Ο Κουτίνιο δεν αφήνει την Λίβερπουλ. Αυτή τον διώχνει

  [4 Σχόλια]

Εδώ και σχεδόν ένα μήνα, ίσως και παραπάνω, παρακολουθούμε ένα εντελώς φαιδρό ποδοσφαιρικό σήριαλ. Ένα από αυτά που έχουν λαμπερούς πρωταγωνιστές και συντελεστές  αλλά απ’ την άλλη ρηχό σενάριο και τραγικές -στα όρια του Δελφινάριου- ερμηνείες. Το σήριαλ θα μπορούσε να λέγεται «Κουτίνιο: Εγκλωβισμένος στο Μέλγουντ» αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς δεν έχει κάποιο σπουδαίο τίτλο μέχρι αυτή την ώρα. Σε αυτό το σήριαλ κανένας δεν κάνει σπόιλερς, μιας και όλοι γνωρίζουν το που θα καταλήξουν οι τύχες του νεαρού Βραζιλιάνου πρωταγωνιστή και του Οίκου που αυτός ανήκει. Του ένδοξου αλλά ξεπεσμένου Οίκου των Κόκκινων του Μερσεϊσάιντ. Ενός Οίκου που πλέον δεν τρομάζει μιας και δεν έχει «Δράκους» και «Μάγους», ούτε φυσικά σπουδαίους πολεμιστές, αλλά ένα ταλαιπωρημένο Liverbird για σήμα, παλεύοντας να αναδυθεί στην κορυφή στο Βασίλειο της Πρέμιερ Λιγκ εδώ και 27 σερί χρόνια, έχοντας ως μεγάλο όπλο την ιστορία και τις μνήμες του σπουδαίου στρατηγού Μπιλ Σάνκλι και του Κένι Νταλγκλίς, του πραγματικού Βασιλιά της Αγγλίας. Χωρίς κανένα αποτέλεσμα -εννοείται- μιας και οι άλλοι μεγάλοι Οίκοι έχουν και μάγους και δράκους και καλύτερους στρατιώτες. Έτσι είναι αυτά ας μη γελιόμαστε.

To σήριαλ αποτελεί συνέχεια ενός άλλου καλοκαιρινού σήριαλ. Της «σύμπραξης» Καταλωνίας και Παρισιού με τίτλο «Νεϊμάρ: Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη», με τον πρώην αστέρα της Μπάρτσα σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Εδώ και καιρό τα πάντα ήταν γνωστά σε όλους όσους ασχολούνται έστω και επιφανειακά με το ποδόσφαιρο. Η Παρί θα ολοκλήρωνε την μετακίνηση του αιώνα (μέχρι την επόμενη), φέρνοντας τον Νεϊμάρ στο Παρίσι και το καμάρι της Καταλωνίας θα κάλυπτε αυτό το -τεράστιο- κενό με τον Κουτίνιο, ασχέτως αν πολλοί φίλοι των «κόκκινων» περίμεναν -και περιμένουν ακόμα- να μην ολοκληρωθεί αυτή η μεταγραφή λόγω της αγάπης (;) του Κουτίνιο για το κλαμπ και του γεγονότος πως πλέον αποτελεί τον ηγέτη της ομάδας του Γιούργκεν Κλοπ. Αγάπες, ρομαντισμός και λουλούδια υπήρχαν στο Γούντστοκ. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των εκατομμυρίων και των δεκάδων χορηγών έχουν δώσει τη θέση τους σε άλλα αισθήματα και συναισθήματα.

Για να έχεις τους κορυφαίους παίκτες στο ρόστερ σου θα πρέπει πρώτον να τους έχεις καλοπληρωμένους (αυτό η Λίβερπουλ το κάνει για να είμαι ακριβοδίκαιος). Δεύτερον να τους πλαισιώνεις με άλλους κορυφαίους παίκτες, φτιάχνοντας ένα δυνατό σύνολο μιας και το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό σπορ, και τρίτον να κατακτάς τίτλους. Τους τίτλους τους θέλουν όλοι οι παίκτες. Ασχέτως αν είναι κορυφαίοι ή 10η αλλαγή σε κάποια ομάδα. Από πολλούς φίλους της Λίβερπουλ θεωρείται ασέβεια το γεγονός πως ο Κουτίνιο ζήτησε επισήμως μεταγραφή στην Μπάρτσα αλλά δεν θεωρείται ασέβεια προς το κλαμπ -και την ιστορία του- το γεγονός πως η διοίκηση της ομάδας και ο προπονητής δεν μπορούν να φέρουν κορυφαίους παίκτες εδώ και χρόνια, χάνουν όλους τους αστέρες που διαθέτουν και -το χειρότερο- πλαισιώνουν τους όποιους αστέρες διαθέτουν με μετριότατους ποδοσφαιριστές. Αυτό το τελευταίο θα έπρεπε να προβληματίζει -και πολύ μάλιστα- όλους τους φίλους της Λίβερπουλ κατά την ταπεινή μου πάντα γνώμη.

Οι κορυφαίοι παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα της Λίβερπουλ τα τελευταία χρόνια είναι ο Μάικλ -προδότης- Όουεν, ο Στίβεν Τζέραρντ, ο Χαβιέ ο Μασκεράνο, ο λατρεμένος του γυναικείου κοινού Τσάμπι Αλόνσο, ο Φερνάντο Τόρες, ο Λουίς Σουάρεζ και ο Φίλλιπας ο Κουτίνιο. Οι πιο μερακλήδες ίσως βάζουν σε αυτή τη λίστα και τον Ραχίμ τον Στέρλινγκ (εγώ όχι). Η ομάδα πλην του Τζέραρντ δεν μπόρεσε να κρατήσει κανέναν και όλοι -μα όλοι- πουλήθηκαν σε άλλες κορυφαίες ομάδες (για πολλά εκατομμύρια λίρες) έχοντας στο μυαλό τους να κατακτήσουν τίτλους. Κάτι που -δυστυχώς- δεν μπορούσαν να κάνουν στο Άνφιλντ. Σχεδόν όλοι τα κατάφεραν. Εννοείται πως και ο Κουτίνιο θέλει να κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Άδικο δεν του ρίχνω. Η Λίβερπουλ τα τελευταία 11 χρόνια (μετά την κατάκτηση του Κυπέλλου Αγγλίας το 2006) έχει κατακτήσει μόνο ένα Λιγκ Καπ (το 2012 κόντρα στην Κάρντιφ στα πέναλτι) και έχει δει όλους τους σπουδαίους παίκτες της, σε αυτό το διάστημα, να μην κατακτούν τίποτα (όπως ο Φερνάντο Τόρες που έφυγε για την Τσέλσι άτιτλος) ή σχεδόν τίποτα (όπως ο Σουάρεζ που κέρδισε μόνο το Λιγκ Καπ το 2012).

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το κλάμα του Ουρουγουανού σούπερ σταρ μετά από εκείνο το 3-3 στην έδρα της Κρίσταλ Πάλας το 2014 όταν χάθηκαν και οι τελευταίες πιθανότητες για το πρωτάθλημα; Εκείνο το κλάμα ήταν κλάμα απόγνωσης, σαν να έλεγε στους συμπαίκτες του «Κάντε κάτι και εσείς ρε μάγκες, σας παρακαλώ δηλαδή». Μαζί του είχαμε κλάψει όλοι όσοι είχαμε πιστέψει σε εκείνο το πρωτάθλημα. Εννοείται -λίγο καιρό μετά- έφυγε για την Βαρκελώνη σαρώνοντας τους τίτλους. Και πολύ καλά έκανε. Η απάντηση της διοίκησης της Λίβερπουλ για να καλυφτεί το κενό του ήταν ο Μάριο Μπαλοτέλι και ο 33χρόνος Ρίκι Λάμπερτ της Σαουθάμπτον. Μη γελάτε σας παρακαλώ. Φέτος απ’ την άλλη, ο Κουτίνιο -έχοντας τον ρόλο του ηγέτη- είδε να έρχονται παίκτες όπως ο Ρόμπερτσον της Χαλ, για το αριστερό άκρο της άμυνας, και ο Σαλάχ της Ρόμα, για την επίθεση, με την ομάδα να δέχεται συνεχώς αρνητικές απαντήσεις για τους Κεϊτά (αμυντικός μέσος της Λειψίας) και Φαν Ντάικ (στόπερ της Σαουθάμπτον), με την Μπάρτσα να του ζεσταίνει την φανέλα βασικού. Που είναι το περίεργο στο να θέλει να αφήσει το Άνφιλντ για το Καμπ Νου;

Αυτό που επίσης μου προκαλεί απογοήτευση -και μεγάλη μάλιστα- για κάτι καλό τη φετινή σεζόν είναι ο Γιούργκεν Κλοπ. Προσωπικά ήθελα πολύ τον Γερμανό στο Άνφιλντ και το είχα γράψει μήνες πριν ανακοινωθεί αλλά πλέον βλέπω πως συνεχίζει και αυτός στην ίδια λογική όπως όλοι οι προκάτοχοί του. Δίχως τους μεγάλους σταρ, δίχως να μπορεί να κρατήσει τους ηγέτες και δίχως να κερδίζει τίτλους (μην ξεχνάμε πως ο Κλοπ πρόπερσι έχασε δύο τελικούς). Σίγουρα έχει αλλάξει πολλά προς το καλύτερο, είναι σίγουρα ένας εξαιρετικός και σύγχρονος προπονητής, αλλά δεν βλέπω να μπορεί μαζί του να γίνει και φέτος καμία υπέρβαση, όσο κι αν είμαστε ακόμα στην αρχή της σεζόν, αν δεν έρθουν κάποιοι παίκτες απ’ το πρώτο ράφι.

Ο Κουτίνιο θα φύγει και ειλικρινά δεν μπορώ να σκεφτώ ποιος θα είναι ο αντικαταστάτης και πως θα μεταμορφωθεί άμεσα σε ηγέτη της ομάδας. Επίσης πρέπει να δούμε πόσο θα επηρεάσει όλο αυτό, θετικά ή αρνητικά, τις ισορροπίες μιας ομάδας που δεν φαίνεται να πατάει καθόλου καλά (το είδαμε άλλωστε τόσο στην πρεμιέρα με τη Γουότφορντ όσο και στην έδρα της Χοφενχάιμ) ούτε στη φετινή αφετηρία μιας σεζόν που αναμένεται αρκετά δύσκολη. Αν απ’ την άλλη ανατραπούν όλα τα δεδομένα και ο Κουτίνιο μείνει -χωρίς να το επιθυμεί- δεν ξέρω αν αυτό θα είναι καλό για την ομάδα αλλά και για τον ίδιο. Θεωρώ πως όχι. «Nothin’ had changed» δήλωσε πριν μερικές ώρες ο Κλοπ για το θέμα. Μια δήλωση που θα μπορούσε να περιγράφει ολόκληρη την πολιτική της ομάδας τα τελευταία χρόνια.

Πέντε πρωταθλητές Αγγλίας που δεν θυμάται κανείς

  [5 Σχόλια]

«Το πρωτάθλημα μπορεί να το κατακτήσει ο οποιοσδήποτε. Την ‘κορυφή’ στις συνειδήσεις των φιλάθλων ελάχιστοι». Αυτή είναι μια φράση που δεν απέχει καθόλου από την ποδοσφαιρική πραγματικότητα. Στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου (όπως και του παγκόσμιου) έχουν υπάρξει κορυφαίοι παίκτες που δεν κατέκτησαν ποτέ το εγχώριο πρωτάθλημα. Αυτό συνέβη φυσικά με τον Στίβεν Τζέραρντ και τον Ρόμπι Φάουλερ και παλιότερα με μύθους όπως ο Μπόμπι Μουρ, ο Τζόνι Χέινς και φυσικά ο Σερ Στάνλεϊ Μάθιους. Από την άλλη, μετάλλια πρωταθλητή έχουν στη συλλογή τους πολλοί παίκτες που δεν θυμάται -σχεδόν- κανείς. Με την ευκαιρία της έναρξης της νέας Πρέμιερ Λιγκ, θα ασχοληθούμε με τις κορυφαίες περιπτώσεις παικτών, που αν και δεν είχαν σημαντική προσφορά για τις ομάδες τους, «τσέπωσαν» το μετάλλιο του πρωταθλητή -σχεδόν- απ’ το «παράθυρο». Να τονίσω πως μέχρι το καλοκαίρι του 2013 οι ελάχιστες συμμετοχές για να πάρει κάποιος το μετάλλιο του πρωταθλητή για την Πρέμιερ Λιγκ δεν ήταν οι πέντε (5) αλλά οι δέκα (10), στερώντας από πάρα πολλούς αυτή τη χαρά.

Ρόνι Γουολγουόρκ (πρωταθλητής με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2001)

O Γουολγουόρκ ανήκει σε μια κατηγορία παικτών που αμφιβάλλω αν θυμάται ακόμα και ο πιο φανατικός οπαδός της ομάδας των Red Devils. Κλασική περίπτωση βρετανικού «χορτοκοπτικού» αμυντικού μέσου που δεν άξιζε -και δεν έκανε- καμία σπουδαία καριέρα. Τα χρόνια που άνηκε στην ομάδα του Σερ Άλεξ δίνονταν δανεικός δεξιά και αριστερά -κυρίως- σε ομάδες μικρότερων κατηγοριών, περιμένοντας την ευκαιρία από τον σπουδαίο Σκωτσέζο μάνατζερ για  να μείνει μια ολόκληρη σεζόν στο Ολντ Τράφορντ. Αυτή ήρθε το καλοκαίρι του 2000. Ο Φέργκιουσον τον πίστεψε και τον κράτησε, με τον παίκτη να πατάει χορτάρι 12 φορές (τέσσερις ως βασικός και οχτώ ως αλλαγή) και τελικά να παίρνει το μετάλλιο του πρωταθλητή το Μάη. Το 2002 έφυγε για την Γουέστ Μπρομ και το 2011 πέρασε 15 μήνες στη φυλακή, όταν και βρέθηκε μπλεγμένος σε υπόθεση με κλεμμένα αυτοκίνητα. Τον θυμήθηκε κανείς;

Γίρι Γιάροσικ (πρωταθλητής με την Τσέλσι το 2005)

Τον Γενάρη του 2005 ο Ζοσέ Μουρίνιο ήθελε να ενισχύσει την Τσέλσι και στο πρόσωπο του διεθνή Τσέχου της ΤΣΣΚΑ είδε τον κατάλληλο άνθρωπο. Η μεταγραφή άγγιξε το ποσό των τριών εκατομμυρίων λιρών και ο Γιάροσικ έγινε κάτοικος Λονδίνου. Οι 14 συμμετοχές του τού έδωσαν το δικαίωμα να βάλει στην συλλογή του το μετάλλιο του πρωταθλητή Αγγλίας αλλά -ουσιαστικά- δεν έπεισαν ποτέ τον προπονητή του που, πολύ γρήγορα, κατάλαβε το μεγάλο του λάθος. Η έλευση του Εσιέν το επόμενο καλοκαίρι, άφησε τον Τσέχο ουσιαστικά εκτός rotation και τον έστειλε στην Μπέρμινγχαμ, όπου και βρήκε πάλι την χαμένη του φόρμα. Θεωρείται -και είναι- στις χειρότερες μεταγραφικές επιλογές (που δεν είναι και λίγες) που έχει κάνει ποτέ ο Πορτογάλος προπονητής.

Μάικ Νιούελ (πρωταθλητής με την Μπλάκμπερν το 1995)

O Νιούελ ξεκίνησε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στην ακαδημία της Λίβερπουλ, σε μια περίοδο που οι «κόκκινοι» ήταν η καλύτερη ομάδα στην Ευρώπη. Ψηλός και δυνατός, ένας επιθετικός παλαιάς κοπής που εν τέλει δεν κατάφερε να βρει χώρο στην σπουδαία Λίβερπουλ εκείνων των ετών. Ακολούθησε μια καριέρα σε πάρα πολλές μικρομεσαίες ομάδες της Αγγλίας, πριν καταλήξει στην Μπλάκμπερν. Τη σεζόν ’94-’95 ο Νιούελ δεν μπόρεσε να πάρει πολλές ευκαιρίες στα «ρόδα» μιας και το δίδυμο της επίθεσης, ο Άλαν Σίρερ και ο Κρις Σάτον, δεν άλλαζε σχεδόν ποτέ. Ένα δίδυμο που παρέα με τον Τιμ Σέργουντ, οδήγησε την ομάδα του Νταλγκλίς σε ένα μυθικό πρωτάθλημα. Συνολικά μέτρησε 10 συμμετοχές (τις δύο ως βασικός) και κατάφερε να πάρει το μετάλλιο. Οι φίλοι της ομάδας θα τον θυμούνται πάντα για το χατ-τρικ που είχε σκοράρει απέναντι στη Ρόζενμποργκ για το Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν ’95-’96, ένα χατ-τρικ που είχε έρθει σε 9 μόλις λεπτά και κατείχε το ρεκόρ -για το γρηγορότερο χατ τρικ- μέχρι το 2012 όταν και το έσπασε ο Γκομίς της Λυών. Στα αξιοσημείωτα το γεγονός πως μόνο 14 παίκτες εκείνης της Μπλάκμπερν είχαν πάρει μετάλλιο πρωταθλητή, σε μια εντεκάδα που δεν άλλαζε -σχεδόν- ποτέ.

Λούκ Τσάντγουϊκ (πρωταθλητής με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2001)

Πραγματικά από τους χειρότερους παίκτες που θυμόμαστε να έχουν φορέσει τη φανέλα της Γιουνάιτεντ στα χρόνια του Φέργκιουσον. Μπροστά του ο Τζον Ο’ Σέι είναι ένα κράμα Αντρές Ινιέστα και Λούκα Μόντριτς. Υπερβολή; Καθόλου. Τη σεζόν 2000/2001 κατάφερε τελικά να βρει χώρο στο Ολντ Τράφορντ και να μετρήσει συνολικά 16 συμμετοχές, τις περισσότερες -εννοείται- ως αλλαγή. Σε δύο από αυτές  ο Τσάντγουϊκ κατάφερε να σκοράρει και δύο τέρματα, ένα κόντρα στην Μπράντφορντ και ένα κόντρα στη Λιντς, και κάπως έτσι έγραψε κι αυτός το όνομά του στο 14ο πρωτάθλημα της ομάδας. Μετά το Μάντσεστερ συνέχισε να ταλαιπωρεί το ποδόσφαιρο για πολλά χρόνια, πριν βάλει οριστικά τέλος στην «πλούσια» καριέρα του στην Soham Town Rangers, το καλοκαίρι του 2016.

Ζερεμί Αλαντιέρ (πρωταθλητής με την Άρσεναλ το 2004)

Ο Γάλλος επιθετικός ήταν σίγουρα μεγάλο ταλέντο -ο Βενγκέρ τον είχε φέρει στην Άρσεναλ το 1999 σε ηλικία 16 ετών- αλλά οι τραυματισμοί και το γεγονός πως είχε να συναγωνιστεί σπουδαίους επιθετικούς εκείνα τα χρόνια στους «κανονιέρηδες» (όπως ο Μπέργκαμπ και ο Ανρί), του στέρησαν (ίσως) μια πολύ καλύτερη καριέρα. Τη σεζόν 2003/2004 η Άρσεναλ κέρδισε το ιστορικό της αήττητο πρωτάθλημα και ο Αλαντιέρ θα έχει να καυχιέται πως υπήρξε κι αυτός μέλος εκείνης της ομάδας. Μιας ομάδας που είχε -κυριολεκτικά- αγγίξει το τέλειο. Ο νεαρός Γάλλος είχε μετρήσει συνολικά 10 συμμετοχές (χωρίς να σκοράρει κάποιο τέρμα) και κάπως έτσι έβαλε στην «συλλογή» του το ιστορικό μετάλλιο του μοναδικού αήττητου πρωταθλήματος στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Αυτό είναι και το μοναδικό μετάλλιο που κέρδισε ποτέ στην καριέρα του. Στις μέρες μας -στα 34 του- συνεχίζει στη Γαλλία με τα χρώματα της Λοριάν.

Η οργανωμένη αταξία του Mπορίς Αρκάντιεφ

  [Καθόλου σχόλια]

Το κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω δεν είναι δικό μου. Σερφάροντας στο διαδίκτυο, έπεσα τυχαία πάνω του και κυριολεκτικά με ρούφηξε λέξη προς λέξη. Ιστορικά η περίοδος που αναφέρεται είναι από τις πιο σημαντικές για την σύγχρονη ανθρωπότητα και -προσωπικά- λατρεύω να διαβάζω και να μαθαίνω γι’ αυτή. Κάπως έτσι, αποφάσισα να κάνω μια προσπάθεια να το μεταφράσω (προσθέτοντας και μερικά δικά μου -ελάχιστα- λόγια) γιατί θεώρησα πως αξίζει να διαβαστεί και από ανθρώπους που δεν θα έμπαιναν στον κόπο να το διαβάσουν στα αγγλικά, κι απ’ την άλλη σκέφτηκα πως θα ήταν πολύ καλό να υπάρχει κάπου. Ο τρόπος γραφής του είναι απολαυστικός και ελπίζω να κατάφερα, έστω και στο ελάχιστο, να σας μεταφέρω το νόημά του.

Στο μεσοδιάστημα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων οι χώρες της Δύσης ήρθαν αντιμέτωπες με μία μεγάλη κρίση. Μία διπλή κρίση για την ακρίβεια. Από τη μία ήταν ο παγκόσμιος καπιταλισμός και από την άλλη η επιβίωση από την κοινοβουλευτική δημοκρατία. To μέλλον του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος -ξαφνικά- έδειχνε αβέβαιο και για πολλούς οικονομικούς αναλυτές φάνταζε ως απόλυτα μη βιώσιμο. Σε πολλά μέτωπα -πολιτικά, οικονομικά και επιστημονικά- μάλιστα φάνταζε ως ηττημένο. Η Ιταλία, η Γερμανία και η Ισπανία υπέκυψαν στο φασισμό. Μπροστά σε αυτή τη σκοτεινή απειλή που κατάπινε την Ευρώπη, η ΕΣΣΔ ανέλαβε αυτό που ίσως ήταν το πιο φιλόδοξο πρότζεκτ στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Το πρόγραμμα των πρώτων πέντε ετών (1928-1932). Ένα πρόγραμμα που μετέτρεψε τη Σοβιετική Ένωση σε υπερδύναμη.

Το 1918, εν μέσω του Εμφυλίου Πολέμου, o ποιητής Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι έγραψε το «Ανοικτό Γράμμα προς τους Εργάτες» (την περίοδο εκείνη ο Μαγιακόφσκι βρίσκονταν στη Μόσχα όπου δούλευε στο ρωσικό πρακτορείο τηλεγραφίας). Εκεί αναφέρει: «Οι φωτιές του πολέμου και της επανάστασης έχουν ρημάξει τόσο τις πόλεις μας όσο και τις ψυχές μας. Τα μεγαλειώδη παλάτια του χθες στέκονται σαν καμμένοι σκελετοί. Οι κατεστραμμένες πόλεις περιμένουν να ξαναχτιστούν. Σε εσάς που δέχεστε την κληρονομιά της Ρωσίας, σε εσάς που αύριο (όπως πιστεύω) θα γίνετε οι κυρίαρχοι όλου του κόσμου, θα κάνω μια ερώτηση: Με τι υλικά φαντάζεστε πως θα καλύψετε τις φωτιές του χθες και πως θα δημιουργήσετε ξανά το σήμερα;» Για τους μοντέρνους και αβάν-γκαρντ αρχιτέκτονες, το πελώριο μπάτζετ που είχαν να διαχειριστούν ήταν μια ευκαιρία να κατανοήσουν πλήρως το όραμά τους και να το υλοποιήσουν στο σύνολό του. Εν μέσω της επανάστασης, του οικονομικού μαρασμού, της πολιτικής αβεβαιότητας και της κατάρρευσης του παλιού κόσμου, οι μοντερνιστές ένιωθαν ότι είχε γίνει πραγματικότητα η μεγαλύτερή τους ευχή. Να φτιάξουν δηλαδή μια νέα κοινωνία από την αρχή, χτίζοντας από τις στάχτες. H ουτοπία δεν ήταν πια ουτοπία και το παραμύθι έδειχνε να γίνεται πραγματικότητα.

Την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου οι αβάν-γκαρντ καλλιτέχνες, όπως είναι λογικό, γνώρισαν περίοδο ακμής και στάθηκαν δίπλα στο λαό. Ο αρχιτέκτονας Νικολάι Κόλλι-για παράδειγμα, έφτιαξε ένα γλυπτό που απεικόνιζε μια κόκκινη σφήνα  να σπάει ένα άσπρο τούβλο. Με αυτό εννοείται συμβόλιζε τον επαναστατικό αγώνα. O Ελ Λισίτσκι απότισε φόρο τιμής για την δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ με μια δημιουργία που είχε διάφορα αιωρούμενα πολύγωνα μπροστά σε ένα κόκκινο κύκλο, επίσης σχεδίασε ένα πόστερ που στις μέρες μας είναι γνωστό με τον τίτλο «Νίκησε τους Λευκούς με την Κόκκινη Σφήνα» για τη νίκη των Μποσελβίκων. Ανάμεσα στο 1928 και το 1937 τα σπουδαιότερα αβάν-γκαρντ μυαλά του κόσμου συγκεντρώθηκαν στη Ρωσία για να δώσουν τα «φώτα» τους στη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που έδειχνε να αλλάζει ριζικά. Όλοι οι καλλιτέχνες της εποχής -και όχι μόνο- πίστευαν πως μέσα από αυτό το νέο περιβάλλον, μπορούσε να αναδυθεί ο νέος, ελεύθερος άνθρωπος (βλ. «Λογοτεχνία και Επανάσταση» του Λέων Τρότσκυ).

O νέος άνθρωπος/έργο του 1920

Την ίδια περίοδο, το ήδη δημοφιλές σπορ του ποδοσφαίρου, συνέχιζε να «μεγαλώνει» και σύντομα, παράλληλα με την αρχιτεκτονική και τη λογοτεχνία, έγινε ένας σημαντικός εκπρόσωπος της κουλτούρας της Σοβιετικής Ρωσίας. Το ποδόσφαιρο στην Τσαρική Ρωσία ήταν σημαντικά επηρεασμένο από το βρετανικό μοντέλο, και μετά την επανάσταση, με τη Σοβιετική Ένωση να βάζει φρένο σε καθετί ξένο, ήταν λογικό να μπει «φρένο» και στις ξενόφερτες τακτικές του ποδοσφαίρου. Εκείνα τα χρόνια όλος ο πλανήτης χρησιμοποιούσε το σύστημα WM του Χέρμπερτ Τσάπμαν και -εννοείται- και στην ΕΣΣΔ οι ομάδες  έπαιζαν με εκείνη την παραλλαγή του 2-3-5. Όλα αυτά άλλαξαν το 1937 όταν, με τον εμφύλιο να μαίνεται στην Ισπανία, η εθνική ομάδα της Βασκωνίας περιόδευσε στη Σοβιετική Ένωση για να βρει χρήματα (και να αποκτήσει εμπειρίες) κατά των φασιστικών δυνάμεων του Φράνκο. Οι Ρώσοι βρέθηκαν μπροστά σε μια τεράστια έκπληξη καθώς είδαν τις ομάδες τους να διαλύονται. Πρώτα ηττήθηκε η Λοκομοτίβ Μόσχας με 5-1, μετά ακολούθησε η ήττα με 2-1 της Δινάμο και τέλος η βαριά ήττα μιας ομάδας Ρώσων επίλεκτων με 7-4.

Εμπνευσμένοι από την περίφημη φράση του Μαγιακόφσκι «Οι δρόμοι πινέλα μας, οι πλατείες παλέτες μας» αρκετοί αβάν-γκαρντ Ρώσοι καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες απέρριψαν την ιδέα της Τέχνης ως κάτι αυτόνομο ενός οργανισμού για λίγους και θέλησαν να «χτίσουν» για κοινωνικούς σκοπούς, βάζοντας -ουσιαστικά- τις Τέχνες στην υπηρεσία της Επανάστασης. Ένας από τους πολλούς καλλιτέχνες που εμπνεύστηκαν από αυτή την κίνηση  (το νέο αυτό «ρεύμα» ονομάστηκε Κονστρουκτιβισμός) ήταν και ο Γερμανός θεατρικός συγγραφέας Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο οποίος για τη σχέση ποδοσφαίρου και επανάστασης κάποτε είχε πει: «Ρίχνουμε τις ελπίδες μας στο κοινό των αθλημάτων. Σε αυτό το αληθινό και τεράστιο «πιάτο» (εννοώντας το γήπεδο). Γεμάτο από 15.000 άντρες και γυναίκες κάθε Τάξης. Του πιο δίκαιου και έξυπνου κοινού στον κόσμο». Όλες οι Τέχνες έδειχναν να πηγαίνουν ολοένα και πιο μπροστά στη Σοβιετική Ένωση και το ποδόσφαιρο δεν μπορούσε να μην ακολουθήσει αυτή την πορεία. Για την ΕΣΣΔ πλέον ήταν ζήτημα τιμής και αυτά τα ποδοσφαιρικά αποτελέσματα είχαν ντροπιάσει τον σοβιετικό εγωισμό και την σοβιετική  κουλτούρα. Από την άλλη, το γεγονός πως έπαιζαν με ξένους αντιπάλους ήταν ο καλύτερος τρόπος για να μπει το σοβιετικό ποδόσφαιρο στον παγκόσμιο χάρτη, όχι όμως από την πλευρά των ηττημένων.

Η Σοβιετική κυβέρνηση δεν μπορούσε να δεχθεί τα ντροπιαστικά αποτελέσματα και άσκησε αμέσως έντονη πίεση στον προπονητή της Σπαρτάκ Μόσχας, Νικολάι Στάροστιν, για να σταματήσει αυτός ο εξευτελισμός και να έρθουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, η Σπαρτάκ ήταν -ίσως- η τελευταία ελπίδα ενός ολόκληρου λαού για να νιώσει δυνατός (και) μέσα από το ποδόσφαιρο. O Στάροστιν έριξε αμέσως βάρος στο ξεπερασμένο σύστημα των Σοβιετικών και έφερε την αλλαγή που χρειαζόταν για να έρθει η νίκη. Για να περιορίσει τον επιθετικό των Βάσκων, τον θρυλικό Ισίντρο Λανγκάρα, ο Στάροστιν έφερε τον κεντρικό του χαφ ανάμεσα στους δύο κεντρικούς αμυντικούς, η Σπαρτάκ είχε δοκιμάσει αυτή την τακτική (παραλλαγή) του WM σε μια περιοδεία στη Νορβηγία και την είχε επαναφέρει -επιτυχώς- μετά από μια ήττα από τη μεγάλη αντίπαλο Δινάμο, οπότε και δεν ήταν μεγάλο το ρίσκο. Τελικά η σκέψη του Στάροστιν έφερε αποτέλεσμα και μάλιστα πολύ γρήγορα μιας και οι Σοβιετικοί διέλυσαν τους Βάσκους με 6-2, με τον Λανγκάρα να είναι μετριότατος σε ολόκληρη την αναμέτρηση. Κάτι έδειχνε να αλλάζει.

Την ίδια περίοδο ο Μπορίς Αρκάντιεφ (παλιός μέσος της Μέταλουργκ Μόσχας) είχε αναλάβει τον πάγκο της Δινάμο Μόσχας το 1936 και, μετά την περιοδεία των Βάσκων, όπως και οι περισσότεροι Ρώσοι προπονητές μπήκε ξανά στη διαδικασία να δει το παιχνίδι από μια νέα οπτική, με μια διαφορετική και πιο σύγχρονη ματιά. Εντωμεταξύ η Σπαρτάκ είχε μάθει πολλά από εκείνη τη νίκη απέναντι στους Βάσκους και εκμεταλλευόμενη και την κακή κατάσταση της Δινάμο (που είχε βρεθεί στη μέση του βαθμολογικού πίνακα) τελικά κέρδισε το πρωτάθλημα του 1938. Ο επικεφαλής της μετέπειτα ΚGB -τότε πολιτικός και επικεφαλής του σοβιετικού μηχανισμού ασφαλείας- Λαβρέντι Μπέρια (και μέγας ευεργέτης της ομάδας εκείνα τα χρόνια) άρχισε να ασκεί πίεση στον Αρκάντιεφ, ζητώντας του, παράλληλα, θετικά  αποτελέσματα. Άμεσα. O Αρκάντιεφ αφού είδε πως δεν μπορούσε να βρει καλύτερους παίκτες, σε εκείνη τη φάση τουλάχιστον, αποφάσισε να ρίξει περισσότερο βάρος στην τακτική και το σύστημα της ομάδας. Κάπως έτσι επέλεξε να πατήσει πάνω στο WM, αλλά να το βελτιώσει όσο αυτό ήταν εφικτό.

Κάπως έτσι τον Φεβρουάριο του 1940 -στο Camp Gagry- άρχισε να δουλεύει με την ομάδα του ώρες ατελείωτες σε θέματα τακτικής και στον τρόπο που ήθελε οι παίκτες του να μάθουν να βλέπουν και να κατανοούν το παιχνίδι. Σύμφωνα με πολλούς παίκτες εκείνης της ομάδας μάλιστα, ήταν σαν να μάθαιναν ένα νέο σπορ. O Αρκάντιεφ είχε διακρίνει πως πολλές ομάδες είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν παίκτες που -καθώς η ομάδα έκανε επίθεση, αυτοί στηριζόμενοι στα εξωπραγματικά τους αθλητικά προσόντα, άφηναν τη θέση τους και βοηθούσαν τους επιθετικούς, ασχέτως αν ήταν αμυντικοί ή μέσοι. Aυτοί οι παίκτες έβγαιναν εκτός συστήματος ομάδας, αλλά κατάφερναν να αναστατώσουν τις αμυντικές τακτικές του αντιπάλου καθώς οι αμυντικοί δεν ήξεραν πως να αντιδράσουν στα πολλά πρόσωπα που ανέβαιναν στην επίθεση, και παράλληλα οι επιθετικοί της ομάδας που είχε την μπάλα, έβλεπαν περισσότερα πρόσωπα για να πασάρουν. «Η επίθεση γέμιζε αλλά τι γίνονταν με την άμυνα» σκέφτηκε πολύ σωστά ο Αρκάντιεφ και  κάπως έτσι πήγε αυτή την τακτική ακόμα πιο μακριά.

Ο Αρκάντιεφ άλλαξε αγωνιστική φιλοσοφία και προσάρμοσε το νέο αυτό στυλ πάνω στις δικές του ιδέες. Παρότρυνε τους παίκτες του να βγαίνουν στην επίθεση όσο περισσότερο μπορούσαν, αλλά το ποδόσφαιρο που παρουσίαζε δεν ήταν αυτό που λέμε φύσιν επιθετικό μιας και ήθελε να προσέχει και τα μετόπισθεν. Και το κατάφερε. Το τέμπο ήταν χαμηλό στη μεγαλύτερη διάρκεια, με πολλές κοντινές πάσες (κάτι σαν το τίκι τάκα των ημερών μας), προσπαθώντας να ανοίξει υπομονετικά τις αντίπαλες άμυνες, και με τα ανεβάσματα των αμυντικών παικτών,  έψαχνε να βρει την κατάλληλη στιγμή -και το κενό- για να χτυπήσει τον αντίπαλο, πετυχαίνοντας γκολ. Φυσικά ο Τύπος της εποχής δεν άργησε να βρει όνομα γι’ αυτό το νέο στυλ παιχνιδιού και το όνομα που του έδωσε ήταν το πλέον χαρακτηριστικό.

Εκείνες λοιπόν τις μέρες του 1940 γεννήθηκε στη Ρωσία η Οργανωμένη Αταξία του Αρκάντιεφ. Οι περισσότεροι αντίπαλοι άρχισαν να παίζουν man to man τους παίκτες της Δινάμο και να κλείνονται όλο και περισσότερο στην άμυνά τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο πανούργος Αρκάντιεφ έβρισκε ολοένα νέους τρόπους για να σπάει όλες τις αμυντικές -τις πολυπρόσωπες αμυντικές- τακτικές των αντιπάλων και είχε μετατρέψει την ομάδα του σε κυρίαρχο του παιχνιδιού. Ο δημοσιογράφος της Daily Expres, Φρανκ Μπάτλερ είχε γράψει για την Δινάμο του Αρκάντιεφ: «Ήταν ένα κινέζικο παζλ να προσπαθείς να ακολουθήσεις εκείνους τους παίκτες, Ήταν μία εδώ και μία εκεί σε πλήρη αρμονία, μα το καλύτερο απ’ όλα ήταν πως κανένας και ποτέ δεν έπεφτε πάνω στον άλλο». Τα σπουδαία αποτελέσματα ήρθαν αρκετά γρήγορα και η Δινάμο στέφθηκε πρωταθλήτρια με μόλις τέσσερις ήττες και +44 στη διαφορά τερμάτων.

Το 1943 ο Αρκάντιεφ ανέλαβε τις τύχες της CDKA (μετέπειτα TΣΣΚΑ Μόσχας) συνεχίζοντας να δουλεύει το σύστημά του και -εννοείται- να το βελτιώνει συνεχώς μέρα με τη μέρα. Ήταν ο πρώτος που «δημιούργησε» τον αμυντικό μέσο που έρχονταν ακριβώς μπροστά από την τριάδα της άμυνας για να δώσει τις απαιτούμενες βοήθειες και ο πρώτος που έφερε ένα εκ των δύο εσωτερικών επιθετικών (ανάλογα με το που ήταν η μπάλα) για να γεμίσει το κενό που άφηνε στο χώρο το βύθισμα του αμυντικού μέσου μπροστά από την άμυνα. Το σύστημα WM του Τσάπμαν είχε εξελιχθεί και είχε γίνει ένα ανίκητο 3-1-2-1-3 στα χέρια του Αρκάντιεφ. Οι ποδοσφαιρικοί αναλυτές της εποχής μάλιστα είχαν γράψει πως ο σπουδαίος προπονητής ήταν ο πρώτος που είχε εφαρμόσει την τετράδα της άμυνας σε πλήρη ευθεία. Ιστορικό και πρωτοποριακό γεγονός για την εποχή.

H επιρροή του Σοβιετικού αβάν-γκαρντ ήταν περισσότερο εμφανές στους κανόνες συμπεριφοράς των ομάδων του Αρκάντιεφ, απ΄όλες τις άλλες ομάδες. Οι παίκτες του μετά από κάθε παιχνίδι έγραφαν κριτική τόσο για τους συμπαίκτες τους όσο και για το άτομό τους, κάτι που τους βοηθούσε να καταλάβουν καλύτερα ο ένας τον άλλο και να αναπτυχθεί μεταξύ τους μια σχέση αγάπης, εκτός της κατανόησης και του σεβασμού. Ο Αρκάντιεφ ήθελε να προπονεί μια ομάδα με όλη τη σημασία της λέξης και όλοι ενωμένοι να δουλεύουν για το σύνολο. «Όλοι αμυνόμαστε-όλοι κάνουμε επίθεση». Αυτός ήταν ο βασικός κανόνας της στρατηγικής του, κάτι σαν το Σοβιετικό κίνημα της αβαντ-γκαρντ εκείνης της εποχής. Εργατικότητα και αποδοτικότητα. Μια ποδοσφαιρικά τέλεια κολεκτίβα.

Καθώς οι Σοβιετικοί μοντερνιστές και αρχιτέκτονες σχεδίαζαν και έχτιζαν σύμφωνα με τις αρχές της λειτουργικότητας, καθώς αυτή ήταν και η βασική ιδέα, ο Αρκάντιεφ εφάρμοζε αυτή την ιδέα στο γήπεδο του ποδοσφαίρου. Ο Άγγλος αρχιτέκτονας Αύγουστος Πουγκίν είχε δηλώσει πως «δεν πρέπει να χτίζονται κτίρια που δεν είναι βολικά και όμορφα» και ο Αρκάντιεφ συμπλήρωσε -ποδοσφαιρικά- αυτή τη φράση λέγοντας πως «ο κάθε παίκτης πρέπει να γνωρίζει ποδόσφαιρο (να είναι «όμορφος» δηλαδή) αλλά να παίζει και για την ομάδα («βολικός»). Για να καταλάβετε καλύτερα την ποδοσφαιρική κολεκτίβα του Αρκάντιεφ αρκεί μια φράση του όταν γνωστός δημοσιογράφος τον είχε ρωτήσει για τον σπουδαίο Άγγλο αρτίστα -και μετρ της ντρίμπλας- Σερ Στάνλεϊ Μάθιους και αν θα ήθελε να τον δει με τη φανέλα της ομάδα του. «Τα τεχνικά  χαρακτηριστικά του είναι απίστευτα αλλά εμείς βάζουμε το σύνολο πρώτα και μετά το άτομο. Δεν διαθέτουμε παίκτη με την τεχνική του αλλά αν τον είχαμε στην ομάδα μας, το σύνολό μας θα υπέφερε από αυτόν».

Τη δεκαετία του 1950 ο Γκούσταβ Σέμπες πάτησε πάνω και στις τακτικές του Αρκάντιεφ  για να φτιάξει την δική του εθνική Ουγγαρίας. Μια ομάδα που θεωρείται -καθόλου άδικα- ως η κορυφαία εκείνης της εποχής. Ο Τύπος βάφτισε εκείνο το πρωτοποριακό ποδόσφαιρο ως Σοσιαλιστικό και αυτός ο χαρακτηρισμός δεν ήταν καθόλου -μα καθόλου- υπερβολικός. Ο Σέμπες δεν είχε διαλέξει τους κορυφαίους παίκτες για να συνθέσει ένα άρτιο σύνολο, αλλά «αυτούς που πάνω τους μπορούσε να φτιάξει την καλύτερη ομάδα». Αυτή του η φράση έγινε πολλά χρόνια αργότερα το «ευαγγέλιο» του σπουδαίου Γιόχαν Κρόιφ, όταν δημιούργησε την δική του dream team στην Καταλωνία – «δώστε μου τον καλύτερο σε κάθε θέση και τότε θα έχω τις 11 καλύτερες μονάδες αλλά όχι την καλύτερη ομάδα» είχε πει ο «ιπτάμενος» Ολλανδός. Η Ουγγαρία έμεινε αήττητη για σχεδόν 5 χρόνια και στις 25 Νοεμβρίου του ’53 διέλυσε στο κατάμεστο Γουέμπλεϊ την Αγγλία με 6-3, βάζοντας ουσιαστικά τέλος στο «αρχαίο σύστημα» WM του Τσάπμαν που οι Άγγλοι χρησιμοποιούσαν για σχεδόν 20 χρόνια, νομίζοντας πως είναι οι κορυφαίοι στον πλανήτη, παίζοντας αποκλειστικά με τις υπόλοιπες ομάδες του Νησιού.

Μετά τον πόλεμο και την περιοδεία της Δινάμο στα γήπεδα της Αγγλίας, ο Μπράιν Λέστερ Γκλάνβιλ (συγγραφέας και ποδοσφαιρικός αρθρογράφος) έγραψε: «Από την αρχή ως το τέλος το ποδόσφαιρό τους ήταν τέλειο. Ένας θρίαμβος του Σοσιαλισμού κόντρα στον ατομικισμό. Η μπάλα δεν ήταν ποτέ στα πόδια ενός παίκτη αλλά άλλαζε πόδια σωστά και αρμονικά, από τον ένα στον άλλο. Αυτό ήταν χαρακτηριστικό των περισσότερων Σοβιετικών ομάδων εκείνες τις μέρες.» Όπως η αριστερή αβάν-γκαρντ έψαχνε να καταστρέψει όλη τη μπουρζουαζία και τις τέχνες που είχε γεννήσει η Φεουδαρχία, έτσι και οι Ρώσοι προπονητές χρησιμοποιούσαν παρόμοιες αρχές για να φέρουν μια νέα αίσθηση ελευθερίας απέναντι στις δογματικές ποδοσφαιρικές τακτικές του παρελθόντος, με το αποτέλεσμα να τους δικαιώνει. Το επόμενο μεγάλο βήμα για το ποδόσφαιρο ήρθε το 1965, όταν ένας πρώην επιθετικός ανέλαβε τις τύχες του Άγιαξ. Ήταν ένας Ολλανδός, φανερά επηρεασμένος από την Ουγγαρία του Σέμπες και το Φουτουριστικό ποδόσφαιρο του Λομπανόφσκι. To όνομά του ήταν Ρίνους Μίχελς.

Πηγή: Red Soccer του Shirsho Dasgupta

(Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των Social Waste)

Φάας Βίλκες: O ατάλαντος ξυλουργός και η τέχνη του γκολ (και της ντρίμπλας)

  [3 Σχόλια]

Ολλανδία. Άμστερνταμ και Ρότερνταμ. Το περίφημο Coffee Shop «The Bulldog» και τα χιλιάδες ποδήλατα. Η περίφημη ντρίμπλα του Γιόχαν Κρόιφ κόντρα στη Σουηδία το ’74. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο των «Οράνιε» και του Αίαντα στα 70s. Ο Νέσκενς και ο Άρι Χάαν. Ο «δάσκαλος» Ρίνους Μίχελς και εκείνο το ασύλληπτο 4-3-3. Το γκολ του Φαν Μπάστεν κόντρα στους εξωπραγματικούς Σοβιετικούς του Λομπανόφσκι, το 1988. Ο Γκούλιτ, ο Ράικαρντ και ο Κούμαν. Ο Ντένις Μπέργκαμπ και ο Άριεν Ρόμπεν πολύ αργότερα. Το ποίημα «Στο Λιμάνι του Άμστερνταμ» του Ζακ Μπρελ που διασκεύασε και έκανε υπέροχο τραγούδι ο Ντέιβιντ Μπόουι και φυσικά ο Ρέμπραντ και ο Βαν Γκογκ με τους αριστουργηματικούς πίνακές τους. Κάτι ξεχνάμε όμως οι περισσότεροι -ή ίσως αγνοούμε- όταν μιλάμε για τη χώρα της τουλίπας και τα όμορφα πράγματα που αυτή μας χάρισε (ή αναφορές σε αυτή). Ποιο είναι αυτό; Μα φυσικά ο ποδοσφαιριστής Σέρφαας Βίλκες. Ένας από τους πρώτους μεγάλους αρτίστες που έβγαλε το ολλανδικό ποδόσφαιρο και που αποτέλεσε μαζί με τους Γκέριτ Κάιζερ, Μπεπ Μπάκχους και Γκέριτ Βρέκεν τα πρώτα εξαγώγιμα ποδοσφαιρικά «προϊόντα», σε μια εποχή που εκτός συνόρων κάθε χώρας έβγαιναν αποκλειστικά και μόνο οι κορυφαίοι, μιας και μιλάμε για τα τέλη του 1940.

O Βίλκες γεννήθηκε το 1923 στο Ρότερνταμ και πρωτοέπαιξε ποδόσφαιρο στην ομάδα της γεννέτειράς του, RFC Xerxes, υπογράφοντας μάλιστα το πρώτο του συμβόλαιο λίγο μετά αφότου έκλεισε τα 18 του έτη. Παράλληλα βοηθούσε τον πατέρα του στην οικογενειακή τους επιχείρηση. Ο πατέρας του «Φάας» -όπως ήταν το προσωνύμιο του νεαρού- ήταν ξυλουργός και με τον πόλεμο να μαίνεται σε ολόκληρο τον κόσμο (βρισκόμαστε άλλωστε στο 1941), αυτό που ήθελε από τον γιο του ήταν να τον δει όχι να πετυχαίνει στο ποδόσφαιρο αλλά απλά να επιβιώνει, προσπαθώντας να ζήσει αξιοπρεπώς. Η ζωή του νεαρού -ευτυχώς- δεν ήταν γραφτό να κυλήσει σε ένα ξυλουργείο (ταλέντο ξυλουργού άλλωστε ο Φάας δεν είχε) μα στα καλύτερα ποδοσφαιρικά γήπεδα της εποχής, με τον Βίλκες να φορτώνει τα αντίπαλα δίχτυα με δεκάδες γκολ και να ζαλίζει τους αντιπάλους αμυντικούς με τις περίτεχνες του ντρίμπλες. Ο Βίλκες σκόραρε το πρώτο του τέρμα στο ντεμπούτο του ως ποδοσφαιριστής, σε ένα 6-0 επί της Γκούντα εκτός έδρας, και πολύ σύντομα απέδειξε πως τα σύνορα της μικρής Ολλανδίας δεν ήταν ικανά να κρατήσουν το ποδοσφαιρικό του ταλέντο και την «ερωτική» σχέση που είχε συνάψει με τα αντίπαλα δίχτυα. Όλα αυτά φυσικά με το τέλος του πολέμου, όταν και ξεκίνησαν πάλι τα εθνικά πρωταθλήματα το 1945. Από το ’41 ως και το ’45 ως γνωστόν- δεν υπήρχαν επίσημοι αγώνες και πρωταθλήματα.

Παρέα με τους σπουδαίους αρτίστες, Αμπέλ Λένστρα και Κίις Ράιβερς, δημιούργησαν στο Ρότερνταμ αυτό που ονομάστηκε από τους δημοσιογράφους της εποχής ως «Η χρυσή επιθετική τριάδα». Μια «θανατηφόρα τριπλέτα» που στο μυαλό της υπήρχε μόνο ένα πράγμα: To γκολ. Τα τέρματα μπορεί να έπεφταν βροχή αλλά η ομάδα δεν μπορούσε να κάνει με τίποτα την υπέρβαση και να κατακτήσει το πρωτάθλημα, ούτε καν να το διεκδικήσει, και ήταν θέμα χρόνου οι τύχες των τριών αυτών σούπερ σταρ να χωρίσουν για άλλες πολιτείες (και χώρες). Παράλληλα ο Βίλκες ήταν και η αιχμή του δόρατος στην επίθεση της εθνικής Ολλανδίας. Στο ντεμπούτο του μάλιστα με το Λουξεμβούργο είχε σκοράρει τέσσερα τέρματα, στη νίκη με 6-2, και συνέχισε με χατ-τρικ απέναντι στο Βέλγιο. Αυτά τα δύο αποτελέσματα έστειλαν τους «Οράνιε» στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1948 στο Λονδίνο, εκεί που ολόκληρη η Ευρώπη -και ο κόσμος- έμαθε για τα καλά το όνομα του σπουδαίου επιθετικού από το Ρότερνταμ.

H Ολλανδία μπορεί να αποκλείστηκε από τη Βρετανία, μα τα τέρματα του κόντρα στους οικοδεσπότες αλλά και τους Ιρλανδούς τον βοήθησαν να φτιάξει για τα καλά τη φήμη του στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Ολόκληρος ο παγκόσμιος αθλητικός Τύπος μέσα σε λίγες μέρες είχε αρχίσει να ασχολείται με τον Ολλανδό επιθετικό. Εκείνο το παλικάρι με την απαράμιλλη τεχνική και το φονικό ένστικτο που «χόρευε» τις αντίπαλες άμυνες. Το χρυσό μετάλλιο κατέληξε στους Σουηδούς της «παρέας» Gre-No-Li ή αλλιώς τους Γκούναρ Γκρεν, Γκούναρ Γκρόναλ και Νιλς Λίντχολμ, το μαγικό τρίο της Μίλαν δηλαδή που λίγο αργότερα ο Βιλκες θα έβρισκε ως αντίπαλος, φορώντας τη φανέλα της συμπολίτισσας Ίντερ και χαρίζοντας στο κοινό του Μιλάνου μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις. Ο Ολλανδός βέβαια είχε αποδείξει πως ανήκε στην παγκόσμια ελίτ του ποδοσφαίρου, πανέτοιμος να κατακτήσει ό,τι του αναλογούσε και πολλά περισσότερα από αυτά.

Πολλές ομάδες του εξωτερικού άρχισαν αμέσως να δείχνουν ενδιαφέρον για τον Ολλανδό στράικερ, τον ερασιτέχνη Ολλανδό στράικερ για την ακρίβεια μιας και το ποδόσφαιρο στη χώρα του δεν είχε γίνει ακόμα επαγγελματικό, με πρώτη και καλύτερη την αγγλική Τσάρλτον -σε μια περίοδο που κατακτούσε και διεκδικούσε τίτλους- αλλά και ομάδες από την Ιταλία και την Ισπανία, μικρότερου πάντως βεληνεκούς. Ο Βίλκες τελικά έδωσε τα χέρια με την ομάδα του Μάαστριχτ, δίχως χρήματα παρά μόνο για ένα φορτηγό (!), που θα βοηθούσε την επιχείρηση του πατέρα του να μεγαλώσει. H ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας θεώρησε αυτή την μεταγραφή ως παράνομη μιας και υπήρξε χρηματικό όφελος για τον παίκτη και τιμώρησε τον διεθνή επιθετικό με ένα χρόνο εκτός ποδοσφαίρου για το εθνικό πρωτάθλημα και 5 χρόνια για τη φανέλα με το εθνόσημο. Ο Βίλκες τελικά δεν ολοκλήρωσε την μεταγραφή, επέστρεψε στην πρώην ομάδα του και απάντησε με μια απίστευτη σεζόν στους «επικριτές» του. Το γυαλί πάντως είχε ήδη ραγίσει και όλα έδειχναν πως εκείνη η σεζόν (βρισκόμαστε στο 1950) θα ήταν και η τελευταία του ως παίκτης στα γήπεδα της Ολλανδίας (την περίοδο της top φόρμας του).

Ο Ολλανδός τελικά έφυγε για την Ιταλία και το Μιλάνο για να γίνει παίκτης της Ίντερ. Εκεί παρέα με τον Ούγγρο Ίστβαν Νάιερς και τον Ιταλό Αμαντέο Αμαντέι συνέθεσαν μια νέα μαγική τριπλέτα, την απάντηση στην τριπλέτα της Μίλαν Gre-No-Li, ματώνοντας τα αντίπαλα δίχτυα κάθε Κυριακή. Δεν είναι τυχαίο πως στην πρώτη τους σεζόν, όλοι μαζί, σκόραραν 67 τέρματα αλλά δεν κατάφεραν να κερδίσουν το πρωτάθλημα, τερματίζοντας στο -1 από την πρώτη -και μεγάλη αντίπαλο- Μίλαν. Εκείνη τη σεζόν μάλιστα η Ίντερ είχε κάνει μια τεράστια νίκη με 6-5 επί της Μίλαν κι ας είχε βρεθεί να χάνει ακόμα και τρία γκολ διαφορά. Μπροστάρης σε εκείνη τη μυθική ανατροπή εννοείται ήταν ο Βίλκες. Το γεγονός πως δεν μπόρεσε να οδηγήσει την Ίντερ σε κάποιο τίτλο και ο σοβαρός τραυματισμός που είχε στο γόνατο την επόμενη σεζόν τον έστειλαν στην Τορίνο μπας και μπορέσει να ξαναβρεί τη φόρμα του. Δυστυχώς για τον ίδιο ένας νέος τραυματισμός τον έστειλε να δει -σχεδόν- ολόκληρη τη σεζόν 1952-1953 από την εξέδρα.

Έχοντας πατήσει τα 30 και με δύο σοβαρούς τραυματισμούς (σε μια περίοδο που αρκούσε ένας όχι και τόσο σοβαρός τραυματισμός για να βάλει φρένο σε μια καριέρα) δεν ήταν λίγοι αυτοί που θεωρούσαν πως οι καλές μέρες για τον Ολλανδό αρτίστα είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Όλοι φυσικά λογάριαζαν χωρίς τον ίδιο. Ο Βίλκες μίλησε με τη Βαλένθια, τα βρήκε, και τελικά μπήκε στο αεροπλάνο για να γίνει ο νέος ηγέτης των «νυχτερίδων». Τα χρόνια του στο Μεστάγια μάλιστα ήταν τόσο καλά που οι φίλοι του κλαμπ λένε ακόμα πως «Η Ρεάλ είχε τον Ντι Στέφανο, η Μπάρτσα τον Κουμπάλα και εμείς τον Φάας». Η τύχη πάντως τα έφερε έτσι ώστε ο Βίλκες να μην κατακτήσει ούτε με τη Βαλένθια κάποιο τίτλο και τελικά το ’56 να φύγει για τη Βένλο, στη γεννέτειρά του.

Οι καλές μέρες έδειχναν να ανήκουν σιγά-σιγά στο παρελθόν με τον παίκτη πάντως να συνεχίζει να παίζει με την εθνική της χώρας του μέχρι τα 38 του χρόνια κρατώντας μάλιστα το ρεκόρ του πρώτου σκόρερ (με 35 τέρματα) για σχεδόν 40 χρόνια, πριν το σπάσει ο Μπέργκαμπ το 1999 (από τότε ακολούθησε ο Κλάιφερτ με 40 τέρματα, ο Χούντελαρ με 42 και φυσικά ο Φαν Πέρσι με τα 50 του γκολ). To 1964, με τον Βίλκες στην τελευταία του σεζόν, έκανε ντεμπούτο για τον Άγιαξ ένα ψιλόλιγνο παιδάκι με λιγδιασμένο μαλλί και ένα αέρινο στυλ που έκανε τους πάντες να μην μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω του. Ήταν 16 ετών και ο Φάας τον έχρισε αμέσως διάδοχό του όταν τον είδε να πατάει για πρώτη φορά χορτάρι και να ερωτοτρωπεί με τη μπάλα. Το παιδάκι φυσικά δεν ήταν άλλος από τον τεράστιο Γιόχαν Κρόιφ.

Το 1999 ο Κρόιφ διοργάνωσε ένα σπουδαίο παιχνίδι παλαιμάχων και -εννοείται- κάλεσε και τον Σέρβας Βίλκες: «Τον αγαπημένο μου παίκτη όταν ήμουν παιδάκι» όπως δήλωσε ο ίδιος συγκινημένος κατά την παρουσίαση των ομάδων. Αυτά τα λόγια του Κρόιφ περικλείουν όλη την αλήθεια για τον Βίλκες. Γιατί μπορεί η γενιά του Κρόιφ να πήγε το ποδόσφαιρο και ένα και δυο και δέκα βήματα μπροστά αλλά ο Φάας Βίλκες ήταν αυτός που άναψε πρώτος τη «φλόγα» για να ξεκινήσει το νέο ποδοσφαιρικό μοντέλο κυριαρχίας των Ολλανδών. Ο ίδιος φυσικά ταπεινός – μέχρι το 2006 που άφησε αυτόν εδώ τον κόσμο- συνήθιζε να λέει πως: «Δεν ξέρω αν ήμουν καλός ντριμπλέρ, φοβερός σκόρερ και ικανός ποδοσφαιριστής απλά όταν έβαζα ένα γκολ, ήταν ένα όμορφο γκολ». Αυτή του η δήλωση εννοείται συνεχίζει να εμπνέει τους Ολλανδούς και το «μοντέλο» τους, μέχρι τις μέρες μας και εννοείται θα συνεχίζει να εμπνέει.

  • H φωτογραφία που υπάρχει στην αρχή του κειμένου είναι από το κόμικ Kick Wilstra που ούτε λίγο, ούτε πολύ δείχνει το μέγεθος του Βίκελς στην τότε ποπ ποδοσφαιρική κουλτούρα και την επιρροή που αυτός είχε -και ασκούσε- στους νέους της εποχής. Το όνομα βγαίνει από τον Βίλκες (Wilkes) και τους Κικ Βίλστρα (Kick) και Άμπε Λένστρα (Lenstra).

H Βέσνα, ο Σάβο και η καριέρα που δεν έγινε ποτέ στην Αγγλία

  [6 Σχόλια]

WAGs είναι ο όρος που χρησιμοποιούμε για τις γυναίκες και τις κοπέλες (άνευ γάμου) των διάσημων αθλητών σε όλο τον κόσμο και σε όλα τα σπορ. Εννοείται πως ξεκίνησε στην Αγγλία για τις γυναίκες που είχαν δίπλα τους οι ποδοσφαιριστές της εθνικής (μιλάμε για πρωτοπορία, όχι αστεία). Εκ των διασημότερων wags -ως γνωστόν- είναι η Βικτόρια Άνταμς-Μπέκαμ, πρώην Spice Girl με μόνιμο duck face εδώ και περίπου 20 χρόνια, η Ζιζέλ Μπούντχεν που είναι νυμφευμένη με τον κορυφαίο QB του NFL, Τομ Μπρέιντι (ο Πέιτον Μάννινγκ έχει αποσυρθεί ως γνωστόν), η Σάρα Καρμπονέρο γυναίκα του θρύλου Ίκερ Κασίγιας και φυσικά η Χριστίνα Στεφανίδη, κοπέλα εδώ και αρκετά χρόνια του Παναγιώτη του Κονέ. Από τις πιο άγνωστες στο ευρύ κοινό αλλά με τον τίτλο της «Πιο περίεργης swag» ήταν, είναι και θα είναι για όσο υπάρχει η ανθρωπότητα η Βέσνα (Μπόβαν) Μιλόσεβιτς. Γυναίκα και μεγάλος έρωτας του σπουδαίου Γιουγκοσλάβου πρώην άσου της μπάλας, Σάβο Μιλόσεβιτς. Και επειδή είναι καλοκαίρι και δεν θέλω να γράψω για την επιστροφή του Ρούνεϊ στην Έβερτον και την ομαδάρα που φτιάχνει ο Κλοπ στο Λίβερπουλ για να κατακτήσει επιτέλους το πρωτάθλημα (έχουμε άλλωστε καιρό γι’ αυτά), θα ασχοληθώ με τον άντρα της και με δαύτη. Με μπόλικες εννοείται «πινελιές» αγγλικού φουτμπόλ, για να μη χαλάμε και τις παραδόσεις.

Καλοκαίρι του 1995 η Άστον Βίλα έχει τερματίσει στην 18η θέση της Πρέμιερ Λιγκ (σε 22 ομάδες) και βλέπει τον πρώτο σκόρερ της ομάδας, τον Ουαλό Ντιν Σόντερς, να αφήνει τo Bίλα Παρκ για την Τουρκία και τα χρήματα της Γαλατά του Γκρέαμ Σούνες (οι δυο τους είχαν συνυπάρξει και στο Άνφιλντ μερικά χρόνια νωρίτερα). Η ομάδα του Μπράιαν Λιτλ είχε μείνει μόνο με ένα σπουδαίο επιθετικό, που έχει όμως πραγματοποιήσει τραγική σεζόν. Αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντουάιτ Γιόρκ, που έπρεπε πάση θυσία να πλαισιωθεί από κάποιον που θα έδινε και πάλι το εύκολο γκολ στους «χωριάτες» και θα απελευθέρωνε και τις αρετές του παίκτη από το Τρινιντάντ και Τομπάγκο. Ο Λιτλ ήξερε (και είχε σε μεγάλη εκτίμηση) ένα νεαρό διεθνή αριστεροπόδαρο Σέρβο με το όνομα Σάβο Μιλόσεβιτς που είχε κερδίσει δύο σερί πρωταθλήματα με την Παρτιζάν, σκοράροντας μάλιστα -σχεδόν- 70 γκολ με κάθε πιθανό (και απίθανο) τρόπο. Επίσης ο εμφύλιος που μαίνονταν στην πρώην Γιουγκοσλαβία έκανε ευκολότερη αυτή τη μετακίνηση μιας και ο παίκτης ήθελε κολασμένα να αφήσει τη χώρα του για ένα καλύτερο μέλλον, ποδοσφαιρικό και μη.

Λεφτά υπήρχαν πολλά όχι σαν του ΠΑΣΟΚ αλλά υπήρχαν και κάπως έτσι η Βίλα έκανε τον Σέρβο επιθετικό δικό της για περίπου 4 εκατομμύρια λίρες. Το ίδιο καλοκαίρι η ομάδα του Λιτλ απέκτησε τον κεντρικό αμυντικό Γκάρεθ Σαουθγκέιτ και τον θεούλη Άγγλο μέσο της Λέστερ, Μαρκ Ντρέιπερ (Όσοι τον θυμάστε κερδίζετε την παντοτινή μου αγάπη). Η «κορυφαία» όμως μεταγραφή δεν ήταν άλλη από την Βέσνα Μπόβαν. Τότε κοπέλα του Μιλόσεβιτς. Μια «μεταγραφή» που το τμήμα σκάουτινγκ της Βίλα δεν είχε δουλέψει καθόλου, μα καθόλου, σωστά και έχει χρεωθεί ως αποτυχημένη. Περισσότερο κι από του Μπεμπέ στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ή εκείνη του Κοντσέλσκι στη Λίβερπουλ επί Χότζσον (σκουπίζουμε το δάκρυ και πάμε παρακάτω).

Η Βέσνα με το που πάτησε το πόδι της στο μουντό, βροχερό και πάντα δύσκολο Μπέρμινγχαμ άρχισε να διαμαρτύρεται για τα πάντα. Τη μία της έφταιγε η βροχή. Την άλλη το κρύο. Την άλλη ο κόσμος στους δρόμους. Την άλλη η γλώσσα ακόμα και το φαγητό. Τα πάντα και ακόμα περισσότερα από τα πάντα. Αυτό που την έβγαζε όμως εκτός ελέγχου ήταν τα δημοσιεύματα των εφημερίδων που ασκούσαν «χειρουργική» κριτική στον Σάβο για τις επιδόσεις του εντός γηπέδου και στην ίδια για την lifestyle καθημερινότητα που ήθελε να ζήσει. Οι καυγάδες του ζεύγους ήταν σε καθημερινή βάση και οι υστερίες της Βέσνα (ως άλλη Μάρθα στο αριστουργηματικό «Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρντ Άλμπι) δεν άφηναν τον Σάβο να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί -σχεδόν-ποτέ. Ακόμα και πριν ή μετά από σπουδαίες αναμετρήσεις αυτό που βίωνε ο Σάβο Μιλόγεβιτς ήταν η γκρίνια και οι φωνές για καθετί σχετικό ή άσχετο.

Κάπως έτσι η καριέρα μπήκε ασυναίσθητα σε δεύτερη μοίρα μιας και προτεραιότητα ήταν πάντα η Βέσνα και η ευχαρίστησή της. Ο Σάβο άλλωστε την αγαπούσε πραγματικά και αυτό δεν μπορούσε ουδείς να μην το παραδεχτεί, κάτι που φυσικά ίσχυε και για την ίδια μιας και αυτή λάτρευε το δεσμό της. Η Βέσνα έπαθε κατάθλιψη και μαζί της ο Σάβο δεν μπορούσε με τίποτα να βρει γαλήνη, να αδειάσει το μυαλό του και να αποδώσει στο γήπεδο  αυτό που πραγματικά μπορούσε, βοηθώντας την ομάδα του. Τα καλά του παιχνίδια ήταν μετρημένα στα δάκτυλα του ενός χεριού, με τον σκληρό βρετανικό Τύπο να του δίνει αρκετά γρήγορα το παρατσούκλι Miss-A-Lot-evic, παραφράζοντας το όνομά του με τις χαμένες ευκαιρίες που είχε σε κάθε παιχνίδι, κάτι που εξόργιζε τη «φίλη» μας και την έβγαζε εκτός ορίων, όπως η ίδια είχε παραδεχτεί κατά το παρελθόν.


Ποιος θα της χάλαγε χατήρι;

Τα 10 τέρματα στην πρώτη σεζόν του Μιλόσεβιτς στην Πρέμιερ Λιγκ τον έβαλαν στις χειρότερες μεταγραφές για το Νησί και πλέον ήταν γεγονός πως είχε μπει για τα καλά στο μάτι του κυκλώνα, ασχέτως αν η Βίλα είχε κερδίσει το Λιγκ Καπ κόντρα στη Λιντς με τον ίδιο να ανοίγει το σκορ στον τελικό. Κανένα μα κανένα ελαφρυντικό από τους αρθρογράφους της εποχής, που είχαν βρει στο πρόσωπο του Σέρβου και της όμορφης αγαπημένης του τα τέλεια «θύματα». «Με την κακή σου απόδοση μπορείς να τα βρεις, με τον Τύπο αυτής της χώρας ποτέ» του είχε πει ο Λιτλ μετά από κάποια προπόνηση, με τον Μιλόσεβιτς να δείχνει να μην καταλαβαίνει αυτό που θα ακολουθούσε. Εννοείται πως οι παραξενιές της Βέσνα δεν του έδιναν το δικαίωμα να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο ολοκληρωτικά και να βρεθεί σε απόλυτη ψυχική ηρεμία, κυριολεκτικά ποτέ, κάτι που έκανε την κατάσταση ολοένα και χειρότερη εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου για τον ίδιο αλλά και την ομάδα του. Η δεύτερή του σεζόν ήταν και αυτή μέτρια (προς κακή) και ουσιαστικά με την έλευση του νέου προπονητή, Τζον Γκρέγκορι, ο Σάβο τέθηκε εκτός ομάδας στα μέσα της τρίτης του σεζόν.

Ήταν Φεβρουάριος του ’98 όταν ουσιαστικά έκλεισε ο κύκλος του Μιλόσεβιτς στα αγγλικά γήπεδα. Το καλοκαίρι η Βέσνα μάζεψε τα ακριβά της ρούχα και τα φανταχτερά της κοσμήματα και μαζί με τον Σάβο έφυγαν για τη Σαραγόσα στην Ισπανία. Εκεί που ο παίκτης βρήκε και πάλι την ηρεμία και την ποδοσφαιρική του Ιθάκη. Το ζευγάρι ήταν πλέον χαρούμενο και αυτή τους η χαρά αποτυπώθηκε με τον καλύτερο τρόπο -εκτός της Ισπανίας- και στα γήπεδα της Ολλανδίας και του Βελγίου για το Γιούρο του 2000, εκεί που ο Σέρβος στράικερ πραγματοποίησε εξαιρετικές εμφανίσεις με τη φανέλα της Γιουγκοσλαβίας, κερδίζοντας μάλιστα και το βραβείο του πρώτου σκόρερ. Ένα βραβείο που μοιράστηκε με τον Ολλανδό Πάτρικ Κλάιφερτ (αμφότεροι είχαν σκοράρει από 5 τέρματα).

Μετά τη Σαραγόσα ακολούθησαν η Πάρμα, η Οσασούνα και η Θέλτα πριν ο παίκτης κλείσει την καριέρα του στη Ρωσία και το παγωμένο Καζάν το 2008, πάντα με την αγαπημένη του Βέσνα στο πλευρό του. Η Βέσνα πάντως με το Καζάν και το κρύο δεν είχε πρόβλημα μιας και τα χρήματα των Ρώσων ήταν υπερβολικά πολλά για την τότε αξία του άντρα της και η ηρεμία είχε πλέον γαληνέψει εντελώς την ψυχή της. Το αγαπημένο ζευγάρι έχει αποκτήσει δύο γιους και μία κόρη και συνεχίζουν να ζουν μαζί. Εννοείται δεν θέλουν να βλέπουν το Μπέρμιγχαμ ούτε ζωγραφιστό. Άδικο δεν τους ρίχνω.

Άστους αυτούς κι άκου την κερκίδα να λυσσομανάει

  [2 Σχόλια]

Το Σάββατο 12 Αυγούστου η Μπράιτον του Κρις Χιούτον θα αγωνιστεί για πρώτη φορά στην ιστορία της στην Πρέμιερ Λιγκ, υποδεχόμενη στο Φάλμερ, και όχι στο ιστορικό Γκόλντστόουν Γκράουντ, την πολυδιαφημισμένη και άκρως ποιοτική Σίτι του Πεπ Γκουαρδιόλα των εκατοντάδων εκατομμυρίων λιρών. Οι «γλάροι» μετά από ένα πολύ δύσκολο ταξίδι σχεδόν 20 ετών, και αφού έφτασαν πολύ κοντά ακόμα και στην οικονομική καταστροφή και τη διάλυση, θα βρεθούν στο κορυφαίο πρωτάθλημα του πλανήτη με μοναδικό στόχο -τι άλλο- την παραμονή.

«Γνωρίζουμε πολύ καλά τις δυσκολίες που έχει το να αγωνίζεσαι στο κορυφαίο πρωτάθλημα, κόντρα σε εξαιρετικές ομάδες, αλλά δεν φοβόμαστε. Θα παλέψουμε και θα προσπαθήσουμε να πάρουμε ό,τι μας αναλογεί. Είμαστε ενθουσιασμένοι και θα ζήσουμε με πάθος όλες τις στιγμές αυτού του δύσκολου και άκρως ανταγωνιστικού πρωταθλήματος» δήλωσε πριν λίγες μέρες ο Ιρλανδός προπονητής που δεν κρύφτηκε πίσω από το δάχτυλό του. Η τελευταία σεζόν της Μπράιτον στην πρώτη κατηγορία ήταν τη σεζόν 1982/1983, όταν είχε φτάσει μάλιστα στον τελικό του κυπέλλου Αγγλίας, απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Ρον Άτκινσον.

                                              Μπράιαν Ρόμπσον και Στήβ Φόστερ

Η Μπράιτον στα 116 χρόνια της ιστορίας της δεν έχει να επιδείξει και πολλές σπουδαίες στιγμές. Εκείνος ο χαμένος (διπλός) τελικός κυπέλλου κόντρα στη Γιουνάιτεντ το ’83. Η τεράστια πρόκριση απέναντι στη Λίβερπουλ την ίδια χρονιά για την 5η φάση του κυπέλλου Αγγλίας. Μία πρόκριση που είχε χαρίσει στους Βρετανούς μια εκ των γραφικότερων ραδιοφωνικών στιγμών όταν ο Τζον Πιλ (γνωστός φίλος της Λίβερπουλ) είχε ξεκινήσει την  ιστορική ραδιοφωνική του εκπομπή The Peel Sessions με ήχους γλάρων που τους πυροβολούσαν στον αέρα, πριν δώσει -εννοείται- τα συγχαρητήριά του. Και φυσικά η νίκη για το Charity Shield του 1910 κόντρα στη σπουδαία Άστον Βίλα του Τζορτζ Ράμσεϊ. Οι πιο ρομαντικοί φίλοι της Μπράιτον τοποθετούν ανάμεσα σε αυτές τις στιγμές και το μικρό πέρασμα του Μπράιαν Κλαφ από τον πάγκο της ομάδας τη σεζόν ’73-’74 και ας γνώρισαν τότε μία από τις πιο ντροπιαστικές ήττες στην ιστορία τους.

Το καλοκαίρι του ’96 η Μπράιτον έπεφτε στην τρίτη κατηγορία της Αγγλίας και τότε ήταν που ξεκίνησαν και τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Η διοίκηση αποφάσισε να πουλήσει το γήπεδο της ομάδας (το ιστορικό Γκόλντστόουν Γκράουντ) δίχως όμως να μπορέσει να λύσει τα περισσότερα εξ αυτών.  Η Μπράιτον είχε μπει για τα καλά σε μια «σκοτεινή» περίοδο, δίχως γήπεδο και χρήματα και χωρίς -ουσιαστικά- δυναμική εντός και εκτός αγωνιστικών χώρων. Το ίδιο διάστημα ένας πυρήνας φανατικών οπαδών των «γλάρων», με ηγέτη τον επιχειρηματία και άρρωστο με την ομάδα, Ντικ Νάιτ, ανέλαβαν να σώσουν το κλαμπ, κάτι που εν τέλει και κατάφεραν. Μπροστάρης επίσης σε όλη αυτή την αποστολή ήταν ο Τζον Μπέιν. Γνωστός στο Σάσεξ και ως Attila Stockbrocker. Ένας πανκ περφόρμερ, ποιητής, μουσικός και πρώην χρηματιστής, εκφωνητής για πολλά χρόνια στα εντός έδρας παιχνίδια της ομάδας και πρωτοστάτης -επίσης- στο να χτιστεί το νέο γήπεδο της ομάδας, το Φάλμερ.

Φυσικά τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε γίνει δίχως την οικονομική βοήθεια ενός άλλου παιδιού του Σάσεξ και φίλου της ομάδας, του επαγγελματία παίκτη πόκερ Τόνι Μπλούμ. Ο Μπλούμ (γνωστός και ως The Lizard) είναι πρόεδρος της Μπράιτον εδώ και μια δεκαετία και δίχως αυτόν η ομάδα από το Σάσεξ δεν θα είχε σηκώσει κεφάλι ποτέ τόσο γρήγορα, ίσως και ποτέ. Η ουσία είναι πως από τα μέσα της νέας χιλιετίας η Μπράιτον άρχισε να πατάει και πάλι στα πόδια της χάρις στους οπαδούς της και αυτό είναι κάτι το μοναδικά υπέροχο σε μια περίοδο που είχαν αρχίσει να εισβάλουν στο ποδόσφαιρο -και δη και στο Αγγλικό- ένα σωρό ξένοι επενδυτές-ιδιοκτήτες.

Θα κλείσω αυτό το μικρό κείμενο με το ποίημα του Μπέιν «Γράφοντας ιστορία». Ένα ποίημα που γράφτηκε κάπου στις αρχές της νέας χιλιετίας, σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Άλντερσοτ, και δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την ειλικρινή αγάπη που είχαν (και έχουν) αυτοί οι άνθρωποι για την ομάδα τους. Ζώντας την Μπράιτον πρώτα ως οπαδοί και μετά ως διοικητικά στελέχη.

                                                Ο Μπλουμ επί το έργον

«Αυτό είναι το παιχνίδι που αγάπησα, το παιχνίδι που έμαθα. Όχι ελεγχόμενο, ούτε αποστειρωμένο για εταιρική κονόμα. Ο καθένας να το ζει με ξαναμμένα μάτια, κάθε πέννα που δίνεις ν’ αξίζει. Να τραγουδάμε όλοι μαζί στη βροχή.

Μας λένε ότι αυτές οι μέρες πέρασαν και πέθαναν. Όμως και οι Σοτς και εμείς οι Γλάροι τα έχουμε ξανακούσει αυτά. Είμαστε μαζί μέχρι τ’ αρπακτικά να φύγουν.

Γάμησέ τους αυτούς κι άκου την κερκίδα να λυσσομανάει!»

Τάκης Λουκανίδης: Ο άνθρωπος που έκανε τα πάντα

  [3 Σχόλια]

Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 υπήρχαν ένα σωρό ποδοσφαιριστές που έπαιζαν σε πολλές -και διαφορετικές- θέσεις με αρκετή μάλιστα επιτυχία. Ο πλάγιος μπακ άλλαζε θέση και πήγαινε στην επίθεση ως εξτρέμ, ο στόπερ ανέβαινε στο κέντρο και ο κεντρικός χαφ γίνονταν δεύτερος (και τρίτος πολλές φορές) σέντερ φορ. Όλα αυτά μοιάζουν να έχουν λογική μιας και μιλάμε για το ποδόσφαιρο σε πολύ πρώιμη φάση. Στην πραγματικότητα όμως, αν υπήρχε ένας ποδοσφαιριστής που μπορούσε να αγωνιστεί με απόλυτη επιτυχία (και είναι σημαντικό αυτό) και στις 11 θέσεις μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, αυτός δεν ήταν άλλος από τον Τάκη Λουκανίδη. Τον πληρέστερο Έλληνα ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, όπως έχει χαρακτηριστεί από όλους όσους τον πρόλαβαν να αγωνίζεται και από όλους τους μεταγενέστους (όπως είμαι και εγώ), που μεγαλώσαμε ακούγοντας από τους παλαιότερους για τα κατορθώματά του και τα σπάνια τεχνικά του χαρίσματα.

O άνθρωπος που διέκρινε πρώτος αυτό το σπάνιο χάρισμα του Λουκανίδη δεν ήταν άλλος από τον Νίκο Πάγκαλο. Τον προπονητή του στη Δόξα Δράμας τη δεκαετία του ’50, πριν ο παίκτης δηλαδή πάρει μεταγραφή για τον Παναθηναϊκό του Άγγλου Χάρι Γκέιμ το 1961, και συνθέσει με τον σπουδαίο Μίμη Δομάζο το κορυφαίο δίδυμο που έχει δει ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο. Τουλάχιστον από Έλληνες παίκτες, για να είμαι ακριβοδίκαιος. Ο Λουκανίδης είχε χάσει τον πατέρα του στην τρυφερή ηλικία των 5 ετών, στην περίοδο της Κατοχής, και λόγω της τραγικής οικονομικής κατάστασης που βίωνε η μητέρα του είχε αναγκαστεί να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο της Δράμας. Μακριά -όχι μόνο από τη μητέρα του αλλά- και από τα αδέρφια του. Εκεί, οι δάσκαλοί του ήρθαν σε πρώτη επαφή με το σπάνιο ταλέντο του μιας και το ποδόσφαιρο (με αυτοσχέδιες μπάλες από κουρέλια) ήταν ο μόνος τρόπος διαφυγής και το μοναδικό παιχνίδι γι’ αυτόν και τα υπόλοιπα ταλαιπωρημένα παιδάκια.

«Πατερούλη» αποκαλούσε ο Λουκανίδης τον Πάγκαλο όσα χρόνια αγωνίστηκε στη Δράμα, βλέποντας στο πρόσωπό του και τον γονιό που τόσο πολύ στερήθηκε στα παιδικά του χρόνια και όχι έναν προπονητή. Ο Νίκος Πάγκαλος ως προπονητής πάντως άλλαζε θέση στον παίκτη από αγωνιστική σε αγωνιστική για να καλύπτει τις τρύπες που άφηναν οι συμπαίκτες του που έλειπαν λόγω κάποιου τραυματισμού. «Τακούλη θα παίξεις τερματοφύλακας γιατί ο Σαμλίδης έχει χτυπήσει στο κεφάλι» του λέει ο Πάγκαλος πριν από κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Ναι Πατερούλη»  απαντά ο Λουκανίδης, κατεβάζοντας τα ρολά. «Τακούλη μου σήμερα θα παίξεις με το 9 στην πλάτη γιατί ο Κουίρουκίδης έχει βαρύ διάστρεμμα». Σέντερ φορ ο Λουκανίδης και νίκη για τη Δράμα με δικό του μάλιστα γκολ.

Κάπως έτσι -και ενώ η φυσική του θέση ήταν κεντρικός χαφ και στόπερ- ολοένα και μεγάλωνε ο μύθος για τον νεαρό που μπορούσε να αγωνιστεί παντού. Ένας μύθος που έγινε πραγματικότητα και που τον έφερε στα τέλη των 60s μια ανάσα από την ιταλική Γιουβέντους, σε μια περίοδο που τέτοιες μεταγραφές -για Έλληνες παίκτες- έμοιαζαν μόνο ως κακόγουστο ανέκδοτο. Τελικά το «φλερτ» δεν κατέληξε σε «γάμο» μιας και ο Λουκανίδης δεν τόλμησε ποτέ το μεγάλο ταξίδι για το Τορίνο με τον βασικό λόγο αυτής του της άρνησης το γεγονός πως δεν ήξερε καθόλου Ιταλικά. «Εμείς καλά καλά δεν μιλάμε σωστά ελληνικά, ιταλικά θα μάθουμε;» είχε πει σε κολλητό του και τελικά έφυγε για την Κύπρο και τα χρώματα του ΑΠΟΕΛ.

Βρισκόμαστε στο 1960 και τον παίκτη έχει ήδη προσεγγίσει η ΑΕΚ, ο Ολυμπιακός και φυσικά η ομάδα της καρδιάς του, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ο Παναθηναϊκός. Ο αθλητικός όμως νόμος που ίσχυε τότε δεν έδινε το δικαίωμα σε κάποιο παίκτη να πάρει μεταγραφή για άλλη Ελληνική ομάδα αν πρώτα δεν είχε αγωνιστεί σε ομάδα του εξωτερικού. Κάπως έτσι η επιλογή του ΑΠΟΕΛ δεν ήταν δύσκολη, καθαρά λόγω γλώσσας. Επιτέλους, θα μπορούσε μετά από ένα χρόνο να αγωνιστεί στην ομάδα που τόσο πολύ επιθυμούσε. Ο Λουκανίδης ήταν φίλος του ΠΑΟ από τα χρόνια που έπαιζε στη Δράμα, όταν η Δόξα είχε για σήμα το μαύρο τριφύλλι ως ένδειξη πένθους στη βουλγαροκρατία (χρόνια αργότερα το έμβλημα άλλαξε και έγινε ένας μαυραετός) και αποφάσισε οριστικά πως πρέπει να ντυθεί στα πράσινα το 1959, μετά από ένα ιστορικό παιχνίδι της Δόξας στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας κόντρα στον ΠΑΟ.

Η ομάδα του έπαιζε με 9 παίκτες και ο ίδιος έκανε τα πάντα στο γήπεδο αγωνιζόμενος στον άξονα και μάλιστα παραλίγο να κερδίσει το παιχνίδι -σχεδόν- μόνος του. Έτρεχε, έκοβε, μοίραζε, απειλούσε. Τελικά ο ΠΑΟ με ένα γκολ του Μίμη Μπενάρδου κέρδισε στις καθυστερήσεις, με τους φίλους των πρασίνων όμως να εισβάλουν στον αγωνιστικό χώρο και να σηκώνουν εκστασιασμένοι τον -αντίπαλο- Λουκανίδη στον αέρα, απαιτώντας την μεταγραφή του στην ομάδα τους και φωνάζοντας υπέρ του συνθήματα. Ο Λουκανίδης δεν μπορούσε να πιστέψει αυτή την έκρηξη λατρείας όπως και οι περισσότεροι συμπαίκτες και αντίπαλοι. Το ’61 και ενώ ο Ολυμπιακός προσφέρει περισσότερα χρήματα στον παίκτη, ο Λουκανίδης θα υπογράψει στον ΠΑΟ και το ίδιο βράδυ θα τα σπάσει με τον αδερφό του Θανάση (παίκτη του Ολυμπιακού) στο μαγαζί που τραγουδούσε ο αγαπημένος του Πάνος Γαβαλάς στην Αχαρνών. Τα μπουζούκια και η καλή ζωή ήταν κάτι που ποτέ δεν έλειψαν στο Λουκανίδη όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και για πολλούς ήταν και το μοναδικό του ψεγάδι. Τα γλέντια στη Φωκίωνως Νέγρη (τότε καρδιά της νυχτερινής Αθήνας), πριν αλλά και μετά από σπουδαίες αναμετρήσεις, έχουν μείνει ανεξίτηλα χαραγμένα τόσο στον ίδιο όσο και σε συμπαίκτες και απλούς φιλάθλους.

Τον Ιούλιο του 1963 ο ΠΑΟ θα δώσει τα κλειδιά της ομάδας στον Στέφαν Μπόμπεκ με τον σπουδαίο Γιουγκοσλάβο να μετατρέπει τους πράσινους από μια εξαιρετική ομάδα σε κάτι πραγματικά το ανίκητο. Ο Μπόμπεκ δουλεύει και τελειοποιεί το 4-3-3 πατώντας στις τακτικές του Τζίμι Χόγκαν και έχοντας στον άξονα τους Δομάζο και Λουκανίδη θα φτιάξει την ανίκητη -στην κυριολεξία- ομάδα της σεζόν 1963/64. Ο ΠΑΟ θα κατακτήσει αήττητος το πρωτάθλημα (όντας η μοναδική Ελληνική ομάδα που το έχει καταφέρει) και θα συνεχίσει με μόλις μία ήττα και την επόμενη σεζόν (3-2 από τον Εθνικό), κατακτώντας και πάλι την κούπα του πρωταθλητή. Η αθηναϊκή ομάδα είχε αγγίξει το τέλειο  και συνδύαζε την ηρεμία με τα επιθετικά ξεσπάσματα με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούν να αποτυπώσουν τα λόγια. Για να καταλάβετε. Γνωστός μουσικός των Αθηνών -και φίλος των πρασίνων- είχε παρομοιάσει το παιχνίδι της ομάδας με τη μελωδία του Σοπέν «Imrpomptu no4», λέγοντας πως αν αυτή η μελωδία έπρεπε να παιχτεί από ποδοσφαιριστές σε κάποιο γήπεδο, βάζοντας αντί για νότες τις κινήσεις των νούμερων που διέκρινες στις φανέλες των παικτών, ακριβώς αυτό θα άκουγες στην «παρτιτούρα» του γηπέδου. Η δήλωση αυτή όσο κι αν έχει μια δόση υπερβολής (που την έχει) δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού εκείνης της ομάδας. Εννοείται πως και με τον Μπόμπεκ στον πάγκο ο Λουκανίδης συνέχιζε να αλλάζει θέσεις δίνοντας πάντα πολύτιμες λύσεις στην ομάδα του και οδηγώντας τη σε σπουδαίες νίκες.

Η κόντρα του Μπόμπεκ με τους περισσότερους παίκτες το 1967 θα στείλει τον Λουκανίδη στον πάγκο και τελικά στη φυγή, με προορισμό τον Άρη Θεσσαλονίκης το 1969. Οι ένδοξες μέρες σιγά-σιγά άρχισαν να ανήκουν στο παρελθόν και τελικά ο σπουδαίος ποδοσφαιριστής θα βάλει τέλος στην καριέρα του το καλοκαίρι του 1970. Έχοντας κατακτήσει και ένα κύπελλο Ελλάδος με τον Άρη. Ήταν 33 ετών. Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν πως αν ο ΠΑΟ είχε και τον Λουκανίδη τη χρονιά του Γουέμπλεϊ δεν θα είχε χάσει με τίποτα εκείνο το παιχνίδι κόντρα στον Άγιαξ και πολλοί περισσότεροι πως αν ο παίκτης δεν είχε αδικήσει τον εαυτό του και το ταλέντο του, δουλεύοντας περισσότερο, θα είχε κάνει τεράστια καριέρα -όχι στο ελληνικό ποδόσφαιρο- αλλά στο Ευρωπαϊκό, και σε κορυφαία ομάδα.

«Η γνώση της σταθερότητας είναι διορατικότητα. Η άγνοια της σταθερότητας φέρνει συμφορά. Η γνώση της σταθερότητας κρατά το μυαλό ανοικτό. Μ’ ανοικτό μυαλό θα είσαι ανοιχτόκαρδος. Ανοιχτόκαρδος, το φέρσιμό σου θα είναι αρχοντικό. Αρχοντικός, θα πλησιάζεις το θεϊκό». Η παραπάνω φράση βρίσκεται στο βιβλίο του Λάο Τσε «Ταο Τε Κινγκ»και μπορεί να χαρακτηρίσει το στυλ, το παίξιμο και τη ζωή του Λουκανίδη. Ο κορυφαίος των κορυφαίων εντός του αγωνιστικού χώρου. Με το αρχοντικό του -στα όρια του θεϊκού- παίξιμο και έχοντας νιώσει από τα παιδικά του χρόνια τη σκληρότητα και τη συμφορά. Ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, με πάθη που ακόμα και σήμερα όταν τον βλέπεις, στα 80 του χρόνια, δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις νιώθοντας την καλοσύνη του και τη θετική του αύρα.

Πρέμιερ Λιγκ Τεστ: Βρες τον παίκτη απ’ τη φωτογραφία

  [Καθόλου σχόλια]

Αν είσαι λάτρης της φωτογραφίας και του κορυφαίου πρωταθλήματος του πλανήτη, της Πρέμιερ Λιγκ δηλαδή, πρέπει να αναμετρηθείς με αυτό το κουίζ. Οι φανατικοί του Αγγλικού ποδοσφαίρου -λογικά- θα το βρουν εύκολο. Οι λιγότερο μυημένοι θα δυσκολευτούν αρκετά και αυτοί που δεν ασχολούνται με το ποδόσφαιρο στο Νησί, καλύτερα να προτιμήσουν κάτι άλλο για να «σκοτώσουν» την ώρα τους. ‘Ενα σταυρόλεξο είναι καλή ιδέα κατά την ταπεινή μου -πάντα- γνώμη. Για να δούμε λοιπόν. Είσαι από αυτούς που όταν βρεθούν με μια καλή φωτογραφική μηχανή σε κάποιο γήπεδο (σε μια σπουδαία αναμέτρηση) θα τραβήξεις φωτογραφίες παικτών και όμορφων φάσεων ή θα προτιμήσεις το φεγγάρι, τα σύννεφα, τη βροχή και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο, βγάζοντας την καλλιτεχνική (και ρομαντική) σου φύση έχοντας στο μυαλό σου να εξελιχθείς στο νέο Άρη Μεσσήνη. Αστειεύομαι σε όλα τα παραπάνω (τη δουλειά του Μεσσήνη πάντως αξίζει να την ψάξετε). Το κουίζ είναι για «αρρωστάκια» της Πρέμιερ Λιγκ. Άντε νας σας δω.

Πως θα ήταν ο κόσμος αν δεν είχε γεννηθεί ο Κριστιάνο Ρονάλντο

  [3 Σχόλια]

O Κριστιάνο Ρονάλντο ολοκλήρωσε μια μαγική σεζόν (αν και μένει ακόμα το Confederation Cup). Τσάμπιονς Λιγκ το 2016, Χρυσή Μπάλα, Γιούρο με την Πορτογαλία, πρωτάθλημα και (ξανά) Τσάμπιονς Λιγκ με τη Ρεάλ Μαδρίτης το 2017. Όλα αυτά σε διάστημα 365 ημερών. Αν βάλουμε στη σούμα και τα δεκάδες γκολ που σκόραρε (εντός και εκτός γηπέδων) και φυσικά τα ρεκόρ που συνεχίζει να σπάει τότε πρέπει -επιτέλους- ακόμα και οι μεγαλύτεροι haters να τον βάλουν δίπλα στους κορυφαίους όλων των εποχών. Ίσως και ως τον κορυφαίο όλων των εποχών. Ας μην τσακωθούμε όμως γι’ αυτό. Στο παρακάτω κείμενο θα προσπαθήσω να παρουσιάσω σε 17+1 facts πως θα ήταν ο κόσμος αν δεν είχε γεννηθεί ο Κριστιάνο Ρονάλντο. Με τα ΑΝ φυσικά δουλειά δεν γίνεται, εκτός κι αν είσαι ο Κρίστοφερ ο Παπακαλιάτης, γι’ αυτό ας περάσουμε γρήγορα-γρήγορα στην ουσία.

1. Ας ξεκινήσουμε από τα πολύ βασικά. Δεν θα υπήρχε αυτό το βίντεο με τον Γιώργο Γεωργίου και αυτό δε θα ήταν καθόλου κακό.

2. Στη λίστα του France Football για τον καλύτερο παίκτη των ημερών μας μετά τον Λιονέλ Μέσι θα βλέπαμε δύο Γάλλους και αυτοί δεν θα άκουγαν στο όνομα Ζιντεντίν Ζιντάν αλλά Αντουάν Γκριεζμάν και Πολ Πογκμπά. Θα σας άρεσε αυτό το ποδόσφαιρο;

3. Η εθνική Ελλάδας στην πρεμιέρα του Γιούρο 2004 θα είχε επικρατήσει της Πορτογαλίας με 2-0 μιας και η μπάλα μετά το κόρνερ του Λουίς Φίγκο θα είχε καταλήξει απευθείας πλάγιο άουτ.

4. Η Λίβερπουλ θα είχε φτάσει πρώτη στα 20 πρωταθλήματα. Η Γιουνάιτεντ θα είχε -το πολύ- 15 και εννοείται δεν θα είχε φτάσει ποτέ στα τρία Τσάμπιονς Λιγκ.

5. Τα γυμναστήρια θα είχαν -50% εγγραφές και το άσπρο σώβρακο θα συνέχιζε να θεωρείται κιτς.

6. Το ερώτημα για το ποιος είναι καλύτερος θα ήταν «Μέσι ή Νειμάρ» και η σωστή απάντηση «Αντρές Ινιέστα».

7. Ο Λιονέλ Μέσι θα κέρδιζε κάθε χρόνο τη Χρυσή Μπάλα. Τι όχι;

8. H Πορτογαλία δεν θα είχε βρει ακόμα απάντηση στον λαϊκό βάρδο της μπάλας Μίμη Παπαϊωάννου.

9. Μεγάλη μερίδα των ποδοσφαιρόφιλων ανά τον κόσμο δεν θα είχαν μάθει ποτέ το όνομα της Ιρίνα Σάικ και του κικμπόξερ Μπαντρ Χαρί.

10. H Ιρίνα Σάικ δεν θα είχε βρει ποτέ ρόλο στην ταινία «Ηρακλής» δίπλα στον The Rock και αυτό θα ήταν καλό για τον κινηματογράφο.

11. Δεν θα είχαμε ζήσει ποτέ αυτή τη στιγμή στη βράβευση της Χρυσής Μπάλας.

12. Η Ρεάλ Μαδρίτης δεν θα είχε 12 Τσάμπιονς Λιγκ… η Ρεάλ Μαδρίτης δεν θα είχε 12 Τσάμπιονς Λιγκ… η Ρεάλ Μαδρίτης δεν θα είχε 12 Τσάμπιονς Λιγκ…

13. Η Ουαλία θα είχε κερδίσει το Ευρωπαϊκό του 2016 και η Μίλγουολ το Κύπελλο Αγγλίας το 2004 με παίκτη-προπονητή τον θεούλη Ντένις Γουάιζ. Ο Άγγλος θα είχε γράψει το όνομά του με χρυσά γράμματα στις δύο μεγαλύτερες νίκες σε τελικό κυπέλλου Αγγλίας μαζί με το 1988 και τη νίκη της Crazy Gang επί της Λίβερπουλ. O Ρονάλντο δηλαδή χάλασε σε όλους εμάς, τους λάτρεις των ωραίων ιστοριών, ένα από τα καλύτερα «παραμύθια» για να λέμε στα παιδιά μας.

14. O Πορτογάλος γλύπτης Εμάνουελ Σάντος δεν θα είχε δημιουργήσει την χρυσή προτομή του Κριστιάνο στα νησιά Μαδέιρα και λογικά δεν θα είχε βρεθεί στο ταμείο ανεργίας. Η γλυπτική από την άλλη θα συνέχιζε να θεωρείται Τέχνη.

15. Κανένας ποδοσφαιριστής δεν θα είχε εμφανιστεί με τηγανιτά στρογγυλά κρεμμύδια στο κεφάλι σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ κλέβοντας μάλιστα την παράσταση και όχι απ’ τα κρεμμύδια.

16. Οι λέξεις Λοζάνοβα, Σταν, Αντέλ, Παναθηναϊκός, Τσίπρας και Ρονάλντο δεν θα είχαν βρεθεί ποτέ στο ίδιο ρεπορτάζ.

17. H φράση «φτωχός είμαι – όχι άσχημος» δεν θα ταίριαζε καλύτερα, σε τίποτα και για κανένα λόγο.

18. Όταν θα ακούγαμε Ρονάλντο το μυαλό μας –μετά το Φαινόμενο– θα πήγαινε αυτόματα στον Άρη και τον τιτάνα Ρονάλντο Γκιάρο και αυτό θα ήταν κάτι το πραγματικά υπέροχο και μοναδικό.

Αυτά. Ευχαριστώ και καλές βουτιές…

Λούκα ντε Πρα: O «κατάσκοπος» του ποδοσφαίρου

  [9 Σχόλια]

Στην εποχή που ζούμε η λέξη κατασκοπεία δεν πολυχρησιμοποιείται ή δεν χρησιμοποιείται καθόλου στον αθλητισμό, ιδίως στο ποδόσφαιρο. Στην εποχή των social media και της συνεχούς ενημέρωσης στο διαδίκτυο, αυτός που θέλει να μάθει, να ενημερωθεί, να «κατασκοπεύσει» βρε αδερφέ τον αντίπαλο, μπορεί να το κάνει πανεύκολα. Όλα -μα όλα- τα παιχνίδια υπάρχουν διαθέσιμα παντού. Τα στατιστικά έχουν πάει -κυριολεκτικά- σε άλλο επίπεδο και φυσικά ο καθένας μπορεί να βρει και να δει ακόμα και προπονήσεις των κορυφαίων ομάδων του πλανήτη με ένα κλικ στο ποντίκι του υπολογιστή του. Πολλές φορές ακόμα και live μέσω του facebook και του twitter. Όλα αυτά έχουν κάνει τη ζωή των προπονητών, των σκάουτερ και των «κατασκόπων» πολύ ευκολότερη, όπως φυσικά και των κάθε λογής «προπονητών» του καναπέ, του καφενείου και του football manager.

Θυμάμαι διάβαζα πριν χρόνια ένα άρθρο σε γνωστό αθλητικό σάιτ που έλεγε πως ο μπασκετικός Παναθηναϊκός το 1982 είχε αποκλειστεί στον όμιλο του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος (της σημερινής -κλειστής- Euroleague) επειδή ο τότε προπονητής του, ο Κώστας Πολίτης, έψαχνε μάταια να βρει κασέτες των αντιπάλων, μιας και δεν γνώριζε τίποτα για καμία από δαύτες. Ωραίες, δύσκολες αλλά και, μοναδικά, ρομαντικές εποχές. Στη δική μας εποχή ακούγεται -και είναι- αστείο όλο αυτό αλλά δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ψέμα ή υπερβολή. Τα ίδια πάνω-κάτω συνέβαιναν και στο ποδόσφαιρο εκείνα τα «δύσκολα» χρόνια. Κυρίως σε χώρες όπως η Ελλάδα. Και όμως στη γειτονική χώρα Ιταλία υπήρξε κάποιος που τερμάτισε τον όρο «γραφικός ποδοσφαιρικός κατάσκοπος» και μας χάρισε μια μοναδική cult στιγμή πριν μερικά χρόνια. Από αυτές που αρκετοί αρνούνται να πιστέψουν ακόμα και όταν τους δείχνεις τη δημοσίευση κατάμουτρα. Αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω είναι πέρα για πέρα αληθινό και κάνει γραφικές μορφές του επαρχιακού ελληνικού ποδοσφαίρου (όπως ο Λάκης ο Ταπετσέρης για παράδειγμα) να κουλουριαστούν σε μια γωνία και να κλάψουν με σπαρακτικούς λυγμούς.

Οι φανατικοί φίλοι του ιταλικού φουτμπόλ και της Σκουάντρα Ατζούρα λογικά θα έχουν ακούσει για τον σπουδαίο Τζιοβάνι ντε Πρα. Τον κορυφαίο τερματοφύλακα που φόρεσε τη φανέλα της Τζένοα, τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, αλλά θεωρώ δύσκολο έως απίθανο να έχουν ακούσει (ή διαβάσει) για τον ημίτρελο ανιψιό του, τον Λούκα. O Λούκα ντε Πρα τη σεζόν 2013-2014 ήταν προπονητής της ομάδας νέων της Τζένοα και λογικά την ίδια περίοδο είχε λιώσει τις ταινίες του Σιλβέστερ Σταλόνε «Ράμπο» όπως και το κατασκοπευτικό ελληνικό αριστούργημα «Θου-Βου πράκτωρ 000». Άλλη -λογική- εξήγηση δεν μπορεί να δοθεί σε αυτό που θα διαβάσετε. Τον Σεπτέμβριο του 2013 και λίγο πριν το σπουδαίο ντέρμπι της Γένοβας ανάμεσα στη Τζένοα και τη Σαμπντόρια ο Λούκα είχε μια «καταπληκτική» ιδέα. Ήθελε να κατασκοπεύσει ως άλλος Τζόνι Ίνγκλις την ομάδα του θεούλη Ντέλιο Ρόσι, όπως γινόταν παλιά όμως. Ινκόγκνιτο δηλαδή. Αφού φόρεσε τη στολή παραλλαγής -όπως ο Τζον Ράμπο ή ακόμα καλύτερα όπως ο Τσάρλι Σιν στο Hot Shots:2– κατευθύνθηκε προς το προπονητικό κέντρο των αντιπάλων χωρίς να γίνει αντιληπτός (ίσως ήταν περίοδος κυνηγιού-ποιος ξέρει) και σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο πίσω από κάτι θάμνους, αρκετά μακριά από τον χώρο προπόνησης. Αξίζει να σημειωθεί πως ο κατάσκοπος Λούκα είχε βάψει και το πρόσωπό του όπως κάνουν οι λοκατζήζες σε συνθήκες μάχης. Κοινώς ο Λούκα ντε Πρα απλά το είχε τερματίσει.

Λίγα λεπτά μετά και αφού έχει βγάλει τα κιάλια και έχει φτάσει την κατασκοπεία σε άλλο επίπεδο έγινε αντιληπτός από μερικούς φίλους της Σαμπντόρια που με τη σειρά τους ειδοποίησαν τους ανθρώπους ασφαλείας του προπονητικού κέντρου της ομάδας. Ο Λούκα ντε Πρα άρχισε να τρέχει έντρομος (κάτι που δεν θα έκανε ποτέ ο Τζον ο Ράμπο) και μετά από ένα σύντομο κυνηγητό έγινε τσακωτός και ρεζίλι σε όλα τα ΜΜΕ της Ιταλίας (και όχι μόνο). Οι άνθρωποι της Σαμπντόρια μη μπορώντας να κάνουν κάτι διαφορετικό το έριξαν στην πλάκα και έβγαλαν μια άκρως αστεία ανακοίνωση λέγοντας πως: «O κατάσκοπος απέτυχε να νικήσει την αντικατασκοπεία της ομάδας αλλά δε τον πιάσαμε αιχμάλωτο. Συνελήφθη και αφέθηκε ελεύθερος να γυρίσει στη βάση του ως ένδειξη μεγαλοπρέπειας. Τους αντιπάλους μας άλλωστε πρέπει να τους συγχωρούμε μιας και αυτό τους εκνευρίζει περισσότερο». Η Τζένοα απ’ την άλλη δεν πήρε θέση και με μια σύντομη ανακοίνωση δήλωσε πως ο παίκτης είχε λειτουργήσει αυτοβούλως και τον απέλυσε από το πόστο του προπονητή της ομάδας νέων. Λίγο καιρό αργότερα, μη μπορώντας να αντισταθεί στο ποδοσφαιρικό μεγαλείο του Λούκα τον τοποθέτησε βέβαια σε νέο πόστο. Αυτό του προπονητή τερματοφυλάκων της ομάδας. Η κατασκοπεία από την άλλη θρηνεί ακόμα για αυτή τη μεγάλη απώλεια αυτού του τίμιου «πράκτορα».

Ο Μπεστ, ο Ρέντον και o Σάιμον

  [7 Σχόλια]

Η πρώτη μου επαφή με τον Τζορτζ Μπεστ πρέπει να έγινε γύρω στο 1991 σε μια αίθουσα φροντιστηρίου αγγλικών. Ήταν σίγουρα Παρασκευή, μιας και ο ιδιοκτήτης -ένας περίεργος τύπος με καταγωγή από την όμορφη Ναύπακτο και φίλος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ- μας έκανε μάθημα μόνο εκείνη τη μέρα. Μια Παρασκευή, εκεί που μας μάθαινε τα βασικά της αγγλικής γλώσσας, άρχισε να μας λέει για τον Γιώργη τον Καλύτερο (έτσι τον αποκαλούσε). Ένα βρετανό ποδοσφαιριστή που -λογικά- ήταν ο κορυφαίος που είχε δει ποτέ να αγωνίζεται. Μας είπε για την Γιουνάιτεντ και τους τίτλους της, για τα «μωρά» του Μπάσμπι και για τα τεχνικά χαρακτηριστικά του βορειοϊρλανδού άσσου της μπάλας. Η αγγλική ποδοσφαιρική πραγματικότητα δεν είχε μπει ακόμα στη ζωή μου και εκείνη τη μέρα ίσως να είχα επιλέξει να γίνω «φίλος» της Γιουνάιτεντ. Κάτι που ευτυχώς για μένα και δεν το έκανα, επιλέγοντας χρόνια αργότερα τη Λίβερπουλ, έχοντας κουραστεί να πανηγυρίζω τίτλους μαζί της. «Δεν πειράζει, έχει τίτλους η Λίβερπουλ» όπως έχει πει και ο Αλέφαντος. Πάμε παρακάτω.

Πριν λίγες μέρες «κατέβασα» σε ένα εξαιρετικό torrent την ταινία του Ντάνι Μπόιλ «Trainspotting 2». Ήθελα πολύ να δω την ταινία στο σινεμά αλλά δυστυχώς δεν έτυχε και κάπως έτσι περίμενα να κυκλοφορήσει για «κατέβασμα», που λέμε και στο χωριό μου, για να την απολαύσω. Όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό σε μια οθόνη υπολογιστή. Η πρώτη ταινία είχε κυκλοφορήσει το 1996 και είναι από αυτές που χαρακτήρισαν μια ολόκληρη γενιά, τη γενιά μου, και την έριξαν -με τα μούτρα- στη βρετανική πραγματικότητα (μέσα από τη σκοτεινή της πλευρά). Από τότε την έχω δει τουλάχιστον 5 φορές. (Μόνο τα Star Wars βλέπω κάθε χρόνο, οπότε κάτι σημαίνει αυτό για μένα) Επίσης η εν λόγω ταινία πρέπει να με έφερε σε πρώτη επαφή με τις κομματάρες του Ίγκι Ποπ, μιας και εκείνη την περίοδο άκουγα φανατικά μόνο χέβι μέταλ ως ατίθασο και επαναστατικό νιάτο που ήμουν (και είμαι ακόμα). Στη δεύτερη ταινία ο βασικός πρωταγωνιστής, ο Ρέντον, επιστρέφει στο Εδιμβούργο από το Άμστερνταμ, μετά από 20 χρόνια, προσπαθώντας να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του (κυρίως) αλλά και με τους παλιούς τού φίλους. Αυτούς που είχε προδώσει και κλέψει αφήνοντας τη Σκωτία για τη χώρα του Κρόιφ και του Ρέμπραντ. Εν μέρει το καταφέρνει. Κάπου στη μέση της ταινίας και αφού έχει αράξει με τον παλιό κολλητό, τον Σάιμον, στο σαλόνι του σπιτιού του δεύτερου, στην τηλεόραση παίζουν στιγμιότυπα του Μπεστ με τη φανέλα της Χιμπέρνιαν. Ο Μπεστ είχε κάνει ένα μέτριο πέρασμα από τους «Χιμπς» τη σεζόν 1979-1980, σε μια περίοδο που πληρωνόταν ανά συμμετοχή, είχε πολλά μπλεξίματα με το νόμο και το ποτό, και εν τέλει είδε την ομάδα να υποβιβάζεται στη δεύτερη κατηγορία.

Όπως και να έχει, οι φίλοι της Χιμπέρνιαν θεωρούν ακόμα και σήμερα μεγάλη τους τιμή που ο κορυφαίος παίκτης στην ιστορία του ποδοσφαίρου (αυτό είναι κάτι που ισχύει σε μεγάλο ποσοστό στο Νησί) φόρεσε την πράσινη φανέλα της ομάδας με το νούμερο 7 στην πλάτη. Κι ας μην πρόσφερε τα αναμενόμενα. Το ίδιο ίσχυε και για τους δύο φίλους -και πρωταγωνιστές- της ταινίας. Εκεί ακριβώς αρχίζει ένα δίλεπτο ποδοσφαιρικής «μαγείας» και μια μικρή ωδή στην αγάπη των δύο φίλων για την ομάδα τους που δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κάποιον που έχει μεγαλώσει με σωστά -ποδοσφαιρικά- βιώματα. Οι δύο φίλοι παίζουν ξύλινο ποδοσφαιράκι φορώντας φανέλες του Μπεστ, τραγουδούν, γελούν και συζητούν για τον ήρωα της ομάδας του σαν δύο μικρά παιδιά που έχουν βρεθεί στο γήπεδο για πρώτη φορά. «Εκείνη τη σεζόν με είχε πάει ο πατέρας μου σε κάποιο παιχνίδι, ήταν το 1979» θα πει ο Ρέντον, για να συμπληρώσει «δεν μπορούσα να δω καθόλου το παιχνίδι εκεί που καθόμουν αλλά έχω δει τον Μπεστ να αγωνίζεται με τη φανέλα της Χιμπέρνιαν στο Ίστερ Ρόουντ. Είμαι τόσο τυχερός». Όλα αυτά δένουν ακόμα καλύτερα αν αναλογιστούμε πως διαδραματίζονται υπό τους ήχους των The Clash στο κομμάτι White Man in Hammermith Palais. Ένα κομμάτι που κυκλοφόρησε πάνω-κάτω την ίδια περίοδο (και μιλήσαμε τις προάλλες γι’ αυτή).

Γιατί αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Τα όμορφα συναισθήματα που σου δημιουργεί και οι υπέροχες αναμνήσεις που σου εμφανίζει έτσι στα ξαφνικά μέσω κάτι «άσχετου» για πολλούς που έχουν μάθει να το βλέπουν από μια άλλη, διαφορετική σκοπιά. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον ήρωα της παιδικής του ηλικίας; Την πρώτη φορά που βρέθηκε να τραγουδά σε κάποιο πέταλο για την ομάδα του παρέα με τους κολλητούς; To πρώτο κασκόλ δώρο από τον πατέρα ή κάποιο θείο ή τον μεγαλύτερο αδερφό; To πρώτο σημαντικό γκολ; Κι ας μην έφερε κάποιο τίτλο. Όλα αυτά -και ακόμα περισσότερα- μπορούν να έρθουν αυτόματα στο μυαλό στην τελευταία σκηνή της ταινίας. Εκεί που ο Ρέντον επιστρέφει στο εφηβικό του δωμάτιο (αφού πρώτα έχει συμφιλιωθεί με τον πατέρα του) και βάζει να ακούσει στο πικ απ το Lust for Life του Ίγκι Ποπ (δυστυχώς για εμάς σε ρεμίξ των Prodigy) χαρίζοντας στον εαυτό του ένα μοναχικό χορό όπως 20 χρόνια πριν. Όταν ήταν έφηβος και το μόνο που τον ένοιαζε ήταν οι αλητείες στα βρώμικα στενά του Εδιμβούργου και να νικάει η Χιμπέρνιαν.

Απ’τον Μάρλεϊ στον Κρόιφ: Ιστορίες καπνού, μουσικής (και μπάλας)

  [Καθόλου σχόλια]

«Kινήθηκα προς το καμαρίνι και έφτασα πολύ γρήγορα στην πόρτα που θα με οδηγούσε στους μουσικούς. Το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να μιλήσω μαζί τους και να τους συγχαρώ για την παράσταση που μόλις μας είχαν προσφέρει. Αυτή ήταν μάλιστα η πρώτη μου επαφή με τη ρέγκε μουσική, τον Μπομπ Μάρλεϊ και την μπάντα του, τούς Wailers. Τελικά όταν άνοιξα την πόρτα, το μόνο που θυμάμαι ήταν ένα πυκνό σύννεφο «εξωτικού» καπνού που κάλυπτε κυριολεκτικά τα πάντα. Με τη μπάντα -τελικά- τα είπαμε την επόμενη μέρα».  (Έρικ Κλάπτον)

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Βρετανό θρύλο της ροκ που είχε την τύχη να ζήσει ζωντανά την πρώτη συναυλία του Μάρλεϊ και της μπάντας του, στο Λονδίνο, το μακρινό 1972. Μάλιστα ο Κλαπ (αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα) ενθουσιάστηκε τόσο πολύ από τη μουσική των Τζαμαϊκανών που τελικά αγόρασε τα δικαιώματα του κομματιού «I Shot The Sheriff» και το συμπεριέλαβε, δύο χρόνια αργότερα, στον δίσκο του 461 Ocean Boulevard (μαζί με το country/reggae αριστούργημα «Willie and the Hand Jive» του Τζόνι Ότις), προκαλώντας πάταγο στα charts της Βρετανικής μουσικής σκηνής και όχι μόνο. Ο Κλάπτον είχε βάλει την ρέγκε στα σπίτια των Βρετανών για τα καλά, λίγο πριν σκάσει μύτη ο Τζο Στράμερ και μπολιάσει την Τζαμαϊκανή μουσική με το πανκ (στα τέλη των 70s) με τη δική του μπάντα, τους The Clash. Ιδιαίτερη σχέση με το ποδόσφαιρο δεν έχουν όλα αυτά και ελπίζω να καταλάβετε στη συνέχεια το λόγο που ξεκίνησα κάπως έτσι αυτό το κείμενο. Ίσως και όχι.

«Στη ζωή μου υπήρξα εθισμένος σε δύο πράγματα: To ποδόσφαιρο και το τσιγάρο. Το πρώτο μου έδωσε τα πάντα. Το δεύτερο μου τα πήρε όλα» (Γιόχαν Κρόιφ)

Την ίδια περίοδο που ο Κλάπτον ανακάλυπτε τη ρέγκε και τα σύννεφα καπνού των Wailers, σε ολόκληρο τον κόσμο, μεσουρανούσε το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο των Ολλανδών του Ρίνους Μίχελς και του κορυφαίου Ευρωπαίου ποδοσφαιριστή που υπήρξε (και θα υπάρξει), του Γιόχαν Κρόιφ. Επίσης, ο σπoυδαιότερος Αμερικανός κινηματογραφιστής, κατ εμέ πάντα, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, έβγαζε σε κυκλοφορία το αριστούργημά του «Το Κουρδιστό Πορτοκάλι», επηρρεάζοντας -άθελά του πάντα- και το ποδοσφαιρικό στυλ των Ολλανδών (εντός και εκτός των τεσσάρων γραμμών) αλλά και την οπαδική κουλτούρα, δεκάδες χρόνια αργότερα. Η ψυχεδέλεια βρίσκονταν στο απόγειό της και τίποτα -μα τίποτα- δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο, είτε αυτό ήταν στο σινεμά, στη μουσική ή ακόμα και στο ποδόσφαιρο. Λίγο αργότερα μας βγήκε από αριστερά και το φουτουριστικό σοβιετικό ποδόσφαιρο του Λομπανόφσκι και οι «ψαγμένοι ποδοσφαιρόφιλοι της εποχής» βρέθηκαν σε δύο διαφορετικά «στρατόπεδα». Το πρώτο ήταν της ψυχεδέλειας των Ολλανδών, με φανερές «επιρροές» από Κιούμπρικ, και το δεύτερο η ποιητική αρτιότητα των Σοβιετικών, με φανερές «επιρροές» από Ταρκόφσκι. Εσείς τι προτιμάτε; Οδύσσεια του Διαστήματος ή Σολάρις; Aς επιστρέψουμε όμως στο ποδόσφαιρο στους πυκνούς καπνούς.

Όχι δεν είναι οι Pink Floyd

Ο Κρόιφ συνήθιζε να καπνίζει πάνω από δύο πακέτα τη μέρα ακόμα και τα χρόνια που έπαιζε ποδόσφαιρο. Κάπνιζε ενώ ο προπονητής έδινε εντολές στα αποδυτήρια, κάπνιζε ενώ ήταν στη φυσούνα και έμπαινε στον αγωνιστικό χώρο, κάπνιζε πριν και μετά το ντους, κάπνιζε όταν κάπνιζε και λογικά κάπνιζε επίσης ακόμα και στον ύπνο του (αν και γι’ αυτό δεν έχουμε επίσημες μαρτυρίες). Το ίδιο πάνω-κάτω έκαναν και οι περισσότεροι αστέρες του Άγιαξ της εποχής, όπως φυσικά και της εθνικής Ολλανδίας. Δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πως τα αποδυτήρια τόσο του Αίαντα όσο και των Οράνιε θύμιζαν -και μύριζαν- τεκέ της τρούμπας την περίοδο του μεσοπολέμου. Γνωστός αθλητικός φωτορεπόρτερ της χώρας μας είχε βρεθεί σε κάποιο αγώνα -που δεν μπορώ να θυμηθώ- των Οράνιε για τα προκριματικά του Μουντιάλ του 1974 και μου είχε αφηγηθεί (πριν χρόνια, όταν τα λέγαμε συχνά) πως όταν κατέβηκε -με χίλια δυο παρακάλια- στα αποδυτήρια των Ολλανδών μετά το παιχνίδι για μια φωτογραφία και άνοιξε την πόρτα, το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει ήταν ένα πελώριο και πυκνό σύννεφο καπνού ανάμεσα σε ιδρωμένες πορτοκαλί φανέλες και πεταμένα ποδοσφαιρικά παπούτσια δεξιά και αριστερά. Ο Κρόιφ βρίσκονταν στη μέση, ατάραχος στα όρια του νωχελικού και άναβε το ένα τσιγάρο από τη γόπα του άλλου. «Πρέπει να είχε καπνίσει 3-4 τσιγάρα όσο έμεινα στα αποδυτήρια για φωτογραφίες» τον θυμάμαι να μου λέει και δεν είχα κανένα λόγο να μη τον πιστέψω, γνωρίζοντας πολύ καλά το ιστορικό του «Ιπτάμενου Ολλανδού» με το τσιγάρο.

Τελικά αμφότεροι –όσο και αν οι Dead Prezz έχουν διαφορετική άποψη γι’ αυτό– πλήρωσαν το πάθος τους για τον καπνό με το ακριβότερο τίμημα. Την ίδια τους τη ζωή. Ο Κρόιφ τα τελευταία χρόνια της ζωής του (έχοντας παραδεχτεί το μεγάλο του λάθος) είχε γίνει πολέμιος του καπνίσματος. Για τον Μάρλεϊ δεν μάθαμε ποτέ και ούτε πρόκειται. Όπως και να έχει οι ιστορίες για το κάπνισμα στα αποδυτήρια των Ολλανδών θα λέγονται πάντα (με τις απαραίτητες σάλτσες) από γενιά σε γενιά και θα μας θυμίζουν μια περίοδο που το ποδόσφαιρο ήταν τόσο διαφορετικό, ρομαντικό, αληθινό και εντελώς «ροκ». Πάρα πολύ διαφορετικό από το αποστειρωμένο και άκρως επαγγελματικό των ημερών μας. Και όσο κι αν αντιπαθώ πλέον το κάπνισμα, προτιμώ εκείνο το ποδόσφαιρο από αυτό των ημερών μας, όπως και προτιμώ τον Κλάπτον από τον Μάρλεϊ, κι ας έπαιζε ο Τζαμαϊκανός καλό ποδόσφαιρο.

Το χαμένο πέναλτι του Λε Τισσιέ

  [3 Σχόλια]

Κύθηρα 2005. Διακοπές. Ενώ ετοιμαζόμαστε με τον καλύτερό μου φίλο να βγούμε για ποτάκι, ανάμεσα σε βρεγμένα μαγιό, πετσέτες και πεταμένα ρούχα εδώ και εκεί, θα με ρωτήσει: «Τον Ματ Λε Τισσιέ τον ξέρεις». Πάγωσα. Πως είναι δυνατόν να με ρωτάς κάτι τέτοιο. Εμένα που ζω και αναπνέω για το Αγγλικό ποδόσφαιρο. Πριν προλάβω να απαντήσω θα συμπληρώσει, «Ήταν ένας εξαιρετικός Άγγλος ποδοσφαιριστής της Σαουθάμπτον που όμως είχε απαράμιλλη τεχνική. Δεν μου κάνει για Άγγλος και το όνομά του δεν είναι σίγουρα αγγλικό. Ναι. Ήταν τόσο καλός επειδή δεν είναι Άγγλος. Οι ρίζες του πρέπει να βρίσκονται κάπου ανάμεσα σε Γαλλία, Ισπανία και δεν ξέρω και’γω που αλλού». Νευρίασα λιγάκι αλλά δεν το συνέχισα. «Τον γνωρίζω πολύ καλά τον Λε Γκοντ (αυτό ήταν το προσωνύμιό του όταν ‘μάγευε’ με τη φανέλα των «αγίων)» του είπα «αλλά ας μη το συνεχίσουμε για την ώρα. Βαριέμαι να μιλήσω για ποδόσφαιρο. Είμαστε διακοπές, μα τον Φάουλερ». Τελικά πήγαμε για ποτό και -εννοείται- συνεχίσαμε να μιλάμε για τον Λε Τισσιέ, τη Λίβερπουλ που πριν λίγο καιρό είχε κατακτήσει το Τσάμπιονς Λιγκ, τη Γιουβέντους, την Μπάρτσα και τον ΠΑΟ που μόλις είχε υπογράψει τους Μπίσκαν και Φλάβιο Κονσεϊσάο και εμείς ονειρευόμασταν τότε μια μαγική τριπλέτα στον άξονα, παρέα με τον Έκι τον Γκονζάλες.

O Ματ Λε Τισσιέ ήταν όντως ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής. Ένας μεσοεπιθετικός που γνώριζε πολλά καντάρια μπάλα. Ένας τεμπελάκος όμως παίκτης που προτιμούσε την καλή ζωή από την προπόνηση και που ζούσε -σχεδόν- και μόνο για τον αγώνα. Προτιμούσε τη σιγουριά της Σαουθάμπτον και δεν έκανε ποτέ το μεγάλο βήμα για κάποιο μεγαλύτερο κλαμπ ξέροντας πως θα έπρεπε να θυσιάσει πολλά για να σταθεί σε ομάδες, όπως η Γιουνάιτεντ για παράδειγμα. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φέργκιουσον τον ζάλιζε κάθε καλοκαίρι να μετακομίσει στο Όλντ Τράφορντ και να φτιάξει ένα ονειρικό δίδυμο με τον Ερίκ Καντονά μα ο Λε Τισσιέ, ενώ του έλεγε πως θα κάνει το μεγάλο βήμα, τελικά επέλεγε να μείνει στην ομάδα της καρδιάς του, να πίνει τις μπύρες του και να τρώει τους γκουρμέ μεζέδες του, μαγεύοντας το κοινό της Αγγλίας -σχεδόν- κάθε αγωνιστική, χωρίς όμως να φτάσει ποτέ να κατακτήσει κάποιον τίτλο. «Who cares?» Οι φίλοι της ομάδας έχουν να λένε για το φοβερό δέσιμο που είχε με τον Άλαν Σίρερ στις αρχές των 90s με τη φανέλα των «αγίων», για το μαγικό δεξί του πόδι, «Θα σου την στείλω δεξιά στο παράθυρο. Πήδα αλλά δεν πρόκειται να την πιάσεις» συνήθιζε να λέει στους τερματοφύλακες της εποχής, κάνοντας τα λόγια του πράξη, και φυσικά για το εξωπραγματικό του ρεκόρ στην ευστοχία των πέναλτι. Ο Ματ Λε Τισσιέ σε ολόκληρη την πλούσια καριέρα του με τη φανέλα της Σαουθάμπτον είχε αστοχήσει μία και μοναδική φορά από την άσπρη βούλα. Το ρεκόρ του το πλησίασε, μετά από πολλά χρόνια ακόμα ένας παίκτης των αγίων, ο Ρίκι Λάμπερτ, πριν μετακομίσει και καταστρέψει ουσιαστικά την καριέρα του προς Άνφιλντ μεριά για τη φανέλα των «κόκκινων». Μια φανέλα που είχε όνειρο να φορέσει από παιδί και που τον οδήγησε μετά στο Χόθορνς και τη Γουέστ Μπρομ.

Σε 48 εκτελέσεις πέναλτι ο Λε Γκοντ είχε ευστοχήσει σε 47 και αν δεν είχε βρεθεί ο Ουαλός Μαρκ Κρόσλεϊ της Νότινγχαμ Φόρεστ να πιάσει εκείνο το κακοχτυπημένο πέναλτι στις 24 Μαρτίου του 1993 ο Άγγλος με το νούμερο 7 στην πλάτη θα είχε ένα απίστευτο και μοναδικό ρεκόρ. Μετά από αυτή την άτυχη στιγμή ο αρχηγός των «αγίων» συνέχισε με 27 σερί εύστοχα πέναλτι πριν κλείσει την καριέρα του το 2002, στα 34 του. Στα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο είχε πολλούς και μεγάλες θαυμαστές αλλά και αρκετούς εχθρούς. Ένας από αυτούς είναι ο πρώην συμπαίκτης του (και διεθνής με τα τρία λιοντάρια για ένα μικρό φεγγάρι) Κάρλτον Πάλμερ, που τον θεωρούσε πάντα τεμπέλη, χοντρό και υπερεκτιμημένο. Προσωπικά θα κρατήσω, και θα κλείσω αυτό το κείμενο, με δύο-τρεις λέξεις του κορυφαίου κεντρικού μέσου των τελευταίων 15 ετών για την αξία του -λατρεμένου- Ματ Λε Τισσιέ. «Όταν ήμουν μικρός, ο παίκτης που θαύμαζα και ήθελα να μοιάσω ήταν ένας Άγγλος που έπαιζε στη Σαουθάμπτον και φορούσε το νούμερο 7. Ήταν απλά απολαυστικός». Τα λόγια ανήκουν στον Τσάβι και -εννοείται-  κάπου ο Λε Τισσιέ πίνει την μπύρα του χαμογελώντας όταν κάποιος του τα θυμίζει. Είμαι σίγουρος.

ΥΓ: Αφορμή για το κείμενο στάθηκε η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου (για καθαρά προσωπικούς λόγους που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητοί και δεν υπάρχει και λόγος) και το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του εξαιρετικού soundtrack της Ελένης Καραϊνδρου. Όσοι θέλετε τιμήστε το και δεν θα χάσετε.

Η «επιστολή» του Καντονά στον Πέρεζ

  [1 Σχόλιο]

«Μ’ έχουν κυκλώσει σαν το αγρίμι και θαρρούνε πως θα με πιάσουνε στη φάκα. Γω, όμως, θα σουρθώ με την κοιλιά και θα περάσω ανάμεσό τους». Ερρίκος 4ος (Επιστολή στον κ. ντε Μπατς, κυβερνήτη της πόλης του Εζ στο Αρμανιάκ, 11 Μαρτίου 1586).

Η ζωή έχει ένα περίεργο τρόπο να μπλέκει ιστορίες και γεγονότα ανά δεκαετία ή ακόμα και μετά από εκατοντάδες χρόνια. Σε άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Η παραπάνω φράση του Ερρίκου του Δ’ προς τον κ. ντε Μπατς δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το ποδόσφαιρο μιας και το 1586 ποδόσφαιρο -με την σημερινή του τουλάχιστον μορφή- δεν υπήρχε. Όσο και αν ο «παππούς του ποδοσφαίρου» Εδουάρδο Γκαλεάνο μας μιλά στο βιβλίο του «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» για ποδόσφαιρο από την αρχαία Αίγυπτο, την αρχαία Ελλάδα και την αρχαία Ρώμη και το πως κάποτε ο Ερνάν Κορτές έκανε μια μεξικάνικη μπάλα -σχεδόν- να πετάξει μπροστά στα έκπληκτα μάτια του βασιλιά Καρόλου του Β’ (την ίδια περίοδο πάνω-κάτω όπου ο Ερρίκος ο Δ’ έγραφε στον Μπατς), ποδόσφαιρο δεν υπήρχε.

21 Δεκεμβρίου του 1996. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ υποδέχεται την Σάντερλαντ του Κρις Γουόντλ και του Τόνυ Κότον (που δεν είχε αγωνιστεί εκείνη τη μέρα) και επικρατεί εύκολα με 5-0. Το σκορ δεν είχε φανεί περίεργο σε κανένα μιας και στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Φέργκι κατέκτησε το πρωτάθλημα (αφήνοντας 2η την Νιουκάστλ) και οι «μαυρόγατες» χαιρέτησαν τη μεγάλη κατηγορία, παρέα με τις Μίντλεσμπρο και Νότινγχαμ Φόρεστ. Το συγκεκριμένο παιχνίδι δεν νομίζω να το θυμάται και πολύς κόσμος αλλά το αριστούργημα του Καντονά θεωρώ πως ελάχιστοι το έχουν ξεχάσει και ακόμα πιο ελάχιστοι δεν θα μάθουν ποτέ γι’ αυτό. Με το σκορ στο 4-0 ο Καντονά θα πάρει τη μπάλα στο κέντρο του γηπέδου, έχοντας δίπλα του τρεις παίκτες έτοιμους να τον σταματήσουν με κάθε τρόπο. Με μία μαγική ντρίμπλα θα αδειάσει τους δύσμοιρους Κέβιν Μπολ και Ρίτσαρντ Ορντ και θα παίξει το ένα-δύο με τον Μακ Κλερ για να φτάσει στην περιοχή του Λίο Πέρεζ. Εκεί με μια απίστευτη λόμπα θα στείλει την μπάλα στο παραθυράκι, θα γράψει το τελικό 5-0 και θα μας χαρίσει -εκτός του γκολ- και έναν εκ των σπουδαιότερων πανηγυρισμών όλων των εποχών.

Ο «βασιλιάς» Ερίκ θα ανοίξει τα χέρια επιζητώντας τη δόξα και με εκείνο το παγωμένο, σχεδόν τρελό βλέμμα που τον χαρακτηρίζει ακόμα και στις μέρες μας, θα κάνει περιστροφή 360 μοιρών -αργά και βασανιστικά- προς κάθε θύρα του Όλντ Τράφορντ, με τον κόσμο -εννοείται- να του δίνει αυτό που μόλις είχε ζητήσει. Τη δόξα. Στο τέλος της σεζόν ο Καντονά θα κατεβάσει για πάντα τον σηκωμένο του γιακά και θα αποσυρθεί από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, μόλις στα 31 του χρόνια.  Η κληρονομιά που άφησε στο Ολντ Τράφορντ ήταν πραγματικά τεράστια και αποτελεί ακόμα και σήμερα πηγή έμπνευσης για παίκτες, προπονητές και απλούς φιλάθλους στην κόκκινη πλευρά της πόλης του Μάντσεστερ. «Ακολουθήστε τον σηκωμένο μου γιακά» θα μπορούσε να είχε πει στους νέους παίκτες που άφηνε πίσω του με το τέλος της καριέρας του, παραφράζοντας τον επικό λόγο του Ερρίκου του Δ’ στους στρατιώτες του, και το δικό του «λευκό λοφίο» στη μάχη του Ιβρύ το 1590. Μια μάχη που εννοείται πως είχε καταλήξει σε θρίαμβο για τον βασιλιά και το στρατό του. Ένας θρίαμβος σαν αυτούς του Καντονά. Εκείνου του «αγριμιού» που δεν μπορούσε να πιάσει καμία μα καμία φάκα και που μας χάρισε (ακόμα και αν δεν υποστηρίζαμε Γιουνάιτεντ) μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις.

H ιστορία μιας άσημης μινιατούρας

  [2 Σχόλια]

Να γράψω τι σημαίνει το κύπελλο Αγγλίας για τους περισσότερους φίλους του ποδοσφαίρου το θεωρώ περιττό. Είναι ο αρχαιότερος ποδοσφαιρικός θεσμός και όλοι θέλουν να το κατακτήσουν -κυρίως οι βρετανοί παίκτες και προπονητές- και φυσικά είναι η διοργάνωση με τις περισσότερες -μεγάλες- εκπλήξεις στην ιστορία του ποδοσφαίρου (και δεν υπερβάλλω καθόλου). Στη διοργάνωση της τρέχουσας σεζόν η μεγάλη έκπληξη έγινε από τη Λίνκολν Σίτι, ομάδα -κρατηθείτε- της 5ης κατηγορίας της Αγγλίας (η γνωστή σε όλους όσους αγαπάμε το νησιώτικο ποδόσφαιρο National League). Η  οποία και έφτασε μέχρι και τα προημιτελικά, όπου και γνώρισε τον αποκλεισμό από την Άρσεναλ με το βαρύ 5-0. Εννοείται πως κανείς φίλος της ομάδας δεν πειράχτηκε ιδιαίτερα και δεν στεναχωρήθηκε από αυτή την ήττα. Δεν ήταν άλλωστε μια αναπάντεχη ήττα μα ένας -σχεδόν- σίγουρος αποκλεισμός, ας μη γελιόμαστε. Αυτή ήταν μάλιστα η πρώτη φορά από το 1914 που ομάδα από την 5η κατηγορία φτάνει στην τελική οχτάδα του κυπέλλου Αγγλίας. Η μικρή -και άσημη- Λίνκολν Σίτι κατάφερε να γράψει με χρυσά γράμματα το όνομά της στην ιστορία του ιστορικού θεσμού, χωρίς εννοείται να καταφέρει να φτάσει σε ένα τελικό, και αυτό από μόνο του είναι κάτι εξαιρετικά όμορφο και σπουδαίο. Ελπίζω να συμφωνούμε μέχρι εδώ.

Προπονητής και αναμορφωτής της ομάδας είναι ένας παλιός σκληροτράχηλος μέσος που ξεκίνησε από την ακαδημία της Γουίμπλεντον, αρκετά χρόνια μετά την crazy gang του Βίνι Τζόουνς και του Τζον του Φασάνου, και είναι τρελός και παλαβός με ακόμα ένα ιστορικό Λονδρέζικο κλαμπ, αυτό της Γουέστ Χαμ. Το όνομα του νεαρού μάνατζερ (ετών 38 παρακαλώ); Ντάνι Κόουλεϊ. Ένα όνομα που όλοι πίνουν νερό στα Ανατολικά Μιντλαντς και την πόλη του Λίνκολν και θα συνεχίσουν να πίνουν για πολύ καιρό ακόμα μιας και η ομάδα -εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- από του χρόνου θα βρίσκεται στη League Two, καθώς βρίσκεται στην πρώτη θέση του βαθμολογικού πίνακα, έχοντας μάλιστα και ένα παιχνίδι λιγότερο από τη 2η Τράνμιρ Ρόβερς. Η αγάπη προς το πρόσωπο του Κόουλεϊ είναι τόσο μεγάλη που φίλοι της ομάδας έφτιαξαν μια μινιατούρα του προπονητή τους φέρνοντας στο νου τις μινιατούρες που είχαν προκαλέσει πάταγο πριν περίπου 10-12 χρόνια. Aρκετοί από εμάς είχαμε σπαταλήσει τότε μια μικρή περιούσια για να αποκτήσουμε αγαπημένους παίκτες και ομάδες ολόκληρες.

Η φιγούρα είναι ανεπίσημη και δεν βγήκε με τη συγκατάθεση της ομάδας, αν και κάτι μου λέει πως δεν πρόκειται να πειραχτεί και ιδιαίτερα κανένας από τη διοίκηση της Λίνκολν. Λογικά πρόκειται να συμβεί το ακριβώς αντίθετο και ίσως δούμε τη φιγούρα να μπαίνει σε όλα τα σπίτια των φίλων της πόλης και όχι μόνο. Από την άλλη, προσωπικά, ζήλεψα μιας και σκέφτηκα πόσο καλύτερη θα ήταν η δική μας «ποδοσφαιρική καθημερινότητα» αν είχαμε παρόμοιες μινιατούρες με τη μορφή θρυλικών μορφών των πάγκων όπως αυτές του Γιώργου Φοιρού, του Μπάμπη του Τεννέ και του τρισμέγιστου και τιτανοτεράστιου Νίκου Αλέφαντου.