Όταν η Μίλαν άλλαξε την ευρωπαϊκή της ιστορία

  [2 Σχόλια]

Τον Μάιο του 1969 η σπουδαία Μίλαν του Νερέο Ρόκο και του Τζιάνι Ριβέρα διέλυε στον τελικό του Πρωταθλητριών στο Μπερναμπέου τον Άγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ με 4-1, κατακτώντας το 2ο αντίστοιχο τρόπαιό της. Δυστυχώς όμως για τους ροσονέρι μια περίοδος κρίσης ξεκινούσε για το σύλλογο. Πολλά συνεχόμενα χρόνια με ελάχιστους τίτλους (ένα πρωτάθλημα το 1979 και το διαβόητο Κυπελλούχων του 1973 απέναντι στη Λιντς στο Καυτανζόγλειο) και μια πορεία που την έφερε στη Β’ εθνική λόγω του σκανδάλου Τοτονέρο αρχικά και λόγω κακής ομάδας και οικονομικών προβλημάτων στη συνέχεια.

Η έλευση του πομπώδους Σίβλιο Μπερλουσκόνι το 1986 έβαλε τη Μίλαν στο σωστό δρόμο και το πρωτάθλημα του 1988 απέναντι στη Νάπολι του Μαραντόνα έφερε ξανά τα χαμογέλα στο μισό περίπου Μιλάνο. Ήταν το τέλος μιας 20ετούς σχεδόν κρίσης για μια από τις σπουδαιότερες ευρωπαϊκές ομάδες. Η αισιοδοξία επέστρεψε και η Μίλαν σύντομα έγινε ξανά μία από τους μεγάλους του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Μπορεί το αποκορύφωμα να ήταν ο αξέχαστος τελικός του 1994 στο ΟΑΚΑ και το σόου απέναντι στην Μπαρσελόνα, αλλά τότε η Μίλαν ήταν ήδη «φτασμένη» κι ας την υποτίμησαν οι Καταλανοί. Για τους Μιλανέζους, η κρίσιμη στιγμή, ήταν ορισμένα χρόνια πιο πριν. Το 1989 που όπως δήλωσε κι ο Φράνκο Μπαρέζι ήρθε η νύχτα που η Μίλαν άλλαξε την ευρωπαϊκή της ιστορία.

Η Μίλαν από εκείνο το βράδυ του τίτλου του 1969 μετρούσε μία μοναδική πρόκριση στο Πρωταθλητριών απέναντι στην Αβενίρ του Λουξεμβούργου λίγους μήνες μετά. Στα άλλα δύο νοκ άουτ που έπαιξε σε μια περίοδο σχεδόν 20 ετών μέτρησε δύο αποκλεισμούς από Φέγενορντ και Πόρτο. Έτσι, η ομάδα του Αρίγκο Σάκι δεν μπήκε σε καμία περίπτωση ως φαβορί για ευρωπαϊκή κούπα. Είχε όμως ήδη δείξει δείγματα γραφής στα φιλικά όπου κέρδισε με καλές εμφανίσεις σπουδαίους αντιπάλους. Η πορεία στο Πρωταθλητριών εκείνης της χρονιάς ήταν μεν αποτελεσματική, αλλά όχι και τόσο εντυπωσιακή. Μετά την εύκολη πρόκριση επί της Λέφσκι Σόφιας, ήρθε η πολύ δύσκολη πρόκριση επί του Ερυθρού Αστέρα των Προσινέτσκι, Στόικοβιτς και Σαβίσεβιτς. Μια πρόκριση στα πέναλτι μετά από δύο αγώνες που έληξαν με 1-1 (με τον 2ο μάλιστα να διακόπτεται με 1-0 υπέρ των Γιουγκοσλάβων λόγω ομίχλης και να ξεκινάει την επόμενη από την αρχή).

Δύσκολη ήταν και η πρόκριση στον επόμενο γύρο, απέναντι στη Βέρντερ. Με ένα πέναλτι του φαν Μπάστεν που ήταν το μοναδικό γκολ σε 180′. Κάπως έτσι έγινε η κλήρωση για τα ημιτελικά. Οι Μιλανέζοι πάγωσαν όταν τους έτυχε η Ρεάλ, το μεγάλο φαβορί της διοργάνωσης, καθώς οι άλλες δύο ομάδες ήταν η Στεάουα και η Γαλατά. Βασισμένοι και στην καλή τους εμφάνιση σε ένα φιλικό στο Μπερναμπέου μπήκαν χωρίς φόβο στο πρώτο παιχνίδι και για μεγάλο μέρος του παιχνιδιού κυριάρχησαν. Αλλά η Ρεάλ, ήταν η Ρεάλ. Ο Ούγκο Σάντσες βρήκε την ευκαιρία και άνοιξε το σκορ. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα όταν ο επόπτης σε μια στιγμή βγαλμένη από ελληνική πραγματικότητα ακύρωσε ως οφσάιντ ένα πεντακάθαρο γκολ του Γκούλιτ:

Εκείνη η Μίλαν όμως δεν λύγιζε έτσι. Μπορεί το γκολ του ενός Ολλανδού να ακυρώθηκε, ήρθε όμως ο δεύτερος Ολλανδός να πάρει το αίμα του πίσω. Ο Μάρκο φαν Μπάστεν έβαλε όλη τη δαντελένια τεχνική του, όλη την ποδοσφαιρική του ευφυΐα και έπιασε μια μεγαλειώδη κεφαλιά, στέλνοντας την μπάλα στην εστία του Μπούγιο και ισοφαρίζοντας στο 77′ σε 1-1. Τη στιγμή που η Στεάουα διέλυε με 4-0 τη Γαλατά και περίμενε τον αντίπαλό της, η Μίλαν έπαιρνε ένα θετικό αποτέλεσμα κι ο κόσμος έκανε ουρές για ένα εισιτήριο στο Σαν Σίρο. Ο Μπαρέζι στη συνέντευξή του λέει ότι εκείνο το 1-1 ήταν που έκανε τους παίκτες να πιστέψουν. Τα παιχνίδια με Ερυθρό Αστέρα και Βέρντερ είχαν κάνει τους ποδοσφαιριστές της Μίλαν να νομίζουν ότι έχασαν το άστρο τους. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο στάθηκαν στο Μπερναμπέου τους γέμισε με αυτοπεποίθηση, εκείνο το βράδυ στη Μαδρίτη άλλαξε τα πάντα. Η Μίλαν είχε σπουδαίο κόουτς, σπουδαίους παίκτες και της έλειπε αυτή η σπίθα που θα ανέβαζε την ψυχολογία της. Ήρθε με το 1-1.

Πριν τη ρεβάνς, ο προπονητής της Ρεάλ Λίο Μπενάκερ έστειλε έναν κατάσκοπο να παρακολουθήσει την προπόνηση της Μίλαν στο Μιλανέλο. Ο κατάσκοπος γύρισε τρομαγμένος με αυτά που είδε. Η Μίλαν παρατάχθηκε στο γήπεδο χωρίς μπάλα και χωρίς αντίπαλο και έκανε σαν να ήταν κανονικό ματς υπό τις φωνές του Αρίγκο Σάκι. Σαν να έβλεπες μια θεατρική παράσταση ή κάτι πολύ κουλτουριάρικο ή σαν παρεάκι που βγήκε να παίξει LARP. Ο Σάκι σαν διευθυντής ορχήστρας έδινε εντολές και όλη η ομάδα έκανε συγχρονισμένες κινήσεις μπροστά από φανταστικούς αντιπάλους και μια μπάλα που δεν υπήρχε. Συμπεράσματα για τη Ρεάλ δεν βγήκαν, μόνο απορίες δημιουργήθηκαν. Απορίες που λύθηκαν μερικές ώρες αργότερα στο χορτάρι. Την ώρα που στο ξενοδοχείο της Ρεάλ ψάχνονταν, στο Μιλανέλο λίγες ώρες πριν το ματς οι παίκτες έπαιζαν μπιλιάρδο, πινγκ-πονγκ και τάβλι. Το μεσημέρι ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι κατέβηκε και έκανε την ομιλία του προς τους παίκτες.

Ο πρόεδρος δεν είχε χρόνο για χάσιμο στο «τράφικ»

73 χιλιάδες οπαδοί μαζεύτηκαν στο γήπεδο και τραγούδησαν το You Will Never Walk Alone, μια που ο αγώνας έγινε λίγες μέρες μετά την τραγωδία του Χίλσμπορο. Η Ρεάλ ήταν μια ομάδα που έτρεχε ένα αήττητο σερί 27 αγώνων καλπάζοντας προς το τέταρτο συνεχόμενο πρωτάθλημά της. Στο βροχερό Μιλάνο στις 19 Απριλίου του 1989 ο Γκούλιτ βγήκε πρώτος πρώτος. Ήταν ο αγαπημένος παίκτης του Σάκι, ο παίκτης πάνω στον οποίο βασιζόταν. Τον προτιμούσε ακόμα και από τον φαν Μπάστεν γιατί ταίριαζε στη φιλοσοφία του. Ο ίδιος ο Σάκι διηγείται ότι ο φαν Μπάστεν μετά από τις πρώτες προπονήσεις του παραπονέθηκε ότι δουλεύουν πολύ και ότι έτσι χάνεται η διασκέδαση. Η απάντηση του Ιταλού ήταν αφοπλιστική: «Ρόλος μας δεν είναι να διασκεδάζουμε, εμείς είμαστε αυτοί που προσφέρουμε τη διασκέδαση». Ο Γκούλιτ ήταν άλλος τύπος όμως και καθόλου τυχαίο ότι βγήκε πρώτος. Ήταν μια ιεροτελεστία. Ο θηριώδης τύπος με το μαλλί έβγαινε για να τρομάξει τους αντιπάλους. Ακόμα και στον ψυχολογικό πόλεμο ήταν όλα δουλεμένα. Με τον Γκούλιτ να κοιτάει έναν έναν στα μάτια τους αντιπάλους. Ο Σάκι ρώτησε τον Ρουντ ποιοι κατέβασαν τα κεφάλια μετά το βλέμμα του. «Όλοι εκτός από έναν» απάντησε ο Ολλανδός. Ο ένας ήταν ο Ούγκο Σάντσες, αλλά δεν αρκούσε εκείνο το βράδυ για τη Ρεάλ.

Το παιχνίδι ήταν ένας τακτικός θρίαμβος του Αρίγκο Σάκι. Με παίκτες να αλλάζουν θέσεις (για πολλούς αυτό ήταν το ματς που έκανε τον Ράικαρντ να μονιμοποιηθεί στο κέντρο), να ανοίγουν και να κλείνουν, να ξέρουν ανά πάσα στιγμή που έπρεπε να βρίσκονται. Η Μίλαν που επί Σάκι δεν έπαιζε κατενάτσιο, σε εκείνο το παιχνίδι και έχοντας το 1-1 αποφάσισε να αφήσει λίγο περισσότερο χώρο και να ελαττώσει το ασφυκτικό πρέσινγκ της. Όχι φυσικά για να ταμπουρωθεί.  Ήταν η ιταλική βερσιόν του «τόταλ φούτμπολ» με παίκτες όπως οι Τασότι, Μαλντίνι, Κοστακούρτα, φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Αντσελότι, Ντοναντόνι και φυσικά ο ανυπέρβλητος σε εκείνο το ματς Φράνκο Μπαρέζι. Με σκόρερς τους Αντσελότι, Ράικαρντ, Γκούλιτ, φαν Μπάστεν και Ντοναντόνι η Μίλαν δεν κέρδισε απλά έναν μεγάλο αντίπαλο με 5-0. Τέτοια σκορ μπορούν να συμβούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έδειξε ότι το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο είχε ένα νέο αφεντικό. Για μια ομάδα που έβαλε 5 γκολ στη Ρεάλ, στη συνέχεια 4 στην Στεάουα μέσα σε μισή ώρα στον τελικό και κατέκτησε αργότερα και το Διηπειρωτικό. Οι Μαδριλένοι πήραν το τέταρτο σερί πρωτάθλημά τους, αλλά ο Μπενάκερ απολύθηκε. Ήταν τόσο βαρύ το πλήγμα για τη Ρεάλ. Η ιστορία της Μίλαν των 90s είχε γράψει το πρώτο σπουδαίο κεφάλαιό της.

Ο Άνθρωπος που το Ποδόσφαιρο τον Έσωσε από μία Γενοκτονία

  [3 Σχόλια]

Στις 6 Μαρτίου του 1994 ο Γιουζέν Τότο Μουράνγκουα γύρισε εξαντλημένος στο σπίτι του. Μετά από ένα μακρύ ταξίδι προς το Νότιο Σουδάν όπου η ομάδα του, η Ραγιόν Σπορτς, είχε παίξει κόντρα στην Αλ Χιλάλ και το οποίο έγινε με λεωφορείο, ήταν πτώμα. Ο ίδιος, βασικός τερματοφύλακας της ομάδας, στον πηγαιμό είχε παρατηρήσει κάτι περίεργο. Στα σύνορα υπήρχαν μπλόκα από πολιτοφύλακες και στρατιωτικούς που εξέταζαν ποιος είναι Τούτσι και ποιος είναι Χούτου. Στη Ρουάντα η Ραγιόν Σπορτς ήταν η πιο δημοφιλής ομάδα. Είχε στο ρόστερ της τρεις μόνο Τούτσις. Ο ένας ήταν ο Έρικ Τότο, 19 ετών τότε.

Ο Τότο αφηγείται ότι δεν έδινε σημασία στο τι γινόταν στη χώρα εκείνη την εποχή. Το λεωφορείο από το Κιγκάλι πέρασε από οδοφράγματα, μέρη όπου καίγονταν λάστιχα, ενώ παράλληλα η ιαχή «Τούτσι κατσαρίδες» ακουγόταν παντού. Ο ίδιος όμως σκεφτόταν μόνο το ματς. Η Ραγιόν κέρδισε τελικά με 0-1. Όταν επέστρεψε στη Ρουάντα, οι παίκτες αντίκρισαν εικόνες χάους. Μέσα στο χάος όμως οι πολιτοφύλακες είχαν δέσει σημαίες της ομάδας στα ΑΚ-47 και κερνούσαν μπύρες στα μέλη της, που φαίνεται να ήταν η μόνη που δεν είχε μπει στη δίνη Χούτου-Τούτσι.

Στις 6 Απριλίου 1994 στις 4 τα χαράματα η πόρτα του σπιτιού όπου έμενε ο Έρικ Τότο ανοίγει βίαια. Ο Τότο και ο συγκάτοικός του ξυπνάνε και αντικρίζουν κάνες και ματσέτες να τους απειλούν. Ένας απ τους πολιτοφύλακες κλωτσάει το τραπέζι και ένα άλμπουμ πέφτει στο πάτωμα. Ο Τότο και ο συγκάτοικος έχουν πέσει στο πάτωμα, όπως τους διέταξαν. Ο Τότο λέει στους πολιτοφύλακες ότι είναι δύο απλοί ποδοσφαιριστές, αλλά εκείνοι δεν τους ακούν. Αρχίζουν να καταστρέφουν το σπίτι, κατεδαφίζοντας βιβλιοθήκες, ντουλάπια, πιατικά, πόρτες. Ο αρχηγός της ομάδας της πολιτοφυλακής κλωτσάει μια καρέκλα και κάθεται πάνω από τα κεφάλια των δύο παιχτών για να τους σκοτώσει. Το μάτι του πέφτει στο άλμπουμ που είναι ανοιχτό σε μια φωτογραφία της ομάδας της Ραγιόν.

-Ποιοι είναι αυτοί; Ρωτάει επιτακτικά

-Είναι οι συμπαίχτες μου! Απαντάει ο Τότο.

-Τι εννοείς «συμπαίχτες»;

-Παίζω στη Ραγιόν Σπορτς!

-Προσπαθείς να μου πεις ψέματα;

Τότε σηκώνει το άλμπουμ και κοιτάει τη φωτογραφία. Κοιτάει τον Τότο και του λέει:

-Είσαι ο Τότο;

-Ναι! Εγώ είμαι!

Τότε ο αρχηγός της ομάδας διώχνει τους πάντες από το σπίτι και μένει μόνος του με τον Τότο. Αρχίζουν να μιλάνε για το ματς. Του λέει πόσο τους θαύμασε και πόσο περήφανος ένιωσε για τη νίκη κόντρα στην Αλ Χιλάλ. Πριν φύγει του λέει να αφήσει ανοιχτές τις κουρτίνες και την πόρτα ώστε το σπίτι να δείχνει άδειο.

Ο Τότο τρομοκρατημένος περιμένει στο σπίτι του, αλλά δεν μπορεί να μείνει για πάντα εκεί. Σκέφτεται να πάει στο σπίτι κάποιου Χούτου συμπαίχτη του. Υπήρχε κοντά ένα κτήριο στο οποίο έμεναν οι περισσότεροι Χούτου της ομάδας. Περπάτησε προσέχοντας τις αλλαγές στις βάρδιες των πολιτοφυλάκων και διένυσε μερικά τετράγωνα γεμάτα πτώματα. Πήγε στο σπίτι όπου όλα ήταν μια εικονική πραγματικότητα. Οι συμπαίχτες έπαιζαν χαρτιά και έβλεπαν τηλεόραση για να περάσει η ώρα. Οι Χούτου της ομάδας ρίσκαραν κρύβοντας τον Τότο σπίτι τους. Αν τους έπιαναν θα τους εκτελούσαν και αυτούς. Ειδικά ο Λογκίν που ήταν αυτός που έφερε τον Τότο μέσα στο κτίριο και τα έτρεχε όλα.

Ο Λογκίν έψαχνε τρόπο να βγάλει τον Τότο από τη χώρα. Επειδή είχε σχέση με τον Ζούζου, ο οποίος ήταν οπαδός της ομάδας, είχε μια τρελή ιδέα. Δεν υπήρχε πιο ασφαλές μέλος για έναν Τούτσι από το σπίτι ενός βασικού εκτελεστή της γενοκτονίας. Ο Λογκίν και ο Τότο ξεκινούν κρυφά και πάνε στο σπίτι του Ζούζου, παρά το φόβο του Τότο. Όταν χτύπησαν την πόρτα τους άνοιξε ο ίδιος και με χαμόγελο τους είπε «χαίρομαι που είσαι ζωντανός».

Ο Τότο έμεινε μια βδομάδα στο σπίτι του Ζούζου. Τον έβλεπε να φεύγει κάθε πρωί ξέροντας ότι πήγαινε να σκοτώσει Τούτσις. Ο Λόγκιν ερχόταν να τον ενημερώσει τακτικά για το τι συνέβαινε στους δρόμους. Στη βδομάδα πάνω οι γείτονες του Ζούζου κατέδωσαν ότι υπάρχει ένας Τούτσι στο σπίτι του. Ο Τότο πήγε σε κάποιο τοπικό φύλαρχο μαζί με το Λογκίν ώστε να πάρει πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα και να φύγει από τη χώρα.

Μόλις μπήκε στο γραφείο ένας φρουρός τον είδε και τον πυροβόλησε. Η σφαίρα του έσκισε τον ώμο. Επειδή υπήρχε μια αφίσα της Ραγιόν Σπορτς στον τοίχο τον αναγνώρισαν. Του είπαν «τρέξε!». Γύρισε στο σπίτι του Λογκίν. Αυτός ξανά είπε ότι έπρεπε να τον βγάλει από τη χώρα ο Ζούζου. Πήγαν ξανά στο σπίτι του Ζούζου, όπου έμεινε τρεις μέρες. Τότε ο Ζούζου τον έβαλε σε ένα τζιπ, με ένα φρουρό μπροστά και ένα φρουρό πίσω του. Αν τους σταματούσαν θα έλεγαν ότι πάνε να τον εκτελέσουν. Μόλις πέρασαν τα σύνορα με το Σουδάν τον άφησαν στην ζούγκλα. Είχε φύγει από τη χώρα.

Μετά τη γενοκτονία ο Τότο επέστρεψε στη Ρουάντα. Από την ομάδα της Ραγιόν είχαν επιζήσει μόλις έξι παίκτες. Το πρώτο ματς κόντρα στην Κιβόγιου Σπορτς ήταν το πρώτο ματς μετά τη γενοκτονία. 15.000 θεατές βρέθηκαν εκεί για να ξεπλύνουν μνήμες, φόνους, τρόμο και πληγές. Κανείς δε θυμάται πόσο τελείωσε εκείνο το ματς. Και κανέναν δεν ενδιέφερε. Το σημαντικό ήταν ότι το ματς έγινε χωρίς να σκοτωθεί κανένας.

Ο Τότο σε ένα ματς της εθνικής του στην Αγγλία ζήτησε άσυλο. Πήγε στην Μεγάλη Βρετανία, όπου ζει από τότε, και ίδρυσε έναν οργανισμό όπου μέσω του ποδοσφαίρου διδάσκει τα παιδιά διαχείριση κρίσεων. Ο Ζούζου μετά τη γενοκτονία άλλαξε όνομα και πήγε στο Σικάγο όπου κρυβόταν δουλεύοντας ως κληρικός και έμπορος σε μαγαζί με οπωροκηπευτικά. Το 2011 οι αμερικανικές αρχές τον συνέλαβαν και τον εξέδωσαν στη Ρουάντα για να δικαστεί ως εγκληματίας για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο Λογκίν συνελήφθη ως προδότης και εκτελέστηκε. Όπως και ο συγκάτοικος του στην αρχή της ιστορίας. Πάνω από 30 μέλη της οικογένειας του Τότο δολοφονήθηκαν κατά τη γενοκτονία της Ρουάντα. Σε μια χώρα που προσπαθεί να καλύψει τις πληγές της και με το ποδόσφαιρο.

Γι’ αυτούς τους σούπερ ήρωες να ψάχνεις

  [5 Σχόλια]

Και τι κάνουν οι σούπερ ήρωες όταν γεράσουν, με ρώτησε ο μικρός, με ένα βλέμμα γεμάτο απορία, όταν του έδειξα μερικά παλιά κόμικ, της Marvel, από την συλλογή μου. Ξέρω και εγώ, του απάντησα. Λογικά ζουν και αυτοί μια φυσιολογική ζωή όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Βγάζουν τη στολή του σούπερ ήρωα, την χώνουν σε κάποια σκονισμένη αποθήκη, και μπορούν, επιτέλους, να ξεκουραστούν. Ο μικρός συνέχισε να με κοιτά με απορία. Αλήθεια τώρα, βγάζουν τη στολή του σούπερ ήρωα – για πάντα; Και ζουν μια απλή και βαρετή ζωή; Κι όμως, αυτό κάνουν, του είπα. Πριν την φορέσουν, για πρώτη φορά, και αυτοί ήταν άνθρωποι απλοί και καθημερινοί και αρκετοί δεν είχαν ζήσει μια εύκολη και καλή ζωή. Όπως πολλοί από εμάς. Έτσι, φορώντας τη στολή τους, μπορούσαν να κρύψουν τα όποια προβλήματα είχαν και να λειτουργήσουν ως «κάποιος άλλος». Ως κάποιος δυνατός και, πολλές φορές, ανίκητος. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ποδοσφαιριστές, συνέχισα. Ο μικρός πάγωσε. Πως είναι ένας ποδοσφαιριστής όταν δεν φοράει την στολή του, με ρώτησε. Όπως όλοι μας. Με πάθη και λάθη. Απλά αυτή η στολή, όταν τη φοράει, τον μεταμορφώνει σε σούπερ ήρωα μόνο εντός των τεσσάρων γραμμών. Έχεις ακούσει το όνομα του Βραζιλιάνου Πελέ;

Άρχισα να του λέω για πολλούς, «αρχαίους», παίκτες από την Βραζιλία. Παίκτες «μαέστρους» που έφτιαξαν, εν πλήρη αγνοία τους, τη θέση του οργανωτή, τη θέση για το ντελικάτο νούμερο 10. Μια θέση που, δυστυχώς, ολοένα και την βλέπουμε λιγότερο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Πως δηλαδή ο Ζαίρ Ντα Ρόζα Πίντο, γνωστός στον κόσμο ως Ζαζά, πρωτοφόρεσε τη στολή του σούπερ ήρωα της Σελεσάο, και πως με το 10 στην πλάτη, μεταμορφώθηκε από ένας, σχεδόν, καχεκτικός άνθρωπος, στον απόλυτο οργανωτή του Μουντιάλ του ’50. Ο Οσβάλντο, ή Μπαλτάζαρ, λόγω των μαγικών που έκανε με τη μπάλα την ίδια πάνω κάτω περίοδο, ο άνθρωπος που ήταν ο δημιουργός του 90% των γκολ της Βραζιλίας στους αγώνες κατάταξης του Μουντιάλ του ’50. Ο Ρομπέρτο «ο Δυναμίτης» στα 70s. Ο αρτίστας Ζαϊρζίνιο και ο σπουδαίος Κανοτίνια στα 60s: o «εγκέφαλος» όπως τον αποκαλούσε ο διεθνής Τύπος. Ο σπουδαίος Ζίκο και, πολύ αργότερα, οι δικοί μας Ριβάλντο και Ροναλντίνιο που μας απογοήτευσαν, στην πορεία, στηρίζοντας τον ακροδεξιό Μπολσονάρο. Οι μάγοι μιας σύγχρονης για εμάς εποχής αλλά αρχαίας για τα παιδιά που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Πλέον δεν βγάζει σούπερ ήρωες το ποδόσφαιρο ή καλύτερα: δεν βγάζει όσους έβγαζε παλιότερα.  Τα τελευταία χρόνια η στολή του σούπερ ήρωα της Σελεσάο έχει βρεθεί στο συρτάρι του Νεϊμάρ. Ευτυχώς,  για την ομάδα – δυστυχώς για τον ίδιο, δεν χρειάστηκε να τη φορέσει στο τελευταίο Κόπα Αμέρικα και η Βραζιλία έφτασε, εύκολα, στην κατάκτηση του τροπαίου, μετά από ένα σωρό μεγάλες αποτυχίες.

Μα γιατί μου τα λες όλα αυτά, συνέχισε ο μικρός. Για τον απλό λόγο πως πολλές φορές οι, κοινωνικά και οικονομικά, δυνατοί όταν φορούν αυτή τη στολή, του σούπερ ήρωα δηλαδή, το σώμα τους δεν μπορεί να την αφομοιώσει και, συνήθως, το όλο εγχείρημα καταλήγει σε αποτυχία. Δες τον Μέσσι. Πως αντιδρά το σώμα του όταν φοράει τη στολή του Ντιέγκο; Τις περισσότερες φορές χάλια. Σωστά. Το ίδιο συμβαίνει με τον Νεϊμάρ. «Ο ενθουσιασμός στο ποδόσφαιρο είναι το παν», έλεγε ο Πελέ, «Πρέπει να είναι τεταμένος και να πάλλεται όπως η χορδή μιας κιθάρας. Μόνο έτσι θα βγει μια άρτια μελωδία». Αυτός ο ενθουσιασμός δεν μπορεί να δημιουργηθεί, ή να βγει στην επιφάνεια με πίεση αλλά μόνο φυσικά. Πρέπει να είναι αυθόρμητος. Μόνο τότε μπορεί να λειτουργήσει θετικά, φέρνοντας επιτυχίες.

Ο Πελέ είχε δεχθεί σωματική βία όταν ήταν μικρός από συγγενικό του πρόσωπο, κάτι που το κουβαλούσε πάντα μέσα του, και που λογικά το κουβαλά ακόμα. Είχε βιώσει τον σκληρό φυλετικό ρατσισμό, όταν στα 15 του είδε τον πατέρα της λευκής, πρώτης κοπέλας του, να τον βρίζει δημοσίως, λέγοντάς τον αράπη, μπροστά της, με αποτέλεσμα η σχέση να τελειώσει με πολύ σκληρό τρόπο για ένα μικρό παιδί. Είδε τον εαυτό του να παίζει με σκισμένα παπούτσια ή ακόμα και ξυπόλητος στα πρώτα τουρνουά που ο κόσμος ήρθε σε επαφή με το σπάνιο ταλέντο του και είδε αρκετά πλούσια παιδιά να τον χλευάζουν γι’ αυτό. Είδε τον εαυτό του να χάνει το κρίσιμο πέναλτι, ως πρωτοετής στις ακαδημίες της Σάντος, με την ομάδα του να χάνει και το τουρνουά. Αν δεν υπήρχε μάλιστα ο φροντιστής της ομάδας, κάποιος Σαμπουζίνιο, να του πει πως απαγορεύεται να βγει κάποιος ανήλικος από τα κτίρια της ομάδας, δίχως γραπτή δήλωση από κηδεμόνα, ο νεαρός Πελέ θα είχε πηδήσει τη μάντρα και θα είχε γυρίσει στο ταπεινό του σπίτι. Ίσως να είχε σταματήσει και το ποδόσφαιρο.

Δέχθηκε αμέτρητο, βρώμικο και αντιαθλητικό ξύλο τόσο στο Μουντιάλ του ’62, όσο και σε αυτό του ’66, και κατάφερε να επιστρέψει πιο δυνατός και να φτάσει και πάλι στην κορυφή. Έμαθε να παίζει τόσο με τραυματισμένα πόδια όσο και με πληγωμένη ψυχή, όπως τόσοι και τόσοι ποδοσφαιριστές εκείνων των ετών, και να νικάει. Ο λόγος απλός. Η μετάλλαξη από απλό άνθρωπο σε σούπερ ήρωα όταν φορούσε τη φανέλα της εθνικής. Την ιδρωμένη, ματωμένη και γεμάτη από προβλήματα φανέλα μιας χώρας που είχε επιβιώσει από μεγάλες τραγωδίες. Όπως φυσικά και ο ίδιος. Όπως κάθε απλός και ταπεινός άνθρωπος από αυτούς που συναντάμε κάθε μέρα δίπλα μας και που πολλές φορές προσπαθούμε να καταλάβουμε τι σκέφτονται ή τι είναι αυτό που τους βασανίζει, όταν δείχνουν χαμένοι σε σκέψεις και προβλήματα.

Στις μέρες μας ακούμε ολοένα και συχνότερα την φράση «Παλιά οι παίκτες έπαιζαν για τη φανέλα». Προσωπικά ενστερνίζομαι απόλυτα αυτή τη φράση για ένα απλό λόγο. Εκείνη η φανέλα, η στολή, σου έδινε όντως πράγματα που δεν υπάρχουν στις μέρες μας και ακόμα και αν ήταν λιτή και απέριττη, μακριά από το βάρος αθλητικών εταιριών και χορηγών αξίας δισεκατομμυρίων, λερωμένη και μπαλωμένη, ζύγιζε πολλά κιλά παραπάνω γιατί μπορούσε να δώσει στον παίκτη ένα όραμα και να τον μετατρέψει σε κάτι άλλο. Σε κάτι δυνατό, εξωπραγματικό, πάνω από τις ανθρώπινες δυνάμεις. Ο Μέσσι, πλησιάζει τα 32, είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του πλανήτη όταν φοράει τη φανέλα της Μπάρσα, και ήδη απ’ τα 27 του είχε δηλώσει πως αποσύρεται από την εθνική μη μπορώντας να διαχειριστεί το βάρος μιας (και παραπάνω) αποτυχίας.

Το 1971 ο Πελέ έβγαλε για τελευταία φορά την φανέλα της Σελεσάο, ή αν προτιμάτε τη στολή του σούπερ ήρωα με το νούμερο 10 στην πλάτη. Λίγα χρόνια αργότερα, έβγαλε και τη φανέλα της θρυλικής Σάντος και την έκανε για τη Νέα Υόρκη, σε μια περίοδο που οι Αμερικάνοι είχαν κάνει ένα νέο, και μεγάλο άνοιγμα, στο Soccer. O Πελέ έχει κατηγορηθεί ως φιλοχρήματος, ως άνθρωπος του συστήματος, ως κάποιος που ξέχασε από που ξεκίνησε και είδε την δόξα και το χρήμα να αλλοιώνουν κατά πολύ τον χαρακτήρα του λες και ήταν πολιτικός με αριστερές καταβολές που μπήκε στο ΠΑΣΟΚ στα 80s στη χώρα μας. Πολλά ισχύουν, αυτή είναι δυστυχώς η αλήθεια, για κάποιον που απέχει υπερβολικά από το προφίλ του «επαναστάτη» Ντιέγκο. Του ανθρώπου δηλαδή που θα βλέπει πάντα απέναντί του στην αιώνια κόντρα για τον «καλύτερο του κόσμου». Το σκάνδαλο που βγήκε στην επιφάνεια όταν ήταν Υπουργός Αθλητισμού της χώρας και ο ιστορικός συμβιβασμός του με τον Πρόεδρο της ΠΟΒ Ρικάρντο Τεϊσέιρα, υπό το βλέμμα του Ζοάο Χαβελάνζε, θα τον ακολουθεί για πάντα. και θα ρίχνει πολλές σκιές στην γεμάτη από φως ποδοσφαιρική του καριέρα. Σκιές καλές και κακές, σκιές ανθρώπινες, όπως οι παρακάτω.

Το μεγαλείο της ανωτερότητας. Πόσο δύσκολο είναι να βλέπεις τους συνεχιστές σου να εκφράζονται με τα καλύτερά τους λόγια για τον άσπονδο εχθρό σου; Σίγουρα πολύ δύσκολο. Κι όμως ο Πελέ δεν κράτησε καμία κακία σε παίκτες όπως ο Ροναλντίνιο και ο Ριβάλντο όταν αυτοί τάχθηκαν υπέρ του Ντιέγκο Μαραντόνα στην κόντρα -και στο αιώνιο ερώτημα- για το ποιος είναι ο καλύτερος εκ των δύο. Ο Πελέ δεν είχε κρύψει, εννοείται, την λύπη του όταν στην ψηφοφορία, στις αρχές του 2000, ο Αργεντινός είχε πάρει 4.000 ψήφους περισσότερες από τον ίδιο, με πολλές εξ αυτών να είναι από συμπατριώτες του.

Η ειρωνεία της τύχης. Ο Πελέ δεν σταμάτησε να κάνει ποτέ δριμεία κριτική στον Μαραντόνα για την εξωγηπεδική του ζωή και τη σχέση που είχε (και έχει) με διάφορες ουσίες και κυρίως με την κοκαΐνη. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο δύσκολο ήταν να διαχειριστεί ο ίδιος μια τέτοια κατάσταση με άμεσα εμπλεκόμενο τον γιο του, το 2005. Ο πρώην τερματοφύλακας, Εντίνιο Ντονασιμέντο, εγκατέλειψε την ενεργό δράση το ’99 και λίγα χρόνια αργότερα, το 2005, βρέθηκε μπλεγμένος, μαζί με ακόμα 50 άτομα, σε σπείρα διακίνησης ναρκωτικών, έχοντας σχέσεις με το οργανωμένο έγκλημα του Σάο Πάολο και του Ρίο Ντε Τζανέιρο. «Νιώθω αποτυχημένος» είχε δηλώσει εμφανώς απογοητευμένος ο Πελέ, μιας και γνώριζε πως αυτό που τόσα χρόνια ο ίδιος πολεμούσε τώρα του χτυπούσε βιαίως την πόρτα. Ο Εντίνιο ήταν παράλληλα και χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Το 2013 οδηγήθηκε στη φυλακή, έχοντας απαλλαγεί από τις κατηγορίες για εμπορία ναρκωτικών χωρίς όμως να γλιτώσει αυτές για ξέπλυμα χρήματος.

Η κόρη εκτός γάμου. Το 1978 εν μέσω του Μουντιάλ της Αργεντινής η γυναίκα του Βασιλιά, η Ροσέ, έφερνε στον κόσμο το τρίτο τους παιδί, το όνομά του, Τζένιφερ. Λίγες μέρες αργότερα, και ενώ ο Πελέ δεν βρίσκεται στην Βραζιλία αλλά στην Αργεντινή ως σχολιαστής, ανακοινώθηκε το διαζύγιο. Αυτό όμως που εξόργισε περισσότερο τον ίδιο, δεν ήταν το διαζύγιο μιας σχέσης που είχε βαλτώσει αλλά το γεγονός πως λίγα χρόνια αργότερα η Ροσέ κυκλοφόρησε ένα βιβλίο για τα χρόνια της δίπλα στον Πελέ, μνημονεύοντας το κρυφό του πάθος για την υπηρέτρια Ανίσια Μασάδο, τον καιρό που έβγαινε ήδη με την ίδια, καρπός μάλιστα του παράνομου αυτού δεσμού ήταν ένα κοριτσάκι. Η Σάντρα. Ο Πελέ δεν αναγνώρισε το παιδί και ουσιαστικά το έκανε μετά την ετυμηγορία σε βάρος του όταν η Ανίσια Μασάδο τον οδήγησε στα δικαστήρια. Ο Πελέ δεν συγχώρησε ποτέ την πρώην γυναίκα του γι’ αυτή την κακοήθεια, μιας και δεν ήθελε να γίνει γνωστή αυτή η ιστορία, στο ευρύ κοινό, λερώνοντας την, λαμπερή, εξωτερική του εικόνα.

Ο μικρός έδειξε να καταλαβαίνει. Τελικά υπάρχουν σούπερ ήρωες, με ρώτησε, ναι ή όχι; Εντός του γηπέδου μπορείς να βρεις πολλούς. Μοναδικούς, δυνατούς, μάγους, ζογκλέρ. Ανθρώπους που ξεφεύγουν απ΄το γήινο και μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο. Σε κάτι Θεϊκό. Θα κερδίσουν την καρδιά σου και θα γίνεις θαυμαστής τους. Θα ξυπνάς και θα κοιμάσαι με τη σκέψη τους. Πολλούς θα τους αγαπήσεις και θα αγοράσεις την ακριβή φανέλα τους. Τη στολή τους. Θα την φοράς γεμάτος περηφάνια. Θα ταξιδέψεις σε διάφορα γήπεδα και θα σπαταλήσεις χρήματα, που πολλές φορές ίσως να μη σου περισσεύουν, για να τους δεις από κοντά και θα εύχεσαι να μη σε απογοητεύσουν. Θα φωνάζεις στην κερκίδα γι’ αυτούς. Εντός του γηπέδου βέβαια, όσο καλοί και να είναι, δεν πρόκειται να κερδίζουν συνέχεια και σίγουρα η χαρά θα εναλλάσσεται με τη λύπη όταν θα τους παρακολουθείς. Εκτός του γηπέδου όμως δεν θα φορούν τη στολή τους και θα στέκονται δίπλα σου ως ίσοι. Εκεί θα φανεί καλύτερα και ποιος απ’ όλους αυτούς σημαίνει πραγματικά κάτι για σένα. Γι’ αυτούς τους σούπερ ήρωες να ψάχνεις.

Όταν η Γκρέμιο έπαιξε τρεις αγώνες σε μια μέρα

  [5 Σχόλια]

Αρχές 1994. Στην αίθουσα συνεδριάσεων της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της πολιτείας Ρίο Γκράντε ντο Σουλ δεν πέφτει καρφίτσα. Το βασικό θέμα συζήτησης έχει αποφασιστεί σε μια προηγούμενη συνεδρίαση: Οι ομάδες της 1ης κατηγορίας του Καμπεονάτο Γκαούτσο, του πρωταθλήματος της συγκεκριμένης πολιτείας δηλαδή, πρέπει να μειωθούν. Ο μεγάλος στόχος είναι η διοργάνωση του 1995 να έχει μόλις 14 ομάδες, αντί για τις 23 που συμμετέχουν στο τουρνουά του 1994.

Οι συζητήσεις κρατάνε ώρα, οι ιδέες που πέφτουν στο τραπέζι είναι πολλές και όλοι συμφωνούν πως πρέπει να βρεθεί μια δίκαιη διαδικασία ξεσκαρταρίσματος, μιας και οι ομάδες που θα υποβιβαστούν είναι πάρα πολλές. Σε κάποια ανύποπτη στιγμή, ακούγεται μια φωνή από το βάθος της αίθουσας: «Το πιο σωστό είναι να παίξουν όλοι με όλους, μέσα και έξω». Η πρόταση συνοδεύεται από επιφωνήματα επιδοκιμασίας. Όλοι με όλους. Λογικό, σωστό και απλό. Η λύση βρέθηκε, εύκολα και γρήγορα. Μόνο που πάντα υπάρχει ένα πνεύμα αντιλογίας. «Συγγνώμη ρε παιδιά αλλά αυτό που λέτε δεν γίνεται. Μιλάμε για 44 ματς για κάθε ομάδα. Και αρκετές από αυτές συμμετέχουν και σε πόσες άλλες διοργανώσεις φέτος. Πως θα προλάβουν; Δεν βγαίνει το πρόγραμμα».

Οι περισσότεροι σιωπούν. Η λήξη της συνεδρίασης αναβάλλεται προσωρινά. Ένας τύπος, από αυτούς τους μορφωμένους, «που έχουν βγάλει το σχολείο», βγαίνει μπροστά κρατώντας ένα χαρτί γεμάτο πράξεις ανώτερων μαθηματικών και ζητάει το λόγο επιτακτικά. «Συγγνώμη κύριοι αλλά γιατί δεν βγαίνει; Κάνω εδώ τους υπολογισμούς και δεν βλέπω κανένα πρόβλημα. Πόσες μέρες έχει ένας χρόνος;» «365» απαντάει κάποιος. «Τέλεια. Και πόσα περίπου παιχνίδια θα παίξει μια ομάδα που συμμετέχει σε όλες τις διοργανώσεις;» «Κάπου στα 90-100» απαντάει κάποιος άλλος. «Άψογα. Κάνω εδώ τις αφαιρέσεις και βλέπω ότι όχι μόνο προλαβαίνουν αλλά μας μένουν και πάρα πολλές κενές μέρες. Προσωπικά δεν βλέπω κανένα πρόβλημα». Ακολουθεί αποθέωση. Κάποιοι χειροκροτούν όρθιοι, κάποιοι άλλοι φωνάζουν «μπράβο». Η λογική υπερίσχυσε και πάλι, το πρόβλημα λύθηκε, το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1994 ξεκινάει θριαμβευτικά.

Η πρώτη σέντρα έγινε στις αρχές Μαρτίου. Τον πρώτο καιρό όλα κύλησαν ομαλά. Οι μεγάλες ομάδες της περιφέρειας, όπως η Γκρέμιο και η Ιντερνασιονάλ, προσάρμοσαν το ρόστερ τους ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει σε όλες τις διοργανώσεις (περιφερειακό πρωτάθλημα, εθνικό πρωτάθλημα, Κύπελλο Βραζιλίας, διοργανώσεις της CONMEBOL). Οι ομάδες δεν έδειχναν διάθεση να αγνοήσουν κανένα τίτλο. Εκείνα τα χρόνια τα περιφερειακά πρωταθλήματα με τα μαζεμένα τοπικά ντέρμπι αποτελούσαν συχνά μεγαλύτερο γεγονός κι από το εθνικό πρωτάθλημα της Βραζιλίας, το οποίο κρατούσε μόνο 4 μήνες.

Όταν όμως το καλοκαίρι έφυγε και τα πανηγύρια από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου από τη ‘σελεσάο’ κόπασαν (εννοείται φυσικά πως το πρωτάθλημα δεν διακόπηκε κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ των ΗΠΑ) άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια ανησυχίας. Οι ‘μεγάλοι’ του πρωταθλήματος άρχισαν να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του φοιτητή που χρωστάει πολλά μαθήματα από διαφορετικά εξάμηνα. Οι αγώνες των διαφορετικών διοργανώσεων άρχισαν να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον. Στην αρχή οι αναβολές ήταν εύκολες. Με τον καιρό τα περιθώρια άρχισαν να στενεύουν. Και κάπου εκεί στο φθινόπωρο σήμανε γενικός συναγερμός.

Η αίθουσα συνεδριάσεων γέμισε και πάλι. «Κάτι δεν πήγε καλά. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι αλλά το θέμα τώρα είναι ότι το πρωτάθλημα τελειώνει σε λίγους μήνες και κάποιες ομάδες έχουν να δώσουν ακόμα πάρα πολλούς αγώνες. Τι θα κάνουμε;» Η ομοσπονδία έπεσε ξανά σε περισυλλογή. Τότε ο γνωστός μορφωμένος τυπάς, με το μικρό μολύβι περασμένο στο αυτί, βγήκε και πάλι μπροστά. «Συγγνώμη κύριοι συνάδελφοι. Αλλά ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα μας; Δεν μας φτάνουν οι μέρες; Πόσες ώρες έχει κάθε μέρα;» «24» απάντησε κάποιος με σίγουρο ύφος. «Ωραία. Και πόσο διαρκεί ένα ματς;» «2 ώρες το πολύ» πρόσθεσε κάποιος άλλος. «Ακριβώς. Άρα με μερικές απλές πράξεις βλέπω ότι σε μια μέρα χωράνε πολλά παιχνίδια. Χρόνος υπάρχει άφθονος κύριοι, γιατί πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό;». Η επιστήμη είχε μιλήσει πάλι, τα νούμερα δεν γίνεται να κάνουν λάθος, το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1994 θα ολοκληρωνόταν κανονικά στην ώρα του.

Λίγες μέρες μετά από αυτή την αποθέωση του ορθολογισμού, ανακοινώθηκε το πρόγραμμα των τελευταίων αγωνιστικών. Για να καλυφθούν τα κενά κάποιες ομάδες έπρεπε να παίζουν κάθε μέρα κι έναν αγώνα, αρκετές φορές και σε διαφορετικές πόλεις. Κάποιες άλλες καλούνταν να παίξουν δυο αγώνες την ίδια μέρα. Και το αποκορύφωμα: Στις 11 Δεκεμβρίου η Γκρέμιο θα αντιμετώπιζε τρεις (3) αντιπάλους μέσα σε 6 ώρες!

Ακούγεται αδύνατο αλλά δεν είναι. H Γκρέμιο είχε μείνει ήδη πολύ πίσω στη μάχη του τίτλου, άρα τα παιχνίδια εκείνης της μέρας ήταν ουσιαστικά αδιάφορα γι’αυτήν, οπότε οι άνθρωποι της αποδέχτηκαν την πρόκληση με τη λογική «μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει». Ο, άγνωστος τότε, Λουίς Φελίπε Σκολάρι κλήθηκε να κατεβάσει τρεις διαφορετικές ομάδες σε μια μέρα. Η αρχή έγινε στις 2 το μεσημέρι. Αντίπαλος ήταν η Αϊμορέ. Μιας και το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά στη Βραζιλία και η θερμοκρασία είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς Κελσίου, στη μέση του πρώτου ημιχρόνου ο διαιτητής πήρε την περίεργη απόφαση να διακόψει το παιχνίδι για 3 λεπτά για να δροσιστούν οι παίκτες, μια ενέργεια που μπορεί να είναι συνηθισμένη πλέον αλλά τότε ήταν πρωτάκουστη. Η Γκρέμιο χρησιμοποίησε στο πρώτο αυτό ματς κυρίως πιτσιρικάδες και αναπληρωματικούς και ο αγώνας έληξε 0-0.

Την ώρα που οι δυο ενδεκάδες αποχωρούσαν, στον αγωνιστικό χώρο έμπαιναν 22 νέοι παίκτες. Στις 4 ήταν προγραμματισμένο το Γκρέμιο-Σάντα Κρουζ. Σ’αυτό το ματς ο Σκολάρι χρησιμοποίησε και αρκετούς βασικούς και αυτό είχε ως αποτέλεσμα το θέαμα να είναι πιο υποφερτό. Η Γκρέμιο κέρδισε με 4-3 χάρη σ’ένα γκολ που μπήκε στις καθυστερήσεις του αγώνα.

Λίγα λεπτά μετά το τέλος κι αυτού του παιχνιδιού, ακούστηκε το πρώτο σφύριγμα του τρίτου αγώνα. Αντίπαλος της Γκρέμιο ήταν αυτή τη φορά η Μπραζίλ ντε Πελότας. Η Μπραζίλ είχε φτάσει στο γήπεδο νωρίς το μεσημέρι αλλά είχε φάει πόρτα στα αποδυτήρια, καθώς δεν υπήρχε ελεύθερος χώρος για να αλλάξουν οι παίκτες της. Για να περάσει η ώρα, οι ποδοσφαιριστές της πήγαν και έκατσαν στις κερκίδες, απ’όπου και παρακολούθησαν το προηγούμενο παιχνίδι, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τα παγωτά που τους κέρασε ο προπονητής τους, Ερνέστο Γκουέδες.

Η Γκρέμιο κατάφερε να κερδίσει και αυτό το ματς, με 1-0, κλείνοντας αυτό το ποδοσφαιρικό φεστιβάλ με απολογισμό δυο νίκες και μια ισοπαλία. Για τις ανάγκες αυτής της περίεργης μέρας, ο Σκολάρι είχε καλέσει 42 παίκτες απ’όλες τις βαθμίδες του συλλόγου. Απ’αυτούς χρησιμοποίησε συνολικά 34 ποδοσφαιριστές. Τρεις εξ αυτών έπαιξαν σε ένα ματς βασικοί και σε ένα άλλο ως αλλαγή. Ανάμεσα τους και ο 18χρονος τότε Έμερσον, που στη συνέχεια της καριέρας του πέρασε από τη Ρεάλ, τη Γιουβέντους, τη Ρόμα και τη Μίλαν. Το ξεκίνημα του τρίτου παιχνιδιού καθυστέρησε λίγα λεπτά εξαιτίας του, καθώς έπρεπε να αλλάξει φανέλα, αφού από απροσεξία είχε ξεμείνει με αυτή που φορούσε στη δεύτερη αναμέτρηση. Όπως θυμάται ο ίδιος: «Χωρίς αμφιβολία ήταν μια πολύ ξεχωριστή μέρα και μια περίεργη εμπειρία. Οι ομιλίες πριν από κάθε αγώνα ήταν πάρα πολύ σύντομες γιατί ήταν τέλος της σεζόν, ο καιρός ήταν ζεστός και τα παιχνίδια δεν είχαν καμία σημασία για εμάς.» (Σε αντίθεση με τη Γκρέμιο, οι αντίπαλοι της είχαν βαθμολογικό ενδιαφέρον, αφού και οι τρεις ήταν κοντά στη ζώνη του υποβιβασμού.)

Το μαρτύριο των παικτών του Σκολάρι δεν τέλειωσε όμως εκεί. Δυο μέρες μετά χρειάστηκε να ταξιδέψουν στην Πελότας για να αντιμετωπίσουν την ομώνυμη ομάδα. Το πρωτάθλημα ολοκληρώθηκε στις 17 Δεκεμβρίου με τη Γκρέμιο να μετράει 11 αγώνες μόνο μέσα στον Δεκέμβρη και 95 συνολικά εκείνη τη χρονιά. Δεν ήταν όμως η μόνη. Το ίδιο βασανιστήριο πέρασαν κι άλλες ομάδες. Η Ζουβεντούδε, που τερμάτισε 2η, πέντε βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Ιντερνασιονάλ, έδωσε στο φινάλε της σεζόν 11 αγώνες σε 11 μέρες! Το ξεχωριστό κατόρθωμα της Γκρέμιο με τα τρία επίσημα παιχνίδια σε μια μέρα, της χάρισε μια θέση στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες ενώ το Καμπεονάτο Γκαούτσο εκείνης της χρονιάς έμεινε γνωστό ως «Το ατέλειωτο πρωτάθλημα».

[Encore]

(Οι αναγνώστες που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες και αυτοί που προέρχονται από δύσκολο 10ωρο στη δουλειά καλό είναι να αποχωρήσουν σ’αυτό το σημείο. Ας μείνουν μόνο οι μάχιμοι αναγνώστες, τα αρρωστάκια, οι Ι1 και Ι2 του Σομπρέρο, που διαβάζουν για «λατινοαμερικάνικο σύστημα διεξαγωγής» και αμέσως φτερουγίζει η καρδούλα τους.)

Κάποιος μπορεί σ’αυτό το σημείο να ρωτήσει: «Γιατί είπαμε έγιναν όλα αυτά;» Για να μειωθούν οι ομάδες της πρώτης κατηγορίας. «Και πως έγινε το πρωτάθλημα μετά;» Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Κλείστε τη μουσική, πιείτε μια καλή γουλιά αλκοόλ, πάρτε βαθιά ανάσα, συγκεντρωθείτε και ξεκινάμε. Κυρίες και κύριοι, αυτό είναι το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1995:

Η 1η κατηγορία αποτελείται από τις 14 ομάδες που επέζησαν από το μαρτύριο της προηγούμενης χρονιάς ενώ η 2η κατηγορία έχει 10 ομάδες. Το πρωτάθλημα ξεκινάει τον Φλεβάρη και όλοι παίζουν με όλους, μέσα και έξω. Μέχρι εδώ όλα απλά και ανθρώπινα. Μετά ξεκινάει το γλέντι. Οι 2 τελευταίοι της πρώτης κατηγορίας υποβιβάζονται αυτόματα στη 2η ενώ οι 6 πρώτοι προκρίνονται στην επόμενη φάση, εκεί που ουσιαστικά θα διεκδικήσουν και το πρωτάθλημα. Μια φάση που έχει το όνομα «Οκταγωνικός τελικός». Γιατί οκταγωνικός; Γιατί περιλαμβάνει 8 ομάδες. Μα πως είναι 8 ομάδες, αφού πέρασαν οι 6 πρώτοι; Μην προσπαθήσετε να προβλέψετε την απάντηση. Μάταιος κόπος. Δεν χωράει τόση φαντασία σε έναν μέσο ανθρώπινο εγκέφαλο.

Οι δυο τελευταίοι που συμπληρώνουν την οχτάδα που θα διεκδικήσει το πρωτάθλημα προέρχονται από τη 2η κατηγορία! (Επαναλαμβάνουμε την πρόταση γιατί σίγουρα θα προσπαθήσετε να την ξαναδιαβάσετε.) Οι δυο τελευταίοι που συμπληρώνουν την οχτάδα που θα διεκδικήσει το πρωτάθλημα προέρχονται από τη 2η κατηγορία! Πως προέκυψαν αυτοί οι δυο; Εννοείται πως όχι με τον κλασικό τρόπο «ήταν απλά οι 2 πρώτοι της βαθμολογίας». Οι 6 πρώτοι της 2ης κατηγορίας πέρασαν σε μια δεύτερη φάση. Εκεί, και την ώρα που οι τελευταίοι 4 έπαιζαν μεταξύ τους για το ποιοι θα υποβιβαστούν στην 3η κατηγορία, χωρίστηκαν σε δυο ομίλους των 3 ομάδων που έπαιξαν μεταξύ τους μέσα και έξω. Οι νικητές των 2 αυτών ομίλων δεν κέρδισαν απλά την άνοδο τους στην 1η κατηγορία αλλά αυτόματα μπήκαν στην τελική φάση για να διεκδικήσουν το πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς! Ανήκουστο; Ναι. Παράλογο; Ναι. Πτοήθηκε κανείς; Όχι.

Έτσι, στο τέλος της σεζόν οι 6 πρώτοι της 1ης κατηγορίας και οι 2 που προέκυψαν από τη 2η κατηγορία χωρίστηκαν ξανά σε δυο ομίλους, όπου όλοι έπαιξαν με όλους, μέσα και έξω. Οι 2 πρώτοι των ομίλων προχώρησαν στην επόμενη φάση, την επονομαζόμενη και ‘Τελική φάση’, εκεί που με διπλά παιχνίδια διεκδίκησαν μια θέση στον, επίσης διπλό, τελικό, τον οποίο για την ιστορία κέρδισε η Γκρέμιο, πιθανόν σαν ανταμοιβή για την ταλαιπωρία που πέρασε την προηγούμενη σεζόν.

Καταλήγοντας, και με μια προσεκτική ματιά των δεδομένων, παρατηρούμε ότι η Εσπορτίβο βρισκόταν την τελευταία αγωνιστική στην 6η θέση της 2ης κατηγορίας, μια μόλις θέση πάνω από τη ζώνη του υποβιβασμού. Με ένα λάθος αποτέλεσμα θα πάλευε στα μπαράζ για να μην πέσει στην 3η κατηγορία. Με ένα καλό αποτέλεσμα, βρέθηκε στα πλέι οφ ανόδου και από εκεί πέρασε άμεσα στην τελική φάση της 1ης κατηγορίας, όπου και διεκδίκησε το πρωτάθλημα (!), ένα μόλις μήνα μετά τη μέρα που βρισκόταν μια ανάσα απ’το να υποβιβαστεί στην 3η κατηγορία! Γιατί όπως είπε κάποτε εκείνος ο έξυπνος κυριούλης με τα ατίθασα άσπρα μαλλιά (όχι εσύ Πιερ): «Η λογική μπορεί να σε πάει από το Α στο Β. Η φαντασία σε πηγαίνει παντού».

Όταν στο τέρμα κάθεται ο κοντός

  [1 Σχόλιο]

Ορισμένοι μπορεί να μην το θυμούνται, αλλά κάποτε το γαλλικό πρωτάθλημα δεν ήταν υπόθεση του ενός. Δεν είχε τόσο μεγάλες οικονομικές διαφορές όπως τώρα και οι πρωταθλητές άλλαζαν συχνά. Τη μακρινή σεζόν 1981-82 η Μπορντώ του Αιμέ Ζακέ διεκδικούσε το πρωτάθλημα Γαλλίας μαζί με τρεις ακόμα ομάδες. Οι Γιρονδίνοι έμειναν πιο πίσω στη μάχη του τίτλου, αλλά είχαν ακόμα μαθηματικές πιθανότητες. Τουλάχιστον μέχρι την 35η αγωνιστική όταν υποδέχτηκαν τη Λανς στην έδρα τους. Η Μπορντώ πολύ καλύτερη στον αγώνα, δέχεται ένα γκολ που ξεσηκώνει διαμαρτυρίες εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου, μια που η μπάλα χτύπησε πάνω στο διαιτητή.

Ο κόσμος της Μπορντώ πετάει αντικείμενα στον αγωνιστικό χώρο, οι παίκτες διαμαρτύρονται σε διαιτητή και επόπτη και ένα χάος επικρατεί. Οι γηπεδούχοι χάνουν τελικά 0-1 το ματς και μαζί τις όποιες ελπίδες για πρωτάθλημα (το κατακτά τελικά η Μονακό). Οι παίκτες της Λανς χρειάζονται αρκετή ώρα για να μπορέσουν να αποχωρήσουν από το γήπεδο και να μπουν στα αποδυτήρια. Αλλά και τα αποδυτήρια δεν αποτελούν καταφύγιο για κανέναν. Την ώρα που η Μπορντώ αποχωρεί γίνεται ένας χαμός. Ο Γερμανός αμυντικός Ρορ που αργότερα έγινε και προπονητής του συλλόγου θυμάται: «Ήταν ένα ματς που χάσαμε κόντρα στη ροή του αγώνα. Πρέπει να καταλάβετε ότι τότε το τούνελ στα αποδυτήρια του Λεσκίρ (σ.Σ. το γήπεδο της Μπορντώ τότε) ήταν σκοτεινό. Πολύ σκοτεινό. Άκουσα φωνές. Κάποιος είχε κλωτσήσει κάποιον. Έτσι ξεκίνησαν όλα». Ο Γιουγκοσλάβος τερματοφύλακας της Μπορντώ Ντράγκαν Πάντελιτς εμφανίζεται με το κεφάλι του ματωμένο. Ο λόγος; Ο επόπτης κύριος Κολτ του έχει σκάσει το σημαιάκι στο κεφάλι. Οι Γιρονδίνοι υποστηρίζουν ότι ο Κολτ έβρισε και τον Ζαν Τιγκανά.

Ο Πάντελιτς κερδίζει το βραβείο και κερατάς και δαρμένος, καθώς δύο μέρες πριν την τελευταία αγωνιστική ανακοινώνεται η απόφαση από την πειθαρχική επιτροπή. Ο τερματοφύλακας τιμωρείται με ένα χρόνο αποκλεισμό, μια απόφαση που σοκάρει και εξοργίζει όλους στην ομάδα. Ο ίδιος αρνείται ότι κλώτσησε τον διαιτητή κι ο πραγματικός ένοχος δεν γίνεται ποτέ γνωστός. Για την τελευταία αγωνιστική απέναντι στη Ναντ, ο Ζακέ ανακοινώνει την αποστολή της ομάδας στους δημοσιογράφους. Ο Πάντελιτς δεν είναι εκεί όπως αναμένεται. Αυτό που δεν αναμένεται όμως είναι το γεγονός ότι στην αποστολή δεν υπάρχει τερματοφύλακας. Κανένας. Ο Ζακέ δεν κάνει κάποιο άλλο σχόλιο. Το κάνει όμως ο πρόεδρος Κλωντ Μπεζ (το οποίο άνετα θα μπορούσε να είναι όνομα που θα επέλεγα αν έκανα Γάλλο προπονητή στο Football Manager): «Δείχνουμε αλληλεγγύη στον τερματοφύλακα Ντράγκαν Πάντελιτς που τιμωρήθηκε ενώ ήταν αθώος. Η ομάδα γι’ αυτόν το λόγο θα παίξει χωρίς τερματοφύλακα. Τη φανέλα του τερματοφύλακα θα φορέσει ο Αλέν Ζιρές». Το σοκ είναι διπλό. Και η Μπορντώ θα κατέβει χωρίς κανονικό τερματοφύλακα, αλλά και επιλέχθηκε ο αρχηγός και διεθνής Αλέν Ζιρές ο οποίος έχει ύψος… 1.62.

«Δεν θέλουμε να κλέψουμε τα φώτα της δημοσιότητας, δεν θέλουμε να φάμε 30 γκολ, θέλουμε να κερδίσουμε», συμπληρώνει ο Μπεζ. Ο Ζακέ λέει ότι ο πρόεδρος (που ήταν μια υπερ-γραφική μορφή) εμφανίστηκε ξαφνικά στα αποδυτήρια και είπε: «Αύριο θα παίξουμε χωρίς τερματοφύλακα, βγαίνω έξω από τα αποδυτήρια και έχετε μισό λεπτό να το σκεφτείτε». Πριν καλά καλά καταλάβουν τι γίνεται, ο πρόεδρος ξαναμπήκε μέσα και είπε: «Λοιπόν Ζιρές είσαι ο αρχηγός, θα παίξεις εσύ. Και μην ανησυχείτε. Θα πάρετε το πριμ της ισοπαλίας, ό,τι κι αν γίνει». Κάποιος αισιόδοξος ρώτησε: «Πρόεδρε, τι θα γίνει αν κερδίσουμε;»

Η δύσκολη στιγμή να μαζεύεις την μπάλα από τα δίχτυα

Στις 7 Μαΐου, σε ένα γεμάτο γήπεδο, η Ναντ υποδέχτηκε την Μπορντώ. Το παιχνίδι δεν είχε καμία βαθμολογική σημασία και οι οπαδοί κατάφεραν να απολαύσουν μια άνετη νίκη της Ναντ. Ο Ζιρές φοράει τη φανέλα του τερματοφύλακα, αλλά όχι τα γάντια. Ο Ζακέ ψάχνει τρόπο να μη φάει η ομάδα δέκα γκολ και αποφασίζει να παίξει με πίεση ψηλά. Ο Ζιρές παίζει κάτι σαν μπακότερμα (που ξεχνιέται μπροστά) και επί της ουσίας κάθεται κάτω από την εστία μόνο στα στημένα, αφήνοντας άδειο το τέρμα. Μόλις στο 4′ η Ναντ κερδίζει με 2-0. Ο Χαλίλχοτζιτς σκοράρει δύο φορές και γράφει το τελικό 6-0. Ο Ζιρές τρώει τα πέντε γκολ, καθώς γλιτώνει το μαρτύριο περίπου στο 60′, όταν τερματοφύλακας γίνεται ο Μάριους Τρεζόρ, που έτσι κι αλλιώς έμενε τελευταίος πίσω, όσο ο «τερματοφύλακας» Ζιρές προσπαθούσε να φτιάξει παιχνίδι.

Όπως βλέπετε, ο Ζιρές δεν εμφανίζεται ποτέ στο τέρμα κι ο δόλιος Τρεζόρ προσπαθεί.
Ο «τερματοφύλακας» μοιράζει ασίστ και οργανώνει, γυρίζει πίσω στο κόρνερ.

«Δεν χρειάστηκε να κάνω ούτε μία απόκρουση», θυμάται ο Ζιρές. Πώς να κάνει αφού ήταν πάνω από τη μεσαία γραμμή συνήθως; Ο Ρορ λέει ότι το 6-0 χωρίς τερματοφύλακα είναι σχεδόν κατόρθωμα. Και γιατί όχι; Την ίδια ώρα η Σεντ Ετιέν (που τερματίζει δεύτερη, ένα βαθμό πίσω από τη Μονακό) κερδίζει με το εντυπωσιακό 9-2 τη Μετς. Ο Ζιρές θυμάται ότι έφαγε ένα γκολ από κόρνερ. «Κατάλαβα πόσο άσχημο είναι να μαζεύεις την μπάλα από τα δίχτυα». Ο Γάλλος διεθνής δεν το μετάνιωσε πάντως. «Δεν ενοχλήσαμε κανέναν, δεν επηρεάσαμε το πρωτάθλημα», λέει. Κι ας γράφτηκε μια από τις πιο βαριές ήττες στην ιστορία του συλλόγου.

Πόσο σεξισμό αντέχεις (και) στο ποδόσφαιρο;

  [38 Σχόλια]

Σάββατο 1η Ιουνίου. Ο τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ, ανάμεσα σε Λίβερπουλ και Τότεναμ, βρίσκεται στο 17ο λεπτό και μεγάλη μερίδα του κόσμου έχει αρχίσει να βαριέται με το -μέτριο είναι η αλήθεια- θέαμα που παρουσιάζουν οι δύο αγγλικές ομάδες. Φαντάζομαι πολλοί από αυτούς έχουν πιάσει ήδη τα κινητά τους τηλέφωνα και χαζεύουν διάφορα θέματα, εκτός ποδοσφαίρου, στο διαδίκτυο, ή συνομιλούν στο messenger γι’ αυτόν που πρόκειται να ψηφίσουν στις εκλογές. Είναι η στιγμή που η Κίνσι Βολάνσκι, φορώντας τα απολύτως απαραίτητα, εισβάλλει στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου διαλύοντας τη νύστα. Είναι η στιγμή που ο διαιτητής διακόπτει, ορθώς, το παιχνίδι. Είναι η στιγμή που εκατοντάδες χιλιάδες «φίλοι του ποδοσφαίρου» βρίσκουν μια αφορμή για να ασχοληθούν με κάτι, αφού το αγωνιστικό κομμάτι, για πολλούς, έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα. Οι κάμερες φυσικά και δεν δείχνουν την εισβολέα σύμφωνα πάντα με την πολιτική της UEFA.

Στο ημίχρονο, όπως συνηθίζω να κάνω, θα ανοίξω και εγώ το κινητό μου τηλέφωνο και θα κάνω μια σύντομη βόλτα στο Twitter (κυρίως) για να διαβάσω, με τη σειρά μου, τα πρώτα σχόλια και κάποια στατιστικά, για το παιχνίδι. Φυσικά, το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν οι φωτογραφίες, κυρίως από πίσω, της Βολάνσκι που έχουν κατακλύσει το τιέλ. Ήδη υπάρχουν χιλιάδες σχόλια, τα περισσότερα από αυτά, εννοείται, πως ήταν σεξιστικά ή προσπαθούσαν να κάνουν χιούμορ. Ελάχιστα, από όσα πρόλαβα να δω, το είχαν καταφέρει. Αν έπρεπε να βάλω μια λεζάντα στο, λυπηρό για εμένα, γεγονός αυτή θα ήταν λιτά και περιεκτικά: το ποδόσφαιρο του κώλου των ημερών μας. Ευτυχώς δεν ήθελαν κάποιο κείμενο τα παιδιά στο μπλογκ και γλίτωσα το βραδινό γράψιμο για την ανατομία του σώματος της μοντέλας .

Θεωρείτε πως ήταν τυχαία η επιλογή του Τελικού του Τσάμπιονς Λιγκ για την εισβολή της Βολάνσκι; Φυσικά και όχι. Το μοντέλο, και σύζυγος του Μιχάλι Βοροντέφσκι, ιδιοκτήτη κάποιας πορνό ιστοσελίδας, είχε πετύχει την καλύτερη διαφήμιση, χωρίς να σπαταλήσει σχεδόν τίποτα σε ένα, ας μη γελιόμαστε και ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, άκρως σεξιστικό, στην πλειοψηφία του, κοινό που, πολλοί σε αυτό, γουστάρουν περισσότερο κι απ’ τον Τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, λίγη ακόμα, γυμνή, γυναικεία σάρκα. Οι εκατοντάδες χιλιάδες ακόλουθοι της Βολάνσκι στο Ιnstagram, σε λίγες μόνο ώρες μάλιστα, μετά το συμβάν, έφτασαν την ίδια τη σελίδα να σβήσει τον λογαριασμό της, και είμαι σίγουρος, χωρίς να ψάξω το θέμα, πως οι εγγραφές στο σάιτ που διαφήμιζε πάνω στο «καυτό» της ρούχο, πρέπει να γέμισαν με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ τις τσέπες του «έρωτά» της. Του ίδιου έρωτα που το βράδυ, μετά τον αγώνα, όταν και πήγε στο αστυνομικό τμήμα της Μαδρίτης, που την κρατούσαν, για να της συμπαρασταθεί, ανέβαζε στο διαδίκτυο βίντεο, με τον ίδιο να της χαϊδεύει τα οπίσθια, γελώντας, μπροστά σε δεκάδες «αρσενικά παλαιάς κοπής» που είχαν μαζευτεί εκεί και γελούσαν με τη σειρά τους, θυμίζοντας εκείνη τη σκηνή απ’ την Οδύσσεια του Διαστήματος του Κιούμπρικ, όταν οι πίθηκοι ανακαλύπτουν τον αρχαίο και ιερό λίθο.

«Υπάρχει σεξισμός στο ποδόσφαιρο». Τι λέτε να πάμε ένα χρόνο πίσω στο Μουντιάλ της Ρωσίας; Ο πρώην διεθνής Γάλλος, και θύμα ρατσιστικών, λεκτικών, επιθέσεων όταν έπαιζε ποδόσφαιρο, Πατρίς Εβρά, βρίσκεται ως σχολιαστής, μαζί με τον Χένρικ Λάρσον, στο βρετανικό κανάλι ITV. Εκεί η πρώην διεθνής παίκτρια της Τσέλσι, Ένι Αλούκο, κάνει μια ανάλυση για το πρώτο ημίχρονο της Σερβίας στο παιχνίδι με την Κόστα Ρίκα. Η ανάλυσή της είναι απλά απολαυστική. Όταν ολοκληρώσει, ο Εβρά θα δείξει εμφανώς αμήχανος και θα ξεσπάσει σε επευφημίες. Αυτό ήταν μοναδικό, θα της πει, ρωτώντας τον Λάρσον, αν θα ήταν καλύτερα να φύγουν και να κάνει την ανάλυση, μόνη της η Αλούκο, αφού τα ξέρει όλα, και καλύτερα από αυτούς. Ουάου! Μια γυναίκα ξέρει πραγματικά από ποδόσφαιρο. Φοβερό;

Η 102 φορές διεθνής με τα «λιοντάρια» ήταν η μοναδική, βασική, γυναίκα αναλυτής, για το Μουντιάλ, στη Βρετανική τηλεόραση, μαζί με την Άλεξ Σκοτ, της Άρσεναλ, που είχε κάνει όμως λίγες εμφανίσεις, με την αντίδραση του Εβρά να φανερώνει περίτρανα αυτό που πιστεύει, στην πλειοψηφία του, το ανδρικό ποδοσφαιρικό κοινό. «Δεν μπορώ να βλέπω γυναίκες να παίζουν ποδόσφαιρο ή να μιλάνε γι’ αυτό». Αυτή είναι μια φράση που ακούμε πολύ συχνά και στη δική μας χώρα. Φυσικά και τα ίδια άτομα μπορούν να βλέπουν Μπιτς Βόλλευ γυναικών ή αγωνίσματα στίβου. «Αυτά είναι περισσότερο γυναικεία σπορ» θα σου πουν οι ίδιοι με ύφος Κώστα Βουτσά στην ταινία «ο τελευταίος άντρας». Γυμνή σάρκα να βλέπουν τα παιδιά μωρέ, αραχτοί, σε καναπέδες και ξαπλώστρες, και όλα καλά. «Η μπάλα είναι αντρικό σπορ…»

Αυτό που θέλω να δω, όπως έχω σχολιάσει και στο παρελθόν, είναι παγκοσμίου φήμης ποδοσφαιριστές να παίρνουν θέση σε θέματα ρατσισμού, σεξισμού, ομοφοβίας, φτώχειας και οποιουδήποτε άλλου θέματος, που αξίζει να του βάλει κάποιος πλάτη στους περίεργους και σκληρούς καιρούς που ζούμε. Δυστυχώς, κι ας έχουμε φτάσει σχεδόν στο 2020, αυτό συνεχίζουμε να μην το βλέπουμε. Οι κορυφαίοι σούπερ σταρ ποδοσφαιριστές δεν ανήκουν κάπου και συνεχίζουν να περιφέρονται ουσιαστικά ως άβουλα όντα, για πολλούς, μένοντας ουσιαστικά στις παχυλές δωρεές που κάνουν ανά καιρούς, πιεζόμενοι από χορηγούς και αθλητικές εταιρείες. Καλό κι αυτό, και υπερβολικά χρήσιμο, αλλά εγώ περιμένω να μιλήσουν.

«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους». Η φράση που μόλις διαβάσατε δεν είναι δική μου. Την ξεστόμισε ο Αντόνιο Γκράμσι τον Φλεβάρη του 1917, στην Ιταλία, παραμένει όμως επίκαιρη και, δυστυχώς ή ευτυχώς, θα παραμένει για πάντα επίκαιρη. Τουλάχιστον στον κόσμο των σπορ, του ποδοσφαίρου, και στους διάσημους και κορυφαίους αθλητές. Στην περίπτωσή μας, μας ενδιαφέρουν περισσότεροι οι ποδοσφαιριστές μιας και το ποδόσφαιρο είναι ο Βασιλιάς των Σπορ και απευθύνεται σε περισσότερο κόσμο, μιας και είναι ευκολότερα προσβάσιμο από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Δείτε αυτό, για να το καταλάβετε καλύτερα.

Τελικά, εδώ και λίγες μέρες, γι’ αυτά που περιμένουμε πολλοί να μιλήσουν οι σύγχρονοι σούπερ σταρ ποδοσφαιριστές, το κάνει μια γυναίκα. Η Μέγκαν Ραπίνο. Η διεθνής σούπερ σταρ αθλήτρια της ποδοσφαιρικής ομάδας των ΗΠΑ. Μιας ομάδας που θεωρείται, και είναι, φαβορί για να σηκώσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και που, αν το κάνει (το κείμενο γράφτηκε πριν τον ημιτελικό με την Αγγλία), σύμφωνα πάντα με την Ραπίνο, την αρχηγό της: Δεν πρόκειται να πάμε στον γαμημένο Λευκό Οίκο του Ντόναλντ Τραμπ για να δεχθούμε συγχαρητήρια. Ενός πλανητάρχη δηλαδή που έχει υψώσει τείχος για τους μετανάστες στην χώρα του. Που δεν δέχεται τους ομοφυλόφιλους ως ίσους. Που δεν δέχεται τους Αφροαμερικανούς ως ίσους. Που έχει κατηγορηθεί, ακόμα κι  απ’ το περιοδικό New Yorker, για σχέσεις με την ΚΚΚ.

Ενός ανθρώπου που το 1989 είχε χρηματοδοτήσει, χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει λεπτομέρειες, ολόκληρη καμπάνια ώστε να πιέσει την Πολιτεία της Νέας Υόρκης για να τιμωρήσει σε θάνατο πέντε μαύρα ανήλικα παιδιά που είχαν κατηγορηθεί αδίκως για το βιασμό μιας νεαρής λευκής γυναίκας. Χωρίς να υπάρχουν στοιχεία, και πριν το δικαστήριο βγάλει την τελική του απόφαση. Όσοι δεν ξέρετε τίποτα γι’ αυτή την ιστορία και θέλετε να μάθετε υπάρχει η εξαιρετική μίνι-σειρά του Netflix (καλοκαίρι είναι δείτε και τίποτα καλό) με τίτλο «When They See Us». Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, στις μέρες μας, είναι ο νούμερο ένα ηγέτης του πλανήτη που ζούμε. Ο πλανητάρχης μας.

Η Ραπίνο, που μοιάζει υπερβολικά εξωτερικά με την Θεά Τίλντα Σουίντον, μεγάλωσε ως το «αγοροκόριτσο» που έπαιζε πολλά και διάφορα σπορ, μέχρι να καταλήξει στο Soccer, συνήθως παρέα με πολλά αγόρια, στους δρόμους της Βόρειας Καλιφόρνια και αν και ήταν από μια οικογένεια που της παρείχε τα πάντα έμαθε, από μικρή, να συμπάσχει και να σέβεται όλους αυτούς που χαμηλώνουν τη μέση, όχι από επιλογή, αλλά ποτέ το κεφάλι, αυτό το δεύτερο από επιλογή. Τους φτωχούς, τους ταπεινούς, τους «περίεργους», τους διαφορετικούς, τους «άλλους». Πήρε ανοικτά θέση μετά το πασίγνωστο πλέον συμβάν με τον Κάπερνικ (που του στέρησε μια καριέρα στο NFL), και αποφάσισε, και αυτή, να στηρίξει την κίνηση του Quarteback των 49ers, γονατίζοντας κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου της χώρας, δίπλα σε όλους αυτούς, τους αφροαμερικανούς και τις κάθε λογής μειονότητες, που δίνουν καθημερινά μάχη με την αστυνομική βία και το ρατσισμό, σε μια χώρα που ο αστυνομικός έχει το δικαίωμα να πανικοβληθεί και να σε πυροβολήσει, αν σε δει να σκύβεις στο αυτοκίνητο, ενώ εσύ πρέπει να παραμείνεις ψύχραιμος, αν σε σημαδεύουν δύο και τρία όπλα, ενώ επιστρέφεις από φαγητό με φίλους.

Ακτιβίστρια, υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δηλωμένη ομοφυλόφιλη, εδώ και πολλά χρόνια, δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά, δείχνοντας και ζητώντας παράλληλα από τους διάσημους συναθλητές της που, συνήθως, την κοιτάζουν αμέτοχοι και σιωπηλοί, να πάρουν κι αυτοί θέση και να σταθούν δίπλα της. Όπως έγραψε πολύ πρόσφατα και ο Φράνκλιν Φόερ, της Atlantic, σε ένα ένα άρθρο-Ωδή για την αρχηγό των ΗΠΑ: Αν σας ρωτήσουν τι πρεσβεύει η Μέγκαν Ραπίνο, να τους πείτε πως πολύ απλά, είναι ο Μοχάμεντ Άλι της εποχής της. Και αυτό, στα δικά μου μάτια, εκτός του γεγονότος πως η Ραπίνο είναι το πρόσωπο της χρονιάς, είναι και το πιο «παντελονάτο» κοπλιμέντο, και αποκτά μεγαλύτερη αξία αν συνυπολογίσουμε πως έγινε από άνδρα, για γυναίκα, που αγωνίζεται σε ένα ανδροκρατούμενο άθλημα, όπως είναι (και) το ποδόσφαιρο για την μεγαλύτερη μερίδα του φίλαθλου κοινού. H ίδια έχει μπει επίσης στην πρώτη γραμμή ώστε να κερδίσει καλύτερες αμοιβές για τις  γυναίκες, στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο, που είναι αστείες σε σχέση με τα χρήματα που κερδίζουν οι άντρες συνάδελφοί της.

Πριν λίγες μέρες η είδηση πως η 31χρόνη Γερμανίδα καπετάνισσα, Καρόλα Ρακέτε, αψηφώντας τις απειλές της Ιταλικής Αστυνομίας, μετέφερε 42 μετανάστες, σώζοντας ουσιαστικά τις ζωές τους, και βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη ακόμα και με 10 χρόνια ποινή φυλάκισης, έγινε γνωστή σε όλους. Αυτό που πολλοί ίσως δεν γνωρίζουν είναι πως οι μετανάστες βρίσκονταν στο πλοίο της για πάνω από δέκα μέρες, και πως η ίδια έκανε έκκληση, καθημερινά, στις ιταλικές αρχές για να της δώσουν το πράσινο φως ώστε να μπορέσει να τους αφήσει κάπου στη στεριά. Φυσικά και αυτό είναι παράνομο σύμφωνα με τους νόμους (και) του Ιταλικού κράτους, του Σαλβίνι και τόσων ακόμα ακροδεξιών, με την Ρακέτε, ουσιαστικά, να «παρανομεί». Αν τους είχε πετάξει στη θάλασσα, εκεί δηλαδή που τους βρήκε, δεν θα είχε παρανομήσει και τώρα θα ήταν ελεύθερη. Κάπως έτσι είναι ο υπέροχος και πολιτισμένος κόσμος που ζούμε.

Απ’ την άλλη, δυστυχώς, όσο κι αν έψαξα (και μακάρι να κάνω λάθος) δεν είδα κανένα διεθνή και διάσημο Ιταλό ή Γερμανό (ή από άλλη χώρα) ποδοσφαιριστή να παίρνει θέση για το θέμα. Δεν είναι και τόσο σημαντικό, θα μου πείτε, όπως εκείνο το ρατσιστικό συμβάν, με τον Μόιζες Κεν, για να πάρει θέση ο «αρχηγός» Μπονούτσι και ο κάθε Μπονούτσι, κάνοντας μάλιστα τα πράγματα χειρότερα. Τόσοι και τόσοι πνίγονται κάθε μέρα και ελάχιστοι μιλούν.  Αυτό που όμως δεν μπορώ να μην σκεφτώ, και να μην το σχολιάσω, είναι πως αν η Ρακέτε δεν ήταν μια απλή, καθημερινή γυναίκα στην εμφάνιση, και μια πραγματική ηρωίδα στην καρδιά, όπως είναι, και ήταν ένα ημίγυμνο μοντέλο σε κάποιο κότερο, όπως η Βολάνσκι ας πούμε, έχοντας δίπλα της σαμπάνιες, πούρα (και πουρά), και τύχαινε να μαζέψει  και να σώσει κάποιο μετανάστη, τότε ίσως να είχαν ασχοληθεί πολλοί διάσημοι ποδοσφαιριστές μαζί της. Ίσως της έστελναν και μηνύματα. Αυτά τα ωραία και άκρως πνευματώδη «Γεια σου Κόκλα, είσαι για κάνα κοκτέιλ». Όπως αυτά που έστειλαν και στη Βολάνσκι, αρκετοί διάσημοι ποδοσφαιριστές, εισπράττοντας την απόρριψη, αφού πρώτα όμως είχε καταφέρει αυτό που ήθελε με τα γυμνά της οπίσθια, κερδίζοντας τα δικά της 15 λεπτά διασημότητας, μέσω του σεξισμού που υπάρχει στο μυαλό των περισσοτέρων.

Ο πρόεδρος που γύρισε από το Κάλι (ζωντανός και με μεταγραφή)

  [7 Σχόλια]

Ο Φρανσουά Υβινέκ, μεσήλικας ιδιοκτήτης μιας μικρής βιομηχανίας ζαχαρωτών στη Βρετάνη της Γαλλίας, βρίσκεται σε ένα ξενοδοχείο στην Μπογκοτά της Κολομβίας με εισαγγελική απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και δυο σωματώδεις, οπλισμένους τύπους έξω από την πόρτα του δωματίου του. Οι μπράβοι έχουν σταλεί από την Γαλλική Πρεσβεία με εντολή του πρωθυπουργού Ζακ Σιράκ, διότι η ζωή του φιλήσυχου κυρίου Υβινέκ κινδυνεύει.

Είναι Δεκέμβριος του 1987. Τα καρτέλ της κοκαΐνης, αυτό του Μεντεγίν αλλά και το ανερχόμενο του Κάλι, είναι παντοδύναμα κι έχουν πάρει τον νόμο, κι άλλα πολλά πράγματα, μεταξύ των οποίων και διάφορες ποδοσφαιρικές ομάδες, στα χέρια τους. Και η ζωή του Γάλλου, που είναι κι αυτός πρόεδρος ομάδας, της γαλλικής Μπρεστ –Σταντ Μπρεστουά 29 σήμερα, Μπρεστ Αρμορίκ τότε – κινδυνεύει ακριβώς γι΄αυτό.

Ο Υβινέκ δε μασάει. Είναι το τρίτο του ταξίδι από το καλοκαίρι. Μεράκι του είναι ο Ρομπέρτο «Πάνθηρας» Καμπάνιας, ο θεαματικός επιθετικός που στα 18 του οδήγησε την Παραγουάη στην κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα και στα 19 βρέθηκε στην Κόσμος της Νέας Υόρκης. Έμαθε μπαλίτσα από τον Πελέ – που τον συμπάθησε ιδιαίτερα – έπαιξε δίπλα στον Κινάλια και τον Μπεκενμπάουερ και αναδείχτηκε καλύτερος παίκτης του αμερικάνικου πρωταθλήματος το 1983.

Μετά τη διάλυση της Κόσμος, ο Καμπάνιας βρέθηκε στην Κολομβία, στην Αμέρικα του Κάλι, την ομάδα που από το 1979 γνωρίζει μια περίοδο ακμής με δυο πρωταθλήματα το 1985 και το 1986 και τρεις συνεχόμενους – χαμένους – τελικούς του Κόπα Λιμπερταδόρες. Η οικονομική της ευμάρεια οφείλεται στην αδυναμία που της έχει ο Μιγκέλ Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα.

Ο Μιγκέλ, παρατσούκλι El Señor, είναι ο μικρότερος από τους δυο αδελφούς Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα που δημιούργησαν το αιμοσταγές Καρτέλ του Κάλι, το οποίο θα γινόταν σύντομα και σύμφωνα με τους Αμερικάνους διώκτες του «η πιο επικίνδυνη εγκληματική οργάνωση στον κόσμο».

Πού έχει μπλέξει ο βιομήχανος μπισκότων;

Οι δυο ομάδες έχουν, υποτίθεται, συμφωνήσει από τα τέλη Αυγούστου για την μεταγραφή, η Μπρεστ έχει δώσει 305 χιλ. δολάρια προκαταβολή κι υπάρχει και συμβόλαιο με την υπογραφή του Παραγουανού ο οποίος έτσι κι αλλιώς ψάχνεται να φύγει – έχει τσακωθεί με τον προπονητή και έχει και ένα μπλέξιμο με την κόρη ενός ναρκέμπορα. Ξαφνικά, η διοίκηση της Αμέρικα αρνείται ότι υπάρχει συμφωνία και καταθέτει μήνυση για πλαστογραφία και απόπειρα απάτης εναντίον του μάνατζερ του παίκτη, ο οποίος έχει ήδη φύγει νύχτα από την Κολομβία, αλλά κι εναντίον του Υβινέκ που μόλις έχει φτάσει από τη Γαλλία για να λύσει την παρεξήγηση. Η ΦΙΦΑ τον δικαιώνει, αλλά του απαγορεύεται η έξοδος από τη χώρα – μέτρο πρωτοφανές για τέτοια υπόθεση, αλλά είπαμε, τα καρτέλ έχουν τις ακρούλες τους στη δικαιοσύνη. Κι έτσι, ο Γάλλος βρίσκεται εδώ κι έξι εβδομάδες αποκλεισμένος στην Κολομβία χωρίς διαβατήριο, μετακινούμενος μόνο με συνοδεία σωματοφυλάκων και πάντα σε τεθωρακισμένο όχημα.

Η υπόθεση συγκλονίζει την Γαλλία. Ο Σιράκ δηλώνει πως αν συνεχιστεί η ομηρεία, δεν θα επιτραπεί σε κανέναν Κολομβιανό να πάρει μέρος στον ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας. Ο Μιγκέλ Ροντρίγκεζ απαντά ότι, αν του τη δώσει, θα αγοράσει και τον Γύρο της Γαλλίας, κι αν χρειαστεί και το Παρίσι. Ο Υβινέκ δίνει τηλεφωνική συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό της Βρετάνης, κι ανάμεσα σε άλλα καθησυχαστικά που λέει, γλιστράει μια λέξη της βρετόνικης διαλέκτου, ribin, μυστικό πέρασμα, αναγγέλλοντας, κωδικοποιημένα ώστε να μην τον πάρουν είδηση οι διώκτες του, ότι σχεδιάζει να διαφύγει. Αλλά όχι χωρίς τον Καμπάνιας!

Τα υπόλοιπα γίνονται άνετα ταινία: ο Υβινέκ έχει ραντεβού στο Κάλι με την εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεσή του – λεπτομέρεια: η συνάντηση έχει κανονιστεί να γίνει στο πεζοδρόμιο μπροστά από το δικαστικό μέγαρο διότι οι δικαστικοί υπάλληλοι απεργούν. Στις 18 Δεκεμβρίου του 1987 πληρώνει τον λογαριασμό του ξενοδοχείου και φεύγει για το αεροδρόμιο. Έχει κλείσει εισιτήριο σε μια πολύ πρωινή εσωτερική πτήση, κανονίζοντας όμως να είναι στη λίστα αναμονής. Δεν μπαίνει στο αεροπλάνο. Με τη συνεργασία ενός άλλου επιβάτη καταφέρνει να επιβιβαστεί ως κ. Λόπεζ σε μια πτήση για Παναμά. Από εκεί, παίρνει ένα άλλο αεροπλάνο για το Καράκας της Βενεζουέλας, όπου τον περιμένουν ο Καμπάνιας, η διερμηνέας του και μέλλουσα σύζυγος του Υβινέκ, κι ένας δημοσιογράφος της Εκίπ που έχουν ταξιδέψει ξεχωριστά. Το παρεάκι φτάνει μετά από πολλές περιπέτειες στη Βρέστη και γνωρίζει υποδοχή ηρώων. H πιθανότατα δυσκολότερη μεταγραφή της ιστορίας είχε μόλις ολοκληρωθεί αλλά όλα ήταν σχεδόν μάταια. Σχεδόν.

Από την υποδοχή των ηρώων που νίκησαν το Καρτέλ του Κάλι

Η Μπρεστ έπαιξε το πρώτο μισό του πρωταθλήματος του 1987-1988 χωρίς τον πολυπόθητο Παραγουανό. Έτσι, ενώ ο πρόεδρος βρισκόταν στην Κολομβία, αποκτήθηκε ο Κάρλος Τάπια της Μπόκα. Αποτέλεσμα; όταν ο Καμπάνιας πατάει την τιμημένη γη της Βρετάνης, δεν υπάρχει ελεύθερη θέση ξένου στην ομάδα, η οποία έτσι κι αλλιώς πάει καρφωτή για υποβιβασμό.

Για τους επόμενους μήνες ο Καμπάνιας θα βλέπει τη νέα του ομάδα από την κερκίδα. Κι όμως, όχι μόνο δεν θα φύγει στο τέλος της σεζόν αλλά θα κάνει πράματα και θάματα στη δεύτερη κατηγορία : βάζει 21 γκολ, τα πανηγυρίζει ανεβαίνοντας στα κάγκελα του πετάλου, παίζει με σπασμένη μύτη και μάσκα στα μπαράζ ανόδου, κι οδηγεί τη Μπρεστ ξανά στην ελίτ. Την επόμενη χρονιά, θα δικαιώσει και πάλι τον Υβινέκ. Μια μέρα πριν το ματς με τη Μαρσέιγ, που είχε τότε φοβερή ομάδα μέσα – με Γουάντλ, Παπέν, Φραντσέσκολι, Ντεσάν…– κι έξω από τα γήπεδα, καταγγέλει απόπειρα δωροδοκίας του. Την επόμενη, κάνει αυτό:

Στο τέλος της σεζόν, ο Καμπάνιας φεύγει στη Λυόν και με τα λεφτά της μεταγραφής θα γίνουν προσπάθειες να μπαλωθούν μερικές από τις τεράστιες τρύπες στον προϋπολογισμό – ματαίως.

Βρισκόμαστε ήδη στην αρχή του τέλους του ονείρου του Φρανσουά Υβινέκ.

Μικρή επιστροφή στο παρελθόν.

Ο Υβινέκ γίνεται πρόεδρος το 1981 με όνειρο να κάνει την ομάδα του τόσο ισχυρή ώστε να ανταγωνίζεται στα ίσα την Μπορντό, τη Ρασίγκ ή τη Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί. Ο δρόμος για να το πετύχει μοιάζει μακρύς. Η Μπρεστ είναι μια μικρή ομάδα που ανεβαίνει στην πρώτη κατηγορία για πρώτη φορά στην ιστορία της στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με παίκτες δημιουργικούς στο γήπεδο αλλά κι έξω από αυτό. Δυο από αυτούς, ο Ζοέλ Ανρί κι ο Μπερνάρ Παρντό – που αργότερα θα μπλεχτεί και σε μια ιστορία διακίνησης ναρκωτικών – έχουν ένα μπαρ, ενώ κι τεχνικός διευθυντής της ομάδας διατηρεί ένα άλλο, το «Χρυσό Παπούτσι»· αυτά είναι μόνο δύο από τα πολλά στα οποία συχνάζουν κάθε βράδυ όλοι οι ποδοσφαιριστές, παραβιάζοντας συχνά το μετρίως αυστηρό ωράριο κατακλίσεως που τους επιβάλλει η διοίκηση – «παιδιά, στις 4 το πρωί το αργότερο να έχετε γυρίσει σπίτι!». Πολλές φορές, για να γιορτάσουν κάποιο ευτυχές γεγονός, όπως τη γέννηση του παιδιού του συμπαίκτη τους Πασκάλ Ντυπρά, εξαφανίζονται για μέρες ώστε να γνωρίσουν τη νυχτερινή ζωή και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας. Τις ομιλίες του προπονητή τις διακόπτουν συχνά αυτοσχέδιοι αγώνες ταχύτητας ζωντανών αστακών – βρισκόμαστε στην Αρμορική χερσόνησο και το συμπαθές αρθρόποδο αποτελεί ένα από τα τοπικά προϊόντα.

Ο καινούργιος πρόεδρος, όμως, αλλάζοντας συνεχώς προπονητές και ξοδεύοντας λεφτά που δεν έχει αλλά που καταφέρνει και ξετρυπώνει από διάφορους ευκαιριακούς χορηγούς, φέρνει σε αυτήν τη μικρή, επαρχιακή ομάδα διάφορους ξένους σούπερ-σταρ, κατά προτίμηση νοτιοαμερικάνους, όπως ο αμυντικός της Εθνικής Βραζιλίας Ζούλιο Σέζαρ – που θα περάσει στα γεράματα κι από τον Παναθηναϊκό– και ο Αργεντίνος παγκόσμιος πρωταθλητής Χοσέ Λούις «Τάτα» Μπράουν, σκόρερ του πρώτου γκολ στον τελικό του Μουντιάλ του 1986 απέναντι στη Γερμανία.

Τάτα Μπράουν, Ζούλιο Σέζαρ ως σωσίας του Ντένζελ Γουάσιγκτον στο Αμέρικαν Γκάνγκστερ, Φρανσουά Υβινέκ κι ένας κύριος με καρό σακάκι

Χάρη σ΄αυτούς, η Μπρεστ θα πετύχει τη σεζόν 1986-1987 να βρεθεί στην όγδοη θέση του πρωταθλήματος με φιλοδοξίες για έξοδο στην Ευρώπη την επόμενη χρονιά.

Όμως, το καλοκαίρι του 1987, λίγους μήνες πριν από την κολομβιανή του περιπέτεια, ο Υβινέκ θα διώξει τον προπονητή Ρεμόν Κερυζορέ. Αιτία της σύγκρουσης; Ο πρόεδρος υποστήριξε, επικαλούμενος μάλιστα πηγές των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών, πως ο αριστερός συνδικαλιστής και γνωστός από τη θητεία του στη Ρεν ως «μαοΐστρια μάγισσα» – ο κόοουτς είναι μακρυμάλλης – Κερυζορέ συνωμοτούσε στα αποδυτήρια με τους παίκτες προκειμένου να ανατρέψουν την διοίκηση και να επιβάλλουν την αυτοδιαχείριση. Μαζί με τον προπονητή θα φύγει ο βασικός χορηγός – μια αλυσίδα σούπερ-μάρκετ – και οι δυο νοτιοαμερικάνοι.

Αλλά, είπαμε, ο πρόεδρος δεν μασάει. Συνεχίζει αυτήν την ξέφρενη πορεία προς το όνειρό του με κάθε μέσο. Πείθει την περιφερειακή διοίκηση να χτίσουν καινούργιο γήπεδο και προπονητικό κέντρο· το εργοτάξιο πιάνει φωτιά και τελικά τα έργα κοστίζουν το τριπλάσιο από το αναμενόμενο ενώ η περιοχή που επιλέχτηκε για προπονητικό κέντρο γίνεται στόχος επιδρομής χιλιάδων σαλιγκαριών και τα σχέδια αναγκαστικά ανατρέπονται. Για να αντικαταστήσει τον Μπράουν και τον Σέζαρ και ενώ βρίσκεται ακόμη σε διαπραγματεύσεις για τον Καμπάνιας, φέρνει από την Μπόκα Τζούνιορς τον σκληροτράχηλο Αργεντίνο Χόρχε «Πίπα» Ιγκουαΐν. Ο συμπαθέστατος Χόρχε θα βάλει ένα μοναδικό γκολ εναντίον των Καννών.

Δεν προλαβαίνει να θαμπώσει με την απόδοσή του αλλά απολαμβάνει την ζωή στη Βρετάνη. Πηγαίνει για ψάρεμα, παίζει χαρτιά και πετάνκ, μαθαίνει τη γλώσσα, αποκτά φίλους και γνωρίζει τις χαρές της πατρότητας: στη διάρκεια της μιας και μοναδικής σεζόν που έμεινε στη Βρέστη, θα γεννηθεί ο γιος του, Γκονσάλο, ο οποίος, θεωρητικά, μπορεί έτσι να αποκτήσει γαλλική αθλητική υπηκοότητα. Ο Ρεμόν Ντομενέκ θα καλέσει στα 2006 τον 18χρονο τότε Πιπίτα στην Εθνική Γαλλίας για ένα φιλικό με την Ελλάδα – ο Γκονσάλο δεν δέχτηκε, προτίμησε την Εθνική Αργεντινής κι όλοι ξέρουμε πού τον οδήγησε αυτή η επιλογή και πού οδήγησε και την Αργεντινή…

Στην πραγματικότητα, η Μπρεστ, παρόλο το κάπως οικογενειακό και ερασιτεχνικό κλίμα που κυριαρχούσε, διέθετε πλούσια δεξαμενή ταλέντων χάρη στην καλή δουλειά που γινόταν στις νεανικές ομάδες που ήταν απο τις καλύτερες στη Γαλλία, ενώ το έμπειρο μάτι των ατζέντηδων με τους οποίους συνεργαζόταν τής επέτρεπε να στρατολογεί νεαρότατους πολλούς ταλαντούχους ποδοσφαιριστές.

Από το δυναμικό της θα περάσουν, εκτός από όσους έχουμε αναφέρει, δυο μελλοντικοί Γάλλοι παγκόσμιοι πρωταθλητές – ο Στεφάν Γκιβάρς και ο Κλοντ Μακελελέ –, η μισή Παρί Σεν Ζερμέν που θα αναδειχτεί πρωταθλήτρια Γαλλίας το 1994 – Πολ Λε Γκουέν, Νταβίντ Ζινολά, Μπερνάρ Λαμά, Βενσάβ Γκεράν, Πατρίκ Κολτέρ – και, χρόνια αργότερα, κι ο Φρανσουά Ριμπερί.

Όμως, η πτώση της και θα είναι αναπόφευκτη καθώς, κοντά σε όλες τις άλλες περιπέτειες, θα μπλεχτεί σε ένα μεγάλο πολιτικο-οικονομικό σκάνδαλο. Μετά την πώληση του Καμπάνιας, ο Υβινέκ στρέφεται σε έναν μυστήριο τύπο, τον τραπεζίτη Αχμέντ «Σαρλί» Σακέρ, φίλο και συνεργάτη – εμπορευόταν όπλα – του Γιασέρ Αραφάτ και του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο Σακέρ εμφανίζεται ως πάμπλουτος και γενναιόδωρος οπαδός της Μπρεστ, και χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων φιλανθρωπιών, την αγορά του ήρωα τερματοφύλακα του Μουντιάλ του 1990 Σέρχιο Γκοϊκοετσέα.

Στην πραγματικότητα, ο Σακέρ είναι μεγάλο μούτρο. Η τράπεζά του, όπως και διάφορες άλλες επιχειρήσεις του στο Ιράκ, στην Ιταλία και στη Βρετάνη, είναι μια μεγάλη απάτη μέσω της οποίας μπήκαν στην τσέπη του καταθέσεις 120 εκ. φράγκων (18 εκ. ευρώ) μικροκαταθετών. Στη συνέχεια θα αποδειχθεί ότι εμπλέκεται και σε μια σκοτεινή ιστορία χρηματοδότησης πολιτικών. Θα καταλήξει στη φυλακή, εκεί όπου μέλλει να πάει κι ο Υβινέκ.

30 Νοεμβρίου 1991. Ο Ζινολά κι ο Πασκάλ Πιερ εγκαταλείπουν το γήπεδο στο τελευταίο ματς πριν τη διάλυση

Η Μπρεστ, στο τέλος της σεζόν 1990-1991, κι ενώ έχει τερματίσει κάπου στη μέση της βαθμολογίας, θα υποβιβαστεί για οικονομικούς λόγους. Έξι μήνες αργότερα και μετά από ένα ντου των οπαδών στη διάρκεια ενός ντέρμπι με την Γκενγκάν, θα πέσει στο ερασιτεχνικό λόγω οριστικής χρεοκοπίας. Για πολλούς αυτή η σκληρή μοίρα οφείλεται και στην προσωπική βεντέτα που είχε ανοίξει ο Υβινέκ με τον πανίσχυρο Μπερνάρ Ταπί – η Μπρεστ είχε αρνηθεί την αναβολή του μεταξύ τους αγώνα πριν τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ τον Μάιο του 1991 ενώ ένα άλλο σημείο τριβής ήταν ότι δεν έδωσε με μεταγραφή τον Ζινολά. Ο θρύλος λέει ότι ο Νταβίντ έψαχνε σε κάτι χωράφια να δείρει τον πρόεδρό του για κάτι χρωστούμενα αλλά, όπως είπαμε, εκείνος είχε γνωρίσει και χειρότερες περιπέτειες. Και τον περίμεναν και άλλα.

Μετά τον υποβιβασμό, θα κατηγορηθεί για δόλια χρεοκοπία και κατάχρηση. Θα μείνει πενήντα μία μέρες προφυλακισμένος και τελικά θα δικαστεί σε έναν χρόνο με αναστολή. Το μόνο αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ήταν κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί και τίτλος τιμής για έναν πρόεδρο ποδοσφαιρικής ομάδας: ξόδευε περισσότερα λεφτά από όσα διέθετε. Στο δικαστήριο, θα έρθει να τον υπερασπιστεί, ανάμεσα σε άλλους, ο Νταβίντ Ζινολά. Ο πρόεδρος σήμερα ζει στην Ισπανία κι ασχολείται με τη ζωγραφική. «Όταν ανέλαβα την Μπρεστ, ήξερα τι με περίμενε, ότι έπρεπε να είμαι έτοιμος να πάω ακόμη και φυλακή».

Πριν λίγα χρόνια, οι Ιγκουαΐν, πατέρας και γιος, γύρισαν στη Βρετάνη. Ο Γκονσάλο ουσιαστικά τη γνώριζε για πρώτη φορά: «Η Βρέστη δεν είναι η ομορφότερη πόλη του κόσμου, δεν είναι όμως και η πιο άσχημη. Είναι μια πόλη λαϊκή κι οι κάτοικοί της είναι καλοί άνθρωποι». Και αγαπούν παθολογικά την μπάλα. Ένας από αυτούς, ο συνθέτης και τραγουδιστής Κριστόφ Μιοσέκ, θα γράψει αυτό το τραγούδι, τρυφερή και πικρή ανάμνηση μιας μαγικής περιόδου: «Κι όμως, είχαμε τον Γκοϊκοετσέα, τον Γκιβάρς, τον Ζινολά, τον Λαμά […] και παρόλα αυτά βρήκαμε τρόπο να εκτροχιαστούμε».

Η Μπρεστ ανέβηκε ξανά φέτος μετά από εννιά χρόνια στη Λιγκ 1. Από τον Αύγουστο θα είναι μια ακόμη από αυτές τις, συνήθως μονοσύλλαβες, γαλλικές ομάδες που υποχρεώνουν τους φανατικούς του στοιχήματος να μελετήσουν γεωγραφία για να μην τις μπερδεύουν. Είναι όμως διαφορετική· μια ομάδα που έζησε στιγμές δόξας και περιπέτειας στη διάρκεια της μυθικής, έτσι κι αλλιώς, δεκαετίας του 1980. Όπως θα έλεγε κι ο Καπετάνιος Χάντοκ στον Τεν Τεν: «Μα τους χίλιες χιλιάδες κεραυνούς της Βρέστης, δεν είναι δυνατόν να έχουν συμβεί όλα αυτά!». Και όμως.

Το Τσερνόμπιλ και η χαμένη ευκαιρία της Πρυπιάτ

  [2 Σχόλια]

«Chernobyl», η μίνι σειρά-φαινόμενο, του HBO, που αν ασχολείσαι με τηλεοπτικές σειρές δεν είναι δυνατόν να μη την έχεις δει ή, στην χειρότερη των περιπτώσεων, να μην έχεις ακούσει, διαβάσει και ψάξει γι’ αυτή. Το καλό με αυτές τις, εξαιρετικές είναι η αλήθεια, παραγωγές, όταν μιλάμε για τηλεόραση ή κινηματογράφο, είναι αυτό που ακολουθεί όταν αυτές τελειώσουν. Με το κοινό να τις έχει ολοκληρώσει. Και δεν αναφέρομαι στις συζητήσεις μεταξύ των «φίλων» και των «εχθρών», και τις βαθμολογίες σε σελίδες όπως το Imdb, που μας δίνουν -ευτυχώς- το δικαίωμα της ψήφου αλλά και της κριτικής, αλλά για το γεγονός πως, όλοι μας, με πρώτα και καλύτερα σε όλο αυτό τα διαδικτυακά «μαγκαζίνο», αρχίζουμε να ξεψαχνίζουμε κάθε πιθανή, και απίθανη, ιστορία γύρω από το καθετί. Αυτό συμβαίνει εδώ και πολλές μέρες, εννοείται, και με αυτή τη σειρά, σε όλο το διαδίκτυο. Και τι δεν έχουμε διαβάσει γύρω από το φοβερό ατύχημα του Τσερνόμπιλ. Ιστορίες μοναδικές και ξεχασμένες (ή καλά κρυμμένες) που μικρότεροι, αν και είχαμε ακούσει αμυδρά γι’ αυτές, τις αφήσαμε σε μια γωνιά του μυαλού μας, μέχρι κάτι να τις επαναφέρει και πάλι στο επίκεντρο ώστε, αρκετοί από εμάς, να τις ψάξουμε, επιτέλους, σε βάθος.

Ο Πυρηνικός Σταθμός Παραγωγής Ενέργειας του Τσερνόμπιλ βρίσκεται στην εγκαταλελειμμένη πλέον κωμόπολη Πρυπιάτ, στην Ουκρανία. Η κωμόπολη ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 1970 και είχε ως σκοπό να εξελιχθεί σε μια τεχνολογικά προηγμένη πόλη. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε, και σύμφωνα με τους Σοβιετικούς, η παραγωγή της πυρηνικής ενέργειας ήταν ασφαλέστερη από αυτή του άνθρακα. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία εγκαταστάσεων στην περιοχή του Τσερνόμπιλ και φυσικά στο Πρυπιάτ. Εκεί βρέθηκαν περίπου στους 50.000 νέους κατοίκους, με μέση ηλικία τα 26 έτη, για να ζήσουν και να εργαστούν σε αυτές τις τόσο καινοτόμες, για τον κόσμο, εγκαταστάσεις. Το 1977 το εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ μπήκε σε πλήρη λειτουργία. Το 1986 συνέβη το γνωστό ατύχημα, όταν σε μια καθιερωμένη άσκηση δοκιμών, και μετά από ανθρώπινο λάθος, έγινε η έκρηξη στον αντιδραστήρα 4, έχοντας ως αποτέλεσμα, τις τραγικότερες των συνεπειών για πολλούς ανθρώπους της περιοχής και φυσικά το περιβάλλον, όχι μόνο στην εκεί περιοχή.

«Ναι βρε φίλε αλλά εδώ γράφουμε για ποδόσφαιρο» θα πείτε πολλοί και δίκιο θα έχετε. Ας περάσουμε λοιπόν σε αυτό το κομμάτι. Αν γράψετε την λέξη «Pripyat» στο Google, και αναζητήσετε φωτογραφίες, απ’ τις πρώτες που θα εμφανιστούν είναι του σταδίου Άβανχαρντ, χωρητικότητας 5.000 θέσεων. Για να το θέσω καλύτερα, του ερειπωμένου σταδίου, μιας και στο Πρυπιάτ δεν κατοικεί κανένας, απ’ το δυστύχημα και μετά. Οι μόνοι που συνεχίζουν τις επισκέψεις αναψυχής, στο μέρος, είναι διάφοροι instagram influencers (!) που ταξιδεύουν ως εκεί, για μια selfie (!) στα ερείπια, έχοντας ως απώτερο σκοπό τα likes (!). Εννοείται πως στα 70s, και στα 80s, στην περιοχή ανθούσε ο αθλητισμός, όπως φυσικά και σε ολόκληρη την Σοβιετική Ένωση, και υπήρχαν γήπεδα στίβου, γυμναστήρια, σκοπευτήρια, πισίνες και γήπεδα μπάσκετ, με το ποδόσφαιρο -εννοείται- να κερδίζει τη μερίδα του λέοντος από τους περισσότερους άντρες. Ήταν η περίοδος που κατασκευάστηκαν αρκετά γήπεδα στην περιοχή της Ουκρανίας, όπως και δημιουργήθηκαν πολλές ομάδες, αρκετές απ’ τις οποίες συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι και στις μέρες μας, έστω σε μικρές κατηγορίες της Ουκρανίας. Η ομάδα της περιοχής, η Στρόιτελ Πρυπιάτ, δημιουργήθηκε στα μέσα του 1970 και ξεκίνησε να αγωνίζεται στα μικρότερα γήπεδα της περιοχής μιας και το Άβανχαρντ δεν υπήρχε ακόμα. Το γήπεδο ολοκληρώθηκε λίγο πριν το δυστύχημα και, όπως είναι εύκολο να γίνει κατανοητό, η Στρόιτελ Πρυπιάτ δεν πρόλαβε ποτέ να αγωνιστεί σε αυτό. Όπως φυσικά και καμία άλλη ομάδα.

Ο βασικός υπεύθυνος για την ομάδα της πόλης ήταν ο παρασημοφορημένος με το μετάλλιο Λένιν για τις υπηρεσίες του στο Κομμουνιστικό Κόμμα, Βασίλι Κιζίμα Τροφίμοβιτς. O Τροφίμοβιτς έβλεπε τους εργάτες της περιοχής να δουλεύουν ασταμάτητα και αποφάσισε πως ο καλύτερος τρόπος για να ξεφεύγουν μετά τη δουλειά, και να μη το ρίχνουν στο ποτό, δεν ήταν άλλος απ’ το ποδόσφαιρο. Εκτός όμως των πρωταθλημάτων μεταξύ φίλων, αποφάσισε πως θα έπρεπε να υπάρχει και μια κανονική ομάδα, στην οποία, θα μπορούσαν να αγωνίζονται οι καλύτεροι ποδοσφαιριστές της περιοχής. Κάπως έτσι ξεχύθηκε με τους συνεργάτες του, σε όλες τις γύρω περιοχές, ψάχνοντας για καλούς ποδοσφαιριστές. Κάπως έτσι, η Στρόιτελ Πρυπιάτ έγινε και επίσημα ομάδα, φτάνοντας σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να κατακτήσει και το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα της Ουκρανίας. Ο ντόρος που δημιουργήθηκε γύρω απ’ την ομάδα έκανε ακόμα και τον σπουδαίο, πρώην αστέρα της Τσερνομόρετς, Ανατόλι Σέπελ, να αγωνιστεί για την Πρυπιάτ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, φτάνοντάς την ακόμα και μια ανάσα απ’ τις εθνικές κατηγορίες. Το 1985 και μετά από μια επική νίκη με 13-0 επί της Λοκομοτίβ Ζναμένκα αποφασίστηκε πως έπρεπε να αλλάξουν έδρα. Το Άβανχαρντ θα άνοιγε τις πόρτες του επισήμως την Πρωτομαγιά του ’86, στην γιορτή της μέρας του εργάτη, και όπως ήταν φυσικό, αυτό θα ήταν και το καλύτερο δώρο σε όλους τους εργάτες της περιοχής που λάτρευαν το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό.

Στις 26 Απριλίου του 1986, την ίδια μέρα με το πυρηνικό δυστύχημα, η Στρόιτελ Πρυπιάτ θα έπαιζε στον ημιτελικό του Κυπέλλου ερασιτεχνών. Όπως ήταν λογικό η αναμέτρηση ακυρώθηκε όπως και όλες οι αγωνιστικές δραστηριότητες της περιοχής. Οι παίκτες έμαθαν για την ακύρωση καθώς βρίσκονταν στο γήπεδο, για ζέσταμα, και έφυγαν από αυτό με ελικόπτερο. Το ελικόπτερο μάλιστα είχε προσγειωθεί στο κέντρο του γηπέδου και οι θεατές για μια στιγμή νόμισαν πως αυτό ήταν μέρος ενός πρωτόγνωρου θεάματος, γι’ αυτούς, από αυτά που μάθαιναν, και ίσως έβλεπαν, αν ήταν τυχεροί, «στα κλεφτά», για σπουδαία αθλητικά, και όχι μόνο, γεγονότα του Δυτικού πολιτισμού.

Οι σειρήνες και ο βίαιος τρόπος που οι στρατιώτες τους έριξαν στο ελικόπτερο, φορώντας ακόμα τις ιδρωμένες ποδοσφαιρικές τους στολές, τους έκανε να συνειδητοποιήσουν πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί. Δυστυχώς, είχαν δίκιο. Η περιοχή άδειασε σε μερικές ώρες. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν πρόλαβαν να φύγουν και άφησαν την τελευταία τους πνοή, παλεύοντας για ώρες, και μέρες, αρκετοί από αυτούς, με αφόρητους πόνους. Στους δρόμους τα πρόσωπα των ανθρώπων ήταν στα πρόθυρα του εφιάλτη. Πρόσωπα γεμάτα αμηχανία. Μια αμηχανία που έδωσε πολύ γρήγορα τη θέση της στην θλίψη και την αβεβαιότητα. Πρόσωπα γεμάτα φόβο, πόνο και αυτές τις «φανταστικές μυρωδιές» που περιέγραψε τόσο τέλεια ο Ρεμπώ στο ποίημα των φωνηέντων. To τοπίο έγινε θλιβερό σε διάστημα ολίγων ημερών και οι άνθρωποι της περιοχής έγιναν πολύ γρήγορα μέρος αυτού του άρρωστου τοπίου. Αυτού του νεκρού τοπίου που δεν θα έβρισκε ποτέ ξανά τη χαρά, το φως, τη ζωντάνια, το χαμόγελο, το δικαίωμα στο όνειρο. Την ίδια τη ζωή.

Η Στρόιτελ Πρυπιάτ επέστρεψε και πάλι το 1987, με άλλο όνομα και πολλούς νέους ποδοσφαιριστές, πριν διαλυθεί το 1988 με όλους τους παίκτες να φεύγουν, για άλλες ομάδες, και αρκετούς από αυτούς να αφήνουν τη χώρα, σιγά σιγά, τα επόμενα χρόνια. Μετά την πτώση του Κομμουνισμού, η ομάδα επέστρεψε ως Στρόιτελ Σλάβουτικ, το 1994, και συνεχίζει έτσι μέχρι και τις μέρες μας. Για τους κατοίκους της περιοχής, αλλά και ολόκληρης της Σοβιετικής Ένωσης της εποχής, θα είναι για πάντα εκείνη η εξαιρετική ομάδα που δεν κατάφερε ποτέ να κάνει το βήμα παραπάνω, και να ξεφύγει από τις ερασιτεχνικές κατηγορίες, σε μια περίοδο που έδειχνε ικανή και ώριμη για να το καταφέρει. Η ομάδα που δεν αγωνίστηκε ποτέ στο νέο και σύγχρονο γήπεδό της. Το γήπεδο που θα την ανέβαζε τουλάχιστον ένα επίπεδο από μόνο του και θα της έδινε την απαιτούμενη ώθηση ώστε να αρχίσει να κάνει όνειρα για μεγαλύτερες κατηγορίες, με την ανερχόμενη περιοχή, να βοηθάει υπερβολικά σε αυτό το εγχείρημα. Τα συντρίμμια του Άβανχαρντ, και το Τσερνόμπιλ, απ’ την άλλη, θα μας θυμίζουν για πάντα αυτή την τόσο θλιβερή ιστορία για την χώρα, την Ευρώπη αλλά και ολόκληρο τον κόσμο, σε μια περίοδο που τα πάντα άλλαξαν τόσο απότομα .

Ένα Φερ Πλέι που Παραλίγο να Στοιχίσει μια Κατηγορία

  [2 Σχόλια]

Βρισκόμαστε στις 2 Νοεμβρίου του 1969 στο Σαντιάγο Μπερναμπέου. Η παντοδύναμη τότε Ρεάλ Μαδρίτης αντιμετωπίζει την καταλανική Σαμπαδέλ. Είναι η εποχή της «Μαδρίδ γιε-γιε», λόγω της δημοφιλίας της ομάδας που έμοιαζε με εκείνη των Μπιτλς. Το ματς είναι άνευρο και έχει μείνει στο 0-0. Η Σαμπαδέλ αμύνεται μαζικά και προσπαθεί να βγει στις αντεπιθέσεις κυρίως με το αστέρι της, τον Περού Θαμπάγια.

Στο 56’ η Σαμπαδέλ είχε κερδίσει ένα φάουλ ακριβώς έξω απ την περιοχή. Ο Θαμπάγια το εκτελεί, η μπάλα χτυπάει στο τείχος, επιστρέφει στο Θαμπάγια που με όλους τους αντιπάλους ακινητοποιημένους μπαίνει στην περιοχή και τσιμπάει τη μπάλα προς το συμπαίκτη του, Παλάου. Ο αμυντικός της Ρεάλ Μαδρίτης Εσπίλδορα πάει να του κάνει τάκλιν, ενώ παράλληλα ο τερματοφύλακας, ο θηριώδης Χουνκέρας, κάνει έξοδο. Οι τρεις παίχτες συγκρούονται και μένουν αναίσθητοι στο χορτάρι του Μπερναμπέου, ενώ ο Θαμπάγια βρίσκεται με τη μπάλα στα πόδια του σε κενή εστία στα τρία μέτρα από τη γραμμή. Εκείνη τη στιγμή κοιτάει τους δύο αντιπάλους και τον συμπαίχτη του και αποφασίζει να πετάξει την μπάλα πλάγιο άουτ. Το Μπερναμπέου σηκώνεται όρθιο να τον χειροκροτήσει, ενώ αυτός έχει πάει πάνω από τους τρεις τραυματίες και ζητάει να μπει το φορείο. Ο Παλάου σηκώνεται αλλά οι Εσπίλδορα και Χουνκέρας φεύγουν με φορείο. Στη θέση τους μπαίνουν Μπετανκόρτ και Θουθουνέγκι ενώ όλη αυτή η ιστορία διαρκεί ένα πεντάλεπτο στο οποίο το γήπεδο δεν έχει σταματήσει να χειροκροτεί το Θαμπάγια. Μετά το πεντάλεπτο στάντινγκ οβέισον, κάθε φορά που ακούμπαγε την μπάλα στο υπόλοιπο ματς ο Θαμπάγια χειροκροτούνταν από το κοινό του Μπερναμπέου. Πράγμα που πριν το ματς φάνταζε αδύνατο.

Ο Περού Θαμπάγια καταγόταν από την Καντάμπρια, από ένα χωριό που λέγεται Κάστρο Ουρδιάλες. Ξεκίνησε να παίζει στην τοπική ομάδα από πολύ μικρός και στα 18 του τον εντόπισε η Ράσιγκ Σαντανδέρ, καθώς ήταν ένας εξτρέμ γρήγορος με ντρίπλα και καλό μακρινό σουτ. Εκεί αγωνίστηκε ως το 1961 οπότε και πήρε μεταγραφή για την Μπαρσελόνα. Ήταν στην εξάδα των παιχτών που ήρθαν στο Καμπ Νόου για να ανανεώσουν τη γερασμένη ομάδα του Ελένιο Ερέρα, μαζί με τους Σαδουρνί, Ελάδιο, Περέδα, Φουστέ, Ριφέ και Θαλδούα.

Στην Μπάρσα έπαιξε 6 σεζόν και είχε 209 εμφανίσεις και 56 γκολ. Η Μπαρσελόνα τότε βρισκόταν στη σκιά της Ρεάλ Μαδρίτης και κέρδισε μόλις ένα κύπελλο αυτά τα έξι χρόνια. Κλήθηκε αρκετές φορές στην εθνική, αλλά καθώς έπαιζε στην ίδια θέση με τον τεράστιο Χέντο και μετά ακολουθούσε στην επετηρίδα ο Λαπέρτα, έπαιξε μόλις δύο παιχνίδια. Κατάφερε όμως να σκοράρει δύο γκολ στο Γιούρο του 1964 κόντρα στην Ιρλανδία, σ’ένα Γιούρο που τελικά κατέκτησε η Ισπανία.

Το 1967 αποχώρησε από την Μπαρσελόνα και πήρε μεταγραφή στη Σαμπαδέλ, αφού δεν ήθελε να αφήσει την Καταλωνία. Τη σεζόν 1969-1970, ήταν πια 32, που για εκείνη την εποχή ήταν υπερβολικά μεγάλος, ειδικά για εξτρέμ. Η Σαμπαδέλ αγωνιζόταν για τη σωτηρία της. Το ματς με τη Ρεάλ Μαδρίτης στο Μπερναμπέου, όπου έκανε εκείνο το φερ πλέι, τελικά η Σαμπαδέλ το έχασε με ένα γκολ του Πίρι στο 89ο λεπτό. Μετά το ματς σε δηλώσεις του απάντησε για τη φάση «Αυτό είναι ποδόσφαιρο, δεν είναι πόλεμος». Ο δημοσιογράφος της ‘Μάρκα’ τον ρώτησε πώς νιώθει ως πρώην παίχτης της Μπαρσελόνα που έλαβε το πιο δυνατό χειροκρότημα που έχει πάρει αντίπαλος στο Μπερναμπέου. Ο Θαμπάγια, ντροπαλός καθώς ήταν, χαμογέλασε και αποχώρησε.

Εδώ με την εθνική στο ματς κόντρα στην Ιρλανδία για το Γιούρο του 1964.

Εκείνο το γκολ στο τέλος της χρονιάς παραλίγο να κοστίσει την κατηγορία στη Σαμπαδέλ, η οποία τερμάτισε μετά από ένα τραγικό δεύτερο γύρο, τρίτη από το τέλος. Έπεφταν τρεις τότε και την έσωσε η διαφορά γκολ με την ισόβαθμη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια. Η Σαμπαδέλ είχε για ένα γκολ καλύτερη διαφορά από την Ντέπορ. Ο Θαμπάγια αποχώρησε στο τέλος αυτής της σεζόν από τη Σαμπαδέλ, πηγαίνοντας στην Οβιέδο, επιστρέφοντας έτσι στη γενέτηρά του, την Καντάμπρια.

Εκείνο το καλοκαίρι όμως, η Ουνέσκο τον κάλεσε στο Παρίσι για να του παραδώσει το διεθνές βραβείο φερ πλέι για την κίνησή του στο Μπερναμπέου. Τα έξοδα του ταξιδιού τα πλήρωσε η Ρεάλ Μαδρίτης, ενώ ο ίδιος ο Θαμπάγια είπε μετά ότι η παραλαβή αυτού του βραβείου ήταν η πιο άβολη στιγμή της ζωής του. Ο Θαμπάγια μπορεί να μη μνημονεύεται ως παίχτης στην ιστορία του ισπανικού ποδοσφαίρου, όμως εκείνο το φερ πλέι ήταν τόσο σπουδαίο που η Ισπανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου έχει ονομάζει το δικό της ετήσιο βραβείο Φερ Πλέι «Βραβείο Περού Θαμπάγια», προς τιμήν του. Και προς τιμήν μιας ενέργειας που παραλίγο να στοιχίσει μια κατηγορία.

Το θέατρο του παραλόγου και η πλήρης απαξίωση

  [17 Σχόλια]

Θα ξεκινήσω γράφοντας μερικά πράγματα για μένα που έχουν όμως σχέση με το θέμα που θα διαβάσετε παρακάτω. Δεν υπήρξα ποτέ φανατικός της εθνικής ποδοσφαίρου, κάτι που, εννοείται, συνεχίζεται και στις μέρες μας. Ήμουν απ’ αυτούς που δεν είχαν βγει στους δρόμους, φορώντας τσαρούχια και φουστανέλα, ακόμα και όταν η ομάδα του Όττο Ρεχάγκελ είχε κατακτήσει, στα γήπεδα της Πορτογαλίας, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, υπογράφοντας παράλληλα ένα απ’ τα μεγαλύτερα «θαύματα» που έχει γνωρίσει ο παγκόσμιος αθλητισμός. Αυτό ήταν όντως θαύμα. Δεν ξέρω ποιος Θεός, και ποια θρησκεία, το προκάλεσε αλλά θα παραδεχθώ πως ήταν τέτοιο. Εννοείται πως είχα χαρεί πολύ για την ομάδα μας και εννοείται πως προσπαθώ να βλέπω τα παιχνίδια της, τα περισσότερα τουλάχιστον, κάτι που έκανα πολλά χρόνια πριν το 2004. Απ’ την άλλη, και μετά το ντέρμπι του Γεώργιος Καραϊσκάκης, το ’11, δεν ξαναείδα ποτέ ελληνικό πρωτάθλημα. Ούτε μισό παιχνίδι. Δεν ασχολήθηκα ποτέ ξανά, κάτι που πλέον μου στερεί το δικαίωμα να έχω άποψη για τους διεθνείς που προέρχονται από το εγχώριο πρωτάθλημα. Ο λόγος δεν ήταν τα αίσχη που είχαν γίνει εντός του αγωνιστικού χώρου, συνηθισμένοι είμαστε σε αυτή τη χώρα από τέτοια εντός και εκτός αθλητισμού, αλλά όλα αυτά που ακολούθησαν μετά το τελικό σφύριγμα. Μετά από αυτά τα ολίγα, όσοι θέλετε, μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση.

Την Τρίτη κάθισα και εγώ, όπως χιλιάδες άνθρωποι, να «απολαύσω» το παιχνίδι της Ελλάδας με την Αρμενία για τα προκριματικά του Γιούρο του ’20. Επειδή ήμουν 50-50 στο να το δω ή να μη το δω, καλοκαίρι μπήκε – ζέστη έχει, μέχρι τις 9 το βράδυ, που τελικά πήρα την απόφαση να το κάνω – έχοντας όμως το κινητό μου τηλέφωνο ανά χείρας. Κάτι που δεν το κάνω ποτέ, ποτέ όμως, όταν βλέπω κάτι που με ενδιαφέρει πραγματικά. Ταινία, αγώνα, netflix ή μια εκπομπή. Πολύ σωστά καταλάβατε. Το παιχνίδι δεν με ενδιέφερε πραγματικά. Σουλατσάροντας στα σόσιαλ μίντια κατά την ώρα που οι παίκτες των δύο ομάδων ταλαιπωρούσαν αυτή τη ριμάδα τη μπάλα (που αν είχε πόδια θα είχε σηκωθεί να φύγει), αυτό που κατάλαβα ήταν πως το παιχνίδι δεν ενδιέφερε κανέναν πραγματικά. Στα σόσιαλ είχε στηθεί πραγματικό πανηγύρι. Από τον πιο γνωστό, αθλητικό δημοσιογράφο, μπλόγκερ και χομπίστα, μέχρι τον πιο «ασήμαντο» φίλο του αθλήματος που δεν τη «μυρίζει» και ιδιαίτερα. Τρολάρισμα να φάνε και οι κότες, που έλεγε και η γιαγιά μου στο χωριό.

Άλλος ανέβαζε φωτογραφία του τραγουδιστή Γιάννη Κότσιρα επειδή το δεξί μπακ της ομάδας μας είχε το ίδιο όνομα με τον έντεχνο τροβαδούρο της καρδιάς μας. Άλλος ανέβαζε φωτογραφίες με τους System of a Down, λόγω της καταγωγής τους, γράφοντας πως μόνο αυτοί δεν μας έχουν βάλει γκολ ακόμα. Η φίλη μου η Βάσω έγραψε το πιο αστείο tweet που διάβασα για τον αγώνα, και την ευχαριστώ γι’ αυτό. Βάσω ήταν όντως καλό. Σε γενικές γραμμές, οι περισσότεροι, κάναμε, ή προσπαθούσαμε να κάνουμε μιας και δεν είναι εύκολο όλο αυτό, χιούμορ, μπας και ξεχαστούμε απ’ το «υπερθέαμα» που τόσο απλόχερα μας χάριζε η εθνική και που με τόσο βίτσιο παρακολουθούσαμε. Όλοι μπορούσαμε να κλείσουμε την τηλεόραση ή να αλλάξουμε κανάλι. Δεν το κάναμε. Εγώ βέβαια το πήγα ένα βήμα παραπέρα μιας και είδα και το post game show, μετά το τελευταίο σφύριγμα, ένα σφύριγμα, που έδωσε στους Αρμένιους τη νίκη, δικαίως, με 2-3.

Αυτό που ακολούθησε μπροστά στις κάμερες (προσωπικά έβλεπα τον αγώνα και το ρεπορτάζ στην Cosmote και γι’ αυτή θα μιλήσω) ήταν ισάξιο με το πιο trash reality των αρχών του 2000. Αν σκέφτεσαι τον Τσάκα είσαι σε καλό δρόμο. Ο αρχηγός της ομάδας, Σωκράτης Παπασταθόπουλος, ανέλαβε την ευθύνη. «Αν κάποιοι θεωρούν πως ο Σωκράτης, και ο κάθε Σωκράτης, είναι το πρόβλημα να μου το πουν και εγώ θα αναλάβω τις ευθύνες μου. Αυτή η κατάσταση δεν γίνεται να συνεχιστεί». Η βελόνα είχε κολλήσει και η λούπα ήταν ένοχα απολαυστική λες και ακούγαμε τον πρώτο δίσκο του Ice Cube. «Ναι καταλάβαμε» έλεγαν οι δημοσιογράφοι «ποτέ δεν κρύφτηκες πίσω από το δάχτυλο σου» ενώ ο παίκτης ουσιαστικά κρυβόταν πίσω από το δάχτυλό του. Κανένας δεν ξεστόμιζε αυτό που εννοούσε ο Σωκράτης και όλοι, μπροστά στις οθόνες μας, το είχαμε καταλάβει χωρίς να έχουμε την εξυπνάδα πυρηνικού φυσικού. Το νόημα ήταν τόσο απλό: «Ο Άγγελος Αναστασιάδης πρέπει να φύγει. Ή θα φύγει αυτός ή θα φύγω εγώ και μερικοί άλλοι παίκτες».

Μετά από λίγο ο εκλέκτορας της εθνικής, και αφού έχει ενημερωθεί για τις δηλώσεις του αρχηγού της ομάδας, βγαίνει σε παράθυρο να δώσει απαντήσεις. Ζωντανά στον αέρα, στη μία το βράδυ. «Η ομάδα δεν έχει πρόβλημα, πιστεύω πως μπορούμε να προκριθούμε ακόμα. Ο κύριος Παπασταθόπουλος, και όποιος άλλος νιώθει ηττημένος, μπορεί να μας το πει και να μείνει σπίτι του». Άλλωστε για το μαύρο χάλι της ομάδας, σύμφωνα με τον Αναστασιάδη, δεν ευθύνεται κανένας παίκτης, κανένας προπονητής και κανένας παράγοντας, αλλά «Εκείνος» που τον κόσμο τόσο τέλεια έπλασε και άλλη δουλειά δεν έχει απ’ το να παρακολουθεί τα Σαββατοκύριακα Σούπερ Λίγκα και όλα τα παιχνίδια της Εθνικής. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκα πως όλο αυτό θα μπορούσε να ολοκληρωθεί και να δέσει τέλεια μόνο αν σε ένα άλλο παράθυρο εμφανιζόταν ο Γεωργίου μαζί με τον Χατζηστεφάνου. Με τον δεύτερο φυσικά να ωρύεται για λευτεριά στην Τσετσενία, αναλύοντας τα συστήματα του Μάκη του Κατσαβάκη. Ευτυχώς το «Θέατρο του Παραλόγου» ολοκληρώθηκε μόνο με τον Άγγελο Μπασινά, να τα βλέπει όλα υπέροχα, και τον Σωτήρη Κωσταβάρα, προς τιμήν του, να λέει, επιτέλους, πως ο Σωκράτης, ουσιαστικά, μίλησε για απομάκρυνση του Αναστασιάδη από τον πάγκο (και απ’ το ποδόσφαιρο θα συμπληρώσω εγώ). 40 ολόκληρα λεπτά, και αυτό δεν το είχε ξεστομίσει κανένας άλλος. Κάπου εκεί έκλεισα την τηλεόραση και έπεσα για ύπνο. Βαθύ ύπνο. Όπως αυτός που βρίσκεται εδώ και χρόνια το ελληνικό ποδόσφαιρο και ο ελληνικός αθλητισμός σε όλα του, δυστυχώς, τα επίπεδα.

Αυτά που έγραψα πιο πάνω είναι γνωστά στους περισσότερους και το βαθύτερο και ουσιαστικό νόημα δεν είναι πως ο Αναστασιάδης είναι ένας μέτριος προπονητής, ξεπερασμένος ακόμα κι απ’ το άθλημα των 80s, ούτε πως η εθνική δεν έχει το ταλέντο περασμένων δεκαετιών και τις προσωπικότητες για να ηγηθούν βοηθώντας και τους νέους που έρχονται. Κατά την, ταπεινή μου, γνώμη τέτοια προσωπικότητα δεν είναι ούτε ο Σωκράτης, ούτε ο Μανωλάς, ούτε ο Φορτούνης. Όσο και αν είναι εξαιρετικοί ποδοσφαιριστές. Που είναι. Η ουσία είναι πως έχουμε περάσει, χωρίς να το έχουμε καταλάβει μάλιστα, σε μια εποχή πλήρης απαξίωσης. Όπως εκείνη λίγο πριν αναλάβει την ομάδα ο Ρεχάγκελ. Τότε που οι αγώνες της εθνικής δεν αποτελούσαν κάτι τόσο σημαντικό, αφού: «Έλα μωρέ θα χάσουμε, δεν έχουμε καλή ομάδα». Τότε που δεν πηγαίναμε ποτέ σε μεγάλα τουρνουά. Τότε που όλοι είχαν άποψη αλλά κανένας πραγματική και ουσιαστική γνώση. Τότε που για μια δήλωση ή μια ηλίθια συμπεριφορά μπορούσες να μην κληθείς ξανά ακόμα και αν διέθετες σπουδαίο ταλέντο. Τότε που κανένας δεν πήγαινε στο γήπεδο. Τότε που κανένας δεν «έσκαγε» όταν χάναμε, και οι μισοί δεν μάθαιναν ούτε ποιοι είχαν σκοράρει όταν κερδίζαμε. Τότε που «Άντε να μαζευτούμε να παίξουμε, να χάσουμε, να γυρίσουμε στις ομάδες μας γιατί έχουμε και Τσάμπιονς Λιγκ την Τετάρτη». Ναι, τότε είχαμε κι απ’ αυτό. Τότε που όπως λέγαμε οι περισσότεροι «Δεν έχουμε ποδόσφαιρο». Δυστυχώς εδώ και πολλά χρόνια αυτό συμβαίνει και πάλι. Δεν έχουμε ποδόσφαιρο. Το χειρότερο βέβαια είναι πως δεν βλέπω πουθενά κάποιο φως ώστε να βγούμε από αυτό το σκοτάδι και να χαρούμε και πάλι, έστω και λίγο, με το δικό μας ποδόσφαιρο και την δικιά μας εθνική.

Αν πάρεις την μπάλα, έχεις δίκιο

  [3 Σχόλια]

Στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων δεν είναι λίγες οι απίστευτες διαιτητικές αποφάσεις που έγραψαν ιστορία και άφησαν εποχή. Είτε με πολλά σύννεφα από πάνω τους και πολλές θεωρίες, είτε λόγω ανικανότητας των διαιτητών. Μία από αυτές έγινε σε ένα από τα πιο… πολύχρωμα Μουντιάλ όλων των εποχών και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, γεμάτα ιστορίες. Αυτό που έγινε στο Μεξικό το 1970. Οι γηπεδούχοι ξεκίνησαν τους αγώνες του ομίλου τους μπροστά σε 107 χιλιάδες θεατές στο Αζτέκα απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, αλλά δεν κατάφεραν να πάρουν τη νίκη. Το 0-0 γέμισε με άγχος τους παίκτες και τους οπαδούς της ομάδας.

Στις 7 Ιουνίου όμως, ο αντίπαλος δεν ήταν τόσο καλός. Ήταν το αδύναμο Ελ Σαλβαδόρ που την πρώτη αγωνιστική είχε χάσει εύκολα με 3-0 από το Βέλγιο. Έτσι, στις 12 το μεσημέρι, ο διαιτητής Αλί Καντίλ από την Αίγυπτο σφύριξε την έναρξη του αγώνα μπροστά σε ένα κοινό που κόχλαζε. Το παιχνίδι δεν αποδείχθηκε όμως καθόλου εύκολο. Το Ελ Σαλβαδόρ τα έδινε όλα για να διεκδικήσει τις πιθανότητές του, κάνοντας μάλιστα και κάποιες φάσεις. Το Μεξικό πίεζε, είχε τις ευκαιρίες του, αλλά η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά και χωρίς να ανοίγει το σκορ.

Η διαβόητη φάση περίπου στο 4.50 του βίντεο (δυστυχώς ο ήχος είναι αποσυγχρονισμένος)

Όλα αυτά μέχρι το 45′. Εκεί που σε μια αδιάφορη φάση στο κέντρο ο διαιτητής Αλί Καντίλ έδωσε ένα φάουλ υπέρ του Ελ Σαλβαδόρ. Οι τυπικά (και ουσιαστικά) φιλοξενούμενοι έκαναν λίγο τους χαζούς για να περάσει η ώρα και να λήξει το ημίχρονο, αφήνοντας την μπάλα να πάει έξω. Κι ενώ οι παίκτες του Μεξικού επέστρεφαν στην άμυνά τους, ο Μάριο Πέρες είχε τη φαεινή ιδέα να πάρει την μπάλα τη στιγμή που οι συμπαίκτες του με κινήσεις του έλεγαν να γυρίσει πίσω. Ο Πέρες όμως δεν την πήρε για να τη δώσει πίσω. Την πήρε και την έστησε κανονικά μπροστά στον έκπληκτο διαιτητή που έδειχνε προς την αντίθετη πλευρά.

Το Μεξικό εκτέλεσε το φάουλ σαν να ήταν δικό του, βγήκε στην αντεπίθεση σαν να μην συνέβαινε τίποτα, πάτησε περιοχή και με τον Χαβιέρ Βαλβίδια σκόραρε ένα γκολ που πανηγύρισε έξαλλα. Ο Αιγύπτιος σαν θεατής και όχι σαν άρχοντας του αγώνα έδειξε σέντρα κι οι έξαλλοι παίκτες του Ελ Σαλβαδόρ έπεσαν πάνω του για να ακυρώσει το γκολ. Αυτό φυσικά δεν έγινε ποτέ. Οι παίκτες του Ελ Σαλβαδόρ ως ένδειξη διαμαρτυρίας αρνήθηκαν να κάνουν σέντρα αρχικά και στη συνέχεια έστειλαν την μπάλα στις εξέδρες. Το ημίχρονο έληξε με αυτό το 1-0.

Από εκεί και πέρα ο αγώνας δεν ήταν ανταγωνιστικός. Το Μεξικό γρήγορα έκανε το 2-0, πάλι με τον Βαλδίβια και με άλλα δύο γκολ έγραψε το τελικό 4-0, αποκλείοντας παράλληλα το Ελ Σαλβαδόρ που έχασε κάθε πιθανότητα να διεκδικήσει κάτι καλύτερο χάρη στην απόφαση του ρέφερει. Στο τελευταίο ματς του ομίλου η ΕΣΣΔ το νίκησε με 2-0 κι έτσι η ομάδα αποχώρησε από το Μουντιάλ με 0 βαθμούς και 0-9 γκολ (και πάλι καλύτερα από τη δική μας παρουσία το 1994). Αντίθετα, το Μεξικό επικράτησε με 1-0 επί του Βελγίου την τελευταία αγωνιστική και ισοβάθμησε με τους Σοβιετικούς στην 1η θέση. Οι δυο ομάδες είχαν ακριβώς την ίδια διαφορά γκολ και μια που δεν υπήρχε άλλο κριτήριο, η πρωτιά κρίθηκε στην κλήρωση. Εκεί, ίσως ως θεία δίκη, η ΕΣΣΔ ευνοήθηκε και πέρασε ως 1η. Το Μεξικό βρέθηκε απέναντι στην Ιταλία και έφαγε 4 γκολ αποχαιρετώντας τη διοργάνωση. Ο Αιγύπτιος διαιτητής δεν είχε ξανά άλλη τέτοια επιτυχία στην καριέρα του.

Τι συνέβη με τον Εμιλιάνο Γκουρουσέτα;

  [2 Σχόλια]

O Γκουρουσέτα σε παιχνίδι της Βαλένθια με τη Μπέτις

Η πανάκριβη BMW έχασε τον έλεγχο, έχοντας στις ρόδες της υπερβολική ταχύτητα, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ την Παμπλόνα. Μερικά λεπτά πριν φτάσει στον τελικό της προορισμό. Ο δρόμος ήταν εξωπραγματικά γλιστερός και η καταρρακτώδης βροχή που έπεφτε απ’ το προηγούμενο βράδυ έκανε την οδήγηση υπερβολικά δύσκολη ακόμα και για τον πιο έμπειρο οδηγό αγώνων. Πόσο μάλλον για κάποιον που ούτε επαγγελματίας οδηγός ήταν και -όπως παραδέχτηκαν φίλοι και συγγενείς- ήταν και ένας μέτριος, στα όρια του κακού πολλές φορές, οδηγός. Ασχέτως αν η αγάπη του για τις πανάκριβες BMW, και την υπερβολική ταχύτητα, ήταν αντιστρόφως ανάλογη με τις ικανότητές του πίσω απ’ το τιμόνι. Το όνομά του ήταν Εμιλιάνο Γκουρουσέτα. Το βασικό του επάγγελμα, διαιτητής αγώνων ποδοσφαίρου στις μεγάλες κατηγορίες της Ισπανίας. Άλλωστε στην Παμπλόνα ο Γκουρουσέτα πήγαινε για να διευθύνει ακόμα μία ποδοσφαιρική αναμέτρηση για το πρωτάθλημα του 1987. Στους τραπεζικούς του λογαριασμούς βρέθηκαν μεγάλα ποσά που δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν απ’ τον μισθό του διαιτητή, σε μια εποχή που αυτοί δεν κέρδιζαν υπερβολικά χρήματα, αλλά ούτε και απ’ την μικρή επιχείρηση πώλησης αθλητικών ειδών που είχε στο όνομά του στη νότια Ισπανία. Ο Βάσκος διαιτητής δεν είχε καθόλου καλό όνομα σε μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού της Λα Λίγκα και οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ της εποχής είχαν μόλις ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου μην αφήνοντας τίποτα στην αφάνεια, τόσο για τον ίδιο, όσο και για κάθε εμπλεκόμενο.

Αυτό που αναδύθηκε αμέσως στην επιφάνεια των κακόβουλων φυλλάδων, αυτών που κυκλοφορούν έχοντας ως κύριο μέλημα τον κιτρινισμό, λες και διαβάζεις οπαδικό ελληνικό σάιτ της δικής μας χώρας, ήταν μια μακρινή ιστορία απ’ το κύπελλο Ισπανίας του 1970, με τα ονόματα της Ρεάλ Μαδρίτης και της Μπαρσελόνα να δεσπόζουν με μεγάλα γράμματα στη λεζάντα. Όχι απαραιτήτως και οι δύο για κακό λόγο. Ήταν άλλωστε ακόμα η εποχή του «Μαδρίτη κακή – Βαρκελώνη καλή» όπως έγραψε μοναδικά στο βιβλίο του «Φόβος και Παράνοια στη Λα Λίγκα» o Σιντ Λόου. Στον προημιτελικό του κυπέλλου εκείνης της σεζόν οι δύο σπουδαίες ομάδες, χωρίς να βρίσκονται σε καλή αγωνιστική κατάσταση, κάτι που φανερώνει φυσικά και το γεγονός πως ήταν η πρώτη φορά μετά το 1951 που καμία εκ των δύο δεν είχε τερματίσει στην πρώτη τριάδα του βαθμολογικού πίνακα, βρέθηκαν στον προημιτελικό, εκεί που θα έλυναν τις μεγάλες -και άλυτες εδώ και δεκάδες χρόνια- διαφορές τους, σε διπλούς αγώνες. Η Ρεάλ είχε επικρατήσει της Μπαρσελόνα με 2-0 στο Μπερναμπέου, και ήταν πολλοί αυτοί που θεωρούσαν πως η ρεβάνς του Καμπ Νου θα ήταν απλά μια τυπική διαδικασία για την πρόκριση. Αυτό που δεν λογάριαζε κανείς ήταν το όνομα του Γκουρουσέτα ως ο «Άρχων της αναμέτρησης» στην πρώτη του -ουσιαστικά- μεγάλη παράσταση ως διαιτητής.

Η Μπαρσελόνα ήταν απολαυστική στο πρώτο ημίχρονο και βρέθηκε να προηγείται με 1-0 χάρις στο τέρμα του Κάρλος Ρέσακ. Οι παίκτες της Ρεάλ ήταν ασύνδετοι, και κουρασμένοι, και το δεύτερο γκολ των Καταλανών έδειχνε να είναι θέμα χρόνου. Όσοι παρακολουθούσαν την αναμέτρηση, απλά περίμεναν να δουν την μπάλα να καταλήγει για δεύτερη φορά στα δίχτυα της Ρεάλ και μετά να ακολουθεί η κατάρρευσή της. Όλοι φυσικά υπολόγιζαν δίχως τον νεαρό διαιτητή της αναμέτρησης. Ο παίκτης της Ρεάλ, Μανουέλ Βελάσκες, θα κάνει μια όμορφη ντρίμπλα, εκτός της περιοχής της Μπάρσα, και εκεί που θα αρχίσει να χάνει την μπάλα, θα κάνει μια Ολυμπιακών προδιαγραφών βουτιά που θα έκανε ακόμα και τον σπουδαίο Γιώργο Σκαλέρη να νιώσει λίγος και ταπεινός. Ο Γκουρουσέτα δεν θα το σκεφτεί καθόλου και θα δείξει πέναλτι σε μια φάση που δεν υπήρξε καν ανατροπή, και αυτή η ανατροπή, αν έγινε, που δεν έγινε, ήταν εκτός της περιοχής. Το 1-1 έδωσε ουσιαστικά την πρόκριση στους Μαδριλένους και ώθησε τους Καταλανούς, με μπροστάρη τον Ρέσακ, να αποχωρήσουν απ’ το γήπεδο αηδιασμένοι, με τους οπαδούς να προσπαθούν να εισβάλουν στον αγωνιστικό χώρο για να λιντσάρουν τον διαιτητή. Μερικοί μάλιστα το κατάφεραν και κυνήγησαν για αρκετά μέτρα τον Γκουρουσέτα αλλά και τους βοηθούς του. Η ψύχραιμη αντίδραση του Άγγλου προπονητή της Μπάρσα, Βικ Μπάκινγχαμ, έστειλε τους παίκτες και πάλι στο γήπεδο, τους οπαδούς και πάλι στην κερκίδα, και ουσιαστικά βοήθησε ώστε να τελειώσει ομαλά η αναμέτρηση. Η Μπάρσα ήταν γι’ ακόμα μια φορά αδικημένη.

Η Ισπανική ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τιμώρησε με 6 αγωνιστικές τον Γκουρουσέτα, όχι όμως για την κακή του απόδοση στην αναμέτρηση αλλά επειδή «έχασε» τον έλεγχο του αγώνα και είδε τους παίκτες της Μπάρσα να αποχωρούν απ’ το γήπεδο, υποβαθμίζοντας το ίδιο το άθλημα. Λίγες μέρες μετά την αναμέτρηση, ο Γκουρουσέτα οδηγούσε καμαρωτός μια καινούργια, και πανάκριβη, BMW στους δρόμους του Μπιλμπάο. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκε από χείλη ποδοσφαιρόφιλων της χώρας πως ο νεαρός διαιτητής είχε πάρει χρήματα από τη διοίκηση της Ρεάλ, ώστε να «στήσει» την αναμέτρηση του Καμπ Νου. Το εν λόγω γεγονός δεν έφτασε ποτέ σε κάποια δικαστική αίθουσα, αλλά η πορεία του Βάσκου διαιτητή, μέχρι και το τέλος του, στους δρόμους της Παμπλόνα, δικαίωνε πολλούς σε συζητήσεις ωστόσο «καφενειακού» επιπέδου. Ο Γκουρουσέτα βέβαια συνέχισε να αλλάζει τις BMW σαν τα πουκάμισα, κυκλοφορώντας πάντα ντυμένος στην πένα. Απ’ την άλλη, οι εχθροί του πολλαπλασιάζονταν κάθε αγωνιστική που τον έβλεπαν να σφυρίζει σε κάποιο γήπεδο. Ο Βάσκος ήταν πλέον το κόκκινο πανί για μεγάλη μερίδα των φιλάθλων της χώρας.

Οι επικριτές ένιωσαν δικαιωμένοι (όσοι τουλάχιστον δεν τον είχαν ξεχάσει) στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και λίγο πριν σκάσει σαν βόμβα η «Υπόθεση Μπόσμαν». Ένας Βέλγος μάνατζερ, μιλώντας στην τηλεόραση σε μια εκπομπή με θέμα την διαφθορά στο ποδόσφαιρο, παραδέχτηκε πως το 1984 ο πρόεδρος της Άντερλεχτ, Κόνσταντ Βαν ντεν Στοκ, είχε δωροδοκήσει τον Γκουρουσέτα (που ήταν πλέον διεθνής διαιτητής), για τον δεύτερο αγώνα της ομάδας του κόντρα στην Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλαφ, για τον ημιτελικό του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Η σφαγιαστική διαιτησία του Γκουρουσέτα, βοήθησε τους Βέλγους να κερδίσουν με 3-0, ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου αγώνα. Το ποσό που είχε πάρει ο Βάσκος διαιτητής κάτω απ’ το τραπέζι, σύμφωνα με τον Βέλγο μάνατζερ, είχε αγγίξει, σε σημερινά χρήματα, τις 25.000 ευρώ. Το χειρότερο βέβαια ήταν πως τον είχε οδηγήσει ακόμα και σε απειλές για τη ζωή του, από τους διαμεσολαβητές που είχαν βοηθήσει ώστε να στηθεί το όλο εγχείρημα. Αν φυσικά δεν κρατούσε κλειστό το στόμα του. Η ΟΥΕΦΑ τελικά τιμώρησε την Άντερλεχτ με διετή αποκλεισμό από τις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Ο Γκουρουσέτα είχε αρχίσει να χάνει το χαμόγελό του και να νιώθει για πρώτη φορά πραγματικό φόβο.

Στο βιβλίο του Άγγλου συγγραφέα, Φιλ Μπολ «Morbο: Η ιστορία του Ισπανικού Ποδοσφαίρου» που κυκλοφόρησε το 2003, υπάρχει μια ιστορία για το θέμα, που, ίσως, ξεδιαλύνει αρκετά ένα μέρος αυτού του σίριαλ. Ίσως και όχι. Ο Μπολ περιγράφει εκείνη τη φορά που βρισκόμενος σε κάποιο σαλόνι ξενοδοχείου, και ενώ παρακολουθούσε ποδόσφαιρο, είδε κοντά του τον ένα εκ των βοηθών του Γκουρουσέτα, από το παιχνίδι του 1970. Ας δούμε τι γράφει ο ίδιος: «Τον ρώτησα για το παιχνίδι και μου απάντησε πως απλά κράτησε την σημαία του κάτω. Ήταν φανερά μεθυσμένος και ίσως ταλαιπωρημένος. Του ζήτησα ευγενικά να τον κεράσω ένα ποτό και να μιλήσουμε για τον Γκουρουσέτα και για εκείνο το περίεργο παιχνίδι. Δεν δέχθηκε αμέσως και -σχεδόν- με έβρισε. Μου έχουν προσφέρει ένα σωρό χρήματα για να μιλήσω και θες να το κάνω εδώ σε εσένα; Σχεδόν γέλασε ειρωνικά. Ο Εμίλιο ήταν φίλος μου. Δεν είναι σωστό να μιλάμε για κανένα νεκρό. Δεν ήξερα για καμία BMW, ούτε γι’ ακριβά ρούχα και χρήματα».

Προσπάθησε να φύγει και πάλι. Ο Μπολ σχεδόν τον ικέτευσε να μείνει. Για λίγο ακόμα. Ο βοηθός του Γκουρουσέτα συνέχισε: «Βγάλε τα δικά σου συμπεράσματα. Εγώ δεν αγόρασα ποτέ ακριβό αυτοκίνητο και για να ξέρεις… τον έπιασαν. Τον έπιασαν. Τι εννοούσε δεν το κατάλαβα ποτέ. Ούτε με άφησε ποτέ να του ξαναμιλήσω. Ποιοι τον έπιασαν; Μήπως κάποιοι τον έβγαλαν κιόλας απ’ τη μέση; Έλεγξε κάποιος τα φρένα της BMW εκείνο το βράδυ; Κανένας δεν το είχε κάνει. Κανένας δεν νοιάστηκε ποτέ ξανά. Η υπόθεση παραμένει ακόμα ανοιχτή αλλά ουσιαστικά έχει κλείσει. Όπως και το πρόβλημα με τις κακές διαιτησίες για τις μικρές ομάδες. Με τα χρόνια και η Μπαρσελόνα πέρασε στην απέναντι όχθη και εντάχτηκε και αυτή με τους δυνατούς. Με το Σύστημα. Τι συνέβη ακριβώς με τον Γκουρουσέτα δεν θα το μάθουμε ποτέ».

Πέρι Φόβου ο Λόγος

  [14 Σχόλια]

Η μπάλα βγαίνει κόρνερ. Ο Άρνολντ βλέπει ότι όλοι κοιτάζουν το πως θα στηθούν. Βλέπει και τον Οριτζί μόνο του στο ύψος της μικρής περιοχής. Του πετάει την μπάλα. Γκολ πρόκρισης. Ο μόνος που το είδε ήταν ο Πικέ, μακρυά απ τη μπάλα για να προλάβει να κόψει. Ούτε καν ο Κλοπ δεν το είδε. Μετά το 4-0 η Μπαρσελόνα δεν έκανε καν σουτ. Η Λίβερπουλ έκανε αυτό που πίστεψε. Η Μπαρσελόνα αυτό που φοβήθηκε.

Τον Αύγουστο του 2018 ο Μέσι ως αρχηγός της ομάδας δήλωσε ότι πρώτος στόχος για φέτος είναι να φέρουν πίσω στο Καμπ Νόου «αυτό το όμορφο και ποθητό κύπελλο». Έφτασαν ένα ματς μακρυά και απέτυχαν εντυπωσιακά και επαναλαμβανόμενα. Η Λίβερπουλ είχε ως πρώτο στόχο το πρωτάθλημα. Μπορεί ακόμα να το πετύχει και αν το χάσει θα το κάνει οριακά, ενώ πέρυσι είχε μείνει μισό γύρο πίσω από τη Σίτυ. Παράλληλα πάει δεύτερη συνεχόμενη χρονιά τελικό Τσου Λου. Τίποτα από τα δύο δεν είναι τυχαίο.

Η Μπαρσελόνα φέτος πήγαινε ακριβώς όπως πέρυσι. Χωρίς ακριβές σχέδιο παιχνιδιού, με την άμυνα 15 μέτρα πίσω, με κάλυψη χώρων και περιμένοντας τις στιγμές του Μέσι στην επίθεση. Ο Μέσι πια στα 31 του δεν έχει την ολοκληρωτική συμμετοχή στο παιχνίδι, αλλά έχει μαγικές στιγμές. Στο ματς του Καμπ Νόου έβαλε 2 γκολ και έδωσε άλλες 2 πάσες που χαράμισαν Σουάρες και κυρίως ο Ντεμπελέ. Στο Άνφιλντ είχε 2 σουτ και 3 πάσες σε Κουτίνιο, Άλμπα και Σουάρες που τα έβγαλε όλα ο Άλισον. Αλλά ήταν τόσο απελπιστικά μόνος. Όταν η Λίβερπουλ κατάλαβε ότι δεν υπήρχε κανένας άλλος κίνδυνος πέρα από αυτόν τον έκλεισε ώστε να μην μπορεί να πάρει την μπάλα και τελείωσε η ιστορία.

Όλη τη βδομάδα ανάμεσα στα δυο ματς οι παίχτες και ο προπονητής της Μπαρσελόνα επαναλάμβαναν το περυσινό πάθημα στη Ρώμη. Σε τέτοιο βαθμό που έγινε ψύχωση. Ένα τραύμα που έμεινε στο θυμικό της ομάδας. Και με αυτόν τον τρόπο εμπέδωσαν το φόβο, που είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε έναν αθλητή. Όπως έλεγε ο Κρόιφ, «βρες μια δικαιολογία να χάσεις και θα χάσεις από αυτήν». Όσο το ματς στο Άνφιλντ έμενε στο 1-0 η Μπαρσελόνα έκανε φάσεις και ήλπιζε. Στο 2-0 μπήκε ο φόβος ότι θα πάθουμε τα περυσινά. Και αυτό ακριβώς συνέβη.

Τα πρώτα 5 λεπτά του ματς έγιναν 3 ατομικά λάθη από Βιδάλ, Σέρζι Ρομπέρτο και Ζόρδι Άλμπα που οδήγησαν τελικά στο 1ο γκολ. Τραγική εμφάνιση ομάδας που είχε ξεκουραστεί πλήρως στο ματς πρωταθλήματος. Το 2ο γκολ, πάλι από ατομικό λάθος του Άλμπα. Το 3ο γκολ στο καπάκι με το φόβο της Ρώμης να έχει περάσει στην ομάδα. Το 4ο γκολ έλλειμμα συγκέντρωσης από όλους, σε μια φάση που δύσκολα βλέπεις σε αλάνα σχολείου, όχι σε ημιτελικό Τσάμπιονς Λιγκ. Και μετά το χάος. Η Μπαρσελόνα δεν έκανε σουτ. Είναι φοβερό ότι μια αλλαγή που έγινε αναγκαστικά, αυτή του Βαϊνάλντουμ, αποδιοργάνωσε τελείως τα μαρκαρίσματα της Μπαρσελόνα. Στα 2 του γκολ δεν τον μαρκάρει κανένας.

Πέρα από τους παίχτες, ο Βαλβέρδε καταφέρνει να πάρει (ίσως) 2 νταμπλ σε 2 χρονιές και να είναι αποτυχημένος. Έχει δημιουργήσει ένα φοβικό σύνολο που δεν ξέρει να κερδίζει σε δύσκολες καταστάσεις. Στο πρώτο ματς είχε όλη την τύχη με το μέρος του, ενώ η Λίβερπουλ έπαιζε πολύ καλύτερα, να κερδίσει 3-0. Ο Κλοπ μετά το ματς δήλωσε ότι η εμφάνιση της ομάδας του ήταν εξαιρετική. Του έλειψε το γκολ, ε, και; Η Λίβερπουλ έχει παιχνίδι και σε αυτό πιστεύει. Ο Βαλβέρδε ποντάρει στην αναχαίτιση και στις στιγμές του Μέσι. Σε ένα πρωτάθλημα 38 αγωνιστικών αυτό αρκεί, ειδικά αν οι αντίπαλοι είναι χώμα. Σε ένα κύπελλο όπου οι στιγμές ενός ματς μετράνε διαφορετικά, όχι. Έφτιαξε μια ομάδα που στηρίζεται στο φόβο της αποτυχίας. Δεν διόρθωσε τίποτα από το πρώτο ματς, επαναλαμβάνοντας την ενδεκάδα με τη μαύρη τρύπα που λέγεται Κουτίνιο και χωρίς τον Αρτούρ να κρατήσει λίγο τη μπάλα στο κέντρο και να κόψει το ρυθμό του αντιπάλου. Η Μπαρσελόνα του Βαλβέρδε είναι μια Γιουβέντους και μια Παρί στη συσκευασία του ενός. Όπως η Γιούβε αδυνατεί να μετουσιώσει την εσωτερική της κυριαρχία σε ευρωπαϊκή. Στα δύο τελευταία πρωταθλήματα έχει αθροιστική διαφορά +24 από την Ατλέτικο και +32 από τη Ρεάλ Μαδρίτης. Το αντίκρισμα στην Ευρώπη είναι δύο ιστορικοί αποκλεισμοί, με τον τρόπο της Παρί.

Η Μπαρσελόνα μίκρυνε τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Και αυτό το έπαθε επειδή προσπάθησε να κάνει κάτι που αγνοεί. Προσπάθησε να γίνει Ρεάλ Μαδρίτης στον τρόπο λειτουργίας της. Η Ρεάλ Μαδρίτης είναι ο σύλλογος που ξέρει να δίνει προτεραιότητα στο άτομο, στις ατομικές στιγμές μαγείας ενός τοπ κλας παίχτη. Στη Μπαρσελόνα πάντα το θέμα ήταν το σχέδιο, το ίδιο το παιχνίδι. Αυτή είναι μία από τις 3 βασικές διαφορές των δυο συλλόγων στο πως αντιμετωπίζουν το σπορ. Η Μπάρσα των Ρουσέλ-Μπαρτομέου άφησε το παιχνίδι για τις μεταγραφές αστέρων που θα καθαρίζουν τα ματς με το ταλέντο τους. Αυτό έπιασε την πρώτη χρονιά του Ενρίκε, που όμως υπήρχε και σχέδιο, παιχνίδι ρε παιδάκι μου. Από τότε και μετά συνεχείς αποτυχίες, όταν η Ρεάλ Μαδρίτης πήρε 4 Τσου Λου με αυτόν τον τρόπο. Και φυσικά δε μιλάω για κόλλημα με ένα συγκεκριμένο τρόπο παιχνιδιού ή τη στελέχωση από τη Μασία. Αυτά είναι ψυχώσεις. Δεν γίνεται να βγαίνουν απ την ακαδημία συνεχώς Μέσι, Ινιέστα, Τσάβι, Πουγιόλ, Πικέ. Το ζήτημα είναι να υπογράψεις παίχτες που να υπηρετούν ένα συγκεκριμένο παιχνίδι, όχι αστέρες που θα έχουν στιγμές. Μεταγραφές σαν τον Αρτούρ και όχι σαν τον Κουτίνιο.

Αντίθετα η Λίβερπουλ μεγάλωσε τα δύο τελευταία χρόνια. Και το έκανε με παιχνίδι. Ο Κλοπ είναι ίσως ο καλύτερος προπονητής στο να διαλέγει παίχτες. Επιλέγει άτομα, όχι στοιχεία. Η εμμονή με τον Φαν Ντάικ, που ήθελε αυτόν και κανέναν άλλον είναι χαρακτηριστική. Μέσα σε 4 χρόνια πήρε μια διαλυμένη ομάδα και την έκανε διεκδικήτρια της Πρέμιερ και την πάει σε 2 συνεχόμενους τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ με το παιχνίδι του. Η Λίβερπουλ, όπως και η Μπαρσελόνα, ανήκουν στο κλαμπ των 8 συλλόγων (Ρεάλ Μαδρίτης, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Γιουβέντους, Μίλαν, Ίντερ και Μπάγερν οι άλλοι) που ο χρόνος επαναφοράς στην κορυφή είναι μικρός. Όσο κάτω και να είσαι με χρόνο και σωστές επιλογές επανέρχεσαι στην κορυφή γρήγορα. Αυτό είναι για μένα η πραγματική αξία της φανέλας. Η ιστορία που κουβαλάει και το πόσο θελκτική είναι. Οι φανέλες δεν είναι για να τις αφήνεις στο γήπεδο και να κερδίζουν μόνες τους. Είναι όμως οι ιστορίες που μπορούν να εμπνεύσουν τους παίχτες.

Το χειρότερο για την Μπαρσελόνα δεν είναι ότι αποκλείστηκε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά με ιστορική ανατροπή. Παραδομένη στο φόβο. Είναι ότι αυτή τη φορά δε διόρθωσε τίποτα από πέρυσι, δεν έβγαλε κανένα εγωισμό και δίψα νικητή και, πάνω από όλα, αποκλείστηκε με έναν τρόπο που θα έπρεπε να είναι ο δικός της. Επειδή ο αντίπαλος είχε ξεκάθαρο στυλ παιχνιδιού, πίστη σε αυτό και επιμονή. Έπαιξαν το ίδιο οι Άγγλοι σε Καμπ Νόου και Άνφιλντ. Στο πρώτο ματς έχασαν 3-0. Έκαναν τα ίδια σωστά πράγματα στο γήπεδό τους, με 3 βασικούς παίχτες εκτός, ο ένας ο καλύτερός τους, και κέρδισαν 4-0. Διότι, όπως έλεγε και κάποτε ένα μπλουζάκι που υπήρχε στη μπουτίκ της Μπάρσα: «Το ποδόσφαιρο σου επιστρέφει ό,τι του δίνεις».

Όμαρ Σίβορι: ο πρώτος Αργεντίνος που λατρεύτηκε στην Ιταλία

  [4 Σχόλια]

Όταν ο Χατέμ Μπεν Αρφά ανέφερε, ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές που θαυμάζει – Κρόιφ, Μαραντόνα, Ροναλντίνιο, Ρονάλντο – τον Όμαρ Ενρίκε Σίβορι, πολλοί το απέδωσαν στην εμμονική τάση των χίπστερ συνανθρώπων μας να διαφοροποιούνται από ό,τι θεωρείται συνηθισμένο, μέινστριμ. Υποψιάζομαι όμως ότι όταν ο μελετηρός Χατέμ διάβασε την ιστορία του εκνευριστικά ταλαντούχου αριστεροπόδαρου Αργεντινο-ιταλού συναδέλφου του, σίγουρα θα σκέφτηκε έναν άλλον παίκτη με παρόμοια χαρακτηριστικά: τον εαυτό του. Και μοιραζόμαστε την πίκρα που θα ένιωσε αναλογιζόμενος ότι υπήρξε κάποτε μια εποχή που το ποδόσφαιρο συγχωρούσε τα ελαττώματα – προβλήματα συμπεριφοράς, τεμπελιά, θράσος…– των εκνευριστικά ταλαντούχων αριστεροπόδαρων.

Αυτές οι εποχές όμως ανήκουν στο παρελθόν, το πολύ μακρινό. Ο Σίβορι φτάνει στην Ιταλία και στη Γιουβέντους το 1957, όταν είναι 22 χρονών. «Είναι κάτι περισσότερο από πρωταθλητής. Για όποιον αγαπάει το ποδόσφαιρο, ο Σίβορι είναι μια ένοχη απόλαυση»: μιλάει ένας άνθρωπος με αναμφισβήτητο γούστο, ο Τζιάνι Ανιέλι, που έδωσε το μυθικό ποσό των 180 εκ. λιρετών στη Ρίβερ Πλέιτ για να τον αποκτήσει – στην εποχή της ήταν η πιο ακριβή μεταγραφή στον κόσμο – και δεν θα το μετανιώσει. Παρά τα όσα δυσάρεστα ακολούθησαν, ο Σίβορι παρέμεινε, μαζί με τον Πλατινί, ο πιο αγαπημένος του ποδοσφαιριστής.

Όταν ο Αργεντινός έφτασε στο Τορίνο, η Γιουβέντους δεν ήταν αυτή που σήμερα γνωρίζουμε, η ομάδα που δεσπόζει στο ιταλικό και το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο – τις δύο προηγούμενες σεζόν είχε τερματίσει ένατη στο πρωτάθλημα. Πριν την τραγωδία της Σουπέργκα το 1949, δεν ήταν καν η καλύτερη ομάδα της πόλης της.

Ούτε κι ο Σίβορι έχει φτάσει ακόμη στην ακμή της καριέρας του, όχι επειδή είχε πετύχει λίγα μέχρι τότε αλλά επειδή επέπρωτο να κάνει ακόμη περισσότερα. Έχει ήδη έχει κερδίσει τρία πρωταθλήματα στη σειρά με τη Ρίβερ Πλέιτ ενώ λίγους μήνες πριν, τον Απρίλιο του 57, μαζί με τον Αντόνιο Βαλεντίν Ανχελίγιο και τον Ουμπέρτο Μάστσιο ήταν ένας από τους τρεις Αγγέλους με βρώμικο πρόσωπο που μεγαλούργησαν στα γήπεδα του Περού με τη φανέλα της Αργεντινής, κερδίζοντας το Κόπα Αμέρικα και διαλύοντας, μεταξύ άλλων, τη Βραζιλία 3-0. Και ο Σίβορι, που ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης, κι οι άλλοι δυο θα γίνουν ανάρπαστοι από τις ιταλικές ομάδες: ο Ανχελίγιο θα βρεθεί στην Ίντερ και ο Μάτσιο στη Αταλάντα. Και οι τρεις θα το πληρώσουν, καθώς εκείνα τα χρόνια στην Αργεντινή δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτούς τους ξενιτεμούς στη Γηραιά Ήπειρο. Δεν θα κληθούν στην Εθνική για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, όπου η Αλμπισελέστε θα αποκλειστεί από τον πρώτο γύρο μετά από ένα ταπεινωτικό 6-1 από την Τσεχοσλοβακία. Και οι τρεις θα παίξουν αργότερα για την Εθνική Ιταλίας ως oriundi, δηλαδή ως έχοντες ιταλικές ρίζες – ρίζες υπαρκτές, χάρη στις οποίες ο Όμαρ συγγενεύει με έναν άλλο δημοφιλέστατο στην Ιταλία Αργεντίνο, τον Πάπα Φραγκίσκο του οποίου η μαμά ήταν από τη Λιγκουρία, όπως όλοι οι Σίβορι.

Μόνο που όταν ο σταρ της Ρίβερ φτάνει στην Ιταλία, ταλαιπωρημένος από το ταξίδι κι από μια εγχείριση στις αμυγδαλές, δεν πολυμοιάζει με ποδοσφαιριστή. Είναι κοντόχοντρος, με δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι – ένα από τα παρατσούκλια του του είναι El Cabezón, ο Κεφάλας αλλά κι ο ξεροκέφαλος– με κάπως εναλλακτική οδοντοστοιχία, και βαρύθυμος. Στην παρουσίασή, απαντάει στα πειράγματα του ελαφρώς ανήσυχου Ανιέλι – «καλός είσαι αλλά σα να μου φαίνεται ότι δεν χρησιμοποιείς πολύ το δεξί σου πόδι» – με μια επίδειξη ζογκλαρίσματος με το αριστερό γύρω γύρω από το γήπεδο και μια απάντηση : «Και με το δεξί, τι με συμβουλεύετε να κάνω;».

Οι πρώτες εντυπώσεις που αφήνει στα φιλικά ματς δεν είναι οι καλύτερες: ατομιστής, αργός, βαρύς, με κακή φυσική κατάσταση. Μια ζωντανή αντίθεση στις επιταγές του σύγχρονου ποδοσφαίρου που τις προσωποποιούν με τον καλύτερο τρόπο δυο συμπαίκτες του: ο επίσης νεοφερμένος Τζον Τσαρλς, ο πανύψηλος, αριστοκρατικός κι ομαδικός Ουαλλός της Λιντς κι ο Τζιανπιέρι Μπονιπέρτι, το απόλυτο τορινέζικο ίνδαλμα, και μελλοντικός πρόεδρος της ομάδας για μια εικοσαετία.

Il Trio Magico

Όμως, κι εδώ ο Χατέμ Μπεν Αρφά έχει κάθε λόγο να αισθάνεται αδικημένος από τη ζωή, η διοίκηση αποφασίζει να ακούσει τις υποδείξεις του μάνατζερ του παίκτη: είναι απαραίτητη μια κάποια ελαστικότητα στην πειθαρχία διότι ο Όμαρ είναι ασυνήθιστος στις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν στο Τορίνο, κυρίως στις πρωινές προπονήσεις, ειδικά χωρίς μπάλα· στην Αργεντινή ξυπνούσε το μεσημεράκι. Χρειάστηκε η κατανόηση του προπονητή Λιούμπισα Μπρόσιτς και μια μικρή βοήθεια από τον Μπονιπέρτι που δέχτηκε να υποχωρήσει λίγο προς το κέντρο ώστε να γλιτώσει το ξύλο που έτρωγε από τους αμυντικούς και να βολέψει τους νέους, ξένους συμπαίκτες του. Οι τρεις τους θα γίνουν η Μαγική Τριπλέτα της ομάδας που θα γίνει Μεγάλη Κυρία, αρχίζοντας με το ιστορικό πρωτάθλημα του 1957-8. Ιστορικό διότι είναι το δέκατο κι έτσι η Γιουβέντους γίνεται η πρώτη ομάδα που στολίζει την φανέλα της με το περίφημο αστέρι. Θα ακολουθήσουν το Κύπελλο Ιταλίας το 1958-9, το νταμπλ το 1959-60 και ξανά το πρωτάθλημα το 1960-1.

Και οι τρεις της Τριπλέτας είχαν φοβερό ταλέντο και η συγκυρία να ανταμώσουν για τέσσερα χρόνια ήταν ευτυχής για τη Γιουβέντους. Όμως, ο απόλυτος σταρ ήταν ο Όμαρ. Αυτός άλλωστε θα γίνει το 1961 ο πρώτος Γουβεντίνος κι ο πρώτος παίκτης της Σέριε Α που θα κερδίσει Χρυσή Μπάλα – θα ακολουθήσουν πολλοί.

Ο Σίβορι υπήρξε το αρχέτυπο του Αργεντίνου ποδοσφαιριστή έτσι όπως τον φανταζόμαστε οι περισσότεροι: κυνικός, ακούρευτος, τεχνικός, αδίστακτος, απείθαρχος, αλαζόνας, τσατίλας, προκλητικός και με μια ερωτική σχέση με την μπάλα η οποία του έκανε όλα τα χατίρια όταν τη χάιδευε με το μαγικό του αριστερό πόδι – ένα άλλο του παρατσούκλι ήταν El Gran Zurdo, ο Μεγάλος Αριστεροπόδαρος. Ακριβώς όπως για τον Μαραντόνα ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, ο κόσμος συνέρρεε στο γήπεδο από νωρίς για τον προλάβει στο ζέσταμα, να τον δει να ζογκλάρει με την μπάλα, πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη, με κάθε δυνατό τρόπο, όρθιος ή ξαπλωμένος. Ο ίδιος εμπλουτίζει το σόου καλώντας μερικές φορές πιτσιρίκια από την εξέδρα με τα οποία παρουσιάζει το μπούμερανγκ: τους στέλνει με μια ελαφριά πάσα την μπάλα, αλλά βάζοντας τέτοιο φάλτσο που η μπάλα να γυρνάει ξανά σ΄αυτόν. Μια φορά με τη Μίλαν και κάτω από καταρρακτώδη βροχή, θρυλείται ότι κατάφερε να κατεβάσει την μπάλα και να σκοράρει σε ένα γήπεδο-λίμνη παίζοντας κουτσό, με την μπάλα κολλημένη στο κουτεπιέ του άλλου του ποδιού.

Στο πρώτο του ματς σκοράρει, κι έτσι θα συνεχίσει. Σε οχτώ σεζόν με τη Γιουβέντους, θα βάλει συνολικά 174 γκολ σε 259 ματς. Μπορούμε να αναφέρουμε και ένα ρεκόρ του αν και το πέτυχε σε ένα σκανδαλώδες ματς. Τον Ιούνιο του 1961, την χρονιά που κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα, έβαλε έξι γκολ στην Ίντερ· οι Μιλανέζοι είχαν κατεβάσει την ομάδα των νέων για να διαμαρτυρηθούν για την απόφαση ακύρωσης της τιμωρίας της Γιουβέντους και για την επανάληψη του αγώνα που έκρινε τον τίτλο.

Ο Κεφάλας, όμως, δεν ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που θα κέρδιζε ποτέ βραβείο fair play. Σε ένα ματς με την Πάντοβα, κι ενώ το σκορ είναι 3-0, σφυρίζεται ένα αμφισβητήσιμο πέναλτι. Διαμαρτυρίες, κακό, ο αγώνας έχει κριθεί, πλησιάζει λοιπόν τον τερματοφύλακα Πιν και του ψιθυρίζει «μην ανησυχείς, δίκιο έχετε κι εγώ θα το χτυπήσω προς τα αριστερά για να το πιάσεις». Σουτάρει εντελώς προς τα δεξιά και το βάζει. Ο Πιν τον κυνηγάει σε όλο το γήπεδο. «Εννοούσα αριστερά για μένα».

Ακόμη και σήμερα, όταν κανείς παρακολουθεί τα στιγμιότυπα των αγώνων, η αίσθηση που αποκομίζει είναι ότι ο άνθρωπος αυτός, που, με την απίστευτη τεχνική και φαντασία που διέθετε, μπορούσε να δημιουργήσει φάσεις από το τίποτε και είχε καταπληκτικά τελειώματα μέσα στην περιοχή, απολάμβανε ίσως λίγο περισσότερο όσα προηγούνταν του γκολ: «Είναι δύσκολο να κρατήσεις το ενδιαφέρον 60-70.000 θεατών. Πρέπει να τους προσφέρεις συνεχώς θέαμα, διασκέδαση»: αυτή ήταν η θεωρία του. Γι΄αυτό οι χορευτικές ντρίμπλες – ένα από τα τραγούδια που γράφτηκαν γι΄αυτόν λέγεται «Σίβορι τσα-τσα» –, συχνά με μια μικρή οπισθοχώρηση ώστε να ξαναβρεί τον παίκτη που μόλις ξεπέρασε και να τον ταπεινώσει πάλι, οι προσποιήσεις, οι διαγώνιες επελάσεις, οι αστραπιαίες αλλαγές κατεύθυνσης, και, η μεγάλη του σπεσιαλιτέ: οι ποδιές. Ο Σίβορι ανέδειξε σε τέχνη το να περνάει την μπάλα ανάμεσα στα πόδια των αντιπάλων, και, γενικότερα, να τους ξεφτιλίζει. Κάποτε είχε βάλει στοίχημα τον συμπαίκτη του Μπρούνο Γκαρτζένα πως σε κάθε ματς θα έκανε ποδιά στον πρώτο αντίπαλο που θα τον πλησίαζε μετά τη σέντρα. Ο Γκαρτζένα εγκατέλειψε μετά το τρίτο δείπνο που αναγκάστηκε να πληρώσει.

Ακόμη και η επιμονή του να παίζει με κατεβασμένες κάλτσες είχε ακριβώς την ίδια λογική, να δείξει σε κάθε αμυντικό που φιλοδοξούσε να τον σταματήσει ή, έστω, να του πατήσει καμιά σκαριά, ότι δεν τον φοβάται. Η αλήθεια είναι ότι τους φοβόταν λίγο – όταν εκνευρισμένοι άρχιζαν να τον κυνηγούν κρυβόταν πίσω από τον αγαθό γίγαντα Τζον Τσαρλς –, κι είχε ένα δίκιο. Εκείνα τα μακρινά χρόνια, οι αμυντικοί είχαν αιμοσταγή παρατσούκλια και ψιθύριζαν στο αυτί του σταρ της αντίπαλης ομάδας τρυφερά λόγια. «Κανόνισε να περάσεις τη γραμμή της περιοχής και θα σου σπάσω τα πόδια»: αυτό είπε μια μέρα του Φλεβάρη του 1961 στον Σίβορι ο Έλιο «ll Mastino [=το Πίτμπουλ]» Γκράνι της Κατάνια. «Σύμφωνοι, αλλά μην αργήσεις πολύ διότι δεν θα προλάβεις, θα χτυπήσω πρώτος». Σε λίγα λεπτά ο Πίτμπουλ φεύγει με φορείο και με κατεστραμμένο γόνατο.

Διότι ο Σίβορι, ακόμη και όταν πολιτογραφήθηκε Ιταλός, παρέμεινε ένα πιτσιρίκι που έμαθε μπάλα στις αλάνες του Σαν Νικολάς, διακόσια χιλιόμετρα μακριά από το Μπουένος Άιρες: έφτυνε, έσπρωχνε, τραβούσε μαλλιά, καμωνόταν πως πήγαινε να παρηγορήσει έναν πεσμένο αντίπαλο ενώ στην πραγματικότητα τον κλωτσούσε, έβριζε, τα έβαζε με τους διαιτητές. Κατάφερε να αποβληθεί δέκα φορές και να τιμωρηθεί συνολικά με 33 αγωνιστικές. Σε έναν ματς με την Ίντερ, ανάγκασε ακόμη και τον Τσαρλς, ο οποίος ήταν γνωστός για το φιλειρηνικό του πνεύμα και την ψυχραιμία με την οποία αντιμετώπιζε τα πάντα, να τον χαστουκίσει για να τον ηρεμήσει.

Το χαστούκι στο 2.10΄

Η Μαγική Τριπλέτα θα χωρίσει. Ο Μπονιπέρτι θα κρεμάσει νεότατος τα παπούτσια του το 1961, ο Τσαρλς θα γυρίσει στη Λιντς το 1962. Ο Σίβορι, κάτοχος πλέον του τίτλου του καλύτερου Ευρωπαίου ποδοσφαιριστή θα συνεχίσει να μαγεύει τα πλήθη, σκοράροντας, για παράδειγμα, απέναντι στη Ρεάλ του Ντι Στέφανο και χαρίζοντας στη Γιούβε την πρώτη της νίκη μέσα στο Μπερναμπέου.

Κι ο Μαραντόνα, πόσες Χρυσές Μπάλες έχει, είπαμε;

Αυτή η ιστορία αγάπης, όμως, δεν θα αποδώσει άλλους καρπούς και θα έχει πικρό τέλος. Το 1964, ο Παραγουανός προπονητής Εριμπέρτο Ερέρα έρχεται με όρεξη στο Τορίνο. Ο Ρομπέρτο Βιέρι, πατέρας του Κρίστιαν θυμάται: «Οι προπονήσεις του ήταν τόσο κουραστικές που ξεθεωνόμουν και μόνο που τις παρακολουθούσα». Αυστηρός, άτεγκτος, οπαδός της ομαδικής προσπάθειας, της συνεχούς κίνησης και της σκληρής προπόνησης, δεν εντυπωσιάζεται από τις χορευτικές ικανότητες του Σίβορι: «Είναι γελωτοποιός κι ατομιστής, φέρεται λες και το ποδόσφαιρο είναι ατομικό σπορ! Ή θα αλλάξει ή ένας από τους δυο μας θα φύγει».

Το καλοκαίρι του 1965, ο Όμαρ φεύγει από το Τορίνο. Το γεγονός είναι τόσο συγκλονιστικό που αποτελεί το σημείο εκκίνησης ενός κοινωνικού δράματος του Έντζο Μπατάλια. Από την ταινία, στην οποία παίζει ρόλο-κλειδί και ο ίδιος, που  φιγουράρει και με γαλάζια φανέλα στην αφίσα, μας έχει μείνει ένα υπέροχο τραγούδι του Ένιο Μορικόνε:

Ο Σίβορι, λοιπόν, πηγαίνει στη νεοφώτιστη Νάπολι όπου θα βρει έναν άλλο αποδιωγμένο σταρ, τον Ζοσέ Αλταφίνι. Υποτίθεται ότι δίνουν αμοιβαία υπόσχεση να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον ώστε να εκδικηθούν τις ομάδες που τους ανάγκασαν να φύγουν: τη Μίλαν και τη Γιούβε – ή μάλλον τον Ερέρα. Και είναι πιστοί στον όρκο τους: τη σεζόν 1965-6, οι δυο ισχυροί του Βορρά φεύγουν με ήττες 1-0 από το Σαν Πάολο. Σκόρερ με τη Μίλαν ο Σίβορι, με τη Γιούβε ο Αλταφίνι.

Μετά από μια τρίτη θέση στο πρωτάθλημα κι ένα Κύπελλο Άλπεων, ένας Μεγάλος Αριστεροπόδαρος γίνεται ο βασιλιάς της Νάπολης είκοσι χρόνια πριν τον Μαραντόνα. Ένα ξύλινο ομοίωμά του περιφέρεται στους δρόμους όπως το άγαλμα του Σαν Τζενάρο, του προστάτη της πόλης, ενώ ο θρύλος λέει ότι χήρες έκλαιγαν πάνω από τους τάφους των αντρών τους λέγοντας: «Πέθανες και δεν μπορείς να δεις τον Σίβορι και τον Αλαταφίνι να φοράνε τα γαλάζια!».

Και βέβαια δεν ξεχνά: κάθε αναμέτρηση με τη Γιούβε του Ερέρα είναι ευκαιρία για εκδίκηση. Πηγαίνει κοντά στον πάγκο, τον βρίζει, τον κοροϊδεύει, του κάνει χειρονομίες. Όχι ότι ο Παραγουανός πάει πίσω: κάθε φορά, οι εντολές που δίνονται στον αμυντικό που τον φυλάει είναι να του σπάσει τα νεύρα ώστε να αποβληθεί.

Η έκρηξη έρχεται τον Δεκέμβριο του 1968. Νάπολι-Γιουβέντους 2-1, με μια ασίστ του Αργεντίνου. Ο Ερμίνιο Φαβάλι πέφτει σφαδάζοντας κάπως υπερβολικά στο έδαφος μετά από επαφή με τον Σίβορι. Επεμβαίνει ο διαιτητής, σπρωξίματα, τσαμπουκάδες. Εφορμά ο εκδικητής Ντίνο Παντζανάτο και πατάει στο πρόσωπο τον ακόμη ξαπλωμένο στο χορτάρι Φαβάλι. Ανταπάντηση από τον Σάντρο Σαλβαντόρε που γκρεμίζει τον Ναπολιτάνο με μια εντυπωσιακή γροθιά. Γενική σύρραξη. Το ξύλο συνεχίζεται στα αποδυτήρια. Τρεις κόκκινες κάρτες, συνολικά είκοσι αγωνιστικές τιμωρία και πολλά ράμματα. Ο Σίβορι, όπως ο Μαραντόνα – μην τα ξαναλέμε! – πολλά χρόνια μετά, αποφασίζει ότι οι συνθήκες ωρίμασαν ώστε να εγκαταλείψει την αγαπημένη του Ιταλία και να επιστρέψει άρον άρον στα πάτρια χώματα.

Με σομπρέρο και τον Τζιάνι Ριβέρα

Αφοσιώνεται αμέσως στην προπονητική. Περνάει από τη Ροσάριο Σεντράλ, την Εστουδιάντες, τη Ρασίγκ, ακόμη κι από την Εθνική Αργεντινής στα προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1974. Αργότερα θα γίνει το μάτι της Γιουβέντους στα αργεντίνικα γήπεδα – λέγεται ότι είχε εισηγηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, την απόκτηση του Μαραντόνα –   και θα αποσυρθεί στα δυο αγροκτήματά του, που τα βάφτισε Γιουβέντους και Νάπολι.

Πέθανε το 2005, έχοντας γνωρίσει τη σπάνια τύχη να μπαίνει στο γήπεδο λίγο πριν αρχίσει ένα μεγάλο ντέρμπι ανάμεσα στις δυο μεγάλες ιταλικές ομάδες και να αποθεώνεται από τους οπαδούς και των δυο. Ίσως γιατί, όπως έγραψε το περιοδικό Guerin Sportivo «μέσα από τις ασπρόμαυρες εικόνες που διασώθηκαν, μας δείχνει το ποδόσφαιρο όταν ακόμη ήταν έγχρωμο». Το Μονουμεντάλ, το ιστορικό γήπεδο της Ρίβερ, που ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε με τα λεφτά της μεταγραφής του, ακόμη έχει μια κερκίδα με το όνομά του.

Το ΠΡΟΠΟ, τα χαρτιά και ο κρατούμενος 21.915

  [3 Σχόλια]

Ήταν Χριστούγεννα του 1943 όταν ο Μάσιμο ντέλα Πέργκολα, διευθυντής του αθλητικού ρεπορτάζ της Γκαζέτα ντέλο Σπορ, προσπάθησε να περάσει τα σύνορα Ιταλίας-Ελβετίας καθώς ήταν καταζητούμενος από τους Ναζί στην Ιταλία ως Εβραίος και κουμουνιστής. Η ελβετική συνοριακή αστυνομία με τον που τον είδε τον συνέλαβε και τον παρέδωσε στο ιταλικό φασιστικό καθεστώς. Αυτό με τη σειρά του τον δίκασε με τις γνωστές αδιάβλητες διαδικασίες της εποχής και τον έστειλε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ποντ ντε λα Μόργκε. Εκεί, για ενάμιση χρόνο ήταν ο κρατούμενος 21.915.

Μέσα από την καταναγκαστική εργασία, την πείνα και τη φυλάκιση, προσπαθούσε να βρει διαφυγή στα χαρτιά. Έπαιζε με τους υπόλοιπους κρατούμενους και ως ένας αισιόδοξος άνθρωπος σκεφτόταν τη ζωή του όταν θα τελείωνε ο πόλεμος. Έτσι, άρχισε να πειραματίζεται με αλληλουχίες εμφάνισης καρτών και πιθανότητες. Μην έχοντας ξεχάσει την αγάπη του για το ποδόσφαιρο και έχοντας γνώση της οργάνωσης των Άγγλων, άρχισε να σχηματίζεται η ιδέα ενός παιχνιδιού προβλέψεων των αποτελεσμάτων των αγώνων ποδοσφαίρου του κάλτσιο.

Ο ίδιος δήλωσε κάποια στιγμή ότι βγαίνοντας από το στρατόπεδο συγκέντρωσης είχε 10 τετράδια γεμάτα με σημειώσεις. Η ιδέα του ήταν ότι με τα τεράστια ποσά που θα χρειαζόταν η ανοικοδόμηση της Ιταλίας μετά τον πόλεμο, ο ιταλικός αθλητισμός και κυρίως το ποδόσφαιρο έπρεπε να βρει ένα τρόπο αυτοχρηματοδότησης. Γήπεδα, προπονητικά κέντρα και όλες οι συναφείς εγκαταστάσεις που έπρεπε να ξαναφτιαχτούν δεν μπορούσαν να είναι προτεραιότητα στη μεταπολεμική Ιταλία. Αλλά ένα παιχνίδι προβλέψεων με χαμηλό κόστος ανά στήλη θα ήταν ένα χρυσωρυχείο.

Με το τέλος του πολέμου ξαναπαίρνει τη θέση του αρχισυντάκτη στην Γκαζέτα ντέλο Σπορ. Εκεί αρχίζει να μιλάει με τους κατάλληλους ανθρώπους για το όνειρό του. Φυσικά, το πιο δύσκολο ήταν να μπορέσει να πάρει το δάνειο για να ξεκινήσει το εγχείρημα. Ιδρύει την εταιρία ΣΙΣΑΛ για να μπορέσει να πετύχει χρηματοδότηση και έρχεται σε επαφή με τα υπουργεία οικονομικών και εσωτερικών για να πάρει τις κατάλληλες άδειες. Αρχικά λάμβανε μόνο αρνητικές απαντήσεις, όμως αφού κατάφερε να πείσει τους τότε προέδρους των συλλόγων του Μιλάνου το κράτος του έδωσε την άδεια το Γενάρη του 1946. Το δάνειο ακολούθησε. Στις 5 Μαΐου του 1946 συμπληρώνεται το πρώτο κουπόνι του ιταλικού ΠΡΟΠΟ, με αντίτιμο 30 λιρέτες. Η τιμή του είχε βγει με βάση τη μέση τιμή του πόσο κόστιζε εκείνη την εποχή ένα απεριτίφ σε κάποιο ιταλικό μπαρ.

Μέχρι τα τέλη του 1947 και παρά τη συνεχή άνοδο της συμπλήρωσης δελτίων, η ΣΙΣΑΛ δεν είχε καταφέρει να αποπληρώσει το χρέος της. Το 1948 άρχισε να είναι κερδοφόρα και εκείνη τη στιγμή το κράτος διέταξε την εθνικοποίηση του παιχνιδιού. Η κρατική εταιρία ήταν η Τσόνι και το παιχνίδι μετονομάστηκε σε Τοτοκάλτσιο. Μέχρι το 1956 το παιχνίδι ήταν απλώς κερδοφόρο. Τότε, με αφορμή του χειμερινούς ολυμπιακούς της Κορτίνα Ντ Αμπέτσο το κράτος το διαφήμισε, συνδέοντάς το με τους αγώνες. Ακολούθησε έκρηξη. Η διαφήμιση επαναλήφθηκε στους Ολυμπιακούς της Ρώμης το 1960.  Εκεί ο Μάσιμο Ντέλα Πέργκολα λαμβάνει το μετάλλιο της Δημοκρατίας. Στις δηλώσεις του λέει: «Ως ο δημοσιογράφος Μάσιμο Ντέλα Πέργκολα, μου μένει κυρίως η ικανοποίηση του ότι μπόρεσα να εκπληρώσω το όνειρο του κρατουμένου 21.915».  Ένα όνειρο που ως το θάνατό του, το 2006, δεν μπόρεσε να το απαλλάξει από την εκμετάλλευση της μαφίας.