Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ισπανικό πρωτάθλημα'

Οι μέρες που η Σεβίλλη χωρίζεται στα δύο

  [Καθόλου σχόλια]

Κάθε οπαδός πιστεύει ότι το δικό του ντέρμπι είναι ξεχωριστό. Κάθε πόλη ότι όταν έρχονται αντιμέτωπες δυο ομάδες της, η ατμόσφαιρα είναι μοναδική. Είναι όμως κάποια παιχνίδια που πραγματικά διαφέρουν. Σε μια χώρα με μεγάλη ποδοσφαιρική κουλτούρα όπως η Ισπανία, δεν είναι πάρα πολλά τα μεγάλα τοπικά ντέρμπι. Στη Μαδρίτη οι οπαδοί της Ρεάλ σκέφτονται περισσότερο την Μπαρτσελόνα, στη Βαρκελώνη τα μεγέθη των δύο συλλόγων είναι δυσανάλογα, στη χώρα των Βάσκων τα τοπικά ντέρμπι είναι εξαιρετικά πολιτισμένα. Αν εξαιρέσουμε αυτό της Γαλικίας μεταξύ Θέλτα και Ντεπορτίβο (που μιλάμε για διαφορετικές πόλεις), ίσως κανένα άλλο ματς στην Ισπανία δεν έχει το κλίμα, το χρώμα και το πάθος του ντέρμπι σεβιγιάνο.

Είναι κατ’ αρχήν η ίδια η πόλη, η Σεβίλλη. Οι θερμόαιμοι Ανδαλουσιανοί. Μια περιοχή γεμάτη συναίσθημα, πάθος, το φλαμένκο, έντονο το θρησκευτικό στοιχείο, εκεί στις όχθες του Γουαδαλκιβίρ, επηρεασμένη από την παρουσία των Αράβων για πολλά χρόνια. Και μετά είναι οι δυο σύλλογοι. Τα κόκκινα και τα πράσινα. Η Σεβίγια Φούτμπολ Κλουμπ και η Ρεάλ Μπέτις Μπαλομπιέ με ιστορία άνω των εκατό ετών. Τις μέρες των αγώνων η πόλη πάλλεται και νιώθεις στην ατμόσφαιρα την προσμονή. Μια έχθρα που έχει γραφτεί αγώνα με τον αγώνα, χρονιά με τη χρονιά και τη νιώθει κάθε ποδοσφαιριστής.

Όταν ο αμφιλεγόμενος Μανουέλ Ρουίθ ντε Λοπέρα, ιδιοκτήτης και πρόεδρος της Μπέτις για περίπου δυο δεκαετίες, έδωσε 30 εκατομμύρια Ευρώ το 1997 για τον Ντενίλσον, κάνοντας την πιο ακριβή μεταγραφή όλων των εποχών μέχρι τότε,  οι Μπέτικος έφτασαν σε ντελίριο. Ο ίδιος ο Βραζιλιάνος διηγείται ότι τον σταματούσε ο κόσμος στο δρόμο και δεν του ζητούσε κάποιον τίτλο. Του έλεγαν απλά να κερδίσει τη Σεβίγια. Χωρίς να έχει πάρει χαμπάρι τι σημαίνει αυτό για την πόλη, ρωτούσε με απορία: «Μα δεν παίζουμε αυτή τη βδομάδα μαζί τους, τι μου λένε;» Παρόμοια ήταν και η εμπειρία ενός άλλου Βραζιλιάνου, του Ρενάτο. Το καλοκαίρι που αποκτήθηκε, η Σεβίγια έπαιζε ένα παντελώς αδιάφορο φιλικό με την Καρτάγια μέσα στην κάψα του καύσωνα, μια ομάδα Δ’ εθνικής που φορούσε τα χρώματα της Μπέτις. Την ώρα που ο Ρενάτο έμπαινε στο γήπεδο, ο κόουτς Χοακίν Καπαρός έβαλε το χέρι του στον ώμο του χαφ του. «Το βλέπεις; Το βλέπεις αυτό το πράσινο και άσπρο; Είναι ο εχθρός μας. Εμείς είμαστε η Σεβίλλη και πρέπει να κερδίζουμε τον μεγάλο εχθρό μας«.

Το πάθος κι η έχθρα χτίστηκαν σιγά σιγά με διάφορα γεγονότα. Αν θέλουμε να σταθούμε σε μερικά από τα σημαντικότερα, σίγουρα θα πρέπει να μιλήσουμε για τον Φρανθίσκο Αντούνιεθ. Έναν ποδοσφαιριστή που ξεκίνησε από τις μικρές ομάδες της Σεβίλλης και στη συνέχεια πήγε στην Μπέτις όπου έπαιξε για τέσσερα χρόνια με αρκετή επιτυχία μέχρι το 1945. Η Μπέτις όμως ήταν σε κάκιστη κατάσταση τόσο αγωνιστικά, όσο και οικονομικά και έτσι η διοίκησή της αποφάσισε να τον πουλήσει και τον πρότεινε στη Σεβίγια. Το μυστικό ραντεβού κλείστηκε, η τιμή φάνηκε υψηλή αρχικά, αλλά μετά από παζάρια η μεταγραφή έκλεισε. Ο κόσμος της Μπέτις εξαγριώθηκε κι η διοίκηση αναγκάστηκε να πει ότι δεν συμφώνησε στη μεταγραφή. Οι υπογραφές είχαν πέσει όμως κι ο παίκτης έφυγε. Οι Μπέτικος έφτασαν στο σημείο να αποκλείουν κεντρικούς δρόμους της πόλης για να μην μπορέσει ο Αντούνιεθ να ταξιδέψει μαζί με τη νέα του ομάδα για το πρώτο του παιχνίδι στη Μαδρίτη.

Ο Αντούνιεθ έγινε βασικός κι αναντικατάστατος στη Σεβίλλη, τη στιγμή που η Μπέτις κινήθηκε δικαστικά για να πάρει τον παίκτη προβάλλοντας διάφορα νομικίστικα τεχνάσματα. Το θέμα είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις που ο αστικός μύθος λέει ότι έφτασε μέχρι και στο Ράδιο Μόσκβα της Σοβιετικής Ένωσης που έκανε αναφορές για κλοπή του παίκτη, λέγοντας ότι ένα καπιταλιστικό κλαμπ όπως η Σεβίλλη έκλεψε έναν ποδοσφαιριστή από το σύλλογο των προλετάριων, καθώς για πολλά χρόνια η Σεβίλλη ήταν ομάδα των πλουσίων και η Μπέτις της εργατικής τάξης. Η Σεβίλλη κατέκτησε τελικά το πρωτάθλημα του 1945-46, αλλά η Μπέτις κέρδισε δικαστικά την υπόθεση και ο Αντούνιεθ έπρεπε να επιστρέψει πίσω. Ακόμα χειρότερο δε, ήταν ότι η απόφαση έλεγε πως η Σεβίλλη θα έχανε όλους τους βαθμούς που κέρδισε με τον Αντούνιεθ στο γήπεδο, κάτι που σήμαινε ότι θα έχανε το πρωτάθλημά της που θα πήγαινε στην Μπαρτσελόνα, ενώ η Μπέτις έπρεπε να επιστρέψει τα χρήματα (τα οποία ήδη είχε ξοδέψει και θα σήμαιναν οικονομική καταστροφή). Τελικά, οι δυο ομάδες τα βρήκαν, η Σεβίλλη έδωσε μερικά χρήματα ακόμα, κατέκτησε το μοναδικό πρωτάθλημα της ιστορίας της και η Μπέτις ενίσχυσε κι άλλο το ταμείο της. Ο Αντούνιεθ έφυγε από τη ζωή τον Αύγουστο του 1994. Μια μέρα αργότερα, οι δυο σύλλογοι έπαιζαν φιλικό. Ο ντε Λοπέρα, πενήντα χρόνια μετά την «προδοσία», αρνήθηκε να κρατήσει ενός λεπτού σιγή και να τιμήσει τον παίκτη.

Ένα ακόμα γεγονός που έφερε μεγάλες κόντρες ήταν στα πρώτα χρόνια των δυο ομάδων όταν έγινε και το περιβόητο «ντέρμπι του 22-0» το 1918. Φυσικά ανάλογα από το ποιος διηγείται την ιστορία, τα γεγονότα αλλάζουν. Λίγες μέρες πριν από το ντέρμπι των δύο ομάδων, ένας στρατηγός του ισπανικού στρατού έβγαλε διαταγή ότι ποδοσφαιριστές που κάνουν τη θητεία τους, δεν μπορούν να παίξουν σε ποδοσφαιρικούς αγώνες, βάζοντάς τους μάλιστα υπηρεσία. Με τον τρόπο αυτό, η Μπέτις έχανε δυο από τα μεγαλύτερα αστέρια της πριν το ντέρμπι και σύμφωνα με τους Μπέτικος ο στρατηγός με καταγωγή από τη γειτονική Μάλαγα ήταν φίλα προσκείμενος στη Σεβίγια. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι ως διαμαρτυρία κατέβασαν την παιδική τους ομάδα με αρκετά 13χρονα παιδιά και το τελικό αποτέλεσμα ήταν 22-0 με τη Σεβίλλη να μη σέβεται καθόλου τον αντίπαλο.

Η κόκκινη πλευρά της πόλης διηγείται αλλιώς την ιστορία. Λέει ότι η Μπέτις εκτός από ομάδα των χαμηλότερων τάξεων, ήταν και ομάδα του στρατού με ισχυρούς δεσμούς κι έτσι όποιος Ισπανός ποδοσφαιριστής έκανε θητεία προς Ανδαλουσία μεριά γινόταν «κατά σύμπτωση» και παίκτης της Μπέτις. Δεν είναι τυχαίο ότι η Μπέτις εκείνων των ετών είχε πολλούς Βάσκους για παράδειγμα. Σύμφωνα με τους Σεβιγιάνους, ο στρατηγός έβγαλε εκείνη την απόφαση γιατί στο προηγούμενο παιχνίδι των δύο ομάδων στην έδρα της Μπέτις, οι γηπεδούχοι οπαδοί δημιούργησαν κλίμα τρομοκρατίας και μάλιστα ένας οπαδός επιτέθηκε με μαχαίρι (!) σε παίκτη της Σεβίλλης. Υποστηρίζουν επίσης, ότι η Σεβίλλη προσφέρθηκε να μην κατεβάσει κι εκείνη τους δυο καλύτερους παίκτες της, αλλά η Μπέτις αρνήθηκε και κατέβασε τη Β’ ομάδα (με παίκτες 18 χρονών) και όχι την παιδική. Το τελικό 22-0 πάντως φαίνεται να ισχύει και να συμφωνούν κι οι δύο πλευρές.

Κι αν η ιστορία τους δεν έχει πολλούς τίτλους, οι κόντρες τους δεν ηρέμησαν με τα χρόνια. Είναι άλλωστε ίσως το μοναδικό παιχνίδι στην Ισπανία που για ένα διάστημα απαγορεύτηκε η παρουσία φιλοξενούμενων. Αν ψάξει κανείς, θα πετύχει συνέχεια άρθρα για συλλήψεις οπαδών είτε της μίας, είτε της άλλης ομάδας. Δεν μιλάμε φυσικά για εκτεταμένα επεισόδια όπως σε άλλες χώρες, αλλά για μια χώρα όπως η Ισπανία με ελάχιστα συμβάντα, αυτά που γίνονται στη Σεβίλλη είναι πολλά. Το 1999 οι Ουρουγουανοί παίκτες της Σεβίλλης Οτέρο, Ολιβέρα και Ζαλαγιέτα συνελήφθησαν μετά από ένα καβγά σε μπαρ. Παρ’ ότι αρχικά ο καβγάς αποδόθηκε αλλού, φαίνεται ότι τελικά η αιτία ήταν ότι παίκτες της Σεβίλλης είδαν μια παρέα που φορούσε φανέλες της Μπέτις και πήγαν να τους πουν να φύγουν από το μαγαζί (!!). Η άλλη εκδοχή λέει ότι οι οπαδοί της Μπέτις επιτέθηκαν φραστικά στους Ουρουγουανούς που τελικά τους έδειραν.

Το 2002 ένας οπαδός της Σεβίλλης μπήκε στο γήπεδο και επιτέθηκε στον τερματοφύλακα Τόνι Πρατς πηδώντας στην πλάτη του, ενώ ένας άλλος επιτέθηκε με μια πατερίτσα σε έναν άντρα της ασφαλείας του γηπέδου. Πέντε χρόνια αργότερα ήταν η σειρά του «botellazo» όταν στην έδρα της Μπέτις, ένα γυάλινο μπουκάλι βρήκε στο κεφάλι τον Χουάντε Ράμος που πανηγύριζε με τους παίκτες του. Ο Ράμος αποχώρησε με φορείο και ίσως ήταν το απόγειο της κόντρας που την περασμένη δεκαετία ξέφυγε. Τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν πολύ χειρότερα αν λίγους μήνες αργότερα ο Αντόνιο Πουέρτα δεν έχανε τη ζωή του. Ο θάνατος ενός από τα αγαπημένα παιδιά της Σεβίγια ένωσε παίκτες, διοικήσεις και οπαδούς των δύο ομάδων. Οι πρόεδροι που δεν μιλούσαν μεταξύ τους ήρθαν δίπλα, οι παίκτες των δύο ομάδων βρέθηκαν στην κηδεία και όλη η πόλη συγκλονισμένη ενώθηκε, ξεπερνώντας τις όποιες διαφορές μπροστά στο δράμα.

Ήταν αυτός ο θάνατος που ηρέμησε τα πράγματα σε μια πόλη που έβραζε. Λίγα χρόνια αργότερα ο Μίκι Ρόκε, πρώην παίκτης της Μπέτις έχασε τη ζωή του από τον καρκίνο. Ήταν η σειρά των οπαδών της Σεβίλλης να τον τιμήσουν, τραγουδώντας το όνομά του ρυθμικά. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι τα πράγματα έχουν ηρεμήσει. Το πάθος παραμένει, διάφορα γεγονότα συμβαίνουν και πάλι, απλά δεν υπάρχει η κλιμάκωση που είχαμε μέχρι το 2007. Ο Ιβάν Ράκιτιτς έτυχε και γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του στη Σεβίλλη και ευτυχώς γι’ αυτόν ήταν φανατική της ομάδας του, όπως κι όλη η οικογένειά της. Ο παππούς της δεν έχανε ματς και λίγο πριν πεθάνει είπε στη μέλλουσα κυρία Ράκιτις: «Έρχεται το τέλος μου, αλλά αν μου πάρετε τα ρούχα και όλα τα άλλα, μην αγγίξετε το ρολόι της Σεβίγια». Το 2013 ο Κροάτης άνοιξε ένα μπαρ-ρέστοραντ κοντά στο σπίτι των πεθερικών. Μόνο που έμεναν κοντά στο Μπενίτο Βιγιαμαρίν και οι οπαδοί της Μπέτις συχνά πυκνά δημιουργούσαν προβλήματα. Ο Ράκιτιτς αναγκάστηκε να το κλείσει. Η πόλη συνεχίζει να χωρίζεται στα δύο πριν από κάθε μεγάλο ντέρμπι ανεξάρτητα από το πώς πάνε οι ομάδες, να βάφεται στα πράσινα και τα κόκκινα και να ζει ίσως το πιο παθιασμένο ντέρμπι της Ισπανίας.

Λούκα Μόντριτς: Ο τελευταίος Γιουγκοσλάβος καλλιτέχνης

  [Καθόλου σχόλια]

Όπως κι οι περισσότεροι, έμαθα τον Λούκα Μόντριτς λίγο πριν πάει στην Τότεναμ το καλοκαίρι του 2008. Οι Σπερς αποφάσισαν να δώσουν ένα τεράστιο ποσό για να τον φέρουν από το Ζάγκρεμπ στο Λονδίνο. Το τεράστιο βέβαια είναι κάτι σχετικό, αν σκεφτούμε ότι πριν ένα χρόνο είχαν δώσει το ίδιο ποσό για τον… Ντάρεν Μπεντ. Με τον Μόντριτς να έχει υπογράψει στην Τότεναμ, οι πρώτες μας εικόνες του ήταν στο Euro 2008 με την Κροατία. Ένα από τα πολλά μου ελαττώματα είναι ότι είμαι φυσιογνωμιστής, κάτι που ειδικά στο ποδόσφαιρο σε οδηγεί σε βιαστικά και συχνά λανθασμένα συμπεράσματα. Όταν βλέπεις τον Μόντριτς αναρωτιέσαι πώς μπορεί να παίζει μπάλα σε τέτοιο επίπεδο. Ύψος δεν έχει, παρά την έλλειψή του δεν είναι και τόσο δαίμονας στο τρέξιμο, εκτόπισμα δεν έχει και εμφανίζεται με αυτό το μαλλί λες και παίζει μπάσο σε καταθλιπτική εφηβική μπάντα. Αλλά αν ξεπεράσεις αυτά τα χαζά και τελικά αδιάφορα, θα τον δεις να κάνει όλα όσα λατρεύουν προπονητές, συμπαίκτες και οπαδοί. Να κάνει αυτά που πρέπει να κάνει, με τεχνική και μυαλό και τον θαυμάζεις σαν έναν αρτίστα της παλιάς Γιουγκοσλαβίας που έβγαλε παίκτες όπως ο Στόικοβιτς και ο Προσινέτσκι.

Ο Λούκα γεννήθηκε στην ενωμένη Γιουγκοσλαβία, αλλά μεγάλωσε στη Γιουγκοσλαβία του εμφυλίου. Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, περνούσε τις μέρες του παίζοντας μπάλα μαζί με τον αγαπημένο παππού του από τον οποίο πήρε και το όνομά του, στο Μόντριτσι περίπου 60 χιλιόμετρα μακριά από το Ζαντάρ. Δεν είχε την πιο εύκολη και άνετη ζωή, αλλά ήταν χαρούμενος. Μέχρι που ο πόλεμος ξέσπασε, μέχρι που ο παππούς του έπεσε στα χέρια των Σέρβων που είχαν καταλάβει την περιοχή και εκτελέστηκε μαζί με άλλους συγχωριανούς του. Η περιοχή ακόμα φέρει τα τραύματα του πολέμου, ακόμα υπάρχουν πινακίδες που προειδοποιούν για νάρκες. Χύθηκε πολύ αίμα μεταξύ ανθρώπων που ζούσαν στις ίδιες γειτονιές. Η οικογένεια Μόντριτς έφυγε για να γλιτώσει, ο πατέρας κατατάχθηκε στον κροατικό στρατό και για εφτά χρόνια οι Μόντριτς μετατράπηκαν σε πρόσφυγες σε ένα ξενοδοχείο του Ζαντάρ. Εκεί μεγάλωσε ο Λούκα, με μια μπάλα και υπό τους ήχους των βομβαρδισμών από την πολιορκία του Ζαντάρ που κράτησε για δύο ολόκληρα χρόνια.

Τα μαγικά που έκανε με την μπάλα τον έκαναν ατραξιόν και σύντομα οι άνθρωποι της τοπικής Ζαντάρ τον είδαν στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου και τον πήραν στις ακαδημίες. Παρά το μικρό του μπόι και μια σωματοδομή που τον έκανε να φαίνεται μικροσκοπικός ανάμεσα στα παιδιά της ηλικίας του, ήξερε πολλαπλάσια μπάλα από αυτά. Αν κι ο πόλεμος τελείωσε, οι γονείς του έμειναν εκεί, βρίσκοντας καταφύγιο σε διαφορετικό ξενοδοχείο που είχε μετατραπεί σπίτι για πρόσφυγες, ώστε ο Λούκα να ακολουθήσει το όνειρό του. Στα 12 του δοκιμάστηκε στην αγαπημένη του Χάιντουκ και απορρίφθηκε, στα 15 του πήγε στη Διναμό Ζάγκρεμπ. Μετά από δανεισμούς και το αγροτικό του στη Βοσνία όπου σκληραγωγήθηκε αρκετά και βγήκε καλύτερος παίκτης το 2003, ο Μόντριτς άρχισε από τα 19 του να βρίσκει θέση στη Διναμό και να γίνεται πρωταγωνιστής. Τρία σερί πρωταθλήματα (τα δύο με παράλληλο νταμπλ), βραβεία, κλήση στην εθνική, συμμετοχή στο Μουντιάλ του 2006  (έστω και σχεδόν τυπική) και το όνομά του ξεπέρασε τα σύνορα των Βαλκανίων.

Το όνομά του ακούστηκε για πολλές ομάδες, αλλά ήταν η Τότεναμ αυτή που τον έκλεισε. Έχοντας πάρει Μπέιλ και Μπερμπάτοφ, οι Σπερς ήθελα να φτιάξουν κι άλλο την μεσοεπιθετική τους γραμμή και το σκάουτινγκ έβαλε σαν κορυφαίο στόχο τον μικροσκοπικό Κροάτη. Με τις φήμες ότι ομάδες όπως η Σίτι ενδιαφέρονταν, ο Ντάνιελ Λίβι πήρε ένα τζετ, τα βρήκε με τον ισχυρό άντρα της Ντιναμό Ζντράβκο Μάμιτς και ο Μόντριτς μετακόμισε στην Αγγλία. Το ξεκίνημα δεν ήταν τόσο καλό, οι βιαστικοί τον διέγραψαν γρήγορα. Μόλις τρεις μήνες μετά την μεταγραφή του σε άρθρο στον Γκάρντιαν γραφόταν ότι δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην Πρέμιερ, ενώ κι ο Βενγκέρ πίστευε ότι δεν είχε τη σωματοδομή για να τα βγάλει πέρα. Το γεγονός ότι είναι παίκτης χωρίς θέση (γιατί μπορεί να κάνει με την ίδια ευκολία πολλά πράγματα) μπορεί να είναι ευλογία, αλλά στην αρχή της θητείας του στις ομάδες ήταν κατάρα. Παίζοντας κυρίως στα αριστερά δεν μπορούσε να προσφέρει. Όταν ήρθε κεντρικά επί Χάρι Ρέντναπ στην Τότεναμ άρχισε να λάμπει. Παρά τα διάφορα μελοδράματα κατά καιρούς για μεταγραφές (όπως τον εκβιασμό για να πάει στην Τσέλσι), ο Μόντριτς έφυγε από το Λονδίνο προσφέροντας πολλά στον σύλλογο και κυρίως φέρνοντας διπλάσια περίπου χρήματα από όσα ξοδεύτηκαν γι’ αυτόν.

Στη Μαδρίτη η πορεία ήταν παρόμοια με του Λονδίνου. Πίσω από Οζίλ, Κεντίρα και Τσάμπι Αλόνσο, με κάποια προβλήματα τραυματισμών, δεν έλαμψε αρχικά και, όπως και στην Αγγλία, τα δημοσιεύματα για «αποτυχημένη μεταγραφή» άρχισαν να εμφανίζονται. Από τη 2η σεζόν όμως και ειδικά με την έλευση του Κάρλο Αντσελότι, ο Μόντριτς έκανε σπουδαία παιχνίδια και όπως και τώρα με τον Ζιντάν, κάνει απλά πράγματα που συχνά στο ποδόσφαιρο είναι και τα πιο όμορφα. Βρίσκεται εκεί, πάντα κοντά ως στήριγμα για κάποιον συμπαίκτη του, μοχθεί, δεν βεντετίζει, βάζει τα πόδια στη φωτιά (και ας μην είναι τα πιο γυμνασμένα) και όταν έχει την μπάλα τη χάνει πολύ δύσκολα και συνήθως την μεταβιβάζει και σωστά. Ένας άρχοντας της απλότητας με λατρεμένο εξωτερικό. Ένα ολοκληρωμένο χαφ που ντροπιάζει όποιον σταθεί στο μαλλί του, το ύψος του, τα κιλά του και δεν δει την ποιότητά του. Παρά τα τρία Τσάμπιονς Λιγκ, τη φήμη, τα χρήματα δεν έχει αλλάξει και στην ερώτηση γιατί δεν έχτισε μεγαλύτερο σπίτι για την οικογένειά του, απαντά: «είναι 4 άτομα, ποιος ο λόγος να υπάρχουν παραπάνω δωμάτια και να μένουν άδεια;»

Βέβαια, ο Λούκα μπορεί να είναι μια από τις πιο συμπαθητικές φιγούρες στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο και ένας εξαιρετικός παίκτης, στην πατρίδα του όμως εδώ και λίγο καιρό δεν είναι και τόσο αγαπητός. Κάτι που οφείλεται στη σχέση του με τον Μάμιτς, έναν άνθρωπο που παίζει τον ρόλο του κακού στο ποδόσφαιρο της Κροατίας. Ο ισχυρός άντρας όχι μόνο της Διναμό αλλά γενικά του ποδοσφαίρου της χώρας είναι μπλεγμένος σε ένα σωρό περίεργες υποθέσεις, παίρνοντας ποσοστά από πολλούς παίκτες που μοσχοπουλήθηκαν. Ανάμεσά τους και από τον Λούκα, τον οποίο είχε βοηθήσει οικονομικά με αντάλλαγμα να παίρνει τεράστια ποσοστά στις μεταγραφές του. Πέρα από όλα αυτά όμως, ο Μάμιτς κατηγορείται ότι πήρε και χρήματα από τα ταμεία του συλλόγου (συνολικά υπεξαίρεση 15 εκατομμυρίων) και οι αρχικές μαρτυρίες του Μόντριτς επιβεβαίωναν ότι κάποια χρήματα ήταν της Διναμό. Στο δικαστήριο όμως, ο Λούκα έπεσε σε αντιφάσεις, άλλαξε αυτά που έλεγε και προσπάθησε να υπερασπιστεί τον Μάμιτς, γεμίζοντας με οργή πολλούς φιλάθλους στην Κροατία. Τόσο ώστε κάποιοι να κρεμάσουν ένα πανό στο ξενοδοχείο που μεγάλωσε στο Ζαντάρ. Ο ίδιος παρ’ ότι κατηγορήθηκε για ψευδορκία, δηλώνει ότι έχει καθαρή τη συνείδησή του.

Πίσω στην Μαδρίτη όμως κανείς δεν είναι φειδωλός για την προσφορά του. Ο Σέρχιο Ράμος τον χαρακτήρισε «ραχοκοκαλιά της Ρεάλ» και έναν σημαντικότατο παίκτη που δεν παίρνει όλα τα εύσημα που του αξίζουν, ο Κριστιάνο λέει ότι είναι από τους παίκτες κλειδιά της ομάδας και ένας πολύ ταπεινός και καλός χαρακτήρας, ο Μιγιάτοβιτς ότι όλοι θα κλαίνε την μέρα που θα αποσυρθεί κι ο Ζιντάν, με τον οποίο ο Μόντριτς λατρεύει να μιλάει για μπάλα και τα… «παλιά χρόνια», λέει ότι όχι απλά είναι σημαντικότατος, αλλά ότι είναι υποδειγματικός επαγγελματίας και οι συμπαίκτες του τον αγαπούν όλοι. Και σε κάθε ζόρικο ματς ο Λούκα θα αναλαμβάνει και πάλι να κάνει μεγάλο μέρος της δουλειάς. Το προσφυγόπουλο που έτρεχε να κρυφτεί όταν βομβάρδιζαν το γήπεδο της Ζαντάρ και τώρα το απολαμβάνουν χιλιάδες άνθρωποι στα καλύτερα γήπεδα του κόσμου.

Η αλήθεια πίσω από τα ball boys

  [5 Σχόλια]

Τα βλέπουμε μέσα στο γήπεδο. Η νεολαία, οι ελπίδες του ποδοσφαίρου, πιθανότατα οι επόμενοι μεγάλοι σταρ. Χαρούμενες, αθώες παιδικές φάτσες, με μόνο στόχο να βρεθούν κοντά στα ινδάλματά τους, να βοηθήσουν στην τέλεση του αγώνα και κάποτε να πρωταγωνιστήσουν. Τα αθώα ball boys. Ή έτσι νομίζει ο απλός κόσμος. Όποιος δεν έχει βρεθεί σε γήπεδο εκεί στο 90′ που η ομάδα ψάχνει το ένα γκολ και κάθε δευτερόλεπτο που χάνεται είναι αιώνας, δεν μπορεί να καταλάβει. Όποιος έχει δει τερματοφύλακα να περιμένει την μπάλα πίσω από το τέρμα με βλέμμα απόγνωσης σαν να πήγε σε δημόσια υπηρεσία και να του είπαν «δυστυχώς είναι σε άδεια ο υπάλληλος», ξέρει. Εκεί που καταλαβαίνεις ότι η αγγελική φάτσα είναι απλά το προσωπείο που κρύβει έναν ποδοσφαιρικό Τσάκι, την κούκλα του σατανά. Και μπορεί οι παίκτες συχνά να αντιδρούν, αλλά τα ball boys συνεχίζουν ακάθεκτα. Βελτιώνονται και γίνονται ακόμα πιο προκλητικά και φυσικά οι παίκτες απαντούν. Κι αν δεν μας πιστεύετε, συγκεντρώσαμε τα «καλύτερα» περιστατικά με ball boys και παίκτες που έγιναν μόλις τον τελευταίο μήνα και τα αξιολογούμε.

Ξεκινάμε από την Αυστραλία. Στον τελικό του κυπέλλου το παιχνίδι έχει φτάσει στην παράταση και το Σίδνεϊ προηγείται της Αδελαΐδας με 2-1. Η μπάλα έχει βγει πλάγιο στη σέντρα και ο Μάικλ Μαρόνε πάει να την πάρει. Το ball boy όχι απλά δεν την δίνει γρήγορα, αλλά καθώς ο Μαρόνε πλησιάζει πάει να την καλύψει με το σώμα του για να μην την πάρει ο παίκτης της Αδελαΐδας. Ο Μαρόνε έχει ανεχτεί αρκετή κοροϊδία από τα διαβολικά ball boys στη ζωή του και ρίχνει ένα μεγαλοπρεπές σπρώξιμο στον πιτσιρικά που πάνω που πας να τον λυπηθείς πέφτει κάτω συνεχίζοντας να μην αφήνει την μπάλα από τα χέρια του λες και είναι ο Φρόντο, ενώ κάνει τον τραυματία. Το περιστατικό καταδικάζεται απερίφραστα (αν και σίγουρα οι οπαδοί της Αδελαΐδας νιώθουν μια ηθική ικανοποίηση), ο Μαρόνε όχι μόνο καταφέρνει να χάσει παραπάνω χρόνο με όλη αυτή τη φάση, αλλά όπως είναι φυσικό αποβάλλεται και τιμωρείται με τέσσερις αγώνες. Το σκορ δεν αλλάζει και το Σίδνεϊ πανηγυρίζει την κούπα.

Βαθμός αλητείας Ball Boy: 7 (απλή καθυστέρηση, μπόνους θεατρινισμός)

Μεταφερόμαστε στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, εκεί που πριν λίγες μέρες έγινε ο πρώτος τελικός του Κόπα Λιμπερταδόρες μεταξύ της Γκρέμιο και της Λανούς. Η ομάδα από την Αργεντινή κρατούσε σχετικά άνετα το 0-0, αλλά σε μια ανύποπτη φάση οι Βραζιλιάνοι άνοιξαν το σκορ και τα τελευταία λεπτά απέκτησαν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς η Λανούς βιαζόταν να ισοφαρίσει για να πάει στον επαναληπτικό με καλύτερο σκορ. Σε μια επίθεση της Γκρέμιο η μπάλα κατέληξε άουτ, κάπου βρήκε και επέστρεψε στο χώρο πίσω από την εστία. Ο γκολκίπερ Αντράντα γνωρίζοντας την μοίρα του φιλοξενούμενου, δεν περίμενε και έτρεξε να πάει την μαζέψει. Αυτό το είδε και το ball boy παλικάρι της Γκρέμιο που είτε είναι ο Μπέντζαμιν Μπάτον, είτε έμεινε πολλά χρόνια στην ίδια τάξη καθώς μοιάζει 30 χρονών. Έφυγε σφαίρα να προλάβει την μπάλα. Ο Αργεντινός τερματοφύλακας ήταν ένα κλικ πιο αργός, αλλά σαφώς πιο δυνατός και έσπρωξε το Βραζιλιάνο παίρνοντας την μπάλα. Το ball boy man σηκώθηκε γρήγορα και έκανε προσπάθεια να προλάβει και να χτυπήσει τον τερματοφύλακα (!), αστοχώντας για λίγο. Το αποκορύφωμα ήταν που δεν σταμάτησε εκεί, αλλά πήγε πίσω από την εστία και συνέχισε να μανουριάζει.

Βαθμός αλητείας ball boy: 8 (έχασε την αρχική μάχη, αλλά σημασία έχει να σηκώνεσαι όταν πέφτεις)

Και για να μην πείτε «ναι αλλά στην Ευρώπη αυτά δεν γίνονται» (άλλωστε η φωτογραφία του Αζάρ στην αρχή δεν μπήκε τυχαία), κλείνουμε με λίγη Ισπανία. Η Βαλένθια παρ’ ότι έπαιζε για πάνω από ένα ημίχρονο με παίκτη παραπάνω, υποχρεώθηκε στην πρώτη της ήττας από τη Χετάφε με 1-0 και δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη γκέλα της Μπαρτσελόνα. Η Χετάφε με θεατρικό ηγέτη τον Νταμιάν, έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το αποτέλεσμα (αξίζει το βίντεο ολόκληρο για το σόου που έδωσε), αλλά εμείς θα σταθούμε στο βραβείου 2ου ανδρικού ρόλου, το ανώνυμο ball boy της Χετάφε (περίπου στο 0.20). Αυτή τη φορά ο πιτσιρικάς δεν χρειάστηκε καν να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Περίμενε τον βιαστικό Σάντι Μίνα να έρθει κοντά και μόλις αυτός πλησίασε πέταξε την μπάλα μακριά του. Ο Σάντι Μίνα θέλοντας να κυνηγήσει την μπάλα, δεν τον φύτεψε στο χώμα, αλλά του είπε κάτι για συγκεκριμένο μέρος του σώματος της μητέρας του. Λίγο αργότερα ο μικρός το επανέλαβε με τον Σιμόνε Ζάζα. Ο Ιταλός όμως διαθέτει εμφανώς ατσάλινα νεύρα, αφού απλά χαμογέλασε και μετά από λίγο του έκανε ένα χαριτωμένο «θα τις φας», σαν να ήταν η μαμά του που ενθουσιάστηκε με την σκανταλιά του κανακάρη της. Αποτέλεσμα ο μπόμπιρας, αληθινός αυτήν τη φορά, όχι σαν της Γκρέμιο, να μην πάρει το μάθημά του και σίγουρα να περιμένει το επόμενο εντός της Χετάφε για να συνεχίσει το έργο του.

Βαθμός αλητείας ball boy: 9 (τρολάρισμα σε δύο στιγμές, χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του και χωρίς να κάψει ούτε θερμίδα)

Θα κλείσουμε με κάτι ρετρό και διαφορετικό. Για να μη φανεί ότι είμαστε άδικοι και σκληροί, υπάρχουν και περιπτώσεις που τα παιδιά δίπλα στη γραμμή δεν έχουν έρθει στη Γη για να μας βασανίζουν, αλλά είναι ό,τι κι εμείς. Απλοί οπαδοί που πονούν την ομάδα τους και ζουν γι’ αυτή. Γυρίζουμε στη Βραζιλία και το μακρινό 1988, για να δούμε ένα ball girl αυτή τη φορά στο θρυλικό Μαρακανά. Το παιχνίδι ήταν Βάσκο ντα Γκάμα με Μποταφόγκο και με το σκορ στο 3-0 ο δαιμόνιος Βραζιλιάνος ρεπόρτερ πλησίασε το κοριτσάκι που έκλαιγε, βλέποντας την ομάδα του να χάνει. Οι ερωτήσεις του ρεπόρτερ ήταν παντελώς ανόητες, αλλά αρκούν οι μονολεκτικές απαντήσεις για να απαντηθεί το ερώτημα «πώς είναι να αγαπάς πολύ την ομάδα σου;» (προχωρήστε στο 3.58 του βίντεο εκτός αν θέλετε ρετρό γκολ) και να συνεχίζεις να το κάνεις ενώ σε πονάει. Και ένα κοριτσάκι (που τώρα θα έχει γίνει γυναίκα και πιθανώς να πηγαίνει με τα παιδιά της στο γήπεδο και να έχει ακόμα τη φανέλα που της χάρισε ένας παίκτης της αγαπημένης της ομάδας) μας βάζει τα γυαλιά:

Κλαις που χάνει η Μποταφόγκο;
Ναι
Ήρθες για να δεις το παιχνίδι;
– Ναι
Δεν ήρθες πρώτα για τη δουλειά ε; (δουλειά = ball boy)
Όχι, ήρθα για να δω το παιχνίδι
Πίστευες ότι θα κερδίσει η Μποταφόγκο;
Ναι το πίστευα
Θα σταματήσεις να είσαι Μποταφόγκο;
Όχι

Το ντέρμπι που δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει

  [4 Σχόλια]

Τα τοπικά ντέρμπι είναι παιχνίδια που χωρίζουν πόλεις στα δύο, ματς για τα οποία ζουν οι κάτοικοι κάθε πόλης. Ποιος θα κρεμάσει περήφανα τη σημαία έξω, ποιος θα πάει στη δουλειά με κατεβασμένο το κεφάλι, ποιος θα κάνει πλάκα το επόμενο πρωί. Κι οι ομάδες από την ίδια πόλη αρκετά συχνά προέρχονται από σάρκα μία. Μίλαν και Ίντερ, Έβερτον και Λίβερπουλ, άνθρωποι που έφυγαν για να δημιουργήσουν νέους συλλόγους και τελικά να χωρίσουν πόλεις. Αλλά και πιο πρόσφατα, με ομάδες που συνεχίζουν, αλλά οι οπαδοί τους δεν τις αναγνωρίζουν. Τα παραδείγματα της Κέρκυρας ή και της Στεάουα. Πέρα από όλα αυτά όμως, υπάρχει και μια πολύ περίεργη ιστορία εκεί στα βορειοδυτικά της Ισπανίας, στη Σαλαμάνκα. Η ιστορία μιας ενωμένης για 90 χρόνια πόλης που ξαφνικά χώρισε.

Αν και μεγάλη φοιτητομάνα πόλη, η Σαλαμάνκα δεν είναι τόσο γνωστή ποδοσφαιρικά. Με καλύτερη θέση την 7η και μόλις 12 σεζόν στην Πριμέρα, η τοπική Ουνιόν Ντεπορτίβο Σαλαμάνκα δεν είχε τόσο μεγάλη ιστορία. Ήταν όμως για πολλούς η αγαπημένη ομάδα και το Εστάδιο Ελμάντικο ένα δεύτερο σπίτι. To 1997-98 είδαν με περηφάνια την ασπρόμαυρη ομάδα τους να ονομάζεται «φονέας των γιγάντων» από τους δημοσιογράφους. Με ηγέτη τον Παουλέτα των 15 γκολ, στο Ελμάντικο υπέκυψαν τόσο η πρωταθλήτρια Μπαρσελόνα του Ριβάλντο σε ένα ένα φοβερό ματς που έληξε με 4-3 (η Σαλαμάνκα κέρδισε και 1-4 στο Καμπ Νου), όσο και η Ατλέτικο Μαδρίτης του πρώτου σκόρερ Κριστιάν Βιέρι σε ένα απίστευτο ματς, όπου ο Ιταλός σκόραρε τέσσερις φορές κι όμως η Σαλαμάνκα με ηγέτη τον Ποπέσκου κέρδισε με 5-4. Λίγες εβδομάδες αργότερα διέλυσε και τη Βαλένθια με 6-0. Αυτή ήταν και η τελευταία καλή χρονιά της ομάδας, καθώς το 1999 υποβιβάστηκε.

Η Ατλέτικο των Μολίνα, Κίκο, Βιέρι και Πάντιτς απέναντι στη Σαλαμάνκα

Από το 2000 και μετά η Σαλαμάνκα παρέμεινε στη Σεγούντα μέχρι και τον υποβιβασμό στη 3η κατηγορία. Τα οικονομικά προβλήματα ήδη είχαν ξεκινήσει και τελικά το 2013 η Σαλαμάνκα κήρυξε πτώχευση, οι οφειλέτες δεν δέχθηκαν κάποιον συμβιβασμό και ο σύλλογος διαλύθηκε. Ούτε αλλαγές ονομάτων, ούτε υποβιβασμοί σε χαμηλότερες κατηγορίες, ούτε τίποτα. Τέλος. Λουκέτο. Έτσι απλά. Με 23 εκατομμύρια Ευρώ χρέη στην πλάτη του συλλόγου δε βρέθηκε λύση και μέχρι και το γήπεδο βγήκε στο σφυρί. 90 χρόνια μετά την ίδρυσή της το 1923, η Σαλαμάνκα διαλύθηκε βυθίζοντας στη θλίψη μια πόλη περίπου 150.000 κατοίκων.

Όπως είναι φυσικό σε αυτές τις περιπτώσεις, ο κόσμος δεν μπορεί να μείνει χωρίς μπάλα, δεν μπορεί να μείνει χωρίς ομάδα. Μόνο που στη Σαλαμάνκα έγινε ένα μπάχαλο. Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Το 2013 με την Ουνιόν να καταρρέει, δημιουργήθηκε μια οργάνωση λαϊκής βάσης (σαν αυτές που έχουμε δει και στην Ελλάδα σε ΑΕΚ, Άρη, ΠΑΟ) ώστε να λυθούν τα προβλήματα και να βρεθούν τα χρήματα. Όταν αυτό δεν έγινε κι η εταιρεία διαλύθηκε, αποφασίστηκε να ιδρύσουν έναν σύλλογο στα πλαίσια της AFC Wimbledon ή της FC United of Manchester, με τη διαφορά όμως ότι δεν επρόκειτο για «αντι-σύλλογο» καθώς η Σαλαμάνκα δεν υπήρχε πια. Έτσι ιδρύθηκαν οι Ουνιονίστας (σε ελεύθερη μετάφραση Ενωσίτες) με μέλη που είχαν όλα δικαίωμα μιας ψήφου για εκλογή προέδρου. Ο σύλλογος ξεκίνησε από την τοπική ΣΤ’ κατηγορία και με δυο ανόδους έφτασε πέρσι στη Δ’ εθνική της Ισπανίας, χωρίς όμως να κερδίσει την άνοδο.

Αριστερά το σήμα των Ουνιονίστας, δεξιά της Σαλμαντίνο

Παράλληλα με τους Ουνιονίστας όμως υπήρχε και μια δεύτερη ομάδα. Η Σαλμαντίνο ιδρύθηκε το 1943 ως θυγατρική της Σαλαμάνκα και αργότερα έγινε επίσημα η 2η ομάδα της καθώς οι αναπληρωματικοί αγωνίζονταν με αυτή. Το 1997 μετονομάστηκε σε Ουνιόν Σαλαμάνκα Β’ και συνέχισε να υπάρχει μέχρι και το 2013 ως η δεύτερη ομάδα του συλλόγου, όταν κι η Ουνιόν Σαλαμάνκα διαλύθηκε. Τότε, οι άνθρωποί της αποφάσισαν να την ονομάσουν ξανά σε Σαλμαντίνο (μια που δεν είχαν δικαιώματα για το όνομα της Σαλαμάνκα), απέκτησαν όμως τα δικαιώματα των Ακαδημιών και ως φυσική συνέχεια της «αναπληρωματικής» ομάδας συνέχισαν στη Γ’ εθνική όπου και βρισκόταν. Πολύς κόσμος άρχισε να στηρίζει την ομάδα, καθώς ήταν γι’ αυτούς η φυσική συνέχεια της Σαλαμάνκα με τα παιδιά από τις Ακαδημίες. Μετά από δύο σεζόν όμως, η ισπανική Ομοσπονδία αποφάσισε ότι τελικά η Σαλμαντίνο πρέπει να θεωρείται νέα ομάδα και ότι λανθασμένα έπαιζε στη Γ’ εθνική, ακύρωσε τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και έτσι την έριξε στον πάτο του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Έτσι λοιπόν, η Σαλμαντίνο ακολούθησε την πορεία των Ουνιονίστας με μια σεζόν διαφορά και από την ΣΤ’ εθνική βρέθηκε φέτος στη Δ’. Πριν λίγους μήνες κατάφερε να αγοράσει τα δικαιώματα για την μπουτίκ και το έμβλημα του συλλόγου, ενώ αγωνίζεται και στο παλιό γήπεδο της Σαλαμάνκα (οι Ουνιονίστας έχουν έδρα 50 μέτρα μακριά, στο βοηθητικό στάδιο). Επόμενος στόχος να πάρει τα δικαιώματα για το όνομα. Την ίδια στιγμή μάχη για διάφορα δικαιώματα δίνουν και οι Ουνιονίστας και μάλιστα κέρδισαν πρόσφατα μια δικαστική απόφαση. Με τη διαφορά όμως ότι οι ίδιοι πιστεύουν ότι κανείς δεν πρέπει να λέει ότι είναι η Σαλαμάνκα και προς το παρόν υποστηρίζουν ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν το όνομα και το έμβλημα. Την ίδια στιγμή ο ένας κατηγορεί τον άλλον και μιλούν οι δικηγόροι, ενώ ο κόσμος πιστεύει ότι η δική του ομάδα είναι η «σωστή». Μύλος…

Ναι, δεν είναι αστείο. Κυκλοφορούν και τέτοια ανάμεσα σε οπαδούς των ομάδων.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στη φετινή σεζόν όπου επιτέλους οι δυο ομάδες βρέθηκαν στην ίδια κατηγορία και πριν μερικές μέρες αντίπαλοι για πρώτη φορά. Η Σαλμαντίνο υποδέχτηκε τους Ουνιονίστας. Από το πρωί στους δρόμους υπήρχαν οπαδοί και των δύο ομάδων. Οι γηπεδούχοι της Σαλμαντίνο που λένε ότι η θυγατρική-2η ομάδα της Σαλαμάνκα από το 1943 είναι λογικό να είναι η Σαλαμάνκα και οι οπαδοί των Ουνιονίστας με σύνθημα «Ουνιόν ήταν μόνο μία» που λένε ότι η παλιά ομάδα τελείωσε το 2013 και πλέον δεν μπορεί να υπάρξει ομάδα αντικαταστάτρια, αλλά μια που απλώς να την τιμάει. Κάποιοι από αυτούς δάκρυζαν λέγοντας «θα επισκεφτώ το γήπεδό μου σαν φιλοξενούμενος».

Το πρώτο ντέρμπι στην ιστορία της Σαλαμάνκα, με δυο ομάδες που θέλουν να γίνουν ότι ήταν η παλιά Ουνιόν

Λίγο πριν τον αγώνα οι οπαδοί συναντιούνται απ’ έξω. Επεισόδια δεν γίνονται, αλλά το κλίμα είναι τεταμένο από τους πιτσιρικάδες και των δύο. Χειρονομίες και συνθήματα. Αστυνομική παρουσία. «Η Ουνιόν είμαστε εμείς» φωνάζουν οι οπαδοί της Σαλμαντίνο στους «φιλοξενούμενους» οπαδούς, ανθρώπους που πριν 4 χρόνια είχαν την ίδια αγωνία με αυτούς για τη σωτηρία της Σαλαμάνκα. Που πανηγύριζαν γκολ και νίκες, δάκρυσαν με υποβιβασμούς. Και τώρα ξαφνικά είναι αντίπαλοι σε ένα τοπικό ντέρμπι που όπως έγραψαν κάποιοι Ισπανοί είναι «το ντέρμπι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει» ή όπως έγραψε η Μάρκα, «το ντέρμπι των ορφανών». Στις κάμερες ο καθένας δηλώνει γιατί πιστεύει ότι υποστηρίζει το σωστό σύλλογο.

Στο παλιό σπίτι και των δύο, τα δυο πέταλα γεμίζουν με οπαδούς ντυμένους στα άσπρα και μαύρα να τραγουδούν τον ίδιο ύμνο κι όμως να είναι αντίπαλοι. Το παιχνίδι σκληρό, με φάουλ και αρκετούς καβγάδες μεταξύ των παικτών. Δεν είναι μόνο όλη αυτή η ιστορία, οι δυο ομάδες βρίσκονται στη 1η και 2η θέση του ομίλου τους και υπάρχει και βαθμολογική σημασία. Η Σαλμαντίνο κερδίζει τελικά με 1-0 με γκολ του Μεξικάνου Γκαλβάν. Οι οπαδοί της πανηγυρίζουν με τους παίκτες. Από την άλλη πλευρά οι φιλοξενούμενοι περιμένουν τους δικούς τους παίκτες και κάνουν χέρια όλοι μαζί, φωνάζοντας «αυτό δεν αγοράζεται με χρήματα» (μια που θεωρούν ότι ως ομάδα λαϊκής βάσης διαφέρουν). Σε άλλες περιπτώσεις μπορείς να πεις ποιος έχει δίκιο. Στη συγκεκριμένη όλοι έχουν κάποια βάση στα επιχειρήματά τους. Και κάπως έτσι, η Σαλαμάνκα αποκτά κι επίσημα ένα τοπικό ντέρμπι και δεν θα είναι παράξενο σε μερικά χρόνια να έχουν ξεχάσει όλοι τις στιγμές που υποστήριζαν την ίδια ομάδα, του Στελέα, του Ποπέσκου, του Παουλέτα και του Εντού Αλόνσο. Και εμείς να κάνουμε αφιερώματα για το «ιστορικό» κλάσικο της Σαλαμάνκα.

Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Όνειρο

  [Καθόλου σχόλια]

Κάπου στις αλάνες της Καστίλης, εκεί στο Β’ τοπικό, παίζει μια ομάδα φοιτητών πολύ διαφορετική από τις άλλες. Λέγεται Κουμ και αποτελείται αποκλειστικά από Κορεάτες ποδοσφαιριστές. Κουμ στα κορεάτικα σημαίνει «όνειρο»,  όνομα που αντικατοπτρίζει ακριβώς το τι συμβαίνει σ’αυτήν την ομάδα των 24 παιδιών από την άλλη άκρη του κόσμου.

Όλα ξεκίνησαν το 2014 όταν ο Κιμ Ντε Χο, Κορεάτης επιχειρηματίας, μετέφερε τις δραστηρίοτητές του από τη Σεούλ στο Χετάφε, νότιο προάστιο της Μαδρίτης. Εκεί γνώρισε τον Ρουμπέν Κάνιο και τους ένωσε η αγάπη τους για το ποδόσφαιρο. Από την αρχή της γνωριμίας τους, αγαπημένο τους θέμα ήταν το πως είναι το ποδόσφαιρο στη μία χώρα και πως στην άλλη. Έτσι ο Ντε Χο πρότεινε στον Κάνιο, ο οποίος ασχολιόταν κυρίως με το ποδόσφαιρο βάσης, να πάει να τσεκάρει το επίπεδο των ποδοσφαιριστών στις πανεπιστημιακές ομάδες της Νοτίου Κορέας.

Επιστρέφοντας ο Κάνιο από εκεί, είπε στον Ντε Χο ότι κατά τη γνώμη του υπάρχουν αρκετοί παίχτες που θα μπορούσαν να αγωνιστούν στην Τερθέρα και τη Σεγούνδα. Έτσι άρχισαν να χτίζουν τις υποδομές για ένα φιλόδοξο σχέδιο. Θα έστηναν μια ομάδα αποκλειστικά με Κορεάτες φοιτητές και θα την τοποθετούσαν στη χαμηλότερη κατηγορία της Ισπανίας. Η Ομοσπονδία της Καστίλης (όπως έχουμε ξαναπεί στις μη εθνικές κατηγορίες τα πρωταθλήματα τα διοργανώνουν οι ομοσπονδίες της κάθε Αυτονομίας) έθεσε ως μόνη προϋπόθεση η έδρα (γήπεδο και εταιρία) να είναι στα διοικητικά όρια της Καστίλης και να έχει ΑΦΜ ισπανικό.

Μετάφραση Μότο: Η Αρχή του Θρύλου

Οι δύο φίλοι πήγαν στη Σεούλ και έβαλαν ανακοίνωση για κάστινγκ. Ακολούθησαν κλασσικές αγαπημένες ασιατικές εικόνες. Παρουσιάστηκαν 500 άτομα από όλα τα πανεπιστήμια της χώρας. Όπως είπε ο ίδιος ο Ντε Χο: «Ήταν κάτι φοβερά ρομαντικό αυτό που κυνηγούσαν αυτά τα παιδιά. Εμένα τουλάχιστον με συγκίνησε. Εκεί εμπνεύστηκα το όνομα του συλλόγου. ‘Όνειρο’ διότι από τη μία ήταν το δικό μου όνειρο που γινόταν πραγματικότητα, από την άλλη ήταν το όνειρο αυτών των παιδιών να πάνε να παίξουν μπάλα στην Ισπανία».

Επιλέχθηκαν 24 άτομα που έκαναν το ταξίδι από Σεούλ στη Μαδρίτη για να εγκατασταθούν σε μια κωμόπολη λίγο πιο έξω από το Τολέδο, το Ιγιέσκας. Εκεί ακολουθούν πρόγραμμα προπονήσεων υπό τις οδηγίες του Πέδρο Βελάσκο, ενός γκουρού στις μέσες ηλικίες. Παράλληλα ακολουθούν ακαδημαϊκά προγράμματα στο πανεπιστήμιο του Τολέδο και μαθαίνουν Ισπανικά. Ο προϋπολογισμός του συλλόγου, €520.000, πληρώνεται από τον Κιμ Ντε Χο που είναι πρόεδρος, την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Νοτίου Κορέας αλλά και το Υπουργείο Πολιτισμού, καθώς θεωρεί το πρόγραμμα από τη μία εκπαιδευτικό, από την άλλη διαφήμιση για τη χώρα. Η τοπική Ιγιέσκας παρέχει δωρεάν τις εγκαταστάσεις (έδρα και προπονητικό) στην Κουμ.

Ο Βελάσκο δήλωνε στον τοπικό τύπο ότι μετά την πρώτη προπόνηση ένιωθε πολύ άβολα καθώς δεν είχε συνηθίσει να του δίνουν τόσο μεγάλη προσοχή οι παίχτες του. Σχεδόν σοκαρίστηκε από τη διαφορά πολιτισμού όπου είχε 24 άτομα να κάθονται και να ακολουθούν ευλαβικά τις οδηγίες του. «Όταν δίνω μια οδηγία το βουλώνουν και με ακούνε. Με σοκάρει αυτό». Ο μέσος όρος της ομάδας είναι τα 20 χρόνια και ο καλύτερος και πιο έμπειρος από αυτούς είχε παίξει μια σεζόν στο πρωτάθλημα των Φιλιππίνων. Αυτή τη στιγμή είναι πρώτοι στη βαθμολογία με 4/4 νίκες και γκολ 16-3.

Το όριο στην Ισπανία για μια τέτοια ομάδα είναι η Σεγούνδα. Όταν ρωτάνε τον Ντε Χο ποιο είναι το όνειρό του, αυτός απαντάει: «Nα φτάσουμε στη Σεγούνδα και να κληρωθούμε στο κύπελλο με τη Ρεάλ Μαδρίτης». Και στην τελική, εδώ που κατάφερε να το φτάσει το όλο εγχείρημα, ποιος μπορεί να του στερήσει αυτό το όνειρο;

Όταν ο Μπλάνκο έστειλε στον κουβά τους συμπαίκτες του

  [2 Σχόλια]

Στην ιστορία του Σομπρέρο υπάρχουν κάποιες προσωπικότητες στις οποίες έχουμε αδυναμία. Που δεν βαριόμαστε να ασχολούμαστε μαζί τους και να αφιερώνουμε παραπάνω από ένα κείμενο. Μια τέτοια είναι ο σπουδαίος τεχνίτης-ζογκλέρ-ψυχάκιας Κουαουτέμοκ Μπλάνκο. Ο Μεξικάνος φορ που έπαιζε μέχρι τα 40κατι του μπάλα, έκανε ένα πέρασμα από τα ευρωπαϊκά γήπεδα που δυστυχώς ήταν σύντομο. Το 2000 σε ηλικία σχεδόν 28 χρονών πήγε δανεικός στη Ρεάλ Βαγιαδολίδ για να ζήσει το όνειρο, αλλά λίγους μήνες αργότερα χτύπησε πολύ σοβαρά σε παιχνίδι της εθνικής με το Τρινιντάντ-Τομπάγκο και έμεινε εκτός δράσης για έξι μήνες.

Σκληρές εικόνες, αλήθεια…

Ήταν ένας από τους πιο άδικους τραυματισμούς, αφού με το σκορ στο 6-0 (!!), ο αμυντικός Έλκοκ έκανε ένα τρομακτικό, δολοφονικό χτύπημα στον Μπλάνκο μέσα στην περιοχή. Ο διαιτητής έδωσε το πέναλτι και την κόκκινη, το ματς έληξε 7-0, αλλά ο Μπλάνκο υπέστη ρήξη χιαστού και έμεινε για μισό χρόνο εκτός. Ο Έλκοκ έγινε γνωστός ως ο χασάπης του Τρινιντάντ, αυτή ήταν και η τελευταία του διεθνής συμμετοχή, γεγονός που τον έκανε άκρως αναγνωρίσιμο και μετά το τέλος της καριέρας του. Δεν ήταν λίγοι οι Μεξικάνοι που τον συναντούσαν χρόνια μετά και θυμόντουσαν το περιστατικό, ο Μπλάνκο άλλωστε είναι για πολλούς εθνικός ήρωας. Όταν επέστρεψε από τον τραυματισμό δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος και έχοντας χάσει σε ταχύτητα, δεν μπόρεσε να εντυπωσιάσει και έχασε τις ελπίδες του για μια μεταγραφή σε μεγαλύτερο ευρωπαϊκό σύλλογο. Ο ίδιος λέει ότι αυτό το χτύπημα του χάλασε μια μεταγραφή στη Ρεάλ. Πρόλαβε όμως να αφήσει το στίγμα του και στην Ισπανία.

Στην αρχή της επόμενης σεζόν, στις 29 Σεπτεμβρίου του 2001 όταν η Βαγιαδολίδ ταξίδεψε στο Μπερναμπέου για να αντιμετωπίσει τη Ρεάλ που κατέβηκε με παίκτες όπως οι Κασίγιας, Ρομπέρτο Κάρλος, Μακελελέ, Ραούλ, Ζιντάν, Φίγκο και Ιέρο. Μια Ρεάλ που έχασε εκείνη τη σεζόν το πρωτάθλημα από τη Βαλένθια και βγήκε 3η, αλλά κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ με αυτό το γκολ. Ποιος θα πόνταρε υπέρ της Βαγιαδολίδ; Ούτε οι παίκτες της. Και δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι η αλήθεια. Βλέπετε οι παίκτες της Βαγιαδολίδ είχαν το συνήθειο εκείνη την περίοδο να παίζουν συνεταιρικά κινιέλα, το περίπου αντίστοιχο του ΠΡΟ-ΠΟ στην Ισπανία με 15 αγώνες (αν δεν κάνω λάθος 14 αγώνες και ένα ακόμα ματς για μπόνους που μαντεύεις το σκορ).

Υπεύθυνος εκείνης της εβδομάδας για την κατάθεση του δελτίου ήταν ο αναπληρωματικός τερματοφύλακας Αλμπάνο Μπισάρι που στο ματς της ομάδας του έπαιξε ξερό άσσο, όπως έκαναν πάντα οι παίκτες καθώς αν η ομάδα κέρδιζε ήταν χαρούμενοι, αν έχανε τουλάχιστον είχαν πιάσει το σημείο. Οι προβλέψεις των παικτών της Βαγιαδολίδ ήταν εξαιρετικά σωστές εκείνο το Σαββατοκύριακο, αφού έπιασαν τα υπόλοιπα 13 παιχνίδια, αλλά και το σκορ του μπόνους. Συμπληρώνοντας και τη νίκη της Ρεάλ θα τα έπιαναν όλα. Και τα πράγματα πήγαιναν… καλά. Η Ρεάλ μόλις στο 4′ άνοιξε το σκορ με κεφαλιά του Ζιζού, η Βαγιαδολίδ ισοφάρισε δύο λεπτά αργότερα και ο Ραούλ στο 19′ έκανε το 2-1. Οι Μαδριλένοι έχασαν αρκετές ακόμα ευκαιρίες για να καθαρίσουν το ματς, αλλά το σκορ παρέμενε στο 2-1. Εννιά λεπτά πριν την λήξη ο κόουτς Μορέ πέρασε μέσα τον Μπλάνκο μπας και γίνει το θαύμα. Στο 88′ η Βαγιαδολίδ κέρδισε το φάουλ, ο Μεξικάνος πήρε την μπάλα και εκτέλεσε ένα τέλειο φάουλ, μέσα από το τείχος και στα δίχτυα του Κασίγιας, γράφοντας το 2-2 που ήταν και το τελικό.

Φυσικά η ισοπαλία στο Μπερναμπέου πανηγυρίστηκε έξαλλα, μέχρι που οι παίκτες συνειδητοποίησαν τι είχε γίνει. Το συνολικό ποσό που θα μοιράζονταν ήταν περίπου 5 εκατομμύρια € (!!) και ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι κάποιοι παίκτες της Βαγιαδολίδ δεν τα είχαν ανάγκη, σκεφτείτε ότι στο εβδομαδιαίο δελτίο συμμετείχαν και μεροκαματιάρηδες άνθρωποι όπως φυσιοθεραπευτές και μέλη του τεχνικού τιμ. Το ένα από τα μόλις τρία γκολ του Μπλάνκο στη σύντομη ισπανική του καριέρα στοίχισε σε αρκετούς ανθρώπους περίπου 150.000€, ποσό ικανό να αλλάξει τη ζωή τους. Τελικά, οι νικητές μοιράστηκαν από περίπου 1.000€ ο καθένας, ποσό ελάχιστο, αλλά τουλάχιστον είχαν να λένε ότι δεν έχασαν από την κορυφαία ομάδα της Ευρώπης εκείνη τη χρονιά, κλέβοντας μια ιστορική ισοπαλία στο τέλος.

Το φορ που βαριόταν να τρέχει

  [Καθόλου σχόλια]

Στο ποδόσφαιρο είναι πολλές φορές ένα τυχαίο γεγονός, μία φάση, ένα γκολ που καθορίζει την καριέρα κάπου επαγγελματία. Την ανεβάζει ή την καταστρέφει. Έτσι έγινε και ένα βράδυ του Οκτωβρίου του 2015 όταν η Ντεφενσόρ της Ουρουγουάης υποδεχόταν τη Λανούς της Αργεντινής για τους 16 του Κόπα Σουνταμερικάνα. Με το πρώτο παιχνίδι στο 0-0, η ρεβάνς στο Μοντεβιδέο κινήθηκε στους ίδιους ρυθμούς. Στο 71′ ο προπονητής των γηπεδούχων πέρασε μέσα τον πιτσιρικά Μαξιμιλιάνο Γκόμες, ένα ψηλό γεροδεμένο παιδί με παραπανίσια κιλά. Οι περισσότεροι στο στάδιο Λουίς Φρανσίνι δεν τον ήξεραν. Είχε παίξει ξανά μόλις για λίγα λεπτά σε έναν προηγούμενο αγώνα, μπαίνοντας αλλαγή στο τέλος.

Το παιχνίδι οδηγήθηκε τελικά στα πέναλτι κι ο προπονητής της Ντεφενσόρ Χουάν Τεχέρα δεν είχε σχεδιάσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Είχε τρεις σίγουρους, αλλά ο τέταρτος είχε βγει αλλαγή και ο 5ος δήλωσε «κουρασμένος» (σε απλά ελληνικά φοβόταν). Την ίδια στιγμή ο βοηθός του ρωτούσε τον 19χρονο Μάξι αν θέλει να εκτελέσει πέναλτι. Αυτός με απόλυτη ψυχραιμία, λες και δεν κρινόταν μια σημαντική πρόκριση, απάντησε: «ΟΚ, θα χτυπήσω ένα«, μια που στις ακαδημίες συνήθως εκτελούσε αυτός. Όπως αργότερα αποκάλυψε, νόμιζε ότι τον ρωτούσαν για την περίπτωση που πήγαινε σε 6ο ή 7ο πέναλτι και έτσι απάντησε τόσο άνετα. Ο βοηθός είπε στον κόουτς Τεχέρα: «Δεν ξέρω ποιον σκέφτεσαι, αλλά ο Μάξι φαίνεται να το πιστεύει» κι αυτός ανακοινώνει: «Το 5ο θα το εκτελέσει ο Μάξι«, χωρίς να τον κοιτάει. «Ένιωσα λίγο άγχος όταν άκουσα ότι θα βαρέσω το τελευταίο, αλλά δεν υπήρχε επιστροφή» είπε ο μικρός αργότερα. Η διαδικασία ξεκινάει. Η Λανούς αστοχεί στο πρώτο της και με το σκορ 4-2 την μπάλα παίρνει ο γνωστός μας Σεμπαστιάν Λέτο. Κάνει ένα άψογο σουτ στο γάμα, χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο, με τρόπο που κομπλάρει ο επόμενος. Ο Μάξι. Ο πιτσιρικάς όμως, έχει την ψυχραιμία να σημαδέψει σωστά, να κάνει το 5-3 δίνοντας την πρόκριση και να γίνει ο ήρωας της βραδιάς.

Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Γκόμες παίρνει πολλές ευκαιρίες και τις εκμεταλλεύεται, καθώς σκοράρει 14 γκολ στο πρωτάθλημα. Το ταλέντο του είναι μεγάλο, η δύναμη που έχει τον βοηθάει πολύ, εκμεταλλεύεται τα φυσικά του προσόντα και γίνεται ένα πολύ αξιόλογο φορ περιοχής. Κι αν το πέναλτι τον κάνει γνωστό, λίγους μήνες αργότερα μπαίνει στις καρδιές των οπαδών της Ντεφενσόρ πάλι με ένα γκολ στο τέλος. Αυτή τη φορά στο ντέρμπι των «μεσαίων», όπως λέγεται το δεύτερο πιο σπουδαίο «κλάσικο» της χώρας μεταξύ Ντεφενσόρ και Ντανούμπιο. Σκοράρει στο… 98′, γράφει το τελικό 3-2, γίνεται τραγούδι στις εξέδρες. Η απόφασή του να αφήσει το σπίτι του και την οικογένειά του πίσω στην πόλη Παϊσαντού και να πάει στα 17 του στην μεγάλη πόλη δικαιώνεται. Αν και ο ίδιος δεν περίμενε ότι θα κάνει καριέρα, ήταν η μοναδική του ίσως διέξοδος. Κακός μαθητής, βαριόταν το σχολείο και πολλές φορές έβγαινε από την τάξη για να κλωτσήσει μια μπάλα στην αυλή. Σίγουρα δεν θα σπούδαζε κάτι. Βέβαια και στην μπάλα το ίδιο. Παρ’ ότι ο πιο ταλαντούχος από τα αδέρφια, ήταν και ο πιο τεμπέλης στον αγωνιστικό χώρο. «Μου έλεγαν ότι έπρεπε να τρέχω, αλλά δεν μου άρεσε. Τώρα κατάλαβα τη σημασία», δήλωσε πρόσφατα.

Αρχίζει να κερδίζει το όνομα «νέος Σουάρες» από τους δημοσιογράφους παρ’ ότι δεν είναι σε καμία περίπτωση του ίδιου ταλέντου. Σε αυτή την παρομοίωση όμως βοηθάει το γεγονός ότι παίρνει δυο κόκκινες κάρτες, αλλά και ένα συμβάν που γίνεται μετά από μια εντός έδρας ήττα της Ντεφενσόρ. Οι οπαδοί τα βάζουν με τους παίκτες και ειδικά ο Ακούνια έρχεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση μαζί τους. Μόνο που σε αυτούς τους οπαδούς, πρωτοστατεί ο αγαπημένος αδερφός του Μάξι που σε ένα περιστατικό λατινοαμερικάνικης μαγείας, βρίζει τους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας, της ομάδας που αγωνίζεται ο αδερφός του. Ο Ακούνια δεν τον γνωρίζει, απαντά και τον βρίζει. Ο Μάξι είναι ακριβώς από πίσω, εκρήγνυται και του δίνει γροθιά στο κεφάλι. Στη συνέχεια οι δυο συμπαίκτες έρχονται στα χέρια. Το επεισόδιο αυτό τον στιγματίζει, το βίντεο γίνεται viral και το κακό όνομα βγαίνει. Δεν πτοείται όμως στο γήπεδο. Την επόμενη σεζόν σκοράρει 15 φορές και κατακτά την Απερτούρα. Ακούγεται για τη Ρίβερ και άλλους συλλόγους της Ν. Αμερικής, ενώ η Ντεφενσόρ αρνείται τα 3,25 εκατομμύρια που προσφέρει η Ουντινέζε. Τελικά συμφωνεί με τη Θέλτα για το 80% του παίκτη με μια πρόταση κοντά στα 4 εκατομμύρια. Ο Μάξι κάνει τις βαλίτσες για τη Γαλικία. Από μια φτωχή οικογένεια στα σαλόνια της Ισπανίας, με ύψος 1.86, φορώντας σιδεράκια και ζυγίζοντας 91 ολόκληρα κιλά. Στο πρωτάθλημα της Ουρουγουάης αυτό δεν τον εμποδίζει τόσο, αλλά στην Πριμέρα δεν είναι το ίδιο.

Δηλώνει ότι θα δώσει και τη ζωή του για τη Θέλτα, αλλά πέρα από αυτές τις μεγαλοστομίες, δείχνει ότι όντως θέλει να πετύχει. Μια βδομάδα πριν καν μαζευτεί η ομάδα για προετοιμασία πηγαίνει στο προπονητικό και κάνει ατομικό πρόγραμμα για να αδυνατίσει και να μπορέσει να φτάσει σε σωστό επίπεδο. Ο πιτσιρικάς που βαριόταν να τρέξει και περίμενε την μπάλα, ρίχνει καλοκαιριάτικα κιλά ιδρώτα για να τα καταφέρει. Στα φιλικά παίζει πολύ καλά και έτσι παίρνει ευκαιρίες και στο πρωτάθλημα, μια που ο Γκουιντέτι είναι τραυματίας. Λίγοι πιστεύουν ότι αυτός ο βαρύς παίκτης περιοχής, μόλις στα 21, του θα μπορέσει να βοηθήσει ουσιαστικά, πολλοί σχολιάζουν αρνητικά το μεγάλο ποσό.

Τα γκολ, γκολ κι οι κάρτες, κάρτες

Κι όμως. Στα πρώτα 7 ματς σκοράρει 5 φορές (σε κάποιες λίστες έχει 6 γκολ γιατί το γκολ της Θέλτα με την Μπέτις δεν χρεώνεται αυτογκόλ) και τον περνούν μόνο ο Μέσι και ο Σιμόνε Ζάζα. Αλλά για να δικαιολογήσει και όλα τα κουσούρια που κουβαλάει, παρ’ ότι επιθετικός, γίνεται ο πρώτος στη φετινή Πριμέρα που συμπληρώνει 5 κίτρινες (σε 7 ματς, το ξαναλέμε). Ο ίδιος λέει ότι τον αδικούν οι διαιτητές και του χρεώνουν ότι βουτάει για πέναλτι (νέος Σουάρες και σε αυτό άραγε;). Η πορεία του πάντως είναι αξιοθαύμαστη, ακόμα και αν δεν συνοδεύεται πάντα από νίκες, καθώς η Θέλτα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη αμυντικά. Έτσι λοιπόν έρχεται κι η κλήση στην εθνική της Ουρουγουάης. Με Καβάνι και Σουάρες δύσκολο να βρει χρόνο βέβαια και δεν παίζει απέναντι στη Βενεζουέλα με την Ουρουγουάη είναι με το 1,5 πόδι στη Ρωσία. Το αν θα ταξιδέψει εκεί ο Μάξι, θα κριθεί από το αν θα καταφέρει να συνεχίσει έτσι στη Θέλτα. Και φυσικά για πόσο θα συνεχίσει στη Θέλτα. Ήδη έφτασε πολύ κοντά στο να μετακομίσει στην Κίνα με μια πρόταση περίπου στα 20 εκατομμύρια Ευρώ, αν κι ο ίδιος δήλωσε ότι δεν θα πήγαινε.

Το Πάθος στη Φωνή

  [3 Σχόλια]

Ο Οργανισμός Ραδιοφώνων Καταλωνίας διοργανώνει κάθε χρόνο ένα διαγωνισμό για τον καλύτερο σπίκερ των τοπικών ραδιοσταθμών. Οι συμμετοχές αποστέλλονται από τους ίδιους τους ραδιοσταθμούς στον Οργανισμό και μια κριτική επιτροπή ακούει τις περιγραφές και επιλέγει το νικητή. Στο διαγωνισμό του 2017, η κριτική επιτροπή μαγεύτηκε από έναν νεαρό σχολιαστή του Ράδιο Ουλότ, τον Πέρε Ρίμπες.

Πηγαίνοντας να παραδώσουν το βραβείο στο νικητή αντίκρισαν ένα εντεκάχρονο παιδί. Επιπλέον, αυτό το παιδί είναι τυφλό! Έχουμε αναφέρει ξανά στο μπλογκ περιπτώσεις τυφλών παιχτών και οπαδών. Περίπτωση όμως τυφλού σπορκάστερ είναι μοναδική. Ο Πέρε Ρίμπες, τυφλός εκ γενετής, διαμένει με την οικογένειά του στο χωριό Ουλότ της Καταλωνίας. Παρόλο που μένει στην Καταλωνία δεν είναι οπαδός, ούτε της Μπαρσελόνα, ούτε της Εσπανιόλ. Η Ανδαλουσιάνικη καταγωγή των γονιών του, μαζί με το γεγονός ότι έβαλε ένα στοίχημα με τον εαυτό του, τον έκανε οπαδό της Μπέτις. «Αρχικά είχα μια συμπάθεια στη Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά άκουσα μια μέρα στο ράδιο τον ύμνο της Μπέτις. Είπα ότι αν κερδίσουν τρία συνεχόμενα παιχνίδια θα γίνω οπαδός τους. Το έκαναν και πια είμαι Μπέτικο».

Ο τοπικός όμιλος οπαδών της Μπέτις τον έχει ήδη ανακηρύξει επίτιμο μέλος. Μόλις έμαθαν για τον Πέρε, ο πρόεδρος του συνδέσμου Διέγο Σάντσεθ έβγαλε λαχνούς με τίτλο «Πέρε, σε θέλουμε σπίτι». Συγκέντρωσαν πάνω από €1.000 και έστειλαν τον Πέρε στο Μπενίτο Βιγιαμαρίν. Το ματς ήταν κόντρα στη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια. «Δε με ενθουσίασε τόσο να πάω στο γήπεδο για τη νίκη, όσο για να μπορέσω να τραγουδήσω ακαπέλα επιτέλους τον ύμνο που είχα ακούσει τόσες φορές στο ράδιο».

Η επίσκεψη του Πέρε στο γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας, ένα συγκινητικό βίντεο

Ένα παιδί που αρχικά στις αλάνες του χωριού έπιανε τη μπάλα με τα χέρια, μέχρι να του δείξουν οι φίλοι του ότι δεν είναι ακριβώς έτσι το άθλημα, κέρδιζε το βραβείο καλύτερου σπορκάστερ. Η σχέση του Πέρε με το μέσο δεν είναι ανεξήγητη. Ως τυφλός ήταν το αγαπημένο του μέσο. Άκουγε με τις ώρες ραδιόφωνο, κυρίως αθλητικά μαγκαζίνο και μεταδόσεις. «Αρχικά πίστευα ότι είναι τρομακτικά πολύπλοκο να μεταδίδεις όλη αυτήν την ευφορία. Όμως μου έδωσε το ερέθισμα να ασχοληθώ ώστε να λύσω το αίνιγμα αυτό, με λίγη τύχη».

Την προηγούμενη σεζόν η ομάδα του χωριού του, του Ουλότ, ανέβηκε στη Σεγούνδα Β. Όπως όλοι οι κάτοικοι, έτσι και ο Πέρε πήγε στο πρώτο εντός έδρας ματς της ομάδας. Εκεί τον εντόπισε ο Δαβίδ Πλανέλια, τοπικός αθλητικογράφος και του πήρε συνέντευξη. Ο δημοσιογράφος εντυπωσιάστηκε από την ωριμότητα και τη γνώση του παιχνιδιού από τον μικρό. Πήγε σπίτι του να μιλήσει με τους γονείς του για να τον πάρει στο πρόγραμμα. Εκεί ανακάλυψε ότι η μητέρα του Πέρε ήταν καθηγήτρια του και το θέμα έκλεισε σε μερικά λεπτά. Ο Πέρε θα πήγαινε στο τοπικό ραδιόφωνο, στο πλάι του Δαβίδ Πλανέλια ως σχολιαστής στο ραδιοφωνικό αθλητικό μαγκαζίνο.

Μετά από λίγες εκπομπές ο Πλανέλια τον πήρε μαζί του σε περιγραφή αγώνα μαζί του. Ο Πέρε ήταν τόσο καλός σχολιαστής που κράτησαν την κασέτα και την έστειλαν στο ετήσιο διαγωνισμό του Οργανισμού Ραδιοφώνων Καταλωνίας, τον οποίο και τελικά κέρδισε. Όταν τον ρωτάνε πώς το κάνει όλο αυτό, απαντά:

«Το να σχολιάσεις ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι δεν σημαίνει μόνο να περιγράψεις το σχηματισμό των δύο ομάδων. Για μένα το κλειδί είναι να ακούς το σπορκάστερ και να αφήνεσαι στο πάθος του και στα σχόλιά του. Πάντα έλεγα ότι αν κάποιος κλείσει τα μάτια και ακούσει ένα ματς από το ράδιο, σίγουρα θα μπορούσε να κάνει πολλά σχόλια για το παιχνίδι, το οποία, ίσως, δε θα τα έκανε με ανοιχτά τα μάτια. Διότι το συναίσθημα σε κατακλύζει».

Και πώς βλέπει ένα γκολ; «Δε χρειάζεται να δω απολύτως τίποτα. Ο σπορκάστερ το περιγράφει άψογα και καταλαβαίνω ακριβώς πως μπήκε». Μετά το βραβείο τον άκουσαν και ραδιοφωνικοί σπίκερ από τα μεγάλα ισπανικά ραδιόφωνα όπως το Ράδιο Καταλούνια, το Καδένα Σερ, το ΡΑΚ. Όλοι εντυπωσιάστηκαν από την ωριμότητα στα σχόλια και τη φοβερά ραδιοφωνική φωνή του. Ο Αντόνιο Ρομέρο του Καδένα Σερ δήλωσε: «Ανεξάρτητα από την αναπηρία του, έχει αρετές που εμείς δε διαθέτουμε. Η μνήμη του σε στατιστικά στοιχεία είναι εκπληκτική. Η φωνή του και η ωριμότητά του είναι τρομακτική για την ηλικία του».

Για το Δαβίδ Πλανέλια τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: «Το να έχω τον Πέρε στην ομάδα μου είναι ένας τρόπος να ζω κάθε αναμετάδοση ως κάτι τρομακτικά σπουδαίο». Πόσο σπουδαίο; «Ακόμα και αν ήξερα ότι δε θα έχω κανέναν άλλο ακροατή εκτός από αυτόν, ξέρω ότι θα άξιζε τον κόπο να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ για να ζήσει το παιχνίδι με τη φωνή μου».

Ο Πέρε Ρίμπες ονειρεύεται να ακολουθήσει επαγγελματική καριέρα αθλητικογράφου. Προς το παρόν αστειευόμενος λέει ότι όταν τελειώσει τη σχολή θα έχει ήδη 10 χρόνια εμπειρίας στο χώρο. Αν δεν τα καταφέρει θα ασχοληθεί με τη μουσική και το σταντ-απ. Στο τέλος του χρόνου έχει δηλώσει συμμετοχή και για τον μουσικό διαγωνισμό Καταλωνίας, και στο βαθμό που μπορούμε να εμπιστευθούμε τους κατοίκους του Ουλότ, πάει για το ντάμπλ.

Μαρθελίνο Γκαρσία Τοράλ: το νέο αφεντικό του Μεστάγια

  [Καθόλου σχόλια]

Η προπονητική είναι μια δύσκολη δουλειά γιατί έχεις απέναντί σου ένα κοινό που δεν είναι απλά πελάτης, αλλά πιστός οπαδός που δεν χρειάζεται να έχει καμία γνώση για να σε κριτικάρει ή ακόμα και να σε γιουχάρει με κίνδυνο της ίδιας σου της θέσης. Κι αν από μόνη της η περιγραφή της συγκεκριμένης δουλειάς είναι δύσκολη, υπάρχουν κάποιοι πάγκοι που τρομάζουν. Ένας από αυτούς είναι της Βαλένθια, εκεί όπου το Μεστάγια αποτελεί φόβο και τρόμο αντιπάλων, αλλά πολύ συχνά και των ίδιων των προπονητών των νυχτερίδων. Ειδικά τα δύο τελευταία χρόνια με τη νέα διοίκηση που έκανε το ένα μετά το άλλο εγκληματικά λάθη, το να αναλάβεις τις νυχτερίδες ισοδυναμεί με επαγγελματική αυτοκτονία.

Όταν πριν λίγους μήνες ανακοινώθηκε από τη Βαλένθια το όνομα του Μαρθελίνο Γκαρσία Τοράλ, πολλοί μίλησαν για μια ιδανική επιλογή, έναν άνθρωπο με τα χαρακτηριστικά να αλλάξει την κατάσταση. Ο Μαρθελίνο είπε το ναι σε έναν πάγκο στον οποίο οι επευφημίες μπορούν γρήγορα να γίνουν αποδοκιμασίες και το γήπεδο να γεμίσει με τα κλασσικά άσπρα ισπανικά μαντίλια. Στα 51 του δεν είναι κάποιος που ξεκινάει τώρα, έχει περάσει από πολλούς πάγκους, με πολλές επιτυχίες, αλλά και αποτυχίες. Τα κατάφερε εξαιρετικά στην Ουέλβα που την ανέβασε και την έβγαλε 8η παίρνοντας το βραβείο του καλύτερου προπονητή της Πριμέρα το 2007, οδήγησε τη Σανταντέρ στη συνέχεια στην καλύτερη θέση στην ιστορία της και μια έξοδο στην Ευρώπη, ανέβασε τη Σαραγόσα αλλά απολύθηκε, απέτυχε και στη Σεβίλλη.

Και μετά ήρθε το καλύτερο πρότζεκτ του. Αυτό στα κίτρινα υποβρύχια της Βιγιαρεάλ. Μια ακόμα ομάδα που ανέβασε από τη Σεγούντα και κατάφερε να τη φτάσει στα ημιτελικά του Κόπα ντελ Ρέι, στα ημιτελικά του Γιουρόπα Λιγκ, στην έξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ και σε τρεις θέσεις μέσα στην εξάδα σε τρεις σεζόν. Όλα αυτά με ένα σφιχτό 4-4-2. Σε κάποια πράγματα η Βιγιαρεάλ έμοιαζε με την Ατλέτικο και ο Μαρθελίνο ένας μικρός Σιμεόνε. Το Δεκέμβριο του 2015 η Βιγιαρεάλ κέρδιζε τη Ρεάλ στο Μαδριγάλ με 1-0. Με το ρολόι να δείχνει το 76′ ο Έρικ Μπαγί σε ανύποπτη φάση τραυματίζεται στον ώμο. Η Βιγιαρεάλ δεν έχει αλλαγή, ο Ιβοριανός ζητάει να βγει γιατί πονάει. Ο Μαρθελίνο του λέει να συνεχίσει, ο αρχηγός Μπρούνο λέει ότι δεν μπορεί, ο Μαρθελίνο απαντάει «αν δεν έχει βγει ο ώμος, μπορεί να παίξει», αδιαφορεί για τη γνώμη του αρχηγού: «να παίξει, να παίξει» φωνάζει. Ο δόλιος Μπαγί συνεχίζει, δεν μπορεί να εκτελέσει πλάγιο, ο Μαρθελίνο σε ρόλο γιατρού του λέει να το κουνάει και το πάει στο φιλότιμο: «έλα Έρικ, σε παρακαλώ, είναι 10 λεπτά, 10 λεπτά που η ομάδα σε χρειάζεται». Ο Μπαγί συνεχίζει για αρκετά λεπτά και σε μια διεκδίκηση με τον Μαρσέλο σωριάζεται. Αποχωρεί από το ματς, περνάει μπροστά από τον Μαρθελίνο και αυτός ούτε καν του δίνει το χέρι. Το παιχνίδι τελειώνει, η Βιγιαρεάλ κερδίζει. Ο σκακιστής ήταν ικανός να θυσιάσει το πιόνι του.

Το “σήκω και πάτα το” παίρνει άλλο νόημα με τον Μαρθελίνο

Η Βιγιαρεάλ τα καταφέρνει με αυτόν τον τρόπο. Οι γραμμές κοντά, η μπάλα στον αντίπαλο, οι αντεπιθέσεις φωτιά. Στόχος το κλέψιμο και η κόντρα. Παρά τις ομοιότητες με την Ατλέτικο δεν βασίζεται σε τόσο μεγάλο βαθμό σε γκολ από σέντερ μπακ, σε στημένα ή σε φορ που ματώνουν, ούτε σε τσαμπουκάδες. Γρήγοροι παίκτες, άπλωμα του παιχνιδιού, ποδόσφαιρο με τη μία, γρήγορη μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση. Η Βιγιαρεάλ είχε από τα χαμηλότερα ποσοστά κατοχής στην Πριμέρα, αλλά χαιρόσουν να τη βλέπεις σε πολλά παιχνίδια της, οι αντεπιθέσεις μπορούν να είναι όμορφες.

Ο μήνας του μέλιτος τελείωσε όμως αρκετά άδοξα. Το καλοκαίρι του 2016, λίγο πριν η ομάδα παίξει στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ η Βιγιαρεάλ ανακοίνωσε τη λήξη της συνεργασίας. Οι φήμες πολλές, οι βασικότεροι λόγοι δύο. Ο πρώτος ότι ο Μαρθελίνο είχε αρχίσει να χάνει τα αποδυτήρια και να έρχεται σε κόντρα με σημαντικούς παίκτες. Ο δεύτερος κάτι που είχε συμβεί την τελευταία αγωνιστική. Όταν η αδιάφορη Βιγιαρεάλ ταξίδεψε στη Χιχόν, την ομάδα στην οποία ξεκίνησε ο Μαρθελίνο να παίζει και υποστηρίζει από παιδί. Η Βιγιαρεάλ έχασε εύκολα σχετικά κι η Χιχόν σώθηκε. Ο πρόεδρός της Ράγιο που έπεσε έκανε πολύ σκληρές δηλώσεις, κατηγορώντας το Μαρθελίνο ότι κατέβασε τη Βιγιαρεαλ για να χάσει. Δε βοήθησε καθόλου και το tweet της γυναίκας του κόουτς που χαιρέτισε τις Αστούριας με το μήνυμα «εμείς κάναμε τη δουλειά μας και φεύγουμε». Παρ’ ότι αρχικά η Βιγιαρεάλ κάλυψε τον κόουτς, φαίνεται ότι αργότερα έπαιξε το ρόλο του και αυτό. Η Βαλένθια τον ήθελε, αλλά ο κανονισμός της Πριμέρα θεωρούσε ότι ο Μαρσελίνο είχε ήδη προπονήσει ένα σύλλογο και δεν μπορούσε να πάει σε δεύτερο την ίδια σεζόν. Ο γάμος μεταφέρθηκε για φέτος.

Ο Αστουριανός τεχνικός έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Ασχολείται συνεχώς με τους παίκτες. Ένας από τους τομείς που δίνει βάρος είναι η διατροφή και οι παίκτες πήραν ρητές οδηγίες αμέσως. Δύο λίτρα νερό την ημέρα, καθόλου αλκοόλ, πολλά περισσότερα φρούτα και λαχανικά, ψητά και τηγανιτά στη μαύρη λίστα, όπως και γλυκά και αρκετά γαλακτοκομικά. Υδατάνθρακες μετρημένοι και συνεχής παρακολούθηση του βάρους, αλλά και εξετάσεις αίματος. Οι παίκτες του Τοράλ χάνουν λίπος, αποκτούν όγκο. Ταυτόχρονα ποδοσφαιριστές κλικαδόροι έφυγαν και τα αποδυτήρια του Μεστάγια “καθάρισαν”.

Τα πράγματα φαίνεται να αλλάζουν γενικά στην λειτουργία της Βαλένθια. Τα μανατζεριλίκια ελαττώθηκαν, από την πρώτη σεζόν της περιόδου Λιμ έχουν απομείνει μόλις πέντε παίκτες, οι διάφοροι τοποτηρητές δεν ασχολούνται τόσο με το ποδοσφαιρικό τμήμα, η Βαλένθια απέκτησε έναν αρκετά έμπειρο παράγοντα, τον Ματέου Αλεμάνι, υπεύθυνο της Μαγιόρκα στα χρυσά της χρόνια, για να βοηθήσει τον κόουτς. Ο λόγος του Μαρσελίνο είναι νόμος, οι μεταγραφές περνούν από αυτόν και δεν έρχονται πλέον παίκτες μόνο από το γνωστό μάνατζερ Μέντες που είχε κάνει τη Βαλένθια τσιφλίκι του.

Μια εύκολη νίκη απέναντι στη Λας Πάλμας και μια εξαιρετική εμφάνιση και ισοπαλία στο Μπερναμπέου ήταν τα πρώτα θετικά δείγματα. Είναι αρκετό αυτό; Σίγουρα όχι. Αλλά οι αλλαγές γίνονται. Παίκτες που ήταν τελειωμένοι, όπως ο Ντάνι Παρέχο, παίρνουν ευκαιρίες και στηρίζονται από τον Μαρσελίνο, ενώ η δουλειά είναι καθημερινή πάνω φυσικά στο αγαπημένο 4-4-2. Και φυσικά με πολλή πίστη σε παιδιά από την καντέρα. Ο Γκαγιά στα 22 του παίρνει παραπάνω χρόνο, Νάτσο Χιλ και Νάτσο Βιδάλ ανεβαίνουν στην 1η ομάδα και παίζουν, Λάτο και Κάρλος Σολέρ έχουν συμμετοχή στο 1ο γκολ του Μπερναμπέου. Παιδιά από 19 ως 22 που πέφτουν στα βαθιά απευθείας.

Τα μεγάλα λόγια κι οι υποσχέσεις απουσιάζουν. Οι οπαδοί της Βαλένθια έχουν δει πολλές αποτυχίες, πολλά λάθη τα τελευταία χρόνια. Αυτό που επιζητούν για αρχή είναι η επιστροφή στην κανονικότητα. Μπορεί η Βαλένθια να γίνει ομάδα με αρχή και τέλος; Να διεκδικήσει έξοδο στην Ευρώπη; Ας μην ξεχνάμε ότι τις δύο τελευταίες σεζόν τερμάτισε 12η. Ο Μαρθελίνο ήρθε για δύο χρόνια και όπως λένε όλοι, βρέξει χιονίσει θα μείνει, δεν αντέχει ο σύλλογος έβδομη αλλαγή προπονητή από το 2015. Αν καταφέρει να αναμορφώσει και τη Βαλένθια τότε θα έχει κατακτήσει το μεγαλύτερο παράσημο στην καριέρα του.

Όταν ο Πελέ συνάντησε την Πενιαρόλ

  [Καθόλου σχόλια]

Η ιστορία του Κόπα Λιμπερταδόρες είναι γεμάτη από ήρωες, σπουδαίες ομάδες, μεγάλους παίκτες και πολλά περίεργα γεγονότα. Ο θεσμός ξεκίνησε το 1960 με όνομα Κύπελλο Πρωταθλητριών (αποκλειστικά) και τις δύο πρώτες χρονιές κέρδισε η Πενιαρόλ της Ουρουγουάης. Το 1962 πήρε ξανά μέρος παρ’ ότι το πρωτάθλημα το είχε πάρει η Νασιονάλ, ήταν όμως η πρώτη χρονιά που η κυπελλούχος έπαιρνε «δώρο» τη συμμετοχή της στην επόμενη διοργάνωση. Έτσι, με 10 ομάδες από 9 χώρες (η Βενεζουέλα η μόνη απούσα) το κύπελλο ξεκίνησε.

Στην ερώτηση «και πώς χωρίστηκαν 10 ομάδες;», η απάντηση είναι «ευχαριστούμε για την ερώτηση» γιατί θα μας δώσει μια ακόμα φορά την ευκαιρία να μιλήσουμε για ένα λατινοαμερικάνικο σύστημα διοργάνωσης. Έτσι λοιπόν, οι ομάδες χωρίστηκαν σε τρεις ομίλους των τριών. «Μα καλά, δέκα δεν ήταν;» θα ρωτήσει κάποιος αθώος. Ναι, δέκα ήταν. Κι η Πενιαρόλ, παρ’ ότι δεν ήταν πρωταθλήτρια, όχι μόνο πήρε μέρος, αλλά δεν χρειάστηκε να δώσει και κανέναν αγώνα πηγαίνοντας απευθείας στα ημιτελικά, μαζί με τους τρεις νικητές των ομίλων.

Στα ημιτελικά λοιπόν αντιμετώπισε τη Νασιονάλ σε ένα μεγάλο ντέρμπι της Ουρουγουάης. Μια κι οι δύο ομάδες χρησιμοποιούσαν το Εστάδιο Σεντενάριο, είχαμε εκεί τους αγώνες. Η Νασιονάλ κέρδισε το εντός της με 2-1, η Πενιαρόλ με 3-1. Δεν προκρίθηκε όμως, μη βιάζεστε. Γιατί τα ματς ήταν κάτι σαν όμιλος, αφού μετρούσε μόνο το αποτέλεσμα και όχι το σκορ. Έτσι, έγινε και τρίτο παιχνίδι, πάλι στο Σεντενάριο και εκεί είχαμε ισοπαλία με 1-1. Δεν είχαμε όμως τέταρτο παιχνίδι, μη βιάζεστε λέμε. Προκρίθηκε η Πενιαρόλ γιατί τότε μέτρησε επιτέλους η διαφορά τερμάτων από τα προηγούμενα δύο ματς. Δεν κάνουμε πλάκα, μας βλέπετε να γελάμε;

Φιλικό κλίμα πριν το ματς

Στο θέμα μας όμως. Η Πενιαρόλ έφτασε στον τελικό εκεί που ήδη την περίμενε η βραζιλιάνικη Σάντος. Τα ματς απέκτησαν τεράστια σημασία. Από την μία η δις πρωταθλήτρια Πενιαρόλ του σπουδαίου προπονητή Μπέλα Γκούτμαν (ναι, αυτού με την κατάρα), από την άλλη η ομάδα του Πελέ που ήδη είχε κάνει το όνομά του γνωστό στον ποδοσφαιρικό κόσμο. Στο πρώτο ματς στο Σεντενάριο, δύο γκολ του Κουτίνιο έδωσαν τη νίκη στη Σάντος με 1-2, σε έναν αγώνα όπου ο Πελέ δεν έπαιξε. Οι Ουρουγουανοί έπρεπε να ταξιδέψουν και να κερδίσουν στη Βραζιλία, κάτι που βέβαια δεν ήταν και δύσκολο γι’ αυτούς μετά το Μαρακανάσο.

Έτσι λοιπόν, στις 2 Αυγούστου του 1962 οι Ουρουγουανοί πήγαν αποφασισμένοι στο Σάο Πάουλο για έναν από τους πιο περίεργους και διάσημους αγώνες της ιστορίας της Ν. Αμερικής. Ο Σπένσερ μόλις στο 14′ έγραψε το 0-1 και το πλήθος εξαγριώθηκε, ενθυμούμενο προφανώς τα όσα είχε ζήσει στο Μουντιάλ της Βραζιλίας μερικά χρόνια πιο πριν. Για καλή της τύχη, η Σάντος που αγωνιζόταν ξανά χωρίς τον Πελέ ισοφάρισε μόλις τρία λεπτά αργότερα και στο 39′ πήρε το προβάδισμα για να πάει έτσι στο ημίχρονο με το 2-1. Το πλήθος πλέον ήταν σίγουρο ότι η νίκη ήταν βραζιλιάνικη και ηρέμησε. Μιλάμε όμως για την τεράστια Πενιαρόλ. Με γκολ ξανά του Σπένσερ και του Σασία στο 51′ έγινε το 2-3 και η πλήρης ανατροπή. Το κοινό έβραζε καθώς δεν άντεχε μια νέα ουρουγουανική επικράτηση σε βραζιλιάνικο έδαφος. Στην αμέσως επόμενη φάση η Σάντος κέρδισε κόρνερ και κάποιος από το εξαγριωμένο για την ανατροπή πλήθος πέταξε ένα μπουκάλι που βρήκε τον Χιλιανό διαιτητή Ρόμπλες στο κεφάλι. Ο ρέφερι έπεσε ημιλιπόθυμος στο χορτάρι και όταν συνήλθε διέκοψε το ματς και πήγε στα αποδυτήρια. Το γήπεδο κόχλαζε.


Στο βάθος ο χτυπημένος Ρόμπλες, μπροστά του παίκτες που μαλώνουν για το μπουκάλι

51 λεπτά αργότερα οι ομάδες βγήκαν έξω ξανά και το ματς συνεχίστηκε. Η Σάντος ισοφάρισε σε 3-3, το γκολ πανηγυρίστηκε έξαλλα και το ματς έληξε 3-3 με τον κόσμο της Σάντος να γιορτάζει την κατάκτηση του πρώτου βραζιλιάνικου Λιμπερταδόρες (αν και από το 1965 πήρε ο θεσμός το όνομα). Οι Ουρουγουανοί έτρεξαν να φυγαδευτούν στα αποδυτήρια από το εξαγριωμένο πλήθος. Ο Σασία ήταν στο επίκεντρο. Στο δεύτερο γκολ της Πενιαρόλ είχε πετάξει χώμα στα μάτια του Βραζιλιάνου τερματοφύλακα και αυτό είχε εξοργίσει το πλήθος. Σαν άντρας όμως, το πήρε πάνω του. Κάλυψε την άτακτη υποχώρηση των συμπαικτών του και έμεινε τελευταίος στην είσοδο των αποδυτηρίων για να σωθούν.«Περίμενα να μπουν οι συμπαίκτες μου μέσα, όταν έσκασε ένα μπουκάλι στα πόδια μου. Το πήρα από κάτω και το κρατούσα σπασμένο στα χέρια μου σαν όπλο. Αν δεν το είχα κάνει θα έμπαιναν στα αποδυτήρια». Κάπως έτσι ο Σασία έσωσε τους συμπαίκτες του, λες και ήταν σε καβγά σε αγγλική παμπ.

Λίγα πλάνα αρχείου με τη φάση της διακοπής του αγώνα

Η ιστορία όμως είχε και συνέχεια. Οι Βραζιλιάνοι συνέχισαν τα πανηγύρια και τα εξώφυλλα της επόμενης μέρα μιλούσαν για την πρωταθλήτρια Ν. Αμερικής Σάντος. Αν κάποιος διέθετε ψυχραιμία θα έβλεπε ότι οι Ουρουγουανοί δεν στενοχωρήθηκαν ιδιαίτερα από το χαμένο κύπελλο. Ο μόνος που ίσως την είχε μυριστεί τη δουλειά, ήταν ο Πέπε. Πηγαίνοντας στα αποδυτήρια τον πλησίασε ο δεξιός μπακ Γκονζάλες της Πενιαρόλ και του είπε: «το ξέρεις ότι δεν μετράει, ε;». Ο Πέπε λίγο προβληματίστηκε, το είπε και σε μερικούς συμπαίκτες του, αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία.

Άρθρο της επομένης: «Η Σάντος έφερε ισοπαλία, πρωταθλήτρια της Αμερικής» (αθώοι Βραζιλιάνοι)

Την επόμενη μέρα όμως, οι «πρωταθλητές» έμαθαν την αλήθεια. Ό,τι έγινε μετά το 51′ δεν είχε καμία σημασία, το ματς είχε διακοπεί οριστικά στο 1-2, η νίκη ήταν της Πενιαρόλ και ο τίτλος θα κρινόταν σε τρίτο παιχνίδι. Τι είχε γίνει όμως; Ο διαιτητής όταν πήγε στα αποδυτήρια δέχτηκε… bullying από τον πρόεδρο, τον προπονητή και ανθρώπους της Σάντος με βρισιές και απειλές, αλλά και τον πρόεδρο της τοπικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας που του είπε ότι θα φωνάξει την αστυνομία να τον συλλάβει. Ο διαιτητής Ρόμπλες φοβήθηκε για τη ζωή του και αποφάσισε να βγει στον αγωνιστικό χώρο για να μην υπάρξουν θύματα. Φρόντισε να πει όμως στους Ουρουγουανούς: «Παιδιά βοηθήστε με γιατί αλλιώς θα μας σκοτώσουν όλους». Τους ενημέρωσε ότι το ματς είχε λήξει και ότι θα έβγαιναν να παίξουν «φιλικά» τα υπόλοιπα 39′ μόνο και μόνο για να ηρεμήσει ο κόσμος. Έτσι και έγινε τελικά, η Πενιαρόλ «έβαλε πλάτη», η Σάντος έβαλε το «γκολ της ισοφάρισης» και πανηγύρισε έναν τίτλο που δεν υπήρξε ποτέ χωρίς να γνωρίζει την αλήθεια.

Στο ερώτημα και τελικά ποιος πήρε το κύπελλο, η απάντηση ήρθε τελικά στις 20 Αυγούστου του 1962 στο ουδέτερο Μονουμεντάλ του Μπουένος Άιρες, όπου οι δυο ομάδες βρέθηκαν αντιμέτωπες για τρίτη φορά. Μόνο που τώρα η Σάντος είχε και τον Πελέ στη διάθεσή της και αυτό ήταν αρκετό να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες. Ένα αυτογκόλ άνοιξε το σκορ για τη Σάντος και ήρθαν δύο γκολ του Πελέ (το πρώτο πανέμορφο) που έκανε ένα μαγικό παιχνίδι, ασταμάτητος, για να γράψουν το τελικό 3-0. Έστω και 28 ημέρες αργότερα, τελικά η Σάντος πανηγύρισε την κούπα με τον Πελέ να είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής, στο πρώτο από τα δύο Λιμπερταδόρες που κέρδισε στην καριέρα του. Πολλοί Βραζιλιάνοι είπαν ότι ίσως έτσι ήταν καλύτερα γιατί η νίκη ήταν απόλυτη και τους έδωσε μεγαλύτερη χαρά. Λίγα χρόνια αργότερα οι ομάδες τέθηκαν ξανά αντιμέτωπες και πάλι σε αγωνιώδη παιχνίδια, αλλά αυτή η ιστορία είναι για μια άλλη φορά.

Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

  [2 Σχόλια]

Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένα παιδί από την Μπαδαλόνα. Όπως τα περισσότερα παιδιά στην Καταλωνία παράλληλα με το σχολείο του έπαιζε από χόμπι ποδόσφαιρο. Επειδή ήταν λίγο καλύτερος από το μέσο όρο, χωρίς να είναι κάτι το σπουδαίο, και καθώς του άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο, άρχισε να ανεβαίνει σιγά-σιγά τις κατηγορίες. Πήγε από την ομάδα της γειτονιάς, σε εκείνη της περιοχής και άρχισε να παίζει στα τοπικά πρωταθλήματα. Μια κανονική ζωή ερασιτέχνη παίχτη, που παράλληλα σπούδαζε Μηχανολόγος Μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πομπέου Φάμπρα στη Βαρκελώνη.

To πάθος του για τη μπάλα δεν έσβησε και συνέχισε να παίζει ακόμα και ως βετεράνος. Μέλος του συλλόγου Λιουρέδα δε Μπαδαλόνα, αγωνιζόταν κανονικά στη Λα Λίγα των βετεράνων. Στις 26 Απριλίου του 2014 η Λιουρέδα αντιμετώπιζε την Έκουα Καλέλια. Το ματς ήταν αρκετά νευρικό, με πολλά σκληρά μαρκαρίσματα, βρισίδια και πλακώματα. Κάποια στιγμή ένας παίχτης της Καλέλια το παράκανε, ακόμα και για παιχνίδι βετεράνων, και αποβλήθηκε. Όπως πήγαινε προς τα αποδυτήρια ξαφνικά του γύρισε το μάτι και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Πήρε φόρα, σήκωσε το μποτάκι και το έφερε στη μέση του Ραούλ Σάντσεθ. Αυτός έπεσε κάτω, μην μπορώντας να κινηθεί. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου διεγνώσθη μετατόπιση των σπονδύλων C3 και C4. Ο Ραούλ θα έμενε για όλη την υπόλοιπη ζωή του παραπληγικός, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο δράστης συνελήφθη.

Η Λιουρέδα υπερασπιζόμενη τον παίχτη της ζήτησε αποβολή της Έκουα Καλέλια από κάθε διοργάνωση. Από μόνη της η Καλέλια διέγραψε άμεσα το δράστη από το ρόστερ της και του απαγόρευσε δια βίου την είσοδο στο γήπεδό της. Η ομοσπονδία αποφάσισε ότι η Καλέλια δεν ευθύνεται για το δράστη και δεν την τιμώρησε, όμως ο σύλλογος από μόνος του αποσύρθηκε από το υπόλοιπο του συγκεκριμένου πρωταθλήματος.

Από την πλευρά του ο Ραούλ είδε τη ζωή του να αλλάζει σε μια στιγμή και το χειρότερο να του στερεί για πάντα την κίνησή του και εκείνο που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, το ποδόσφαιρο. Πήρε το χρόνο του, το σκέφτηκε, και είπε κάπου «Όχι ρε κερατά (αυτολεξεί μετάφραση του καμπρόν), εγώ θα συνεχίσω, αλλά από άλλο πόστο». Ο Ραούλ άφησε τη δουλειά του ως σχεδιαστής μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικής παραγωγής και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην ενημέρωση του κόσμου για τη βία στο ποδόσφαιρο. Πήγε στο δήμο της Μπαδαλόνα και της Βαρκελώνης, στην τοπική κυβέρνηση του Ζενεραλιτάτ και σε κανάλια και στούντιο της Καταλωνίας με μοναδικό σκοπό την ενημέρωση και την εκπαίδευση του κόσμου ώστε να μάθει ν’ αντιμετωπίζει το άθλημα αλλιώς.

Ο Ραούλ πάει σε σχολεία, σε ακαδημίες ποδοσφαίρου, σε ομάδες γειτονιάς, παντού για να πει την ιστορία του. Σε κάποια τέτοια ομιλία τον συνάντησε ο Γκιγιέρμο Κρούθ, σκηνοθέτης του Ινστιτούτου Γκούτμαν. Εκεί του πρότεινε να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Ο Ραούλ Σάντσεθ δέχθηκε αμέσως. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί για πρώτη φορά στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βαρκελώνης τον Οκτώβρη και έχει τίτλο «26 Απριλίου, Παίξε το ξανά». Στην παραγωγή συμμετείχαν επίσημα το Αθλητικό Ινστιτούτο Βαρκελώνης, το Υπουργείο Αθλητισμού της τοπικής κυβέρνησης και η Καταλανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.

Ο Ραούλ Σάντσεθ δηλώνει ότι «όλος ο κόσμος με βοηθάει, θέλω να βοηθήσω και εγώ με τη σειρά μου. Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά και σ’όλο τον κόσμο σ’ αυτή τη χώρα να σκέφτεται αλλιώς. Να αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό αλλιώς». Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένας σπουδαίος υπηρέτης του αθλήματος. Ένας άνθρωπος που ακόμα και η αναπηρία του δεν του στέρησε τη διάθεση να γίνει κοινωνός του αθλήματος. Προσπαθεί να αλλάξει τα μυαλά του κόσμου, όπως εκείνου που τον άφησε ανάπηρο και τρία χρόνια μετά δεν του έχει ζητήσει ακόμα συγγνώμη.

Ποδοσφαιρικές Ακαδημίες Γονέων

  [5 Σχόλια]

Ιανουάριος 2017, Κανάρια Νησιά. Μάρτιος 2017, Μαγιόρκα. Απρίλιος 2017, Ριόχα. Όχι, δεν είναι τα μέρη και τα ματς όπου κρίθηκε το φετινό πρωτάθλημα στην Ισπανία, αλλά οι περιπτώσεις πλακώματος γονέων στις κερκίδες παιχνιδιών παιδικών πρωταθλημάτων. Για ένα μαρκάρισμα, για ένα χτύπημα, για ένα κλέψιμο στον αγωνιστικό χώρο ή επειδή παρεξηγήθηκαν εντελώς μεταξύ τους, άρχισαν να πλακώνονται στις κερκίδες.

Οι Ισπανοί δημοσιογράφοι, βέβαια, δεν παρουσίασαν τις ειδήσεις με τίτλους όπως «ΣΟΚ!», «Πρωτοφανές!», «Δεν έχει ξαναματαγίνει!». Το πιο ακραίο ήταν το «Μνημειώδης καβγάς μεταξύ γονέων» για τη Μαγιόρκα, όπου η αλήθεια είναι ότι το ξύλο έφτασε σε επίπεδα ελληνικού γηπέδου. Η απάντηση του οποιοδήποτε προπονητή ακαδημιών ή μικρών κατηγοριών στο «Ποιό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τα παιδιά που θέλουν να γίνουν ποδοσφαιριστές» είναι «Οι γονείς τους» στο 125% των περιπτώσεων.

                                                        Από τα Κανάρια

Οι γονείς που θεωρούν ότι τα παιδιά τους είναι οι επόμενοι Κασίγιας, Πικέ, Ράμος, Τσάμπι Αλόνσο, Τσάβι, Ινιέστα, Κόκε, Γκριζμάν, Μέσι, Ρονάλντο κτλ. (το περιορίζω στην Ισπανία). Που υστεριάζουν, που βλέπουν κυκλώματα, που βγάζουν όλα τα κόμπλεξ και τα απωθημένα στα παιδιά τους ή/και στα παιδιά των άλλων. Αυτά είναι τα γνωστά, που συμβαίνουν παντού στον πλανήτη και σε όλα τα σπορ. Η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται είναι αυτή που διακρίνει τα μέρη που νοιάζονται το άθλημα από τα πάρκινγκ παιδιών.

Έχουμε ξαναπεί στο παρελθόν, με παράδειγμα από την Ανδαλουσία, ότι οι Ισπανοί θεωρούν τις ποδοσφαιρικές ακαδημίες πρωτίστως ως εκπαιδευτήρια. Σημείωση, όλα τα πρωταθλήματα στις ηλικίες κάτω των 17 είναι αρμοδιότητα των τοπικών ομοσπονδιών και όχι τις εθνικής ομοσπονδίας (της αντίστοιχης ΕΠΟ). Έτσι, χωρίς να καθυστερήσουν πήραν διάφορα μέτρα, άλλα σε τοπικό επίπεδο και άλλα σε εθνικό, για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.

Μετά το επεισόδιο στη Μαγιόρκα ο Οργανισμός κατά της Βίας σταμάτησε να θεωρεί το θέμα των γονέων δευτερεύον θέμα. Τα Κανάρια δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό, έτσι έβγαλαν ένα κείμενο με οδηγίες που το μοίρασαν σε όλη τη χώρα. Εκεί ενδεικτικά αναφέρονται πράγματα όπως:

«Η βία, τουλάχιστον στην Ισπανία, έχει τις ρίζες της σε μια πολύ κακή πολιτική εκπαίδευσης στο ποδόσφαιρο βάσης, που εμμονικά εμφυσεί αξίες όπως ο ανταγωνισμός και η σκληρή αντιπαλότητα στις κατηγορίες που παιδικού ποδοσφαίρου».

«Οι συγκρούσεις μεταξύ γονέων, με τα τελευταία περιστατικά στα Κανάρια και τη Μαγιόρκα να είναι εξαιρετικά βίαια, δείχνουν ότι υπάρχει μια επικίνδυνη μεταφορά του θυμού από τους γονείς στα παιδιά που παρεμποδίζει την οποιαδήποτε προσπάθεια ομαλοποίησης της αθλητικής συμπεριφοράς».

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συγκρούσεις ανάμεσα σε γονείς εντυπώνονται ως τραύματα στα παιδιά και δυστυχώς δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ούτε κοινωνική, ούτε ομοσπονδιακή για αυτού του τύπου τη βία. Δεν υπάρχουν γνωστά βραχυπρόθεσμα μέτρα. Μόνο μια εντατική εκπαίδευση των γονέων, δρομολογημένη ώστε να απαλείψει την μεταφορά των προσδοκιών στα παιδιά τους, αντικαθιστώντας τη διάθεση για παιχνίδι με τον ανταγωνισμό, μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Για άμεσα αποτελέσματα, τα μόνα εφικτά μέτρα είναι τα διοικητικής και ποινικής φύσεως, ενάντια σε όσους ταλαιπωρούν με τη βία τους το ποδόσφαιρο των παιδιών».

Όπως βλέπετε οι άνθρωποι ούτε πετάνε στα σύννεφα, ούτε άρχισαν να μιλάνε για επιτροπές που θα ξεριζώσουν τη βία. Η ανάλυση είναι ρεαλιστική και οι οδηγίες σαφείς. Δε γίνεται να αλλάξεις τη νοοτροπία των γονέων άμεσα. Μόνο τιμωρητικά μπορείς να αντιδράσεις. Οφείλεις να εκπαιδεύεις τόσο τα παιδιά, όσο και τους γονείς. Όχι στη νοοτροπία της νίκης πάνω από όλα. Αυτό μεταφέρθηκε στις τοπικές ομοσπονδίες ως κείμενο αρχών. Κάποιες από αυτές, κυρίως οι πιο μεγάλες της Μαδρίτης, της Καταλωνίας και της Ανδαλουσίας το εμπλούτισαν κιόλας.

Ανδαλουσία. Μαμάδες εν δράσει.

Οι βασικοί άξονες που υιοθέτησαν όλοι είναι:

  • Ο αποκλεισμός των γονέων από το γήπεδο σε περίπτωση που αρχίζουν να τσακώνονται. Παράλληλα και το παιδί θα τιμωρείται με αποκλεισμό από την ομάδα για κάποιο χρονικό διάστημα (εδώ να πούμε πως η ομοσπονδία αναγνωρίζει ότι χρησιμοποιεί τα παιδιά για να συνετίσει τους μεγάλους. Παραδέχεται επίσης ότι το πρόβλημα είναι τόσο μεγάλο που δεν υπάρχει άλλη άμεση λύση).
  • Σε περίπτωση που κάποιος γονιός αρχίζει να δίνει οδηγίες από την εξέδρα στο παιδί του, να του φωνάζει για το πώς παίζει ή αν κάνει παρατηρήσεις στον προπονητή της ομάδας ή τον διαιτητή, θα απομακρύνεται άμεσα από το γήπεδο και το παιδί θα γίνεται αλλαγή. Στην Καταλωνία και τη Μαδρίτη έχουν δώσει και σαφείς οδηγίες στους διαιτητές, ή όπου δεν υπάρχουν στους προπονητές, να σταματάνε τα παιχνίδια μέχρι να γίνει η απομάκρυνση.
  • «Αυτοδιαιτησία». Στις ηλικίες κάτω των 13 ετών προτείνεται η υιοθέτηση του Ολλανδικού μοντέλου της μη ύπαρξης διαιτητή, ώστε τα παιδιά να μάθουν να εφαρμόζουν τους κανόνες του παιχνιδιού χωρίς πίεση. Αυτό προϋποθέτει το 4ο σημείο.
  • Ενημέρωση και μαθήματα σε γονείς και παιδιά, τόσο για τους κανόνες του παιχνιδιού, όσο και για το σκοπό που βρίσκονται σε κάποιο σύλλογο. Το μέτρο αυτό ήδη εφαρμόζεται αρκετά χρόνια στην Καταλωνία, ενώ η Μαδρίτη και η Ανδαλουσία το υιοθέτησαν πέρυσι. Σε περίπτωση παρεκτροπής των γονιών ο σύλλογος για να ξαναδεχθεί το παιδί απαιτεί προσκόμιση εγγράφου ότι οι γονείς απευθύνθηκαν σε ψυχολογική υποστήριξη. Σημείωση: οι μεγάλοι σύλλογοι την παρέχουν οι ίδιοι.
  • Τέλος, όλες οι ποινές έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα. Επανάληψη απαράδεκτης συμπεριφοράς θα σημαίνει αποκλεισμό τόσο των γονέων, όσο και του παιδιού από το σύλλογο. Συζητείται ακόμα και η αφαίρεση βαθμών, αλλά εδώ δεν έχουν καταλήξει ακόμα.

Μπόνους από Ανδόρα. Παιχνίδι νέων που πλακώνονται οι ίδιοι με τους γονείς στις εξέδρες.

Σε πρακτικό επίπεδο, ειδικά στην περίπτωση της Μαγιόρκα όπου ήταν η πιο ακραία, ο ένας από τους δύο συλλόγους αποφάσισε από μόνος του να αναστείλει τη λειτουργία του για αυτή τη σεζόν. Θεώρησε ντροπή να έχει γίνει τέτοιο περιστατικό και να κυκλοφορούν τόσα βίντεο με τα έμβλημά του σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο άλλος απέκλεισε παιδιά και γονείς που ενεπλάκησαν. Δεν κάθισαν όμως με σταυρωμένα χέρια. Κάνουν σεμινάρια, ενημερώνουν παιδιά και γονείς, άλλαξαν πολιτική για τις κερκίδες (πχ. κάποιοι σύλλογοι απαγορεύουν την είσοδο σε συγγενείς πέραν των γονιών ή των αδελφών). Και σε κάθε περίπτωση, από το δεύτερο μόλις περιστατικό κινητοποιήθηκαν τοπικές και εθνικές ομοσπονδίες, ο οργανισμός κατά της Βίας και όλο το κράτος για να μην το αφήσουν να διογκωθεί.

Οι 10 εντολές σε έναν πάγκο στη Σαλαμάνκα, μεταξύ τους: «μη φωνάζετε στο διαιτητή» και «είναι απλά ένα παιχνίδι»

Η γιαγιά της Μπέτις

  [3 Σχόλια]

Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι αρκετά σπάνιο. Οι γυναίκες δεν πατάνε εύκολα στα γήπεδα (όχι ότι έχουν άδικο) και όσες το κάνουν συνήθως είναι για λόγους οικογενειακής αποκατάστασης και να παίξουν στα ελληνικά αθλητικά πόρταλς με τίτλους «έβαλε φωτιά η Σούζι Τσούζι στις εξέδρες του Αγρινίου», «μοίρασε πόνο η Φωφώκα στους θεατές στο Ηράκλειο» και άλλα τέτοια. Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά, όπως η κυρία Χάιδω στο Καυτανζόγλειο. Στην Ισπανία αντίθετα, τα γήπεδα (ειδικά τα επαρχιακά) είναι γεμάτα γυναίκες. Μερικές όμως ξεχωρίζουν. Μια τέτοια είναι η Κονσεπσιόν (τα «σ» με «θ») Αντράντε, η περίφημη γιαγιά της Μπέτις, η ντόνα Κόντσα.

Η Κόντσα πέρασε μια ζωή στο γήπεδο της ομάδας, όχι απλά βλέποντας, αλλά συμμετέχοντας με φωνές από το καρεκλάκι της. Ζητώντας με τη χαρακτηριστική φωνή της πέναλτι, φάουλ, αποβολές, χειροκροτώντας και ζώντας με αγωνία. Η Κόντσα πήγαινε με το λεωφορείο στο γήπεδο, μαζί με την πιτσιρικαρία, σαν ένας οποιοσδήποτε οπαδός, τραγουδώντας μαζί με τους νεαρούς τα συνθήματα της ομάδας. Πολλές φορές ξέφευγε, θυμίζοντας τις επικές κυρίες (και ένα από τα αγαπημένα μου βίντεο στην ιστορία του Σομπρέρο) στα κάγκελα του γηπέδου της Μπάνφιλντ. Οι ατάκες της, αλλά και οι βρισιές της φλογερής Ανδαλουσιανής γιαγιάς πέρασαν στην ιστορία με αποκορύφωμα τα «μαρικόν» προς τον καημένο τον Βαλντάνο, μια που η Κόντσα ήταν λίγα μέτρα πιο πίσω από τον πάγκο των φιλοξενούμενων.

Το συγκινητικό βιντεάκι, ακόμα κι αν δεν ξέρεις γρι ισπανικά

Η γιαγιά της Μπέτις είχε πρωταγωνιστήσει μέχρι και σε διαφημιστικά σποτάκια του συλλόγου, όταν η Μπέτις το 2005 κέρδισε την έξοδό της στο Τσάμπιονς Λιγκ και έκανε σχετική καμπάνια. Επισκέφτηκε μαζί με άλλους «μπέτικος» το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Λονδίνο και όταν δεν βρήκαν κάποιο έργο τέχνης της Μπέτις αναρωτήθηκαν τι σόι μουσείο είναι. Ο Ισπανός τραγουδιστής Χοσέ Μανουέλ Σότο ρώτησε τον κρυόκωλο Άγγλο «Εδώ έχετε πολλή τέχνη, αλλά δεν έχει αυθεντική τέχνη. Έχετε τα βασικά κινήματα ευρωπαϊκής τέχνης, αλλά πού είναι η Μπέτις;«, για να αναλάβει η γιαγιά Κόντσα το κράξιμο, με τη φοβερή λεπτομέρεια να φοράει vintage φανέλα Ρόμπερτ Γιάρνι. Πρωταγωνίστησε και σε δεύτερο παρόμοιο σποτάκι.

Τα τελευταία χρόνια η γιαγιά Κονσεπσιόν ζούσε σε οίκο ευγηρίας που κατά σύμπτωση (ή μήπως όχι) ήταν πολύ κοντά στο γήπεδο. Οι εμφανίσεις της σιγά σιγά άρχισαν να μειώνονται λόγω της υγείας της και η Μπέτις φρόντισε να την τιμήσει με μια επίσκεψη και δώρο μια φανέλα με το όνομά της. Στο παρελθόν άλλωστε είχε τιμηθεί κι από άλλους, όπως τον γνήσιο Μπέτικο, το παιδί της πόλης, τον μεγάλο Χοακίν.

Η Κόντσα και ο Χοακίν, λες και είναι γιαγιά και εγγονός

Η γιαγιά Κόντσα πέθανε πριν λίγες μέρες στα 92 της, εκεί στον οίκο ευγηρίας λίγο πιο δίπλα από το πραγματικό της σπίτι, το Εστάδιο Μπενίτο Βιαγιαμαρίν. Η είδηση έπαιξε σε όλα τα μέσα και φυσικά η μνήμη της τιμήθηκε από τη Ρεάλ Μπέτις. Το πιο σημαντικό ίσως όμως, ήταν ότι ακόμα και η μισητή Σεβίλλη φρόντισε να κάνει δημοσίευση τιμώντας ένα πρόσωπο συνδεδέμενο με το ποδόσφαιρο της πόλης, αλλά και γενικά μια μορφή από τις τελευταίες ενός ποδοσφαίρου που χάνεται σιγά σιγά.

Ο Ιάγος της Γαλικίας

  [Καθόλου σχόλια]

Στον Οθέλο του Σαίξπηρ, ο «ανταγωνιστής» του έργου είναι ο Ιάγος. Ένας στρατιώτης για χρόνια έμπιστος του Οθέλου, σύμβουλός του, που νιώθει αδικημένος γιατί δεν πήρε αυτός προαγωγή και προτιμήθηκε ο Κάσσιος. Φτιάχνει έτσι ένα πλάνο εκδίκησης για όλους. Για τον Οθέλο και τη γυναίκα του Δυσδαιμόνα, αλλά και για τον Κάσσιο που του πήρε τη θέση. Ένα σχέδιο που βασίζεται στα ψέματα, τη ζήλια και την καχυποψία. Σχεδόν 400 χρόνια μετά, ένα ζευγάρι στην κωμόπολη Μοάνια της Γαλικίας αποφάσισε να δώσει το όνομα Ιάγο στο γιο του. Ο Ιάγο Άσπας θα γινόταν ένας πιστός στρατιώτης, οπαδός-ποδοσφαιριστής της Θέλτα.

Στα 9 του πήγε στη Θέλτα και συνέπεσε με μια από τις καλύτερες φουρνιές πιτσιρικάδων που ο τοπικός τύπος ονόμασε «η Dream Team του Βίγκο». Ο Άσπας ξεχώριζε για την εξαιρετική του τεχνική, τις ντρίμπλες και τα σόλο που οδηγούσαν σε γκολ. Στη χειρότερη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της, η Θέλτα με τρομερά χρέη βρέθηκε στη Β’ εθνική και για να μη διαλυθεί αναγκάστηκε να πουλήσει όλους τους καλούς παίκτες της και να φυτοζωεί προσπαθώντας να γλιτώσει έναν ακόμα υποβιβασμό στα ερασιτεχνικά, που μπορεί να οδηγούσε στην πλήρη καταστροφή. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το πρώτο ματς του Ιάγο Άσπας τον Ιούνιο του 2008 στη Σαλαμάνκα πέρασε απαρατήρητο. Ήταν η μοναδική του συμμετοχή εκείνη τη σεζόν. Ένα χρόνο αργότερα έκανε το ντεμπούτο του στο Μπαλαΐδος μπροστά στο κοινό της αγαπημένης του ομάδας. Η Θέλτα τρία ματς πριν το τέλος αντιμετώπιζε την Αλαβές και με ήττα θα βρισκόταν κάτω από τη γραμμή του υποβιβασμού. Οι Βάσκοι πίεζαν, ήταν καλύτεροι και στο 60′ ο προπονητής της Θέλτα είχε την έμπνευση να ρισκάρει με το νεαρό Άσπας.

Το ονειρικό ντεμπούτο μπροστά στο κοινό του

Τριάντα λεπτά αργότερα, ο Άσπας είχε σκοράρει δυο φορές, είχε δημιουργήσει άλλες 2-3 καλές ευκαιρίες, η Θέλτα κέρδιζε με 2-1 στο 94′ και σωζόταν. Οι έξαλλοι πανηγυρισμοί του Άσπας που βγάζει τη φανέλα, σέρνεται στο χορτάρι και αγκαλιάζει το χνουδωτό μικρόφωνο της τηλεόρασης δείχνουν έναν πιτσιρικά-οπαδό που ζει το όνειρό του. Ο Άσπας με αυτή την εμφάνιση κέρδισε τη θέση του στη Θέλτα. Η ομάδα του Βίγκο την επόμενη σεζόν βγήκε 12η, την μεθεπόμενη μπήκε στα μπαράζ αλλά απέτυχε να ανέβει και τελικά το 2011-12 επέστρεψε μετά από 5 χρόνια στην Πριμέρα, με τον Άσπας να βγαίνει 2ος σκόρερ στην κατηγορία με 23 γκολ.

Το πρώτο ντέρμπι της Γαλικίας μετά από 5 χρόνια, τον Οκτώβριο του 2012
Η κόντρα του Άσπας με τον Μαρτσένα

Η πρώτη χρονιά στην Πριμέρα δεν ήταν καθόλου εύκολη για τη Θέλτα. Ο Άσπας σκόραρε 12 φορές, αριθμός διόλου ευκαταφρόνητος τηρουμένων των αναλογιών, αλλά φάνηκε ότι ο εκρηκτικός του χαρακτήρας θα μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα. Στον 1ο γύρο στο τοπικό ντέρμπι με την Λα Κορούνια άνοιξε βεντέτα με τον σκληρό Κάρλος Μαρτσένα. Στο ντέρμπι του 2ου γύρου, η κόντρα συνεχίστηκε, έριξε κουτουλιά στον  Μαρτσένα, αποβλήθηκε μόλις στο 28′ και καταδίκασε την ομάδα σε εκείνο το ματς, αλλά και στα επόμενα. Η Ντεπόρ πήρε μια εύκολη νίκη και ενώ η Θέλτα είχε ταξιδέψει με το όνειρο να την υποβιβάσει, έμπλεξε κι η ίδια. Ο Άσπας στέρησε από τη Θέλτα τον καλύτερό της σκόρερ για αρκετούς αγώνες και εν μέσω θρίλερ σώθηκε την τελευταία αγωνιστική. Ο Άσπας πάντως έχασε και κάτι ακόμα πιο σημαντικό. Μια κλήση στην εθνική, καθώς το γεγονός δεν άρεσε καθόλου στον Βιθέντε ντελ Μπόσκε που τον προσπέρασε.

Η κουτουλιά στον Κάρλος Μαρτσένα

Ο Ιάγο όμως δεν έχει έχει καμία σχέση με τον συνονόματό του από τον Οθέλο. Εκείνος κινείται υπόγεια και με σχέδιο, ενώ ο Άσπας είναι οξύθυμος και αυθόρμητος και αντιδρά χωρίς να σκέφτεται, ειδικά απέναντι στην «μισητή» Ντεπόρ. Στο παρελθόν σε ερώτηση αν θα έπαιζε ποτέ στην Ντεπόρ είχε απαντήσει: «Ούτε ραντεβού δεν θα έβγαινα με γυναίκα από την Κορούνια«. Στις μικρές ομάδες της Θέλτα είχε αποβληθεί για μια αγκωνιά και έχασε το ντέρμπι με την Ντεπόρ. «Έκλαιγα για μέρες» θυμάται. Στην καριέρα του έχει πολλές κίτρινες και αρκετές κόκκινες για επιθετικό.

Η πορεία του Άσπας έφερε το ενδιαφέρον της Λίβερπουλ και τελικά ο παίκτης ανηφόρισε στην Αγγλία με τη Θέλτα να παίρνει 9 εκατομμύρια Ευρώ. Με το σώμα του και το στιλ παιχνιδιού ήταν δύσκολο να ταιριάξει στο αγγλικό πρωτάθλημα, αντιμετώπισε προβλήματα τραυματισμών, ενώ δεν βοήθησε και το γεγονός ότι σε ένα χρόνο δεν έμαθε γρι αγγλικά, πέρα από το yes και μερικές βρισιές, μένοντας ως τελευταία λύση πίσω από παίκτες όπως ο Σουάρες, ο Στέρλινγκ, ο Στάριτζ και ο Κ(ο)ουτίνιο. Του έλειπε το Βίγκο, του έλειπαν οι φίλοι του, οι συγγενείς και ποτέ δεν προσαρμόστηκε στον αγγλικό τρόπο ζωής. Ο Άσπας πέρασε και δεν ακούμπησε, μια από τις πολλές αποτυχημένες μεταγραφές της Λίβερπουλ τα τελευταία χρόνια.

Την ευκαιρία εκμεταλλεύτηκε η Σεβίλλη που τον έφερε πίσω, αλλά παρά τα χρήματα που ξοδεύτηκαν, ο Άσπας δεν ήταν στις πρώτες επιλογές του Έμερι, παίρνοντας λίγα λεπτά συμμετοχής μόνο, κάτι που τον ενοχλούσε πολύ. Στο ματς με την αγαπημένη του Θέλτα καιγόταν να παίξει και όταν ο Έμερι δεν τον έβαλε μέσα, η κάμερα τον έπιασε να χτυπιέται στον πάγκο και να λέει: «Πάντα οι ίδιες αλλαγές ρε φίλε«. Κατάφερε πάντως να βάλει 6 γκολ στο Κόπα ντελ Ρέι, εκεί που η Σεβίλλη κατέβαζε αρκετούς αναπληρωματικούς.

Προς έκπληξη πολλών, η Σεβίλλη το καλοκαίρι του 2015 πλήρωσε τη ρήτρα, απέκτησε τον Άσπας και ταυτόχρονα τον πούλησε στη Θέλτα που αναγκάστηκε να δώσει ένα αρκετά μεγάλο ποσό για τα δεδομένα της. Ο Άσπας άφησε την Ανδαλουσία και γύρισε στο σπίτι του με πολύ κόσμο να τον υποδέχεται. Το οικονομικό ρίσκο για τη Θέλτα μεγάλο, για έναν Άσπας που φαινόταν σε πτώση. Κι όμως, φαίνεται ότι απλά του έλειπε η Γαλικία και το Βίγκο. Με 14 γκολ στο πρωτάθλημα οδήγησε τη Θέλτα ξανά στην Ευρώπη και την έφερε στην καλύτερή της θέση εδώ και 10 χρόνια, την 6η.

Η «βαζελίνα» στο Μπερναμπέου

Ο Ιάγο Άσπας συνεχίζει στους ίδιους (και καλύτερους ρυθμούς) και φέτος. Η Θέλτα έχει φτάσει στους 32 του Γιουρόπα Λιγκ, είναι σε σχετικά καλή θέση στο πρωτάθλημα, ενώ ένας τραυματισμός του Ντιέγκο Κόστα τον έφερε και στην εθνική του Λοπετέγκι, σκοράροντας μέσα στο Γουέμπλεϊ και έκανε τα αγγλικά μέσα να αναρωτιούνται ποιος ήταν ο Άσπας που είχαν δει οι ίδιοι. 29 χρονών πλέον, ξέρει ότι δύσκολα θα πάρει ξανά μια μεγάλη μεταγραφή και ίσως δεν τον νοιάζει κιόλας. Παίζει εκεί που τον αγαπούν και τους αγαπάει, εκεί που αποδίδει καλύτερα. Πριν μερικές μέρες άλωσε το Μπερναμπέου. Πιστός στην περσόνα του, φρόντισε να μαλώσει τόσο με τον Σέρχιο Ράμος, όσο και με τον Μαρσέλο.

Λιονέλ Μέσσι: Το τελευταίο μεγάλο κλασικό 10αρι

  [2 Σχόλια]

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, το ποδόσφαιρο εξελίχθηκε, έγινε πιο γρήγορο, πιο πειθαρχημένο, πιο απαιτητικό και πιο «physical» (που λένε και στο καφενείο του χωριού μου), οι στιγμές που ένας παίκτης έχει χρόνο και άνεση να πατήσει τη μπάλα κοντά στο κέντρο και να ψάξει την καλύτερη δυνατή λύση μειώθηκαν αισθητά και κάπως έτσι τα κλασικά 10αρια ένα-ένα άρχισαν είτε να μεταλλάσσονται (μετακινούμενα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του καθενός, λίγο πιο πίσω στο χώρο του κέντρου ή στις πτέρυγες), είτε να αποχωρούν, πάντα βέβαια με το γνώριμο χαλαρό και ελαφρώς υπεροπτικό στυλάκι τους.

«To παιχνίδι γίνεται πολύ πιο γρήγορο, δυνατό και τακτικό. Με τα δικά μου προσόντα το να επιβιώσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αρκετά δύσκολο» είχε παραδεχτεί λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από τα γήπεδα ο Χουάν Κάρλος Βαλερόν, ένα από τα αγαπημένα 10αρια της προηγούμενης δεκαετίας, και μαζί του λογικά θα συμφωνούσε και ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, πιθανόν το τελευταίο μεγάλο 10αρι της εποχής που συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά του ρόλου, θετικά και αρνητικά.

Σε ένα ποδόσφαιρο που η φυσική κατάσταση και η ταχυδύναμη είναι το παν και που κάθε παίκτης οφείλει να συνεισφέρει στο αμυντικό κομμάτι, δεν υπάρχει πλέον χώρος για «τεμπέληδες» μεσοεπιθετικούς, που με την άμυνα έχουν την ίδια σχέση που έχει ο Ζλάταν με τη μετριοφροσύνη. Ή τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι κάπου στις αρχές του 2015, όταν ο Λιονέλ Μέσσι αποφάσισε να αφήσει την κορυφή της επίθεσης και τα τρικ με τα «ψεύτικα εννιάρια» και να γίνει αυτό που λέει ο αριθμός της φανέλας του. Και όπως ακριβώς είχε σχολιάσει πριν χρόνια ένας Άγγλος σπίκερ σε κάποιο από τα σλάλομ του ανάμεσα σε τρεις και τέσσερις αντιπάλους σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα, «ο Μέσσι φτιάχνει χώρο εκεί που δεν υπάρχει χώρος».

Κάπως έτσι, και ουσιαστικά από το πουθενά, το συνεχώς εξελισσόμενο ποδόσφαιρο έκανε μια μεγάλη εξαίρεση και αναγκαστικά βρήκε χώρο για ένα 10αρι παλιάς κοπής, ένα 10αρι που έχει όλα τα στοιχεία που αγαπήσαμε και μάλιστα στον πιο μεγάλο βαθμό. Τρομερή ικανότητα διαβάσματος μιας φάσης, ποδοσφαιρική ευφυΐα, φαντασία, τεχνική, κάθετη πάσα, μεγάλη πάσα, γενικότερα πάσα όλων των ειδών, ντρίπλα, εξαιρετικά στημένα και, σαν ποιοτικό εξτραδάκι, εντυπωσιακή άνεση στο σκοράρισμα.

Φυσικά πολλά από αυτά τα στοιχεία τα έχουν κι άλλοι μεσοεπιθετικοί της εποχής (με εξέχοντα τον Μεσούτ Οζίλ), κάποιοι εκ των οποίων αν έπαιζαν πριν 20 χρόνια το πιθανότερο είναι να γινόταν κλασικά 10αρια. Η μεγάλη διαφορά όμως εντοπίζεται σε δυο σημεία: (σχεδόν) κανείς τους δεν έχει απόλυτη ελευθερία στην επίθεση και την πολυτέλεια να παραβλέπει εντελώς την άμυνα, αφού είναι ενταγμένοι αρμονικά στο σύστημα της ομάδας, και κανείς δεν τα έχει όλα αυτά, στο βαθμό που τα έχει ο Αργεντινός.

Στο περσινό 0-2 της Μπάρτσα μέσα στην έδρα της Άρσεναλ ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης μετά τον αγώνα ήταν τα χιλιόμετρα του Μέσσι. Ο Αργεντινός είχε τρέξει αισθητά λιγότερο απ’όλους τους συμπαίκτες του. (Μικρή λεπτομέρεια: Ήταν ο παίκτης που καθάρισε το ματς με δυο γκολ). Εκείνο το παιχνίδι δεν ήταν κάποια εξαίρεση. Για την ακρίβεια, έχουν υπάρξει παιχνίδια που έχει τρέξει λιγότερο απ’όλους όσους βρίσκονται στο χορτάρι. Τα παιχνίδια του Μέσσι τα 2-3 τελευταία χρόνια είναι ένας συνδυασμός περπατήματος και παρατήρησης του αγώνα που διακόπτεται μόνο όταν η ομάδα κερδίζει την κατοχή και ο ίδιος κρίνει ότι χρειάζεται να ανεβάσει ρυθμό. Προφανώς και ο Αργεντινός δεν το κάνει από τεμπελιά. Το κάνει γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έχει δυνάμεις στις στιγμές που η ομάδα θα τον χρειαστεί περισσότερο. Το θέμα βέβαια είναι ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή άλλος παίκτης τέτοιου επιπέδου στο σύγχρονο ποδόσφαιρο που να έχει αυτή την πολυτέλεια. Ο Μέσσι μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει στο χόρτο γιατί απλά είναι ο Μέσσι.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο δεύτερο σημείο. Ο Μέσσι έχει κερδίσει αυτό το άτυπο δικαίωμα να μη μαρκάρει, με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας, γιατί πολύ απλά όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, κάπου ανάμεσα στη μεγάλη περιοχή και το κέντρο, οι ικανότητες του είναι πολύ μεγαλύτερες από οποιουδήποτε άλλου στον πλανήτη αυτή τη στιγμή. Κι αυτό δεν χρειαζόταν να το περιγράψει πρόσφατα ο Χόρχε Σαμπαόλι με την επική ατάκα «Το να συγκρίνεις τον Μέσσι με οποιονδήποτε άλλον είναι σαν να συγκρίνεις έναν απλά καλό αστυνομικό με τον Μπάτμαν» για να το αντιληφθούμε.

Ένας από τους ανώνυμους, ερασιτέχνες λάτρεις της στατιστικής πήρε τα δεδομένα των 8 τελευταίων σεζόν των 5 μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων και έκανε κάποιες συγκρίσεις, εστιάζοντας στους παίκτες που σκόραραν τουλάχιστον 10 γκολ σε μια σεζόν. Στη συνέχεια έκανε σύγκριση μεταξύ αυτών σε τρεις βασικούς τομείς: στο σκοράρισμα, στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες μπαλιές, έναν τομέα που επέλεξε γιατί στατιστικά είναι η ασίστ με τις περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει σε γκολ. Το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο τόσο προβεβλημένος Μέσσι ίσως είναι λίγο υποτιμημένος. Με πολύ απλά λόγια: Κάνει τόσα πράγματα, τόσο καλά και τόσο συχνά που καταλήγουν να φαίνονται συνηθισμένα ενώ δεν είναι.

Ο «μέσος Μέσσι» (δηλαδή ο μ.ο. των επιδόσεων του τα τελευταία 8 χρόνια) δεν είναι απλά καλύτερος από τον «μέσο καλό μεσοεπιθετικό» (δηλαδή από τον μ.ο. των επιδόσεων όλων των τοπ παικτών που συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα). Ο Μέσσι σε μια μέτρια σεζόν του είναι καλύτερος από το 98% των «καλύτερων» της Ευρώπης και στο σκοράρισμα, και στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες πάσες! Ακούγεται αδιανόητο αλλά δεν είναι. «Παρ’όλο που είναι πιθανό να μην είναι άνθρωπος, είναι καλό το ότι ο ίδιος πιστεύει πως είναι» που είχε πει και ο Χαβιέρ Μαστσεράνο πριν μερικά χρόνια.

Με τον τρόπο που εξελίσσεται το ποδόσφαιρο φαίνεται αρκετά δύσκολο στα επόμενα χρόνια να βρεθεί (πάντα μιλώντας για το υψηλότερο δυνατό επίπεδο) κάποιος παίκτης τόσο καλός που να του επιτραπεί τέτοια ελευθερία κινήσεων, απλά και μόνο γιατί όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, ακόμα κι όταν βρίσκεται λίγα μέτρα μπροστά από το κέντρο, μπορεί να καθορίσει ένα ματς με μια ενέργεια. Κάποιος ρεαλιστής βέβαια, μπορεί να προσθέσει πως όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η παραγωγικότητα του Αργεντινού επιθετικά, το γεγονός ότι δεν συνεισφέρει αμυντικά όπως παλιά (τότε που οι Καταλανοί χρησιμοποιούσαν τον περίφημο «κανόνα των 3 δευτερολέπτων») πιθανόν επηρεάζει αρκετά την γενικότερη αποτελεσματικότητα της Μπαρτσελόνα.

Για κάποιον όμως που αδιαφορεί για τα αποτελέσματα που θα φέρει η Μπάρτσα, το παιχνίδι του Μέσσι είναι μια οπτική απόλαυση, ακόμα και τα τελευταία χρόνια στα οποία το σώμα του φαίνεται να τον προδίδει συχνά-πυκνά. Για κάποιον ειδικά που μεγάλωσε με την εικόνα του χαλαρού 10αριου, που σουλατσάρει στο χόρτο με ένα ελάχιστο ύφος υπεροψίας, περιμένοντας την ιδανική στιγμή που θα ζητήσει τη μπάλα και θα δημιουργήσει κάτι επικίνδυνο για τον αντίπαλο με μια έμπνευση, ο Μέσσι των τελευταίων ετών, που το πεδίο δράσης του ξεκινάει πολύ πιο κοντά στο κέντρο σε σχέση με παλιότερα, είναι κάτι σαν φαντασίωση, μια εξαίρεση που επιβιώνει στο σύγχρονο ποδόσφαιρο γιατί απλά «ξέρει πολλή μπάλα» κι αυτή είναι μια ατάκα που μοιάζει (και είναι) καφενειακή αλλά κατά βάθος είναι ολότελα ρομαντική.

Σε μια πολύ ανταγωνιστική εποχή, που το να είσαι μια μείξη ποδοσφαιριστή και υπεραθλητή είναι αρκετά συνηθισμένο και επιθυμητό, το να πρωταγωνιστεί κάποιος που σε μεγάλο βαθμό πλέον λειτουργεί με τους ιδιαίτερους ρυθμούς ενός 10αριου παλιάς κοπής, απλά και μόνο λόγω ταλέντου και ποδοσφαιρικής ευφυίας, είναι λόγος συγκρατημένης αισιοδοξίας για το μέλλον του παιχνιδιού, που βαθιά μέσα στον πυρήνα του, πίσω από όλο το μάρκετινγκ, τα μίνιμαλ σήματα, τα σόσιαλ μίντια και τα προπονητικά τιμ με τους εξειδικευμένους επιστήμονες, παραμένει «μπαλίτσα».

Αυτός ο κάποιος ήταν κάποτε ένας ταλαντούχος πιτσιρικάς που ξεκίνησε από τα άκρα της επίθεσης, έγινε «ψεύτικο εννιάρι» σκοράροντας ακατάπαυστα και τελικά όταν οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, σιγά-σιγά κατέληξε στη θέση που του δίνει απόλυτη ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει, τη θέση που ταιριάζει με το βαρύ νούμερο στη φανέλα του. Ένα νούμερο που του είχε μεταβιβάσει, καθόλου τυχαία, ένα εξίσου σπουδαίο 10αρι.

Όπως αποκάλυψε ο Μέσσι, λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από το Καμπ Νου ο Ροναλντίνιο, έπιασε τον Αργεντινό και του είπε ότι αυτός και μόνο αυτός πρέπει να είναι ο επόμενος κάτοχος της φανέλας με το 10. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, ο Ρόνι είχε καταλάβει τις δυνατότητες του Μέσσι από την πρώτη, κυριολεκτικά, μέρα. Και αυτό δεν επιβεβαιώνεται μόνο από τον Τζιοβάνι φαν Μπρόνκχορστ ή την περίφημη δήλωση του μετά την κατάκτηση της Χρυσής Μπάλας («Αυτό το βραβείο λέει ότι είμαι ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο αλλά δεν είμαι ο καλύτερος ούτε καν μέσα στη Μπάρτσα»). Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης που έκανε ο, έφηβος τότε, Αργεντινός με την πρώτη ομάδα, ο Βραζιλιάνος πήρε τηλέφωνο την καλή του φίλη και δημοσιογράφο Κριστίνα Κουμπέρο και της είπε «Σήμερα έκανα προπόνηση με κάποιον που θα γίνει καλύτερος από μένα»! Όπως ακριβώς όλοι μας όταν ανακαλύπτουμε κάτι αξιοθαύμαστο θέλουμε να το μοιραστούμε με όλους, έτσι κι ο Ροναλντίνιο δεν έμεινε στη φίλη του. Πριν λίγο καιρό ο Κόμπι Μπράιαντ αποκάλυψε πως όταν η Μπάρτσα πήγε για φιλικά στο Λος Άντζελες, ο Ρόνι του σύστησε τον Μέσσι με την ατάκα «Κόμπι, να σου γνωρίσω τον τύπο που θα γίνει ο καλύτερος παίκτης όλων των εποχών». Ο τύπος αυτός ήταν τότε 17 χρονών.

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έγραψε κάποτε «Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αυτό που θα δουν, όχι αυτό που έχουν δει», μια πρόταση που πάντα μου ακουγόταν πολύ όμορφη για να κοσμήσει ένα βιβλίο αλλά χωρίς καμία λογική υπόσταση. Κι όμως, με κάποιον μαγικό τρόπο, σαν αυτούς που έβρισκε στις καλές του μέρες στον αγωνιστικό χώρο για να μας διασκεδάζει, ο Ροναλντίνιο είχε δει την πορεία του Μέσσι πριν απ’όλους.