Ο διαιτητής που σφύριξε ημίχρονο στο 32′

  [Καθόλου σχόλια]

imago05869442h

Δεν έχω πάει ποτέ, αλλά φαντάζομαι ότι στη Βρέμη εκεί στα βορειοδυτικά της Γερμανίας δίπλα στον ποταμό Βέζερ, το Νοέμβριο τσιμπάει λίγο το κρύο. Το ίδιο σίγουρα σκέφτηκαν κι οι τρεις τύποι που το μεσημέρι της 8ης Νοεμβρίου του 1975 έτρωγαν παρέα. Ο ένας ήταν λίγο γραφική μορφή, στρουμπουλός, με μαγουλάκια. Έτρωγε τη χήνα του και καθότι λιπαρή η χήνα και κόκκινο το λάχανο, έπρεπε να ρίξει και λίγο οινόπνευμα για συνοδεία, έτσι ήπιε και κανά δυο μπυρίτσες. Η χήνα συνέχισε να γκρινιάζει στο στομάχι και για να προχωρήσει η χώνεψη, η επόμενη παραγγελία ήταν σφηνάκι λικέρ. Και μετά, ξανά μερικές μπύρες, έτσι για το σβήσιμο.

Αν κάποιος που βρισκόταν εκεί, ήταν λίγη ώρα μετά ένας από τους 21.000 θεατές στο στάδιο Βέζερ, θα έβλεπε τον τροφαντό τύπο με το όνομα Βολφ-Ντίτερ Άλενφέλντερ (ελέγχομαι για την προφορά), με την μαύρη στολή του διαιτητή να διαγράφει την κοιλίτσα του, να σφυρίζει την έναρξη του Βέρντερ-Ανόβερο. Μετά από 32 λεπτά ενός άκρως βαρετού αγώνα ο Βολφ-Ντίτερ αποφάσισε για κάποιον μαγικό λόγο να σφυρίξει το ημίχρονο. Οι παίκτες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, κάποιος ίσως να είπε «αν περνάς καλά, περνάει γρήγορα η ώρα», αλλά ο Χόετγκες (είπαμε, προφορά) της Βέρντερ κατευθύνθηκε στον ρέφερι που είχε φτάσει ήδη στην σήραγγα των αποδυτηρίων.

bundesliga-50-jahre-jubilaeum-514-8Απαράμιλλο στιλ

– Διαιτητά, είστε σίγουρος ότι είναι ημίχρονο;
– Γιατί όχι κύριε Χόετγκες;
– Γιατί συνήθως η φανέλα μου είναι βρεγμένη στο ημίχρονο και δείτε εδώ, είναι σχεδόν σκονισμένη.

Ο διαιτητής κοίταξε τη φανέλα, κοίταξε τον βοηθό του που έκανε σαν μανιακός νοήματα και του έδειχνε το ρολόι του γηπέδου, κατάλαβε ότι ένιωθε λίγο μπερδεμένος και αποφάσισε να δώσει συνέχεια στο παιχνίδι, επιστρέφοντας πίσω. Τελικά το διέκοψε ξανά στο 43:30 σφυρίζοντας το ημίχρονο. Κανείς δεν του είπε κάτι, αλλά όλοι κατάλαβαν ότι δεν ήταν και στα καλά του. Το Β’ ημίχρονο κύλησε ομαλά, ο κόραξ δεν έδειξε κάποιο άλλο πρόβλημα και έκανε μια καλή διαιτησία, σφυρίζοντας κανονικά το τέλος του αγώνα, αφού μάλλον είχε ξενερώσει πλέον.

ahlenfelder103_v-contentgrossΖούσα πάντα καλά με την κοιλιά μου, δεν έχει σημασία αν τρέχω τα 100μ. σε 10″ με 75 ή με 100 κιλά

Μετά το φαγοπότι και τα ποτά που είχαν προηγηθεί, ο διαιτητής και οι επόπτες του λέγεται ότι δεν μπορούσαν καν να βρουν τα αποδυτήρια. Για να σώσουν την κατάσταση και το σκάνδαλο, οι άνθρωποι της Βέρντερ δήλωσαν ότι ο διαιτητής ήταν πολύ άρρωστος και του έδωσαν ένα σιρόπι για το βήχα που είχε αλκοόλ. Ο πρόεδρος της Βέρντερ θυμάται ότι το καμαράκι των διαιτητών βρωμούσε οινόπνευμα και άλειψαν τον ρεφερί με «βικς» για να μην μυρίζει στους παίκτες, ενώ του έδωσαν και στοματικό διάλυμα για να μην ζέχνει η ανάσα του. Η αλήθεια πάντως αποκαλύφθηκε και η Ομοσπονδία τελικά τιμώρησε τον σουρωμένο Άλενφέλντερ (που σφύριζε το τρίτο του μόλις παιχνίδι) για κάποιες αγωνιστικές. Η απολογητική του τακτική ήταν κάτι που θα μας βρει όλους σύμφωνους. «Είμαστε άντρες και δεν πίνουμε Φάντα» είχε δηλώσει.

Στη Βρέμη στα εστιατόρια από τότε, αν παραγγείλεις ένα Άλενφέλντερ θα σου φέρουν μια μπύρα και ένα σφηνάκι σαν αυτό που έπινε ο Βολφ-Ντίτερ (τουλάχιστον έτσι λέει ο αστικός μύθος, είπαμε δεν έχω πάει στην πόλη). Η διαιτητική του καριέρα πάντως δεν πήρε την κατιούσα. Μέσα στα επόμενα 13 χρόνια διαιτήτευσε συνολικά 106 παιχνίδια της Μπουντεσλίγκα και άλλα 77 της Β΄ εθνικής και μάλιστα τη σεζόν 1983-84 βγήκε ο καλύτερος διαιτητής στη Γερμανία. Σε όλα αυτά τα ματς μόλις τέσσερις φορές έβγαλε κόκκινη. Το στιλ του όμως ήταν πάντα αυτό, ενός μπον βιβέρ χαβαλετζή που κατάφερνε να είναι αρκετά αγαπητός. Σε μια περίοδο που οι διαιτητές ήταν κομπάρσοι, ο Βολφ-Ντίτερ ήταν ένας σταρ που αντί ο κόσμος να τον αντιπαθεί, τον συμπαθούσε.

imago01052692hΜε πόνεσε όταν αποχώρησα, σαν να έπαιρνες από τον Τσάρλι Τσάπλιν το μπαστούνι

Ένας διαιτητής-διασκεδαστής. Όταν μια φορά ο Πολ Μπράιτνερ του είπε ότι σφυρίζει σαν μαλάκας, ο Άλενφέλντερ του απάντησε: «Μπράιτνερ, μήπως είσαι εσύ που παίζεις σαν μαλάκας;», ενώ συνήθιζε να κοροϊδεύει όσους παίκτες έπεφταν κάτω και δεν σηκώνονταν. «Σήκω πάνω, δεν έχει εγκατασταθεί ακόμα η υπόγεια θέρμανση στο χορτάρι». Ούτε ο Ότο Ρεχάγκελ γλίτωσε από τα πειράγματα, όταν σε ένα ματς διαμαρτυρόταν συνέχεια όρθιος. «Κάτσε στον κώλο σου γιατί θα φέρω κόλλα να σε κολλήσω στον πάγκο» είπε στον αγαπημένο μας Ότο. Κανείς όμως δεν του κρατούσε κακία.

Όπως συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις συμβαίνει, η ζωή τού Άλενφέλντερ άλλαξε πολύ μετά την απόσυρσή του. Ένας άνθρωπος που ζούσε για να είναι στο επίκεντρο της δημοσιότητας, είχε πλέον μόνο τον κόσμο που τον αναγνώριζε στον δρόμο. Το απολάμβανε, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Η ζωή του συνέχισε να έχει αρκετές καταχρήσεις, πήρε ακόμα περισσότερα κιλά και τελικά το 2014 πέθανε στα 70 του, αφού έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη.

Το θαύμα της Φόρεστ που εμπνέει ακόμα

  [2 Σχόλια]

Jimmypeterbrian-print

Στις 13 Οκτωβρίου του 2015 ο σκηνοθέτης Τζόνυ Όουεν κυκλοφόρησε ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ για την Νότινγχαμ Φόρεστ των δύο σερί Πρωταθλητριών (1979 και 1980) με αδημοσίευτο -μέχρι τότε- υλικό. Σπάνιες συνεντεύξεις του Κλαφ και των παικτών του αλλά και υπέροχη μουσική στο πνεύμα της Βρετανικής περιόδου εκείνων των ετών. Όσοι δεν το έχετε δει κάντε ένα κόπο και δεν θα χάσετε. Για τους λάτρεις του διαβάσματος υπάρχει και το βιβλίο -με τον ίδιο τίτλο- που έγραψαν παρέα ο Τζόνυ Όουεν και ο συγγραφέας Ντάνιελ Τέιλορ. Ο Τέιλορ μάλιστα έχει γράψει και το Deep Into The Forest -επίσης για τον Κλαφ και τη Νότινγχαμ- αλλά και μερικά εξαιρετικά βιβλία για την Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ (τα προτείνω σε όλους τους αληθινούς φίλους της ομάδας). ο τίτλος του ντοκιμαντέρ αλλά και του βιβλίου είναι ο αρκετά πιασάρικος (αλλά και πολύ κοντά στην πραγματικότητα) I Believe In Miracles. «Πιστεύω στα θαύματα». Και πως να μην πιστεύουμε με αυτό που είχε καταφέρει στις αρχές των 80s σπουδαίος Άγγλος προπονητής και η ομάδα του.

Με αφορμή το ντοκιμαντέρ και το βιβλίο ο φίλος της ομάδας Στιβ Γκούλμπις εμπνεύστηκε και σχεδίασε μια φοβερή συλλογή ιλουστρασιόν έργων -με τον ίδιο τίτλο- με την Νότιγχαμ εκείνης της περιόδου. Για καλό όλων των ποδοσφαιρόφιλων αλλά και των φίλων της ομάδας ο Γκούλμπις δεν είναι κάποιος τυχαίος μα ένας καλλιτέχνης μεγάλης αξίας και με σπάνιο ταλέντο στο σχέδιο. «Ήταν 1978 όταν κατακτήσαμε το πρωτάθλημα της πρώτης κατηγορίας και εγώ σπούδαζα στη Σχολή Καλών Τεχνών όταν σχεδίασα την πρώτη μου αφίσα για την ομάδα» θυμάται ο ίδιος. «Την είχα στείλει στα γραφεία της Φόρεστ για να τους ευχαριστήσω και είδα γεμάτος έκπληξη την αφίσα να επιστρέφεται μετά από μέρες, έχοντας μάλιστα τις υπογραφές 16 παικτών, του Κλαφ, του βοηθού του Πήτερ Τέιλορ αλλά και του σπουδαίου γυμναστή της ομάδας Τζίμι Γκόρντον. Ήταν κάτι μαγικό. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου». Φυσικά αυτή ήταν η αρχή μιας σπουδαίας καριέρας για τον ίδιο.

Backtobackchampions-print

Ο Γκούλμπις είναι σκιτσογράφος σε μερικά από τα πιο γνωστά αγγλικά αθλητικά περιοδικά και έχει σχεδιάσει τις αφίσες για αρκετές σπουδαίες στιγμές τεράστιων παικτών όπως για το παιχνίδι όπου ο Πολ Σκόουλς αποχαιρέτησε το ποδόσφαιρο και για το παιχνίδι προς τιμήν του Στήβεν Τζέραρντ όταν άφησε το Άνφιλντ και τη Λίβερπουλ για το MLS.

NFFC-European-Cup-winners

Ένα μέρος της δουλειάς του μπορείτε να την βρείτε και να την απολαύσετε σε αυτό το link. Κάντε το και δεν θα χάσετε. Πιστέψτε με.

Σίτι-Τσέλσι: Στο μυαλό του Πεπ λίγο πριν τη σέντρα

  [4 Σχόλια]

pep-guardiola-bayern-munich-bundesliga-hannover_3390336

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 7:15. «Tot el camp – És un clam – Som la gent blaugrana…». O Πεπ Γκουαρδιόλα άνοιξε τα μάτια αμέσως, σηκώθηκε δίχως δεύτερη σκέψη και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Καθώς έφτιαχνε τον σκέτο καφέ του, έφαγε δύο φρυγανιές με γκότζι μπέρι, λίγο μέλι και μισό κομμάτι κέικ από προχθές. Ο Καταλανός κόουτς άλλωστε προσέχει πολύ τη σιλουέτα του. Ίσως και περισσότερο από τα χρόνια που μάγευε στο κέντρο της Μπαρτσελόνα και της εθνικής Ισπανίας. Φόρεσε γρήγορα την πανάκριβή του φόρμα και τα τρέντι παπούτσια του και αφού έπιασε ένα σταθμό με παραδοσιακά Ιρλανδικά τραγούδια στο iPad άρχισε το καθιερωμένο του τζόκινγκ. Η σημερινή μέρα -για να μην ξεχνιόμαστε- ήταν ιδιαίτερη καθώς η Σίτι υποδέχεται την Τσέλσι και ο Πεπ ήθελε εκτός της καθιερωμένης του γυμναστικής να καθαρίσει και το μυαλό του καθώς η ώρα της σέντρας ολοένα και πλησίαζε. Μαζί της φυσικά πλησίαζε και το άγχος.

Καθώς έτρεχε τηλεφώνησε στον βοηθό του τον Μίκελ Αρτέτα. Ήθελε να κάνει μαζί του μια τελευταία κουβέντα για το παιχνίδι, πριν βρεθούν στο γήπεδο. Η υγρασία του Μάντσεστερ άλλωστε είχε δώσει στον Πεπ πολλές ωραίες ιδέες. «Μίκελ καλημέρα, τι κάνεις; Σηκώθηκες; Θέλω να μιλήσουμε λιγάκι για το παιχνίδι. Έλα Μίκελ. Ο προπονητής σου είμαι -ναι- έλα ακούς». O Αρτέτα αφού έριξε μια τσαντισμένη ματιά στο ταβάνι λες και έφταιγε αυτό για το τηλεφώνημα έβαλε το ακουστικό στο αυτί του και δήλωσε πανέτοιμος για μια άκρως ποδοσφαιρική κουβέντα στις 7:30 το πρωί. Το «τι τραβάω ρε πούστη μου» στα καλύτερά του. «Σκέφτομαι να αρχίσω στο αριστερό άκρο της άμυνας τον Κολάροφ» είπε ορθά-κοφτά ο Πεπ, καθώς ο Αρτέτα χασμουρήθηκε δυνατά. «Είχα σκεφτεί τον Κλισί αλλά τον τελευταίο καιρό μου θυμίζει ολοένα και περισσότερο ένα συμπαίκτη που είχα στην Μπρέσια, τον Τόνυ τον Σέριτς». Τα γέλια και των δύο πρέπει να ακούστηκαν μέχρι το Λονδίνο. «Ναι τον θυμάμαι μετά είχε πάει στον Παναθηναϊκό. Με αυτόν εσωτερικό αριστερό μέσο σας είχαν κρατήσει στο μηδέν στο ΟΑΚΑ». Ο Πεπ πάγωσε. «Δεν ήμουν εγώ προπονητής τότε» και άρχισε να θυμάται το πέρασμά του από τον Ιταλικό σύλλογο. «Εγώ στη Μπρέσια. Συμπαίκτης του Λούκα Τόνι και του Σέριτς; Σαν να βάλει κάποιος τη Μόνα Λίζα στο σαλόνι του Ανδρέα Ευαγγελόπουλου». Τα γέλια συνεχίστηκαν και τα μάτια τους δύο γέμισαν με δάκρυα. Δάκρυα νευρικού γέλιου. Ο Γκουαρδιόλα συνέχισε να αναλύει καθώς ο Αρτέτα είχε αφήσει ανοικτό το τηλέφωνο και έκανε δουλειές. Μετά από σχεδόν ένα μισάωρο ο Πεπ έκλεισε το τηλέφωνο. Είχε φτάσει στο προπονητικό κέντρο της Σίτι και δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο από ένα ζεστό μπάνιο. Οι περισσότεροι παίκτες έφταναν και αυτοί σιγά-σιγά. Μαζί τους και ο Αρτέτα.

Ο Πεπ μάζεψε τους παίκτες και άρχισε να λέει την εντεκάδα (που ήταν άλλωστε γνωστή στους περισσότερους). «Μπράβο στο τέρμα, Στόουνς και Οταμέντι στο κέντρο της άμυνας, Ζάμπα και Κολάροφ στα άκρα. Φερναντίνιο και Γκιντογάν στον άξονα με Σίλβα, Ντε Μπρούινε, Τουρέ μπροστά τους και στην κορυφή ο Κουν. Φύγατε για ζέσταμα». Καθώς οι παίκτες άφηναν τα αποδυτήρια ο Πεπ ήθελε να συζητήσει και πάλι με τους βοηθούς του Μίκελ Αρτέτα και Μπράιαν Κιντ. «Δεν ξέρω αλλά το φοβάμαι πολύ το παιχνίδι. Ο Κόντε με έχει εξοργίσει. Θυμάμαι τις κόντρες μας σαν παίκτες, αυτόν φαλακρό και εμένα με μαλλιά και τώρα που είμαστε προπονητές έχω εγώ φαλάκρα και αυτός χαίτη λες και είναι ο Μπον Τζόβι. Πως να τα βάλεις με ένα τέτοιο τύπο». Κανένας εκ των δύο δεν είχε απάντηση και ο Πεπ συνέχισε τον μονόλογό του. «Άσε και αυτό το 3-4-3. Τι τον έπιασε και το άλλαξε στο ημίχρονο με την Άρσεναλ. Καλά έτρωγε τρία. Έχει 7 σερί νίκες λες και είναι ο Ολυμπιακός στη σούπερ λίγκα. Δεν ξέρω αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου φοβάμαι. Σκέφτομαι τον Αζάρ να βγαίνει πάνω στον Ζαμπαλέτα και με πιάνει ρίγος. Είναι σε φοβερή κατάσταση η Τσέλσι και εγώ δεν έχω τον Ινιέστα να βάλει μπάζερ-μπίτερ».

Ο Κιντ τον διέκοψε «Κόουτς όλα θα πάνε καλά. Θα τους αρχίσουμε στο τίκι-τάκα και θα ακουμπήσουν τη μπάλα για πρώτη φορά στο 30′. Αρκεί να σκοράρουμε πρώτοι. Μην μασάς. Είμαστε οι καλύτεροι και θα το αποδείξουμε στο γήπεδο». Ο Πεπ χαμογέλασε. Ο Αρτέτα δεν μίλησε και έφερε στο μυαλό του εκείνο το τάκλιν που του είχε κάνει ο Όμπι Μίκελ σε ένα Τσέλσι-Άρσεναλ πριν μερικά χρόνια. Ανατρίχιασε και συνέχισε να κοιτάζει από το παράθυρο τον μουντό ουρανό της πόλης. Ο κόσμος άρχιζε να γεμίζει το Έτιχαντ. Τραγούδια και ιαχές ακούγονταν από παντού. Η μέρα ήταν μεγάλη. Ο Γκουαρδιόλα πήρε το μπλοκάκι του, κοίταξε κατάματα τον Κιντ και τον ρώτησε «Τι έκανε ο Μπεστ πριν από ένα τόσο μεγάλο παιχνίδι» για να δεχθεί την απάντηση που ήταν πιο σίγουρη κι από την κατάκτηση του πρωταθλήματος Ιταλίας και φέτος απ’ τη Γιουβέντους. «Έπινε κόουτς. Έπινε». Ο Πεπ στραβοκατάπιε και ένιωσε το κότζι μπέρι να του ανεβαίνει στο λαιμό. Στη σκέψη του ήρθε ο μεθυσμένος συμπαίκτης του στη Μπάρσα, Ρομάριο. Ο Σερ Μπόμπι Ρόμπσον και εκείνο το J&B που είχε φύγει στο κόρνερ για το κεφάλι του Λουίς του Φίγκο. Κατέβασε το κεφάλι και έφυγε για τη φυσούνα σκεπτόμενος την καλή ζωή που έχει απαιτήσει από όλους τους παίκτες του. «Θα σε κερδίσω Αντόνιο. Θα σε κερδίσω».

Ο άνθρωπος που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα (αφού πρώτα σώθηκε από μια τραγωδία)

  [6 Σχόλια]

kubala

To μεσημέρι της 17ης Μαΐου του 2002 η Μπαρτσελόνα παρουσίαζε στους δημοσιογράφους τον Λούις Φαν Χαάλ, που επέστρεφε στον πάγκο της ομάδας δυο μόλις χρόνια αφότου τον είχε αφήσει. Στο τέλος της παρουσίασης ο πρόεδρος της ομάδας Ζοάν Γκασπάρ ανακοίνωσε στους παρευρισκόμενους τα άσχημα νέα και ζήτησε να τηρηθεί ενός λεπτού σιγή: Ο Λάζλο Κουμπάλα είχε αφήσει την τελευταία του πνοή λίγη ώρα πριν.

Ο Κουμπάλα είχε εισαχθεί τον Φλεβάρη εκείνης της χρονιάς σε μια κλινική της Βαρκελώνης με ανεπάρκεια ασβεστίου στο αίμα. Τρεις μήνες κράτησε η μάχη που έδωσε με την ασθένεια του. Τελικά έφυγε από τη ζωή μερικές μέρες πριν κλείσει τα 75 του. Στο σαλόνι του σπιτιού του υπήρχαν όλα τα μετάλλια και τα τρόπαια που κατέκτησε φορώντας τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, παρ’ όλα αυτά τα μεγαλύτερα κατορθώματα του δεν χωράνε σε καμία τροπαιοθήκη. Το 1999, τη χρονιά που η Μπάρτσα συμπλήρωνε 100 χρόνια ζωής, σε ένα γκάλοπ μεταξύ των οπαδών της, ο Κουμπάλα ψηφίστηκε «ο καλύτερος παίκτης που έχει φορέσει ποτέ τη φανέλα της ομάδας» και δεν χρειάζεται να είναι κανένας μεγάλος γνώστης του ποδοσφαίρου για να αντιληφθεί για πόσο σπουδαία διάκριση μιλάμε.

Ο, γεννημένος στη Βουδαπέστη, Κουμπάλα έφτασε στη Βαρκελώνη το 1950 και φόρεσε τα μπλαουγκράνα για μια ολόκληρη δεκαετία, κατά την οποία κέρδισε σχεδόν τα πάντα, καθοδηγώντας την ομάδα μαεστρικά και σκοράροντας ασταμάτητα. Η αγωνιστική υπεροχή του ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη και η προσωπικότητα του τόσο έντονη που όλοι όσοι έζησαν εκείνη τη Μπαρτσελόνα συμφωνούν πως αυτός ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους που η ομάδα άλλαξε επίπεδο. Και αυτό δεν έγινε μόνο στα λόγια.

Ο ταλαντούχος και επιδειξίας Κουμπάλα ήταν το επίκεντρο της προσοχής και τα κατορθώματα του εντός και εκτός γηπέδων συζητιόταν σε όλη τη χώρα. Κάπως έτσι το παλιό γήπεδο της Μπάρτσα, το Λες Κορτς, σύντομα αποδείχτηκε πολύ μικρό για να χωρέσει τους ανθρώπους που ήθελαν να απολαύσουν τον Κουμπάλα και την ομάδα του. Όσοι δεν κατάφερναν να βρουν εισιτήριο για κάποιο από τα εντός έδρας παιχνίδια των Καταλανών έκαναν βόλτες γύρω από το γήπεδο με ένα ραδιοφωνάκι στο χέρι, σε μια προσπάθεια να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται στις παραστάσεις του Ούγγρου. Βλέποντας όλη αυτή την απήχηση η διοίκηση της ομάδας επιτάχυνε τις διαδικασίες ανέγερσης νέου γηπέδου και κάπως έτσι οι ‘μπλαουγκράνα’ μετακόμισαν το 1957 στο τεράστιο Καμπ Νου.

kubala4

Η λατρεία του κόσμου για τον Κουμπάλα συνεχίστηκε και στο νέο γήπεδο και ο Ισπανός πλέον (αφού σύντομα απέκτησε την υπηκοότητα και έγινε ο πρώτος παίκτης που παίζει για 3 διαφορετικές εθνικές, έχοντας φορέσει προηγουμένως και τη φανέλα της Τσεχοσλοβακίας) επιθετικός σπάνια τον άφηνε παραπονεμένο. Σε ένα παιχνίδι πρωταθλήματος με τη Σεβίλλη η Μπάρτσα βρέθηκε νωρίς πίσω στο σκορ με 3-0. Την ώρα που όλοι οι συμπαίκτες του έδειχναν να τα έχουν χαμένα ο Κουμπάλα πήρε τη μπάλα από τα δίχτυα μετά το τρίτο γκολ και την κουβάλησε μέχρι τη σέντρα. Όταν έφτασε εκεί, την άφησε κάτω και έχοντας πλέον την προσοχή όλων, με αργές και ψύχραιμες κινήσεις μάζεψε ψηλά τα μανίκια της φανέλας του. Όλοι στο γήπεδο πήραν το μήνυμα. Είχε φτάσει η ώρα της απάντησης. Η Μπαρτσελόνα γύρισε τελικά το παιχνίδι και η φράση «τώρα μαζεύω τα μανίκια μου», συνώνυμη του «τα πράγματα σοβάρεψαν», έγινε μόδα στη Βαρκελώνη τα επόμενα χρόνια.

Ο Κουμπάλα δεν περιόριζε πάντως τις παραστάσεις του εντός αγωνιστικού χώρου. Τη δεκαετία εκείνη κάμποσοι ιδιωτικοί ντετέκτιβ ζούσαν κυριολεκτικά χάρη σε εκείνον, καθώς η διοίκηση προσπαθούσε να είναι ενήμερη ανά πάσα στιγμή για τα αμέτρητα νυχτοπερπατήματα του. Ο Ούγγρος αγαπούσε τη νύχτα, το αλκοόλ και τα πάρτι σε τέτοιο βαθμό που αρκετές φορές χρειαζόταν ειδικά μασάζ, κρύα ντουζ και καφέδες με αλάτι για να μπορέσει να συνέλθει πριν από τα παιχνίδια ή έστω να φτάσει σε μια ανεκτή κατάσταση νηφαλιότητας . Παρά τις αμέτρητες παρατηρήσεις που δεχόταν για τον τρόπο ζωής του, ο ίδιος αντιμετώπιζε το θέμα με ένα μείγμα χαλαρότητας και υπεροψίας, φτάνοντας στο σημείο να κλείνει συμφωνίες με τον προπονητή του μετά από ξενύχτια και πριν από φιλικά: «Αν σκοράρω δυο φορές, θα με αφήσεις να πάω σπίτι».

Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν θα είχε συμβεί αν μια μέρα, μερικά χρόνια πριν από την εποχή της αποθέωσης στη Βαρκελώνη, ο Κουμπάλα δεν άλλαζε τελευταία στιγμή την απόφαση του να μπει σε ένα αεροπλάνο. Στις αρχές του 1949 ο Λάζλο Κουμπάλα εγκατέλειπε τη χώρα του στην καρότσα ενός φορτηγού, ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή μακριά από την κομμουνιστική Ουγγαρία. Ο δρόμος τον έβγαλε στην Ιταλία, όπου για αρκετό καιρό έμεινε σε ένα καμπ προσφύγων. Η μικρούλα Προ Πάτρια, με έδρα τη Λομβαρδία, ήταν η μόνη που δέχτηκε να τον εντάξει στο δυναμικό της. καθώς η ΦΙΦΑ του είχε επιβάλλει τιμωρία ενός έτους μετά από καταγγελία της Ουγγρικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, η οποία τον κατηγορούσε για αθέτηση του συμβολαίου που είχε με την Ουγγρική Βάσας, λιποταξία και έξοδο από τη χώρα χωρίς άδεια.

Στην πρώτη προπόνηση του με την Προ Πάτρια ο πρόεδρος της ομάδας τον προκάλεσε να κάνει 400 τσαλιμάκια, βάζοντας ως έπαθλο το ρολόι του. «Πίστευε ότι είναι αδύνατον, οπότε κι εγώ ξεκίνησα, αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί, μερικές συνεχόμενες κεφαλιές, 398, 399, 400, κανένα πρόβλημα. Για παν ενδεχόμενο στο τέλος έκανα και ένα γύρο του γηπέδου με τη μπάλα στον αέρα. Είχε μείνει έκπληκτος. Το ίδιο όμως κι εγώ. Ήταν ένα πραγματικά ωραίο ρολόι!» θυμόταν αρκετά χρόνια μετά ο Κουμπάλα.

kubala2

Η παρουσία του Ούγγρου στο ιταλικό ποδόσφαιρο δεν πέρασε απαρατήρητη και λίγους μήνες μετά αρκετές μεγάλες ομάδες ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωση του. Κορυφαία όλων η Τορίνο, που εκείνα τα χρόνια κυριαρχούσε εντός συνόρων και αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή παικτών της εθνικής Ιταλίας. Οι άνθρωποι της προσέγγισαν τον Κουμπάλα και γρήγορα συμφώνησαν μαζί του. Το μόνο που έμενε ήταν να διευθετηθεί το πρόβλημα με την τιμωρία του.

Στις αρχές Μαΐου του 1949 η Μπενφίκα κάλεσε την Τορίνο στη Λισαβόνα για ένα φιλικό προς τιμήν του αρχηγού της, Φρανσίσκο Φερέιρα. Ήταν μια ιδανική ευκαιρία για τον Κουμπάλα να αγωνιστεί με τη νέα του ομάδα και να πάρει παιχνίδια στα πόδια του. Μερικές μόλις ώρες πριν την αναχώρηση όμως τα σχέδια του Ούγγρου άλλαξαν. Ο μικρός του γιος, που είχε καταφθάσει στην Ιταλία μαζί με τη μητέρα του λίγες μόλις μέρες πριν, αρρώστησε και ο Κουμπάλα δίχως να το σκεφτεί πολύ ακύρωσε τη συμμετοχή του στο φιλικό, επιλέγοντας να κάτσει μαζί του. Η Τορίνο ταξίδεψε στην Πορτογαλία χωρίς αυτόν αλλά με όλα τα υπόλοιπα αστέρια της. Εκεί ηττήθηκε με 4-3 αλλά αυτό είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο έμεινε στην ιστορία εκείνο το ταξίδι.

basilica-di-superga

Κατά την επιστροφή στην Ιταλία, στις 4 Μαΐου, το αεροπλάνο που μετέφερε την αποστολή προσέκρουσε στο λόφο Σουπέργκα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι 31 επιβάτες του. Η Τορίνο έχασε μέσα σε μια στιγμή την καλύτερη φουρνιά παικτών της ιστορίας της και η εθνική Ιταλίας τους περισσότερους διεθνείς της. Δυο μέρες αργότερα η Ιταλική ομοσπονδία ανακήρυξε την (πρωτοπόρο σε εκείνο το σημείο, με 4 βαθμούς διαφορά από τη δεύτερη Ίντερ) Τορίνο πρωταθλήτρια, παρ’ότι υπήρχαν ακόμα 4 παιχνίδια, στα οποία οι αντίπαλοι της αγωνίστηκαν με τη δεύτερη ομάδα τους.

Ο Λάζλο Κουμπάλα δεν φόρεσε ποτέ τελικά τη φανέλα της Ιταλικής ομάδας. Η απόφαση του να μην ανέβει σε εκείνο το αεροπλάνο όχι μόνο έσωσε τη δικιά του ζωή αλλά βοήθησε σε μεγάλο βαθμό να αλλάξει και η ιστορία μιας από τις μεγαλύτερες ομάδες σήμερα του πλανήτη. Το 2012, δεκατρία χρόνια μετά την ανακήρυξη του ως «ο καλύτερος παίκτης που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μπάρτσα», τρία χρόνια μετά τη μέρα που ένα άγαλμα του τοποθετήθηκε έξω από το Καμπ Νου και λίγους μήνες αφότου ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα δήλωσε στην 10η επέτειο του θανάτου του «ήταν αυτός που έκανε το Λες Κορτς τόσο μικρό για τους φιλάθλους μας», κυκλοφόρησε στην Ισπανία η βιογραφία του. Ο τίτλος της; «Ο ήρωας που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα».

kubala3

Το ιστορικό ντεμπούτο του Τόνυ Κότον

  [Καθόλου σχόλια]

Birmingham-City-goalkeeper-Tony-Coton-in-1984

-Με τέτοιον αέρα δεν πρέπει να σουτάρουν τόσο ψηλά. Ξέρετε ποιες ομάδες παίζουν και ποια είναι η κατάταξή τους;

-Κι εγώ ξένος είμαι. Δεν έχω ιδέα. Είμαι πλασιέ και περαστικός από εδώ.

-Οι παίκτες φωνάζουν υπερβολικά. Το καλό παιχνίδι είναι σιωπηλό.

-Δεν υπάρχει προπονητής να τους συμβουλέψει.

-Σε τόσο μικρό γήπεδο χρειάζεται ταχύτητα.

(παύση)

-Μια φορά είδα πως έσπασε το πόδι του ένας παίκτης. Το σπάσιμο ακούστηκε ως την τελευταία σειρά.

-Μια φορά έπαιξα ενάντια σε μια ομάδα όπου όλοι έπαιζαν ξυπόλητοι. Ο ήχος όταν χτυπούσαν τη μπάλα με το πόδι ήταν συγκλονιστικός. Έχετε προσπαθήσει ποτέ σε μια αναμέτρηση να μην επικεντρωθείτε στον επιθετικό αλλά στον τερματοφύλακα; Είναι δύσκολο να τραβήξεις το βλέμμα και να κοιτάξεις τον τερματοφύλακα. Πρέπει να το τραβήξεις από τη μπάλα και να κοιτάξεις τον τερματοφύλακα που τρέχει μπρος πίσω με τα χέρια στους μηρούς. Που σκύβει αριστερά, δεξιά και φωνάζει στους αμυντικούς. Συνήθως τον προσέχουμε μόνο όταν η μπάλα πλησιάσει στο τέρμα. Είναι παράξενη εικόνα ο τερματοφύλακας να τρέχει πέρα δώθε, χωρίς μπάλα αλλά με την αγωνία του σουτ.

-Δεν μπορώ να κοιτάξω πολύ ώρα. Χωρίς να το θέλω κοιτάω πάλι τον επιθετικό. Νιώθω σαν να αλληθωρίζω. Όταν δεις κάποιον να πλησιάζει μια πόρτα δεν κοιτάς το πόμολο. Πονάει το κεφάλι σου.

-Δεν μπορείς να αναπνεύσεις σωστά.

Το συνηθίζεις. Αλλά είναι γελοίο.

(παύση)

-Πέναλτι. Ο τερματοφύλακας αναρωτιέται σε ποια γωνία θα σουτάρει ο άλλος. Αν τον ξέρει από προηγούμενους αγώνες, ξέρει που θα σουτάρει. Ίσως όμως να σκέφτεται το ίδιο κι αυτός που εκτελεί το πέναλτι. Οπότε ο τερματοφύλακας υποθέτει πως θα ρίξει στην άλλη γωνία. Τι γίνεται αν ο παίκτης σκεφτεί σαν τον τερματοφύλακα και ρίξει τη μπάλα στη συνηθισμένη γωνία; Και ούτω καθ’ εξής.

(ο παίκτης εκτελεί και ο τερματοφύλακας πιάνει το πέναλτι)

_89526172_pa-546130

Ο παραπάνω σύντομος διάλογος που καταλήγει στον υπέροχο μονόλογο του ήρωα Μπλοχ (ο βασικός πρωταγωνιστής της πρώτης ταινίας του Βιμ Βέντερς «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι») θα μπορούσε να ήταν κάλλιστα ένας διάλογος στο γήπεδο Σεντ Άντριους ακριβώς με την έναρξη του αγώνα, εκείνο το μουντό απόγευμα στο Μπέρμινγχαμ αρκετά χρόνια πίσω. Ήταν 27 Δεκεμβρίου του 1980 με την Μπέρμινγχαμ του Τζιμ Σμιθ να υποδέχεται την Σάντερλαντ του Κεν Νάιτον. Ο προπονητής των «μπλε» 30 λεπτά πριν την αναμέτρηση είχε δώσει τη φανέλα με το νούμερο-1 στον νεαρό Τόνυ Κότον, λόγω ενός μυικού τραυματισμού του βασικού τερματοφύλακα Τζεφ Γουίλαντς, και κάπως έτσι ο 19χρόνος (δηλωμένος οπαδός της ομάδας) έκανε το επίσημο ντεμπούτο του (και όνειρό του) αγωνιζόμενος μπροστά στο πέταλο των φανατικών. Σε ένα πέταλο που μέχρι πριν λίγο καιρό πήγαινε κι αυτός για να ξελαρυγγιαστεί για την ομάδα της καρδιάς του. Με την έναρξη της αναμέτρησης το όνειρο για τον νεαρό θα μπορούσε βέβαια να είχε εξελιχθεί σε εφιάλτη, μιας και μερικά δευτερόλεπτα μετά τη σέντρα είδε τον βασικό αμυντικό χαφ της ομάδας του Τζόε Γκάλαχερ να κάνει πέναλτι. Στην κερκίδα επικράτησε αμέσως η τυπική βρετανική -άκρως ποδοσφαιρική πάντα- γκρίνια.

O Τζον Χόλεϊ (γυρολόγος επιθετικός στο Νησί και τότε παίκτης της Σάντερλαντ) έστησε την μπάλα στα 11 βήματα και σούταρε δυνατά. Ο Τόνυ Κότον μάντεψε σωστά και έπιασε το πέναλτι με τους φανατικούς στο πέταλο να ξεσπούν σε τρελούς πανηγυρισμούς. Ο νεαρός έγινε -σε ένα απόγευμα- ο νέος ήρωας της ομάδας και πάνω σε αυτό το πέναλτι (και το ταλέντο που σίγουρα διέθετε) έχτισε μια αξιοσέβαστη καριέρα για σχεδόν 20 χρόνια. Ήταν το 54ο δευτερόλεπτο της αναμέτρησης και φυσικά αποτελεί ρεκόρ ως «η πιο γρήγορη απόκρουση πέναλτι σε ντεμπούτο τερματοφύλακα» κάτι που μόνο οι θεούληδες Άγγλοι θα είχαν κρατήσει ως στατιστικό. Το τελικό 3-2 χάρισε στη Μπέρμινγχαμ ένα σπουδαίο «τρίποντο» και έδωσε φυσικά στον νεαρό τερματοφύλακα το δικαίωμα να γίνει ο νέος «βασιλιάς» της πόλης του. Καθόλου άσχημα για ένα 19χρόνο παιδί στα δύσκολα χρόνια των αρχών της δεκαετίας του ’80. Ο Κότον χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του για το επιτυχημένο του ντεμπούτο θα σταθεί στο «μέγεθος» του γηπέδου και το πόσο μικρό ήταν στα μάτια του έχοντας τους φανατικούς στην πλάτη του. «Τα πάντα ήταν τόσο μικρά που δεν ήταν δυνατό να νικηθώ από τη θέση του πέναλτι» θα πει ο ίδιος και θα δώσει μια νέα διάσταση στο πως βλέπει κάποιος τα πάντα εντός του γηπέδου, ιδίως με την «τρέλα» και το άγχος ενός ψαρωμένου πιτσιρικά που ζει -εντελώς ξαφνικά- το όνειρό του.

1988: Watford goalkeeper Tony Coton indicates to team mates during a Barclays League Division One match against Chelsea at Stamford Bridge in London. The match ended in a 2-2 draw. Mandatory Credit: David Cannon/Allsport

Τη σεζόν 1983-1984 η Μπέρμινγχαμ θα υποβιβαστεί στην δεύτερη κατηγορία, η Γουότφορντ θα βγάλει από τα ταμεία της το ποσό των 300.000 λιρών και θα κάνει δικό της τον ελπιδοφόρο τερματοφύλακα. Ο Κότον θα γίνει το νούμερο-1 της ομάδας για 6 σεζόν και θα φτάσει να προταθεί για το Hall of Fame της Γουότφορντ ως ο δεύτερος παίκτης πίσω από τον βασικό επιθετικό εκείνης της περιόδου Λούθερ Μπλίσετ. Ακολούθησε το επιτυχημένο πέρασμα από τη Μάντσεστερ Σίτι για 6 σεζόν, η μεταγραφή στη Γιουνάιτεντ και το άδοξο φινάλε στη Σάντερλαντ πριν ακριβώς 20 χρόνια. Φυσικά και όλοι οι φίλοι του Αγγλικού ποδοσφαίρου θα τον θυμόμαστε για το πέναλτι κόντρα στη Σάντερλαντ και φυσικά για εκείνη την εξωπραγματική εμφάνιση που είχε πραγματοποιήσει στο Άνφιλντ κόντρα φυσικά στη Λίβερπουλ για τον 6ο γύρο του Κυπέλλου. Ήταν 11 Μαρτίου του 1986 με τη Γουότφορντ να φεύγει με ένα άκρως τιμητικό 0-0 από το Άνφιλντ (ηττήθηκε με 1-2 στη ρεβάνς) και τον Κότον να χειροκροτείται από ολόκληρο το γήπεδο ακριβώς με τη λήξη του αγώνα. Ο ίδιος θεωρεί ακόμα και σήμερα εκείνη την αναμέτρηση ως την κορυφαία της πλούσιας καριέρας του.

22 χρόνια αναμονής

  [2 Σχόλια]

1480279866916

Το ανέκδοτο στο Σάο Πάουλο ρωτούσε «τι δεν έχει δει ένα παιδί που γεννήθηκε μετά το 1994». Η απάντηση ήταν την Παλμέιρας πρωταθλήτρια. Την τελευταία φορά που είχε συμβεί κάτι τέτοιο, οι πράσινοι είχαν αριστερό μπακ τον Ρομπέρτο Κάρλος, στα χαφ τον Σέζαρ Σαμπάιο και τον Μαζίνιο και πιο μπροστά τον Ριβάλντο με τον Εντμούντο. Ο Ζε Ρομπέρτο ήταν ανάμεσα σε αυτούς που πρόλαβε αυτή την ομάδα, ποδοσφαιριστής που ξεκινούσε τότε μια καριέρα στην Πορτουγκέζα. Είναι σίγουρο ότι δεν θα φανταζόταν τότε στα 20 του, ότι το 2016 θα σήκωνε ο ίδιος το πρωτάθλημα, κάνοντας τάκλιν αυτοθυσίας. Με 27 συμμετοχές (τις 25 βασικός), ο Ζε Ρομπέρτο στα 42 του γιόρτασε το έκτο πρωτάθλημά του, αλλά το πρώτο στη Βραζιλία μετά από αυτά σε Γερμανία και Ισπανία.

1994Η πρωταθλήτρια Βραζιλίας Παλμέιρας του 1994

Μαζί του γιόρτασαν και όλοι οι φίλοι της Παλμέιρας. 22 χρόνια μετά, με ρεκόρ εισιτηρίων. 40.986 άνθρωποι βρέθηκαν στο Αλιάνζ Πάρκε, σπάζοντας το ρεκόρ που κρατούσε από το 1976 για το Παουλίστα. Μέσα στα 22 χρόνια ανομβρίας για μια από τις επιτυχημένες ομάδες της χώρας συνολικά, οι πράσινοι είδαν ένα Λιμπερταδόρες το μακρινό 1999, 2 κύπελλα Βραζιλίας και κάποια λίγα Παουλίστα. Και είδαν και δυο πρωταθλήματα… Β’ εθνικής, αφού έζησαν το πικρό ποτήρι του υποβιβασμού το 2002 και το 2012. Γι’ αυτό και φώναζαν «η ώρα έφτασε» για μεγάλο διάστημα του αγώνα με την Τσαπεκοένσε. Αν ήταν Έλληνες, θα φώναζαν και «δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω». Η αστυνομία είχε φτιάξει μια ολόκληρη ζώνη έξω από το γήπεδο για να μπει κανείς χωρίς εισιτήριο. Πολλοί προσπάθησαν, επεισόδια έγιναν. Το πάθος ήταν τέτοιο που γέμιζαν πριν τους εκτός έδρας αγώνες μέχρι και το αεροδρόμιο.

CyTB_95WgAADzFSΣτα 42 μας εμείς σκεφτόμαστε πόσα χρόνια έχουμε για τη σύνταξη.
Ο Ζε Ρομπέρτο έβαλε σιδεράκια και κατέκτησε πρωτάθλημα.

Το πρωτάθλημα δεν ήρθε γκρανκινιολικά-χιτσκοκικά. Ήταν σχεδόν σίγουρο και απλά περίμεναν και την μαθηματική επιβεβαίωση. Η Παλμέιρας ήταν από την 9η αγωνιστική μόνη πρώτη στη βαθμολογία, σταθερά. Τα πράγματα όμως κάπου μπερδεύτηκαν όταν την 25η η Φλαμένγκο έφτασε στον 1 βαθμό, πριν το μεταξύ τους αγώνα. Σε ένα αρκετό αμφίρροπο ματς, η Φλαμένγκο προηγήθηκε στο 62′ παγώνοντας τους οπαδούς της Παλμέιρας που άρχισαν να βλέπουν εικόνες από το παρελθόν μπροστά από τα μάτια τους να περνούν και το 22 να γίνεται 23. Το άγχος μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα και η λύτρωση ήρθε στο 82′ με το γκολ του Γκαμπριέλ Ζέσους, ενός από τα πρόσωπα της φετινής Παλμέιρας. Λίγους μήνες πριν φύγει για τη Σίτι, ο 19χρονος πρώτος σκόρερ των πράσινων έδωσε τη χρυσή ισοπαλία και η 1η θέση δεν άλλαξε χέρια.

Από εκεί και πέρα η Παλμέιρας κατάφερε και κρατήθηκε στην κορυφή και απλά περίμενε την επιβεβαίωση. Ο κόσμος της ζούσε γι’ αυτή και τελικά  ήρθε χθες με το γκολ του Φαμπιάνο στο 25′ να γράφει το τελικό 1-0:

Τα πανηγύρια ήταν έξαλλα. Ο Ζε Ρομπέρτο δήλωνε ότι θα συζητήσει με την οικογένειά του αν θα συνεχίσει (το κίνητρο του Λιμπερταδόρες είναι μεγάλο φαίνεται), ο Ζέσους με δάκρυα στα μάτια άφηνε τη Βραζιλία για να πάει στην αγκαλιά του Γκουαρδιόλα και να ψάξει να βρει θέση εκεί, ο «δικός μας» Εντού Ντρασένα γιόρταζε στα 35 του ένα ακόμα πρωτάθλημα και ο προπονητής Κούκα ως ο άνθρωπος που έσπασε την γκίνια επέκτεινε το συμβόλαιό του που έληγε το Δεκέμβριο. Κι ο κόσμος ξεχύθηκε στην Αβενίδα Παουλίστα, οι παίκτες πάνω σε λεωφορείο χόρευαν ημίγυμνοι για το 9ο πρωτάθλημα του συλλόγου και σίγουρα ένα από τα πιο σημαντικά.

1480295235549

Μια βροχερή μέρα συνάντησα το είδωλό μου

  [Καθόλου σχόλια]

Ο καιρός ήταν μουντός και έβρεχε στο Μπουένος Άιρες όταν ο μικρός Ελίας Πεδερνέρα μαζί με φίλους του επισκέφτηκαν το Μονουμεντάλ. Οι μικροί είναι παίκτες της Ρίβερ Πλέιτ ντε Αρεσίφες, μιας θυγατρικής της κανονικής Ρίβερ και είχαν την ευκαιρία να κάνουν ένα τουρ στο ιστορικό στάδιο, αλλά να δουν και τα ινδάλματά τους στην προπόνηση. Ο προετοιμασμένος Ελίας (της κλάσης του 2005) είχε μαζί του μια φανέλα της Ρίβερ και πάνω της υπέγραψαν κάποιοι από τους αγαπημένους του παίκτες. Η ημέρα έμοιαζε ιδανική για ένα παιδάκι που ίσως δεν θα είχε ξανά την ευκαιρία να δει από τόσο κοντά όλους αυτούς τους ποδοσφαιριστές.

Πάνω στην αναμπουμπούλα όμως, ο μικρός Ελίας κάπου άφησε την υπογεγραμμένη φανέλα και την έχασε. Κατάλαβε ότι θα γύριζε στην πόλη του χωρίς αυτή και έβαλε τα κλάματα. Κλάματα που δεν σταματούσαν όσο κι αν οι άνθρωποι της ομάδας του προσπαθούσαν να τον παρηγορήσουν. Έψαξαν, αλλά δεν βρήκαν τη φανέλα. Ούτε καν όταν ζήτησαν από μερικούς παίκτες της Ρίβερ να βγουν φωτογραφία μαζί του, δεν χαμογέλασε ο Ελίας. Σε τέτοιες καταστάσεις όμως, χρειάζονται οι προσωπικότητες. Ο τεράστιος (όχι σε ύψος, αλλά σε καρδιά όπως έχουμε δει) Αντρές ντ’ Αλεσάντρο είδε τον μικρό και όταν ο Ελίας του είπε τι είχε συμβεί, τον πήρε αγκαλιά σαν να ήταν το παιδί του, του έπιασε κουβέντα και πήγαν μαζί μέχρι τα αποδυτήρια. Ζήτησε από τον φροντιστή μια φανέλα, ο Ελίας τη φόρεσε και φεύγοντας όταν τον ρώτησαν πώς νιώθει χαμογέλασε επιτέλους (και μετά βέβαια δάκρυσε και πάλι, αυτή τη φορά από χαρά). Οι πιθανότητες να μην κοιμήθηκε το βράδυ με τη φανέλα είναι απειροελάχιστες.

Πιάνοντας την μύτη σου στο Μπομπονέρα

  [5 Σχόλια]

teo_ok_1

Ο Τεόφιλο Γκουτιέρες είναι ένας Κολομβιανός επιθετικός που σκοράρει στις εστίες, αλλά συχνότερα σκοράρει σε εξωαγωνιστικές υποθέσεις. Οι παλιότεροι ίσως να τον θυμούνται όταν έβγαλε στα αποδυτήρια της Ράσινγκ Κλουμπ αεροβόλο και απείλησε τον συμπαίκτη του Σάχα. Από τότε πέρασε από διάφορες ομάδες και όταν πήγε στη Ρίβερ έγινε κόκκινο πανί για τους οπαδούς της Μπόκα που δεν χάνουν ευκαιρία να τον κοροϊδέψουν. Ο δρόμος πέρσι τον έβγαλε στην Πορτογαλία και την Σπόρτινγκ, ενώ φέτος επέστρεψε στην Αργεντινή με τα χρώματα της Ροσάριο Σεντράλ. Η μοίρα τον έφερε να σκοράρει το πρώτο του γκολ μέσα στο Μπομπονέρα ισοφαρίζοντας σε 1-1 την Μπόκα.

Δεν αρκούσε όμως που έβαλε γκολ, έπρεπε να το τρίψει και στην μούρη των οπαδών, καθώς πήγε στο σημαιάκι του κόρνερ και με χαρακτηριστική κίνηση έκανε τη διαγώνια ρίγα της φανέλας της Ρίβερ επανειλημμένα, για να εκνευριστεί κι ο πιο ψύχραιμος. Οι παίκτες της Μπόκα δεν το είδαν με καλό μάτι, διαμαρτυρήθηκαν στον διαιτητή τόσο για οφσάιντ (που δεν υπήρχε), όσο και για την κίνηση του Τέο. Στη συνέχεια πήγαν να καθαρίσουν οι ίδιοι, καθώς την έπεσαν στον Κολομβιανό που το έπαιζε Κινέζος σε στιλ Άσπα Τσίνα «δεν καταλαβαίνω την έκρηξή σας». Μέσα στον κακό χαμό, σε κάποια φάση σε ένα αθώο σπρώξιμο έπεσε θεαματικά κάτω.

Το αποτέλεσμα ήταν ο διαιτητής να τον αποβάλλει μαζί με τον Σεντουριόν της Μπόκα (όπως και στον στρατό, έτσι και στην μπάλα, κάποιος είναι η λεγόμενη καμπανόφατσα που μπορεί να πλακώνονται 22 παίκτες αλλά θα την πληρώσει αυτός). Το σόου όμως του Τέο δεν σταμάτησε εκεί. Γράφοντας μια ακόμα σελίδα στις κόντρες Μπόκα-Ρίβερ (όπως η περιβόητη είσοδος Πασαρέλα με την ομπρέλα, και η έξοδος Τσάβες στο Μονουμεντάλ) ο Γκουτιέρες πήρε αργά αργά τον δρόμο προς τα αποδυτήρια. Φεύγοντας προς το πέταλο των φανατικών, δηκτικά πανηγύρισε ξανά το γκολ δείχνοντας τον ουρανό, στη συνέχεια έπιασε επιδεικτικά την μύτη του και στο τέλος έκανε ξανά την κίνηση για τη φανέλα της Ρίβερ, υπό την προστασία της ασπίδας ενός αστυνομικού.

0011854871Ο πρωτοπόρος Ανχελίτο Λαμπρούνα κάτω δεξιά και οι μαθητές του

Κι αν αναρωτιέστε για την κίνηση με την μύτη, υπάρχει εξήγηση και δεν είναι η πρώτη φορά. Πρώτος διδάξας ήταν ο Άνχελ Λαμπρούνα, ίσως η μεγαλύτερη μορφή της Ρίβερ Πλέιτ, καθώς σκόραρε περίπου 300 φορές με τα χρώματά της και κέρδισε ως παίκτης και προπονητής 15 πρωταθλήματα. Όταν ήταν προπονητής τη δεκαετία του 1970, σε μια είσοδό του στο Μπομπονέρα και πηγαίνοντας προς τον πάγκο έπιασε την μύτη του. Οι δημοσιογράφοι μετά το τέλος του αγώνα τον ρώτησαν τον λόγο και ο ίδιος απάντησε: «μα δεν νιώσατε την μυρωδιά της κοπριάς;» (μπόστα, ένα από τα παρατσούκλια της Μπόκα σημαίνει κοπριά κι οι οπαδοί περήφανα αποκαλούνται Μποστέρος). Η κίνηση αυτή έμεινε γνωστή και στο μέλλον επαναλήφθηκε και από άλλους Μιγιονάριος μέσα στο Μπομπονέρα. Τον Ραμόν Ντίας, τον Φερνάντο Καβενάγκι, τον Μαρσέλο Γκαγιάρδο (αν και κάποιοι λένε ότι ήταν τυχαίο) και φυσικά τον ίδιο τον Τεόφιλο Γκουτιέρες το 2013 ξανά.

River-Bombonera-Boca-Lorena-Lucca_CLAIMA20141121_0088_17Επιστροφή στον τόπο του εγκλήματος

Τρία χρόνια αργότερα, με άλλη φανέλα πλέον, ο Γκουτιέρες δεν σταμάτησε να δείχνει ότι αν έχεις παίξει σε έναν από τους δύο συλλογούς είσαι για πάντα μέλος τους, για πάντα υπερασπίζεσαι τα χρώματα της ομάδας όταν πετυχαίνεις τον μισητό αντίπαλο. Είναι από αυτές τις στιγμές που λες ότι οι ασόβαροι παίκτες προκαλούν τη βία, από την άλλη δεν μπορείς να μην συναρπάζεσαι από τέτοιες ιστορίες ποδοσφαιρικής γραφικότητας.

Αναπνέοντας για την ομάδα

  [Καθόλου σχόλια]

Έχουμε μιλήσει πολλές φορές για την αγάπη του φιλάθλου προς την ομάδα. Αυτή που τον οδηγεί να κάνει τρέλες, αυτή που δεν εξηγείται με λόγια, αυτή που δεν μπορεί να καταλάβει κάποιος που δεν αγαπά το ποδόσφαιρο. Αν σέβομαι κάποιο είδος οπαδικής αγάπης περισσότερο απ’ όλα, δεν είναι αυτή του συνδεσμίτη που θα σου πει «εκεί που έχω ταξιδέψει εγώ», είναι αυτή του απλού οπαδού που υποστηρίζει μια ομάδα χωρίς ανταλλάγματα, χωρίς να περιμένει ότι θα τον γεμίσει με χαρές, καταδικασμένη να ζει χωρίς τίτλους και επιτυχίες.

13151710_10154145283349140_2625582853999909645_n

Ο πιτσιρικάς στη φωτογραφία ονομάζεται Μπαουτίστα Σουάρες και ζει περίπου στα 1300χμ μακριά από το Μπουένος Άιρες, στην επαρχία του Τουκουμάν και συγκεκριμένα στην πόλη του Σαν Μιγκέλ. Εκεί υποστηρίζει την αγαπημένη του ομάδα, την Σαν Μαρτίν του Τουκουμάν, μια ομάδα με ιστορία από το 1909 και μόλις έναν σοβαρό τίτλο, το κύπελλο του 1944. Οι φορές που έχει παίξει στην Α’ εθνική είναι μετρημένες στα δάχτυλα, τελευταία χρονιά το 2008-09 που υποβιβάστηκε αμέσως και από το 2011 μέχρι και τον Ιούνιο που μας πέρασε έπαιζε στη Γ’ εθνική. Από τον περασμένο Μάιο είναι κι η φωτογραφία, όταν ο μικρός Μπαουτίστα παρέα με τη συσκευή υποστήριξης της αναπνοής πήγε να δει την αγαπημένη του ομάδα με συγγενείς και φίλους.

Δεν περνούσε από το μυαλό του να χάσει το ματς, η Σαν Μαρτίν τον είχε ανάγκη, κι αυτός την Σαν Μαρτίν. Κάποιοι μπορεί να πουν για ασυνείδητους γονείς, η χαρά όμως του μικρού που είναι ίνδαλμα στις εξέδρες και η ανάγκη να έχει μια φυσιολογική ζωή είναι μεγαλύτερες. Παρά το σοβαρό πρόβλημα υγείας δεν θέλει να χάνει αγώνα κι ας πρέπει να κουβαλάει αυτό το ρημάδι μαζί του. Και χάρη σε αυτή τη φωτογραφία, αρκετός κόσμος ενδιαφέρθηκε και επικοινώνησε με την οικογένεια του παιδιού, να δει αν χρειάζονται κάποια βοήθεια.

Κι αν νομίζετε ότι ο Μπαουτίστα είναι μόνος του στην τρέλα για τον σύλλογο, κάνετε λάθος. Η Σαν Μαρτίν μπορεί να είναι μικρή σαν μέγεθος ιστορικά, αλλά οι οπαδοί της που με υπερηφάνεια αποκαλούνται «ρακοσυλλέκτες» (μια που η Σαν Μαρτίν είναι ένας σύλλογος των χαμηλών τάξεων και της φτωχολογιάς) δημιουργούν τέτοια ατμόσφαιρα στις χαμηλές κατηγορίες της χώρας που στη δική μας δεν την κάνουν ούτε αυτοί των μεγάλων. Κι όλα αυτά για μια ομάδα που απλά φτάνει στην Α’ εθνική μια φορά ανά δεκαετία. Το παραπάνω εντυπωσιακό βίντεο είναι από την είσοδο της ομάδας και τη γιορτή για τα 107 χρόνια του συλλόγου.

Κόπα Αμέρικα 2001: Το πιο ό,τι να’ναι τουρνουά της ιστορίας

  [3 Σχόλια]

ca2011

1 Ιουλίου 2001. Η Ποδοσφαιρική Συνομοσπονδία Νοτίου Αμερικής (γνωστή και ως CONMEBOL, ή πιο λαϊκά «η UEFA της Ν. Αμερικής») ανακοινώνει ότι το Κόπα Αμέρικα της Κολομβίας ακυρώνεται για λόγους ασφαλείας. Η ακύρωση ενός μεγάλου τουρνουά εθνικών ομάδων είναι από μόνη της ένα σοκαριστικό νέο αλλά η συγκεκριμένη απόφαση αποκτάει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις σοκ, δεδομένου ότι η πρώτη σέντρα της διοργάνωσης είχε προγραμματιστεί για τις 11 Ιουλίου, 10 μόλις μέρες μετά! Και κάπως έτσι ξεκίνησε το… πανηγύρι που εξελίχθηκε στο πιο «ό,τι να’ναι μεγάλο τουρνουά στην ιστορία του ποδοσφαίρου».

Για να ακριβολογούμε πάντως, η αρχή είχε γίνει καιρό πριν και πιο συγκεκριμένα τη μέρα που ανατέθηκε η διοργάνωση στην Κολομβία. Μια χώρα η οποία δεν είχε καταφέρει ακόμα να μειώσει τη δύναμη των καρτέλ και των διάφορων παραστρατιωτικών οργανώσεων που έκαναν ό,τι ήθελαν στο εσωτερικό της, σε έναν άτυπο εγχώριο πόλεμο που μετρούσε κάθε χρόνο εκατοντάδες αθώα θύματα. Οι όποιες ανησυχίες για την ασφάλεια των ομάδων αυξήθηκαν ραγδαία τους τελευταίους μήνες πριν την έναρξη του τουρνουά όταν η μεγαλύτερη Μαρξιστική ομάδα ανταρτών της χώρας απήγαγε τον αντιπρόεδρο της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

Έτσι, δέκα μέρες πριν το πρώτο παιχνίδι και μετά από αμέτρητες φήμες που κυκλοφορούσαν όλο το προηγούμενο διάστημα μπερδεύοντας τον κόσμο, οι ομάδες ενημερώθηκαν πως μπορούν να στείλουν τους παίκτες τους για διακοπές. Κάπου εδώ κανονικά η ιστορία θα τελείωνε και αυτό θα αποτελούσε απλά τον πρόλογο από ένα κείμενο αφιερωμένο στο Κόπα Αμέρικα του 2004. Αλλά εδώ μιλάμε για τη Λατινική Αμερική, ένα μέρος που μπορείς άνετα να αποκαλέσεις «το Βατερλώ της λογικής».

ca2001d

Πέντε μέρες μετά την ανακοίνωση της ακύρωσης και πέντε μέρες πριν το πρώτο προγραμματισμένο ματς (και αφού ακολούθησαν εκκλήσεις για αλλαγή της απόφασης από τον πρόεδρο της Κολομβίας αλλά και μια πρόταση από τη Βενεζουέλα να διοργανώσει αυτή το τουρνουά) η CONMEBOL κάνει επική κωλοτούμπα και παίρνει πίσω την απόφαση. Ακολουθεί ένα μικρό χάος. Ο Καναδάς (που μαζί με το Μεξικό ήταν οι ομάδες εκτός Ν. Αμερικής που είχαν προσκληθεί να πάρουν μέρος στη διοργάνωση) ανακοινώνει πως οι παίκτες του έχουν ήδη επιστρέψει στις ομάδες τους και είναι αδύνατον να συγκεντρωθούν ξανά. Θυμίζοντας λίγο παρέα που έχει κλείσει 5Χ5 και τελευταία στιγμή κάποιος ασυνείδητος ακυρώνει, αναγκάζοντας τους υπόλοιπους να ξεπέσουν σε παρακαλετά προς οποιονδήποτε γνωστό έχει δυο υγιή πόδια, οι υπεύθυνοι της Κολομβίας αρχίζουν τα τηλέφωνα απελπισίας και στέκονται τυχεροί καθώς η Κόστα Ρίκα, του γνωστού μας από τον ΟΦΗ Ρόναλντ Γκόμεζ, είναι πρόθυμη να καλύψει άμεσα το κενό. Τότε σκάει το δεύτερο και μεγαλύτερο πρόβλημα.

Η πιο δυνατή ομάδα της ηπείρου εκείνη τη χρονιά, η Αργεντινή του Μαρσέλο Μπιέλσα, αρνείται να ταξιδέψει στην Κολομβία, επικαλούμενη θέματα ασφαλείας και πιο συγκεκριμένα απειλές θανάτου προς τους παίκτες της από τρομοκρατικές οργανώσεις της Κολομβίας. Οι Κολομβιανοί κάνουν ό,τι μπορούν για να τους μεταπείσουν, προτείνοντας εξτρά μέτρα ασφαλείας για τους Αργεντινούς, και όταν αντιλαμβάνονται πως η απόφαση είναι οριστική ανοίγουν πάλι την ατζέντα με τα τηλέφωνα, ψάχνοντας νέο διαθέσιμο αντικαταστατή. Όλα αυτά ελάχιστες μέρες πριν την πρώτη σέντρα!

Κάποιες φορές η σωτηρία έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις. Κάτι τέτοιο συνέβη και το 2001. Το Κόπα Αμέρικα της Κολομβίας πραγματοποιήθηκε γιατί η αδιάφορη και αντιεμπορική Ονδούρα σκέφτηκε «δεν γαμείς, δεν έχω ξαναπαίξει ποτέ σε Κόπα Αμέρικα, ευκαιρία είναι, τι έχω να χάσω;» και έκανε το αδιανόητο: μέσα σε μια μέρα συγκέντρωσε όσους παίκτες μπορούσε, τους έχωσε σε ένα αεροπλάνο της πολεμικής αεροπορίας της Κολομβίας και τους μετέφερε άρον-άρον στο, φημισμένο, Μεντεγίν.

Η επιλογή της αποστολής ήταν φυσικά εναρμονισμένη με τον «ό,τι να’ναι» χαρακτήρα της διοργάνωσης. Οι περισσότεροι καλοί παίκτες της χώρας έμειναν πίσω καθώς εκείνη την περίοδο κρινόταν ο τίτλος του εγχώριου πρωταθλήματος. Όσο για το επίπεδο του σασπένς, αυτό είχε ήδη πιάσει ταβάνι, αφού το αεροπλάνο που μετέφερε την ομάδα προσγειώθηκε στην Κολομβία μερικές ώρες αφότου είχε ξεκινήσει η διοργάνωση και, ταυτόχρονα, μερικές ώρες πριν το εναρκτήριο παιχνίδι της Ονδούρας! Ποιος ήταν ο αντίπαλος; Η ομάδα που επίσης έμαθε ότι θα λάβει μέρος στο τουρνουά λίγες μέρες πριν, η Κόστα Ρίκα.

Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, με το που κύλησε η μπάλα στο χορτάρι όλα τα προβλήματα ξεχάστηκαν και η προσοχή στράφηκε στο αγωνιστικό σκέλος. Εκεί το τουρνουά συνέχισε να επιβεβαιώνει τη διαφορετικότητα του, ενισχύοντας το… υφάκι «εγώ δεν είμαι σαν τα άλλα τουρνουά που έχεις γνωρίσει». Παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καν προετοιμαστεί για να παίξουν μπάλα εκείνη την εποχή (θυμίζοντας λίγο από Δανία του Euro 1992), Κόστα Ρίκα και Ονδούρα τερμάτισαν πάνω από την Ουρουγουάη και τη Βολιβία και προκρίθηκαν στα νοκ άουτ μαζί με όλα τα υποτιθέμενα φαβορί. Και εκεί ήρθε το μεγαλύτερο σοκ απ’όλα.

Η αποδεκατισμένη, απροετοίμαστη και χαμηλής δυναμικότητας «εκ γενετής» Ονδούρα των άγνωστων παικτών πέταξε εκτός διοργάνωσης με 2-0 την μεγάλη και τρανή Βραζιλία, που μπορεί να μην ταξίδεψε στην Κολομβία με όλα της τα αστέρια αλλά ακόμα κι έτσι είχε στο ρόστερ της παίκτες του επιπέδου του Ζουνίνιο, του Έμερσον, του Ντενίλσον, του Ντίντα, του Ρόκε Ζούνιορ, παίκτες δηλαδή που ένα χρόνο μετά συμμετείχαν στην ομάδα που κέρδισε το Μουντιάλ. «Εγώ, ο Μπιγκ Φιλ, θα μείνω στην ιστορία ως ο Βραζιλιάνος προπονητής που έχασε από την Ονδούρα. Είναι τραγικό αλλά η Ονδούρα έπαιξε καλύτερα από εμάς και άξιζε τη νίκη» κατάφερε να ψελλίσει μετά το τέλος ο, μετέπειτα παγκόσμιος πρωταθλητής, Φελίπε Σκολάρι, που όντας τιμωρημένος από το προηγούμενο ματς με την Παραγουάη, είδε το παιχνίδι από την κερκίδα.

Η ηρωική Ονδούρα δεν κατάφερε να πάει πιο μακριά, καθώς στον ημιτελικό οι διοργανωτές, υποψιασμένοι μετά το κάζο των Βραζιλιάνων, δεν τους άφησαν περιθώρια για μεγαλύτερα όνειρα, ανοίγοντας το σκορ μόλις στο 6′. Το τελευταίο σφύριγμα έστειλε την Κολομβία για πρώτη φορά στην ιστορία της σε τελικό και άφησε την Ονδούρα με τη γλυκιά ανάμνηση του θριάμβου επί των Βραζιλιάνων, μια νίκη που ακόμα και σήμερα θεωρείται, δικαιωματικά, η μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία του θεσμού.

ca2001c

Αντίπαλος της Κολομβίας στον μεγάλο τελικό ήταν άλλη μια ομάδα που δεν είχε σηκώσει ποτέ Κόπα Αμέρικα, το Μεξικό. Η δίψα των Κολομβιανών για έναν τίτλο ήταν τεράστια, ειδικά σε μια εποχή κατά την οποία η χώρα υπέφερε από αμέτρητα εσωτερικά προβλήματα. Το μεγαλύτερο στάδιο της Μπογκοτά ήταν κατάμεστο από 47.000 ανθρώπους αλλά μια τέτοια κωμικοτραγική διοργάνωση δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς μερικά ακόμα ευτράπελα.

Λίγα λεπτά μετά τη σέντρα του αγώνα ο διαιτητής αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά το παιχνίδι όταν ξαφνικά έπεσαν στο γήπεδο δυο αλεξιπτωτιστές! Όπως αποδείχτηκε αργότερα, η εμφάνιση τους ήταν μέρος του μικρού τελετουργικού που είχε οργανωθεί για το pre-game show, όμως για λόγους που κανένας ποτέ δεν έμαθε, οι δύσμοιροι αλεξιπτωτιστές κάπου καθυστέρησαν στη… διαδρομή, με αποτέλεσμα να προσγειωθούν στο γήπεδο κατόπιν εορτής.

ca2001

Όπως θα περίμενε κανείς από έναν τελικό Κόπα Αμέρικα, τα τάκλιν – κάθε είδους – είχαν την τιμητική τους, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα το Μεξικό να τελειώσει το παιχνίδι με 9 παίκτες! Με ένα γκολ στο δεύτερο ημίχρονο του Ιβάν Κόρντομπα, της Ίντερ, η Κολομβία κέρδισε με 1-0, πανηγύρισε τον πρώτο σπουδαίο τίτλο της και πέρασε στην Ιστορία ως η νικήτρια της πιο κουλής μεγάλης διοργάνωσης που έχει υπάρξει ποτέ, μια διοργάνωση που πέντε μέρες πριν την έναρξη της οι παίκτες των ομάδων ετοίμαζαν τις βαλίτσες τους, είτε για να επιστρέψουν στους συλλόγους τους, είτε για να πάνε διακοπές.

ca2001b

Αχ βρε Ζοσέ

  [15 Σχόλια]

mou-sad

Είναι γεγονός πως ο Ζοσέ Μουρίνιο δεν περνάει και τις καλύτερές του μέρες στον πάγκο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Η ομάδα δεν παίζει όμορφο ποδόσφαιρο, δεν παίρνει αποτελέσματα και έχει μείνει αρκετά πίσω στο κυνήγι της πρώτης θέσης που ήταν και ο μεγάλος στόχος το καλοκαίρι. Σε όλα τα παραπάνω έχουμε και τον παραγκωνισμό του εξαιρετικά ταλαντούχου μεσοεπιθετικού Χενρίκ Μικχιταριάν. Ενός παίκτη που μας μάγεψε με τη φανέλα της Ντόρτμουντ τα τρία προηγούμενα χρόνια και που η ομάδα του Μάντσεστερ έβγαλε απ’ τα ταμεία της -σχεδόν- 30 εκατομμύρια λίρες το περασμένο καλοκαίρι για να τον κάνει δικό της. Ο Μουρίνιο έχει χρεωθεί από την αρχή της καριέρας του πολλές αποτυχημένες μεταγραφές, όπως και όλοι οι προπονητές για να είμαστε δίκαιοι, αλλά και πολλές λανθασμένες επιλογές σε παίκτες που βρήκε στην ομάδα του, δεν τους πίστεψε δίνοντάς τους σε άλλες ομάδες, και βλέποντάς τους (εξ αποστάσεως) να εξελίσσονται σε παίκτες κορυφαίου επιπέδου. Για να είμαστε δίκαιοι αυτή η συνήθεια ξεκίνησε στη Ρεάλ Μαδρίτης δειλά-δειλά και απογειώθηκε αρνητικά στο δεύτερο πέρασμα του Πορτογάλου από τον πάγκο της Τσέλσι. Εκεί δηλαδή που άρχισε να φαίνεται ξεκάθαρα πως ο Μουρίνιο είχε αρχίσει να μένει στάσιμος ως προς την εξέλιξη (και αντίληψη) ενός σπορ που διαρκώς αλλάζει. Τις σημαντικότερες από αυτές τις περιπτώσεις θα δούμε παρακάτω.

Lukaku-daily-post

O νέος Ντρογκμπά: O Πορτογάλος επέστρεψε στον πάγκο των «μπλε» το καλοκαίρι του 2013 και η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε να αντιμετωπίσει στον τελικό του Σούπερ Καπ  Ευρώπης τον άσπονδο φίλο του, τον Πεπ Γκουαρδιόλα. Η Τσέλσι ηττήθηκε στα πέναλτι με 5-4 με τον Λουκάκου να αστοχεί στο τελευταίο πέναλτι και να στερεί από τον Πορτογάλο μια νίκη γοήτρου. Μια νίκη που ήθελε όσο τίποτα άλλο σε εκείνο το χρονικό σημείο. Ο Βέλγος επιθετικός είχε αποκτηθεί από την Άντερλεχτ το 2011 (στα 17 του) για σχεδόν 20 εκατομμύρια λίρες και όλοι περιμέναμε να τον δούμε να γίνεται ο παίκτης που θα πάρει σιγά-σιγά τη θέση του θρύλου Ντιντιέρ Ντρογκμπά στην επίθεση της Τσέλσι. Ο Μουρίνιο φυσικά είχε διαφορετική γνώμη από όλους. Τον έδωσε δανεικό στην Έβερτον για τη σεζόν 2013-2014 με τον Βέλγο να πραγματοποιεί εξαιρετική σεζόν και να δηλώνει πανέτοιμος για τη μεγάλη επιστροφή στο Λονδίνο. Αυτό δεν έγινε ποτέ με τον Μουρίνιο να τον πουλάει το 2014 για 28 εκατομμύρια λίρες στην Έβερτον, φέρνοντας μάλιστα στη θέση του τον 36χρόνο Ντιντιέρ Ντρογκμπά. Η Τσέλσι μπορεί να κατέκτησε το πρωτάθλημα του 2015 αλλά η συνέχεια -εννοείται- πως δεν δικαίωσε τον Πορτογάλο προπονητή.

kevin-de-bruyne-man-city-v-psg-champions-league-qf-second-leg-celeb_3447713

Ο νεαρός μάγος: O Κέβιν Ντε Μπρούινε είχε αποκτηθεί μόλις για 7 εκατομμύρια λίρες το 2012 από την Γκενκ. Τη σεζόν 2012-2013 είχε δοθεί δανεικός στη Βέρντερ και είχε αφήσει άφωνους όλους τους Γερμανούς με τις επιδόσεις του. Με τον Μουρίνιο στον πάγκο ξεκίνησε βασικός κόντρα στη Γιουνάιτεντ τη σεζόν 2013-2014 και μετά από εκείνο το 0-0 πουλήθηκε στη Βόλφσμπουργκ για 18 εκατομμύρια λίρες. Ο προπονητής των «μπλε» είχε δηλώσει πως ο νεαρός Βέλγος δεν μπορεί να αντέξει στο σκληρό Αγγλικό παιχνίδι και πως η μεταγραφή του στη Γερμανία ήταν το καλύτερο για την καριέρα του. Το καλοκαίρι του 2015 η Σίτι τον αγόρασε για 55 εκατομμύρια λίρες  και πλέον στα χέρια του Γκουαρδιόλα έχει εξελιχθεί σε ένα εκ των ποιοτικότερων μέσων σε ολόκληρο τον κόσμο και βαρόμετρο στην καλή απόδοση των «πολιτών».

Επιτέλους ένας αριστερός μπακ: Καλοκαίρι του 2014 και η Τσέλσι χρειάζεται επειγόντως ένα κανονικό αριστερό μπακ. Ο Βραζιλιάνος Φιλίπε Λουίς είναι ο πλέον κατάλληλος. Ποιοτικός. Γρήγορος. Εξαιρετικός αμυντικός, και από μία ομάδα που έχει μάθει να παίζει με το «μαχαίρι στα δόντια». Την Ατλέτικο του Ντιέγκο Σιμεόνε. Το deal θα ολοκληρωθεί στις 16 εκατομμύρια λίρες και ο παίκτης θα γίνει κάτοικος Στάμφορντ Μπριζ. Ο Μουρίνιο δεν θα δείξει ποτέ να τον εμπιστεύεται και πολύ γρήγορα ο Βραζιλιάνος θα βρεθεί να σκουπίζει τον πάγκο για να παίζει βασικός ο δεξιοπόδαρος Θέζαρ Αθπιλικουέτα. Το καλοκαίρι του 2015 ο Λουίς θα επιστρέψει και πάλι στην Ατλέτικο και θα γίνει ξανά αυτό που είναι πραγματικά. Ένας ανάμεσα στους 5-6 κορυφαίους στη θέση του στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Για να αγοράσει κανονικό μπακ η Τσέλσι έπρεπε να αλλάξει προπονητή -να περάσει ένας χρόνος ακόμα- να έρθει ο Κόντε και μαζί του να φέρει τον Μάρκος Αλόνσο από την Φιορεντίνα. Πολύ καλή (και φθηνή) επιλογή.

Το γερμανικό πολυεργαλείο: O Αντρέ Σίρλε είχε «κλείσει» στους Λονδρέζους λίγο πριν υπογράψει ο Μουρίνιο την επιστροφή του και με την έλευση του Πορτογάλου όλοι περιμέναμε την απογείωσή του μιας και διέθετε (και διαθέτει ακόμα) όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που χρειάζεται κάποιος σε ομάδα-Μουρίνιο. Έχει το γκολ χωρίς να είναι καθαρόαιμος επιθετικός. Μαρκάρει σαν «σκύλος» αν και είναι επιθετικογενής και φυσικά βάζει πάντα το «εγώ» κάτω από το «εμείς». Αυτό που λέμε κλασικός παίκτης ομάδας. Και όμως. Μετά από μία πολύ καλή σεζόν (2013-2014) ο Πορτογάλος τον πούλησε μεσούσης της σεζόν (Γενάρη του 2015) στη Βόλφσμπουργκ. Ο Σίρλε είχε προλάβει να στεφθεί πρωταθλητής κόσμου με τη Γερμανία στα γήπεδα της Βραζιλίας και φυσικά να κερδίσει το δύσκολο κοινό των «μπλε». Συνεχίζει να αποτελεί βασικό στέλεχος των πάντσερ. Προσωπικά δεν κατάλαβα ποτέ το λόγο που άφησε την Τσέλσι.

 

Το μηχανάκι από την Κολομβία: Χειμερινή περίοδος του 2015 και η Τσέλσι βγάζει από τα ταμεία της το ποσό των 23 εκατομμυρίων λιρών για να φέρει τον Κουαδράδο από την Φιορεντίνα. Ο παίκτης δήλωνε παντού πόσο ευτυχισμένος είναι που θα έπαιζε για τον Μουρίνιο και τη δική του Τσέλσι και οι περισσότεροι περιμέναμε με αγωνία αυτό το πάντρεμα. Τελικά δεν είδαμε τίποτα μιας και ο Πορτογάλος δεν μπόρεσε να πάρει τίποτα ούτε από τον Κουαδράδο στέλνοντάς τον στη Γιουβέντους ως δανεικό μισό χρόνο αργότερα. Στο Τορίνο -εννοείται- πίστεψαν στο ταλέντο του και τον έκαναν δικό τους ένα χρόνο μετά με κανονική μεταγραφή. Εννοείται πως πραγματοποιεί εξαιρετικές εμφανίσεις με τη φανέλα της Γιούβε και εννοείται πως ο Κόντε θα του έβρισκε ένα σημαντικό ρόλο στην δική του Τσέλσι.

Manchester-United-v-Watford

Ο σπουδαίος Ισπανός: O Μουρίνιο όταν ανέλαβε την Τσέλσι για δεύτερη φορά είχε την τύχη να βρει εκεί ως παίκτη τον σπουδαίο Χουάν Μάτα. Τι είχε καταφέρει ο Ισπανός τόσο με την εθνική όσο και με τους «μπλε» το θεωρώ περιττό αναφοράς. O Πορτογάλος δεν πίστεψε τον Ισπανό και τον χρησιμοποίησε ελάχιστα τη σεζόν 2013-2014 πουλώντας τον μάλιστα το καλοκαίρι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Το περασμένο καλοκαίρι οι δυο τους έσμιξαν ξανά στο Όλντ Τράφορντ και ο Μάτα (αν και δεν λογίζεται ως βασικός) εκθέτει τον προπονητή του όταν παίζει βασικός μιας και είναι ένας εκ των καλύτερων παικτών της ομάδας την τρέχουσα σεζόν. Λογικό μιας και διαθέτει σπάνιο ποδοσφαιρικό dna.

O φτωχός Φαραώ: Η διοίκηση της Τσέλσι δεν χάλασε το χατήρι του Μουρίνιο και του έφερε τον Σαλάχ (για 11 εκατομμύρια λίρες) από την Βασιλεία το Γενάρη του 2014. Ο Αιγύπτιος θεωρούνταν τότε ένας ανάμεσα στους κορυφαίους ανερχόμενους εξτρέμ του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Τι κατάφερε στην Τσέλσι επί Μουρίνιο; Μια τρύπα στην άμμο (και πολλά λέω). Μοιραία άρχισαν οι δανεισμοί μέχρι να βρει την Ιθάκη του στη Ρόμα το περασμένο καλοκαίρι.

O αδικημένος Νιγηριανός: O Βίκτωρ ο Μόζες είναι ένας τιμιότατος ποδοσφαιριστής στα δικά μου μάτια. Ένας ποδοσφαιριστής που επί Μουρίνιο δεν βρήκε ποτέ χώρο στους «μπλε» αν και άξιζε μια ευκαιρία. Δόθηκε δανεικός στη Λίβερπουλ και έκανε μαζί της πρωταθλητισμό. Δόθηκε στη Στόουκ και έκανε μια εξαιρετική σεζόν. Δόθηκε στη Γουέστ Χαμ και ήταν κάτι παραπάνω από χρήσιμος στην εξαιρετική ομάδα του Μπίλιτς. Η έλευση Κόντε και το γεγονός πως ο Ιταλός έχει αλλάξει το σύστημα σε 3-5-2 έχουν δώσει στον Νιγηριανό όχι μόνο πολλές ευκαιρίες αλλά φανέλα βασικού ως δεξί μπακ-χαφ. Κάτι που είχε κάνει για ένα μεγάλο διάστημα επιτυχώς και στη Λίβερπουλ του Ρότζερς το 2014. Σημαντικό γρανάζι της Τσέλσι πλέον και ακόμα ένας που εκθέτει ανεπανόρθωτα τις επιλογές του Πορτογάλου τα τρία τελευταία χρόνια όταν ήταν δηλαδή ο τιμονιέρης των «μπλε».

Ο χοντρός που τα κατάφερε

  [2 Σχόλια]

Lucas-Pratto-conto-estreno-Seleccion_OLEIMA20160902_0145_28

Κέμπες, Κανίγια, Μπατιστούτα, Μπάλμπο, Κρέσπο, Ιγκουαΐν, Αγκουέρο. Μερικά από τα ονόματα που έχουν αναλάβει το ρόλο του επιθετικού στην εθνική Αργεντινής από το παρελθόν μέχρι και σήμερα. Παίκτες με ποιότητα, ονόματα που πουλάν φανέλες, που τα παίρνεις στις ομάδες σου στο Μάνατζερ, παίκτες που έγραψαν ιστορία στους συλλόγους τους. Κι απόψε κοιτάς τις εντεκάδες στο υπερ-κρίσιμο Αργεντινή-Κολομβία και βλέπεις ένα όνομα που ίσως να σου είναι άγνωστο. Λούκας Πράτο. Αν δεν παρακολουθείς συχνά ποδόσφαιρο Ν. Αμερικής μπορεί να φανταστείς ότι είναι ένα νέο υπερ-ταλέντο, κάτι σαν τον Ντιμπάλα που σου διέφυγε.

Κι όμως, ο Λούκας Πράτο είναι 28 χρονών και δεν θυμίζει σε τίποτα τους παραπάνω ποιοτικούς ποδοσφαιριστές. Το σουλούπι του βγαλμένο από μέρες μπασκετικών πίβοτ δεινοσαύρων στιλ Λάζαρου Παπαδόπουλου. Ένα αργό φορ, βαρύ, μοιάζει επιθετικός βγαλμένος από χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ. Πολύ δύσκολα να σε εντυπωσιάσει με την πρώτη ματιά. Οι περισσότεροι θα πουν ότι είναι κατάντια να παίζει η Αργεντινή με ένα τέτοιο φορ, ίσως και να έχουν δίκιο. Από την άλλη, είναι μια ποδοσφαιρική ιστορία μόχθου.

pratto
«Δεν είχα λεφτά για παπούτσια, η μάνα μου τα έφτιαξε σε έναν τσαγκάρη της γειτονιάς πολύ φτηνά. 25 πέσος τα μαύρα ή 30 αν ήθελες και χρώμα. Τα έκανα άσπρα σαν την Καμπεσέρες και μου έφτιαξε και ένα σήμα της Nike»

Από μικρός έβλεπε μπάλα. Ο πατέρας του τον πήγαινε να δει το είδωλό του, τον αδερφό του που έπαιζε τέρμα στην τοπική ομάδα. Τερματοφύλακας θα έπαιζε κι ο ίδιος, του άρεσε και του είχαν πει άλλωστε ότι αυτό του ταιριάζει. Ήταν χοντρός, γι’ αυτό η θέση του ήταν εξ ορισμού εκεί. Υπέμενε το μπούλινγκ των πιτσιρικάδων που τον φώναζαν «χοντρομπαλά» και «καμπούρη» και ξεκίνησε στο τέρμα. Είδε όμως ότι δεν του άρεσε, δοκίμασε στο κέντρο, έπαιζε καλά και τελικά κατέληξε στην επίθεση που σκόραρε. Οι γονείς του χώρισαν, η μητέρα του καθάριζε τα σπίτια των γειτόνων για να ταΐζει τα παιδιά της. Πολύ συχνά τα χρήματα δεν έφταναν, το δείπνο τους το αποτελούσε ένα μπρίκι από το ρόφημα της Ν. Αμερικής, το μάτε κι αν ήταν τυχεροί το συνόδευαν με ψωμί. Ο Πράτο χτυπούσε πόρτες γειτόνων για να φάει, όταν μεγάλωσε λίγο μοίραζε διαφημιστκά στο δρόμο, αργότερα έκανε και τον πορτιέρη σε πάρτι. Ήταν ψηλός για την ηλικία του (εκτός από… εύσωμος). Ο «χοντρός» όμως λάτρευε την μπάλα και έπαιζε σε μια μικρή ομάδα έξω από την Λα Πλάτα, ήταν η διέξοδός του. Το πρωί πήγαινε με το ποδήλατο στο σχολείο και το μεσημέρι περπατούσε μια ώρα για να πάει στην προπόνηση και άλλη μία για να γυρίσει.  Μέχρι που τον πήρε η Μπόκα μετά από εισήγηση του Μαρτίν Παλέρμο που είχε μάθει γι’ αυτόν.

Η πορεία του Πράτο φαινόταν να είναι ανοδική, καθώς στα 15 του σκόραρε ακατάπαυστα στις μικρές ομάδες της Μπόκα και κατέκτησε το πρωτάθλημα. Όταν όμως έφτασε η ώρα να μπει στην πρώτη ομάδα δεν τα κατάφερε. Δεν έπεισε κανέναν, στις ελάχιστες φορές που πήρε ευκαιρία δεν έλαμψε και σε ένα εργασιακό περιβάλλον τόσο ανταγωνιστικό όπως αυτό του Μπομπονέρα δεν έχεις πολλές στιγμές διαθέσιμες. Γκαΐτάν, Μόουτσε, Βιάτρι, Παλέρμο, δύσκολα να σταθεί. Στάλθηκε πακέτο στην Τίγκρε που κι εκεί όμως δεν ικανοποίησε και κυρίως δεν σκόραρε. Ο επόμενος δανεισμός του ήταν στην Λιν της Νορβηγίας, χωρίς να λάμψει ούτε εκεί. Το αγροτικό του τελείωσε, γύρισε στο Μπομπονέρα που και πάλι δεν είχε ευκαιρίες και άρχισαν ξανά οι δανεισμοί. Τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης στη Β’ εθνική με την Ουνιόν Σάντα Φε και στη συνέχεια δανεισμός στην Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα της Χιλής. Παρά την γκρίνια για το βάρος του, ο Πράτο άρχισε να σκοράρει βοηθώντας την ομάδα του Πίτσι τόσο στο πρωτάθλημα, όσο και στο Λιμπερταδόρες, σκοράροντας δις στο Πόρτο Αλέγκρε επί της Γκρέμιο και δίνοντας την πρόκριση για τους 8. Βγήκε καλύτερος ξένος ποδοσφαιριστής στο πρωτάθλημα της Χιλής το 2011.

Η Τζένοα έδωσε πάνω από 2 εκατομμύρια για να τον πάρει, η Μπόκα δεν αρνήθηκε, αλλά το 2ο πέρασμα του Πράτο στην Ευρώπη ήταν εξίσου μέτριο. Ο πρόεδρος της Τζένοα και ο κόουτς Μαλεζάνι τον είδαν σαν το νέο Μιλίτο, τον έβαλαν παρτενέρ του Παλάσιο, αλλά το πείραμα απέτυχε. Η Βέλεζ τον πήρε πίσω στην Αργεντινή δανεικό αρχικά και μετά τον αγόρασε και ο Πράτο κατέκτησε μαζί της ένα πρωτάθλημα και δυο ακόμα κύπελλα. Σκόραρε πολλά και κρίσιμα γκολ, βγήκε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα το 2013, ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της Βέλεζ το 2013 και 2014 και αγαπήθηκε από τον κόσμο της ομάδας. Το καλό συμβόλαιο ήρθε από τη Βραζιλία και ο Πράτο βγάζει τις καϊπιρίνιες του πλέον στην Ατλέτικο Μινέιρο. Κατέκτησε το τοπικό πρωτάθλημα σκοράροντας έξι φορές σε δέκα παιχνίδια, ενώ στο πρωτάθλημα Βραζιλίας έβαλε 13 γκολ και η ομάδα του κατέκτησε τη 2η θέση. Ο κόσμος τον αγαπάει και εκεί, τον αγαπάει γιατί δίνει τα πάντα στο χορτάρι. Βάζει το καλό της ομάδας πάνω από τον εαυτό του, μάχεται να καλύψει τις αδυναμίες του.

image1

Ο τωρινός προπονητής της Αργεντινής Εντγκάρντο Μπάουσα τον ήθελε στην Σάο Πάολο, αλλά δεν κατάφερε να τον αγοράσει. Τον πήρε όμως στην εθνική Αργεντινής εν μέσω επικρίσεων. Τόσο ταλέντο, τόσοι παικταράδες και παίρνει τον 28χρονο Πράτο; Ο Λούκας έκανε ντεμπούτο απέναντι στην Ουρουγουάη. Η πρώτη φορά από το 2013 που η Αργεντινή δεν ξεκίνησε με κάποιον εκ των Ιγκουαΐν, Τέβες, Αγκουέρο στην επίθεση. Έδωσε τις μάχες του απέναντι στον Γοδίν και τον Χιμένες της Ατλέτικο. Δεν σκόραρε, έκανε όλη τη βρώμικη δουλειά όμως. Στο ματς με τη Βραζιλία, ο Μπάουσα δεν τον εμπιστεύτηκε μέσα στο «σπίτι του», το Μπέλο Οριζόντε. Ο Πράτο έζησε απ’ έξω την ντροπή του 3-0. Σήμερα απέναντι στην Κολομβία, όπως όλα δείχνουν θα ξεκινήσει, σε ένα ματς που υπάρχει μόνο η νίκη. Το παιδάκι που δεν είχε να φάει και του έλεγαν να κάτσει τέρμα, κατάφερε στα 28 του να παίζει σέντερ φορ στην αλμπισελέστε. Κι αν για την Αργεντινή είναι δείγμα της κακής κατάστασης των αστεριών της, για τον Πράτο είναι το θαύμα της επιμονής και η δικαίωση μιας ολόκληρης ζωής. Ακόμα κι αν δεν καταφέρει να σώσει αυτός την παραπαίουσα εθνική του.

Ο λατρεμένος προπονητής του τοπικού πρωταθλήματος

  [9 Σχόλια]

Το τοπικό (ερασιτεχνικό) ποδόσφαιρο στην Ελλάδα είναι κάτι το οποίο όσο και να προσπαθήσει κάποιος να αναλύσει και να το καταλάβει πλήρως δεν θα τα καταφέρει. Είναι εντελώς διαφορετικό άθλημα από το σύγχρονο ποδόσφαιρο που παίζεται στο εξωτερικό και φυσικά αλλάζει από περιοχή σε περιοχή. Άλλο ποδόσφαιρο θα συναντήσεις στην Αθήνα, άλλο στη Θεσσαλονίκη και τις γύρω περιοχές και εντελώς διαφορετικό στην Αιτωλοακαρνανία, για παράδειγμα, ή σε κάποιο νησί. Αυτό που παραμένει -σχεδόν- ίδιο παντού είναι ο λατρεμένος προπονητής του τοπικού και η συμπεριφορά του. Παρακάτω θα δούμε τους 5 κανόνες του κόουτς του τοπικού πρωταθλήματος.

"FA Respect - Ray Winstone 23/02/2009 - Ongar Sports & Social Club - Love Lane - Chipping Ongar - Essex - 23/2/09, Ray Winstone (Photo by Football AssociationThe FA via Getty Images)"

Κανόνας πρώτος: Το αδικοχαμένο ταλέντο. Ο κόουτς όταν ήταν μικρός υπήρξε τεράστιο ταλέντο. Δομάζος, Χατζηπαναγής και Σιδέρης σε ένα. Μια μέρα, ενώ μάγευε με τη φανέλα του χωριού του, βρέθηκαν στο γήπεδο δύο σκάουτερ. Ο ένας δούλευε για μεγάλη ελληνική ομάδα (ΠΑΟ, ΟΣΦΠ ή ΑΕΚ) και ο άλλος για κάποια του εξωτερικού, όχι όμως πρωτοκλασάτη για να είναι η ιστορία περισσότερη πειστική (Μπολόνια, Τορίνο ή Αταλάντα). Οι δύο σκάουτερ είχαν πάει στην περιοχή για ράφτινγκ και έμαθαν πως έχει ποδοσφαιρικό αγώνα. Κάπως έτσι βρέθηκαν όρθιοι πίσω από τη μάντρα να χαζεύουν τον νεαρό με το «10» στην πλάτη. Με το τέλος της αναμέτρησης τον πλησίασαν και του έδωσαν την κάρτα τους τάζοντάς του χρήματα, δόξα, τίτλους και 2-3 χρυσές μπάλες. Ο νεαρός τελικά δεν πήρε ποτέ τη μεγάλη απόφαση να πάει και να δοκιμαστεί, επιλέγοντας να μείνει στην ομάδα του χωριού και να συνεχίσει στα χωράφια του πατέρα του. Άσε που είχε δώσει και το λόγο του να παντρευτεί την κόρη του κυρ-Μάκη του κουρέα. Αργότερα και ενώ είχε ανεβάσει μόνος του την ομάδα δύο κατηγορίες, σκοράροντας 67 γκολ σε δύο σεζόν, τραυματίστηκε σοβαρά ενώ έβαζε κάτι σωλήνες στο χωράφι και σταμάτησε οριστικά το ποδόσφαιρο. Ήταν μόλις 23 ετών. Η προπονητική ήταν η φυσική συνέχεια των πραγμάτων.

Κανόνας δεύτερος: O ταλαντούχος γιος. Ο κόουτς έχει ένα γιο που είναι σπάνιο ποδοσφαιρικό ταλέντο. Πρωτοκλώτσησε μπάλα στα 5 και στα 10 είχε βγάλει ήδη το πρώτο του δελτίο στην ομάδα που προπονούσε τότε ο μπαμπάς του. Μεγαλώνοντας και άσχετα αν ήταν μόνιμα τσακωμένος με το κοντρόλ έβρισκε πάντα θέση στην αρχική 11αδα και μάλιστα στο χώρο του κέντρου. Εννοείται πως έχει φορέσει μόνο τις φανέλες με το «6», το «8» και το «10» αν και πάντα στην ερώτηση «τι θέση παίζεις εσύ βρε σκύβαλο», αυτός απαντούσε «δεκάρι», χαρίζοντας απλόχερα το γέλιο. Ο μπαμπάς-κόουτς έχει να λέει για το γκολ που είχε σκοράρει ο γιος από τα 40 μέτρα σε τοπικό ντέρμπι και για το πόσο αδίκησε ο γιος του τον εαυτό του -και το ταλέντο του- λόγω τεμπελιάς και εκείνης της άτιμης της Σούλας που τον έβαλε στο βρακί της.

Κανόνας τρίτος: Αθλητική φόρμα και μόνο. Ο κόουτς έχει κρατήσει τη φόρμα από όποια ομάδα και αν πέρασε (είναι και πολλές για την ακρίβεια) και κυκλοφορεί πάντα με αυτές. Στη δουλειά. Στο καφενείο. Στο βίντεοκλαμπ (ο κόουτς δεν κατεβάζει παράνομα ταινίες από το ίντερνετ). Στο ΙΚΑ. Στο σούπερ-μάρκετ. Είναι περήφανος για τη δουλειά του σε όλες αυτές τις ομάδες. Για την Άνω Ραχούλα που κέρδισε το Γ’ τοπικό το ’93 και για την Κάτω Ραχούλα που την έριξε κατηγορία το ’97 μετρώντας μόλις δύο νίκες σε 24 αναμετρήσεις. «Ήμασταν άτυχοι και ο Ζουμπούλιας το δεκάρι είχε μπει φαντάρος» αυτό είναι το μόνιμο παράπονο του κόουτς για τη χειρότερη στιγμή της μεγάλης καριέρας του, αλλά «τι να κάνεις» συμπληρώνει ο ίδιος. Εννοείται πως την αθλητική (γυαλιστερή) φόρμα τη συνδυάζει πάντα με καπέλο μεγάλης ομάδας του εξωτερικού. Ρεάλ Μαδρίτης, Μπαρτσελόνα και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ συνήθως.

Κανόνας τέταρτος: To όνειρο και ο πάγκος της μεγαλύτερης ομάδας. Ο κόουτς θεωρεί πως είναι αδικημένος και θα έπρεπε να έχει πάρει μια ευκαιρία και σε μεγαλύτερη ομάδα. Εκτός τοπικών. Θα σου αναλύσει τις τακτικές του Γκουαρδιόλα καλύτερα και από τον Αλέφαντο και θα σου ορκιστεί πως αν είχε και αυτός τον Τσάβι, τον Ινιέστα και τον Μέσι θα κέρδιζε με τον Τρίκαρδο Κατοχής -τουλάχιστον- την σούπερ λίγκα στην Ελλάδα. «Έχω καταλάβει πως παίζουν» θα σου πει και θα συμπληρώσει «Όταν ο Μπουσκέτς πλακάρει για τον Άλμπα (εδώ θα σκεφτεί λίγο και την Τζέσικα Άλμπα) δημιουργείται ένα ρήγμα» την ίδια στιγμή θα πάρει δύο κεφτέδες από το πιάτο (εννοείται η συζήτηση γίνεται σε ταβέρνα) και θα σου δείξει «το σύστημα».

Κανόνας πέμπτος (και τελευταίος): O γκουρού του στοιχήματος. Ο κόουτς έχει πάντα μαζί του ένα κουπόνι και καμιά δεκαριά δελτία στοιχήματος. Εννοείται πως παίζει και στο ίντερνετ και γι’ αυτό το λόγο έχει πάρει smartphone χωρίς να ξέρει να το χρησιμοποιεί. Στο πρακτορείο θα φτιάξει πάντα πηγαδάκι, με αυτόν στο επίκεντρο, και θα δέχεται ερωτήσεις του τύπου «Κόουτς να παίξω την Σοσιεδάδ διπλό». Θα ρωτήσει με ύφος Τζούντ Λο στο Young Pope (δείτε τη σειρά) «Με ποιον παίζει» για να ακούσει την απάντηση «Με τη Ράγιο στο Ράγιο». Θα το σκεφτεί περίπου μισό λεπτό και θα δώσει τα φώτα του. «Καλό διπλό και επίσης παίξ’το δύο έως τρία για μεγαλύτερο κέρδος». Ο φίλος εννοείται θα παίξει ακριβώς έτσι το στοίχημα και θα περιμένει μάταια να πληρωθεί. Ο μύθος λέει επίσης πως ο κόουτς την τελευταία φορά που είχε πιάσει στοίχημα είχαμε δραχμές.

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα.

Όταν το Μπερναμπέου αποθέωσε τον ντελ Πιέρο

  [3 Σχόλια]

Ήταν 5 Νοεμβρίου του 2008 όταν το Μπερναμπέου υποδεχόταν τη Γιουβέντους στη φάση των ομίλων του Τσάμπιονς Λιγκ. Λίγες μέρες πιο πριν, οι ομάδες είχαν βρεθεί στο Τορίνο για την 3η αγωνιστική και με γκολ (πανέμορφο) του ντελ Πιέρο και του Αμάουρι οι Ιταλοί κέρδισαν 2-1. Η Ρεάλ ήθελε και να πάρει εκδίκηση, αλλά και να πάρει την πρώτη θέση. Τέσσερις μέρες πριν τα γενέθλιά του όμως, ο τεράστιος Αλεσάντρο ντελ Πιέρο έδωσε το δικό του μοναδικό σόου μπροστά σε 71.560 θεατές.

Το καταπληκτικό γκολ στο Τορίνο

Μια Γιουβέντους που ήταν ακόμα στην προσπάθεια αναδόμησής της, με ένα ρόστερ όχι τόσο καλό. Στην 11αδα της εκείνο το βράδυ, ο Κλαούντιο Ρανιέρι είχε τους Μάνινγκερ (λόγω απουσίας του Μπουφόν φυσικά), Μέλμπεργκ, Σισοκό, Μολινάρο, Μαρκιόνι και Λεγκροτάλιε. Όχι το καλύτερο σύνολο του κόσμου. Η Ρεάλ πίεζε, αλλά η Γιούβε ήταν αυτή που έβαλε το 1ο γκολ στην πρώτη ουσιαστική επίθεσή της. Ο Μαρκιόνι έκλεψε την μπάλα από τον Γκούτι, έδωσε στον ντελ Πιέρο, αυτός βρήκε χώρο και απέναντι στον Καναβάρο, που αποδοκιμαζόταν από τους τιφόζι για το γεγονός ότι παράτησε τη Γιούβε δυο χρόνια πριν και δεν συνέχισε στη Β’ εθνική, προχώρησε και σούταρε με το αριστερό του ένα χαμηλό σουτ που κατέληξε στην εστία του Κασίγιας. Ο πανηγυρισμός, η γλώσσα έξω, αλλά ήταν μόνο η αρχή.

Η Ρεάλ προσπάθησε να αντιδράσει, έκανε κάποιες φάσεις, αλλά η αλήθεια είναι ότι η ομάδα του Σούστερ μπλόκαρε απέναντι στην ιταλική άμυνα. Η βραδιά είχε όμως κι άλλες συγκινήσεις. Στο 67′ η Γιούβε κέρδισε φάουλ, ο ντελ Πιέρο έστησε την μπάλα, είδε το τείχος, είδε τον Κασίγιας και σαν να έβαζε ένα ποτήρι νερό, σούταρε πάνω από το τείχος, έστειλε την μπάλα στην κλειστή γωνία του Κασίγιας και έγραψε το 0-2 και τη δική του «ντοπιέτα», φτάνοντας τα τρία γκολ επί της Ρεάλ σε λιγότερο από έναν μήνα.

Το σκορ δεν άλλαξε μέχρι το τέλος και στο 93′ ο Ρανιέρι πέρασε τον ντε Τσέλιε στη θέση του ντελ Πιέρο. Και τότε το γκρινιάρικο, συχνά αλαζονικό κοινό του Μπερναμπέου αναγκάστηκε να παραδεχτεί την ανωτερότητα και να τιμήσει έναν μεγάλο καλλιτέχνη του ποδοσφαίρου. Το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και αποθέωσε τον αντίπαλο. Κι ο ντελ Πιέρο, πάντα προσγειωμένος, χειροκρότησε κι αυτός και υποκλίθηκε. «Ήταν αυθόρμητο, ένιωσα σαν τον διευθυντή μιας ορχήστρας που ευχαριστούσε το κοινό του. Ήταν ένα δείγμα σεβασμού για αυτούς που μου απέδωσαν φόρο τιμής. Ένιωσα περηφάνια γι’ αυτό. Αντιμετώπισα αρκετές φορές τη Ρεάλ και έχει δημιουργηθεί μια συμπάθεια μεταξύ μας». Ήταν η πρώτη νίκη της Γιουβέντους στο Μπερναμπέου μετά τα προημιτελικά του 1961-62 όταν το γκολ του Ομάρ Σίβορι έδωσε τη νίκη στη Γιουβέντους, μια από αυτές τις βραδιές που γράφουν θρύλους.

Όταν ο Καρλέτο τα έβαλε με ένα πέταλο

  [8 Σχόλια]

mazzone

Πόσο εύκολο είναι να ξεχωρίσεις ένα ματς ανάμεσα σε πάνω από χίλια; Ο Κάρλο Ματσόνε (για τους φίλους Καρλέτο) είναι ένας κλασσικός Ρωμαίος που μιλάει με βαριά τοπική προφορά (σαν του Τότι). Κεντρικός αμυντικός ως ποδοσφαιριστής, έκλεισε την καριέρα του στην Άσκολι, παίζοντας στην τελευταία του σεζόν σαν παίκτης-προπονητής, μόλις στα 31 του, όταν ο τότε πρόεδρος της ομάδας διέκρινε ότι ο Ματσόνε ήξερε από μπάλα και τον έπεισε να αναλάβει. Πράγματι, το μέλλον τον δικαίωσε. Ο Ματσόνε έμεινε αρκετές σεζόν στην Άσκολι και έχει το ρεκόρ αγώνων στην Ιταλία, πάνω από 1000 παιχνίδια έχει μανατζάρει σε μια καριέρα που ξεκίνησε το 1968 και κράτησε σχεδόν 40 χρόνια, με τα περισσότερα από αυτά στην Α’ εθνική.. Από τα χέρια του έχουν περάσει πολύ μεγάλοι παίκτες, τον Τότι τον θεωρούσε γιο του, ο Πίρλο άλλαξε θέση με τον Ματσόνε, ο Μπάτζιο πέρασε δεύτερη νεότητα, ενώ Κόντε και Γκουαρδιόλα πήραν αρκετά στοιχεία ως προπονητές. Δούλεψε σε πολλούς συλλόγους, αλλά η καρδιά του ήταν πάντα στη Ρόμα.

a13ffe45dff8071416f35d08bac181e4

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 2001 γράφτηκε μια από τις στιγμές που σημάδεψαν την καριέρα του Ματσόνε. Η Μπρέσιά του υποδεχόταν την Αταλάντα στο εκτός-Μιλάνου μεγάλο ντέρμπι της Λομβαρδίας. Δυο πόλεις με κόντρα αιώνων, δυο ομάδες που δεν θέλουν να χάνουν ποτέ αυτά τα ματς. Πριν τον αγώνα παρουσιάστηκε ο Πεπ Γκουαρδιόλα (φορώντας από τότε τα ίδια χίπστερ ρούχα ρε φίλε), το 30χρονο νέο απόκτημα της ομάδας της Μπρέσια και ο κόσμος ήταν πολύ ζεστός. Οι τιφόζι της Αταλάντα που έκαναν τα περίπου 50 χιλιόμετρα από το Μπέργκαμο μέχρι το Στάδιο Μάριο Ριγκαμόντι είδαν την Μπρέσια να προηγείται με 1-0 χάρη σε γκολ του Ρομπέρτο Μπάτζιο στο 24′. Πριν όμως καλά καλά κοπάσουν οι πανηγυρισμοί των γηπεδούχων, η Αταλάντα κατάφερε να κάνει το 1-2 μέχρι το 29′ και μέχρι το τέλος του ημιχρόνου το σκορ είχε γίνει 1-3. Στο πέταλο των φιλοξενούμενων πετούσαν από χαρά και μια που δεν είναι τα καλύτερα παιδιά άρχισαν να ειρωνεύονται και να βρίζουν τον Κάρλο Ματσόνε. Τόσο για την καταγωγή του από τη Ρώμη (η κλασική κόντρα βορρά-νότου), όσο και να τα βάζουν με την οικογένειά του.

Ο Ματσόνε αρχίζει και φορτώνει, καθώς λίγους μήνες πιο πριν άκουγε τα ίδια συνθήματα στην ήττα με 0-3 ανήμερα των 64ων γενεθλίων του, πάλι από τους ίδιους αντιπάλους. Μπαίνει στα αποδυτήρια και ζητάει από τους παίκτες του μια ανατροπή που θα τη θυμούνται για πολλά χρόνια, ενώ κάνει και δύο αλλαγές. Η Αταλάντα συνεχίζει να κυριαρχεί, χάνει δυο μεγάλες ευκαιρίες με τον Κομαντίνι για το 1-4, τα συνθήματα συνεχίζονται από τους ταξιδιώτες του Μπέργκαμο. Ο Μπάτζιο όμως δίνει ξανά το παρόν, παίζει με πλάτη λες και είναι ο Κλόζε και κάνει το 2-3. Ο Καρλέτο εκρήγνυται, σηκώνεται από τον πάγκο και απευθύνεται στους τιφόζι της Αταλάντα: «Αν ισοφαρίσουμε θα έρθω εκεί». Κανείς δεν τον πιστεύει.

bergamo

Το ματς συνεχίζεται και καθώς περνάει η ώρα, φαίνεται ότι η υπόσχεση δεν θα τηρηθεί. Οι Μπεργκαμέζοι αρχίζουν πάλι τα συνθήματα καθώς πλησιάζουμε στις καθυστερήσεις. Ο μικρός Βούδας είναι εκεί όμως για να σώσει την κατάσταση. Η Μπρέσια κερδίζει φάουλ που καταλογίζει ο Κολίνα, ο Ρόμπι το εκτελεί και η μπάλα καταλήγει κάπως στα δίχτυα για το τρίτο γκολ του Μπάτζιο. Ο Ματσόνε στα 64 του, με το άσπρο μαλλί και την κοιλίτσα αρχίζει ένα τρέξιμο (τζόκινγκ θα το χαρακτήριζα) προς το πέταλο, κάποιος προσπαθεί να τον συγκρατήσει, αλλά αυτός είναι σε φάση «αφήστε με, θα κάμω ζημιά». Διασχίζει όλο το γήπεδο βρίζοντας στην αργκό της Ρώμης και φτάνει στους Μπεργκαμέζους για να τους τα πει ένα χεράκι, ενώ αυτοί του πετάνε αντικείμενα. Η εκδίκηση έχει έρθει. Ο Ματσόνε με τη βαριά φωνή δηλώνει μετά το τέλος του αγώνα ότι τόσα χρόνια έχει ανεχτεί πολλά, αλλά δεν δέχεται να βρίζουν τους νεκρούς γονείς του και την πατρίδα του τη Ρώμη. «Οι Μπεργκαμέζοι πρέπει πλένουν το στόμα τους πριν μιλήσουν για τη Ρώμη» λέει και περιμένει το φύλλο αγώνα. Τιμωρείται τελικά από την λίγκα με αρκετές αγωνιστικές, αλλά δεν το μετανιώνει.