Όταν η Λεβερκούζεν έφτασε μια ανάσα από το απόλυτο θαύμα

  [Καθόλου σχόλια]

Οι ομάδες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε αυτές που υπάρχουν για να κερδίζουν τίτλους, μία τέτοια είναι η Μπάγερν Μονάχου για παράδειγμα, και στις άλλες που συμπληρώνουν το παζλ κάθε λίγκας. Στη Γερμανία μία τέτοια είναι η Χοφενχάιμ. Δίπλα σε όλες αυτές τις ομάδες της Μπουντεσλίγκα υπάρχει και η Μπάγερ Λεβερκούζεν. Μια ομάδα που δεν ξέρει το λόγο που υπάρχει. Το περίεργο είναι πως αν ρωτήσεις στη χώρα μας τον μέσο ποδοσφαιρόφιλο για το ποιες ομάδες θεωρεί «μεγάλες» στη Γερμανία, πολύ δύσκολα θα αφήσει εκτός της απάντησής του τη Λεβερκούζεν. Μια ομάδα που -για όσους δεν το γνωρίζουν- δεν έχει κατακτήσει ποτέ το πρωτάθλημα Γερμανίας στα 112 χρόνια της ιστορίας της. Φυσικά αυτό δεν πρόκειται να το καταφέρει ούτε φέτος μιας και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές βρίσκεται στο -18 από την πρωτοπόρο Μπάγερν Μονάχου (στην 9η θέση). Θεωρεί κάποιος πως μπορεί να καλύψει αυτή τη διαφορά και να ανατρέψει την κατάσταση; Πάμε παρακάτω.

Για να είμαστε δίκαιοι πάντως, στην έναρξη (και) της τρέχουσας σεζόν κανένας δεν είχε βγει να δηλώσει πως στόχος των «ασπιρίνων» ήταν η σαλατιέρα της Μπουντεσλίγκα. Είναι γνωστό άλλωστε πως εδώ και χρόνια ο βασικός στόχος είναι ένας και μοναδικός: Nα τα κάνει «σαλάτα». Κάτι που και καταφέρνει επιτυχώς κάθε χρόνο. Η Λεβερκούζεν μετράει ένα κύπελλο όλο κι όλο το 1993 και φυσικά στην «πλούσια» τροπαιοθήκη της υπάρχει και το ΟΥΕΦΑ του 1988. Απέναντι στην Εσπανιόλ του Λοσάντα και του Ερνέστο του Βαλβέρδε. Αυτό πάντως που πόνεσε πραγματικά πολύ και θα πονάει πάντα όλους τους φίλους της ομάδας είναι η σεζόν 2001-2002. Μια σεζόν που ξεκίνησε με πολλά όνειρα και φιλοδοξίες από μια ομάδα που διέθετε μπόλικο ταλέντο και εξελίχθηκε στην απόλυτη τραγωδία, χάνοντας ουσιαστικά τρεις τίτλους (πρωτάθλημα, κύπελλο και Τσάμπιονς Λιγκ) σε διάστημα -σχεδόν- μιας εβδομάδας. Το κουβάρι αυτής της ιστορίας θα ξετυλίξουμε σήμερα. Μιας ιστορίας γεμάτης από όμορφο ποδόσφαιρο, μεγάλες νίκες και άφθονο πόνο στο τέλος. Αδικία; Σίγουρα. Βέβαια την τύχη του ο καθένας την φτιάχνει (και) μόνος του. Όχι -άλλα- δάκρυα λοιπόν για εκείνη την ομάδα του Τόπμελερ.

H σεζόν 2000-2001 ήταν από τις πιο ανταγωνιστικές της Μπουντεσλίγκα με την Μπάγερν να κατακτά -ως συνήθως- στο τέλος το πρωτάθλημα αλλά τρεις ομάδες να τερματίζουν πίσω της με πολύ μικρή βαθμολογική (και όχι μόνο) διαφορά. Η Σάλκε είχε τερματίσει 2η στο -1 από τους πρωταθλητές, η Ντόρτμουντ 3η στο -4 και η Λεβερκούζεν 4η στο -6. Προπονητής της ομάδας ήταν ο Μπέρτι Φογκς, που αν και και είχε φτιάξει ένα άκρως ανταγωνιστικό σύνολο, βγάζοντας την ομάδα και στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ, τελικά απολύθηκε με το τέλος της σεζόν για να αναλάβει ο Κλάους Τόπμελερ. Ένας προπονητής που δεν είχε να επιδείξει κάτι σημαντικό στην έως τότε προπονητική του καριέρα, εκτός των δεκάδων τσιγάρων που κάπνιζε στους πάγκους. Η επιλογή σίγουρα είχε ξενίσει πολλούς.

O Τόπμελερ βρήκε ένα άκρως ποιοτικό σύνολο, με παίκτες όπως ο Μπάλακ, ο Ζε Ρομπέρτο, ο Λούσιο, ο Μπερμπάτοφ, ο Ράμελόου και ο Πλασέντε και κάνοντας ουσιαστικά μία και μόνο ποιοτική προσθήκη έφτιαξε την ομάδα που θαυμάσαμε για μία ολόκληρη σεζόν τόσο στην Γερμανία όσο και στην Ευρώπη. Ο παίκτης αυτός δεν ήταν άλλος από τον επιτελικό μέσο Γιλντιράι Μπαστούρκ της Μπόχουμ. Έναν παίκτη που ο Τόπμελερ γνώριζε πολύ καλά (και είχε σε τεράστια εκτίμηση) από την κοινή τους θητεία στο Μπόχουμ. Ο Τούρκος ήταν ένας φανταστικός ποδοσφαιριστής, από τους καλύτερους σε ολόκληρη την Ευρώπη στη θέση του εκείνα τα χρόνια, με μεγάλες παραστάσεις τόσο σε συλλογικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Η Τουρκία άλλωστε είχε τερματίσει 3η στο Μουντιάλ του 2002 και ήταν τόσο καλή που ο βασικός της τερματοφύλακας (αναφέρομαι στον Ρουστού) είχε φτάσει να πάρει μεταγραφή για  την Μπαρτσελόνα, την ίδια περίοδο μάλιστα που η Μπάρτσα έκανε δικό της τον τιτανομέγιστο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε.

To σύστημα του Τόπμελερ ήταν το 4-5-1 (ή καλύτερα 4-1-4-1) με τον Ράμελοου μπροστά από τους δύο στόπερ και μια καταπληκτική τετράδα μέσων πίσω από τον μοναδικό σέντερ φορ. Ο Όλιβερ Νόεβιλ των 171 εκατοστών είχε αυτό τον ρόλο κόντρα σε μια εποχή που ήθελε -συνήθως- δύο επιθετικούς με τον ένα εκ των δύο να είναι αρκετά δυνατός και ψηλός. Η τετράδα των μέσων ήταν ο καταπληκτικός Βραζιλιάνος Ζε Ρόμπερτο (δεν είχε γραφτεί ακόμα για τον Ολυμπιακό), ο Μπερντ Σνάιντερ, ο Μίκαελ Μπάλακ στην καλύτερη σεζόν της καριέρας του και φυσικά ο Γιλντιράι Μπαστούρκ που ανέφερα και πιο πάνω. Ο Μίκαελ ο Μπάλακ μάλιστα είχε τελειώσει εκείνη τη σεζόν με 17 τέρματα (κάτι που αποτελεί ρεκόρ για μέσο στη Μπουντεσλίγκα) και είχε χάσει το βραβείο του πρώτου σκόρερ για ένα και μόνο τέρμα (το βραβείο είχαν μοιραστεί ο Μάρσιο Αμορόσο της Ντόρτμουντ και ο Μάρτιν Μαξ της Μόναχο 1860). Τα 17 τέρματα στη Γερμανία τα συμπλήρωσε και με 7 στο Τσάμπιονς Λιγκ σε μια σεζόν που τον βρήκε στη λήξη της με το βραβείο του καλύτερου Γερμανού παίκτη, του καλύτερου μέσου στην Ευρώπη, στην καλύτερη 11αδα της Ευρώπης και πρώτο σε ασίστ στο Μουντιάλ του 2002. Πόσους τίτλους κατάφερε να κερδίσει ο Μπάλακ, η Λεβερκούζεν και η εθνική Γερμανίας εκείνη τη σεζόν; Πολύ σωστά. Κανένα.

Η Λεβερκούζεν ήταν χάρμα ιδέσθαι στο Τσάμπιονς Λιγκ, περνώντας από διπλούς ομίλους, αλλά και στη Μπουντεσλίγκα, όπου και έχασε το πρωτάθλημα την τελευταία αγωνιστική. Η Μπάγερ είχε αποκλείσει μάλιστα στη φάση των ‘8’ τη Λίβερπουλ και στον ημιτελικό τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ίσως στην πιο γελοία press conference στην ιστορία της διοργάνωσης, με τον Σερ Άλεξ Φέργκιουσον να μπερδεύει την Λεβερκούζεν με την Καιζερσλάουτεν, σκορπώντας αμήχανα χαμόγελα σε όλους τους παρευρισκομένους (πλην του Τόπμελερ που το είχε θεωρήσει -ορθώς- ως μεγάλη ασέβεια). Οι Γερμανοί είχαν ορκιστεί να αποκλείσουν την πολυδιαφημισμένη (και πολυτάλαντη) αντίπαλό τους, κάτι που κατάφεραν -αν και δύσκολα- με ήρωα τον κορυφαίο τους επιθετικό Όλιβερ Νόεβιλ. Ο Νόεβιλ είχε σκοράρει το 1-2 στο Ολντ Τράφορντ πριν ισοφαρίσει ο Ρούντ Φαν Νίστελροϊ με πέναλτι για το τελικό 2-2 και φυσικά ήταν αυτός που είχε ισοφαρίσει με πέναλτι σε 1-1 στις καθυστερήσεις του πρώτου ημιχρόνου στη ρεβάνς της Γερμανίας, χαρίζοντας ουσιαστικά την πρόκριση στην ομάδα του. Στον τελικό η Λεβερκούζεν θα συναντούσε την Ρεάλ Μαδρίτης του Ζιντάν, του Φίγκο, του Ραούλ και των λοιπών αστέρων (δίχως όμως τον σπουδαίο Ζε Ρομπέρτο που είχε συμπληρώσει αριθμό καρτών). Η Ρεάλ είχε αποκλείσει την Μπαρτσελόνα με μπόλικη δόση τύχης και αρκετό σπρώξιμο από τους διαιτητές (αν και οι Μαδριλένοι είχαν πολύ καλύτερη ομάδα από τους Καταλάνους εκείνη τη χρονιά).

Και φτάνουμε στην κρίσιμη εβδομάδα της σεζόν. Η Λεβερκούζεν στις 11 Μαΐου θα αντιμετώπιζε στον τελικό του κυπέλλου Γερμανίας τη Σάλκε και τέσσερις μέρες αργότερα την Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό της Γλασκώβης. Επίσης τρεις αγωνιστικές πριν τελειώσει η Μπουντεσλίγκα η ομάδα του Τόπμελερ ήταν στο +5 από την Μπορούσια Ντόρτμουντ. Μια Ντόρτμουντ που τελικά της πήρε τον τίτλο την τελευταία αγωνιστική. Η Λεβερκούζεν είχε ακούσει το πρώτο ‘καμπανάκι’ στην εντός έδρας ήττα από την Βέρντερ με 1-2 (με χαμένο πέναλτι του τερματοφύλακα Μπουτ στα τελευταία λεπτά) για την 32η αγωνιστική, σε μια αγωνιστική που η Ντόρτμουντ είχε επικρατήσει της Κολονίας με 2-1 χάρις στο πέναλτι του Αμορόσο στο 90′. Ένα πέναλτι που είχε μειώσει τη διαφορά στους δύο βαθμούς (66 οι «ασπιρίνες» και 64 οι Βεστφαλοί). Την επόμενη αγωνιστική η Λεβερκούζεν ήθελε πάση θυσία το τρίποντο κόντρα στη Νυρεμβέργη όπως φυσικά και η Ντόρτμουντ κόντρα στο Αμβούργο. Και οι δύο αναμετρήσεις ήταν εκτός έδρας για τους δύο μονομάχους με την αναμέτρηση της Λεβερκούζεν να είναι θεωρητικά πιο εύκολη. Το γκολ του αμυντικού Τόμας Νικλ με κεφαλιά-κανονιά (που έλεγε και μια ψυχή) στο 23′ έβαλε πίσω τους πρωτοπόρους, την ίδια ώρα που η Ντόρτμουντ άνοιγε το σκορ με πέναλτι του Αμορόσο (σε μια φάση που το Αμβούργο έμεινε με 10 παίκτες). Η ένταση ήταν ήδη μεγάλη και στα δύο μέτωπα γήπεδα. Λίγα λεπτά αργότερα ο Τόμας Ροζίσκι θα γράψει το 0-2 με τέλειο πλασέ και το «τοπίο» της νίκης θα αρχίσει να καθαρίζει. Το πέναλτι του αρχηγού Τόμας Κελ -και η αποβολή του- θα βάλει και πάλι το Αμβούργο στο παιχνίδι μιας και το σκορ ημιχρόνου πλέον ήταν το 1-2.

Το τελικό 3-4 με όργια του Αμορόσο  στο β’ ημίχρονο -σε συνδυασμό με την ήττα της Λεβερκούζεν- θα ανεβάσει την Μπορούσια στην 1η θέση (στο +1) μία αγωνιστική πριν το τέλος της Μπουντεσλίγκα. Πλέον το τρόπαιο του πρωταθλητή ήταν στα χέρια της ομάδας του Ματίας Ζάμερ που αν κέρδιζε την Βέρντερ στην έδρα της θα έκλεβε ουσιαστικά το πρωτάθλημα από την ομάδα που το άξιζε στο 100% εκείνη τη σεζόν. Τη Μπάγερ Λεβερκούζεν. Οι «ασπιρίνες» είχαν θεωρητικά εύκολο έργο μιας και υποδέχονταν την Χέρτα στην έδρα τους. Ήθελαν το ‘τρίποντο’ και στραβοπάτημα της Ντόρτμουντ για να πάρουν αυτοί το πρωτάθλημα. Όταν μάλιστα ο Μπάλακ άνοιξε το σκορ στο 9′ με εξαιρετική εκτέλεση φάουλ ένα άρωμα αισιοδοξίας άρχισε να πλανάται πάνω από τη ΜπάιΑρίνα. Την ίδια ώρα μάλιστα ο μέσος Πόλ Στάλτερι της Βέρντερ άνοιγε το σκορ με κοντινό πλασέ μετά από τραγική αμυντική αντίδραση των γηπεδούχων. Οι κερκίδες στην έδρα της Λέβερκούζεν είχαν πάρει φωτιά μιας και οι οπαδοί έβλεπαν να έρχεται αυτό που άξιζαν από την αρχή της σεζόν. Το πρωτάθλημα. Λίγο πριν οι ομάδες φύγουν για τα αποδυτήρια ο Κόλερ ισοφάρισε με φοβερό σουτ εκτός περιοχής δίνοντας το σύνθημα της αντεπίθεσης όχι μόνο για τη νίκη αλλά και για τον τίτλο. Ο Μπάλακ με φοβερό σουτ θα γράψει το 2-0 και ουσιαστικά θα καθαρίσει τη υπόθεση-νίκη. Η Λεβερκούζεν πλέον περίμενε τα ευχάριστα από την έδρα της Ντόρτμουντ και ένα δώρο από την Βέρντερ. Αυτό το δώρο ήρθε στο 72′ αλλά δεν ολοκλήρωσε την ‘γιορτή’ μιας και το τετ α τετ της Βέρντερ κατέληξε στο δοκάρι. Τα όνειρα της Λεβερκούζεν για τον τίτλο τελείωσαν ουσιαστικά λίγα λεπτά αργότερα όταν ο Εβέρθον με ένα αρκετά τυχερό γκολ χάρισε τη νίκη -και μαζί της το πρωτάθλημα- στην ομάδα του.

H Λεβερκούζεν δεν κατάφερε να επιστρέψει από το μεγάλο ψυχολογικό σοκ και τελικά γνώρισε την ήττα τόσο στον τελικό κυπέλλου Γερμανίας από την Σάλκε με 4-2 όσο και από τη Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με 2-1, σε μια αναμέτρηση που έμεινε στην ιστορία για το απίστευτο γκολ του τεράστιου Ζινεντίν Ζιντάν. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά η ομάδα έχασε και το αστέρι της, τον Μίκαελ Μπάλακ, που έφυγε για τη Μπάγερν Μονάχου -μια πορεία που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια και οι Ζε Ρομπέρτο και Λούσιο- και ουσιαστικά δεν κατάφερε να φανεί ανταγωνιστική την επόμενη σεζόν. Το επόμενο πρωτάθλημα βρήκε την Λεβερκούζεν στην 15η θέση στο -35 από την κορυφή με τον Τόπλεμερ απολυμένο και την ομάδα σε κατάσταση διάλυσης. Όπως και να έχει, εκείνη η Λεβερκούζεν ήταν μία από τις καλύτερες ομάδες που είχαμε δει στις αρχές των 00s και είναι πραγματικά κρίμα που δεν κατάφερε να κάνει εκείνο το φανταστικό τρεμπλ, μένοντας έτσι στην ιστορία ως μία από τις μεγαλύτερες loser ομάδες και όχι ως ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά «θαύματα». Για την ιστορία, ο Μπάλακ έμεινε 2ος και τη σεζόν 2010-2011 -στο δεύτερό του πέρασμα από τη Λεβερκούζεν- και πάλι πίσω από την Ντόρτμουντ.

Το πέναλτι που άργησε είκοσι τέσσερις μέρες

  [Καθόλου σχόλια]

«Αυτό το χτύπημα πέναλτι διήρκεσε μια εβδομάδα, και, εκτός κι αν κάποιος έχει αντίθετη γνώμη, ήταν το μακρύτερο πέναλτι στην ιστορία». Ο άνθρωπος που μας προκαλεί να τον διαψεύσουμε, είναι ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο και γνωρίζει πολύ καλά ότι λέει ανακρίβειες.

Ο Σοριάνο έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Παταγονία και έπαιξε πολλή μπάλα πριν γίνει δημοσιογράφος και συγγραφέας, ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος  και εξαιρετικά αγαπητός στην πατρίδα του αλλά και έξω από αυτήν: μετά τον θάνατό του, το 1997, στην Ιταλία ιδρύθηκε ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομά του. Είναι η μεικτή συγγραφέων, στην οποία παίζει, για παράδειγμα, ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Το απραγματοποίητο όνειρο του Σοριάνο ήταν να παίξει σέντερ φορ στην ομάδα που υποστήριζε φανατικά, τη Σαν Λορένσο. Όταν μετά τη δικτατορία κατέφυγε στην Ευρώπη,  δεν παρέλειπε να τηλεφωνεί κάθε εβδομάδα στους παιδικούς του φίλους  στην Αργεντινή για να μαθαίνει τι είχαν κάνει τα Κοράκια.

Γκραφίτι με τον Οσβάλντο Σοριάνο στο Μποέδο, στη γειτονιά της Σαν Λορένσο

Τον Οκτώβριο του 2003, το Υπουργείο Παιδείας και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής είχαν μια καταπληκτική ιδέα. Να καταπολεμήσουν τη βία στα γήπεδα μοιράζοντας βιβλία λογοτεχνίας στους θεατές. Το σύνθημα της εκστρατείας ήταν «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα» και η κεντρική ιδέα ότι, σε περίπτωση που η διαιτησία ή το θέαμα δεν ήταν ικανοποιητικά, οι θεατές θα ξεχνιούνταν με το διάβασμα αντί να παίζουν ξύλο –είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά ότι η εκστρατεία δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Στην πορεία ανέκυψαν κάποια μεθοδολογικά προβλήματα. Για παράδειγμα, τα βιβλία έπρεπε να είναι ολιγοσέλιδα ώστε να μην έχει νόημα να χρησιμοποιηθούν ως όπλα εναντίον των διαιτητών ή των αντιπάλων σε περίπτωση που το μέτρο δεν ήταν αποτελεσματικό. Εκδόθηκαν λοιπόν βιβλιαράκια με διηγήματα, μεταξύ άλλων του μεγάλου Χόρχε Λουίς Μπόρχες –ο ίδιος απεχθανόταν το ποδόσφαιρο– και πολλών εκλεκτών συναδέλφων του, κάπως πιο φιλάθλων, όπως ο αγαπημένος Εδουάρδο Γκαλεάνο. Θέμα, συνήθως, η μπάλα, για προφανείς λόγους.

Η αρχή έγινε σε ένα ματς της Σαν Λορένσο και, βέβαια, δεν μπορούσε παρά να επιλεγεί ο Σοριάνο και το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου», για πολλούς το καλύτερο διήγημα που έχει γραφτεί ποτέ για το ποδόσφαιρο.

Σύντομη περίληψη του: είμαστε στα 1958. Ο Πολικός Αστέρας είναι η ποδοσφαιρική ομάδα ενός παρηκμασμένου μπιλιαρδάδικου, κάπου στην άκρη του κόσμου, στην Παταγονία. Τίποτε αξιοσημείωτο, ούτε καν οι συνεχείς της αποτυχίες –δεν τερμάτισε ποτέ πάνω από τη μέση της βαθμολογίας. Αλλά τι μπορεί κανείς να περιμένει από μια ομάδα με παίκτες «αργούς σαν γαϊδούρια και βαριούς σαν ντουλάπες»; Μέχρι που μια σεζόν, ως άλλη Λέστερ, ο Αστέρας αρχίζει να κάνει τη μια νίκη μετά την άλλη. Οι περισσότερες 1-0, αλλά τι σημασία έχει; Όσο περνάει ο καιρός, όλοι, ακόμη κι οι λιγοστοί της φίλοι, έρχονται στο γήπεδο με την ελπίδα να είναι μπροστά όταν συμβεί το αναπόφευκτο, δηλαδή όχι απλώς η ήττα αλλά η κατάρρευση. Οι ήττες έρχονται αλλά το ηθικό είναι ακμαίο, οι παίκτες μάχονται σαν σκυλιά κι η ομάδα αντέχει.

Μέχρι που την τελευταία αγωνιστική οι ήρωες του Πολικού Αστέρα παίζουν για τον τίτλο, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Θέλουν νίκη εκτός έδρας απέναντι στη μόνιμη πρωταθλήτρια, την Ντεπορτίβο Μπελγκράνο, η οποία, παρεμπιπτόντως, τους είχε διαλύσει στον πρώτο γύρο 0-7. Σα να μην έφτανε αυτό, ο όχι ιδιαίτερα αδέκαστος διαιτητής έχει λόγους να θέλει να μη χάσει η Μπελγκράνο. Σχεδόν στη λήξη, κι ενώ ο Αστέρας, προς γενική έκπληξη, προηγείται 2-1 κι αγγίζει τον τίτλο, ο διαιτητής σφυρίζει πέτσινο πέναλτι. Ακολουθούν τρομακτικά επεισόδια –οι φίλαθλοι του Αστέρα εισβάλλουν στο γήπεδο, πέφτουν πυροβολισμοί– και διακοπή. Τα είκοσι δευτερόλεπτα που απομένουν, ουσιαστικά το χτύπημα του κερδισμένου πέναλτι της Ντεπορτίβο, θα παιχτούν κεκλεισμένων των θυρών μια εβδομάδα μετά, γεγονός που αφήνει στον τερματοφύλακα του Αστέρα, τον Ινδιάνο «Γάτο» Ντιάζ, εφτά ολόκληρα εικοσιτετράωρα αμφιβολιών, σκληρής προπόνησης κι εξαιρετικής μεταχείρισης από μέρους των φιλάθλων –αντρών και γυναικών– της ομάδας. Τι θα γίνει;

Ας αφήσουμε όμως τη λογοτεχνία κι ας μιλήσουμε για την άγρια πραγματικότητα των αργεντίνικων γηπέδων. Ξαναγυρνάμε στο 2003, τον Απρίλιο. Λίγους μήνες πριν την έναρξη της αξιέπαινης πρωτοβουλίας «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα», κάπου στο Μπουένος Άιρες, οι Ντεφενσόρες ντε Καμπασέρες και η Ατλέτικο Ατλάντα παίζουν για την Πριμέρα Β Μετροπολιτάνα. Η Ατλέτικο μάχεται για την σωτηρία της, θέλει νίκη οπωσδήποτε. Απομένουν πέντε λεπτά για το τέλος, το σκορ είναι 0-0, ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι εις βάρος των Ντεφενσόρες, τη συνέχεια τη φανταζόμαστε: οι οπαδοί μπαίνουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο, ξύλο, χαμός, διακοπή.

Ο Λούκας Φερέιρο κουράστηκε να περιμένει

Το ματς θα συνεχιστεί κεκλεισμένων των θυρών από κει που διακόπηκε, όχι μια εβδομάδα αλλά είκοσι τέσσερις μέρες μετά. Το ρεκόρ του Σοριάνο καταρρίπτεται –αλλά θα επανέλθουμε.

Άραγε, ο τερματοφύλακας των Ντεφενσόρες, ο Σέζαρ Γκονζάλες, είχε στο μυαλό του τον ήρωα του Σοριάνο, τον «Γάτο», τον θλιβερό τερματοφύλακα του Πολικού Αστέρα που ήθελε οπωσδήποτε να αποκρούσει το πέναλτι ώστε η όμορφη ξανθιά του χωριού να δεχτεί να τον φιλήσει; Έθεσε κι αυτός ερωτήματα, που στις μέρες μας τα εξετάζει η θεωρία των παιγνίων, αλλά είχαν απασχολήσει και παλιότερα τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο; «Τα χτυπάει  πάντα δεξιά. Αλλά ξέρει ότι το ξέρω. Όμως κι εγώ ξέρω ότι το ξέρει ότι το ξέρω». Άραγε, ο πρόεδρος της ομάδας τον συμβούλεψε «Ε, πέσε αριστερά να τελειώνουμε»; Ο διαιτητής του αγώνα, ο Αλεχάντρο Τόια, φοβήθηκε, άραγε, μην πάθει κι αυτός, όπως στο διήγημα του Σοριάνο, επιληπτική κρίση και δε διαπιστώσει αν τελικά το πέναλτι ήταν εύστοχο; Ο Λούκας Φερέιρο της Ατλέτικο προπονήθηκε τόσο επίπονα στην διάρκεια αυτών των εικοσιτεσσάρων ημερών ώστε να μπορεί να χτυπάει πέναλτι ακόμη και κοιμισμένος; Όπως και να΄χει, τα κατάφερε. Ο Γκονσάλες έπεσε σωστά αλλά δεν ήταν αρκετό. Η Ατλέτικο Ατλάντα κέρδισε και έκανε ένα σπουδαίο βήμα για την παραμονή της –τον Ιούνιο την οριστικοποίησε. Κι η όλη ιστορία επανέφερε στο προσκήνιο το εξαιρετικό διήγημα του Σοριάνο.

Ένας συγγραφέας που έφηβος έπαιξε σέντερ φορ στα τοπικά του Ρίο Νέγρο γνωρίζει τόσο καλά το ποδόσφαιρο ώστε να μπορεί να περιγράψει τα πάντα πριν ακόμη συμβούν; Στην πραγματικότητα, ο Σοριάνο, ως συγγραφέας, είχε ένα άλλο προνόμιο, να δείχνει την πραγματικότητα έτσι όπως θα έπρεπε να είναι.

Το 1953, στο Τσιπολέτι της Παταγονίας, ο δεκάχρονος Οσβάλντο Σοριάνο γνωρίζει μια από τις πρώτες απογοητεύσεις της ζωής του. Η άσημη τοπική ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά στην ιστορία της έναν τίτλο απέναντι στην ισχυρή Ουνιόν Άλλεν Προγκρεσίστα της γειτονικής πόλης. 0-0 λίγα λεπτά πριν τη λήξη, πέναλτι εις βάρος της Άλλεν, εισβολή, διακοπή, το πέναλτι που χτυπιέται δυο εβδομάδες αργότερα. Στην πραγματική ιστορία, η ισχυρή ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα. Και στη λογοτεχνία; Για όσους θέλουν να μάθουν το τέλος, το  διήγημα είναι εδώ, στα αγγλικά. Ο «Γάτος» Ντιάζ, πάντως, παντρεύτηκε τελικά την αδερφή του σκληροτράχηλου δεξιού μπακ του Πολικού Αστέρα.

* Το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου» έχει εμπνεύσει μια μετριότατη κινηματογραφική ταινία. Συστήνουμε καλύτερα μια άλλη, στην οποία βρίσκουμε πολλούς ήρωες του Σοριάνο,«Το ξεχασμένο Μουντιάλ».

Ρόμπι Φάουλερ: O θεός των φίλων της Λίβερπουλ

  [5 Σχόλια]

Το κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω δεν είναι ακριβώς ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο. Μάλλον, είναι ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο  αλλά έχει πολύ μικρή σχέση με το ποδόσφαιρο των ημερών μας. Το κείμενο που θα διαβάσετε -όσοι το διαβάσετε- δεν πρόκειται να σας κάνει σοφότερους σε ποδοσφαιρικά θέματα. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του κι ας είναι ο κεντρικός ήρωάς του κάποιος που βρίσκεται ανάμεσα στους κορυφαίους παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα της Λίβερπουλ. Το κείμενο αυτό είναι για τον Ρόμπι Φάουλερ. Όχι όμως για τον αριστεροπόδαρο τεχνίτη επιθετικό αλλά γι’ αυτόν που βρίσκεται κάτω από την αθλητική φανέλα και λατρεύτηκε όσο λίγοι από τους ανθρώπους του μεγάλου λιμανιού της πόλης των Beatles και του Έλβις Κοστέλο.

O Φάουλερ γεννήθηκε στο Τόξτεθ του Λίβερπουλ το 1975 και βίωσε στην τρυφερή ηλικία των 6 ετών (ευτυχώς ως θεατής) -ενώ είχε αρχίσει να ασχολείται με το ποδόσφαιρο και να δηλώνει φίλος της Έβερτον- μια από τις μεγαλύτερες ταραχές που έζησε αυτή η πόλη. Ήταν 3 Ιουλίου του ’81 όταν η αστυνομία του Λίβερπουλ συνέλαβε τον μαύρο Λιρόι Αλφόνς Κούπερ χρησιμοποιώντας υπερβολική βία (τι περίεργο!) και -ουσιαστικά- βάζοντας το μπαρούτι στην έτοιμη από καιρό να εκραγεί κοινωνία των μαύρων της περιοχής. Αυτά που ακολούθησαν δεν θα τα αναφέρω σε αυτό εδώ το κείμενο. Όποιος θέλει μπορεί να τα βρει στο διαδίκτυο. Απλά να αναφέρω, για όσους δεν το γνωρίζουν, πως εκείνη την περίοδο υπήρχε τεράστιο πρόβλημα στην Αγγλία με τους μαύρους (και στο Λίβερπουλ φυσικά) και δεν είναι τυχαίο πως o πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την φανέλα των «κόκκινων» ήταν ο Χάουαρντ Γκέιλ που το είχε πραγματοποιήσει πάντως την ίδια δύσκολη περίοδο. Για να το πω πιο απλά: Ένας ρατσισμός υπήρχε.  Και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αρνηθεί κανείς. Ο μικρός Ρόμπι όπως ήταν φυσικό, μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια που ανήκε στην εργατική τάξη δεν μπορούσε να μην μάθει να εναντιώνεται σε κάθε μορφής κοινωνική αδικία. Μιλάμε άλλωστε για τα εκρηκτικά 80s της Μάργκαρετ Θάτσερ που έφεραν τεράστιες αλλαγές στον κοινωνικοπολιτικό χάρτη (και) της Βρετανίας. Ο Φάουλερ όσο τα χρόνια περνούσαν άρχισε να αφήνει τους «πλούσιους» της -τότε- Έβερτον και να γίνεται ένα με τους «κόκκινους» της εργατικής τάξης της Λίβερπουλ. Την ομάδα δηλαδή που λάτρεψε και λατρεύτηκε από τους φίλους της σε ολόκληρο τον κόσμο, όχι μόνο για τις γκολάρες του και το πάθος που έβγαζε εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου. Το λαϊκό «κωλόπαιδο» άλλωστε δεν είχε αρχίσει ακόμα να ζει το ποδοσφαιρικό του παραμύθι.

Ο Φάουλερ έγινε παίκτης της Λίβερπουλ το 1993, επί Σούνες. Σε μια περίοδο που στην πόλη κυριαρχούσαν οι συχνές εντάσεις ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και τα όργανα της τάξης, καθώς οι κυβερνώντες είχαν αποφασίσει να εξαθλιώσουν οικονομικά την εργατική τάξη και τα τόσα στόματα που θρέφονταν απ’ αυτή. Η μεγάλη απεργία που είχε ξεσπάσει στο λιμάνι της πόλης, δυστυχώς, δεν είχε βοηθήσει στην καλυτέρευση της κατάστασης σχεδόν καθόλου μιας και τα οικονομικά μέτρα που ακολούθησαν γίνονταν ολοένα και πιο σκληρά. Ήδη από τα τέλη των 80s η Θάτσερ και η κυβέρνησή της είχαν ουσιαστικά διαλύσει οικονομικά τους εργάτες στο λιμάνι και είχαν μειώσει το εργατικό δυναμικό πάνω από το 50%. Οι περισσότεροι από αυτούς υποστήριζαν φανατικά τους «κόκκινους» από την εποχή που ο σπουδαιός Μπιλ Σάνκλι βρίσκονταν στον πάγκο της ομάδας, αλλάζοντας ουσιαστικά τον χάρτη του Αγγλικού ποδοσφαίρου, διδάσκοντας όχι μόνο ποδόσφαιρο αλλά και αξίες που χρειάζεται να έχει ο κάθε άνθρωπος για να ζει μια αξιοπρεπή ζωή. (Τι σημαίνει αξιοπρεπή ζωή για τον κάθε εργάτη το έχει γράψει μοναδικά ο Τζακ Λόντον στο αριστούργημά του «Η σιδερένια φτέρνα»). Ο Φάουλερ είχε ήδη γίνει ο βασικός επιθετικός της Λίβερπουλ. Ήταν μέλος της εθνικής Αγγλίας και -εννοείται- έβγαζε ένα κάρο χρήματα μιας και ήταν το νέο «παιδί-θαύμα» των Άγγλων πριν τον Μπέκαμ και τον Μάικλ Όουεν. Ήταν η περίοδος που η αφίσα του (με ξανθό μαλλί παρακαλώ) κοσμούσε πολλά εφηβικά δωμάτια. Όχι μόνο φίλων της Λίβερπουλ. Ο Φάουλερ ήταν ένα είδωλο της ποπ κουλτούρας, από αυτά που οι Άγγλοι ξέρουν να φτιάχνουν μοναδικά. Ολόκληρος ο κόσμος έδειχνε να του ανήκει.

Στις 20 Μαρτίου του 1997, όταν η Λίβερπουλ αντιμετώπισε την Νορβηγική Μπρανν για τα προημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων (επικρατώντας  με 3-0), έγινε αυτό που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και -εννοείται- την καριέρα του νεαρού επιθετικού της Λίβερπουλ. Το πρώτο παιχνίδι (στη Νορβηγία) είχε λήξει με 1-1 με τον Φάουλερ να σκοράρει ένα από τα πιο όμορφα γκολ της καριέρας του, δίνοντας στη ρεβάνς χαρακτήρα τυπικό.

Στο παιχνίδι του Άνφιλντ ο Φάουλερ θα σκοράρει για το 3-0 στο 77′ και θα μπει για πάντα στις καρδιές όλων των πραγματικών φίλων της ομάδας. Όχι όμως για το γκολ. Η πρόκριση άλλωστε είχε από ώρα κριθεί και στο Άνφιλντ γνωρίζουν πολύ καλά να σέβονται τον αντίπαλο. Όποιος κι αν είναι αυτός. Ο Φάουλερ θα σηκώσει την φανέλα της Λίβερπουλ και θα πανηγυρίσει δείχνοντας στις κάμερες το κατακόκκινο μπλουζάκι που φορούσε κάτω από αυτή, σοκάροντας (;) την «ηθική» UEFA που δεν γουστάρει ιδιαίτερα πολιτικά και αιχμηρά μηνύματα. Στο μπλουζάκι αναγράφονταν επί λέξη «500 λιμενεργάτες του Λίβερπουλ έχουν απολυθεί από το 1995» και ήταν γραμμένο -διόλου τυχαία- πάνω στο διάσημο λογότυπο της φίρμας Calvin Klein. DoCKer είναι ο λιμενεργάτης εις την αγγλικήν για όσους δεν το γνωρίζουν. Το λογότυπο ήταν όντως «σοκαριστικό», έτσι συμβαίνει συνήθως με την αλήθεια, για όλους αυτούς τους υποκριτές που γουστάρουν να έχουν πελάτη τον φτωχό εργάτη (μέσα από το ποδόσφαιρο άλλωστε παίζονται πολλά και μεγάλα πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια, όπως όλοι γνωρίζουμε) αλλά δεν θα νοιαστούν για τον αγώνα και για τις όποιες θυσίες έκανε ή κάνει αυτός για να βρει το «μαγικό» χαρτάκι και την ρέπλικα της ομάδας του.

Με αυτή του την κίνηση ο Φάουλερ έβαζε πλάτη στους λιμενεργάτες του Λίβερπουλ και έδειχνε σε ολόκληρη την Ευρώπη (και τον κόσμο) αυτό που πραγματικά συνέβαινε εκείνο το διάστημα στο διάσημο λιμάνι της πόλης του και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου. Από το 1995 και τις μαζικές απολύσεις της εταιρείας Torside μέχρι το 1997 είχαν συμβεί ένα σωρό «περίεργα» περιστατικά με αρνητικούς αποδέκτες -ποιους άλλους;- τους εργάτες και τις οικογένειές τους. Το εργατικό κίνημα σήκωσε το ανάστημά του, βρήκε βοήθεια και από εργατικά κινήματα άλλων χωρών και τελικά κέρδισε την μάχη και αυτά που του αναλογούσαν. Εννοείται πως για να αλλάξουν όλα αυτά η κίνηση του ποδοσφαιριστή δεν ήταν κάτι το σημαντικό, ήταν όμως η καλύτερη διαφήμιση  και έδειξε πως ακόμα και πίσω από τα φώτα του ποδοσφαίρου, των τεράστιων ποσών, των όμορφων σταρλετίτσων που λειτουργούν ως «ουρές» και «βιτρίνες» για ένα σωρό παίκτες και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των χαρτογιακάδων, υπάρχουν ακόμα ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται ουσιαστικά για κάτι, τσαλακώνοντας την αστραφτερή τους εικόνα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ρόμπι Φάουλερ. Για την ιστορία η UEFA είχε τιμωρήσει τον Φάουλερ με πρόστιμο που είχε αγγίξει τα 2.000 ελβετικά φράγκα.

O Φάουλερ πανηγύρισε αρκετούς σημαντικούς τίτλους, έκανε πολλά ατομικά ρεκόρ και σκόραρε μερικά από τα ομορφότερα γκολ στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ και των κυπέλλων Αγγλίας. Έφυγε για τη Λιντς, αγωνίστηκε στη Σίτι -δυναμιτίζοντας κι άλλο τα ντέρμπι του Μάντσεστερ- και επέστρεψε στην ομάδα της καρδιάς του (με πολλά παραπανίσια κιλά και λαβωμένος από τραυματισμούς) για όλους αυτούς που τον λάτρεψαν. Τσακώθηκε με αρκετούς μιας και δεν μπορούσε να κρυφτεί ποτέ πίσω από το δάχτυλό του. Τίμιος μέχρι το τέλος της καριέρας του. Αληθινός και ρομαντικός, όπως τότε που έπαιζε ποδόσφαιρο στους δρόμους με τα παιδικά του φιλαράκια. Όπως τότε που πανηγύρισε σαν να «σνιφάρει» μπροστά από τους φίλους της Έβερτον, που τον κατηγορούσαν για χρήση ναρκωτικών. Όπως τότε που έγινε ένα κουβάρι με τους φίλους της Λίβερπουλ στις κερκίδες του Ατατούρκ κλαίγοντας από χαρά για το 5ο Πρωταθλητριών (ως παίκτης της Σίτι).

Περισσότερο από όλα αυτά όμως λατρεύτηκε από τους πραγματικούς φίλους της ομάδας (αυτούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ως γνήσιοι scousers) για εκείνη την κίνησή του στο ματς με την Μπρανν και για την εν γένει στάση του απέναντι στους φτωχούς και τους κατατρεγμένους της πόλης του. Γι’ αυτό και το παρατσούκλι που του κόλλησαν στο KOP ήταν πάνω και από το «βασιλιάς» που θα ακολουθεί πάντα τον Κένι Νταλγκλίς (τον κορυφαίο παίκτη που φόρεσε ποτέ την φανέλα της ομάδας) και αυτό δεν είναι άλλο από το «Θεός». Γιατί ακριβώς αυτό είναι ο Ρόμπι Φάουλερ. Για όλους αυτούς που έζησαν τα δύσκολα χρόνια της ομάδας στα 90s (μετά το Χέιζελ και το Χίλσμπορο) αλλά και της τσέπης τους,  λόγω του «πολέμου» που δέχθηκαν επί Θάτσερ στα 80s. Ένας από αυτούς που τους έδινε δύναμη να παλέψουν στη δύσκολη καθημερινότητα για ένα καλύτερο αύριο, εκτός φυσικά των εκπληκτικών τερμάτων που σκόραρε για την ομάδα τους, κάνοντάς τους να ξεχάσουν τα όποια προβλήματα -έστω- για 90 λεπτά. Ο ΘΕΟΣ τους.

Οικογενειακές ανισότητες

  [1 Σχόλιο]

Πριν λίγες μέρες ασχοληθήκαμε με τον Αλεχάντρο Νταρίο Γκόμες, γνωστό ως «Πάπου» Γκόμες. Ο κοντούλης Αργεντινός παίκτης της Αταλάντα επί τη ευκαιρία των καλοκαιρινών χριστουγεννιάτικών του διακοπών, έκανε την απαραίτητη μύηση του γιου του στον μαγικό κόσμο του ποδοσφαίρου με ένα τάκλιν που κανονικά πρέπει να επιφέρει διαδικασία αυτοφώρου κι ο ίδιος σχολίασε λέγοντας «μόνο μπάλα».

Ο Πάπου όμως φαίνεται ότι μάλλον έχει μια διαφορετική σχέση με την κόρη του και σίγουρα άλλη συμπεριφορά. Εμφανίστηκε με το περιβραχιόνιο της Αταλάντα στον αγώνα με την Κιέβο με ένα ιδιαίτερο σχέδιο. Στο πολύχρωμο περιβραχιόνιο υπήρχαν οι χαρακτήρες του Frozen της Disney και μαζί, η μικρή του κόρη Άννι. Τελικά του έφερε γούρι, ο Πάπου σκόραρε δυο φορές (φιλώντας το περιβραχιόνιο, όπως ο Ραούλ κι ο Τσιάρτας τη βέρα τους) κι η Αταλάντα πήρε τη νίκη με 4-1 συνεχίζοντας την καλή της πορεία (μια που βρίσκεται στην έκτη θέση). Όπως μάθαμε αργότερα, η Άννι είχε τα γενέθλιά της. Κανείς δεν ξέρει τι έκανε στα γενέθλια του μικρού Μπαουτίστα. Πιθανότατα θα τον έβαλε να σκάψει στην αυλή και μετά θα τον έστειλε για διάβασμα.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φόρα που ο Πάπου έχει κάνει τέτοιες… τρέλες. Στο παρελθόν έχει φορέσει περιβραχιόνιο με την Master League του PES (!!), το σήμα του Μπάτμαν, κάποια άλλα καρτούν, τον Πάπα, την Σαπεκοένσε και φυσικά ένα αφιερωμένο στην ημέρα της μητέρας. Πρόσφατα ανέβασε μια φωτογραφία με τον συμπαίκτη του Αντρέα Κόντι, όπου αναπαριστούν την σκηνή με τον Τιτανικό, με τον ίδιο να ανοίγει τα χέρια σαν Κέιτ Γουίνσλετ. Ο Πάπου Γκόμες είναι μια από αυτές τις φυσιογνωμίες που φαίνεται να διασκεδάζουν τη ζωή τους στο ποδόσφαιρο.

Όλα αυτά θα ήταν αδιάφορα αν ο Γκόμες δεν ήταν το ίδιο διασκεδαστικός και μέσα στο γήπεδο. Δεν είναι τυχαίο ότι τον έκαναν αρχηγό στην ομάδα, ούτε τυχαία η αγάπη του κόσμου της Αταλάντα γι’ αυτόν. Την στιγμή που φορούσε το Frozen περιβραχιόνιο και σκόραρε, στο Μπέργκαμο υπήρχε ένα πανό που έγραφε «Don’t touch my Papu». Δείγμα της καλής σχέσης κόσμου και παίκτη. Άλλωστε πριν λίγο καιρό το όνομά του ακούστηκε για την εθνική Ιταλίας, με τον εκλέκτορα να τον έχει στο στόχαστρο, μια που ο Γκόμες έχει διπλή υπηκοότητα. Δυστυχώς όμως, δεν θα μπορέσει να γίνει μια περίπτωση Καμορανέζι, μια που έχει φορέσει τη φανέλα των μικρών εθνικών Αργεντινής και δεν έχει δικαίωμα. Συνεπώς, θα μπορούμε να τον απολαμβάνουμε να βάζει τέτοια γκολ με τη φανέλα της Αταλάντα μόνο:

Τομ Ντέιβις: η μεγάλη ελπίδα της Έβερτον

  [9 Σχόλια]

Πριν λίγες μέρες η Έβερτον υποδέχτηκε την -πάντα ανταγωνιστική- Σαουθάμπτον στο Γκούντισον Παρκ με μοναδικό σκοπό τη νίκη. Είχε προηγηθεί η ήττα από τη συμπολίτισσα Λίβερπουλ (πριν μερικές αγωνιστικές) στις καθυστερήσεις με 0-1, μια ήττα που -εννοείται- είχε πονέσει πολύ τα «ζαχαρωτά» και στο βαθμολογικό κομμάτι αλλά και σε αυτό του γοήτρου. Κανένας μας δεν θέλει να χάνει σε τοπικό ντέρμπι ακόμα και αν πρόκειται για την τελευταία κατηγορία οποιουδήποτε πρωταθλήματος. Αυτό είναι γνωστό και όσοι έχουν κλωτσήσει έστω και λιγάκι μια μπάλα το γνωρίζουν πολύ καλά. Σε αυτή την αναμέτρηση ο Κούμαν είχε την ιδέα να ξεκινήσει στη βασική εντεκάδα τον νεαρό Τομ Ντέιβις. Ένα 18χρόνο παιδί από τα σπλάχνα της ομάδας και άρρωστο με την Έβερτον (o θείος του ο Άλαν Γουίτλ είχε κερδίσει το πρωτάθλημα του 1970 με την Έβερτον και είχε αγωνιστεί κόντρα και στον ΠΑΟ τη σεζόν του Γουέμπλεϊ). Η θέση του, αμυντικός μέσος. Το νούμερο στη φανέλα, το 26 (καθόλου τυχαίο) και το παρουσιαστικό του σαν χαρακτήρας από το Game of Thrones. Ένας τυπικός νεαρός Βρετανός, έτοιμος (σύμφωνα πάντα με τους Άγγλους) να κατακτήσει τον κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Ντέιβις ήταν πολύ καλός δίπλα στον Γκουεγιέ και μάλιστα έβγαλε μια εξαιρετική κάθετη πάσα στον Λουκάκου για το 3-0 στο τέλος της αναμέτρησης. Ο Κούμαν μπορεί να τρίβει τα χέρια του από ευχαρίστηση μιας και στο πρόσωπο του νεαρού μπορεί να βρει τον παίκτη που θα ηγηθεί της μεσαίας γραμμής της Έβερτον στο κοντινό μέλλον, δίχως να σπαταλήσει μια μικρή περιουσία. Όταν μάλιστα ο νεαρός έχει την τύχη να μαθαίνει δίπλα στον εξαιρετικό Γκάρεθ Μπάρι, τον ιδιαίτερα ταλαντούχο (και κάποτε «παιδί-θαύμα») Τομ Κλεβερλέι, τον αρτίστα Ρος Μπάρκλεϊ και φυσικά τον θρύλο Ρόναλντ Κούμαν τότε ναι, το μέλλον μπορεί να εξελιχθεί πολύ καλά για τον νεαρό «Εβερτόνιαν». Δεν συνηθίζω να γράφω για παίκτες που θεωρούνται ταλέντα και να κάνω προβλέψεις για την πιθανή πορεία τους, ιδίως για παίκτες που δεν έχω δει αρκετά να αγωνίζονται. Δεν παίζω άλλωστε και manager και δεν μου αρέσει η λογική του «σκάουτερ του πληκτρολογίου» και θυμάμαι και ένα μεγάλο προσωπικό κάζο σε πρόβλεψή μου πριν χρόνια (σε κάποιο άλλο μπλογκ που έγραφα με το κανονικό μου όνομα) για τον Έμλιν Χιουζ της Ντέρμπι. Έναν εξαιρετικό (τότε) κεντρικό μέσο που περιμέναμε πολλοί να εξελιχθεί σε παίκτη κορυφαίου επιπέδου σε μεγάλη ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ. Τον έχουν ακούσει φαντάζομαι μόνο όσοι ασχολούνται και με την Τσάμπιονσιπ (όπως εγώ) μιας και παρέμεινε στη Ντέρμπι (Για να δικαιολογηθώ λιγάκι, να σας πω πως είχε και ένα σοβαρό τραυματισμό).

Ο Κούμαν σε συνέντευξη που είχε δώσει στην Liverpool Echo μετά τη νίκη με 0-2 επί της Λέστερ είχε σταθεί αρκετά στον Ντέιβις. Ο Ολλανδός προπονητής ρωτήθηκε για την χρησιμοποίηση του νεαρού ως αλλαγή στη θέση του Μπάρι στο παιχνίδι κόντρα στην Τσέλσι, σε ένα χρονικό σημείο που η ομάδα του Ολλανδού ήταν πίσω στο σκορ και τι είχε κερδίσει ο νεαρός με αυτή τη συμμετοχή. Ο Κούμαν απάντησε «Αυτό που κέρδισε το είδατε σήμερα. Τον έβαλα στο ίδιο χρονικό σημείο κόντρα στη Λέστερ, πάλι ως αλλαγή του Μπάρι και ήταν εξαιρετικός. Το γκολ του Λουκάκου στο 90′ που κλείδωσε και την νίκη μας δεν θα είχε επιτευχθεί αν δεν είχε παίξει τόσο καλά ο Τομ. Ρωτήστε και τον Λουκάκου. Τα τρεξίματα του Τομ ήταν τρομακτικά. Σε κάποια φάση ο Λουκάκου του φώναξε να μην τρέχει τόσο πολύ. Πως μπορείς να βάλεις σε καλούπια την ενέργεια ενός παιδιού; Ο Τομ ήταν εκπληκτικός». Ο νεαρός πάντως σιγά-σιγά κερδίζει ολοένα και περισσότερο χρόνο κάτι που του δίνει ψυχολογία και σταθερότητα στο παιχνίδι του και κάτι μου λέει πως θα πάρει πολλές ευκαιρίες από τον Κούμαν μέχρι το τέλος της σεζόν. Ως ώρας αυτά που μας έχει δείξει είναι η καλή πάσα και τα απίστευτα τρεξίματα. Μένει να δούμε αν διαθέτει και επιθετικά χαρίσματα αν και στην ηλικία που βρίσκεται έχει τεράστια περιθώρια βελτίωσης, αν φυσικά δουλέψει. Όσοι θέλετε τσεκάρετέ τον. Εγώ το έχω κάνει ήδη.

Ερνάν Κρέσπο: Ο άνθρωπος στη σκιά του Μπατιστούτα

  [6 Σχόλια]

Για σχεδόν είκοσι χρόνια φιλοδώρησε ένα σωρό εστίες με πολλά, πάρα πολλά τέρματα. Ένας ολοκληρωμένος φορ που χωρίς να είναι ο πιο γρήγορος του κόσμου ή ο πιο δυνατός ή ο πιο τεχνίτης, τα είχε όλα σε μεγάλο ποσοστό και τα έκανε όλα σε βαθμό παραπάνω από ικανοποιητικό. Ένα πλήρες πακέτο. Θες κοντινά τελειώματα; Θες κεφαλιές; Θες βρωμόσουτα; Θες ψαλιδάκια; Θες τακουνάκια; Θες με το δεξί; Θες με το αριστερό; Ο Ερνάν Χόρχε Κρέσπο είχε σκοράρει με όλους αυτούς τους τρόπους (και μερικούς ακόμα), τελειώνοντας μια καριέρα με περίπου 300 γκολ σε συλλόγους και εθνική, πανάκριβες μεταγραφές και αρκετές επιτυχίες.

Κι όμως, αυτή η ιστορία ενός ανθρώπου που κατέκτησε πρωταθλήματα σε Αργεντινή, Ιταλία, Αγγλία, ένα Λιμπερταδόρες και ένα ΟΥΕΦΑ και μερικά ακόμα κύπελλα, βρισκόταν σχεδόν πάντα ως δεύτερη, πίσω από αυτή ενός άλλου παίκτη. Όταν γεννήθηκε ο Κρέσπο, ο μικρός τότε Γκαμπριέλ Μπατιστούτα πιθανότατα να έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα σε κάποια αλάνα καθώς τους χώριζαν έξι χρόνια. Όπως ο Μπατιγκόλ παραλίγο να μην παίξει μπάλα γιατί ήθελε να σπουδάσει, έτσι κι ο Κρέσπο παραλίγο στα 14 του να σταματήσει την μπάλα, όταν του είπαν από τις ακαδημίες της Ρίβερ ότι θα τον αφήσουν ελεύθερο. Ευτυχώς για τον Κρέσπο, ένας ιστορικός παίκτης της ομάδας που πίστευε σε αυτόν, ο Νορμπέτο Αλόνσο, επέμεινε έντονα και τελικά ο Ερνάν έμεινε στην αγαπημένη του Ρίβερ.

Η ιστορία Κρέσπο-Μπατιστούτα έχει πολλά κοινά. Κάποιες φορές ο ένας ακολουθούσε τα βήματα του άλλου, κάποιες φορές έκαναν παράλληλα τα ίδια πράγματα και κάποιες λίγες βρίσκονταν μαζί (και πάλι όμως ως ανταγωνιστές). Ο Μπατιστούτα έφυγε το 1990 από τη Ρίβερ Πλέιτ και ο Κρέσπο ξεκίνησε εκεί την καριέρα του τρία χρόνια αργότερα. Ήταν στα μέσα του 1993 όταν ετοιμαζόταν να πάει πενταήμερη με τους συμμαθητές του στην πανέμορφη περιοχή Μπαριλότσε της Αργεντινής. Δέχτηκε όμως ένα τηλεφώνημα και αμέσως ακύρωσε τις ετοιμασίες. Ο Πασαρέλα τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα της Ρίβερ και μια μεγάλη καριέρα ξεκινούσε.

Ήδη ο Μπατιγκόλ είχε πάει στη Φιορεντίνα και το 1996 ο Κρέσπο (μετά από το προσωπικό του σόου στο Λιμπερταδόρες εκείνης της σεζόν) έκανε σχεδόν το ίδιο ταξίδι για μια εξίσου μικρομεσαία ομάδα, 200 περίπου χιλιόμετρα πιο βόρεια, την Πάρμα. Εκεί βρήκε ένα σύνολο που είχε ήδη κατακτήσει ένα κύπελλο και ένα ΟΥΕΦΑ τα προηγούμενα χρόνια. Η νέα Πάρμα του Αντσελότι (και αργότερα του Μαλεζάνι) στηρίχθηκε στον Κρέσπο μαζί με άλλους παίκτες, όπως ο πιτσιρικάς Μπουφόν και ο Λιλιάν Τουράμ και ήταν μια από τις πιο συμπαθητικές και ενδιαφέρουσες ομάδες που είδαμε. Στην Πάρμα τον έμαθε πλέον όλος ο ποδοσφαιρικός κόσμος με τα κατορθώματά του.


Σενσίνι, Τουράμ, Βερόν, Μπουφόν, Κιέζα, Καναβάρο, Κρέσπο, δεν περιγράφω άλλο…

Ο Μπατιστούτα με τα βιολετί και ο Κρέσπο με τα κίτρινα-μπλε πυροβολούσαν συνεχώς. Σε μια χώρα όπως η Αργεντινή, που παθιάζεται με την μπάλα και ψάχνει συνεχώς να δημιουργεί διλήμματα, που είναι χωρισμένη σε οπαδούς του ρομαντικού Σέζαρ Λουίς Μενότι και του μακιαβελικού Κάρλος Μπιλάρδο, το νέο καυτό ποδοσφαιρικό ερώτημα δημιουργήθηκε γρήγορα: «Χωράνε Μπατιστούτα και Κρέσπο μαζί στην ίδια εντεκάδα;» Ο Πασαρέλα δεν ενθουσιάστηκε από αυτή την ιδέα. Στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1998 οι δυο τους συνυπήρξαν στην εντεκάδα μόλις δύο φορές με τον «Βαλνταντίτο» (εξαιτίας της ομοιότητας Κρέσπο-Βαλντάνο) να μπαίνει αλλαγή. 34 λεπτά στο 0-0 στην Ουρουγουάη και άλλα 34 απέναντι στην Κολομβία και πάλι σε ισοπαλία 1-1. Πριν το Μουντιάλ της Γαλλίας, ο Πασαρέλα φαινόταν ότι προετοίμαζε τον Κρέσπο για βασικό, αλλά οι εμφανίσεις του Μπατιστούτα στα φιλικά και το γεγονός ότι ο Κρέσπο προερχόταν από τραυματισμό τού άλλαξαν τη γνώμη. Ο Μπατιγκόλ έκανε ένα εξαιρετικό Μουντιάλ με πέντε γκολ, ενώ δίπλα του αγωνιζόταν κυρίως ο Κλαούντιο Λόπες. Ο Κρέσπο μπήκε αλλαγή μόνο σε ένα ματς, αυτό απέναντι στην Αγγλία, έχασε ένα πέναλτι αλλά τελικά η Αργεντινή πέρασε με 4-3. Φτωχή παρουσία.

Οι παράλληλοι βίοι συνεχίστηκαν και το καλοκαίρι του 2000 όταν Ρόμα και Λάτσιο έδωσαν περίπου 80 εκατομμύρια για να τους φέρουν στην αιώνια πόλη. Ήταν η ώρα να κάνουν το βήμα παραπάνω να πάρουν το σκουντέτο που τους έλειπε. Ο Κρέσπο το είχε αγγίξει στην πρώτη του χρονιά, όταν η Πάρμα έμεινε μόλις 2 βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Γιουβέντους και τώρα πήγαινε στην πρωταθλήτρια Λάτσιο. Βγήκε τελικά πρώτος σκόρερ μπροστά από Σεβτσένκο, Κιέζα, Μπατιστούτα και Βιέρι, αλλά ο Μπατιγκόλ ήταν και πάλι αυτός που χαμογέλασε, καθώς η Ρόμα πήρε τον τίτλο κι η Λάτσιο βγήκε τρίτη.

Τα συλλεκτικά λεπτά συνύπαρξης Κρέσπο-Μπατιστούτα το 1999

Το 2002 με τον Μαρσέλο Μπιέλσα προπονητή της ίσως καλύτερης Αργεντινής από άποψη ταλέντου όλων των εποχών, ο κόσμος ήθελε να δει στα γήπεδα της Κορέας-Ιαπωνίας το ντουέτο βασικό μαζί. Η πίεση από τα ΜΜΕ και τον κόσμο αφόρητη, αλλά ο Μπιέλσα όπως και ο Πασαρέλα δεν το τόλμησε ποτέ. Συνυπήρξαν ξανά μόλις για εννιά λεπτά, σε ένα από τα πρώτα φιλικά της εποχής Μπιέλσα. Στο Άμστερνταμ με την Ολλανδία, ο Μπιέλσα έκανε αλεφαντίσια αλλαγή στην αλλαγή και πέρασε τον Κρέσπο στη θέση του Τζιουλιμινπιέτρο. Για εννιά συλλεκτικά λεπτά πάτησαν χορτάρι μαζί και σε μια ωραία προσπάθεια του Κλαούντιο Λόπες από τα αριστερά, ο Κρέσπο άφησε (ή δεν έφτασε, αλλά εμείς προτιμούμε την πρώτη εξήγηση) την μπάλα και ο Μπατιστούτα κεραυνοβόλησε τον φαν ντερ Σαρ για το 1-1. Οι οπαδοί στο Άμστερνταμ Αρένα ήταν οι τελευταίοι που τους είδαν μαζί να πατούν περιοχή.

Ο Μπιέλσα ήταν κάθετα αντίθετος στην ταυτόχρονη χρησιμοποίησή τους, είχε ένα ρόστερ με πολλή ποιότητα και φαινόταν ότι τελικά κατέληγε στον Κρέσπο για βασικό. Τελικά, όπως και το 1998, οι εμφανίσεις του Μπατιστούτα στα φιλικά άλλαξαν γνώμη στον προπονητή. O 33χρονος Μπατιστούτα ξεκίνησε βασικός τρεις φορές, σκόραρε μόνο με τη Νιγηρία και τρεις φορές ο Κρέσπο τον αντικατέστησε. Ισοφάρισε στο 88′ στο ματς με τη Σουηδία αλλά η Αργεντινή δεν γλίτωσε το φιάσκο του αποκλεισμού.

Το μοναδικό γκολ του Κρέσπο το 2002 και τα δάκρυα του Μπατιστούτα

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2014, όταν ο Λόκο Μπιέλσα ήταν στην Μαρσέιγ ξαναθυμήθηκε την ιστορία. Έχοντας στην Μασσαλία τους  Ζινιάκ και Μπατσουαγί, έπρεπε να πείσει τον κόσμο ότι δεν χωρούν κι οι δύο στην ομάδα του ως βασικοί.

«Εδώ και 15 χρόνια το σκέφτομαι. Όποιον Αργεντινό και αν ρωτήσεις, θα σου μιλήσει άσχημα για μένα στο συγκεκριμένο θέμα. Δεν νομίζω ότι είναι πρόβλημα να χρησιμοποιήσω δύο επιθετικούς. Το πρόβλημα είναι ότι αφαιρώ έναν άλλον από την ομάδα. Για να βάλεις ένα ακόμα φορ, θα πρέπει να αφαιρέσεις κάποιον από τις πτέρυγες ή κάποιον δημιουργικό παίκτη και καμία από αυτές τις λύσεις δεν με βρίσκει σύμφωνο»

Τα παιχνίδια της μοίρας δεν τελείωσαν όμως. Τον Ιανουάριο του 2003 ο Κρέσπο, ως παίκτης της Ίντερ πλέον, τραυματίστηκε μένοντας για αρκετό καιρό έξω κι ο Μπατιστούτα ήρθε δανεικός από τη Ρόμα. Ήταν η πρώτη φορά ουσιαστικά που αντιστράφηκαν οι ρόλοι, που ο Μπατιγκόλ έγινε η ρεζέρβα του Κρέσπο. Ο Μπατιστούτα ήταν ο παρτενέρ του Βιέρι, με το κορμί του όμως πλέον να τον πονάει και να βρίσκεται σε πτώση. Η ταυτόχρονη παρουσία Κρέσπο-Μπατιγκολ σε σύλλογο, έφερε ελπίδες να τους δούμε επιτέλους βασικούς μαζί. Τον Απρίλιο του 2003, με τον Κρέσπο να έχει επιστρέψει και τον Βιέρι τραυματία οι Ιταλοί περίμεναν ότι στο Ίντερ-Λάτσιο θα ζούσαμε την ιστορική στιγμή. Τα αργεντίνικα ΜΜΕ έκαναν εκτενείς αναφορές στο γεγονός. Τελικά ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ ξεκίνησε τον Ρεκόμπα πλάι στον Κρέσπο και αργότερα πέρασε τον Μάρτινς στη θέση του. Η ιστορία μάς άφησε με τα 81 συνολικά λεπτά των δύο επί Πασαρέλα και Μπιέλσα. Το ερώτημα δεν θα απαντηθεί ποτέ.

Κανείς δεν μιλάει για το υπέροχο τσίμπημα του Κρέσπο

Ο γηραιότερος Μπατιστούτα αποσύρθηκε, αλλά ο Κρέσπο συνέχισε την σπουδαία του καριέρα. Η πρώτη του σεζόν στην Τσέλσι ήταν θετική, αλλά ο έρωτας του Μουρίνιο για τον Ντρογκμπά τον έφερε δανεικό στην Μίλαν την επόμενη σεζόν. Θα μπορούσαμε ακόμα να μιλάμε για το Τσάμπιονς Λιγκ του Κρέσπο αν τα δυο γκολ του στον τελικό της Πόλης, δεν τα είχαν σβήσει ο Ντούντεκ και η επική νίκη της Λίβερπουλ. Ακόμα μια στιγμή δόξας που χάθηκε. Ένα χρόνο αργότερα, χωρίς Μπατιστούτα πλέον, ο Κρέσπο κατάφερνε να πάρει επιτέλους θέση βασικού σε ένα Μουντιάλ. Στα γήπεδα της Γερμανίας, απαλλαγμένος από τις συγκρίσεις, σκόραρε τρεις φορές σε τέσσερις συμμετοχές, αλλά η Αργεντινή έπεσε στις μακριές άσπρες κάλτσες του Γενς Λέμαν και αποκλείστηκε. Ο Ερνάν συνέχισε να παίζει μπάλα και σταμάτησε στην Πάρμα, όταν πια με γκρίζο κοντό μαλλί και όχι αληταμπουροαργεντίνικη μαλλούρα στα 36 του βγήκε πρώτος σκόρερ της με 9 γκολ. Παρακολούθησε την καταστροφή της ομάδας, ανήμπορος να βοηθήσει, έχοντας αποσυρθεί. Ένας από τους πιο πλήρεις επιθετικούς όλων των εποχών, με μια καριέρα γεμάτη προσωπικές και συλλογικές επιτυχίες, αλλά πάντα πίσω από έναν εξίσου τεράστιο παίκτη στην εθνική της χώρας.

Ο Άνθρωπος που Γλίτωσε από τον Πόλεμο και Χάθηκε στο Ποδόσφαιρο

  [2 Σχόλια]

Ένα από τα πράγματα που κάνουμε στο τέλος του χρόνου είναι η ανασκόπηση και ένα άλλο το να αγοράζουμε βιβλία. Κοιτώντας εδώ στο σάιτ κάποια πράγματα ξαναδιάβασα το ποστ για τον (πολυαγαπημένο ήρωα της Βαρκελώνης) Λάζλο Κουμπάλα. Παράλληλα, σε κάποιο βιβλιοπωλείο έπεσε το μάτι μου στη φρέσκια μετάφραση, στα Ισπανικά, του βιβλίου «Ο Περιπλανώμενος Προπονητής», αφιερωμένο στον Έρνο Ερμπστάιν, προπονητή και δημιουργό της «Γκραν Τορίνο».

Ο Έρνο Ερμπστάιν γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1898 στη Βουδαπέστη. Όπως φανερώνει το όνομά του ήταν ένας από τους πολυάριθμους Εβραίους της πόλης. Παράλληλα με τις διάφορες δουλειές που έκανε ως παιδί κλοτσούσε και μια μπάλα. Τελικά η μπάλα τον κέρδισε και έγινε ποδοσφαιριστής. Παρόλο που πολέμησε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αμέσως μετά τη λήξη του και σίγουρος πια ότι το ποδόσφαιρο ήταν το επάγγελμα της ζωής του πείθει τη γυναίκα του να μετακομίσουν στην Ιταλία όπου το ποδόσφαιρο ήταν επαγγελματικό. Υπογράφει στην Φιουμάνα (σήμερα το Φιούμε ανήκει στην Κροατία) και παίρνει μεταγραφή σε λίγα χρόνια για τη Βιτσέντζα, ομάδα της Σέριε Β τότε. Το 1928 δέχεται ένα τηλεφώνημα από την Εβραϊκή κοινότητα της Νέας Υόρκης να πάει να παίξει μπάλα εκεί. Πηγαίνει, χωρίς να τον ακολουθήσει αυτή τη φορά η γυναίκα του με την κόρη τους, οι οποίες έμειναν στην Ιταλία.

Στη Νέα Υόρκη δεν περνάει καλά μακρυά από την οικογένειά του, ενώ την ίδια ώρα ο Μουσολίνι κυβερνάει πια την Ιταλία, με την Εβραϊκή κοινότητα να υφίσταται τις πρώτες ρατσιστικές επιθέσεις. Κρεμάει τα παπούτσια του και γυρνάει στην Ιταλία ως προπονητής στο Μπάρι. Μετά από μερικές πετυχημένες χρονιές του γίνεται πρόταση να αναλάβει τον πιο ποθητό πάγκο της Ευρώπης τη δεκαετία του 1930, εκείνον της Τορίνο. Παρά τις σκληρές μεθόδους προπόνησης που εφήρμοσε (μαρτυρίες λένε ότι έδενε τα πόδια των ποδοσφαιριστών στους αστραγάλους και τους έβαζε να τρέχουν), οι παίχτες του τον λάτρευαν σε επίπεδο ειδωλολατρίας.

Εφαρμόζοντας το ρατσιστικό νόμο του Μουσολίνι «Μανιφέστο της Ράτσας», σύμφωνα με τον οποίο θα απελαύνονταν όλοι οι μη-Ιταλοί από τη χώρα, την 1η Δεκεμβρίου 1938 καραμπινιέροι βρέθηκαν έξω από το προπονητικό κέντρο της Τορίνο και τον ρώτησαν αν είναι Ιταλός. Απάντησε ότι είναι Ούγγρος. Μετά τον ρώτησαν αν είναι και Εβραίος. Τότε ο Ερμπστάιν έδωσε μια θρυλική απάντηση: «Ανήκω στη ράτσα των ανθρώπων. Άλλωστε εσείς ξέρετε ότι κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή βρίσκομαι στο γήπεδο». Παρόλα αυτά, δύο μέρες μετά με μια δημοσίευση στην εφημερίδα ‘Λα Στάμπα’, η Τορίνο τον απέλυε «ώστε να είναι σύμφωνη με τo ρατσιστικό νόμο».

Τότε ξεκινάει η περιπλάνησή του στην Ευρώπη. Προσπάθησε να μπει στην Ολλανδία, όπου τον είχε καλέσει ο παλιός του συμπαίχτης Άρμπαν Βάιτς, αλλά τον μπλόκαραν στα σύνορα, καθώς δεν ήταν Άριος. Επιστρέφει στη Βουδαπέστη και γλιτώνει από τους διωγμούς κατά των Εβραίων δουλεύοντας σε μια φάμπρικα κλωστοϋφαντουργίας. Εκεί συναντά τον μετέπειτα αρχηγό της Γκρανάτα, Φερρούτσιο Νόβο. Δουλεύει εκεί μέχρι το 1944, όταν και αναγκάζεται μαζί με την οικογένεια του να αφήσει το σπίτι του στο κέντρο της Βουδαπέστης. Στη μεγάλη σφαγή των Εβραίων της Βουδαπέστης, της 19ης Μαρτίου 1944, επιβιώνει διότι στο δίλημμα «στρατόπεδο συγκέντρωσης ή θάνατος» επιλέγει το πρώτο. Τον πηγαίνουν σε χωράφια καταναγκαστικής εργασίας, ενώ αγνοεί την τύχη της οικογένειάς του.

Μετά την απελευθέρωση της Ουγγαρίας από τον Κόκκινο Στρατό επανενώνεται με τους δικούς του και επιστρέφει άμεσα στο Τορίνο. Εκεί του ξαναδίνουν το πόστο του προπονητή και χτίζει μια θρυλική ομάδα που παίρνει 5 συνεχόμενα πρωταθλήματα και έχει 10 στους 11 παίχτες της Σκουάντρα Ατζούρα δικούς της. Το κόκκινο της Γκρανάτα βέβαια, μαζί με την προσωπική του ιστορία των διώξεων και την Εβραϊκή του καταγωγή, πλέον σημαίνουν ότι θεωρείται κομμουνιστής. Στο συντηρητικό Τορίνο αυτό ήταν πάλι ένα βαρύ φορτίο, πόσο μάλλον όταν ο εκδότης της κομμουνιστικής εφημερίδας, Ραφ Βαλλόνε, ήταν φίλος του. Τον κατηγόρησαν ότι ήταν Σοβιετικός κατάσκοπος και ότι είχε στήσει ένα παιχνίδι μεταξύ της Ιταλίας και της Σοβιετικής Ένωσης (φιλικό που δεν υπάρχει καταγεγραμμένο πουθενά, έγινε το 1947 και κέρδισαν 2-3 οι Σοβιετικοί). Ο ίδιος απαντούσε με τίτλους.

Ο Ερμπστάιν ήταν στο αεροπλάνο που έπεσε στη Σουμπέργκα, ένα από τα 31 θύματα του δυστυχήματος που εξαφάνισε την καλύτερη τότε ομάδα της Ευρώπης. Η κόρη του θεώρησε ότι ο πατέρας της δεν παίρνει την αναγνώριση που του αξίζει στον ποδοσφαιρικό κόσμο και γι’αυτό μαζί με τον δημοσιογράφο Λεονκάρλο Σεττιμέλι, έγραψαν τη βιογραφία του Έρνο Ερμπστάιν. Το βιβλίο «Περιπλανώμενος Προπονητής» απ’όσο έψαξα δεν έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά. Για όποιον ενδιαφέρεται υπάρχει διαθέσιμο στα Ιταλικά, τα Ισπανικά και τα Αγγλικά.

Όταν η Άρσεναλ άλλαξε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ολοένα και περισσότερο τη χρήση των τριών κεντρικών αμυντικών σε πολλές ομάδες, τόσο σε εθνικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η «μόδα» που επέστρεψε χάρις στη Γιουβέντους, εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο πως αυτό το σύστημα όχι μόνο δεν είναι παλιομοδίτικο και αμυντικό (όπως πιστεύουν πολλοί) αλλά πως αν χρησιμοποιηθεί σωστά είναι ικανό για επιθετικό και ελκυστικό ποδόσφαιρο (και εννοείται χαρίζει πολλούς βαθμούς και οι βαθμοί τους τίτλους). Τα είχαμε γράψει για την Ουαλία του Κόουλμαν το καλοκαίρι, τα βλέπουμε και με την Τσέλσι του Κόντε στη φετινή Πρέμιερ Λιγκ. Σε ένα πρωτάθλημα που ελπίζω να μην εξελιχθεί σε κούρσα για ένα και μόνο άλογο. Ακόμα και ο «πολύς» Πεπ Γκουαρδιόλα έχει χρησιμοποιήσει αυτό το σύστημα (με τις παραλλαγές του) και στην Μπάγερν αλλά και στη φετινή Σίτι δείχνοντας περίτρανα την αποδοτικότητά του. Με αφορμή λοιπόν την τριάδα στην άμυνα θα πάμε πολλά χρόνια πίσω και θα θυμηθούμε τον αναμορφωτή της Άρσεναλ, Χέρμπερτ Τσάπμαν. Τον άνθρωπο που -ουσιαστικά- πρωτοέπαιξε αυτό το 3-4-3 (στην εμβρυακή του μορφή). Ένα 3-4-3 που έχει κάνει την Τσέλσι -σχεδόν- ανίκητη στις μέρες μας (εμπλουτισμένο πάντα με μπόλικη Ιταλική τακτική).

Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται συνεχώς και πάντα υπήρχαν (και θα υπάρχουν σε αυτό) άνθρωποι καινοτόμοι με ριζοσπαστικές ιδέες και μοντέρνες αντιλήψεις. Ο Γκουαρδιόλα και το δικό του «τίκι τάκα» ήταν ένας εξ αυτών. Εκείνο το «περίεργο» 4-6-0 του Σπαλέτι με το «ψευτοεννιάρι» στη Ρόμα πριν καμιά δεκαριά και βάλε χρόνια. Η εθνική Αυστρίας του 1920 που πάτησε πάνω στις τακτικές του Τζίμι Χόγκαν και έριξε τον σπόρο για να αλλάξει το ποδόσφαιρο σε πιο μοντέρνες φόρμες και φυσικά ο Ερνστ Χάπελ πολλά χρόνια αργότερα με ένα ποδόσφαιρο που συνδύαζε την αμυντική με την επιθετική προσήλωση – ουσιαστικά με 5αδα στην άμυνα. Ο Λομπανόφσκι  και το φουτουριστικό του Σοβιετικό άρτιο ποδόσφαιρο την ίδια περίοδο πάνω-κάτω. Ο Μίχελς και το ψυχεδελικό δικό του ποδόσφαιρο των Οράνιε και του Άγιαξ. Φυσικά το κατενάτσιο του Ερέρα και εννοείται η τακτική τελειότητα της Μίλαν του Σάκι στα 80s. Στην Αγγλία αν υπάρχει κάποιος που ουσιαστικά άλλαξε το ποδόσφαιρο και θα μνημονεύεται πάντα γι’ αυτό, αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον σπουδαίο προπονητή της Άρσεναλ στα 20s. Ο κορυφαίος Βρετανός προπονητής στην ιστορία του ποδοσφαίρου στην Αγγλία σύμφωνα πάντα με την ψηφοφορία που έλαβε χώρα το 2004 στο Νησί. Μιλάμε για μια περίοδο που σχεδόν όλες οι ομάδες χρησιμοποιούσαν το 2-3-5 με τον Τσάπμαν να πατάει πάνω στις τακτικές των Αυστριακών (που επηρέασαν τους Ούγγρους μερικά χρόνια αργότερα) και να δημιουργεί το 3-4-3 σαρώνοντας τα πάντα στο διάβα του. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Ο Χέρμπερτ Τσάπμαν γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1878 και αγωνίστηκε ως επιθετικός σε αρκετές ομάδες μέχρι το 1909 όταν και έβαλε τέλος στην ποδοσφαιρική του καριέρα στη Νορθάμπτον Τάουν. Μεταξύ των ομάδων που έπαιξε ποδόσφαιρο ήταν η Τότεναμ και η Σέφιλντ Γουένσντεϊ . Το 1921 αναλαμβάνει τα ηνία της Χάντερσφιλντ Τάουν (έμεινε εκεί ως το 1925), μετά τις Νορθάμπτον και Λιντς κατακτώντας μαζί της τρεις τίτλους. Το κύπελλο του 1923 και τα πρωταθλήματα του ’24 και ’25. Εννοείται πως είχε να διαχειριστεί μια ομάδα που ήταν δίχως αμφισβήτηση, η καλύτερη ομάδα σε ολόκληρο το Νησί. To καλοκαίρι του 1925 θα αναλάβει την Άρσεναλ σε μια δύσκολη περίοδο για την ομάδα, αφήνοντας άφωνους τους πάντες, και θα χτίσει τον τεράστιο μύθο του παράλληλα με τον μύθο των Λονδρέζων. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Τσάπμαν  όταν ανέλαβε τους «κανονιέρηδες» ήταν να φέρει στην ομάδα τον Τσάρλι Μπουχάν. Ο διεθνής Άγγλος επιθετικός ήταν ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Σάντερλαντ και στο πρόσωπο του ο σπουδαίος προπονητής βρήκε τον άνθρωπο που τον βοήθησε να αλλάξει το άθλημα δίχως όμως να το γνωρίζει τότε. Μεγάλο προσόν του Τσάπμαν ήταν πως άκουγε τις συμβουλές των συνεργατών του αλλά και των παικτών του σε αντίθεση με άλλους κορυφαίους προπονητές. Εκείνη τη σαιζόν άλλαξαν οι κανονισμοί με το oφ σάιντ να μπαίνει στο ποδόσφαιρο. O Μπουχάν είχε την ιδέα να περάσει ο κεντρικός μέσος στην άμυνα (κάνοντας τους στόπερ τρεις) με τον προπονητή του να δέχεται αυτή την συμβουλή. Η άμυνα είχε έτσι έξτρα βοήθεια και περισσότερο βάθος αλλά τι θα γίνονταν με τον άξονα; Έμφαση δόθηκε αμέσως στα άκρα αλλά και στους πλάγιους επιθετικούς που παίζοντας πλέον πιο εσωτερικά έδιναν βοήθειες τόσο στα κεντρικά χαφ αλλά και στην επίθεση παίζοντας ουσιαστικά ως επιτελικοί μέσοι. Το σύστημα δεν απέδωσε αμέσως καρπούς και δεν υπήρχε καλύτερη απόδειξη από την ήττα με 7-0 από τη Νιουκάστλ. Οι μεγάλες αλλαγές άλλωστε θέλουν αρκετή υπομονή και σίγουρα υπήρχαν πολλά ακόμα να αλλάξουν. Ο Τσάπμαν -εννοείται- δεν πτοήθηκε και συνέχισε να δουλεύει το σύστημά του. Η δεύτερη θέση πίσω από την Χάντερσφιλντ (η πρώτη ομάδα που πήρε τρεις σερί τίτλους) ήταν ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα με τον Τσάπμαν να ορκίζεται πως θα φέρει την ομάδα στην κορυφή αρκεί να τον αφήσουν να δουλέψει με τους δικούς του όρους. Αυτό και έγινε με το πλάνο πενταετίας να μπαίνει σε εφαρμογή από το καλοκαίρι του 1926 και το σύστημα WM (Όπως ονομάστηκε) να τελειοποιείται τα επόμενα χρόνια και φυσικά να μνημονεύεται μέχρι σήμερα. Ο Μπουχάν δυστυχώς για τον ίδιο δεν πρόλαβε να κερδίσει τίτλους με την Άρσεναλ μιας και σταμάτησε το ποδόσφαιρο το καλοκαίρι του 1928.

Ο Xέρμπερτ Τσάπμαν εκτός της «παγίδας» στο οφ σάιντ, του ασφυκτικού πρέσινγκ (πράγματα που βλέπουμε κατά κόρον στο σύγχρονο ποδόσφαιρο), της κίνησης των εξτρέμ και τη βοήθεια που έδιναν αυτοί σε αμυντικούς και κεντρικούς επιθετικούς παίζοντας ουσιαστικά σαν μπακ-χαφ και εκτός του νέου συστήματος (3-4-3) έφερε και ένα σωρό άλλες καινοτομίες στο ποδόσφαιρο, εκτός των τακτικών του. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε φυσιοθεραπευτές και μασέρ δίνοντας μεγάλο βάρος στην καλή υγεία των παικτών. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τμήμα σκάουτινγκ, ήταν ο πρώτος που έβαλε αριθμούς στις φανέλες των παικτών για να τους βοηθά να καταλαβαίνουν καλύτερα που βρίσκεται ο συμπαίκτης τους (σε αυτό υπάρχει μια ιστορία που θεωρεί πρωτοπόρο την Τσέλσι-έστω και σε φιλικό παιχνίδι). Ήταν ο πρώτος που πρότεινε φωτισμό στα γήπεδα (αν και η πρόταση του είχε απορριφθεί από την FA τα πρώτα χρόνια). Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, ο Χέρμπερτ Τσάπμαν ήταν ένας άνθρωπος πολύ μπροστά από την εποχή του. Ένας άνθρωπος που το ποδόσφαιρο χρωστάει πολλά για τον εξωραϊσμό και την εξέλιξή του.

Με τις προσθήκες των Άλεξ Τζέιμς της Πρέστον και Ντέιβ Τζακ της Μπόλτον ο Τσάπμαν συμπλήρωσε τους εξαιρετικούς Κλιφ Μπάστιν και Τζόε Χελ και έφτιαξε σιγά σιγά την ομάδα που έφτασε στην κατάκτηση τίτλων τα επόμενα χρόνια. Το Κύπελλο του 1930 με 2-0 απέναντι στην Χάντερσφιλντ  και το πρωτάθλημα του 1931 (το πρώτο στην ιστορία των «κανονιέρηδων») έδειξαν σε όλους πως επιτέλους το σχέδιο του Τσάπμαν είχε φέρει αποτελέσματα. Το πρωτάθλημα του ’33 ήταν το τελευταίο για τον σπουδαίο προπονητή καθώς το Γενάρη του ’34 άφησε την τελευταία του πνοή από πνευμονία. Φυσικά το έργο του συνεχίστηκε και η ‘Αρσεναλ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα του 1934 και του 1935, όπως και αυτό του 1938 με προπονητή τον Τζόε Σόου (για έξι μήνες μετά το θάνατο του Τσάπμαν) και τον Τζορτζ Άλισον μέχρι και το 1947. Το σύστημα WM δουλεύτηκε αρκετά τα επόμενα χρόνια και εξελίχθηκε για να φτάσουμε στο ποδόσφαιρο των ημερών μας με τα πολλαπλά και πολυσύνθετα συστήματα που βλέπουμε ακόμα και στις μικρές κατηγορίες. Καλό είναι λοιπόν όταν θα μιλάμε γι’ αυτούς που άλλαξαν το άθλημα, να βάζουμε πάντα και το όνομα του παλιού προπονητή της Άρσεναλ στην κουβέντα. Ο Τσάπμαν υπήρξε όντως πρωτοπόρος και είναι πραγματικά λυπηρό που μια μεγάλη μερίδα φιλάθλων ίσως να μην έχει ακούσει καν το όνομά του και να μην έχει μάθει τι έχει προσφέρει στο όμορφο -και αγαπημένο- άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο. Για την ιστορία το άγαλμα του Τσάπμαν βρίσκεται έξω από το Εμιρέιτς στο Λονδίνο εκεί που βρίσκονται και αυτά των Τιερί Ανρί, Αρσέν Βενγκέρ και Τόνι Άνταμς για να θυμίζει σε όλους το μεγαλείο του και τι πραγματικά σημαίνει (και αυτός) για την ομάδα.

O Ντιέγκο στην Ατσέρα: Όταν ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο έπαιξε στις λάσπες για χάρη ενός παιδιού

  [1 Σχόλιο]

Το βράδυ της Πρωταπριλιάς του 1991 στο αεροδρόμιο της Ρώμης γράφτηκε ο επίλογος μιας εκ των ωραιότερων και πιο ιδιαίτερων σχέσεων του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα έφυγε κρυφά από την Ιταλία με μια μεταμεσονύκτια πτήση. Οι δημοσιογράφοι, τα κανάλια και όλος ο υπόλοιπος κόσμος πληροφορήθηκαν τη φυγή του την επόμενη μέρα. Παρ’ ότι δεν υπήρχε κάποια επίσημη δήλωση, κατά βάθος όλοι ήξεραν πως ο Μαραντόνα δεν σκόπευε να επιστρέψει, καθώς τα ανοιχτά μέτωπα πλέον ήταν αμέτρητα.

Η εφορία τον κατηγορούσε για φοροδιαφυγή, το δικαστήριο είχε αποφανθεί πως μια εκ των ερωμένων του, η Κριστίνα Σινάγκρα, δικαιούταν μηνιαία διατροφή για το παιδί που έκανε με τον Ντιέγκο (το οποίο ο Μαραντόνα αναγνώρισε πολλά χρόνια αργότερα), η ιταλική δικαιοσύνη τον είχε συμπεριλάβει στην έρευνα της για την τοπική Μαφία, έρευνα που σχετιζόταν με υποθέσεις ναρκωτικών και ιερόδουλων, η ίδια του η ομάδα είχε πάει στα δικαστήρια την εταιρεία που διαχειριζόταν την εικόνα του, υποστηρίζοντας πως η συμπεριφορά του πλέον έβλαπτε την Νάπολι (τον τελευταίο χρόνο ο Ντιέγκο έκανε συχνά κοπάνες από τις προπονήσεις ισχυριζόμενος ότι έχει στρες, αρνιόταν να συμμετάσχει σε κάποια παιχνίδια, ειδικά όταν το προηγούμενο βράδυ είχε προγραμματισμένο κάποιο πάρτι με γυναίκες και ναρκωτικά, και ουσιαστικά άφησε αβοήθητη τη Νάπολι στην προσπάθεια της να υπερασπιστεί τον τίτλο της – τερμάτισε τελικά στην 8η θέση – αλλά και να προχωρήσει στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, πηγαίνοντας σαν τουρίστας, ξεχωριστά από την ομάδα, στο κρίσιμο παιχνίδι με τη Σπαρτάκ στη Μόσχα) και το σοβαρότερο όλων, λίγες εβδομάδες πριν είχε βρεθεί θετικός σε αντιντόπινγκ κοντρόλ μετά από ένα παιχνίδι με τη Μπάρι.

Εφτά χρόνια πριν, τον χειμώνα του 1984, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Ο «Πίμπε ντε όρο» (το «Χρυσό Αγόρι») και η Νάπολι βρισκόταν στον πρώτο χρόνο της σχέσης τους και όλα έμοιαζαν σχεδόν παραμυθένια, παρά το γεγονός πως η κορυφή του ιταλικού ποδοσφαίρου έμοιαζε σαν μακρινό όνειρο. Ο 24χρονος Αργεντινός μπορεί να μην είχε γίνει ακόμα «Θεός» αλλά ήταν ήδη «Μεσσίας», αυτός που όλοι πίστευαν (και όχι άδικα, όπως αποδείχτηκε) πως θα αλλάξει το ρου της ιστορίας της ομάδας. Το πιο σημαντικό απ’όλα όμως είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ήταν ακόμα εκείνος ο θρασύς πιτσιρικάς από μια φτωχή οικογένεια που δεν είχε γνωρίσει καλά τη χλιδή και την πολυτέλεια που συναντάει κανείς όταν το εισόδημα του αυξάνεται κατακόρυφα και η φήμη του φτάνει σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Μερικά χιλιόμετρα βορειοανατολικά από τη Νάπολη, βρίσκεται η Ατσέρα, μια μικρή πόλη 40.000 κατοίκων τότε, ένα από αυτά τα μέρη που προσπερνάς με το αμάξι και λίγη ώρα μετά έχεις ξεχάσει την ύπαρξη τους. Τον χειμώνα εκείνο, ένας απελπισμένος ντόπιος πατέρας που έβλεπε πως τα λεφτά του δεν έφταναν για να μεταφερθεί ο άρρωστος γιος του στη Γαλλία, για να υποβληθεί σε επέμβαση, ζήτησε τη βοήθεια του Πιέτρο Πουζόνε, ενός 21χρονου ποδοσφαιριστή που είχε καταγωγή από την Ατσέρα και εκείνη την εποχή έπαιζε στη Νάπολι. Ο Πουζόνε συζήτησε το θέμα με τους συμπαίκτες του και ζήτησε από τη διοίκηση άδεια για να διεξαχθεί στην Ατσέρα ένα φιλικό, με αντίπαλο την τοπική ερασιτεχνική ομάδα, τα έσοδα του οποίου θα ενίσχυαν την οικογένεια του μικρού παιδιού.

Σύμφωνα με τον Πουζόνε ο πρόεδρος της ομάδας, Κοράντο Φερλαΐνο, είχε αρνητική στάση, φοβούμενος για τη σωματική ακεραιότητα των παικτών και ειδικότερα του Μαραντόνα, που λίγους μήνες πριν είχε γίνει η πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ο Ντιεγκίτο όμως είχε πάρει εξ αρχής τη δική του απόφαση: «Θα πάμε να παίξουμε». Και κάπως έτσι, χάρη στην επιμονή ενός πεισματάρη, ταλαντούχου Αργεντινού με φουντωτό μαλλί, η Ατσέρα απέκτησε μια όμορφη ιστορία για να διηγείται στις επόμενες γενιές.

Η Νάπολι κατέφθασε στο μικρό γηπεδάκι της πόλης ένα κρύο και μουντό απόγευμα και αντίκρισε αυτό ακριβώς που φοβόταν η διοίκηση της ομάδας εξ αρχής: ένα ερασιτεχνικό γήπεδο, χωμένο ανάμεσα σε παλιά, ερειπωμένα κτίρια, με αποδυτήρια που δεν είχαν ούτε τα στοιχειώδη, μια κεντρική, ετοιμόρροπη κερκίδα και έναν αγωνιστικό χώρο γεμάτο λακκούβες, χώμα και λασπουριά.

Οι παίκτες και των δυο ομάδων έκαναν προθέρμανση μπροστά σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, την ώρα που διάφοροι παρατρεχάμενοι περνούσαν από δίπλα, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν ότι ο τύπος με το 10 στη φανέλα που έκανε τσαλιμάκια στο πάρκινγκ του γηπέδου της πόλης τους ήταν πράγματι ο Μαραντόνα, ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του πλανήτη εκείνη την εποχή.

Παρά την τραγική κατάσταση του αγωνιστικού χώρου, που χειροτέρευε όσο περνούσε η ώρα, ο αγώνας ξεκίνησε και τέλειωσε κανονικά. Το περιβραχιόνιο της Νάπολι μόνο για το συγκεκριμένο παιχνίδι φόρεσε ο ντόπιος Πουζόνε. Αδιαφορώντας για τα (πολλά) λεφτά που είχαν επενδυθεί πάνω του και για το ότι ήταν ένα από τα ανερχόμενα αστέρια του Καμπιονάτο, ο Ντιεγκίτο αντιμετώπισε την όλη εκδήλωση σαν ένα ακόμα παιχνίδι, όπως αυτά που έπαιζε μικρός στους δρόμους και τις αλάνες του Μπουένος Άιρες.

Κυνήγησε χαμένες μπαλιές, έφτιαξε παιχνίδι, ντρίπλαρε, έκανε τάκλιν, πανηγύριζε τα γκολ του, έπεσε στις λάσπες και σε μια φάση στο δεύτερο ημίχρονο πέρασε όποιον έκανε το λάθος να βρεθεί μπροστά του, συμπεριλαμβανομένου και του τερματοφύλακα, πριν σκοράρει σε άδεια εστία και αποθεωθεί από τον κόσμο, που επειδή δεν χωρούσε στις κερκίδες (υπολογίζεται πως περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι κατέκλυσαν κάθε γωνία του γηπέδου), στεκόταν όρθιος, δίπλα στις πλαϊνές γραμμές, με τις ομπρέλες στο χέρι.

Στο τέλος του αγώνα όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και χειροκρότησε παρατεταμένα γι’αυτή τη μικρή αλλά τόσο ανέλπιστη (για τους κατοίκους μιας τόσο μικρής, αδιάφορης πόλης) παράσταση. Ο ίδιος αποχώρησε λασπωμένος από την κορυφή ως τα νύχια. Αυτή δεν ήταν η πρώτη αλλά ούτε και η τελευταία φορά στη ζωή του που λερώθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, παίζοντας μπάλα. Αρκετά χρόνια μετά, στο ποδοσφαιρικό του αντίο, εκστόμισε τα ωραιότερα λόγια της καριέρας του: «Εγώ έκανα λάθος και το πλήρωσα. Η μπάλα όμως δεν λεκιάζεται».

Σε μια συνέντευξη του το 2015 ο Πουζόνε αποκάλυψε πως τα λεφτά που συγκεντρώθηκαν από τα εισιτήρια και τις χορηγίες κάλυψαν και με το παραπάνω την επέμβαση του μικρού, που υγιής πλέον μπορεί να διηγείται στα δικά του παιδιά πως μια μέρα του χειμώνα του 1984, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου ήρθε, για χάρη του, να παίξει μπάλα στις λάσπες.

Η μέρα που οι οπαδοί της Ράσινγκ γέμισαν δύο γήπεδα

  [Καθόλου σχόλια]

Υπάρχουν κάποιοι σύλλογοι που μοιάζουν καταραμένοι, σαν να έχουν φτιαχτεί για να ταλαιπωρούν τον κόσμο τους. Να αγγίζουν την επιτυχία και μετά να τη βλέπουν να εξαφανίζεται. Ένας τέτοιος είναι η Ράσινγκ Κλουμπ της Αργεντινής. Μία από τις «πέντε μεγάλες» ομάδες της χώρας που όμως μετά το 1966 δεν ξαναείδε πρωτάθλημα. Για 35 χρόνια από τότε ο κόσμος της έβλεπε κατά κύριο λόγο αποτυχίες, όνειρα που χάνονταν την τελευταία στιγμή, κακές σεζόν και έναν υποβιβασμό.  «Τι τα θες, αυτή είναι η Ράσινγκ» ήταν η συνήθης ατάκα των οπαδών μετά από κάθε νέα αποτυχία.

Το 2001 προπονητής ανέλαβε ο Ρεινάλντο Μέρλο με το παρατσούκλι «μουστάρδας» εξαιτίας του περίεργου χρώματος στο μαλλί του. Ο Μέρλο ανέλαβε μια ομάδα ποτισμένη στο DNA της αποτυχίας και προσπάθησε για τον τίτλο με ένα σύνολο που έπαιζε με πάθος βασιζόμενο κυρίως στην καλή άμυνα. Τη 16η αγωνιστική (από τις 19) η Ράσινγκ έφερε 1-1 με τη Ρίβερ και βρισκόταν πλέον πέντε βαθμούς μπροστά της. Οι υποψιασμένοι οπαδοί της Ράσινγκ όμως ήξεραν ότι δεν μπορούσε ο τίτλος να είναι τόσο απλός. Στο επόμενο ματς η «Ακαδημία» έφερε 0-0 με τη 18η Μπάνφιλντ κι έτσι η Ρίβερ ήταν ξανά σε απόσταση μιας νίκης. Φτάσαμε έτσι στην τελευταία αγωνιστική, με τη Ράσινγκ να θέλει μια ισοπαλία εκτός έδρας με τη Βέλεζ για να σηκώσει τον τίτλο μετά από 35 ολόκληρα χρόνια.

Ο νεαρός τότε Ντιέγκο Μιλίτο

Μιλάμε όμως για τη Ράσινγκ, τίποτα δεν πάει όπως το περιμένει. Το 2001 ήταν η έκρηξη της κρίσης στην Αργεντινή που είχε ξεκινήσει λίγα χρόνια νωρίτερα, με ύφεση και με αρκετά προβλήματα εξαιτίας του υπερπληθωρισμού. Η κυβέρνηση ήταν αδύναμη κι ο πρόεδρος ντε λα Ρούα σε δύσκολη θέση εξαιτίας σκανδάλων. Αρκετά χρόνια πριν τα γατάκια οι Έλληνες ακολουθήσουν, η κυβέρνηση επέβαλε capital controls με τους λογαριασμούς να παγώνουν, να επιτρέπει η ανάληψη μόνο μικρό ποσού και μόνο από λογαριασμούς σε πέσος και όχι δολάρια. Η Αργεντινή ήταν ένα καζάνι έτοιμο να εκραγεί.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Φωτογραφίες από την μεγαλειώδη πορεία των οπαδών της Ράσινγκ στο Μπομπονέρα και από την κατάληψη του γηπέδου της Ουρακάν

Μέσα σε όλα αυτά, ο κόσμος της Ράσινγκ στήθηκε από το βράδυ της προηγούμενης της κυκλοφορίας των εισιτηρίων σε ατελείωτες ουρές. Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν για τα 11.000 εισιτήρια που είχε αρχικά πάρει η Ράσινγκ. Ο κόσμος ξεκινούσε έξω από τα εκδοτήρια και έφτανε 15 τετράγωνα μακριά. Την ίδια στιγμή επεισόδια γίνονταν σε διάφορα μέρη του Μπουένος Άιρες και γρήγορα μετατράπηκαν σε γενικό ξεσηκωμό με τον κόσμο να χτυπάει τις κατσαρόλες στο δρόμο μη αντέχοντας άλλο την οικονομική κατάσταση. «Έχει περισσότερο κόσμο στην ουρά για ένα εισιτήριο της Ράσινγκ, παρά στις τράπεζες» είχε γράψει η εφημερίδα Ολέ. Άνθρωποι που πρωτοστατούσαν στις εξεγέρσεις, το βράδυ κοιμήθηκαν στην ουρά για τα εισιτήρια και το πρωί άφησαν κάποιον φίλο στη θέση τους για να πάνε στις διαδηλώσεις. Με τις αναλήψεις να είναι στα 250 πέσος την εβδομάδα, σε μερικές οικογένειες όλα τα χρήματα πήγαν σε εισιτήρια. «Μετά θα δούμε τι θα κάνουμε για το φαγητό της εβδομάδας» είχε δηλώσει κάποιος.

Τα γεγονότα του 2001 κι οι καβαλάρηδες της Αποκάλυψης

Με την κρίση να μεγαλώνει συνεχώς, ο πρόεδρος ντε λα Ρούα παραιτήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου, αποχωρώντας με ελικόπτερο από το προεδρικό μέγαρο. Η Αργεντινή άλλαξε πέντε προέδρους τις επόμενες δώδεκα ημέρες, ενώ 38 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Ο σύνδεσμος των ποδοσφαιριστών της χώρας ανακοίνωσε ότι υπό αυτές τις συνθήκες οι αγώνες της 23ης Δεκεμβρίου δεν μπορούσαν να γίνουν και η τελευταία αγωνιστική πήγαινε για Φεβρουάριο. Στη Ράσινγκ δεν κρατιόντουσαν όμως και με τη χώρα υπό διάλυση και εκτός ελέγχου προκάλεσαν συμβούλιο παρουσία μάλιστα του προσωρινού προέδρου της Αργεντινής Ραμόν Πουέρτα (λες και δεν είχε σοβαρότερα θέματα). Οι οπαδοί της Ράσινγκ μαζεύτηκαν έξω από τα γραφεία του συνδέσμου ποδοσφαιριστών με ημιάγριες διαθέσεις και τελικά η «Ακαδημία» τα κατάφερε και το δικό της ματς, όπως και της Ρίβερ ορίστηκαν για τις 27 Δεκεμβρίου 2001 στις 5 το απόγευμα.

Την ώρα που ο κόσμος λεηλατούσε καταστήματα, οι 30.000 πιο τυχεροί οπαδοί της Ράσινγκ που κατάφεραν να βρουν εισιτήρια γέμιζαν το μεγαλύτερο μέρος του Χοσέ Αμαλφιτάνι της Βέλεζ Σάρσφιλντ (που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και πήρε σημαντική ανάσα) και 40.000 πιο άτυχοι το δικό τους Ελ Σιλίντρο, μπροστά σε γιγαντοοθόνες.  Στο Μονουμεντάλ η εξαιρετική Ρίβερ εκείνης της περιόδου (μάλλον καλύτερη της Ράσινγκ) διέλυε με 6-1 τη Ροσάριο Σεντράλ. Η Ράσινγκ όπως και στα περισσότερα ματς της κατέθετε ψυχή για να τα πάρει με το στανιό. Με παίκτες όπως ο «δικός μας» Αντριάν Μπαστία (ο άλλος «δικός μας» Κάρλος Αράνο στον πάγκο), ο νεαρός τότε Ντιέγκο Μιλίτο, ο Γκουστάβο Μπάρος Σκελότο και ο Μάξι Εστέβες έδειξε από την αρχή τη διάθεση να κερδίσει το παιχνίδι.

Οι τυχεροί που είδαν από κοντά την ομάδα τους

Η Βέλεζ όμως δεν έπαιζε ως αδιάφορη και άγγιξε το γκολ σε κάποιες περιπτώσεις. Ήταν τέτοιο το κλίμα και το πάθος, που στα αποδυτήρια, στο ημίχρονο με το σκορ στο 0-0, οι παίκτες των γηπεδούχων παραλίγο να έρθουν στα χέρια μεταξύ τους, όταν κάποιοι κατηγόρησαν άλλους ότι δεν έπαιζαν στο 100%. Στο 53′ η Ράσινγκ κέρδισε φάουλ, η σέντρα βγήκε και ο Γκαμπριέλ Λοεσμπόρ με κεφαλιά έστειλε την μπάλα στα δίχτυα. Ο παίκτης φαίνεται εκτεθειμένος, τα βλέμματα πέφτουν στον επόπτη Μπαριέντος. Εκείνος ζει τα πιο έντονα δευτερόλεπτα της ζωής του, φεύγει για τη σέντρα, το γκολ (κακώς) μετράει. Δύο γήπεδα πανηγυρίζουν. Μικρή λεπτομέρεια, ο Μπαριέντος είναι οπαδός της Ράσινγκ και παρ’ ότι υποστηρίζει ότι δεν έκανε εσκεμμένα το λάθος, λέει ότι δεν ήταν τυχαίο που τον έβαλαν σε αυτό το ματς, γνωρίζοντας τα συναισθήματά του. «Με όλα όσα γίνονταν στη χώρα, δεν θα έκανα εγώ τον ήρωα. Όλοι ήθελαν τη Ράσινγκ πρωταθλήτρια, ακόμα κι όσοι δεν ήταν Ράσινγκ. Στη FIFA μας λένε ότι η αμφιβολία είναι υπέρ του επιθετικού. Εγώ είχα αμφιβολία για τη φάση» δηλώνει μετά από χρόνια.

Ο κόσμος της Ράσινγκ που δεν βρήκε εισιτήριο και πήγε στο Ελ Σιλίντρο

Στο 67′ κάνει ντεμπούτο για τους γηπεδούχους ο νεαρός Μαριάνο Τσιρούμπολο, φοράει το σημαδιακό νούμερο 35 στην πλάτη (σαν τα χρόνια της Ράσινγκ χωρίς κούπα) και δέκα λεπτά αργότερα σκοράρει το πρώτο γκολ στην καριέρα του γράφοντας το 1-1. Όλα μοιάζουν σαν ένα κακόγουστο αστείο, το άγχος κυριεύει τους πάντες. Μένει ένα δεκάλεπτο αγωνίας με τον κόσμο έτοιμο να μπουκάρει. Δίπλα στο δοκάρι του τερματοφύλακα Καμπανιουόλο περιφέρονται αστυνομικοί με σκυλιά. Παρά τον παίκτη λιγότερο, οι αδιάφοροι γηπεδούχοι πιέζουν, γεμίζουν την περιοχή, μέχρι κι ο τερματοφύλακάς τους προωθείται. Η πυροσβεστική καταβρέχει τους οπαδούς της Ράσινγκ (κατακαλόκαιρο γαρ) που ήδη έχουν ανοίξει τρύπες στο συρματόπλεγμα και τελικά χωρίς ίχνος καθυστερήσεων ο διαιτητής σφυρίζει την λήξη. Τα πανηγύρια ξεκινούν και στα δύο γήπεδα, οι παίκτες αποθεώνονται και μένουν μόνο με τα εσώρουχα. Ένα ντελίριο εν μέσω κοινωνικών αναταραχών, ο κόσμος της Ράσινγκ ζει ένα όνειρο σαν να βρίσκεται σε άλλη χώρα.

Ο «Μουστάρδας» Μέρλο που έσπασε την κατάρα της Ράσινγκ

«Μπορούσαμε να παίξουμε ποδόσφαιρο σε αυτή τη χώρα;» αναρωτιέται ο δημοσιογράφος και οπαδός της Ράσινγκ Αλεχάντρο Γουόλ που έγραψε βιβλίο για εκείνο το πρωτάθλημα. «Πώς μπορείς όμως να σταματήσεις ένα πάθος, ποιο κουμπί να πατήσεις; Ποια στιγμή ένας οπαδός σταματάει να είναι οπαδός;» Ο Αλεχάντρο στις 20 Δεκεμβρίου ήταν στις διαδηλώσεις μαζί με χιλιάδες άλλους. Επτά μέρες αργότερα πατούσε το χορτάρι του Χοσέ Αμαλφιτάνι μετά το τέλος του ματς, πανηγυρίζοντας με μια σημαία της Ράσινγκ Κλουμπ. Το πάθος δεν αλλάζει όπως είδαμε στο οσκαρικό, γεμάτο Ράσινγκ, «Το μυστικό στα μάτια της», αυτό το ξέρουν καλά όσοι έκαναν 35 χρόνια για να δουν αυτή την κούπα.

Η επιστροφή του αρχηγού

  [2 Σχόλια]

Δεν είναι μυστικό ότι μας αρέσει ο Αντρές ντ’ Αλεσάντρο. Τον τελευταίο καιρό ασχολούμαστε συχνά μαζί του, φταίει κι αυτός όμως. Τον είδαμε να τρελαίνεται επειδή θέλει να παίζει, να βοηθάει ένα μικρό παιδάκι και να αποχωρεί εν μέσω αποθέωσης από την αγαπημένη του Ρίβερ. Εκεί που είχε πάει δανεικός από την Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε όπου και ανήκει, μια άλλη ομάδα που τον αγάπησε και την αγάπησε. Μια ομάδα που πριν λίγες μέρες έπεσε στη Β’ εθνική για πρώτη φορά στην ιστορία της.

Στα 35 του θα μπορούσε να ζητήσει να μείνει κι άλλο στη Ρίβερ, μια ομάδα που κερδίζει τίτλους, που παίζει στο Λιμπερταδόρες και στο κάτω κάτω αγαπάει. Ο ίδιος όμως έχει έναν σοβαρό σκοπό. Την στιγμή που π.χ. ο Καρλίτος Τέβες αποχωρεί για τα πολλά λεφτά των Κινέζων, ο «κεφάλας» Αντρεσίτο θέλει να βοηθήσει την Ιντερνασιονάλ να επιστρέψει στην Α’ εθνική. Το θεωρεί υποχρέωσή του. Ο κόσμος τον λατρεύει, το αναγνωρίζει και στο αεροδρόμιο του Πόρτο Αλέγκρε εκατοντάδες οπαδοί τον περίμεναν. Ο Αντρεσίτο τους έδωσε το χέρι, πήρε μια σημαία και στη συνέχεια σαν γνήσιος οπαδός πήρε το τύμπανο και έδωσε τον ρυθμό για το τραγούδι των Βραζιλιάνων. «Ο αρχηγός γύρισε» ήταν ένα από τα συνθήματα…

Η μέρα που κάποιος τόλμησε να κατεβάσει τον γιακά του Καντονά

  [4 Σχόλια]

1 Οκτωβρίου 1995. Το Όλντ Τράφορντ είναι έτοιμο να φιλοξενήσει ένα ακόμα παιχνίδι Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ-Λίβερπουλ. Οι φίλαθλοι που έχουν γεμίσει το γήπεδο όμως δεν αδημονούν μόνο για το ντέρμπι. Το ματς έχει αποκτήσει ιδιαίτερη αξία χάρη και στην τύχη, που έστειλε το συγκεκριμένο ζευγάρι να παίξει στη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μια μόλις ημέρα πριν είχε λήξει η οχτάμηνη τιμωρία του Ερίκ Καντονά. Και όποιος έζησε εκείνους τους μήνες την τρέλα των αγγλικών ΜΜΕ με τον ιδιότροπο Γάλλο – τις τελευταίες εβδομάδες της τιμωρίας κάποιες εφημερίδες είχαν καθιερώσει ακόμα και καθημερινή αντίστροφη μέτρηση – μπορεί να επιβεβαιώσει πως δεν υπήρχε άνθρωπος στο Νησί που δεν ήθελε να δει την επιστροφή του ‘Βασιλιά Ερίκ’ στη δράση.

(Οχτώ μήνες πριν, σε ένα εκτός έδρας ματς με την Κρίσταλ Πάλας, ο Καντονά είδε την κόκκινη κάρτα. Στο δρόμο για τα αποδυτήρια ένας οπαδός των γηπεδούχων τον έβρισε. Ένας φυσιολογικός επαγγελματίας παίκτης δεν θα έδινε σημασία. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Η συνέχεια της συγκεκριμένης σκηνής είναι γνωστή σε όλους.

Ο οπαδός μετάνιωσε την ώρα και τη στιγμή που ξεστόμισε τα μπινελίκια και ο Καντονά πέρασε την υπόλοιπη εβδομάδα μαθαίνοντας τις τιμωρίες του. Έφαγε πρόστιμο και από την ομάδα και από την Ομοσπονδία, έχασε το περιβραχιόνιου του αρχηγού της εθνικής Γαλλίας, στην οποία μάλιστα δεν κλήθηκε ποτέ ξανά, και έμεινε 8 μήνες εκτός αγώνων, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των φιλικών.

Ενοχλημένος από το μέγεθος της τιμωρίας ζήτησε να φύγει από την Αγγλία. Από τον Απρίλιο κιόλας τα αγγλικά ΜΜΕ υποστήριζαν πως έχει συμφωνήσει με την Ίντερ. Τις φήμες αυτές ήρθε να ενισχύσει η φυγή του στο Παρίσι, κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι. Κι εκεί που όλα έδειχναν τελειωμένα ο Άλεξ Φέργκιουσον πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Μπήκε στο πρώτο αεροπλάνο για Γαλλία, κορόιδεψε τους δημοσιογράφους που τον ακολουθούσαν βγαίνοντας κρυφά από την κουζίνα του ξενοδοχείου, καβάλησε μια Χάρλει παρέα με τον ατζέντη του Γάλλου – true story – και συναντήθηκε με τον Καντονά σε ένα εστιατόριο ενός φίλου, το οποίο για την περίσταση είχε κλείσει για τους υπόλοιπους πελάτες. «Εκείνη η συνάντηση με τον Ερίκ, σε εκείνο το τεράστιο άδειο εστιατόριο είναι μια από τις πιο χρήσιμες πράξεις που έκανα ποτέ στα χρόνια που είμαι σ’αυτή τη δουλειά» υποστήριξε χρόνια μετά ο Σερ Άλεξ.)

Όταν οι δυο ομάδες βγαίνουν για προθέρμανση τα βλέμματα είναι όλα πάνω στον Γάλλο. Όλες οι κινήσεις του αναλύονται διεξοδικά. Το μεγάλο ερώτημα, για την ώρα, δεν είναι το αν θα μπορέσει να φτάσει γρήγορα στα παλιά επίπεδα απόδοσης αλλά το πως θα αντιδράσει από εδώ και πέρα στις προκλήσεις των αντιπάλων οπαδών και παικτών. Η μοίρα, ξανά, τα έχει φέρει έτσι που η πρώτη δοκιμασία φαίνεται να είναι και η πιο δύσκολη καθώς ο πρώτος αντίπαλος του είναι ο Νιλ Ράντοκ.

(Ο Νιλ Ράντοκ ήταν ένας αμυντικός από αυτούς που χαϊδευτικά αποκαλούμε «old school». Ψηλός, δυνατός, με περισσευούμενα κιλάκια, μεγάλο στόμα, άγαρμπα πόδια, μια μικρή ροπή προς το αλκοόλ και μια μόνιμη επιθυμία για καβγάδες και φάρσες. Σε απλά ελληνικά: Ένας τεράστιος τραμπούκος, μιας εποχής που έβγαζε τέτοιους τσόγλανους με το τσουβάλι. Στην περιβόητη λίστα του ‘France Football’ με τα «κακά παιδιά του ποδοσφαίρου», στην οποία ο Στιγκ Τόφτινγκ ήταν 3ος, ο Ράντοκ φιγούραρε στη δεύτερη θέση.

Ο Ράντοκ ήταν από εκείνους τους τύπους που τη μια στιγμή, και όσο περιμένετε να εκτελεστεί ένα κόρνερ, σου λέει ανέκδοτα και πρόστυχα αστειάκια και την επόμενη σου δίνει στο χέρι τα δυο σου πόδια, ξεχωριστά από τα παπούτσια, τις κάλτσες και τις επικαλαμίδες, και σε ρωτάει με σαρδόνιο χαμόγελο: «Μήπως θέλετε να σας τα τυλίξω, να τα πάρετε για το σπίτι;»

Στην αυτοβιογραφία του ο Σταν Κόλιμορ θυμάται μια φορά που αυτός και ο Ράντοκ ακολουθούσαν πρόγραμμα αποθεραπείας στο γυμναστήριο και ο φυσιοθεραπευτής της Λίβερπουλ είπε στον Ράντοκ να κάνει μισή ώρα διάδρομο και μετά να ξεκουραστεί. Όταν έμειναν μόνοι, ο ‘Razor’ (= «ξυράφι») έβαλε σε λειτουργία τον διάδρομο, πήρε τη ‘Sun’, έβγαλε ένα σάντουιτς με αυγό και μπέικον από την τσάντα και άραξε στη γωνία. Λίγο πριν επιστρέψει ο φυσιοθεραπευτής σηκώθηκε χαλαρά και ψύχραιμα, έτριψε δυο παγάκια στο πρόσωπο του για να μοιάζει ιδρωμένος και ανέβηκε νωχελικά στο διάδρομο. «Κοιτάξτε πόσο γαμάτος επαγγελματίας είναι ο ‘Razor'» ήταν το μόνο σχόλιο που έκανε ο αθώος φυσιοθεραπευτής, δείχνοντας τον ταλαιπωρημένο Ράντοκ σε κάτι μαθητευόμενα πιτσιρίκια που τον ακολουθούσαν.

Στη δικιά του αυτοβιογραφία πάντως, ο Άντι Κόουλ λογικά θα μνημονεύει ένα παιχνίδι β’ ομάδων στο Άνφιλντ, στο οποίο είχε αντιμετωπίσει τον Ράντοκ. Οι δυο παίκτες έπεσαν μαζί για να διεκδικήσουν τη μπάλα και το αποτέλεσμα είναι τόσο ακραίο που καταλήγει να ακούγεται σχεδόν αστείο: Ο Κόουλ αποχώρησε από το γήπεδο με δυο σπασμένα πόδια! Παραδόξως, ο επιθετικός της Γιουνάιτεντ ποτέ δεν του κράτησε κακία, πιστεύοντας πως ο αντίπαλος του δεν είχε πρόθεση να τον τραυματίσει. Ο ίδιος ο Ράντοκ βέβαια, μένοντας πιστός στο προκλητικό στυλάκι που τον έκανε διάσημο, χρόνια μετά πέταξε την κάφρικη ατάκα: «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελα να του σπάσω και τα δυο πόδια. Πήγαινα μόνο για το ένα».

Μιλώντας για σπασμένα πόδια, ο Ράντοκ είχε βρεθεί με ένα τέτοιο στα 18 του. Το πιο εντυπωσιακό μέρος αυτής της ιστορίας δεν είναι όμως ότι έσπασε το πόδι του στο ντεμπούτο του με τη φανέλα της Τότεναμ – όλως τυχαίως απέναντι στη Λίβερπουλ – αλλά ότι δεν το κατάλαβε, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί για μια ολόκληρη εβδομάδα με χτυπημένο πόδι!)

Όσοι ανησυχούν για τη μονομαχία Ράντοκ-Καντονά δεν το κάνουν τυχαία. Ένα χρόνο πριν, τον Σεπτέμβρη του 1994, ο ευφάνταστος Άγγλος είχε ανακαλύψει τον καλύτερο και πιο απλό τρόπο για να εκνευρίσει τον οξύθυμο Γάλλο. Την ώρα που όλοι ετοιμαζόταν για ένα ελεύθερο, αυτός πήγαινε από πίσω του και του κατέβαζε τον, μόνιμα σηκωμένο, γιακά! Σατανικό; Αναμφισβήτητα. Αποτελεσματικό; Εν μέρει, αφού ακόμα και εκνευρισμένος ο Καντονά έβρισκε τρόπους να είναι αποτελεσματικός.

«Την πρώτη φορά που το έκανα απλά ψέλλισε κάτι θυμωμένος. Τη δεύτερη φορά προσπάθησε να μου πιάσει τη μύτη» θυμάται ο Ράντοκ, που συνέχιζε απτόητος, ποντάροντας σε μεγάλο βαθμό και στη φήμη του σκληρού που τον συνόδευε, που από μόνη της απέτρεπε αρκετούς από το να του απαντήσουν. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος παίκτης. Δεν ήταν ποτέ πρότυπο καλής συμπεριφοράς, ούτε θιασώτης της φιλοσοφίας «όταν σε χτυπάνε στο ένα μάγουλο, γύρνα τους και το άλλο».

Την τρίτη φορά που ο φημισμένος γιακάς κατέβηκε κάτω χωρίς τη συγκατάθεση του νευρικού ιδιοκτήτη του, η κατάσταση σοβάρεψε. «Διάλεξα τον μοναδικό Γάλλο που ψαχνόταν για καυγά» δήλωσε μετά ο αμυντικός της Λίβερπουλ, που αποκάλυψε πως ο μέσος της Γιουνάιτεντ, αφού πρώτα απάντησε στα mind games του κοροϊδεύοντας τον για τα παραπανίσια του κιλά και αφού τον έστειλε στο έδαφος με ένα τάκλιν από πίσω, που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο τιμωρείται τουλάχιστον με κόκκινη, του έδωσε ραντεβού στη φυσούνα μετά το τέλος του αγώνα. Εκεί που, για καλό και για κακό, ο Ράντοκ επέλεξε να πάει παρέα με τον θηριώδη Ντέιβιντ Τζέιμς, κίνηση που πιθανόν αποδείχτηκε σωτήρια για τη σωματική του ακεραιότητα. «Ήταν τρελός αλλά τον αγαπούσα, είναι ένας από τους αγαπημένους μου παίκτες» ομολόγησε ο Ράντοκ πριν λίγα χρόνια.

Ένα χρόνο μετά, η κόντρα τους αποδεικνύεται λιγότερο θεαματική. Ο Ράντοκ συνεχίζει να πειράζει τον γιακά του Γάλλου αλλά αυτό δεν είναι αρκετό αυτή τη φορά για να τον αποπροσανατολίσει. Δυο μόλις λεπτά μετά τη σέντρα και οχτώ μήνες μετά την τελευταία φορά που έπαιξε σε αγώνα ο ‘Βασιλιάς Ερίκ’ δίνει την ασίστ για το 1-0. Η Λίβερπουλ γυρνάει το παιχνίδι χάρη σε έναν ταλαντούχο 20χρονο πιτσιρικά, που κάποιοι αποκαλούσαν Ρόμπι Φάουλερ και κάποιοι άλλοι ‘Θεό’, αλλά η τελευταία λέξη του ματς ανήκει στον μεγάλο πρωταγωνιστή του. Ο Καντονά πασάρει στον Γκίγκς, αυτός ανατρέπεται στην περιοχή, ο Γάλλος εκτελεί ψύχραιμα το πέναλτι και γράφει το τελικό 2-2 εν μέσω αποθέωσης.

Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Ο ‘Βασιλιάς’ έχει επιστρέψει, κάποιος πρέπει απλά να ξεσκονίσει το θρόνο. Στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Σερ Άλεξ στέφεται πρωταθλήτρια. Το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται και την επόμενη χρονιά. Στα πέντε χρόνια που έκατσε στο Μάντσεστερ ο Καντονά, η Γιουνάιτεντ έχασε μόνο ένα πρωτάθλημα. Ναι, σωστά μαντέψατε: Το πρωτάθλημα στο οποίο ο Γάλλος ήταν εκτός δράσης λόγω της τιμωρίας.

Δυο χρόνια μετά από το ματς αυτό με τη Λίβερπουλ, τον Μάιο του 1997, ο Καντονά ανακοινώνει πως αποσύρεται από το ποδόσφαιρο. Ήταν μόλις 31 χρονών. Μιλώντας για την απρόσμενη αυτή απόφαση του λίγα χρόνια μετά είπε: «Αγαπούσα το παιχνίδι αλλά δεν είχα πλέον τη διάθεση και το πάθος να πηγαίνω νωρίς για ύπνο, να μη βγαίνω με τους φίλους μου, να μην πίνω όσο θέλω και να μην κάνω όλα τα υπόλοιπα πράγματα που μου αρέσει να κάνω σ’αυτή τη ζωή». Ο Ερίκ Καντονά δεν ήταν ποτέ ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

Το τραγούδι του πούμα (παραπάμ)

  [3 Σχόλια]

Στην Λατινική Αμερική της ποδοσφαιρικής γραφικότητας (συνήθως με καλό τρόπο), οι σπίκερ παίζουν έναν τεράστιο ρόλο στη δημιουργία της ατμόσφαιρας (όταν δεν τη ζεις μέσα στο γήπεδο). Ο τόνος της φωνής, ο ρυθμός, η μουσικότητα που δείχνουν και σε κάνουν να παρακολουθείς ακόμα και βαρετά ματς πιο ευχάριστα και φυσικά το γεγονός ότι δεν υπάρχει πάντα πολιτική ορθότητα. Κι αν στους μεγάλους σταθμούς συνήθως γίνονται και σοβαρές αναλύσεις για τους αγώνες, στα μικρότερα ραδιόφωνα επικρατεί το πάθος και ο οπαδισμός από τους σχολιαστές.

Ένας τέτοιος τύπος είναι ο Ντανιέλ Μόγιο, ένας θεούλης με επικό μαλλί φωλιά πουλιού συν λασπωτήρα, που πολύ παραπάνω από δημοσιογράφος είναι οπαδός της Μπόκα. Ανάμεσα στους δεκάδες παρεμφερείς, ο Μόγιο έμεινε γνωστός για μια συγκεκριμένη περιγραφή του στον αγώνα Ρίβερ-Μπόκα για το Κόπα Σουνταμερικάνα του 2014. Μια περιγραφή που έγινε viral και σχεδόν σε κάνει να τον λυπάσαι. Σχεδόν. Η Μπόκα κέρδισε πέναλτι κι ο Εμανουέλ Τζιλιότι πήρε την μπάλα στα χέρια του για να δώσει το προβάδισμα στον εξαιρετικά κρίσιμο αγώνα. Εκεί ξεκίνησε το σόου του Μόγιο. Ο Τζιλιότι με παρατσούκλι «το πούμα» ήταν η πηγή έμπνευσης του σπίκερ. «Παραπάμ, έβαλα το τραγούδι του πούμα. Παραπάμ, έχει την μπάλα το πούμα Τζιλιότι. Θα το χτυπήσει ο Τζιλιότι. Παραπάμ.»

Mε τον Τζιλιότι να αντιδρά στα λέιζερ των οπαδών της Ρίβερ και το πέναλτι να καθυστερεί, ο Μόγιο συνεχίζει το σόου μιλώντας για τις ψυχές στο γήπεδο, τη ζωή του Τζιλιότι που αυτό που ήθελε το έχει στα χέρια του και άλλα τέτοια. Το πούμα αντιμετωπίζει τον τερματοφύλακα Μπαροβέρο και καθώς παίρνει φόρα τα παραπάμ γίνονται πιο έντονα. Ο Μπαροβέρο αποκρούει και για περίπου 15″ δεν ακούγεται κιχ από τον σπίκερ που μέσα του πρέπει να περνάει έναν κυκεώνα συναισθημάτων οργής, στενοχώριας, απογοήτευσης. Όταν βρίσκει το κουράγιο και αποφασίζει να μιλήσει λέει την επική ατάκα: «Πόσα πράγματα χάθηκαν με αυτό το πέναλτι, ε;» και μετά να σχολιάσει το πόσο κακοχτυπημένο ήταν το πέναλτι.

Ο Τζιλιότι

Φυσικά η περιγραφή αυτή έμεινε θρυλική στους οπαδούς της Ρίβερ και το παραπάμ χρησιμοποιήθηκε σε άπειρα memes, καθώς η Ρίβερ κέρδισε τελικά. Ο Μόγιο έχει προσφέρει φυσικά και άλλες τέτοιες ατάκες όπως στο Σούπερ Καπ Αργεντινής, όταν η Μπόκα έχασε με 4-0 από την Σαν Λορένσο. Στο πρώτο (τρομερό) γκολ του Φερνάντο Μπελούτσι είπε το επικό: «Στην ανιψιά μου αρέσει ο Μπελούτσι κι εγώ της είπα ‘αυτός ο ποδοσφαιριστής δεν υπάρχει'», ενώ στο 2-0 του Μάτος έσκασε λέγοντας: «Θα με αρρωστήσουν! Θα με αρρωστήσουν! Θα με αρρωστήσουν! Θα με αρρωστήσουν! Θα με αρρωστήσουν!» σαν μάντρα θιβετιανού μοναχού.

Στο 0.28′ η γκολάρα Μπελούτσι, στο 2.10′ ο Μόγιο αρρωσταίνει

Ο Μόγιο πάντως πήρε (μια μικρή) εκδίκηση από όλους αυτούς που τον κοροϊδεύουν, σε ένα επόμενο Ρίβερ-Μπόκα 0-1, όταν στο γκολ τoυ Νικολάς Λοντέιρο άρχισε τα παραπάμ-παμ-παμ και πανηγυρίζοντας έβγαλε όλα αυτά που κρατούσε μέσα του με φωνή Διονύση Παπαγιαννόπουλου: «Θέλατε το παραπάμ; Τώρα το έχετε. Παραπάμ-παραπάμ-παραπάμ, το θέλατε για ringtone στα κινητά σας; Πάρτε το». Κι η ζωή στα αθλητικά ραδιόφωνα της Αργεντινής συνεχίζεται.

Στο τέλος θα μείνει μόνο ο Λούκας

  [9 Σχόλια]

Δεν μπορώ να ξέρω πόσοι από εσάς έχετε ανοίξει κουβέντα με κάποιο φίλο της Λίβερπουλ για τον Λούκας Λέιβα αλλά είμαι σίγουρος πως όσοι το έχετε τολμήσει μιλούσατε ώρα για τον Βραζιλιάνο αμυντικό μέσο των «κόκκινων» του Μέρσεϊσάιντ. Επίσης είμαι -σχεδόν- σίγουρος πως δεν βγάλατε καμία μα καμία άκρη για το ταλέντο του και τι είναι αυτό που τον έχει κάνει να είναι ο παλαιότερος στο υπάρχον ρόστερ (και ανάμεσα στους αρχηγούς)  μιας και ο Λούκας το καλοκαίρι που θα έρθει θα έχει συμπληρώσει αισίως τα 10 χρόνια στο Άνφιλντ. Ήταν 26 Ιουλίου του 2007 όταν ο Ράφα Μπενίτεζ έβγαλε από τα ταμεία της ομάδας το ποσό των 5 εκατομμυρίων λιρών για να φέρει στο Άνφιλντ τον ταλαντούχο Βραζιλιάνο αμυντικό χαφ της Γκρέμιο, βλέποντας στο πρόσωπό του τον παίκτη που θα έδινε τις απαιτούμενες ανάσες στους Αλόνσο και Μασκεράνο μιας και ο Στήβεν Τζέραρντ προοριζόταν να μετατεθεί πιο μπροστά στη διάταξη του Ράφα και να παίξει πίσω ακριβώς από τον Φερνάντο Τόρες που έφτασε -και αυτός- εκείνο το καλοκαίρι για να δώσει το εύκολο γκολ που η ομάδα έψαχνε από τα χρόνια του ‘Ιαν Ρας και του Ρόμπι του Φάουλερ. Το τελευταίο είναι αστείο αλλά θα μπορούσε να γίνει εύκολα πιστευτό από αρκετούς.

Ο Λούκας αυτές τις 10 σεζόν δεν κατάφερε να γίνει ποτέ ο βασικός αμυντικός μέσος της ομάδας μιας και το ταλέντο του δεν υπήρξε ποτέ σπουδαίο και επίσης είχε να συναγωνιστεί μερικούς εξαιρετικούς ποδοσφαιριστές που πέρασαν από την ομάδα για τις θέσεις των αμυντικών-κεντρικών χαφ. Ο Λούκας Λέιβα δεν είναι ο καλύτερος αμυντικός αλλά είναι και δύσκολο να τον περάσεις. Δεν έχει κάποια σπουδαία τεχνική αλλά μπορεί να παίξει την μπάλα με τη μία σε μικρές αποστάσεις (τι όχι;). Δεν έχει με τίποτα το γκολ. Δεν έχει την μακρινή μπαλιά. Δεν είναι πολύ γρήγορος αλλά δεν είναι και αργός. Δεν είναι δυνατός στο ψηλό παιχνίδι αλλά ξέρει να παίρνει σωστές θέσεις -γι’ αυτό καλύπτει επιτυχώς και τη θέση του στόπερ- και επίσης μπορεί να κόψει μπάλες δίχως να χρειαστεί να κάνει ένα δυνατό (βρετανικό) τάκλιν. Ο Λούκας Λέιβα είναι η μετριότητα προσωποποιημένη σε ένα όμορφο πρόσωπο με ξανθά μαλλιά και λαμπερό χαμόγελο. Ο Λούκας Λέιβα επίσης έχει κατακτήσει όλα αυτά τα χρόνια μόνο ένα λιγκ καπ (κόντρα στην Κάρντιφ το 2012) χωρίς όμως να βρίσκεται καν στην αποστολή του τελικού αλλά έχει επιβιώσει, ως άλλος Χαιλάντερ, και έχει καταφέρει να βρίσκεται σε κάθε ρόστερ με κάθε προπονητή. Με Μπενίτεζ, με Χότζσον, με Νταλγκλίς, με Ρότζερς και τώρα και με Κλοπ, κυρίως ως κεντρικός -γκαφατζής- αμυντικός που σκορπά απλόχερα το γέλιο ακόμα και στους συμπαίκτες του τρολλάροντας ακόμα και ο ίδιος τον εαυτό του μετά από κάποιος -συχνό- λάθος.

Και πάμε στο παράδοξο της υπόθεσης. Όταν ήρθε ο Λούκας, στην ομάδα υπήρχαν ο Αλόνσο, ο Τζέραρντ, ο Μασκεράνο και ο νέος Βιεϊρά, Μοχάμεντ Σισοκό (αγαπημένο παιδί του Ράφα από την κοινή τους παρουσία στη Βαλένθια) για τις θέσεις στον άξονα. Το Γενάρη του 2008 ο Ρανιέρι αγόρασε τον Σισοκό στη Γιουβέντους για 11 εκατομμύρια λίρες δίνοντας έτσι δίχως να το γνωρίζει στον Βραζιλιάνο τον απαραίτητο χώρο για να ξεδιπλώσει το ταλέντο του. Αυτό φυσικά και δεν έγινε ποτέ και μάλιστα από τότε άρχισε μια ωραιότατη ιστορία με ένα σωρό παίκτες να έρχονται και να φεύγουν (άλλοι ως αποτυχημένοι-άλλοι ως επιτυχημένοι), όλοι για τις θέσεις των κεντρικών χαφ δίπλα πάντα στον λατρεμένο μας Λούκας. Ποιος όμως από όλους αυτούς δεν έφυγε ποτέ αλλά δεν κατάφερε και ποτέ να ηγηθεί; Πολύ σωστά μαντέψατε. Ο αγαπημένος ξανθομάλλης Βραζιλιάνος. To καλοκαίρι του 2009 η Λίβερπουλ θα χάσει τον Αλόνσο που θα φύγει για τη Ρεάλ και ο Μπενίτεζ θα φέρει ως αντικαταστάτη τον τραυματία Αλμπέρτο Ακουιλάνι (έλα μη γελάτε) σε μια μεταγραφή που θα τη θυμόμαστε πάντα  όταν θα έχουμε τις μαύρες μας. Εκείνη η σεζόν θα είναι η πιο γεμάτη για τον Λούκας αλλά τραγική δυστυχώς για την ομάδα. Το επόμενο καλοκαίρι η Λίβερπουλ θα χάσει και τον Μασκεράνο που θα φύγει για τη Βαρκελώνη και θα δει τον άξονά της να γεμίζει με παίκτες όπως ο Πόουλσεν, ο Μεϊρέλες και ο Τζόντζο ο Σέλβεϊ. Και οι τρεις θα πωληθούν τα επόμενα χρόνια. Ο Λούκας φυσικά θα μείνει παρέα με τον Τζέραρντ και τον Τζέι τον Σπίρινγκ αλλά χωρίς ποτέ να λογίζεται σαν βασικός. Ούτε όταν ήρθε ο Χέντερσον και ο Τσάρλι ο Άνταμ επί Νταλγκλίς, ούτε όταν ήρθε ο Άλεν και ο Τσαν επί Ρότζερς, ούτε όταν ήρθε ο Βαινάλντουμ και ο Γρούγκιτς επί Κλοπ. Σε όλους αυτούς βάλτε και μερικά ταλέντα που ποτέ δεν βρήκαν χώρο όπως ο Ρόσιτερ και ο Σούσο και κάντε τη σούμα. Ειλικρινά δεν ξέρω πόσο θα παίξει στη συνέχεια ο Λούκας και αν θα καταφέρει να κερδίσει κάποιο σπουδαίο τίτλο με την ομάδα αλλά τον φαντάζομαι στα 50 με τη φανέλα της Λίβερπουλ να ανανεώνει για ακόμα ένα χρόνο και να ονειρεύεται πως επιτέλους θα κάνει μια μεγάλη σεζόν με την ομάδα. Άλλωστε όπως έγραψα και στον τίτλο «Στο τέλος θα μείνει μόνο ο Λούκας».

Ο τερματοφύλακας που δεν ήθελε να κάτσει τέρμα

  [1 Σχόλιο]

Όταν ο Μανουέλ Νόιερ πήγαινε, ο Πασκάλ Ολμετά ερχόταν. Δυστυχώς γι΄αυτόν και τις ομάδες όπου έπαιξε, καμιά φορά δεν προλάβαινε να γυρίσει στο τέρμα του. Αποτέλεσμα, να τρώει μερικά –όχι πολλά, είναι η αλήθεια– θεαματικά γκολ, όπως αυτό που βλέπουμε εδώ: ένα πλασεδάκι εξήντα μέτρων, σε ένα ματς από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, όταν έπαιζε στη Τουλόν, τότε που οι σχολιαστές έκαναν ακόμη τον κόπο να αναρωτηθούν «μα τι στο καλό σκέφτηκε;» όταν τον έβλεπαν να φτάνει, ντριμπλάροντας τους αντίπαλους επιθετικούς, μέχρι τη σέντρα κι ακόμη παραπέρα.

Ο Ολμετά ήταν ένας πολύ καλός τερματοφύλακας που προτιμούσε όμως να παίζει μακριά, πολύ μακριά από τη εστία του. Οπωσδήποτε υπήρξε ο πιο περιζήτητος και δημοφιλής γκολκίπερ στη Γαλλία μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90. Όμως, οι παράτολμες έξοδοί του, η εντυπωσιακή επιδεξιότητά του με την μπάλα στα πόδια, τα καμώματά του όταν βαριόταν στο γήπεδο και η εκκεντρικότητά του έξω από αυτό, τον έκαναν γνωστό και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Η συμμετοχή του στο φιλικό ματς που οργανώθηκε στο Ολντ Τράφορντ το 1998 για τα πενήντα χρόνια από την αεροπορική τραγωδία του Μονάχου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Εκείνο το βράδυ τα έκανε σχεδόν όλα: έφτασε κυριολεκτικά μέχρι την άλλη άκρη του γηπέδου κυνηγώντας την μπάλα πριν βγει κι ο ίδιος άουτ, έφαγε πολλά γκολ μεταξύ των οποίων ένα όρθιος  από τον Καντονά, χτύπησε ένα ωραιότατο φάουλ που έξυσε το οριζόντιο δοκάρι, διασκέδασε μέχρι δακρύων τον Φέργκιουσον και τους τηλεοπτικούς σχολιαστές, έκανε την εξέδρα να ζητά ρυθμικά τη μεταγραφή του στη Γιουνάιτεντ («Fergie, Fergie, sign him up») και, επειδή προφανώς θεώρησε ότι όλα αυτά δεν αρκούσαν, έκανε τον καραγκιόζη στα διαλείμματα της δράσης.

Ο Ολμετά γεννήθηκε στην Κορσική, διακρίθηκε από νωρίς ως ιδιαίτερα ταλαντούχος και ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά στην Μπαστιά πριν διασχίσει τα λίγα ναυτικά μίλια που χωρίζουν το νησί από την απέναντι ακτή και βρεθεί στην ομάδα της Τουλόν. Στα 25 του, ανέβηκε στην πρωτεύουσα, στην πολύ φιλόδοξη Ρασίγκ (Ματρά τότε, λόγω της εξαγοράς της απο τον ομώνυμο βιομηχανικό κολοσσό) όπου έπαιξε συμπαίκτης με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Πιέτρ Λιτμπάρσκι, τον Νταβίντ Ζινολά και τον μεγάλο Έντσο Φραντσέσκολι.

Όταν το εγχείρημα της Ματρά ναυάγησε κι η ομάδα χρεοκόπησε, βρέθηκε, και μάλιστα με θέση βασικού εξασφαλισμένη από το συμβόλαιό του θέση, στην μεγάλη Μαρσέιγ, ήδη δυο χρόνια στη σειρά πρωταθλήτρια –θα συνέχιζε το σερί μέχρι τα τέσσερα. Ο τότε ιδιοκτήτης της, Μπερνάρ Ταπί είχε μεγάλα σχέδια, που δεν περιορίζονταν, όπως θα το μάθαιναν αργότερα και οι οπαδοί της ΑΕΚ, στην αγορά παικτών αλλά επεκτάθηκαν και στη εξαγορά αγώνων και διαιτητών. Όπως και να΄χει, ο Πασκάλ βρέθηκε να έχει προπονητή τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ –ο Κάιζερ άντεξε μόνο λίγους μήνες– και συμπαίκτες τον Ερίκ Καντονά, τον Ντράγκαν Στόικοβιτς, τον Ζαν-Πιέρ Παπέν, τον Κρις Γουάντλ κ.α., σε μια ομάδα που τα επόμενα τρία χρόνια θα έπαιζε σε δυο τελικούς Πρωταθλητριών Ευρώπης –και θα κέρδιζε τον έναν, απέναντι στη Μίλαν, παρακαλώ. Στον πρώτο, τον χαμένο, ο Πασκάλ ήταν βασικός, στον δεύτερο ήταν στον πάγκο, αντικαταστάτης πια ενός άλλου γνωστού μας, του νεαρού Φαμπιάν Μπαρτέζ. Αυτή θα ήταν και η τελευταία χρονιά του Ολμετά στη Μαρσέιγ.

Ενδιάμεσα γνώρισε τη φρίκη του αιματοβαμμένου ημιτελικού του Κυπέλλου Γαλλίας ανάμεσα στη Μαρσέιγ και την ομάδα από την οποία ξεκίνησε, την Μπαστιά. Η διοίκηση των Κορσικανών σκέφτηκε ότι το ματς  με την υπερομάδα των μισητών γειτόνων ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γεμίσουν τα ταμεία. Καθώς το στάδιο Φουριανί (που έχει απαθανατιστεί σε μια από τις πιο αξιοσημείωτες ταινίες με θέμα το ποδόσφαιρο –σκηνοθέτης ο Ζακ Τατί) δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, έστησαν βιαστικά μια προσωρινή κερκίδα 10.000 θέσεων. Στις 5 Μαΐου 1992, η κερκίδα θα καταρρεύσει σε απευθείας μετάδοση λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς. 18 νεκροί και 2.300 τραυματίες.  Η μικρή κόρη κι η γυναίκα του Ολμετά είναι στο γήπεδο αλλά θα γλιτώσουν.

Μετά τη Μαρσέιγ, ο Πασκάλ θα πάει στο αντίπαλο δέος της Λυόν, κι εκεί θα αποθεωθεί. Γίνεται το αντικείμενο λατρείας της εξέδρας  και αρχηγός της ομάδας, πανηγυρίζει, εξαργυρώνει τη δόξα του βγάζοντας ένα φριχτό σιντί στο οποίο τον ακούμε να ραπάρει (;) τη μεγάλη του αποτυχία «Κλώτσα το τόπι» (με μήνυμα εναντίον των ναρκωτικών), κάνει πολλά θεαματικά ματς, βάζει αυτογκόλ με τον αγκώνα, δίνει τη τελική πάσα για ένα κερδισμένο πέναλτι στο τελευταίο δευτερόλεπτο, πανηγυρίζει, τσατίζεται, κυνηγάει τους αντίπαλους φιλάθλους για να παίξει ξύλο –όλα αυτά στο βίντεο που ακολουθεί, απολαύστε υπεύθυνα.

Δυστυχώς η καριέρα του στη Λυόν θα τελειώσει όπως ακριβώς του ταίριαζε: κωμικοτραγικά. 20 Δεκεμβρίου 1996.  Η Λυόν έχει φάει μια εφτάρα από την Οσέρ, γνωρίζει δύσκολες στιγμές, θέλει οπωσδήποτε νίκη στον αγώνα εντός έδρας με τη Ναντ για να κάνουν καλές γιορτές οι φίλαθλοι κι οι παίκτες –δεν θα κάνουν. Μετά την ήττα, που βυθίζει την ομάδα στα τάρταρα της βαθμολογίας, ο Πασκάλ Ολμετά ψάχνει στα αποδυτήρια τον συμπαίκτη του Ζαν-Λυκ Σασύς. Τον βρίσκει. Απολογισμός: σπασμένη μύτη και διάσειση για τον εύθραυστο Σασύς που είχε, ο δόλιος,  βγει τραυματίας στο ματς που προηγήθηκε. Μα τι είχε συμβεί; Οι δυο άντρες, φίλοι κατά τα άλλα, είχαν μια μικρή διαφωνία, εξωγηπεδικής φύσεως. Το θύμα είχε βάλει λόγια στην κοπέλα του θύτη. Συγκεκριμένα, απάντησε σε σχετική της ερώτηση («Αχ, μου αρέσει ο Πασκάλ. Τι τύπος είναι;») ότι ο Κορσικανός είναι μεν πολύ καλό παιδί αλλά καμιά φορά μπορεί να έχει κάποιες, χμ, βίαιες εξάρσεις. Η κοπέλα δεν τρομάζει ιδιαίτερα, τα φτιάχνει με τον τερματοφύλακα, του μεταφέρει τον διάλογο, ο Ολμετά διαφωνεί  με τις χαρακτηρολογικές εκτιμήσεις του Σασύς και γίνεται ένας από τους λίγους, ελπίζουμε,  ανθρώπους που χρησιμοποίησαν τις γροθιές τους για να αποδείξουν ότι δεν είναι βίαιοι.

Η διοίκηση της Λυόν, που, παρεμπιπτόντως, έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί έτσι κι αλλιώς τον Ολμετά –είχε ήδη βρεθεί ο αντικαταστάτης, ο μετέπειτα διεθνής Γκρεγκορί Κουπέ– τον απολύει. Πάει στην Εσπανιόλ, όπου μένει μόλις δυο μήνες –μεσολάβησε πάλι μια διαφωνία, σχετικά με τον χρόνο συμμετοχής του. Γυρίζει στην Κορσική και τελειώνει την καριέρα του σε χαμηλές κατηγορίες. Αλλά δεν τον νοιάζει και πολύ.

Το άλλο μεγάλο πάθος στη ζωή του Ολμετά, εκτός από την μπάλα και τη διασημότητα –πριν μερικά χρόνια κέρδισε πανεύκολα ένα ριάλιτι σόου όπου επώνυμοι έκαναν τους αγρότες– ήταν και είναι το αγριογούρουνο. Αρκεί να πούμε ότι η φιλανθρωπική οργάνωση που ίδρυσε, με σκοπό την προστασία των άρρωστων παιδιών, έχει ως έμβλημα το τρυφερό θηλαστικό. Η Κορσική είναι σημαντικός βιότοπος για τα αγριογούρουνα και κυρίως ένα μέρος όπου το κυνήγι τους επιτρέπεται όλον τον χρόνο.

Κι ο Πασκάλ κυνηγάει από την ηλικία των πέντε ετών. Όχι μόνο το αγριογούρουνο. Συμπαίκτες του στη Μαρσέιγ τον θυμούνται να γδέρνει λαγούς που μόλις είχε σκοτώσει στα ντους των αποδυτηρίων. Το αγριογούρουνο απλώς είναι η αδυναμία του, και μια από τις μεγάλες του στιγμές ήταν όταν έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Πάθος για αγριογούρουνο» – ναι, υπάρχει. Πρόσφατα, όμως, γνώρισε την κατακραυγή όταν εμφανίστηκαν φωτογραφίες του δίπλα σ’ έναν σκοτωμένο ελέφαντα. Ο ίδιος θα υποστηρίξει ότι σκότωσε το παχύδερμο από αγάπη για τη φύση –οι ελέφαντες στη Ζιμπάμπουε, υποστηρίζει ο Πασκάλ, είναι υπερβολικά πολλοί κι η κυβέρνηση ενθαρρύνει το κυνήγι. Ακολουθώντας, στην επιχειρηματολογία του, την ίδια, κάπως διεστραμμένη λογική, που τον βοήθησε στην ποδοσφαιρική του καριέρα, μια καριέρα τερματοφύλακα-κυνηγού.