Ο άνθρωπος που έσωσε τον Φέργκιουσον

  [4 Σχόλια]

Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είναι ο άνθρωπος που μετέτρεψε την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από ακόμα μία μεγάλη ομάδα της Αγγλίας σε κορυφαία ομάδα της χώρας στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Είναι ο άνθρωπος που άλλαξε επίπεδο το εξωαγωνιστικό κομμάτι της Γιουνάιτεντ και ανέβασε τις «μετοχές» της στο παγκόσμιο «ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο» σε μια εποχή που οι περισσότερες μεγάλες ομάδες, σε ολόκληρο το Νησί λειτουργούσαν (και δούλευαν) με αρχαίες μεθόδους και τακτικές. Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είναι ένας απ’ τους κορυφαίους μάνατζερ σε ολόκληρη την ιστορία του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και η εκτόξευση των «κόκκινων διαβόλων» αποτελεί ουσιαστικά δική του δουλειά. Όλα τα παραπάνω βέβαια τα γνωρίζουν όλοι. Ακόμα και αυτοί που δεν ασχολούνται φανατικά με το Βρετανικό ποδόσφαιρο. Αυτό όμως που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί μυημένοι με την Πρέμιερ Λιγκ είναι πως για να φτάσουμε σε όλα αυτά, χρειάστηκε το κεφάλι (και όχι το πόδι) ενός -όχι και τόσο διάσημου- Άγγλου ποδοσφαιριστή. Το όνομά του, Μαρκ Ρόμπινς. Η θέση του, επιθετικός.

Όσοι είστε πιο μεγάλοι σε ηλικία (30+) και έρθει στο μυαλό σας ένας -λιγάκι ξεχασμένος- επιθετικός του Πανιωνίου, άδικο δεν θα έχετε, μιας και ο Μαρκ Ρόμπινς που έκανε τις βόλτες του στην Πλατεία είναι το ίδιο ακριβώς άτομο που -σχεδόν- μια δεκαετία νωρίτερα έσωσε -κυριολεκτικά- την καριέρα του Σκοτσέζου και έγραψε την αρχή ολόκληρης της ιστορίας θριάμβων της Γιουνάιτεντ στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ, ασχέτως αν τα επόμενα «κεφάλαια» τα είδε απ’ τη σκοπιά του απλού παρατηρητή ή του «ποδοσφαιρικού αναγνώστη» αν προτιμάτε, μιας και αυτά γράφτηκαν από άλλους. Μερικούς ανάμεσα στους κορυφαίους της τελευταίας 25ετίας όπως ο Καντονά, ο Γκιγκς, ο Σκόουλς και ο Μπέκαμ.

Ήταν 7 Ιανουαρίου του 1990 όταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ταξίδεψε στην έδρα της Νότιγχαμ Φόρεστ, του σπουδαίου Μπράιαν Κλαφ, για τον 3ο γύρο του κυπέλλου Αγγλίας. Η ομάδα του Φέργκιουσον βρίσκονταν κάτω από μεγάλη πίεση και δεν παρουσίαζε καθόλου καλό ποδόσφαιρο, κάτι φυσικά που μπορούσε να καταλάβει ο καθένας και απ’ την βαθμολογική της θέση εκείνο το διάστημα αλλά κι απ’ τα καυστικά άρθρα των εφημερίδων. Η Γιουνάιτεντ ήταν 15η στο πρωτάθλημα και είχε προλάβει να αποκλειστεί και απ’ το Λιγκ Καπ δύο μήνες νωρίτερα. Στην έδρα της μάλιστα, με 0-3 απ΄την Τότεναμ του «φονιά» που άκουγε στο όνομα Γκάρι Λίνεκερ. Αυτό που δεν γνώριζε κανένας απ’ τους παίκτες ήταν πως η διοίκηση, μην αντέχοντας αυτή την τραγική αγωνιστική κατάσταση, είχε  δώσει στον Φέργκιουσον τελεσίδικο. Τα πράγματα ήταν τόσο απλά όσο αυτές οι πέντε λέξεις: «Αποκλείεις τη Φόρεστ ή απολύεσαι».

Στο πρώτο ημίχρονο η Γιουνάιτεντ ήταν ελαφρώς καλύτερη απ’ τη Φόρεστ, με τις δύο ομάδες όμως να φεύγουν για τα αποδυτήρια με το σκορ στο 0-0. Το άγχος είχε αρχίσει να καταβάλει τον Φέργκιουσον που βλέποντας την ομάδα του ανήμπορη να σκοράρει, είχε βυθιστεί στην καρέκλα του πάγκου, περιμένοντας το αναπόφευκτο. Το γκολ της αντίπαλης ομάδας δηλαδή και τον αποκλεισμό. Είχε συμβεί τόσες και τόσες φορές άλλωστε εκείνη τη χρονιά. Θα συνέβαινε ακόμα μία και θα ήταν η τελευταία. Το βάσανο θα τελείωνε. Ο Φέργκι θα έδινε το χέρι στον Κλαφ αμίλητος. Μετά θα έμπαινε στα αποδυτήρια και θα χαιρετούσε έναν προς έναν όλους τους παίκτες και μετά θα έφευγε για τη Σκωτία μπας και βρει την ψυχική ηρεμία που τόσο του έλειπε εκείνο το διάστημα. Όλες αυτές οι εικόνες περνούσαν στο μυαλό του με κινηματογραφική ταχύτητα και το σενάριο δεν έδειχνε να μπορεί να αλλάξει.

Όλα αυτά μέχρι εκείνη τη στιγμή που ο Λι Μάρτιν θα κερδίσει παλικαρίσια μια χαμένη μπαλιά πάνω στη λασπωμένη γραμμή και θα πασάρει αστραπιαία για τον Μαρκ Χιούζ που είχε βρεθεί μόνος στον άξονα. Ο Ουαλός αρτίστας -δίχως σκέψη- και πριν προλάβει να βγει κάποιος πάνω του σαν μανιασμένο σκυλί, θα βγάλει μια καταπληκτική μπαλιά με το εξωτερικό του δεξιού του ποδιού, με την μπάλα να περνά πίσω απ’ την πλάτη των δύο στόπερ της Φόρεστ (που λογικά ακόμα δεν πρέπει να έχουν καταλάβει τι συνέβη) για να βρει συστημένη το κεφάλι του Ρόμπινς. Το 0-1 ήταν γεγονός. Η Γιουνάιτεντ έδειχνε να ξορκίζει όλα τα μαζεμένα κακά. Για να περάσει η ομάδα του Φέργκιουσον (επειδή εμείς τα λέμε και τα γράφουμε όλα) έπρεπε να ακυρωθεί και ένα κανονικότατο γκολ του Νάιτζελ Τζέμσον στις καθυστερήσεις, αλλά αυτά θεωρούνται πλέον ψιλά γράμματα. Ο Μαρκ Ρόμπινς σκόραρε ακόμα ένα σπουδαίο τέρμα μέχρι να φτάσει -και να κατακτήσει- η ομάδα του το κύπελλο. Στην παράταση, γράφοντας το 2-1, στα ημιτελικά κόντρα στη Νόριτς.

«Δεν μου είχε περάσει απ’ το μυαλό πως εκείνο το -δικό μου- γκολ απέναντι στη Φόρεστ θα είχε τόσο μεγάλη σημασία για την ομάδα. Ο προπονητής μας ήταν συνεχώς ήρεμος και προσπαθούσε να περάσει σε όλους εμάς αυτή την ηρεμία για να μας βοηθήσει. Ήταν άλλωστε μια περίοδος που δεν κερδίζαμε. Κανένας δεν γνώριζε πως εκείνη τη μέρα στο σπίτι του Κλαφ, ενός ανθρώπου που δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τον Σερ Άλεξ, ο προπονητής μας έπαιζε το κεφάλι του και το συμβόλαιό του. Αν δεν κερδίζαμε ίσως είχε αλλάξει όλη η ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Ποιος μπορεί να το ξέρει; Ευχαριστώ το Θεό που σκόραρα εκείνο το γκολ και άλλαξα -χωρίς να το γνωρίζω τότε- την ιστορία της ομάδας που υποστήριζα από παιδί. Ήταν φανταστικό.»

Ο ήρωας του Σίτι Γκράουντ άφησε το Όλντ Τράφορντ -οριστικά- για τη Νόριτς στο τέλος της επόμενης σεζόν για να αρχίσει μια πορεία που τον βρήκε -όπως έγραψα και παραπάνω- μέχρι τα μέρη μας, πριν ακολουθήσει καριέρα προπονητή. Ο Μαρκ Ρόμπινς δεν υπήρξε κακός ποδοσφαιριστής. Το ακριβώς αντίθετο για την ακρίβεια. Δεν έκανε βέβαια ποτέ την καριέρα που είχε ονειρευτεί (και ίσως άξιζε να κάνει), όταν παιδάκι ακόμα μάθαινε τα βασικά στην ακαδημία της Γιουνάιτεντ, σε μια εποχή όμως που η ομάδα του δεν αποτελούσε φόβητρο για κανένα. Ο Φέργκιουσον δε τον πίστεψε και τον άφησε να φύγει κι ας του έσωσε την καριέρα, μιας και στο μυαλό του είχε την Γιουνάιτεντ όχι απλώς για μεγάλα πράγματα, αλλά για την κορυφή τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ευρώπη. Όπως και έγινε δηλαδή.

Ο Ρόμπινς ήταν μεγάλη καρδιά και δεν τον κατηγόρησε ποτέ γι’ αυτό. Ίσως γνώριζε και ο ίδιος πως δεν ήταν γεννημένος για τόσο σπουδαία πράγματα. Για το μόνο που τον κατηγόρησε, αρκετά χρόνια αργότερα, είναι το γεγονός πως ουδέποτε άκουσε ένα απλό «ευχαριστώ» απ’ τον τεράστιο Σκοτσέζο. Ένα απλό «ευχαριστώ». Μια λέξη που άξιζε να ακούσει από τα χείλη του πρώην «αφεντικού» του. Απ’ την άλλη γνωρίζει καλύτερα απ’ τον καθένα πως τον ευχαριστούν (και θα συνεχίσουν να το κάνουν) όλοι οι αληθινοί φίλοι της ομάδας, κάτι που θα του δημιουργεί πάντα συναισθήματα περηφάνιας και θα του δίνει μεγαλύτερη χαρά, ακόμα κι απ’ τα σημαντικότερα τρόπαια του κόσμου.

(Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των The Stone Roses)

O έρωτας πίσω απο το τζάμι

  [Καθόλου σχόλια]

«Ένας άνθρωπος που έχει ολότελα εξαφανιστεί και, ξάφνου, είναι εδώ, μπροστά σας, πίσω από ένα τζάμι, γίνεται μια κυριαρχική φιγούρα (τουλάχιστον αν δεν σας προκαλεί ανία). Για τριάντα δευτερόλεπτα μου προκάλεσε τεράστια ευχαρίστηση και μάλιστα, από ορισμένες πλευρές, μια ευχαρίστηση υπερβολική, παράλογη, και εξαιτίας αυτών των τριάντα δευτερολέπτων της έδειξα πολύ μεγαλύτερη φιλία απ’ ό,τι θα είχα ποτέ την ιδέα να της δείξω.»

(Μωρίς Μπλανσό, Καταδίκη σε Θάνατο, 1948)

Για όλους όσους είδαν κάποτε τον έρωτά τους πίσω από ένα τζάμι.

Ο Γκουαρδιόλα, ο Ντε Μπρούινε και οι νικητές -μέχρι στιγμής- της Πρέμιερ Λιγκ

  [6 Σχόλια]

Το περασμένο Σάββατο η Μάντσεστερ Σίτι αγωνίστηκε στην έδρα της Λέστερ και -αν και τα βρήκε σκούρα για περίπου 40 λεπτά- κατάφερε τελικά να αποδράσει με 0-2, έχοντας για ακόμα μια φορά ως ηγέτη τον Κέβιν Ντε Μπρούινε, και να διατηρήσει την διαφορά της από την Γιουνάιτεντ στους 8 βαθμούς. Το 0-2 έγινε στο 49′, με σουτ-κεραυνό απ’ το αριστερό πόδι του Βέλγου. Ένα σουτ βγαλμένο απ’ τα καλύτερα ποδοσφαιρικά παραμύθια. Σα να βλέπεις τον Ζιντάν με κατάξανθα φουντωτά μαλλιά, τον Πολ Γκασκόιν νηφάλιο και χωρίς περιττά κιλά, τον Ντιέγκο Φορλάν κουρεμένο δίχως όμως ίχνος αυτής της γαμάτης ποδοσφαιρικής αλητείας που είχε συσσωρευθεί σε κάθε σπιθαμή του σώματός του. Θα μου πείτε πως το είχε ξανακάνει πριν μερικές βδομάδες, και σε δυσκολότερη έδρα, ο Βέλγος όταν και νίκησε -πάλι με το αριστερό του πόδι- τον Κουρτουά. Κάπως έτσι είχαν αποδράσει οι «πολίτες» απ’ την έδρα της περσινής πρωταθλήτριας Τσέλσι και έδειξαν για ακόμα μία φορά προς όλους, ότι φέτος είναι η χρονιά τους. Σας πρήζω. Το ξέρω, αλλά λέω να το θυμηθούμε εκείνο το γκολ (και ξέρω ότι το θέλετε και εσείς):

Ο νεαρός Βέλγος, η ομάδα του, και φυσικά ο εγκέφαλος αυτής, ο Πεπ Γκουαρδιόλα, είναι ως ώρας οι απόλυτοι νικητές της Πρέμιερ Λιγκ και -κατά την ταπεινή μου γνώμη- η κορυφαία ομάδα αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τα πράγματα είναι απλά: Αν αγαπάς το ποδόσφαιρο, αγαπάς (και βλέπεις) την Σίτι. Αν δε το κάνεις, είτε δεν αγαπάς το ποδόσφαιρο, είτε μισείς τους «γαλάζιους» του Μάντσεστερ για τους δικούς σου λόγους. Δέχομαι μόνο ως δικαιολογία το να μην έχει κάποιος χρόνο για να δει ποδόσφαιρο γενικά. Είναι περίεργοι άλλωστε οι καιροί μας. Διαλέγεις λοιπόν μεριά και με αυτή πορεύεσαι. Αυτό που έχει καταφέρει ο Πεπ είναι κάτι το μοναδικό. Η αλλαγή θέσης του Βέλγου, μετατρέποντάς τον από ένα τυπικό «δεκάρι», στον απόλυτο κεντρικό χαφ στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, είναι απλά μοναδική. Το ίδιο είχε κάνει ο Καταλανός και πριν 10 χρόνια περίπου με τους Ινιέστα και Τσάβι (σε μια δημιουργία που οδήγησε το ποδόσφαιρο σε σπάνιας ομορφιάς μονοπάτια και τους Ισπανούς ακόμα και στην κατάκτηση του κόσμου το 2010) αλλά εδώ μιλάμε για κάτι ακόμα πιο σύγχρονο. Ακόμα πιο ολοκληρωμένο. Κάτι που φαντάζει (και είναι) άκρως εξελίξιμο. Με την σκέψη στο «που ακριβώς μπορεί να φτάσει» να τρομάζει ακόμα και τα πιο εύστροφα -ποδοσφαιρικά- μυαλά. Να βλέπεις τον Ντε Μπρούινε να κινείται στο χώρο, να αγγίζει την μπάλα, να δημιουργεί για τους συμπαίκτες του, να μαρκάρει χωρίς να χρειάζεται καν να λερώσει το σορτσάκι του και φυσικά να σκοράρει (λίγα ως ώρας) πολύτιμα τέρματα, είναι απλά ηδονικό. Και βάζω τελεία.

Η Γουότφορντ και ο Ριτσάρλισον (Ω! Ναι) Remember the Name

Η ομάδα του Μάρκο Σίλβα έχει κλέψει τις εντυπώσεις (μαζί με την Μπέρνλι) από τις θεωρητικά «μικρές» ομάδες του πρωταθλήματος και αυτό εμένα μου αρέσει πολύ. Βάζω την Γουότφορντ πάνω από την Μπέρνλι, κι ας υπολείπεται αυτής 4 ολόκληρους βαθμούς, για τον εξής απλό λόγο. Η ομάδα του Σον Ντάις έχει τον ίδιο προπονητή χρόνια τώρα και δεν έπρεπε να αφομοιώσει νέα στυλ και τακτικές όπως οι «σφήκες» για παράδειγμα, και αυτό είναι από μόνο του, κάτι πολύ ιδιαίτερο και σημαντικό. Η Γουότφορντ τις δύο προηγούμενες σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ τις έβγαλε με δύο διαφορετικούς προπονητές και δύο εντελώς διαφορετικές φιλοσοφίες. Την σεζόν 2015/16 προπονητής ήταν ο αλέγκρος και αρκετά σοφιστικέ Κίκε Φλόρες, με ένα καθαρό και άκρως αγγλικό 4-4-2. Ένα σύστημα που είχε φέρει πολλά καλά αποτελέσματα. Πέρσι στο τιμόνι κάθισε ο πιο σκληρός και περισσότερο λάτρης της αμυντικής τακτικής Βάλτερ Ματσάρι με νέο σύστημα. Το αγαπημένο του 3-5-2 που θαυμάσαμε τα προηγούμενα χρόνια στη Νάπολι. Ένα σύστημα που μπορεί να άργησε να ρολάρει, αλλά όταν το έκανε απέδωσε καρπούς. Φέτος έχουμε έναν θεωρητικά πιο σύγχρονο προπονητή, που αρέσκεται να χρησιμοποιεί κυρίως το 4-3-3 (αν και χρησιμοποιεί και τριάδα στην άμυνα ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής), έχοντας κατά νου να δημιουργήσει και όχι να καταστρέψει (αυτό εννοείται το λατρεύουμε). Φυσικά για να «τρέξει» όλο αυτό, δίνει σημαντικότατες βοήθειες ο νεαρός βραζιλιάνος εξτρέμ, Ριτσάρλισον. Ο παίκτης δηλαδή που έχει φέρει στο μυαλό των παλιών φίλων  της ομάδας (απ’ τα λατρεμένα 80s με πρόεδρο τον Έλτον Τζον) τον τρισμέγιστο Τζον Μπαρνς και τα «μαγικά του».

Ο 20χρόνος Ριτσάρλισον αποκτήθηκε για μόλις 11 εκατομμύρια λίρες (λίγα είναι για τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου αν με ρωτάτε) απ’ τη Φλουμινένσε, και αυτή τη στιγμή φαντάζει πολύ δύσκολο να μην πουληθεί το ερχόμενο καλοκαίρι με ένα ποσό, τουλάχιστον τριπλάσιο από αυτό που έδωσε η Γουότφορντ γι’ αυτόν πέρσι. Οι 12 συμμετοχές και τα 5 γκολ που έχει σημειώσει τον καθιστούν στους διακριθέντες της ομάδας (και ολόκληρης της λίγκας κατ επέκταση), αλλά αυτό που τον κάνει ακόμα πιο υπέροχο και μοναδικό, στα δικά μου μάτια, είναι αυτή η επαφή που έχει με την μπάλα. Η τεχνική του, και φυσικά το σημαντικότερο όλων αυτών που πρέπει να έχει κάθε ντελικάτος ποδοσφαιριστής. Πολύ σωστά μαντέψατε. Το απρόβλεπτο. Αυτό δηλαδή που είχε ο Μπαρνς όταν αλώνιζε στον ασβέστη της αριστερής πλευράς της ομάδας, πριν το ποδόσφαιρο γυαλιστεί και καλοφιαχτεί στα τωρινά δεδομένα. Ο Ριτσάρλισον έχει αυτή την παλιά πάστα. Εκείνη την αλητεία του παιδιού που θα παίζε ακόμα και ξυπόλητο για να κερδίσει το στοίχημα απ’ τον σπασίκλα συμμαθητή του. Αυτό που έχει κάθε γεννημένος νικητής που ξεκίνησε από χαμηλά και δεν τυφλώθηκε όταν έπεσαν πάνω του -μαζικά- τα καλογυαλισμένα φώτα των  γηπέδων και των φωτογραφικών μηχανών. Τον έχω λατρέψει, δεν το κρύβω, και τον φαντάζομαι ήδη στο Άνφιλντ με τη φανέλα της Λίβερπουλ. Ούτε αυτό θα το κρύψω.

Ο Σαλάχ και ο Ντάβινσον Σάντσεζ

Βάζω τον εξτρέμ της Λίβερπουλ και τον κεντρικό αμυντικό της Τότεναμ σε αυτό εδώ το κείμενο γιατί έχουν πολλά κοινά στην έως τώρα πορεία τους στο Αγγλικό πρωτάθλημα. Εξηγούμαι. Αμφότεροι ήρθαν από ευκολότερα πρωταθλήματα (ο πρώτος από το Ιταλικό και ο δεύτερος απ’ το Ολλανδικό) και αμφότεροι επίσης δέχτηκαν αρκετά σκληρή κριτική. Για διαφορετικούς όμως λόγους. Ο Αιγύπτιος (ξανά)ήρθε με την ταμπέλα του χασογκόλη Speedy Gonzales και ο Κολομβιανός με πολλά ερωτηματικά γύρω απ΄την αξία του, για το αν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στον δύσκολο κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ άμεσα. Και οι δύο αποκτήθηκαν επίσης με ένα σωρό χρήματα, κάτι που καθιστούσε ακόμα πιο αιχμηρή την κριτική και ακόμα πιο μειωμένη την υπομονή σε συνάρτηση με το χρονικό όριο που θα έπιαναν το μάξιμουμ της απόδοσής τους. Αν το έπιαναν. Μετά από 12 αγωνιστικές, ο Σαλάχ είναι ο πρώτος σκόρερ της Λίβερπουλ, έχοντας σκοράρει μερικά σπάνιας ομορφιάς και σημασίας τέρματα και κάνοντας δικό του πλέον το στοιχειωμένο ρεκόρ που κατείχε ο Φάουλερ με 8 γκολ για τις πρώτες 12 αγωνιστικές. Ο Σαλάχ έχει σκοράρει 9 βουλώνοντας τα στόματα των επικριτών του. Πολλοί εξ αυτών μάλιστα ήταν φίλοι της ομάδας του.

Ο Ντάβινσον Σάντσεζ απ’ την άλλη -με την απουσία του Αλντερβάιλερ- έχει βρει θέση στο αρχικό σχήμα της Τότεναμ ως δεξί στόπερ στην τριάδα του Ποκετίνο, και με την φοβερή του απόδοση φαντάζει απίθανο να χάσει την θέση του, αν φυσικά παραμείνει υγιής. Ο τρόπος που βγάζει ώρες-ώρες την μπάλα από την άμυνα, με άψογη τεχνική και με μια ηρεμία που δύσκολα βρίσκεις σε τόσο νεαρό αμυντικό αλλά και σε έμπειρους παίκτες, είναι απλά μοναδική. Τα περιθώρια βελτίωσής του άλλωστε, δίπλα στον κορυφαίο Μαουρίτσιο Ποκετίνο, δεν έχουν ταβάνι και αυτό είναι επίσης  κάτι το τρομακτικό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μιλάμε για ένα παιδί που βρίσκεται μόλις στο 21ο έτος της ηλικίας του.

Ο Μουρίνιο και το If… (Όχι του Λίνσντεϊ Άντερσον)

Πολλοί ίσως αναρωτηθείτε για ποιο λόγο βρίσκεται σε αυτό εδώ το κείμενο ο Πορτογάλος και ίσως να έχετε και δίκιο αλλά εγώ τον Ζοσέ τον αγαπάω και δεν μπορώ να μην ασχοληθώ μαζί του. Η ομάδα του Μουρίνιο μπορεί να βρίσκεται στο -8 απ’ τη συμπολίτισσα Σίτι αλλά το γεγονός πως βρίσκεται μονάχη στην 2η θέση, χωρίς να έχει αποδώσει καλό ποδόσφαιρο σε διάρκεια, και χωρίς να έχει τον ηγέτη της Πολ Πογκμπά για αρκετές αγωνιστικές, της δίνει σίγουρα αρκετά credits. «What If…» μας ρώτησε ο Μουρίνιο για τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε τραυματιστεί ο Γάλλος σούπερ σταρ και εγώ -ειλικρινά- απάντηση δεν μπορώ να βρω. Όσο κι αν πιέζω τον εαυτό μου. Ζοσέ συγγνώμη! Αν κρίνω πάντως από το πρώτο 40λέπτο (ΠΡΟΣΟΧΗ όχι 45λέπτο) κόντρα στη Νιουκάστλ το Σάββατο, ίσως τα πράγματα να ήταν ακόμα χειρότερα. Αν απ’ την άλλη κρίνω με βάση τις πρώτες αγωνιστικές, ίσως τα πράγματα να ήταν αρκετά καλύτερα. Με τα If άλλωστε δεν βάφονται αυγά και δεν υπάρχει και λόγος μιας και πλησιάζουν Χριστούγεννα και όχι Πάσχα. Τη δεδομένη πάντως χρονική στιγμή η Γιουνάιτεντ δείχνει πολύ πίσω απ’ τη Σίτι (και όχι μόνο βαθμολογικά) και μένει να δούμε στους πόσους βαθμούς διαφορά θα την αντιμετωπίσει στο ντέρμπι της 16ης αγωνιστικής, σε σχεδόν 20 μέρες από σήμερα. Ο Ζοσέ απ’ την άλλη έχει μάθει να παλεύει και με απουσίες βασικών και σε αυτό του βγάζω το καπέλο. ‘Έγραψα και πιο πάνω. Τον αγαπάω τον Πορτογάλο κι ας μη μου φαίνεται.

H επιστροφή του Ερυθρού Αστέρα

  [5 Σχόλια]

6 Δεκεμβρίου 1978. Η Άρσεναλ υποδέχεται τον Ερυθρό Αστέρα για τον τρίτο γύρο του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, έχοντας να ανατρέψει το εις βάρος της 1-0 του Βελιγραδίου. Ένα αποτέλεσμα που είχε διαμορφωθεί δύο εβδομάδες νωρίτερα, με το τέρμα του μέσου Ζβίζετιν Μπλαγκόσεβιτς. Οι «κανονιέρηδες» θα ανοίξουν το σκορ με τον χαρισματικό επιθετικό Άλαν Σάντερλαντ αλλά λίγο πριν δουν τον διαιτητή να σφυρίζει τη λήξη της αναμέτρησης, ο Ντούσαν Σάβιτς θα σκοράρει και θα στείλει τους Σέρβους στα προημιτελικά της διοργάνωσης -απέναντι στην Γουέστ Μπρομ- βυθίζοντας το κοινό του Χάιμπουρι στη θλίψη και τη σιωπή. Έπρεπε να περάσουν σχεδόν 30 χρόνια για να βρεθούν και πάλι οι δύο ομάδες αντιμέτωπες σε μια ευρωπαϊκή βραδιά, με συνδετικό κρίκο πλέον μόνο τον γιο του Ντούσαν Σάβιτς, μιας και ο Βούγιαντιν Σάβιτς αγωνίζεται ως στόπερ στον Ερυθρό Αστέρα, αν και δεν έχει καμία σχέση -ποδοσφαιρικά πάντα- με τον ντελικάτο πατέρα του. Το τέλος της σεζόν ’78-’79 είχε βρει τον Ερυθρό Αστέρα φιναλίστ απέναντι στη νικήτρια Γκλάντμπαχ, 23 χρόνια μετά την πρώτη φιναλίστ απ’ τη χώρα-σε κάποιο ευρωπαϊκό τελικό- Παρτιζάν που είχε ηττηθεί απ’ τη Ρεάλ Μαδρίτης.

Όταν η κληρωτίδα του φετινού Γιουρόπα Λιγκ έβγαλε το όνομα του Ερυθρού Αστέρα δίπλα σε αυτό της Άρσεναλ, για τον 8ο όμιλο, κάποιος καλομαθημένος φίλος των Λονδρέζων είχε «τουϊτάρει» μια φράση που είχε προκαλέσει -έστω και για λίγο- ένα μικρό χαμό στα social media. Η φράση ήταν η εξής: «Καταλαβαίνεις πως είσαι στο Γιουρόπα Λιγκ όταν βλέπεις το όνομα Crvena Zvezda δίπλα σε αυτό της ομάδα σου». Οι Σέρβοι ως γνωστόν δεν παίζουν με αυτά τα πράγματα και αμέσως πήραν θέση, βάζοντας για τα καλά στη δική του τον Άγγλο. «Η ομάδα μας έχει κατακτήσει κύπελλο Πρωταθλητριών. Η δική σου όχι». «Έχουμε βγάλει παίκτες που έχουν αγωνιστεί στα κορυφαία κλαμπ της Ευρώπης». «Έχουμε ένα σωρό εγχώριους τίτλους». Φυσικά έκλεισαν με το σήμα-κατατεθέν της ομάδας τους: «Έχουμε ένα απ’ τα πιο ατμοσφαιρικά γήπεδα σε ολόκληρο τον κόσμο και όχι ένα γήπεδο πιο ήσυχο κι από αίθουσα της Λυρικής Σκηνής».

Εννοείται πως κανένα απ΄όλα αυτά τα σχόλια δεν έκρυβε κάποια ψευδή πληροφορία ή μια δόση υπερβολής πλην του τελευταίου (τι όχι;). Φυσικά ο Άγγλος προσπάθησε να σώσει κάπως την κατάσταση και το ατυχές του σχόλιο, γράφοντας όμως με μια δόση ειρωνείας και φλεγματικού αγγλικού χιούμορ, πως δεν ευθύνεται αυτός που η ΟΥΕΦΑ γράφει Crvena Zvezda και όχι Red Star. «Εσείς είστε βρε παιδιά ο Ερυθρός Αστέρας; Που να το ξέρω; Αν και υπάρχει σε κάθε κράτος ένας Ερυθρός Αστέρας και μπερδεύομαι, εσάς σας ξέρω. Ζητώ ταπεινά συγνώμη». Δεν μεταφέρω τις βρισιές και τις απειλές που ακολούθησαν για ευνόητους λόγους. Οι «χούλιγκανς του πληκτρολογίου» άλλωστε είναι μια μάστιγα που κάνει «διεθνή καριέρα» και τη συναντάς παντού. Τα τελευταία χρόνια εννοείται κάνει μεγάλη καριέρα και στη δική μας χώρα, κυρίως κάτω από άρθρα μετά από αναμετρήσεις της Μπαρτσελόνα με την Ρεάλ Μαδρίτης και άρθρα για την «κόντρα» (που υπάρχει όμως μόνο σε νοσηρά μυαλά) του Διαμαντίδη με τον Σπανούλη, στο άθλημα του μπάσκετ.

O Σίνισα Μιχάιλοβιτς σε προπόνηση το ’90

Απ’ την εποχή που ο Ερυθρός Αστέρας, έχοντας ένα σωρό σπουδαίους ποδοσφαιριστές, κατακτούσε το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1991 απέναντι στη Μαρσέιγ έχουν αλλάξει -σχεδόν- τα πάντα στο Γιουγκοσλαβικό ποδόσφαιρο. Ο πόλεμος και η διάλυση εκείνης της ομάδας -όπως και όλων των σπουδαίων ομάδων της εποχής σε ποδόσφαιρο, μπάσκετ και βόλλευ που είχαν οι Πλάβι σε συλλογικό επίπεδο- έφεραν και τον Ερυθρό Αστέρα σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Υπήρξε περίοδος στα 90s που η ομάδα καλά-καλά δεν είχε γήπεδο να προπονηθεί και φυσικά τα χρέη που δημιουργήθηκαν και μεγάλωναν συνεχώς (χρέη που υπάρχουν ακόμα) έμπαιναν πάντα εμπόδιο στο να δημιουργηθεί ξανά μια σπουδαία ομάδα που θα έβαζε το όνομά της ψηλά και πάλι ακόμα και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Όπως είχε μάθει δηλαδή όλους τους οπαδούς της. Σύμφωνα με έρευνες των τελευταίων τριών ετών, το χρέος των -σχεδόν- 50 εκατομμυρίων ευρώ που υπήρχε το 2015 έχει μειωθεί αισθητά μετά τις πωλήσεις νεαρών και άκρως ταλαντούχων παικτών που -ευτυχώς- βγάζει συνεχώς η ομάδα. Περιπτώσεις όπως αυτή του Μάρκο Γρούγκιτς που πουλήθηκε στη Λίβερπουλ, του Λούκα Γιόβιτς που έφυγε για τη Μπενφίκα (και αγωνίζεται δανεικός στην Άιντραχτ) και φυσικά η περίπτωση των αδερφών Ίλιτς που πουλήθηκαν στην Σίτι για 5 εκατομμύρια λίρες είναι οι πιο γνωστές των τελευταίων ετών. Φυσικά θα ακολουθήσουν κι άλλες. Να είστε σίγουροι.

Από το 2013 -και αυτό είναι αρκετά σημαντικό- η ιστορική ομάδα του Βελιγραδίου δείχνει και πάλι να πατάει αρκετά γερά στα πόδια της, και αυτή τη στιγμή φαντάζει πιο ικανή από ποτέ να επιστρέψει τόσο στην κατάκτηση του Σερβικού πρωταθλήματος (όπως έκανε το 2014 και το 2016 δηλαδή) όσο και σε μια καλή Ευρωπαϊκή πορεία, ως μία ομάδα που όταν πέσει (γιατί θα πέσει), θα πέσει μετά από μεγάλη μάχη ακόμα και με τον δυσκολότερο αντίπαλο. Οι εποχές του 2014 με την ομάδα να αρνείται να συμμετάσχει στο Τσάμπιονς Λιγκ λόγω οικονομικών προβλημάτων φαντάζουν πλέον πολύ μακρινές και η τωρινή ομάδα -έχοντας τον «δικό μας» Βλάνταν Μιλόγεβιτς στο τιμόνι- δείχνει να σφύζει από ταλέντο, νιάτα και -το σημαντικότερο όλων αυτών- ποδοσφαιρική υγεία. Κάτι που φυσικά συμβαίνει και με τη μεγάλη της αντίπαλο, την Παρτιζάν.

Το παιχνίδι που έδειξε σε ολόκληρη την Ευρώπη πως ο Ερυθρός Αστέρας είναι και πάλι εδώ, μαζί μας, δεν ήταν άλλο από το ματς στην έδρα της Κολονίας για την 2η αγωνιστική του Γιουρόπα Λιγκ. Οι Σέρβοι έχοντας φέρει ισοπαλία με την Μπάτε Μπορίσοφ στο Ράικο Μίτιτς (ή Μαρακανά), γνώριζαν καλύτερα απ’ τον καθένα πως έπρεπε να πάρουν θετικό αποτέλεσμα στη Γερμανία, αν φυσικά ήθελαν να έχουν ελπίδες για πρόκριση στη νοκ-άουτ φάση, μιας και ακολουθούσαν τα διπλά παιχνίδια με το φαβορί του ομίλου, την Άρσεναλ. Το γκολ του Γκανέζου επιθετικού Ρίτσμοντ Μποακίε στο 30′ (ένα γκολ που έφερε στο μυαλό πολλών «κάτι από Ντιντιέ Ντρογκμπά») χάρισε το χρυσό τρίποντο και μαζί την σπίθα της ελπίδας για πρόκριση σε ένα λαό που ζει για το ποδόσφαιρο, έχει ζήσει μεγάλες διακρίσεις μέσα από αυτό (όπως έζησε, ζει και θα ζει και με το μπάσκετ) και το σημαντικότερο: Διψάει για να τις ξαναζήσει.

Το 0-1 απ’ την Άρσεναλ, την επόμενη αγωνιστική, με το γκολ-ποίημα του Ζιρού σίγησε το Βελιγράδι αλλά το αντρίκιο 0-0 στο Λονδίνο (έστω και αν οι Άγγλοι είχαν παραταχτεί με πολλές απουσίες βασικών παικτών) έδωσε και πάλι στον Ερυθρό Αστέρα το δικαίωμα να έχει την πρόκριση στα δικά του χέρια. Και μόνο. Και αυτό ήταν το σημαντικότερο. Αυτή τη στιγμή η Άρσεναλ είναι πρώτη στον όμιλο με 10 βαθμούς. Ακολουθεί ο Ερυθρός Αστέρας με 5 στο +1 από την Μπάτε, με την Κολονία τελευταία στους 3 βαθμούς. Τα πράγματα είναι απλά. Αν η ομάδα του Βελιγραδίου κερδίσει την Μπάτε στην έδρα της για την 5η αγωνιστική, λογικά θα πάρει και την πρόκριση. Πάντως ακόμα και αν χάσει (και η Άρσεναλ ηττηθεί στη Γερμανία) θα έχει και πάλι ελπίδες πρόκρισης την τελευταία αγωνιστική με νίκη επί της Κολονίας, αν φυσικά η Άρσεναλ κάνει το καθήκον της και κερδίσει την Μπάτε εντός. Αυτό το τελευταίο πάντως -και μετά τη διαμάχη του φίλου της Άρσεναλ με τους Σέρβους στο twitter- δεν ξέρω κατά πόσο θα το θέλουν αρκετοί φίλοι των «κανονιέρηδων».

Η ουσία -για να κλείσω το θέμα- είναι πως ο Ερυθρός Αστέρας έχει επιστρέψει στο ευρωπαϊκό στερέωμα έχοντας δουλέψει σε τεράστιο βαθμό τις ακαδημίες του και βγάζοντας σπουδαία ταλέντα από τα σπλάχνα του. Ταλέντα που παίζουν γι’ αυτόν. ‘Οπως ο εξτρέμ Σλάβολιουμπ Σρένιτς. Αλίευσε παίκτες που δεν βρήκαν χώρο σε μεγάλες ομάδες και τους αγόρασε φθηνά. Όπως ο Μποακίε. Ένας παίκτης που δεν πίστεψε ποτέ η Γιουβέντους. Και φυσικά κατάφερε να βρει και να κλείσει εξαιρετικές περιπτώσεις δανεικών. ‘Οπως ο Μπάμπιτς της Ρεάλ Σοσιεδάδ. Απ’ τα πιο σημαντικά επίσης είναι η αλλαγή νοοτροπίας -δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο την κόκκινη κάρτα στη μερίδα των ακροδεξιών της οπαδών που δυστυχώς υπάρχει- βάζοντας αρχηγό τον Ολλανδό, σκούρου δέρματος, Μίτσελ Ντόναλντ. Έναν παίκτη που βγήκε από την φημισμένη ακαδημία του Άγιαξ και «καλπάζει» στο χώρο της μεσαίας γραμμής της ομάδας ως ο απόλυτος ηγέτης και ισορροπιστής αυτής. Όλα αυτά -στα δικά μου τουλάχιστον μάτια- δείχνουν μια ομάδα-μοντέλο. Μια ομάδα που καταφέρνει με δουλειά, αλλά και γνώση των ανθρώπων που έχουν διοικητικά πόστα σε αυτή, να υπερνικά τις όποιες αδυναμίες έχει (αγωνιστικές και οικονομικές) και καταφέρνει  να κοιτά στα μάτια, ακόμα και τους πιο υπερόπτες ποδοσφαιριστές (αλλά και οπαδούς) διαφημισμένων και «καλογυαλισμένων» πρωταθλημάτων, όπως η Πρέμιερ Λιγκ και η Μπουντεσλίγκα.

Σούπερ Λίγκα: 2049

  [2 Σχόλια]

Έχουμε μπει για τα καλά στη νέα κινηματογραφική σεζόν, βαδίζοντας ολοταχώς για τα Όσκαρ και το El Sombrero δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο. Είδαμε πρώτοι την νέα σπουδαία φουτουριστική ελληνική ταινία «Σούπερ Λίγκα: 2049» και ο κλήρος της παρουσίασης έπεσε σε εμένα (όχι ότι με χάλασε βέβαια). Ποιος Λάνθιμος με τα «Ιερά του ελάφια» και ποιος Βούλγαρης με το «Τελευταίο του σημείωμα»; Εδώ μιλάμε για ταινία που έκλεψε ολόκληρος Βιλνέβ και τα ξένα ΜΜΕ δεν έδωσαν καμία σημασία, σκεπάζοντας το γεγονός. Σενάριο, πλοκή και πρωτόγνωρες κινηματογραφικές τεχνικές που κάνουν τον Αντρέι Ταρκόφσκι να φαντάζει ως Όμηρος Ευστρατιάδης, μα πάνω απ’ όλα το μαχαίρι στο κόκκαλο απ’ τους δημιουργούς, που όμως δεν ήθελαν να γίνουν γνωστά τα ονόματά τους, φοβούμενοι ακόμα και για την ίδια τη ζωή τους (Είδατε φαντάζομαι όλοι τι έπαθε ο Ρομπέρτο Σαβιάνο μετά τη συγγραφή του Gomorra). Εδώ δεν μιλάμε απλά για Τέχνη. Μιλάμε για Έπος. Για μια ταινία που θα βρίσκει πάντα χώρο σε μεθυσμένες, σινεφίλ-χίπστερ συζητήσεις.  Παρακάτω θα σας παρουσιάσω την ιστορία της δίχως όμως να μπω σε «ειδικά χωράφια» -μιας και αισθάνομαι τόσο ρηχός- για να σχολιάσω τα κινηματογραφικά τρικ και τις σινέ-τεχνικές αυτού του κολοσσιαίου κομψοτεχνήματος της 7ης Τέχνης.

Σχεδόν 30 χρόνια μετά από εκείνο το παραλήρημα του Σάββα στο Τορίνο, η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται σε παρακμή. Η πυρηνική καταστροφή που προκλήθηκε μετά το πρωτάθλημα του ΠΑΟΚ το 2018, διέλυσε -σχεδόν- τα πάντα. Οι μόνοι επιζήσαντες ήταν -κλασικά- οι κατσαρίδες, το μνημόνιο που έχει γονατίσει ακόμα και τις πιο ευκατάστατες οικογένειες και φυσικά η Σούπερ Λιγκα. Με ό,τι αυτή περικλείει. Για παράδειγμα ο Σωτηρακόπουλος συνεχίζει να κάνει τις μεταδόσεις όλων των σπουδαίων παιχνιδιών εντός και εκτός της χώρας (χωρίς να πετυχαίνει παίκτη). O Αλέφαντος -ως άλλος Χάπελ- συνεχίζει να αναλύει στον Καρατζαφέρη συστήματα και τακτικές και οι Τάκης και Άκης συνεχίζουν τα «Άντε γεια» σε όλους όσους επιμένουν να τους τηλεφωνούν. Ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει και ο αστυνόμος Ρένος Γκοσλινόπουλος. Ο βασικός πρωταγωνιστής της ταινίας. Ένας τίμιος και αδέκαστος μπάτσος που έχει βάλει σκοπό ζωής να καθαρίσει το ελληνικό ποδόσφαιρο από την σαπίλα και την δυσοσμία δεκάδων ετών. Ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά. Άλλο να σας το λέω κι άλλο να τον βλέπετε. «Που πας και μπλέκεις παλικάρι μου με αυτούς» του φώναζε η γυναίκα του καθώς άφηνε το σπίτι ως άλλος Τομ Τζόουντ, αλλά αυτός εκεί. Κολλημένο -με φθηνό τζελ στα μαλλιά- και αγύριστο κεφάλι. «Θα τα καταφέρω Μαριάνθη, θα τα καταφέρω».

Βρισκόμαστε σε ένα σκοτεινό περιβάλλον με το ποδόσφαιρο και τις τεχνολογίες να μην έχουν καμία σχέση με την περίοδο που ξέσπασε ο πυρηνικός όλεθρος. Ούτε η χώρα φυσικά. Μια χώρα που θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο λες και βλέπεις την παραλία της Δουνκέρκης. Συντρίμμια και ερείπια παντού με τα μόνα υπερσύγχρονα κτίρια να είναι τα γήπεδα των ομάδων. Όχι όλων φυσικά. Ο Παναθηναϊκός για παράδειγμα συνεχίζει να αγωνίζεται στην αρχαία Μέκκα του ποδοσφαίρου, τη Λεωφόρο. Η ΑΕΚ απ’ την άλλη, στο δρόμο, βάζοντας τούβλα και μπουφάν για τέρματα, αφού το γήπεδό της θα τελειώσει -κλασικά- του χρόνου. Εδώ ο σκηνοθέτης παρουσιάζει με μοναδικό τρόπο την παρακμή του νεοέλληνα οπαδού που βάζει την ομάδα πάνω απ’ όλα κι ας περνά πολύ δύσκολα στην καθημερινότητα του, δανειζόμενος μάλιστα αρκετές ατάκες από την ταινία Χούλιγκανς: Κάτω τα χέρια απ’ τα νιάτα, του Κώστα Καραγιάννη.

Το πιο σύγχρονο γήπεδο απ΄όλα είναι το Νέο Καραϊσκάκη, αφού είχε βρεθεί στα έργα για τους Διαγαλαξιακούς αγώνες του 2044 και οι ερυθρόλευκοι κάπως έτσι απέκτησαν -και πάλι- νέο γήπεδο. Το γήπεδο μάλιστα διαθέτει και ένα υπερσύγχρονο μηχάνημα για να εμφανίζεται το ολόγραμμα του κυρ-Σάββα μετά από κάθε παιχνίδι και να διαμαρτύρεται για τους διαιτητές και όλους αυτούς που πολεμούν με κάθε τρόπο την αγαπημένη του ομάδα κάθε αγωνιστική, σε δύσκολες έδρες όπως η Λιβαδειά, η Χούνιστα και τα νταμάρια του Βύρωνα. Στο ρόλο του κυρ-Σάββα αξίζει να σημειωθεί πως είναι ο ίδιος ο κυρ-Σάββας, σε μια ερμηνεία που αν έχουν έστω και λίγη τσίπα στην Ακαδημία (που δε την έχουν θα μου πείτε), θα χαρίσουν με κλειστά μάτια το Όσκαρ β΄ανδρικού Ρόλου.

Το ολόγραμμα διαθέτει και δική του γεννήτρια για να μπορεί να εμφανίζεται ακόμα και όταν έχει διακοπή ρεύματος, κάτι που είναι πολύ συχνό φαινόμενο στην -υπό διάλυση- χώρα. Το παλιό γήπεδο έχει κατεδαφιστεί και έχει γίνει πισίνα. Εκεί οι παλιοί διεθνείς ποδοσφαιριστές Κώστας Φορτούνης, Αλέκος Αλεξανδρής αλλά και ο Γιώργος Καραγκούνης του ΠΑΟ, κάνουν κάθε Δευτέρα και Πέμπτη μαθήματα καταδύσεων σε όλους όσους θέλουν να διαπρέψουν στο άθλημα του ποδοσφαίρου, αγωνιζόμενοι φυσικά στην Σούπερ Λίγκα. Κάποιοι απόφοιτοι έφτασαν μάλιστα να αγωνιστούν ακόμα και στο εξωτερικό, σε πρωταθλήματα όπως αυτά του Κουβέιτ, του Ιράκ και στην Σούπερ Λιγκ Ινδίας. Η ταινία παρουσιάζει ολόκληρη την πορεία δύο εξ αυτών (φοβερός ο Γιώργος Μητσικώστας και στους δύο ρόλους ως άλλος Πήτερ Σέλερς στο Dr. Strangelove), ίσως στο μοναδικό όμως βαρετό κομμάτι της ταινίας, συνολικού χρόνου 6μίση ωρών, με πολλά φλάσμπακ σε ασπρόμαυρο φόντο και πολλά σημεία μαύρης κωμωδίας για τους λάτρεις του Μπενίνι, του Μπελινέλι και του Τσίρο Ιμόμπιλε, υπό τους ήχους του Φίλιππου Πλιάτσικα.

Το καλύτερο μέρος της ταινίας είναι εκεί που ο Γκοσλινόπουλος μπουκάρει σε ένα καφενείο κάπου κοντά στον Άρη αφού δεν μπορεί να αντέξει άλλο τις αναλύσεις των μεθυσμένων θαμώνων. Οι ιδιοκτήτες -ο Τσουμπάκα με τον Χαν Σόλο- (εδώ οι δημιουργοί αποτίουν τον απαραίτητο φόρο τιμής στα Star Wars) είχαν στα κινητά τους το νούμερο σπουδαίου προπονητή ομάδας που έχει πέσει κατηγορία αρκετές φορές και κάπως έτσι θα βρεθούν κατηγορούμενοι για στημένους αγώνες. Κατά την πρώτη ανάκριση, αμφότεροι δεν έβγαλαν μιλιά. Και αν αυτό για τον Τσουμπάκα φαντάζει κάτι εντελώς φυσιολογικό, για τον λαλίστατο Σόλο ήταν κάτι αρκετά περίεργο και εκτός της Κλάιν-Μάιν προσωπικότητάς του. Όπως και να έχει, ο διάσημος καφετζής οδηγήθηκε τελικά σε φουτουριστικό γκουλάγκ όπου και έμεινε για το υπόλοιπο της ζωής του χωρίς τηλεόραση για να μην μπορεί να να βλέπει αγώνες της Σούπερ Λίγκας σε μια τιμωρία Οργουελικού επιπέδου. Ο Τσουμπάκα απ’ την άλλη αφέθηκε ελεύθερος και άνοιξε μπαρ χωρίς τηλεοράσεις. Εννοείται δεν ασχολήθηκε ποτέ ξανά με το ποδόσφαιρο.

H σκηνή έξω απ’ το γκουλάγκ που δείχνει μέλος της οικογένειας του Σόλο να ανάβει το φωτόσπαθο των Τζεντάι ως ένδειξη τιμής για τον ίδιο και διαμαρτυρίας κατά του σάπιου κατεστημένου είναι ονειρική. Το γεγονός φυσικά και δεν πέρασε στα ψιλά μιας και ο «επαναστάτης» οδηγήθηκε στο κρατητήριο ενώ παράλληλα είχαμε τιμωρία της έδρας του ΠΑΟ για 5 παιχνίδια και αφαίρεση τριών βαθμών για τους «πράσινους». Από τότε κανένας δεν τόλμησε να ανάψει ξανά φωτόσπαθο, ούτε καν στο Χαριλάου στην παρουσίαση του Αργεντινού Ταρούσα Τζούνιορ απ’ την ομάδα των Cebolitas. Όπως καταλαβαίνετε, μιλάμε για την απόλυτη εξυγίανση. Που ήταν εκείνες οι «ωραίες» και ρομαντικές εποχές που οι οπαδοί άναβαν ό,τι ήθελαν στις κερκίδες; Φέρτε πίσω τις Κυριακές μας ρε. Φυσικά σε αυτό το σημείο ο σκηνοθέτης κάνει σαφείς αναφορές στον Νόμο 4000 του τρισμέγιστου Γιάννη Δαλιανίδη μπολιάζοντας τη σκηνή με αναφορές στο Animals των Pink Floyd, το Brave New World του Χάξλεϊ και την Καίτη Κωνσταντίνου ως Ριχάρδος ο Γ’.

Επόμενο κεφάλαιο της ταινίας η ΕΠΟ. Σε μια προσπάθεια να καταπολεμήσει τα χασμουρητά και τους υπνοβάτες στις κερκίδες των γηπέδων θα προβεί σε μια ριζοσπαστική κίνηση. Κάθε οπαδός και φίλαθλος της κάθε ομάδας κατά την είσοδό του στο γήπεδο (πλην του δρόμου που έδινε τους αγώνες της η ΑΕΚ) θα διαλέγει ένα χάπι. Το κόκκινο ή το μπλε. Ως άλλος «Νίο» δηλαδή (δεύτερη αναφορά σε άλλη σπουδαία sci-fi ταινία, το Matrix). Με το μπλε μπορούσες να κοιμηθείς για 90 λεπτά και να γλιτώσεις από το κάκιστο θέαμα που χάριζαν απλόχερα οι ομάδες. Το κόκκινο ήταν λιγάκι πιο επικίνδυνο μιας και δημιουργούσε παραισθήσεις. Εκεί δηλαδή που κάποιο σουτ έφευγε εκτός γηπέδου για να μπει σε τροχιά στην στρατόσφαιρα, εσύ μπορούσες να το δεις να καρφώνεται στο Γάμα της εστίας ή ακόμα και να παίρνει -η μπάλα- μαζί στα δίχτυα τον δύσμοιρο τερματοφύλακα. Όπως συνέβαινε σε εκείνο το ποδοσφαιράκι του Game Boy για το Μουντιάλ του ’90. Όταν σούταρες στον κήπερ του Καμερούν. Μεγάλη αδικία αυτή των προγραμματιστών εκείνης της εποχής. Κύριοι, η παρέα του Ροζέ του Μιλά δεν ήταν εύκολος αντίπαλος για κανένα. Σε αυτό το σημείο οι χαρακτήρες εμφανίζονται τετραγωνισμένοι σαν γραφικό 90s κονσόλας ή αθλητικής μετάδοσης του ΑΝΤ-1 μεταφέροντας τον θεατή -κυριολεκτικά- στα λατρεμένα 80s υπό τους ήχους AOR μελωδιών.

Πολλοί ήταν αυτοί που διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτό το μέτρο μιας και θεωρούσαν -ορθώς- πως αλλοίωνε τα αποτελέσματα και πως οι οπαδοί δεν γνώριζαν ποιος κέρδισε τελικά πανάξια τον τίτλο. Η ΕΠΟ για να μην μπερδεύεται τον έδινε κάθε Μάη με κλήρωση σε όποια ομάδα έβγαινε πρώτη από το «παγωμένο» μπαλάκι. Όλες -μα όλες- τις φορές η «τυχερή» ομάδα ήταν η ίδια αλλά δεν θα σας σποιλάρω ποια είναι αυτή γιατί θα σας κλέψω όλη τη μαγεία. Θα κλείσω το κείμενο λέγοντας πως αυτή η ταινία δεν πρέπει να χαθεί από κανένα σινεφίλ – ποδοσφαιρόφιλο που σέβεται τον εαυτό του. Στηρίζουμε!

Όταν οι Τσέχοι αγωνίστηκαν στο Μπάμπερ Μπριτζ (η ιστορία του Ρας Ρίγκμπι)

  [8 Σχόλια]

Όταν η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας διέλυσε ειρηνικά το Ομοσπονδιακό κράτος της χώρας, την 1η Ιανουαρίου του 1993, δημιουργώντας έτσι τις Σλοβακία και Τσεχία, στο μικρό χωριουδάκι Μπάμπερ Μπρίτζ -5 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Πρέστον (στην περιοχή του Λάνκασαϊρ)- κανένας απ’ τους περίπου 10.000 κατοίκους δεν είχε στο μυαλό του πως η μία απ’ τις δύο αυτές νέες χώρες -και συγκεκριμένα η Τσεχία- θα έφτανε πολύ σύντομα στα μέρη τους, για να αγωνιστεί, έστω και για μια φιλική -στα όρια του ξεμουδιάσματος- ποδοσφαιρική αναμέτρηση με το καμάρι του «χωριού». Πως μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο στο Μπάμπερ Μπριτζ; Ήταν αδύνατο, στα όρια του αστείου. H τοπική ομάδα βολόδερνε στα τελευταία επίπεδα του ερασιτεχνικού αγγλικού ποδοσφαίρου και το μόνο που είχε να επιδείξει ήταν το γεγονός πως κάποτε είχε περπατήσει (όχι για να αγωνιστεί) στα στριμωγμένα στενορύμια της ο σπουδαίος Τομ Φίννεϊ. Εννοείται πως δεν βάζω καθόλου στην εξίσωση κάποια τοπικά κύπελλα και πρωταθλήματα (όλες οι ομάδες άλλωστε έχουν από δαύτα). Η ομάδα ιδρύθηκε το 1974, και μέχρι και το 1996 (την χρονιά του Γιούρο της Αγγλίας) ο μέσος όρος των φιλάθλων που έκοβαν εισιτήριο στο Άιρον Γκέιτ, το γήπεδο της ομάδας δηλαδή, έφτανε μετά βίας τα 300 άτομα. Χειρότερα κι από γήπεδο της ελληνικής Σούπερ Λίγκας των ημερών μας.

Ήταν Ιούνιος του ’96 όταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές της Μπάμπερ Μπριτζ, ένας κλασικός Βρετανός τύπος με το όνομα Ρας Ρίγκμπι, κούρευε το γκαζόν του γηπέδου όταν άκουσε να χτυπά το τηλέφωνο στο ένα και μοναδικό γραφείο της ομάδας. Αφού άφησε την χορτοκοπτική μηχανή, έτρεξε γρήγορα προς το γραφείο, που δεν ήταν άλλωστε και πολύ μακριά, και σήκωσε το ακουστικό. Στην άλλη γραμμή ήταν κάποιος γνωστός του που δούλευε στη ρεσεψιόν ενός μικρού ξενοδοχείου στο Πρέστον. Μετά τις απαραίτητες, τυπικές και βαρετές χαιρετούρες ο ρεσεψιονίστ πέρασε στο ψητό. «Δεν μου λες, δεν ρωτάς εκεί στην ομάδα αν θέλουν να παίξουν ένα φιλικό με την Τσεχία; H ομάδα βρίσκεται στο ξενοδοχείο μας και ο προπονητής άκουσε για την ομάδα σας και θέλει να παίξει ένα ματσάκι για να ξεμουδιάσουν οι παίκτες του. Σε λίγες μέρες αρχίζει το Γιούρο και το βλέπουν σαν μια καλή προπόνηση. Είναι σίγουρα καλύτερα απ’το να τους τρέχει στα λιβάδια ή να παίζουν μόνοι τους. Τι λες; Καλό θα κάνει και σε εσάς και γενικά στην πόλη.» Ο Ρίγκμπι κάλεσε αμέσως τον προπονητή της ομάδας, Ντένις Άλεν που δέχθηκε όλος χαρά και κάπως έτσι το φιλικό προετοιμασίας των Τσέχων κανονίστηκε αμέσως και έγινε μέσα σε λίγες ώρες το talk of the town και -εννοείται- το γεγονός της χρονιάς για το μικρό Μπάμπερ Μπριτζ και τους κατοίκους του.

                                        O Ρας Ρίγκμπι με τη φόρμα της Πρέστον

Ο Ρίγκμπι ήταν ένας «άρρωστος» ποδοσφαιρόφιλος που περίμενε σαν τρελός την έναρξη του Γιούρο και σε λίγες ώρες είχε γίνει κι αυτός μέρος αυτής της γιορτής και για -λίγες στιγμές- λόγω και και της ιδιότητάς του ως ο «άνθρωπος για όλες τις δουλειές της ομάδας» είχε βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Το παιχνίδι θα καλυπτόταν τηλεοπτικά από την Τσέχικη τηλεόραση και ο Ρίγκμπι θα έπρεπε για πρώτη φορά στη ζωή του να λειτουργήσει ως επαγγελματίας για την προετοιμασία ενός αγώνα της αγαπημένης του ομάδας. Έβγαλε εισιτήρια (με την τιμή να είναι 5 λίρες) και πρόγραμμα αγώνα, έδωσε συνεντεύξεις στον Τύπο και έτρεξε παντού για να βρει χορηγούς. Ετοίμασε μάλιστα και ένα οργανωμένο μπαρ που θα σέρβιρε μπύρα στους διψασμένους για ποτό και ποδόσφαιρο Άγγλους που θα έφταναν εκείνη τη μέρα για το σπουδαίο γεγονός. Όλα αυτά σε 1-2 μέρες. Η Τσεχία μάλιστα είχε χορηγό μια πολύ γνωστή μπύρα της εποχής και είχε φέρει στο γήπεδο χιλιάδες μπουκάλια του χορηγού της, τοποθετώντας -έστω και για λίγες ώρες- το όνομα του χορηγού, ψηλά, στο μοναδικό σκέπαστρο που διέθετε το μικρό Άιρον Γκέιτ. Εννοείται πως την πινακίδα την ανέβασε και την κάρφωσε εκεί, μόνος του, ο Ρας Ρίγκμπι ως άλλος Στέφανος Μπλάκπουλ (ναι! ο χαρακτήρας του Ντίκενς).

Το Άιρον Γκέιτ είχε γεμίσει ασφυκτικά με 3.000 ανθρώπους, που δεν είχαν όμως ιδέα τι να περιμένουν από την ομάδα του Ντούσαν Ούριν. Για την ακρίβεια οι περισσότεροι εξ αυτών δεν είχαν ακούσει ποτέ τα ονόματα παικτών όπως Πάβελ Νέτβεντ, Βλάντιμιρ Σμίτσερ, Κάρελ Πομπόρσκι και Πάτρικ Μπέργκερ. Ο Πομπόρσκι μάλιστα ήταν ο μοναδικός που οι κάτοικοι της πόλης είχαν ασχοληθεί μαζί του κατά την άφιξη της ομάδας, κι αυτό λόγω του όμορφου παρουσιαστικού του. «Εκείνη τη μέρα πρέπει να τον είχε ερωτευθεί ο μισός γυναικείος πληθυσμός της περιοχής προκαλώντας το αίσθημα της ζήλιας στους Άγγλους άντρες» είχε δηλώσει ο Ρίγκμπι σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό πολλά χρόνια μετά την αναμέτρηση και καθόλου άδικο δεν είχε.

Οι δύο ομάδες μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο υπό τους ήχους της μπάντας του δήμου, χαρίζοντας μια όμορφη ποδοσφαιρική παράσταση για 90 λεπτά. Ο Ούριν το μόνο που είχε ζητήσει από τους ερασιτέχνες Άγγλους ήταν να μην παίξουν βίαια και αντιαθλητικά, κάτι που φυσικά και έγινε δεκτό από τους παίκτες της Μπάμπερ Μπριτζ. Άλλωστε αυτό το γεγονός ήταν κάτι παραπάνω από μια ποδοσφαιρική αναμέτρηση για ολόκληρη την περιοχή. Το μοναδικό μελανό σημείο -κατά τον Ρίγκμπι- ήταν το γεγονός πως οι δύο ομάδες δεν αντάλλαξαν φανέλες με το τελευταίο σφύριγμα της λήξης, μιας και η Μπάμπερ Μπρίτζ -ως σωστό ερασιτεχνικό σωματείο που σέβεται τον εαυτό του- είχε μόνο δύο ζευγάρια.

Ο Τσεχοσλοβάκος προπονητής χρησιμοποίησε και τους 22 ποδοσφαιριστές του και είδε την ομάδα του να επικρατεί άνετα και χαλαρά με 9-1 αλλά στις παμπ του Μπάμπερ Μπριτζ κανένα από τα 9 γκολ των Τσέχων δεν θα συζητιέται όπως ο «κεραυνός» του επιθετικού της ομάδας, Στηβ Ντένι. Ο Άγγλος είχε μειώσει σε 4-1 και είχε καταφέρει -έστω και για μερικά λεπτά- να δώσει τεράστια χαρά σε όλους τους φιλάθλους (και όχι μόνο) της περιοχής, βάζοντας το όνομά του δίπλα στους μύθους που θα λέγονται για πάντα σε όλες τις παραδοσιακές παμπ της περιοχής του Πρέστον. Μάλιστα -σύμφωνα πάντα με τον Ρίγκμπι- όταν μετά τον αγώνα πήγε στην αγαπημένη του παμπ να πιει μια μπύρα και να χαλαρώσει, όταν είπε στον ιδιοκτήτη το τελικό σκορ αυτός του απάντησε: «Μια χαρά όλα. Ποιος έβαλε όμως το γκολ των Τσέχων;».

Μετά το τέλος του Γιούρο που βρήκε την Τσεχία φιναλίστ πολλοί απ’ τους αστέρες της ομάδας έμειναν στο Νησί και αγωνίστηκαν για αγγλικούς συλλόγους. Ο Ρίγκμπι απ’ την άλλη, αρκετά χρόνια αργότερα, παρέα με τα σουβενίρ του από εκείνη την αναμέτρηση και έχοντας για πάντα στην καρδιά του την Μπάμπερ Μπριτζ, έφυγε για να δουλέψει ως φροντιστής στην Πρέστον. Στις μέρες μας εξακολουθεί να θεωρεί πως εκείνο το τέρμα του Στηβ Ντένι απέναντι στον Πετρ Κούμπα της Σπάρτα Πράγας, είναι το καλύτερο που έχει δει στην ζωή του.

O θαρραλέος Ρίνγκο και η βόλτα με τον Κλοπ

  [6 Σχόλια]

O 15χρόνος Ρίνγκο είχε βγει για την καθιερωμένη του -Σαββατιάτικη- βόλτα στην Albert Dock χαζεύοντας τον ποταμό Mersey. Το συνηθίζει κάθε Σάββατο πρωί εδώ και δύο χρόνια. Για να ηρεμεί. Να χάνεται στις σκέψεις του και να ξεχνά τα όποια του προβλήματα. Έστω και για λίγο. Σήμερα όμως είναι μια αρκετά διαφορετική μέρα. Σε λίγες ώρες η αγαπημένη του Λίβερπουλ θα υποδεχτεί την μισητή Γιουνάιτεντ και το άγχος είχε γεμίσει ήδη ολόκληρο το κορμί του νεαρού. Εισιτήριο για το γήπεδο δεν μπόρεσε να βρει, και τα λιγοστά χρήματα που βγάζει η μητέρα του δεν του επιτρέπουν να αγοράσει κάρτα διαρκείας στην ποδοσφαιρική πραγματικότητα της -σύγχρονης- Πρέμιερ Λιγκ. Αυτό δεν ενοχλεί καθόλου τον ίδιο. «Θα αγοράσω το πρώτο μου διαρκείας όταν αποκτήσω τη δική μου δουλειά και θα βγάζω πολλά χρήματα» λέει συνεχώς στον κολλητό του, τον Ματ. Φανατικός και αυτός με τους κόκκινους. «Θα βοηθήσω και τη μάνα μου τότε. Το αξίζει». Ο Ρίνγκο δεν γνώρισε πατέρα και η μητέρα του τού χάρισε το όνομα Ρίνγκο από τον ντράμερ των Beatles. Τόσο η Κάρεν (η μητέρα του) όσο και αυτός, λατρεύουν σε βαθμό υπερβολής τα «Σκαθάρια». Αυτούς και τους Pink Floyd. Μάλιστα το αγαπημένο τραγούδι του Ρίνγκο δεν είναι κάποιο απ’ την πλούσια δισκογραφία των Beatles, αλλά το Fearless της μπάντας του Ρότζερ Γουότερς, για λόγους που είναι εύκολο να γίνουν αντιληπτοί για όσους έχουν ακούσει το εν λόγω τραγούδι. Έστω για μία, και μοναδική φορά.

Καθώς διασχίζει ήσυχος και μοναχικός τον δρόμο -με τις πρώτες αχτίδες του ηλίου να έχουν αρχίσει ήδη να ξεπροβάλλουν διστακτικά- ο Ρίνγκο θα δει από μακριά μια αρκετά γνώριμη φιγούρα. Έναν τύπο -η αλήθεια είναι- που μοιάζει κάπως χαμένος. Αρκετά αγχωμένος. Κλεισμένος για τα καλά στις σκέψεις του. Έχει τα χέρια στις τσέπες του ακριβού αθλητικού του μπουφάν και φορά αθλητικό καπέλο και γυαλιά μυωπίας. «Ρε λες» θα σκεφτεί και θα πλησιάσει μουδιασμένος. «Συγνώμη, εσείς είστε κύριε Κλοπ» θα ρωτήσει με -σχεδόν- τρεμάμενη φωνή και μάτια ορθάνοικτα σαν του παιδιού που βλέπει για πρώτη φορά τον ήρωά του. Η απάντηση είναι καταφατική και ο Γερμανός θα του προτείνει να περπατήσει στο πλάι του για μερικά μέτρα. Δείχνει να χρειάζεται παρέα. Κάποιον -τον οποιονδήποτε- για λίγα λεπτά της ώρας. Ο νεαρός θα δεχτεί και για τις επόμενες στιγμές θα νιώσει -έστω και όχι σε βάθος- το συναίσθημα που προκαλεί η πρώτη βόλτα πατέρα και γιου. Μια βόλτα που τόσο του έλειπε. Μια βόλτα και μια κουβέντα για τα πρώτα σοβαρά θέματα που αφορούν τα περισσότερα αγόρια σε αυτή την ηλικία. Σχολείο, έρωτες, μουσική, ποδόσφαιρο…

-Πως σε λένε, θα ρωτήσει ο Κλοπ

-Ρίνγκο κύριε…

-Ρίνγκο. Όπως τον ντράμερ; Τι περίεργο όνομα…Περίεργο αλλά ωραίο!

-Μάλιστα κύριε. Η μητέρα μου λατρεύει τους Beatles αλλά δεν ήθελε να μου χαρίσει κάποιο συνηθισμένο όνομα όπως Τζον και Πολ και το Τζωρτζ, που της αρέσει, της θυμίζει κάτι που την κάνει να κλαίει. Δεν ξέρω…

-Πως το βλέπεις σήμερα Ρίνγκο; Έρχονται ως φαβορί. Συγνώμη, δεν σε ρώτησα αλλά φαντάζομαι σου αρέσει το ποδόσφαιρο. Είσαι με εμάς ή με τους άλλους; Tους μπλε. Εκείνους που έκλεινε ο Σάνκλι τις κουρτίνες όταν -υποτίθεται- πως τους έβλεπε να παίζουν στον κήπο του σπιτιού του;

O μικρός χαμογέλασε. Ήξερε πολύ καλά την ιστορία και χάρηκε ακόμα περισσότερο που ένας Γερμανός που έχει μόλις δύο χρόνια στο Λίβερπουλ είχε προλάβει να μάθει λεπτομέρειες για την κόντρα με τους «άλλους», τους «μπλε». Εκείνους που δεν κερδίζουν ποτέ κάποιο τρόπαιο.

-Είμαι με την Λίβερπουλ κύριε και πιστεύω πως σήμερα θα τους διαλύσουμε. Το «παραμύθι» τελειώνει για την ομάδα του Ζοσέ και πιστεύω μάλιστα πως αν σκοράρουμε ένα γρήγορο τέρμα, μπορούμε να τους σκορπίσουμε. Ακόμα και 4-0 το βλέπω.

-Μακάρι να είχαν αυτό το σκεπτικό και οι παίκτες μου, σκέφτηκε ο Κλοπ και συνέχισε να περπατά και να τον ρωτάει διάφορα πράγματα. Η ώρα πλησίαζε 7 και σε λίγο θα έπρεπε να πάει να βρει τους συνεργάτες του για να βάλουν τις τελευταίες «πινελιές» στην τακτική της ομάδας. Το παιχνίδι του Άνφιλντ άλλωστε -σε όποια κατάσταση και να βρίσκονται οι ομάδες- θα είναι πάντα το σπουδαιότερο σε ολόκληρη την Βρετανία κι απ’ τα πιο σημαντικά σε ολόκληρο τον πλανήτη.

-Θεωρείς πως μαρκάρουμε καλά σε συνθήκες ζώνης; Προσπαθώ να το βελτιώσω εδώ και καιρό αλλά με τον Λόβρεν στην εντεκάδα -ως κύριο οργανωτή- γελάνε και τα δοκάρια στο Άνφιλντ.

-Κάνετε χιούμορ, αλλά γιατί δεν βάζετε τον Κλάβαν αφού ο Ντέγιαν δεν παίζει καλά;

-Νεαρέ μου προτιμώ να βάλω ένα κώνο με ροδέλες παρά τον Εσθονό. Τουλάχιστον ο κώνος θα τσουλάει όταν θα τον σπρώχνει κάποιος, άσε που μπορεί τυχαία να κόψει και καμιά μπαλιά καθώς θα περιφέρεται δεξιά και αριστερά. Έχεις ακούσει ξανά για Εσθονό ποδοσφαιριστή; Εγώ όχι. Και πριν προλάβεις να μου πεις ότι εγώ τον έφερα στην ομάδα, θα σου πω πως έγινε λάθος. Εγώ ήθελα τον Γιαν Μπράκερ, δεν τον έχεις δει φαντάζομαι. Ο Zέλικο -ο Μπούβατς- κατάλαβε λάθος και κάναμε πρόταση για τον Κλάβαν. Όταν το συνειδητοποιήσαμε ήταν πια αργά και για να αποφύγουμε το ρεζιλίκι, τον φέραμε στο Μέλγουντ.

-Εντάξει. Ούτε στο τοπικό τέτοια συνεννόηση. Τέτοια ρεζιλίκια όμως δεν κάναμε και φέτος το καλοκαίρι με τον Φαν Ντάικ της Σαουθάμπτον; Τουλάχιστον αυτόν θα τον πάρουμε τον Γενάρη. Έτσι δεν είναι;

-M’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι…

-Τι είπατε; Δεν σας άκουσα…

-Είναι να τον λυπάσαι τον Κλάβαν, λέω. Είναι να τον λυπάσαι…

-Ο κολλητός μου λέει πως χρειαζόμαστε έναν παικταρά σε κάθε θέση του άξονα. Ένα σούπερ κεντρικό αμυντικό όπως ήταν ο Κάρα, ένα φοβερό αμυντικό μέσο και κάποιο σπουδαίο επιθετικό των +30 τερμάτων. Συμφωνώ και εγώ μαζί του και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί συνεχίζετε να βάζετε τον Στάριτζ στην κορυφή. Είναι πιο σοφτ κι απ’ τον γυάλινο άνθρωπο σε εκείνη την ταινία με τον Σάμιουελ Τζάκσον και τον Μπρους Γουίλις. Την έχετε δει;

-Αυτό το τελευταίο το έχει γράψει και ο Γαργαντούας στο el sombrero  και μάλλον έχει δίκιο. Λες να βάλω βασικό σήμερα τον Ντάνι Ινγκς και να ψάχνονται όλοι; Θα προκαλέσω αίσθηση και ίσως μπερδέψω τον Μουρίνιο. Λογικά θα έχουν ξεχάσει την ύπαρξή του εκεί στο Μάντσεστερ. Τα ίδια είχε κάνει η Λίβερπουλ με τον Χάουαρντ Γκέιλ στο Μόναχο το ’81. Ήσουν αγέννητος ρε μπόμπιρα, μην κάνεις πως το ξέρεις. Την ταινία δεν την έχω δει, θα το κάνω όμως, υπόσχομαι.

-Δεν ξέρω κύριε. Δεν γνωρίζω από προπονητική. Εγώ μιλάω καθαρά απ’ την σκοπιά του απλού οπαδού. Εσείς είστε προπονητής και εσείς υποτίθεται ότι ξέρετε από τέτοια πράγματα. Τακτικές, συστήματα, μπλόφες και ταχυδακτυλουργικά κόλπα όπως αυτό που σκεφτήκατε μόλις με τον Ντάνι Ινγκς.

-Καλά και ‘μεις στο σπίτι. Όλα καλά…

(σιωπή λίγων λεπτών και πάλι)

-Πάντως να ξέρεις μικρέ μου φίλε. Οι καλύτερες μέρες για την ομάδα πλησιάζουν. Το νιώθω. Ξέρεις τo μικρό διήγημα του Καμύ «Οι μυγδαλιές»; Είναι απ’ τα πιο αισιόδοξα του. Σε αυτό κάπου γράφει: «‘Όταν έμενα στο Αλγέρι, έκανα πάντα υπομονή το χειμώνα, επειδή ήξερα πως σε μια νύχτα, μια μόνο κρύα και καθαρή νύχτα του Φλεβάρη, οι μυγδαλιές της κοιλάδας Ντε Κονσύλ θα γέμιζαν με άσπρα λουλουδάκια. Ένιωθα επιπλέον θαυμασμό να τα βλέπω σαν το εύθραυστο χιόνι που αντιστέκεται σ’ όλες τις βροχές και τους ανέμους της θάλασσας». Έτσι δεν λέει και το τραγούδι της ομάδας; Προχώρα μπροστά ανάμεσα στον άνεμο και τις βροχές. Αυτό λοιπόν κάνω και εγώ. Έχω τόλμη, υπομονή και σκέφτομαι αισιόδοξα. Αυτό να κάνετε και εσείς. Εντάξει, 28 χρόνια δίχως πρωτάθλημα δεν είναι λίγα. Ρώτα όμως και τους οπαδούς του ΠΑΟΚ.

-Αυτός ο Καμύ κύριε είναι Αλγερινός; Έπαιξε για την εθνική του όπως ο Μαχρέζ ή έγινε Γάλλος όπως ο Ζιντεντίν Ζιντάν; Τον ΠΑΟΚ τον ξέρω. Είχε αγωνιστεί σε αυτούς και ένας δικός μας, ο Ελ Ζαρ. Από τότε, όπως μου έχει πει ο πατέρας του Ματ, οι Άγγλοι φοβούνται να πάνε ταξίδι στην Θεσσαλονίκη…

Ο Κλοπ γέλασε και άρχισε να προσπαθεί -μάταια- να θυμηθεί ποιος στο καλό είναι αυτός ο Ελ Ζαρ…

(σιωπή μερικών λεπτών και πάλι)

O Γερμανός έβγαλε ένα μικρό iPad και άφησε να ξεχυθούν κάποιες μελωδίες των Liverpool Express φέρνοντας στο μυαλό του τον Ντίντι τον Χάμαν με τη φανέλα της Λίβερπουλ να οργανώνει -και να οργώνει- στο χώρο της μεσαίας γραμμής. Καθώς έπαιζε το Dreamin’, έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και «ονειρεύτηκε» μια άνετη επικράτηση στο παιχνίδι του Άνφιλντ, έπειτα σταμάτησε να αγοράσει δύο καφέδες. «Αν δεν πιω καφέ τα επόμενα λεπτά θα με πάρει ο ύπνος όρθιο στο δρόμο» είπε χαμηλόφωνα ο Κλοπ, με τον Ρίνγκο να φέρνει στο μυαλό του εικόνες απ’ τον πάγκο των «κόκκινων». «Έχεις χρήματα να με κεράσεις έτσι;» είπε με σοβαρότητα στον νεαρό. «Αστειεύομαι! Ο καθένας τα δικά του». Ένα μειδίαμα ζωγραφίστηκε αμέσως στο πρόσωπο του νεαρού, ίδιο με αυτό που κάνουν τα χείλη του όταν βλέπει τον Βαινάλντουμ να βγάζει κάθετη μπαλιά. «Το εννοώ» είπε ο Κλοπ «Το έχω σε κακό να κεράσω πριν από αγώνα».

-Δεν θέλω κάτι. Αλήθεια.

-Καλά. Θα ήθελες τουλάχιστον δύο εισιτήρια για το Kop; Να πας με τον κολλητό σου τον Ματ, αν θες.

Ο κόσμος σταμάτησε για μια στιγμή, καθώς ο διάσημος προπονητής της Λίβερπουλ έβγαλε από το μπουφάν του τα δύο εισιτήρια. Τα μάτια του Ρίνγκο γέμισαν με χαρά και στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα μεγάλο και αληθινό χαμόγελο. Υπάρχει κάτι πιο ωραίο από το χαμόγελο ενός παιδιού; O Γιούργκεν Κλοπ έγινε σε ένα δευτερόλεπτο ο ήρωας του. Ο απόλυτος ήρωας του.

-Σας ευχαριστώ. Δεν έχω λόγια, ειλικρινά. Είναι το καλύτερο δώρο που μου έχουν κάνει ποτέ.

-Μην με ευχαριστείς. Χάρηκα πολύ την κουβέντα μας και αν τύχει ποτέ να με δεις ξανά, να μου μιλήσεις. Να ευχαριστηθείς το παιχνίδι και να φωνάξεις όσο μπορείς σήμερα. Θα τους κερδίσουμε. Στο υπόσχομαι.

Ο Κλοπ έφυγε χαμογελαστός. Ο Ρίνγκο κρατούσε τα εισιτήρια όσο πιο σφιχτά μπορούσε και ξεκίνησε τρέχοντας για το σπίτι του Ματ. Ποιος να το πιστέψει όλο αυτό; Ο Ρίνγκο είχε εισιτήρια για το σπουδαιότερο παιχνίδι της σεζόν (μέχρι το επόμενο) στο πέταλο των φανατικών. Και θα πήγαινε εκεί με τον καλύτερό του φίλο. Τι πιο ωραίο απ’ αυτό; Στις 12:30 ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη. Οι δύο φίλοι ξελαρυγγιάζονταν τραγουδώντας το YNWA αγκαλιασμένοι και ο Ρίνγκο έψαχνε να βρει τον Ινγκς στο γήπεδο. «Δε τον έβαλε τον Ντάνι» θα σκεφτεί, καθώς βλέπει το πρώτο σλάλομ του μικρού μάγου, του Κουτίνιο. Ο Κλοπ φωνάζει έξαλλος τον Χέντερσον να καλύψει τα πάντα μπροστά απ’ τους δύο στόπερ. Ο Μουρίνιο διαμαρτύρεται με αυτό το ειρωνικό του βλέμμα προς τον τέταρτο. Ο κόσμος τον «στολίζει» με πολλά όμορφα λόγια που μπορείς να ακούσεις μόνο σε κάποιο γήπεδο. «Μα καλά πόσο ογκώδης είναι ο Λουκάκου» θα πει ο Ματ στον Ρίνγκο. Η αναμέτρηση μυρίζει ήδη μπαρούτι. Ο κόσμος συνεχίζει να τραγουδά κι απ’ τις δύο πλευρές. Σέντρα από τα δεξιά. Γκολ!

Τζόνι Χέινς: O μαέστρος του Λονδίνου

  [1 Σχόλιο]

Αν υπάρχει κάτι στο αγγλικό ποδόσφαιρο που το κάνει τόσο διαφορετικό και περισσότερο αγαπητό -για μεγάλη μερίδα ποδοσφαιρόφιλων ανά τον κόσμο- αυτό δεν είναι άλλο από τις πολλές ιστορίες αγάπης και αφοσίωσης κορυφαίων παικτών σε «μικρές» και μικρομεσαίες ομάδες. Αυτός ο ποδοσφαιρικός ρομαντισμός που δύσκολα βρίσκεις αλλού. Από την αρχή της FA υπάρχουν πάρα πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Άλλες γνωστές και άλλες όχι. Ποδοσφαιριστές που έμειναν πιστοί σε ένα και μόνο σύλλογο, στερώντας απ’ τον εαυτό τους τη διεκδίκηση τροπαίων. Σπουδαίοι σούπερ σταρ, που «σφάζονταν» για την υπογραφή τους τα κορυφαία κλαμπ εντός αλλά και αρκετές φορές εκτός Νησιού. Παίκτες-σύμβολα που έμειναν πιστοί στο σύλλογο που τους ανέδειξε και στους οπαδούς αυτού, ακόμα και όταν είδαν την ομάδα τους να πέφτει κατηγορία (ή να μην ανεβαίνει) ενώ πολλοί εξ αυτών -ανάλογα με την περίοδο- υπήρξαν ακόμα και αρχηγοί για τη φανέλα με τα «Τρία Λιοντάρια» στο στήθος.

Στη σκέψη αν υπήρξε ένας ποδοσφαιριστής που  να ταιριάζουν -άψογα- όλα τα παραπάνω στο πρόσωπό του, αυτός μπορεί να βρεθεί εύκολα στο πρόσωπο του Τζόνι Χέινς της Φούλαμ. Τον «μαέστρο» του Λονδίνου όπως τον βάφτισαν οι δημοσιογράφοι της εποχής. Ένα προσωνύμιο που δεν απείχε καθόλου απ’ την πραγματικότητα. Ίσως τον κορυφαίο μεσοεπιθετικό που έβγαλε η Αγγλία στα 50s και τα 60s. Έναν απ΄τους κορυφαίους παίκτες που γνώρισε ποτέ το όμορφο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο και που πολλοί ποδοσφαιρόφιλοι των ημερών μας -δυστυχώς- αγνοούν τα κατορθώματά του λόγω του γεγονότος πως δεν έπαιζε σε κάποιο μεγαθήριο αλλά σε μια πραγματικά «μικρή» και αδύναμη ομάδα.

Αυτό που χαρακτήριζε τον Χέινς (εκτός του μαγικού αριστερού του ποδιού) ήταν ο συνδυασμός της άρτιας τεχνικής με την απίστευτη αντίληψη που είχε για το παιχνίδι. O συμπαίκτης του για πολλά χρόνια, Τόνι Μπάρτον, έλεγε πως το κοντρόλ του Χέινς ήταν το καλύτερο που είχε δει ποτέ και πως οι γνώσεις του σε θέματα τακτικής ήταν στα ίδια επίπεδα με των κορυφαίων προπονητών της εποχής. Ο Χέινς κινούμενος -κυρίως- πίσω από τους φουνταριστούς επιθετικούς είχε την ικανότητα να βγάζει τέλειες πάσες -και με τα δυο του πόδια- εν κινήσει, ακόμα και όταν είχε πλάτη σε αυτούς, και δεν ήταν δυνατό να δει τις κινήσεις τους και τα κοψίματά τους. Ακόμα και όταν είχε κολλημένο πάνω του ένα ή και δύο αντιπάλους ήταν ασταμάτητος λόγω της καταπληκτικής του τεχνικής και της οξυδέρκειας του. Απ’ την άλλη, το γεγονός πως διέθετε και τρομακτικά αθλητικά προσόντα και μπορούσε να τρέχει όπως ένας τυπικός αμυντικός χαφ της εποχής, και κυρίως να πρεσάρει ανελέητα, τους αντιπάλους του, τού έδινε τον χαρακτήρα του παίκτη που -πολύ απλά- ήταν έτη φωτός μπροστά απ’ την εποχή του. Και αυτή ήταν η αλήθεια, δίχως κανένα ίχνος υπερβολής.

Όταν η Αγγλία ταξίδεψε στο Μαρακανά το 1959 για να αγωνιστεί μπροστά σε 160.000 κόσμο, απέναντι στην Βραζιλία του Πελέ (σε μια «φιλική» αναμέτρηση που είχε βρει νικήτρια τη Σελεσάο με 2-0), το παιχνίδι του Χέινς ήταν τόσο τέλειο και οι πάσες του είχαν τέτοιο ποσοστό επιτυχίας που έκαναν τον σπουδαίο Βραζιλιάνο να δηλώσει πως: «O Τζόνι Χέινς είναι ο κορυφαίος πασέρ που έχω δει στη ζωή μου». Μια φράση που ακολουθούσε τον σπουδαίο Άγγλο μέχρι το τέλος της καριέρας του και έδειχνε περίτρανα το μέγεθος της τεράστιας αξίας του. Φυσικά και ο Χέινς δεν ήταν διάσημος μόνο για τις περίφημές του πάσες, το οργανωτικό του χάρισμα και τις ασίστ του αλλά και για τα φοβερά του τελειώματα. Τελειώματα από κάθε απόσταση και με τα δύο πόδια. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως μέχρι να εμφανιστεί  στα 80s ο σπουδαίος Ουαλός επιθετικός Γκόρντον Ντέιβις και να σπάσει το ρεκόρ τερμάτων του Άγγλου «μαέστρου», ο Τζόνι Χέινς ήταν ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Φούλαμ με 158 γκολ. Τα περισσότερα από αυτά, με σουτ εκτός περιοχής, να φεύγουν μοιρασμένα (και ζυγισμένα) και από το αριστερό αλλά και από το δεξί του πόδι.

Ο Χέινς γεννήθηκε το ’34 στο Λονδίνο και στα 15 του χρόνια -αφού άφησε το σχολείο-, και ενώ τον ήθελαν τόσο η Άρσεναλ όσο και η Τότεναμ, επέλεξε να υπογράψει στην άσημη Φούλαμ μιας και γνώριζε ότι εκεί θα είχε περισσότερες πιθανότητες και ευκαιρίες για να διακριθεί και να ξεδιπλώσει το σπουδαίο ταλέντο του. Θα πραγματοποιήσει το επίσημο ντεμπούτο του για τη Φούλαμ στην Boxin’ Day του 1952 απέναντι στη Σαουθάμπτον και δύο χρόνια αργότερα, λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια, θα κάνει ντεμπούτο και για την Αγγλία σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Βόρεια Ιρλανδία στο Μπέλφαστ. Σε εκείνο το παιχνίδι μάλιστα έγινε ο πρώτος παίκτης που εκπροσωπούσε την Αγγλία και στα 5 ηλικιακά επίπεδα, από την σχολική ομάδα δηλαδή μέχρι και τους άνδρες, σκοράροντας και το ένα απ’ τα δύο τέρματα των Άγγλων, στη νίκη με 2-0. Το αγγλικό ποδόσφαιρο είχε βρει τον νέο του ήρωα. Τον τέλειο παίκτη που θα εξελισσόταν σε ηγέτη και αρχηγό της εθνικής, σε μια περίοδο μάλιστα που η Βρετανία διέθετε (και έβγαζε) πολλούς παίκτες με σπάνια τεχνικά χαρίσματα και ηγετικά προσόντα. Σε μια εποχή που η εθνική Αγγλίας είχε δύο ισάξιες 11αδες, γεμάτες και οι δύο με αθλητές σπάνιας ποδοσφαιρικής ποιότητας.

Ο ηγέτης της Φούλαμ ήταν το σημείο αναφοράς της ομάδας του Γουόλτερ Γουίντερμποτομ στα 50s. Ο σπουδαίος αρχηγός. Ο ηγέτης εντός και εκτός των τεσσάρων γραμμών. Αυτός που ανέβαζε αγωνιστικά αλλά και πνευματικά τους συμπαίκτες του κι ας αγωνίζονταν οι περισσότεροι σε ομάδες που έκαναν πρωταθλητισμό -σε πλήρη αντίθεση δηλαδή με τον ίδιο. Ο ποδοσφαιριστής που όταν ήταν στην μέρα του (πολύ συχνά δηλαδή) η Αγγλία δεν έχανε με τίποτα, και για κανένα λόγο και αν έχανε, έχανε ματώνοντας στο χορτάρι. Για να καταλάβει καλύτερα κάποιος την αξία του Χέινς  να αναφέρω πως μέτρησε 56 συμμετοχές με το εθνόσημο, σημειώνοντας 18 τέρματα, φορώντας το περιβραχιόνιο 22 φορές και εκπροσωπώντας τη χώρα του σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα (’58 και 62′), σε μια περίοδο μάλιστα που η Φούλαμ δεν αγωνίζονταν στην πρώτη κατηγορία της χώρας αλλά στη δεύτερη. Κάτι που φυσικά αποτελεί μοναδικό και σπάνιο φαινόμενο.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο Τζόνι Χέινς διαδέχτηκε στην αρχηγία της εθνικής τον σπουδαίο, και πρώτο παίκτη που έφτασε τις 100 συμμετοχές με την Αγγλία, τον Μπίλι Ράιτ. Ένα παίκτη που πέρασε και αυτός ολόκληρη την καριέρα του με τα χρώματα μίας και μόνο ομάδας. Της Γουλβς. Σε μία περίοδο όμως που οι «λύκοι» ήταν μια ομάδα που διεκδικούσε -και κατακτούσε- πολλούς και σπουδαίους τίτλους.

Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ο Τζόνι Χέινς πέρασε τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του στην δεύτερη κατηγορία της Αγγλίας και αν και -ανά περιόδους- είχε σπουδαίους συμπαίκτες όπως ο Μπόμπι Ρόμπσον, ο Τζορτζ Κόεν και ο Τος Τσαμπερλέιν, η Φουλάμ εκείνων των ετών έμεινε γνωστή ως «Η Φούλαμ του Χέινς και των 10 υπολοίπων» κυρίως επειδή δεν κατάφερε ποτέ να κερδίσει κάποιο τρόπαιο. Κάτι που συνεχίζεται μέχρι και στις μέρες μας. Απ’ την άλλη, ο σπουδαίος μεσοεπιθετικός δεν βρέθηκε ούτε στο Μουντιάλ του ’66 μιας και είχε αποσυρθεί απ’ την εθνική στα 27 του χρόνια λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού που είχε στο γόνατο και του στερούσε -στο δικό του πάντα μυαλό- τη δυνατότητα να αγωνίζεται στο 100% των δυνατοτήτων του. Κάπως έτσι ο Χέινς έχασε την σπουδαία ευκαιρία να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο μπροστά σε ένα κοινό που τον λάτρευε στο Ναό του ποδοσφαίρου. Το ιστορικό Γουέμπλεϊ. Το περίεργο είναι πως ο τραυματισμός προήλθε σε ατύχημα με αυτοκίνητο και όχι σε κάποιο γήπεδο, την ίδια περίοδο μάλιστα που τον ήθελαν τόσο η ιταλική Μίλαν όσο και η Τότεναμ του Μπιλ Νίκολσον, στην καλύτερη περίοδο της ιστορίας της.

Ο Νίκολσον ήθελε τον Χέινς για να αντικαταστήσει τον σπουδαίο Τζον Γουάιτ που είχε σκοτωθεί από κεραυνό καθώς έπαιζε γκολφ με τον συμπαίκτη του Τέρι Μέντγουικ το ’64 στην έναρξη της σεζόν και αποτελούσε τότε τον ηγέτη των «σπριρουνιών». Την ίδια περίοδο η Φούλαμ και ενώ βρίσκεται πλέον στην πρώτη κατηγορία, θα κάνει τον Χέινς τον πιο ακριβοπληρωμένο ποδοσφαιριστή στην Βρετανία αμείβοντας τον με 100 λίρες τη βδομάδα, σε μια περίοδο που ο μέσος μισθός στην Αγγλία δεν ξεπερνούσε τις 15 λίρες. Για να καταλάβετε καλύτερα τα μεγέθη της εποχής να πω πως ο μισθός του σπουδαίου εξτρέμ Τζίμι Χιλ της Νόριτς -που είχε πάρει μεταγραφή για 25.οοο λίρες στην Έβερτον- δεν ξεπερνούσε τις 20 λίρες. Οι 20 λίρες ήταν πάνω-κάτω ο μάξιμουμ μισθός ενός κορυφαίου ποδοσφαιριστή της εποχής για την Αγγλία. Σύμφωνα πάντα με τον Τζόνι Τζάιλς της Λιντς -έναν εκ των πιο σκληρών παικτών που γνώρισε ποτέ το άθλημα- ο Τζόνι Χέινς ήταν ο καλύτερος παίκτης που είχε δει ποτέ να αγωνίζεται. Και εκείνα τα χρόνια, για όσους δεν το γνωρίζουν, οι παίκτες της Λιντς δεν είχαν να πουν καλή κουβέντα για κανένα αντίπαλο και για καμία ομάδα.

Ο Τζόνι Χέινς ήταν για 18 χρόνια η «όαση» του Κρέιβεν Κότζατζ για την μικρούλα Φούλαμ και ο παίκτης που χάριζε σπάνιες ποδοσφαιρικές παραστάσεις -και συγκινήσεις- στους φιλάθλους ολόκληρης της Αγγλίας. Οι 658 συμμετοχές του δεν πρόκειται να ξεπεραστούν ποτέ για τον σύλλογο όπως και το γεγονός πως δεν άφησε ποτέ το κλαμπ γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται να διεκδικήσει με αξιώσεις κάποιο τρόπαιο. Όπως και έγινε δηλαδή. Οι Άγγλοι θα τον μνημονεύουν πάντα για εκείνη την απίστευτη εμφάνισή του απέναντι στην Σοβιετική Ένωση στο Γουέμπλεϊ, στις 22 Οκτωβρίου του ’58 όταν και οδήγησε την ομάδα στον θρίαμβο με 5-0, σε μια αναμέτρηση που σκόραρε χατ-τρικ δείχνοντας σε ολόκληρη την Ευρώπη το μέγεθος του -τεράστιου- ταλέντου του. Με το σφύριγμα της λήξης μάλιστα κόντρα στους Σοβιετικούς, συμπαίκτες και απλοί φίλαθλοι σήκωσαν τον Χέινς στον αέρα κάνοντας τον γύρο του θριάμβου και δίνοντάς του να καταλάβει πόσο σπουδαίος ήταν για ολόκληρο το ποδόσφαιρο της Αγγλίας αλλά και για την ίδια τη χώρα που στο πρόσωπό του έβλεπε έναν σπουδαίο «ήρωα».

Στις 17 Ιανουαρίου του 1970 ο Τζόνι Χέινς θα αγωνιστεί για τελευταία φορά μπροστά στο κοινό της Φούλαμ, στην ισοπαλία με 1-1 με την  Στόκπορτ Κάουντρι για την 3η κατηγορία, και λίγους μήνες αργότερα, έχοντας ουσιαστικά αποσυρθεί από την ενεργό δράση, στα 36 του χρόνια, θα αποδεχτεί την πρόσκληση του καλού του φίλου Μπάτζι Μπάιρν, που έχει αναλάβει εκείνα τα χρόνια την Ντούρμπαν Σίτι στη Νότια Αφρική, για να  αγωνιστεί για μία σεζόν με τα χρώματά της, σε -σχεδόν- ερασιτεχνικό επίπεδο. Το τέλος της σεζόν θα τον βρει πρωταθλητή για πρώτη και μοναδική φορά στην τεράστια καριέρα του.

Ο Χέινς θα λατρέψει τη ζωή στην Αφρική και θα παραμείνει εκεί μέχρι τα μέσα του 1980 παίζοντας γκολφ και δίνοντας απλόχερα τις συμβουλές του για την ανάπτυξη του αθλήματος στην αφρικανική χώρα. Η επιστροφή στην Ευρώπη θα τον βρει στο Εδιμβούργο όπου και θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 18 Οκτωβρίου του 2005 μετά από τροχαίο, έχοντας ως συνοδηγό την τρίτη του σύζυγο. Στις 29 Αυγούστου του 2009 η Φούλαμ θα τιμήσει τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή τοποθετώντας το άγαλμά του έξω από το γήπεδο της και θυμίζοντας σε όλους πως για την λευκή της φανέλα αγωνίστηκε κάποτε ένας απ’ τους σπουδαιότερους παίκτες που έβγαλε η Αγγλία. Ο Τζόνι Χέινς. Ο κορυφαίος «μαέστρος» του Λονδίνου και ένας απ΄τους μεγαλύτερους αρχηγούς που γνώρισε ποτέ η εθνική Αγγλίας.

Ο Ίθαν Αμπαντού, ο Μπεν Γούντμπερν και ο ξεχασμένος Μάρλο Σνέλμαν

  [5 Σχόλια]

Όταν το 1999 το Φινλανδικό χιπ χοπ γκρούπ Bomfunk MC’s κυκλοφορούσε τον πρώτο του ολοκληρωμένο δίσκο με τίτλο In Stereo, ο Ράιαν Γκιγκς ήταν 27 ετών.  Λίγους μήνες νωρίτερα, η ομάδα του -η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ- είχε κατακτήσει ένα μυθικό τρεμπλ, στηριζόμενη σε μια φουρνιά Βρετανών παικτών (κυρίως Άγγλων), νεαρών σε ηλικία, γνωστή και ως «Η Τάξη του ’92». Ένα χρόνο πριν το 1992, ο Γκιγκς είχε πραγματοποιήσει το ντεμπούτο του με την φανέλα της Ουαλίας, μόλις στα 17 του χρόνια, σε ένα παιχνίδι κόντρα στους πανίσχυρους Γερμανούς, κάνοντας δικό του το ρεκόρ του «Πιο νέου παίκτη που αγωνίστηκε ποτέ με την εθνική Ουαλίας». Ο άλλος σπουδαίος Ουαλός εκείνης της περιόδου, ο Μαρκ Χιουζ, είχε κάνει το επίσημο ντεμπούτο του, για τη χώρα του, σε ηλικία 19 ετών το μακρινό 1984, φτάνοντας μάλιστα κάποτε να αγωνιστεί σε δύο επίσημους αγώνες ακόμα και την ίδια μέρα. Στην ίδια ηλικία (19) είχε ντεμπουτάρει και ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Ουαλίας -μέχρι να σπάσει κι αυτό το ρεκόρ ο Μπέιλ- ο σπουδαίος Ίαν Ρας της Λίβερπουλ.

Όταν ο 15χρόνος Μάρλο Σνέλμαν πρωταγωνιστούσε στο βίντεοκλιπ -και απόλυτο χιτ- των Bomfunk MC’s με τίτλο Freestyler (ας το παραδεχτούμε, όλοι το είχαμε χορέψει εκείνα τα χρόνια και ντρεπόμαστε λιγάκι γι’ αυτό) επαναφέροντας στην μόδα το μαλλί ράστα, οι Ουαλοί ποδοσφαιριστές Μπεν Γούντμπερν (της Λίβερπουλ) και Ίθαν Αμπαντού (της Τσέλσι) δεν υπήρχαν ούτε ως σκέψη στα μυαλά των γονιών τους. Γιατί μπλέκω τους Φινλανδούς electro rappers όμως στην κουβέντα; Θα το μάθετε παρακάτω.

Στο παιχνίδι της Τσέλσι με την Νότιγχαμ Φόρεστ για τον τρίτο γύρο του Λιγκ Καπ, ένα παιχνίδι που βρήκε νικητές τους «μπλε» του Κόντε με 5-1, έκανε ντεμπούτο για την Τσέλσι ένα 17χρόνο παιδάκι που έχει επιλέξει να αγωνίζεται με την Ουαλία κι ας μην είναι Ουαλός. Ένα παιδάκι που αγωνίστηκε στο χώρο της μεσαίας γραμμής ως καθαρός αμυντικός μέσος. Ένα παιδάκι που -εκτός της φοβερής και τρομερής του ράστα- έκλεψε τις εντυπώσεις, παίρνοντας μάλιστα τα εύσημα από όλους όσους είδαν την αναμέτρηση. Το όνομά του Ίθαν Αμπαντού, γιος του παλιού μέσου Κουαμέ Αμπαντού και διεθνής εδώ και λίγες μέρες με την Ουαλία, αν και σφάχτηκαν για πάρτη του τόσο η Γκάνα (χώρα καταγωγής του πατέρα του) όσο και η Ιρλανδία (χώρα καταγωγής της μητέρας του).

Ο ίδιος, όπως έγραψα και πιο πάνω, επέλεξε να εκπροσωπήσει την χώρα της Ουαλίας, την χώρα δηλαδή που έκανε ο πατέρας του τις καλύτερες του εμφανίσεις -ως ποδοσφαιριστής- με την φανέλα των «κύκνων» της Σουόνσι. Ο Κρις Κόλεμαν προπονητής της Ουαλίας, δείχνει να πιστεύει πολύ τον νεαρό και δεν είναι τυχαίο ότι τον κάλεσε -κι ας μη τον χρησιμοποίησε- για τα παιχνίδια κόντρα στην Μολδαβία και την Αυστρία του περασμένου μήνα για τα προκριματικά του Μουντιάλ. Στο παιχνίδι κόντρα στην Αυστρία μάλιστα ο Κόλεμαν έριξε στα βαθιά τον Γούντμπερντ, στα τελευταία λεπτά ως αλλαγή του Τομ Λόρενς της Ντέρμπι, με τον νεαρό να σκοράρει και το μοναδικό γκολ της αναμέτρησης, στο ντεμπούτο του μάλιστα, λυτρώνοντας την ομάδα του. Ο επιθετικός της Λίβερπουλ μάλιστα εκείνη τη μέρα έγινε ο δεύτερος νεαρότερος σκόρερ  στην ιστορία της Ουαλίας, πίσω μόνο από τον σπουδαίο -και ηγέτη της ομάδας- Γκάρεθ Μπέιλ της Ρεάλ Μαδρίτης.

«Είναι ένας νέος παίκτης με εξαιρετική ποιότητα» δήλωσε ο Κόντε με το τέλος της αναμέτρησης. «Έχει όλα τα στοιχεία για να εξελιχθεί και να γίνει ένας σημαντικός παίκτης για την Τσέλσι. Είναι δυνατός σωματικά αλλά και πνευματικά και αυτό με κάνει ιδιαίτερα αισιόδοξο για την περίπτωσή του. Θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί του και είμαι σίγουρος πως θα τον εξελίξουμε έτσι ώστε από τον επόμενο κιόλας χρόνο να βρίσκεται στο επόμενο επίπεδο και να είναι έτοιμος για να μπορεί να αντεπεξέλθει ως κανονικό μέλος της ανδρικής ομάδας». Ο νεαρός εννοείται πως δεν έκανε μεγάλες δηλώσεις. «Δουλειά, δουλειά και ξανά δουλειά» μέχρι να φτάσει -αν αυτό είναι εφικτό- να θεωρείται κανονικό μέλος της ομάδας. Κάτι που φυσικά και φαντάζει απίθανο την τρέχουσα σεζόν μιας και στην θέση του υπάρχει ο Καντέ, ο Μπακαγιόκο, ο Ντρίνκγουοτερ και -υπό προϋποθέσεις- ο Φάμπρεγας, δίχως φυσικά να βάζω στην εξίσωση και άλλους νεαρούς που έρχονται πίσω του από την ακαδημία της Τσέλσι ή έχουν δοθεί δανεικοί όπως ο Ρούμπεν Λόφτους-Τσίκ.

Αυτό που μένει να δούμε είναι αν ο Ίθαν Αμπαντού θα συνεχίσει να μας εκπλήσσει ευχάριστα και αν θα εξελιχθεί τελικά σε παίκτη σημαντικό για τους «μπλε» αλλά και για την Ουαλία. Μακάρι σε λίγα χρόνια από τώρα να μη τον θυμόμαστε μόνο για την ωραία του ξανθιά ράστα και «εκείνο το ωραίο ματς κόντρα στη Νότιγχαμ». Όπως συνέβη δηλαδή και για τον Μάρλο Σνέλμαν. «Εκείνο το πιτσιρίκι με τη ράστα σε εκείνο το βίντεοκλιπ των Bomfunk MC’s»  δηλαδή.

Μπίλι Μπρέμνερ: Ο σπουδαιότερος παίκτης στην ιστορία της Λιντς

  [15 Σχόλια]

Αγγλία δεκαετία του 1960. Ο βρετανικός συντηρητισμός βρίσκεται στο απόγειό του. Η εθνική Αγγλίας ζει στιγμές δόξας μιας και υπάρχει μια σπουδαία φουρνιά ποδοσφαιριστών που, εν τέλει, θα οδηγήσει τα «τρία λιοντάρια» στην κορυφή του κόσμου το ’66, και φυσικά υπάρχουν ένα σωρό δυνατές ομάδες που σιγά-σιγά αρχίζουν να πρωταγωνιστούν και στην Ευρώπη. Ο Έρικ Κλάπτοπ θεωρείται (καθόλου άδικα) Θεός, οι Beatles γεμίζουν στάδια και πουλούν εκατομμύρια δίσκους και  το άθλημα του ποδοσφαίρου είναι σκληρό -πολλές φορές- στα όρια του αντιαθλητικού. Στο τελευταίο -που είναι και το θέμα μας- βρίσκει χώρο ένας κοντούλης, κοκκινοτρίχης, σκοτσέζος κεντρικός χαφ, πάντα έτοιμος να τσακωθεί με όλους (συμπαίκτες, προπονητές και κυρίως αντιπάλους), ακόμα και για την πιο αστεία αιτία. Το όνομά του είναι Μπίλι Μπρέμνερ και θεωρείται ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής που έχει φορέσει τιμήσει την φανέλα της πάλαι ποτέ σπουδαίας ομάδας του Δυτικού Γιορκσάιρ. Αυτή -πάνω κάτω- είναι η δική του ιστορία.

Ο Μπρέμνερ γεννήθηκε το ’42 στο μικρό Στίρλινγκ, 70 χιλιόμετρα έξω από το Εδιμβούργο, από οικογένεια Προτεσταντών και αυτός ήταν ουσιαστικά και ο λόγος που -σε νεαρή ηλικία- αν και τον ήθελε η μεγάλη Σέλτικ, ο πατέρας του τού απαγόρευσε τη μεταγραφή λόγω της κόντρας που υπήρχε (υπάρχει και θα υπάρχει) ανάμεσα στις δύο ομάδες – η Σέλτικ για όσους δεν το γνωρίζουν είναι ομάδα των Καθολικών και ανάμεσα σε αυτή και την Ρέιντζερς υπάρχει σχέση μίσους (και όχι μόνο). Το ίδιο διάστημα, και ενώ ο Μπρέμνερ θεωρείται ένας κορυφαίος παίκτης στα σχολικά πρωταθλήματα της Σκωτίας, θα κοπεί τόσο από την Άρσεναλ όσο και απ’ την Τσέλσι λόγω του ύψους του, μιας και μετά βίας άγγιζε το 1.65 (στις μύτες των ποδιών). Τελικά, στα 17 του χρόνια, το τμήμα σκάουτινγκ της Λιντς θα τον φέρει στο Έλαντ Ρόουντ όπου θα υπογράψει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο.

Προπονητής σε εκείνη τη Λιντς ήταν ο Τζακ Τέιλορ και συμπαίκτης του Μπρέμνερ ο άνθρωπος που τα επόμενα χρόνια θα οδηγούσε την ομάδα στις ενδοξότερες μέρες της, δημιουργώντας φυσικά τον σπουδαίο αγωνιστικό χαρακτήρα του παίκτη και μετατρέποντάς τον στον μεγαλύτερο ηγέτη που είχε ποτέ η ομάδα. Φυσικά και αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντον Ρέβι. Τον μεγαλύτερο εχθρό δηλαδή που είχε ένας άλλος σπουδαίος εκείνων των ετών, ο Μπράιαν Κλαφ.

Ο Ρέβι υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μεσοεπιθετικούς στην Αγγλία και όταν ανέλαβε τα ηνία της Λιντς (το 1961) τα «παγώνια» δεν είχαν κερδίσει κανένα σπουδαίο τρόπαιο. Ποτέ. Με αυτόν στον πάγκο και τον Μπίλι Μπρέμνερ ηγέτη στη μεσαία γραμμή η Λιντς ανέβηκε στην μεγάλη κατηγορία και κατέκτησε τα πρωταθλήματα Αγγλίας του ’69 και του ’74. Επίσης κέρδισε το κύπελλο του ’72 και το Λιγκ Καπ του ’68 συμπληρώνοντας όλους τους εγχώριους τίτλους και βρέθηκε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1973, όπου και ηττήθηκε απ’ την σπουδαία Μίλαν. Η «βρώμικη Λιντς» -όπως την αποκαλούσαν οι περισσότεροι δημοσιογράφοι στο Νησί- ήταν το σημείο αναφοράς για πολλά χρόνια στο αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά μετρούσε πολλούς περισσότερους εχθρούς από φίλους. Το παράδοξο βέβαια με εκείνη την ομάδα ήταν πως έπαιζε βρώμικα αν και είχε στις τάξεις της μερικούς εκ των σπουδαιότερων και ποιοτικότερων βρετανών παικτών της εποχής. Το αντιαθλητικό παιχνίδι της, όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, δεν ήταν λοιπόν από ανάγκη αλλά από καθαρή επιλογή του προπονητή και των παικτών της.

Ο Μπρέμνερ φυσικά και δεν ήταν ο ποιοτικότερος σε εκείνη την Λιντς μιας και υπήρχαν παίκτες όπως ο Τζακ Τσάρλτον, ο Έντι Γκρέι, ο Τζό Τζόρνταν και ο Πήτερ Λόριμερ. Ήταν όμως ο αρχηγός. Ο ηγέτης. Μια τεράστια σωματική και ψυχική δύναμη εγκλωβισμένη σε ένα τόσο δα μικρό σώμα. Το μεγαλύτερο σκατόπαιδο που μπορούσες να βρεις στο γήπεδο. Ο τραμπούκος που όταν κοιτάζει οι άλλοι χαμηλώνουν το κεφάλι. Ο αγροίκος θείος που έρχεται στο γιορτινό τραπέζι απ’ το χωριό και τρώει και το τραπεζομάντηλο. Ο παίκτης που δεν τολμούσες να περάσεις με μια περίτεχνη ντρίμπλα και φυσικά αυτός που δεν ήθελες με τίποτα να βρεθεί στο δρόμο σου όταν πας για γκολ, με τις ακονισμένες του τάπες να σε τρυπούν -όχι στα πόδια- αλλά σε ολόκληρο το σώμα. Ένα λυσσασμένο πίτμπουλ -ανεξέλεγκτο εντός των τεσσάρων γραμμών- να «γαβγίζει», να «δαγκώνει» και ενίοτε να χρησιμοποιεί και τις γροθιές του στα πρόσωπα των αντιπάλων, μέσα στα λασπωμένα γήπεδα της εποχής.

Ο Ρέβι απ’ την άλλη, ένιωθε περήφανος για το «δημιούργημά» του και την δική του Λιντς. «Σημασία έχει η νίκη και οι τίτλοι» έλεγε, μεγαλώνοντας κι άλλο την κόντρα με τον λάτρη του «όμορφου παιχνιδιού» Μπράιαν Κλαφ. Μια κόντρα που συνεχίστηκε ακόμα και όταν ο Κλαφ ανέλαβε την Λιντς, την ομάδα που τον μισούσε και την ομάδα που αυτός μισούσε, ίσως στον πιο περίεργο ποδοσφαιρικό «γάμο» που έχει γίνει ποτέ στα χρονικά του αθλήματος.

Αν πρέπει να βρούμε τρεις στιγμές (ανάμεσα σε τόσες πολλές) που να μπορούν να χαρακτηρίσουν -όσο είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο- τον Μπίλι Μπρέμνερ και την φιλοσοφία εκείνης της Λιντς, αυτές δεν είναι άλλες από αυτές που θα διαβάσετε παρακάτω: Tο περιβόητο τάκλιν στον σπουδαίο Ντέιβ Μακάι της Τότεναμ το 1966 στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος. Το δολοφονικό μαρκάρισμα -από πίσω εννοείται- στον κορυφαίο επιθετικό της Τσέλσι Πήτερ Όσγκουντ (γνωστός και ως Μάγος του Ος), το 1970 στον επαναληπτικό του κυπέλλου Αγγλίας. Και φυσικά οι μπουνιές με τον Κέβιν Κίγκαν στο Γουέμπλεϊ στο Charity Shield του 1974, στις 9 Αυγούστου, κόντρα φυσικά στην Λίβερπουλ, με τον Κλαφ στον πάγκο της Λιντς, στο τελευταίο παιχνίδι του Σάνκλι στον πάγκο των «κόκκινων». Ένα ματς-γιορτή που οι Άγγλοι ήθελαν να παρουσιάσουν ως τέτοιο και κατέληξε στο ακριβώς αντίθετο.

Ο Μακάι προέρχονταν από σοβαρό τραυματισμό με τον Μπρέμνερ να του κάνει ένα δυνατό τάκλιν στο πόδι που είχε σπάσει -όχι μία- αλλά δύο φορές. Η αντίδραση του παίκτη της Τότεναμ εννοείται δεν ήταν κόσμια. Η φωτογραφία με τον εκτός εαυτού αμυντικό να έχει πιάσει απ’ την μπλούζα τον Σκοτσέζο, έτοιμος να του κάνει ό,τι κακό μπορεί κάποιος να φανταστεί, θεωρείται στις κλασικότερες εκείνης της περιόδου και όχι μόνο για το αγγλικό ποδόσφαιρο. «Ήθελα να τον σκοτώσω» θα δηλώσει χρόνια αργότερα ο Μακάι «Με χτύπησε επίτηδες στο πόδι που είχα σπάσει δύο φορές. Είναι σίγουρα ο πιο βρώμικος παίκτης που έχω συναντήσει ποτέ στην καριέρα μου». Για πολλά χρόνια μάλιστα ο σπουδαίος αμυντικός υπέγραφε τα αυτόγραφά του πάνω σε αυτή την φωτογραφία, κάτι που όπως είχε δηλώσει, είχε μετανιώσει κατά πολύ στα γεράματά του μιας και θεωρούσε πως με αυτό τον τρόπο έδινε περισσότερη αξία στον Μπρέμνερ. Τον άνθρωπο δηλαδή που είχε μισήσει (και αυτός).

Ο επαναληπτικός του τελικού κυπέλλου του ’70 θεωρείται -καθόλου άδικα- ως ένα απ’ τα βιαιότερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ και παράλληλα απ’ τα καλύτερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ. Μάλιστα σε έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί στην Αγγλία το 1997 για το εν λόγω παιχνίδι ο διαιτητής Ντέιβ Έλερεϊ είχε δηλώσει πως έπρεπε να έχουν βγει συνολικά 12 κίτρινες και 6 κόκκινες κάρτες -σύμφωνα πάντα με το παιχνίδι των ημερών μας.  Πάντως το μαρκάρισμα του Μπρέμνερ συζητιέται ακόμα από τους φίλους και των δύο ομάδων μιας και η λέξη «δολοφονικό» είναι υπερβολικά φτωχή για να το χαρακτηρίσει. Μάλιστα ήταν τέτοια η ένταση εκείνου του αγώνα (που είχε βρει τροπαιούχους τους «μπλε») και τόσο μεγάλη η απογοήτευση για τους παίκτες της Λιντς που ο Τζέφρι Γκριν των The Times είχε γράψει πως: «H Λιντς μοιάζει με την ιστορία του Σίσυφου, που ενώ έχει σπρώξει ένα μεγάλο βράχο -σχεδόν- στην κορυφή ενός ψηλού βουνού, λίγο πριν τον δει να αγγίζει το ψηλότερο σημείο και να στέκεται εκεί, αυτός πέφτει προς την κοιλάδα και πάλι απ’ την αρχή». Όλα αυτά ενώ ο Μπίλι Μπρέμνερ κάπνιζε βουρκωμένος και αμίλητος στην γωνία των αποδυτηρίων. Το ίδιο φυσικά έκαναν και οι περισσότεροι συμπαίκτες του. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή που έβρισκες καπνίζοντες ακόμα και  σε αίθουσες χειρουργείων, πόσο μάλλον αποδυτηρίων.

Το παιχνίδι του ΄74 ανήκει στις 44 μέρες του Κλαφ στην Λιντς και είναι η στιγμή που απέδειξε περίτρανα πως αυτό το πάντρεμα δεν έπρεπε να έχει γίνει ποτέ και για κανένα λόγο. Ο Κλαφ έχοντας αντίπαλο την ομάδα που σέβονταν όσο καμία του ανθρώπου που λάτρευε ως προπονητή, την Λίβερπουλ δηλαδή του Σάνκλι, είχε πει στους παίκτες του πως δεν θέλει να παίξουν βρώμικα και αντιαθλητικά ως δείγμα σεβασμού στον σπουδαίο Σκοτσέζο προπονητή και την ομάδα του. Φυσικά ο Μπρέμνερ και η παρέα του βρήκαν την κατάλληλη στιγμή για να δείξουν στον προπονητή τους πως ούτε τον σέβονται αλλά και ούτε και τον δέχονται ως προπονητή τους, επιλέγοντας αντί για ποδόσφαιρο να παρουσιάσουν την αγαπημένη τους κλωτσοπατινάδα εις διπλούν (και βάλε), ρεζιλεύοντας έτσι τον Κλαφ μπροστά στο ίνδαλμά του και σε ολόκληρο το κοινό της Αγγλίας που περίμενε μια σπουδαία ποδοσφαιρική παράσταση. Ο παίκτης που κυρίως στόχευαν ήταν ο αστέρας της Λίβερπουλ, Κέβιν Κίγκαν και σκοπός τους ήταν να τον νευριάσουν πριν φυσικά τον αποτελειώσουν με κάποιο fatality δυνατό μαρκάρισμα. Όπερ και εγένετο στο 60′ με το παιχνίδι να διακόπτεται και να μετατρέπεται σε ρινγκ.

O Τζόνι Τζάιλς της Λιντς θα κάνει πρώτος ένα αντιαθλητικό μαρκάρισμα στον Κίγκαν (και θα ανάψει την σπίθα) με τον επιθετικό των «κόκκινων» να χτυπά κι αυτός αντιαθλητικά τον Ιρλανδό στην αμέσως επόμενη φάση. Ο Τζάιλς ως σωστός Ιρλανδός θα αντιδράσει σαν να βρίσκεται μεθυσμένος σε μπαρ και όχι στο Γουέμπλεϊ και θα γρονθοκοπήσει τον Κίγκαν στο πρόσωπο. Δευτερόλεπτα αργότερα και ενώ η κάμερα δεν είναι πάνω τους, ο Μπρέμνερ και ο Κίγκαν θα την δουν «ΜακΓκρέγκορ-Μέιγουέδερ» και θα αρχίσουν τις μπουνιές. Εννοείται θα αποβληθούν και οι δύο πετώντας τις φανέλες τους στο χόρτο του γηπέδου γεμάτοι απορία (;). Αξίζει να σημειωθεί πως ο Τζάιλς δεν είχε τιμωρηθεί για την μπουνιά στον Κίγκαν (Ιρλανδός γαρ). O Κλαφ θα τιμωρήσει πολλούς από τους βασικούς του μετά το παιχνίδι (που είχε βρει νικήτρια τη Λίβερπουλ) και ουσιαστικά θα «υπογράψει» την απόλυσή του από την ομάδα λίγες μέρες αργότερα.

Στην επικότερη ζωντανή συνέντευξη που έχει γίνει ποτέ -αυτή ανάμεσα στον Ρέβι και τον Κλαφ με «διαιτητή» τον παρουσιαστή Όστιν Μίτσελ- όταν ο Ρέβι θα ρωτήσει τον Κλαφ «Γιατί πήγες στη Λιντς αφού σε μισούν και τους μισείς» ο Κλαφ θα απαντήσει -σε μια στιγμή σύγχυσης αλλά και πλήρης ειλικρίνειας- πως «Πήγα στη Λιντς επειδή μισώ εσένα και ήθελα να κατακτήσω με την ομάδα σου αυτό που εσύ δεν κατάφερες. Το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης». Διαφημίσεις!

Ο Μπρέμνερ το 1985 θα αναλάβει τον πάγκο της Λιντς και θα μείνει στο Έλαντ Ρόουντ μέχρι το ’88 πριν απολυθεί και επιστρέψει στην ομάδα που έφτιαξε το προπονητικό του όνομα, την Ντόνκαστερ. Στη Λιντς θα τον θυμούνται -ως κόουτς- να καλεί κάθε πρωί στο γραφείο του τον Ντέιβ Μπάτι και να τον αναγκάζει να πιει λίγο κρασί με κρόκους αυγών για να δυναμώσει, και να γίνει ο νέος Μπίλι Μπρέμνερ της ομάδας. Περίεργος τύπος ο Μπίλι. To 1997, έχοντας αποσυρθεί απ’ το ποδόσφαιρο, θα αφήσει την τελευταία του πνοή μετά από πνευμονία. Για την Λιντς θα είναι πάντα ο σπουδαιότερος αρχηγός που είχε ποτέ και για την Σκωτία ο άνθρωπος που ηγήθηκε στο Μουντιάλ του 1974 στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας. Για εμάς τους υπόλοιπους θα είναι πάντα ένας απ’ τους σκληρότερους ποδοσφαιριστές που έβγαλε ποτέ το άθλημα, σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο -και δη το αγγλικό- ήταν γεμάτο από δυνατά μαρκαρίσματα και παίκτες που μάτωναν -κυριολεκτικά- τη φανέλα. Τη δική τους φανέλα, αλλά και του αντιπάλου.

Το τέλος της κυριαρχίας των Ούγγρων και η «κατάρα» του Γουάνκντορφ

  [3 Σχόλια]

 

Στις 29 Οκτωβρίου του 1956 η Ουγγρική Χόνβεντ, έχοντας στο τιμόνι τον τεράστιο Ζένο Κάλμαρ, ταξίδεψε στην Βασκωνία για να αγωνιστεί με την Αθλέτικ Μπιλμπάο, για τη φάση των «16» του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Οι Ούγγροι έσφυζαν από ταλέντο. Επίσης είχαν την τύχη να διαθέτουν τρεις εκ των κορυφαίων ποδοσφαιριστών της εποχής. Μιας εποχής γεμάτης από πραγματικά ντελικάτους ποδοσφαιριστές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όπου υπήρχε ποδόσφαιρο. Σε εκείνη την Χόνβεντ -κρατηθείτε- υπήρχαν, και συνεργάζονταν αρμονικά, ο Σάντορ Κόσιτς, ο Ζόλταν Κζίμπορ και ο Φέρεντς Πούσκας. Εννοείται, πως ήταν το μεγάλο φαβορί απέναντι στους Βάσκους, όπως και απέναντι στις περισσότερες ομάδες που υπήρχαν στην διοργάνωση. Πέντε μέρες μετά το ταξίδι, σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Βουδαπέστη για να διαλύσουν την Ουγγρική Επανάσταση. Την αντισοβιετική εξέγερση δηλαδή που είχε ξεκινήσει λίγες μέρες νωρίτερα και είχε ως στόχο την κυβέρνηση της Ουγγαρίας. Τα νέα έφτασαν στο ξενοδοχείο που είχε καταλύσει η Ουγγρική αποστολή πολύ γρήγορα και -όπως ήταν λογικό- δεν χαροποίησαν κανένα μέλος της αποστολής και δεν άφησαν ανεπηρέαστο κανένα ποδοσφαιριστή, με την αναμέτρηση να περνάει σε δεύτερη μοίρα. Όλοι ρωτούσαν αγχωμένοι τι ακριβώς συμβαίνει και αν οι άνθρωποί τους είναι καλά. Αυτή άλλωστε ήταν και η λογική αντίδραση.

Σχεδόν ένα μήνα αργότερα η Χόνβεντ αγωνίστηκε στο Σαν Μαμές και ηττήθηκε με 3-2, με τα τρία μεγάλα αστέρια της να μην θέλουν να επιστρέψουν στην Ουγγαρία και να σκέφτονται ακόμα και να μην αγωνιστούν στη ρεβάνς, μετά τις συνθήκες χάους που είχαν προηγηθεί. Τελικά μετά από πολλές διαπραγματεύσεις, το δεύτερο παιχνίδι (που ήταν στον αέρα), και δεν μπορούσε να γίνει στην Ουγγαρία, έγινε στο Χέιζελ των Βρυξελλών, με τις δύο ομάδες να μένουν στο 3-3 και την Αθλέτικ να παίρνει την πρόκριση. Ο αποκλεισμός αυτός ήταν -ουσιαστικά- και το τέλος της Ουγγρικής κυριαρχίας στο ποδόσφαιρο. Ένα τέλος που ήρθε ξεκάθαρα μέσα από εξωαγωνιστικούς/πολιτικούς παράγοντες. Ακόμα ένα «έργο» λυπηρό (και χιλιοπαιγμένο) κατά του αθλήματος του ποδοσφαίρου (και όχι μόνο).

Σε μια αρκετά δύσκολη περίοδο για την Ουγγαρία και με όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο να βρίσκεται στα πόδια τους, φάνταζε λογικό -οι Ούγγροι σούπερ σταρ- να θέλουν να αφήσουν τη χώρα τους για άλλες, κορυφαίες ομάδες, του εξωτερικού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως  επί Σοβιετικής Ένωσης οι αθλητές δεν είχαν δικαίωμα εξόδου απ’ τη χώρα. Οι αθλητές θεωρούνταν «ερασιτέχνες», δεν είχαν μισθό απ’ την ομάδα τους (παρά μόνο κλειστό «συμβόλαιο» μαζί της) και έπαιρναν τα χρήματα που τους αναλογούσαν, ως στρατιωτικοί. Εννοείται πως οι περισσότεροι δεν είχαν πατήσει ποτέ το πόδι τους σε κάποιο γραφείο στρατιωτικής υπηρεσίας. Ουσιαστικά, για να αγωνιστεί κάποιος σε άλλη χώρα έπρεπε να γίνει πρόσφυγας (και «προδότης»). Οι τρεις ποδοσφαιριστές βρήκαν εν τέλει καταφύγιο στην Ισπανία, εκεί δηλαδή που είχε βρει πρώτος «στέγη», ως πρόσφυγας, ο σπουδαίος Λάσλο Κουμπάλα το 1949, αρνούμενος να μείνει άλλο στην Σταλινική Ουγγαρία, χάνοντας έτσι το δικαίωμα να αγωνίζεται με τα χρώματα της χώρας του (ο Κουμπάλα αγωνίστηκε τόσο με τα χρώματα της Ισπανίας όσο και με αυτά της Καταλωνίας σε μια περίοδο που οι μνήμες απ’ τον Ισπανικό εμφύλιο ήταν ακόμα νωπές και οι «πληγές» δεν είχαν κλείσει – όχι ότι έκλεισαν και ποτέ βέβαια). Ο Κόσιτς και ο Κζίμπορ έγιναν συμπαίκτες του Κουμπάλα (και επαγγελματίες ποδοσφαιριστές) στην Μπαρτσελόνα το ’58 (μετά από απραξία σχεδόν ενός έτους), συνθέτοντας μια μαγική τριπλέτα, απ’ τις κορυφαίες που έχει δει το Καμπ Νου, με τον Πούσκας να γίνεται τελικά κάτοικος Μαδρίτης. Εκεί δηλαδή που συνάντησε τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο και την -σχεδόν- ανίκητη Ρεάλ Μαδρίτης, των πέντε σερί Πρωταθλημάτων Ευρώπης.

Η Ουγγαρία -με τον Γκούσταφ Σέμπες στο τιμόνι- είχε κατακτήσει το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στο Ελσίνκι το 1952 επικρατώντας με 2-0 των Γιουγκοσλάβων, ένα χρόνο αργότερα την πρώτη θέση στο πρωτάθλημα κεντρικής Ευρώπης (ανάμεσα σε χώρες όπως η Ιταλία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, η Ελβετία και η Γιουγκοσλαβία) και φυσικά είχε φτάσει στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου το ’54, τρέχοντας ένα αήττητο σερί 32 αγώνων, πριν η Γερμανία υπογράψει το «Θαύμα της Βέρνης» στο στάδιο Γουάνκντορφ στις 4 Ιουλίου. Η Ουγγαρία εκείνης της περιόδου ήταν η κορυφαία ομάδα και πήγε το ποδόσφαιρο πολλά βήματα μπροστά, χαρίζοντας απίστευτες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις σε όλα τα γήπεδα της Ευρώπης. Η ομάδα που είχε διαλύσει τους ανίκητους -ως τότε Άγγλους- στο Γουέμπλεϊ, η ομάδα που είχε διαλύσει τους Σκοτσέζους μπροστά σε 160.000 κόσμο. Η ομάδα που δεν μπορούσαν να κερδίσουν ούτε οι τέλειοι Σοβιετικοί εκείνων των ετών. Μια ομάδα πολύ μπροστά απ΄την εποχή της, με παίκτες σπάνιας ποδοσφαιρικής ποιότητας. Μια ομάδα που όσα χρόνια και αν περάσουν πάντα θα μνημονεύεται -και θα συγκαταλέγεται- σε αυτές που άλλαξαν το παιχνίδι και έδειξε σε όλους πως πρέπει να παίζεται το ποδόσφαιρο. Πως πρέπει να παίζεται το σωστό ποδόσφαιρο.

                              O Zόλταν Κζίμπορ απέναντι στους Γερμανούς

Δύο μήνες μετά τον χαμένο τελικό από τους Γερμανούς για τον τελικό του Μουντιάλ η Ουγγαρία ξεκίνησε να δίνει και πάλι αγώνες. Το μεγαλύτερο επιθετικό όπλο (και ένα απ’ τα μεγάλα αστέρια της ομάδας) δεν ήταν άλλος από τον Σάντορ Κόσιτς. Ο Κόσιτς είχε κερδίσει το βραβείο του πρώτου σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου του ’54, σκοράροντας 11 τέρματα, μάλιστα στα πρώτα 10 παιχνίδια που έδωσε η Ουγγαρία, μετά την ήττα απ’ τους Γερμανούς, πρόλαβε να ματώσει τα δίχτυα 16 φορές. Για την ιστορία, από το 1948 μέχρι το 1956 που φόρεσε την φανέλα της εθνικής Ουγγαρίας, πρόλαβε να σκοράρει 75 τέρματα σε 69 παιχνίδια, κάτι που εννοείται αποτελεί και ρεκόρ σε ποσοστό γκολ ανά συμμετοχή σε διοργανώσεις της ΦΙΦΑ. Με την φανέλα των «μπλαουγκράνα» πρόλαβε να σκοράρει 42 γκολ σε 75 εμφανίσεις. Φυσικά το καλύτερο ρεκόρ είναι τα 153 γκολ σε 142 εμφανίσεις με τη φανέλα της Χόνβεντ. Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, η υπόθεση-γκολ  ήταν  για τον Κόσιτς κάτι τόσο εύκολο όσο είναι για όλους εμάς να βάλουμε ένα ποτήρι νερό στην βρύση του σπιτιού μας. Ο Κόσιτς παρέα με τον Κζίμπορ και φυσικά τον «παλιό» Λάσλο Κουμπάλα συνέχισαν τα μαγικά τους -όχι με την φανέλα των Μαγυάρων- αλλά με αυτή της Μπαρτσελόνα, έχοντας βάλει ως μεγάλο στόχο την κατάκτηση του κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, όπως έκανε δηλαδή ο άλλος σπουδαίος της πρώην παρέας, ο Πούσκας, με την φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης το 1959 και το 1960.

                                 Κουμπάλα και Πούσκας σε κλάσικο το 1960

Την σεζόν 1960-1961 η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε Μπαρτσελόνα και Ρεάλ να τεθούν αντιμέτωπες για τους «16» του Πρωταθλητριών με τους «μπλαουγκράνα» να παίρνουν και την σπουδαία πρόκριση με συνολικό σκορ 4-3. H μεγάλη ώρα έδειχνε να είχε φτάσει για την Ουγγρική τριάδα της Μπάρτσα που λογάριαζε όμως δίχως έναν άλλο Ούγγρο και δίχως τα «φαντάσματα» του γηπέδου που είχε διεξαχθεί ο τελικός του 1954 κόντρα στους Γερμανούς. Η Μπαρτσελόνα πέρασε την Τσέχικη Σπαρτάκ Hradec στα προημιτελικά και το Αμβούργο στα ημιτελικά, φτάνοντας στον τελικό. Εκεί που θα αντιμετώπιζε δηλαδή την σπουδαία Μπενφίκα του Ούγγρου Μπέλα Γκούτμαν στο στάδιο Γουάνκντορφ της Βέρνης. Εκεί που ο Κόσιτς και ο Κζίμπορ είχαν γνωρίσει την πιο οδυνηρή ήττα της ζωής, τους εφτά χρόνια πριν. Το άγχος τεράστιο μιας και σε κάθε γωνία του γηπέδου έρχονταν οι μνήμες εκείνου του χαμένου τελικού. O Κόσιτς άνοιξε το σκορ στο 21′ με υπέροχη κεφαλιά και ο Κζίμπορ σκόραρε ένα απίστευτο γκολ εκτός περιοχής στο 75′, αλλά τελικά δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την ήττα μιας και το επικό αυτογκόλ του τερματοφύλακα Άντονι Ράμαλετς έκανε  τρία τα γκολ για τους Πορτογάλους. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε και η ατυχία για τους Καταλανούς σε τελικούς, μια ατυχία που σταμάτησε 31 χρόνια μετά στο Γουέμπλεϊ. Στο τέλος της σεζόν ο Κουμπάλα και ο Κζίμπορ άφησαν την Μπαρτσελόνα (με τον Κόσιτς να ακολουθεί τέσσερα χρόνια αργότερα). Ένα χρόνο μετά -το 1967- και ο σπουδαίος Φέρεντς Πούσκας ανακοίνωσε την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, βάζοντας ουσιαστικά τέλος σε μια σπουδαία περίοδο για το Ουγγρικό ποδόσφαιρο.

Ουδείς μπορεί να γνωρίζει τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε διαλυθεί εκείνη η εθνική ομάδα και δεν είχαν σκορπίσει όλοι οι αστέρες της. Ίσως στο Μουντιάλ του 1958 να ήταν όλα διαφορετικά.  Ίσως η Χόνβεντ να είχε κατακτήσει ένα κύπελλο πρωταθλητριών (ίσως και παραπάνω), κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά μιας και η ιστορία έχει ήδη καταγραφεί. Το μόνο σίγουρο είναι πως εκείνη η φουρνιά των Ούγγρων είναι μία ανάμεσα στις κορυφαίες που έχει γνωρίσει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο και είναι σίγουρο πως, πολύ δύσκολα, μια τόσο μικρή χώρα θα ξαναβγάλει -μαζεμένους- τόσους πολλούς κορυφαίους ποδοσφαιριστές. Aπ’ την άλλη το Ουγγρικό ποδόσφαιρο δεν κατάφερε ποτέ ξανά να πρωταγωνιστήσει, μελαγχολώντας τους παλιούς (ρομαντικούς) φίλους του. Μια ποδοσφαιρική μελαγχολία σαν αυτή που προκαλούν -ασυναίσθητα- οι υπέροχες μελωδίες του Ούγγρου συνθέτη Μίχαλι Βιγκ στις ταινίες του Μπέλα Ταρρ. Δεν ξέρω πόσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο «Η Μελαγχολία της Αντίστασης» του Λάσλο Κρασναχορκάι, μα μέσα στις σελίδες του μπορείτε να καταλάβετε (και να δείτε) πολλά για την Ουγγαρία εκείνων των ετών και να καταλάβετε πολλά και για την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που ζούσαν εκεί, εκείνα τα χρόνια. Φυσικά και οι ποδοσφαιριστές -τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια- απλοί άνθρωποι ήταν κι αυτοί.

Ο Κουτίνιο δεν αφήνει την Λίβερπουλ. Αυτή τον διώχνει

  [9 Σχόλια]

Εδώ και σχεδόν ένα μήνα, ίσως και παραπάνω, παρακολουθούμε ένα εντελώς φαιδρό ποδοσφαιρικό σήριαλ. Ένα από αυτά που έχουν λαμπερούς πρωταγωνιστές και συντελεστές  αλλά απ’ την άλλη ρηχό σενάριο και τραγικές -στα όρια του Δελφινάριου- ερμηνείες. Το σήριαλ θα μπορούσε να λέγεται «Κουτίνιο: Εγκλωβισμένος στο Μέλγουντ» αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς δεν έχει κάποιο σπουδαίο τίτλο μέχρι αυτή την ώρα. Σε αυτό το σήριαλ κανένας δεν κάνει σπόιλερς, μιας και όλοι γνωρίζουν το που θα καταλήξουν οι τύχες του νεαρού Βραζιλιάνου πρωταγωνιστή και του Οίκου που αυτός ανήκει. Του ένδοξου αλλά ξεπεσμένου Οίκου των Κόκκινων του Μερσεϊσάιντ. Ενός Οίκου που πλέον δεν τρομάζει μιας και δεν έχει «Δράκους» και «Μάγους», ούτε φυσικά σπουδαίους πολεμιστές, αλλά ένα ταλαιπωρημένο Liverbird για σήμα, παλεύοντας να αναδυθεί στην κορυφή στο Βασίλειο της Πρέμιερ Λιγκ εδώ και 27 σερί χρόνια, έχοντας ως μεγάλο όπλο την ιστορία και τις μνήμες του σπουδαίου στρατηγού Μπιλ Σάνκλι και του Κένι Νταλγκλίς, του πραγματικού Βασιλιά της Αγγλίας. Χωρίς κανένα αποτέλεσμα -εννοείται- μιας και οι άλλοι μεγάλοι Οίκοι έχουν και μάγους και δράκους και καλύτερους στρατιώτες. Έτσι είναι αυτά ας μη γελιόμαστε.

To σήριαλ αποτελεί συνέχεια ενός άλλου καλοκαιρινού σήριαλ. Της «σύμπραξης» Καταλωνίας και Παρισιού με τίτλο «Νεϊμάρ: Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη», με τον πρώην αστέρα της Μπάρτσα σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Εδώ και καιρό τα πάντα ήταν γνωστά σε όλους όσους ασχολούνται έστω και επιφανειακά με το ποδόσφαιρο. Η Παρί θα ολοκλήρωνε την μετακίνηση του αιώνα (μέχρι την επόμενη), φέρνοντας τον Νεϊμάρ στο Παρίσι και το καμάρι της Καταλωνίας θα κάλυπτε αυτό το -τεράστιο- κενό με τον Κουτίνιο, ασχέτως αν πολλοί φίλοι των «κόκκινων» περίμεναν -και περιμένουν ακόμα- να μην ολοκληρωθεί αυτή η μεταγραφή λόγω της αγάπης (;) του Κουτίνιο για το κλαμπ και του γεγονότος πως πλέον αποτελεί τον ηγέτη της ομάδας του Γιούργκεν Κλοπ. Αγάπες, ρομαντισμός και λουλούδια υπήρχαν στο Γούντστοκ. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των εκατομμυρίων και των δεκάδων χορηγών έχουν δώσει τη θέση τους σε άλλα αισθήματα και συναισθήματα.

Για να έχεις τους κορυφαίους παίκτες στο ρόστερ σου θα πρέπει πρώτον να τους έχεις καλοπληρωμένους (αυτό η Λίβερπουλ το κάνει για να είμαι ακριβοδίκαιος). Δεύτερον να τους πλαισιώνεις με άλλους κορυφαίους παίκτες, φτιάχνοντας ένα δυνατό σύνολο μιας και το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό σπορ, και τρίτον να κατακτάς τίτλους. Τους τίτλους τους θέλουν όλοι οι παίκτες. Ασχέτως αν είναι κορυφαίοι ή 10η αλλαγή σε κάποια ομάδα. Από πολλούς φίλους της Λίβερπουλ θεωρείται ασέβεια το γεγονός πως ο Κουτίνιο ζήτησε επισήμως μεταγραφή στην Μπάρτσα αλλά δεν θεωρείται ασέβεια προς το κλαμπ -και την ιστορία του- το γεγονός πως η διοίκηση της ομάδας και ο προπονητής δεν μπορούν να φέρουν κορυφαίους παίκτες εδώ και χρόνια, χάνουν όλους τους αστέρες που διαθέτουν και -το χειρότερο- πλαισιώνουν τους όποιους αστέρες διαθέτουν με μετριότατους ποδοσφαιριστές. Αυτό το τελευταίο θα έπρεπε να προβληματίζει -και πολύ μάλιστα- όλους τους φίλους της Λίβερπουλ κατά την ταπεινή μου πάντα γνώμη.

Οι κορυφαίοι παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα της Λίβερπουλ τα τελευταία χρόνια είναι ο Μάικλ -προδότης- Όουεν, ο Στίβεν Τζέραρντ, ο Χαβιέ ο Μασκεράνο, ο λατρεμένος του γυναικείου κοινού Τσάμπι Αλόνσο, ο Φερνάντο Τόρες, ο Λουίς Σουάρεζ και ο Φίλλιπας ο Κουτίνιο. Οι πιο μερακλήδες ίσως βάζουν σε αυτή τη λίστα και τον Ραχίμ τον Στέρλινγκ (εγώ όχι). Η ομάδα πλην του Τζέραρντ δεν μπόρεσε να κρατήσει κανέναν και όλοι -μα όλοι- πουλήθηκαν σε άλλες κορυφαίες ομάδες (για πολλά εκατομμύρια λίρες) έχοντας στο μυαλό τους να κατακτήσουν τίτλους. Κάτι που -δυστυχώς- δεν μπορούσαν να κάνουν στο Άνφιλντ. Σχεδόν όλοι τα κατάφεραν. Εννοείται πως και ο Κουτίνιο θέλει να κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Άδικο δεν του ρίχνω. Η Λίβερπουλ τα τελευταία 11 χρόνια (μετά την κατάκτηση του Κυπέλλου Αγγλίας το 2006) έχει κατακτήσει μόνο ένα Λιγκ Καπ (το 2012 κόντρα στην Κάρντιφ στα πέναλτι) και έχει δει όλους τους σπουδαίους παίκτες της, σε αυτό το διάστημα, να μην κατακτούν τίποτα (όπως ο Φερνάντο Τόρες που έφυγε για την Τσέλσι άτιτλος) ή σχεδόν τίποτα (όπως ο Σουάρεζ που κέρδισε μόνο το Λιγκ Καπ το 2012).

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το κλάμα του Ουρουγουανού σούπερ σταρ μετά από εκείνο το 3-3 στην έδρα της Κρίσταλ Πάλας το 2014 όταν χάθηκαν και οι τελευταίες πιθανότητες για το πρωτάθλημα; Εκείνο το κλάμα ήταν κλάμα απόγνωσης, σαν να έλεγε στους συμπαίκτες του «Κάντε κάτι και εσείς ρε μάγκες, σας παρακαλώ δηλαδή». Μαζί του είχαμε κλάψει όλοι όσοι είχαμε πιστέψει σε εκείνο το πρωτάθλημα. Εννοείται -λίγο καιρό μετά- έφυγε για την Βαρκελώνη σαρώνοντας τους τίτλους. Και πολύ καλά έκανε. Η απάντηση της διοίκησης της Λίβερπουλ για να καλυφτεί το κενό του ήταν ο Μάριο Μπαλοτέλι και ο 33χρόνος Ρίκι Λάμπερτ της Σαουθάμπτον. Μη γελάτε σας παρακαλώ. Φέτος απ’ την άλλη, ο Κουτίνιο -έχοντας τον ρόλο του ηγέτη- είδε να έρχονται παίκτες όπως ο Ρόμπερτσον της Χαλ, για το αριστερό άκρο της άμυνας, και ο Σαλάχ της Ρόμα, για την επίθεση, με την ομάδα να δέχεται συνεχώς αρνητικές απαντήσεις για τους Κεϊτά (αμυντικός μέσος της Λειψίας) και Φαν Ντάικ (στόπερ της Σαουθάμπτον), με την Μπάρτσα να του ζεσταίνει την φανέλα βασικού. Που είναι το περίεργο στο να θέλει να αφήσει το Άνφιλντ για το Καμπ Νου;

Αυτό που επίσης μου προκαλεί απογοήτευση -και μεγάλη μάλιστα- για κάτι καλό τη φετινή σεζόν είναι ο Γιούργκεν Κλοπ. Προσωπικά ήθελα πολύ τον Γερμανό στο Άνφιλντ και το είχα γράψει μήνες πριν ανακοινωθεί αλλά πλέον βλέπω πως συνεχίζει και αυτός στην ίδια λογική όπως όλοι οι προκάτοχοί του. Δίχως τους μεγάλους σταρ, δίχως να μπορεί να κρατήσει τους ηγέτες και δίχως να κερδίζει τίτλους (μην ξεχνάμε πως ο Κλοπ πρόπερσι έχασε δύο τελικούς). Σίγουρα έχει αλλάξει πολλά προς το καλύτερο, είναι σίγουρα ένας εξαιρετικός και σύγχρονος προπονητής, αλλά δεν βλέπω να μπορεί μαζί του να γίνει και φέτος καμία υπέρβαση, όσο κι αν είμαστε ακόμα στην αρχή της σεζόν, αν δεν έρθουν κάποιοι παίκτες απ’ το πρώτο ράφι.

Ο Κουτίνιο θα φύγει και ειλικρινά δεν μπορώ να σκεφτώ ποιος θα είναι ο αντικαταστάτης και πως θα μεταμορφωθεί άμεσα σε ηγέτη της ομάδας. Επίσης πρέπει να δούμε πόσο θα επηρεάσει όλο αυτό, θετικά ή αρνητικά, τις ισορροπίες μιας ομάδας που δεν φαίνεται να πατάει καθόλου καλά (το είδαμε άλλωστε τόσο στην πρεμιέρα με τη Γουότφορντ όσο και στην έδρα της Χοφενχάιμ) ούτε στη φετινή αφετηρία μιας σεζόν που αναμένεται αρκετά δύσκολη. Αν απ’ την άλλη ανατραπούν όλα τα δεδομένα και ο Κουτίνιο μείνει -χωρίς να το επιθυμεί- δεν ξέρω αν αυτό θα είναι καλό για την ομάδα αλλά και για τον ίδιο. Θεωρώ πως όχι. «Nothin’ had changed» δήλωσε πριν μερικές ώρες ο Κλοπ για το θέμα. Μια δήλωση που θα μπορούσε να περιγράφει ολόκληρη την πολιτική της ομάδας τα τελευταία χρόνια.

Πέντε πρωταθλητές Αγγλίας που δεν θυμάται κανείς

  [5 Σχόλια]

«Το πρωτάθλημα μπορεί να το κατακτήσει ο οποιοσδήποτε. Την ‘κορυφή’ στις συνειδήσεις των φιλάθλων ελάχιστοι». Αυτή είναι μια φράση που δεν απέχει καθόλου από την ποδοσφαιρική πραγματικότητα. Στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου (όπως και του παγκόσμιου) έχουν υπάρξει κορυφαίοι παίκτες που δεν κατέκτησαν ποτέ το εγχώριο πρωτάθλημα. Αυτό συνέβη φυσικά με τον Στίβεν Τζέραρντ και τον Ρόμπι Φάουλερ και παλιότερα με μύθους όπως ο Μπόμπι Μουρ, ο Τζόνι Χέινς και φυσικά ο Σερ Στάνλεϊ Μάθιους. Από την άλλη, μετάλλια πρωταθλητή έχουν στη συλλογή τους πολλοί παίκτες που δεν θυμάται -σχεδόν- κανείς. Με την ευκαιρία της έναρξης της νέας Πρέμιερ Λιγκ, θα ασχοληθούμε με τις κορυφαίες περιπτώσεις παικτών, που αν και δεν είχαν σημαντική προσφορά για τις ομάδες τους, «τσέπωσαν» το μετάλλιο του πρωταθλητή -σχεδόν- απ’ το «παράθυρο». Να τονίσω πως μέχρι το καλοκαίρι του 2013 οι ελάχιστες συμμετοχές για να πάρει κάποιος το μετάλλιο του πρωταθλητή για την Πρέμιερ Λιγκ δεν ήταν οι πέντε (5) αλλά οι δέκα (10), στερώντας από πάρα πολλούς αυτή τη χαρά.

Ρόνι Γουολγουόρκ (πρωταθλητής με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2001)

O Γουολγουόρκ ανήκει σε μια κατηγορία παικτών που αμφιβάλλω αν θυμάται ακόμα και ο πιο φανατικός οπαδός της ομάδας των Red Devils. Κλασική περίπτωση βρετανικού «χορτοκοπτικού» αμυντικού μέσου που δεν άξιζε -και δεν έκανε- καμία σπουδαία καριέρα. Τα χρόνια που άνηκε στην ομάδα του Σερ Άλεξ δίνονταν δανεικός δεξιά και αριστερά -κυρίως- σε ομάδες μικρότερων κατηγοριών, περιμένοντας την ευκαιρία από τον σπουδαίο Σκωτσέζο μάνατζερ για  να μείνει μια ολόκληρη σεζόν στο Ολντ Τράφορντ. Αυτή ήρθε το καλοκαίρι του 2000. Ο Φέργκιουσον τον πίστεψε και τον κράτησε, με τον παίκτη να πατάει χορτάρι 12 φορές (τέσσερις ως βασικός και οχτώ ως αλλαγή) και τελικά να παίρνει το μετάλλιο του πρωταθλητή το Μάη. Το 2002 έφυγε για την Γουέστ Μπρομ και το 2011 πέρασε 15 μήνες στη φυλακή, όταν και βρέθηκε μπλεγμένος σε υπόθεση με κλεμμένα αυτοκίνητα. Τον θυμήθηκε κανείς;

Γίρι Γιάροσικ (πρωταθλητής με την Τσέλσι το 2005)

Τον Γενάρη του 2005 ο Ζοσέ Μουρίνιο ήθελε να ενισχύσει την Τσέλσι και στο πρόσωπο του διεθνή Τσέχου της ΤΣΣΚΑ είδε τον κατάλληλο άνθρωπο. Η μεταγραφή άγγιξε το ποσό των τριών εκατομμυρίων λιρών και ο Γιάροσικ έγινε κάτοικος Λονδίνου. Οι 14 συμμετοχές του τού έδωσαν το δικαίωμα να βάλει στην συλλογή του το μετάλλιο του πρωταθλητή Αγγλίας αλλά -ουσιαστικά- δεν έπεισαν ποτέ τον προπονητή του που, πολύ γρήγορα, κατάλαβε το μεγάλο του λάθος. Η έλευση του Εσιέν το επόμενο καλοκαίρι, άφησε τον Τσέχο ουσιαστικά εκτός rotation και τον έστειλε στην Μπέρμινγχαμ, όπου και βρήκε πάλι την χαμένη του φόρμα. Θεωρείται -και είναι- στις χειρότερες μεταγραφικές επιλογές (που δεν είναι και λίγες) που έχει κάνει ποτέ ο Πορτογάλος προπονητής.

Μάικ Νιούελ (πρωταθλητής με την Μπλάκμπερν το 1995)

O Νιούελ ξεκίνησε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στην ακαδημία της Λίβερπουλ, σε μια περίοδο που οι «κόκκινοι» ήταν η καλύτερη ομάδα στην Ευρώπη. Ψηλός και δυνατός, ένας επιθετικός παλαιάς κοπής που εν τέλει δεν κατάφερε να βρει χώρο στην σπουδαία Λίβερπουλ εκείνων των ετών. Ακολούθησε μια καριέρα σε πάρα πολλές μικρομεσαίες ομάδες της Αγγλίας, πριν καταλήξει στην Μπλάκμπερν. Τη σεζόν ’94-’95 ο Νιούελ δεν μπόρεσε να πάρει πολλές ευκαιρίες στα «ρόδα» μιας και το δίδυμο της επίθεσης, ο Άλαν Σίρερ και ο Κρις Σάτον, δεν άλλαζε σχεδόν ποτέ. Ένα δίδυμο που παρέα με τον Τιμ Σέργουντ, οδήγησε την ομάδα του Νταλγκλίς σε ένα μυθικό πρωτάθλημα. Συνολικά μέτρησε 10 συμμετοχές (τις δύο ως βασικός) και κατάφερε να πάρει το μετάλλιο. Οι φίλοι της ομάδας θα τον θυμούνται πάντα για το χατ-τρικ που είχε σκοράρει απέναντι στη Ρόζενμποργκ για το Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν ’95-’96, ένα χατ-τρικ που είχε έρθει σε 9 μόλις λεπτά και κατείχε το ρεκόρ -για το γρηγορότερο χατ τρικ- μέχρι το 2012 όταν και το έσπασε ο Γκομίς της Λυών. Στα αξιοσημείωτα το γεγονός πως μόνο 14 παίκτες εκείνης της Μπλάκμπερν είχαν πάρει μετάλλιο πρωταθλητή, σε μια εντεκάδα που δεν άλλαζε -σχεδόν- ποτέ.

Λούκ Τσάντγουϊκ (πρωταθλητής με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2001)

Πραγματικά από τους χειρότερους παίκτες που θυμόμαστε να έχουν φορέσει τη φανέλα της Γιουνάιτεντ στα χρόνια του Φέργκιουσον. Μπροστά του ο Τζον Ο’ Σέι είναι ένα κράμα Αντρές Ινιέστα και Λούκα Μόντριτς. Υπερβολή; Καθόλου. Τη σεζόν 2000/2001 κατάφερε τελικά να βρει χώρο στο Ολντ Τράφορντ και να μετρήσει συνολικά 16 συμμετοχές, τις περισσότερες -εννοείται- ως αλλαγή. Σε δύο από αυτές  ο Τσάντγουϊκ κατάφερε να σκοράρει και δύο τέρματα, ένα κόντρα στην Μπράντφορντ και ένα κόντρα στη Λιντς, και κάπως έτσι έγραψε κι αυτός το όνομά του στο 14ο πρωτάθλημα της ομάδας. Μετά το Μάντσεστερ συνέχισε να ταλαιπωρεί το ποδόσφαιρο για πολλά χρόνια, πριν βάλει οριστικά τέλος στην «πλούσια» καριέρα του στην Soham Town Rangers, το καλοκαίρι του 2016.

Ζερεμί Αλαντιέρ (πρωταθλητής με την Άρσεναλ το 2004)

Ο Γάλλος επιθετικός ήταν σίγουρα μεγάλο ταλέντο -ο Βενγκέρ τον είχε φέρει στην Άρσεναλ το 1999 σε ηλικία 16 ετών- αλλά οι τραυματισμοί και το γεγονός πως είχε να συναγωνιστεί σπουδαίους επιθετικούς εκείνα τα χρόνια στους «κανονιέρηδες» (όπως ο Μπέργκαμπ και ο Ανρί), του στέρησαν (ίσως) μια πολύ καλύτερη καριέρα. Τη σεζόν 2003/2004 η Άρσεναλ κέρδισε το ιστορικό της αήττητο πρωτάθλημα και ο Αλαντιέρ θα έχει να καυχιέται πως υπήρξε κι αυτός μέλος εκείνης της ομάδας. Μιας ομάδας που είχε -κυριολεκτικά- αγγίξει το τέλειο. Ο νεαρός Γάλλος είχε μετρήσει συνολικά 10 συμμετοχές (χωρίς να σκοράρει κάποιο τέρμα) και κάπως έτσι έβαλε στην «συλλογή» του το ιστορικό μετάλλιο του μοναδικού αήττητου πρωταθλήματος στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Αυτό είναι και το μοναδικό μετάλλιο που κέρδισε ποτέ στην καριέρα του. Στις μέρες μας -στα 34 του- συνεχίζει στη Γαλλία με τα χρώματα της Λοριάν.

Η οργανωμένη αταξία του Mπορίς Αρκάντιεφ

  [Καθόλου σχόλια]

Το κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω δεν είναι δικό μου. Σερφάροντας στο διαδίκτυο, έπεσα τυχαία πάνω του και κυριολεκτικά με ρούφηξε λέξη προς λέξη. Ιστορικά η περίοδος που αναφέρεται είναι από τις πιο σημαντικές για την σύγχρονη ανθρωπότητα και -προσωπικά- λατρεύω να διαβάζω και να μαθαίνω γι’ αυτή. Κάπως έτσι, αποφάσισα να κάνω μια προσπάθεια να το μεταφράσω (προσθέτοντας και μερικά δικά μου -ελάχιστα- λόγια) γιατί θεώρησα πως αξίζει να διαβαστεί και από ανθρώπους που δεν θα έμπαιναν στον κόπο να το διαβάσουν στα αγγλικά, κι απ’ την άλλη σκέφτηκα πως θα ήταν πολύ καλό να υπάρχει κάπου. Ο τρόπος γραφής του είναι απολαυστικός και ελπίζω να κατάφερα, έστω και στο ελάχιστο, να σας μεταφέρω το νόημά του.

Στο μεσοδιάστημα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων οι χώρες της Δύσης ήρθαν αντιμέτωπες με μία μεγάλη κρίση. Μία διπλή κρίση για την ακρίβεια. Από τη μία ήταν ο παγκόσμιος καπιταλισμός και από την άλλη η επιβίωση από την κοινοβουλευτική δημοκρατία. To μέλλον του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος -ξαφνικά- έδειχνε αβέβαιο και για πολλούς οικονομικούς αναλυτές φάνταζε ως απόλυτα μη βιώσιμο. Σε πολλά μέτωπα -πολιτικά, οικονομικά και επιστημονικά- μάλιστα φάνταζε ως ηττημένο. Η Ιταλία, η Γερμανία και η Ισπανία υπέκυψαν στο φασισμό. Μπροστά σε αυτή τη σκοτεινή απειλή που κατάπινε την Ευρώπη, η ΕΣΣΔ ανέλαβε αυτό που ίσως ήταν το πιο φιλόδοξο πρότζεκτ στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Το πρόγραμμα των πρώτων πέντε ετών (1928-1932). Ένα πρόγραμμα που μετέτρεψε τη Σοβιετική Ένωση σε υπερδύναμη.

Το 1918, εν μέσω του Εμφυλίου Πολέμου, o ποιητής Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι έγραψε το «Ανοικτό Γράμμα προς τους Εργάτες» (την περίοδο εκείνη ο Μαγιακόφσκι βρίσκονταν στη Μόσχα όπου δούλευε στο ρωσικό πρακτορείο τηλεγραφίας). Εκεί αναφέρει: «Οι φωτιές του πολέμου και της επανάστασης έχουν ρημάξει τόσο τις πόλεις μας όσο και τις ψυχές μας. Τα μεγαλειώδη παλάτια του χθες στέκονται σαν καμμένοι σκελετοί. Οι κατεστραμμένες πόλεις περιμένουν να ξαναχτιστούν. Σε εσάς που δέχεστε την κληρονομιά της Ρωσίας, σε εσάς που αύριο (όπως πιστεύω) θα γίνετε οι κυρίαρχοι όλου του κόσμου, θα κάνω μια ερώτηση: Με τι υλικά φαντάζεστε πως θα καλύψετε τις φωτιές του χθες και πως θα δημιουργήσετε ξανά το σήμερα;» Για τους μοντέρνους και αβάν-γκαρντ αρχιτέκτονες, το πελώριο μπάτζετ που είχαν να διαχειριστούν ήταν μια ευκαιρία να κατανοήσουν πλήρως το όραμά τους και να το υλοποιήσουν στο σύνολό του. Εν μέσω της επανάστασης, του οικονομικού μαρασμού, της πολιτικής αβεβαιότητας και της κατάρρευσης του παλιού κόσμου, οι μοντερνιστές ένιωθαν ότι είχε γίνει πραγματικότητα η μεγαλύτερή τους ευχή. Να φτιάξουν δηλαδή μια νέα κοινωνία από την αρχή, χτίζοντας από τις στάχτες. H ουτοπία δεν ήταν πια ουτοπία και το παραμύθι έδειχνε να γίνεται πραγματικότητα.

Την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου οι αβάν-γκαρντ καλλιτέχνες, όπως είναι λογικό, γνώρισαν περίοδο ακμής και στάθηκαν δίπλα στο λαό. Ο αρχιτέκτονας Νικολάι Κόλλι-για παράδειγμα, έφτιαξε ένα γλυπτό που απεικόνιζε μια κόκκινη σφήνα  να σπάει ένα άσπρο τούβλο. Με αυτό εννοείται συμβόλιζε τον επαναστατικό αγώνα. O Ελ Λισίτσκι απότισε φόρο τιμής για την δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ με μια δημιουργία που είχε διάφορα αιωρούμενα πολύγωνα μπροστά σε ένα κόκκινο κύκλο, επίσης σχεδίασε ένα πόστερ που στις μέρες μας είναι γνωστό με τον τίτλο «Νίκησε τους Λευκούς με την Κόκκινη Σφήνα» για τη νίκη των Μποσελβίκων. Ανάμεσα στο 1928 και το 1937 τα σπουδαιότερα αβάν-γκαρντ μυαλά του κόσμου συγκεντρώθηκαν στη Ρωσία για να δώσουν τα «φώτα» τους στη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που έδειχνε να αλλάζει ριζικά. Όλοι οι καλλιτέχνες της εποχής -και όχι μόνο- πίστευαν πως μέσα από αυτό το νέο περιβάλλον, μπορούσε να αναδυθεί ο νέος, ελεύθερος άνθρωπος (βλ. «Λογοτεχνία και Επανάσταση» του Λέων Τρότσκυ).

O νέος άνθρωπος/έργο του 1920

Την ίδια περίοδο, το ήδη δημοφιλές σπορ του ποδοσφαίρου, συνέχιζε να «μεγαλώνει» και σύντομα, παράλληλα με την αρχιτεκτονική και τη λογοτεχνία, έγινε ένας σημαντικός εκπρόσωπος της κουλτούρας της Σοβιετικής Ρωσίας. Το ποδόσφαιρο στην Τσαρική Ρωσία ήταν σημαντικά επηρεασμένο από το βρετανικό μοντέλο, και μετά την επανάσταση, με τη Σοβιετική Ένωση να βάζει φρένο σε καθετί ξένο, ήταν λογικό να μπει «φρένο» και στις ξενόφερτες τακτικές του ποδοσφαίρου. Εκείνα τα χρόνια όλος ο πλανήτης χρησιμοποιούσε το σύστημα WM του Χέρμπερτ Τσάπμαν και -εννοείται- και στην ΕΣΣΔ οι ομάδες  έπαιζαν με εκείνη την παραλλαγή του 2-3-5. Όλα αυτά άλλαξαν το 1937 όταν, με τον εμφύλιο να μαίνεται στην Ισπανία, η εθνική ομάδα της Βασκωνίας περιόδευσε στη Σοβιετική Ένωση για να βρει χρήματα (και να αποκτήσει εμπειρίες) κατά των φασιστικών δυνάμεων του Φράνκο. Οι Ρώσοι βρέθηκαν μπροστά σε μια τεράστια έκπληξη καθώς είδαν τις ομάδες τους να διαλύονται. Πρώτα ηττήθηκε η Λοκομοτίβ Μόσχας με 5-1, μετά ακολούθησε η ήττα με 2-1 της Δινάμο και τέλος η βαριά ήττα μιας ομάδας Ρώσων επίλεκτων με 7-4.

Εμπνευσμένοι από την περίφημη φράση του Μαγιακόφσκι «Οι δρόμοι πινέλα μας, οι πλατείες παλέτες μας» αρκετοί αβάν-γκαρντ Ρώσοι καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες απέρριψαν την ιδέα της Τέχνης ως κάτι αυτόνομο ενός οργανισμού για λίγους και θέλησαν να «χτίσουν» για κοινωνικούς σκοπούς, βάζοντας -ουσιαστικά- τις Τέχνες στην υπηρεσία της Επανάστασης. Ένας από τους πολλούς καλλιτέχνες που εμπνεύστηκαν από αυτή την κίνηση  (το νέο αυτό «ρεύμα» ονομάστηκε Κονστρουκτιβισμός) ήταν και ο Γερμανός θεατρικός συγγραφέας Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο οποίος για τη σχέση ποδοσφαίρου και επανάστασης κάποτε είχε πει: «Ρίχνουμε τις ελπίδες μας στο κοινό των αθλημάτων. Σε αυτό το αληθινό και τεράστιο «πιάτο» (εννοώντας το γήπεδο). Γεμάτο από 15.000 άντρες και γυναίκες κάθε Τάξης. Του πιο δίκαιου και έξυπνου κοινού στον κόσμο». Όλες οι Τέχνες έδειχναν να πηγαίνουν ολοένα και πιο μπροστά στη Σοβιετική Ένωση και το ποδόσφαιρο δεν μπορούσε να μην ακολουθήσει αυτή την πορεία. Για την ΕΣΣΔ πλέον ήταν ζήτημα τιμής και αυτά τα ποδοσφαιρικά αποτελέσματα είχαν ντροπιάσει τον σοβιετικό εγωισμό και την σοβιετική  κουλτούρα. Από την άλλη, το γεγονός πως έπαιζαν με ξένους αντιπάλους ήταν ο καλύτερος τρόπος για να μπει το σοβιετικό ποδόσφαιρο στον παγκόσμιο χάρτη, όχι όμως από την πλευρά των ηττημένων.

Η Σοβιετική κυβέρνηση δεν μπορούσε να δεχθεί τα ντροπιαστικά αποτελέσματα και άσκησε αμέσως έντονη πίεση στον προπονητή της Σπαρτάκ Μόσχας, Νικολάι Στάροστιν, για να σταματήσει αυτός ο εξευτελισμός και να έρθουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, η Σπαρτάκ ήταν -ίσως- η τελευταία ελπίδα ενός ολόκληρου λαού για να νιώσει δυνατός (και) μέσα από το ποδόσφαιρο. O Στάροστιν έριξε αμέσως βάρος στο ξεπερασμένο σύστημα των Σοβιετικών και έφερε την αλλαγή που χρειαζόταν για να έρθει η νίκη. Για να περιορίσει τον επιθετικό των Βάσκων, τον θρυλικό Ισίντρο Λανγκάρα, ο Στάροστιν έφερε τον κεντρικό του χαφ ανάμεσα στους δύο κεντρικούς αμυντικούς, η Σπαρτάκ είχε δοκιμάσει αυτή την τακτική (παραλλαγή) του WM σε μια περιοδεία στη Νορβηγία και την είχε επαναφέρει -επιτυχώς- μετά από μια ήττα από τη μεγάλη αντίπαλο Δινάμο, οπότε και δεν ήταν μεγάλο το ρίσκο. Τελικά η σκέψη του Στάροστιν έφερε αποτέλεσμα και μάλιστα πολύ γρήγορα μιας και οι Σοβιετικοί διέλυσαν τους Βάσκους με 6-2, με τον Λανγκάρα να είναι μετριότατος σε ολόκληρη την αναμέτρηση. Κάτι έδειχνε να αλλάζει.

Την ίδια περίοδο ο Μπορίς Αρκάντιεφ (παλιός μέσος της Μέταλουργκ Μόσχας) είχε αναλάβει τον πάγκο της Δινάμο Μόσχας το 1936 και, μετά την περιοδεία των Βάσκων, όπως και οι περισσότεροι Ρώσοι προπονητές μπήκε ξανά στη διαδικασία να δει το παιχνίδι από μια νέα οπτική, με μια διαφορετική και πιο σύγχρονη ματιά. Εντωμεταξύ η Σπαρτάκ είχε μάθει πολλά από εκείνη τη νίκη απέναντι στους Βάσκους και εκμεταλλευόμενη και την κακή κατάσταση της Δινάμο (που είχε βρεθεί στη μέση του βαθμολογικού πίνακα) τελικά κέρδισε το πρωτάθλημα του 1938. Ο επικεφαλής της μετέπειτα ΚGB -τότε πολιτικός και επικεφαλής του σοβιετικού μηχανισμού ασφαλείας- Λαβρέντι Μπέρια (και μέγας ευεργέτης της ομάδας εκείνα τα χρόνια) άρχισε να ασκεί πίεση στον Αρκάντιεφ, ζητώντας του, παράλληλα, θετικά  αποτελέσματα. Άμεσα. O Αρκάντιεφ αφού είδε πως δεν μπορούσε να βρει καλύτερους παίκτες, σε εκείνη τη φάση τουλάχιστον, αποφάσισε να ρίξει περισσότερο βάρος στην τακτική και το σύστημα της ομάδας. Κάπως έτσι επέλεξε να πατήσει πάνω στο WM, αλλά να το βελτιώσει όσο αυτό ήταν εφικτό.

Κάπως έτσι τον Φεβρουάριο του 1940 -στο Camp Gagry- άρχισε να δουλεύει με την ομάδα του ώρες ατελείωτες σε θέματα τακτικής και στον τρόπο που ήθελε οι παίκτες του να μάθουν να βλέπουν και να κατανοούν το παιχνίδι. Σύμφωνα με πολλούς παίκτες εκείνης της ομάδας μάλιστα, ήταν σαν να μάθαιναν ένα νέο σπορ. O Αρκάντιεφ είχε διακρίνει πως πολλές ομάδες είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν παίκτες που -καθώς η ομάδα έκανε επίθεση, αυτοί στηριζόμενοι στα εξωπραγματικά τους αθλητικά προσόντα, άφηναν τη θέση τους και βοηθούσαν τους επιθετικούς, ασχέτως αν ήταν αμυντικοί ή μέσοι. Aυτοί οι παίκτες έβγαιναν εκτός συστήματος ομάδας, αλλά κατάφερναν να αναστατώσουν τις αμυντικές τακτικές του αντιπάλου καθώς οι αμυντικοί δεν ήξεραν πως να αντιδράσουν στα πολλά πρόσωπα που ανέβαιναν στην επίθεση, και παράλληλα οι επιθετικοί της ομάδας που είχε την μπάλα, έβλεπαν περισσότερα πρόσωπα για να πασάρουν. «Η επίθεση γέμιζε αλλά τι γίνονταν με την άμυνα» σκέφτηκε πολύ σωστά ο Αρκάντιεφ και  κάπως έτσι πήγε αυτή την τακτική ακόμα πιο μακριά.

Ο Αρκάντιεφ άλλαξε αγωνιστική φιλοσοφία και προσάρμοσε το νέο αυτό στυλ πάνω στις δικές του ιδέες. Παρότρυνε τους παίκτες του να βγαίνουν στην επίθεση όσο περισσότερο μπορούσαν, αλλά το ποδόσφαιρο που παρουσίαζε δεν ήταν αυτό που λέμε φύσιν επιθετικό μιας και ήθελε να προσέχει και τα μετόπισθεν. Και το κατάφερε. Το τέμπο ήταν χαμηλό στη μεγαλύτερη διάρκεια, με πολλές κοντινές πάσες (κάτι σαν το τίκι τάκα των ημερών μας), προσπαθώντας να ανοίξει υπομονετικά τις αντίπαλες άμυνες, και με τα ανεβάσματα των αμυντικών παικτών,  έψαχνε να βρει την κατάλληλη στιγμή -και το κενό- για να χτυπήσει τον αντίπαλο, πετυχαίνοντας γκολ. Φυσικά ο Τύπος της εποχής δεν άργησε να βρει όνομα γι’ αυτό το νέο στυλ παιχνιδιού και το όνομα που του έδωσε ήταν το πλέον χαρακτηριστικό.

Εκείνες λοιπόν τις μέρες του 1940 γεννήθηκε στη Ρωσία η Οργανωμένη Αταξία του Αρκάντιεφ. Οι περισσότεροι αντίπαλοι άρχισαν να παίζουν man to man τους παίκτες της Δινάμο και να κλείνονται όλο και περισσότερο στην άμυνά τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο πανούργος Αρκάντιεφ έβρισκε ολοένα νέους τρόπους για να σπάει όλες τις αμυντικές -τις πολυπρόσωπες αμυντικές- τακτικές των αντιπάλων και είχε μετατρέψει την ομάδα του σε κυρίαρχο του παιχνιδιού. Ο δημοσιογράφος της Daily Expres, Φρανκ Μπάτλερ είχε γράψει για την Δινάμο του Αρκάντιεφ: «Ήταν ένα κινέζικο παζλ να προσπαθείς να ακολουθήσεις εκείνους τους παίκτες, Ήταν μία εδώ και μία εκεί σε πλήρη αρμονία, μα το καλύτερο απ’ όλα ήταν πως κανένας και ποτέ δεν έπεφτε πάνω στον άλλο». Τα σπουδαία αποτελέσματα ήρθαν αρκετά γρήγορα και η Δινάμο στέφθηκε πρωταθλήτρια με μόλις τέσσερις ήττες και +44 στη διαφορά τερμάτων.

Το 1943 ο Αρκάντιεφ ανέλαβε τις τύχες της CDKA (μετέπειτα TΣΣΚΑ Μόσχας) συνεχίζοντας να δουλεύει το σύστημά του και -εννοείται- να το βελτιώνει συνεχώς μέρα με τη μέρα. Ήταν ο πρώτος που «δημιούργησε» τον αμυντικό μέσο που έρχονταν ακριβώς μπροστά από την τριάδα της άμυνας για να δώσει τις απαιτούμενες βοήθειες και ο πρώτος που έφερε ένα εκ των δύο εσωτερικών επιθετικών (ανάλογα με το που ήταν η μπάλα) για να γεμίσει το κενό που άφηνε στο χώρο το βύθισμα του αμυντικού μέσου μπροστά από την άμυνα. Το σύστημα WM του Τσάπμαν είχε εξελιχθεί και είχε γίνει ένα ανίκητο 3-1-2-1-3 στα χέρια του Αρκάντιεφ. Οι ποδοσφαιρικοί αναλυτές της εποχής μάλιστα είχαν γράψει πως ο σπουδαίος προπονητής ήταν ο πρώτος που είχε εφαρμόσει την τετράδα της άμυνας σε πλήρη ευθεία. Ιστορικό και πρωτοποριακό γεγονός για την εποχή.

H επιρροή του Σοβιετικού αβάν-γκαρντ ήταν περισσότερο εμφανές στους κανόνες συμπεριφοράς των ομάδων του Αρκάντιεφ, απ΄όλες τις άλλες ομάδες. Οι παίκτες του μετά από κάθε παιχνίδι έγραφαν κριτική τόσο για τους συμπαίκτες τους όσο και για το άτομό τους, κάτι που τους βοηθούσε να καταλάβουν καλύτερα ο ένας τον άλλο και να αναπτυχθεί μεταξύ τους μια σχέση αγάπης, εκτός της κατανόησης και του σεβασμού. Ο Αρκάντιεφ ήθελε να προπονεί μια ομάδα με όλη τη σημασία της λέξης και όλοι ενωμένοι να δουλεύουν για το σύνολο. «Όλοι αμυνόμαστε-όλοι κάνουμε επίθεση». Αυτός ήταν ο βασικός κανόνας της στρατηγικής του, κάτι σαν το Σοβιετικό κίνημα της αβαντ-γκαρντ εκείνης της εποχής. Εργατικότητα και αποδοτικότητα. Μια ποδοσφαιρικά τέλεια κολεκτίβα.

Καθώς οι Σοβιετικοί μοντερνιστές και αρχιτέκτονες σχεδίαζαν και έχτιζαν σύμφωνα με τις αρχές της λειτουργικότητας, καθώς αυτή ήταν και η βασική ιδέα, ο Αρκάντιεφ εφάρμοζε αυτή την ιδέα στο γήπεδο του ποδοσφαίρου. Ο Άγγλος αρχιτέκτονας Αύγουστος Πουγκίν είχε δηλώσει πως «δεν πρέπει να χτίζονται κτίρια που δεν είναι βολικά και όμορφα» και ο Αρκάντιεφ συμπλήρωσε -ποδοσφαιρικά- αυτή τη φράση λέγοντας πως «ο κάθε παίκτης πρέπει να γνωρίζει ποδόσφαιρο (να είναι «όμορφος» δηλαδή) αλλά να παίζει και για την ομάδα («βολικός»). Για να καταλάβετε καλύτερα την ποδοσφαιρική κολεκτίβα του Αρκάντιεφ αρκεί μια φράση του όταν γνωστός δημοσιογράφος τον είχε ρωτήσει για τον σπουδαίο Άγγλο αρτίστα -και μετρ της ντρίμπλας- Σερ Στάνλεϊ Μάθιους και αν θα ήθελε να τον δει με τη φανέλα της ομάδα του. «Τα τεχνικά  χαρακτηριστικά του είναι απίστευτα αλλά εμείς βάζουμε το σύνολο πρώτα και μετά το άτομο. Δεν διαθέτουμε παίκτη με την τεχνική του αλλά αν τον είχαμε στην ομάδα μας, το σύνολό μας θα υπέφερε από αυτόν».

Τη δεκαετία του 1950 ο Γκούσταβ Σέμπες πάτησε πάνω και στις τακτικές του Αρκάντιεφ  για να φτιάξει την δική του εθνική Ουγγαρίας. Μια ομάδα που θεωρείται -καθόλου άδικα- ως η κορυφαία εκείνης της εποχής. Ο Τύπος βάφτισε εκείνο το πρωτοποριακό ποδόσφαιρο ως Σοσιαλιστικό και αυτός ο χαρακτηρισμός δεν ήταν καθόλου -μα καθόλου- υπερβολικός. Ο Σέμπες δεν είχε διαλέξει τους κορυφαίους παίκτες για να συνθέσει ένα άρτιο σύνολο, αλλά «αυτούς που πάνω τους μπορούσε να φτιάξει την καλύτερη ομάδα». Αυτή του η φράση έγινε πολλά χρόνια αργότερα το «ευαγγέλιο» του σπουδαίου Γιόχαν Κρόιφ, όταν δημιούργησε την δική του dream team στην Καταλωνία – «δώστε μου τον καλύτερο σε κάθε θέση και τότε θα έχω τις 11 καλύτερες μονάδες αλλά όχι την καλύτερη ομάδα» είχε πει ο «ιπτάμενος» Ολλανδός. Η Ουγγαρία έμεινε αήττητη για σχεδόν 5 χρόνια και στις 25 Νοεμβρίου του ’53 διέλυσε στο κατάμεστο Γουέμπλεϊ την Αγγλία με 6-3, βάζοντας ουσιαστικά τέλος στο «αρχαίο σύστημα» WM του Τσάπμαν που οι Άγγλοι χρησιμοποιούσαν για σχεδόν 20 χρόνια, νομίζοντας πως είναι οι κορυφαίοι στον πλανήτη, παίζοντας αποκλειστικά με τις υπόλοιπες ομάδες του Νησιού.

Μετά τον πόλεμο και την περιοδεία της Δινάμο στα γήπεδα της Αγγλίας, ο Μπράιν Λέστερ Γκλάνβιλ (συγγραφέας και ποδοσφαιρικός αρθρογράφος) έγραψε: «Από την αρχή ως το τέλος το ποδόσφαιρό τους ήταν τέλειο. Ένας θρίαμβος του Σοσιαλισμού κόντρα στον ατομικισμό. Η μπάλα δεν ήταν ποτέ στα πόδια ενός παίκτη αλλά άλλαζε πόδια σωστά και αρμονικά, από τον ένα στον άλλο. Αυτό ήταν χαρακτηριστικό των περισσότερων Σοβιετικών ομάδων εκείνες τις μέρες.» Όπως η αριστερή αβάν-γκαρντ έψαχνε να καταστρέψει όλη τη μπουρζουαζία και τις τέχνες που είχε γεννήσει η Φεουδαρχία, έτσι και οι Ρώσοι προπονητές χρησιμοποιούσαν παρόμοιες αρχές για να φέρουν μια νέα αίσθηση ελευθερίας απέναντι στις δογματικές ποδοσφαιρικές τακτικές του παρελθόντος, με το αποτέλεσμα να τους δικαιώνει. Το επόμενο μεγάλο βήμα για το ποδόσφαιρο ήρθε το 1965, όταν ένας πρώην επιθετικός ανέλαβε τις τύχες του Άγιαξ. Ήταν ένας Ολλανδός, φανερά επηρεασμένος από την Ουγγαρία του Σέμπες και το Φουτουριστικό ποδόσφαιρο του Λομπανόφσκι. To όνομά του ήταν Ρίνους Μίχελς.

Πηγή: Red Soccer του Shirsho Dasgupta

(Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των Social Waste)

Φάας Βίλκες: O ατάλαντος ξυλουργός και η τέχνη του γκολ (και της ντρίμπλας)

  [3 Σχόλια]

Ολλανδία. Άμστερνταμ και Ρότερνταμ. Το περίφημο Coffee Shop «The Bulldog» και τα χιλιάδες ποδήλατα. Η περίφημη ντρίμπλα του Γιόχαν Κρόιφ κόντρα στη Σουηδία το ’74. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο των «Οράνιε» και του Αίαντα στα 70s. Ο Νέσκενς και ο Άρι Χάαν. Ο «δάσκαλος» Ρίνους Μίχελς και εκείνο το ασύλληπτο 4-3-3. Το γκολ του Φαν Μπάστεν κόντρα στους εξωπραγματικούς Σοβιετικούς του Λομπανόφσκι, το 1988. Ο Γκούλιτ, ο Ράικαρντ και ο Κούμαν. Ο Ντένις Μπέργκαμπ και ο Άριεν Ρόμπεν πολύ αργότερα. Το ποίημα «Στο Λιμάνι του Άμστερνταμ» του Ζακ Μπρελ που διασκεύασε και έκανε υπέροχο τραγούδι ο Ντέιβιντ Μπόουι και φυσικά ο Ρέμπραντ και ο Βαν Γκογκ με τους αριστουργηματικούς πίνακές τους. Κάτι ξεχνάμε όμως οι περισσότεροι -ή ίσως αγνοούμε- όταν μιλάμε για τη χώρα της τουλίπας και τα όμορφα πράγματα που αυτή μας χάρισε (ή αναφορές σε αυτή). Ποιο είναι αυτό; Μα φυσικά ο ποδοσφαιριστής Σέρφαας Βίλκες. Ένας από τους πρώτους μεγάλους αρτίστες που έβγαλε το ολλανδικό ποδόσφαιρο και που αποτέλεσε μαζί με τους Γκέριτ Κάιζερ, Μπεπ Μπάκχους και Γκέριτ Βρέκεν τα πρώτα εξαγώγιμα ποδοσφαιρικά «προϊόντα», σε μια εποχή που εκτός συνόρων κάθε χώρας έβγαιναν αποκλειστικά και μόνο οι κορυφαίοι, μιας και μιλάμε για τα τέλη του 1940.

O Βίλκες γεννήθηκε το 1923 στο Ρότερνταμ και πρωτοέπαιξε ποδόσφαιρο στην ομάδα της γεννέτειράς του, RFC Xerxes, υπογράφοντας μάλιστα το πρώτο του συμβόλαιο λίγο μετά αφότου έκλεισε τα 18 του έτη. Παράλληλα βοηθούσε τον πατέρα του στην οικογενειακή τους επιχείρηση. Ο πατέρας του «Φάας» -όπως ήταν το προσωνύμιο του νεαρού- ήταν ξυλουργός και με τον πόλεμο να μαίνεται σε ολόκληρο τον κόσμο (βρισκόμαστε άλλωστε στο 1941), αυτό που ήθελε από τον γιο του ήταν να τον δει όχι να πετυχαίνει στο ποδόσφαιρο αλλά απλά να επιβιώνει, προσπαθώντας να ζήσει αξιοπρεπώς. Η ζωή του νεαρού -ευτυχώς- δεν ήταν γραφτό να κυλήσει σε ένα ξυλουργείο (ταλέντο ξυλουργού άλλωστε ο Φάας δεν είχε) μα στα καλύτερα ποδοσφαιρικά γήπεδα της εποχής, με τον Βίλκες να φορτώνει τα αντίπαλα δίχτυα με δεκάδες γκολ και να ζαλίζει τους αντιπάλους αμυντικούς με τις περίτεχνες του ντρίμπλες. Ο Βίλκες σκόραρε το πρώτο του τέρμα στο ντεμπούτο του ως ποδοσφαιριστής, σε ένα 6-0 επί της Γκούντα εκτός έδρας, και πολύ σύντομα απέδειξε πως τα σύνορα της μικρής Ολλανδίας δεν ήταν ικανά να κρατήσουν το ποδοσφαιρικό του ταλέντο και την «ερωτική» σχέση που είχε συνάψει με τα αντίπαλα δίχτυα. Όλα αυτά φυσικά με το τέλος του πολέμου, όταν και ξεκίνησαν πάλι τα εθνικά πρωταθλήματα το 1945. Από το ’41 ως και το ’45 ως γνωστόν- δεν υπήρχαν επίσημοι αγώνες και πρωταθλήματα.

Παρέα με τους σπουδαίους αρτίστες, Αμπέλ Λένστρα και Κίις Ράιβερς, δημιούργησαν στο Ρότερνταμ αυτό που ονομάστηκε από τους δημοσιογράφους της εποχής ως «Η χρυσή επιθετική τριάδα». Μια «θανατηφόρα τριπλέτα» που στο μυαλό της υπήρχε μόνο ένα πράγμα: To γκολ. Τα τέρματα μπορεί να έπεφταν βροχή αλλά η ομάδα δεν μπορούσε να κάνει με τίποτα την υπέρβαση και να κατακτήσει το πρωτάθλημα, ούτε καν να το διεκδικήσει, και ήταν θέμα χρόνου οι τύχες των τριών αυτών σούπερ σταρ να χωρίσουν για άλλες πολιτείες (και χώρες). Παράλληλα ο Βίλκες ήταν και η αιχμή του δόρατος στην επίθεση της εθνικής Ολλανδίας. Στο ντεμπούτο του μάλιστα με το Λουξεμβούργο είχε σκοράρει τέσσερα τέρματα, στη νίκη με 6-2, και συνέχισε με χατ-τρικ απέναντι στο Βέλγιο. Αυτά τα δύο αποτελέσματα έστειλαν τους «Οράνιε» στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1948 στο Λονδίνο, εκεί που ολόκληρη η Ευρώπη -και ο κόσμος- έμαθε για τα καλά το όνομα του σπουδαίου επιθετικού από το Ρότερνταμ.

H Ολλανδία μπορεί να αποκλείστηκε από τη Βρετανία, μα τα τέρματα του κόντρα στους οικοδεσπότες αλλά και τους Ιρλανδούς τον βοήθησαν να φτιάξει για τα καλά τη φήμη του στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Ολόκληρος ο παγκόσμιος αθλητικός Τύπος μέσα σε λίγες μέρες είχε αρχίσει να ασχολείται με τον Ολλανδό επιθετικό. Εκείνο το παλικάρι με την απαράμιλλη τεχνική και το φονικό ένστικτο που «χόρευε» τις αντίπαλες άμυνες. Το χρυσό μετάλλιο κατέληξε στους Σουηδούς της «παρέας» Gre-No-Li ή αλλιώς τους Γκούναρ Γκρεν, Γκούναρ Γκρόναλ και Νιλς Λίντχολμ, το μαγικό τρίο της Μίλαν δηλαδή που λίγο αργότερα ο Βιλκες θα έβρισκε ως αντίπαλος, φορώντας τη φανέλα της συμπολίτισσας Ίντερ και χαρίζοντας στο κοινό του Μιλάνου μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις. Ο Ολλανδός βέβαια είχε αποδείξει πως ανήκε στην παγκόσμια ελίτ του ποδοσφαίρου, πανέτοιμος να κατακτήσει ό,τι του αναλογούσε και πολλά περισσότερα από αυτά.

Πολλές ομάδες του εξωτερικού άρχισαν αμέσως να δείχνουν ενδιαφέρον για τον Ολλανδό στράικερ, τον ερασιτέχνη Ολλανδό στράικερ για την ακρίβεια μιας και το ποδόσφαιρο στη χώρα του δεν είχε γίνει ακόμα επαγγελματικό, με πρώτη και καλύτερη την αγγλική Τσάρλτον -σε μια περίοδο που κατακτούσε και διεκδικούσε τίτλους- αλλά και ομάδες από την Ιταλία και την Ισπανία, μικρότερου πάντως βεληνεκούς. Ο Βίλκες τελικά έδωσε τα χέρια με την ομάδα του Μάαστριχτ, δίχως χρήματα παρά μόνο για ένα φορτηγό (!), που θα βοηθούσε την επιχείρηση του πατέρα του να μεγαλώσει. H ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας θεώρησε αυτή την μεταγραφή ως παράνομη μιας και υπήρξε χρηματικό όφελος για τον παίκτη και τιμώρησε τον διεθνή επιθετικό με ένα χρόνο εκτός ποδοσφαίρου για το εθνικό πρωτάθλημα και 5 χρόνια για τη φανέλα με το εθνόσημο. Ο Βίλκες τελικά δεν ολοκλήρωσε την μεταγραφή, επέστρεψε στην πρώην ομάδα του και απάντησε με μια απίστευτη σεζόν στους «επικριτές» του. Το γυαλί πάντως είχε ήδη ραγίσει και όλα έδειχναν πως εκείνη η σεζόν (βρισκόμαστε στο 1950) θα ήταν και η τελευταία του ως παίκτης στα γήπεδα της Ολλανδίας (την περίοδο της top φόρμας του).

Ο Ολλανδός τελικά έφυγε για την Ιταλία και το Μιλάνο για να γίνει παίκτης της Ίντερ. Εκεί παρέα με τον Ούγγρο Ίστβαν Νάιερς και τον Ιταλό Αμαντέο Αμαντέι συνέθεσαν μια νέα μαγική τριπλέτα, την απάντηση στην τριπλέτα της Μίλαν Gre-No-Li, ματώνοντας τα αντίπαλα δίχτυα κάθε Κυριακή. Δεν είναι τυχαίο πως στην πρώτη τους σεζόν, όλοι μαζί, σκόραραν 67 τέρματα αλλά δεν κατάφεραν να κερδίσουν το πρωτάθλημα, τερματίζοντας στο -1 από την πρώτη -και μεγάλη αντίπαλο- Μίλαν. Εκείνη τη σεζόν μάλιστα η Ίντερ είχε κάνει μια τεράστια νίκη με 6-5 επί της Μίλαν κι ας είχε βρεθεί να χάνει ακόμα και τρία γκολ διαφορά. Μπροστάρης σε εκείνη τη μυθική ανατροπή εννοείται ήταν ο Βίλκες. Το γεγονός πως δεν μπόρεσε να οδηγήσει την Ίντερ σε κάποιο τίτλο και ο σοβαρός τραυματισμός που είχε στο γόνατο την επόμενη σεζόν τον έστειλαν στην Τορίνο μπας και μπορέσει να ξαναβρεί τη φόρμα του. Δυστυχώς για τον ίδιο ένας νέος τραυματισμός τον έστειλε να δει -σχεδόν- ολόκληρη τη σεζόν 1952-1953 από την εξέδρα.

Έχοντας πατήσει τα 30 και με δύο σοβαρούς τραυματισμούς (σε μια περίοδο που αρκούσε ένας όχι και τόσο σοβαρός τραυματισμός για να βάλει φρένο σε μια καριέρα) δεν ήταν λίγοι αυτοί που θεωρούσαν πως οι καλές μέρες για τον Ολλανδό αρτίστα είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Όλοι φυσικά λογάριαζαν χωρίς τον ίδιο. Ο Βίλκες μίλησε με τη Βαλένθια, τα βρήκε, και τελικά μπήκε στο αεροπλάνο για να γίνει ο νέος ηγέτης των «νυχτερίδων». Τα χρόνια του στο Μεστάγια μάλιστα ήταν τόσο καλά που οι φίλοι του κλαμπ λένε ακόμα πως «Η Ρεάλ είχε τον Ντι Στέφανο, η Μπάρτσα τον Κουμπάλα και εμείς τον Φάας». Η τύχη πάντως τα έφερε έτσι ώστε ο Βίλκες να μην κατακτήσει ούτε με τη Βαλένθια κάποιο τίτλο και τελικά το ’56 να φύγει για τη Βένλο, στη γεννέτειρά του.

Οι καλές μέρες έδειχναν να ανήκουν σιγά-σιγά στο παρελθόν με τον παίκτη πάντως να συνεχίζει να παίζει με την εθνική της χώρας του μέχρι τα 38 του χρόνια κρατώντας μάλιστα το ρεκόρ του πρώτου σκόρερ (με 35 τέρματα) για σχεδόν 40 χρόνια, πριν το σπάσει ο Μπέργκαμπ το 1999 (από τότε ακολούθησε ο Κλάιφερτ με 40 τέρματα, ο Χούντελαρ με 42 και φυσικά ο Φαν Πέρσι με τα 50 του γκολ). To 1964, με τον Βίλκες στην τελευταία του σεζόν, έκανε ντεμπούτο για τον Άγιαξ ένα ψιλόλιγνο παιδάκι με λιγδιασμένο μαλλί και ένα αέρινο στυλ που έκανε τους πάντες να μην μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω του. Ήταν 16 ετών και ο Φάας τον έχρισε αμέσως διάδοχό του όταν τον είδε να πατάει για πρώτη φορά χορτάρι και να ερωτοτρωπεί με τη μπάλα. Το παιδάκι φυσικά δεν ήταν άλλος από τον τεράστιο Γιόχαν Κρόιφ.

Το 1999 ο Κρόιφ διοργάνωσε ένα σπουδαίο παιχνίδι παλαιμάχων και -εννοείται- κάλεσε και τον Σέρβας Βίλκες: «Τον αγαπημένο μου παίκτη όταν ήμουν παιδάκι» όπως δήλωσε ο ίδιος συγκινημένος κατά την παρουσίαση των ομάδων. Αυτά τα λόγια του Κρόιφ περικλείουν όλη την αλήθεια για τον Βίλκες. Γιατί μπορεί η γενιά του Κρόιφ να πήγε το ποδόσφαιρο και ένα και δυο και δέκα βήματα μπροστά αλλά ο Φάας Βίλκες ήταν αυτός που άναψε πρώτος τη «φλόγα» για να ξεκινήσει το νέο ποδοσφαιρικό μοντέλο κυριαρχίας των Ολλανδών. Ο ίδιος φυσικά ταπεινός – μέχρι το 2006 που άφησε αυτόν εδώ τον κόσμο- συνήθιζε να λέει πως: «Δεν ξέρω αν ήμουν καλός ντριμπλέρ, φοβερός σκόρερ και ικανός ποδοσφαιριστής απλά όταν έβαζα ένα γκολ, ήταν ένα όμορφο γκολ». Αυτή του η δήλωση εννοείται συνεχίζει να εμπνέει τους Ολλανδούς και το «μοντέλο» τους, μέχρι τις μέρες μας και εννοείται θα συνεχίζει να εμπνέει.

  • H φωτογραφία που υπάρχει στην αρχή του κειμένου είναι από το κόμικ Kick Wilstra που ούτε λίγο, ούτε πολύ δείχνει το μέγεθος του Βίκελς στην τότε ποπ ποδοσφαιρική κουλτούρα και την επιρροή που αυτός είχε -και ασκούσε- στους νέους της εποχής. Το όνομα βγαίνει από τον Βίλκες (Wilkes) και τους Κικ Βίλστρα (Kick) και Άμπε Λένστρα (Lenstra).