Μαλάουι: To δικαίωμα στη ζωή μέσα απ’ το ποδόσφαιρο

  [Καθόλου σχόλια]

Το Μαλάουι είναι μία απ’ τις πιο φτωχές χώρες στον κόσμο με πληθυσμό γύρω στους 19.000.000 κατοίκους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ζουν -όπως είναι λογικό- σε συνθήκες πλήρης ανέχειας. Το μορφωτικό επίπεδο είναι απ’ τα πιο χαμηλά που μπορείς να συναντήσεις και οι υπερβολικές εξάρσεις βίας είναι καθημερινό φαινόμενο. Σε μια τέτοια κοινωνία -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν ιδανικές συνθήκες για να αθληθεί κάποιος και κατ’επέκταση να παίξει ποδόσφαιρο. Όσο και αν το αγαπά. Οι Aφρικανοί άλλωστε έχουν μεγάλη τρέλα με την μπάλα. Ακόμα και στις φυλακές Μάουλα -τις σκληρότερες φυλακές που υπάρχουν στην πρωτεύουσα της χώρας- στη Λιλόνγκουε, όταν οι κρατούμενοι βγαίνουν στον προαύλιο χώρο (κι ας μην έχουν καθόλου δυνάμεις μιας και η έλλειψη τροφής είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερά τους προβλήματα) επιδίδονται με τις αυτοσχέδιες μπάλες τους στο άθλημα του ποδοσφαίρου.

Φωτογραφία του Luca Sola, πηγή: the Guardian

Η αίσθηση της ελευθερίας άλλωστε που μπορεί να χαρίσει το ποδόσφαιρο είναι κάτι το μοναδικά υπέροχο. Κάτι το αδύνατο να περιγραφεί με λόγια. «Βγαίνουμε στον ήλιο για να μαζέψουμε λίγη βιταμίνη D» συνηθίζουν να λένε αστειεύομενοι οι κρατούμενοι  (οι περισσότεροι εξ αυτών μετανάστες απ’ την Αιθιοπία), «Ας σπαταλήσουμε και λίγη δύναμη απ’ αυτή που μαζεύουμε για την τρέλα μας». Πολλοί απ’ αυτούς θα πεθάνουν στη φυλακή. Απ’ τους υπόλοιπους, που θα καταφέρουν να βγουν, οι περισσότεροι δεν θα ξαναδούν τα συγγενικά τους πρόσωπα και δεν θα μάθουμε ποτέ που «χάθηκαν» και πως. Για την ιστορία, η σημαία του Μαλάουι είναι μία απ’ τις συνολικά 49 που υπάρχουν στο εξώφυλλο του δίσκου-σταθμός, Survival του Μπομπ Μάρλεϊ. Ένας δίσκος που κυκλοφόρησε το 1979 και μιλάει με μοναδικό τρόπο για μια ενωμένη και δυνατή Αφρική. 40 χρόνια μετά -δυστυχώς- όλο αυτό παραμένει μια άπιαστη Ουτοπία.

Στο Μαλάουι η επίσημη γλώσσα είναι τα Αγγλικά αλλά στη διάλεκτο Τουμπούκα η λέξη Lughano σημαίνει Αγάπη. Αυτό (Lughano) είναι και το όνομα της πιο ταλαντούχας πιτσιρίκας που έχει βγάλει η χώρα τα τελευταία χρόνια. Μια παίκτρια που βγήκε απ’ την Ακαδημία Chichewa. Chichewa στη γλώσσα του Μαλάουι σημαίνει η λέξη που όταν τη λέμε -οι περισσότεροι από εμάς τουλάχιστον- ανεβάζουμε σφυγμούς, χοροπηδάμε σαν παιδάκια και αγκαλιάζουμε όποιον βρούμε μπροστά μας. Η λέξη αυτή, όπως θα καταλάβατε, είναι η λέξη Γκολ. Σε μια χώρα που μόνο το 12% των παιδιών πηγαίνουν σχολείο μετά το Δημοτικό και ένα στα έξι θα δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση πριν καν ενηλικιωθεί είναι πολύ δύσκολο να τολμήσει κάποιος να φτιάξει μια ποδοσφαιρική Ακαδημία. Κι όμως, οι Άγγλοι Τζώρτζ Μαγκουάιρ και Άλεξ Σκοτ -ευτυχώς- το τόλμησαν. Και πέτυχαν. Ο Σκοτ είχε φτάσει στο Μαλάουι πρώτη φορά το 2008, απεσταλμένος της Πρέμιερ Λιγκ ώστε να δημιουργήσει ένα ποδοσφαιρικό πρόγραμμα για παιδιά κάτω των 14 ώστε να προωθήσει το άθλημα του ποδοσφαίρου. Αυτό που έζησε εκεί ήταν κάτι το μοναδικό και όπως είπε ο ίδιος στον Βρετανικό Τύπο είχε μείνει έκθαμβος απ’ το ταλέντο -το ακατέργαστο ταλέντο- που υπήρχε στα παιδιά στο Μαλάουι. Η επιστροφή στο Νησί τον βρήκε να έχει στο μυαλό του ένα και μόνο πράγμα. Να δημιουργήσει μια κανονική Ακαδημία στη Λιλόνγκουε. Ευτυχώς το κατάφερε μερικά χρόνια αργότερα με τη βοήθεια του καλού του φίλου, Άλεξ Σκοτ.

Ο Μαγκουάιρ και ο Σκοτ γνωρίζονταν πολύ καλά απ’ τα χρόνια που έπαιζαν ποδόσφαιρο. Ο πρώτος με την φανέλα της Μπρίστολ Σίτι και ο δεύτερος με αυτή της Νιουκάστλ, με τις ιδέες τους να ταιριάζουν άψογα εντός και εκτός ποδοσφαιρικών θεμάτων. «Συνηθίζαμε να παρακολουθούμε παρέα ένα σωρό παιχνίδια της Πρέμιερ Λιγκ, πίνοντας τις μπύρες μας, αλλά κάτι μας έτρωγε μιας και οι δύο είχαμε αυτό το υπέροχο όραμα για το ποδόσφαιρο» θα πει ο Σκοτ στην Αγγλική τηλεόραση λίγο πριν το 2014. Λίγο καιρό δηλαδή πριν μπει σε κανονική λειτουργία η ποδοσφαιρική Ακαδημία Chigoli. «Πως είναι δυνατόν να έχεις τη δυνατότητα να κάνεις ένα τόσο μεγάλο καλό σε παιδιά, σε μια χώρα τόσο φτωχή, και να μην το κάνεις;» θα συμπληρώσει ο Μαγκουάιρ, και αυτό είναι ολόκληρο το νόημα του σκεπτικού τους κατά την δική μου γνώμη. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πάντα αν κάναμε όλοι κάτι, που μπορούμε, για να βοηθήσουμε κάποιον ή κάποιους; Eίναι τόσο απλό. Η Ακαδημία προσφέρει σε αγόρια και κορίτσια την γνώση στο ποδόσφαιρο, προσπαθώντας να βρει νέα μεγάλα ταλέντα και παράλληλα προσφέρει τη δυνατότητα της φοίτησης στο σχολείο και μετά το Δημοτικό. Μάλιστα ακόμα και αν κάποιο παιδί κοπεί απ’ το ποδοσφαιρικό πρόγραμμα (δεν θα γίνουν όλοι ποδοσφαιριστές άλλωστε) η Ακαδημία του δίνει το δικαίωμα να συνεχίσει να πηγαίνει σχολείο, με πληρωμένα τα δίδακτρα απ’ την ίδια. Και αυτό είναι το σημαντικότερο.

Ο 13χρόνος Μισέκ, ένας απ’ τους καλύτερους μαθητές που υπάρχουν στην Ακαδημία και ένας απ’ τους πιο ταλαντούχους παίκτες, θα πει: «To ποδόσφαιρο χωρίς την μόρφωση δεν είναι κάτι σημαντικό. Ο πατέρας μου είναι οδηγός ενός ποδηλάτου-Ταξί και η μητέρα μου πουλάει φρούτα για να ζήσουμε εγώ και τα εφτά αδέρφια μου. Θέλω να σπουδάσω, αν και το μεγάλο μου όνειρο είναι να γίνω ποδοσφαιριστής και να οδηγήσω το Μαλάουι στο Μουντιάλ». Τα ίδια θα σου πουν και η Ιρέν με την Μέρσι, δύο 14χρόνια κορίτσια που μαθαίνουν ποδόσφαιρο στην Ακαδημία, έχοντας ως στόχο και όνειρο να φτάσουν την Ταμπίθα Τσαγούινκα που παίζει ποδόσφαιρο στην Σουηδία και σκοράρει περισσότερα γκολ απ’ τις συμμετοχές της. Η 21χρόνη Ταμπίθα γεννήθηκε στο Μαλάουι και έφυγε για την Σουηδία το 2014, όταν δηλαδή μπήκε σε κανονική λειτουργία το πρόγραμμα Chigoli. Θεωρείται -και λογικά είναι- η κορυφαία παίκτρια της χώρας.

H εκμάθηση αρχίζει με τα βασικά. Πολύ δουλειά στο κοντρόλ και την πάσα με την μία. Πολύ δουλειά στο αδύναμο πόδι κάθε παιδιού. Πολύ δουλειά στην κίνηση, αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα, πολύ δουλειά στην κατανόηση του αθλήματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όλα αυτά τα παιδιά δεν έχουν δουλέψει ποτέ πριν με προπονητές και δεν είναι εύκολο να μπουν σε καλούπια. Σε μια κανονική ομάδα. Μάλιστα την ώρα των προπονήσεων δεν είναι λίγοι αυτοί που μαζεύονται και παρακολουθούν αυτό το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θέαμα. Κάποιος να δίνει οδηγίες και να προσπαθεί να τιθασεύσει ένα παιδί. Επίσης τα παιδιά της Ακαδημίας μαθαίνουν τις θέσεις με τον παλιό βρετανικό τρόπο. Αυτός που φορά το νούμερο 2 -παίζει στο 2- είναι δηλαδή ο δεξιός πλάγιος αμυντικός. Ο πιτσιρίκος με το 6 είναι ο αμυντικός μέσος και αυτός με το 7, αυτός που τους βασανίζει όλους με την ταχύτητά του και την δεξιοτεχνία του στο δεξί άκρο της επίθεσης. Τα πάντα, ακόμα και αυτά που μοιάζουν να μην έχουν τόσο μεγάλη σημασία, είναι μελετημένα μέχρι και στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια ώστε να γίνει η δουλειά όπως πρέπει να γίνεται. Σωστά. Ο βαθμός δυσκολίας άλλωστε είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι είναι σε μια σύγχρονη Ακαδημία χωρών όπως η Ισπανία, η Γερμανία και η Αγγλία.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές ένα παιδί στο Μαλάουι πεθαίνει από κάποια σοβαρή ασθένεια. Ένα μικρό παιδάκι που μπορεί να γεννήθηκε με σπάνιο αθλητικό (και ποδοσφαιρικό DNA) και που -λογικά- δεν έπαιξε ποτέ ποδόσφαιρο με τους φίλους του φορώντας παπούτσια. Όχι ποδοσφαιρικά παπούτσια αλλά απλά παπούτσια, τρύπια και χιλιοφορεμένα από άλλους. Την ίδια στιγμή, κάπου δίπλα μας, στον «πολιτισμένο κόσμο» που ζούμε κάποιο άλλο παιδάκι ανοίγει ένα κουτί και βλέπει το τελευταίο μοντέλο παπουτσιών του Μέσι, αξίας 200 δολλαρίων. Δεν θα χαρεί ιδιαίτερα. Το δώρο είναι συνηθισμένο άλλωστε. Το παιδάκι αυτό δεν παίζει ποδόσφαιρο, δεν διαθέτει κάποιο ποδοσφαιρικό ταλέντο (το ακριβώς αντίθετο μάλιστα) και αφού φορέσει τα παπούτσια 2-3 φορές, θα τα βαρεθεί και θα τα τοποθετήσει δίπλα σε αυτά του Ρονάλντο, του Λε Μπρον, του Τζόρνταν, του Κακά και σε όλα τα υπόλοιπα που έχει στη συλλογή του. Μετά από λίγο καιρό μπορεί και να τα πετάξει ακόμα επειδή δεν θα είναι πλέον στη μόδα. Χάρις στους δύο Άγγλους αυτό έχει αλλάξει για αρκετά παιδιά και αυτή είναι μια σπουδαία νίκη απ’ το ποδόσφαιρο στην κοινωνία. Ίσως και η σπουδαιότερη.

To πρόγραμμα της Ακαδημίας Chigoli απασχολεί περίπου 2.500 παιδιά το χρόνο, δίνοντάς τους το δικαίωμα και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Ακόμα και αυτά που δεν θα ασχοληθούν με το ποδόσφαιρο επαγγελματικά, έχουν τη δυνατότητα να μορφωθούν και να σπουδάσουν, αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο για τη ζωή τους, μακριά απ’ τη φτώχεια και τη δυστυχία. Το σημαντικότερο απ’ όλα αυτά όμως είναι πως έχουν μια ακόμα μια πιθανότητα να κάνουν αυτό που στους περισσότερους από εμάς φαντάζει ως κάτι απλούστερο του απλού. Να ζήσουν.

Ο άνθρωπος που έσωσε τον Φέργκιουσον

  [4 Σχόλια]

Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είναι ο άνθρωπος που μετέτρεψε την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από ακόμα μία μεγάλη ομάδα της Αγγλίας σε κορυφαία ομάδα της χώρας στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Είναι ο άνθρωπος που άλλαξε επίπεδο το εξωαγωνιστικό κομμάτι της Γιουνάιτεντ και ανέβασε τις «μετοχές» της στο παγκόσμιο «ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο» σε μια εποχή που οι περισσότερες μεγάλες ομάδες, σε ολόκληρο το Νησί λειτουργούσαν (και δούλευαν) με αρχαίες μεθόδους και τακτικές. Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είναι ένας απ’ τους κορυφαίους μάνατζερ σε ολόκληρη την ιστορία του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και η εκτόξευση των «κόκκινων διαβόλων» αποτελεί ουσιαστικά δική του δουλειά. Όλα τα παραπάνω βέβαια τα γνωρίζουν όλοι. Ακόμα και αυτοί που δεν ασχολούνται φανατικά με το Βρετανικό ποδόσφαιρο. Αυτό όμως που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί μυημένοι με την Πρέμιερ Λιγκ είναι πως για να φτάσουμε σε όλα αυτά, χρειάστηκε το κεφάλι (και όχι το πόδι) ενός -όχι και τόσο διάσημου- Άγγλου ποδοσφαιριστή. Το όνομά του, Μαρκ Ρόμπινς. Η θέση του, επιθετικός.

Όσοι είστε πιο μεγάλοι σε ηλικία (30+) και έρθει στο μυαλό σας ένας -λιγάκι ξεχασμένος- επιθετικός του Πανιωνίου, άδικο δεν θα έχετε, μιας και ο Μαρκ Ρόμπινς που έκανε τις βόλτες του στην Πλατεία είναι το ίδιο ακριβώς άτομο που -σχεδόν- μια δεκαετία νωρίτερα έσωσε -κυριολεκτικά- την καριέρα του Σκοτσέζου και έγραψε την αρχή ολόκληρης της ιστορίας θριάμβων της Γιουνάιτεντ στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ, ασχέτως αν τα επόμενα «κεφάλαια» τα είδε απ’ τη σκοπιά του απλού παρατηρητή ή του «ποδοσφαιρικού αναγνώστη» αν προτιμάτε, μιας και αυτά γράφτηκαν από άλλους. Μερικούς ανάμεσα στους κορυφαίους της τελευταίας 25ετίας όπως ο Καντονά, ο Γκιγκς, ο Σκόουλς και ο Μπέκαμ.

Ήταν 7 Ιανουαρίου του 1990 όταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ταξίδεψε στην έδρα της Νότιγχαμ Φόρεστ, του σπουδαίου Μπράιαν Κλαφ, για τον 3ο γύρο του κυπέλλου Αγγλίας. Η ομάδα του Φέργκιουσον βρίσκονταν κάτω από μεγάλη πίεση και δεν παρουσίαζε καθόλου καλό ποδόσφαιρο, κάτι φυσικά που μπορούσε να καταλάβει ο καθένας και απ’ την βαθμολογική της θέση εκείνο το διάστημα αλλά κι απ’ τα καυστικά άρθρα των εφημερίδων. Η Γιουνάιτεντ ήταν 15η στο πρωτάθλημα και είχε προλάβει να αποκλειστεί και απ’ το Λιγκ Καπ δύο μήνες νωρίτερα. Στην έδρα της μάλιστα, με 0-3 απ΄την Τότεναμ του «φονιά» που άκουγε στο όνομα Γκάρι Λίνεκερ. Αυτό που δεν γνώριζε κανένας απ’ τους παίκτες ήταν πως η διοίκηση, μην αντέχοντας αυτή την τραγική αγωνιστική κατάσταση, είχε  δώσει στον Φέργκιουσον τελεσίδικο. Τα πράγματα ήταν τόσο απλά όσο αυτές οι πέντε λέξεις: «Αποκλείεις τη Φόρεστ ή απολύεσαι».

Στο πρώτο ημίχρονο η Γιουνάιτεντ ήταν ελαφρώς καλύτερη απ’ τη Φόρεστ, με τις δύο ομάδες όμως να φεύγουν για τα αποδυτήρια με το σκορ στο 0-0. Το άγχος είχε αρχίσει να καταβάλει τον Φέργκιουσον που βλέποντας την ομάδα του ανήμπορη να σκοράρει, είχε βυθιστεί στην καρέκλα του πάγκου, περιμένοντας το αναπόφευκτο. Το γκολ της αντίπαλης ομάδας δηλαδή και τον αποκλεισμό. Είχε συμβεί τόσες και τόσες φορές άλλωστε εκείνη τη χρονιά. Θα συνέβαινε ακόμα μία και θα ήταν η τελευταία. Το βάσανο θα τελείωνε. Ο Φέργκι θα έδινε το χέρι στον Κλαφ αμίλητος. Μετά θα έμπαινε στα αποδυτήρια και θα χαιρετούσε έναν προς έναν όλους τους παίκτες και μετά θα έφευγε για τη Σκωτία μπας και βρει την ψυχική ηρεμία που τόσο του έλειπε εκείνο το διάστημα. Όλες αυτές οι εικόνες περνούσαν στο μυαλό του με κινηματογραφική ταχύτητα και το σενάριο δεν έδειχνε να μπορεί να αλλάξει.

Όλα αυτά μέχρι εκείνη τη στιγμή που ο Λι Μάρτιν θα κερδίσει παλικαρίσια μια χαμένη μπαλιά πάνω στη λασπωμένη γραμμή και θα πασάρει αστραπιαία για τον Μαρκ Χιούζ που είχε βρεθεί μόνος στον άξονα. Ο Ουαλός αρτίστας -δίχως σκέψη- και πριν προλάβει να βγει κάποιος πάνω του σαν μανιασμένο σκυλί, θα βγάλει μια καταπληκτική μπαλιά με το εξωτερικό του δεξιού του ποδιού, με την μπάλα να περνά πίσω απ’ την πλάτη των δύο στόπερ της Φόρεστ (που λογικά ακόμα δεν πρέπει να έχουν καταλάβει τι συνέβη) για να βρει συστημένη το κεφάλι του Ρόμπινς. Το 0-1 ήταν γεγονός. Η Γιουνάιτεντ έδειχνε να ξορκίζει όλα τα μαζεμένα κακά. Για να περάσει η ομάδα του Φέργκιουσον (επειδή εμείς τα λέμε και τα γράφουμε όλα) έπρεπε να ακυρωθεί και ένα κανονικότατο γκολ του Νάιτζελ Τζέμσον στις καθυστερήσεις, αλλά αυτά θεωρούνται πλέον ψιλά γράμματα. Ο Μαρκ Ρόμπινς σκόραρε ακόμα ένα σπουδαίο τέρμα μέχρι να φτάσει -και να κατακτήσει- η ομάδα του το κύπελλο. Στην παράταση, γράφοντας το 2-1, στα ημιτελικά κόντρα στη Νόριτς.

«Δεν μου είχε περάσει απ’ το μυαλό πως εκείνο το -δικό μου- γκολ απέναντι στη Φόρεστ θα είχε τόσο μεγάλη σημασία για την ομάδα. Ο προπονητής μας ήταν συνεχώς ήρεμος και προσπαθούσε να περάσει σε όλους εμάς αυτή την ηρεμία για να μας βοηθήσει. Ήταν άλλωστε μια περίοδος που δεν κερδίζαμε. Κανένας δεν γνώριζε πως εκείνη τη μέρα στο σπίτι του Κλαφ, ενός ανθρώπου που δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τον Σερ Άλεξ, ο προπονητής μας έπαιζε το κεφάλι του και το συμβόλαιό του. Αν δεν κερδίζαμε ίσως είχε αλλάξει όλη η ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Ποιος μπορεί να το ξέρει; Ευχαριστώ το Θεό που σκόραρα εκείνο το γκολ και άλλαξα -χωρίς να το γνωρίζω τότε- την ιστορία της ομάδας που υποστήριζα από παιδί. Ήταν φανταστικό.»

Ο ήρωας του Σίτι Γκράουντ άφησε το Όλντ Τράφορντ -οριστικά- για τη Νόριτς στο τέλος της επόμενης σεζόν για να αρχίσει μια πορεία που τον βρήκε -όπως έγραψα και παραπάνω- μέχρι τα μέρη μας, πριν ακολουθήσει καριέρα προπονητή. Ο Μαρκ Ρόμπινς δεν υπήρξε κακός ποδοσφαιριστής. Το ακριβώς αντίθετο για την ακρίβεια. Δεν έκανε βέβαια ποτέ την καριέρα που είχε ονειρευτεί (και ίσως άξιζε να κάνει), όταν παιδάκι ακόμα μάθαινε τα βασικά στην ακαδημία της Γιουνάιτεντ, σε μια εποχή όμως που η ομάδα του δεν αποτελούσε φόβητρο για κανένα. Ο Φέργκιουσον δε τον πίστεψε και τον άφησε να φύγει κι ας του έσωσε την καριέρα, μιας και στο μυαλό του είχε την Γιουνάιτεντ όχι απλώς για μεγάλα πράγματα, αλλά για την κορυφή τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ευρώπη. Όπως και έγινε δηλαδή.

Ο Ρόμπινς ήταν μεγάλη καρδιά και δεν τον κατηγόρησε ποτέ γι’ αυτό. Ίσως γνώριζε και ο ίδιος πως δεν ήταν γεννημένος για τόσο σπουδαία πράγματα. Για το μόνο που τον κατηγόρησε, αρκετά χρόνια αργότερα, είναι το γεγονός πως ουδέποτε άκουσε ένα απλό «ευχαριστώ» απ’ τον τεράστιο Σκοτσέζο. Ένα απλό «ευχαριστώ». Μια λέξη που άξιζε να ακούσει από τα χείλη του πρώην «αφεντικού» του. Απ’ την άλλη γνωρίζει καλύτερα απ’ τον καθένα πως τον ευχαριστούν (και θα συνεχίσουν να το κάνουν) όλοι οι αληθινοί φίλοι της ομάδας, κάτι που θα του δημιουργεί πάντα συναισθήματα περηφάνιας και θα του δίνει μεγαλύτερη χαρά, ακόμα κι απ’ τα σημαντικότερα τρόπαια του κόσμου.

(Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των The Stone Roses)

Η αλήθεια πίσω από τα ball boys

  [5 Σχόλια]

Τα βλέπουμε μέσα στο γήπεδο. Η νεολαία, οι ελπίδες του ποδοσφαίρου, πιθανότατα οι επόμενοι μεγάλοι σταρ. Χαρούμενες, αθώες παιδικές φάτσες, με μόνο στόχο να βρεθούν κοντά στα ινδάλματά τους, να βοηθήσουν στην τέλεση του αγώνα και κάποτε να πρωταγωνιστήσουν. Τα αθώα ball boys. Ή έτσι νομίζει ο απλός κόσμος. Όποιος δεν έχει βρεθεί σε γήπεδο εκεί στο 90′ που η ομάδα ψάχνει το ένα γκολ και κάθε δευτερόλεπτο που χάνεται είναι αιώνας, δεν μπορεί να καταλάβει. Όποιος έχει δει τερματοφύλακα να περιμένει την μπάλα πίσω από το τέρμα με βλέμμα απόγνωσης σαν να πήγε σε δημόσια υπηρεσία και να του είπαν «δυστυχώς είναι σε άδεια ο υπάλληλος», ξέρει. Εκεί που καταλαβαίνεις ότι η αγγελική φάτσα είναι απλά το προσωπείο που κρύβει έναν ποδοσφαιρικό Τσάκι, την κούκλα του σατανά. Και μπορεί οι παίκτες συχνά να αντιδρούν, αλλά τα ball boys συνεχίζουν ακάθεκτα. Βελτιώνονται και γίνονται ακόμα πιο προκλητικά και φυσικά οι παίκτες απαντούν. Κι αν δεν μας πιστεύετε, συγκεντρώσαμε τα «καλύτερα» περιστατικά με ball boys και παίκτες που έγιναν μόλις τον τελευταίο μήνα και τα αξιολογούμε.

Ξεκινάμε από την Αυστραλία. Στον τελικό του κυπέλλου το παιχνίδι έχει φτάσει στην παράταση και το Σίδνεϊ προηγείται της Αδελαΐδας με 2-1. Η μπάλα έχει βγει πλάγιο στη σέντρα και ο Μάικλ Μαρόνε πάει να την πάρει. Το ball boy όχι απλά δεν την δίνει γρήγορα, αλλά καθώς ο Μαρόνε πλησιάζει πάει να την καλύψει με το σώμα του για να μην την πάρει ο παίκτης της Αδελαΐδας. Ο Μαρόνε έχει ανεχτεί αρκετή κοροϊδία από τα διαβολικά ball boys στη ζωή του και ρίχνει ένα μεγαλοπρεπές σπρώξιμο στον πιτσιρικά που πάνω που πας να τον λυπηθείς πέφτει κάτω συνεχίζοντας να μην αφήνει την μπάλα από τα χέρια του λες και είναι ο Φρόντο, ενώ κάνει τον τραυματία. Το περιστατικό καταδικάζεται απερίφραστα (αν και σίγουρα οι οπαδοί της Αδελαΐδας νιώθουν μια ηθική ικανοποίηση), ο Μαρόνε όχι μόνο καταφέρνει να χάσει παραπάνω χρόνο με όλη αυτή τη φάση, αλλά όπως είναι φυσικό αποβάλλεται και τιμωρείται με τέσσερις αγώνες. Το σκορ δεν αλλάζει και το Σίδνεϊ πανηγυρίζει την κούπα.

Βαθμός αλητείας Ball Boy: 7 (απλή καθυστέρηση, μπόνους θεατρινισμός)

Μεταφερόμαστε στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, εκεί που πριν λίγες μέρες έγινε ο πρώτος τελικός του Κόπα Λιμπερταδόρες μεταξύ της Γκρέμιο και της Λανούς. Η ομάδα από την Αργεντινή κρατούσε σχετικά άνετα το 0-0, αλλά σε μια ανύποπτη φάση οι Βραζιλιάνοι άνοιξαν το σκορ και τα τελευταία λεπτά απέκτησαν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς η Λανούς βιαζόταν να ισοφαρίσει για να πάει στον επαναληπτικό με καλύτερο σκορ. Σε μια επίθεση της Γκρέμιο η μπάλα κατέληξε άουτ, κάπου βρήκε και επέστρεψε στο χώρο πίσω από την εστία. Ο γκολκίπερ Αντράντα γνωρίζοντας την μοίρα του φιλοξενούμενου, δεν περίμενε και έτρεξε να πάει την μαζέψει. Αυτό το είδε και το ball boy παλικάρι της Γκρέμιο που είτε είναι ο Μπέντζαμιν Μπάτον, είτε έμεινε πολλά χρόνια στην ίδια τάξη καθώς μοιάζει 30 χρονών. Έφυγε σφαίρα να προλάβει την μπάλα. Ο Αργεντινός τερματοφύλακας ήταν ένα κλικ πιο αργός, αλλά σαφώς πιο δυνατός και έσπρωξε το Βραζιλιάνο παίρνοντας την μπάλα. Το ball boy man σηκώθηκε γρήγορα και έκανε προσπάθεια να προλάβει και να χτυπήσει τον τερματοφύλακα (!), αστοχώντας για λίγο. Το αποκορύφωμα ήταν που δεν σταμάτησε εκεί, αλλά πήγε πίσω από την εστία και συνέχισε να μανουριάζει.

Βαθμός αλητείας ball boy: 8 (έχασε την αρχική μάχη, αλλά σημασία έχει να σηκώνεσαι όταν πέφτεις)

Και για να μην πείτε «ναι αλλά στην Ευρώπη αυτά δεν γίνονται» (άλλωστε η φωτογραφία του Αζάρ στην αρχή δεν μπήκε τυχαία), κλείνουμε με λίγη Ισπανία. Η Βαλένθια παρ’ ότι έπαιζε για πάνω από ένα ημίχρονο με παίκτη παραπάνω, υποχρεώθηκε στην πρώτη της ήττας από τη Χετάφε με 1-0 και δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη γκέλα της Μπαρτσελόνα. Η Χετάφε με θεατρικό ηγέτη τον Νταμιάν, έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το αποτέλεσμα (αξίζει το βίντεο ολόκληρο για το σόου που έδωσε), αλλά εμείς θα σταθούμε στο βραβείου 2ου ανδρικού ρόλου, το ανώνυμο ball boy της Χετάφε (περίπου στο 0.20). Αυτή τη φορά ο πιτσιρικάς δεν χρειάστηκε καν να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Περίμενε τον βιαστικό Σάντι Μίνα να έρθει κοντά και μόλις αυτός πλησίασε πέταξε την μπάλα μακριά του. Ο Σάντι Μίνα θέλοντας να κυνηγήσει την μπάλα, δεν τον φύτεψε στο χώμα, αλλά του είπε κάτι για συγκεκριμένο μέρος του σώματος της μητέρας του. Λίγο αργότερα ο μικρός το επανέλαβε με τον Σιμόνε Ζάζα. Ο Ιταλός όμως διαθέτει εμφανώς ατσάλινα νεύρα, αφού απλά χαμογέλασε και μετά από λίγο του έκανε ένα χαριτωμένο «θα τις φας», σαν να ήταν η μαμά του που ενθουσιάστηκε με την σκανταλιά του κανακάρη της. Αποτέλεσμα ο μπόμπιρας, αληθινός αυτήν τη φορά, όχι σαν της Γκρέμιο, να μην πάρει το μάθημά του και σίγουρα να περιμένει το επόμενο εντός της Χετάφε για να συνεχίσει το έργο του.

Βαθμός αλητείας ball boy: 9 (τρολάρισμα σε δύο στιγμές, χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του και χωρίς να κάψει ούτε θερμίδα)

Θα κλείσουμε με κάτι ρετρό και διαφορετικό. Για να μη φανεί ότι είμαστε άδικοι και σκληροί, υπάρχουν και περιπτώσεις που τα παιδιά δίπλα στη γραμμή δεν έχουν έρθει στη Γη για να μας βασανίζουν, αλλά είναι ό,τι κι εμείς. Απλοί οπαδοί που πονούν την ομάδα τους και ζουν γι’ αυτή. Γυρίζουμε στη Βραζιλία και το μακρινό 1988, για να δούμε ένα ball girl αυτή τη φορά στο θρυλικό Μαρακανά. Το παιχνίδι ήταν Βάσκο ντα Γκάμα με Μποταφόγκο και με το σκορ στο 3-0 ο δαιμόνιος Βραζιλιάνος ρεπόρτερ πλησίασε το κοριτσάκι που έκλαιγε, βλέποντας την ομάδα του να χάνει. Οι ερωτήσεις του ρεπόρτερ ήταν παντελώς ανόητες, αλλά αρκούν οι μονολεκτικές απαντήσεις για να απαντηθεί το ερώτημα «πώς είναι να αγαπάς πολύ την ομάδα σου;» (προχωρήστε στο 3.58 του βίντεο εκτός αν θέλετε ρετρό γκολ) και να συνεχίζεις να το κάνεις ενώ σε πονάει. Και ένα κοριτσάκι (που τώρα θα έχει γίνει γυναίκα και πιθανώς να πηγαίνει με τα παιδιά της στο γήπεδο και να έχει ακόμα τη φανέλα που της χάρισε ένας παίκτης της αγαπημένης της ομάδας) μας βάζει τα γυαλιά:

Κλαις που χάνει η Μποταφόγκο;
Ναι
Ήρθες για να δεις το παιχνίδι;
– Ναι
Δεν ήρθες πρώτα για τη δουλειά ε; (δουλειά = ball boy)
Όχι, ήρθα για να δω το παιχνίδι
Πίστευες ότι θα κερδίσει η Μποταφόγκο;
Ναι το πίστευα
Θα σταματήσεις να είσαι Μποταφόγκο;
Όχι

Το ντέρμπι που δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει

  [4 Σχόλια]

Τα τοπικά ντέρμπι είναι παιχνίδια που χωρίζουν πόλεις στα δύο, ματς για τα οποία ζουν οι κάτοικοι κάθε πόλης. Ποιος θα κρεμάσει περήφανα τη σημαία έξω, ποιος θα πάει στη δουλειά με κατεβασμένο το κεφάλι, ποιος θα κάνει πλάκα το επόμενο πρωί. Κι οι ομάδες από την ίδια πόλη αρκετά συχνά προέρχονται από σάρκα μία. Μίλαν και Ίντερ, Έβερτον και Λίβερπουλ, άνθρωποι που έφυγαν για να δημιουργήσουν νέους συλλόγους και τελικά να χωρίσουν πόλεις. Αλλά και πιο πρόσφατα, με ομάδες που συνεχίζουν, αλλά οι οπαδοί τους δεν τις αναγνωρίζουν. Τα παραδείγματα της Κέρκυρας ή και της Στεάουα. Πέρα από όλα αυτά όμως, υπάρχει και μια πολύ περίεργη ιστορία εκεί στα βορειοδυτικά της Ισπανίας, στη Σαλαμάνκα. Η ιστορία μιας ενωμένης για 90 χρόνια πόλης που ξαφνικά χώρισε.

Αν και μεγάλη φοιτητομάνα πόλη, η Σαλαμάνκα δεν είναι τόσο γνωστή ποδοσφαιρικά. Με καλύτερη θέση την 7η και μόλις 12 σεζόν στην Πριμέρα, η τοπική Ουνιόν Ντεπορτίβο Σαλαμάνκα δεν είχε τόσο μεγάλη ιστορία. Ήταν όμως για πολλούς η αγαπημένη ομάδα και το Εστάδιο Ελμάντικο ένα δεύτερο σπίτι. To 1997-98 είδαν με περηφάνια την ασπρόμαυρη ομάδα τους να ονομάζεται «φονέας των γιγάντων» από τους δημοσιογράφους. Με ηγέτη τον Παουλέτα των 15 γκολ, στο Ελμάντικο υπέκυψαν τόσο η πρωταθλήτρια Μπαρσελόνα του Ριβάλντο σε ένα ένα φοβερό ματς που έληξε με 4-3 (η Σαλαμάνκα κέρδισε και 1-4 στο Καμπ Νου), όσο και η Ατλέτικο Μαδρίτης του πρώτου σκόρερ Κριστιάν Βιέρι σε ένα απίστευτο ματς, όπου ο Ιταλός σκόραρε τέσσερις φορές κι όμως η Σαλαμάνκα με ηγέτη τον Ποπέσκου κέρδισε με 5-4. Λίγες εβδομάδες αργότερα διέλυσε και τη Βαλένθια με 6-0. Αυτή ήταν και η τελευταία καλή χρονιά της ομάδας, καθώς το 1999 υποβιβάστηκε.

Η Ατλέτικο των Μολίνα, Κίκο, Βιέρι και Πάντιτς απέναντι στη Σαλαμάνκα

Από το 2000 και μετά η Σαλαμάνκα παρέμεινε στη Σεγούντα μέχρι και τον υποβιβασμό στη 3η κατηγορία. Τα οικονομικά προβλήματα ήδη είχαν ξεκινήσει και τελικά το 2013 η Σαλαμάνκα κήρυξε πτώχευση, οι οφειλέτες δεν δέχθηκαν κάποιον συμβιβασμό και ο σύλλογος διαλύθηκε. Ούτε αλλαγές ονομάτων, ούτε υποβιβασμοί σε χαμηλότερες κατηγορίες, ούτε τίποτα. Τέλος. Λουκέτο. Έτσι απλά. Με 23 εκατομμύρια Ευρώ χρέη στην πλάτη του συλλόγου δε βρέθηκε λύση και μέχρι και το γήπεδο βγήκε στο σφυρί. 90 χρόνια μετά την ίδρυσή της το 1923, η Σαλαμάνκα διαλύθηκε βυθίζοντας στη θλίψη μια πόλη περίπου 150.000 κατοίκων.

Όπως είναι φυσικό σε αυτές τις περιπτώσεις, ο κόσμος δεν μπορεί να μείνει χωρίς μπάλα, δεν μπορεί να μείνει χωρίς ομάδα. Μόνο που στη Σαλαμάνκα έγινε ένα μπάχαλο. Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Το 2013 με την Ουνιόν να καταρρέει, δημιουργήθηκε μια οργάνωση λαϊκής βάσης (σαν αυτές που έχουμε δει και στην Ελλάδα σε ΑΕΚ, Άρη, ΠΑΟ) ώστε να λυθούν τα προβλήματα και να βρεθούν τα χρήματα. Όταν αυτό δεν έγινε κι η εταιρεία διαλύθηκε, αποφασίστηκε να ιδρύσουν έναν σύλλογο στα πλαίσια της AFC Wimbledon ή της FC United of Manchester, με τη διαφορά όμως ότι δεν επρόκειτο για «αντι-σύλλογο» καθώς η Σαλαμάνκα δεν υπήρχε πια. Έτσι ιδρύθηκαν οι Ουνιονίστας (σε ελεύθερη μετάφραση Ενωσίτες) με μέλη που είχαν όλα δικαίωμα μιας ψήφου για εκλογή προέδρου. Ο σύλλογος ξεκίνησε από την τοπική ΣΤ’ κατηγορία και με δυο ανόδους έφτασε πέρσι στη Δ’ εθνική της Ισπανίας, χωρίς όμως να κερδίσει την άνοδο.

Αριστερά το σήμα των Ουνιονίστας, δεξιά της Σαλμαντίνο

Παράλληλα με τους Ουνιονίστας όμως υπήρχε και μια δεύτερη ομάδα. Η Σαλμαντίνο ιδρύθηκε το 1943 ως θυγατρική της Σαλαμάνκα και αργότερα έγινε επίσημα η 2η ομάδα της καθώς οι αναπληρωματικοί αγωνίζονταν με αυτή. Το 1997 μετονομάστηκε σε Ουνιόν Σαλαμάνκα Β’ και συνέχισε να υπάρχει μέχρι και το 2013 ως η δεύτερη ομάδα του συλλόγου, όταν κι η Ουνιόν Σαλαμάνκα διαλύθηκε. Τότε, οι άνθρωποί της αποφάσισαν να την ονομάσουν ξανά σε Σαλμαντίνο (μια που δεν είχαν δικαιώματα για το όνομα της Σαλαμάνκα), απέκτησαν όμως τα δικαιώματα των Ακαδημιών και ως φυσική συνέχεια της «αναπληρωματικής» ομάδας συνέχισαν στη Γ’ εθνική όπου και βρισκόταν. Πολύς κόσμος άρχισε να στηρίζει την ομάδα, καθώς ήταν γι’ αυτούς η φυσική συνέχεια της Σαλαμάνκα με τα παιδιά από τις Ακαδημίες. Μετά από δύο σεζόν όμως, η ισπανική Ομοσπονδία αποφάσισε ότι τελικά η Σαλμαντίνο πρέπει να θεωρείται νέα ομάδα και ότι λανθασμένα έπαιζε στη Γ’ εθνική, ακύρωσε τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και έτσι την έριξε στον πάτο του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Έτσι λοιπόν, η Σαλμαντίνο ακολούθησε την πορεία των Ουνιονίστας με μια σεζόν διαφορά και από την ΣΤ’ εθνική βρέθηκε φέτος στη Δ’. Πριν λίγους μήνες κατάφερε να αγοράσει τα δικαιώματα για την μπουτίκ και το έμβλημα του συλλόγου, ενώ αγωνίζεται και στο παλιό γήπεδο της Σαλαμάνκα (οι Ουνιονίστας έχουν έδρα 50 μέτρα μακριά, στο βοηθητικό στάδιο). Επόμενος στόχος να πάρει τα δικαιώματα για το όνομα. Την ίδια στιγμή μάχη για διάφορα δικαιώματα δίνουν και οι Ουνιονίστας και μάλιστα κέρδισαν πρόσφατα μια δικαστική απόφαση. Με τη διαφορά όμως ότι οι ίδιοι πιστεύουν ότι κανείς δεν πρέπει να λέει ότι είναι η Σαλαμάνκα και προς το παρόν υποστηρίζουν ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν το όνομα και το έμβλημα. Την ίδια στιγμή ο ένας κατηγορεί τον άλλον και μιλούν οι δικηγόροι, ενώ ο κόσμος πιστεύει ότι η δική του ομάδα είναι η «σωστή». Μύλος…

Ναι, δεν είναι αστείο. Κυκλοφορούν και τέτοια ανάμεσα σε οπαδούς των ομάδων.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στη φετινή σεζόν όπου επιτέλους οι δυο ομάδες βρέθηκαν στην ίδια κατηγορία και πριν μερικές μέρες αντίπαλοι για πρώτη φορά. Η Σαλμαντίνο υποδέχτηκε τους Ουνιονίστας. Από το πρωί στους δρόμους υπήρχαν οπαδοί και των δύο ομάδων. Οι γηπεδούχοι της Σαλμαντίνο που λένε ότι η θυγατρική-2η ομάδα της Σαλαμάνκα από το 1943 είναι λογικό να είναι η Σαλαμάνκα και οι οπαδοί των Ουνιονίστας με σύνθημα «Ουνιόν ήταν μόνο μία» που λένε ότι η παλιά ομάδα τελείωσε το 2013 και πλέον δεν μπορεί να υπάρξει ομάδα αντικαταστάτρια, αλλά μια που απλώς να την τιμάει. Κάποιοι από αυτούς δάκρυζαν λέγοντας «θα επισκεφτώ το γήπεδό μου σαν φιλοξενούμενος».

Το πρώτο ντέρμπι στην ιστορία της Σαλαμάνκα, με δυο ομάδες που θέλουν να γίνουν ότι ήταν η παλιά Ουνιόν

Λίγο πριν τον αγώνα οι οπαδοί συναντιούνται απ’ έξω. Επεισόδια δεν γίνονται, αλλά το κλίμα είναι τεταμένο από τους πιτσιρικάδες και των δύο. Χειρονομίες και συνθήματα. Αστυνομική παρουσία. «Η Ουνιόν είμαστε εμείς» φωνάζουν οι οπαδοί της Σαλμαντίνο στους «φιλοξενούμενους» οπαδούς, ανθρώπους που πριν 4 χρόνια είχαν την ίδια αγωνία με αυτούς για τη σωτηρία της Σαλαμάνκα. Που πανηγύριζαν γκολ και νίκες, δάκρυσαν με υποβιβασμούς. Και τώρα ξαφνικά είναι αντίπαλοι σε ένα τοπικό ντέρμπι που όπως έγραψαν κάποιοι Ισπανοί είναι «το ντέρμπι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει» ή όπως έγραψε η Μάρκα, «το ντέρμπι των ορφανών». Στις κάμερες ο καθένας δηλώνει γιατί πιστεύει ότι υποστηρίζει το σωστό σύλλογο.

Στο παλιό σπίτι και των δύο, τα δυο πέταλα γεμίζουν με οπαδούς ντυμένους στα άσπρα και μαύρα να τραγουδούν τον ίδιο ύμνο κι όμως να είναι αντίπαλοι. Το παιχνίδι σκληρό, με φάουλ και αρκετούς καβγάδες μεταξύ των παικτών. Δεν είναι μόνο όλη αυτή η ιστορία, οι δυο ομάδες βρίσκονται στη 1η και 2η θέση του ομίλου τους και υπάρχει και βαθμολογική σημασία. Η Σαλμαντίνο κερδίζει τελικά με 1-0 με γκολ του Μεξικάνου Γκαλβάν. Οι οπαδοί της πανηγυρίζουν με τους παίκτες. Από την άλλη πλευρά οι φιλοξενούμενοι περιμένουν τους δικούς τους παίκτες και κάνουν χέρια όλοι μαζί, φωνάζοντας «αυτό δεν αγοράζεται με χρήματα» (μια που θεωρούν ότι ως ομάδα λαϊκής βάσης διαφέρουν). Σε άλλες περιπτώσεις μπορείς να πεις ποιος έχει δίκιο. Στη συγκεκριμένη όλοι έχουν κάποια βάση στα επιχειρήματά τους. Και κάπως έτσι, η Σαλαμάνκα αποκτά κι επίσημα ένα τοπικό ντέρμπι και δεν θα είναι παράξενο σε μερικά χρόνια να έχουν ξεχάσει όλοι τις στιγμές που υποστήριζαν την ίδια ομάδα, του Στελέα, του Ποπέσκου, του Παουλέτα και του Εντού Αλόνσο. Και εμείς να κάνουμε αφιερώματα για το «ιστορικό» κλάσικο της Σαλαμάνκα.

O έρωτας πίσω απο το τζάμι

  [Καθόλου σχόλια]

«Ένας άνθρωπος που έχει ολότελα εξαφανιστεί και, ξάφνου, είναι εδώ, μπροστά σας, πίσω από ένα τζάμι, γίνεται μια κυριαρχική φιγούρα (τουλάχιστον αν δεν σας προκαλεί ανία). Για τριάντα δευτερόλεπτα μου προκάλεσε τεράστια ευχαρίστηση και μάλιστα, από ορισμένες πλευρές, μια ευχαρίστηση υπερβολική, παράλογη, και εξαιτίας αυτών των τριάντα δευτερολέπτων της έδειξα πολύ μεγαλύτερη φιλία απ’ ό,τι θα είχα ποτέ την ιδέα να της δείξω.»

(Μωρίς Μπλανσό, Καταδίκη σε Θάνατο, 1948)

Για όλους όσους είδαν κάποτε τον έρωτά τους πίσω από ένα τζάμι.

Ο Γκουαρδιόλα, ο Ντε Μπρούινε και οι νικητές -μέχρι στιγμής- της Πρέμιερ Λιγκ

  [6 Σχόλια]

Το περασμένο Σάββατο η Μάντσεστερ Σίτι αγωνίστηκε στην έδρα της Λέστερ και -αν και τα βρήκε σκούρα για περίπου 40 λεπτά- κατάφερε τελικά να αποδράσει με 0-2, έχοντας για ακόμα μια φορά ως ηγέτη τον Κέβιν Ντε Μπρούινε, και να διατηρήσει την διαφορά της από την Γιουνάιτεντ στους 8 βαθμούς. Το 0-2 έγινε στο 49′, με σουτ-κεραυνό απ’ το αριστερό πόδι του Βέλγου. Ένα σουτ βγαλμένο απ’ τα καλύτερα ποδοσφαιρικά παραμύθια. Σα να βλέπεις τον Ζιντάν με κατάξανθα φουντωτά μαλλιά, τον Πολ Γκασκόιν νηφάλιο και χωρίς περιττά κιλά, τον Ντιέγκο Φορλάν κουρεμένο δίχως όμως ίχνος αυτής της γαμάτης ποδοσφαιρικής αλητείας που είχε συσσωρευθεί σε κάθε σπιθαμή του σώματός του. Θα μου πείτε πως το είχε ξανακάνει πριν μερικές βδομάδες, και σε δυσκολότερη έδρα, ο Βέλγος όταν και νίκησε -πάλι με το αριστερό του πόδι- τον Κουρτουά. Κάπως έτσι είχαν αποδράσει οι «πολίτες» απ’ την έδρα της περσινής πρωταθλήτριας Τσέλσι και έδειξαν για ακόμα μία φορά προς όλους, ότι φέτος είναι η χρονιά τους. Σας πρήζω. Το ξέρω, αλλά λέω να το θυμηθούμε εκείνο το γκολ (και ξέρω ότι το θέλετε και εσείς):

Ο νεαρός Βέλγος, η ομάδα του, και φυσικά ο εγκέφαλος αυτής, ο Πεπ Γκουαρδιόλα, είναι ως ώρας οι απόλυτοι νικητές της Πρέμιερ Λιγκ και -κατά την ταπεινή μου γνώμη- η κορυφαία ομάδα αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τα πράγματα είναι απλά: Αν αγαπάς το ποδόσφαιρο, αγαπάς (και βλέπεις) την Σίτι. Αν δε το κάνεις, είτε δεν αγαπάς το ποδόσφαιρο, είτε μισείς τους «γαλάζιους» του Μάντσεστερ για τους δικούς σου λόγους. Δέχομαι μόνο ως δικαιολογία το να μην έχει κάποιος χρόνο για να δει ποδόσφαιρο γενικά. Είναι περίεργοι άλλωστε οι καιροί μας. Διαλέγεις λοιπόν μεριά και με αυτή πορεύεσαι. Αυτό που έχει καταφέρει ο Πεπ είναι κάτι το μοναδικό. Η αλλαγή θέσης του Βέλγου, μετατρέποντάς τον από ένα τυπικό «δεκάρι», στον απόλυτο κεντρικό χαφ στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, είναι απλά μοναδική. Το ίδιο είχε κάνει ο Καταλανός και πριν 10 χρόνια περίπου με τους Ινιέστα και Τσάβι (σε μια δημιουργία που οδήγησε το ποδόσφαιρο σε σπάνιας ομορφιάς μονοπάτια και τους Ισπανούς ακόμα και στην κατάκτηση του κόσμου το 2010) αλλά εδώ μιλάμε για κάτι ακόμα πιο σύγχρονο. Ακόμα πιο ολοκληρωμένο. Κάτι που φαντάζει (και είναι) άκρως εξελίξιμο. Με την σκέψη στο «που ακριβώς μπορεί να φτάσει» να τρομάζει ακόμα και τα πιο εύστροφα -ποδοσφαιρικά- μυαλά. Να βλέπεις τον Ντε Μπρούινε να κινείται στο χώρο, να αγγίζει την μπάλα, να δημιουργεί για τους συμπαίκτες του, να μαρκάρει χωρίς να χρειάζεται καν να λερώσει το σορτσάκι του και φυσικά να σκοράρει (λίγα ως ώρας) πολύτιμα τέρματα, είναι απλά ηδονικό. Και βάζω τελεία.

Η Γουότφορντ και ο Ριτσάρλισον (Ω! Ναι) Remember the Name

Η ομάδα του Μάρκο Σίλβα έχει κλέψει τις εντυπώσεις (μαζί με την Μπέρνλι) από τις θεωρητικά «μικρές» ομάδες του πρωταθλήματος και αυτό εμένα μου αρέσει πολύ. Βάζω την Γουότφορντ πάνω από την Μπέρνλι, κι ας υπολείπεται αυτής 4 ολόκληρους βαθμούς, για τον εξής απλό λόγο. Η ομάδα του Σον Ντάις έχει τον ίδιο προπονητή χρόνια τώρα και δεν έπρεπε να αφομοιώσει νέα στυλ και τακτικές όπως οι «σφήκες» για παράδειγμα, και αυτό είναι από μόνο του, κάτι πολύ ιδιαίτερο και σημαντικό. Η Γουότφορντ τις δύο προηγούμενες σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ τις έβγαλε με δύο διαφορετικούς προπονητές και δύο εντελώς διαφορετικές φιλοσοφίες. Την σεζόν 2015/16 προπονητής ήταν ο αλέγκρος και αρκετά σοφιστικέ Κίκε Φλόρες, με ένα καθαρό και άκρως αγγλικό 4-4-2. Ένα σύστημα που είχε φέρει πολλά καλά αποτελέσματα. Πέρσι στο τιμόνι κάθισε ο πιο σκληρός και περισσότερο λάτρης της αμυντικής τακτικής Βάλτερ Ματσάρι με νέο σύστημα. Το αγαπημένο του 3-5-2 που θαυμάσαμε τα προηγούμενα χρόνια στη Νάπολι. Ένα σύστημα που μπορεί να άργησε να ρολάρει, αλλά όταν το έκανε απέδωσε καρπούς. Φέτος έχουμε έναν θεωρητικά πιο σύγχρονο προπονητή, που αρέσκεται να χρησιμοποιεί κυρίως το 4-3-3 (αν και χρησιμοποιεί και τριάδα στην άμυνα ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής), έχοντας κατά νου να δημιουργήσει και όχι να καταστρέψει (αυτό εννοείται το λατρεύουμε). Φυσικά για να «τρέξει» όλο αυτό, δίνει σημαντικότατες βοήθειες ο νεαρός βραζιλιάνος εξτρέμ, Ριτσάρλισον. Ο παίκτης δηλαδή που έχει φέρει στο μυαλό των παλιών φίλων  της ομάδας (απ’ τα λατρεμένα 80s με πρόεδρο τον Έλτον Τζον) τον τρισμέγιστο Τζον Μπαρνς και τα «μαγικά του».

Ο 20χρόνος Ριτσάρλισον αποκτήθηκε για μόλις 11 εκατομμύρια λίρες (λίγα είναι για τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου αν με ρωτάτε) απ’ τη Φλουμινένσε, και αυτή τη στιγμή φαντάζει πολύ δύσκολο να μην πουληθεί το ερχόμενο καλοκαίρι με ένα ποσό, τουλάχιστον τριπλάσιο από αυτό που έδωσε η Γουότφορντ γι’ αυτόν πέρσι. Οι 12 συμμετοχές και τα 5 γκολ που έχει σημειώσει τον καθιστούν στους διακριθέντες της ομάδας (και ολόκληρης της λίγκας κατ επέκταση), αλλά αυτό που τον κάνει ακόμα πιο υπέροχο και μοναδικό, στα δικά μου μάτια, είναι αυτή η επαφή που έχει με την μπάλα. Η τεχνική του, και φυσικά το σημαντικότερο όλων αυτών που πρέπει να έχει κάθε ντελικάτος ποδοσφαιριστής. Πολύ σωστά μαντέψατε. Το απρόβλεπτο. Αυτό δηλαδή που είχε ο Μπαρνς όταν αλώνιζε στον ασβέστη της αριστερής πλευράς της ομάδας, πριν το ποδόσφαιρο γυαλιστεί και καλοφιαχτεί στα τωρινά δεδομένα. Ο Ριτσάρλισον έχει αυτή την παλιά πάστα. Εκείνη την αλητεία του παιδιού που θα παίζε ακόμα και ξυπόλητο για να κερδίσει το στοίχημα απ’ τον σπασίκλα συμμαθητή του. Αυτό που έχει κάθε γεννημένος νικητής που ξεκίνησε από χαμηλά και δεν τυφλώθηκε όταν έπεσαν πάνω του -μαζικά- τα καλογυαλισμένα φώτα των  γηπέδων και των φωτογραφικών μηχανών. Τον έχω λατρέψει, δεν το κρύβω, και τον φαντάζομαι ήδη στο Άνφιλντ με τη φανέλα της Λίβερπουλ. Ούτε αυτό θα το κρύψω.

Ο Σαλάχ και ο Ντάβινσον Σάντσεζ

Βάζω τον εξτρέμ της Λίβερπουλ και τον κεντρικό αμυντικό της Τότεναμ σε αυτό εδώ το κείμενο γιατί έχουν πολλά κοινά στην έως τώρα πορεία τους στο Αγγλικό πρωτάθλημα. Εξηγούμαι. Αμφότεροι ήρθαν από ευκολότερα πρωταθλήματα (ο πρώτος από το Ιταλικό και ο δεύτερος απ’ το Ολλανδικό) και αμφότεροι επίσης δέχτηκαν αρκετά σκληρή κριτική. Για διαφορετικούς όμως λόγους. Ο Αιγύπτιος (ξανά)ήρθε με την ταμπέλα του χασογκόλη Speedy Gonzales και ο Κολομβιανός με πολλά ερωτηματικά γύρω απ΄την αξία του, για το αν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στον δύσκολο κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ άμεσα. Και οι δύο αποκτήθηκαν επίσης με ένα σωρό χρήματα, κάτι που καθιστούσε ακόμα πιο αιχμηρή την κριτική και ακόμα πιο μειωμένη την υπομονή σε συνάρτηση με το χρονικό όριο που θα έπιαναν το μάξιμουμ της απόδοσής τους. Αν το έπιαναν. Μετά από 12 αγωνιστικές, ο Σαλάχ είναι ο πρώτος σκόρερ της Λίβερπουλ, έχοντας σκοράρει μερικά σπάνιας ομορφιάς και σημασίας τέρματα και κάνοντας δικό του πλέον το στοιχειωμένο ρεκόρ που κατείχε ο Φάουλερ με 8 γκολ για τις πρώτες 12 αγωνιστικές. Ο Σαλάχ έχει σκοράρει 9 βουλώνοντας τα στόματα των επικριτών του. Πολλοί εξ αυτών μάλιστα ήταν φίλοι της ομάδας του.

Ο Ντάβινσον Σάντσεζ απ’ την άλλη -με την απουσία του Αλντερβάιλερ- έχει βρει θέση στο αρχικό σχήμα της Τότεναμ ως δεξί στόπερ στην τριάδα του Ποκετίνο, και με την φοβερή του απόδοση φαντάζει απίθανο να χάσει την θέση του, αν φυσικά παραμείνει υγιής. Ο τρόπος που βγάζει ώρες-ώρες την μπάλα από την άμυνα, με άψογη τεχνική και με μια ηρεμία που δύσκολα βρίσκεις σε τόσο νεαρό αμυντικό αλλά και σε έμπειρους παίκτες, είναι απλά μοναδική. Τα περιθώρια βελτίωσής του άλλωστε, δίπλα στον κορυφαίο Μαουρίτσιο Ποκετίνο, δεν έχουν ταβάνι και αυτό είναι επίσης  κάτι το τρομακτικό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μιλάμε για ένα παιδί που βρίσκεται μόλις στο 21ο έτος της ηλικίας του.

Ο Μουρίνιο και το If… (Όχι του Λίνσντεϊ Άντερσον)

Πολλοί ίσως αναρωτηθείτε για ποιο λόγο βρίσκεται σε αυτό εδώ το κείμενο ο Πορτογάλος και ίσως να έχετε και δίκιο αλλά εγώ τον Ζοσέ τον αγαπάω και δεν μπορώ να μην ασχοληθώ μαζί του. Η ομάδα του Μουρίνιο μπορεί να βρίσκεται στο -8 απ’ τη συμπολίτισσα Σίτι αλλά το γεγονός πως βρίσκεται μονάχη στην 2η θέση, χωρίς να έχει αποδώσει καλό ποδόσφαιρο σε διάρκεια, και χωρίς να έχει τον ηγέτη της Πολ Πογκμπά για αρκετές αγωνιστικές, της δίνει σίγουρα αρκετά credits. «What If…» μας ρώτησε ο Μουρίνιο για τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε τραυματιστεί ο Γάλλος σούπερ σταρ και εγώ -ειλικρινά- απάντηση δεν μπορώ να βρω. Όσο κι αν πιέζω τον εαυτό μου. Ζοσέ συγγνώμη! Αν κρίνω πάντως από το πρώτο 40λέπτο (ΠΡΟΣΟΧΗ όχι 45λέπτο) κόντρα στη Νιουκάστλ το Σάββατο, ίσως τα πράγματα να ήταν ακόμα χειρότερα. Αν απ’ την άλλη κρίνω με βάση τις πρώτες αγωνιστικές, ίσως τα πράγματα να ήταν αρκετά καλύτερα. Με τα If άλλωστε δεν βάφονται αυγά και δεν υπάρχει και λόγος μιας και πλησιάζουν Χριστούγεννα και όχι Πάσχα. Τη δεδομένη πάντως χρονική στιγμή η Γιουνάιτεντ δείχνει πολύ πίσω απ’ τη Σίτι (και όχι μόνο βαθμολογικά) και μένει να δούμε στους πόσους βαθμούς διαφορά θα την αντιμετωπίσει στο ντέρμπι της 16ης αγωνιστικής, σε σχεδόν 20 μέρες από σήμερα. Ο Ζοσέ απ’ την άλλη έχει μάθει να παλεύει και με απουσίες βασικών και σε αυτό του βγάζω το καπέλο. ‘Έγραψα και πιο πάνω. Τον αγαπάω τον Πορτογάλο κι ας μη μου φαίνεται.

H επιστροφή του Ερυθρού Αστέρα

  [5 Σχόλια]

6 Δεκεμβρίου 1978. Η Άρσεναλ υποδέχεται τον Ερυθρό Αστέρα για τον τρίτο γύρο του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, έχοντας να ανατρέψει το εις βάρος της 1-0 του Βελιγραδίου. Ένα αποτέλεσμα που είχε διαμορφωθεί δύο εβδομάδες νωρίτερα, με το τέρμα του μέσου Ζβίζετιν Μπλαγκόσεβιτς. Οι «κανονιέρηδες» θα ανοίξουν το σκορ με τον χαρισματικό επιθετικό Άλαν Σάντερλαντ αλλά λίγο πριν δουν τον διαιτητή να σφυρίζει τη λήξη της αναμέτρησης, ο Ντούσαν Σάβιτς θα σκοράρει και θα στείλει τους Σέρβους στα προημιτελικά της διοργάνωσης -απέναντι στην Γουέστ Μπρομ- βυθίζοντας το κοινό του Χάιμπουρι στη θλίψη και τη σιωπή. Έπρεπε να περάσουν σχεδόν 30 χρόνια για να βρεθούν και πάλι οι δύο ομάδες αντιμέτωπες σε μια ευρωπαϊκή βραδιά, με συνδετικό κρίκο πλέον μόνο τον γιο του Ντούσαν Σάβιτς, μιας και ο Βούγιαντιν Σάβιτς αγωνίζεται ως στόπερ στον Ερυθρό Αστέρα, αν και δεν έχει καμία σχέση -ποδοσφαιρικά πάντα- με τον ντελικάτο πατέρα του. Το τέλος της σεζόν ’78-’79 είχε βρει τον Ερυθρό Αστέρα φιναλίστ απέναντι στη νικήτρια Γκλάντμπαχ, 23 χρόνια μετά την πρώτη φιναλίστ απ’ τη χώρα-σε κάποιο ευρωπαϊκό τελικό- Παρτιζάν που είχε ηττηθεί απ’ τη Ρεάλ Μαδρίτης.

Όταν η κληρωτίδα του φετινού Γιουρόπα Λιγκ έβγαλε το όνομα του Ερυθρού Αστέρα δίπλα σε αυτό της Άρσεναλ, για τον 8ο όμιλο, κάποιος καλομαθημένος φίλος των Λονδρέζων είχε «τουϊτάρει» μια φράση που είχε προκαλέσει -έστω και για λίγο- ένα μικρό χαμό στα social media. Η φράση ήταν η εξής: «Καταλαβαίνεις πως είσαι στο Γιουρόπα Λιγκ όταν βλέπεις το όνομα Crvena Zvezda δίπλα σε αυτό της ομάδα σου». Οι Σέρβοι ως γνωστόν δεν παίζουν με αυτά τα πράγματα και αμέσως πήραν θέση, βάζοντας για τα καλά στη δική του τον Άγγλο. «Η ομάδα μας έχει κατακτήσει κύπελλο Πρωταθλητριών. Η δική σου όχι». «Έχουμε βγάλει παίκτες που έχουν αγωνιστεί στα κορυφαία κλαμπ της Ευρώπης». «Έχουμε ένα σωρό εγχώριους τίτλους». Φυσικά έκλεισαν με το σήμα-κατατεθέν της ομάδας τους: «Έχουμε ένα απ’ τα πιο ατμοσφαιρικά γήπεδα σε ολόκληρο τον κόσμο και όχι ένα γήπεδο πιο ήσυχο κι από αίθουσα της Λυρικής Σκηνής».

Εννοείται πως κανένα απ΄όλα αυτά τα σχόλια δεν έκρυβε κάποια ψευδή πληροφορία ή μια δόση υπερβολής πλην του τελευταίου (τι όχι;). Φυσικά ο Άγγλος προσπάθησε να σώσει κάπως την κατάσταση και το ατυχές του σχόλιο, γράφοντας όμως με μια δόση ειρωνείας και φλεγματικού αγγλικού χιούμορ, πως δεν ευθύνεται αυτός που η ΟΥΕΦΑ γράφει Crvena Zvezda και όχι Red Star. «Εσείς είστε βρε παιδιά ο Ερυθρός Αστέρας; Που να το ξέρω; Αν και υπάρχει σε κάθε κράτος ένας Ερυθρός Αστέρας και μπερδεύομαι, εσάς σας ξέρω. Ζητώ ταπεινά συγνώμη». Δεν μεταφέρω τις βρισιές και τις απειλές που ακολούθησαν για ευνόητους λόγους. Οι «χούλιγκανς του πληκτρολογίου» άλλωστε είναι μια μάστιγα που κάνει «διεθνή καριέρα» και τη συναντάς παντού. Τα τελευταία χρόνια εννοείται κάνει μεγάλη καριέρα και στη δική μας χώρα, κυρίως κάτω από άρθρα μετά από αναμετρήσεις της Μπαρτσελόνα με την Ρεάλ Μαδρίτης και άρθρα για την «κόντρα» (που υπάρχει όμως μόνο σε νοσηρά μυαλά) του Διαμαντίδη με τον Σπανούλη, στο άθλημα του μπάσκετ.

O Σίνισα Μιχάιλοβιτς σε προπόνηση το ’90

Απ’ την εποχή που ο Ερυθρός Αστέρας, έχοντας ένα σωρό σπουδαίους ποδοσφαιριστές, κατακτούσε το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1991 απέναντι στη Μαρσέιγ έχουν αλλάξει -σχεδόν- τα πάντα στο Γιουγκοσλαβικό ποδόσφαιρο. Ο πόλεμος και η διάλυση εκείνης της ομάδας -όπως και όλων των σπουδαίων ομάδων της εποχής σε ποδόσφαιρο, μπάσκετ και βόλλευ που είχαν οι Πλάβι σε συλλογικό επίπεδο- έφεραν και τον Ερυθρό Αστέρα σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Υπήρξε περίοδος στα 90s που η ομάδα καλά-καλά δεν είχε γήπεδο να προπονηθεί και φυσικά τα χρέη που δημιουργήθηκαν και μεγάλωναν συνεχώς (χρέη που υπάρχουν ακόμα) έμπαιναν πάντα εμπόδιο στο να δημιουργηθεί ξανά μια σπουδαία ομάδα που θα έβαζε το όνομά της ψηλά και πάλι ακόμα και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Όπως είχε μάθει δηλαδή όλους τους οπαδούς της. Σύμφωνα με έρευνες των τελευταίων τριών ετών, το χρέος των -σχεδόν- 50 εκατομμυρίων ευρώ που υπήρχε το 2015 έχει μειωθεί αισθητά μετά τις πωλήσεις νεαρών και άκρως ταλαντούχων παικτών που -ευτυχώς- βγάζει συνεχώς η ομάδα. Περιπτώσεις όπως αυτή του Μάρκο Γρούγκιτς που πουλήθηκε στη Λίβερπουλ, του Λούκα Γιόβιτς που έφυγε για τη Μπενφίκα (και αγωνίζεται δανεικός στην Άιντραχτ) και φυσικά η περίπτωση των αδερφών Ίλιτς που πουλήθηκαν στην Σίτι για 5 εκατομμύρια λίρες είναι οι πιο γνωστές των τελευταίων ετών. Φυσικά θα ακολουθήσουν κι άλλες. Να είστε σίγουροι.

Από το 2013 -και αυτό είναι αρκετά σημαντικό- η ιστορική ομάδα του Βελιγραδίου δείχνει και πάλι να πατάει αρκετά γερά στα πόδια της, και αυτή τη στιγμή φαντάζει πιο ικανή από ποτέ να επιστρέψει τόσο στην κατάκτηση του Σερβικού πρωταθλήματος (όπως έκανε το 2014 και το 2016 δηλαδή) όσο και σε μια καλή Ευρωπαϊκή πορεία, ως μία ομάδα που όταν πέσει (γιατί θα πέσει), θα πέσει μετά από μεγάλη μάχη ακόμα και με τον δυσκολότερο αντίπαλο. Οι εποχές του 2014 με την ομάδα να αρνείται να συμμετάσχει στο Τσάμπιονς Λιγκ λόγω οικονομικών προβλημάτων φαντάζουν πλέον πολύ μακρινές και η τωρινή ομάδα -έχοντας τον «δικό μας» Βλάνταν Μιλόγεβιτς στο τιμόνι- δείχνει να σφύζει από ταλέντο, νιάτα και -το σημαντικότερο όλων αυτών- ποδοσφαιρική υγεία. Κάτι που φυσικά συμβαίνει και με τη μεγάλη της αντίπαλο, την Παρτιζάν.

Το παιχνίδι που έδειξε σε ολόκληρη την Ευρώπη πως ο Ερυθρός Αστέρας είναι και πάλι εδώ, μαζί μας, δεν ήταν άλλο από το ματς στην έδρα της Κολονίας για την 2η αγωνιστική του Γιουρόπα Λιγκ. Οι Σέρβοι έχοντας φέρει ισοπαλία με την Μπάτε Μπορίσοφ στο Ράικο Μίτιτς (ή Μαρακανά), γνώριζαν καλύτερα απ’ τον καθένα πως έπρεπε να πάρουν θετικό αποτέλεσμα στη Γερμανία, αν φυσικά ήθελαν να έχουν ελπίδες για πρόκριση στη νοκ-άουτ φάση, μιας και ακολουθούσαν τα διπλά παιχνίδια με το φαβορί του ομίλου, την Άρσεναλ. Το γκολ του Γκανέζου επιθετικού Ρίτσμοντ Μποακίε στο 30′ (ένα γκολ που έφερε στο μυαλό πολλών «κάτι από Ντιντιέ Ντρογκμπά») χάρισε το χρυσό τρίποντο και μαζί την σπίθα της ελπίδας για πρόκριση σε ένα λαό που ζει για το ποδόσφαιρο, έχει ζήσει μεγάλες διακρίσεις μέσα από αυτό (όπως έζησε, ζει και θα ζει και με το μπάσκετ) και το σημαντικότερο: Διψάει για να τις ξαναζήσει.

Το 0-1 απ’ την Άρσεναλ, την επόμενη αγωνιστική, με το γκολ-ποίημα του Ζιρού σίγησε το Βελιγράδι αλλά το αντρίκιο 0-0 στο Λονδίνο (έστω και αν οι Άγγλοι είχαν παραταχτεί με πολλές απουσίες βασικών παικτών) έδωσε και πάλι στον Ερυθρό Αστέρα το δικαίωμα να έχει την πρόκριση στα δικά του χέρια. Και μόνο. Και αυτό ήταν το σημαντικότερο. Αυτή τη στιγμή η Άρσεναλ είναι πρώτη στον όμιλο με 10 βαθμούς. Ακολουθεί ο Ερυθρός Αστέρας με 5 στο +1 από την Μπάτε, με την Κολονία τελευταία στους 3 βαθμούς. Τα πράγματα είναι απλά. Αν η ομάδα του Βελιγραδίου κερδίσει την Μπάτε στην έδρα της για την 5η αγωνιστική, λογικά θα πάρει και την πρόκριση. Πάντως ακόμα και αν χάσει (και η Άρσεναλ ηττηθεί στη Γερμανία) θα έχει και πάλι ελπίδες πρόκρισης την τελευταία αγωνιστική με νίκη επί της Κολονίας, αν φυσικά η Άρσεναλ κάνει το καθήκον της και κερδίσει την Μπάτε εντός. Αυτό το τελευταίο πάντως -και μετά τη διαμάχη του φίλου της Άρσεναλ με τους Σέρβους στο twitter- δεν ξέρω κατά πόσο θα το θέλουν αρκετοί φίλοι των «κανονιέρηδων».

Η ουσία -για να κλείσω το θέμα- είναι πως ο Ερυθρός Αστέρας έχει επιστρέψει στο ευρωπαϊκό στερέωμα έχοντας δουλέψει σε τεράστιο βαθμό τις ακαδημίες του και βγάζοντας σπουδαία ταλέντα από τα σπλάχνα του. Ταλέντα που παίζουν γι’ αυτόν. ‘Οπως ο εξτρέμ Σλάβολιουμπ Σρένιτς. Αλίευσε παίκτες που δεν βρήκαν χώρο σε μεγάλες ομάδες και τους αγόρασε φθηνά. Όπως ο Μποακίε. Ένας παίκτης που δεν πίστεψε ποτέ η Γιουβέντους. Και φυσικά κατάφερε να βρει και να κλείσει εξαιρετικές περιπτώσεις δανεικών. ‘Οπως ο Μπάμπιτς της Ρεάλ Σοσιεδάδ. Απ’ τα πιο σημαντικά επίσης είναι η αλλαγή νοοτροπίας -δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο την κόκκινη κάρτα στη μερίδα των ακροδεξιών της οπαδών που δυστυχώς υπάρχει- βάζοντας αρχηγό τον Ολλανδό, σκούρου δέρματος, Μίτσελ Ντόναλντ. Έναν παίκτη που βγήκε από την φημισμένη ακαδημία του Άγιαξ και «καλπάζει» στο χώρο της μεσαίας γραμμής της ομάδας ως ο απόλυτος ηγέτης και ισορροπιστής αυτής. Όλα αυτά -στα δικά μου τουλάχιστον μάτια- δείχνουν μια ομάδα-μοντέλο. Μια ομάδα που καταφέρνει με δουλειά, αλλά και γνώση των ανθρώπων που έχουν διοικητικά πόστα σε αυτή, να υπερνικά τις όποιες αδυναμίες έχει (αγωνιστικές και οικονομικές) και καταφέρνει  να κοιτά στα μάτια, ακόμα και τους πιο υπερόπτες ποδοσφαιριστές (αλλά και οπαδούς) διαφημισμένων και «καλογυαλισμένων» πρωταθλημάτων, όπως η Πρέμιερ Λιγκ και η Μπουντεσλίγκα.

Φίδια, μαχητικά αεροσκάφη και σεισμοί: Η επιστροφή του Περού

  [19 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο έχει κερδίσει την αγάπη του κόσμου στις περισσότερες χώρες του πλανήτη αλλά όπως έχουμε πει κάμποσες φορές στο παρελθόν, παραφράζοντας τη γνώριμη Σαλονικιώτικη ρήση, «σαν τη Λατινική Αμερική δεν έχει». Τα παραδείγματα άλλωστε είναι αμέτρητα. Αυτή είναι μια διαπίστωση που σίγουρα θα έκαναν και οι άτυχοι Νεοζηλανδοί που βρέθηκαν αυτές τις μέρες στη Λίμα του Περού, για το δεύτερο παιχνίδι μπαράζ που θα έκρινε την ομάδα που θα ταξιδέψει το καλοκαίρι στη Ρωσία.

Όπως είναι εύκολα κατανοητό, το ζευγάρι Περού-Νέα Ζηλανδία είχε εξ αρχής ένα μεγάλο φαβορί. Οι Περουβιανοί μπορεί να έχουν να εμφανιστούν σε Μουντιάλ από το 1982 αλλά το επίπεδο τους απέχει αρκετά από αυτό των άπειρων αντιπάλων τους. Αυτή η διαφορά φαίνεται ακόμα και στην πορεία των δυο ομάδων μέχρι τα μπαράζ. Την ώρα που το Περού έδινε 18 μάχες για μια θέση στην πρώτη 5αδα με αντιπάλους όπως η Βραζιλία, η Ουρουγουάη, η Αργεντινή, η Κολομβία και η Χιλή, οι Νεοζηλανδοί άνετοι και ωραίοι αντιμετώπιζαν παγκόσμια… μεγαθήρια, όπως είναι τα Φίτζι, η Νέα Καληδονία και τα Νησιά Σολομώντα.

Η ποιοτική απόσταση των δυο ομάδων όμως μειώθηκε αισθητά λίγες μέρες πριν, όταν ο Πάολο Γκερέρο βρέθηκε θετικός σε παλιότερο έλεγχο ντόπινγκ. Χωρίς τον αρχηγό και ηγέτη του, το Περού δεν κατάφερε να διασπάσει την άμυνα των Νεοζηλανδών στο πρώτο ματς και το τελικό 0-0 πρόσθεσε επιπλέον άγχος στο φαβορί του ζευγαριού. Έτσι, και με το φόβο πως η ομάδα του μπορεί τελικά να αυτοκτονήσει και να κλωτσήσει αυτή την τεράστια ευκαιρία να βρεθεί σε ένα Μουντιάλ για πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια, ο απλός λαός ανέλαβε δράση. Και όχι μόνο ο απλός λαός.

Το μαρτύριο για την αποστολή της Νέας Ζηλανδίας ξεκίνησε πριν καν πατήσει το πόδι της στο έδαφος του Περού. Μετά από μια κουραστική πτήση 11,5 ωρών ως το Μπουένος Άιρες, οι ‘All Whites’ (Ολόλευκοι) μπήκαν στο δεύτερο αεροπλάνο που θα τους μετέφερε στη Λίμα, μια πτήση διάρκειας 4 ωρών υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά όταν μια χώρα τρελαμένη με το ποδόσφαιρο έχει να παίξει σε Μουντιάλ τόσα πολλά χρόνια, οι συνθήκες μόνο φυσιολογικές δεν είναι κι αυτό το καταλαβαίνει κανείς από το γεγονός ότι ο Υπουργός Εργασίας ανακοίνωσε πως αν η ομάδα προκριθεί στο Μουντιάλ η επόμενη μέρα θα είναι αργία, ως εθνική γιορτή, για να έρθει λίγο μετά ο Υπουργός Παιδείας και να διευκρινίσει ότι και τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά. Ή και από το γεγονός ότι όλες οι ομάδες της χώρας είχαν βάλει τα χρώματα της εθνικής σαν εικόνα στον λογαριασμό τους στο twitter.

Πίσω στο ατέλειωτο ταξίδι των Νεοζηλανδών, ο πύργος ελέγχου του αεροδρομίου ενημέρωσε τον πιλότο πως δεν μπορεί να προσγειωθεί «λόγω νέων περιορισμών στις αφίξεις του αεροδρομίου» (* διακριτικό γέλιο *), αναγκάζοντας τον να κάνει κύκλους στον αέρα για αρκετή ώρα, πριν κάνει τελικά μια στάση εκτός προγράμματος σε ένα άλλο κοντινό αεροδρόμιο. Όλη αυτή η… απρόοπτη διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα να φτάσει η αποστολή κατάκοπη στη Λίμα με πάνω από 3 ώρες καθυστέρηση.

Η συνέχεια δεν ήταν πολύ καλύτερη. Όση ώρα ο προπονητής και ο βοηθός του μιλούσαν με τους δημοσιογράφους, οι παίκτες επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο που τους περίμενε για να τους πάει στο ξενοδοχείο. Όταν ο προπονητής και ο βοηθός τέλειωσαν με τις δηλώσεις και έφτασαν στο ξενοδοχείο με ταξί ανακάλυψαν ότι το πούλμαν ήταν ακόμα στο δρόμο! Όπως έμαθαν αργότερα από τους παίκτες ο χαλαρός οδηγός δεν πέρασε ποτέ τα 35 χλμ/ώρα, κάνοντας μια διαδρομή 20 χιλιομέτρων να διαρκεί πάνω από 45 λεπτά (* νευρικό γέλιο*).

Οι ταλαιπωρημένοι και εκνευρισμένοι πλέον παίκτες κατάφεραν να φτάσουν στα δωμάτια τους μετά τη 1 τη νύχτα κι όταν επιτέλους μπόρεσαν να ξαπλώσουν μετά από μια ολόκληρη μέρα ταξιδιού, συνειδητοποίησαν ότι για το Περού ο αγώνας αυτός είχε ξεκάθαρο χαρακτήρα: «Ή εμείς ή κανείς». Λίγο μετά τις 3 τη νύχτα, έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό μπροστά ακριβώς από το ξενοδοχείο δεκάδες πυροτεχνήματα (γιατί το να πας απλά απ’έξω και να φωνάζεις συνθήματα ή να πατάς κόρνες είναι πλέον πολύ κλασικό και μέινστριμ), σηκώνοντας στο πόδι όχι μόνο τους πελάτες αλλά και όλη την περιοχή.

Η ταλαιπωρία των φιλοξενούμενων συνεχίστηκε φυσικά και την επόμενη μέρα. Πηγαίνοντας για την προπόνηση το λεωφορείο που τους μετέφερε έκανε, ξανά, απελπιστικά πολλή ώρα για να φτάσει στο γήπεδο (αρκετοί από τους επιβαίνοντες υποψιάζονται ότι ο οδηγός δεν διάλεξε την πιο σύντομη διαδρομή) ενώ όταν έφτασε σ’αυτό, παράτησε ουσιαστικά τους παίκτες απ’έξω καθώς η είσοδος που είχε επιλέξει – και η οποία, περιέργως, ήταν άλλη απ’αυτή που είχε μπει λίγες ώρες πριν το πούλμαν του Περού – ήταν πολύ χαμηλή και το πάνω μέρος του οχήματος δεν χωρούσε! Μετά από αυτό το απρόοπτο ακολούθησαν άλλα 30 λεπτά εκνευριστικής αναμονής γιατί, όλως τυχαίως, ο υπεύθυνος του γηπέδου είχε χάσει τα κλειδιά (* νευρικό γέλιο πιο δυνατό *).

Την ίδια ώρα έξω ακριβώς από το γήπεδο συγκεντρωμένοι οπαδοί περίμεναν σε ουρές 500 μέτρων (που είχαν στηθεί από το προηγούμενο βράδυ) για να παραλάβουν τα τελευταία εισιτήρια που είχαν κερδίσει από εθνική λοταρία. Ανάμεσα τους και ένα ζευγάρι που είχε έρθει για τον αγώνα από μια πόλη 900 χιλιόμετρα μακριά.

Δίπλα τους ακριβώς κάποιοι σαμάνοι και αυτοαποκαλούμενοι μάγοι, είχαν αραδιάσει στο πεζοδρόμιο φωτογραφίες των δυο ομάδων, έριχναν πάνω τους διάφορα ‘μαγικά’ υγρά και θειάφι και εκστόμιζαν αρχαίες κατάρες προς αυτές των Νεοζηλανδών, τις οποίες συχνά-πυκνά τρυπούσαν με καρφίτσες. Ένας εξ αυτών, περνώντας σε άλλο επίπεδο βουντού, κρατούσε ένα φίδι το οποίο και πίεζε προς τις εικόνες των κακόμοιρων φιλοξενούμενων, απαγγέλοντας ταυτόχρονα ‘ευχές’ που σίγουρα δεν βγήκαν από κάποιο εγχειρίδιο για το Fair Play. Και η μαγεία (όλων των ειδών) δεν σταματάει εδώ.

Οι ταλαιπωρημένοι, νευριασμένοι και πιθανόν λίγο φοβισμένοι παίκτες επέστρεψαν στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστούν, έχοντας πάντα στο μυαλό το ενδεχόμενο να τους περιμένουν εκεί οι ντόπιοι με χειροβομβίδες μια νέα παρτίδα πυροτεχνημάτων. Τελικά έπεσαν έξω, αφού για άλλη μια φορά η έμπνευση των Περουβιανών ξεπέρασε τις προσδοκίες. Σύμφωνα με τις καταγγελίες των ανθρώπων της Νέας Ζηλανδίας, τρία μαχητικά αεροσκάφη πετούσαν για ώρα πάρα πολύ χαμηλά πάνω από την περιοχή που βρίσκεται το ξενοδοχείο, προκαλώντας αναστάτωση στους πάντες. Για να σιγουρευτούν και οι τελευταίοι αθώοι παρατηρητές πως τα αεροπλάνα δεν πέρασαν τυχαία από εκεί τη συγκεκριμένη ώρα και μέρα, στο κάτω μέρος τους ήταν γραμμένο το σύνθημα «Vamos Peru» (* υστερικό γέλιο πλέον*).

Μετά απ’όλα αυτά, η εξέλιξη του αγώνα δεν μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Οι Περουβιανοί φίλαθλοι γέμισαν το γήπεδο μερικές ώρες πριν τη σέντρα (για την ακρίβεια, οι πρώτοι άρχισαν να μαζεύονται και να τραγουδάνε έξω απ’αυτό από το πρωί, 12 ώρες πριν το ματς!) και οι παίκτες στρίμωξαν τους Νεοζηλανδούς στα καρέ τους από το πρώτο λεπτό, έχοντας δοκάρι μόλις στο 2′. Το 1-0 ήρθε κάπου στα μισά του ημιχρόνου και πανηγυρίστηκε τόσο έξαλα που αρκετές εφαρμογές που ανιχνεύουν σεισμικές δονήσεις έστειλαν ειδοποίηση για χτύπημα του ‘Εγκέλαδου’ με επίκεντρο τη Λίμα, αναγκάζοντας το Σεισμολογικό Κέντρο να βγάλει διευκρινιστική ανακοίνωση! Το δεύτερο γκολ στην επανάληψη έδιωξε το άγχος όλων κι από εκεί και μετά ξεκίνησε ουσιαστικά το μεγάλο πάρτι, που κρίνοντας από τις αντιδράσεις όλων στη χώρα αυτές τις μέρες δεν προβλέπεται να τελειώσει σύντομα.

Το Περού επέστρεψε στη μεγαλύτερη γιορτή του παγκοσμίου ποδοσφαίρου μετά από πάρα πολλά χρόνια και μια ολόκληρη γενιά θα ζήσει για πρώτη φορά την εμπειρία της συμμετοχής σε ένα Μουντιάλ. Το εμπόδιο των Νεοζηλανδών δεν ήταν εξ αρχής κάτι το ιδιαίτερο αλλά δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι για την πρόκριση αυτή μόχθησαν χιλιάδες Περουβιανοί, εντός αλλά και εκτός γηπέδου.

Η ποδοσφαιρική ιστορία της χώρας απέκτησε μια νέα χρυσή σελίδα με τα φετινά κατορθώματα της παρέας του Γκερέρο και του Φαρφάν αλλά για όσους αγαπάνε το πάθος και τη μούρλα της Λατινικής Αμερικής όλα αυτά τα άκρως γραφικά και κωμικοτραγικά γεγονότα που έγιναν πριν σφυρίξει ο διαιτητής για πρώτη φορά (τα οποία, βέβαια, ανάλογα με την οπτική του παρατηρητή μπορούν να χαρακτηριστούν ακόμα και ντροπιαστικά, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του αντιπάλου) παραμένουν το αλατοπίπερο, που δίνει επιπλέον νοστιμιά στο ομορφότερο παιχνίδι του κόσμου.

Ο ιερέας οπαδός: Από το πέταλο στην Αφρική

  [Καθόλου σχόλια]

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να αφιερώσεις τη ζωή σου στα πράγματα που αγαπάς; Από την μία, υπάρχουν πολλοί ιερείς που δεν φροντίζουν να δίνουν το παράδειγμα με τη ζωή τους και την προσφορά τους. Από την άλλη, υπάρχει κι ο πατέρας Χουάν Γκαμπριέλ Αρίας. Ένας ιερέας που έχει αφοσιωθεί στο να βοηθάει τον κόσμο, αλλά και να λατρεύει εκτός των άλλων την αγαπημένη του Ράσινγκ Κλουμπ ντε Αβεγιανέδα. Δεν είναι λίγοι οι παπάδες που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, είχαμε και έχουμε παραδείγματα και στην Ελλάδα. Η περίπτωση του Αργεντινού ιερέα όμως είναι ξεχωριστή, γιατί είναι καλός και στα δύο. Και στο ποίμνιο και στην εξέδρα. Τόσο ξεχωριστή που στο μπράτσο του έχει τατουάζ τον Ιησού με το σήμα της Ράσινγκ στην καρδιά του. «Η ιδέα μού ήρθε από τον Κάρλος Αράνο (ναι, τον παλιό αριστερό μπακ του Άρη) που έχει στο ύψος της καρδιάς του το σήμα της Ράσινγκ».

Η εκκλησία της Γέννησης της Θεοτόκου στο Μπουένος Άιρες είναι γαλάζια και άσπρη, βαμμένη στα χρώματα του συλλόγου του και το μόνο κόκκινο (της μισητής Ιντεπεντιέντε) βρίσκεται στο χιτώνα του… Αγίου Εξπέντιτο. Αν κάποια νύφη θέλει να κάνει μεγαλειώδη γάμο με κόκκινο χαλί, πρέπει να βρει άλλη εκκλησία. Στο ναό του Χουάν Γκαμπριέλ το χαλί είναι καφέ, το χρώμα του διαβόλου δεν υπάρχει πουθενά. Ο Χουάν Γκαμπριέλ δεν είναι όμως απλά ένας φίλαθλος της Ράσινγκ. Το 2008 πρωτοστάτησε στις πορείες του κόσμου του συλλόγου, οργανώνοντας πολλούς ανθρώπους ώστε να βγουν στο δρόμο ειρηνικά για να μπορέσει να αλλάξει η διοικητική κατάσταση στο σύλλογο που βρισκόταν στα όρια χρεοκοπίας. Ο ιερέας έγινε σύμβολο για τους οπαδούς της «Ακαδημίας». Άλλωστε είχε καταφέρει να σώσει αρκετούς από τους οργανωμένους από το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τη βία. Καλές σχέσεις όμως έχει και με προπονητές και παίκτες, αρκετούς τους έχει παντρέψει. Εκτός από γάμους και βαφτίσεις όμως, το πιο εντυπωσιακό είναι ότι έχει συμμετάσχει και σε αποτεφρώσεις οπαδών της ομάδας, με τις στάχτες να ρίχνονται στο θρυλικό στάδιο Ελ Σιλίντρο. «Ναι μου το έχουν ζητήσει και το έχω κάνει. Μια τελετή απ’ έξω και μετά οι στάχτες στο γήπεδο. Απλά μας ζήτησαν από το σύλλογο να μην το κάνουμε πια. Χαλάει το γρασίδι» περιγράφει με απλότητα. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου: «Θα το κάνατε κι εσείς;», απαντάει δίχως δισταγμό «Δεν με απασχολεί τι θα απογίνει το σώμα μου. Θα το δώσω είτε για μεταμόσχευση, είτε στην επιστήμη». Στην επόμενη ερώτηση «κι αν η καρδιά σας πάει σε έναν οπαδό της Ιντεπεντιέντε;», η απάντηση είναι και πάλι άμεση: «Τότε το πρόβλημα είναι δικό του».

Όταν η Ιντεπεντιέντε έπεσε στη Β’, η ενορία το γιόρτασε με μπάρμπεκιου
Ο κόσμος ήταν ντυμένος «φάντασμα της Β’ εθνικής»

Ο ιερέας όμως έκανε και πραγματικότητα το σύνθημα «για σένα έχω κάνει κρατητήριο», καθώς σε μια από τις πορείες η αστυνομία συνέλαβε έναν φίλο του. «Πήγα να τους ρωτήσω γιατί έπιασαν τον φίλο μου και τελικά κατέληξα μέσα. Έφαγα και μερικές μπουνιές» θυμάται. Αυτή βέβαια δεν ήταν η μόνη φορά που ο παπα-Αρίας κατέληξε μέσα. «Μια φορά στο γήπεδο της Βέλεζ συνέλαβαν άδικα τον «Ιταλό», έναν ιστορικό συνδεσμίτη που έδινε μάχη να απεξαρτηθεί με το αλκοόλ. Ήξερα ότι αν τον έβαζαν μέσα, δεν θα άντεχε και θα κυλούσε πάλι. Αντέδρασα. Με συνέλαβαν, μου φέρθηκαν σαν οποιονδήποτε οπαδό, έφαγα αρκετές με τα γκλομπ» λέει ο θαρραλέος παπάς. Πολλοί τον θυμούνται να τελειώνει κατά τις 11 τη λειτουργία της Κυριακής, να παίρνει το αυτοκίνητό του για το Ροσάριο (απόσταση 300 χιλιομέτρων) και να κρεμάει πανό στην εξέδρα εναντίον του τότε προέδρου της Ράσινγκ. «Ντε Τομάσο θα δώσεις λογαριασμό στο Θεό για όσα έχεις κάνει» έγραφε και το είχε εμπνευστεί από τα λόγια του πάπα Ιωάννη Πάυλου του 2ου για τον Τζορτζ Μπους και τον πόλεμο στο Ιράκ.

Μια φορά είπα σε ενορίτισσά μου ότι πρέπει να πάω να αποχαιρετίσω έναν φίλο. Όταν τα παιδιά της είδαν αργότερα φάσεις από το τελευταίο ματς του Ντιέγκο Σιμεόνε, είπαν στην μαμά τους ότι ο πατέρας Χουάν Γκαμπριέλ είναι εκεί. «Όχι, ο πατέρας είχε να πάει να αποχαιρετίσει ένα φίλο του» απάντησε αυτή. «Μαμά, ο φίλος είναι ο Τσόλο» της είπαν οι γιοι της.

Κι όμως, όλα αυτά δεν του δημιούργησαν πρόβλημα; Κάποτε ένας επίσκοπος του είχε πει ότι πρέπει να πάει στην όπερα, να ακούσει κλασσική μουσική. Αλλά ο πατέρας Αρίας προτιμά να βλέπει ματς από το πέταλο και να ακούει ροκ. Άλλωστε ήταν τυχερός. Γιατί Αρχιεπίσκοπος στο Μπουένος Άιρες ήταν ο Χόρχε Μπεργκόλιο, ο μετέπειτα Πάπας, οπαδός και μέλος της Σαν Λορένσο. «Ο Μπεργκόλιο πάντα ήταν σύμφωνος με αυτά που έκανα. Ήμουν κοντά στον κόσμο έτσι». Άλλωστε, στον Πάπα Φραγκίσκο οφείλει ότι τελικά έγινε παπάς. Όταν ήταν ακόμα διάκονος, λίγους μήνες πριν χειροτονηθεί ιερέας ταξίδεψε για αγώνα του Κόπα Λιμπερταδόρες στο Περού, έχοντας ζητήσει άδεια από τον τότε Αρχιεπίσκοπο. Η κατάσταση ήταν τεταμένη, με τους Περουβιανούς να κατηγορούν την Αργεντινή ότι τους πρόδωσε πουλώντας όπλα στο Εκουαδόρ. Οι εκδρομείς της Ράσινγκ δέχτηκαν επίθεση, ο Αρίας προσπάθησε να βοηθήσει γυναίκες και παιδιά. Μια σκανδαλοθηρική εφημερίδα τον έκανε εξώφυλλο με τίτλο «Ο χούλιγκαν παπάς της Ράσινγκ». Κάποιος άλλος θα μπορούσε να του είχε κόψει την «καριέρα», να τον έδιωχνε. Ο Φραγκίσκος όχι.

Ωραία όλα αυτά θα πει κανείς, αλλά αν μέναμε μόνο εδώ, θα είχαμε απλά έναν οπαδό που έτυχε να είναι ιερέας. Και θα ήταν άδικο για έναν άνθρωπο όπως ο Χουάν Γκαμπριέλ που αφιερώνει τη ζωή του στο να βοηθάει το συνάνθρωπό του, επιτελώντας σπουδαίο έργο, αφήνοντας τη ζωή του. Το 2000 έκανε το πρώτο του ταξίδι στη Μοζαμβίκη. Έμεινε για τρία χρόνια περίπου και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αργεντινή. Είχε ήδη αγαπήσει όμως τη χώρα, ήξερε ότι εκεί θα μπορούσε να επιτελέσει μεγαλύτερο έργο. Κάθε χρόνο πήγαινε για 2-3 μήνες για να βοηθήσει στη διδασκαλία της θρησκείας του, αλλά και για να βοηθήσει τους (πολλούς) φτωχούς της χώρας. Μέχρι που το 2014 το πήρε οριστικά απόφαση να αφήσει τη θέση του στο Μπουένος Άιρες, την άνεσή του, την μπάλα και να πάει μόνιμα στη Μοζαμβίκη, στο κέντρο της χώρας, στη Μανγκούντζε. Η ενορία του περιλαμβάνει 39 κοινότητες με αποστάσεις μέχρι και 90 χιλιόμετρα μεταξύ τους που καθημερινά καλύπτει. Αυτό δεν τον πτοεί. «Πάντα μου αρέσει να δουλεύω εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη, μεγαλύτερη φτώχεια. Οι βασικές ανάγκες είναι φαγητό, νερό, περίθαλψη, σχολείο και δουλειά». Καθημερινά είναι υπεύθυνος ώστε περίπου 15.000 παιδιά σε 50 σχολεία να μπορούν να τρώνε. Κατάφερε να βρει βοήθεια και από το ίδρυμα του Λιονέλ Μέσι. Βρίσκει εθελοντές ώστε να χτιστούν κι άλλες αίθουσες, φιλοξενεί παιδιά χωρίς σπίτι, ενώ ήδη έχει καταφέρει να στείλει κάποια για σπουδές πίσω στην Αργεντινή. Το έργο του και η προσφορά του τον έχουν κάνει εξαιρετικά δημοφιλή.

Οι χριστουγεννιάτικες λειτουργίες γίνονται συχνά κάπου στη ζούγκλα, σε εκκλησίες από άχυρο. Η απόσταση από την Αργεντινή είναι τεράστια, περίπου 8.000 χιλιόμετρα, αλλά στην ερώτηση τι του λείπει από την πατρίδα η απάντηση είναι γρήγορη: «Η Ράσινγκ. Να πηγαίνω στην εξέδρα, να ταξιδεύω για την ομάδα. Αλλά κι εδώ συνεχίζω να τη ζω με άλλον τρόπο. Δεν μου λείπουν οι πιστοί της Αργεντινής. Το να είσαι ιερέας εδώ, είναι σαν να είσαι ποδοσφαιριστής που παίζει στο Μουντιάλ. Είναι το υψηλότερο που μπορώ να κάνω στην καριέρα μου. Παίζω στην Α’ εθνική, κοιτάζω με αγάπη τη μάχη για την άνοδο, αλλά δεν μπορώ να επιστρέψω εκεί». Έχετε ακούσει παπά να μιλάει έτσι;


Η Ράσινγκ της Μοζαμβίκης

Ο πατέρας Αρίας συνεχίζει να προσφέρει στην Αφρική, αλλά δεν ξεχνά την αγαπημένη του ομάδα. Βλέπει όσα παιχνίδια μπορεί μέσω Ίντερνετ και χει φτιάξει σχολή ποδοσφαίρου, τα παιδιά είναι όλα ντυμένα με τις φανέλες της Ράσινγκ, έχει κουβαλήσει σημαίες και μπάλες και τα έχει κάνει όλα οπαδούς της «Ακαδημίας».  Η ομάδα φυσικά λέγεται Ράσινγκ. «Δεν ξέρουν καλό ποδόσφαιρο τα παιδιά, αλλά τρέχουμε πολύ και σιγά σιγά τα πιτσιρίκια βελτιώνονται. Θυμίζουμε ομάδα του Καρούσο Λομπάρντι. Παίζουμε άμυνα και τα δίνουμε όλα σε κάθε ματς». Ο ιερέας που άφησε το Μπουένος Άιρες και τη γαλανόλευκη εκκλησία του δεν έχει μετανιώσει για τίποτα. «Θα ήθελα να πεθάνω εδώ, στη Μοζαμβίκη και αν γίνεται στην ενορία που είμαι τώρα, ακόμα καλύτερα. Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω εδώ μέχρι την τελευταία μου ημέρα».

Σούπερ Λίγκα: 2049

  [2 Σχόλια]

Έχουμε μπει για τα καλά στη νέα κινηματογραφική σεζόν, βαδίζοντας ολοταχώς για τα Όσκαρ και το El Sombrero δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο. Είδαμε πρώτοι την νέα σπουδαία φουτουριστική ελληνική ταινία «Σούπερ Λίγκα: 2049» και ο κλήρος της παρουσίασης έπεσε σε εμένα (όχι ότι με χάλασε βέβαια). Ποιος Λάνθιμος με τα «Ιερά του ελάφια» και ποιος Βούλγαρης με το «Τελευταίο του σημείωμα»; Εδώ μιλάμε για ταινία που έκλεψε ολόκληρος Βιλνέβ και τα ξένα ΜΜΕ δεν έδωσαν καμία σημασία, σκεπάζοντας το γεγονός. Σενάριο, πλοκή και πρωτόγνωρες κινηματογραφικές τεχνικές που κάνουν τον Αντρέι Ταρκόφσκι να φαντάζει ως Όμηρος Ευστρατιάδης, μα πάνω απ’ όλα το μαχαίρι στο κόκκαλο απ’ τους δημιουργούς, που όμως δεν ήθελαν να γίνουν γνωστά τα ονόματά τους, φοβούμενοι ακόμα και για την ίδια τη ζωή τους (Είδατε φαντάζομαι όλοι τι έπαθε ο Ρομπέρτο Σαβιάνο μετά τη συγγραφή του Gomorra). Εδώ δεν μιλάμε απλά για Τέχνη. Μιλάμε για Έπος. Για μια ταινία που θα βρίσκει πάντα χώρο σε μεθυσμένες, σινεφίλ-χίπστερ συζητήσεις.  Παρακάτω θα σας παρουσιάσω την ιστορία της δίχως όμως να μπω σε «ειδικά χωράφια» -μιας και αισθάνομαι τόσο ρηχός- για να σχολιάσω τα κινηματογραφικά τρικ και τις σινέ-τεχνικές αυτού του κολοσσιαίου κομψοτεχνήματος της 7ης Τέχνης.

Σχεδόν 30 χρόνια μετά από εκείνο το παραλήρημα του Σάββα στο Τορίνο, η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται σε παρακμή. Η πυρηνική καταστροφή που προκλήθηκε μετά το πρωτάθλημα του ΠΑΟΚ το 2018, διέλυσε -σχεδόν- τα πάντα. Οι μόνοι επιζήσαντες ήταν -κλασικά- οι κατσαρίδες, το μνημόνιο που έχει γονατίσει ακόμα και τις πιο ευκατάστατες οικογένειες και φυσικά η Σούπερ Λιγκα. Με ό,τι αυτή περικλείει. Για παράδειγμα ο Σωτηρακόπουλος συνεχίζει να κάνει τις μεταδόσεις όλων των σπουδαίων παιχνιδιών εντός και εκτός της χώρας (χωρίς να πετυχαίνει παίκτη). O Αλέφαντος -ως άλλος Χάπελ- συνεχίζει να αναλύει στον Καρατζαφέρη συστήματα και τακτικές και οι Τάκης και Άκης συνεχίζουν τα «Άντε γεια» σε όλους όσους επιμένουν να τους τηλεφωνούν. Ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει και ο αστυνόμος Ρένος Γκοσλινόπουλος. Ο βασικός πρωταγωνιστής της ταινίας. Ένας τίμιος και αδέκαστος μπάτσος που έχει βάλει σκοπό ζωής να καθαρίσει το ελληνικό ποδόσφαιρο από την σαπίλα και την δυσοσμία δεκάδων ετών. Ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά. Άλλο να σας το λέω κι άλλο να τον βλέπετε. «Που πας και μπλέκεις παλικάρι μου με αυτούς» του φώναζε η γυναίκα του καθώς άφηνε το σπίτι ως άλλος Τομ Τζόουντ, αλλά αυτός εκεί. Κολλημένο -με φθηνό τζελ στα μαλλιά- και αγύριστο κεφάλι. «Θα τα καταφέρω Μαριάνθη, θα τα καταφέρω».

Βρισκόμαστε σε ένα σκοτεινό περιβάλλον με το ποδόσφαιρο και τις τεχνολογίες να μην έχουν καμία σχέση με την περίοδο που ξέσπασε ο πυρηνικός όλεθρος. Ούτε η χώρα φυσικά. Μια χώρα που θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο λες και βλέπεις την παραλία της Δουνκέρκης. Συντρίμμια και ερείπια παντού με τα μόνα υπερσύγχρονα κτίρια να είναι τα γήπεδα των ομάδων. Όχι όλων φυσικά. Ο Παναθηναϊκός για παράδειγμα συνεχίζει να αγωνίζεται στην αρχαία Μέκκα του ποδοσφαίρου, τη Λεωφόρο. Η ΑΕΚ απ’ την άλλη, στο δρόμο, βάζοντας τούβλα και μπουφάν για τέρματα, αφού το γήπεδό της θα τελειώσει -κλασικά- του χρόνου. Εδώ ο σκηνοθέτης παρουσιάζει με μοναδικό τρόπο την παρακμή του νεοέλληνα οπαδού που βάζει την ομάδα πάνω απ’ όλα κι ας περνά πολύ δύσκολα στην καθημερινότητα του, δανειζόμενος μάλιστα αρκετές ατάκες από την ταινία Χούλιγκανς: Κάτω τα χέρια απ’ τα νιάτα, του Κώστα Καραγιάννη.

Το πιο σύγχρονο γήπεδο απ΄όλα είναι το Νέο Καραϊσκάκη, αφού είχε βρεθεί στα έργα για τους Διαγαλαξιακούς αγώνες του 2044 και οι ερυθρόλευκοι κάπως έτσι απέκτησαν -και πάλι- νέο γήπεδο. Το γήπεδο μάλιστα διαθέτει και ένα υπερσύγχρονο μηχάνημα για να εμφανίζεται το ολόγραμμα του κυρ-Σάββα μετά από κάθε παιχνίδι και να διαμαρτύρεται για τους διαιτητές και όλους αυτούς που πολεμούν με κάθε τρόπο την αγαπημένη του ομάδα κάθε αγωνιστική, σε δύσκολες έδρες όπως η Λιβαδειά, η Χούνιστα και τα νταμάρια του Βύρωνα. Στο ρόλο του κυρ-Σάββα αξίζει να σημειωθεί πως είναι ο ίδιος ο κυρ-Σάββας, σε μια ερμηνεία που αν έχουν έστω και λίγη τσίπα στην Ακαδημία (που δε την έχουν θα μου πείτε), θα χαρίσουν με κλειστά μάτια το Όσκαρ β΄ανδρικού Ρόλου.

Το ολόγραμμα διαθέτει και δική του γεννήτρια για να μπορεί να εμφανίζεται ακόμα και όταν έχει διακοπή ρεύματος, κάτι που είναι πολύ συχνό φαινόμενο στην -υπό διάλυση- χώρα. Το παλιό γήπεδο έχει κατεδαφιστεί και έχει γίνει πισίνα. Εκεί οι παλιοί διεθνείς ποδοσφαιριστές Κώστας Φορτούνης, Αλέκος Αλεξανδρής αλλά και ο Γιώργος Καραγκούνης του ΠΑΟ, κάνουν κάθε Δευτέρα και Πέμπτη μαθήματα καταδύσεων σε όλους όσους θέλουν να διαπρέψουν στο άθλημα του ποδοσφαίρου, αγωνιζόμενοι φυσικά στην Σούπερ Λίγκα. Κάποιοι απόφοιτοι έφτασαν μάλιστα να αγωνιστούν ακόμα και στο εξωτερικό, σε πρωταθλήματα όπως αυτά του Κουβέιτ, του Ιράκ και στην Σούπερ Λιγκ Ινδίας. Η ταινία παρουσιάζει ολόκληρη την πορεία δύο εξ αυτών (φοβερός ο Γιώργος Μητσικώστας και στους δύο ρόλους ως άλλος Πήτερ Σέλερς στο Dr. Strangelove), ίσως στο μοναδικό όμως βαρετό κομμάτι της ταινίας, συνολικού χρόνου 6μίση ωρών, με πολλά φλάσμπακ σε ασπρόμαυρο φόντο και πολλά σημεία μαύρης κωμωδίας για τους λάτρεις του Μπενίνι, του Μπελινέλι και του Τσίρο Ιμόμπιλε, υπό τους ήχους του Φίλιππου Πλιάτσικα.

Το καλύτερο μέρος της ταινίας είναι εκεί που ο Γκοσλινόπουλος μπουκάρει σε ένα καφενείο κάπου κοντά στον Άρη αφού δεν μπορεί να αντέξει άλλο τις αναλύσεις των μεθυσμένων θαμώνων. Οι ιδιοκτήτες -ο Τσουμπάκα με τον Χαν Σόλο- (εδώ οι δημιουργοί αποτίουν τον απαραίτητο φόρο τιμής στα Star Wars) είχαν στα κινητά τους το νούμερο σπουδαίου προπονητή ομάδας που έχει πέσει κατηγορία αρκετές φορές και κάπως έτσι θα βρεθούν κατηγορούμενοι για στημένους αγώνες. Κατά την πρώτη ανάκριση, αμφότεροι δεν έβγαλαν μιλιά. Και αν αυτό για τον Τσουμπάκα φαντάζει κάτι εντελώς φυσιολογικό, για τον λαλίστατο Σόλο ήταν κάτι αρκετά περίεργο και εκτός της Κλάιν-Μάιν προσωπικότητάς του. Όπως και να έχει, ο διάσημος καφετζής οδηγήθηκε τελικά σε φουτουριστικό γκουλάγκ όπου και έμεινε για το υπόλοιπο της ζωής του χωρίς τηλεόραση για να μην μπορεί να να βλέπει αγώνες της Σούπερ Λίγκας σε μια τιμωρία Οργουελικού επιπέδου. Ο Τσουμπάκα απ’ την άλλη αφέθηκε ελεύθερος και άνοιξε μπαρ χωρίς τηλεοράσεις. Εννοείται δεν ασχολήθηκε ποτέ ξανά με το ποδόσφαιρο.

H σκηνή έξω απ’ το γκουλάγκ που δείχνει μέλος της οικογένειας του Σόλο να ανάβει το φωτόσπαθο των Τζεντάι ως ένδειξη τιμής για τον ίδιο και διαμαρτυρίας κατά του σάπιου κατεστημένου είναι ονειρική. Το γεγονός φυσικά και δεν πέρασε στα ψιλά μιας και ο «επαναστάτης» οδηγήθηκε στο κρατητήριο ενώ παράλληλα είχαμε τιμωρία της έδρας του ΠΑΟ για 5 παιχνίδια και αφαίρεση τριών βαθμών για τους «πράσινους». Από τότε κανένας δεν τόλμησε να ανάψει ξανά φωτόσπαθο, ούτε καν στο Χαριλάου στην παρουσίαση του Αργεντινού Ταρούσα Τζούνιορ απ’ την ομάδα των Cebolitas. Όπως καταλαβαίνετε, μιλάμε για την απόλυτη εξυγίανση. Που ήταν εκείνες οι «ωραίες» και ρομαντικές εποχές που οι οπαδοί άναβαν ό,τι ήθελαν στις κερκίδες; Φέρτε πίσω τις Κυριακές μας ρε. Φυσικά σε αυτό το σημείο ο σκηνοθέτης κάνει σαφείς αναφορές στον Νόμο 4000 του τρισμέγιστου Γιάννη Δαλιανίδη μπολιάζοντας τη σκηνή με αναφορές στο Animals των Pink Floyd, το Brave New World του Χάξλεϊ και την Καίτη Κωνσταντίνου ως Ριχάρδος ο Γ’.

Επόμενο κεφάλαιο της ταινίας η ΕΠΟ. Σε μια προσπάθεια να καταπολεμήσει τα χασμουρητά και τους υπνοβάτες στις κερκίδες των γηπέδων θα προβεί σε μια ριζοσπαστική κίνηση. Κάθε οπαδός και φίλαθλος της κάθε ομάδας κατά την είσοδό του στο γήπεδο (πλην του δρόμου που έδινε τους αγώνες της η ΑΕΚ) θα διαλέγει ένα χάπι. Το κόκκινο ή το μπλε. Ως άλλος «Νίο» δηλαδή (δεύτερη αναφορά σε άλλη σπουδαία sci-fi ταινία, το Matrix). Με το μπλε μπορούσες να κοιμηθείς για 90 λεπτά και να γλιτώσεις από το κάκιστο θέαμα που χάριζαν απλόχερα οι ομάδες. Το κόκκινο ήταν λιγάκι πιο επικίνδυνο μιας και δημιουργούσε παραισθήσεις. Εκεί δηλαδή που κάποιο σουτ έφευγε εκτός γηπέδου για να μπει σε τροχιά στην στρατόσφαιρα, εσύ μπορούσες να το δεις να καρφώνεται στο Γάμα της εστίας ή ακόμα και να παίρνει -η μπάλα- μαζί στα δίχτυα τον δύσμοιρο τερματοφύλακα. Όπως συνέβαινε σε εκείνο το ποδοσφαιράκι του Game Boy για το Μουντιάλ του ’90. Όταν σούταρες στον κήπερ του Καμερούν. Μεγάλη αδικία αυτή των προγραμματιστών εκείνης της εποχής. Κύριοι, η παρέα του Ροζέ του Μιλά δεν ήταν εύκολος αντίπαλος για κανένα. Σε αυτό το σημείο οι χαρακτήρες εμφανίζονται τετραγωνισμένοι σαν γραφικό 90s κονσόλας ή αθλητικής μετάδοσης του ΑΝΤ-1 μεταφέροντας τον θεατή -κυριολεκτικά- στα λατρεμένα 80s υπό τους ήχους AOR μελωδιών.

Πολλοί ήταν αυτοί που διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτό το μέτρο μιας και θεωρούσαν -ορθώς- πως αλλοίωνε τα αποτελέσματα και πως οι οπαδοί δεν γνώριζαν ποιος κέρδισε τελικά πανάξια τον τίτλο. Η ΕΠΟ για να μην μπερδεύεται τον έδινε κάθε Μάη με κλήρωση σε όποια ομάδα έβγαινε πρώτη από το «παγωμένο» μπαλάκι. Όλες -μα όλες- τις φορές η «τυχερή» ομάδα ήταν η ίδια αλλά δεν θα σας σποιλάρω ποια είναι αυτή γιατί θα σας κλέψω όλη τη μαγεία. Θα κλείσω το κείμενο λέγοντας πως αυτή η ταινία δεν πρέπει να χαθεί από κανένα σινεφίλ – ποδοσφαιρόφιλο που σέβεται τον εαυτό του. Στηρίζουμε!

Όταν ο Αλέφαντος παραλίγο να κόψει την μπάλα στον Μαύρο

  [4 Σχόλια]

Πέρα από τις νίκες, τα αποτελέσματα στο χορτάρι και τους τίτλους, οι ποδοσφαιρικές ομάδες κρίνονται στο βάθος του χρόνου και από πολλά εξωαγωνιστικά ζητήματα. Ένα από αυτά είναι ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται στους μεγάλους παίκτες τους. Όχι μόνο οι σύλλογοι, αλλά ο κόσμος τους. Πόσα «αποχαιρετιστήρια» παιχνίδια σε θρύλους των ελληνικών ομάδων δεν έχουν γίνει σε μισοάδεια γήπεδα; Εκεί που ο αγώνας δεν έχει βαθμολογικό ενδιαφέρον και ελάχιστοι πηγαίνουν να τιμήσουν κάποιον σπουδαίο παίκτη. Το θέμα του κειμένου αυτού είναι το τέλος του τεράστιου Θωμά Μαύρου από την ΑΕΚ, ένα τέλος που δεν του άξιζε και εξέθεσε αργότερα τους δύο ανθρώπους που ήταν υπεύθυνοι για τη φυγή του κορυφαίου Έλληνα σκόρερ όλων των εποχών από την ΑΕΚ, αλλά ευτυχώς όχι από το ποδόσφαιρο.

Η σεζόν 1986-87 ήταν η 11η του Θωμά Μαύρου στην ΑΕΚ και με διαφορά η χειρότερη. Αντιμετωπίζοντας προβλήματα τραυματισμού δεν μπόρεσε να πάρει πολλά παιχνίδια, έχοντας φτάσει πλέον και τα 33, σε μια ΑΕΚ που περνούσε μια από τις χειρότερες περιόδους της με τη διοίκηση Ζαφειρόπουλου να δείχνει αδύναμη να αλλάξει τη δυναμική της. Μετά από μια μέτρια πορεία στο πρώτο κομμάτι του πρωταθλήματος, ο ιδιοκτήτης Ανδρέας Ζαφειρόπουλος έχει τη φαεινή ιδέα να προσλάβει ως προπονητή το Νίκο Αλέφαντο. Η ΑΕΚ κάνει δυο νίκες στα πρώτα δύο ματς του Αλέφαντου, αλλά στη συνέχεια έχει τραγική πορεία. Ο κόσμος είναι ξενερωμένος και απογοητευμένος και η έκρηξη έρχεται την 25η αγωνιστική στο ματς του ΟΑΚΑ (που χρησιμοποιούσε η ΑΕΚ ως έδρα) απέναντι στον Απόλλωνα Καλαμαριάς.

Αλευρόπουλος, Μανόλο,  Σεφτελής με κανονικό τηλέφωνο μπροστά του, Θεοφιλόπουλος ρεπορτάζ αποδυτηρίων και παραλήρημα Αλέφαντου μετά τα 6′, με πίνακα από πίσω να γράφει ΠΑΣΟΚ. Πιο 80s δεν γίνεται.

Η ΑΕΚ κερδίζει εύκολα με 2-0, αλλά ο κόσμος βλέπει για πρώτη φορά τον Μαύρο βασικό στην προσπάθειά του να επανέλθει σε καλή κατάσταση, έχοντας χάσει το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν λόγω προβλημάτων. Η επάνοδός του είναι το πιο σημαντικό γεγονός του αγώνα και το μοναδικό που δίνει χαρά στον κόσμο. Χωρίς να είναι κακός ο Μαύρος και με τον κόσμο να τον στηρίζει σε κάθε φάση, ο Αλέφαντος αποφασίζει να τον αλλάξει στο 81′. Οι σχετικά λίγοι οπαδοί στην εξέδρα ξεσπούν, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τα βάζουν τόσο με τον Αλέφαντο, όσο και με τη διοίκηση (θεωρώντας ότι θέλει να τελειώσει τον Μαύρο), ενώ ο Αλέφαντος πηγαίνει προς την εξέδρα για να μαλώσει με τους οπαδούς και αργότερα αφήνει τον πάγκο και φεύγει έξαλλος.

Σε συνέντευξη τύπου κατηγορεί ανοιχτά με τον Μαύρο, λέει ότι έχει γεράσει, ότι είναι αδιάφορος, ότι έκανε τον άρρωστο και ένα σωρό άλλα πράγματα, όπως ότι πλήρωνε ο ίδιος από την τσέπη του για να κάνει ατομική προετοιμασία ο παίκτης. «Πέρασε ο χρόνος» καταλήγει. Ο Ζαφειρόπουλος στηρίζει τον Αλέφαντο και τα βάζει με τον κόσμο, χωρίς όμως να καταφέρεται εναντίον του ποδοσφαιριστή. Πολλά λέγονται και για κομματικά ζητήματα, καθώς Ζαφειρόπουλος και Αλέφαντος ήταν με την τότε κυβέρνηση. Ο Μαύρος απαντάει την επόμενη ημέρα με δική του συνέντευξη κατηγορώντας τον Αλέφαντο ότι θέλει να τον τελειώσει. Η κατάσταση ξεφεύγει όταν ο Αλεφάντος επιτίθεται σε δημοσιογράφο που έχει πάει να καλύψει την προπόνηση της ΑΕΚ και προσπαθούν να τους χωρίσουν. Ο Θ(ε)ωμάς της ΑΕΚ δεν παίζει ξανά με την κιτρινόμαυρη φανέλα μέχρι το τέλος της σεζόν. Το καλοκαίρι αποχωρεί, καθώς αποδεικνύεται ότι η διοίκηση δεν τον θέλει και τον θεωρεί τελειωμένο. Φυσικά αποχωρεί και ο Αλέφαντος, αφού ο Ζαφειρόπουλος καταλαβαίνει το λάθος του.

Ο «τελειωμένος» Μαύρος δεν ακούει τη συμβουλή Αλέφαντου να σταματήσει την μπάλα «σαν τον Πλατινί». Επιστρέφει στην πλατεία, στη Νέα Σμύρνη εκεί που ξεκίνησαν όλα και δείχνει ότι μόνο τελειωμένος δεν είναι. Τη σεζόν 1987-88 σκοράρει 16 γκολ σε 29 συμμετοχές. Ο Αλέφαντος αλλάζει ομάδες σαν τα πουκάμισα κοντομάνικα μπλουζάκια και αντιμετωπίζει την ΑΕΚ ως προπονητής του Ηρακλή με όλο το γήπεδο να τον βρίζει, σε ένα παιχνίδι που η ΑΕΚ κερδίζει με 3-1. Ο ίδιος συνεχίζει να τα έχει με τον Μαύρο και παρ’ ότι ο Μαύρος βρίσκεται στη Ν. Σμύρνη και όχι στη Ν. Φιλαδέλφεια συνεχίζει την κόντρα. Μετά το τέλος του αγώνα βγαίνει και κάνει ξανά δηλώσεις εναντίον του εις βάρος του, έναν χρόνο μετά το συμβάν. Ο Μαύρος και πάλι απαντά βγαίνοντας στον αέρα της εκπομπής που παρουσιάζει ο Αλέκος Θεοφιλόπουλος.

Την επόμενη σεζόν ο Μαύρος σκοράρει άλλα 12 γκολ με τα κυανέρυθρα στο πρωτάθλημα. Είναι στο κύπελλο όμως που βρίσκει επιτέλους την ευκαιρία και παίρνει την εκδίκησή του. Συναντά τον Αλέφαντο που έχει πάει στον ΠΑΟΚ για ένα φεγγάρι. Ο ΠΑΟΚ έχει κερδίσει 2-0 στην Τούμπα και πάει με σβηστές μηχανές στη Ν. Σμύρνη. Ο Πανιώνιος μπαίνει όμως δαιμονισμένα και με μια γκολάρα του Μαύρου ανοίγει το σκορ. Ο Αποσπόρης στο 2ο ημίχρονο γράφει το 2-0 και το ματς οδηγείται στην παράταση, καθώς ο ΠΑΟΚ δεν καταφέρνει να σκοράρει στις δικές του ευκαιρίες. Ο Μαύρος παρά τα χρόνια του κάνει κατάθεση ψυχής στο γήπεδο και τελικά στο 119′ με ένα ακόμα ωραίο τελείωμα γράφει το τελικό 3-0. Το ματς τελειώνει με επεισόδια μεταξύ οπαδών και παικτών, ο Πανιώνιος φτάνει μέχρι τον τελικό όπου και χάνει από τον Παναθηναϊκό, αλλά ο Έλληνας σκόρερ αποδεικνύει ποιος είχε δίκιο.

Ο Μαύρος δεν λέει να σταματήσει, σαν να θέλει να δείξει μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Παίζει και τη σεζόν 1989-90 καθώς φτάνει στα 36 του πλέον και σκοράρει 22 ολόκληρες φορές, βγαίνοντας 1ος σκόρερ του πρωταθλήματος. Ένα από αυτά όμως θα μείνει αξέχαστο. Την 7η αγωνιστική πηγαίνει στη Νέα Φιλαδέλφεια για πρώτη φορά από τότε που έφυγε από την ΑΕΚ, στο για 11 χρόνια σπίτι του. Εκεί που κατέκτησε πρωταθλήματα και έφτασε στα ημιτελικά του ΟΥΕΦΑ. Οι γηπεδούχοι προηγούνται με γκολ του Μπατίστα. Στο 26′ όμως ο Μαύρος βάζει γκολ και ισοφαρίζει. Ο κόσμος της ΑΕΚ μόλις καταλαβαίνει ποιος είναι ο σκόρερ, αρχίζει και χειροκροτεί το 1-1 εις βάρος της ομάδας του. Το σύνθημα που για χρόνια συνόδευε τον Μαύρο, ακούγεται ξανά: «Ποιος; ποιος; ποιος; Ο Μαύρος ο θεός». Ο τεράστιος σκόρερ γυρίζει σιγά σιγά προς τη σέντρα και σηκώνει τα χέρια του χαιρετώντας τον κόσμο. Χρόνια αργότερα δηλώνει: «Είναι η χειρότερη στιγμή της καριέρας μου και η καλύτερη μαζί. Η αποθέωση του κόσμου, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι εγώ έβαλα γκολ στην ΑΕΚ. Ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί».

Πρώτη φορά σε τελικό

  [Καθόλου σχόλια]

Η πόλη Λανούς λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες είχε βάλει τα καλά της χθες το βράδυ. Η τοπική «Γκρανάτε» υποδεχόταν τη Ρίβερ Πλέιτ στον δεύτερο ημιτελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες. Έχοντας υποκύψει προς το τέλος του πρώτου ματς στο Μονουμεντάλ με γκολ του Σκόκο, έπρεπε να ανατρέψει το 1-0. Η ελπίδα όμως υπήρχε. Ήδη είχε γυρίσει ένα 2-0 από τη Σαν Λορένσο στη προηγούμενη φάση. Ο κόσμος στα νότια του Μπουένος Άιρες ζούσε για το ματς και η διοίκηση της Λανούς φρόντισε να πάρει όλα τα μέτρα για να πάνε καλά τα πράγματα.

Βλέπετε η Λανούς έβγαλε και εισιτήρια για μη-μέλη του συλλόγου και μια που οπαδοί της Ρίβερ δεν θα ταξίδευαν, υπήρχε κίνδυνος κάποιοι από αυτούς να πάρουν από τα εισιτήρια. Γι’ αυτό αποφασίστηκε να ληφθούν και μερικά άκρως γραφικά μέτρα ασφαλείας. Κατά την είσοδο των οπαδών, οι άντρες της ασφαλείας του γηπέδου έκαναν ερωτήσεις γνώσεων στον κόσμο. Η Λανούς έδωσε ένα ερωτηματολόγιο με καμιά δεκαριά ερωτήσεις, από ευκολάκια τύπου «ποιος είναι ο αρχηγός της ομάδας», μέχρι πιο δύσκολες όπως «πόσοι Παραγουανοί έχουν πάρει πρωτάθλημα με τη Λανούς». Παραμένει άγνωστο αν υπήρχαν και νικητές που έπαιρναν δώρα. Παρά το γεγονός ότι η Λανούς έβγαλε ανακοίνωση ότι οπαδοί των φιλοξενούμενων δεν θα γίνουν δεκτοί, κάποιοι φίλοι της Ρίβερ προσπάθησαν να μπουν, έγιναν αντιληπτοί και τραυματίστηκαν σε μικροεπεισόδια. Παράλληλα, το πούλμαν της Ρίβερ δέχτηκε επίθεση με πέτρες και ένα τζάμι του έσπασε.

Έτσι έφτασε η αποστολή της Ρίβερ στο γήπεδο

Το παιχνίδι όμως ξεκίνησε, η Λανούς μπήκε δυνατά και πίεσε, αλλά τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Μόλις στο 17′ η Ρίβερ κέρδισε πέναλτι, ο Νάτσο Σκόκο το εκτέλεσε και έκανε το 0-1 γράφοντας ιστορία, αφού ισοφάρισε το ρεκόρ του Μάριο Ζαρντέλ που κρατούσε περίπου 20 χρόνια για τα περισσότερα γκολ μετά τη φάση των ομίλων. Πριν συνέλθουν οι γηπεδούχοι, η Ρίβερ έκανε το 0-2 μέσα σε πέντε λεπτά. Πλέον χρειάζονταν τέσσερα γκολ για τη Λανούς. Πράγμα ακατόρθωτο φαινομενικά. Η Ρίβερ ζήτησε και πέναλτι λίγα λεπτά αργότερα, μια φάση που μετά το τέλος του ματς αποτέλεσε αιτία διαμαρτυρίας. Ένα χέρι σε προσπάθεια του Σκόκο που ο διαιτητής δεν είδε ή δεν θεώρησε επιλήψιμο.

Έξι λεπτά με γκολ, ανατροπές, διαμαρτυρίες και όλη τη μαγεία της Ν. Αμερικής

Σε τέτοιες στιγμές, μόνο οι δυνατοί επιβιώνουν. Και το… γέρικο και κουρασμένο κορμί του Χοσέ Σαντ άντεξε. Πριν βγει το ημίχρονο κατάφερε και μείωσε, με ένα από τα κλασσικά του γκολ, ένα δυνατό ξερό σουτ, χωρίς πολλές τεχνικές και φιοριτούρες, εκεί μέσα από την περιοχή, παίζοντας πάντα με το οφσάιντ. Αυτό που ξέρει να κάνει εδώ και χρόνια. Στα αποδυτήρια ο Σέρχιο Αλμιρόν είπε στους παίκτες του ότι μπορούν. Μένουν 45′ και θέλουν τρία γκολ. Όλα γίνονται. Πράγματι, η Λανούς βγήκε δυνατά, ο Σαντ κράτησε την μπάλα, έπαιξε το 1-2, βρέθηκε σε καλό σημείο και ισοφάρισε. Η Λα Φορταλέσα πήρε φωτιά. Πλέον όλοι άρχισαν να το πιστεύουν.

Ο Σκόκο έχασε τεράστια ευκαιρία να καθαρίσει το ματς και η Λανούς μετά από μια ωραία προσπάθεια έκανε με έναν άλλον ιστορικό της παίκτη, τον Λαουτάρο Ακόστα το 3-2. Στο 65′ έγινε η φάση που έκρινε το ματς. Τράβηγμα παίκτη της Λανούς μπροστά στα μάτια του διαιτητή που δεν δίνει το πέναλτι. Τελικά το μετανιώνει και αποφασίζει να κοιτάξει το VAR. Μετά από ένα αγωνιώδες λεπτό το καταλογίζει. Ο Σαντ δεν θέλησε να το εκτελέσει, ο Σίλβα πήρε το βάρος πάνω του και δεν αστόχησε. 4-2 από 0-2 και η πρόκριση πλέον στα χέρια της Λανούς. Η Ρίβερ δεν το παράτησε. Είχε δοκάρι, είχε ευκαιρίες, αλλά δεν κατάφερε κάτι. Το παιχνίδι έληξε και στη Ρίβερ φωνάζουν για τη διαιτησία. Ο Γκαγιάρδο αναρωτιέται γιατί το VAR χρησιμοποιήθηκε μόνο για την μια ομάδα και όχι και για τις δύο. Η διοίκηση σκέφτεται να ζητήσει επανάληψη του αγώνα, αλλά δύσκολα θα αλλάξει κάτι.

Ο Σαντ μετά το τέλος του αγώνα δήλωνε ότι είναι η μεγαλύτερη στιγμή στην καριέρα του μέχρι την επόμενη, ενώ δεν δίστασε να τα βάλει με τους οπαδούς της Ρίβερ για μια ακόμα φορά συνεχίζοντας την κόντρα που έχει ανοίξει εδώ και χρόνια. Ένας παίκτης που πήγε στη Ρίβερ στα 13 του και κατέκτησε και ένα πρωτάθλημα εκεί, αλλά ποτέ δεν αγαπήθηκε και ποτέ δεν βρήκε ευκαιρίες. Ο εμβληματικός 37χρονος σταρ είπε ότι αυτές τις 15 μέρες άκουσε τα πάντα από τους αντιπάλους και ότι έφτασαν να τον αποκαλούν μέχρι και κερατά (!!). «Σας στέλνω χαιρετίσματα και φιλιά από τη γυναίκα μου» δήλωσε live στην κάμερα μετά τον αγώνα. Η κόντρα γίνεται όλο και πιο άγρια.

Η αξία του ηττημ…
Όχι, ΟΚ.

Την ίδια στιγμή ένας ηλικιωμένος τύπος, βρέθηκε να φοράει ΜΟΝΟ το άσπρο βρακί του στις εξέδρες και να πανηγυρίζει έξαλλα κραδαίνοντας με περηφάνια τα καλαμπαλίκια του και δείχνοντάς τα στους αντιπάλους. Σε όλες τις εξέδρες άνθρωποι που πανηγύριζαν σαν τρελοί, έκλαιγαν από χαρά, δεν ήξεραν πώς να διαχειριστούν μια πρωτόγνωρη γι’ αυτούς κατάσταση.

Η μικρούλα Λανούς φτάνει για πρώτη φορά στην ιστορία της σε έναν τελικό Κόπα Λιμπερταδόρες. Εκεί που θα είναι σίγουρα το αουτσάιντερ, αλλά αυτό δεν θα το αφήσει να την πτοήσει. Δεν το έκανε σε καμία περίπτωση μέχρι τώρα…

Ζντένεκ Ζέμαν: Ο λούζερ που έχανε ωραία

  [3 Σχόλια]

Αν ψάξεις στη λίστα με τους καλύτερους προπονητές που έχουν περάσει από το Καμπιονάτο δεν θα τον εντοπίσεις. Αν ανοίξεις τη σελίδα του στη wikipedia και κοιτάξεις το παλμαρέ του δεν θα βρεις ούτε ένα σοβαρό κύπελλο. Αν όμως αναφέρεις το όνομα του σε κάποιον που παρακολουθούσε συστηματικά ιταλικό ποδόσφαιρο τη δεκαετία του 90′, τότε το πιθανότερο είναι να δεις ένα τεράστιο χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπο του. Σ’αυτό το νοσταλγικό χαμόγελο του τυχαίου ποδοσφαιρόφιλου κρύβεται όλη η ουσία της κοσμοθεωρίας του Ζντένεκ Ζέμαν.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 90′. Στην Ισπανία η ‘Dream Team’ του Γιόχαν Κρόιφ κερδίζει τους τίτλους τον έναν μετά τον άλλο αποδίδοντας κατά διαστήματα μαγικό ποδόσφαιρο. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Σάο Πάολο του ‘τελευταίου των ρομαντικών’ Τέλε Σαντάνα σαρώνει όποιον βρει στο πέρασμα της, κρατώντας ουσιαστικά στη ζωή το περίφημο jogo bonito που η εθνική Βραζιλίας του ίδιου προπονητή είχε μάθει στον κόσμο λίγα χρόνια πριν. Την ίδια εποχή στην Ιταλία, ο Ζντένεκ Ζέμαν αναλαμβάνει για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια τη θέση του προπονητή στην μικρούλα Φότζια.

Η ομάδα από τη νότια Ιταλία έχει περάσει όλη τη δεκαετία του 80′ μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης κατηγορίας και το σενάριο της επιστροφής στο Καμπιονάτο φαίνεται πλέον σχεδόν ουτοπικό. Ο 42χρονος εκείνη την εποχή Τσέχος, που μετακόμισε μόνιμα στην Ιταλία στα 21 του, έχει ήδη στο βιογραφικό του μερικές αποτυχίες και γι’αυτό η πρόσληψη του δεν ενθουσιάζει κανέναν στην πόλη. Η διάψευση όλων δεν θα μπορούσε να είναι πιο πανηγυρική.

Με ένα ρόστερ παντελώς άγνωστων ως τότε νέων παικτών ο Τσέχος καταφέρνει να παρουσιάσει στο χόρτο μια ομάδα που δεν μοιάζει με καμία άλλη του επιπέδου της. Η Φότζια παίζει ένα άκρως επιθετικό 4-3-3, με τους ακραίους μπακ να ανεβαίνουν συνεχώς, τον τερματοφύλακα να μετατρέπεται συχνά σε λίμπερο, παίζοντας αρκετά μακριά από την εστία όταν η ομάδα βρίσκεται στην επίθεση, με ασταμάτητη κίνηση όλων των παικτών, γρήγορο ρυθμό και ένα ανελέητο πρέσινγκ που συνοδεύεται από συχνή εφαρμογή του τεχνητού οφσάιντ.

Εκμεταλλευόμενος το νεαρό της ηλικίας των περισσότερων παικτών του, ο Ζέμαν περνάει στο μυαλό τους χωρίς καμία αντίσταση όλες τις ρομαντικές ιδέες του, συνοδεύει την άκρως επιθετική του θεωρία με εξαντλητικές προπονήσεις που στόχο έχουν να φτάσουν τους παίκτες σε ένα επίπεδο φυσικής κατάστασης που θα τους επιτρέπει να αντέχουν στον ρυθμό αυτό για όλο το ματς και το αποτέλεσμα ξεπερνάει τις προσδοκίες ακόμα και του πιο πιστού οπαδού της ομάδας.

Στη δεύτερη σεζόν του στον πάγκο, η Φότζια όχι μόνο κερδίζει την άνοδο για το Καμπιονάτο αλλά το κάνει και με εμφατικό τρόπο: Τερματίζει πρώτη, με διαφορά ασφαλείας και με 14 γκολ παραπάνω από τη δεύτερη καλύτερη επίθεση της Serie B! Σε ένα πρωτάθλημα που φημίζεται για τα under της και που οι περισσότερες ομάδες τελειώνουν τη σεζόν με μέσο όρο κάτω από 1 γκολ/αγώνα, η ομάδα του Ζέμαν σκοράρει σχεδόν 2 γκολ/παιχνίδι, στέλνοντας ένα πρώτο μήνυμα προς τους φιλάθλους της χώρας.

Η συμμετοχή στο φημισμένο Καμπιονάτο, που εκείνη την εποχή είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, δεν αλλάζει καθόλου τη φιλοσοφία του Ζέμαν. «Το 0-0 είναι βαρετό. Είναι καλύτερο να χάνεις με 5-4, τουλάχιστον αυτό σου προσφέρει μια έξαψη». Η Φότζια κατεβαίνει σε κάθε ματς προετοιμασμένη για να παίξει επιθετικό ποδόσφαιρο, αδιαφορώντας αν απέναντι της είναι η Άσκολι ή η Μίλαν.

Η αρχική εκτίμηση, πως με τέτοιο στυλ παιχνιδιού οι άσημοι πιτσιρικάδες της θα διασυρθούν από τις παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας και θα επιστρέψουν σύντομα στις κατηγορίες που σύχναζαν τα προηγούμενα χρόνια, πάει περίπατο από τις πρώτες κιόλας αγωνιστικές. Εβδομάδα με την εβδομάδα η ομάδα ανεβάζει στροφές και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη. Δεν είναι όμως μόνο τα αποτελέσματα που εκπλήσσουν. Είναι και οι εμφανίσεις. Η Φότζια προσφέρει απλόχερα θέαμα που δεν περιμένεις σε καμία περίπτωση να δεις από μια νεοφώτιστη και άπειρη ομάδα που ξεκινάει με βασικό στόχο να επιβιώσει στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου.

Ο Ζέμαν δεν καταδέχεται να αλλάξει το στυλ παιχνιδιού του ούτε στις έδρες-φόβητρο της χώρας. Οι απόψεις του γίνονται σιγά-σιγά γνωστές σε όλους: «Στην Ιταλία οι προπονητές φοβούνται πως αν χάσουν ένα ματς, μπορεί να χάσουν και τη δουλειά τους. Γι’αυτό και οι περισσότερες ομάδες προσπαθούν κυρίως να χαλάσουν το παιχνίδι του αντίπαλου, παρά να παίξουν οι ίδιες. Αυτό απέχει χιλιόμετρα από τη δικιά μου νοοτροπία».

Η ρομαντική προσέγγιση του στο παιχνίδι («Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοφιλές όχι λόγω των εταιρειών και των… φαρμακευτικών. Αλλά γιατί σε κάθε μία γωνία του πλανήτη υπάρχει ένα παιδάκι που κλωτσάει μία μπάλα») σε συνδυασμό με την λίγο μποέμ εικόνα του στις συνεντεύξεις και στον πάγκο, εκεί όπου κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο («Δεν μετράω πόσα καπνίζω τη μέρα γιατί αυτό θα μου προκαλούσε νευρικότητα κι έτσι θα κάπνιζα περισσότερο»), τον μετέτρεψαν σύντομα σε μια γαμάτη καλτ φιγούρα του ιταλικού ποδοσφαίρου. Ένας μικρός ποδοσφαιρικός χίπης σε μια χώρα που η επαγγελματική νίκη με 1-0 θα μπορούσε άνετα να ήταν στίχος στον εθνικό της ύμνο. «Ειλικρινά πιστεύεις ότι μια ομάδα που κερδίζει με 1-0 είναι πιο ισορροπημένη από μια που κερδίζει με 5-4;» είχε ρωτήσει σε μια συνέντευξη έναν Ιταλό δημοσιογράφο.

Σε αντίθεση με τον κουλ Ζέμαν των αγώνων, που ζούσε για το θέαμα της Κυριακής («Παραμένω στο ποδόσφαιρο για τη διασκέδαση. Δεν πηγαίνω στον κινηματογράφο από τότε που απαγόρεψαν το κάπνισμα στην αίθουσα. Στον πάγκο όμως μπορώ να σταθώ με ένα τσιγάρο για δυο ώρες και να απολαύσω μια υπέροχη κίνηση της ομάδας μου. Αυτό είναι το μόνο που επιζητώ»), ο Ζέμαν των προπονήσεων ήταν ένα αυστηρό αφεντικό που έφτανε τους παίκτες του στα όρια τους. Όταν τον κατηγορούσαν για την ένταση των προπονήσεων του, απαντούσε «κανένας δεν έχει πεθάνει εξαιτίας τους».

«Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης μαζί του δεν μπορούσα να ανέβω ούτε τα σκαλιά του σπιτιού μου. Αλλά όλη αυτή η δουλειά είχε ένα στόχο κι εσύ, σαν παίκτης, τον καταλάβαινες πολύ καλά. Δεινοπαθούσαμε στην προπόνηση αλλά όταν τελικά η ομάδα έμπαινε στο γήπεδο και έπαιζε όπως μας είχε δείξει, τότε το αποτέλεσμα ήταν μια απόλαυση. Και όλοι μας το ευχαριστιόμασταν» δήλωσε αρκετά χρόνια μετά ο Τζουζέπε Σινιόρι, που ήταν ένας από εκείνους τους άγνωστους νεαρούς που γαλουχήθηκαν δίπλα του και μετά έκαναν σπουδαία καριέρα σε μεγαλύτερες ομάδες.

Η ανάδειξη νέων ταλέντων ήταν ένα ακόμα χαρακτηριστικό που έκανε ξεχωριστό τον «Il Boemo», που δεν δίστασε ποτέ να χρησιμοποιήσει έναν μικρό σε κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Υπάρχουν πολλοί προπονητές σήμερα που απλά δίνουν οδηγίες στο γήπεδο, χωρίς να προσπαθούν να βελτιώσουν τους παίκτες. Υπάρχουν και κάποιοι λίγοι όμως που προσπαθούν να τους διαμορφώσουν. Νιώθω ότι είμαι ένας απ’αυτούς τους λίγους». Από τη χρυσή εκείνη φουρνιά της Φότζια τέσσερις παίκτες έφτασαν μέχρι την εθνική Ιταλίας. Τα επόμενα χρόνια από τα χέρια του Τσέχου πέρασαν πιτσιρίκια που πλέον τα ξέρει όλος ο πλανήτης. Ανάμεσα τους ο Τόττι, ο Νέστα, ο Ινσίνιε, ο Βεράτι και o Ιμόμπιλε. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι εξέλιξη θα είχαν αν δεν βρισκόταν στο δρόμο τους ο Ζέμαν και η ιδιαίτερη ποδοσφαιρική αντίληψη του. Το σίγουρο είναι ότι σχεδόν όλοι τους όταν μιλάνε γι’αυτόν, το στόμα τους στάζει μέλι.

Οι δρόμοι του Ζέμαν και της Φότζια χώρισαν το 1994, όταν δέχτηκε την πρόταση της Λάτσιο, θεωρώντας πως είχε φτάσει η ώρα για το επόμενο βήμα στην καριέρα του. Στα τρία χρόνια που πέρασε με τη Φότζια στην πρώτη κατηγορία η ομάδα όχι μόνο δεν απειλήθηκε ποτέ με υποβιβασμό αλλά έφτασε κοντά και στην πρώτη έξοδο της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Την πρώτη της σεζόν μάλιστα τέλειωσε το πρωτάθλημα με την δεύτερη καλύτερη επίθεση (πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Μίλαν των τρομερών Ολλανδών), σκοράροντας σε 7 παιχνίδια τουλάχιστον 3 γκολ! Το ‘Θαύμα της Φότζια’ ή αλλιώς η ‘Zemanlandia’, όπως έμεινε γνωστό το πέρασμα του από εκεί, έβαλε την ομάδα για τα καλά στον εγχώριο ποδοσφαιρικό χάρτη, της πρόσφερε αρκετούς νέους φιλάθλους, έγινε τραγούδι από τον Αντονέλο Βεντίτι, θέμα αρκετών ποδοσφαιρικών ντοκιμαντέρ και σημάδεψε το Καμπιονάτο εκείνης της εποχής. Με τη φυγή του Ζέμαν η Φότζια επανήλθε άμεσα στην ανυποληψία: υποβιβάστηκε και δεν επέστρεψε ποτέ στην πρώτη κατηγορία.

Ούτε όμως και ο ίδιος ο Ζέμαν κατάφερε κάπου αλλού κάποια ανάλογη επιτυχία. Το πέρασμα του από τις δυο μεγάλες ομάδες της Ρώμης δεν κατέστρεψε τον μύθο του αλλά δεν του χάρισε και κάποιον τίτλο. Οι κατηγορίες για ντοπάρισμα που εξαπέλυσε αργότερα εναντίον της Γιουβέντους τον στιγμάτισαν και, σύμφωνα με τον ίδιο τουλάχιστον, τον έστειλαν στη λίστα των ανεπιθύμητων της Ιταλίας. Ακολούθησαν αρκετές μικρές αλλά και μεγάλες αποτυχίες εντός και εκτός Ιταλίας. Το 2010 επέστρεψε στη Φότζια που τότε έπαιζε στην 3η κατηγορία. Τη μέρα της ανακοίνωσης της πρόσληψης η ομάδα έδωσε 3.000 εισιτήρια διαρκείας! Ο στόχος όμως της ανόδου δεν υλοποιήθηκε και στο τέλος της σεζόν ο Ζέμαν παραιτήθηκε.

Λίγους μήνες μετά ανέλαβε να οδηγήσει την Πεσκάρα στο Καμπιονάτο και τα κατάφερε με έναν τρόπο που θύμισε κάτι από τη Φότζια των 90s: Φουλ επιθετικό ποδόσφαιρο, αρκετοί ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και πρώτη θέση στη Serie B με 90 γκολ σε 42 ματς («Αν μπορείς να σκοράρεις 90 γκολ τότε δεν πρέπει να σε ανησυχεί ιδιαίτερα πόσα θα δεχτείς»)! Ακολούθησαν η Ρόμα, η Κάλιαρι και η ελβετική Λουγκάνο πριν επιστρέψει πέρσι στον πάγκο της Πεσκάρα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Κολλημένος στις ιδέες του, αρνείται να συμβιβαστεί και να αλλάξει οπτική κι αυτό το πληρώνει συνέχεια τα τελευταία χρόνια. «Θέλω η ομάδα μου να διασκεδάζει πάντα το κοινό και να του προσφέρει έντονα συναισθήματα». Η απόλυση και η αγωνιστική αποτυχία δεν τον φόβιζαν ποτέ. «Δεν υπάρχει τίποτα ατιμωτικό στο να τερματίζεις τελευταίος, αν έχεις παίξει με αξιοπρέπεια» δηλώνει με πάθος.

Το 2012 σε μια συνέντευξη του όταν ρωτήθηκε για τον Ζοσέ Μουρίνιο τον αποκάλεσε «μέτριο προπονητή» που, αν και κοουτσάρει παίκτες παγκόσμιας κλάσης, συχνά-πυκνά ο πρωταρχικός στόχος του είναι να καταστρέψει το παιχνίδι των αντιπάλων. Η πρόκληση του δεν έμεινε, φυσικά, αναπάντητη από τον Πορτογάλο. «Ώστε εγώ είμαι ένας μέτριος προπονητής; Ok! Σέβομαι κάθε άποψη. Ποιος είναι όμως ο Ζέμαν; Δεν τον γνωρίζω. Που ακριβώς παίζει; Είναι προπονητής; Συγγνώμη αλλά δεν το ήξερα. Τώρα που έχω μερικές μέρες άδεια θα ψάξω στο google για να δω ποιος είναι και τι έχει κερδίσει στην καριέρα του».

Αν ο Πορτογάλος έκανε πράγματι την αναζήτηση, είναι σίγουρο πως δεν θα εντυπωσιάστηκε από τα ευρήματα. Ο Ζντένεκ Ζέμαν πρόσφερε θέαμα κάθε Κυριακή σε χιλιάδες ανθρώπους τη δεκαετία του 90′, έφτιαξε από το πουθενά ένα υπέροχο ποδοσφαιρικό παραμύθι σε ένα πρωτάθλημα στο οποίο κυριαρχούσε μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία και βοήθησε στην ανάδειξη μερικών πολύ σπουδαίων παικτών, μεταλαμπαδεύοντας τους μερικές αυθεντικά ρομαντικές ποδοσφαιρικές ιδέες και αντιλήψεις, αλλά από τίτλους και βραβεία το μόνο που έχει να επιδείξει είναι δυο πρωταθλήματα στη Serie B.

Η έλλειψη χειροπιαστών επιτυχιών τον κατατάσσει άμεσα στους αποτυχημένους. Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν και «αιώνιο λούζερ». Η απάντηση του; «Μερικές φορές οι ηττημένοι είναι αυτοί που δίνουν περισσότερα στο ποδόσφαιρο από τους νικητές. Ελπίζω εγώ να έχω δώσει κάτι παραπάνω και κάτι διαφορετικό όλα αυτά τα χρόνια».

Η εκδίκηση του Ντιέγκο όταν τον είπαν χοντρούλη

  [4 Σχόλια]

Πολύ πριν ο Μαραντόνα γίνει αυτός που γνωρίζουμε όλοι, πολύ πριν ξεκινήσουν οι συζητήσεις για το αν ήταν ο καλύτερος όλων των εποχών, πριν λατρευτεί στη Νάπολη, πριν κερδίσει Μουντιάλ, ήταν ένας απλός κοινός θνητός. Ένας ταλαντούχος Αργεντινός πιτσιρικάς που έπαιζε σε μια μικρή ομάδα της χώρας, τους Αρχεντίνος Τζούνιορς. Με το παρατσούκλι ο «αφάνας» ή «άφρο» (όπως θέλετε το μεταφράζετε) είχε ήδη ξεχωρίσει και οι δημοσιογράφοι μιλούσαν γι’ αυτόν με τα καλύτερα. Έκανε το ντεμπούτο του μόλις στα 16 του στο πρωτάθλημα, ήταν στην προεπιλογή για το Μουντιάλ του 1978 αλλά τελικά κόπηκε από τον Μενότι και είχε κατακτήσει το Παγκόσμιο Νέων ένα χρόνο αργότερα.

Την ίδια περίοδο η Μπόκα ήταν μια από τις πιο σκληρές ομάδες στην Αργεντινή, χωρίς τόση ποιότητα, αλλά με ένα ρόστερ γεμάτο μεγάλες προσωπικότητες. Και ίσως τον πιο τρελό τερματοφύλακα, τον Ούγκο Γκάτι (για όσους δεν έχουν διαβάσει το σχετικό κείμενο, μπορούν εδώ). Λίγες μέρες αφ’ ότου ο Ντιεγκίτο έκλεισε τα 20α του γενέθλια, οι Αρχεντίνος αντιμετώπιζαν την Μπόκα του Γκάτι στο στάδιο της Βέλεζ. Ο Γκάτι δεν ήταν εντυπωσιασμένος από τον Μαραντόνα και δεν άργησε να το δείξει σε δηλώσεις του πριν το παιχνίδι:

«Οι δημοσιογράφοι υπερβάλουν και έχουν φουσκώσει την εικόνα του Μαραντόνα. Καλό θα ήταν να προσέχει και τη φυσική του κατάσταση γιατί βλέπω έχει γίνει χοντρούλης. Δεν θα μου βάλει γκολ, σκοράρει μόνο από φάουλ»

Προπονητής τότε στους Αρχεντίνος Τζούνιορς ήταν ο Μιγκέλ Άνχελ Λόπες γνωστός για την ικανότητά του στο ψυχολογικό κομμάτι. Ο Ντιεγκίτο δεν είχε μάθει για τις δηλώσεις του Γκάτι μέχρι το πρωί του αγώνα στις 9 Νοεμβρίου του 1980, αλλά ο… καλοθελητής Λόπες τις μετέφερε στον παίκτη του για να του δώσει μεγαλύτερο κίνητρο. Ο Ντιέγκο, γνωστός για την ταπεινότητά του άλλωστε, μόλις τις έμαθε του είπε: «Έλεγα να του βάλω δύο γκολ σήμερα, αλλά θα του βάλω τέσσερα».


Μπαλαδόφατσα και ποδοσφαιρική αλητεία

Κάποιες διηγήσεις αναφέρουν ότι πριν το ματς ο Γκάτι πήγε και βρήκε τον Μαραντόνα, του είπε ότι δεν έκανε ποτέ τις δηλώσεις και ότι πιστεύει πως είναι ένα φαινόμενο. Κανείς δεν γνωρίζει την αλήθεια (αν και κρίνοντας από το χαρακτήρα του Γκάτι, το πιο πιθανό είναι να τα είπε), αλλά ο Ντιέγκο δεν νοιαζόταν πλέον. Είχε να αποδείξει πράγματα. Κι ας κατέβηκε η Μπόκα με δυο παίκτες ουσιαστικά να τον μαρκάρουν. Τον Άμπελ Άλβες πιο ψηλά και τον Όσκαρ Ρουτζέρι πιο κοντά στην περιοχή κολλημένους πάνω του.

Το ποδοσφαιρικό σόου του πιτσιρικά Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα

Η Μπόκα άνοιξε το σκορ με πέναλτι, αλλά το σόου του Ντιέγκο μόλις άρχιζε στο 23′. «Στο 1ο γκολ πήρα την μπάλα στα δεξιά της μεγάλης περιοχής και έβγαλα μια σέντρα με ραμπόνα. Η μπάλα χτύπησε στο χέρι του Ούγκο Άλβες. Το πέναλτι το χτύπησα απαλά, δεξιά από τον Γκάτι, αυτός είχε πέσει αριστερά». Το «ψώνισμα» του Γκάτι στο πέναλτι ήταν η αρχή. Ο Εσπίντολα κάνει το 2-1 με φάουλ για τους Αρχεντίνος στο 26′ και η Μπόκα ισοφαρίζει σε 2-2. Τρία λεπτά πριν τελειώσει το ημίχρονο, οι Αρχεντίνος Τζούνιορς κερδίζουν ένα φάουλ δεξιά και πλάγια, σχεδόν σαν κόρνερ. Ο Ντιέγκο στήνει την μπάλα, ο Γκάτι δεν πιστεύει ότι ο «χοντρούλης» θα κάνει τέτοια τρέλα και θα το εκτελέσει απευθείας, ο Ντιέγκο τον βλέπει εκτός θέσης, περνάει την μπάλα από πάνω του, τη στέλνει συστημένη στη δεξιά γωνία του και βάζει το γκολ για το 2-3. Το μεγαλειώδες γκολ το χειροκροτούν μέχρι και φίλαθλοι της Μπόκα.

Για να μη δικαιωθεί έστω και στο ελάχιστο ο Γκάτι, ο Ντιέγκο αποφασίζει να βάλει και ένα γκολ πέρα από στημένη φάση. Έτσι, στο 2ο ημίχρονο κάνει μια κούρσα ξεφεύγοντας από τον αντίπαλό του, δέχεται μια βαθιά μπαλιά, κοντρολάρει με το στήθος, βλέπει τον Γκάτι που κάνει έξοδο και επιλέγει να το τελειώσει με ακόμα περισσότερη φινέτσα, με ένα ερωτικό άγγιγμα με το εξωτερικό του αριστερού ποδιού. Ο Γκάτι έχει φάει ήδη τρία από τον Μαραντόνα, αλλά ο Ντιέγκο υποσχέθηκε τέσσερα. Στο 75′  ξεχύνεται και πάλι προς την περιοχή της Μπόκα και ανατρέπεται ελάχιστα έξω από αυτή. Ο Γκάτι στήνει το τείχος και κόβει βόλτες πολύ μακριά από την εστία του για να διώξει τους παίκτες των Αρχεντίνος που του κόβουν το οπτικό πεδίο. Ο Ντιεγκίτο το βλέπει και τηλεμεταφέρει την μπάλα στο παραθυράκι, βάζοντας το 4ο γκολ του στο ματς τηρώντας την υπόσχεσή του. Οι Αρχεντίνος κερδίζουν τελικά με 5-3, ο κόσμος της Μπόκα φωνάζει το όνομα του Ντιέγκο.

Μετά τον αγώνα ο Μαραντόνα απαντάει ότι ενοχλήθηκε από την έλλειψη σεβασμού, ότι είναι θέμα τρέλας του Γκάτι που κάποτε τον θεωρούσε καλό τερματοφύλακα, αλλά κατάντησε να του βάζουν χαζά γκολ. Μετά από ένα χρόνο, οι δυο τους βρίσκονται συμπαίκτες στην Μπόκα και κατακτούν και ένα πρωτάθλημα. Οι σχέσεις τους γίνονται καλύτερες, αλλά ξαναχαλάνε όταν ο Γκάτι δηλώνει ότι ο Πελέ είναι καλύτερος, είναι από άλλο πλανήτη. Χρόνια αργότερα γράφει στη στήλη του σε ισπανική εφημερίδα ότι έκανε τις δηλώσεις και εκείνη την ημέρα τον άφησε να του βάλει τα γκολ, για να τον δουν στην Μπόκα και να τον πάρουν στην ομάδα. Κανείς δεν πείθεται. Ο 20χρονος Ντιέγκο απλά έδειξε τι μπορούσε να κάνει με την μπάλα. Όπως είχε δηλώσει και ο φυσιοθεραπευτής των Αρχεντινός εκείνα τα χρόνια: «Το να έχεις τον Ντιέγκο στην ομάδα, είναι σαν να παίζεις χαρτιά και να ξεκινάς πάντα με τον μπαλαντέρ στο χέρι«.

Όταν οι Τσέχοι αγωνίστηκαν στο Μπάμπερ Μπριτζ (η ιστορία του Ρας Ρίγκμπι)

  [8 Σχόλια]

Όταν η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας διέλυσε ειρηνικά το Ομοσπονδιακό κράτος της χώρας, την 1η Ιανουαρίου του 1993, δημιουργώντας έτσι τις Σλοβακία και Τσεχία, στο μικρό χωριουδάκι Μπάμπερ Μπρίτζ -5 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Πρέστον (στην περιοχή του Λάνκασαϊρ)- κανένας απ’ τους περίπου 10.000 κατοίκους δεν είχε στο μυαλό του πως η μία απ’ τις δύο αυτές νέες χώρες -και συγκεκριμένα η Τσεχία- θα έφτανε πολύ σύντομα στα μέρη τους, για να αγωνιστεί, έστω και για μια φιλική -στα όρια του ξεμουδιάσματος- ποδοσφαιρική αναμέτρηση με το καμάρι του «χωριού». Πως μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο στο Μπάμπερ Μπριτζ; Ήταν αδύνατο, στα όρια του αστείου. H τοπική ομάδα βολόδερνε στα τελευταία επίπεδα του ερασιτεχνικού αγγλικού ποδοσφαίρου και το μόνο που είχε να επιδείξει ήταν το γεγονός πως κάποτε είχε περπατήσει (όχι για να αγωνιστεί) στα στριμωγμένα στενορύμια της ο σπουδαίος Τομ Φίννεϊ. Εννοείται πως δεν βάζω καθόλου στην εξίσωση κάποια τοπικά κύπελλα και πρωταθλήματα (όλες οι ομάδες άλλωστε έχουν από δαύτα). Η ομάδα ιδρύθηκε το 1974, και μέχρι και το 1996 (την χρονιά του Γιούρο της Αγγλίας) ο μέσος όρος των φιλάθλων που έκοβαν εισιτήριο στο Άιρον Γκέιτ, το γήπεδο της ομάδας δηλαδή, έφτανε μετά βίας τα 300 άτομα. Χειρότερα κι από γήπεδο της ελληνικής Σούπερ Λίγκας των ημερών μας.

Ήταν Ιούνιος του ’96 όταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές της Μπάμπερ Μπριτζ, ένας κλασικός Βρετανός τύπος με το όνομα Ρας Ρίγκμπι, κούρευε το γκαζόν του γηπέδου όταν άκουσε να χτυπά το τηλέφωνο στο ένα και μοναδικό γραφείο της ομάδας. Αφού άφησε την χορτοκοπτική μηχανή, έτρεξε γρήγορα προς το γραφείο, που δεν ήταν άλλωστε και πολύ μακριά, και σήκωσε το ακουστικό. Στην άλλη γραμμή ήταν κάποιος γνωστός του που δούλευε στη ρεσεψιόν ενός μικρού ξενοδοχείου στο Πρέστον. Μετά τις απαραίτητες, τυπικές και βαρετές χαιρετούρες ο ρεσεψιονίστ πέρασε στο ψητό. «Δεν μου λες, δεν ρωτάς εκεί στην ομάδα αν θέλουν να παίξουν ένα φιλικό με την Τσεχία; H ομάδα βρίσκεται στο ξενοδοχείο μας και ο προπονητής άκουσε για την ομάδα σας και θέλει να παίξει ένα ματσάκι για να ξεμουδιάσουν οι παίκτες του. Σε λίγες μέρες αρχίζει το Γιούρο και το βλέπουν σαν μια καλή προπόνηση. Είναι σίγουρα καλύτερα απ’το να τους τρέχει στα λιβάδια ή να παίζουν μόνοι τους. Τι λες; Καλό θα κάνει και σε εσάς και γενικά στην πόλη.» Ο Ρίγκμπι κάλεσε αμέσως τον προπονητή της ομάδας, Ντένις Άλεν που δέχθηκε όλος χαρά και κάπως έτσι το φιλικό προετοιμασίας των Τσέχων κανονίστηκε αμέσως και έγινε μέσα σε λίγες ώρες το talk of the town και -εννοείται- το γεγονός της χρονιάς για το μικρό Μπάμπερ Μπριτζ και τους κατοίκους του.

                                        O Ρας Ρίγκμπι με τη φόρμα της Πρέστον

Ο Ρίγκμπι ήταν ένας «άρρωστος» ποδοσφαιρόφιλος που περίμενε σαν τρελός την έναρξη του Γιούρο και σε λίγες ώρες είχε γίνει κι αυτός μέρος αυτής της γιορτής και για -λίγες στιγμές- λόγω και και της ιδιότητάς του ως ο «άνθρωπος για όλες τις δουλειές της ομάδας» είχε βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Το παιχνίδι θα καλυπτόταν τηλεοπτικά από την Τσέχικη τηλεόραση και ο Ρίγκμπι θα έπρεπε για πρώτη φορά στη ζωή του να λειτουργήσει ως επαγγελματίας για την προετοιμασία ενός αγώνα της αγαπημένης του ομάδας. Έβγαλε εισιτήρια (με την τιμή να είναι 5 λίρες) και πρόγραμμα αγώνα, έδωσε συνεντεύξεις στον Τύπο και έτρεξε παντού για να βρει χορηγούς. Ετοίμασε μάλιστα και ένα οργανωμένο μπαρ που θα σέρβιρε μπύρα στους διψασμένους για ποτό και ποδόσφαιρο Άγγλους που θα έφταναν εκείνη τη μέρα για το σπουδαίο γεγονός. Όλα αυτά σε 1-2 μέρες. Η Τσεχία μάλιστα είχε χορηγό μια πολύ γνωστή μπύρα της εποχής και είχε φέρει στο γήπεδο χιλιάδες μπουκάλια του χορηγού της, τοποθετώντας -έστω και για λίγες ώρες- το όνομα του χορηγού, ψηλά, στο μοναδικό σκέπαστρο που διέθετε το μικρό Άιρον Γκέιτ. Εννοείται πως την πινακίδα την ανέβασε και την κάρφωσε εκεί, μόνος του, ο Ρας Ρίγκμπι ως άλλος Στέφανος Μπλάκπουλ (ναι! ο χαρακτήρας του Ντίκενς).

Το Άιρον Γκέιτ είχε γεμίσει ασφυκτικά με 3.000 ανθρώπους, που δεν είχαν όμως ιδέα τι να περιμένουν από την ομάδα του Ντούσαν Ούριν. Για την ακρίβεια οι περισσότεροι εξ αυτών δεν είχαν ακούσει ποτέ τα ονόματα παικτών όπως Πάβελ Νέτβεντ, Βλάντιμιρ Σμίτσερ, Κάρελ Πομπόρσκι και Πάτρικ Μπέργκερ. Ο Πομπόρσκι μάλιστα ήταν ο μοναδικός που οι κάτοικοι της πόλης είχαν ασχοληθεί μαζί του κατά την άφιξη της ομάδας, κι αυτό λόγω του όμορφου παρουσιαστικού του. «Εκείνη τη μέρα πρέπει να τον είχε ερωτευθεί ο μισός γυναικείος πληθυσμός της περιοχής προκαλώντας το αίσθημα της ζήλιας στους Άγγλους άντρες» είχε δηλώσει ο Ρίγκμπι σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό πολλά χρόνια μετά την αναμέτρηση και καθόλου άδικο δεν είχε.

Οι δύο ομάδες μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο υπό τους ήχους της μπάντας του δήμου, χαρίζοντας μια όμορφη ποδοσφαιρική παράσταση για 90 λεπτά. Ο Ούριν το μόνο που είχε ζητήσει από τους ερασιτέχνες Άγγλους ήταν να μην παίξουν βίαια και αντιαθλητικά, κάτι που φυσικά και έγινε δεκτό από τους παίκτες της Μπάμπερ Μπριτζ. Άλλωστε αυτό το γεγονός ήταν κάτι παραπάνω από μια ποδοσφαιρική αναμέτρηση για ολόκληρη την περιοχή. Το μοναδικό μελανό σημείο -κατά τον Ρίγκμπι- ήταν το γεγονός πως οι δύο ομάδες δεν αντάλλαξαν φανέλες με το τελευταίο σφύριγμα της λήξης, μιας και η Μπάμπερ Μπρίτζ -ως σωστό ερασιτεχνικό σωματείο που σέβεται τον εαυτό του- είχε μόνο δύο ζευγάρια.

Ο Τσεχοσλοβάκος προπονητής χρησιμοποίησε και τους 22 ποδοσφαιριστές του και είδε την ομάδα του να επικρατεί άνετα και χαλαρά με 9-1 αλλά στις παμπ του Μπάμπερ Μπριτζ κανένα από τα 9 γκολ των Τσέχων δεν θα συζητιέται όπως ο «κεραυνός» του επιθετικού της ομάδας, Στηβ Ντένι. Ο Άγγλος είχε μειώσει σε 4-1 και είχε καταφέρει -έστω και για μερικά λεπτά- να δώσει τεράστια χαρά σε όλους τους φιλάθλους (και όχι μόνο) της περιοχής, βάζοντας το όνομά του δίπλα στους μύθους που θα λέγονται για πάντα σε όλες τις παραδοσιακές παμπ της περιοχής του Πρέστον. Μάλιστα -σύμφωνα πάντα με τον Ρίγκμπι- όταν μετά τον αγώνα πήγε στην αγαπημένη του παμπ να πιει μια μπύρα και να χαλαρώσει, όταν είπε στον ιδιοκτήτη το τελικό σκορ αυτός του απάντησε: «Μια χαρά όλα. Ποιος έβαλε όμως το γκολ των Τσέχων;».

Μετά το τέλος του Γιούρο που βρήκε την Τσεχία φιναλίστ πολλοί απ’ τους αστέρες της ομάδας έμειναν στο Νησί και αγωνίστηκαν για αγγλικούς συλλόγους. Ο Ρίγκμπι απ’ την άλλη, αρκετά χρόνια αργότερα, παρέα με τα σουβενίρ του από εκείνη την αναμέτρηση και έχοντας για πάντα στην καρδιά του την Μπάμπερ Μπριτζ, έφυγε για να δουλέψει ως φροντιστής στην Πρέστον. Στις μέρες μας εξακολουθεί να θεωρεί πως εκείνο το τέρμα του Στηβ Ντένι απέναντι στον Πετρ Κούμπα της Σπάρτα Πράγας, είναι το καλύτερο που έχει δει στην ζωή του.