Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ισπανικό πρωτάθλημα'

Όταν ο Μπλάνκο έστειλε στον κουβά τους συμπαίκτες του

  [2 Σχόλια]

Στην ιστορία του Σομπρέρο υπάρχουν κάποιες προσωπικότητες στις οποίες έχουμε αδυναμία. Που δεν βαριόμαστε να ασχολούμαστε μαζί τους και να αφιερώνουμε παραπάνω από ένα κείμενο. Μια τέτοια είναι ο σπουδαίος τεχνίτης-ζογκλέρ-ψυχάκιας Κουαουτέμοκ Μπλάνκο. Ο Μεξικάνος φορ που έπαιζε μέχρι τα 40κατι του μπάλα, έκανε ένα πέρασμα από τα ευρωπαϊκά γήπεδα που δυστυχώς ήταν σύντομο. Το 2000 σε ηλικία σχεδόν 28 χρονών πήγε δανεικός στη Ρεάλ Βαγιαδολίδ για να ζήσει το όνειρο, αλλά λίγους μήνες αργότερα χτύπησε πολύ σοβαρά σε παιχνίδι της εθνικής με το Τρινιντάντ-Τομπάγκο και έμεινε εκτός δράσης για έξι μήνες.

Σκληρές εικόνες, αλήθεια…

Ήταν ένας από τους πιο άδικους τραυματισμούς, αφού με το σκορ στο 6-0 (!!), ο αμυντικός Έλκοκ έκανε ένα τρομακτικό, δολοφονικό χτύπημα στον Μπλάνκο μέσα στην περιοχή. Ο διαιτητής έδωσε το πέναλτι και την κόκκινη, το ματς έληξε 7-0, αλλά ο Μπλάνκο υπέστη ρήξη χιαστού και έμεινε για μισό χρόνο εκτός. Ο Έλκοκ έγινε γνωστός ως ο χασάπης του Τρινιντάντ, αυτή ήταν και η τελευταία του διεθνής συμμετοχή, γεγονός που τον έκανε άκρως αναγνωρίσιμο και μετά το τέλος της καριέρας του. Δεν ήταν λίγοι οι Μεξικάνοι που τον συναντούσαν χρόνια μετά και θυμόντουσαν το περιστατικό, ο Μπλάνκο άλλωστε είναι για πολλούς εθνικός ήρωας. Όταν επέστρεψε από τον τραυματισμό δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος και έχοντας χάσει σε ταχύτητα, δεν μπόρεσε να εντυπωσιάσει και έχασε τις ελπίδες του για μια μεταγραφή σε μεγαλύτερο ευρωπαϊκό σύλλογο. Ο ίδιος λέει ότι αυτό το χτύπημα του χάλασε μια μεταγραφή στη Ρεάλ. Πρόλαβε όμως να αφήσει το στίγμα του και στην Ισπανία.

Στην αρχή της επόμενης σεζόν, στις 29 Σεπτεμβρίου του 2001 όταν η Βαγιαδολίδ ταξίδεψε στο Μπερναμπέου για να αντιμετωπίσει τη Ρεάλ που κατέβηκε με παίκτες όπως οι Κασίγιας, Ρομπέρτο Κάρλος, Μακελελέ, Ραούλ, Ζιντάν, Φίγκο και Ιέρο. Μια Ρεάλ που έχασε εκείνη τη σεζόν το πρωτάθλημα από τη Βαλένθια και βγήκε 3η, αλλά κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ με αυτό το γκολ. Ποιος θα πόνταρε υπέρ της Βαγιαδολίδ; Ούτε οι παίκτες της. Και δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι η αλήθεια. Βλέπετε οι παίκτες της Βαγιαδολίδ είχαν το συνήθειο εκείνη την περίοδο να παίζουν συνεταιρικά κινιέλα, το περίπου αντίστοιχο του ΠΡΟ-ΠΟ στην Ισπανία με 15 αγώνες (αν δεν κάνω λάθος 14 αγώνες και ένα ακόμα ματς για μπόνους που μαντεύεις το σκορ).

Υπεύθυνος εκείνης της εβδομάδας για την κατάθεση του δελτίου ήταν ο αναπληρωματικός τερματοφύλακας Αλμπάνο Μπισάρι που στο ματς της ομάδας του έπαιξε ξερό άσσο, όπως έκαναν πάντα οι παίκτες καθώς αν η ομάδα κέρδιζε ήταν χαρούμενοι, αν έχανε τουλάχιστον είχαν πιάσει το σημείο. Οι προβλέψεις των παικτών της Βαγιαδολίδ ήταν εξαιρετικά σωστές εκείνο το Σαββατοκύριακο, αφού έπιασαν τα υπόλοιπα 13 παιχνίδια, αλλά και το σκορ του μπόνους. Συμπληρώνοντας και τη νίκη της Ρεάλ θα τα έπιαναν όλα. Και τα πράγματα πήγαιναν… καλά. Η Ρεάλ μόλις στο 4′ άνοιξε το σκορ με κεφαλιά του Ζιζού, η Βαγιαδολίδ ισοφάρισε δύο λεπτά αργότερα και ο Ραούλ στο 19′ έκανε το 2-1. Οι Μαδριλένοι έχασαν αρκετές ακόμα ευκαιρίες για να καθαρίσουν το ματς, αλλά το σκορ παρέμενε στο 2-1. Εννιά λεπτά πριν την λήξη ο κόουτς Μορέ πέρασε μέσα τον Μπλάνκο μπας και γίνει το θαύμα. Στο 88′ η Βαγιαδολίδ κέρδισε το φάουλ, ο Μεξικάνος πήρε την μπάλα και εκτέλεσε ένα τέλειο φάουλ, μέσα από το τείχος και στα δίχτυα του Κασίγιας, γράφοντας το 2-2 που ήταν και το τελικό.

Φυσικά η ισοπαλία στο Μπερναμπέου πανηγυρίστηκε έξαλλα, μέχρι που οι παίκτες συνειδητοποίησαν τι είχε γίνει. Το συνολικό ποσό που θα μοιράζονταν ήταν περίπου 5 εκατομμύρια € (!!) και ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι κάποιοι παίκτες της Βαγιαδολίδ δεν τα είχαν ανάγκη, σκεφτείτε ότι στο εβδομαδιαίο δελτίο συμμετείχαν και μεροκαματιάρηδες άνθρωποι όπως φυσιοθεραπευτές και μέλη του τεχνικού τιμ. Το ένα από τα μόλις τρία γκολ του Μπλάνκο στη σύντομη ισπανική του καριέρα στοίχισε σε αρκετούς ανθρώπους περίπου 150.000€, ποσό ικανό να αλλάξει τη ζωή τους. Τελικά, οι νικητές μοιράστηκαν από περίπου 1.000€ ο καθένας, ποσό ελάχιστο, αλλά τουλάχιστον είχαν να λένε ότι δεν έχασαν από την κορυφαία ομάδα της Ευρώπης εκείνη τη χρονιά, κλέβοντας μια ιστορική ισοπαλία στο τέλος.

Το φορ που βαριόταν να τρέχει

  [Καθόλου σχόλια]

Στο ποδόσφαιρο είναι πολλές φορές ένα τυχαίο γεγονός, μία φάση, ένα γκολ που καθορίζει την καριέρα κάπου επαγγελματία. Την ανεβάζει ή την καταστρέφει. Έτσι έγινε και ένα βράδυ του Οκτωβρίου του 2015 όταν η Ντεφενσόρ της Ουρουγουάης υποδεχόταν τη Λανούς της Αργεντινής για τους 16 του Κόπα Σουνταμερικάνα. Με το πρώτο παιχνίδι στο 0-0, η ρεβάνς στο Μοντεβιδέο κινήθηκε στους ίδιους ρυθμούς. Στο 71′ ο προπονητής των γηπεδούχων πέρασε μέσα τον πιτσιρικά Μαξιμιλιάνο Γκόμες, ένα ψηλό γεροδεμένο παιδί με παραπανίσια κιλά. Οι περισσότεροι στο στάδιο Λουίς Φρανσίνι δεν τον ήξεραν. Είχε παίξει ξανά μόλις για λίγα λεπτά σε έναν προηγούμενο αγώνα, μπαίνοντας αλλαγή στο τέλος.

Το παιχνίδι οδηγήθηκε τελικά στα πέναλτι κι ο προπονητής της Ντεφενσόρ Χουάν Τεχέρα δεν είχε σχεδιάσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Είχε τρεις σίγουρους, αλλά ο τέταρτος είχε βγει αλλαγή και ο 5ος δήλωσε «κουρασμένος» (σε απλά ελληνικά φοβόταν). Την ίδια στιγμή ο βοηθός του ρωτούσε τον 19χρονο Μάξι αν θέλει να εκτελέσει πέναλτι. Αυτός με απόλυτη ψυχραιμία, λες και δεν κρινόταν μια σημαντική πρόκριση, απάντησε: «ΟΚ, θα χτυπήσω ένα«, μια που στις ακαδημίες συνήθως εκτελούσε αυτός. Όπως αργότερα αποκάλυψε, νόμιζε ότι τον ρωτούσαν για την περίπτωση που πήγαινε σε 6ο ή 7ο πέναλτι και έτσι απάντησε τόσο άνετα. Ο βοηθός είπε στον κόουτς Τεχέρα: «Δεν ξέρω ποιον σκέφτεσαι, αλλά ο Μάξι φαίνεται να το πιστεύει» κι αυτός ανακοινώνει: «Το 5ο θα το εκτελέσει ο Μάξι«, χωρίς να τον κοιτάει. «Ένιωσα λίγο άγχος όταν άκουσα ότι θα βαρέσω το τελευταίο, αλλά δεν υπήρχε επιστροφή» είπε ο μικρός αργότερα. Η διαδικασία ξεκινάει. Η Λανούς αστοχεί στο πρώτο της και με το σκορ 4-2 την μπάλα παίρνει ο γνωστός μας Σεμπαστιάν Λέτο. Κάνει ένα άψογο σουτ στο γάμα, χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο, με τρόπο που κομπλάρει ο επόμενος. Ο Μάξι. Ο πιτσιρικάς όμως, έχει την ψυχραιμία να σημαδέψει σωστά, να κάνει το 5-3 δίνοντας την πρόκριση και να γίνει ο ήρωας της βραδιάς.

Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Γκόμες παίρνει πολλές ευκαιρίες και τις εκμεταλλεύεται, καθώς σκοράρει 14 γκολ στο πρωτάθλημα. Το ταλέντο του είναι μεγάλο, η δύναμη που έχει τον βοηθάει πολύ, εκμεταλλεύεται τα φυσικά του προσόντα και γίνεται ένα πολύ αξιόλογο φορ περιοχής. Κι αν το πέναλτι τον κάνει γνωστό, λίγους μήνες αργότερα μπαίνει στις καρδιές των οπαδών της Ντεφενσόρ πάλι με ένα γκολ στο τέλος. Αυτή τη φορά στο ντέρμπι των «μεσαίων», όπως λέγεται το δεύτερο πιο σπουδαίο «κλάσικο» της χώρας μεταξύ Ντεφενσόρ και Ντανούμπιο. Σκοράρει στο… 98′, γράφει το τελικό 3-2, γίνεται τραγούδι στις εξέδρες. Η απόφασή του να αφήσει το σπίτι του και την οικογένειά του πίσω στην πόλη Παϊσαντού και να πάει στα 17 του στην μεγάλη πόλη δικαιώνεται. Αν και ο ίδιος δεν περίμενε ότι θα κάνει καριέρα, ήταν η μοναδική του ίσως διέξοδος. Κακός μαθητής, βαριόταν το σχολείο και πολλές φορές έβγαινε από την τάξη για να κλωτσήσει μια μπάλα στην αυλή. Σίγουρα δεν θα σπούδαζε κάτι. Βέβαια και στην μπάλα το ίδιο. Παρ’ ότι ο πιο ταλαντούχος από τα αδέρφια, ήταν και ο πιο τεμπέλης στον αγωνιστικό χώρο. «Μου έλεγαν ότι έπρεπε να τρέχω, αλλά δεν μου άρεσε. Τώρα κατάλαβα τη σημασία», δήλωσε πρόσφατα.

Αρχίζει να κερδίζει το όνομα «νέος Σουάρες» από τους δημοσιογράφους παρ’ ότι δεν είναι σε καμία περίπτωση του ίδιου ταλέντου. Σε αυτή την παρομοίωση όμως βοηθάει το γεγονός ότι παίρνει δυο κόκκινες κάρτες, αλλά και ένα συμβάν που γίνεται μετά από μια εντός έδρας ήττα της Ντεφενσόρ. Οι οπαδοί τα βάζουν με τους παίκτες και ειδικά ο Ακούνια έρχεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση μαζί τους. Μόνο που σε αυτούς τους οπαδούς, πρωτοστατεί ο αγαπημένος αδερφός του Μάξι που σε ένα περιστατικό λατινοαμερικάνικης μαγείας, βρίζει τους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας, της ομάδας που αγωνίζεται ο αδερφός του. Ο Ακούνια δεν τον γνωρίζει, απαντά και τον βρίζει. Ο Μάξι είναι ακριβώς από πίσω, εκρήγνυται και του δίνει γροθιά στο κεφάλι. Στη συνέχεια οι δυο συμπαίκτες έρχονται στα χέρια. Το επεισόδιο αυτό τον στιγματίζει, το βίντεο γίνεται viral και το κακό όνομα βγαίνει. Δεν πτοείται όμως στο γήπεδο. Την επόμενη σεζόν σκοράρει 15 φορές και κατακτά την Απερτούρα. Ακούγεται για τη Ρίβερ και άλλους συλλόγους της Ν. Αμερικής, ενώ η Ντεφενσόρ αρνείται τα 3,25 εκατομμύρια που προσφέρει η Ουντινέζε. Τελικά συμφωνεί με τη Θέλτα για το 80% του παίκτη με μια πρόταση κοντά στα 4 εκατομμύρια. Ο Μάξι κάνει τις βαλίτσες για τη Γαλικία. Από μια φτωχή οικογένεια στα σαλόνια της Ισπανίας, με ύψος 1.86, φορώντας σιδεράκια και ζυγίζοντας 91 ολόκληρα κιλά. Στο πρωτάθλημα της Ουρουγουάης αυτό δεν τον εμποδίζει τόσο, αλλά στην Πριμέρα δεν είναι το ίδιο.

Δηλώνει ότι θα δώσει και τη ζωή του για τη Θέλτα, αλλά πέρα από αυτές τις μεγαλοστομίες, δείχνει ότι όντως θέλει να πετύχει. Μια βδομάδα πριν καν μαζευτεί η ομάδα για προετοιμασία πηγαίνει στο προπονητικό και κάνει ατομικό πρόγραμμα για να αδυνατίσει και να μπορέσει να φτάσει σε σωστό επίπεδο. Ο πιτσιρικάς που βαριόταν να τρέξει και περίμενε την μπάλα, ρίχνει καλοκαιριάτικα κιλά ιδρώτα για να τα καταφέρει. Στα φιλικά παίζει πολύ καλά και έτσι παίρνει ευκαιρίες και στο πρωτάθλημα, μια που ο Γκουιντέτι είναι τραυματίας. Λίγοι πιστεύουν ότι αυτός ο βαρύς παίκτης περιοχής, μόλις στα 21, του θα μπορέσει να βοηθήσει ουσιαστικά, πολλοί σχολιάζουν αρνητικά το μεγάλο ποσό.

Τα γκολ, γκολ κι οι κάρτες, κάρτες

Κι όμως. Στα πρώτα 7 ματς σκοράρει 5 φορές (σε κάποιες λίστες έχει 6 γκολ γιατί το γκολ της Θέλτα με την Μπέτις δεν χρεώνεται αυτογκόλ) και τον περνούν μόνο ο Μέσι και ο Σιμόνε Ζάζα. Αλλά για να δικαιολογήσει και όλα τα κουσούρια που κουβαλάει, παρ’ ότι επιθετικός, γίνεται ο πρώτος στη φετινή Πριμέρα που συμπληρώνει 5 κίτρινες (σε 7 ματς, το ξαναλέμε). Ο ίδιος λέει ότι τον αδικούν οι διαιτητές και του χρεώνουν ότι βουτάει για πέναλτι (νέος Σουάρες και σε αυτό άραγε;). Η πορεία του πάντως είναι αξιοθαύμαστη, ακόμα και αν δεν συνοδεύεται πάντα από νίκες, καθώς η Θέλτα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη αμυντικά. Έτσι λοιπόν έρχεται κι η κλήση στην εθνική της Ουρουγουάης. Με Καβάνι και Σουάρες δύσκολο να βρει χρόνο βέβαια και δεν παίζει απέναντι στη Βενεζουέλα με την Ουρουγουάη είναι με το 1,5 πόδι στη Ρωσία. Το αν θα ταξιδέψει εκεί ο Μάξι, θα κριθεί από το αν θα καταφέρει να συνεχίσει έτσι στη Θέλτα. Και φυσικά για πόσο θα συνεχίσει στη Θέλτα. Ήδη έφτασε πολύ κοντά στο να μετακομίσει στην Κίνα με μια πρόταση περίπου στα 20 εκατομμύρια Ευρώ, αν κι ο ίδιος δήλωσε ότι δεν θα πήγαινε.

Το Πάθος στη Φωνή

  [3 Σχόλια]

Ο Οργανισμός Ραδιοφώνων Καταλωνίας διοργανώνει κάθε χρόνο ένα διαγωνισμό για τον καλύτερο σπίκερ των τοπικών ραδιοσταθμών. Οι συμμετοχές αποστέλλονται από τους ίδιους τους ραδιοσταθμούς στον Οργανισμό και μια κριτική επιτροπή ακούει τις περιγραφές και επιλέγει το νικητή. Στο διαγωνισμό του 2017, η κριτική επιτροπή μαγεύτηκε από έναν νεαρό σχολιαστή του Ράδιο Ουλότ, τον Πέρε Ρίμπες.

Πηγαίνοντας να παραδώσουν το βραβείο στο νικητή αντίκρισαν ένα εντεκάχρονο παιδί. Επιπλέον, αυτό το παιδί είναι τυφλό! Έχουμε αναφέρει ξανά στο μπλογκ περιπτώσεις τυφλών παιχτών και οπαδών. Περίπτωση όμως τυφλού σπορκάστερ είναι μοναδική. Ο Πέρε Ρίμπες, τυφλός εκ γενετής, διαμένει με την οικογένειά του στο χωριό Ουλότ της Καταλωνίας. Παρόλο που μένει στην Καταλωνία δεν είναι οπαδός, ούτε της Μπαρσελόνα, ούτε της Εσπανιόλ. Η Ανδαλουσιάνικη καταγωγή των γονιών του, μαζί με το γεγονός ότι έβαλε ένα στοίχημα με τον εαυτό του, τον έκανε οπαδό της Μπέτις. «Αρχικά είχα μια συμπάθεια στη Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά άκουσα μια μέρα στο ράδιο τον ύμνο της Μπέτις. Είπα ότι αν κερδίσουν τρία συνεχόμενα παιχνίδια θα γίνω οπαδός τους. Το έκαναν και πια είμαι Μπέτικο».

Ο τοπικός όμιλος οπαδών της Μπέτις τον έχει ήδη ανακηρύξει επίτιμο μέλος. Μόλις έμαθαν για τον Πέρε, ο πρόεδρος του συνδέσμου Διέγο Σάντσεθ έβγαλε λαχνούς με τίτλο «Πέρε, σε θέλουμε σπίτι». Συγκέντρωσαν πάνω από €1.000 και έστειλαν τον Πέρε στο Μπενίτο Βιγιαμαρίν. Το ματς ήταν κόντρα στη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια. «Δε με ενθουσίασε τόσο να πάω στο γήπεδο για τη νίκη, όσο για να μπορέσω να τραγουδήσω ακαπέλα επιτέλους τον ύμνο που είχα ακούσει τόσες φορές στο ράδιο».

Η επίσκεψη του Πέρε στο γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας, ένα συγκινητικό βίντεο

Ένα παιδί που αρχικά στις αλάνες του χωριού έπιανε τη μπάλα με τα χέρια, μέχρι να του δείξουν οι φίλοι του ότι δεν είναι ακριβώς έτσι το άθλημα, κέρδιζε το βραβείο καλύτερου σπορκάστερ. Η σχέση του Πέρε με το μέσο δεν είναι ανεξήγητη. Ως τυφλός ήταν το αγαπημένο του μέσο. Άκουγε με τις ώρες ραδιόφωνο, κυρίως αθλητικά μαγκαζίνο και μεταδόσεις. «Αρχικά πίστευα ότι είναι τρομακτικά πολύπλοκο να μεταδίδεις όλη αυτήν την ευφορία. Όμως μου έδωσε το ερέθισμα να ασχοληθώ ώστε να λύσω το αίνιγμα αυτό, με λίγη τύχη».

Την προηγούμενη σεζόν η ομάδα του χωριού του, του Ουλότ, ανέβηκε στη Σεγούνδα Β. Όπως όλοι οι κάτοικοι, έτσι και ο Πέρε πήγε στο πρώτο εντός έδρας ματς της ομάδας. Εκεί τον εντόπισε ο Δαβίδ Πλανέλια, τοπικός αθλητικογράφος και του πήρε συνέντευξη. Ο δημοσιογράφος εντυπωσιάστηκε από την ωριμότητα και τη γνώση του παιχνιδιού από τον μικρό. Πήγε σπίτι του να μιλήσει με τους γονείς του για να τον πάρει στο πρόγραμμα. Εκεί ανακάλυψε ότι η μητέρα του Πέρε ήταν καθηγήτρια του και το θέμα έκλεισε σε μερικά λεπτά. Ο Πέρε θα πήγαινε στο τοπικό ραδιόφωνο, στο πλάι του Δαβίδ Πλανέλια ως σχολιαστής στο ραδιοφωνικό αθλητικό μαγκαζίνο.

Μετά από λίγες εκπομπές ο Πλανέλια τον πήρε μαζί του σε περιγραφή αγώνα μαζί του. Ο Πέρε ήταν τόσο καλός σχολιαστής που κράτησαν την κασέτα και την έστειλαν στο ετήσιο διαγωνισμό του Οργανισμού Ραδιοφώνων Καταλωνίας, τον οποίο και τελικά κέρδισε. Όταν τον ρωτάνε πώς το κάνει όλο αυτό, απαντά:

«Το να σχολιάσεις ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι δεν σημαίνει μόνο να περιγράψεις το σχηματισμό των δύο ομάδων. Για μένα το κλειδί είναι να ακούς το σπορκάστερ και να αφήνεσαι στο πάθος του και στα σχόλιά του. Πάντα έλεγα ότι αν κάποιος κλείσει τα μάτια και ακούσει ένα ματς από το ράδιο, σίγουρα θα μπορούσε να κάνει πολλά σχόλια για το παιχνίδι, το οποία, ίσως, δε θα τα έκανε με ανοιχτά τα μάτια. Διότι το συναίσθημα σε κατακλύζει».

Και πώς βλέπει ένα γκολ; «Δε χρειάζεται να δω απολύτως τίποτα. Ο σπορκάστερ το περιγράφει άψογα και καταλαβαίνω ακριβώς πως μπήκε». Μετά το βραβείο τον άκουσαν και ραδιοφωνικοί σπίκερ από τα μεγάλα ισπανικά ραδιόφωνα όπως το Ράδιο Καταλούνια, το Καδένα Σερ, το ΡΑΚ. Όλοι εντυπωσιάστηκαν από την ωριμότητα στα σχόλια και τη φοβερά ραδιοφωνική φωνή του. Ο Αντόνιο Ρομέρο του Καδένα Σερ δήλωσε: «Ανεξάρτητα από την αναπηρία του, έχει αρετές που εμείς δε διαθέτουμε. Η μνήμη του σε στατιστικά στοιχεία είναι εκπληκτική. Η φωνή του και η ωριμότητά του είναι τρομακτική για την ηλικία του».

Για το Δαβίδ Πλανέλια τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: «Το να έχω τον Πέρε στην ομάδα μου είναι ένας τρόπος να ζω κάθε αναμετάδοση ως κάτι τρομακτικά σπουδαίο». Πόσο σπουδαίο; «Ακόμα και αν ήξερα ότι δε θα έχω κανέναν άλλο ακροατή εκτός από αυτόν, ξέρω ότι θα άξιζε τον κόπο να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ για να ζήσει το παιχνίδι με τη φωνή μου».

Ο Πέρε Ρίμπες ονειρεύεται να ακολουθήσει επαγγελματική καριέρα αθλητικογράφου. Προς το παρόν αστειευόμενος λέει ότι όταν τελειώσει τη σχολή θα έχει ήδη 10 χρόνια εμπειρίας στο χώρο. Αν δεν τα καταφέρει θα ασχοληθεί με τη μουσική και το σταντ-απ. Στο τέλος του χρόνου έχει δηλώσει συμμετοχή και για τον μουσικό διαγωνισμό Καταλωνίας, και στο βαθμό που μπορούμε να εμπιστευθούμε τους κατοίκους του Ουλότ, πάει για το ντάμπλ.

Όταν ο Πελέ συνάντησε την Πενιαρόλ

  [Καθόλου σχόλια]

Η ιστορία του Κόπα Λιμπερταδόρες είναι γεμάτη από ήρωες, σπουδαίες ομάδες, μεγάλους παίκτες και πολλά περίεργα γεγονότα. Ο θεσμός ξεκίνησε το 1960 με όνομα Κύπελλο Πρωταθλητριών (αποκλειστικά) και τις δύο πρώτες χρονιές κέρδισε η Πενιαρόλ της Ουρουγουάης. Το 1962 πήρε ξανά μέρος παρ’ ότι το πρωτάθλημα το είχε πάρει η Νασιονάλ, ήταν όμως η πρώτη χρονιά που η κυπελλούχος έπαιρνε «δώρο» τη συμμετοχή της στην επόμενη διοργάνωση. Έτσι, με 10 ομάδες από 9 χώρες (η Βενεζουέλα η μόνη απούσα) το κύπελλο ξεκίνησε.

Στην ερώτηση «και πώς χωρίστηκαν 10 ομάδες;», η απάντηση είναι «ευχαριστούμε για την ερώτηση» γιατί θα μας δώσει μια ακόμα φορά την ευκαιρία να μιλήσουμε για ένα λατινοαμερικάνικο σύστημα διοργάνωσης. Έτσι λοιπόν, οι ομάδες χωρίστηκαν σε τρεις ομίλους των τριών. «Μα καλά, δέκα δεν ήταν;» θα ρωτήσει κάποιος αθώος. Ναι, δέκα ήταν. Κι η Πενιαρόλ, παρ’ ότι δεν ήταν πρωταθλήτρια, όχι μόνο πήρε μέρος, αλλά δεν χρειάστηκε να δώσει και κανέναν αγώνα πηγαίνοντας απευθείας στα ημιτελικά, μαζί με τους τρεις νικητές των ομίλων.

Στα ημιτελικά λοιπόν αντιμετώπισε τη Νασιονάλ σε ένα μεγάλο ντέρμπι της Ουρουγουάης. Μια κι οι δύο ομάδες χρησιμοποιούσαν το Εστάδιο Σεντενάριο, είχαμε εκεί τους αγώνες. Η Νασιονάλ κέρδισε το εντός της με 2-1, η Πενιαρόλ με 3-1. Δεν προκρίθηκε όμως, μη βιάζεστε. Γιατί τα ματς ήταν κάτι σαν όμιλος, αφού μετρούσε μόνο το αποτέλεσμα και όχι το σκορ. Έτσι, έγινε και τρίτο παιχνίδι, πάλι στο Σεντενάριο και εκεί είχαμε ισοπαλία με 1-1. Δεν είχαμε όμως τέταρτο παιχνίδι, μη βιάζεστε λέμε. Προκρίθηκε η Πενιαρόλ γιατί τότε μέτρησε επιτέλους η διαφορά τερμάτων από τα προηγούμενα δύο ματς. Δεν κάνουμε πλάκα, μας βλέπετε να γελάμε;

Φιλικό κλίμα πριν το ματς

Στο θέμα μας όμως. Η Πενιαρόλ έφτασε στον τελικό εκεί που ήδη την περίμενε η βραζιλιάνικη Σάντος. Τα ματς απέκτησαν τεράστια σημασία. Από την μία η δις πρωταθλήτρια Πενιαρόλ του σπουδαίου προπονητή Μπέλα Γκούτμαν (ναι, αυτού με την κατάρα), από την άλλη η ομάδα του Πελέ που ήδη είχε κάνει το όνομά του γνωστό στον ποδοσφαιρικό κόσμο. Στο πρώτο ματς στο Σεντενάριο, δύο γκολ του Κουτίνιο έδωσαν τη νίκη στη Σάντος με 1-2, σε έναν αγώνα όπου ο Πελέ δεν έπαιξε. Οι Ουρουγουανοί έπρεπε να ταξιδέψουν και να κερδίσουν στη Βραζιλία, κάτι που βέβαια δεν ήταν και δύσκολο γι’ αυτούς μετά το Μαρακανάσο.

Έτσι λοιπόν, στις 2 Αυγούστου του 1962 οι Ουρουγουανοί πήγαν αποφασισμένοι στο Σάο Πάουλο για έναν από τους πιο περίεργους και διάσημους αγώνες της ιστορίας της Ν. Αμερικής. Ο Σπένσερ μόλις στο 14′ έγραψε το 0-1 και το πλήθος εξαγριώθηκε, ενθυμούμενο προφανώς τα όσα είχε ζήσει στο Μουντιάλ της Βραζιλίας μερικά χρόνια πιο πριν. Για καλή της τύχη, η Σάντος που αγωνιζόταν ξανά χωρίς τον Πελέ ισοφάρισε μόλις τρία λεπτά αργότερα και στο 39′ πήρε το προβάδισμα για να πάει έτσι στο ημίχρονο με το 2-1. Το πλήθος πλέον ήταν σίγουρο ότι η νίκη ήταν βραζιλιάνικη και ηρέμησε. Μιλάμε όμως για την τεράστια Πενιαρόλ. Με γκολ ξανά του Σπένσερ και του Σασία στο 51′ έγινε το 2-3 και η πλήρης ανατροπή. Το κοινό έβραζε καθώς δεν άντεχε μια νέα ουρουγουανική επικράτηση σε βραζιλιάνικο έδαφος. Στην αμέσως επόμενη φάση η Σάντος κέρδισε κόρνερ και κάποιος από το εξαγριωμένο για την ανατροπή πλήθος πέταξε ένα μπουκάλι που βρήκε τον Χιλιανό διαιτητή Ρόμπλες στο κεφάλι. Ο ρέφερι έπεσε ημιλιπόθυμος στο χορτάρι και όταν συνήλθε διέκοψε το ματς και πήγε στα αποδυτήρια. Το γήπεδο κόχλαζε.


Στο βάθος ο χτυπημένος Ρόμπλες, μπροστά του παίκτες που μαλώνουν για το μπουκάλι

51 λεπτά αργότερα οι ομάδες βγήκαν έξω ξανά και το ματς συνεχίστηκε. Η Σάντος ισοφάρισε σε 3-3, το γκολ πανηγυρίστηκε έξαλλα και το ματς έληξε 3-3 με τον κόσμο της Σάντος να γιορτάζει την κατάκτηση του πρώτου βραζιλιάνικου Λιμπερταδόρες (αν και από το 1965 πήρε ο θεσμός το όνομα). Οι Ουρουγουανοί έτρεξαν να φυγαδευτούν στα αποδυτήρια από το εξαγριωμένο πλήθος. Ο Σασία ήταν στο επίκεντρο. Στο δεύτερο γκολ της Πενιαρόλ είχε πετάξει χώμα στα μάτια του Βραζιλιάνου τερματοφύλακα και αυτό είχε εξοργίσει το πλήθος. Σαν άντρας όμως, το πήρε πάνω του. Κάλυψε την άτακτη υποχώρηση των συμπαικτών του και έμεινε τελευταίος στην είσοδο των αποδυτηρίων για να σωθούν.«Περίμενα να μπουν οι συμπαίκτες μου μέσα, όταν έσκασε ένα μπουκάλι στα πόδια μου. Το πήρα από κάτω και το κρατούσα σπασμένο στα χέρια μου σαν όπλο. Αν δεν το είχα κάνει θα έμπαιναν στα αποδυτήρια». Κάπως έτσι ο Σασία έσωσε τους συμπαίκτες του, λες και ήταν σε καβγά σε αγγλική παμπ.

Λίγα πλάνα αρχείου με τη φάση της διακοπής του αγώνα

Η ιστορία όμως είχε και συνέχεια. Οι Βραζιλιάνοι συνέχισαν τα πανηγύρια και τα εξώφυλλα της επόμενης μέρα μιλούσαν για την πρωταθλήτρια Ν. Αμερικής Σάντος. Αν κάποιος διέθετε ψυχραιμία θα έβλεπε ότι οι Ουρουγουανοί δεν στενοχωρήθηκαν ιδιαίτερα από το χαμένο κύπελλο. Ο μόνος που ίσως την είχε μυριστεί τη δουλειά, ήταν ο Πέπε. Πηγαίνοντας στα αποδυτήρια τον πλησίασε ο δεξιός μπακ Γκονζάλες της Πενιαρόλ και του είπε: «το ξέρεις ότι δεν μετράει, ε;». Ο Πέπε λίγο προβληματίστηκε, το είπε και σε μερικούς συμπαίκτες του, αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία.

Άρθρο της επομένης: «Η Σάντος έφερε ισοπαλία, πρωταθλήτρια της Αμερικής» (αθώοι Βραζιλιάνοι)

Την επόμενη μέρα όμως, οι «πρωταθλητές» έμαθαν την αλήθεια. Ό,τι έγινε μετά το 51′ δεν είχε καμία σημασία, το ματς είχε διακοπεί οριστικά στο 1-2, η νίκη ήταν της Πενιαρόλ και ο τίτλος θα κρινόταν σε τρίτο παιχνίδι. Τι είχε γίνει όμως; Ο διαιτητής όταν πήγε στα αποδυτήρια δέχτηκε… bullying από τον πρόεδρο, τον προπονητή και ανθρώπους της Σάντος με βρισιές και απειλές, αλλά και τον πρόεδρο της τοπικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας που του είπε ότι θα φωνάξει την αστυνομία να τον συλλάβει. Ο διαιτητής Ρόμπλες φοβήθηκε για τη ζωή του και αποφάσισε να βγει στον αγωνιστικό χώρο για να μην υπάρξουν θύματα. Φρόντισε να πει όμως στους Ουρουγουανούς: «Παιδιά βοηθήστε με γιατί αλλιώς θα μας σκοτώσουν όλους». Τους ενημέρωσε ότι το ματς είχε λήξει και ότι θα έβγαιναν να παίξουν «φιλικά» τα υπόλοιπα 39′ μόνο και μόνο για να ηρεμήσει ο κόσμος. Έτσι και έγινε τελικά, η Πενιαρόλ «έβαλε πλάτη», η Σάντος έβαλε το «γκολ της ισοφάρισης» και πανηγύρισε έναν τίτλο που δεν υπήρξε ποτέ χωρίς να γνωρίζει την αλήθεια.

Στο ερώτημα και τελικά ποιος πήρε το κύπελλο, η απάντηση ήρθε τελικά στις 20 Αυγούστου του 1962 στο ουδέτερο Μονουμεντάλ του Μπουένος Άιρες, όπου οι δυο ομάδες βρέθηκαν αντιμέτωπες για τρίτη φορά. Μόνο που τώρα η Σάντος είχε και τον Πελέ στη διάθεσή της και αυτό ήταν αρκετό να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες. Ένα αυτογκόλ άνοιξε το σκορ για τη Σάντος και ήρθαν δύο γκολ του Πελέ (το πρώτο πανέμορφο) που έκανε ένα μαγικό παιχνίδι, ασταμάτητος, για να γράψουν το τελικό 3-0. Έστω και 28 ημέρες αργότερα, τελικά η Σάντος πανηγύρισε την κούπα με τον Πελέ να είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής, στο πρώτο από τα δύο Λιμπερταδόρες που κέρδισε στην καριέρα του. Πολλοί Βραζιλιάνοι είπαν ότι ίσως έτσι ήταν καλύτερα γιατί η νίκη ήταν απόλυτη και τους έδωσε μεγαλύτερη χαρά. Λίγα χρόνια αργότερα οι ομάδες τέθηκαν ξανά αντιμέτωπες και πάλι σε αγωνιώδη παιχνίδια, αλλά αυτή η ιστορία είναι για μια άλλη φορά.

Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

  [2 Σχόλια]

Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένα παιδί από την Μπαδαλόνα. Όπως τα περισσότερα παιδιά στην Καταλωνία παράλληλα με το σχολείο του έπαιζε από χόμπι ποδόσφαιρο. Επειδή ήταν λίγο καλύτερος από το μέσο όρο, χωρίς να είναι κάτι το σπουδαίο, και καθώς του άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο, άρχισε να ανεβαίνει σιγά-σιγά τις κατηγορίες. Πήγε από την ομάδα της γειτονιάς, σε εκείνη της περιοχής και άρχισε να παίζει στα τοπικά πρωταθλήματα. Μια κανονική ζωή ερασιτέχνη παίχτη, που παράλληλα σπούδαζε Μηχανολόγος Μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πομπέου Φάμπρα στη Βαρκελώνη.

To πάθος του για τη μπάλα δεν έσβησε και συνέχισε να παίζει ακόμα και ως βετεράνος. Μέλος του συλλόγου Λιουρέδα δε Μπαδαλόνα, αγωνιζόταν κανονικά στη Λα Λίγα των βετεράνων. Στις 26 Απριλίου του 2014 η Λιουρέδα αντιμετώπιζε την Έκουα Καλέλια. Το ματς ήταν αρκετά νευρικό, με πολλά σκληρά μαρκαρίσματα, βρισίδια και πλακώματα. Κάποια στιγμή ένας παίχτης της Καλέλια το παράκανε, ακόμα και για παιχνίδι βετεράνων, και αποβλήθηκε. Όπως πήγαινε προς τα αποδυτήρια ξαφνικά του γύρισε το μάτι και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Πήρε φόρα, σήκωσε το μποτάκι και το έφερε στη μέση του Ραούλ Σάντσεθ. Αυτός έπεσε κάτω, μην μπορώντας να κινηθεί. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου διεγνώσθη μετατόπιση των σπονδύλων C3 και C4. Ο Ραούλ θα έμενε για όλη την υπόλοιπη ζωή του παραπληγικός, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο δράστης συνελήφθη.

Η Λιουρέδα υπερασπιζόμενη τον παίχτη της ζήτησε αποβολή της Έκουα Καλέλια από κάθε διοργάνωση. Από μόνη της η Καλέλια διέγραψε άμεσα το δράστη από το ρόστερ της και του απαγόρευσε δια βίου την είσοδο στο γήπεδό της. Η ομοσπονδία αποφάσισε ότι η Καλέλια δεν ευθύνεται για το δράστη και δεν την τιμώρησε, όμως ο σύλλογος από μόνος του αποσύρθηκε από το υπόλοιπο του συγκεκριμένου πρωταθλήματος.

Από την πλευρά του ο Ραούλ είδε τη ζωή του να αλλάζει σε μια στιγμή και το χειρότερο να του στερεί για πάντα την κίνησή του και εκείνο που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, το ποδόσφαιρο. Πήρε το χρόνο του, το σκέφτηκε, και είπε κάπου «Όχι ρε κερατά (αυτολεξεί μετάφραση του καμπρόν), εγώ θα συνεχίσω, αλλά από άλλο πόστο». Ο Ραούλ άφησε τη δουλειά του ως σχεδιαστής μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικής παραγωγής και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην ενημέρωση του κόσμου για τη βία στο ποδόσφαιρο. Πήγε στο δήμο της Μπαδαλόνα και της Βαρκελώνης, στην τοπική κυβέρνηση του Ζενεραλιτάτ και σε κανάλια και στούντιο της Καταλωνίας με μοναδικό σκοπό την ενημέρωση και την εκπαίδευση του κόσμου ώστε να μάθει ν’ αντιμετωπίζει το άθλημα αλλιώς.

Ο Ραούλ πάει σε σχολεία, σε ακαδημίες ποδοσφαίρου, σε ομάδες γειτονιάς, παντού για να πει την ιστορία του. Σε κάποια τέτοια ομιλία τον συνάντησε ο Γκιγιέρμο Κρούθ, σκηνοθέτης του Ινστιτούτου Γκούτμαν. Εκεί του πρότεινε να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Ο Ραούλ Σάντσεθ δέχθηκε αμέσως. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί για πρώτη φορά στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βαρκελώνης τον Οκτώβρη και έχει τίτλο «26 Απριλίου, Παίξε το ξανά». Στην παραγωγή συμμετείχαν επίσημα το Αθλητικό Ινστιτούτο Βαρκελώνης, το Υπουργείο Αθλητισμού της τοπικής κυβέρνησης και η Καταλανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.

Ο Ραούλ Σάντσεθ δηλώνει ότι «όλος ο κόσμος με βοηθάει, θέλω να βοηθήσω και εγώ με τη σειρά μου. Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά και σ’όλο τον κόσμο σ’ αυτή τη χώρα να σκέφτεται αλλιώς. Να αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό αλλιώς». Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένας σπουδαίος υπηρέτης του αθλήματος. Ένας άνθρωπος που ακόμα και η αναπηρία του δεν του στέρησε τη διάθεση να γίνει κοινωνός του αθλήματος. Προσπαθεί να αλλάξει τα μυαλά του κόσμου, όπως εκείνου που τον άφησε ανάπηρο και τρία χρόνια μετά δεν του έχει ζητήσει ακόμα συγγνώμη.

Ποδοσφαιρικές Ακαδημίες Γονέων

  [5 Σχόλια]

Ιανουάριος 2017, Κανάρια Νησιά. Μάρτιος 2017, Μαγιόρκα. Απρίλιος 2017, Ριόχα. Όχι, δεν είναι τα μέρη και τα ματς όπου κρίθηκε το φετινό πρωτάθλημα στην Ισπανία, αλλά οι περιπτώσεις πλακώματος γονέων στις κερκίδες παιχνιδιών παιδικών πρωταθλημάτων. Για ένα μαρκάρισμα, για ένα χτύπημα, για ένα κλέψιμο στον αγωνιστικό χώρο ή επειδή παρεξηγήθηκαν εντελώς μεταξύ τους, άρχισαν να πλακώνονται στις κερκίδες.

Οι Ισπανοί δημοσιογράφοι, βέβαια, δεν παρουσίασαν τις ειδήσεις με τίτλους όπως «ΣΟΚ!», «Πρωτοφανές!», «Δεν έχει ξαναματαγίνει!». Το πιο ακραίο ήταν το «Μνημειώδης καβγάς μεταξύ γονέων» για τη Μαγιόρκα, όπου η αλήθεια είναι ότι το ξύλο έφτασε σε επίπεδα ελληνικού γηπέδου. Η απάντηση του οποιοδήποτε προπονητή ακαδημιών ή μικρών κατηγοριών στο «Ποιό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τα παιδιά που θέλουν να γίνουν ποδοσφαιριστές» είναι «Οι γονείς τους» στο 125% των περιπτώσεων.

                                                        Από τα Κανάρια

Οι γονείς που θεωρούν ότι τα παιδιά τους είναι οι επόμενοι Κασίγιας, Πικέ, Ράμος, Τσάμπι Αλόνσο, Τσάβι, Ινιέστα, Κόκε, Γκριζμάν, Μέσι, Ρονάλντο κτλ. (το περιορίζω στην Ισπανία). Που υστεριάζουν, που βλέπουν κυκλώματα, που βγάζουν όλα τα κόμπλεξ και τα απωθημένα στα παιδιά τους ή/και στα παιδιά των άλλων. Αυτά είναι τα γνωστά, που συμβαίνουν παντού στον πλανήτη και σε όλα τα σπορ. Η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται είναι αυτή που διακρίνει τα μέρη που νοιάζονται το άθλημα από τα πάρκινγκ παιδιών.

Έχουμε ξαναπεί στο παρελθόν, με παράδειγμα από την Ανδαλουσία, ότι οι Ισπανοί θεωρούν τις ποδοσφαιρικές ακαδημίες πρωτίστως ως εκπαιδευτήρια. Σημείωση, όλα τα πρωταθλήματα στις ηλικίες κάτω των 17 είναι αρμοδιότητα των τοπικών ομοσπονδιών και όχι τις εθνικής ομοσπονδίας (της αντίστοιχης ΕΠΟ). Έτσι, χωρίς να καθυστερήσουν πήραν διάφορα μέτρα, άλλα σε τοπικό επίπεδο και άλλα σε εθνικό, για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.

Μετά το επεισόδιο στη Μαγιόρκα ο Οργανισμός κατά της Βίας σταμάτησε να θεωρεί το θέμα των γονέων δευτερεύον θέμα. Τα Κανάρια δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό, έτσι έβγαλαν ένα κείμενο με οδηγίες που το μοίρασαν σε όλη τη χώρα. Εκεί ενδεικτικά αναφέρονται πράγματα όπως:

«Η βία, τουλάχιστον στην Ισπανία, έχει τις ρίζες της σε μια πολύ κακή πολιτική εκπαίδευσης στο ποδόσφαιρο βάσης, που εμμονικά εμφυσεί αξίες όπως ο ανταγωνισμός και η σκληρή αντιπαλότητα στις κατηγορίες που παιδικού ποδοσφαίρου».

«Οι συγκρούσεις μεταξύ γονέων, με τα τελευταία περιστατικά στα Κανάρια και τη Μαγιόρκα να είναι εξαιρετικά βίαια, δείχνουν ότι υπάρχει μια επικίνδυνη μεταφορά του θυμού από τους γονείς στα παιδιά που παρεμποδίζει την οποιαδήποτε προσπάθεια ομαλοποίησης της αθλητικής συμπεριφοράς».

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συγκρούσεις ανάμεσα σε γονείς εντυπώνονται ως τραύματα στα παιδιά και δυστυχώς δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ούτε κοινωνική, ούτε ομοσπονδιακή για αυτού του τύπου τη βία. Δεν υπάρχουν γνωστά βραχυπρόθεσμα μέτρα. Μόνο μια εντατική εκπαίδευση των γονέων, δρομολογημένη ώστε να απαλείψει την μεταφορά των προσδοκιών στα παιδιά τους, αντικαθιστώντας τη διάθεση για παιχνίδι με τον ανταγωνισμό, μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Για άμεσα αποτελέσματα, τα μόνα εφικτά μέτρα είναι τα διοικητικής και ποινικής φύσεως, ενάντια σε όσους ταλαιπωρούν με τη βία τους το ποδόσφαιρο των παιδιών».

Όπως βλέπετε οι άνθρωποι ούτε πετάνε στα σύννεφα, ούτε άρχισαν να μιλάνε για επιτροπές που θα ξεριζώσουν τη βία. Η ανάλυση είναι ρεαλιστική και οι οδηγίες σαφείς. Δε γίνεται να αλλάξεις τη νοοτροπία των γονέων άμεσα. Μόνο τιμωρητικά μπορείς να αντιδράσεις. Οφείλεις να εκπαιδεύεις τόσο τα παιδιά, όσο και τους γονείς. Όχι στη νοοτροπία της νίκης πάνω από όλα. Αυτό μεταφέρθηκε στις τοπικές ομοσπονδίες ως κείμενο αρχών. Κάποιες από αυτές, κυρίως οι πιο μεγάλες της Μαδρίτης, της Καταλωνίας και της Ανδαλουσίας το εμπλούτισαν κιόλας.

Ανδαλουσία. Μαμάδες εν δράσει.

Οι βασικοί άξονες που υιοθέτησαν όλοι είναι:

  • Ο αποκλεισμός των γονέων από το γήπεδο σε περίπτωση που αρχίζουν να τσακώνονται. Παράλληλα και το παιδί θα τιμωρείται με αποκλεισμό από την ομάδα για κάποιο χρονικό διάστημα (εδώ να πούμε πως η ομοσπονδία αναγνωρίζει ότι χρησιμοποιεί τα παιδιά για να συνετίσει τους μεγάλους. Παραδέχεται επίσης ότι το πρόβλημα είναι τόσο μεγάλο που δεν υπάρχει άλλη άμεση λύση).
  • Σε περίπτωση που κάποιος γονιός αρχίζει να δίνει οδηγίες από την εξέδρα στο παιδί του, να του φωνάζει για το πώς παίζει ή αν κάνει παρατηρήσεις στον προπονητή της ομάδας ή τον διαιτητή, θα απομακρύνεται άμεσα από το γήπεδο και το παιδί θα γίνεται αλλαγή. Στην Καταλωνία και τη Μαδρίτη έχουν δώσει και σαφείς οδηγίες στους διαιτητές, ή όπου δεν υπάρχουν στους προπονητές, να σταματάνε τα παιχνίδια μέχρι να γίνει η απομάκρυνση.
  • «Αυτοδιαιτησία». Στις ηλικίες κάτω των 13 ετών προτείνεται η υιοθέτηση του Ολλανδικού μοντέλου της μη ύπαρξης διαιτητή, ώστε τα παιδιά να μάθουν να εφαρμόζουν τους κανόνες του παιχνιδιού χωρίς πίεση. Αυτό προϋποθέτει το 4ο σημείο.
  • Ενημέρωση και μαθήματα σε γονείς και παιδιά, τόσο για τους κανόνες του παιχνιδιού, όσο και για το σκοπό που βρίσκονται σε κάποιο σύλλογο. Το μέτρο αυτό ήδη εφαρμόζεται αρκετά χρόνια στην Καταλωνία, ενώ η Μαδρίτη και η Ανδαλουσία το υιοθέτησαν πέρυσι. Σε περίπτωση παρεκτροπής των γονιών ο σύλλογος για να ξαναδεχθεί το παιδί απαιτεί προσκόμιση εγγράφου ότι οι γονείς απευθύνθηκαν σε ψυχολογική υποστήριξη. Σημείωση: οι μεγάλοι σύλλογοι την παρέχουν οι ίδιοι.
  • Τέλος, όλες οι ποινές έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα. Επανάληψη απαράδεκτης συμπεριφοράς θα σημαίνει αποκλεισμό τόσο των γονέων, όσο και του παιδιού από το σύλλογο. Συζητείται ακόμα και η αφαίρεση βαθμών, αλλά εδώ δεν έχουν καταλήξει ακόμα.

Μπόνους από Ανδόρα. Παιχνίδι νέων που πλακώνονται οι ίδιοι με τους γονείς στις εξέδρες.

Σε πρακτικό επίπεδο, ειδικά στην περίπτωση της Μαγιόρκα όπου ήταν η πιο ακραία, ο ένας από τους δύο συλλόγους αποφάσισε από μόνος του να αναστείλει τη λειτουργία του για αυτή τη σεζόν. Θεώρησε ντροπή να έχει γίνει τέτοιο περιστατικό και να κυκλοφορούν τόσα βίντεο με τα έμβλημά του σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο άλλος απέκλεισε παιδιά και γονείς που ενεπλάκησαν. Δεν κάθισαν όμως με σταυρωμένα χέρια. Κάνουν σεμινάρια, ενημερώνουν παιδιά και γονείς, άλλαξαν πολιτική για τις κερκίδες (πχ. κάποιοι σύλλογοι απαγορεύουν την είσοδο σε συγγενείς πέραν των γονιών ή των αδελφών). Και σε κάθε περίπτωση, από το δεύτερο μόλις περιστατικό κινητοποιήθηκαν τοπικές και εθνικές ομοσπονδίες, ο οργανισμός κατά της Βίας και όλο το κράτος για να μην το αφήσουν να διογκωθεί.

Οι 10 εντολές σε έναν πάγκο στη Σαλαμάνκα, μεταξύ τους: «μη φωνάζετε στο διαιτητή» και «είναι απλά ένα παιχνίδι»

Η γιαγιά της Μπέτις

  [3 Σχόλια]

Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι αρκετά σπάνιο. Οι γυναίκες δεν πατάνε εύκολα στα γήπεδα (όχι ότι έχουν άδικο) και όσες το κάνουν συνήθως είναι για λόγους οικογενειακής αποκατάστασης και να παίξουν στα ελληνικά αθλητικά πόρταλς με τίτλους «έβαλε φωτιά η Σούζι Τσούζι στις εξέδρες του Αγρινίου», «μοίρασε πόνο η Φωφώκα στους θεατές στο Ηράκλειο» και άλλα τέτοια. Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά, όπως η κυρία Χάιδω στο Καυτανζόγλειο. Στην Ισπανία αντίθετα, τα γήπεδα (ειδικά τα επαρχιακά) είναι γεμάτα γυναίκες. Μερικές όμως ξεχωρίζουν. Μια τέτοια είναι η Κονσεπσιόν (τα «σ» με «θ») Αντράντε, η περίφημη γιαγιά της Μπέτις, η ντόνα Κόντσα.

Η Κόντσα πέρασε μια ζωή στο γήπεδο της ομάδας, όχι απλά βλέποντας, αλλά συμμετέχοντας με φωνές από το καρεκλάκι της. Ζητώντας με τη χαρακτηριστική φωνή της πέναλτι, φάουλ, αποβολές, χειροκροτώντας και ζώντας με αγωνία. Η Κόντσα πήγαινε με το λεωφορείο στο γήπεδο, μαζί με την πιτσιρικαρία, σαν ένας οποιοσδήποτε οπαδός, τραγουδώντας μαζί με τους νεαρούς τα συνθήματα της ομάδας. Πολλές φορές ξέφευγε, θυμίζοντας τις επικές κυρίες (και ένα από τα αγαπημένα μου βίντεο στην ιστορία του Σομπρέρο) στα κάγκελα του γηπέδου της Μπάνφιλντ. Οι ατάκες της, αλλά και οι βρισιές της φλογερής Ανδαλουσιανής γιαγιάς πέρασαν στην ιστορία με αποκορύφωμα τα «μαρικόν» προς τον καημένο τον Βαλντάνο, μια που η Κόντσα ήταν λίγα μέτρα πιο πίσω από τον πάγκο των φιλοξενούμενων.

Το συγκινητικό βιντεάκι, ακόμα κι αν δεν ξέρεις γρι ισπανικά

Η γιαγιά της Μπέτις είχε πρωταγωνιστήσει μέχρι και σε διαφημιστικά σποτάκια του συλλόγου, όταν η Μπέτις το 2005 κέρδισε την έξοδό της στο Τσάμπιονς Λιγκ και έκανε σχετική καμπάνια. Επισκέφτηκε μαζί με άλλους «μπέτικος» το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Λονδίνο και όταν δεν βρήκαν κάποιο έργο τέχνης της Μπέτις αναρωτήθηκαν τι σόι μουσείο είναι. Ο Ισπανός τραγουδιστής Χοσέ Μανουέλ Σότο ρώτησε τον κρυόκωλο Άγγλο «Εδώ έχετε πολλή τέχνη, αλλά δεν έχει αυθεντική τέχνη. Έχετε τα βασικά κινήματα ευρωπαϊκής τέχνης, αλλά πού είναι η Μπέτις;«, για να αναλάβει η γιαγιά Κόντσα το κράξιμο, με τη φοβερή λεπτομέρεια να φοράει vintage φανέλα Ρόμπερτ Γιάρνι. Πρωταγωνίστησε και σε δεύτερο παρόμοιο σποτάκι.

Τα τελευταία χρόνια η γιαγιά Κονσεπσιόν ζούσε σε οίκο ευγηρίας που κατά σύμπτωση (ή μήπως όχι) ήταν πολύ κοντά στο γήπεδο. Οι εμφανίσεις της σιγά σιγά άρχισαν να μειώνονται λόγω της υγείας της και η Μπέτις φρόντισε να την τιμήσει με μια επίσκεψη και δώρο μια φανέλα με το όνομά της. Στο παρελθόν άλλωστε είχε τιμηθεί κι από άλλους, όπως τον γνήσιο Μπέτικο, το παιδί της πόλης, τον μεγάλο Χοακίν.

Η Κόντσα και ο Χοακίν, λες και είναι γιαγιά και εγγονός

Η γιαγιά Κόντσα πέθανε πριν λίγες μέρες στα 92 της, εκεί στον οίκο ευγηρίας λίγο πιο δίπλα από το πραγματικό της σπίτι, το Εστάδιο Μπενίτο Βιαγιαμαρίν. Η είδηση έπαιξε σε όλα τα μέσα και φυσικά η μνήμη της τιμήθηκε από τη Ρεάλ Μπέτις. Το πιο σημαντικό ίσως όμως, ήταν ότι ακόμα και η μισητή Σεβίλλη φρόντισε να κάνει δημοσίευση τιμώντας ένα πρόσωπο συνδεδέμενο με το ποδόσφαιρο της πόλης, αλλά και γενικά μια μορφή από τις τελευταίες ενός ποδοσφαίρου που χάνεται σιγά σιγά.

Ο Ιάγος της Γαλικίας

  [Καθόλου σχόλια]

Στον Οθέλο του Σαίξπηρ, ο «ανταγωνιστής» του έργου είναι ο Ιάγος. Ένας στρατιώτης για χρόνια έμπιστος του Οθέλου, σύμβουλός του, που νιώθει αδικημένος γιατί δεν πήρε αυτός προαγωγή και προτιμήθηκε ο Κάσσιος. Φτιάχνει έτσι ένα πλάνο εκδίκησης για όλους. Για τον Οθέλο και τη γυναίκα του Δυσδαιμόνα, αλλά και για τον Κάσσιο που του πήρε τη θέση. Ένα σχέδιο που βασίζεται στα ψέματα, τη ζήλια και την καχυποψία. Σχεδόν 400 χρόνια μετά, ένα ζευγάρι στην κωμόπολη Μοάνια της Γαλικίας αποφάσισε να δώσει το όνομα Ιάγο στο γιο του. Ο Ιάγο Άσπας θα γινόταν ένας πιστός στρατιώτης, οπαδός-ποδοσφαιριστής της Θέλτα.

Στα 9 του πήγε στη Θέλτα και συνέπεσε με μια από τις καλύτερες φουρνιές πιτσιρικάδων που ο τοπικός τύπος ονόμασε «η Dream Team του Βίγκο». Ο Άσπας ξεχώριζε για την εξαιρετική του τεχνική, τις ντρίμπλες και τα σόλο που οδηγούσαν σε γκολ. Στη χειρότερη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της, η Θέλτα με τρομερά χρέη βρέθηκε στη Β’ εθνική και για να μη διαλυθεί αναγκάστηκε να πουλήσει όλους τους καλούς παίκτες της και να φυτοζωεί προσπαθώντας να γλιτώσει έναν ακόμα υποβιβασμό στα ερασιτεχνικά, που μπορεί να οδηγούσε στην πλήρη καταστροφή. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το πρώτο ματς του Ιάγο Άσπας τον Ιούνιο του 2008 στη Σαλαμάνκα πέρασε απαρατήρητο. Ήταν η μοναδική του συμμετοχή εκείνη τη σεζόν. Ένα χρόνο αργότερα έκανε το ντεμπούτο του στο Μπαλαΐδος μπροστά στο κοινό της αγαπημένης του ομάδας. Η Θέλτα τρία ματς πριν το τέλος αντιμετώπιζε την Αλαβές και με ήττα θα βρισκόταν κάτω από τη γραμμή του υποβιβασμού. Οι Βάσκοι πίεζαν, ήταν καλύτεροι και στο 60′ ο προπονητής της Θέλτα είχε την έμπνευση να ρισκάρει με το νεαρό Άσπας.

Το ονειρικό ντεμπούτο μπροστά στο κοινό του

Τριάντα λεπτά αργότερα, ο Άσπας είχε σκοράρει δυο φορές, είχε δημιουργήσει άλλες 2-3 καλές ευκαιρίες, η Θέλτα κέρδιζε με 2-1 στο 94′ και σωζόταν. Οι έξαλλοι πανηγυρισμοί του Άσπας που βγάζει τη φανέλα, σέρνεται στο χορτάρι και αγκαλιάζει το χνουδωτό μικρόφωνο της τηλεόρασης δείχνουν έναν πιτσιρικά-οπαδό που ζει το όνειρό του. Ο Άσπας με αυτή την εμφάνιση κέρδισε τη θέση του στη Θέλτα. Η ομάδα του Βίγκο την επόμενη σεζόν βγήκε 12η, την μεθεπόμενη μπήκε στα μπαράζ αλλά απέτυχε να ανέβει και τελικά το 2011-12 επέστρεψε μετά από 5 χρόνια στην Πριμέρα, με τον Άσπας να βγαίνει 2ος σκόρερ στην κατηγορία με 23 γκολ.

Το πρώτο ντέρμπι της Γαλικίας μετά από 5 χρόνια, τον Οκτώβριο του 2012
Η κόντρα του Άσπας με τον Μαρτσένα

Η πρώτη χρονιά στην Πριμέρα δεν ήταν καθόλου εύκολη για τη Θέλτα. Ο Άσπας σκόραρε 12 φορές, αριθμός διόλου ευκαταφρόνητος τηρουμένων των αναλογιών, αλλά φάνηκε ότι ο εκρηκτικός του χαρακτήρας θα μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα. Στον 1ο γύρο στο τοπικό ντέρμπι με την Λα Κορούνια άνοιξε βεντέτα με τον σκληρό Κάρλος Μαρτσένα. Στο ντέρμπι του 2ου γύρου, η κόντρα συνεχίστηκε, έριξε κουτουλιά στον  Μαρτσένα, αποβλήθηκε μόλις στο 28′ και καταδίκασε την ομάδα σε εκείνο το ματς, αλλά και στα επόμενα. Η Ντεπόρ πήρε μια εύκολη νίκη και ενώ η Θέλτα είχε ταξιδέψει με το όνειρο να την υποβιβάσει, έμπλεξε κι η ίδια. Ο Άσπας στέρησε από τη Θέλτα τον καλύτερό της σκόρερ για αρκετούς αγώνες και εν μέσω θρίλερ σώθηκε την τελευταία αγωνιστική. Ο Άσπας πάντως έχασε και κάτι ακόμα πιο σημαντικό. Μια κλήση στην εθνική, καθώς το γεγονός δεν άρεσε καθόλου στον Βιθέντε ντελ Μπόσκε που τον προσπέρασε.

Η κουτουλιά στον Κάρλος Μαρτσένα

Ο Ιάγο όμως δεν έχει έχει καμία σχέση με τον συνονόματό του από τον Οθέλο. Εκείνος κινείται υπόγεια και με σχέδιο, ενώ ο Άσπας είναι οξύθυμος και αυθόρμητος και αντιδρά χωρίς να σκέφτεται, ειδικά απέναντι στην «μισητή» Ντεπόρ. Στο παρελθόν σε ερώτηση αν θα έπαιζε ποτέ στην Ντεπόρ είχε απαντήσει: «Ούτε ραντεβού δεν θα έβγαινα με γυναίκα από την Κορούνια«. Στις μικρές ομάδες της Θέλτα είχε αποβληθεί για μια αγκωνιά και έχασε το ντέρμπι με την Ντεπόρ. «Έκλαιγα για μέρες» θυμάται. Στην καριέρα του έχει πολλές κίτρινες και αρκετές κόκκινες για επιθετικό.

Η πορεία του Άσπας έφερε το ενδιαφέρον της Λίβερπουλ και τελικά ο παίκτης ανηφόρισε στην Αγγλία με τη Θέλτα να παίρνει 9 εκατομμύρια Ευρώ. Με το σώμα του και το στιλ παιχνιδιού ήταν δύσκολο να ταιριάξει στο αγγλικό πρωτάθλημα, αντιμετώπισε προβλήματα τραυματισμών, ενώ δεν βοήθησε και το γεγονός ότι σε ένα χρόνο δεν έμαθε γρι αγγλικά, πέρα από το yes και μερικές βρισιές, μένοντας ως τελευταία λύση πίσω από παίκτες όπως ο Σουάρες, ο Στέρλινγκ, ο Στάριτζ και ο Κ(ο)ουτίνιο. Του έλειπε το Βίγκο, του έλειπαν οι φίλοι του, οι συγγενείς και ποτέ δεν προσαρμόστηκε στον αγγλικό τρόπο ζωής. Ο Άσπας πέρασε και δεν ακούμπησε, μια από τις πολλές αποτυχημένες μεταγραφές της Λίβερπουλ τα τελευταία χρόνια.

Την ευκαιρία εκμεταλλεύτηκε η Σεβίλλη που τον έφερε πίσω, αλλά παρά τα χρήματα που ξοδεύτηκαν, ο Άσπας δεν ήταν στις πρώτες επιλογές του Έμερι, παίρνοντας λίγα λεπτά συμμετοχής μόνο, κάτι που τον ενοχλούσε πολύ. Στο ματς με την αγαπημένη του Θέλτα καιγόταν να παίξει και όταν ο Έμερι δεν τον έβαλε μέσα, η κάμερα τον έπιασε να χτυπιέται στον πάγκο και να λέει: «Πάντα οι ίδιες αλλαγές ρε φίλε«. Κατάφερε πάντως να βάλει 6 γκολ στο Κόπα ντελ Ρέι, εκεί που η Σεβίλλη κατέβαζε αρκετούς αναπληρωματικούς.

Προς έκπληξη πολλών, η Σεβίλλη το καλοκαίρι του 2015 πλήρωσε τη ρήτρα, απέκτησε τον Άσπας και ταυτόχρονα τον πούλησε στη Θέλτα που αναγκάστηκε να δώσει ένα αρκετά μεγάλο ποσό για τα δεδομένα της. Ο Άσπας άφησε την Ανδαλουσία και γύρισε στο σπίτι του με πολύ κόσμο να τον υποδέχεται. Το οικονομικό ρίσκο για τη Θέλτα μεγάλο, για έναν Άσπας που φαινόταν σε πτώση. Κι όμως, φαίνεται ότι απλά του έλειπε η Γαλικία και το Βίγκο. Με 14 γκολ στο πρωτάθλημα οδήγησε τη Θέλτα ξανά στην Ευρώπη και την έφερε στην καλύτερή της θέση εδώ και 10 χρόνια, την 6η.

Η «βαζελίνα» στο Μπερναμπέου

Ο Ιάγο Άσπας συνεχίζει στους ίδιους (και καλύτερους ρυθμούς) και φέτος. Η Θέλτα έχει φτάσει στους 32 του Γιουρόπα Λιγκ, είναι σε σχετικά καλή θέση στο πρωτάθλημα, ενώ ένας τραυματισμός του Ντιέγκο Κόστα τον έφερε και στην εθνική του Λοπετέγκι, σκοράροντας μέσα στο Γουέμπλεϊ και έκανε τα αγγλικά μέσα να αναρωτιούνται ποιος ήταν ο Άσπας που είχαν δει οι ίδιοι. 29 χρονών πλέον, ξέρει ότι δύσκολα θα πάρει ξανά μια μεγάλη μεταγραφή και ίσως δεν τον νοιάζει κιόλας. Παίζει εκεί που τον αγαπούν και τους αγαπάει, εκεί που αποδίδει καλύτερα. Πριν μερικές μέρες άλωσε το Μπερναμπέου. Πιστός στην περσόνα του, φρόντισε να μαλώσει τόσο με τον Σέρχιο Ράμος, όσο και με τον Μαρσέλο.

Λιονέλ Μέσσι: Το τελευταίο μεγάλο κλασικό 10αρι

  [2 Σχόλια]

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, το ποδόσφαιρο εξελίχθηκε, έγινε πιο γρήγορο, πιο πειθαρχημένο, πιο απαιτητικό και πιο «physical» (που λένε και στο καφενείο του χωριού μου), οι στιγμές που ένας παίκτης έχει χρόνο και άνεση να πατήσει τη μπάλα κοντά στο κέντρο και να ψάξει την καλύτερη δυνατή λύση μειώθηκαν αισθητά και κάπως έτσι τα κλασικά 10αρια ένα-ένα άρχισαν είτε να μεταλλάσσονται (μετακινούμενα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του καθενός, λίγο πιο πίσω στο χώρο του κέντρου ή στις πτέρυγες), είτε να αποχωρούν, πάντα βέβαια με το γνώριμο χαλαρό και ελαφρώς υπεροπτικό στυλάκι τους.

«To παιχνίδι γίνεται πολύ πιο γρήγορο, δυνατό και τακτικό. Με τα δικά μου προσόντα το να επιβιώσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αρκετά δύσκολο» είχε παραδεχτεί λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από τα γήπεδα ο Χουάν Κάρλος Βαλερόν, ένα από τα αγαπημένα 10αρια της προηγούμενης δεκαετίας, και μαζί του λογικά θα συμφωνούσε και ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, πιθανόν το τελευταίο μεγάλο 10αρι της εποχής που συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά του ρόλου, θετικά και αρνητικά.

Σε ένα ποδόσφαιρο που η φυσική κατάσταση και η ταχυδύναμη είναι το παν και που κάθε παίκτης οφείλει να συνεισφέρει στο αμυντικό κομμάτι, δεν υπάρχει πλέον χώρος για «τεμπέληδες» μεσοεπιθετικούς, που με την άμυνα έχουν την ίδια σχέση που έχει ο Ζλάταν με τη μετριοφροσύνη. Ή τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι κάπου στις αρχές του 2015, όταν ο Λιονέλ Μέσσι αποφάσισε να αφήσει την κορυφή της επίθεσης και τα τρικ με τα «ψεύτικα εννιάρια» και να γίνει αυτό που λέει ο αριθμός της φανέλας του. Και όπως ακριβώς είχε σχολιάσει πριν χρόνια ένας Άγγλος σπίκερ σε κάποιο από τα σλάλομ του ανάμεσα σε τρεις και τέσσερις αντιπάλους σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα, «ο Μέσσι φτιάχνει χώρο εκεί που δεν υπάρχει χώρος».

Κάπως έτσι, και ουσιαστικά από το πουθενά, το συνεχώς εξελισσόμενο ποδόσφαιρο έκανε μια μεγάλη εξαίρεση και αναγκαστικά βρήκε χώρο για ένα 10αρι παλιάς κοπής, ένα 10αρι που έχει όλα τα στοιχεία που αγαπήσαμε και μάλιστα στον πιο μεγάλο βαθμό. Τρομερή ικανότητα διαβάσματος μιας φάσης, ποδοσφαιρική ευφυΐα, φαντασία, τεχνική, κάθετη πάσα, μεγάλη πάσα, γενικότερα πάσα όλων των ειδών, ντρίπλα, εξαιρετικά στημένα και, σαν ποιοτικό εξτραδάκι, εντυπωσιακή άνεση στο σκοράρισμα.

Φυσικά πολλά από αυτά τα στοιχεία τα έχουν κι άλλοι μεσοεπιθετικοί της εποχής (με εξέχοντα τον Μεσούτ Οζίλ), κάποιοι εκ των οποίων αν έπαιζαν πριν 20 χρόνια το πιθανότερο είναι να γινόταν κλασικά 10αρια. Η μεγάλη διαφορά όμως εντοπίζεται σε δυο σημεία: (σχεδόν) κανείς τους δεν έχει απόλυτη ελευθερία στην επίθεση και την πολυτέλεια να παραβλέπει εντελώς την άμυνα, αφού είναι ενταγμένοι αρμονικά στο σύστημα της ομάδας, και κανείς δεν τα έχει όλα αυτά, στο βαθμό που τα έχει ο Αργεντινός.

Στο περσινό 0-2 της Μπάρτσα μέσα στην έδρα της Άρσεναλ ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης μετά τον αγώνα ήταν τα χιλιόμετρα του Μέσσι. Ο Αργεντινός είχε τρέξει αισθητά λιγότερο απ’όλους τους συμπαίκτες του. (Μικρή λεπτομέρεια: Ήταν ο παίκτης που καθάρισε το ματς με δυο γκολ). Εκείνο το παιχνίδι δεν ήταν κάποια εξαίρεση. Για την ακρίβεια, έχουν υπάρξει παιχνίδια που έχει τρέξει λιγότερο απ’όλους όσους βρίσκονται στο χορτάρι. Τα παιχνίδια του Μέσσι τα 2-3 τελευταία χρόνια είναι ένας συνδυασμός περπατήματος και παρατήρησης του αγώνα που διακόπτεται μόνο όταν η ομάδα κερδίζει την κατοχή και ο ίδιος κρίνει ότι χρειάζεται να ανεβάσει ρυθμό. Προφανώς και ο Αργεντινός δεν το κάνει από τεμπελιά. Το κάνει γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έχει δυνάμεις στις στιγμές που η ομάδα θα τον χρειαστεί περισσότερο. Το θέμα βέβαια είναι ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή άλλος παίκτης τέτοιου επιπέδου στο σύγχρονο ποδόσφαιρο που να έχει αυτή την πολυτέλεια. Ο Μέσσι μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει στο χόρτο γιατί απλά είναι ο Μέσσι.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο δεύτερο σημείο. Ο Μέσσι έχει κερδίσει αυτό το άτυπο δικαίωμα να μη μαρκάρει, με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας, γιατί πολύ απλά όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, κάπου ανάμεσα στη μεγάλη περιοχή και το κέντρο, οι ικανότητες του είναι πολύ μεγαλύτερες από οποιουδήποτε άλλου στον πλανήτη αυτή τη στιγμή. Κι αυτό δεν χρειαζόταν να το περιγράψει πρόσφατα ο Χόρχε Σαμπαόλι με την επική ατάκα «Το να συγκρίνεις τον Μέσσι με οποιονδήποτε άλλον είναι σαν να συγκρίνεις έναν απλά καλό αστυνομικό με τον Μπάτμαν» για να το αντιληφθούμε.

Ένας από τους ανώνυμους, ερασιτέχνες λάτρεις της στατιστικής πήρε τα δεδομένα των 8 τελευταίων σεζόν των 5 μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων και έκανε κάποιες συγκρίσεις, εστιάζοντας στους παίκτες που σκόραραν τουλάχιστον 10 γκολ σε μια σεζόν. Στη συνέχεια έκανε σύγκριση μεταξύ αυτών σε τρεις βασικούς τομείς: στο σκοράρισμα, στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες μπαλιές, έναν τομέα που επέλεξε γιατί στατιστικά είναι η ασίστ με τις περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει σε γκολ. Το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο τόσο προβεβλημένος Μέσσι ίσως είναι λίγο υποτιμημένος. Με πολύ απλά λόγια: Κάνει τόσα πράγματα, τόσο καλά και τόσο συχνά που καταλήγουν να φαίνονται συνηθισμένα ενώ δεν είναι.

Ο «μέσος Μέσσι» (δηλαδή ο μ.ο. των επιδόσεων του τα τελευταία 8 χρόνια) δεν είναι απλά καλύτερος από τον «μέσο καλό μεσοεπιθετικό» (δηλαδή από τον μ.ο. των επιδόσεων όλων των τοπ παικτών που συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα). Ο Μέσσι σε μια μέτρια σεζόν του είναι καλύτερος από το 98% των «καλύτερων» της Ευρώπης και στο σκοράρισμα, και στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες πάσες! Ακούγεται αδιανόητο αλλά δεν είναι. «Παρ’όλο που είναι πιθανό να μην είναι άνθρωπος, είναι καλό το ότι ο ίδιος πιστεύει πως είναι» που είχε πει και ο Χαβιέρ Μαστσεράνο πριν μερικά χρόνια.

Με τον τρόπο που εξελίσσεται το ποδόσφαιρο φαίνεται αρκετά δύσκολο στα επόμενα χρόνια να βρεθεί (πάντα μιλώντας για το υψηλότερο δυνατό επίπεδο) κάποιος παίκτης τόσο καλός που να του επιτραπεί τέτοια ελευθερία κινήσεων, απλά και μόνο γιατί όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, ακόμα κι όταν βρίσκεται λίγα μέτρα μπροστά από το κέντρο, μπορεί να καθορίσει ένα ματς με μια ενέργεια. Κάποιος ρεαλιστής βέβαια, μπορεί να προσθέσει πως όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η παραγωγικότητα του Αργεντινού επιθετικά, το γεγονός ότι δεν συνεισφέρει αμυντικά όπως παλιά (τότε που οι Καταλανοί χρησιμοποιούσαν τον περίφημο «κανόνα των 3 δευτερολέπτων») πιθανόν επηρεάζει αρκετά την γενικότερη αποτελεσματικότητα της Μπαρτσελόνα.

Για κάποιον όμως που αδιαφορεί για τα αποτελέσματα που θα φέρει η Μπάρτσα, το παιχνίδι του Μέσσι είναι μια οπτική απόλαυση, ακόμα και τα τελευταία χρόνια στα οποία το σώμα του φαίνεται να τον προδίδει συχνά-πυκνά. Για κάποιον ειδικά που μεγάλωσε με την εικόνα του χαλαρού 10αριου, που σουλατσάρει στο χόρτο με ένα ελάχιστο ύφος υπεροψίας, περιμένοντας την ιδανική στιγμή που θα ζητήσει τη μπάλα και θα δημιουργήσει κάτι επικίνδυνο για τον αντίπαλο με μια έμπνευση, ο Μέσσι των τελευταίων ετών, που το πεδίο δράσης του ξεκινάει πολύ πιο κοντά στο κέντρο σε σχέση με παλιότερα, είναι κάτι σαν φαντασίωση, μια εξαίρεση που επιβιώνει στο σύγχρονο ποδόσφαιρο γιατί απλά «ξέρει πολλή μπάλα» κι αυτή είναι μια ατάκα που μοιάζει (και είναι) καφενειακή αλλά κατά βάθος είναι ολότελα ρομαντική.

Σε μια πολύ ανταγωνιστική εποχή, που το να είσαι μια μείξη ποδοσφαιριστή και υπεραθλητή είναι αρκετά συνηθισμένο και επιθυμητό, το να πρωταγωνιστεί κάποιος που σε μεγάλο βαθμό πλέον λειτουργεί με τους ιδιαίτερους ρυθμούς ενός 10αριου παλιάς κοπής, απλά και μόνο λόγω ταλέντου και ποδοσφαιρικής ευφυίας, είναι λόγος συγκρατημένης αισιοδοξίας για το μέλλον του παιχνιδιού, που βαθιά μέσα στον πυρήνα του, πίσω από όλο το μάρκετινγκ, τα μίνιμαλ σήματα, τα σόσιαλ μίντια και τα προπονητικά τιμ με τους εξειδικευμένους επιστήμονες, παραμένει «μπαλίτσα».

Αυτός ο κάποιος ήταν κάποτε ένας ταλαντούχος πιτσιρικάς που ξεκίνησε από τα άκρα της επίθεσης, έγινε «ψεύτικο εννιάρι» σκοράροντας ακατάπαυστα και τελικά όταν οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, σιγά-σιγά κατέληξε στη θέση που του δίνει απόλυτη ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει, τη θέση που ταιριάζει με το βαρύ νούμερο στη φανέλα του. Ένα νούμερο που του είχε μεταβιβάσει, καθόλου τυχαία, ένα εξίσου σπουδαίο 10αρι.

Όπως αποκάλυψε ο Μέσσι, λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από το Καμπ Νου ο Ροναλντίνιο, έπιασε τον Αργεντινό και του είπε ότι αυτός και μόνο αυτός πρέπει να είναι ο επόμενος κάτοχος της φανέλας με το 10. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, ο Ρόνι είχε καταλάβει τις δυνατότητες του Μέσσι από την πρώτη, κυριολεκτικά, μέρα. Και αυτό δεν επιβεβαιώνεται μόνο από τον Τζιοβάνι φαν Μπρόνκχορστ ή την περίφημη δήλωση του μετά την κατάκτηση της Χρυσής Μπάλας («Αυτό το βραβείο λέει ότι είμαι ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο αλλά δεν είμαι ο καλύτερος ούτε καν μέσα στη Μπάρτσα»). Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης που έκανε ο, έφηβος τότε, Αργεντινός με την πρώτη ομάδα, ο Βραζιλιάνος πήρε τηλέφωνο την καλή του φίλη και δημοσιογράφο Κριστίνα Κουμπέρο και της είπε «Σήμερα έκανα προπόνηση με κάποιον που θα γίνει καλύτερος από μένα»! Όπως ακριβώς όλοι μας όταν ανακαλύπτουμε κάτι αξιοθαύμαστο θέλουμε να το μοιραστούμε με όλους, έτσι κι ο Ροναλντίνιο δεν έμεινε στη φίλη του. Πριν λίγο καιρό ο Κόμπι Μπράιαντ αποκάλυψε πως όταν η Μπάρτσα πήγε για φιλικά στο Λος Άντζελες, ο Ρόνι του σύστησε τον Μέσσι με την ατάκα «Κόμπι, να σου γνωρίσω τον τύπο που θα γίνει ο καλύτερος παίκτης όλων των εποχών». Ο τύπος αυτός ήταν τότε 17 χρονών.

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έγραψε κάποτε «Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αυτό που θα δουν, όχι αυτό που έχουν δει», μια πρόταση που πάντα μου ακουγόταν πολύ όμορφη για να κοσμήσει ένα βιβλίο αλλά χωρίς καμία λογική υπόσταση. Κι όμως, με κάποιον μαγικό τρόπο, σαν αυτούς που έβρισκε στις καλές του μέρες στον αγωνιστικό χώρο για να μας διασκεδάζει, ο Ροναλντίνιο είχε δει την πορεία του Μέσσι πριν απ’όλους.

Γουισάμ Μπεν Γιεντέρ, η νέα σπουδαία ανακάλυψη του Μόντσι

  [Καθόλου σχόλια]

Σάββατο 14 Μαΐου 2016, βρισκόμαστε στα αποδυτήρια του γηπέδου της Ανζέ, στο ημίχρονο της τελευταίας αγωνιστικής του γαλλικού πρωταθλήματος. Μακριά από την προσοχή των περισσότερων Ευρωπαίων ποδοσφαιρόφιλων, η μικρή και ασήμαντη Τουλούζ δίνει τη δική της ‘μητέρα όλων των μαχών’. Δυο μόλις μήνες πριν βρισκόταν 10 βαθμούς κάτω από τη ζώνη του υποβιβασμού αλλά με μια εντυπωσιακή επανεκκίνηση έχει καλύψει τη διαφορά και πλέον κρατάει την τύχη στα χέρια της. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα διπλό στην έδρα της αδιάφορης Ανζέ και με δεδομένο ότι βρισκόμαστε στην ανάπαυλα και το σκορ είναι ήδη 1-0, η ομάδα του ιδιόρρυθμου τεχνικού Πασκάλ Ντυπρά θέλει τουλάχιστον δυο γκολ στα επόμενα 45 λεπτά.

Στα αποδυτήρια το κλίμα δεν είναι και το καλύτερο δυνατό, αφού εκτός του γκολ των αντιπάλων η στατιστική έχει καταγράψει και ένα χαμένο πέναλτι της Τουλούζ. Ένας βραχύσωμος, μελαχρινός τύπος αποφασίζει τότε να πάρει το λόγο προς έκπληξη όλων, καθώς στα όσα χρόνια είναι στην ομάδα ελάχιστοι τον έχουν ακούσει να μιλάει! Ξεκινάει τη σύντομη ομιλία του παρηγορώντας τον εκτελεστή του πέναλτι, ζητώντας συγγνώμη που δεν ανέλαβε αυτός την ευθύνη της εκτέλεσης, και στη συνέχεια με απλά λόγια, απ’ αυτά που ποτέ δεν θα πρόσφεραν μια επική σκηνή μονολόγου, με κάποια επιβλητική μουσική στο φόντο, σε κάποια Χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, υπενθυμίζει σε όλους ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει, πριν καταλήξει δηλώνοντας σίγουρος ότι η ομάδα θα γυρίσει το ματς και, κατ’ επέκταση, θα σωθεί. Το όνομα του είναι Γουισάμ Μπεν Γιεντέρ.

Δεκατέσσερα λεπτά μετά την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου η Τουλούζ ισοφαρίζει με ένα όμορφο πλασέ από δύσκολη γωνία του πρώτου της σκόρερ, ο οποίος με το γκολ αυτό ανεβαίνει στην 3η θέση των σκόρερ στην ιστορία της ομάδας και στην 4η θέση των σκόρερ του γαλλικού πρωταθλήματος, πίσω μόνο από τους Ζλάταν, Λακαζέτ και Καβάνι. Το όνομα του είναι Γουισάμ Μπεν Γιεντέρ.

Το παιχνίδι τελικά λήγει με τον τρόπο που είχε προβλέψει ο Γάλλος επιθετικός, η Τουλούζ κερδίζει με 2-3 και ολοκληρώνει με ιδανικό τρόπο ένα επικό φινάλε. Λίγο καιρό μετά ο προπονητής, Πασκάλ Ντυπρά μιλώντας για τον Γουισάμ δηλώνει: “Η πιο εντυπωσιακή ανάμνηση μου από αυτόν είναι η ομιλία στο ημίχρονο με την Ανζέ. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που μίλησε, στα έξι χρόνια που είναι στην Τουλούζ. Ήταν πεπεισμένος ότι θα ισοφαρίσουμε και κατάφερε να πείσει και όλους εμάς. Αποδείχτηκε σωστός”.

Την ίδια μέρα, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, στην Ανδαλουσία, οι άνθρωποι της Σεβίλλης είναι απασχολημένοι με τις ετοιμασίες ενός ακόμα τελικού Γιουρόπα Λιγκ. Ένας εξ αυτών όμως, ο διαβόητος πλέον τεχνικός διευθυντής Μόντσι, κοιτάει πιο πέρα από τον επερχόμενο τελικό και γι’αυτό μοιράζει το χρόνο του, κάνοντας ταυτόχρονα τις τελικές επιλογές από μια λίστα παικτών που έχουν εντοπίσει οι σκάουτερ που δουλεύουν γι’αυτόν. Στις ψηλότερες θέσεις της λίστας φιγουράρει το όνομα Γουισάμ Μπεν Γιεντέρ.

Ο Μπεν Γιεντέρ, με παρουσιαστικό και στυλ παιχνιδιού που σε κάποιους θυμίζει – δικαιολογημένα – τον Ρομάριο, έχει κάνει κλικ στον Μόντσι από πέρσι. Αν και άγνωστος στο ευρύ κοινό, ο 26χρονος Μπεν Γιεντέρ ‘ματώνει’ πάντως συστηματικά τα γαλλικά δίχτυα από το 2012. Μεγαλωμένος μακριά από τα ειδικά ποδοσφαιρικά σχολεία και τις ακαδημίες των Γάλλων, ο Γαλλοτυνήσιος έμαθε μπάλα στους δρόμους και στα γήπεδα του ποδοσφαίρου σάλας, στα οποία και έπαιζε μέχρι τα 19 του. Στο futsal χρωστάει και μεγάλο μέρος της εξαιρετικής τεχνικής του, που του επιτρέπει να κινείται και να ελίσσεται άνετα σε κλειστούς χώρους.

Η προσαρμογή του στο κανονικό, επαγγελματικό ποδόσφαιρο δεν ήταν βέβαια εύκολη. Οι πρώτοι του συμπαίκτες έχουν να λένε πως το 2010 ο Μπεν Γιεντέρ εμφανιζόταν χαλαρός και λίγο αργοπορημένος στις προπονήσεις φορώντας πολλές φορές φανέλες άλλων ομάδων (πχ. της Ρεάλ Μαδρίτης), κάνοντας έξαλλους τους ανθρώπους της ομάδας.

Τα 71 γκολ που πέτυχε τα επόμενα έξι χρόνια με την Τουλούζ (σκοράροντας με μια αξιοζήλευτη σταθερότητα 15-16 γκολ κάθε σεζόν στο πρωτάθλημα και μάλιστα με μια ομάδα που όχι απλά δεν πρωταγωνιστεί αλλά τελευταία παλεύει συχνά-πυκνά για τη σωτηρία της) δείχνουν πάντως πως ο Γουισάμ την βρήκε για τα καλά την άκρη με το απαιτητικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Κάποιοι ρομαντικοί μπορούν όμως να σταθούν στο ότι ακόμα και στο ζενίθ της καριέρας του στην Τουλούζ, δεν έχανε ευκαιρία να πάει για ένα ματσάκι με τους φίλους του, πρωτοβουλία που φυσικά προκαλούσε τρόμο στους ανθρώπους της ομάδας που του υπενθύμιζαν συνέχεια πως η ασφάλεια δεν καλύπτει τραυματισμούς σε τέτοια παιχνίδια.

Πιστός στο σύστημα του και στη φιλοσοφία “εντόπισε φτηνούς και ικανούς παίκτες για τους οποίους δεν θα ενδιαφερθούν τα μεγαθήρια της Ευρώπης” ο Μόντσι προσέγγισε άμεσα την Τουλούζ και κέρδισε στο νήμα όλους τους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους, ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν η Άρσεναλ, η Τότεναμ, η Γουέστ Χαμ, η Ντεπορτίβο, η Μαρσέιγ και η Λιόν. Κάπως έτσι, την ώρα που η Τσέλσι έκλεινε τον Μπατσουαγί, των 17 γκολ στο περσινό γαλλικό πρωτάθλημα, με 40 εκατομμύρια ευρώ, η Σεβίλλη ολοκλήρωνε τη μεταγραφή του Μπεν Γιεντέρ, των επίσης 17 γκολ, με μόλις 9 εκατομμύρια! Και όπως τόσες άλλες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, ο Μόντσι δεν έπεσε έξω.

Έξι μήνες μετά ο Μπεν Γιεντέρ μετράει ήδη 15 γκολ (και 3 ασίστ) σε 22 παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις, ένα νούμερο που τον φέρνει στην 3η θέση των σκόρερ στην Ισπανία, πίσω μόνο από τους Μέσσι και Ρονάλντο, ένα στατιστικό τόσο εντυπωσιακό που δεν το έχει καταφέρει στην πρώτη του χρονιά κανένας άλλος από τους επιθετικούς που έχουν περάσει απ’τη Σεβίλλη τα τελευταία χρόνια. Κι όλοι ξέρουμε πως από την επίθεση της έχουν περάσει κάμποσα γνωστά ονόματα: Σούκερ, Ζαμοράνο, Μπαπτίστα, Λούις Φαμπιάνο, Κανουτέ, Μπάκα.

Παραμένοντας ακόμα και σήμερα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ο κοντούλης Γαλλοτυνήσιος (που έχει απορρίψει πρόταση να παίξει με την εθνική Τυνησίας, ελπίζοντας ότι κάποια μέρα θα πραγματοποιήσει το όνειρο του και θα κληθεί στην εθνική Γαλλίας) οδηγεί την εξαιρετική Σεβίλλη προς την κορυφή, από την οποία πλέον απέχει μόλις μια θέση, αφού το Σάββατο πέρασε με το εντυπωσιακό 0-4 από την έδρα της πολύ δυνατής φέτος Ρεάλ Σοσιεδάδ, χάρη σε 3 γκολ και 1 ασίστ του ασταμάτητου Μπεν Γιεντέρ.

Όλως τυχαίως, στη θέση αυτή βρίσκεται η σημερινή της αντίπαλος, η Ρεάλ Μαδρίτης. Οι Ανδαλουσιάνοι υποδέχονται το βράδυ τους Μαδριλένους στη ρεβάνς του 3-0 για το Κύπελλο Ισπανίας. Το έργο τους φυσικά είναι κάτι παραπάνω από δύσκολο και αν καταφέρει η Σεβίλλη να κλέψει αυτή την πρόκριση τότε σαφέστατα θα μιλάμε για ένα θαύμα. Ενημερωτικά πάντως, θαύμα είχε χαρακτηριστεί και η περσινή σωτηρία της Τουλούζ.

Η μέρα που Βάσκοι και Καταλανοί έπαιξαν ξύλο στη Μαδρίτη

  [Καθόλου σχόλια]

Γήπεδο Μεστάγια, 13 Μαΐου 2009, λίγα λεπτά πριν τα μεσάνυχτα: Ο 107ος τελικός του Κυπέλλου Ισπανίας έχει μόλις τελειώσει. Η φιλότιμη Αθλέτικ Μπιλμπάο του Χοακίν Καπαρός έχει κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να κερδίσει τον πρώτο της τίτλο μετά από 25 χρόνια αλλά, για κακή της τύχη, απέναντι της βρίσκεται η καλύτερη Μπαρτσελόνα όλων των εποχών. Το τελικό 4-1 (με τους Βάσκους να έχουν προηγηθεί μόλις στο 8′) είναι ενδεικτικό της διαφοράς ποιότητας των δυο ομάδων.

Παρά τη βαριά ήττα οι οπαδοί της Αθλέτικ δεν φεύγουν από το γήπεδο. Για την ακρίβεια, κανείς δεν φεύγει από το γήπεδο. 50.000 θεατές και των δυο ομάδων, οι οποίοι έχουν παρακολουθήσει το ματς καθισμένοι κυριολεκτικά δίπλα-δίπλα, είναι όρθιοι και χειροκροτούν και τους δυο αντιπάλους. Βλέποντας τις σκηνές δυσκολεύεσαι να καταλάβεις ποιος είναι ο νικητής και ποιος ο χαμένος.

Στη μια πλευρά, στο πέταλο που βρίσκονται οι οπαδοί της Μπαρτσελόνα, οι παίκτες της Αθλέτικ δέχονται το χειροκρότημα των Καταλανών, την ίδια ώρα που στην απέναντι άκρη του αγωνιστικού χώρου οι παίκτες της Μπάρτσα με την κούπα στο χέρι βλέπουν τους Βάσκους να τους επιβραβεύουν με εκτεταμένο χειροκρότημα. Η αποθέωση γίνεται ακόμα πιο έντονη για τους Τσάβι και Πουγιόλ που κάνουν βόλτες στο χόρτο κρατώντας μια σημαία της Καταλωνίας και μια της Χώρας των Βάσκων.

Ο ποδοσφαιρικός πολιτισμός πιάνει ταβάνι, η έκφραση “νίκησε το ποδόσφαιρο” επινοήθηκε για περιπτώσεις σαν αυτή. Κάποιος θα μπορούσε πιθανόν να σκεφτεί ότι οι δυο συγκεκριμένες ομάδες έχουν κάποια ‘αδελφική σχέση’ ή κάποιο ιδιαίτερο δέσιμο από το μακρινό παρελθόν. Αυτός ο κάποιος λογικά δεν θα έχει ακούσει ποτέ για τον τελικό του 1984.

Γήπεδο Σαντιάγο Μπερναμπέου, 5 Μαΐου 1984, λίγα λεπτά μετά τις 10 το βράδυ: Ο διαιτητής έχει σφυρίξει τη λήξη του τελικού και έχει αποσυρθεί άρον-άρον στα αποδυτήρια αλλά η δράση δεν έχει τελειώσει. Ο Ντιέγκο Μαραντόνα ανταλλάζει μερικές ‘φιλοφρονήσεις’ με τον προσωπικό του αντίπαλο και μετά από κάποιες ρατσιστικές ατάκες που ακούγονται η κατάσταση ξεφεύγει. Στα επόμενα δευτερόλεπτα εκτυλίσσονται σκηνές που συνήθως συναντάει κανείς σε συνάντηση χούλιγκαν σε κάποιο σοκάκι ή σε λατινοαμερικάνικα παιχνίδια μικρών κατηγοριών μετά από κάποιο περίεργο σφύριγμα του διαιτητή. Η κάμερα που βρίσκεται στον αγωνιστικό χώρο καταγράφει αγκωνιές, σπρωξιές και τουλάχιστον 10 εναέριες κλωτσιές, τις περισσότερες εκ των οποίων θα χαρακτήριζε “χτυπήματα εξαιρετικής τεχνικής και επιδεξιότητας” ακόμα και ο Τσακ Νόρις.

Στο επίκεντρο της κλωτσοπατινάδας βρίσκεται ο Μαραντόνα. Όχι τυχαία όμως. Μερικούς μήνες πριν, τον Σεπτέμβρη του 1983, στο μεταξύ τους παιχνίδι στο Καμπ Νου, ο Αντονι Γκοϊκοετσέα, σε μια ακίνδυνη φάση στο χώρο του κέντρου, σημάδεψε τον αστράγαλο του Αργεντινού και με ένα βρώμικο τάκλιν τον έστειλε 3 μήνες εκτός γηπέδων. Στο ποδόσφαιρο εκείνης της εποχής η ενέργεια αυτή τιμωρούταν απλά με κίτρινη κάρτα. Λόγω της γενικότερης κατακραυγής όμως, η Ομοσπονδία επανεξέτασε το θέμα και τελικά τιμώρησε τον Βάσκο με 18 αγώνες, οι οποίοι μετά από έφεση έγιναν 7, μια τιμωρία που ο Γκοϊκοετσέα θεώρησε εξ αρχής υπερβολική. Κατά το διάστημα της απουσίας του μάλιστα, οι οπαδοί της Μπιλμπάο τον αποθέωναν κάθε φορά που έκανε κάποια δημόσια εμφάνιση.

Λίγους μήνες μετά ο ‘Χασάπης του Μπιλμπάο’ (όπως έμεινε γνωστός) δήλωνε: “Έχω ήσυχη τη συνείδηση μου. Το όλο θέμα δημιουργήθηκε γιατί απλά ήταν ο Μαραντόνα. Στα δικά μου μάτια είναι ένας παίκτης σαν όλους τους άλλους. Ορκίζομαι ότι ποτέ δεν προσπάθησα να τραυματίσω κανέναν αντίπαλο”.

Ο μύθος βέβαια λέει πως ο Βάσκος τοποθέτησε τα παπούτσια με τα οποία τραυμάτισε τον Ντιέγκο σε ειδική γυάλινη θήκη, την οποία παρουσίαζε με καμάρι σε όποιον πήγαινε σπίτι του, αλλά όπως όλοι οι μύθοι, αυτό ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα. Δυο χρόνια πριν πάντως, ο ίδιος παίκτης είχε σπάσει το πόδι ενός ακόμα ταλαντούχου παίκτη της Μπάρτσα, του Γερμανού Μπέρντ Σούστερ, και αυτό σίγουρα δεν είναι μύθος.

Η κόντρα με τον Γκοϊκοετσέα δεν ήταν όμως η μόνη που είχε ανοίξει ο Ντιεγκίτο. Λίγες μέρες πριν τον τελικό και την ώρα που η Αθλέτικ πανηγύριζε ήδη την κατάκτηση του πρωταθλήματος, ο Αργεντινός έπιασε στο στόμα του τον προπονητή της, Χαβιέρ Κλεμέντε, τον οποίο κατηγορούσε για το, δυναμικό και στα όρια του αντιαθλητικού, ποδόσφαιρο που έπαιζε. “Αν δεν το πάρουμε εμείς, προτιμώ να το πάρει η Ρεάλ, γιατί είμαι οπαδός του ποδοσφαίρου” ήταν μια από τις εριστικές ατάκες του Ντιέγκο. “Ο Μαραντόνα είναι σπουδαίος παίκτης αλλά είναι και κόπανος” ήταν η απάντηση του Κλεμέντε. “Ο Κλεμέντε δεν έχει τα κότσια να το πει αυτό μπροστά μου”, επανήλθε ο Ντιέγκο. “Δεν έχω σκοπό να του πω τίποτα κατά πρόσωπο γιατί πάντα περιτριγυρίζεται από 200 σωματοφύλακες” ήταν η τελική τοποθέτηση του Κλεμέντε λίγες ώρες πριν τη σέντρα του τελικού.

Με δεδομένα όλα αυτά, καταλαβαίνει κανείς πως το αγωνιστικό μέρος πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Με ένα γκολ του Εντίκα στο 14′ η Αθλέτικ πήρε κεφάλι στο σκορ νωρίς και από εκεί μετά επιστράτευσε το αγαπημένο της τότε, δυνατό παιχνίδι, για να κρατήσει μακριά τους αντιπάλους. Η Μπάρτσα προσπάθησε να αντιδράσει αλλά ο Σούστερ ήταν καλά κλεισμένος και ο Μαραντόνα φαινόταν συνεχώς πως είναι κοντά στην ‘έκρηξη’, από την οποία απείχε ένα κλικ μετά από κάθε τάκλιν που δεχόταν από τον Γκοϊκοετσέα και τους συμπαίκτες του. Το παιχνίδι ολοκληρώθηκε χωρίς αποβολή αλλά με 7 κίτρινες, ενδεικτικές του επιπέδου των κλωτσιών που έπεφταν και από τις δυο πλευρές, αφού για κάθε σκληρό τάκλιν των Βάσκων υπήρχε άμεση απάντηση με ένα βρώμικο τάκλιν από τους Καταλανούς.

Η αναμενόμενη ‘έκρηξη’ του Αργεντινού τελικά ήρθε μετά το τελευταίο σφύριγμα και εξαιτίας της όλη η Ισπανία είδε τις χειρότερες εικόνες που έχει δει σε ποδοσφαιρικό γήπεδο, σε έναν καβγά που, με μια πινελιά πολιτικής ειρωνείας και χιούμορ, μπορεί να συνοψιστεί με τη φράση: Η μέρα που Καταλανοί και Βάσκοι πλακώθηκαν στη Μαδρίτη, μπροστά στα μάτια του βασιλιά Χουάν Κάρλος, διεκδικώντας το ‘Κύπελλο του Βασιλιά’. “Όλα έγιναν γιατί δεν ξέρουν να χάνουν. Πρέπει κάποτε να σταματήσουμε αυτούς που έρχονται να παίξουν στην Ισπανία από αλλού χωρίς να έχουν εκπαίδευση” δήλωσε μετά το τέλος του αγώνα ο Κλεμέντε, που είπε την τελευταία λέξη στην κόντρα του με τον Ντιέγκο.

Από τους πρωταγωνιστές της θρυλικής, πλέον, κλωτσοπατινάδας ουσιαστικά δεν τιμωρήθηκε κανένας! Έντεκα μέρες μετά τον τελικό η Ομοσπονδία ανέλυσε το βίντεο των επεισοδίων και ανακοίνωσε πως έξι παίκτες (3 από κάθε ομάδα, ανάμεσα τους φυσικά ο Μαραντόνα και ο Γκοϊκοετσέα) τιμωρούνται με 3 μήνες αποκλεισμό από κάθε αγωνιστική δραστηριότητα, ποινή όμως που τελικά έμεινε στα λόγια για το… “κοινό καλό”, αφού ακολουθούσε το Euro 1984 και ανάμεσα στους τιμωρηθέντες υπήρχαν μέλη της εθνικής Ισπανίας. Τρεις μήνες μετά ο Μαραντόνα μετακόμιζε στην Ιταλία, αφήνοντας το ξύλο στο χόρτο του Μπερναμπέου σαν τελευταία εικόνα του με τη φανέλα της Μπάρτσα.

Τριάντα-τρία χρόνια μετά, οι δυο ομάδες συναντώνται για άλλη μια φορά στα πλαίσια του Κυπέλλου, με το πρώτο παιχνίδι να διεξάγεται σήμερα το βράδυ στο Μπιλμπάο. Αν και το πάθος των Βάσκων ξεχειλίζει κάθε φορά που αντιμετωπίζουν μια εκ των Μπαρτσελόνα ή Ρεάλ, είναι σχεδόν απίθανο να δούμε ξανά εικόνες σαν τις καρατιές που αντίκρισαν οι θεατές που βρέθηκαν το 1984 στον τελικό του Μπερναμπέου. Μετά τον τελικό του Μεστάγια άλλωστε, οι δυο τους συναντήθηκαν σε άλλους δυο τελικούς Κυπέλλου, που είχαν τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά με τη γιορτή του 2009: Εύκολη νίκη της Μπαρτσελόνα, γκολ του Μέσσι και αποθέωση από τους οπαδούς και των δυο ομάδων.

Τα χρόνια του μίσους και των εκατέρωθεν προσβολών μοιάζουν τόσο μακρινά πλέον που ο Χαβιέρ Κλεμέντε, ο οποίος παραμένει μέχρι και σήμερα ο τελευταίος που πήρε πρωτάθλημα με την Αθλέτικ, μίλησε προχθές για το παιχνίδι και ασχολήθηκε ξανά με έναν Αργεντινό αστέρα της Μπάρτσα. Αυτή τη φορά όμως, είχε μόνο κοπλιμέντα να πει: “Ο Μέσσι είναι μπροστά απ’όλους τους υπόλοιπους γιατί κάνει πολλά διαφορετικά πράγματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άλλοι δεν είναι καλοί. Ο Κριστιάνο θα έπρεπε να είναι χαρούμενος που είναι δεύτερος στον κόσμο. Υπάρχουν πράγματα που κάνει καλύτερα αλλά ο Μέσσι υπερτερεί σε τεχνική, επιδεξιότητα και στο πως διαβάζει ένα παιχνίδι”.

Ο άνθρωπος που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα (αφού πρώτα σώθηκε από μια τραγωδία)

  [6 Σχόλια]

kubala

To μεσημέρι της 17ης Μαΐου του 2002 η Μπαρτσελόνα παρουσίαζε στους δημοσιογράφους τον Λούις Φαν Χαάλ, που επέστρεφε στον πάγκο της ομάδας δυο μόλις χρόνια αφότου τον είχε αφήσει. Στο τέλος της παρουσίασης ο πρόεδρος της ομάδας Ζοάν Γκασπάρ ανακοίνωσε στους παρευρισκόμενους τα άσχημα νέα και ζήτησε να τηρηθεί ενός λεπτού σιγή: Ο Λάζλο Κουμπάλα είχε αφήσει την τελευταία του πνοή λίγη ώρα πριν.

Ο Κουμπάλα είχε εισαχθεί τον Φλεβάρη εκείνης της χρονιάς σε μια κλινική της Βαρκελώνης με ανεπάρκεια ασβεστίου στο αίμα. Τρεις μήνες κράτησε η μάχη που έδωσε με την ασθένεια του. Τελικά έφυγε από τη ζωή μερικές μέρες πριν κλείσει τα 75 του. Στο σαλόνι του σπιτιού του υπήρχαν όλα τα μετάλλια και τα τρόπαια που κατέκτησε φορώντας τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, παρ’ όλα αυτά τα μεγαλύτερα κατορθώματα του δεν χωράνε σε καμία τροπαιοθήκη. Το 1999, τη χρονιά που η Μπάρτσα συμπλήρωνε 100 χρόνια ζωής, σε ένα γκάλοπ μεταξύ των οπαδών της, ο Κουμπάλα ψηφίστηκε «ο καλύτερος παίκτης που έχει φορέσει ποτέ τη φανέλα της ομάδας» και δεν χρειάζεται να είναι κανένας μεγάλος γνώστης του ποδοσφαίρου για να αντιληφθεί για πόσο σπουδαία διάκριση μιλάμε.

Ο, γεννημένος στη Βουδαπέστη, Κουμπάλα έφτασε στη Βαρκελώνη το 1950 και φόρεσε τα μπλαουγκράνα για μια ολόκληρη δεκαετία, κατά την οποία κέρδισε σχεδόν τα πάντα, καθοδηγώντας την ομάδα μαεστρικά και σκοράροντας ασταμάτητα. Η αγωνιστική υπεροχή του ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη και η προσωπικότητα του τόσο έντονη που όλοι όσοι έζησαν εκείνη τη Μπαρτσελόνα συμφωνούν πως αυτός ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους που η ομάδα άλλαξε επίπεδο. Και αυτό δεν έγινε μόνο στα λόγια.

Ο ταλαντούχος και επιδειξίας Κουμπάλα ήταν το επίκεντρο της προσοχής και τα κατορθώματα του εντός και εκτός γηπέδων συζητιόταν σε όλη τη χώρα. Κάπως έτσι το παλιό γήπεδο της Μπάρτσα, το Λες Κορτς, σύντομα αποδείχτηκε πολύ μικρό για να χωρέσει τους ανθρώπους που ήθελαν να απολαύσουν τον Κουμπάλα και την ομάδα του. Όσοι δεν κατάφερναν να βρουν εισιτήριο για κάποιο από τα εντός έδρας παιχνίδια των Καταλανών έκαναν βόλτες γύρω από το γήπεδο με ένα ραδιοφωνάκι στο χέρι, σε μια προσπάθεια να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται στις παραστάσεις του Ούγγρου. Βλέποντας όλη αυτή την απήχηση η διοίκηση της ομάδας επιτάχυνε τις διαδικασίες ανέγερσης νέου γηπέδου και κάπως έτσι οι ‘μπλαουγκράνα’ μετακόμισαν το 1957 στο τεράστιο Καμπ Νου.

kubala4

Η λατρεία του κόσμου για τον Κουμπάλα συνεχίστηκε και στο νέο γήπεδο και ο Ισπανός πλέον (αφού σύντομα απέκτησε την υπηκοότητα και έγινε ο πρώτος παίκτης που παίζει για 3 διαφορετικές εθνικές, έχοντας φορέσει προηγουμένως και τη φανέλα της Τσεχοσλοβακίας) επιθετικός σπάνια τον άφηνε παραπονεμένο. Σε ένα παιχνίδι πρωταθλήματος με τη Σεβίλλη η Μπάρτσα βρέθηκε νωρίς πίσω στο σκορ με 3-0. Την ώρα που όλοι οι συμπαίκτες του έδειχναν να τα έχουν χαμένα ο Κουμπάλα πήρε τη μπάλα από τα δίχτυα μετά το τρίτο γκολ και την κουβάλησε μέχρι τη σέντρα. Όταν έφτασε εκεί, την άφησε κάτω και έχοντας πλέον την προσοχή όλων, με αργές και ψύχραιμες κινήσεις μάζεψε ψηλά τα μανίκια της φανέλας του. Όλοι στο γήπεδο πήραν το μήνυμα. Είχε φτάσει η ώρα της απάντησης. Η Μπαρτσελόνα γύρισε τελικά το παιχνίδι και η φράση «τώρα μαζεύω τα μανίκια μου», συνώνυμη του «τα πράγματα σοβάρεψαν», έγινε μόδα στη Βαρκελώνη τα επόμενα χρόνια.

Ο Κουμπάλα δεν περιόριζε πάντως τις παραστάσεις του εντός αγωνιστικού χώρου. Τη δεκαετία εκείνη κάμποσοι ιδιωτικοί ντετέκτιβ ζούσαν κυριολεκτικά χάρη σε εκείνον, καθώς η διοίκηση προσπαθούσε να είναι ενήμερη ανά πάσα στιγμή για τα αμέτρητα νυχτοπερπατήματα του. Ο Ούγγρος αγαπούσε τη νύχτα, το αλκοόλ και τα πάρτι σε τέτοιο βαθμό που αρκετές φορές χρειαζόταν ειδικά μασάζ, κρύα ντουζ και καφέδες με αλάτι για να μπορέσει να συνέλθει πριν από τα παιχνίδια ή έστω να φτάσει σε μια ανεκτή κατάσταση νηφαλιότητας . Παρά τις αμέτρητες παρατηρήσεις που δεχόταν για τον τρόπο ζωής του, ο ίδιος αντιμετώπιζε το θέμα με ένα μείγμα χαλαρότητας και υπεροψίας, φτάνοντας στο σημείο να κλείνει συμφωνίες με τον προπονητή του μετά από ξενύχτια και πριν από φιλικά: «Αν σκοράρω δυο φορές, θα με αφήσεις να πάω σπίτι».

Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν θα είχε συμβεί αν μια μέρα, μερικά χρόνια πριν από την εποχή της αποθέωσης στη Βαρκελώνη, ο Κουμπάλα δεν άλλαζε τελευταία στιγμή την απόφαση του να μπει σε ένα αεροπλάνο. Στις αρχές του 1949 ο Λάζλο Κουμπάλα εγκατέλειπε τη χώρα του στην καρότσα ενός φορτηγού, ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή μακριά από την κομμουνιστική Ουγγαρία. Ο δρόμος τον έβγαλε στην Ιταλία, όπου για αρκετό καιρό έμεινε σε ένα καμπ προσφύγων. Η μικρούλα Προ Πάτρια, με έδρα τη Λομβαρδία, ήταν η μόνη που δέχτηκε να τον εντάξει στο δυναμικό της. καθώς η ΦΙΦΑ του είχε επιβάλλει τιμωρία ενός έτους μετά από καταγγελία της Ουγγρικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, η οποία τον κατηγορούσε για αθέτηση του συμβολαίου που είχε με την Ουγγρική Βάσας, λιποταξία και έξοδο από τη χώρα χωρίς άδεια.

Στην πρώτη προπόνηση του με την Προ Πάτρια ο πρόεδρος της ομάδας τον προκάλεσε να κάνει 400 τσαλιμάκια, βάζοντας ως έπαθλο το ρολόι του. «Πίστευε ότι είναι αδύνατον, οπότε κι εγώ ξεκίνησα, αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί, μερικές συνεχόμενες κεφαλιές, 398, 399, 400, κανένα πρόβλημα. Για παν ενδεχόμενο στο τέλος έκανα και ένα γύρο του γηπέδου με τη μπάλα στον αέρα. Είχε μείνει έκπληκτος. Το ίδιο όμως κι εγώ. Ήταν ένα πραγματικά ωραίο ρολόι!» θυμόταν αρκετά χρόνια μετά ο Κουμπάλα.

kubala2

Η παρουσία του Ούγγρου στο ιταλικό ποδόσφαιρο δεν πέρασε απαρατήρητη και λίγους μήνες μετά αρκετές μεγάλες ομάδες ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωση του. Κορυφαία όλων η Τορίνο, που εκείνα τα χρόνια κυριαρχούσε εντός συνόρων και αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή παικτών της εθνικής Ιταλίας. Οι άνθρωποι της προσέγγισαν τον Κουμπάλα και γρήγορα συμφώνησαν μαζί του. Το μόνο που έμενε ήταν να διευθετηθεί το πρόβλημα με την τιμωρία του.

Στις αρχές Μαΐου του 1949 η Μπενφίκα κάλεσε την Τορίνο στη Λισαβόνα για ένα φιλικό προς τιμήν του αρχηγού της, Φρανσίσκο Φερέιρα. Ήταν μια ιδανική ευκαιρία για τον Κουμπάλα να αγωνιστεί με τη νέα του ομάδα και να πάρει παιχνίδια στα πόδια του. Μερικές μόλις ώρες πριν την αναχώρηση όμως τα σχέδια του Ούγγρου άλλαξαν. Ο μικρός του γιος, που είχε καταφθάσει στην Ιταλία μαζί με τη μητέρα του λίγες μόλις μέρες πριν, αρρώστησε και ο Κουμπάλα δίχως να το σκεφτεί πολύ ακύρωσε τη συμμετοχή του στο φιλικό, επιλέγοντας να κάτσει μαζί του. Η Τορίνο ταξίδεψε στην Πορτογαλία χωρίς αυτόν αλλά με όλα τα υπόλοιπα αστέρια της. Εκεί ηττήθηκε με 4-3 αλλά αυτό είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο έμεινε στην ιστορία εκείνο το ταξίδι.

basilica-di-superga

Κατά την επιστροφή στην Ιταλία, στις 4 Μαΐου, το αεροπλάνο που μετέφερε την αποστολή προσέκρουσε στο λόφο Σουπέργκα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι 31 επιβάτες του. Η Τορίνο έχασε μέσα σε μια στιγμή την καλύτερη φουρνιά παικτών της ιστορίας της και η εθνική Ιταλίας τους περισσότερους διεθνείς της. Δυο μέρες αργότερα η Ιταλική ομοσπονδία ανακήρυξε την (πρωτοπόρο σε εκείνο το σημείο, με 4 βαθμούς διαφορά από τη δεύτερη Ίντερ) Τορίνο πρωταθλήτρια, παρ’ότι υπήρχαν ακόμα 4 παιχνίδια, στα οποία οι αντίπαλοι της αγωνίστηκαν με τη δεύτερη ομάδα τους.

Ο Λάζλο Κουμπάλα δεν φόρεσε ποτέ τελικά τη φανέλα της Ιταλικής ομάδας. Η απόφαση του να μην ανέβει σε εκείνο το αεροπλάνο όχι μόνο έσωσε τη δικιά του ζωή αλλά βοήθησε σε μεγάλο βαθμό να αλλάξει και η ιστορία μιας από τις μεγαλύτερες ομάδες σήμερα του πλανήτη. Το 2012, δεκατρία χρόνια μετά την ανακήρυξη του ως «ο καλύτερος παίκτης που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μπάρτσα», τρία χρόνια μετά τη μέρα που ένα άγαλμα του τοποθετήθηκε έξω από το Καμπ Νου και λίγους μήνες αφότου ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα δήλωσε στην 10η επέτειο του θανάτου του «ήταν αυτός που έκανε το Λες Κορτς τόσο μικρό για τους φιλάθλους μας», κυκλοφόρησε στην Ισπανία η βιογραφία του. Ο τίτλος της; «Ο ήρωας που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα».

kubala3

Το δέντρο της ζωής

  [Καθόλου σχόλια]

Κάθε καλή ιστορία αποτυχημένου ποδοσφαιριστή, που τελικά έγινε κάτι άλλο στη ζωή του, τελειώνει με έναν τραυματισμό που του έκοψε την καριέρα. Ο αριστεροπόδαρος Χόρχε Σαμπάολι δεν έγινε σπουδαίος χαφ, καθώς μόλις στα 19 του εγκατέλειψε το ποδόσφαιρο μετά από ένα διπλό κάταγμα κνήμης-περόνης στα ερασιτεχνικά της Αργεντινής και ενώ πέρασε από τις ακαδημίες της Νιούελ΄ς. Η προπονητική του καριέρα θα μπορούσε να είναι εξίσου αποτυχημένη, καθώς ήταν part-time προπονητής στην ομάδα της κωμόπολής του, την Αλούμνι ντε Κασίλδα. Στην ερώτηση «ποιος είναι ο καραφλός (ναι ήταν από τότε) στον πάγκο που περπατάει πάνω κάτω (σαν τον Μπιέλσα) και φωνάζει;», η απάντηση θα μπορούσε να είναι «δεν τον ξέρεις, είναι από το χωριό».

Τη δουλειά την ανέλαβε από σπόντα. Η Αλούμνι είχε χάσει εντός στον πρώτο τελικό του τοπικού κι ο προπονητής θα απουσίαζε στη ρεβάνς λόγω οικογενειακών προβλημάτων. Οι άνθρωποι του συλλόγου αποτάνθηκαν στον Σαμπάολι, αυτός έκανε προετοιμασία μιας εβδομάδας και πήγε με την ομάδα στο γειτονικό χωριό όπου οι κάτοικοι είχαν ήδη ψήσει 60 γουρούνια για να γιορτάσουν τον τίτλο που θα έπαιρναν ακόμα και με Χ. Ο Σαμπάολι στο πρώτο ματς της καριέρας του πήρε το 0-1, οι ομάδες έπαιξαν τρίτο παιχνίδι, ο Σαμπάολι κέρδισε και πάλι, το τσιμπούσι ματαιώθηκε, ο κόουτς πήρε τον πρώτο του τίτλο και μονιμοποιήθηκε.

Παρά τα όνειρά του για προπονητική καριέρα, δύσκολα θα τα κατάφερνε ξεκινώντας από τόσο χαμηλά και χωρίς σπουδαία καριέρα ως παίκτης. Γι’ αυτό είχε και κανονική εργασία, ταμίας στην τοπική τράπεζα (με συνολικά τρεις υπαλλήλους). Μια που δεν είχε και πολλή δουλειά το κατάστημα, οι φίλοι του τον θυμούνται να είναι όλη μέρα στα τηλέφωνα και να αναλύει «μπαλίτσα», συστήματα, προπονήσεις. Δεν ήταν όμως ένας ξερόλας του καφενείου. Ο Σαμπάολι έπαιρνε το αυτοκίνητο και πήγαινε μέχρι το Ροσάριο, παρακολουθούσε προπονήσεις, αγώνες, μιλούσε με προπονητές και παίκτες. Έκανε τζόκινγκ ακούγοντας στο γουόκμαν συνεντεύξεις τύπου του Μπιέλσα (!). Πριν από το προπονητικό του ντεμπούτο στον… τελικό των 60 γουρουνιών, πήρε μια βδομάδα άδεια από την τράπεζα για να προετοιμάσει την ομάδα του. Ήταν όμως ένα τυχαίο γεγονός που έπαιξε μεγάλο ρόλο στην μετέπειτα πορεία του.

Γυαλί ηλίου, κοντομάνικο και καράφλα από τότε, εντολές από το δέντρο

Το 1995 σε έναν αγώνα τοπικού, ο φωνακλάς Σαμπάολι δεν σταματούσε να γκρινιάζει στον διαιτητή. Ο κόραξ άντεξε μόλις 25′ και τον απέβαλε. Ο Σαμπάολι δεν μπορούσε να αφήσει ολόκληρη Αλούμνι ντε Κασίλδα μόνη της (το ματς ήταν κρίσιμο). Βγήκε εκτός γηπέδου, βρήκε ένα ψηλό δέντρο, σκαρφάλωσε και φορώντας γυαλί ηλίου συνέχισε να φωνάζει και να δίνει εντολές στους συγχωριανούς του. Δυστυχώς το ματς χάθηκε, αλλά η φωτογραφία του μπήκε στην τοπική εφημερίδα, μαζί με άρθρο που έλεγε για το πάθος ενός ανθρώπου που είδε τα όνειρά του να παίξει ποδόσφαιρο να καταστρέφονται και πλέον τα δίνει όλα στην προπονητική. Την εφημερίδα την είδε ο πρόεδρος της Νιούελ’ς Εντουάρντο Λόπες που τον θυμόταν και αποφάσισε να τον εμπιστευτεί σε μια θυγατρική του συλλόγου (ομάδα που είχε παίξει μπάλα κάποτε ο Μπιέλσα), με αποτέλεσμα το όνομα του Σαμπάολι να μαθευτεί αρκετά στη Ν. Αμερική.

Παρά το γεγονός ότι το όνομα Σαμπάολι ακούστηκε, η καριέρα του δεν εκτοξεύτηκε κι ο ίδιος συνέχισε σε ομάδες χαμηλού επιπέδου (μέχρι τη Γ’ εθνική έφτασε), αλλά πάντα με αποτελέσματα και με απόλυτο επαγγελματισμό. Μάζευε τους καλύτερους παίκτες από την περιοχή, έβαζε σε ερασιτέχνες παίκτες-μαθητές διπλές προπονήσεις («όποιος θέλει να διαβάσει, δεν κάνει για ποδόσφαιρο«), κοιτούσε τη φυσική κατάσταση και έκανε πολλή τακτική. Με πίεση ψηλά, με τρεις επιθετικούς (σε ένα αγαπημένο 3-3-1-3), γνωρίζοντας όλους τους αντιπάλους παίκτες του τοπικού της Κασίλδα και πώς να τους αντιμετωπίσει. Όταν ο πρόεδρος της Χουάν Άουριτς από το Περού ταξίδεψε για να βρει παίκτες στις μικρές κατηγορίες της Αργεντινής, ένας μάνατζερ πρότεινε και τον Σαμπάολι για κόουτς. Ήταν η πρώτη επαγγελματική ομάδα στην καριέρα του το 2002 και μάλιστα σε χώρα του εξωτερικού με έναν μισθό που έφτανε οριακά τα 1000 δολάρια.

Από τα χρόνια στο Περού, σαν αδύνατος Μπομπ Χόσκινς

Η συνέχεια όμως δεν ήταν ονειρική. Μετά από 8 ματς με μόλις μία νίκη και την Άουριτς στον πάτο της βαθμολογίας, ο πρόεδρος παραιτήθηκε και μαζί του κι ο Σαμπάολι που επέστρεψε στο «χωριό» του, φτάνοντας και πάλι στο σημείο μηδέν και χωρίς διέξοδο. Ευτυχώς όμως, μετά από κάποιους μήνες ήρθε πρόταση από την Σπορτ Μπόιζ και ο Σαμπάολι γύρισε στο Περού, σε μια ομάδα χωρίς λεφτά, όντας ο χειρότερα αμειβόμενος προπονητής του πρωταθλήματος. Λέγεται ότι έβγαζε 500 δολάρια τον μήνα, τόσα λίγα που δεν μπορούσε καν να έχει δωμάτιο σε ξενοδοχείο με δική του τουαλέτα. Ούτε λόγος φυσικά για να στηρίξει την οικογένειά του πίσω στην Αργεντινή. Ο Σαμπάολι πέρασε αρκετό καιρό νοικιάζοντας ένα μικρό δωμάτιο στο ίδιο κτίριο που στεγαζόταν η Πυροσβεστική. Οι σειρήνες ηχούσαν κι ο Σαμπάολι τα έλεγε με τους πυροσβέστες για μπάλα και φωτιές.

Τα πήγε καλά πάντως, κάνοντας σπουδαίες πορείες σε μικρές ομάδες και στη συνέχεια πέρασε και από Χιλή και Εκουαδόρ. Το 2011 ήταν μάλλον η χρονιά του, καθώς ανέλαβε την Ουνιβερσιδάδ ντε Τσίλε, κέρδισε τρία πρωταθλήματα και το Σουνταμερικάνα και έτσι όταν το είδωλό του, ο Μπιέλσα, αποχώρησε από την εθνική Χιλής, ο Σαμπάολι θεωρήθηκε ιδανικός διάδοχος. Μια τετραετία με ποσοστό νικών κοντά στο 63% και το πρώτο Κόπα Αμέρικα στην ιστορία της Χιλής, η σύνδεση του ονόματός του με τον Μπιέλσα και οι επιτυχίες στις ομάδες του, έκαναν πλέον τον Σαμπάολι διάσημο. Από την συγκατοίκηση με τους πυροσβέστες, υποψήφιος για καλύτερος προπονητής του κόσμου το 2015, δίπλα σε Γκουαρδιόλα και Λουίς Ενρίκε.

Να, ντύθηκα επίσημα για τις κάμερες…

Η αποκλειστική κάτοχος του Γιουρόπα Λιγκ Σεβίλλη πήρε το ρίσκο και τον έφερε στην Ευρώπη. Μια μεταβατική σεζόν με αλλαγές, η ανάγκη του Έμερι για κάτι διαφορετικό, ίσως ακόμα και η βαρεμάρα από το να κάνεις κάθε χρόνο τα ίδια. Ο τελειομανής Σαμπάολι με τα κοντά μανίκια, τα τατουάζ, το νευρικό βάδισμα και το πάθος για την μπάλα είναι διαφορετική συνταγή. Το 6-4 της πρώτης αγωνιστικής με την Εσπανιόλ ήταν ένα δείγμα ότι η Σεβίλλη δεν θα έχει σχέση με τα όσα ξέραμε. Περισσότερα γκολ, διαφορετική προσέγγιση, εξαιρετική πορεία στο πρωτάθλημα, μέχρι στιγμής όλα πάνε καλά.

Ο Σαμπάολι δεν θα σκεφτεί σε καμία περίπτωση την «εύκολη λύση» ενός ακόμα Γιουρόπα και θα κυνηγήσει την πρόκριση στην επόμενη φάση του Τσάμπιονς Λιγκ. Άλλωστε, με όσα έχει περάσει στη ζωή του, πλέον όλα αυτά του φαίνονται εύκολα. Κρατάει πάντα έναν στίχο από μία από τις πιο αγαπημένες του μπάντες, τους Καγιεχέρος, που λέει «να θυμάσαι πάντα από πού ξεκίνησες γιατί μπορεί να γυρίσεις εκεί». Αν όλα έρθουν ανάποδα, το δέντρο που τον έκανε γνωστό τον περιμένει πίσω στην πατρίδα…

Η μέρα που ο Αραγονές κέρδισε τη Ρεάλ με ένα μπουκάλι κόκα κόλα

  [Καθόλου σχόλια]

27 Ιουνίου 1992, γήπεδο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, τελικός Κυπέλλου Ισπανίας μεταξύ Ρεάλ και Ατλέτικο, ώρα 20.40. Στα αποδυτήρια της Ατλέτικο επικρατεί ησυχία καθώς οι παίκτες παρακολουθούν με προσοχή τις τελευταίες οδηγίες που τους δίνει ο Λουίς Αραγονές, που εκτός από προπονητής τους είναι και ένας ζωντανός θρύλος της ομάδας, με την οποία μετράει ως εκείνη τη στιγμή 10 τίτλους, είτε ως παίκτης, είτε ως καθοδηγητής από τον πάγκο.

Όταν οι καθιερωμένες οδηγίες τελειώνουν και την ώρα που οι πλέον ανυπόμονοι ετοιμάζονται να πεταχτούν από τη θέση τους για τις τελευταίες ετοιμασίες, ο Αραγονές ξαφνικά αλλάζει ρυθμό και ένταση στην ομιλία του. “Με καταλάβατε; Σίγουρα με καταλάβατε;” Ο Ισπανός τους δείχνει ξανά τον μαυροπίνακα με το σύστημα και την τακτική που θα ακολουθήσουν και με το χέρι τεντωμένο προς αυτόν ανεβάζει κι άλλο τη φωνή του. “Λοιπόν, τα βλέπετε αυτά; Όλα αυτά δεν έχουν σοβαρή αξία. Αυτό που μετράει είναι ότι είστε καλύτεροι. Αυτό που μετράει είναι ότι είστε η Ατλέτικο Μαδρίτης και εκεί έξω υπάρχουν 50.000 που θα πέθαιναν για εσάς. Έτσι πρέπει κι εσείς να πεθάνετε γι’αυτούς, για τη φανέλα, για την τιμή σας. Πρέπει να βγείτε έξω και να πείτε πως σήμερα υπάρχει μόνο ένας νικητής κι αυτός φοράει άσπρα και κόκκινα”.

Οι παίκτες σαστισμένοι δεν μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω του. Αλλά ο Αραγονές δεν έχει φτάσει καν στο σημείο που θέλει. Τα επόμενα λεπτά περνάνε στην ιστορία της ομάδας. Ο 54χρονος, μετέπειτα πρωταθλητής Ευρώπης με την εθνική Ισπανίας, περπατάει νευρικά δεξιά-αριστερά. Ξαφνικά σταματάει, σκύβει και σηκώνει ένα μπουκάλι κόκα κόλα. Τους το δείχνει και το βλέμμα του καρφώνεται ξανά πάνω τους. “Αν δεν κερδίσετε απόψε, θα το βάλω αυτό στον κώλο μου. Αυτή είναι η στιγμή που περιμένατε: Η Ρεάλ Μαδρίτης μέσα στο Μπερναμπέου. Τόσα χρόνια μας το βάζουν αυτοί στον κώλο, τώρα είναι η ευκαιρία να τους το βάλουμε εμείς. Ξεχάστε τα πάντα. Είναι η Ρεάλ Μαδρίτης. Βγείτε εκεί έξω και βάλτε το στον κώλο τους”.

27 Ιουνίου 1992, γήπεδο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, τελικός Κυπέλλου Ισπανίας μεταξύ Ρεάλ και Ατλέτικο, ώρα 21.29. Πριν καν συμπληρωθεί το πρώτο μισάωρο αγώνα η Ατλέτικο είναι μπροστά στο σκορ με 2-0! Στο δεύτερο ημίχρονο ο τερματοφύλακας της θα πιάσει και πέναλτι και έτσι το παιχνίδι θα λήξει με αυτό το σκορ. Η Ατλέτικο στέφεται κυπελλούχος Ισπανίας μέσα στην έδρα της μεγάλης της αντιπάλου. Ο Λουίς Αραγονές είναι εκείνη τη στιγμή ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. “Η Ατλέτικο είναι η ζωή μου” είχε πει σε μια από τις συνεντεύξεις του.

Η παράσταση που έδωσε στα αποδυτήρια δεν ήταν η μόνη έκπληξη που επιφύλασσε στους παίκτες του. Νωρίς το πρωί τη μέρα του τελικού κάποιος κοπανούσε με δύναμη την πόρτα του δωματίου των Φούτρε και Μανόλο. Με την τσίμπλα στο μάτι ο Φούτρε διαπίστωσε πως από πίσω βρισκόταν ο Αραγονές. O “σοφός από την Ορταλέζα”, όπως ήταν το παρατσούκλι του, μπούκαρε στο δωμάτιο, πήρε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα ακριβώς στο κρεβάτι του Φούτρε. “Κοίτα με στα μάτια” του είπε και όταν ο Φούτρε υπάκουσε ένας ακόμα επικός μονόλογος ξεκίνησε. Ξανά με ερώτηση: “Θυμάσαι τότε που ο Μίτσελ, ο Ιέρο και ο Γκορντίγιο ρεζίλεψαν τον Πίθο;”

(Δυο χρόνια πριν, ένα… παρεάκι παικτών της Ρεάλ, με πρωτεργάτες τους Μίτσελ (ναι, ο γνωστός Μίτσελ που κάθισε πρόσφατα στον πάγκο του Ολυμπιακού) και Γκορντίγιο είχαν κοροϊδέψει στο δρόμο τον Πίθο Γκόμεθ, έναν φιλότιμο αλλά ψιλο-άτεχνο μέσο της Ατλέτικο. Η μεταξύ τους κόντρα συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια με προσβολές πριν από ντέρμπι – επιπέδου “μην ανησυχείς για τη γυναίκα σου Πίθο, την προσέχει ο Ρουτζέρι, γι’αυτό δεν παίζει σήμερα” – αλλά και με ένα σοβαρό τραυματισμό του παίκτη της Ατλέτικο από τάκλιν του Μίτσελ, σκηνικό που λίγο έλειψε να οδηγήσει σε σοβαρό επεισόδιο, σε επίπεδο διοικήσεων.)

“Λοιπόν Πάουλο” συνέχισε ο ασταμάτητος Αραγονές, την ώρα που ο Φούτρε προσπαθούσε ακόμα να συνειδητοποιήσει αν ονειρεύεται ή αν πράγματι το ζει αυτό. “Σήμερα είναι η μέρα που θα εκδικηθείτε για τον Πίθο. Αυτοί οι τύποι πρέπει να καταπιούν τις προσβολές που εκστόμισαν στον Πίθο και να θυμούνται αυτή τη μέρα για την υπόλοιπη ζωή τους. Σήμερα είναι η μέρα σας. Σήμερα θα τους ξεφτιλίσετε”. Πριν προλάβει να αρθρώσει κουβέντα ο Φούτρε ο Αραγονές σηκώθηκε, πρόσθεσε ένα “Τώρα μπορείς να συνεχίσεις τον ύπνο σου αλλά να θυμάσαι ότι σήμερα δεν γίνεται να με απογοητεύσετε” και αποχώρησε από το δωμάτιο. “Φυσικά δεν μπόρεσα να κοιμηθώ ξανά μετά απ’αυτό” αποκάλυψε χρόνια μετά ο Φούτρε. “Ο τελικός είχε ξεκινήσει για μένα από τις 9 το πρωί”. Για την ιστορία, ο παίκτης που πέτυχε το δεύτερο γκολ της Ατλέτικο στο 29′ ήταν ο αρχηγός της ομάδας, ο ποδοσφαιριστής με το νούμερο 10 στη φανέλα, ο άνθρωπος που βρισκόταν σε κλίμα τελικού από τις 9 το πρωί, ο Πάουλο Φούτρε.

Ο Λουίς Αραγονές δεν ζει πλέον για να απολαύσει ένα ακόμα παιχνίδι απέναντι στη “μισητή” Ρεάλ αλλά στη θέση του υπάρχει εδώ και μερικά χρόνια ένας τύπος που ζει κάθε ματς με την ίδια ένταση και παρόμοιο πάθος. “Κανένας άλλος προπονητής δεν είχε τέτοια επιρροή στην ομάδα όπως αυτή που έχει ο Σιμεόνε” δήλωσε πριν λίγες μέρες ο Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεθ, ένας 83χρονος παππούς στο πορτοφόλι του οποίου υπάρχει η κάρτα μέλους της Ατλέτικο με τον μαγικό αριθμό “Νο 1”.

Ίσως να μην είναι καθόλου τυχαίο ότι η πρώτη νίκη της Ατλέτικο σε μαδριλένικο ντέρμπι του 21ου αιώνα (και αφού είχαν προηγηθεί 25 παιχνίδια στα οποία οι ‘ροχιμπλάνκος’ κατάφεραν απλά να αποσπάσουν 6 ισοπαλίες) ήρθε με αυτόν στον πάγκο, το 2013. Και όχι σε ένα τυχαίο ντέρμπι. Σε τελικό Κυπέλλου. Μέσα στο Μπερναμπέου! Σίγουρα κάτι θυμίζει όλο αυτό. Αν μετά από χρόνια κάποιος εκ των παικτών αποκαλύψει πως ο ‘Τσόλο’ έκανε κάποια μνημειώδη ομιλία στα αποδυτήρια κρατώντας ένα μπουκάλι κόκα κόλα, μάλλον κανένας δεν θα παραξενευτεί.

Ο Ιρλανδός που έσωσε την Μπαρτσελόνα

  [5 Σχόλια]

1458224832_118107_1458229442_album_grande

Μπλέχτηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σκάνδαλα, έσωσε την Μπαρτσελόνα από τον αφανισμό, οδήγησε την Μπέτις στην κατάκτηση του μοναδικού της πρωταθλήματος, χάρισε στην πατρίδα του τον πρώτο της τίτλο.

Τον έλεγαν και Πάτρικ και Ο΄Κόνελ, πατρίδα του δεν μπορεί παρά να ήταν η Ιρλανδία. Μια Ιρλανδία πάμφτωχη, καθολική, με άσβεστο μίσος για τον Άγγλο δυνάστη. Έτσι, όταν το 1909, ο 22χρονος «Πάντι» άφησε τη Σέλτικ Μπέλφαστ για τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ και τις πέντε λίρες μηνιάτικο που του έταξαν, έγραψε στους γονείς του για να τους ζητήσει συγγνώμη: «Δεν είμαι προδότης. Αγόρασαν τον ποδοσφαιριστή, όχι τις πεποιθήσεις μου. Τους μισώ αλλά λατρεύω τα λεφτά τους».

Το 1914, κι ενώ κορυφώνονται οι αψιμαχίες γύρω από τη νομοθετική πράξη για τη μερική αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας, η ποδοσφαιρική της ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά τον τίτλο στο British Home Championship, το πρωτάθλημα των εθνοτήτων που συγκροτούσαν το Ηνωμένο Βασίλειο. Με σημερινούς όρους, κάτι σαν παγκόσμιο πρωτάθλημα, δηλαδή. Οι Ιρλανδοί παίζουν το τελευταίο τους ματς με τη Σκοτία στο Μπέλφαστ και δεν πρέπει να χάσουν. Παίζουν χωρίς τον καλύτερό τους παίκτη, ο τερματοφύλακάς τους σπάει την κλείδα του και μένουν με δέκα –μην πούμε με εννιά και κάτι, καθώς κι ο αρχηγός Ο΄Κόνελ σπάει το χέρι του αλλά αρνείται να βγει. Στο 70΄ η Σκοτία ανοίγει το σκορ, η υπόθεση μοιάζει χαμένη μέχρι που ο πονεμένος κι ηρωικός Πάντι δίνει την ασίστ και ο συμπαίκτης του Σαμ Γιανγκ ισοφαρίζει. Οι Ιρλανδοί στέφονται πρωταθλητές αφήνοντας πίσω τους Άγγλους, τους οποίους είχαν ήδη διαλύσει 3-0 στο Μίντλεσμπρο.

Το ίδιο καλοκαίρι, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα δώσει χίλιες λίρες για να τον αποκτήσει. Γρήγορα θα γίνει ο πρώτος Ιρλανδός αρχηγός της ομάδας, η οποία, βέβαια, δεν έχει ακόμη την αίγλη που γνωρίζουμε –για την ακρίβεια, τίποτε δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε. Τόσο, που όταν το 1915 η Γιουνάιτεντ κινδυνεύει με υποβιβασμό και παίζει με τη Λίβερπουλ, παίκτες των δυο ομάδων, μαζί με έναν ξέμπαρκο της Σίτι, στήνουν το αγώνα σε μια παμπ. Το 2-0 δίνει 7 προς 1 στους μπουκμέικερς: να μια ευκαιρία να βγει χαρτζιλίκι σε εποχές πολύ δύσκολες. Έχει αρχίσει ο πόλεμος, το πρωτάθλημα θα διακοπεί, οι περισσότεροι παίκτες θα φύγουν στο μέτωπο, μερικοί ίσως δεν ξαναπαίξουν ποτέ ούτε ποδόσφαιρο, ούτε στοίχημα.

PatrickOConnellManUtd1914

Η Λίβερπουλ τρώει ωραιότατα τα δυο γκολ αλλά το στήσιμο είναι τόσο φανερό που οι φίλαθλοι γιουχάρουν και οι παίκτες που δεν είναι στο κόλπο πλακώνονται με αυτούς που είναι. Σε κάποια φάση η Γιουνάιτεντ κερδίζει πέναλτι, και παραδόξως, καθώς δεν το συνηθίζει, αναλαμβάνει να το χτυπήσει ο Πάντι: στέλνει την μπάλα επιδεικτικά κόρνερ. Μετά το ματς θα αποκαλύψει το στήσιμο και θα κατονομάσει οχτώ ενόχους. Ένας από αυτούς θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δυο φορές, δεν θα πάψει να λέει ότι είναι αθώος κι ότι υπήρξε θύμα της εκδίκησης του Ιρλανδού, ένας άλλος θα σκοτωθεί στον πόλεμο, όλοι θα τιμωρηθούν με ισόβιο αποκλεισμό.

Μετά τον πόλεμο, ο Ο΄Κόνελ κι η βαριά φήμη που πια τον συνοδεύει περιπλανιούνται σε διάφορες ερασιτεχνικές ομάδες. Το 1922, κι ενώ στην Ιρλανδία ξεσπάει εμφύλιος, ο Πάντι εξαφανίζεται, αφήνοντας τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους. Σε λίγους μήνες, η ανήσυχη οικογένεια αρχίζει να παίρνει με το ταχυδρομείο μυστηριώδεις φακέλους με ισπανικές πεσέτες. Ο γιος του, Ντάνιελ, θα ξαναβρεί τα ίχνη του το 1955, ρωτώντας παίκτες της Εθνικής Ισπανίας που είχαν έρθει στο Δουβλίνο για φιλικό αν έχουν ακουστά έναν Ο΄Κόνελ –είχαν.

02941ea2-2f86-4c55-88c5-ca23d5f94781-bestSizeAvailable

Η δεύτερη ζωή του Πάντι αρχίζει, λοιπόν, στην Ισπανία, στη Ρασίγκ Σανταντέρ και κατόπιν στην Οβιέδο. Γίνεται προπονητής και μάλιστα πολύ καλός. Οι μέθοδοί του θεωρούνται επαναστατικές –δίδαξε, λέγεται, στους Ισπανούς το τεχνητό οφσάιντ σύμφωνα με τους τότε νέους κανονισμούς. Το 1931 κατεβαίνει στην Ανδαλουσία κι αναλαμβάνει την Μπέτις, την δεύτερη και περιφρονημένη ομάδα της Σεβίλλης. Ο Πάντι, που έχει γίνει πια «Δον Πατρίθιο», συναντά ξανά και τον έρωτα, στο πρόσωπο μιας Ιρλανδής, την οποία και παντρεύεται –το ότι ήταν ήδη παντρεμένος είναι λεπτομέρεια– αγαπιέται με πάθος από τους οπαδούς και τους παίκτες της Μπέτις κι αλλάζει την ιστορία της. Την επόμενη χρονιά την ανεβάζει στην πρώτη κατηγορία και το 1935, πράγμα ανήκουστο, την οδηγεί στο πρώτο και μοναδικό της πρωτάθλημα μπροστά από τη Ρεάλ Μαδρίτης –που τότε λέγεται απλώς Μαδρίτη, καθώς από το 1931 η χώρα είναι αβασίλευτη δημοκρατία. Όπλα της Μπέτις του Ο΄Κόνελ η σφιχτή άμυνα κι η ομαδικότητα. Στο τελευταίο ματς θέλει νίκη. Αντίπαλος η παλιά αγαπημένη Ρασίγκ Σανταντέρ. Ο θρύλος λέει ότι ο Δον Πατρίθιο συνάντησε τους παλιούς του παίκτες και τους είπε, εν ολίγοις, ότι δεν υπάρχει λόγος να παίξουν με πολύ πάθος. Οι της Ρασίγκ απάντησαν πως, ίσα ίσα, ο πρόεδρός τους τούς είχε τάξει πριμ νίκης χίλιες πεσέτες στον καθένα, καθώς ήταν οπαδός της Μαδρίτης. Όπως και να έχει, οι Σεβιλλιάνοι κερδίζουν 5-0.

Κάπου εδώ αρχίζει η επόμενη ζωή του Ιρλανδού. Αναλαμβάνει την Μπαρτσελόνα, την οποία οδηγεί το 1936 στον τελικό του Κυπέλλου. O περιπλανώμενος Ιρλανδός συναντά έναν ακόμη πόλεμο. Το καλοκαίρι του 1936 ξεσπάει ο Ισπανικός Εμφύλιος. Ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα και βουλευτής Τζουζέπ Σουνιόλ δολοφονείται από τους ανθρώπους του Φράνκο. Ο Δον Πατρίθιο βρίσκεται στην Ιρλανδία, αλλά δεν διστάζει να γυρίσει πίσω στην ταραγμένη Βαρκελώνη. Την επόμενη σεζόν η Μπαρτσελόνα κερδίζει τη Μεσογειακή Λίγκα, το πρωτάθλημα που οργάνωσαν οι ομάδες της ελεύθερης ζώνης –οι Καταλανοί ζητούν ακόμη την αναγνώριση του τίτλου από την ισπανική ομοσπονδία. Αντιμετωπίζει όμως ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα. Τον Απρίλιο του 1937, καταφτάνει μια πρόταση από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Ένας παλιός μπασκετμπολίστας της ομάδας, επιχειρηματίας πλέον στο Μεξικό, καλεί την Μπαρτσελόνα για μια σειρά φιλικών αγώνων. Ο Ο΄Κόνελ δέχεται αμέσως. Σε αυτό το ταξίδι βλέπει, όπως κι οι περισσότεροι παίκτες, μια λύση για τη σωτηρία της ομάδας αλλά και για τη δική τους επιβίωση. Αυτός είχε την ιδέα τα λεφτά της αμοιβής (15.000 δολλάρια) να κατατεθούν σε γαλλική τράπεζα ώστε να μην πέσουν ποτέ στα χέρια των ισπανικών αρχών. Κατάφερε να βγάλει από την κόλαση του εμφυλίου ακόμη και τον κηπουρό του γηπέδου, ο οποίος συνόδεψε την ομάδα ως μασέρ –«δεν είναι τίποτα δύσκολο, θα σου δείξω εγώ τι θα κάνεις».

Η τουρνέ στο Μεξικό λίγη σημασία έχει. Μια τοπική εφημερίδα έγραψε: «Ίσως η Μπαρτσελόνα να μην είναι η καλύτερη ισπανική ομάδα, από όσες όμως ομάδες ήρθαν στο Μεξικό είναι εκείνη που κέρδισε τους περισσότερους φίλους. Δεν παίζει μόνο ωραίο ποδόσφαιρο, αλλά έχει και παίκτες που συμπεριφέρονται σαν σωστοί τζέντλεμεν». Μετά το Μεξικό οι Καταλανοί τζέντλεμεν πηγαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο τέλος της τουρνέ, η οποία διήρκεσε όχι τρεις εβδομάδες όπως ήταν προγραμματισμένο αλλά τρεις μήνες, ελάχιστοι θα γυρίσουν πίσω. Οι περισσότεροι θα μείνουν στο Μεξικό, άλλοι θα πάνε στη Γαλλία. Η Μπαρτσελόνα όμως είχε σωθεί και ο προπονητής της θα μείνει στη μνήμη των φίλων της ως ο άνθρωπος που την έσωσε.

Ο Ο΄Κόνελ θα γυρίσει στην πατρίδα του. Μεταπολεμικά θα ξαναδουλέψει προπονητής στην Ισπανία χωρίς ποτέ να γνωρίσει τις επιτυχίες του παρελθόντος. Θα πεθάνει το 1959 στο Λονδίνο και θα θαφτεί ανώνυμος στο καθολικό κοιμητήριο του Κένσαλ Γκριν. Το 2015 η οικογένειά του οργάνωσε μια εκστρατεία ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την κατασκευή τάφου με το όνομά του. Ανάμεσα σε αυτούς που βοήθησαν βρίσκουμε τον Γιόχαν Κρόιφ, τον Μπόμπι Τσάρλτον, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, τον Πάολο Μαλντίνι, τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ, τον Κένι Νταλγκλίς, τον Λούις Φίγκο. Πορτρέτο του βρίσκεται στο Μουσείο της Μπαρτσελόνα και ένα μεγάλο γκράφιτι προς τιμήν του στο Μπέλφαστ. Όπως γράφει πλέον στον τάφο του: «Τον θυμούνται πολλοί στην Ιρλανδία, την Αγγλία, την Ισπανία». Και αλλού.

Patrick-OConnell-Mural-1_-Lewis

Ο Ντάνιελ Ο΄Κόνελ κατάφερε τελικά να συναντήσει τον εξαφανισμένο πατέρα του. Λέγεται η μόνη ερώτηση που του έκανε εκείνος ήταν: «Ντάνιελ, πες μου κάτι. Η Μάντσεστερ τι έκανε;». Ποιος ξέρει, ίσως να το είχε παίξει στο στοίχημα.