Το Χρυσό Μυστρί του Λεονάρντο Ζαρντίμ

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Λεονάρντο Ζαρντίμ είναι Πορτογάλος και γεννήθηκε στη Βαρκελώνη. Τη Βαρκελώνη της Βενεζουέλας. Για αρκετά χρόνια, πιστεύαμε πως αυτή η πληροφορία ήταν το μόνο αξιοσημείωτο γεγονός στην καριέρα και τη ζωή του. Εντάξει, πέρασε κι από τον Ολυμπιακό, απ΄όπου έφυγε στα μισά της σεζόν, με την ομάδα αήττητη στο πρωτάθλημα και καμιά δεκαριά βαθμούς μπροστά από τη δεύτερη, επειδή δεν προσέφερε αρκετά θεαματικό ποδόσφαιρο. Αλλά αυτό ακόμη κι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι φίλοι κι ο πρόεδρος του Ολυμπιακού, προτιμούν να το ξεχάσουν, ειδικά τώρα. Για να είμαστε δίκαιοι, πάντως, είχαν θυμηθεί να του στείλουν το μετάλλιο του πρωταθλητή ώστε να πλουτίσει τη φτωχή συλλογή του.

Αδιάφορο παρουσιαστικό, χλιαρή συμπεριφορά, ποδοσφαιρική καριέρα ανύπαρκτη –έπαιξε κυρίως χάντμπολ–, πέρασμα από τον πάγκο διάφορων πορτογαλικών, όχι ιδιαίτερα φωτογενών, ομάδων όπου είχε επιτυχίες χωρίς ποτέ να κατακτήσει τίτλο στην υψηλή κατηγορία. Όταν, προς γενική έκπληξη, ήρθε στη δευτεραθλήτρια Μονακό του Ρώσου μεγιστάνα Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ το καλοκαίρι του 2014 για να αντικαταστήσει τον χαρισματικό κι αγαπησιάρη Κλάουντιο Ρανιέρι, πολλοί σκέφτηκαν ότι οι φιλοδοξίες –δηλαδή το μπάτζετ– της ομάδας, περιορίστηκαν δραματικά. Δεν έκαναν λάθος.

Η αρχή ήταν δύσκολη. Ο Χάμες Ροντρίγκεζ μοσχοπουλιέται, ο Ραδαμέλ Φαλκάο φεύγει δανεικός αφού έχει αρχίσει το πρωτάθλημα, ο διαβόητος Πορτογάλος ατζέντης Ζόρζε Μέντεζ τρίβει τα χέρια του. Μετά τις δυο ήττες στις δυο πρώτες αγωνιστικές οι οπαδοί διαμαρτύρονται βίαια –για οπαδοί της Μονακό. (Υπενθυμίζουμε ότι οι λιγοστοί Μονεγάσκοι, οι οποίοι σπάνια γεμίζουν τα 18.523 κίτρινα καρεκλάκια του σταδίου Λουί ΙΙ, υποχρεώνονται να περάσουν τα σύνορα για να πιουν μια μπύρα πριν το γήπεδο διότι η κατανάλωση αλκοόλ απαγορεύεται τις ημέρες του ματς).

«Αν ποτέ δεν σε ζαλίζει του θριάμβου το κρασί»:  Ράντγιαρντ Κίπλινγκ,  «Αν»

Κι ο Ζαρντίμ; «Πολύ καλός ο Φαλκάο αλλά έφυγε. Συνεχίζουμε να δουλεύουμε». Τα ίδια πάνω κάτω είπε όταν την επόμενη σεζόν πουλήθηκαν και οι αντικατάστάτες του Φαλκάο και του Ροντρίγκεζ. Το συμπέρασμα βγήκε εύκολα: τα κύρια προτερήματα του νέου προπονητή ήταν η ικανότητά του να κάνει ό,τι του λένε και το ότι μιλούσε πορτογαλικά. Λίγοι πρόσεξαν ότι ο ίδιος δεν είχε μάνατζερ τον Μέντεζ και ότι οι προπονητές είναι βασικό εξαγώγιμο προϊόν της πορτογαλικής οικονομίας.

Η Μονακό συνέχισε να δουλεύει πολύ, σύμφωνα με τις επιθυμίες του Ζαρντίμ, ο οποίος παρατήρησε γρήγορα την τάση των νεαρών Γάλλων παικτών να τεμπελιάζουν. Άρχισε να φέρνει αποτελέσματα χωρίς να βγάζει μάτια με την απόδοσή της. Οι σκέψεις που αρχίζουν με το περίφημο «μόνο στην Ελλάδα…» είναι πάντα λανθασμένες: ο Πορτογάλος δεν γλίτωσε την άγρια κριτική ούτε στο Πριγκιπάτο. Εικάζουμε πως αν δεν απολύθηκε μετά την περσινή τελευταία αγωνιστική, την ταπεινωτική εξάρα από τη Λυόν και την απώλεια της δεύτερης θέσης, είναι επειδή ακριβώς ο ιδιοκτήτης της Μονακό δεν ήταν φίλαθλός της από παιδί –και ούτε συνηθίζει να κατεβαίνει στον αγωνιστικό χώρο με το πουκάμισο έξω από το παντελόνι του κι ένα κουμπί να λείπει.

Τα προηγούμενα χρόνια, γράφτηκαν πολλά: «ο Ζαρντίμ καταστρέφει το ποδόσφαιρο», «αν έπαιζε τέτοια μπάλα Γάλλος προπονητής θα τον είχαν πάρει με τις πέτρες», «είναι βασανιστήριο να τους βλέπεις να παίζουν». Ορισμένοι καλοπροαίρετοι μετρούσαν πόσες φορές η Μονακό, με κύριο προσόν τη σφιχτή άμυνα, κέρδιζε με ένα γκολ διαφορά, γκολ που έμπαινε συνήθως στο β΄ ημίχρονο. Το 2014-15 κατάφερε να τερματίσει πρώτη στον όμιλό της στο Τσάμπιονς Λιγκ έχοντας βάλει όλα κι όλα τέσσερα γκολ σε έξι αγώνες –το ότι τα έβαλε μαζεμένα μετά στην Άρσεναλ θεωρήθηκε τυχαίο. Ο Ζαρντίμ δεν μασάει, είναι Πορτογάλος και ξέρει από νίκες με μισό-μηδέν: «Και νίκες και ωραία μπάλα; Αυτά είναι για την Μπαρτσελόνα».

Εν ολίγοις, η ομάδα ήταν μέσα στους στόχους της αλλά δεν ήταν σέξι. Κάτι σαν τον προπονητή της.

Ένα εκπαιδευμένο μάτι θα μπορούσε ίσως να υποψιαστεί, αν όχι τι μας περίμενε φέτος, τουλάχιστον ότι πίσω από το αφελές, ελαφρά προγναθικό χαμόγελο του Ζαρντίμ κρυβόταν κάποιος που πιθανότατα μας κορόιδευε μέσα στα μούτρα μας. Κατ΄αρχάς, κανείς δεν πιστεύει πλέον ότι μιλάει ακόμη τόσο χάλια γαλλικά και κυρίως ότι επιμένει να τα μιλάει δημόσια. Κυκλοφορούν διάφορα βίντεο όπου τον ακούμε να δίνει συνεντεύξεις τύπου, με ταυτόχρονο υποτιτλισμό στα κανονικά γαλλικά των όσων μοιάζει να λέει: δεν βγαίνει νόημα αλλά ο ίδιος είναι σοβαρότατος και, κυρίως, λαλίστατος, είτε όταν αποκαλύπτει ότι αφήνει μούσι γιατί παρατήρησε πως είναι στη μόδα είτε όταν ανακαλεί τη σκέψη μεγάλων προπονητών: «Το 1910, ο ποιητής Ράντγιαρντ Κίπλινγκ έγραψε ότι η νίκη και η ήττα είναι δυο απατεώνες που μας κάνουν να αλλάζουμε συμπεριφορά. Εμείς διατηρούμε την ίδια ηρεμία στις ήττες και τις νίκες»». Ο συμπατριώτης του, Σέρζιο Κονσεϊσάο, προπονητής της Ναντ, αποκάλυψε πρόσφατα ότι δυσκολεύεται να τον καταλάβει ακόμη κι όταν μιλάει πορτογαλικά.

Αντίθετα, ο Λεονάρντο Ζαρντίμ χειρίζεται ωραιότατα την ειρωνεία. Το 2016 και παρά τις επιτυχίες της Μονακό, δεν ήταν ανάμεσα στους τέσσερις υποψήφιους για τον τίτλο του καλύτερου προπονητή της Λιγκ 1: «Οι τέσσερις υποψήφιοι είναι οι τέσσερις καλύτεροι Γάλλοι προπονητές. Εγώ διαγωνίζομαι για καλύτερος Πορτογάλος οικοδόμος. Με την ευκαιρία, στέλνω τους χαιρετισμούς μου σε όλους τους Πορτογάλους οικοδόμους που με ακούν». Στη διάρκεια της πολύχρονης δικτατορίας του Σαλαζάρ, πολλοί συμπατριώτες του είχαν πάρει τον δρόμο της ξενιτιάς για τη Γαλλία, όπου και διέπρεψαν σε βοηθητικές και κακοπληρωμένες δουλειές, πολύ συχνά ως θυρωροί και οικοδόμοι. Το «Πορτογάλος οικοδόμος» υπήρξε, λοιπόν, ιστορικά ο πρόγονος του «Πολωνού υδραυλικού». Φέτος, όταν επιτέλους αναγνωρίστηκε κάπως το έργο του–και χρειάστηκε ένα πρωτάθλημα κι ο ημιτελικός του Τσάμπιονς Λιγκ γι΄αυτό– σχολίασε: «Τα προηγούμενα χρόνια είχα κερδίσει το Χρυσό Μυστρί. Αν φέτος τα πάω καλύτερα, θα έχω σημειώσει κάποια πρόοδο». Ο Λεονάρντο δεν ξεχνά.

Ούτε την υπόσχεση που είχε δώσει έφηβος στον πατέρα του, μια μέρα που παρακολουθούσαν μαζί την ομάδα τους, τη Σπόρτινγκ Λισαβόνας: «Μια μέρα θα γίνω προπονητής της Σπόρτινγκ!». Το περίεργο δεν είναι που τελικά τα κατάφερε, ούτε το ότι την παρέλαβε ένα μάτσο χάλια και κατάφερε να τη βγάλει στο Τσάμπιονς Λιγκ το 2014, ούτε καν ότι η Μονακό πλήρωσε 3 εκατομμύρια για να σπάσει το συμβόλαιό του. Αυτό που μας εντυπωσιάζει είναι ότι ο μικρός Λεονάρντο ήθελε πάντα να γίνει προπονητής κι όχι ποδοσφαιριστής. Στα 16 προπονεί μια ομάδα χάντμπολ, στα 20, φοιτητής φυσικής αγωγής, μια ομάδα δεκάχρονων στη Μαδέρα. Αποκτά νεότατος το ανώτατο δίπλωμα προπονητή της ΟΥΕΦΑ. Στη διπλωματική του πήρε άριστα. Θέμα: «Η χρήση του κόρνερ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996» -προσωπικά θυμόμαστε αυτό το πορτογαλικό κόρνερ.

Φέτος ο γεννημένος προπονητής Ζαρντίμ κέρδισε επιτέλους αυτό που αξίζει, έναν τίτλο, σε ένα από τα καλύτερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, με μια ομάδα η οποία δεν διέθετε μεγάλα ονόματα όπως η Παρί Σεν Ζερμέν ή η Μάντσεστερ Σίτι, δυο από τα θύματά του. Τι είχε στα χέρια του στην αρχή της σεζόν; Τον Φαμπίνιο, τον Μουτίνιο, μία από τις περσινές κατσίκες της Μαρσέιγ, συγκεκριμένα τον Μπενζαμέν Μεντί (αυτή που κάπνιζε ναργιλέ), τον τελειωμένο Φαλκάο, τον Βαλέρ Ζερμέν, τον Αντρέα Ράγκι, τον Ναμπίλ Ντιράρ και τον Ντάνιελ Σούμπασιτς που πέντε χρόνια πριν πάλευαν για να μην πέσει η Μονακό στην τρίτη κατηγορία, τον αιμοσταγή Καμίλ Γκλικ, διάφορα ταλεντάκια από μικρομεσαίες γαλλικές ομάδες (Σιντιμπέ, Μπακαγιοκό, Λεμάρ) και τον Μπερνάντο Σίλβα, έναν χλωμό, ντελικάτο παίκτη με μαύρους κύκλους, που δεν θα τον έλεγε κανείς και μπαλαδόφατσα. Πόσους απ΄αυτούς γωρίζαμε ή υπολογίζαμε τον Αύγουστο;

Το τι ακολούθησε, το γνωρίζουμε. Ασταμάτητο σκοράρισμα –107 γκολ στο πρωτάθλημα!–, ωραία μπάλα, ομαδικότητα, λαμπρά αποτελέσματα. Η Μονακό ήταν απόλαυση. Κι όλα αυτά πριν ο Ζαρντίμ εξαπολύσει το πυρηνικό του όπλο στο δεύτερο μισό της σεζόν. Ένα όπλο 18 ετών, ονόματι Κιλιάν Μμπαπέ στον οποίο είχε υποσχεθεί, δυο χρόνια πριν: «Θα σε κάνω μεγάλο ποδοσφαιριστή».

Μα ποιο είναι το μυστικό του; Τι ποδόσφαιρο παίζουν τελικά οι ομάδες του; Αμυντικό ή επιθετικό; Θεαματικό ή βαρετό; Κι αν η λύση δεν βρισκόταν στο 4-4-2 αλλά στη φιλοσοφία;

«Να πράττεις έτσι ώστε να προσφέρεις στον άλλον όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές»: μιλάει το είδωλο του Ζαρντίμ. Κάποιος προπονητής, εραστής της πάσας ακριβείας; Όχι. Ο 96χρονος φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν, ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή Γάλλους διανοητές, πατέρας της έννοιας της «σύνθετης σκέψης», της παραδοχής ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει δεν είναι ποτέ μονοσήμαντος.

«Ο Μορέν έχει μια σφαιρική θεώρηση του κόσμου, της πολυπλοκότητας των παραγόντων που βρίσκονται διαρκώς σε αλληλεπίδραση. Όταν ήμουν φοιτητής, ένα καθηγητής μού πρότεινε να διαβάσω το «Science avec Conscience (=Επιστήμη με συνείδηση)«. Εφάρμοσα το μοντέλο στο ποδόσφαιρο. Έχουμε την τάση να απλοποιούμε. Αν μια ομάδα χάσει, είναι εύκολο να πει κανείς «Δεν είχαν καλή φυσική κατάσταση!», «Ο τάδε παίκτης έπαιξε χάλια!», «Φταίει ο προπονητής!». Όταν μια ομάδα παίζει ωραία, είναι σαν μια ορχήστρα όπου όλα τα όργανα παίζουν αρμονικά. Η αποτυχία είναι εξίσου πολυπαραγοντική: υπάρχουν οι μουσικοί, η ποιότητα των οργάνων, ο μαέστρος κι άλλα πολλά που δεν βλέπει ο εξωτερικός παρατηρητής. Το ποδόσφαιρο είναι σύνθετο φαινόμενο. Μόνο ως τέτοιο μπορούμε να το κατανοήσουμε».

Τον Μάρτιο, ο τρακαρισμένος προπονητής συνάντησε το είδωλό του. «Ήταν μεγάλη τιμή. Η προσέγγισή του σχετικά με την πολυπλοκότητα του κόσμου με έχει σημαδέψει και με έχει βοηθήσει να προσαρμόζομαι σε όλες τις καταστάσεις».

Ο γηραιός φιλόσοφος, ο άνθρωπος που έχει γράψει ότι «η ιδιοφυΐα εμφανίζεται στην ρωγμή του ανεξέλεγκτου», είχε κάτι να ρωτήσει τον Ζαρντίμ; Είχε: «Λεονάρντο, μιλήστε μου γι΄αυτόν τον καταπληκτικό Μμπαπέ!».

Το μικρό θαύμα της Σαπεκοένσε

  [1 Σχόλιο]

Είναι αυτή η άτιμη η μπάλα που έχει μέσα όλα τα συναισθήματα. Από τη μεγάλη χαρά, μέχρι τη μεγάλη λύπη, γλυκόπικρη σαν την ίδια τη ζωή. Κι αν δεν πιστεύετε εμένα, το έχει πει κι ο Ρίτσαρντ ο Άσκροφτ με τους Verve. Μόνο που δε συμβαίνουν όλα στον ίδιο βαθμό, δεν υπάρχει ομοιομορφία, δεν υπάρχει ισορροπία. Η Σαπεκοένσε έγινε γνωστή πριν λίγους μήνες για μια μεγάλη τραγωδία, για ένα αεροπορικό δυστύχημα που μας συγκλόνισε όλους. Η ποδοσφαιρική ζωή συνεχίζεται όμως, παρ’ ότι τα τραύματα δεν έχουν επουλωθεί. Η συμμετοχή στο Κόπα Λιμπερταδόρες ήταν μια μεγάλη χαρά, μια μεγάλη τιμή και οι Βραζιλιάνοι προσπάθησαν να το ζήσουν όσο πιο όμορφα μπορούσαν, γνωρίζοντας ότι θα είναι δύσκολο να βρεθούν ξανά στην μεγαλύτερη διοργάνωση συλλόγων της Ν. Αμερικής.

Το ξεκίνημα ήταν ιδανικό με νίκη μέσα στη Βενεζουέλα επί της Ζούλια. Η συνέχεια όμως δεν ήταν τόσο καλή, με τη Σαπεκοένσε να παίρνει μόλις έναν πόντο εντός έδρας απέναντι στη Λανούς από την Αργεντινή και τη Νασιονάλ της Ουρουγουάης και να χάνει στη συνέχεια στο Μοντεβιδέο. Οι Βραζιλιάνοι ταξίδεψαν όμως στα νότια του Μπουένος Άιρες και πήραν μια μεγάλη νίκη επί της Λανούς στη λήξη του αγώνα  με 1-2, μια ιστορική νίκη που τους έφερε μία αγωνιστική πριν το τέλος έναν βαθμό μακριά από την πρώτη θέση και μάλιστα, έχοντας την τύχη στα χέρια τους αφού με νίκη στο τελευταίο ματς θα περνούσαν στους 16 του Λιμπερταδόρες.

Η Σαπεκοένσε όμως φαίνεται έχει το δράμα της μέσα. Πριν προλάβει καλά καλά να χαρεί το διπλό, έζησε μια περιπέτεια, μια άρρωστη κατάσταση, όταν το αεροπλάνο που μετέφερε τους παίκτες πίσω στη Βραζιλία έκανε αναγκαστική προσγείωση στο Πόρτο Αλέγκε γιατί υπήρχε φόβος για την κατάσταση του αεροδρομίου του Σαπεκό λόγω κακοκαιρίας. Οι μνήμες από τα όσα έγιναν πριν λίγους μήνες ήταν έντονες. Η αποστολή του συλλόγου μετά από μία ταλαιπωρία 11 ωρών με πούλμαν έφτασε στη βάση της. Τα κακά μαντάτα όμως είχαν ήδη κυκλοφορήσει. Η «Σαπέ» κινδύνευε να χάσει το ματς με τη Λανούς στα χαρτιά γιατί ο σκόρερ της νίκης Λουίζ Οτάβιο ήταν τιμωρημένος με τρεις αγωνιστικές εξαιτίας μιας αποβολής. Ο κίνδυνος έγινε πραγματικότητα, οι δικαιολογίες της Σαπεκοένσε ότι δεν έλαβαν ποτέ e-mail και ότι ίσως πήγε στα spam (δεν το βγάζω από το μυαλό μου, αυτή ήταν η υπερασπιστική γραμμή) δεν έπεισαν και τελικά οι Βραζιλιάνοι έμειναν και μαθηματικά εκτός των 16 του Λιμπερταδόρες, πληρώνοντας την έλλειψη οργάνωσης.

Για όσους βιάζονται, το πάρτι και τα «Βάμοους Σαααάπε» ξεκινούν στο 4.50 του βίντεο

Μια που όμως φέτος το σύστημα άλλαξε, η 3η θέση του ομίλου (περίπου όπως και στην Ευρώπη) οδηγεί στο Κόπα Σουνταμερικάνα (τον θεσμό που είναι ήδη νικήτρια η Σάπε, αλλά δεν έχει δικαίωμα δωρεάν συμμετοχής παρ’ όλα αυτά). Έτσι, το τελευταίο ματς με τη Ζούλια έγινε ένας μίνι-τελικός, η τελευταία προσπάθεια της Σαπέ να μείνει ζωντανή στους διεθνείς θεσμούς. Οι σφαλιάρες όμως δεν φαίνεται να είχαν τελειωμό. Ο 37χρονος ιστορικός Βενεζουελάνος φορ Χουάν Αράνγκο άνοιξε το σκορ για τη Ζούλια (κάνοντας καρδούλα στους πανηγυρισμούς ρε φίλε) και το 0-1 έμεινε μέχρι το 90′. Ίσως κάποιοι οπαδοί να είχαν σηκωθεί να φύγουν, να πάνε στα σπίτια τους μονολογώντας για την γκαντεμιά που δέρνει την αγαπημένη τους ομάδα. Οι περισσότεροι όμως έμειναν στις εξέδρες, έζησαν το θαύμα, έζησαν επιτέλους και μια μεγάλη χαρά μετά από τόσες πίκρες και είδαν τη Σαπεκοένσε να σκοράρει δυο φορές στο 91ο και 92ο λεπτό, το ματς να γυρίζει από το πουθενά σε 2-1 και τη Σάπε να παίρνει την πρόκριση για το Σουνταμερικάνα. Η εφτάψυχη Σαπέ θα μας κάνει παρέα κι άλλο για φέτος…

Από την κουζίνα στην εξέδρα

  [3 Σχόλια]

Υπάρχουν στιγμές που σαν παιδιά θέλουμε να ξεχάσουμε, που θα θέλαμε να ανοίξει η γη να μας καταπιεί. Κυρίως έχουν να κάνουν με τους γονείς μας, την μαμά που θα μας τσιμπήσει το μάγουλο μπροστά στα κορίτσια του Β2, που θα μας κάνει ρεζίλι όταν πάμε να αγοράσουμε παπούτσια, που θα έρθει στο πάρτι να δει τι γίνεται. Στα αγγλικά η λέξη είναι cringeworthy και δεν νομίζω ότι υπάρχει καλό συνώνυμο. Στο ποδόσφαιρο τέτοιες στιγμές ντροπής, δεν είναι συχνές. Κυρίως γιατί απουσιάζουν οι μαμάδες. Οι οπαδοί της Νόριτς όμως το ζουν αυτό, τόσο με τα καλά, όσο και με τα κακά του.

Εδώ και αρκετά χρόνια, την ιδιοκτησία της ομάδας έχει η κυρία Ντέλια Σμιθ (μαζί με το σύζυγό της). Η ιστορία είναι αρκετά αστεία, γνωρίζοντας ότι η Ντέλια Σμιθ είναι γνωστή σεφ, παρουσιάστρια εκπομπών και συγγραφέας. Σαναλέμε, κάτι σαν τη Βέφα Αλεξιάδου. Επί των ημερών της, τα Καναρίνια κατάφεραν να επιστρέψουν στην μεγάλη κατηγορία, κατακτώντας τη First Division του 2004. Η χρονιά της επιστροφής όμως ήταν δραματικά κακή, με τη Νόριτς να βρίσκεται σταθερά στις θέσεις του υποβιβασμού. Στις 28 Φεβρουαρίου του 2005 η Νόριτς υποδεχόταν τη Σίτι, ούσα 20η και τελευταία με μόλις τρεις νίκες σε 27 αγώνες. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε 16 λεπτά σκόραρε δύο φορές, έκανε το 2-0 ο κόσμος αναθάρρησε για λίγο, μέχρι που οι φιλοξενούμενοι απάντησαν σε 2-2 πριν λήξει το ημίχρονο.

Αυτή η εναλλαγή έκανε τον κόσμο απογοητευμένο. Η κυρία Σμιθ αποφάσισε να πάρει στα χέρια της την κατάσταση. Σε λίγο αγρία κατάσταση (πιθανότατα έχοντας πιει λίγο μπράντι από κάποιο φλασκί κρυμμένο στο γούνινο παλτό της), κατέβηκε στον αγωνιστικό χώρο και πάτησε χορτάρι με ένα μικρόφωνο στο χέρι. Με τσιριχτή φωνή έστειλε το μήνυμα «στους καλύτερους οπαδούς του κόσμου». «Χρειαζόμαστε το δωδέκατο παίκτη της ομάδας» τους είπε, ρωτώντας σπαρακτικά «πού είστε» με έναν μαγικό αγγλικό τρόπο. Το από καρδιάς μήνυμα έκλεισε με το «Let’s be ‘avin’ you» και  η κυρία Σμιθ επέστρεψε στις κερκίδες για το 2ο ημίχρονο.

Ένα 2ο ημίχρονο που ήταν ακόμα χειρότερο, καθώς ο Ρόμπι Φάουλερ στο 90′ έδωσε τη χαριστική βολή στους γηπεδούχος. Το σόου της κυρίας Σμιθ μπορεί μεν να άφησε εποχή και να την έκανε ακόμα πιο διάσημη, δεν είχε όμως αποτέλεσμα. Η Ντέλια δήλωσε ότι είναι μια οπαδός, δεν μπορεί να φοράει τα ρούχα του παράγοντα και ότι ήταν κάτι που έκανε γιατί το ένιωσε, βλέποντας την απογοήτευση μετά το 2-0 που έγινε 2-2. Επίσης είπε ότι είχε πιει λίγο κρασί πριν το ματς, αλλά δεν ήταν μεθυσμένη.

Η Νόριτς τελικά τερμάτισε 19η εκείνη τη σεζόν και έχασε για μόλις έναν βαθμό την παραμονή. Για αρκετά χρόνια έμεινε μακριά από την Πρέμιερ, αλλά το 2011 επέστρεψε και ο κόσμος στους ρυθμούς του «Go West» την αποθέωσε τραγουδώντας «Come on, let’s be havin’ you», τη γνωστή της ατάκα από εκείνη την αποφράδα νύχτα του 2005. Η κυρία Σμιθ πήρε ξανά το μικρόφωνο στο δημαρχείο της πόλης, είπε λάθος το όνομα του προπονητή, δήλωσε χαρούμενη που η ομάδα έμεινε στην κατηγορία (και όχι που ανέβηκε) και οι φήμες ότι είχε πιει λίγη σαμπάνια πριν τον λόγο της μπροστά σε περίπου 40.000 οπαδούς κυκλοφόρησαν ξανά.

Και όσο και να σκέφτεστε κάποιοι «άντε γύρνα στην κουζίνα σου» (στην μοναδική φορά που το σχόλιο δεν θα είναι απαράδεκτα σεξιστικό, αλλά αληθινό), είναι εξίσου γραφικό και ωραίο να υπάρχουν ακόμα τέτοιες μορφές, σε ένα αγγλικό ποδόσφαιρο γεμάτο σεΐχηδες, εμίρηδες, πρώην σοβιετικούς και νυν πλυντηριάδες, Αμερικάνους που δεν ξέρουν πώς παίζετε το σόκερ και γενικά κάθε καρυδιάς καρύδι ζάμπλουτους τύπους που δεν θα αγαπήσουν ποτέ την ομάδα τους. Δεν θα το αγαπήσουν όσο η… χρυσοχέρα Ντέλια Σμιθ, που στο παρακάτω βίντεο ευχαριστεί (σε μια ακόμα άνοδο το 2015) τον κόσμο που πήγαινε στο γήπεδο στη Β’ εθνική και δεν παράτησε την ομάδα, αλλά και τον προπονητή που την ανέβασε (και απέλυσε τελικά πριν λίγους μήνες):

Ο άνθρωπος που γύρισε από τον άλλο κόσμο

  [1 Σχόλιο]

Σε ένα μικρό χωριουδάκι της Αργεντινής στην επαρχία της Κόρδοβα το 1926, γεννήθηκε ο Χουάν Εντουάρντο Χόμπεργκ, ένας άνθρωπος που θα έγραφε ποδοσφαιρική ιστορία,  ως παίκτης μιας άλλης χώρας. Ξεκίνησε από τις τοπικές ομάδες παίζοντας τερματοφύλακας, μέχρι που κάποια μέρα, όπως αρκετές φορές συμβαίνει, απουσίαζε ο επιθετικός, μπήκε, σκόραρε δυο φορές και από τότε άλλαξε θέση. Μετά από μία καλή σεζόν στη Ροσάριο Σεντράλ, ο επιθετικός πλέον Χόμπεργκ πήρε μεταγραφή στην σπουδαία Πενιαρόλ της Ουρουγουάης. Γρήγορα έγινε μέλος της «Λα Μάκινα», της μεγάλης φουρνιάς των κιτρινόμαυρων εκείνων των ετών.

Ο Χόμπεργκ σκόραρε ακατάπαυστα με τα χρώματα της Πενιαρόλ, κερδίζοντας το παρατσούκλι «ο εκτελεστής» και έζησε σαν Ουρουγουανός το Μαρακάνασο και την κατάκτηση του Μουντιάλ από την Ουρουγουάη μέσα στη Βραζιλία, ένας ακόμα φανατικός φίλαθλος. Είχε λατρέψει ήδη τη χώρα και όταν του έγινε η πρόταση για να πάρει την υπηκοότητα και να αγωνιστεί με την εθνική Ουρουγουάης, δεν μπορούσε να αρνηθεί. Αυτό δεν ήταν εφικτό το 1950, αλλά το 1954 τα κατάφερε και ταξίδεψε στο Μουντιάλ της Ελβετίας. Εκεί, είδε από τον πάγκο την μεγάλη Ουρουγουάη να διαλύει την Σκωτία και να κερδίζει Τσεχοσλοβακία και Αγγλία για να φτάσει στα ημιτελικά.

Στιγμιότυπο από το Ουρουγουάη-Αγγλία 4-2

Ο ημιτελικός μεταξύ Ουγγαρίας και Ουρουγουάης ήταν ένα ματς που όλοι οι ποδοσφαιρόφιλοι περίμεναν με αγωνία. Οι Ούγγροι ήταν η τελευταία τάση της ποδοσφαιρικής μόδας, μια ομάδα τόσο με ταλέντο, όσο και με τακτική, που ο κόσμος λάτρευε να βλέπει. Από την άλλη, οι Ουρουγουανοί είχαν ήδη 2 κατακτήσεις στις 2 μοναδικές τους συμμετοχές το 1930 και 1950. Οι απουσίες στην Ουρουγουάη (μεταξύ τους κι ο τεράστιος Ομπντούλιο Βαρέλα που τραυματίστηκε στο ματς με την Αγγλία), έφεραν τον Χόμπεργκ βασικό στον αγώνα που έγινε στις 30 Ιουνίου στη βροχερή Λωζάνη μπροστά σε πολλούς Ούγγρους, καμιά 100αρια Ουρουγουανούς, αλλά και Ελβετούς που είχαν συμπαθήσει το πάθος των λατινοαμερικάνων και τους υποστήριζαν.

Η Ουγγαρία, που κι αυτή έπαιζε χωρίς τον Πούσκας, ξεκίνησε πολύ δυνατά και προηγήθηκε νωρίς, ενώ στις αρχές του 2ου ημιχρόνου βρέθηκε να προηγείται με 2-0. Οι Ουρουγουανοί όμως δεν τα παράτησαν και στο 75′ μετά από μία πανέμορφη μπαλιά-τρύπα του Σκιαφίνο, ο Χόμπεργκ μείωσε σε 1-2. Με δεκαπέντε λεπτά να μένουν μέχρι το τέλος, το ματς έγινε ροντέο, με πολλές φάσεις και τους Ουρουγουανούς να παίζουν με απίστευτο πάθος. Κι ενώ όλα έδειχναν ότι το παιχνίδι πήγαινε στους Ευρωπαίους, μια καλή μπαλιά στο 86′ βρήκε τον Χόμπεργκ που ξέφυγε από την άμυνα μέσα στην καταλασπωμένη περιοχή της Ουγγαρίας και αφού πέρασε και τον τερματοφύλακα σκόραρε για το 2-2 ανάμεσα από δύο αμυντικούς στη γραμμή της εστίας.

Το συγκλονιστικό ηχητικό με τη περιγραφή του γκολ

Την ώρα που οι Ούγγροι χτυπιόντουσαν μέσα στις λάσπες για την ισοφάριση, οι Ουρουγουανοί πανηγύριζαν έξαλλα το 2-2. Ο Χόμπεργκ έκανε μια τρελή κούρσα που την ανέκοψε ένας συμπαίκτης του με κάτι που έμοιαζε περισσότερο με τάκλιν, παρά με αγκαλιά. Πάνω του έπεσε ακόμα ένας συμπαίκτης, ακόμα ένας και στο τέλος όλοι μαζί. Ο Χόμπεργκ θάφτηκε στις αγκαλιές των συμπαικτών του. Σιγά σιγά άρχισαν όλοι να σηκώνονται, όλοι εκτός από έναν, τον σκόρερ, που έμεινε κάτω χωρίς να κινείται. Το γήπεδο πάγωσε ξαφνικά. Οι συμπαίκτες του σοκαρίστηκαν. Σε μια σκηνή (βοηθούν κι οι φωτογραφίες της εποχής) λες βγαλμένη από ασπρόμαυρη ταινία, το μόνο που ακουγόταν στο γήπεδο, ήταν οι σταγόνες της βροχής. Ο γιατρός της Ουρουγουάης έτρεξε, ανακάλυψε ότι ο σκόρερ δεν είχε παλμό, δοκίμασε τεχνητή αναπνοή, οξυγόνο και τελικά του έκανε ένεση. Για 15 δευτερόλεπτα περίπου ο Χόμπεργκ ήταν νεκρός, μπροστά στους συμπαίκτες, τους αντιπάλους και τους φιλάθλους.

Ο Χόμπεργκ τελικά συνήλθε, αλλά σε άθλια κατάσταση μετά από αυτή την περιπέτεια. Χωρίς τότε να υπάρχουν αλλαγές, η Ουρουγουάη κατέβηκε στον επιπρόσθετο χρόνο με δέκα παίκτες. Ο Χόμπεργκ όμως δεν άντεξε να μη βοηθήσει και παρά τις αντίθετες συμβουλές του γιατρού, μπήκε και έβγαλε τελικά (όπως μπορούσε) ολόκληρη την παράταση, έχοντας μάλιστα και δοκάρι σε μακρινό σουτ, ένα σουτ που θα έβαζε μπροστά την Ουρουγουάη. Οι Ούγγροι όμως, με πολύ περισσότερες δυνάμεις, σκόραραν δυο φορές στο 111′ και 116′ και τελικά πήραν την πρόκριση με 4-2 για τον τελικό απέναντι στη Δ. Γερμανία. Η Ουρουγουάη λίγες μέρες αργότερα έπαιξε στον μικρό τελικό και έχασε από την Αυστρία με 3-1. Το γκολ το σημείωσε και πάλι ο ήρωας Χόμπεργκ. Παρά την 4η θέση της χώρας, είχε γίνει ήρωας. Πλέον δεν ήταν αγαπητός μόνο στους οπαδούς της Πενιαρόλ, αλλά σε όλους τους Ουρουγουανούς. Ένα όνομα συνώνυμο της αυτοθυσίας, για έναν Αργεντινό που έγινε ψυχή και σώμα Ουρουγουανός και παραλίγο να δώσει τη ζωή του για τη νέα του πατρίδα. Όπως διάβασα σε μια ιστοσελίδα αφιερωμένη στο ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης, «ο Χόμπεργκ δεν έπαθε ανακοπή από τη χαρά του, έπαθε γιατί κατάλαβε ότι η Ουρουγουάη μπορούσε να χάσει», μια ομάδα που είχε δύο κατακτήσεις σε ισάριθμα Μουντιάλ και δεν είχε χάσει ποτέ.

Μετά το Μουντιάλ η ποδοσφαιρική του καριέρα συνεχίστηκε, αργότερα έγινε και προπονητής φτάνοντας με την Ουρουγουάη ξανά σε ημιτελικά το 1970 και πέρασε μάλιστα και από τον πάγκο του Παναθηναϊκού για ένα φεγγάρι τη δεκαετία του 1960. Πέρσι, το όνομα Χόμπεργκ ξανακούστηκε. Ο Αλεχάντρο Χόμπεργκ, ένας Περουβιανός (το έχει η οικογένεια να αλλάζει χώρες) και εγγονός του γνωστού μας Χόμπεργκ, έβαλε αυτή τη γκολάρα στο Λιμπερταδόρες (ενώ ήταν και στην αποστολή του Περού στο Κόπα Αμέρικα Σεντενάριο) και μας έδειξε ότι το ποδοσφαιρικό DNA κυλάει στις φλέβες του.

Η Ημέρα του Κάρλος Βαλντεράμα

  [Καθόλου σχόλια]

Παρά τις διάφορες προσπάθειες ώστε το ποδόσφαιρο να γίνει δημοφιλές στις ΗΠΑ, τα παλιότερα πρωταθλήματα ήταν αποτυχημένα (συχνά με εξαιρετικά γραφικές στιγμές όπως θυμόμαστε) και η μπαλίτσα παρέμενε το άθλημα των μικρών κοριτσιών και των μαμάδων με το station wagon. Στη δεκαετία του ’90 και με το Μουντιάλ του 1994 να γίνεται σε διάφορα μέρη της χώρας, μια ακόμα προσπάθεια έλαβε χώρα ώστε το πιο δημοφιλές άθλημα του πλανήτη να ριζώσει και στις ΗΠΑ. Το MLS (Major League Soccer) άρχισε σιγά σιγά να φτιάχνεται παρέα με το Μουντιάλ και παρ’ ότι ο στόχος ήταν να ξεκινήσει το 1995, αυτό έγινε ένα χρόνο αργότερα.

Δέκα ομάδες, χωρισμένες σε δύο περιφέρειες, αγωνίστηκαν για 32 ολόκληρα ματς και όλα αυτά για να προκριθούν στα πλέι-οφ οι οκτώ και να αποκλειστούν μόλις δύο, με ένα σύστημα με τρεις βαθμούς στη νίκη και μηδέν στην ήττα. Και αν ρωτάτε για την ισοπαλία, είστε αδιαβάστοι και πρέπει να δείτε εδώ πρώτα. Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα από τα αστέρια εκείνης της σεζόν, σε μια λίγκα που είχε πολλά από τα καλά ονόματα της εθνικής των ΗΠΑ (όπως ο ΜακΜπράιντ, ο Γουινάλντα και ο Μπαλμπόα), αλλά και ορισμένους Λατίνους για να προσελκύσει αντίστοιχο κοινό στα γήπεδα. Έτσι, ο αγαπημένος Χόρχε Κάμπος, ο υπερ-αγαπημένος και υποτιμημένος Μάρκο Ετσεβερί και φυσικά ο Κάρλος Βαλντεράμα στα 35 του αποτέλεσαν τις ατραξιόν της πρώτης σεζόν στην ιστορία του MLS.

Δώσε στον Αμερικάνο κάτι τζάμπα και πάρ’ του την ψυχή

Τα πράγματα όμως δεν πήγαιναν και τόσο καλά, οι θεατές ήταν μεν αρκετοί (για τα ελληνικά δεδομένα) αλλά όχι αυτό που περίμεναν οι διοργανωτές που όλα τα αναγάγουν σε χρήματα και έτσι σε κάποιο γραφείο, κάποιοι άσχετοι με το άθλημα, μαζεύτηκαν για να βρουν λύσεις. Τότε κάποιος προφανώς θα ρώτησε: «Ποιος είναι ο πιο αναγνωρίσιμος παίκτης;», ένας άλλος θα απάντησε: «εκείνος ο Κολομβιανός με το περίεργο μαλλί» και έτσι όλα πήραν το δρόμο τους.

Στις 18 Ιουλίου λοιπόν, η Τάμπα Μπέι Μιούτινι (σαναλέμε ανταρσία της Τάμπα Μπέι), μια ομάδα αρκετά καλή μεν, αλλά με λίγο κόσμο, ανακοίνωσε το μεγάλο event που θα γινόταν στο ματς απέναντι στους Κάνσας Σίτι Γουίζαρντς. Θα διοργάνωνε την «Ημέρα του Κάρλος Βαλντεράμα», για να τιμηθεί ο τεράστιος ποδοσφαιριστής που αγωνιζόταν στο σύλλογο. Τα εισιτήρια του αγώνα θα ήταν μισοτιμής και παράλληλα, κάθε φίλαθλος από τους πρώτους χίλιους θα έπαιρνε ως δώρο μια κατάξανθη περούκα που θα φορούσε για να τιμήσει τον «Ελ Πίμπε» και δικαίωμα σε παραπάνω φαγητό. Ναι, δεν κάνουμε πλάκα. Και η γραφικότητα δεν τελείωσε εδώ.

Το πρόσωπο του Νο12 τα λέει όλα

Οι διοργανωτές ανάγκασαν τους παίκτες και των δύο ομάδων, να φορέσουν τις περούκες κατά την είσοδό τους στον αγώνα και την ανάκρουση του εθνικού ύμνου, ενώ οι αναπληρωματικοί στους πάγκους φορούσαν τις περούκες σε όλη τη διάρκεια του αγώνα (και από όσα ξέρω, η Τάμπα στη Φλόριδα πρέπει να την έχει τη ζεστούλα της τον Ιούλιο). Την ίδια περούκα φορούσε (και έδινε οδηγίες με αυτή) και ο προπονητής του Κάνσας, κατά τη διάρκεια του αγώνα. Ο Κάρλος που το έχει η μοίρα του να ζει γραφικά παιχνίδια, αλλά και να κάνει κι ο ίδιος διάφορες τρέλες (για καλό σκοπό) δεν πτοήθηκε από τη γραφικότητα του εγχειρήματος.

Το ματς ήταν μια γιορτή του ποδοσφαίρου (δεν έχω ιδέα, έτσι το είπα) που έληξε με 3-2 υπέρ των γηπεδούχων. Οι Τάμπα Μπέι παρά το ελάχιστο ενδιαφέρον του κοινού της Τάμπα, έκαναν αξιόλογη πορεία βγαίνοντας 1οι στην περιφέρεια της Ανατολής, αλλά και στη συνολική βαθμολογία. Το πλεονέκτημα της έδρας πάντως δεν ήταν και τόσο ισχυρό και όλοι οι κόποι της χρονιάς χάθηκαν στους τελικούς της Ανατολής, όταν ηττήθηκαν δυο φορές από τη D.C. Γιουνάιτεντ.

Δεν διαλέγεις τους γονείς σου…

Ο Βαλντεράμα πάντως, βγήκε MVP της σεζόν, καθώς παρά τα 35 του χρόνια μπορούσε ακόμα να κάνει τη διαφορά. Έπαιξε μέχρι το 2002 και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν στις ΗΠΑ, ειδικά σε εκείνες τις εποχές των πρώτων ετών που η αδιαφορία του κοινού ήταν σημαντική σε αντίθεση με τώρα. Αρκετά πιο αργός, χρειαζόταν μόνο να βγάλει πολύ μικρό ποσοστό του ταλέντου του πάνω στο χορτάρι για να έχει πάνω από 100 ασίστ συνολικά απέναντι σε αρκετούς τσουρουκάδες αντιπάλους. Οι Τάμπα Μπέι από την άλλη, άντεξαν μόλις πέντε χρόνια και μετά λόγω χαμηλών εσόδων κόπηκαν από την λίγκα και διαλύθηκαν.

Ο ήρωας του τελικού του Μουντιάλ 1986 ήταν ένας λίμπερο

  [12 Σχόλια]

«Ραούλ, μη διανοηθείς να με βγάλεις έξω»

Αυτές ήταν οι μόνες λέξεις που κατάφεραν να βγουν από το σφιγμένο στόμα του Χοσέ Λούις Μπράουν, όσο αυτός ήταν ξαπλωμένος στο χόρτο, με τον δεξιό ώμο εξαρθρωμένο και έναν πόνο που, όπως θυμάται ο ίδιος, τον έκανε να θέλει να ουρλιάξει. Ο γιατρός της εθνικής Αργεντινής, Ραούλ Μαδέρο, αν και σοκαρισμένος από αυτό που άκουσε, χαμογέλασε, κοίταξε προς τον πάγκο και έκανε νόημα πως ο παίκτης μπορεί να συνεχίσει το παιχνίδι.

Ο Κάρλος Μπιλάρδο δεν το σκέφτηκε και πολύ. Παρ’όλο που μπορούσε να αντικαταστήσει τον σακατεμένο λίμπερο του με κάποιον ξεκούραστο και, το βασικότερο, υγιή αμυντικό, επέλεξε να τον αφήσει μέσα. Τις επόμενες μέρες και αφού καταλάγιασε ο ενθουσιασμός της κατάκτησης του τροπαίου, κάποιοι κατηγόρησαν τον Μπιλάρδο, σημειώνοντας πως πήρε τεράστιο ρίσκο που άφησε τον Μπράουν να ολοκληρώσει το παιχνίδι (παραβλέποντας βέβαια το γεγονός ότι δεν υπήρχε στον πάγκο κανένας που να ξέρει καλά τη θέση του λίμπερο). Χωρίς κανένα δισταγμό ο ιδιόρρυθμος ‘Μυταράς’ απάντησε: «Δεν υπάρχει κανένα ρίσκο στο να χρησιμοποιήσεις κάποιον ο οποίος είναι έτοιμος να πεθάνει στο χόρτο».

Κάπως έτσι, ο 30χρονος Χοσέ Λούις Μπράουν παρέμεινε στον αγωνιστικό χώρο για τα εναπομείναντα λεπτά του αγώνα, τα οποία δεν ήταν και λίγα. Βρισκόμασταν ακόμα στην αρχή του δευτέρου ημιχρόνου του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986. Η Αργεντινή προηγούνταν της Δυτικής Γερμανίας με 1-0. Το γκολ της δεν το είχε πετύχει κάποιος από τους διάσημους επιθετικογενείς παίκτες της. Το είχε βάλει ο Μπράουν, με κεφαλιά μετά από ένα φάουλ από τα δεξιά του Μπουρουτσάγα. Ήταν το πρώτο και μοναδικό γκολ του με τη φανέλα της εθνικής.

«Δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα από τότε που να μην το σκέφτομαι» αποκάλυψε πρόσφατα ο ίδιος σε μια συνέντευξη. «Εκείνο το γκολ άλλαξε την ταυτότητα μου. Από εκείνη τη μέρα είμαι ο Χοσέ Λούις Μπράουν που σκόραρε στον τελικό ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Σκέψου ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν μόνο 5 ζωντανοί Αργεντινοί που έχουν πετύχει γκολ σε τελικό Μουντιάλ κι εγώ είμαι ένας από αυτούς τους 5! Εκείνη τη στιγμή το στήθος σου εκρήγνυται, όλα μέσα σου φουσκώνουν. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έγινε στον πανηγυρισμό. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ούρλιαζα και έκλαιγα». Το να βάλεις τα κλάματα την ώρα ενός πανηγυρισμού μπορεί να ακούγεται λίγο υπερβολικό αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι. Γιατί ο άνθρωπος που άνοιξε το δρόμο για το δεύτερο κύπελλο στην ιστορία της Αργεντινής υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα βρισκόταν στο χόρτο εκείνο το απόγευμα.

Ο μόνος λόγος που ο Μπράουν ήταν εκείνο το μήνα στο Μεξικό λέγεται Κάρλος Μπιλάρδο. Με κάτι πρόχειρους υπολογισμούς, ο προπονητής της Αργεντινής πρέπει να ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στη χώρα που πίστευε στον «Τάτα» (όπως ήταν το παρατσούκλι του) εκείνη την περίοδο. Ο 30χρονος αμυντικός είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τα δυο προηγούμενα χρόνια με επεμβάσεις στα γόνατα του και είχε μείνει για καιρό εκτός δράσης. Η κατάσταση του ήταν τόσο απελπιστική που λίγους μήνες πριν το Μουντιάλ ήταν χωρίς ομάδα, μια κατάσταση που τον έκανε να σκεφτεί μέχρι και να αποσυρθεί πρόωρα από το ποδόσφαιρο. Ο «Μυταράς» όμως ήταν πεπεισμένος πως ο σκληροτράχηλος και πεισματάρης Μπράουν μπορεί να βοηθήσει, έστω και ως αλλαγή του Πασαρέλα, και η πίστη του αυτή προερχόταν από το ότι ήξερε πολύ καλά τον παίκτη από το πέρασμα του από τον πάγκο της Εστουτιάντες. Για την ακρίβεια, ήταν αυτός που τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα το 1975 και αυτός που τον έκανε αρχηγό το 1983, τη χρονιά που μαζί πανηγύρισαν το πρωτάθλημα. Γνώριζε καλά πως ακόμα και χωρίς ομάδα, ακόμα και με προβληματικό γόνατο, ο Μπράουν δεν θα τον απογοήτευε αν χρειαζόταν να παίξει. Και δεν έπεσε έξω.

Μπορεί ο «Τάτα» να μη φημιζόταν για την τεχνική του κατάρτιση αλλά τη δουλειά του στα μετόπισθεν ήξερε να την κάνει αρκετά καλά. Δυνατός, ψύχραιμος, ικανός στο ψηλό παιχνίδι, με καλές τοποθετήσεις και εντυπωσιακές αντοχές, ο Μπράουν ξεπερνούσε τα ελαττώματα του με το πάθος και την αποφασιστικότητα του, ένα χαρακτηριστικό που είχε φανεί από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του. «Όταν πρωτοπήγα στην Εστουντιάντες ξυπνούσα από τις 5.20, έπαιρνα το λεωφορείο για τη Λα Πλάτα, που είναι 80 χλμ. μακριά, έκανα προπόνηση, επέστρεφα στις 11 στο σπίτι, έτρωγα μεσημεριανό και μετά πήγαινα κατ’ ευθείαν για δουλειά στην εφημερίδα που εργαζόμουν. Το βράδυ βέβαια ήμουν νεκρός» θυμάται ο ίδιος.

Όταν ο Μπιλάρδο τον κάλεσε στην αποστολή του Μουντιάλ, όλα τα ΜΜΕ της χώρας (που από τα αποτυχημένα προκριματικά είχαν βάλει στο στόχαστρο τους πάντες στην εθνική – μεταξύ αυτών και τον Μαραντόνα) έπεσαν να τον φάνε, κατηγορώντας τον πως κάνει χάρη στο άνεργο φιλαράκι του. Για να μην απογοητεύσει τον προπονητή του, ο «Τάτα» πέρασε τους τελευταίους τρεις μήνες πριν το τουρνουά κάνοντας 3 φορές την εβδομάδα προπόνηση μόνος του (αρκετές φορές στους δρόμους του Μπουένος Άιρες) και 3 φορές προπόνηση με μια τοπική ομάδα. Ακόμα και έτσι όμως, θεωρούσε δεδομένο πως πηγαίνει στο Μεξικό ως η ρεζέρβα του σπουδαίου Πασαρέλα, που είχε καπαρωμένη τη θέση. Μέχρι που έφτασε η μέρα της πρεμιέρας με τη Νότια Κορέα.

«O Πασαρέλα δεν ήταν καλά αλλά κανένας δεν μου το είχε πει. Λίγες ώρες πριν το πρώτο ματς πέτυχα τον Μπιλάρδο εκεί που τρώγαμε πρωινό. Με ρώτησε πως νιώθω και του απάντησα, χωρίς να το πολυσκεφτώ, ότι επιτέλους έφτασε η μεγάλη μέρα. Μιλούσα γενικά, για όλους μας. Τότε μου είπε «το ξέρεις ότι θα παίξεις σήμερα, ε;». Για λίγο πίστεψα ότι θα πεθάνω». Κάπως έτσι, από το πουθενά, ο δακτυλοδεικτούμενος Μπράουν βρέθηκε στην 11αδα και δεν ξαναβγήκε από αυτήν, αφού ο Πασαρέλα δεν κατάφερε να αναρρώσει από τον τραυματισμό του.

Για τους περισσότερους ανθρώπους στο Μουντιάλ εκείνο η Αργεντινή κατέβηκε με «τον Μαραντόνα και 10 άλλους». Κάπου εκεί μέσα, στους αδικημένους «10 άλλους» (που ανάμεσα τους εκτός των διάσημων Βαλντάνο και Μπουρουτσάγα, υπήρχαν αρκετοί καλοί παίκτες, με κάμποσους εθνικούς και ηπειρωτικούς τίτλους στο παλμαρέ τους), βρίσκεται και ο Χοσέ Λούις Μπράουν, που από τελειωμένος σακάτης, μετατράπηκε σε εκείνο το τουρνουά σε λίμπερο παγκόσμιας κλάσης, που κατάφερε να παίξει άλλα τρία χρόνια μπάλα σε ικανοποιητικό επίπεδο, βρίσκοντας συμβόλαια και στην Ευρώπη. «Όταν έφυγα από το σπίτι μου για το Μουντιάλ, εκεί ήταν για να με αποχαιρετήσουν μόνο η γυναίκα μου, τα παιδιά μου και ένας καλός φίλος. Όταν επέστρεψα, με περίμεναν από έξω δεκάδες άνθρωποι».

Ο ‘Τάτα’ δεν ήταν προικισμένος με κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, ούτε τα βρήκε όλα εύκολα στη ζωή του. Η μοίρα το έφερε έτσι όμως που στις 29 Ιουνίου του 1986 βρέθηκε να πανηγυρίζει πεσμένος στα γόνατα, μπροστά σε 115.000 ανθρώπους ένα γκολ σε έναν τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Η μοίρα όμως δεν σε πηγαίνει πουθενά μόνη της. Στα 28 δευτερόλεπτα που χρειάστηκε να μείνει εκτός αγωνιστικού χώρου για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, μετά από μια δυνατή διεκδίκηση της μπάλας με τον Ρουμενίγκε, ο Μπράουν – σαν γνήσιος Λατινοαμερικάνος αμυντικός (έστω και με σκωτσέζικες ρίζες) – το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως θα επιστρέψει στο ματς όσο πιο γρήγορα γινόταν. «Για να μειώσω τον πόνο έκανα μια μικρή τρύπα στη φανέλα και μέσω αυτής στήριζα το χέρι με το δάχτυλο μου» δήλωσε πρόσφατα σε ένα αφιέρωμα που τον έδειχνε να παίζει όλο το δεύτερο ημίχρονο με το δεξί χέρι σχεδόν κολλημένο πάνω στο σώμα.

«Κάθε φορά που πλησίαζα την πλάγια γραμμή έβλεπα τον Μπιλάρδο να με κοιτάει στα μάτια, περιμένοντας μάλλον να του ζητήσω αλλαγή. Δεν υπήρχε όμως τέτοια περίπτωση. Μόνο ως νεκρός θα έφευγα από τον αγωνιστικό χώρο».

Μαθήματα διαχείρισης θυμού

  [2 Σχόλια]

Τον Νέλσον Βίβας ίσως να τον θυμάστε οι παλιότεροι από το πέρασμά του από την Άρσεναλ. Ο βετεράνος πλέον δεξιός μπακ, που έπαιξε και αρκετά ματς στην εθνική, είναι προπονητής στην πατρίδα του και συγκεκριμένα στην Εστουδιάντες. Αντιμετωπίζοντας την Μπόκα χθες, είδε σε μια φάση αυτό που θεώρησε πέναλτι (και μεταξύ μας μάλλον δεν ήταν). Ο διαιτητής δεν το καταλόγισε και ο Βίβας διαμαρτυρήθηκε έντονα με αποτέλεσμα να αποβληθεί. Εκεί πλέον ο Βίβας έδωσε το δικό του σόου, έριξε μια μεγαλοπρεπή κλωτσιά στο μικρόφωνο της τηλεόρασης και ξεπερνώντας τη φάση με το σάκακι του Ιωαννίδη και το βίντεο κλιπ του Σάκη Ρουβά άγγιξε πλέον επίπεδα Χουλκ (όχι του φορ) κι έφυγε σαν σταρ. Έβγαλε το πουκάμισο, θύμισε αθλητή του κατς και αποχώρησε ημίγυμνος με την κάμερα να εστιάζει στη γεμάτη τατουάζ πλάτη του.

Ο Νέλσον Βίβας, που στη συνέχεια ζήτησε συγγνώμη για την αντίδραση, δεν είναι άγνωστος σε τέτοιου είδους γραφικότητες. Πριν τέσσερα περίπου χρόνια, όταν και ήταν προπονητής στην Κίλμες, άνοιξε διάλογο με έναν οπαδό της ομάδας. Με το ματς να τελειώνει και την ισοπαλία να έρχεται, ο Βίβας έδειξε τον οπαδό και του είπε «να με περιμένεις κάτω», μαζί με άλλα κοσμητικά. Κοίταξε το χρονόμετρο που κρατούσε τότε πάντα και όταν το ματς έληξε, σαν άντρας που σέβεται τον λόγο του κατέβηκε κάτω. Εκεί βρήκε τον ατυχή κυριούλη (λεπτομέρεια το ακουστικό για να ακούει τι γίνεται στα άλλα ματς) και τον άρχισε στα κλωτσομπουνίδια, μέχρι που τον μάζεψαν 3-4 άτομα. Ο Βίβας μετά από το συμβάν είχε παραιτηθεί από την Κίλμες, αλλά ο χαρακτήρας του παραμένει ο ίδιος.

Προς το παρόν δεν έχει φύγει από την Εστουδιάντες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν το διασκέδασε στο Ίντερνετ:

Απ’τον Μάρλεϊ στον Κρόιφ: Ιστορίες καπνού, μουσικής (και μπάλας)

  [Καθόλου σχόλια]

«Kινήθηκα προς το καμαρίνι και έφτασα πολύ γρήγορα στην πόρτα που θα με οδηγούσε στους μουσικούς. Το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να μιλήσω μαζί τους και να τους συγχαρώ για την παράσταση που μόλις μας είχαν προσφέρει. Αυτή ήταν μάλιστα η πρώτη μου επαφή με τη ρέγκε μουσική, τον Μπομπ Μάρλεϊ και την μπάντα του, τούς Wailers. Τελικά όταν άνοιξα την πόρτα, το μόνο που θυμάμαι ήταν ένα πυκνό σύννεφο «εξωτικού» καπνού που κάλυπτε κυριολεκτικά τα πάντα. Με τη μπάντα -τελικά- τα είπαμε την επόμενη μέρα».  (Έρικ Κλάπτον)

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Βρετανό θρύλο της ροκ που είχε την τύχη να ζήσει ζωντανά την πρώτη συναυλία του Μάρλεϊ και της μπάντας του, στο Λονδίνο, το μακρινό 1972. Μάλιστα ο Κλαπ (αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα) ενθουσιάστηκε τόσο πολύ από τη μουσική των Τζαμαϊκανών που τελικά αγόρασε τα δικαιώματα του κομματιού «I Shot The Sheriff» και το συμπεριέλαβε, δύο χρόνια αργότερα, στον δίσκο του 461 Ocean Boulevard (μαζί με το country/reggae αριστούργημα «Willie and the Hand Jive» του Τζόνι Ότις), προκαλώντας πάταγο στα charts της Βρετανικής μουσικής σκηνής και όχι μόνο. Ο Κλάπτον είχε βάλει την ρέγκε στα σπίτια των Βρετανών για τα καλά, λίγο πριν σκάσει μύτη ο Τζο Στράμερ και μπολιάσει την Τζαμαϊκανή μουσική με το πανκ (στα τέλη των 70s) με τη δική του μπάντα, τους The Clash. Ιδιαίτερη σχέση με το ποδόσφαιρο δεν έχουν όλα αυτά και ελπίζω να καταλάβετε στη συνέχεια το λόγο που ξεκίνησα κάπως έτσι αυτό το κείμενο. Ίσως και όχι.

«Στη ζωή μου υπήρξα εθισμένος σε δύο πράγματα: To ποδόσφαιρο και το τσιγάρο. Το πρώτο μου έδωσε τα πάντα. Το δεύτερο μου τα πήρε όλα» (Γιόχαν Κρόιφ)

Την ίδια περίοδο που ο Κλάπτον ανακάλυπτε τη ρέγκε και τα σύννεφα καπνού των Wailers, σε ολόκληρο τον κόσμο, μεσουρανούσε το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο των Ολλανδών του Ρίνους Μίχελς και του κορυφαίου Ευρωπαίου ποδοσφαιριστή που υπήρξε (και θα υπάρξει), του Γιόχαν Κρόιφ. Επίσης, ο σπoυδαιότερος Αμερικανός κινηματογραφιστής, κατ εμέ πάντα, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, έβγαζε σε κυκλοφορία το αριστούργημά του «Το Κουρδιστό Πορτοκάλι», επηρρεάζοντας -άθελά του πάντα- και το ποδοσφαιρικό στυλ των Ολλανδών (εντός και εκτός των τεσσάρων γραμμών) αλλά και την οπαδική κουλτούρα, δεκάδες χρόνια αργότερα. Η ψυχεδέλεια βρίσκονταν στο απόγειό της και τίποτα -μα τίποτα- δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο, είτε αυτό ήταν στο σινεμά, στη μουσική ή ακόμα και στο ποδόσφαιρο. Λίγο αργότερα μας βγήκε από αριστερά και το φουτουριστικό σοβιετικό ποδόσφαιρο του Λομπανόφσκι και οι «ψαγμένοι ποδοσφαιρόφιλοι της εποχής» βρέθηκαν σε δύο διαφορετικά «στρατόπεδα». Το πρώτο ήταν της ψυχεδέλειας των Ολλανδών, με φανερές «επιρροές» από Κιούμπρικ, και το δεύτερο η ποιητική αρτιότητα των Σοβιετικών, με φανερές «επιρροές» από Ταρκόφσκι. Εσείς τι προτιμάτε; Οδύσσεια του Διαστήματος ή Σολάρις; Aς επιστρέψουμε όμως στο ποδόσφαιρο στους πυκνούς καπνούς.

Όχι δεν είναι οι Pink Floyd

Ο Κρόιφ συνήθιζε να καπνίζει πάνω από δύο πακέτα τη μέρα ακόμα και τα χρόνια που έπαιζε ποδόσφαιρο. Κάπνιζε ενώ ο προπονητής έδινε εντολές στα αποδυτήρια, κάπνιζε ενώ ήταν στη φυσούνα και έμπαινε στον αγωνιστικό χώρο, κάπνιζε πριν και μετά το ντους, κάπνιζε όταν κάπνιζε και λογικά κάπνιζε επίσης ακόμα και στον ύπνο του (αν και γι’ αυτό δεν έχουμε επίσημες μαρτυρίες). Το ίδιο πάνω-κάτω έκαναν και οι περισσότεροι αστέρες του Άγιαξ της εποχής, όπως φυσικά και της εθνικής Ολλανδίας. Δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πως τα αποδυτήρια τόσο του Αίαντα όσο και των Οράνιε θύμιζαν -και μύριζαν- τεκέ της τρούμπας την περίοδο του μεσοπολέμου. Γνωστός αθλητικός φωτορεπόρτερ της χώρας μας είχε βρεθεί σε κάποιο αγώνα -που δεν μπορώ να θυμηθώ- των Οράνιε για τα προκριματικά του Μουντιάλ του 1974 και μου είχε αφηγηθεί (πριν χρόνια, όταν τα λέγαμε συχνά) πως όταν κατέβηκε -με χίλια δυο παρακάλια- στα αποδυτήρια των Ολλανδών μετά το παιχνίδι για μια φωτογραφία και άνοιξε την πόρτα, το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει ήταν ένα πελώριο και πυκνό σύννεφο καπνού ανάμεσα σε ιδρωμένες πορτοκαλί φανέλες και πεταμένα ποδοσφαιρικά παπούτσια δεξιά και αριστερά. Ο Κρόιφ βρίσκονταν στη μέση, ατάραχος στα όρια του νωχελικού και άναβε το ένα τσιγάρο από τη γόπα του άλλου. «Πρέπει να είχε καπνίσει 3-4 τσιγάρα όσο έμεινα στα αποδυτήρια για φωτογραφίες» τον θυμάμαι να μου λέει και δεν είχα κανένα λόγο να μη τον πιστέψω, γνωρίζοντας πολύ καλά το ιστορικό του «Ιπτάμενου Ολλανδού» με το τσιγάρο.

Τελικά αμφότεροι –όσο και αν οι Dead Prezz έχουν διαφορετική άποψη γι’ αυτό– πλήρωσαν το πάθος τους για τον καπνό με το ακριβότερο τίμημα. Την ίδια τους τη ζωή. Ο Κρόιφ τα τελευταία χρόνια της ζωής του (έχοντας παραδεχτεί το μεγάλο του λάθος) είχε γίνει πολέμιος του καπνίσματος. Για τον Μάρλεϊ δεν μάθαμε ποτέ και ούτε πρόκειται. Όπως και να έχει οι ιστορίες για το κάπνισμα στα αποδυτήρια των Ολλανδών θα λέγονται πάντα (με τις απαραίτητες σάλτσες) από γενιά σε γενιά και θα μας θυμίζουν μια περίοδο που το ποδόσφαιρο ήταν τόσο διαφορετικό, ρομαντικό, αληθινό και εντελώς «ροκ». Πάρα πολύ διαφορετικό από το αποστειρωμένο και άκρως επαγγελματικό των ημερών μας. Και όσο κι αν αντιπαθώ πλέον το κάπνισμα, προτιμώ εκείνο το ποδόσφαιρο από αυτό των ημερών μας, όπως και προτιμώ τον Κλάπτον από τον Μάρλεϊ, κι ας έπαιζε ο Τζαμαϊκανός καλό ποδόσφαιρο.

Το Πρωτάθλημα που Κρίθηκε 30 Χρόνια Μετά

  [4 Σχόλια]

Η Ρόζα Μαρία Βέμπερ, ο Μάρκο Αυρέλιο Μέλο και ο Λουΐς Ρομπέρτο Μπαρόσο στήθηκαν μπροστά στις κάμερες. Οι τρεις Βραζιλιάνοι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας, μαζί με άλλος δυο που δεν βγήκαν στη συνέντευξη τύπου, μόλις είχαν πάρει μια σημαντική και, κυρίως, τελεσίδικη απόφαση.

Ξεκίνησε η Βέμπερ: «Το ποδόσφαιρο είναι πάθος και το ιδεατό είναι οι αποφάσεις που το αφορούν να μη φτάνουν στα δικαστήρια». Με ψήφους 3-1 το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι το πρωτάθλημα του 1987, το οποίο είχαν πανηγυρίσει τόσο η Σπορτ Κλουμπ Ρεσίφε όσο και η Φλαμέγκο, ανήκει αποκλειστικά στη Σπορτ Κλουμπ. Από τους 5 δικαστές ο ένας απείχε λόγω του ότι ο γιος του ήταν στο δικηγορικό τιμ της Φλαμέγκο.

Ο Μέλο, οργανωμένο μέλος της Φλαμέγκο που ψήφισε κατά της ομάδας που υποστηρίζει, είπε: «Αυτό είναι το τελικό σκορ». Ο Μπαρόσο συμπλήρωσε: «40 εκατομμύρια οπαδοί θα νιώσουν ένα χτύπημα στην καρδιά. Και ανάμεσα σε αυτούς είμαι και εγώ».

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας εδώ και ενάμιση χρόνο πνίγεται στη δουλειά από τα πολιτικά σκάνδαλα που οδήγησαν την προηγούμενη πρόεδρο, Ντίλμα Ρούσεφ, και την κυβέρνησή της σε παραίτηση. Μέσα στον κακό χαμό των υποθέσεων διαφθοράς πολιτικών και της κρατικής πετρελαϊκής εταιρίας, το Δικαστήριο γνωμοδότησε πάνω στο ποδόσφαιρο, διότι, Βραζιλία είσαι.

Η Ρεσίφε ανάρτησε στους επίσημους λογαριασμούς της σε τουΐτερ και φέισμπουκ: «Το πρωτάθλημα του 1987 αδιαμφισβήτητα δικό μας». Η Φλαμέγκο απάντησε «Στη μπάλα, στο γήπεδο, πάντα Φλαμέγκο. Πρωταθλητές 1987». Λογικό μου φαίνεται, θα το μετράνε για πάντα. Όπως και οι οπαδοί της Μαρσέιγ μετράνε το αφαιρεμένο από τον υποβιβασμό πρωτάθλημα της υπόθεσης Ταπί ως δικό τους.

Εδώ αξίζει να πούμε πως η Φλαμέγκο είναι ο πιο δημοφιλής σύλλογος στη Βραζιλία. Επίσης δεν είναι η πρώτη φορά που στην ποδοσφαιρομάνα κρίνεται τίτλος δικαστικά. Έχει ξαναγίνει με τη Σάντος.

Τώρα όσοι βαριέστε να διαβάσετε άλλη μια λατίνικη ιστορία οργανωτικής και διοικητικής τρέλας σταματάτε την ανάγνωση εδώ. Οι υπόλοιποι ετοιμαστείτε για για ένα ταξίδι στα έιτις με οργάνωση πρωταθλήματος που θα ζήλευε και το Περού και ίντριγκες στην Ομοσπονδία που θα εκτιμούσαν και οι άσπονδοι εχθροί της Αργεντινής.

To 1986 στη Βραζιλία επικρατεί ένα χάος στα ποδοσφαιρικά δρώμενα της χώρας. Ένα χάος που έχει και πολιτικές προεκτάσεις και με την Ομοσπονδία («ΠΟΒ» από εδώ και στο εξής) να κάνει ό,τι μπορεί για να το βοηθήσει. Η ανικανότητα της ΠΟΒ είναι τόσο μεγάλη που σχηματίζεται για πρώτη φορά το «Κλούμπε Ντος 13», δηλαδή ο όμιλος των 13 ισχυρότερων συλλόγων της χώρας. Το πρωτάθλημα Μπραζιλεράο του 1986-87 είναι ένα μνημείο οργανωτικής τέχνης που ο ποδοσφαιρικός χρονογράφος Τζέιμς Γιανγκ χαρακτήρισε «ιστορία Καφκικής ανίας και ματαιότητας».

Τον Ιούνιο του 1986 ο πρόεδρος της ΠΟΒ δήλωσε επίσημα ότι η ομοσπονδία δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει το επόμενο πρωτάθλημα. Μέρος του προβλήματος είναι η ζήτηση της συμμετοχής. Για τα δύο εθνικού επιπέδου πρωταθλήματα, 1ης και 2ης κατηγορίας, μαζί με τα προκριματικά τουρνουά και και κάποια παράλληλα (πχ. κύπελλα) ο αριθμός των συλλόγων που ήθελαν να συμμετάσχουν ξεπερνούσε τους 80. Η αρχική ιδέα ήταν τότε να μειώσουν τους συμμετέχοντες στην 1η κατηγορία από 48 σε 24, αλλά επειδή Βραζιλία είσαι, έφτιαξαν πανικό.

Με δεδομένο ότι η ΠΟΒ έχει πει ότι αδυνατεί να χρηματοδοτήσει το επόμενο πρωτάθλημα, η απόφαση να μειωθούν οι ομάδες της 1ης κατηγορία στο μισό δημιουργεί χάος. Αυτό κυρίως συμβαίνει διότι δημοφιλείς και παραδοσιακοί σύλλογοι, όπως η Μποταφόγκο που είχε τερματίσει 31η στο προηγούμενο πρωτάθλημα, θα έμεναν στην απέξω. Μικρότεροι σύλλογοι είδαν την ευκαιρία να μπουν στα σαλόνια και άρχισαν να μπλέκουν στην ιστορία οι πολιτικοί που ασκούσαν πιέσεις στην ΠΟΒ να συμπεριλάβει τους συλλόγους της περιφέρειάς τους. Η ΠΟΒ εξετάζει να διοργανώσει πρωτάθλημα με περισσότερες ομάδες, αλλά οικονομικά δε βγαίνει. Οι αποστάσεις στη Βραζιλία και τα ταξίδια που αυτές αναγκάζουν τις ομάδες να κάνουν καθιστά ένα εθνικό πρωτάθλημα με πάνω από 24 συλλόγους μη βιώσιμο.

Κάπου εκεί οι πρόεδροι της Φλαμέγκο (Μάρσιο Μπράγκα) και της Σάο Πάουλο (Κάρλος Αϊντάρ) στήνουν το «Κλούμπε Ντος 13», ένα συνεταιρισμό των πιο γνωστών και δημοφιλών συλλόγων στη Βραζιλία. Βρίσκουν χορηγούς και προσλαμβάνουν ως πρόεδρο τον αντιπρόεδρο της ΠΟΒ, Ναμπί Αμπί Τσεντίντ, ο οποίος χαίρει αμέριστου σεβασμού στη χώρα. Μάλιστα ήταν αυτός που συνόδευε την εθνική Βραζιλίας στα διεθνή τουρνουά. Τη διοργάνωση που στήνουν τη λένε «Κόπα Ουνιάο» (Κύπελλο της Ένωσης). Σε συνέντευξή του τότε ο Μπράγκα δήλωνε «Θέλουμε να κάνουμε το πρωτάθλημα ένα ελκυστικό εμπορικό προϊόν, όπου η ατραξιόν θα είναι οι μεγάλες μάχες μεταξύ των πιο καλών ομάδων». Και αν οι Βραζιλιάνοι προσπάθησαν να φτιάξουν την Πρέμιερ Λιγκ πριν τους Άγγλους, μετά μπήκαν στη Λατίνικη πραγματικότητα.

Οι 13 αντιπροσώπευαν περίπου το 90% της συνολικής οπαδικής βάσης της Βραζιλίας. Βρήκαν χορηγούν πανεύκολα και μάλιστα το μεγαλύτερο τηλεοπτικό δίκτυο της χώρας (Γκλόμπο) έκλεισε συμφωνία για εθνική προβολή όλων των ματς. Πράγματα πρωτάκουστα στη Λατινική Αμερική. Όπως καταλαβαίνετε, οι υπόλοιποι 67 σύλλογοι δεν το πήραν με πολύ καλό μάτι όλο αυτό. Μετά από πολλές ίντριγκες, πιέσεις, παρασκήνια και πολιτικό μπλέξιμο η ΠΟΒ αποφάσισε να διοργανώσει ένα υβρίδιο.

Θα γινόντουσαν δύο όμιλοι σε μορφή πρωταθλήματος. Ο «Κίτρινος Όμιλος» στο οποίο θα συμμετείχαν  16 ομάδες από τις άλλες και ο «Πράσινος Όμιλος» που ήταν οι 13. Οι δύο πρώτοι των δυο ομίλων θα έπαιζαν σε πλέυ-οφς για να βγει ο τελικός πρωταθλητής. Στον όμιλο των 16 μπήκε και η Σπορτ Κλουμπ Ρεσίφε, η οποία τον προηγούμενο χρόνο ήταν ομάδα 2ης κατηγορίας. Όπως είναι φυσικό, οι 13 είπαν «Ναι, καλά. Δηλαδή θα σκοτωθούμε οι μεγάλοι μεταξύ μας και θα έρθει ο τσουρουκάς, που θα’χει παίξει με σχολές καποέιρας, να μας πάρει τον τίτλο; Πλέυ-οφς δεν παίζουμε».

Βασικά, όχι οι 13, οι 12. Διότι ο πρόεδρος της Βάσκο, Μιράντα, διαβεβαίωσε την ΠΟΒ, χωρίς να έχει ενημερώσει τους άλλους τους συνεταιρισμού, ότι οι «Πράσινοι» θα τιμήσουν την απόφαση της ΠΟΒ. Έτσι οι 13 έπαιζαν ένα πολύ σκληρό πρωτάθλημα μεταξύ τους, πιστεύοντας ότι είναι μόνοι τους, ενώ παράλληλα διεξαγόταν ένα πρωτάθλημα μετρίων. Τόσο μετρίων που ο σταρ ήταν ο τερματοφύλακας (ναι, Βραζιλιάνος τερματοφύλακας σταρ το 1986, τι;) Έμερσον Λεάο της Ρεσίφε, που ήταν ο τέρμας της Σελεσάο στα Μουντιάλ του 1970 και 1974. Ήταν τόσο μεγάλος που δεν έβγαλε καν όλη τη σεζόν στο γήπεδο, αλλά στα μισά το γύρισε σε προπονητής! Από την άλλη, στη Φλαμέγκο έπαιζαν οι Ζίκο, Μπεμπέτο, Λεονάρντο, Αλνταΐρ, Ζίνιο, Ζορζίνιο, Λεάνδρο, Ρενάτο Γκάουτσο, Εντίνιο, Ζε Κάρλος, Αντράντε και ο Μαρσελίνιο Καριόκα. Σχεδόν όλοι μέλη της εθνικής.

Για να καταλάβετε για τι επίπεδο μιλάμε, η πρωταθλήτρια Λιμπερταδόρες του 1986 Ατλέτικο Μινέιρο, διέλυσε στον τελικό του διηπειρωτικού 3-0 τη Λίβερπουλ. Τώρα η Μινέιρο κέρδισε τον πρώτο γύρο, διότι, σαν να μην έφτανε το από πάνω μπλέξιμο, η διοργάνωση εξελισσόταν ως εξής: Οι ομάδες χωρίστηκαν σε 2 γκρουπ. Στην πρώτη φάση, οι ομάδες του γκρουπ Α, αντιμετώπισαν τις ομάδες του γκρουπ Β. Στην δεύτερη φάση, οι ομάδες του κάθε γκρουπ έπαιξαν μεταξύ τους. Μετά οι δυο πρώτοι κάθε γκρουπ έπαιζαν ημιτελικούς και διπλό τελικό. Απλούστατο. Η Φλαμέγκο τερματίζει 2η στο Β γκρουπ, πίσω από την Ιντερνασιονάλ. Παίζει ημιτελικό με την  του Α γκρουπ, Ατλέτικο Μινέιρο, και την κερδίζει με συνολικό σκορ 4-2 (1-1 στο Πόρτο Αλέγκρε, 3-1 στο Μαρακανά). Πάει τελικό με την Ιντερνασιονάλ και την κερδίζει συνολικά 2-1 (1-0, 1-1). Πανηγυρίζει τον τίτλο στο Μαρακανά, μπροστά σε 91.000 κόσμο και κάτω από πλακάτ χορηγών όπως η Κόκα-Κόλα, τα ΜακΝτόναλντς, κτλ.

Παράλληλα η Ρεσίφε κερδίζει 3-1 την Γκουαρανί και είναι «Κίτρινη Πρωταθλήτρια». Μη γνωρίζοντας τις διαβεβαιώσεις του Μιράντα στην ΠΟΒ, Ιντερνασιονάλ και Φλαμέγκο τον Ιανουάριο του 1988 αρνούνται να συμμετάσχουν στα πλέυ-οφς μεταξύ «Κιτρίνων» και «Πρασίνων». Η Ρεσίφε ξαναπαίζει κόντρα στην Γκουαρανί, την κερδίζει και στέφεται εθνική πρωταθλήτρια από την ΠΟΒ. Η Φλαμέγκο διαμαρτύρεται και σε μία κίνηση η οποία ουσιαστικά ήταν και η νομική βάση της απόφασης 30 χρόνια μετά, η ΠΟΒ στέλνει τη Ρεσίφε στο Κόπα Λιμπερταδόρες της επόμενης χρονιάς.

Αρκετά χρόνια μετά, ο Ζίκο σε συνέντευξή του δήλωσε ότι «όλοι ξέρουν ότι η Φλαμένγκο δεν έγινε πρωταθλήτρια Βραζιλίας για πολιτικούς λόγους». Η δήλωση έχει μια μεγάλη δόση αλήθειας, καθώς το όλο εγχείρημα των 13 η ΠΟΒ το είδε πολύ άσχημα και ουσιαστικά ανακήρυξε εθνικό πρωταθλητή τον 1ο της δικής της διοργάνωσης. Το μόνο ρομαντικό εδώ είναι ότι ένας μικρούλης σύλλογος έγινε, ντε γιούρε, εθνικός πρωταθλητής, νικώντας, στα δικαστήρια, το γίγαντα της Φλαμένγκο. Χαρίζοντας όμως μηδενικές ποδοσφαιρικές στιγμές μέσα στο χορτάρι, που, για τη Βραζιλία εκείνης της εποχής, ήταν το χειρότερο έγκλημα.

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Λουίς «Πούλγκα» Ροντρίγκες

  [1 Σχόλιο]

Δυστυχώς ή ευτυχώς το σύγχρονο ποδόσφαιρο θέλει ποδοσφαιριστές αθλητές, γυμνασμένους, με αντοχές. Στη Ν. Αμερική όμως που ακόμα δείχνει να διατηρεί τις παραδόσεις, επιβιώνουν ακόμα παίκτες-μορφές που στην Ευρώπη δεν θα έβρισκαν θέση, αλλά εκεί λατρεύονται σαν μικρές θεότητες. Αυτό εδώ το κείμενο αποτελεί μια ωδή στον «Πουλγκίτα» Ροντρίγκες, έναν από τους τελευταίους ποδοσφαιριστές που μπορούν να βγάζουν το φαγητό τους (και θέλουν και πολύ) παρά το αντι-αθλητικό σουλούπι τους και το σώμα τους που μοιάζει με άνθρωπο γραφείου, επειδή ακριβώς ξέρουν καντάρια μπαλίτσας. Ένα είδος προς εξαφάνιση, με κάποιους τελευταίους λαμπρούς εκπροσώπους του να απομένουν.

Σουτάρες, σκαψιματάκια, ψαλιδάκια, γκολ λίγο κάτω από το κέντρο, όλα τα έχει κάνει ο τύπος

Γεννημένος σε μια μικρή πόλη δέκα χιλιάδων κατοίκων, ο Λουίς Ροντρίγκες ως το μεγαλύτερο παιδί δούλευε μπογιατζής και χτίστης για να βοηθά τη φτωχή οικογένειά και τα οκτώ αδέρφια του. Δεν αποτέλεσε εξαίρεση κι όπως όλα τα παιδάκια λάτρευε κι αυτός την μπάλα και είχε ταλέντο. Παρά το μικρό του ύψος, την έλλειψη μυών, την όχι ιδιαίτερη ταχύτητά του και το αντιαθλητικό του σουλούπι με τα παραπάνω κοιλιά, είχε φοβερή τεχνική και άρχισε να ξεχωρίζει γρήγορα. Ο πατέρας του, που δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο να παίζει ξυπόλητος, του πήρε στα 11 τα πρώτα του παπούτσια, με το υστέρημά του. Μόνο που ήταν το τελευταίο διαθέισμο ζευγάρι και του ήταν λίγο μικρά. Ο «Πούλγκα» (σημαίνει ψύλλος, παρατσούκλι που έχει και ο Μέσι) αναγκαζόταν να στριμώχνει τα δάχτυλά του και ενώ μεγάλωνε κι άλλο μέσα σε αυτά και δυσκολευόταν ακόμα περισσότερο, έμαθε να παίζει έτσι. «Κάποιες φορές αναγκαζόμουν να τα βγάζω την ώρα του αγώνα, έπαιξα για αρκετούς μήνες με εκείνο το ζευγάρι.»

Αντιτουριστική φυσιογνωμία, μοιάζει 10 χρόνια μεγαλύτερος, αλλά στο γήπεδο μαγεύει

Η καριέρα του Ροντρίγκες θα είχε σταματήσει άδοξα, όταν στα 17 του πείστηκε από κάποιον μάνατζερ ότι του είχε βρει συμβόλαιο στη Ρουμανία. Ο Ροντρίγκες βρέθηκε χωρίς ομάδα, χωρίς λεφτά, σε μια χώρα που δεν ήξερε τη γλώσσα. Γύρισε πίσω αποφασισμένος να βρει «κανονική» δουλειά. Τελικά όμως βρήκε θέση στη Ράσινγκ της Κόρδοβα και αργότερα στην Ατλέτικο του Τουκουμάν, την ομάδα στην οποία θα γινόταν θρύλος. Μέσα σε τρεις σεζόν έφτασε από τη Γ’ εθνική στην Α΄σκοράροντας συνολικά 35 φορές και αποκτώντας μια ειδική σχέση με τους οπαδούς μιας ομάδας που είναι μαθημένη στα δύσκολα. Παίζοντας είτε σαν 10αρι, είτε σαν επιθετικός έζησε το θαύμα της Τουκουμάν, αλλά και την πτώση της στη συνέχεια, χαρίζοντας πάντα στιγμές ποδοσφαιρικής ιδιοφυΐας.

Το 2009 φτάνει στην μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του, όταν στα πλαίσια των δεκάδων κλήσεων του Μαραντόνα, ο Πουλγκίτα δέχεται την κλήση για την εθνική Αργεντινής. Σε ένα φιλικό στην Κόρδοβα, απέναντι στην Γκάνα, που η Αργεντινή κερδίζει με δυο γκολ του Παλέρμο, ο Ροντρίγκες μπαίνει αλλαγή και ζει το απόλυτο όνειρο. Ακολουθεί την ομάδα στη Β’ εθνική και μοχθεί ξανά εκεί βγαίνοντας πρώτος σκόρερ δυο σεζόν (με 20 και 17 γκολ αντίστοιχα). Ζει τελικά όλο το όνειρο με την άνοδο ξανά στην Α’ εθνική

Άνθρωπο που κάνει τούνελ στο διαιτητή, δεν γίνεται να μην τον αγαπήσεις

Πέρσι τον Απρίλιο φτάνει τα 99 γκολ με τη φανέλα της Τουκουμάν, έχοντας γίνει πλέον θρύλος του συλλόγου. Στο ματς με τη Ντιφένσα ι Χουστίσια, εκτελεί το πέναλτι (με ποδοσφαιρική αλητεία) για το 1-0 και σημειώνει το εκατοστό του γκολ. Ο κόσμος τον αποθεώνει με μια ασυνήθιστη ενέργεια, εκατό μπάλες εκτοξεύονται από τις εξέδρες μέσα στο γήπεδο. Έχουν πάνω το πρόσωπό του και γράφουν «Την ιστορία τη γράφουν λίγοι. Σε ευχαριστούμε Πούλγκα». Ζει όλη την απίστευτη περιπέτεια μέχρι την ιστορική έξοδο της συμπαθούς Ατλέτικο Τουκουμάν στο Κόπα Λιμπερταδόρες και την πρόκριση στους ομίλους (αξίζει να το διαβάσετε αν δεν το κάνατε πριν λίγο καιρό και έχετε χρόνο) .

Μετά τα 50″, η βροχή από μπάλες για χάρη του Ροντρίγκες

Ο Ροντρίγκες είναι το ποδόσφαιρο του παρελθόντος, αυτό που οι πιο νέοι δεν θα έχουν ζήσει, όπως εμείς αντίστοιχα δεν ζήσαμε των πατεράδων μας. Συνεχίζει να ζει στην πόλη του τη Σιμόκα. Κάνει 50 χιλιόμετρα κάθε μέρα για να πάει στην προπόνηση. Αλλά δεν το αλλάζει με τίποτα. «Είναι η πατρίδα μου, μπορώ να βγω με τους γονείς μου, να πάω σε ένα εστιατόριο, χωρίς να μου ζητήσει κανείς φωτογραφία. Με είδαν να μεγαλώνω εδώ μαζί τους». Έκανε αυτό που αγαπούσε, το έκανε καλά, έζησε μια ήσυχη ζωή, χωρίς να γίνει πλούσιος, αλλά μακριά από τη φτώχεια, αγαπήθηκε και έγινε ίνδαλμα ενός μικρού συλλόγου. Θα μπορούσε ίσως να πάει πιο ψηλά; Να κάνει αυτά τα μαγικά πιο συχνά; Να γυμναστεί περισσότερο, να τρώει λιγότερο ασάδο ή να μην πίνει (υπάρχει βίντεο που τον δείχνει σουρωμένο); Σίγουρα ναι. Αλλά όπως κι άλλοι τύποι που αγάπησαν π.χ. τον ύπνο, είναι ικανοποιημένος με αυτά που κατάφερε. Ο «Πουλγκίτα» λέει με κάθε σοβαρότητα ότι η μπάλα των έσωσε από τη φτώχεια και τις εξαρτήσεις. Γι’ αυτό κι ο ίδιος την υπηρετεί με αγάπη.

Στο 6μηνο που πήγε δανεικός στη Νιούελ΄ς έβαλε αυτή την γκολάρα στην Μπόκα

«Όταν κάποιος υποφέρει μικρός, ό,τι καταφέρνει αργότερα το εκτιμά διπλά. Δεν το ξεχνάς. Κάθε φορά που αγοράζω παπούτσια, θυμάμαι εκείνα τα στενά παπούτσια στα 11 μου»
(από συνέντευξή του στο El Grafico το 2016)

Το χαμένο πέναλτι του Λε Τισσιέ

  [3 Σχόλια]

Κύθηρα 2005. Διακοπές. Ενώ ετοιμαζόμαστε με τον καλύτερό μου φίλο να βγούμε για ποτάκι, ανάμεσα σε βρεγμένα μαγιό, πετσέτες και πεταμένα ρούχα εδώ και εκεί, θα με ρωτήσει: «Τον Ματ Λε Τισσιέ τον ξέρεις». Πάγωσα. Πως είναι δυνατόν να με ρωτάς κάτι τέτοιο. Εμένα που ζω και αναπνέω για το Αγγλικό ποδόσφαιρο. Πριν προλάβω να απαντήσω θα συμπληρώσει, «Ήταν ένας εξαιρετικός Άγγλος ποδοσφαιριστής της Σαουθάμπτον που όμως είχε απαράμιλλη τεχνική. Δεν μου κάνει για Άγγλος και το όνομά του δεν είναι σίγουρα αγγλικό. Ναι. Ήταν τόσο καλός επειδή δεν είναι Άγγλος. Οι ρίζες του πρέπει να βρίσκονται κάπου ανάμεσα σε Γαλλία, Ισπανία και δεν ξέρω και’γω που αλλού». Νευρίασα λιγάκι αλλά δεν το συνέχισα. «Τον γνωρίζω πολύ καλά τον Λε Γκοντ (αυτό ήταν το προσωνύμιό του όταν ‘μάγευε’ με τη φανέλα των «αγίων)» του είπα «αλλά ας μη το συνεχίσουμε για την ώρα. Βαριέμαι να μιλήσω για ποδόσφαιρο. Είμαστε διακοπές, μα τον Φάουλερ». Τελικά πήγαμε για ποτό και -εννοείται- συνεχίσαμε να μιλάμε για τον Λε Τισσιέ, τη Λίβερπουλ που πριν λίγο καιρό είχε κατακτήσει το Τσάμπιονς Λιγκ, τη Γιουβέντους, την Μπάρτσα και τον ΠΑΟ που μόλις είχε υπογράψει τους Μπίσκαν και Φλάβιο Κονσεϊσάο και εμείς ονειρευόμασταν τότε μια μαγική τριπλέτα στον άξονα, παρέα με τον Έκι τον Γκονζάλες.

O Ματ Λε Τισσιέ ήταν όντως ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής. Ένας μεσοεπιθετικός που γνώριζε πολλά καντάρια μπάλα. Ένας τεμπελάκος όμως παίκτης που προτιμούσε την καλή ζωή από την προπόνηση και που ζούσε -σχεδόν- και μόνο για τον αγώνα. Προτιμούσε τη σιγουριά της Σαουθάμπτον και δεν έκανε ποτέ το μεγάλο βήμα για κάποιο μεγαλύτερο κλαμπ ξέροντας πως θα έπρεπε να θυσιάσει πολλά για να σταθεί σε ομάδες, όπως η Γιουνάιτεντ για παράδειγμα. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φέργκιουσον τον ζάλιζε κάθε καλοκαίρι να μετακομίσει στο Όλντ Τράφορντ και να φτιάξει ένα ονειρικό δίδυμο με τον Ερίκ Καντονά μα ο Λε Τισσιέ, ενώ του έλεγε πως θα κάνει το μεγάλο βήμα, τελικά επέλεγε να μείνει στην ομάδα της καρδιάς του, να πίνει τις μπύρες του και να τρώει τους γκουρμέ μεζέδες του, μαγεύοντας το κοινό της Αγγλίας -σχεδόν- κάθε αγωνιστική, χωρίς όμως να φτάσει ποτέ να κατακτήσει κάποιον τίτλο. «Who cares?» Οι φίλοι της ομάδας έχουν να λένε για το φοβερό δέσιμο που είχε με τον Άλαν Σίρερ στις αρχές των 90s με τη φανέλα των «αγίων», για το μαγικό δεξί του πόδι, «Θα σου την στείλω δεξιά στο παράθυρο. Πήδα αλλά δεν πρόκειται να την πιάσεις» συνήθιζε να λέει στους τερματοφύλακες της εποχής, κάνοντας τα λόγια του πράξη, και φυσικά για το εξωπραγματικό του ρεκόρ στην ευστοχία των πέναλτι. Ο Ματ Λε Τισσιέ σε ολόκληρη την πλούσια καριέρα του με τη φανέλα της Σαουθάμπτον είχε αστοχήσει μία και μοναδική φορά από την άσπρη βούλα. Το ρεκόρ του το πλησίασε, μετά από πολλά χρόνια ακόμα ένας παίκτης των αγίων, ο Ρίκι Λάμπερτ, πριν μετακομίσει και καταστρέψει ουσιαστικά την καριέρα του προς Άνφιλντ μεριά για τη φανέλα των «κόκκινων». Μια φανέλα που είχε όνειρο να φορέσει από παιδί και που τον οδήγησε μετά στο Χόθορνς και τη Γουέστ Μπρομ.

Σε 48 εκτελέσεις πέναλτι ο Λε Γκοντ είχε ευστοχήσει σε 47 και αν δεν είχε βρεθεί ο Ουαλός Μαρκ Κρόσλεϊ της Νότινγχαμ Φόρεστ να πιάσει εκείνο το κακοχτυπημένο πέναλτι στις 24 Μαρτίου του 1993 ο Άγγλος με το νούμερο 7 στην πλάτη θα είχε ένα απίστευτο και μοναδικό ρεκόρ. Μετά από αυτή την άτυχη στιγμή ο αρχηγός των «αγίων» συνέχισε με 27 σερί εύστοχα πέναλτι πριν κλείσει την καριέρα του το 2002, στα 34 του. Στα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο είχε πολλούς και μεγάλες θαυμαστές αλλά και αρκετούς εχθρούς. Ένας από αυτούς είναι ο πρώην συμπαίκτης του (και διεθνής με τα τρία λιοντάρια για ένα μικρό φεγγάρι) Κάρλτον Πάλμερ, που τον θεωρούσε πάντα τεμπέλη, χοντρό και υπερεκτιμημένο. Προσωπικά θα κρατήσω, και θα κλείσω αυτό το κείμενο, με δύο-τρεις λέξεις του κορυφαίου κεντρικού μέσου των τελευταίων 15 ετών για την αξία του -λατρεμένου- Ματ Λε Τισσιέ. «Όταν ήμουν μικρός, ο παίκτης που θαύμαζα και ήθελα να μοιάσω ήταν ένας Άγγλος που έπαιζε στη Σαουθάμπτον και φορούσε το νούμερο 7. Ήταν απλά απολαυστικός». Τα λόγια ανήκουν στον Τσάβι και -εννοείται-  κάπου ο Λε Τισσιέ πίνει την μπύρα του χαμογελώντας όταν κάποιος του τα θυμίζει. Είμαι σίγουρος.

ΥΓ: Αφορμή για το κείμενο στάθηκε η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου (για καθαρά προσωπικούς λόγους που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητοί και δεν υπάρχει και λόγος) και το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του εξαιρετικού soundtrack της Ελένης Καραϊνδρου. Όσοι θέλετε τιμήστε το και δεν θα χάσετε.

Παίζοντας σε δύο γήπεδα την ίδια ημέρα

  [Καθόλου σχόλια]

Στα αρκετά χρόνια παρουσίας του Σομπρέρο έχουμε μιλήσει για αρκετές κωμικοτραγικές καταστάσεις. Είδαμε παίκτες να παίζουν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε δύο αγώνες (και επίσης εδώ), αλλά και ομάδες να «παίζουν» σε άλλες ηπείρους χωρίς να το ξέρουν. Σήμερα, ήρθε η ώρα ίσως για το κορυφαίο (μέχρι το επόμενο) γραφικό γεγονός τέτοιου είδους. Την ημέρα που δύο ομάδες έπρεπε να παίξουν τόσο μεταξύ τους, όσο και ακόμα έναν αγώνα (έκαστη), με άλλον αντίπαλο σε μια άλλη χώρα. Καλά διαβάσατε. Ταξιδεύουμε στο 1997 και φυσικά πού αλλού; Στην Αργεντινή.

Τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς έγινε η κλήρωση για τη φάση των ομίλων του Κόπα Λιμπερταδόρες. Το σύστημα ήθελε σε κάθε όμιλο να παίζουν ομάδες από δύο χώρες. Έτσι, η κληρωτίδα έφερε στον πέμπτο όμιλο τις Ράσινγκ και Βέλεζ μαζί με δυο ομάδες από το Εκουαδόρ, τις Ελ Νασιονάλ και Εμελέκ. Στις 2 Μαρτίου και ώρα 2 το μεσημέρι η Ράσινγκ θα έπαιζε στο Κίτο με τη Νασιονάλ και στις 8 το βράδυ η Βέλεζ με την Εμελέκ στο Γκουαγιακίλ. Τίποτα το περίεργο θα πει κανείς, εκτός από το γεγονός ότι 2 Μαρτίου ήταν ημέρα Κυριακή, ημέρα περίεργη για διεθνείς διοργανώσεις.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Π.Ο. της Αργεντινής (γνωστή για διάφορες γραφικότητες) συνεδρίασε για το πρόγραμμα της Κλαουζούρα του 1997. Το παιχνίδι Ράσινγκ-Βέλεζ στο Ελ Σιλίντρο προέκυψε τη δεύτερη αγωνιστική και ορίστηκε την Κυριακή 2 Μαρτίου στις 5 το απόγευμα. Ναι, δεν διαβάσατε λάθος. Την ημέρα που κι οι δύο ομάδες θα βρίσκονταν στο Εκουαδόρ, έπρεπε να παίξουν στην Αργεντινή μεταξύ τους για το πρωτάθλημα. Παρά τα αιτήματα και των δύο συλλόγων, η Ομοσπονδία αρνήθηκε κάθε συζήτηση για αναβολή του αγώνα, σε στιλ «τότε εμείς τους είπαμε και αυτοί μας είπαν, αυτό ακριβώς, τίποτα άλλο».

Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να βλέπαμε τι θα γινόταν αν οι δύο σύλλογοι της Αργεντινής έπαιζαν εντός. Στιγμές όπου θα είχαμε οπαδούς να βλέπουν δυο σερί αγώνες, παίκτες να φεύγουν από το ένα γήπεδο για να πάνε στο άλλο και άλλα τέτοια γραφικά, δυστυχώς όμως χάθηκε αυτή η ευκαιρία. Το γεγονός ότι τα ματς ήταν στον Ισημερινό, δεν άφηνε πολλές επιλογές στους συλλόγους. Η Ράσινγκ που είχε ως στόχο το πρωτάθλημα αποφάσισε να ρίξει το βάρος εκεί. Στις 28 Φεβρουαρίου έπαιξε για το Λιμπερταδόρες στο Γκουαγιακίλ με την Εμελέκ και έφερε 2-2. Οι βασικοί αποχώρησαν για την Αργεντινή και οι αναπληρωματικοί έμειναν για το δεύτερο σερί ματς στο Εκουαδόρ. Μαζί τους κι ο προπονητής Κόκο Μπαζίλε που πρόλαβε και γριπώθηκε. Για να μην κολλήσει τη «βασική» ομάδα, έμεινε με τις ρεζέρβες που θα έπαιζαν στο Λιμπερταδόρες. Η Βέλεζ αντίθετα, έστειλε τη βασική της ομάδα στο Εκουαδόρ και κράτησε τις ρεζέρβες στο Μπουένος Άιρες.

Αριστερά ο Μέντσο Σααβέδρα έπαιζε στο Εκουαδόρ
Δεξιά οι συμπαίκτες του στην Αργεντινή

Έτσι λοιπόν, έφτασε η μεγάλη ημέρα. Στις 2 το μεσημέρι, ο Κόκο Μπαζίλε είδε τη Ράσινγκ υπό αφόρητη ζέστη, στο υψόμετρο του Κίτο να χάνει με 2-0. Όταν κάπου στο 2ο ημίχρονο έκανε την τελευταία του αλλαγή, με την είσοδο του Γιένες, ο Μπαζίλε έμεινε μόνος του στον πάγκο, χωρίς κανέναν δίπλα του. Λίγη ώρα μετά την ήττα,  ο βοηθός τού Μπαζίλε κατέβαζε τη βασική εντεκάδα στο Ελ Σιλίντρο κι η Ράσινγκ έπαιζε το 2ο παιχνίδι της ημέρας. Αυτή τη φορά κέρδισε με 2-0 τη Βέλεζ που είχε κι αυτή το βοηθό προπονητή της στον πάγκο, παρέα με τον τρίτο τερματοφύλακα και δυο πιτσιρικάδες. Οι οπαδοί της Ακαδημίας με ρεκόρ 1 νίκη-1 ήττα τελείωναν την ήμερα τους (άντε να το εξηγήσεις στην κοπέλα σου και να σε πιστέψει ότι γι’ αυτό δεν βγήκατε), αλλά οι οπαδοί της Βέλεζ μόλις είχαν αρχίσει.

Ρετρό γκολ και λάτιν μουσική

Ήταν η ώρα για το βραδινό ματς στο Γκουαγιακίλ. Με τους οπαδούς της ίσα ίσα να έχουν γυρίσει στο σπίτι τους από τον αγώνα του πρωταθλήματος και να ανοίγουν την τηλεόραση, η Βέλεζ αντιμετώπισε την Εμελέκ σε ένα ματς που τελικά έληξε 2-3. Οι Αργεντίνοι κατέβηκαν  με τον Τσιλαβέρτ στον τέρμα και μαζί του παίκτες όπως ο Μαουρίσιο Πελεγκρίνο και ο γνωστός μας από τον ΠΑΟΚ Πατρίσιο Καμπς. Ο Καμπς μάλιστα σκόραρε δυο φορές και ήταν αυτός που έδωσε τη νίκη. Τελικός απολογισμός και για τη Βέλεζ, 1 νίκη-1 ήττα.

Οι δυο ομάδες κατάφεραν τελικά να κερδίσουν στους θεσμούς που τους ένοιαζε περισσότερο, αλλά το μακροπρόθεσμο πλάνο τους απέτυχε. Η Βέλεζ βγήκε μεν 1η στον όμιλο, αποκλείστηκε όμως αμέσως μετά στους 16 από την Σπόρτινγκ Κριστάλ. Η Ράσινγκ προκρίθηκε ως τρίτη και τελικά έκανε καλύτερη πορεία, φτάνοντας ως τα ημιτελικά του Λιμπερταδόρες, όπου την άφησε εκτός η Κριστάλ. Το δε πρωτάθλημα που η Ράσινγκ είχε θεωρητικά ως στόχο κατέληξε στα χέρια της Ρίβερ. Η Ράσινγκ βγήκε μόλις 7η, ενώ η… αδιάφορη της δεύτερης αγωνιστικής Βέλεζ κατέκτησε την 5η θέση. Αν είχε κερδίσει εκείνο το ματς με τη Ράσινγκ θα μπορούσε να είχε βγει 2η. Ο όρος «χρειαζόμαστε μεγάλο ρόστερ» πήρε άλλη ερμηνεία μετά από εκείνη την ημέρα.

Το πρωτάθλημα στο οποίο οι σκόρερς είναι πραγματικοί φονιάδες

  [2 Σχόλια]

Λογικά δεν το ξέρετε αλλά το 2016 η Λίβερπουλ κατέκτησε τον τίτλο. Για να καταφέρει να σηκώσει την κούπα, στον τελικό επικράτησε της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με 1-0. Το μοναδικό γκολ πέτυχε ο φονιάς Μπένον Λουγίμα, ο οποίος στον ημιτελικό είχε κάνει χατ-τρικ, παρά το γεγονός ότι παίζει ξυπόλητος (όπως ακριβώς κάποιοι συμπατριώτες του αρκετές δεκαετίες πριν). Η λέξη φονιάς στην προηγούμενη πρόταση δεν είναι κάποια κλασική δημοσιογραφική μεταφορά, που συνοδεύει συνήθως τους γκολτζήδες. Ο Μπένον εκτίει στη Λουζίρα ποινή φυλάκισης 10 χρόνων, για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.

Η φυλακή Λουζίρα βρίσκεται στην πρωτεύουσα Καμπάλα και είναι η μόνη φυλακή υψίστης ασφαλείας που έχει η Ουγκάντα. Μέσα σ’αυτήν μπορεί κανείς να βρει όλων των ειδών τα «λουλούδια» της χώρας. Από δολοφόνους, βιαστές και απαγωγείς, μέχρι αθώους ανθρώπους που έχουν συλληφθεί αλλά δεν έχουν καταδικαστεί και απλά περιμένουν τη δίκη τους, η οποία αρκετές φορές καθυστερεί να γίνει ακόμα και μερικά χρόνια.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Λουζίρα εντοπίζεται στους… αριθμούς. Το κτίριο σχεδιάστηκε για να φιλοξενήσει 500 κρατούμενους αλλά οι τελευταίες καταμετρήσεις βγάζουν πως οι έγκλειστοι είναι περίπου 3500! Αν σ’αυτό προστεθεί και το γεγονός ότι για τη φύλαξη τους υπάρχουν μόλις 100 δεσμοφύλακες, καταλαβαίνει κανείς ότι η ισορροπία εντός της φυλακής κρέμεται συνεχώς από μια κλωστή. Το 1993 οι φυλακισμένοι ξεσηκώθηκαν και η κατάσταση ξέφυγε τόσο που αναγκάστηκε να επέμβει ο στρατός, μια εξέγερση που άφησε πίσω της 2 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες.

Το 1999 όμως όλα άλλαξαν, όταν ανέλαβε επίτροπος της Υπηρεσίας Φυλακών ο Τζόζεφ Ετίμα, που εξ αρχής δοκίμασε μια νέα, πιο προοδευτική, προσέγγιση στο θέμα. Η φυλακή άνοιξε τις πόρτες της στον έξω κόσμο, επιτρέποντας σε διάφορες οργανώσεις και ιδρύματα (ανάμεσα τους ο ‘Ερυθρός Σταυρός’, η εκκλησία και πανεπιστήμια) να εμπλακούν στη φροντίδα των φυλακισμένων. Η αλλαγή ήταν θεαματική. Από επίκεντρο ταραχών η Λουζίρα έγινε μια από τις πιο προοδευτικές φυλακές της Αφρικής, με καθημερινά σχολεία που προσφέρουν σε όλους τους κρατούμενους από βασική εκπαίδευση και εργαστηριακά μαθήματα (ραπτική και ξυλουργική) μέχρι και πτυχίο, σε συνεργασία με τα τοπικά πανεπιστήμια. Κάπως έτσι, το ποσοστό υποτροπής των ανθρώπων που αποφυλακίζονται από εκεί είναι ένα από τα χαμηλότερα στον κόσμο.

Ανάμεσα στις διάφορες καθημερινές δραστηριότητες των φυλακισμένων (που ουσιαστικά λειτουργούν τη φυλακή μόνοι τους, σαν ένα μικρό χωριό, έχοντας οργανώσει ένα ολόκληρο δίκτυο παραγωγής και διανομής του φαγητού και των ειδών πρώτης ανάγκης), υπάρχει μια που ξεχωρίζει: το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα. Η ύπαρξη ενός τόσο οργανωμένου και πειθαρχημένου πρωταθλήματος μέσα σε μια φυλακή τέτοιου είδους είναι τόσο εντυπωσιακή που τα τελευταία χρόνια δημοσιογράφοι από διάφορα μέρη του κόσμου έχουν επισκεφτεί τη Λουζίρα, απλά και μόνο για να μελετήσουν αυτό το ιδιαίτερο εγχείρημα.

Όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες φυλακές του κόσμου, οι φυλακισμένοι έπαιζαν μπάλα στην αυλή εδώ και δεκαετίες. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όμως το 2003, όταν δημιουργήθηκε η UPSA, δηλαδή η Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου της φυλακής! Και κάπου εδώ ξεκινάνε τα ωραία. Δουλειά των μελών της UPSA (τα οποία βγαίνουν με εκλογές κάθε χρόνο και πρόεδρος τους αυτή την εποχή είναι ένας πρώην αστυνομικός που είναι μέσα για ανθρωποκτονία) είναι η οργάνωση και επίβλεψη του πρωταθλήματος, ο ορισμός διαιτητών, ο έλεγχος για την τήρηση των κανονισμών (υπάρχει ένα 30σελιδο τετράδιο στο οποίο είναι καθαρογραμμένοι) και η εύρεση εξωτερικών χορηγών που παρέχουν τα τρόπαια, τις μπάλες και ό,τι άλλο χρειάζεται ένα σωστό τουρνουά.

Αυτή τη στιγμή στη Λουζίρα υπάρχουν 10 επίσημα καταγεγραμμένες ομάδες, κάθε μια με τους οπαδούς της, με το καταστατικό της, τον πρόεδρο, τον προπονητή, έναν γραμματέα, ένα λογιστή και ένα ρόστερ που απαρτίζεται από 16 έως 25 παίκτες. Βλέποντας κανείς τα ονόματα τους (Μάνστεστερ Γιουνάιτεντ, Λίβερπουλ, Άρσεναλ, Τσέλσι, Άστον Βίλα, Έβερτον, Νιούκαστλ, Μπαρτσελόνα, Γιουβέντους και Αμβούργο) αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αγαπάνε οι Αφρικανοί το αγγλικό ποδόσφαιρο, που μπήκε στα σπίτια τους χάρη στη δορυφορική τηλεόραση στις αρχές των 00s.

Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Γκόλντμπαλτ, της Γκάρντιαν, που επισκέφτηκε τη φυλακή πριν τρία χρόνια, 9 στους 10 φυλακισμένους υποστηρίζουν μια ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ, ενώ σχεδόν όλοι οι φρουροί είναι οπαδοί της Άρσεναλ (λογική απόρροια της επιτυχίας της ομάδας των «Invincibles» που είχε φτιάξει ο Βενγκέρ την προηγούμενη δεκαετία). Όπως θυμάται ο δημοσιογράφος: «Όσο ήμουν εκεί, κάθε μέρα με ακολουθούσε ένας νεαρός κρατούμενος με παρατσούκλι ‘Λευκός Άγγελος’, που ήθελε συνέχεια να συζητήσουμε τα τελευταία νέα της Άρσεναλ και της Τότεναμ, κάνοντας ερωτήσεις όπως: ‘Πιστεύεις ότι η μεταγραφή του Σολδάδο ήταν πεταμένα λεφτά;'»

Η ιστορία και τα χαρακτηριστικά κάθε ομάδας παρουσιάζουν κι αυτά ενδιαφέρον. Η Λίβερπουλ, που είναι η πιο παλιά ομάδα στη φυλακή, δημιουργήθηκε κάπου στο 2000 από μια παρέα πρώην στρατιωτικών που το είχαν γυρίσει σε ένοπλες ληστείες. Χάρη στα λάφυρα που είχαν μαζέψει από αυτές, είχαν τη δυνατότητα εξ αρχής να αγοράζουν τους καλύτερους παίκτες, κάνοντας τους ‘κόκκινους’ μια από τις πιο δυνατές ομάδες της Λουζίρα. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ απ’την άλλη, ξεκίνησε ως ομάδα των περιθωριοποιημένων κρατούμενων, που συνήθως προέρχονταν από αγροτικές περιοχές.

Η Άστον Βίλα ξεκίνησε ως «Kitchen FC» (προφανώς γιατί ήταν η ομάδα των κρατούμενων που εργαζόταν στην κουζίνα της φυλακής), μετονομάστηκε σύντομα σε «Γερμανία» και τελικά κατέληξε στο σημερινό της όνομα όταν οι άνθρωποι της ανακάλυψαν ότι ελάχιστοι συμπαθούσαν τους Γερμανούς. Το Αμβούργο ξεκίνησε με το όνομα «Police FC», από κρατούμενους που ήταν πρώην αστυνομικοί, μετά έγινε Λιντς και όταν η ιστορική ομάδα πήρε την κάτω βόλτα και εξαφανίστηκε από την Πρέμιερ Λιγκ και τις τηλεοράσεις των κατοίκων της Ουγκάντα, απέκτησε το σημερινό της όνομα – αν και κάποιοι ρομαντικοί οπαδοί της εξακολουθούν να την αποκαλούν Λιντς. Οι άτυπες συνεργασίες μεταξύ των ομάδων δεν λείπουν κι έτσι το Αμβούργο θεωρείται «feeder club» της Γιουνάιτεντ και η Νιούκαστλ συνηθίζει να τροφοδοτεί με ταλέντα τη Λίβερπουλ.

Οι αντίπαλοι του τελικού του 2016, Λίβερπουλ και Γιουνάιτεντ, είναι κι αυτοί με τους περισσότερους οπαδούς. Και όπως συμβαίνει και στο κανονικό ποδόσφαιρο, οι οπαδοί είναι σημαντικοί και στη φυλακή. Εκτός από την αναμενόμενη υποστήριξη την ώρα των αγώνων, οι οπαδοί-κρατούμενοι προσφέρουν στην ομάδα με διάφορους τρόπους: Επιδιορθώνουν τα παπούτσια, βοηθάνε τους τραυματίες, φροντίζουν τις στολές και, το πιο σημαντικό όλων, χαρίζουν υλικά αγαθά και τρόφιμα στην ομάδα την περίοδο των μεταγραφών (το πρωτάθλημα είναι τόσο οργανωμένο που, όπως ακριβώς και η ΦΙΦΑ, έχει δυο περιόδους μεταγραφών) για να μπορέσει να προσελκύσει τους καλούς παίκτες.

Όπως καταλάβατε, λεφτά δεν υπάρχουν στο πρωτάθλημα αυτό. Οι παίκτες συνήθως δελεάζονται με εξτρά τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης ή άλλα αντικείμενα που μπορεί να τους φανούν χρήσιμα σε μια φυλακή και η UPSA είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο των μεταγραφών, ώστε να μην υπάρχουν εκβιασμοί και προτάσεις κάτω από το τραπέζι. Η ομάδα που κατακτάει τον τίτλο, εκτός από μια μικρή συμβολική κούπα, κερδίζει και πολύτιμα αγαθά για τα μέλη της: Από σαπούνια, οδοντόβουρτσες, ζάχαρη, ρύζι και τετράδια μέχρι μια ζωντανή κατσίκα!

Αν κάποιος δεν έχει εντυπωσιαστεί ήδη με όλη αυτή την περιγραφή, μπορεί να αναζητήσει και το 25λεπτο ντοκιμαντέρ του Vice (για την ώρα υπάρχει στο youtube αλλά σε χάλια ποιότητα), που είναι γεμάτο με ωραία πλάνα από τους ημιτελικούς και τον τελικό του 2016, πλάνα που τα βλέπεις και πιάνεις συνέχεια τον εαυτό σου να αναρωτιέται «πώς γίνεται να υπάρχει αυτό το πρωτάθλημα σε αυτό το μέρος».

Βλέποντας εικόνες από τα παιχνίδια μπορεί κάποιος να επιβεβαιώσει και την διαπίστωση των δημοσιογράφων που επισκέφτηκαν τη φυλακή, ότι το επίπεδο αρκετών παικτών είναι αναπάντεχα υψηλό, δεδομένων πάντα των συνθηκών. Επίσης, εντύπωση προκαλεί η έλλειψη εντάσεων και λογομαχιών, είτε μέσα στο γήπεδο, είτε γύρω απ’αυτό, κάτι που δεν περιμένεις να δεις σε ένα μέρος όπου συνωστίζονται εκατοντάδες εγκληματίες, αρκετοί εκ των οποίων βρίσκονται εκεί για φόνο. Ο σεβασμός για το παιχνίδι είναι τόσο μεγάλος που η συμπεριφορά όλων είναι άψογη. Για την ακρίβεια, είναι τόσο υποδειγματική που ακόμα και οι ελάχιστοι φύλακες την ώρα των αγώνων αφοσιώνονται στο ματς. Εντός των τεσσάρων γραμμών, η κόκκινη κάρτα τιμωρείται με 2 μήνες εκτός αγώνων, μια τιμωρία που κανένας δεν θέλει να υποστεί.

Το μικρό ντοκιμαντέρ κλείνει με μια εκπληκτική σκηνή που οι παίκτες και οι οπαδοί της νικήτριας Λίβερπουλ χοροπηδάνε και χορεύουν ευτυχισμένοι μέσα στις λάσπες, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του τίτλου υπό καταρρακτώδη βροχή, υπενθυμίζοντας μας για πολλοστή φορά πως όσο κι αν έχει εξελιχθεί και μεταλλαχθεί με τα χρόνια, το ποδόσφαιρο παραμένει ένα όμορφο και απλό παιχνίδι που σε κάνει να ξεχνάς τα προβλήματα σου και την τραγική πραγματικότητα. Ακόμα κι αν είσαι έγκλειστος σε μια άθλια φυλακή κάπου στην ανατολική Αφρική.

Σκοτώνοντας για τα χρώματα

  [2 Σχόλια]

Σε μια χώρα όπως η Αργεντινή που ζει με το ποδόσφαιρο και έχει ομάδες με κόσμο ανεξάρτητα από τίτλους και επιτυχίες, υπάρχουν και πολλά «κλάσικο». Δυστυχώς όμως, στην ίδια χώρα η βία στο ποδόσφαιρο συνεχίζει με τον ίδιο ασταμάτητο ρυθμό. Το «κλάσικο» της πόλης Κόρδοβα δεν είναι διάσημο διεθνώς, για τους κατοίκους της όμως είναι το πιο σημαντικό ματς της χρονιάς. Με περηφάνια θα σας πουν ότι είναι το τρίτο αρχαιότερο ντέρμπι της Αργεντινής μετά το Μπόκα-Ρίβερ και το ντέρμπι του Ροσάριο. Μπελγκράνο και Ταγιέρες αναμετρήθηκαν για πρώτη φορά το 1914 και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να χωρίζουν την Κόρδοβα στα δύο.

Μια που οι δύο σύλλογοι δεν είναι και οι πιο μεγάλοι στη χώρα, για 15 χρόνια δεν συναντήθηκαν στην Α’ εθνική, με το τελευταίο τους ματς στην Πριμέρα να είναι αυτό του μακρινού πλέον 2002. Έτσι, ο αγώνας του περασμένου Σαββάτου στο Εστάδιο Μάριο Αλμπέρτο Κέμπες ήταν ένα τεράστιο γεγονός για την πόλη, χωρίς να κοιτούν ότι η 29η (!) Μπελγκράνο υποδεχόταν την 10η Ταγιέρες. Υπό κανονικές συνθήκες, ο κόσμος θα μιλούσε για έναν αγώνα που έληξε με 1-1. Δυστυχώς όμως, ήρθε ένα άλλο γεγονός να επισκιάσει τα όσα έγιναν.

Σε έναν ιδανικό κόσμο θα μιλούσαμε για την υποδοχή των 57.000 οπαδών της Μπελγκράνο

Για όσους δεν το διάβασαν κάπου, η ιστορία είναι τραγική. Στο ημίχρονο του ντέρμπι, οι κάμερες κατέγραψαν ένα απίστευτο γεγονός. Οπαδοί της Μπελγκράνο χτυπούσαν έναν άνθρωπο, τον οδήγησαν στα κάγκελα και τον εξανάγκασαν να πέσει από την κερκίδα. Ο άτυχος οπαδός μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο με σοβαρό χτύπημα στο κεφάλι, ήταν κλινικά νεκρός και τελικά έχασε τη ζωή του αργότερα. Ήταν ο 20χρονος Εμανουέλ Μπάλμπο που πήγε στο γήπεδο για να δει την αγαπημένη του Μπελγκράνο. Αρχικά, αναφέρθηκε ότι έγιναν κάποιες συγκρούσεις μεταξύ οπαδών, ότι ένας φίλος της Ταγιέρες βρέθηκε ανάμεσα σε αυτούς της Μπελγκράνο. Τα πράγματα είναι όμως ακόμα χειρότερα γιατί απ’ ότι φαίνεται δεν ήταν ένα τυχαίο αποτέλεσμα μιας φασαρίας, αλλά ουσιαστικά μια εντολή θανάτου που πάτησε πάνω στο τυφλό μίσος της οπαδικής βίας.

Πριν πέντε χρόνια, ο Εμανουέλ είχε χάσει τον τότε 14χρονο αδερφό του. Ο πιτσιρικάς σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια μιας αυτοσχέδιας κόντρας και η οικογένεια Μπάλμπο πιστεύει ότι οδηγός που χτύπησε, παράτησε και σκότωσε τον γιο της ήταν ο Όσκαρ Γκόμες. Για κακή τύχη όλων, ο Όσκαρ είναι κι αυτός οπαδός της Μπελγκράνο και βρέθηκε στην ίδια εξέδρα με τον Εμανουέλ στο ντέρμπι του Σαββάτου. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο Εμανουέλ  όταν είδε τον «φονιά» του αδερφού του, πήγε να του ζητήσει τον λόγο. Η συζήτηση ξέφυγε κι ο Όσκαρ (που μάλλον είναι και οργανωμένος οπαδός της ομάδας) για να γλιτώσει, έκανε κάτι αισχρό. Άρχισε να φωνάζει ότι ο Εμανουέλ είναι οπαδός της Ταγιέρες. Οι φίλοι του ανέλαβαν από εκεί και πέρα και άρχισαν να χτυπούν τον Εμανουέλ, μέχρι που από αυτός έπεσε από την εξέδρα. Οι αρχές έχουν συλλάβει τέσσερα ακόμα άτομα, ενώ η δικηγόρος του Όσκαρ δήλωσε ότι ο πελάτης της είναι αθώος και ότι το θύμα… αυτοκτόνησε. Κάπου στην κόλαση, υπάρχει ειδική αίθουσα γι’ αυτούς τους δικηγόρους.

Από αυτή την τραγική ιστορία εγκληματικότητας και τυφλής βίας που μοιάζει με σενάριο ταινίας, το μόνο καλό είναι ότι ο κόσμος στην Κόρδοβα εμφανίστηκε ενωμένος. Οπαδοί των Μπελγκράνο και Ταγιέρες βγήκαν στους δρόμους με τις φανέλες τους, μαζί με οπαδούς άλλων ομάδων, ζητώντας δικαιοσύνη με το σύνθημα «Ούτε ένας οπαδός λιγότερος». Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με το χάσταγκ «Δεν είμαστε εχθροί», οπαδοί της Ταγιέρες φωτογραφίζονταν με τις φανέλες της ομάδας τους κλείνοντας το ένα μάτι (το παρατσούκλι της Μπελγκράνο είναι πειρατές), ενώ οπαδοί της Μπελγκράνο σχημάτιζαν το «Τ» της Ταγιέρες. Μία από τις λίγες φορές που οι εχθροί βρέθηκαν τόσο κοντά.

Το ερώτημα όμως είναι αν αρκούν όλα αυτά ή θα ξεχαστούν και μόνο η οικογένεια Μπάλμπο θα ζει με το πένθος του χαμού δύο παιδιών της. Ένα εξαιτίας της ηλιθιότητας αυτών που κάνουν κόντρες και ένα εξαιτίας του μίσους που ζει στα γήπεδα. Το παρελθόν της χώρας στη βία δεν μας αφήνει να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι.

Η «επιστολή» του Καντονά στον Πέρεζ

  [1 Σχόλιο]

«Μ’ έχουν κυκλώσει σαν το αγρίμι και θαρρούνε πως θα με πιάσουνε στη φάκα. Γω, όμως, θα σουρθώ με την κοιλιά και θα περάσω ανάμεσό τους». Ερρίκος 4ος (Επιστολή στον κ. ντε Μπατς, κυβερνήτη της πόλης του Εζ στο Αρμανιάκ, 11 Μαρτίου 1586).

Η ζωή έχει ένα περίεργο τρόπο να μπλέκει ιστορίες και γεγονότα ανά δεκαετία ή ακόμα και μετά από εκατοντάδες χρόνια. Σε άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Η παραπάνω φράση του Ερρίκου του Δ’ προς τον κ. ντε Μπατς δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το ποδόσφαιρο μιας και το 1586 ποδόσφαιρο -με την σημερινή του τουλάχιστον μορφή- δεν υπήρχε. Όσο και αν ο «παππούς του ποδοσφαίρου» Εδουάρδο Γκαλεάνο μας μιλά στο βιβλίο του «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» για ποδόσφαιρο από την αρχαία Αίγυπτο, την αρχαία Ελλάδα και την αρχαία Ρώμη και το πως κάποτε ο Ερνάν Κορτές έκανε μια μεξικάνικη μπάλα -σχεδόν- να πετάξει μπροστά στα έκπληκτα μάτια του βασιλιά Καρόλου του Β’ (την ίδια περίοδο πάνω-κάτω όπου ο Ερρίκος ο Δ’ έγραφε στον Μπατς), ποδόσφαιρο δεν υπήρχε.

21 Δεκεμβρίου του 1996. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ υποδέχεται την Σάντερλαντ του Κρις Γουόντλ και του Τόνυ Κότον (που δεν είχε αγωνιστεί εκείνη τη μέρα) και επικρατεί εύκολα με 5-0. Το σκορ δεν είχε φανεί περίεργο σε κανένα μιας και στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Φέργκι κατέκτησε το πρωτάθλημα (αφήνοντας 2η την Νιουκάστλ) και οι «μαυρόγατες» χαιρέτησαν τη μεγάλη κατηγορία, παρέα με τις Μίντλεσμπρο και Νότινγχαμ Φόρεστ. Το συγκεκριμένο παιχνίδι δεν νομίζω να το θυμάται και πολύς κόσμος αλλά το αριστούργημα του Καντονά θεωρώ πως ελάχιστοι το έχουν ξεχάσει και ακόμα πιο ελάχιστοι δεν θα μάθουν ποτέ γι’ αυτό. Με το σκορ στο 4-0 ο Καντονά θα πάρει τη μπάλα στο κέντρο του γηπέδου, έχοντας δίπλα του τρεις παίκτες έτοιμους να τον σταματήσουν με κάθε τρόπο. Με μία μαγική ντρίμπλα θα αδειάσει τους δύσμοιρους Κέβιν Μπολ και Ρίτσαρντ Ορντ και θα παίξει το ένα-δύο με τον Μακ Κλερ για να φτάσει στην περιοχή του Λίο Πέρεζ. Εκεί με μια απίστευτη λόμπα θα στείλει την μπάλα στο παραθυράκι, θα γράψει το τελικό 5-0 και θα μας χαρίσει -εκτός του γκολ- και έναν εκ των σπουδαιότερων πανηγυρισμών όλων των εποχών.

Ο «βασιλιάς» Ερίκ θα ανοίξει τα χέρια επιζητώντας τη δόξα και με εκείνο το παγωμένο, σχεδόν τρελό βλέμμα που τον χαρακτηρίζει ακόμα και στις μέρες μας, θα κάνει περιστροφή 360 μοιρών -αργά και βασανιστικά- προς κάθε θύρα του Όλντ Τράφορντ, με τον κόσμο -εννοείται- να του δίνει αυτό που μόλις είχε ζητήσει. Τη δόξα. Στο τέλος της σεζόν ο Καντονά θα κατεβάσει για πάντα τον σηκωμένο του γιακά και θα αποσυρθεί από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, μόλις στα 31 του χρόνια.  Η κληρονομιά που άφησε στο Ολντ Τράφορντ ήταν πραγματικά τεράστια και αποτελεί ακόμα και σήμερα πηγή έμπνευσης για παίκτες, προπονητές και απλούς φιλάθλους στην κόκκινη πλευρά της πόλης του Μάντσεστερ. «Ακολουθήστε τον σηκωμένο μου γιακά» θα μπορούσε να είχε πει στους νέους παίκτες που άφηνε πίσω του με το τέλος της καριέρας του, παραφράζοντας τον επικό λόγο του Ερρίκου του Δ’ στους στρατιώτες του, και το δικό του «λευκό λοφίο» στη μάχη του Ιβρύ το 1590. Μια μάχη που εννοείται πως είχε καταλήξει σε θρίαμβο για τον βασιλιά και το στρατό του. Ένας θρίαμβος σαν αυτούς του Καντονά. Εκείνου του «αγριμιού» που δεν μπορούσε να πιάσει καμία μα καμία φάκα και που μας χάρισε (ακόμα και αν δεν υποστηρίζαμε Γιουνάιτεντ) μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις.