A youth plays with a ball on the beach of the Atlantic ocean near the port Bata, Equatorial Guinea. No doubt he was inspired by Equatorial Guinea’s 2-1 stoppage time victory against Senegal that clinched a spot in the quarter-finals of the Africa Cup of Nations (Photograph: Ariel Schalit/AP)
Τάδε έφη: ausencia στις 16:57, 27 Ιανουαρίου, 2012
Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία «κλάσικο» είχαν καταντήσει κάπως βαρετά. Είχαμε το ίδιο μοτίβο: ξύλο, διαμαρτυρίες, διαιτησία και στο τέλος η Μπαρσελόνα κέρδιζε. Θύμιζε λίγο από Ελλάδα η κατάσταση (ειδικά αν όντως ζούσες στην Ελλάδα που ο κόσμος φανατίζεται μέχρι και για το ποιος πρέπει να κερδίσει ένα τηλεπαιχνίδι και λατρεύει να χωρίζεται σε παρατάξεις, οπότε οι μισοί το παίζουν βέροι Μαδριλένοι κι οι υπόλοιποι μεγαλωμένοι στην πλατεία Καταλούνια).
Αυτό που κατάφερε η Ρεάλ του Μουρίνιο τους τελευταίους μήνες ήταν να γίνει ιδιαίτερα αντιπαθής στους τρίτους και κυρίως να αδικήσει τον εαυτό της αγωνιστικά. Στο μυαλό πολύ κόσμου η Ρεάλ πέρασε σαν μια ομάδα αμυντικογενής, σκληρή, που παίζει αντιποδόσφαιρο. Κάτι τέτοιο όμως απέχει πολύ από την αλήθεια. Η Ρεάλ πέρσι τέλειωσε το πρωτάθλημα έχοντας σκοράρει 102 γκολ και έχοντας χάσει μόλις 4 αγώνες στο πρωτάθλημα. Είχε τον Κριστιάνο Ρονάλντο, που όσο αντιπαθής και να είναι, έκανε όργια. Αυτά όμως πέρασαν σε δεύτερη μοίρα και λογικά, καθώς υπάρχει ακόμα καλύτερη ομάδα και αυτή είναι η Μπάρσα του Μέσι, του Τσάβι, του Πουγιόλ και των υπολοίπων. Αν με κάποιο μαγικό τρόπο διαγραφόταν η ομάδα της Καταλωνίας από την πραγματικότητα, θα λέγαμε όλη για την μεγάλη Ρεάλ του Μουρίνιο που διαλύει τους αντιπάλους, παίζει καλό ποδόσφαιρο, βάζει γκολ κ.ο.κ.
Το θέμα είναι όμως ότι και η Μπαρσελόνα συνεχίζει να υπάρχει και ότι ο κόσμος θυμάται κυρίως τα ντέρμπυ. Εκεί η Ρεάλ έχει επί της ουσίας δυο επιλογές για να αντιμετωπίσει μια ακόμα καλύτερη ομάδα. Να πάρει τη δύσκολη απόφαση που θέλει… cojones και να παίξει το δικό της παιχνίδι, να προσπαθήσει να κάνει αυτό που μπορεί και ότι βγει ή να προσπαθήσει να εκμηδενίσει τον αντίπαλο προσαρμόζοντας το παιχνίδι της σε αυτόν τον στόχο. Η Ρεάλ πιθανότατα και μετά το περσινό σοκ της ξεφτίλας στο Μπερναμπέου το φοβήθηκε αυτό. Γύρισε το παιχνίδι της σε ένα μίγμα ξύλου, άμυνας, σκληρού παιχνίδιου, trash talking και διαιτητολογίας. Επί της ουσίας αυτό δεν της έφερε πολλά πράγματα, εκτός από το περσινό κύπελλο. Κυρίως όμως την έκανε να φαίνεται μια ομάδα που δεν μπορεί να κοιτάξει στα ίσια την μεγάλη αντίπαλο της και καταφεύγει σε διάφορα κόλπα και τρικ για να κλέψει παιχνίδια.
Το τελευταίο ματς, παρ’ ότι και πάλι είχε φασαρίες και διαιτητολογία έδειξε κάτι διαφορετικό. Έδειξε ότι η Ρεάλ μπορεί να παίξει καλύτερα, μπορεί να προσπαθήσει να βγάλει τις δικές της αρετές στο γήπεδο. Δεν αμφιβάλλω ότι το αποτέλεσμα του πρώτου αγώνα έπαιξε τον ρόλο του και ότι η Μπάρσα ήταν σχετικά νωθρή εξαιτίας αυτού (και ίσως και πιο χορτασμένη) για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ήταν όμως ένα βήμα προς τα μπροστά για τη Ρεάλ που έδειξε γιατί είναι πρώτη στο πρωτάθλημα, έστω και αν τελικά αποκλείστηκε.
Το θέμα είναι αν θα προσπαθήσει η Ρεάλ να χτίσει πάνω σε αυτά που κέρδισε (τόσο ψυχολογικά, όσο και αγωνιστικά) από το τελευταίο αυτό παιχνίδι ή αν θα επιστρέψει στην δοκιμασμένη συνταγή των τσαμπουκάδων τύπου Πέπε και Σέρχιο Ράμος, στην κλωτσοπατινάδα και στον πόλεμο δηλώσεων. Σε αυτό μεγάλο ρόλο θα παίξει κι ο Μουρίνιο, ο οποίος έχει αδικήσει τον εαυτό του. Έχει μετατρέψει τα mind games σε ρεσιτάλ γραφικότητας, έχει ξεχάσει το πόσο σπουδαίος προπονητής είναι και αναλώνεται σε δευτερεύοντα ζητήματα. Γιατί όσο και αν αντιπαθεί κάποιος τον Μουρίνιο δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αξία του. Ακόμα και αν πει για τον Αμπράμοβιτς και τα λεφτά της Ρεάλ, υπάρχει πάντα η πορεία του με την Πόρτο να δείχνει τις ικανότητές του. Στην Μαδρίτη επέλεξε να πάρει πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας, πιθανώς για να αποσυμφορήσει ψυχολογικά τους παίκτες του από το βάρος των αποτυχιών, το παράκανε όμως τελικά και κατέληξε να έχει μια ομάδα αντιπαθή και με την ταμπέλα του loser. Θα πρέπει λοιπόν η ομάδα του κι ο ίδιος να αποφασίσουν αν θέλουν να γίνουν το πραγματικό νούμερο 1 στην Ισπανία (ή έστω να το παλέψουν) ή απλά να κλέψουν πρόσκαιρα τον τίτλο αυτό από τους μισητούς αντιπάλους τους αδιαφορώντας για τα μέσα με τα οποία θα το επιτύχουν και για την επόμενη μέρα.
Παραφράζοντας τα λόγια του μεγάλου προέδρου Σταύρου Αδαμίδη, ας μας απαντήσουν «Ποια Ρεάλ θέλουν»…
A Burkina Faso supporter during the African Nations Cup soccer match against Angola at Estadio de Malabo “Malabo Stadium”, in Malabo, Equatorial Guinea, January 22, 2012 (Reuters)
Εναλλακτικοί ναοί τα γήπεδα του κόσμου, με κινούμενα τέμπλα και πράσινο ιερό. Μπορεί να μην τα δεις ποτέ από κοντά, μα ταξιδεύει η καρδιά -κι αυτό σου φτάνει. Το Camp Nou είναι η Μέκκα στην οποία μπορείς να προσκυνήσεις και από το σαλόνι σου. Τώρα κοιτάς μέσα από τα μάτια του «Lionel Messiah». Όπου να ‘ναι θα προσγειωθεί και θα χτυπήσει την μπαγκέτα του στο πόντιουμ, ζητώντας από το κοινό να κάνει ησυχία για να πει κάτι:
Let me take you on a trip
around the world and back
and you won’t have to move,
you just sit still
(Πηγή φωτό: el-cant-del-barca.tumblr.com)
Τάδε έφη: ausencia στις 16:35, 25 Ιανουαρίου, 2012
4 Μαΐου 1994. Ο Άιρτον Σένα είναι νεκρός. Το φέρετρο που τον μεταφέρει διασχίζει τους δρόμους του Σάο Πάολο που είναι πλημμυρισμένοι από κόσμο. Μια νεαρή κοπέλα, εμφανώς βουρκωμένη, λέει στην κάμερα πως ήταν το είδωλο της καθώς αντιπροσώπευε ότι καλύτερο είχε η Βραζιλία.
(14 Μαΐου 1988. Λίγους μόλις γύρους πριν τον τερματισμό στο Γκραν Πρι του Μόντε Κάρλο και ενώ βρίσκεται με τεράστια διαφορά μπροστά απ’ όλους τους υπόλοιπους ο Σένα παραβλέπει όλες τις συμβουλές των τεχνικών της ομάδας και αντί να εκλογικευτεί και να σιγουρέψει τη νίκη του μετριάζοντας το ρυθμό του – όπως θα έκανε ο, υπέρμετρα ρεαλιστής και μεγάλος του αντίπαλος εκείνα τα χρόνια, Αλεν Προστ – παραμένει κυριευμένος από την καύλα της οδήγησης, την αίσθηση της υπεροχής και το εκ γενετής ένστικτο που τον προτρέπει συνεχώς να πάει όλο και γρηγορότερα, όλο και γρηγορότερα… Σαν την Βραζιλία του Σώκρατες το 1982 που αδιαφόρησε προκλητικά να καλύψει τα νώτα της, ο Σένα θα ‘φάει τελικά τα μούτρα του’. Θα τρακάρει σε τοίχο και θα χαρίσει ουσιαστικά στον Προστ τη νίκη.
Η αποτυχία αυτή γίνεται ορόσημο για την καριέρα του. Μετά απ’ αυτόν τον αγώνα δεν είναι ποτέ ξανά ο ίδιος, όπως ακριβώς και η εθνική Βραζιλίας δεν ήταν ποτέ ξανά η ίδια μετά το στραπάτσο στο Μουντιάλ της Ισπανίας. Εκλογικεύεται, προσαρμόζεται στις επαγγελματικές ανάγκες της Φόρμουλα 1, καταλαβαίνει με τον καιρό πως ακριβώς παίζεται το παιχνίδι εντός και εκτός της πίστας και τελικά κατακτάει τρία πρωταθλήματα φτάνοντας στο σημείο να προκαλέσει ουσιαστικά μια σύγκρουση με τον Προστ στο προτελευταίο Γκραν Πρι του 1990 για να διασφαλίσει τον τίτλο του.)
Μετά τη νεαρή κοπελίτσα μια γυναίκα όχι μικρότερη από 45-50 χρονών παίρνει το λόγο και λέει: «Οι Βραζιλιάνοι έχουν ανάγκη από φαγητό, μόρφωση, υγεία και λίγη χαρά. Αυτή η χαρά δεν υπάρχει πια». Δυο μήνες αργότερα οι ταλαιπωρημένοι από τη φτώχεια Βραζιλιάνοι θα ξαναβγούν στους δρόμους έχοντας βρει λίγη απ’ τη χαρά που έψαχναν στα σουτ του Ρομάριο και του Μπεμπέτο. Μια διαφορετική εθνική Βραζιλίας, πιο εξευρωπαϊσμένη, πιο προσηλωμένη στο στόχο της και λιγότερο θεαματική, θα επανέλθει στην κορυφή του κόσμου μετά από πολλά χρόνια.
Ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης και δημοσιογράφος Gustavo Serrate προσπάθησε να χωρέσει όλη αυτή τη χαρά που έχει προσφέρει η εθνική ομάδα στο λαό της χώρας σ’ ένα μικρό κάτι-σαν-ταινιάκι που κυκλοφόρησε στο ίντερνετ πριν λίγες μέρες με την ονομασία «Το μεγάλο παιχνίδι», ένα παιχνίδι στο οποίο συνυπάρχουν όλοι όσοι έκαναν τους Βραζιλιάνους ευτυχισμένους έστω και για λίγο: ο Γκαρίντσα, ο Ζαγκάλο, ο Πελέ, ο Ρομάριο, ο Ρονάλντο…
Κυριακή απόγευμα και χάρη σ’ ένα stream που απλόχερα μοιράζει κάποιος φιλάνθρωπος τύπος – που λίγο αργότερα θα αποδειχτεί ελαφρώς μαζοχιστής καθώς, μετά από σχετική υπενθύμιση που έχει βάλει στην τηλεόραση και την οποία θα δούμε όλοι όσοι έχουμε συντονιστεί στο stream του, θα αλλάξει κανάλι την ώρα του αγώνα για να παρακολουθήσει την εκπομπή «Ποδόσφαιρο για παιδιά, με τον Ζοσέ Μουρίνιο» κατά την οποία ο Πορτογάλος διδάσκει σε κάτι 10χρονα πράγματα τα οποία λόγω γλώσσας δεν καταλαβαίνω αλλά υποθέτω ότι αφορούν τα σκοτεινά παιχνίδια συνωμοσίας της τριάδας UEFA-Μπαρτσελόνα-UNICEF, η οποία ως γνωστόν ελέγχει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο – χαζεύω τους παίκτες της Άρσεναλ και της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που συγκεντρώνονται στα αποδυτήρια για να βγουν στον αγωνιστικό χώρο του Emirates Stadium. Ανάμεσα στις καθιερωμένες χειραψίες και στις κλασσικές ψυχολογικές παραινέσεις ο Γουέλμπεκ χειρονομεί, σαν να δίνει οδηγίες, στον Γκίγκς. Ο Ράιαν Γκίγκς είναι πλέον στα 39 του, ζωντανός και ενεργός θρύλος της ομάδας. Ο Ντάνι Γουελμπεκ είναι ακόμα στα 21.
(Μερικά χρόνια πριν, σύμφωνα πάντα με μια ιστορία που κυκλοφορεί αλλά κανείς ποτέ δεν έχει επιβεβαιώσει επίσημα, ο Άλεξ Φέργκιουσον βρισκόταν στο εστιατόριο των εγκαταστάσεων της Γιουνάιτεντ μιλώντας μ’ ένα φίλο όταν παρατήρησε ένα μικρό σκηνικό που διαδραματίστηκε στην ουρά που είχαν σχηματίσει οι νεαροί παίκτες των ακαδημιών που περίμεναν να γεμίσουν το δίσκο τους. Λίγο πριν παραγγείλει ο πιτσιρικάς Ρόμπι Μπράντι ο Κριστιάνο Ρονάλντο, που λίγο καιρό πριν είχε κατακτήσει τη ‘Χρυσή μπάλα’, μπήκε στην αίθουσα, πήρε ένα δίσκο και προσπερνώντας την ουρά εξυπηρετήθηκε αμέσως την ίδια ώρα που ο Μπράντι παρέμενε σιωπηλός, κοιτώντας τον απλά με θαυμασμό.
Λίγο αργότερα ο Φέργκιουσον κάλεσε τον 16χρονο νεαρό και τον ρώτησε γιατί άφησε τον Πορτογάλο να παραγγείλει πριν απ’ αυτόν. «Μα, είναι ο Ρονάλντο» ψέλλισε ο νεαρός Ιρλανδός εξτρέμ. «Είσαι εδώ πέρα για να του πάρεις τη θέση. Μην σε ξαναδώ να το κάνεις αυτό» απάντησε αυστηρά ο Σερ Άλεξ, συμπυκνώνοντας σε μια απλή και κοινή ατάκα ένα σημαντικό τομέα της ποδοσφαιρικής του φιλοσοφίας.)
Το τέλος του σημερινού αγώνα βρήκε την Γιουνάιτεντ νικήτρια με 2-1. Ο Ράιαν Γκίγκς έκανε την ασίστ για το πρώτο γκολ και όπως σε κάθε παιχνίδι μόχθησε/πίεσε/έτρεξε όπως απειροελάχιστοι 39χρονοι θρύλοι θα μοχθούσαν/πίεζαν/έτρεχαν ποτέ. Ο Ντάνι Γουελμπεκ πέτυχε το νικητήριο γκολ που κράτησε την ομάδα στη μάχη του τίτλου. Ο Άλεξ Φέργκιουσον πρέπει να έμεινε ικανοποιημένος.
Στην Μπαρτσελόνα του καλύτερου παίκτη στον κόσμο, του τρίτου καλύτερου παίκτη στον κόσμο, του Ινιέστα και του Βίγια υπάρχει ένα μικρό στατιστικό, κρυμμένο πίσω απ’ τα υπόλοιπα λαμπερά και αποστομωτικά ρεκόρ που αυτή η φουρνιά παικτών έχει σπάσει τα τελευταία τρία χρόνια, το οποίο λέει ότι από τότε που ανέλαβε προπονητής ο Γκουαρντιόλα – τρεισήμισι χρόνια πριν – η ομάδα έχει χάσει στο πρωτάθλημα όλες κι όλες εννιά φορές. Όλως τυχαίως στις έξι απ’ αυτές τις ήττες απών ήταν ο Κάρλες Πουγιόλ.
Ο Κάρλες Πουγιόλ – αυτό το αμυντικό θηρίο που συνηθίζει να δουλεύει στο παρασκήνιο – ο οποίος με το γκολ του εχθές στο Μπερναμπέου βοήθησε σημαντικά ώστε να φτάσει το προσωπικό του σερί των συνεχόμενων παιχνιδιών χωρίς ήττα στα 51 ματς. Η τελευταία φορά που έπαιξε σ’ ένα ματς και γύρισε στο σπίτι του χαμένος ήταν πρόπερσι τον Απρίλιο (!), στον πρώτο ημιτελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με την Ίντερ.
Λάμαχος: Σήκωσε την ασπίδα για ομπρέλα! Αποχωρούμε… αχ! χιονίζει!
Χειμέρια τα πράγματα!
Δικαιόπολις: Σήκωσε το μεγάλο δείπνο ν’ ανοιχτούμε. Ναι… χιονίζει!
Αρχίζουνε τα θαύματα!
(February 1996: Supporters in the stand prior to the FA Cup fifth-round game between Nottingham Forest and Tottenham being abandoned / Photo: Steve Morton/Empics Sport)
Τάδε έφη: ausencia στις 15:55, 17 Ιανουαρίου, 2012
Fulham’s Stephen Kelly (L) challenges Arsenal’s Robin Van Persie during their English Premier League soccer match at Craven Cottage in London January 2, 2012. REUTERS/Stefan Wermuth
Ήταν πριν από τουλάχιστον δέκα χρόνια. Ένα από εκείνα τα βράδια που σαν υπνωτισμένο και άβουλο ον καταλήγεις να πατάς μηχανικά το κουμπί του επόμενου καναλιού ψάχνοντας για την λιγότερο κακή από μια σειρά επιλογών οι οποίες μπορούν να σε κρατήσουν στο ίδιο κανάλι για περισσότερα από πέντε λεπτά μόνο εάν τελειώσουν ξαφνικά οι μπαταρίες στο τηλεκοντρόλ και η τηλεόραση είναι σε απόσταση που δεν φτάνει το τεντωμένο σου πόδι.
Το ανελέητο ζάπινγκ μου κάνει παύση ασυναίσθητα στο κανάλι που γεμίζει την οθόνη μου με χόρτο. Στίβος. Έχει μόλις ξεκινήσει ο τελικός των 10.000 μέτρων. Ένα μπουλούκι αθλητών, κατά κύριο λόγο κάτι μελαψοί και καχεκτικοί τύποι που σπάνια θα συναντήσεις σε φαστφουντάδικο, καταπίνουν τους γύρους όπως ο Οβελίξ καταπίνει αγριογούρουνα. Σε μια γωνία στην κερκίδα 50-100 Αφρικανοί ντυμένοι πολύχρωμα με παραδοσιακές, εξωτικές φορεσιές έχουν στήσει ένα δικό τους πάρτι με τύμπανα, ταμπούρλα και ασταμάτητο χορό. Η κάμερα ζουμάρει πάνω σ’ έναν απ’ τους δρομείς. Πιο αδύνατος και απ’ τους αδύνατους. Πιο κοντός και απ’ τους κοντούς. Αλλά με το δεύτερο πιο ξεχωριστό χαμόγελο που έχω δει ποτέ στην ζωή μου, πίσω μόνο απ’ την κάτασπρη οδοντοστοιχία στο κατάμαυρο πρόσωπο του μοναδικού Λούις Άρμστρονγκ. «Χάιλε Γκεμπρεσελασιέ, κυρίες και κύριοι. Ο κάτοχος του παγκόσμιου ρεκόρ και στα 5.000 και στα 10.000 μέτρα, ο Αιθίοπας ‘Αυτοκράτορας’ των μεγάλων αποστάσεων».
Ο ‘Αυτοκράτορας’ δεν είναι όμως πρώτος, ούτε καν στις πρώτες θέσεις. Ακολουθεί με προσήλωση το μπουλούκι και δεν πτοείται απ’ τους δρομείς που σπριντάρουν για ένα γύρο, ανεβαίνουν στην πρώτη θέση για μερικές εκατοντάδες μέτρα και μετά τα παρατάνε και εξαφανίζονται απ’ τον αγώνα. Τα χιλιόμετρα περνάνε, ο ρυθμός παραμένει ίδιος, το ενδιαφέρον μου κλονίζεται και ψάχνει απεγνωσμένα λόγους, γιατί να μην αφήσει τον αγώνα στην δικιά του παράλληλη ζωή, κάπου μακριά σε μια Ευρωπαϊκή πόλη την οποία δεν θυμάμαι καν, για να ασχοληθεί με κάτι καλύτερο. Μέχρι που το τέμπο αρχίζει σταδιακά να αλλάζει, σαν κάποιος να πάτησε το σωστό κουμπάκι. Ο Χάιλε ανεβάζει στροφές, με την ίδια ευκολία που κάποιος αλλάζει ταχύτητες στο αυτοκίνητο του. Οι γύροι πλέον λιγοστεύουν, οι δρομείς μπροστά του κάνουν χώρο και ο ‘Αυτοκράτορας’ μπαίνει μπροστά αλλά ο ρυθμός του δεν πέφτει. Δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο η διαφορά του από τον δεύτερο μεγαλώνει, μέχρι που λίγους γύρους πριν το τέλος, ο τελικός των 10.000 μέτρων αλλάζει όνομα και γίνεται «ο Χάιλε και οι άλλοι».
Το αρχικό μου ενδιαφέρον μετατρέπεται πάτημα με το πάτημα σε θαυμασμό. Είναι ξεκάθαρο πλέον πως κανένας δεν ψάχνει τον νικητή. Ο στόχος είναι το παγκόσμιο ρεκόρ. Το οποίο κατέχει ο ίδιος. Ο στόχος είναι ακόμα πιο εντυπωσιακός. Ο Γκεμπρεσελασιέ τρέχει για να κερδίσει τον εαυτό του. Να ξεπεράσει τα όρια του. Τρέχει για να κερδίσει την ίδια του την υπόσταση, μερικά χρόνια πριν στην Ολλανδία, όταν κατέρριπτε το προηγούμενο παγκόσμιο ρεκόρ. Ο κόσμος στις κερκίδες ξεσηκώνεται, οι Αφρικανοί εντείνουν τα χτυπήματα στα ταμπούρλα, οι Αφρικανές λικνίζονται όλο και περισσότερο στον ρυθμό που τα αδύνατα πόδια του Χάιλε πατάνε κάθε φορά στο ταρτάν.
Ο σκηνοθέτης είναι μάγκας. Πιάνει το momentum αμέσως. Μικρά πλάνα. Γρήγορες εναλλαγές. Ζουμ εκεί που πρέπει. Γενικό πλάνο: Ο Γκεμπρεσελασιέ είναι ήδη μισό γύρο μπροστά από τον δεύτερο. Ζουμ στο πρόσωπο του: Χαμόγελο-μορφασμός, ένα μείγμα έντονης προσπάθειας και ευτυχίας. Ζουμ στα ταμπούρλα των Αφρικανών. Ζουμ στα πόδια του Γκέμπρε. Ζουμ στην Ευρωπαϊκή οικογένεια που έχει σηκωθεί όρθια και δεν σταματάει να χειροκροτεί αυτόν τον απίστευτο Αιθίοπα. Ζουμ στο πρόσωπο. Ζουμ στα πόδια. Ζουμ στα ταμπούρλα. Ταπ-ταπ-ταπ-ταπ. Πόδια. Ταμπούρλα. Χέρια που χειροκροτούν. Ο Γκέμπρε να χαμογελάει. Καμπανάκι τελευταίου γύρου.
Έχει αφήσει πίσω του 9,6 χιλιόμετρα, αλλά ο ‘Αυτοκράτορας’ δεν φαίνεται επηρεασμένος. Τα ταμπούρλα χτυπάνε πλέον σε δαιμονιώδη ρυθμό θαρρείς και είναι ιερή υποχρέωση τους να μην τον αφήσουν να τρέξει μόνος. Είναι ξεκάθαρο πια σε όλους ότι οι χρόνοι είναι καλοί. Είναι αρκετά κοντά. Είναι αυτός και το ρεκόρ. Αλλά εκείνα τα δευτερόλεπτα, δεν το νιώθεις έτσι απομακρυσμένο και αποξενωμένο από σένα. Είσαι εσύ, μπροστά σε μια τηλεόραση χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, και το ρεκόρ. Είναι ο Αφρικανός που χοροπηδάει δίπλα στα ταμπούρλα και το ρεκόρ. Είναι ο αθλητής κάποιου άλλου αθλήματος, που σταματάει την προθέρμανση του και παρακινεί τον Γκέμπρε να τρέξει ακόμα πιο γρήγορα, και το ρεκόρ. Είναι η αγχωμένη πιτσιρίκα, που τρώει τα νύχια της στην κερκίδα και στην οποία εστιάζει για λίγο ο σκηνοθέτης, και το ρεκόρ. Για λίγο το ρεκόρ αυτό είναι το κέντρο όλου του σύμπαντος μερικών χιλιάδων ανθρώπων.
Και κάθε φορά που μέσα σου τσιρίζεις «λίγο πιο γρήγορα» ο Γκεμπρεσελασιέ χαμογελάει και αυξάνει την ταχύτητα του. Σαν τόση ώρα να μην έτρεχε αυτός. Σαν κάποιος άλλος δρομέας που ξεκουραζόταν όλη του την ζωή γι’ αυτόν τον τελευταίο γύρο να μπήκε στο σώμα του. Σ’ αυτό το σώμα που ήδη είχε κάνει 24 γύρους. Ένα απίστευτο φαινόμενο. Τελευταία μέτρα. Τα πλάνα αλλάζουν ασταμάτητα. Η κόρη του ματιού σου βρίσκεται σε έκσταση, κοιτάζοντας μια το χαμόγελο του στο κέντρο του πλάνου και μια το χρονόμετρο κάτω δεξιά. Τύμπανα. Πόδια. Χαμόγελο. Χρονόμετρο. Τύμπανα. Πόδια. Χαμόγελο…
Το καταραμένο ρεκόρ δεν έσπασε εκείνο το βράδυ για πολύ λίγο. Ο Γκεμπρεσελασιέ του 1998 νίκησε τον Γκεμπρεσελασιέ εκείνης της κούρσας. Έχω δει πολλούς αγώνες στίβου από τότε αλλά ποτέ κανένας άλλος δεν μπόρεσε να μου προκαλέσει παρόμοια, έντονα συναισθήματα. Δυσκολευόμουν πάντα να εξηγήσω τους λόγους που δεν μ’ αγγίζει ο στίβος χωρίς να χαθώ σε μια ατέλειωτη ανάλυση της σημασίας που δίνω στον παράγοντα φαντασία, ένα στοιχείο σχεδόν απαγορευμένο στην φιλοσοφία του ‘πιο ψηλά, πιο δυνατά, πιο γρήγορα’ που διαφεντεύει τον στίβο. Μέχρι εχθές το βράδυ που ένας φίλος μου έστειλε άθελα του τον πιο απλό τρόπο εξήγησης της διαφοράς που εντοπίζω στους δυο ‘βασιλιάδες των σπορ’: ένα βίντεο με συγκεντρωμένες κάποιες άλλες ‘κούρσες’, ενός άλλου φαινομένου. Κι έτσι το ποιοτικό διάκενο μεταξύ των δυο κουρσών που υπάρχει στο μυαλό μου πλημμύρισε με οπτικοποιημένη φαντασία. (Και χωρίς να δείχνει ούτε ένα γκολ.)
Λίγα δευτερόλεπτα πριν της είπαν ότι πρέπει να έχει τα μάτια στην μπάλα για να την κλωτσήσει, εντούτοις αυτή επιλέγει να κοιτάξει κατάματα και ηδυπαθώς τον φακό. Όπως μάθει κανείς.
(May 12, 1957: Marilyn Monroe kicks off the start of the football game, Israel vs the U.S at Ebbets Field in Brooklyn, NY)
Τάδε έφη: ausencia στις 20:19, 11 Ιανουαρίου, 2012
Να γράψω λέει σε δυο παραγράφους για τον καλύτερο του 2011. Ούτε γραμμή παραπάνω. Α, ναι και χωρίς πολλά κλισέ. Τσάβι-Μέσι-Ρονάλντο. Τον Ρονάλντο τον αποκλείουμε εξαρχής. Όχι επειδή μου είναι εξαιρετικά αντιπαθής, έτσι κι αλλιώς ούτε Ρεάλ, ούτε Μπαρσελόνα υποστηρίζω. Πολύ απλά γιατί ότι στατιστικά να μου φέρεις, αν έχει παραπάνω Μ.Ο. σε ασίστ, σε γκολ, σε ευστοχία έξω από τα 6.75 ή οτιδήποτε άλλο δεν παίζει κανέναν ρόλο. Γιατί στο τέλος της κουβέντας θα πω ότι έπαιζε στην ομάδα που στο C.L. δεν έκανε τίποτα, γιατί στο πρωτάθλημα δεν τα κατάφερε, γιατί η Μπάρσα τον ταπείνωσε, γιατί ο ίδιος στα μεγάλα ντέρμπυ και στις μεγάλες στιγμές της καριέρας του είναι πάντα κρυμμένος. Πιθανόν αν έπαιζε κι ο ίδιος στην Μπάρσα να είχε παραπάνω ελπίδες, δεν παίζει όμως. Ήταν στους χαμένους και δυστυχώς για αυτόν οι ήττες ήταν πολλές και εμφατικές πέρσι και η κατάκτηση του κυπέλλου δεν είναι αρκετή. Γιατί για να είσαι ο κορυφαίος πρέπει να έχεις κάνει τη διαφορά και να είσαι και με τους κορυφαίους. Όταν τα αγόρια γίνουν άντρες, ο Κριστιάνο θα έχει την ευκαιρία.
Ναι, ο Τσάβι. Ξέρω, ξέρω… Το μυαλό, ο ιθύνων νους, χωρίς αυτόν ο Μέσι δεν υπάρχει στην Εθνική Αργεντινής. Μας τα είπατε παιδιά, τα ξέρουμε. Συμπαθέστατος ο Τσάβι, χαμηλών τόνων και υπερ-τεράστιος παίκτης. Γεννημένος άτυχος. Σε έναν άλλον κόσμο, μια άλλη στιγμή θα ήταν αυτός το νούμερο 1. Σε έναν κόσμο που θα έλειπε ο πρωταγωνιστής μπροστά και θα είχε να ανταγωνιστεί παίκτες που παίζουν στο κέντρο και δεν σκοράρουν τόσο θα έπαιρνε το βραβείο κάθε χρόνο φορώντας παντόφλες. Γιατί είναι τέτοια παιχτούρα. Αλλά κάθε καλός σούπερ-ήρωας θέλει το sidekick του. Ο Μπάτμαν έχει τον Ρόμπιν, ο Σέρλοκ Χολμς έχει τον Γουότσον, ο Φρόντο έχει τον Σαμ (ο οποίος σίγουρα τον γουστάρει) και στην εποχή μας ο Μέσι έχει τον Τσάβι.
Πώς να μην είναι ο καλύτερος ο Λιονέλ; Έκανε διαστημικά πράγματα και συνεχίζει να κάνει. Σπάει τα ρεκόρ το ένα μετά το άλλο. Γιατί μπορεί η… τούρτα των Καταναλών να έχει βάσεις από κάτω διάφορους παίκτες και μια απίστευτη ομοιογένεια, αλλά το κερασάκι σε αυτή είναι από το Ροζάριο. Γιατί και στα εύκολα και στα δύσκολα είναι εκεί. Και ας μας πληγώνει κάθε φορά που η Αργεντινή πατώνει. Θα γυρίσει ο τροχός και θα κάνει κι εκεί το θαύμα του. Λιονέλ ήσουν ο καλύτερος ΚΑΙ το 2011.
(Elaith)
Xavier Hernández i Creus: Ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι.
Τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ. Αν μπορείς ανάμεσα στις αιωρήσεις του μετρονόμου να δεις τις κινήσεις και τις κάθετες πάσες που κάνουν ευτυχισμένους τόσους πολλούς, ξέρεις γιατί ο Τσάβι δικαιούταν να σηκώσει εχθές το βράδυ το ιερό «κιούπι» στον ουρανό της Ζυρίχης.
(ausencia)
Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να στοιχειοθετήσω επαρκώς την επιλογή μου, πόσο μάλλον σε μια χρονιά όπου το αντίπαλον δέος επικράτησε στα πάντα πλην ενός Κυπέλλου. Αλλά αυτό το πράγμα είναι κάτι προσωπικό, δεν πρέπει να έχει να κάνει με τίτλους, σωστά; (Γιατί αν οι τίτλοι παίζουν ρόλο τότε ο Γουέσλι Σνάιντερ είναι στο τηλέφωνο και θέλει το περσινό βραβείο.)
Όμως είναι κάτι που απλά το βλέπω. Έχει πολλά πράγματα πάνω του που βρίσκω αποκρουστικά, για την ακρίβεια πιστεύω πως σε οτιδήποτε αφορά το άτομό του έξω από το γήπεδο θα ήθελα διακαώς να τον δείρω αν τον γνώριζα. Αλλά παρόλ’αυτά, όταν τον βλέπω να παίζει μπάλα τα ξεχνάω όλα. Μπορεί να μην κέρδισε σχεδόν τίποτα μες στο ’11, αλλά υπήρξε η χρονιά της απόλυτης ποδοσφαιρικής του ολοκλήρωσης. Η χρονιά που πέραν αμφιβολίας, καθόσουν να δεις ένα παιχνίδι της υπέροχης Ρεάλ του Ζοζέ Μουρίνιο και περίμενες από αυτόν να βάλει μεγάλο γκολ, να κάνει μεγάλη μπαλιά, να αποτελέσει τον πυρήνα του φανταστικού παιχνιδιού της ομάδας του.
Το ξέρεις ότι είσαι μέγιστος όταν σε καθορίζει η στιγμιαία σου αδυναμία. Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς δεν ήταν καλός στην 4η περίοδο του φετινού τελικού. Ο Νίκος Γκάλης δεν έπαιρνε το τελευταίο σουτ. Ο Κριστιάνο δεν έβαλε γκολ στη Μπαρτσελόνα φέτος. ΟΚ. Έβαλε πέρσι, στον τελικό του Κυπέλλου, στη στιγμή που θεμελίωσε τη ρεαλιστική αμφισβήτιση της κυριαρχίας της Μπάρτσα στην Ισπανία. (Κυριαρχία που, ασχέτως της αδυναμίας της Ρεάλ να την κερδίσει, θα απωλέσει φέτος.)
Δεν έχει υπάρξει στιγμή στην καριέρα του Κριστιάνο που να μην ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ομάδας του. Με το καλημέρα. Και τι ομάδες κιόλας. Όταν ξεχωρίσει κάποιος άλλος, νιώθουμε την ανάγκη να το δηλώσουμε με έμφαση. (Δε συμβαίνει συχνά.) Νιώθεις πως αν πάρεις το καστ φανταστικών ποδοσφαιριστών που βρίσκονται γύρω από αυτόν σε μια ομάδα και τους αλλάξεις με άλλους, πάλι θα την οδηγήσει μακριά. Τον ίδιον, δε γίνεται να τον αλλάξεις. Στην καρδιά μιας ομάδας με άκρατα επιθετική φιλοσοφία βασισμένη σε ταχύτητα και τεχνική ως ισοδύναμα γρανάζια, ο Κριστιάνο είναι η αρχή και το τέλος. Είναι καταδικασμένος να είναι έτσι για πάντα, για όλη του την καριέρα. Και για την καριέρα του, το 2011 ήταν η καλύτερη χρονιά.
Ως τώρα.
(dark_tyler)
Μέσα στο 2011 σκόραρε πάνω-κάτω τα ίδια γκολ με τον Κριστιάνο Ρονάλντο (νούμερα αδιανόητα, βγαλμένα από στατιστικά στο Football Manager τα οποία κάποτε θεωρούσαμε αστεία λόγω έλλειψης αληθοφάνειας), μοίρασε περισσότερες και πιο θεαματικές ασίστ ακόμα και από τον μετρ του είδους Τσάβι (πάσες εντυπωσιακές, πανέξυπνες, διορατικές, ικανές να προκαλέσουν επιφώνημα θαυμασμού πριν καν ακουμπήσει την μπάλα ο παραλήπτης τους), συνέχισε να προσφέρει φάσεις στις οποίες κάποιος απελπισμένος αμυνόμενος τον κλωτσάει σε θέση ιδανική για εκτέλεση φάουλ λίγο έξω από την μεγάλη περιοχή κι όμως αυτός συνεχίζει την προσπάθεια του (φάσεις τόσο ξένες στη γενικότερη νοοτροπία του σύγχρονου ποδοσφαίρου), δήλωσε για άλλη μια χρονιά βροντερό παρών στα περισσότερα απ’ τα μεγάλα ματς που ο ‘καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου’ οφείλει να δηλώνει παρών (όπως αποστομωτικά δείχνει ένας σχετικός πίνακας που κάποιος φανατικός στατιστικολόγος έφτιαξε και στον οποίο, όπως ένας οποιοσδήποτε πολέμιος του Μέσσι θα φώναζε, δεν συμπεριλαμβάνονται οι αποτυχημένες προσπάθειες του με την εθνική, μειονέκτημα το οποίο μπορείς να καταθέσεις με στόμφο σαν επιχείρημα μόνο αν προσπαθείς πρόωρα και λανθασμένα να τον συγκρίνεις με τον Μαραντόνα) και πρόσθεσε στο ήδη γεμάτο σχετικό παλμαρέ του αμέτρητες νέες στιγμές κατά τις οποίες αποφάσιζε να ξεφύγει από τον καλοδουλεμένο ομαδικό ρυθμό που βγάζει η ορχήστρα της Μπαρτσελόνα και να προσπεράσει με μια ασύλληπτη απλότητα και άνεση (μια τέτοια άνεση που ορισμένες φορές υποβιβάζει άθελα της όλη την ενέργεια, κάνοντας την να φαίνεται κοινότυπη και – το χειρότερο και πιο ειρωνικό – εύκολη στα μάτια του θεατή, ειδικά αυτού που έχει παίξει λίγες φορές μπάλα στη ζωή του) οποιονδήποτε βρεθεί στο δρόμο του, αδιαφορώντας παντελώς για το πόσους θα συναντήσει, πόσο μεγάλης ποιότητας παίκτες είναι αυτοί και πόσα τετραγωνικά μέτρα ή εκατοστά έχει στη διάθεση του για να τους ντριπλάρει.
Μαγικές στιγμές, βγαλμένες από τα παιδικά όνειρα όλων μας, που πολλές φορές δεν τελείωναν με την μπάλα στα δίχτυα, γεγονός που αυτόματα τις αφήνει εκτός κάθε ιστορικού αφιερώματος που μένει άφθαρτο στον Χρόνο αναγκάζοντας έτσι οποιονδήποτε αγαπάει αυτό το παιχνίδι να αναρωτηθεί βλέποντας το ριπλέι «can we make it go in?»:
Φαίνεται ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη Βραζιλία με τους τραυματιοφορείς. Δεν πέρασε ούτε ένας χρόνος από το περσινό συμβάν και ο δόλιος Αρτούρ της Κονφιάνσα έγινε το φετινό θύμα κάποιου μικρού θεούλη που δεν ξέρει να κουβαλήσει έναν ποδοσφαιριστή. Αν ήταν στις Η.Π.Α. πάντως άνετα θα μπορούσε να κάνει μήνυση για σεξουαλική παρενόχληση και να βγάλει μερικά χρήματα.
Αρκετά χιλιόμετρα πιο μακρυά, ο Βίνι Τζόουνς με το δικό του απαράμιλλο στυλ φαίνεται να τα καταφέρνει καλύτερα στο εκπαιδευτικό βίντεο για την καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση (και μάλιστα χωρίς φιλί της ζωής, οι σκληροί φιλάνε μόνο την «κυρά» τους). Μην ξεχνάτε όμως να σιγοτραγουδάτε Βee Gees.
Στην παραπάνω φωτογραφία του προπονητή της Βαλένθια, Ουνάι Έμερι, από τον χθεσινό αγώνα κυπέλλου με την Σεβίλλη, δεν γνωρίζω αν ο φωτογράφος Jose Jordan ήθελε να περάσει κάποιο βαθύτερο μήνυμα για την παρασκηνιακή και σε κατώτερο επίπεδο θέση του προπονητή σε σχέση με τον χώρο που διαδραματίζεται όλη η δράση ή αν απλά η εικόνα από μόνη της, δηλαδή η διάταξη του προπονητή και του χόρτου πάνω της, προκάλεσε το συγκεκριμένο κλικ. Αλλά δεν έχει και σημασία. Το αποτέλεσμα ξεχώρισε σε σχέση με αμέτρητες άλλες συνηθισμένες φωτογραφίες ποδοσφαιρικού ρεπορτάζ που εστιάζουν στους προπονητές.
SOMBRERO : Όταν ένας ποδοσφαιριστής "τσιμπάει" την μπάλα πάνω από το κεφάλι ενός ανυποψίαστου αντιπάλου και την ξανά παίρνει περνώντας την από πίσω του. Σύμφωνα με τους Λατινοαμερικάνους ο όρος προέρχεται από το περίγραμμα που σχηματίζεται από την πορεία της μπάλας στον αέρα και την πορεία του παίκτη γύρω από τον αντίπαλό του. Το σχήμα ενός "σομπρέρο"!