Ο ultra των ενενήντα ετών

  [Καθόλου σχόλια]

nonno-ciccio-2

Ήταν το 1937 όταν η Ιταλία του Μουσουλίνι αποχωρούσε εν μέσω κατακραυγής από την Κοινωνία των Εθνών (τον προπομπό του ΟΗΕ), δύο χρόνια μετά την εισβολή των Ιταλών στην Αιθιοπία. Για τον 10χρονο Νόνο Τσίτσο (πραγματικό όνομα Φραντσέσκο Μαλτζέρι) στα νότια της Ιταλίας όμως, δεν είχε μεγάλη σημασία αυτό. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε ο μεγάλος έρωτας της ζωής του, όταν ένας φίλος τον έπεισε να κλέψει το ποδήλατο του θείου του και να κάνουν καμιά 50αρια χιλιόμετρα για να δουν τη Φότζια να παίζει. Η Φότζια κέρδισε με 3-0, ο Νόνο δεν θυμάται τον αντίπαλο, αλλά εκείνη την μέρα μια αγάπη γεννήθηκε.

Δυστυχώς για το Νόνο οι πολιτικές εξελίξεις τον πρόλαβαν πριν προλάβει να χορτάσει την αγαπημένη του ομάδα και στάλθηκε στο μέτωπο της Βόρειας Αφρικής. Εκεί τον έπιασαν οι Βρετανοί («κουνούσα μια βρετανική σημαία και έτσι γλίτωσα και δεν με σκότωσαν») και τον έστειλαν ως αιχμάλωτο πολέμου στη Σκωτία, μέρος όχι άσχημο για να είσαι αιχμάλωτος. «Μου φέρθηκαν πολύ καλά εκεί, καλύτερα από ότι φέρεται το ιταλικό κράτος στη σύνταξή μου» δήλωσε στο αφιέρωμα που του ετοίμασε ο Γκάρντιαν πριν μερικούς μήνες. Εκεί φρόντιζε αγελάδες για 18 μήνες. Μπορεί να μη θυμάται το πρώτο του παιχνίδι το 1937, θυμάται το πρώτο μετά τον πόλεμο όμως. Μια κυπελλική ισοπαλία με την Πεσκάρα.

Από τότε η ζωή του είναι ένα συνεχές ταξίδι για τη Φότζια. Για το Νόνο ο πραγματικός ultra είναι αυτός που ακολουθεί την ομάδα μακριά από την πόλη της. Τα ταξίδια είναι αυτά που του αρέσουν. Τα χιλιόμετρα που έχει γράψει μέχρι το Τορίνο, μέχρι το Μιλάνο για να δει τη Φότζια. Έχει γνωρίσει όλη τη χώρα εξαιτίας της ομάδας του και τον έχει μάθει αρκετός κόσμος. Σε ένα Κοζέντσα-Φότζια ήταν ο μοναδικός οπαδός των φιλοξενούμενων και οι γηπεδούχοι τον υποδέχτηκαν με σεβασμό. Τις καθημερινές πηγαίνει και βοηθάει το γιο του στα χωράφια, αλλά τις Κυριακές υπάρχει μόνο η Φότζια. Ήταν Κυριακή άλλωστε κι η μέρα του γάμου του, στο γλέντι πάντως δεν πήγε. Έφυγε κατευθείαν για το γήπεδο. «Μου λείπουν οι εποχές που όλα τα ματς ήταν Κυριακή στις 3. Οι καιροί άλλαξαν, αλλά δεν μου αρέσει να βλέπω την ομάδα στην τηλεόραση, το γήπεδο δεν συγκρίνεται» δήλωνε πέρσι σε συνέντευξη σε ιταλική εφημερίδα. Ετοιμαζόταν να πάει μέχρι την Κατάνια για ένα παιχνίδι που θα ξεκινούσε στις 20.30 και θα έπρεπε να κάνει ταξίδι 600 χιλιομέτρων και άλλων τόσων για να γυρίσει πίσω μέσα στη νύχτα.

nono

Οι οπαδοί της ομάδας τον τίμησαν με πλακέτα, του έκαναν δώρο ένα διαρκείας και ήθελαν να του πληρώσουν ένα ταξίδι. Ο ίδιος αρνήθηκε. Δεν παρατάει ποτέ την παλιά γκρι Λαγκούνα του. Άλλωστε το ταξίδι είναι ιεροτελεστία. Η προετοιμασία (παίρνει πάντα το φαγητό του και το νερό του γιατί στο γήπεδο είναι ακριβά), η οδήγηση, τα συνθήματα και η μπαλίτσα. Ο Νόνο Τσίτσο είναι σήμερα 90 ετών και συνεχίζει να γράφει χιλιόμετρα μέσα-έξω για να ακολουθεί μια ομάδα που έχει να παίξει στην Ά εθνική από το μακρινό 1995. Από τις Άλπες μέχρι τη Σικελία και από την Α’ εθνική μέχρι τα ερασιτεχνικά που κατέληξε η αγαπημένη του ομάδα. Πέρσι, η Φότζια βγήκε 2η στον όμιλό της στη Γ’ εθνική. Έπαιξε στα μπαράζ μαζί με άλλες επτά ομάδες και έφτασε στον τελικό με την Πίζα όπου σε διπλούς αγώνες έχασε το εισιτήριο για την άνοδο. Ο Νόνο δεν πτοείται και θα συνεχίσει να ακολουθεί την αγαπημένη του ομάδα μέχρι τέλους, φορώντας την καρφίτσα με το αγαπημένο του «Ειρήνη μεταξύ των ultras».

Ο μονόχειρας Θεός της Ουρουγουάης

  [Καθόλου σχόλια]

To απόγευμα της 27ης Μαίου 1934 η προσοχή όλων στην Ουρουγουάη ήταν στραμμένη στο ‘Σεντενάριο’, εκεί όπου οι δυο μεγαλύτερες ομάδες της χώρας, η Πενιαρόλ και η Νασιονάλ, έπαιζαν το πρωτάθλημα σε ένα παιχνίδι μπαράζ, καθώς το τέλος της σεζόν τις είχε βρει ισόβαθμες στην κορυφή της βαθμολογίας.

Στο 70ο λεπτό του αγώνα και με το σκορ στο 0-0 σε μια πολύ περίεργη φάση η μπάλα βρήκε το βαλιτσάκι των πρώτων βοηθειών που είχε αφήσει κατά λάθος ο γιατρός της Νασιονάλ δίπλα ακριβώς στη γραμμή του άουτ και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Ο διαιτητής δεν είδε την παράβαση, η Πενιαρόλ συνέχισε την επίθεση σαν να μην έχει συμβεί τίποτα και ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά πέτυχε γκολ (το οποίο έμεινε γνωστό ως «το γκολ της βαλίτσας»). Ακολούθησε χαμός.

Οι παίκτες της Νασιονάλ διαμαρτυρήθηκαν έντονα στον διαιτητή και πάνω στα νεύρα και την ένταση έπεσαν και μερικές ‘ψιλές’. Αποτέλεσμα; Τρεις παίκτες της Νασιονάλ αποβλήθηκαν, ο διαιτητής οδηγήθηκε στο ιατρείο και τον αγώνα κλήθηκε να συνεχίσει μετά από αρκετή ώρα ο 4ος διαιτητής, που σαν καλός διπλωμάτης και με αφορμή την έλλειψη κατάλληλου φωτισμού (αφού είχε πλέον νυχτώσει για τα καλά), διέκοψε το παιχνίδι οριστικά.

0000384293

Το περιβόητο βαλιτσάκι και η μπάλα του αγώνα βρίσκονται πλέον στο μουσείο της Νασιονάλ

Δυο ολόκληρους μήνες μετά (!), στις 30 Ιουλίου, η ομοσπονδία κατάφερε να βγάλει απόφαση για τη μοίρα του ‘τελικού’: Το γκολ της Πενιαρόλ ακυρωνόταν, όπως και μια από τις τρεις αποβολές της Νασιονάλ, και οι δυο ομάδες θα έπρεπε να παίξουν τα εναπομείναντα 20 λεπτά κεκλεισμένων των θυρών. Στις 25 Αυγούστου λοιπόν, έναν ολόκληρο μήνα μετά την απόφαση και τρεις μήνες μετά τη μέρα που έγινε το μπαράζ, οι 20 παίκτες (11 της Πενιαρόλ και 9 της Νασιονάλ) επέστρεψαν στο Σεντενάριο για να συνεχίσουν τον ‘τελικό’.

Το 20λεπτο έληξε χωρίς σκορ κι έτσι αποφασίστηκε να υπάρξει 30λεπτη παράταση. Η παράταση έληξε κι αυτή χωρίς σκορ και τότε (* drum roll *) σε μια στιγμή αυθεντικής λατινοαμερικάνικης μαγείας αποφασίστηκε να υπάρξει και δεύτερη 30λεπτη παράταση! (Γιατί; Γιατί… Ουρουγουάη, διάολε! Πηγαίνουμε σιγά-σιγά κοντά στη Λογική, της κάνουμε τάκλιν από πίσω, την τσαλαπατάμε με τις βρώμικες τάπες του αριστερού ποδιού μας, την αφήνουμε μερικά δευτερόλεπτα να συνέλθει και μετά την πατάμε ξανά με μεγαλύτερη δύναμη με τις τάπες του «καλού» δεξιού ποδιού μας.)

Αν και αγωνιζόταν για 20+30+30 λεπτά αγώνα με δυο παίκτες λιγότερους η ηρωική Νασιονάλ κατάφερε να κρατήσει το 0-0 ως το τελευταίο σφύριγμα και της δεύτερης παράτασης κι έτσι το ‘μπαλάκι’ επέστρεψε στην Ομοσπονδία. Κάπως έπρεπε να κριθεί το πρωτάθλημα. Η απόφαση αυτή τη φορά ήταν άμεση: Νέο μπαράζ, σε μια εβδομάδα, ξανά στο Σεντενάριο, αυτή τη φορά με κόσμο. Αποτέλεσμα 90λεπτου; 0-0. Τι κάνουμε; Ξανά παράταση. Αποτέλεσμα παράτασης; 0-0. Και τώρα; (* drum roll ξανά αρχίζει να παίζει ο εθνικός ύμνος της Ουρουγουάης *) Τι ερωτήσεις είναι αυτές; Ξανά δεύτερη 30λεπτη παράταση, μα τον Τουτάτη μα τον Ομπντούλιο Βαρέλα! Γιατί; Γιατί όχι; Τελικό αποτέλεσμα μετά από 90+30+30 λεπτά αγώνα; Αυτό ακριβώς που φαντάστηκες. Μηδέν-μηδέν.

Έχουμε πλέον μπει κανονικά στο φθινόπωρο του 1934 και η χώρα δεν έχει ακόμα πρωταθλητή για τη σεζόν 1932-33! Απεγνωσμένη από το όλο φιάσκο η Ομοσπονδία ψάχνει ξανά λύσεις και τελικά με ρυθμούς Βασίλη Τσιάρτα παίρνει μια εξαιρετικά πρωτότυπη απόφαση μετά από δυο ολόκληρους μήνες συλλογισμού: να ξαναπαίξουν! Στις 18 Νοεμβρίου, λοιπόν, Πενιαρόλ και Νασιονάλ πηγαίνουν για τέταρτη φορά στο Σεντενάριο και, ευτυχώς, για το καλό όλων αυτή τη φορά βρίσκουν δίχτυα. Με χατ-τρικ του Έκτορ Κάστρο η Νασιονάλ κερδίζει με 3-2 και έξι μήνες μετά το πρώτο μπαράζ ανακηρύσσεται πρωταθλήτρια Ουρουγουάης.

hector_castro4

Και ενώ έχεις φτάσει στο σημείο που πιστεύεις ότι τίποτα άλλο δεν μπορεί να σε εκπλήξει, βλέπεις τον άνθρωπο που με το χατ-τρικ του χάρισε τον τίτλο στη Νασιονάλ (και έσωσε όλη τη χώρα από ένα, πιθανόν, ατέλειωτο μαρτύριο κατά το οποίο μέχρι και σήμερα οι δυο ομάδες θα έπαιζαν μπαράζ για τον τίτλο του 1933, μπαράζ που μετά από δυο παρατάσεις θα έληγαν πάντα 0-0) και συνειδητοποιείς ότι κάτι λείπει.

—–

Ο Έκτορ Κάστρο γεννήθηκε στο Μοντεβίδεο 29 χρόνια πριν από τα μπαράζ του «μεγαλύτερου πρωταθλήματος του κόσμου», όπως έμεινε στην ιστορία το πρωτάθλημα του 1933. Η οικογένεια του ήταν τόσο φτωχή που αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά από τα 10 του σε ένα κοντινό ξυλουργείο. Στα 13 του και μετά από ένα λάθος χειρισμό του ηλεκτρικού πριονιού έχασε το ένα του χέρι από τον αγκώνα και κάτω. Παρά το σοβαρό του ατύχημα ο Κάστρο έδειξε από μικρός ότι είχε μέσα του μπόλικο από το περίφημο «garra» των Ουρουγουανών. Ακόμα και με ένα χέρι συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο και μάλιστα με αξιοσημείωτη επιτυχία.

Μόλις στα 19 του βρέθηκε στη φημισμένη Νασιονάλ, την οποία και βοήθησε να κατακτήσει το πρωτάθλημα εκείνης της σεζόν. Με την ταχύτητα, τη δύναμη, τον τσαμπουκά και την εξαιρετική αίσθηση του γκολ που είχε, κατάφερνε να υπερκαλύψει την έλλειψη τεχνικής αλλά και το σωματικό του μειονέκτημα, μη διστάζοντας μάλιστα να χρησιμοποιήσει το κουτσουρεμένο χέρι του για να σπρώξει αντιπάλους και για να κερδίσει μονομαχίες στον αέρα. Ο δυναμικός τρόπος παιχνιδιού του δεν άφηνε περιθώριο σε κανέναν αντίπαλο να τον λυπηθεί. Όσο ατίθασος και ζωηρός ήταν στον αγωνιστικό χώρο άλλο τόσο ήταν και εκτός γηπέδων: Μεγάλος πότης, φημισμένος γυναικάς, λάτρης της νύχτας, δεινός χορευτής, φανατικός καπνιστής και άρρωστος τζογαδόρος.

hector_castro2

Οι επιτυχίες του σε συλλογικό επίπεδο του έδωσαν γρήγορα μια θέση και στην επίθεση της εθνικής, σε μια εποχή που η Ουρουγουάη σάρωνε όποιον έβρισκε αντίπαλο. Ο Κάστρο αποσύρθηκε από την εθνική το 1935, σε ηλικία 31 χρονών, με 4 σημαντικά τρόπαια στο παλμαρέ του. Δυο Κόπα Αμέρικα, χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1928 και ένα Παγκόσμιο Κύπελλο κι όλα αυτά μέσα σε εννιά χρόνια είναι ένας απολογισμός που δεν συναντάς συχνά. Στα 25 παιχνίδια που έπαιξε με τη φανέλα της ‘Σελέστε’ σκόραρε 18 φορές. Τα δυο πιο διάσημα γκολ του μπήκαν στο Μουντιάλ του 1930, που ήταν και το πρώτο της ιστορίας. Ήταν αυτός που πέτυχε το πρώτο γκολ της Ουρουγουάης στη διοργάνωση, στο εναρκτήριο παιχνίδι με το Περού, και αυτός που στο 89′ του τελικού με την Αργεντινή καθάρισε το παιχνίδι, κάνοντας το 4-2.

(Στα αξιοσημείωτα εκείνου του πρώτου τελικού συγκαταλέγεται το ότι επειδή οι δυο αντίπαλοι είχαν ήδη πολλά προηγούμενα, δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν ούτε καν για τη μπάλα του αγώνα. Έτσι, για να ικανοποιήσει τους πάντες, ο διαιτητής αποφάσισε να παιχτεί ένα ημίχρονο με τη μπάλα των γηπεδούχων Ουρουγουανών και ένα με τη μπάλα που είχαν φέρει οι Αργεντίνοι. Συμπτωματικά ή όχι, η Αργεντινή κέρδιζε με 1-2 στο πρώτο ημίχρονο που παίχτηκε με τη μπάλα της και κατέρρευσε στο δεύτερο που παίχτηκε με τη μπάλα των Ουρουγουανών.)

hector_castro3

Ένα χρόνο μετά την απόσυρση του από την εθνική, ο Κάστρο κρέμασε οριστικά τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Λίγα χρόνια μετά έγινε προπονητής της Νασιονάλ και πανηγύρισε μαζί της από τον πάγκο άλλα 6 πρωταθλήματα. Τον Σεπτέμβρη του 1960, σε ηλικία 56 ετών, πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Λίγους μόλις μήνες πριν είχε αναλάβει προπονητής της εθνικής Ουρουγουάης. Μέχρι και σήμερα παραμένει ο μόνος μη αρτιμελής παίκτης που κατάφερε να κερδίσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ένα κατόρθωμα που πολύ δύσκολα θα επαναληφθεί.

Ο μικρός «σακάτης», όπως τον αποκαλούσαν τα πρώτα χρόνια οι αντίπαλοι σε μια προσπάθεια να τον εκνευρίσουν και να του τσακίσουν την ψυχολογία, έφυγε από τη ζωή έχοντας γράψει με μεγάλα γράμματα το όνομα του στην ποδοσφαιρική ιστορία της Ουρουγουάης. Εκτός αυτού, κατάφερε να αποκτήσει και ένα πολύ καλύτερο παρατσούκλι, που θα τον συνοδεύει για πάντα: Ο μονόχειρας Θεός.

hector_castro5

Τα 18 λεπτά μαγείας του Νταρίο Μπενεντέτο

  [4 Σχόλια]

dario

Το ποδόσφαιρο είναι σε ένα σημαντικό βαθμό παιχνίδι ψυχολογίας. Αυτό μπορεί να το αντιληφθεί οποιοσδήποτε έχει παίξει μπάλα, ακόμα και σε επίπεδο παρέας στα 5Χ5. Όλοι μας έχουμε ζήσει «εκείνη την κωλο-μέρα που η ρουφιάνα η μπάλα δεν πήγαινε με τίποτα μέσα», όσο λυσσασμένα κι αν προσπαθούσαμε. Και όχι, αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε άμπαλους ερασιτέχνες που ψάχνουν δικαιολογία γιατί από τα τρία μέτρα κατάφεραν να πετύχουν τον ακίνητο, τρομαγμένο τερματοφύλακα που είχε γυρίσει για σιγουριά και την πλάτη γιατί «εντάξει, δεν είμαι και ο Νόιερ, την πλάκα μας κάνουμε, μην πάμε αύριο στο γραφείο με μελανιασμένο πρόσωπο». Μπορεί να το επιβεβαιώσει άλλωστε και ο Έντινσον Καβάνι, που πριν λίγο καιρό έχανε τα άχαστα στο παιχνίδι με την Άρσεναλ και ελάχιστες ημέρες μετά πετύχαινε 4 γκολ σε 33 λεπτά μέσα στην έδρα της Καέν, σκοράροντας σχεδόν σε κάθε ευκαιρία που του παρουσιάστηκε.

Μια τέτοια ημέρα έζησε εχθές και ο Νταρίο Μπενεντέτο απέναντι στην Κίλμες. O 26χρονος Αργεντινός επιθετικός μετακόμισε το καλοκαίρι από το Μεξικό και την Κλουμπ Αμέρικα στο Μπουένος Άιρες και τη Μπόκα Τζούνιορς αλλά στα τρία πρώτα παιχνίδια της φετινής σεζόν δεν κατάφερε να βρει το δρόμο προς τα δίχτυα (αναγκάζοντας μια φανατική οπαδό της ομάδας να τον ψάξει πριν από το ματς για να του χαρίσει ένα τετράφυλλο τριφύλλι!). Η όποια ανησυχία υπήρξε πάντως για τη φόρμα του εξαφανίστηκε εχθές το βράδυ μέσα σε ελάχιστη ώρα. Για την ακρίβεια, χρειάστηκαν όλα κι όλα 18 λεπτά!

  • Στο 7′ άνοιξε το σκορ με ωραίο τακουνάκι.

  • Στο 17′ έδωσε ξανά προβάδισμα στη Μπόκα με απίστευτο βρωμόσουτο από «του Διαόλου τη μάνα», δηλαδή από μια απόσταση απ’την οποία δοκιμάζεις να σουτάρεις μόνο αν πιστεύεις πολύ στον εαυτό σου και στα πόδια σου.

  • Στο 23′ και βασιζόμενος πλέον στη λογική «ό,τι κι αν κάνω σήμερα βγαίνει, οπότε ας δοκιμάσω να δώσω και ασίστ με τακουνάκι, γιατί όχι διάολε;» έδωσε έτοιμο γκολ στον Ρικάρντο Σεντουριον για το 3-1.

  • Στο 25′ ολοκλήρωσε το χατ-τρικ αλλά και τη σύντομη αλλά άκρως χορταστική παράσταση του, σκοράροντας  αυτή τη φορά με κεφαλιά, «έτσι, για την ποικιλία μωρέ».

Στα επόμενα 65 λεπτά του αγώνα δεν άλλαξε τίποτα, αφού λογικά οι περισσότεροι στο γήπεδο ακόμα προσπαθούσαν να συνειδητοποιήσουν τι είχαν δει ως εκείνο το σημείο, και έτσι η Μπόκα πήρε την εύκολη νίκη με 4-1. Μια νίκη που λογικά θα αργήσει να ξεχάσει ο Μπενεντέτο, οι αντίπαλοι του αλλά και όσοι τυχεροί είδαν το παιχνίδι. Δεν βλέπεις άλλωστε και πολύ συχνά κάποιον ποδοσφαιριστή να δίνει τέτοιο σόου σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Αν θέλετε, ρωτήστε και τη Βόλφσμπουργκ.

Ο άνθρωπος που δεν νοιάστηκε για τίποτα

  [2 Σχόλια]

JS52871783

«Έχεις αποφασίσει να σταματήσεις το ποδόσφαιρο, γνωρίζεις πόσο χρονών είσαι;». Αυτή ήταν μία απ’ τις τελευταίες ερωτήσεις του προπονητή της Ρέντινγκ, Μαουρίς Έβανς προς τον Ρόμπιν Φράιντεϊ, για να εισπράξει την αποστομωτική απάντηση «Έχω τα μισά σου χρόνια αλλά έχω ζήσει όσα εσύ δεν πρόκειται να ζήσεις σε δύο ζωές». Ο Άγγλος επιθετικός θα αφήσει -οριστικά- το επαγγελματικό ποδόσφαιρο λίγους μήνες αργότερα ως παίκτης της Κάρντιφ, μόλις στα 25 του χρόνια, σοκάροντας το φίλαθλο κοινό της Αγγλίας αλλά όχι αυτούς που τον γνώριζαν προσωπικά. 13 χρόνια αργότερα θα βρεθεί νεκρός από υπερβολική δόση ναρκωτικών στο Άκτον του Λονδίνου. Ήταν μόλις 38 ετών αλλά είχε προλάβει να διαγράψει μια «κινηματογραφική» πορεία και να μείνει -για πάντα- στις συνειδήσεις των Άγγλων φίλων του ποδοσφαίρου ως μία εκ των πιο καλτ μορφών των 70s, των γηπέδων και όχι μόνο. Άλλωστε η ζωή του Φράιντεϊ θύμιζε περισσότερο ροκ σταρ (σκληρό ροκ ήταν άλλωστε και η αγαπημένη του μουσική) παρά επαγγελματία αθλητή.

Υπερβολικά ταλαντούχος αλλά και αυτοκαταστροφικός. Γυναικάς αλλά και σύζυγος (και πατέρας). Βίαιος και καλλιτεχνική φύση. Ο Ρόμπιν Φράιντεϊ συνδύαζε όλα τα παραπάνω, αποτέλεσμα αυτού του «κοκτέιλ μολότωφ», ένας χαρακτήρας που δεν ήθελες με τίποτα και για κανένα λόγο απέναντί σου αν ήσουν ποδοσφαιριστής, θαμώνας κάποιας σκοτεινής παμπ ή φιλήσυχος οικογενειάρχης που απλά ήθελες να πιεις το τσάι σου παρακολουθώντας Dr Who στην τηλεόραση. Πολλά χρόνια δεν έπαιξε ποδόσφαιρο σε επαγγελματικό επίπεδο ο Φράιντεϊ. Τέσσερα όλα κι όλα. Τέσσερα χρόνια γεμάτα φασαρίες, τσαμπουκάδες, μπλεξίματα με το νόμο, ναρκωτικά, άπειρα λίτρα αλκοόλ και φυσικά μερικά γκολ μοναδικής ομορφιάς. Από το ’74 μέχρι το ’76 με τη Ρέντινγκ και απ’ το ’76 μέχρι το 1977 με την ουαλική Κάρντιφ ήταν ο άνθρωπος που δεν έμπαινε σε σύστημα εντός και εκτός γηπέδου. Ένα παράδειγμα προς αποφυγήν. Αυτός που όλοι οι γονείς δεν θέλουν να γίνει ο γιος τους. Τόσο απλά. Με τη φανέλα της πρώτης είχε πραγματοποιήσει (όταν είχε όρεξη για μπάλα) τεράστιες εμφανίσεις, με τη φανέλα της δεύτερης είχε ήδη ξεκινήσει η κατιούσα αλλά και πάλι είχε σκοράρει μερικά (αν και λίγα) σπάνιας ομορφιάς γκολ. Όσοι τον πρόλαβαν να αγωνίζεται συμφωνούσαν σε ένα και μόνο πράγμα. Στη μέρα του ήταν ικανός να διαλύσει την καλύτερη άμυνα. Όταν νευρίαζε -κάτι πολύ συχνό- ήταν ικανός να τινάξει στον αέρα τα πάντα εις βάρος τόσο του εαυτού του όσο και της ομάδας του. Ο παλιός διαιτητής Κλάιβ Τόμας θεωρούσε πάντα πως το ένα από τα δύο γκολ που είχε σκοράρει ο Φράιντεϊ στο ντεμπούτο του ως παίκτης της Κάρντιφ κόντρα στη Φούλαμ του Μπόμπι Μουρ (σε ένα παιχνίδι που ο Φράιντεϊ έκανε ό,τι ήθελε την άμυνα των κότατζερς) ήταν το καλύτερο που είχε δει στη ζωή του. Και είχε δει πολλούς παικταράδες ο Τόμας όπως και αμέτρητες γκολάρες. Την ίδια περίοδο που το γκολ του Φράιντεϊ ήταν νούμερο ένα θέμα συζήτησης στα ποδοσφαιρικά στέκια του Νησιού ο ίδιος συνελήφθη να χορεύει γυμνός και μεθυσμένος (σε επίπεδα που θα έκαναν τον Νίκολας Κέιτζ στο «Αφήνοντας το Λας Βέγκας» να δείχνει απλά ζαλισμένος)  σε κλαμπ του Λονδίνου. Αυτό ήταν φυσικά το μεγάλο πρόβλημα του παίκτη. Όταν έκλειναν τα φώτα των προβολέων και έβγαινε από το γήπεδο οι «δαίμονες» που τον ακολουθούσαν από τα παιδικά του χρόνια τον οδηγούσαν πάντα στο ποτό, τις φασαρίες και τα ναρκωτικά. Ο Φράιντεϊ στο σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν θα άντεχε ούτε ένα μήνα. Εκείνες τις εποχές βέβαια ήταν πολλοί αυτού του είδους οι παίκτες. Τόσο των άκρων -εννοείται- ήταν μόνο αυτός.

Cardiff City's Robin Friday gives a two finger salute to Luton goalkeeper Milija Aleksic after scoring his second goal at Ninian Park on Saturday. 16th April 1977.

Από τα 15 του χρόνια, όταν και άφησε το σχολείο, ως παίκτης της ακαδημίας της Κρίσταλ Πάλας είχε πολλά μπλεξίματα. Είχε συλληφθεί πολλάκις για μικροκλοπές, βανδαλισμούς, καυγάδες και μέθη και αυτοί ήταν και οι λόγοι που μέχρι να ενηλικιωθεί είχε περάσει από τέσσερις διαφορετικές ακαδημίες Λονδρέζικων συλλόγων (μεταξύ αυτών ήταν η Τσέλσι και η ΚΠΡ). Εκείνο το διάστημα πέρασε και για πρώτη φορά τα κάγκελα της φυλακής (για 14 μήνες) όπου και κατάφερε να γίνει θρύλος στο πρωτάθλημα των κρατουμένων χάρις στα σπάνιας ομορφιάς τέρματά του. Μάλιστα είχε ψηφιστεί στην καλύτερη εντεκάδα των φυλακών κάτι που το θεωρούσε ως το μεγαλύτερο παράσημο της καριέρας του. Δεν είχε κι άλλο είναι η αλήθεια. Μετά την αποφυλάκισή του βρέθηκε στη γενέτειρα του (το Άκτον του Λονδίνου) προσπαθώντας να τα βρει με τον εαυτό του και να ζήσει μια ήρεμη ζωή. Εννοείται δεν τα κατάφερε. Μέχρι τα 20 του είχε προλάβει να παντρευτεί δύο φορές και να γίνει πατέρας παίζοντας ποδόσφαιρο σε μικρές ομάδες για τα προς το ζην. Τα ναρκωτικά και το ποτό όμως είχαν επιστρέψει και πάλι στη ζωή του. Όπως και οι πολλές εφήμερες εξωσυζυγικές σχέσεις. Όπως -εννοείται- και οι βίαιες συμπεριφορές. Ο Φράιντεϊ είχε σπάσει σαγόνι συμπαίκτη του σε προπόνηση επειδή γέλασε μαζί του για ένα λάθος κοντρόλ. Η κλωτσιά του στον Μάρκ Λόρενσον θεωρείται στις πιο επικίνδυνες που έχουν γίνει ποτέ σε γήπεδο ποδοσφαίρου και οι χειρονομίες του (μαζί με φτυσιές και βρισιές) μετά από κάποιο τέρμα έχουν μείνει κυριολεκτικά στην ιστορία. Η πιο γνωστή είναι φυσικά αυτή στον τερματοφύλακα της Λούτον Τάουν, Μίγια Αλέξις. Μια χειρονομία που -ευτυχώς- είχε απαθανατιστεί από τους φωτογράφους και πλέον βρίσκεται στο πάνθεον των πιο καλτ στιγμών της ιστορίας του αγγλικού ποδοσφαίρου. Τη δεκαετία του ’80 είχε ένα μικρό ήρεμο διάστημα όπου δούλεψε ως ντεκορατέρ αλλά οι μικροκλοπές, το ποτό και τα ναρκωτικά (που για ακόμα μια φορά είχαν επιστρέψει ξαφνικά στη ζωή του) τον οδήγησαν για ακόμα μια φορά στη φυλακή.  Λίγο καιρό μετά την αποφυλάκισή του ήρθε και το τέλος.

«Στο γήπεδο τους μισώ όλους. Δεν με νοιάζει για κανένα και για τίποτα» αυτή ήταν μια χαρακτηριστική δήλωσή του από τα τέλη των 70s. Μια δήλωση που αρκετά χρόνια αργότερα οδήγησε τη Βρετανική μπάντα Super Furry Animals να γράψει το τραγούδι «The man don’ t give a fuck». Το εξώφυλλο του σινγκλ είχε κυκλοφορήσει -για την ιστορία- με τη φωτογραφία του Φράιντεϊ να χειρονομεί στον Αλέξις και είχε κάνει μεγάλη επιτυχία. Ο Ρόμπιν Φράιντεϊ ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που έβγαλε η Αγγλία στη θέση του σέντερ φορ και -σύμφωνα με τους ειδικούς αναλυτές της εποχής- αν είχε μυαλό για ποδόσφαιρο θα είχε φτάσει ακόμα και στην εθνική. Μεγάλη μερίδα του κοινού της εποχής τον θεωρεί μεγαλύτερο ταλέντο για τη θέση του επιθετικού ακόμα και από τον Άλαν Σίρερ. Όλοι εμείς που δε τον έχουμε δει να αγωνίζεται αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ. Όπως άλλωστε  δεν το έμαθε και ο ίδιος. Εννοείται πως αυτό δεν τον ένοιαξε και ποτέ. Όσοι θέλουν να μάθουν -σχεδόν- τα πάντα για τον παίκτη υπάρχει το εξαιρετικό βιβλίο των Πολ ΜακΓκίγκαν και Πάολο Χιούιτ «The Greatest Footballer You Never Saw». Όσοι βαριέστε το διάβασμα θα περιμένετε λίγο καιρό ακόμη μιας και αναμένεται λογικά μέσα στην επόμενη χρονιά  η ταινία «Friday» με τη ζωή του παίκτη. Κλείνοντας, για να προλάβω πιθανή ερώτηση αν στην πρώτη φωτογραφία του κειμένου είναι ο Μπον Σκοτ των ΘΕΩΝ AC-DC. Εννοείται πως όχι. Λογικά πάντως ο Φράιντεϊ θα είχε κάνει περισσότερες καταχρήσεις κι από τον αδικοχαμένο τραγουδιστή των Αυστραλών rockers.

Ο αιώνιος αρχηγός της Ουρουγουάης

  [2 Σχόλια]

Το απόγευμα της 16ης Ιουλίου 1950 η εθνική ομάδα της Ουρουγουάης επέστρεφε στο ξενοδοχείο της, έχοντας στα χέρια της το παγκόσμιο κύπελλο. Ένα τρόπαιο που ήταν τόσο σίγουρο πως θα κατέληγε στη διοργανώτρια Βραζιλία, που ο πρόεδρος της ΦΙΦΑ και εμπνευστής της διοργάνωσης, Ζυλ Ριμέ, είχε ετοιμάσει από πριν ένα λόγο για να συγχαρεί τους νικητές οικοδεσπότες. Το χαρτί στο οποίο είχε γραφτεί τελικά έμεινε στην τσέπη του Γάλλου, ο οποίος μέσα σε ένα κλίμα πένθους και αναστάτωσης παρέδωσε όπως-όπως, το τρόπαιο στον αρχηγό της Ουρουγουάης, Ομπντούλιο Βαρέλα, και εξαφανίστηκε από το γήπεδο, μαζί με τους δεκάδες χιλιάδες θλιμμένους Βραζιλιάνους.

varela2

Το βράδυ εκείνο οι υπεύθυνοι της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Ουρουγουάης, οι ίδιοι άνθρωποι που λίγη ώρα πριν τη σέντρα έλεγαν στα αποδυτήρια πως ο βασικός στόχος ήταν να μη διασυρθούν από τους ανώτερους Βραζιλιάνους και οι οποίοι τελικά κράτησαν τα χρυσά μετάλλια και έδωσαν στους παίκτες ασημένια αντίγραφα, βγήκαν σε ένα καμπαρέ για να γιορτάσουν την τεράστια νίκη. Οι πραγματικοί ήρωες της βραδιάς ξέμειναν στο ξενοδοχείο σχεδόν απένταροι, στήνοντας ένα μικρό πάρτι στα δωμάτια τους με κρύα σάντουιτς και φτηνές μπύρες που αγόρασαν χρησιμοποιώντας τα τελευταία χρήματα που τους είχαν απομείνει. Ο μοναδικός που έλειπε ήταν ο αρχηγός, ο άνθρωπος που κράτησε όρθιους τους συμπαίκτες του μετά το 1-0, αυτός που πριν το ματς στα αποδυτήρια – όταν έφυγαν οι άνθρωποι της Ομοσπονδίας – έπειθε τους υπόλοιπους ότι ο στόχος δεν είναι να παραμείνει το σκορ σε λογικά επίπεδα αλλά το κύπελλο («μην ακούτε τους δειλούς, ο στόχος μας θα ολοκληρωθεί μόνο όταν γίνουμε πρωταθλητές» ήταν μια από τις ατάκες που εκστόμισε) και ότι οι 200.000 αντίπαλοι θεατές στις κερκίδες «δεν παίζουν μπάλα».

Ο Ομπντούλιο Βαρέλα αγνόησε τις εντολές και μαζί με τον φυσιοθεραπευτή βγήκαν μόνοι τους βόλτα στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Δεν χρειάστηκαν παρά λίγη ώρα για να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της τραγωδίας που βίωνε η Βραζιλία, που είχε ετοιμάσει για εκείνο το βράδυ το «μεγαλύτερο και καλύτερο πάρτι καρναβαλιού που θα έβλεπε η χώρα». Αρκετά από τα μπαρ ήταν κλειστά ή άδεια ενώ δεν ήταν λίγοι αυτοί που έκλαιγαν, ακόμα και στο δρόμο. Σε ένα από τα μπαρ που επισκέφτηκαν κάποιος τον αναγνώρισε. Όπως δήλωσε χρόνια μετά ο Βαρέλα, για λίγο φοβήθηκε πως θα τον λιντσάρουν. Τελικά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Κάποιοι του έδωσαν συγχαρητήρια, μερικοί εξέφρασαν τον θαυμασμό τους για το πως έπαιξε και κάποιοι άλλοι τον προσκάλεσαν να πιούνε παρέα. Ο ποδοσφαιριστής που γύρισε έναν τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου ξενύχτησε μόνος του, μακριά από πανηγύρια, κάμερες και δημοσιογράφους, πίνοντας μαζί με τους ανθρώπους τους οποίους είχε πικράνει.

varela

Ο Ομπντούλιο γύρισε μεθυσμένος στο ξενοδοχείο στις 7 το πρωί, προσπαθώντας ακόμα να αποδεχτεί τη θλίψη που είχε προκαλέσει σε εκατομμύρια ανθρώπους («το ήξερα ότι οι άνθρωποι στην Ουρουγουάη εκείνη τη στιγμή θα πανηγύριζαν χαρούμενοι αλλά εγώ δεν ήμουν εκεί, ήμουν στο Ρίο και έβλεπα τη θλίψη εκείνων των ανθρώπων» έλεγε χρόνια μετά). Την επόμενη μέρα η αποστολή επέστρεψε στο Μοντεβίδεο. Στο αεροδρόμιο είχε στηθεί μια φιέστα υποδοχής ενώ για τις επόμενες ημέρες είχαν προγραμματιστεί τιμητικές εκδηλώσεις και συνεντεύξεις με δεκάδες δημοσιογράφους. Ο Ομπντούλιο Βαρέλα δεν εμφανίστηκε σε καμία απ’αυτές, παρ’όλο που το όνομα του ήταν πρώτο σε όλες τις πινακίδες και αφίσες. Όπως έγραψε ο συμπατριώτης του Εντουάρντο Γκαλεάνο: «Μέσα στη γενική ευφορία το έσκασε μεταμφιεσμένος σε Χάμφρει Μπόγκαρτ, με το καπέλο του κατεβασμένο μέχρι τη μύτη και ένα αδιάβροχο με σηκωμένους γιακάδες».

Την άποψη του για τους ανθρώπους που διοικούσαν το ποδόσφαιρο αλλά και για τους δημοσιογράφους την ήξεραν όλοι. Οι πρώτοι τον θεωρούσαν εχθρό από τότε που είχε πρωτοστατήσει λίγα χρόνια πριν στην απεργία των ποδοσφαιριστών που ζητούσαν περισσότερα βασικά δικαιώματα. Τους δεύτερους τους απέφευγε με κάθε τρόπο. «Τα μόνα αληθινά πράγματα που μπορείς να βρεις σε μια εφημερίδα είναι η ημερομηνία και η τιμή της» έλεγε πάντα. Την εποχή που έπαιζε στην Πενιαρόλ αρκετές φορές αρνούνταν ακόμα και να φωτογραφηθεί με την υπόλοιπη ομάδα για τα ρεπορτάζ των εφημερίδων. «Ήρθα εδώ για να παίξω μπάλα, όχι για να κάνω το μοντέλο» ήταν η απάντηση του σε κάποιον που προσπάθησε μια φορά να τον μεταπείσει.

Το 1955, πέντε χρόνια μετά το ‘Maracanazo’, και αφού είχε φτάσει πλέον στα 38 και είχε κατακτήσει τίτλους και με την εθνική και με την αγαπημένη του Πενιαρόλ, κρέμασε τα παπούτσια του. Η μοίρα το έφερε έτσι που το τελευταίο του ματς διεξήχθη στο Μαρακανά. Αντίπαλος ήταν η Βραζιλιάνικη Αμέρικα. Ο Ομπντούλιο, που είχε αναλάβει θέση παίκτη-προπονητή στην Πενιαρόλ, μπήκε αλλαγή στο δεύτερο ημίχρονο αλλά όταν συνειδητοποίησε ότι πλέον ήταν αρκετά μεγάλος και ανήμπορος να βοηθήσει την ομάδα του όπως αυτός ήθελε, αποχώρησε μόνος του από τον αγωνιστικό χώρο και ταυτόχρονα και από το ποδόσφαιρο.

Αν και για τα κατορθώματα του γράφτηκαν βιβλία και αμέτρητα αφιερώματα σε εφημερίδες και περιοδικά ο ίδιος έζησε την υπόλοιπη ζωή του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μαζί με τη γυναίκα του, τα δυο του παιδιά και μερικούς καλούς φίλους. Δεν εμφανιζόταν σε γιορτές και εκδηλώσεις, δεν έβγαινε σχεδόν ποτέ στην τηλεόραση ή το ράδιο για να σχολιάσει το σύγχρονο ποδόσφαιρο ή να πει την άποψη του για την εθνική και δεν απαντούσε στις εκκλήσεις των δημοσιογράφων που του ζητούσαν να θυμηθεί ιστορίες από το Μουντιάλ της Βραζιλίας. Από τη μέρα που αποσύρθηκε μέχρι τη μέρα που πέθανε το 1996 έδωσε τόσες λίγες συνεντεύξεις που μπορείς να τις μετρήσεις στα δάχτυλα του ενός χεριού. Μια από τις τελευταίες ήταν το 1990, σε ένα Βραζιλιάνο δημοσιογράφο που ήταν τόσο αποφασισμένος να μιλήσει μαζί του που έκατσε πέντε μέρες έξω από το σπίτι του.

Στις ελάχιστες συνεντεύξεις που καταδέχτηκε να δώσει αρνιόταν οποιαδήποτε θρυλική υπόσταση και υποβίβαζε χωρίς δεύτερη σκέψη την επιτυχία του Μαρακανά («Ήταν απλά μια νίκη. 100 φορές να παίζαμε, δεν θα τους κερδίζαμε άλλη φορά») και τη δική του συνεισφορά σ’αυτή («Με παρουσίασαν σαν τον ένοχο για την ήττα της Βραζιλίας και σαν τον αποκλειστικό υπεύθυνο για τη νίκη της Ουρουγουάης. Τίποτα απ’αυτά δεν ισχύει. Κανένας δεν κέρδισε Παγκόσμιο Κύπελλο μόνος του»).

—–

Πριν λίγες μέρες ο αναπληρωτής γραμματέας της Εθνικής Γραμματείας Αθλητισμού της Ουρουγουάης δήλωσε ότι το 2017 (το έτος δηλαδή που συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του) θα είναι αφιερωμένο στον Ομπντούλιο Βαρέλα, μια πρόταση την οποία είδε με πολύ καλό μάτι και ο πρόεδρος της χώρας, Ταμπαρέ Βάσκες. Μια επιτροπή τεσσάρων ανθρώπων που, ειρωνικά θα λέγαμε, αποτελείται από δημοσιογράφους και ανθρώπους του ποδοσφαίρου της χώρας, θα ανακοινώσει στο άμεσο μέλλον μια σειρά ενεργειών και εκδηλώσεων προς τιμή του μεγαλύτερου αρχηγού που έχει δει η χώρα («Αιώνιος αρχηγός» είναι ένα από τα πολλά παρατσούκλια που του κόλλησαν μετά την επιτυχία του 1950), οι οποίες θα πραγματοποιηθούν από τον Μάρτιο έως τις 20 Σεπτεμβρίου, που είναι και η ημέρα που ο Βαρέλα θα γινόταν 100 εάν ζούσε. Ανάμεσα στις ενέργειες αυτές είναι και η μετονομασία κάποιου βασικού δρόμου της πρωτεύουσας.

obdulio4

Μ’αυτόν τον τρόπο, έστω και πολύ καθυστερημένα, η Ουρουγουάη θα τιμήσει τον σπουδαιότερο παίκτη που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της, αυτόν που ουσιαστικά κουβάλησε το ποδόσφαιρο της στους ώμους του σε μερικές από τις πιο ζόρικες στιγμές του (και εντός αλλά και εκτός γηπέδου, αν αναλογιστούμε ότι η απεργία άλλαξε τη μοίρα όλων των υπόλοιπων Ουρουγουανών ποδοσφαιριστών), τον μεγαλύτερο μάγκα της Ιστορίας, αυτόν για τον οποίο το περιοδικό ‘El Grafico’ της γειτονικής και θεωρητικά ‘εχθρικής’ Αργεντινής έγραψε κάποτε:

«Δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά αν ο Βαρέλα είναι ο καλύτερος Ουρουγουανός παίκτης στην ιστορία, ούτε αν ήταν ένας από τους καλύτερους μέσους όλων των εποχών. Σ’αυτή τη θέση έχουν υπάρξει παίκτες με πολύ καλύτερη τεχνική και παίκτες που ήταν πολύ πιο εγκεφαλικοί. Αλλά κανένας, ούτε στην Ουρουγουάη, ούτε οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, δεν έχει φτάσει στα επίπεδα που έφτασε αυτός σαν ηγέτης, σαν αδιαφιλονίκητος αρχηγός».

Τις πταίει για τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ

  [15 Σχόλια]

Britain Football Soccer - Watford v Manchester United - Premier League - Vicarage Road - 18/9/16 Manchester United's Wayne Rooney looks dejected after Watford's Troy Deeney scores their third goal Reuters / Eddie Keogh Livepic EDITORIAL USE ONLY. No use with unauthorized audio, video, data, fixture lists, club/league logos or "live" services. Online in-match use limited to 45 images, no video emulation. No use in betting, games or single club/league/player publications. Please contact your account representative for further details.

Θεωρώ τον Μουρίνιο ξεπερασμένο και στάσιμο προπονητή. Το είχα γράψει και πέρυσι στις αρχές της σεζόν όταν η δική του Τσέλσι είχε κάνει ένα κάκιστο ξεκίνημα που τελικά οδήγησε και στην απόλυσή του από τον πάγκο των «μπλε» για δεύτερη φορά. Επίσης δεν τον θεωρούσα -κάτι που φυσικά ισχύει ακόμα- ως τον κατάλληλο για τον πάγκο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, μιας και το στυλ του δεν συνάδει με το προφίλ της τεράστιας αυτής ομάδας. Το είχα γράψει τον περασμένο Μάη, όταν ο Πορτογάλος δεν είχε ανακοινωθεί ακόμα από τους «κόκκινους» του Μάντσεστερ αλλά όλοι γνωρίζαμε ότι αυτός ο «γάμος» δεν υπήρχε περίπτωση να μην γίνει. Εφτά επίσημα παιχνίδια μετά την έναρξη της φετινής σεζόν (5 για το πρωτάθλημα και από ένα σε Community Shield και Γιουρόπα Λιγκ) η Γιουνάιτεντ συνεχίζει να δείχνει «άρρωστη». Δεν παρουσιάζει καλό ποδόσφαιρο, δεν κερδίζει ή όταν το κάνει δεν γίνεται εύκολα και, το χειρότερο, φαίνεται εγκλωβισμένη στο σύστημα του προπονητή της. Αυτό το 4-2-3-1 που ο Μουρίνιο παρουσιάζει χρόνια τώρα, δίχως καμία εξέλιξη. Ένα σύστημα που όπως το δουλεύει ο ίδιος και με τους παίκτες που χρησιμοποιεί είναι εύκολο πλέον να αντιμετωπιστεί. Τουλάχιστον αυτό έχουμε δει στην έναρξη και της φετινής σεζόν. Το ποδόσφαιρο συνεχώς εξελίσσεται. Ο Μουρίνιο όχι.

Το χειρότερο, σε όλα τα παραπάνω, είναι πως για να δημιουργηθεί αυτή η ομάδα έχουν δαπανηθεί πολλές δεκάδες εκατομμυρίων ευρώ και πως ο Πορτογάλος ήδη ζητά και άλλους πρωτοκλασάτους ποδοσφαιριστές. Έχει γραφτεί έντονα το όνομα του «δεκαριού» της Ρεάλ Μαδρίτης, Χάμες Ροντρίγκεζ για τη μεταγραφική περίοδο του Γενάρη. Όλα αυτά παραμένουν φήμες, αν και είναι σίγουρο πως θα γίνουν κι άλλες προσθήκες (και αφαιρέσεις). Αλλά ας ξεκινήσουμε από τα φρέσκα γεγονότα. Την Κυριακή η Γιουνάιτεντ γνώρισε την ήττα (τρίτη σερί σε διάστημα μίας εβδομάδας) από τη Γουότφορντ του Βάλτερ Ματσάρι. Προσωπικά περίμενα ένα δύσκολο απόγευμα για την ομάδα του Πορτογάλου αλλά τόσο δύσκολο, για κανένα λόγο. Το Ιταλικό 3-5-2 του Ματσάρι κόντρα στο 4-2-3-1  του Πορτογάλου με απόλυτο νικητή τον πρώτο. Σε αυτή την αναμέτρηση φάνηκαν ξεκάθαρα όλα -μα όλα- τα προβλήματα του Πορτογάλου και της ομάδας του. Τονίζω πάντα ότι αυτός έχει το μεγαλύτερο μερίδιο για την τραγική εικόνα της ομάδας του. Για να δούμε όμως τι έχω εγώ διακρίνει.

Ο Ζλάταν και η μοναξιά της επίθεσης

Leicester-City-v-Manchester-United-The-FA-Community-Shield

Ο Ιμπραίμοβιτς είναι ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής. Ανάμεσα στους κορυφαίους των τελευταίων 20 ετών και με σπάνια τεχνική που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανένα. Μέχρι εδώ όλα καλά. Ο Ζλάταν των 35 ετών όμως δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στη μοναξιά της κορυφής στο σύστημα του Πορτογάλου. Στο δύσκολο (και σκληρό) Αγγλικό ποδόσφαιρο. Πόσο μάλλον όταν βρίσκεται μόνος ανάμεσα σε τρεις μουτζαχεντίν κεντρικούς αμυντικούς και με στήριγμα τον αργό Ρούνεϊ, συν δύο κεντρικά χαφ που δείχνουν -επίσης- δυσκολία να τον βοηθήσουν αλλά και να συνεννοηθούν. Ο Σεμπάστιαν Πρεντλ της Γουότφορντ «έσβησε» κυριολεκτικά τον Σουηδό (κάτι που είχε λογική με τον τρόπο που παρατάχτηκαν οι δύο ομάδες). «Μα έχει σκοράρει ήδη 4 τέρματα» θα πει κάποιος και δεν θα έχει άδικο. Η ποιότητα του είναι τέτοια που το μισό λάθος θα το μετατρέψει σε γκολ αλλά δεν μπορεί να προσφέρει (σχεδόν) τίποτα στο αμυντικό κομμάτι της ομάδας (που εννοείται ξεκινά και τελειώνει με το πρέσινγκ των επιθετικών της κάθε ομάδας) κάτι που επηρεάζει και το επιθετικό δικό του παιχνίδι (μιας και δεν διαθέτει την έκρηξη του παρελθόντος και δεν μπορεί να βρει χώρους για να σουτάρει κόντρα στους γρήγορους αμυντικούς της Πρέμιερ Λιγκ). Και στα 5 παιχνίδια της Γιουνάιτεντ για το πρωτάθλημα οι κεντρικοί αμυντικοί των αντιπάλων έβγαιναν -σχεδόν- σε όλες τις φάσεις πρώτοι στη μπάλα από τον Σουηδό. Είναι γνωστό πως στην Πρέμιερ Λιγκ δεν υπάρχει δευτερόλεπτο για σκέψη. Αν αργήσεις, χάθηκες. Ο Ζλάταν φαντάζει ακριβώς αυτό μέχρι στιγμής. Χαμένος.

Ο άφαντος Πογκμπά

a.espncdn.com

Ο Γάλλος κεντρικός μέσος είναι ο ακριβότερος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του ποδοσφαίρου και ο άνθρωπος που πολλοί φίλοι της ομάδας περίμεναν ως τον μεσσία που θα τους οδηγήσει στη Γη της Επαγγελίας του DAB. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε δει τίποτα ούτε από αυτόν. Φυσικά και δεν ευθύνεται αποκλειστικά αυτός. Διαθέτει σίγουρα τεράστιο ταλέντο και πολλές δυνατότητες εξέλιξης αλλά εγκλωβίζεται και αυτός στο σύστημα του Μουρίνιο. Αν ρίξουμε μια ματιά στις εξαιρετικές εμφανίσεις του Γάλλου με τη φανέλα της Γιούβε θα διαπιστώσουμε πως η θέση που έπαιζε στο Τορίνο απέχει κατά πολύ από αυτή του τυπικού κεντρικού χαφ, όπως ο ρόλος δηλαδή που έχει στη Μάντσεστερ. Ο Πογκμπά έχοντας πίσω του τον μαέστρο Αντρέα Πίρλο και δίπλα του (ως εσωτερικό μέσο) τον «σκύλο» Αρτούρο Βιντάλ είχε απόλυτη ελευθερία στις κινήσεις του έτσι ώστε να ξεδιπλώσει το πλούσιο ταλέντο του, σε ένα πιο εύκολο πρωτάθλημα από την Πρέμιερ Λιγκ. Στη Γιουνάιτεντ ο ρόλος του είναι διπλός και ισορροπημένος ανάμεσα στο αμυντικό και το δημιουργικό κομμάτι, έχοντας δίπλα του, όχι κάποιον σπουδαίο αρτίστα ή ένα καθαρά αμυντικό παίκτη αλλά τον Φελαϊνί. Τώρα αν αυτό είναι καλό ή κακό το έχουν καταλάβει ακόμα και τα δίχτυα στο Όλντ Τράφορντ. Το ίδιο (πάνω-κάτω) το είδαμε να λειτουργεί αρνητικά και στην εθνική Γαλλίας το καλοκαίρι. Η κατάσταση δυσκολεύει πολύ περισσότερο όταν ο Πογκμπά υψώνει τα μάτια και βλέπει μπροστά του τον Ρούνεϊ. Ίσως έχει φτάσει η ώρα να αλλάξει θέση και να ανέβει πολλά μέτρα στο γήπεδο, ξέροντας όμως πως πίσω του θα υπάρχει ένας (ή και δύο) καθαροί αμυντικοί μέσοι που θα τον βοηθήσουν να ξεδιπλώσει τις επιθετικές (κυρίως) του αρετές. Ποιοι μπορούν να το κάνουν αυτό; Σίγουρα ο ένας είναι ο Κάρικ που μπορεί να παίξει το ρόλο του deep lying play maker ακριβώς μπροστά από τους δύο στόπερ. Ένας Κάρικ που αραχνιάζει στον πάγκο σαν ξεχασμένη λατέρνα σε παλιατζίδικο.

Οι πλάγιοι μπακ και οι βοήθειες στο κέντρο της άμυνας

57b2fea3a8560dc135000004

Στα χρόνια του Μουρίνιο στην Αγγλία, οι Σο και Βαλένσια είναι σίγουρα οι δύο πιο επιθετικοί πλάγιοι μπακ που είχε ποτέ ο Πορτογάλος. Κάτι που φυσικά λειτουργεί αρνητικά σε ολόκληρη την αμυντική λειτουργία της ομάδας. Σε συνδυασμό πάντα με τους εξτρέμ που έχουν μπροστά τους. Ούτε ο Ράσφορντ, ούτε ο Μαρσιάλ, ούτε ο Λίντγκαρντ, ούτε ο Μικχιταριάν είναι λάτρεις της άμυνας. Το στυλ παιχνιδιού της Γιουνάιτεντ τους αφαιρεί τα συνεχόμενα ανεβάσματα αλλά τους φέρνει συνεχώς πιο κοντά στους δύο -μέτριους- στόπερ. Κανένας εκ των δύο εννοείται πως δεν μπορεί να «κλείσει» στην άμυνα ως τρίτος στόπερ, κάτι που βλέπαμε συνεχώς στις ομάδες του Μουρίνιο με πλάγιους μπακ όπως ο Ιβάνοβιτς, ο Φερέιρα και ο Γκαλάς, κάτι που αποδυναμώνει κατά πολύ την άμυνα και σε συνθήκες πίεσης με ομάδα που παίζει με την μπάλα στο χόρτο (όπως η Σίτι και η Λίβερπουλ) αλλά και με αυτές που χρησιμοποιούν μακρινές μπαλιές με τη μπάλα στα σύννεφα (Γουότφορντ και Χαλ). Λύση πρέπει να βρεθεί και εδώ κατά την ταπεινή μου γνώμη. Ίσως ο Ματέο Νταρμιάν να είναι μια καλύτερη λύση για το δεξί άκρο της άμυνας στο μέλλον. Αν και ο Μουρίνιο είναι ικανός να χρησιμοποιήσει εκεί και τον Σμόλινγκ, ακόμα και τον Φιλ τον Τζόουνς με μηδενικά επιθετικά ανεβάσματα.

Θα μου πείτε αρκετοί πως είμαι ισοπεδωτικός. Πως βρίσκω και γράφω μόνο τα αρνητικά της σπουδαίας ομάδας του Μάντσεστερ. Πως αν ήθελα θα μπορούσα να βρω και θετικά. Στα θετικά είναι σίγουρα πως με την εικόνα που παρουσιάζει στο γήπεδο, αυτό της προβλέψιμης και προβληματικής, βρίσκεται μόνο στο -6 από τη συμπολίτισσα Σίτι του Γκουαρντιόλα, ενώ θα μπορούσε να βρίσκεται ήδη στο -8 (τουλάχιστον). Μιας Σίτι που χάρις στον προπονητή της παρουσιάζει εξαιρετικό και σύγχρονο ποδόσφαιρο. Η Γιουνάιτεντ μπορεί σίγουρα να βελτιωθεί καθώς διαθέτει μεγάλη ποιότητα αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να αλλάξουν πρόσωπα και καταστάσεις στην εντεκάδα. Αυτό είναι 100% σίγουρο. Αλλιώς προβλέπω να μας παρουσιάζει ένα εντελώς διαφορετικό, προς το καλύτερο πάντα, πρόσωπο με άλλο προπονητή στον  πάγκο. Να μου το θυμηθείτε.

Η χαμένη γενιά οπαδών

  [Καθόλου σχόλια]

aik-mascots

Όπως σε όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, έτσι και στο ποδόσφαιρο υπάρχει ένας αέναος κύκλος των γενιών. Το βλέπεις στο γήπεδο, όταν ο πιτσιρικάς είναι όρθιος και ο μεγαλύτερος από πίσω του δεν βλέπει, λέγοντας ότι αυτός «ταξιδεύει παντού» και πιστεύοντας ότι είναι πιο καλός οπαδός της ομάδας του. Όταν κάποτε μεγαλώσει, θα είναι αυτός ο γηραιότερος που θα απαντήσει στον επόμενο πιτσιρικά «όταν εγώ έβλεπα την μεγάλη ομάδα του τότε, εσύ δεν είχες γεννηθεί». Τα χρόνια περνούν, εμείς μεγαλώνουμε, οι ομάδες όμως είναι εκεί. Και φυσικά δεν σημαίνει ότι όσο μεγαλώνεις, αγαπάς λιγότερο την ομάδα σου ή χαίρεσαι λιγότερο γι’ αυτή. Αν δεν το πιστεύετε, θυμηθείτε αυτό το βίντεο από την Μάλαγα ή ακόμα πιο πρόσφατα αυτή την αγκαλιά στο Ελ Σιλίντρο.

Η ΑΪΚ στη Στοκχόλμη αποφάσισε φέτος να τιμήσει τους ηλικιωμένους φιλάθλους της για να συνδέσει με την ομάδα μια ολόκληρη «γενιά χαμένων οπαδών». Κάνει εκπτώσεις στα εισιτήριά τους, βάζει λεωφορεία που τους μεταφέρουν από τους οίκους ευγηρίας στο γήπεδο και χθες έκανε αυτό: Βρήκε τα γηραιότερα μέλη του συλλόγου και πριν το ματς με την Γκέφλε αποφάσισε να τους δώσει τη χαρά να πατήσουν χορτάρι, να αντικαταστήσουν τα πιτσιρίκια που βγαίνουν με τους παίκτες πριν την έναρξη του αγώνα. Πιθανότατα να ήταν η πιο αργή έξοδος ομάδων στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Με πρώτο τον 86χρονο πρώην πρόεδρο της ΟΥΕΦΑ Λέναρντ Γιόχανσον, το παρεάκι των ηλικιωμένων βγήκε υποβασταζόμενο από τους ποδοσφαιριστές για να αποθεωθεί από τους θεατές στις εξέδρες. Σύμφωνα με τη διοίκηση της ομάδας, η ΑΪΚ έχει την πιο καλή οικογενειακή εξέδρα στη χώρα, αλλά οι ιθύνοντες ένιωθαν ότι κάτι έλειπε. «Η οικογένεια συμπεριλαμβάνει τόσο τους νέους, όσο και τους μεγαλύτερους. Προσκαλώντας τους ηλικιωμένους συμπληρώσαμε τις οικογένειες» δήλωσε ένας από τους υπεύθυνους της ιδέας.

Βία χωρίς τέλος

  [3 Σχόλια]

barra-brava-racing--644x362

Το ποδόσφαιρο της Αργεντινής συνεχίζει να μαστίζεται από γεγονότα βίας, με τα θύματα να αυξάνονται συνεχώς. Από το 2013 έχουν καταγραφεί επίσημα περίπου 40 θάνατοι που είχαν άμεση σχέση με ποδοσφαιρικά επεισόδια, ενώ ο συνολικός αριθμός των νεκρών έχει ξεπεράσει εδώ και καιρό τους 300. Κι αυτό χωρίς να υπολογίζουμε τους θανάτους γνωστών «μπάρας μπράβας» (οργανωμένων οπαδών) για άλλες εγκληματικές δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στους κύκλους των Νιούελ’ς Ολντ Μπόιζ. Εκεί, που σύμφωνα με τον κυβερνήτη της επαρχίας, οι οργανωμένοι οπαδοί της ομάδας διατηρούν παράλληλα και το μεγαλύτερο κύκλωμα ναρκωτικών της περιοχής, με πολλούς από αυτούς να χάνουν τη ζωή τους σε ξεκαθαρίσματα λογαριασμών και εσωτερικές έριδες.

0004817701Ο Ντιέγκο Οτσόα (γνωστός ως «φούρναρης»), έχει κατηγορηθεί για τουλάχιστον τρεις φόνους

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι το γεγονός ότι σε πολλές ομάδες, οι οπαδοί κάνουν στην ουσία κουμάντο. Μπαίνουν στο γήπεδο όποτε θέλουν, έχουν πρόσβαση στην τροπαιοθήκη, στα αποδυτήρια για να απειλήσουν παίκτες, στις εγκαταστάσεις, πετούν με εισιτήρια πρώτης θέσης για να δουν την ομάδα, πουλάνε «προστασία» από τις εξέδρες μέχρι και σε πολιτικούς, έχουν «μπουτίκ», πουλάνε εισιτήρια, νοικιάζουν χώρο στο γήπεδο για να ανέβουν πανό, διώχνουν ανθρώπους που προσπαθούν να τους πουν όχι (όπως στην περίπτωση της ηρωικής Φλορενσία Αριέτο, υπεύθυνης ασφαλείας της Ιντεπεντιέντε) και βγάζουν πολλά χρήματα. Αρκετά για να πηγαίνουν μέχρι και κρουαζιέρες. Πρόσφατα, στην περιοχή του Σαν Μαρτίν ο τοπικός άρχοντας Γκαμπριέλ Κατοπόδης (με ελληνικό know-how) κατηγορήθηκε ότι χρησιμοποιούσε μπαραμπράβας για να εισπράττει ο δήμος χρήματα από τους οδηγούς στα δημόσια πάρκινγκ. Οι φήμες λένε ότι περίπου 200 τέτοια άτομα ήταν στο δημόσιο payroll του Σαν Μαρτίν, σε ένα παράλληλο σύστημα ελέγχου κυρίως τις νυχτερινές ώρες γύρω από τις περιοχές με κλαμπ. Ένα από τα στοιχήματα της κυβέρνησης του προέδρου Μαουρίσιο Μάκρι (πρώην επιτυχημένου προέδρου της Μπόκα) είναι να αντιμετωπίσει και τη βία.

Το τελευταίο πλάνο των αρχών παρουσιάστηκε με κάθε επισημότητα από την Υπουργό Δημοσίας Τάξης Πατρίσια Μπούλριτς. Με το εύηχο όνομα «Tribuna Segura», δηλαδή ασφαλής εξέδρα, ο σκοπός είναι να μείνουν εκτός γηπέδου γνωστοί ταραξίες. Το σύνθημα είναι «φέρνεις το πάθος σου στο γήπεδο, φέρε και την ταυτότητά σου» και βασίζεται στον σωστό έλεγχο πριν την είσοδο στο γήπεδο. Οι φίλαθλοι πηγαίνουν στις εισόδους με την ταυτότητα κι εκεί οι αστυνομικοί, με smartphones παρακαλώ στο χέρι (να μπορούν παράλληλα να στείλουν και κανένα μήνυμα), σκανάρουν την ταυτότητα και ελέγχουν στη βάση δεδομένων. Ο στόχος είναι διπλός. Κατ’ αρχήν, ελέγχεται αν ο φίλαθλος έχει προβλήματα με τη δικαιοσύνη, καταζητείται και άρα θα τον τσιμπήσει το μακρύ χέρι της δικαιοσύνης. Από την άλλη όμως, γίνεται και έλεγχος με βάση το λεγόμενο «δικαίωμα εισόδου» που λειτουργεί εδώ και χρόνια στην Αργεντινή. Την λίστα που βγάζει κάθε ομάδα και στην οποία υπάρχουν τα ονόματα ανθρώπων που τους έχει απαγορευτεί η είσοδος στα γήπεδα. Σε περίπτωση που κάποιος έχει ξεχάσει την ταυτότητα (ή λέει ότι την ξέχασε για να γλιτώσει), η αστυνομία παίρνει ψηφιακά τα δαχτυλικά αποτυπώματα για να ελέγξει τον ξεχασιάρη.

0012350583Ο Ράφα ντι Ζέο κι οι φίλοι του

Η ιδέα στη θεωρία φαίνεται σωστή, εκτός από την μεγαλύτερη ταλαιπωρία του κόσμου, αφού δυνητικά αφήνει έξω από το γήπεδο όσους είναι σεσημασμένοι. Η πράξη όμως φαίνεται να απέχει κατά πολύ και όχι γιατί τα smartphones μένουν από μπαταρία, αλλά γιατί πολύ απλά, όπως είπαμε και προηγουμένως, οι «μπαραμπράβας» είναι ενσωματωμένοι για τα καλά στο ποδοσφαιρικό σύστημα. Οι ομάδες δεν βάζουν στις λίστες τους γνωστά ονόματα, αποφεύγουν να αποκλείσουν τον κόσμο, είτε γιατί φοβούνται, είτε γιατί είναι συνένοχες. Οι περισσότεροι από τους χούλιγκανς είναι μέλη των συλλόγων με συνδρομή, είναι για τα καλά μέσα στην λειτουργία τους. Στο Μπομπονέρα για παράδειγμα εμφανίστηκε ο Ράφα ντι Ζέο (ιστορική μορφή της «La 12» που κάποια στιγμή θα ασχοληθούμε μαζί του). Ένας άνθρωπος που καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 ετών για επεισόδια σε ένα φιλικό με την Τσακαρίτα και εξέτισε την ποινή του. Για το διάστημα που έλειπε, ο ντι Ζέο άφησε την «12» στα χέρια του Μάουρο Μαρτίν. Όταν βγήκε από τη φυλακή όμως, ο Μαρτίν δεν ήθελε να αφήσει την αρχηγία. Ένας εσωτερικός εμφύλιος ξέσπασε με νεκρούς και τραυματίες ανάμεσα στους φανατικούς της Μπόκα, ο ντι Ζέο κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην απόπειρα δολοφονίας ενός από τα παλικάρια του Μαρτίν αλλά τελικά απαλλάχθηκε. Κι όμως, πέρσι το καλοκαίρι η Μπόκα αποφάσισε να κάνει δεκτούς πίσω στο γήπεδο ντι Ζέο και Μαρτίν, βγάζοντάς τους από την λίστα του «δικαιώματος εισόδου». Οι δυο εχθροί που πλέον τα βρήκαν και είναι κολλητοί, εμφανίστηκαν μαζί ακόμα και σε εκδρομές της Μπόκα στο εξωτερικό (καθόλου τυχαίο ότι τους έπιασαν για επεισόδια και στην Παραγουάη) και παρά τις εκκλήσεις των αρχών, από τον Ιούλιο του 2015 επέστρεψαν στα γήπεδα.

barras
Ο ντι Ζέο πήγε κανονικά την Κυριακή που μας πέρασε στο ματς της Μπόκα με την Μπελγκράνο και μάλιστα μαζί με τον δικηγόρο του (σε περίπτωση που δεν τον άφηναν να μπει). Πέρασε τον έλεγχο ταυτότητας, έδωσε δαχτυλικά αποτυπώματα και σαν κύριος μπήκε και είδε τον αγώνα αφού δεν βρίσκεται σε κάποια λίστα. Κι αν μπόρεσε ο διαβόητος ντι Ζέο που τον ξέρουν κι οι πέτρες να μπει στο γήπεδο, φανταστείτε πόσοι ακόμα που κανονικά δεν θα έπρεπε να μπαίνουν στα γήπεδο, δεν βρίσκονται στις λίστες των ομάδων. Των ομάδων που συχνά τους τρέμουν. Πριν λίγες μέρες, περίπου 30 σφαίρες έπεσαν έξω από το σπίτι του γραμματέα της Νιούελ΄ς, που είχε δεχτεί παρόμοια επίθεση και απειλές τον Αύγουστο. Ο λόγος; Επανέφερε την λίστα στην οποία βρίσκονται πλέον 82 ονόματα. Ο άνθρωπος βρίσκεται εδώ και μήνες σε άδεια γιατί κινδυνεύει.

Ίσως μια λύση είναι η επερχόμενη τροποποίηση της νομοθεσίας, που θα δίνει και στο κράτος το δικαίωμα να βάζει ονόματα στις λίστες, ώστε να λυθούν τα χέρια των αρχών. Παρά τις γκρίνιες αρκετού κόσμου για τους ελέγχους, η αστυνομία υποστηρίζει ότι η διαδικασία κρατάει μόλις 5 δευτερόλεπτα. Στο Ουρακάν-Κίλμες με τη χρήση του μέτρου πέντε άτομα έμειναν εκτός γηπέδου, καθώς βρίσκονταν στην λίστα και προσπάθησαν να μπουν. Είναι αυτό αρκετό για να αποτελέσει την αρχή της λύσης του προβλήματος, ενός προβλήματος που δεν έχει να κάνει απλά με το ποδόσφαιρο αλλά με την γενικότερη εγκληματικότητα και τη συμμετοχή των χούλιγκανς; Μένει να φανεί στην πορεία.

Λη ΜακΚάλοχ: Ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές

  [2 Σχόλια]

197294-rangers-ace-lee-mcculloch-celebrates-after-scoring-his-sides-fifth-goal-of-the-game

Θυμάμαι μια μεγάλη ατάκα του κυρ-Βασίλη του Δανιήλ προς τον Γιάννη το Γκούμα αρκετά χρόνια πίσω: «Γιάννο γύρνα στην άμυνα γιατί στο κέντρο θα σε φάει η μαρμάγκα». Ο Γιάννος τελικά άφησε τη θέση του αμυντικού μέσου και ανέλαβε τη θέση του κεντρικού αμυντικού, κάνοντας μια αξιοσέβαστη καριέρα με το τριφύλλι στο στήθος για σχεδόν μια 15ετία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε πως στην αρχή της καριέρας του ο Γκούμας έπαιζε στην κορυφή της επίθεσης. Η κλασσικότερη βέβαια περίπτωση ποδοσφαιριστή που όσο τα χρόνια περνούσαν, γύριζε όλο και πιο πίσω, δεν είναι άλλη από τον Λόταρ Ματέους, που ξεκίνησε ως επιθετικός μέσος, έγινε ένα ποιοτικότατο «οχτάρι», μετά ένα εξαιρετικό «εξάρι» και έφτασε να παίζει λίμπερο στα τελειώματα της πλούσιας καριέρας του. Κανένας όμως (και το εννοώ στο 100%) πολυθεσίτης παίκτης δεν έφτασε, και ούτε πρόκειται, να αγγίξει το μεγαλείο του σπουδαίου Σκοτσέζου Λη ΜακΚάλοχ. Ενός παίκτη που αγωνίστηκε σε όλες τις θέσεις που υπάρχουν (πλην του τερματοφύλακα) και συνεχίζει να το κάνει ακόμα και στις μέρες μας, όντας στο 38ο έτος της ηλικίας του, ως παίκτης-προπονητής. Αν η ταινία «Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης» με τον τεράστιο Θανάση Βέγγο έπρεπε να διασκευαστεί ως ποδοσφαιρική ταινία, ο πρωταγωνιστής δε θα ήταν άλλος από τον παίκτη της Κίλμαρνοκ (και παλιά δόξα της Ρέιντζερς). Ναι! Ο Λη ΜακΚάλοχ δεν είναι ο παίκτης που έχεις συνηθίσει.

Αγωνίστηκε ως κεντρικός αμυντικός και αμυντικός μέσος. Ως δεκάρι και εξτρέμ. Ως μπακ-χαφ και φυσικά ως κεντρικός επιθετικός με απόλυτη επιτυχία και όλα αυτά άλλαζαν χρόνο με το χρόνο και ανάλογα με το που πονούσε η ομάδα του κάθε αγωνιστική. Αν υπήρχε βραβείο εργατικότητας και τιμιότητας στο ποδόσφαιρο, ο Λη ΜακΚάλοχ θα το κέρδιζε (σχεδόν) κάθε χρόνο για (σχεδόν) μια εικοσαετία. Ξεκίνησε την καριέρα του στις ακαδημίες της Ρέιντζερς, ως επιθετικός, παρέα με τον σπουδαίο Μπάρι Φέργκιουσον αν και γρήγορα έφυγε για αυτές της Κάμπερνολντ Γιουνάιτεν, πριν καταλήξει στην Μάδεργουελ. Γρήγορος, εργατικός πάνω απ’ όλα και φυσικά με έφεση στο γκολ, δεν άργησε να υπογράψει επαγγελματικό συμβόλαιο με την ανδρική ομάδα. Προπονητής εκείνα τα χρόνια δεν ήταν άλλος από τον Άλεξ ΜακΛις, ένα προπονητή που για πολλά χρόνια βλέπαμε και στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ με τις Μπέρμιγκχαμ και Άστον Βίλα, διχάζοντας το κοινό της πόλης λόγω της μεγάλης αντιπαλότητας που υπάρχει ανάμεσα στους δύο συλλόγους. Ο ΜακΛις πίστεψε πολύ στις δυνατότητες του νεαρού ποδοσφαιριστή και τον χρησιμοποιούσε αρκετά -αν και δεν σκόραρε πολύ- τις σεζόν που ήταν προπονητής της ομάδας. Αυτός όμως που μετέτρεψε τον ΜακΚάλοχ σε μηχανή των γκολ δεν ήταν άλλος από τον Μπίλι Ντέιβις, τον προπονητή που ανέλαβε την ομάδα μετά τη φυγή του ΜακΛις (το 1998) και που -ουσιαστικά- οδήγησε τον παίκτη στα γήπεδα της Αγγλίας με τη φανέλα της Γουίγκαν. Ο ΜακΚάλοχ αν χρωστάει κάπου την καριέρα του αυτός δεν είναι άλλος από τον Ντέιβις. Στη Γουίγκαν ο ΜακΚάλοχ άφησε σιγά-σιγά τη θέση του επιθετικού και πέρασε στη θέση του αριστερού χαφ (ή ακόμα και πιο κεντρικά ως οχτάρι) αν και πάντα έβρισκε τρόπους να χωρέσει στην κορυφή της επίθεσης και να σώσει την ομάδα του σκοράροντας κάποιο κρίσιμο τέρμα. Κορυφαία του στιγμή με τη φανέλα των «λάτικς» δεν ήταν άλλη από την παρουσία του στον τελικό του Λιγκ Καπ το 2006 απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ. Η Γουίγκαν διέθετε μια πολύ καλή ομάδα με παίκτες όπως ο Λέιτον Μπέινς, ο Στεφάν Ανζό, ο Πασκάλ Τσιμποντά, ο θεούλης Τζίμι Μπούλαρντ και ο Χενρί Καμαρά αλλά απέναντι στη φημισμένη ομάδα του Φέργκιουσον δεν μπόρεσε να αντισταθεί (αν και είχε παίξει αρκετά καλά) και γνώρισε την ήττα με το βαρύ 4-0.

Rangers' Lee McCulloch walks off the pitch after receiving a red card during the Clydesdale Bank Scottish Premier League match at St Mirren Park, Paisley. PRESS ASSOCIATION Photo. Picture date should read: Saturday December 24, 2011. See PA Story: SOCCER St Mirren. Photo credit should read: Danny Lawson/PA Wire. EDITORIAL USE ONLY

Το καλοκαίρι του 2007 η Ρέιντζερς έβγαλε από τα ταμεία της -σχεδόν- δυόμιση εκατομμύρια λίρες και έφερε το δικό της παιδί εκεί που πραγματικά ανήκε. Στο Άιμπροξ. Νέα ομάδα, νέο ξεκίνημα (νέοι αγώνες) και νέα θέση για τον διεθνή -πλέον- ποδοσφαιριστή που αφού δοκιμάστηκε αρχικά ως αμυντικός μέσος, κατέληξε να παίζει ως κεντρικός αμυντικός (από το 2009) καθοδηγώντας τους συμπαίκτες του από τα μετόπισθεν. Με τη σπουδαία ομάδα της Γλασκώβης κέρδισε τρία πρωταθλήματα, δύο κύπελλα και τρία Λιγκ Καπ και έφτασε να αγωνιστεί ακόμα και στον τελικό του κυπέλλου UEFA το 2008 απέναντι στην εξαιρετική Ζενίτ. Οι Σκοτσέζοι μπορεί να γνώρισαν την ήττα με 2-0 χάρις στα όργια του Αρσάβιν αλλά είχαν αφήσει άφωνη ολόκληρη την Ευρώπη με την πορεία τους μέχρι τον τελικό (είχαν αποκλείσει και τον Παναθηναϊκό του Γκούμα). Μια πορεία που είχε στηριχθεί -όχι στην εξαιρετική τους ποιότητα που δεν είχαν– αλλά στη μαχητική τους ψυχή.

O Λη ΜακΚάλοχ αγαπήθηκε όσο λίγοι από τους φίλους της ομάδας μετά την τιμωρία που έφτασε τη Ρέιντζερς στην 4η κατηγορία, μιας και δεν άφησε το σύλλογο στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Αγωνίστηκε στις μικρότερες κατηγορίες και τίμησε τη φανέλα σε κάθε θέση, όπου η ομάδα είχε πρόβλημα, όπου κι αν ήθελε ο προπονητής του. Τη μία αγωνιστική αμυντικός, την άλλη δεκάρι, την αμέσως επόμενη επιθετικός και κατάφερε να κερδίσει τρεις σερί ανόδους πριν αποχωρήσει για την Κίλμαρνοκ το καλοκαίρι του 2015 στα 36 του χρόνια. Το 2014 και ενώ ήταν ακόμα ενεργό μέλος της Ρέιντζερς μπήκε στο Hall Of Fame της ομάδας, δίπλα σε ονόματα όπως αυτά των Tέρι Μπούτσερ, Πολ Γκασκόιν, Μπράιαν Λάουντρουπ και φυσικά του Γκρέιαμ Σούνες. Η άτιμη η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε στις 6 Φεβρουαρίου του 2016 να κάνει το ντεμπούτο του ως προπονητής κόντρα στην ομάδα που αγάπησε και αγαπήθηκε. Η Ρέιντζερς υποδέχτηκε την Κίλμαρνοκ σε μια αρκετά ιδιαίτερη αναμέτρηση που έληξε με 0-0 με τον πρώην πολυθεσίτη ποδοσφαιριστή να είναι το πρόσωπο της αναμέτρησης όχι όμως για κάποιο γκολ ή μια περίτεχνη (ή άτεχνη) ενέργειά του στο γήπεδο. Πάντως για να τα λέμε με το όνομά τους τα πράγματα και με διπλό να έφευγε  ο ΜακΚάλοχ, δεν νομίζω να του κρατούσαν και μεγάλη κακία οι φίλοι της Ρέιντζερς.

Ιμάμης Μπεκενμπάουερ: Όταν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έπαιζε άμυνα

  [Καθόλου σχόλια]

Erdogan

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βλέπει πολλή μπάλα.

Θυμόμαστε: τον περασμένο Οκτώβρη, επενέβη προσωπικά και διέταξε την απελευθέρωση του διαιτητή της συνάντησης Τράμπζονσπορ- Γκαζιάντεπσπορ –ο άρχοντας του αγώνα δεν είχε σφυρίξει κάτι πέναλτι και ο πρόεδρος των γηπεδούχων τον κλείδωσε στο καμαράκι, είναι λόγος τώρα αυτός να ασχοληθεί ολόκληρος αρχηγός κράτους; Τον Απρίλιο, ο Ερντογάν εγκαινίασε το ανακαινισμένο, υπερσύγχρονο γήπεδο της Μπεσίκτας κεκλεισμένων των θυρών (!) ώστε να αποφύγει τη συνάντηση με τους οργανωμένους οπαδούς οι οποίοι θεωρούνται εχθροί του καθεστώτος μετά τα γεγονότα της πλατείας Ταξίμ το 2013 –35 από αυτούς είχαν τότε παραπεμφθεί σε δίκη, με την κατηγορία ότι ετοίμαζαν πραξικόπημα. Ανάμεσα στα ατράνταχτα αποδεικτικά στοιχεία, ένα μαχαίρι για κοπή ντονέρ κεμπάπ που βρέθηκε στο σπίτι ενός. Στις αρχές Αυγούστου, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία έκανε, με εντολή του Ερντογάν, μαζική εκκαθάριση διαιτητών, παραγόντων και υπαλλήλων που θεωρήθηκαν ύποπτοι για σχέσεις με την Αδελφότητα του ιεροκήρυκα Φατουλάχ Γκιουλέν. Λίγες μέρες μετά είχαμε ένα ένταλμα σύλληψης εις βάρος ενός πραγματικού θρύλου του τουρκικού ποδοσφαίρου, του Ταύρου του Βοσπόρου Χακάν Σουκούρ: κατηγορείται, μαζί με άλλους τρεις παλιούς συμπαίκτες του στη Γαλατασεράι για συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση. Οι δικαστικές του περιπέτειες άρχισαν μάλιστα τον Ιούνιο, όταν η εισαγγελία τον κατηγόρησε πως έβρισε, λέει, τον Πρόεδρο στο τουίτερ. Υπενθυμίζουμε πως ο Ταύρος υπήρξε πριν λίγα χρόνια βουλευτής του ΑΚΠ, του κόμματος του Ερντογάν, τότε που ο τελευταίος έκανε ακόμη παρέα με τον Γκιουλέν. Από τότε, έχει κυλήσει, βέβαια, πολύ νερό κάτω από τις γέφυρες του Βοσπόρου κι ο Σουκούρ έχει, ευτυχώς γι΄αυτόν, εγκατασταθεί στην Καλιφόρνια.

Μα τι συμβαίνει; Πίσω από όλα αυτά κρύβεται σαφώς μια κάποια διαπλοκή των ποδοσφαιρικών αρχών με το ΑΚΠ –ο πρόεδρος της Λίγκας είναι παντρεμένος με την ανιψιά της κυρίας Ερντογάν, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας είναι γιος του εκδότη της φιλοκυβερνητικής εφημερίδας Μιλιέτ κλπ.–, μια ορισμένη τάση του Τούρκου προέδρου προς τον αυταρχισμό, αλλά και μια πιο άγνωστη και παθιασμένη σχέση του με το ποδόσφαιρο. Πριν ο Ερντογάν γίνει Ερντογάν ήταν γνωστός ως Ιμάμης Μπεκενμπάουερ.

1976. Η Μπάγερν Μονάχου κερδίζει το τρίτο στη σειρά Κύπελλο Πρωταθλητριών, η Εθνική Γερμανίας είναι Πρωταθλήτρια Κόσμου κι ο Φραντς Μπεκενμπάουερ ετοιμάζεται να κερδίσει τη δεύτερή του Χρυσή Μπάλα. Στην Κωσταντινούπολη, η Φενερμπαχτσέ, που αντιμετωπίζει κάποια οικονομικά προβλήματα, στέλνει τα λαγωνικά της να ανακαλύψουν άγνωστα –και φτηνά– ταλέντα ανάμεσα στους νεαρούς παίκτες των τοπικών πρωταθλημάτων. Ένας από αυτούς, υπάλληλος της Εταιρείας Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων και μεγάλος θαυμαστής του Κάιζερ της Μπάγερν, διακρίνεται για το παιχνίδι του με την μπάλα, το εντυπωσιακό αθλητικό του παράστημα αλλά και για τις ηγετικές του ικανότητες.

erdogan2

Ξεκίνησε παίζοντας στην επίθεση, στους δρόμους του Κασίμπασα, της φτωχογειτονιάς στην ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης, όπου κατέληγαν πολλοί εσωτερικοί μετανάστες τη δεκαετία του ΄60. Σιγά σιγά, ακριβώς όπως και το είδωλό του, οπισθοχώρησε στο κέντρο της άμυνας και σε αυτήν τη θέση διακρίνεται στα μέσα της δεκαετίας του ΄70 με την ημιεπαγγελματική ομάδα επιλέκτων των Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων. Τότε αποκτά το τόσο εύγλωττο παρατσούκλι του. Ιμάμης –καθώς έχει σπουδάσει σε θρησκευτικό λύκειο– Μπεκενμπάουερ. Τεχνικός, γρήγορος, έξυπνος και πολύ μαχητικός, δεν διστάζει να ανεβαίνει για να κυνηγήσει το γκολ. Οι εφημερίδες τον βάζουν συχνά στην καλύτερη ενδεκάδα της τελικής φάσης του τοπικού πρωταθλήματος της Κωνσταντινούπολης. Κάπως έτσι τραβάει και την προσοχή της ομάδας που υποστήριζε φανατικά, της Φενέρ, και του προπονητή της Τόμισλαβ Καλοπέροβιτς (πέρασε ένα φεγγάρι από τον Απόλλωνα Αθηνών).

9-numara-tayyip-erdogan,EmZTuxA49kSYw8UNKeDXlQ
Ο μελλοντικός Πρόεδρος συλλαμβάνει έναν φίλαθλο

Μια μέρα, λίγο πριν το ματς, ένας δημοσιογράφος μεταφέρει στον ταλαντούχο λίμπερο την πρόταση της ομάδας για συμβόλαιο. Ο 22χρονος Ιμάμης Μπεκενμπάουερ ευχαριστεί για την τιμή και αρνείται: «Δεν υπάρχει περίπτωση να με αφήσει ο πατέρας μου». Ο πολύ αυστηρός και πολύ παραδοσιακός Αχμέτ Ερντογάν, που έφτασε στο Κασίμπασα από το Ριζέ, την ποντιακή Ριζούντα, στα νοτιανατολικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας, δεν είναι φίλαθλος. Το όνειρό του είναι τα παιδιά του να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Αν πιστέψουμε όσα του αρέσει να διηγείται για να τονίζει τη λαϊκή του καταγωγή, ο σημερινός πανίσχυρος ηγέτης της Τουρκίας δούλευε κουλουρτζής ως παιδάκι –ακόμη καλύτερα, αυτοδημιούργητος κουλουρτζής: μάζευε τα απούλητα σουσαμοκούλουρα της χτεσινής μέρας, τα ζέσταινε και τα πουλούσε στον δρόμο. Αργότερα, επιμελής μαθητής και καταπιεσμένος μπαλαδόρος, αναγκαζόταν να κρύβει τις τάπες των ποδοσφαιρικών του παπουτσιών σε ένα σακί με κάρβουνο μην τύχει και τον πάρει είδηση ο τρομερός Αχμέτ. Αλλά, εκείνο το απόγευμα του 1976 αρνήθηκε την πρόταση της αγαπημένης του ομάδας. Είχε ήδη κάτι άλλο στο μυαλό του. Πριν μερικούς μήνες, σε ένα ματς του τοπικού, το οποίο κατέληξε σε άγριο ξύλο, όπως πολλά τέτοια ματς, ξέσπασε μέσα στη φωτιά της μάχης: «Μια μέρα θα γίνω πρωθυπουργός, θα γίνω πρόεδρος! Και τότε θα δείτε!». Είδαμε και φοβόμαστε λίγο τι μας μένει ακόμη να δούμε.

Πάντως, ο πολιτικός Ερντογάν, δήμαρχος Κωνσταντινούπολης στα 40, πρωθυπουργός στα 49, πρόεδρος στα 60, ήδη σουλτάνος για ορισμένους, έμαθε πολλά από την καριέρα του στα γήπεδα: για παράδειγμα, να διαβάζει το παιχνίδι του αντιπάλου και να προσαρμόζει το δικό του. Έτσι, αν και το 1998 καταδικάστηκε σε φυλακή για την απαγγελία ενός ποιήματος που μιλούσε για «μιναρέδες που θα γίνουν οι ξιφολόγχες μας, τα τζαμιά τα στρατόπεδά μας και οι πιστοί οι στρατιώτες μας», στη συνέχεια αναπροσάρμοσε τη ρητορική του και σταδιοδρόμησε με την ετικέτα του «συντηρητικού μουσουλμάνου δημοκράτη».

Παίζει ακόμη καμιά φορά μπάλα και δεν έπαψε ποτέ να υποστηρίζει τη Φενερμπαχτσέ, την ομάδα της Ριζέ και την Κασίμπασα Σπορ –που παίζει πλέον στο στάδιο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν– και να παρακολουθεί με πάθος την εθνική ομάδα. Λέγεται ότι όταν δεν συμφωνεί με τον τρόπο του παιχνιδιού, πράγμα που συμβαίνει συχνά, φροντίζει να γνωστοποιούνται οι λεπτομερείς τεχνικές του παρατηρήσεις στους προπονητές. Κυκλοφορεί η ιστορία ότι κάποτε έδωσε χαρτάκι με σύνθεση στον  Φατίχ Τερίμ αλλά δεν βάζουμε το χέρι μας στη φωτιά.

erdogan

Πρόσφατα, τη νύχτα της 15ης Ιουλίου, όταν εν μέσω πανικού απηύθυνε μήνυμα στον τουρκικό λαό μέσα από εφαρμογή κινητού τηλεφώνου, αξιοποίησε και πάλι τις γνώσεις που απέκτησε στον χώρο του ποδοσφαίρου: παρόμοιο τρόπο επικοινωνίας είχε χρησιμοποιήσει παλιότερα, όταν ανέλαβε να εμψυχώσει προσωπικά αλλά από απόσταση τους Τούρκους διεθνείς πριν από έναν αγώνα.

Σύμφωνα με τους κοντινούς του ανθρώπους, ο Ερντογάν ακόμη και χαμένος, βρίσκει πάντα τον τρόπο να βγαίνει τελικά νικητής. Αυτό, βέβαια,  δεν μαθαίνεται, τουλάχιστον θεωρητικά, στα γήπεδα.

Λίγη ώρα πριν το ντέρμπι (στο μυαλό του Ζοσέ)

  [2 Σχόλια]

newego_LARGE_t_1101_54699244_type13145

«Ζοσέ ξύπνα, έβλεπες εφιάλτη». Η φωνή του βοηθού μου ακούστηκε σαν διαταγή. Αμέσως σκέφτηκα «Ποιος είναι αυτός που θα διατάξει τον καλύτερο προπονητή στο διαγαλαξιακό σύστημα;». Μα πριν προλάβω να τον στείλω στον αγύριστο, η θύμηση του ονείρου που μόλις είχα δει με τρόμαξε. Για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή μου -μετά από εκείνο το 5-0 στο Καμπ Νου με τη Ρεάλ- ένιωσα να με λούζει κρύος ιδρώτας. «Λουίς δεν μπορείς να φανταστείς τι είδα. Ήμουν λέει προπονητής της εθνικής Αγγλίας και χάσαμε στον τελικό του Μουντιάλ -στα πέναλτι- κόντρα στους Ισπανούς επειδή γλίστρησε στο τελευταίο πέναλτι ο Ράσφορντ. Στον πάγκο των φούριας ρόχας ήταν ο Γκουαρδιόλα με τον Αντρέα τον Ινιέστα». Ο Λουίς Φαρίας γέλασε. «Ηρέμησε κόουτς, αυτά δεν γίνονται. Τι εθνική Αγγλίας και Μουντιάλ μου λες. Σήμερα παίζουμε με τη Σίτι στο Όλντ Τράφορντ και εσύ είσαι ο προπονητής της Γιουνάιτεντ. Ο Ένας και Μοναδικός Ζοσέ Μουρίνιο. Ο κορυφαίος προπονητής στην ιστορία των σπορ». Ομολογώ πως εκείνη τη στιγμή ηρέμησα και έπρεπε να ξαλαφρώσω κι άλλο. Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο. Κατέβασα το παντελόνι και κάθισα αναπαυτικά στη λεκάνη, μια λεκάνη στα χρώματα της Σίτι. «Oh Shit» σκέφτηκα. Μια λέξη: Μπουργάνα.

Είχα ήδη ξεχάσει τον εφιάλτη και το μυαλό μου ήταν μόνο στο σημερινό παιχνίδι. Έπρεπε να παρουσιάσω κάτι πρωτότυπο κόντρα σε αυτόν τον σπασίκλα τον Πεπ. Να τον αιφνιδιάσω. Σκέφτηκα το 4-2-3-1. Δεν ήταν κακό. Θα έβαζα και τον Φελαινί σε ρόλο δέντρου στον άξονα. «Πόσο γαμάτος είμαι όταν θέλω». Πλησίασα το παράθυρο και κοίταξα έξω προς τον συννεφιασμένο ουρανό του Μάντσεστερ. Τα σύννεφα σε συνδυασμό με κάποιες ηλιακές ακτίνες που έβγαιναν από πίσω (σαν τον Ρούνεϊ) δημιουργούσαν ένα απίστευτο τοπίο, σαν πίνακα του Ρενέ του Μαγκρίτ. Η ψυχή μου αγαλλίασε. Έκλεισα τα μάτια και σκέφτηκα τη Βαρκαρόλλα του Σοπέν. «Ζοσέ είσαι ο κορυφαίος» σκέφτηκα, «Σε λίγη ώρα θα τους δείξεις τι εστί βερίκοκο». Χαμογέλασα και σκέφτηκα την παράσταση που θα προσφέρω στον κόσμο. Ναι. Τώρα είμαι πανέτοιμος.

Στα αποδυτήρια -μία ώρα πριν την αναμέτρηση- ήμουν ήρεμος και χαλαρός. Τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει την ψυχική μου διάθεση εκτός από τον Τζόουνς. Ακούς εκεί να έρθει στα αποδυτήρια με τζιν και σαγιονάρα. «Φιιιιιιιιιιιιλ» φώναξα «Δεν έχεις ιδέα από σαβουάρ βιβρ; Ζαμπούνη δεν σας διάβαζε στο Ίγουντ Παρκ ο Αλαρντάις;». Αλλά βέβαια τι να περιμένεις από άνθρωπο που έχει διαβάσει μόνο The Sun και Άρλεκιν. Ούτε Κοέλιο, ούτε Ντοστογιέφσκι, ούτε καν Παυλίνα Νάσιουτζικ. «Χάσου απ’ τα μάτια μου» του είπα και άρχισα να αναλύω τις τακτικές που θα μας οδηγούσαν στη νίκη. Ευτυχώς δεν αντέδρασε και χάθηκε αμέσως. Άσε που μύριζαν και οι σαγιονάρες του.

Η μέρα συνέχισε να είναι μοναδική. Ο ήλιος που αντανακλούσε στα παράθυρα δημιουργούσε μια αλλιώτικη αίσθηση. Αρκετά μακρινή από το ρηχό κόσμο των αποδυτηρίων. Σκέφτηκα να απαγγείλω Μπρεχτ αλλά δεν το τόλμησα. «Μη με πάρουν και στο ψιλό» σκέφτηκα, και είχα δίκιο. Ο Φελαινί έβγαλε ένα μήλο από τα μαλλιά του και άρχισε να το τρώει. Κοιταχτήκαμε με τον Ζλάταν. Χαμογελάσαμε και τους έστειλα όλους για ζέσταμα. Ήμασταν πανέτοιμοι για μια σπάνιας ομορφιάς παράσταση. Τα Μπολσόι δεν θα έπιαναν τίποτα μπροστά μας. Ναι. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Αυτή η Γιουνάιτεντ -η δική μου- θα εξελιχθεί στην καλύτερη ομάδα όλων των εποχών. Καλύτερη κι από τον Ολυμπιακό του Σόλιντ. Όταν είδα τους παίκτες της Σίτι να μπαίνουν στο γήπεδο φώναξα «Καλώς τα παιδιά, καλώς τα, 3-0» πάντα με την ταπεινότητα που με διακρίνει από τα χρόνια μου στην Πόρτο. «Ζοσέ κανείς δεν μπορεί να σε κερδίσει» σκέφτηκα, «Είσαι Θεός αγόρι μου. Ποιος Αλέφαντος και ποιος Μπάμπης Τεννές». Ξαφνικά ένας βλάκας με φανέλα της Μπαρτσελόνα -με το όνομα του Μέσι στην πλάτη- ήρθε και κάθισε πίσω από τον πάγκο μας. Για μια στιγμή νευρίασα. Έκλεισα τα μάτια και άκουσα τον διαιτητή να σφυρίζει την έναρξη. Άνοιξα τα μάτια και είδα τον Πογκμπά να κάνει λάθος πάσα.«Ο Σκόουλς θα έχει ήδη αρχίσει το κράξιμο στο BT Sports» σκέφτηκα και άρχισα να προσεύχομαι στο Θεό. Δευτερόλεπτα αργότερα θυμήθηκα ότι ο Φάουλερ έχει φορέσει τη φανέλα της Σίτι και κάπως έτσι αποφάσισα να καθίσω ήσυχος και να το απολαύσω…

*Το κείμενο γράφτηκε σε συνεργασία με τον καλό μου φίλο το Δημήτρη (γνωστός και ως Jimmy Logan)

Να τιμάς το παρελθόν

  [Καθόλου σχόλια]

kurt-landauer-stadion-choreographie-RP0bx6WCYef

Κάθε σύλλογος καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το παρελθόν του και όσα έχει καταφέρει. Υπάρχουν πάντα όμως άνθρωποι που για διάφορους λόγους ξεφεύγουν της δημοσιότητας που τους αξίζει. Παρ’ ότι η νεότερη ιστορία της Μπάγερν Μονάχου είναι αρκετή γνωστή, δεν συμβαίνει το ίδιο για την παλιότερη μια που η ομάδα της Βαυαρίας δεν κατακτούσε τίτλους με την συχνότητα που το κάνει από το 1970 και μετά. Κι όμως, υπάρχει μια μορφή που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξη του συλλόγου, με μια ζωή σαν μυθιστόρημα που οι περισσότεροι αγνοούν.

Η Μπάγερν ήταν μια ομάδα που είχε εβραϊκή παρουσία στα πρώτα χρόνια της. Ανάμεσα στα 17 ιδρυτικά μέλη της, 2 ήταν Εβραίοι, ενώ και αρκετοί της παίκτες τα πρώτα χρόνια ήταν εβραϊκής καταγωγής. Μεταξύ αυτών και ο Κουρτ Λαντάουερ γιος οικογένειας εμπόρων που έγινε παίκτης της ομάδας του 1901. Ο Λαντάουερ εξελέγη πρόεδρος της Μπάγερν το 1913 λίγο πριν φύγει για να πολεμήσει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου και παρασημοφορήθηκε. Επιστρέφοντας το 1919 ανέλαβε και πάλι χρέη προέδρου στον σύλλογο βάζοντάς τον στις σωστές βάσεις. Είχε καταλάβει έγκαιρα ότι το ποδόσφαιρο έμπαινε σε φάση επαγγελματισμού και έτσι άρχισε να οργανώνει και την Μπάγερν.  Οι Βαυαροί έπαιζαν συχνά φιλικά με ομάδες από την Ελβετία αλλά και την Ουγγαρία και την Αυστρία, ώστε να αφομοιώσουν στοιχεία στο παιχνίδι τους από ανώτερες ποδοσφαιρικά χώρες. Ο Λαντάουερ βελτίωσε τα οικονομικά της ομάδας, στελέχωσε σωστά τη διοίκηση, έδωσε μεγάλη σημασία στις προπονήσεις και ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε το σύστημα των ακαδημιών, αναγνωρίζοντας την αξία της δημιουργίας νέων παικτών.

fc-bayern

Οι κόποι του έφεραν αποτελέσματα και στις 24 Απριλίου του 1932 η Μπάγερν κέρδισε την Άιντραχτ Φρανκφούρτης κατακτώντας το πρώτο της εθνικό πρωτάθλημα Γερμανίας, μια τεράστια επιτυχία για την ομάδα. Τα πράγματα όμως δεν είχαν την ανάλογη συνέχεια. Η άνοδος του εθνικοσοσιαλισμού και η ανακήρυξη του Αδόλφου Χίτλερ σε καγκελάριο της Γερμανίας το 1933 είχαν άμεσο αντίκτυπο και στο ποδόσφαιρο. Η Μπάγερν, που ήταν ομάδα κυρίως της ανώτερης τάξης, στοχοποιήθηκε ως «εβραϊκή ομάδα», σε αντίθεση με την Μόναχο 1860 που την υποστήριζαν κυρίως εργάτες και οι Ναζί θεώρησαν ότι οι μισθοί στους ποδοσφαιριστές ήταν ένα εβραϊκό τέχνασμα. Η «υπεράσπιση» του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου άλλωστε χρησιμοποιήθηκε και από άλλα καθεστώτα που ήθελαν να ελέγχουν το άθλημα, όπως είδαμε στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης. Η αγάπη του Λαντάουερ για το «ξένο» ποδόσφαιρο, ήταν επίσης κάτι που δεν ταίριαζε στη ναζιστική φιλοσοφία της Άριας Φυλής. Ο Λαντάουερ λόγω της εβραϊκής του καταγωγής αναγκάστηκε να παραιτηθεί από πρόεδρος της αγαπημένης του ομάδας. Μαζί του έφυγε κι ο Ρίχαρντ Κον, ο εβραϊκής καταγωγής Αυστριακός προπονητής της Μπάγερν. Ο Κον συνέχισε την καριέρα του στην Μπαρσελόνα και την Φέγενορντ. Ο Λαντάουερ επέλεξε να μείνει στο αγαπημένο του Μόναχο.

Πέντε χρόνια αργότερα, το καθεστώς συνέλαβε τον Λαντάουερ κατά την περιβόητη Νύχτα των Κρυστάλλων. Στάλθηκε στο Νταχάου, αλλά γλίτωσε εξαιτίας της υπηρεσίας του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αφέθηκε. Οι τρεις αδερφοί του και η αδερφή του δεν είχαν την ίδια τύχη και έχασαν τις ζωές τους. Ο Λαντάουερ αναγκαστικά έφυγε και βρήκε στέγη στην Ελβετία. Κατά τα χρόνια αυτά, σε αρκετές περιπτώσεις παίκτες και άνθρωποι της Μπάγερν ήρθαν σε κόντρα με το ναζιστικό καθεστώς. Η μεγαλύτερη όμως κίνηση θάρρους έγινε το 1943. Η Μπάγερν ταξίδεψε στην Ελβετία για ένα φιλικό με την εθνική ομάδα της χώρας. Στις εξέδρες ήταν ο Λαντάουερ που δεν μπορούσε να χάσει την ευκαιρία να δει από κοντά την ομάδα του. Φυσικά μαζί με την ομάδα είχαν ταξιδέψει και άνθρωποι της Γκεστάπο. Αυτό δεν πτόησε τους ποδοσφαιριστές της ομάδας που σε μια κίνηση με μεγάλη σημασία πήγαν και χαιρέτισαν τον παλιό τους πρόεδρο στις εξέδρες, αψηφώντας τις επιπτώσεις της κίνησής τους.

Μετά τον πόλεμο, οι περισσότεροι Εβραίοι της Γερμανίας από αυτούς που κατάφεραν να γλιτώσουν τις θηριωδίες των Ναζί έμειναν σε άλλες χώρες. Ο Λαντάουερ όμως επέστρεψε στο Μόναχο και μαζί και στην προεδρία της Μπάγερν όπου έμεινε για άλλα τέσσερα χρόνια μέχρι να χάσει τις εκλογές το 1951, κατέχοντας μέχρι και σήμερα το ρεκόρ του μακροβιότερου προέδρου του συλλόγου. Πέθανε δέκα χρόνια αργότερα, προλαβαίνοντας να δει την άριστα οργανωμένη Μπάγερν που είχε φτιάξει, χρεωμένη να υποβιβάζεται από την πρώτη κατηγορία. Η Μπάγερν σιγά σιγά ξαναβρήκε τον δρόμο της, έγινε η πιο πετυχημένη ομάδα στην Γερμανία βασιζόμενη αρκετά στο οικονομικό μοντέλο του Λαντάουερ, αλλά το όνομά του δεν ακουγόταν πουθενά. Δεν τον μάθαμε όπως π.χ. τον Σαντιάγο Μπερναμπέου, δεν φιγούραρε με άλλους θρύλους του συλλόγου.

Το Family Guy στο Μόναχο

Για τον σκηνοθέτη Μίχαελ Φερφχόφεν που ήταν και παίκτης της Μπάγερν κατά την τελευταία θητεία του Λαντάουερ και έχει γυρίσει αρκετά ντοκιμαντέρ για τον ναζισμό αυτό έχει εξήγηση. «Το ποδόσφαιρο δεν είχε ιδιαίτερο στάτους στην μεταπολεμική Γερμανία με εξαίρεση κάποιους φανατικούς. Σε αντίθεση με την κοιλάδα του Ρουρ, στη Βαυαρία το ποδόσφαιρο δεν ήταν συνυφασμένο με την κοινωνία«.  Δυστυχώς όμως είναι μάλλον μια ωραιοποίηση της πραγματικότητας για την μεταπολεμική Γερμανία και την αντιμετώπιση των όσων έγιναν. Η Μπάγερν έκανε μερικές γενικές αναφορές σε «πολιτικά γεγονότα» που έφεραν τον Λαντάουερ μακριά από την ομάδα, ενώ για άλλους ο τονισμός της εβραϊκής ιστορίας του συλλόγου θα είχε αρνητικό αντίκτυπο. Όλα αυτά μέσα στο πλαίσιο της αμηχανίας που κινούταν η γερμανική κοινωνία για πολλά χρόνια μεταξύ της σιωπής και της συλλογικής ντροπής.

Το τρέιλερ της ταινίας για τον Λαντάουερ (φαίνεται αρκετά κλισεδιάρικη)

Ευτυχώς όμως, φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια αυτά ξεπερνιούνται και ειδικά στην περίπτωση του Λαντάουερ, υπάρχει πλέον αναγνώριση για το πόσο σημαντικός ήταν για τον σύλλογο. Ο Ρουμενίγκε δήλωσε ότι ο Λαντάουερ είναι ο πατέρας της σύγχρονης Μπάγερν, ο Φίλιπ Λαμ είπε ότι η ιστορία του είναι συναρπαστική, ενώ η Μπάγερν έκανε δωρεά στην ερασιτεχνική ομάδα Μακάμπι Μονάχου ώστε να φτιάξει το γήπεδό της με το όνομα του Λαντάουερ και τον τίμησε κάνοντάς τον έναν από τους μόλις τρεις επίτιμους προέδρους στην ιστορία του συλλόγου. Η φωτογραφία του πλέον υπάρχει στο μουσείο της ομάδας στο Αλιάνζ Αρένα. Παράλληλα, γράφτηκε βιβλίο για τη ζωή του, ενώ γυρίστηκε και μια ταινία που προβλήθηκε στο γερμανικό κανάλι ARD. Κυρίως όμως, ο Λαντάουερ επέστρεψε στο γήπεδο χάρη στην κίνηση των φανατικών οπαδών της Μπάγερν με το όνομα Schickeria που το 2014 τον τίμησαν με εντυπωσιακό κορεό.

Η κίνηση αυτή βραβεύτηκε με το βραβείο «Τζούλιους Χιρς» που δίνεται από την γερμανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου σε περιπτώσεις ανθρώπων ή ομάδων που κάνουν ενέργειες που στηρίζουν την ελευθερία και την ανεκτικότητα. Ο Χιρς ήταν μια παρόμοια περίπτωση με αυτή του Λαντάουερ. Ένας υπέροχος αριστερός εξτρέμ, ο πρώτος Εβραίος που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της εθνικής Γερμανίας, πολέμησε στον Α’ Παγκόσμιο και παρασημοφορήθηκε, αναγκάστηκε να παρατήσει την αγαπημένη του Καρλσρούη εξαιτίας της καταγωγής του και τελικά σκοτώθηκε από τους Ναζί στο Άουζβιτς. Το ποδόσφαιρο πρέπει να τους θυμάται και να τους τιμά, ώστε να περνάει τα δικά του μηνύματα για την ανοχή στον ρατσισμό, ειδικά σε δύσκολους καιρούς όπως τώρα.

Η ιδιαίτερη θέση του τερματοφύλακα

  [2 Σχόλια]

tumblr_n85f1m0xDk1s5gu6jo5_1280

Πριν λίγο καιρό προβλήθηκε σε επιλεγμένες αίθουσες η ταινία του Βιμ Βέντερς «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι». Μία από τις πρώτες ταινίες του σπουδαίου σκηνοθέτη, που καταπιάνεται με τον ψυχισμό ενός τερματοφύλακα και τον ακολουθεί σε μια -άσκοπη;- περιπλάνησή του μετά από μια άκρως άτυχη στιγμή την ώρα ενός αγώνα. Ιδιαίτερη ταινία σίγουρα, όπως και ο σκηνοθέτης της, όπως φυσικά και η θέση του τερματοφύλακα. Όλοι έχουμε παίξει ποδόσφαιρο (από το δρόμο μέχρι κάποια ερασιτεχνική ομάδα ή ένα φιλικό 5χ5) και σχεδόν κανείς (όσο κακός ή μέτριος και να είναι) δεν θέλει να κάθεται στο τέρμα. Για να γουστάρεις πραγματικά τη θέση υπάρχουν δύο τινά. Το πρώτο να είσαι χοντρούλης και να βαριέσαι να τρέξεις (αν και αυτοί τις περισσότερες φορές πιάνουν την κορυφή της επίθεσης) και το δεύτερο να μη θες να συμμετέχεις στο παιχνίδι της ομάδας και να τη βρίσκεις στη μοναξιά των δοκαριών. Υπάρχει και η τρίτη κατηγορία, να είσαι δηλαδή εξαιρετικά ταλαντούχος και να σε βρίζουν όλοι επειδή δεν τρως γκολ με τίποτα ούτε σε παιχνίδι reunion παλαιών συμμαθητών. Σε αυτή βέβαια την περίπτωση -λογικά- θα παίζεις και σε κάποια ομάδα.

Οι περισσότεροι τερματοφύλακες είναι λιγάκι «τρελοί», αρκετά ιδιαίτεροι και σίγουρα -στο μυαλό τους- θεωρούν πως κανένας δεν γνωρίζει το παιχνίδι καλύτερα από δαύτους. Από τη μεριά τους άλλωστε μπορούν να δουν όλες τις κινήσεις των συμπαικτών και των αντιπάλων. Σε αυτό έχουν ένα δίκιο όπως και να έχει, άδικο δεν μπορείς να τους ρίξεις. Από την άλλη επειδή μιλάμε για μεγάλες περιπτώσαρες (οι περισσότεροι), μας έχουν χαρίσει μερικές σπάνιες και τρελές στιγμές που έχουν κάνει το όμορφο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο ακόμα πιο όμορφο, ακόμα καλύτερο, ακόμα πιο τρελό. Παρακάτω θα δούμε μερικές από αυτές και ελπίζω (εσείς οι αναγνώστες) να στείλετε ακόμα περισσότερες. Γι’ αυτό υπάρχει άλλωστε αυτός ο χώρος, για να κάνουμε και να μας κάνετε καλύτερους. Ανάσα, αναπνευστήρας και βουτιά στα ύδατα της -ποδοσφαιρικής- γνώσης.

Ο Γάλλος Σπάιντερ-Μαν

Βρισκόμαστε στη Γαλλία και τη σεζόν 2004-2005. Η Σεντ Ετιέν έχει μια αρκετά καλή ομάδα και στο παιχνίδι κόντρα στην Ίστρ, του δικού μας Ιμπραχίμα Μπακαγιόκο, ο τερματοφύλακας της ομάδας Ζερεμί Ζανότ θα κάνει κάτι μοναδικό. Όταν οι ομάδες βγήκαν στον αγωνιστικό χώρο οι πάντες θα εντυπωσιαστούν από τη στολή του παίκτη. Δεν είναι στα χρώματα της ομάδας (λογικό) αλλά κάτι θυμίζει. Κάτι που εκείνη την περίοδο κάνει μεγάλο πάταγο στους κινηματογράφους όλου του κόσμου. Ο Ζανότ έχει ντυθεί Σπάιντερ-Μαν και φοράει μάλιστα ακόμα και τη μάσκα του ήρωα της Marvel. Αφού θα βγάλει την καθιερωμένη ομαδική φωτογραφία, θα πλησιάσει στην εστία του και θα πετάξει τη μάσκα στους φανατικούς στο πέταλο. Θα αποθεωθεί και θα κάτσει κάτω από τα δοκάρια βλέποντας την ομάδα του να επικρατεί -εύκολα- με 2-0. Η Ιστρ δεν κατάφερε να τρυπήσει τον ιστό της εστίας του Ζανότ και κάπως έτσι βρέθηκε στη Λιγκ 2. Όχι πως αν κέρδιζε θα έμενε για να τα λέμε με το όνομά τους τα πράγματα.

O Χιγκίτα και η κίνηση του σκορπιού

Rene Higuita

Ο Ρενέ ο Χιγκίτα είναι μορφάρα. Αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας. Όσο θυμάμαι τη σκηνή στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του espn «Two Escobars» με τη μητέρα του να να τον κυνηγά (εντός του σπιτιού) και αυτός να φεύγει καβάλα σε μια τσόπερ (που είχε παρκάρει στο σαλόνι) γελάω μέχρι δακρύων. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1995 στο Γουέμπλεϊ, σε φιλική αναμέτρηση κόντρα στην Αγγλία, μας χάρισε τη φάση που έγινε σήμα κατατεθέν τόσο για τον ίδιο όσο και για όλους εμάς όταν παίζουμε με μια μπάλα στη θάλασσα (όλο και κάποιος θα προσπαθήσει να το κάνει). Ο Τζέιμι Ρέντκναπ σέντραρε από δεξιά -με το γλυκό αριστερό του πόδι- και ο Ρενέ ο Χιγκίτα αντί να πιάσει απλά και λιτά (που έγραφε και ο ποιητής) τη μπάλα, την έδιωξε με το δικό του μοναδικό τρόπο. Τον τρόπο (και την κίνηση) του σκορπιού. Ο επόπτης πάντως χάλασε τη φάση μιας και είχε σηκώσει το σημαιάκι για οφ-σάιντ. Εμάς φυσικά και δεν μας χάλασε καθόλου το διώξιμο του Κολομβιανού θρύλου. Το 2002 μάλιστα το Channel4 είχε ψηφίσει τη φάση στις 100 κορυφαίες στιγμές του αθλητισμού.

Ο Γκρόμπελαρ και η αιώνια πόλη

O Νοτιοαφρικανός τερματοφύλακας υπήρξε μέλος της Λίβερπουλ από το 1981 μέχρι και το 1994 κατακτώντας τα πάντα με το ιστορικό αγγλικό κλαμπ. Φωνακλάς, σαματαζής, ολίγον τρελός μα πάνω απ’ όλα εξαιρετικός τερματοφύλακας στη μέρα του (και γκαφατζής όταν δεν ήταν σε αυτή). Φυσικά και θα τον θυμόμαστε πάντα για τον τελικό του Πρωταθλητριών κόντρα στη Ρόμα στο Ολύμπικο όταν και οι κόκκινοι επικράτησαν των Ιταλών στα πέναλτι χάρις στις γκριμάτσες και τα «παιχνίδια» του Γκρόμπελαρ. Όπως είχαν παραδεχθεί οι παίκτες της Ρόμα, ο Γκρόμπελαρ τους έκανε να χάσουν τη συγκέντρωσή τους και τελικώς να γνωρίσουν την ήττα με 4-2 μέσα στο σπίτι τους. 21 χρόνια αργότερα η Λίβερπουλ -και πάλι με ήρωα ένα τερματοφύλακα- θα έφτανε στο 5ο της Πρωταθλητριών επικρατώντας της Μίλαν και πάλι στα πέναλτι. Πριν τη διαδικασία ο Τζέιμι Κάραχερ είχε θυμίσει τον Πολωνό Ντούντεκ τον Γκρόμπελαρ και τις κινήσεις του. Ο Ντούντεκ αυτοσχεδίασε και κάπως έτσι ολοκληρώθηκε το Θαύμα της Πόλης.

O μασκοφόρος άσημος τερματοφύλακας του Γουέμπλεϊ

Peterborough United's goalkeeper Fred Barber wears an old man mask as the teams walk out onto the Wembley turf

Ο Φρεντ Μπάρμπερ είναι ένας πρώην Άγγλος τερματοφύλακας της δεκαετίας του ’80 (κυρίως) και δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος να γνωρίζεις πράγματα γι’ αυτόν αν δεν έχεις μεγαλώσει στο Ντάρχαμ. Αγωνίστηκε κατά βάση σε μικρές κατηγορίες και ομάδες, αν και φόρεσε για ένα φεγγάρι και τη φανέλα της Έβερτον το 1986. Το 1992 ως παίκτης της Πητέρμπορο έφτασε να αγωνιστεί στο Γουέμπλεϊ για τον τελικό των πλέι-οφ της League Οne απέναντι στη Στόκπορτ. Εκείνη η μέρα έχει μείνει στην ιστορία  -εκτός της νίκης- και για ακόμη ένα λόγο. Όταν οι ομάδες έκαναν την είσοδό τους στο γήπεδο ο κόσμος στις κερκίδες άρχισε να αναρωτιέται ποιος ήταν αυτός ο γέρος που είχε πάρει τη θέση του αγαπημένου τους τερματοφύλακα. Φυσικά και δεν υπήρχε κάποιος γέρος απλά ο Μπάρμπερ είχε φορέσει μια αποκριάτικη (ή ληστείας;) μάσκα γέρου -λογικά- επειδή μπορούσε. O Μπάρμπερ είχε χαρακτηριστεί τρελός από μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού της εποχής και είχε φτάσει να συλληφθεί από την αστυνομία για επίθεση σε φιλάθλους πριν τη διεξαγωγή ποδοσφαιρικής αναμέτρησης. Οι φίλοι της Πητέρμπορο (και της Λίβερπουλ) θα τον θυμούνται και για την εξωπραγματική του εμφάνιση το 1991-και την πρόκριση- κόντρα στους κόκκινους για το Λιγκ Καπ. Ναι, η Λίβερπουλ το έχει καταφέρει και αυτό.

Για την ιστορία τερματοφύλακας υπήρξε επίσης ο Αλμπέρτ Καμύ και άλλες σπουδαίες μορφές των τεχνών και των γραμμάτων όπως ο Πασχάλης Τσαρούχας στην σειρά του ΑΝΤ1 «Το παιχνίδι της συγνώμης» και ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, με το ψευδώνυμο Σμιθ, για ένα φεγγάρι στην Πόρτσμουθ (πριν γίνει επαγγελματικό κλαμπ).

Παίζοντας Μπάλα στην Πρωτεύουσα των Απαγωγών

  [1 Σχόλιο]

Με αφορμή την έναρξη του δεύτερου κύκλου γνωστής τηλεοπτικής σειράς (αν θέλετε να πούμε όνομα να πληρώσετε) θυμήθηκα την ιστορία μιας πόλης όπου το ποδόσφαιρο υπήρξε η αφορμή να επιστρέψει η ζωή σε πιο κανονικά επίπεδα.

Η πόλη του Χουάρες στα σύνορα Μεξικού-ΗΠΑ ήταν γνωστή για πολλούς λάθος λόγους. Παγκόσμια πρωτεύουσα των απαγωγών για πολλά χρόνια (με μέσο όρο 33 απαγωγές τη βδομάδα), οι δολοφονίες έφταναν περίπου τις 17 τη βδομάδα, οι εξαφανίσεις γυναικών τις 30 το μήνα και το ναρκoεμπόριο σε επίπεδα που μετριούνται από κάποια κλίμακα, όπως και η διαφθορά των αρχών. Μέσα σε αυτό το σκηνικό και μετά από ένα μεγάλο ξεκαθάρισμα λογαριασμών των συμμοριών της περιοχής (3 από τα 7 καρτέλ που ελέγχουν το ναρκοεμπόριο στα σύνορα) δύο μερακλήδες αποφάσισαν ότι η πόλη για να επανέλθει σε μια κανονικότητα χρειάζεται κάτι συμβολικό να την ενώσει, μια ποδοσφαιρική ομάδα.

fc juárez logo indios

Ο Πωλ Φόστερ και η Αλεχάνδρα δε λα Βέγκα ήταν αυτοί που οραματίστηκαν και υλοποίησαν την αναβίωση του ποδοσφαίρου στο Χουάρες. Δημιούργησαν τους Μπράβος του Χουάρες (αρχικά ήταν Φ.Σ. Χουάρες), μια ομάδα που θα ένωνε όλη την πόλη. Ας αναλύσουμε πρώτα λίγο παραπάνω το «αναβίωσαν» πριν περάσουμε στο παρακάτω. Mέχρι το 2010 στην πόλη υπήρχε μια ομάδα που λεγόταν «Χουάρες Ίνδιος». Το 2008 ανέβηκαν μάλιστα στην πρώτη κατηγορία. Τα έτη όμως 2009-2010 ήταν τα χειρότερα από πλευράς βίας στην πόλη, που την έφεραν και πρώτη στη λίστα των πιο επικίνδυνων περιοχών του πλανήτη.  Το 2009 κατεγράφησαν επίσημα 2.700 δολοφονίες, ενώ το 2010 έφτασαν τις 3.910. Οι Ίνδιος δεν έμειναν έξω από αυτόν τον κύκλο αίματος. Ο υπεύθυνος του πάρκινγκ του συλλόγου Εδουάρδο Βάργας δήλωσε ότι είχε βρει 3 πτώματα στο πάρκινγκ, εντελώς τυχαία μια μέρα πριν από αγώνα. Ο πρώτος προπονητής της χρονιάς 2009-2010 δολοφονήθηκε με σφαίρα στο κεφάλι ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο έξω από το προπονητικό κέντρο. Από τον τερματοφύλακα της τότε ομάδας έκλεψαν το αυτοκίνητό του με την απειλή όπλου. Το ίδιο συνέβη και σε άλλους δυο παίχτες της ομάδας. Αυτά είναι ενδεικτικά περιστατικά. Εντελώς συμπτωματικά πάλι. Εκείνη τη σεζόν η ομάδα έκανε 27 συνεχόμενες ήττες, αρνητικό ρεκόρ στο πρωτάθλημα του Μεξικού και υποβιβάστηκε. Πριν αρχίσει η επόμενη σεζόν διαλύθηκε. Κανείς δεν ήθελε να παίξει μπάλα στο Χουάρες.

life-after-death-in-juarez-soccer-returns-to-a-city-damaged-by-narco-violence-body-image-1462226897

Η δε λα Βέγκα είναι ντόπια, από μια παραδοσιακή οικογένεια γρίγκος που έκανε δουλειές και στις δύο πλευρές του συνόρου. Η ίδια δήλωσε ότι ήθελε να δώσει μια ελπίδα και μια προοπτική. «Το ποδόσφαιρο μπορεί να λειτουργήσει ως βιταμίνη σε μια κοινωνία. Μελετήσαμε πως κατάφεραν να περιορίσουν τη βία το Παλέρμο, το Μεντεγίν και ολόκληρη η Κολομβία. Τα σπορ ήταν πάντα ένα κομμάτι της νέας κοινωνίας. Πήγαμε στις γειτονιές και μιλήσαμε με τα παιδιά. Ονειρεύονταν να γίνουν μαφιόζοι. Ήθελα να δώσω μια άλλη κατεύθυνση στα όνειρά τους».

Η δε λα Βέγκα έχει παντρευτεί από την άλλη πλευρά του συνόρου. Ο Πωλ Φόστερ είναι ένας εκατομμυριούχος από το Ελ Πάσο του Τέξας. Μένουν όμως πάνω στο σύνορο. Η ίδια είναι στο Χουάρες μόνιμα. Έτσι κατάφερε σε 6 μόλις μήνες να στήσει το σύλλογο, να βρει και να ανακαινίσει γήπεδο, να σχεδιάσει σήμα/φανέλες/σορτσάκια, να μαζέψει ρόστερ και προπονητικό τιμ και να δηλώσει συμμετοχή στη χαμηλότερη κατηγορία του περιφερειακού πρωταθλήματος του Κανκούν (περιφέρεια στην οποία ανήκει το Χουάρες, επαρχία Τσιουάουα). Η ίδια θεωρεί ότι οι παίχτες των Μπράβος είναι σαν κοινωνικοί λειτουργοί. Επισκέπτονται σχολεία, νοσοκομεία, γειτονιές και τα εργοστάσια της πόλης και ενώνουν τους κατοίκους της. Από την αρχή θεωρήθηκαν φαβορί για την άνοδο. Για να γίνει και επίκληση στο Μεξικανικό ασυνείδητο το νέο γήπεδο το εγκαινίασε ο Πάπας στην επίσκεψή του το Γενάρη του 2016. Δύο μήνες μετά ξεκίνησαν οι αγώνες. Οι Μπράβος ανέβηκαν κατηγορία.

juarez

Όχι ότι δε συνάντησε αντιδράσεις ή ότι είναι κάποια αγία η δε λα Βέγκα. Το να μην αναβιώσουν οι Ίνδιος ήταν προσωπική της επιλογή διότι ήθελε κάτι φρέσκο. Σημείωση, στην πόλη υπάρχουν ήδη δύο Ίνδιος, ένας σύλλογος μπέιζμπολ και ένας μπάσκετ. Επίσης οι Ίνδιος φόραγαν κόκκινα με άσπρο και μαύρο. Η ίδια διάλεξε πράσινες φωσφοριζέ φανέλες με ένα κόκκινο μεγάλο Χ στη μέση που να συμβολίζει το σύνορο και τη ρήξη με το παρελθόν. Οι φανατικοί (που λέγονται «Ελ Καρτέλ») δεν το είδαν με καλό μάτι για δύο λόγους: 1) Διότι πράσινα φοράνε οι αιώνιοι εχθροί της Σάντος Τορρεόν και 2) επειδή το πράσινο είναι το χρώμα του κυβερνώντος κόμματος, με το οποίο η δε λα Βέγκα έχει στενές σχέσεις και οι οπαδοί δε θέλουν να έχουν καμία. Αρνούνται να κουνήσουν πράσινες σημαίες και να φορέσουν τις νέες φανέλες (συνεχίζουν να κουνάνε τις κόκκινες σημαίες), αλλά με την παρουσία τους στηρίζουν τη νέα προσπάθεια.

life-after-death-in-juarez-soccer-returns-to-a-city-damaged-by-narco-violence-body-image-1462227717

Όσο και αν λένε οι Καρτέλ ότι δε θέλουν η ομάδα να συνδεθεί με τα πολιτικά στις δημοτικές εκλογές υποστήριξαν ανοιχτά τον υποψήφιο της αντιπολίτευσης Καμπάδα που έβλεπε τα ματς μαζί τους και τους είπε ότι θα επαναφέρει τα χρώματα των Ίνδιος. Η οικογένεια δε λα Βέγκα ήταν με τον κυβερνητικό Τέτο. Και οι δύο υποψήφιοι είναι χαρακτήρες από σειρά. Ο Τέτο έχει κατηγορηθεί για σύνδεση με το καρτέλ της περιοχής. Ήταν δήμαρχος την περίοδο της μεγάλης καταστροφής και 3 αστυνομικοί του διευθυντές (ο ένας γαμπρός του) έχουν συλληφθεί να περνάνε ναρκωτικά στις ΗΠΑ με υπηρεσιακά αυτοκίνητα. Ο Καμπάδα έχει παντρευτεί κόρη μεγαλοεμπόρου που εκτίει ποινή 25 ετών στη φυλακή.

juarez2

Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό βέβαια η ομάδα συνεχίζει να αναπτύσσεται. Ανέβηκε κατηγορία ως δεύτερη και ξεκίνησε στο νέο πρωτάθλημα με νίκη 5-0 στην ανώτερη κατηγορία. Το πιο σημαντικό είναι ότι το γήπεδο είναι γεμάτο και είναι το μοναδικό μέρος, μαζί με το εμπορικό της πόλης όπου ο κόσμος μπορεί να βγει μαζικά με μια ασφάλεια. Ακόμα και οι διαφωνούντες οπαδοί πηγαίνουν κανονικά και έτσι οι παίχτες είναι οι πιο διάσημες και αγαπητές φιγούρες της πόλης. Εκείνοι που αποτελούν το πρόσωπο της αλλαγής προς ένα πιο ελπιδοφόρο μέλλον.

To φάντασμα του Γουάιτ Χαρτ Λέιν

  [Καθόλου σχόλια]

2187418983.jpg.07a96c2aa1e1c5761be3c1357c4e96b3

Η πρώτη μέρα της προετοιμασίας της Τότεναμ τον Ιούλιο του 1964 ήταν μια άκρως τυπική διαδικασία. Ένα σωρό φωτογράφοι να σπρώχνονται για μια ωραία λήψη, δεκάδες μικρά παιδιά να ικετεύουν τους σούπερ σταρ της ομάδας για ένα αυτόγραφο, ο σπουδαίος Μπιλ Νίκολσον να κάνει δηλώσεις στους δημοσιογράφους και ο σκληρός Ντέιβ Μακάι να κάνει χαλαρό τζόκινγκ για να δυναμώσει το –ήδη- ταλαιπωρημένο του πόδι. Ο Τζόν Γουάιτ έφυγε με τον Τέρι Μέντγουιν για μια παρτίδα γκολφ και το πειραχτήρι της ομάδας, ο Κλιφ Τζόουνς (σπουδαίος Ουαλός εξτρέμ της εποχής), έφευγε με το παντελόνι που είχε αφήσει στα αποδυτήρια ο Τέρι, έχοντας ως συνεργό τον Γουάιτ σε -ακόμα- μια κακόγουστη φάρσα, από τις δεκάδες που έκανε σε συμπαίκτες, φροντιστές και προπονητές.

Ο Γουάιτ ήθελε να παίξει τένις για να χαλαρώσει (το συνήθιζε άλλωστε μετά από πολλές προπονήσεις) αλλά όταν άνοιξε το σάκο του και είδε πως είχε ξεχάσει τα παπούτσια του τέννις στο σπίτι κατέληξε να επιλέξει το γκολφ με τον συμπαίκτη του. Είχε αρχίσει ήδη ένα ψιλόβροχο από τα σύννεφα που είχαν κάνει –εδώ και ώρα- αισθητή την παρουσία τους, μαυρίζοντας τον ουρανό και ετοιμάζοντας το «γκρίζο» σκηνικό που θα ακολουθούσε. Ο Νίκολσον έχοντας πλέον τον σπουδαίο Ντάνι Μπλάνκφλάουερ στη δύση της καριέρας του, σχεδίαζε να χτίσει πάνω στον Γουάιτ τη νέα Τότεναμ. Ο σπουδαίος διεθνής Σκοτσέζος μεσοεπιθετικός διέθετε άλλωστε όλα εκείνα τα στοιχεία που πρέπει να έχει κάποιος για να γίνει ηγέτης, σύμφωνα πάντα με τον προπονητή του. Κι αυτή ήταν η αλήθεια πάνω-κάτω. Τα «σπιρούνια» είχαν δώσει 20.000 λίρες για τον παίκτη το 1959 στην Φόλκιρκ και σύμφωνα με αυτούς που τον πρόλαβαν να αγωνίζεται ο Γουάιτ ήταν ένας παίκτης επιπέδου Ρεάλ Μαδρίτης. Ένας απίστευτος ποδοσφαιριστής με εξωπραγματικά τεχνικά χαρίσματα που δούλευε για όλη την ομάδα. Ένας άκρως εγκεφαλικός χαφ, ένα σπάνιο ταλέντο από αυτά που έβγαζε κατά δεκάδες, εκείνη την περίοδο- το Σκοτσέζικο ποδόσφαιρο και που –δυστυχώς- δεν υπάρχουν στις μέρες μας. Σκεφτείτε πως στα μέσα του 2000 ο Μπάρι Φέργκιουσον της Ρέιντζερς θεωρούνταν ο ποιοτικότερος χαφ των Σκοτσέζων. Πάμε παρακάτω.

Κατά τη διάρκεια της παρτίδας γκολφ η βροχή δυνάμωσε επικίνδυνα και οι δύο συμπαίκτες προσπάθησαν να βρουν καταφύγιο για να γλιτώσουν το ξαφνικό μπουρίνι. Κάπως έτσι έγινε και το μοιραίο. Καθώς ο Γουάιτ σύρθηκε ανάμεσα στις λάσπες και χώθηκε κάτω από ένα δέντρο, ένας κεραυνός χτύπησε το σώμα του. Ο θάνατος ήταν σοκαριστικός και ακαριαίος. Ο Σκοτσέζος μέσος ήταν μόλις 27 ετών και άφηνε πίσω του μια γυναίκα και δύο μωρά παιδιά. Το «φάντασμα» του Γουάιτ Χαρτ Λέιν ήταν νεκρό και η λέξη ατυχία ήταν πολύ «φτωχή» για να περιγράψει αυτό που είχε μόλις συμβεί στον ντελικάτο ποδοσφαιριστή. Οι φίλοι της Τότεναμ αποκαλούσαν φάντασμα τον παίκτη λόγω του τρόπου που είχε να ελίσσεται και να χάνεται από τους αντιπάλους, σαν αόρατος. Σαν φάντασμα. Υπάρχει βέβαια ακόμα μία θεωρία για τον προορισμό του προσωνυμίου που λέει πως είχε βγει λόγω του ισχνού παρουσιαστικού και του μονίμως μελαγχολικού βλέμματος του ποδοσφαιριστή. Σαν να γνώριζε από μικρός πως κάτι κακό θα του συμβεί. Και σαν να γνώριζε επίσης πως δεν πρόκειται να το αποφύγει για τίποτα και για κανένα λόγο.

Σύμφωνα με το γιο του, ο Γουάιτ ήταν ένας παίκτης που αν δεν είχε χάσει τόσο μικρός τη ζωή του, σήμερα θα μιλούσαμε γι’ αυτόν όπως μιλάμε για τον Πελέ, τον Κρόιφ και τον Μπεστ. Υπερβολή ή όχι, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Πάντως ακόμα και σήμερα όταν στα μάτριξ του Γουάιτ Χαρτ Λέιν φαίνεται η εικόνα του, τον χειροκροτούν 35 (και βάλε) χιλιάδες φίλοι της ομάδας. Οι περισσότεροι από αυτούς –εννοείται- δεν τον έχουν δει να αγωνίζεται αλλά αυτό το «φάντασμα» στοιχειώνει και θα στοιχειώνει (για πάντα και από γενιά σε γενιά) τα ωραιότερα ποδοσφαιρικά τους όνειρα.

(Στο κείμενο χρησιμοποιήθηκαν λόγια από συνέντευξη του γιού του παίκτη)