Όταν ο Όλι γνώρισε τον Σάμι

  [6 Σχόλια]

Ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα δίδυμα στην ιστορία του ποδοσφαίρου ήταν αυτό μεταξύ των Όλιβερ Καν και Σάμουελ Κουφούρ. Δύο φαινομενικά ασύμβατοι τύποι που πέρασαν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής τους υπερασπιζόμενοι το μηδέν στην εστία της Μπάγερν Μονάχου, έγιναν το σήμα κατατεθέν των Βαυαρών στα μετόπισθεν. Ο θηριώδης, μόνιμα νευριασμένος Γερμανός βγαλμένος από τα χειρότερα αντιμνημονιακά στερεότυπα και τους παιδικούς εφιάλτες και ο συναισθηματικός Γκανέζος  με τις έντονες αντιδράσεις, τη συγκίνηση, τον ενθουσιασμό και τις τραβηγμένες διαμαρτυρίες.

Διάφορες τρέλες του Καν και κυρίως το γκολ με το χέρι και η αποβολή

Οι καριέρες και των δύο είναι γεμάτες περίεργα στιγμιότυπα. Ο Καν με τις συμπεριφορές του στα ματς με την Ντόρτμουντ, έτοιμος να κατασπαράξει τους αντιπάλους, αλλά και το fair play με τον Κανιθάρες στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Βαλένθια. Και φυσικά το γκολ με τις γροθιές (!) σε ένα ματς με τη Χάνσα Ρόστοκ. Ο Μάρκους Μερκ του βγάζει την κάρτα, ο Καν αποβάλλεται και όλοι αναρωτιούνται «τι διάολο σκεφτόταν ο Όλι;». Προσέχουμε ότι ο πρώτος που πάει να διαμαρτυρηθεί είναι φυσικά ο Κουφούρ και αυτός που φοράει τη φανέλα του τερματοφύλακα για τα τελευταία δευτερόλεπτα είναι ο Τάρνατ.

Το προσέχουμε γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν καινούριο. Δυο χρόνια πριν, η Μπάγερν αντιμετώπιζε την Άιντραχτ, όταν ο Σάμι Κουφούρ συγκρούστηκε με τον Καν. Ο Καν έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε στο χορτάρι κι η Μπάγερν έκανε αναγκαστική αλλαγή με τον αιώνιο αναπληρωματικό Μπερντ Ντρέχερ να μπαίνει μέσα. Ο Ντρέχερ σε 10 χρόνια στην Μπάγερν είχε 13 συμμετοχές συνολικά, κατατάσσοντάς τον στην κατηγορία των αργόμισθων. Όπως ήταν λογικό, είχε σκεβρώσει στον πάγκο και σε μια έξοδό του, έσπασαν τα άλατα, γύρισε το γόνατό του και τραυματίστηκε σοβαρά. Η Μπάγερν αναγκάστηκε να παίξει 30 λεπτά με τον Τάρνατ στο τέρμα (φορώντας φανέλα που ήταν 3-4 νούμερα μεγαλύτερη), με τον χαφ της να κάνει μια απίστευτη απόκρουση αυτοθυσίας (το πλάνο πίσω από την εστία δείχνει το μεγαλείο της). Παρά το αριθμητικό μειονέκτημα και τον Τάρνατ στα γκολπόστ, η Μπάγερν γύρισε το ματς. Ισοφάρισε με τον Έλμπερ και ήταν τελικά ο Κουφούρ με κεφαλιά στο 83′ που έδωσε τη νίκη με 1-2. Ο Γκανέζος με το γκολ αυτό λυτρώθηκε για το χτύπημά του στον Όλι. Η ομάδα του Μονάχου κατέκτησε τελικά το πρωτάθλημα, σε ισοβαθμία με την καημένη Μπάγερ Λεβερκούζεν, και σίγουρα η απόκρουση του Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ έπαιξαν μεγάλο ρόλο.

Η γονατιά του Σάμι, ο Ντρέχερ, η απίστευτη απόκρουση Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ

Καν και Κουφούρ όμως ήταν πρωταγωνιστές σε ακόμα ένα περίεργο γεγονός. Βγαλμένοι από αμερικάνικη κωμωδία με χαρακτήρες αντιθέσεων (κάτι σαν το Φονικό Όπλο) ή όπως διάβασα κάπου, σαν ένα λιοντάρι που βρίσκει ένα απροστάτευτο παπάκι και το υιοθετεί (και όλοι ξέρουμε ποιος είναι ο Καν στη συγκεκριμένη παρομοίωση), η σχέση τους πήγε σε άλλο επίπεδο σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για το Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Καν και πάλι χτύπησε από μία σύγκρουση με τον Άντι Κόουλ (δυστυχώς παρά τις προσπάθειες δεν βρέθηκε βίντεο), σωριάστηκε κάτω και δεν φαινόταν να αντιδρά. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά για τον Σάμουελ Κουφούρ που δεν μπορούσε να περιμένει τους γιατρούς και πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Έπεσε κατάχαμα και έκανε το φιλί της ζωής στον Όλι. Ακόμα θυμάμαι να βλέπω το παιχνίδι στην τηλεόραση και να προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι είχα μόλις παρακολουθήσει. Τελικά, ο Καν επέζησε και οι δυο τους συνέχισαν το παιχνίδι και την παράλληλη πορεία τους.

Ο Κουφούρ ήταν λεβεντιά

Ο Όλι κι ο Σάμι ήταν δύο άνθρωποι που δεν κρατούσαν μέσα τους αυτά που ένιωθαν. Απλά ο ένας το έβγαζε συνήθως με οργή και θυμό και ο δεύτερος με άλλους τρόπους. Η προσωπικότητα του Κουφούρ ήταν αποτέλεσμα των παιδικών του χρόνων. Όπως έχει πει σε συνέντευξή του, ζούσε δύσκολα στο σπίτι με την μητέρα του και τις τρεις αδερφές του. Ήταν ένα κλασσικό κακό παιδί που για να μπορέσει να βγάλει χρήματα έγινε λούστρος και αργότερα έμπορος μαριχουάνας. Το πάθος του όμως ήταν το ποδόσφαιρο. Όταν πλέον ξεχώρισε και κλήθηκε στην εθνική Κ17 είχε να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα. Δεν είχε παπούτσια. Η μητέρα του αναγκάστηκε να πουλήσει την τηλεόραση του σπιτιού και να πει στις αδερφές του ψέματα για να μπορέσει ο μικρός Σάμι να ακολουθήσει το όνειρό του. Εκ του αποτελέσματος έπραξε σωστά.

Ο Κουφούρ έγινε «κουλτ» είδωλο στο Μόναχο με κάτι τέτοια

Ο Κουφούρ έκλεισε την καριέρα του με έξι πρωταθλήματα, μερικά κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ, ένα Διηπειρωτικό (στο οποίο ο Κουφούρ σε ένα πολύ ζόρικο ματς απέναντι στην Μπόκα σκόραρε και έδωσε τη νίκη για να μάθει ότι την επόμενη μέρα ξεπούλησαν όλες οι φανέλες της Μπάγερν στο Μπουένος Άιρες από οπαδούς της Ρίβερ που ακόμα τον μνημονεύουν) και πολλές προσωπικές διακρίσεις. Μέχρι την τελευταία του ποδοσφαιρική στιγμή έπαιζε με το ίδιο πάθος, αντιμετώπιζε το κάθε ματς σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Έβγαζε τη χαρά του (όπως στο τραγούδι για τον τίτλο παραπάνω), την αγωνία του (όπως στο φιλί στον Καν) και την λύπη του στον υπερθετικό βαθμό με χαρακτηριστικό παράδειγμα το παρακάτω βίντεο. Τραυματίας στο 89′ βγαίνει έξω, ο διαιτητής δεν του δίνει την άδεια να μπει, αλλά αυτός το κάνει. Παίρνει τη 2η κίτρινη, αποβάλλεται και εκεί αρχίζει ένα ψυχόδραμα «why, why».

Ο Σάμι κάνει μια σκηνή από το Αποκάλυψη Τώρα

Η εικόνα του στον χαμένο τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Γιουνάιτεντ, να χτυπάει απαρηγόρητος το χορτάρι με δύναμη έχει περάσει στο πάνθεον των στιγμών των τελικών του θεσμού. Ο Κουφούρ έμαθε από μικρός να ζει με τις δυσκολίες και συνέχισε να τις αντιμετωπίζει. Όπως όταν το 2003 έχασε την 8χρονη κόρη του που πνίγηκε σε πισίνα. Το ξεπέρασε όπως δήλωσε με την πίστη του στον Θεό και συνέχισε χωρίς να το βάζει κάτω. Μη νομίζετε βέβαια ότι αφού κρέμασε τα παπούτσια του ηρέμησε. Πριν από 2 χρόνια, στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής ως σχολιαστής πλέον, εξέφρασε τη σιγουριά του για τη νίκη της Γκάνας. «Πείτε στους παραγωγούς να φέρουν κουρέα. Αν δεν κερδίσουμε θα ξυρίσω το κεφάλι μου» είχε δηλώσει. Η συνέχεια;

Ούτε φυσικά ξεχνάει την αγαπημένη του Μπάγερν. Εδώ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2013 που ως σχολιαστής πετάει από πάνω του κάθε ίχνος αντικειμενικότητας και γίνεται οπαδός:

Η Μπάγερν έχει και τώρα έναν σούπερ τερματοφύλακα, έχει και τώρα καλούς αμυντικούς. Αυτό το πηγαίο συναίσθημα όμως που είχε εκείνα τα χρόνια με το δίδυμο του Καν και του Κουφούρ δεν το ξαναπέτυχε. Πριν λίγες μέρες η μητέρα του Σάμι Κουφούρ έφυγε από τη ζωή. Χάρη σε αυτή τη γυναίκα και τη θυσία της να πουλήσει την τηλεόραση (που σε μια φτωχή οικογένεια στο Κουμάσι της Γκάνας είναι κάτι σαν θησαυρός) είχαμε εμείς την τύχη να μάθουμε αυτόν τον εξαιρετικό αμυντικό, ο Καν να βρει το έτερόν του ήμισυ και να ζήσουμε μια σειρά στιγμών με όλη την γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας

  [3 Σχόλια]

Οι δυο αρχηγοί: Μπομπ Μάρλεϊ-Ανρί Μισέλ

Ιούλιος 1980: ας θυμηθούμε έναν κόσμο μακρινό και εξωτικό. Η Δυτική Γερμανία υπάρχει ακόμη κι έχει μόλις αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης κερδίζοντας ένα μινιμαλιστικό, με τα σημερινά μέτρα, τουρνουά οχτώ ομάδων, ανάμεσα στις οποίες είναι η Εθνική Ελλάδας. Ο πλανήτης περιμένει με ανυπομονησία τους Ολυμπιακούς της Μόσχας –ή, τέλος πάντων, το μποϊκοτάζ τους. Η Ναντ, που το προηγούμενο καλοκαίρι απέρριψε τον ελεύθερο και στα ντουζένια του Μισέλ Πλατινί, κέρδισε άνετα το πρωτάθλημα Γαλλίας ενώ η Μαρσέιγ υποβιβάστηκε. Βγαίνουν ακόμη άλμπουμ όπως το θρυλικό «Uprising» του Μπομπ Μάρλεϊ και των Γουέιλερς, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι θα είναι το τελευταίο που θα ηχογραφήσουν.

Κάποιο μεσημέρι αυτού του μακρινού Ιουλίου, ένα πούλμαν φτάνει στο προπονητικό κέντρο Ζονελιέρ στη Νάντη. Απ΄αυτό κατεβαίνουν μερικοί ασυνήθιστοι αθλητές: παράταιρες φόρμες, ντρέντλοκς, πολύχρωμοι σκούφοι και, όπως θα παρατηρήσει ένας παίκτης της Ναντ, κοκκινισμένα μάτια. «Τους είδαμε να έρχονται και αναρωτιόμαστε: Τι΄ναι τούτοι; Πού πάνε;». Όπως θα αποδειχθεί αργότερα, οι πολύ χαλαροί αυτοί τύποι ξέρουν μπάλα.

Είναι η ανεπίσημη ομάδα επιλέκτων των Γουέιλερς, η οποία, μετά από ενέργειες του πιο μικροκαμωμένου και του πιο παθιασμένου ανάμεσά τους, του Μπομπ Μάρλεϊ, θα παίξει ένα φιλικό 5Χ5 με την πρωταθλήτρια Γαλλίας, λίγες ώρες πριν τη συναυλία στο Μποζουάρ. Ανάμεσά τους ο μάγειρας που συνοδεύει το γκρουπ –οι ρασταφάρι ακολουθούν αυστηρές διατροφικές αρχές– και τα αδέρφια Κάρλτον (ντράμερ) και Άστον Μπάρετ (μπασίστας), το αμυντικό δίδυμο της ομάδας. Στην επίθεση εικάζουμε ότι παίζει ο Άλαν «Σκιλ» Κόουλ, ο καλύτερος ίσως παίκτης που έβγαλε η Τζαμάικα, το νησί της Καραϊβικής που λάτρεψε την μπάλα και τη μουσική ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Κόουλ είναι ο καλύτερος φίλος του Μάρλεϊ και μάνατζερ στις περισσότερες περιοδείες που θα κάνουν οι Γουέιλερς από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Οργάνωσε, μάλιστα, την περίφημη συναυλία για την ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε τον Απρίλιο του 1980. Πριν από αυτό, όμως, υπήρξε λαμπρός επιθετικός μέσος, έπαιξε στην Εθνική σε ηλικία μόλις 15 ετών, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο στη βραζιλιάνικη Νάουτικο, με την οποία αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων, τον Πελέ, έζησε από κοντά τον εμφύλιο στην Αιθιοπία και υπέγραψε ως συνδημιουργός μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Μάρλεϊ, το «War» –οι κακές γλώσσες λένε ότι αυτό πιθανότατα έγινε λόγω μιας διαμάχης του τραγουδιστή με τη δισκογραφική του.

«Ο Άλαν αγαπούσε τη μουσική κι εγώ την μπάλα. Ήταν θέλημα Θεού να συναντηθούμε», διηγόταν ο Μάρλεϊ, που δεν άφησε, βέβαια, ανεκμετάλλευτα τα ταλέντα του φίλου του. Ανάμεσα στα καθήκοντά του Κόουλ ήταν να προπονεί τα μέλη της μπάντας. Διότι τα φιλικά ματς αποτελούσαν μέρος της ρουτίνας της περιοδείας. «Αν θέλεις να γνωρίσεις ποιος πραγματικά είμαι, πρέπει να παίξεις μπάλα με μένα και τους Γουέιλερς», κι αυτό ακριβώς γινόταν.

Ο κιθαρίστας Τζούνιορ Μάρβιν, ο Τζέικομπ Μίλερ των Ίνερ Σερκλ, ο Πάουλο Σέζαρ με μπικίνι κι ο Μπομπ που αποφεύγει να τον κοιτάξει

Αντί να δίνει συνεντεύξεις και συχνά παραμελώντας τα τεστ ήχου ο Μάρλεϊ οργάνωνε διπλά με κάθε διαθέσιμη ομάδα. Κόντρα σε δημοσιογράφους στο Μπάτερσι Παρκ στο Λονδίνο το 1975, εναντίον μιας μεικτής καλλιτεχνών και δημοσιογράφων δίπλα στον Πύργο του Άιφελ, το 1977 –οι Γάλλοι, ανάμεσά τους, θρυλείται αλλά δεν βάζουμε και το χέρι μας στη φωτιά, κι ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, τους υποτίμησαν και διαλύθηκαν–, στις εγκαταστάσεις της Φούλαμ, στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον Μάρτιο του 1980, παρέα με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο μουσικό και συγγραφέα Τσίκο Μπουάρκε και τον Πάουλο Σέζαρ, τον παγκόσμιο πρωταθλητή του 1970 –ο οποίος βρήκε τον Μάρλεϊ πολύ μέτριο (κρίνετε μόνοι σας), αλλά ξέρετε πώς είναι οι Βραζιλιάνοι. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι οι Τζαμαϊκάνοι δεν οργάνωσαν ένα ματσάκι και στο Σαν Σίρο, στα τέλη Ιουνίου του 1980, λίγο πριν παίξουν μπροστά σε 120.000 θεατές. Ο θρύλος λέει ότι ο καρκίνος ο οποίος διαγνώσθηκε στον Μάρλεϊ το φθινόπωρο του 1980 οφειλόταν σε κάποιο από αυτά τα φιλικά ματς: ένα μοιραίο, σκληρό μαρκάρισμα, ένα παραμελημένο τραύμα που κακοφόρμισε. Στην πραγματικότητα, είχε στ΄αλήθεια τραυματιστεί άσχημα παίζοντας μπάλα στο Παρίσι το 1977 και ο γιατρός που τον φρόντισε του σύστησε να κάνει εξετάσεις για ένα νύχι του ποδιού του που φαινόταν κάπως ύποπτο, αλλά ο Μάρλεϊ προτίμησε να ακολουθήσει κάποιες εναλλακτικές θεραπείες, σύμφωνες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Διπλό δίπλα στον Σηκουάνα, 9 Μαΐου 1977

«Αγαπώ πρώτα τη μουσική και μετά το ποδόσφαιρο. Αν ερχόταν πρώτο το ποδόσφαιρο θα ήταν κάπως επικίνδυνο γιατί είναι βίαιο άθλημα. Όταν κάποιος σου κάνει ένα γερό τάκλιν, σου ξυπνάει άγρια ένστικτα».

Ο Μπομπ Μάρλεϊ αγαπούσε, λοιπόν, πραγματικά το ποδόσφαιρο, έστω και μετά τη μουσική. Κι είχε και γούστο. Το καλοκαίρι του 1978, είχε φροντίσει το πρόγραμμά του να περιλαμβάνει συναυλίες στη Αργεντινή, όπου διεξαγόταν το Μουντιάλ –ένας από τους αγαπημένους του παίκτες ήταν ο Αρντίλες, τον οποίο πήγαινε κι έβλεπε με την Τότεναμ όταν ζούσε στο Λονδίνο. Άλλες αδυναμίες του, ο Πελέ, με τον οποίον υποτίθεται πως έμοιαζε κάπως στο στιλ, και ο νεαρός Μαραντόνα –είπαμε, έβλεπε μπάλα. Έπαιζε όμως καλά;

Γυρνάμε στη Ζονελιέρ, στις 2 Ιουλίου του 1980. Η Ναντ εκείνη την εποχή είχε σπουδαία ομάδα, ήταν αήττητη από το 1976 στο γήπεδό της (!), είχε φτάσει στους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων και διακρινόταν  για το επιθετικό της παιχνίδι. Οι Τζαμαϊκάνοι έχουν απέναντί τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όλους διεθνείς. Ανάμεσά τους ο Ανρί Μισέλ, ο αρχηγός που έχει ήδη κερδίσει τρία πρωταθλήματα με τη Ναντ και αργότερα θα γίνει προπονητής της Εθνικής Γαλλίας –για ένα φεγγάρι και του Άρη Θεσσαλονίκης– και ο Ζιλ Ραμπιγιόν, ο οποίος λίγα χρόνια μετά, ως τεχνικός διευθυντής των Καννών, θα ανακαλύψει έναν ταλαντούχο πιτσιρικά ονόματι Ζινεντίν Ζιντάν. Και οι δυο θυμούνται ότι η αρχική χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το ματς έδωσε γρήγορα τη θέση της στην εγρήγορση, καθώς δυο φορές προηγήθηκαν και δυο φορές ισοφαρίστηκαν από αυτούς τους φαινομενικά ανέμελους τύπους –οι επαγγελματίες θα κερδίσουν τελικά 4-3. Ο Μάρλεϊ θα βάλει δυο γκολ. Θα εντυπωσιάσει με την τεχνική του κατάρτιση αλλά κυρίως με τη σκυλίσια του επιμονή να κυνηγάει κάθε χαμένη μπαλιά. «Ήταν χαρούμενοι που έπαιζαν, τους άρεσε πραγματικά η μπάλα αλλά αντιμετώπιζαν το παιχνίδι πολύ σοβαρά. Μετά το ματς, μας κάλεσαν στο πούλμαν τους. Πολλή κάπνα, και δεν κάπνιζαν Γκολουάζ. Μας αφιέρωσαν έναν δίσκο, μας προσκάλεσαν στη συναυλία».

Το φιλικό αυτό ματς υπήρξε, παρεμπιπτόντως, πηγή αισθητικής απόλαυσης για κάθε εραστή της ωραίας ποδοσφαιρικής φανέλας και του μακρινού κόσμου του Ιουλίου του 1980. Στις φωτογραφίες, ο Μάρλεϊ φορά την ιστορική κίτρινη και πράσινη φανέλα της Ναντ , ο Ανρί Μισέλ την υπέροχη φανέλα του Περού κι ο Ζιλ Ραμπιγιόν της Ντούκλα Πράγας. Όλοι χαμογελαστοί.

Λίγους μήνες μετά, ο Μάρλεϊ θα καταρρεύσει στο Σέντραλ Παρκ όπου είχε πάει για να τρέξει. Θα πεθάνει στις 11 Μαΐου 1981, 36 χρονών, στην ηλικία όπου πολλοί ποδοσφαιριστές κρεμούν τα παπούτσια τους.

Οι 13 ξένοι της Πρέμιερ Λιγκ τον Δεκαπενταύγουστο του 1992

  [3 Σχόλια]

Στις μέρες μας η Πρέμιερ Λιγκ είναι το διασημότερο, δυσκολότερο και καλύτερο πρωτάθλημα σε ολόκληρη την Ευρώπη και κατ’ επέκταση στον κόσμο. Ένα πρωτάθλημα γεμάτο σπουδαίους παίκτες από τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και πολλούς ξένους από όλα τα μήκη και τα πλάτη των πέντε ηπείρων. Για την ακρίβεια, πάρα πολλούς ξένους. Αναλογικά στην Πρέμιερ Λιγκ αγωνίζονται οι περισσότεροι ξένοι από κάθε άλλο μεγάλο πρωτάθλημα της Ευρώπης. Αλλά -ευτυχώς ή δυστυχώς- δεν ήταν πάντα έτσι. Για την ακρίβεια στις 20 Φεβρουαρίου του 1992, τη μέρα δηλαδή που το πρωτάθλημα άλλαξε ονομασία και έγινε επισήμως Πρέμιερ Λιγκ, στις 22 ομάδες που έπαιζαν στην μεγάλη κατηγορία δεν υπήρχαν πολλοί ξένοι ποδοσφαιριστές. Πόσο μακρινός φαντάζει αυτός ο αριθμός στις μέρες μας και πόσο ‘περίεργη’ και ‘ξένη’ φαντάζει εκείνη η εποχή είναι εύκολο να το αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε αρκεί να ρίξει μια ματιά στα ρόστερ των ομάδων και στα 13 ονόματα των παικτών που θα δείτε παρακάτω. Αυτοί ήταν οι μοναδικοί ξένοι παίκτες που αγωνίστηκαν την 1η αγωνιστική της παρθενικής Πρέμιερ Λιγκ, τον Δεκαπενταύγουστο του 1992.

[διάβασε περισσότερα →]

Για τα παιδιά

  [1 Σχόλιο]

Αν η Ιταλία είναι μια ιδιαίτερη χώρα, η Νάπολη είναι μια ακόμα πιο ιδιαίτερη πόλη, ένα όμορφο χάος. Μια πόλη που συνδυάζει την σκληρότητα της εγκληματικότητας με την καθημερινή ανθρωπιά ενός μέρους που μοιάζει να είναι ξεχασμένο από το χρόνο. Όλα τα άσχημα, αλλά και τα θετικά αυτής της πόλης είναι ακόμα πιο εμφανή στον φανατικό κόσμο της τοπικής ομάδας.

Όπως ο… Santa Claus έρχεται τα Χριστούγεννα κι ο Άη-Βασίλης την Πρωτοχρονιά, έτσι και στην Ιταλία η γιαγιά Μπεφάνα εμφανίζεται τα Θεοφάνεια. Κάνει κι αυτή το ίδιο πράγμα με τους συναδέλφους της, μοιράζει δώρα στα παιδιά. Τον Γενάρη που μας πέρασε ανήμερα των Θεοφανείων, οι παίκτες της Νάπολι πήγαν στη Νισίδα (που ναι βγαίνει από το ελληνικό «νησίδα») απέναντι από τη Νάπολη, εκεί που υπάρχουν φυλακές ανηλίκων. Ο Χάμσικ, ο Μάρτενς και ο Παβολέτι έδωσαν μερικές στιγμές χαράς στους νεαρούς που πολύ γρήγορα στη ζωή τους πήραν έναν κακό δρόμο.

Και αν αυτή ήταν μια ωραία πρωτοβουλία, τότε αυτό που ακολούθησε στην πόλη της Νάπολης ήταν ακόμα πιο όμορφο. Ο Ρέινα και ο Ινσίνιε πήγαν σε ένα νοσοκομείο παίδων και έκαναν δώρα σε παιδιά που νοσηλεύονται εκεί, ειδικά σε αυτά της ογκολογικής κλινικής. Μαζί όμως πήγαν και οργανωμένοι οπαδοί της ομάδας. Άνοιξαν ένα πανό που έγραφε «Αγαπητή Μπεφάνα, μαζί με τα δώρα φέρε και υγεία στα παιδιά» και στη συνέχεια έμειναν εκεί απ’ έξω φωνάζοντας συνθήματα. Όχι υπέρ της Νάπολι, αλλά υπέρ των παιδιών. «Πάμε παιδιά, μην το βάζετε κάτω», «Είμαστε πάντα μαζί σας» και άλλα, πάντα στο ίδιο ύφος. Τα καπνογόνα και τα «φόρτσα ραγκάτσι» δημιούργησαν μια γηπεδική ατμόσφαιρα, με τις φωνές να φτάνουν στα μικρά παιδιά που νοσηλεύονται.

Κάπου στα 30″, όλοι σιωπούν και ο Αλέσιο ξεκινάει το σύνθημα

Το βασικότερο όμως είναι ότι δεν μιλάμε για κάποιο μεμονωμένο γεγονός. Οι Ultras της Curva B έχουν βοηθήσει ενεργά και άλλες φορές, με τον δικό τους τρόπο. Τον Οκτώβριο σε συνεργασία με μια τοπική οργάνωση, έκαναν πραγματικότητα το όνειρο του μικρού Αλέσιο που βρίσκεται στην ογκολογική κλινική. Ο μικρός επισκέφτηκε το Σαν Πάολο για τον αγώνα Νάπολι-Έμπολι και εκεί τον… ανέλαβαν οι φανατικοί. Ο Αλέσιο δεν είδε απλά από κοντά το 2-0 της αγαπημένης του ομάδας ντυμένος στα χρώματά της. Οι φανατικοί τον πήραν ανάμεσά τους, είδε τον αγώνα από το πέταλο και το καλύτερο και πιο συγκινητικό ήταν όταν τον άφησαν να ξεκινήσει ένα σύνθημα, σαν αρχηγός της εξέδρας. Αφού οι υπόλοιποι άρχισαν το τραγούδι, ο Αλέσιο πήρε στα χέρια του μια σημαία της ομάδας και την κράδαινε σαν το πιο σημαντικό λάβαρο του κόσμου τραγουδώντας μαζί τους.

How can we wear our smiles
With our mouths wired shut
‘Cause you stopped us from singing

The Editors – Smokers Outside the Hospital Doors

Ο ακούραστος Ράφα Μάρκες

  [2 Σχόλια]

Η αλήθεια είναι ότι στα προκριματικά για το Μουντιάλ, λίγοι ασχολούνται με τη Βόρεια και την Κεντρική Αμερική. Οι περισσότερες ομάδες που συμμετέχουν είναι απλά παραδεισένιοι προορισμοί διακοπών ή παραδεισένιοι προορισμοί μαύρου χρήματος (ή και τα δύο μαζί). Από αυτές τις ομάδες καταλήγουμε σε ένα πρωταθληματάκι έξι χωρών, εκ των οποίων προκρίνονται οι τρεις και η τέταρτη παίζει μπαράζ με ομάδα της Ασίας. Είναι συνεπώς αρκετά δύσκολο για τις «μεγάλες» ομάδες να μείνουν εκτός. Το ενδιαφέρον κινείται περισσότερο στο ας πούμε «κλάσικο» μεταξύ των ΗΠΑ και του Μεξικού. Το πιο μεγάλο παιχνίδι ποδοσφαίρου εθνικών χωρών σε αυτόν τον όμιλο.

Και αν πάντα υπήρχε σημαντικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ματς, η μοίρα έφερε τη συνάντησή τους να γίνεται το Νοέμβριο ελάχιστες μέρες μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Μεξικάνοι ταξίδεψαν στο Οχάιο νιώθοντας το βάρος ότι εκπροσωπούν ένα ολόκληρο έθνος, απέναντι στις επιθέσεις του Τραμπ που αποκάλεσε τους Μεξικάνους μετανάστες «εγκληματίες και βιαστές» και υποσχέθηκε να χτίσει ένα τείχος που θα τους κρατήσει εκτός των ΗΠΑ. Το Μεξικό βέβαια δεν βρήκε κάποιο εχθρικό γήπεδο απέναντί του, το κλίμα ήταν όπως πάντα ένα κλίμα ποδοσφαιρικού και μόνο ντέρμπι. Οι παίκτες μάλιστα πριν τον αγώνα αποφάσισαν να αλλάξουν τελετουργικό και δεν βγήκαν χωριστά φωτογραφίες, αλλά μία κοινή, προς τιμή των Αμερικάνων ποδοσφαιριστών που ήθελαν να περάσουν το δικό τους μήνυμα συναδελφικότητας.

Το παιχνίδι ήταν όπως πάντα με ένταση και το Μεξικό εκτός από το ψυχολογικό βάρος του Τραμπ είχε να αντιμετωπίσει και την κακή παράδοση με τέσσερις σερί ήττες (μάλιστα με το ίδιο σκορ, 2-0) στο Κολόμπους. Οι Μεξικάνοι προηγήθηκαν με ένα τυχερό γκολ με κόντρα, αλλά οι ΗΠΑ ισοφάρισαν και κυριάρχησαν στο 2ο ημίχρονο ψάχνοντας το 2ο γκολ. Αυτό δεν ήρθε ποτέ και όλα έδειχναν ότι πηγαίναμε για μια ισοπαλία, όταν στο 88′ το Μεξικό κέρδισε κόρνερ. Μεταξύ όσων προωθήθηκαν ήταν κι ένας άνθρωπος που έκανε ντεμπούτο με τη φανέλα της «Τρι» το… 1997, σχεδόν 20 χρόνια πριν. Ο αρχηγός Ράφα Μάρκες βρέθηκε αμαρκάριστος, πήρε μια πανέξυπνη κεφαλιά και με ένα buzzer beater έδωσε τη σημαντική νίκη στη χώρα του, νίκη που πανηγυρίστηκε έξαλλα.

Γκολ ντε ΜέΧικο, Ράφα, Ράφα, Ράφα….

Μετά το τέλος του αγώνα, ο «Κάιζερ» κράτησε το επίπεδο εκεί που έπρεπε όταν ρωτήθηκε αν είναι μια άσχημη περίοδος για το Μεξικό. «Δεν γνωρίζω αν είναι μια άσχημη περίοδος, σίγουρα είναι μια περίοδος έλλειψης ανεκτικότητας. Με αυτή τη νίκη μπορούμε να ξεχάσουμε λίγο, όσα συμβαίνουν εδώ στις ΗΠΑ». Περίπου δυο μήνες μετά, ο Μάρκες έδινε ακόμα μια φορά το μήνυμά του όταν ο Τραμπ υπέγραφε ως πρόεδρος πλέον την απόφαση για το τείχος. Ανέβασε ένα γκολ του από τα χρόνια της Μπαρσελόνα με φάουλ πάνω από το τείχος και το χαρακτηριστικό μήνυμα «δεν υπάρχει τείχος να μας κρατήσει, όσο πιστεύουμε στους εαυτούς μας»

Ο Μάρκες πέρασε επτά χρόνια στη Βαρκελώνη, τα καλύτερά του χρόνια όπως λέει κι ο ίδιος, φεύγοντας το 2010 σε ηλικία 31 ετών. «Μου είχε φανεί καλή ιδέα να πάω στις ΗΠΑ να παίξω, να ρίξω λίγο τους ρυθμούς. Αλλά όταν έφτασα εκεί, κατάλαβα ότι και ήθελα και μπορούσα να παίξω σε υψηλότερο επίπεδο, το μετάνιωσα που έφυγα από την Μπάρτσα». Το MLS πολλές φορές είναι κάτι σαν ένα τιμητικό νεκροταφείο ποδοσφαιριστών, εκεί πάνε όσοι θέλουν να φύγουν με το κεφάλι ψηλά. Για τον Μάρκες δεν έγινε έτσι. 7 χρόνια μετά, στα 38 του, ο Ράφα όχι μόνο δεν έχει παρατήσει το ποδόσφαιρο, αλλά συνεχίζει να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο. Πιστός στρατιώτης, αρχηγός ακόμα στην εθνική του, έχει όνειρο να φτάσει τα πέντε Μουντιάλ, μαζί με το συνομήλικό του Μπουφόν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τίθεται πάντα το ερώτημα κατά πόσο κάποιος παίζει τιμής ένεκεν επειδή δεν έχουν κουράγιο να του πουν να σταματήσει. Ο ίδιος ο Μάρκες δηλώνει ότι είναι σε καλή κατάσταση και αν συνεχίσει να είναι έτσι θα βρίσκεται στη Ρωσία το 2018, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο προπονητής του Χουάν Κάρλος Οσόριο. «Η αγάπη του Ράφα για το άθλημα δεν βρίσκεται σε άλλον. Προπονείται πιο σκληρά από όλους και θέλει να παίζει πάντα.»

Τον Ράφα και την προσπάθειά του στηρίζει και ο θρυλικός Ούγκο Σάντσες, ενώ κι ο απλός κόσμος τον αποθεώνει. Πριν μερικές μέρες, ξεκίνησε βασικός στο ματς με την Ισλανδία, ήταν και πάλι εξαιρετικός σε έναν ελεύθερο ρόλο στην άμυνα (μια που τα τρεξίματα που δεν είχε σχεδόν ποτέ, δεν τα έχει ούτε τώρα) και στο 4ο λεπτό (εξαιτίας της φανέλας με το «4») οι Μεξικάνοι στις εξέδρες άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά το όνομά του. Αν είναι υγιής και αν το Μεξικό περάσει, θα τον δούμε σίγουρα.

«Είμαι το ίδιο άτομο, όπως όταν ήρθα για πρώτη φορά στην εθνική. Ίσως είναι η παιδεία που μου έδωσε η οικογένεια μου, η ταπεινότητα αυτή, να μπορώ να μοιράζομαι και να μεταφέρω τις εμπειρίες μου στους άλλους, αφήνοντας μια κληρονομιά και δίνοντας το παράδειγμα»

Ο Ράφα μετά από μια καριέρα σπουδαία με πρωτάθλημα και κύπελλο στη Γαλλία με την Μονακό και ένα σωρό κούπες στη Βαρκελώνη, έχει γυρίσει στην πρώτη του ομάδα την Άτλας. Πάντα με το ίδιο πάθος, το πάθος που αρκετές φορές τον έχει φέρει να τον κατηγορούν, όπως στην αποβολή του στο πρώτο Μουντιάλ, στη φάση των 16 με αντίπαλο τις ΗΠΑ, μια από τις πιο μεγάλες επιτυχίες των Αμερικάνων με τη νίκη 2-0 και την πρόκρισή τους. Ο Μάρκες στο 88′ με το ματς να έχει κριθεί έριξε μια άνευ λόγου και αιτίας καρατιά στον δύσμοιρο Τζόουνς. Σε ερώτηση που του έγινε για την πιο δύσκολη στιγμή της 20ετους του πορεία στην εθνική, ο Μάρκες είπε ότι ο κόσμος θα θυμάται πάντα αυτή τη φάση. Ο ίδιος δεν μετανιώνει, ήταν κάτι που έγινε από την απογοήτευσή του, από το γεγονός ότι δεν θέλει να χάνει και αυτό είναι κομμάτι του χαρακτήρα του. Στα επόμενα δύο Μουντιάλ άλλωστε, σκόραρε από μία φορά, ελπίζει να το κάνει και το 2018.

Στο 2.13 περίπου η κίνηση μεγάλου παίκτου:

Ο Τρίφον Ιβανόφ δεν πέθανε ποτέ

  [4 Σχόλια]

Στις 20 Μαΐου του 2016 το Εθνικό Στάδιο στη Σόφια ήταν κατάμεστο. Ο Χρίστο Στόιτσκοφ γιόρταζε, έστω και με καθυστέρηση δυο μηνών, τα 50α του γενέθλια με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο: προσκαλώντας για ένα φιλικό φίλους και παγκόσμιους αστέρες, με τους οποίους είχε αγωνιστεί σαν συμπαίκτης ή αντίπαλος στη διάρκεια της καριέρας του. Ανάμεσα τους βρισκόταν ο Ζαμοράνο, ο Μαλντίνι, ο Χάτζι, ο Βαλντεράμα, ο Μπαλάκοφ και ο Μπερμπάτοφ. Λίγο πριν την έναρξη του εορταστικού φιλικού, στο μάτριξ εμφανίστηκε η φωτογραφία ενός μαλλιαρού, μουσάτου τύπου που λίγους μήνες πριν είχε αφήσει την τελευταία του πνοή.

Όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και ξεκίνησε να χειροκροτάει. Το χειροκρότημα κράτησε τρία ολόκληρα λεπτά. Στη διάρκεια αυτών ο 50χρονος Στόιτσκοφ, μπροστά σε όλους αυτούς τους ποδοσφαιρικούς θρύλους και τους χιλιάδες φιλάθλους που πήγαν εκεί για να γιορτάσουν τα γενέθλια του, έκατσε στα γόνατα στο κέντρο του γηπέδου, έκρυψε το πρόσωπο του με τα χέρια του και έβαλε τα κλάματα.

Για τον Τρίφον Ιβανόφ μπορείς να γράψεις αμέτρητες λέξεις. Για τη μέρα που η Βουλγαρία αντιμετώπιζε τη Γερμανία στα προημιτελικά του Μουντιάλ του 1994 και για να καθησυχάσει τον προπονητή του, του είπε «Χαλάρωσε. Μόλις με δούνε θα ‘χεστούν πάνω τους'». Για το ότι είναι ο μόνος παίκτης της ΤΣΣΚΑ Σόφιας που εκτιμούν ακόμα και οι ορκισμένοι εχθροί της Λέφσκι, γιατί όπως σχολίασε κι ένας Βούλγαρος δημοσιογράφος στο ESPN: «Τον Τρίφον τον σέβονται όλοι στη Βουλγαρία γιατί απλά δεν γίνεται να τον μισήσεις».

Για την ατάκα του Στόιτσκοφ, που όταν τον συμπεριέλαβε στην ιδανική 11αδα του, στην προσπάθεια του να περιγράψει το αγωνιστικό του στυλ είπε: «O Ιβανόφ δεν πήρε ποτέ του αιχμαλώτους». Για την πρώτη κόκκινη κάρτα που είδε παίζοντας με την εθνική, σε ένα φιλικό με την Ιταλία: «Έπαιζα εναντίον του Βιάλι. Κάποια στιγμή με έφτυσε στο πρόσωπο, γι’αυτό και βρέθηκε αμέσως στο πάτωμα. Ένας άνθρωπος δεν γίνεται να ελέγχει συνέχεια τα συναισθήματα του». Για τη μέρα που αντιμετώπισε, με επιτυχία, τον Καντονά στο Όλντ Τράφορντ και όταν στο τέλος όλοι οι συμπαίκτες του έτρεξαν στον Γάλλο για να ζητήσουν τη φανέλα αυτός τους ενημέρωσε ότι αυτή είναι κρατημένη για τον Ιβανόφ.

Για τότε που έπαιζε στην Ελβετία και ο προπονητής, με τον οποίο είχε κόντρα, τον ενημέρωσε πως είναι εκτός ομάδας και ο Ιβανόφ μάζεψε τα ρούχα του, πήγε στην κερκίδα και κάθισε να απολαύσει το ματς με καφέ και τσιγάρο, μέχρι που εμφανίστηκε ο πρόεδρος, του είπε «τι κάνεις εδώ; Έλα μαζί μου» και ο Βούλγαρος βρέθηκε από το πουθενά να μπαίνει αλλαγή στο 15′, σε ένα ματς που τελικά κρίθηκε από δικό του γκολ! Για την ατάκα του συμπαίκτη του στη Ραπίντ, Πίτερ Σότελ: «Ο Ιβανόφ είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρω που ξυρίζεται και τέσσερις ώρες μετά έχει κανονική γενειάδα». Για τότε που αγόρασε ένα τανκ απλά και μόνο για να δει πως είναι να οδηγάς ένα τέτοιο.

Για το καλτ τουρνουά ποδοσφαίρου ‘Κύπελλο Τρίφον Ιβανόφ’, που διεξάγεται κάθε χρόνο στο… Σάο Πάολο της Βραζιλίας (ναι, στη Βραζιλία) και στο οποίο σε συμβουλεύουν να παίξεις με μαύρα παπούτσια, επιτρέπονται τα γυαλιά ηλίου, το ποτό («αρκεί να μην πετάξεις τη μπύρα σου στον αντίπαλο») και το κάπνισμα («αρκεί να μην σου πέσει το τσιγάρο στο χλοοτάπητα») και απαγορεύεται να κάνεις ηλίθιες ερωτήσεις όπως «ποιος είναι ο Τρίφον Ιβανόφ».

[διάβασε περισσότερα →]

Μια μικρή ωδή στον Φράνκι Λάμπαρντ

  [5 Σχόλια]

Για να φτάσεις στην κορυφή χρειάζονται αγώνες και θυσίες. Χρειάζεται να παλέψεις, να ματώσεις, να πονέσεις για να αποδείξεις πως αξίζεις (αν αξίζεις) ακόμα και αν προέρχεσαι από μια διάσημη οικογένεια, με μεγάλη ιστορία (και παράδοση) πάνω στο αντικείμενό σου. Μια τέτοια περίπτωση -στο χώρο του ποδοσφαίρου- είναι και ο Άγγλος ποδοσφαιριστής Φρανκ Λάμπαρντ. Τι και αν έχει πατέρα τον θρύλο της Γουέστ Χαμ, Φρανκ Λάμπαρντ (τον πρεσβύτερο). Τι και αν ο Χάρι Ρέντκναπ είναι θείος του. Τι και αν μεγάλωσε βλέποντας τον ξάδερφό του Τζέιμι (Ρέντκναπ) να εξελίσσεται σε ένα σπουδαίο παιδί-θαύμα για το αγγλικό ποδόσφαιρο. Ο Φρανκ Λάμπαρντ δεν είδε τίποτα να του χαρίζεται. Δούλεψε το -σπάνιο είναι η αλήθεια- ταλέντο του και έγινε, για πολλούς, ο κορυφαίος μέσος στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Εδώ και λίγες μέρες ο Φράνκι (όπως είναι γνωστός στις τάξεις των φίλων της Τσέλσι) σταμάτησε επίσημα την πλούσια επαγγελματική του καριέρα και εμείς εδώ στο el sombrero δεν μπορούσαμε να μην του αφιερώσουμε μερικές όμορφες λέξεις. Πιστέψτε με, όσο και αν κάποιος δεν γουστάρει την Τσέλσι, δεν γίνεται να μη συμπαθεί τον Φρανκ Λάμπαρντ και να μην σέβεται την ποδοσφαιρική του αξία.

«Θυμάμαι να οδηγώ για τέσσερις ώρες χαρούμενος μετά το επιτυχημένο δοκιμαστικό που είχα στη Σουόνσι. Ήμουν τόσο χαρούμενος. Η ομάδα πάλευε για να σωθεί. Όταν άρχιζε να βρέχει (στην Ουαλία) ξεχνούσε να σταματήσει. Η κατηγορία ήταν πολύ σκληρή και τις περισσότερες φορές πλέναμε μόνοι τα ρούχα μας, εγώ ως μικρότερος έπλενα και άλλων συμπαικτών, αλλά ειλικρινά λάτρεψα το πέρασμά μου από τη Σουόνσι. Εκεί κατάλαβα πόσο δύσκολος είναι ο επαγγελματικός χώρος του ποδοσφαίρου. Εκεί έγινα παίκτης. Από τότε πάντα έριχνα και μια ματιά να δω τι είχαν κάνει οι «κύκνοι» κάθε αγωνιστική».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Φρανκ Λάμπαρντ για το δανεισμό του την περίοδο 1995-1996 στη Σουόνσι (στα 17 του χρόνια) ως παίκτης της Γουέστ Χαμ, σε μια περίοδο μάλιστα που προπονητής στην ομάδα ήταν ο Ρέντκναπ και βοηθός προπονητή ο πατέρας του και δείχνουν πολλά για την αξία, την ποδοσφαιρική αντίληψη και την ταπεινότητα που διέθετε από μικρός. Είπαμε και πιο πάνω άλλωστε, τίποτα μα τίποτα δεν του χαρίστηκε. Ο Λάμπαρντ μπορεί να βγήκε από την φημισμένη ποδοσφαιρική ακαδημία της Γουέστ Χαμ (όπως ο Τζο Κόουλ, ο Ρίο Φέρντιναντ και ο Μάικλ Κάρικ) αλλά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του στο Λονδίνο είχε την ρετσινιά του παιδιού που παίζει λόγω του ονόματός του. Όταν στις 31 Ιανουαρίου του ’96  απέναντι στην Κόβεντρι ο Ρέντκναπ έβγαζε τον μέσο Τζον Μονσούρ για να περάσει στη θέση του έναν άγουρο 18χρόνο μέσο, στις κερκίδες οι περισσότεροι φίλοι των «σφυριών» μιλούσαν για το ανελέητο σπρώξιμο που δέχεται η καριέρα του μικρού και για το πόσο υπερεκτιμημένος είναι. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι άλλοι που τα έβαζαν με τον Ρέντκναπ επειδή για να γίνει μέλος της πρώτης ομάδας ο Λάμπαρντ είχε «θυσιαστεί» ένας άλλος νεαρός μέσος, αγαπημένος σε αρκετούς οπαδούς, ο Σκοτ Κάνχαμ. Ο Κάνχαμ είχε πολλούς φανατικούς θαυμαστές από τα χρόνια που έπαιζε στην ακαδημία της Γουέστ Χαμ, με την μετέπειτα πορεία του πάντως να δικαιώνει απόλυτα την επιλογή του Ρέντκναπ. Μετά από μερικά χρόνια -και αφού τον είχαν δει να επιστρέφει από ένα σοβαρό τραυματισμό στα 18 του χρόνια- ήταν οι ίδιοι που τον αποκαλούσαν προδότη, όταν τους άφησε για την Τσέλσι, σε μια περίοδο μάλιστα που το ‘καράβι’ της Γουέστ Χαμ είχαν αφήσει τόσο ο θείος-προπονητής του όσο και ο πατέρας του. Το επόμενο βήμα και η απογείωση της καριέρας του ήταν ήδη γεγονός ή μήπως όχι;

Τα πρώτα χρόνια στην Τσέλσι η ομάδα δεν ήταν το μεγαθήριο που είναι στις μέρες μας. Δεν κατακτούσε πρωταθλήματα και προσπαθούσε να μπει σφήνα στις μεγάλες δυνάμεις (την Γιουνάιτεντ, την Λίβερπουλ και την Άρσεναλ). Σιγά-σιγά τα κατάφερνε και ο Λάμπαρντ έδειχνε να γίνεται και αυτός σχετικά γρήγορα βασικό γρανάζι της μηχανής των Μπλε. Όλα αυτά μέχρι την έλευση του Αμπράμοβιτς και των εκατομμυρίων του. Η ομάδα ανέβαινε αυτόματα επίπεδο και ο Λάμπαρντ έβλεπε τον άξονα της να γεμίζει με ξένους παίκτες τεράστιας αξίας όπως ο Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν και ο Κλοντ Μακελελέ, κάτι που σήμαινε πως η θέση στην βασική 11αδα δεν ήταν εξασφαλισμένη για κανένα. Όταν μάλιστα είδε την πρεμιέρα της ομάδας στο Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν 2003-2004, απέναντι από την Σπάρτα Πράγας, από τον πάγκο (παρέα με τον Τέρι και τον Γκουντγιόνσεν) κατάλαβε πολύ καλά πως έπρεπε να δουλέψει σκληρότερα. Να γίνεται μέρα με τη μέρα καλύτερος, δυνατότερος, πληρέστερος. Να πλησιάσει να γίνει όχι μόνο ο ηγέτης της Τσέλσι αλλά και ένας εκ των καλύτερων παικτών στον πλανήτη. Και τα κατάφερε.

Δύο χρόνια αργότερα (τ0 2006) ο Λάμπαρντ ψηφίζονταν δεύτερος καλύτερος παίκτης στην Ευρώπη, πίσω από τον πρώτο Ροναλντίνιο, είχε κερδίσει δύο σερί πρωταθλήματα με την Τσέλσι του Μουρίνιο και ήταν βασικός και αναντικατάστατος στην 11αδα της εθνικής Αγγλίας. Η έλευση του Μουρίνιο είχε παίξει σίγουρα το ρόλο της (ο Πορτογάλος ήταν ο Special One) όπως και οι ποιοτικοί συμπαίκτες. Για να φτάσει όμως να γίνει ο Λάμπαρντ ο ηγέτης της Τσέλσι ήταν εύκολο να γίνει κατανοητό πως είχε ρίξει απίστευτη δουλειά. Τα νούμερά και οι επιδόσεις του δεν μπορούσαν να γίνουν μόνο με το ατομικό ταλέντο  και τις τακτικές των προπονητών του. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως στα 32 του χρόνια -επί Αντσελότι- σκόραρε συνολικά 27 τέρματα σε 51 εμφανίσεις (κερδίζοντας και το πρωτάθλημα Αγγλίας), σε μια χρονιά (2009-2010) που όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ήταν η κορυφαία της καριέρας του σε ατομικό επίπεδο. Τα πρώτα χρόνια του Μουρίνιο στο Στάμφορντ Μπριζ μην ξεχνάμε επίσης πως του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «βιονικός» επειδή δεν έλειπε ποτέ (κυριολεκτικά όμως ποτέ) από κανένα παιχνίδι, ακόμα και από εκείνα τα «εύκολα» του Λιγκ Καπ. Ο Λάμπαρντ ήταν μαζί με τον Τζέραρντ και τον Πολ Σκόουλς οι κορυφαίοι μέσοι στο Νησί και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τους θεωρούσαν ως τους κορυφαίους στον κόσμο εκείνα τα χρόνια. Κάτι που δεν απείχε και πολύ απ’ την πραγματικότητα αν θέλετε και τη δική μου -ταπεινή- γνώμη.

Δεν θα σταθώ στους τίτλους και τις ατομικές διακρίσεις του Λάμπαρντ, κέρδισε άλλωστε τα πάντα με την Τσέλσι, θα σταθώ σε αυτά που μπορούσε να κάνει στο γήπεδο και στο πως έμπαινε πάντα μπροστά στα δύσκολα παιχνίδια για την ομάδα του. Μπορούσε να οργανώσει τέλεια ως μαέστρος, παίζοντας ως deep lying playmaker δίπλα στον σπουδαίο Κλοντ Μακελελέ. Να αγωνιστεί ως καθαρός κόφτης δίπλα στον Μπάλακ και τον Ντέκο ή τον Στήβεν Τζέραρντ στην εθνική. Να πασάρει άψογα και να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Ένας μέσος με την αίσθηση του γκολ σπουδαίου επιθετικού και το ηγετικό χάρισμα παικτών άλλης εποχής. Ένας παίκτης που προσωπικά λάτρευα να χαζεύω να παίζει ποδόσφαιρο. Ένας παίκτης που ποτέ δεν προκάλεσε και που πάντα έδειχνε το σπουδαίο ήθος του χαρακτήρα του.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει την εξωπραγματική του εμφάνιση στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ του 2008 λίγες μέρες μετά τον χαμό της μητέρας του. Εκείνο το γκολ κόντρα στην Τσέλσι (ως παίκτης της Σίτι) που είχε ισοφαρίσει το ματς σε μια περίοδο που ο σύλλογος που λάτρεψε και λατρεύτηκε του είχε φερθεί με πολύ άσχημο τρόπο και αυτός δεν το πανηγύρισε καθόλου. Τον διαπληκτισμό που είχε ως παίκτης της Γουέστ Χαμ με τον αστέρα της ομάδας Πάολο Ντι Κάνιο για μια εκτέλεση πέναλτι. Ένα πέναλτι που τελικά ο Ιταλός είχε εκτελέσει εύστοχα και καθώς έβριζε θεούς και δαίμονες ο νεαρός Φρανκ Λάμπαρντ τον αγκάλιασε και του έδωσε συγχαρητήρια δίνοντας τόπο στην οργή, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο την ωριμότητα που διέθετε και που τον βοήθησε να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια σε παίκτη παγκόσμιας κλάσης, και φυσικά εκείνο το κάλεσμα που δέχθηκε από την Γουέστ Χαμ το 2010 για να παραστεί στο Μπολέιν Γκράουντ τη μέρα που τα «σφυριά» τίμησαν τον σπουδαίο προπονητή των ακαδημιών Τόνυ Καρ. Το περίεργο βέβαια δεν είναι πως ο Λάμπαρντ αποδέχτηκε την πρόσκληση αλλά το γεγονός πως παρουσιάστηκε μπροστά στους 15.000 φίλους της ομάδας που είχαν βρεθεί στη γιορτή (μαζί με αρκετούς Έλληνες από το fan club της ομάδας, να τα λέμε αυτά) φορώντας, ακομπλεξάριστος, ρετρό μπλουζάκι της Γουέστ Χαμ. Όσο κι αν υπάρχει ποδοσφαιρικός πολιτισμός στο Νησί, ελάχιστοι θα είχαν προβεί σε παρόμοια κίνηση ας μην γελιόμαστε. Να συμπληρώσω πως ο Λάμπαρντ είναι ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Τσέλσι (αν και μέσος). Ο μέσος με τα περισσότερα γκολ στην Πρέμιερ Λιγκ και ο παίκτης με τα περισσότερα γκολ εκτός περιοχής στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Προσωπικά θεωρώ πως η λέξη μύθος δεν είναι ικανή να τον χαρακτηρίσει.

Εν κατακλείδι. Ο Φρανκ Λάμπαρντ (παρέα με τον Τζον Τέρι) είναι η Τσέλσι στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Ο παίκτης που πάνω του χτίστηκε μια σπουδαία ομάδα και ο παίκτης που έγινε κορυφαίος δουλεύοντας σκληρά για όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και όχι πατώντας μόνο στο ταλέντο του. Ένας ποδοσφαιριστής που αμφισβητήθηκε τα πρώτα χρόνια της καριέρας του αλλά ποτέ δεν το έβαλε κάτω. Ο ορισμός της μαχητικής ψυχής. Ένας ανάμεσα στις μεγαλύτερες ηγετικές προσωπικότητες που έχει γνωρίσει το άθλημα τα τελευταία 25 χρόνια. Ένας παίκτης που έκανε καλύτερο το άθλημα και που προσωπικά νιώθω τυχερός που τον έζησα να αγωνίζεται από την αρχή της -τεράστιας- καριέρας του. Και -πιστέψτε- με, ως φίλος της Λίβερπουλ, ειλικρινά δεν ξέρω πόσα παιχνίδια παρακολούθησα τον Λάμπαρντ αντίπαλο των «κόκκινων». Σε όλα τον χαιρόμουν. Ακόμα και σε αυτά που έπαιζε τέλεια απέναντί μας και ήταν ο βασικός υπαίτιος για τις νίκες των «μπλε».

Η μπάλα που έφτασε στο διάστημα 31 χρόνια μετά

  [Καθόλου σχόλια]

Συνήθως όταν συνδέουμε την μπάλα με το διάστημα, είναι για να ασχοληθούμε με κάποιο σουτ από το οποίο η μπάλα αγνοείται. Ένα πέναλτι του Ράμος, ένα σουτ του Γκώνια ή ένα πέναλτι του Καράμπελα. Αυτή τη φορά όμως θα μιλήσουμε κυριολεκτικά. Δεν ξέρω ποιοι από το κοινό μας το θυμούνται ή αν ζούσαν καν (έχουν περάσει και τριάντα περίπου χρόνια από τότε) στην εποχή Ρίγκαν, όμως πολύ πριν το Ίντερνετ και τη δορυφορική τηλεόραση, ένα από τα πιο εντυπωσιακά πράγματα στις ειδήσεις ήταν η προσπάθεια της κατάκτησης του διαστήματος, στα χρόνια της μεγάλης κόντρας ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το 1986 έγινε μια από τις πιο συγκλονιστικές τραγωδίες της διαστημικής ιστορίας.

Στις 28 Ιανουαρίου το διαστημικό λεωφορείο Challenger ξεκινούσε για την 10η του πτήση. Στο παρελθόν, το Challenger είχε διάφορες πρωτιές, όπως να πετάξει με αυτό η πρώτη Αμερικανίδα γυναίκα, ο πρώτος Καναδός ή ο πρώτος Ολλανδός, αλλά εκείνη την ημέρα οι Αμερικάνοι ήταν κολλημένοι στις οθόνες τους επειδή στο πλήρωμα βρισκόταν και ένας καθημερινός άνθρωπος, μια δασκάλα, η Κρίστα Μακόλιφ. Μαζί της στο πλήρωμα ήταν κι ο Έλισον Ονιζούκα ένας αστροναύτης από τη Χαβάη. Λίγο πριν φύγει για το διάστημα, ο Έλισον έλαβε ένα δώρο από την κόρη του Τζανέλ. Ήταν μια μπάλα ποδοσφαίρου. Η Τζανέλ αγαπούσε το ποδόσφαιρο, ήταν μέλος της ομάδας του σχολείου της και η μπάλα είχε τις υπογραφές όλων των αγοριών και των κοριτσιών των ομάδων του γυμνασίου Clear Lake.

Η πτήση του Challenger δυστυχώς κράτησε μόλις 73 δευτερόλεπτα. Ένας δακτύλιος σφραγίσματος αποκολλήθηκε επειδή είχε σκληρύνει λόγω του κρύου που επικρατούσε και από εκεί και πέρα (όπως στις ταινίες) το ένα έφερε το άλλο, το λεωφορείο άρχισε να διαλύεται και τελικά συνετρίβη μετά από μια τρελή πορεία. Κανείς από τα επτά μέλη του πληρώματος δυστυχώς δεν γλίτωσε. Το γεγονός που έπαιζε live στην τηλεόραση (όπως βλέπουμε και στο βίντεο από το CNN) σόκαρε την αμερικανική κοινωνία. Υπολογίζεται ότι λόγω της παρουσίας της δασκάλας, περίπου το 17% της χώρας, μέσα σε αυτό και πολλά σχολεία, παρακολουθούσε ζωντανά την εκτόξευση. Το διαστημικό πρόγραμμα διακόπηκε για περίπου 2 χρόνια.

Ο Ονιζούκα πάνω αριστερά και δίπλα του η δασκάλα

Οι αρχές συνέλεξαν τις σωρούς του πληρώματος και αρκετά συντρίμμια. Μέσα σε στον κυκεώνα των πληροφοριών, πέρασε στα ψιλά ότι η μπάλα της Τζανέλ Ονιζούκα βρέθηκε να επιπλέει πάνω στη θάλασσα. Η μπάλα επιστράφηκε στο σχολείο και για περίπου τρεις δεκαετίες βρισκόταν εκεί ως έκθεμα για τους μαθητές. Λόγω της τοποθεσίας του, στο σχολείο πηγαίνουν αρκετά παιδιά αστροναυτών, μεταξύ τους κι ο γιος του τωρινού αστροναύτη Σέιν Κίμπρο. Ο γιος του Κίμπρο, αθλητής κι αυτός, συνεννοήθηκε με το σχολείο, η μπάλα δόθηκε στον πατέρα του και αυτός την πήρε μαζί του στην αποστολή στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό. Ο Κίμπρο έβγαλε μια πανέμορφη φωτογραφία (πατήστε πάνω για να τη δείτε με περισσότερη λεπτομέρεια) μέσα στον σταθμό, με την μπάλα να αιωρείται και να βρίσκεται επιτέλους σε τροχιά γύρω από τη Γη. Έστω και 31 χρόνια μετά, η μπάλα τα κατάφερε με τη δεύτερη φορά και αποτελεί έναν φόρο τιμής στους ανθρώπους που χάθηκαν εκείνη την ημέρα πριν μπορέσουν κι οι ίδιοι να φτάσουν στο διάστημα.

Σομπρεροψηφοφορία: Μίλησέ μας για σένα

  [65 Σχόλια]

Η σελίδα του Sombrero στο Facebook έφτασε τα 50.000 likes και όσο κι αν τα likes δεν φέρνουν την ευτυχία στη ζωή, είναι μια σημαντική επιτυχία. Αυτή λοιπόν είναι μια καλή αφορμή για να σας ευχαριστήσουμε για τη συμμετοχή σας και το ενδιαφέρον που δείχνετε, όσο και για το επίπεδο που σε συντριπτική πλειοψηφία κρατάτε. Δεν μας πειράζει να μας κράζετε ή να διαφωνείτε, δεν έχουμε όμως ούτε το χρόνο, ούτε τη διάθεση να ασχολούμαστε με μπινελίκια και καβγάδες. Οποιοδήποτε υβριστικό σχόλιο αργά ή γρήγορα θα διαγραφεί, οπότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να χάνετε το χρόνο σας άδικα μαλώνοντας με άλλους σχολιαστές.

Σκεφτήκαμε τι μπορούμε να κάνουμε με αφορμή το νούμερο αυτό και αποφασίσαμε ότι θέλουμε να σας ακούσουμε. Να μάθουμε λίγο παραπάνω για σας και να μας πείτε την άποψή σας για εμάς. Φτιάξαμε έτσι ένα ερωτηματολόγιο με διαφόρων ειδών ερωτήσεις. Να δούμε τι ομάδα είστε, πόσο ασχολείστε με τη μπάλα, τη γνώμη σας για διάφορα φλέγοντα ποδοσφαιρικά ζητήματα και τέλος τι σας αρέσει και τι θα θέλατε από το Sombrero. Οι ερωτήσεις δεν είναι κουραστικές, απαντιούνται αμέσως και θα μας δώσουν μια εικόνα για το τι θέλετε.

Όπως είναι φυσικό, δεν μπορούσαμε να καλύψουμε όλα τα πιθανά ενδεχόμενα. Γι’ αυτό, μπορείτε στα σχόλια κάτω από αυτό το κείμενο να προσθέσετε κάποια πράγματα που σας αρέσουν, δεν σας αρέσουν, να προτείνετε τι θα θέλατε να διαβάσετε, ιδέες που πιθανόν δεν έχουμε σκεφτεί, αν δεν μας χωνεύετε και γιατί. Αν τα θέλετε πιο προσωπικά, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στα ιμέιλ μας ή με κάποιο μήνυμα σε Facebook, Twitter ή Instagram.

Είμαστε πάντα ανοικτοί σε ιδέες και πάντα μας ενδιαφέρουν άτομα που μπορούν να προσφέρουν στο Sombrero (που με απλά λόγια σημαίνει ότι αν κάποιος έχει χόμπι να γράφει για το ποδόσφαιρο, πιστεύει ότι ταιριάζει με το στυλ και τη φιλοσοφία μας και έχει κάποιο δείγμα να μας στείλει, μπορεί να το κάνει).

Η ομορφιά του να επιλέγεις το δύσκολο δρόμο

  [2 Σχόλια]

Λίγο πριν από το φινάλε της «Άγριας συμμορίας», μια συμμορία κοινών εγκληματιών που μόλις έχει κάνει το τελευταίο καλό ‘χτύπημα’ πριν την απόσυρση, καλείται να πάρει μια μεγάλη απόφαση, όταν ένα από τα μέλη της μπλέκει με τον Μεξικανό διεφθαρμένο στρατηγό που οργάνωσε αυτό το τελευταίο χτύπημα: Ή θα παρατήσουν τον συνεργάτη τους, θα χωριστούν και θα πάρει ο καθένας το δρόμο του, έχοντας εξασφαλίσει το μέλλον του, ή θα αδιαφορήσουν για τις ανέσεις της νέας ζωής που ανοίγεται μπροστά τους και θα υπερασπιστούν τον φίλο τους γνωρίζοντας ότι πηγαίνουν προς έναν σίγουρο θάνατο.

Η ταινία του τεράστιου Σαμ Πέκινπα, από το μακρινό 1969, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το καλύτερο γουέστερν όλων των εποχών για αμέτρητους λόγους, που σχετίζονται με το σενάριο, τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών και την εξαιρετική και αντισυμβατική σκηνοθεσία. Αλλά αυτό που το ανυψώνει και το μετατρέπει σε διαχρονικό αριστούργημα που ξεφεύγει από τα στενά όρια του κλασικού αμερικάνικου γουέστερν βρίσκεται ακριβώς σ’αυτή τη στιγμή της μεγάλης επιλογής.

Εκεί που τέσσερις πραγματικά κακοί τύποι, τέσσερις κλέφτες και δολοφόνοι που δεν έχουν τίποτα ηρωικό πάνω τους, τέσσερις τύποι που δεν είναι καν φίλοι με την κλασική έννοια, τέσσερις τύποι που σε οποιαδήποτε άλλη χολιγουντιανή ταινία θα ήταν οι κακοί της υπόθεσης, αποφασίζουν πως όλα τα υλικά αγαθά και όλες οι προοπτικές μιας άνετης και ωραίας ζωής, τα οποία και κυνηγούσαν τόσο καιρό με πάθος, δεν αξίζει να τοποθετηθούν πάνω από την αξιοπρέπεια τους. Και το αποφασίζουν χωρίς φιλοσοφικές αναλύσεις, δακρύβρεχτους κινηματογραφικούς μονολόγους, χειροκροτήματα από το βάθος ή συγκινητικές μελωδίες από πίσω. Απλά, λιτά και αντρικά. Με ένα κοίταγμα, ένα υπέροχο χαμόγελο αμοιβαίας κατανόησης και δυο κοφτές ατάκες: «Let’s go», «Why not?». Και «ίσως εκεί αρχίζει η ομορφιά του ανθρώπου…»

Το καλοκαίρι του 2005 οι οπαδοί της ιστορικής Αούστρια Σάλτσμπουργκ βρέθηκαν μπροστά σε ένα πολύ μεγάλο δίλημμα. Η αυστριακή Red Bull αγόρασε την ομάδα τον Απρίλιο και αρχικά όλοι πίστευαν ότι με τη βοήθεια της θα μπορούσε να σταθεί ξανά η Αούστρια στα πόδια της, να ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα που είχε και να επιστρέψει στην κορυφή της χώρας αλλά και στα μεγάλα σαλόνια της Ευρώπης. Τα αληθινά κίνητρα της εταιρείας φάνηκαν λίγους μήνες αργότερα. Η Red Bull προχώρησε άμεσα στην αλλαγή του ονόματος, του σήματος αλλά και των χρωμάτων της ομάδας, που δεν ταίριαζαν με αυτά της εταιρείας, αλλαγές που συνοψίστηκαν με την επίσημη δήλωση-θέση «αυτή είναι μια νέα ομάδα, χωρίς ιστορία». (Για να το εμπεδώσουν καλά όλοι στο μυαλό τους αυτό, άλλαξαν ακόμα και τη χρονολογία ίδρυσης, βάζοντας το 2005 στη θέση του 1933, αλλαγή που ακυρώθηκε όμως από την ΠΟ της Αυστρίας, που ενημέρωσε την εταιρεία πως αν θέλει να κρατήσει την άδεια της ομάδας που αγόρασε θα πρέπει το έτος ίδρυσης να μην αλλάξει.)

Όπως είναι αναμενόμενο, οι φίλαθλοι αντέδρασαν αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα χειρότερη. Οπαδοί που πήγαιναν στο γήπεδο φορώντας τις παραδοσιακές μοβ εμφανίσεις έτρωγαν ‘πόρτα’, οι αντιδράσεις τους σχολιαζόταν από τη νέα διοίκηση ως «πρακτικές νηπιαγωγείου» ενώ στις τέσσερις συναντήσεις που έγιναν μεταξύ των δυο πλευρών για να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση, το αποτέλεσμα ήταν οι οπαδοί να αποχωρήσουν απορρίπτοντας χωρίς δεύτερη σκέψη τη… γενναιόδωρη προσφορά των ανθρώπων της Red Bull. Ποια ήταν αυτή; Να προχωρήσουν όλες οι αλλαγές και σε αντάλλαγμα να παραμείνουν μοβ οι κάλτσες του τερματοφύλακα και το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Κάπως έτσι, οι οπαδοί της Αούστρια, 72 ολόκληρα χρόνια μετά την ίδρυση της, βρέθηκαν στη δύσκολη θέση που έπρεπε να αποφασίσουν το δρόμο που θα ακολουθήσουν.

Αρκετοί από αυτούς συμβιβάστηκαν, αποδέχτηκαν όλες τις αλλαγές, πίστεψαν σε ένα καλύτερο μέλλον με μια ισχυρή οικονομικά εταιρεία από πίσω, γλυκάθηκαν από την ιδέα των μελλοντικών τίτλων, άλλαξαν χρώματα στη γκαρνταρόμπα και στα οπαδικά αξεσουάρ τους και υποστήριξαν την ιδέα της Red Bull. Δώδεκα χρόνια μετά, με δεδομένη πάντα την κοσμοθεωρία και τις προτεραιότητες τους, πρέπει να νιώθουν δικαιωμένοι. Η Red Bull Σάλτσμπουργκ, όπως ονομάζεται πλέον αυτό το ποδοσφαιρικό μόρφωμα, μετράει 7 πρωταθλήματα και 4 κύπελλα Αυστρίας και τα πανηγύρια διαδέχονται το ένα το άλλο στο υπερσύγχρονο ‘Red Bull Arena’.

(Βέβαια, στην αρχή της φετινής σεζόν οι… πιστοί οπαδοί της ομάδας της Red Bull διαμαρτυρήθηκαν έντονα προς τη διοίκηση γιατί τα τελευταία δυο χρόνια 8 από τους καλύτερους παίκτες αποχώρησαν από το σύλλογο με προορισμό μια συγκεκριμένη ανερχόμενη Γερμανική ομάδα που εδρεύει στη Λειψία, η οποία όλως τυχαίως ανήκει κι αυτή στη Red Bull. Με μια ανοιχτή επιστολή προς τον αυστριακό ιδιοκτήτη της εταιρείας, οι οπαδοί του υπενθύμιζαν ότι δεν πρέπει να ξεχνάει το ‘σπίτι’ του και του τόνιζαν ότι δεν είναι σωστό να ενισχύει μια επένδυση του σε άλλη χώρα, αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα την ομάδα της πατρίδας του. Αλλά αυτό το κείμενο δεν γράφτηκε γι’αυτούς τους οπαδούς.)

Από την άλλη πλευρά, κάποιες χιλιάδες οπαδοί πήραν μια πιο δύσκολη απόφαση. Αδιαφορώντας για το αστραφτερό, γεμάτο επιτυχίες, μέλλον που τους υποσχόταν η εταιρεία με σήμα τον ταύρο, δημιούργησαν μια νέα ομάδα, η οποία έχει το όνομα, το σήμα και τα χρώματα αυτής που αγάπησαν από μωρά παιδιά, αυτής που πιθανόν υποστήριζαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους, αυτής, που όπως θα έλεγε κάθε ρομαντικός οπαδός αυτού του πλανήτη, που τους διάλεξε τη μέρα που γεννήθηκαν. Στις 7 Οκτωβρίου 2005 το όνομα Αούστρια Σάλτσμπουργκ επανήλθε στις λίστες του αυστριακού ποδοσφαίρου, έστω και στο χαμηλότερο σκαλοπάτι του, την 7η κατηγορία.

Όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Γουίμπλεντον, η νέα ομάδα αγκαλιάστηκε άμεσα από αρκετούς ανθρώπους και αυτή η αγάπη συντέλεσε στο να σκαρφαλώσει σιγά-σιγά στις επαγγελματικές κατηγορίες, παίζοντας ακόμα και με μικρά χωριά που ο πληθυσμός τους ήταν ίσος με τον αριθμό των εκδρομέων της Αούστρια, και να φτάσει πέρσι στη 2η κατηγορία, στην οποία όμως δεν κατάφερε να παραμείνει και φέτος. Αυτό όμως δεν πτόησε κανέναν. Είναι αποδεδειγμένο άλλωστε πως αν ψάχνει κάποιος οπαδούς που ζούνε για τους τίτλους και τις φιέστες, σίγουρα δεν θα τους βρει στο μικρό ερασιτεχνικό γηπεδάκι των 1566 θέσεων στο οποίο μετακόμισαν οι άνθρωποι αυτοί που επέλεξαν να συνεχίσουν να φοράνε μοβ.

Το Σάββατο που μας πέρασε μερικές εκατοντάδες εξ αυτών ταξίδεψαν ως την Αγγλία, απλά και μόνο για να δούνε την αγαπημένη τους ομάδα να παίζει ένα φιλικό παιχνίδι. Αντίπαλος τους ήταν ένας άλλος ιδιαίτερος σύλλογος, η FC Γιουνάιτεντ του Μάντσεστερ, που όλως τυχαίως επίσης ιδρύθηκε το 2005, από φίλους της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που διαφωνούσαν με την πώληση της στην οικογένεια Γκλέιζερ.

Οι Αυστριακοί εκδρομείς πήγαν με πορεία ως το μικρό γηπεδάκι των Άγγλων, χειροκροτήθηκαν έντονα κατά την είσοδο τους στην κερκίδα και δεν σταμάτησαν λεπτό να τραγουδάνε και να κουνάνε τις σημαίες τους. Μετά το τέλος του αγώνα, και παρά την ήττα με 3-0, αποθέωσαν τους παίκτες τους, τους αγκάλιασαν όταν αυτοί ανέβηκαν στην κερκίδα για να τους χαιρετίσουν και κατευθύνθηκαν στις γειτονικές παμπ όπου τα ήπιαν παρέα με οπαδούς των γηπεδούχων, συνεχίζοντας να τραγουδάνε για μια ομάδα που είναι πολύ πιθανό να μην τους δώσει ποτέ τη χαρά να πανηγυρίσουν ένα τίτλο αλλά μπορεί να περηφανεύεται ότι δεν έχασε ποτέ την αξιοπρέπεια της.

Αν ζούσε ακόμα ο Σαμ Πέκινπα, κάτι μου λέει ότι βλέποντας αυτούς τους ανθρώπους να επιλέγουν το δύσκολο δρόμο, απλά και μόνο γιατί κάτι μέσα τους κάποια στιγμή τους είπε ότι αυτό είναι το σωστό, θα χειροκροτούσε όρθιος και θα έπινε μερικές βότκες μαζί τους.

Δεν τον Κλωτσήσαμε Ποτέ

  [1 Σχόλιο]

Παιχνίδι Τσαμπιολί, ημίχρονο. Μεταξύ της μάχης να προλάβεις να πας στην τουαλέτα πριν την υπόλοιπη καφετέρια και της σκέψης αν θα πάρεις δεύτερο ποτό, σκάνε στην τηλεόραση οι φάτσες γνωστών ποδοσφαιριστών που λένε στη μητρική τους γλώσσα «Πείτε όχι στο ρατσισμό». Η διαφήμιση καταλήγει με το γνωστό σύνθημα της ΟΥΕΦΑ «Κλώτσα τον έξω». Μόνο που η κλωτσιά βγήκε τσαφ.

Πρόσφατα είδα ένα ντοκυμαντέρ απ’ την Τσεχία με τίτλο «FC ROMA». Ξεπερνώντας το αρχικό σοκ ότι μπορεί να άλλαξε τίτλο η ένδοξη ομάδα της Ρώμης, από την πρώτη σκηνή κατάλαβα ότι αναφερόταν σε άλλο πράγμα. Εκεί βγήκε στην κάμερα μια σαραντάρα κυρία που δήλωνε «Δεν είμαι ρατσίστρια, αλλά είναι γύφτοι και ο κόσμος έπρεπε να είναι λευκός». Το ντοκυμαντέρ περιγράφει την ιστορία ενός ποδοσφαιρικού συλλόγου στην Τσεχία που αποτελείται από Ρομά και παραλίγο να ανέβει κατηγορία από την 3η εθνική της Τσεχίας όπου βρίσκεται, επειδή οι αντίπαλες ομάδες δεν κατέβαιναν να παίξουν μαζί τους.

Η ομάδα εδρεύει στο Ντέσιν, μια μικρή πόλη της Τσεχίας. Ο προπονητής της Πάβελ Χόρβατ έλεγε στο ντοκυμαντέρ «Σε ποιο άλλο μέρος του κόσμου αρνείται ο αντίπαλος να κατέβει να παίξει μαζί σου;», πριν συμπληρώσει ότι «προτιμούν να φάνε το πρόστιμο από τη μη διεξαγωγή του αγώνα απ’ το να μας δώσουν το χέρι». Ακόμα βέβαια και όταν ο αντίπαλος δείχνει κάποια στοιχεία αθλητικής άμιλλας και κατεβαίνει να παίξει, οι οπαδοί του στις κερκίδες λένε συνθήματα όπως «Γύφτο, κλέφτη, πήγαινε να δουλέψεις», «Καταραμένοι τσιγγάνοι», «Θα σας πετάξουμε στον Χίτλερ» και άλλα τέτοια όμορφα, σε φίλαθλα πλαίσια πάντα.

Ο σκηνοθέτης του ντοκυμαντέρ, Ροζάλιε Κοουτόβα, είπε ότι «ο ρατσισμός δεν είναι ένα πρόβλημα του τσέχικου ποδοσφαίρου, αλλά ένα πρόβλημα της Τσεχίας». Το 69% των «Γκάτζος» (λευκοί) περιγράφει τη σχέση του με τους τσιγγάνους ως «αρνητική» ή «εξαιρετικά αρνητική». Η πρεμιέρα του ντοκυμαντέρ στις τσεχικές αίθουσες πριν δύο χρόνια ακυρώθηκε μετά από απειλές ακροδεξιών ομάδων οπαδών άλλων συλλόγων που δήλωναν «αγανακτισμένοι» στις κάμερες. «Το μόνο που κάνουν είναι να κλέβουν και να μας χτυπάνε». Ο πρόεδρος της Ρομά Ντέσιν δήλωσε ότι «οι Τσέχοι στο σχολείο εκπαιδεύονται να είναι ρατσιστές».

Φυσικά αυτό δεν είναι πρόβλημα μόνο της Τσεχίας. Στη Ρωσία τα νεοναζί κλαμπ οπαδών είναι πλέον σε πολλούς συλλόγους παράλληλες διοικήσεις. Μερικοί όπως η Ζενίτ Αγίας Πετρούπολης είχαν τρομακτικό ιστορικό τέτοιων, αλλά για άλλους συλλόγους αυτό είναι πρωτόγνωρη εμπειρία. Εδώ και δύο χρόνια είναι τόσο ανεξέλεγκτοι που η ομοσπονδία δε βάζει καν πρόστιμα ή οποιουδήποτε τύπου τιμωρία για τέτοια φαινόμενα αν αυτά περιορίζονται σε συνθήματα, κραυγές πιθήκου σε μαύρους παίχτες και γενικά ρατσιστικά φαινόμενα που δεν περιλαμβάνουν χρήση σωματικής βίας. Μάλιστα η Ρωσική Ομοσπονδία από το 2014 επιβάλει αγωνιστικές αποκλεισμού και πρόστιμα σε μαύρους ποδοσφαιριστές που απαντούν «απρεπώς» σε ρατσιστικές προσβολές, όπως να σηκώσουν το μεσαίο δάχτυλο.

Το πρόβλημα στη Ρωσία έχει ξεφύγει σε τέτοιο βαθμό που ο Γιάγια Τουρέ δήλωσε πριν δύο χρόνια ότι οι χώρες της μαύρης Αφρικής θα πρέπει να σκεφτούν πολύ σοβαρά να μποϋκοτάρουν το Μουντιάλ της Ρωσίας. Δήλωση που πέρασε προφανώς στα ψιλά. Όμως είναι κάτι που θα επανέλθει επειδή αντιδράσεις με ανακοινώσεις ότι η ΦΙΦΑ και η ΟΥΕΦΑ ανησυχούν πολύ για τα αυξανόμενα φαινόμενα ρατσισμού είναι γραφειοκρατική πρακτική. Χωρίς νόημα.

Και αν αυτά πιστεύετε ότι είναι πράγματα που συμβαίνουν σε πρώην Ανατολικούς, τότε να πάμε στη Γαλλία όπου στο ματς της Λυών με τη Λιλ, δύο αγωνιστικές πριν, οι φανατικοί οπαδοί της Λυών (Γκονς) σήκωσαν πανό που έδειχνε μια γυναίκα με βελάκι που έδειχνε προς την κουζίνα. Ναι, εντάξει, είναι σεξισμός και όχι ρατσισμός, αλλά δεν αλληλοαποκλείονται και αυτό συνέβη πρόσφατα. Ο σύλλογος είπε ότι θα βρει τον οπαδό που σήκωσε το πλακάτ και θα του κόψει το γήπεδο, αλλά το πρόβλημα παραμένει. Πόσο μάλλον σε μια πόλη όπου το Φροντ Νασιονάλ της Λε Πεν λατρεύει να κάνει τα συνέδριά του. Σημείωση εδώ, ότι η Λυών έχει, μαζί με τις Βόλφσμπουργκ και Άρσεναλ, μια από τις καλύτερες ομάδες γυναικείου ποδοσφαίρου στην Ευρώπη.

Και φτάνουμε στην Ισπανία. Τελευταία μέρα των χειμερινών μεταγραφών η Ράγιο Βαγιεκάνο παίρνει δανεικό από την Μπέτις, στην προσπάθειά της να ανέβει ξανά στην Πριμέρα, το Ρομάν Ζαζούλια. Ο Ουκρανός παίχτης έχει εθνικιστικό παρελθόν και ήταν μέλος σε εθνικιστικές ομάδες στη χώρα του. Για την ταυτότητα του Βαγιέκας τα έχουμε ξαναπεί. Οι «Μπουκανέρος» δεν το είδαν με καλό μάτι αυτό και με διαμαρτυρίες στο γήπεδο, στα ΜΜΕ και με επίσημο διάβημα στη διοίκηση είπαν ότι ο παίχτης δεν είναι ευπρόσδεκτος στο Βαγιέκας. Με γκράφιτι «Όχι Ναζί στο Βαγιέκας» το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: στη Ράγιο προτιμούν να μείνουν στη Σεγούνδα από το να προδώσουν την ταυτότητά τους. Ο παίχτης έμεινε 15 ώρες στη Μαδρίτη. Έχει επιστρέψει στη Σεβίλη, αλλά τυπικά είναι παίχτης της Ράγιο. Ο νεοναζί όμιλος οπαδός των Μπέτικος τον υποδέχθηκε λέγοντάς του ότι «είσαι ένας από εμάς» (πόσο παράδοξο για την εργατική ομάδα της πόλης), ενώ ο ίδιος με τον ντόρο που δημιουργήθηκε σε συνέντευξη τύπου δήλωσε «Δεν είμαι νεοναζί, απλώς βοηθάω όσους έχουν ανάγκη στη χώρα μου». Βοήθεια μόνο για Ουκρανούς βέβαια, αλλά αυτό δεν το είπε.

Η Ισπανία έχει φυσικά πρόβλημα αλλά όπως και η Γαλλία το διαχειρίζεται πετώντας τους εκτός γηπέδου. Το έκανε η Μπαρσελόνα με τους Μπόσος Νόις παλιά, η Ατλέτικο με το Φρέντε πρόσφατα. Όχι βέβαια όλοι. Θυμόμαστε τον παγκόσμιο ντόρο που είχε κάνει η κίνηση του Ντάνι Άλβες να φάει τη μπανάνα που του πέταξαν στο ματς κόντρα στη Βιγιαρεάλ. Εκεί δεν τιμωρήθηκε κανένας σύνδεσμος οπαδών, αλλά ο οπαδός.

Το ποδόσφαιρο είναι κομμάτι της κοινωνίας. Θα ήταν παράδοξο η άνοδος της ρατσιστικής συμπεριφοράς των πληθυσμών να μην έβγαινε και στα γήπεδα. Και αυτό σίγουρα δεν αντιμετωπίζεται με διαφημίσεις όπου οι πριμαντόνες λένε να πούμε όχι στο ρατσισμό. Άλλωστε από πλευράς αποδοτικότητας, η μπανάνα του Ντάνι Άλβες είχε πολύ καλύτερο αποτέλεσμα.

Όταν ο Αντρέα γνώρισε τον Ρομπέρτο

  [7 Σχόλια]

Σεζόν 2000-01. Ο Αντρέα Πίρλο που έχει κάνει ντεμπούτο στη Σέριε Α μόλις στα 16 του, αγωνίζεται πλέον για τέταρτη σεζόν στην μεγάλη κατηγορία και συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα στην Ίντερ, με τη ρετσινιά του αιώνιου ταλέντου να πλησιάζει. Οι προπονητές δεν τον πιστεύουν, πηγαίνει δανεικός, γυρίζει, δεν μπορεί να βρει θέση στην ομάδα του Ταρντέλι και έτσι για το δεύτερο μισό της χρονιάς επιστρέφει στην πατρίδα του την Μπρέσια. Εκεί, ο φοβερός και αγαπημένος Κάρλο Ματσόνε παίρνει το ρίσκο να τον κάνει «regista» ή όπως λέμε στο χωριό μου «deep-lying playmaker». Σε αυτή την απόφαση παίζει μεγάλο ρόλο ότι η Μπρέσια είχε ήδη ένα μεγάλο 10αρι, το είδωλο του Πίρλο, τον τεράστιο Ρομπέρτο Μπάτζιο (που είχε φύγει κι αυτός από την Ίντερ). Με αρκετά κιλά παραπάνω, την μαλλούρα και τα μούσια να έχουν γκριζάρει, ο 34χρονος Μπάτζιο ανανεώθηκε στην Μπρέσια σκοράροντας συχνά. Ο Ματσόνε μετακινεί τον Πίρλο πιο πίσω και αφήνει τον Μπάτζιο που δεν ήταν για πολύ τρέξιμο, να παίζει κάτι ως επιθετικός-δεκάρι-ψευτοεννιάρι μπροστά. Τα αποτελέσματα τον δικαιώνουν.

Ένα από τα δέκα γκολ του Μπάτζιο στο πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς, ήταν ένα έργο τέχνης, μια συνεργασία δύο καλλιτεχνών του ποδοσφαίρου που δυστυχώς στη συνύπαρξή τους στην Ίντερ δεν είδαμε αντίστοιχη. Με αντίπαλο τη Γιουβέντους (μια ακόμα ομάδα που θα ένωνε τους δύο μαέστρους) στο Τορίνο, η Μπρέσια βρισκόταν πίσω στο σκορ από ένα γκολ του Τζαμπρότα. Στο 86′, ο Πίρλο με το κλασσικό του στιλάκι πήρε την μπάλα στο χώρο που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια το δεύτερο σπίτι του. Εκεί, λίγο πίσω από τη σέντρα. Είχε δει ήδη τον Μπάτζιο και έκανε μια μπαλιά διαβήτη (επιπέδου Τσιάρτα σε Χαριστέα) με την μπάλα να διαγράφει τέλεια τροχιά. Οι περισσότεροι θα δυσκολεύονταν να την κατεβάσουν ακόμα κι έτσι. Ο Ρόμπι όχι απλά έκανε μαγικό κοντρόλ, με τόση απαλότητα λες και του έδωσες να κρατήσει νεογέννητο μωρό, αλλά ταυτόχρονα με το κατέβασμα έκανε και ντρίμπλα στο φαν ντερ Σαρ και ισοφάρισε για το τελικό 1-1. Ένα γκολ που στο τέλος του πρωταθλήματος (όταν κι η Ρόμα πήρε το πρωτάθλημα με 2 μόλις βαθμούς διαφορά από τη Γιούβε) αποδείχτηκε από τα καθοριστικά.

Η γιαγιά της Μπέτις

  [3 Σχόλια]

Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι αρκετά σπάνιο. Οι γυναίκες δεν πατάνε εύκολα στα γήπεδα (όχι ότι έχουν άδικο) και όσες το κάνουν συνήθως είναι για λόγους οικογενειακής αποκατάστασης και να παίξουν στα ελληνικά αθλητικά πόρταλς με τίτλους «έβαλε φωτιά η Σούζι Τσούζι στις εξέδρες του Αγρινίου», «μοίρασε πόνο η Φωφώκα στους θεατές στο Ηράκλειο» και άλλα τέτοια. Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά, όπως η κυρία Χάιδω στο Καυτανζόγλειο. Στην Ισπανία αντίθετα, τα γήπεδα (ειδικά τα επαρχιακά) είναι γεμάτα γυναίκες. Μερικές όμως ξεχωρίζουν. Μια τέτοια είναι η Κονσεπσιόν (τα «σ» με «θ») Αντράντε, η περίφημη γιαγιά της Μπέτις, η ντόνα Κόντσα.

Η Κόντσα πέρασε μια ζωή στο γήπεδο της ομάδας, όχι απλά βλέποντας, αλλά συμμετέχοντας με φωνές από το καρεκλάκι της. Ζητώντας με τη χαρακτηριστική φωνή της πέναλτι, φάουλ, αποβολές, χειροκροτώντας και ζώντας με αγωνία. Η Κόντσα πήγαινε με το λεωφορείο στο γήπεδο, μαζί με την πιτσιρικαρία, σαν ένας οποιοσδήποτε οπαδός, τραγουδώντας μαζί με τους νεαρούς τα συνθήματα της ομάδας. Πολλές φορές ξέφευγε, θυμίζοντας τις επικές κυρίες (και ένα από τα αγαπημένα μου βίντεο στην ιστορία του Σομπρέρο) στα κάγκελα του γηπέδου της Μπάνφιλντ. Οι ατάκες της, αλλά και οι βρισιές της φλογερής Ανδαλουσιανής γιαγιάς πέρασαν στην ιστορία με αποκορύφωμα τα «μαρικόν» προς τον καημένο τον Βαλντάνο, μια που η Κόντσα ήταν λίγα μέτρα πιο πίσω από τον πάγκο των φιλοξενούμενων.

Το συγκινητικό βιντεάκι, ακόμα κι αν δεν ξέρεις γρι ισπανικά

Η γιαγιά της Μπέτις είχε πρωταγωνιστήσει μέχρι και σε διαφημιστικά σποτάκια του συλλόγου, όταν η Μπέτις το 2005 κέρδισε την έξοδό της στο Τσάμπιονς Λιγκ και έκανε σχετική καμπάνια. Επισκέφτηκε μαζί με άλλους «μπέτικος» το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Λονδίνο και όταν δεν βρήκαν κάποιο έργο τέχνης της Μπέτις αναρωτήθηκαν τι σόι μουσείο είναι. Ο Ισπανός τραγουδιστής Χοσέ Μανουέλ Σότο ρώτησε τον κρυόκωλο Άγγλο «Εδώ έχετε πολλή τέχνη, αλλά δεν έχει αυθεντική τέχνη. Έχετε τα βασικά κινήματα ευρωπαϊκής τέχνης, αλλά πού είναι η Μπέτις;«, για να αναλάβει η γιαγιά Κόντσα το κράξιμο, με τη φοβερή λεπτομέρεια να φοράει vintage φανέλα Ρόμπερτ Γιάρνι. Πρωταγωνίστησε και σε δεύτερο παρόμοιο σποτάκι.

Τα τελευταία χρόνια η γιαγιά Κονσεπσιόν ζούσε σε οίκο ευγηρίας που κατά σύμπτωση (ή μήπως όχι) ήταν πολύ κοντά στο γήπεδο. Οι εμφανίσεις της σιγά σιγά άρχισαν να μειώνονται λόγω της υγείας της και η Μπέτις φρόντισε να την τιμήσει με μια επίσκεψη και δώρο μια φανέλα με το όνομά της. Στο παρελθόν άλλωστε είχε τιμηθεί κι από άλλους, όπως τον γνήσιο Μπέτικο, το παιδί της πόλης, τον μεγάλο Χοακίν.

Η Κόντσα και ο Χοακίν, λες και είναι γιαγιά και εγγονός

Η γιαγιά Κόντσα πέθανε πριν λίγες μέρες στα 92 της, εκεί στον οίκο ευγηρίας λίγο πιο δίπλα από το πραγματικό της σπίτι, το Εστάδιο Μπενίτο Βιαγιαμαρίν. Η είδηση έπαιξε σε όλα τα μέσα και φυσικά η μνήμη της τιμήθηκε από τη Ρεάλ Μπέτις. Το πιο σημαντικό ίσως όμως, ήταν ότι ακόμα και η μισητή Σεβίλλη φρόντισε να κάνει δημοσίευση τιμώντας ένα πρόσωπο συνδεδέμενο με το ποδόσφαιρο της πόλης, αλλά και γενικά μια μορφή από τις τελευταίες ενός ποδοσφαίρου που χάνεται σιγά σιγά.

Η χαμένη χαρά του παιχνιδιού

  [5 Σχόλια]

Σε ένα πολύ γνωστό ανέκδοτο που αναφέρεται στο βιβλίο του «Περί ηρώων και ταφών», ο Ερνέστο Σαμπάτο παρουσιάζει το «φιλοσοφικό δίπολο» του ποδοσφαίρου. Το μεταφέρω σε ελεύθερη απόδοση. Εκεί, ο κεντρικός χαρακτήρας ο Τζουλιάν ντ’ Αρκάντζελο, διηγείται στον ήρωα της νουβέλας, τον Μάρτιν, ένα περιστατικό στο οποίο πρωταγωνιστούσαν δύο επιθετικοί της Ιντεπεντιέντε στη δεκαετία του ’20, ο Αλμπέρτο Λαλίν, ένας απίστευτος ντριμπλαδόρος, και ο Μανουέλ Σεοανέ, ένα βαρύ σέντερ φορ, που ήξερε να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα, και οι οποίοι θεωρούνταν οι κύριοι εκφραστές των δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον τρόπο που έπρεπε να παίζεται το ποδόσφαιρο. Της αποτελεσματικότητας και του θεάματος της ευχαρίστησης. «Για να σου δείξω ποιες είναι αυτές οι δύο διαφορετικές φιλοσοφίες» λέει ο Ντ’ Αρκάντζελο στον Μαρτίν «θα σου διηγηθώ μια πολύ γνωστή ιστορία. Ένα απόγευμα, στο ημίχρονο που είχε λήξει δίχως γκολ, ο Σεοανέ λέει στον Λαλίν (που είχε ντριμπλάρει μέχρι και τα σημαιάκια του κόρνερ) ‘μόλις μπούμε μέσα κάνε μου μια μακρινή πάσα και θα βάλω γκολ’. Μόλις άρχισε το δεύτερο ημίχρονο ο Λαλίν έκανε μια μακρινή μπαλιά στον Σεοανέ, ο οποίος την πήρε, κατευθύνθηκε προς το τέρμα ντριμπλάροντας και σκόραρε. Αμέσως μετά, γυρίζει με τα χέρια ανοικτά και τρέχοντας προς τον Λαλίν φώναζε ‘το είδες Λαλίν; το είδες; σου το είπα’. Και ο Λαλίν απάντησε ‘ναι, αλλά δεν το φχαριστήθηκα΄.

Το παραπάνω μικρό απόσπασμα βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου «Η τέχνη του πολέμου για το ποδόσφαιρο» και στάθηκε αφορμή για αυτό εδώ το κείμενο. Κύριο χαρακτηριστικό του σύγχρονου ποδοσφαίρου είναι η ταχύτητα, η δύναμη και φυσικά τα πολυπρόσωπα -κυρίως αμυντικά- συστήματα που δεν μπορούν να βοηθήσουν να φανούν οι παίκτες-αρτίστες. Ένα ποδόσφαιρο που σιγά-σιγά αρχίζει να γίνεται (δυστυχώς) άθλημα των προπονητών και όχι των παικτών. Αυτή την πραγματικότητα σήμερα, θα την πάω ένα βήμα παραπέρα και θα ρωτήσω «Στο σύγχρονο αυτό ποδόσφαιρο, πόσοι παίκτες κορυφαίου επιπέδου δείχνουν να απολαμβάνουν πραγματικά το άθλημα την ώρα διεξαγωγής μιας αναμέτρησης;»

Ειλικρινά δεν μπορώ να βρω εύκολα απάντηση. Ο τελευταίος κορυφαίος παίκτης που πραγματικά ζούσε το παιχνίδι όπως ένας πιτσιρικάς σε αλάνα και έπαιζε σε κορυφαία ομάδα, κατακτώντας μάλιστα σημαντικούς ατομικούς και ομαδικούς τίτλους, ήταν ο Ροναλντίνιο. Κι αυτός το έκανε μέχρι τα 27-28 του χρόνια. Μετά βαρέθηκε. Ήταν η περίοδος που το ποδόσφαιρο άλλαξε (γύρω στο 2008) -δυστυχώς προς το χειρότερο- και παίκτες αυτής της «πάστας» όπως ο Ροναλντίνιο, ο Κακά, ο Ρικέλμε αλλά και μικρότερου βεληνεκούς, όπως ο -λατρεμένος μου- Παμπλίτο Αϊμάρ ένιωθαν πως αυτό το ‘νέο’ άθλημα δεν έχει χώρο γι’ αυτούς. Το πράγμα είναι πολύ απλό. Μπορείς να τρέχεις για δύο ώρες; Θα παίξεις ακόμα και αν δεν μπορείς να βγάλεις σωστή πάσα στα 10 μέτρα. Δεν μπορείς να τρέχεις σαν μηχανάκι; Δεν θα παίξεις ακόμα και αν έχεις την τεχνική του Γκαρίντσα, του Σόκρατες και του Ζίκο. Για να μην παρεξηγηθώ, ο Ροναλντίνιο συνδύαζε άψογα ταχύτητα και τεχνική.

Συνεχίζω με τον Βραζιλιάνο μάγο και την Μπαρτσελόνα. Εκείνη η ομάδα είχε παίκτες όπως ο Ετο’ο, ο Λάρσον και ο Ντέκο, με προπονητή τον Φρανκ Ράικαρντ. Όποιον και να ρωτήσεις για εκείνη την σπουδαία  ομάδα θα σου πει πως εκείνη η Μπάρτσα, ήταν η ομάδα του Ροναλντίνιο. Μιλάμε για την περίοδο 2004-2007. Πάμε στην επόμενη Μπάρτσα των Ινιέστα, Τσάβι, Άλβες και φυσικά του σπουδαίου Λιονέλ Μέσι. Μιλάμε για την περίοδο 2008-2012. Εκείνη η ομάδα έχει μείνει ως η ομάδα του Πεπ Γκουαρντιόλα και του δικού του ‘τίκι-τάκα’. Αλλά γιατί; Υπήρχε σε αυτή ο κορυφαίος παίκτης της τελευταίας 20ετίας. Ο μικρός Αργεντινός ζογκλερ και -ίσως- μαζεμένοι μερικοί απ’ τους κορυφαίους Ισπανούς στην ιστορία της Λα Λίγκα. Κι όμως. Όποιον Καταλανό και να ρωτήσεις δεν θα σου βάλει κανένα από όλους αυτούς δίπλα στον Ροναλντίνιο για ένα απλό λόγο. Ο Ροναλντίνιο έπαιζε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που παίζει το παιδάκι της αλάνας, με εκείνο το υπέροχο χαμόγελο μονίμως στο πρόσωπό του, και όταν έπαιζε με την -άσημη- Έιμπαρ αλλά και όταν έπαιζε απέναντι στην μισητή (για τους Καταλανούς) Ρεάλ Μαδρίτης στο -πάντα εχθρικό- Σαντιάγκο Μπερναμπέου, και ο περισσότερος κόσμος αυτό θέλει να βλέπει. Ήταν απλό. Ο τρόπος παιχνιδιού του Ροναλντίνιο ήταν πάνω από κάθε τακτική και η αντίληψή του για το παιχνίδι δεν είχε καμία, μα καμία, σχέση με την αντίληψη που έχουν οι δύο κορυφαίοι παίκτες των ημερών μας (ο Κριστιάνο Ρονάλντο και ο Λιονέλ Μέσι). Δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο -και αν- ευχαριστιούνται την κάθε αναμέτρηση αυτοί οι δύο παίκτες, μα στα δικά μου μάτια κάθε τους -κορυφαία είναι αλήθεια- εμφάνιση, είναι ακόμα μια μέρα στο γραφείο. Μια άκρως επαγγελματική σχέση ρουτίνας. Απλά στη θέση του γραφείου βάλτε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο και στη θέση ενός βαρετού 8ώρου βάλτε ένα ποδοσφαιρικό 90λέπτο.

Οι ρυθμοί του σύγχρονου και άκρως επαγγελματικού ποδοσφαίρου ίσως μόνο έτσι μπορούν να δώσουν διάρκεια σε ένα κορυφαίο ποδοσφαιριστή αλλά ειλικρινά δεν ξέρω πόσο είναι όμορφο όλο αυτό για τον θεατή αλλά και για τον ίδιο τον ποδοσφαιριστή. Στα δικά μου μάτια δεν είναι. Έχουμε φτάσει να βλέπουμε τις φαντεζί ενέργειες με το σταγονόμετρο σε κάθε αναμέτρηση και αυτό σίγουρα τρομάζει τον μέσο θεατή που απλά θέλει να βλέπει ποδόσφαιρο. Οι τακτικές είναι ωραίες, όπως και οι άμυνες και οι τίτλοι απλά πρέπει να καταλάβουμε και τι είναι αυτό που βλέπουμε. Προσωπικά θέλω να βλέπω όμορφες ενέργειες και παίκτες-αρτίστες που χαίρονται πραγματικά το παιχνίδι. Θέλω να δω και πάλι τον Ροναλντίνιο, τον Κακά, τον Ρικέλμε, τον Ριβάλντο και τον Ρομάριο. Εκείνους τους παίκτες που έπαιζαν όπως το παιδάκι που έσκαγε μύτη στην αλάνα φορώντας τζιν παντελόνι και κατέβαινε απ’ το ποδήλατο για  να παίξει μαζί μας. Αφού λοιπόν μας είχε τρελάνει στην ντρίμπλα και έφτανε στο τετ α τετ με τον τερματoφύλακα -πολλές φορές- πέταγε την μπάλα, επίτηδες, άουτ  ζαλισμένο. Ζαλισμένο αλλά χαμογελαστό. Με το ίδιο χαμόγελο ανέβαινε στο ποδήλατο και έφευγε για να προλάβει το φροντιστήριο. Ευτυχώς ο Ροναλντίνιο μας θύμισε -έστω και για λίγο- εκείνο το ανέμελο παιδικό χαμόγελο και προσωπικά θα τον ευγνωμονώ πάντα γι’ αυτό.

Από τη Λιβερία στην Ευρώπη, η ιστορία του Ζορζ Γουεά

  [7 Σχόλια]

Δυστυχώς τα πράγματα στην Αφρική δεν έχουν προχωρήσει πολύ τα τελευταία χρόνια. Οι συνθήκες δεν είναι καλύτερες, τα οικονομικά προβλήματα, οι πόλεμοι και η εκμετάλλευση δεν σταμάτησαν. Αν κάτι έχει αλλάξει είναι η διέξοδος του ποδοσφαίρου, με πολλούς ανθρώπους από την Αφρική να καταφέρνουν μέσα από το ταλέντο τους να ξεφεύγουν, να καταφέρνουν να ζουν οι ίδιοι και οι συγγενείς τους σε καλύτερο επίπεδο. Πολύ πριν όμως φτάσουμε σε αυτό το σημείο, υπήρξαν κάποιοι πρωτοπόροι. Κάποιοι που σε πολύ πιο πέτρινα χρόνια για το αφρικανικό ποδόσφαιρο κατάφεραν να το δοξάσουν και να ανοίξουν τις πόρτες για τους επόμενους. Ένας από πιο σημαντικούς είναι ο Ζορζ Γουεά.

Ο Γουεά μεγάλωσε στα γκέτο της Μονρόβια στη Λιβερία. Παρ’ ότι έπαιζε μπάλα από μικρός ήξερε ότι οι πιθανότητες το ποδόσφαιρο να φέρει φαγητό στο τραπέζι ήταν λίγες και έτσι παράλληλα δούλευε και σαν τεχνικός-ηλεκτρολόγος. Σιγά σιγά όμως άρχισε να ξεχωρίζει στις τοπικές ομάδες, να κερδίζει τίτλους στην Λιβερία με δύο διαφορετικές ομάδες και να καλείται στην εθνική της χώρας. Οι εμφανίσεις του έφεραν μια μεταγραφή στο Καμερούν και στην πρωτεύουσα Γιαουντέ.

«Σε μια εποχή που υπήρχε μεγάλος ρατσισμός, ο Βενγκέρ μου συμπεριφερόταν σαν να ήμουν ο γιος του.
Κάθε φορά που έβγαινα στο γήπεδο έπαιζα γι’ αυτόν, για όλα όσα είχε κάνει για μένα.
Θα έσπαγα το πόδι μου, το πρόσωπό μου, το χέρι μου γι’ αυτόν»

Χρωστάμε πολλά στον Αρσέν Βενγκέρ που έφερε τον Λιβεριανό επιθετικό στην Μονακό από το Καμερούν. Σε χρόνια που γενικά δεν υπήρχε το ίντερνετ, τα δίκτυα σκάουτινγκ, τόσο ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, ήταν πραγματικά δύσκολο να βρίσκονται τα «διαμάντια» της Αφρικής. Ο Βενγκέρ έψαχνε επιθετικό, ρώτησε έναν φίλο του και εκείνος του μίλησε για τον Γουεά. Με ελάχιστα χρήματα, ο Βενγκέρ τον έφερε στο πριγκιπάτο, του έδειξε εμπιστοσύνη και γρήγορα κατάλαβε ότι είχε βρει έναν εξαιρετικό ποδοσφαιριστή.

Το ιστορικό γκολ στο Μόναχο, η ΠΣΖ έκανε έξι στα έξι στον όμιλό της

Την πρώτη του χρονιά ο Γουεά κάνει ήδη τη διαφορά σκοράροντας αρκετά στο γαλλικό πρωτάθλημα, τόσο ώστε να γίνει ο πρώτος Λιβεριανός που κατακτά το βραβείο του καλύτερου παίκτη της Αφρικής, το 1989. Θα το κατάφερνε άλλες δύο φορές στο μέλλον, το 1994 και το 1995. Ο Γουεά έμεινε τέσσερις σεζόν στην Μονακό, κατακτώντας ένα κύπελλο, πριν πάει στην Παρί Σεν Ζερμέν. Ήταν ένας πολύ γρήγορος επιθετικός, αρκετά καλός με την μπάλα στα πόδια και δυνατός ώστε να αντέχει στο σκληρό παιχνίδι των αντιπάλων. Δεν είχε τα απίστευτα ρεκόρ στο σκοράρισμα, αν δεις τα στατιστικά του δεν μάτωνε τόσο τα δίχτυα όσο πίστευες, αλλά ήταν ένας πολύ χρήσιμος επιθετικός και φαινόταν πάντα να έχει έφεση στο σκοράρισμα στα διεθνή παιχνίδια. Στο Παρίσι κατέκτησε ένα πρωτάθλημα, δύο ακόμα κύπελλα και είχε μια εξαιρετική πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ του 1995, όταν η ΠΣΖ έφτασε στα ημιτελικά και ο Γουεά βγήκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης. Αυτές οι εμφανίσεις του έδωσαν τη Χρυσή Μπάλα μπροστά από Κλίνσμαν και Λιτμάνεν. Εξίσου καλές πορείες είχε και στο ΟΥΕΦΑ, αλλά και το Κυπελλούχων όπου η ΠΣΖ έκανε πορείες ως τα ημιτελικά.

Το μακρινό ριμπάουντ (το σημαντικότερο πράγμα στο μπάσκετ) και το coast-to-coast

Οι εμφανίσεις του τον έφεραν ακόμα ένα σκαλί πιο ψηλά, αυτή τη φορά στο Μιλάνο. Ο Γουεά εκεί πλέον θα γινόταν στα μάτια όλων ένας από τους κορυφαίους επιθετικούς του κόσμου. Στην Μίλαν συνεργάστηκε με επιτυχία με πολλά μεγάλα ονόματα της εποχής. Σιμόνε, Μπίρχοφ, Σαβίσεβιτς, Μπάτζιο, Λεονάρντο, Κλάιφερτ και προς το τέλος της καριέρας του και με τον Αντρέι Σεβτσένκο. Ο Γουεά βγήκε πρώτος σκόρερ της Μίλαν κάποιες σεζόν και χωρίς να πετυχαίνει απίστευτα νούμερα (σκεφτείτε βέβαια και τις άμυνες εκείνης της περιόδου στην Ιταλία) ήταν ένας από τους σημαντικούς παίκτες της ομάδας. Έτρεχε, πίεζε, έβαζε το εγώ κάτω από την ομάδα και μοίραζε ασίστ και έβαζε και κάποια μαγικά γκολ όπως αυτό με τη Βερόνα. Στην Μίλαν κατέκτησε δύο πρωταθλήματα και φυσικά ένα σωρό προσωπικούς τίτλους.

Στο τέλος της καριέρας του πέρασε και από την Αγγλία. Παρ’ ότι δεν έλαμψε, στην Τσέλσι αγαπήθηκε αρκετά από τον κόσμο μια που είχε και σημαντική συνεισφορά στο κύπελλο του 2000. Γενικά, λόγω και της απόδοσης, αλλά και του χαρακτήρα του έκανε φίλους παντού. Σεμνός, ταπεινός και μετρημένος, δεν άλλαξε σαν χαρακτήρας παρά τη δόξα και τα χρήματα. Το μόνο του παράπονο ίσως από μια τεράστια καριέρα είναι ότι δεν κατάφερε να παίξει σε ένα Μουντιάλ, να οδηγήσει εκεί τη Λιβερία. Στα προκριματικά του 2002, η Λιβερία έχασε μόλις για έναν βαθμό την πρόκριση από τη Νιγηρία. Στο Κύπελλο Εθνών της Αφρικής που έγινε λίγους μήνες αργότερα στο Μάλι, έπαιξε για τελευταία φορά στα 36 του πια με την εθνική, σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Νιγηρία. Σκόραρε 22 φορές, το τελευταίο του γκολ λίγες μέρες πιο πριν με το Μάλι σε μια ισοπαλία.

Η βράβευση και μια μίνι συνέντευξή του

Ο Γουεά (που όσο γερνάει μοιάζει με έναν παχουλό Ίντρις Έλμπα) μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με την πολιτική. Κι ενώ πάντα είμαστε επιφυλακτικοί με κάτι τέτοιο (Μάριο Ζαρντέλ εσένα κοιτάω), ο Γουεά φαίνεται ότι δεν «λερώθηκε» από αυτή. Μετά το ποδόσφαιρο βοήθησε ως πρέσβης της UNICEF στην ενημέρωση για την καταπολέμηση του AIDS και στην επανένταξη παιδιών που είχαν γίνει στρατιώτες, έφτιαξε ποδοσφαιρικές ομάδες που το μόνο κριτήριο εισαγωγής ήταν να μην παρατάς το σχολείο και συνεχίζει να προσπαθεί για το καλό της πατρίδας του. Κατέβηκε στις εκλογές για την προεδρία της χώρας το 2005, αλλά οι αντίπαλοί του αντιπαρέταξαν το γεγονός ότι δεν έχει σπουδάσει. Το κόμμα του Γουεά βγήκε δεύτερο και ο Ζορζ κατέβηκε ξανά και το 2011 αυτή τη φορά ως υποψήφιος αντιπρόεδρος της χώρας, χάνοντας ξανά. Κατάφερε όμως να εκλεγεί πανηγυρικά γερουσιαστής. Με τις εκλογές να γίνονται το 2017 και τη γυναίκα πρόεδρο της χώρας να έχει συμπληρώσει δεύτερη 6ετία και να μην έχει δικαίωμα να κατέβει ξανά, ο Γουεά θα δοκιμάσει και πάλι για πρόεδρος. Το αν είναι καλός ή κακός ως πολιτικός δεν το ξέρουμε. Αρκεί να παραμείνει ο ίδιος συμπαθής άνθρωπος.