Η Αργεντινή, η Γαλλία Και ο Λατίνικος Χαμένος Κόσμος

  [13 Σχόλια]

Τώρα που τελείωσε το Μουντιάλ να κάνω και εγώ ένα μικρό απολογισμό για εκείνα που αφορούν τις δυο εθνικές που παρακολουθώ. Ο γράφων από πάντα είχε μια αγάπη στις εθνικές της Αργεντινής και της Γαλλίας. Εθνικές που διαφέρουν και μοιάζουν συνάμα όσο ελάχιστες άλλες (ίσως η Γερμανία με τη Βραζιλία).

Η Αργεντινή είναι μια ισορροπία ανάμεσα στο ταλέντο και την τεχνική των Βραζιλιάνων και το δομημένο παιχνίδι και τη μαχητικότητα των Ουρουγουανών. Μέσα σε αυτήν την ισορροπία μπορεί να κρυφτεί και η μετριότητα. Η Αργεντινή μοιάζει με την Αγγλία στο ότι υπάρχει μια δυσανάλογα μεγάλη ιδέα για το που τοποθετείται στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο το μέγεθός της σε σχέση με την πραγματικότητα. Η οποία πραγματικότητα είναι ότι η ομάδα είναι Νιτσεϊκή. Χρειάζεται τον υπεράνθρωπο να την τραβήξει, να την εμπνεύσει, να την πάρει από το χεράκι και να την οδηγήσει στο στόχο, είτε τον λένε Κέμπες, Μαραντόνα ή Μέσι. Χώρα μεταναστών η Αργεντινή, η μόνη της Λατινικής Αμερικής, έφτιαξε μια χώρα και ένα έθνος αναμιγνύοντας ντόπιους, Ιταλούς, Ισπανούς, Τσέχους, Ούγγρους, Γερμανούς, Πολωνούς και άλλους Ευρωπαίους. Η επιρροή της Αφρικής, αντίθετα με τη Βραζιλία, είναι ελάχιστη, καθότι το μαύρο πληθυσμό τον είχαν στείλει στην πρώτη γραμμή της μάχης στους πολέμους με τη Βραζιλία και την Παραγουάη πάνω από έναν αιώνα πριν. Έχει μια αλέγκρα απαισιοδοξία, που είναι και η εγγύηση της αποτυχίας της.

Στη Ρωσία πήγαινε ως φιναλίστ του προηγούμενου Μουντιάλ, έχοντας ενδιάμεσα παίξει σε δυο σερί τελικούς Κόπα Αμέρικα. Το ότι έχασε και τα 3 αυτά τρόπαια στοίχειωσε αυτή την εξαιρετική γενιά ποδοσφαιριστών. Ο Μέσι έπαιζε πάντα με το βάρος να κερδίσει αυτό που υποχρεούται λόγω ποιότητας και ονόματος να κερδίσει. Οι συμπαίχτες του, με μπροστάρη των Ιγουαΐν, κατάφερναν επίσης να λυγίζουν την κρίσιμη στιγμή και φτάσαμε στο 2018 με μια Αργεντίνικη Ομοσπονδία διαλυμένη και χρεοκοπημένη, που αδυνατούσε να στείλει την Ολυμπιακή ομάδα στο προ-ολυμπιακό τουρνουά, που στη Ρωσία τα έξοδα τα πλήρωναν οι παίχτες, που τα φιλικά (όπως το περιβόητο με το Ισραήλ που ακυρώθηκε) τα κανόνιζε ο Πρόεδρος του κράτους Μάκρι σε συνόδους κορυφής.

Παράλληλα, σε αυτό το χάος ένας προπονητής που στο παρελθόν είχε δείξει πολλές καλές δουλείες πελαγοδρομούσε σε επιλογές παιχτών, συστήματα και λογικές. Ο Σαμπάολι είναι η μεγαλύτερη απογοήτευση του Μουντιάλ στους πάγκους, λόγω παρελθόντος και λόγω αυτού που παρουσίασε. Η Αργεντινή περίμενε τα πάντα από τον Μέσι. Δε γίνεται έτσι. Και ο ίδιος ήταν μέτριος λόγω του φορτίου και της όλης κατάστασης. Και όσο και αν έχει γνώμη για το τι συμβαίνει στην εθνική και περνάει το δικό του, αυτό το χάλι δεν είναι δική του ευθύνη. Στο ξενέρωμα όμως και στην παράδοση είναι ο βασικός καταλύτης.

Η Αργεντινή ήταν ομάδα οχτάδας που στους 16 έπεσε πάνω στο πιο πλήρες ρόστερ του τουρνουά και αποκλείστηκε. Η Γαλλία έρχεται με μια υπέροχη γενιά ποδοσφαιριστών. Μια γενιά που πήρε το παγκόσμιο νέων και μεγάλωσε για να έρθει να πάρει τα σκήπτρα από τη Γερμανία. Είναι ταλαντούχα, πλήρης, νέα, με δίψα και όνειρα. Τα παιδιά των μπανλιέ (προάστια) του Παρισιού, η επένδυση που γίνεται από τους μετανάστες της Γαλλίας στο ελντοράντο που λέγεται αθλητισμός. Η ομάδα του «ουράνιου τόξου» του 1998 με το σύνθημα «Μπλακ-Μπλανκ-Μπλερ» (Μαύρος-Λευκός-Άραβας) στη σημερινή που είναι ό,τι η λευκή συντηρητική Γαλλία φοβάται και καταλήγει να θαυμάζει στον αθλητισμό. Οι ταλαντούχοι Άραβες, Μουσουλμάνοι, μαύροι από τις πρώην αποικίες ψάχνουν στον αθλητισμό την ευκαιρία να ζήσουν μια ζωή διαφορετική από αυτή που βιώνουν στο Μποντύ (Εμπαμπέ) και στα άλλα προάστια του Παρισιού.

Η Γαλλία μοιάζει με την Αργεντινή σε 2 πράγματα: 1) Αθλητικά είναι η ισορροπία στην τεχνική των Ισπανών και τη δύναμη των Γερμανών και 2) σε ομαδικό επίπεδο επίσης δούλευε στη νιτσεϊκή λογική του υπερανθρώπου. Χρειαζόταν τον ήρωα στον οποίο να ακουμπήσει για να σηκώσει τους άλλους. Τον Πλατινί και τον Ζιντάν της. Στο προηγούμενο Γιούρο είχε αποφασίσει ότι αυτός θα ήταν ο Πολ Πογκμπά. Τελικά προέκυψαν οι Παγιέτ και Γκριεζμάν. Στο Μουντιάλ τώρα είπαν ότι θα ήταν ο Γκιεζμάν, όμως στην πραγματικότητα η Γαλλία κατάφερε να ξεφύγει από αυτό το μοντέλο. Ούτε καν ο Εμπαμπέ, που ήταν ο παίχτης του τουρνουά, δεν ήταν αυτός που την τράβηξε. Ήταν όλοι τους, αυτοί που λόγω προπονητή έπαιξαν στο 50% αυτού που λένε οι δυνατότητές τους και πήραν το Μουντιάλ σχετικά άνετα. Τις δυο φορές που χρειάστηκε να πατήσουν γκάζι έφτασαν στα 4 γκολ πριν ο αντίπαλος προλάβει να καταλάβει τι ακριβώς παίχτηκε. Με ελάχιστη παραγωγή, κάνοντας τα απολύτως απαραίτητα, προστατεύοντας τους παίχτες ο Ντεσάμπ έφτασε σε 2 τουρνουά τους 2 τελικούς και κέρδισε τον έναν.

Η εθνική Γαλλία είναι ένας μικρόκοσμος που αποτυπώνει στο διηνεκές του χρόνου τη γαλλική κοινωνία. Από την ιστορία του Πλατινί με το Λαριός και τη γυναίκα του πρώτου που φωτογράφιζε τη μποέμ γαλλική ζωή των δεκαετιών του 1970-1980, την ομάδα του «ουράνιου τόξου» που είχε ως έμβλημα το γιο Αλγερινών μεταναστών στη Μασσαλία, την ομάδα του 2010 με τις δηλώσεις Ανελκά περί ρατσισμού κατά των μαύρων μέσα στην ομάδα αλλά και των λευκών που δεν είναι χριστιανοί όπως ο Ριμπερί, ως τη σημερινή ομάδα των προαστίων.  Η Γαλλία είναι ο ορισμός της ομάδας που μπορεί να σαρώσει σε ένα τουρνουά και στο επόμενο να αποκλειστεί από τους ομίλους. Εύθραυστη και κυκλοθυμική όπως και η κοινωνία της χώρας.

Οι Γάλλοι πέτυχαν το 2018 εκείνο που έχασαν οι Αργεντίνοι το 2014. Να δουν μια χρυσή γενιά να παίρνει το τρόπαιο. Το τελευταίο Μουντιάλ δυστυχώς έδειξε ότι οι Λατίνοι έχουν μείνει αρκετά χρόνια πίσω στον τρόπο που βλέπουν το άθλημα. Οι Αργεντίνοι στη δεκαετία του 1980, οι Βραζιλιάνοι έχουν μπλεχτεί ανάμεσα στη λογική του 1994 και εκείνη του 2002, οι Ουρουγουανοί έχουν το πρόβλημα του πληθυσμού, που δεν μπορείς να απαιτείς από ένα κράτος 3,5Μ κατοίκων να βγάζει συνεχώς παιχταράδες σε όλες τις θέσεις, και οι Κολομβιανοί δεν ξέρουν να διαχειριστούν τον ενθουσιασμό τους. Δηλαδή αποκλείστηκαν από την Αγγλία στα πέναλντυ! Και όσο αρνούνται να εξελιχθούν θα αποκτούν τοτέμ, όπως τον Μέσι και τον Νεϋμάρ, αλλά όχι ομάδες.

Μια μικρή ωδή στην αγάπη για το ποδόσφαιρο

  [6 Σχόλια]

Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα δουν να έρχεται κατά πάνω τους μια μπάλα, δεν θα προσπαθήσουν να την πιάσουν με τα χέρια, αλλά να την κοντρολάρουν με το πόδι. Ο Μαραντόνα είχε δηλώσε κάποτε πως ακόμα κι αν φορούσε ένα πανάκριβο λευκό κοστούμι, αν έβλεπε μια λασπωμένη μπάλα να έρχεται προς το μέρος του -ψηλά, απ’ τον αέρα- θα την κοντρόλαρε με το στήθος, χωρίς να ενδιαφερθεί για λεκέδες και περίεργα βλέμματα. Προσωπικά τον πιστεύω. Ο συγγραφέας του εξαιρετικού -και αγαπημένου (για ‘μένα)- High Fidelity, Νικ Χόρνμπι, έχει δηλώσει επίσης: «Ερωτεύτηκα το ποδόσφαιρο όπως αργότερα ερωτευόμουν τις γυναίκες. Ξαφνικά, ανεξήγητα, αβασάνιστα. Χωρίς να σκεφτώ τον πόνο ή την αναστάτωση που θα έφερνε». Τον πιστεύω και αυτόν, μιας και ακριβώς έτσι ερωτεύτηκα και εγώ το ποδόσφαιρο, πριν πολλά χρόνια, και φυσικά έτσι ακριβώς ερωτεύομαι και τις γυναίκες. Ακόμα και σήμερα.

Κανένας -και ποτέ- δεν πρόκειται να εξηγήσει επακριβώς τι είναι αυτό που κάνει το ποδόσφαιρο τόσο δημοφιλές. Ακόμα και στις μέρες μας, στην σύγχρονη εποχή των εκατομμυρίων και του χαμένου ρομαντισμού, δεν γίνεται να μην το αγαπήσεις. Τα συναισθήματα που αυτό γεννά -και προσφέρει- δεν γίνεται να μετρηθούν από καμία σύγχρονη «μηχανή» και φυσικά η λέξη γκολ και τα συναισθήματα που αυτή γεμίζει τον απλό φίλαθλο, δεν ξέρω με πόσα πράγματα μπορούν να συγκριθούν. Αν μπορούν να συγκριθούν. Προσωπικά αυτό που με κάνει να ξεχνάω το ποδόσφαιρο είναι μόνο ένα παιδικό χαμόγελο και ένα παιδικό δάκρυ. Τα παιδιά άλλωστε είναι ό,τι σημαντικότερο υπάρχει σε αυτόν εδώ τον πλανήτη και δεν αξίζουν κανένα πόνο. Το παρόν, το μέλλον και η ζωή, είναι τα ίδια τα παιδιά. Χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει καμία ισορροπία σε αυτήν εδώ την κοινωνία. Κανένα όνειρο. Ακόμα και η λέξη αγάπη θα έχανε κάθε έννοια της δίχως αυτά.

Πριν χρόνια είχα γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Το ποδόσφαιρο είναι ελευθερία» μετά την προβολή της εξαιρετικής ταινίας «Τιμπουκτού» του Αμπντεραμάν Σισακό. Εκεί, σε μια σπάνιας ομορφιάς ανθρώπινη κι αληθινή σκηνή, αποτυπώνεται τι ακριβώς είναι το ποδόσφαιρο για κάθε παιδί. Πως το βιώνει και τι αισθήματα βγάζει αυτό το τόσο σπουδαίο παιχνίδι σε κάθε πιτσιρίκι. Ανεξαρτήτως κοινωνικού στρώματος και οικονομικής επιφάνειας. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει μπάλα. Τα καλύτερα γκολ της ζωής του, άλλωστε, το κάθε παιδί τα έχει σκοράρει έχοντας κλειστά τα μάτια. Στα όνειρά του. Σε τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ και Μουντιάλ, κι από πολλές φορές μάλιστα. Συνήθως μετά από μια  πάσα ακριβείας του καλύτερού του φίλου. Ακόμα και σε μια δύσκολη στιγμή άλλωστε ο καθένας μπορεί να κλείσει τα μάτια και να σκεφτεί τον άνθρωπο που είναι ερωτευμένος, μια όμορφη στιγμή με ένα καλό φίλο και φυσικά την αγαπημένη του ομάδα ή -ακόμα καλύτερα- τον ίδιο να σκοράρει, με τα χρώματά της, ένα σπουδαίο τέρμα, και να νιώσει καλύτερα. Έστω και για μερικά λεπτά.

Σε ένα απ’ τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει στη ζωή μου, υπάρχει μια σκηνή που -ίσως- καταφέρνει να μας πει  τι είναι το ποδόσφαιρο για ένα παιδί. Σε ένα βιβλίο όμως που δεν έχει να κάνει καθόλου με ποδόσφαιρο αλλά με την σκοτεινότερη περίοδο της σύγχρονης ανθρωπότητας. Αναφέρομαι στο βιβλίο του Ίμρε Κερτές «Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο», ένα βιβλίο που έχει να κάνει με τις θηριωδίες του Άουσβιτς μέσα απ’ τα μάτια ενός μικρού παιδιού. Ο Κερτές, κάπου λίγο πριν τη μέση του βιβλίου, γράφει «…Κάτω απ’ τα πόδια μας πάλι ένας φαρδύς, εκτυφλωτικά λευκός δρόμος, μπροστά μας ολόκληρη εκείνη η κάπως κουραστικά μεγάλη έκταση, ο αέρας που από τη ζέστη έτρεμε και έβραζε παντού. Είχα αρχίσει να ανησυχώ μήπως και ήταν πολύ μακριά, όπως αποδείχτηκε όμως μετά, τα λουτρά απείχαν από το σταθμό συνολικά γύρω στα δέκα λεπτά με τα πόδια. Όσα μπόρεσα σ’ αυτή τη σύντομη διαδρομή να δω γενικά μου άρεσαν. Χάρηκα ιδιαίτερα για ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, σ’ ένα λιβάδι που απλωνόταν ακριβώς στα δεξιά του δρόμου. Πράσινο γρασίδι, τα απαραίτητα για το παιχνίδι άσπρα τέρματα, άσπρες γραμμές – όλα ήταν εκεί, δελεαστικά, καινούργια, σε άριστη κατάσταση και απόλυτη τάξη. Εμείς, τ’ αγόρια, είπαμε αμέσως: ορίστε, μετά τη δουλειά θα παίζουμε εδώ ποδόσφαιρο…» Απλές και αγνές σκέψεις ενός παιδιού που πριν λίγη ώρα είχε φτάσει στοιβαγμένο μαζί με άλλους εκατοντάδες στο κολαστήριο του Μπίρκεναου και όσο κι αν είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καλά με όλο αυτό, δεν μπορούσε να βγάλει απ’ το μυαλό του το παιχνίδι και το αγαπημένο του ποδόσφαιρο.

Κλείνοντας αυτό το μικρό κείμενο (και τις σκέψεις που αυτό περικλείει) απλά να πω πως: περίπου την ίδια περίοδο ο σπουδαίος Σοβιετικός συνθέτης και μέγας λάτρης του ποδοσφαίρου, Ντμίτρι Σοστακόβιτς, καθώς τα ναζιστικά στρατεύματα πλησίαζαν στο Λένινγκραντ, θα γράψει στον καλό του φίλο Ισαάκ Γκλίκμαν που βρισκόταν στην Τασκένδη. «Καλέ μου φίλε δεν κοιμάμαι, θρηνώ και δάκρυα τρέχουν πυκνά και πικρά από τα μάτια μου. Εκεί που βρίσκεσαι γίνονται τουλάχιστον τίποτα ματς;» Δέκα χρόνια νωρίτερα (στις αρχές του 1930) ο σπουδαίος συνθέτης είχε υπογράψει το έργο «Χρυσή Εποχή». Το πρώτο δηλαδή από τα τρία διάσημα μπαλέτα του. Ένα έργο που βασίστηκε στο λιμπρέτο «Ντιναμιάδα» και μιλάει για τις περιπέτειες μιας Σοβιετικής ποδοσφαιρικής ομάδας που βρισκόταν για αγώνες επίδειξης σε μια διεφθαρμένη καπιταλιστική χώρα με το όνομα Φασιστοχώρα. Ένα απ’ τα πιο γνωστά αποφθέγματα άλλωστε του σπουδαίου συνθέτη ήταν εκείνο το «Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» και κατ’ εμέ δεν είχε καθόλου, μα καθόλου, άδικο. Ο τρόπος που προσέγγιζε άλλωστε ο Σοστακόβιτς το όμορφο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο ήταν ακριβώς όπως του μικρού παιδιού που βγαίνει να παίξει στον δρόμο με τους φίλους του. Πολλές φορές ακόμα και με φανταστική -ή αυτοσχέδια- μπάλα. Ανάμεσα σε συντρίμμια. Πολλές φορές υπό τον φόβο και την αβεβαιότητα -όχι του αύριο- αλλά εκείνης της στιγμής.  Πάντα όμως με αγνή, αληθινή αγάπη και ατελείωτα όνειρα. Όπως και ο μικρούλης Ντούρκα στο αριστούργημα του Κερτές.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των μελωδιών του σπουδαίου Francisco Tarrega

O αφανής ήρωας της Αγγλίας στο Μουντιάλ

  [14 Σχόλια]

Στην επαρχιακή πόλη που ζω, έχω αναλάβει -εδώ και 4 χρόνια- την μοναδική αθλητική ραδιοφωνική εκπομπή, στον μοναδικό ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης. Μην φανταστείτε τίποτα μεγαλεία. Εκπέμπουμε τουλάχιστον και διαδικτυακά, τα τελευταία χρόνια, και μας ακούνε και μερικοί φίλοι στο εξωτερικό και σε κάποιες πόλεις της Ελλάδας. Σε μια εκπομπή είχα καλεσμένο τον προπονητή της τοπικής ομάδας μπάσκετ. Μιλάμε για μια ομάδα που από του χρόνου θα βρίσκεται στα σαλόνια της Α2 κατηγορίας, για πρώτη φορά στην ιστορία της. Ο κόουτς έχει βρεθεί, για να παρακολουθήσει σεμινάρια, δύο φορές στο φημισμένο Κολέγιο του Ουισκόνσιν, στις ΗΠΑ, και γενικά είναι ένας τύπος που λατρεύει όλα τα σπορ, αν και τρέφει μια ιδιαίτερη λατρεία στο American Football. Το NFL δηλαδή. Ένα σπορ που έχω αγαπήσει και εγώ τα τελευταία χρόνια. «Τακτικά είναι το κορυφαίο άθλημα στον κόσμο» μου είχε πει σε εκείνη την συνέντευξη, όταν η κουβέντα είχε πάει σε θέματα τακτικής και συστημάτων, γύρω από τα σπορ στον σύγχρονο αθλητισμό. Γιατί όμως κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά σε περίοδο Μουντιάλ; Αν συνεχίσετε να διαβάζετε το κείμενο θα το καταλάβετε.

To σκριν: Όσοι μεγαλώσαμε και με μπάσκετ, στα 80s και τα 90s, θυμόμαστε πολύ καλά τους ψηλούς παίκτες να βγαίνουν εκτός ρακέτας και να δίνουν σκριν, στους κοντούς (τους περιφερειακούς δηλαδή) παίκτες της ομάδας τους. Με αυτό τον τρόπο τους βοηθούσαν να βρουν χώρους, να σουτάρουν και φυσικά να σκοράρουν. Μιλάμε για μια περίοδο που το πικ εν ρολ δεν υπήρχε ακόμα τόσο έντονα στο λεξιλόγιο των απλών φιλάθλων, ακόμα και των παικτών και προπονητών. Εκτός κι αν έβλεπε κάποιος φανατικά NBA και κυρίως τους  Γιούτα Τζαζ και τους Μπόστον Σέλτικς. Ελάχιστοι το έκαναν αυτό μιας και δεν υπήρχαν τα μέσα. Πάμε λοιπόν παρακάτω. Πλέον, βλέπουμε και τους κοντούς να δίνουν σκριν (ή πικ) για τους ψηλούς. Κάτι που ήταν εντελώς εκτός λογικής, στο μπάσκετ, εκείνα τα χρόνια. Τα πολλαπλά σκριν είναι βασικό συστατικό σε όλα τα επιθετικά και αμυντικά συστήματα στο NFL και στο μπάσκετ στις μέρες μας.  Για να το θέσω πιο απλά και να φτάσουμε στην ουσία: Tο σκριν έχει γίνει «επιστήμη» και το βλέπουμε ολοένα και περισσότερο πλέον και στο ποδόσφαιρο. Το δικό μας. Το κανονικό ποδόσφαιρο.

Η εξέλιξη των σπορ φυσικά και έχει να κάνει με τα απίστευτα αθλητικά προσόντα των παικτών. Κάτι που δίνει το δικαίωμα, σε συνθήκες «ένας με έναν», σε αυτόν που κάνει επίθεση να έχει μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι σε αυτόν που αμύνεται. Αν ο επιτιθέμενος διαθέτει, εκτός της ταχύτητας, και μεγάλη κλάση τότε η κατάσταση δυσκολεύει ακόμα περισσότερο για τον αμυνόμενο. Σκεφτείτε για παράδειγμα τον Μέσι ή τον Νεϊμάρ σε τέτοιες συνθήκες. Μπορούν να διαλύσουν τον οποιοδήποτε αμυντικό. Όσο καλός, και όσο αθλητικός κι αν είναι. Εδώ πιάνει δουλειά ο προπονητής κάθε ομάδας.  Αυτός ψάχνει να βρει τρόπους για να φέρει τον παίκτη του στις ιδανικές συνθήκες για να σκοράρει, ξέροντας πως οι χώροι, τις περισσότερες φορές, θα είναι πολύ κλειστοί. Ένα φαινόμενο που το βλέπουμε να αυξάνεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια. Σε όλα τα σπορ, οι ιδανικότερες συνθήκες για να σκοράρει κάποιος είναι όταν βρεθεί μόνος του μπροστά στον στόχο. Πως όμως θα βρεθεί μόνος όταν υπάρχουν τόσες πολυπρόσωπες αμυντικές τακτικές από παίκτες που είναι  ταυτόχρονα και σούπερ αθλητές και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα; Οι ευκαιρίες που έχει για γκολ κάθε ομάδα μειώνονται κατά πολύ σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης μιας και υπάρχει παράλληλα και οργανωμένη άμυνα. Τι ψάχνουμε λοιπόν; Την αντεπίθεση και τις στατικές φάσεις. Εδώ λοιπόν μπαίνει στην κουβέντα το σκριν στις στατικές φάσεις. Όταν η ομάδα που έχει την «νεκρή» μπάλα, μπορεί να ανεβάσει ευκολότερα πολλούς παίκτες στην αντίπαλη περιοχή, και να ψάξει κάποιο τέρμα.

Οι στατικές φάσεις: Πριν την έναρξη του Μουντιάλ της Ρωσίας η εθνική Αγγλίας είχε συμπληρώσει 8 χρόνια δίχως γκολ από στατική φάση σε μεγάλο τουρνουά. Η τελευταία φορά που συνέβη κάτι τέτοιο ήταν όταν ο στόπερ Μάθιου Άπσον, σκόραρε με το κεφάλι, μετά από σέντρα του Στίβεν Τζέραρντ, στην ήττα με 4-1 απέναντι στους Γερμανούς. Σε μια φάση δηλαδή που είχε ξεκινήσει από στημένη μπάλα και είχε δώσει στους Άγγλους το δικαίωμα να ανεβάσουν τους κεντρικούς τους αμυντικούς στην αντίπαλη περιοχή. Όταν μιλάμε για μια ομάδα που διέθετε -και διαθέτει- ικανότατους παίκτες στο ψηλό παιχνίδι, αλλά και σπεσιαλίστες εκτελεστές, αυτό το στατιστικό δεν είναι καθόλου τιμητικό για την ίδια. Από τότε, μέχρι και την έναρξη του Μουντιάλ, μετρήσαμε 72 σερί φορές που δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο για τους Άγγλους. Μετά από κόρνερ. Στα δύο πρώτα παιχνίδια της φάσης των ομίλων η Αγγλία σκόραρε 3 τέρματα μετά από στατικές φάσεις. Με 7 στις 10 φορές που εκτέλεσε κόρνερ, να έχουν φέρει κάποιο κέρδος. Είτε κάποιο γκολ, είτε κάποιο κερδισμένο πέναλτι, για να το κάνει γκολ ο Χάρι Κέιν. Αν ρίξουμε μια καλύτερη ματιά στην κίνηση των παικτών, στις εκτελέσεις κόρνερ, και φυσικά σε όλα τα σκριν που γίνονται, θα καταλάβουμε πως όχι μόνο δεν είναι τυχαίο όλο αυτό, αλλά είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς στην προπόνηση. Το όνομα Άλαν Ράσελ φυσικά και είναι η καλύτερη απάντηση στο ποιος ευθύνεται για όλο αυτό.

Ο Άλαν Ράσελ είναι ο προπονητής που έχει επιλέξει ο Σάουθγκεϊτ για τον σχεδιασμό των στατικών φάσεων της Αγγλίας, στο επιθετικό της κομμάτι, και όπως είναι λογικό έχει βάλει κι αυτός ένα μεγάλο λιθαράκι στην επιτυχημένη πορεία της στο τουρνουά. O Σκοτσέζος θεωρείται (και είναι) το κρυφό όπλο των Άγγλων, και ο άνθρωπος που σχεδίασε εκείνο το -τέλεια εκτελεσμένο- γκολ του Στόουνς, κόντρα στον Παναμά. «Του αδύναμου Παναμά» θα πουν αυτοί που δεν συμπαθούν και ιδιαίτερα τους Νησιώτες. Nevermind που λέμε και στο χωριό μου. Πρώην παίκτης μικρών κατηγοριών, κυρίως στην Σκωτία, και πρώην μοντέλο (έχει βρεθεί μάλιστα σε βίντεοκλιπ της Κριστίνα Αγκιλέρα), έδεσε τέλεια με τον Στιβ Χόλαντ, μέλος του προπονητικού επιτελείου της Τσέλσι επίσης (μιας ομάδας που είναι στις 5 κορυφαίες στις στατικές φάσεις στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ τα τελευταία χρόνια) δεν θα μπορούσε να μην προκαλέσει το ενδιαφέρον του Σάουθγκεϊτ. Ενός προπονητή δηλαδή που έψαχνε απεγνωσμένα για να βρει τρόπους ώστε να βελτιώσει, άμεσα, την ομάδα του πάνω σε αυτό το κομμάτι. Εκεί δηλαδή που πραγματικά πονούσε βάσει και των αριθμών.

Αυτό που ίσως δεν γνωρίζει μεγάλη μερίδα του κόσμου, είναι πως ο Ράσελ, πολλά από αυτά τα plays τα έχει εμπνευστεί ή ακόμα και τα έχει ξεπατικώσει από Αμερικάνικες Κολεγιακές ομάδες μπάσκετ, αλλά και ομάδες του NFL. Ομάδες δηλαδή που έχει παρακολουθήσει τις προπονήσεις τους από κοντά και έχει πάρει μέρος σε αρκετά σεμινάρια που έχουν οι ίδιες διοργανώσει, στις ΗΠΑ. Για την ιστορία, αγωνίστηκε και ο ίδιος, με επιτυχία, στα γήπεδα των ΗΠΑ, βάζοντας καλύτερα στην δική του κουλτούρα αυτό το αρκετά «ξένο» κομμάτι, για πολλούς Ευρωπαίους προπονητές ποδοσφαίρου. Μιλάμε δηλαδή για έναν 37χρόνο Σκοτσέζο προπονητή ποδοσφαίρου, που σχεδιάζει εξαιρετικά, επιθετικά συστήματα στατικών φάσεων, με βάση τα πολλά σκριν, για μια ομάδα ποδοσφαίρου. Πολλά από αυτά βγαλμένα από «μπλοκάκια» ομάδων όπως οι Σιάτλ Σίχοκς του NFL. Μια ομάδα που έχει παρακολουθήσει και ο ίδιος ο Σάουθγκεϊτ, για να κατανοήσει καλύτερα, μέρος των τακτικών που ήθελε να φέρει και στην δική του εθνική Αγγλίας, για το Μουντιάλ που παρακολουθούμε. Για να την βοηθήσει να ανασάνει.

Όλο αυτό στα δικά μου μάτια είναι μοναδικό και δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη που έχουν τα σπορ, και φυσικά το ποδόσφαιρο, και πως αλληλεπιδρά το ένα στο άλλο, φέρνοντας θετικά αποτελέσματα. Η λέξη κλειδί, όπως καταλαβαίνετε, είναι η εξέλιξη. Και οι Άγγλοι -ευτυχώς- δείχνουν να το έχουν καταλάβει πολύ καλά με τους σύγχρονους προπονητές που -επιτέλους- έχουν στο επιτελείο τους. Μακριά από ξεπερασμένους προπονητές όπως ο Φάμπιο Καπέλο, ο Ρόι Χότζσον και φυσικά ο Σαμ Αλαρντάις. Προπονητές που είχαν πιστέψει πως θα τους οδηγήσουν στην κορυφή, μέσα από αρχαία συστήματα και βαρετές τακτικές περασμένων δεκαετιών.

Παίκτες όπως ο Κίραν Τρίπιερ (που εκτελεί τα κόρνερ των Άγγλων αν και δεξιός πλάγιος αμυντικός) και ο Τζέσε Λίνγκαρντ (που έχει τον ρόλο του εσωτερικού μέσου στο 3-5-2 των Άγγλων) μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τον Ράσελ και για το πόσο τους έχει βελτιώσει, τον λίγο καιρό που δουλεύουν μαζί του. Με την σκληρή αλλά και μεθοδική δουλειά του στις προπονήσεις. Φέρνοντας νέες ιδέες, σε ένα σπορ που εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς, και αυτό, όπως τα πάντα στην εποχή που ζούμε.

Η Αγγλία βρίσκεται επιτέλους στα προημιτελικά και έχει να αντιμετωπίσει την Σουηδία ως το απόλυτο φαβορί. Μια Σουηδία, που την έχει κερδίσει μόνο σε δύο απ’ τις τελευταίες 15 αναμετρήσεις που την έχει συναντήσει. Σε ένα παιχνίδι που δεν θα είναι εύκολο. Ο Ράσελ έχει ήδη πιάσει δουλειά και σχεδιάζει τα κοψίματα και τα σκριν των παικτών του για ακόμα μία νίκη. Μια νίκη που -αν έρθει-  θα την φέρει πιο κοντά σε αυτό που δεν πίστευε κανείς πριν την έναρξη του Μουντιάλ. Ποιο είναι αυτό; Δεν θέλω ακόμα να το γράψω. Αυτοί πάντως που αγαπούν πραγματικά το ποδόσφαιρο δεν γίνεται να μην χαρούν με αυτή την Αγγλία και την υγεία που -επιτέλους- αποπνέει. Χωρίς -εννοείται- να παρουσιάζει κάποιο εξαιρετικό ποδόσφαιρο ή να διαθέτει -εκτός 2-3 περιπτώσεων- παίκτες παγκόσμιας κλάσης.

Όλα όσα δεν ξέρετε για τον Νεϊμάρ

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Νεϊμάρ ντα Σίλβα Σάντος Τζούνιορ όπως είναι το πλήρες όνομα του διάσημου άσσου της Παρί Σεν Ζερμέν, απασχόλησε πολύ τα μέσα ενημέρωσης τις τελευταίες εβδομάδες εξαιτίας της συμμετοχής του στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας. Είναι γεννημένος στις 5 Φεβρουαρίου του 1992 και σε ηλικία μόλις 11 χρονών ξεκίνησε να παίζει στις μικρές ηλικιακές ομάδες της Σάντος. Το 2009 έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα της Σάντος και έκτοτε είδε την καριέρα του να εκτοξεύεται στα ουράνια. Έχει κερδίσει πολλούς προσωπικούς και ομαδικούς τίτλους στο ποδόσφαιρο ενώ κατά καιρούς έχει απασχολήσει τις εφημερίδες με την άκλιτη προσωπική του ζωή.

Ο άσσος της Παρί Σεν Ζερμέν ξεκίνησε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στις γειτονιές της Μοζί ντας Κρούζες λίγα μέτρα μακριά από τις χωματερές της περιοχής. Αυτή την περίοδο της ζωής του δεν θέλησε να αγνοήσει ο Νεϊμάρ δημιουργώντας το Projeto Instituto de Neymar Jr. Με τον  τρόπο αυτό κατάφερε να βοηθήσει τα παιδιά της περιοχής να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους στο ποδόσφαιρο απολαμβάνοντας τις παροχές που ο ίδιος προσέφερε. Η διοργάνωση του τουρνουά 5Χ5 Neymar Jr’s Five την πρώτη κιόλας χρονιά φιλοξένησε περισσότερους από 65.000 αθλητές παγκοσμίως με τον τελικό να λαμβάνουν χώρα στο Projeto Instituto de Neymar Jr.

Από τις αγαπημένες του συνήθειες η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια καζίνο. Ο Νεϊμάρ έχει κερδίσει αρκετά βραβεία στο Texas Hold’ em ενώ υπάρχουν πολλά άρθρα στο διαδίκτυο που τον συνδέουν με το Online Blackjack. Μάλιστα η Amaya Gaming θέλησε να συνεργαστεί με τον Βραζιλιάνο σούπερ σταρ προτείνοντάς του να την εκπροσωπήσει στο PokerStars. Η συνεργασία δεν άργησε να γίνει πραγματικότητα και ο ίδιος μπήκε στην ομάδα της PokerStars με το ψευδώνυμο ‘neymar-jr’.

Ανήσυχο πνεύμα ο άσσος της Παρί δεν άργησε να ασχοληθεί με την μουσική. Πριν από περίπου 2 χρόνια ανακοίνωνε στους συμπαίκτες του στη Μπαρτσελόνα την κυκλοφορία των πρώτων του τραγουδιών, στρέφοντας τους προβολείς της δημοσιότητας επάνω του για ακόμα μία φορά. Έκτοτε κυκλοφόρησε αρκετά τραγούδια χωρίς όμως να καταφέρει να εδραιωθεί στον χώρο της μουσικής βιομηχανίας. Πολλά από τα βίντεο κλιπ που κυκλοφόρησε έκαναν χιλιάδες views στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι ο Νεϊμάρ αποτελεί πόλο έλξης για εκατομμύρια fans παγκοσμίως.

Αν και δεν έχει παντρευτεί μέχρι και σήμερα ο Νεϊμάρ έχει έναν γιο, τον David Lucca, καρπό της σχέσης του με την Rainha Carolina Nogueira Dantas. Ο 19χρονος τότε Βραζιλιάνος σούπερ σταρ διατηρούσε σχέση με την 17χρονη Carol ωστόσο δεν τέθηκε ποτέ θέμα γάμου. Οι δύο οικογένειες αυστηρά καθολικές δεν συζήτησαν το θέμα της άμβλωσης με αποτέλεσμα τη γέννηση του μικρού Lucca. Έκτοτε από το πλευρό του Νεϊμάρ έχει περάσει ένας μεγάλος αριθμός καλλονών ωστόσο ο ίδιος δεν έχει κάνει το βήμα παρακάτω με κάποια από αυτές. Μάλιστα δεν είναι λίγες οι φορές που δημοσιεύματα τον εμπλέκουν σε πάρτι με απαγορευμένες ουσίες και συνοδεία πληρωμένων κυριών.

Παρά το γεγονός ότι στη ζωή του δεν μπόρεσε να κρατήσει μία σταθερότητα, θεωρείται από τα πλέον θρησκευόμενα άτομα και αυτό φροντίζει να το επιβεβαιώνει με τις φιλανθρωπικές του πράξεις. Αποδεδειγμένα χαρίζει το 10% του μισθού του από τις ημέρες μάλιστα που ήταν ποδοσφαιριστής της Σάντος. Κάθε χρόνο διοργανώνει εκατοντάδες φιλανθρωπικούς αγώνες ενώ μέσα από το Instituto Projeto Neymar Jr που προαναφέραμε καταφέρνει να βοηθήσει περισσότερες από 2000 οικογένειες.

Η αλαζονική ζωή του τον έχει φέρει πολλές φορές αρνητικό πρωταγωνιστή στα μέσα ενημέρωσης. Έγκριτα περιοδικά κάνουν λόγο για πτώχευση του βραζιλιάνου σταρ τα επόμενα χρόνια αν συνεχίσει να σπαταλάει με την ίδια ταχύτητα τα χρήματα που κερδίζει σήμερα ακόμα και αν μιλάμε για αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια ετησίως. Σε ηλικία μόλις 26 χρονών μπορεί να συγκριθεί με τεράστια ονόματα του ποδοσφαιρικού στερεώματος, μένει να δούμε όμως αν θα καταφέρει να έχει διάρκεια σε έναν τόσο απαιτητικό χώρο όπως αυτός του επαγγελματικού ποδοσφαίρου.

Ασχολίες μετά το τέλος του Μουντιάλ

  [Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ασχολίες μετά το τέλος του Μουντιάλ]

Το κορυφαίο ποδοσφαιρικό ραντεβού για το 2018 έφτασε στο τέλος του καθηλώνοντας εκατομμύρια φίλους της στρογγυλής θεάς μπροστά από τις τηλεοράσεις τους. Από τις 14 Ιουνίου και το εναρκτήριο ματς ανάμεσα σε Ρωσία και Σαουδική Αραβία μέχρι και τον μεγάλο τελικό ανάμεσα σε Γαλλία και Κροατία, τις δύο κατά τεκμήριο καλύτερες ομάδες της διοργάνωσης, είδαμε όμορφο ποδόσφαιρο και πλούσιο θέαμα. Αρκετές ώρες στον καναπέ για να παρακολουθήσουμε τις αγαπημένες μας ομάδες και πλέον ήρθε η ώρα να αναπληρώσουμε το χαμένο έδαφος και να κάνουμε πράξη μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, όλα όσα εντέχνως παραμερίσαμε.

Λίγο αποτοξίνωση από τις οθόνες των τηλεοράσεων θα ήταν καλό για αρχή. Αρκετές ώρες παρακολούθησης ποδοσφαίρου και ακόμα περισσότερες σε εκπομπές ανάλυσης και συζητήσεων για τα ματς που προηγήθηκαν, θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους στη χαλάρωση που προσφέρει το διάβασμα ενός βιβλίου. Θα ήταν μία καλή ευκαιρία να επιλέξετε ένα βιβλίο από τις τελευταίες κυκλοφορίες ή ακόμα και κάτι πιο εξειδικευμένο αν έχετε βάλει κάτι στο νου σας. Άλλωστε υπάρχουν τόσα βιβλιοπωλεία που σε μία επίσκεψή σας θα μπορέσετε άμεσα να κάνετε τις επιλογές σας. Εποικοδομητικός τρόπος να περάσετε κάποια βράδια επιστρέφοντας σε μία κανονικότητα που για ένα μήνα είχε ριζικά αλλάξει.

Αν πάλι ασχοληθήκατε στοιχηματικά με τους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2018 ελπίζουμε να μαντέψατε σωστά και να βάλατε κέρδη στο ταμείο σας. Σε κάθε περίπτωση όμως ένα διάλειμμα θα ήταν αναγκαίο να γεμίσετε τις μπαταρίες σας. Οι Έλληνες λατρεύουν τη Ρουλέτα και ένα online casino θα μπορούσε να είναι ο τέλειος προορισμός για τη διασκέδασή σας. Παιχνίδια για κάθε γούστο και με παραλλαγές που θα καλύψουν και τους πιο απαιτητικούς παίκτες, τα διαδικτυακά καζίνο προσφέρουν ακόμα και δωρεάν παιχνίδι σε όσους αναζητούν απλά και μόνο στιγμές διασκέδασης.

Φυσικά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως ο απώτερος σκοπός του καλοκαιριού είναι οι διακοπές. Ξέγνοιαστες στιγμές με τα αγαπημένα μας πρόσωπα σε κάποια από τις χιλιάδες παραλίες της χώρας μας ή εναλλακτικά σε κάποιο ορεινό μέρος. Όλοι περιμένουμε τις λίγες αυτές ημέρες για να αλλάξουμε παραστάσεις και να ξεκουραστούμε κυρίως ψυχολογικά, έτοιμοι στη συνέχεια να υποδεχτούμε τον χειμώνα που έρχεται. Μετά το μουντιάλ λοιπόν έχουμε μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να οργανώσουμε αποτελεσματικότερα τις διακοπές μας και να πραγματοποιήσουμε απλά αυτό που όλη τη σεζόν ετοιμάζουμε στον εγκέφαλό μας.

Υπάρχει όμως και το μεσοδιάστημα ανάμεσα σε μουντιάλ και διακοπές. Εκμεταλλευτείτε τον χρόνο και κανονίστε συναντήσεις με φίλους που έχετε καιρό να δείτε. Οργανώστε εξόδους με την οικογένειά σας ή γνωστούς και απολαύστε το καλοκαιρινό αεράκι σε όποια μεριά της Ελλάδας και αν είστε. Αν βέβαια δεν θέλετε να πάτε μία βόλτα έξω δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να καλέσετε τα αγαπημένα σας πρόσωπα στο σπίτι και να διασκεδάσετε με τον τρόπο που εσείς συνηθίζετε. Καλή ιδέα θα ήταν ένα ομαδικό παιχνίδι καζίνο με φίλους δεδομένου ότι οι Έλληνες λατρεύουν τη  Ρουλέτα παίζοντας από την άνεση του καναπέ τους, επιλέγοντας αν θα παίξετε με πραγματικά ή εικονικά χρήματα.

Αν πάλι ήσασταν πολύ απορροφημένος στους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου παρακολουθώντας καθημερινά όλα τα ματς που πρόβαλαν τα κανάλια, θα πρέπει να αφιερώσετε αρκετό χρόνο στα αγαπημένα σας πρόσωπα, (φίλους, παιδιά κλπ) αναπληρώνοντας τον χαμένο χρόνο. Δείξτε τους ότι θα έχετε τη δυνατότητα να κάνετε πράγματα μαζί τους και φροντίστε να αποκαταστήσετε κυρίως στο μυαλό των μικρών παιδιών την εικόνα ότι έχουν τον πρωταρχικό ρόλο στη ζωή σας.

Το τέλος του φόβου για τον Σαντιάγο Κανιθάρες

  [Καθόλου σχόλια]

Η σημασία ενός γεγονότος στη ζωή εξαρτάται πάντα από την οπτική με την οποία το κοιτάει κανείς. Για κάποιον άνθρωπο η πιο σημαντική στιγμή στη ζωή του μπορεί να είναι η μοναδική φορά που κατάφερε να ταξιδέψει μακριά από το μέρος του. Για κάποιον άλλον, τα ταξίδια μπορεί να συμβαίνουν κάθε εβδομάδα. Κάποιος μπορεί να πέσει να πεθάνει γιατί ράγισε η οθόνη στο κινητό του, ενώ κάποιος άλλος να μην έχει να φάει. Το μέγεθος του συναισθήματος είτε είναι χαρά, είτε λύπη διαφέρει στον καθένα. Ο «Σάντι» Κανιθάρες είναι ένας βετεράνος τερματοφύλακας που πολλοί τον θυμόμαστε να αγωνίζεται σε σπουδαίες ομάδες. Κατέκτησε δυο πρωταθλήματα Ισπανίας με τη Ρεάλ (και μαζί ένα Τσάμπιονς Λιγκ) χωρίς όμως να παίζει πάντα. Πήρε την απόφαση και μετακόμισε στο Μεστάγια για περισσότερο χρόνο συμμετοχής. Εκεί κέρδισε ακόμα δύο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο με τα χρώματα της Βαλένθια.

Μέχρι εδώ ήταν οι χαρές. Γιατί σε μια καριέρα υπάρχουν κι οι λύπες. Ο Κανιθάρες έχει συνδυαστεί σε πολλούς μας με δύο άσχημες στιγμές. Μια από τις εικόνες που έμεινε ανεξίτηλη είναι ο δεύτερος συνεχόμενος χαμένος τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ το 2001. Ένα χρόνο πριν, η Βαλένθια είχε υποταχθεί στην ανωτερότητα της Ρεάλ. Το 2001 όμως στο Σαν Σίρο πάλεψε στα ίσια την Μπάγερν και πήγε το ματς στα πέναλτι. Εκεί και παρ’ ότι βρέθηκε αρχικά σε πλεονεκτική θέση με το πρώτο χαμένο πέναλτι του Πάουλο Σέρτζιο, ήταν το άστοχο χτύπημα του Μαουρίσιο Πελεγκρίνο που τελείωσε τα όνειρα των νυχτερίδων. Σε ένα σχετικά βαρετό ματς, η εικόνα του απαρηγόρητου Κανιθάρες με τον «σκληρό» Καν από πάνω του να του δίνει κουράγιο ήταν ίσως ό,τι άξιζε.

Ο Σάντι συνέχισε για χρόνια στη Βαλένθια, αλλά και στην εθνική. Κυρίως όμως ως δεύτερος τερματοφύλακας της Ισπανίας. Κι όταν η ώρα του ήρθε να γίνει ο βασικός, τότε έγινε θύμα ενός από τους πιο χαζούς τραυματισμούς παγκοσμίως. Στο ξενοδοχείο της Ισπανίας, κατά την προετοιμασία για το Μουντιάλ του 2002, το μπουκάλι του after shave έπεσε και έσπασε και ένα κομμάτι γυαλί καρφώθηκε στο πόδι του. Ο Κανιθάρες μπήκε στο χειρουργείο και φυσικά έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο θα έπαιζε. Λες και τον κυνηγούσε η κακοδαιμονία Σε δηλώσεις του τότε δεν το έριξε στην τύχη, δεν το δραματοποίησε.

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου άτυχο. Από την αρχή της καριέρας μου είχα πολλές στιγμές καλής τύχης. Αλλά όπως κι ο καθένας, είχα και δύσκολες στιγμές που έπρεπε να αντιμετωπίσω. Θα πρέπει να ξεπεράσω αυτό το πλήγμα στην ψυχολογία μου, στην περίπτωσή μου αυτό παίρνει μια 2-3 μέρες ή μία εβδομάδα. Κανείς δεν προχωράει στο ποδόσφαιρο χωρίς να ξεπεράσει εμπόδια. Ο στόχος μου είναι να δώσω το παρόν στο επόμενο Μουντιάλ».

Πράγματι, ο Σάντι τα κατάφερε και το 2006 ήταν στο Μουντιάλ. Αλλά όπως και το 1998 ήταν ξανά αναπληρωματικός. Αγωνίστηκε σε ένα μόλις ματς, στο τελευταίο των ομίλων. Έπαιξε μπάλα στα 39 του και αποχώρησε κύριος, ένας από τους πιο αγαπητούς Ισπανούς τερματοφύλακες. Κάποιος θα μπορούσε να τον πει άτυχο. Άτυχο που έχασε εκείνο τα ρημάδια τα Τσάμπιονς Λιγκ, άτυχο που έχασε ένα Μουντιάλ για τόσο χαζό λόγο. Όπως είπαμε όλα είναι θέμα οπτικής. Ο Κανιθάρες έκανε δύο γάμους και απέκτησε επτά παιδιά συνολικά. Μάλιστα στο δεύτερο γάμο του απέκτησε τρίδυμα. Η ζωή του κυλούσε ομαλά, σαν πάτερ φαμίλιας, ενώ έβρισκε και χρόνο για μια άλλη αγάπη του, το αυτοκίνητο, καθώς είχε γίνει οδηγός σε αγώνες ράλι.

Ο μπαμπάς Σάντι κι ο γιος Σάντι. Αν δεν ήξερες την ιστορία θα έλεγες ότι η φωτογραφία είναι ο ορισμός της χαράς.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που ένα από τα τρίδυμα, ο μικρός Σάντι ξαφνικά αρρώστησε όταν ήταν 3,5 ετών. Όπως περιγράφει ο Κανιθάρες: «ήταν ένα φυσιολογικό παιδί μέχρι που μια μέρα απλά ξύπνησε άρρωστο». Ο Σάντι τζούνιορ διαγνώστηκε με καρκίνο, μια σπάνια μορφή που δεν δίνει πολλές πιθανότητες, και ο Κανιθάρες πλέον δεν είχε τον ρόλο να σώσει μια ομάδα από ένα γκολ. Προσπαθούσε να σώσει το ίδιο του το παιδί. Ο μικρούλης έδωσε τη γενναία μάχη του για 15 μήνες, αλλά τελικά τον περασμένο Μάρτιο έχασε τη ζωή του. Η οπτική άλλαξε. Άτυχος για εκείνο το βράδυ στο Σαν Σίρο και τα δάκρυα; Άτυχος για ένα χαμένο Μουντιάλ; Η πραγματική θλίψη ήταν εδώ.

Σε μια από τις κορυφαίες σειρές φαντασίας, το «Malazan Book of the Fallen» του Steven Erikson και συγκεκριμένα στο βιβλίο Deadhouse Gates, ένας από τους δευτερεύοντες ήρωες, ο στρατιώτης Lull (όχι ο δικός μας ο Ραμόν) λέει: «Αυτή είναι μια συνοπτική περίληψη της ανθρωπότητας θα έλεγα. Ποιος χρειάζεται τόμους και τόμους ιστορίας; Τα παιδιά πεθαίνουν. Η αδικία του κόσμου κρύβεται σε αυτές τις τρεις λέξεις».

Ο Κανιθάρες βίωσε από πρώτο χέρι αυτή την αδικία, την έζησε απομακρυσμένος από τα φώτα της δημοσιότητας και πριν λίγες ημέρες έδωσε για πρώτη φορά μια συνέντευξη για να μιλήσει γι’ αυτή. Παραδέχτηκε ότι ακόμα ζει με τον πόνο μέσα του και ότι του λείπει πολύ το παιδί του, αλλά ότι η υπόλοιπη οικογένεια και η πίστη του ήταν αυτά που του έδωσαν την απαραίτητη δύναμη. Κι ο άνθρωπος που δεν φοβόταν τους αντιπάλους, δεν φοβόταν να υπερασπιστεί μια ομάδα στα πέναλτι, έκλεισε μιλώντας για το μεγαλύτερο φόβο όλων πολλών εξ ημών: «Πάντα είχα σεβασμό και φόβο για τον θάνατο, αλλά τώρα δεν υπάρχει κάτι που να φοβάμαι στη ζωή ή κάτι που να με ανησυχεί, πέρα από το να προσπαθήσω να είμαι χαρούμενος. Δεν φοβάμαι πια τον θάνατο γιατί ξέρω ότι εκείνη την ημέρα θα συναντήσω ξανά το γιο μου».

Ο Μέσι, ο Ρονάλντο και o GOAT

  [23 Σχόλια]

Στις 4 Ιουνίου το περιοδικό PAPER κυκλοφόρησε, έχοντας στο εξώφυλλό του τον Λιονέλ Μέσι, με την λεζάντα GOAT. Greatest Of All Time δηλαδή. Μια λεζάντα που όσοι ασχολούνται με αθλητικά θέματα (και ιστορίες) αρέσκονται, στο να τη χρησιμοποιούν,  για να χαρακτηρίσουν παίκτες -τις περισσότερες φορές- της δικής τους εποχής. Εγώ δεν πρόλαβα τον Κρόιφ, ούτε τον Πελέ, ούτε τον Εουσέμπιο, ούτε τον Μπεστ. Πρόλαβα όμως τον Μαραντόνα (δυστυχώς προς το τέλος της καριέρας του), τον Ζιντάν, τον βραζιλιάνο Ρονάλντο, και τώρα χαζεύω, με τον υπόλοιπο κόσμο, τον Μέσι και τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Όταν βλέπαμε τον Ζιζού -στο απόγειο της καριέρας του- θυμάμαι να λέμε, οι περισσότεροι τουλάχιστον, πως αυτός είναι ο κορυφαίος όλων. Ο Εκλεκτός. Τα ίδια πάνω-κάτω λέγαμε και για τον Ρονάλντο (τον βραζιλιάνο) και τον Ροναλντίνιο, λίγο καιρό αργότερα. Την τελευταία δεκαετία όμως αυτή η μάχη έχει κορυφωθεί ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Τον Αργεντίνο Μέσι, της Μπάρτσα, και φυσικά τον Πορτογάλο Κριστιάνο Ρονάλντο, της Ρεάλ. Είναι όμως κάποιος εξ αυτών των δύο ο GOAT;

Αρχίζω απ’ τα πολύ βασικά για να φτάσουμε και στο κυρίως θέμα: Δεν γίνεται να συγκρίνουμε παίκτες από διαφορετικές εποχές.

Δεν γίνεται να συγκριθεί ο Μαραντόνα με τον Μέσι, βρε αδερφέ, όσο κι αν μοιάζει το αγωνιστικό τους στυλ. Ο πρώτος αγωνίστηκε στα 80s και ο δεύτερος αγωνίζεται από τα middle 00s, και συνεχίζει μέχρι και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές.  Το ποδόσφαιρο άλλαξε, υπερβολικά πολύ, όλο αυτό το διάστημα. Αν ο Μαραντόνα έπαιζε ποδόσφαιρο σήμερα, λογικά, δεν θα είχε σχέση με τον παίκτη που ήταν τότε. Θα ήταν σίγουρα πιο αθλητικός. Θα ήταν σίγουρα άριστος επαγγελματίας. Θα είχε σίγουρα από πίσω του δεκάδες παχυλά συμβόλαια και δεκάδες συμβούλους για να τον βοηθούν. Αλλιώς δεν θα έπαιζε ποδόσφαιρο στο κορυφαίο επίπεδο όσο μάγος κι αν ήταν. Αν ο Μέσι έπαιζε στα 80s, λογικά, δεν θα είχε όλα αυτά που έχει σήμερα και φυσικά δεν θα ήταν τόσο «διαστημικός» (και με τα προβλήματα που τον ταλαιπώρησαν στην παιδική -και εφηβική- του ηλικία). Σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να γίνει όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό.

Ο Μαραντόνα ήταν κορυφαίος τότε. Ο Μέσι είναι κορυφαίος τώρα. Σε ένα ποδόσφαιρο γεμάτο αλκοόλ, τσιγάρα, ξενύχτια και ένα σωρό άλλες καταχρήσεις (τότε), οι περισσότεροι παίκτες δεν είχαν μεγάλη διάρκεια. Δεν μπορούσαν να έχουν μεγάλη διάρκεια. Πολλοί κορυφαίοι μάλιστα εκείνης της περιόδου έπαιξαν σαν κορυφαίοι το πολύ 6-7 χρόνια.  Οι περισσότεροι απ’ τους φιλάθλους επίσης δεν είχαν πρόσβαση στα παιχνίδια των ομάδων, όπως συμβαίνει δηλαδή στις μέρες μας, και περίμεναν να δουν τους σούπερ σταρ στα Μουντιάλ, τα Γιούρο, άντε και σε κανένα Ευρωπαϊκό παιχνίδι συλλόγων. Αν είχαν την τύχη. Μιλάμε για πολύ μικρό όγκο παιχνιδιών και πληροφοριών. Θεωρώ πως ασφαλή συμπεράσματα για κάποιον μέσα από 5-6 παιχνίδια δεν μπορούν να βγουν. Όσο κι αν κόβει το μάτι κάποιου καλύτερα κι από ταξιτζή σε νυχτερινή βάρδια. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Αν έπαιζε ποδόσφαιρο στα 70s και τα 80s δεν θα ήταν ο σούπερ αθλητής του σήμερα. Αυτό το τέρας φυσικών και σωματικών αντοχών. Δεν θα μπορούσε να είναι ο σούπερ αθλητής του σήμερα. Όσοι συμφωνούν μπορούν να συνεχίσουν με την ανάγνωση αυτού εδώ του κειμένου.

Κριστιάνο Ρονάλντο ή Λιονέλ Μέσι;

Δύο κορυφαίοι παίκτες στις δύο κορυφαίες ομάδες της εποχής. Ο Πορτογάλος όμως έχει επιτυχίες και με την εθνική του ομάδα. Σε μια ομάδα που δεν έχει το σπουδαίο ταλέντο για να τον πλαισιώσει. Ο Αργεντίνος, σε μια ομάδα που ζει με τα φαντάσματα του Ντιέγκο, έχοντας αρκετούς ντελικάτους παίκτες δίπλα του (μεσοεπιθετικά τουλάχιστον), δεν μπορεί να κάνει καμία υπέρβαση. Να κατακτήσει δηλαδή κάποιον τίτλο (και να μην χάνει σε τρεις σερί τελικούς). Σε πολλά παιχνίδια- και για να τα λέμε κι όλα- ο σπουδαίος αρτίστας δεν μοιάζει καθόλου με τον παίκτη που έχει το χάρισμα να διαθέτει το σπάνιο DNA του Ροσάριο αλλά με λάτιν δεκάρι που «μαγεύει» στα γήπεδα της δικής μας Β’ εθνικής. Σε κάποιο χωράφι. Λες και είναι ο Μάουρο ο Πόι. Όχι δεν είμαι υπερβολικός. Το ακριβώς αντίθετο μάλιστα. Εγκλωβισμένος. Κακόκεφος. Ξένο σώμα, πολλές φορές, σε μια ομάδα που δείχνει να μην του ταιριάζει. Λες και βλέπω τον Τάσο τον Μητρόπουλο με τη φανέλα του ΠΑΟ στα 90s. Σα να τον βασανίζει μονίμως η σκέψη: «Τι κάνω εγώ εδώ με όλους αυτούς». Δυστυχώς μάλλον πρέπει αν έχει δίκιο.

Στο ντοκιμαντέρ «Μέχρι να γίνεις ο βασιλιάς των ηλιθίων» για την εγχώρια πανκ σκηνή, ο Δημήτρης Πουλικάκος κάπου αναφέρει «Στο ροκ δεν χρειάζονται πάνω από τρία ακόρντα…άντε τέσσερα, για να φτιάξεις ένα σπουδαίο τραγούδι». Με αυτή την φράση προσπαθεί να περιγράψει το μεγαλείο του σκληρού ήχου μέσα απ’ την απλότητά του. Πόσο σύμφωνο με βρίσκει αυτή η φράση. Το ίδιο ισχύει και για τον Μέσι. Για να δείξει το μεγαλείο του δεν αρκούν πάνω από 3-4 «ακόρντα». Το μεγαλείο της Μπάρτσα στηρίχθηκε άλλωστε πάνω στο πιο απλό πράγμα. Το κοντρόλ και την πάσα με τη μία (αυτά που πολλοί επαγγελματίες δεν γνωρίζουν άριστα). Αυτά τα απλά ακόρντα που βρίσκει στην Μπάρτσα για να φτάσει στα δικά μας αυτιά μια άρτια ποδοσφαιρική «μελωδία». Ακόρντα που δεν υπάρχουν στην Αργεντινή (ή δεν μπορεί να τα βρει) για να φτάσουμε να «ακούμε» όλοι εμείς μια μελωδία χειρότερη κι από ήχο βουβουζέλας ή ακόμα χειρότερα, εκείνο τον εκνευριστικό ήχο της καραμούζας του Πήτερ Σέλερς στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας «Το πάρτι».

Δυστυχώς ή ευτυχώς, ο Μέσι έτσι έμαθε να παίζει. Για την ακρίβεια, μόνο έτσι. Από πολύ μικρή ηλικία μάλιστα, στον οργανισμό της Μπάρτσα και της Μασία. Ο άνθρωπος που στο πρόσωπό του ο Γκουαρδιόλα βρήκε τον παίκτη που πάνω του θα τελειοποιούσε αυτό που είχε στο μυαλό του. Ο παίκτης που συμπλήρωνε άψογα (κι αυτοί αυτών) τους Τσάβι, Ινιέστα, Μπουσκέτς, Άλβες, Πικέ, σε εκείνο το εκνευριστικά τέλειο τίκι-τάκα. Αυτό είναι το ποδόσφαιρό του. Να δίνει την μπάλα σε κάποιον παίκτη που θα μπορεί όμως να την δώσει κι αυτός με την μία και απολύτως σωστά. Όχι στο περίπου. Ακριβώς εκεί που πρέπει. Με παίκτες που έχουν στο μυαλό τους ένα συγκεκριμένο πλάνο και σύστημα. Με παίκτες που διαθέτουν όλοι (ή σχεδόν όλοι) άρτια τεχνική κατάρτιση. Αυτό δεν γίνεται να το βρει στην Αργεντινή. Δεν μπορεί να το βρει στην Αργεντινή. Ο μέτριος άξονας της ομάδας του Σαμπαόλι και φυσικά η μέτρια τεχνική (για να παίξουν με τον Μέσι) των περισσότερων αμυντικών του δεν γίνεται να βοηθήσουν το δεκάρι τους. Να ανασάνει. Να φανεί. Για να μπορέσει κι αυτός να τους κάνει καλύτερους. Ο Μέσι δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα σε αυτό το ποδοσφαιρικό χάος. Η εικόνα και τα αποτελέσματα της Αργεντινής -δυστυχώς- μιλούν από μόνα τους.

Ο Κριστιάνο αντιθέτως μπορεί να το κάνει αυτό σε μια ομάδα (την Πορτογαλία) που δεν διαθέτει ούτε στο μισό την ποιότητα που έχουν οι Αργεντίνοι ως ο απόλυτος σταρ-αρχηγός. Ο Κριστιάνο είναι εντελώς διαφορετικός παίκτης απ’ τον Μέσι. Ουσιαστικά έγινε ποδοσφαιριστής στο σκληρότερο (και καλύτερο) πρωτάθλημα της Ευρώπης. Το Αγγλικό. Εκεί που τα τάκλιν σφυρίζουν σαν σφαίρες σε ταινία του Σέρτζιο Λεόνε. Βρήκε σε πολύ μικρή ηλικία αντιπάλους σε γήπεδα της Τσάμπιονσιπ και της League One (για τους αγώνες κυπέλλου) και έμαθε να ζει και να επιβιώνει στο σκληρό -και αντιαθλητικό πολλές φορές- βρετανικό παιχνίδι. Έμαθε να κατεβάζει την 50αρα μπαλιά, σε λασπωμένο τερέν, και ενώ τον χτυπά κάποιος σκληρός και άτεχνος αμυντικός. Έμαθε να βρίσκει τον χώρο και εκείνο το νεκρό δευτερόλεπτο για να σουτάρει, ξέροντας πως στο επόμενο θα έχει fatality. Έμαθε να δέχεται το αντιαθλητικό μαρκάρισμα πάνω στη γραμμή. Με χέρια και με πόδια. Με αγκώνες και με γόνατα. Έμαθε να παίζει πιο old school ποδόσφαιρο και να αντέχει στην κλωτσιά. Έμαθε να βλέπει στα αποδυτήρια την σκατόφατσα του Ρόι Κιν στην τρυφερή ηλίκια των 18.

Φυσικά και έμαθε να λειτουργεί κι αυτός έχοντας κορυφαίους συμπαίκτες, από ένα εντελώς διαφορετικό όμως μετερίζι. Επίσης έχει την τύχη να διαθέτει κάτι που ο Μέσι δείχνει σα να μην θέλει να αποκτήσει όταν παίζει για την χώρα του. Το χάρισμα του ηγέτη εντός του αγωνιστικού χώρου. Όταν παίζει η μπάλα. Όταν καίει η μπάλα. Θα βοηθήσει και θα συμβουλεύσει τους μέτριους συμπαίκτες του, ξέροντας πως δεν μπορούν να πλησιάσουν το δικό του ταλέντο. Το δικό του μεγαλείο. Ο Μέσι απ’ την άλλη, σε κάθε λάθος συμπαίκτη (που είναι συνηθισμένο φαινόμενο) θα κατεβάσει το κεφάλι απελπισμένος. Λες και φταίει ο κάθε μέτριος συμπαίκτης του για την κάθε λάθος μπαλιά. Τόσο ξέρει – τόσο παίζει βρε Λίο μου. Ειλικρινά δεν θυμάμαι τον Μέσι να μιλάει σε συμπαίκτη του στην Αργεντινή. Να τον αγκαλιάζει. Να του χαμογελά. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή απ’  όταν φοράει και αγωνίζεται με την φανέλα των Μπλαουγκράνα. Με την ελίτ του παγκοσμίου ποδοσφαίρου δηλαδή. Ο Κριστιάνο απ’ την άλλη γκρινιάζει όταν βλέπει το λάθος στην Ρεάλ Μαδρίτης. Εκεί έχει όμως το δικαίωμα, μιας και οι συμπαίκτες του είναι παίκτες που ανήκουν στο ψηλότερο ράφι της ποδοσφαιρικής ελίτ και έχεις μεγαλύτερες απαιτήσεις. Σωστότερη προσέγγιση κατ’ εμέ.

Μπορώ να φανταστώ τον Κριστιάνο να αγωνίζεται στην Λέστερ, δίπλα στον Βαρντι, και να κατακτά το Τσάμπιονς Λιγκ με 4-4-2, απέναντι σε κάποια κορυφαία ομάδα. Με τον Καντέ και τον Ντρινκγουότερ ως αμυντικούς μέσους και με τον Χουτ και τον Μόργκαν ως κεντρικούς αμυντικούς. Ο Μέσι σε αυτή την ομάδα δεν θα μπορούσε να αγωνιστεί με τίποτα και για κανένα λόγο. Θα ήθελε να παίξει την μπάλα με τη μία. Να μην τη βλέπει να πέφτει απ’ τα σύννεφα. Να ανεβαίνουν τα πλάγια μπακ και να του δίνουν στηρίγματα στον άξονα. Να κάνουν παιχνίδι τα στόπερ και όλα να κυλούν ρολόι. Τον μειώνει κάτι τέτοιο; Όχι βεβαια. Μπορεί όμως να δώσει μια απάντηση γιατί ο Μέσι δεν είναι ο παίκτης της Μπαρτσελόνα όταν φοράει την φανέλα της χώρας του. Ο Μέσι δεν μπορεί να λειτουργήσει με μέτριους συμπαίκτες -σε θέσεις κλειδιά όπως αυτές του άξονα- γιατί είναι ο μεγαλύτερος αρτίστας των ημερών μας, και ένας εκ των κορυφαίων (λογικά) στην ιστορία του ποδοσφαίρου, και έμαθε να παίζει με ένα συγκεκριμένο στυλ που δεν γίνεται να αλλάξει στα 31, και δεν υπάρχει και λόγος, μιας και ο Μέσι δεν πρόκειται να αφήσει ποτέ την σιγουριά της Βαρκελώνης. Αν το έκανε ποτέ, δεν θα το έκανε για καμία ομάδα του Ευρωπαϊκού χάρτη.

Και για να βάλω μια τελεία. Είναι ο Ρονάλντο καλύτερος του Μέσι; Όχι βέβαια. Είναι ο Μέσι καλύτερος του Ρονάλντο; Και πάλι όχι. Είναι απλά δύο κορυφαίοι παίκτες των τελευταίων 12-13 ετών που το σύγχρονο ποδόσφαιρο έχει βρει στα πρόσωπά τους τα τέλεια «μοντέλα» και γουστάρει -και καλά κάνει- να τρέφει αυτή την κόντρα. Μιλάμε άλλωστε για δύο φαινόμενα της εποχής και δύο παίκτες που σίγουρα βρίσκονται ανάμεσα στους κορυφαίους όλων των εποχών. GOAT πάντως δεν είναι κανένας εκ των δύο. Δεν υπάρχουν GOAT άλλωστε. Δεν ξέρω κιόλας αν είναι και οι κορυφαίοι της εποχής τους απ’ τη στιγμή που για σχεδόν 15 χρόνια έχουμε την τύχη να βλέπουμε -παράλληλα με αυτούς τους δύο- και τον Αντρές τον Ινιέστα. Όπως είναι γνωστό άλλωστε κανένας δεν κατάφερε σπουδαία πράγματα από μόνος του σε ομαδικό σπορ. Ο Κρόιφ είχε τον Νέσκενς. Ο Πελέ τον Γκαρίντσα. Ο Μαραντόνα είχε τον Βαλντάνο. Ο Μέσι τους Τσάβι και Ινιέστα και ο Ρονάλντο κατάφερε στον κορυφαίο τελικό της καριέρας του να βγει νικητής, κάνοντας τον προπονητή, μιας και είχε τραυματιστεί από τα πρώτα λεπτά του αγώνα.

Αυτοκίνητα, βενζίνη και ωραία γκολ

  [1 Σχόλιο]

Το Ισλανδία-Νιγηρία πριν μερικές ημέρες απέκτησε ξαφνικά ενδιαφέρον μετά τα δύο πρώτα παιχνίδια της Αργεντινής στο Μουντιάλ. Στο Μπουένος Άιρες εμφανίστηκαν φωτομοντάζ με τον Μέσι να φοράει τη φανέλα της Νιγηρίας και ο κόσμος υποστήριζε την ομάδα της Αφρικής, καθώς οι Ισλανδοί ήταν ο μεγάλος αντίπαλος για τη 2η θέση. 90′ αργότερα, η Νιγηρία όχι μόνο είχε κερδίσει, αλλά είχε γεμίσει με άγχος μια Αργεντινή που τους τελευταίους μήνες δυσκολεύεται να κερδίσει και τη μικτή νηπιαγωγείων της Μαρ ντελ Πλάτα. Κι όλα αυτά χάρη στον Αχμέντ Μούσα που σκόραρε δύο φορές και έβαλε τη Νιγηρία για τα καλά στο παιχνίδι της πρόκρισης.

Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα κείμενο για τα το πόσο καλός ή όχι είναι ο Νιγηριανός επιθετικός της Λέστερ. Δεν θα είναι όμως. Θα είναι για τον τύπο πίσω από τον ποδοσφαιριστή. Το παιδί που έπαιζε μπάλα στους δρόμους της πόλης Τζος της Νιγηρίας, την J όπως τη λένε. Που μεγάλωσε μαζί με τις τέσσερις αδερφές του χωρίς μεγάλες ανέσεις. Τότε που υποστήριζε την Άρσεναλ εξαιτίας του μεγάλου Νιγηριανού, του Κανού. Το ταλέντο του ξεχώρισε, βρήκε την κρίσιμη πρώτη μεταγραφή στην Ευρώπη και την Ολλανδία και από εκεί τα πράγματα έγιναν ευκολότερα. Στη Φένλο άρχισαν να τον παρακολουθούν αρκετοί κι η ολλανδική ομάδα αρνήθηκε πρόταση από τη Γερμανία περίπου 10 εκατομμυρίων Ευρώ. Λίγο καιρό αργότερα όμως αποδέχθηκε αυτή της ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Έκανε αρκετά καλή καριέρα εκεί και μετά ήρθε η Αγγλία και η Λέστερ με εξαιρετικά χρήματα.

Μάθε τέχνη κι άστηνε
κι άμα πεινάσεις πιάστηνε

Ο Μούσα πλέον έχει λύσει για τα καλά το οικονομικό του πρόβλημα. Πολλοί στη θέση του θα έριχναν μαύρη πέτρα πίσω. Ο ίδιος όμως θέλει να επιστρέψει κάτι, σε όσους τον βοήθησαν. Για αρχή στους φίλους του. Όταν πήγε στην Αγγλία με ένα μισθό περίπου 60.000 λίρες την εβδομάδα αποφάσισε αφ’ ενός να κάνει επενδύσεις στην πατρίδα του και ταυτόχρονα να βοηθήσει τους δικούς του ανθρώπους. Στην Ελλάδα «ποδοσφαιριστής κάνει επένδυση» σημαίνει αγοράζει ένα καφέ σε μια πλατεία ή παίρνει ποσοστό σε μπαρ. Ο Μούσα είχε διαφορετική άποψη. Αγόρασε δύο μεγάλα βενζινάδικα, έβαλε τη δική του φίρμα Myca-7 (το Μούσα στα ρώσικα και το νούμερο της φανέλας) και έδωσε δουλειά σε περίπου 40 φίλους του που ήταν άνεργοι. Εσείς αν βγάζατε λεφτά θα βολεύατε έτσι τα φιλαράκια σας;


Ρύζι Μούσα

Δεν βοηθάει όμως μόνο «γνωστούς». Όταν βρίσκεται στην πατρίδα του πηγαίνει ο ίδιος και βοηθάει σε συσσίτια απόρων μοιράζοντας φαγητό. Κι όταν λείπει φροντίζει να ενισχύει οικονομικά. Στην περίοδο του Ραμαζανιού έδωσε ένα σημαντικό ποσό για να αγοραστεί φαγητό για ανθρώπους που δεν είχαν να φάνε. Αγόρασε 3.000 (πολύ μεγάλα) πακέτα ρύζι και για να αποφύγει «λαμογιές» (να τα πάρουν κάποιοι που θα τα ξαναπουλήσουν), έβαλε πάνω το πρόσωπό του και το μήνυμα «δεν πωλείται».  Το ρύζι μοιράστηκε στους φτωχούς. Σε άλλη επίσκεψή του πήγε σε φυλακές και πλήρωσε ο ίδιος τα χρήματα για πρόστιμα και εγγυήσεις, ώστε 40 άνθρωποι (κυρίως γυναίκες και παιδιά) που δεν είχαν το απαραίτητο ποσό να βγουν από τη φυλακή και να κάνουν Ραμαζάνι με τις οικογένειές τους.

Το παρεάκι

Ο Μούσα είναι πολύ δημοφιλής στην πατρίδα του, με πολλά έσοδα από διαφημίσεις (όπως π.χ. από την Pepsi) και παράλληλα με τις αγαθοεργίες, κάνει και αρκετές επενδύσει και έχει αποκτήσει έτσι πάρα πολλά χρήματα. Τον πλούτο του τον δείχνει κυρίως με πανάκριβα αυτοκίνητα όπως Mercedes-Benz G AMG 63, Range Rover και άλλα που προφανώς δεν τον νοιάζει τι κατανάλωση έχουν, αφού τα φουλάρει στα βενζινάδικά του. Φυσικά όλα δεν είναι τέλεια, ούτε είναι άγιος. Ο Μούσα είχε προβλήματα στο γάμο του, όταν αποφάσισε να παντρευτεί και δεύτερη γυναίκα. Ταυτόχρονα με την πρώτη. Η γυναίκα του (η πρώτη), σύμφωνα με τα όσα λέγονται, δεν έφερε αντίρρηση αρχικά και το είχε αποδεχτεί ως καλή Μουσουλμάνα ότι θα γινόταν κάποια στιγμή, μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα. Έμαθε ότι η δεύτερη γυναίκα ήταν Χριστιανή και το θεώρησε κοροϊδία. Εκεί τα πράγματα μπερδεύτηκαν και είχαμε και ένα επεισόδιο, όταν κλήθηκε στο σπίτι του η αγγλική αστυνομία για διατάραξη κοινής ησυχίας, με τα βρετανικά ταμπλόιντ να λένε ότι επιτέθηκε στην σύζυγό του. Ο Μούσα μάλλον το χειρίστηκε λίγο λανθασμένα, ανεβάζοντας φωτογραφίες με τη μέλλουσα γυναίκα στο Instagram με ατάκες «φως μου, βασίλισσά μου» κτλ. Όσο καλή Μουσουλμάνα να είναι μια γυναίκα, είναι κυρίως γυναίκα. Τελικά λίγες εβδομάδες πριν τον δεύτερο γάμο, ο Μούσα ήρθε σε συμβιβασμό, πήρε διαζύγιο, οπότε το όνειρό του να έχει παράλληλα δύο γυναίκες έσβησε. Είναι ξανά παντρεμένος μεν, αλλά με μία.

Εδώ με την πρώην του (πλέον) γυναίκα

Αυτός ο τυπάκος λοιπόν έγινε ο πιο αγαπημένος Νιγηριανός στην Αργεντινή την περασμένη Παρασκευή, όταν οι Αργεντινοί έγραψαν στη wikipedia «Ο Αχμέντ Μούσα είναι ένας Αργεντινός παίκτης που μας βοήθησε πολύ περισσότερο από το Σαμπαόλι», ενώ το «Λιονέλ Μούσα» έγινε το όνομά του. Οι βοήθειες και αγάπες όμως τελειώνουν κάπου εδώ. Στον τρίτο και τελευταίο αγώνα των ομίλων, θα είναι αντίπαλος. Και τι αντίπαλος. Στο Μουντιάλ του 2014 στο 3-2 της Αργεντινής επί της Νιγηρίας, ο Μούσα σκόραρε δύο φορές εις βάρος της Αλμπισελέστε (το ένα εκπληκτικό γκολ), ενώ είχε παίξει και στο πρόσφατο φιλικό των δύο ομάδων, όταν και οι Νιγηριανοί κέρδισαν με 4-2. Άλλωστε εδώ και μερικές μέρες είναι ο Νιγηριανός με τα περισσότερα γκολ στην ιστορία των Μουντιάλ. Ο ίδιος δεν φοβάται. «Κάθε φορά που συναντάω τον Μέσι βάζω δύο γκολ. Το έκανα στο Μουντιάλ του 2014, το έκανα και με τη Λέστερ απέναντι στην Μπαρτσελόνα σε ένα φιλικό» λέει.

Όταν οι φωνές των γκολ κάλυψαν τις κραυγές των βασανιστηρίων

  [Καθόλου σχόλια]

Το Μουντιάλ του 1978 είναι ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα όλων των εποχών. Ένα Μουντιάλ γεμάτο όμορφες εικόνες από τα γεμάτα γήπεδα, ωραίες ιστορίες πίσω από φωτογραφίες, αλλά και την ασχήμια της πολιτικής κατάστασης στην Αργεντινή και πολλές κατηγορίες για όσα έγιναν στον αγωνιστικό χώρο (και έξω από αυτόν). Η ιστορία του Λεοπόλδο Ιάκιντο Λούκε συμπυκνώνει όλα τα ωραία και τα άσχημα του Παγκοσμίου Κυπέλλου που έγινε στην Αργεντινή. Ο Λούκε δεν είναι τόσο γνωστός εκτός Αργεντινής, αλλά ήταν ο παρτενέρ του μεγάλου Μάριο Κέμπες στην επίθεση. Ένας πολύ καλός στράικερ με το χαρακτηριστικό μουστάκι και στιλ που θυμίζει λίγο Ντάνι Τρέχο. Το είχε αφήσει όταν έπαιζε στην Ουνιόν, τότε που δεν τον έβαζαν πολύ και είχε δηλώσει: «αν επιτέλους παίξω, θα αφήσω μουστάκι».

Ο Λούκε ήταν βασικός στο πρώτο παιχνίδι της Αλμπισελέστε απέναντι στην Ουγγαρία. Το θεωρητικά πιο εύκολο ματς του ομίλου. Σκόραρε το 1-0 και τελικά η Αργεντινή πήρε με τα χίλια ζόρια στο 83′ τη νίκη με 2-1 στο Μονουμεντάλ που κόχλαζε. Το ξεκίνημα ήταν πολύ δύσκολο τελικά και αυτό άγχωσε πολύ τους Αργεντίνους. Ακόμα περισσότερο τους ανθρώπους της χούντας της Αργεντινής, που είχαν επενδύσει πάρα πολλά στην πορεία της χώρας τους, το Μουντιάλ ήταν η ευκαιρία να δείξουν στον κόσμο ότι όλα βαίνουν καλώς. Κάποιος από αυτούς πλησίασε τον Λούκε μετά το ματς και σαν «κακός» από b-movie του είπε την εξής ατάκα: «Μπορεί τελικά να είναι όμιλος του θανάτου…. για σας». [ο όμιλος του θανάτου ήταν Ιταλία, Γαλλία, Αργεντινή και η Ουγγαρία]. Ο Λούκε όπως ήταν φυσικό τρόμαξε. Την ίδια ημέρα είχε βρεθεί νεκρός ένας φίλος του, αγνοούμενος για καιρό. Θύμα προφανώς της χούντας.

Στις 6 Ιουνίου του 1978 η Αργεντινή αντιμετώπιζε τη Γαλλία. Ο αδερφός του Λούκε δεν είχε προλάβει να βγάλει εισιτήριο για να ταξιδέψει στο Μπουένος Άιρες και να δει τον αδερφό του. Σκέφτηκε να βρει φίλους και να πάνε μαζί, αλλά τελικά παρακάλεσε έναν ηλικιωμένο γείτονα που μετέφερε λαχανικά με το φορτηγό του να τον πάρει μαζί του. Στο δρόμο είχε πολλή ομίχλη, ο οδηγός έχασε τον έλεγχο. Ο «Κάτσο» έχασε τη ζωή του στις 6 το πρωί στο δρόμο για το Μπουένος Άιρες. Η οικογένεια Λούκε συγκλονίστηκε, ο πατέρας όμως ζήτησε από τους ανθρώπους της εθνικής να μην το πουν στο γιο του. Να αφοσιωθεί στο παιχνίδι.

Η γκολάρα του Λούκε με τη Γαλλία

Το ματς ήταν και πάλι δύσκολο. Η Αργεντινή προηγήθηκε με πέναλτι του Πασαρέλα, αλλά ο νεαρός Πλατινί ισοφάρισε. Καρμπόν με το ματς με την Ουγγαρία, η λύτρωση ήρθε προς το τέλος. Στο 73′ η μπάλα έφτασε στον Λούκε έξω από τη μεγάλη περιοχή, αυτός την έστρωσε και έπιασε ένα βρωμόσουτο που κατέληξε στην εστία της Γαλλίας. Όπως είπε κι ο ίδιος σε συνέντευξή του, πάντα έβαζε τα δύσκολα γκολ και όχι τα εύκολα. Έπρεπε να μοχθήσει για να σκοράρει. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Λούκε χτύπησε μετά από ένα φάουλ του Κριστιάν Λόπεζ, όταν προσπάθησε να σηκωθεί αμέσως. Του βγήκε ο αγκώνας και πονούσε πολύ. Πήγε στο τούνελ, του έβαλαν αναισθητικό, του το έδεσαν και του είπαν να πάει στα αποδυτήρια. Το ματς είχε τελειώσει γι’ αυτόν. Κι όμως, θυμήθηκε ότι είχαν γίνει κι οι δύο αλλαγές και η Αργεντινή θα έπαιζε με 10. Γύρισε πίσω μόνος του και πάτησε ξανά το χορτάρι του Μονουμεντάλ μέχρι το τέλος.

Η δεύτερη νίκη της Αργεντινής πανηγυρίστηκε έξαλλα και το γκολ του Λούκε έμεινε αξέχαστο. Την επόμενη ημέρα εμφανίστηκε η οικογένειά του στην προπόνηση. «Νόμιζα ότι είχαν ταξιδέψει για να δουν πώς είναι το χέρι μου. Μόλις είδα τη μάνα μου να κλαίει, κατάλαβα ότι κάτι είχε συμβεί. Μου είπαν ότι ο «Κάτσο» σκοτώθηκε σε ατύχημα». Ο Λεοπόλδο πήγε στο νεκροτομείο για να αναγνωρίσει τον αδερφό του. «Λένε όλοι για τη σχέση της εθνικής με τους στρατιωτικούς, αλλά να σας πω κάτι; Δεν βρέθηκε κανείς δίπλα μας. Ούτε ένας τους, να πει συλλυπητήρια. Αναγκάστηκα να ζητήσω χρήματα από τον Πασαρέλα και το κοινό ταμείο που είχαμε οι παίκτες για να μεταφερθεί το πτώμα του αδερφού μου πίσω στη Σάντα Φε». Η δικτατορία ενδιαφερόταν για τις νίκες, όχι όμως για τα προσωπικά προβλήματα των παικτών.

Με την Αργεντινή να έχει προκριθεί, ο Λούκε δεν συμμετέχει στο τρίτο παιχνίδι με την Ιταλία. Ο ίδιος στενοχωρημένος γιατί είχε πολύ καλή σχέση με τον αδερφό του και απογοητευμένος από τη στάση των αρχών, σκέφτεται να μη συνεχίσει. Ο προπονητής Σέζαρ Λουίς Μενότι του λέει να κάνει ό,τι θέλει, αλλά κι ότι τον χρειάζονται. Πριν το ματς με την Ιταλία, κρατούν ένα λεπτό σιγής και οι συμπαίκτες του φέρουν το μήνυμα: «Λεοπόλδο σε περιμένουμε». Η Αργεντινή χάνει με 1-0 και την ημέρα που κηδεύεται ο αδερφός του, ο πατέρας του λέει: «Πρέπει να γυρίσεις, δεν είδες ότι έχασαν χωρίς εσένα;»

Ο Λούκε επιστρέφει για τη δεύτερη φάση, χάνοντας το πρώτο ματς με την Πολωνία. Πονάει πάρα πολύ στο χέρι και στην προπόνηση δοκιμάζει… πτώσεις για να δει αν αντέχει. Μέσα σε όλα, στις σκληρές προπονήσεις της Αργεντινής, δέχεται και ένα χτύπημα από τον Όσκαρ Ορτίς και το μάτι του μαυρίζει και πρήζεται. Με… ένα χέρι και ένα μάτι, ο Λούκε δεν σκέφτεται στιγμή να χάσει τα άλλα παιχνίδια. Παίζει τόσο στο 0-0 με τη Βραζιλία, όσο και στο διαβόητο ματς με το Περού. Εκεί σκόραρε δύο φορές στο 6-0. Το ένα γκολ πανέμορφο, με κεφαλιά ψαράκι. Στην ερώτηση για εκείνο το ματς απαντάει: «Κοίταξε, μίλησα με έναν φίλο μου από το Περού, τον Μουνιάντε. Είχε παίξει σε εκείνο το ματς και είχε και δοκάρι στην αρχή. Τον ρώτησα πολλές φορές αν είχε μπει κάποιος στα αποδυτήρια, αν τους προσέφεραν κάτι. Μου είπε ότι δεν υπέπεσε κάτι στην αντίληψή του. Για τους άλλους δεν μπορούσε να βάλει το χέρι του στη φωτιά. Είχαμε παίξει δυο φορές πρόσφατα με το Περού. Ξέραμε τις αδυναμίες τους. Ήταν και αδιάφοροι, δεν είχαν να παίξουν για κάτι». Επιμένει ότι δεν κατάλαβε κάτι διαφορετικό σε εκείνο το ματς. Οι Περουβιάνοι λέει έπαιζαν πολύ σκληρά.

Ο Λούκε ήταν βασικός και στον τελικό. Σε ένα ματς που και πάλι έφαγε πολύ ξύλο. Τόσο οι Βραζιλιάνοι, όσο κι οι Ολλανδοί γνωρίζοντας το πρόβλημά του είχαν βάλει στόχο το χέρι του. Ειδικά οι Βραζιλιάνοι προσπαθούσαν να τον κάνουν να αποχωρήσει από τον αγώνα. Πριν τον τελικό Ολλανδοί και Αργεντίνοι μαλώνουν στα αποδυτήρια. Ο λόγος; Τα δεμένα χέρια του Λούκε και τον φαν Κέρκχοφ. Η κάθε ομάδα υποστήριζε ότι ο μπανταρισμένος της άλλης φορούσε σκληρό επίδεσμο, επικίνδυνο. Τα χτυπήματα για τον Λούκε δεν είχαν τελειώσει πάντως. Στη φάση του 3-1 χτύπησε με έναν από τους δύο αδερφούς φαν Κέρκχοφ και άνοιξε η μύτη του. Χέρι, μάτι, μύτη. Τελείωσε το ματς μέσα στα αίματα και ευτυχώς δεν είχε επόμενο αγώνα γιατί ποιος ξέρει τι μπορεί να πάθαινε. Πολυτραυματίας, πανηγύρισε έξαλλα την κατάκτηση του Μουντιάλ από την Αργεντινή. Ο Λούκε υποστηρίζει με βεβαιότητα ότι δεν έγινε τίποτα περίεργο στο ματς με το Περού. Όπως λέει: «εγώ έπαιζα το ένα-δύο με τον Κέμπες και τον Μπερτόνι, όχι με τους χουντικούς«. Δεν θέλει σε καμία περίπτωση να δεχτεί ότι οι θυσίες που έκανε δεν είχαν σημασία. Οι σκιές πάντως παραμένουν μέχρι και σήμερα.

Όπως και να ‘χει όμως, ακόμα και τίποτα επιλήψιμο να μην έγινε στο παιχνίδι με το Περού, κάθε κραυγή για γκολ στο γήπεδο, σκέπαζε τις κραυγές των ανθρώπων που βασανίζονταν την ίδια στιγμή από τη χούντα της Αργεντινής. Μόλις δέκα τετράγωνα από το Εστάδιο Μονουμεντάλ βρισκόταν η Escuela de Mecánica de la Armada. Η ESMA ήταν μια σχολή μηχανικών του ναυτικού που μετατράπηκε σε ένα από τα χειρότερη μέρη βασανισμών, «εξαφανίσεων» και εκτελέσεων. Υπάρχουν διηγήσεις ότι κάποιοι βασανιστές, έβαλαν τα ίδια τους τα θύματα μέσα σε αυτοκίνητα και τα πήραν να πανηγυρίσουν την κατάκτηση του τίτλου. Μια χώρα μεθυσμένη. «Πώς να καταλάβω τον κόσμο, όταν εγώ έκλαιγα στην κουζίνα και ο άντρας μου πανηγύριζε στο σαλόνι τα γκολ» είχε πει η Χέμπε ντε Μπονταφίνι, μια από τις ακτιβίστριες και αυτή που οργάνωσε τις Μητέρες της Πλάσα ντε Μάγιο που αναζητούσαν μάταια τους «εξαφανισμένους». Η Χέμπε είχε χάσει τους δυο γιους της και τη νύφη της κι όμως ο άντρας της πανηγύριζε τις νίκες. Αλλά αυτό είναι το ποδόσφαιρο και η τεράστια δύναμή του κι αυτό το γνωρίζουν καλά όλα τα απολυταρχικά καθεστώτα. Κι η Αργεντινή του 1978 συνδυάστηκε με μια χούντα και μία διοργάνωση με πολλές γκρίζες ζώνες, άδικο για μια εξαιρετική εθνική με παίκτες όπως ο Κέμπες, ο Λούκε, ο Πασαρέλα, ο Χάουσμαν και ο Αρντίλες. Ο τελευταίος άλλωστε έχει πει και μια σπουδαία φράση: «Μας πόνεσε πολύ όταν μάθαμε ότι ήμασταν ένα μέσο αντιπερισπασμού για το λαό, την ώρα που συνέβαιναν θηριωδίες». Ο προπονητής Μενότι έκανε μια παρόμοια δήλωση: «Χρησιμοποιήθηκα. Δυστυχώς η χρήση του αθλήματος από τους ισχυρούς είναι όσο παλιός είναι κι ο κόσμος μας».

Ο Λιονέλ, ο Ντένις και τα πέντε σερί χαμένα πέναλτι του Ντιέγκο

  [1 Σχόλιο]

Ήταν ένα ακόμα από τα κλασσικά παιχνίδια της Αργεντινής επί θητείας Σαμπαόλι. Αρκετές κακές επιλογές στην 11αδα, ομάδα χωρίς πλάνο, δύο αμυντικά χαφ απέναντι σε μια ομάδα που δεν απειλούσε και ένας Μέσι να προσπαθεί να τα κάνει όλα μόνος και να είναι ξανά μετριότατος με τη φανέλα της Αργεντινής. Μέχρι που ο Μάξι Μέσα κέρδισε το πέναλτι. Η εκτέλεση πήγε στον αρχηγό. Ο Μέσι έχει χάσει αρκετά πέναλτι τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή. Κι αυτή τη φορά όμως απέτυχε. Ο Ισλανδός τερματοφύλακας μάντεψε καλά. Οι μνήμες από τον τελικό του Κόπα Αμέρικα γέμισαν και πάλι τους Αργεντίνους. Τότε που ο Λιονέλ ήταν ξανά από τους μοιραίους απέναντι στη Χιλή.

Στην εξέδρα ο Ντιέγκο καπνίζει το πούρο του ακριβώς κάτω από το απαγορευτικό σήμα. Με το που ο διάδοχός του χάνει το πέναλτι σηκώνεται όρθιος. Αρχίζει να οργανώνει και τους δίπλα του. «Ολέ, ολέ, ολέ, Λέο, Λέο», σύνθημα στήριξης. Το ματς τελειώνει. Ο θεός των Αργεντίνων κάνει και πάλι σκληρή κριτική στο Σαμπάολι (και όχι άδικα). Παρ’ όλα αυτά είναι αισιόδοξος. «Εγώ έχασα σε ντεμπούτο μου σε Μουντιάλ, όχι απλά ισοπαλία. Κι όμως φτάσαμε στον τελικό το 1990, παρά τους τραυματισμούς, χάρη στον Γκόικο.» Όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για τον Μέσι, το κάνει με κατανόηση. «Η ομάδα και το παιχνίδι που έπαιξε, δεν είχαν σχέση με το χαμένο του πέναλτι. Εγώ έχασα πέντε πέναλτι συνεχόμενα και συνέχισα να είμαι ο Μαραντόνα», δηλώνει.

Δεν είναι μία από τις κλασικές φολκλορικές δηλώσεις του Ντιεγκίτο γεμάτες υπερβολή. Είναι η αλήθεια. Είναι η Κλαουζούρα του 1996, ο Μαραντόνα έχει γυρίσει πίσω στην πατρίδα του και την αγαπημένη του Μπόκα, υπό τις οδηγίες του Κάρλος Μπιάνκι. Η Μπόκα κυνηγάει τη Βέλεζ και τη Χιμνάσια Λα Πλάτα στη μάχη του τίτλου. Την 6η αγωνιστική στο Ροσάριο απέναντι στους Νιούελ’ς σημαδεύει ελάχιστα δίπλα από το κάθετο δοκάρι. Η Μπόκα τελικά χάνει με 1-0. Έξι αγωνιστικές αργότερα στο Μπομπονέρα εκτελεί το επόμενό του πέναλτι. Πάλι στην ίδια πλευρά, αλλά αυτή τη φορά ο «Σούπερμαν» Λαμπάρε αποκρούει. Επιστρέφει στο Ροσάριο αυτή τη φορά απέναντι στη Σεντράλ. Το πέναλτί του είναι άθλιο, αδύναμο και στο κέντρο. Ο Καστεγιάνο αποκρούει, ο Ντιέγκο παίρνει το ριμπάουντ αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνει.

Η λογική λέει ότι κάπου εκεί κάνεις ένα διάλειμμα. Όχι αυτός. 16η αγωνιστική, το ντέρμπι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Μαραντόνα κάνει μία μικρή προσποίηση, στέλνει τον τερματοφύλακα στην απέναντι γωνία, αλλά αυτός σημαδεύει το κάθετο δοκάρι. Ο Κανίγια παίρνει το ριμπάουντ και σκοράρει. Ο Μαραντόνα δεν πανηγυρίζει, η κακοδαιμονία συνεχίζεται, ευτυχώς η Μπόκα κερδίζει το ντέρμπι. Μία αγωνιστική αργότερα. Νέο πέναλτι, το πέμπτο συνεχόμενο που θα εκτελέσει. Ο Μαραντόνα παίρνει και πάλι την μπάλα. Ο Νάτσο Γκονζάλες της Ράσινγκ κάνει μια εξαιρετική απόκρουση. Η Μπόκα χάνει με 1-0 και μαζί τις τελευταίες της ελπίδες για πρωτάθλημα.

Η Μπόκα κερδίζει τα τρία από τα πέντε παιχνίδια στα οποία έχασε πέναλτι ο Ντιέγκο, αλλά και πάλι πέντε σερί χαμένα είναι ένα απίστευτο αρνητικό ρεκόρ για ομάδα τίτλου. Τρομερά εγωιστής; Με μεγάλη πίστη στον εαυτό του; Όπως και να το δεις είναι ένα μοναδικό αρνητικό ρεκόρ, ειδικά για έναν τόσο τεράστιο παίκτη. Βέβαια, δεν πιστεύει κανείς ότι σε άλλη περίπτωση μετά το τρίτο πέναλτι κάποιος κόουτς θα άφηνε τον ίδιο παίκτη να συνεχίσει να εκτελεί. Την αντίθετη ακριβώς προσέγγιση από τον Ντιέγκο είχε ένας άλλος σπουδαίος.

Πείτε ό,τι θέλετε για τους Πεπ, τους Κλοπ, τους Σαουδάραβες και Ρώσους ιδιοκτήτες, αλλά για μένα αυτή ήταν η καλύτερη εποχή της Πρέμιερ Λιγκ

1999, επαναληπτικός ημιτελικός FA Cup μεταξύ Άρσεναλ και Γιουνάιτεντ στο Μπέρμιγχαμ. Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ άνοιξε το σκορ με ένα υπέροχο γκολ κι ο Μπέργκαμπ ισοφάρισε. Λίγο αργότερα ο Ρόι Κιν είδε την κόκκινη κάρτα για φάουλ πάνω στον αγαπημένο Μαρκ Όφερμαρς. Στο δεύτερο λεπτό των καθυστερήσεων ο Φιλ Νέβιλ ανέτρεψε το Ρέι Πάρλορ και ο διαιτητής έδειξε το σημείο του πέναλτι. Σαν τον Ντιέγκο, ο Μπέργκαμπ είχε χάσει το τελευταίο του πέναλτι απέναντι στην Μπλάκμπερν. Πήρε την μπάλα χωρίς δισταγμό. Μερικά βήματα φόρα, η μπάλα στην αριστερή πλευρά της εστίας, ο Σμάιχελ στην ίδια πλευρά και απόκρουση. Η Γιουνάιτεντ ζωντανή. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση κι ο Ράιν Γκιγκς έκανε ένα αξέχαστο σόλο, περνώντας τέσσερις παίκτες προτού εκτελέσει τον Σίμαν, βγάλει τη φανέλα και πανηγυρίσει με το δασύτριχο στήθος του σε κοινή θέα.

Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε το κύπελλο στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν το πρόβλημα για τον Ντένις. Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα (έναν βαθμό περισσότερο από Άρσεναλ), όσο και το Τσάμπιονς Λιγκ στον συγκλονιστικό τελικό με την Μπάγερν. Το τρεμπλ ήταν γεγονός. «Ακόμα μπορώ να ακούσω τις κραυγές τους όταν κέρδισαν. Ήταν με 10 παίκτες και πέναλτι στο 90′ εις βάρος τους και κέρδισαν. Αυτό νομίζω τους έδωσε τη ψυχολογία να συνεχίσουν εκείνη τη χρονιά», λέει ο Βενγκέρ για εκείνο το μοιραίο ματς. Την ίδια στιγμή, ο Μπέργκαμπ επηρεάστηκε πάρα πολύ από το γεγονός και φυσικά όταν ολοκληρώθηκε το τρεμπλ, ακόμα περισσότερο. «Δεν ήμουν ο καλύτερος εκτελεστής πέναλτι, αλλά εκείνη τη στιγμή έπρεπε να πάρω την ευθύνη. Τα άφηνα με μεγάλη χαρά στον Ίαν Ράιτ πριν από μένα και στον Ανρί μετά από μένα. Ήταν πιο ψυχροί. Στο δικό μου το μυαλό, το πέναλτι πρέπει να είναι και λίγο ωραίο, να πάει παραθυράκι. Αυτό το πέναλτι ήταν ένα τεράστιο σοκ για μένα, μία από τις χειρότερες στιγμές στην καριέρα μου».

Σε αντίθεση με τον Ντιεγκίτο, ο Ολλανδός όχι απλά δεν εκτέλεσε το επόμενο, αλλά προτίμησε να μην εκτελέσει ξανά κανένα πέναλτι στην Άρσεναλ. Το 2014 ο Βενγκέρ μετά το χαμένο πέναλτι του Οζίλ απέναντι στην Μπάγερν, θυμήθηκε την ιστορία και φοβήθηκε ότι ο Γερμανός θα γίνει ένας νέος Μπέργκαμπ και θα σταματήσει να εκτελεί τα πέναλτι. Κι ο Λιονέλ; Με ποσοστό 81% στην Ισπανία και 75% στην Αργεντινή, πρέπει να γίνει νέος Ντιέγκο και σε αυτό; (την ίδια στιγμή ο Κριστιάνο έχει μεγαλύτερο ποσοστό, αλλά κι αυτός έχει χάσει αρκετά κρίσιμα πέναλτι στην καριέρα του) Μήπως να γίνει αν όχι ένας Μπέργκαμπ, τουλάχιστον κάποιος που θα κάνει πίσω; Ας μην ξεχνάμε ότι το τελευταίο καιρό ο Λιονέλ χάνει σχεδόν τα μισά από τα πέναλτι που εκτελεί. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, ο Αγκουέρο βρίσκεται στο 81% ποσοστό καριέρας.

Τι θα έκανες για να δεις την ομάδα σου στο Μουντιάλ;

  [Καθόλου σχόλια]

Η ανάγκη να δεις την ομάδα σου, ξεπερνά κάθε λογική και σπάει διαστημικά όρια γραφικότητας. Αυτό το ξέρουμε όσοι έχουμε αγαπήσει μια ομάδα. Αυτό όμως που έκανε ο Μιγκέλ από το Περού ξεπερνά κάθε λογική. Η ιστορία του θα μπορούσε να είναι κάποιος από αυτούς τους τίτλους σε μεσημεριανή εκπομπή σε στιλ: «Δηλητηρίαζα κρυφά την πεθερά μου τα τελευταία 10 χρόνια». Στην περίπτωση του Μιγκέλ όμως δεν έβλαψε κάποιον άλλον, εκτός από τον εαυτό του πιθανότατα.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Όπως λέει ο Μιγκέλ, είναι φανατικός οπαδός της εθνικής Περού. Πιο πολύ και από την ομάδα του την Ουνιβερσιτάριο. Δεν έχασε κανένα ματς στα προκριματικά. «Ήμουν ακόμα και σε αυτό με το Εκουαδόρ, που ήμασταν μόνο 20 χιλιάδες», δηλώνει με υπερηφάνεια. Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει από τη Ρωσία, όταν το Περού εξασφάλισε την πρόκριση. Όταν όμως η Ομοσπονδία του Περού διέθεσε τα εισιτήριά της διαδικτυακά αυτά εξαντλήθηκαν αμέσως. Όσο κι αν δεν το πιστεύετε, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία το Περού πούλησε συνολικά 43.000 εισιτήρια και κάτι ψιλά σε Περουβιανούς από όλο τον κόσμο, γεγονός που φέρνει τη μικρή αυτή χώρα στην 8η θέση των εισιτηρίων (και με βάση κι αυτό, αλλά και το ψυχόδραμα Γκερέρο, την κάνει μια από τις αγαπημένες μας ομάδες στο Μουντιάλ).

Όταν ο κακομοίρης ο Μιγκέλ μπήκε στο σάιτ για να πάρει εισιτήριο, υπήρχαν διαθέσιμα μόνο για άτομα με προβλήματα. Σύμφωνα με τους όρους, είτε έπρεπε να είσαι σε αναπηρικό καροτσάκι, είτε να είσαι υπέρβαρος με Δείκτη Μάζας Σώματος από 35 και πάνω. Εκείνη ήταν η στιγμή που ο φίλος μας είχε τη μεγάλη ιδέα, από αυτές τις μεγαλειώδεις που μόνο εσύ καταλαβαίνεις και οι άλλοι σε κοιτάζουν περίεργα. Ανέβηκε στη ζυγαριά, μέτρησε το βάρος του και στη συνέχεια έκανε υπολογισμούς. Κατέληξε ότι έπρεπε να πάρει 25 κιλά. «Αγόρασα το εισιτήριο και ξεκίνησα την προσπάθεια να παχύνω. Γκόμενα δεν είχα έτσι κι αλλιώς, βέβαια η μάνα μου ανησυχούσε. Μου είπε ότι θα καταστρέψω την υγεία μου για το Περού».

Περουβιανοί και Ουρουγουανοί στους δρόμους της Μόσχας

Φίλε αναγνώστη πόσες ταινίες έχεις δει με τον πρωταγωνιστή να προετοιμάζεται; Να μοχθεί; Να τρέχει; Να σηκώνει βάρη; Πόσα κρέατα στο ψυγείο χτυπούσε ο Ρόκι; Τώρα φαντάσου το αντίστροφο. Ο Μιγκέλ κατ’ αρχήν έκοψε την κολύμβηση που έκανε καθημερινά και το πολύ περπάτημα για ψύλλου πήδημα. Στη συνέχεια έπεσε με τα μούτρα στους υδατάνθρακες. Είχε τρεις μήνες για να τα καταφέρει και το έκανε. Πήρε το δίπλωμα του «υπέρβαρου» και με τη βούλα, το παρουσίασε στην… επιτροπή και πήρε τα εισιτήριά του. Στη μεσημεριανή εκπομπή ο τίτλος θα ήταν: «Πάχυνα 25 κιλά για το Περού».

«Φυσικά συνεχίζω να τρώω. Φαντάζεσαι να μην με αφήσουν να μπω μέσα στο γήπεδο;». δήλωσε. Σήμερα, η προπόνηση του Περού έγινε με κλειστές πόρτες σε ένα γήπεδο 20 χιλιόμετρα μακριά από τη Μόσχα. Ο Μιγκέλ βρήκε μια εφαρμογή τύπου Uber, και με 15€ πήγε εκεί μαζί με κάποιους φίλους με το αυτοκίνητο ενός άγνωστου Ρώσου. Έστω για να δει λίγο τα ινδάλματά του, δεν θα μπορούσε να το χάσει αυτό. Ένας από τους συνοπαδούς του συμπλήρωσε: «Ξέρω ανθρώπους που πούλησαν το αυτοκίνητό τους για να βρεθούν εδώ. Ένας γνωστός είχε παρόμοια ιδέα με τον Μιγκέλ. Να σπάσει το πόδι του και να βρει εισιτήριο μπαίνοντας με αναπηρικό καροτσάκι». Ευτυχώς (ας πούμε), μείναμε μόνο στην παχυσαρκία.

ΥΓ Ο Μιγκέλ δεν είναι σε κάποια από τις φωτογραφίες για προφανείς λόγους.

Πηγή: Las Americas

Το κόκκινο χαλί της βασίλισσας και τα παράπονα των Λατινοαμερικάνων

  [13 Σχόλια]

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966 έχει μείνει στην ιστορία για αρκετά γεγονότα. Για την μοναδική κατάκτηση τίτλου από την Αγγλία, τον τρόπο που αυτή τελικά ήρθε (με το γκολ του Χερστ), τον τεράστιο Εουσέμπιο που σκόραρε εννιά φορές, τη σταθερή Δυτική Γερμανία, την έκπληξη Β. Κορέα και τα γεμάτα γήπεδα. Και φυσικά για την πρώτη τόσο μεγάλη αποτυχία των ομάδων της Ν. Αμερικής. Μόνο που εκεί, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η αποτυχία δεν θεωρήθηκε αδυναμία των τριών μεγάλων (Βραζιλίας, Ουρουγουάης, Αργεντινής), αλλά ως το αποτέλεσμα μιας… πλεκτάνης της Ευρώπης να κατακτήσει έναν τίτλο από τα μεγαθήρια της Αμερικής.

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά, πριν φτάσουμε στις θεωρίες συνωμοσίας και δούμε πόση βάση είχαν. Οι Άγγλοι αφού σνόμπαραν τα πρώτα Παγκόσμια Κύπελλα θεωρώντας τις υπόλοιπες χώρες αρκετά κατώτερες, από το 1950 άρχισαν να συμμετέχουν. Τα αποτελέσματα, πολύ άσχημα. Καλύτερη επίδοση η 7η θέση το 1954 στην Ελβετία. Έτσι, όταν οργάνωσαν το Μουντιάλ του 1966 ήταν αποφασισμένοι να δείξουν στον υπόλοιπο κόσμο ότι το ποδόσφαιρο είναι δική τους υπόθεση. Τα γήπεδα ήταν γεμάτα (το Μουντιάλ της Αγγλίας ήταν μέχρι και το 1994 αυτό με τα περισσότερα εισιτήρια) και η τελετή έναρξης έγινε με κάθε επισημότητα, υπό τα μάτια της βασίλισσας, πλήθους διασημοτήτων αλλά και 87.000 θεατών.

Σε εκείνο το ματς η Αγγλία υποδέχτηκε την Ουρουγουάη, αγώνας που μεταδόθηκε για πρώτη φορά ζωντανά σε πολλά μέρη του κόσμου. Μια Ουρουγουάη που είχε εσωτερικά προβλήματα, εξαιτίας των… παπουτσιών. Βλέπετε, οι σπόνσορες είχαν αρχίσει για τα καλά να μπαίνουν στο ποδόσφαιρο. Οι άμαθοι Ουρουγουανοί δέχτηκαν προτάσεις από Adidas και Puma και εκεί άρχισαν να μαλώνουν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα κάποιοι να δεχτούν την πρόταση της μίας και κάποιοι της άλλης και γενικά να υπάρχει κακό κλίμα. Οι Ουρουγουανοί είχαν μια ομάδα βασισμένη στην εξαιρετική Πενιαρόλ εκείνων των ετών και παίκτες όπως ο Μαζούρκεβιτς, ο Πέδρο Ρότσα, ο Μίλτον Βιέρα και ο μπαμπάς Φορλάν. Ο ιδιόρρυθμος κόουτς Οντίνο Βιέρα κατέβασε μια 11αδα που δεν είχε επιλέξει ξανά μαζί και πριν το ματς έκανε τακτική με αλατιέρες και πιπεριέρες για παίκτες. Ο αστικός μύθος λέει ότι κατά τη διάρκεια της τακτικής, κάποιος έριξε μια αλατιέρα-παίκτη και ο φυσιοθεραπευτής είπε: «τι να κάνω κόουτς; να μπω να τη βοηθήσω;»

Η τακτική πάντως απέδωσε και μετά από 90 λεπτά, οι δυο ομάδες έμειναν στο 0-0. Αυτό ήταν και το μοναδικό παιχνίδι που οι Άγγλοι δεν κέρδισαν το 1966.  Οι Ουρουγουανοί είχαν πάντως προβλήματα και με τη διοργάνωση, καθώς ενώ το παιχνίδι τους με τη Γαλλία ήταν να γίνει στο Γουέμπλεΐ, τελικά οι διοργανωτές το μετέφεραν σε άλλο στάδιο. Την ίδια στιγμή πολλά παράπονα υπήρχαν σχετικά με τον καταρτισμό του προγράμματος, με τους Άγγλους να έχουν πολύ βολικές ημέρες και χρόνο ξεκούρασης. Η Σελέστε πάντως προκρίθηκε κερδίζοντας Γαλλία και φέρνοντας ισοπαλία με το Μεξικό.

Από την άλλη, η παγκόσμια πρωταθλήτρια Βραζιλία με τον σούπερ-σταρ Πελέ τα βρήκε δύσκολα. Αποκλείστηκε από την πρώτη φάση, έχοντας να αντιμετωπίσει το σκληρό παιχνίδι των Βούλγαρων στο πρώτο ματς. Ο Πελέ τραυματίστηκε, οι Βραζιλιάνοι ήταν έξαλλοι με το διαιτητή που δεν προστάτευσε τον Βασιλιά και έπαιξαν στο δεύτερο ματς χωρίς αυτόν, χάνοντας με 3-1 από την Ουγγαρία. Η πρόκριση παιζόταν στο τρίτο παιχνίδι με την Πορτογαλία. Ο Εουσέμπιο όμως ήταν πολύ ανώτερος, ενώ παράλληλα ο Πελέ έφαγε και πάλι αρκετό ατιμώρητο ξύλο με αποτέλεσμα να νιώθει ενοχλήσεις και να μην μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά τη Βραζιλία που έχασε. Οι Βραζιλιάνοι ήταν έξαλλοι κι ο Πελέ δήλωσε ότι δεν θα ξαναπαίξει σε Μουντιάλ. Ευτυχώς για όλους μας, το 1970 έδωσε το παρόν κανονικά. Η κόντρα τους με τους Άγγλους είχε ξεκινήσει πριν τους αγώνες. Για την άφιξή τους (όταν δεν υπήρχε πούλμαν να τους παραλάβει), τον αριθμό των φωτογράφων που μπορούσαν να έχουν, τις σημαίες της ομάδας, τις καθυστερήσεις στις μεταφορές τους, τις παροχές σε δημοσιογράφους, τη διαμονή, τα προβλήματα με τα τηλέφωνα. Σε ένα άρθρο του Guardian αναφέρεται η ιστορία για τα πρώτα αντιντόπινγκ τεστ που οργάνωσε ο Άγγλος γιατρός και ανάγκασαν τους Βραζιλιάνους να ζητήσουν να απαγορευτεί το τσάι για τους Άγγλους, αν απαγορευτεί ο καφές γι’ αυτούς.

«Όταν επέστρεψα στη Βραζιλία, η καρδιά μου δεν ήταν στο ποδόσφαιρο πλέον. Ήταν ένα σοκ αυτό που έγινε με την αντιαθλητική συμπεριφορά και την κακή διαιτησία. Η Αγγλία κέρδισε, αλλά για μένα δεν είχε την καλύτερη ομάδα. Το ποδόσφαιρο σταμάτησε να είναι τέχνη και έγινε πόλεμος».

Κι η τρίτη της Ν. Αμερικής; Η Αργεντινή μετά τις αποτυχίες της στα Μουντιάλ του 1958 και του 1962 πήγε χωρίς πολλές φιλοδοξίες στη διοργάνωση. Με πολλά εσωτερικά προβλήματα και κακά αποτελέσματα πριν τη διοργάνωση, οι ελπίδες δεν ήταν πολλές. Οι Αργεντινοί είχαν κι αυτοί τα δικά τους θέματα με τους Άγγλους. Στο προπονητικό κέντρο δεν υπήρχαν εστίες, τα λεωφορεία που τους μετέφεραν έκαναν λάθη και γενικά είχαν παράπονα από τους διοργανωτές. Κατάφεραν να πάρουν όμως την πρόκριση.

Κάπως έτσι φτάσαμε στα προημιτελικά. Εκεί που Ουρουγουανοί και Αργεντινοί υποστηρίζουν ότι έγινε η μεγάλη σφαγή. Πριν καν ξεκινήσει το Μουντιάλ και σύμφωνα με τα ΜΜΕ της Ν. Αμερικής, οι χώρες έπρεπε να δηλώσουν από δύο διαιτητές για τη διοργάνωση, αλλά οι Άγγλοι εμφανίστηκαν τελικά με τέσσερις, συν έναν Σκωτσέζο και έναν Ουαλό. Ήδη οι πρώτες ανησυχίες υπήρχαν. Οι διασταυρώσεις των προημιτελικών έφεραν την Ουρουγουάη να παίζει με τη Δ. Γερμανία και την Αργεντινή με την Αγγλία. Μερικές ημέρες πριν τους αγώνες, οι εκπρόσωποι της Σοβιετικής Ένωσης, της Ουρουγουάης και της Αργεντινής κλήθηκαν σε ένα ξενοδοχείο του Λονδίνου ώστε να γίνει η κλήρωση των διαιτητών. Ενώ έφτασαν στην ώρα τους, ενημερώθηκαν από τον πρόεδρο της FIFA που κατά τύχη ήταν ο Άγγλος Στάνλεϊ Ρους, ότι η κλήρωση είχε ήδη γίνει, με μάρτυρα αυτόν, τον Γερμανό εκπρόσωπο και ένα Νοτιαφρικάνο. Κατά διαβολική σύμπτωση, το ματς Αγγλίας-Αργεντινής κληρώθηκε να διευθύνει ένας Γερμανός διαιτητής και το Γερμανία-Ουρουγουάη ένας Άγγλος. Η συνάντηση είχε κανονιστεί σε ώρα που ο Ισπανός, μέλος της επιτροπής, δεν μπορούσε να επιστρέψει στο Λονδίνο (μια που ήταν σε άλλη πόλη για άλλον αγώνα). Αρκετά ύποπτα όλα αυτά.

Φτάσαμε έτσι στους αγώνες που έγιναν ίδια μέρα και ώρα. Τώρα για να είμαστε σωστοί, οι Νοτιοαμερικάνοι δεν είναι τα καλύτερα παιδιά και πολλές φορές υπερβάλλουν στις ιστορίες τους. Στο συγκεκριμένο ματς,  η Ουρουγουάη διαμαρτύρεται για ένα πέναλτι που δεν δόθηκε πολύ νωρίς στην αρχή του αγώνα σε χέρι του Σνέλινγκερ. Αμέσως μετά οι Γερμανοί άνοιξαν το σκορ με ένα τυχερό γκολ, στο οποίο η μπάλα κόντραρε. Οι Ουρουγουανοί εκνευρισμένοι άρχισαν τις κλωτσιές και έτσι στο δεύτερο ημίχρονο έχασαν δύο παίκτες τους μέσα σε πέντε λεπτά με αποβολή. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι τα φάουλ δεν ήταν για αποβολή. Από εκεί και πέρα όπως ήταν φυσικό, το παιχνίδι ουσιαστικά είχε κριθεί με 9 παίκτες. Η Γερμανία έβαλε άλλα τρία γκολ και με το 4-0 πήρε την πρόκριση. Οι παίκτες της Σελέστε ήταν όμως έξαλλοι με τον Άγγλο διαιτητή και ο Χούλιο Κορτές του έριξε μια μεγαλοπρεπή κλωτσιά στο τέλος του ματς, μια κλωτσιά που του επέφερε τιμωρία έξι αγώνων.

Η Αργεντινή αντιμετώπιζε την Αγγλία στο Γουέμπλει. Όταν οι Λατινοαμερικάνοι ζήτησαν να κάνουν προπόνηση στο στάδιο μια ημέρα πριν τον αγώνα για να εξοικειωθούν με το χώρο η απάντηση ήταν ότι αυτό δεν ήταν εφικτό, μια που υπήρχαν προγραμματισμένες… κυνοδρομίες. Το παιχνίδι ήταν πολύ σκληρό και οι Άγγλοι διαμαρτύρονταν σε κάθε φάουλ των Αργεντίνων. Είχε ήδη δημιουργηθεί κλίμα, με το BBC να παίζει τις προηγούμενες ημέρες συνέχεια ένα φάουλ από το Αργεντινή-Γερμανία, με το οποίο αποβλήθηκε ο Άλμπρετς. Στο 35′ η Αγγλία βγήκε αντεπίθεση και κέρδισε φάουλ με τον Χαντ. Το φάουλ εκτελέστηκε και στη συνέχεια ο θρυλικός Αντόνιο Ρατίν, αρχηγός της Αργεντινής, ζήτησε να μιλήσει στο διαιτητή, καθώς η Αργεντινή διαμαρτυρόταν ότι πριν την αντεπίθεση είχε προηγηθεί φάουλ της Αγγλίας. Σε κάθε ευκαιρία, οι παίκτες της Αργεντινής προσπαθούσαν να παγώσουν το ρυθμό και σε συνδυασμό με τη διαιτησία που έπαιζε έδρα, ο Ρατίν βρήκε ευκαιρία να διαμαρτυρηθεί στο διαιτητή και να κερδίσει χρόνο. Φυσικά δεν μιλούσε αγγλικά, ούτε γερμανικά και ζητούσε έναν μεταφραστή. Ο Γερμανός διαιτητής δεν ασχολήθηκε και όταν ο Ρατίν επέμεινε δείχνοντάς του το περιβραχιόνιο, προς έκπληξη των Αργεντινών τον απέβαλε. Ο λόγος; Τον κοιτούσε… απειλητικά και έτσι κατάλαβε ότι τον έβριζε. Σημείωση: ο Γερμανός δεν ήξερε ισπανικά.

Η απόφαση αυτή έφερε θύελλα αντιδράσεων. Ο Ρατίν μην καταλαβαίνοντας ή πιθανότερα κάνοντας ότι δεν καταλαβαίνει, αρνήθηκε να αποχωρήσει, το παιχνίδι διακόπηκε για περίπου 10 λεπτά, με τον Ρατίν να ζητάει μεταφραστή και να κάθεται στο κόκκινο χαλί της βασίλισσας. Οι Άγγλοι που είχαν κατακλύσει το Γουέμπλεϊ άρχισαν να φωνάζουν «Animals, animals» έξαλλοι για την ιερόσυλη κίνηση.

«Ήταν άδικη η αποβολή. Όταν με απέβαλαν, έκατσα στο κόκκινο χαλί της βασίλισσας που οδηγούσε στη θέση της. Δεν ήταν εκεί, οπότε έκατσα περίπου για πέντε λεπτά. Μετά σηκώθηκα για να πάω στα αποδυτήρια. Κάποιοι μου πέταξαν απομιμήσεις σοκολάτας. Δεν είχα ξαναδεί. Ξετύλιξα μία, δάγκωσα και την πέταξα πίσω.  Όταν έφτασα στο κόρνερ, έσφιξα το σημαιάκι της Βρετανίας και φώναξα «Άγγλοι, π..νας γιοι». Κάπου εκεί σταμάτησαν οι σοκολάτες και άρχισαν να πέφτουν μπύρες».

-Αντόνιο Ρατίν σε συνέντευξή του το 2016 στην εφημερίδα La Nacion, με τη συμπλήρωση 50 ετών από εκείνο το ματς.

Η Αργεντινή με παίκτη λιγότερο άντεξε για πολλή ώρα. Υπήρξαν νέες διαμαρτυρίες για ένα φάουλ του Χερστ που υποστήριξαν ότι ήταν για αποβολή. Ο Γερμανός δεν συγκινήθηκε. Τελικά μια κεφαλιά του Χερστ έδωσε την πολυπόθητη νίκη και πρόκριση στην Αγγλία. Μετά το τέλος του αγώνα οι παίκτες της Αργεντινής συνέχισαν τις διαμαρτυρίες και ο Γερμανός διαιτητής έφυγε συνοδεία αστυνομίας. Ο προπονητής της Αγγλίας Αλφ Ράμσει φώναζε στους παίκτες του να μην αλλάξουν φανέλες με τους αντιπάλους που τους αποκαλούσε ζώα. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις πήγε ο ίδιος και τραβούσε τις φανέλες των παικτών του πίσω.

Ο προπονητής της Αγγλίας εμποδίζει την ανταλλαγή φανέλας

Τα παράπονα φυσικά δεν έμειναν μόνο στην Αγγλία. Στο Μοντεβιδέο οι Ουρουγουανοί βομβάρδισαν με τηλεφωνήματα τη βρετανική πρεσβεία ρωτώντας «πόσα πήρε ο διαιτητής από τους Γερμανούς», ενώ πλήθος κόσμου μαζεύτηκε απ’ έξω και χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία. Αντίστοιχες εικόνες είχαμε και στο Μπουένος Άιρες. Οι αποστολές των ομάδων επέστρεψαν εν μέσω αποθέωσης στις πατρίδες τους, καθώς η γενική εικόνα ήταν ότι υπήρχε «ευρωπαϊκό σχέδιο», ώστε να φτάσουν στα ημιτελικά μόνο ομάδες από την Ευρώπη.

Ο Γερμανός διαιτητής φυγαδεύεται στο Γουέμπλεϊ

Η FIFA συνεδρίασε με τον Άγγλο πρόεδρό της και απείλησε την Αργεντινή με αποκλεισμό από το επόμενο Μουντιάλ. Την ίδια στιγμή η Π.Ο. της Αργεντινής απειλούσε να αποχωρήσει από τη FIFA. Αργεντινή και Αγγλία που μέχρι τότε είχαν καλές ποδοσφαιρικές σχέσεις, ας μην ξεχνάμε ότι το ποδόσφαιρο σε πολλές χώρες της Λ. Αμερικής ξεκίνησε από Βρετανούς μετανάστες, ξεκίνησαν μια μεγάλη έχθρα. Μια έχθρα που συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια και έφτασε στο αποκορύφωμά της τη δεκαετία του 1980, τόσο με τον πόλεμο των Φόκλαντς, όσο φυσικά και με το παιχνίδι στο Μουντιάλ του 1986 και τα καμώματα του Μαραντόνα. Όσο για εκείνο το Μουντιάλ, οι Άγγλοι το κατέκτησαν στον τελικό επί της Γερμανίας, με ένα αμφισβητούμενο γκολ που έμεινε για πάντα στην ιστορία και έβαλε κι άλλες αμφιβολίες για την καθαρότητα της διοργάνωσης. Για τους Αργεντινούς, το ματς εκείνο ονομάστηκε «η κλοπή του αιώνα» και μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς πόση ευχαρίστηση ένιωσαν το 1986. Ακόμα και τόσα χρόνια μετά, σε Βραζιλία, Ουρουγουάη και Αργεντινή θεωρούν ότι έπεσαν θύμα των Ευρωπαίων.

Όταν οι Ιρλανδοί δεν μπόρεσαν να χαρούν τη νίκη τους: H σφαγή του Λοκινάιλαντ

  [2 Σχόλια]

Όπως είναι λογικό, με λίγες μέρες να απομένουν για την έναρξη του Μουντιάλ, δεν θα μπορούσα να μην ασχοληθώ με ιστορίες που αφορούν το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου. Φρέσκες αλλά και παλαιότερες. Ιστορίες που έγραψαν με χρυσά γράμματα, αλλά ακόμα και με αίμα, την ιστορία του αθλήματος και όχι μόνο. Το ποδόσφαιρο δεν έμεινε άλλωστε ποτέ εκτός από μεγάλες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις που άλλαξαν αυτόν εδώ τον κόσμο. Ευτυχώς ή δυστυχώς. Σήμερα θα προσπαθήσω να παρουσιάσω κάποια γεγονότα που είχαν ως επίκεντρο το νησί της Ιρλανδίας πριν από περίπου 25 χρόνια, σε μία απ’ τις δυσκολότερες περιόδους της σύγχρονής της ιστορίας (γνωστότερης και ως περίοδος των Ταραχών), και που εννοείται το ποδόσφαιρο δεν έμεινε έξω από όλο αυτό. Το μίσος άλλωστε που υπήρχε ανάμεσα στην Δημοκρατία της Ιρλανδίας  με την Βόρεια Ιρλανδία είχε ως καθρέφτη και τα γήπεδα του ποδοσφαίρου.

Στις 18 Ιουνίου του 1994, το Έιρε αντιμετώπιζε την Ιταλία, στην πρεμιέρα του Ε’ ομίλου για το Μουντιάλ των ΗΠΑ, μπροστά σε ένα κολασμένο από Ιρλανδούς κοινό. Την ίδια ώρα σε ένα αρκετά ήσυχο και μικρό χωριουδάκι με το όνομα Λοκινάιλαντ, κάπου στην Βόρεια Ιρλανδία, αρκετοί ποδοσφαιρόφιλοι είχαν γεμίσει την μοναδική παμπ που υπήρχε, για να παρακολουθήσουν το παιχνίδι. To Έιρε απέναντι στους πανίσχυρους Ιταλούς του Μπάτζιο, του Μπαρέζι και του Μαλντίνι. Αυτή η αναμέτρηση δεν μπορούσε να χαθεί για κανένα λόγο. Το ημίχρονο θα τους βρει να πίνουν τις μπύρες τους, καθώς το Έιρε προηγείται με 0-1 χάρις στο τέρμα του παλιού μέσου της Λίβερπουλ, Ρέιμοντ Χιούτον. Σε λίγα λεπτά βέβαια αυτό θα ήταν το λιγότερο που θα τους απασχολούσε, με το ποδόσφαιρο να περνά σε δεύτερη μοίρα. Η πόρτα θα ανοίξει βιαίως, και δύο κουκουλοφόροι θα εισβάλλουν βρίζοντας χυδαία για την καταγωγή των θαμώνων, ανοίγοντας πυρ προς πάσα κατεύθυνση. Αποτέλεσμα, έξι νεκροί και πέντε βαριά τραυματίες. Τα ερωτήματα πολλά. Ο πόνος περισσότερος.

Την ευθύνη ανέλαβε, λίγες ώρες μετά το συμβάν, η οργάνωση UVF, μια παραστρατιωτική οργάνωση που ήταν ακριβώς απέναντι στους Ιρλανδούς Republicans και φυσικά στον ΙRΑ. Το περίεργο της υπόθεσης είναι πως το μικρό χωριό που έγινε το τραγικό συμβάν δεν είχε καμία σχέση με τις ταραχές εκείνης της περιόδου. Στο χωριό ζούσαν αρμονικά Καθολικοί αλλά και Προτεστάντες και -όπως απεδείχθη αργότερα- κανένα απ’ τα έξι θύματα δεν είχε καμία πολιτική δράση, ούτε φυσικά είχε κάποια σχέση με τον ΙRΑ. Οι θαμώνες της παμπ ήταν κυρίως Καθολικοί. Ο βρετανικός Τύπος ψάχνει μάταια να βρει μια λογική εξήγηση (όσο κι αν δεν γίνεται να βρεθεί ποτέ «λογική εξήγηση» μετά από μια τέτοια πράξη) καθώς τα νέα ταξιδεύουν σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα νέα -όπως ήταν λογικό- θα  φτάσουν και στους παίκτες του Έιρε που γιορτάζουν την τεράστιά τους νίκη. Ολόκληρη η Ιρλανδία ήταν ένα καζάνι που έβραζε και το τυφλό μίσος είχε φανεί -και σε ποδοσφαιρικό επίπεδο- λίγους μήνες νωρίτερα, την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών για το Μουντιάλ, όταν η Βόρειος Ιρλανδία είχε υποδεχθεί το Έιρε για την τελευταία αγωνιστική του Γ’ ομίλου. Στις 17 Νοεμβρίου του ’93. Το συμβάν -όσο κι ήταν καταδικαστέο- δεν μπορούσε να ξαφνιάσει κανένα.

Η Ισπανία με 17 βαθμούς στο σακούλι της, υποδέχονταν την Δανία, που ήταν πρώτη με 18 βαθμούς, στη Σεβίλλη, και ήθελε πάση θυσία τη νίκη για να προκριθεί στο Μουντιάλ. Την ίδια ώρα στο Μπέλφαστ η Βόρειος Ιρλανδία θα έπαιζε με το Έιρε, που είχε 17 βαθμούς επίσης, θέλοντας να του κόψει τον δρόμο για τις ΗΠΑ. Το διάστημα εκείνο οι πολιτικές ταραχές βρίσκονταν στην κορύφωσή τους και μάλιστα, ένα μήνα πριν την αναμέτρηση, είχαν χάσει τη ζωή τους στο Μπέλφαστ 23 άνθρωποι μετά από βομβιστική επίθεση. Η ΦΙΦΑ είχε προτείνει την διεξαγωγή της αναμέτρησης στο Όλντ Τράφορντ -ακόμα και στο Γουέμπλεϊ- κάτι όμως που δεν είχαν δεχθεί οι γηπεδούχοι. Μάλιστα ήταν τέτοιος ο φόβος για την σωματική ακεραιότητα των παικτών του Έιρε που ο προπονητής της ομάδας, ο θρυλικός Τζακ Τσάρλτον, πρότεινε την μεταφορά της αποστολής, απ’ το Δουβλίνο στο Μπέλφαστ, με αεροπλάνο και όχι με λεωφορείο, όπως ήταν δηλαδή προγραμματισμένο, μιας και η απόσταση δεν είναι απαγορευτική για κάτι τέτοιο. Μιλάμε για περίπου 150 χιλιόμετρα.

Το πρώτο πράγμα που αντίκρισαν οι παίκτες του όταν έφτασαν ήταν μια συμμορία μικρών παιδιών που τους υποδέχτηκε με πέτρες, βρισιές και υψωμένο το μεσαίο δάχτυλο. Για το όμορφο καλωσόρισμα. Όταν δε, έφτασαν στο γήπεδο για προπόνηση, αυτό που είδαν δεν είχε καμία σχέση με ποδοσφαιρική αναμέτρηση αλλά με πραγματική εμπόλεμη ζώνη. Στρατιώτες με φουλ εξοπλισμό και αστυνομικοί με σκυλιά να τους γαβγίζουν μανιασμένα. Παντού συρματοπλέγματα και ένας τεράστιος όγκος οπαδών να προσπαθεί να τους τραμπουκίσει με κάθε τρόπο. Όπως είχε δηλώσει και ο Άλαν Μακ Λάφιν: «To μόνο μέρος που φάνταζε ασφαλές ήταν το γήπεδο την ώρα διεξαγωγής της αναμέτρησης». Και δεν είχε καθόλου άδικο.

H αναμέτρηση ξεκίνησε με το Έιρε να μην έχει οπαδούς στο γήπεδο και τους σπουδαίους αμυντικούς Πολ Μακ Γραθ και Τέρι Φίλαν να ακούνε ντροπιαστικούς ήχους πιθήκων κάθε φορά που ακουμπούσαν την μπάλα. Ήταν πλέον ολοφάνερο. Αυτή δεν ήταν μια κανονική ποδοσφαιρική αναμέτρηση αλλά κάτι πολύ πάνω του ποδοσφαίρου, της πολιτικής και φυσικά της τιμής του κάθε ποδοσφαιριστή. «Αν κερδίσετε σήμερα σε αυτό εδώ το κολαστήριο θα είστε ήρωες για μια ολόκληρη ζωή. Δεν με ενδιαφέρει τι θα κάνουμε στο Μουντιάλ ή τι θα κερδίσετε με τις ομάδες που θα αγωνίζεστε από του χρόνου. Δεν με νοιάζει τίποτα. Κανένας τίτλος, κανένα συμβόλαιο, κανένας πόνος. Μπείτε μέσα και κερδίστε αυτό τον αγώνα. Αγωνιστείτε σαν να είναι ο τελευταίος αγώνας της ζωής σας, σαν να εξαρτάται η ίδια σας η ζωή από αυτό εδώ το 90λέπτο». Αυτά ήταν μερικά απ’ τα λόγια του Τσάρλτον λίγο πριν την έναρξη. Λόγια που αντηχούσαν σαν τύμπανα πολέμου στις καρδιές και το μυαλό των ποδοσφαιριστών. Σαν μια σκληρή και ξεσηκωτική μελωδία των Thin Lizzy στ’ αυτιά. Το δικό τους Emerald. Βέβαια για να έρθει η πρόκριση, χρειάστηκε και μια μεγάλη δόση τύχης, σε μία απ΄τις αστειότερες στιγμές στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Με το σκορ στο 0-0 (και αφού η Ισπανία προηγούνταν με 1-0 της Δανίας απ’ το 63′) ο Τσάρλτον θα φωνάξει τον θεούλη Τόνι Κασκαρίνο για να πάρει τη θέση του Ρέι Χιούτον, που είχε φάει το ξύλο της ζωής του απ’ τους αντιπάλους. Ο Κασκαρίνο θα ανοίξει την φόρμα του και θα δει πως έχει ξεχάσει την φανέλα του στα αποδυτήρια της ομάδας. Αυτό μπορούσε να το κάνει μόνο αυτός σε μια τέτοια αναμέτρηση. Ο Τσάρλτον θα γίνει έξαλλος και θα βάλει στην θέση του τον Μακ Λάφιν. Δεν είναι καιρός άλλωστε για χρονοτριβές. Σε εκείνο το σημείο μάλιστα το Έιρε θα δεχθεί γκολ από τον Τζίμι Κουίν, με τον Κασκαρίνο να ψάχνει μέρος για να κρυφτεί. «Έτρεξα για τα αποδυτήρια για να βρω τη φανέλα μου και μόλις κατάλαβα πως δεχτήκαμε γκολ σκέφτηκα να φύγω τρέχοντας για το Δουβλίνο. Το πολύ πολύ να με σκότωνε καμιά αδέσποτη σφαίρα. Σίγουρα πιο ήσυχος θάνατος απ’ το να με περιλάβει ο Τζακ (Τσάρλτον) στα χέρια του» θα πει μεταξύ σοβαρού κι αστείου ο Κασκαρίνο μετά από χρόνια για το συμβάν σε τηλεοπτική εκπομπή. Για καλή του τύχη, ο Μακ Λάφιν που είχε περάσει από σπόντα στο γήπεδο, ισοφάρισε στο τελικό 1-1 και κάπως έτσι το Έιρε σφράγισε στο Μπέλφαστ τα εισιτήρια για το Μουντιάλ, περνώντας ως δεύτερο πίσω από την Ισπανία.

Λίγους μήνες αργότερα ο σαξοφωνίστας/ερωτιάρης πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, θα έρθει σε μετωπική σύγκρουση με το FBI, την CIA αλλά και την ΜΙ6 για την χορήγηση βίζας στον Τζέρι Άνταμς, μιας εκ των ηγετικών μορφών του ΙRΑ εκείνης της περιόδου, διχάζοντας όπως ήταν λογικό μεγάλη μερίδα των Ιρλανδών σε ολόκληρο τον πλανήτη και κυρίως αυτών που ζούσαν στις ΗΠΑ. Το κουβάρι τελικά θα ξετυλιχθεί αρκετά μετά από μήνες, όταν θα βγει στην επιφάνεια το όνομα του Μπιλ Φλιν. Ο Μπιλ Φλιν ήταν σημαντική προσωπικότητα στην κοινωνία των Ιρλανδών της Αμερικής και ήταν αυτός που ουσιαστικά πίεσε και έβγαλε την βίζα στον Τζέρι Άνταμς. Αφορμή μάλιστα για το φονικό στην παμπ «The Heights Bar» στάθηκε και η καταγωγή του. Οι ρίζες του Φλιν κρατούσαν από το μικρό Λοκινάιλαντ. Το συμβάν, γνωστότερο και ως «Η σφαγή του Λοκινάιλαντ» θεωρείται ως η στιγμή εκείνη που άμβλυνε την κατάσταση ανάμεσα στις παραστρατιωτικές οργανώσεις, για να φτάσουμε σε συνθήκες ανακωχής. αρκετό καιρό αργότερα.

Το γεγονός αυτό όσο σκληρό κι αν ήταν -που ήταν- δεν πήρε πάνω του μεγάλη προβολή (ή την προβολή που του άξιζε) μιας και σε εκείνο το Μουντιάλ την παράσταση έκλεψε η υπόθεση ντόπινγκ του Μαραντόνα, το χαμένο πέναλτι του Ρομπέρτο Μπάτζιο και φυσικά η δολοφονία του Κολομβιανού αμυντικού Αντρές Εσκομπάρ, για το αυτογκόλ του απέναντι στις ΗΠΑ, από πληρωμένους δολοφόνους γνωστού καρτέλ ναρκωτικών, επειδή με αυτό το αυτογκόλ είχαν χαθεί εκατομμύρια δολάρια από παράνομο στοιχηματισμό. Όπως έγραψα και στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου, το ποδόσφαιρο δεν έμεινε ποτέ εντός των τεσσάρων γραμμών ενός γηπέδου, με τραγικές συνέπειες πολλές φορές για τους ποδοσφαιριστές αλλά και τους απλούς φιλάθλους.

(Όσοι θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την ιστορία και φυσικά πολύ πιο αναλυτικά, υπάρχει το ντοκιμαντέρ του EPSN «Ceasefire Massacre» της εξαιρετικής σειράς 30 for 30.)

Σομπρεροπρογνωστικά (Μουντιάλ 2018)

  [7 Σχόλια]

Τα ξεκινήσαμε στο Μουντιάλ του 2010 και από τότε προστέθηκαν δύο Euro, ένα Μουντιάλ και ένα Κόπα Αμέρικα. Τα Σομπρεροπρογνωστικά επιστρέφουν και φέτος με αφορμή το Μουντιάλ της Ρωσίας. Ήρθε η ώρα να ξεχωρίσουμε οι γνώστες από τους ερασιτέχνες, οι άντρες από τα αγόρια, οι κυρίες από τα κορίτσια, οι θεοί από τους κοινούς θνητούς, τα 10αρια από τα αριστερά μπακ.

Τα πράγματα είναι απλά. Πηγαίνετε σε αυτό εδώ το σάιτ και φτιάχνετε γρήγορα έναν λογαριασμό (ή αν βαριέστε μπαίνετε με το Facebook/Twitter account σας). Σε περίπτωση που έχετε παίξει σε παλιότερο διαγωνισμό μας, απλά πραγματοποιείτε είσοδο καθώς ισχύει το παλιό account. Αφού κάνετε λογαριασμό πηγαίνετε εκεί που λέει Join League και βάζετε τον μαγικό αριθμό 250840. Αν δεν το κάνετε αυτό δεν θα μπείτε στο μίνι-πρωτάθλημα του Σομπρέρο. Και πριν πείτε «λες και θέλω να βλέπω τα μούτρα σας», σκεφτείτε ότι μπορεί να χάσετε το έπαθλο που θα πάρει ο πρωταθλητής μας. Το δώρο που θα προσφέρει το αγαπημένο SportArena από τη μεγάλη συλλογή του και θα ανακοινωθεί σύντομα. Οπότε αφήστε τα μούτρα και μπείτε στο πρωταθληματάκι μας.

Για τους καινούριους, το παιχνίδι έχει ως εξής: Βάζετε τα προγνωστικά σας για τους αγώνες του Μουντιάλ. Αν πετύχετε ακριβές σκορ παίρνετε 3 βαθμούς, αν πετύχετε μόνο το αποτέλεσμα (νίκη-ισοπαλία) παίρνετε 1 βαθμό. Σε περίπτωση που το αποτέλεσμα που πιάσατε ήταν έκπληξη (το έπαιξε λιγότερο από το 20% των συμμετεχόντων) παίρνετε μπόνους 2 βαθμών. Το ίδιο ισχύει και για το σκορ σε «έκπληξη» (αν το έπαιξε λιγότερο από το 5%). Σε περίπτωση ισοβαθμίας μετράει η… διαφορά τερμάτων στα προγνωστικά σας. Είμαστε στη διάθεσή σας για κάθε ερώτηση, μπορείτε να μας βρίσκετε είτε εδώ, είτε σε Facebook, Instagram (όπου συνεχίζουμε τα αφιερώματά μας στα περασμένα Μουντιάλ) και Twitter.

Πολ Μέρσον: Τι να μην κάνεις για να γίνεις επαγγελματίας ποδοσφαιριστής

  [6 Σχόλια]

Η σκηνή για την οποία θα διαβάσετε, θα μπορούσε να είναι -αρκετά εύκολα- σκηνή σε ταινία του Γκάι Ρίτσι (όταν έκανε καλές ταινίες). Μια «βρώμικη» μελωδία κιθάρας να παίζει ως ηχητικό background. Σπιντάτο μοντάζ με κλασικές βρετανικές φάτσες στο κάδρο και φυσικά μπόλικες δόσεις χιούμορ να ισορροπούν με αυτές του δράματος. Προπονητικό κέντρο της Άστον Βίλα, μια μέρα πριν την έναρξη της Πρέμιερ Λιγκ της σεζόν 2001/2002, η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική και βαριά. Ο Πολ Μέρσον ακουμπησμένος σε κάποιο τοίχο συνομιλεί με τον Μπόσκο Μπάλαμπαν. Με τον δεύτερο να έχει περισσότερο τον ρόλο του ακροατή παρά του συνομιλητή. Ο Μέρσον έχει πολλά παραπανίσια κιλά και χασκογελάει καθώς διηγείται στον Κροάτη επιθετικό την ιστορία, όταν είχε τιμωρηθεί απ’τους «χωριάτες» με 50.000 λίρες πρόστιμο, επειδή είχε βρεθεί να τζογάρει στην Νέα Υόρκη, ενώ κανονικά έπρεπε να βρίσκεται σε αποθεραπεία για το πρόβλημα που ταλαιπωρούσε την πλάτη του. Ένα μειδίαμα είχε μόλις ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του Κροάτη, την ίδια στιγμή που ο προπονητής της ομάδας, ο Γκράχαμ Τέιλορ, πέρασε μπροστά τους, φανερά εκνευρισμένος, κοιτάζοντας κατάματα τον Μέρσον. «Μέρσι, στο γραφείο μου αυτή τη στιγμή» θα του πει, και θα νιώσει την σκιά του ποδοσφαιριστή του να τον ακολουθεί σαν σκιά μαθητή που γνωρίζει πολύ καλά πως έχει κάνει βλακεία, καθώς ο διευθυντής του σχολείου τον καλεί στο γραφείο για πιθανή αποβολή ή -στην καλύτερη- για μια σκληρή επίπληξη.

«Μέρσι ειλικρινά πες μου τι κάνεις εδώ. Σου έχω πει πως δεν βρίσκεσαι στα πλάνα μου για την φετινή σεζόν. Πρέπει να βρεις μια νέα ομάδα να αγωνιστείς και να χαρείς ξανά το ποδόσφαιρο, αν φυσικά θες κάτι τέτοιο».

«Έχω μιλήσει με τον πρόεδρο κύριε (εννοώντας τον Νταγκ Έλις) και μου είπε πως θα βρούμε ένα τρόπο για να συνεχίσω να είμαι μέλος της ομάδας και φέτος. Δεν σας έχει μιλήσει επ’ αυτού;»

O Tέιλορ αν μισούσε ένα πράγμα σε αυτή τη ζωή (και στο ποδόσφαιρο συγκεκριμένα μιας και αυτό είναι το θέμα μας) περισσότερο κι από γκολ στο 90′ κατά της ομάδας του, αυτό δεν ήταν άλλο απ’ το να μπλέκονται στα πόδια του διοικητικά στελέχη, πόσο μάλλον ο ίδιος ο πρόεδρος, σε καθαρά ποδοσφαιρικά θέματα. «Οι πρόεδροι άλλωστε είναι για να υπογράφουν τα τσεκ των επιταγών και μόνο». Ξαφνικά, και ενώ είχε αρχίσει να μουρμουρίζει βρισιές που δεν θα έβαζε σε ταινία του ούτε ο Γιάννης ο Οικονομίδης, έφυγε απ’ το γραφείο για να επιστρέψει μετά από μερικά λεπτά και να δει τον Μέρσον να κάθεται σταυροπόδι και να τον περιμένει χαμογελαστός με την ηρεμία κάποιου που είχε όλα τα προβλήματά του λυμένα και αγνοούσε πλήρως λέξεις όπως άγχος, πίεση και προπόνηση.

«Πόσα χρήματα θες για να μας αδειάσεις την γωνιά; Δεν είσαι κάποιο παιδάκι. Σε σέβομαι και με σέβεσαι. Λέγε».

«Βρίσκομαι σε προχωρημένη ηλικία. Έχω διαγράψει μια μεγάλη καριέρα και έχω κερδίσει ένα σωρό σπουδαίους τίτλους. Με ένα ποσό γύρω στις 100.000 λίρες πιστεύω θα είμαι ευχαριστημένος»

«Εντάξει Μέρσι. Θα τις πάρεις», του απάντησε -αρκετά πιο ήρεμος- ο Τέιλορ, και του έδειξε με νόημα την πόρτα. Ο Μέρσον σηκώθηκε αργά-αργά, χαιρέτησε με ένα ύπουλο βλέμμα τον προπονητή του και βγήκε απ’ το γραφείο χαμογελαστός. Στο δρόμο για το πάρκινγκ -και πριν την μπυραρία- πέρασε και πάλι μπροστά απ’ τον Μπάλαμπαν -που για κάποιο περίεργο λόγο είχε μείνει να περιμένει εκεί ακουμπώντας ακόμα στον τοίχο- και του είπε: «Ήθελε να  με ρωτήσει πόσα θέλω για να φύγω απ’ την ομάδα. Του είπα 100 χιλιάδες και δέχθηκε χωρίς συζήτηση. Ο βλάκας, έπρεπε να ζητήσω 200 χιλιάδες». Ο Μπάλαμπαν συνέχισε να ακουμπά στον τοίχο σφυρίζοντας καθώς έβλεπε τον συμπαίκτη του να φεύγει. Δεν είχε να πει τίποτα περισσότερο μαζί του. Βασικά δεν πολυγούσταρε κιόλας. Αν ήταν σκηνή ταινίας (ή σειράς) θα άναβε και ένα τσιγάρο χαϊδεύοντας το λαδωμένο του μαλλί όπως ο Τσέρνομπογκ στο American Gods. Ίσως να είχε ζηλέψει και λίγο μιας και δεν ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος, ούτε αυτός, στο Μπέρμινγχαμ.  Ευτυχώς, άφησε την Βίλα για το Ζάγκρεμπ, μερικούς μήνες αργότερα.

Ο Πολ Μέρσον δεν ήταν ένας τυχαίος ποδοσφαιριστής. Όσοι δεν γνωρίζουν γι’ αυτόν, μάλλον δεν θα το κατάλαβαν διαβάζοντας, ως τώρα, το κείμενο. Αγωνίστηκε για περίπου 10 χρόνια στην Άρσεναλ, κατακτώντας μαζί της πολλούς και σπουδαίους τίτλους, πριν αναλάβει ο Βενγκέρ και αλλάξει την ιστορία και το προφίλ των Λονδρέζων. Υπήρξε επίσης σημαντικότατο στέλεχος της εθνικής Αγγλίας την δεκαετία του ’90 και πήρε μέρος στο Γιούρο του ’92 και στο Μουντιάλ του ’98 δίπλα σε αστέρες τεράστιου βεληνεκούς (όπως ήταν και ο ίδιος). Στο Μουντιάλ μάλιστα -και για να καταλάβετε καλύτερα την αξία του- είχε βρεθεί, ως παίκτης της Μίντλεσμπρο, μετά από μια εξαιρετική σεζόν που είχε πραγματοποιήσει στην 2η κατηγορία της Αγγλίας. Σε μια σεζόν που είχε βρει τη ‘Μπόρο’ να κερδίζει την άνοδο για τα σαλόνια της Πρέμιερ Λιγκ.

Λίγο πριν την έναρξη της σεζόν 1997-1998 ο Βενγκέρ είχε προτείνει στον Άγγλο επιθετικό (που είχε αρχίσει να αγωνίζεται ως δεκάρι) να παραμείνει στην Άρσεναλ, έχοντας όμως μειωμένες αποδοχές, μιας και τα χρόνια περνούσαν και ο ίδιος δεν ήταν ο παίκτης του παρελθόντος. Στην ίδια θέση άλλωστε εκείνη την περίοδο υπήρχε και ο σπουδαίος Ολλανδός Ντένις Μπέργκαμπ, όπως και οι Ίαν Ράιτ και Νικολάς Ανελκά. Ο Μέρσον δεν το δέχθηκε και ζήτησε να πωληθεί. Ήθελε να αγωνίζεται και να αμείβεται με πολλά χρήματα. Ήταν πολύ σίγουρος για την αξία του. Η Μίντλεσμπρο τον αγόρασε τελικά για 4,5 εκατομμύρια λίρες και ο ίδιος την ανέβασε στην μεγάλη κατηγορία 9 μήνες αργότερα, κερδίζοντας ένα μεγάλο στοίχημα με τον εαυτό του αλλά και τους επικριτές του. Όταν μάλιστα είχε κλείσει η συμφωνία, τηλεφώνησε ο ίδιος στον Βενγκέρ λέγοντάς του πως στο Ρίβερσαϊντ είχε μεγαλύτερο συμβόλαιο απ’ τον Μπέργκαμπ και πως οι οπαδοί της ομάδας τον αποκαλούσαν ήδη με το προσωνύμιο ‘Ο Μάγος’. «Ελπίζω να τα πούμε σε κάποιο κύπελλο αφεντικό» του είπε, κλείνοντας το τηλέφωνο, με μια δόση βρετανικής ειρωνείας: «Να δούμε πόσο αξίζω ακόμα». Ο Βενγκέρ του ευχήθηκε καλή τύχη και κατέβασε το ακουστικό. Το μόνο που ήθελε ήταν το καλό του πρώην παίκτη του. Είχε περάσει άλλωστε πολλά.

Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε οι δύο ομάδες να βρεθούν αντιμέτωπες στον 4ο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας στην έδρα της Μίντλεσμπρο. Η Άρσεναλ πήρε τελικά την πρόκριση, με 1-2, αλλά ο Μέρσον είχε κρατήσει ένα δωράκι για την πρώην ομάδα του. Με το σκορ στο 0-2, σκόραρε ένα πανέμορφο τέρμα, μειώνοντας το σκορ, και δίνοντας και πάλι ελπίδες στην Mίντλεσμπρο, δείχνοντας φυσικά με τον καλύτερο τρόπο στον Βενγκέρ το λάθος (;) που είχε κάνει. Η Μίντλεσμπρο πραγματοποίησε εξαιρετική πορεία και στο Λιγκ Καπ εκείνη τη σεζόν. Ο Μπράιαν Ρόμπσον είδε την ομάδα του να φτάνει μέχρι και τον τελικό -έχοντας αποκλείσει μάλιστα και την Λίβερπουλ, στα ημιτελικά, με τον Μέρσον να σκοράρει και στα δύο παιχνίδια- και τελικά να γνωρίζει την ήττα με 2-0, από μια καλύτερη ομάδα, όπως ήταν εκείνη την περίοδο, η Τσέλσι του Τζόλα. Tον Τζόλα ο Μέρσον τον είχε κερδίσει το ’95 στον τελικό του Κυπελλούχων, όταν η Άρσεναλ είχε επικρατήσει της Πάρμα με 1-0, με την γκολάρα του Άλαν Σμιθ.

Ο Μέρσον ήταν ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής, απ’ τους τελευταίους που μπόρεσαν να συνδυάσουν καριέρα, με ένα σωρό εξωαγωνιστικά πάθη. Πάθη που στις μέρες μας δεν μπορούν να βρουν χώρο στο υψηλότερο επίπεδο του αθλητισμού, και αν βρουν, είναι ικανά να καταστρέψουν μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, σε ελάχιστο χρόνο. Ο Πολ Μέρσον απ’ τις αρχές των 90s (λίγα χρόνια δηλαδή μετά το βραβείο του καλύτερου νέου παίκτη στην Αγγλία το ’89) όσο κι αν μάγευε στο γήπεδο, εκτός αυτού, πάλευε με τους «δαίμονες» του αλκοόλ, του άρρωστου τζόγου και της κοκαΐνης. Πάθη που του διέλυσαν δύο γάμους και τον έφτασαν πολλές φορές κυριολεκτικά (και μεταφορικά) στον πάτο της μπουκάλας. Σαν ποδοσφαιριστή, αλλά κυρίως σαν άνθρωπο. Κι αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα.

«Μπορεί να έπαιζα 80.000 λίρες σε ένα τραγούδι της Γιουροβίζιον, 20.000 σε μια κυνομαχία και 50.000 -χωρίς να έχω ιδέα για το άθλημα- στον τελικό του Super Bowl. Μετά από ένα σημείο έπαιζα απλά για να παίζω και για να με βλέπω να χάνω. Το χειρότερο απ’ όλα όμως ήταν πως εκτός του ότι έχανα σαν τζογαδόρος, έχανα και τον εαυτό μου, βλέποντας την καριέρα μου να έχει συνεχώς σκαμπανεβάσματα, και έχανα από δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπούσα και με αγαπούσαν. Την οικογένειά μου».

Η πρώτη φορά που ο σπουδαίος Άγγλος επιθετικός παραδέχτηκε δημοσίως το πρόβλημά του ήταν τον Νοέμβριο του ’94. Η FA σε συνεργασία με την Άρσεναλ έβαλε τον παίκτη σε τρίμηνο πρόγραμμα απεξάρτησης, με τον ίδιο να επιστρέφει νικητής τον Φεβρουάριο του ’95, και να κάνει εξαιρετικό τελείωμα στη σεζόν. Αξίζει να σημειωθεί πως ο πρώτος που είχε μιλήσει με πολύ σκληρά λόγια στον Μέρσον, και τον είχε επηρεάσει θετικά για να μιλήσει δημοσίως, για τα προβλήματα εθισμού που τον βασάνιζαν και φυσικά τον προέτρεψε να σώσει την καριέρα του -όσο ήταν εφικτό κάτι τέτοιο- ήταν ο Τέρι Βέναμπλς, προπονητής του εκείνο το διάστημα στην εθνική Αγγλίας. Η αλήθεια είναι πως μπορεί ο Μέρσον να έκανε μερικές εξαιρετικές σεζόν (κυρίως στην β’ κατηγορία της Αγγλίας) και να κέρδισε τεράστια συμβόλαια για την εποχή (η Άστον Βίλα τον είχε αγοράσει για 7 εκατομμύρια απ’ την ‘Μπόρο’), μετά την αποκάλυψη του προβλήματός του, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως σταθερά σε κορυφαίο επίπεδο δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά μετά την φυγή του από την Άρσεναλ. Στα 29 του χρόνια δηλαδή και ενώ απ’ τα 25 -ίσως και πολύ νωρίτερα- είχε σοβαρό πρόβλημα με το ποτό και τον τζόγο. Τελευταία του καλή σεζόν ήταν αυτή του 2002/2003 στην Πόρτσμουθ.

Ο Πολ Μέρσον για πολλούς ήταν ένας άσχημος Τζορτζ Μπεστ των 90s. Μόνο που απείχε έτη φωτός απ’ το προφίλ του γοητευτικού και αινιγματικού πρώην σούπερ σταρ της Γιουνάιτεντ. Επίσης όσο κι αν ήταν ένας τεχνίτης ποδοσφαιριστής δεν μπορούσε να αγγίξει τα επίπεδα μαγείας που είχε ο Μπεστ ως καλλιτέχνης της μπάλας. Απ΄την άλλη, όσο κι αν είδε την ζωή του να βαλτώνει, σε όλα τα επίπεδα, κατάφερε τελικά να βγει νικητής (σε πλήρη αντίθεση με τον Μπεστ), αν και πάντα θα βρίσκει μια ευκαιρία να πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω ή να τζογάρει, σε λογικά όμως πλαίσια. Κλείνοντας -κι αφού θα προτείνω σε όσους θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την καριέρα -και τη ζωή- του Μέρσον το βιβλίο του «How Not To Be a Professional Footballer»–  θα θυμίσω μια ιστορία, δια στόματος του ιδίου, απ’ την περίοδο που ο Μέρσον βρέθηκε συμπαίκτης (και συγκάτοικος) με τον λατρεμένο του El Sombrero, Πολ Γκασκόιν, στην Μίντλεσμπρο το 1998.

«Ο Γκάζα είχε έρθει σε εμάς για τους τελευταίες μήνες της σεζόν απ’ τη Ρέιντζερς. Μας βοήθησε μάλιστα πολύ στα τελευταία παιχνίδια για να πάρουμε την άνοδο. Ο Ρόμπσον είχε τη φαεινή ιδέα να τον φιλοξενήσω εγώ στο σπίτι μου. Στο ίδιο σπίτι που ζούσα με τον αδερφό μου και τον Τζίμι Γκάρντνερ που τότε έπαιζε στην Έξετερ. Μιλάμε για τον κακό χαμό. Κάθε Παρασκευή παίζαμε ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που δεν θα σας το προτείνω. Μετά την προπόνηση έδινα στον αδερφό μου και τον Τζίμι χρήματα για να αγοράσουν μερικά μπουκάλια κόκκινο κρασί. Χύναμε το κρασί σε μεγάλες γυάλινες κανάτες και καθόμασταν αντικριστά σε ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Ο Γκάζα κι ο αδερφός μου απ’ τη μία. Εγώ και ο λατρεμένος μου Σκοτσέζος, ο Τζίμι, απ’ την άλλη».

«Πίναμε πολύ εκείνη την περίοδο. Και ποιος δεν έπινε θα μου πείτε εκείνα τα χρόνια. Ήταν αλλιώς το ποδόσφαιρο. Στο τραπέζι έπεφταν τα χρήματα του στοιχήματος από όλους και αρχίζαμε να πίνουμε απ’ τις κανάτες. Κανονικά δεν έπρεπε να πίνουμε τις Παρασκευές, μιας και παίζαμε το Σάββατο, αλλά είχαμε βρει τρόπο για να κοιμόμαστε αρκετά και να ξυπνάμε ξεκούραστοι. Κάθε μία ώρα ρίχναμε μέσα στις κανάτες από ένα υπνωτικό και μοιραία έφτανε η στιγμή που μας έπαιρνε όλους ο ύπνος. Αυτός που έμενε ξύπνιος τελευταίος, άρπαζε τα χρήματα, μετέφερε τους υπόλοιπους στα κρεβάτια και έπεφτε για ύπνο πλουσιότερος κατά μερικές εκατοντάδες λίρες. Την επόμενη παίζαμε ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου».

Όσο για τον τζόγο. «Είναι ιδιαίτερα ύπουλο πράγμα» λέει κάπου στο βιβλίο του ο Μέρσον. «Ως παίκτης της Άστον Βίλα θυμάμαι μια φορά είχα πει στον Μποσνιτς, τον τερματοφύλακά μας τότε, πως αν με δει να ξαναπαίζω να έρθει και να μου σπάσει το χέρι. Ο Μπόσνιτς είχε τρομοκρατηθεί και φυσικά δεν το έκανε ποτέ. Αναγκάστηκα να το κάνω μόνος μου μια βραδιά που είχα πιει πάρα πολύ και είχα χάσει πολλές χιλιάδες λίρες σε παράνομο στοιχηματισμό. Ήταν καλό παιδί ο Μπόσνιτς. To ίδιο διάστημα μάθαμε δυστυχώς πως είχε εθιστεί κι αυτός στην κοκαΐνη. Ειλικρινά γι’ αυτό δεν ευθυνόμουν εγώ». Στις μέρες μας ο Πολ Μέρσον έχει νικήσει τους δαίμονές του και δουλεύει στο Skysports ως ποδοσφαιρικός αναλυτής. Παράλληλα διηγείται ωραίες ιστορίες από ένα ποδόσφαιρο που -ευτυχώς ή δυστυχώς – δεν υπάρχει πια και φυσικά αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα για τα νέα παιδιά που θέλουν να γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, για τα πράγματα που πρέπει να αποφύγουν για να πετύχουν τα όνειρά τους.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του Defiance των Dead Moon.