Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο

  [2 Σχόλια]

«Τι είναι το αγόρι τώρα που έχασε την μπάλα του. Τι πρέπει να κάνει; Την είδα να κυλά, γκελάροντας χαρωπά, κάτω στο δρόμο, κι έπειτα, χαρωπά ν’ αναπηδά. Να’ τη, μες στο νερό τώρα. Μάταιο να πεις υπάρχουν κι άλλες μπάλες. Μια θλίψη απόλυτη, φοβούμενη, ακινητοποιεί το αγόρι. Έτσι όπως στέκεται άκαμπτο, τρεμάμενο, κοιτώντας κάτω. Όλα τα χρόνια της νεότητάς του μες το λιμάνι, όπου έπεσε η μπάλα του. Μια δεκάρα, μι’ άλλη μπάλα, δεν έχουν σημασία τώρα. Αισθάνεται πρώτη φορά ευθύνη. Μέσα σε ένα κόσμο ιδιοκτησιών, άνθρωποι θα παίρνουν μπάλες. Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο»

Τα λόγια που μόλις διαβάσατε ανήκουν στον Αμερικάνο ποιητή Τζον Μπέρρυμαν και είναι λόγια απ’ το ποίημα του «Το ποίημα της μπάλας». Γραμμένο τη δεκαετία του ’50, μιλά -για τι άλλο- για την απώλεια μιας μπάλας από κάποιον πιτσιρίκο. Δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να έχει παίξει ποδόσφαιρο σε κάποιο δρόμο και να μην έχει χάσει έστω μια μπάλα. Εγώ, απ’ όσο θυμάμαι, είχα χάσει πολλές. Βέβαια δεν είμαι εγώ το κυρίως θέμα, σε αυτό εδώ το κείμενο, αλλά μια χαμένη μπάλα. Όχι δική μου. Ίσως η πιο διάσημη, χαμένη, μπάλα που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Πιο διάσημη -για να αστειευτώ κιόλας- ακόμα κι από ‘κείνη που είχε στείλει ο Σέρχιο Ράμος, λογικά, στη στρατόσφαιρα, μετά το χαμένο του πέναλτι, απέναντι στη Μπάγερν Μονάχου, το 2012. H ιστορία που θα διαβάσετε αφορά την μπάλα του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Ενός τελικού που είχε βρει την Αγγλία Πρωταθλήτρια κόσμου, τον πιτσιρίκο Τζεφ Χερστ, ήρωα εκείνης της αναμέτρησης και τον Γερμανό Χέλμουτ Χάλερ, βασικό υπαίτιο για την ιστορία που διαβάζετε. Ας τα πάρουμε όμως απ’ την αρχή.

Το τελευταίο σφύριγμα του Ελβετού διαιτητή, Γκότφριντ Ντινστ, είχε βρει νικητές τους Άγγλους, με 4-2, απέναντι στους Γερμανούς, μετά από μια μυθική παράταση που είχε κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το πιο αμφιλεγόμενο γκολ που έχει μπει ποτέ σε τελικό. Ο Χερστ είχε σκοράρει χατ-τρικ και, σύμφωνα με την αγγλική παράδοση, έπρεπε να κάνει δική του και την μπάλα της αναμέτρησης. Οι Γερμανοί, σε μια πρωτόγνωρη κίνηση μακριά από κάθε σεβασμό προς τον αντίπαλο και το άθλημα, αποφάσισαν να αρπάξουν την μπάλα και να επιστρέψουν μαζί της στη δική τους χώρα. Ο τυχερός που έκλεψε την μπάλα ήταν ο μεσοεπιθετικός της Μπολόνια, Χέλμουτ Χάλερ, σκόρερ μάλιστα τoυ πρώτου γκολ της αναμέτρησης.

Όπως ο ίδιος έχει παραδεχτεί, η μπάλα του τελικού έφτασε στη Γερμανία το 1973, και όχι το 1966, μιας και τότε αποφάσισε να αφήσει την Ιταλία, για να αγωνιστεί στη χώρα του, μετά το πέρασμά του από Μπολόνια και Γιουβέντους, και η μπάλα δεν τον ενδιέφερε σχεδόν καθόλου ως «σημαντικό τρόπαιο» για να την έχει αφήσει νωρίτερα σε κάποιο ποδοσφαιρικό μουσείο της χώρας του. Ήταν μάλιστα τέτοια η δική του απάθεια για την ιστορική μπάλα, που την είχε χαρίσει στον γιο του. Ο μικρός, με τη σειρά του, έπαιζε ποδόσφαιρο με την μπάλα του τελικού, με τους φίλους του, στον κήπο του σπιτιού του. Όταν τη βαρέθηκε, την πέταξε, ευτυχώς για όλους, σε μια παλιά αποθήκη, δίπλα στο σπίτι τους, στο Άουσμπουργκ. Η Αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία δεν είχε ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα μέχρι και το 1996. Και δεν θα το έκανε ούτε τότε αν το Ευρωπαϊκό Κύπελλο εθνικών ομάδων δεν διεξαγόταν στην Αγγλία. Τότε ήταν που ξεκίνησε και η μεγάλη μάχη γραφικότητας για να βρεθεί η μπάλα του τελικού και να επιστρέψει στο σπίτι της.

Τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια και οι πιο γνωστές εφημερίδες της χώρας άρχισαν πόλεμο στον Χάλερ μιας και υπήρχαν φωτογραφίες μετά τη λήξη του Τελικού που τον έδειχναν να κρατά την μπάλα. «Είσαι ένας ανέντιμος κλέφτης, φέρε πίσω την μπάλα μας» άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί για να σταματήσει αυτή η αδικία 30 ολόκληρων ετών, με τον ίδιο απλά να δηλώνει πως πήρε την μπάλα επειδή δεν το έκανε κάποιος άλλος και πως αν την ήθελαν, θα την έδινε, αν φυσικά έπαιρνε χρήματα γι’ αυτό, μιας και η μπάλα ήταν πλέον δική του και όχι δική τους. Οι Άγγλοι σε μια πρωτόγνωρη κίνηση, ακόμα και γι’ αυτούς, θα στείλουν στη Γερμανία ομάδα ερευνητών για να ψάξουν, και να σιγουρέψουν, πως η μπάλα του Χάλερ ήταν όντως η αυθεντική. Όταν αυτό θα αποδειχτεί, ο πρόεδρος της Virgin, Ρίτσαρντ Μπράνσον, θα δώσει 70.000 λίρες στον Χάλερ και σε συνεργασία με την Mirror η μπάλα θα προγραμματιστεί να επιστρέψει, μετά Βαΐων και Κλάδων, στην Αγγλία, στις 26 Απριλίου για να εκτεθεί στο Λονδίνο καθ’ όλη τη διάρκεια του Γιούρο.

Η Mirror κυκλοφόρησε την επόμενη μέρα, έχοντας στο εξώφυλλό της, τους Χάλερ, Χερστ και Μπράνσον με την ιστορική μπάλα και με τον πικάντικο τίτλο «They think it’s all over, it is now». Μια φράση που θεωρείται θρυλική -και είναι- για τους Άγγλους, μιας και την είχε ξεστομίσει ο εκφωνητής του τελικού του 1966 Κένεθ Γουλστενχόλμ. Η Sun μάλιστα, στο εξώφυλλό της, είχε χλευάσει τους Γερμανούς, και φυσικά τον Χάλερ, για τις 70.000 λίρες και ζητούσε να δοθούν τα χρήματα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ο Χάλερ, την ώρα που επικρατούσε ο κακός χαμός με την επιστροφή της μπάλας, είχε βρεθεί να παραπατάει μεθυσμένος σε γνωστό Λονδρέζικο κλαμπ και κάπως έτσι η ιστορία έλαβε τέλος. Το 2012 άφησε την τελευταία του πνοή στο Άουσμπουργκ. Οι Γερμανοί τελικά πήραν την εκδίκησή τους στον ημιτελικό της διοργάνωσης, αποκλείοντας τους Άγγλους και κατακτώντας το τρόπαιο απέναντι στους Τσέχους, μέσα στο Γουέμπλεϊ. Η μπάλα του ’66, με το τέλος της διοργάνωσης, μπήκε σε περίοπτη θέση στο Μουσείο Ποδοσφαίρου στο Πρέστον με τη μπάλα του τελικού του ’96 να ταξιδεύει, νόμιμα αυτή τη φορά, για τη Γερμανία. Ελπίζω τουλάχιστον να μη βρίσκεται σε καμιά αποθήκη στο Βούπερταλ. Οι μπάλες -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- θα χάνονται πάντοτε (για τους Άγγλους) πιτσιρίκο.

Ραφαέλ Μορένο Αρανθάρντι: Η «μικρή πάπια» του Μπιλμπάο

  [4 Σχόλια]

Το Μπιλμπάο είναι μια πόλη που ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο. Εκτός της τεράστιας ιστορίας της Αθλέτικ και αυτών που πρεσβεύει για τη Χώρα των Βάσκων, όντας η τελευταία σύγχρονη -και επαγγελματική- ομάδα που στέκεται πιστή στις αξίες της -και αντιστέκεται- γεμίζοντας περηφάνια τους οπαδούς της, ο κόσμος της περιοχής λατρεύει το άθλημα ως αυτό που είναι πραγματικά. Ένα υπέροχο και πανέμορφο σπορ που βγάζει στον καθένα που το ζει, είτε ως παίκτης και προπονητής είτε ως φίλαθλος και ορκισμένος οπαδός, πολλά συναισθήματα. Ευχάριστα και δυσάρεστα. Το ποδόσφαιρο άλλωστε είναι μια μικρογραφία της ζωής, και ως τέτοιο, περικλείει τα πάντα. Όλα αυτά τα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει κάποιος μέσα σε ένα 24ώρο, μπορεί να τα βιώσει σε μόλις 90 λεπτά ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Ελπίζω να συμφωνούμε.

H αγάπη των Βάσκων για το ποδόσφαιρο, σύμφωνα πάντα με Ισπανούς δημοσιογράφους της εποχής, ξεκίνησε γύρω στο 1890, όταν Βρετανοί εργάτες στα διαλείμματα της εργασίας τους, έβγαζαν τις μπλούζες τους, χωρίζονταν σε ομάδες και έστηναν τα πρώτα «ντέρμπι» σε Βασκικό έδαφος. Φυσικά και οι ντόπιοι άρχισαν δειλά-δειλά να γίνονται θεατές αυτού του πρωτόγνωρου θεάματος, με αρκετούς, πιο τολμηρούς, να προσπαθούν -ανεπιτυχώς είναι η αλήθεια- να πάρουν μέρος στο παιχνίδι. Η πρώτη μάλιστα καταγεγραμμένη ποδοσφαιρική αναμέτρηση, σε εφημερίδα της εποχής, είναι αυτή ανάμεσα σε μια ομάδα πλούσιων Βάσκων φοιτητών, που είχαν επιστρέψει απ’ το Κέιμπριζ, και σε μια ομάδα Βρετανών εργατών. Το παιχνίδι έλαβε χώρα στην περιοχή Λαμιάκο, του Μπιλμπάο, και οι «ξένοι» εργάτες επικράτησαν των φοιτητών με διαφορά 5 τερμάτων. Το ακριβές σκορ δεν το μάθαμε ποτέ, μιας και οι τοπικές φυλλάδες είχαν σταθεί «στην διαφορά των 5 γκολ» με αρκετούς ντόπιους, που είχαν την τύχη να ζήσουν αυτή την αναμέτρηση, να δηλώνουν πως αυτό έγινε επειδή οι ντόπιοι φοιτητές δεν είχαν σκοράρει κανένα τέρμα και οι εφημερίδες δεν ήθελαν να γράψουν αυτό το «ντροπιαστικό 5-0». Φυσικά και την αλήθεια δεν την μάθαμε ποτέ. Και ούτε πρόκειται.

Ήταν Μάιος του 1894 άλλωστε, και ουδείς περίμενε πως το ποδόσφαιρο θα εξελιχθεί σε αυτό που είναι στις μέρες μας, με την πλειοψηφία να μην το παίρνει και τόσο σοβαρά, πιστεύοντας μάλιστα πως θα καταλαγιάσει αυτή η εφήμερη «τρέλα». Εις μάτην, μιας και τέσσερα χρόνια αργότερα, μερικοί φοιτητές από αυτούς που είχαν πάρει μέρος σε εκείνη την αναμέτρηση, θα ιδρύσουν την Αθλέτικ Μπιλμπάο και θα χαρίσουν -άθελά τους- ένα νέο πάθος σε χιλιάδες Βάσκους της περιοχής. 16 χρόνια αργότερα, ένας κοντοπίθαρος, και αδύνατος νεαρός, θα φορέσει για πρώτη φορά την φανέλα της Αθλέτικ. Το όνομά του, Ραφαέλ Μορένο Αρανθάρντι.

Ο Αρανθάρντι γεννήθηκε το 1892 στο Μπιλμπάο και είχε το προνόμιο να είναι ο γιος του δημάρχου της πόλης και ανεψιός του σπουδαίου Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, σπουδαίου ποιητή, συγγραφέα και φιλόσοφου της εποχής. Ο Αρανθάρντι βέβαια, από πολύ μικρός, δεν έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για το διάβασμα και προτιμούσε να περνά τον ελεύθερο χρόνο του στα μέρη που σύχναζαν και έπαιζαν ποδόσφαιρο οι Βρετανοί εργάτες της περιοχής. Πολύ γρήγορα μάλιστα, ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο μαζί τους, προσπαθώντας να ξεπατικώσει τις περίτεχνες ενέργειές τους. Τότε ήταν που του κόλλησαν και το παρατσούκλι που τον ακολούθησε όλα τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο. Το ύψος του (που μετά βίας έφτανε το 1.50), σε συνδυασμό με το πολύ αδύνατο σώμα του, και την εξαιρετική του τεχνική, ήταν αυτά που έκαναν τους συμπαίκτες του να τον ονομάσουν «Πιτσίτσι» που σημαίνει «μικρή πάπια». Φέρτε στο μυαλό σας τον Ραχίμ Στέρλινγκ να τρέχει με τη φανέλα της Σίτι και ίσως είναι ακόμα πιο εύκολο να καταλάβετε το ποδοσφαιρικό στυλ του. Eγώ, κάπως έτσι τον φαντάζομαι να τρέχει, ζαλίζοντας τους αντιπάλους του.

Ο Πιτσίτσι, για την ιστορία, ήταν ο πρώτος σπουδαίος σούπερ σταρ, ολόκληρου του Ισπανικού ποδοσφαίρου, με εκατοντάδες ανθρώπους να τον ακολουθούν όπου κι αν έπαιζε ποδόσφαιρο. Με τον καιρό έγινε ακόμα πιο γνωστός, και αγαπητός, λόγω και της λευκής μπαντάνας που φορούσε στο κεφάλι, όταν έπαιζε ποδόσφαιρο. Σύμφωνα με φίλους και συμπαίκτες, αυτή η κίνηση, ήταν ένα δείγμα σεβασμού ως προς αυτούς που του δίδαξαν το άθλημα που αγάπησε. Το ποδόσφαιρο. Πολλοί εργάτες της εποχής, άλλωστε, δούλευαν φορώντας μπαντάνες, στο κεφάλι, για να προστατεύουν -τι άλλο;- τα μαλλιά τους. Υπάρχει βέβαια ακόμα μία εκδοχή που λέει πως ο Πιτσίτσι την φορούσε επειδή έκανε πολλές κεφαλιές και έτσι προστάτευε -όσο αυτό ήταν δυνατό- το δικό του κεφάλι, μειώνοντας τον πόνο από τις σκληρές -και βαριές- μπάλες της εποχής. Το παράδοξο είναι πως αν και υπερβολικά κοντός είχε σκοράρει πολλά γκολ με φοβερές κεφαλιές.

Σε μια περίοδο που δεν υπήρχε πρωτάθλημα Ισπανίας (μιλάμε άλλωστε για την δεκαετία 1910-1920) ο Πιτσίτσι κατάφερε να γίνει ο κορυφαίος παίκτης, και σκόρερ της εποχής, μέσα απ’ το Κύπελλο Ισπανίας και τα διάφορα ανεπίσημα τουρνουά -και πρωταθλήματα- που έπαιρνε μέρος η Αθλέτικ Μπιλμπάο, φορτώνοντας τα δίχτυα των αντιπάλων με ένα σωρό τέρματα σπάνιας ομορφιάς και ζαλίζοντας τους αμυντικούς της εποχής με τις απίστευτες ντρίμπλες που έκανε. Την δεκαετία που έπαιξε ποδόσφαιρο κατάφερε να κερδίσει το Κύπελλο Ισπανίας 4 φορές (σε 6 συμμετοχές σε Τελικό). Ήταν μάλιστα ο πρώτος παίκτης που σκόραρε χατ-τρικ σε Τελικό Κόπα Ντελ Ρέι (το 1915) με μόλις 5 παίκτες να έχουν καταφέρει κάτι παρόμοιο από τότε. Σκόραρε -σχεδόν- τόσα γκολ όσες και οι συμμετοχές του, κατακτώντας μάλιστα και το ασημένιο μετάλλιο με την Ισπανία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920, σε μια διεθνή καριέρα που είχε κρατήσει δύο εβδομάδες, έχοντας 1 γκολ σε 5 συμμετοχές. Δύο χρόνια αργότερα, και ενώ έχει αποφασίσει στα 29 του να ακολουθήσει καριέρα διαιτητή, η ζωή του θα κοπεί απότομα όταν θα προσβληθεί από τύφο βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρη την Ισπανία που είχε χάσει τον πρώτο της μεγάλο σούπερ σταρ από τον χώρο του ομαδικού αθλητισμού.

Στο Μπιλμπάο εννοείται πως υπάρχει δρόμος με το όνομά του και άγαλμα στο Σαν Μαμές, που λειτουργεί και ως τόπος «προσκυνήματος» για όλους τους «πιστούς ποδοσφαιρόφιλους» που επισκέπτονται το ιστορικό γήπεδο για να δουν ένα παιχνίδι της Αθλέτικ. Το 1953 η Ισπανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία θα δώσει το όνομά του -ως δείγμα υψίστης τιμής- στο βραβείο του πρώτου σκόρερ των δύο μεγάλων κατηγοριών αν και όλες οι παραπάνω τιμές δεν φτάνουν, με τίποτα, την επόμενη που θα διαβάσετε παρακάτω και που φυσικά δείχνει, με τον καλύτερο τρόπο, την επιρροή που είχε ο σπουδαίος παίκτης στις Τέχνες και τον Πολιτισμό μιας χώρας με σπουδαία κουλτούρα, αλλά και πόσο σημαντικός ήταν ο Πιτσίτσι για την εξέλιξη του ποδοσφαίρου της Ισπανίας. Ας δούμε όμως τι έγραψε ο  Φιλ Μπολ στο βιβλίο του «Morbo» για την φωτογραφία που υπάρχει στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου. Του έργου Τέχνης δηλαδή που απεικονίζει τον Πιτσίτσι και τον έρωτά του με φόντο πάντα το ποδόσφαιρο.

«Ο Πιτσίτσι είναι μια σπουδαία μορφή τόσο διάσημη, όσο ένας κορυφαίος ταυρομάχος. Ο θρήνος του ποιητή Φεντερικο Γκαρθία Λόρκα για τον Ιγνάθιο Σάντσεζ Μεχίας, που σκοτώθηκε τη δεκαετία του ’20 «Las Cinco de la tarde» (Στις 5 το απόγευμα), έκανε τεράστια αίσθηση και θεωρείται δικαίως ένα απ’ τα σπουδαιότερα ποιήματα της Ισπανίας. Ό,τι είναι δηλαδή για τη συνεισφορά των σπορ στην Τέχνη ο πίνακας του Βάσκου καλλιτέχνη Αουρέλιο Αρτέτα με τίτλο «Πιτσίτσι», για τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή. Σε αυτό τον πίνακα ο Μορένο τεμπελιάζει, κάπως προκλητικά, και λίγο ανήσυχα, πάνω στον άσπρο φράχτη του παλιού εδάφους Γιολασέτα, με τον λαιμό του να γέρνει προς το (φωτεινό) αντικείμενο του πόθου του, τη μέλλουσα γυναίκα του. Η μακριά και λεπτή πλάτη της είναι απαλή και κυρτή με ιδιαίτερα αισθησιακό τρόπο και τα μάτια της αποκλίνουν διακριτικά απ’ τον καλλιτέχνη, σαν οι προθέσεις του διάσημου ποδοσφαιριστή να μη συμβαδίζουν με τους κανόνες συμπεριφοράς εκείνης της μακρινής εποχής, με το ραντεβού να μην έπρεπε να γίνει στο ημίχρονο. Πριν το Μουντιάλ του ΄98 ο Βάσκος μέσος της Αθλέτικ, Τζουλέν Γκερέρο (και αντικείμενο του πόθου για μεγάλη μερίδα του γυναικείου πληθυσμού της χώρας) φωτογραφήθηκε σε παρόμοια στάση με την κοπέλα του, με φόντο το μουσείο Γκουγκενχάιμ στη Νέα Υόρκη. Η αδεξιότητα του Γκερέρο έδωσε ακόμα μεγαλύτερη αξία στο αυθεντικό».

Κάτι σαν του όνομα του βραβείου για τον πρώτο σκόρερ. Όσα σπουδαία ονόματα κι αν το κατέκτησαν, δεν γίνεται να φτάσουν τον Πιτσίτσι -όχι για καθαρά ποδοσφαιρικούς λόγους- αλλά επειδή ο Πιτσίτσι ήταν ο πρώτος σούπερ σταρ ποδοσφαιριστής σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο ήταν όντως κάτι μοναδικό, αληθινό, και αμόλυντο σαν την νοοτροπία που -ευτυχώς- κουβαλά ακόμα μαζί της η Αθλέτικ Μπιλμπάο και παίκτες όπως ο Πιτσίτσι -και η ιστορία τους- θα μας τη θυμίζουν. Τον περασμένο Σεπτέμβρη μάλιστα ανέβηκε σε κεντρικό Θέατρο στο Μπιλμπάο μιούζικαλ με τη ζωή του σπουδαίου ποδοσφαιριστή, φέρνοντας τις νέες γενιές (ποδοσφαιρόφιλων και θεατρόφιλων) σε πρώτη επαφή με τη ζωή του. Έγραψα άλλωστε και πιο πάνω για την κληρονομιά που άφησε στον πολιτισμό της χώρας.

To κείμενο γράφτηκε (για ακόμη μία φορά) υπό τους ήχους του Gustavo Santaolalla.

Αν ο Ντιέγκο Σιμεόνε σου πει ότι σε συγχώρεσε, μην τον πιστέψεις

  [8 Σχόλια]

Ήταν ένα σημαντικό παιχνίδι στο Σαν Μαμές στις 8 Δεκεμβρίου του 1996. Η τοπική Αθλέτικ και η Ατλέτικο Μαδρίτης, σε ένα κακό αγωνιστικό χώρο έδιναν μάχη σε ένα πρωτάθλημα που κατέληξαν κι οι δύο να κερδίζουν την έξοδό τους στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Μόλις στο 5ο λεπτό, η μπάλα φεύγει προς το πλάγιο. Ο Ντιέγκο Σιμεόνε την καλύπτει. Πίσω του έρχεται το μεγάλο ταλέντο της Μπιλμπάο. Το καμάρι των Βάσκων, το ομορφόπαιδο που στα 22 του ήδη είχε τέσσερις γεμάτες χρονιές με το πλούσιο μαλλί, το γλυκό πρόσωπο και την σπουδαία τεχνική. Ο Ζουλιέν Γκερέρο.

Ο Βάσκος κάνει ένα τάκλιν, περισσότερο για την τιμή των όπλων, για να δυσκολέψει τον Αργεντίνο χαφ. Ο Σιμεόνε, πανέξυπνος, έχει ήδη καταλάβει σαν να έχει μάτια στην πλάτη την κίνηση του αντιπάλου του. Κανονικά, ο οποιοσδήποτε παίκτης αφήνει απλά την μπάλα να βγει έξω. Ο Σιμεόνε όμως θέλει από το 5′ να δείξει ποιος είναι το αφεντικό στο ματς. Πατάει πάνω στο πόδι του αντιπάλου, χωρίς καμία αμφιβολία αν έχει πρόθεση και στη συνέχεια σηκώνει και το χέρι για να δείξει ότι το πλάγιο είναι δικό του. Οι ζωντανές εικόνες της τηλεόρασης φέρνουν το αιματοβαμμένο πόδι του Γκερέρο στα σπίτια όλης της Ισπανίας που σοκάρεται. Ο Γκερέρο δηλώνει ότι το χτύπημα έγινε επίτηδες και λέει ότι δεν θέλει να μιλήσει «για αυτό το άτομο». Ο Σιμεόνε βγαίνει στην αντεπίθεση με δικές του δηλώσεις:

«Αυτός που πονάει είμαι εγώ. Εκμεταλλεύτηκαν αυτή την κατάσταση για να πουν βλακείες. Μόνο εγώ γνωρίζω αν είχα πρόθεση να τραυματίσω τον Ζουλιέν Γκερέρο. Αυτός έπεσε στο έδαφος χωρίς πρόθεση να πάει στην μπάλα, προσπάθησα να τον αποφύγω και είχα την ατυχία να τον βρω στο πόδι»

Το δράμα του πόνου και της ατυχίας δεν φαίνεται να συγκινεί την ισπανική λίγκα πάντως, καθώς τιμωρεί τον Αργεντίνο με τρεις αγωνιστικές και πρόστιμο 100.000 πεσέτες. Είναι ένα από τα χτυπήματα που μένουν αξέχαστα στο ισπανικό ποδόσφαιρο. Ο πρόεδρος της Αθλέτικ αποκαλεί τον Σιμεόνε «δημόσιο κίνδυνο», αλλά ο Χεσούς Χιλ στηρίζει τον παίκτη του λέγοντας ότι όλα αυτά γίνονται επειδή χτύπησε το χρυσό αγόρι του Μπιλμπάο που κανείς δεν πρέπει να το αγγίζει και θυμάται τα δύο πέναλτι που δεν έδωσε ο διαιτητής στην Ατλέτικο στο ματς.

Τρεις μήνες αργότερα, η Μπαρσελόνα υποδέχεται την Ατλέτικο Μαδρίτης για έναν αγώνα του Κόπα ντελ Ρέι. Είναι 26 Φεβρουαρίου του 1997 και ο τσολιάς που ακούει στο όνομα Φερνάντο Κόουτο  πηδάει στον αέρα σε μία διεκδίκηση με τον Τσόλο Σιμεόνε. Ο Πορτογάλος βγαλμένος από ταινίες πολεμικών τεχνών μπορεί να μη το κατέχει το τόπι, αλλά δείχνει σπάνια προσόντα του ταλέντου του πατώντας στον αέρα τον μηρό του Αργεντίνου. Ο Σιμεόνε πέφτει κάτω και χρειάζεται να κάνει ράμματα στο ματωμένο του πόδι. Το δράμα του συγκινεί λιγότερο από αυτό του Ζουλιέν Γκερέρο, πολλοί χαμογελούν με ικανοποίηση (ειδικά στη χώρα των Βάσκων) καθώς είναι μια ποδοσφαιρική θεία δίκη. Το αίμα στο πόδι του Αργεντίνου δεν προκαλεί τέτοια έκρηξη, ο Κόουτο απλά παίρνει μια κίτρινη από τον διαιτητή Μεχούτο Γκονθάλεθ.

Ο Σιμεόνε το παίζει κουλ. Λέει ότι δεν θέλει η Ατλέτικο να ζητήσει τη δίωξη του παίκτη. «Πρέπει να δώσουμε το παράδειγμα, αν και την προηγούμενη φορά την πληρώσαμε. Αυτό πρέπει να γίνει ένα μάθημα σε όλους, ώστε να καταλάβουν ότι τα πράγματα πρέπει να μένουν μέσα στο γήπεδο. Όλα τελειώνουν με τον διαιτητή να βλέπει κάτι ή να μην το βλέπει». Σαν να βλέπεις τον Τζον Πέσι να λέει πως ό,τι γίνεται στο Βέγκας, μένει στο Βέγκας.

Αυτό που δεν καταλαβαίνει ο κόσμος βέβαια είναι ότι ο Σιμεόνε δεν το βλέπει… χριστιανικά. Τα «πράγματα που πρέπει να μένουν στο γήπεδο» δεν σημαίνουν συγχώρεση, «ασ’το να πάει στο διάολο» ή κάτι τέτοιο. Ή έστω, aς πούμε ότι αν ο Σιμεόνε είναι αρκετά θρήσκος, μάλλον προτιμά την Παλαιά Διαθήκη κι όχι την Καινή. Κι ο Αργεντίνος το απέδειξε αρκετούς μήνες αργότερα. Το καλοκαίρι του 1997 μετακομίζει στην Ιταλία και την Ίντερ. Έναν χρόνο αργότερα, ο Φερνάντο Κόουτο σε μια ακόμα σπουδαία (και κομματάκι ανεξήγητη γιατί προσωπικά δεν τον θεωρούσα ιδιαίτερα καλό παίκτη) μεταγραφή του πηγαίνει στην φοβερή Λάτσιο του Σβεν Γκόραν Έρικσον.

Τότε που δεν χορταίναμε να βλέπουμε Σέριε Α

Στις 18 Οκτωβρίου του 1998 η Ίντερ του Ζαμοράνο υποδέχεται την Λάτσιο του Σάλας σε έναν χιλιανό εμφύλιο. Είναι μια χρονιά μετριότητας για την Ίντερ που θα καταλήξει στην 8η θέση, σε αντίθεση με την απίστευτη Λάτσιο, με παιχταράδες όπως Μιχαΐλοβιτς, Σέρζιο Κονσεϊσάο, Αλμέιδα και Νέντβεντ, που θα βγει 2η, μόλις έναν βαθμό πίσω από την πρωταθλήτρια Μίλαν. Εκείνο το ματς είναι ένα σόου της Λάτσιο που ανοίγει το σκορ στο πρώτο λεπτό με τον Σάλας. Ο Σάλας αποχωρεί στο 14′ τραυματίας, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τους λατσιάλι να κάνουν το 1-3 στο 40′. Ο Σιμεόνε δεν νοιάζεται γι’ αυτό. Περιμένει τη στιγμή του.

Αυτή έρχεται στο 45′. Μια εναέρια μονομαχία του με τον Κόουτο, όπως αυτή του 1997. Ο Αργεντινός πάει με δύναμη και δίνει μια γερή στο πρόσωπο του Πορτογάλου. Δεν αρκεί. Γυρίζει στον πεσμένο Κόουτο και τον πατάει μεγαλοπρεπώς. Κατόπιν, κάνει ότι πάει να δει πώς είναι και να του δώσει το χέρι. Ο διαιτητής φυσικά δεν συγκινείται και τον αποβάλλει. Η Ίντερ μένει με 10 παίκτες, το σκορ φτάνει στο 2ο ημίχρονο στο 1-5 και τελικά οι γηπεδούχοι εκμεταλλεύονται το χαλάρωμα της Λάτσιο και μειώνουν σε ένα πιο τιμητικό 3-5 με τον Βέντολα. Η εκδίκηση γίνεται πραγματικότητα, ο Σιμεόνε σαν… κύριος αποχωρεί, πιστός στη φιλοσοφία ότι όλα μένουν στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.

Ο Αργεντίνος μετά το χτύπημα στον Γκερέρο έφυγε για τα γήπεδα της Ιταλίας χωρίς να επισκεφτεί ξανά το Σαν Μαμές. Γύρισε όμως το 2013 ως προπονητής πλέον της Ατλέτικο. Οι Βάσκοι παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια δεν το ξέχασαν. Τον στόλιζαν σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, με τον Τσόλο να χαμογελάει και να ανοίγει διάλογο (από το 1.35 και μετά στο παραπάνω βίντεο) με αρκετούς εξ αυτών. Πιστός στο «όλα μένουν στο χορτάρι», ο Σιμεόνε δεν αντέδρασε στα «ίχο ντε πούτα» που άκουγε εν χορώ από ανθρώπους μόλις λίγα μέτρα πιο πίσω του. Πιθανότατα γιατί ξέρει ότι τα περισσότερα του αξίζουν και δεν μετανιώνει για τα όσα άθλια έκανε ως παίκτης.

Καλώς ήρθατε στη Σιναλόα

  [4 Σχόλια]

Πριν λίγους μήνες άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην περιπετειώδη προπονητική καριέρα του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ο Μαραντόνα, αφού έκανε μια βόλτα από τη Λευκορωσία, πήγε στο Μεξικό και τη Σιναλόα. Το όνομα μπορεί να σας μην λέει πολλά, αλλά όσοι είδαν την πιο πρόσφατη σεζόν της σειράς Narcos (ή και το El Chapo) θα γνωρίζουν περισσότερα πράγματα. Η Σιναλόα είναι μια παραθαλάσσια πολιτεία στα βορειοδυτικά της χώρας και είναι γνωστή για δύο πράγματα. Το ένα είναι τα ψάρια της. Το δεύτερο είναι το καρτέλ ναρκωτικών της. Η περιοχή από τα 70s ακόμα είχε τεράστια παραγωγή μαριχουάνας κι οι έμποροι ναρκωτικών από τα μέρη της ήταν αυτοί που άρχισαν να τη διοχετεύουν για πρώτη φορά στις ΗΠΑ με τη χρήση ιδιωτικών αεροπλάνων.

Για πολλά χρόνια το εμπόριο ναρκωτικών ήταν αρκετά ανοργάνωτο κι ήταν ο Μιγκέλ Άνχελ Φέλιξ Γκαγιάρδο που το οργάνωσε, συνεργάστηκε με… συναδέλφους από όλη τη χώρα και το έκανε μια επιχείρηση που έβγαζε τεράστια ποσά από το εμπόριο μαριχουάνας στις ΗΠΑ. Αυτό όμως δεν αρκούσε για τον «Ελ Παδρίνο». Άλλοι έχουν όραμα να θεραπεύσουν τον καρκίνο, άλλοι να γίνουν ποδοσφαιριστές ή τραγουδιστές, ο Γκαγιάρδο ήθελε να γίνει ο πιο ισχυρός έμπορος ναρκωτικών. Και μπορεί το εμπόριο μαριχουάνας να ήταν επικερδές, αλλά ακόμα πιο επικερδής είναι η κοκαΐνη. Έτσι λοιπόν, έστησε το καρτέλ της Γουαδαλαχάρα αναλαμβάνοντας τη μεταφορά της κοκαΐνης από την Κολομβία και τα εκεί καρτέλ στις ΗΠΑ. Οι «διάδοχοί του» έφτιαξαν αργότερα το καρτέλ της Σιναλόα που θεωρείται από τις αρχές των ΗΠΑ η μεγαλύτερη εγκληματική οργάνωση και η μεγαλύτερη οργάνωση εμπορίας ναρκωτικών στον κόσμο, ενώ ο Χοακίν «Ελ Τσάπο» Γκουζμάν που ήταν για χρόνια ηγέτης του καρτέλ, βρισκόταν μέσα στις λίστες του Forbes με τους πιο ισχυρούς ανθρώπους του κόσμου. Σε αυτό το μέρος πήγε λοιπόν ο Ντιέγκο να προπονήσει.

Το γήπεδο των Ντοράδος

Βέβαια, για να είμαστε σωστοί, ο Μαραντόνα δεν είναι ο πρώτος γνωστός μας που έβγαλε το ψωμί του στη Σιναλόα. Οι Ντοράδος της Σιναλόα ιδρύθηκαν το 2003 σε μια χώρα που το ποδόσφαιρο είναι πολύ δημοφιλές μεν, αλλά η οργάνωσή του έχει μέσα και λίγο από το «franchise» των ΗΠΑ με ομάδες να ξεφυτρώνουν ξεφνικά. Κάπως έτσι γεννήθηκε κι η ομάδα με έδρα την πόλη Κουλιακάν της Σιναλόα και σήμα ένα τεράστιο ψάρι (από τα χειρότερα εμβλήματαα ομάδας που έχω δει ποτέ). Σε αυτή την ομάδα συνέπεσαν το 2006 δυο ιστορικές μορφές του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Πεπ Γκουαρδιόλα κι ο Σεμπαστιάν «Λόκο» Αμπρέου. Κι αν για τον Αμπρέου ήταν απλά μια ακόμα μέρα στη δουλειά, σε μια ακόμα ομάδα, ο Γκουαρδιόλα ήταν λίγο περίεργο που έφτασε ως εκεί. Οφείλεται στον τότε προπονητή των Ντοράδος, τον Ισπανό Χουάνμα Λίγιο που ήταν φίλος του Πεπ. Ο Γκουαρδιόλα είχε κάνει την αρπαχτή του στο Κατάρ και την Αλ Αχλί, είχε κάνει το κομπόδεμά του και ήθελε να ασχοληθεί με την προπονητική. Πήγε λοιπόν στους Ντοράδος για να θητεύσει ως παίκτης μεν, αλλά να πάρει στοιχεία από τον Λίγιο από τον οποίο έχει συναντήσει όταν ακόμα έπαιζε στην Μπαρτσελόνα κι ο Λίγιο ήταν κόουτς στη Ρεάλ Οβιέδο. Τότε, σε ένα ματς μεταξύ των δύο, εντυπωσιάστηκε από τη δουλειά του Λίγιο και έγιναν φίλοι.

Ο Πεπ στους Ντοράδος μάθαινε τα πάντα από τον Λίγιο, αλλά μετέδιδε και τα πάντα. Όπως γλαφυρά είχε πει κι ο Αμπρέου σε συνέντευξή του στο περιοδικό El Grafico: «Μου έσπαγε τα @@ με τις θέσεις που έπρεπε να παίρνω μεταξύ των γραμμών. Εγώ πάντα έπαιζα με τον κώλο προς τον αμυντικό και έπαιρνα την μπάλα με πλάτη. Αυτός επέμενε να παίρνω διαγώνιες θέσεις για να βλέπω καλύτερα γήπεδο. Έτσι έμαθα να κάνω πάσες με τη μία». Η ομάδα αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και έδινε μάχη για τη σωτηρία, με τους παίκτες να προπονούνται σε ένα… water park. Ο Γκουαρδιόλα είχε μείνει απλήρωτος για καιρό και όπως θυμούνται οι άνθρωποι του συλλόγου βοηθούσε οικονομικά τους υπαλλήλους και έβγαζε έξω για φαγητό τους συμπαίκτες του πληρώνοντας αυτός. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου που πήγαινε συχνά ο Γκουαρδιόλα θυμάται σε συνέντευξή του στον Guardian ότι ήταν λίγο πριν ξεκινήσει ο πόλεμος κατά των καρτέλ. Οι μάχες με πυροβολισμούς και νεκρούς στους δρόμους του Κουλιακάν ήταν συχνές, αλλά ο Γκουαρδιόλα έφυγε μερικούς μήνες πριν η κατάσταση κλιμακωθεί για να γίνει ανεξέλεγκτη μετά το 2008, με τον πόλεμο που άνοιξε η κυβέρνηση στους narcos της Σιναλόα. Αμπρέου και Γκουαρδιόλα κατάφεραν να συνεισφέρουν σε μια σχετικά καλή πορεία των Ντοράδος στο πρωτάθλημα, αλλά το σύστημα βαθμολογίας με το promedio οδήγησε τους Ντοράδος στον υποβιβασμό. Ο Πεπ σταμάτησε το ποδόσφαιρο και αφιερώθηκε στην προπονητική. Το πέρασμά του από το Μεξικό μπορεί να είχε καμιά δεκαριά ματς όλα κι όλα λόγω των τραυματισμών, αλλά πάντα θεωρεί ότι τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό στην εξέλιξή του ως προπονητής. Από την άλλη, ο Λόκο Αμπρέου σκόραρε 22 φορές σε 34 ματς και μετακόμισε στο Μοντερέι.

Οι Ντοράδος πέρασαν στην αφάνεια και πάλι κι έπρεπε να έρθει ο Χόρχε Χανκ Ρον να αναλάβει το σύλλογο για να τους ξαναθυμηθούμε. Ο Ρον είναι ιδιοκτήτης του Γκρουπ Καλιέντε (σαναλέμε Όμιλος Ζεστό) ενός γκρουπ που ελέγχει ένα σωρό διαφορετικές εταιρείες. Ο Ρον ξεκίνησε με μαγαζιά με κατοικίδια και έχει τώρα ένα γκρουπ εταιρειών που περιλαμβάνουν καζίνο, στοιχηματικές εταιρίες, ιππόδρομο, ξενοδοχεία, πίστα για κυνοδρομίες, ταξιδιωτικά γραφεία, ένα ιδιωτικό σχολείο, 22 αίθουσες μπίνγκο και δύο ποδοσφαιρικές ομάδες. Τους Τσόλος της Τιχουάνα και τους Ντοράδος της Σιναλόα.


Ένα από τα καζίνο του ομίλου Καλιέντε

Ο Χόρχε Ρον είναι, ας πούμε ευγενικά, μια πολύ πολύ αμφιλεγόμενη μορφή στο Μεξικό. Κατάφερε και βγήκε δήμαρχος στην Τιχουάνα, ενώ κατέβηκε και υποψήφιος για την πολιτεία της Μπάχα Καλιφόρνια, χάνοντας τελικά. Ο Ρον που προέρχεται από οικογένεια πολιτικών έχει μεγάλη αγάπη για τα εξωτικά ζώα κι ο αστικός μύθος λέει ότι έχει προσπαθήσει να διασταυρώσει αρκετά από αυτά. Φυσικά, έχει αδυναμία και στις γυναίκες για τις οποίες έχει πει την καθόλου προσβλητική ατάκα: «Οι γυναίκες είναι το αγαπημένο μου ζώο». Το 1988, ο Έκτορ «Ελ Γάτο» Φέλιξ Μιράντα, ένας δημοσιογράφος τοπικής εφημερίδας δολοφονήθηκε. Οι φονιάδες ήταν κατά σύμπτωση υπάλληλοι του Ρον στον ιππόδρομο ως σεκιουριτάδες. Κατά επίσης διαβολική σύμπτωση, ο Μιράντα ήταν από τους μεγαλύτερους επικριτές των επιχειρήσεων της οικογένειας Ρον με άρθρα του. Ο Ρον θεωρείται ηθικός αυτουργός και η εφημερίδα σε κάθε εβδομαδιαίο τεύχος της έχει τη φωτογραφία του αποκαλώντας τον δολοφόνο, αλλά ποτέ δεν κατηγορήθηκε από τις αρχές.


Ο Χόρχε Χανκ κι ο έρωτας της ζωής του. Αριστερά, η γυναίκα του (η τρίτη).

Ο Ρον στο παρελθόν είχε συλληφθεί όταν βρέθηκαν 88 πολεμικά όπλα στο σπίτι του και 9.000 σφαίρες, αλλά αφέθηκε ελεύθερος παρ’ ότι κάποια από τα όπλα είχαν χρησιμοποιηθεί σε εγκλήματα. Κατά καιρούς έχει κατηγορηθεί για σωρεία αδικημάτων. Εκτός από τον φόνο του δημοσιογράφου, το όνομά του έχει εμπλακεί σε παράνομο εμπόριο ζώων, στο φόνο μιας γυναίκας και φυσικά έχει σχέσεις με εμπόρους ναρκωτικών της Σιναλόα αφού είχε κατηγορηθεί παλιότερα από τις ΗΠΑ τόσο για διακίνηση, όσο και για ξέπλυμα χρημάτων. Το πού τελειώνει η αλήθεια και που ξεκινάει ο μύθος για τον Ρον δεν το γνωρίζουμε. Οι ιστορίες για την τεκίλα που φτιάχνει ο ίδιος και ζυμώνεται με κομμένα πέη από λιοντάρια και τίγρεις π.χ., μπορεί να είναι και μεξικάνικος μύθος. Το σίγουρο είναι ότι για να βρίσκεσαι μέσα στα αρχεία των υπηρεσιών των ΗΠΑ, σίγουρα δεν είσαι απλά ένας μεροκαματιάρης. Από την άλλη, για να βγει δήμαρχος πρέπει να έχει και ένα άλλο πρόσωπο. Βοηθάει τους φτωχούς, έχει φιλανθρωπικό έργο και όπως συχνά συμβαίνει, το εκμεταλλεύτηκε πολιτικά φτάνοντας ως τη δημαρχία της Τιχουάνα.

Το ερώτημα «πώς βρέθηκε ο Μαραντόνα εδώ» έχει έναν άλλον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα ως πρωταγωνιστή. Τον Αργεντινό μάνατζερ Κρίστιαν Μπράγκαρνικ, τον τύπο που θα μπορούσε κανείς να πει «Ζόρζε Μέντεζ της Αργεντινής». Η ιστορία του βγαλμένη από ταινία (κυριολεκτικά). Έπαιξε μπάλα ερασιτεχνικά, δούλευε σε βίντεο κλαμπ και στον ελεύθερό του χρόνο του άρεσε να κάνει μοντάζ σε βιντεοκασέτες, κάτι που είχε μάθει κάνοντας βίντεο γάμου. Φυσικά λάτρευε το ποδόσφαιρο. Στο βίντεο κλαμπ της γειτονιάς είχε πελάτη τον Μαριάνο Μονρόι έναν ποδοσφαιριστή της Άρσεναλ Σαραντί. Ο πολυμήχανος Μπράγκαρνικ του είπε να του φέρει βίντεο από αγώνες της ομάδας του. Πριν τα χρόνια του YouTube και των compilations, έκατσε και έφτιαξε μόνος βίντεο με τα καλύτερα και ζήτησε από έναν άλλον πελάτη του, τον Μεξικάνο ποδοσφαιριστή Φουέντες να μεσολαβήσει ώστε η… κασέτα να φτάσει σε ομάδες του Μεξικού. Οι Μεξικάνοι ενθουσιάστηκαν και αγόρασαν τον Μονρόι με 400 χιλιάδες δολάρια. Η Άρσεναλ ήταν η ομάδα του ισόβιου προέδρου της Π.Ο. της Αργεντινής δον Χούλιο Γκροντόνα κι αυτό του άνοιξε πολλές πόρτες. Ο Μπράγκαρνικ όμως άνοιξε και δουλειές με το Μεξικό. Η ομάδα που αγόρασε τον Μονρόι ήταν θυγατρική μιας μεγαλύτερης και ο Μπράγκαρνικ έπιασε δουλειά εκεί. Σε έναν χρόνο έγινε από «το παιδί που μας έφερε τον ταλαντούχο Αργεντίνο», πρόεδρος της Κερέταρο.

Ο Μπράγκαρνικ δίνει συνέντευξη στην εφημερίδα La Nacion λέγοντας «οι δουλειές μου είναι πεντακάθαρες».
Στο φόντο ο Αλ Πατσίνο στο Scarface.

Στον ίδιο σύλλογο υπήρχαν ως «στελέχη» και δύο Κολομβιανοί, οι οποίοι αργότερα ήταν καταζητούμενοι από την DEA των ΗΠΑ ως συνεργάτες του «Ελ Τσάπο».  Ιδιοκτήτης της ομάδας ήταν ο Τίρσο Μαρτίνες, γνωστός και ως «Ελ Φουτμπολίστα», αρχηγός ενός κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών που συνεργαζόταν τόσο με το καρτέλ της Σιναλόα, όσο και με το αντίπαλο καρτέλ του Χουάρες. Ο Μαρτίνες, για τον οποίο οι αρχές των ΗΠΑ έδιναν αμοιβή 5 εκατομμυρίων δολαρίων, είχε αρρώστια με το ποδόσφαιρο και ήταν ιδιοκτήτης πέντε συλλόγων στο Μεξικό, ανάμεσά τους κι η Κερετέρο του προέδρου Μπράγκαρνικ. Ο Μαρτίνες συνελήφθη τελικά το 2014 και μάλιστα κατέθεσε και στη δίκη του Ελ Τσάπο για να τύχει καλύτερης μεταχείρισης. Υπολογίζεται ότι μόνο την περίοδο 2000-2003 έβγαλε περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια από τη διακίνηση κοκαΐνης. Ο Μπράγκαρνικ υποστηρίζει ότι δεν είναι ντετέκτιβ για να γνωρίζει τι κάνουν οι κατά καιρούς συνεργάτες του.


Ο «Ελ Φουτμπολίστα» κατά την έκδοσή του στις ΗΠΑ.
Είχε ομάδες στις πόλεις Κερέταρο, Σελάγια, Ιραπουάτο, Λα Πιεδάδ και Μέριδα.

Μπορεί απλά βρε αδερφέ να είναι πολύ άτυχος στις φιλίες του (ας μην ξεχνάμε το τεκμήριο της αθωότητας). Σιγά σιγά πάντως, ανέβηκε στο ποδόσφαιρο τόσο της Αργεντινής, όσο και του Μεξικού. Έχει περάσει από διάφορες ομάδες κι έχει μεσολαβήσει σε πολλές μεταγραφές. Υπολογίζεται ότι έχει λάβει μέρος σε μεταγραφές αξίας 25 εκατομμυρίων δολαρίων τα τρία τελευταία χρόνια στο Μεξικό, ενώ εκπροσωπεί περίπου 100 ποδοσφαιριστές και 25 προπονητές. Αλλάζει προπονητές σε ιστορικούς συλλόγους, έχει άριστες σχέσεις με διοικήσεις ομάδων όπως η Ράσινγκ κι η Ιντεπεντιέντε, φιλικές σχέσεις με τον πρόεδρο της Μπόκα, ενώ ήταν αυτός που απεγκλώβισε τον Σαμπαόλι από τη Σεβίλλη για να πάει κόουτς στην εθνική. Κάπως έτσι απέκτησε εξαιρετικές σχέσεις και με τον Χόρχε Χανκ, καθώς μεσολάβησε στη μεταγραφή του αγαπημένου Νταρίο Μπενεντέτο στην Τιχουάνα. Ο Μπάγκαρνικ είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος των ομάδων του Χανκ σε κάθε «μπίζνα», που θα έλεγε κι ο Μάκης Ψωμιάδης, με ανθρώπους από την Αργεντινή.

Ο Αργεντινός μάνατζερ ήταν φυσικά αυτός που μεσολάβησε στις διαπραγματεύσεις του Γκρούπο Καλιέντε και του Μαραντόνα κι έκλεισε τη συμφωνία, με τον Ντιέγκο να παίρνει 180.000 δολάρια τον μήνα από τους Ντοράδος. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ο Ντιέγκο έκανε το σόου του στη Σιναλόα, η αλήθεια είναι ότι βελτίωσε την εικόνα της ομάδας, αλλά οι Ντοράδος δεν κατάφεραν τελικά να κερδίσουν την άνοδό τους, χάνοντας στην παράταση. Το μέλλον του Μαραντόνα ήταν αβέβαιο, αλλά τελικά παρέμεινε στην ομάδα για έναν ακόμα χρόνο. Με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει δεν μπόρεσε να είναι στον πάγκο στην πρεμιέρα, όπου οι Ντοράδος έχασαν εντός έδρας. Το αν θα ολοκληρώσει τη χρονιά δεν το ξέρει κάνεις. Άλλωστε στη διαβόητη Σιναλόα των narcos τα πράγματα αλλάζουν πολύ εύκολα.

Η ακαταμάχητη γοητεία του Πάουλο Φούτρε

  [Καθόλου σχόλια]

Δεν γνωρίζω αν είμαστε πολλοί, αλλά προσωπικά ανήκω σε αυτούς που λατρεύουν τους κλασσικούς τεχνίτες παίκτες, τους λίγο πιο παραδοσιακούς μπαλαδόρους που πιθανότατα δεν έχουν θέση στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Κι ενώ πλέον, μέσα από τα δορυφορικά κανάλια και το διαδίκτυο, μπορούμε να βρούμε δεκάλεπτα αφιερώματα σε κάθε μεταγραφικό στόχο της ομάδας μας, στα παλιά τα χρόνια οι εικόνες από αρκετούς ποδοσφαιριστές ήταν ελάχιστες. Ήταν σε άρθρα εφημερίδων, σε φάσεις αθλητικών εκπομπών και στα σχετικά λίγα μεγάλα ματς που έδειχνε τότε η τηλεόραση. Ο Πάουλο Φούτρε είναι μια τέτοια περίπτωση, ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής και μία τρομερή φυσιογνωμία που όσο έπαιζε ήταν δύσκολο να δούμε.

Προϊόν των ακαδημιών της Σπόρτινγκ, γίνεται το μεγάλο της ταλέντο μέσα σε μια χρονιά, αλλά όταν ζητάει παραπάνω χρήματα και δεν τα παίρνει φεύγει για την Πόρτο. Εκεί κατακτά αμέσως δύο πρωταθλήματα και περνάει στο πάνθεον του συλλόγου το 1987 όταν και οδηγεί την ομάδα στον τελικό του Πρωταθλητριών απέναντι στην Μπάγερν Μονάχου των Ρουμενίγκε, Μπρέμε, Ματέους και Πφαφ. Η Πόρτο είναι το μεγάλο αουτσάιντερ, καθώς οι Γερμανοί έχουν αποκλείσει τη Ρεάλ στα ημιτελικά. Πράγματι, προηγούνται στο 25′, αλλά το σόου του 21χρονου Φούτρε στο δεύτερο ημίχρονο φέρνει μια τεράστια ανατροπή. Η Πόρτο κερδίζει με 2-1 κατακτά για πρώτη φορά τον μεγάλο τίτλο, ο Φούτρε ανακηρύσσεται παίκτης του αγώνα κι ο προσωπικός μου έρωτας γι’ αυτόν ξεκινά. Μαζί φυσικά κι ο έρωτας πολλών ευρωπαϊκών ομάδων.


Χαιτικό, όμορφα μάτια, αστραφτερά δόντια, κακόγουστο ντύσιμο, φάτσα μεταξύ Σάκη Ρουβά και Χάρη Κοπιτσή. Ο απόλυτος σταρ των 80s.

Στα 21 του κάνει την ποδοσφαιρική Ευρώπη να παραμιλάει. Σε εποχές που οι θέσεις ξένων ήταν ελάχιστες και κάθε επιλογή ιδιαίτερα σημαντική, τότε που ο Μπόσμαν δεν υπήρχε ακόμα, ο Φούτρε γίνεται αντικείμενο πόθου πολλών. Νικητής όμως μόνο ένας. Ο διαβόητος Χεσούς Χιλ, ο Ισπανός επιχειρηματίας που θέλει να γίνει πρόεδρος στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Ο τροφαντός Χιλ είναι αουτσάιντερ, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε ποτέ στη ζωή του. Ξέρει τη δύναμη των ΜΜΕ και τα χρησιμοποιεί για να φτιάξει το προφίλ του. Πληρώνει τα εισιτήρια του τρένου σε πολλούς οπαδούς της Ατλέτι για τον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ στη Θαραγόθα και κάνει την κίνηση ματ. Την προηγούμενη των εκλογών καλεί τον κόσμο σε ένα πάρτι σε γνωστή ντίσκο της Μαδρίτης. Μαζί του εμφανίζει τον πιτσιρικά Πάουλο Φούτρε και υπόσχεται στα μέλη του συλλόγου ότι αν εκλεγεί, θα γίνει παίκτης της ομάδας. Όλα αυτά καθώς ο Πορτογάλος κάνει… socializing και πίνει ποτά με τα άναυδα μέλη. «Η Ατλέτικο χρειάζεται ένα αστέρι κι αυτός είναι ο Φούτρε. Μπορείτε τώρα να χρησιμοποιήσετε το μπαρ», λέει από μικροφώνου ο Χιλ. Την επόμενη μέρα κερδίζει με 5.219 ψήφους, ενώ ο δεύτερος υποψήφιος έχει σχεδόν 2.000 λιγότερες.

Ο Πορτογάλος φτάνει στη Μαδρίτη ως σούπερ σταρ, αφού ο Χιλ συμφωνεί στο τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής συμβόλαιό του, αλλά και στην κατακίτρινη Πόρσε που ο Φούτρε ζητάει. Όπως συχνά συμβαίνει σε περιπτώσεις ισχυρών χαρακτήρων, η σχέση Χιλ-Φούτρε ήταν μια σχέση αγάπης και μίσους. «Ήταν μια σχέση πατέρα-γιου. Εγώ ήμουν ο κακός γιος», δήλωσε ο Φούτρε σε συνέντευξή του στο πρακτορείο EFE. Ο Φούτρε δεν φοβόταν να μιλήσει μπροστά στον Χιλ. Αν ο Χιλ τα έβαζε με κάποιον παίκτη, ο Πορτογάλος έβγαινε μπροστά να τον υπερασπιστεί, οι συμπαίκτες του ήταν τα αδέρφια του. «Όταν τα πηγαίναμε καλά ήμουν ο Πάολο, όταν δεν τα πηγαίναμε καλά ήμουν ο Πορτογάλος».

Ο Φούτρε θα μπορούσε να είχε χάσει σημαντικό χρόνο και ίσως η καριέρα του να ήταν διαφορετική, καθώς έπρεπε να κάνει τη στρατιωτική του θητεία. Τελικά όμως, χάρη στα κατορθώματά του πήρε αναβολή για αρκετά χρόνια και έτσι μπόρεσε να αφοσιωθεί στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Αμέσως αγαπήθηκε από τους οπαδούς, όχι μόνο γιατί ήταν εξαιρετικός παίκτης, αλλά γιατί επιτέλους η Ατλέτι είχε τον δικό της σταρ, έπιανε αυτή μεγάλο χώρο στα πρωτοσέλιδα εξαιτίας του Φούτρε. Ο Χιλ λέει ότι όπως ο Μπερναμπέου έκανε μεγάλη τη Ρεάλ με τον ντι Στέφανο, έτσι κι η Ατλέτικο θα γίνει μεγάλη με τον Φούτρε. Όπως είναι φυσικό, ο Φούτρε γίνεται στόχος των μερένγκες στα ντέρμπι, όπου τον κυνηγάνε με απίστευτη σκληρότητα. «Μου πήρε 10 λεπτά να μισήσω τη Ρεάλ Μαδρίτης, μου το δημιούργησαν οι συμπαίκτες μου αμέσως, την πρώτη εβδομάδα που πήγα στη Μαδρίτη» έχει δηλώσει. Φυσικά αυτό ήταν αμοιβαίο. Στο ιστορικό ντέρμπι του 1989, όπως λένε οι δημοσιογράφοι, έμοιαζε περισσότερο με αθλητή ράγκμπι που προσπαθούσε να αποφύγει το ξύλο:

Το μαγικό βίντεο του Ρεάλ-Ατλέτικο το 1989 με παράλληλο σχολιασμό Χεσούς Χιλ

Το παιχνίδι είναι γεμάτο σκληρά μαρκαρίσματα και μαγικές στιγμές του Φούτρε. Ο τερματοφύλακας Μπούγιο του ρίχνει μια ψιλή όταν ζητάει πέναλτι, σε μια άλλη φάση (στα 2.05 του βίντεο) τρώει κλάδεμα από πίσω και ένας άλλος παίκτης της Ρεάλ κλωτσάει την μπάλα πάνω του. Η κορυφαία φάση όμως έρχεται αργότερα, όταν ο Φούτρε κλέβει την μπάλα και συγκρούεται με τον Μπούγιο. Η γραφικότητα αγγίζει το ρεκόρ, με τον Μπούγιο να κάνει μικρές θεατρικές κωλοτούμπες ώστε να πλησιάσει τον Φούτρε και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να κάνει ότι τον χτύπησε. Ο Φούτρε απομακρύνεται αλλά την πληρώνει ο Ορεχουέλα που αποβάλλεται. Ο Μπούγιο λίγα λεπτά αργότερα κάνει μια έξοδο τύπου Σουμάχερ, αλλά δεν βλέπει την κόκκινη. Η Ρεάλ κερδίζει με 2-1 με ένα γκολ για το οποίο η Ατλέτικο υποστηρίζει ότι υπήρχε διπλό οφσάιντ. Ο Φούτρε διαμαρτύρεται, βλέπει την κόκκινη και τιμωρείται με τρεις αγωνιστικές.

«Δεν θα άλλαζα αυτό το κύπελλο, ούτε με πέντε πρωταθλήματα»

Αυτό και μόνο το ματς θα αρκούσε για να γίνει ίνδαλμα των οπαδών, αλλά ο Φούτρε φοράει τη φανέλα των κολτσονέρος για έξι σεζόν και έχει κι άλλα σπουδαία ματς. Σκοράρει αρκετά γκολ, αλλά κυρίως είναι αυτός που δημιουργεί και με την προσωπικότητά του ξεχωρίζει. Κερδίζει μόλις δύο κύπελλα, αλλά αυτό του 1992 είναι απέναντι στη Ρεάλ με τον ίδιο να σκοράρει ένα απίστευτο γκολ (κι ακόμα ένα του Σούστερ), μένει στην ιστορία. Αγαπημένο παιδί οπαδών και προέδρου (συνήθως), είναι παράλληλα ένας μπον βιβέρ. Καπνίζει, ξενυχτά, κάνει τη μεγάλη ζωή στη Μαδρίτη. Ζει σαν μια ντίβα. Το 1990 δηλώνει ότι θέλει να φύγει. Κλείνεται στο δωμάτιό του, κοιμάται μέχρι το μεσημέρι, κατεβάζει τις περσίδες και τρώει στο κρεβάτι. Μιλάει ψιθυριστά στο τηλέφωνο και λέει ότι έχει κατάθλιψη. Φυσικά η «κατάθλιψη» τού περνάει και συνεχίζει κανονικά για καιρό. Το τέλος του έρχεται το 1993 κι ενώ η Ατλέτικο περνάει δύσκολες στιγμές, με τεράστια οικονομικά προβλήματα. Αλλά κι ο Φούτρε το παρακάνει. Πολλά πρωινά δεν εμφανίζεται στις προπονήσεις μετά από ξενύχτια. Ο Λουίς Αραγονές του λέει ότι δεν είναι επαγγελματίας πια. Ο Φούτρε απαντά ότι ο Αραγονές έχει αλλάξει, δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που γνώριζε. Οι δυο τους δεν μιλάνε μεταξύ τους και η ομάδα πηγαίνει χάλια. Τελευταία τους ευκαιρία, το ντέρμπι της 18ης αγωνιστικής με τη Ρεάλ. Παίκτης και προπονητής κάνουν ανακωχή κι ο Φούτρε υπόσχεται ότι θα δώσει ένα σόου που το Βιθέντε Καλντερόν δεν θα έχει ξαναδεί. Ο Πορτογάλος όντως δείχνει τεράστια διάθεση, αλλά με άλλον τρόπο. Παίζει άναρχα, ζητάει και παίρνει την μπάλα, κινείται σε διάφορες θέσεις, αλλά από ουσία λίγα πράγματα. Για μαρκάρισμα ούτε λόγος. Ο Αραγονές έξαλλος από τον πάγκο του φωνάζει. Με γκολ του Σάμπας, η Ατλέτι ανοίγει το σκορ. Ο Φούτρε πηγαίνει στον τερματοφύλακα Μπούγιο και τον προκαλεί. «Πριν τα ντέρμπι, είχα τη φωτογραφία του στην τουαλέτα μου. Την έβλεπα συνέχεια, τον μισούσα«, δήλωσε χρόνια αργότερα για την μεγάλη του κόντρα με τον τερματοφύλακα της Ρεάλ. Είναι πλέον καλοί φίλοι, χρόνια μετά την απόσυρσή τους.

Η Ρεάλ ισοφαρίζει σε 1-1 με τον Ζαμοράνο. Είναι τελικά το τελευταίο ντέρμπι του Φούτρε. Η κόντρα συνεχίζεται, ο Αραγονές τον κατηγορεί δημόσια ότι δεν τον ακούει, ο Φούτρε απαντάει: «Έκανα λάθος που στα 21 μου ήρθα εδώ, έπρεπε να είχα πάει στην Ιταλία». Ο Πορτογάλος που ποτέ δεν χάριζε χρήματα, δεν αντέχει να είναι απλήρωτος για 8 μήνες και ζητάει δημόσια μεταγραφή. Ο Χεσούς Χιλ τρελαίνεται και λέει ότι ο Φούτρε τον ήξερε από την καλή του, τώρα θα τον μάθει από την ανάποδή του. Βάζει τιμή και καλεί τους αγοραστές να κάνουν προτάσεις. Η μέτρια κατάσταση του Φούτρε όμως, παρά τα μόλις 27 του χρόνια, αποθαρρύνει τους μεγάλους συλλόγους της Ευρώπης. Η Σπόρτινγκ κι η Πόρτο τον θέλουν, αλλά το ποσό είναι μεγάλο. Τότε γίνεται η έκπληξη. Η Μπενφίκα κάνει μια σκανδαλώδη συμφωνία με την πορτογαλική κρατική τηλεόραση για τα δικαιώματα κάποιων αγώνων. Ο διευθυντής της κρατικής τηλεόρασης ήταν παλιότερα πρόεδρος της Μπενφίκα και τα χρήματα ήταν ακριβώς όσα χρειαζόταν η Μπενφίκα. Το σκάνδαλο που ξεσπά κλονίζει μέχρι και την κυβέρνηση, αλλά τελικά ο Φούτρε παίρνει μεταγραφή στην Μπενφίκα και κάπως έτσι παίζει και στις τρεις μεγάλες της Πορτογαλίας.

Στην Μπενφίκα έπαιξε λίγο σχετικά, καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα στο γόνατο, αλλά κατέκτησε μαζί της ένα κύπελλο. Στη συνέχεια πήγε στη Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί, παίζοντας όμως κι εκεί λίγο εξαιτίας σοβαρού τραυματισμού. Έδειξε κάποια δείγματα της ποιότητάς του στη Ρετζιάνα, πήγε στη Μίλαν που έπαιξε μόλις σε ένα ματς ως αλλαγή του Μπάτζιο και τελικά κατέληξε στην Αγγλία και τη Γουέστ Χαμ του Χάρι Ρέντναπ τη σεζόν 1996-97. Οι Χάμερς ξεκίνησαν τους αγώνες τους από το Χάιμπουρι κι ο Φούτρε άφησε το στίγμα του αμέσως. Πώς; Όχι με μια στιγμή μαγείας από το αριστερό του πόδι, αλλά πετώντας τη φανέλα με το νούμερο 16 στα μούτρα του φροντιστή. Ο Τζον Μόνκουρ είχε πάρει το 10 κι ο Πορτογάλος δεν το ανέχτηκε. «Σε όλη μου την καριέρα φορούσα το 10. Ο Εουσέμπιο φορούσε το 10, ο Φούτρε φοράει το 10», φώναζε έξαλλος. Φυσικά, αρνήθηκε να παίξει. Ο Χάρι Ρέντναπ προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη, του είπε να το συζητήσουν τη Δευτέρα, αλλά ο Φούτρε πήρε το ταξί και έφυγε για το σπίτι του.

Την επόμενη μέρα άρχισαν διαπραγματεύσεις με τον Μόνκουρ για το 10. Ο Ρέντναπ θυμάται σε συνέντευξή του στο People να του λέει ότι τα νούμερα είχαν δηλωθεί στην FA και ότι είχαν πουληθεί πολλές φανέλες του Μονκούρ γιατί τα παιδάκια στην Αγγλία φοράνε φανέλες ποδοσφαιριστών. «Πόσες;» ρώτησε ο Πορτογάλος. «100 χιλιάδες λίρες σε φανέλες», απάντησε ο κόουτς. Στην πραγματικότητα, ήταν πέντε-έξι φανέλες. Ο Φούτρε αποφασισμένος να φορέσει το 10 πρότεινε να επιστρέψει τα χρήματα στους αγοραστές. Θα έδινε 100 χιλιάδες λίρες από την τσέπη του για να βάλει το 10. Τελικά ο Άγγλος ποδοσφαιριστής δέχτηκε να παραχωρήσει το νούμερο, καθώς ο Φούτρε του υποσχέθηκε να του δώσει τα κλειδιά της βίλας του στο Αλγκάρβε για να πάει να κάνει εκεί διακοπές. Ο Φούτρε μάγεψε με το νούμερο 10 στο ματς κόντρα στη Σαουθάμπτον και το κοινό του Άπτον Παρκ τον αποθέωσε. Στο άρθρο του Independent της εποχής, ο τίτλος ήταν «West Ham’s bright Futre», κλασσικό αγγλικό λογοπαίγνιο που έπαιζε με το όνομα του Πορτογάλου και το μέλλον. Το μέλλον ήταν άσχημο όμως. Ένα δυνατό μαρκάρισμα στο παιχνίδι με τη Γουίμπλεντον του τελείωσε την καριέρα στην Αγγλία. Τα ξαναβρήκε και επέστρεψε στην Ατλέτικο τη σεζόν 1997-98 αλλά έπαιξε δέκα ματς όλα αλλαγή (δημιουργώντας προβλήματα και πάλι με πρόεδρο και προπονητή) και απλά τελείωσε την καριέρα του στην Ιαπωνία. Επέστρεψε αργότερα σαν στέλεχος για να μαλώσει για πολλοστή φορά με την οικογένεια Χιλ. Θεωρείται πάντως θρύλος της Ατλέτικο.

Ο Φούτρε ήταν ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ένας πραγματικός σταρ που έγραψε ιστορία. Δυστυχώς όμως η πορεία του σημαδεύτηκε από τους πολλούς τραυματισμούς, αλλά και από τη δική του έλλειψη διάθεσης για σκληρή δουλειά. Στα 21 του είχε τον κόσμο στα πόδια του και στην Ατλέτικο όντως έκανε σπουδαία καριέρα. Υπάρχει όμως αυτό το «αν». Τι θα γινόταν αν ο «Πορτογάλος Μαραντόνα» δεν είχε τις ατυχίες και είχε το μυαλό στο κεφάλι του. Ο Πάουλο συνεχίζει να είναι μια σπουδαία μορφή στο πορτογαλικό ποδόσφαιρο και να προκαλεί συχνά με δηλώσεις του για διάφορα θέματα. Είτε κάνοντας πλάκα για την προφορά του Κασίγιας στα πορτογαλικά, είτε σχολιάζοντας για τον Κριστιάνο Ρονάλντο και τον Φίγκο, είτε ως σταρ σε διαφημίσεις, όπως η παραπάνω υπερ-καλτ όπου διαφημίζει ένα σεξουαλικό βοήθημα για άντρες. Δεν χρειάζεται να ξέρεις πορτογαλικά για να εκτιμήσεις τον Πάουλο που δεν… παίρνει μπρος, αλλά τελικά τα καταφέρνει χάρη στο προϊόν. «Δοκιμασμένο και με την έγκριση του Πάουλο Φούτρε» γράφει στο τέλος η διαφήμιση. Σταρ ακόμα και τώρα. Και φυσικά υπάρχει και δεύτερη διαφήμιση για το ίδιο προϊόν, με τον Φούτρε να κάνει κοντρόλ με… άλλο τρόπο (η διαφήμιση απαγορεύτηκε να παίξει στην τηλεόραση της Πορτογαλίας):

Το πρωτάθλημα των τριών μαέστρων και η χαρά του επιθετικού παιχνιδιού

  [2 Σχόλια]

Έφτασε, και πάλι, η εποχή που από τα χείλη πολλών φίλων (;) του ποδοσφαίρου ακούγεται η φράση που είναι χειρότερη κι από ταινία δράσης με τον Βιν Ντίζελ. Αυτό το εκνευριστικά ρηχό: «Έλα μωρέ τώρα, ποιος Γκουαρδιόλα», από ανθρώπους που βλέπουν το ποδόσφαιρο ως μια μπάλα που πηγαινοέρχεται πάνω κάτω, ανάμεσα σε τέσσερις γραμμές, προσπαθώντας να σφηνωθεί, με κάθε τρόπο, στα δίχτυα. Για τους υπόλοιπους, μόλις τελείωσε ο φανταστικός πρώτος γύρος της Πρέμιερ Λιγκ. Η Λίβερπουλ είναι στην κορυφή, με +7 από την Σίτι, και η Τότεναμ, του Ποτσετίνο, συνεχίζει να μας εκπλήσσει ευχάριστα (και εμένα προσωπικά να με εκθέτει μιας και δεν περίμενα την εξαιρετική της πορεία). Ας μη γελιόμαστε. Η Τότεναμ κάνει -και αυτή- πορεία πρωταθλητισμού, βρίσκεται εντός και των τεσσάρων στόχων της (όπως και η Σίτι), παρουσιάζει όμορφο ποδόσφαιρο, δίχως να έχει ενισχυθεί καθόλου το καλοκαίρι και δίχως να αγωνίζεται στο γήπεδό της. Ακούγεται υπέροχο και είναι υπέροχο.

Η Σίτι μέχρι και τη νίκη της Λίβερπουλ επί της Έβερτον, με το γκολ του Οριτζί στις καθυστερήσεις, με την μπάλα να ζωντανεύει και να παίζει βόλεϊ στο δοκάρι, άγγιζε τους «μαγικούς» περσινούς της αριθμούς, δίχως τον εγκέφαλό της και κορυφαίο της παίκτη, τον Κέβιν Ντε Μπρούινε. Από τότε, αν και συνεχίζει να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, οι αριθμοί της έχουν πέσει αισθητά, κάτι που μεταφράζει και την πεσμένη της αποτελεσματικότητα, σε άμυνα και επίθεση, χάνοντας βαθμούς. Η κατοχή βρίσκεται στο 63.9% από το 65.3%. Τα ποσοστά επιτυχίας στις πάσες είναι στο 89.1%, από το 90.1%. Η ομάδα έχει τρεις λιγότερες τελικές, σε κάθε αναμέτρηση, και δέχεται μια παραπάνω καθαρή ευκαιρία για τέρμα. Όλα αυτά δείχνουν την πτώση της και τις τρεις ήττες που έκανε, τον τελευταίο καιρό, έτσι ώστε να δει το +2, από την Λίβερπουλ, να μετατρέπεται σε -7. Βέβαια σε όλα αυτά θα πρέπει να μπει στην εξίσωση ο απίστευτος πρώτος γύρος της ομάδας του Κλοπ, που συνεχίζει αήττητη, όπως και ο παράγων – τύχη. Αυτό το τελευταίο θα παίζει άλλωστε πάντα σημαντικό ρόλο στον ομαδικό αθλητισμό.

Για παράδειγμα: Στο Στάμφορντ Μπριτζ, η Σίτι, στο ‘α ημίχρονο ήταν καταπληκτική, και με βάση τους αριθμούς της θα έπρεπε να βρίσκεται στο 45’ μπροστά στο σκορ ακόμα και με 3-1. Το τελικό αποτέλεσμα όμως βρήκε νικητές τους «μπλε», με 2-0, σε ένα αποτέλεσμα που δεν μπορούσε να εξηγηθεί εύκολα με την «ποδοσφαιρική λογική». Στις δύο κολλητές ήττες, από Κρίσταλ Πάλας και Λέστερ, είχαμε την τύχη (ο Πεπ την ατυχία) να δούμε δύο γκολ σπάνιας ομορφιάς να μπαίνουν στα δίχτυα του Έντερσον. Το τέρμα του Τάουνσεντ, και το τέρμα του Ρικάρντο Περέιρα, λογικά, θα βρίσκονται στα κορυφαία της σεζόν, μιας και είναι γκολ που -ακόμα και στην Πρέμιερ Λιγκ- δεν τα βλέπουμε πλέον πολύ συχνά, και φυσικά δεν ήρθαν από καμία οργανωμένη επίθεση. Βέβαια αυτό το απρόβλεπτο είναι και ένα μέρος της μαγείας του ποδοσφαίρου, αλλιώς θα μιλούσαμε -και θα γράφαμε- για σκάκι.

Αυτό που θέλω να πω, και για να μην μπερδευόμαστε, είναι πως η Σίτι συνεχίζει -και φέτος- να κάνει πορεία πρωταθλητισμού και να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, άσχετα με την βαθμολογική της θέση, στην παρούσα φάση. Με μια μεγάλη όμως διαφορά, σε σχέση με την περσινή της, εξωπραγματική, σεζόν. Στην δύσκολη περίοδο των φετινών γιορτών κάνει την «κοιλιά» που δεν έκανε σε κανένα σημείο της περσινής σεζόν, με τον Γκουαρδιόλα να έχει να διαχειριστεί πολλούς τραυματισμούς και το φυσιολογικό (;) ντεφορμάρισμα αρκετών βασικών παικτών. Απ’ την άλλη, η μοναδική «μεγάλη γκέλα» της ομάδας -για μένα- είναι η ήττα απ’ την Πάλας, στο Έτιχαντ. Αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Μια ήττα στο Λέστερ και μια ήττα στο Στάμφορντ Μπριτζ δεν νομίζω να θεωρούνται γκέλες στο επίπεδο της Πρέμιερ Λιγκ. Δεν έχει υπογράψει κανένας, όσο σπουδαίος και να είναι, συμβόλαιο με τη νίκη και ούτε μια ήττα μειώνει την αξία του και την δουλειά του. Ας μην ψάχνουμε την εξαίρεση για να βγάλουμε άκυρο τον κανόνα. Το ματς-κλειδί για τους «πολίτες» θα είναι αυτό με την Λίβερπουλ στο Έτιχαντ. Αν εκεί η διαφορά δεν μειωθεί ή -ακόμα χειρότερα- μεγαλώσει, τότε θα έχουν αρχίσει τα πραγματικά δύσκολα για τον Καταλανό και την ομάδα του. Χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να μειώνει την άρτια δουλειά του.

Η Σίτι με τον Ντε Μπρουίνε να μπαίνει σιγά- σιγά στην ομάδα, φτάνοντας στο 100%, μετά τον τραυματισμό του, και φυσικά με τις επιστροφές των Μεντί και Φερναντίνιο θα αρχίσει να βρίσκει και πάλι τον πραγματικό της εαυτό. Βέβαια θα πρέπει να έχει μαζί της και το συστατικό που χρειάζονται όλες οι ομάδες για να πετύχουν τους στόχους τους. Αυτό που φέτος -ως ώρας τουλάχιστον- δείχνει να έχει αφήσει την γαλάζια πλευρά του Μάντσεστερ. Όπως άλλωστε έχει γράψει και ο Γάλλος συγγραφέας Σταντάλ «Η τύχη σ’ αρπάζει απ’ τα μαλλιά, αλλά η ίδια είναι φαλακρή».  Ίσως έτσι εξηγείται και η φετινή γκαντεμιά του Πεπ Γκουαρδιόλα. Ν’ αφήσει πάντως μαλλιά ο Γκουαρδιόλα, δεν γίνεται. Να αρχίσει και πάλι ένα μεγάλο νικηφόρο σερί η Σίτι, γίνεται.

Η Τότεναμ είναι η μεγάλη αποκάλυψη της φετινής σεζόν. Συνεχίζει μάλιστα να κάνει πορεία πρωταθλητισμού έχοντας ρίξει, λίγο είναι η αλήθεια, τους αριθμούς της. Η κατοχή μπάλας, στη μέση του πρώτου γύρου, ήταν στο 57.4%. Πλέον βρίσκεται στο 55%. Έχει το ίδιο ποσοστό επιτυχίας στις πάσες (στο 82%). Δημιουργεί δύο λιγότερες τελικές ευκαιρίες και δέχεται τον ίδιο αριθμό σουτ προς την εστία της (12), σκοράροντας όμως 2.2 γκολ ανά παιχνίδι. Καθόλου άσχημα για μια ομάδα που είναι ακριβώς ίδια με πέρσι, με τον προπονητή της να έχει να διαχειριστεί την κούραση -και την φόρμα- πολλών βασικών παικτών που πρωταγωνίστησαν και στο Μουντιάλ, έχοντας μεγάλους αντιπάλους δύο ομάδες που θεωρούνται -και είναι- ανάμεσα στις κορυφαίες του πλανήτη φέτος. Την Σίτι και τη Λίβερπουλ.

Αν υπάρχει ένας σημαντικός παράγοντας -εκτός φυσικά του σπουδαίου Ποτσετίνο που κάνει «παπάδες»- αυτός δεν είναι άλλος από τον Νοτιοκορεάτη μεσοεπιθετικό Σον Χιούνγκ-Μιν. Ένας παίκτη που στην αρχή της σεζόν άφησε το Λονδίνο για να αγωνιστεί με την εθνική της χώρας του, γνωρίζοντας πως αν δεν κέρδιζε το χρυσό μετάλλιο, θα έπρεπε να αφήσει το ποδόσφαιρο για να παρουσιαστεί για δύο χρόνια στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας, βάζοντας ουσιαστικά τέλος στην επαγγελματική του καριέρα. Ευτυχώς για όλους μας, τα κατάφερε, και συνεχίζει να παίζει ποδόσφαιρο στο κορυφαίο επίπεδο.

Ο Σον μετράει στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ 9 εμφανίσεις, έχοντας σκοράρει 7 τέρματα σε 832 λεπτά, φτάνοντας το δικό του ranking στο φοβερό 7.30, για το αγγλικό πρωτάθλημα. Για την ιστορία, στο τελευταίο παιχνίδι κόντρα στην Μπόρνμουθ, στη νίκη των Σπερς με 5-0, ο Σον είδε το προσωπικό του ranking να αγγίζει -σχεδόν- το τέλειο, με 9.90 μονάδες. Ο Σον είναι για τη φετινή Τότεναμ, ο άνθρωπος που κάνει τη διαφορά (απ΄τον Κέιν βλέπουμε αυτά που περιμέναμε) στο επιθετικό της κομμάτι και την ανεβάζει ακόμα ένα επίπεδο, με την ενέργεια και την ποιότητά του. Ο γλυκός σοφιστικέ «δολοφόνος» που σε ξεγελάει με το όμορφο παρουσιαστικό του και στην φέρνει εκεί που δεν το περιμένεις. Αν είχατε την τύχη να απολαύσετε το αριστούργημα του Λι Τσάνγκ-Ντονγκ «Burning» (προσοχή ακολουθούν spoilers), και είστε φίλοι της Τότεναμ, (ή έστω της Πρέμιερ Λιγκ) δεν γίνεται να μην είδατε στο πρόσωπο του Μπεν (τον υποδύεται εξαιρετικά ο Στίβεν Γέουν του The Walking Dead), τα «δολοφονικά» ένστικτα που βλέπει κάθε ποδοσφαιρόφιλος στο χαμογελαστό και γεμάτο  ποδοσφαιρική «υγεία» πρόσωπο του Σον, κάθε αγωνιστική, στα γήπεδα της Αγγλίας.

Αν μπορεί να καταφέρει η Τότεναμ την υπέρβαση; Όπου υπέρβαση βάλτε δίπλα το πρωτάθλημα, θεωρώ πως όχι. Όσο και αν διαθέτει ένα φανταστικό προπονητή και ένα ρόστερ γεμάτο νιάτα, ταλέντο, φρεσκάδα και δίψα για τίτλους που δείχνει να ρολάρει επικίνδυνα. Απ’ την άλλη, τρομάζω στην ιδέα, να δούμε του χρόνου τον Ποτσετίνο να περνά το κατώφλι του Όλντ Τράφορντ, φέρνοντας μαζί του και 2-3 παίκτες απ’ τους Σπερς. Όχι γιατί δεν θέλω να δω την Γιουνάιτεντ να πρωταγωνιστεί ξανά, τουναντίον, αλλά επειδή ίσως δούμε το καλύτερο πρωτάθλημα όλων των εποχών, με τρεις ομάδες που θα παίζουν όμορφο ποδόσφαιρο, να μονομαχούν μέχρι τέλους για τον τίτλο. Υπάρχει κάποιος αληθινός φίλος του ποδοσφαίρου που δεν θα το ήθελε αυτό; Δεν το νομίζω.

Για το τέλος άφησα την Λίβερπουλ. Την πρώτη Λίβερπουλ. Μια Λίβερπουλ που πλέον είναι στο 100% ομάδα του Κλοπ, με ένα ξεκάθαρο δικό του πλάνο, με παίκτες καθαρά δικές του επιλογές και με μια φιλοσοφία που με βρίσκει απολύτως σύμφωνο και την λατρεύω. Στη μέση του ‘α γύρου έγραφα πως η Λίβερπουλ θα πρέπει να βελτιωθεί, να ανοίξει το rotation απ’ τον Κλοπ, να μπει στην εξίσωση ο Σακίρι (και οι υπόλοιποι νέοι παίκτες), να βρει ξανά τον καλό του εαυτό ο Σαλάχ και φυσικά να συνεχίσει να έχει μαζί της την «Θεά Τύχη». Μια τύχη που της έχει γυρίσει την πλάτη τόσες και τόσες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, για να κάνει την υπέρβαση. Όπου υπέρβαση, βάλτε τη λέξη «πρωτάθλημα». 11 αγωνιστικές μετά από εκείνο το κείμενο, όλα τα παραπάνω, τα βλέπουμε πλέον ξεκάθαρα. H Λίβερπουλ έχει ανεβάσει την κατοχή της στο 57.5% απ’ το 54.2%. Έχει δύο τελικές παραπάνω και σκοράρει 2.2 τέρματα ανά αγώνα, έχοντας την ίδια επιτυχία στις πάσες (στο 85%). Από τα 15 γκολ της 8ης αγωνιστικής έχει φτάσει στα 43 στην 19η, έχοντας δεχθεί μόνο 7 τέρματα, την ίδια ώρα που η Σίτι έχει δεχθεί 15 και η Τότεναμ 18. Επίσης συνεχίζει την σταθερή της παρουσία στο αμυντικό της κομμάτι, δεχόμενη 8.1 σουτ ανά αγώνα και έχοντας δύο λιγότερα τάκλιν και τρία λιγότερα κλεψίματα από τους πρώτους 8 αγώνες της σεζόν, έχοντας καλύτερη αμυντική λειτουργία.

Η Λίβερπουλ μετρά 15 περισσότερους βαθμούς, σε αυτό το χρονικό σημείο, σε σχέση με πέρσι, κάτι που φαντάζει αρκετά λογικό -αν και υπερβολικό- μιας και πέρσι, τέτοια εποχή, δεν είχε ούτε Φαν Ντάικ, ούτε Φαμπίνιο, ούτε Κεϊτά, ούτε τον (φετινό) Ρόμπερτσον, ούτε φυσικά το «πολυεργαλείο» που ακούει στο όνομα Σακίρι και που μπορεί να συμπληρώνει και να καλύπτει όλα τα κενά, όλων των παικτών, σε όλες τις θέσεις της επίθεσης. Δεξιά, αριστερά, στην κορυφή, στον άξονα. Κι αυτή είναι ακόμα μια μεγάλη τακτική νίκη του Κλοπ. Ο Γερμανός ήξερε πως με την τριάδα των βασικών (Σαλάχ, Μανέ, Φιρμίνο) ο παίκτης που θα έρχονταν από τον πάγκο θα έπρεπε να διαθέτει την απαιτούμενη ποιότητα για να καλύπτει και τους τρεις, χωρίς φυσικά να γκρινιάζει. Καλύτεροι παίκτες απ’ τον Ελβετό υπάρχουν πολλοί, καλύτεροι παίκτες στον ρόλο του μπαλαντέρ, που έχει ο Σακίρι στη Λίβερπουλ, όμως κανένας. Ο Κλοπ έχει καταφέρει κάτι το μοναδικό. Έχει καταφέρει να αμβλύνει τις όποιες «αντιθέσεις» ενός ρόστερ που δεν έχει τους τεράστιους αστέρες, ψάχνοντας -και βρίσκοντας- την απόλυτη ισορροπία ανάμεσά τους, σε όλες τις γραμμές.

Υπάρχει και κάτι που έθιξα στην αρχή, και φυσικά χρειάζεται πάντα, για να φτάσει κάποιος στην κορυφή – όσο καλός και να είναι. Την τύχη. Μια τύχη που η Λίβερπουλ την προκαλεί και φυσικά την έχει. Μια τύχη που δεν είχε στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις που άξιζε (και μπορούσε) να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Το 2009 και το 2014. Φυσικά και η τύχη του ενός έρχεται πάντα σε συνάρτηση με την ατυχία του άλλου. Όταν για παράδειγμα η Γιουνάιτεντ κέρδιζε 6 βαθμούς, απ’ το πουθενά, στις καθυστερήσεις, με τον Μακέντα (του ΠΑΟ) τη σεζόν 2008-2009, η Λίβερπουλ έμενε στο 0-0 εντός, με Στόουκ και Φούλαμ, δημιουργώντας ένα σωρό ευκαιρίες. Σε μια σεζόν που η Λίβερπουλ είχε κερδίσει την Γιουνάιτεντ και την Τσέλσι, εντός και εκτός, και είχε χάσει το πρωτάθλημα έχοντας μόνο δύο ήττες σε ολόκληρη τη σεζόν, όντας η μοναδική ομάδα που έχει καταφέρει κάτι τέτοιο. Φέτος και η τύχη δείχνει να αλλάζει. Η Λίβερπουλ θα μπορούσε πολύ εύκολα να έχει -8 βαθμούς απ’ τα παιχνίδια με Έβερτον, Σίτι και Τσέλσι, που δεν ήταν καλύτερη, με τους δύο απ΄αυτούς να έχουν πάει στη Σίτι. Έχουν υπάρξει άλλωστε πολλές «τυχερές» και «άτυχες» στιγμές σε αρκετές απ’ τις μεγάλες σεζόν της Πρέμιερ Λιγκ. Στο τρεμπλ της Γιουνάιτεντ το ’99, στο αήττητο της Άρσεναλ το 2004, στο πρωτάθλημα της Γιουνάιτεντ το ’09, στο πρωτάθλημα της Σίτι το ’12 και το ’14. Και πιστέψτε με, έχουμε να δούμε πολλά ακόμα στον β’ γύρο της φετινής Πρέμιερ Λιγκ, μιας και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Γι’ αυτό ας χαρούμε τη μάχη τριών κορυφαίων ομάδων και τριών κορυφαίων προπονητών. Είμαστε πολύ τυχεροί που τους ζούμε μαζί, στο ίδιο πρωτάθλημα, να παλεύουν για τον τίτλο.

Ινδικό ποδόσφαιρο: ψάχνοντας το ταλέντο, την ισότητα και την ελευθερία

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν μέρες του 2013 όταν έσκασε η είδηση μιας νέας ποδοσφαιρικής λίγκας. Όχι στην Βραζιλία, την Αργεντινή, τις ΗΠΑ ή σε κάποια Ευρωπαϊκή χώρα, αλλά στην Ινδία. Η IMG-Reliance Industries και η Star India, σε συνεργασία με την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας, βγήκαν μπροστά και χρηματοδότησαν τη νέα αυτή κλειστή λίγκα που αποτελούνταν από 8 ομάδες (πλέον είναι 10), με μοναδικό σκοπό -όπως είπαν- να διαδώσουν το άθλημα του ποδοσφαίρου σε μια χώρα που -στην πλειοψηφία της- το αγνοεί παντελώς. Σύμφωνα με έρευνα εκείνης της περιόδου, στην Ινδία υπήρχαν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι, όλων των ηλικιών, που δεν ήξεραν (ή δεν είχαν ακούσει ποτέ) ονόματα παικτών όπως του Μέσι και του Ρονάλντο. Φυσικά και ο ισχυρός άνδρας της ΦΙΦΑ, Σεπ Μπλάτερ, είχε βοηθήσει στο όλο εγχείρημα, όχι επειδή είχε ενδιαφερθεί στο να μάθουν οι Ινδοί το ποδόσφαιρο, αλλά επειδή έβλεπε πολλά δισεκατομμύρια να εισρέουν, στις τσέπες του, από μια τεράστια «παρθένα» αγορά, που είχε, έχει, και φυσικά θα έχει πάντα, το άθλημα του κρίκετ ως «θρησκεία». Το Eurosport ανέλαβε τα τηλεοπτικά δικαιώματα και άρχισε να βάζει αυτό το νέο προϊόν στα σπίτια των Ευρωπαίων κάθε Σαββατοκύριακο. Στην αρχή με επιτυχία.

Είναι αλήθεια ότι το ποδόσφαιρο στην Ινδία δεν είναι καθόλου διαδεδομένο. Δεν είναι επίσης τυχαίο πως σπανίως βλέπουμε ποδοσφαιριστές με καταγωγή απ’ την Ινδία να βρίσκονται σε ομάδες μεγάλων πρωταθλημάτων, κάτι που γίνεται ακόμα πιο περίεργο αν αναλογιστούμε πως μιλάμε για μια χώρα που βρέθηκε υποταγμένη σε μια χώρα που λατρεύει το ποδόσφαιρο, την Βρετανία, για πολλά χρόνια. Τα πρώτα χρόνια μάλιστα που το ποδόσφαιρο ξεκίνησε να υπάρχει ως άθλημα. Ακόμα πιο περίεργο είναι πως στην Ινδία υπάρχουν ομάδες πιο παλιές ακόμα κι από ιστορικά κλαμπ της Ευρώπης όπως είναι η Λίβερπουλ, η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ Μαδρίτης. Το 1947 η Βρετανική Ινδία έφτανε μέχρι το Πακιστάν, με την Βεγγάλη να έχει χωριστεί στα δύο. Μετά την ανεξαρτησία, ένας τεράστιος όγκος προσφύγων άφησε το ανατολικό Πακιστάν (μετέπειτα Μπαγκλαντές) και βρέθηκε στην Νότια Βεγγάλη. Ήταν τόσοι πολλοί που η τοπική οικονομία δεν μπόρεσε με τίποτα να τους απορροφήσει και να τους βοηθήσει.

Όπως ήταν φυσικό, η οικονομία της περιοχής κατέρρευσε και χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να σταθούν στα πόδια τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Ο μεγαλύτερος όγκος Ινδουιστών είχε μείνει στο ανατολικό Πακιστάν. Στην Βεγγάλη δημιουργήθηκε, μετά από όλες αυτές τις κοινωνικές ανακατατάξεις, και η μεγαλύτερη κόντρα του Ινδικού ποδοσφαίρου, ανάμεσα στην Ανατολική Βεγγάλη και την Μοχούν Μπαγκάν, που ιδρύθηκε από αριστοκρατικές οικογένειες Βεγγαλών της Βόρειας Καλκούτας το 1889. Δύο ομάδες που υπάρχουν για πάνω από 120 χρόνια, έχουν κερδίσει πάνω από 170 τρόπαια (με όλες τις άλλες ομάδες να μετρούν περίπου 40) και θεωρούνται οι δύο πιο επιτυχημένες ομάδες στην Ινδία με την κόντρα τους να αγγίζει επίπεδα μίσους. Οι δύο αυτές ομάδες δεν αγωνίζονται στην Ινδική Σούπερ Λίγκα.

«Η κόντρα ανάμεσα στις δύο ομάδες ξεκίνησε μετά την ανεξαρτησία» σύμφωνα με τον Σιρανζίτ Οτζίχα, έναν εκ των σπουδαιότερων αθλητικογράφων της χώρας, σε μια περίοδο που η χώρα κέρδισε την «ελευθερία» της στηριζόμενη στις διδαχές του Γκάντι περί επανάστασης άνευ βίας. Η δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν μια πολύ καλή περίοδος για το ποδόσφαιρο της χώρας. Η Ανατολική Βεγγάλη γιγαντώθηκε ποδοσφαιρικά και έφτασε να πάρει μέρος ακόμα και σε διεθνή τουρνουά με ομάδες της Σοβιετικής Ένωσης. Η επιτυχία μάλιστα ήταν τόσο μεγάλη που η εθνική της χώρας κέρδισε ομάδες όπως η Βόρεια Κορέα, η Ταϊλάνδη και το Ιράν. Η Ινδία μάλιστα είχε προσκληθεί να πάρει μέρος στο Μουντιάλ του 1950 αλλά δεν είχε δεχθεί μιας και η πλειοψηφία των παικτών δεν ήθελε να αγωνιστεί φορώντας παπούτσια. Μετά από συζητήσεις -και όπως ήταν λογικό- η ΦΙΦΑ δεν δέχθηκε το αίτημα και ακύρωσε την συμμετοχή. Μια συμμετοχή που ίσως να είχε καταφέρει να αλλάξει το ποδόσφαιρο της χώρας -εννοείται- προς το καλύτερο. Για την ιστορία, η Ανατολική Βεγγάλη είναι η πρώτη -και μοναδική- ομάδα της χώρας που έχει κερδίσει το διεθνές τουρνουά Asian Club Championship, το 2003. Για να καταλάβουμε καλύτερα την κόντρα ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες αξίζει να αναφέρω τα γεγονότα του IFA Shield το μακρινό 1975.

Η Ανατολική Βεγγάλη ήταν ανίκητη σε ντέρμπι για 6 σερί χρόνια και έφτασε να διεκδικεί το τρόπαιο στον τελικό με την Μοχούν Μπαγκάν. Η Ανατολική Βεγγάλη θα παρουσιάσει εξαιρετικό ποδόσφαιρο, και στον τελικό θα διασύρει την μεγάλη της αντίπαλο με 5-0. Ένας απ’ τους φανατικότερους οπαδούς των ηττημένων, ο Ουμακάντο Παλοντχί, μη μπορώντας να αντέξει και να διαχειριστεί αυτή την ήττα, θα δώσει τέλος στη ζωή του, αφήνοντας ένα ανατριχιαστικό σημείωμα, δείχνοντας με τον χειρότερο τρόπο τον φανατισμό που μπορεί να προκαλέσει ένα τόσο όμορφο σπορ (ένα παιχνίδι) όπως είναι το ποδόσφαιρο. «Δεν μπορώ να αντέξω αυτή την ήττα και αυτή την ντροπή. Ελπίζω στην επόμενή μου ζωή να επιστρέψω ως παίκτης της ομάδας, που αποτελεί το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου, και να μπορέσω να πάρω εκδίκηση γι’ αυτή την ντροπιαστική μας ήττα. Μια ήττα από αυτούς που μισώ». Η κόντρα και το μίσος ανάμεσα στις δύο ομάδες παραμένει ακόμα και στις μέρες μας και μάλιστα σε ντέρμπι το 2012, οι οπαδοί της Μοχούν Μπαγκάν είχαν δημιουργήσει σοβαρά επεισόδια πετώντας τούβλα προς τους αντίπαλους οπαδούς και παίκτες. Μάλιστα ένα από αυτά είχε τραυματίσει σοβαρά τον δικό τους παίκτη, Σιντ Ραχίμ Ναμπί, που είχε προσπαθήσει να τους ηρεμήσει.

Το μοντέρνο ποδόσφαιρο της Ινδίας δεν γίνεται να υπάρξει δίχως αυτή την κόντρα και δίχως αυτό το ντέρμπι μίσους. Μια κόντρα που είναι πολύ δύσκολο να συγκριθεί με οποιαδήποτε άλλη μιας και οι ρίζες της βρίσκονται στην πτώση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, την διαίρεση μιας αρχαίας φυλής, την κόντρα για την θρησκεία και όλα αυτά ξέροντας πως ό,τι και να συμβεί, αυτές οι δύο ομάδες, θα βρίσκονται στην σκιά του πιο δημοφιλούς σπορ της χώρας. Του κρίκετ. Αξίζει να σημειώσω πως η Δυτική Βεγγάλη κυβερνήθηκε για 34 χρόνια (1977-2011) απ’ την Καλκούτα και το Αριστερό Μέτωπο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ινδίας δηλαδή. Αυτή ήταν η μακροβιότερη δημοκρατικά εκλεγμένη κομμουνιστική κυβέρνηση στον κόσμο. Το 2011 το Αριστερό Μέτωπο έχασε τις εκλογές απ’ το συνέδριο Τριναμούλ. Παράλληλα ξεκίνησαν οι διώξεις πολλών Ινδών Κομμουνιστών, με αρκετούς από αυτούς να δέχονται ακόμα και δολοφονικές επιθέσεις. Φαινόμενα και γεγονότα που δεν διαβάζουμε γι’ αυτά στον Δυτικό (και «πολιτισμένο») κόσμο που ζούμε.

Αν υπάρχει κάποιος που κατάφερε να ενώσει -έστω και λίγο- όλους τους ανθρώπους που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο της Ινδίας αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον παλαίμαχο διεθνή ποδοσφαιριστή, Μπάτσουνγκ Μπουτία. Ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής τόσο για γι’ αυτά που έκανε εντός των αγωνιστικών χώρων αλλά και εκτός αυτών, δίνοντας σπουδαία μαθήματα ζωής. Ο Μπουτία είχε την τύχη να αγωνιστεί και στις δύο ομάδες που προανέφερα, ενώνοντας το φανατικό τους κοινό, όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Το σημαντικότερο όλων βέβαια είναι το γεγονός πως αγωνίστηκε στην Αγγλία με τα χρώματα της Μπέρι, δίνοντας όραμα και ελπίδα σε όλα τα νέα παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο στην Ινδία για να ακολουθήσουν τα όνειρά τους.

Ο σπουδαίος Ινδός αθλητικογράφος, Μπαρμπάγκ Σαρμάχ έγραψε πρόσφατα για τον Μπουτία: «Ακόμα και μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, συνέχισε να αποτελεί μια κυριαρχική φιγούρα για το ποδόσφαιρο της Ινδίας. Πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε λατρεύοντας τον. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα παιδιά ξεκίνησαν να κλωτσάνε μια μπάλα, βλέποντας τις επιτυχίες του. Το σημαντικότερο πράγμα που έκανε ήταν να εμπνεύσει ένα έθνος να ασχοληθεί πραγματικά με το ποδόσφαιρο. Το άλλο -και ακόμα πιο σημαντικό- ήταν να σπάσει τα δεσμά για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές και να ακολουθήσει μια ξεκάθαρα δική του διαδρομή, ανοίγοντας το δρόμο για ακόμα πιο σημαντικά πράγματα, δείχνοντας σε ολόκληρο τον πλανήτη πως υπάρχει ποδόσφαιρο και στην δική του χώρα».

Τον Μπουτία τον έφερε στη Μπέρι, στην Φούτμπολ Λιγκ, το ’99 ο Νιλ Γουόρνοκ, κάνοντας τον τον πρώτο Ινδό ποδοσφαιριστή που αγωνίστηκε στην Ευρώπη (και την Αγγλία) μετά τον σπουδαίο Μοχάμεντ Σαλίμ, πίσω στο μακρινό 1936. Γνωστός και ως «ο ξυπόλητος ποδοσφαιριστής». Ο Μπουτία ήταν για πολλά χρόνια το κεντρικό πρόσωπο της Nike και της Adidas, στην Ινδία, κερδίζοντας πολλά εκατομμύρια. Βέβαια η δόξα και τα χρήματα δεν μπόρεσαν ποτέ να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του, τις αξίες του και τα ιδανικά του, πιστεύοντας πάντα σε ένα καλύτερο κόσμο. Όπως είχε μάθει δηλαδή από τα παιδικά του χρόνια, ζώντας φτωχικά και κλωτσώντας φθαρμένες μπάλες στο χωριό του, στο Σικκίμ στα ανατολικά Ιμαλάια. Μια απ’ τις πιο σημαντικές στιγμές του θα είναι πάντα η άρνηση του να τρέξει με την Ολυμπιακή Φλόγα στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου το 2008, διαμαρτυρόμενος, και βάζοντας ασπίδα υπεράσπισης για την Ελευθερία του Θιβέτ. Βέβαια ο κόσμος του ποδοσφαίρου θα τον θυμάται πάντα ως τον άνθρωπο που άνοιξε τον δρόμο, και έσπασε τα στερεότυπα, για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές στο να κάνουν μια καριέρα στην Ευρώπη, παίρνοντας -επιτέλους- ίσες ευκαιρίες με όλους τους άλλους και αποβάλλοντας από πάνω τους αυτό τον «ποδοσφαιρικό ρατσισμό».

Θυμάμαι τον προπονητή της Λιντς, Τζορτζ Γκρέιαμ, να δηλώνει, εκείνη την περίοδο: «Η Λίβερπουλ μπορεί να έχει τον Μάικλ Όουεν αλλά και εμείς έχουμε τον Χάρπαλ Σινγκ» για τον 20χρόνο ταλαντούχο επιθετικό του, που τελικά δεν μπόρεσε να καθιερωθεί. Ήταν η εποχή που οι Ινδοί δεν έφταναν στην Αγγλία για να παίξουν κρίκετ, αλλά και ποδόσφαιρο. Tελικά ο Σινγκ δεν μπόρεσε να καθιερωθεί στα «παγώνια» και λίγο καιρό αργότερα, έγινε και αυτός παίκτης της Μπέρι, δίπλα στον μέντορά του. Ήταν μια εξαιρετική περίοδος για αρκετούς Ινδούς ποδοσφαιριστές, μιας και το αγγλικό ποδόσφαιρο έδωσε το πράσινο φως σε πολλούς να δοκιμαστούν, μπας και μπορέσουν να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. Ο Αιβάρ Ουντίν βρέθηκε στην Γουέστ Χαμ, ο Μάικλ Τσόπρα στην Νιούκαστλ, ο Αμρίτ Σίντμπου στην Ντέρμπι, ο Ναβίν Σαρόγια στην Μπρέντφορντ και ο Ραβίντρα Μαθάρου επίσης στη Λιντς. Όλα αυτά δεν λένε -σχεδόν- τίποτα στην μεγαλύτερη μερίδα των ποδοσφαιρόφιλων, και το ταλέντο όλων των παραπάνω  -για να είμαι ειλικρινής- δεν ήταν τόσο μεγάλο για να σταθούν στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ και της Τσάμπιονσιπ, αλλά στα μάτια εκατομμυρίων Ινδών ήταν μια μεγάλη νίκη. Μια νίκη ισότητας. Επιτέλους μπορούσαν και αυτοί να δοκιμαστούν σε ένα επαγγελματικό χώρο με πολλά φώτα. Ο τοίχος είχε πλέον γκρεμιστεί και η λέξη ευκαιρία υπήρχε πλέον στα στόματα όλων των παιδιών που κλωτσούσαν μια μπάλα κάπου στην Ινδία. Όπως δηλαδή συνέβαινε με τα περισσότερα μέρη αυτού εδώ του κόσμου. Επιτέλους το όραμα που είχε ο Μαχάτμα Γκάντι για την ισότητα και την ελευθερία, και μέσα απ’ το ποδόσφαιρο- αποκτούσε σάρκα και οστά, έστω και μετά από πολλά χρόνια.

Ο Γκάντι είχε βρεθεί ως ασκούμενος δικηγόρος στην Νότια Αφρική το 1893 σε μια περίοδο που το ποδόσφαιρο είχε αρχίσει να γίνεται ευρέως γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκεί ανακάλυψε την δύναμη αυτού του νέου σπορ και το πώς (και πόσο) μπορούσε να επιδράσει θετικά στις μάζες. Μέσω αυτού του υπέροχου σπορ, ο σπουδαίος Ινδός ακτιβιστής, επαναστάτης και πολιτικός κατάφερε να φέρει πολύ κοντά μια διχασμένη από τον ρατσισμό μερίδα του κόσμου. Λευκούς και μαύρους. Για την ιστορία ο Γκάντι είχε δημιουργήσει την πρώτη ερασιτεχνική ομάδα ποδοσφαίρου από μη-λευκούς. Μια νίκη κατά του ρατσισμού, πολύ πριν απογειωθεί η μάχη κατά του Απαρτχάιντ από τον Νέλσον Μαντέλα. Αν και όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, ήταν ένας κάκιστος παίκτης, όσες φορές τουλάχιστον είχε προσπαθήσει να παίξει, έβλεπε στο ποδόσφαιρο αυτό που οι περισσότεροι θεωρητικοί της εποχής αδυνατούσαν να δουν. Την δύναμη που αυτό είχε. Την επίδρασή του στην κοινωνία, φέρνοντας τους ανθρώπους κοντά, ασχέτως χρώματος, θρησκείας και κοινωνικού-οικονομικού επιπέδου του καθενός. Βοήθησε μάλιστα να στηθούν τρεις ομάδες, στο Ντούρμπαν, στην Πρετόρια και φυσικά στο Γιοχανεσμπουργκ διαδίδοντας ένα άθλημα που μπορεί να μην γνώριζε καλά, αλλά έβλεπε σε αυτό, όλα τα καλά που μπορούσε να προσφέρει στην κοινωνία.

Το ποδόσφαιρο μπορεί να προσφέρει ένα μέσο για κοινωνικό διάλογο, όταν κάποιος νιώθει να απειλείται κάθε μορφή -και έννοια- δημοκρατίας και ισότητας. Ο Γκάντι -μέσω και του ποδοσφαίρου- ήταν ο πρώτος άνθρωπος της πολιτικής που μπόρεσε να αναγνωρίσει τον σημαντικό ρόλο που μπορούσε να διαδραματίσει το ποδόσφαιρο. Ένα σημαντικό ρόλο στην δημιουργία της ηθικής των μαζών, προωθώντας πάνω απ’ όλα την ισότητα και την ομαδικότητα του πνεύματος των παικτών και κατ’ επέκταση των θεατών. Ο Γκάντι έβλεπε το ποδόσφαιρο ως ένα σπουδαίο λαϊκό φαινόμενο (όπως και είναι) με τεράστιες δυνατότητες στο να κάνει τον κόσμο καλύτερο, προσφέροντας σε όλους όσους ασχολούνται με αυτό, την πνευματική διαύγεια για να κατανοήσουν καλύτερα το γενικό ομαδικό πνεύμα της κοινωνίας, την αγάπη προς τον πλησίον και φυσικά την αίσθηση της αλληλεγγύης, πράγματα δηλαδή που χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι για να γίνονται ολοένα και καλύτεροι. Πράγματα που ευτυχώς για όλο τον κόσμο κατάφερε να μεταλαμπαδεύσει στην ανθρωπότητα και να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Πράγματα που δυστυχώς στις εποχές που ζούμε, αυτοί που ηγούνται του ποδοσφαίρου αλλά πάνω απ’ όλα αυτοί που ηγούνται των εθνών δεν μπορούν -ή δεν θέλουν- να κατανοήσουν, κάνοντας τον κόσμο καλύτερο.

Ο Μέσι του Βιλερμπάν

  [2 Σχόλια]

Τη σεζόν 2013-2014 στη Λυών αποφάσισαν ότι ήρθε η στιγμή η πολύ καλή φουρνιά που είχαν στις ακαδημίες τους να περάσει στην πρώτη ομάδα. Έτσι πήραν έναν κορμό, τον τερματοφύλακα Αντονί Λόπες, το μπακ Σαμουέλ Ουμτιτί, τα χαφ Κορεντίν Τολισό και Ζορντάν Φερί και τους επιθετικούς Αλεξάντρ Λακαζέτ και Ναμπίλ Φεκίρ. Και ενώ τα φώτα έπεσαν αρκετά στους Λακαζέτ και Ουμτιτί, οι οποίοι ήδη έχουν πάρει μεγάλες μεταγραφές για αλλού, ο πρόεδρος Ολάς είχε πάθει έρωτα με τον Ναμπίλ Φεκίρ. Σε ερώτηση δημοσιογράφου στις αρχές του 2015 για τους νέους της ομάδας, και με τον Λακαζέτ να κάνει σούπερ χρονιά που κατέληξε να τον βγάλει πρώτο σκόρερ του Σαμπιονά, απάντησε «Ο Ναμπίλ είναι ο Μέσι μου».

Γεννημένος στο Βιλερμπάν (σαν να λέμε ότι γεννήθηκε στην Καλαμαριά) στις 18 Ιουλίου του 1993, ο Φεκίρ είναι γέννημα θρέμμα Λυωνέζος, ή όπως λένε και εκεί, «Γκον». Η Λυών, που έχει μαζί με τις Ρεν και Μονακό τις καλύτερες ακαδημίες στη Γαλλία, φυσικά τον ανακάλυψε νωρίς και ο μικρός Ναμπίλ μπήκε στα παιδικά τμήματα των Γκον από την ηλικία των 12. Εκεί όμως οι προπονητές του τον έβρισκαν πολύ μικρό και αδύναμο και τελικά τον έδιωξαν. Όπως βέβαια έχει συμβεί σε πάμπολλες περιπτώσεις μικροκαμωμένων (Ματιέ Βαλμπουενά, ακούς;), ο Φεκίρ πήγε μια βόλτα σε διάφορες ακαδημίες συλλόγων στην κοιλάδα του Ροδανού, με μοναδικό στόχο της ζωής του να επιστρέψει στη Λυών. Εντάξει, κανείς δεν ξέρει τις Τοκέν Βιλερμπάν, Π.Σ. Βωλ και Καλουίρ στις οποίες πήγε, αλλά τη Σεντ Ετιέν που τον ζήτησε την ξέρουμε. Εκεί ο Φεκίρ, ως γνήσιος Γκον, απάντησε «Στους εχθρούς δεν πάω. Θέλω να αποδείξω στη Λυών ότι έκανε λάθος». Με προσωπική παρέμβαση του Ολάς, που τον είδε σε κάποιο αγώνα κυπέλλου νέων της περιοχής του Ροδανού, επιστρέφει τελικά στη Λυών στα 17 του.

Ντεμπουτάρει στα ματς προκριματικών του Τσαμπιολί κόντρα στη Ρεάλ Σοθιεδάδ. Θα παίξει στη ρούκι χρονιά του 17 ματς, σκοράροντας ένα γκολ και δίνοντας 2 ασίστ. Δεν ήταν αυτό που περίμεναν, αλλά όλη η Λυών τον πιστεύει πάρα πολύ. Ο μικρός ξεκίνησε σαν αριστερός εσωτερικός μέσος και μετά πέρασε δεύτερος επιθετικός. Εκεί την επόμενη χρονιά με το Λακαζέτ σκίζουν χασέδες. Ο Φεκίρ τελειώνει τη χρονιά με 16 γκολ και 9 ασίστ και ο Λακαζέτ με 32 γκολ και 7 ασίστ. Ο Φεκίρ όμως εκτός από γκολ και ασίστ κάνει και άλλα πράγματα στο γήπεδο. Κατεβαίνει χαμηλά να κάνει παιχνίδι, πάει στο πλάι να ανοίξει τις άμυνες, δοκιμάζει δύσκολες κάθετες, προστατεύει με το σώμα του τη μπάλα, ντριπλάρει με αυτό, ντριπλάρει γενικά. Με ύψος 1,73 και με το καλό του πόδι να είναι το αριστερό ο πρόεδρος είναι ξεκάθαρος: «Είναι ο Μέσι μου».

Με τις εμφανίσεις του και με την προοπτική του Γιούρο στη Γαλλία την επόμενη χρονιά ο Φεκίρ και ο Λακαζέτ δεν γίνεται να αγνοηθούν. Και οι δύο άλλωστε είχαν παίξει ματς με τη Γαλλία σε επίπεδο νέων. Με το Φεκίρ όμως δημιουργείται μια τεράστια ιστορία. Ο πατέρας του πριν τη διακοπή για τις εθνικές του Μαρτίου του 2015 βγαίνει και δηλώνει ότι ο γιος του θα επιλέξει να αγωνιστεί με την εθνική Αλγερίας, για να τιμήσει την καταγωγή του. Η οικογένεια του Φεκίρ κατάγεται από τη Φατζάνα της Αλγερίας, τόσο από την πλευρά του πατέρα του, όσο και από την πλευρά της μητέρας του. Εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία μόλις ένα χρόνο πριν γεννηθεί ο Ναμπίλ και η σχέση με την Αλγερία ήταν ακόμα πολύ έντονη. Ο Ναμπίλ δηλώνει στην Εκίπ ότι θα επιλέξει μέσα στις προσεχείς δύο εβδομάδες. Ο Ντεσάμπ λέει ότι η απόφαση είναι του παίχτη και ο Κριστιάν Γκουργκίφ, ο μπαμπάς του Γιοάν, προπονητής της εθνικής Αλγερίας, λέει ότι ο παίχτης θα επιλέξει την Αλγερία. Στη Γαλλία γίνεται πανικός σε εφημερίδες και πάνελ. Παράλληλα ο Γκουργκίφ τον καλεί κανονικά για τα φιλικά με το Ομάν και το Κατάρ, λέγοντας ότι τον κάλεσε διότι του είπε στο τηλέφωνο ο ίδιος ότι θα επιλέξει την Αλγερία. Τελικά, ο Φεκίρ βγαίνει στην Εκίπ και λέει «Η Γαλλία. Αυτή είναι η επιλογή μου». Και βάζει κερασάκι ότι «η συζήτηση που είχα με τον Ντιντιέ Ντεσάμπ ήταν πολύ πειστική». Έτσι για να αφήσει ξενερωμένους τους πάντες.

Λυωνέζικοι Αλγερινοί κύκλοι λένε ότι η σχέση με τον πατέρα του όχι απλώς χάλασε, αλλά δεν επανήλθε ποτέ. Πριν λίγο καιρό στη Λιμπερασιόν υπήρξε ένα άρθρο για τον Φεκίρ και ο αρθρογράφος (Γκρεγκορί Σναιντέρ) έγραφε ότι υπήρξε αυτό το καλοκαίρι μια προσπάθεια συμφιλίωσης στην αυλή του παππού, με όχι ξεκάθαρα όμως αποτελέσματα. Οι ίδιοι κύκλοι μετά τον τραυματισμό του, ρήξη χιαστών, τον Ιούλιο του 2015 με τη φανέλα της εθνικής Γαλλίας στο φιλικό κόντρα στην Πορτογαλία, έγραφαν ότι το αντιμετώπισαν ως χτύπημα από τον Αλλάχ.

Όσο οι Ουμτιτί, Τολισό και Λακαζέτ παίρνουν μεταγραφές εκατομμυρίων και πάνε για το παραπάνω βήμα, ο Φεκίρ μένει στη Λυών λόγω του τραυματισμού που τον άφησε τόσο πίσω. Την επόμενη σεζόν παίζει μόλις 9 ματς με τη Λυών και ένα με την εθνική. Μετά επανέρχεται βέβαια. Σεζόν 2016-2017, 51 ματς, 14 γκολ, 13 ασίστ. Επόμενη σεζόν, ίδιος αριθμός ματς 24 γκολ, 7 ασίστ. Αλλά πολύ, μα πολύ, περισσότερο παιχνίδι. Πλέον παίζει κάπου ανάμεσα στο κέντρο και στην επίθεση. Κάπως σαν τον Μέσι, κάπως σαν τον Ινιέστα. Παρά τις παραινέσεις του τμήματος μάρκετινγκ της Λυών να πάρει το 10, συνεχίζει να φοράει το 18. Την ημερομηνία γέννησής του. Και μια και είναι ο Μέσι τους, στο ντέρμπι με τη γειτονική Σεντ Ετιέν την περασμένη σεζόν, όταν κάνει το 0-5 μέσα στο Ζοφρουά Γκισάρτ βγάζει τη φανέλα του και τη δείχνει στους οπαδούς. Είναι το δεύτερό του γκολ στο ματς και μάλλον αντίδραση για τα «Βρωμοαλγερινέ» που ακούει από την εξέδρα σε όλον τον αγώνα.

Το καλοκαίρι που πέρασε ο Φεκίρ έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής παίζοντας ως αλλαγή συνήθως με την εθνική Γαλλίας. Η απόφασή του να επιλέξει τη Γαλλία αντί της Αλγερίας του έδωσε αυτή τη δυνατότητα. Παράλληλα σχεδόν πήρε τη μεταγραφή που έλειπε για να περάσει στην ελίτ. Η Λίβερπουλ τον είχε κλεισμένο, είχε δώσει συνέντευξη και στο κανάλι των Ρεντς, αλλά τελευταία στιγμή η μεταγραφή ακυρώθηκε. Η Λίβερπουλ είπε για ιατρικούς λόγους, το πληγωμένο του γόνατο. Η Λυών δεν είπε και πολλά, αλλά οι Αλγερινοί κύκλοι λένε για προμήθειες που ζήτησαν οι Αλγερινοί Λυωνέζοι τελευταία στιγμή. Η Λίβερπουλ είπε να μην μπλέξει σε περίπτωση (Ματιέ Βαλμπουενά κλείσε τα αφτιά σου) Μπενζεμά με σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες και αποσύρθηκε. Ο Ολάς είπε ότι θα μείνει να βοηθήσει τη Λυών να προχωρήσει στο Τσαμπιολί. Και στο ματς με τη Σαχτάρ όπου κρινόταν η πρόκριση έγινε πάλι ο Μέσι του Βιλερμπάν. Με μια κάθετη στον Τραορέ που το έχασε και μετά με ένα γκολ που θύμισε αρκετά τον Αργεντίνο έδωσε την πρόκριση στη Λυών.

Ο ίδιος είναι πλέον αρχηγός της ομάδας που υποστηρίζει από παιδί. Ζει τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του και όταν τον ρώτησαν για τη Λίβερπουλ είπε το ίδιο που είχε πει στα 14 του για τη Λυών. «Η ιστορία δεν τελείωσε. Θέλω να τους αποδείξω ότι έκαναν λάθος».

Ο οπαδός που σκότωσε το ίνδαλμα του

  [7 Σχόλια]

Τον αποκάλεσαν «Τζόρτζ Μπεστ της Ιταλίας». Ήταν χαρισματικός, ζόρικος, αντισυμβατικός. Μπορούσε να ντριπλάρει τους καλύτερους αμυντικούς με την ίδια ευκολία που προκαλούσε τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής με τον τρόπο ζωής του. Σε μια περίοδο που στην Ιταλία κυριαρχούσε η ποδοσφαιρική πειθαρχία του Ελένιο Ερέρα ο Λουίτζι Μερόνι ήταν η διέξοδος όλων όσων επιζητούσαν κάτι διαφορετικό, κάτι πιο καλλιτεχνικό, αυθόρμητο και γεμάτο φαντασία. Όπως έγραψε κάποτε και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζιάνι Μπρέρα: «Ήταν το σύμβολο μιας κοινωνικής ελευθερίας σε μια χώρα γεμάτη επιτήδειους κομφορμιστές».

Ο «Τζίτζι» Μερόνι ξεκίνησε την καριέρα του από το Κόμο αλλά έκανε το όνομα του στη Τζένοα στις αρχές της δεκαετίας του 60′. Το ταλέντο του ξεχώριζε εύκολα και μετά από μόλις δυο σεζόν η Τορίνο έσπασε το ρεκόρ μεταγραφής για νεαρό παίκτη, δίνοντας γι’αυτόν 300 εκατομμύρια λιρέτες. Το ποσό ήταν τόσο μεγάλο που ο πρόεδρος της Τζένοα δεν μπορούσε να αρνηθεί αλλά ακόμα κι έτσι οι διαμαρτυρίες ήταν έντονες. Ο κόσμος της ομάδας λάτρευε το ‘7αρι’ του και θεώρησε προδοσία την αποδοχή της πρότασης. Παρόμοιες ενστάσεις είχε και ο προπονητής του, ο Αργεντινός Μπέντζαμιν Σάντος, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε διακοπές στην Ισπανία. Ο μύθος λέει ότι όταν έμαθε πως ο παίκτης του πουλήθηκε, μπήκε στο αμάξι του αποφασισμένος να γυρίσει επειγόντως στη Γένοβα για να παραιτηθεί αλλά εξαιτίας της νευρικότητας του, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και έπεσε πάνω σ’ένα δέντρο. Μέσα σε λίγες μέρες η Τζένοα έχασε και το μεγάλο της αστέρι και τον προπονητή της!

Στο Τορίνο η καριέρα και η φήμη του Μερόνι απογειώθηκαν. Οι κούρσες του στη δεξιά πλευρά ήταν κάτι σαν ατραξιόν όλου του πρωταθλήματος. Όταν έπαιρνε τη μπάλα οι θεατές ξεσηκωνόταν, ξέροντας ότι πιθανόν θα ακολουθήσει κάτι εντυπωσιακό. Αν και λόγω του στυλ του μάζευε τις κλωτσιές με το τσουβάλι, αρνιόταν να εκτελέσει τα κερδισμένα πέναλτι, αφού θεωρούσε πως ήταν ξενέρωτα και χωρίς καμία ομορφιά. Με θέση, νούμερο και στυλ ίδια με του Τζόρτζ Μπεστ οι συγκρίσεις δεν άργησαν να γίνουν. Οι ομοιότητες τους δεν σταματούσαν εντός των τεσσάρων γραμμών.

Ο τρόπος ζωής του Μερόνι σκανδάλιζε αρκετούς, ακόμα και εκτός ποδοσφαίρου. Το γεγονός ότι έμενε σε μια σοφίτα με την ερωμένη του, Κριστιάνα, η οποία όμως ήταν ακόμα παντρεμένη με έναν σκηνοθέτη (σύμφωνα με τα γκόσιπ της εποχής ο γάμος έγινε μετά από πιέσεις των γονιών της), ήταν για καιρό το αγαπημένο σκάνδαλο των ΜΜΕ της Ιταλίας ενώ αποτέλεσε και πρόβλημα μετά το θάνατο του, αφού η εκκλησία τον θεωρούσε «αμαρτωλό». Η άρνηση του στην προτροπή του ομοσπονδιακού τεχνικού Εντμόντο Φάμπρι να κόψει πιο κοντά τα μαλλιά του τον άφησε εκτός εθνικής για αρκετό καιρό αλλά οι εμφανίσεις του στο πρωτάθλημα ήταν τόσο εντυπωσιακές που ο Φάμπρι συμβιβάστηκε και τον πήρε τελικά μαζί του στο Μουντιάλ του 1966. Εκεί καταδέχτηκε να τον χρησιμοποιήσει μόνο στο ματς με τη Σοβιετική Ένωση, με αποτέλεσμα η Ιταλία να αποκλειστεί από τη Β. Κορέα, σε μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις όλων των εποχών που φυσικά οδήγησε και στην απόλυση του.

Όσα στερήθηκε η εθνική εν τη απουσία του τα γευόταν ο κόσμος της Τορίνο. Κάθε Κυριακή ο Μερόνι, με τα περίεργα μούσια του (όταν ξυρίστηκε έγινε ολόκληρο θέμα στις εφημερίδες) και τις κάλτσες πάντα κατεβασμένες χαμηλά, έδινε μια διαφορετική παράσταση στον αγωνιστικό χώρο και η λατρεία των φιλάθλων άγγιζε τα επίπεδα λατρείας που εισέπρατταν οι ροκ σταρς. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το μαλλί του ήταν επηρεασμένο από τους αγαπημένους του Beatles. Tα περισσότερα μουσικά ακούσματα του πάντως προερχόταν από τη τζαζ, ένα είδος που αγαπούσε ιδιαίτερα γιατί το θεωρούσε διαφορετικό και απελευθερωτικό. («Τζαζ σημαίνει ελευθερία. Αληθινή ελευθερία. Ελευθερία να εκφραστείς. Ελευθερία να εξερευνήσεις. Ελευθερία να βγάλεις τα εσώψυχα σου» όπως έχει πει και ο σπουδαίος Χέρμπι Χάνκοκ.) Εκτός από τη μουσική είχε αδυναμία στη λογοτεχνία, την ποίηση, τα περίεργα ρούχα και τη ζωγραφική, την οποία μάλιστα εξασκούσε τόσο συχνά που την αποκαλούσε «η κανονική μου δουλειά».

«What’s that?»
«I don’t know»
«When you don’t know what it is, it’s jazz!»
(The Legend of 1900)

Ανάμεσα στους χιλιάδες θαυμαστές του ήταν και ο Τζιάνι Ανιέλι, που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει από την εποχή που αγωνιζόταν στη Τζένοα. Η δεύτερη προσπάθεια του έγινε το καλοκαίρι του 1967. Ο Μερόνι είχε ήδη κλείσει τρία χρόνια στην πόλη και είχε πείσει τους πάντες για την αξία του. Σε μια από τις πιο γνωστές παραστάσεις του είχε οδηγήσει την Τορίνο με ένα υπέροχο γκολ, σε ένα σπουδαίο διπλό μέσα στο Σαν Σίρο επί της παντοδύναμης τότε Ίντερ, που είχε να χάσει εντός έδρας τρία ολόκληρα χρόνια! «Λένε ότι είμαι λίγο τρελός. Γι’αυτό υποθέτω πετυχαίνω και τέτοια γκολ. Κάνω τρελά πράγματα για να προκαλέσω τους αντιπάλους μου και να ξεσηκώσω το κοινό» δήλωσε μετά από εκείνο το ματς.

Το περιεχόμενο της πρότασης της Γιουβέντους δεν έγινε ποτέ επίσημα γνωστό. Οι δημοσιογράφοι μιλούσαν όμως για ένα ποσό που ξεπερνούσε τα 750 εκατομμύρια! Ο Ανιέλι στηριζόταν στο γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση της Τορίνο δεν ήταν καθόλου καλή. Οι αντιδράσεις όμως ήταν άμεσες και πολλές. Με το που ακούστηκε η πρώτη φήμη, οι οπαδοί της Τορίνο βγήκαν στους δρόμους ενώ τα τηλέφωνα στα γραφεία του συλλόγου δεν σταμάτησαν να χτυπάνε. Το μήνυμα τους ήταν απλό: «Μην τολμήσετε να δώσετε τον Μερόνι στη Γιουβέντους». Η κατάσταση είχε ξεφύγει τόσο που αρκετοί οπαδοί της Τορίνο που εργαζόταν στη FIAT του Ανιέλι, απείλησαν τους εργοδότες τους ότι θα κατέβαιναν σε απεργία αν προχωρούσε η μεταγραφή. Υπό την πίεση του κόσμου, οι δυο ομάδες έκαναν πίσω κι έτσι η νέα σεζόν ξεκίνησε με τον Μερόνι να φοράει ξανά τη φανέλα της Τορίνο. Όπως αποδείχτηκε αυτή θα ήταν και η τελευταία του.

Στις 15 Οκτωβρίου 1967 και λίγη ώρα μετά το τέλος του αγώνα με τη Σαμπντόρια, ο Τζίτζι Μερόνι δέχτηκε την πρόσκληση του συμπαίκτη του Φαμπρίτσιο Πολέτι να πάνε για ένα ποτό. Διασχίζοντας έναν κεντρικό δρόμο του Τορίνο στάθηκαν για λίγο στη μέση, περιμένοντας ένα κενό που θα τους επέτρεπε να περάσουν. Όταν ένα αμάξι από την απέναντι λωρίδα πέρασε ξυστά από τα πόδια τους, έκαναν ασυναίσθητα ένα βήμα προς τα πίσω για να το αποφύγουν. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή όμως από την αντίθετη πλευρά ερχόταν ένα 124 Fiat Coupe. Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά που ο οδηγός του δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η πρόσκρουση με το σώμα του Μερόνι δεν ήταν πολύ δυνατή αλλά ήταν αρκετή για να τον πετάξει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Εκεί τον πέτυχε ένα ακόμα διερχόμενο όχημα, που τον έσυρε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά. Λίγη ώρα αργότερα στο νοσοκομείο ανακοινώθηκε ο θάνατος του. Ήταν 24 χρονών.

Όλη η χώρα έπεσε σε πένθος. Η τραγωδία χτυπούσε την ομάδα για δεύτερη φορά, αφού δεν είχαν περάσει ούτε δυο δεκαετίες από τη μέρα που το αεροπλάνο που μετέφερε την «Μεγάλη Τορίνο» συνετρίβη στο λόφο Σουπέργκα. (Μια ακόμα τραγική ειρωνεία: Ο πιλότος του αεροπλάνου λεγόταν Πιερλουίτζι Μερόνι!). Στην κηδεία του παρευρέθηκαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσα τους και αρκετοί οπαδοί της Γιουβέντους. Ο πρόωρος χαμός του συγκλόνισε τόσο τον κόσμο, που λίγους μήνες μετά ένας οπαδός της Τορίνο πήγε στο νεκροταφείο και ξέθαψε το πτώμα του. Όταν συνελήφθη από την αστυνομία, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Μερόνι σκοτώθηκε και ήθελε να το δει με τα μάτια του.

Η ζωή και ο τραγικός θάνατος του Τζίτζι Μερόνι έγιναν αργότερα ποίημα, βιβλίο, θεατρικό έργο, θέμα έκθεσης ζωγραφικής και πρόσφατα και ταινία ενώ στο μνημείο που στήθηκε δίπλα στο σημείο του δυστυχήματος περαστικοί οπαδοί της Τορίνο αφήνουν συχνά λουλούδια.

Ο Ατίλιο Ρομέρο ήταν μόλις 19 χρονών, όταν το Fiat του χτύπησε έναν πεζό που προσπαθούσε να περάσει το δρόμο. Το πρώτο σοκ ήταν μεγάλο αλλά δεν συγκρίνεται με αυτό που βίωσε λίγα λεπτά αργότερα όταν ακινητοποίησε το αμάξι του, έτρεξε να δει σε τι κατάσταση ήταν ο άνθρωπος που μόλις είχε χτυπήσει και συνειδητοποίησε ποιος ήταν. Ο Ρομέρο δεν ήταν απλά φανατικός οπαδός της Τορίνο, που όπως και ο Μερόνι έφευγε από το γήπεδο στο οποίο η ομάδα του μόλις είχε κερδίσει τη Σαμπντόρια. Ήταν και μεγάλος θαυμαστής του δεξιού εξτρέμ της ‘Γκρανάτα’. Λίγους μήνες πριν συμμετείχε στις διαμαρτυρίες για την φημολογούμενη πώληση του, το σπίτι του ήταν μερικά μέτρα μακριά από το σπίτι του Μερόνι, το δωμάτιο του ήταν γεμάτο αφίσες του, το ντύσιμο και το μαλλί του ήταν επηρεασμένα από αυτά του ήρωα του ενώ η λατρεία του ήταν τέτοια που ακόμα και στο αμάξι του υπήρχε μια εικόνα του Ιταλού παίκτη!

«Στην αρχή βίωσα τα πάντα λες και έχουν συμβεί σε κάποιον άλλον. Έβλεπα τη φωτογραφία μου στα πρωτοσέλιδα αλλά ήταν πολύ μεγάλη η τραγωδία για να αποδεχτώ ότι σχετιζόμουν κι εγώ. Με τον καιρό όμως, ο πόνος ήρθε και δυνάμωνε συνεχώς. Έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον 10 χρόνια για να σταματήσω να έχω συνέχεια εφιάλτες. Σήμερα μετά από τόσα χρόνια υποφέρω ακόμα από μια ατέλειωτη μελαγχολία. Άλλωστε μένω ακόμα στο ίδιο σπίτι, 200 μέτρα από το σημείο της τραγωδίας. Σχεδόν κάθε μέρα περνάω από το μνημείο που μου υπενθυμίζει τι συνέβη εκεί. Ένα κόκκινο φανάρι να με είχε πιάσει και όλα θα ήταν διαφορετικά. H αίσθηση της ενοχής νομίζω ότι θα με συντροφεύει μέχρι το τέλος της ζωής μου.» Ο Ρομέρο πήγε μόνος του στο αστυνομικό τμήμα εκείνο το βράδυ αλλά απαλλάχθηκε απ’όλες τις κατηγορίες αφού θεωρήθηκε ότι δεν ήταν δικό του το λάθος.

Οι απίστευτες συμπτώσεις όμως δεν σταμάτησαν σ’εκείνη τη μοιραία συνάντηση του ινδάλματος με τον θαυμαστή του. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2000, ο Ατίλιο Ρομέρο έγινε πρόεδρος της Τορίνο! «Η ζωή μου ήταν πάντα συνυφασμένη με την ιστορία της Τορίνο και στις καλές και στις κακές στιγμές» δήλωσε κάποια στιγμή. Κάποιοι οπαδοί δεν τον συγχώρεσαν ποτέ ενώ έφτασαν να σηκώσουν ακόμα και πανό «Ρομέρο, δολοφόνε». Όπως αποκάλυψε πρόσφατα, έκανε καιρό να βρει το κουράγιο να επιστρέψει στο γήπεδο. Έτσι, το ιστορικό ματς με τη Γιουβέντους το φθινόπωρο του 1967 το άκουσε από το ράδιο.

Το παιχνίδι διεξήχθη λίγες μόλις μέρες μετά την κηδεία. Ο Γαλλοαργεντινός επιθετικός Νέστορ Κομπέν ήταν o αποδέκτης των περισσότερων ασίστ του Μερόνι και ο καλύτερος φίλος του εκτός γηπέδου, ο άνθρωπος με τον οποίο περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του, όταν δεν ζωγράφιζε ή δεν ήταν με την Κριστιάνα. Συνήθως έπιναν μπύρες και έπαιζαν μπιλιάρδο μετά τα παιχνίδια, παρέα με απλούς οπαδούς της Τορίνο. Το μοιραίο βράδυ ήταν να πάει μαζί του για ποτό αλλά τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη γιατί ένιωθε κουρασμένος από το παιχνίδι που είχε προηγηθεί. Λίγη ώρα μετά, τον ενημέρωσαν πως ο φίλος του ήταν νεκρός.

Ο Κομπέν κατέρρευσε. Ανέβασε πυρετό, το στομάχι του έγινε κόμπος και για αρκετές μέρες δεν έτρωγε τίποτα και δεν κοιμόταν καθόλου. Όταν έμαθε ότι το ντέρμπι με τη Γιουβέντους θα διεξαχθεί κανονικά αρνήθηκε να λάβει μέρος. Λίγο πριν τη σέντρα όμως άλλαξε γνώμη. Αν και φανερά επηρεασμένος από την ασθένεια του και τις μέρες που πέρασε κλινήρης, έκανε το ματς της ζωής του, σκοράροντας 3 φορές μέχρι το 60′! Ο θρίαμβος της Τορίνο ολοκληρώθηκε εξίσου συμβολικά στο 67ο λεπτό, όταν ο νεαρός Αλμπέρτο Καρέλι πέτυχε το τελικό 0-4, φορώντας τη φανέλα του Μερόνι με το νούμερο 7. Εκείνο ήταν το πρώτο γκολ του Καρέλι με τη φανέλα της Τορίνο. Οι πιο ρομαντικοί οπαδοί της πιστεύουν ότι το γκολ το έβαλε η φανέλα και όχι ο παίκτης.

Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει από τότε και η Τορίνο δεν έχει κερδίσει ξανά την μεγάλη αντίπαλο της με τόσο ευρύ σκορ. Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει και η Τορίνο δεν έχει βρει ξανά ένα ταλέντο σαν αυτό του Τζίτζι Μερόνι, του παίκτη που μπορούσε να ντριπλάρει τους πάντες. Εκτός από εκείνο το καταραμένο Fiat που οδηγούσε ένας από τους μεγαλύτερους θαυμαστές του.

Η Ποδοσφαιρομάνα Παραδεισένια Κοιλάδα της Χιλής

  [5 Σχόλια]

Με αφορμή το κείμενο του duendes για τον Κάρλος Καζέλι, ήθελα να κάνω μια αναφορά, μάλλον φόρο τιμής, στην πόλη στην οποία έχει γεννηθεί το ποδόσφαιρο στη Χιλή. Και φυσικά αυτή δεν είναι η πρωτεύουσα, Σαντιάγο, όπως καταλαβαίνετε. Η Χιλή είναι γνωστή (ποδοσφαιρικά μιλάμε πάντα) για τις ομάδες των μεταλλωρύχων της, όμως το ποδόσφαιρο, όπως και στις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ξεκίνησε από ένα λιμάνι.

Το Βαλπαραΐσο (Παραδεισένια κοιλάδα στα Ισπανικά) ανακαλύφθηκε από τους Κονκισταδόρες το 1532. Για χρόνια παρέμενε ένα μικρό λιμάνι, μέχρι που το 18ο αιώνα έγινε το σημαντικότερο λιμάνι της Λατινικής Αμερικής στον Ειρηνικό. Αυτό δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα. Βρίσκεται 120χλμ βόρειο-δυτικά του Σαντιάγο και θυμίζει ελάχιστα κοιλάδα, πρέπει να πούμε. Λόγω του λιμανιού εγκαταστάθηκαν εκεί Άγγλοι στα μέσα του 19ου αιώνα και μαζί τους έφεραν και το ποδόσφαιρο. Το 1882 ιδρύεται σε αγγλικό κολέγιο ο Μακέι & Σούθερλαντ, πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος στη χώρα, φυσικά στο Βαλπαραΐσο. Από εκεί ξεκινάει μια γενικά μπλεγμένη ιστορία (Λατινική Αμερική είπαμε, πώς νομίζετε ότι χτίστηκε η παράδοση διοργανώσεων όπως τα πρωταθλήματα του Περού και της Ουρουγουάης).

Το 1895 σε ένα καφέ της πόλης ιδρύεται η «Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία Χιλής», η οποία έχει αρχικά τα εξής μέλη: Μακέι & Σούθερλαντ, Βαλπαραΐσο, Τσίλιαν, Βικτόρια Ρέιντζερς, Νασιονάλ & Βαλπαραΐσο Γουόντερερς. Οι σύλλογοι πλήρωσαν το εξωφρενικό ποσό των $5 για να γίνουν μέλη. Στα 4 ιδρυτικά μέλη τα 3 είναι Άγγλοι. Ο Ντέβιντ Σκοτ γίνεται πρόεδρος, ο δημοσιογράφος Ρόμπερτ Ρέιντ ταμίας και ο Ανδρές Χεμέιγ είναι ο γραμματέας ενώ ο ιδρυτής Ρόμπερτ Μπάιλι ταξιδεύει μέχρι την Αγγλία για να φέρει μια επίσημη μπάλα (τότε μιλάμε για ταξίδι περίπου 40 ημερών). Πέρα του Ρέιντ οι άλλοι είναι όλοι έμποροι. Στο πρώτο επίσημο ματς της χιλιάνικης ιστορίας η Βικτόρια Ρέιντζερς ισοπεδώνει με 8-0 τη Βαλπαραΐσο Γουόντερερς.

Ως εδώ όλα νορμάλ: Άγγλοι, αστοί, έμποροι, κολέγια. Αλλά είπαμε λιμάνι και Λατινική Αμερική. Έτσι λοιπόν πάμε στο 1905 όπου ο Τύπος της εποχής αναφέρει ότι ο ποδοσφαιρικός σύλλογος Ρόαγιαλ Φούτμπολ Κλαμπστο στη γειτονιά Μανκομουνάλ δε Βαλπαραΐσο είναι μέρος συνάντησης και μαζικοποίησης της εργατικής τάξης της πόλης. Γύρω από τη Ρόαγιαλ στη Μανκομουνάλ, όπως γράφει στο βιβλίο του «Ζήτω η Αναρχία» ο Μανουέλ Λάγος, συναθροίζεται η εργατική τάξη του Βαλπαραΐσο που περιλαμβάνει τόσο αναρχικούς, όσο και σοσιαλιστές κομμουνιστές. Έτσι λοιπόν, στο φύλλο της 2ας Μαΐου του 1907 της εφημερίδας «Ελ Τσιλένο» του Βαλπαραΐσο διαβάζουμε ότι:

«Σήμερα στις 07:30 θα συνέλθουν στο σαλόνι στης Ομοσπονδίας της Μανκομουνάλ στη Βίνια δελ Μαρ (σημ: όνομα της επαρχίας), οδός Βαλπαραΐσο Νο12, οι εκπρόσωποι των εργατών ποδοσφαιριστών της περιοχής, με σκοπό τη σύσταση της Εργατικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου. Χαιρετίζουμε την αποφασιστικότητα των συντρόφων μας και θέτουμε εαυτούς στη διάθεση όσων επιθυμούν αυτή η προσπάθεια να ευδοκιμήσει».

H Deportivo Kegan ήταν μία από τις ομάδες των αναρχικών στο Βιλαπαραΐσο. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο «Η αναρχία στη Χιλή».

Έτσι στην ποδοσφαιρομάνα του Βαλπαραΐσο το 1907 υπήρχαν δύο ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες που λειτουργούσαν παράλληλα. Το επιβεβαιώνει η εφημερίδα «Λα Δεφένσα» στο φύλλο της 23ης Μαΐου του 1907. Τα πράγματα παραμένουν έτσι ξεκάθαρα (ναι, τι;) με τους εργάτες να έχουν τη δική τους ομοσπονδία και πρωτάθλημα και τους Άγγλους με τους αστούς τη δική τους πάλι και είναι όλοι ευτυχισμένοι μέχρι το 1909. Τότε οι πρωτευουσιάνοι του Σαντιάγο κάνουν δική τους Αθλητική Ομοσπονδία και θέλουν να αφομοιώσουν την ποδοσφαιρική του Βαλπαραΐσο. Οι Βαλπαραδεισένιοι όμως κάνουν αίτημα ένταξης στη ΦΙΦΑ που το 1913 τους αποδέχεται αρχικά. Μετά πλακώνονται οι Σαντιαγαίοι με τους Βαλπαραδεισένιους για το ποια είναι η σωστή Ομοσπονδία και μέχρι το 1917 διοργανώνονται δυο παράλληλα πρωταθλήματα, ένα στο Βαλπαραΐσο και ένα στο Σαντιάγο. Παράλληλα με αφορμή ένα άρθρο του Περιοδικού «Σοσιαλίστα» το 1915 όπου αναφέρεται στο ποδόσφαιρο «ως άθλημα που προωθείται ως τέτοιο αλλά δεν είναι» έχει ξεκινήσει ένα μπέρδεμα μεταξύ των αναρχικών και των σοσιαλιστών στο άλλο κομμάτι του Βαλπαραΐσο. Οι Αναρχικοί συνασπίζονται γύρω από το σύλλογο Αουρόρα Ρόχα (Κόκκινη Αυγή) που είχε αρχικά ιδρυθεί από εργάτες σε σαπουνάδικα και βυρσοδεψεία και τον παραδοσιακά αναρχικό σύλλογο της Δεπορτίβο Κέγκαν. Οι σοσιαλιστές γύρω από τον Θέντρο Κουλτουράλ ι Δεπορτίβο (την ομάδα δηλαδή που συνέστησε το πολιτιστικό τμήμα του εργατικού κέντρου).

Μέσα σε αυτό τον αγαπημένο λατίνικο χαμό, φτάνουμε στα σωτήρια έτη 1922 με 1924. Το 1922 αποφασίζεται να γίνει μια «Κόκκινη Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία» από το Χιλιάνικο Εργατικό Κέντρο του Βαλπαραΐσο. Στις 14 Απριλίου του 1922 ιδρύεται η «Εργατική Ομοσπονδία Φουτ-Μπολ», όπως αναφέρει η Κριστίνα Ματέου στο βιβλίο της «Πολιτική και Ιδεολογία της Εργατικής Αθλητικής Ομοσπονδίας». Στόχος ήταν να ενσωματώσει σε μία διοργάνωση και κάτω από την ίδια στέγη όλους τους συλλόγους του αριστερού ιδεολογικού φάσματος που είχαν έρθει σε ρήξη από το 1915. Πετυχαίνει το στόχο της το 1924 και έτσι μέχρι το 1928, όλοι οι αναρχικοί και σοσιαλιστικοί σύλλογοι βρίσκονται εγγεγραμμένοι στην Εργατική Ομοσπονδία.

Εικόνα από ματς του 1895 στο Βαλπαραΐσο. Η ομάδα είναι η Βικτόρια. Από το βιβλίο «Η Αρχή του Ποδοσφαίρου στη Χιλή».

Παράλληλα στο μπουρζουά στρατόπεδο, το 1923 οι Βαλπαραδεισένιοι με τους Σαντιαγαίους τα βρίσκουν επιτέλους και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία δε θα ενσωματωθεί τελικά στην εθνική Αθλητική Ομοσπονδία, αλλά θα ιδρυθεί νέος φορέας, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Χιλής, που είναι ο ίδιος που έχει παραμείνει ως σήμερα. Η ενσωμάτωση θεώρησαν ότι έπρεπε να είναι σταδιακή, έτσι ως το 1935 διεξάγεται κανονικά το τοπικό πρωτάθλημα του Βαλπαραΐσο, ενώ η έδρα της Ομοσπονδίας στο Σαντιάγο μεταφέρθηκε μόλις το 1929. Η Σαντιάγο Γουόντερες πήρε τον τελευταίο τοπικό τίτλο σπίτι της. Παρόλο που λέγεται έτσι είναι σύλλογος του Βαλπαραΐσο που ιδρύθηκε από ανθρώπους που κατάγονταν από το Σαντιάγο και πήγαν να δουλέψουν στο λιμάνι.

Από το 1929 ξεκινάει ο τρίτος κύκλος ανάπτυξης του ποδοσφαίρου στη Χιλή. Πια ακόμα και η Εργατική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία έχει διαλυθεί και έχει απορροφηθεί από την κεντρική. Η κεντροποίηση της διοίκησης του ποδοσφαίρου όμως έδωσε την ευκαιρία η ιδεολογική ή/και η επαγγελματική ταυτότητα να μεταφερθεί στους συλλόγους. Έτσι οι ανθρακωρύχοι συνασπίστηκαν γύρω από την Κόλο-Κόλο, οι φοιτητές γύρω από την Ουνιβερσιδάδ και πάει λέγοντας. Η ιστορία της Χιλής μοιάζει με εκείνη αρκετών άλλων Λατίνικων Ομοσπονδιών. Η παράλληλη διοργάνωση όμως, έστω για τέσσερα χρόνια, τριών διαφορετικών πρωταθλημάτων, λόγω γεωγραφίας και ιδεολογίας, είναι μια υπέροχη μοναδικότητα που κατέχουν.

Θα Μας Περάσει Χειρουργείο

  [6 Σχόλια]

Η διαιτησία είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα συζήτησης στην Ελλάδα ποδοσφαιρική πραγματικότητα. Κοράκια, γκρι, αλήτες, χειρούργοι, είναι κλασικοί χαρακτηρισμοί. Εγώ, όπως έχω ξαναγράψει, θεωρώ ότι η διαιτησία παίζει ένα ρόλο κοντά στο 15-20% σε ένα ματς και της δίνεται πολύ περισσότερη σημασία και προβολή από όση αξίζει. Η κουβέντα για τη διαιτησία επίσης γιγαντώνεται όσο στο χορτάρι τα πράγματα, ποιοτικά, είναι από δραματικά έως απαράδεκτα.

Από τους παραπάνω χαρακτηρισμούς θα μείνω λίγο στο «χειρούργοι». Το όνομά του είναι Σέσαρ Νοβάλ, κατάγεται από τη Βαλένθια όπου ζει και δουλεύει. Είναι πλαστικός χειρούργος, με ειδίκευση στις αλλαγές φύλου, και διατηρεί δική του κλινική. Παράλληλα, είναι επόπτης στη Λα Λίγα πλέον, και μετά το Μπαρσελόνα-Σεβίλλη βρέθηκε το Σάββατο και στο Εϊμπαρ-Ρεάλ Μαδρίτης.

Ο Σέσαρ Νοβάλ δεν είναι ένας απλός πλαστικός χειρούργος. Είναι πρώτο όνομα στον κλάδο του, μιλάει σε συνέδρια, έχει κάνει αρκετές έρευνες και έχει λάβει αμέτρητα βραβεία. Πριν ταξιδέψει στο Εϊμπάρ έκανε εγχείριση αλλαγής φύλου σε μόλις 18 ώρες, σε μία μόνο εισαγωγή στο χειρουργείο. Η πελάτισσα μπήκε στο χειρουργείο γυναίκα και βγήκε άντρας στην πρωτοποριακή αυτή εγχείρηση. Ήταν η πρώτη φορά που μια διαδικασία που έπαιρνε πολλαπλές επεμβάσεις, ορμονικές θεραπείες μηνών και σταδιακή προσαρμογή, γινόταν μια και έξω. Μετά από 18 ώρες χειρουργείο ο Νοβάλ πήγε σπίτι, ξεκουράστηκε και μάζεψε τα πράγματά του για να πάει στο Εϊμπάρ.

Ο Νοβάλ έχει δηλώσει ότι το πάθος του για το ποδόσφαιρο είναι όσο αυτό για την ιατρική. Καθώς η Ισπανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου απαγορεύει στους διαιτητές της να κάνουν δημόσια δηλώσεις και να δίνουν συνεντεύξεις, ο Νοβάλ μιλάει για το ποδόσφαιρο στα ιατρικά συνέδρια και τις συνεντεύξεις που του κάνουν για τη δουλειά του. Έτσι έχει δηλώσει ότι δεν έγινε ποδοσφαιριστής αλλά διαιτητής λόγω χρόνου. Δε γίνεται, λέει, και σωστά, να συνδυάσεις την Ιατρική και ειδικά τη χειρουργική με το ποδόσφαιρο ως παίχτης. Δεν υπάρχει χρόνος για προπόνηση, για να είσαι με το γκρουπ της ομάδας συγκεκριμένες ώρες και να παίζεις ένα-δύο ματς τη βδομάδα. Βλέπουμε ότι ο Νοβάλ δεν έχει μιλήσει για την ικανότητά του ως ποδοσφαιριστή, αλλά φαίνεται ότι στόχευε να παίξει σε ψηλό επίπεδο.

Με τη διαιτησία όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Από αυτά που έχει πει δεν έχει θέμα με τον έλεγχο και τη διοίκηση ενός ματς. Άλλωστε προτίμησε να γίνει βοηθός, πλάγιος, επόπτης, λάινσμαν ρε παιδάκι μου και όχι πρώτος διαιτητής. Θέλει να μπορεί να συμμετάσχει στο ποδόσφαιρο στο ψηλό επίπεδο. Όπως άλλωστε χειρουργεί σε επίπεδο να καινοτομεί. Να συμμετέχει στο παιχνίδι με τη Μπαρσελόνα και τη Ρεάλ Μαδρίτης, στη Λα Λίγα και γιατί όχι και στην Ευρώπη. Ήδη έχει «εποπτεύσει» τα Μίντιλαντ-Αστάνα και Στεάουα Βουκουρεστίου-Χάιντουκ Σπλιτ για τα προκριματικά του Γιουρόπα. Αλλά ο Νοβάλ στοχεύει ψηλά. Όπως και σε κάθε τι στη ζωή του.

Ο Νοβάλ δεν είναι ο πρώτος γιατρός διαιτητής, ούτε ο πρώτος γιατρός που διαιτητεύει (εποπτεύει) σε τοπ επίπεδο. Είναι όμως μια μοναδική περίπτωση διότι είναι πρώτο όνομα στην πλαστική χειρουργική, έχει δική του κλινική, χειρουργεί ο ίδιος κάνοντας κάτι εξαιρετικά πολύπλοκο και απαιτητικό εφευρίσκοντας νέες μεθόδους. Παράλληλα γουστάρει και ασχολείται με τη μπάλα, παίζοντας μάλιστα στα μεγάλα σαλόνια, εκεί άλλωστε που έχει μάθει να κινείται γενικά.

Η νέα Αγγλία δεν θυμίζει Αγγλία

  [5 Σχόλια]

3 Ιουλίου 2018. Μόσχα. Ο Έρικ Ντάιερ θα σκοράρει στο 5ο (και τελευταίο) πέναλτι απέναντι στην Κολομβία. Θα γράψει το 3-4 και θα χαρίσει στην Αγγλία την πρόκριση για την τελική 8αδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αυτή ήταν η πρώτη νίκη για τα «λιοντάρια» σε νοκ-άουτ αναμέτρηση απ’ το 2006 και η πρώτη στην διαδικασία των πέναλτι, μετά από εκείνο το 4-2 επί των Ισπανών, στο Γιούρο της Αγγλίας, πριν 22 χρόνια. Πολλοί δεν είχαν ακούσει ξανά γι’ αυτή τη νίκη. Περισσότεροι ίσως θεωρούσαν πως δεν έγινε και ποτέ και πως ήταν απλά ένας «μύθος» των Άγγλων, βγαλμένος από σελίδες βιβλίου του Ρέι Μπράντμπερι, του Τζόρτζ Όργουελ ή του Άλντους Χάξλεϋ. Πως είναι δυνατόν να κέρδισε η Αγγλία σε διαδικασία πέναλτι; Οι Άγγλοι θα φτάσουν ως τον ημιτελικό γεμίζοντάς μας χαρά εμάς τους φίλους τους. Θα προηγηθούν με την γκολάρα του Τρίπιερ και θα αγγίξουν την παρουσία στον Τελικό, αλλά η Κροατία -και το γκολ του Μάντζουκιτς- στην παράταση, θα τους στερήσει την ολοκλήρωση (;) του «θαύματος». Ακόμα μία πίκρα. Γλυκιά πίκρα όμως αυτή τη φορά, αν καταλαβαίνεις κάποια σημαντικά πραγματάκια για το ποδόσφαιρο.

Η Αγγλία του Σάουθγκεϊτ δεν ήταν μια ομάδα που παρουσίασε εξαιρετικό ποδόσφαιρο στο τελευταίο Μουντιάλ. Όλοι το είδαμε αυτό. Σε πολλά σημεία των παιχνιδιών της μάλιστα, ίσως ήταν παραπάνω βαρετή από τα όρια της βαρεμάρας που επιτρέπουν σε κάποιον -που δεν είναι και φίλος της- να μην κλείσει την τηλεόραση, για να ξεχυθεί σε κάποια παραλία. Η Αγγλία ήταν όμως ώριμη. Ήταν επιτέλους σοβαρή. Με παίκτες, και προπονητικό τιμ, γεμάτο από ρεαλιστές. Άνθρωποι που γνώριζαν -και γνωρίζουν- τις δυνάμεις τους. Η Αγγλία διαθέτει -επιτέλους- και παίκτες με σπάνιο ταλέντο, σε όλες τις θέσεις, και είναι ολοφάνερο πως γίνεται εξαιρετική δουλειά, σε όλα τα επίπεδα. Δεν ήταν όμως έτοιμη για να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και ίσως είχε ξεπεράσει και το ταβάνι της φτάνοντας ως τον ημιτελικό. Αν έπρεπε να βάλω σε όλα αυτά μια επικεφαλίδα αυτή θα ήταν: «Η Αγγλία δεν θυμίζει Αγγλία».

18 Νοεμβρίου 2018. Λονδίνο. Η Αγγλία υποδέχεται την φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου Κροατία, στο Γουέμπλεϊ, και θέλει μόνο νίκη για να βρεθεί στα τελικά του Nations League, στα γήπεδα της Πορτογαλίας, τον ερχόμενο Ιούνιο. Έχει προηγηθεί το σπουδαίο διπλό επί των Ισπανών με 2-3. Ένα διπλό μετά από 21 ολόκληρα χρόνια από εκείνο το 2-4, στο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, με τα «όργια» και τα 4 γκολ του σπουδαίου Γκάρι Λίνεκερ. Στα σημαντικά της πρόσφατης αναμέτρησης είναι ότι η Αγγλία, αν και ήταν πολύ καλύτερη των Κροατών και δέχτηκε πρώτη γκολ (στο 57′) κόντρα στην ροή του αγώνα (υπέροχο ποδοσφαιρικό κλισέ αυτό), δεν «πελάγωσε», όπως δηλαδή μας είχε συνηθίσει τόσα χρόνια, και με προσήλωση στο πλάνο της, χειρουργική ηρεμία και σωστές επιλογές, κατάφερε πρώτα να ισοφαρίσει με τον Λίνγκαρντ (στο 78′) και τελικά να πάρει το «χρυσό τρίποντο» με τον σεσημασμένο Χάρι Κέιν λίγο πριν συμπληρωθεί το 90λέπτο. Πριν την περίοδο Σάουθγκεϊτ, ας μην γελιόμαστε, ένα τέτοιο παιχνίδι θα είχε λήξει με ένα ωραιότατο 0-2 υπέρ των Κροατών και τώρα οι Άγγλοι θα έψαχναν -για ακόμη μία φορά- τι έφταιξε για αυτό το νέο «ναυάγιο». Αυτή φυσικά είναι η μεγαλύτερη «νίκη» της νέας Αγγλίας. Στα δικά μου τουλάχιστον μάτια.

Όσοι παρακολουθούν φανατικά αγγλικό ποδόσφαιρο και τα παιχνίδια της εθνικής ομάδας, δεν είναι δυνατόν να μην έχουν πάρει χαμπάρι την σπουδαία δουλειά που γίνεται στους κορυφαίους συλλόγους και φυσικά το ταλέντο που υπάρχει σε τεράστιο βαθμό στο Νησί τα δύο τελευταία χρόνια. Δεν είναι τυχαίο πως το 2017 η Αγγλία κατέκτησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-20, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-17 και φυσικά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα U-19. Δεν είναι επίσης διόλου τυχαίο ότι παίκτες όπως ο Φιλ Φόντεν (της Σίτι) και ο Τζέιντον Σάντσο (της Ντόρτμουντ), μέλη εκείνης της U-17, έχουν σημαντικό ρόλο στις σπουδαίες ομάδες που αγωνίζονται. Ο δεύτερος μάλιστα λογίζεται ως κανονικό μέλος πλέον και της εθνικής Ανδρών, μόλις στα 18 του χρόνια, με όλο το μέλλον να του ανήκει. Όλο το μέλλον ανήκει φυσικά και στον Φόντεν. Το λέει άλλωστε και ο Γκουαρδιόλα και μπροστά στο Πεπ εγώ προτιμώ να μείνω σιωπηλός. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον μέσο της Μπόρνμουθ, Λίουις Κουκ, μέλος της Αγγλίας U-20, που έχει ήδη κάνει το ντεμπούτο του με τους ανδρες και έχει παίξει πολλά παιχνίδια για τα «κεράσια» τα δύο τελευταία χρόνια.

Οι σπουδαίοι προπονητές που βρίσκονται στις κορυφαίες ομάδες της Πρέμιερ Λιγκ έχουν αλλάξει τον Άγγλο ποδοσφαιριστή προς το καλύτερο, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος τόσο στην τεχνική όσο και στην τακτική, αλλάζοντας ουσιαστικά την έννοια που είχε ο περισσότερος κόσμος για τον «Άγγλο παίκτη» μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία.  Φυσικά και ο Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ, ως έξυπνος άνθρωπος που είναι, συνεχίζει από αυτό το σημείο κάνοντας, με σταθερά βήματα, και την Αγγλία μια πραγματικά δυνατή και μοντέρνα ομάδα. Εννοείται πως οι Άγγλοι θα πρέπει να ευχαριστούν γι’ αυτό το γεγονός προπονητές όπως ο Γκουαρδιόλα, ο Κλοπ και φυσικά ο Ποτσετίνο, που έχουν αλλάξει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το dna του  Άγγλου ποδοσφαιριστή και όλοι εμείς οι φίλοι της Αγγλίας μπορούμε να κυκλοφορούμε με το κεφάλι ψηλά γεμάτοι περηφάνια.

Τον περασμένο Γενάρη έγραφα πως η Αγγλία θα πρέπει να πατήσει (όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο) πάνω στο στυλ της Σίτι του Γκουαρδιόλα, και στο παιχνίδι με τους Κροάτες -τηρουμένων πάντα των αναλογιών- είδα να συμβαίνει αυτό για πρώτη φορά τόσο καλά. Ο Σάουθγκεϊτ, αφήνοντας την τριάδα στην άμυνα, παρέταξε την Αγγλία με 4-1-2-3 έχοντας τον Μπάρκλεϊ ως εσωτερικό μέσο με τον Ντελφ δίπλα του. Με τετράδα στην άμυνα, και τους Ράσφορντ και Στέρλινγκ στα «φτερά» της επίθεσης έχοντας τον Κέιν στην κορυφή αυτής. Η Αγγλία είχε την κατοχή μπάλας με 62%. Εξαιρετικό ποσοστό επιτυχίας στις πάσες με 86%. 16 επιτυχημένες ντρίμπλες (με μόλις 5 των Κροατών), 17 σουτ με τα 8 εντός της εστίας (με τους Κροάτες να έχουν μόλις 3) και φυσικά 10 φάσεις για γκολ από στημένες φάσεις. Κάτι που είχαμε γράψει εν μέσω Μουντιάλ για την δουλειά των Άγγλων σε αυτό τον τομέα. 

Το σημαντικότερο όλων φυσικά δεν είναι άλλο από τις λίγες επιτυχημένες πάσες των Κροατών στο αμυντικό κομμάτι των Άγγλων και φυσικά το γεγονός πως οι φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν απείλησαν σχεδόν καθόλου από στημένες φάσεις τα «λιοντάρια». Όλα τα παραπάνω φυσικά και δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο πως η Αγγλία είναι εμφανώς βελτιωμένη από το καλοκαίρι και αυτό το κάνει παίρνοντας πλέον και σπουδαία αποτελέσματα απέναντι σε κορυφαίες ομάδες όπως είναι η Ισπανία και η Κροατία. Η ουσία άλλωστε είναι οι νίκες. Όταν βέβαια συνδυάζονται και με καλό ποδόσφαιρο τότε αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Εκτός κι αν είσαι ο Ζοσέ ο Μουρίνιο.

Θυμάμαι τον σπουδαίο Αρίγκο Σάκι να λέει για τον Στίβεν Τζέραρντ: «Είναι ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, κάνει πολλές δουλειές στο γήπεδο, έχει ταλέντο και ηγετικά χαρίσματα αλλά δεν ξέρει να παίξει ποδόσφαιρο». Αυτή ήταν σίγουρα μια άκρως καυστική ατάκα για τον λατρεμένο πρώην αρχηγό των «κόκκινων» που έδειχνε όμως, με τον καλύτερο τρόπο, αυτό που δεν είχαν οι κορυφαίοι Άγγλοι παίκτες σε τόσο μεγάλο βαθμό που να τους επιτρέπει την υπέρβαση σε επίπεδο εθνικής. Την ηρεμία στο παιχνίδι τους. Την καθαρή σκέψη. Την πραγματική γνώση της τακτικής. Αυτό που έβλεπες δηλαδή σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σε παίκτες από την Ιταλία, την Ισπανία και φυσικά την Γερμανία. Σε παίκτες που μπορεί να μην είχαν μεγαλύτερο ταλέντο και περισσότερες δυνάμεις από τους Άγγλους αλλά κατάφερναν πάντα να δείχνουν καλύτεροί τους. Και συνήθως να τους κερδίζουν. Έστω και στα πέναλτι.

Αυτό δείχνει να αλλάζει τα τελευταία χρόνια ακόμα και σε παίκτες λάτρεις της ντρίμπλας και του απρόβλεπτου, όπως είναι ο Ράσφορντ, ο Στέρλινγκ, ο Ντέλε Άλι και φυσικά σε ποιοτικούς αμυντικούς (που θα το κάνουν και το τσαλιμάκι) όπως ο Τζον Στόουνς, ο Τζο Γκόμεζ και φυσικά ο Κάιλ Γουόκερ και ο Μπεν Τσίλγουελ. Σε αυτό φυσικά και έχουν τεράστιο μερίδιο ευθύνης οι κορυφαίοι (και σύγχρονοι) ξένοι προπονητές που έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια τα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ. «Ξαναμαθαίνω ποδόσφαιρο δίπλα στον Πεπ» δήλωσε πολύ πρόσφατα ο Στέρλινγκ και αυτό είναι κάτι που είναι ολοφάνερο στο γήπεδο αν βλέπεις τακτικά τα παιχνίδια της Σίτι. Ο Σάουθγκεϊτ εννοείται πως δεν ανήκει σε αυτό το κορυφαίο επίπεδο, στην ελίτ δηλαδή που ανήκει ο Πεπ και ο Κλοπ, αλλά είναι ένας σύγχρονος προπονητής, με γνώση, που δείχνει να ακολουθεί αυτό το μονοπάτι, όσο μπορεί, φτιάχνοντας σιγά-σιγά μια νέα, ελκυστική εθνική Αγγλίας, με πολύ μέλλον και ταβάνι -μακάρι- την κορυφή.

Φίλες και φίλοι, το Uruguayo 2018

  [12 Σχόλια]

Από την αρχή τούτου εδώ του μπλογκ, υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται ένα βίτσιο μαζί μας. Την ανάλυση των συστημάτων των διοργανώσεων της Λ. Αμερικής. Κάτι που συχνά χρειάζεται διαφορικές εξισώσεις, ψυχοφάρμακα και πολύ χρόνο, αλλά έχει μία ανείπωτη γοητεία, είναι μία μικρή ένοχη απόλαυση. Αν ανήκετε σε αυτό το γκρουπ αναγνωστών συνεχίστε άφοβα, σήμερα θα μιλήσουμε για το Καμπεονάτο Ουρουγκουάγιο 2018. Αν θέλετε να μπείτε σε αυτό το γκρουπ, ξεκινήστε διαβάζοντας τι έγινε το 2015. Θα περιμένουμε για λίγο. Αν δεν σας ενδιαφέρει, κάντε κάτι πιο χρήσιμο, λύστε ένα σουντόκου. Διαβάσατε για το 2015; Ωραία, ξεχάστε ό,τι ξέρατε (όχι όλα) γιατί τα πράγματα από τότε άλλαξαν.

Το πρωτάθλημα της Α’ εθνικής της Ουρουγουάης το 2015-16 έγινε όπως και την προηγούμενη, με Απερτούρα και Κλαουζούρα. Μετά όμως, οι Ουρουγουανοί κάθισαν, σκέφτηκαν και το συζήτησαν. «Παιδιά δεν πάει άλλο. Ως πότε θα βγάζει θέματα το Σομπρέρο από μας;», ειπώθηκε σύμφωνα με πληροφορίες. «Πρέπει να πάρουμε μέτρα να γίνουμε πιο σοβαροί». Και κάπως έτσι η λύση δόθηκε. Το πρόβλημα φίλες και φίλοι ήταν ότι το πρωτάθλημα γινόταν με τον «ευρωπαϊκό» τρόπο. Ξεκινούσε δηλαδή Αύγουστο και τελείωνε τον επόμενο Ιούνιο. «Όχι, πρέπει να γυρίσουμε στις ρίζες μας», (ίσως να) είπε κάποιος. Γι’ αυτό το λόγο, δεν είχαμε 2016-17 με Απερτούρες και Κλαουζούρες. Έγινε ένα μεταβατικό πρωτάθλημα που ξεκίνησε τέλη Αυγούστου 2016 και τελείωσε με διαδικασίες fast track το Δεκέμβριο. Βγήκε ο πρωταθλητής 2016 (μετά από αυτόν του 2015-16) με 15 αγώνες και όλα εντάξει. Έτσι, μετά από 11 σεζόν, το 2017 επιστρέψαμε στα πατροπαράδοτα «ημερολογιακά πρωταθλήματα».

Από πέρσι λοιπόν ξεκινάμε το Φεβρουάριο και τελειώνουμε (ανάλογα και με τα κέφια) κατά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο. Ωραία μέχρι εδώ; Ωραία. Έχουμε Απερτούρα και Κλαουζούρα. Ωραία; Ωραία. Τώρα όμως αρχίζουν τα παλαβά. Γιατί σου λέει, μόνο 30 αγώνες; Τι θα κάνουμε τον υπόλοιπο καιρό; Θα βαρεθούμε. Και κάπως έτσι δόθηκε η λύση. Μεταξύ της Απερτούρα και της Κλαουζούρα θα βάλουμε ακόμα ένα πρωτάθλημα. Το Ιντερμέδιο. Και πώς θα το παίξουμε; Θα χωρίσουμε τις 16 ομάδες σε δύο γκρουπ. Πώς θα τις χωρίσουμε; Με βάση τα χρώματα; Το ζώδιο; Με κλήρωση; Όχι. Θα παίξουμε το σύστημα μονά ζυγά. Όσες τερμάτισαν σε μονές θέσεις στην Απερτούρα σε ένα γκρουπ, όσες σε ζυγές σε άλλο γκρουπ. Αν θυμίζει κάτι σε κάποιους, μας συγκινείτε. Είναι βγαλμένο από εκείνο το μαγικό πρωτάθλημα του Περού με τις 44 αγωνιστικές (προσοχή, σκληρές εικόνες γραφικότητας). Κάπως έτσι λοιπόν, οι δυο όμιλοι του Ιντερμέδιο παίζουν μικρά πρωταθληματάκια κι οι δύο νικητές των ομίλων έναν τελικό, ο νικητής του οποίου δεν έχει καμία σημασία για τον τελικό πρωταθλητή (κρατήστε το όμως, θα μας χρειαστεί αργότερα). Μετά το τέλος του Ιντερμέδιο ξεκινά κι η Κλαουζούρα.

Το Εστάδιο Καμπεόνες Ολίμπικος, έδρα της Σίσλεϊ τα τελευταία χρόνια

Με αυτό το σύστημα ξεκίνησε η Α’ εθνική του 2018 με το όνομα Χούλιο Σέσαρ Φρανσίνι, ένα πρωτάθλημα με 16 ομάδες, οι 13 από το Μοντεβιδέο. Ανάμεσά τους κι η ιστορική Σέντρο Κουλτουράλ υ Ντεπορτίβο Ελ Τάνκε Σίσλεϊ ή για συντομία CCyDETS ή για τους φίλους «Ελ Τάνκε Σίσλεϊ». [Το όνομα της ομάδας που ιδρύθηκε το 1941 προέρχεται από από μία δεξαμενή πετρελαίου που υπήρχε στη γωνία δύο δρόμων κοντά στην έδρα της ομάδας, σκέφτηκαν ότι ίσως θα έπαιρναν χορηγία από τον ιδιοκτήτη της εταιρείας, κάτι που δεν έγινε ποτέ]. Η Ελ Τάνκε σώθηκε πέρσι τελευταία στιγμή στα μπαράζ, αλλά τα οικονομικά της προβλήματα και κάποια χρέη δεν την άφησαν να λάβει μέρος. Η Ομοσπονδία δεν σκέφτηκε να την αντικαταστήσει και το πρωτάθλημα έγινε με 15 ομάδες. Όλοι όσοι θα έπαιζαν κανονικά με τη Σίσλεϊ, έπαιρναν βαθμούς νίκης. Κανένα πρόβλημα θα πει κάποιος αθώος κι εμείς θα γελάσουμε.

Η Απερτούρα τελείωσε με νικήτρια τη Νασιονάλ κι οι ομάδες μπήκαν στο Ιντερμέδιο. Εκεί είχαμε ξαφνικά όμως δυο ομίλους διαφορετικούς. Ο ένας με 8 κι ο άλλος με 7 ομάδες. Η Νασιονάλ και η Τόρκε κέρδισαν τα δυο μικρά πρωταθληματάκια και πήγαν στον τελικό του Ιντερμέδιο, όπου νικήτρια ήταν η Νασιονάλ. Μετά ξεκίνησε η Κλαουζούρα. Με ένα ντεμαράζ η Πενιαρόλ, με μόλις μία ήττα, την κατέκτησε. Και κάπως έτσι φτάσαμε στο ερώτημα. Ποιος θα βγει πρωταθλητής; Η Ομοσπονδία τα είχε προβλέψει όλα. Θα παίξουν ημιτελικό ο νικητής της Απερτούρα με το νικητή της Κλαουζούρα (αν είναι διαφορετικοί φυσικά). Ο νικητής των νικητών όμως, θα παίξει στον «τελικό» τελικό. Εκεί που θα αντιμετωπίσει την ομάδα με τους περισσότερους συνολικούς πόντους στην «Ετήσια» βαθμολογία. Η ετήσια βαθμολογία βγαίνει από το άθροισμα των βαθμών Απερτούρα, Κλαουζούρα και Ιντερμέδιο. Αυτό όμως που δεν είχε υπολογιστεί ήταν η απουσία της Τάνκε Σίσλεϊ. Οι ομάδες στο Ιντερμέδιο δεν είχαν παίξει τα ίδια ματς, δεν θα είναι άδικο στη συνολική βαθμολογία;

Μία βαθμολογία Ουρουγουάης να πέσει στα μαθηματικά των πανελληνίων και να μπαίνεις Πολυτεχνείο για πλάκα αναγνώστη

Θα είναι, λέμε εμείς. Το ίδιο είπε κι η Ομοσπονδία. Γι’ αυτό φίλες και φίλοι η λύση βρέθηκε. Οι ομάδες στο γκρουπ των 7, θα κάνουν μια… διόρθωση. Θα πάρουν τους βαθμούς τους, θα τους διαιρέσουν με τα έξι παιχνίδια που έπαιξαν και θα τους πολλαπλασιάσουν με τα εφτά παιχνίδια που έπαιξαν οι ομάδες του άλλου γκρουπ. Ναι, καλά καταλάβατε. Το αποτέλεσμα του μαθηματικού τύπου 7x/6 ήταν αυτό που βλέπετε στην παραπάνω εικόνα. Η συνολική βαθμολογία της χρονιάς είχε μέσα δεκαδικούς αριθμούς. Για παράδειγμα η Ατένας τελείωσε με 38,333 βαθμούς ξεφτιλίζοντας την Μπόστον Ρίβερ που είχε μόλις 37,666 (οι στρογγυλοποιήσεις δεν είναι για τους άντρες). Χάρη στα… κλάσματα λοιπόν, η Πενιαρόλ πήρε δύο παραπάνω βαθμούς από αυτούς που κατέκτησε κανονικά και έτσι πέρασε τη Νασιονάλ στη συνολική βαθμολογία. Μείνετε μαζί μας, κοντεύουμε.

Οι νικητές Απερτούρα και Κλαουζούρα έπαιξαν στον ημιτελικό του πρωταθλήματος. Ήταν ακόμα ένα κλάσικο Νασιονάλ και Πενιαρόλ που κρίθηκε στο 95′ με πέναλτι του γνωστού και με την εθνική Κρίστιαν Ροντρίγκες που έχει πλέον πολλά κιλάκια. Το ματς είχε ένα γκολ για κάθε ομάδα που ήταν οφσάιντ και έληξε με 1-2. Η Πενιαρόλ κέρδισε έτσι τον ημιτελικό και επειδή χάρη στον τύπο του 7/6 είχε περάσει τη Νασιονάλ στη συνολική βαθμολογία, κατέκτησε και απευθείας το πρωτάθλημα γιατί δεν μπορούσε να παίξει με τον εαυτό της στον τελικό. Αν η Νασιονάλ είχε καταφέρει να κερδίσει θα διεκδικούσε το πρωτάθλημα στον τελικό με την Πενιαρόλ. Και κάπως έτσι, το 115ο πρωτάθλημα Ουρουγουάης έληξε πριν μερικές ημέρες, σίγουρα με βαθιά ικανοποίηση από τους διοργανωτές που θα έδιναν συγχαρητήρια ο ένας στον άλλον.

Α, ναι. Θυμάστε τον τελικό του Ιντερμέδιο που σας είπαμε να κρατήσετε; Ναι, λοιπόν. Ήρθε η ώρα του. Ο νικητής του Ιντερμέδιο παίρνει μια θέση στο Σουνταμερικάνα. Βέβαια η Νασιονάλ θα παίζει στο Λιμπερταδόρες, οπότε δεν την απασχολεί. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι ο νικητής του Ιντερμέδιο παίζει και στο ΣούπερΚόπα της Ουρουγουάης. Μικρή λεπτομέρεια: Δεν υπάρχει κύπελλο στην Ουρουγουάη. Και τι θα κάνουμε ρε παιδιά, ίσως αναρωτήθηκε κάθιδρος κάποιος από την Ομοσπονδία. Εύκολη λύση. Θα παίξει με τον πρωταθλητή. Έτσι, λίγο πριν ξεκινήσει το επόμενο πρωτάθλημα, θα έχουμε το Σούπερ Καπ με ποιους άλλους; Νασιονάλ και Πενιαρόλ. Κι η ζωή συνεχίζεται κι εμείς απλά δεν θέλουμε να αλλάξει ποτέ όλο αυτό γιατί θα πέσουμε σε κατάθλιψη.

Ο ποδοσφαιριστής που αντιστάθηκε σ’έναν δικτάτορα

  [8 Σχόλια]

Η αίθουσα δεξιώσεων του Κέντρου Πολιτισμού ‘Γκαμπριέλα Μιστράλ’ στο Σαντιάγκο είναι γεμάτη. Στη μια πλευρά της είναι παρατεταγμένοι οι ποδοσφαιριστές της εθνικής ομάδας της Χιλής, που τις επόμενες ημέρες θα πετάξουν για τη Γερμανία, όπου θα λάβουν μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Κάποια στιγμή η πόρτα ανοίγει και στην αίθουσα εισέρχεται, συνοδευόμενους από αρκετούς παρατρεχάμενους, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ. Στη θέα του δικτάτορα στα πρόσωπα όλων των παρευρισκόμενων σχηματίζεται στιγμιαία ένα ψεύτικο χαμόγελο. Κανένας, άλλωστε, δεν θέλει να ρισκάρει τη ζωή του.

(Ο Αουγκούστο Πινοσέτ έχει καταλάβει την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα από τις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Από την επόμενη κιόλας ημέρα χιλιάδες Χιλιανοί «αντιφρονούντες» συλλαμβάνονται ή εξορίζονται. Οι περισσότεροι εξ αυτών βασανίζονται για μεγάλο διάστημα. Πολλοί αφήνουν την τελευταία τους πνοή στα κρατητήρια ή στα κέντρα κράτησης. Με τις φυλακές ασφυκτικά γεμάτες, η Χούντα μετατρέπει σε χώρο κράτησης και βασανιστηρίων αρκετά από τα γήπεδα της χώρας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν για πάντα, χωρίς να μάθουν ποτέ οι συγγενείς τους τι απέγιναν. Αρκετά χρόνια μετά οι εξεταστικές επιτροπές αποκάλυψαν πως ο αριθμός των νεκρών και των αγνοουμένων ξεπερνάει τις 40.000! Ανάμεσα σ’αυτούς που υποφέρουν βρίσκονται συγγενείς ποδοσφαιριστών της εθνικής ομάδας, πρώην παίκτες που είχαν αριστερές πεποιθήσεις και ο γιατρός της εθνικής, που φυλακίστηκε και βασανίστηκε για περισσότερους από 11 μήνες.)

Ο Πινοσέτ κατευθύνεται αμέσως προς την πλευρά των μεγάλων πρωταγωνιστών της βραδιάς, δηλαδή των παικτών που έχουν οδηγήσει τη χώρα στο Μουντιάλ (έστω και μετά από έναν κωμικοτραγικό αγώνα μπαράζ που κανένας τους δεν θέλει να θυμάται). Ο δικτάτορας στέκεται για λίγο μπροστά από κάθε παίκτη, ανταλλάσσει μαζί του μια χειραψία και του εύχεται καλή επιτυχία στη διοργάνωση. Αφού έχει προχωρήσει αρκετά στη σειρά, βρίσκεται μπροστά σ’έναν βραχύσωμο, σγουρομάλλη, μελαχρινό τύπο με πυκνό μουστάκι. Ο Πινοσέτ χαμογελάει και ετοιμάζεται να σηκώσει ασυναίσθητα το χέρι του για την καθιερωμένη χειραψία. Τότε με έκπληξη συνειδητοποιεί ότι ο παίκτης που βρίσκεται μπροστά του δεν φαίνεται διατεθειμένος να μιμηθεί την κίνηση του.

Ο 24χρονος Κάρλος Καζέλι νιώθει το φόβο να κυριεύει το σώμα του. Τον νιώθει από την πρώτη στιγμή που είδε τον δικτάτορα να μπαίνει στην αίθουσα. Παρ’όλα αυτά, καταφέρνει να βρει τρόπο να παραμείνει ψύχραιμος και απαθής. Όταν τελικά ο στρατηγός στέκεται μπροστά του, ο Καζέλι είναι πλέον αποφασισμένος. Δεν γίνεται να παίξει το παιχνίδι της Χούντας. Δεν γίνεται να παίξει θέατρο έχοντας μπροστά του τον άνθρωπο που ανέτρεψε την εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Δεν γίνεται να το κάνει αυτό, όταν οι απόψεις, η κοσμοθεωρία και τα ιδανικά του είναι τελείως διαφορετικά από αυτά του στρατηγού.

(Ο Κάρλος Καζέλι είναι παιδί μιας οικογένειας εργατών, που μεγάλωσε σε ένα πολιτικοποιημένο περιβάλλον και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές, έχει ξεκάθαρη πολιτική άποψη και θέση, στηρίζοντας την αριστερά, και έχει εκφραστεί δημόσια τα προηγούμενα χρόνια υπέρ της παράταξης του Αλιέντε. Ταυτόχρονα η επιθυμία του να συνεισφέρει στα κοινά επεκτείνεται και στο ποδόσφαιρο, εκεί όπου παλεύει για περισσότερα δικαιώματα στους παίκτες. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής φτάνει ακόμα και στο σημείο να ακυρώσει μια συμφωνία 130.000 δολαρίων για τη μεταγραφή του στη Σάντος, επειδή η ομάδα του, η Κόλο-Κόλο, συμφώνησε χωρίς να τον ρωτήσει πρώτα.)

Τα χέρια του μένουν ‘δεμένα’ πίσω από την πλάτη του. Για λίγα δευτερόλεπτα οι δυο τους στέκονται ακίνητοι με μέτωπο ο ένας στον άλλον. Ο Πινοσέτ καταλαβαίνει τι συμβαίνει και αμέσως προχωράει στον επόμενο παίκτη, για να μην δώσει αξία και προβολή σ’αυτό το πρωτοφανές γεγονός που μόλις έχει διαδραματιστεί. Δυστυχώς γι’αυτόν, ένας αφελής δημοσιογράφος της ‘La Segunda’ καταγράφει στην ανταπόκριση του την πράξη του Καζέλι, θέλοντας να τον στιγματίσει στα μάτια του λαού και να κερδίσει έτσι την εύνοια του καθεστώτος. Το αποτέλεσμα είναι φυσικά το ακριβώς αντίθετο. Ο δημοσιογράφος απολύεται άμεσα και η κίνηση του Καζέλι να μην χαιρετήσει τον δικτάτορα μένει στο μυαλό των Χιλιανών ως μια από τις πρώτες μορφές αντίδρασης και αντίστασης κατά του δικτάτορα.

Ο Αουγκούστο Πινοσέτ δεν είναι άνθρωπος που αποδέχεται εύκολα τις διαφορετικές απόψεις. Ο Καζέλι μπορεί να βρίσκεται στο απυρόβλητο λόγω της φήμης του (πρόκειται άλλωστε για έναν από τους καλύτερους επιθετικούς της χώρας, που έχει οδηγήσει την Κόλο-Κόλο σε δυο πρωταθλήματα και στον τελικό του Λιμπερταδόρες – η πρώτη ομάδα από τη Χιλή που το κατάφερνε αυτό – λίγους μήνες πριν) και του γεγονότος ότι εκείνη την εποχή αγωνίζεται στην Ισπανία, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για τους δικούς του ανθρώπους. Το διάστημα που βρίσκεται στη Γερμανία για το Μουντιάλ, ένα αμάξι σταματάει μπροστά στο σπίτι των γονιών του. Λίγες ώρες μετά οι γείτονες ανακαλύπτουν ότι η μητέρα του έχει εξαφανιστεί. Όταν επιστρέφει στο σπίτι της δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της και το σώμα της είναι γεμάτο πληγές, εγκαύματα και μελανιές. Για αρκετό καιρό η ίδια αρνείται να περιγράψει όλα όσα πέρασε, ενώ ο γιος της μαθαίνει για την απαγωγή πολλές ημέρες μετά και αφού έχει ολοκληρωθεί το Μουντιάλ.

Η εκδίκηση του Πινοσέτ δεν σταματάει εκεί. Με εντολή του δικτάτορα ο Καζέλι μένει εκτός εθνικής στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, μια σοκαριστική απόφαση που ο επιθετικός της Χιλής την μαθαίνει τελευταία στιγμή κι ενώ βρίσκεται στο αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, έτοιμος να πάρει το αεροπλάνο για να ενσωματωθεί στην εθνική ομάδα. Χωρίς τον μεγάλο της σκόρερ η ‘La Roja’ μένει εκτός Μουντιάλ αλλά κανένας στην ομοσπονδία δεν τολμάει να εκφράσει την δυσαρέσκεια του για την επιλογή των ανώτερων.

Το 1978 τελικά, και μετά από ένα επιτυχημένο πέρασμα από την Λεβάντε και την Εσπανιόλ (σε μια εποχή που ελάχιστοι Λατινοαμερικάνοι δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ευρώπη), o Καζέλι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της αγαπημένης του Κόλο-Κόλο, που έχει μείνει άτιτλη από τότε που τον έχασε, και επιστρέφει στην πατρίδα του για να τη βοηθήσει. Με τον «βασιλιά του τετραγωνικού μέτρου», όπως ήταν το παρατσούκλι του λόγω της τρομερής ικανότητας του να ξεμαρκάρεται και να εκτελεί μέσα στη μεγάλη περιοχή, στη σύνθεση της, η Κόλο-Κόλο επιστρέφει άμεσα στην κορυφή της Χιλής και τα επόμενα χρόνια κερδίζει 3 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα!

Οι επιτυχίες του με την Κόλο-Κόλο αναγκάζουν το καθεστώς να υποχωρήσει στο θέμα της κλήσης του και με τον Καζέλι σε τρομερή φόρμα (αναδείχθηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης) η Χιλή φτάνει ως τον τελικό του Κόπα Αμέρικα το 1979 και προκρίνεται για το Μουντιάλ του 1982. Στα 32 του είναι πλέον θρύλος στη χώρα και αυτό του επιτρέπει να μένει πιστός στις ιδέες και τις θέσεις του, μπροστά στον Πινοσέτ.

Σε μια νέα συνάντηση τους, το 1985, ο δικτάτορας σχολιάζει το ντύσιμο του Καζέλι λέγοντας: «Βλέπω ότι δεν αποχωρίζεσαι ποτέ την κόκκινη γραβάτα σου». Ο Καζέλι χωρίς ίχνος φόβου του απαντάει «Τη φοράω πάντα και την έχω κοντά στην καρδιά». Ο Πινοσέτ κλείνει την κουβέντα με την προειδοποίηση πως μια μέρα θα του την κόψει αυτή τη γραβάτα. (Ο μύθος λέει ότι ο Καζέλι απάντησε ξανά, λέγοντας «Ακόμα κι αν το κάνεις, η καρδιά μου θα παραμείνει κόκκινη», αλλά αυτό ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε.)

Λίγους μήνες μετά ο Καζέλι θα προσθέσει στο ενεργητικό του άλλη μια άτυπη νίκη κατά της δικτατορίας. Στις 12 Οκτωβρίου 1985 η Κόλο-Κόλο θα τιμήσει τον μεγάλο σκόρερ της, που αποχωρεί από την ομάδα έχοντας παίξει περισσότερα από 350 παιχνίδια και έχοντας σκοράρει πάνω από 200 φορές, με ένα φιλικό απέναντι σε επίλεκτους από όλη τη Ν. Αμερική. Το φιλικό διεξάγεται στο Εθνικό Στάδιο, οι κερκίδες είναι κατάμεστες και ο αγώνας περνάει σε δεύτερη μοίρα αφού αποκτάει γρήγορα μια πολιτική διάσταση. Το καθεστώς βέβαια απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση, με αποτέλεσμα να μη δει ποτέ η χώρα τα πανό κατά της δικτατορίας που σηκώνονται στις κερκίδες, ούτε το ξύλο που πέφτει μεταξύ της αστυνομίας και των φιλάθλων που τα κρατάνε. Ένας ραδιοφωνικός σταθμός όμως τολμάει να καλύψει ραδιοφωνικά τον αγώνα και έτσι στα σπίτια των Χιλιανών μπαίνει για πρώτη φορά μετά από 12 χρόνια σκληρής δικτατορίας η κραυγή χιλιάδων ανθρώπων που φωνάζουν με πάθος: «Ναι, θα πέσει! Ναι, θα πέσει!»

Ο Καζέλι όμως ξέρει ότι δεν αρκεί αυτό για να επιστρέψει η δημοκρατία στη χώρα. Τρία χρόνια αργότερα, και μετά από έντονες διεθνές πιέσεις, ο Πινοσέτ δέχεται να γίνει δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα της 5ης Οκτωβρίου 1988 δίνει στους Χιλιανούς τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στον τερματισμό ή την ανανέωση της διακυβέρνησης από τον δικτάτορα για άλλη μία οκταετία. Οι δυο πλευρές (το «ΝΑΙ» και το «ΟΧΙ») έχουν στη διάθεση τους κάθε μέρα 15 λεπτά για να προβάλουν τα τηλεοπτικά τους σποτ που στηρίζουν τη θέση τους (αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα μπορεί να δει την πολύ καλή ταινία του Πάμπλο Λαρέν ‘No’). Το καθεστώς θεωρεί σίγουρη τη νίκη του και τα πρώτα γκάλοπ επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.

Μέχρι που ένα βράδυ στο τηλεοπτικό σποτ του «ΟΧΙ» εμφανίζεται μια ηλικιωμένη κυρία με άσπρο πουκάμισο, η οποία δηλώνει: «Μια μέρα έπεσα θύμα απαγωγής έξω από το σπίτι μου. Μου έδεσαν τα μάτια και με πήγαν σ’ένα άγνωστο μέρος, όπου βασανίστηκα για ώρες. Δέχτηκα τόσα χτυπήματα που δεν θέλω να τα θυμάμαι, από σεβασμό στα παιδιά μου, στην οικογένεια μου αλλά και στον εαυτό μου. Μπορώ να ξεχάσω τον σωματικό πόνο που ένιωσα αλλά υπάρχουν άλλες πληγές που δεν θα ξεχαστούν ποτέ». Όσο μιλάει, από κάτω αναγράφεται το όνομα της: Όλγα Γαρίδο.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά το τηλεοπτικό κάδρο ανοίγει και αποκαλύπτεται ότι δίπλα της κάθεται ένας μεσήλικας σγουρομάλλης με μουστάκι, μια γνωστή φιγούρα που όλοι οι Χιλιανοί αναγνωρίζουν. Ο Καζέλι κοιτάει την κάμερα και κρατώντας το χέρι της κυρίας δηλώνει: «Γι’αυτό ακριβώς ψηφίζω ΟΧΙ. Γιατί η χαρά σου, είναι και δικιά μου χαρά. Γιατί τα συναισθήματα σου, είναι και δικά μου συναισθήματα. Γιατί αύριο μπορούμε να ζήσουμε σε μια δημοκρατία που θα μας παρέχει ελευθερία, υγεία και στήριξη. Γιατί αυτή η υπέροχη κυρία είναι η μητέρα μου».

Δεκαπέντε χρόνια μετά από την απαγωγή, οι Χιλιανοί μαθαίνουν ότι η μητέρα του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού ήρωα της χώρας ήταν ανάμεσα στα θύματα της δικτατορίας. Το συγκεκριμένο σποτ αποδεικνύεται ένα από τα πιο πετυχημένα της καμπάνιας. H εξομολόγηση της κυρίας Γαρίδο δίπλα στον διάσημο γιο της δίνουν στο κίνημα του «ΟΧΙ» την ώθηση που χρειαζόταν για να κάνει την ανατροπή. Το «ΟΧΙ» παίρνει 56% και το αποτέλεσμα αυτό σηματοδοτεί το τέλος της δικτατορίας.

Ο Κάρλος Καζέλι είναι για τους στατιστικολόγους ο 5ος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής Χιλής και ο 1ος σκόρερ στην ιστορία της Κόλο-Κόλο αλλά για τους περισσότερους Χιλιανούς που έζησαν εκείνη τη σκληρή εποχή του φόβου και της ανελευθερίας θα είναι για πάντα ο παίκτης που αρνήθηκε να δώσει το χέρι του σε έναν δικτάτορα και αυτός που συνέβαλλε με όποιο τρόπο μπορούσε στην πτώση του. Κι αυτή η συλλογική ανάμνηση είναι ένα επίτευγμα πολύ πιο μεγάλο και σημαντικό από οποιαδήποτε επιτυχία εντός των τεσσάρων γραμμών.

Το παιχνίδι της ζωής του Αγκοστίνο ντι Μπαρτολομέι

  [2 Σχόλια]

Η Ρώμη είναι μια από τις πόλεις που δεν αρκεί να επισκεφτείς μία φορά. Σχεδόν όλη η Ιταλία έχει τη γοητεία της, ειδικά όσο κατεβαίνεις πιο χαμηλά, αλλά η Ρώμη είναι ξεχωριστή. Μπορείς να ψηλαφίσεις την ιστορία της περπατώντας σε αυτή. Να νιώσεις τη διαφορετική της ατμόσφαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κάτοικοί της δυσκολεύονται να φύγουν, να την αφήσουν. Και οι αθλητές της, οι ποδοσφαιριστές της που βγήκαν από τους δρόμους της πόλης και έφτασαν να αγωνίζονται στις ομάδες της, γίνονται συχνά πιστοί στρατιώτες της. Πολύ πριν τον Ντανιέλε ντε Ρόσι και τον Φραντσέσκο Τότι, η αιώνια πόλη είχε βγάλει έναν ακόμα μεγάλο αρχηγό. Ο Αγκοστίνο ντι Μπαρτολομέι γεννήθηκε στη Ρώμη και συνδύασε την καριέρα του, αλλά κι ολόκληρη τη ζωή του με τις στιγμές που έζησε εκεί.

Το ταλέντο του φάνηκε από πιτσιρικάς. Παρ’ ότι οι άνθρωποι της Μίλαν τον πλησίασαν, αυτός προτίμησε να παραμείνει στην αγαπημένη του Ρώμη και να προσπαθήσει να βρει μια θέση στη Ρόμα. Κι ας τερμάτιζε στο κάτω μισό του πρωταθλήματος. Είπαμε, η αιώνια πόλη δεν εγκαταλείπεται εύκολα. Ο Ελένιο Ερέρα ήταν αυτός που τον είδε πρώτη φορά. O Ισπανο-Αργεντινο-Γάλλος κόουτς είχε το χειρότερο ποσοστό νικών μέχρι τότε στην καριέρα του στη Ρόμα, ένα πενιχρό 29%, αλλά αν άφησε κάτι πίσω του ήταν η επιλογή αυτού του πιτσιρικά. Από τα 14 του ο ντι Μπαρτολομέι υπηρέτησε τους τζιαλορόσι, ένα από τα σπουδαιότερα ταλέντα που έβγαλε ποτέ η ομάδα της Ρόμα. Τρία περίπου χρόνια αργότερα έκανε το ντεμπούτο του με τη φανέλα της πρώτης ομάδας και εκτός από μία σεζόν που πήγε δανεικός, πέρασε δώδεκα χρόνια στη Ρώμη.

Ο ντι Μπαρτολομέι ήταν πολυσύνθετος παίκτης, πιο κοντά στην τυπική θέση του «ρετζίστα», ένας πλέι μέικερ πίσω από το κέντρο, μπροστά από την άμυνα. Αυτός που ξεκινούσε από πίσω την επίθεση, το μυαλό της ομάδας. Χωρίς να έχει τρομερά φυσικά προσόντα, είχε πολύ καλή τεχνική και πάσα και όπως συχνά συμβαίνει στους σπουδαίους παίκτες που δεν είναι γρήγοροι, ήταν έξυπνος και έβλεπε γήπεδο. Ήξερε πού έπρεπε να κινηθεί και πού να πασάρει. Ο Αγκοστίνο γρήγορα έγινε από τους αγαπημένους παίκτες της εξέδρας. Και μπορεί όταν πρωτοπήγε στη Ρόμα η ομάδα να ήταν σε κάκιστη κατάσταση, αλλά στη συνέχεια συνέπεσε με ορισμένα άλλα ιερά τέρατα του συλλόγου.

Η Ρόμα επιστρέφει στους τίτλους με κατακτήσεις κυπέλλων, αλλά το πρωτάθλημα λείπει εδώ και 40 χρόνια. Με την επιστροφή του Σουηδού προπονητή Νιλς Λίντχολμ από τη Μίλαν, η Ρόμα με παίκτες όπως ο ντι Μπαρτολομέι, ο Κόντι, ο Φαλκάο κι ο ιστορικός τερματοφύλακας Φράνκο Τανκρέντι κατακτά το πρωτάθλημα του 1983 μπροστά από τη Γιουβέντους του Πλατινί. Η Ρώμη πανηγυρίζει (εκτός φυσικά από την πλευρά των Λατσιάλι) κι ο αρχηγός πλέον ντι Μπαρτολομέι περνάει στο πάνθεον της Curva Sud που τραγουδάει ρυθμικά το όνομά του, καθώς η προσφορά του είναι τεράσια. Η Ρόμα όμως δεν είναι καλή μόνο για την Ιταλία. Έχει μεγαλύτερους στόχους. Δίνει ξανά τη μάχη του τίτλου την επόμενη σεζόν, αλλά η έλλειψη ενός σπουδαίου γκολτζή της στοιχίζει σε κάποια ματς και χάνει στο νήμα το repeat από τη Γιούβε. Στην Ευρώπη όμως τα πράγματα είναι αλλιώς. Αποκλείει κατά σειρά Γκέτεμποργκ, ΤΣΣΚΑ Σόφιας, Διναμό Βερολίνου και τέλος την Νταντί. Φτάνει σε έναν τελικό Πρωταθλητριών και μάλιστα μέσα στο σπίτι της. Το Ολίμπικο. Ο πόθος, η θέληση για το τρόπαιο, ο πυρετός δεν έχουν προηγούμενο. Από τις 25 Απριλίου που η Ρόμα παίρνει την πρόκριση για τον τελικό, μέχρι τις 30 Μαΐου του 1983 όλοι οι οπαδοί κοιμούνται και ξυπνούν γι’ αυτό το παιχνίδι. Είναι το μεγαλύτερο παιχνίδι της ιστορίας του συλλόγου.

Το διαφορετικό τότε Ολίμπικο, γυμνό, χωρίς στέγαστρο και μια απίστευτη ατμόσφαιρα

Το στάδιο ασφυκτικά γεμάτο, ντυμένο στα κόκκινα-κίτρινα και κόκκινα-άσπρα. Οι Άγγλοι σαφώς λιγότεροι. Άλλωστε οι πονηροί Ρωμαίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπουν στο γήπεδο. Δυο καλές ομάδες. Μια πιο βαριά φανέλα και μια πιο διψασμένη ομάδα που έπαιζε στο σπίτι της (έχοντας και την απουσία του Κάρλο Αντσελότι). Μιλώντας για φανέλες, η Ρόμα κληρώνεται να παίξει με τη λευκή. Οι προληπτικοί δεν ενθουσιάζονται και λίγο αργότερα δικαιώνονται. Ο Τανκρέντι κάνει μια έξοδο, διεκδικεί την μπάλα από τον Γουίλαν σε κάτι που σήμερα θα δινόταν σίγουρα φάουλ, αλλά σε εκείνο το ματς όχι. Η μπάλα χάνεται, αλλά το διώξιμο του αμυντικού στέλνει την μπάλα στο κεφάλι του πεσμένου τερματοφύλακα και στη συνέχεια στα πόδια του Φιλ Νιλ που σκοράρει μόλις στο 15′. Άδικο και τυχερό γκολ. Σχεδόν τριάντα λεπτά αργότερα ο Προύτσο με μια εξαιρετική κεφαλιά φέρνει το ματς στα ίσια.

Ο αρχηγός Αγκοστίνο με τον Σούνες λίγο πριν τον τελικό

Ο ντι Μπαρτολομέι κάνει ένα πολύ καλό ματς, αν κι η Ρόμα δεν ρισκάρει. Σοβαρός όπως πάντα, κατά πολλούς είναι ο καλύτερος από τους 26 που πάτησαν το χορτάρι εκείνο το βράδυ. Οι πάσες του μακρινές και κοντινές, πάντα με ακρίβεια. Οι δυο ομάδες χάνουν κάποιες φάσεις μετά το 1-1, αλλά Τανκρέντι και Γκρόμπελαρ δεν δέχονται γκολ. Κανείς δεν βγαίνει μπροστά. Ο ένας περιμένει το λάθος του άλλου. Μετά από 120′ αγώνα το παιχνίδι οδηγείται στα πέναλτι. Ο ντι Μπαρτολομέι είναι ανάμεσα στους εκτελεστές. Πριν περίπου ένα μήνα έχει σκοράρει το κρίσιμο πέναλτι με τη Νταντί, γράφοντας το 3-0 και ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου ματς. Οι Σκωτσέζοι υποστηρίζουν ότι οι Ιταλοί είχαν δωροδοκήσει τον Μισέλ Βοτρό, τον Γάλλο διαιτητή. Ο Στιβ Νίκολ αστοχεί στο πρώτο πέναλτι της διαδικασίας. Ο αρχηγός, σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «το παιχνίδι της ζωής του», παίρνει την μπάλα, σουτάρει χωρίς φόρα, σκοράρει και θεωρητικά απομακρύνει το άγχος από τους συμπαίκτες του. Στην πράξη όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η Λίβερπουλ δεν αστοχεί ξανά κι οι Ιταλοί με τον Γκρόμπελαρ να κάνει καραγκιοζιλίκια (τα διάσημα spaghetti legs) για να τους χαλάσει τη συγκέντρωση, στέλνουν δυο φορές την μπάλα και τις ψυχές των Λατσιάλι στον ουρανό της Ρώμης.

Η Λίβερπουλ κατακτά με 4-2 τον τέταρτο τίτλο της. Η Ρόμα μένει χωρίς κούπα. Η θλίψη είναι απερίγραπτη. Λέγεται ότι στα αποδυτήρια ο ντι Μπαρτολομέι τα βάζει με τον Φαλκάο, τον κατηγορεί ότι λιγοψύχησε και δεν εκτέλεσε πέναλτι. Είναι όμως έτσι κι αλλιώς το τέλος της ομάδας εκείνης. Ο Σουηδός κόουτς εγκαταλείπει τη Ρόμα ξανά και πηγαίνει στο Μιλάνο. Η Ρόμα δεν κρατάει όμως ούτε τον ντι Μπαρτολομέι. Ο ίδιος δεν θέλει να φύγει, αλλά είναι αρκετά εμφανές ότι η διοίκηση δεν τον θεωρεί πλέον σημαντικό, στην εποχή Σβεν-Γκόραν Έρικσον. Ο Έρικσον επιθυμεί πιο γρήγορη ομάδα και σε αυτή ο ντι Μπαρτολομέι δεν έχει χώρο. Ο κόσμος στενοχωριέται γιατί βλέπει μετά από 12 σεζόν τον αρχηγό να εγκαταλείπει με μάλλον άκομψο τρόπο.  Η Ρόμα κατακτά το κύπελλο απέναντι στη Βερόνα στα τέλη Ιουνίου. Ο κόσμος αποχαιρετά τον αρχηγό με το πανό: «Σου πήραν τη Ρόμα από σένα, αλλά όχι την Curva σου».

Το πανό στον 2ο τελικό Κόπα Ιτάλια του 1984 απέναντι στη Βερόνα

Λίγους μήνες αργότερα κάνει σπουδαίο παιχνίδι και σκοράρει στο 2-1 της Μίλαν απέναντι στη Ρόμα, πανηγυρίζοντας έντονα μπροστά στους οπαδούς της Μίλαν. Μια μικρή δικαίωση, αλλά και ένα χτύπημα στις ευμετάβλητες καρδιές των Ρομάνι. Στο δεύτερο γύρο η Μίλαν κερδίζει και πάλι με 0-1. Ο κόσμος δεν τον υποδέχεται με τόση αγάπη. Ούτε κι οι συμπαίκτες του. Ο ντι Μπαρτολομέι είναι όμως και πάλι νικητής και στο τέλος πρωταγωνιστής ενός επεισοδίου με τους συμπαίκτες του που οδηγεί σε μικρο-σύρραξη. Κόντι και Γκρατσιάνι σχεδόν έρχονται στα χέρια μαζί του. Ο ντι Μπαρτολομέι παίζει για τρεις σεζόν στη Μίλαν, μέχρι να έρθει ο Αρίγκο Σάκι και να φύγει, κλείνοντας την καριέρα του σε Τσεζένα και Σαλερνιτάνα. Η καριέρα του όμως δεν είναι ισάξια των ετών της Ρόμα. Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αδικημένος, καθώς δεν κλήθηκε ούτε μία φορά στην εθνική Ιταλίας, χάνοντας την ευκαιρία να κατακτήσει και ένα Μουντιάλ, σταματάει το ποδόσφαιρο με τα τρία κύπελλα και το ένα πρωτάθλημα. Εκείνο το Πρωταθλητριών όμως τον έχει στοιχειώσει. Αν και θρύλος της Ρόμα, είναι «μακριά» πλέον από τη διοίκηση και το σύλλογο.

Δυστυχώς όμως, η ζωή μετά το ποδόσφαιρο για τον «Άγκο» είναι δύσκολη. Ο ήδη «μελαγχολικός» ντι Μπαρτολομέι φαίνεται ότι δεν μπορεί χωρίς την μπάλα. Περιμένει μάταια μια ευκαιρία να κοουτσάρει, να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο. Κανείς όμως δεν τον εμπιστεύεται. Οι ακαδημίες που φτιάχνει δεν πηγαίνουν καλά. Οι δουλειές που δοκιμάζει αποτυγχάνουν και σύντομα βρίσκεται πνιγμένος στα χρέη. Ζει πια στα νότια, μακριά από τη «Ρώμη του», λίγο έξω από το Σαλέρνο, σε ένα πανέμορφο μέρος στις ακτές της Καμπανίας. Η εξωτερική ομορφιά δεν μπορεί να αγγίξει όμως την ψυχή του. Λέγεται ότι έχει δανειστεί από τους λάθος ανθρώπους, από αυτούς που θέλουν πίσω τα χρήματά τους και δεν διστάζουν να σου κάνουν κακό. Ο ντι Μπαρτολομέι νιώθει ότι «βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μία τρύπα». Έτσι ακριβώς γράφει σε ένα σημείωμα, το πρωί της 30ης Μαΐου του 1994. Δέκα χρόνια ακριβώς από το «παιχνίδι της ζωής του». Από το τέλος του ονείρου του. Η γυναίκα του ακόμα κοιμάται όταν ακούει τον πυροβολισμό. Ο ντι Μπαρτολομέι αυτοκτονεί, με μία σφαίρα στην καρδιά. Η μέρα που επιλέγει δεν μπορεί να είναι τυχαία. Για τη Ρόμα, η 30η Μαΐου είναι πια καταραμένη. Ένας χαμένος τελικός κι ένας χαμένος αρχηγός.

Η Ιταλία σοκάρεται, μόλις στα 39 του φεύγει από τη ζωή ένα από τα σπουδαιότερα ποδοσφαιρικά ταλέντα που έχει βγάλει. Κάθε πικρία από τα χρόνια της Μίλαν που ίσως υπάρχει ακόμα σε μερικούς οπαδούς της Ρόμα ξεχνιέται δια παντώς. Ο «Άγκο» έστω κι έτσι ξαναμπαίνει οριστικά κι αμετάκλητα στις καρδιές των οπαδών που τον θυμούνται συνέχεια στα πανό τους από τότε. Ο σύλλογος δίνει το όνομα του ντι Μπαρτολομέι στο γήπεδο του προπονητικού κέντρου και τον βάζει στο Hall of Fame. Πριν μερικούς μήνες, 14 χρόνια από το θάνατό του, ο γιος του μιλάει για το γεγονός. Δημοσιεύει μια φωτογραφία από ένα 38αρι Smith & Wesson, σαν αυτό του ντι Μπαρτολομέι. Ζητάει από τον κόσμο να το σκεφτεί πριν αγοράσει ένα όπλο. «Κι ο πατέρας μου το είχε αγοράσει για την ασφάλεια της οικογένειάς του» γράφει. «Πριν πείτε, ότι όποιος θέλει να αυτοκτονήσει θα βρει τρόπο να το κάνει, σας λέω ότι χρειάζεται μόνο μια στιγμή για να διασχίσουμε το κενό που νομίζουμε πως έχουμε μπροστά μας. Αν έχουμε πρόσβαση σε ένα όπλο μπορεί να κάνει τη διαφορά». Το κενό του ντι Μπαρτολομέι δημιουργήθηκε εκείνο το βράδυ της 30ης Μαΐου του 1984.