Το χαμένο πέναλτι του Λε Τισσιέ

  [3 Σχόλια]

Κύθηρα 2005. Διακοπές. Ενώ ετοιμαζόμαστε με τον καλύτερό μου φίλο να βγούμε για ποτάκι, ανάμεσα σε βρεγμένα μαγιό, πετσέτες και πεταμένα ρούχα εδώ και εκεί, θα με ρωτήσει: «Τον Ματ Λε Τισσιέ τον ξέρεις». Πάγωσα. Πως είναι δυνατόν να με ρωτάς κάτι τέτοιο. Εμένα που ζω και αναπνέω για το Αγγλικό ποδόσφαιρο. Πριν προλάβω να απαντήσω θα συμπληρώσει, «Ήταν ένας εξαιρετικός Άγγλος ποδοσφαιριστής της Σαουθάμπτον που όμως είχε απαράμιλλη τεχνική. Δεν μου κάνει για Άγγλος και το όνομά του δεν είναι σίγουρα αγγλικό. Ναι. Ήταν τόσο καλός επειδή δεν είναι Άγγλος. Οι ρίζες του πρέπει να βρίσκονται κάπου ανάμεσα σε Γαλλία, Ισπανία και δεν ξέρω και’γω που αλλού». Νευρίασα λιγάκι αλλά δεν το συνέχισα. «Τον γνωρίζω πολύ καλά τον Λε Γκοντ (αυτό ήταν το προσωνύμιό του όταν ‘μάγευε’ με τη φανέλα των «αγίων)» του είπα «αλλά ας μη το συνεχίσουμε για την ώρα. Βαριέμαι να μιλήσω για ποδόσφαιρο. Είμαστε διακοπές, μα τον Φάουλερ». Τελικά πήγαμε για ποτό και -εννοείται- συνεχίσαμε να μιλάμε για τον Λε Τισσιέ, τη Λίβερπουλ που πριν λίγο καιρό είχε κατακτήσει το Τσάμπιονς Λιγκ, τη Γιουβέντους, την Μπάρτσα και τον ΠΑΟ που μόλις είχε υπογράψει τους Μπίσκαν και Φλάβιο Κονσεϊσάο και εμείς ονειρευόμασταν τότε μια μαγική τριπλέτα στον άξονα, παρέα με τον Έκι τον Γκονζάλες.

O Ματ Λε Τισσιέ ήταν όντως ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής. Ένας μεσοεπιθετικός που γνώριζε πολλά καντάρια μπάλα. Ένας τεμπελάκος όμως παίκτης που προτιμούσε την καλή ζωή από την προπόνηση και που ζούσε -σχεδόν- και μόνο για τον αγώνα. Προτιμούσε τη σιγουριά της Σαουθάμπτον και δεν έκανε ποτέ το μεγάλο βήμα για κάποιο μεγαλύτερο κλαμπ ξέροντας πως θα έπρεπε να θυσιάσει πολλά για να σταθεί σε ομάδες, όπως η Γιουνάιτεντ για παράδειγμα. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φέργκιουσον τον ζάλιζε κάθε καλοκαίρι να μετακομίσει στο Όλντ Τράφορντ και να φτιάξει ένα ονειρικό δίδυμο με τον Ερίκ Καντονά μα ο Λε Τισσιέ, ενώ του έλεγε πως θα κάνει το μεγάλο βήμα, τελικά επέλεγε να μείνει στην ομάδα της καρδιάς του, να πίνει τις μπύρες του και να τρώει τους γκουρμέ μεζέδες του, μαγεύοντας το κοινό της Αγγλίας -σχεδόν- κάθε αγωνιστική, χωρίς όμως να φτάσει ποτέ να κατακτήσει κάποιον τίτλο. «Who cares?» Οι φίλοι της ομάδας έχουν να λένε για το φοβερό δέσιμο που είχε με τον Άλαν Σίρερ στις αρχές των 90s με τη φανέλα των «αγίων», για το μαγικό δεξί του πόδι, «Θα σου την στείλω δεξιά στο παράθυρο. Πήδα αλλά δεν πρόκειται να την πιάσεις» συνήθιζε να λέει στους τερματοφύλακες της εποχής, κάνοντας τα λόγια του πράξη, και φυσικά για το εξωπραγματικό του ρεκόρ στην ευστοχία των πέναλτι. Ο Ματ Λε Τισσιέ σε ολόκληρη την πλούσια καριέρα του με τη φανέλα της Σαουθάμπτον είχε αστοχήσει μία και μοναδική φορά από την άσπρη βούλα. Το ρεκόρ του το πλησίασε, μετά από πολλά χρόνια ακόμα ένας παίκτης των αγίων, ο Ρίκι Λάμπερτ, πριν μετακομίσει και καταστρέψει ουσιαστικά την καριέρα του προς Άνφιλντ μεριά για τη φανέλα των «κόκκινων». Μια φανέλα που είχε όνειρο να φορέσει από παιδί και που τον οδήγησε μετά στο Χόθορνς και τη Γουέστ Μπρομ.

Σε 48 εκτελέσεις πέναλτι ο Λε Γκοντ είχε ευστοχήσει σε 47 και αν δεν είχε βρεθεί ο Ουαλός Μαρκ Κρόσλεϊ της Νότινγχαμ Φόρεστ να πιάσει εκείνο το κακοχτυπημένο πέναλτι στις 24 Μαρτίου του 1993 ο Άγγλος με το νούμερο 7 στην πλάτη θα είχε ένα απίστευτο και μοναδικό ρεκόρ. Μετά από αυτή την άτυχη στιγμή ο αρχηγός των «αγίων» συνέχισε με 27 σερί εύστοχα πέναλτι πριν κλείσει την καριέρα του το 2002, στα 34 του. Στα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο είχε πολλούς και μεγάλες θαυμαστές αλλά και αρκετούς εχθρούς. Ένας από αυτούς είναι ο πρώην συμπαίκτης του (και διεθνής με τα τρία λιοντάρια για ένα μικρό φεγγάρι) Κάρλτον Πάλμερ, που τον θεωρούσε πάντα τεμπέλη, χοντρό και υπερεκτιμημένο. Προσωπικά θα κρατήσω, και θα κλείσω αυτό το κείμενο, με δύο-τρεις λέξεις του κορυφαίου κεντρικού μέσου των τελευταίων 15 ετών για την αξία του -λατρεμένου- Ματ Λε Τισσιέ. «Όταν ήμουν μικρός, ο παίκτης που θαύμαζα και ήθελα να μοιάσω ήταν ένας Άγγλος που έπαιζε στη Σαουθάμπτον και φορούσε το νούμερο 7. Ήταν απλά απολαυστικός». Τα λόγια ανήκουν στον Τσάβι και -εννοείται-  κάπου ο Λε Τισσιέ πίνει την μπύρα του χαμογελώντας όταν κάποιος του τα θυμίζει. Είμαι σίγουρος.

ΥΓ: Αφορμή για το κείμενο στάθηκε η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου (για καθαρά προσωπικούς λόγους που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητοί και δεν υπάρχει και λόγος) και το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του εξαιρετικού soundtrack της Ελένης Καραϊνδρου. Όσοι θέλετε τιμήστε το και δεν θα χάσετε.

Η «επιστολή» του Καντονά στον Πέρεζ

  [1 Σχόλιο]

«Μ’ έχουν κυκλώσει σαν το αγρίμι και θαρρούνε πως θα με πιάσουνε στη φάκα. Γω, όμως, θα σουρθώ με την κοιλιά και θα περάσω ανάμεσό τους». Ερρίκος 4ος (Επιστολή στον κ. ντε Μπατς, κυβερνήτη της πόλης του Εζ στο Αρμανιάκ, 11 Μαρτίου 1586).

Η ζωή έχει ένα περίεργο τρόπο να μπλέκει ιστορίες και γεγονότα ανά δεκαετία ή ακόμα και μετά από εκατοντάδες χρόνια. Σε άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Η παραπάνω φράση του Ερρίκου του Δ’ προς τον κ. ντε Μπατς δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το ποδόσφαιρο μιας και το 1586 ποδόσφαιρο -με την σημερινή του τουλάχιστον μορφή- δεν υπήρχε. Όσο και αν ο «παππούς του ποδοσφαίρου» Εδουάρδο Γκαλεάνο μας μιλά στο βιβλίο του «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» για ποδόσφαιρο από την αρχαία Αίγυπτο, την αρχαία Ελλάδα και την αρχαία Ρώμη και το πως κάποτε ο Ερνάν Κορτές έκανε μια μεξικάνικη μπάλα -σχεδόν- να πετάξει μπροστά στα έκπληκτα μάτια του βασιλιά Καρόλου του Β’ (την ίδια περίοδο πάνω-κάτω όπου ο Ερρίκος ο Δ’ έγραφε στον Μπατς), ποδόσφαιρο δεν υπήρχε.

21 Δεκεμβρίου του 1996. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ υποδέχεται την Σάντερλαντ του Κρις Γουόντλ και του Τόνυ Κότον (που δεν είχε αγωνιστεί εκείνη τη μέρα) και επικρατεί εύκολα με 5-0. Το σκορ δεν είχε φανεί περίεργο σε κανένα μιας και στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Φέργκι κατέκτησε το πρωτάθλημα (αφήνοντας 2η την Νιουκάστλ) και οι «μαυρόγατες» χαιρέτησαν τη μεγάλη κατηγορία, παρέα με τις Μίντλεσμπρο και Νότινγχαμ Φόρεστ. Το συγκεκριμένο παιχνίδι δεν νομίζω να το θυμάται και πολύς κόσμος αλλά το αριστούργημα του Καντονά θεωρώ πως ελάχιστοι το έχουν ξεχάσει και ακόμα πιο ελάχιστοι δεν θα μάθουν ποτέ γι’ αυτό. Με το σκορ στο 4-0 ο Καντονά θα πάρει τη μπάλα στο κέντρο του γηπέδου, έχοντας δίπλα του τρεις παίκτες έτοιμους να τον σταματήσουν με κάθε τρόπο. Με μία μαγική ντρίμπλα θα αδειάσει τους δύσμοιρους Κέβιν Μπολ και Ρίτσαρντ Ορντ και θα παίξει το ένα-δύο με τον Μακ Κλερ για να φτάσει στην περιοχή του Λίο Πέρεζ. Εκεί με μια απίστευτη λόμπα θα στείλει την μπάλα στο παραθυράκι, θα γράψει το τελικό 5-0 και θα μας χαρίσει -εκτός του γκολ- και έναν εκ των σπουδαιότερων πανηγυρισμών όλων των εποχών.

Ο «βασιλιάς» Ερίκ θα ανοίξει τα χέρια επιζητώντας τη δόξα και με εκείνο το παγωμένο, σχεδόν τρελό βλέμμα που τον χαρακτηρίζει ακόμα και στις μέρες μας, θα κάνει περιστροφή 360 μοιρών -αργά και βασανιστικά- προς κάθε θύρα του Όλντ Τράφορντ, με τον κόσμο -εννοείται- να του δίνει αυτό που μόλις είχε ζητήσει. Τη δόξα. Στο τέλος της σεζόν ο Καντονά θα κατεβάσει για πάντα τον σηκωμένο του γιακά και θα αποσυρθεί από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, μόλις στα 31 του χρόνια.  Η κληρονομιά που άφησε στο Ολντ Τράφορντ ήταν πραγματικά τεράστια και αποτελεί ακόμα και σήμερα πηγή έμπνευσης για παίκτες, προπονητές και απλούς φιλάθλους στην κόκκινη πλευρά της πόλης του Μάντσεστερ. «Ακολουθήστε τον σηκωμένο μου γιακά» θα μπορούσε να είχε πει στους νέους παίκτες που άφηνε πίσω του με το τέλος της καριέρας του, παραφράζοντας τον επικό λόγο του Ερρίκου του Δ’ στους στρατιώτες του, και το δικό του «λευκό λοφίο» στη μάχη του Ιβρύ το 1590. Μια μάχη που εννοείται πως είχε καταλήξει σε θρίαμβο για τον βασιλιά και το στρατό του. Ένας θρίαμβος σαν αυτούς του Καντονά. Εκείνου του «αγριμιού» που δεν μπορούσε να πιάσει καμία μα καμία φάκα και που μας χάρισε (ακόμα και αν δεν υποστηρίζαμε Γιουνάιτεντ) μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις.

H ιστορία μιας άσημης μινιατούρας

  [2 Σχόλια]

Να γράψω τι σημαίνει το κύπελλο Αγγλίας για τους περισσότερους φίλους του ποδοσφαίρου το θεωρώ περιττό. Είναι ο αρχαιότερος ποδοσφαιρικός θεσμός και όλοι θέλουν να το κατακτήσουν -κυρίως οι βρετανοί παίκτες και προπονητές- και φυσικά είναι η διοργάνωση με τις περισσότερες -μεγάλες- εκπλήξεις στην ιστορία του ποδοσφαίρου (και δεν υπερβάλλω καθόλου). Στη διοργάνωση της τρέχουσας σεζόν η μεγάλη έκπληξη έγινε από τη Λίνκολν Σίτι, ομάδα -κρατηθείτε- της 5ης κατηγορίας της Αγγλίας (η γνωστή σε όλους όσους αγαπάμε το νησιώτικο ποδόσφαιρο National League). Η  οποία και έφτασε μέχρι και τα προημιτελικά, όπου και γνώρισε τον αποκλεισμό από την Άρσεναλ με το βαρύ 5-0. Εννοείται πως κανείς φίλος της ομάδας δεν πειράχτηκε ιδιαίτερα και δεν στεναχωρήθηκε από αυτή την ήττα. Δεν ήταν άλλωστε μια αναπάντεχη ήττα μα ένας -σχεδόν- σίγουρος αποκλεισμός, ας μη γελιόμαστε. Αυτή ήταν μάλιστα η πρώτη φορά από το 1914 που ομάδα από την 5η κατηγορία φτάνει στην τελική οχτάδα του κυπέλλου Αγγλίας. Η μικρή -και άσημη- Λίνκολν Σίτι κατάφερε να γράψει με χρυσά γράμματα το όνομά της στην ιστορία του ιστορικού θεσμού, χωρίς εννοείται να καταφέρει να φτάσει σε ένα τελικό, και αυτό από μόνο του είναι κάτι εξαιρετικά όμορφο και σπουδαίο. Ελπίζω να συμφωνούμε μέχρι εδώ.

Προπονητής και αναμορφωτής της ομάδας είναι ένας παλιός σκληροτράχηλος μέσος που ξεκίνησε από την ακαδημία της Γουίμπλεντον, αρκετά χρόνια μετά την crazy gang του Βίνι Τζόουνς και του Τζον του Φασάνου, και είναι τρελός και παλαβός με ακόμα ένα ιστορικό Λονδρέζικο κλαμπ, αυτό της Γουέστ Χαμ. Το όνομα του νεαρού μάνατζερ (ετών 38 παρακαλώ); Ντάνι Κόουλεϊ. Ένα όνομα που όλοι πίνουν νερό στα Ανατολικά Μιντλαντς και την πόλη του Λίνκολν και θα συνεχίσουν να πίνουν για πολύ καιρό ακόμα μιας και η ομάδα -εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- από του χρόνου θα βρίσκεται στη League Two, καθώς βρίσκεται στην πρώτη θέση του βαθμολογικού πίνακα, έχοντας μάλιστα και ένα παιχνίδι λιγότερο από τη 2η Τράνμιρ Ρόβερς. Η αγάπη προς το πρόσωπο του Κόουλεϊ είναι τόσο μεγάλη που φίλοι της ομάδας έφτιαξαν μια μινιατούρα του προπονητή τους φέρνοντας στο νου τις μινιατούρες που είχαν προκαλέσει πάταγο πριν περίπου 10-12 χρόνια. Aρκετοί από εμάς είχαμε σπαταλήσει τότε μια μικρή περιούσια για να αποκτήσουμε αγαπημένους παίκτες και ομάδες ολόκληρες.

Η φιγούρα είναι ανεπίσημη και δεν βγήκε με τη συγκατάθεση της ομάδας, αν και κάτι μου λέει πως δεν πρόκειται να πειραχτεί και ιδιαίτερα κανένας από τη διοίκηση της Λίνκολν. Λογικά πρόκειται να συμβεί το ακριβώς αντίθετο και ίσως δούμε τη φιγούρα να μπαίνει σε όλα τα σπίτια των φίλων της πόλης και όχι μόνο. Από την άλλη, προσωπικά, ζήλεψα μιας και σκέφτηκα πόσο καλύτερη θα ήταν η δική μας «ποδοσφαιρική καθημερινότητα» αν είχαμε παρόμοιες μινιατούρες με τη μορφή θρυλικών μορφών των πάγκων όπως αυτές του Γιώργου Φοιρού, του Μπάμπη του Τεννέ και του τρισμέγιστου και τιτανοτεράστιου Νίκου Αλέφαντου.

Οι πραγματικοί σου φίλοι

  [2 Σχόλια]

Δύο τύποι βρίσκονται σε κάποιο μπαρ και πίνουν το ποτό τους συζητώντας. Ο ένας δεν έχει και πολύ διάθεση επειδή πριν λίγη ώρα έχει συμβεί «κάτι». Ο άλλος καταλαβαίνει πως υπάρχει αυτό το «κάτι», ένα μικρό (ή μεγάλο;) πρόβλημα. Τρώγεται με τα ρούχα του αλλά δεν ρωτά να μάθει. Τελικά ο πρώτος (με την κακή διάθεση) δέχεται ένα μήνυμα στο κινητό που τον κάνει να χαμογελάσει καθώς το διαβάζει. Ξαφνικά νιώθει και πάλι τόσο όμορφα λες και η ομάδα του έχει σκοράρει στις καθυστερήσεις, για τη νίκη, κόντρα σε ένα σπουδαίο αντίπαλο, σε κάποιο τελικό. Ο φίλος που είναι μαζί του -αυτόματα- καταλαβαίνει πως κάτι καλό έχει συμβεί. Σηκώνει τα χέρια και ως άλλος Βιτσένζο Μοντέλα βγαίνει έξω από το μπαρ και πανηγυρίζει κάνοντας το «αεροπλανάκι» στο δρόμο, δίχως να νοιάζεται για περίεργα βλέμματα. «Βασικά ήθελα να ουρλιάξω», θα πει αστειευόμενος λίγο αργότερα, «απλά έπαιζε ωραίο κομμάτι ο dj και δεν ήθελα να το χαλάσω». Αυτό είναι κάτι που στα δικά μου μάτια μπορεί να χαρακτηριστεί ως φιλία, ως αγάπη, ως καλοσύνη.

To 2008 o σπουδαίος κινηματογραφιστής Εμίρ Κουστουρίτσα κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ Maradona για τη ζωή του κορυφαίου ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, χωρίς όμως να τον αγιοποιήσει, κάνοντας ουσιαστικά ένα πορτραίτο με όλα τα καλά και τα κακά του Αργεντίνου Θεού της μπάλας. Όπως πρέπει δηλαδή να γίνονται τέτοιου είδους ντοκιμαντέρ (ή ταινίες) για προσωπικότητες αμφιλεγόμενες στα όρια του «αιρετικού». Ο Μαραντόνα είναι ένας άνθρωπος που ο καλός Θεούλης του χάρισε απλόχερα όλο το ποδοσφαιρικό ταλέντο του πλανήτη μαζεμένο, μα παράλληλα του έδωσε και όλα τα αρνητικά πάθη που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Και δεν μιλάω για την εξάρτησή του από την κοκαΐνη. Ο Ντιέγκο Μαραντόνα φέρθηκε άσχημα σε πολύ κόσμο -εντός και εκτός ποδοσφαίρου- και έχασε αρκετούς ανθρώπους από δίπλα του λόγω του εκρηκτικού του χαρακτήρα. Δεν μάσησε ποτέ τα λόγια του. Δεν έβαλε ποτέ κάτω τον εγωισμό του. Δεν σταμάτησε ποτέ να αγωνίζεται κόντρα στο κατεστημένο (σε πλήρη αντίθεση με άλλους σούπερ σταρ της εποχής του και κυρίως της εποχής μας). Δεν κρύφτηκε ποτέ ούτε από τους φίλους του, ούτε από τους εχθρούς του. Στο εν λόγω λοιπόν ντοκιμαντέρ υπάρχει μια συναισθηματικά φορτισμένη σκηνή που αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο όλη την αγάπη που έχει ο Μαραντόνα μέσα του για τους φίλους και την οικογένειά του, αλλά και την αγάπη που τρέφουν αυτοί γι’ αυτόν. Μια αγάπη ανθρώπινη και αληθινή, πολύ μακριά από τα λαμπερά φώτα των σταδίων και τη λάμψη των χρυσών τροπαίων και μεταλλίων. Αυτή η σκηνή δεν είναι άλλη από το τραγούδι «La Mano de Dios» (το χέρι του Θεού) του Rodrigo, που το τραγουδά όμως, σε μια αρκετά διαφορετική εκτέλεση, ο ίδιος ο Μαραντόνα συγκινημένος, μπροστά μάλιστα στην οικογένειά του αλλά και πολλούς πραγματικούς του φίλους .

Παρακολουθώντας το βίντεο μπορεί εύκολα να καταλάβει ο οποιοσδήποτε πόση αγάπη κρύβουν μέσα τους όλοι αυτοί, ο ένας για τον άλλο, με επίκεντρο τον Ντιέγκο. Αγάπη για εκείνο το κωλοπαίδι που έπαιζε στις αλάνες και μοίραζε ποδιές σε όλους, φτάνοντας να οδηγήσει την χώρα του στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου και να κάνει μια ομάδα από τον φτωχό Νότο της Ιταλίας -σχεδόν- κορυφαία στον πλανήτη, έστω και για μερικές σεζόν, αλλάζοντας την ιστορία της Νάπολι και ολόκληρου του Καμπιονάτο. Ένα αλητάκι τόσο ανθρώπινο σαν χαρακτήρας του Κουστουρίτσα ή του άλλου σπουδαίου (μετρ της κινηματογραφικής αισιοδοξίας) του Άκι Καουαρισμάκι. Το βίντεο και το τραγούδι είναι άκρως συγκινητικά σε βαθμό που κάτι θα νιώσεις να κυλά στο μάγουλό σου χαζεύοντας στα μάτια όσων υπάρχουν στο βίντεο την αγάπη, όχι όμως για τον Μαραντόνα αλλά για τον Ντιέγκο, και αυτό είναι από μόνο του κάτι το τρομακτικά υπέροχο.

Ο Μαραντόνα έφτασε στον πάτο όταν ήταν σούπερ σταρ (και ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του πλανήτη) και μάλιστα εκείνη την περίοδο είδε πολλούς «δικούς του» ανθρώπους να του γυρνούν την πλάτη, μα κέρδισε και πάλι τους πάντες όταν έγινε ξανά ο Ντιέγκο. To παιδάκι που γεννήθηκε και έζησε φτωχικά στο Λανούς. Ο φίλος, ο πατέρας, ο σύζυγος, ο πρώην σούπερ σταρ, ο Θεός μιας χώρας που προσπαθεί να ξεφύγει από τα πάθη του και να υπερνικήσει κάθε μορφή αδυναμίας και αδικίας (δίχως να το καταφέρνει όλες τις φορές) και αυτό είναι κάτι πραγματικά το υπέροχο. Να σε αγαπούν και να σε δέχονται γι’ αυτό που είσαι και όχι γι’ αυτό που θέλουν να βλέπουν σε εσένα ή για κάτι που ήσουν κάποτε. Οι φίλοι, η οικογένεια, ο άνθρωπος του καθενός. Αυτοί που έχεις επιλέξει να βρίσκονται στη ζωή σου και ξέρεις ότι θα χαρούν με τη χαρά σου. Αυτοί που θα σε αγκαλιάσουν και θα σε βγάλουν από τον πάτο χωρίς καν να το καταλάβεις. Αυτοί που αρκεί μία -και μόνο- τους λέξη για να νιώσεις καλύτερα. Οι πραγματικοί σου φίλοι. Και όπως γράφει και ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος στο αρκετά καλό βιβλίο του με τον τίτλο «Φίλοι»: Στην εγωιστική μας εποχή, λένε ότι οι αληθινές φιλίες τείνουν να χαθούν, αλλά εμείς αποτελούσαμε εξαίρεση…

64 χρόνια μετά: To πιο κουλ χατ-τρικ

  [4 Σχόλια]

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ διέθετε πάντα στο ρόστερ της κορυφαίους Βρετανούς ποδοσφαιριστές. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής της μέχρι και σήμερα τη φανέλα της φορούσαν πάντα παίκτες γεννημένοι στο Νησί που είχαν το χάρισμα να εξελίσσονται και σε ηγέτες. Aπό τον αμυντικό Τσάρλι Ρότζερς -στα πρώτα χρόνια της ομάδας- στον Φρανκ Μπάρσον και από εκεί στον σπουδαίο Σκοτσέζο Μπιλ ΜακΚέι και τον Μπίλι Φουλκς. Ακολούθησε ο Ντένις Λόου, ο Τζωρτζ Μπεστ, ο Μπόμπι Τσάρλτον, ο Μαρκ Χιουζ, ο Μπράιαν Ρόμπσον και φυσικά η «τάξη του ’92», πριν φτάσουμε στο σήμερα. Στον Γουέιν Ρούνεϊ δηλαδή και στα ρεκόρ του. Όπως είναι εύκολο να γίνει κατανοητό άφησα εκτός πολλούς -πάρα πολλούς για την ακρίβεια- γιατί θα έπρεπε να γράφω ονόματα για καμιά ώρα και -εννοείται πως- έγραψα τους πρώτους που μου ήρθαν στο μυαλό. Τίμια πράγματα που λένε και στο χωριό μου. Ένας από δαύτους είναι και ο κύριος της φωτογραφίας. Ένας εκ των σπουδαιότερων σκόρερ στην ιστορία της ομάδας που όμως -δυστυχώς- δεν έχει κερδίσει τη δόξα που του αναλογούσε στις νεότερες γενιές ποδοσφαιρόφιλων. Το όνομά του, Σταν Πίρσον. Το ταλέντο του απερίγραπτο και -σχεδόν- απίθανο να γίνει κατανοητό με μερικές λέξεις. Οι λέξεις άλλωστε ωχριούν πάντα μπροστά σε μια ωραία εικόνα. Γνωστή και παλιά αυτή η ιστορία και όχι μόνο για αθλητικά (και ποδοσφαιρικά) θέματα.

Για να μπείτε καλύτερα στο νόημα αυτών που θα διαβάσετε παρακάτω, ακούστε κι αυτό:

Το κείμενο αυτό, για λόγους που γνωρίζει μόνο ο συντάκτης (εγώ δηλαδή) και δεν θα τους αναλύσουμε, δεν γίνεται να μείνει μόνο στο ποδοσφαιρικό κομμάτι. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή όπου η Γιουνάιτεντ δεν είχε γίνει ακόμα μεγαθήριο. Στον πάγκο της υπήρχε ο σπουδαίος Ματ Μπάσμπι (πριν γίνει Σερ), στον παγκόσμιο κινηματογράφο δέσποζαν ταινίες όπως ο «Ερίκος ο 8ος» και το «Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας» του Γουίλιαμ Γουάιλερ και φυσικά το ανδρικό στυλ χαρακτηρίζονταν από αρρενωπότητα στα όρια του σούπερ-κουλ, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στα γήπεδα από παίκτες και απλούς φιλάθλους. Μια τέτοια, χαρακτηριστική περίπτωση ήταν και ο Πίρσον. Γεννήθηκε στο Σάλφορντ το 1919 και υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο με τους «κόκκινους διαβόλους» στα 17 του, τιμώντας τη φανέλα της ομάδας για 19 ολόκληρα χρόνια. Αν έβλεπες τον Σταν Πίρσον εκτός γηπέδου δεν μπορούσες να καταλάβεις πολλά για την προσωπικότητά του και με τι ακριβώς ασχολείται. Με παρουσιαστικό που παρέπεμπε σε σταρ του σινεμά δεν ήταν εύκολο να πιστέψει ο οποιoσδήποτε πως αυτός ο άνδρας απλά κλωτσάει ένα τόπι. Μια παρουσία που είχε κάτι το αινιγματικό, το περίεργο, το εντελώς διαφορετικό όσο και εκείνο το μελαγχολικό βλέμμα του «Επαναστάτη χωρίς αιτία». Του θρυλικού Τζέιμς Ντιν. Ο Πίρσον από την άλλη και επαναστατικός ήταν στον τρόπο που έβλεπε το παιχνίδι και αιτία είχε που ακολούθησε το επάγγελμα του ποδοσφαιριστή. Με -σχεδόν- 150 γκολ σε 350 εμφανίσεις με τη φανέλα της μεγάλης ομάδας του Μάντσεστερ δεν μπορείς να πει κανένας πως δεν έκανε καλά τη δουλειά του.

Οι κορυφαίες στιγμές της καριέρας του Πίρσον ήταν το κύπελλο του ’48  και φυσικά το πρωτάθλημα του ’52 αν και πάντα θα μνημονεύεται για ένα σπουδαίο προσωπικό επίτευγμα, κόντρα μάλιστα όχι σε κάποια τυχαία ομάδα αλλά στη μεγαλύτερη αντίπαλο της Γιουνάιτεντ. Την Λίβερπουλ. Το ημερολόγιο έγραφε 11 Σεπτεμβρίου του 1946 και η Γιουνάιτεντ υποδέχονταν τους «κόκκινους» στο Όλντ Τράφορντ σε μια αναμέτρηση που περίμενε όλος ο φίλαθλος κόσμος του νησιού και μόνο, μιας και δεν υπήρχαν τηλεοράσεις και live streaming. Η Λίβερπουλ μπορεί στο τέλος της χρονιάς να πανηγύρισε το πρωτάθλημα αφήνοντας οριακά 2η τη Γιουνάιτεντ με -1 (κατακτώντας το 5ο πρωτάθλημα της τεράστιας ιστορίας της) μα εκείνη τη μέρα έμελλε να γνωρίσει μια από τις μεγαλύτερες της ήττες σε παρόμοιο «ντέρμπι». Το τελικό 5-0 είχε αφήσει πολλά χαμόγελα αισιοδοξίας στην ομάδα του Μπάμπσι, και όχι μόνο για το σκορ. Ο επιθετικός της ομάδας Σταν Πίρσον είχε σκοράρει χατ-τρικ γράφοντας ένα ρεκόρ που ολόκληρος ο ποδοσφαιρικός πλανήτης περίμενε 64 ολόκληρα χρόνια για να το ζήσει ξανά. Και όχι από κάποιον Βρετανό, ούτε από κάποιον Γάλλο, με το όνομα Ερίκ Καντονά, ούτε από τη φονική Ολλανδική μηχανή που άκουγε στο όνομα Ρουντ Φαν Νίστελροϋ. Αυτός ο κάποιος δεν ήταν άλλος από τον Βούλγαρο Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ. Ένα ποδοσφαιριστή που άγγιζε (και ξεπερνούσε) σε επίπεδα στυλ, αρρενωπότητας και κουλ ύφους ακόμα και τον Πίρσον. Γιατί ο Ντίμιταρ ο Μπερμπάτοφ ήταν, είναι και θα είναι η επιτομή του κουλ και μόνο αυτός θα μπορούσε να έχει ισοφαρίσει το ρεκόρ του παλιού άσσου της Γιουνάιτεντ με τόσο τέλειο τρόπο.

Ο Μπερμπάτοφ θα μπορούσε να είναι ο ανιψιός του Μάικλ Κορλεόνε στο τρίτο μέρος του Νονού ή εκείνος ο σπάνιος χαρακτήρας άνδρα στο εξαιρετικό «Όταν ένας άνδρας αγαπάει μια γυναίκα» ή ακόμα και ο Σεμπάστιαν στο αξεπέραστο La la land, για να ξεφύγουμε λιγάκι κι από τις παρομοιώσεις με τον σπουδαίο Άντι Γκαρσία (στις μέρες μας άλλωστε υπάρχει και ο Ράιαν ο Γκόσλινγκ). ‘Ηταν 20 Σεπτεμβρίου του 2010 όταν η Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είχε υποδεχτεί την Λίβερπουλ για την 5η αγωνιστική της Πρέμιερ Λιγκ και είχε επικρατήσει με 3-2 χάρις στο μυθικό χατ-τρικ του Μπερμπάτοφ, βυθίζοντας τους «κόκκινους» στην 16η θέση της βαθμολογίας με μόλις 5 βαθμούς. Είχαν περάσει 64 ολόκληρα χρόνια για να δει το κοινό της Γιουνάιτεντ κάποιον παίκτη να σκοράρει τρία τέρματα κόντρα στην Λίβερπουλ και αυτός ο κάποιος δεν ήταν κανένας τυχαίος παίκτης.

Το κολλημένο μαλλί αλά Άντι Γκάρσια παρέπεμπε στον Πίρσον όσο και εκείνος ο χαλαρός τρόπος που ο Μπέρμπα υποδέχονταν τη μπάλα με εκείνο το μαγικό του κοντρόλ. Οι πολύ παλιοί είχαν αρχίσει να θυμούνται ιστορίες και να συγκρίνουν ακόμα και το ύψος που είχε σηκωμένο ο Πίρσον το γιακά του (κάτι που έκανε και ο Μπερμπάτοφ αρκετές φορές) ή ακόμα και το πόσο έμοιαζαν οι δύο αστέρες στον τρόπο που κινούνταν -νωχελικά είναι η αλήθεια- αρκετές φορές στο χώρο ψάχνοντας εκείνη την μαγική στιγμή για να το παστελώσουν, που λέμε και στα μέρη μου. Τελικά σε αυτή τη ζωή ίσως να μην είναι τίποτα τυχαίο και όλα απλά να έρχονται και να φεύγουν με ένα τρόπο μυστήριο και καρμικό. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι δύο μοναδικοί παίκτες της Γιουνάιτεντ που έχουν σκοράρει χατ-τρικ όλα αυτά τα χρόνια κόντρα στην μεγάλη ομάδα του Μερσεϊσάιντ ήταν δύο πολύ κουλ τύποι που έμοιαζαν τόσο εμφανισιακά όσο και παικτικά. Μένει να δούμε ποιος θα είναι ο επόμενος που θα τα καταφέρει, αν τα καταφέρει ποτέ, ελπίζοντας (οι φίλοι της ομάδας) πως δεν θα περιμένουν ακόμα 64 χρόνια.

Η πρώτη επαφή με το ποδόσφαιρο

  [11 Σχόλια]

Ένα από τα ωραιότερα συναισθήματα είναι αυτό του να ανακαλύπτεις νέα πράγματα. Νέα πράγματα με την κανονική έννοια του όρου. Για παράδειγμα, όχι ας πούμε να ανακαλύπτεις τον Μπέλα Ταρ και τις ταινίες του ενώ ασχολείσαι όμως με τον κινηματογράφο, αλλά να ανακαλύπτεις το σινεμά. Σκεφτείτε πως θα ήταν αν δεν ξέρατε τίποτα για το σινεμά και μια μέρα βρισκόσασταν σε μια σκοτεινή αίθουσα, μπροστά σε μια οθόνη και βλέπατε να διαδραματίζεται μια σκηνή. Θα ήταν ωραία; Θα ήταν άσχημα; Θα ήταν σοκαριστικό για εσάς; Η δική μας γενιά -της εποχής του διαδικτύου- είναι πραγματικά δύσκολο να βιώσει κάτι τέτοιο. Ακόμα και όταν ταξιδεύεις για ένα άγνωστο και άκρως απομακρυσμένο μέρος οι πιθανότητες να έχεις διαβάσει ή να έχεις δει κάτι γι’ αυτό είναι πάρα πολλές. Είπαμε και παραπάνω. Δύσκολο να σοκαριστούμε πλέον από κάτι πραγματικά νέο.

Από τη μέρα που έγινα μέλος του El Sombrero ήθελα να γράψω για την ιστορία που θα διαβάσετε παρακάτω. Μια αληθινή ιστορία για έναν άνθρωπο που βρέθηκε από ένα μικρό χωριό της Αιτωλοακαρνανίας στα τέλη του 1920 για τη στρατιωτική του θητεία στην Αθήνα και μαζί με τον κόσμο που άλλαζε τόσο ραγδαία γνώρισε κάτι που έγινε γι’ αυτόν η μεγαλύτερή του αγάπη (μετά τη γυναίκα του). Το ποδόσφαιρο και τον Παναθηναϊκό. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο παππούς μου και ακόμα και σήμερα παραμένει ο πιο καλοσυνάτος και ευγενικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Ο άνθρωπος που ευθύνεται για το «μικρόβιο» που κόλλησα μικρός και έχει σχέση με τα σπορ. Ένας άνθρωπος που ακόμα και τις τελευταίες μέρες που έζησε σε αυτόν εδώ τον κόσμο θα έβρισκε λίγο χρόνο να σου πει για τον Δομάζο, τον Κρόιφ, τον Μαραντόνα, τον Πελέ και εκείνο τον Γάλλο που κέρδισε τους Βραζιλιάνους -σχεδόν- μόνος του, τον Ζιντάν. «Και ο άλλος ο Γάλλος ο Ανρί είναι καλός» θυμάμαι να συμπληρώνει η γιαγιά και το πρόσωπό μου γεμίζει με χαμόγελα. Πόσο υπέροχοι άνθρωποι. Άνθρωποι αγνοί, καθημερινοί, αληθινοί, χαμογελαστοί. Άνθρωποι που -δυστυχώς- δύσκολα συναντάς συχνά στις μέρες μας.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου του 1931 η εθνική Ελλάδος υποδέχεται στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας τη Ρουμανία για το Βαλκανικό κύπελλο μπροστά σε περίπου 10.000 θεατές. Η ομάδα απαρτίζεται από αστέρες της εποχής όπως οι αδερφοί Βικελίδη, ο Λέκκος, ο Μπαλντάσης και φυσικά ένας εκ των σπουδαιότερων παικτών που έχει βγάλει ποτέ η Ελλάδα. Ο μεσοεπιθετικός Αντώνης Μηγιάκης. Ο παππούς δεν είναι παππούς αλλά ένας ψηλός και όμορφος, γεροδεμένος άνδρας και έχει φτάσει πριν μερικές μέρες στην Αθήνα ως ένα ψαρωμένο φανταράκι της επαρχίας. Επειδή το παιχνίδι θεωρείται υψίστης σημασίας η κυβέρνηση θα στείλει στο γήπεδο και αρκετούς στρατιώτες για να συμπαρασταθούν με τη φωνή τους στην εθνική ποδοσφαίρου της χώρας τους. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είχαν δει ποτέ ποδόσφαιρο. Υπήρχαν και μερικοί άλλοι που δεν γνώριζαν ούτε καν τι είναι το ποδόσφαιρο. Ένας από αυτούς ήταν και ο παππούς μου.

Οι φαντάροι στριμώχτηκαν κάπου στο κέντρο του γηπέδου, απέναντι από τους δύο πάγκους της ομάδας και είχαν εντολή να χειροκροτούν επί 90 λεπτά τους παίκτες μας. Η εθνική μας έκανε επίθεση μπροστά ακριβώς από τους φαντάρους, εκεί δηλαδή που μάγευε ο Μηγιάκης στο σύστημα 2-3-5 της εποχής. Ο Μηγιάκης βρίσκεται σε σπουδαία μέρα και στα μάτια του παππού θυμίζει ζογκλέρ. «Πως είναι δυνατόν αυτός ο τύπος να κάνει όλα αυτά με τη μπάλα στα πόδια», «Πως είναι δυνατόν να τρέχει πάνω κάτω και ουσιαστικά να κοροϊδεύει τους -σπουδαίους- αντιπάλους του». Ο παππούς μονολόγουσε μαγεμένος από τις περίτεχνες ενέργειες του Έλληνα αρτίστα. Τότε έκανε σε κάποιον διπλανό του την ερώτηση που του άλλαξε τη ζωή «Ποιος είναι αυτός που έχει ζαλίσει τους Ρουμάνους» για να εισπράξει πως το όνομα του είναι Αντώνης Μηγιάκης και παίζει στον Παναθηναϊκό. «Ωραία από σήμερα είμαι και εγώ φίλος του Παναθηναϊκού» είπε ο παππούς  και συνέχισε να μην παίρνει τα μάτια του από τον Μηγιάκη. Η Ελλάδα έχασε τελικά με 2-4 αλλά για τον παππού αυτή η ήττα ήταν μια μεγάλη νίκη. Ήταν η πρώτη του επαφή με το άθλημα και η στιγμή που το τριφύλλι μπήκε αυτόματα στην καρδιά του, έστω κι αν τότε -ακόμα- δεν το γνώριζε αυτό.

Η θητεία τελείωσε και ο νεαρός επέστρεψε στο μικρό χωριό του. Παντρεύτηκε και άνοιξε το καφενείο του. Υπάρχει η φήμη πως δεν ήταν ιδιαίτερα εργατικός και μάλιστα όταν κάποιος κουρασμένος αγρότης του είχε ζητήσει να φτιάξει ένα καφέ, καθώς ο παππούς διηγούνταν μια ποδοσφαιρική ιστορία σε κάποιους συγχωριανούς, εισέπραξε την αποστομωτική ατάκα «πιες μια πορτοκαλάδα ωρέ διάολε». Η ατάκα λέγεται ακόμα στο χωριό για να σας πω την αλήθεια. O παππούς αρκετά συχνά έπαιρνε το λεωφορείο και πήγαινε στην Αθήνα και την Αλεξάνδρας για να δει την ομάδα του. Ήταν εκεί για να χειροκροτήσει τον ΠΑΟ στο αήττητο πρωτάθλημα του 1964. Ήταν εκεί για να δει τον Πελέ στα φιλικά της Σάντος το 1961. Ήταν εκεί στην πορεία του Γουέμπλεϊ. Ήταν εκεί στα 80s στην αρμάδα του Ζάετς, του Ρότσα και του Σαραβάκου. Από τα τέλη των 80s σταμάτησε να πηγαίνει μιας και ήδη ήταν αρκετά μεγάλος για ταξίδια και η αδύναμη καρδιά του δεν του το επέτρεπε. Οι γιατροί μάλιστα του είχαν απαγορεύσει να βλέπει τα παιχνίδια και από την τηλεόραση, κάτι που εννοείται πως δεν το έκανε. Να μιλάς μαζί του για ποδόσφαιρο ακόμα και όταν ήταν σε πολύ προχωρημένη ηλικία ήταν απολαυστικό. Ο τρόπος που διηγούνταν τις ντρίμπλες του Δομάζου και του Μηγιάκη ήταν μοναδικός, όπως και οι συγκρίσεις που έκανε για τους παίκτες που έπαιζαν από το 2000 και μετά με τους παλιούς. Τον θυμάμαι να μου λέει πως ο ΠΑΟ δεν είναι η ομάδα που έγινε μεγάλη για τους εγχώριους τίτλους της αλλά γι’ αυτά που είχε καταφέρει στην Ευρώπη και για τον σεβασμό που είχε κερδίσει από μεγαθήρια της Ευρώπης όπως ο Άγιαξ, η Γιουβέντους και η Λίβερπουλ.

Το 2008 λίγες μέρες αφού ο Παναθηναϊκός έκλεισε 100 χρόνια ιστορίας ο κυρ-Γιώργος προδόθηκε από την αδύναμη, καταπράσινη καρδιά του και μας άφησε. Ήταν αρκετά μεγάλος και είχε ζήσει μια ζωή ήρεμη και γεμάτη αγάπη. Σίγουρα εκεί ψηλά θα έχει αράξει κάπου και θα χαζεύει τις ντρίμπλες του Κρόιφ, του Πούσκας του Σόκρατες και του Μηγιάκη συζητώντας για ωραίες ποδοσφαιρικές ιστορίες με άλλους ποδοσφαιρόφιλους. Ελπίζω πάντως να μην είναι καφετζής γιατί θα τους έχει ταράξει στην πορτοκαλάδα.

Οι 13 ξένοι της Πρέμιερ Λιγκ τον Δεκαπενταύγουστο του 1992

  [3 Σχόλια]

Στις μέρες μας η Πρέμιερ Λιγκ είναι το διασημότερο, δυσκολότερο και καλύτερο πρωτάθλημα σε ολόκληρη την Ευρώπη και κατ’ επέκταση στον κόσμο. Ένα πρωτάθλημα γεμάτο σπουδαίους παίκτες από τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και πολλούς ξένους από όλα τα μήκη και τα πλάτη των πέντε ηπείρων. Για την ακρίβεια, πάρα πολλούς ξένους. Αναλογικά στην Πρέμιερ Λιγκ αγωνίζονται οι περισσότεροι ξένοι από κάθε άλλο μεγάλο πρωτάθλημα της Ευρώπης. Αλλά -ευτυχώς ή δυστυχώς- δεν ήταν πάντα έτσι. Για την ακρίβεια στις 20 Φεβρουαρίου του 1992, τη μέρα δηλαδή που το πρωτάθλημα άλλαξε ονομασία και έγινε επισήμως Πρέμιερ Λιγκ, στις 22 ομάδες που έπαιζαν στην μεγάλη κατηγορία δεν υπήρχαν πολλοί ξένοι ποδοσφαιριστές. Πόσο μακρινός φαντάζει αυτός ο αριθμός στις μέρες μας και πόσο ‘περίεργη’ και ‘ξένη’ φαντάζει εκείνη η εποχή είναι εύκολο να το αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε αρκεί να ρίξει μια ματιά στα ρόστερ των ομάδων και στα 13 ονόματα των παικτών που θα δείτε παρακάτω. Αυτοί ήταν οι μοναδικοί ξένοι παίκτες που αγωνίστηκαν την 1η αγωνιστική της παρθενικής Πρέμιερ Λιγκ, τον Δεκαπενταύγουστο του 1992.

[διάβασε περισσότερα →]

Μια μικρή ωδή στον Φράνκι Λάμπαρντ

  [5 Σχόλια]

Για να φτάσεις στην κορυφή χρειάζονται αγώνες και θυσίες. Χρειάζεται να παλέψεις, να ματώσεις, να πονέσεις για να αποδείξεις πως αξίζεις (αν αξίζεις) ακόμα και αν προέρχεσαι από μια διάσημη οικογένεια, με μεγάλη ιστορία (και παράδοση) πάνω στο αντικείμενό σου. Μια τέτοια περίπτωση -στο χώρο του ποδοσφαίρου- είναι και ο Άγγλος ποδοσφαιριστής Φρανκ Λάμπαρντ. Τι και αν έχει πατέρα τον θρύλο της Γουέστ Χαμ, Φρανκ Λάμπαρντ (τον πρεσβύτερο). Τι και αν ο Χάρι Ρέντκναπ είναι θείος του. Τι και αν μεγάλωσε βλέποντας τον ξάδερφό του Τζέιμι (Ρέντκναπ) να εξελίσσεται σε ένα σπουδαίο παιδί-θαύμα για το αγγλικό ποδόσφαιρο. Ο Φρανκ Λάμπαρντ δεν είδε τίποτα να του χαρίζεται. Δούλεψε το -σπάνιο είναι η αλήθεια- ταλέντο του και έγινε, για πολλούς, ο κορυφαίος μέσος στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Εδώ και λίγες μέρες ο Φράνκι (όπως είναι γνωστός στις τάξεις των φίλων της Τσέλσι) σταμάτησε επίσημα την πλούσια επαγγελματική του καριέρα και εμείς εδώ στο el sombrero δεν μπορούσαμε να μην του αφιερώσουμε μερικές όμορφες λέξεις. Πιστέψτε με, όσο και αν κάποιος δεν γουστάρει την Τσέλσι, δεν γίνεται να μη συμπαθεί τον Φρανκ Λάμπαρντ και να μην σέβεται την ποδοσφαιρική του αξία.

«Θυμάμαι να οδηγώ για τέσσερις ώρες χαρούμενος μετά το επιτυχημένο δοκιμαστικό που είχα στη Σουόνσι. Ήμουν τόσο χαρούμενος. Η ομάδα πάλευε για να σωθεί. Όταν άρχιζε να βρέχει (στην Ουαλία) ξεχνούσε να σταματήσει. Η κατηγορία ήταν πολύ σκληρή και τις περισσότερες φορές πλέναμε μόνοι τα ρούχα μας, εγώ ως μικρότερος έπλενα και άλλων συμπαικτών, αλλά ειλικρινά λάτρεψα το πέρασμά μου από τη Σουόνσι. Εκεί κατάλαβα πόσο δύσκολος είναι ο επαγγελματικός χώρος του ποδοσφαίρου. Εκεί έγινα παίκτης. Από τότε πάντα έριχνα και μια ματιά να δω τι είχαν κάνει οι «κύκνοι» κάθε αγωνιστική».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Φρανκ Λάμπαρντ για το δανεισμό του την περίοδο 1995-1996 στη Σουόνσι (στα 17 του χρόνια) ως παίκτης της Γουέστ Χαμ, σε μια περίοδο μάλιστα που προπονητής στην ομάδα ήταν ο Ρέντκναπ και βοηθός προπονητή ο πατέρας του και δείχνουν πολλά για την αξία, την ποδοσφαιρική αντίληψη και την ταπεινότητα που διέθετε από μικρός. Είπαμε και πιο πάνω άλλωστε, τίποτα μα τίποτα δεν του χαρίστηκε. Ο Λάμπαρντ μπορεί να βγήκε από την φημισμένη ποδοσφαιρική ακαδημία της Γουέστ Χαμ (όπως ο Τζο Κόουλ, ο Ρίο Φέρντιναντ και ο Μάικλ Κάρικ) αλλά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του στο Λονδίνο είχε την ρετσινιά του παιδιού που παίζει λόγω του ονόματός του. Όταν στις 31 Ιανουαρίου του ’96  απέναντι στην Κόβεντρι ο Ρέντκναπ έβγαζε τον μέσο Τζον Μονσούρ για να περάσει στη θέση του έναν άγουρο 18χρόνο μέσο, στις κερκίδες οι περισσότεροι φίλοι των «σφυριών» μιλούσαν για το ανελέητο σπρώξιμο που δέχεται η καριέρα του μικρού και για το πόσο υπερεκτιμημένος είναι. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι άλλοι που τα έβαζαν με τον Ρέντκναπ επειδή για να γίνει μέλος της πρώτης ομάδας ο Λάμπαρντ είχε «θυσιαστεί» ένας άλλος νεαρός μέσος, αγαπημένος σε αρκετούς οπαδούς, ο Σκοτ Κάνχαμ. Ο Κάνχαμ είχε πολλούς φανατικούς θαυμαστές από τα χρόνια που έπαιζε στην ακαδημία της Γουέστ Χαμ, με την μετέπειτα πορεία του πάντως να δικαιώνει απόλυτα την επιλογή του Ρέντκναπ. Μετά από μερικά χρόνια -και αφού τον είχαν δει να επιστρέφει από ένα σοβαρό τραυματισμό στα 18 του χρόνια- ήταν οι ίδιοι που τον αποκαλούσαν προδότη, όταν τους άφησε για την Τσέλσι, σε μια περίοδο μάλιστα που το ‘καράβι’ της Γουέστ Χαμ είχαν αφήσει τόσο ο θείος-προπονητής του όσο και ο πατέρας του. Το επόμενο βήμα και η απογείωση της καριέρας του ήταν ήδη γεγονός ή μήπως όχι;

Τα πρώτα χρόνια στην Τσέλσι η ομάδα δεν ήταν το μεγαθήριο που είναι στις μέρες μας. Δεν κατακτούσε πρωταθλήματα και προσπαθούσε να μπει σφήνα στις μεγάλες δυνάμεις (την Γιουνάιτεντ, την Λίβερπουλ και την Άρσεναλ). Σιγά-σιγά τα κατάφερνε και ο Λάμπαρντ έδειχνε να γίνεται και αυτός σχετικά γρήγορα βασικό γρανάζι της μηχανής των Μπλε. Όλα αυτά μέχρι την έλευση του Αμπράμοβιτς και των εκατομμυρίων του. Η ομάδα ανέβαινε αυτόματα επίπεδο και ο Λάμπαρντ έβλεπε τον άξονα της να γεμίζει με ξένους παίκτες τεράστιας αξίας όπως ο Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν και ο Κλοντ Μακελελέ, κάτι που σήμαινε πως η θέση στην βασική 11αδα δεν ήταν εξασφαλισμένη για κανένα. Όταν μάλιστα είδε την πρεμιέρα της ομάδας στο Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν 2003-2004, απέναντι από την Σπάρτα Πράγας, από τον πάγκο (παρέα με τον Τέρι και τον Γκουντγιόνσεν) κατάλαβε πολύ καλά πως έπρεπε να δουλέψει σκληρότερα. Να γίνεται μέρα με τη μέρα καλύτερος, δυνατότερος, πληρέστερος. Να πλησιάσει να γίνει όχι μόνο ο ηγέτης της Τσέλσι αλλά και ένας εκ των καλύτερων παικτών στον πλανήτη. Και τα κατάφερε.

Δύο χρόνια αργότερα (τ0 2006) ο Λάμπαρντ ψηφίζονταν δεύτερος καλύτερος παίκτης στην Ευρώπη, πίσω από τον πρώτο Ροναλντίνιο, είχε κερδίσει δύο σερί πρωταθλήματα με την Τσέλσι του Μουρίνιο και ήταν βασικός και αναντικατάστατος στην 11αδα της εθνικής Αγγλίας. Η έλευση του Μουρίνιο είχε παίξει σίγουρα το ρόλο της (ο Πορτογάλος ήταν ο Special One) όπως και οι ποιοτικοί συμπαίκτες. Για να φτάσει όμως να γίνει ο Λάμπαρντ ο ηγέτης της Τσέλσι ήταν εύκολο να γίνει κατανοητό πως είχε ρίξει απίστευτη δουλειά. Τα νούμερά και οι επιδόσεις του δεν μπορούσαν να γίνουν μόνο με το ατομικό ταλέντο  και τις τακτικές των προπονητών του. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως στα 32 του χρόνια -επί Αντσελότι- σκόραρε συνολικά 27 τέρματα σε 51 εμφανίσεις (κερδίζοντας και το πρωτάθλημα Αγγλίας), σε μια χρονιά (2009-2010) που όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ήταν η κορυφαία της καριέρας του σε ατομικό επίπεδο. Τα πρώτα χρόνια του Μουρίνιο στο Στάμφορντ Μπριζ μην ξεχνάμε επίσης πως του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «βιονικός» επειδή δεν έλειπε ποτέ (κυριολεκτικά όμως ποτέ) από κανένα παιχνίδι, ακόμα και από εκείνα τα «εύκολα» του Λιγκ Καπ. Ο Λάμπαρντ ήταν μαζί με τον Τζέραρντ και τον Πολ Σκόουλς οι κορυφαίοι μέσοι στο Νησί και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τους θεωρούσαν ως τους κορυφαίους στον κόσμο εκείνα τα χρόνια. Κάτι που δεν απείχε και πολύ απ’ την πραγματικότητα αν θέλετε και τη δική μου -ταπεινή- γνώμη.

Δεν θα σταθώ στους τίτλους και τις ατομικές διακρίσεις του Λάμπαρντ, κέρδισε άλλωστε τα πάντα με την Τσέλσι, θα σταθώ σε αυτά που μπορούσε να κάνει στο γήπεδο και στο πως έμπαινε πάντα μπροστά στα δύσκολα παιχνίδια για την ομάδα του. Μπορούσε να οργανώσει τέλεια ως μαέστρος, παίζοντας ως deep lying playmaker δίπλα στον σπουδαίο Κλοντ Μακελελέ. Να αγωνιστεί ως καθαρός κόφτης δίπλα στον Μπάλακ και τον Ντέκο ή τον Στήβεν Τζέραρντ στην εθνική. Να πασάρει άψογα και να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Ένας μέσος με την αίσθηση του γκολ σπουδαίου επιθετικού και το ηγετικό χάρισμα παικτών άλλης εποχής. Ένας παίκτης που προσωπικά λάτρευα να χαζεύω να παίζει ποδόσφαιρο. Ένας παίκτης που ποτέ δεν προκάλεσε και που πάντα έδειχνε το σπουδαίο ήθος του χαρακτήρα του.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει την εξωπραγματική του εμφάνιση στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ του 2008 λίγες μέρες μετά τον χαμό της μητέρας του. Εκείνο το γκολ κόντρα στην Τσέλσι (ως παίκτης της Σίτι) που είχε ισοφαρίσει το ματς σε μια περίοδο που ο σύλλογος που λάτρεψε και λατρεύτηκε του είχε φερθεί με πολύ άσχημο τρόπο και αυτός δεν το πανηγύρισε καθόλου. Τον διαπληκτισμό που είχε ως παίκτης της Γουέστ Χαμ με τον αστέρα της ομάδας Πάολο Ντι Κάνιο για μια εκτέλεση πέναλτι. Ένα πέναλτι που τελικά ο Ιταλός είχε εκτελέσει εύστοχα και καθώς έβριζε θεούς και δαίμονες ο νεαρός Φρανκ Λάμπαρντ τον αγκάλιασε και του έδωσε συγχαρητήρια δίνοντας τόπο στην οργή, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο την ωριμότητα που διέθετε και που τον βοήθησε να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια σε παίκτη παγκόσμιας κλάσης, και φυσικά εκείνο το κάλεσμα που δέχθηκε από την Γουέστ Χαμ το 2010 για να παραστεί στο Μπολέιν Γκράουντ τη μέρα που τα «σφυριά» τίμησαν τον σπουδαίο προπονητή των ακαδημιών Τόνυ Καρ. Το περίεργο βέβαια δεν είναι πως ο Λάμπαρντ αποδέχτηκε την πρόσκληση αλλά το γεγονός πως παρουσιάστηκε μπροστά στους 15.000 φίλους της ομάδας που είχαν βρεθεί στη γιορτή (μαζί με αρκετούς Έλληνες από το fan club της ομάδας, να τα λέμε αυτά) φορώντας, ακομπλεξάριστος, ρετρό μπλουζάκι της Γουέστ Χαμ. Όσο κι αν υπάρχει ποδοσφαιρικός πολιτισμός στο Νησί, ελάχιστοι θα είχαν προβεί σε παρόμοια κίνηση ας μην γελιόμαστε. Να συμπληρώσω πως ο Λάμπαρντ είναι ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Τσέλσι (αν και μέσος). Ο μέσος με τα περισσότερα γκολ στην Πρέμιερ Λιγκ και ο παίκτης με τα περισσότερα γκολ εκτός περιοχής στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Προσωπικά θεωρώ πως η λέξη μύθος δεν είναι ικανή να τον χαρακτηρίσει.

Εν κατακλείδι. Ο Φρανκ Λάμπαρντ (παρέα με τον Τζον Τέρι) είναι η Τσέλσι στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Ο παίκτης που πάνω του χτίστηκε μια σπουδαία ομάδα και ο παίκτης που έγινε κορυφαίος δουλεύοντας σκληρά για όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και όχι πατώντας μόνο στο ταλέντο του. Ένας ποδοσφαιριστής που αμφισβητήθηκε τα πρώτα χρόνια της καριέρας του αλλά ποτέ δεν το έβαλε κάτω. Ο ορισμός της μαχητικής ψυχής. Ένας ανάμεσα στις μεγαλύτερες ηγετικές προσωπικότητες που έχει γνωρίσει το άθλημα τα τελευταία 25 χρόνια. Ένας παίκτης που έκανε καλύτερο το άθλημα και που προσωπικά νιώθω τυχερός που τον έζησα να αγωνίζεται από την αρχή της -τεράστιας- καριέρας του. Και -πιστέψτε- με, ως φίλος της Λίβερπουλ, ειλικρινά δεν ξέρω πόσα παιχνίδια παρακολούθησα τον Λάμπαρντ αντίπαλο των «κόκκινων». Σε όλα τον χαιρόμουν. Ακόμα και σε αυτά που έπαιζε τέλεια απέναντί μας και ήταν ο βασικός υπαίτιος για τις νίκες των «μπλε».

Η χαμένη χαρά του παιχνιδιού

  [5 Σχόλια]

Σε ένα πολύ γνωστό ανέκδοτο που αναφέρεται στο βιβλίο του «Περί ηρώων και ταφών», ο Ερνέστο Σαμπάτο παρουσιάζει το «φιλοσοφικό δίπολο» του ποδοσφαίρου. Το μεταφέρω σε ελεύθερη απόδοση. Εκεί, ο κεντρικός χαρακτήρας ο Τζουλιάν ντ’ Αρκάντζελο, διηγείται στον ήρωα της νουβέλας, τον Μάρτιν, ένα περιστατικό στο οποίο πρωταγωνιστούσαν δύο επιθετικοί της Ιντεπεντιέντε στη δεκαετία του ’20, ο Αλμπέρτο Λαλίν, ένας απίστευτος ντριμπλαδόρος, και ο Μανουέλ Σεοανέ, ένα βαρύ σέντερ φορ, που ήξερε να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα, και οι οποίοι θεωρούνταν οι κύριοι εκφραστές των δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον τρόπο που έπρεπε να παίζεται το ποδόσφαιρο. Της αποτελεσματικότητας και του θεάματος της ευχαρίστησης. «Για να σου δείξω ποιες είναι αυτές οι δύο διαφορετικές φιλοσοφίες» λέει ο Ντ’ Αρκάντζελο στον Μαρτίν «θα σου διηγηθώ μια πολύ γνωστή ιστορία. Ένα απόγευμα, στο ημίχρονο που είχε λήξει δίχως γκολ, ο Σεοανέ λέει στον Λαλίν (που είχε ντριμπλάρει μέχρι και τα σημαιάκια του κόρνερ) ‘μόλις μπούμε μέσα κάνε μου μια μακρινή πάσα και θα βάλω γκολ’. Μόλις άρχισε το δεύτερο ημίχρονο ο Λαλίν έκανε μια μακρινή μπαλιά στον Σεοανέ, ο οποίος την πήρε, κατευθύνθηκε προς το τέρμα ντριμπλάροντας και σκόραρε. Αμέσως μετά, γυρίζει με τα χέρια ανοικτά και τρέχοντας προς τον Λαλίν φώναζε ‘το είδες Λαλίν; το είδες; σου το είπα’. Και ο Λαλίν απάντησε ‘ναι, αλλά δεν το φχαριστήθηκα΄.

Το παραπάνω μικρό απόσπασμα βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου «Η τέχνη του πολέμου για το ποδόσφαιρο» και στάθηκε αφορμή για αυτό εδώ το κείμενο. Κύριο χαρακτηριστικό του σύγχρονου ποδοσφαίρου είναι η ταχύτητα, η δύναμη και φυσικά τα πολυπρόσωπα -κυρίως αμυντικά- συστήματα που δεν μπορούν να βοηθήσουν να φανούν οι παίκτες-αρτίστες. Ένα ποδόσφαιρο που σιγά-σιγά αρχίζει να γίνεται (δυστυχώς) άθλημα των προπονητών και όχι των παικτών. Αυτή την πραγματικότητα σήμερα, θα την πάω ένα βήμα παραπέρα και θα ρωτήσω «Στο σύγχρονο αυτό ποδόσφαιρο, πόσοι παίκτες κορυφαίου επιπέδου δείχνουν να απολαμβάνουν πραγματικά το άθλημα την ώρα διεξαγωγής μιας αναμέτρησης;»

Ειλικρινά δεν μπορώ να βρω εύκολα απάντηση. Ο τελευταίος κορυφαίος παίκτης που πραγματικά ζούσε το παιχνίδι όπως ένας πιτσιρικάς σε αλάνα και έπαιζε σε κορυφαία ομάδα, κατακτώντας μάλιστα σημαντικούς ατομικούς και ομαδικούς τίτλους, ήταν ο Ροναλντίνιο. Κι αυτός το έκανε μέχρι τα 27-28 του χρόνια. Μετά βαρέθηκε. Ήταν η περίοδος που το ποδόσφαιρο άλλαξε (γύρω στο 2008) -δυστυχώς προς το χειρότερο- και παίκτες αυτής της «πάστας» όπως ο Ροναλντίνιο, ο Κακά, ο Ρικέλμε αλλά και μικρότερου βεληνεκούς, όπως ο -λατρεμένος μου- Παμπλίτο Αϊμάρ ένιωθαν πως αυτό το ‘νέο’ άθλημα δεν έχει χώρο γι’ αυτούς. Το πράγμα είναι πολύ απλό. Μπορείς να τρέχεις για δύο ώρες; Θα παίξεις ακόμα και αν δεν μπορείς να βγάλεις σωστή πάσα στα 10 μέτρα. Δεν μπορείς να τρέχεις σαν μηχανάκι; Δεν θα παίξεις ακόμα και αν έχεις την τεχνική του Γκαρίντσα, του Σόκρατες και του Ζίκο. Για να μην παρεξηγηθώ, ο Ροναλντίνιο συνδύαζε άψογα ταχύτητα και τεχνική.

Συνεχίζω με τον Βραζιλιάνο μάγο και την Μπαρτσελόνα. Εκείνη η ομάδα είχε παίκτες όπως ο Ετο’ο, ο Λάρσον και ο Ντέκο, με προπονητή τον Φρανκ Ράικαρντ. Όποιον και να ρωτήσεις για εκείνη την σπουδαία  ομάδα θα σου πει πως εκείνη η Μπάρτσα, ήταν η ομάδα του Ροναλντίνιο. Μιλάμε για την περίοδο 2004-2007. Πάμε στην επόμενη Μπάρτσα των Ινιέστα, Τσάβι, Άλβες και φυσικά του σπουδαίου Λιονέλ Μέσι. Μιλάμε για την περίοδο 2008-2012. Εκείνη η ομάδα έχει μείνει ως η ομάδα του Πεπ Γκουαρντιόλα και του δικού του ‘τίκι-τάκα’. Αλλά γιατί; Υπήρχε σε αυτή ο κορυφαίος παίκτης της τελευταίας 20ετίας. Ο μικρός Αργεντινός ζογκλερ και -ίσως- μαζεμένοι μερικοί απ’ τους κορυφαίους Ισπανούς στην ιστορία της Λα Λίγκα. Κι όμως. Όποιον Καταλανό και να ρωτήσεις δεν θα σου βάλει κανένα από όλους αυτούς δίπλα στον Ροναλντίνιο για ένα απλό λόγο. Ο Ροναλντίνιο έπαιζε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που παίζει το παιδάκι της αλάνας, με εκείνο το υπέροχο χαμόγελο μονίμως στο πρόσωπό του, και όταν έπαιζε με την -άσημη- Έιμπαρ αλλά και όταν έπαιζε απέναντι στην μισητή (για τους Καταλανούς) Ρεάλ Μαδρίτης στο -πάντα εχθρικό- Σαντιάγκο Μπερναμπέου, και ο περισσότερος κόσμος αυτό θέλει να βλέπει. Ήταν απλό. Ο τρόπος παιχνιδιού του Ροναλντίνιο ήταν πάνω από κάθε τακτική και η αντίληψή του για το παιχνίδι δεν είχε καμία, μα καμία, σχέση με την αντίληψη που έχουν οι δύο κορυφαίοι παίκτες των ημερών μας (ο Κριστιάνο Ρονάλντο και ο Λιονέλ Μέσι). Δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο -και αν- ευχαριστιούνται την κάθε αναμέτρηση αυτοί οι δύο παίκτες, μα στα δικά μου μάτια κάθε τους -κορυφαία είναι αλήθεια- εμφάνιση, είναι ακόμα μια μέρα στο γραφείο. Μια άκρως επαγγελματική σχέση ρουτίνας. Απλά στη θέση του γραφείου βάλτε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο και στη θέση ενός βαρετού 8ώρου βάλτε ένα ποδοσφαιρικό 90λέπτο.

Οι ρυθμοί του σύγχρονου και άκρως επαγγελματικού ποδοσφαίρου ίσως μόνο έτσι μπορούν να δώσουν διάρκεια σε ένα κορυφαίο ποδοσφαιριστή αλλά ειλικρινά δεν ξέρω πόσο είναι όμορφο όλο αυτό για τον θεατή αλλά και για τον ίδιο τον ποδοσφαιριστή. Στα δικά μου μάτια δεν είναι. Έχουμε φτάσει να βλέπουμε τις φαντεζί ενέργειες με το σταγονόμετρο σε κάθε αναμέτρηση και αυτό σίγουρα τρομάζει τον μέσο θεατή που απλά θέλει να βλέπει ποδόσφαιρο. Οι τακτικές είναι ωραίες, όπως και οι άμυνες και οι τίτλοι απλά πρέπει να καταλάβουμε και τι είναι αυτό που βλέπουμε. Προσωπικά θέλω να βλέπω όμορφες ενέργειες και παίκτες-αρτίστες που χαίρονται πραγματικά το παιχνίδι. Θέλω να δω και πάλι τον Ροναλντίνιο, τον Κακά, τον Ρικέλμε, τον Ριβάλντο και τον Ρομάριο. Εκείνους τους παίκτες που έπαιζαν όπως το παιδάκι που έσκαγε μύτη στην αλάνα φορώντας τζιν παντελόνι και κατέβαινε απ’ το ποδήλατο για  να παίξει μαζί μας. Αφού λοιπόν μας είχε τρελάνει στην ντρίμπλα και έφτανε στο τετ α τετ με τον τερματoφύλακα -πολλές φορές- πέταγε την μπάλα, επίτηδες, άουτ  ζαλισμένο. Ζαλισμένο αλλά χαμογελαστό. Με το ίδιο χαμόγελο ανέβαινε στο ποδήλατο και έφευγε για να προλάβει το φροντιστήριο. Ευτυχώς ο Ροναλντίνιο μας θύμισε -έστω και για λίγο- εκείνο το ανέμελο παιδικό χαμόγελο και προσωπικά θα τον ευγνωμονώ πάντα γι’ αυτό.

Όταν η Λεβερκούζεν έφτασε μια ανάσα από το απόλυτο θαύμα

  [18 Σχόλια]

Οι ομάδες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε αυτές που υπάρχουν για να κερδίζουν τίτλους, μία τέτοια είναι η Μπάγερν Μονάχου για παράδειγμα, και στις άλλες που συμπληρώνουν το παζλ κάθε λίγκας. Στη Γερμανία μία τέτοια είναι η Χοφενχάιμ. Δίπλα σε όλες αυτές τις ομάδες της Μπουντεσλίγκα υπάρχει και η Μπάγερ Λεβερκούζεν. Μια ομάδα που δεν ξέρει το λόγο που υπάρχει. Το περίεργο είναι πως αν ρωτήσεις στη χώρα μας τον μέσο ποδοσφαιρόφιλο για το ποιες ομάδες θεωρεί «μεγάλες» στη Γερμανία, πολύ δύσκολα θα αφήσει εκτός της απάντησής του τη Λεβερκούζεν. Μια ομάδα που -για όσους δεν το γνωρίζουν- δεν έχει κατακτήσει ποτέ το πρωτάθλημα Γερμανίας στα 112 χρόνια της ιστορίας της. Φυσικά αυτό δεν πρόκειται να το καταφέρει ούτε φέτος μιας και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές βρίσκεται στο -18 από την πρωτοπόρο Μπάγερν Μονάχου (στην 9η θέση). Θεωρεί κάποιος πως μπορεί να καλύψει αυτή τη διαφορά και να ανατρέψει την κατάσταση; Πάμε παρακάτω.

Για να είμαστε δίκαιοι πάντως, στην έναρξη (και) της τρέχουσας σεζόν κανένας δεν είχε βγει να δηλώσει πως στόχος των «ασπιρίνων» ήταν η σαλατιέρα της Μπουντεσλίγκα. Είναι γνωστό άλλωστε πως εδώ και χρόνια ο βασικός στόχος είναι ένας και μοναδικός: Nα τα κάνει «σαλάτα». Κάτι που και καταφέρνει επιτυχώς κάθε χρόνο. Η Λεβερκούζεν μετράει ένα κύπελλο όλο κι όλο το 1993 και φυσικά στην «πλούσια» τροπαιοθήκη της υπάρχει και το ΟΥΕΦΑ του 1988. Απέναντι στην Εσπανιόλ του Λοσάντα και του Ερνέστο του Βαλβέρδε. Αυτό πάντως που πόνεσε πραγματικά πολύ και θα πονάει πάντα όλους τους φίλους της ομάδας είναι η σεζόν 2001-2002. Μια σεζόν που ξεκίνησε με πολλά όνειρα και φιλοδοξίες από μια ομάδα που διέθετε μπόλικο ταλέντο και εξελίχθηκε στην απόλυτη τραγωδία, χάνοντας ουσιαστικά τρεις τίτλους (πρωτάθλημα, κύπελλο και Τσάμπιονς Λιγκ) σε διάστημα -σχεδόν- μιας εβδομάδας. Το κουβάρι αυτής της ιστορίας θα ξετυλίξουμε σήμερα. Μιας ιστορίας γεμάτης από όμορφο ποδόσφαιρο, μεγάλες νίκες και άφθονο πόνο στο τέλος. Αδικία; Σίγουρα. Βέβαια την τύχη του ο καθένας την φτιάχνει (και) μόνος του. Όχι -άλλα- δάκρυα λοιπόν για εκείνη την ομάδα του Τόπμελερ.

H σεζόν 2000-2001 ήταν από τις πιο ανταγωνιστικές της Μπουντεσλίγκα με την Μπάγερν να κατακτά -ως συνήθως- στο τέλος το πρωτάθλημα αλλά τρεις ομάδες να τερματίζουν πίσω της με πολύ μικρή βαθμολογική (και όχι μόνο) διαφορά. Η Σάλκε είχε τερματίσει 2η στο -1 από τους πρωταθλητές, η Ντόρτμουντ 3η στο -4 και η Λεβερκούζεν 4η στο -6. Προπονητής της ομάδας ήταν ο Μπέρτι Φογκς, που αν και και είχε φτιάξει ένα άκρως ανταγωνιστικό σύνολο, βγάζοντας την ομάδα και στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ, τελικά απολύθηκε με το τέλος της σεζόν για να αναλάβει ο Κλάους Τόπμελερ. Ένας προπονητής που δεν είχε να επιδείξει κάτι σημαντικό στην έως τότε προπονητική του καριέρα, εκτός των δεκάδων τσιγάρων που κάπνιζε στους πάγκους. Η επιλογή σίγουρα είχε ξενίσει πολλούς.

O Τόπμελερ βρήκε ένα άκρως ποιοτικό σύνολο, με παίκτες όπως ο Μπάλακ, ο Ζε Ρομπέρτο, ο Λούσιο, ο Μπερμπάτοφ, ο Ράμελόου και ο Πλασέντε και κάνοντας ουσιαστικά μία και μόνο ποιοτική προσθήκη έφτιαξε την ομάδα που θαυμάσαμε για μία ολόκληρη σεζόν τόσο στην Γερμανία όσο και στην Ευρώπη. Ο παίκτης αυτός δεν ήταν άλλος από τον επιτελικό μέσο Γιλντιράι Μπαστούρκ της Μπόχουμ. Έναν παίκτη που ο Τόπμελερ γνώριζε πολύ καλά (και είχε σε τεράστια εκτίμηση) από την κοινή τους θητεία στο Μπόχουμ. Ο Τούρκος ήταν ένας φανταστικός ποδοσφαιριστής, από τους καλύτερους σε ολόκληρη την Ευρώπη στη θέση του εκείνα τα χρόνια, με μεγάλες παραστάσεις τόσο σε συλλογικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Η Τουρκία άλλωστε είχε τερματίσει 3η στο Μουντιάλ του 2002 και ήταν τόσο καλή που ο βασικός της τερματοφύλακας (αναφέρομαι στον Ρουστού) είχε φτάσει να πάρει μεταγραφή για  την Μπαρτσελόνα, την ίδια περίοδο μάλιστα που η Μπάρτσα έκανε δικό της τον τιτανομέγιστο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε.

To σύστημα του Τόπμελερ ήταν το 4-5-1 (ή καλύτερα 4-1-4-1) με τον Ράμελοου μπροστά από τους δύο στόπερ και μια καταπληκτική τετράδα μέσων πίσω από τον μοναδικό σέντερ φορ. Ο Όλιβερ Νόεβιλ των 171 εκατοστών είχε αυτό τον ρόλο κόντρα σε μια εποχή που ήθελε -συνήθως- δύο επιθετικούς με τον ένα εκ των δύο να είναι αρκετά δυνατός και ψηλός. Η τετράδα των μέσων ήταν ο καταπληκτικός Βραζιλιάνος Ζε Ρόμπερτο (δεν είχε γραφτεί ακόμα για τον Ολυμπιακό), ο Μπερντ Σνάιντερ, ο Μίκαελ Μπάλακ στην καλύτερη σεζόν της καριέρας του και φυσικά ο Γιλντιράι Μπαστούρκ που ανέφερα και πιο πάνω. Ο Μίκαελ ο Μπάλακ μάλιστα είχε τελειώσει εκείνη τη σεζόν με 17 τέρματα (κάτι που αποτελεί ρεκόρ για μέσο στη Μπουντεσλίγκα) και είχε χάσει το βραβείο του πρώτου σκόρερ για ένα και μόνο τέρμα (το βραβείο είχαν μοιραστεί ο Μάρσιο Αμορόσο της Ντόρτμουντ και ο Μάρτιν Μαξ της Μόναχο 1860). Τα 17 τέρματα στη Γερμανία τα συμπλήρωσε και με 7 στο Τσάμπιονς Λιγκ σε μια σεζόν που τον βρήκε στη λήξη της με το βραβείο του καλύτερου Γερμανού παίκτη, του καλύτερου μέσου στην Ευρώπη, στην καλύτερη 11αδα της Ευρώπης και πρώτο σε ασίστ στο Μουντιάλ του 2002. Πόσους τίτλους κατάφερε να κερδίσει ο Μπάλακ, η Λεβερκούζεν και η εθνική Γερμανίας εκείνη τη σεζόν; Πολύ σωστά. Κανένα.

Η Λεβερκούζεν ήταν χάρμα ιδέσθαι στο Τσάμπιονς Λιγκ, περνώντας από διπλούς ομίλους, αλλά και στη Μπουντεσλίγκα, όπου και έχασε το πρωτάθλημα την τελευταία αγωνιστική. Η Μπάγερ είχε αποκλείσει μάλιστα στη φάση των ‘8’ τη Λίβερπουλ και στον ημιτελικό τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ίσως στην πιο γελοία press conference στην ιστορία της διοργάνωσης, με τον Σερ Άλεξ Φέργκιουσον να μπερδεύει την Λεβερκούζεν με την Καιζερσλάουτεν, σκορπώντας αμήχανα χαμόγελα σε όλους τους παρευρισκομένους (πλην του Τόπμελερ που το είχε θεωρήσει -ορθώς- ως μεγάλη ασέβεια). Οι Γερμανοί είχαν ορκιστεί να αποκλείσουν την πολυδιαφημισμένη (και πολυτάλαντη) αντίπαλό τους, κάτι που κατάφεραν -αν και δύσκολα- με ήρωα τον κορυφαίο τους επιθετικό Όλιβερ Νόεβιλ. Ο Νόεβιλ είχε σκοράρει το 1-2 στο Ολντ Τράφορντ πριν ισοφαρίσει ο Ρούντ Φαν Νίστελροϊ με πέναλτι για το τελικό 2-2 και φυσικά ήταν αυτός που είχε ισοφαρίσει με πέναλτι σε 1-1 στις καθυστερήσεις του πρώτου ημιχρόνου στη ρεβάνς της Γερμανίας, χαρίζοντας ουσιαστικά την πρόκριση στην ομάδα του. Στον τελικό η Λεβερκούζεν θα συναντούσε την Ρεάλ Μαδρίτης του Ζιντάν, του Φίγκο, του Ραούλ και των λοιπών αστέρων (δίχως όμως τον σπουδαίο Ζε Ρομπέρτο που είχε συμπληρώσει αριθμό καρτών). Η Ρεάλ είχε αποκλείσει την Μπαρτσελόνα με μπόλικη δόση τύχης και αρκετό σπρώξιμο από τους διαιτητές (αν και οι Μαδριλένοι είχαν πολύ καλύτερη ομάδα από τους Καταλάνους εκείνη τη χρονιά).

Και φτάνουμε στην κρίσιμη εβδομάδα της σεζόν. Η Λεβερκούζεν στις 11 Μαΐου θα αντιμετώπιζε στον τελικό του κυπέλλου Γερμανίας τη Σάλκε και τέσσερις μέρες αργότερα την Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό της Γλασκώβης. Επίσης τρεις αγωνιστικές πριν τελειώσει η Μπουντεσλίγκα η ομάδα του Τόπμελερ ήταν στο +5 από την Μπορούσια Ντόρτμουντ. Μια Ντόρτμουντ που τελικά της πήρε τον τίτλο την τελευταία αγωνιστική. Η Λεβερκούζεν είχε ακούσει το πρώτο ‘καμπανάκι’ στην εντός έδρας ήττα από την Βέρντερ με 1-2 (με χαμένο πέναλτι του τερματοφύλακα Μπουτ στα τελευταία λεπτά) για την 32η αγωνιστική, σε μια αγωνιστική που η Ντόρτμουντ είχε επικρατήσει της Κολονίας με 2-1 χάρις στο πέναλτι του Αμορόσο στο 90′. Ένα πέναλτι που είχε μειώσει τη διαφορά στους δύο βαθμούς (66 οι «ασπιρίνες» και 64 οι Βεστφαλοί).

Την επόμενη αγωνιστική η Λεβερκούζεν ήθελε πάση θυσία το τρίποντο κόντρα στη Νυρεμβέργη όπως φυσικά και η Ντόρτμουντ κόντρα στο Αμβούργο. Και οι δύο αναμετρήσεις ήταν εκτός έδρας για τους δύο μονομάχους με την αναμέτρηση της Λεβερκούζεν να είναι θεωρητικά πιο εύκολη. Το γκολ του αμυντικού Τόμας Νικλ με κεφαλιά-κανονιά (που έλεγε και μια ψυχή) στο 23′ έβαλε πίσω τους πρωτοπόρους, την ίδια ώρα που η Ντόρτμουντ άνοιγε το σκορ με πέναλτι του Αμορόσο (σε μια φάση που το Αμβούργο έμεινε με 10 παίκτες). Η ένταση ήταν ήδη μεγάλη και στα δύο μέτωπα γήπεδα. Λίγα λεπτά αργότερα ο Τόμας Ροζίσκι θα γράψει το 0-2 με τέλειο πλασέ και το «τοπίο» της νίκης θα αρχίσει να καθαρίζει. Το πέναλτι του αρχηγού Τόμας Κελ -και η αποβολή του- θα βάλει και πάλι το Αμβούργο στο παιχνίδι μιας και το σκορ ημιχρόνου πλέον ήταν το 1-2.

Το τελικό 3-4 με όργια του Αμορόσο  στο β’ ημίχρονο -σε συνδυασμό με την ήττα της Λεβερκούζεν- θα ανεβάσει την Μπορούσια στην 1η θέση (στο +1) μία αγωνιστική πριν το τέλος της Μπουντεσλίγκα. Πλέον το τρόπαιο του πρωταθλητή ήταν στα χέρια της ομάδας του Ματίας Ζάμερ που αν κέρδιζε την Βέρντερ στην έδρα της θα έκλεβε ουσιαστικά το πρωτάθλημα από την ομάδα που το άξιζε στο 100% εκείνη τη σεζόν. Τη Μπάγερ Λεβερκούζεν. Οι «ασπιρίνες» είχαν θεωρητικά εύκολο έργο μιας και υποδέχονταν την Χέρτα στην έδρα τους. Ήθελαν το ‘τρίποντο’ και στραβοπάτημα της Ντόρτμουντ για να πάρουν αυτοί το πρωτάθλημα. Όταν μάλιστα ο Μπάλακ άνοιξε το σκορ στο 9′ με εξαιρετική εκτέλεση φάουλ ένα άρωμα αισιοδοξίας άρχισε να πλανάται πάνω από τη ΜπάιΑρίνα. Την ίδια ώρα μάλιστα ο μέσος Πόλ Στάλτερι της Βέρντερ άνοιγε το σκορ με κοντινό πλασέ μετά από τραγική αμυντική αντίδραση των γηπεδούχων. Οι κερκίδες στην έδρα της Λέβερκούζεν είχαν πάρει φωτιά μιας και οι οπαδοί έβλεπαν να έρχεται αυτό που άξιζαν από την αρχή της σεζόν. Το πρωτάθλημα.

Λίγο πριν οι ομάδες φύγουν για τα αποδυτήρια ο Κόλερ ισοφάρισε με φοβερό σουτ εκτός περιοχής δίνοντας το σύνθημα της αντεπίθεσης όχι μόνο για τη νίκη αλλά και για τον τίτλο. Ο Μπάλακ με φοβερό σουτ θα γράψει το 2-0 και ουσιαστικά θα καθαρίσει τη υπόθεση-νίκη. Η Λεβερκούζεν πλέον περίμενε τα ευχάριστα από την έδρα της Ντόρτμουντ και ένα δώρο από την Βέρντερ. Αυτό το δώρο ήρθε στο 72′ αλλά δεν ολοκλήρωσε την ‘γιορτή’ μιας και το τετ α τετ της Βέρντερ κατέληξε στο δοκάρι. Τα όνειρα της Λεβερκούζεν για τον τίτλο τελείωσαν ουσιαστικά λίγα λεπτά αργότερα όταν ο Εβερθον με ένα αρκετά τυχερό γκολ χάρισε τη νίκη -και μαζί της το πρωτάθλημα- στην ομάδα του.

H Λεβερκούζεν δεν κατάφερε να επιστρέψει από το μεγάλο ψυχολογικό σοκ και τελικά γνώρισε την ήττα τόσο στον τελικό κυπέλλου Γερμανίας από την Σάλκε με 4-2 όσο και από τη Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με 2-1, σε μια αναμέτρηση που έμεινε στην ιστορία για το απίστευτο γκολ του τεράστιου Ζινεντίν Ζιντάν. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά η ομάδα έχασε και το αστέρι της, τον Μίκαελ Μπάλακ, που έφυγε για τη Μπάγερν Μονάχου -μια πορεία που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια και οι Ζε Ρομπέρτο και Λούσιο- και ουσιαστικά δεν κατάφερε να φανεί ανταγωνιστική την επόμενη σεζόν.

Το επόμενο πρωτάθλημα βρήκε την Λεβερκούζεν στην 15η θέση στο -35 από την κορυφή με τον Τόπλεμερ απολυμένο και την ομάδα σε κατάσταση διάλυσης. Όπως και να έχει, εκείνη η Λεβερκούζεν ήταν μία από τις καλύτερες ομάδες που είχαμε δει στις αρχές των 00s και είναι πραγματικά κρίμα που δεν κατάφερε να κάνει εκείνο το φανταστικό τρεμπλ, μένοντας έτσι στην ιστορία ως μία από τις μεγαλύτερες loser ομάδες και όχι ως ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά «θαύματα». Για την ιστορία, ο Μπάλακ έμεινε 2ος και τη σεζόν 2010-2011 -στο δεύτερό του πέρασμα από τη Λεβερκούζεν- και πάλι πίσω από την Ντόρτμουντ.

Ρόμπι Φάουλερ: O θεός των φίλων της Λίβερπουλ

  [5 Σχόλια]

Το κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω δεν είναι ακριβώς ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο. Μάλλον, είναι ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο  αλλά έχει πολύ μικρή σχέση με το ποδόσφαιρο των ημερών μας. Το κείμενο που θα διαβάσετε -όσοι το διαβάσετε- δεν πρόκειται να σας κάνει σοφότερους σε ποδοσφαιρικά θέματα. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του κι ας είναι ο κεντρικός ήρωάς του κάποιος που βρίσκεται ανάμεσα στους κορυφαίους παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα της Λίβερπουλ. Το κείμενο αυτό είναι για τον Ρόμπι Φάουλερ. Όχι όμως για τον αριστεροπόδαρο τεχνίτη επιθετικό αλλά γι’ αυτόν που βρίσκεται κάτω από την αθλητική φανέλα και λατρεύτηκε όσο λίγοι από τους ανθρώπους του μεγάλου λιμανιού της πόλης των Beatles και του Έλβις Κοστέλο.

O Φάουλερ γεννήθηκε στο Τόξτεθ του Λίβερπουλ το 1975 και βίωσε στην τρυφερή ηλικία των 6 ετών (ευτυχώς ως θεατής) -ενώ είχε αρχίσει να ασχολείται με το ποδόσφαιρο και να δηλώνει φίλος της Έβερτον- μια από τις μεγαλύτερες ταραχές που έζησε αυτή η πόλη. Ήταν 3 Ιουλίου του ’81 όταν η αστυνομία του Λίβερπουλ συνέλαβε τον μαύρο Λιρόι Αλφόνς Κούπερ χρησιμοποιώντας υπερβολική βία (τι περίεργο!) και -ουσιαστικά- βάζοντας το μπαρούτι στην έτοιμη από καιρό να εκραγεί κοινωνία των μαύρων της περιοχής. Αυτά που ακολούθησαν δεν θα τα αναφέρω σε αυτό εδώ το κείμενο. Όποιος θέλει μπορεί να τα βρει στο διαδίκτυο. Απλά να αναφέρω, για όσους δεν το γνωρίζουν, πως εκείνη την περίοδο υπήρχε τεράστιο πρόβλημα στην Αγγλία με τους μαύρους (και στο Λίβερπουλ φυσικά) και δεν είναι τυχαίο πως o πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την φανέλα των «κόκκινων» ήταν ο Χάουαρντ Γκέιλ που το είχε πραγματοποιήσει πάντως την ίδια δύσκολη περίοδο. Για να το πω πιο απλά: Ένας ρατσισμός υπήρχε.  Και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αρνηθεί κανείς. Ο μικρός Ρόμπι όπως ήταν φυσικό, μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια που ανήκε στην εργατική τάξη δεν μπορούσε να μην μάθει να εναντιώνεται σε κάθε μορφής κοινωνική αδικία. Μιλάμε άλλωστε για τα εκρηκτικά 80s της Μάργκαρετ Θάτσερ που έφεραν τεράστιες αλλαγές στον κοινωνικοπολιτικό χάρτη (και) της Βρετανίας. Ο Φάουλερ όσο τα χρόνια περνούσαν άρχισε να αφήνει τους «πλούσιους» της -τότε- Έβερτον και να γίνεται ένα με τους «κόκκινους» της εργατικής τάξης της Λίβερπουλ. Την ομάδα δηλαδή που λάτρεψε και λατρεύτηκε από τους φίλους της σε ολόκληρο τον κόσμο, όχι μόνο για τις γκολάρες του και το πάθος που έβγαζε εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου. Το λαϊκό «κωλόπαιδο» άλλωστε δεν είχε αρχίσει ακόμα να ζει το ποδοσφαιρικό του παραμύθι.

Ο Φάουλερ έγινε παίκτης της Λίβερπουλ το 1993, επί Σούνες. Σε μια περίοδο που στην πόλη κυριαρχούσαν οι συχνές εντάσεις ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και τα όργανα της τάξης, καθώς οι κυβερνώντες είχαν αποφασίσει να εξαθλιώσουν οικονομικά την εργατική τάξη και τα τόσα στόματα που θρέφονταν απ’ αυτή. Η μεγάλη απεργία που είχε ξεσπάσει στο λιμάνι της πόλης, δυστυχώς, δεν είχε βοηθήσει στην καλυτέρευση της κατάστασης σχεδόν καθόλου μιας και τα οικονομικά μέτρα που ακολούθησαν γίνονταν ολοένα και πιο σκληρά. Ήδη από τα τέλη των 80s η Θάτσερ και η κυβέρνησή της είχαν ουσιαστικά διαλύσει οικονομικά τους εργάτες στο λιμάνι και είχαν μειώσει το εργατικό δυναμικό πάνω από το 50%. Οι περισσότεροι από αυτούς υποστήριζαν φανατικά τους «κόκκινους» από την εποχή που ο σπουδαιός Μπιλ Σάνκλι βρίσκονταν στον πάγκο της ομάδας, αλλάζοντας ουσιαστικά τον χάρτη του Αγγλικού ποδοσφαίρου, διδάσκοντας όχι μόνο ποδόσφαιρο αλλά και αξίες που χρειάζεται να έχει ο κάθε άνθρωπος για να ζει μια αξιοπρεπή ζωή. (Τι σημαίνει αξιοπρεπή ζωή για τον κάθε εργάτη το έχει γράψει μοναδικά ο Τζακ Λόντον στο αριστούργημά του «Η σιδερένια φτέρνα»). Ο Φάουλερ είχε ήδη γίνει ο βασικός επιθετικός της Λίβερπουλ. Ήταν μέλος της εθνικής Αγγλίας και -εννοείται- έβγαζε ένα κάρο χρήματα μιας και ήταν το νέο «παιδί-θαύμα» των Άγγλων πριν τον Μπέκαμ και τον Μάικλ Όουεν. Ήταν η περίοδος που η αφίσα του (με ξανθό μαλλί παρακαλώ) κοσμούσε πολλά εφηβικά δωμάτια. Όχι μόνο φίλων της Λίβερπουλ. Ο Φάουλερ ήταν ένα είδωλο της ποπ κουλτούρας, από αυτά που οι Άγγλοι ξέρουν να φτιάχνουν μοναδικά. Ολόκληρος ο κόσμος έδειχνε να του ανήκει.

Στις 20 Μαρτίου του 1997, όταν η Λίβερπουλ αντιμετώπισε την Νορβηγική Μπρανν για τα προημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων (επικρατώντας  με 3-0), έγινε αυτό που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και -εννοείται- την καριέρα του νεαρού επιθετικού της Λίβερπουλ. Το πρώτο παιχνίδι (στη Νορβηγία) είχε λήξει με 1-1 με τον Φάουλερ να σκοράρει ένα από τα πιο όμορφα γκολ της καριέρας του, δίνοντας στη ρεβάνς χαρακτήρα τυπικό.

Στο παιχνίδι του Άνφιλντ ο Φάουλερ θα σκοράρει για το 3-0 στο 77′ και θα μπει για πάντα στις καρδιές όλων των πραγματικών φίλων της ομάδας. Όχι όμως για το γκολ. Η πρόκριση άλλωστε είχε από ώρα κριθεί και στο Άνφιλντ γνωρίζουν πολύ καλά να σέβονται τον αντίπαλο. Όποιος κι αν είναι αυτός. Ο Φάουλερ θα σηκώσει την φανέλα της Λίβερπουλ και θα πανηγυρίσει δείχνοντας στις κάμερες το κατακόκκινο μπλουζάκι που φορούσε κάτω από αυτή, σοκάροντας (;) την «ηθική» UEFA που δεν γουστάρει ιδιαίτερα πολιτικά και αιχμηρά μηνύματα. Στο μπλουζάκι αναγράφονταν επί λέξη «500 λιμενεργάτες του Λίβερπουλ έχουν απολυθεί από το 1995» και ήταν γραμμένο -διόλου τυχαία- πάνω στο διάσημο λογότυπο της φίρμας Calvin Klein. DoCKer είναι ο λιμενεργάτης εις την αγγλικήν για όσους δεν το γνωρίζουν. Το λογότυπο ήταν όντως «σοκαριστικό», έτσι συμβαίνει συνήθως με την αλήθεια, για όλους αυτούς τους υποκριτές που γουστάρουν να έχουν πελάτη τον φτωχό εργάτη (μέσα από το ποδόσφαιρο άλλωστε παίζονται πολλά και μεγάλα πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια, όπως όλοι γνωρίζουμε) αλλά δεν θα νοιαστούν για τον αγώνα και για τις όποιες θυσίες έκανε ή κάνει αυτός για να βρει το «μαγικό» χαρτάκι και την ρέπλικα της ομάδας του.

Με αυτή του την κίνηση ο Φάουλερ έβαζε πλάτη στους λιμενεργάτες του Λίβερπουλ και έδειχνε σε ολόκληρη την Ευρώπη (και τον κόσμο) αυτό που πραγματικά συνέβαινε εκείνο το διάστημα στο διάσημο λιμάνι της πόλης του και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου. Από το 1995 και τις μαζικές απολύσεις της εταιρείας Torside μέχρι το 1997 είχαν συμβεί ένα σωρό «περίεργα» περιστατικά με αρνητικούς αποδέκτες -ποιους άλλους;- τους εργάτες και τις οικογένειές τους. Το εργατικό κίνημα σήκωσε το ανάστημά του, βρήκε βοήθεια και από εργατικά κινήματα άλλων χωρών και τελικά κέρδισε την μάχη και αυτά που του αναλογούσαν. Εννοείται πως για να αλλάξουν όλα αυτά η κίνηση του ποδοσφαιριστή δεν ήταν κάτι το σημαντικό, ήταν όμως η καλύτερη διαφήμιση  και έδειξε πως ακόμα και πίσω από τα φώτα του ποδοσφαίρου, των τεράστιων ποσών, των όμορφων σταρλετίτσων που λειτουργούν ως «ουρές» και «βιτρίνες» για ένα σωρό παίκτες και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των χαρτογιακάδων, υπάρχουν ακόμα ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται ουσιαστικά για κάτι, τσαλακώνοντας την αστραφτερή τους εικόνα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ρόμπι Φάουλερ. Για την ιστορία η UEFA είχε τιμωρήσει τον Φάουλερ με πρόστιμο που είχε αγγίξει τα 2.000 ελβετικά φράγκα.

O Φάουλερ πανηγύρισε αρκετούς σημαντικούς τίτλους, έκανε πολλά ατομικά ρεκόρ και σκόραρε μερικά από τα ομορφότερα γκολ στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ και των κυπέλλων Αγγλίας. Έφυγε για τη Λιντς, αγωνίστηκε στη Σίτι -δυναμιτίζοντας κι άλλο τα ντέρμπι του Μάντσεστερ- και επέστρεψε στην ομάδα της καρδιάς του (με πολλά παραπανίσια κιλά και λαβωμένος από τραυματισμούς) για όλους αυτούς που τον λάτρεψαν. Τσακώθηκε με αρκετούς μιας και δεν μπορούσε να κρυφτεί ποτέ πίσω από το δάχτυλό του. Τίμιος μέχρι το τέλος της καριέρας του. Αληθινός και ρομαντικός, όπως τότε που έπαιζε ποδόσφαιρο στους δρόμους με τα παιδικά του φιλαράκια. Όπως τότε που πανηγύρισε σαν να «σνιφάρει» μπροστά από τους φίλους της Έβερτον, που τον κατηγορούσαν για χρήση ναρκωτικών. Όπως τότε που έγινε ένα κουβάρι με τους φίλους της Λίβερπουλ στις κερκίδες του Ατατούρκ κλαίγοντας από χαρά για το 5ο Πρωταθλητριών (ως παίκτης της Σίτι).

Περισσότερο από όλα αυτά όμως λατρεύτηκε από τους πραγματικούς φίλους της ομάδας (αυτούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ως γνήσιοι scousers) για εκείνη την κίνησή του στο ματς με την Μπρανν και για την εν γένει στάση του απέναντι στους φτωχούς και τους κατατρεγμένους της πόλης του. Γι’ αυτό και το παρατσούκλι που του κόλλησαν στο KOP ήταν πάνω και από το «βασιλιάς» που θα ακολουθεί πάντα τον Κένι Νταλγκλίς (τον κορυφαίο παίκτη που φόρεσε ποτέ την φανέλα της ομάδας) και αυτό δεν είναι άλλο από το «Θεός». Γιατί ακριβώς αυτό είναι ο Ρόμπι Φάουλερ. Για όλους αυτούς που έζησαν τα δύσκολα χρόνια της ομάδας στα 90s (μετά το Χέιζελ και το Χίλσμπορο) αλλά και της τσέπης τους,  λόγω του «πολέμου» που δέχθηκαν επί Θάτσερ στα 80s. Ένας από αυτούς που τους έδινε δύναμη να παλέψουν στη δύσκολη καθημερινότητα για ένα καλύτερο αύριο, εκτός φυσικά των εκπληκτικών τερμάτων που σκόραρε για την ομάδα τους, κάνοντάς τους να ξεχάσουν τα όποια προβλήματα -έστω- για 90 λεπτά. Ο ΘΕΟΣ τους.

Τομ Ντέιβις: η μεγάλη ελπίδα της Έβερτον

  [9 Σχόλια]

Πριν λίγες μέρες η Έβερτον υποδέχτηκε την -πάντα ανταγωνιστική- Σαουθάμπτον στο Γκούντισον Παρκ με μοναδικό σκοπό τη νίκη. Είχε προηγηθεί η ήττα από τη συμπολίτισσα Λίβερπουλ (πριν μερικές αγωνιστικές) στις καθυστερήσεις με 0-1, μια ήττα που -εννοείται- είχε πονέσει πολύ τα «ζαχαρωτά» και στο βαθμολογικό κομμάτι αλλά και σε αυτό του γοήτρου. Κανένας μας δεν θέλει να χάνει σε τοπικό ντέρμπι ακόμα και αν πρόκειται για την τελευταία κατηγορία οποιουδήποτε πρωταθλήματος. Αυτό είναι γνωστό και όσοι έχουν κλωτσήσει έστω και λιγάκι μια μπάλα το γνωρίζουν πολύ καλά. Σε αυτή την αναμέτρηση ο Κούμαν είχε την ιδέα να ξεκινήσει στη βασική εντεκάδα τον νεαρό Τομ Ντέιβις. Ένα 18χρόνο παιδί από τα σπλάχνα της ομάδας και άρρωστο με την Έβερτον (o θείος του ο Άλαν Γουίτλ είχε κερδίσει το πρωτάθλημα του 1970 με την Έβερτον και είχε αγωνιστεί κόντρα και στον ΠΑΟ τη σεζόν του Γουέμπλεϊ). Η θέση του, αμυντικός μέσος. Το νούμερο στη φανέλα, το 26 (καθόλου τυχαίο) και το παρουσιαστικό του σαν χαρακτήρας από το Game of Thrones. Ένας τυπικός νεαρός Βρετανός, έτοιμος (σύμφωνα πάντα με τους Άγγλους) να κατακτήσει τον κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Ντέιβις ήταν πολύ καλός δίπλα στον Γκουεγιέ και μάλιστα έβγαλε μια εξαιρετική κάθετη πάσα στον Λουκάκου για το 3-0 στο τέλος της αναμέτρησης. Ο Κούμαν μπορεί να τρίβει τα χέρια του από ευχαρίστηση μιας και στο πρόσωπο του νεαρού μπορεί να βρει τον παίκτη που θα ηγηθεί της μεσαίας γραμμής της Έβερτον στο κοντινό μέλλον, δίχως να σπαταλήσει μια μικρή περιουσία. Όταν μάλιστα ο νεαρός έχει την τύχη να μαθαίνει δίπλα στον εξαιρετικό Γκάρεθ Μπάρι, τον ιδιαίτερα ταλαντούχο (και κάποτε «παιδί-θαύμα») Τομ Κλεβερλέι, τον αρτίστα Ρος Μπάρκλεϊ και φυσικά τον θρύλο Ρόναλντ Κούμαν τότε ναι, το μέλλον μπορεί να εξελιχθεί πολύ καλά για τον νεαρό «Εβερτόνιαν». Δεν συνηθίζω να γράφω για παίκτες που θεωρούνται ταλέντα και να κάνω προβλέψεις για την πιθανή πορεία τους, ιδίως για παίκτες που δεν έχω δει αρκετά να αγωνίζονται. Δεν παίζω άλλωστε και manager και δεν μου αρέσει η λογική του «σκάουτερ του πληκτρολογίου» και θυμάμαι και ένα μεγάλο προσωπικό κάζο σε πρόβλεψή μου πριν χρόνια (σε κάποιο άλλο μπλογκ που έγραφα με το κανονικό μου όνομα) για τον Έμλιν Χιουζ της Ντέρμπι. Έναν εξαιρετικό (τότε) κεντρικό μέσο που περιμέναμε πολλοί να εξελιχθεί σε παίκτη κορυφαίου επιπέδου σε μεγάλη ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ. Τον έχουν ακούσει φαντάζομαι μόνο όσοι ασχολούνται και με την Τσάμπιονσιπ (όπως εγώ) μιας και παρέμεινε στη Ντέρμπι (Για να δικαιολογηθώ λιγάκι, να σας πω πως είχε και ένα σοβαρό τραυματισμό).

Ο Κούμαν σε συνέντευξη που είχε δώσει στην Liverpool Echo μετά τη νίκη με 0-2 επί της Λέστερ είχε σταθεί αρκετά στον Ντέιβις. Ο Ολλανδός προπονητής ρωτήθηκε για την χρησιμοποίηση του νεαρού ως αλλαγή στη θέση του Μπάρι στο παιχνίδι κόντρα στην Τσέλσι, σε ένα χρονικό σημείο που η ομάδα του Ολλανδού ήταν πίσω στο σκορ και τι είχε κερδίσει ο νεαρός με αυτή τη συμμετοχή. Ο Κούμαν απάντησε «Αυτό που κέρδισε το είδατε σήμερα. Τον έβαλα στο ίδιο χρονικό σημείο κόντρα στη Λέστερ, πάλι ως αλλαγή του Μπάρι και ήταν εξαιρετικός. Το γκολ του Λουκάκου στο 90′ που κλείδωσε και την νίκη μας δεν θα είχε επιτευχθεί αν δεν είχε παίξει τόσο καλά ο Τομ. Ρωτήστε και τον Λουκάκου. Τα τρεξίματα του Τομ ήταν τρομακτικά. Σε κάποια φάση ο Λουκάκου του φώναξε να μην τρέχει τόσο πολύ. Πως μπορείς να βάλεις σε καλούπια την ενέργεια ενός παιδιού; Ο Τομ ήταν εκπληκτικός». Ο νεαρός πάντως σιγά-σιγά κερδίζει ολοένα και περισσότερο χρόνο κάτι που του δίνει ψυχολογία και σταθερότητα στο παιχνίδι του και κάτι μου λέει πως θα πάρει πολλές ευκαιρίες από τον Κούμαν μέχρι το τέλος της σεζόν. Ως ώρας αυτά που μας έχει δείξει είναι η καλή πάσα και τα απίστευτα τρεξίματα. Μένει να δούμε αν διαθέτει και επιθετικά χαρίσματα αν και στην ηλικία που βρίσκεται έχει τεράστια περιθώρια βελτίωσης, αν φυσικά δουλέψει. Όσοι θέλετε τσεκάρετέ τον. Εγώ το έχω κάνει ήδη.

Όταν η Άρσεναλ άλλαξε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ολοένα και περισσότερο τη χρήση των τριών κεντρικών αμυντικών σε πολλές ομάδες, τόσο σε εθνικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η «μόδα» που επέστρεψε χάρις στη Γιουβέντους, εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο πως αυτό το σύστημα όχι μόνο δεν είναι παλιομοδίτικο και αμυντικό (όπως πιστεύουν πολλοί) αλλά πως αν χρησιμοποιηθεί σωστά είναι ικανό για επιθετικό και ελκυστικό ποδόσφαιρο (και εννοείται χαρίζει πολλούς βαθμούς και οι βαθμοί τους τίτλους). Τα είχαμε γράψει για την Ουαλία του Κόουλμαν το καλοκαίρι, τα βλέπουμε και με την Τσέλσι του Κόντε στη φετινή Πρέμιερ Λιγκ. Σε ένα πρωτάθλημα που ελπίζω να μην εξελιχθεί σε κούρσα για ένα και μόνο άλογο. Ακόμα και ο «πολύς» Πεπ Γκουαρδιόλα έχει χρησιμοποιήσει αυτό το σύστημα (με τις παραλλαγές του) και στην Μπάγερν αλλά και στη φετινή Σίτι δείχνοντας περίτρανα την αποδοτικότητά του. Με αφορμή λοιπόν την τριάδα στην άμυνα θα πάμε πολλά χρόνια πίσω και θα θυμηθούμε τον αναμορφωτή της Άρσεναλ, Χέρμπερτ Τσάπμαν. Τον άνθρωπο που -ουσιαστικά- πρωτοέπαιξε αυτό το 3-4-3 (στην εμβρυακή του μορφή). Ένα 3-4-3 που έχει κάνει την Τσέλσι -σχεδόν- ανίκητη στις μέρες μας (εμπλουτισμένο πάντα με μπόλικη Ιταλική τακτική).

Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται συνεχώς και πάντα υπήρχαν (και θα υπάρχουν σε αυτό) άνθρωποι καινοτόμοι με ριζοσπαστικές ιδέες και μοντέρνες αντιλήψεις. Ο Γκουαρδιόλα και το δικό του «τίκι τάκα» ήταν ένας εξ αυτών. Εκείνο το «περίεργο» 4-6-0 του Σπαλέτι με το «ψευτοεννιάρι» στη Ρόμα πριν καμιά δεκαριά και βάλε χρόνια. Η εθνική Αυστρίας του 1920 που πάτησε πάνω στις τακτικές του Τζίμι Χόγκαν και έριξε τον σπόρο για να αλλάξει το ποδόσφαιρο σε πιο μοντέρνες φόρμες και φυσικά ο Ερνστ Χάπελ πολλά χρόνια αργότερα με ένα ποδόσφαιρο που συνδύαζε την αμυντική με την επιθετική προσήλωση – ουσιαστικά με 5αδα στην άμυνα. Ο Λομπανόφσκι  και το φουτουριστικό του Σοβιετικό άρτιο ποδόσφαιρο την ίδια περίοδο πάνω-κάτω. Ο Μίχελς και το ψυχεδελικό δικό του ποδόσφαιρο των Οράνιε και του Άγιαξ. Φυσικά το κατενάτσιο του Ερέρα και εννοείται η τακτική τελειότητα της Μίλαν του Σάκι στα 80s. Στην Αγγλία αν υπάρχει κάποιος που ουσιαστικά άλλαξε το ποδόσφαιρο και θα μνημονεύεται πάντα γι’ αυτό, αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον σπουδαίο προπονητή της Άρσεναλ στα 20s. Ο κορυφαίος Βρετανός προπονητής στην ιστορία του ποδοσφαίρου στην Αγγλία σύμφωνα πάντα με την ψηφοφορία που έλαβε χώρα το 2004 στο Νησί. Μιλάμε για μια περίοδο που σχεδόν όλες οι ομάδες χρησιμοποιούσαν το 2-3-5 με τον Τσάπμαν να πατάει πάνω στις τακτικές των Αυστριακών (που επηρέασαν τους Ούγγρους μερικά χρόνια αργότερα) και να δημιουργεί το 3-4-3 σαρώνοντας τα πάντα στο διάβα του. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Ο Χέρμπερτ Τσάπμαν γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1878 και αγωνίστηκε ως επιθετικός σε αρκετές ομάδες μέχρι το 1909 όταν και έβαλε τέλος στην ποδοσφαιρική του καριέρα στη Νορθάμπτον Τάουν. Μεταξύ των ομάδων που έπαιξε ποδόσφαιρο ήταν η Τότεναμ και η Σέφιλντ Γουένσντεϊ . Το 1921 αναλαμβάνει τα ηνία της Χάντερσφιλντ Τάουν (έμεινε εκεί ως το 1925), μετά τις Νορθάμπτον και Λιντς κατακτώντας μαζί της τρεις τίτλους. Το κύπελλο του 1923 και τα πρωταθλήματα του ’24 και ’25. Εννοείται πως είχε να διαχειριστεί μια ομάδα που ήταν δίχως αμφισβήτηση, η καλύτερη ομάδα σε ολόκληρο το Νησί. To καλοκαίρι του 1925 θα αναλάβει την Άρσεναλ σε μια δύσκολη περίοδο για την ομάδα, αφήνοντας άφωνους τους πάντες, και θα χτίσει τον τεράστιο μύθο του παράλληλα με τον μύθο των Λονδρέζων. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Τσάπμαν  όταν ανέλαβε τους «κανονιέρηδες» ήταν να φέρει στην ομάδα τον Τσάρλι Μπουχάν. Ο διεθνής Άγγλος επιθετικός ήταν ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Σάντερλαντ και στο πρόσωπο του ο σπουδαίος προπονητής βρήκε τον άνθρωπο που τον βοήθησε να αλλάξει το άθλημα δίχως όμως να το γνωρίζει τότε. Μεγάλο προσόν του Τσάπμαν ήταν πως άκουγε τις συμβουλές των συνεργατών του αλλά και των παικτών του σε αντίθεση με άλλους κορυφαίους προπονητές. Εκείνη τη σαιζόν άλλαξαν οι κανονισμοί με το oφ σάιντ να μπαίνει στο ποδόσφαιρο. O Μπουχάν είχε την ιδέα να περάσει ο κεντρικός μέσος στην άμυνα (κάνοντας τους στόπερ τρεις) με τον προπονητή του να δέχεται αυτή την συμβουλή. Η άμυνα είχε έτσι έξτρα βοήθεια και περισσότερο βάθος αλλά τι θα γίνονταν με τον άξονα; Έμφαση δόθηκε αμέσως στα άκρα αλλά και στους πλάγιους επιθετικούς που παίζοντας πλέον πιο εσωτερικά έδιναν βοήθειες τόσο στα κεντρικά χαφ αλλά και στην επίθεση παίζοντας ουσιαστικά ως επιτελικοί μέσοι. Το σύστημα δεν απέδωσε αμέσως καρπούς και δεν υπήρχε καλύτερη απόδειξη από την ήττα με 7-0 από τη Νιουκάστλ. Οι μεγάλες αλλαγές άλλωστε θέλουν αρκετή υπομονή και σίγουρα υπήρχαν πολλά ακόμα να αλλάξουν. Ο Τσάπμαν -εννοείται- δεν πτοήθηκε και συνέχισε να δουλεύει το σύστημά του. Η δεύτερη θέση πίσω από την Χάντερσφιλντ (η πρώτη ομάδα που πήρε τρεις σερί τίτλους) ήταν ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα με τον Τσάπμαν να ορκίζεται πως θα φέρει την ομάδα στην κορυφή αρκεί να τον αφήσουν να δουλέψει με τους δικούς του όρους. Αυτό και έγινε με το πλάνο πενταετίας να μπαίνει σε εφαρμογή από το καλοκαίρι του 1926 και το σύστημα WM (Όπως ονομάστηκε) να τελειοποιείται τα επόμενα χρόνια και φυσικά να μνημονεύεται μέχρι σήμερα. Ο Μπουχάν δυστυχώς για τον ίδιο δεν πρόλαβε να κερδίσει τίτλους με την Άρσεναλ μιας και σταμάτησε το ποδόσφαιρο το καλοκαίρι του 1928.

Ο Xέρμπερτ Τσάπμαν εκτός της «παγίδας» στο οφ σάιντ, του ασφυκτικού πρέσινγκ (πράγματα που βλέπουμε κατά κόρον στο σύγχρονο ποδόσφαιρο), της κίνησης των εξτρέμ και τη βοήθεια που έδιναν αυτοί σε αμυντικούς και κεντρικούς επιθετικούς παίζοντας ουσιαστικά σαν μπακ-χαφ και εκτός του νέου συστήματος (3-4-3) έφερε και ένα σωρό άλλες καινοτομίες στο ποδόσφαιρο, εκτός των τακτικών του. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε φυσιοθεραπευτές και μασέρ δίνοντας μεγάλο βάρος στην καλή υγεία των παικτών. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τμήμα σκάουτινγκ, ήταν ο πρώτος που έβαλε αριθμούς στις φανέλες των παικτών για να τους βοηθά να καταλαβαίνουν καλύτερα που βρίσκεται ο συμπαίκτης τους (σε αυτό υπάρχει μια ιστορία που θεωρεί πρωτοπόρο την Τσέλσι-έστω και σε φιλικό παιχνίδι). Ήταν ο πρώτος που πρότεινε φωτισμό στα γήπεδα (αν και η πρόταση του είχε απορριφθεί από την FA τα πρώτα χρόνια). Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, ο Χέρμπερτ Τσάπμαν ήταν ένας άνθρωπος πολύ μπροστά από την εποχή του. Ένας άνθρωπος που το ποδόσφαιρο χρωστάει πολλά για τον εξωραϊσμό και την εξέλιξή του.

Με τις προσθήκες των Άλεξ Τζέιμς της Πρέστον και Ντέιβ Τζακ της Μπόλτον ο Τσάπμαν συμπλήρωσε τους εξαιρετικούς Κλιφ Μπάστιν και Τζόε Χελ και έφτιαξε σιγά σιγά την ομάδα που έφτασε στην κατάκτηση τίτλων τα επόμενα χρόνια. Το Κύπελλο του 1930 με 2-0 απέναντι στην Χάντερσφιλντ  και το πρωτάθλημα του 1931 (το πρώτο στην ιστορία των «κανονιέρηδων») έδειξαν σε όλους πως επιτέλους το σχέδιο του Τσάπμαν είχε φέρει αποτελέσματα. Το πρωτάθλημα του ’33 ήταν το τελευταίο για τον σπουδαίο προπονητή καθώς το Γενάρη του ’34 άφησε την τελευταία του πνοή από πνευμονία. Φυσικά το έργο του συνεχίστηκε και η ‘Αρσεναλ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα του 1934 και του 1935, όπως και αυτό του 1938 με προπονητή τον Τζόε Σόου (για έξι μήνες μετά το θάνατο του Τσάπμαν) και τον Τζορτζ Άλισον μέχρι και το 1947. Το σύστημα WM δουλεύτηκε αρκετά τα επόμενα χρόνια και εξελίχθηκε για να φτάσουμε στο ποδόσφαιρο των ημερών μας με τα πολλαπλά και πολυσύνθετα συστήματα που βλέπουμε ακόμα και στις μικρές κατηγορίες. Καλό είναι λοιπόν όταν θα μιλάμε γι’ αυτούς που άλλαξαν το άθλημα, να βάζουμε πάντα και το όνομα του παλιού προπονητή της Άρσεναλ στην κουβέντα. Ο Τσάπμαν υπήρξε όντως πρωτοπόρος και είναι πραγματικά λυπηρό που μια μεγάλη μερίδα φιλάθλων ίσως να μην έχει ακούσει καν το όνομά του και να μην έχει μάθει τι έχει προσφέρει στο όμορφο -και αγαπημένο- άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο. Για την ιστορία το άγαλμα του Τσάπμαν βρίσκεται έξω από το Εμιρέιτς στο Λονδίνο εκεί που βρίσκονται και αυτά των Τιερί Ανρί, Αρσέν Βενγκέρ και Τόνι Άνταμς για να θυμίζει σε όλους το μεγαλείο του και τι πραγματικά σημαίνει (και αυτός) για την ομάδα.

Στο τέλος θα μείνει μόνο ο Λούκας

  [9 Σχόλια]

Δεν μπορώ να ξέρω πόσοι από εσάς έχετε ανοίξει κουβέντα με κάποιο φίλο της Λίβερπουλ για τον Λούκας Λέιβα αλλά είμαι σίγουρος πως όσοι το έχετε τολμήσει μιλούσατε ώρα για τον Βραζιλιάνο αμυντικό μέσο των «κόκκινων» του Μέρσεϊσάιντ. Επίσης είμαι -σχεδόν- σίγουρος πως δεν βγάλατε καμία μα καμία άκρη για το ταλέντο του και τι είναι αυτό που τον έχει κάνει να είναι ο παλαιότερος στο υπάρχον ρόστερ (και ανάμεσα στους αρχηγούς)  μιας και ο Λούκας το καλοκαίρι που θα έρθει θα έχει συμπληρώσει αισίως τα 10 χρόνια στο Άνφιλντ. Ήταν 26 Ιουλίου του 2007 όταν ο Ράφα Μπενίτεζ έβγαλε από τα ταμεία της ομάδας το ποσό των 5 εκατομμυρίων λιρών για να φέρει στο Άνφιλντ τον ταλαντούχο Βραζιλιάνο αμυντικό χαφ της Γκρέμιο, βλέποντας στο πρόσωπό του τον παίκτη που θα έδινε τις απαιτούμενες ανάσες στους Αλόνσο και Μασκεράνο μιας και ο Στήβεν Τζέραρντ προοριζόταν να μετατεθεί πιο μπροστά στη διάταξη του Ράφα και να παίξει πίσω ακριβώς από τον Φερνάντο Τόρες που έφτασε -και αυτός- εκείνο το καλοκαίρι για να δώσει το εύκολο γκολ που η ομάδα έψαχνε από τα χρόνια του ‘Ιαν Ρας και του Ρόμπι του Φάουλερ. Το τελευταίο είναι αστείο αλλά θα μπορούσε να γίνει εύκολα πιστευτό από αρκετούς.

Ο Λούκας αυτές τις 10 σεζόν δεν κατάφερε να γίνει ποτέ ο βασικός αμυντικός μέσος της ομάδας μιας και το ταλέντο του δεν υπήρξε ποτέ σπουδαίο και επίσης είχε να συναγωνιστεί μερικούς εξαιρετικούς ποδοσφαιριστές που πέρασαν από την ομάδα για τις θέσεις των αμυντικών-κεντρικών χαφ. Ο Λούκας Λέιβα δεν είναι ο καλύτερος αμυντικός αλλά είναι και δύσκολο να τον περάσεις. Δεν έχει κάποια σπουδαία τεχνική αλλά μπορεί να παίξει την μπάλα με τη μία σε μικρές αποστάσεις (τι όχι;). Δεν έχει με τίποτα το γκολ. Δεν έχει την μακρινή μπαλιά. Δεν είναι πολύ γρήγορος αλλά δεν είναι και αργός. Δεν είναι δυνατός στο ψηλό παιχνίδι αλλά ξέρει να παίρνει σωστές θέσεις -γι’ αυτό καλύπτει επιτυχώς και τη θέση του στόπερ- και επίσης μπορεί να κόψει μπάλες δίχως να χρειαστεί να κάνει ένα δυνατό (βρετανικό) τάκλιν. Ο Λούκας Λέιβα είναι η μετριότητα προσωποποιημένη σε ένα όμορφο πρόσωπο με ξανθά μαλλιά και λαμπερό χαμόγελο. Ο Λούκας Λέιβα επίσης έχει κατακτήσει όλα αυτά τα χρόνια μόνο ένα λιγκ καπ (κόντρα στην Κάρντιφ το 2012) χωρίς όμως να βρίσκεται καν στην αποστολή του τελικού αλλά έχει επιβιώσει, ως άλλος Χαιλάντερ, και έχει καταφέρει να βρίσκεται σε κάθε ρόστερ με κάθε προπονητή. Με Μπενίτεζ, με Χότζσον, με Νταλγκλίς, με Ρότζερς και τώρα και με Κλοπ, κυρίως ως κεντρικός -γκαφατζής- αμυντικός που σκορπά απλόχερα το γέλιο ακόμα και στους συμπαίκτες του τρολλάροντας ακόμα και ο ίδιος τον εαυτό του μετά από κάποιος -συχνό- λάθος.

Και πάμε στο παράδοξο της υπόθεσης. Όταν ήρθε ο Λούκας, στην ομάδα υπήρχαν ο Αλόνσο, ο Τζέραρντ, ο Μασκεράνο και ο νέος Βιεϊρά, Μοχάμεντ Σισοκό (αγαπημένο παιδί του Ράφα από την κοινή τους παρουσία στη Βαλένθια) για τις θέσεις στον άξονα. Το Γενάρη του 2008 ο Ρανιέρι αγόρασε τον Σισοκό στη Γιουβέντους για 11 εκατομμύρια λίρες δίνοντας έτσι δίχως να το γνωρίζει στον Βραζιλιάνο τον απαραίτητο χώρο για να ξεδιπλώσει το ταλέντο του. Αυτό φυσικά και δεν έγινε ποτέ και μάλιστα από τότε άρχισε μια ωραιότατη ιστορία με ένα σωρό παίκτες να έρχονται και να φεύγουν (άλλοι ως αποτυχημένοι-άλλοι ως επιτυχημένοι), όλοι για τις θέσεις των κεντρικών χαφ δίπλα πάντα στον λατρεμένο μας Λούκας. Ποιος όμως από όλους αυτούς δεν έφυγε ποτέ αλλά δεν κατάφερε και ποτέ να ηγηθεί; Πολύ σωστά μαντέψατε. Ο αγαπημένος ξανθομάλλης Βραζιλιάνος. To καλοκαίρι του 2009 η Λίβερπουλ θα χάσει τον Αλόνσο που θα φύγει για τη Ρεάλ και ο Μπενίτεζ θα φέρει ως αντικαταστάτη τον τραυματία Αλμπέρτο Ακουιλάνι (έλα μη γελάτε) σε μια μεταγραφή που θα τη θυμόμαστε πάντα  όταν θα έχουμε τις μαύρες μας. Εκείνη η σεζόν θα είναι η πιο γεμάτη για τον Λούκας αλλά τραγική δυστυχώς για την ομάδα. Το επόμενο καλοκαίρι η Λίβερπουλ θα χάσει και τον Μασκεράνο που θα φύγει για τη Βαρκελώνη και θα δει τον άξονά της να γεμίζει με παίκτες όπως ο Πόουλσεν, ο Μεϊρέλες και ο Τζόντζο ο Σέλβεϊ. Και οι τρεις θα πωληθούν τα επόμενα χρόνια. Ο Λούκας φυσικά θα μείνει παρέα με τον Τζέραρντ και τον Τζέι τον Σπίρινγκ αλλά χωρίς ποτέ να λογίζεται σαν βασικός. Ούτε όταν ήρθε ο Χέντερσον και ο Τσάρλι ο Άνταμ επί Νταλγκλίς, ούτε όταν ήρθε ο Άλεν και ο Τσαν επί Ρότζερς, ούτε όταν ήρθε ο Βαινάλντουμ και ο Γρούγκιτς επί Κλοπ. Σε όλους αυτούς βάλτε και μερικά ταλέντα που ποτέ δεν βρήκαν χώρο όπως ο Ρόσιτερ και ο Σούσο και κάντε τη σούμα. Ειλικρινά δεν ξέρω πόσο θα παίξει στη συνέχεια ο Λούκας και αν θα καταφέρει να κερδίσει κάποιο σπουδαίο τίτλο με την ομάδα αλλά τον φαντάζομαι στα 50 με τη φανέλα της Λίβερπουλ να ανανεώνει για ακόμα ένα χρόνο και να ονειρεύεται πως επιτέλους θα κάνει μια μεγάλη σεζόν με την ομάδα. Άλλωστε όπως έγραψα και στον τίτλο «Στο τέλος θα μείνει μόνο ο Λούκας».

Το θαύμα της Φόρεστ που εμπνέει ακόμα

  [2 Σχόλια]

Jimmypeterbrian-print

Στις 13 Οκτωβρίου του 2015 ο σκηνοθέτης Τζόνυ Όουεν κυκλοφόρησε ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ για την Νότινγχαμ Φόρεστ των δύο σερί Πρωταθλητριών (1979 και 1980) με αδημοσίευτο -μέχρι τότε- υλικό. Σπάνιες συνεντεύξεις του Κλαφ και των παικτών του αλλά και υπέροχη μουσική στο πνεύμα της Βρετανικής περιόδου εκείνων των ετών. Όσοι δεν το έχετε δει κάντε ένα κόπο και δεν θα χάσετε. Για τους λάτρεις του διαβάσματος υπάρχει και το βιβλίο -με τον ίδιο τίτλο- που έγραψαν παρέα ο Τζόνυ Όουεν και ο συγγραφέας Ντάνιελ Τέιλορ. Ο Τέιλορ μάλιστα έχει γράψει και το Deep Into The Forest -επίσης για τον Κλαφ και τη Νότινγχαμ- αλλά και μερικά εξαιρετικά βιβλία για την Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ (τα προτείνω σε όλους τους αληθινούς φίλους της ομάδας). ο τίτλος του ντοκιμαντέρ αλλά και του βιβλίου είναι ο αρκετά πιασάρικος (αλλά και πολύ κοντά στην πραγματικότητα) I Believe In Miracles. «Πιστεύω στα θαύματα». Και πως να μην πιστεύουμε με αυτό που είχε καταφέρει στις αρχές των 80s σπουδαίος Άγγλος προπονητής και η ομάδα του.

Με αφορμή το ντοκιμαντέρ και το βιβλίο ο φίλος της ομάδας Στιβ Γκούλμπις εμπνεύστηκε και σχεδίασε μια φοβερή συλλογή ιλουστρασιόν έργων -με τον ίδιο τίτλο- με την Νότιγχαμ εκείνης της περιόδου. Για καλό όλων των ποδοσφαιρόφιλων αλλά και των φίλων της ομάδας ο Γκούλμπις δεν είναι κάποιος τυχαίος μα ένας καλλιτέχνης μεγάλης αξίας και με σπάνιο ταλέντο στο σχέδιο. «Ήταν 1978 όταν κατακτήσαμε το πρωτάθλημα της πρώτης κατηγορίας και εγώ σπούδαζα στη Σχολή Καλών Τεχνών όταν σχεδίασα την πρώτη μου αφίσα για την ομάδα» θυμάται ο ίδιος. «Την είχα στείλει στα γραφεία της Φόρεστ για να τους ευχαριστήσω και είδα γεμάτος έκπληξη την αφίσα να επιστρέφεται μετά από μέρες, έχοντας μάλιστα τις υπογραφές 16 παικτών, του Κλαφ, του βοηθού του Πήτερ Τέιλορ αλλά και του σπουδαίου γυμναστή της ομάδας Τζίμι Γκόρντον. Ήταν κάτι μαγικό. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου». Φυσικά αυτή ήταν η αρχή μιας σπουδαίας καριέρας για τον ίδιο.

Backtobackchampions-print

Ο Γκούλμπις είναι σκιτσογράφος σε μερικά από τα πιο γνωστά αγγλικά αθλητικά περιοδικά και έχει σχεδιάσει τις αφίσες για αρκετές σπουδαίες στιγμές τεράστιων παικτών όπως για το παιχνίδι όπου ο Πολ Σκόουλς αποχαιρέτησε το ποδόσφαιρο και για το παιχνίδι προς τιμήν του Στήβεν Τζέραρντ όταν άφησε το Άνφιλντ και τη Λίβερπουλ για το MLS.

NFFC-European-Cup-winners

Ένα μέρος της δουλειάς του μπορείτε να την βρείτε και να την απολαύσετε σε αυτό το link. Κάντε το και δεν θα χάσετε. Πιστέψτε με.