Πέρι Φόβου ο Λόγος

  [10 Σχόλια]

Η μπάλα βγαίνει κόρνερ. Ο Άρνολντ βλέπει ότι όλοι κοιτάζουν το πως θα στηθούν. Βλέπει και τον Οριτζί μόνο του στο ύψος της μικρής περιοχής. Του πετάει την μπάλα. Γκολ πρόκρισης. Ο μόνος που το είδε ήταν ο Πικέ, μακρυά απ τη μπάλα για να προλάβει να κόψει. Ούτε καν ο Κλοπ δεν το είδε. Μετά το 4-0 η Μπαρσελόνα δεν έκανε καν σουτ. Η Λίβερπουλ έκανε αυτό που πίστεψε. Η Μπαρσελόνα αυτό που φοβήθηκε.

Τον Αύγουστο του 2018 ο Μέσι ως αρχηγός της ομάδας δήλωσε ότι πρώτος στόχος για φέτος είναι να φέρουν πίσω στο Καμπ Νόου «αυτό το όμορφο και ποθητό κύπελλο». Έφτασαν ένα ματς μακρυά και απέτυχαν εντυπωσιακά και επαναλαμβανόμενα. Η Λίβερπουλ είχε ως πρώτο στόχο το πρωτάθλημα. Μπορεί ακόμα να το πετύχει και αν το χάσει θα το κάνει οριακά, ενώ πέρυσι είχε μείνει μισό γύρο πίσω από τη Σίτυ. Παράλληλα πάει δεύτερη συνεχόμενη χρονιά τελικό Τσου Λου. Τίποτα από τα δύο δεν είναι τυχαίο.

Η Μπαρσελόνα φέτος πήγαινε ακριβώς όπως πέρυσι. Χωρίς ακριβές σχέδιο παιχνιδιού, με την άμυνα 15 μέτρα πίσω, με κάλυψη χώρων και περιμένοντας τις στιγμές του Μέσι στην επίθεση. Ο Μέσι πια στα 31 του δεν έχει την ολοκληρωτική συμμετοχή στο παιχνίδι, αλλά έχει μαγικές στιγμές. Στο ματς του Καμπ Νόου έβαλε 2 γκολ και έδωσε άλλες 2 πάσες που χαράμισαν Σουάρες και κυρίως ο Ντεμπελέ. Στο Άνφιλντ είχε 2 σουτ και 3 πάσες σε Κουτίνιο, Άλμπα και Σουάρες που τα έβγαλε όλα ο Άλισον. Αλλά ήταν τόσο απελπιστικά μόνος. Όταν η Λίβερπουλ κατάλαβε ότι δεν υπήρχε κανένας άλλος κίνδυνος πέρα από αυτόν τον έκλεισε ώστε να μην μπορεί να πάρει την μπάλα και τελείωσε η ιστορία.

Όλη τη βδομάδα ανάμεσα στα δυο ματς οι παίχτες και ο προπονητής της Μπαρσελόνα επαναλάμβαναν το περυσινό πάθημα στη Ρώμη. Σε τέτοιο βαθμό που έγινε ψύχωση. Ένα τραύμα που έμεινε στο θυμικό της ομάδας. Και με αυτόν τον τρόπο εμπέδωσαν το φόβο, που είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε έναν αθλητή. Όπως έλεγε ο Κρόιφ, «βρες μια δικαιολογία να χάσεις και θα χάσεις από αυτήν». Όσο το ματς στο Άνφιλντ έμενε στο 1-0 η Μπαρσελόνα έκανε φάσεις και ήλπιζε. Στο 2-0 μπήκε ο φόβος ότι θα πάθουμε τα περυσινά. Και αυτό ακριβώς συνέβη.

Τα πρώτα 5 λεπτά του ματς έγιναν 3 ατομικά λάθη από Βιδάλ, Σέρζι Ρομπέρτο και Ζόρδι Άλμπα που οδήγησαν τελικά στο 1ο γκολ. Τραγική εμφάνιση ομάδας που είχε ξεκουραστεί πλήρως στο ματς πρωταθλήματος. Το 2ο γκολ, πάλι από ατομικό λάθος του Άλμπα. Το 3ο γκολ στο καπάκι με το φόβο της Ρώμης να έχει περάσει στην ομάδα. Το 4ο γκολ έλλειμμα συγκέντρωσης από όλους, σε μια φάση που δύσκολα βλέπεις σε αλάνα σχολείου, όχι σε ημιτελικό Τσάμπιονς Λιγκ. Και μετά το χάος. Η Μπαρσελόνα δεν έκανε σουτ. Είναι φοβερό ότι μια αλλαγή που έγινε αναγκαστικά, αυτή του Βαϊνάλντουμ, αποδιοργάνωσε τελείως τα μαρκαρίσματα της Μπαρσελόνα. Στα 2 του γκολ δεν τον μαρκάρει κανένας.

Πέρα από τους παίχτες, ο Βαλβέρδε καταφέρνει να πάρει (ίσως) 2 νταμπλ σε 2 χρονιές και να είναι αποτυχημένος. Έχει δημιουργήσει ένα φοβικό σύνολο που δεν ξέρει να κερδίζει σε δύσκολες καταστάσεις. Στο πρώτο ματς είχε όλη την τύχη με το μέρος του, ενώ η Λίβερπουλ έπαιζε πολύ καλύτερα, να κερδίσει 3-0. Ο Κλοπ μετά το ματς δήλωσε ότι η εμφάνιση της ομάδας του ήταν εξαιρετική. Του έλειψε το γκολ, ε, και; Η Λίβερπουλ έχει παιχνίδι και σε αυτό πιστεύει. Ο Βαλβέρδε ποντάρει στην αναχαίτιση και στις στιγμές του Μέσι. Σε ένα πρωτάθλημα 38 αγωνιστικών αυτό αρκεί, ειδικά αν οι αντίπαλοι είναι χώμα. Σε ένα κύπελλο όπου οι στιγμές ενός ματς μετράνε διαφορετικά, όχι. Έφτιαξε μια ομάδα που στηρίζεται στο φόβο της αποτυχίας. Δεν διόρθωσε τίποτα από το πρώτο ματς, επαναλαμβάνοντας την ενδεκάδα με τη μαύρη τρύπα που λέγεται Κουτίνιο και χωρίς τον Αρτούρ να κρατήσει λίγο τη μπάλα στο κέντρο και να κόψει το ρυθμό του αντιπάλου. Η Μπαρσελόνα του Βαλβέρδε είναι μια Γιουβέντους και μια Παρί στη συσκευασία του ενός. Όπως η Γιούβε αδυνατεί να μετουσιώσει την εσωτερική της κυριαρχία σε ευρωπαϊκή. Στα δύο τελευταία πρωταθλήματα έχει αθροιστική διαφορά +24 από την Ατλέτικο και +32 από τη Ρεάλ Μαδρίτης. Το αντίκρισμα στην Ευρώπη είναι δύο ιστορικοί αποκλεισμοί, με τον τρόπο της Παρί.

Η Μπαρσελόνα μίκρυνε τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Και αυτό το έπαθε επειδή προσπάθησε να κάνει κάτι που αγνοεί. Προσπάθησε να γίνει Ρεάλ Μαδρίτης στον τρόπο λειτουργίας της. Η Ρεάλ Μαδρίτης είναι ο σύλλογος που ξέρει να δίνει προτεραιότητα στο άτομο, στις ατομικές στιγμές μαγείας ενός τοπ κλας παίχτη. Στη Μπαρσελόνα πάντα το θέμα ήταν το σχέδιο, το ίδιο το παιχνίδι. Αυτή είναι μία από τις 3 βασικές διαφορές των δυο συλλόγων στο πως αντιμετωπίζουν το σπορ. Η Μπάρσα των Ρουσέλ-Μπαρτομέου άφησε το παιχνίδι για τις μεταγραφές αστέρων που θα καθαρίζουν τα ματς με το ταλέντο τους. Αυτό έπιασε την πρώτη χρονιά του Ενρίκε, που όμως υπήρχε και σχέδιο, παιχνίδι ρε παιδάκι μου. Από τότε και μετά συνεχείς αποτυχίες, όταν η Ρεάλ Μαδρίτης πήρε 4 Τσου Λου με αυτόν τον τρόπο. Και φυσικά δε μιλάω για κόλλημα με ένα συγκεκριμένο τρόπο παιχνιδιού ή τη στελέχωση από τη Μασία. Αυτά είναι ψυχώσεις. Δεν γίνεται να βγαίνουν απ την ακαδημία συνεχώς Μέσι, Ινιέστα, Τσάβι, Πουγιόλ, Πικέ. Το ζήτημα είναι να υπογράψεις παίχτες που να υπηρετούν ένα συγκεκριμένο παιχνίδι, όχι αστέρες που θα έχουν στιγμές. Μεταγραφές σαν τον Αρτούρ και όχι σαν τον Κουτίνιο.

Αντίθετα η Λίβερπουλ μεγάλωσε τα δύο τελευταία χρόνια. Και το έκανε με παιχνίδι. Ο Κλοπ είναι ίσως ο καλύτερος προπονητής στο να διαλέγει παίχτες. Επιλέγει άτομα, όχι στοιχεία. Η εμμονή με τον Φαν Ντάικ, που ήθελε αυτόν και κανέναν άλλον είναι χαρακτηριστική. Μέσα σε 4 χρόνια πήρε μια διαλυμένη ομάδα και την έκανε διεκδικήτρια της Πρέμιερ και την πάει σε 2 συνεχόμενους τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ με το παιχνίδι του. Η Λίβερπουλ, όπως και η Μπαρσελόνα, ανήκουν στο κλαμπ των 8 συλλόγων (Ρεάλ Μαδρίτης, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Γιουβέντους, Μίλαν, Ίντερ και Μπάγερν οι άλλοι) που ο χρόνος επαναφοράς στην κορυφή είναι μικρός. Όσο κάτω και να είσαι με χρόνο και σωστές επιλογές επανέρχεσαι στην κορυφή γρήγορα. Αυτό είναι για μένα η πραγματική αξία της φανέλας. Η ιστορία που κουβαλάει και το πόσο θελκτική είναι. Οι φανέλες δεν είναι για να τις αφήνεις στο γήπεδο και να κερδίζουν μόνες τους. Είναι όμως οι ιστορίες που μπορούν να εμπνεύσουν τους παίχτες.

Το χειρότερο για την Μπαρσελόνα δεν είναι ότι αποκλείστηκε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά με ιστορική ανατροπή. Παραδομένη στο φόβο. Είναι ότι αυτή τη φορά δε διόρθωσε τίποτα από πέρυσι, δεν έβγαλε κανένα εγωισμό και δίψα νικητή και, πάνω από όλα, αποκλείστηκε με έναν τρόπο που θα έπρεπε να είναι ο δικός της. Επειδή ο αντίπαλος είχε ξεκάθαρο στυλ παιχνιδιού, πίστη σε αυτό και επιμονή. Έπαιξαν το ίδιο οι Άγγλοι σε Καμπ Νόου και Άνφιλντ. Στο πρώτο ματς έχασαν 3-0. Έκαναν τα ίδια σωστά πράγματα στο γήπεδό τους, με 3 βασικούς παίχτες εκτός, ο ένας ο καλύτερός τους, και κέρδισαν 4-0. Διότι, όπως έλεγε και κάποτε ένα μπλουζάκι που υπήρχε στη μπουτίκ της Μπάρσα: «Το ποδόσφαιρο σου επιστρέφει ό,τι του δίνεις».

Όμαρ Σίβορι: ο πρώτος Αργεντίνος που λατρεύτηκε στην Ιταλία

  [4 Σχόλια]

Όταν ο Χατέμ Μπεν Αρφά ανέφερε, ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές που θαυμάζει – Κρόιφ, Μαραντόνα, Ροναλντίνιο, Ρονάλντο – τον Όμαρ Ενρίκε Σίβορι, πολλοί το απέδωσαν στην εμμονική τάση των χίπστερ συνανθρώπων μας να διαφοροποιούνται από ό,τι θεωρείται συνηθισμένο, μέινστριμ. Υποψιάζομαι όμως ότι όταν ο μελετηρός Χατέμ διάβασε την ιστορία του εκνευριστικά ταλαντούχου αριστεροπόδαρου Αργεντινο-ιταλού συναδέλφου του, σίγουρα θα σκέφτηκε έναν άλλον παίκτη με παρόμοια χαρακτηριστικά: τον εαυτό του. Και μοιραζόμαστε την πίκρα που θα ένιωσε αναλογιζόμενος ότι υπήρξε κάποτε μια εποχή που το ποδόσφαιρο συγχωρούσε τα ελαττώματα – προβλήματα συμπεριφοράς, τεμπελιά, θράσος…– των εκνευριστικά ταλαντούχων αριστεροπόδαρων.

Αυτές οι εποχές όμως ανήκουν στο παρελθόν, το πολύ μακρινό. Ο Σίβορι φτάνει στην Ιταλία και στη Γιουβέντους το 1957, όταν είναι 22 χρονών. «Είναι κάτι περισσότερο από πρωταθλητής. Για όποιον αγαπάει το ποδόσφαιρο, ο Σίβορι είναι μια ένοχη απόλαυση»: μιλάει ένας άνθρωπος με αναμφισβήτητο γούστο, ο Τζιάνι Ανιέλι, που έδωσε το μυθικό ποσό των 180 εκ. λιρετών στη Ρίβερ Πλέιτ για να τον αποκτήσει – στην εποχή της ήταν η πιο ακριβή μεταγραφή στον κόσμο – και δεν θα το μετανιώσει. Παρά τα όσα δυσάρεστα ακολούθησαν, ο Σίβορι παρέμεινε, μαζί με τον Πλατινί, ο πιο αγαπημένος του ποδοσφαιριστής.

Όταν ο Αργεντινός έφτασε στο Τορίνο, η Γιουβέντους δεν ήταν αυτή που σήμερα γνωρίζουμε, η ομάδα που δεσπόζει στο ιταλικό και το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο – τις δύο προηγούμενες σεζόν είχε τερματίσει ένατη στο πρωτάθλημα. Πριν την τραγωδία της Σουπέργκα το 1949, δεν ήταν καν η καλύτερη ομάδα της πόλης της.

Ούτε κι ο Σίβορι έχει φτάσει ακόμη στην ακμή της καριέρας του, όχι επειδή είχε πετύχει λίγα μέχρι τότε αλλά επειδή επέπρωτο να κάνει ακόμη περισσότερα. Έχει ήδη έχει κερδίσει τρία πρωταθλήματα στη σειρά με τη Ρίβερ Πλέιτ ενώ λίγους μήνες πριν, τον Απρίλιο του 57, μαζί με τον Αντόνιο Βαλεντίν Ανχελίγιο και τον Ουμπέρτο Μάστσιο ήταν ένας από τους τρεις Αγγέλους με βρώμικο πρόσωπο που μεγαλούργησαν στα γήπεδα του Περού με τη φανέλα της Αργεντινής, κερδίζοντας το Κόπα Αμέρικα και διαλύοντας, μεταξύ άλλων, τη Βραζιλία 3-0. Και ο Σίβορι, που ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης, κι οι άλλοι δυο θα γίνουν ανάρπαστοι από τις ιταλικές ομάδες: ο Ανχελίγιο θα βρεθεί στην Ίντερ και ο Μάτσιο στη Αταλάντα. Και οι τρεις θα το πληρώσουν, καθώς εκείνα τα χρόνια στην Αργεντινή δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτούς τους ξενιτεμούς στη Γηραιά Ήπειρο. Δεν θα κληθούν στην Εθνική για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, όπου η Αλμπισελέστε θα αποκλειστεί από τον πρώτο γύρο μετά από ένα ταπεινωτικό 6-1 από την Τσεχοσλοβακία. Και οι τρεις θα παίξουν αργότερα για την Εθνική Ιταλίας ως oriundi, δηλαδή ως έχοντες ιταλικές ρίζες – ρίζες υπαρκτές, χάρη στις οποίες ο Όμαρ συγγενεύει με έναν άλλο δημοφιλέστατο στην Ιταλία Αργεντίνο, τον Πάπα Φραγκίσκο του οποίου η μαμά ήταν από τη Λιγκουρία, όπως όλοι οι Σίβορι.

Μόνο που όταν ο σταρ της Ρίβερ φτάνει στην Ιταλία, ταλαιπωρημένος από το ταξίδι κι από μια εγχείριση στις αμυγδαλές, δεν πολυμοιάζει με ποδοσφαιριστή. Είναι κοντόχοντρος, με δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι – ένα από τα παρατσούκλια του του είναι El Cabezón, ο Κεφάλας αλλά κι ο ξεροκέφαλος– με κάπως εναλλακτική οδοντοστοιχία, και βαρύθυμος. Στην παρουσίασή, απαντάει στα πειράγματα του ελαφρώς ανήσυχου Ανιέλι – «καλός είσαι αλλά σα να μου φαίνεται ότι δεν χρησιμοποιείς πολύ το δεξί σου πόδι» – με μια επίδειξη ζογκλαρίσματος με το αριστερό γύρω γύρω από το γήπεδο και μια απάντηση : «Και με το δεξί, τι με συμβουλεύετε να κάνω;».

Οι πρώτες εντυπώσεις που αφήνει στα φιλικά ματς δεν είναι οι καλύτερες: ατομιστής, αργός, βαρύς, με κακή φυσική κατάσταση. Μια ζωντανή αντίθεση στις επιταγές του σύγχρονου ποδοσφαίρου που τις προσωποποιούν με τον καλύτερο τρόπο δυο συμπαίκτες του: ο επίσης νεοφερμένος Τζον Τσαρλς, ο πανύψηλος, αριστοκρατικός κι ομαδικός Ουαλλός της Λιντς κι ο Τζιανπιέρι Μπονιπέρτι, το απόλυτο τορινέζικο ίνδαλμα, και μελλοντικός πρόεδρος της ομάδας για μια εικοσαετία.

Il Trio Magico

Όμως, κι εδώ ο Χατέμ Μπεν Αρφά έχει κάθε λόγο να αισθάνεται αδικημένος από τη ζωή, η διοίκηση αποφασίζει να ακούσει τις υποδείξεις του μάνατζερ του παίκτη: είναι απαραίτητη μια κάποια ελαστικότητα στην πειθαρχία διότι ο Όμαρ είναι ασυνήθιστος στις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν στο Τορίνο, κυρίως στις πρωινές προπονήσεις, ειδικά χωρίς μπάλα· στην Αργεντινή ξυπνούσε το μεσημεράκι. Χρειάστηκε η κατανόηση του προπονητή Λιούμπισα Μπρόσιτς και μια μικρή βοήθεια από τον Μπονιπέρτι που δέχτηκε να υποχωρήσει λίγο προς το κέντρο ώστε να γλιτώσει το ξύλο που έτρωγε από τους αμυντικούς και να βολέψει τους νέους, ξένους συμπαίκτες του. Οι τρεις τους θα γίνουν η Μαγική Τριπλέτα της ομάδας που θα γίνει Μεγάλη Κυρία, αρχίζοντας με το ιστορικό πρωτάθλημα του 1957-8. Ιστορικό διότι είναι το δέκατο κι έτσι η Γιουβέντους γίνεται η πρώτη ομάδα που στολίζει την φανέλα της με το περίφημο αστέρι. Θα ακολουθήσουν το Κύπελλο Ιταλίας το 1958-9, το νταμπλ το 1959-60 και ξανά το πρωτάθλημα το 1960-1.

Και οι τρεις της Τριπλέτας είχαν φοβερό ταλέντο και η συγκυρία να ανταμώσουν για τέσσερα χρόνια ήταν ευτυχής για τη Γιουβέντους. Όμως, ο απόλυτος σταρ ήταν ο Όμαρ. Αυτός άλλωστε θα γίνει το 1961 ο πρώτος Γουβεντίνος κι ο πρώτος παίκτης της Σέριε Α που θα κερδίσει Χρυσή Μπάλα – θα ακολουθήσουν πολλοί.

Ο Σίβορι υπήρξε το αρχέτυπο του Αργεντίνου ποδοσφαιριστή έτσι όπως τον φανταζόμαστε οι περισσότεροι: κυνικός, ακούρευτος, τεχνικός, αδίστακτος, απείθαρχος, αλαζόνας, τσατίλας, προκλητικός και με μια ερωτική σχέση με την μπάλα η οποία του έκανε όλα τα χατίρια όταν τη χάιδευε με το μαγικό του αριστερό πόδι – ένα άλλο του παρατσούκλι ήταν El Gran Zurdo, ο Μεγάλος Αριστεροπόδαρος. Ακριβώς όπως για τον Μαραντόνα ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, ο κόσμος συνέρρεε στο γήπεδο από νωρίς για τον προλάβει στο ζέσταμα, να τον δει να ζογκλάρει με την μπάλα, πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη, με κάθε δυνατό τρόπο, όρθιος ή ξαπλωμένος. Ο ίδιος εμπλουτίζει το σόου καλώντας μερικές φορές πιτσιρίκια από την εξέδρα με τα οποία παρουσιάζει το μπούμερανγκ: τους στέλνει με μια ελαφριά πάσα την μπάλα, αλλά βάζοντας τέτοιο φάλτσο που η μπάλα να γυρνάει ξανά σ΄αυτόν. Μια φορά με τη Μίλαν και κάτω από καταρρακτώδη βροχή, θρυλείται ότι κατάφερε να κατεβάσει την μπάλα και να σκοράρει σε ένα γήπεδο-λίμνη παίζοντας κουτσό, με την μπάλα κολλημένη στο κουτεπιέ του άλλου του ποδιού.

Στο πρώτο του ματς σκοράρει, κι έτσι θα συνεχίσει. Σε οχτώ σεζόν με τη Γιουβέντους, θα βάλει συνολικά 174 γκολ σε 259 ματς. Μπορούμε να αναφέρουμε και ένα ρεκόρ του αν και το πέτυχε σε ένα σκανδαλώδες ματς. Τον Ιούνιο του 1961, την χρονιά που κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα, έβαλε έξι γκολ στην Ίντερ· οι Μιλανέζοι είχαν κατεβάσει την ομάδα των νέων για να διαμαρτυρηθούν για την απόφαση ακύρωσης της τιμωρίας της Γιουβέντους και για την επανάληψη του αγώνα που έκρινε τον τίτλο.

Ο Κεφάλας, όμως, δεν ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που θα κέρδιζε ποτέ βραβείο fair play. Σε ένα ματς με την Πάντοβα, κι ενώ το σκορ είναι 3-0, σφυρίζεται ένα αμφισβητήσιμο πέναλτι. Διαμαρτυρίες, κακό, ο αγώνας έχει κριθεί, πλησιάζει λοιπόν τον τερματοφύλακα Πιν και του ψιθυρίζει «μην ανησυχείς, δίκιο έχετε κι εγώ θα το χτυπήσω προς τα αριστερά για να το πιάσεις». Σουτάρει εντελώς προς τα δεξιά και το βάζει. Ο Πιν τον κυνηγάει σε όλο το γήπεδο. «Εννοούσα αριστερά για μένα».

Ακόμη και σήμερα, όταν κανείς παρακολουθεί τα στιγμιότυπα των αγώνων, η αίσθηση που αποκομίζει είναι ότι ο άνθρωπος αυτός, που, με την απίστευτη τεχνική και φαντασία που διέθετε, μπορούσε να δημιουργήσει φάσεις από το τίποτε και είχε καταπληκτικά τελειώματα μέσα στην περιοχή, απολάμβανε ίσως λίγο περισσότερο όσα προηγούνταν του γκολ: «Είναι δύσκολο να κρατήσεις το ενδιαφέρον 60-70.000 θεατών. Πρέπει να τους προσφέρεις συνεχώς θέαμα, διασκέδαση»: αυτή ήταν η θεωρία του. Γι΄αυτό οι χορευτικές ντρίμπλες – ένα από τα τραγούδια που γράφτηκαν γι΄αυτόν λέγεται «Σίβορι τσα-τσα» –, συχνά με μια μικρή οπισθοχώρηση ώστε να ξαναβρεί τον παίκτη που μόλις ξεπέρασε και να τον ταπεινώσει πάλι, οι προσποιήσεις, οι διαγώνιες επελάσεις, οι αστραπιαίες αλλαγές κατεύθυνσης, και, η μεγάλη του σπεσιαλιτέ: οι ποδιές. Ο Σίβορι ανέδειξε σε τέχνη το να περνάει την μπάλα ανάμεσα στα πόδια των αντιπάλων, και, γενικότερα, να τους ξεφτιλίζει. Κάποτε είχε βάλει στοίχημα τον συμπαίκτη του Μπρούνο Γκαρτζένα πως σε κάθε ματς θα έκανε ποδιά στον πρώτο αντίπαλο που θα τον πλησίαζε μετά τη σέντρα. Ο Γκαρτζένα εγκατέλειψε μετά το τρίτο δείπνο που αναγκάστηκε να πληρώσει.

Ακόμη και η επιμονή του να παίζει με κατεβασμένες κάλτσες είχε ακριβώς την ίδια λογική, να δείξει σε κάθε αμυντικό που φιλοδοξούσε να τον σταματήσει ή, έστω, να του πατήσει καμιά σκαριά, ότι δεν τον φοβάται. Η αλήθεια είναι ότι τους φοβόταν λίγο – όταν εκνευρισμένοι άρχιζαν να τον κυνηγούν κρυβόταν πίσω από τον αγαθό γίγαντα Τζον Τσαρλς –, κι είχε ένα δίκιο. Εκείνα τα μακρινά χρόνια, οι αμυντικοί είχαν αιμοσταγή παρατσούκλια και ψιθύριζαν στο αυτί του σταρ της αντίπαλης ομάδας τρυφερά λόγια. «Κανόνισε να περάσεις τη γραμμή της περιοχής και θα σου σπάσω τα πόδια»: αυτό είπε μια μέρα του Φλεβάρη του 1961 στον Σίβορι ο Έλιο «ll Mastino [=το Πίτμπουλ]» Γκράνι της Κατάνια. «Σύμφωνοι, αλλά μην αργήσεις πολύ διότι δεν θα προλάβεις, θα χτυπήσω πρώτος». Σε λίγα λεπτά ο Πίτμπουλ φεύγει με φορείο και με κατεστραμμένο γόνατο.

Διότι ο Σίβορι, ακόμη και όταν πολιτογραφήθηκε Ιταλός, παρέμεινε ένα πιτσιρίκι που έμαθε μπάλα στις αλάνες του Σαν Νικολάς, διακόσια χιλιόμετρα μακριά από το Μπουένος Άιρες: έφτυνε, έσπρωχνε, τραβούσε μαλλιά, καμωνόταν πως πήγαινε να παρηγορήσει έναν πεσμένο αντίπαλο ενώ στην πραγματικότητα τον κλωτσούσε, έβριζε, τα έβαζε με τους διαιτητές. Κατάφερε να αποβληθεί δέκα φορές και να τιμωρηθεί συνολικά με 33 αγωνιστικές. Σε έναν ματς με την Ίντερ, ανάγκασε ακόμη και τον Τσαρλς, ο οποίος ήταν γνωστός για το φιλειρηνικό του πνεύμα και την ψυχραιμία με την οποία αντιμετώπιζε τα πάντα, να τον χαστουκίσει για να τον ηρεμήσει.

Το χαστούκι στο 2.10΄

Η Μαγική Τριπλέτα θα χωρίσει. Ο Μπονιπέρτι θα κρεμάσει νεότατος τα παπούτσια του το 1961, ο Τσαρλς θα γυρίσει στη Λιντς το 1962. Ο Σίβορι, κάτοχος πλέον του τίτλου του καλύτερου Ευρωπαίου ποδοσφαιριστή θα συνεχίσει να μαγεύει τα πλήθη, σκοράροντας, για παράδειγμα, απέναντι στη Ρεάλ του Ντι Στέφανο και χαρίζοντας στη Γιούβε την πρώτη της νίκη μέσα στο Μπερναμπέου.

Κι ο Μαραντόνα, πόσες Χρυσές Μπάλες έχει, είπαμε;

Αυτή η ιστορία αγάπης, όμως, δεν θα αποδώσει άλλους καρπούς και θα έχει πικρό τέλος. Το 1964, ο Παραγουανός προπονητής Εριμπέρτο Ερέρα έρχεται με όρεξη στο Τορίνο. Ο Ρομπέρτο Βιέρι, πατέρας του Κρίστιαν θυμάται: «Οι προπονήσεις του ήταν τόσο κουραστικές που ξεθεωνόμουν και μόνο που τις παρακολουθούσα». Αυστηρός, άτεγκτος, οπαδός της ομαδικής προσπάθειας, της συνεχούς κίνησης και της σκληρής προπόνησης, δεν εντυπωσιάζεται από τις χορευτικές ικανότητες του Σίβορι: «Είναι γελωτοποιός κι ατομιστής, φέρεται λες και το ποδόσφαιρο είναι ατομικό σπορ! Ή θα αλλάξει ή ένας από τους δυο μας θα φύγει».

Το καλοκαίρι του 1965, ο Όμαρ φεύγει από το Τορίνο. Το γεγονός είναι τόσο συγκλονιστικό που αποτελεί το σημείο εκκίνησης ενός κοινωνικού δράματος του Έντζο Μπατάλια. Από την ταινία, στην οποία παίζει ρόλο-κλειδί και ο ίδιος, που  φιγουράρει και με γαλάζια φανέλα στην αφίσα, μας έχει μείνει ένα υπέροχο τραγούδι του Ένιο Μορικόνε:

Ο Σίβορι, λοιπόν, πηγαίνει στη νεοφώτιστη Νάπολι όπου θα βρει έναν άλλο αποδιωγμένο σταρ, τον Ζοσέ Αλταφίνι. Υποτίθεται ότι δίνουν αμοιβαία υπόσχεση να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον ώστε να εκδικηθούν τις ομάδες που τους ανάγκασαν να φύγουν: τη Μίλαν και τη Γιούβε – ή μάλλον τον Ερέρα. Και είναι πιστοί στον όρκο τους: τη σεζόν 1965-6, οι δυο ισχυροί του Βορρά φεύγουν με ήττες 1-0 από το Σαν Πάολο. Σκόρερ με τη Μίλαν ο Σίβορι, με τη Γιούβε ο Αλταφίνι.

Μετά από μια τρίτη θέση στο πρωτάθλημα κι ένα Κύπελλο Άλπεων, ένας Μεγάλος Αριστεροπόδαρος γίνεται ο βασιλιάς της Νάπολης είκοσι χρόνια πριν τον Μαραντόνα. Ένα ξύλινο ομοίωμά του περιφέρεται στους δρόμους όπως το άγαλμα του Σαν Τζενάρο, του προστάτη της πόλης, ενώ ο θρύλος λέει ότι χήρες έκλαιγαν πάνω από τους τάφους των αντρών τους λέγοντας: «Πέθανες και δεν μπορείς να δεις τον Σίβορι και τον Αλαταφίνι να φοράνε τα γαλάζια!».

Και βέβαια δεν ξεχνά: κάθε αναμέτρηση με τη Γιούβε του Ερέρα είναι ευκαιρία για εκδίκηση. Πηγαίνει κοντά στον πάγκο, τον βρίζει, τον κοροϊδεύει, του κάνει χειρονομίες. Όχι ότι ο Παραγουανός πάει πίσω: κάθε φορά, οι εντολές που δίνονται στον αμυντικό που τον φυλάει είναι να του σπάσει τα νεύρα ώστε να αποβληθεί.

Η έκρηξη έρχεται τον Δεκέμβριο του 1968. Νάπολι-Γιουβέντους 2-1, με μια ασίστ του Αργεντίνου. Ο Ερμίνιο Φαβάλι πέφτει σφαδάζοντας κάπως υπερβολικά στο έδαφος μετά από επαφή με τον Σίβορι. Επεμβαίνει ο διαιτητής, σπρωξίματα, τσαμπουκάδες. Εφορμά ο εκδικητής Ντίνο Παντζανάτο και πατάει στο πρόσωπο τον ακόμη ξαπλωμένο στο χορτάρι Φαβάλι. Ανταπάντηση από τον Σάντρο Σαλβαντόρε που γκρεμίζει τον Ναπολιτάνο με μια εντυπωσιακή γροθιά. Γενική σύρραξη. Το ξύλο συνεχίζεται στα αποδυτήρια. Τρεις κόκκινες κάρτες, συνολικά είκοσι αγωνιστικές τιμωρία και πολλά ράμματα. Ο Σίβορι, όπως ο Μαραντόνα – μην τα ξαναλέμε! – πολλά χρόνια μετά, αποφασίζει ότι οι συνθήκες ωρίμασαν ώστε να εγκαταλείψει την αγαπημένη του Ιταλία και να επιστρέψει άρον άρον στα πάτρια χώματα.

Με σομπρέρο και τον Τζιάνι Ριβέρα

Αφοσιώνεται αμέσως στην προπονητική. Περνάει από τη Ροσάριο Σεντράλ, την Εστουδιάντες, τη Ρασίγκ, ακόμη κι από την Εθνική Αργεντινής στα προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1974. Αργότερα θα γίνει το μάτι της Γιουβέντους στα αργεντίνικα γήπεδα – λέγεται ότι είχε εισηγηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, την απόκτηση του Μαραντόνα –   και θα αποσυρθεί στα δυο αγροκτήματά του, που τα βάφτισε Γιουβέντους και Νάπολι.

Πέθανε το 2005, έχοντας γνωρίσει τη σπάνια τύχη να μπαίνει στο γήπεδο λίγο πριν αρχίσει ένα μεγάλο ντέρμπι ανάμεσα στις δυο μεγάλες ιταλικές ομάδες και να αποθεώνεται από τους οπαδούς και των δυο. Ίσως γιατί, όπως έγραψε το περιοδικό Guerin Sportivo «μέσα από τις ασπρόμαυρες εικόνες που διασώθηκαν, μας δείχνει το ποδόσφαιρο όταν ακόμη ήταν έγχρωμο». Το Μονουμεντάλ, το ιστορικό γήπεδο της Ρίβερ, που ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε με τα λεφτά της μεταγραφής του, ακόμη έχει μια κερκίδα με το όνομά του.

Το ΠΡΟΠΟ, τα χαρτιά και ο κρατούμενος 21.915

  [3 Σχόλια]

Ήταν Χριστούγεννα του 1943 όταν ο Μάσιμο ντέλα Πέργκολα, διευθυντής του αθλητικού ρεπορτάζ της Γκαζέτα ντέλο Σπορ, προσπάθησε να περάσει τα σύνορα Ιταλίας-Ελβετίας καθώς ήταν καταζητούμενος από τους Ναζί στην Ιταλία ως Εβραίος και κουμουνιστής. Η ελβετική συνοριακή αστυνομία με τον που τον είδε τον συνέλαβε και τον παρέδωσε στο ιταλικό φασιστικό καθεστώς. Αυτό με τη σειρά του τον δίκασε με τις γνωστές αδιάβλητες διαδικασίες της εποχής και τον έστειλε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ποντ ντε λα Μόργκε. Εκεί, για ενάμιση χρόνο ήταν ο κρατούμενος 21.915.

Μέσα από την καταναγκαστική εργασία, την πείνα και τη φυλάκιση, προσπαθούσε να βρει διαφυγή στα χαρτιά. Έπαιζε με τους υπόλοιπους κρατούμενους και ως ένας αισιόδοξος άνθρωπος σκεφτόταν τη ζωή του όταν θα τελείωνε ο πόλεμος. Έτσι, άρχισε να πειραματίζεται με αλληλουχίες εμφάνισης καρτών και πιθανότητες. Μην έχοντας ξεχάσει την αγάπη του για το ποδόσφαιρο και έχοντας γνώση της οργάνωσης των Άγγλων, άρχισε να σχηματίζεται η ιδέα ενός παιχνιδιού προβλέψεων των αποτελεσμάτων των αγώνων ποδοσφαίρου του κάλτσιο.

Ο ίδιος δήλωσε κάποια στιγμή ότι βγαίνοντας από το στρατόπεδο συγκέντρωσης είχε 10 τετράδια γεμάτα με σημειώσεις. Η ιδέα του ήταν ότι με τα τεράστια ποσά που θα χρειαζόταν η ανοικοδόμηση της Ιταλίας μετά τον πόλεμο, ο ιταλικός αθλητισμός και κυρίως το ποδόσφαιρο έπρεπε να βρει ένα τρόπο αυτοχρηματοδότησης. Γήπεδα, προπονητικά κέντρα και όλες οι συναφείς εγκαταστάσεις που έπρεπε να ξαναφτιαχτούν δεν μπορούσαν να είναι προτεραιότητα στη μεταπολεμική Ιταλία. Αλλά ένα παιχνίδι προβλέψεων με χαμηλό κόστος ανά στήλη θα ήταν ένα χρυσωρυχείο.

Με το τέλος του πολέμου ξαναπαίρνει τη θέση του αρχισυντάκτη στην Γκαζέτα ντέλο Σπορ. Εκεί αρχίζει να μιλάει με τους κατάλληλους ανθρώπους για το όνειρό του. Φυσικά, το πιο δύσκολο ήταν να μπορέσει να πάρει το δάνειο για να ξεκινήσει το εγχείρημα. Ιδρύει την εταιρία ΣΙΣΑΛ για να μπορέσει να πετύχει χρηματοδότηση και έρχεται σε επαφή με τα υπουργεία οικονομικών και εσωτερικών για να πάρει τις κατάλληλες άδειες. Αρχικά λάμβανε μόνο αρνητικές απαντήσεις, όμως αφού κατάφερε να πείσει τους τότε προέδρους των συλλόγων του Μιλάνου το κράτος του έδωσε την άδεια το Γενάρη του 1946. Το δάνειο ακολούθησε. Στις 5 Μαΐου του 1946 συμπληρώνεται το πρώτο κουπόνι του ιταλικού ΠΡΟΠΟ, με αντίτιμο 30 λιρέτες. Η τιμή του είχε βγει με βάση τη μέση τιμή του πόσο κόστιζε εκείνη την εποχή ένα απεριτίφ σε κάποιο ιταλικό μπαρ.

Μέχρι τα τέλη του 1947 και παρά τη συνεχή άνοδο της συμπλήρωσης δελτίων, η ΣΙΣΑΛ δεν είχε καταφέρει να αποπληρώσει το χρέος της. Το 1948 άρχισε να είναι κερδοφόρα και εκείνη τη στιγμή το κράτος διέταξε την εθνικοποίηση του παιχνιδιού. Η κρατική εταιρία ήταν η Τσόνι και το παιχνίδι μετονομάστηκε σε Τοτοκάλτσιο. Μέχρι το 1956 το παιχνίδι ήταν απλώς κερδοφόρο. Τότε, με αφορμή του χειμερινούς ολυμπιακούς της Κορτίνα Ντ Αμπέτσο το κράτος το διαφήμισε, συνδέοντάς το με τους αγώνες. Ακολούθησε έκρηξη. Η διαφήμιση επαναλήφθηκε στους Ολυμπιακούς της Ρώμης το 1960.  Εκεί ο Μάσιμο Ντέλα Πέργκολα λαμβάνει το μετάλλιο της Δημοκρατίας. Στις δηλώσεις του λέει: «Ως ο δημοσιογράφος Μάσιμο Ντέλα Πέργκολα, μου μένει κυρίως η ικανοποίηση του ότι μπόρεσα να εκπληρώσω το όνειρο του κρατουμένου 21.915».  Ένα όνειρο που ως το θάνατό του, το 2006, δεν μπόρεσε να το απαλλάξει από την εκμετάλλευση της μαφίας.

Όταν οι Iron Maiden έπαιξαν μπαλίτσα στο Μπουένος Άιρες

  [Καθόλου σχόλια]

Το 1992 οι Iron Maiden κυκλοφορούν το άλμπουμ τους «Fear of the Dark», ένα από τους πιο επιτυχημένα τους. Για να το υποστηρίξουν, κάνουν μια παγκόσμια περιοδεία που ξεκινά τον Ιούνιο από το Νόριτς και τελειώνει το Νοέμβριο στο Τόκιο. Ο Ιούλιος τους βρίσκει στη Νότια Αμερική για συναυλίες σε διάφορες χώρες. Ανάμεσα σε αυτές κι η Αργεντινή και το γήπεδο της Φέρο Καρίλ Οέστε μιας ιστορικής ομάδας της χώρας που ιδρύθηκε το 1904 από εργάτες των σιδηροδρόμων. Το στάδιο της Φέρο θεωρείται το πιο παλιό γήπεδο της Αργεντινής (φτιάχτηκε το 1905) και πέντε χρόνια πριν τους Maiden, οι πρώτοι «ξένοι» που έπαιξαν εκεί ήταν οι Cure σε μια συναυλία που έμεινε γνωστή για τα φοβερά επεισόδια που είχαν ως αποτέλεσμα 135 συλλήψεις και 10 τραυματισμούς αστυνομικών. Ο Ρόμπερτ Σμιθ είπε ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ ξανά στην Αργεντινή, ενώ λέγεται ότι όλα ξεκίνησαν γιατί είχαν εκδοθεί πολλά παραπάνω εισιτήρια από το κανονικό.

Όταν οι Maiden έφτασαν στα τέλη Ιουλίου του 1992 στην Αργεντινή ήταν χειμώνας κι ο καιρός ήταν χάλια. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε να ζητήσουν να εξασκήσουν ένα από τα αγαπημένα τους χόμπι. Να παίξουν ποδόσφαιρο. Ένας από τους πιο γνωστούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς του σταθμού Rock & Pop ήταν κι ο «Ρούσο» Βερέα που είχε κάνει καριέρα ως τερματοφύλακας στις μικρότερες κατηγορίες της χώρας με ομάδες όπως η Τσακαρίτα κι η Ταγιέρες, έχοντας περάσει από τις ακαδημίες της Ιντεπεντιέντε. Ο Βερέα ήταν μεγάλος ροκάς και μεταλάς (είχε και ίνδαλμα τον Ούγκο Γκάτι), οπότε μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με την αθλητική δημοσιογραφία, αλλά και το μουσικό ραδιόφωνο. Σε αυτόν έλαχε ο κλήρος να οργανώσει το ματς, ένα παιχνίδι στο οποίο οι Iron Maiden και μέλη των Thunder (support στην τουρνέ της Ν. Αμερικής) θα αντιμετώπιζαν υπαλλήλους της EMI και παραγωγούς του σταθμού Rock & Pop.

Πλάνα από το ματσάκι

Ο αγώνας έγινε στο βοηθητικό γηπεδάκι της Φέρο και παρά τη βροχή που έπεφτε με τα τουλούμια εκείνες τις ημέρες και ένα γήπεδο γεμάτο λάσπη, τα μέλη του συγκροτήματος δεν πτοήθηκαν και το ματσάκι έγινε κανονικά. Στο ποιότητας VHS παραπάνω βιντεάκι, βλέπουμε κάποια πλάνα από τον βάλτο στον οποίο έγινε το ματς, καθώς και τη διήγηση του «Ρούσο». Οι Maiden κατέβηκαν με ολόιδιες φανέλες που είχαν μαζί τους, στα χρώματα της αγαπημένης τους Γουέστ Χαμ. Σύμφωνα με τις διηγήσεις, ο Ντίκινσον ήταν ένα μηχανάκι που έτρεχε πάνω κάτω (όπως και στις συναυλίες περίπου), αλλά δεν ήταν πολύ καλός τεχνίτης. Σε αντίθεση φυσικά με τον Στιβ Χάρις που είχε πολύ καλύτερη τεχνική, έπαιζε σαν 10αράκι και έβγαζε πολύ καλές μακρινές μπαλιές. Το παιχνίδι δεν ήταν «παιδιά προσοχή μην χτυπήσουμε κανέναν», είχε τάκλιν, βουτιές (κυριολεκτικά) και γκολ. Μια αναζήτηση στο διαδίκτυο αναφέρει το τελικό σκορ ως 6-5 υπέρ των Maiden, χωρίς η πηγή να είναι πάντως και η πιο έγκυρη.

Αυτό όμως που είχε περισσότερη σημασία κι ο μαλλιάς Ρούσο διηγείται, είναι κάτι που έγινε μετά τον αγώνα. Οι εμφανίσεις των Maiden όπως μπορεί να φανταστεί κανείς ήταν έτοιμες για διαφημιστικό απορρυπαντικού, με τόνους λάσπης. Ο Στιβ Χάρις σε ένα δείγμα ταπεινότητας που δεν ταιριάζει με την κλασσική εικόνα του ροκ σταρ που έχουμε, πήγε στα αποδυτήρια και έπλυνε μία μία τις φανέλες της ομάδας του μαζί με έναν φροντιστή. Έτοιμες πιθανότατα για το επόμενο ματσάκι των Maiden σε μια νέα χώρα.

Η πρώτη συναυλία των Maiden στην Αργεντινή

Το βρετανικό συγκρότημα έχει επισκεφτεί κι άλλες φορές από τότε το Μπουένος Άιρες και μάλιστα ακόμα ένα γεγονός έμεινε γνωστό. Όταν το 2001 στη γήπεδο της Βέλεζ ξεκίνησαν να παίζουν το «The Trooper» ένα από τα καλύτερά τους τραγούδια που έχει να κάνει με τον πόλεμο της Κριμαίας, ο Ντίκινσον άρχισε να κυματίζει τη σημαία της Μεγάλης Βρετανίας, κάτι που κάνει συχνά στις συναυλίες σε αυτό το τραγούδι. Μόνο που στην Αργεντινή των Φόκλαντς/Μαλβίνων αυτό θεωρήθηκε από μεγάλη μερίδα του κόσμου προκλητικό. Αρκετοί από τους θεατές άρχισαν να σφυρίζουν, κάποιοι να τραγουδούν «όποιος δεν χοροπηδάει είναι Άγγλος» και φυσικά τα «Αρχεντίνα, Αρχεντίνα» και το μεγάλο σουξέ «Ολέ, ολέ, ολέ, Ντιέγκο, Ντιέγκο» καθώς αν είσαι Αργεντινός η νίκη το 1986 θεωρείται κάτι σαν πολεμικός θρίαμβος. Κάτι παρεμφερές έγινε και το 2008 όταν έπαιξαν και πάλι στο γήπεδο της Φέρο, με κάποιους θεατές να… πετάνε παπούτσια στον Ντίκινσον (αντιδράσεις λέγεται ότι υπήρξαν και από Ιρλανδούς σε μια συναυλία στο Δουβλίνο το 2003). Παρ’ όλα αυτά, το συγκρότημα συνεχίζει να είναι εξαιρετικά αγαπητό στην Αργεντινή και το θέμα δεν πήρε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις.

Η αγάπη των Maiden για την μπάλα είναι γνωστή και η τρέλα τους ίσως έφτασε στο αποκορύφωμά της σε μια συναυλία στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν της Νέας Υόρκης όταν υπήρξαν προβλήματα με το ηλεκτρικό ρεύμα. Το αποτέλεσμα ήταν η συναυλία να διακοπεί για λίγη ώρα. Οι Maiden αντί να πάνε στα… αποδυτήρια, αποφάσισαν να συνεχίσουν να διασκεδάζουν τον κόσμο. Αυτή τη φορά όχι με riffs ή τον Έντι, αλλά βγάζοντας μια μπάλα και παίζοντας πάνω στη σκηνή για αρκετή ώρα.

Η Έκρηξη του Γυναικείου Ποδοσφαίρου στην Ισπανία

  [3 Σχόλια]

Στις 28 Απριλίου η Μπαρσελόνα παίζει ημιτελικό Τσάμπιονς Λιγκ με τη Μπάγερν. Όχι, δεν κάνω κάποιο λάθος ούτε στις ημερομηνίες, ούτε στους συλλόγους. Απλώς δε θα παίξουν ο Μέσι, ο Σουάρες, ο Κοουτίνιο ή ο Πικέ, αλλά η Αλέξια, η Λέια, η Μάρτενς και η Ντάγκαν. Η Μπαρσελόνα, μαζί με την Ατλέτικο, τη Λεβάντε και την Αθλέτικ Μπιλμπάο ηγούνται της ανάπτυξης του γυναικείου ποδοσφαίρου στην Ισπανία, που τα τελευταία τρία χρόνια βρίσκεται σε έκρηξη.

Αντίθετα με τα αντρικά τμήματα όπου οι Ισπανοί κυριαρχούν τα τελευταία 10 χρόνια στην Ευρώπη, τα γυναικεία τμήματα ήταν πολύ πίσω από τα αντίστοιχα της Γερμανίας (πρώτη Λίγκα που ασχολήθηκε σοβαρά με το γυναικείο ποδόσφαιρο), της Γαλλίας και της Αγγλίας. Τα γυναικεία τμήματα των Βόλφσμπουργκ, Μπάγερν, Λυών, Άρσεναλ και Τσέλσι έχουν καταφέρει να γίνουν παραδοσιακές δυνάμεις του χώρου. Οι Ισπανοί δεν μπορούσαν να μείνουν στην απέξω και έτσι προσπάθησαν με σχέδιο και δομές να αναπτύξουν τα γυναικεία τμήματα. Και αντίθετα με τις μαρκετίστικες ηλιθιότητες, όπως τα παιχνίδια στις ΗΠΑ, που θέλουν να κάνουν στην αντρική Λα Λίγα, το γυναικείο ποδόσφαιρο πήρε το εγχειρίδιο των τμημάτων υποδομής.

Ο Πρόεδρος της Λίγα Φεμινίνα με τις αρχηγούς των ομάδων. (Φώτο από την el periodico.)

Μία βασική αρχή ήταν να είναι ένα προϊόν αυτόνομο, να μην εξαρτάται δηλαδή από την επαιτεία των αντρικών τμημάτων. Μέχρι το 2016, οι παίκτριες δεν ήταν επαγγελματίες και φυσικά αυτό σήμαινε ότι δεν είχαν συμβόλαια που να τους θεμελιώνουν εργασιακά δικαιώματα όπως ασφάλιση. Η Μελάνια Σερράνο, αμυντικός της Μπαρσελόνα, δήλωσε στην Ελ Παίς πριν τρεις μήνες «Μέχρι το 2015 δούλευα σε ένα σχολείο ως παρατηρήτρια εξωσχολικών δραστηριοτήτων. Ήταν πολύ δύσκολο να τα ισορροπήσω με το ποδόσφαιρο. Μετά ήρθε η Ιμπερόλα». Η Ιμπερόλα, μια εταιρία ενέργειας, είναι ο κεντρικός χορηγός της γυναικείας Λα Λίγα. Η είσοδός της έδωσε τη δυνατότητα να γίνει η 1η κατηγορία επαγγελματική, να δοθούν συμβόλαια, να γίνουν συμβάσεις, να υπάρξει ασφάλιση για τις παίκτριες.

Η Ιμπερόλα μόνη της δεν μπορούσε να δώσει τα πάντα. Έτσι, η Λα Λίγα αποφάσισε να ακολουθήσει το σωστό μοντέλο αύξησης κερδών. Στα αντρικά τμήματα τα έσοδα προέρχονται πρωτίστως από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, δεύτερον από τους χορηγούς και τρίτα στη λίστα είναι τα εισιτήρια. Το να βρεθεί χορηγός αποδείχθηκε εύκολο. Η συνδρομητική τηλεόραση επίσης το 2016 αποφάσισε να επενδύσει στο γυναικείο ποδόσφαιρο. Η Μέδιαπρο και το συνδρομητικό κανάλι «Γκολ» πήραν τα τηλεοπτικά δικαιώματα του γυναικείου ποδοσφαίρου και πέρα από τα έσοδα, έβαλαν κανόνες που βοήθησαν στην ανάπτυξή του. Τα παιχνίδια διεξάγονται πρωί ή μεσημέρι, ώστε να μην πέφτουν πάνω στα αντρικά, και κάπως έτσι ο κόσμος άρχισε να τα βλέπει και να πηγαίνει. Εκτός αυτού, μπήκαν διαφημίσεις των γυναικείων ματς πριν ή στα ημίχρονα των αντρικών παιχνιδιών και τροποποιήθηκαν τα γήπεδα ώστε να γίνονται καλύτερα οι μεταδόσεις.

Το τρίτο στοιχείο ήταν κάτι που οι Ισπανοί ξέρουν να κάνουν καλά. Το ποδόσφαιρο βάσης. Το 2015 η εθνική ομάδα γυναικών έπαιξε για πρώτη φορά σε Μουντιάλ. Για να συμβεί αυτό ξεκίνησαν από τις ηλικίες των 12 να εκπαιδεύουν τα κορίτσια, ακριβώς στις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια προγράμματα εκγύμνασης και τακτικής εκμάθησης που έκαναν τα αγόρια. Έτσι πήραν ένα Μουντιάλ κάτω των 17 και πήγαν σε τελικό Μουντιάλ κάτω των 21. Προ 2014 οι Ισπανίδες παίκτριες στη Λα Λίγα ήταν το 1,5% του συνόλου των ποδοσφαιριστών. Σήμερα είναι το 5,8%, αύξηση 41% σε μόλις 5 χρόνια (στοιχεία από το σάιτ της Λα Λίγα). Προφανώς η απόσταση είναι ακόμα τεράστια, όπως όμως και η δυναμική ενός κλάδου που πρακτικά υπάρχει ελάχιστα χρόνια.

Τέλος, το θέμα των εισιτηρίων. Εδώ υπάρχουν ακόμα τεράστιες αποστάσεις. Υπάρχουν σύλλογοι όπως η Ατλέτικο Μαδρίτης, όπου η προσέλευση είναι τόσο μεγάλη που πλέον η γυναικεία ομάδα αγωνίζεται στο ίδιο γήπεδο με την αντρική. Το φετινό ματς, ντέρμπι κορυφής με την Μπάρσα, έκανε παγκόσμιο ρεκόρ εισιτηρίων στο γυναικείο ποδόσφαιρο με 60.739 θεατές. Η Ατλέτικο, κάτοχος του πρωταθλήματος, έχασε από τη δεύτερη Μπαρσελόνα 0-2 και το πρωτάθλημα πλέον παίζεται κάθε αγωνιστική στον πόντο. Η Μπάρσα παίζει ακόμα στο Μινιεστάδι με μ.ο. εισιτηρίων κοντά στα 5.500, γι’αυτό είναι ακόμα πολύ μακρυά η σκέψη να ανοίξει κάποτε το Καμπ Νόου για το γυναικείο τμήμα. Η Λεβάντε παίζει στο ίδιο γήπεδο με την αντρική ομάδα, ενώ η Αθλέτικ Μπιλμπάο αγωνίζεται στο δεύτερο γήπεδο της και όχι στο Σαν Μαμές. Τα εισιτήρια κοστίζουν πάνω-κάτω όσο μία μπύρα για να μπορεί να πηγαίνει εύκολα ο κόσμος και ενώ τα νούμερα είναι ακόμα χαμηλά, η προσέλευση τα 3 τελευταία χρόνια έχει πενταπλασιαστεί.

Δυο γυναικείες ομάδες της δεύτερης κατηγορίας σε καθιστική διαμαρτυρία στο κέντρο του γηπέδου μετά από σεξιστικά συνθήματα που άκουγαν από τις εξέδρες. Στην Τεράσα της Καταλωνίας. (Φώτο από el diario).

Με όλα τα παραπάνω είναι εμφανές ότι το γυναικείο ποδόσφαιρο έχει καταφέρει να χτίσει ένα δικό του αυτόνομο οικονομικό πλαίσιο για να αναπτυχθεί, που είναι και το σωστό. Ο τρόπος είναι σταθερός και παρότι ξεκίνησε το εγχείρημα 100 χρόνια μετά από τα αντρικά τμήματα, η άνοδος είναι τρομακτική. Επίσης, όλοι οι μεγάλοι σύλλογοι, πλην Ρεάλ Μαδρίτης, έχουν επενδύσει στα γυναικεία τμήματα. Πρωτίστως η Ατλέτικο, που πια έχει και μια οπαδική βάση για τις γυναίκες, και μετά η Μπαρσελόνα που έχει κάνει τα τελευταία 2 χρόνια τη μεγαλύτερη επένδυση σε μεταγραφές και συμβόλαια σε γυναίκες παίκτριες. Πέρυσι, η Ατλέτικο έκανε κοινό γύρο του θριάμβου για τις πρωταθλήτριες της Λα Λίγα και τους νικητές του Γιουρόπα άντρες, βάζοντας μπροστά το πούλμαν των γυναικών, καθώς αξιολόγησαν το πρωτάθλημα πάνω από το Γιουρόπα. Η Μπαρσελόνα κάνει προμόσιον με παίχτες από την αντρική και παίκτριες από τη γυναικεία ομάδα μαζί. Το ίδιο και η Λεβάντε και η Μπιλμπάο.

Φυσικά, δεν είναι όλα ρόδινα. Η μισθολογική απόσταση, όπως καταλαβαίνετε από τα οικονομικά δεδομένα χορηγών, τηλεοπτικών και εισιτηρίων, είναι γιγάντια. Η πιο ακριβοπληρωμένη παίχτρια της Λα Λίγα (Ντάγκαν, Μπαρσελόνα) παίρνει το χρόνο όσα ο Μέσσι τη μισή βδομάδα. Επίσης, υπάρχουν ακόμα τα σεξιστικά στερεότυπα όταν ένα κορίτσι θέλει να γραφτεί σε μια ακαδημία ποδοσφαίρου, με τα κλασικά «πήγαινε να πλύνεις κανένα πιάτο», έως πανό μέσα στα γήπεδα που να γράφουν «το χορτάρι δεν είναι μέρος για γυναίκες». Και φυσικά υπάρχει ένα τεράστιο έλλειμμα γυναικείου προσωπικού πέρα από τις παίκτριες. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν μόλις δυο γυναίκες προπονητές στη γυναικεία Λα Λίγα. Ήταν τρεις, αλλά η Σεβίλλη απέλυσε την προπονήτρια της λόγω κακής πορείας της ομάδας και την αντικατέστησε με άντρα.

H Μαρία Πρι της Μπέτις. Μακροβιότερη γυναίκα προπονήτρια στη Λίγα Φεμινίνα. (Φώτο από el Mundo).

Η Μαρία Πρι της Μπέτις είναι η μακροβιότερη γυναίκα σε πάγκο ομάδας. Βρίσκεται από το 2012 στο Βιγιαμαρίν. Μαζί με την Ιρένε Φαρέρας της Ράγιο Βαγιεκάνο είναι οι δύο γυναίκες προπονήτριες της Λίγα Φεμινίνα. Σε συνέντευξη που έδωσαν στην Ελ Μούνδο τον περασμένο Οκτώβριο είπαν ότι ενώ όλο και περισσότερος κόσμος αγκαλιάζει το γυναικείο ποδόσφαιρο, η έλλειψη προπονητριών σχετίζεται και με άλλες κοινωνικές συνθήκες. Η Φαρέρας δήλωσε «Στη χρονιά μου στη γυμναστική ακαδημία στα 89 άτομα που είχαμε επιλέξει το ποδόσφαιρο ως κατεύθυνση μόλις 3 ήμασταν γυναίκες. Ένας βασικός λόγος που δεν υπάρχουν γυναίκες προπονήτριες είναι ότι βγαίνουν ελάχιστες από τις ακαδημίες, ακόμα». Η Πρι συμπλήρωσε «Φυσικά και υπάρχει έλλειψη ευκαιριών όταν όλες τις αποφάσεις στις διοικήσεις τις παίρνουν άντρες. Ενώ η κοινωνία γίνεται ολοένα και πιο ανοιχτή, οι διοικήσεις δεν έχουν την τόλμη να τοποθετήσουν γυναίκες στους πάγκους». Και οι 2 στο τέλος συμφώνησαν ότι η επαγγελματικοποίηση του γυναικείου ποδοσφαίρου θα ανεβάσει σε βάθος χρόνου το ποσοστό των γυναικών στους πάγκους, καθώς σύμφωνα με τη Φαρέρας: «Μια παίκτρια μπορεί πλέον να ζήσει από το ποδόσφαιρο ως επάγγελμα. Δε χρειάζεται να γυρνάει σπίτι της 2 τα ξημερώματα μετά από ένα εκτός έδρας ματς στη Βαρκελώνη και να πρέπει να σηκωθεί στις 6 το πρωί για να πάει στη δουλειά».

 

Η επιστροφή του Άγιαξ και του Total Football

  [1 Σχόλιο]

«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με θυμάμαι να παίζω ποδόσφαιρο. Παντού, και κυρίως στον δρόμο. Εκεί, στον δρόμο, έμαθα κάτι πολύ σημαντικό. Πως να μετατρέπω ένα μειονέκτημα σε πλεονέκτημα. Εκεί κατάλαβα ότι το πεζούλι που έβλεπα μπροστά μου, δεν ήταν πια ένα εμπόδιο για μένα, αλλά πως μπορούσα να το μετατρέψω σε έναν φανταστικό συμπαίκτη και να παίξω μαζί του το ένα-δύο. Κάπως έτσι, και με συμπαίκτη τα κάθε λογής πεζοδρόμια, κατάφερα να εξασκήσω και να βελτιώσω, σε τρομακτικό βαθμό, την τεχνική μου. Όταν η μπάλα αναπηδά σε τόσο διαφορετικές, και άγριες, επιφάνειες, χτυπώντας συγχρόνως σε περίεργες γωνίες, πρέπει να μάθεις να προσαρμόζεσαι πολύ γρήγορα για να την κάνεις δική σου. Στα χρόνια που έπαιξα ποδόσφαιρο όλοι μιλούσαν για την απαράμιλλη τεχνική μου. Οι ρίζες της όμως βρίσκονταν εκεί που μεγάλωσα. Στο δρόμο. Όταν παίζεις στο δρόμο, το πρώτο που δεν θες να συμβεί, είναι να πέσεις κάτω. Αν πέσεις θα πονέσεις. Εγώ δεν πόνεσα ποτέ».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Γιόχαν Κρόιφ και σε αυτά μπορούμε να διακρίνουμε, εκτός της ατομικής τεχνικής, το σημαντικότερο συστατικό της επιτυχίας του Ολλανδικού μοντέλου, από τα 70s, μέχρι και τις μέρες μας. Αυτό φυσικά και δεν είναι άλλο απ’ την ομαδικότητα. Ο Κρόιφ, φαινομενικά, μιλάει για την ατομική τεχνική δεν ξεχνά να αναφερθεί όμως και στον συμπαίκτη. Αλλιώς θα μας έλεγε, μόνο, για τον τρόπο που έπαιρνε την μπάλα πάνω στον σκληρό δρόμο, το πως περνούσε όποιον αντίπαλο έβρισκε μπροστά του με μαγικές ντρίμπλες, και για το πως σκόραρε, αφού πρώτα είχε αδειάσει και τον τερματοφύλακα. Ακούγεται εύκολο αλλά -πιστέψτε με- δεν είναι. Κι όμως μιλάει, και στέκεται υπερβολικά σε αυτό, για το πεζούλι. Για τον φανταστικό συμπαίκτη του. Εκείνον που του έδινε την μπάλα με -κάθε τρόπο και- κάθε πιθανό φάλτσο. Στο μυαλό του, εφόσον είχε καταφέρει να παίζει αυτό το ένα-δύο με το «άτεχνο» πεζούλι, θα μπορούσε να κάνει εξωπραγματικά πράγματα, παίζοντας με κανονικούς συμπαίκτες, τα επόμενα χρόνια. Πόσο μάλλον όταν και αυτοί οι συμπαίκτες θα είχαν σπουδαία τεχνικά χαρίσματα. Η ιστορία που ακολούθησε είναι γνωστή. Σε όλους. Ο Άγιαξ, και η εθνική Ολλανδίας, των 70s, που με ηγέτη τον Κρόιφ, τρομοκράτησε ολόκληρη την Ευρώπη για 4-5 χρόνια, και μετά ήρθε η διάλυση. Όλα τα «αστέρια» μπορεί να έφυγαν γι’ άλλες πολιτείες, κάτι που συνεχίστηκε και φυσικά συνεχίζεται αλλά ο Άγιαξ έμεινε πιστός στο πλάνο του και το δικό του μοντέλο. Να δημιουργεί ομάδες, απ’ τα δικά του σπλάχνα, μετά να τρομοκρατεί την Ευρώπη και στο τέλος να τους πουλάει, για πολλά εκατομμύρια, στους πλούσιους αυτού εδώ του κόσμου.

«Η τελευταία φουρνιά της ομάδας είναι η καλύτερη των τελευταίων 20 ετών. Κάντε λίγο υπομονή και θα τους μάθετε για τα καλά». Τάδε έφη ο ίδιος ο Κρόιφ, λίγους μήνες πριν αφήσει αυτόν εδώ τον κόσμο. Φυσικά και αναφέρονταν στην τελευταία «τάξη» της φημισμένης Ακαδημίας των Ολλανδών. Της κορυφαίας ποδοσφαιρικής σχολής του πλανήτη από τις αρχές των 70s -όταν και ο Ρίνους Μίχελς παρουσίασε το μοντέλο του- μέχρι και τις μέρες μας, με την ομάδα του Έρικ Τενκ Χαγκ που χαιρόμαστε να βλέπουμε. Φυσικά και ο Κρόιφ είχε αναφερθεί στους παίκτες που, από το περσινό καλοκαίρι, ολόκληρη η Ευρώπη έχει την τύχη να τους βλέπει να μαγεύουν στα γήπεδα, παίζοντας αυτό το ποδόσφαιρο που χαρακτηρίζει τους Ολλανδούς και που μάθαμε να το αποκαλούμε όλοι εμείς, ακόμα και όταν ήμασταν μικρά παιδάκια, και δεν μπορούσαμε να το κατανοήσουμε με τίποτα, «Total Football».

Όσοι είχαν την τύχη να δουν τις νοκ-άουτ αναμετρήσεις του Άγιαξ με την Ρεάλ Μαδρίτης και την Γιουβέντους παρακολούθησαν αυτό το στυλ ποδοσφαίρου. Στα καλύτερά του. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο της υπερβολικής, πολλές φορές, αμυντικής προσήλωσης (και τακτικής), στα όρια του βαρετού για το μάτι, η Ολλανδική ομάδα κατάφερε να αγγίξει (σχεδόν) το τέλειο, παρουσιάζοντας όλα τα χαρακτηριστικά αυτού του ελκυστικού μοντέλου πάνω στο χορτάρι. Τέλειες αποστάσεις, σε όλες τις γραμμές, με μια, σχεδόν, μαθηματική προσέγγιση. Απίστευτο πρέσινγκ, σε όλους τους χώρους, κάτι που όπως είναι λογικό μειώνει τις αποστάσεις του γηπέδου, όταν φυσικά αμύνεσαι, (με αυτό άλλωστε είχε μανία ο Μίχελς, το συνέχισε ο Κρόιφ και -ευτυχώς- το βλέπουμε και στις μέρες μας από προπονητές, και εκτός Ολλανδίας, όπως ο Κλοπ και ο Γκουαρδιόλα), και τελευταίο, η άψογη τεχνική σε συνδυασμό όμως με την ταχύτητα. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν γίνεται τίποτα αν δεν υπάρχει ταχύτητα. Όλα τα παραπάνω, όταν μπαίνουν μαζί στο «μίξερ της ολλανδικής τακτικής» είναι ικανά να τρομάξουν ακόμα και τον πιο δυνατό και έμπειρο αντίπαλο. Το βλέπουμε να συμβαίνει. Εγώ γράφω απλά αυτά που βλέπω.

Η παράσταση του Άγιαξ στη Μαδρίτη με έκανε να ερωτευθώ και πάλι το ποδόσφαιρο. Το δηλώνω και δεν ντρέπομαι. Αν ο Άγιαξ ήταν γυναίκα θα ήθελα να την παντρευτώ και να αράξουμε παρέα για ένα ολόκληρο καλοκαίρι σε κάποιο όμορφο νησί. Είναι το ποδόσφαιρο όπως θέλω εγώ να το βλέπω. Το όμορφο, επιθετικό, «σωστό» ποδόσφαιρο. Για την παράσταση στο Τορίνο δεν μπορώ να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψω τα συναισθήματα που ένιωσα. Κάτι που μεγαλώνει ακόμα περισσότερο την σημασία αυτής της «παράστασης» επίσης είναι το γεγονός πως έγινε από «ηθοποιούς» που δεν τους έχουμε μάθει ακόμα για τα καλά. Δεν παίζω και μάνατζερ εδώ και χρόνια. Ειλικρινά δεν νομίζω να υπάρχει αυτή τη στιγμή αγνός και ρομαντικός φίλος του ποδοσφαίρου που να μην θέλει να δει τα «μωρά» του Άγιαξ να σηκώνουν το τρόπαιο στη Μαδρίτη. Και αυτή είναι ακόμα μία σπουδαία νίκη για το ποδόσφαιρο των ημερών μας.

Ο Τάντιτς είναι αυτή τη στιγμή ότι ήταν ο Βάσοβιτς για την ομάδα του ’71, κι ας αγωνίζεται σε άλλη θέση. Ο ξεχασμένος παικταράς δηλαδή που ήρθε από μια μέτρια ομάδα και έγινε ηγετικός. Ο Μπλιντ είναι η ήρεμη δύναμη και η εμπειρία στην άμυνα. Ο Νέρες και ο Ζίγιες είναι δύο παίκτες που παίζουν ποδόσφαιρο αλάνας, στα μάτια πολλών, στηριζόμενοι στα άρτια τεχνικά τους χαρακτηριστικά, και παράλληλα είναι άψογοι τακτικά. Φυσικά υπάρχει και το τέλειο δίδυμο, των Ντε Λιχτ και Ντε Γιονγκ, ως οι απόλυτοι ισορροπιστές όλης της ομαλής λειτουργίας τόσο σε άμυνα όσο και επίθεση. Δύο άψογοι τεχνικά παίκτες. Δύο προπονητές εντός του γηπέδου. Ο πρώτος είναι η επιτομή του σύγχρονου αμυντικού και ο δεύτερος η επιτομή του κεντρικού μέσου. Και οι δύο, για ομάδες που αρέσκονται σε αυτό το στυλ παιχνιδιού. Προσωπικά, και επειδή μου αρέσει να κάνω αυτού τους είδους τις παρομοιώσεις, μου θυμίζουν το δίδυμο των πρωταγωνιστών της ταινίας «Funny Games» του Χάνεκε. Τόσο φλώροι στην όψη, σαν φοιτητές του Yale, αλλά τόσο επικίνδυνοι, σαν σαδιστές, τρόφιμοι φυλακών. Πως το αντιμετωπίζεις όλο αυτό; Άραξε και απόλαυσέ το καλύτερα.

Το 1972, και μετά την συντριβή της Ίντερ απ’ τον Άγιαξ στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, η Gazzetta dello Sport είχε γράψει, χωρίς να κάνει κάποιο λάθος, τον παρακάτω τίτλο: «Η Ίντερ είναι η άξια πρωταθλήτρια Ευρώπης. Αυτός ο Άγιαξ είναι ο πρωταθλητής κόσμου και του Γαλαξία μαζί». Με αυτό τον τίτλο παραδέχονταν την ανωτερότητα των Ολλανδών. Μιας ομάδας που είχε τον Κρόιφ, τον Νέσκενς, τον Χάαν και τους λοιπούς «εξωγήινους». Ο τωρινός Άγιαξ έχει φτάσει ήδη στα ημιτελικά, και αν ολοκληρώσει το θαύμα, τα πάντα θα παιχτούν σε 90 λεπτά στη Μαδρίτη. «Εξωγήινα» ονόματα δεν έχει ακόμα μιας και οι περισσότεροι παίκτες είναι ακόμα νεαροί και τώρα τους μαθαίνει ο περισσότερος κόσμος όπως έγραψα και πιο πάνω, αλλά κάτι το «εξωγήινο», και το μαγικό, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πως δεν το έχει αυτή η ομάδα. Άλλωστε όλοι δουλεύουν για το σύνολο, πάνω σε ένα μοντέλο, και ένα σύστημα, που αν παιχτεί όπως πρέπει, όπως έχει αποδειχθεί εδώ και 50 χρόνια, είναι -σχεδόν- ανίκητο. Έγραψα «σχεδόν» γιατί ποτέ, καμία ομάδα, δεν παίζει μόνη της και γιατί πάντα, σε μια βραδιά, παίζει ρόλο και η τύχη. Αν κέρδιζε πάντα ο καλύτερος, αυτός ο Άγιαξ (και συγγνώμη αν ακουστώ υπερβολικός σε πολλούς), θα κέρδιζε το φετινό Τσάμπιονς Λιγκ. Ίσως και το πρωτάθλημα του Γαλαξία.

Στη Σικελία το ζούμε έντονα

  [Καθόλου σχόλια]

Τα οικογενειακά τραπέζια είναι λίγο βαρετά συνήθως. Εκτός βέβαια αν παίρνουν φωτιά από διαφωνίες και η καημένη η μαμά με ένα ταψί γεμιστά προσπαθεί αφενός να βρει χώρο να το αφήσει γιατί καίγεται και αφετέρου να κρατήσει τους άντρες (συνήθως) να μην σκοτωθούν μεταξύ τους. Διαφωνίες που μπορεί να είναι από πολιτικές μέχρι ποδοσφαιρικές. Για όσους δεν θυμούνται, η ιστορία των αδερφών Μιλίτο που έπαιζαν στο μεγάλο ντέρμπι μεταξύ Ράσινγκ και Ιντεπεντιέντε ήταν μια τέτοια. Στην Ιταλία όμως, υπήρξε μία ακόμα χειρότερη ιστορία, με πρωταγωνιστές τα αδέρφια Τεντέσκο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Παλέρμο της Σικελίας. Κι οι τρεις τους έγιναν ποδοσφαιριστές, αλλά στο σημερινό κείμενο θα ασχοληθούμε με τους δύο εξ αυτών. Τον Τζιοβάνι και τον κατά τέσσερα χρόνια μικρότερό του Τζιάκομο.

Οι αδερφοί Τεντέσκο δεν ήταν τρομεροί παίκτες. Ήταν κι δύο χαφ εργάτες που έκαναν συμπαθητικές καριέρες σε μικρές κατά κύριο λόγο ομάδες. Ο μεγαλύτερος Τζιοβάνι δεν έγινε δεκτός ως πιτσιρικάς στην τοπική Παλέρμο κι έτσι αναζήτησε αλλού μια καριέρα, αλλά ο Τζιάκομο έπαιξε στην αγαπημένη ομάδα της πόλης του. Κάτι που για τους άκρως τοπικιστές Σικελούς είναι μεγάλη τιμή. Η μοίρα τούς έφερε συμπαίκτες στη Σαλερνιτάνα τη σεζόν 1997-98 και μάλιστα σε μια χρονιά που η ομάδα της Καμπανίας κέρδισε την άνοδό της στην Α’ εθνική, μια σημαντική επιτυχία για τα αδέρφια.

Μία τυχαία εικόνα από τη Σικελία για να ανοίξει το μάτι μας

Χρόνια αργότερα, το 2006, ο Τζιοβάνι κατάφερε και έκανε το όνειρό του πραγματικότητα, αφού αγωνίστηκε στην ομάδα της καρδιάς του, την Παλέρμο, για πρώτη φορά. Ο Τζιάκομο αντίθετα το 2007 επέστρεψε μεν στη Σικελία, αυτή τη φορά όμως στην ανατολική της πλευρά, 200 χιλιόμετρα πιο μακριά από τη γενέτειρά του, στην Κατάνια. Την ομάδα που είναι η ιστορική αντίπαλος της Παλέρμο και οι δύο μεγάλοι εχθροί της Σικελίας. Σε μια εποχή μάλιστα που το νησί κι ολόκληρη η Ιταλία είχαν σοκαριστεί από τα επεισόδια μετά από ένα ντέρμπι της Σικελίας που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός αστυνομικού. Έτσι λοιπόν, το ντέρμπι του νησιού απέκτησε δύο αδέρφια αντιπάλους. Κανείς όμως δεν είχε καταλάβει πόσο η μεταγραφή του μικρού στην Κατάνια είχε επηρεάσει την οικογενειακή γαλήνη στο σπίτι των Τεντέσκο.

Το γκολ του Μίκολι που έκρινε το ντέρμπι στο τέλος της σεζόν 2007-08

Πριν λοιπόν το παιχνίδι των δύο ομάδων τον Οκτώβριο του 2008, ο μεγάλος αδερφός έκανε κάποιες δηλώσεις σε καλό κλίμα, λέγοντας ότι οι δυο παίκτες που θα ήθελε στην Παλέρμο από τον μεγάλο αντίπαλο ήταν ο Αργεντινός Πάμπλο Λεντέσμα και φυσικά ο αδερφός του, ο Τζιάκομο. Ο δημοσιογράφος που πήρε τις δηλώσεις, σίγουρα θα σκέφτηκε ότι είχε βρει ένα ωραίο θέμα και έψαχνε κάποιον κλισεδιάρικο τίτλο του στιλ: «Για 90 λεπτά αντίπαλοι, αλλά αγαπημένα αδέρφια για μια ζωή». Μόνο που η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική κι αυτή η συνέντευξη η αφορμή για να μάθουμε ότι στα οικογενειακά τραπέζια η μαμά δεν είχε και τους τρεις γιους της μαζί. Όταν ο Τζιάκομο διάβασε τις δηλώσεις του αδερφού του εξερράγη και χαρακτήρισε τον Τζιοβάνι ως «υποκριτή».

«Εγώ κι ο αδερφός μου δεν τα πάμε καλά. Για να είμαι ειλικρινής, έχουμε πολύ καιρό να δούμε ο ένας τον άλλον και δεν μιλάμε μεταξύ μας. Είναι καλό που είπε αυτά τα πράγματα, αλλά από τον Τζιοβάνι θα περίμενα να ακούσω κάτι άλλο. Θα ήθελα να αναφέρω και άλλες λεπτομέρειες, αλλά δεν θα το κάνω. Ίσως αργότερα, να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα γιατί αφορούν όλη την οικογένεια και με πληγώνουν. Εγώ ως ο μικρότερος προσπάθησα να τα βρω μαζί του, να λύσω τις παρεξηγήσεις, αλλά οι προσπάθειές μου απέτυχαν. Πέρσι δεν συμπεριφέρθηκε σωστά. Ούτε πριν από τον αγώνα, όταν είπε ότι αν κέρδιζαν θα έβαφε το αυτοκίνητό του στα χρώματα της Παλέρμο και θα έκανε βόλτες όλη την εβδομάδα. Ούτε και στο ματς, να πανηγυρίζει έτσι, ενώ ήξερε ότι με αυτή τη νίκη τους μπορεί να υποβιβαζόταν ο αδερφός του. Mε γέμισε με πικρία. Εγώ αν κινδύνευε η Παλέρμο και έπαιζα στην Κατάνια, θα έκανα τα πάντα για να σωθεί μια ομάδα της Σικελίας. Δεν πρόδωσα την προέλευσή μου. Έπαιξα εκεί από πιτσιρίκι, αλλά δεν συνέχισα όπως κι άλλοι. Έπρεπε να βρω κάποια ομάδα να παίξω, για να ζήσω».

Ξεπερνώντας την απίθανη και 100% ιταλική παραδοχή ότι θα στηνόταν για να μην πέσει η Παλέρμο (η Κατάνια αναγκάστηκε να βγάλει ανακοίνωση μετά από αυτές τις δηλώσεις), τα λόγια του Τζιάκομο αποκάλυψαν ότι η μεταγραφή του στην Κατάνια είχε κάνει τα δύο αδέρφια να μην μιλιούνται. Ο Τζιοβάνι είχε ενοχληθεί πάρα πολύ και θεώρησε προδοσία την μεταγραφή του αδερφού του στον εχθρό, λέγοντας ότι αυτός δεν θα το έκανε ποτέ, ενώ σε κάθε ευκαιρία συμπεριφερόταν σαν οπαδός,. Έτσι λοιπόν, όταν την προηγούμενη σεζόν η Παλέρμο με γκολ του Μίκολι κέρδισε 1-0 την Κατάνια λίγες αγωνιστικές πριν το τέλος, πανηγύρισε έξαλλα και προκλητικά, «σαν να κέρδισε το Τσάμπιονς Λιγκ» το περιγράφει ο Τζιάκομο. Η Κατάνια τελικά σώθηκε για έναν βαθμό. Ο Τζιάκομο αναγκάστηκε στη συνέχεια να ανασκευάσει ως προς το «στήσιμο», λέγοντας ότι οι δηλώσεις του ήταν προϊόν πικρίας και της απογοήτευσης που του είχε προκαλέσει ο μεγάλος αδερφός που… «έδειξε μίσος προς εμένα, έναν άνθρωπο που μας ενώνουν δεσμοί αίματος». Μια ιστορία που θα μπορούσε να γυριστεί ως η ιταλική έκδοση του Bloodline στο Netflix.

Η Κατάνια κέρδισε τελικά εκείνο το ματς με 2-0, ο μικρός πήρε την εκδίκησή του και στο τέλος της σεζόν η ομάδα σώθηκε, όπως κι η Παλέρμο. Ο Τζιοβάνι συνέχισε και έκλεισε την καριέρα του στην Παλέρμο το 2010 ως μορφή του συλλόγου (αναλαμβάνοντας μάλιστα και προπονητής στη γνωστή ηλεκτρική καρέκλα της Παλέρμο), ενώ ο Τζιάκομο πήγε σε Μπολόνια και Ρετζίνα και σταμάτησε την μπάλα τέσσερα χρόνια αργότερα. Ελπίζουμε τουλάχιστον, τόσα χρόνια μετά, να τα έχουν βρει και να θυμούνται τα παλιά.

Μια μπαλάντα για τον Φλορεντίνο Πέρεθ

  [11 Σχόλια]

Ήταν Μάιος του 2004 όταν ο Κάρλος Κεϊρόζ απολύονταν απ’ την ηλεκτρική καρέκλα του προπονητή της Ρεάλ Μαδρίτης. «Ήταν ένα απ’ τα μεγαλύτερα λάθη που έχω κάνει» δήλωσε ο πρόεδρος της ομάδας, Φλορεντίνο Πέρεθ. «Νομίζαμε πως η ομάδα δεν είχε ανάγκη από κάποιον που πρέπει να χτυπά το χέρι στο τραπέζι. Μεγάλο λάθος». Κάπως έτσι, ο Χοσέ Αντόνιο Καμάτσο, έφτασε στη Μαδρίτη για να αντικαταστήσει τον Κεϊρόζ. Με λίγα λόγια, για να γίνει ο άνθρωπος που θα τραβούσε το «χαλινάρι» των «Γκαλάκτικος» τη χρονιά που θα ακολουθούσε. Όχι όμως κάποιων απλών και ταπεινών παικτών, αλλά αυτών που είχαν μάθει να λειτουργούν και να συμπεριφέρονται ακριβώς όπως τα πιο κακομαθημένα παιδιά ενός, ανήμπορου να τα συνετίσει, πάμπλουτου πατέρα. Φυσικά και δεν ήταν ακόμα μία δύσκολη αποστολή. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Μια αποστολή αυτοκτονίας, με ποσοστό να βγει εις πέρας πιο χαμηλό κι απ’ του φετινού ΠΑΟ, πίσω από τα 6.75, στο μπάσκετ.

Τον Σεπτέμβριο του 2004, και πριν τον αγώνα με την  Εσπανιόλ, ο Καμάτσο αποφασίζει να μην χρησιμοποιήσει τον Ντέιβιντ Μπέκαμ και τον αρχηγό της ομάδας, Ραούλ. Λογικά επειδή δεν είχε καταλάβει ακόμα πως λειτουργεί ένας προπονητής της Ρεάλ Μαδρίτης. Η Ρεάλ θα ηττηθεί με 1-0 αλλά δεν ήταν αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα. Εκπρόσωποι της adidas θα διαμαρτυρηθούν, επισήμως μάλιστα, στον Πέρεθ για την μη συμμετοχή του Άγγλου σούπερ σταρ (που είχε τεράστιο συμβόλαιο με την εταιρεία τους), παρουσιάζοντας αναλυτικά πόσα χρήματα είχαν χάσει. Φυσικά και το μεγάλο αφεντικό ανέλαβε αμέσως δράση. Χωρίς πολλές σκέψεις και χρονοτριβές. Ο Καμάτσο κατάλαβε. «Επόμενος προπονητής είναι ένας άνθρωπος που εκτιμώ βαθύτατα. Ο Μαριάνο Γκαρσία Ρεμόν. Του ευχόμαστε καλή τύχη. Στη Ρεάλ έχουμε μάθει να κάνουμε υπομονή. Ο Μαριάνο έχει όσο χρόνο θέλει για να φτάσουμε και πάλι σε μεγάλους θριάμβους». Με αυτή τη λιτή δήλωση, ο ισχυρός άνδρας της ομάδας, καλωσόριζε τον νέο προπονητή αλλά ουσιαστικά αναποδογύριζε την κλεψύδρα του χρόνου του. Οι δημοσιογράφοι είχαν ήδη αρχίσει, γελώντας, να βάζουν στοιχήματα πόσο θα άντεχε ο νέος προπονητής. Ένα μήνα; Δύο μήνες; 20 μέρες; Μία βδομάδα; Όλα ήταν πιθανά.

Η ιστορία θα συνεχιστεί με μπόλικες δόσεις παρασκηνίου σαν μυθιστόρημα γραμμένο απ’ τον Φρανσουα Φορεστιέ, όχι για κάποια σπουδαία ομάδα ποδοσφαίρου όπως είναι η Ρεάλ Μαδρίτης αλλά για την πολιτική κατάσταση των ΗΠΑ την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Ήταν η εποχή που o Ρονάλντο (ο Βραζιλιάνος) είχε πάρει αρκετά κιλά και -όπως ήταν λογικό- είχε αρχίσει να χάνει την φόρμα του. Τα άρθρα των εφημερίδων, κυρίως αυτών που βρίσκονται απέναντι, μιλούσαν όλο και περισσότερο για τα νυχτοπερπατήματα του Βραζιλιάνου παρά για τα τέρματα και τα τσαλιμάκια του. Δίπλα σε όλα αυτά, τα γόνατά του πονούσαν, και πάλι, υπερβολικά. Ο Ρεμόν θα επιλέξει να τον αφήσει στον πάγκο για το ματς με την Σεβίλλη. Ο Ρονάλντο άλλωστε δεν μπορούσε να αγωνιστεί, εκείνη την εποχή, για πάνω από 20-30 λεπτά και η Ρεάλ θα γνωρίσει ακόμα μία ήττα. Ο Φλορεντίνο Πέρεθ,  θα τηλεφωνήσει αμέσως στον προπονητή Ρεμόν. Βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση και ακολουθεί ο παρακάτω σύντομος διάλογος που φανερώνει πολλά για το πως διαχειρίζεται αυτές τις καταστάσεις ο πανίσχυρος άνδρας των Μαδριλένων.

(Ντριν. Ντριν. Ντριν)

«Παρακαλώ»

«Ποιος νομίζεις πως είσαι και αφήνεις τον Ρονάλντο στον πάγκο.»

«Είμαι ο προπονητής».

«Ξέρεις τι συμβόλαια υπάρχουν»

«Σας είπα. Είμαι ο προπονητής. Το θέμα είναι καθαρά αγωνιστικό»

(Τουτ. Τουτ. Τουτ)

Την επόμενη μέρα θα βρεθεί και αυτός χωρίς δουλειά. Επόμενος άτυχος ο Βαντερλέι Λουξεμπούργκο, μπας και σώσει ακόμα μία χρονιά που έδειχνε να οδηγείται και αυτή προς την καταστροφή. Το πρόβλημα φυσικά και δεν ήταν οι προπονητές, άλλωστε και ο Λουξεμπούργο έφυγε τρεις μήνες αργότερα, ως αποτυχημένος. Όπως όλοι εκείνο το διάστημα. Η Ρεάλ Μαδρίτης μπορεί να διέθετε ένα σωρό πρωτοκλασάτους ποδοσφαιριστές αλλά κανένας προπονητής δεν μπορούσε να δουλέψει με την ησυχία του, προσπαθώντας να τους κάνει ομάδα. Πραγματική ομάδα. Ήταν αδύνατο. Πολλές φορές, για να χωρέσουν όλοι οι σούπερ σταρ στην βασική 11αδα, η ομάδα κατέβαινε στο γήπεδο με μόλις ένα κόφτη, στον άξονα, και πέντε επιθετικούς μπροστά του. Λες και έφτιαχνε το σύστημα νεαρός φοιτητής σε παιχνίδι στο FIFA. Στο amateur. Στο κανονικό ποδόσφαιρο αυτά δεν μπορούν να γίνουν. Ούτε γίνεται να βγάζει την βασική 11αδα ο πρόεδρος και οι χορηγοί. Ή μάλλον γίνεται αν λειτουργείς όπως η Ρεάλ Μαδρίτης εκείνης της περιόδου. Ο Πέρεθ, απ’ την άλλη, όσο έβλεπε τα έσοδα να μεγαλώνουν δεν μπορούσε να μην νιώθει ικανοποιημένος. Γνώριζε άλλωστε καλύτερα απ’ τον καθένα πως όταν δεν μπορείς να κερδίσεις τίτλους είναι καλό να κερδίζεις χρήματα. Η Ρεάλ Μαδρίτης μπορεί να μην κέρδιζε τίτλους αλλά είχε καταφέρει να ακούγεται παντού το όνομά της επειδή, πολύ απλά, είχε παίκτες όπως ο Ζιντάν, ο Φίγκο, ο Ραούλ, ο Μπέκαμ, ο Ρονάλντο και ο Μάικλ Όουεν. Ομάδα-όνειρο; Εμπορικά ναι.

«Είμαι ο πρόεδρος της Ρεάλ Μαδρίτης. Δεν θέλω όμως να με βλέπετε έτσι. Θέλω να είμαι για όλους εσάς ένας απλός επιστάτης. Ο άνθρωπός σας. Ο συνεχιστής μιας  κληρονομιάς που ανήκει σε όλους τους Μαδριλένους». Αυτή είναι η δήλωση του Πέρεθ μετά τη νίκη του στις εκλογές για την προεδρία της ομάδας το 2000. Μια δήλωση στα όρια του φθηνού λαϊκισμού. Τότε είχε υποσχεθεί να εξαλείψει το τεράστιο χρέος που είχε η ομάδα και να φέρει στην ομάδα τον ηγέτη της αιώνιας αντιπάλου, Μπαρτσελόνα, τον Λουίς Φίγκο. Αν φυσικά κέρδιζε. Ουσιαστικά δεν ρίσκαρε αλλά τζόγαρε. Τζόγαρε το οικονομικό του μέλλον. Και κέρδισε μιας και αυτά που είχε υποσχεθεί δεν μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορους τους φίλους της ομάδας. Ο Φλορεντίνο Πέρεθ είναι ο άνθρωπος που μεγάλη μερίδα, και της δικής μας χώρας, θα μπορούσε άνετα να ταυτιστεί μαζί του. Ο πρόεδρος που δεν τον νοιάζει αν θα τον σέβεσαι – αρκεί να τον φοβάσαι. Ο άνθρωπος που θα πάρει πάντα αυτό που θέλει. Με κάθε τρόπο. Ηθικό και ανήθικο. Όπως προστάζει δηλαδή ο σύγχρονος πρωταθλητισμός. Κάπως έτσι έφτασε να επανεκλεγεί το 2004 με το συντριπτικό 95%, ρυθμίζοντας το χρέος, με τις πλάτες της Μαδρίτης και του κράτους, και αγοράζοντας κάθε καλοκαίρι από ένα σούπερ σταρ. Ο κόσμος άλλωστε πάντα θα θαμπώνεται απ’ τα λαμπερά φώτα, ασχέτως αν πίσω τους κρύβουν το πιο πηχτό σκοτάδι. Αυτό δεν νοιάζεται άλλωστε να το δει.

Ας δούμε μια όχι και τόσο γνωστή παλιά ιστορία. Ο διευθυντής της εφορίας της Ισπανίας, από το 1998 μέχρι το 2001, Ρουίθ Θαραμπό, αφηγείται μια ιστορία, όταν διεξαγόταν έρευνα απ’ τη Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος για ένα σωρό οικονομικά σκάνδαλα που δίπλα τους υπήρχε το όνομα της Ρεάλ Μαδρίτης. «Ο Πέρεθ είχε μπει στα γραφεία του Υπουργείου Οικονομικών και ζήτησε να δει τον Γ.Γ Ενρίκε Χιμένεθ-Ρέινα. Ο δεύτερος τον δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Ο Πέρεθ εισέβαλε στο γραφείο και άρχισε να βρίζει θεούς και δαίμονες. Μιλούσε μάλιστα με τόσο υποτιμητικό τρόπο στον Ρέινα λες και δεν είχε μπροστά του κάποιο σημαντικό πρόσωπο αλλά τον τελευταίο υπάλληλο της εταιρείας του. Κάτι που και πάλι θα ήταν λάθος. Τον θυμάμαι, φεύγοντας, να απειλεί πως αν δεν σταματήσει αμέσως η έρευνα, θα πάρει την ομάδα και θα αποχωρήσει από το πρωτάθλημα». Απ’ ότι βλέπετε αυτά τα τραγελαφικά δεν συμβαίνουν μόνο στη δική μας χώρα. Και δε το αναφέρω για ελαφρυντικό. Τα σκάνδαλα και οι υποθέσεις διαφθοράς φυσικά και δεν σταμάτησαν ποτέ να απασχολούν τον Πέρεθ και τη Ρεάλ Μαδρίτης μέχρι και τις μέρες και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, αλλά πάντα, ο ισχυρός άνδρας καταφέρνει να βγαίνει αλώβητος. Αυτή είναι άλλωστε η μοίρα όλων των ισχυρών.

Το πιο ανήθικο απ’ όλα όμως δεν είναι ούτε ο πλήρης έλεγχος του ισπανικού Τύπου και η προπαγάνδα υπέρ του ίδιου, ούτε οι διάφοροι μαφιόζοι που κατά καιρούς μπορεί να διακρίνει κανείς δίπλα του, στις θέσεις «επισήμων» του Σαντιάγκο Μπερναμπέου αλλά το γεγονός πως ουσιαστικά έχει καταφέρει, με την πολιτική του, να εξελιχθεί σε ισόβιο πρόεδρο της ομάδας. Οι παράλογες απαιτήσεις που πλέον υπάρχουν για να μπορέσει κάποιος να θέσει υποψηφιότητα απέναντί του, τού δίνουν ουσιαστικά, την δυνατότητα να μην μπορεί να απειληθεί από κανένα. Πρώτον: οι οικονομικές απαιτήσεις-εγγυήσεις, που ζητά και ρυθμίζει ο ίδιος ο Πέρεθ, και που δεν μπορούν να υλοποιηθούν από κανένα, και δεύτερον: To γεγονός πως κάποιος που θα έχει την απαιτούμενη οικονομική επιφάνεια (λέμε τώρα) θα πρέπει παράλληλα να έχει συμπληρώσει και -τουλάχιστον- 20 χρόνια ως επίσημο μέλος της ομάδας. Κάπως έτσι έχει αποκτήσει την δύναμη να λειτουργεί ως ο απόλυτος «άρχοντας» της ομάδας, να αλλάζει τους προπονητές σαν τα πουκάμισα, και να αγοράζει ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί (όχι πάντα σε καθαρά αγωνιστική αξία). Η πρώτη έλευση πάντως του Ζιντάν έδειξε πως είχε διορθώσει αρκετά απ’ τα λάθη, αφήνοντάς τον να δουλέψει για τρία σερί χρόνια και κατακτώντας τρία σερί Κύπελλα Πρωταθλητριών πριν επιστρέψει και πάλι στις επιλογές των αναλώσιμων (και αποτυχημένων) Λοπετέγκι και Σολάρι.

Η φετινή σεζόν ξεκίνησε με πολλά λάθη και εξελίχθηκε σε ναυάγιο. Ο Ζιντάν επέστρεψε ως Μεσσίας και ο Φλορεντίνο Πέρεθ είναι πανέτοιμος να του δώσει να διαχειριστεί ένα ποσό που θα αγγίζει τα 500.000.000 ευρώ ώστε να φέρει στην ομάδα το καλοκαίρι, όχι αυτούς που θέλει ο ίδιος ο Ζιζού, αλλά αυτούς που γουστάρει ο ίδιος ο Πέρεθ. Τον Εμπαπέ, τον Αζάρ, τον Πογκμπά, τον Θάνος απ’ το Infinity War των Anengers. Απ’ την άλλη εγώ, ακόμα και τον Ζιντάν, δεν μπορώ να τον βλέπω να στέκεται πλέον δίπλα στον Πέρεθ. Τον αγαπημένο μου Ζιζού. Το τονίζω. Τον σπουδαιότερο μαέστρο. Τον τεράστιο αυτό αρτίστα που χόρευε (και) στο Μπερναμπέου, με το νούμερο-5 στην πλάτη, κάνοντας ακόμα και εκείνη την ιδιαίτερη φαλάκρα, να μοιάζει με άγιο -ποδοσφαιρικό- φωτοστέφανο. Προσωπικά πρόεδροι όπως ο Φλορεντίνο Πέρεθ μου προκαλούν αποστροφή μιας και πρεσβεύουν όλα αυτά που βρίσκονται ακριβώς απέναντι από αυτά που θέλω εγώ να βλέπω στο ποδόσφαιρο, στον αθλητισμό και κατ’ επέκταση στην κοινωνία. Αυτοί που εκμεταλλεύονται τις ομάδες χωρίς να τις πονούν. Αυτοί που χαίρονται για τους τίτλους τους ξέροντας πως για να αποκτηθούν έχουν διαλυθεί ιδανικά. Ο πρόεδρος που φέρνει όποιον θέλει, διώχνει όποιον θέλει, σε απολύει αν δεν πας με τα νερά του, σε απειλεί αν σε δει απέναντι. Τα χειρότερα είδωλα ενός κατεστραμμένου αθλητισμού σε ένα σπασμένο καθρέφτη.

Ο «βοσκός» της Νίκαιας

  [4 Σχόλια]

Κάθε ομάδα έχει διάφορα είδη οπαδών. Από τους οργανωμένους μέχρι τους πιο «χομπίστες», από τα αρρωστάκια μέχρι τους πιο χαλαρούς. Και σίγουρα έχει και κάποιες μορφές που γεμίζουν με χρώμα το γήπεδο με τα όσα κάνουν. Για αρκετό καιρό στο ΟΑΚΑ καθόταν σχετικά κοντά μου ο «παιχταράααααδες», ένας συμπαθέστατος κύριος που μπορεί το ματς να ήταν κάποιο αδιάφορο μεσημεριανό ΑΕΚ-Ακράτητος με τον ήλιο απέναντι να σε κάνει να σιχτιρίζεις που δεν είχες πάει για καφέ κι ήσουν ανάμεσα σε άλλους εξίσου γραφικούς για να δείτε ένα ματς με τους στόχους της χρονιάς λίγο-πολύ να έχουν κριθεί, αλλά γι’ αυτόν ήταν σαν τελικός. Ο «παιχταράδες» ήταν πάντα εκεί με το ίδιο πάθος και την ίδια αγωνία να υποδεχτεί τους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας, βγάζοντας τα πνευμόνια του με την κραυγή «παιχταράδες», ενώ παράλληλα κράδαινε μία ροκάνα (εδώ περισσότερες πληροφορίες για όσους δεν ξέρουν) που στριφογύριζε σαν φλάμπουρο και ακουγόταν σε αρκετές θύρες. Ο «παιχταράδες» είναι ένα είδος ανθρώπου, ένας τέτοιος χαρακτηριστικός οπαδός, που όλοι έχουμε ζήσει στο γήπεδο. Αυτός που θα βρίσκεται πάντα εκεί, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα ή την πορεία της ομάδας, γιατί κάθε ματς είναι το ίδιο σπουδαίο γι’ αυτόν.

Σήμερα, θα ταξιδέψουμε αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το Μαρούσι και θα συναντήσουμε μια τεράστια μορφή των γαλλικών γηπέδων. Η Νίκαια είναι ένα κλασικό γαλλικό θέρετρο, πιο διάσημη για τις ομορφιές της, παρά για το ποδόσφαιρό της. Κι όμως, η Νις δεν είναι αμελητέα ποσότητα. Έχει κερδίσει 4 πρωταθλήματα Γαλλίας (όλα στη δεκαετία του 1950) και 3 κύπελλα στα πάνω από 100 χρόνια ιστορίας της. Κι όπως όλοι οι σύλλογοι, έχει κι αυτή τους φανατικούς της οπαδούς. Ανάμεσά τους κι ο… «Βοσκός», ο «λευκός λύκος» ή κατά κόσμον Πολ Καπιετό. Ο Βοσκός είναι η ατραξιόν του γηπέδου. Για πολλά χρόνια στο Σταντ Μουνισιπάλ ντου Ρε (το ιστορικό γήπεδο του συλλόγου) και πλέον στο νέο γήπεδο Σταντ ντε Νις. Μία απίστευτη μορφή, κομματάκι (το πόσο κομματάκι θα το κρίνετε εσείς) σαλεμένος που λατρεύει της Νις και δεν χάνει ματς, όσο μακριά κι αν παίζει η ομάδα του.

Ο Καπιετό δεν ζει μέσα στην πόλη της Νίκαιας. Ζει στο Σεν Μαρτάν Βεζουμπί (συγχωρέστε τη γαλλική μου προφορά) ένα πανέμορφο χωριουδάκι πάνω στις Άλπεις στο οποίο μένουν λιγότεροι από 1.500 κάτοικοι. Ο Βοσκός ντύνεται στα κατακόκκινα, παίρνει το ποδήλατό του και κατεβαίνει σιγά σιγά μέχρι τη Νίκαια για να δει τα ματς της ομάδας του. Μιλάμε για μια διαδρομή πάνω από 60 χιλιόμετρα, ενώ συχνά χρησιμοποιεί και τα σκι του (!!) για να ταξιδέψει. Ο Καπιετό είναι διάσημος και στη διαδρομή των αναγνωρίζουν όλοι και τον χαιρετούν. Η γραφικότητα δεν σταματάει εκεί φυσικά. Για χρόνια, ο Καπιετό δεν έμπαινε μέσα στο γήπεδο, αλλά παρακολουθούσε τα ματς της Νις από ένα… δέντρο. Και όχι, δεν μιλάμε για καμιά ελίτσα. Μιλάμε για κανονικό σκαρφάλωμα που σε πιάνει ίλιγγος:

Ο Καπιετό δεν ήταν πάντα τρελούλης. Είχε κανονική δουλειά, ήταν δάσκαλος του σκι και μάλιστα ένας από τους μαθητές του ήταν κι ο Ούγκο Λιορίς, ο σημερινός τερματοφύλακας της Τότεναμ, γέννημα-θρέμμα της Νίκαιας. Λέγεται ότι κάποια προσωπική τραγωδία, ένα ατύχημα τον έκανε να αλλάξει. Παρ’ όλα αυτά, θεωρείται εμβληματικός οπαδός του συλλόγου. Η διοίκηση πλέον τον προσκαλεί να βλέπει τα ματς από τις εξέδρες (για να μην σκαρφαλώσει πουθενά και γκρεμοτσακιστεί) και το 2016 τιμήθηκε από τη Νις ανήμερα των 70ων του γενεθλίων. Ένα χρόνο αργότερα, του έκαναν δώρο τη φανέλα της Νις που γράφει «Ο Βοσκός». Ο κόσμος φυσικά τον λατρεύει. Είναι η μασκότ του συλλόγου, ακόμα κι όταν κάνει διάφορες υπερβολικές γραφικότητες, σαν αυτές που περιγράφει το France Football. Όπως για παράδειγμα όταν έγινε μια γιορτή για την κατάκτηση της 4ης θέσης από τη Νις και μπροστά σε διάφορους επίσημους καλεσμένους, όπως ο δήμαρχος της πόλης, έκανε στριπτίζ για να μείνει με τα απολύτως απαραίτητα (τα δύο σκι που φορούσε δηλαδή).

Στη Μασσαλία, έξω από το Βελοντρόμ με τα… σκι του.
Τι πιο φυσιολογικό.

Ο Βοσκός ζει σαν ερημίτης, χωρίς νερό, ρεύμα και τηλέφωνο. Διάφοροι οπαδοί της Νις τον φιλοξενούν κατά καιρούς (για να μην επιστρέφει βράδυ στο βουνό), ενώ στα εκτός έδρας παιχνίδια εκτός από σκι και ποδήλατο χρησιμοποιεί το τρένο, το οποίο και δεν έχει χρήματα να πληρώσει. Τα πρόστιμα που έχει συλλέξει είναι πολλά. Αλλά η τρέλα για τη Νις μεγάλη. Κάποια φορά τον είχαν πετύχει έξω από το Παρκ ντε Πρενς στο Παρίσι φορώντας τα σκι του πριν από αγώνα με την ΠΣΖ. Στην ερώτηση πού διάολο μένει, η απάντηση ήταν «σε ένα αναρχικό βιβλιοπωλείο». Πάντα θα βρει μια άκρη για να δει από κοντά την αγαπημένη του ομάδα.

Ο κόσμος της Νίκαιας περιμένει να υποδεχτεί τον παγκόσμιο πρωταθλητή Λιορίς.
Ο βοσκός τούς μαθαίνει τον ύμνο της πόλης.

Τον βοσκό τον έμαθα πριν λίγο καιρό, πετυχαίνοντας μια είδηση από την πιο πρόσφατη περιπέτειά του. Η αστυνομία είχε απαγορεύσει την παρουσία οπαδών της Νις στη Μασσαλία στο πρόσφατο Μαρσέιγ-Νις για λόγους ασφαλείας. Αλλά ποιος να το πει αυτό στον κύριο Καπιετό. Ντύθηκε στα κόκκινα, πήρε τη λευκή μαλλούρα του και τα μούσια του και κατευθύνθηκε προς το Βελοντρόμ, όπως πολλές φορές στο παρελθόν. Οι Γάλλοι αστυνομικοί δεν συγκινήθηκαν ιδιαίτερα, έδειξαν ότι δεν έχουν καρδιά και μπουζούριασαν τον 73χρονο πλέον βοσκό, βάζοντάς τον μάλιστα στην ψυχιατρική πτέρυγα μιας κλινικής. Ο κόσμος ξεσηκώθηκε όταν ο δημοσιογράφος του Canal+ Λοράν Παγκανελί αποκάλυψε την είδηση. Ο δημοσιογράφος έχει πολύ καλή σχέση με τον Καπιετό και πάντα τον συναντά έξω από το γήπεδο. «Όταν δεν τον είδα πουθενά ανησύχησα», έγραψε ο Λοράν που πάντα τον προσκαλεί να φάει μαζί με τους συναδέλφους του καναλιού και φροντίζει να του βρίσκει και εισιτήρια στα εκτός έδρας.

Τελικά, η περιπέτεια του βοσκού μετά κι από τα μηνύματα συμπαράστασης στα social media είχε αίσιο τέλος, αφού αφέθηκε την επόμενη μέρα και είχε πλέον χρόνο να κανονίσει την επόμενη εκδρομή του για έναν αγώνα της Νις. Πάντα μέσα στα κόκκινα, με ποδήλατο, σκι πάνω στην άσφαλτο, τρένο ή τέλος πάντων όποιον άλλον τρόπο ανακαλύψει. Ένας τύπος που ζει για την ομάδα του, ένας άκακος, ωραίος τρελός που δίνει χρώμα σε ένα ποδόσφαιρο που γίνεται όλο και περισσότερο σοβαροφανές. Κι αν αναρωτιέστε πώς γιόρτασε την απελευθέρωσή του, μα φυσικά με τον δικό του τρόπο. Με τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη μετά τη Νις, την ποδηλασία. Πήρε το ποδηλατάκι του και πήγε στο πέρασμα Τουρίνι, μια διαδρομή στα 1600 μέτρα πάνω στις Άλπεις που φέτος ήταν και μέρος του ποδηλατικού αγώνα Νίκαια-Παρίσι. Ο βοσκός έκανε το σόου του και τις κωλοτούμπες του μπροστά στους θεατές και πήρε κι αυτός μέρος στην ανάβαση μαζί με τους ποδηλάτες, όπως φαίνεται και στα πλάνα του γαλλικού Eurosport:

Τορκί: Μια μικρή ωδή στην επιτυχία της αποτυχίας

  [3 Σχόλια]

Από πολύ μικρή ηλικία με γοήτευαν οι ιστορίες των αδύναμων. Των «φτωχών» και των αουτσάιντερ. Ίσως και γι’ αυτό να ήμουν πάντα με τους Ινδιάνους, και όχι με τους καουμπόηδες, σε εκείνη την «κόντρα» που βλέπαμε, στα Γουέστερν με τον Τζον Γουέιν, όταν ήμασταν μικροί. Μεγαλώνοντας συνέχισα να είμαι με τον αδύναμο. Ιδίως όταν βλέπω κάποιο αγώνα ομάδων (ή αθλητών) που όμως δεν υποστηρίζω. Η μοναδική εξαίρεση σε αυτό τον δικό μου κανόνα είναι η τεράστια Λίβερπουλ. Αν και όταν άρχισα εγώ να υποστηρίζω τους «κόκκινους» δεν κέρδιζαν κανένα τίτλο. Αυτό -δυστυχώς- ισχύει ακόμα. Αφορμή γι’ αυτό εδώ το κείμενο στάθηκε το μήνυμα ενός φίλου, για να μου υποδείξει, να δω στο Netflix την μίνι σειρά ντοκιμαντέρ «Losers» και συγκεκριμένα το πρώτο επεισόδιο αυτής με τίτλο «Mistcast Champion». Μια ιστορία για τον επαγγελματία πυγμάχο Μάικλ Μπεντ. Εδώ και αρκετά χρόνια λατρεύω την πυγμαχία. Να βλέπω -εξηγούμαι- όχι να παίζω. Θεωρώ πως είναι ένα εξαιρετικό σπορ τακτικής, στρατηγικής και δύναμης, σωματικής αλλά και ψυχικής. Οι πυγμάχοι, στα δικά μου μάτια, είναι σαν μια τέλεια «κουρδισμένη» τζαζ ορχήστρα. Αν η πυγμαχία ήταν μουσική θα ήταν μια σαγηνευτική τζαζ μελωδία, ενός άρτια καταρτισμένου Τρίο, σε κάποιο σκοτεινό κλαμπ της Νέας Υόρκης.

Αφού πραγματικά απόλαυσα το επεισόδιο, η πλατφόρμα που δεν σταματά ποτέ και αν δεν πατήσεις stop μπορεί να πιάσεις τον εαυτό σου να βλέπει τηλεόραση για μήνες, με οδήγησε ύπουλα στο δεύτερο επεισόδιο της σειράς, με τίτλο «The Jaws of Victory». Ακούω για Αγγλία και ποδόσφαιρο, βλέπω 80s ατμόσφαιρα στην οθόνη και σκέφτομαι πως έχω δύο επιλογές. Η πρώτη: να συνεχίσω την ανάγνωση του βιβλίου «ΔΥΟ», της Μαρούτσου, που το έχω αφήσει περίπου στη μέση, και η δεύτερη: να δω και αυτό το επεισόδιο. Τι ψυχή έχουν άλλωστε 24 λεπτά. Ούτε διάρκεια σε ντέρμπι, για το κύπελλο μπάσκετ, της χώρας μας να ήταν. Επιλέγω το δεύτερο. Η ιστορία είναι για την Τορκί Γιουνάιτεντ της σεζόν 1986-1987 και θα μπορούσε πολύ άνετα να χαρακτηριστεί ως ακόμα μια μικρή Ωδή στην αποτυχία. Πόσο τις αγαπώ αυτές τις ιστορίες. Όπως αναφέρει κάπου στο μικρό ντοκιμαντέρ ο Τζον Λόβις, φανατικός εδώ και δεκαετίες με την ομάδα: «Όποιος πηγαίνει σε παιχνίδι της Τορκί και περιμένει να πανηγυρίσει τη νίκη είναι απλά ηλίθιος». Σκληρό, σκέφτομαι, αλλά κάτι παραπάνω θα ξέρει από μένα. Στις μέρες μας η Τορκί αγωνίζεται στην National League South, στην 6η κατηγορία δηλαδή του Αγγλικού ποδοσφαίρου. Εκείνη όμως τη σεζόν -κρατηθείτε- αγωνίζονταν, με μεγάλη εννοείται αποτυχία, στην 4η επαγγελματική κατηγορία. Για την ιστορία, ήταν η πρώτη σεζόν που είχε αλλάξει ο κανονισμός για τον υποβιβασμό. Εκείνη τη σεζόν, την κατηγορία θα την άφηνε, απευθείας, μόνο η τελευταία ομάδα του βαθμολογικού πίνακα. Η Τορκί δηλαδή ή κάποια άλλη.

Το Τορκί βρίσκεται στην νοτιοδυτική Αγγλία, 320 χιλιόμετρα απ’ το Λονδίνο, και θεωρείται ως «η Αγγλική Ριβιέρα» μιας και κατά την Βικτωριανή εποχή ήταν ένα απ’ τα πιο φημισμένα καλοκαιρινά θέρετρα. Η ομάδα, αν και βολοδέρνει στις μικρές κατηγορίες, έχει διανύσει μεγάλη διαδρομή μιας και ιδρύθηκε το 1899. Ο μύθος μάλιστα αναφέρει πως η ομάδα ιδρύθηκε στην πιο φημισμένη παμπ της εποχής με ότι κι αν σημαίνει όλο αυτό. Το 1910 μετακόμισε στο μικρό Πλέινμουρ. Το γήπεδο που αγωνίζεται ακόμα και στις μέρες μας. Μιλάμε δηλαδή, για μια μικρή ομάδα, μιας αρκετά μικρής, αλλά όμορφης, πόλης. Μια ομάδα που υπάρχει για να δίνει περισσότερες λύπες απ’ ότι χαρές στους οπαδούς της. Αυτό, όπως είναι λογικό, δίνει στις χαρές ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Για πολλούς κατοίκους άλλωστε, στο Τορκί, η ομάδα ήταν εκείνο το διάστημα ο μοναδικός καλός λόγος για να βγουν απ’ το σπίτι το μεσημέρι του Σαββάτου. Με την ομάδα να έχει σωθεί τις δύο προηγούμενες σεζόν, η φετινή τελευταία θέση, τρόμαζε στην ιδέα τους φιλάθλους και την διοίκηση, καθώς ήξεραν πως θα αποχαιρετούσαν την τελευταία επαγγελματική κατηγορία. Η έλευση του Στούαρτ Μόργκαν, πρώην βοηθού προπονητή στην Μπόρνμουθ, για να αναλάβει ως πρώτος προπονητής, ήταν ένα πρώτο καλό σημάδι για τη μάχη που θα έδινε η ομάδα για την παραμονή της. Ή μήπως όχι;

Οι πρώτες εικόνες που αντίκρισε ο Μόργκαν ήταν εικόνες που θα καταλάβουν μόνο όσοι είχαν την ατυχία τύχη να «αγωνιστούν» σε τοπικά πρωταθλήματα. Σε χωριά. Σε βουνά. Σε ρέματα. Σε λάσπες και χαλίκια, και γενικά όπου μπορεί να κυλήσει μια μπάλα. Αποδυτήρια δεν υπήρχαν. Ποτιστικά για το χόρτο του γηπέδου δεν υπήρχαν. Η κεντρική εξέδρα ήταν διαλυμένη, και καμμένη από πρόσφατη πυρκαγιά και γενικά τίποτα δεν θύμιζε σύγχρονο, ποδοσφαιρικό, γήπεδο. Όταν μάλιστα ο Μόργκαν είδε, για τον πρώτο εκτός έδρας αγώνα, ένα ασθενοφόρο έξω απ’ το γήπεδο, και ρώτησε: «Αν συνέβη κάποιο ατύχημα» έμαθε την σκληρή αλήθεια. Aυτό θα ήταν το μεταφορικό μέσο της ομάδας για εκείνη τη σεζόν. Οι παίκτες στοιβάζονταν σαν σαρδέλες μέσα σε αυτό και ταξίδευαν σε ολόκληρη την Αγγλία, προκαλώντας τη χλεύη από τους αντιπάλους οπαδούς σε κάθε παιχνίδι. Υπήρξαν φορές που η ομάδα έφτασε ακριβώς με τη σέντρα του αγώνα και μέσα σε όλα αυτά τα τραγελαφικά η λέξη ήττα είχε γίνει η συνήθεια που έγινε λατρεία για την ομάδα. Κάπως έτσι έφτασε η τελευταία αγωνιστική. Η Τορκί υποδέχονταν την Κρου, στην 23η θέση (σε 24 ομάδες) με 47 βαθμούς. Η Μπέρνλι ήταν στην τελευταία θέση, με 46, και η Λίνκολν στην 22η με 48 βαθμούς.  Όπως μπορείτε να καταλάβετε, τα πάντα βρίσκονταν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Μόνο που η λατρεμένη μας Τορκί θα έκανε -και αυτή την ανάβαση- Free solo.

Μπροστά σε ένα μανιασμένο κοινό η Τορκί θα πραγματοποιήσει ένα απ’ τα χειρότερα ημίχρονα της σεζόν και θα βρεθεί να χάνει με 0-2, μόλις στο 20λέπτο. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ξηλώνει τις κερκίδες. Να βρίζει παίκτες, διοίκηση (;) και προπονητή και όλα έδειχναν πως η σεζόν θα τελείωνε με μια ακόμα αποτυχία, που ίσως οδηγούσε αυτή τη φορά, ακόμα και στην οριστική διάλυση. Ο αρχηγός της ομάδας, Τζιμ Μακ Νιλ θα δώσει κάποιες ελπίδες καθώς θα μειώσει, με εκτέλεση φάουλ,  σε 1-2, στο β’ ημίχρονο. Την ίδια ώρα οι παίκτες της Τορκί, και οι οπαδοί στις κερκίδες, μαθαίνουν πως η Λίνκολν χάνει με 3-1 απ’ την Σουόνσι. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να σκοράρουν ακόμα ένα γκολ, και να μη δεχτούν άλλο, μιας και σε πιθανή ισοβαθμία η Τορκί είχε καλύτερη διαφορά τερμάτων με δύο γκολ διαφορά. Το ποδόσφαιρο που παρακολούθησαν οι οπαδοί των γηπεδούχων, από εκείνο το σημείο κι έπειτα, το θεωρούν, ακόμα και σήμερα, ως το χειρότερο που έχουν δει στη ζωή τους. Λάθος πάσες. Σέντρες από την άμυνα στην επίθεση. Σουτ, όχι εκτός εστίας αλλά, εκτός γηπέδου και γενικά πολλά νεύρα. Όπως ήταν φυσικό, την ίδια ώρα, η κερκίδα έβραζε κυριολεκτικά. Οι αστυνομικοί που επιτηρούσαν τους οπαδούς, είχαν επιστρατεύσει ακόμα και εκπαιδευμένα σκυλιά για να τιθασεύσουν τον κόσμο, με ένα απ’ αυτά, να εξελίσσεται εν τέλει, και σε «ήρωα» της αναμέτρησης.

Γύρω στο 80′, και με το σκορ στο 1-2, ο Μακ Νιλ θα πάει να πάρει την μπάλα, που βρίσκεται στα πόδια του αστυφύλακα Τζον Χάρις, που προσπαθεί να κρατήσει ήρεμο τον σκύλο του, εκτός τερέν. Την ώρα που ο παίκτης θα πλησιάσει, ο σκύλος θα γυρίσει το κεφάλι του αστραπιαία και θα τον δαγκώσει στο μηρό. Για μια στιγμή όλοι θα παγώσουν, βλέποντας τον αρχηγό τους, να βρίσκεται σωριασμένος, και αιμόφυρτος, στο χόρτο σφαδάζοντας από τους πόνους. Η Τορκί είχε κάνει την μοναδική αλλαγή που δικαιούταν (εκείνα τα χρόνια οι ομάδες είχαν το δικαίωμα μόνο μίας αλλαγής) και ο κόουτς Μόργκαν κάθεται κυριολεκτικά σε αναμμένα κάρβουνα μιας και δεν ήθελε να χάσει και τον ηγέτη του. Ο αγώνας θα διακοπεί για 5 λεπτά, για να δοθούν οι πρώτες βοήθειες, με τον παίκτη να δίνει τελικά το σύνθημα της μεγάλης αντεπίθεσης, ως άλλος Ελ Σιντ, παίζοντας στα τελευταία λεπτά με δεμένο το πόδι, και σχεδόν αιμορραγώντας. Ήταν η στιγμή που συνωμότησε το σύμπαν για να γίνει η ανατροπή και να ολοκληρώσει η Τορκί το θαύμα. Μισό λεπτό πριν τη λήξη στις καθυστερήσεις της αναμέτρησης και μετά από ένα τραγικό λάθος στην άμυνα της Κρου, η μπάλα θα φτάσει στον επιθετικό Πολ Ντόμπσον, που με δυνατό σουτ θα γράψει το 2-2, σώζοντας μια ολόκληρη κατηγορία για την ομάδα του. Ήταν η στιγμή των πανηγυρισμών. Της έντασης. Της χαράς που νιώθεις όταν έχεις σώσει μια ολόκληρη κατηγορία στο 90′. Μια χαρά που για ομάδες όπως η Τορκί ίσως είναι μεγαλύτερη κι απ’ την χαρά που δίνει η κατάκτηση ενός τίτλου. Όπως είχε δηλώσει άλλωστε ο γνωστός δημοσιογράφος της ομάδας, Ντέιβ Τόμας: «Εμείς, στο Τορκί, δεν ξέρουμε τι χαρά δίνει σε κάποιον ένας τίτλος. Δεν νομίζω όμως να είναι μεγαλύτερη από αυτή που πήραμε εκείνη τη μέρα».

Το γλέντι που ακολούθησε κράτησε για αρκετές μέρες σε παμπ, κλαμπ και καζίνο της περιοχής με τον Πολ Ντόμπσον να κάνει μια εκ των πιο επικών δηλώσεων στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. «Μετά το παιχνίδι έπινα για πολλές μέρες σερί και έχασα όλα μου τα χρήματα στο καζίνο. Σκεφτείτε πως όταν γύρισα στο σπίτι το πρώτο πράγμα που μου είπε η γυναίκα μου ήταν, σε χωρίζω, και όντως το έκανε». Δεν ξέρω αν υπάρχει ανάλογη ιστορία με αυτή της Τορκί στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Αυτό που ξέρω σίγουρα όμως, είναι πως αυτός ο ρομαντισμός, αυτή η τρέλα και αυτή η αγνή αγάπη που μπορείς να συναντήσεις στις μικρές κατηγορίες, ολόκληρου του πλανήτη, δεν μπορούν να συγκριθούν με τίποτα. Πόσο μάλλον όταν η ομάδα που υποστηρίζεις δεν κερδίζει, σχεδόν, ποτέ και όταν αποφασίζει να το κάνει, το κάνει με τόσο ιδιαίτερο τρόπο που σε γεμίζει συναισθήματα που ξέρεις πως θα κάνεις πολύ καιρό να τα συναντήσεις. Ίσως και ποτέ ξανά.

Ένα όχι και τόσο βαρετό 0-0

  [Καθόλου σχόλια]

Η Βενεζουέλα εδώ και καιρό ζει δύσκολες στιγμές, με τη χώρα να βρίσκεται εν μέσω πολιτικής αναταραχής, αλλά και μίας ανθρωπιστικής κρίσης με πολλούς πολίτες να υποφέρουν. Τις τελευταίες μέρες ένα μεγάλο μέρος της χώρας έμεινε χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα με τις συνθήκες σε αρκετές περιοχές να είναι τραγικές. Ανάμεσα σε όλους τους τομείς, ένας από αυτούς που αντιμετώπισε προβλήματα ήταν κι ο αθλητισμός. Πολύ μικρότερη η σημασία του φυσικά από τα βασικά προβλήματα επιβίωσης, αλλά και πολύ μεγαλύτερη για την προς τα έξω εικόνα. Τον Ιανουάριο, που η χώρα μαστιζόταν από αναταραχές και πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ήταν προγραμματισμένος ο τελικός μπέιζμπολ μεταξύ των Λεόνες και των Καρντενάλες. Αρκετοί από τους αθλητές ήθελαν την ακύρωση του αγώνα, καθώς πίστευαν ότι να γίνει ένα τέτοιο αθλητικό γεγονός την ώρα που η χώρα ζούσε διαδηλώσεις και αναταραχές με κόσμο να σκοτώνεται ήταν εντελώς άστοχο. Κάτι τέτοιο δεν έγινε τελικά, καθώς ο ίδιος ο πρόεδρος Μαδούρο πίεσε καταστάσεις και όπως λέγεται, αρκετοί παίκτες απειλήθηκαν ότι θα υπήρχαν συνέπειες αν δεν κατέβαιναν να αγωνιστούν. Ο Μαδούρο δήλωσε ότι ήταν ένα σχέδιο «από τους ιμπεριαλιστές ώστε να σαμποταριστεί ο αγώνας».

Μάιος του 2017, οι ποδοσφαιριστές κρατούν ενός λεπτού σιγή παρά την απαγόρευση

Με το πρόβλημα της ηλεκτροδότησης να είναι έντονο αυτές τις ημέρες, υπήρχαν σοβαρά ζητήματα στην διεξαγωγή του ήδη υπερβολικά ταλαιπωρημένου ποδοσφαίρου της χώρας. Η Π.Ο. της Βενεζουέλας που πρόσκειται στο καθεστώς Μαδούρο δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να φανεί ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Είναι η ίδια Ομοσπονδία που το 2017 αρνήθηκε να κρατηθεί ενός λεπτού σιγή για τους νεκρούς των φοιτητικών διαδηλώσεων. Οι παίκτες των Ντεπορτίβο Λάρα και Ντεπορτίβο Ανσοάτεγκι όμως τότε, και παρά την απαγόρευση, σταμάτησαν να παίζουν με το σφύριγμα της σέντρας. Έμειναν ακίνητοι και κράτησαν μόνοι τους το ένα λεπτό. Ο σπίκερ της τηλεόρασης σε φανερά δύσκολη θέση σκέφτηκε να περιγράψει τι γίνεται, αλλά έκοψε την πρόταση στη μέση και στη συνέχεια άρχισε να λέει πληροφορίες για τον αγώνα την ώρα που στο υπόλοιπο γήπεδο επικρατούσε ησυχία.

Η εικόνα στα αποδυτήρια του Εστάδιο Χοσέ Πατσέντσο Ρομέρο

Δύο χρόνια αργότερα, η Π.Ο. της χώρας αποφάσισε ότι δεν υπήρχαν προβλήματα για να γίνουν οι αγώνες. Το Μαρακαΐμπο, στα βορειοδυτικά της χώρας ήταν μια πόλη που ταλαιπωρήθηκε αρκετά, αφού έμεινε για τρεις συνεχόμενες ημέρες χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Παρά τις εκκλήσεις της τοπικής ομάδας Σούλια ο αγώνας δεν αναβλήθηκε. Η φιλοξενούμενη Καράκας έφτασε μετά από τεράστια ταλαιπωρία και αναμονή πέντε ωρών στο αεροδρόμιο. Φυσικά, στο ξενοδοχείο δεν υπήρχε κλιματισμός (οι θερμοκρασίες στο Μαρακαΐμπο αυτές τις μέρες κυμαίνονται από 25 μέχρι 35 βαθμούς Κελσίου περίπου), ενώ οι παίκτες ήταν σχεδόν νηστικοί λόγω της γενικότερης έλλειψης τροφίμων. Ο αρχηγός των γηπεδούχων Εβέλιο Ερνάντες ρώτησε στο Τουίτερ αν η Π.Ο. πίστευε ότι υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες να γίνει ο αγώνας, αλλά οι αρμόδιοι δεν συγκινήθηκαν. Η εικόνα στα αποδυτήρια ήταν τραγική, αφού δεν υπήρχε ούτε φως, ούτε νερό για τους παίκτες και φυσικά κανένας κλιματισμός.

Η Ομοσπονδία όμως δεν άλλαξε την απόφασή της κι οι παίκτες πήραν την κατάσταση στα χέρια τους, καθώς δεν μπορούν να αγωνιστούν υπό αυτές τις συνθήκες. Ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη και αυτοί έμειναν έτσι ακίνητοι, χωρίς να κυνηγούν την μπάλα. Άρχισαν να στήνουν πηγαδάκια μεταξύ τους και να μιλάνε, χωρίς καμία πρόθεση να βάλουν γκολ. Στο ημίχρονο δεν πήγαν στα αποδυτήρια, τι να κάνουν άλλωστε εκεί στο σκοτάδι και τη ζέστη, και παρέμειναν στον αγωνιστικό χώρο. Παρά τις πιέσεις που δέχτηκαν ώστε να συνεχίσουν κανονικά στο 2ο ημίχρονο, οι ποδοσφαιριστές συνέχισαν τη διαμαρτυρία τους με τον διαιτητή να αναγκάζεται να «λήξει» το ματς. Ο Εβέλιο Ερνάντες ζήτησε συγγνώμη από τον κόσμο στο Twitter, αναγνωρίζοντας την προσπάθεια που κατέβαλαν όσοι πήγαν στο γήπεδο για να φτάσουν εκεί, αλλά τους επισήμανε ότι υπό αυτές τις συνθήκες δεν γίνεται να παιχτεί ποδόσφαιρο. Ο κόσμος, αν κρίνουμε μάλλον από το χειροκρότημα, δεν φάνηκε να διαφωνεί με τους αθλητές που αναγκάστηκαν να παίξουν ένα τέτοιο παιχνίδι. Η Σούλια χθες (κι ενώ το Μαρακαΐμπο κλείνει 90 ώρες χωρίς ηλεκτρισμό) έβγαλε ανακοίνωση ότι δεν θα κατέβει στα επόμενα παιχνίδια μέχρι να δημιουργηθούν ξανά οι κατάλληλες συνθήκες για τους εργαζομένους της, αλλά και το φίλαθλο κοινό, ώστε να μπορεί να διεξαχθεί κανονικά ένας ποδοσφαιρικός αγώνας.

Ο ξυλουργός που αγαπούσαν όλοι

  [Καθόλου σχόλια]

Τρία μικρά παιδάκια με δακρυσμένα μάτια μέσα στην εκκλησία προσπαθούν να χωρέσουν σε μια αγκαλιά. Ο άντρας που έχει ανοίξει τα χέρια του για να τα περιβάλλει, να τα προστατέψει, προσπαθεί κι αυτός να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Υποτίθεται ότι οι σκληροί άντρες δεν κλαίνε, μόνο δακρύζουν. Αυτός ο τύπος με το μακρύ γκριζαρισμένο μαλλάκι, το λεπτό μουσάκι και μουστακάκι αν μη τι άλλο ήταν από τους πιο σκληρούς που είδαμε. Σκληρός όχι γιατί χτυπούσε στο ψαχνό, αλλά γιατί πέρασε μία καριέρα στην οποία έπρεπε να αποδεικνύει συχνά την αξία του, να ξεπερνάει τις δυσκολίες. Ανάμεσα στον κόσμο που βρίσκεται εκεί υπάρχουν κι άλλες αναγνωρίσιμες φάτσες, όπως αυτή του Ενρίκο Κιέζα. Είμαστε στο 2010, στην εκκλησία της περιοχής Γκαλούτσο στη Φλωρεντία.

Η ζωή του πρωταγωνιστή της ιστορία μας δεν ήταν πολύ εύκολη. Ο Μορένο Τοριτσέλι γεννήθηκε το 1970 στην επαρχία του Κόμο και λάτρευε την μπάλα από πιτσιρίκι παίζοντας σε τοπικές ομάδες. Παρ’ ότι το ποδόσφαιρο ήταν η αγαπημένη του ασχολία, δεν ήταν κάτι παραπάνω απ’ αυτό. Ο Τοριτσέλι ήξερε ότι δύσκολα θα κατάφερνε να κάνει μια καριέρα και γι’ αυτό είχε μία κανονική δουλειά, σε ένα εργοστάσιο επίπλων με όνομα «Σπινέλι». Τρεις φορές την εβδομάδα μετά το τέλος της βάρδιάς του έφευγε με το αυτοκίνητό του και πήγαινε για προπόνηση στην τοπική ομάδα της μικρής πόλης Καράτε Μπριάντζ, εκεί στη Λομβαρδία. Ο Τοριτσέλι ήταν παίκτης της τοπικής ημιεπαγγελματικής Καρετέζε.

Παρά το γεγονός ότι ξεχωρίζει για το πάθος και την ποιότητά του ανάμεσα σε αρκετά μέτριους αντιπάλους, δεν έρχεται κάποια πολύ μεγάλη πρόταση. Το «Τρελό Άλογο» όπως τον φώναζαν, ο τύπος που έμοιαζε με Ινδιάνος και έχει κι ο ίδιος αγάπη γι’ αυτούς, ο χεβιμεταλάς με την αδυναμία στους Black Sabbath (και μια τεράστια δισκοθήκη στο σπίτι του, δίπλα σε ένα τζουκ μποξ), βλέπει ότι δύσκολα θα κάνει το μπαμ. Ο Μορένο έχει συνηθίσει μέσα του στην ιδέα ότι θα είναι ένας εργάτης σε εργοστάσιο κι ότι η μπάλα θα είναι απλά αυτό που απλώς θα τον κάνει να ξεφεύγει. Μέχρι που σε ένα ματς της ομάδας του, ανάμεσα στους θεατές βρίσκεται ο Κλαούντιο Τζεντίλε (ναι, αυτός ο Κλαούντιο Τζεντίλε) που εκείνη την εποχή έχει πόστο στη Λέτσε. Ο Τζεντίλε ενθουσιάζεται από τα προσόντα του Τοριτσέλι, τόσο ώστε να τον προτείνει στον Τζοβάνι Τραπατόνι που είναι προπονητής στη Γιουβέντους.

Ο Τραπ εμπιστεύεται τον Τζεντίλε και συμφωνεί ώστε ο Τοριτσέλι να δοκιμαστεί, μια που εκείνη την περίοδο οι διεθνείς Ιταλοί λείπουν σε τουρνέ κι έτσι η Γιουβέντους δίνει φιλικά με μικρές ομάδες. Ο Μορένο τα δίνει όλα, κερδίζει αρχικά τους «συμπαίκτες» του και στη συνέχεια τον κόουτς με την απόδοσή του. Ακούει καλά λόγια, αλλά μέχρι εκεί. Επιστρέφει πίσω στη δουλειά του χωρίς να έχει κάτι παραπάνω στα χέρια του κι απλά περιμένει. Η ατυχία χτυπάει. Η Γιουβέντους στέλνει τηλεγράφημα για να του πει να επιστρέψει και να συνεχίσει προετοιμασία με την ομάδα, δυστυχώς όμως το στέλνει σε έναν άλλον Τοριτσέλι που μένει σε δρόμο με ίδιο όνομα, αλλά σε άλλο χωριό. Ευτυχώς για τον Μορένο, η Γιούβε επιμένει και επιλέγει κάτι πιο σύγχρονο, ένα τηλεφώνημα, για να του πει τα ευχάριστα νέα. Ο Μορένο ξαφνικά φτάνει να δοκιμάζεται μαζί με παίκτες του υψηλότερου επιπέδου στην Ιταλία.

Η ιστορική φωτογραφία, η μέρα που ο Τοριτσέλι έμαθε ότι θα γίνει παίκτης της Γιουβέντους.

Γνωρίζει ότι το κριτήριο για την τελική απόφαση είναι αν θα συμπεριληφθεί στην αποστολή της ομάδας για την Ιαπωνία και η επιβεβαίωση έρχεται έμμεσα, όταν ο φωτογράφος της Γιούβε του ζητάει να ποζάρει με τη φανέλα της ομάδας. Ζητάει άδεια από το εργοστάσιο για έναν μήνα, καθώς δεν ξέρει αν θα τον αγοράσει η Γιουβέντους και αναχωρεί. Ο Τραπατόνι μετά από τις εμφανίσεις του δίνει το ΟΚ λέγοντας τη χαρακτηριστική ατάκα «αν δεν μου πάρετε τον Βιέρκοβουντ, θέλω αυτόν τον τύπο» κι όπως διηγείται ο ίδιος ο Τοριτσέλι σε μια συνέντευξη στην Γκατζέτα ντελο Σπορτ, υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο πάνω στο καπό ενός αυτοκίνητου. Η Γιουβέντους δίνει 50 εκατομμύρια λιρέτες κι ο Τοριτσέλι από τα ερασιτεχνικά βρίσκεται όχι απλά στην 1η κατηγορία, αλλά και στην τεράστια Γιούβε παίρνοντας 80πλασιο μισθό από αυτόν που έπαιρνε στο εργοστάσιο. Παρ’ ότι μεγάλωσε με ινδάλματα όπως Αλτομπέλι κι ο πατέρας του τον είχε κάνει οπαδό της Ίντερ, ο Τοριτσέλι αγωνίζεται σε μια άλλη μεγάλη ομάδα.

Ο Τραπατόνι του κολλάει το παρατσούκλι «ξυλουργός» στην τοπική διάλεκτο (είναι… κοντοχωριανοί) κι ο Ρομπέρτο Μπάτζιο το πάει ένα βήμα παραπέρα, κολλώντας του το «Τζεπέτο». «Γράφουν στις εφημερίδες ότι δούλευα με σφυριά, αλλά η αλήθεια είναι ότι δούλευα στο τμήμα των αποστολών, στην αποθήκη», δηλώνει στην Λα Στάμπα. Ο Τοριτσέλι θέλει να δικαιώσει όσους τον πίστεψαν και τα καταφέρνει εξ αρχής. Σαν να μην έπρεπε να κάνει ένα άλμα από τη Δ’ στην Α’ εθνική, φαίνεται «κανονικός» παίκτης. Κάνει ντεμπούτο σε ένα φιλικό με την Μπάγερν στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου στο αντίο του Αουγκεντάλερ. Τρέχει πάνω κάτω στα πλάγια, πέφτει σε κάθε τάκλιν με δύναμη, κυνηγάει την μπάλα και τους αντιπάλους. Μετά από κάθε προπόνηση κάθεται και δουλεύει και το αριστερό του, με παίκτες όπως ο Αντόνιο Κόντε που επίσης κάνουν έξτρα προπόνηση. Αυτό το πάθος τον κάνει αγαπητό στον κόσμο του συλλόγου.

Με αντίπαλο τον Μπέργκαμπ σε ένα ματς με την Ίντερ

Παίρνει θέση βασικού και κατακτά μόλις στην πρώτη του σεζόν το ΟΥΕΦΑ με αντίπαλο την Ντόρτμουντ, βασικός και στους δύο τελικούς με συνολικό σκορ 6-1 και συμπαίκτες τους Μπάτζιο, Βιάλι, Μέλερ, Κόλερ, Κόντε και Ζούλιο Σέζαρ. Πηγαίνει στη Γιούβε σε μια εποχή μεγάλης εσωτερικής αλλαγής στο σύλλογο και παρ’ ότι είναι «παιδί» του Τραπατόνι δεν πέφτει θύμα της εκκαθάρισης. Συνεχίζει να είναι βασικός και επί Μαρσέλο Λίπι, χωρίς όμως να έχουν τις καλύτερες σχέσεις, στη νέα εποχή της Γιούβε. Ο Λίπι τον πιάνει να καπνίζει και η σχέση τους δεν ξεκινάει καλά. Παρ’ όλα αυτά, τον εμπιστεύεται και κερδίζει τρία πρωταθλήματα, ένα κύπελλο, ένα διηπειρωτικό και κυρίως το Τσάμπιονς Λιγκ του 1996. Εκεί που στον τελικό κάνει μια πραγματική κατάθεση ψυχής, πιθανότατα ο καλύτερος από τους παίκτες της Γιουβέντους, μαζί με τους υπόλοιπους εργάτες της εποχής που είχε η Γιουβέντους τότε, όπως τους Πεσότο και ντι Λίβιο. Ο αστικός μύθος λέει ότι μετά το παιχνίδι κληρώθηκε για έλεγχο αντιντόπινγκ μαζί με τον Κλάιφερτ κι ο Ολλανδός, εντυπωσιασμένος με το ματς του Ιταλού του είπε: «Σε έπιασαν, ε;»

Δουλεύει σκληρά, όπως κι όλη η ομάδα. «Κάναμε 500 κοιλιακούς σε 15 λεπτά, κάποιες φορές οι συμπαίκτες μου έκαναν εμετό μετά τις προπονήσεις από την κούραση», δηλώνει στο TuttoMercatoWeb. Το 1998 και βλέποντας ότι πλέον δεν είναι η πρώτη επιλογή, εγκαταλείπει το Τορίνο καθώς η Γιουβέντους δεν θέλει να τον κρατήσει. Παρ’ ότι έχει προτάσεις από την Αγγλία και την Μπόρο, προτιμάει τον άνθρωπο στον οποίο χρωστάει τα πάντα, τον Τραπατόνι. Ο Τραπ έχει αναλάβει τη Φιορεντίνα και τον θέλει πολύ. Ο Μορένο θα πάει στην όμορφη Φλωρεντία που όμως δεν τον υποδέχεται με τον καλύτερο τρόπο. Βλέπετε, είναι ένας παίκτης της μισητής Γιουβέντους. Ο Τοριτσέλι δεν τρομάζει. Με το γνωστό του πάθος και την αγωνιστικότητά του κερδίζει τον κόσμο εκεί. Ο «ξυλουργός» ζει τα τελευταία χρόνια της σπουδαίας Φιορεντίνα (είναι παρών και σε μια μεγάλη νίκη επί της Γιουβέντους με 1-0 με τον Μπατιγκόλ), φτάνει και στο Τσάμπιονς Λιγκ μαζί της, διεκδικεί και ένα πρωτάθλημα το 1998-99 αλλά με τον τραυματισμό του Μπατιστούτα οι Βιόλα πέφτουν στην 3η θέση. Σιγά σιγά αρχίζει η παρακμή και τα τεράστια προβλήματα του συλλόγου με τη διοίκηση Τσέκι Γκόρι.

Ο Τοριτσέλι ζει τη διάλυσή της Φιορεντίνα, και τον υποβιβασμό, και στα ποδοσφαιρικά… γεράματα μεταναστεύει στην Ισπανία και την Εσπανιόλ όπου παίζει μια χρονιά. Επιστρέφει στο Αρέτσο και τελειώνει την καριέρα του, μια καριέρα που τον έφερε μέχρι και την εθνική Ιταλίας, πάντα όμως πίσω από άλλους παίκτες όπως ο Πανούτσι. Δεν ήταν κάποιος σπουδαίος τεχνίτης, σκόραρε μόλις 1 γκολ με τη Γιούβε (εξαιρετικό, σε αγώνα Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι στους Ρέιντζερς) και 2 με τη Φιορεντίνα, αλλά λατρεύτηκε γι’ αυτό που πολύς κόσμος θεωρεί ίσως πιο σημαντικό κι από την ποιότητα κάποιες φορές. Την αυτοθυσία, το πάθος, την εργατικότητα. Ο Τοριτσέλι όπου κι αν έπαιξε τα έδινε όλα στο γήπεδο και μπορούσε να γεφυρώσει το όποιο ποιοτικό του έλλειμμα.

Έχοντας θητεύσει δίπλα σε εξαιρετικούς προπονητές, όντας έξυπνος και εργατικός, πολλοί θα πόνταραν σε μια προπονητική καριέρα. Και πράγματι, ο Τοριτσέλι ξεκίνησε στην Τοσκάνη τα πρώτα βήματά του και είχε και προτάσεις από ομάδες της Β’ εθνικής. Μέχρι όμως που χρειάστηκε να πάρει μια πολύ σημαντική απόφαση και κάπως έτσι να επιστρέψουμε στην αρχή του κειμένου μας. Την ημέρα του 2010 που κήδεψε τη γυναίκα του, που έχασε τη μάχη με τη λευχαιμία. Η Μπάρμπαρα Τοριτσέλι ήταν μόλις 40 ετών και ήταν δίπλα του σε όλη τη ζωή. Έμενε στο διπλανό χωριό, γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και έφτασε να είναι η κομμώτρια του ντελ Πιέρο. Ο Μορένο εκείνη την ημέρα που αποχαιρέτησε για τελευταία φορά τη σύντροφο της ζωής του αποφάσισε ότι είχε ένα ρόλο πλέον, να μεγαλώσει σωστά τα παιδιά του και να βάλει σε 2η μοίρα την προπονητική του καριέρα. Παράτησε την προπονητική καριέρα και έμεινε σε ένα μικρό χωριό λίγων κατοίκων στα βορειοδυτικά της Ιταλίας, με το ποδόσφαιρο να γίνεται πάλι και χόμπι, καθώς ο Μορένο προπονούσε τα πιτσιρίκια της τοπικής ομάδας. Ο Τοριτσέλι είχε ήδη χάσει τον κολλητό του από τα χρόνια της Γιούβε, τον Αντρέα Φορτουνάτο που έφυγε από τη ζωή μόλις στα 23 του χτυπημένος από μία σπάνια μορφή λευχαιμίας, το 1995. Στις δύσκολες στιγμές βρέθηκε πολύ κοντά του ο Τζιανλούκα Βιάλι, τον βοήθησε πολύ, τον στήριξε ψυχολογικά.


Το 2014 φοράει τη φανέλα της Γιούβε και πάλι σε ένα φιλανθρωπικό φιλικό.

Ακόμα και σήμερα συχνά καλείται να κάνει δηλώσεις, να σχολιάσει για τη Γιουβέντους ή και τη Φιορεντίνα (όπως στον θάνατο του Αστόρι), ο κόσμος τον θυμάται και τον αγαπάει. Αυτός, σαν ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στο καθήκον του έβαλε πάνω από όλα την οικογένεια. Δεν τον έχουν πάρει τα χρόνια, αλλά είναι πλέον δύσκολο να κάνει μια σπουδαία καριέρα ως προπονητής. Θα μείνει πάντα όμως η φιγούρα του χαραγμένη στις αναμνήσεις όσων έζησαν τη δεκαετία του 1990, εκείνη η δύναμη στα δεξιά (ή και στα αριστερά ή και όπου αλλού χρειαζόταν).

To ρεκόρ του Κρις Νίκολ και η λογική του δρομέα

  [1 Σχόλιο]

Το ημερολόγιο έδειχνε 20 Μαρτίου του 1976 όταν η Λέστερ Σίτι του Φρανκ Γουόρθινγκτον, του Κιθ Γουέλερ και του Σκοτσέζου Μπράιαν Άλντερσον, υποδέχτηκε την Άστον Βίλα, στο ιστορικό Φίλμπερτ Στριτ, μπροστά σε 25.000 ποδοσφαιρόφιλους. Η Βίλα είχε επιστρέψει στη μεγάλη κατηγορία την προηγούμενη σεζόν, ως 2η πίσω από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, και -όπως ήταν λογικό- δεν είχε βλέψεις για κάτι πολύ μεγάλο, μιας και ο πρωταρχικός της στόχος ήταν -τι άλλο- η παραμονή. Κάτι που είχε επιτευχθεί σχετικά εύκολα, καθώς είχε τερματίσει, με 39 βαθμούς, στην 16η θέση (σε 22 ομάδες). Τέσσερις ολόκληρες νίκες, και μια ισοπαλία, μακριά από την ζώνη του υποβιβασμού. Αν εκείνη την περίοδο, έλεγε κάποιος, πως η Άστον Βίλα έξι χρόνια αργότερα θα κατακτούσε το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης, απέναντι στη σπουδαία Μπάγερν Μονάχου, θα τον περνούσαν σίγουρα για τρελό, ή για ηλίθιο. Ας αφήσουμε όμως τα ευρωπαϊκά «σαλόνια», μιας και δεν είναι αυτός ο λόγος που γράφω αυτό το κείμενο, κι ας επιστρέψουμε στο λασπωμένο τερέν ενός ακόμα μικρομεσαίου, Αγγλικού, παιχνιδιού της εποχής.

Ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της Άστον Βίλα, και δίπλα στον ακούραστο Τζον Ρόμπσον, ήταν ο διεθνής Βορειοϊρλανδός Κρις Νίκολ. Ένας παίκτης που φημίζονταν για τα αμυντικά του προσόντα με κύριο χαρακτηριστικό την δύναμή του στον αέρα. Οι συμπαίκτες του μιλούσαν πάντα για τις άψογες τοποθετήσεις του και φυσικά για όλα τ’ άλλα που χρειάζεται να έχει κάποιος για να μπορεί να εμπνέει και να δίνει σιγουριά. Το πάθος δηλαδή και τα ηγετικά χαρίσματα. Ο ίδιος λάτρευε πάντα να αφήνει την άμυνα και να προωθείται, όπως και να δοκιμάζει το δυνατό του πόδι, και μάλιστα, από κάθε απόσταση και δύσκολη γωνία. Κάπως έτσι είχε σκοράρει ένα πανέμορφο γκολ στον τελικό του Λιγκ Καπ της επόμενης σεζόν, απέναντι στην Έβερτον, και συγκεκριμένα στο δεύτερο παιχνίδι, μιας και εκείνα τα χρόνια το Λιγκ Καπ κρινόταν σε διπλό τελικό. Ένας τίτλος που είχε καταλήξει για τρίτη φορά στην ομάδα της γενέτειρας των Black Sabbath και των Judas Priest, αν και από τότε ακολούθησαν ακόμα δύο κατακτήσεις, με τελευταία αυτή του ’96, με 3-0, απέναντι στη Λιντς. Αξίζει, πιστεύω, να το απολαύσετε, πριν συνεχίσετε την ανάγνωση.

Στην αναμέτρηση με την Λέστερ, που είχε βρει τις δύο ομάδες ισόπαλες με 2-2, ο Νίκολ ήταν με διαφορά ο καλύτερος παίκτης του αγώνα. Έτρεξε πάρα πολύ. Φώναξε ακόμα περισσότερο. Έκοψε αρκετές μπαλιές, κυρίως στον αέρα, και έκανε το πλέον απίστευτο, αφού σκόραρε και τα τέσσερα τέρματα του αγώνα. Μάλιστα, πολύ καλά διαβάσατε. Δύο εξαιρετικά γκολ, για την ομάδα του, με σουτ εντός της περιοχής, και ακόμα δύο για την Λέστερ, το ένα μάλιστα με μια «έξυπνη» κεφαλιά που θα ζήλευε και ο πιο εύστροφος επιθετικός, σε μια εποχή που το Νησί είχε πληθώρα από δαύτους, με την παράδοση να συνεχίζεται βεβαίως-βεβαίως, ακόμα και στις μέρες μας και κυρίως στις μικρότερες κατηγορίες. Εκεί δηλαδή που σε πιάνει αυχενικό με την μπάλα να βρίσκεται συνεχώς στα σύννεφα και να πέφτει, για το κεφάλι των επιθετικών, σαν πουλί μετά από βολή Βρετανού ευγενή του 18ου αιώνα που χαίρεται τον ελεύθερό του χρόνο στον κήπο του. Ας προσπεράσουμε όμως αυτό το βάρβαρο «σπορ» και ας περάσουμε στο ευγενές σπορ του «τάκλιν εις την καρωτίδα», του βρετανικού φουτμπόλ των 70s.

To σκορ άνοιξε νωρίς, στο 15ο λεπτό, όταν ο Νίκολ έστειλε την μπάλα στα δίχτυα του Τζον Μπάριτζ, σε προσπάθεια να διώξει μετά από σέντρα του Άλντερσοτ. Η ισοφάριση ήρθε λίγο πριν τη λήξη του 1ου ημιχρόνου, με σουτ εντός της περιοχής. Το 1-1 ήταν και το σκορ στο ημίχρονο. Στο 53′ ο Νίκολ, σε μια φάση που θύμιζε περισσότερο ελληνορωμαϊκή καθώς πάλευε με τον Μπόμπι Λι, βρήκε την μπάλα με το κεφάλι (ως άλλος Κώστας Βουτσάς) και την έστειλε για δεύτερη φορά στα δίχτυα της ομάδας του. Οι φωνές του προπονητή του ώστε να προσέχει τα δικά του ανεβάσματα δεν τον πτόησαν, μιας και το μόνο που ήθελε ήταν να σκοράρει για την ισοφάριση, να γλιτώσει την ομάδα του από την ήττα, και να βουλώσει τα στόματα των γηπεδούχων φιλάθλων που τον είχαν κάνει ήδη σύνθημα, για τους λάθος όμως λόγους. Και τα κατάφερε στο 87′. Μετά από κόρνερ του Τσικ Χάμιλτον, τσίμπησε την μπάλα και με δυνατό σουτ έγραψε το τελικό 2-2, κάνοντας δικό του αυτό το μοναδικό «ρεκόρ». Για κακή του τύχη αυτό ήταν το τελευταίο παιχνίδι για τον διαιτητή της αναμέτρησης κάτι που του στέρησε τη δυνατότητα να κάνει δική του την μπάλα μιας και ο «ρεφ» την ήθελε για την προσωπική του συλλογή. Όσο και αν ψάξει κάποιος, δεν νομίζω να υπάρχει ανάλογο περιστατικό σε επίσημο παιχνίδι. Αυτό που κάνει περισσότερο αστεία την ιστορία είναι το γεγονός πως ο Κρις Νίκολ είχε πετύχει αυτογκόλ και την προηγούμενη αγωνιστική, στο 1-1, απέναντι στην Τότεναμ.

Ήταν η μέρα που ο Κρις Νίκολ άγγιξε, έστω και για λίγο, την ψυχοσύνθεση του καταρρακωμένου δρομέα. Η μέρα δηλαδή που η μάχη που έδωσε ήταν περισσότερο προσωπική (με την δική του ατυχία) καταφέρνοντας να κερδίσει τον εαυτό του, όπως δηλαδή έχουν ως πρωταρχικό στόχο οι περισσότεροι δρομείς και όχι οι ποδοσφαιριστές. Όπως γράφει και ο σπουδαίος Χαρούκι Μουρακάμι στο βιβλίο του «Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο» (τίτλος δανεισμένος από μια συλλογή διηγημάτων του Ρέιμοντ Κάρβερ): «Το πρόβλημα με το ταλέντο είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ο άνθρωπος που το διαθέτει δεν μπορεί να το διαχειριστεί ποσοτικά ή ποιοτικά. Το ταλέντο αποφασίζει από μόνο του πότε θ’ αναβλύσει, κι όταν στερέψει, απλά τελειώνει». Εκείνη τη μέρα το όποιο επιθετικό ταλέντο του Νίκολ αποφάσισε να εμφανιστεί και να πολεμήσει τον ίδιο, τον κακό, εαυτό του. Έστω για 90 λεπτά. Σαν δρομέας που νιώθει προδομένος απ΄ τα γόνατα και τους ταλαιπωρημένους αστραγάλους αλλά εκεί, στα τελευταία δύσκολα πάντα χιλιόμετρα, εκεί που πολλές φορές σκέφτεται «για ποιο λόγο το κάνω όλο αυτό στον εαυτό μου», νιώθει την καρδιά του να φωνάζει και να τον τραβά προς τον τερματισμό. Άλλωστε ένας αγώνας αξίζει πάντα περισσότερο όταν ξέρεις πως, πρώτα απ’ όλα, κέρδισες τον εαυτό σου. Ο Κρις Νίκολ μπορεί να υπερηφανεύεται πως εκείνη τη μέρα το κατάφερε και αυτό. Κι ας έφερε ισοπαλία η ομάδα του.

15 λεπτά διασημότητας και μια ζωή τρόμου

  [1 Σχόλιο]

Κάποτε, περίπου 100 χρόνια πριν, ένας από τους σημαντικότερους προέδρους των ΗΠΑ, ο Θίοντορ Ρούσβελτ είπε: «Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε κάποιος που να έζησε μια ζωή γεμάτη ευκολία και να άφησε όνομα άξιο να το μνημονεύουμε». Ο μικρός Μουρτάζα Αχμάντι πιθανότατα δεν ξέρει τη ρήση, αλλά μνημονεύτηκε αρκετά πριν περίπου τρία χρόνια κι αυτό του έκανε τη ζωή ακόμα πιο δύσκολη. Το όνομά του μάλλον δεν σας λέει πολλά, αλλά είναι αρκετά πιθανό να έχετε δει τη φωτογραφία του που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2016.

Σε εκείνη τη φωτογραφία, ο μικρός Μουρτάζα φορούσε μια πλαστική σακούλα με μπλε ρίγες στην οποία ήταν γραμμένο το όνομα του Λιονέλ Μέσι, του αγαπημένου παίκτη του πιτσιρικά. Το χαμόγελό του κι η χαρά του συγκίνησαν χιλιάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η φωτογραφία έγινε viral και το παιδί βρέθηκε ότι ζει στην επαρχία Γκάζνι του Αφγανιστάν. Ο 5χρονος ήθελε πάρα πολύ μία φανέλα του Μέσι, αλλά η οικογένειά του ήταν εξαιρετικά φτωχή. Όταν ξέσπασε σε κλάματα, ο αδερφός του αναγκάστηκε να του φτιάξει αυτή την… ιδιοκατασκευή που από τις φωτογραφίες φάνηκε ότι ικανοποίησε πολύ τον μικρό.

Όταν ο Μουρτάζα εντοπίστηκε κάπου σε ένα χωριό του Αφγανιστάν, το μόνο που δήλωσε ήταν ότι ήθελε να γνωρίσει το είδωλό του. Με τη βοήθεια της UNICEF ο Λιονέλ Μέσι έστειλε δυο φανέλες του με αφιέρωση, μια της Μπαρσελόνα και μία της εθνικής Αργεντινής (σαν αυτή που ο Μουρτάζα φορούσε). Το όνειρο όμως δεν είχε τελειώσει. Οι διοργανωτές του Μουντιάλ του 2022 στο Κατάρ, προσπαθώντας να φτιάξουν την άθλια εικόνα της χώρας προς τα έξω, αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν τη μεγάλη συνάντηση. Με την ευκαιρία ενός φιλικού της Μπάρσα με την Αλ Αχλί, ο Μουρτάζα ταξίδεψε στην Ντόχα και όχι απλά γνώρισε τον ήρωά του, αλλά συνόδεψε την ομάδα και μάλιστα πόζαρε μαζί της πριν την έναρξη του αγώνα:

Σε έναν ιδανικά πλασμένο κόσμο, η ιστορία θα τελείωνε κάπως έτσι. Στον δικό μας κόσμο και πλανήτη, η συνέχεια δεν ήταν τόσο ωραία. Παρά το γεγονός ότι είχε λάβει υποσχέσεις για πολιτικό άσυλο, η οικογένεια εγκλωβίστηκε κάπου στο Πακιστάν όταν δοκίμασε να εγκαταλείψει τη χώρα κι αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω. Τα πράγματα όμως είχαν χειροτερέψει πίσω στην πατρίδα τους. Οι Ταλιμπάν το καλοκαίρι που μας πέρασε έστρεψαν τα βλέμματά τους στην περιοχή Γκάζνι και την ομώνυμή πόλη. Η μάχη που έγινε τον Αύγουστο άφησε πίσω πολλούς νεκρούς, αλλά τελικά οι κυβερνητικές δυνάμεις ανακατέλαβαν την πόλη. Αυτό όμως δεν απέτρεψε τους Ταλιμπάν να κάνουν διάφορες επιχειρήσεις στις γύρω περιοχές, ανάμεσά τους και στα μέρη της οικογένειας Αχμάντι.

Ως γνωστόν οι Ταλιμπάν μισούν το ποδόσφαιρο, καθώς από όλους τους φανατικούς θεωρείται ως θανάσιμο αμάρτημα. Η διασημότητα που απέκτησε ο Μουρτάζα τον έκανε αμέσως στόχο τους κι η οικογένειά του ζούσε συνεχώς με το φόβο ότι κάτι κακό θα συμβεί, μια που εκτός των άλλων ανήκουν και σε μια εθνική ομάδα Σιιτών που κυνηγούν οι Ταλιμπάν. Η μητέρα του είπε ότι συχνά έβλεπαν αγνώστους να τριγυρίζουν κοντά στο σπίτι τους. Και μετά, υπήρχαν και τα απειλητικά τηλεφωνήματα. Αυτά όχι από τους Ταλιμπάν, αλλά από τοπικούς εγκληματίες που θεωρούσαν ότι η οικογένεια είχε πάρει χρήματα από τον Μέσι. «Δεχόμασταν απειλές συνέχεια, πίστευαν ότι ο Μέσι μας είχε δώσει λεφτά», δήλωσε η κυρία Σακίφα. Ο Μουρτάζα που εξαιτίας του φόβου των Ταλιμπάν είχε ήδη σταματήσει να παίζει μπάλα έξω από το σπίτι φορώντας τις αγαπημένες του φανέλες, σταμάτησε να πηγαίνει και στο σχολείο. Με τη δραστηριότητα των Ταλιμπάν να γίνεται εντονότερη, ο κλοιός έσφιγγε. Κάποιοι συγγενείς της οικογένειας σκοτώθηκαν σε ενέδρες ή μετά από εφόδους σε σπίτια. Τον Δεκέμβριο, ένας ρεπόρτερ του France Presse ανακάλυψε τον πιτσιρικά (πλέον 7 ετών). Είχε διαφύγει στην Καμπούλ. Ένα βράδυ ο πατέρας του Αρίφ πήρε την οικογένεια και τη φυγάδευσε στη γειτονική πόλη Μπαμιάν. Ο ίδιος επέστρεψε πίσω, ενώ ο Μουρτάζα τελικά κατέληξε με τη μητέρα του στην πρωτεύουσα.

«Έχω να τον δω από εκείνο το βράδυ» λέει ο Μουρτάζα. Επικοινωνούν στο τηλέφωνο κι έτσι κρατούν επαφή. Ο μικρός δεν βγαίνει από το νέο σπίτι (ένα άδειο δωμάτιο επί της ουσίας με μια σόμπα), η μητέρα του φοβάται πολύ. Δικαιολογημένα ή όχι κανείς δεν ξέρει, αλλά λίγο ο μύθος των χρημάτων, λίγο η… προδοσία του μικρού απέναντι στη θρησκεία καθώς αγαπά το διαβολικό ποδόσφαιρο των δυτικών και λίγο η φήμη και τελικά μια δύσκολη ζωή μετατράπηκε σε ακόμα δυσκολότερη. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δύσκολο να γνωρίζεις πόσο πραγματικός είναι ο κίνδυνος για την οικογένεια, αλλά το παρελθόν στο Αφγανιστάν δεν σε κάνει αισιόδοξο. Ο πιτσιρικάς κι η μητέρα του κάνουν έκκληση ώστε να φύγουν από τη χώρα για να γλιτώσουν. Ακόμα κι αν υπερβάλουν για τον βαθμό του κινδύνου για να πιέσουν καταστάσεις, ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει; «Παίζω μόνο στην αυλή του σπιτιού εδώ με μερικούς φίλους, δεν βγαίνω ποτέ έξω» λέει ο Μουρτάζα μιλώντας στην κάμερα του CNN και φορώντας την αγαπημένη του φανέλα. Αυτή της εθνικής Αργεντινής με το νούμερο 10 και το όνομα του Λίο πίσω.

Πηγές: El Pais, CNN

Τα τρία χρόνια νύχτας του Νίκου Γόδα

  [5 Σχόλια]

Η ιστορία που θα διαβάσετε με βασανίζει καιρό. Πάνε μήνες που σκέφτομαι να γράψω γι’ αυτή αλλά πάντα την άφηνα στην άκρη. Δεν είναι άλλωστε μια απλή και εύκολη ιστορία, και δεν έχει αποκλειστικά και μόνο σχέση με το ποδόσφαιρο, απ’ την σκοπιά του αθλήματος. Αφορμή για να την γράψω στάθηκε μια ταινία που είδα πρόσφατα. Συγκεκριμένα, η σκηνή μιας ταινίας που είδα πρόσφατα, και που δεν έχει όμως καμία σχέση με το «κανονικό» ποδόσφαιρο αλλά με αυτό που είναι το ποδόσφαιρο, για αρκετό κόσμο, και με αυτή την αίσθηση ελευθερίας που δίνει σε όλους όσους έχουν κλωτσήσει μια μπάλα. Από ένα φημισμένο γήπεδο, έχοντας ένα σπουδαίο τρόπαιο να περιμένει, μέχρι την αυλή ενός σχολείου ή κάποιο δρόμο, ένα χωράφι, ακόμα και κάποια φυλακή. Το ποδόσφαιρο άλλωστε είναι ίδιο παντού.

Η ταινία έχει τον τίτλο «A 12 Year Night», στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, και προς το τέλος αυτής υπάρχει μια σκηνή που με έκανε -όχι μόνο να ανατριχιάσω- αλλά να συγκινηθώ και να δακρύσω. Τρεις κρατούμενοι βγαίνουν για πρώτη φορά στο προαύλιο μιας φυλακής μετά από ακριβώς 3.898 μέρες στην απομόνωση. Στην μακρόστενη αυλή, και στο βάθος αυτής, πάνω σε ένα τοίχο, υπάρχει ένα ζωγραφισμένο τέρμα. Λογικά με κιμωλία. Ο ένας απ’ αυτούς, αυτός με το προσωνύμιο Νιάτο, στέκεται ακριβώς στο κέντρο, κοιτάζοντας τον λαμπερό ήλιο, ενώ δεξιά και αριστερά διάφοροι κρατούμενοι τον έχουν αναγνωρίσει και, αφού ξέρουν την ιστορία του, αρχίζουν να τον χειροκροτούν. Αυτός, αφού θα χαμογελάσει, θα αρχίσει να κάνει ποδαράκια και ντρίμπλες, χωρίς όμως να έχει μπάλα, κάτω από τις επευφημίες όλων των κρατουμένων, τρέχοντας το γήπεδο. Αφού πλησιάσει κοντά στο τέρμα, με ένα άψογο βολέ, θα σκοράρει και θα ξεσπάσει σε πανηγύρια. Το ίδιο ακριβώς θα συμβεί και πίσω από τα βρώμικα κάγκελα της φυλακής που έχουν βρεθεί οι υπόλοιποι συγκρατούμενοι. Η σκηνή γίνεται ακόμα πιο συγκινητική αν συνυπολογίσουμε πως το μουσικό «lead in» γι’ αυτή, είναι το τραγούδι «Sound Of Silence», σε μια υπέροχη εκτέλεση, απ’ την Σίλβια Πέρεζ Κρουζ.

Η ταινία αν και έχει αισιόδοξο φινάλε, και σας ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό το σπόιλερ από όσους δε την έχουν δει, μου έφερε στο μυαλό την ιστορία του παλιού ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Νίκου Γόδα. Του κομμουνιστή, λοχαγού της Αντίστασης, που εκτελέστηκε μια βροχερή μέρα στο νησάκι Λαζαρέτο της Κέρκυρας, από Έλληνες. Και δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από αδέρφια που πολεμούν αδέρφια. Όσο κι αν ο πόλεμος είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια κοινωνία, σε μια χώρα, σε ένα πολιτισμό. Ο Νίκος Γόδας γεννήθηκε το 1921 στο Αϊβαλί και έφτασε στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αφού η οικογένειά του πέρασε πρώτα από την Κρήτη και τη Μυτιλήνη, εγκαταστάθηκε τελικά στον Πειραιά και συγκεκριμένα στην Κοκκινιά. Εκεί η οικογένειά του άνοιξε την πασίγνωστη ταβέρνα «Τα Αραπάκια» που ήταν ένα απ’ τα καλύτερα στέκια της εποχής για να ακούσει κάποιος αυθεντικό Ρεμπέτικο και το μέρος που ο Τσιτσάνης ανακάλυψε τον Χιώτη. Ο Γόδας, όταν δεν βοηθούσε στο σερβίρισμα, έβγαινε στις αλάνες και έπαιζε ποδόσφαιρο μέχρι να ματώσει και η τελευταία σπιθαμή των γονάτων του.

Ήταν η περίοδος του Μεσοπολέμου, τότε που το εργατικό κίνημα του Πειραιά οργανώθηκε αφού είχε δεχτεί την καταλυτική επίδραση από τους πρόσφυγες. Συγκεκριμένα, εκείνη την περίοδο βρέθηκαν στις γειτονιές του Πειραιά περίπου στους 100.000 πρόσφυγες. Το εργατικό κίνημα, που είχε αρχίσει να ζητάει και να διεκδικεί πράγματα πρωτοστάτησε, αναλαμβάνοντας δράση, την περίοδο της Κατοχής. Την περίοδο που ο Πειραιάς δέχεται τον πρώτο μεγάλο Γερμανικό βομβαρδισμό, στις 6 Απριλίου του ’41, ο Νίκος Γόδας έχει εξελιχθεί στο νέο μεγάλο αστέρι του Ολυμπιακού. Έχει πάρει μεταγραφή απ’ τον Κεραμεικό Καμινίων και εννοείται, την ίδια εποχή, ως μέλος του ΚΚΕ, αρχίζει να παίρνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Από τις 6 Απριλίου μέχρι και τις 27 του ίδιου μήνα ο Πειραιάς θα δεχτεί συνολικά 55 αεροπορικές επιθέσεις. Οι καταστροφές φυσικά και ήταν ανυπολόγιστης αξίας.

Με την είσοδο των ναζιστικών δυνάμεων, στις 27 Απριλίου, οι δήμαρχοι του Πειραιά και της Αθήνας θα συναντηθούν με τον Γερμανό διοικητή και θα παραδώσουν, επισήμως, τις πόλεις. Ο Μιχάλης Μανούσκος, ιδρυτικό στέλεχος του Ολυμπιακού και δήμαρχος Πειραιά, με ανάθεση από τον ίδιο τον Ιωάννη Μεταξά, προς τιμήν του, θα απομακρυνθεί από τη θέση του μετά από άρνηση να παραδώσει λίστα με ονόματα πλουσίων Πειραιωτών της εποχής που θα λειτουργούσαν ως υποψήφιοι όμηροι σε περίπτωση αντιστασιακών πράξεων. Ο Μανούσκος μάλιστα είχε γράψει στη λίστα μόνο το δικό του όνομα σε μια σπουδαία ένδειξη θάρρους. Απ’ την άλλη, ο Λάζαρος Παπαδόπουλος, δήμαρχος Κερατσινιού, και ο Στέφανος Πάνου, δήμαρχος Κοκκινιάς, κράτησαν τις θέσεις τους αφού δεν είχαν κανένα πρόβλημα να συνεργαστούν πρόθυμα με τους Γερμανούς. Όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες. Ο Γόδας αφού μαγεύει με τη φανέλα του Ολυμπιακού (για την ιστορία μια απ’ τις καλύτερες παραστάσεις του ήταν αυτή κόντρα στον ΠΑΟ σε κάποιο Χριστουγεννιάτικο τουρνουά στη νίκη με 5-2) θα συμμετάσχει στην σύσκεψη που έκαναν μέλη του ΕΑΜ, το 1942, σε κάποιο προσφυγικό σπίτι, στο Κερατσίνι. Δίπλα στο νεκροταφείο της Ανάστασης. Εκεί που, σύμφωνα με τους ιστορικούς, μπήκαν οι πρώτες γερές βάσεις της Αντίστασης κατά των Γερμανών.

O Νίκος Γόδας πολέμησε κατά των Γερμανών, και των Ελλήνων συμμάχων τους, ως μπροστάρης για την ελευθερία. Ήταν επικεφαλής στις 7 Μαρτίου του ’44 στη μάχη της Κοκκινιάς. Πήρε μέρος σε ένα σωρό άλλες μεγάλες μάχες και υπάρχει φήμη πως είχε καταρρίψει ακόμα και Γερμανικό αεροσκάφος στο Αιγάλεω. Ένα παλικάρι, πάντα, στην πρώτη γραμμή. Τόσο στις μάχες στα γήπεδα του ποδοσφαίρου όσο και στους δρόμους με κίνδυνο, όχι να χαθεί ένα τέρμα και μια νίκη αλλά, η ίδια του η ζωή. Οι φίλοι του έλεγαν για το σπάνιο ποδοσφαιρικό του ταλέντο, την αγάπη του για το ρεμπέτικο, την δύναμη που έπαιρνε από ιδέες όπως η ελευθερία και η ισότητα και φυσικά για το λαϊκό του χιούμορ. Σε κάποια μάχη, σώμα με σώμα, με τους Άγγλους, στο νεκροταφείο της Ανάστασης, κατά τα γεγονότα των Δεκεμβριανών, ο ανθυπολοχαγός του ΕΑΜ, Σταμάτης Σκούρτης, είχε ακούσει τον Γόδα να γελάει καθώς έλεγε σε κάποιο συναγωνιστή του πως θα είχε πλάκα να σκοτωθούν εκεί καθώς δεν θα χρειαστούν και τάφο. Κάποιοι άλλοι, φανατικοί φίλοι του ποδοσφαίρου, έλεγαν πως ο Γόδας απέφευγε τις σφαίρες όπως απέφευγε τα τάκλιν, και τα βίαια μαρκαρίσματα, όταν έπαιζε ποδόσφαιρο στα χωμάτινα γήπεδα του Πειραιά.

Στις 12 Φεβρουαρίου του ’45 θα υπογραφεί η Συνθήκη της Βάρκιζας και μετά τις 28 του μήνα, θα ολοκληρωθεί ο αφοπλισμός του ΕΑΜ, με αρκετούς από τους ηγέτες του να μη δέχονται τη συμφωνία και να φεύγουν στα βουνά ως αντάρτες. Ο Γόδας θα φτάσει στον Πειραιά και λίγες μέρες αργότερα θα συλληφθεί, θα δικαστεί, και θα καταδικαστεί μετά τη δίκη-παρωδία που έμεινε γνωστή ως «Η Δίκη του Ασύλου της Κοκκινιάς». Η συμφωνία της Βάρκιζας ενώ έδινε αμνηστία τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, δεν έκανε το ίδιο για τα αδικήματα που είχαν γίνει κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών. Κάπως έτσι ξέσπασε η περίοδος της Λευκής Τρομοκρατίας ως κύμα αντεκδικήσεων, κυρίως κατά των Κομμουνιστών. Το καλοκαίρι του ’46 μάλιστα ξεκίνησε επισήμως το κυνήγι από το επίσημο κράτος κατά όλων των αριστερών με στρατοδικεία και εκτελέσεις. Κύρια δύναμη της Λευκής Τρομοκρατίας ήταν δεξιοί και ακροδεξιοί, παρακρατικοί, ένοπλοι σχηματισμοί που αποτελούνταν κυρίως από πρώην μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Συχνά αυτοί οι σχηματισμοί είχαν ως κύριο καθοδηγητή κρατικές αρχές αλλά και στελέχη των τότε κυβερνήσεων. Εκείνη την περίοδο έχουν καταγραφεί περίπου 35.000 συλλήψεις, 32.000 βασανισμοί, 13.000 φόνοι και 165 βιασμοί γυναικών.

Ο Γόδας οδηγήθηκε αρχικά στις φυλακές της Αίγινας, όπου συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο με την ομάδα των κρατουμένων, πριν τον στείλουν στις φυλακές Αβέρωφ και από εκεί στις φυλακές θανατοποινιτών της Κέρκυρας. Ο Νίκος Γόδας έμεινε εκεί για περίπου 3 χρόνια. Βασανίστηκε αλλά δεν υπέγραψε ποτέ συνθήκη μεταμέλειας και τελικά εκτελέστηκε στις 19 Νοεμβρίου του ’48 έχοντας ως τελευταία επιθυμία να πεθάνει φορώντας τη στολή της ομάδας που λάτρεψε. Του Ολυμπιακού. Ήταν μόλις 27 ετών. Μελανό σημείο της υπόθεσης το γεγονός πως τα 3 χρόνια που έμεινε φυλακισμένος, η διοίκηση της ομάδας, αν και είχε δεχτεί μεγάλες πιέσεις απ΄τον κόσμο, δεν έκανε καμία ενέργεια προκειμένου να τον γλιτώσει. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του τότε προέδρου του Ολυμπιακού, Μιχάλη Μανούσκου «Όπως έστρωσε ας κοιμηθεί». Ενός προέδρου που είχε γίνει ήρωας κατά τα χρόνια της Κατοχής.

Ο Νίκος Γόδας αφού έκανε το τελευταίο του τσιγάρο, σιγοτραγούδησε μερικούς στίχους του λατρεμένου του Τσιτσάνη και χαιρέτησε τους συγκρατούμενούς του. Έριξε στους ώμους το σακάκι του και ακολούθησε τους φρουρούς. Η ώρα είχε φτάσει. «Θα τα ξαναπούμε σύντροφοι» τους φώναξε «Ζήτω ο Ολυμπιακός και ο Σοσιαλισμός. Ήταν τιμή μου που μοιράστηκα αυτό το κελί μαζί σας». Δευτερόλεπτα πριν οι σφαίρες τρυπήσουν το κορμί του είχε ζητήσει να μη του δέσουν τα μάτια. «H τσιριμονιά τελειώνει βιαστικά και δεν έχεις την άνεση να δεις τους μακελάρηδες κατάματα. Σαν βρέχει δεν μπορείς να ανοίξεις τα μάτια, είναι και το νερό που τρέχει και δεν βλέπεις όπως πρέπει, είναι σα να σου κλείνουν τα μάτια με το έτσι θέλω. Εγώ θέλω να είναι καλοκαιρία, να τον κοιτάω κατάματα για να δω πόσο σίγουρος νιώθει αυτός που με σκοτώνει». Ο Σταμάτης Σκούρτης και ο Σπύρος Ανδρεάδης, οι δυο μελλοθάνατοι που ήταν μαζί με τον Γόδα, σώθηκαν ύστερα από παρέμβαση του ΟΗΕ το 1949.

Αυτό που είναι πραγματικά λυπηρό και άκρως σοκαριστικό είναι το γεγονός πως σε πολλές περιοχές του Πειραιά, εκεί δηλαδή που χύθηκε τόσο αίμα αγωνιστών Ελλήνων κατά των Ναζί την περίοδο της Κατοχής, έχουν ανέβει κατακόρυφα τα ποσοστά της ναζιστικής οργάνωσης της δικής μας χώρας. Θα κλείσω αυτό εδώ το κείμενο, μιας και δεν έχω κανένα σκοπό να ανοίξω πολιτική κουβέντα μέσω αυτού απλά να καταγράψω κάποια γεγονότα και να αναφέρω το μεγαλείο του Νίκου Γόδα όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο, με μερικούς στίχους του Αλέκου Χρυσοστομίδη απ’ την Ποιητική του Συλλογή, «Λεύτερος Στίχος», του 1944. Στίχοι της εποχής που ταιριάζουν γάντι για περιπτώσεις ανθρώπων. όπως ο Νίκος Γοδας και παραμένουν ακόμα στην επικαιρότητα:

«Ο ασύρματος διαλάλησε παντού το θρίαμβο της – Στη σκέψη να περιφρονεί περήφανα το Θάνατο -Εμέθυσε από το κρασί της Δόξας το Αθάνατο- Οι ξένοι χειροκρότησαν το θάρρος το λαμπρό της – Και κείνος όπου θέλησε σκλάβα να τη θεωρήση – Επήρε την απάντηση πως η Ελλάς θα ζήση».