15 λεπτά διασημότητας και μια ζωή τρόμου

  [1 Σχόλιο]

Κάποτε, περίπου 100 χρόνια πριν, ένας από τους σημαντικότερους προέδρους των ΗΠΑ, ο Θίοντορ Ρούσβελτ είπε: «Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε κάποιος που να έζησε μια ζωή γεμάτη ευκολία και να άφησε όνομα άξιο να το μνημονεύουμε». Ο μικρός Μουρτάζα Αχμάντι πιθανότατα δεν ξέρει τη ρήση, αλλά μνημονεύτηκε αρκετά πριν περίπου τρία χρόνια κι αυτό του έκανε τη ζωή ακόμα πιο δύσκολη. Το όνομά του μάλλον δεν σας λέει πολλά, αλλά είναι αρκετά πιθανό να έχετε δει τη φωτογραφία του που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2016.

Σε εκείνη τη φωτογραφία, ο μικρός Μουρτάζα φορούσε μια πλαστική σακούλα με μπλε ρίγες στην οποία ήταν γραμμένο το όνομα του Λιονέλ Μέσι, του αγαπημένου παίκτη του πιτσιρικά. Το χαμόγελό του κι η χαρά του συγκίνησαν χιλιάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η φωτογραφία έγινε viral και το παιδί βρέθηκε ότι ζει στην επαρχία Γκάζνι του Αφγανιστάν. Ο 5χρονος ήθελε πάρα πολύ μία φανέλα του Μέσι, αλλά η οικογένειά του ήταν εξαιρετικά φτωχή. Όταν ξέσπασε σε κλάματα, ο αδερφός του αναγκάστηκε να του φτιάξει αυτή την… ιδιοκατασκευή που από τις φωτογραφίες φάνηκε ότι ικανοποίησε πολύ τον μικρό.

Όταν ο Μουρτάζα εντοπίστηκε κάπου σε ένα χωριό του Αφγανιστάν, το μόνο που δήλωσε ήταν ότι ήθελε να γνωρίσει το είδωλό του. Με τη βοήθεια της UNICEF ο Λιονέλ Μέσι έστειλε δυο φανέλες του με αφιέρωση, μια της Μπαρσελόνα και μία της εθνικής Αργεντινής (σαν αυτή που ο Μουρτάζα φορούσε). Το όνειρο όμως δεν είχε τελειώσει. Οι διοργανωτές του Μουντιάλ του 2022 στο Κατάρ, προσπαθώντας να φτιάξουν την άθλια εικόνα της χώρας προς τα έξω, αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν τη μεγάλη συνάντηση. Με την ευκαιρία ενός φιλικού της Μπάρσα με την Αλ Αχλί, ο Μουρτάζα ταξίδεψε στην Ντόχα και όχι απλά γνώρισε τον ήρωά του, αλλά συνόδεψε την ομάδα και μάλιστα πόζαρε μαζί της πριν την έναρξη του αγώνα:

Σε έναν ιδανικά πλασμένο κόσμο, η ιστορία θα τελείωνε κάπως έτσι. Στον δικό μας κόσμο και πλανήτη, η συνέχεια δεν ήταν τόσο ωραία. Παρά το γεγονός ότι είχε λάβει υποσχέσεις για πολιτικό άσυλο, η οικογένεια εγκλωβίστηκε κάπου στο Πακιστάν όταν δοκίμασε να εγκαταλείψει τη χώρα κι αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω. Τα πράγματα όμως είχαν χειροτερέψει πίσω στην πατρίδα τους. Οι Ταλιμπάν το καλοκαίρι που μας πέρασε έστρεψαν τα βλέμματά τους στην περιοχή Γκάζνι και την ομώνυμή πόλη. Η μάχη που έγινε τον Αύγουστο άφησε πίσω πολλούς νεκρούς, αλλά τελικά οι κυβερνητικές δυνάμεις ανακατέλαβαν την πόλη. Αυτό όμως δεν απέτρεψε τους Ταλιμπάν να κάνουν διάφορες επιχειρήσεις στις γύρω περιοχές, ανάμεσά τους και στα μέρη της οικογένειας Αχμάντι.

Ως γνωστόν οι Ταλιμπάν μισούν το ποδόσφαιρο, καθώς από όλους τους φανατικούς θεωρείται ως θανάσιμο αμάρτημα. Η διασημότητα που απέκτησε ο Μουρτάζα τον έκανε αμέσως στόχο τους κι η οικογένειά του ζούσε συνεχώς με το φόβο ότι κάτι κακό θα συμβεί, μια που εκτός των άλλων ανήκουν και σε μια εθνική ομάδα Σιιτών που κυνηγούν οι Ταλιμπάν. Η μητέρα του είπε ότι συχνά έβλεπαν αγνώστους να τριγυρίζουν κοντά στο σπίτι τους. Και μετά, υπήρχαν και τα απειλητικά τηλεφωνήματα. Αυτά όχι από τους Ταλιμπάν, αλλά από τοπικούς εγκληματίες που θεωρούσαν ότι η οικογένεια είχε πάρει χρήματα από τον Μέσι. «Δεχόμασταν απειλές συνέχεια, πίστευαν ότι ο Μέσι μας είχε δώσει λεφτά», δήλωσε η κυρία Σακίφα. Ο Μουρτάζα που εξαιτίας του φόβου των Ταλιμπάν είχε ήδη σταματήσει να παίζει μπάλα έξω από το σπίτι φορώντας τις αγαπημένες του φανέλες, σταμάτησε να πηγαίνει και στο σχολείο. Με τη δραστηριότητα των Ταλιμπάν να γίνεται εντονότερη, ο κλοιός έσφιγγε. Κάποιοι συγγενείς της οικογένειας σκοτώθηκαν σε ενέδρες ή μετά από εφόδους σε σπίτια. Τον Δεκέμβριο, ένας ρεπόρτερ του France Presse ανακάλυψε τον πιτσιρικά (πλέον 7 ετών). Είχε διαφύγει στην Καμπούλ. Ένα βράδυ ο πατέρας του Αρίφ πήρε την οικογένεια και τη φυγάδευσε στη γειτονική πόλη Μπαμιάν. Ο ίδιος επέστρεψε πίσω, ενώ ο Μουρτάζα τελικά κατέληξε με τη μητέρα του στην πρωτεύουσα.

«Έχω να τον δω από εκείνο το βράδυ» λέει ο Μουρτάζα. Επικοινωνούν στο τηλέφωνο κι έτσι κρατούν επαφή. Ο μικρός δεν βγαίνει από το νέο σπίτι (ένα άδειο δωμάτιο επί της ουσίας με μια σόμπα), η μητέρα του φοβάται πολύ. Δικαιολογημένα ή όχι κανείς δεν ξέρει, αλλά λίγο ο μύθος των χρημάτων, λίγο η… προδοσία του μικρού απέναντι στη θρησκεία καθώς αγαπά το διαβολικό ποδόσφαιρο των δυτικών και λίγο η φήμη και τελικά μια δύσκολη ζωή μετατράπηκε σε ακόμα δυσκολότερη. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δύσκολο να γνωρίζεις πόσο πραγματικός είναι ο κίνδυνος για την οικογένεια, αλλά το παρελθόν στο Αφγανιστάν δεν σε κάνει αισιόδοξο. Ο πιτσιρικάς κι η μητέρα του κάνουν έκκληση ώστε να φύγουν από τη χώρα για να γλιτώσουν. Ακόμα κι αν υπερβάλουν για τον βαθμό του κινδύνου για να πιέσουν καταστάσεις, ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει; «Παίζω μόνο στην αυλή του σπιτιού εδώ με μερικούς φίλους, δεν βγαίνω ποτέ έξω» λέει ο Μουρτάζα μιλώντας στην κάμερα του CNN και φορώντας την αγαπημένη του φανέλα. Αυτή της εθνικής Αργεντινής με το νούμερο 10 και το όνομα του Λίο πίσω.

Πηγές: El Pais, CNN

Τα τρία χρόνια νύχτας του Νίκου Γόδα

  [5 Σχόλια]

Η ιστορία που θα διαβάσετε με βασανίζει καιρό. Πάνε μήνες που σκέφτομαι να γράψω γι’ αυτή αλλά πάντα την άφηνα στην άκρη. Δεν είναι άλλωστε μια απλή και εύκολη ιστορία, και δεν έχει αποκλειστικά και μόνο σχέση με το ποδόσφαιρο, απ’ την σκοπιά του αθλήματος. Αφορμή για να την γράψω στάθηκε μια ταινία που είδα πρόσφατα. Συγκεκριμένα, η σκηνή μιας ταινίας που είδα πρόσφατα, και που δεν έχει όμως καμία σχέση με το «κανονικό» ποδόσφαιρο αλλά με αυτό που είναι το ποδόσφαιρο, για αρκετό κόσμο, και με αυτή την αίσθηση ελευθερίας που δίνει σε όλους όσους έχουν κλωτσήσει μια μπάλα. Από ένα φημισμένο γήπεδο, έχοντας ένα σπουδαίο τρόπαιο να περιμένει, μέχρι την αυλή ενός σχολείου ή κάποιο δρόμο, ένα χωράφι, ακόμα και κάποια φυλακή. Το ποδόσφαιρο άλλωστε είναι ίδιο παντού.

Η ταινία έχει τον τίτλο «A 12 Year Night», στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, και προς το τέλος αυτής υπάρχει μια σκηνή που με έκανε -όχι μόνο να ανατριχιάσω- αλλά να συγκινηθώ και να δακρύσω. Τρεις κρατούμενοι βγαίνουν για πρώτη φορά στο προαύλιο μιας φυλακής μετά από ακριβώς 3.898 μέρες στην απομόνωση. Στην μακρόστενη αυλή, και στο βάθος αυτής, πάνω σε ένα τοίχο, υπάρχει ένα ζωγραφισμένο τέρμα. Λογικά με κιμωλία. Ο ένας απ’ αυτούς, αυτός με το προσωνύμιο Νιάτο, στέκεται ακριβώς στο κέντρο, κοιτάζοντας τον λαμπερό ήλιο, ενώ δεξιά και αριστερά διάφοροι κρατούμενοι τον έχουν αναγνωρίσει και, αφού ξέρουν την ιστορία του, αρχίζουν να τον χειροκροτούν. Αυτός, αφού θα χαμογελάσει, θα αρχίσει να κάνει ποδαράκια και ντρίμπλες, χωρίς όμως να έχει μπάλα, κάτω από τις επευφημίες όλων των κρατουμένων, τρέχοντας το γήπεδο. Αφού πλησιάσει κοντά στο τέρμα, με ένα άψογο βολέ, θα σκοράρει και θα ξεσπάσει σε πανηγύρια. Το ίδιο ακριβώς θα συμβεί και πίσω από τα βρώμικα κάγκελα της φυλακής που έχουν βρεθεί οι υπόλοιποι συγκρατούμενοι. Η σκηνή γίνεται ακόμα πιο συγκινητική αν συνυπολογίσουμε πως το μουσικό «lead in» γι’ αυτή, είναι το τραγούδι «Sound Of Silence», σε μια υπέροχη εκτέλεση, απ’ την Σίλβια Πέρεζ Κρουζ.

Η ταινία αν και έχει αισιόδοξο φινάλε, και σας ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό το σπόιλερ από όσους δε την έχουν δει, μου έφερε στο μυαλό την ιστορία του παλιού ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Νίκου Γόδα. Του κομμουνιστή, λοχαγού της Αντίστασης, που εκτελέστηκε μια βροχερή μέρα στο νησάκι Λαζαρέτο της Κέρκυρας, από Έλληνες. Και δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από αδέρφια που πολεμούν αδέρφια. Όσο κι αν ο πόλεμος είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια κοινωνία, σε μια χώρα, σε ένα πολιτισμό. Ο Νίκος Γόδας γεννήθηκε το 1921 στο Αϊβαλί και έφτασε στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αφού η οικογένειά του πέρασε πρώτα από την Κρήτη και τη Μυτιλήνη, εγκαταστάθηκε τελικά στον Πειραιά και συγκεκριμένα στην Κοκκινιά. Εκεί η οικογένειά του άνοιξε την πασίγνωστη ταβέρνα «Τα Αραπάκια» που ήταν ένα απ’ τα καλύτερα στέκια της εποχής για να ακούσει κάποιος αυθεντικό Ρεμπέτικο και το μέρος που ο Τσιτσάνης ανακάλυψε τον Χιώτη. Ο Γόδας, όταν δεν βοηθούσε στο σερβίρισμα, έβγαινε στις αλάνες και έπαιζε ποδόσφαιρο μέχρι να ματώσει και η τελευταία σπιθαμή των γονάτων του.

Ήταν η περίοδος του Μεσοπολέμου, τότε που το εργατικό κίνημα του Πειραιά οργανώθηκε αφού είχε δεχτεί την καταλυτική επίδραση από τους πρόσφυγες. Συγκεκριμένα, εκείνη την περίοδο βρέθηκαν στις γειτονιές του Πειραιά περίπου στους 100.000 πρόσφυγες. Το εργατικό κίνημα, που είχε αρχίσει να ζητάει και να διεκδικεί πράγματα πρωτοστάτησε, αναλαμβάνοντας δράση, την περίοδο της Κατοχής. Την περίοδο που ο Πειραιάς δέχεται τον πρώτο μεγάλο Γερμανικό βομβαρδισμό, στις 6 Απριλίου του ’41, ο Νίκος Γόδας έχει εξελιχθεί στο νέο μεγάλο αστέρι του Ολυμπιακού. Έχει πάρει μεταγραφή απ’ τον Κεραμεικό Καμινίων και εννοείται, την ίδια εποχή, ως μέλος του ΚΚΕ, αρχίζει να παίρνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Από τις 6 Απριλίου μέχρι και τις 27 του ίδιου μήνα ο Πειραιάς θα δεχτεί συνολικά 55 αεροπορικές επιθέσεις. Οι καταστροφές φυσικά και ήταν ανυπολόγιστης αξίας.

Με την είσοδο των ναζιστικών δυνάμεων, στις 27 Απριλίου, οι δήμαρχοι του Πειραιά και της Αθήνας θα συναντηθούν με τον Γερμανό διοικητή και θα παραδώσουν, επισήμως, τις πόλεις. Ο Μιχάλης Μανούσκος, ιδρυτικό στέλεχος του Ολυμπιακού και δήμαρχος Πειραιά, με ανάθεση από τον ίδιο τον Ιωάννη Μεταξά, προς τιμήν του, θα απομακρυνθεί από τη θέση του μετά από άρνηση να παραδώσει λίστα με ονόματα πλουσίων Πειραιωτών της εποχής που θα λειτουργούσαν ως υποψήφιοι όμηροι σε περίπτωση αντιστασιακών πράξεων. Ο Μανούσκος μάλιστα είχε γράψει στη λίστα μόνο το δικό του όνομα σε μια σπουδαία ένδειξη θάρρους. Απ’ την άλλη, ο Λάζαρος Παπαδόπουλος, δήμαρχος Κερατσινιού, και ο Στέφανος Πάνου, δήμαρχος Κοκκινιάς, κράτησαν τις θέσεις τους αφού δεν είχαν κανένα πρόβλημα να συνεργαστούν πρόθυμα με τους Γερμανούς. Όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες. Ο Γόδας αφού μαγεύει με τη φανέλα του Ολυμπιακού (για την ιστορία μια απ’ τις καλύτερες παραστάσεις του ήταν αυτή κόντρα στον ΠΑΟ σε κάποιο Χριστουγεννιάτικο τουρνουά στη νίκη με 5-2) θα συμμετάσχει στην σύσκεψη που έκαναν μέλη του ΕΑΜ, το 1942, σε κάποιο προσφυγικό σπίτι, στο Κερατσίνι. Δίπλα στο νεκροταφείο της Ανάστασης. Εκεί που, σύμφωνα με τους ιστορικούς, μπήκαν οι πρώτες γερές βάσεις της Αντίστασης κατά των Γερμανών.

O Νίκος Γόδας πολέμησε κατά των Γερμανών, και των Ελλήνων συμμάχων τους, ως μπροστάρης για την ελευθερία. Ήταν επικεφαλής στις 7 Μαρτίου του ’44 στη μάχη της Κοκκινιάς. Πήρε μέρος σε ένα σωρό άλλες μεγάλες μάχες και υπάρχει φήμη πως είχε καταρρίψει ακόμα και Γερμανικό αεροσκάφος στο Αιγάλεω. Ένα παλικάρι, πάντα, στην πρώτη γραμμή. Τόσο στις μάχες στα γήπεδα του ποδοσφαίρου όσο και στους δρόμους με κίνδυνο, όχι να χαθεί ένα τέρμα και μια νίκη αλλά, η ίδια του η ζωή. Οι φίλοι του έλεγαν για το σπάνιο ποδοσφαιρικό του ταλέντο, την αγάπη του για το ρεμπέτικο, την δύναμη που έπαιρνε από ιδέες όπως η ελευθερία και η ισότητα και φυσικά για το λαϊκό του χιούμορ. Σε κάποια μάχη, σώμα με σώμα, με τους Άγγλους, στο νεκροταφείο της Ανάστασης, κατά τα γεγονότα των Δεκεμβριανών, ο ανθυπολοχαγός του ΕΑΜ, Σταμάτης Σκούρτης, είχε ακούσει τον Γόδα να γελάει καθώς έλεγε σε κάποιο συναγωνιστή του πως θα είχε πλάκα να σκοτωθούν εκεί καθώς δεν θα χρειαστούν και τάφο. Κάποιοι άλλοι, φανατικοί φίλοι του ποδοσφαίρου, έλεγαν πως ο Γόδας απέφευγε τις σφαίρες όπως απέφευγε τα τάκλιν, και τα βίαια μαρκαρίσματα, όταν έπαιζε ποδόσφαιρο στα χωμάτινα γήπεδα του Πειραιά.

Στις 12 Φεβρουαρίου του ’45 θα υπογραφεί η Συνθήκη της Βάρκιζας και μετά τις 28 του μήνα, θα ολοκληρωθεί ο αφοπλισμός του ΕΑΜ, με αρκετούς από τους ηγέτες του να μη δέχονται τη συμφωνία και να φεύγουν στα βουνά ως αντάρτες. Ο Γόδας θα φτάσει στον Πειραιά και λίγες μέρες αργότερα θα συλληφθεί, θα δικαστεί, και θα καταδικαστεί μετά τη δίκη-παρωδία που έμεινε γνωστή ως «Η Δίκη του Ασύλου της Κοκκινιάς». Η συμφωνία της Βάρκιζας ενώ έδινε αμνηστία τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, δεν έκανε το ίδιο για τα αδικήματα που είχαν γίνει κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών. Κάπως έτσι ξέσπασε η περίοδος της Λευκής Τρομοκρατίας ως κύμα αντεκδικήσεων, κυρίως κατά των Κομμουνιστών. Το καλοκαίρι του ’46 μάλιστα ξεκίνησε επισήμως το κυνήγι από το επίσημο κράτος κατά όλων των αριστερών με στρατοδικεία και εκτελέσεις. Κύρια δύναμη της Λευκής Τρομοκρατίας ήταν δεξιοί και ακροδεξιοί, παρακρατικοί, ένοπλοι σχηματισμοί που αποτελούνταν κυρίως από πρώην μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Συχνά αυτοί οι σχηματισμοί είχαν ως κύριο καθοδηγητή κρατικές αρχές αλλά και στελέχη των τότε κυβερνήσεων. Εκείνη την περίοδο έχουν καταγραφεί περίπου 35.000 συλλήψεις, 32.000 βασανισμοί, 13.000 φόνοι και 165 βιασμοί γυναικών.

Ο Γόδας οδηγήθηκε αρχικά στις φυλακές της Αίγινας, όπου συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο με την ομάδα των κρατουμένων, πριν τον στείλουν στις φυλακές Αβέρωφ και από εκεί στις φυλακές θανατοποινιτών της Κέρκυρας. Ο Νίκος Γόδας έμεινε εκεί για περίπου 3 χρόνια. Βασανίστηκε αλλά δεν υπέγραψε ποτέ συνθήκη μεταμέλειας και τελικά εκτελέστηκε στις 19 Νοεμβρίου του ’48 έχοντας ως τελευταία επιθυμία να πεθάνει φορώντας τη στολή της ομάδας που λάτρεψε. Του Ολυμπιακού. Ήταν μόλις 27 ετών. Μελανό σημείο της υπόθεσης το γεγονός πως τα 3 χρόνια που έμεινε φυλακισμένος, η διοίκηση της ομάδας, αν και είχε δεχτεί μεγάλες πιέσεις απ΄τον κόσμο, δεν έκανε καμία ενέργεια προκειμένου να τον γλιτώσει. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του τότε προέδρου του Ολυμπιακού, Μιχάλη Μανούσκου «Όπως έστρωσε ας κοιμηθεί». Ενός προέδρου που είχε γίνει ήρωας κατά τα χρόνια της Κατοχής.

Ο Νίκος Γόδας αφού έκανε το τελευταίο του τσιγάρο, σιγοτραγούδησε μερικούς στίχους του λατρεμένου του Τσιτσάνη και χαιρέτησε τους συγκρατούμενούς του. Έριξε στους ώμους το σακάκι του και ακολούθησε τους φρουρούς. Η ώρα είχε φτάσει. «Θα τα ξαναπούμε σύντροφοι» τους φώναξε «Ζήτω ο Ολυμπιακός και ο Σοσιαλισμός. Ήταν τιμή μου που μοιράστηκα αυτό το κελί μαζί σας». Δευτερόλεπτα πριν οι σφαίρες τρυπήσουν το κορμί του είχε ζητήσει να μη του δέσουν τα μάτια. «H τσιριμονιά τελειώνει βιαστικά και δεν έχεις την άνεση να δεις τους μακελάρηδες κατάματα. Σαν βρέχει δεν μπορείς να ανοίξεις τα μάτια, είναι και το νερό που τρέχει και δεν βλέπεις όπως πρέπει, είναι σα να σου κλείνουν τα μάτια με το έτσι θέλω. Εγώ θέλω να είναι καλοκαιρία, να τον κοιτάω κατάματα για να δω πόσο σίγουρος νιώθει αυτός που με σκοτώνει». Ο Σταμάτης Σκούρτης και ο Σπύρος Ανδρεάδης, οι δυο μελλοθάνατοι που ήταν μαζί με τον Γόδα, σώθηκαν ύστερα από παρέμβαση του ΟΗΕ το 1949.

Αυτό που είναι πραγματικά λυπηρό και άκρως σοκαριστικό είναι το γεγονός πως σε πολλές περιοχές του Πειραιά, εκεί δηλαδή που χύθηκε τόσο αίμα αγωνιστών Ελλήνων κατά των Ναζί την περίοδο της Κατοχής, έχουν ανέβει κατακόρυφα τα ποσοστά της ναζιστικής οργάνωσης της δικής μας χώρας. Θα κλείσω αυτό εδώ το κείμενο, μιας και δεν έχω κανένα σκοπό να ανοίξω πολιτική κουβέντα μέσω αυτού απλά να καταγράψω κάποια γεγονότα και να αναφέρω το μεγαλείο του Νίκου Γόδα όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο, με μερικούς στίχους του Αλέκου Χρυσοστομίδη απ’ την Ποιητική του Συλλογή, «Λεύτερος Στίχος», του 1944. Στίχοι της εποχής που ταιριάζουν γάντι για περιπτώσεις ανθρώπων. όπως ο Νίκος Γοδας και παραμένουν ακόμα στην επικαιρότητα:

«Ο ασύρματος διαλάλησε παντού το θρίαμβο της – Στη σκέψη να περιφρονεί περήφανα το Θάνατο -Εμέθυσε από το κρασί της Δόξας το Αθάνατο- Οι ξένοι χειροκρότησαν το θάρρος το λαμπρό της – Και κείνος όπου θέλησε σκλάβα να τη θεωρήση – Επήρε την απάντηση πως η Ελλάς θα ζήση».

Το όχι και τόσο μοντέρνο ποδόσφαιρο

  [Καθόλου σχόλια]

Ασβεστωμένοι τοίχοι, χαμένες μπάλες σε ένα ρέμα, παρκαρισμένα αυτοκίνητα πίσω από μια εστία, ένα μεγάφωνο με κακό ήχο, στραβές γραμμές στο χορτάρι που είναι γεμάτο λακούβες, μερικές καρέκλες για τους λιγοστούς θεατές όταν δεν υπάρχουν εξέδρες. Όσοι έχουν παίξει μπάλα ερασιτεχνικά ή όσοι έχουν μια μικρή ομάδα στο χωριό τους ή ακόμα και στην πόλη, σίγουρα έχουν αυτές τις εικόνες στο κεφάλι τους. Το ποδόσφαιρο από εκεί που ξεκίνησε. Χωρίς ανέσεις, φτιασίδια, σπόνσορες. «Ο κόσμος βλέπει ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, αλλά όσοι έχουν πατήσει στο χορτάρι γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται και τη μεγάλη προσπάθεια που απαιτείται, ακόμα κι αν έχεις μικρό όφελος. Γιατί παίρνεις μια προσωπική ικανοποίηση από το παιχνίδι και είναι αυτό που μετράει», είναι τα λόγια ενός από τους ανθρώπους που μιλούν στο ντοκιμαντέρ μικρού μήκους «Modern Football».

Modern Football on Vimeo.

Στα 9 και κάτι ψιλά λεπτά του ταξιδεύουμε στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο στην Αραγωνία της Ισπανίας, εκεί στα βορειοανατολικά της χώρας. Το μέρος δεν έχει τόση σημασία. Θα μπορούσε να είναι μια άλλη περιοχή, μια άλλη χώρα. Το ποδόσφαιρο είναι μια παγκόσμια γλώσσα άλλωστε. Σημασία έχει η αγάπη γι’ αυτό. Διάφοροι πρωταγωνιστές παρελαύνουν, μικροί ήρωες (έστω κι αν δεν το βλέπουν έτσι) που βοηθούν ώστε να μπορούν αυτοί οι αγώνες να γίνονται. Παίκτες, προπονητές, φροντιστές, όσοι βάφουν με λευκές γραμμές το χορτάρι ή το χώμα. Ένας άλλος κόσμος. Αυτός είναι κι ο στόχος των παραγωγών της Kauri Multimedia που βρίσκεται πίσω από το φιλμάκι (το οποίο μπορείτε να δείτε με αγγλικούς υπότιτλους) και των συντελεστών της. Να μας μεταφέρουν σε αυτό το ποδόσφαιρο και να δώσουν φωνή στους ανθρώπους που μοχθούν για να μη σβήσει αυτό το κομμάτι του αθλήματος που αγαπούμε.

Οι πρωταγωνιστές μιλούν, πάντα χωρίς να τους βλέπουμε να το κάνουν και ενώ απλά ποζάρουν, για τη σημασία του ποδοσφαίρου στις μικρές επαρχιακές κοινότητές τους. Στην προσπάθεια που γίνεται με πολλή αγάπη, αφοσίωση και μεράκι. Όχι γιατί είναι πιο θεαματικό από το ποδόσφαιρο του Τσάμπιονς Λιγκ ή της Πριμέρα Ντιβιζιόν. Αλλά γιατί είναι κάτι δικό τους, μέρος της ζωής τους. Κι αυτό που έχει σημασία στο τέλος της ημέρας, είναι όλοι να διασκεδάζουν. Και ποιος ξέρει, ίσως κάποιοι από τους ποδοσφαιριστές να φτάσουν και στο άλλο, το πραγματικά «μοντέρνο ποδόσφαιρο. Άλλωστε, ο Εντουάρντο Γκαλεάνο (με μια ατάκα του οποίου ανοίγει το βίντεο) έχει γράψει:

Και μια ωραία μέρα, η θεά του ανέμου φιλάει το πόδι ενός άντρα, αυτό το ταλαιπωρημένο και καταφρονεμένο πόδι κι από αυτό το πόδι γεννιέται ένα είδωλο. Γεννιέται σε μια αχυρένια φάτνη, σε μια καλύβα με τσίγκινη οροφή και έρχεται στον κόσμο κρατώντας σφιχτά μια μπάλα.

Μπορεί αυτή η θεά του ανέμου να κυκλοφορεί και κάπου στην Αραγωνία.

Σώζοντας τον Χακίμ: Η ιστορία ενός ποδοσφαιριστή που είχε φωνή

  [Καθόλου σχόλια]

Υποτίθεται ότι θα ήταν η πιο ευτυχισμένη εκδρομή της ζωής τους. Ο Χακίμ κι η σύζυγός του (η οποία κρατάει την ανωνυμία της για λόγους που θα καταλάβετε αργότερα) έφτασαν στις 27 Νοεμβρίου στην Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης. Ήταν το ταξίδι του μέλιτος για το ζευγάρι. Ήταν επίσης κι η πρώτη φορά μετά από σχεδόν 5 χρόνια που ο Χακίμ θα έφευγε από την Αυστραλία, το μέρος που έγινε το σπίτι του. Ο Χακίμ Αλ-Αραϊμπί προέρχεται από το Μπαχρέιν και είναι επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Δεν γνωρίζουμε πόσο καλός είναι, ούτε έχει και κάποια σημασία για την ιστορία μας, αλλά έφτασε μέχρι και την εθνική ομάδα της χώρας.

Ο Χακίμ, όπως κι άλλα μέλη της οικογένειάς του, πήρε μέρος στα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης του 2011 με τον αδερφό του να έχει έντονο ρόλο. Στο Μπαχρέιν τα βασικά αιτήματα ήταν η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι πολιτικές ελευθερίες των Σιιτών. Μετά όμως από τα όσα έγιναν, το καθεστώς εκεί φρόντισε να βάλει στο στόχο όποιους αθλητές είχαν συμμετοχή στις πορείες. Ο Αλ-Αραϊμπί συνελήφθη το 2012 για τη συμμετοχή του στις διαδηλώσεις κι όπως υποστηρίζει βασανίστηκε. Πολλά από τα χτυπήματα ήταν στα πόδια με στόχο να του κόψουν την καριέρα. Το 2014, με τις διώξεις από το καθεστώς να μην έχουν τελειώσει, διέφυγε και ζήτησε άσυλο ως πρόσφυγας στην Αυστραλία. Ζούσε εκεί τα τελευταία χρόνια και έγινε δεκτός ως μόνιμος κάτοικος μερικά χρόνια αργότερα. Συνέχισε φυσικά να παίζει μπάλα εκεί ως αμυντικός σε διάφορες ομάδες με τελευταία την Πάσκο Βέιλ, ημιεπαγγελματική ομάδα της Αυστραλίας. Τουλάχιστον άλλοι έξι ποδοσφαιριστές έφυγαν από τη χώρα για να γλιτώσουν τις διώξεις.

Το γεγονός ότι διέφυγε από το Μπαχρέιν δεν σημαίνει βέβαια ότι πίσω στην πατρίδα τον ξέχασαν. Οι αρχές της χώρας τον είχαν κατηγορήσει για βανδαλισμό σε ένα αστυνομικό τμήμα μαζί με άλλους διαδηλωτές, κάτι που ο ίδιος αρνείται. Λέει μάλιστα ότι την ώρα του γεγονότος έπαιζε σε ποδοσφαιρικό αγώνα ο οποίος μάλιστα προβλήθηκε ζωντανά και από την τηλεόραση. Πιο τέλειο άλλοθι δεν γίνεται. Αυτό φυσικά δεν εμπόδισε τις αρχές να προχωρήσουν σε δίκη, που η Διεθνής Αμνηστία χαρακτήρισε ως παρωδία. Ο Χακίμ καταδικάστηκε ερήμην σε κάθειρξη δέκα ετών για τον βανδαλισμό. Χωρίς να έχει την υπηκοότητα, αλλά με την επίσημη ιδιότητα του πρόσφυγα ο Χακίμ ζούσε τα τελευταία χρόνια στην Αυστραλία, χωρίς να σταματάει να μιλάει για τα πράγματα στην πατρίδα του. Για παράδειγμα, κατηγόρησε τον τότε πρόεδρο της Π.Ο. της χώρας (και τώρα πρόεδρο της Ασιατικής Ομοσπονδίας της ΦΙΦΑ) Σεΐχη Σαλμάν Μπιν Ιμπραχίμ Αλ-Καλίφα ότι δεν στήριξε τους ποδοσφαιριστές που κατηγορήθηκαν τότε. Φρόντισε μάλιστα στις εκλογές για την προεδρία της ΦΙΦΑ όπου ο Σαλμάν ήταν υποψήφιος απέναντι στον Ινφαντίνο (φαντάσου αγαπητέ αναγνώστη τον Ινφαντίνο να είναι «ο καλός» της υπόθεσης) να μιλήσει για τα βασανιστήρια τα οποία υπέστησαν αρκετοί ποδοσφαιριστές. Το να καταφέρεσαι εναντίον μέλους της (πολύ μεγάλης) βασιλικής οικογένειας δεν είναι πάντα το καλύτερο. Αυτός όμως το έκανε. Ο Σαλμάν έχασε κι αν, μεταξύ μας, ελάχιστοι από τους ψηφοφόρους επηρεάζονται από τέτοια κριτήρια, σίγουρα δεν τον συγχώρεσε.

Επιστρέφοντας στην αρχική μας ιστορία, ο Χακίμ για πρώτη φορά έφυγε από την Αυστραλία πιστεύοντας ότι θα ζήσει μερικές χαρούμενες μέρες με τη σύζυγό του. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, πήρε διαβεβαιώσεις από την αστυνομία της Αυστραλίας ότι δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα σε αυτό. Τα πράγματα όμως δεν πήγαν όπως τα περίμενε. Συνελήφθη με το που έφτασε από τις αρχές της Ταϊλάνδης, καθώς εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα από την Ίντερπολ μετά από αίτημα του Μπαχρέιν, κάτι που υποστηρίζεται ότι είναι εκτός κανόνων καθώς σε περιπτώσεις προσφύγων η Ίντερπολ βάση κανονισμού αρνείται τα αιτήματα της χώρας προέλευσης. Όντως, σύμφωνα με τα όσα λέγονται, η Ίντερπολ απέσυρε αυτό το αίτημα στη συνέχεια, αλλά ήταν ήδη αργά. Η πρώτη νύχτα του ζεύγους στο ταξίδι του μέλιτος δεν ήταν σε κάποιο ξενοδοχείο δίπλα σε αμμουδιές και όμορφες παραλίες. Ήταν σε ένα κελί. Η σύζυγος του Χακίμ έμεινε μαζί του στο κελί για περίπου 2 εβδομάδες, μέχρι που ο Χακίμ μεταφέρθηκε στη φυλακή κι αυτή δεν μπορούσε να είναι μαζί του. Για την ασφάλειά της έχει επιστρέψει πίσω στην Αυστραλία, προσπαθώντας από εκεί να κάνει το αίτημα γνωστό, πάντα κρατώντας την ανωνυμία της. Μέχρι πρόσφατα δεν είχε μιλήσει μαζί του και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με κάποιον τρόπο.

Το Μπαχρέιν ζητάει την έκδοσή του κι η Ταϊλάνδη εξετάζει το αίτημα, ενώ ο Χακίμ εκλιπαρεί να μην τον στείλουν πίσω γιατί όπως λέει θα πέσει θύμα βασανιστηρίων στην καλύτερη και θα τον σκοτώσουν στη χειρότερη. Οι αρχές της Ταϊλάνδης παρά τις εκκλήσεις της Αυστραλίας ζήτησαν χρόνο για να εξετάσουν το αίτημα του Μπαχρέιν. Ο Χακίμ παρουσιάστηκε στις 4 Φεβρουαρίου στο δικαστήριο ξυπόλητος και με δεμένα τα πόδια (αρχική εικόνα κειμε΄νου) λες και ήταν ο πιο επικίνδυνος κακοποιός, για να απαντήσει αν δέχεται ή όχι το αίτημα έκδοσης.

Πολύς κόσμος έχει πάρει θέση. Ο Κρεγκ Φόστερ, ο Αυστραλός διεθνής ποδοσφαιριστής με καριέρα και στην Αγγλία είναι από τους σημαντικότερους υποστηρικτές, καθώς βρίσκεται στην Ταϊλάνδη στηρίζοντας τον ποδοσφαιριστή (μπορείτε να δείτε κι εδώ τις δηλώσεις του στο CNN). Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά, ο Τζέιμι Βάρντι, ο Γκάρι Λίνεκερ κι ο Ρόμπι Φάουλερ είναι μεταξύ αυτών που έχουν πάρει θέση προσπαθώντας να κάνουν το θέμα ακόμα πιο γνωστό. Το hashtag #SaveHakeem στα social media παίρνει όλο και μεγαλύτερη δημοσιότητα και οι πιέσεις στην κυβέρνηση της Ταϊλάνδης αυξάνονται. Οι αρχές εκεί λένε ότι είναι καθαρά θέμα της δικαιοσύνης. Ο Χακίμ θα περάσει ακόμα 60 ημέρες σε ένα κελί καθώς χθες ζήτησε χρόνο για να ετοιμάσει την υπεράσπισή του ενάντια στο αίτημα του Μπαχρέιν.

Η Αυστραλία ζητάει να επιστραφεί πίσω ο Χακίμ και συνεχίζει τις πιέσεις, αλλά υπάρχει θέμα καθώς δεν είναι ακόμα υπήκοός της και το status του ως πρόσφυγα δεν αναγνωρίζεται από την Ταϊλάνδη. Στο πρόσφατο παρελθόν, πολλοί άνθρωποι έχουνε εκδοθεί από την Ταϊλάνδη, κάτι που σίγουρα δεν είναι καθησυχαστικό. Μεταξύ τους κινέζοι αντικαθεστωτικοί, Χριστιανοί του Πακιστάν, ενώ το 2014 η Ταϊλάνδη επέστρεψε πίσω στον Μπαχρέιν έναν άνθρωπο που είχε πάρει μέρος στα γεγονότα του 2011. Το μαρτύριο του Χακίμ φαίνεται ότι θα συνεχιστεί τουλάχιστον για ακόμα δύο μήνες και ίσως αυτή η καθυστέρηση να είναι καλή ώστε να γίνει ακόμα περισσότερο ενεργοποίηση του κόσμου διεθνώς.

Τελικά τι Είναι Ακριβή Μεταγραφή Πια;

  [3 Σχόλια]

Σε μια συζήτηση που είχα με τον Γκαργκαντούα με αφορμή τη μεταγραφή του Ντε Γιογκ στην Μπαρσελόνα, τέθηκε (σικ) το ερώτημα αν τα €75Μ (+11Μ με προϋποθέσεις) ήταν πολλά λεφτά ή όχι. Και ο συνάδελφος (;) είπε ότι δεν ξέρει τελικά τι είναι ακριβό σήμερα. Μεταξύ μας, ούτε και εγώ είμαι πολύ σίγουρος. Μπορούμε πάντα να επιστρέφουμε στον αφορισμό του Φλορεντίνο Πέρεθ «Δεν έχουν σημασία τα λεφτά σε μια μεταγραφή. Ο παίχτης είναι ακριβός ή φτηνός ανάλογα με το πόσο θα αποδώσει». Να δώσουμε ένα πόντο στον Φλο, αλλά ειδικά τα τρία τελευταία χρόνια οι τιμές έχουν ξεφύγει και σκοπός είναι να κάνουμε μια σούμα, μπας και βγάλουμε κάποια άκρη.

Ξεκινάμε από τους πατροπαράδοτους παράγοντες που καθορίζουν την τιμή μίας μεταγραφής. Πέρα και πάνω απ’ όλα είναι η ικανότητα ενός παίχτη. Τα ξέρετε από το φούτμπολ μάνατζερ, μην αναλύσουμε στοιχεία τεχνικής, σώματος και πνευματικά χαρακτηριστικά. Το δεύτερο στοιχείο είναι η ηλικία. Προφανώς, όσο πιο μικρός είναι ένας παίχτης, άρα όσο περισσότερα χρόνια έχει μπροστά του, τόσο ανεβαίνει η τιμή του. Γι’ αυτό το λόγο βλέπουμε σήμερα να θεωρείται ο ακριβότερος παίχτης στον κόσμο ο Εμπαπέ και όχι ο Μέσι ή ο Κριστιάνο. Επίσης, μετράει και η θέση. Το σχήμα τερματοφύλακας<κεντρικός αμυντικός<ακραίο μπακ<χαφ<επιθετικός, σε κλίμακα τιμής δεν έχει αλλάξει. Τελευταίο στοιχείο στην κατηγορία είναι το τι έχει πετύχει ως τώρα ο παίχτης. Ποιά τα κατορθώματά του; Ποιό το παλμαρέ του; Ποιά τα βραβεία του; Εδώ τελειώνουν τα αθλητικά στοιχεία και περνάμε στα κλασικά, παραδοσιακά οικονομικά.

Βασική μεταβλητή για το πόσο κοστίζει ένας παίχτης είναι το τι συμβόλαιο έχει με το σύλλογο στον οποίο αγωνίζεται, τόσο σε ύψος, όσο και σε διάρκεια. Εδώ και περίπου 20 χρόνια η διάρκεια δείχνει να βαραίνει παραπάνω και γίνεται ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί για όποιον την έχει προς το μέρος του. Έχουμε δει να γίνονται μεταγραφές με πολύ λίγα λεφτά λόγω του ότι ο παίχτης είχε μόλις 1 χρόνο συμβόλαιο ακόμα και το επόμενο καλοκαίρι θα έφευγε τζάμπα και παράλογα σε σχέση με την αξία ενός παίχτη ποσά να δίνονται για να σπάσουν τριετή ή τετραετή συμβόλαια. Ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο, είναι η ρήτρα. Συνήθως αυτή, όταν υπάρχει, συνδέεται με το ύψος του μισθού του παίχτη. Έτσι μπορεί να γίνουν ληστείες αν δεν ανανεώσει νωρίς, συνήθως κάποιος καλός από τις ακαδημίες (πχ ο Τιάγο που πήγε στη Μπάγερν από την Μπαρσελόνα με €24Μ), ή πιασωκωλιάσματα χειρότερα από λογαριασμό σε φάνκυ/φιούζιον/μοριακής κουζίνας εστιατόριο (μεταγραφή Κέπα από Μπιλμπάο σε Τσέλσι). Άλλη σημαντική μεταβλητή είναι το από πού φεύγει ο παίχτης και πού πάει. Μεταγραφή σε άμεσο ανταγωνιστή, είτε μεταξύ ομάδων ίδιου πρωταθλήματος, είτε σε παραδοσιακό αντίπαλο στην Ευρώπη ανεβάζει την τιμή προς τα πάνω. Αντίθετα μετάβαση από χαμηλότερης δυναμικής σύλλογο σε ψηλότερης ρίχνει την τιμή. Φυσικά, μετράει και η συνθήκη πλειστηριασμού. Όταν πολλοί σύλλογοι διεκδικούν τον ίδιο παίχτη η τιμή λογικά ανεβαίνει. Λαστ μπατ νοτ λιστ, κλασικός παράγοντας που καθορίζει τιμές είναι το διαβατήριο. Παίχτης από ποδοσφαιρομάνα χώρα (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, Πορτογαλία, Ολλανδία) έχει τιμή αφετηρίας πολύ πιο πάνω από τους υπόλοιπους πτωχούς.

Τώρα περνάμε στον μοντερνισμό. Ο σημαντικότερος παράγοντας εδώ είναι η συνδρομητική τηλεόραση και κατ’ επέκταση τα τηλεοπτικά συμβόλαια. Με τους Άγγλους να σέρνουν το χορό, τα έσοδα των ομάδων λόγω των τηλεοπτικών δικαιωμάτων έχουν εκτιναχθεί και αυτό σημάνει περισσότερα χρήματα στα ταμεία για μεταγραφές και συμβόλαια. Πέρα από τους Άγγλους οι δύο μεγάλοι της Ισπανίας ακολουθούν και δημιουργούν ένα πληθωρισμό στις μεταγραφές, που εικονικά σε σχέση με την αξία ενός παίχτη, ανεβάζει τις τιμές σε νούμερα πέρα από τη λογική. Ο πληθωρισμός ενισχύεται από τις χορηγικές συμφωνίες. Ο κάθε σύλλογος γίνεται ένα μπραντ και με βάση την αξία του στην αγορά, κάτι που είναι δυναμικό και όχι σταθερό, κλείνει σπόνσορες που ανεβάζουν τα έσοδα, άρα και τις δυνατότητες για προσφορά μεγαλύτερων συμβολαίων και ποσών στις μεταγραφές. Η πληθωριστική τάση ολοκληρώνεται από νέους παίχτες. Όταν κάποιος ζάπλουτος Ρώσος ή Άραβας αγοράσει κάποιο σύλλογο δεύτερης ή τρίτης ταχύτητας και θέλει να τον κάνει πρωταθλητή, σπρώχνει πολλά λεφτά και πληρώνει υπεραξίες για να χτίσει ανταγωνιστική ομάδα. Οι παραδοσιακοί σύλλογοι ακολουθούν και όλο αυτό δημιουργεί ένα οικοσύστημα με τις τιμές να καλπάζουν προς τα πάνω. Η επίπτωση των διαφόρων Τσέλσι (αν και πλέον πάνε 15 χρόνια οπότε πρέπει να τη λογίζουμε στους παραδοσιακούς), Μάντσεστερ Σίτυ, Παρί, Μονακό στην Ευρωπαϊκή τιμαρίθμηση των μεταγραφών είναι τεράστια για να αγνοηθεί.

Πέρα από τον πληθωρισμό, τα σπορ εδώ και περίπου 20 χρόνια λειτουργούν σε συνθήκες σόου μπιζ. Έτσι, η αναγνωρισιμότητα και η δημοφιλία ενός παίχτη ανεβάζει το κασέ του, όπως συμβαίνει με ηθοποιούς και τραγουδιστές, άρα και το κόστος να τον αποκτήσεις. Οι σταρ του ποδοσφαίρου πια πέρα από παίχτες, είναι και επιχειρήσεις. Tο έχω ξαναγράψει αναλυτικά, με παραδείγματα τον Μπέκαμ (πρωτοπόρος), τον Κριστιάνο και τον Νεϋμάρ. Όταν γίνεται αγορά ενός σταρ πλέον ο σύλλογος δεν αγοράζει μόνο τον ποδοσφαιριστή αλλά και την επιχείρηση γύρω του. Ο Νεϋμάρ όταν πήγε στο Παρίσι είχε περισσότερους προσωπικούς χορηγούς από την Παρί!

Στη λογική της μπίζνας, υπάρχουν δύο πάρα πολύ καθοριστικοί παράγοντες. Ο πρώτος είναι το άνοιγμα σε νέες αγορές και η προσπάθεια διατήρησης των κεκτημένων σε αγορές όπου ήδη έχει δημιουργηθεί κοινό. Οι περιοδείες των μεγάλων κλαμπ κατά την προετοιμασία τους σε Ασία, Αυστραλία και ΗΠΑ δεν ήρθαν στα κουτουρού. Όπως και διάφορα Σούπερ Καπ που διεξάγονται σε εξωτικούς προορισμούς. Είναι προσπάθεια να κατακτηθούν αγορές, να δημιουργηθεί οπαδική βάση, δηλαδή πελάτες, σε όλον τον πλανήτη και φυσικά να ανέβουν τα έσοδα. Έτσι, με την αρχή να έχει γίνει με τον Παρκ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, βλέπουμε στο ρόστερ παραδοσιακών συλλόγων παίχτες από Κορέα, Ιαπωνία, Κίνα εσχάτως, Ινδία, ΗΠΑ, κτλ ώστε να μπει το κλαμπ στις αγορές. Οι αθλητικοί σύλλογοι έχουν την ιδιαιτερότητα ότι αν πιάσεις κάποιον πελάτη, το δέσιμο είναι εφ’ όρου ζωής. Και αυτό είναι ένα πλεονέκτημα που όλοι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν. Δε βγαίνει πάντα, η αποτυχία πχ της μεταγραφής του Αρντά Τουράν στην Μπαρσελόνα που ήθελε να ανοίξει την αγορά της Τουρκίας είναι χαρακτηριστική.

Η τελευταία μεταβλητή, που συχνά αγνοείται, είναι οι αθλητικές εταιρίες χορηγοί. Η Νάικ, η Αντίντας, η Πούμα και όλες αυτές, που έχουν παίχτες να χορηγούν καθορίζουν σε κάποιο βαθμό και τους προορισμούς τους. Θεωρείται από τους μεγάλους παίχτες αυτού του παιχνιδιού αδιανόητο να μην έχουν έναν τοπ κλας παίχτη σε κάποιο τοπ κλαμπ. Όταν έφυγε ο Νεϋμάρ από την Μπαρσελόνα (Νάικ) ήρθε ο Ντεμπελέ (Νάικ), που φοράει την ίδια σειρά παπουτσιών (Μέρκιουρι). Μετά έγινε ο κακός χαμός λόγω χρονιάς Μουντιάλ, να έρθει και ο Κουτίνιο στη Βαρκελώνη, διότι με τη φυγή Νεϋμάρ, δεν υπήρχε Βραζιλιάνος σταρ στην Μπάρσα. Η Μπάρσα έδωσε €140Μ στο Βραζιλιάνο σωσία του Μπίγαλη, ενώ αυτός δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής στο Τσαμπιολί, διότι η Νάικ, που χορηγεί και το σύλλογο, το ήθελε έτσι. Παρόμοια κατάσταση και στη Ρεάλ Μαδρίτης μετά τη φυγή Κριστιάνο. Η Νάικ έχει μείνει χωρίς σταρ στη Μαδρίτη και γι’ αυτό προωθείται η μεταγραφή Νεϋμάρ εκεί. Ο Πογκμπά έκανε 10 διαφημιστικά για την Αντίντας πριν καν παίξει επίσημο ματς με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

Σε όλα τα παραπάνω να προσθέσουμε σε αστερίσκο, διότι αλλιώς το κείμενο θα ξεφύγει υπερβολικά, την υπερβολικά μεγάλη ισχύ των μανατζαρέων. Πολλοί παίχτες αλλάζουν συλλόγους διότι το απαιτεί ο μάνατζερ, Ίμπρα μου, για να βγάλει μία προμήθεια. Επίσης υπάρχουν μάνατζερς που έχουν ιδιαίτερη σχέση με συγκεκριμένους συλλόγους και προπονητές, που δημιουργούν σχέσεις εξάρτησης και αποκλειστικότητας.

Για να καταλήξουμε εκεί που ξεκινήσαμε, τι είναι τελικά ακριβό σήμερα είναι ένας μαθηματικός τύπος για δύσκολους λύτες. Οι μεταβλητές που έχουν μπει λόγω σόου μπιζ και οικονομίας αγοράς είναι τόσες πολλές που οι παράγοντες που πρέπει να λάβουμε υπόψιν είναι α) άγνωστοι, β) δύσκολοι που χρειάζονται ειδικές γνώσεις και γ) με μεγάλη δόση ρίσκου. Μία μεταγραφή, του Ντε Γιογκ πχ που είναι και η αφορμή του κειμένου, μπορεί αρχικά να φαίνεται ακριβή και τελικά να βγει, μπορεί και να αξίζει μέχρι το τελευταίο σεντ. Καταλήγουμε στον αφορισμό του Φλορεντίνο ίσως ότι μια μεταγραφή είναι ακριβή ή φτηνή ανάλογα με το πόσο αποδίδει ο παίχτης. Δε νομίζω να έχουν σκεφτεί δευτερόλεπτο στη Μαδρίτη τα λεφτά που έδωσαν για τον Κριστιάνο. Και το ίδιο ισχύει για όλους όσους απέδωσαν. Αλλά σε σημερινές συνθήκες μπορείς κάλλιστα να έχεις μεταγραφές υψηλού ρίσκου των €30Μ. Ο Ντε Γιογκ είναι στην ίδια κατηγορία. Η Μπαρσελόνα τον έκλεισε τώρα για να μην μπει σε πλειστηριασμό με Παρί και Μάντσεστερ Σίτυ. Λόγω ηλικίας, ικανοτήτων, συμβολαίου με τον Άγιαξ και διαβατηρίου η τιμή δείχνει λογική. Αλλά ετυμηγορία θα βγάλουμε σε 2-3 χρόνια.

Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Πικέ

  [2 Σχόλια]

Στο βιβλίο του «Ολυμπιακό Σαμποτάζ» ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν γράφει, αναφερόμενος στους Καταλανούς ηγέτες: «Ο αρχηγός είναι ένας αναγκαίος παραλογισμός στην πολιτική αγορά που κινητοποιεί ερωτευμένους φαντασιόπληκτους». Ο Μανόλο ως γνήσιο τέκνο της πόλης της Βαρκελώνης και φανατικός οπαδός της Μπαρσελόνα, ήξερε πάρα πολύ καλά την ψυχολογία της Καταλωνίας, της Βαρκελώνης και της Μπάρσα. Μια κοινωνία και ένας σύλλογος που έψαχνε πάντα έναν ηγέτη να συσπειρωθεί γύρω του. Από την εποχή του Θέσαρ, του Κουμπάλα, του Κρόυφ, του Μαραντόνα και τελευταία του Μέσι, η νοοτροπία του Καταλανού, στα σπορ και έξω από αυτά, είναι ότι χρειάζεται όχι μόνο ένα κίνητρο ή στόχο, αλλά και ένα πρόσωπο να το εκφράσει και να συσπειρώσει τους άλλους γύρω του.

Στα Βόρεια σύνορα της Καταλωνίας, εκεί στο τριεθνές με τη Γαλλία και τη Βασκωνία στα βουνά, υπάρχει το μοναδικό κράτος που έχει επίσημη γλώσσα τα Καταλανικά. Η Ανδόρα κρυμμένη στα Πυρηναία μπορεί να είναι ανεξάρτητο κράτος, όμως η ζωή της είναι αρκετά πιο συνδεδεμένη με την Ισπανία και κυρίως την Καταλωνία, απ’ότι με τη Γαλλία. Ο ποδοσφαιρικός της σύλλογος αγωνίζεται στις ισπανικές κατηγορίες και από το 1942 που ιδρύθηκε φοράει τα χρώματα της σημαίας της χώρας: κίτρινο, κόκκινο και μπλε. Το γήπεδο της βρίσκεται στην πρωτεύουσα Ανδόρα λα Βέλια (η παλιά είναι αυτό) και μοιάζει με υπέροχο επαρχιακό γήπεδο χωμένο στα βουνά, με μια προκάτ κερκίδα των 500 θέσεων.

Δε μιλάμε για κάποιο μεγαθήριο που χάθηκε στις σελίδες της ιστορίας. Το πιο ψηλά που έχει φτάσει ποτέ είναι στην τρίτη κατηγορία, τερθέρα διβισιόν τότε, ενώ συνήθως παίζει στις τοπικές καταλανικές κατηγορίες. Και λογικό θα μου πείτε, αφού εκεί ο κόσμος ασχολείται με το σκι, το μπάσκετ, τα αφορολόγητα ψώνια και τις τράπεζες. Όχι ακριβώς ποδοσφαιρικό σκηνικό. Ώσπου το 1994 συνέβη κάτι συγκλονιστικό. Η μικρούλα Ανδόρα στο κύπελλο Καταλωνίας πέταξε εκτός στα ημιτελικά την Μπάρσα του προπονητή Κρόιφ, του Στόιτσκοφ, του Ρομάριο (εντάξει, δεν έπαιζαν αυτοί, αλλά μη χαλάμε την ιστορία). Στον τελικό κέρδισε την Εσπανιόλ με 4-2 στα πέναλτι και κατέκτησε το μοναδικό της τίτλο. Μετά επέστρεψε στα κυβικά της και σταδιακά έπεσε στην αφάνεια και τα τελευταία δύο χρόνια σχεδόν στη διάλυση.

Είναι λίγο κωμικό να λέμε ότι σε ένα κράτος (μέχρι πρόσφατα) φορολογικό παράδεισο, ο ποδοσφαιρικός του σύλλογος μπορούσε να διαλυθεί για χρέος €200.000, όμως η κατάσταση ήταν αυτή. Ο προπονητής είχε μείνει με 10 μόλις παίχτες και κανέναν άλλον στο τεχνικό τιμ, καθώς όλοι οι υπόλοιποι είχαν μείνει απλήρωτοι τόσο καιρό που δεν πήγαιναν πια στις προπονήσεις. Εκεί λοιπόν που χανόντουσαν η σωτηρία ήρθε από την ‘Κόσμος’. Η εταιρία του Ζεράρ Πικέ έκανε προσφορά στο Υπουργείο Αθλητισμού της Ανδόρας και μετά από την ολοκλήρωση της γραφειοκρατίας πήρε το πλειοψηφικό πακέτο του συλλόγου. Η υπουργός, Όλγα Ζελαμπέρτ, δήλωσε, «Εδώ ο κόσμος είναι κατά 70-80% οπαδοί της Μπαρσελόνα και η άφιξη του Ζεράρ Πικέ του δίνει μεγάλη χαρά και αισιοδοξία».

Ο Πρεσιδέντε φουτούρο της Μπαρσελόνα επεκτείνει τις δραστηριότητες της ‘Κόσμος’ που πλέον ασχολείται με 5 διαφορετικούς τομείς: Το ποδόσφαιρο με την Ανδόρα, το τένις με την ανάληψη της διοργάνωσης του Ντέιβις Καπ, τα ηλεκτρονικά σπορ σε συνεργασία με μια θυγατρική της Κονάμι, τα μίντια μέσω της πλατφόρμας «The Players Tribune» και την εστίαση με 4 διαφορετικά εστιατόρια (και σε αυτό στη Μαδρίτη να έχει συνέταιρο τον Σέρχιο Ράμος). Ο Πικέ είναι από τους ποδοσφαιριστές που διαχειρίζονται με τον καλύτερο τρόπο τα χρήματα που βγάζουν απ’ το ποδόσφαιρο και επεκτείνεται επιχειρηματικά σε πολλούς τομείς με επιτυχία. Παράλληλα εκπαιδεύεται στα καλύτερα πανεπιστήμια για να μπορεί να διαχειρίζεται την περιουσία του και τις επιχειρήσεις του ο ίδιος. Είναι χαρακτηριστικό το πώς χτίζει τόσα χρόνια τη ζωή του τόσο στο επιχειρηματικό κομμάτι, όσο και στο πως φτιάχνει το προφίλ του μελλοντικού προέδρου της Μπαρσελόνα.

Αγοράζοντας την Ανδόρα άλλαξε άμεσα πάρα πολλά στο αγωνιστικό κομμάτι. Έκανε 10 μεταγραφές και έφερε στον πάγκο τον φίλο του και παλιό παίχτη της Μπάρσα, Γκάμπρι. Μαζί του στο προπονητικό τιμ θα είναι ο επίσης παλιός μπλαουγράνα, Ζουρκέρα. Ο Ζουρκέρα δήλωσε ότι πέρα από το γεγονός ότι ο Πικέ είναι φίλος του, τον έπεισε το ίδιο το πρότζεκτ αφού αυτοί που θα το τρέξουν δείχνουν πραγματικά να ενδιαφέρονται. Με την τοποθέτηση του Γκάμπρι στον πάγκο, που είχε εκπαιδευτεί στη Μασία ως παίχτης και μετά έπαιξε και στον Άγιαξ, όπου ξεκίνησε και προπονητικά, γίνονται ξεκάθαρες οι αγωνιστικές προθέσεις της ‘Κόσμος’. Αυτός ο σύνδεσμος Μπαρσάγιαξ, που λένε και εδώ, βασίζεται στις βάσεις και τις ιδέες που έφερε ο Κρόυφ στη Βαρκελώνη και συνεχίζει να επεκτείνεται. Και αν η Μπάρσα έχει αφήσει αρκετά πίσω της αυτή τη νοοτροπία, οι προθέσεις του πρεσιδέντε φουτούρο είναι ενδεικτικές μέσω αυτού του πρότζεκτ.

Στο διοικητικό κομμάτι πάντως προτίμησε να υπάρχει μια συνέχεια. Παρόλο που ο Πικέ θα είναι ο πρόεδρος, ή τέλος πάντων κάποιος της ‘Κόσμος’, καθότι δεν είναι τόσο ξεκάθαρο ακόμα αυτό, ο παλιός πρόεδρος Αλμπέρτ Φερέ παραμένει στο Δ.Σ. Προφανώς εκτιμήθηκε το γεγονός ότι στη θητεία του μείωσε το χρέος και κυρίως αύξησε τα μέλη του συλλόγου από 12 (δώδεκα ολογράφως) σε 280. Το μεγαλύτερο από τα πολλά σχέδια που έχει η ‘Κόσμος’ για το σύλλογο είναι η κατασκευή ιδιόκτητου γηπέδου. Αυτό θα είναι πραγματικά δύσκολο και δαπανηρό δεδομένου του πόσο βράχο έχει η περιοχή. Βέβαια ήδη έχει πείσει νυν (Μέσι) και παλιούς (Φάμπρεγας) συμπαίχτες του να αγοράσουν μετοχές της Ανδόρας.

Αριστερά ο Ισίδρε Γαρίκα, αρχηγός της ομάδας που κέρδισε το κύπελλο Καταλωνίας το 1994. Δεξιά ο μάγειρας του εστιατορίου που σπονσοράρει την ομάδα.

Η εξαγορά του Ποδοσφαιρικού Συλλόγου Ανδόρα από την εταιρία του Πικέ είναι μια καλά μελετημένη κίνηση του ίδιου. Μπαίνει στο χώρο της ιδιοκτησίας ενός συλλόγου με σκοπό να δώσει στην Καταλωνία άλλο ένα ποδοσφαιρικό σημείο αναφοράς πέρα από την ίδια την πόλη της Βαρκελώνης και εσχάτως τη Ζιρόνα. Και καθώς δεν είναι η πρώτη επιχείρηση που ανοίγει στα Πυρηναία, όπου έχει και σπίτι, δείχνει μ’αυτόν τον τρόπο πως θέλει να κάνει μια βάση επιχειρήσεων εκεί, ενώ η ομάδα θα είναι μια αφορμή να πηγαίνει ο κόσμος προς τα εκεί και για άλλους λόγους, πέρα από το να κάνει σκι και ν’ αγοράσει αφορολόγητα τσιγάρα και ποτά.

Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο

  [2 Σχόλια]

«Τι είναι το αγόρι τώρα που έχασε την μπάλα του. Τι πρέπει να κάνει; Την είδα να κυλά, γκελάροντας χαρωπά, κάτω στο δρόμο, κι έπειτα, χαρωπά ν’ αναπηδά. Να’ τη, μες στο νερό τώρα. Μάταιο να πεις υπάρχουν κι άλλες μπάλες. Μια θλίψη απόλυτη, φοβούμενη, ακινητοποιεί το αγόρι. Έτσι όπως στέκεται άκαμπτο, τρεμάμενο, κοιτώντας κάτω. Όλα τα χρόνια της νεότητάς του μες το λιμάνι, όπου έπεσε η μπάλα του. Μια δεκάρα, μι’ άλλη μπάλα, δεν έχουν σημασία τώρα. Αισθάνεται πρώτη φορά ευθύνη. Μέσα σε ένα κόσμο ιδιοκτησιών, άνθρωποι θα παίρνουν μπάλες. Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο»

Τα λόγια που μόλις διαβάσατε ανήκουν στον Αμερικάνο ποιητή Τζον Μπέρρυμαν και είναι λόγια απ’ το ποίημα του «Το ποίημα της μπάλας». Γραμμένο τη δεκαετία του ’50, μιλά -για τι άλλο- για την απώλεια μιας μπάλας από κάποιον πιτσιρίκο. Δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να έχει παίξει ποδόσφαιρο σε κάποιο δρόμο και να μην έχει χάσει έστω μια μπάλα. Εγώ, απ’ όσο θυμάμαι, είχα χάσει πολλές. Βέβαια δεν είμαι εγώ το κυρίως θέμα, σε αυτό εδώ το κείμενο, αλλά μια χαμένη μπάλα. Όχι δική μου. Ίσως η πιο διάσημη, χαμένη, μπάλα που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Πιο διάσημη -για να αστειευτώ κιόλας- ακόμα κι από ‘κείνη που είχε στείλει ο Σέρχιο Ράμος, λογικά, στη στρατόσφαιρα, μετά το χαμένο του πέναλτι, απέναντι στη Μπάγερν Μονάχου, το 2012. H ιστορία που θα διαβάσετε αφορά την μπάλα του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Ενός τελικού που είχε βρει την Αγγλία Πρωταθλήτρια κόσμου, τον πιτσιρίκο Τζεφ Χερστ, ήρωα εκείνης της αναμέτρησης και τον Γερμανό Χέλμουτ Χάλερ, βασικό υπαίτιο για την ιστορία που διαβάζετε. Ας τα πάρουμε όμως απ’ την αρχή.

Το τελευταίο σφύριγμα του Ελβετού διαιτητή, Γκότφριντ Ντινστ, είχε βρει νικητές τους Άγγλους, με 4-2, απέναντι στους Γερμανούς, μετά από μια μυθική παράταση που είχε κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το πιο αμφιλεγόμενο γκολ που έχει μπει ποτέ σε τελικό. Ο Χερστ είχε σκοράρει χατ-τρικ και, σύμφωνα με την αγγλική παράδοση, έπρεπε να κάνει δική του και την μπάλα της αναμέτρησης. Οι Γερμανοί, σε μια πρωτόγνωρη κίνηση μακριά από κάθε σεβασμό προς τον αντίπαλο και το άθλημα, αποφάσισαν να αρπάξουν την μπάλα και να επιστρέψουν μαζί της στη δική τους χώρα. Ο τυχερός που έκλεψε την μπάλα ήταν ο μεσοεπιθετικός της Μπολόνια, Χέλμουτ Χάλερ, σκόρερ μάλιστα τoυ πρώτου γκολ της αναμέτρησης.

Όπως ο ίδιος έχει παραδεχτεί, η μπάλα του τελικού έφτασε στη Γερμανία το 1973, και όχι το 1966, μιας και τότε αποφάσισε να αφήσει την Ιταλία, για να αγωνιστεί στη χώρα του, μετά το πέρασμά του από Μπολόνια και Γιουβέντους, και η μπάλα δεν τον ενδιέφερε σχεδόν καθόλου ως «σημαντικό τρόπαιο» για να την έχει αφήσει νωρίτερα σε κάποιο ποδοσφαιρικό μουσείο της χώρας του. Ήταν μάλιστα τέτοια η δική του απάθεια για την ιστορική μπάλα, που την είχε χαρίσει στον γιο του. Ο μικρός, με τη σειρά του, έπαιζε ποδόσφαιρο με την μπάλα του τελικού, με τους φίλους του, στον κήπο του σπιτιού του. Όταν τη βαρέθηκε, την πέταξε, ευτυχώς για όλους, σε μια παλιά αποθήκη, δίπλα στο σπίτι τους, στο Άουσμπουργκ. Η Αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία δεν είχε ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα μέχρι και το 1996. Και δεν θα το έκανε ούτε τότε αν το Ευρωπαϊκό Κύπελλο εθνικών ομάδων δεν διεξαγόταν στην Αγγλία. Τότε ήταν που ξεκίνησε και η μεγάλη μάχη γραφικότητας για να βρεθεί η μπάλα του τελικού και να επιστρέψει στο σπίτι της.

Τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια και οι πιο γνωστές εφημερίδες της χώρας άρχισαν πόλεμο στον Χάλερ μιας και υπήρχαν φωτογραφίες μετά τη λήξη του Τελικού που τον έδειχναν να κρατά την μπάλα. «Είσαι ένας ανέντιμος κλέφτης, φέρε πίσω την μπάλα μας» άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί για να σταματήσει αυτή η αδικία 30 ολόκληρων ετών, με τον ίδιο απλά να δηλώνει πως πήρε την μπάλα επειδή δεν το έκανε κάποιος άλλος και πως αν την ήθελαν, θα την έδινε, αν φυσικά έπαιρνε χρήματα γι’ αυτό, μιας και η μπάλα ήταν πλέον δική του και όχι δική τους. Οι Άγγλοι σε μια πρωτόγνωρη κίνηση, ακόμα και γι’ αυτούς, θα στείλουν στη Γερμανία ομάδα ερευνητών για να ψάξουν, και να σιγουρέψουν, πως η μπάλα του Χάλερ ήταν όντως η αυθεντική. Όταν αυτό θα αποδειχτεί, ο πρόεδρος της Virgin, Ρίτσαρντ Μπράνσον, θα δώσει 70.000 λίρες στον Χάλερ και σε συνεργασία με την Mirror η μπάλα θα προγραμματιστεί να επιστρέψει, μετά Βαΐων και Κλάδων, στην Αγγλία, στις 26 Απριλίου για να εκτεθεί στο Λονδίνο καθ’ όλη τη διάρκεια του Γιούρο.

Η Mirror κυκλοφόρησε την επόμενη μέρα, έχοντας στο εξώφυλλό της, τους Χάλερ, Χερστ και Μπράνσον με την ιστορική μπάλα και με τον πικάντικο τίτλο «They think it’s all over, it is now». Μια φράση που θεωρείται θρυλική -και είναι- για τους Άγγλους, μιας και την είχε ξεστομίσει ο εκφωνητής του τελικού του 1966 Κένεθ Γουλστενχόλμ. Η Sun μάλιστα, στο εξώφυλλό της, είχε χλευάσει τους Γερμανούς, και φυσικά τον Χάλερ, για τις 70.000 λίρες και ζητούσε να δοθούν τα χρήματα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ο Χάλερ, την ώρα που επικρατούσε ο κακός χαμός με την επιστροφή της μπάλας, είχε βρεθεί να παραπατάει μεθυσμένος σε γνωστό Λονδρέζικο κλαμπ και κάπως έτσι η ιστορία έλαβε τέλος. Το 2012 άφησε την τελευταία του πνοή στο Άουσμπουργκ. Οι Γερμανοί τελικά πήραν την εκδίκησή τους στον ημιτελικό της διοργάνωσης, αποκλείοντας τους Άγγλους και κατακτώντας το τρόπαιο απέναντι στους Τσέχους, μέσα στο Γουέμπλεϊ. Η μπάλα του ’66, με το τέλος της διοργάνωσης, μπήκε σε περίοπτη θέση στο Μουσείο Ποδοσφαίρου στο Πρέστον με τη μπάλα του τελικού του ’96 να ταξιδεύει, νόμιμα αυτή τη φορά, για τη Γερμανία. Ελπίζω τουλάχιστον να μη βρίσκεται σε καμιά αποθήκη στο Βούπερταλ. Οι μπάλες -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- θα χάνονται πάντοτε (για τους Άγγλους) πιτσιρίκο.

Ραφαέλ Μορένο Αρανθάρντι: Η «μικρή πάπια» του Μπιλμπάο

  [4 Σχόλια]

Το Μπιλμπάο είναι μια πόλη που ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο. Εκτός της τεράστιας ιστορίας της Αθλέτικ και αυτών που πρεσβεύει για τη Χώρα των Βάσκων, όντας η τελευταία σύγχρονη -και επαγγελματική- ομάδα που στέκεται πιστή στις αξίες της -και αντιστέκεται- γεμίζοντας περηφάνια τους οπαδούς της, ο κόσμος της περιοχής λατρεύει το άθλημα ως αυτό που είναι πραγματικά. Ένα υπέροχο και πανέμορφο σπορ που βγάζει στον καθένα που το ζει, είτε ως παίκτης και προπονητής είτε ως φίλαθλος και ορκισμένος οπαδός, πολλά συναισθήματα. Ευχάριστα και δυσάρεστα. Το ποδόσφαιρο άλλωστε είναι μια μικρογραφία της ζωής, και ως τέτοιο, περικλείει τα πάντα. Όλα αυτά τα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει κάποιος μέσα σε ένα 24ώρο, μπορεί να τα βιώσει σε μόλις 90 λεπτά ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Ελπίζω να συμφωνούμε.

H αγάπη των Βάσκων για το ποδόσφαιρο, σύμφωνα πάντα με Ισπανούς δημοσιογράφους της εποχής, ξεκίνησε γύρω στο 1890, όταν Βρετανοί εργάτες στα διαλείμματα της εργασίας τους, έβγαζαν τις μπλούζες τους, χωρίζονταν σε ομάδες και έστηναν τα πρώτα «ντέρμπι» σε Βασκικό έδαφος. Φυσικά και οι ντόπιοι άρχισαν δειλά-δειλά να γίνονται θεατές αυτού του πρωτόγνωρου θεάματος, με αρκετούς, πιο τολμηρούς, να προσπαθούν -ανεπιτυχώς είναι η αλήθεια- να πάρουν μέρος στο παιχνίδι. Η πρώτη μάλιστα καταγεγραμμένη ποδοσφαιρική αναμέτρηση, σε εφημερίδα της εποχής, είναι αυτή ανάμεσα σε μια ομάδα πλούσιων Βάσκων φοιτητών, που είχαν επιστρέψει απ’ το Κέιμπριζ, και σε μια ομάδα Βρετανών εργατών. Το παιχνίδι έλαβε χώρα στην περιοχή Λαμιάκο, του Μπιλμπάο, και οι «ξένοι» εργάτες επικράτησαν των φοιτητών με διαφορά 5 τερμάτων. Το ακριβές σκορ δεν το μάθαμε ποτέ, μιας και οι τοπικές φυλλάδες είχαν σταθεί «στην διαφορά των 5 γκολ» με αρκετούς ντόπιους, που είχαν την τύχη να ζήσουν αυτή την αναμέτρηση, να δηλώνουν πως αυτό έγινε επειδή οι ντόπιοι φοιτητές δεν είχαν σκοράρει κανένα τέρμα και οι εφημερίδες δεν ήθελαν να γράψουν αυτό το «ντροπιαστικό 5-0». Φυσικά και την αλήθεια δεν την μάθαμε ποτέ. Και ούτε πρόκειται.

Ήταν Μάιος του 1894 άλλωστε, και ουδείς περίμενε πως το ποδόσφαιρο θα εξελιχθεί σε αυτό που είναι στις μέρες μας, με την πλειοψηφία να μην το παίρνει και τόσο σοβαρά, πιστεύοντας μάλιστα πως θα καταλαγιάσει αυτή η εφήμερη «τρέλα». Εις μάτην, μιας και τέσσερα χρόνια αργότερα, μερικοί φοιτητές από αυτούς που είχαν πάρει μέρος σε εκείνη την αναμέτρηση, θα ιδρύσουν την Αθλέτικ Μπιλμπάο και θα χαρίσουν -άθελά τους- ένα νέο πάθος σε χιλιάδες Βάσκους της περιοχής. 16 χρόνια αργότερα, ένας κοντοπίθαρος, και αδύνατος νεαρός, θα φορέσει για πρώτη φορά την φανέλα της Αθλέτικ. Το όνομά του, Ραφαέλ Μορένο Αρανθάρντι.

Ο Αρανθάρντι γεννήθηκε το 1892 στο Μπιλμπάο και είχε το προνόμιο να είναι ο γιος του δημάρχου της πόλης και ανεψιός του σπουδαίου Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, σπουδαίου ποιητή, συγγραφέα και φιλόσοφου της εποχής. Ο Αρανθάρντι βέβαια, από πολύ μικρός, δεν έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για το διάβασμα και προτιμούσε να περνά τον ελεύθερο χρόνο του στα μέρη που σύχναζαν και έπαιζαν ποδόσφαιρο οι Βρετανοί εργάτες της περιοχής. Πολύ γρήγορα μάλιστα, ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο μαζί τους, προσπαθώντας να ξεπατικώσει τις περίτεχνες ενέργειές τους. Τότε ήταν που του κόλλησαν και το παρατσούκλι που τον ακολούθησε όλα τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο. Το ύψος του (που μετά βίας έφτανε το 1.50), σε συνδυασμό με το πολύ αδύνατο σώμα του, και την εξαιρετική του τεχνική, ήταν αυτά που έκαναν τους συμπαίκτες του να τον ονομάσουν «Πιτσίτσι» που σημαίνει «μικρή πάπια». Φέρτε στο μυαλό σας τον Ραχίμ Στέρλινγκ να τρέχει με τη φανέλα της Σίτι και ίσως είναι ακόμα πιο εύκολο να καταλάβετε το ποδοσφαιρικό στυλ του. Eγώ, κάπως έτσι τον φαντάζομαι να τρέχει, ζαλίζοντας τους αντιπάλους του.

Ο Πιτσίτσι, για την ιστορία, ήταν ο πρώτος σπουδαίος σούπερ σταρ, ολόκληρου του Ισπανικού ποδοσφαίρου, με εκατοντάδες ανθρώπους να τον ακολουθούν όπου κι αν έπαιζε ποδόσφαιρο. Με τον καιρό έγινε ακόμα πιο γνωστός, και αγαπητός, λόγω και της λευκής μπαντάνας που φορούσε στο κεφάλι, όταν έπαιζε ποδόσφαιρο. Σύμφωνα με φίλους και συμπαίκτες, αυτή η κίνηση, ήταν ένα δείγμα σεβασμού ως προς αυτούς που του δίδαξαν το άθλημα που αγάπησε. Το ποδόσφαιρο. Πολλοί εργάτες της εποχής, άλλωστε, δούλευαν φορώντας μπαντάνες, στο κεφάλι, για να προστατεύουν -τι άλλο;- τα μαλλιά τους. Υπάρχει βέβαια ακόμα μία εκδοχή που λέει πως ο Πιτσίτσι την φορούσε επειδή έκανε πολλές κεφαλιές και έτσι προστάτευε -όσο αυτό ήταν δυνατό- το δικό του κεφάλι, μειώνοντας τον πόνο από τις σκληρές -και βαριές- μπάλες της εποχής. Το παράδοξο είναι πως αν και υπερβολικά κοντός είχε σκοράρει πολλά γκολ με φοβερές κεφαλιές.

Σε μια περίοδο που δεν υπήρχε πρωτάθλημα Ισπανίας (μιλάμε άλλωστε για την δεκαετία 1910-1920) ο Πιτσίτσι κατάφερε να γίνει ο κορυφαίος παίκτης, και σκόρερ της εποχής, μέσα απ’ το Κύπελλο Ισπανίας και τα διάφορα ανεπίσημα τουρνουά -και πρωταθλήματα- που έπαιρνε μέρος η Αθλέτικ Μπιλμπάο, φορτώνοντας τα δίχτυα των αντιπάλων με ένα σωρό τέρματα σπάνιας ομορφιάς και ζαλίζοντας τους αμυντικούς της εποχής με τις απίστευτες ντρίμπλες που έκανε. Την δεκαετία που έπαιξε ποδόσφαιρο κατάφερε να κερδίσει το Κύπελλο Ισπανίας 4 φορές (σε 6 συμμετοχές σε Τελικό). Ήταν μάλιστα ο πρώτος παίκτης που σκόραρε χατ-τρικ σε Τελικό Κόπα Ντελ Ρέι (το 1915) με μόλις 5 παίκτες να έχουν καταφέρει κάτι παρόμοιο από τότε. Σκόραρε -σχεδόν- τόσα γκολ όσες και οι συμμετοχές του, κατακτώντας μάλιστα και το ασημένιο μετάλλιο με την Ισπανία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920, σε μια διεθνή καριέρα που είχε κρατήσει δύο εβδομάδες, έχοντας 1 γκολ σε 5 συμμετοχές. Δύο χρόνια αργότερα, και ενώ έχει αποφασίσει στα 29 του να ακολουθήσει καριέρα διαιτητή, η ζωή του θα κοπεί απότομα όταν θα προσβληθεί από τύφο βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρη την Ισπανία που είχε χάσει τον πρώτο της μεγάλο σούπερ σταρ από τον χώρο του ομαδικού αθλητισμού.

Στο Μπιλμπάο εννοείται πως υπάρχει δρόμος με το όνομά του και άγαλμα στο Σαν Μαμές, που λειτουργεί και ως τόπος «προσκυνήματος» για όλους τους «πιστούς ποδοσφαιρόφιλους» που επισκέπτονται το ιστορικό γήπεδο για να δουν ένα παιχνίδι της Αθλέτικ. Το 1953 η Ισπανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία θα δώσει το όνομά του -ως δείγμα υψίστης τιμής- στο βραβείο του πρώτου σκόρερ των δύο μεγάλων κατηγοριών αν και όλες οι παραπάνω τιμές δεν φτάνουν, με τίποτα, την επόμενη που θα διαβάσετε παρακάτω και που φυσικά δείχνει, με τον καλύτερο τρόπο, την επιρροή που είχε ο σπουδαίος παίκτης στις Τέχνες και τον Πολιτισμό μιας χώρας με σπουδαία κουλτούρα, αλλά και πόσο σημαντικός ήταν ο Πιτσίτσι για την εξέλιξη του ποδοσφαίρου της Ισπανίας. Ας δούμε όμως τι έγραψε ο  Φιλ Μπολ στο βιβλίο του «Morbo» για την φωτογραφία που υπάρχει στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου. Του έργου Τέχνης δηλαδή που απεικονίζει τον Πιτσίτσι και τον έρωτά του με φόντο πάντα το ποδόσφαιρο.

«Ο Πιτσίτσι είναι μια σπουδαία μορφή τόσο διάσημη, όσο ένας κορυφαίος ταυρομάχος. Ο θρήνος του ποιητή Φεντερικο Γκαρθία Λόρκα για τον Ιγνάθιο Σάντσεζ Μεχίας, που σκοτώθηκε τη δεκαετία του ’20 «Las Cinco de la tarde» (Στις 5 το απόγευμα), έκανε τεράστια αίσθηση και θεωρείται δικαίως ένα απ’ τα σπουδαιότερα ποιήματα της Ισπανίας. Ό,τι είναι δηλαδή για τη συνεισφορά των σπορ στην Τέχνη ο πίνακας του Βάσκου καλλιτέχνη Αουρέλιο Αρτέτα με τίτλο «Πιτσίτσι», για τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή. Σε αυτό τον πίνακα ο Μορένο τεμπελιάζει, κάπως προκλητικά, και λίγο ανήσυχα, πάνω στον άσπρο φράχτη του παλιού εδάφους Γιολασέτα, με τον λαιμό του να γέρνει προς το (φωτεινό) αντικείμενο του πόθου του, τη μέλλουσα γυναίκα του. Η μακριά και λεπτή πλάτη της είναι απαλή και κυρτή με ιδιαίτερα αισθησιακό τρόπο και τα μάτια της αποκλίνουν διακριτικά απ’ τον καλλιτέχνη, σαν οι προθέσεις του διάσημου ποδοσφαιριστή να μη συμβαδίζουν με τους κανόνες συμπεριφοράς εκείνης της μακρινής εποχής, με το ραντεβού να μην έπρεπε να γίνει στο ημίχρονο. Πριν το Μουντιάλ του ΄98 ο Βάσκος μέσος της Αθλέτικ, Τζουλέν Γκερέρο (και αντικείμενο του πόθου για μεγάλη μερίδα του γυναικείου πληθυσμού της χώρας) φωτογραφήθηκε σε παρόμοια στάση με την κοπέλα του, με φόντο το μουσείο Γκουγκενχάιμ στη Νέα Υόρκη. Η αδεξιότητα του Γκερέρο έδωσε ακόμα μεγαλύτερη αξία στο αυθεντικό».

Κάτι σαν του όνομα του βραβείου για τον πρώτο σκόρερ. Όσα σπουδαία ονόματα κι αν το κατέκτησαν, δεν γίνεται να φτάσουν τον Πιτσίτσι -όχι για καθαρά ποδοσφαιρικούς λόγους- αλλά επειδή ο Πιτσίτσι ήταν ο πρώτος σούπερ σταρ ποδοσφαιριστής σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο ήταν όντως κάτι μοναδικό, αληθινό, και αμόλυντο σαν την νοοτροπία που -ευτυχώς- κουβαλά ακόμα μαζί της η Αθλέτικ Μπιλμπάο και παίκτες όπως ο Πιτσίτσι -και η ιστορία τους- θα μας τη θυμίζουν. Τον περασμένο Σεπτέμβρη μάλιστα ανέβηκε σε κεντρικό Θέατρο στο Μπιλμπάο μιούζικαλ με τη ζωή του σπουδαίου ποδοσφαιριστή, φέρνοντας τις νέες γενιές (ποδοσφαιρόφιλων και θεατρόφιλων) σε πρώτη επαφή με τη ζωή του. Έγραψα άλλωστε και πιο πάνω για την κληρονομιά που άφησε στον πολιτισμό της χώρας.

To κείμενο γράφτηκε (για ακόμη μία φορά) υπό τους ήχους του Gustavo Santaolalla.

Αν ο Ντιέγκο Σιμεόνε σου πει ότι σε συγχώρεσε, μην τον πιστέψεις

  [8 Σχόλια]

Ήταν ένα σημαντικό παιχνίδι στο Σαν Μαμές στις 8 Δεκεμβρίου του 1996. Η τοπική Αθλέτικ και η Ατλέτικο Μαδρίτης, σε ένα κακό αγωνιστικό χώρο έδιναν μάχη σε ένα πρωτάθλημα που κατέληξαν κι οι δύο να κερδίζουν την έξοδό τους στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Μόλις στο 5ο λεπτό, η μπάλα φεύγει προς το πλάγιο. Ο Ντιέγκο Σιμεόνε την καλύπτει. Πίσω του έρχεται το μεγάλο ταλέντο της Μπιλμπάο. Το καμάρι των Βάσκων, το ομορφόπαιδο που στα 22 του ήδη είχε τέσσερις γεμάτες χρονιές με το πλούσιο μαλλί, το γλυκό πρόσωπο και την σπουδαία τεχνική. Ο Ζουλιέν Γκερέρο.

Ο Βάσκος κάνει ένα τάκλιν, περισσότερο για την τιμή των όπλων, για να δυσκολέψει τον Αργεντίνο χαφ. Ο Σιμεόνε, πανέξυπνος, έχει ήδη καταλάβει σαν να έχει μάτια στην πλάτη την κίνηση του αντιπάλου του. Κανονικά, ο οποιοσδήποτε παίκτης αφήνει απλά την μπάλα να βγει έξω. Ο Σιμεόνε όμως θέλει από το 5′ να δείξει ποιος είναι το αφεντικό στο ματς. Πατάει πάνω στο πόδι του αντιπάλου, χωρίς καμία αμφιβολία αν έχει πρόθεση και στη συνέχεια σηκώνει και το χέρι για να δείξει ότι το πλάγιο είναι δικό του. Οι ζωντανές εικόνες της τηλεόρασης φέρνουν το αιματοβαμμένο πόδι του Γκερέρο στα σπίτια όλης της Ισπανίας που σοκάρεται. Ο Γκερέρο δηλώνει ότι το χτύπημα έγινε επίτηδες και λέει ότι δεν θέλει να μιλήσει «για αυτό το άτομο». Ο Σιμεόνε βγαίνει στην αντεπίθεση με δικές του δηλώσεις:

«Αυτός που πονάει είμαι εγώ. Εκμεταλλεύτηκαν αυτή την κατάσταση για να πουν βλακείες. Μόνο εγώ γνωρίζω αν είχα πρόθεση να τραυματίσω τον Ζουλιέν Γκερέρο. Αυτός έπεσε στο έδαφος χωρίς πρόθεση να πάει στην μπάλα, προσπάθησα να τον αποφύγω και είχα την ατυχία να τον βρω στο πόδι»

Το δράμα του πόνου και της ατυχίας δεν φαίνεται να συγκινεί την ισπανική λίγκα πάντως, καθώς τιμωρεί τον Αργεντίνο με τρεις αγωνιστικές και πρόστιμο 100.000 πεσέτες. Είναι ένα από τα χτυπήματα που μένουν αξέχαστα στο ισπανικό ποδόσφαιρο. Ο πρόεδρος της Αθλέτικ αποκαλεί τον Σιμεόνε «δημόσιο κίνδυνο», αλλά ο Χεσούς Χιλ στηρίζει τον παίκτη του λέγοντας ότι όλα αυτά γίνονται επειδή χτύπησε το χρυσό αγόρι του Μπιλμπάο που κανείς δεν πρέπει να το αγγίζει και θυμάται τα δύο πέναλτι που δεν έδωσε ο διαιτητής στην Ατλέτικο στο ματς.

Τρεις μήνες αργότερα, η Μπαρσελόνα υποδέχεται την Ατλέτικο Μαδρίτης για έναν αγώνα του Κόπα ντελ Ρέι. Είναι 26 Φεβρουαρίου του 1997 και ο τσολιάς που ακούει στο όνομα Φερνάντο Κόουτο  πηδάει στον αέρα σε μία διεκδίκηση με τον Τσόλο Σιμεόνε. Ο Πορτογάλος βγαλμένος από ταινίες πολεμικών τεχνών μπορεί να μη το κατέχει το τόπι, αλλά δείχνει σπάνια προσόντα του ταλέντου του πατώντας στον αέρα τον μηρό του Αργεντίνου. Ο Σιμεόνε πέφτει κάτω και χρειάζεται να κάνει ράμματα στο ματωμένο του πόδι. Το δράμα του συγκινεί λιγότερο από αυτό του Ζουλιέν Γκερέρο, πολλοί χαμογελούν με ικανοποίηση (ειδικά στη χώρα των Βάσκων) καθώς είναι μια ποδοσφαιρική θεία δίκη. Το αίμα στο πόδι του Αργεντίνου δεν προκαλεί τέτοια έκρηξη, ο Κόουτο απλά παίρνει μια κίτρινη από τον διαιτητή Μεχούτο Γκονθάλεθ.

Ο Σιμεόνε το παίζει κουλ. Λέει ότι δεν θέλει η Ατλέτικο να ζητήσει τη δίωξη του παίκτη. «Πρέπει να δώσουμε το παράδειγμα, αν και την προηγούμενη φορά την πληρώσαμε. Αυτό πρέπει να γίνει ένα μάθημα σε όλους, ώστε να καταλάβουν ότι τα πράγματα πρέπει να μένουν μέσα στο γήπεδο. Όλα τελειώνουν με τον διαιτητή να βλέπει κάτι ή να μην το βλέπει». Σαν να βλέπεις τον Τζον Πέσι να λέει πως ό,τι γίνεται στο Βέγκας, μένει στο Βέγκας.

Αυτό που δεν καταλαβαίνει ο κόσμος βέβαια είναι ότι ο Σιμεόνε δεν το βλέπει… χριστιανικά. Τα «πράγματα που πρέπει να μένουν στο γήπεδο» δεν σημαίνουν συγχώρεση, «ασ’το να πάει στο διάολο» ή κάτι τέτοιο. Ή έστω, aς πούμε ότι αν ο Σιμεόνε είναι αρκετά θρήσκος, μάλλον προτιμά την Παλαιά Διαθήκη κι όχι την Καινή. Κι ο Αργεντίνος το απέδειξε αρκετούς μήνες αργότερα. Το καλοκαίρι του 1997 μετακομίζει στην Ιταλία και την Ίντερ. Έναν χρόνο αργότερα, ο Φερνάντο Κόουτο σε μια ακόμα σπουδαία (και κομματάκι ανεξήγητη γιατί προσωπικά δεν τον θεωρούσα ιδιαίτερα καλό παίκτη) μεταγραφή του πηγαίνει στην φοβερή Λάτσιο του Σβεν Γκόραν Έρικσον.

Τότε που δεν χορταίναμε να βλέπουμε Σέριε Α

Στις 18 Οκτωβρίου του 1998 η Ίντερ του Ζαμοράνο υποδέχεται την Λάτσιο του Σάλας σε έναν χιλιανό εμφύλιο. Είναι μια χρονιά μετριότητας για την Ίντερ που θα καταλήξει στην 8η θέση, σε αντίθεση με την απίστευτη Λάτσιο, με παιχταράδες όπως Μιχαΐλοβιτς, Σέρζιο Κονσεϊσάο, Αλμέιδα και Νέντβεντ, που θα βγει 2η, μόλις έναν βαθμό πίσω από την πρωταθλήτρια Μίλαν. Εκείνο το ματς είναι ένα σόου της Λάτσιο που ανοίγει το σκορ στο πρώτο λεπτό με τον Σάλας. Ο Σάλας αποχωρεί στο 14′ τραυματίας, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τους λατσιάλι να κάνουν το 1-3 στο 40′. Ο Σιμεόνε δεν νοιάζεται γι’ αυτό. Περιμένει τη στιγμή του.

Αυτή έρχεται στο 45′. Μια εναέρια μονομαχία του με τον Κόουτο, όπως αυτή του 1997. Ο Αργεντινός πάει με δύναμη και δίνει μια γερή στο πρόσωπο του Πορτογάλου. Δεν αρκεί. Γυρίζει στον πεσμένο Κόουτο και τον πατάει μεγαλοπρεπώς. Κατόπιν, κάνει ότι πάει να δει πώς είναι και να του δώσει το χέρι. Ο διαιτητής φυσικά δεν συγκινείται και τον αποβάλλει. Η Ίντερ μένει με 10 παίκτες, το σκορ φτάνει στο 2ο ημίχρονο στο 1-5 και τελικά οι γηπεδούχοι εκμεταλλεύονται το χαλάρωμα της Λάτσιο και μειώνουν σε ένα πιο τιμητικό 3-5 με τον Βέντολα. Η εκδίκηση γίνεται πραγματικότητα, ο Σιμεόνε σαν… κύριος αποχωρεί, πιστός στη φιλοσοφία ότι όλα μένουν στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.

Ο Αργεντίνος μετά το χτύπημα στον Γκερέρο έφυγε για τα γήπεδα της Ιταλίας χωρίς να επισκεφτεί ξανά το Σαν Μαμές. Γύρισε όμως το 2013 ως προπονητής πλέον της Ατλέτικο. Οι Βάσκοι παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια δεν το ξέχασαν. Τον στόλιζαν σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, με τον Τσόλο να χαμογελάει και να ανοίγει διάλογο (από το 1.35 και μετά στο παραπάνω βίντεο) με αρκετούς εξ αυτών. Πιστός στο «όλα μένουν στο χορτάρι», ο Σιμεόνε δεν αντέδρασε στα «ίχο ντε πούτα» που άκουγε εν χορώ από ανθρώπους μόλις λίγα μέτρα πιο πίσω του. Πιθανότατα γιατί ξέρει ότι τα περισσότερα του αξίζουν και δεν μετανιώνει για τα όσα άθλια έκανε ως παίκτης.

Καλώς ήρθατε στη Σιναλόα

  [4 Σχόλια]

Πριν λίγους μήνες άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην περιπετειώδη προπονητική καριέρα του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ο Μαραντόνα, αφού έκανε μια βόλτα από τη Λευκορωσία, πήγε στο Μεξικό και τη Σιναλόα. Το όνομα μπορεί να σας μην λέει πολλά, αλλά όσοι είδαν την πιο πρόσφατη σεζόν της σειράς Narcos (ή και το El Chapo) θα γνωρίζουν περισσότερα πράγματα. Η Σιναλόα είναι μια παραθαλάσσια πολιτεία στα βορειοδυτικά της χώρας και είναι γνωστή για δύο πράγματα. Το ένα είναι τα ψάρια της. Το δεύτερο είναι το καρτέλ ναρκωτικών της. Η περιοχή από τα 70s ακόμα είχε τεράστια παραγωγή μαριχουάνας κι οι έμποροι ναρκωτικών από τα μέρη της ήταν αυτοί που άρχισαν να τη διοχετεύουν για πρώτη φορά στις ΗΠΑ με τη χρήση ιδιωτικών αεροπλάνων.

Για πολλά χρόνια το εμπόριο ναρκωτικών ήταν αρκετά ανοργάνωτο κι ήταν ο Μιγκέλ Άνχελ Φέλιξ Γκαγιάρδο που το οργάνωσε, συνεργάστηκε με… συναδέλφους από όλη τη χώρα και το έκανε μια επιχείρηση που έβγαζε τεράστια ποσά από το εμπόριο μαριχουάνας στις ΗΠΑ. Αυτό όμως δεν αρκούσε για τον «Ελ Παδρίνο». Άλλοι έχουν όραμα να θεραπεύσουν τον καρκίνο, άλλοι να γίνουν ποδοσφαιριστές ή τραγουδιστές, ο Γκαγιάρδο ήθελε να γίνει ο πιο ισχυρός έμπορος ναρκωτικών. Και μπορεί το εμπόριο μαριχουάνας να ήταν επικερδές, αλλά ακόμα πιο επικερδής είναι η κοκαΐνη. Έτσι λοιπόν, έστησε το καρτέλ της Γουαδαλαχάρα αναλαμβάνοντας τη μεταφορά της κοκαΐνης από την Κολομβία και τα εκεί καρτέλ στις ΗΠΑ. Οι «διάδοχοί του» έφτιαξαν αργότερα το καρτέλ της Σιναλόα που θεωρείται από τις αρχές των ΗΠΑ η μεγαλύτερη εγκληματική οργάνωση και η μεγαλύτερη οργάνωση εμπορίας ναρκωτικών στον κόσμο, ενώ ο Χοακίν «Ελ Τσάπο» Γκουζμάν που ήταν για χρόνια ηγέτης του καρτέλ, βρισκόταν μέσα στις λίστες του Forbes με τους πιο ισχυρούς ανθρώπους του κόσμου. Σε αυτό το μέρος πήγε λοιπόν ο Ντιέγκο να προπονήσει.

Το γήπεδο των Ντοράδος

Βέβαια, για να είμαστε σωστοί, ο Μαραντόνα δεν είναι ο πρώτος γνωστός μας που έβγαλε το ψωμί του στη Σιναλόα. Οι Ντοράδος της Σιναλόα ιδρύθηκαν το 2003 σε μια χώρα που το ποδόσφαιρο είναι πολύ δημοφιλές μεν, αλλά η οργάνωσή του έχει μέσα και λίγο από το «franchise» των ΗΠΑ με ομάδες να ξεφυτρώνουν ξεφνικά. Κάπως έτσι γεννήθηκε κι η ομάδα με έδρα την πόλη Κουλιακάν της Σιναλόα και σήμα ένα τεράστιο ψάρι (από τα χειρότερα εμβλήματαα ομάδας που έχω δει ποτέ). Σε αυτή την ομάδα συνέπεσαν το 2006 δυο ιστορικές μορφές του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Πεπ Γκουαρδιόλα κι ο Σεμπαστιάν «Λόκο» Αμπρέου. Κι αν για τον Αμπρέου ήταν απλά μια ακόμα μέρα στη δουλειά, σε μια ακόμα ομάδα, ο Γκουαρδιόλα ήταν λίγο περίεργο που έφτασε ως εκεί. Οφείλεται στον τότε προπονητή των Ντοράδος, τον Ισπανό Χουάνμα Λίγιο που ήταν φίλος του Πεπ. Ο Γκουαρδιόλα είχε κάνει την αρπαχτή του στο Κατάρ και την Αλ Αχλί, είχε κάνει το κομπόδεμά του και ήθελε να ασχοληθεί με την προπονητική. Πήγε λοιπόν στους Ντοράδος για να θητεύσει ως παίκτης μεν, αλλά να πάρει στοιχεία από τον Λίγιο από τον οποίο έχει συναντήσει όταν ακόμα έπαιζε στην Μπαρτσελόνα κι ο Λίγιο ήταν κόουτς στη Ρεάλ Οβιέδο. Τότε, σε ένα ματς μεταξύ των δύο, εντυπωσιάστηκε από τη δουλειά του Λίγιο και έγιναν φίλοι.

Ο Πεπ στους Ντοράδος μάθαινε τα πάντα από τον Λίγιο, αλλά μετέδιδε και τα πάντα. Όπως γλαφυρά είχε πει κι ο Αμπρέου σε συνέντευξή του στο περιοδικό El Grafico: «Μου έσπαγε τα @@ με τις θέσεις που έπρεπε να παίρνω μεταξύ των γραμμών. Εγώ πάντα έπαιζα με τον κώλο προς τον αμυντικό και έπαιρνα την μπάλα με πλάτη. Αυτός επέμενε να παίρνω διαγώνιες θέσεις για να βλέπω καλύτερα γήπεδο. Έτσι έμαθα να κάνω πάσες με τη μία». Η ομάδα αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και έδινε μάχη για τη σωτηρία, με τους παίκτες να προπονούνται σε ένα… water park. Ο Γκουαρδιόλα είχε μείνει απλήρωτος για καιρό και όπως θυμούνται οι άνθρωποι του συλλόγου βοηθούσε οικονομικά τους υπαλλήλους και έβγαζε έξω για φαγητό τους συμπαίκτες του πληρώνοντας αυτός. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου που πήγαινε συχνά ο Γκουαρδιόλα θυμάται σε συνέντευξή του στον Guardian ότι ήταν λίγο πριν ξεκινήσει ο πόλεμος κατά των καρτέλ. Οι μάχες με πυροβολισμούς και νεκρούς στους δρόμους του Κουλιακάν ήταν συχνές, αλλά ο Γκουαρδιόλα έφυγε μερικούς μήνες πριν η κατάσταση κλιμακωθεί για να γίνει ανεξέλεγκτη μετά το 2008, με τον πόλεμο που άνοιξε η κυβέρνηση στους narcos της Σιναλόα. Αμπρέου και Γκουαρδιόλα κατάφεραν να συνεισφέρουν σε μια σχετικά καλή πορεία των Ντοράδος στο πρωτάθλημα, αλλά το σύστημα βαθμολογίας με το promedio οδήγησε τους Ντοράδος στον υποβιβασμό. Ο Πεπ σταμάτησε το ποδόσφαιρο και αφιερώθηκε στην προπονητική. Το πέρασμά του από το Μεξικό μπορεί να είχε καμιά δεκαριά ματς όλα κι όλα λόγω των τραυματισμών, αλλά πάντα θεωρεί ότι τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό στην εξέλιξή του ως προπονητής. Από την άλλη, ο Λόκο Αμπρέου σκόραρε 22 φορές σε 34 ματς και μετακόμισε στο Μοντερέι.

Οι Ντοράδος πέρασαν στην αφάνεια και πάλι κι έπρεπε να έρθει ο Χόρχε Χανκ Ρον να αναλάβει το σύλλογο για να τους ξαναθυμηθούμε. Ο Ρον είναι ιδιοκτήτης του Γκρουπ Καλιέντε (σαναλέμε Όμιλος Ζεστό) ενός γκρουπ που ελέγχει ένα σωρό διαφορετικές εταιρείες. Ο Ρον ξεκίνησε με μαγαζιά με κατοικίδια και έχει τώρα ένα γκρουπ εταιρειών που περιλαμβάνουν καζίνο, στοιχηματικές εταιρίες, ιππόδρομο, ξενοδοχεία, πίστα για κυνοδρομίες, ταξιδιωτικά γραφεία, ένα ιδιωτικό σχολείο, 22 αίθουσες μπίνγκο και δύο ποδοσφαιρικές ομάδες. Τους Τσόλος της Τιχουάνα και τους Ντοράδος της Σιναλόα.


Ένα από τα καζίνο του ομίλου Καλιέντε

Ο Χόρχε Ρον είναι, ας πούμε ευγενικά, μια πολύ πολύ αμφιλεγόμενη μορφή στο Μεξικό. Κατάφερε και βγήκε δήμαρχος στην Τιχουάνα, ενώ κατέβηκε και υποψήφιος για την πολιτεία της Μπάχα Καλιφόρνια, χάνοντας τελικά. Ο Ρον που προέρχεται από οικογένεια πολιτικών έχει μεγάλη αγάπη για τα εξωτικά ζώα κι ο αστικός μύθος λέει ότι έχει προσπαθήσει να διασταυρώσει αρκετά από αυτά. Φυσικά, έχει αδυναμία και στις γυναίκες για τις οποίες έχει πει την καθόλου προσβλητική ατάκα: «Οι γυναίκες είναι το αγαπημένο μου ζώο». Το 1988, ο Έκτορ «Ελ Γάτο» Φέλιξ Μιράντα, ένας δημοσιογράφος τοπικής εφημερίδας δολοφονήθηκε. Οι φονιάδες ήταν κατά σύμπτωση υπάλληλοι του Ρον στον ιππόδρομο ως σεκιουριτάδες. Κατά επίσης διαβολική σύμπτωση, ο Μιράντα ήταν από τους μεγαλύτερους επικριτές των επιχειρήσεων της οικογένειας Ρον με άρθρα του. Ο Ρον θεωρείται ηθικός αυτουργός και η εφημερίδα σε κάθε εβδομαδιαίο τεύχος της έχει τη φωτογραφία του αποκαλώντας τον δολοφόνο, αλλά ποτέ δεν κατηγορήθηκε από τις αρχές.


Ο Χόρχε Χανκ κι ο έρωτας της ζωής του. Αριστερά, η γυναίκα του (η τρίτη).

Ο Ρον στο παρελθόν είχε συλληφθεί όταν βρέθηκαν 88 πολεμικά όπλα στο σπίτι του και 9.000 σφαίρες, αλλά αφέθηκε ελεύθερος παρ’ ότι κάποια από τα όπλα είχαν χρησιμοποιηθεί σε εγκλήματα. Κατά καιρούς έχει κατηγορηθεί για σωρεία αδικημάτων. Εκτός από τον φόνο του δημοσιογράφου, το όνομά του έχει εμπλακεί σε παράνομο εμπόριο ζώων, στο φόνο μιας γυναίκας και φυσικά έχει σχέσεις με εμπόρους ναρκωτικών της Σιναλόα αφού είχε κατηγορηθεί παλιότερα από τις ΗΠΑ τόσο για διακίνηση, όσο και για ξέπλυμα χρημάτων. Το πού τελειώνει η αλήθεια και που ξεκινάει ο μύθος για τον Ρον δεν το γνωρίζουμε. Οι ιστορίες για την τεκίλα που φτιάχνει ο ίδιος και ζυμώνεται με κομμένα πέη από λιοντάρια και τίγρεις π.χ., μπορεί να είναι και μεξικάνικος μύθος. Το σίγουρο είναι ότι για να βρίσκεσαι μέσα στα αρχεία των υπηρεσιών των ΗΠΑ, σίγουρα δεν είσαι απλά ένας μεροκαματιάρης. Από την άλλη, για να βγει δήμαρχος πρέπει να έχει και ένα άλλο πρόσωπο. Βοηθάει τους φτωχούς, έχει φιλανθρωπικό έργο και όπως συχνά συμβαίνει, το εκμεταλλεύτηκε πολιτικά φτάνοντας ως τη δημαρχία της Τιχουάνα.

Το ερώτημα «πώς βρέθηκε ο Μαραντόνα εδώ» έχει έναν άλλον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα ως πρωταγωνιστή. Τον Αργεντινό μάνατζερ Κρίστιαν Μπράγκαρνικ, τον τύπο που θα μπορούσε κανείς να πει «Ζόρζε Μέντεζ της Αργεντινής». Η ιστορία του βγαλμένη από ταινία (κυριολεκτικά). Έπαιξε μπάλα ερασιτεχνικά, δούλευε σε βίντεο κλαμπ και στον ελεύθερό του χρόνο του άρεσε να κάνει μοντάζ σε βιντεοκασέτες, κάτι που είχε μάθει κάνοντας βίντεο γάμου. Φυσικά λάτρευε το ποδόσφαιρο. Στο βίντεο κλαμπ της γειτονιάς είχε πελάτη τον Μαριάνο Μονρόι έναν ποδοσφαιριστή της Άρσεναλ Σαραντί. Ο πολυμήχανος Μπράγκαρνικ του είπε να του φέρει βίντεο από αγώνες της ομάδας του. Πριν τα χρόνια του YouTube και των compilations, έκατσε και έφτιαξε μόνος βίντεο με τα καλύτερα και ζήτησε από έναν άλλον πελάτη του, τον Μεξικάνο ποδοσφαιριστή Φουέντες να μεσολαβήσει ώστε η… κασέτα να φτάσει σε ομάδες του Μεξικού. Οι Μεξικάνοι ενθουσιάστηκαν και αγόρασαν τον Μονρόι με 400 χιλιάδες δολάρια. Η Άρσεναλ ήταν η ομάδα του ισόβιου προέδρου της Π.Ο. της Αργεντινής δον Χούλιο Γκροντόνα κι αυτό του άνοιξε πολλές πόρτες. Ο Μπράγκαρνικ όμως άνοιξε και δουλειές με το Μεξικό. Η ομάδα που αγόρασε τον Μονρόι ήταν θυγατρική μιας μεγαλύτερης και ο Μπράγκαρνικ έπιασε δουλειά εκεί. Σε έναν χρόνο έγινε από «το παιδί που μας έφερε τον ταλαντούχο Αργεντίνο», πρόεδρος της Κερέταρο.

Ο Μπράγκαρνικ δίνει συνέντευξη στην εφημερίδα La Nacion λέγοντας «οι δουλειές μου είναι πεντακάθαρες».
Στο φόντο ο Αλ Πατσίνο στο Scarface.

Στον ίδιο σύλλογο υπήρχαν ως «στελέχη» και δύο Κολομβιανοί, οι οποίοι αργότερα ήταν καταζητούμενοι από την DEA των ΗΠΑ ως συνεργάτες του «Ελ Τσάπο».  Ιδιοκτήτης της ομάδας ήταν ο Τίρσο Μαρτίνες, γνωστός και ως «Ελ Φουτμπολίστα», αρχηγός ενός κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών που συνεργαζόταν τόσο με το καρτέλ της Σιναλόα, όσο και με το αντίπαλο καρτέλ του Χουάρες. Ο Μαρτίνες, για τον οποίο οι αρχές των ΗΠΑ έδιναν αμοιβή 5 εκατομμυρίων δολαρίων, είχε αρρώστια με το ποδόσφαιρο και ήταν ιδιοκτήτης πέντε συλλόγων στο Μεξικό, ανάμεσά τους κι η Κερετέρο του προέδρου Μπράγκαρνικ. Ο Μαρτίνες συνελήφθη τελικά το 2014 και μάλιστα κατέθεσε και στη δίκη του Ελ Τσάπο για να τύχει καλύτερης μεταχείρισης. Υπολογίζεται ότι μόνο την περίοδο 2000-2003 έβγαλε περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια από τη διακίνηση κοκαΐνης. Ο Μπράγκαρνικ υποστηρίζει ότι δεν είναι ντετέκτιβ για να γνωρίζει τι κάνουν οι κατά καιρούς συνεργάτες του.


Ο «Ελ Φουτμπολίστα» κατά την έκδοσή του στις ΗΠΑ.
Είχε ομάδες στις πόλεις Κερέταρο, Σελάγια, Ιραπουάτο, Λα Πιεδάδ και Μέριδα.

Μπορεί απλά βρε αδερφέ να είναι πολύ άτυχος στις φιλίες του (ας μην ξεχνάμε το τεκμήριο της αθωότητας). Σιγά σιγά πάντως, ανέβηκε στο ποδόσφαιρο τόσο της Αργεντινής, όσο και του Μεξικού. Έχει περάσει από διάφορες ομάδες κι έχει μεσολαβήσει σε πολλές μεταγραφές. Υπολογίζεται ότι έχει λάβει μέρος σε μεταγραφές αξίας 25 εκατομμυρίων δολαρίων τα τρία τελευταία χρόνια στο Μεξικό, ενώ εκπροσωπεί περίπου 100 ποδοσφαιριστές και 25 προπονητές. Αλλάζει προπονητές σε ιστορικούς συλλόγους, έχει άριστες σχέσεις με διοικήσεις ομάδων όπως η Ράσινγκ κι η Ιντεπεντιέντε, φιλικές σχέσεις με τον πρόεδρο της Μπόκα, ενώ ήταν αυτός που απεγκλώβισε τον Σαμπαόλι από τη Σεβίλλη για να πάει κόουτς στην εθνική. Κάπως έτσι απέκτησε εξαιρετικές σχέσεις και με τον Χόρχε Χανκ, καθώς μεσολάβησε στη μεταγραφή του αγαπημένου Νταρίο Μπενεντέτο στην Τιχουάνα. Ο Μπάγκαρνικ είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος των ομάδων του Χανκ σε κάθε «μπίζνα», που θα έλεγε κι ο Μάκης Ψωμιάδης, με ανθρώπους από την Αργεντινή.

Ο Αργεντινός μάνατζερ ήταν φυσικά αυτός που μεσολάβησε στις διαπραγματεύσεις του Γκρούπο Καλιέντε και του Μαραντόνα κι έκλεισε τη συμφωνία, με τον Ντιέγκο να παίρνει 180.000 δολάρια τον μήνα από τους Ντοράδος. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ο Ντιέγκο έκανε το σόου του στη Σιναλόα, η αλήθεια είναι ότι βελτίωσε την εικόνα της ομάδας, αλλά οι Ντοράδος δεν κατάφεραν τελικά να κερδίσουν την άνοδό τους, χάνοντας στην παράταση. Το μέλλον του Μαραντόνα ήταν αβέβαιο, αλλά τελικά παρέμεινε στην ομάδα για έναν ακόμα χρόνο. Με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει δεν μπόρεσε να είναι στον πάγκο στην πρεμιέρα, όπου οι Ντοράδος έχασαν εντός έδρας. Το αν θα ολοκληρώσει τη χρονιά δεν το ξέρει κάνεις. Άλλωστε στη διαβόητη Σιναλόα των narcos τα πράγματα αλλάζουν πολύ εύκολα.

Η ακαταμάχητη γοητεία του Πάουλο Φούτρε

  [Καθόλου σχόλια]

Δεν γνωρίζω αν είμαστε πολλοί, αλλά προσωπικά ανήκω σε αυτούς που λατρεύουν τους κλασσικούς τεχνίτες παίκτες, τους λίγο πιο παραδοσιακούς μπαλαδόρους που πιθανότατα δεν έχουν θέση στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Κι ενώ πλέον, μέσα από τα δορυφορικά κανάλια και το διαδίκτυο, μπορούμε να βρούμε δεκάλεπτα αφιερώματα σε κάθε μεταγραφικό στόχο της ομάδας μας, στα παλιά τα χρόνια οι εικόνες από αρκετούς ποδοσφαιριστές ήταν ελάχιστες. Ήταν σε άρθρα εφημερίδων, σε φάσεις αθλητικών εκπομπών και στα σχετικά λίγα μεγάλα ματς που έδειχνε τότε η τηλεόραση. Ο Πάουλο Φούτρε είναι μια τέτοια περίπτωση, ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής και μία τρομερή φυσιογνωμία που όσο έπαιζε ήταν δύσκολο να δούμε.

Προϊόν των ακαδημιών της Σπόρτινγκ, γίνεται το μεγάλο της ταλέντο μέσα σε μια χρονιά, αλλά όταν ζητάει παραπάνω χρήματα και δεν τα παίρνει φεύγει για την Πόρτο. Εκεί κατακτά αμέσως δύο πρωταθλήματα και περνάει στο πάνθεον του συλλόγου το 1987 όταν και οδηγεί την ομάδα στον τελικό του Πρωταθλητριών απέναντι στην Μπάγερν Μονάχου των Ρουμενίγκε, Μπρέμε, Ματέους και Πφαφ. Η Πόρτο είναι το μεγάλο αουτσάιντερ, καθώς οι Γερμανοί έχουν αποκλείσει τη Ρεάλ στα ημιτελικά. Πράγματι, προηγούνται στο 25′, αλλά το σόου του 21χρονου Φούτρε στο δεύτερο ημίχρονο φέρνει μια τεράστια ανατροπή. Η Πόρτο κερδίζει με 2-1 κατακτά για πρώτη φορά τον μεγάλο τίτλο, ο Φούτρε ανακηρύσσεται παίκτης του αγώνα κι ο προσωπικός μου έρωτας γι’ αυτόν ξεκινά. Μαζί φυσικά κι ο έρωτας πολλών ευρωπαϊκών ομάδων.


Χαιτικό, όμορφα μάτια, αστραφτερά δόντια, κακόγουστο ντύσιμο, φάτσα μεταξύ Σάκη Ρουβά και Χάρη Κοπιτσή. Ο απόλυτος σταρ των 80s.

Στα 21 του κάνει την ποδοσφαιρική Ευρώπη να παραμιλάει. Σε εποχές που οι θέσεις ξένων ήταν ελάχιστες και κάθε επιλογή ιδιαίτερα σημαντική, τότε που ο Μπόσμαν δεν υπήρχε ακόμα, ο Φούτρε γίνεται αντικείμενο πόθου πολλών. Νικητής όμως μόνο ένας. Ο διαβόητος Χεσούς Χιλ, ο Ισπανός επιχειρηματίας που θέλει να γίνει πρόεδρος στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Ο τροφαντός Χιλ είναι αουτσάιντερ, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε ποτέ στη ζωή του. Ξέρει τη δύναμη των ΜΜΕ και τα χρησιμοποιεί για να φτιάξει το προφίλ του. Πληρώνει τα εισιτήρια του τρένου σε πολλούς οπαδούς της Ατλέτι για τον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ στη Θαραγόθα και κάνει την κίνηση ματ. Την προηγούμενη των εκλογών καλεί τον κόσμο σε ένα πάρτι σε γνωστή ντίσκο της Μαδρίτης. Μαζί του εμφανίζει τον πιτσιρικά Πάουλο Φούτρε και υπόσχεται στα μέλη του συλλόγου ότι αν εκλεγεί, θα γίνει παίκτης της ομάδας. Όλα αυτά καθώς ο Πορτογάλος κάνει… socializing και πίνει ποτά με τα άναυδα μέλη. «Η Ατλέτικο χρειάζεται ένα αστέρι κι αυτός είναι ο Φούτρε. Μπορείτε τώρα να χρησιμοποιήσετε το μπαρ», λέει από μικροφώνου ο Χιλ. Την επόμενη μέρα κερδίζει με 5.219 ψήφους, ενώ ο δεύτερος υποψήφιος έχει σχεδόν 2.000 λιγότερες.

Ο Πορτογάλος φτάνει στη Μαδρίτη ως σούπερ σταρ, αφού ο Χιλ συμφωνεί στο τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής συμβόλαιό του, αλλά και στην κατακίτρινη Πόρσε που ο Φούτρε ζητάει. Όπως συχνά συμβαίνει σε περιπτώσεις ισχυρών χαρακτήρων, η σχέση Χιλ-Φούτρε ήταν μια σχέση αγάπης και μίσους. «Ήταν μια σχέση πατέρα-γιου. Εγώ ήμουν ο κακός γιος», δήλωσε ο Φούτρε σε συνέντευξή του στο πρακτορείο EFE. Ο Φούτρε δεν φοβόταν να μιλήσει μπροστά στον Χιλ. Αν ο Χιλ τα έβαζε με κάποιον παίκτη, ο Πορτογάλος έβγαινε μπροστά να τον υπερασπιστεί, οι συμπαίκτες του ήταν τα αδέρφια του. «Όταν τα πηγαίναμε καλά ήμουν ο Πάολο, όταν δεν τα πηγαίναμε καλά ήμουν ο Πορτογάλος».

Ο Φούτρε θα μπορούσε να είχε χάσει σημαντικό χρόνο και ίσως η καριέρα του να ήταν διαφορετική, καθώς έπρεπε να κάνει τη στρατιωτική του θητεία. Τελικά όμως, χάρη στα κατορθώματά του πήρε αναβολή για αρκετά χρόνια και έτσι μπόρεσε να αφοσιωθεί στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Αμέσως αγαπήθηκε από τους οπαδούς, όχι μόνο γιατί ήταν εξαιρετικός παίκτης, αλλά γιατί επιτέλους η Ατλέτι είχε τον δικό της σταρ, έπιανε αυτή μεγάλο χώρο στα πρωτοσέλιδα εξαιτίας του Φούτρε. Ο Χιλ λέει ότι όπως ο Μπερναμπέου έκανε μεγάλη τη Ρεάλ με τον ντι Στέφανο, έτσι κι η Ατλέτικο θα γίνει μεγάλη με τον Φούτρε. Όπως είναι φυσικό, ο Φούτρε γίνεται στόχος των μερένγκες στα ντέρμπι, όπου τον κυνηγάνε με απίστευτη σκληρότητα. «Μου πήρε 10 λεπτά να μισήσω τη Ρεάλ Μαδρίτης, μου το δημιούργησαν οι συμπαίκτες μου αμέσως, την πρώτη εβδομάδα που πήγα στη Μαδρίτη» έχει δηλώσει. Φυσικά αυτό ήταν αμοιβαίο. Στο ιστορικό ντέρμπι του 1989, όπως λένε οι δημοσιογράφοι, έμοιαζε περισσότερο με αθλητή ράγκμπι που προσπαθούσε να αποφύγει το ξύλο:

Το μαγικό βίντεο του Ρεάλ-Ατλέτικο το 1989 με παράλληλο σχολιασμό Χεσούς Χιλ

Το παιχνίδι είναι γεμάτο σκληρά μαρκαρίσματα και μαγικές στιγμές του Φούτρε. Ο τερματοφύλακας Μπούγιο του ρίχνει μια ψιλή όταν ζητάει πέναλτι, σε μια άλλη φάση (στα 2.05 του βίντεο) τρώει κλάδεμα από πίσω και ένας άλλος παίκτης της Ρεάλ κλωτσάει την μπάλα πάνω του. Η κορυφαία φάση όμως έρχεται αργότερα, όταν ο Φούτρε κλέβει την μπάλα και συγκρούεται με τον Μπούγιο. Η γραφικότητα αγγίζει το ρεκόρ, με τον Μπούγιο να κάνει μικρές θεατρικές κωλοτούμπες ώστε να πλησιάσει τον Φούτρε και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να κάνει ότι τον χτύπησε. Ο Φούτρε απομακρύνεται αλλά την πληρώνει ο Ορεχουέλα που αποβάλλεται. Ο Μπούγιο λίγα λεπτά αργότερα κάνει μια έξοδο τύπου Σουμάχερ, αλλά δεν βλέπει την κόκκινη. Η Ρεάλ κερδίζει με 2-1 με ένα γκολ για το οποίο η Ατλέτικο υποστηρίζει ότι υπήρχε διπλό οφσάιντ. Ο Φούτρε διαμαρτύρεται, βλέπει την κόκκινη και τιμωρείται με τρεις αγωνιστικές.

«Δεν θα άλλαζα αυτό το κύπελλο, ούτε με πέντε πρωταθλήματα»

Αυτό και μόνο το ματς θα αρκούσε για να γίνει ίνδαλμα των οπαδών, αλλά ο Φούτρε φοράει τη φανέλα των κολτσονέρος για έξι σεζόν και έχει κι άλλα σπουδαία ματς. Σκοράρει αρκετά γκολ, αλλά κυρίως είναι αυτός που δημιουργεί και με την προσωπικότητά του ξεχωρίζει. Κερδίζει μόλις δύο κύπελλα, αλλά αυτό του 1992 είναι απέναντι στη Ρεάλ με τον ίδιο να σκοράρει ένα απίστευτο γκολ (κι ακόμα ένα του Σούστερ), μένει στην ιστορία. Αγαπημένο παιδί οπαδών και προέδρου (συνήθως), είναι παράλληλα ένας μπον βιβέρ. Καπνίζει, ξενυχτά, κάνει τη μεγάλη ζωή στη Μαδρίτη. Ζει σαν μια ντίβα. Το 1990 δηλώνει ότι θέλει να φύγει. Κλείνεται στο δωμάτιό του, κοιμάται μέχρι το μεσημέρι, κατεβάζει τις περσίδες και τρώει στο κρεβάτι. Μιλάει ψιθυριστά στο τηλέφωνο και λέει ότι έχει κατάθλιψη. Φυσικά η «κατάθλιψη» τού περνάει και συνεχίζει κανονικά για καιρό. Το τέλος του έρχεται το 1993 κι ενώ η Ατλέτικο περνάει δύσκολες στιγμές, με τεράστια οικονομικά προβλήματα. Αλλά κι ο Φούτρε το παρακάνει. Πολλά πρωινά δεν εμφανίζεται στις προπονήσεις μετά από ξενύχτια. Ο Λουίς Αραγονές του λέει ότι δεν είναι επαγγελματίας πια. Ο Φούτρε απαντά ότι ο Αραγονές έχει αλλάξει, δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που γνώριζε. Οι δυο τους δεν μιλάνε μεταξύ τους και η ομάδα πηγαίνει χάλια. Τελευταία τους ευκαιρία, το ντέρμπι της 18ης αγωνιστικής με τη Ρεάλ. Παίκτης και προπονητής κάνουν ανακωχή κι ο Φούτρε υπόσχεται ότι θα δώσει ένα σόου που το Βιθέντε Καλντερόν δεν θα έχει ξαναδεί. Ο Πορτογάλος όντως δείχνει τεράστια διάθεση, αλλά με άλλον τρόπο. Παίζει άναρχα, ζητάει και παίρνει την μπάλα, κινείται σε διάφορες θέσεις, αλλά από ουσία λίγα πράγματα. Για μαρκάρισμα ούτε λόγος. Ο Αραγονές έξαλλος από τον πάγκο του φωνάζει. Με γκολ του Σάμπας, η Ατλέτι ανοίγει το σκορ. Ο Φούτρε πηγαίνει στον τερματοφύλακα Μπούγιο και τον προκαλεί. «Πριν τα ντέρμπι, είχα τη φωτογραφία του στην τουαλέτα μου. Την έβλεπα συνέχεια, τον μισούσα«, δήλωσε χρόνια αργότερα για την μεγάλη του κόντρα με τον τερματοφύλακα της Ρεάλ. Είναι πλέον καλοί φίλοι, χρόνια μετά την απόσυρσή τους.

Η Ρεάλ ισοφαρίζει σε 1-1 με τον Ζαμοράνο. Είναι τελικά το τελευταίο ντέρμπι του Φούτρε. Η κόντρα συνεχίζεται, ο Αραγονές τον κατηγορεί δημόσια ότι δεν τον ακούει, ο Φούτρε απαντάει: «Έκανα λάθος που στα 21 μου ήρθα εδώ, έπρεπε να είχα πάει στην Ιταλία». Ο Πορτογάλος που ποτέ δεν χάριζε χρήματα, δεν αντέχει να είναι απλήρωτος για 8 μήνες και ζητάει δημόσια μεταγραφή. Ο Χεσούς Χιλ τρελαίνεται και λέει ότι ο Φούτρε τον ήξερε από την καλή του, τώρα θα τον μάθει από την ανάποδή του. Βάζει τιμή και καλεί τους αγοραστές να κάνουν προτάσεις. Η μέτρια κατάσταση του Φούτρε όμως, παρά τα μόλις 27 του χρόνια, αποθαρρύνει τους μεγάλους συλλόγους της Ευρώπης. Η Σπόρτινγκ κι η Πόρτο τον θέλουν, αλλά το ποσό είναι μεγάλο. Τότε γίνεται η έκπληξη. Η Μπενφίκα κάνει μια σκανδαλώδη συμφωνία με την πορτογαλική κρατική τηλεόραση για τα δικαιώματα κάποιων αγώνων. Ο διευθυντής της κρατικής τηλεόρασης ήταν παλιότερα πρόεδρος της Μπενφίκα και τα χρήματα ήταν ακριβώς όσα χρειαζόταν η Μπενφίκα. Το σκάνδαλο που ξεσπά κλονίζει μέχρι και την κυβέρνηση, αλλά τελικά ο Φούτρε παίρνει μεταγραφή στην Μπενφίκα και κάπως έτσι παίζει και στις τρεις μεγάλες της Πορτογαλίας.

Στην Μπενφίκα έπαιξε λίγο σχετικά, καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα στο γόνατο, αλλά κατέκτησε μαζί της ένα κύπελλο. Στη συνέχεια πήγε στη Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί, παίζοντας όμως κι εκεί λίγο εξαιτίας σοβαρού τραυματισμού. Έδειξε κάποια δείγματα της ποιότητάς του στη Ρετζιάνα, πήγε στη Μίλαν που έπαιξε μόλις σε ένα ματς ως αλλαγή του Μπάτζιο και τελικά κατέληξε στην Αγγλία και τη Γουέστ Χαμ του Χάρι Ρέντναπ τη σεζόν 1996-97. Οι Χάμερς ξεκίνησαν τους αγώνες τους από το Χάιμπουρι κι ο Φούτρε άφησε το στίγμα του αμέσως. Πώς; Όχι με μια στιγμή μαγείας από το αριστερό του πόδι, αλλά πετώντας τη φανέλα με το νούμερο 16 στα μούτρα του φροντιστή. Ο Τζον Μόνκουρ είχε πάρει το 10 κι ο Πορτογάλος δεν το ανέχτηκε. «Σε όλη μου την καριέρα φορούσα το 10. Ο Εουσέμπιο φορούσε το 10, ο Φούτρε φοράει το 10», φώναζε έξαλλος. Φυσικά, αρνήθηκε να παίξει. Ο Χάρι Ρέντναπ προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη, του είπε να το συζητήσουν τη Δευτέρα, αλλά ο Φούτρε πήρε το ταξί και έφυγε για το σπίτι του.

Την επόμενη μέρα άρχισαν διαπραγματεύσεις με τον Μόνκουρ για το 10. Ο Ρέντναπ θυμάται σε συνέντευξή του στο People να του λέει ότι τα νούμερα είχαν δηλωθεί στην FA και ότι είχαν πουληθεί πολλές φανέλες του Μονκούρ γιατί τα παιδάκια στην Αγγλία φοράνε φανέλες ποδοσφαιριστών. «Πόσες;» ρώτησε ο Πορτογάλος. «100 χιλιάδες λίρες σε φανέλες», απάντησε ο κόουτς. Στην πραγματικότητα, ήταν πέντε-έξι φανέλες. Ο Φούτρε αποφασισμένος να φορέσει το 10 πρότεινε να επιστρέψει τα χρήματα στους αγοραστές. Θα έδινε 100 χιλιάδες λίρες από την τσέπη του για να βάλει το 10. Τελικά ο Άγγλος ποδοσφαιριστής δέχτηκε να παραχωρήσει το νούμερο, καθώς ο Φούτρε του υποσχέθηκε να του δώσει τα κλειδιά της βίλας του στο Αλγκάρβε για να πάει να κάνει εκεί διακοπές. Ο Φούτρε μάγεψε με το νούμερο 10 στο ματς κόντρα στη Σαουθάμπτον και το κοινό του Άπτον Παρκ τον αποθέωσε. Στο άρθρο του Independent της εποχής, ο τίτλος ήταν «West Ham’s bright Futre», κλασσικό αγγλικό λογοπαίγνιο που έπαιζε με το όνομα του Πορτογάλου και το μέλλον. Το μέλλον ήταν άσχημο όμως. Ένα δυνατό μαρκάρισμα στο παιχνίδι με τη Γουίμπλεντον του τελείωσε την καριέρα στην Αγγλία. Τα ξαναβρήκε και επέστρεψε στην Ατλέτικο τη σεζόν 1997-98 αλλά έπαιξε δέκα ματς όλα αλλαγή (δημιουργώντας προβλήματα και πάλι με πρόεδρο και προπονητή) και απλά τελείωσε την καριέρα του στην Ιαπωνία. Επέστρεψε αργότερα σαν στέλεχος για να μαλώσει για πολλοστή φορά με την οικογένεια Χιλ. Θεωρείται πάντως θρύλος της Ατλέτικο.

Ο Φούτρε ήταν ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ένας πραγματικός σταρ που έγραψε ιστορία. Δυστυχώς όμως η πορεία του σημαδεύτηκε από τους πολλούς τραυματισμούς, αλλά και από τη δική του έλλειψη διάθεσης για σκληρή δουλειά. Στα 21 του είχε τον κόσμο στα πόδια του και στην Ατλέτικο όντως έκανε σπουδαία καριέρα. Υπάρχει όμως αυτό το «αν». Τι θα γινόταν αν ο «Πορτογάλος Μαραντόνα» δεν είχε τις ατυχίες και είχε το μυαλό στο κεφάλι του. Ο Πάουλο συνεχίζει να είναι μια σπουδαία μορφή στο πορτογαλικό ποδόσφαιρο και να προκαλεί συχνά με δηλώσεις του για διάφορα θέματα. Είτε κάνοντας πλάκα για την προφορά του Κασίγιας στα πορτογαλικά, είτε σχολιάζοντας για τον Κριστιάνο Ρονάλντο και τον Φίγκο, είτε ως σταρ σε διαφημίσεις, όπως η παραπάνω υπερ-καλτ όπου διαφημίζει ένα σεξουαλικό βοήθημα για άντρες. Δεν χρειάζεται να ξέρεις πορτογαλικά για να εκτιμήσεις τον Πάουλο που δεν… παίρνει μπρος, αλλά τελικά τα καταφέρνει χάρη στο προϊόν. «Δοκιμασμένο και με την έγκριση του Πάουλο Φούτρε» γράφει στο τέλος η διαφήμιση. Σταρ ακόμα και τώρα. Και φυσικά υπάρχει και δεύτερη διαφήμιση για το ίδιο προϊόν, με τον Φούτρε να κάνει κοντρόλ με… άλλο τρόπο (η διαφήμιση απαγορεύτηκε να παίξει στην τηλεόραση της Πορτογαλίας):

Το πρωτάθλημα των τριών μαέστρων και η χαρά του επιθετικού παιχνιδιού

  [2 Σχόλια]

Έφτασε, και πάλι, η εποχή που από τα χείλη πολλών φίλων (;) του ποδοσφαίρου ακούγεται η φράση που είναι χειρότερη κι από ταινία δράσης με τον Βιν Ντίζελ. Αυτό το εκνευριστικά ρηχό: «Έλα μωρέ τώρα, ποιος Γκουαρδιόλα», από ανθρώπους που βλέπουν το ποδόσφαιρο ως μια μπάλα που πηγαινοέρχεται πάνω κάτω, ανάμεσα σε τέσσερις γραμμές, προσπαθώντας να σφηνωθεί, με κάθε τρόπο, στα δίχτυα. Για τους υπόλοιπους, μόλις τελείωσε ο φανταστικός πρώτος γύρος της Πρέμιερ Λιγκ. Η Λίβερπουλ είναι στην κορυφή, με +7 από την Σίτι, και η Τότεναμ, του Ποτσετίνο, συνεχίζει να μας εκπλήσσει ευχάριστα (και εμένα προσωπικά να με εκθέτει μιας και δεν περίμενα την εξαιρετική της πορεία). Ας μη γελιόμαστε. Η Τότεναμ κάνει -και αυτή- πορεία πρωταθλητισμού, βρίσκεται εντός και των τεσσάρων στόχων της (όπως και η Σίτι), παρουσιάζει όμορφο ποδόσφαιρο, δίχως να έχει ενισχυθεί καθόλου το καλοκαίρι και δίχως να αγωνίζεται στο γήπεδό της. Ακούγεται υπέροχο και είναι υπέροχο.

Η Σίτι μέχρι και τη νίκη της Λίβερπουλ επί της Έβερτον, με το γκολ του Οριτζί στις καθυστερήσεις, με την μπάλα να ζωντανεύει και να παίζει βόλεϊ στο δοκάρι, άγγιζε τους «μαγικούς» περσινούς της αριθμούς, δίχως τον εγκέφαλό της και κορυφαίο της παίκτη, τον Κέβιν Ντε Μπρούινε. Από τότε, αν και συνεχίζει να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, οι αριθμοί της έχουν πέσει αισθητά, κάτι που μεταφράζει και την πεσμένη της αποτελεσματικότητα, σε άμυνα και επίθεση, χάνοντας βαθμούς. Η κατοχή βρίσκεται στο 63.9% από το 65.3%. Τα ποσοστά επιτυχίας στις πάσες είναι στο 89.1%, από το 90.1%. Η ομάδα έχει τρεις λιγότερες τελικές, σε κάθε αναμέτρηση, και δέχεται μια παραπάνω καθαρή ευκαιρία για τέρμα. Όλα αυτά δείχνουν την πτώση της και τις τρεις ήττες που έκανε, τον τελευταίο καιρό, έτσι ώστε να δει το +2, από την Λίβερπουλ, να μετατρέπεται σε -7. Βέβαια σε όλα αυτά θα πρέπει να μπει στην εξίσωση ο απίστευτος πρώτος γύρος της ομάδας του Κλοπ, που συνεχίζει αήττητη, όπως και ο παράγων – τύχη. Αυτό το τελευταίο θα παίζει άλλωστε πάντα σημαντικό ρόλο στον ομαδικό αθλητισμό.

Για παράδειγμα: Στο Στάμφορντ Μπριτζ, η Σίτι, στο ‘α ημίχρονο ήταν καταπληκτική, και με βάση τους αριθμούς της θα έπρεπε να βρίσκεται στο 45’ μπροστά στο σκορ ακόμα και με 3-1. Το τελικό αποτέλεσμα όμως βρήκε νικητές τους «μπλε», με 2-0, σε ένα αποτέλεσμα που δεν μπορούσε να εξηγηθεί εύκολα με την «ποδοσφαιρική λογική». Στις δύο κολλητές ήττες, από Κρίσταλ Πάλας και Λέστερ, είχαμε την τύχη (ο Πεπ την ατυχία) να δούμε δύο γκολ σπάνιας ομορφιάς να μπαίνουν στα δίχτυα του Έντερσον. Το τέρμα του Τάουνσεντ, και το τέρμα του Ρικάρντο Περέιρα, λογικά, θα βρίσκονται στα κορυφαία της σεζόν, μιας και είναι γκολ που -ακόμα και στην Πρέμιερ Λιγκ- δεν τα βλέπουμε πλέον πολύ συχνά, και φυσικά δεν ήρθαν από καμία οργανωμένη επίθεση. Βέβαια αυτό το απρόβλεπτο είναι και ένα μέρος της μαγείας του ποδοσφαίρου, αλλιώς θα μιλούσαμε -και θα γράφαμε- για σκάκι.

Αυτό που θέλω να πω, και για να μην μπερδευόμαστε, είναι πως η Σίτι συνεχίζει -και φέτος- να κάνει πορεία πρωταθλητισμού και να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, άσχετα με την βαθμολογική της θέση, στην παρούσα φάση. Με μια μεγάλη όμως διαφορά, σε σχέση με την περσινή της, εξωπραγματική, σεζόν. Στην δύσκολη περίοδο των φετινών γιορτών κάνει την «κοιλιά» που δεν έκανε σε κανένα σημείο της περσινής σεζόν, με τον Γκουαρδιόλα να έχει να διαχειριστεί πολλούς τραυματισμούς και το φυσιολογικό (;) ντεφορμάρισμα αρκετών βασικών παικτών. Απ’ την άλλη, η μοναδική «μεγάλη γκέλα» της ομάδας -για μένα- είναι η ήττα απ’ την Πάλας, στο Έτιχαντ. Αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Μια ήττα στο Λέστερ και μια ήττα στο Στάμφορντ Μπριτζ δεν νομίζω να θεωρούνται γκέλες στο επίπεδο της Πρέμιερ Λιγκ. Δεν έχει υπογράψει κανένας, όσο σπουδαίος και να είναι, συμβόλαιο με τη νίκη και ούτε μια ήττα μειώνει την αξία του και την δουλειά του. Ας μην ψάχνουμε την εξαίρεση για να βγάλουμε άκυρο τον κανόνα. Το ματς-κλειδί για τους «πολίτες» θα είναι αυτό με την Λίβερπουλ στο Έτιχαντ. Αν εκεί η διαφορά δεν μειωθεί ή -ακόμα χειρότερα- μεγαλώσει, τότε θα έχουν αρχίσει τα πραγματικά δύσκολα για τον Καταλανό και την ομάδα του. Χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να μειώνει την άρτια δουλειά του.

Η Σίτι με τον Ντε Μπρουίνε να μπαίνει σιγά- σιγά στην ομάδα, φτάνοντας στο 100%, μετά τον τραυματισμό του, και φυσικά με τις επιστροφές των Μεντί και Φερναντίνιο θα αρχίσει να βρίσκει και πάλι τον πραγματικό της εαυτό. Βέβαια θα πρέπει να έχει μαζί της και το συστατικό που χρειάζονται όλες οι ομάδες για να πετύχουν τους στόχους τους. Αυτό που φέτος -ως ώρας τουλάχιστον- δείχνει να έχει αφήσει την γαλάζια πλευρά του Μάντσεστερ. Όπως άλλωστε έχει γράψει και ο Γάλλος συγγραφέας Σταντάλ «Η τύχη σ’ αρπάζει απ’ τα μαλλιά, αλλά η ίδια είναι φαλακρή».  Ίσως έτσι εξηγείται και η φετινή γκαντεμιά του Πεπ Γκουαρδιόλα. Ν’ αφήσει πάντως μαλλιά ο Γκουαρδιόλα, δεν γίνεται. Να αρχίσει και πάλι ένα μεγάλο νικηφόρο σερί η Σίτι, γίνεται.

Η Τότεναμ είναι η μεγάλη αποκάλυψη της φετινής σεζόν. Συνεχίζει μάλιστα να κάνει πορεία πρωταθλητισμού έχοντας ρίξει, λίγο είναι η αλήθεια, τους αριθμούς της. Η κατοχή μπάλας, στη μέση του πρώτου γύρου, ήταν στο 57.4%. Πλέον βρίσκεται στο 55%. Έχει το ίδιο ποσοστό επιτυχίας στις πάσες (στο 82%). Δημιουργεί δύο λιγότερες τελικές ευκαιρίες και δέχεται τον ίδιο αριθμό σουτ προς την εστία της (12), σκοράροντας όμως 2.2 γκολ ανά παιχνίδι. Καθόλου άσχημα για μια ομάδα που είναι ακριβώς ίδια με πέρσι, με τον προπονητή της να έχει να διαχειριστεί την κούραση -και την φόρμα- πολλών βασικών παικτών που πρωταγωνίστησαν και στο Μουντιάλ, έχοντας μεγάλους αντιπάλους δύο ομάδες που θεωρούνται -και είναι- ανάμεσα στις κορυφαίες του πλανήτη φέτος. Την Σίτι και τη Λίβερπουλ.

Αν υπάρχει ένας σημαντικός παράγοντας -εκτός φυσικά του σπουδαίου Ποτσετίνο που κάνει «παπάδες»- αυτός δεν είναι άλλος από τον Νοτιοκορεάτη μεσοεπιθετικό Σον Χιούνγκ-Μιν. Ένας παίκτη που στην αρχή της σεζόν άφησε το Λονδίνο για να αγωνιστεί με την εθνική της χώρας του, γνωρίζοντας πως αν δεν κέρδιζε το χρυσό μετάλλιο, θα έπρεπε να αφήσει το ποδόσφαιρο για να παρουσιαστεί για δύο χρόνια στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας, βάζοντας ουσιαστικά τέλος στην επαγγελματική του καριέρα. Ευτυχώς για όλους μας, τα κατάφερε, και συνεχίζει να παίζει ποδόσφαιρο στο κορυφαίο επίπεδο.

Ο Σον μετράει στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ 9 εμφανίσεις, έχοντας σκοράρει 7 τέρματα σε 832 λεπτά, φτάνοντας το δικό του ranking στο φοβερό 7.30, για το αγγλικό πρωτάθλημα. Για την ιστορία, στο τελευταίο παιχνίδι κόντρα στην Μπόρνμουθ, στη νίκη των Σπερς με 5-0, ο Σον είδε το προσωπικό του ranking να αγγίζει -σχεδόν- το τέλειο, με 9.90 μονάδες. Ο Σον είναι για τη φετινή Τότεναμ, ο άνθρωπος που κάνει τη διαφορά (απ΄τον Κέιν βλέπουμε αυτά που περιμέναμε) στο επιθετικό της κομμάτι και την ανεβάζει ακόμα ένα επίπεδο, με την ενέργεια και την ποιότητά του. Ο γλυκός σοφιστικέ «δολοφόνος» που σε ξεγελάει με το όμορφο παρουσιαστικό του και στην φέρνει εκεί που δεν το περιμένεις. Αν είχατε την τύχη να απολαύσετε το αριστούργημα του Λι Τσάνγκ-Ντονγκ «Burning» (προσοχή ακολουθούν spoilers), και είστε φίλοι της Τότεναμ, (ή έστω της Πρέμιερ Λιγκ) δεν γίνεται να μην είδατε στο πρόσωπο του Μπεν (τον υποδύεται εξαιρετικά ο Στίβεν Γέουν του The Walking Dead), τα «δολοφονικά» ένστικτα που βλέπει κάθε ποδοσφαιρόφιλος στο χαμογελαστό και γεμάτο  ποδοσφαιρική «υγεία» πρόσωπο του Σον, κάθε αγωνιστική, στα γήπεδα της Αγγλίας.

Αν μπορεί να καταφέρει η Τότεναμ την υπέρβαση; Όπου υπέρβαση βάλτε δίπλα το πρωτάθλημα, θεωρώ πως όχι. Όσο και αν διαθέτει ένα φανταστικό προπονητή και ένα ρόστερ γεμάτο νιάτα, ταλέντο, φρεσκάδα και δίψα για τίτλους που δείχνει να ρολάρει επικίνδυνα. Απ’ την άλλη, τρομάζω στην ιδέα, να δούμε του χρόνου τον Ποτσετίνο να περνά το κατώφλι του Όλντ Τράφορντ, φέρνοντας μαζί του και 2-3 παίκτες απ’ τους Σπερς. Όχι γιατί δεν θέλω να δω την Γιουνάιτεντ να πρωταγωνιστεί ξανά, τουναντίον, αλλά επειδή ίσως δούμε το καλύτερο πρωτάθλημα όλων των εποχών, με τρεις ομάδες που θα παίζουν όμορφο ποδόσφαιρο, να μονομαχούν μέχρι τέλους για τον τίτλο. Υπάρχει κάποιος αληθινός φίλος του ποδοσφαίρου που δεν θα το ήθελε αυτό; Δεν το νομίζω.

Για το τέλος άφησα την Λίβερπουλ. Την πρώτη Λίβερπουλ. Μια Λίβερπουλ που πλέον είναι στο 100% ομάδα του Κλοπ, με ένα ξεκάθαρο δικό του πλάνο, με παίκτες καθαρά δικές του επιλογές και με μια φιλοσοφία που με βρίσκει απολύτως σύμφωνο και την λατρεύω. Στη μέση του ‘α γύρου έγραφα πως η Λίβερπουλ θα πρέπει να βελτιωθεί, να ανοίξει το rotation απ’ τον Κλοπ, να μπει στην εξίσωση ο Σακίρι (και οι υπόλοιποι νέοι παίκτες), να βρει ξανά τον καλό του εαυτό ο Σαλάχ και φυσικά να συνεχίσει να έχει μαζί της την «Θεά Τύχη». Μια τύχη που της έχει γυρίσει την πλάτη τόσες και τόσες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, για να κάνει την υπέρβαση. Όπου υπέρβαση, βάλτε τη λέξη «πρωτάθλημα». 11 αγωνιστικές μετά από εκείνο το κείμενο, όλα τα παραπάνω, τα βλέπουμε πλέον ξεκάθαρα. H Λίβερπουλ έχει ανεβάσει την κατοχή της στο 57.5% απ’ το 54.2%. Έχει δύο τελικές παραπάνω και σκοράρει 2.2 τέρματα ανά αγώνα, έχοντας την ίδια επιτυχία στις πάσες (στο 85%). Από τα 15 γκολ της 8ης αγωνιστικής έχει φτάσει στα 43 στην 19η, έχοντας δεχθεί μόνο 7 τέρματα, την ίδια ώρα που η Σίτι έχει δεχθεί 15 και η Τότεναμ 18. Επίσης συνεχίζει την σταθερή της παρουσία στο αμυντικό της κομμάτι, δεχόμενη 8.1 σουτ ανά αγώνα και έχοντας δύο λιγότερα τάκλιν και τρία λιγότερα κλεψίματα από τους πρώτους 8 αγώνες της σεζόν, έχοντας καλύτερη αμυντική λειτουργία.

Η Λίβερπουλ μετρά 15 περισσότερους βαθμούς, σε αυτό το χρονικό σημείο, σε σχέση με πέρσι, κάτι που φαντάζει αρκετά λογικό -αν και υπερβολικό- μιας και πέρσι, τέτοια εποχή, δεν είχε ούτε Φαν Ντάικ, ούτε Φαμπίνιο, ούτε Κεϊτά, ούτε τον (φετινό) Ρόμπερτσον, ούτε φυσικά το «πολυεργαλείο» που ακούει στο όνομα Σακίρι και που μπορεί να συμπληρώνει και να καλύπτει όλα τα κενά, όλων των παικτών, σε όλες τις θέσεις της επίθεσης. Δεξιά, αριστερά, στην κορυφή, στον άξονα. Κι αυτή είναι ακόμα μια μεγάλη τακτική νίκη του Κλοπ. Ο Γερμανός ήξερε πως με την τριάδα των βασικών (Σαλάχ, Μανέ, Φιρμίνο) ο παίκτης που θα έρχονταν από τον πάγκο θα έπρεπε να διαθέτει την απαιτούμενη ποιότητα για να καλύπτει και τους τρεις, χωρίς φυσικά να γκρινιάζει. Καλύτεροι παίκτες απ’ τον Ελβετό υπάρχουν πολλοί, καλύτεροι παίκτες στον ρόλο του μπαλαντέρ, που έχει ο Σακίρι στη Λίβερπουλ, όμως κανένας. Ο Κλοπ έχει καταφέρει κάτι το μοναδικό. Έχει καταφέρει να αμβλύνει τις όποιες «αντιθέσεις» ενός ρόστερ που δεν έχει τους τεράστιους αστέρες, ψάχνοντας -και βρίσκοντας- την απόλυτη ισορροπία ανάμεσά τους, σε όλες τις γραμμές.

Υπάρχει και κάτι που έθιξα στην αρχή, και φυσικά χρειάζεται πάντα, για να φτάσει κάποιος στην κορυφή – όσο καλός και να είναι. Την τύχη. Μια τύχη που η Λίβερπουλ την προκαλεί και φυσικά την έχει. Μια τύχη που δεν είχε στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις που άξιζε (και μπορούσε) να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Το 2009 και το 2014. Φυσικά και η τύχη του ενός έρχεται πάντα σε συνάρτηση με την ατυχία του άλλου. Όταν για παράδειγμα η Γιουνάιτεντ κέρδιζε 6 βαθμούς, απ’ το πουθενά, στις καθυστερήσεις, με τον Μακέντα (του ΠΑΟ) τη σεζόν 2008-2009, η Λίβερπουλ έμενε στο 0-0 εντός, με Στόουκ και Φούλαμ, δημιουργώντας ένα σωρό ευκαιρίες. Σε μια σεζόν που η Λίβερπουλ είχε κερδίσει την Γιουνάιτεντ και την Τσέλσι, εντός και εκτός, και είχε χάσει το πρωτάθλημα έχοντας μόνο δύο ήττες σε ολόκληρη τη σεζόν, όντας η μοναδική ομάδα που έχει καταφέρει κάτι τέτοιο. Φέτος και η τύχη δείχνει να αλλάζει. Η Λίβερπουλ θα μπορούσε πολύ εύκολα να έχει -8 βαθμούς απ’ τα παιχνίδια με Έβερτον, Σίτι και Τσέλσι, που δεν ήταν καλύτερη, με τους δύο απ΄αυτούς να έχουν πάει στη Σίτι. Έχουν υπάρξει άλλωστε πολλές «τυχερές» και «άτυχες» στιγμές σε αρκετές απ’ τις μεγάλες σεζόν της Πρέμιερ Λιγκ. Στο τρεμπλ της Γιουνάιτεντ το ’99, στο αήττητο της Άρσεναλ το 2004, στο πρωτάθλημα της Γιουνάιτεντ το ’09, στο πρωτάθλημα της Σίτι το ’12 και το ’14. Και πιστέψτε με, έχουμε να δούμε πολλά ακόμα στον β’ γύρο της φετινής Πρέμιερ Λιγκ, μιας και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Γι’ αυτό ας χαρούμε τη μάχη τριών κορυφαίων ομάδων και τριών κορυφαίων προπονητών. Είμαστε πολύ τυχεροί που τους ζούμε μαζί, στο ίδιο πρωτάθλημα, να παλεύουν για τον τίτλο.

Ινδικό ποδόσφαιρο: ψάχνοντας το ταλέντο, την ισότητα και την ελευθερία

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν μέρες του 2013 όταν έσκασε η είδηση μιας νέας ποδοσφαιρικής λίγκας. Όχι στην Βραζιλία, την Αργεντινή, τις ΗΠΑ ή σε κάποια Ευρωπαϊκή χώρα, αλλά στην Ινδία. Η IMG-Reliance Industries και η Star India, σε συνεργασία με την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας, βγήκαν μπροστά και χρηματοδότησαν τη νέα αυτή κλειστή λίγκα που αποτελούνταν από 8 ομάδες (πλέον είναι 10), με μοναδικό σκοπό -όπως είπαν- να διαδώσουν το άθλημα του ποδοσφαίρου σε μια χώρα που -στην πλειοψηφία της- το αγνοεί παντελώς. Σύμφωνα με έρευνα εκείνης της περιόδου, στην Ινδία υπήρχαν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι, όλων των ηλικιών, που δεν ήξεραν (ή δεν είχαν ακούσει ποτέ) ονόματα παικτών όπως του Μέσι και του Ρονάλντο. Φυσικά και ο ισχυρός άνδρας της ΦΙΦΑ, Σεπ Μπλάτερ, είχε βοηθήσει στο όλο εγχείρημα, όχι επειδή είχε ενδιαφερθεί στο να μάθουν οι Ινδοί το ποδόσφαιρο, αλλά επειδή έβλεπε πολλά δισεκατομμύρια να εισρέουν, στις τσέπες του, από μια τεράστια «παρθένα» αγορά, που είχε, έχει, και φυσικά θα έχει πάντα, το άθλημα του κρίκετ ως «θρησκεία». Το Eurosport ανέλαβε τα τηλεοπτικά δικαιώματα και άρχισε να βάζει αυτό το νέο προϊόν στα σπίτια των Ευρωπαίων κάθε Σαββατοκύριακο. Στην αρχή με επιτυχία.

Είναι αλήθεια ότι το ποδόσφαιρο στην Ινδία δεν είναι καθόλου διαδεδομένο. Δεν είναι επίσης τυχαίο πως σπανίως βλέπουμε ποδοσφαιριστές με καταγωγή απ’ την Ινδία να βρίσκονται σε ομάδες μεγάλων πρωταθλημάτων, κάτι που γίνεται ακόμα πιο περίεργο αν αναλογιστούμε πως μιλάμε για μια χώρα που βρέθηκε υποταγμένη σε μια χώρα που λατρεύει το ποδόσφαιρο, την Βρετανία, για πολλά χρόνια. Τα πρώτα χρόνια μάλιστα που το ποδόσφαιρο ξεκίνησε να υπάρχει ως άθλημα. Ακόμα πιο περίεργο είναι πως στην Ινδία υπάρχουν ομάδες πιο παλιές ακόμα κι από ιστορικά κλαμπ της Ευρώπης όπως είναι η Λίβερπουλ, η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ Μαδρίτης. Το 1947 η Βρετανική Ινδία έφτανε μέχρι το Πακιστάν, με την Βεγγάλη να έχει χωριστεί στα δύο. Μετά την ανεξαρτησία, ένας τεράστιος όγκος προσφύγων άφησε το ανατολικό Πακιστάν (μετέπειτα Μπαγκλαντές) και βρέθηκε στην Νότια Βεγγάλη. Ήταν τόσοι πολλοί που η τοπική οικονομία δεν μπόρεσε με τίποτα να τους απορροφήσει και να τους βοηθήσει.

Όπως ήταν φυσικό, η οικονομία της περιοχής κατέρρευσε και χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να σταθούν στα πόδια τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Ο μεγαλύτερος όγκος Ινδουιστών είχε μείνει στο ανατολικό Πακιστάν. Στην Βεγγάλη δημιουργήθηκε, μετά από όλες αυτές τις κοινωνικές ανακατατάξεις, και η μεγαλύτερη κόντρα του Ινδικού ποδοσφαίρου, ανάμεσα στην Ανατολική Βεγγάλη και την Μοχούν Μπαγκάν, που ιδρύθηκε από αριστοκρατικές οικογένειες Βεγγαλών της Βόρειας Καλκούτας το 1889. Δύο ομάδες που υπάρχουν για πάνω από 120 χρόνια, έχουν κερδίσει πάνω από 170 τρόπαια (με όλες τις άλλες ομάδες να μετρούν περίπου 40) και θεωρούνται οι δύο πιο επιτυχημένες ομάδες στην Ινδία με την κόντρα τους να αγγίζει επίπεδα μίσους. Οι δύο αυτές ομάδες δεν αγωνίζονται στην Ινδική Σούπερ Λίγκα.

«Η κόντρα ανάμεσα στις δύο ομάδες ξεκίνησε μετά την ανεξαρτησία» σύμφωνα με τον Σιρανζίτ Οτζίχα, έναν εκ των σπουδαιότερων αθλητικογράφων της χώρας, σε μια περίοδο που η χώρα κέρδισε την «ελευθερία» της στηριζόμενη στις διδαχές του Γκάντι περί επανάστασης άνευ βίας. Η δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν μια πολύ καλή περίοδος για το ποδόσφαιρο της χώρας. Η Ανατολική Βεγγάλη γιγαντώθηκε ποδοσφαιρικά και έφτασε να πάρει μέρος ακόμα και σε διεθνή τουρνουά με ομάδες της Σοβιετικής Ένωσης. Η επιτυχία μάλιστα ήταν τόσο μεγάλη που η εθνική της χώρας κέρδισε ομάδες όπως η Βόρεια Κορέα, η Ταϊλάνδη και το Ιράν. Η Ινδία μάλιστα είχε προσκληθεί να πάρει μέρος στο Μουντιάλ του 1950 αλλά δεν είχε δεχθεί μιας και η πλειοψηφία των παικτών δεν ήθελε να αγωνιστεί φορώντας παπούτσια. Μετά από συζητήσεις -και όπως ήταν λογικό- η ΦΙΦΑ δεν δέχθηκε το αίτημα και ακύρωσε την συμμετοχή. Μια συμμετοχή που ίσως να είχε καταφέρει να αλλάξει το ποδόσφαιρο της χώρας -εννοείται- προς το καλύτερο. Για την ιστορία, η Ανατολική Βεγγάλη είναι η πρώτη -και μοναδική- ομάδα της χώρας που έχει κερδίσει το διεθνές τουρνουά Asian Club Championship, το 2003. Για να καταλάβουμε καλύτερα την κόντρα ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες αξίζει να αναφέρω τα γεγονότα του IFA Shield το μακρινό 1975.

Η Ανατολική Βεγγάλη ήταν ανίκητη σε ντέρμπι για 6 σερί χρόνια και έφτασε να διεκδικεί το τρόπαιο στον τελικό με την Μοχούν Μπαγκάν. Η Ανατολική Βεγγάλη θα παρουσιάσει εξαιρετικό ποδόσφαιρο, και στον τελικό θα διασύρει την μεγάλη της αντίπαλο με 5-0. Ένας απ’ τους φανατικότερους οπαδούς των ηττημένων, ο Ουμακάντο Παλοντχί, μη μπορώντας να αντέξει και να διαχειριστεί αυτή την ήττα, θα δώσει τέλος στη ζωή του, αφήνοντας ένα ανατριχιαστικό σημείωμα, δείχνοντας με τον χειρότερο τρόπο τον φανατισμό που μπορεί να προκαλέσει ένα τόσο όμορφο σπορ (ένα παιχνίδι) όπως είναι το ποδόσφαιρο. «Δεν μπορώ να αντέξω αυτή την ήττα και αυτή την ντροπή. Ελπίζω στην επόμενή μου ζωή να επιστρέψω ως παίκτης της ομάδας, που αποτελεί το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου, και να μπορέσω να πάρω εκδίκηση γι’ αυτή την ντροπιαστική μας ήττα. Μια ήττα από αυτούς που μισώ». Η κόντρα και το μίσος ανάμεσα στις δύο ομάδες παραμένει ακόμα και στις μέρες μας και μάλιστα σε ντέρμπι το 2012, οι οπαδοί της Μοχούν Μπαγκάν είχαν δημιουργήσει σοβαρά επεισόδια πετώντας τούβλα προς τους αντίπαλους οπαδούς και παίκτες. Μάλιστα ένα από αυτά είχε τραυματίσει σοβαρά τον δικό τους παίκτη, Σιντ Ραχίμ Ναμπί, που είχε προσπαθήσει να τους ηρεμήσει.

Το μοντέρνο ποδόσφαιρο της Ινδίας δεν γίνεται να υπάρξει δίχως αυτή την κόντρα και δίχως αυτό το ντέρμπι μίσους. Μια κόντρα που είναι πολύ δύσκολο να συγκριθεί με οποιαδήποτε άλλη μιας και οι ρίζες της βρίσκονται στην πτώση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, την διαίρεση μιας αρχαίας φυλής, την κόντρα για την θρησκεία και όλα αυτά ξέροντας πως ό,τι και να συμβεί, αυτές οι δύο ομάδες, θα βρίσκονται στην σκιά του πιο δημοφιλούς σπορ της χώρας. Του κρίκετ. Αξίζει να σημειώσω πως η Δυτική Βεγγάλη κυβερνήθηκε για 34 χρόνια (1977-2011) απ’ την Καλκούτα και το Αριστερό Μέτωπο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ινδίας δηλαδή. Αυτή ήταν η μακροβιότερη δημοκρατικά εκλεγμένη κομμουνιστική κυβέρνηση στον κόσμο. Το 2011 το Αριστερό Μέτωπο έχασε τις εκλογές απ’ το συνέδριο Τριναμούλ. Παράλληλα ξεκίνησαν οι διώξεις πολλών Ινδών Κομμουνιστών, με αρκετούς από αυτούς να δέχονται ακόμα και δολοφονικές επιθέσεις. Φαινόμενα και γεγονότα που δεν διαβάζουμε γι’ αυτά στον Δυτικό (και «πολιτισμένο») κόσμο που ζούμε.

Αν υπάρχει κάποιος που κατάφερε να ενώσει -έστω και λίγο- όλους τους ανθρώπους που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο της Ινδίας αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον παλαίμαχο διεθνή ποδοσφαιριστή, Μπάτσουνγκ Μπουτία. Ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής τόσο για γι’ αυτά που έκανε εντός των αγωνιστικών χώρων αλλά και εκτός αυτών, δίνοντας σπουδαία μαθήματα ζωής. Ο Μπουτία είχε την τύχη να αγωνιστεί και στις δύο ομάδες που προανέφερα, ενώνοντας το φανατικό τους κοινό, όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Το σημαντικότερο όλων βέβαια είναι το γεγονός πως αγωνίστηκε στην Αγγλία με τα χρώματα της Μπέρι, δίνοντας όραμα και ελπίδα σε όλα τα νέα παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο στην Ινδία για να ακολουθήσουν τα όνειρά τους.

Ο σπουδαίος Ινδός αθλητικογράφος, Μπαρμπάγκ Σαρμάχ έγραψε πρόσφατα για τον Μπουτία: «Ακόμα και μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, συνέχισε να αποτελεί μια κυριαρχική φιγούρα για το ποδόσφαιρο της Ινδίας. Πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε λατρεύοντας τον. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα παιδιά ξεκίνησαν να κλωτσάνε μια μπάλα, βλέποντας τις επιτυχίες του. Το σημαντικότερο πράγμα που έκανε ήταν να εμπνεύσει ένα έθνος να ασχοληθεί πραγματικά με το ποδόσφαιρο. Το άλλο -και ακόμα πιο σημαντικό- ήταν να σπάσει τα δεσμά για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές και να ακολουθήσει μια ξεκάθαρα δική του διαδρομή, ανοίγοντας το δρόμο για ακόμα πιο σημαντικά πράγματα, δείχνοντας σε ολόκληρο τον πλανήτη πως υπάρχει ποδόσφαιρο και στην δική του χώρα».

Τον Μπουτία τον έφερε στη Μπέρι, στην Φούτμπολ Λιγκ, το ’99 ο Νιλ Γουόρνοκ, κάνοντας τον τον πρώτο Ινδό ποδοσφαιριστή που αγωνίστηκε στην Ευρώπη (και την Αγγλία) μετά τον σπουδαίο Μοχάμεντ Σαλίμ, πίσω στο μακρινό 1936. Γνωστός και ως «ο ξυπόλητος ποδοσφαιριστής». Ο Μπουτία ήταν για πολλά χρόνια το κεντρικό πρόσωπο της Nike και της Adidas, στην Ινδία, κερδίζοντας πολλά εκατομμύρια. Βέβαια η δόξα και τα χρήματα δεν μπόρεσαν ποτέ να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του, τις αξίες του και τα ιδανικά του, πιστεύοντας πάντα σε ένα καλύτερο κόσμο. Όπως είχε μάθει δηλαδή από τα παιδικά του χρόνια, ζώντας φτωχικά και κλωτσώντας φθαρμένες μπάλες στο χωριό του, στο Σικκίμ στα ανατολικά Ιμαλάια. Μια απ’ τις πιο σημαντικές στιγμές του θα είναι πάντα η άρνηση του να τρέξει με την Ολυμπιακή Φλόγα στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου το 2008, διαμαρτυρόμενος, και βάζοντας ασπίδα υπεράσπισης για την Ελευθερία του Θιβέτ. Βέβαια ο κόσμος του ποδοσφαίρου θα τον θυμάται πάντα ως τον άνθρωπο που άνοιξε τον δρόμο, και έσπασε τα στερεότυπα, για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές στο να κάνουν μια καριέρα στην Ευρώπη, παίρνοντας -επιτέλους- ίσες ευκαιρίες με όλους τους άλλους και αποβάλλοντας από πάνω τους αυτό τον «ποδοσφαιρικό ρατσισμό».

Θυμάμαι τον προπονητή της Λιντς, Τζορτζ Γκρέιαμ, να δηλώνει, εκείνη την περίοδο: «Η Λίβερπουλ μπορεί να έχει τον Μάικλ Όουεν αλλά και εμείς έχουμε τον Χάρπαλ Σινγκ» για τον 20χρόνο ταλαντούχο επιθετικό του, που τελικά δεν μπόρεσε να καθιερωθεί. Ήταν η εποχή που οι Ινδοί δεν έφταναν στην Αγγλία για να παίξουν κρίκετ, αλλά και ποδόσφαιρο. Tελικά ο Σινγκ δεν μπόρεσε να καθιερωθεί στα «παγώνια» και λίγο καιρό αργότερα, έγινε και αυτός παίκτης της Μπέρι, δίπλα στον μέντορά του. Ήταν μια εξαιρετική περίοδος για αρκετούς Ινδούς ποδοσφαιριστές, μιας και το αγγλικό ποδόσφαιρο έδωσε το πράσινο φως σε πολλούς να δοκιμαστούν, μπας και μπορέσουν να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. Ο Αιβάρ Ουντίν βρέθηκε στην Γουέστ Χαμ, ο Μάικλ Τσόπρα στην Νιούκαστλ, ο Αμρίτ Σίντμπου στην Ντέρμπι, ο Ναβίν Σαρόγια στην Μπρέντφορντ και ο Ραβίντρα Μαθάρου επίσης στη Λιντς. Όλα αυτά δεν λένε -σχεδόν- τίποτα στην μεγαλύτερη μερίδα των ποδοσφαιρόφιλων, και το ταλέντο όλων των παραπάνω  -για να είμαι ειλικρινής- δεν ήταν τόσο μεγάλο για να σταθούν στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ και της Τσάμπιονσιπ, αλλά στα μάτια εκατομμυρίων Ινδών ήταν μια μεγάλη νίκη. Μια νίκη ισότητας. Επιτέλους μπορούσαν και αυτοί να δοκιμαστούν σε ένα επαγγελματικό χώρο με πολλά φώτα. Ο τοίχος είχε πλέον γκρεμιστεί και η λέξη ευκαιρία υπήρχε πλέον στα στόματα όλων των παιδιών που κλωτσούσαν μια μπάλα κάπου στην Ινδία. Όπως δηλαδή συνέβαινε με τα περισσότερα μέρη αυτού εδώ του κόσμου. Επιτέλους το όραμα που είχε ο Μαχάτμα Γκάντι για την ισότητα και την ελευθερία, και μέσα απ’ το ποδόσφαιρο- αποκτούσε σάρκα και οστά, έστω και μετά από πολλά χρόνια.

Ο Γκάντι είχε βρεθεί ως ασκούμενος δικηγόρος στην Νότια Αφρική το 1893 σε μια περίοδο που το ποδόσφαιρο είχε αρχίσει να γίνεται ευρέως γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκεί ανακάλυψε την δύναμη αυτού του νέου σπορ και το πώς (και πόσο) μπορούσε να επιδράσει θετικά στις μάζες. Μέσω αυτού του υπέροχου σπορ, ο σπουδαίος Ινδός ακτιβιστής, επαναστάτης και πολιτικός κατάφερε να φέρει πολύ κοντά μια διχασμένη από τον ρατσισμό μερίδα του κόσμου. Λευκούς και μαύρους. Για την ιστορία ο Γκάντι είχε δημιουργήσει την πρώτη ερασιτεχνική ομάδα ποδοσφαίρου από μη-λευκούς. Μια νίκη κατά του ρατσισμού, πολύ πριν απογειωθεί η μάχη κατά του Απαρτχάιντ από τον Νέλσον Μαντέλα. Αν και όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, ήταν ένας κάκιστος παίκτης, όσες φορές τουλάχιστον είχε προσπαθήσει να παίξει, έβλεπε στο ποδόσφαιρο αυτό που οι περισσότεροι θεωρητικοί της εποχής αδυνατούσαν να δουν. Την δύναμη που αυτό είχε. Την επίδρασή του στην κοινωνία, φέρνοντας τους ανθρώπους κοντά, ασχέτως χρώματος, θρησκείας και κοινωνικού-οικονομικού επιπέδου του καθενός. Βοήθησε μάλιστα να στηθούν τρεις ομάδες, στο Ντούρμπαν, στην Πρετόρια και φυσικά στο Γιοχανεσμπουργκ διαδίδοντας ένα άθλημα που μπορεί να μην γνώριζε καλά, αλλά έβλεπε σε αυτό, όλα τα καλά που μπορούσε να προσφέρει στην κοινωνία.

Το ποδόσφαιρο μπορεί να προσφέρει ένα μέσο για κοινωνικό διάλογο, όταν κάποιος νιώθει να απειλείται κάθε μορφή -και έννοια- δημοκρατίας και ισότητας. Ο Γκάντι -μέσω και του ποδοσφαίρου- ήταν ο πρώτος άνθρωπος της πολιτικής που μπόρεσε να αναγνωρίσει τον σημαντικό ρόλο που μπορούσε να διαδραματίσει το ποδόσφαιρο. Ένα σημαντικό ρόλο στην δημιουργία της ηθικής των μαζών, προωθώντας πάνω απ’ όλα την ισότητα και την ομαδικότητα του πνεύματος των παικτών και κατ’ επέκταση των θεατών. Ο Γκάντι έβλεπε το ποδόσφαιρο ως ένα σπουδαίο λαϊκό φαινόμενο (όπως και είναι) με τεράστιες δυνατότητες στο να κάνει τον κόσμο καλύτερο, προσφέροντας σε όλους όσους ασχολούνται με αυτό, την πνευματική διαύγεια για να κατανοήσουν καλύτερα το γενικό ομαδικό πνεύμα της κοινωνίας, την αγάπη προς τον πλησίον και φυσικά την αίσθηση της αλληλεγγύης, πράγματα δηλαδή που χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι για να γίνονται ολοένα και καλύτεροι. Πράγματα που ευτυχώς για όλο τον κόσμο κατάφερε να μεταλαμπαδεύσει στην ανθρωπότητα και να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Πράγματα που δυστυχώς στις εποχές που ζούμε, αυτοί που ηγούνται του ποδοσφαίρου αλλά πάνω απ’ όλα αυτοί που ηγούνται των εθνών δεν μπορούν -ή δεν θέλουν- να κατανοήσουν, κάνοντας τον κόσμο καλύτερο.

Ο Μέσι του Βιλερμπάν

  [2 Σχόλια]

Τη σεζόν 2013-2014 στη Λυών αποφάσισαν ότι ήρθε η στιγμή η πολύ καλή φουρνιά που είχαν στις ακαδημίες τους να περάσει στην πρώτη ομάδα. Έτσι πήραν έναν κορμό, τον τερματοφύλακα Αντονί Λόπες, το μπακ Σαμουέλ Ουμτιτί, τα χαφ Κορεντίν Τολισό και Ζορντάν Φερί και τους επιθετικούς Αλεξάντρ Λακαζέτ και Ναμπίλ Φεκίρ. Και ενώ τα φώτα έπεσαν αρκετά στους Λακαζέτ και Ουμτιτί, οι οποίοι ήδη έχουν πάρει μεγάλες μεταγραφές για αλλού, ο πρόεδρος Ολάς είχε πάθει έρωτα με τον Ναμπίλ Φεκίρ. Σε ερώτηση δημοσιογράφου στις αρχές του 2015 για τους νέους της ομάδας, και με τον Λακαζέτ να κάνει σούπερ χρονιά που κατέληξε να τον βγάλει πρώτο σκόρερ του Σαμπιονά, απάντησε «Ο Ναμπίλ είναι ο Μέσι μου».

Γεννημένος στο Βιλερμπάν (σαν να λέμε ότι γεννήθηκε στην Καλαμαριά) στις 18 Ιουλίου του 1993, ο Φεκίρ είναι γέννημα θρέμμα Λυωνέζος, ή όπως λένε και εκεί, «Γκον». Η Λυών, που έχει μαζί με τις Ρεν και Μονακό τις καλύτερες ακαδημίες στη Γαλλία, φυσικά τον ανακάλυψε νωρίς και ο μικρός Ναμπίλ μπήκε στα παιδικά τμήματα των Γκον από την ηλικία των 12. Εκεί όμως οι προπονητές του τον έβρισκαν πολύ μικρό και αδύναμο και τελικά τον έδιωξαν. Όπως βέβαια έχει συμβεί σε πάμπολλες περιπτώσεις μικροκαμωμένων (Ματιέ Βαλμπουενά, ακούς;), ο Φεκίρ πήγε μια βόλτα σε διάφορες ακαδημίες συλλόγων στην κοιλάδα του Ροδανού, με μοναδικό στόχο της ζωής του να επιστρέψει στη Λυών. Εντάξει, κανείς δεν ξέρει τις Τοκέν Βιλερμπάν, Π.Σ. Βωλ και Καλουίρ στις οποίες πήγε, αλλά τη Σεντ Ετιέν που τον ζήτησε την ξέρουμε. Εκεί ο Φεκίρ, ως γνήσιος Γκον, απάντησε «Στους εχθρούς δεν πάω. Θέλω να αποδείξω στη Λυών ότι έκανε λάθος». Με προσωπική παρέμβαση του Ολάς, που τον είδε σε κάποιο αγώνα κυπέλλου νέων της περιοχής του Ροδανού, επιστρέφει τελικά στη Λυών στα 17 του.

Ντεμπουτάρει στα ματς προκριματικών του Τσαμπιολί κόντρα στη Ρεάλ Σοθιεδάδ. Θα παίξει στη ρούκι χρονιά του 17 ματς, σκοράροντας ένα γκολ και δίνοντας 2 ασίστ. Δεν ήταν αυτό που περίμεναν, αλλά όλη η Λυών τον πιστεύει πάρα πολύ. Ο μικρός ξεκίνησε σαν αριστερός εσωτερικός μέσος και μετά πέρασε δεύτερος επιθετικός. Εκεί την επόμενη χρονιά με το Λακαζέτ σκίζουν χασέδες. Ο Φεκίρ τελειώνει τη χρονιά με 16 γκολ και 9 ασίστ και ο Λακαζέτ με 32 γκολ και 7 ασίστ. Ο Φεκίρ όμως εκτός από γκολ και ασίστ κάνει και άλλα πράγματα στο γήπεδο. Κατεβαίνει χαμηλά να κάνει παιχνίδι, πάει στο πλάι να ανοίξει τις άμυνες, δοκιμάζει δύσκολες κάθετες, προστατεύει με το σώμα του τη μπάλα, ντριπλάρει με αυτό, ντριπλάρει γενικά. Με ύψος 1,73 και με το καλό του πόδι να είναι το αριστερό ο πρόεδρος είναι ξεκάθαρος: «Είναι ο Μέσι μου».

Με τις εμφανίσεις του και με την προοπτική του Γιούρο στη Γαλλία την επόμενη χρονιά ο Φεκίρ και ο Λακαζέτ δεν γίνεται να αγνοηθούν. Και οι δύο άλλωστε είχαν παίξει ματς με τη Γαλλία σε επίπεδο νέων. Με το Φεκίρ όμως δημιουργείται μια τεράστια ιστορία. Ο πατέρας του πριν τη διακοπή για τις εθνικές του Μαρτίου του 2015 βγαίνει και δηλώνει ότι ο γιος του θα επιλέξει να αγωνιστεί με την εθνική Αλγερίας, για να τιμήσει την καταγωγή του. Η οικογένεια του Φεκίρ κατάγεται από τη Φατζάνα της Αλγερίας, τόσο από την πλευρά του πατέρα του, όσο και από την πλευρά της μητέρας του. Εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία μόλις ένα χρόνο πριν γεννηθεί ο Ναμπίλ και η σχέση με την Αλγερία ήταν ακόμα πολύ έντονη. Ο Ναμπίλ δηλώνει στην Εκίπ ότι θα επιλέξει μέσα στις προσεχείς δύο εβδομάδες. Ο Ντεσάμπ λέει ότι η απόφαση είναι του παίχτη και ο Κριστιάν Γκουργκίφ, ο μπαμπάς του Γιοάν, προπονητής της εθνικής Αλγερίας, λέει ότι ο παίχτης θα επιλέξει την Αλγερία. Στη Γαλλία γίνεται πανικός σε εφημερίδες και πάνελ. Παράλληλα ο Γκουργκίφ τον καλεί κανονικά για τα φιλικά με το Ομάν και το Κατάρ, λέγοντας ότι τον κάλεσε διότι του είπε στο τηλέφωνο ο ίδιος ότι θα επιλέξει την Αλγερία. Τελικά, ο Φεκίρ βγαίνει στην Εκίπ και λέει «Η Γαλλία. Αυτή είναι η επιλογή μου». Και βάζει κερασάκι ότι «η συζήτηση που είχα με τον Ντιντιέ Ντεσάμπ ήταν πολύ πειστική». Έτσι για να αφήσει ξενερωμένους τους πάντες.

Λυωνέζικοι Αλγερινοί κύκλοι λένε ότι η σχέση με τον πατέρα του όχι απλώς χάλασε, αλλά δεν επανήλθε ποτέ. Πριν λίγο καιρό στη Λιμπερασιόν υπήρξε ένα άρθρο για τον Φεκίρ και ο αρθρογράφος (Γκρεγκορί Σναιντέρ) έγραφε ότι υπήρξε αυτό το καλοκαίρι μια προσπάθεια συμφιλίωσης στην αυλή του παππού, με όχι ξεκάθαρα όμως αποτελέσματα. Οι ίδιοι κύκλοι μετά τον τραυματισμό του, ρήξη χιαστών, τον Ιούλιο του 2015 με τη φανέλα της εθνικής Γαλλίας στο φιλικό κόντρα στην Πορτογαλία, έγραφαν ότι το αντιμετώπισαν ως χτύπημα από τον Αλλάχ.

Όσο οι Ουμτιτί, Τολισό και Λακαζέτ παίρνουν μεταγραφές εκατομμυρίων και πάνε για το παραπάνω βήμα, ο Φεκίρ μένει στη Λυών λόγω του τραυματισμού που τον άφησε τόσο πίσω. Την επόμενη σεζόν παίζει μόλις 9 ματς με τη Λυών και ένα με την εθνική. Μετά επανέρχεται βέβαια. Σεζόν 2016-2017, 51 ματς, 14 γκολ, 13 ασίστ. Επόμενη σεζόν, ίδιος αριθμός ματς 24 γκολ, 7 ασίστ. Αλλά πολύ, μα πολύ, περισσότερο παιχνίδι. Πλέον παίζει κάπου ανάμεσα στο κέντρο και στην επίθεση. Κάπως σαν τον Μέσι, κάπως σαν τον Ινιέστα. Παρά τις παραινέσεις του τμήματος μάρκετινγκ της Λυών να πάρει το 10, συνεχίζει να φοράει το 18. Την ημερομηνία γέννησής του. Και μια και είναι ο Μέσι τους, στο ντέρμπι με τη γειτονική Σεντ Ετιέν την περασμένη σεζόν, όταν κάνει το 0-5 μέσα στο Ζοφρουά Γκισάρτ βγάζει τη φανέλα του και τη δείχνει στους οπαδούς. Είναι το δεύτερό του γκολ στο ματς και μάλλον αντίδραση για τα «Βρωμοαλγερινέ» που ακούει από την εξέδρα σε όλον τον αγώνα.

Το καλοκαίρι που πέρασε ο Φεκίρ έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής παίζοντας ως αλλαγή συνήθως με την εθνική Γαλλίας. Η απόφασή του να επιλέξει τη Γαλλία αντί της Αλγερίας του έδωσε αυτή τη δυνατότητα. Παράλληλα σχεδόν πήρε τη μεταγραφή που έλειπε για να περάσει στην ελίτ. Η Λίβερπουλ τον είχε κλεισμένο, είχε δώσει συνέντευξη και στο κανάλι των Ρεντς, αλλά τελευταία στιγμή η μεταγραφή ακυρώθηκε. Η Λίβερπουλ είπε για ιατρικούς λόγους, το πληγωμένο του γόνατο. Η Λυών δεν είπε και πολλά, αλλά οι Αλγερινοί κύκλοι λένε για προμήθειες που ζήτησαν οι Αλγερινοί Λυωνέζοι τελευταία στιγμή. Η Λίβερπουλ είπε να μην μπλέξει σε περίπτωση (Ματιέ Βαλμπουενά κλείσε τα αφτιά σου) Μπενζεμά με σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες και αποσύρθηκε. Ο Ολάς είπε ότι θα μείνει να βοηθήσει τη Λυών να προχωρήσει στο Τσαμπιολί. Και στο ματς με τη Σαχτάρ όπου κρινόταν η πρόκριση έγινε πάλι ο Μέσι του Βιλερμπάν. Με μια κάθετη στον Τραορέ που το έχασε και μετά με ένα γκολ που θύμισε αρκετά τον Αργεντίνο έδωσε την πρόκριση στη Λυών.

Ο ίδιος είναι πλέον αρχηγός της ομάδας που υποστηρίζει από παιδί. Ζει τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του και όταν τον ρώτησαν για τη Λίβερπουλ είπε το ίδιο που είχε πει στα 14 του για τη Λυών. «Η ιστορία δεν τελείωσε. Θέλω να τους αποδείξω ότι έκαναν λάθος».

Ο οπαδός που σκότωσε το ίνδαλμα του

  [7 Σχόλια]

Τον αποκάλεσαν «Τζόρτζ Μπεστ της Ιταλίας». Ήταν χαρισματικός, ζόρικος, αντισυμβατικός. Μπορούσε να ντριπλάρει τους καλύτερους αμυντικούς με την ίδια ευκολία που προκαλούσε τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής με τον τρόπο ζωής του. Σε μια περίοδο που στην Ιταλία κυριαρχούσε η ποδοσφαιρική πειθαρχία του Ελένιο Ερέρα ο Λουίτζι Μερόνι ήταν η διέξοδος όλων όσων επιζητούσαν κάτι διαφορετικό, κάτι πιο καλλιτεχνικό, αυθόρμητο και γεμάτο φαντασία. Όπως έγραψε κάποτε και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζιάνι Μπρέρα: «Ήταν το σύμβολο μιας κοινωνικής ελευθερίας σε μια χώρα γεμάτη επιτήδειους κομφορμιστές».

Ο «Τζίτζι» Μερόνι ξεκίνησε την καριέρα του από το Κόμο αλλά έκανε το όνομα του στη Τζένοα στις αρχές της δεκαετίας του 60′. Το ταλέντο του ξεχώριζε εύκολα και μετά από μόλις δυο σεζόν η Τορίνο έσπασε το ρεκόρ μεταγραφής για νεαρό παίκτη, δίνοντας γι’αυτόν 300 εκατομμύρια λιρέτες. Το ποσό ήταν τόσο μεγάλο που ο πρόεδρος της Τζένοα δεν μπορούσε να αρνηθεί αλλά ακόμα κι έτσι οι διαμαρτυρίες ήταν έντονες. Ο κόσμος της ομάδας λάτρευε το ‘7αρι’ του και θεώρησε προδοσία την αποδοχή της πρότασης. Παρόμοιες ενστάσεις είχε και ο προπονητής του, ο Αργεντινός Μπέντζαμιν Σάντος, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε διακοπές στην Ισπανία. Ο μύθος λέει ότι όταν έμαθε πως ο παίκτης του πουλήθηκε, μπήκε στο αμάξι του αποφασισμένος να γυρίσει επειγόντως στη Γένοβα για να παραιτηθεί αλλά εξαιτίας της νευρικότητας του, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και έπεσε πάνω σ’ένα δέντρο. Μέσα σε λίγες μέρες η Τζένοα έχασε και το μεγάλο της αστέρι και τον προπονητή της!

Στο Τορίνο η καριέρα και η φήμη του Μερόνι απογειώθηκαν. Οι κούρσες του στη δεξιά πλευρά ήταν κάτι σαν ατραξιόν όλου του πρωταθλήματος. Όταν έπαιρνε τη μπάλα οι θεατές ξεσηκωνόταν, ξέροντας ότι πιθανόν θα ακολουθήσει κάτι εντυπωσιακό. Αν και λόγω του στυλ του μάζευε τις κλωτσιές με το τσουβάλι, αρνιόταν να εκτελέσει τα κερδισμένα πέναλτι, αφού θεωρούσε πως ήταν ξενέρωτα και χωρίς καμία ομορφιά. Με θέση, νούμερο και στυλ ίδια με του Τζόρτζ Μπεστ οι συγκρίσεις δεν άργησαν να γίνουν. Οι ομοιότητες τους δεν σταματούσαν εντός των τεσσάρων γραμμών.

Ο τρόπος ζωής του Μερόνι σκανδάλιζε αρκετούς, ακόμα και εκτός ποδοσφαίρου. Το γεγονός ότι έμενε σε μια σοφίτα με την ερωμένη του, Κριστιάνα, η οποία όμως ήταν ακόμα παντρεμένη με έναν σκηνοθέτη (σύμφωνα με τα γκόσιπ της εποχής ο γάμος έγινε μετά από πιέσεις των γονιών της), ήταν για καιρό το αγαπημένο σκάνδαλο των ΜΜΕ της Ιταλίας ενώ αποτέλεσε και πρόβλημα μετά το θάνατο του, αφού η εκκλησία τον θεωρούσε «αμαρτωλό». Η άρνηση του στην προτροπή του ομοσπονδιακού τεχνικού Εντμόντο Φάμπρι να κόψει πιο κοντά τα μαλλιά του τον άφησε εκτός εθνικής για αρκετό καιρό αλλά οι εμφανίσεις του στο πρωτάθλημα ήταν τόσο εντυπωσιακές που ο Φάμπρι συμβιβάστηκε και τον πήρε τελικά μαζί του στο Μουντιάλ του 1966. Εκεί καταδέχτηκε να τον χρησιμοποιήσει μόνο στο ματς με τη Σοβιετική Ένωση, με αποτέλεσμα η Ιταλία να αποκλειστεί από τη Β. Κορέα, σε μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις όλων των εποχών που φυσικά οδήγησε και στην απόλυση του.

Όσα στερήθηκε η εθνική εν τη απουσία του τα γευόταν ο κόσμος της Τορίνο. Κάθε Κυριακή ο Μερόνι, με τα περίεργα μούσια του (όταν ξυρίστηκε έγινε ολόκληρο θέμα στις εφημερίδες) και τις κάλτσες πάντα κατεβασμένες χαμηλά, έδινε μια διαφορετική παράσταση στον αγωνιστικό χώρο και η λατρεία των φιλάθλων άγγιζε τα επίπεδα λατρείας που εισέπρατταν οι ροκ σταρς. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το μαλλί του ήταν επηρεασμένο από τους αγαπημένους του Beatles. Tα περισσότερα μουσικά ακούσματα του πάντως προερχόταν από τη τζαζ, ένα είδος που αγαπούσε ιδιαίτερα γιατί το θεωρούσε διαφορετικό και απελευθερωτικό. («Τζαζ σημαίνει ελευθερία. Αληθινή ελευθερία. Ελευθερία να εκφραστείς. Ελευθερία να εξερευνήσεις. Ελευθερία να βγάλεις τα εσώψυχα σου» όπως έχει πει και ο σπουδαίος Χέρμπι Χάνκοκ.) Εκτός από τη μουσική είχε αδυναμία στη λογοτεχνία, την ποίηση, τα περίεργα ρούχα και τη ζωγραφική, την οποία μάλιστα εξασκούσε τόσο συχνά που την αποκαλούσε «η κανονική μου δουλειά».

«What’s that?»
«I don’t know»
«When you don’t know what it is, it’s jazz!»
(The Legend of 1900)

Ανάμεσα στους χιλιάδες θαυμαστές του ήταν και ο Τζιάνι Ανιέλι, που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει από την εποχή που αγωνιζόταν στη Τζένοα. Η δεύτερη προσπάθεια του έγινε το καλοκαίρι του 1967. Ο Μερόνι είχε ήδη κλείσει τρία χρόνια στην πόλη και είχε πείσει τους πάντες για την αξία του. Σε μια από τις πιο γνωστές παραστάσεις του είχε οδηγήσει την Τορίνο με ένα υπέροχο γκολ, σε ένα σπουδαίο διπλό μέσα στο Σαν Σίρο επί της παντοδύναμης τότε Ίντερ, που είχε να χάσει εντός έδρας τρία ολόκληρα χρόνια! «Λένε ότι είμαι λίγο τρελός. Γι’αυτό υποθέτω πετυχαίνω και τέτοια γκολ. Κάνω τρελά πράγματα για να προκαλέσω τους αντιπάλους μου και να ξεσηκώσω το κοινό» δήλωσε μετά από εκείνο το ματς.

Το περιεχόμενο της πρότασης της Γιουβέντους δεν έγινε ποτέ επίσημα γνωστό. Οι δημοσιογράφοι μιλούσαν όμως για ένα ποσό που ξεπερνούσε τα 750 εκατομμύρια! Ο Ανιέλι στηριζόταν στο γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση της Τορίνο δεν ήταν καθόλου καλή. Οι αντιδράσεις όμως ήταν άμεσες και πολλές. Με το που ακούστηκε η πρώτη φήμη, οι οπαδοί της Τορίνο βγήκαν στους δρόμους ενώ τα τηλέφωνα στα γραφεία του συλλόγου δεν σταμάτησαν να χτυπάνε. Το μήνυμα τους ήταν απλό: «Μην τολμήσετε να δώσετε τον Μερόνι στη Γιουβέντους». Η κατάσταση είχε ξεφύγει τόσο που αρκετοί οπαδοί της Τορίνο που εργαζόταν στη FIAT του Ανιέλι, απείλησαν τους εργοδότες τους ότι θα κατέβαιναν σε απεργία αν προχωρούσε η μεταγραφή. Υπό την πίεση του κόσμου, οι δυο ομάδες έκαναν πίσω κι έτσι η νέα σεζόν ξεκίνησε με τον Μερόνι να φοράει ξανά τη φανέλα της Τορίνο. Όπως αποδείχτηκε αυτή θα ήταν και η τελευταία του.

Στις 15 Οκτωβρίου 1967 και λίγη ώρα μετά το τέλος του αγώνα με τη Σαμπντόρια, ο Τζίτζι Μερόνι δέχτηκε την πρόσκληση του συμπαίκτη του Φαμπρίτσιο Πολέτι να πάνε για ένα ποτό. Διασχίζοντας έναν κεντρικό δρόμο του Τορίνο στάθηκαν για λίγο στη μέση, περιμένοντας ένα κενό που θα τους επέτρεπε να περάσουν. Όταν ένα αμάξι από την απέναντι λωρίδα πέρασε ξυστά από τα πόδια τους, έκαναν ασυναίσθητα ένα βήμα προς τα πίσω για να το αποφύγουν. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή όμως από την αντίθετη πλευρά ερχόταν ένα 124 Fiat Coupe. Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά που ο οδηγός του δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η πρόσκρουση με το σώμα του Μερόνι δεν ήταν πολύ δυνατή αλλά ήταν αρκετή για να τον πετάξει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Εκεί τον πέτυχε ένα ακόμα διερχόμενο όχημα, που τον έσυρε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά. Λίγη ώρα αργότερα στο νοσοκομείο ανακοινώθηκε ο θάνατος του. Ήταν 24 χρονών.

Όλη η χώρα έπεσε σε πένθος. Η τραγωδία χτυπούσε την ομάδα για δεύτερη φορά, αφού δεν είχαν περάσει ούτε δυο δεκαετίες από τη μέρα που το αεροπλάνο που μετέφερε την «Μεγάλη Τορίνο» συνετρίβη στο λόφο Σουπέργκα. (Μια ακόμα τραγική ειρωνεία: Ο πιλότος του αεροπλάνου λεγόταν Πιερλουίτζι Μερόνι!). Στην κηδεία του παρευρέθηκαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσα τους και αρκετοί οπαδοί της Γιουβέντους. Ο πρόωρος χαμός του συγκλόνισε τόσο τον κόσμο, που λίγους μήνες μετά ένας οπαδός της Τορίνο πήγε στο νεκροταφείο και ξέθαψε το πτώμα του. Όταν συνελήφθη από την αστυνομία, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Μερόνι σκοτώθηκε και ήθελε να το δει με τα μάτια του.

Η ζωή και ο τραγικός θάνατος του Τζίτζι Μερόνι έγιναν αργότερα ποίημα, βιβλίο, θεατρικό έργο, θέμα έκθεσης ζωγραφικής και πρόσφατα και ταινία ενώ στο μνημείο που στήθηκε δίπλα στο σημείο του δυστυχήματος περαστικοί οπαδοί της Τορίνο αφήνουν συχνά λουλούδια.

Ο Ατίλιο Ρομέρο ήταν μόλις 19 χρονών, όταν το Fiat του χτύπησε έναν πεζό που προσπαθούσε να περάσει το δρόμο. Το πρώτο σοκ ήταν μεγάλο αλλά δεν συγκρίνεται με αυτό που βίωσε λίγα λεπτά αργότερα όταν ακινητοποίησε το αμάξι του, έτρεξε να δει σε τι κατάσταση ήταν ο άνθρωπος που μόλις είχε χτυπήσει και συνειδητοποίησε ποιος ήταν. Ο Ρομέρο δεν ήταν απλά φανατικός οπαδός της Τορίνο, που όπως και ο Μερόνι έφευγε από το γήπεδο στο οποίο η ομάδα του μόλις είχε κερδίσει τη Σαμπντόρια. Ήταν και μεγάλος θαυμαστής του δεξιού εξτρέμ της ‘Γκρανάτα’. Λίγους μήνες πριν συμμετείχε στις διαμαρτυρίες για την φημολογούμενη πώληση του, το σπίτι του ήταν μερικά μέτρα μακριά από το σπίτι του Μερόνι, το δωμάτιο του ήταν γεμάτο αφίσες του, το ντύσιμο και το μαλλί του ήταν επηρεασμένα από αυτά του ήρωα του ενώ η λατρεία του ήταν τέτοια που ακόμα και στο αμάξι του υπήρχε μια εικόνα του Ιταλού παίκτη!

«Στην αρχή βίωσα τα πάντα λες και έχουν συμβεί σε κάποιον άλλον. Έβλεπα τη φωτογραφία μου στα πρωτοσέλιδα αλλά ήταν πολύ μεγάλη η τραγωδία για να αποδεχτώ ότι σχετιζόμουν κι εγώ. Με τον καιρό όμως, ο πόνος ήρθε και δυνάμωνε συνεχώς. Έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον 10 χρόνια για να σταματήσω να έχω συνέχεια εφιάλτες. Σήμερα μετά από τόσα χρόνια υποφέρω ακόμα από μια ατέλειωτη μελαγχολία. Άλλωστε μένω ακόμα στο ίδιο σπίτι, 200 μέτρα από το σημείο της τραγωδίας. Σχεδόν κάθε μέρα περνάω από το μνημείο που μου υπενθυμίζει τι συνέβη εκεί. Ένα κόκκινο φανάρι να με είχε πιάσει και όλα θα ήταν διαφορετικά. H αίσθηση της ενοχής νομίζω ότι θα με συντροφεύει μέχρι το τέλος της ζωής μου.» Ο Ρομέρο πήγε μόνος του στο αστυνομικό τμήμα εκείνο το βράδυ αλλά απαλλάχθηκε απ’όλες τις κατηγορίες αφού θεωρήθηκε ότι δεν ήταν δικό του το λάθος.

Οι απίστευτες συμπτώσεις όμως δεν σταμάτησαν σ’εκείνη τη μοιραία συνάντηση του ινδάλματος με τον θαυμαστή του. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2000, ο Ατίλιο Ρομέρο έγινε πρόεδρος της Τορίνο! «Η ζωή μου ήταν πάντα συνυφασμένη με την ιστορία της Τορίνο και στις καλές και στις κακές στιγμές» δήλωσε κάποια στιγμή. Κάποιοι οπαδοί δεν τον συγχώρεσαν ποτέ ενώ έφτασαν να σηκώσουν ακόμα και πανό «Ρομέρο, δολοφόνε». Όπως αποκάλυψε πρόσφατα, έκανε καιρό να βρει το κουράγιο να επιστρέψει στο γήπεδο. Έτσι, το ιστορικό ματς με τη Γιουβέντους το φθινόπωρο του 1967 το άκουσε από το ράδιο.

Το παιχνίδι διεξήχθη λίγες μόλις μέρες μετά την κηδεία. Ο Γαλλοαργεντινός επιθετικός Νέστορ Κομπέν ήταν o αποδέκτης των περισσότερων ασίστ του Μερόνι και ο καλύτερος φίλος του εκτός γηπέδου, ο άνθρωπος με τον οποίο περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του, όταν δεν ζωγράφιζε ή δεν ήταν με την Κριστιάνα. Συνήθως έπιναν μπύρες και έπαιζαν μπιλιάρδο μετά τα παιχνίδια, παρέα με απλούς οπαδούς της Τορίνο. Το μοιραίο βράδυ ήταν να πάει μαζί του για ποτό αλλά τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη γιατί ένιωθε κουρασμένος από το παιχνίδι που είχε προηγηθεί. Λίγη ώρα μετά, τον ενημέρωσαν πως ο φίλος του ήταν νεκρός.

Ο Κομπέν κατέρρευσε. Ανέβασε πυρετό, το στομάχι του έγινε κόμπος και για αρκετές μέρες δεν έτρωγε τίποτα και δεν κοιμόταν καθόλου. Όταν έμαθε ότι το ντέρμπι με τη Γιουβέντους θα διεξαχθεί κανονικά αρνήθηκε να λάβει μέρος. Λίγο πριν τη σέντρα όμως άλλαξε γνώμη. Αν και φανερά επηρεασμένος από την ασθένεια του και τις μέρες που πέρασε κλινήρης, έκανε το ματς της ζωής του, σκοράροντας 3 φορές μέχρι το 60′! Ο θρίαμβος της Τορίνο ολοκληρώθηκε εξίσου συμβολικά στο 67ο λεπτό, όταν ο νεαρός Αλμπέρτο Καρέλι πέτυχε το τελικό 0-4, φορώντας τη φανέλα του Μερόνι με το νούμερο 7. Εκείνο ήταν το πρώτο γκολ του Καρέλι με τη φανέλα της Τορίνο. Οι πιο ρομαντικοί οπαδοί της πιστεύουν ότι το γκολ το έβαλε η φανέλα και όχι ο παίκτης.

Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει από τότε και η Τορίνο δεν έχει κερδίσει ξανά την μεγάλη αντίπαλο της με τόσο ευρύ σκορ. Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει και η Τορίνο δεν έχει βρει ξανά ένα ταλέντο σαν αυτό του Τζίτζι Μερόνι, του παίκτη που μπορούσε να ντριπλάρει τους πάντες. Εκτός από εκείνο το καταραμένο Fiat που οδηγούσε ένας από τους μεγαλύτερους θαυμαστές του.