης (σε μικρότερο βαθμό κατά την ταπεινή μου γνώμη) και στην Μπάγερν Μονάχου. Μια ομάδα που στα χρόνια του Πεπ άλλαξε κατά πολύ, παίρνοντας μαζί της και το Γερμανικό μοντέλο της Εθνικής και φτάνοντας στην κατάκτηση του Μουντιάλ μετά από 14 ολόκληρα χρόνια στα γήπεδα της Βραζιλίας. Αν το δούμε να συμβαίνει και στην Εθνική Αγγλίας, τότε θα μιλάμε για μοναδικό φαινόμενο στα ποδοσφαιρικά χρονικά. Μπορεί όμως να συμβεί; Αν πρέπει να το απαντήσω αυτό, θα κουνήσω συγκαταβατικά το κεφάλι έχοντας ένα ύπουλο μειδίαμα στα χείλη.

Πως να μην μπορεί, όταν ο κορυφαίος προπονητής εργάζεται στην Πρέμιερ Λιγκ, έχοντας φτιάξει μια εξαιρετική ομάδα με σημαντικότατα γρανάζια -εκτός των ξένων σούπερσταρ- και Άγγλους ποδοσφαιριστές; Αρκεί αυτό το «μοντέλο», να το ακολουθήσει ή έστω να προσπαθήσει να το ακολουθήσει και ο προπονητής της εθνικής, ο Γκάρεθ Σαουθγκέιτ, στον βαθμό που είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Τα πράγματα είναι απλά. Η Αγγλία το καλοκαίρι θα πρέπει να λειτουργήσει παράλληλα με το ποδόσφαιρο των «πολιτών» αν θέλει -επιτέλους- να κάνει κάτι καλό. Παίκτες για να κοπιάρουν τα χαρακτηριστικά των παικτών της Σίτι (και το μοντέλο του Πεπ) άλλωστε υπάρχουν. Και σε εξαιρετική ηλικία οι περισσότεροι εξ αυτών.

Για να τα δούμε όμως όλα αυτά. Η Αγγλία εδώ και αρκετά χρόνια έχει την τύχη να διαθέτει εξαιρετικούς τερματοφύλακες. Το μόνο που χρειάζονται για να δείξουν το ταλέντο τους είναι η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό τους, όπως φυσικά και η καλή αμυντική λειτουργία μπροστά τους. Όσο καλός κι αν είναι ένας τερματοφύλακας, θα δει την μπάλα να βρίσκει τα δίχτυα του, αν δέχεται συνεχώς σουτ υπό καλές προϋποθέσεις απ’τον αντίπαλο. Είτε βρεθεί στο νούμερο Ένα ο Χαρτ, είτε βρεθεί ο Μπάτλαντ της Στόουκ, η Αγγλία θα έχει κάτω απ’ τα δοκάρια της έναν πολύ καλό τερματοφύλακα. Πίσω τους υπάρχουν φυσικά κι άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο Νικ Πόουπ για παράδειγμα, της Μπέρνλι θα μας απασχολήσει ευχάριστα τα επόμενα χρόνια που έρχονται. Η χρονιά που διανύει άλλωστε είναι φανταστική. Και υπάρχουν κι άλλοι πολλοί.

Στην άμυνα η Αγγλία διαθέτει δύο παίκτες της Σίτι που στα χέρια του Γκουαρδιόλα έχουν εξελιχθεί σε παίκτες παγκοσμίου επιπέδου. Απ’ τη μία υπάρχει ο δεξιός μπακ Κάιλ Γουόκερ και δίπλα του, ως κεντρικός αμυντικός, ο Τζον Στόουνς. Τα τεράστια ποσά που δαπάνησε άλλωστε η Σίτι για να τους φέρει στο Έτιχαντ δεν ήταν τυχαία. Ο Στόουνς μάλιστα μου θυμίζει κατά πολύ την περίπτωση του Ζεράρ Πικέ, μιας και διαθέτει παρόμοια χαρακτηριστικά και σωματοδομή για να ηγηθεί της άμυνας, τόσο στην καλύτερη ομάδα της Αγγλίας όσο φυσικά και στην εθνική, ως ο παίκτης που γνωρίζει πως να δημιουργεί ποδόσφαιρο από πίσω, να σκοράρει όταν θα του δοθεί η ευκαιρία και φυσικά να αναχαιτίζει τις επιθέσεις των αντιπάλων. Πολλοί ήταν αυτοί που δε τον πίστεψαν όταν άφησε το Γκούντισον Παρκ, όπως πολλοί ήταν αυτοί που είχαν χλευάσει τον Πεπ όταν έφερνε το καλοκαίρι του 2008, δέκα χρόνια πίσω δηλαδή, τον Πικέ στο Καμπ Νου, έχοντας στο μυαλό του να δημιουργήσει αυτό που είδαμε όλοι τα επόμενα χρόνια. Έναν εκ των πιο σύγχρονων στόπερ της εποχής μας.

Για όσους δεν θυμούνται, ο Πικέ στα χρόνια που υπήρξε παίκτης της Γιουνάιτεντ γυάλιζε τον πάγκο και τα επίσημα του Όλντ Τράφορντ. Ο Στόουνς απ’ την άλλη είχε φτάσει να χαραμίζεται πολλές φορές ως δεξιός πλάγιος αμυντικός στην Έβερτον. «Άγγλος» Οταμέντι απ’ την άλλη δεν υπάρχει, υπάρχουν όμως εξαιρετικοί παίκτες που μπορούν να βρεθούν δίπλα στον Στόουνς, συμπληρώνοντας τον. Παίκτες με μεγάλη εμπειρία, όπως ο Κέιχιλ της Τσέλσι και ο Σμόλινγκ της Γιουνάιτεντ και φυσικά πιο νέοι και ταλαντούχοι ποδοσφαιριστές, όπως ο Μαγκουάιρ της Λέστερ και ο Κιν της Έβερτον. Στο αριστερό άκρο υπάρχει φυσικά η  επιλογή του Ρόουζ της Τότεναμ και αυτή του Μπέρτραντ της Σαουθάμπτον, παίκτες που μπορούν να «κλείνουν» στον άξονα μαζί με τον Γουόκερ όπως λειτουργούν δηλαδή τα πλάγια μπακ της Σίτι, και φυσικά ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο παίκτης δηλαδή που -αν και η φυσική του θέση είναι κεντρικός μέσος- μετατράπηκε σε έναν εξαιρετικό αριστερό μπακ απ’ τον Γκουαρδιόλα, λόγω του τραυματισμού του Μεντί στην αρχή της σεζόν. Ο Σαουθγκέιτ σίγουρα έχει στην άκρη του μυαλού του και αυτή την επιλογή. Έτσι τουλάχιστον θέλω εγώ να πιστεύω. Όλα τα παραπάνω είναι φυσικά με τετράδα στην άμυνα. Στο μυαλό του Άγγλου προπονητή υπάρχει και η επιλογή της τριάδας στην άμυνα. Κάτι που φυσικά έχουμε δει να κάνει ο Πεπ -με μεγάλη μάλιστα επιτυχία και με αυτούς τους παίκτες- και στην Σίτι, και φυσικά υπάρχουν παίκτες που μπορούν να το υποστηρίξουν στις κλήσεις του προπονητή. Η τριάδα στην άμυνα με δύο ουσιαστικά «δεκάρια» πίσω απ’ τον Κέιν ίσως είναι ακόμα μια δυνατή επιλογή για τον Σαουθγκέιτ, που δεν θα πρέπει να μας ξενίσει, αν φυσικά τη δούμε. Που θα τη δούμε (σας το είπα πρώτος, να το θυμάστε).

Στην επίθεση ο Άγγλος προπονητής έχει την τύχη να διαθέτει τον κορυφαίο επιθετικό της Ευρώπης για το 2017. Ο Χάρι Κέιν ξεπέρασε τους Μέσι και Ρονάλντο, όπως ξεπέρασε και το στοιχειωμένο ρεκόρ του Άλαν Σίρερ, και αυτή τη στιγμή -εκτός των γκολ που σκοράρει- κατέχει το καλύτερο ποσοστό τερμάτων στις ιδανικές συνθήκες για γκολ που του παρουσιάζονται, παίζοντας όχι στην Ρεάλ Μαδρίτης ή την Μπαρτσελόνα, αλλά σε μια ομάδα που παλεύει για να μπει στην τετράδα της Πρέμιερ Λιγκ. Κάτι που μεγαλώνει την αξία των ρεκόρ. Σουτάρει πολύ περισσότερο από άλλους μεγάλους γκολτζήδες της εποχής (και από όπου βρει πολλές φορές), ρίχνοντας το συνολικό του ποσοστό, αλλά στις ιδανικές περιπτώσεις που του παρουσιάζονται για γκολ, ο Κέιν είναι ο μεγαλύτερος «φονιάς» στα Ευρωπαϊκά γήπεδα αυτή τη στιγμή. Αυτό φυσικά το λένε οι αριθμοί και όχι εγώ. Όταν μάλιστα θα έχει στα άκρα της επίθεσης των αναγεννημένο Στέρλινγκ της Σίτι (ένα παίκτη που ο Πεπ ουσιαστικά τον μαθαίνει ποδόσφαιρο απ’ την αρχή) και τον φοβερό και τρομερό Ράσφορντ της Γιουνάιτεντ, που μπορεί να κάνει αυτά που κάνει ο Σανέ παρέα με τον Στέρλινγκ στους «πολίτες», έχοντας πίσω του πραγματικά καλούς πλάγιους μπακ, εντελώς έξω απ’ το συντηρητικό ποδόσφαιρο της Γιουνάιτεντ, ίσως δούμε σπουδαίες ποδοσφαιρικές ομορφιές.

Για το τέλος (και όχι τυχαία) άφησα τον άξονα των Άγγλων. Εννοείται πως όσο κι αν ο Σαουθγκέιτ θέλει (αν θέλει) να πατήσει πάνω στο στυλ της Σίτι (όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο) δεν διαθέτει με τίποτα την ποιότητα του κέντρου των «πολιτών». Ας μην γελιόμαστε. Δεν υπάρχει Φερναντίνιο για να παίξει τόσο τέλεια τον ρόλο του παίκτη μπροστά απ’ τους κεντρικούς αμυντικούς ως ένας υπερσύγχρονος box to box, δεν υπάρχει το σπάνιο ποδοσφαιρικό DNA του Ισπανού μάγου, Νταβίντ Σίλβα και φυσικά όσο κι αν ψάξουμε, και όσο και αν παρερμηνεύσουμε πράγματα και καταστάσεις (αν και θα το κάνω παρακάτω αυτό), δεν μπορώ να βρω παίκτη που να πλησιάζει το μεγαλείο του κορυφαίου μέσου αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη, του Κέβιν Ντε Μπρούινε. Ο Χέντερσον της Λίβερπουλ δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να πλησιάσει αυτά που κάνει ο Βραζιλιάνος, θα είναι αστείο μάλιστα να μπούμε στη διαδικασία να συζητήσουμε κάτι τέτοιο. Ο βελτιωμένος Ντελφ της Σίτι (και όχι της Άστον Βίλα – εκεί που τον μάθαμε δηλαδή) μπορεί να προσφέρει σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ τον αρχηγό της Λίβερπουλ σε αυτό τον ρόλο, και υπάρχει φυσικά και ο Έρικ Ντάιερ της Τότεναμ. Ένας παίκτης με ξεκάθαρες αμυντικές αρετές και σοβαρό πρόβλημα στο επιθετικό και περισσότερο δημιουργικό κομμάτι. Με λίγα λόγια εδώ συναντάμε ένα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για τα «λιοντάρια». Όχι βέβαια πως δεν μπορεί να λυθεί.

Στους δύο εσωτερικούς μέσους, μπροστά απ’ το «εξάρι», υπάρχουν παίκτες που μπορούν να πλησιάσουν αυτά που κάνει ο Σίλβα. Πρώτος και καλύτερος ο Ντέλε Άλι της Τότεναμ. Δυνατός, γρήγορος, με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση αλλά και την απαιτούμενη οξυδέρκεια ώστε να κινηθεί ως «κρυφός» επιθετικός πίσω απ’ τον Κέιν, να πατήσει περιοχή και φυσικά να σκοράρει. Συνεργάζονται άλλωστε τέλεια στα «Σπιρούνια» οι δυο τους. Ο Λαλάνα της Λίβερπουλ είναι ακόμα μία τέτοια περίπτωση, συν το γεγονός πως διαθέτει εξαιρετική κάθετη πάσα για όλους τους ταχύτατους ακραίους παίκτες της Αγγλίας και φυσικά για τον Κέιν (ή τον Βάρντι των «ειδικών αποστολών») στην επίθεση. Αυτοί οι δύο μπορούν να βρεθούν μαζί μπροστά απ’ τον καθαρό αμυντικό μέσο της ομάδας και να συνθέσουν ένα αρκετά ποιοτικό δίδυμο.

Κλείνοντας λέω να παρερμηνεύσουμε λίγο πράγματα και καταστάσεις (σας το είπα πως θα το κάνω) και να ψάξουμε να βρούμε ποιος Άγγλος ποδοσφαιριστής θα μπορούσε να κάνει όλα αυτά που κάνει ο Βέλγος της Σίτι, στην 11αδα της Αγγλίας, σε πανομοιότυπο σύστημα με αυτό του Πεπ στους «πολίτες». Παίκτης με παρόμοια χαρακτηριστικά, εξαιρετικό σωματότυπο και σε φοβερή ηλικία δηλαδή. Υπάρχει κάτι τέτοιο; Μάλιστα υπάρχει. Δεν ξέρω βέβαια αν έχει τη διάθεση ο ίδιος να μπει και πάλι δυνατά στον «χάρτη». Το μεγάλο πρόβλημα είναι πως ποτέ κάποιος σοβαρός προπονητής δεν δούλεψε πραγματικά μαζί του. Να του βρει την σωστή θέση και φυσικά, το σημαντικότερο απ’ όλα, να τον συνετίσει. Βάζοντάς του μυαλό και παίρνοντάς τον από την Έβερτον με προορισμό μια ομάδα που να πρωταγωνιστεί, δίνοντάς του έτσι σοβαρό κίνητρο για την καριέρα του. Τον παίκτη αυτόν -τονίζω- πως έχουμε να τον δούμε να παίζει ποδόσφαιρο από πέρσι μιας και φέτος,  και λόγω τραυματισμού, δεν έχει αγωνιστεί καθόλου στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ. Φυσικά και μιλάω για τον Ρος Μπάρκλεϊ. Τον θυμάστε;

Ο παίκτης που το καλοκαίρι άφησε την Τσέλσι στα κρύα του λουτρού, (επιλέγοντας να παραμείνει στην Έβερτον) κυριολεκτικά -με τις δύο ομάδες να τα έχουν βρει σε όλα- την ώρα των ιατρικών εξετάσεων και φέτος δεν έχει αγωνιστεί λεπτό, πριν μερικά χρόνια έκανε ολόκληρη την Ευρώπη να παραμιλά με τα κατορθώματά του εντός των τεσσάρων γραμμών και είχε φτάσει να θεωρείται -καθόλου άδικα- ως το νέο παιδί θαύμα του αγγλικού ποδοσφαίρου. Την ίδια περίοδο ο Κέβιν Ντε Μπρούινε γυάλιζε τον πάγκο της Τσέλσι, για να πωληθεί με ένα πολύ μικρό ποσό -για την πραγματική του αξία- στη Βόλφσμπουργκ. Σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Άγγλος βρίσκεται στα αζήτητα και ο Βέλγος θεωρείται ο κορυφαίος μέσος της Ευρώπης. Αν μπορεί ο Μπάρκλεϊ να γίνει αυτό που ήταν προορισμένος να γίνει; Αν ρωτάτε εμένα, η απάντηση είναι ναι. Το υπογράφω κιόλας. Αρκεί να φύγει απ’ την Έβερτον και να αρχίσει να αγωνίζεται στην θέση που παίζει και ο Βέλγος ηγέτης της Σίτι. Ούτε έξω αριστερά, ούτε πίσω απ’ τον επιθετικό ως ελεύθερος, αλλά ως κεντρικός εσωτερικός μέσος. Κάτι που μπορεί να γίνει δηλαδή και με τριάδα αλλά και τετράδα στην άμυνα. Μακάρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές κάποια εκ των Τσέλσι ή Τότεναμ (που έχουν δηλώσει ανοικτά το ενδιαφέρον τους για τον παίκτη) να τον υπογράψουν, δίνοντάς του τον χώρο και το χρόνο να ξεδιπλώσει το σπάνιο ταλέντο του. Για το καλό του ποδοσφαίρου δηλαδή και της εθνικής Αγγλίας που θα τον χρειαστεί -σε νέο ρόλο- στο Μουντιάλ.

Παίζοντας μπάλα ως τα γεράματα

  [1 Σχόλιο]

Όταν φτάνεις στα 80 σου, αν φτάσεις δηλαδή, αρχίζεις να σκέφτεσαι λίγο διαφορετικά τη ζωή. Να μετράς αντίστροφα μέχρι το τέλος, να σκέφτεσαι πού θα στείλεις τα εγγόνια σου να σπουδάσουν ή πώς θα τα καλοπαντρέψεις ή γιατί δεν έκανες παιδιά τελικά. Σίγουρα όχι πάντως την μπάλα. Εκτός αν ήσουν ο Τέρσιο Μαριάνο ντε Ρεζέντε, ένας κτηνοτρόφος στην Γκοϊαντίρα κάπου στα νοτιοανατολικά της Βραζιλίας. Ο Τέρσιο γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 1921 και έπαιζε ποδόσφαιρο από τα 10 του, όταν κατάφερε ο ίδιος να φτιάχνει μπάλες από διάφορα φυτά και παράγωγα των αγελάδων που είχε ο πατέρας του.

Παρ’ ότι πρώτη ασχολία του ήταν πάντα η κτηνοτροφία, έβρισκε πάντα χρόνο για το ποδόσφαιρο. Έπαιζε σαν δεξί μπακ σε διάφορες ομάδες της περιοχής, αλλά ακόμα και έτσι δεν χόρταινε μπάλα. Μη φανταστείτε ότι έβγαζε χρήματα από το ποδόσφαιρο στα τοπικά φυσικά. Τα χρήματα για να συντηρήσει την οικογένειά του έρχονταν από τη φάρμα του. Τη φάρμα στην οποία τις Κυριακές είχαμε γιορτή. Ο Τέρσιο έφτιαχνε ένα αυτοσχέδιο γήπεδο ποδοσφαίρου, καλούσε τους γείτονες και όλοι έπαιζαν μπάλα. Τα χρόνια περνούσαν, αλλά ο Τέρσιο συνέχιζε να παίζει ποδόσφαιρο. Έγινε πλέον «ο παππούς», η ατραξιόν της μικρής κωμόπολης Γκοϊαντίρα και στο δρόμο τον σταματούσαν όλοι για να τον χαιρετίσουν, να βγουν φωτογραφία μαζί του, να του μιλήσουν για μπάλα. Όταν συνέχισε να είναι ποδοσφαιριστής σε διάφορες ομάδες μέχρι τα βαθιά γεράματα, κάποιος έριξε την ιδέα για το βιβλίο Γκίνες.


Πόζα με το βιβλίο Γκίνες

Ο Τέρσιο και οι συγγενείς τους για 1,5 χρόνο περίπου μάζευαν όλα τα απαραίτητα χαρτιά και γραφειοκρατικά (βίντεο, επίσημα έγγραφα, μαρτυρίες κτλ) για να μπορέσει το αίτημά τους να αναγνωριστεί. Και έτσι έγινε. Στα 85 του τα κατάφερε. Όταν μπήκε στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες το 2007 ως ο γηραιότερος ποδοσφαιριστής ποτέ τα πανηγύρια ήταν λες και κατέκτησε τίτλο. Όσο μεγάλωνε άρχισε να αντιμετωπίζει και προβλήματα υγείας, από χτυπήματα και δισκοκήλες, μέχρι πολύ πιο σοβαρά. Ο Τέρσιο δεν μπορούσε να αφήσει την μπάλα όμως. Όταν έφτασε τα 80, τα παιδιά του προσπαθούσαν να τον πείσουν να σταματήσει τις αθλοπαιδιές.  Τα τρία από τα τέσσερα παιδιά του ήταν κάθετα σε αυτό. Ο Τέρσιο πήγε να μείνει με το τέταρτο, τον Ένιο Μαριάνο που συμφωνούσε μαζί του: «Δεν υπάρχει κίνδυνος, παίζει με δεμένο ώμο, χέρι και στήθος. Είναι σαν μούμια από τους επιδέσμους». Παρά την ταλαιπωρία αυτή, ο Τέρσιο δεν ήθελε να σταματήσει. «Έχω κάνει δύο επεμβάσεις, αλλά δεν φοβάμαι. Προσπαθώ να βοηθάω στην κατοχή της μπάλας. Μου αρέσει πάντα να σεντράρω, δεν θέλω να βάζω γκολ, προτιμώ να τα ετοιμάζω για άλλους και δεν μου αρέσει να βγαίνω αλλαγή».

Το πιο σοβαρό χτύπημα ήταν όταν έσπασε το 2ο αυχενικό του σπόνδυλο. Όχι από την μπάλα όμως, από ένα πέσιμο στο μπάνιο. Υπήρχε κίνδυνος ακόμα και να μην ξαναπερπατήσει. Τελικά τα κατάφερε και ξαναπάτησε χορτάρι σχεδόν ένα χρόνο μετά. ‘Εδινε όσα μπορούσε πάντα. Κι ίσως η μεγαλύτερη ευτυχία του ήταν όταν έπαιζε μαζί με τον Αντρέ Λουίζ το μοναδικό από τα εγγόνια του που ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο επαγγελματικά (και γιο του Ένιο Μαριάνο). «Θυμάμαι όταν του είχε βγει ο ώμος και αυτός συνέχιζε να έρχεται να παίζει. Πήγαινα πιο νωρίς στο γήπεδο για να τον πετύχω και να του δέσω το χέρι, ήταν μια ιεροτελεστία», διηγείται ο εγγονός.

Στα 80κατι του περπατούσε 10 χιλιόμετρα το πρωί για να πάει στη φάρμα του

Τελευταία φορά πάτησε γήπεδο το 2015 στα 93 του, οκτώ μήνες αργότερα μετά από μία δύσκολη περίοδο εξαιτίας προβλημάτων υγείας πέθανε σε ένα νοσοκομείο. Η κηδεία του δεν ήταν μια απλή κηδεία. Το φέρετρο μπήκε πάνω σε ένα πυροσβεστικό όχημα της πόλης και γύρισε τους δρόμους της, με πολύ κόσμο να τον αποχαιρετά. Ένας άνθρωπος που έκανε το χόμπι του, την αγάπη του, δεν έβγαλε χρήματα από αυτό, αλλά αγαπήθηκε τόσο, όσο αγάπησε κι ο ίδιος το ποδόσφαιρο.

Όταν ο Τέλε συνάντησε τον Γιόχαν

  [6 Σχόλια]

Το ρολόι έδειχνε σχεδόν μεσάνυχτα όταν ο Χουάν Κάρλος Λουστό αποφάσισε να αφήσει το δωμάτιο του και να κάνει μια βόλτα στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας πως έτσι θα χαλαρώσει επιτέλους. Ο Αργεντινός διαιτητής βρισκόταν στο Τόκιο για τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου ανάμεσα στη Σάο Πάουλο και τη Μπαρτσελόνα και το τζετ-λαγκ δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Περνώντας από το λόμπι, άκουσε μια γνώριμη λατινοαμερικάνικη φωνή, που ήξερε από τα παιχνίδια του Λιμπερταδόρες, να τον φωνάζει από το βάθος. Ήταν η φωνή του προπονητή της Σάο Πάουλο, Τέλε Σαντάνα.

(Σε έναν τέλειο και δίκαιο κόσμο το όνομα Τέλε Σαντάνα δεν θα χρειαζόταν καμία επιπλέον εξήγηση. Στον κόσμο που ζούμε όμως, που η επιτυχία σου καθορίζεται από τον αριθμό των μεταλλίων στην τροπαιοθήκη σου, οι διευκρινήσεις είναι απαραίτητες, ειδικά για τους νεότερους. Ο Βραζιλιάνος δεν κατέκτησε κανένα τίτλο με την εθνική της χώρας του και δεν ανέλαβε ποτέ του μια ευρωπαϊκή ομάδα, στοιχεία που αυτόματα τον πετούν έξω από κάθε λίστα με τους σπουδαιότερους προπονητές όλων των εποχών. Ακόμα και το πιο διάσημο δημιούργημα του, η Βραζιλία του 1982, η τελευταία Βραζιλία που πίστευε και εκπροσωπούσε το joga bonito, παραμένει στο μυαλό πολλών ως η «Βραζιλία του Σώκρατες» και όχι ως η ομάδα του Σαντάνα.

Tη μέρα που η Σελεσάο αποκλείστηκε από την Ιταλία του Ρόσι, ο Σαντάνα στήθηκε στον τοίχο από κάποιους Βραζιλιάνους δημοσιογράφους για την επιλογή του να μην παίξει για την ισοπαλία που αρκούσε για να δώσει την πρόκριση. Ο ίδιος δεν φάνηκε να μετανιώνει για τίποτα. Όπως θυμάται ο Σώκρατες, την ώρα που στα αποδυτήρια υπήρχαν νεύρα, εντάσεις και κλάματα, ο Σαντάνα στεκόταν ήρεμος και δήλωνε περήφανος για την τίμια προσπάθεια της ομάδας του. Λίγη ώρα μετά έμπαινε στην αίθουσα τύπου για τις τελευταίες δηλώσεις του και οι δημοσιογράφοι απ’όλο τον κόσμο τον χειροκροτούσαν όρθιοι.

Χρόνια αργότερα όλοι κατάλαβαν πως ακόμα και αν είχε την ευκαιρία να γυρίσει το Χρόνο και να παίξει ξανά εκείνο το ματς, πάλι θα κατέβαινε επιθετικά, με μοναδικό στόχο να κερδίσει το παιχνίδι, να προσφέρει θέαμα, να διασκεδάσει τον κόσμο. «Η ομορφιά έρχεται πρώτη και η νίκη δεύτερη. Αυτό που μετράει είναι η ευχαρίστηση» έλεγε πάντα ο Σώκρατες, μια φιλοσοφία που του είχε περάσει ο προπονητής του στην εθνική που χωρίς δισταγμό και τύψεις δήλωνε: «Προτιμώ να χάσω παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο παρά να κερδίσω παίζοντας μέτρια».

Ο Σαντάνα αποχώρησε από την εθνική το 1986 μετά τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία του Πλατινί και αφοσιώθηκε στο συλλογικό ποδόσφαιρο. Ανέλαβε τη Σάο Πάουλο το 1990, κοιμόταν στο προπονητικό της κέντρο, ξυπνούσε από τις 6, κούρευε μόνος του το γκαζόν και προσπαθούσε, μέσω σκληρής πειθαρχίας, να τελειοποιήσει τις επιθετικές τακτικές του. Μαζί της τελικά κατάφερε να δείξει σε όλο τον κόσμο ότι κάποιες φορές το όμορφο ποδόσφαιρο συνδυάζεται και με μεγάλες επιτυχίες. Με ηγέτη τον παραγκωνισμένο έως τότε αδερφό του Σώκρατες, Ράι, και μια φουρνιά νέων ταλαντούχων παικτών τους οποίους πίστεψε και ανέδειξε (ανάμεσα τους ο Λεονάρντο και ο Καφού, που καθιερώθηκε στο δεξί άκρο της άμυνας μετά από επιμονή του Σαντάνα), οδήγησε τη Σάο Πάουλο στην κορυφή της χώρας, της ηπείρου αλλά και του κόσμου δυο συνεχόμενες χρόνιες!

Έστω και στο φινάλε της καριέρας του – καθώς το 1996 αποσύρθηκε από τους πάγκους λόγω προβλημάτων με την υγεία του – ο Σαντάνα έφτασε στην κορυφή παίζοντας το ποδόσφαιρο που ήθελε, το μόνο ποδόσφαιρο που τον ενδιέφερε να παίξει. Ένα επιθετικό ποδόσφαιρο χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς ύπουλα χτυπήματα και βουτιές, χωρίς καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου. Ένα ποδόσφαιρο που τον έκανε τόσο αγαπητό στη Βραζιλία που μέχρι και σήμερα το όνομα του μνημονεύεται περισσότερο ακόμα κι από τα ονόματα προπονητών που οδήγησαν τη Σελεσάο στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Για τους συμπατριώτες του, ο «Κύριος Τέλε» ήταν και θα είναι «ο τελευταίος ρομαντικός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου».)

Ο Σαντάνα πρότεινε στον Λουστό να του γνωρίσει τον Γιόχαν Κρόιφ και ο Αργεντινός διαιτητής, ξέροντας καλά το ποδοσφαιρικό μέγεθος του Ολλανδού, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί. Ακολούθησε ένα σκηνικό που μοιάζει τελείως ξένο με τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Σε ένα τραπέζι στο μπαρ του ξενοδοχείου, ο διαιτητής και οι προπονητές των ομάδων που δυο μέρες μετά θα έπαιζαν έναν τελικό για τον τίτλο της καλύτερης ομάδας στον πλανήτη, έπιναν, κάπνιζαν (για την ακρίβεια μόνο ο Κρόιφ κάπνιζε αλλά όπως θυμάται ο Λουστό, τα τσιγάρα του διαδεχόταν το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό που ήταν σαν να κάπνιζε για όλους) και συζητούσαν για μπάλα.

«Μιλούσαν για το ποδόσφαιρο σαν να είναι κάτι ιερό. Έλεγαν συνέχεια πως το να διακόπτεις τον αγώνα με ψεύτικους τραυματισμούς, το να πετάς τη μπάλα μακριά ή το να κάνεις αλλαγές στις καθυστερήσεις για να κερδίσεις μερικά δευτερόλεπτα δεν είναι σωστό» αποκάλυψε πριν λίγο καιρό ο Λουστό. «Ο Κρόιφ και ο Σαντάνα θέλανε να κερδίσουν αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Όχι με ψέμματα. Θέλανε να κερδίσουν με το δικό τους στυλ, με τη δικιά τους φιλοσοφία, που μάλιστα έμοιαζε πολύ. Συμφωνούσαν πως ο σεβασμός στον αντίπαλο ήταν το πιο βασικό στοιχείο της επιτυχίας και ήταν πεπεισμένοι πως το να χάνεις ενώ παίζεις καλά δεν είναι αποτυχία και πως σ’ένα παιχνίδι που έχει παιχτεί σωστά δεν υπάρχουν ουσιαστικά κερδισμένοι και χαμένοι. Βλέποντας τις ομάδες τους να παίζουν, καταλάβαινες πως όλα όσα έλεγαν και πίστευαν, τα περνούσαν και στους παίκτες τους».

Η πολύ ιδιαίτερη παρέα συζητούσε για μπάλα μέχρι το ρολόι να δείξει περασμένες τρεις, σαν μια παρέα καλών φίλων που γνωρίζονται και καταλαβαίνονται τέλεια. Λίγο πριν αποχωρήσει ο καθένας για το δωμάτιο του, οι δυο σπουδαίοι προπονητές προχώρησαν σε μια πρωτότυπη συμφωνία μπροστά στα μάτια του ανθρώπου που μερικές ώρες αργότερα θα σφύριζε τη μεταξύ τους κόντρα. Βάζοντας το δεξί τους χέρι πάνω στον συνομιλητή τους, συμφώνησαν πως αν την ώρα του τελικού κάποιος παίκτης τους ξέφευγε από τα όρια του ποδοσφαίρου που πρέσβευαν και αγαπούσαν, θα γινόταν αλλαγή αμέσως. Ο σοκαρισμένος Λουστό προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που έβλεπε το ζούσε πραγματικά ή αν απλά το φανταζόταν.

Η Σάο Πάουλο κατέκτησε τελικά το Διηπειρωτικό, κερδίζοντας την ‘Dream Team’ του Κρόιφ με 2-1 χάρη σε δυο γκολ του Ράι. «Ο καθαρός χρόνος παιχνιδιού ήταν απλά απίστευτος και οι ευκαιρίες πολλές» θυμάται ο Λουστό, ο μοναδικός από εκείνο το περίεργο παρεάκι που ζει ακόμα. Ο Αργεντινός, που εκείνη την εποχή θεωρούταν το Νο2 παγκοσμίως στο χώρο της διαιτησίας, έκλεισε φέτος τα 70 του και παρ’όλο που στην τεράστια καριέρα του έχει σφυρίξει σε Μουντιάλ, σε τελικούς Λιμπερταδόρες, σε superclasico και στο ιστορικό και επεισοδιακό Βραζιλία-Χιλή στο Μαρακανά, θεωρεί πως εκείνη η συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου είναι το ωραιότερο πράμα που του συνέβη: «Στην 40ετη καριέρα μου τίποτα δεν με άγγιξε περισσότερο από εκείνη την κουβέντα που είχα με τον Τέλε και τον Κρόιφ. Εκείνη είναι η πιο όμορφη εμπειρία που έχω από το ποδόσφαιρο».

Μια Χριστουγεννιάτικη ποδοσφαιρική ιστορία

  [5 Σχόλια]

Μάντσεστερ. Παραμονή Χριστουγέννων 2017.

Ο Ζοσέ έχει αράξει φαρδύς πλατύς στην πανάκριβή του πολυθρόνα, μπροστά απ’ το αναμμένο τζάκι και αναπολεί παλιές καλές εποχές, τότε που ως προπονητής της -δικής του- Τσέλσι θεωρούνταν ο Special One. Tότε που είχε χιλιάδες «εχθρούς» επειδή ήταν απλά ο κορυφαίος προπονητής στην Ευρώπη. Τότε που οι «μπλε» του Στάμφορντ Μπριτζ δεν έχαναν από καμία ομάδα και όταν το έκαναν, το έκαναν πολύ δύσκολα. Πάνω απ’ το τζάκι ο Πορτογάλος έχει παρατάξει μερικά απ’ τα σπουδαιότερα τρόπαια που έχει κατακτήσει, στην αγαπημένη του διάταξη το 4-5-1, έχοντας στην κορυφή το Τσάμπιονς Λιγκ του 2004. Κρατά στο χέρι ένα ποτήρι πανάκριβο κρασί και στο μυαλό του έρχονται, μόνες τους, μεγάλες στιγμές του παρελθόντος. Ο Μιλίτο σπάει τα άλατα του Φαν Μπούιτεν και σκοράρει για την Ίντερ. Ο Κοστίνια το παστελώνει στο Όλντ Τραφορντ. Ο Φράνκι ο Λάμπαρντ σηκώνει την μία κούπα μετά την άλλη καθώς ο Τέρι κλείνει το μάτι στον Γουέιν Μπριτζ. Ο Νίκος ο Λυμπερόπουλος ξυρίζει το δοκάρι στην Λεωφόρο και η Ρεάλ κερδίζει το πρωτάθλημα απ’την Μπάρτσα. «Ωραίες αναμνήσεις διάολε». Ο Ζοσέ δεν θέλει κανέναν μέσα στη μίζερη μοναξιά του και -σχεδόν- θα αφεθεί στην αγκαλιά του Μορφέα, πριν προλάβει να τελειώσει το κρασί του. Τι κι αν ξημερώνουν Χριστούγεννα σε λίγες ώρες, ο Special Πορτογάλος νιώθει τόσο μόνος και τόσο κακόκεφος.

Ξαφνικά ένας βίαιος ήχος θα ταράξει τη γαλήνη του. Ο Ζοσέ θα κοιτάξει πίσω του και θα δει μια γνώριμη σε όλους μορφή να ψάχνει ανάμεσα στα ακριβά ουίσκι που έχει στην συλλογή του. «Ποιος είσαι εσύ; Τι θες στο σαλόνι μου; Άσε κάτω το Lagavulin».

«Ζοσέ, δεν κατάλαβες ποιος είμαι; Δεν σου θυμίζω τίποτα; Είμαι ο θρύλος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ο Τζόρτζ Μπεστ και θέλω να κάνουμε μια χαλαρή κουβέντα φίλε μου. Δεν μπορώ να σε βλέπω σε αυτή τη μιζέρια άνθρωπέ μου. Eπηρρεάζεις όλη την ομάδα. Σκέψου ακόμα και ο Πογκμπά έκοψε τους dab πανηγυρισμούς.»

«Γιώργη, μα εσύ έχεις πεθάνει. Για μια στιγμή σε πέρασα για τον Λουκ Σκάιγουοκερ στον Τελευταίο Τζεντάι. Με τρομάζεις τώρα και είμαι και λίγο φοβητσιάρης. Για να σου μιλάω… μη μου πεις πως έχω πεθάνει και γω; Θα είναι χειρότερο κι απ’ το να πάρει πρωτάθλημα η Λίβερπουλ»

«Χαλάρωσε μεγάλε. Δεν έχεις πεθάνει, μην τρομάζεις, ούτε πρόκειται να το πάρει η Λίβερπουλ. Το μόνο που έχει πεθάνει είναι το ποδόσφαιρο που παρουσιάζεις και γι’ αυτό είμαι σήμερα εδώ. Βασικά είμαι το φάντασμα του Τζορτζ Μπεστ, το φάντασμα του παρελθόντος. Δεν έχεις διαβάσει Ντίκενς βρε άνθρωπε; Σε είχα για καλλιεργημένο.»

«Τα φαντάσματα βρε Γιώργη στην ιστορία του Ντίκενς ήταν τρία. Πως και ήρθες μόνος σου; Μήπως με δουλεύεις και αυτή είναι ακόμα μία πλάκα εκείνου του χίπστερ του Πεπ σε βάρος μου; Δεν έχω όρεξη πες του. Ειλικρινά. Ας τα πάρει όλα φέτος, δεν ασχολούμαι μαζί του, με έχει κουράσει ο τύπος. Άσε με να κοιμηθώ σε παρακαλώ. Στις 26 του μήνα παίζουμε με την Μπέρνλι με τον άλλο τον αχώνευτο τον Ντάις, άσε με να χαρείς.»

«Ήταν να έρθουμε και οι τρεις μαζί απλά οι άλλοι δύο μετά τον αποκλεισμό της Γιουνάιτεντ απ’ την Μπρίστολ Σίτι για το Λιγκ Καπ ούτε που θέλουν να σε δούν. Άδικο δεν έχουν πάντως. Να σου πω την αλήθεια ούτε εγώ θα ερχόμουν, απλά θυμήθηκα πως έχεις δυνατή κάβα. Άντε ντύσου. Έχουμε να πάμε μια βόλτα και είναι και αρκετά μεγάλη.»

«Εντάξει Γιώργη. Θα έρθω. Μην αργήσουμε όμως πολύ γιατί έχω να σηκωθώ χαράματα αύριο και να σχεδιάσω το σύστημα και την τακτική για τη Μπέρνλι. Δεν θα αντέξω να χάσω κι απ’ τον Ντάις»

«Άσε μας ρε Ζοσέ. Ακόμα και τα δοκάρια γνωρίζουν πως θα παίξεις 4-5-1 με γιόμες για το κεφάλι του Φελαϊνί. Σοβαρέψου και ντύσου να φύγουμε.»

Το ταξίδι στο παρελθόν του Ζοσέ είχε μόλις ξεκινήσει, έχοντας ως οδηγό -όχι κάποιον τυχαίο- αλλά τον Τζορτζ Μπεστ ή καλύτερα το φάντασμά του. Ήταν η τελευταία ευκαιρία του Ζοσέ να αλλάξει κι από μίζερος και κολλημένος προπονητής να γίνει πιο σύγχρονος, πιο χαμογελαστός, πιο ευγενικός. Κάποιος που δείχνει να χαίρεται αυτό που κάνει. Ένας νικητής του ποδοσφαίρου και πάλι. Ένας άνθρωπος που όλοι θα του χαμογελούν και δεν θα αλλάζουν δρόμο όταν τον συναντούν τυχαία σε κάποιο γήπεδο. Σε κάποιο μπαρ. Στην λαϊκή αγορά του Μάντσεστερ που πάει να ψωνίσει. Είναι Χριστούγεννα άλλωστε και η Αγγλία είναι πάντα πανέμορφη αυτές τις Άγιες μέρες.

«Ζοσέ βλέπεις αυτά τα παιδάκια στο προαύλιο αυτού του παλιού σχολείου στο Σετουμπάλ; Παίζουν ποδόσφαιρο χαμογελαστά. Δίχως καμία έγνοια. Προσπαθούν να κάνουν κόλπα με τη μπάλα. Ραμπόνες, τακουνάκια, ποδιές. Δες τα πως χαίρονται. Πόσο ωραία εικόνα. Έτσι δεν είναι; Είναι όμως και ένα παιδάκι κατσουφιασμένο, που δεν ξέρει μπάλα αλλά το παίζουν τα υπόλοιπα. Κι ας διαμαρτύρεται συνέχεια, κι ας παίζει λίγο βρώμικα. Κι ας θέλει μόνο να κερδίζει πάση θυσία. Το βλέπεις; Αυτό το παιδάκι είσαι εσύ Ζοσέ. Δεν δείχνεις να το ευχαριστιέσαι το παιχνίδι βρε Ζοσέ. Και είσαι μόλις 8 ετών εδώ. Το θυμάσαι;»

«Μπορεί να μην το ευχαριστιόμουν, όπως λες, εκείνη τη χρονιά όμως είχαμε κερδίσει το πρωτάθλημα στο Σετουμπάλ. H τάξη μου βασικά.»

«Ναι αλλά εσύ δεν έπαιζες Ζοσέ. Ήσουν η τελευταία αλλαγή και γκρίνιαζες στα άλλα παιδάκια. Έχεις ένα μετάλλιο, αλλά δεν το χάρηκες ποτέ εκείνο το παιχνίδι. Δεν σου λείπει εκείνη η αίσθηση της αλάνας; Να προσπαθείς -όταν μπαίνεις στο γήπεδο- να κάνεις και εσύ ένα τσαλιμάκι, κι ας έχανε την μπάλα. Σιγά το πράγμα. Σημασία έχει η χαρά του παιχνιδιού σε αυτές τις ηλικίες»

«Δεν είχα το ταλέντο σου ρε Τζορτζ. Μιλάς εκ του ασφαλούς. Υπήρξες ένας ανάμεσα στους κορυφαίους που έβγαλε ο πλανήτης. Δεν μπορείς να νιώσεις τον κρύο ιδρώτα όταν σου έρχεται η μπάλα και εσύ γνωρίζεις πως είσαι τσακωμένος με το κοντρόλ εκ γενετής. Ορίστε δάκρυσα. Αυτό ήθελες; Τα κατάφερες»

«Δεν ήμουν ένας ανάμεσα στους κορυφαίους βρε πορτογαλική νυφίτσα. Ήμουν ο κορυφαίος όλων. Εντός και εκτός γηπέδων. Συγκινήθηκες πάντως, κάτι είναι κι αυτό. Πάμε παρακάτω… Εδώ δεν σταματάω. Σε βλέπω να κλαις και η ξανθιά να φεύγει με τον φλώρο με το Polo μπλουζάκι. Χυλόπιτα έτσι; Ειλικρινά δεν έχω φάει ποτέ χυλόπιτα. Ας ανοίξω το δεύτερο μπουκάλι. Μα καλά τρύπιο είναι το μπουκάλι; Πότε τελείωσε; Θα σε πάω στο Καμπ Νου. Τότε που ήσουν μεταφραστής του Ρόμπσον και κολλητός του Γκουαρδιόλα. Τι παικτάρα ήταν ο Καταλανός έτσι;»

«Ήταν όντως φοβερός. Θυμάμαι να τον χαζεύω και να προσπαθώ να καταλάβω πως λειτουργεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ακόμα δεν το έχω καταλάβει να σου πω την αλήθεια. Αν ήμουν προπονητής τότε και τον είχα αντίπαλο θα έβαζα τον Ντελ Όρνο να τον κλωτσήσει. Έχεις ακόμα πρόβλημα με το ποτό έτσι;»

«Σε πιστεύω. Σε έχει χιλιογλεντήσει άλλωστε τόσες φορές. Το έχει πάει σε άλλο επίπεδο ο Πεπ. Μακάρι να τον είχα κόουτς και ας μην έπινα για 20 λεπτά. Απαξιώ να απαντήσω στην ερώτησή σου. Ο Ντελ Όρνο δεν είχε κλωτσήσει τον Μέσι σε εκείνο το ματς Τσέλσι-Μπάρτσα;»

«Τα έχεις ξαναπεί αυτά. Δεν σε πιστεύω. Γιατί μου δείχνεις όμως όλες αυτές τις δύσκολες στιγμές; Γιατί δεν με αφήνεις στην ποδοσφαιρική μου μιζέρια; Γιατί μου τα θυμίζεις όλα αυτά; Τι σε έπιασε και με ζαλίζεις; Naι, o Ντελ Όρνο ήταν αλλά μη με κοιτάς έτσι. Ήταν καθαρά δική του επιλογή. Εγώ δεν έβαλα το χέρι μου»

«Σε ζαλίζω επειδή η Γιουνάιτεντ δεν είναι για να τη βλέπει ο κόσμος σε αυτά τα χάλια. Ούτε εσένα σου αξίζει να σε κράζουν σε όλα τα καφενεία της Ευρώπης. Μου φέρνεις στο μυαλό κάποιον που μόλις έχει αγοράσει το FIFA 18 και αντί να κάτσει και να παίξει στην τηλεόρασή του, φεύγει για να πάει να παίξει το φλιπεράκι Virtual Striker και ψάχνει στην τσέπη του για κέρματα. Ακόμα και μετά την ήττα απ’ την Μπρίστολ, στάθηκες στα δυο δοκάρια που είχε η ομάδα σου λες και προπονείς την Ελπίδα Χορτερού στα τελευταία τοπικά. Σοβαρέψου Ζοσέ. Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται, εσύ το κοιτάς με κιάλια και ο κόσμος γελάει με τις εμφανίσεις της Γιουνάιτεντ.»

Ο Ζοσέ έκλεισε τα μάτια βουρκωμένος και δεν απάντησε ξανά στο φάντασμα του Μπεστ. Στο Χριστουγεννιάτικο πνεύμα δηλαδή που προσπάθησε να τον κάνει καλύτερο άνθρωπο προπονητή. Ο Μπεστ τον γύρισε στο σπίτι και τον άφησε στον καναπέ καθώς άρπαξε και ένα τρίτο μπουκάλι Lagavulin. «Για το δρόμο Ζοσέ» του είπε χαμηλόφωνα, και χάθηκε στο σκοτάδι. Ο Ζοσέ αποκοιμήθηκε. Το πρωί ξύπνησε με πονοκέφαλο και ήταν πάλι κατσουφιασμένος. Τα παιδικά τραγούδια και οι μικρές νιφάδες χιονιού που έπεφταν και του έφερναν στο μυαλό εικόνες βιβλίου του Ντέιβιντ Γκούτερσον, δεν μπόρεσαν να τον συγκινήσουν, ούτε να τον ηρεμήσουν. Άρπαξε μια κόλλα χαρτί και σχεδίασε το σύστημα για το ματς κόντρα στη Μπέρνλι. «Θα παίξω με 4-5-1 και θα βάλω τον Φελαϊνί δίπλα στον Πογκμπά. Θα τους κατατροπώσω με «καμινάδες» απ’την άμυνα. Είμαι ο Ζοσέ Μουρίνιο. Ο κορυφαίος όλων. Το ακούς Μπεστ; Μη με αμφισβητήσεις ποτέ ξανά.» Ξαφνικά άκουσε το κουδούνι της πόρτας και δύο παιδάκια να τραγουδούν ένα κλασικό, παλιό αγγλικό, Χριστουγεννιάτικο τραγούδι. Ο Ζοσέ το είχε ξανακούσει παλιά απ’ τον  Τζόε Κόουλ. Ο Κόουλ ήταν πιο φάλτσος κι απ’ τη Μέρυλ Στριπ σε εκείνη την μέτρια ταινία που είχε δει με τη γυναίκα του πέρσι. Σούφρωσε τα χείλη και τσαλάκωσε το χαρτί που είχε σχεδιάσει το σύστημά του. Το πέταξε με νεύρα στο καλάθι, λες και καρφώνει ο Γιάννης ο Αντετοκούνμπο και άρχισε πάλι να μονολογεί: «Πόσο μισώ τα Χριστούγεννα… Πόσο μισώ τα Χριστούγεννα.»

Εκεί που μισούν τον Ροναλντίνιο

  [7 Σχόλια]

Η εικόνα είναι γνωστή: 19 Νοεμβρίου 2005, το Σαντιάγο Μπερναμπέου χειροκροτά τον άνθρωπο που μόλις πέτυχε το 0-3 εις βάρος της Ρεάλ. Λιγότερη γνωστή μια παρόμοια φάση, δυόμισι χρόνια νωρίτερα, όταν ο ίδιος Ροναλντίνιο –διότι περί αυτού πρόκειται, βέβαια– με τη φανέλα της Παρί τότε, κατάφερε να αποσπάσει το χειροκρότημα των Μαρσεγέζων μέσα στο φανατισμένο Βελοντρόμ, μετά από μια απίστευτη ενέργεια που κατέληξε, πάλι, σε ένα ταπεινωτικό 0-3. Ποιος μπορεί να αντισταθεί στο ταλέντο του καλύτερου και του θεαματικότερου παίκτη στον κόσμο, ακόμη κι αν αυτός φορά τη φανέλα της μισητής αντιπάλου; Σε ποιο μέρος του πλανήτη οι φίλοι του ποδοσφαίρου δεν λατρεύουν το γελαστό παιδί από το Πόρτο Αλέγκρε που στις αρχές του 21ου αιώνα ενσάρκωσε όσο κανείς άλλος το jogo bonito;

Υπάρχει ένα τέτοιο μέρος, μια πόλη όπου το όνομα του Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα ανακαλεί τραγωδίες και προκαλεί γκριμάτσες αηδίας και δηλώσεις όπως: «Δεν θέλω να μιλήσω για τον Ροναλντίνιο, αν μιλήσω θα πω χοντράδες». Είναι ακριβώς η πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, εκεί όπου πιτσιρικάς κάθε απόγευμα έπαιζε ατέλειωτες ώρες μπάλα με τα γειτονόπουλά του στους χωματόδρομους της συνοικίας Βίλα Νόβα, ή όπου, λίγο πιο πέρα, στο γήπεδο «Περικίτο» η οικογένεια ντε Ασίς –τα αδέρφια, τα ξαδέρφια, οι θείοι του– κατέβαζε πλήρη ενδεκάδα στα ματς του σαββατοκύριακου, ενδεκάδα ανίκητη όταν στη ζούλα έπαιζε κι ο Ρομπέρτο, ο μεγάλος αδερφός και τότε σπουδαίο ταλέντο της Γκρέμιο.

Τι μεσολάβησε ώστε να είναι, αντί για είδωλο, αντικείμενο μίσους και θέμα ταμπού στις συζητήσεις; Ώστε η μητέρα του, η Ντόνα Μιγκελίνα, κι η αδερφή του να αναγκάζονται να ζουν σχεδόν έγκλειστες στη μυθικών διαστάσεων βίλα τους, απέναντι από την υπερπολυτελή ντισκοτέκ που έφτιαξε κάποτε ο Ροναλντίνιο (φήμες λένε πως υπάρχει ένα υπόγειο τούνελ που του επέτρεπε να πηγαίνει ινκόγκνιτο κατευθείαν από το σπίτι του); Ώστε οι μονοκατοικίες που έχτισε η οικογένεια στη θέση του παλιού σπιτιού τους να παραμένουν ανοίκιαστες κι ερημωμένες; Ώστε ο ίδιος ο Ροναλντίνιο, μόνιμος κάτοικος Ρίο πλέον, όταν θέλει να κάνει μια βόλτα στις γειτονιές που μεγάλωσε, να φροντίζει να περνά απαρατήρητος ή να συνοδεύεται από σωματοφύλακες ;


Ρομπέρτο και Ρονάλντο ντε Ασίς

Ο Ζοάο ντε Ασίς υπήρξε στα νιάτα του ένας καλούτσικος επιθετικός μέσος αλλά στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 πολεμάει να θρέψει την οικογένειά του κάνοντας μεροκάματα τα σαββατοκύριακα ως φύλακας στο πάρκινγκ του γηπέδου της Γκρέμιο. Στο χορτάρι του ίδιου γηπέδου, διαπρέπει ο μεγάλος του γιος, ο 17χρονος Ρομπέρτο, διεθνής και καμάρι της ομάδας. Έχει ήδη γυαλίσει σε πολλές ευρωπαϊκές ομάδες, κυρίως στην Τορίνο. Η Γκρέμιο, θα κάνει τα πάντα για να τον κρατήσει, ο Ζοάο θα το παρακάνει λίγο στα παζάρια και, την τελευταία στιγμή λίγο πριν την υπογραφή των τελικών συμβολαίων, θα απαιτήσει λίγο εκβιαστικά και μια βίλα με πισίνα. Λίγους μήνες αργότερα, κι ενώ η υπόλοιπη οικογένεια ντε Ασίς σε πλήρη σύνθεση είναι μαζεμένη γύρω από το μπάρμπεκιου της εν λόγω βίλας, ο 8χρονος Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα θα βγει να ψάξει τον άφαντο πατέρα του στα γύρω σπίτια –κυρίως στα γύρω μπαρ, καθώς ο Ζοάο έχει μια ορισμένη τάση προς το αλκοόλ. Θα τον βρουν αργότερα, πνιγμένο στα βρώμικα νερά της περίφημης πισίνας που τόσο επιθύμησε.

Θα αφήσει ως ανάμνηση αμέτρητες βιντεοκασέτες που είχε τραβήξει με την κάμερά του. Πολύτιμο υλικό με πρωταγωνιστή όχι τον Ρομπέρτο  αλλά τον μικρό του γιο, που πριν ακόμη πάει σχολείο σκανδάλιζε τους γονείς των συνομηλίκων του με τις ικανότητές του: «Δεν μπορεί να παίζει με τα μικρά, τα κομπλάρει με αυτά που κάνει!». Όχι ότι όταν έπαιζε με τα μεγαλύτερα παιδιά δεν έκανε τέρατα: ο τοπικός θρύλος λέει ότι κάποτε πέρασε με τη μπάλα ολόκληρος κάτω από τα πόδια ενός ψηλότερου αντιπάλου. Σε μια από τις βιντεοκασέτες ο Ζοάο σχολιάζει: «Ροναλντίνιο, άκουσέ με καλά: εσύ μια μέρα θα σηκώσεις το Παγκόσμιο Κύπελλο!».

Ο επίδοξος παγκόσμιος πρωταθλητής συνεχίζει, όπως γνωρίζουμε, την ξέφρενη πορεία του και μετά τον θάνατο του πατέρα του. Είναι ένα ντροπαλό κι ευγενικό πιτσιρίκι που από μαθήματα προτιμάει το διάλειμμα (και λίγο τα τεχνικά), διαπρέπει στα σχολικά τουρνουά που αρχίζουν γρήγορα να μαζεύουν πλήθος θεατών, προβάρει ντρίπλες με τα σκυλιά του, τον Μπονμπόν και την Μπάλα, κάνει σομπρέρο στη μαμά του («Το είχε κάνει τόσες φορές που και τώρα να μου πετάξεις μια μπάλα πάνω από το κεφάλι ούτε που θα το προσέξω», θυμάται η βασανισμένη μητέρα), και ηγείται μιας εφηβικής ομάδας ποδοσφαίρου σάλας, της Procergs, η οποία κερδίζει όλους τους πιθανούς τίτλους από το 1990 ως το 1994. Από τους αγώνες της Procergs προέρχονται και οι πιο εντυπωσιακές εικόνες του μικρού Ροναλντίνιο. Ήδη σταρ, ήδη «νέος Πελέ» για όσους τον είδαν με τα μάτια τους, 12 χρονών, να μιμείται την περίφημη προσποίηση στον τερματοφύλακα που έγινε αθάνατη από τον παλιό Πελέ στο Μεξικό ή να βάζει και τα 23 γκολ της ομάδας του σε ένα ματς. Τα καλοκαίρια, οι παραστάσεις συνεχίζονται στην παραλία Καπάο Νόβο, όπου ο Ροναλντίνιο κι οι φίλοι του χορεύουν στην άμμο ως «Παλμεϊρίνιας», «μικρή Παλμέιρας» από το όνομα της ομάδας του Σάο Πάολο στη οποία, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, έπαιζαν αστέρια όπως ο Ριβάλντο κι ο Ρομπέρτο Κάρλος.

Το 1994, η Γκρέμιο αποφασίζει ότι τα τριπλά σομπρέρο στο ποδόσφαιρο σάλας είναι καλά αλλά καλύτερο να βάλει ένα χαλινάρι στον μικρό καλλιτέχνη. Στα 14 του μπαίνει στις Ακαδημίες. Σε δυο χρόνια έχει ήδη συμβόλαιο με τη Nike κι ετοιμάζεται να κερδίσει με τη Βραζιλία το Παγκόσμιο Κύπελλο U17. Το 1998, αρχίζει να παίζει με την πρώτη ομάδα της Γκρέμιο, ένα χρόνο αργότερα κερδίζει, με το νούμερο 10 στην πλάτη, το πρωτάθλημα του Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, τον τίτλο του καλύτερου παίκτη και του πρώτου σκόρερ, ταπεινώνοντας, στο ματς με την Ιντερνασιονάλ, τον Ντούνγκα. Θα ακολουθήσει η Εθνική Βραζιλίας, το Κόπα Αμέρικα κι η Ιστορία. Το Πόρτο Αλέγκρε λατρεύει τον Ροναλντίνιο.

Ο Ρομπέρτο, ο μεγάλος αδερφός που δεν έγινε ποτέ ο μεγάλος παίκτης που υποσχόταν λόγω του εύθραυστου σώματός του, έχει ήδη αναλάβει τα ηνία της οικογένειας και την καριέρα του Ροναλντίνιο. Η Γκρέμιο, μέσα στην ευφορία των επιτυχιών, ολιγωρεί, δεν ανανεώνει έγκαιρα το συμβόλαιο του ήρωά της, που ενώ βρισκόταν ήδη στην κορυφή του κόσμου πληρωνόταν, συγκριτικά πάντα, ψίχουλα. Ενώ οι διαπραγματεύσεις με τον Ρομπέρτο φαίνεται να συνεχίζονται σε καλό κλίμα, ενώ ο Ροναλντίνιο δηλώνει δημόσια ότι λατρεύει την ομάδα του, ενώ η ντόνα Μιγκελίνα παρακαλάει τη διοίκηση να κάνει ό,τι μπορεί για να μην ξενιτευτεί ο γιόκας της, ο άνθρωπος που θα γινόταν ο νέος Πελέ επωφελείται από τον ολοκαίνουργιο «νόμο Πελέ», που επιτρέπει, σε όσους παίκτες βρίσκονται στο τέλος του συμβολαίου τους, να μείνουν ελεύθεροι, και υπογράφει με την Παρί Σεν Ζερμέν. Η εξέδρα σφυρίζει άγρια τον πρώην αγαπημένο της στα υπόλοιπα ματς του πρωταθλήματος, η διοίκηση τον καταγγέλει στη ΦΙΦΑ, το όνομά του απουσιάζει από το Hall of Fame στις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια του συλλόγου.

Μετά την Παρί, έρχεται το Παγκόσμιο Κύπελλο, η Μπαρτσελόνα, η Μίλαν, οι τίτλοι, τα κορίτσια, το ποτό, το φαγητό, η κούραση. Στις αρχές της νέας δεκαετίας αποφασίζει ότι η Ευρώπη τελείωσε γι΄αυτόν. Η νέα διοίκηση της Γκρέμιο το μαθαίνει από τον γνωστό Ρομπέρτο: «Γυρίζει! Γυρίζει στη Βραζιλία για την Γκρέμιο!». Ο πρόεδρος της ομάδας διστάζει, είναι από αυτούς που δεν ξεχνούν. Τελικά πείθεται: ο Ροναλντίνιο θα είναι η απάντηση της ομάδας στο Κόπα Λιμπερταδόρες που κέρδισε η μισητή Ιντερνασιονάλ. Θα είναι ο καλύτερος τρόπος να εγκαινιαστεί το νέο γήπεδο, η πιο ελκυστική υπόσχεση για τους χορηγούς που ρίχνουν άφθονα λεφτά με την προοπτική του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Αρχικά κρυφά, για να μην εξαγριωθούν οι φίλαθλοι που δεν τον έχουν συγχωρέσει, αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις για τη επιστροφή του Άσωτου Υιού.


«Απατεώνα»

Τα ηχεία κι οι εξέδρες στήνονται ήδη στο Ολίμπικο Μονουμεντάλ για το μεγάλο πάρτι που θα ακολουθήσει την υπογραφή, οι γύρω δρόμοι στολίζονται με γιρλάντες και γκράφιτι αλλά ο Ρομπέρτο, άξιος γιος του πατέρα του, ζητάει όλο και πιο πολλά. 25 εκατομμύρια για τρία χρόνια. Ένα θεωρείο στα επίσημα. 12 εκατομμύρια για τη Μίλαν. Πριν προλάβει η διοίκηση να αρνηθεί την τελευταία απαίτηση, ο Ροναλντίνιο, μουδιασμένος ενώ αστράφτουν τα φλας των φωτογράφων, υπογράφει στη Φλαμένγκο. Στην Γκρέμιο το μαθαίνουν από την τηλεόραση. Ακόμη κι οι λίγοι υποστηρικτές του στο Πόρτο Αλέγκρε τον εγκαταλείπουν οριστικά. Στο πρώτο ματς κόντρα στην Φλαμένγκο, τα σφυρίγματα είναι εκκωφαντικά. «Φίλαθλοι, μην του πετάτε λεφτά, θα τα μαζέψει».

Η Γκρέμιο μετακόμισε στην Αρένα, το Ολίμπικο έχει γίνει στέκι όπου τα βράδια μαζεύονται τζάνκια, η συνοικία ολόκληρη ερήμωσε. Η ντισκοτέκ του Ροναλντίνιο έκλεισε το 2012, μετά τη δολοφονία ενός νεαρού από έναν μπράβο. Το Περικίτο είναι εγκαταλελειμμένο, το τσιμεντένιο γήπεδο του παλιού του σχολείου ρημάζει. Στο Πόρτο Αλέγκρε δεν έχει μείνει ούτε η σκόνη από τα παπούτσια ή μάλλον από τις τάπες του πιο λαμπρού ταλέντου που γέννησε η πόλη.

Κατά της Συνδρομητικής Τηλεόρασης

  [Καθόλου σχόλια]

Πριν από οχτώ χρόνια στην Αργεντινή, η τότε πρόεδρος Κριστίνα Κίρσνερ έβαλε σε εφαρμογή το πρόγραμμα «Ποδόσφαιρο για Όλους». Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι σε όλες τις κατηγορίες της Αργεντινής καμία συνδρομητική τηλεόραση δε θα μπορούσε να έχει αποκλειστικά δικαιώματα μετάδοσης των αγώνων. Όλοι έπρεπε να παίζουν σε ανοιχτά κανάλια εθνικής εμβέλειας. Αυτό το μέτρο ουσιαστικά έδιωξε όλες τις πλατφόρμες ιδιωτικής τηλεόρασης, καθότι ποιος θα επιβίωνε δείχνοντας μόνο το Τσάμπιονς Λιγκ ή το ΝΒΑ;

Αυτό όμως τελείωσε τον Αύγουστο που μας πέρασε. Ο νέος πρόεδρος της Αργεντινής, Μαουρίσιο Μάκρι, στο πρόγραμμα γενικότερων περικοπών τελείωσε το «Ποδόσφαιρο για όλους», κόβοντας κάθε κρατική επιχορήγηση του προγράμματος. Αυτό όπως καταλαβαίνετε δεν έκατσε καλά στους οργανωμένους και μη οπαδούς των ομάδων. Ειδικά όταν τα δικαιώματα πήγαν στη «Φοξ Τέρνερ» τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα. Άρχισαν λοιπόν οι σύνδεσμοι οργανωμένων οπαδών να συνεργάζονται κατά της ιδιωτικοποίησης των ποδοσφαιρικών τηλεοπτικών δικαιωμάτων.

Πρωτεργάτης της κίνησης είναι ο Ερνάν Άισενμπεργκ. Σε συνέντευξή του στον μεγαλύτερο αθλητικό ραδιόφωνο της Αργεντινής, «Ράδιο Σουρ», τον Αύγουστο λάνσαρε την καμπάνια. Το βασικό θέμα του Άισενμπεργκ ήταν το πόσο άλλαξαν όλα τόσο ξαφνικά. Ότι ΠΑΕ, η Λίγκα και η Φοξ Τέρνερ κάθισαν και έκλεισαν τα συμβόλαια χωρίς να ρωτήσουν κανέναν. Λέει λοιπόν ότι οι αργεντίνικοι σύλλογοι δεν είναι ακριβώς ΠΑΕ, κάτι που και ο ίδιος ο Μάκρι παραδέχθηκε. Ο πρόεδρος όταν έληξε το «Ποδόσφαιρο για Όλους» είπε ότι «Αν όλοι οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι του πλανήτη είναι Ανώνυμες Εταιρίες, το αργεντίνικο ποδόσφαιρο πρέπει να προσαρμοστεί». Ο Άισενμπεργκ τονίζει ότι οι αργεντίνικοι σύλλογοι λειτουργούν ως ΠΑΕ, ενώ δεν είναι. Υπάρχουν εξαιτίας των οπαδών που τους χρηματοδοτούν με συνδρομές και εισιτήρια. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα, αν κάποιος δεν είναι μέλος ενός συλλόγου δεν έχει δικαίωμα αγοράς εισιτηρίου για να πάει να δει την ομάδα του.

Η λογική του Άισενμπεργκ είναι ξεκάθαρη: Οι σύλλογοι υπάρχουν εξαιτίας των οπαδών, οπότε δεν γίνεται να μας στερούν τις μισές δυνατότητες να δούμε τις ομάδες μας χωρίς να μας ρωτήσουν. Επίσης πέταξε το καρφί ότι όλη τη διαδικασία την έτρεξε η εταιρία «Κλαρίν», τηλεπικοινωνιακός γίγαντας στην Αργεντινή που διευθύνει ο γαμπρός του Μάκρι. Επίσης, εντελώς τυχαία, το πρώτο ματς που μεταδόθηκε συνδρομητικά ήταν το πρώτο σουπερκλάσικο της χρονιάς.

Η πρόταση για αντίδραση είναι επίσης απλή: Μποϊκοτάζ. «Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να παρακολουθούμε τους αγαπημένους μας συλλόγους χωρίς να δώσουμε ούτε ένα πέσο σε αυτούς τους ανθρώπους. Όταν εγώ πλήρωσα τη συνδρομή μου στο σύλλογο δε μου είπαν τίποτα για μεταδόσεις των αγώνων από τη συνδρομητική τηλεόραση. Τι προνόμια έχω εγώ σαν οπαδός από την προβολή των αγώνων;». Στην τελική εκεί που απευθύνεται το προϊόν είναι οι οπαδοί των συλλόγων. «Γίνονται συμφωνίες εκατομμυρίων με κάτι που είναι δικό μας» κατέληξε ο Άισενμπεργκ.

Και αν σας φαίνεται όλο αυτό ένα ρομαντικό κίνημα κατά του σύγχρονου ποδοσφαίρου, της εμπορευματοποίησης του και των πολυεθνικών, ακούστε την πρόταση του: Μοντέλο ΝΒΑ. Προτείνει λοιπόν ο Άισενμπεργκ τα παιχνίδια του κάθε συλλόγου να μεταδίδονται ελεύθερα στην πόλη από την οποία προέρχεται και για την υπόλοιπη επικράτεια ας κάνουν ότι θέλουν. Ας είναι συνδρομητικά. Διότι το βασικό ζητούμενο είναι να μην επιβαρύνονται παραπάνω οι οπαδοί που πάνε και στο γήπεδο.

Όλοι βέβαια ξέρουμε ότι η αποτελεσματικότητα τέτοιων κινήσεων είναι αμφίβολη. Στο σουπερκλάσικο, για παράδειγμα, υπήρξαν αρκετές γειτονιές και καφετέριες όπου είτε είχαν συνδρομητική, είτε το έκλεβαν μέσω στριμ, έβγαλαν γιγαντοοθόνες στους δρόμους. Αυτό όμως δε θα μπορούσε να κρατήσει πολύ, αντίθετα μια κίνηση που έκανε ένα τοπικό κανάλι μπορεί να αλλάξει το σκηνικό ριζικά. Πρόκειται για το κανάλι Luján Pares TV, το οποίο μετέδιδε τα τελευταία 5 χρόνια τα παιχνίδια των δύο ομάδων της επαρχίας, Φλάνδρια και Λουχάν, και φυσικά συνέχισε να το κάνει και φέτος.

Δε θα υπήρχε κανένα θέμα αν η Φλάνδρια δεν είχε ανέβει στη Νασιονάλ Β, δηλαδή σε εθνικής εμβέλειας κατηγορία, της οποίας τα δικαιώματα μετάδοσης έχει το Φοξ. Το αθλητικό τμήμα του καναλιού καταγγέλλει ότι η Αργεντίνικη Ομοσπονδία έχει πει στους άλλους συλλόγους της κατηγορίας να μην επιτρέπουν την είσοδο των καμερών τους στα γήπεδά τους, έτσι περιορίζεται στο να μεταδίδει μόνο τα εντός έδρας ματς του συλλόγου της Φλάνδρια. Όπως όμως δηλώνει ο προϊστάμενος του αθλητικού προγράμματος του σταθμού, «δε μας δίνουν τα παιχνίδια να τα μεταδίδουμε δωρεάν και επειδή δεν είναι εμπορικά, το Φοξ τα αγόρασε για να μην τα μεταδίδει καθόλου. Αυτή τη στιγμή οι κάτοικοι του Λουχάν δεν μπορούν να δουν τα εκτός έδρας παιχνίδια της ομάδας τους καθόλου».

Το περίεργο της υπόθεσης είναι ότι το κανάλι έχει το νόμο με το μέρος του. Όπως είναι τώρα το νομικό πλαίσιο στην Αργεντινή, ο νόμος περί Υπηρεσιών Οπτικοακουστικών Επικοινωνιών στο άρθρο 77 ορίζει ότι σε μια δεδομένη περιοχή «τα αθλητικά γεγονότα οφείλουν να παρέχονται σε δωρεάν μορφή». Εντελώς τυχαία, γίνεται συζήτηση για αλλαγή του συγκεκριμένου άρθρου. Οπότε όλη η μαφιόζικου τύπου ιστορία με το κανάλι Λουχάν Πάρες είναι ότι κάνει χρήση ενός άρθρου που αν εφαρμοστεί καθολικά, όλη η συμφωνία των τηλεοπτικών με τη Φοξ καταρρέει. Δηλαδή αν σε κάθε επαρχία της Αργεντινής, περιλαμβανομένου και του Μπουένος Άιρες, γίνει αυτό, τότε το Φοξ θα υπάρχει μόνο για να μεταδίδει τα παιχνίδια σε εθνική εμβέλεια. Παράνοια.

Η μάχη που δίνουν το κίνημα «Ποδόσφαιρο για Όλους» και το κανάλι Λουχάν Πάρες απέναντι σε ένα διεθνή κολοσσό όπως το Φοξ είναι άνιση, ειδικά όταν έχουν απέναντι τους και την ποδοσφαιρική ομοσπονδία. Η διαφορά τους με τα παρεμφερή κινήματα στην Ευρώπη είναι πως αυτό που διεκδικούν είναι νόμιμο. Αλλά όπως συμβαίνει παντού στον κόσμο έξω από τις τέσσερις γραμμές στο χορτάρι, το πιο πιθανό σε μια τέτοια περίπτωση είναι να αλλάξει ο νόμος.

Το κεφάλι του Big Dunc: φτιαγμένο για γκολ και καβγάδες

  [7 Σχόλια]

Σε μια ομάδα που είδε παίκτες όπως ο Ντίξι Ντιν, ο Χάουαρντ Κένταλ, ο Άλαν Μπολ, ο Άλεξ Γιανγκ, ο Γκρέιαμ Σαρπ και αργότερα οι Λίνεκερ και Ρούνεϊ, είναι κάπως παράταιρο να θεωρείται ίνδαλμα ο Ντάνκαν Φέργκιουσον. Ένας σκληρός, φωνακλάς, με αγάπη στο αλκοόλ Σκωτσέζος, με μια καριέρα γεμάτη αποβολές και όχι αμέτρητα γκολ είναι ένας από τους πιο αγαπημένους παίκτες στην μπλε πλευρά του Λίβερπουλ. Περίεργο για έναν παίκτη που όλοι λένε ότι είχε φοβερά προσόντα, ήταν δυνατός, είχε φαρμακερό σουτ, πολύ καλή κεφαλιά, μαχητικός, αλλά η απόδοσή του είχε σκαμπανεβάσματα και αντιμετώπισε και πολλούς τραυματισμούς, σε μια περίοδο που η Έβερτον έφτασε να μάχεται για τη σωτηρία της. Γιατί όμως ο Μπιγκ Ντανκ θεωρείται ένα cult ίνδαλμα του Γκούντισον Παρκ;

Η Νταντί Γιουνάιτεντ τον ανακάλυψε όταν ήταν ακόμα σχολιαρόπαιδο κι ο Φέργκιουσον εκεί έμαθε μπάλα, κάνοντας ντεμπούτο στα 19 του. Εκεί έμαθε και το αλκοόλ, με τους διοικούντες να βάζουν τις σπιτονοικοκυρές του να δίνουν αναφορά για τα νυχτοπερπατήματά του. Δυο καλές σεζόν με αρκετά γκολ τον έφεραν μέχρι την εθνική Σκωτίας κι οι Ρέιντζερς έδωσαν 4 εκατομμύρια λίρες για να τον αποκτήσουν, η πιο ακριβή μεταγραφή Βρετανού παίκτη εντός Βρετανίας. Εκτός όμως από έναν ταλαντούχο 20χρονο ποδοσφαιριστή, απέκτησαν και έναν τύπο που έμπλεκε σταθερά σε φασαρίες. Μέχρι τα 23 του ο Φέργκιουσον είχε καταδικαστεί τρεις φορές για επίθεση, μια για διατάραξη κοινής ησυχίας και μια για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Στην πρώτη επίθεση έριξε κουτουλιά σε έναν αστυνομικό. Στη δεύτερη επιτέθηκε σε μια πιάτσα ταξί σε έναν… ταχυδρόμο με πατερίτσες που έβρισε την κοπέλα του, τη μέρα μάλιστα που ο Φέργκιουσον πήρε την πρώτη κόκκινη στην καριέρα του. Η τρίτη καταδίκη για επίθεση έγινε σε μια παμπ, σε ένα ψαροχώρι στη μέση του πουθενά, όταν μάλωσε με μια παρέα ψαράδων που ενοχλούσε την παρέα του. Χωρίς να είναι αυτός που προκαλούσε πάντα, η αγάπη του για το αλκοόλ και τα βίαια επεισόδια έχτισαν την εικόνα του.

Ήταν η τέταρτη καταδίκη όμως αυτή που έγραψε ιστορία και σε μεγάλο βαθμό καθόρισε την καριέρα του και τη ζωή του. Ως παίκτης των Ρέιντζερς τον Απρίλιο του 1994 σε μια φαινομενικά αδιάφορη φάση στο 35′, έδωσε μάχη με τον ΜακΣτέι των Ρέιθ Ρόβερς. Σε έναν ορισμό του «that escalated quickly», από τα τραβήγματα φτάσαμε σε μια κουτουλιά του Μπιγκ Ντανκ στον δύστυχο αντίπαλό του. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο διαιτητής δεν έβγαλε την κόκκινη κάρτα (προφανώς πιστεύοντας σε κάποιο σκωτσέζικο εθιμικό δίκαιο «παιδιά βρείτε τα μεταξύ σας και ο χαμένος ας κεράσει μια μπύρα»). Μόνο που στο ματς υπήρχαν κάμερες, το θέμα πήρε διαστάσεις και στον Φέργκιουσον, γνωστό για το παρελθόν του, ασκήθηκε μια κομματάκι υπερβολική δίωξη από έναν εισαγγελέα. Τα ΜΜΕ φούσκωσαν το θέμα και σε συνδυασμό με την μέτρια απόδοσή του, αποτέλεσε την αρχή του τέλους του στους Ρέιντζερς.

Την επόμενη σεζόν η Έβερτον ξεκίνησε τραγικά, μην μπορώντας να κερδίσει κανένα ματς. Ο απελπισμένος πιάνεται από τα μαλλιά του και οι Μπλε αποφάσισαν να πάρουν δανεικό τον Φέργκιουσον. Ο Φέργκιουσον συνέχισε την ίδια ζωή. Έμενε σε ένα ξενοδοχείο κι επειδή δεν είχε φίλους, ξεκινούσε τις μπαρότσαρκες με τον θυρωρό, πίνοντας όλο το βράδυ. Η Έβερτον δεν βελτιώθηκε και ο Τζο Ρόιλ ανέλαβε ως προπονητής πριν το ντέρμπι με τη Λίβερπουλ. Παρ’ ότι η Έβερτον ήταν τελευταία, συμπληρώνοντας 12 αγωνιστικές χωρίς νίκη και έπαιζε το ντέρμπι των ντέρμπι με νέο προπονητή, ο Μπιγκ Ντανκ αποφάσισε να βγει έξω για ένα Σαββατόβραδο βγαλμένο από το Trainspotting.

Το Σάββατο πριν το ντέρμπι της Δευτέρας λοιπόν, βγήκε έξω με μια κοπέλα και φυσικά ήπιε σαν να μην υπήρχε αύριο, τερματίζοντας τα μπαρ της πόλης. Τα πράγματα θα πήγαιναν καλά, αν στην επιστροφή δεν έμπαινε με το αυτοκίνητο σε έναν σταθμό λεωφορείων (χωρίς να δει το τεράστιο απαγορευτικό σήμα). Η αστυνομία τον σταμάτησε, τον ρώτησε «έχετε πιει κύριε;», ο Ντάνκαν είπε «όχι», αλλά δεν έπεισε κανέναν, ειδικά τον συγκεκριμένο αστυνομικό που ήταν οπαδός της Λίβερπουλ και του είπε να έρθει μαζί του. Ο Ντάνκαν έδωσε στην κοπέλα το κλειδί του δωματίου του πριν πάει στο τμήμα. Η ιστορία της Έβερτον μπορεί να ήταν διαφορετική, αν στο τμήμα δεν βρίσκονταν κάποιοι αστυνομικοί οπαδοί της που του έδωσαν να πιει τόνους νερού για το αλκοτέστ και όταν εξετάστηκε ήταν ελάχιστα πάνω από το όριο. «Δεν ξέρω πως έγινε αυτό, είχα πιει περίπου πέντε μπουκάλια κρασί» θυμάται. Αφού ήταν λίγο πάνω από το όριο αφέθηκε ελεύθερος στις έξι το πρωί, χαρούμενος γιατί το κορίτσι τον περίμενε ακόμα στο δωμάτιο.

«Η νύχτα που ο Φέργκιουσον έγινε θρύλος πριν γίνει ακόμα παίκτης»
– Τζο Ρόιλ, προπονητής της Έβερτον σε εκείνο το ματς

Το βράδυ της Δευτέρας έπαιξε το πρώτο από τα πολλά του ντέρμπι του Λίβερπουλ. Ο Ρόιλ ήταν έτοιμος να τον αλλάξει καθώς η παρουσία του ήταν μέτρια μέχρι όμως που ήρθε το 56ο λεπτό. Κόρνερ με τον Χίντσκλιφ, ο Σκωτσέζος πηδάει πιο ψηλά, παίρνει μια φοβερή κεφαλιά και ανοίγει το σκορ πανηγυρίζοντας έξαλλα μπροστά στους οπαδούς. Η νίκη έρχεται τελικά με 2-0, με τον Ντάνκαν να έχει συμμετοχή και στο 2ο γκολ. Το ιδανικό πρώτο ντέρμπι, μπαίνοντας στις καρδιές των οπαδών του συλλόγου. Ο Φέργκιουσον έκανε μια πολύ καλή σεζόν, σκοράροντας και με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, κι η Έβερτον των 4 βαθμών στην 12η αγωνιστική, έφτασε τους 50 στο τέλος και σώθηκε βγαίνοντας 15η. Ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία όμως ήταν η ανέλπιστη κατάκτηση του κυπέλλου με τη Γιουνάιτεντ, του τελευταίου μέχρι σήμερα για τον σύλλογο. Η Έβερτον αγόρασε τον Ντάνκαν που ήταν ήδη ίνδαλμα.


Ο ιστορικός πανηγυρισμός με τη Γιουνάιτεντ

Υπήρχε όμως το περιστατικό από τη Σκωτία. Η υπόθεση τράβηξε πάνω από έναν χρόνο, αλλά ο Φέργκιουσον καταδικάστηκε το φθινόπωρο του 1995 σε φυλάκιση τριών μηνών, καθώς βρισκόταν σε αναστολή από τα προηγούμενα, και παρά την έφεση που έκανε δεν δικαιώθηκε. Έγινε ο πρώτος Βρετανός ποδοσφαιριστής που θα έμπαινε φυλακή για συμβάν στο γήπεδο. Πριν λίγους μήνες έδινε το χέρι στον πρίγκιπα Κάρολο στο Γουέμπλεϊ και τώρα έπρεπε να πάει σε μια από τις χειρότερες φυλακές της Γλασκώβης. Ο Φέργκιουσον δεν συγχώρεσε ποτέ το σκωτσέζικο ποδόσφαιρο θεωρώντας ότι όλοι υπήρξαν υπερβολικοί μαζί του κι ότι η Ομοσπονδία τον άφησε απροστάτευτο. Αποχώρησε από την εθνική με μόλις 7 συμμετοχές. Ο Τζο Ρόιλ, σε μια κίνηση που έφερε μεγάλες αντιδράσεις, τον επισκέφτηκε στη φυλακή για να τον στηρίξει. «Όσοι με κατηγορούν, δεν ξέρουν τι σημαίνει ο Φέργκιουσον για το κλαμπ και τους οπαδούς. Ήταν μια ανοησία, μια στιγμή ανωριμότητας, δεν γίνεται όμως να μπαίνει φυλακή τη στιγμή που υπάρχουν εγκληματίες έξω», δήλωσε. Η Έβερτον δεν σταμάτησε να τον πληρώνει, παρά την κατακραυγή.

Ο Φέργκιουσον μπήκε για τρεις μήνες μέσα, εξέτισε τελικά την μισή ποινή και αποφυλακίστηκε για να γυρίσει στο ποδόσφαιρο. Η αγάπη των οπαδών της Έβερτον ήταν τεράστια, ο Σκωτσέζος καθημερινά απαντούσε σε γράμματα που του έστελναν. Ένα από αυτά είχε αποστολέα έναν πιτσιρικά με όνομα Γουέιν Ρούνει. Ο Ντάνκαν απάντησε και σε αυτό, χωρίς να γνωρίζει το μέλλον. Η εμπειρία του Φέργκιουσον στη φυλακή τον τραυμάτισε πολύ, τον στενοχώρησε, αλλά δεν τον άλλαξε σαν άνθρωπο, δεν τον έκανε πιο ήρεμο.

Ο Ντάνκαν επέστρεψε στην Έβερτον, χωρίς να μαγεύει πάντα. Λίγο η φυλακή, λίγο τα προβλήματα τραυματισμών και πολύ η μετριότατη Έβερτον εκείνων των ετών, δεν τον άφησαν να κάνει μια μεγαλύτερη καριέρα, αν και έβαζε αρκετά γκολ. Στους καβγάδες και στις κόκκινες δεν έμεινε πίσω πάντως, έχοντας το ρεκόρ με τον Πατρίκ Βιεϊρά. Το 1998 με την Έβερτον να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα πουλήθηκε στη Νιούκαστλ, μια κίνηση που δεν άρεσε ούτε στον ίδιο, ούτε και στους οπαδούς. Φεύγοντας έγραψε μια επιστολή αφιερωμένη στον κόσμο, λέγοντας ότι τον ανάγκασαν να φύγει και δεν θα τους ξεχάσει ποτέ για όσα του έδωσαν.

Οι δρόμοι τους δεν χώρισαν για πολύ. Οι τραυματισμοί δεν τον άφησαν να κάνει πολλά στα βόρεια και μόλις δυο σεζόν μετά η Έβερτον τον αγόρασε πίσω με τα μισά χρήματα. Ο Μπιγκ Ντανκ αγωνίστηκε για άλλες έξι σεζόν με τα αγαπημένα του μπλε. Οι τραυματισμοί συνεχίστηκαν, αλλά έβαλε αρκετά γκολ (1ος Σκωτσέζος σκόρερ στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ) και πάντα έδινε την ψυχή του για τη φανέλα. Πολλές φορές βέβαια ξεφεύγοντας, αλλά με τα υπόλοιπα πολλά επεισόδια της καριέρας του θα ασχοληθούμε άλλη φορά. Την προτελευταία του σεζόν έκανε την κατά πολλούς καλύτερη εμφάνισή του. Στην επιστροφή του «προδότη» Γουέιν Ρούνεϊ με τα κόκκινα, του παιδιού που του είχε στείλει γράμμα στη φυλακή, ο Φέργκιουσον έκανε ένα καταπληκτικό ματς και σκόραρε με μια ακόμα κεφαλιά. Ήταν μάλλον η τελευταία μεγάλη παράσταση της καριέρας του σε ένα εξαιρετικό ματς της Έβερτον απέναντι σε μια πανίσχυρη Γιουνάιτεντ. Όταν η Έβερτον αποφάσισε να μην τον ανανεώσει, ο Ντάνκαν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, είπε όχι σε άλλες προτάσεις. Ήθελε να παίζει μόνο για τα μπλε. Εξαφανίστηκε από προσώπου γης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ξεκούρασε το κορμί του, στο οποίο είχε κάνει καμία δεκαριά επεμβάσεις, ενώ συνέχισε να ασχολείται με τη μεγάλη του αγάπη που δεν ήταν το ποδόσφαιρο, αλλά να εκτρέφει περιστέρια.

Στην αρχική μας ερώτηση «γιατί αγαπήθηκε τόσο» οι απαντήσεις μπορούν να είναι πολλές. Το 1ο γκολ με τη Λίβερπουλ, η φυλακή, ο τσαμπουκάς που έβγαζε στο γήπεδο και ειδικά σε ντέρμπι, κάποια πανέμορφα γκολ σε πέτρινα χρόνια. Αλλά ίσως όλα εξηγούνται καλύτερα με ένα απλό περιστατικό. Στο τελευταίο του παιχνίδι με την Έβερτον το 2006 ο Φέργκιουσον ανέλαβε την εκτέλεση ενός πέναλτι στο 90′ με την ομάδα του να βρίσκεται πίσω 1-2 στο σκορ. Αστόχησε, πήρε το ριμπάουντ και σκόραρε δίνοντας με το τελευταίο γκολ του έναν ακόμα βαθμό. Ένας ποδοσφαιριστής με τόσα χρόνια παρουσίας, με πολλά χρήματα, θα μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε τρέλα για το αντίο του. Αυτός κατέβηκε σαν κοινός θνητός στο κέντρο του Λίβερπουλ, πήγε σε μια απλή παμπ και παρέα με οπαδούς του συλλόγου που βρήκε εκεί τα ήπιαν μαζί. «Οι σκάουζερς είναι μια διαφορετική τάξη ανθρώπων. Το αλάτι της γης. Καλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης που αγαπούν το ποδόσφαιρο», είπε ο Ντάνκαν για εκείνο το βράδυ. Ήταν απλά ένας από αυτούς κι ας γεννήθηκε αλλού.

Ισαμπελίνο Γκραντίν: Ο ποδοσφαιριστής που τα έβαλε με το ρατσισμό

  [1 Σχόλιο]

Η ανθρωπότητα έχει κάνει τεράστια βήματα κατά τους τελευταίους αιώνες. Προχώρησε τεχνολογικά και επιστημονικά, δεν ξεπέρασε όμως ακόμα άλλα πολύ σοβαρά προβλήματα. Ένα από αυτά είναι και ο ρατσισμός. Ο ρατσισμός που υπάρχει και στο ποδόσφαιρο, στις εξέδρες και όχι μόνο. Ακόμα κι έτσι όμως, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται και εκεί έχουν γίνει άλματα και ορισμένα από αυτά οφείλονται σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Αυτή είναι η ιστορία του Ισαμπελίνο Γκραντίν, ενός τεράστιου αθλητή που έζησε πριν από 100 χρόνια, αλλά πέρα από το ποδοσφαιρικό του μεγαλείο ήταν ο πρώτος που νίκησε το ρατσισμό.

Ο Ισαμπελίνο γεννήθηκε Ουρουγουανός. Γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο το 1897 και εκεί μεγάλωσε. Ο προπάππους του ήταν από την Αφρική και το Λεσότο και είχε μεταφερθεί ως σκλάβος στη Ν. Αμερική. Όπως έχουμε αναφέρει και σε παλιότερα κείμενά μας, το ποδόσφαιρο έγινε  δημοφιλές στις χώρες της Ν. Αμερικής εξαιτίας των Άγγλων που είχαν μεταναστεύσει και εργάζονταν εκεί κι έγιναν κάτι σαν ποδοσφαιρικοί ιεραπόστολοι. Η διαφορά όμως ήταν ότι μετέφεραν το ποδόσφαιρο ως κάτι πολύτιμο και για λίγους, ως μια ενασχόληση για συγκεκριμένες κάστες. Δεν μπόρεσαν όμως να το περιορίσουν μόνο εκεί. Σαν μια θρησκεία το ποδόσφαιρο μεταλαμπαδεύτηκε σε ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα και αντί να παίζεται μόνο σε ελεγχόμενους χώρους πριν το τσάι, έγινε το άθλημα της γειτονιάς. Εκεί που οι Λατινοαμερικάνοι έβαλαν μέσα τα στοιχεία της δικής τους κουλτούρας, αυτά που έναν αιώνα μετά εξακολουθούμε να βλέπουμε.

Σε μια τέτοια γειτονιά, στην οδό Μινί του Μπάριο Σουρ (γνωστό για τα τύμπανά του και την μουσική του), ο Ισαμπελίνο άρχισε να κάνει τα πρώτα του κόλπα με την μπάλα. Ο Γκραντίν είχε τρομερά φυσικά προσόντα και ήταν εξαιρετικός αθλητής, εκτός από τεχνίτης ποδοσφαιριστής.  Μια που η Νασιονάλ τότε δεν δεχόταν μαύρους παίκτες, ο Γκραντίν έγινε παίκτης της Πενιαρόλ που ήταν ανοιχτή. Παράλληλα, καθώς η Πενιαρόλ δεν είχε τμήμα στίβου, αγωνιζόταν και σαν δρομέας στην Ολίμπια του Μοντεβιδέο.

Τα κατορθώματά του τον έφεραν στην εθνική Ουρουγουάης μαζί με ακόμα έναν μαύρο ποδοσφαιριστή της Πενιαρόλ τον Χουάν Ντελγκάδο και φυσικά ήταν μέρος της ομάδας που πήρε μέρος στο 1ο Κύπελλο Εθνών όλων των εποχών το 1916, τον θεσμό που ξέρουμε πλέον ως Κόπα Αμέρικα. Η διοργάνωση αυτή όπως φαντάζεστε είχε ένα σωρό γραφικές στιγμές για τις οποίες γράψαμε παλιότερα, αλλά κυρίως είχε την παρουσία των δύο μαύρων παικτών της Ουρουγουάης. Για πρώτη φορά μαύροι ποδοσφαιριστές φόρεσαν φανέλα εθνικής και αγωνίστηκαν σε διεθνές τουρνουά ποδοσφαίρου. Και με τι τρόπο. Στις 2 Ιουλίου του 1916 στο γήπεδο της Χιμνάσια στο Μπουένος Άιρες, 3000 θεατές είδαν την Ουρουγουάη να διαλύει τη Χιλή με 4-0 και τον Γκραντίν να σκοράρει δυο φορές. Οι Χιλιανοί δεν μπόρεσαν να ανεχτούν την ήττα και έκαναν ένσταση στην Ομοσπονδία, ζητώντας να πάρουν το ματς στα χαρτιά «γιατί η Ουρουγουάη είχε κατεβάσει δύο Αφρικανούς», γιατί κανείς «δεν ξέρει από πού μπορεί να είναι». Η ένσταση ευτυχώς απορρίφθηκε και ο Γκραντίν συνέχισε λίγες μέρες αργότερα, σκοράροντας και απέναντι στη Βραζιλία. Η λευκή ισοπαλία την τελευταία αγωνιστική με τη διοργανώτρια Αργεντινή έδωσε το κύπελλο στον Γκραντίν, μαζί και τον τίτλο του 1ου σκόρερ και του καλύτερου παίκτη της διοργάνωσης. Ο μεγαλύτερος όμως τίτλος ήταν η παρουσία του (όπως και του Ντελγκάδο βέβαια για να μην είμαστε άδικοι), η επισημοποίηση ότι το ποδόσφαιρο είναι ανοιχτό σε όλους, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε χαρακτηριστικό, ότι είναι ένα άθλημα για τον φτωχό και τον πλούσιο, τον λευκό και τον μαύρο.

Κυρίες της Λα Πλάτα που θαύμασαν την πρεμιέρα του Γκραντίν με τη Χιλή

Ο Γκραντίν συνέχισε να παίζει στην Πενιαρόλ σκοράροντας 101 φορές σε 212 αγώνες για τους κιτρινόμαυρους, κερδίζοντας και δύο πρωταθλήματα. Οι τίτλοι θα μπορούσαν να είναι περισσότεροι, το ίδιο κι οι συμμετοχές με την εθνική, αλλά ένα σχίσμα στο ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης έκανε την Πενιαρόλ να απέχει από κάποιες διοργανώσεις της Ομοσπονδίας και τους παίκτες της να μη συμμετέχουν στην εθνική για κάποιο διάστημα. Παρ’ όλα αυτά, το στίγμα του έμεινε. Ο Γκαλεάνο με το γνωστό υπερβολικό, αλλά τόσο ζεστό στιλ του περιγράφει: «Ο κόσμος σηκωνόταν από τις θέσεις του όταν ο Γκραντίν ξεκινούσε να τρέχει, είχε τον έλεγχο της μπάλας λες και περπατούσε και χωρίς να σταματάει περνούσε όλους τους αντιπάλους μέχρι να τελειώσει την κούρσα του. Είχε αγγελικό πρόσωπο, ήταν ένας από αυτούς τους τύπους που και κάτι κακό να έκαναν, κανείς δεν θα το πίστευε». Ο Περουβιανός ποιητής Χουάν Πάρα ντελ Ριέγο έγραψε ένα ποίημα γι’ αυτόν. Ήταν τόσο σπουδαίος.

Παρ’ ότι ήταν στην ομάδα της Ουρουγουάης και στο επόμενο Κόπα Αμέρικα ένα χρόνο μετά, δεν έπαιξε σε κάποιο ματς. Έπαιξε όμως στο μεθεπόμενο, αυτό του 1919 που έγινε στη Βραζιλία, έχοντας ξανά να αντιμετωπίσει το ρατσισμό. Σε μια χώρα που είχε καταργήσει τη δουλεία περίπου 20 χρόνια πιο πριν, οι φυλετικές διαφορές δεν είχαν ξεπεραστεί (και δεν έχουν ξεπεραστεί και περίπου 100 χρόνια μετά). Οι μαύροι εξακολουθούσαν να μην έχουν ίσα δικαιώματα και σίγουρα το ποδόσφαιρο «δεν ήταν γι’ αυτούς».  Χαρακτηριστικό ήταν και το παράδειγμα του Βραζιλιάνου Άρθουρ Φρίντενριχ, ενός εξαιρετικού ποδοσφαιριστή που έγραψε ιστορία, αλλά έμεινε εκτός εθνικής για κάποια χρόνια λόγω του χρώματός του (μια ιστορία με την οποία θα ασχοληθούμε μελλοντικά). Η παρουσία του Γκραντίν ενοχλούσε αρκετούς. Όχι στο σημείο να γίνουν ενστάσεις από τους Βραζιλιάνους, αλλά στο να γίνεται στόχος «αστείων» σκίτσων στις εφημερίδες της εποχής, αλλά και άρθρων που έκαναν κριτική στη συμμετοχή μαύρων ποδοσφαιριστών, όπως περιγράφει ο ιστορικός Λεονάρντο Περέιρα. Τα ΜΜΕ της Βραζιλίας προσπαθούσαν να προπαγανδίσουν ότι οι μαύροι της Βραζιλίας συμφωνούν πως δεν πρέπει να συμμετέχουν σε διεθνείς διοργανώσεις. Στο γήπεδο όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο Γκραντίν είχε γίνει σύμβολο και οι μαύροι φίλαθλοι στα γήπεδα της Βραζιλίας τον αποθέωναν σε κάθε παιχνίδι του. Ήταν παραπάνω από ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ήταν ένα σύμβολο αντίστασης στην καταπίεση και στην μάχη για τα ίσα δικαιώματα. Ο Γκραντίν μάλιστα σκόραρε στο 2-2 με τη Βραζιλία και οι δυο ομάδες έπαιξαν μπαράζ. Οι γηπεδούχοι κέρδισαν στην παράταση με γκολ του Φρίντενριχ και ο Γκραντίν δεν μπόρεσε να κατακτήσει το 2ο Κόπα Αμέρικα.

Από τα χρόνια στην Πενιαρόλ

Οι επιτυχίες όμως δεν έμεναν στο ποδόσφαιρο. Από το 1918 ως το 1922 κέρδισε 4 χρυσά στα 400 μέτρα στους Αγώνες Ν. Αμερικής, άλλα 2 χρυσά και ένα χάλκινο στα 200 μέτρα και ακόμα 2 χρυσά στα 4×400. Ο Γκραντίν ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής, ένας θρύλος για την Ουρουγουάη. Παρά τις επιτυχίες όμως, την λατρεία και την αγάπη του κόσμου, η ζωή του μετά τον αθλητισμό ήταν βυθισμένη στη φτώχεια. Το ποδόσφαιρο έγινε επαγγελματικό στην Ουρουγουάη από το 1932 και έτσι ο Γκραντίν δεν έβγαλε χρήματα από αυτό. Πέρασε δύσκολα και αντιμετώπισε προβλήματα υγείας που τον ανάγκασαν το 1944 να μπει σε νοσοκομείο του Μοντεβιδέο. Η Πενιαρόλ εκείνη την περίοδο έδινε μάχη για το πρωτάθλημα, το πρώτο μετά από 6 χρόνια. Μόνο που στα τελευταία ντέρμπι με τη Νασιονάλ δεν τα πήγαινε καλά. Ο Γκραντίν ανήμπορος να φύγει από το δωμάτιο 17 του νοσοκομείου Παστέρ, επικοινώνησε με έναν δημοσιογράφο της εφημερίδας Λα Ρασόν και έστειλε μήνυμα στους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας λίγο πριν το ντέρμπι με τη Νασιονάλ. Εκεί τους εξηγούσε τι σημαίνει η Πενιαρόλ, τι συμβολίζει αυτός ο σύλλογος και ότι δεν γίνεται να χάνουν τόσο εύκολα από τη Νασιονάλ, ότι η Πενιαρόλ παλεύει μέχρι το τέλος σε κάθε ματς.

Οι παίκτες της Πενιαρόλ είχαν ακόμα έναν λόγο να τα δώσουν όλα. Το παιχνίδι όμως στις 10 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε με τον χειρότερο τρόπο. Μόλις στο 1ο λεπτό η Νασιονάλ κέρδισε πέναλτι. Ο Γκραντίν που το άκουγε στο ραδιόφωνο, στο αίθριο του νοσοκομείο, μαζί με άλλους ασθενείς δεν άντεξε και αποχώρησε για το δωμάτιό του. Ο σπεσιαλίστας Σαπιραΐν με το φαρμακερό αριστερό το εκτέλεσε. Ο Γκραντίν από το δωμάτιο άκουσε πανηγύρια, πανηγύρια όμως οπαδών της Πενιαρόλ. Ο τερματοφύλακας το είχε αποκρούσει. Γύρισε πίσω. Στο 17′ ένα σουτ κεραυνός του Ουμπντούλιο Βαρέλα άνοιξε το σκορ και μέχρι τη λήξη η Πενιαρόλ είχε σκοράρει ακόμα μια φορά. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους να πανηγυρίσει τη μεγάλη νικη, αλλά όλοι οι παίκτες πήγαν κατευθείαν στο νοσοκομείο, πήγαν να ευχαριστήσουν τον Γκραντίν, βγήκαν φωτογραφίες μαζί του, μίλησαν για ώρα, ειδικά ο Βαρέλα που ο Γκραντίν εκτιμούσε ιδιαίτερα. Η Πενιαρόλ έφτασε στην ισοβαθμία στο πρωτάθλημα και πήγε στα μπαράζ. Το πρώτο παιχνίδι ήρθε 0-0 και στο δεύτερο έχανε 0-2 στο 28′. Το πνεύμα του Γκραντίν ήταν όμως ακόμα μαζί με τους παίκτες. Η Πενιαρόλ το γύρισε σε 3-2 και πανηγύρισε το 15ο πρωτάθλημά της, αφιερωμένο στον Ισαμπελίνο.  Ήταν 17 Δεκεμβρίου του 1944 και ο Γκραντίν ήταν ακόμα στο νοσοκομείο [σ.Σ. κατά άλλους η επίσκεψη των παικτών έγινε μετά από αυτό το ματς, αλλά πιο πιθανή είναι η πρώτη εκδοχή]. Τέσσερις μέρες αργότερα στις 21 Δεκεμβρίου πέθανε μόλις στα 47 του, φτωχός σε υλικά αγαθά, πλούσιος από χαρά και αγάπη του κόσμου και περήφανος που έγινε ίνδαλμα τόσων ανθρώπων.

Όπως άλλωστε γράφει και το Χρυσό Ιωβηλαίο της Πενιαρόλ:

«Ο Ισαμπελίνο Γκραντίν ως αστέρι κατάφερε να πραγματοποιήσει τρεις ευχές του: να λάμψει στα γήπεδα τους ποδοσφαίρου και τις πίστες του στίβου, να γραφτούν ποιήματα γι’ αυτόν και να μείνει αξέχαστος για πάντα».

Μαλάουι: To δικαίωμα στη ζωή μέσα απ’ το ποδόσφαιρο

  [3 Σχόλια]

Το Μαλάουι είναι μία απ’ τις πιο φτωχές χώρες στον κόσμο με πληθυσμό γύρω στους 19.000.000 κατοίκους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ζουν -όπως είναι λογικό- σε συνθήκες πλήρης ανέχειας. Το μορφωτικό επίπεδο είναι απ’ τα πιο χαμηλά που μπορείς να συναντήσεις και οι υπερβολικές εξάρσεις βίας είναι καθημερινό φαινόμενο. Σε μια τέτοια κοινωνία -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν ιδανικές συνθήκες για να αθληθεί κάποιος και κατ’επέκταση να παίξει ποδόσφαιρο. Όσο και αν το αγαπά. Οι Aφρικανοί άλλωστε έχουν μεγάλη τρέλα με την μπάλα. Ακόμα και στις φυλακές Μάουλα -τις σκληρότερες φυλακές που υπάρχουν στην πρωτεύουσα της χώρας- στη Λιλόνγκουε, όταν οι κρατούμενοι βγαίνουν στον προαύλιο χώρο (κι ας μην έχουν καθόλου δυνάμεις μιας και η έλλειψη τροφής είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερά τους προβλήματα) επιδίδονται με τις αυτοσχέδιες μπάλες τους στο άθλημα του ποδοσφαίρου.

Φωτογραφία του Luca Sola, πηγή: the Guardian

Η αίσθηση της ελευθερίας άλλωστε που μπορεί να χαρίσει το ποδόσφαιρο είναι κάτι το μοναδικά υπέροχο. Κάτι το αδύνατο να περιγραφεί με λόγια. «Βγαίνουμε στον ήλιο για να μαζέψουμε λίγη βιταμίνη D» συνηθίζουν να λένε αστειεύομενοι οι κρατούμενοι  (οι περισσότεροι εξ αυτών μετανάστες απ’ την Αιθιοπία), «Ας σπαταλήσουμε και λίγη δύναμη απ’ αυτή που μαζεύουμε για την τρέλα μας». Πολλοί απ’ αυτούς θα πεθάνουν στη φυλακή. Απ’ τους υπόλοιπους, που θα καταφέρουν να βγουν, οι περισσότεροι δεν θα ξαναδούν τα συγγενικά τους πρόσωπα και δεν θα μάθουμε ποτέ που «χάθηκαν» και πως. Για την ιστορία, η σημαία του Μαλάουι είναι μία απ’ τις συνολικά 49 που υπάρχουν στο εξώφυλλο του δίσκου-σταθμός, Survival του Μπομπ Μάρλεϊ. Ένας δίσκος που κυκλοφόρησε το 1979 και μιλάει με μοναδικό τρόπο για μια ενωμένη και δυνατή Αφρική. 40 χρόνια μετά -δυστυχώς- όλο αυτό παραμένει μια άπιαστη Ουτοπία.

Στο Μαλάουι η επίσημη γλώσσα είναι τα Αγγλικά αλλά στη διάλεκτο Τουμπούκα η λέξη Lughano σημαίνει Αγάπη. Αυτό (Lughano) είναι και το όνομα της πιο ταλαντούχας πιτσιρίκας που έχει βγάλει η χώρα τα τελευταία χρόνια. Μια παίκτρια που βγήκε απ’ την Ακαδημία Chichewa. Chichewa στη γλώσσα του Μαλάουι σημαίνει η λέξη που όταν τη λέμε -οι περισσότεροι από εμάς τουλάχιστον- ανεβάζουμε σφυγμούς, χοροπηδάμε σαν παιδάκια και αγκαλιάζουμε όποιον βρούμε μπροστά μας. Η λέξη αυτή, όπως θα καταλάβατε, είναι η λέξη Γκολ. Σε μια χώρα που μόνο το 12% των παιδιών πηγαίνουν σχολείο μετά το Δημοτικό και ένα στα έξι θα δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση πριν καν ενηλικιωθεί είναι πολύ δύσκολο να τολμήσει κάποιος να φτιάξει μια ποδοσφαιρική Ακαδημία. Κι όμως, οι Άγγλοι Τζώρτζ Μαγκουάιρ και Άλεξ Σκοτ -ευτυχώς- το τόλμησαν. Και πέτυχαν. Ο Σκοτ είχε φτάσει στο Μαλάουι πρώτη φορά το 2008, απεσταλμένος της Πρέμιερ Λιγκ ώστε να δημιουργήσει ένα ποδοσφαιρικό πρόγραμμα για παιδιά κάτω των 14 ώστε να προωθήσει το άθλημα του ποδοσφαίρου. Αυτό που έζησε εκεί ήταν κάτι το μοναδικό και όπως είπε ο ίδιος στον Βρετανικό Τύπο είχε μείνει έκθαμβος απ’ το ταλέντο -το ακατέργαστο ταλέντο- που υπήρχε στα παιδιά στο Μαλάουι. Η επιστροφή στο Νησί τον βρήκε να έχει στο μυαλό του ένα και μόνο πράγμα. Να δημιουργήσει μια κανονική Ακαδημία στη Λιλόνγκουε. Ευτυχώς το κατάφερε μερικά χρόνια αργότερα με τη βοήθεια του καλού του φίλου, Άλεξ Σκοτ.

Ο Μαγκουάιρ και ο Σκοτ γνωρίζονταν πολύ καλά απ’ τα χρόνια που έπαιζαν ποδόσφαιρο. Ο πρώτος με την φανέλα της Μπρίστολ Σίτι και ο δεύτερος με αυτή της Νιουκάστλ, με τις ιδέες τους να ταιριάζουν άψογα εντός και εκτός ποδοσφαιρικών θεμάτων. «Συνηθίζαμε να παρακολουθούμε παρέα ένα σωρό παιχνίδια της Πρέμιερ Λιγκ, πίνοντας τις μπύρες μας, αλλά κάτι μας έτρωγε μιας και οι δύο είχαμε αυτό το υπέροχο όραμα για το ποδόσφαιρο» θα πει ο Σκοτ στην Αγγλική τηλεόραση λίγο πριν το 2014. Λίγο καιρό δηλαδή πριν μπει σε κανονική λειτουργία η ποδοσφαιρική Ακαδημία Chigoli. «Πως είναι δυνατόν να έχεις τη δυνατότητα να κάνεις ένα τόσο μεγάλο καλό σε παιδιά, σε μια χώρα τόσο φτωχή, και να μην το κάνεις;» θα συμπληρώσει ο Μαγκουάιρ, και αυτό είναι ολόκληρο το νόημα του σκεπτικού τους κατά την δική μου γνώμη. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πάντα αν κάναμε όλοι κάτι, που μπορούμε, για να βοηθήσουμε κάποιον ή κάποιους; Eίναι τόσο απλό. Η Ακαδημία προσφέρει σε αγόρια και κορίτσια την γνώση στο ποδόσφαιρο, προσπαθώντας να βρει νέα μεγάλα ταλέντα και παράλληλα προσφέρει τη δυνατότητα της φοίτησης στο σχολείο και μετά το Δημοτικό. Μάλιστα ακόμα και αν κάποιο παιδί κοπεί απ’ το ποδοσφαιρικό πρόγραμμα (δεν θα γίνουν όλοι ποδοσφαιριστές άλλωστε) η Ακαδημία του δίνει το δικαίωμα να συνεχίσει να πηγαίνει σχολείο, με πληρωμένα τα δίδακτρα απ’ την ίδια. Και αυτό είναι το σημαντικότερο.

Ο 13χρόνος Μισέκ, ένας απ’ τους καλύτερους μαθητές που υπάρχουν στην Ακαδημία και ένας απ’ τους πιο ταλαντούχους παίκτες, θα πει: «To ποδόσφαιρο χωρίς την μόρφωση δεν είναι κάτι σημαντικό. Ο πατέρας μου είναι οδηγός ενός ποδηλάτου-Ταξί και η μητέρα μου πουλάει φρούτα για να ζήσουμε εγώ και τα εφτά αδέρφια μου. Θέλω να σπουδάσω, αν και το μεγάλο μου όνειρο είναι να γίνω ποδοσφαιριστής και να οδηγήσω το Μαλάουι στο Μουντιάλ». Τα ίδια θα σου πουν και η Ιρέν με την Μέρσι, δύο 14χρόνια κορίτσια που μαθαίνουν ποδόσφαιρο στην Ακαδημία, έχοντας ως στόχο και όνειρο να φτάσουν την Ταμπίθα Τσαγούινκα που παίζει ποδόσφαιρο στην Σουηδία και σκοράρει περισσότερα γκολ απ’ τις συμμετοχές της. Η 21χρόνη Ταμπίθα γεννήθηκε στο Μαλάουι και έφυγε για την Σουηδία το 2014, όταν δηλαδή μπήκε σε κανονική λειτουργία το πρόγραμμα Chigoli. Θεωρείται -και λογικά είναι- η κορυφαία παίκτρια της χώρας.

H εκμάθηση αρχίζει με τα βασικά. Πολύ δουλειά στο κοντρόλ και την πάσα με την μία. Πολύ δουλειά στο αδύναμο πόδι κάθε παιδιού. Πολύ δουλειά στην κίνηση, αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα, πολύ δουλειά στην κατανόηση του αθλήματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όλα αυτά τα παιδιά δεν έχουν δουλέψει ποτέ πριν με προπονητές και δεν είναι εύκολο να μπουν σε καλούπια. Σε μια κανονική ομάδα. Μάλιστα την ώρα των προπονήσεων δεν είναι λίγοι αυτοί που μαζεύονται και παρακολουθούν αυτό το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θέαμα. Κάποιος να δίνει οδηγίες και να προσπαθεί να τιθασεύσει ένα παιδί. Επίσης τα παιδιά της Ακαδημίας μαθαίνουν τις θέσεις με τον παλιό βρετανικό τρόπο. Αυτός που φορά το νούμερο 2 -παίζει στο 2- είναι δηλαδή ο δεξιός πλάγιος αμυντικός. Ο πιτσιρίκος με το 6 είναι ο αμυντικός μέσος και αυτός με το 7, αυτός που τους βασανίζει όλους με την ταχύτητά του και την δεξιοτεχνία του στο δεξί άκρο της επίθεσης. Τα πάντα, ακόμα και αυτά που μοιάζουν να μην έχουν τόσο μεγάλη σημασία, είναι μελετημένα μέχρι και στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια ώστε να γίνει η δουλειά όπως πρέπει να γίνεται. Σωστά. Ο βαθμός δυσκολίας άλλωστε είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι είναι σε μια σύγχρονη Ακαδημία χωρών όπως η Ισπανία, η Γερμανία και η Αγγλία.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές ένα παιδί στο Μαλάουι πεθαίνει από κάποια σοβαρή ασθένεια. Ένα μικρό παιδάκι που μπορεί να γεννήθηκε με σπάνιο αθλητικό (και ποδοσφαιρικό DNA) και που -λογικά- δεν έπαιξε ποτέ ποδόσφαιρο με τους φίλους του φορώντας παπούτσια. Όχι ποδοσφαιρικά παπούτσια αλλά απλά παπούτσια, τρύπια και χιλιοφορεμένα από άλλους. Την ίδια στιγμή, κάπου δίπλα μας, στον «πολιτισμένο κόσμο» που ζούμε κάποιο άλλο παιδάκι ανοίγει ένα κουτί και βλέπει το τελευταίο μοντέλο παπουτσιών του Μέσι, αξίας 200 δολλαρίων. Δεν θα χαρεί ιδιαίτερα. Το δώρο είναι συνηθισμένο άλλωστε. Το παιδάκι αυτό δεν παίζει ποδόσφαιρο, δεν διαθέτει κάποιο ποδοσφαιρικό ταλέντο (το ακριβώς αντίθετο μάλιστα) και αφού φορέσει τα παπούτσια 2-3 φορές, θα τα βαρεθεί και θα τα τοποθετήσει δίπλα σε αυτά του Ρονάλντο, του Λε Μπρον, του Τζόρνταν, του Κακά και σε όλα τα υπόλοιπα που έχει στη συλλογή του. Μετά από λίγο καιρό μπορεί και να τα πετάξει ακόμα επειδή δεν θα είναι πλέον στη μόδα. Χάρις στους δύο Άγγλους αυτό έχει αλλάξει για αρκετά παιδιά και αυτή είναι μια σπουδαία νίκη απ’ το ποδόσφαιρο στην κοινωνία. Ίσως και η σπουδαιότερη.

To πρόγραμμα της Ακαδημίας Chigoli απασχολεί περίπου 2.500 παιδιά το χρόνο, δίνοντάς τους το δικαίωμα και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Ακόμα και αυτά που δεν θα ασχοληθούν με το ποδόσφαιρο επαγγελματικά, έχουν τη δυνατότητα να μορφωθούν και να σπουδάσουν, αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο για τη ζωή τους, μακριά απ’ τη φτώχεια και τη δυστυχία. Το σημαντικότερο απ’ όλα αυτά όμως είναι πως έχουν μια ακόμα μια πιθανότητα να κάνουν αυτό που στους περισσότερους από εμάς φαντάζει ως κάτι απλούστερο του απλού. Να ζήσουν.