Η αγαπημένη μας Σούπερ Λίγκα ή αλλιώς: Τι είναι η Σούπερ Λίγκα

  [8 Σχόλια]

Κατ’ αρχάς να σας πω πώς, απεχθάνομαι αυτή τη νέα διοργάνωση, την UEFA Nations League. Μου μοιάζει εκνευριστική και αρκετά μπερδεμένη. Κάτι σαν εκείνη την κοπέλα που είχες στα 15. Εκείνη που ήθελε να σε χωρίσει επειδή είχε ερωτευθεί τον Μάκη με το GLX αλλά τελικά τα έφτιαξε με τον Χρήστο που είχε Vespa. Χωρίς φυσικά να σε χωρίσει. Είχες και εσύ μηχανάκι άλλωστε. Βέβαια υπάρχει κι άλλος λόγος γι’ αυτή την απέχθεια. Το διάλειμμα από τα εγχώρια πρωταθλήματα, πάνω που οι περισσότερες ομάδες είχαν αρχίσει να βρίσκουν πατήματα και ρυθμό. Αυτό συνέβη, εννοείται, και με την σπουδαιότερη λίγκα του πλανήτη. Την δική μας Σούπερ Λίγκα. Μετά από δύο μαγικές -και άκρως απολαυστικές- αγωνιστικές.

Την προηγούμενη Κυριακή, που λέτε, έχω επιστρέψει σπίτι μετά από ένα καφέ (που τον ακολούθησαν μπύρες) και έχω ξαπλώσει στο κρεβάτι μου. Βαριέμαι οικτρά και κάνω ζάπινγκ. Πέφτω πάνω σε μια εκπομπή της ΕΡΤ με τίτλο Αθλητική Κυριακή και για μια στιγμή παγώνω. ‘Δεν είναι δυνατόν’ σκέφτηκα. Η εκπομπή υπάρχει ακόμα, χωρίς τον ‘Πουρούπουπού’ και το νυσταγμένο βλέμμα της Άννας Καραμανλή, αλλά υπάρχει. Σε ένα μεγάλο τραπέζι κάθονται οι δύο ίδιοι τύποι που κάθονταν -στο ίδιο ακριβώς τραπέζι- και στην εκπομπή για το Μουντιάλ, και τα λένε μια χαρά, είναι η αλήθεια. Ο πρώτος, σοβαρός και μυστηριώδης, ίδιος ο Ίαν Μακ Σέιν στην αριστουργηματική σειρά American Gods, και ο δεύτερος πιο Ποπ και χαλαρός, λες και βγήκε από το κορυφαίο Μπάρι Λίντον του Κιούμπρικ. Σωστός Δανδής. Καλεσμένος τους σε εκείνη την εκπομπή ήταν ο Άγγελος ο Αναστασιάδης. Πιο ακούρευτος από ποτέ, να εξηγεί -με το πάντα γλαφυρό του ύφος- το σύστημα του Άρη, στην μεγάλη νίκη επί της Λαμίας του Μπάμπη του Τεννέ. Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό δεν μπορούσα με τίποτα να αλλάξω κανάλι.

Για μια στιγμή μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες του Γιόχαν Κρόιφ να εξηγεί σε κάτι Ολλανδούς πανελίστες το σύστημα-διαμάντι που έπαιζε η Ολλανδία του Ρίνους Μίχελς στα 70s. ‘Θα φταίνε οι μπύρες’ σκέφτομαι και συνεχίζω να παρακολουθώ μαγεμένος την θαμπή εικόνα της ΕΡΤ. Την παράσταση -τουλάχιστον στα δικά μου μάτια- θα κλέψει το ξεθωριασμένο και ασιδέρωτο, polo, μπλουζάκι του Αναστασιάδη. Αυτό ήταν πάνω από όλες τις αναλύσεις και το μαγευτικό θέαμα του 32λέπτου ρεπορτάζ για τη νίκη του Άρη. ‘Αυτή είναι η Σούπερ Λίγκα μας’ θα σκεφτώ χαμογελώντας και θα περιμένω, αν και με τσακίζει η αϋπνία, να δω και το ρεπορτάζ του ΟΣΦΠ, για να κοιμηθώ. Μου έχει λείψει άλλωστε αρκετά και ο κυρ-Σάββας. Έχω να τον απολαύσω από πέρσι και με αυτά τα πράγματα δεν παίζεις.

Aν βρισκόμουν ποτέ μπροστά σε κοινό, πίσω από κάποιο μικρόφωνο, και με απειλούσαν να εξηγήσω, με δικά μου λόγια, τι είναι η Σούπερ Λίγκα, λογικά, θα έβγαζα ένα λόγο γεμάτο αλληγορίες και παραδείγματα, σαν αυτόν που θα διαβάσετε παρακάτω. Δεν θα μιλούσα ποδοσφαιρικά. Δεν θα  τολμούσα να μιλήσω για ποδόσφαιρο. Άλλωστε δεν πρέπει να μιλάς και πολύ για κανονικό ποδόσφαιρο, για να γίνεις κατανοητός, στην Ελλάδα. Θα έπαιρνα μια βαθιά ανάσα, ως άλλος Τζόρτζ Κάμπελ Σκοτ στο Patton, και θα τους έλεγα ‘Η Σούπερ Λίγκα είναι…»:

  • Εκείνη η γκόμενα που πήγες μαζί της στην Ικαρία και μείνατε στην ίδια σκηνή. Η ίδια, που μετά το δεύτερο βράδυ, σου είπε να φύγεις επειδή ‘Tης χαλάς το Τσάκρα’ χωρίς να νοιαστεί που εσύ δεν είχες δική σου σκηνή και δεν σου περίσσευαν χρήματα για να νοικιάσεις δωμάτιο.

  • Η ματσάρα Λίβερπουλ – Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που έβλεπες στο σπίτι με δύο κολλητούς, και στο 36ο λεπτό κόπηκε το ρεύμα και ήταν εποχές που δεν υπήρχαν smartphones.
  • Ο Ευτύχης Μπλέτσας να τραγουδά και να παίζει κιθάρα, σε παραλία της Σάμου, δίπλα από ένα γκουρμέ πιάτο με ρεβίθια.
  • O κλαρινογαμπρός που φοράει μπλούζα Τhe Rolling Stones στα μπουζούκια, και θα σου πει στα ξαφνικά την ατάκα που σιχαίνεσαι περισσότερο κι απ’ τα Ηπειρώτικα. Εκείνο το ‘έλα μωρέ όλοι ακούγαμε ροκ και μέταλ στο σχολείο. Μεγάλωσα τώρα, ακούω μπουζουκάκι’.
  • Είναι το δεξί πόδι του Βασίλη Τσιάρτα και ο Γιώργος Ανατολάκης να προσπαθεί να συνδυάσει 2-3 λέξεις, σε μια πρόταση, μπας και γίνει κατανοητός στα έδρανα της Βουλής.
  • Είναι σαν να βλέπεις Monty Python ή Γούντι Άλεν, στον ANT1, και στο πρώτο διάλειμμα να βάζουν διαφήμιση της τελευταίας επιθεώρησης του Μάρκου Σεφερλή.

  • Είναι το σκασμένο λάστιχο που βρήκες στο ποδήλατό σου ενώ ετοιμαζόσουν να πας να πάρεις το κορίτσι σου για μια ρομαντική βόλτα με θέα το ηλιοβασίλεμα. Κάπως έτσι το instagram έχασε μια καλλιτεχνική φωτογραφία και εσύ καμιά εκατοστή likes.
  • Είναι εκείνος ο σπαστικός, nerd συμμαθητής που σε κάρφωσε κάποτε στην γεροντοκόρη δασκάλα στο Δημοτικό και μετά αυτή έβγαλε τα απωθημένα της πάνω σου: ‘Ο Γαργαντούας το έκανε με τον Ραμόν. Τους βοήθησε και ο Ιλαίθ. Ο Ντουένδες έκανε κοπάνα Κυρία και ο Κον_Aν τραμπούκιζε κάτι Παναθηναϊκούς στις τουαλέτες μετά το 73-38’.
  • Είναι το St. Anger στην συνολική δισκογραφία των Metallica ή, ακόμα χειρότερα, μια συναυλία του Πάνου Μουζουράκη που σε πήγαν με το ζόρι.
  • Είναι ο τύπος που βάζει να δει ταινία του Σμαραγδή, αφού έχει δει νωρίτερα το Nostalghia του Ταρκόφσκι. Να σημειώσω, πόσο πολύ αγαπώ το παρακάτω βίντεο:

  • Είναι εκείνο το 50εύρω που έχασες, στο τέλος του μήνα, μπροστά στο περίπτερο, ενώ έψαχνες στην τσέπη σου για ψιλά για να πληρώσεις μια τσίχλα.
  • Είναι ο Γιώργος Γεωργίου, με σμόκιν, στο ίδιο πάνελ Κριτικής Επιτροπής, με τον Άγγελο Πυριόχο, τον Τρύφωνα Σαμαρά και τον Φωκά Ευαγγελινό. Να βαθμολογεί καπνίζοντας, έργα του Γιούρι Γκριγκαρόβιτς εκτελεσμένα (στα δύο μέτρα) από ερασιτέχνες χορευτές.
  • Έχεις δει εκείνο τον απερίγραπτο τύπο που πετάει τον καφέ του απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου; Ο ίδιος που θα σου κλέψει ύπουλα την σειρά στην Τράπεζα; Ο ίδιος που με διάφορες απατεωνιές βρίσκει συνεχώς λεφτά από διάφορα προγράμματα και τα τρώει στα καφενεία; Αυτός είναι η Σούπερ Λίγκα.
  • Είναι αυτός ο τύπος ανθρώπου που συστήνεται ως Άκης, και είναι τόσο αδιάφορος όσο τ’ όνομά του. Κανένας δεν ξέρει πως τον λένε πραγματικά και κανένας δεν ρώτησε να το μάθει και ποτέ.
  • Είναι ο Κούλης με τη φανέλα της Τότεναμ. Ο βασικός λόγος επίσης που η ομάδα του Ποκετίνο δεν πρόκειται ποτέ να πάρει καμία κούπα.

  • Είναι ένα αστείο του Σίλα, μια παγωμένη Δευτέρα, χωρίς καλοριφέρ, ενώ βλέπεις ΣΚΑΙ, κουκουλωμένος με συνάχι και πυρετό.
  • Είναι η τάπα του Βράνκοβιτς στον Μοντέρο στο Παρίσι ενώ εσύ υποστήριζες Ολυμπιακό και το πεταχτάρι του Πρίντεζη στην Πόλη ενώ υποστήριζες Παναθηναϊκό.
  • Είναι τότε που πήγες να δεις τους White Stripes, γεμάτος ενθουσιασμό, όταν είχαν βγάλει το Elephant, και όχι μόνο συναυλία δεν έγινε, αλλά παραλίγο να γκρεμιστεί το σύμπαν.
  • Είναι εκείνο το κάκιστο βιβλίο που δεν τελείωσες ποτέ, και αυτός/ή που σου το χάρισε σε ρώτησε πως σου φάνηκε το τέλος του, μια μέρα που βρεθήκατε μόνοι σας για καφέ.
  • Είναι η μοναδική σωστή κάθετη μπαλιά του Σάκη του Πρίττα στο Χαριλάου. Η μοναδική σωστή σέντρα του Βύντρα στη Λεωφόρο και η μοναδική κόκκινη κάρτα που πήρε παίκτης του ΟΣΦΠ στο Γεώργιος Καραϊσκάκης.
  • Είναι το ‘τελειωμένο’ γήπεδο της ΑΕΚ και οι ‘πανάκριβες’ μεταγραφές του ‘Τίγρη’.
  • Είναι αυτό το λυπηρό tweet.
  • Το 3 on 3 που έχασες, ενώ κέρδιζες 20-0, ένα απόγευμα Δευτέρας με καύσωνα, με τρίποντο από τα 10 μέτρα, και ενώ περίμενε άλλη τριάδα για να παίξει με τους νικητές.
  • Η Σούπερ Λίγκα είναι το ρεφρέν αυτού του τραγουδιού:

Η Σούπερ Λίγκα είναι η πιο ένοχη απόλαυση. Σαν εκείνη την βάφλα που έφαγες ενώ βρισκόσουν σε αυστηρή δίαιτα. Η απόλυτη ποδοσφαιρική μιζέρια. Εκείνη η βλακεία που κάνεις ξανά, και ξανά, και ξανά και πάντα βρίζεις τον εαυτό σου γι’ αυτό. H 15η σεζόν του Keeping Up with the Kardashians που χαζεύεις καμιά φορά και, μεταξύ μας, ντρέπεσαι γι’ αυτό. Τα αίσχη της Ριζούπολης. Οι αναλύσεις του Αλέφαντου για τον Χάπελ. Το καφριλίκι σε όλα τα επίπεδα. Όλες εκείνες οι βουτιές που έγιναν πέναλτι επειδή έτσι έπρεπε. Το σπασμένο λεωφορείο στην δεύτερη εκδρομή που πήγες κάποτε, με οργανωμένους, και ήσουν ανήλικος. Το καφέ δερμάτινο τζάκετ του Σάντος και τα -δίκαια- καντήλια του Μαλεζάνι σε εκείνη την επική συνέντευξη Τύπου. Τα νεύρα με τον εαυτό σου, όταν βλέπεις ποδοσφαιριστές να μην γνωρίζουν ούτε τα βασικά, και όμως να έχουν συμβόλαια. Η Σούπερ Λίγκα είναι το πρωτάθλημα που μας αξίζει, και όσο κι αν ξέρουμε πως ουσιαστικά δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει, δεν μπορούμε να γλιτώσουμε από δαύτη και πάντα θα της ρίχνουμε τις ματιές μας, είτε γελώντας είτε βρίζοντας, μιας και κατά βάθος γνωρίζουμε πως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτή.

To παλάτι των ονείρων του Σοκόλ Κούστα

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν 11 Δεκεμβρίου του 1990 όταν τέσσερις νεαροί απ’ το χωριό Αλίκο των Αγίων Σαράντα δέχονταν τα πυρά Αλβανών στρατιωτών στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα. Για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό που ήθελαν ήταν απλά να ζήσουν ελεύθεροι, μακριά από την τυραννία της δικής τους χώρας. Το τίμημα που πλήρωσαν ήταν η ίδια τους η ζωή. Την επόμενη μέρα θα ξεσπάσει μια τεράστια πορεία απ’ το Αλίκο μέχρι τους Αγίους Σαράντα, μια διαμαρτυρία απλών ανθρώπων κατά του καθεστώτος της Κομμουνιστικής Δικτατορίας του Αλία. Μιας δικτατορίας που -πλέον- είχε γίνει ασφυκτική, ασχέτως αν έδειχνε πως νοσεί, και πως φτάνει στο τέλος της σιγά-σιγά. Tην ίδια περίοδο άλλωστε τα ‘τείχη’ του Κομμουνισμού κατέρρεαν. Ένα απ’ τα τελευταία προπύργια αντίστασης ήταν η Αλβανία. Μια Αλβανία που λίγες μέρες αργότερα είδε πολλούς αντιφρονούντες να γκρεμίζουν το άγαλμα του Χότζα στα Τίρανα. Το τέλος ήταν πολύ κοντά για την Κομμουνιστική Αλβανία, σε μια περίοδο που ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης άλλαζε με γοργούς και βίαιους ρυθμούς, με τα Βαλκάνια κυριολεκτικά να βράζουν απ’ άκρη σ’ άκρη. Η 12η Δεκεμβρίου γιορτάζεται στην γειτονική χώρα ως ‘Η μέρα της Δημοκρατίας’ από τότε, μιας Δημοκρατίας όμως που έστειλε χιλιάδες ανθρώπους -ως μετανάστες- σε ένα σωρό άλλες χώρες. Άνθρωποι που άφησαν πίσω την οικογένειά τους, με μοναδική αποσκευή ένα σακίδιο γεμάτο από όνειρα.  Η πλούσια Ελλάδα της εποχής, ήταν φυσικά μία από αυτές τις χώρες που δεν απέκρουσε τους ‘εισβολείς’ όπως έκαναν άλλες χώρες, ασχέτως, αν άργησε πολλά χρόνια να δεχθεί ως ίσο τον φτωχό -εκείνα τα χρόνια- Αλβανό μετανάστη.

Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1991, ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης θα βγάλει απ’ τα ταμεία του, περίπου, 681 εκατομμύρια δραχμές (2 εκατομμύρια ευρώ σε σημερινά χρήματα) για να κάνει δικό του τον διεθνή Αλβανό επιθετικό, Σοκόλ Κούστα. Γνωστότερος στους ποδοσφαιρικούς κύκλους της εποχής ως ‘το κανόνι του Βλόρε’ και ένας παίκτης-θύμα, απ’ τα εκατοντάδες που, λόγω του Κομμουνισμού, δεν άφησαν την χώρα τους για μεγάλα κλαμπ του εξωτερικού, όντας στο απόγειο τις καριέρας τους. Για να καταλάβει κάποιος καλύτερα την ποδοσφαιρική αξία του Κούστα, αρκεί να μάθει πως ο παίκτης είχε ψηφιστεί 30ος καλύτερος ποδοσφαιριστής στην Ευρώπη την σεζόν 1986-1987, όταν με τη φανέλα της Παρτιζάνι Τιράνων είχε ισοβαθμήσει με τον Ρούντι Φέλερ, τον Κρις Γουόντλ και τον δικό μας Δημήτρη Σαραβάκο στην ψηφοφορία. Επίσης είχε κατακτήσει δύο πρωταθλήματα Αλβανίας (με δύο διαφορετικές ομάδες) και είχε σκοράρει 10 τέρματα σε 31 αναμετρήσεις με την εθνική της χώρας του. Μια εθνική, που στα 60s, στα 70s και στα 80s αποτελούνταν από παίκτες με σπάνια χαρίσματα που, δυστυχώς όμως, ο Δυτικός κόσμος δεν μπορούσε να απολαύσει, σχεδόν καθόλου, μιας και -όπως και οι σύλλογοι της χώρας- σπανίως έπαιρνε μέρος σε διεθνείς διοργανώσεις ή όταν το έκανε, αυτό γινόταν σε τουρνουά με ομάδες από άλλες Κομμουνιστικές χώρες, με το όνομα ‘Σπαρτιακάδες του Στρατού’.

Τρία χρόνια νωρίτερα, την σεζόν 1987-1988, η φοβερή και τρομερή Φλαμουρτάρι, με τον Κούστα στην επίθεση, θα φτάσει στo μεγαλύτερo αποτέλεσμα που έχει να επιδείξει αλβανικός σύλλογος στα κύπελλα Ευρώπης, όταν θα φέρει ισοπαλία 1-1 με την Μπαρτσελόνα του Λίνεκερ και του Σούστερ στην κολασμένη της έδρα. Το τέρμα που είχε ανοίξει το σκορ στην αναμέτρηση το είχε σκοράρει ο σπουδαίος Σοκόλ Κούστα με ένα φοβερό αριστερό κεραυνό απ’ το ύψος της μεγάλης περιοχής. Το 4-1 της πρώτης αναμέτρησης φυσικά και έδωσε -σχετικά εύκολα-την πρόκριση στους Καταλανούς, για τον 4ο γύρο του Κυπέλλου Κυπελλούχων, αλλά έδειξε -με τον καλύτερο τρόπο μάλιστα- το σπουδαίο ταλέντο που υπήρχε στο αλβανικό ποδόσφαιρο εκείνα τα χρόνια και που δεν ήταν ευρέως γνωστό. Για την ιστορία, την ίδια σεζόν η Φλαμουρτάρι είχε αποκλείσει και την σπουδαία Παρτιζάν Βελιγραδίου, πριν βρει απέναντί της το καμάρι της Καταλωνίας και αποχαιρετίσει την διοργάνωση.

Για να βρει κάποιος το προηγούμενο μεγάλο αποτέλεσμα του αλβανικού ποδοσφαίρου, πρέπει να πάει ακριβώς 20 χρόνια πίσω, όταν η εθνική της χώρας είχε πάρει ένα τεράστιο 0-0 επί της Δυτικής Γερμανίας και την είχε αποκλείσει από την τελική φάση του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου εθνικών ομάδων του ’68, δίνοντας παράλληλα το εισιτήριο στην Γιουγκοσλαβία του -μεγάλου εχθρού του Χότζα- Γιόσιπ Τίτο. Ο διεθνής παίκτης της Παρτιζάνι, Παναγιότ Πάνο είχε δηλώσει  για εκείνη την αναμέτρηση: «Πανηγυρίζαμε ένα μήνα λες και είχαμε κατακτήσει το Μουντιάλ. Άσε που έπρεπε να τους έχουμε κερδίσει, μιας και ο ρέφερι είχε ακυρώσει ένα κανονικό μας γκολ στις καθυστερήσεις. Δεν πειράζει. Κατά βάθος, κι αυτοί γνωρίζουν πως εκείνη τη μέρα έχασαν από μια μικρότερη χώρα».

Το τρίτο μεγαλύτερο αποτέλεσμα φυσικά και δεν είναι άλλο από τη νίκη του 2004 επί της δικής μας εθνικής. Όταν η Ελλάδα, ως πρωταθλήτρια Ευρώπης, ταξίδεψε με μπλαζέ ύφος στο κολαστήριο του Κεμάλ Σταφά για τα προκριματικά του Μουντιάλ και γνώρισε την ήττα με 2-1 μπροστά σε 18.000 ‘εχθρούς’, όπως ήθελαν να τους παρουσιάσουν πολλά απ’ τα μίντια της εποχής, με τις ακροδεξιές οργανώσεις της χώρας να βρίσκουν το πρώτο τους μεγάλο πάτημα για να βγουν στην επιφάνεια (του βόθρου τους) και να δηλώσουν παρόν απέναντι στον ‘κακό ξένο’ που έρχεται και ‘μας παίρνει τις δουλειές’. Το δεύτερο εθνικό πανηγύρι (με αφορμή το ποδόσφαιρο) έγινε δύο χρόνια αργότερα, στο 1-4 από τους Τούρκους στο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Όταν τα αδέκαστα μίντια της χώρας μιλούσαν για εθνική ντροπή. Σε εκείνο το 2-1 πάντως και οι δύο πλευρές φανατικών (που δυστυχώς υπάρχουν) είχαν βρει την τέλεια αφορμή για να βγάλουν τα απωθημένα τους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα πως λειτουργεί ένα μέρος των πολιτικών άκρων σε τέτοιες καταστάσεις, θα αναφέρω μια παλιά ιστορία -όχι και τόσο γνωστή- γραμμένη από κάποιον που δεν παρακολουθούσε το ποδόσφαιρο ως φίλος του, αλλά ως κάποιος που προσπαθούσε να καταλάβει, και να εξηγήσει την κουλτούρα του -και την επιρροή του- σε άλλους, πιο σημαντικούς, τομείς.

Ο σπουδαίος Τζορτζ Όργουελ είχε γράψει το 1945 ένα δοκίμιο στην λονδρέζικη Tribune με τίτλο ‘The Sporting Spirit’ με αφορμή μια περιοδεία που είχε κάνει η ομάδα-τρόμος της εποχής, η Σοβιετική Διναμό, στα γήπεδα της Αγγλίας και της Σκωτίας. Η φράση που έχει μείνει χαραγμένη από εκείνο το φύλλο ως ένα απ’ τα σπουδαιότερα αποφθέγματα που έχουν να κάνουν με τη σχέση ποδοσφαίρου-πολιτικής δεν είναι άλλη από το άκρως ρεαλιστικό ‘Το ποδόσφαιρο είναι ένας πόλεμος δίχως τους πυροβολισμούς’ και 59 χρόνια αργότερα έβρισκε τον καθρέφτη του σε εκείνο το παιχνίδι ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία, σε μια περίοδο που στην δική μας χώρα οι Αλβανοί δεν ήταν πλέον οι φτωχοί μετανάστες, αλλά άνθρωποι που απαιτούσαν -και άξιζαν στην πλειοψηφία τους- ίση μεταχείριση από όλους. Κακοί λαοί άλλωστε δεν υπάρχουν. Κακοί άνθρωποι υπάρχουν. ‘Οπως υπάρχουν και καλοί και κακοί ποδοσφαιριστές. ‘Πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει το παιχνίδι όταν χρησιμοποιηθεί απ’ τους πολιτικούς για την τόνωση της εθνικής ταυτότητας και την (υπό)στήριξη της κυρίαρχης ιδεολογίας’. Λόγια του Όργουελ απ’ το ίδιο δοκίμιο, λόγια τόσο προφητικά όσο εκείνα που έγραψε λίγο αργότερα στο κολοσσιαίο του δημιούργημα ‘1984’. Το χάος που προηγήθηκε και ακολούθησε εκείνης της αναμέτρησης μέτρησε ακόμα και μια χαμένη ζωή, σε συμπλοκές φανατικών οπαδών, και φυσικά πληγές, που έκαναν αρκετά χρόνια να σβήσουν, και ίσως να μην σβήσουν και ποτέ.

Επανέρχομαι στον Ηρακλή του ’91-’92, προσπαθώντας να τιθασεύσω την φλυαρία μου, και να κλείσω το κείμενο. Η ομάδα του Σοκόλ Κούστα, του Χρήστου Κωστή και του Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Μια ομάδα που είδε τον Κούστα να μην μπορεί να διαχειριστεί την μετάβαση απ’ το κλειστοφοβικό κλίμα της Κομμουνιστικής Αλβανίας στην ελευθερία και την άνεση της Θεσσαλονίκης, ούτε φυσικά και τις λοξές, ρατσιστικές, ματιές προς το πρόσωπό του από μια μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού αρκετών ομάδων, πραγματοποιώντας μέτριες εμφανίσεις. Τα δύο γκολ σε 27 εμφανίσεις την πρώτη του σεζόν και τα μηδέν (0) γκολ την δεύτερη, σε 9 παιχνίδια, τον έστειλαν στην Καλαμαριά και τον Απόλλωνα, όπου και εκεί όμως, σε μια μικρότερη δηλαδή ομάδα, δεν μπόρεσε να βρει τον καλό του, ποδοσφαιρικό, εαυτό. Η μεταγραφή στην Κύπρο, για τα χρώματα του Ολυμπιακού Λευκωσίας, έβγαλε στην επιφάνεια μερικά ψήγματα του ταλέντου του αλλά πλέον ήταν ολοφάνερο πως ο σπουδαίος Αλβανός επιθετικός δεν μπορούσε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Ή δεν ήθελε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Μόλις στα 30 του χρόνια. Ακόμα ένας παίκτης που δεν μπόρεσε ποτέ να εναρμονιστεί με τη Νέα Τάξη Πραγμάτων και να ξεφύγει από τα σκοτεινά βιώματα και τον σκληρό τρόπο ζωής που είχε μάθει να λειτουργεί μέσα από ένα σωρό ηθικά δεσμά.

Στις μέρες μας αρκετοί ποδοσφαιριστές με καταγωγή από την Αλβανία, βρίσκονται σε πολλές κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης και αγωνίζονται σε κορυφαίες εθνικές ομάδες (όπως η Ελβετία και το Βέλγιο), δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο το ταλέντο που έχουν πάνω στο ποδόσφαιρο, φτάνοντας μάλιστα και την δική τους εθνική στα τελικά μιας μεγάλης διοργάνωσης, όπως το Γιούρο του 2016. Μεμονωμένα, εθνικιστικά, περιστατικά υπάρχουν και σε αρκετούς από αυτούς (ιδίως παικτών που έζησαν την φρίκη του Κοσόβου) και είναι κατακριτέα, αλλά καλό θα είναι να μην αμαυρώνουν λαούς, ανθρώπους και συνειδήσεις, στο σύνολό τους. Κανένας μετανάστης δεν είναι κακός και κανένας δεν αφήνει την χώρα του αν περνάει καλά εκεί. Σε αυτό εδώ τον κόσμο άλλωστε πάντα έτσι ήταν και πάντα έτσι θα ‘ναι. Πλέον είμαστε και εμείς μια χώρα που μετρά τα τελευταία 10 χρόνια πάνω από μισό εκατομμύριο μετανάστες (και θα μετρήσει κι άλλους) που δεν αφήνουν την χώρα επειδή πεινάνε, αλλά επειδή κάπου αλλού, γι’ αυτούς, ίσως είναι καλύτερα, πιο ανθρώπινα, πιο ελεύθερα, πιο ζεστά, πιο χαρούμενα.

Το μίσος άλλωστε είναι πολύ εύκολο να καλλιεργηθεί σε ανθρώπους χαμηλής μόρφωσης αν αυτοί δεν έχουν τους κατάλληλους ανθρώπους γύρω τους για να τους εξηγήσουν πολύ απλά το ‘σωστό’ και το ‘λάθος’. Στο εξαιρετικό βιβλίο του Αλβανού λογοτέχνη Ισμαήλ Κανταρέ ‘Το παλάτι των ονείρων’ ο ήρωας είναι κάποιος που ξαφνικά βρίσκεται παγιδευμένος και βιώνει κάτι μοναδικά τρομακτικό όταν νιώθει πως δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί ελεύθερα. Και όντως υπήρχαν τέτοιες εποχές, και δυστυχώς, ακόμα υπάρχουν σε πολλά μέρη αυτού εδώ του σύγχρονου και ‘πολιτισμένου’ κόσμου, και όσο είναι δύσκολο για πολλούς από εμάς να τις κατανοήσουμε, καλό θα είναι να προσπαθήσουμε να το κάνουμε. Να προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση αυτών των ανθρώπων. Έστω και για λίγο. Με μια μικρής διάρκειας σκέψη. Κάπως έτσι, ίσως γίνει λιγάκι καλύτερος και ο κόσμος μας. Έστω στα μάτια κάποιου άλλου.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των μελωδιών του Gustavo Santaolalla.

Η τέχνη -και η τεχνική- της άμυνας

  [4 Σχόλια]

Για να καταλάβει κάποιος πόσο πολύ έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια (προς το καλύτερο και το πιο μοντέρνο), αρκεί να ρίξει μια ματιά, και στον τρόπο που αμύνονται πλέον οι ομάδες -ατομικά και στο σύνολό τους- αλλά και στο πόσο σημαντικό κομμάτι παίζει πλέον η σωστή αμυντική λειτουργία στο χτίσιμο της επίθεσης. Της σωστής επίθεσης. Οι σύγχρονοι προπονητές της εποχής (ο Γκουαρδιόλα και ο Κλοπ είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα) δείχνουν να έχουν καταλάβει αυτό το κομμάτι καλύτερα από άλλους συναδέλφους τους, ψάχνοντας παίκτες που να διαθέτουν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά για να ηγηθούν στην άμυνα ως κυρίαρχοι. Ως οι παίκτες δηλαδή που γνωρίζουν πως: ο καλύτερος τρόπος για να μην δεχθείς γκολ είναι να έχεις την μπάλα στην κατοχή σου και να την ανεβάζεις στην επίθεση με σωστό τρόπο. Και στις δύο ομάδες (την Μάντσεστερ Σίτι και την Λίβερπουλ) αυτοί οι παίκτες υπάρχουν.

Στους «γαλάζιους», ο Άγγλος Τζον Στόουνς και στους «κόκκινους», ο Ολλανδός Βίργκιλ Φαν Ντάικ. Αμφότεροι, κεντρικοί αμυντικοί με σπάνια τεχνική. Άψογη αντίληψη του παιχνιδιού -και του χώρου- και φυσικά ηγετικά χαρίσματα. Κεντρικοί αμυντικοί που ολοένα και λερώνουν λιγότερο το σορτσάκι τους, αλλά κάνουν άψογα την δουλειά τους. Εννοείται πως αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και φυσικά και δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο χορτάρι από όλες τις ομάδες. Για να φτιάξεις άλλωστε μια ποιοτική ομάδα χρειάζονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και όπως είναι φυσικό, τα χρήματα για να αποκτηθούν αμυντικοί με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δύσκολο να βρεθούν από ομάδες που δεν συγκαταλέγονται στο πρώτο ράφι του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Για να το καταλάβουμε καλύτερα όλο αυτό θα μιλήσουμε με αριθμούς. Οι αριθμοί άλλωστε -συνήθως- λένε την αλήθεια.

Ο Στόουνς, στα δικά μου μάτια, είναι ένας απ’ τους καλύτερους στόπερ σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ίσως και ο καλύτερος γι’ αυτό το στυλ ποδοσφαίρου που έχει επιλέξει να παρουσιάζει ο Γκουαρδιόλα στις ομάδες του (οι άλλοι που μου αρέσουν υπερβολικά είναι ο Ολλανδός της Λίβερπουλ και φυσικά ο Βαράν της Ρεάλ Μαδρίτης). Η εξέλιξη μάλιστα του Άγγλου τα δύο τελευταία χρόνια που αγωνίζεται υπό τις οδηγίες του Γκουαρδιόλα είναι απλά τρομακτική. Μιλάμε άλλωστε για αμυντικό που χρειάστηκαν 47.5 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Γκούντισον Παρκ και να γίνει παίκτης των «πολιτών» το καλοκαίρι του ’16. Ας δούμε όμως κάποιους αριθμούς για να  καταλάβουμε καλύτερα την αξία του. Την πρώτη του σεζόν στο Έτιχαντ (2016-2017) είχε φτάσει το ποσοστό του σε επιτυχημένες πάσες στο 91.7%. Τρεις ολόκληρες μονάδες πάνω από το ποσοστό του στην τελευταία του χρονιά με τη φανέλα της Έβερτον. Την περσινή σεζόν (2017-2018), που η Σίτι έσπασε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ο Στόουνς είχε στην Πρέμιερ Λιγκ το απίστευτο 95.8%,  με 69.2 πάσες ανά αγώνα. Αυτό που όμως κυριολεκτικά τρομάζει είναι πως πέρσι δεν είχε ούτε ένα λάθος που να οδηγεί σε σουτ του αντιπάλου. Το γνωστό δηλαδή «πούλημα της μπάλας» που λέμε και στα καφενεία. Αυτό δηλαδή που κανένας προπονητής δεν θέλει να βλέπει -κυρίως- στους αμυντικούς και τον γκολκίπερ του. Τις δυο σεζόν που προηγήθηκαν της περσινής ο Στόουνς είχε μέσο όρο τέσσερα λάθη σε αυτό το κομμάτι. Κάτι που δείχνει περίτρανα την δουλειά που έχει ρίξει μιας και το ταλέντο του ήταν γνωστό εδώ και πολλά χρόνια στους φίλους της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Οταμέντι πέρσι είχε τρία «πουλήματα μπάλας» που οδήγησαν μάλιστα σε τρία τέρματα για την Σίτι. Ο εξαιρετικός κίπερ Έντερσον είχε έξι, και από δύο είχαν ο Γουόκερ, ο Φερναντίνιο και ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο τελευταίος αγωνίστηκε σχεδόν ολόκληρη την σεζόν ως αριστερός μπακ (που δεν είναι η φυσική του θέση). Ο Γκουαρδιόλα αν είχε μαλλιά θα τα είχε βγάλει απ’ το τράβηγμα βλέποντας όλα αυτά τα λάθη των παικτών του. Το γεγονός πως ο διεθνής Άγγλος αμυντικός καταφέρνει να είναι ο ηγέτης της άμυνας της Σίτι έχοντας: 0.8 επιτυχημένα τάκλιν ανά παιχνίδι, 1 κλέψιμο, 0.3 φάουλ και 3 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, χωρίς να πέφτει στο χορτάρι όπως ο Βίνι Τζόουνς τις παλιές καλές εποχές, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού της Σίτι και τον σημαντικότατο ρόλο που έχει ο ίδιος σε όλο αυτό. Χωρίς τον Άγγλο, φαντάζει πολύ δύσκολο να λειτουργήσει όλο αυτό στην εντέλεια. Φυσικά  και όλο αυτό το είδαμε να λειτουργεί και στο Μουντιάλ για την Αγγλία. Με τριάδα στην άμυνα και διαφορετικό στυλ παιχνιδιού αλλά με τον 24χρόνο σε ένα πιο ελεύθερο και οργανωτικό ρόλο. Ως ο απόλυτος ηγέτης της ομάδας. Δυστυχώς για τον ίδιο (και για την Αγγλία) το τέλειο τουρνουά που πραγματοποίησε θα το στοιχειώνει πάντα η φάση του νικητήριου γκολ του Μάντζουκιτς στην παράταση του ημιτελικού. Ένα γκολ που στέρησε την παρουσία στον μεγάλο τελικό και που το χρεώνεται και ο ίδιος με την κακή του αντίδραση στην συγκεκριμένη φάση (μετά το άτσαλο διώξιμο του Γουόκερ). Η απόσταση άλλωστε, του ήρωα απ’ τον μοιραίο, είναι ελάχιστη στο ποδόσφαιρο. Ελάχιστη βέβαια είναι συνήθως και η αντίληψη ανθρώπων που στέκονται μόνο στο λάθος κάποιου παραβλέποντας (ηθελημένα τις περισσότερες φορές) όλα τα θετικά που έχουν προηγηθεί και την εν γένει παρουσία του. Μην ξεχνάμε πως πριν το γκολ του Μάντζουκιτς, ο Βρσάλικο είχε βγάλει πάνω στην γραμμή την κεφαλιά του Στόουνς. Μια κεφαλιά που αν είχε γίνει γκολ, το σκορ θα ήταν 2-1 υπέρ των Άγγλων, και ίσως τώρα να ήταν όλα εντελώς διαφορετικά. Με τα «αν» και τα «ίσως» βεβαίως και δεν γράφεται ιστορία όμως, γι’ αυτό πάμε παρακάτω.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στους άλλους τρεις στόπερ των ομάδων που αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν στο πρωτάθλημα της Πρέμιερ Λιγκ που αρχίζει σε λίγες μέρες.

Ο Φαν Ντάικ κόστισε 75 εκατομμύρια λίρες στην Λίβερπουλ τον Δεκέμβριο του ’17 και έγινε αμέσως ο απόλυτος ηγέτης της άμυνας και της αμυντικής λειτουργίας της ομάδας του Κλοπ. Σε 14 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.1 επιτυχημένα τάκλιν, 1.3 κλεψίματα, 0.6 φάουλ. 5.6 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα (ανίκητος σε αυτό τον τομέα) και 81 πάσες ανά αγώνα, με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει το 90%. Φυσικά και οι μυημένοι στο αγγλικό ποδόσφαιρο περιμέναμε αυτή την εξαιρετική παρουσία μιας και τα δείγματα γραφής στην Σαουθάμπτον δεν άφηναν και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Φέτος αναμένεται ακόμα καλύτερος – όπως φυσικά και ολόκληρη η ομάδα.

Ο εξαιρετικός νεαρός διεθνής Κολομβιανός της Τότεναμ, Ντάβινσον Σάντσεζ κόστισε 42 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Άμστερνταμ -και τον Άγιαξ- για το Λονδίνο και τα «σπιρούνια», και έγινε αμέσως ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της ομάδας του. Στο ελκυστικό -και σύγχρονο- ποδόσφαιρο του Ποκετίνο, σε 29 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.2 επιτυχημένα τάκλιν, 1.2 κλεψίματα, 0.8 φάουλ, 2.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, 60.2 πάσες ανά αγώνα και ποσοστό επιτυχίας 89.4%. Όλα αυτά γίνονται ακόμα πιο σημαντικά αν αναλογιστούμε πως η περσινή ήταν η πρώτη του σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ και πως η μετάβαση από το Ολλανδικό ποδόσφαιρο στο Αγγλικό, είναι πραγματικά δύσκολη, και η διαφορά επιπέδου χαώδης. Ο Φαν Ντάικ για παράδειγμα πριν την Σαουθάμπτον (και ενώ προέρχεται και αυτός από την Ολλανδία και την Γκρόνιγκεν) είχε δοκιμαστεί στο δύσκολο (και βίαιο) πρωτάθλημα της Σκωτίας με τη φανέλα της Σέλτικ. Η Σκωτσέζοι μάλιστα πίστευαν τόσο πολύ τον παίκτη που είχαν βάλει στην Σαουθάμπτον ποσοστό μεταπώλησης. Φυσικά και είδαν τα ταμεία τους να γεμίζουν με ζεστό χρήμα πέρσι τον Δεκέμβρη.

Τελευταίο άφησα τον Έρικ Μπαγί. Τον παίκτη που έχει επωμιστεί τον ρόλο του ηγέτη στην άμυνα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Θα καταλάβουμε πολύ καλύτερα -βλέποντας τους αριθμούς- γιατί η ομάδα του Μουρίνιο δεν μπορεί να ακολουθήσει τον τρόπο παιχνιδιού των τριών ομάδων που προανέφερα. Ο Ιβοριανός κόστισε 30 εκατομμύρια λίρες το καλοκαίρι του ’16 για να αφήσει την Βιγιαρεάλ για το Ολντ Τράφορντ και οι αριθμοί του είναι: 1.3 επιτυχημένα τάκλιν, 1.9 κλεψίματα, 0.8 φάουλ (όλα καλά μέχρι εδώ) αλλά 1.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα και 32.8 πάσες ανά αγώνα με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει μετά βίας το 86%. Πολύ χειρότερος δηλαδή στο οργανωτικό κομμάτι από τους τρεις παίκτες που προανέφερα και πολύ χειρότερος με την μπάλα στα πόδια. Κάτι που δείχνει με τον καλύτερο τρόπο και τον λόγο που η Γιουνάιτεντ σηκώνει πολλές φορές την μπάλα απ’ την άμυνα στην επίθεση αλλά και γιατί ο Μουρίνιο γκρινιάζει συνεχώς τον τελευταίο καιρό για μεταγραφική ενίσχυση. Ο Χάρι Μαγκουάιρ της Λέστερ αποτελεί άλλωστε στόχο, και είναι ικανός να προσθέσει ποιότητα στο κέντρο της άμυνας της ομάδας.

Για να καταλάβουμε καλύτερα πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που παίζουν οι κεντρικοί αμυντικοί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο θα κάνω μια απλή ερώτηση. Ποιος θεωρείται -και είναι- ένας απ΄τους κορυφαίους στόπερ παγκοσμίως στο ποδόσφαιρο των ημερών μας; O Ντιέγκο Γκοδίν, πολύ σωστά. Αγωνίζεται στην Ατλέτικο Μαδρίτης του Σιμεόνε. Είναι Ουρουγουανός. Είναι επίσης σκατόφατσα και φυσικά μοιάζει βγαλμένος από άλλες εποχές. Πιο σκληρές. Πιο άγριες. Πιο «πολεμικές». Και όμως οι αριθμοί του δεν απέχουν και πολύ από τους προαναφερθέντες. Τους πιο «φλώρους» δηλαδή στα μάτια εκατομμυρίων οπαδών. 1.7 κερδισμένα τάκλιν, 2 κλεψίματα, 1.5 φάουλ και δύο κερδισμένες εναέριες μονομαχίες, με 46 πάσες και 84.8 ποσοστό επιτυχίας ανά αγώνα. Θα μπορούσε να είναι μια βελτιωμένη έκδοση του Μπαγί. Ευτυχώς για τον Σιμεόνε δεν είναι. Αυτοί είναι οι αριθμοί του από την προηγούμενη σεζόν και μόνο για την Λα Λίγκα. Φυσικά και ο τρόπος που καθοδηγεί τους συμπαίκτες του και το πάθος που βγάζει στους αγώνες δεν γίνονται να μετρηθούν με αριθμούς. Ο Μπαγί δεν μπορεί να το κάνει αυτό τόσο καλά. Και δεν συγκρίνω παίκτες απλά συγκρίνω αριθμούς.

Οι εποχές που οι αμυντικοί -των κορυφαίων ομάδων- σέρνονταν στο χόρτο για να κόψουν τους αντιπάλους τους με δολοφονικά τάκλιν και έστελναν την μπάλα στα σύννεφα, ανήκουν στο παρελθόν. Ευτυχώς. Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει προς το καλύτερο, και αυτό το δηλώνουν περίτρανα πλέον και οι αριθμοί, εκτός φυσικά της εικόνας. Πρώτος στόχος και για τους αμυντικούς είναι η καλή τεχνική για να παίξουν στο κορυφαίο επίπεδο, και φυσικά η ελαχιστοποίηση των λαθών και του «πουλήματος της μπάλας» που έγραψα και πιο πάνω. Αν κάναμε ένα γκάλοπ για παράδειγμα για το ποιοι είναι οι κορυφαίοι τερματοφύλακες στην Ευρώπη, αυτή την περίοδο, πολλοί θα ήταν αυτοί που δεν θα έβαζαν στη λίστα τον Έντερσον και τον Γιορίς επειδή θα σου πουν: «δεν μου αρέσει να παίζει ο κίπερ τόσο πολύ με τα πόδια». Εμένα απ’ την άλλη μου αρέσει να παίζει ο κίπερ και με τα πόδια. Αρκεί να μπορεί να το κάνει. Εννοείται πως δεν μπορούν όλοι. Αυτοί όμως που μπορούν και παίρνουν το ρίσκο ανεβάζουν τουλάχιστον ένα επίπεδο την ομάδα τους.

Επιστρέφω στο γκάλοπ για να κλείσω και το κείμενο. Θα έβαζαν εκεί τον Πετρ Τσεχ; Ναι, θα τον έβαζαν. Τον σπουδαίο -είναι η αλήθεια- τερματοφύλακα της Άρσεναλ και πρώην της Τσέλσι. Ακόμα και στα 36 του χρόνια. «Έχει μαγνήτες στα χέρια» θα σου πουν. «Είναι έμπειρος». Αυτό που ίσως δεν θα γνωρίζουν -και δε θα σου πουν- πολλοί (που θα τον βάλουν στη λίστα) είναι πως πέρσι ήταν ο χειρότερος σε ολόκληρη την Ευρώπη (στα κορυφαία τουλάχιστον πρωταθλήματα) στον αριθμό φάσεων που κάποιος πούλησε την μπάλα στον αντίπαλο, μιας και είχε τον μεγαλύτερο -αρνητικό- αριθμό σε αυτή την κατηγορία. H Άρσεναλ τερμάτισε 6η (έχοντας δεχθεί 51 γκολ σε 38 αγώνες) στο -37 από την πρωταθλήτρια Σίτι. Κι ας παίζει ποδόσφαιρο κατοχής και αυτή. Και αυτό είναι κάτι φοβερά αρνητικό από μόνο του για τους «κανονιέρηδες». Οι αμυντικοί της, και ο κίπερ της, -για να το πω απλά- δεν ήξεραν μπάλα, και έκαναν συνεχώς εύκολα λάθη, που οδηγούσαν σε γκολ. Ή σε φάσεις για γκολ. Έβαζαν πολλές φορές δηλαδή οι ίδιοι προβλήματα στους εαυτούς τους. Η Σίτι, που δέχθηκε μόλις 27 γκολ, επειδή πολύ απλά οι αντίπαλοί της -συνήθως- προσπαθούν μάταια να της πάρουν την μπάλα, είτε την έχουν οι παίκτες της επιθετικής της γραμμής, είτε αυτοί της αμυντικής (και φυσικά ο τερματοφύλακας) είναι η καλύτερη απάντηση σε όλο αυτό. Γιατί; Επειδή πολύ απλά, ξέρουν όλοι μπάλα.

Μια μικρή ωδή στην αγάπη για το ποδόσφαιρο

  [6 Σχόλια]

Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα δουν να έρχεται κατά πάνω τους μια μπάλα, δεν θα προσπαθήσουν να την πιάσουν με τα χέρια, αλλά να την κοντρολάρουν με το πόδι. Ο Μαραντόνα είχε δηλώσε κάποτε πως ακόμα κι αν φορούσε ένα πανάκριβο λευκό κοστούμι, αν έβλεπε μια λασπωμένη μπάλα να έρχεται προς το μέρος του -ψηλά, απ’ τον αέρα- θα την κοντρόλαρε με το στήθος, χωρίς να ενδιαφερθεί για λεκέδες και περίεργα βλέμματα. Προσωπικά τον πιστεύω. Ο συγγραφέας του εξαιρετικού -και αγαπημένου (για ‘μένα)- High Fidelity, Νικ Χόρνμπι, έχει δηλώσει επίσης: «Ερωτεύτηκα το ποδόσφαιρο όπως αργότερα ερωτευόμουν τις γυναίκες. Ξαφνικά, ανεξήγητα, αβασάνιστα. Χωρίς να σκεφτώ τον πόνο ή την αναστάτωση που θα έφερνε». Τον πιστεύω και αυτόν, μιας και ακριβώς έτσι ερωτεύτηκα και εγώ το ποδόσφαιρο, πριν πολλά χρόνια, και φυσικά έτσι ακριβώς ερωτεύομαι και τις γυναίκες. Ακόμα και σήμερα.

Κανένας -και ποτέ- δεν πρόκειται να εξηγήσει επακριβώς τι είναι αυτό που κάνει το ποδόσφαιρο τόσο δημοφιλές. Ακόμα και στις μέρες μας, στην σύγχρονη εποχή των εκατομμυρίων και του χαμένου ρομαντισμού, δεν γίνεται να μην το αγαπήσεις. Τα συναισθήματα που αυτό γεννά -και προσφέρει- δεν γίνεται να μετρηθούν από καμία σύγχρονη «μηχανή» και φυσικά η λέξη γκολ και τα συναισθήματα που αυτή γεμίζει τον απλό φίλαθλο, δεν ξέρω με πόσα πράγματα μπορούν να συγκριθούν. Αν μπορούν να συγκριθούν. Προσωπικά αυτό που με κάνει να ξεχνάω το ποδόσφαιρο είναι μόνο ένα παιδικό χαμόγελο και ένα παιδικό δάκρυ. Τα παιδιά άλλωστε είναι ό,τι σημαντικότερο υπάρχει σε αυτόν εδώ τον πλανήτη και δεν αξίζουν κανένα πόνο. Το παρόν, το μέλλον και η ζωή, είναι τα ίδια τα παιδιά. Χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει καμία ισορροπία σε αυτήν εδώ την κοινωνία. Κανένα όνειρο. Ακόμα και η λέξη αγάπη θα έχανε κάθε έννοια της δίχως αυτά.

Πριν χρόνια είχα γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Το ποδόσφαιρο είναι ελευθερία» μετά την προβολή της εξαιρετικής ταινίας «Τιμπουκτού» του Αμπντεραμάν Σισακό. Εκεί, σε μια σπάνιας ομορφιάς ανθρώπινη κι αληθινή σκηνή, αποτυπώνεται τι ακριβώς είναι το ποδόσφαιρο για κάθε παιδί. Πως το βιώνει και τι αισθήματα βγάζει αυτό το τόσο σπουδαίο παιχνίδι σε κάθε πιτσιρίκι. Ανεξαρτήτως κοινωνικού στρώματος και οικονομικής επιφάνειας. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει μπάλα. Τα καλύτερα γκολ της ζωής του, άλλωστε, το κάθε παιδί τα έχει σκοράρει έχοντας κλειστά τα μάτια. Στα όνειρά του. Σε τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ και Μουντιάλ, κι από πολλές φορές μάλιστα. Συνήθως μετά από μια  πάσα ακριβείας του καλύτερού του φίλου. Ακόμα και σε μια δύσκολη στιγμή άλλωστε ο καθένας μπορεί να κλείσει τα μάτια και να σκεφτεί τον άνθρωπο που είναι ερωτευμένος, μια όμορφη στιγμή με ένα καλό φίλο και φυσικά την αγαπημένη του ομάδα ή -ακόμα καλύτερα- τον ίδιο να σκοράρει, με τα χρώματά της, ένα σπουδαίο τέρμα, και να νιώσει καλύτερα. Έστω και για μερικά λεπτά.

Σε ένα απ’ τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει στη ζωή μου, υπάρχει μια σκηνή που -ίσως- καταφέρνει να μας πει  τι είναι το ποδόσφαιρο για ένα παιδί. Σε ένα βιβλίο όμως που δεν έχει να κάνει καθόλου με ποδόσφαιρο αλλά με την σκοτεινότερη περίοδο της σύγχρονης ανθρωπότητας. Αναφέρομαι στο βιβλίο του Ίμρε Κερτές «Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο», ένα βιβλίο που έχει να κάνει με τις θηριωδίες του Άουσβιτς μέσα απ’ τα μάτια ενός μικρού παιδιού. Ο Κερτές, κάπου λίγο πριν τη μέση του βιβλίου, γράφει «…Κάτω απ’ τα πόδια μας πάλι ένας φαρδύς, εκτυφλωτικά λευκός δρόμος, μπροστά μας ολόκληρη εκείνη η κάπως κουραστικά μεγάλη έκταση, ο αέρας που από τη ζέστη έτρεμε και έβραζε παντού. Είχα αρχίσει να ανησυχώ μήπως και ήταν πολύ μακριά, όπως αποδείχτηκε όμως μετά, τα λουτρά απείχαν από το σταθμό συνολικά γύρω στα δέκα λεπτά με τα πόδια. Όσα μπόρεσα σ’ αυτή τη σύντομη διαδρομή να δω γενικά μου άρεσαν. Χάρηκα ιδιαίτερα για ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, σ’ ένα λιβάδι που απλωνόταν ακριβώς στα δεξιά του δρόμου. Πράσινο γρασίδι, τα απαραίτητα για το παιχνίδι άσπρα τέρματα, άσπρες γραμμές – όλα ήταν εκεί, δελεαστικά, καινούργια, σε άριστη κατάσταση και απόλυτη τάξη. Εμείς, τ’ αγόρια, είπαμε αμέσως: ορίστε, μετά τη δουλειά θα παίζουμε εδώ ποδόσφαιρο…» Απλές και αγνές σκέψεις ενός παιδιού που πριν λίγη ώρα είχε φτάσει στοιβαγμένο μαζί με άλλους εκατοντάδες στο κολαστήριο του Μπίρκεναου και όσο κι αν είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καλά με όλο αυτό, δεν μπορούσε να βγάλει απ’ το μυαλό του το παιχνίδι και το αγαπημένο του ποδόσφαιρο.

Κλείνοντας αυτό το μικρό κείμενο (και τις σκέψεις που αυτό περικλείει) απλά να πω πως: περίπου την ίδια περίοδο ο σπουδαίος Σοβιετικός συνθέτης και μέγας λάτρης του ποδοσφαίρου, Ντμίτρι Σοστακόβιτς, καθώς τα ναζιστικά στρατεύματα πλησίαζαν στο Λένινγκραντ, θα γράψει στον καλό του φίλο Ισαάκ Γκλίκμαν που βρισκόταν στην Τασκένδη. «Καλέ μου φίλε δεν κοιμάμαι, θρηνώ και δάκρυα τρέχουν πυκνά και πικρά από τα μάτια μου. Εκεί που βρίσκεσαι γίνονται τουλάχιστον τίποτα ματς;» Δέκα χρόνια νωρίτερα (στις αρχές του 1930) ο σπουδαίος συνθέτης είχε υπογράψει το έργο «Χρυσή Εποχή». Το πρώτο δηλαδή από τα τρία διάσημα μπαλέτα του. Ένα έργο που βασίστηκε στο λιμπρέτο «Ντιναμιάδα» και μιλάει για τις περιπέτειες μιας Σοβιετικής ποδοσφαιρικής ομάδας που βρισκόταν για αγώνες επίδειξης σε μια διεφθαρμένη καπιταλιστική χώρα με το όνομα Φασιστοχώρα. Ένα απ’ τα πιο γνωστά αποφθέγματα άλλωστε του σπουδαίου συνθέτη ήταν εκείνο το «Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» και κατ’ εμέ δεν είχε καθόλου, μα καθόλου, άδικο. Ο τρόπος που προσέγγιζε άλλωστε ο Σοστακόβιτς το όμορφο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο ήταν ακριβώς όπως του μικρού παιδιού που βγαίνει να παίξει στον δρόμο με τους φίλους του. Πολλές φορές ακόμα και με φανταστική -ή αυτοσχέδια- μπάλα. Ανάμεσα σε συντρίμμια. Πολλές φορές υπό τον φόβο και την αβεβαιότητα -όχι του αύριο- αλλά εκείνης της στιγμής.  Πάντα όμως με αγνή, αληθινή αγάπη και ατελείωτα όνειρα. Όπως και ο μικρούλης Ντούρκα στο αριστούργημα του Κερτές.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των μελωδιών του σπουδαίου Francisco Tarrega

O αφανής ήρωας της Αγγλίας στο Μουντιάλ

  [14 Σχόλια]

Στην επαρχιακή πόλη που ζω, έχω αναλάβει -εδώ και 4 χρόνια- την μοναδική αθλητική ραδιοφωνική εκπομπή, στον μοναδικό ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης. Μην φανταστείτε τίποτα μεγαλεία. Εκπέμπουμε τουλάχιστον και διαδικτυακά, τα τελευταία χρόνια, και μας ακούνε και μερικοί φίλοι στο εξωτερικό και σε κάποιες πόλεις της Ελλάδας. Σε μια εκπομπή είχα καλεσμένο τον προπονητή της τοπικής ομάδας μπάσκετ. Μιλάμε για μια ομάδα που από του χρόνου θα βρίσκεται στα σαλόνια της Α2 κατηγορίας, για πρώτη φορά στην ιστορία της. Ο κόουτς έχει βρεθεί, για να παρακολουθήσει σεμινάρια, δύο φορές στο φημισμένο Κολέγιο του Ουισκόνσιν, στις ΗΠΑ, και γενικά είναι ένας τύπος που λατρεύει όλα τα σπορ, αν και τρέφει μια ιδιαίτερη λατρεία στο American Football. Το NFL δηλαδή. Ένα σπορ που έχω αγαπήσει και εγώ τα τελευταία χρόνια. «Τακτικά είναι το κορυφαίο άθλημα στον κόσμο» μου είχε πει σε εκείνη την συνέντευξη, όταν η κουβέντα είχε πάει σε θέματα τακτικής και συστημάτων, γύρω από τα σπορ στον σύγχρονο αθλητισμό. Γιατί όμως κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά σε περίοδο Μουντιάλ; Αν συνεχίσετε να διαβάζετε το κείμενο θα το καταλάβετε.

To σκριν: Όσοι μεγαλώσαμε και με μπάσκετ, στα 80s και τα 90s, θυμόμαστε πολύ καλά τους ψηλούς παίκτες να βγαίνουν εκτός ρακέτας και να δίνουν σκριν, στους κοντούς (τους περιφερειακούς δηλαδή) παίκτες της ομάδας τους. Με αυτό τον τρόπο τους βοηθούσαν να βρουν χώρους, να σουτάρουν και φυσικά να σκοράρουν. Μιλάμε για μια περίοδο που το πικ εν ρολ δεν υπήρχε ακόμα τόσο έντονα στο λεξιλόγιο των απλών φιλάθλων, ακόμα και των παικτών και προπονητών. Εκτός κι αν έβλεπε κάποιος φανατικά NBA και κυρίως τους  Γιούτα Τζαζ και τους Μπόστον Σέλτικς. Ελάχιστοι το έκαναν αυτό μιας και δεν υπήρχαν τα μέσα. Πάμε λοιπόν παρακάτω. Πλέον, βλέπουμε και τους κοντούς να δίνουν σκριν (ή πικ) για τους ψηλούς. Κάτι που ήταν εντελώς εκτός λογικής, στο μπάσκετ, εκείνα τα χρόνια. Τα πολλαπλά σκριν είναι βασικό συστατικό σε όλα τα επιθετικά και αμυντικά συστήματα στο NFL και στο μπάσκετ στις μέρες μας.  Για να το θέσω πιο απλά και να φτάσουμε στην ουσία: Tο σκριν έχει γίνει «επιστήμη» και το βλέπουμε ολοένα και περισσότερο πλέον και στο ποδόσφαιρο. Το δικό μας. Το κανονικό ποδόσφαιρο.

Η εξέλιξη των σπορ φυσικά και έχει να κάνει με τα απίστευτα αθλητικά προσόντα των παικτών. Κάτι που δίνει το δικαίωμα, σε συνθήκες «ένας με έναν», σε αυτόν που κάνει επίθεση να έχει μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι σε αυτόν που αμύνεται. Αν ο επιτιθέμενος διαθέτει, εκτός της ταχύτητας, και μεγάλη κλάση τότε η κατάσταση δυσκολεύει ακόμα περισσότερο για τον αμυνόμενο. Σκεφτείτε για παράδειγμα τον Μέσι ή τον Νεϊμάρ σε τέτοιες συνθήκες. Μπορούν να διαλύσουν τον οποιοδήποτε αμυντικό. Όσο καλός, και όσο αθλητικός κι αν είναι. Εδώ πιάνει δουλειά ο προπονητής κάθε ομάδας.  Αυτός ψάχνει να βρει τρόπους για να φέρει τον παίκτη του στις ιδανικές συνθήκες για να σκοράρει, ξέροντας πως οι χώροι, τις περισσότερες φορές, θα είναι πολύ κλειστοί. Ένα φαινόμενο που το βλέπουμε να αυξάνεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια. Σε όλα τα σπορ, οι ιδανικότερες συνθήκες για να σκοράρει κάποιος είναι όταν βρεθεί μόνος του μπροστά στον στόχο. Πως όμως θα βρεθεί μόνος όταν υπάρχουν τόσες πολυπρόσωπες αμυντικές τακτικές από παίκτες που είναι  ταυτόχρονα και σούπερ αθλητές και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα; Οι ευκαιρίες που έχει για γκολ κάθε ομάδα μειώνονται κατά πολύ σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης μιας και υπάρχει παράλληλα και οργανωμένη άμυνα. Τι ψάχνουμε λοιπόν; Την αντεπίθεση και τις στατικές φάσεις. Εδώ λοιπόν μπαίνει στην κουβέντα το σκριν στις στατικές φάσεις. Όταν η ομάδα που έχει την «νεκρή» μπάλα, μπορεί να ανεβάσει ευκολότερα πολλούς παίκτες στην αντίπαλη περιοχή, και να ψάξει κάποιο τέρμα.

Οι στατικές φάσεις: Πριν την έναρξη του Μουντιάλ της Ρωσίας η εθνική Αγγλίας είχε συμπληρώσει 8 χρόνια δίχως γκολ από στατική φάση σε μεγάλο τουρνουά. Η τελευταία φορά που συνέβη κάτι τέτοιο ήταν όταν ο στόπερ Μάθιου Άπσον, σκόραρε με το κεφάλι, μετά από σέντρα του Στίβεν Τζέραρντ, στην ήττα με 4-1 απέναντι στους Γερμανούς. Σε μια φάση δηλαδή που είχε ξεκινήσει από στημένη μπάλα και είχε δώσει στους Άγγλους το δικαίωμα να ανεβάσουν τους κεντρικούς τους αμυντικούς στην αντίπαλη περιοχή. Όταν μιλάμε για μια ομάδα που διέθετε -και διαθέτει- ικανότατους παίκτες στο ψηλό παιχνίδι, αλλά και σπεσιαλίστες εκτελεστές, αυτό το στατιστικό δεν είναι καθόλου τιμητικό για την ίδια. Από τότε, μέχρι και την έναρξη του Μουντιάλ, μετρήσαμε 72 σερί φορές που δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο για τους Άγγλους. Μετά από κόρνερ. Στα δύο πρώτα παιχνίδια της φάσης των ομίλων η Αγγλία σκόραρε 3 τέρματα μετά από στατικές φάσεις. Με 7 στις 10 φορές που εκτέλεσε κόρνερ, να έχουν φέρει κάποιο κέρδος. Είτε κάποιο γκολ, είτε κάποιο κερδισμένο πέναλτι, για να το κάνει γκολ ο Χάρι Κέιν. Αν ρίξουμε μια καλύτερη ματιά στην κίνηση των παικτών, στις εκτελέσεις κόρνερ, και φυσικά σε όλα τα σκριν που γίνονται, θα καταλάβουμε πως όχι μόνο δεν είναι τυχαίο όλο αυτό, αλλά είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς στην προπόνηση. Το όνομα Άλαν Ράσελ φυσικά και είναι η καλύτερη απάντηση στο ποιος ευθύνεται για όλο αυτό.

Ο Άλαν Ράσελ είναι ο προπονητής που έχει επιλέξει ο Σάουθγκεϊτ για τον σχεδιασμό των στατικών φάσεων της Αγγλίας, στο επιθετικό της κομμάτι, και όπως είναι λογικό έχει βάλει κι αυτός ένα μεγάλο λιθαράκι στην επιτυχημένη πορεία της στο τουρνουά. O Σκοτσέζος θεωρείται (και είναι) το κρυφό όπλο των Άγγλων, και ο άνθρωπος που σχεδίασε εκείνο το -τέλεια εκτελεσμένο- γκολ του Στόουνς, κόντρα στον Παναμά. «Του αδύναμου Παναμά» θα πουν αυτοί που δεν συμπαθούν και ιδιαίτερα τους Νησιώτες. Nevermind που λέμε και στο χωριό μου. Πρώην παίκτης μικρών κατηγοριών, κυρίως στην Σκωτία, και πρώην μοντέλο (έχει βρεθεί μάλιστα σε βίντεοκλιπ της Κριστίνα Αγκιλέρα), έδεσε τέλεια με τον Στιβ Χόλαντ, μέλος του προπονητικού επιτελείου της Τσέλσι επίσης (μιας ομάδας που είναι στις 5 κορυφαίες στις στατικές φάσεις στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ τα τελευταία χρόνια) δεν θα μπορούσε να μην προκαλέσει το ενδιαφέρον του Σάουθγκεϊτ. Ενός προπονητή δηλαδή που έψαχνε απεγνωσμένα για να βρει τρόπους ώστε να βελτιώσει, άμεσα, την ομάδα του πάνω σε αυτό το κομμάτι. Εκεί δηλαδή που πραγματικά πονούσε βάσει και των αριθμών.

Αυτό που ίσως δεν γνωρίζει μεγάλη μερίδα του κόσμου, είναι πως ο Ράσελ, πολλά από αυτά τα plays τα έχει εμπνευστεί ή ακόμα και τα έχει ξεπατικώσει από Αμερικάνικες Κολεγιακές ομάδες μπάσκετ, αλλά και ομάδες του NFL. Ομάδες δηλαδή που έχει παρακολουθήσει τις προπονήσεις τους από κοντά και έχει πάρει μέρος σε αρκετά σεμινάρια που έχουν οι ίδιες διοργανώσει, στις ΗΠΑ. Για την ιστορία, αγωνίστηκε και ο ίδιος, με επιτυχία, στα γήπεδα των ΗΠΑ, βάζοντας καλύτερα στην δική του κουλτούρα αυτό το αρκετά «ξένο» κομμάτι, για πολλούς Ευρωπαίους προπονητές ποδοσφαίρου. Μιλάμε δηλαδή για έναν 37χρόνο Σκοτσέζο προπονητή ποδοσφαίρου, που σχεδιάζει εξαιρετικά, επιθετικά συστήματα στατικών φάσεων, με βάση τα πολλά σκριν, για μια ομάδα ποδοσφαίρου. Πολλά από αυτά βγαλμένα από «μπλοκάκια» ομάδων όπως οι Σιάτλ Σίχοκς του NFL. Μια ομάδα που έχει παρακολουθήσει και ο ίδιος ο Σάουθγκεϊτ, για να κατανοήσει καλύτερα, μέρος των τακτικών που ήθελε να φέρει και στην δική του εθνική Αγγλίας, για το Μουντιάλ που παρακολουθούμε. Για να την βοηθήσει να ανασάνει.

Όλο αυτό στα δικά μου μάτια είναι μοναδικό και δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη που έχουν τα σπορ, και φυσικά το ποδόσφαιρο, και πως αλληλεπιδρά το ένα στο άλλο, φέρνοντας θετικά αποτελέσματα. Η λέξη κλειδί, όπως καταλαβαίνετε, είναι η εξέλιξη. Και οι Άγγλοι -ευτυχώς- δείχνουν να το έχουν καταλάβει πολύ καλά με τους σύγχρονους προπονητές που -επιτέλους- έχουν στο επιτελείο τους. Μακριά από ξεπερασμένους προπονητές όπως ο Φάμπιο Καπέλο, ο Ρόι Χότζσον και φυσικά ο Σαμ Αλαρντάις. Προπονητές που είχαν πιστέψει πως θα τους οδηγήσουν στην κορυφή, μέσα από αρχαία συστήματα και βαρετές τακτικές περασμένων δεκαετιών.

Παίκτες όπως ο Κίραν Τρίπιερ (που εκτελεί τα κόρνερ των Άγγλων αν και δεξιός πλάγιος αμυντικός) και ο Τζέσε Λίνγκαρντ (που έχει τον ρόλο του εσωτερικού μέσου στο 3-5-2 των Άγγλων) μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τον Ράσελ και για το πόσο τους έχει βελτιώσει, τον λίγο καιρό που δουλεύουν μαζί του. Με την σκληρή αλλά και μεθοδική δουλειά του στις προπονήσεις. Φέρνοντας νέες ιδέες, σε ένα σπορ που εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς, και αυτό, όπως τα πάντα στην εποχή που ζούμε.

Η Αγγλία βρίσκεται επιτέλους στα προημιτελικά και έχει να αντιμετωπίσει την Σουηδία ως το απόλυτο φαβορί. Μια Σουηδία, που την έχει κερδίσει μόνο σε δύο απ’ τις τελευταίες 15 αναμετρήσεις που την έχει συναντήσει. Σε ένα παιχνίδι που δεν θα είναι εύκολο. Ο Ράσελ έχει ήδη πιάσει δουλειά και σχεδιάζει τα κοψίματα και τα σκριν των παικτών του για ακόμα μία νίκη. Μια νίκη που -αν έρθει-  θα την φέρει πιο κοντά σε αυτό που δεν πίστευε κανείς πριν την έναρξη του Μουντιάλ. Ποιο είναι αυτό; Δεν θέλω ακόμα να το γράψω. Αυτοί πάντως που αγαπούν πραγματικά το ποδόσφαιρο δεν γίνεται να μην χαρούν με αυτή την Αγγλία και την υγεία που -επιτέλους- αποπνέει. Χωρίς -εννοείται- να παρουσιάζει κάποιο εξαιρετικό ποδόσφαιρο ή να διαθέτει -εκτός 2-3 περιπτώσεων- παίκτες παγκόσμιας κλάσης.

Ο Μέσι, ο Ρονάλντο και o GOAT

  [23 Σχόλια]

Στις 4 Ιουνίου το περιοδικό PAPER κυκλοφόρησε, έχοντας στο εξώφυλλό του τον Λιονέλ Μέσι, με την λεζάντα GOAT. Greatest Of All Time δηλαδή. Μια λεζάντα που όσοι ασχολούνται με αθλητικά θέματα (και ιστορίες) αρέσκονται, στο να τη χρησιμοποιούν,  για να χαρακτηρίσουν παίκτες -τις περισσότερες φορές- της δικής τους εποχής. Εγώ δεν πρόλαβα τον Κρόιφ, ούτε τον Πελέ, ούτε τον Εουσέμπιο, ούτε τον Μπεστ. Πρόλαβα όμως τον Μαραντόνα (δυστυχώς προς το τέλος της καριέρας του), τον Ζιντάν, τον βραζιλιάνο Ρονάλντο, και τώρα χαζεύω, με τον υπόλοιπο κόσμο, τον Μέσι και τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Όταν βλέπαμε τον Ζιζού -στο απόγειο της καριέρας του- θυμάμαι να λέμε, οι περισσότεροι τουλάχιστον, πως αυτός είναι ο κορυφαίος όλων. Ο Εκλεκτός. Τα ίδια πάνω-κάτω λέγαμε και για τον Ρονάλντο (τον βραζιλιάνο) και τον Ροναλντίνιο, λίγο καιρό αργότερα. Την τελευταία δεκαετία όμως αυτή η μάχη έχει κορυφωθεί ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Τον Αργεντίνο Μέσι, της Μπάρτσα, και φυσικά τον Πορτογάλο Κριστιάνο Ρονάλντο, της Ρεάλ. Είναι όμως κάποιος εξ αυτών των δύο ο GOAT;

Αρχίζω απ’ τα πολύ βασικά για να φτάσουμε και στο κυρίως θέμα: Δεν γίνεται να συγκρίνουμε παίκτες από διαφορετικές εποχές.

Δεν γίνεται να συγκριθεί ο Μαραντόνα με τον Μέσι, βρε αδερφέ, όσο κι αν μοιάζει το αγωνιστικό τους στυλ. Ο πρώτος αγωνίστηκε στα 80s και ο δεύτερος αγωνίζεται από τα middle 00s, και συνεχίζει μέχρι και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές.  Το ποδόσφαιρο άλλαξε, υπερβολικά πολύ, όλο αυτό το διάστημα. Αν ο Μαραντόνα έπαιζε ποδόσφαιρο σήμερα, λογικά, δεν θα είχε σχέση με τον παίκτη που ήταν τότε. Θα ήταν σίγουρα πιο αθλητικός. Θα ήταν σίγουρα άριστος επαγγελματίας. Θα είχε σίγουρα από πίσω του δεκάδες παχυλά συμβόλαια και δεκάδες συμβούλους για να τον βοηθούν. Αλλιώς δεν θα έπαιζε ποδόσφαιρο στο κορυφαίο επίπεδο όσο μάγος κι αν ήταν. Αν ο Μέσι έπαιζε στα 80s, λογικά, δεν θα είχε όλα αυτά που έχει σήμερα και φυσικά δεν θα ήταν τόσο «διαστημικός» (και με τα προβλήματα που τον ταλαιπώρησαν στην παιδική -και εφηβική- του ηλικία). Σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να γίνει όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό.

Ο Μαραντόνα ήταν κορυφαίος τότε. Ο Μέσι είναι κορυφαίος τώρα. Σε ένα ποδόσφαιρο γεμάτο αλκοόλ, τσιγάρα, ξενύχτια και ένα σωρό άλλες καταχρήσεις (τότε), οι περισσότεροι παίκτες δεν είχαν μεγάλη διάρκεια. Δεν μπορούσαν να έχουν μεγάλη διάρκεια. Πολλοί κορυφαίοι μάλιστα εκείνης της περιόδου έπαιξαν σαν κορυφαίοι το πολύ 6-7 χρόνια.  Οι περισσότεροι απ’ τους φιλάθλους επίσης δεν είχαν πρόσβαση στα παιχνίδια των ομάδων, όπως συμβαίνει δηλαδή στις μέρες μας, και περίμεναν να δουν τους σούπερ σταρ στα Μουντιάλ, τα Γιούρο, άντε και σε κανένα Ευρωπαϊκό παιχνίδι συλλόγων. Αν είχαν την τύχη. Μιλάμε για πολύ μικρό όγκο παιχνιδιών και πληροφοριών. Θεωρώ πως ασφαλή συμπεράσματα για κάποιον μέσα από 5-6 παιχνίδια δεν μπορούν να βγουν. Όσο κι αν κόβει το μάτι κάποιου καλύτερα κι από ταξιτζή σε νυχτερινή βάρδια. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Αν έπαιζε ποδόσφαιρο στα 70s και τα 80s δεν θα ήταν ο σούπερ αθλητής του σήμερα. Αυτό το τέρας φυσικών και σωματικών αντοχών. Δεν θα μπορούσε να είναι ο σούπερ αθλητής του σήμερα. Όσοι συμφωνούν μπορούν να συνεχίσουν με την ανάγνωση αυτού εδώ του κειμένου.

Κριστιάνο Ρονάλντο ή Λιονέλ Μέσι;

Δύο κορυφαίοι παίκτες στις δύο κορυφαίες ομάδες της εποχής. Ο Πορτογάλος όμως έχει επιτυχίες και με την εθνική του ομάδα. Σε μια ομάδα που δεν έχει το σπουδαίο ταλέντο για να τον πλαισιώσει. Ο Αργεντίνος, σε μια ομάδα που ζει με τα φαντάσματα του Ντιέγκο, έχοντας αρκετούς ντελικάτους παίκτες δίπλα του (μεσοεπιθετικά τουλάχιστον), δεν μπορεί να κάνει καμία υπέρβαση. Να κατακτήσει δηλαδή κάποιον τίτλο (και να μην χάνει σε τρεις σερί τελικούς). Σε πολλά παιχνίδια- και για να τα λέμε κι όλα- ο σπουδαίος αρτίστας δεν μοιάζει καθόλου με τον παίκτη που έχει το χάρισμα να διαθέτει το σπάνιο DNA του Ροσάριο αλλά με λάτιν δεκάρι που «μαγεύει» στα γήπεδα της δικής μας Β’ εθνικής. Σε κάποιο χωράφι. Λες και είναι ο Μάουρο ο Πόι. Όχι δεν είμαι υπερβολικός. Το ακριβώς αντίθετο μάλιστα. Εγκλωβισμένος. Κακόκεφος. Ξένο σώμα, πολλές φορές, σε μια ομάδα που δείχνει να μην του ταιριάζει. Λες και βλέπω τον Τάσο τον Μητρόπουλο με τη φανέλα του ΠΑΟ στα 90s. Σα να τον βασανίζει μονίμως η σκέψη: «Τι κάνω εγώ εδώ με όλους αυτούς». Δυστυχώς μάλλον πρέπει αν έχει δίκιο.

Στο ντοκιμαντέρ «Μέχρι να γίνεις ο βασιλιάς των ηλιθίων» για την εγχώρια πανκ σκηνή, ο Δημήτρης Πουλικάκος κάπου αναφέρει «Στο ροκ δεν χρειάζονται πάνω από τρία ακόρντα…άντε τέσσερα, για να φτιάξεις ένα σπουδαίο τραγούδι». Με αυτή την φράση προσπαθεί να περιγράψει το μεγαλείο του σκληρού ήχου μέσα απ’ την απλότητά του. Πόσο σύμφωνο με βρίσκει αυτή η φράση. Το ίδιο ισχύει και για τον Μέσι. Για να δείξει το μεγαλείο του δεν αρκούν πάνω από 3-4 «ακόρντα». Το μεγαλείο της Μπάρτσα στηρίχθηκε άλλωστε πάνω στο πιο απλό πράγμα. Το κοντρόλ και την πάσα με τη μία (αυτά που πολλοί επαγγελματίες δεν γνωρίζουν άριστα). Αυτά τα απλά ακόρντα που βρίσκει στην Μπάρτσα για να φτάσει στα δικά μας αυτιά μια άρτια ποδοσφαιρική «μελωδία». Ακόρντα που δεν υπάρχουν στην Αργεντινή (ή δεν μπορεί να τα βρει) για να φτάσουμε να «ακούμε» όλοι εμείς μια μελωδία χειρότερη κι από ήχο βουβουζέλας ή ακόμα χειρότερα, εκείνο τον εκνευριστικό ήχο της καραμούζας του Πήτερ Σέλερς στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας «Το πάρτι».

Δυστυχώς ή ευτυχώς, ο Μέσι έτσι έμαθε να παίζει. Για την ακρίβεια, μόνο έτσι. Από πολύ μικρή ηλικία μάλιστα, στον οργανισμό της Μπάρτσα και της Μασία. Ο άνθρωπος που στο πρόσωπό του ο Γκουαρδιόλα βρήκε τον παίκτη που πάνω του θα τελειοποιούσε αυτό που είχε στο μυαλό του. Ο παίκτης που συμπλήρωνε άψογα (κι αυτοί αυτών) τους Τσάβι, Ινιέστα, Μπουσκέτς, Άλβες, Πικέ, σε εκείνο το εκνευριστικά τέλειο τίκι-τάκα. Αυτό είναι το ποδόσφαιρό του. Να δίνει την μπάλα σε κάποιον παίκτη που θα μπορεί όμως να την δώσει κι αυτός με την μία και απολύτως σωστά. Όχι στο περίπου. Ακριβώς εκεί που πρέπει. Με παίκτες που έχουν στο μυαλό τους ένα συγκεκριμένο πλάνο και σύστημα. Με παίκτες που διαθέτουν όλοι (ή σχεδόν όλοι) άρτια τεχνική κατάρτιση. Αυτό δεν γίνεται να το βρει στην Αργεντινή. Δεν μπορεί να το βρει στην Αργεντινή. Ο μέτριος άξονας της ομάδας του Σαμπαόλι και φυσικά η μέτρια τεχνική (για να παίξουν με τον Μέσι) των περισσότερων αμυντικών του δεν γίνεται να βοηθήσουν το δεκάρι τους. Να ανασάνει. Να φανεί. Για να μπορέσει κι αυτός να τους κάνει καλύτερους. Ο Μέσι δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα σε αυτό το ποδοσφαιρικό χάος. Η εικόνα και τα αποτελέσματα της Αργεντινής -δυστυχώς- μιλούν από μόνα τους.

Ο Κριστιάνο αντιθέτως μπορεί να το κάνει αυτό σε μια ομάδα (την Πορτογαλία) που δεν διαθέτει ούτε στο μισό την ποιότητα που έχουν οι Αργεντίνοι ως ο απόλυτος σταρ-αρχηγός. Ο Κριστιάνο είναι εντελώς διαφορετικός παίκτης απ’ τον Μέσι. Ουσιαστικά έγινε ποδοσφαιριστής στο σκληρότερο (και καλύτερο) πρωτάθλημα της Ευρώπης. Το Αγγλικό. Εκεί που τα τάκλιν σφυρίζουν σαν σφαίρες σε ταινία του Σέρτζιο Λεόνε. Βρήκε σε πολύ μικρή ηλικία αντιπάλους σε γήπεδα της Τσάμπιονσιπ και της League One (για τους αγώνες κυπέλλου) και έμαθε να ζει και να επιβιώνει στο σκληρό -και αντιαθλητικό πολλές φορές- βρετανικό παιχνίδι. Έμαθε να κατεβάζει την 50αρα μπαλιά, σε λασπωμένο τερέν, και ενώ τον χτυπά κάποιος σκληρός και άτεχνος αμυντικός. Έμαθε να βρίσκει τον χώρο και εκείνο το νεκρό δευτερόλεπτο για να σουτάρει, ξέροντας πως στο επόμενο θα έχει fatality. Έμαθε να δέχεται το αντιαθλητικό μαρκάρισμα πάνω στη γραμμή. Με χέρια και με πόδια. Με αγκώνες και με γόνατα. Έμαθε να παίζει πιο old school ποδόσφαιρο και να αντέχει στην κλωτσιά. Έμαθε να βλέπει στα αποδυτήρια την σκατόφατσα του Ρόι Κιν στην τρυφερή ηλίκια των 18.

Φυσικά και έμαθε να λειτουργεί κι αυτός έχοντας κορυφαίους συμπαίκτες, από ένα εντελώς διαφορετικό όμως μετερίζι. Επίσης έχει την τύχη να διαθέτει κάτι που ο Μέσι δείχνει σα να μην θέλει να αποκτήσει όταν παίζει για την χώρα του. Το χάρισμα του ηγέτη εντός του αγωνιστικού χώρου. Όταν παίζει η μπάλα. Όταν καίει η μπάλα. Θα βοηθήσει και θα συμβουλεύσει τους μέτριους συμπαίκτες του, ξέροντας πως δεν μπορούν να πλησιάσουν το δικό του ταλέντο. Το δικό του μεγαλείο. Ο Μέσι απ’ την άλλη, σε κάθε λάθος συμπαίκτη (που είναι συνηθισμένο φαινόμενο) θα κατεβάσει το κεφάλι απελπισμένος. Λες και φταίει ο κάθε μέτριος συμπαίκτης του για την κάθε λάθος μπαλιά. Τόσο ξέρει – τόσο παίζει βρε Λίο μου. Ειλικρινά δεν θυμάμαι τον Μέσι να μιλάει σε συμπαίκτη του στην Αργεντινή. Να τον αγκαλιάζει. Να του χαμογελά. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή απ’  όταν φοράει και αγωνίζεται με την φανέλα των Μπλαουγκράνα. Με την ελίτ του παγκοσμίου ποδοσφαίρου δηλαδή. Ο Κριστιάνο απ’ την άλλη γκρινιάζει όταν βλέπει το λάθος στην Ρεάλ Μαδρίτης. Εκεί έχει όμως το δικαίωμα, μιας και οι συμπαίκτες του είναι παίκτες που ανήκουν στο ψηλότερο ράφι της ποδοσφαιρικής ελίτ και έχεις μεγαλύτερες απαιτήσεις. Σωστότερη προσέγγιση κατ’ εμέ.

Μπορώ να φανταστώ τον Κριστιάνο να αγωνίζεται στην Λέστερ, δίπλα στον Βαρντι, και να κατακτά το Τσάμπιονς Λιγκ με 4-4-2, απέναντι σε κάποια κορυφαία ομάδα. Με τον Καντέ και τον Ντρινκγουότερ ως αμυντικούς μέσους και με τον Χουτ και τον Μόργκαν ως κεντρικούς αμυντικούς. Ο Μέσι σε αυτή την ομάδα δεν θα μπορούσε να αγωνιστεί με τίποτα και για κανένα λόγο. Θα ήθελε να παίξει την μπάλα με τη μία. Να μην τη βλέπει να πέφτει απ’ τα σύννεφα. Να ανεβαίνουν τα πλάγια μπακ και να του δίνουν στηρίγματα στον άξονα. Να κάνουν παιχνίδι τα στόπερ και όλα να κυλούν ρολόι. Τον μειώνει κάτι τέτοιο; Όχι βεβαια. Μπορεί όμως να δώσει μια απάντηση γιατί ο Μέσι δεν είναι ο παίκτης της Μπαρτσελόνα όταν φοράει την φανέλα της χώρας του. Ο Μέσι δεν μπορεί να λειτουργήσει με μέτριους συμπαίκτες -σε θέσεις κλειδιά όπως αυτές του άξονα- γιατί είναι ο μεγαλύτερος αρτίστας των ημερών μας, και ένας εκ των κορυφαίων (λογικά) στην ιστορία του ποδοσφαίρου, και έμαθε να παίζει με ένα συγκεκριμένο στυλ που δεν γίνεται να αλλάξει στα 31, και δεν υπάρχει και λόγος, μιας και ο Μέσι δεν πρόκειται να αφήσει ποτέ την σιγουριά της Βαρκελώνης. Αν το έκανε ποτέ, δεν θα το έκανε για καμία ομάδα του Ευρωπαϊκού χάρτη.

Και για να βάλω μια τελεία. Είναι ο Ρονάλντο καλύτερος του Μέσι; Όχι βέβαια. Είναι ο Μέσι καλύτερος του Ρονάλντο; Και πάλι όχι. Είναι απλά δύο κορυφαίοι παίκτες των τελευταίων 12-13 ετών που το σύγχρονο ποδόσφαιρο έχει βρει στα πρόσωπά τους τα τέλεια «μοντέλα» και γουστάρει -και καλά κάνει- να τρέφει αυτή την κόντρα. Μιλάμε άλλωστε για δύο φαινόμενα της εποχής και δύο παίκτες που σίγουρα βρίσκονται ανάμεσα στους κορυφαίους όλων των εποχών. GOAT πάντως δεν είναι κανένας εκ των δύο. Δεν υπάρχουν GOAT άλλωστε. Δεν ξέρω κιόλας αν είναι και οι κορυφαίοι της εποχής τους απ’ τη στιγμή που για σχεδόν 15 χρόνια έχουμε την τύχη να βλέπουμε -παράλληλα με αυτούς τους δύο- και τον Αντρές τον Ινιέστα. Όπως είναι γνωστό άλλωστε κανένας δεν κατάφερε σπουδαία πράγματα από μόνος του σε ομαδικό σπορ. Ο Κρόιφ είχε τον Νέσκενς. Ο Πελέ τον Γκαρίντσα. Ο Μαραντόνα είχε τον Βαλντάνο. Ο Μέσι τους Τσάβι και Ινιέστα και ο Ρονάλντο κατάφερε στον κορυφαίο τελικό της καριέρας του να βγει νικητής, κάνοντας τον προπονητή, μιας και είχε τραυματιστεί από τα πρώτα λεπτά του αγώνα.

Όταν οι Ιρλανδοί δεν μπόρεσαν να χαρούν τη νίκη τους: H σφαγή του Λοκινάιλαντ

  [2 Σχόλια]

Όπως είναι λογικό, με λίγες μέρες να απομένουν για την έναρξη του Μουντιάλ, δεν θα μπορούσα να μην ασχοληθώ με ιστορίες που αφορούν το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου. Φρέσκες αλλά και παλαιότερες. Ιστορίες που έγραψαν με χρυσά γράμματα, αλλά ακόμα και με αίμα, την ιστορία του αθλήματος και όχι μόνο. Το ποδόσφαιρο δεν έμεινε άλλωστε ποτέ εκτός από μεγάλες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις που άλλαξαν αυτόν εδώ τον κόσμο. Ευτυχώς ή δυστυχώς. Σήμερα θα προσπαθήσω να παρουσιάσω κάποια γεγονότα που είχαν ως επίκεντρο το νησί της Ιρλανδίας πριν από περίπου 25 χρόνια, σε μία απ’ τις δυσκολότερες περιόδους της σύγχρονής της ιστορίας (γνωστότερης και ως περίοδος των Ταραχών), και που εννοείται το ποδόσφαιρο δεν έμεινε έξω από όλο αυτό. Το μίσος άλλωστε που υπήρχε ανάμεσα στην Δημοκρατία της Ιρλανδίας  με την Βόρεια Ιρλανδία είχε ως καθρέφτη και τα γήπεδα του ποδοσφαίρου.

Στις 18 Ιουνίου του 1994, το Έιρε αντιμετώπιζε την Ιταλία, στην πρεμιέρα του Ε’ ομίλου για το Μουντιάλ των ΗΠΑ, μπροστά σε ένα κολασμένο από Ιρλανδούς κοινό. Την ίδια ώρα σε ένα αρκετά ήσυχο και μικρό χωριουδάκι με το όνομα Λοκινάιλαντ, κάπου στην Βόρεια Ιρλανδία, αρκετοί ποδοσφαιρόφιλοι είχαν γεμίσει την μοναδική παμπ που υπήρχε, για να παρακολουθήσουν το παιχνίδι. To Έιρε απέναντι στους πανίσχυρους Ιταλούς του Μπάτζιο, του Μπαρέζι και του Μαλντίνι. Αυτή η αναμέτρηση δεν μπορούσε να χαθεί για κανένα λόγο. Το ημίχρονο θα τους βρει να πίνουν τις μπύρες τους, καθώς το Έιρε προηγείται με 0-1 χάρις στο τέρμα του παλιού μέσου της Λίβερπουλ, Ρέιμοντ Χιούτον. Σε λίγα λεπτά βέβαια αυτό θα ήταν το λιγότερο που θα τους απασχολούσε, με το ποδόσφαιρο να περνά σε δεύτερη μοίρα. Η πόρτα θα ανοίξει βιαίως, και δύο κουκουλοφόροι θα εισβάλλουν βρίζοντας χυδαία για την καταγωγή των θαμώνων, ανοίγοντας πυρ προς πάσα κατεύθυνση. Αποτέλεσμα, έξι νεκροί και πέντε βαριά τραυματίες. Τα ερωτήματα πολλά. Ο πόνος περισσότερος.

Την ευθύνη ανέλαβε, λίγες ώρες μετά το συμβάν, η οργάνωση UVF, μια παραστρατιωτική οργάνωση που ήταν ακριβώς απέναντι στους Ιρλανδούς Republicans και φυσικά στον ΙRΑ. Το περίεργο της υπόθεσης είναι πως το μικρό χωριό που έγινε το τραγικό συμβάν δεν είχε καμία σχέση με τις ταραχές εκείνης της περιόδου. Στο χωριό ζούσαν αρμονικά Καθολικοί αλλά και Προτεστάντες και -όπως απεδείχθη αργότερα- κανένα απ’ τα έξι θύματα δεν είχε καμία πολιτική δράση, ούτε φυσικά είχε κάποια σχέση με τον ΙRΑ. Οι θαμώνες της παμπ ήταν κυρίως Καθολικοί. Ο βρετανικός Τύπος ψάχνει μάταια να βρει μια λογική εξήγηση (όσο κι αν δεν γίνεται να βρεθεί ποτέ «λογική εξήγηση» μετά από μια τέτοια πράξη) καθώς τα νέα ταξιδεύουν σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα νέα -όπως ήταν λογικό- θα  φτάσουν και στους παίκτες του Έιρε που γιορτάζουν την τεράστιά τους νίκη. Ολόκληρη η Ιρλανδία ήταν ένα καζάνι που έβραζε και το τυφλό μίσος είχε φανεί -και σε ποδοσφαιρικό επίπεδο- λίγους μήνες νωρίτερα, την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών για το Μουντιάλ, όταν η Βόρειος Ιρλανδία είχε υποδεχθεί το Έιρε για την τελευταία αγωνιστική του Γ’ ομίλου. Στις 17 Νοεμβρίου του ’93. Το συμβάν -όσο κι ήταν καταδικαστέο- δεν μπορούσε να ξαφνιάσει κανένα.

Η Ισπανία με 17 βαθμούς στο σακούλι της, υποδέχονταν την Δανία, που ήταν πρώτη με 18 βαθμούς, στη Σεβίλλη, και ήθελε πάση θυσία τη νίκη για να προκριθεί στο Μουντιάλ. Την ίδια ώρα στο Μπέλφαστ η Βόρειος Ιρλανδία θα έπαιζε με το Έιρε, που είχε 17 βαθμούς επίσης, θέλοντας να του κόψει τον δρόμο για τις ΗΠΑ. Το διάστημα εκείνο οι πολιτικές ταραχές βρίσκονταν στην κορύφωσή τους και μάλιστα, ένα μήνα πριν την αναμέτρηση, είχαν χάσει τη ζωή τους στο Μπέλφαστ 23 άνθρωποι μετά από βομβιστική επίθεση. Η ΦΙΦΑ είχε προτείνει την διεξαγωγή της αναμέτρησης στο Όλντ Τράφορντ -ακόμα και στο Γουέμπλεϊ- κάτι όμως που δεν είχαν δεχθεί οι γηπεδούχοι. Μάλιστα ήταν τέτοιος ο φόβος για την σωματική ακεραιότητα των παικτών του Έιρε που ο προπονητής της ομάδας, ο θρυλικός Τζακ Τσάρλτον, πρότεινε την μεταφορά της αποστολής, απ’ το Δουβλίνο στο Μπέλφαστ, με αεροπλάνο και όχι με λεωφορείο, όπως ήταν δηλαδή προγραμματισμένο, μιας και η απόσταση δεν είναι απαγορευτική για κάτι τέτοιο. Μιλάμε για περίπου 150 χιλιόμετρα.

Το πρώτο πράγμα που αντίκρισαν οι παίκτες του όταν έφτασαν ήταν μια συμμορία μικρών παιδιών που τους υποδέχτηκε με πέτρες, βρισιές και υψωμένο το μεσαίο δάχτυλο. Για το όμορφο καλωσόρισμα. Όταν δε, έφτασαν στο γήπεδο για προπόνηση, αυτό που είδαν δεν είχε καμία σχέση με ποδοσφαιρική αναμέτρηση αλλά με πραγματική εμπόλεμη ζώνη. Στρατιώτες με φουλ εξοπλισμό και αστυνομικοί με σκυλιά να τους γαβγίζουν μανιασμένα. Παντού συρματοπλέγματα και ένας τεράστιος όγκος οπαδών να προσπαθεί να τους τραμπουκίσει με κάθε τρόπο. Όπως είχε δηλώσει και ο Άλαν Μακ Λάφιν: «To μόνο μέρος που φάνταζε ασφαλές ήταν το γήπεδο την ώρα διεξαγωγής της αναμέτρησης». Και δεν είχε καθόλου άδικο.

H αναμέτρηση ξεκίνησε με το Έιρε να μην έχει οπαδούς στο γήπεδο και τους σπουδαίους αμυντικούς Πολ Μακ Γραθ και Τέρι Φίλαν να ακούνε ντροπιαστικούς ήχους πιθήκων κάθε φορά που ακουμπούσαν την μπάλα. Ήταν πλέον ολοφάνερο. Αυτή δεν ήταν μια κανονική ποδοσφαιρική αναμέτρηση αλλά κάτι πολύ πάνω του ποδοσφαίρου, της πολιτικής και φυσικά της τιμής του κάθε ποδοσφαιριστή. «Αν κερδίσετε σήμερα σε αυτό εδώ το κολαστήριο θα είστε ήρωες για μια ολόκληρη ζωή. Δεν με ενδιαφέρει τι θα κάνουμε στο Μουντιάλ ή τι θα κερδίσετε με τις ομάδες που θα αγωνίζεστε από του χρόνου. Δεν με νοιάζει τίποτα. Κανένας τίτλος, κανένα συμβόλαιο, κανένας πόνος. Μπείτε μέσα και κερδίστε αυτό τον αγώνα. Αγωνιστείτε σαν να είναι ο τελευταίος αγώνας της ζωής σας, σαν να εξαρτάται η ίδια σας η ζωή από αυτό εδώ το 90λέπτο». Αυτά ήταν μερικά απ’ τα λόγια του Τσάρλτον λίγο πριν την έναρξη. Λόγια που αντηχούσαν σαν τύμπανα πολέμου στις καρδιές και το μυαλό των ποδοσφαιριστών. Σαν μια σκληρή και ξεσηκωτική μελωδία των Thin Lizzy στ’ αυτιά. Το δικό τους Emerald. Βέβαια για να έρθει η πρόκριση, χρειάστηκε και μια μεγάλη δόση τύχης, σε μία απ΄τις αστειότερες στιγμές στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Με το σκορ στο 0-0 (και αφού η Ισπανία προηγούνταν με 1-0 της Δανίας απ’ το 63′) ο Τσάρλτον θα φωνάξει τον θεούλη Τόνι Κασκαρίνο για να πάρει τη θέση του Ρέι Χιούτον, που είχε φάει το ξύλο της ζωής του απ’ τους αντιπάλους. Ο Κασκαρίνο θα ανοίξει την φόρμα του και θα δει πως έχει ξεχάσει την φανέλα του στα αποδυτήρια της ομάδας. Αυτό μπορούσε να το κάνει μόνο αυτός σε μια τέτοια αναμέτρηση. Ο Τσάρλτον θα γίνει έξαλλος και θα βάλει στην θέση του τον Μακ Λάφιν. Δεν είναι καιρός άλλωστε για χρονοτριβές. Σε εκείνο το σημείο μάλιστα το Έιρε θα δεχθεί γκολ από τον Τζίμι Κουίν, με τον Κασκαρίνο να ψάχνει μέρος για να κρυφτεί. «Έτρεξα για τα αποδυτήρια για να βρω τη φανέλα μου και μόλις κατάλαβα πως δεχτήκαμε γκολ σκέφτηκα να φύγω τρέχοντας για το Δουβλίνο. Το πολύ πολύ να με σκότωνε καμιά αδέσποτη σφαίρα. Σίγουρα πιο ήσυχος θάνατος απ’ το να με περιλάβει ο Τζακ (Τσάρλτον) στα χέρια του» θα πει μεταξύ σοβαρού κι αστείου ο Κασκαρίνο μετά από χρόνια για το συμβάν σε τηλεοπτική εκπομπή. Για καλή του τύχη, ο Μακ Λάφιν που είχε περάσει από σπόντα στο γήπεδο, ισοφάρισε στο τελικό 1-1 και κάπως έτσι το Έιρε σφράγισε στο Μπέλφαστ τα εισιτήρια για το Μουντιάλ, περνώντας ως δεύτερο πίσω από την Ισπανία.

Λίγους μήνες αργότερα ο σαξοφωνίστας/ερωτιάρης πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, θα έρθει σε μετωπική σύγκρουση με το FBI, την CIA αλλά και την ΜΙ6 για την χορήγηση βίζας στον Τζέρι Άνταμς, μιας εκ των ηγετικών μορφών του ΙRΑ εκείνης της περιόδου, διχάζοντας όπως ήταν λογικό μεγάλη μερίδα των Ιρλανδών σε ολόκληρο τον πλανήτη και κυρίως αυτών που ζούσαν στις ΗΠΑ. Το κουβάρι τελικά θα ξετυλιχθεί αρκετά μετά από μήνες, όταν θα βγει στην επιφάνεια το όνομα του Μπιλ Φλιν. Ο Μπιλ Φλιν ήταν σημαντική προσωπικότητα στην κοινωνία των Ιρλανδών της Αμερικής και ήταν αυτός που ουσιαστικά πίεσε και έβγαλε την βίζα στον Τζέρι Άνταμς. Αφορμή μάλιστα για το φονικό στην παμπ «The Heights Bar» στάθηκε και η καταγωγή του. Οι ρίζες του Φλιν κρατούσαν από το μικρό Λοκινάιλαντ. Το συμβάν, γνωστότερο και ως «Η σφαγή του Λοκινάιλαντ» θεωρείται ως η στιγμή εκείνη που άμβλυνε την κατάσταση ανάμεσα στις παραστρατιωτικές οργανώσεις, για να φτάσουμε σε συνθήκες ανακωχής. αρκετό καιρό αργότερα.

Το γεγονός αυτό όσο σκληρό κι αν ήταν -που ήταν- δεν πήρε πάνω του μεγάλη προβολή (ή την προβολή που του άξιζε) μιας και σε εκείνο το Μουντιάλ την παράσταση έκλεψε η υπόθεση ντόπινγκ του Μαραντόνα, το χαμένο πέναλτι του Ρομπέρτο Μπάτζιο και φυσικά η δολοφονία του Κολομβιανού αμυντικού Αντρές Εσκομπάρ, για το αυτογκόλ του απέναντι στις ΗΠΑ, από πληρωμένους δολοφόνους γνωστού καρτέλ ναρκωτικών, επειδή με αυτό το αυτογκόλ είχαν χαθεί εκατομμύρια δολάρια από παράνομο στοιχηματισμό. Όπως έγραψα και στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου, το ποδόσφαιρο δεν έμεινε ποτέ εντός των τεσσάρων γραμμών ενός γηπέδου, με τραγικές συνέπειες πολλές φορές για τους ποδοσφαιριστές αλλά και τους απλούς φιλάθλους.

(Όσοι θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την ιστορία και φυσικά πολύ πιο αναλυτικά, υπάρχει το ντοκιμαντέρ του EPSN «Ceasefire Massacre» της εξαιρετικής σειράς 30 for 30.)

Πολ Μέρσον: Τι να μην κάνεις για να γίνεις επαγγελματίας ποδοσφαιριστής

  [6 Σχόλια]

Η σκηνή για την οποία θα διαβάσετε, θα μπορούσε να είναι -αρκετά εύκολα- σκηνή σε ταινία του Γκάι Ρίτσι (όταν έκανε καλές ταινίες). Μια «βρώμικη» μελωδία κιθάρας να παίζει ως ηχητικό background. Σπιντάτο μοντάζ με κλασικές βρετανικές φάτσες στο κάδρο και φυσικά μπόλικες δόσεις χιούμορ να ισορροπούν με αυτές του δράματος. Προπονητικό κέντρο της Άστον Βίλα, μια μέρα πριν την έναρξη της Πρέμιερ Λιγκ της σεζόν 2001/2002, η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική και βαριά. Ο Πολ Μέρσον ακουμπησμένος σε κάποιο τοίχο συνομιλεί με τον Μπόσκο Μπάλαμπαν. Με τον δεύτερο να έχει περισσότερο τον ρόλο του ακροατή παρά του συνομιλητή. Ο Μέρσον έχει πολλά παραπανίσια κιλά και χασκογελάει καθώς διηγείται στον Κροάτη επιθετικό την ιστορία, όταν είχε τιμωρηθεί απ’τους «χωριάτες» με 50.000 λίρες πρόστιμο, επειδή είχε βρεθεί να τζογάρει στην Νέα Υόρκη, ενώ κανονικά έπρεπε να βρίσκεται σε αποθεραπεία για το πρόβλημα που ταλαιπωρούσε την πλάτη του. Ένα μειδίαμα είχε μόλις ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του Κροάτη, την ίδια στιγμή που ο προπονητής της ομάδας, ο Γκράχαμ Τέιλορ, πέρασε μπροστά τους, φανερά εκνευρισμένος, κοιτάζοντας κατάματα τον Μέρσον. «Μέρσι, στο γραφείο μου αυτή τη στιγμή» θα του πει, και θα νιώσει την σκιά του ποδοσφαιριστή του να τον ακολουθεί σαν σκιά μαθητή που γνωρίζει πολύ καλά πως έχει κάνει βλακεία, καθώς ο διευθυντής του σχολείου τον καλεί στο γραφείο για πιθανή αποβολή ή -στην καλύτερη- για μια σκληρή επίπληξη.

«Μέρσι ειλικρινά πες μου τι κάνεις εδώ. Σου έχω πει πως δεν βρίσκεσαι στα πλάνα μου για την φετινή σεζόν. Πρέπει να βρεις μια νέα ομάδα να αγωνιστείς και να χαρείς ξανά το ποδόσφαιρο, αν φυσικά θες κάτι τέτοιο».

«Έχω μιλήσει με τον πρόεδρο κύριε (εννοώντας τον Νταγκ Έλις) και μου είπε πως θα βρούμε ένα τρόπο για να συνεχίσω να είμαι μέλος της ομάδας και φέτος. Δεν σας έχει μιλήσει επ’ αυτού;»

O Tέιλορ αν μισούσε ένα πράγμα σε αυτή τη ζωή (και στο ποδόσφαιρο συγκεκριμένα μιας και αυτό είναι το θέμα μας) περισσότερο κι από γκολ στο 90′ κατά της ομάδας του, αυτό δεν ήταν άλλο απ’ το να μπλέκονται στα πόδια του διοικητικά στελέχη, πόσο μάλλον ο ίδιος ο πρόεδρος, σε καθαρά ποδοσφαιρικά θέματα. «Οι πρόεδροι άλλωστε είναι για να υπογράφουν τα τσεκ των επιταγών και μόνο». Ξαφνικά, και ενώ είχε αρχίσει να μουρμουρίζει βρισιές που δεν θα έβαζε σε ταινία του ούτε ο Γιάννης ο Οικονομίδης, έφυγε απ’ το γραφείο για να επιστρέψει μετά από μερικά λεπτά και να δει τον Μέρσον να κάθεται σταυροπόδι και να τον περιμένει χαμογελαστός με την ηρεμία κάποιου που είχε όλα τα προβλήματά του λυμένα και αγνοούσε πλήρως λέξεις όπως άγχος, πίεση και προπόνηση.

«Πόσα χρήματα θες για να μας αδειάσεις την γωνιά; Δεν είσαι κάποιο παιδάκι. Σε σέβομαι και με σέβεσαι. Λέγε».

«Βρίσκομαι σε προχωρημένη ηλικία. Έχω διαγράψει μια μεγάλη καριέρα και έχω κερδίσει ένα σωρό σπουδαίους τίτλους. Με ένα ποσό γύρω στις 100.000 λίρες πιστεύω θα είμαι ευχαριστημένος»

«Εντάξει Μέρσι. Θα τις πάρεις», του απάντησε -αρκετά πιο ήρεμος- ο Τέιλορ, και του έδειξε με νόημα την πόρτα. Ο Μέρσον σηκώθηκε αργά-αργά, χαιρέτησε με ένα ύπουλο βλέμμα τον προπονητή του και βγήκε απ’ το γραφείο χαμογελαστός. Στο δρόμο για το πάρκινγκ -και πριν την μπυραρία- πέρασε και πάλι μπροστά απ’ τον Μπάλαμπαν -που για κάποιο περίεργο λόγο είχε μείνει να περιμένει εκεί ακουμπώντας ακόμα στον τοίχο- και του είπε: «Ήθελε να  με ρωτήσει πόσα θέλω για να φύγω απ’ την ομάδα. Του είπα 100 χιλιάδες και δέχθηκε χωρίς συζήτηση. Ο βλάκας, έπρεπε να ζητήσω 200 χιλιάδες». Ο Μπάλαμπαν συνέχισε να ακουμπά στον τοίχο σφυρίζοντας καθώς έβλεπε τον συμπαίκτη του να φεύγει. Δεν είχε να πει τίποτα περισσότερο μαζί του. Βασικά δεν πολυγούσταρε κιόλας. Αν ήταν σκηνή ταινίας (ή σειράς) θα άναβε και ένα τσιγάρο χαϊδεύοντας το λαδωμένο του μαλλί όπως ο Τσέρνομπογκ στο American Gods. Ίσως να είχε ζηλέψει και λίγο μιας και δεν ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος, ούτε αυτός, στο Μπέρμινγχαμ.  Ευτυχώς, άφησε την Βίλα για το Ζάγκρεμπ, μερικούς μήνες αργότερα.

Ο Πολ Μέρσον δεν ήταν ένας τυχαίος ποδοσφαιριστής. Όσοι δεν γνωρίζουν γι’ αυτόν, μάλλον δεν θα το κατάλαβαν διαβάζοντας, ως τώρα, το κείμενο. Αγωνίστηκε για περίπου 10 χρόνια στην Άρσεναλ, κατακτώντας μαζί της πολλούς και σπουδαίους τίτλους, πριν αναλάβει ο Βενγκέρ και αλλάξει την ιστορία και το προφίλ των Λονδρέζων. Υπήρξε επίσης σημαντικότατο στέλεχος της εθνικής Αγγλίας την δεκαετία του ’90 και πήρε μέρος στο Γιούρο του ’92 και στο Μουντιάλ του ’98 δίπλα σε αστέρες τεράστιου βεληνεκούς (όπως ήταν και ο ίδιος). Στο Μουντιάλ μάλιστα -και για να καταλάβετε καλύτερα την αξία του- είχε βρεθεί, ως παίκτης της Μίντλεσμπρο, μετά από μια εξαιρετική σεζόν που είχε πραγματοποιήσει στην 2η κατηγορία της Αγγλίας. Σε μια σεζόν που είχε βρει τη ‘Μπόρο’ να κερδίζει την άνοδο για τα σαλόνια της Πρέμιερ Λιγκ.

Λίγο πριν την έναρξη της σεζόν 1997-1998 ο Βενγκέρ είχε προτείνει στον Άγγλο επιθετικό (που είχε αρχίσει να αγωνίζεται ως δεκάρι) να παραμείνει στην Άρσεναλ, έχοντας όμως μειωμένες αποδοχές, μιας και τα χρόνια περνούσαν και ο ίδιος δεν ήταν ο παίκτης του παρελθόντος. Στην ίδια θέση άλλωστε εκείνη την περίοδο υπήρχε και ο σπουδαίος Ολλανδός Ντένις Μπέργκαμπ, όπως και οι Ίαν Ράιτ και Νικολάς Ανελκά. Ο Μέρσον δεν το δέχθηκε και ζήτησε να πωληθεί. Ήθελε να αγωνίζεται και να αμείβεται με πολλά χρήματα. Ήταν πολύ σίγουρος για την αξία του. Η Μίντλεσμπρο τον αγόρασε τελικά για 4,5 εκατομμύρια λίρες και ο ίδιος την ανέβασε στην μεγάλη κατηγορία 9 μήνες αργότερα, κερδίζοντας ένα μεγάλο στοίχημα με τον εαυτό του αλλά και τους επικριτές του. Όταν μάλιστα είχε κλείσει η συμφωνία, τηλεφώνησε ο ίδιος στον Βενγκέρ λέγοντάς του πως στο Ρίβερσαϊντ είχε μεγαλύτερο συμβόλαιο απ’ τον Μπέργκαμπ και πως οι οπαδοί της ομάδας τον αποκαλούσαν ήδη με το προσωνύμιο ‘Ο Μάγος’. «Ελπίζω να τα πούμε σε κάποιο κύπελλο αφεντικό» του είπε, κλείνοντας το τηλέφωνο, με μια δόση βρετανικής ειρωνείας: «Να δούμε πόσο αξίζω ακόμα». Ο Βενγκέρ του ευχήθηκε καλή τύχη και κατέβασε το ακουστικό. Το μόνο που ήθελε ήταν το καλό του πρώην παίκτη του. Είχε περάσει άλλωστε πολλά.

Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε οι δύο ομάδες να βρεθούν αντιμέτωπες στον 4ο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας στην έδρα της Μίντλεσμπρο. Η Άρσεναλ πήρε τελικά την πρόκριση, με 1-2, αλλά ο Μέρσον είχε κρατήσει ένα δωράκι για την πρώην ομάδα του. Με το σκορ στο 0-2, σκόραρε ένα πανέμορφο τέρμα, μειώνοντας το σκορ, και δίνοντας και πάλι ελπίδες στην Mίντλεσμπρο, δείχνοντας φυσικά με τον καλύτερο τρόπο στον Βενγκέρ το λάθος (;) που είχε κάνει. Η Μίντλεσμπρο πραγματοποίησε εξαιρετική πορεία και στο Λιγκ Καπ εκείνη τη σεζόν. Ο Μπράιαν Ρόμπσον είδε την ομάδα του να φτάνει μέχρι και τον τελικό -έχοντας αποκλείσει μάλιστα και την Λίβερπουλ, στα ημιτελικά, με τον Μέρσον να σκοράρει και στα δύο παιχνίδια- και τελικά να γνωρίζει την ήττα με 2-0, από μια καλύτερη ομάδα, όπως ήταν εκείνη την περίοδο, η Τσέλσι του Τζόλα. Tον Τζόλα ο Μέρσον τον είχε κερδίσει το ’95 στον τελικό του Κυπελλούχων, όταν η Άρσεναλ είχε επικρατήσει της Πάρμα με 1-0, με την γκολάρα του Άλαν Σμιθ.

Ο Μέρσον ήταν ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής, απ’ τους τελευταίους που μπόρεσαν να συνδυάσουν καριέρα, με ένα σωρό εξωαγωνιστικά πάθη. Πάθη που στις μέρες μας δεν μπορούν να βρουν χώρο στο υψηλότερο επίπεδο του αθλητισμού, και αν βρουν, είναι ικανά να καταστρέψουν μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, σε ελάχιστο χρόνο. Ο Πολ Μέρσον απ’ τις αρχές των 90s (λίγα χρόνια δηλαδή μετά το βραβείο του καλύτερου νέου παίκτη στην Αγγλία το ’89) όσο κι αν μάγευε στο γήπεδο, εκτός αυτού, πάλευε με τους «δαίμονες» του αλκοόλ, του άρρωστου τζόγου και της κοκαΐνης. Πάθη που του διέλυσαν δύο γάμους και τον έφτασαν πολλές φορές κυριολεκτικά (και μεταφορικά) στον πάτο της μπουκάλας. Σαν ποδοσφαιριστή, αλλά κυρίως σαν άνθρωπο. Κι αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα.

«Μπορεί να έπαιζα 80.000 λίρες σε ένα τραγούδι της Γιουροβίζιον, 20.000 σε μια κυνομαχία και 50.000 -χωρίς να έχω ιδέα για το άθλημα- στον τελικό του Super Bowl. Μετά από ένα σημείο έπαιζα απλά για να παίζω και για να με βλέπω να χάνω. Το χειρότερο απ’ όλα όμως ήταν πως εκτός του ότι έχανα σαν τζογαδόρος, έχανα και τον εαυτό μου, βλέποντας την καριέρα μου να έχει συνεχώς σκαμπανεβάσματα, και έχανα από δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπούσα και με αγαπούσαν. Την οικογένειά μου».

Η πρώτη φορά που ο σπουδαίος Άγγλος επιθετικός παραδέχτηκε δημοσίως το πρόβλημά του ήταν τον Νοέμβριο του ’94. Η FA σε συνεργασία με την Άρσεναλ έβαλε τον παίκτη σε τρίμηνο πρόγραμμα απεξάρτησης, με τον ίδιο να επιστρέφει νικητής τον Φεβρουάριο του ’95, και να κάνει εξαιρετικό τελείωμα στη σεζόν. Αξίζει να σημειωθεί πως ο πρώτος που είχε μιλήσει με πολύ σκληρά λόγια στον Μέρσον, και τον είχε επηρεάσει θετικά για να μιλήσει δημοσίως, για τα προβλήματα εθισμού που τον βασάνιζαν και φυσικά τον προέτρεψε να σώσει την καριέρα του -όσο ήταν εφικτό κάτι τέτοιο- ήταν ο Τέρι Βέναμπλς, προπονητής του εκείνο το διάστημα στην εθνική Αγγλίας. Η αλήθεια είναι πως μπορεί ο Μέρσον να έκανε μερικές εξαιρετικές σεζόν (κυρίως στην β’ κατηγορία της Αγγλίας) και να κέρδισε τεράστια συμβόλαια για την εποχή (η Άστον Βίλα τον είχε αγοράσει για 7 εκατομμύρια απ’ την ‘Μπόρο’), μετά την αποκάλυψη του προβλήματός του, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως σταθερά σε κορυφαίο επίπεδο δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά μετά την φυγή του από την Άρσεναλ. Στα 29 του χρόνια δηλαδή και ενώ απ’ τα 25 -ίσως και πολύ νωρίτερα- είχε σοβαρό πρόβλημα με το ποτό και τον τζόγο. Τελευταία του καλή σεζόν ήταν αυτή του 2002/2003 στην Πόρτσμουθ.

Ο Πολ Μέρσον για πολλούς ήταν ένας άσχημος Τζορτζ Μπεστ των 90s. Μόνο που απείχε έτη φωτός απ’ το προφίλ του γοητευτικού και αινιγματικού πρώην σούπερ σταρ της Γιουνάιτεντ. Επίσης όσο κι αν ήταν ένας τεχνίτης ποδοσφαιριστής δεν μπορούσε να αγγίξει τα επίπεδα μαγείας που είχε ο Μπεστ ως καλλιτέχνης της μπάλας. Απ΄την άλλη, όσο κι αν είδε την ζωή του να βαλτώνει, σε όλα τα επίπεδα, κατάφερε τελικά να βγει νικητής (σε πλήρη αντίθεση με τον Μπεστ), αν και πάντα θα βρίσκει μια ευκαιρία να πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω ή να τζογάρει, σε λογικά όμως πλαίσια. Κλείνοντας -κι αφού θα προτείνω σε όσους θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την καριέρα -και τη ζωή- του Μέρσον το βιβλίο του «How Not To Be a Professional Footballer»–  θα θυμίσω μια ιστορία, δια στόματος του ιδίου, απ’ την περίοδο που ο Μέρσον βρέθηκε συμπαίκτης (και συγκάτοικος) με τον λατρεμένο του El Sombrero, Πολ Γκασκόιν, στην Μίντλεσμπρο το 1998.

«Ο Γκάζα είχε έρθει σε εμάς για τους τελευταίες μήνες της σεζόν απ’ τη Ρέιντζερς. Μας βοήθησε μάλιστα πολύ στα τελευταία παιχνίδια για να πάρουμε την άνοδο. Ο Ρόμπσον είχε τη φαεινή ιδέα να τον φιλοξενήσω εγώ στο σπίτι μου. Στο ίδιο σπίτι που ζούσα με τον αδερφό μου και τον Τζίμι Γκάρντνερ που τότε έπαιζε στην Έξετερ. Μιλάμε για τον κακό χαμό. Κάθε Παρασκευή παίζαμε ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που δεν θα σας το προτείνω. Μετά την προπόνηση έδινα στον αδερφό μου και τον Τζίμι χρήματα για να αγοράσουν μερικά μπουκάλια κόκκινο κρασί. Χύναμε το κρασί σε μεγάλες γυάλινες κανάτες και καθόμασταν αντικριστά σε ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Ο Γκάζα κι ο αδερφός μου απ’ τη μία. Εγώ και ο λατρεμένος μου Σκοτσέζος, ο Τζίμι, απ’ την άλλη».

«Πίναμε πολύ εκείνη την περίοδο. Και ποιος δεν έπινε θα μου πείτε εκείνα τα χρόνια. Ήταν αλλιώς το ποδόσφαιρο. Στο τραπέζι έπεφταν τα χρήματα του στοιχήματος από όλους και αρχίζαμε να πίνουμε απ’ τις κανάτες. Κανονικά δεν έπρεπε να πίνουμε τις Παρασκευές, μιας και παίζαμε το Σάββατο, αλλά είχαμε βρει τρόπο για να κοιμόμαστε αρκετά και να ξυπνάμε ξεκούραστοι. Κάθε μία ώρα ρίχναμε μέσα στις κανάτες από ένα υπνωτικό και μοιραία έφτανε η στιγμή που μας έπαιρνε όλους ο ύπνος. Αυτός που έμενε ξύπνιος τελευταίος, άρπαζε τα χρήματα, μετέφερε τους υπόλοιπους στα κρεβάτια και έπεφτε για ύπνο πλουσιότερος κατά μερικές εκατοντάδες λίρες. Την επόμενη παίζαμε ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου».

Όσο για τον τζόγο. «Είναι ιδιαίτερα ύπουλο πράγμα» λέει κάπου στο βιβλίο του ο Μέρσον. «Ως παίκτης της Άστον Βίλα θυμάμαι μια φορά είχα πει στον Μποσνιτς, τον τερματοφύλακά μας τότε, πως αν με δει να ξαναπαίζω να έρθει και να μου σπάσει το χέρι. Ο Μπόσνιτς είχε τρομοκρατηθεί και φυσικά δεν το έκανε ποτέ. Αναγκάστηκα να το κάνω μόνος μου μια βραδιά που είχα πιει πάρα πολύ και είχα χάσει πολλές χιλιάδες λίρες σε παράνομο στοιχηματισμό. Ήταν καλό παιδί ο Μπόσνιτς. To ίδιο διάστημα μάθαμε δυστυχώς πως είχε εθιστεί κι αυτός στην κοκαΐνη. Ειλικρινά γι’ αυτό δεν ευθυνόμουν εγώ». Στις μέρες μας ο Πολ Μέρσον έχει νικήσει τους δαίμονές του και δουλεύει στο Skysports ως ποδοσφαιρικός αναλυτής. Παράλληλα διηγείται ωραίες ιστορίες από ένα ποδόσφαιρο που -ευτυχώς ή δυστυχώς – δεν υπάρχει πια και φυσικά αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα για τα νέα παιδιά που θέλουν να γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, για τα πράγματα που πρέπει να αποφύγουν για να πετύχουν τα όνειρά τους.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του Defiance των Dead Moon.

To ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές

  [2 Σχόλια]

Ας δούμε κάποια γεγονότα…

Φέτος συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την εξέγερση στο Παρίσι. Μια εξέγερση που εξελίχθηκε σε μια ελαφρύτερη επανάσταση, που έφερε όμως τεράστιες κοινωνικές αλλαγές και έδωσε το δικαίωμα στην πλειοψηφία του λαού να νιώσει ελευθερία και να απαιτήσει τα δικαιώματα που του αναλογούσαν. Μια επανάσταση που έφερε σίγουρα πολλαπλά μηνύματα και σημάδεψε την ανθρωπότητα για πάντα. Εκείνος ο Μάης του ’68, γνωστός και ως η εξέγερση κατά των τριών Ρ (Professors-Peres-Patros, καθηγητές-γονείς-αφεντικά δηλαδή), ευθύνεται για πολλά καλά προς την ανθρωπότητα. Κι ας μην άλλαξε τελικά εντελώς τον κόσμο, όπως περίμεναν οι ρομαντικοί φοιτητές της εποχής και φυσικά το εργατικό κίνημα – στην πλειοψηφία του. Το σύστημα άλλωστε βρίσκει συνήθως τον τρόπο να παρασύρει μαζί του σημαντικούς επαναστάτες και να τους εντάσσει στη  δική του πλευρά. Αυτό δηλαδή που συνέβη και στην Γαλλία -του Ντε Γκωλ- εκείνη την εποχή, όταν και βρέθηκαν πολλοί μπροστάρηδες της επανάστασης, στους απέναντι, και μάλιστα στον πυρήνα. Αλλά και πάλι: Έχει αποτύχει μια επανάσταση όταν συμβαίνει αυτό; H απάντηση είναι σίγουρα όχι. Πόσο μάλλον όταν 50 χρόνια μετά συζητάμε ακόμα γι’ αυτή και για τον τρόπο που έφερε τόσες πολλές αλλαγές στην κοινωνική στάση των περισσότερων ανθρώπων προς τον συνάνθρωπο, με τη λέξη ισότητα να κυριαρχεί παντού.

Το ποδόσφαιρο φυσικά και δεν θα μπορούσε να λείπει από όλο αυτό. Πόσο μάλλον όταν τα 2/3 του εργατικού δυναμικού ήταν σε απεργία και οι περισσότεροι φοιτητές ήταν ολημερίς στους δρόμους, απαιτώντας ένα καλύτερο κόσμο και ένα καλύτερο αύριο. Οι πρισσότεροι από αυτούς ήταν και οι άνθρωποι που γέμιζαν τα γήπεδα της εποχής κάθε αγωνιστική. Φυσικά και μιλάμε για τα εκρηκτικά 60s και για ένα κόσμο που κυριολεκτικά έβραζε σε κάθε γωνιά του. Ο πόλεμος του Βιετνάμ και οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις. Η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και το αντιρατσιστικό κίνημα. Η ανάπτυξη του γυναικείου κινήματος. Η δημιουργία των πρώτων εργατικών συμβουλίων στην Ιταλία και φυσικά η δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντυ. Γεγονότα που επισκίαζαν τα πάντα εκείνη την εποχή. Εκτός κι αν ζούσες στην Ελλάδα της χούντας.

Εκείνο τον Μάη του ’68 στο Παρίσι, ανάμεσα στα οδοφράγματα και τις οδομαχίες της Σορβόννης και ανάμεσα στα συνθήματα για ισότητα και ελευθερία, το ποδόσφαιρο ήθελε να αλλάξει κι αυτό. Κάπως έτσι, στις 22 Μαΐου, μια ένωση ποδοσφαιριστών από ομάδες του Παρισιού βγάζουν μια ανακοίνωση για να ελευθερώσουν το ποδόσφαιρο, μέσα απ’ τα δικά τους θέλω, βάζοντας πλάτη στους διαδηλωτές. Κύριο σύνθημά τους: To ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές. H ανακοίνωση τους απλή.

«Εμείς, οι ποδοσφαιριστές, που ανήκουμε σε διαφορετικές ομάδες της επικράτειας του Παρισιού, αποφασίσαμε να καταλάβουμε τα κεντρικά γραφεία της Γαλλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Όπως ακριβώς οι εργάτες καταλαμβάνουν τα εργοστάσιά τους και οι φοιτητές τις σχολές τους. Γιατί;

Για να επιστρέψουμε στους 600.000 ποδοσφαιριστές της Γαλλίας και στους χιλιάδες φίλους τους αυτό που τους ανήκει: το ποδόσφαιρο, το οποίο το καταλήστεψαν οι ποντίφικες της Ομοσπονδίας για να εξυπηρετήσουν τα εγωιστικά τους συμφέροντα ως κερδοσκόποι του αθλητισμού.

Τώρα είναι στο χέρι σας, ποδοσφαιριστές, γυμναστές, προπονητές μικρών ομάδων, αμέτρητοι φίλοι και οπαδοί του ποδοσφαίρου, φοιτητές και εργάτες, να διατηρήσετε την ποιότητα του αθλήματός σας· αρκεί να ενωθείτε μαζί μας ώστε:

– να απαιτήσουμε (μέσω δημοψηφίσματος των 600.000 ποδοσφαιριστών, που θα ελεγχθεί από τους ίδιους) την άμεση παύση των κερδοσκόπων του ποδοσφαίρου και όσων προσβάλλουν την υπόσταση των ποδοσφαιριστών.

– ν’ απελευθερώσουμε το ποδόσφαιρο από την κηδεμονία του χρήματος των ελεεινών ψευτο-ευεργετών του, που είναι η ρίζα όλης της σήψης του ποδοσφαίρου.

– να απαιτήσουμε από το κράτος τις επιδοτήσεις που παραχωρεί σε όλα τ’ άλλα αθλήματα και τις οποίες οι ποντίφικες της Ομοσπονδίας δε διεκδίκησαν ποτέ ή διεκδίκησαν για τις δικές τους τσέπες.

Για να παραμείνει το ποδόσφαιρο δικό σας, σας καλούμε να έρθετε χωρίς καθυστέρηση στα κεντρικά γραφεία της Ομοσπονδίας, η οποία έγινε ξανά στέγη σας, στον αριθμό 60 της λεωφόρου Ιενά στο Παρίσι.

Ενωμένοι, θα κάνουμε πάλι το ποδόσφαιρο αυτό που ποτέ δεν έπρεπε να σταματήσει να ’ναι – το άθλημα της χαράς, το άθλημα του αυριανού κόσμου, που όλοι οι εργάτες έχουν ξεκινήσει να χτίζουν. ΟΛΟΙ ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΙΕΝΑ 60!

Ποδοσφαιρική Επιτροπή Δράσης»

Η Γαλλία και ο κόσμος όντως άλλαξε. Όχι όμως για πολύ. Μέσα από αυτή την αυταπάτη τα νεανικά κινήματα συγκλόνισαν τον πλανήτη και σάρωσαν τις αντιδραστικές και συντηρητικές γραφειοκρατικές βεβαιότητες του παρελθόντος. Και πάλι όχι για πολύ. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Πωλ Σαρτρ επέστρεψε δυναμικά στο προσκήνιο και έγινε σημαία των κινημάτων του ’68, γράφοντας εκείνη την προκλητική (για πολλούς) και συνάμα προφητική (για περισσότερους) ατάκα στο περιοδικό Temps Modernes πως «Εκλογές, παγίδα για μαλάκες», όταν ο Ντε Γκωλ ανακοίνωσε τη διάλυση της Βουλής και προκήρυξε νέες εκλογές, μιας και ο Σαρτρ έβλεπε πως όλο αυτό μόνο χειρότερα μπορούσε να κάνει τα πράγματα. Και τα έκανε με την τεράστια άνοδο της δεξιάς τα επόμενα χρόνια. Τελικά εκείνη η επανάσταση τελείωσε αρκετά γρήγορα. Στις αρχές του καλοκαιριού. Ένα απ’ τα ωραιότερα συνθήματα άλλωστε του Μάη του ’68 ήταν εκείνο το «Κάτω απ’ τα τσιμέντα υπάρχει η παραλία» και κάπως έτσι οι περισσότεροι Γάλλοι ξεχύθηκαν να κάνουν τα μπάνια τους, φέρνοντας στο μυαλό μέρες του 1936, όταν καθιερώθηκαν δηλαδή, για πρώτη φορά στην Γαλλία, οι πληρωμένες διακοπές. Ήταν τότε που μεγάλη μερίδα των Γάλλων εργατών είδε για πρώτη φορά τη θάλασσα και έπαιξε ποδόσφαιρο στις παραλίες ανέμελα.

Αλλά και το ποδόσφαιρο πήγε με το ρεύμα και τη σιγουριά. Με το Γιούρο της Ιταλίας προ των πυλών, η εθνική Γαλλίας ταξίδεψε τελικά στο Βελιγράδι στις 24 Μαΐου -δύο μέρες μετά την ανακοίνωση-  για τη ρεβάνς του 1-1 του Παρισιού (προ επανάστασης) και γνώρισε την συντριβή με 5-1 από τους εκπληκτικούς Γιουγκοσλάβους (η διοργάνωση εκείνα τα χρόνια δεν είχε την μορφή των ημερών μας), αν και δεν υπήρξε και αρκετός κόσμος που να ασχολήθηκε φανατικά με εκείνη την αναμέτρηση, με το χάος που επικρατούσε στους δρόμους. To πρωτάθλημα της επόμενης σεζόν ξεκίνησε κανονικά και πάλι, με την Σεντ Ετιέν να το κατακτά δύσκολα απ’ τη Μπορντό, και κάπως έτσι όλα μπήκαν και πάλι στους κανονικούς (;) τους ρυθμούς. Στο πολιτικό κομμάτι, ο Σαρτρ προσεγγίζει την Ακροαριστερά και συναναστρέφεται με Μαοϊκούς τους οποίους και τελικά στηρίζει. Έρχεται σε ρήξη με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και φτάνει να δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα αναρχικός, και μάλιστα πολύ πριν το Μάη του ’68 (!).

Τελικά «Η φαντασία στην εξουσία» δεν ήρθε -όπως περίμενε η μεγαλύτερη μερίδα του κόσμου- και στη δική μας χώρα έμεινε απλά ως ένα υπέροχο τραγούδι που ερμήνευσε μοναδικά ο Παύλος Σιδηρόπουλος για να έχουν να θυμούνται και να μαθαίνουν οι νέες γενιές. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε στην Ελλάδα της χούντας δεν υπήρχε -σχεδόν- καμία πραγματική ενημέρωση γι’ αυτά που συνέβαιναν στο Παρίσι, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, που επαναστατούσε για καλύτερες μέρες. Για να καταλάβετε καλύτερα, κι ας ξεφεύγουμε από ποδοσφαιρικά θέματα: Στις 27 Μαΐου, όταν και κυκλοφορεί στο Παρίσι ο ύμνος της εξέγερσης του Ζακ Μπεριάκ «Α bas l’ etat policier» (Κάτω το αστυνομικό κράτος) που ακούγεται σε πολλές μεριές του πλανήτη, στην Ελλάδα τα ραδιόφωνα παίζουν όλη μέρα το τραγούδι «Οι γιεγιέδες» με ερμηνευτές τους Κώστα Ευσταθίου και Λίτσα Διαμάντη. Για τον Μάη του ’68 η Ελλάδα μαθαίνει από ανθρώπους που βρέθηκαν εκείνη την περίοδο στη Γαλλία και έζησαν τα γεγονότα, κυριολεκτικά στους δρόμους, όπως ο σπουδαίος σκηνοθέτης του Ζ (στην εξαιρετική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του βιβλίου του Βασιλικού) Κώστας Γαβράς. Στην Ελλάδα είχαμε να ασχοληθούμε με σοβαρότερα θέματα «ισότητας» όπως ο Νόμος 4000 και με τους Αναρχοκομμουνισταί – Δυναμιτισταί που άκουγαν ψυχεδελικό ροκ και είχαν μακριά μαλλιά και γι’ αυτό αποτελούσαν «απειλή» για την κοινωνία. Κάποτε είχα μια υπέροχη κουβέντα για το εν λόγω θέμα με τον Δημήτρη Πουλικάκο – όταν είχα παίξει μουσική πριν από κάποιο λάιβ της μπάντας του. Βέβαια ο αθλητισμός στη δική μας χώρα «ανθούσε» και ο κόσμος δεν είχε ξυπνήσει ακόμα με αυτό τον άρτο και θεάματα που του πρόσφερε το χουντικό καθεστώς.

Εν κατακλείδι. Επηρέασε ο Μάης του ’68 το ποδόσφαιρο; Εννοείται πως το επηρέασε μιας και ένωσε πολλές ομάδες για το κοινό καλό. Όπως ο Ευρωπαϊκός κινηματογράφος έγινε καλύτερος και πιο μοντέρνος μετά το ’68 και όπως οι άνθρωποι ήρθαν πιο κοντά στους δρόμους και τις κερκίδες για το κοινό καλό. Το ποδόσφαιρο άλλωστε θα βρίσκεται πάντα δίπλα σε κάθετι επαναστατικό και λαϊκό. Τελικά το ποδόσφαιρο έφτασε να ανήκει στους ποδοσφαιριστές; Εννοείται πως όχι. Το εντελώς αντίθετο για την ακρίβεια. Το ποδόσφαιρο έφτασε να ανήκει σε πολυεθνικές και σε ανθρώπους που το βλέπουν καθαρά ως μπίζνα και μηδενικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Δυστυχώς. Σαν αυτούς τους τραπεζικούς λογαριασμούς που είδαν να φουσκώνουν πολλοί από αυτούς που πρωτοστάτησαν σε εκείνη την επανάσταση και έγιναν αρκετά γρήγορα σημαντικά γρανάζια του συστήματος. «Στην επανάσταση υπάρχουν αυτοί που την κάνουν και αυτοί που επωφελούνται» έλεγε ένα απ’ τα πιο γνωστά συνθήματα τον Μάη του ’68. Πολλές φορές βέβαια επωφελούνται κι αυτοί που την κάνουν, μπαίνοντας όμως στην απέναντι -την αντίπαλη- πλευρά. Κάτι που συμβαίνει πολλάκις και στο ποδόσφαιρο. Δυστυχώς και πάλι.

Εθνική Βραζιλίας: Ψάχνοντας 16 χρόνια τον ηγέτη

  [4 Σχόλια]

Έχουν περάσει 16 χρόνια απ’ την τελευταία φορά που η εθνική Βραζιλίας κατακτούσε το Μουντιάλ. 16 ολόκληρα χρόνια γεμάτα πόνο και μερικές απ’ τις πιο ντροπιαστικές στιγμές στην ιστορία της τεράστιας αυτής ομάδας. Της κορυφαίας εθνικής ομάδας για μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού, κάτι που -αν ρωτάτε εμένα και περιμένετε απάντηση- δεν απέχει και αρκετά απ’ την πραγματικότητα. Στις 30 Ιουνίου του 2002 η σελεσάο, έχοντας ως μπροστάρη τον Ρονάλντο (τον κανονικό – το φαινόμενο), είχε επικρατήσει της σκληροτράχηλης Γερμανίας με 2-0 και είχε πανηγυρίσει το 5ο τρόπαιο της πλούσιας ιστορίας της. Από τότε επικρατεί ξηρασία και δεν υπάρχει ή δεν αχνοφαίνεται, για να τα λέμε κι όλα, και κάποια όαση για να δώσει μερικές σταγόνες ποδοσφαιρικής δροσιάς στους φίλους των Βραζιλιάνων. Είναι και πολλοί οι διψασμένοι (για τίτλους) από δαύτους.

Σε εκείνη την Βραζιλία  υπήρχαν τεράστιοι παίκτες όπως ο Ρονάλντο, ο Ριβάλντο, ο Ρομπέρτο Κάρλος, ο Καφού και  φυσικά ο -δικός μου λατρεμένος- Ροναλντίνιο. Παίκτες που ήταν κορυφαίοι στην θέση τους, σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά είχαν και το χάρισμα να αποτελούν παράλληλα και σπουδαίες ηγετικές μορφές για ένα ολόκληρο έθνος που ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο. Αρχηγοί και μπροστάρηδες σε κάθε πιθανή ποδοσφαιρική κακουχία και σε κάθε πιθανό θρίαμβο. Σε κάθε δύσκολη στιγμή μπορούσαν να βρουν τη λύση. Εκεί που η μπάλα έκαιγε και τα χρονικά περιθώρια στένευαν επικίνδυνα, αυτοί δήλωναν πάντα παρόν, παρασέρνωντας μάλιστα ολόκληρη την ομάδα σε κάτι καλό. Στη νίκη. Στην πρόκριση. Σε κάποιο μεγάλο τρόπαιο. Ακόμα και οι παίκτες που υστερούσαν σε ταλέντο μπροστά στους «μάγους» που προανέφερα, όπως ο Ζιλμπέρτο Σίλβα ή ο Λούσιο για παράδειγμα, είχαν αυτό το χάρισμα. Το χάρισμα του ηγέτη. Τέτοιος ήταν φυσικά και ο σπουδαίος αναπληρωματικός τερματοφύλακας εκείνης της ομάδας (και παίκτης σύμβολο για ένα ολόκληρο έθνος) ο Ροζέριο Σένι, που είχε αυτό το ηγετικό χάρισμα -όχι σε μεγάλο αλλά- σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό.

Από εκείνη την περίοδο του Μουντιάλ του 2002 μέχρι και τις μέρες μας, οι Βραζιλιάνοι μπορούν να καυχώνται για δύο μεγάλες στιγμές. Το Κόπα Αμέρικα του 2007, όταν κυριολεκτικά με μισή ομάδα διέλυσαν στον τελικό την πληρέστατη Αργεντινή με 3-0, και φυσικά το χρυσό μετάλλιο του 2016 στους Ολυμπιακούς αγώνες, στη δική τους χώρα, κατακτώντας μάλιστα και την μοναδική πρωτιά που έλειπε απ’ την συλλογή τους. Απ’ την άλλη, αν πρέπει να προβληματιστούν για κάτι όλο αυτό τον καιρό, αυτό δεν είναι άλλο απ’ το γεγονός πως όλα αυτά τα 16 χρόνια ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν το νέο ηγέτη που θα πάρει την ομάδα απ’ το χέρι, θα δώσει σιγουριά και έμπνευση στους συμπαίκτες του (και σε όλους τους απλούς θεατές) και θα οδηγήσει την ομάδα και πάλι στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αυτό δηλαδή που θέλει να κατακτά κάθε φίλος της ποδοσφαιρομάνας Βραζιλίας. Ας μην γελιόμαστε. Για τους Βραζιλιάνους δεν υπάρχει τίποτα λιγότερο απ’ την κορυφή του κόσμου. Κάτι σαν τους Άγγλους δηλαδή.

Παρακολουθώντας πολλά παιχνίδια της Βραζιλίας των τελευταίων ετών, ειλικρινά δεν μπορώ να βρω εύκολα (ή καθόλου) αυτό τον παίκτη. Σπάω το κεφάλι μου για να τα καταφέρω και πάλι τίποτα. Εξηγούμαι: δεν χρειάζεται αυτός ο παίκτης να είναι ο πιο ντελικάτος για να ηγηθεί. Αρκεί να έχει το χάρισμα. Για παράδειγμα: στην εθνική του ’94 που κατέκτησε το Μουντιάλ οι περισσότεροι θυμούνται το δίδυμο των Ρομάριο και Μπεμπέτο που αλώνιζαν στην επίθεση και όχι τον ισορροπιστή της μεσαίας γραμμής (και μεγάλο αρχηγό) Κάρλος Ντούνγκα. Λογικό θα μου πείτε, καθώς στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου του απλού θεατή αποθηκεύονται πιο εύκολα οι περίτεχνες ντρίμπλες και τα σπάνιας ομορφιάς τέρματα. Ο όγκος άλλωστε των πληροφοριών της εποχής μας είναι τεράστιος και είναι δύσκολο να βρεθεί ο απαιτούμενος χώρος για κάτι εκτός του αποτελέσματος ή των γκολ. Απ’ την άλλη, δεν υπάρχει και κάποιο μέσο που να μπορεί να μας δείξει τα ψυχικά αποθέματα κάθε παίκτη ή να μετρήσει τον βαθμό έμπνευσης κάποιου αθλητή προς τους συμπαίκτες του. Αν υπήρχε κάτι τέτοιο, φυσικά και παίκτες όπως ο Ντούνγκα θα είχαν σπάσει, ή μηδενίσει, όλα τα κοντέρ. Πιο πρόσφατο -και καλύτερο- παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης ποδοσφαιριστή δεν είναι άλλο από τον Χαβιέ Μασκεράνο στο Μουντιάλ του ’14.

Οι μεγάλες ερωτήσεις που βασανίζουν τους περισσότερους φίλους της σελεσάο, τα τελευταία χρόνια, είναι αν θα καταφέρει επιτέλους ο Νεϊμάρ να ηγηθεί της εθνικής και φυσικά, αν θα μπορέσουν να σταθούν δίπλα του παίκτες όπως ο Ζεσούς και ο Φερναντίνιο της Σίτι, ο Κουτίνιο της Μπαρτσελόνα, ο Φιρμίνο της Λίβερπουλ και φυσικά ο σπουδαιότερος όλων αυτών, ο Μαρσέλο της Ρεάλ Μαδρίτης, ως άξιοι «στρατιώτες» δίπλα στον «βασιλιά». Όλοι οι παραπάνω φαντάζουν (και είναι), αυτή τη στιγμή, τα μεγάλα ονόματα και τα βαριά χαρτιά που πάνω τους θα στηριχθεί η Βραζιλία. Απ’ την άλλη, οι επικριτές και πολέμιοι της ομάδας (που είναι και πάρα πολλοί) θεωρούν πως όλοι οι παραπάνω φαντάζουν υπερβολικά λίγοι για να το καταφέρουν, αντιπαραθέτοντας μάλιστα πως απ’ τη στιγμή που δεν κατάφεραν ποτέ να εξελιχθούν σε ηγέτες για τη σελεσάο παίκτες όπως ο Κακά και ο Αντριάνο, δεν είναι δυνατόν να το καταφέρουν αυτό οι παίκτες της εποχής μας. Άδικo πάντως δεν μπορεί να ρίξει κανένας σε κάποιον που έχει αυτό -ή παρόμοιο- σκεπτικό, κρίνοντας πάντα εκ του αποτελέσματος όλα αυτά τα 16 αυτά χρόνια. Και εδώ γεννάται ένα άλλο ερώτημα, επίσης δύσκολο στο να βρει απάντηση. Γιατί συμβαίνει όλο αυτό απ’ τη στιγμή που το ταλέντο υπάρχει, και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό, για τους περισσότερους Βραζιλιάνους;

Ίσως παίζει σημαντικό παράγοντα σε όλο αυτό η γρήγορη μετάβαση απ’ την ελευθερία και την ανεμελιά που χαρακτηρίζει το ποδόσφαιρο της Βραζιλίας, στα πολλά χρήματα, τον ακραίο επαγγελματισμό και φυσικά το life style του ποδοσφαίρου των ημερών μας, στην δική μας ήπειρο. Ένα ποδόσφαιρο αποστειρωμένο στα όρια του ακραίου επαγγελματισμού που ίσως δεν ταιριάζει τόσο με την ιδιοσυγκρασία του Βραζιλιάνου παίκτη, αλλάζοντάς τον προς το χειρότερο και στερώντας του ίσως αυτό το ηγετικό χάρισμα. Αυτή η νέα τάξη πραγμάτων έχει διαβρώσει αρκετά το λάτιν στοιχείο και  κατ’ επέκταση το Βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο, μιας και στο μυαλό των περισσότερων νέων ποδοσφαιριστών της χώρας του καφέ (ήθελα να το γράψω αυτό το κλισέ) ο πρωταρχικός πλέον στόχος είναι να αφήσουν την πατρίδα και να βρουν μια ομάδα στην Ευρώπη που θα τους κάνει αυτομάτως σούπερ σταρ και θα τους χαρίσει μια άνετη ζωή με εκατομμύρια followers στην αστεία ζωή των social media. Αυτό το τελευταίο με την κακή επιρροή των social media και το villain attitude το συναντάμε δυστυχώς ακόμα και στα τοπικά πρωταθλήματα της χώρας μας. Πόσο μάλλον στους παγκόσμιας εμβέλειας σούπερ σταρ σε κορυφαία πρωταθλήματα όπως το ισπανικό και το αγγλικό.

Μέχρι πριν αρκετά χρόνια πολλούς Βραζιλιάνους ντελικάτους παίκτες η μεγαλύτερη μερίδα του φίλαθλου ποδοσφαιρικού κοινού τους άκουγε (και τους μάθαινε απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη) για πρώτη φορά στα Παγκόσμια Κύπελλα. Εκεί δηλαδή που μάτωναν για τη φανέλα. Προσπαθώντας να κερδίσουν πρώτα το τρόπαιο και μέσω αυτού κάποιο καλύτερο συμβόλαιο -κυρίως- σε ομάδα της Ευρώπης, ξεφεύγοντας απ’ την φτώχεια της χώρας τους. Στις μέρες μας όλο αυτό έχει αλλάξει. Δυστυχώς για τους περισσότερους νεαρούς Βραζιλιάνους, που αγωνίζονται στην Ευρώπη και σε κορυφαία κλαμπ, η εθνική δείχνει να μην αποτελεί προτεραιότητα. Η προτεραιότητα είναι φυσικά οι χορηγοί και τα μυθικά συμβόλαια. Μέσα από αυτή τη λογική ίσως μπορεί να απαντηθεί, πιο εύκολα, γιατί δεν υπάρχουν πλέον πραγματικοί ηγέτες στη σελεσάο.  Μέχρι να βρεθεί και πάλι ένας πραγματικός ηγέτης για την εθνική Βραζιλίας, που θα χαρίζει κυρίως έμπνευση σε όλους, την μπαγκέτα και αυτό το ρόλο θα τα έχει ο Νεϊμάρ. Κάτι που (και) στα δικά μου μάτια δεν φαντάζει ούτε η σωστότερη αλλά ούτε και η σοφότερη επιλογή. Τα υπόλοιπα στο γήπεδο. Ο Ιούνιος είναι πολύ κοντά άλλωστε.

Όταν δάκρυσε ο Γκάζα

  [3 Σχόλια]

Στις 19 Ιουνίου (σε λιγότερο από δύο μήνες δηλαδή) αρχίζει το Μουντιάλ. Κανονικά αρχίζει 5 μέρες νωρίτερα αλλά για εμένα το Μουντιάλ αρχίζει πάντα τη μέρα που ρίχνεται στη μάχη η εθνική Αγγλίας. Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, το φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο αρχίζει με τη μάχη των Άγγλων κόντρα στο μεγαθήριο με το όνομα Τυνησία. Δεν θέλω γέλια και ειρωνείες. Μετά το 1966 και την κατάκτηση του παγκοσμίου κυπέλλου η Εθνική Αγγλίας δεν έχει φτάσει σε κάποια πρωτιά σε παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό κύπελλο. Σε δύο περιπτώσεις έφτασε μάλιστα πολύ κοντά αλλά η Γερμανία και τα πέναλτι της στέρησαν αυτή τη χαρά. Το Γιούρο του 1996 στην Αγγλία και φυσικά το Μουντιάλ της Ιταλίας του 1990 είναι δύο διοργανώσεις που πόνεσαν -και συνεχίζουν να πονάνε- πολύ τους Άγγλους αλλά και όλους εμάς τους αληθινούς φίλους των «τριών λιονταριών». Με το Μουντιάλ του ’90 και τον αγαπημένο Άγγλο του El Sombrero, τον Πολ Γκασκόιν, θα ασχοληθώ σήμερα και καλά θα κάνετε να διαβάσετε αυτό εδώ το κείμενο. Δεν τα γράφω άλλωστε για ‘μένα, ούτε για να τσακώνομαι με τον Ramon στο twitter.

Οι Άγγλοι ταξίδεψαν στην Ιταλία με προπονητή τον Σερ Μπόμπι Ρόμπσον και ίσως το πληρέστερο ρόστερ που είχαν ποτέ μετά το ’66. Οι νεότεροι ίσως διαβάσουν ονόματα που δεν θα τους θυμίσουν τίποτα, οι παλιότεροι όμως λογικά θα νιώσουν το ρίγος της συγκίνησης να τους διαπερνά την ραχοκοκαλιά. Στο τέρμα υπήρχε ο Πίτερ Σίλτον. Στην άμυνα ο Τέρι Μπούτσερ και ο Μαρκ Ράιτ. O ψυχάκιας Στιούαρτ Πιρς και ο Γκάρι Στίβενς στα άκρα της άμυνας. Στο κέντρο υπήρχαν μύθοι όπως ο Μπράιαν Ρόμπσον, o Ντέιβιντ Πλατ, o σέξι Κρις Γουόντλ, ο Τζον Μπαρνς και ο Νιλ Γουέμπ και στην επίθεση οι φονιάδες Γκάρι Λίνεκερ, Στιβ Μπουλ και φυσικά ο Πίτερ Μπίρντσλεϊ. Αστέρι της ομάδας ο ποιοτικότερος παίκτης που έχουν βγάλει οι Άγγλοι τα τελευταία 30 χρόνια. Φυσικά και μιλάω για τον τρισμέγιστο Πολ Γκασκόιν. O όμιλος με Ολλανδία, Ιρλανδία και Αίγυπτο φυσικά και δεν ήταν εύκολος αλλά τα «λιοντάρια» κατάφεραν και πήραν την πρωτιά χάρις στη μοναδική νίκη που έγινε στον όμιλο. Εκείνο το 1-0 απέναντι στην Αίγυπτο (με το γκολ του Ράιτ) έστειλε τους Άγγλους στους τέσσερις βαθμούς, αφήνοντας τους σπουδαίους Ολλανδούς στη δεύτερη θέση. Κάπως έτσι στη φάση των «16» η Αγγλία θα αντιμετώπιζε το Βέλγιο έχοντας τον τίτλο του φαβορί. Στην Αγγλία το τρόπαιο είχε ήδη βαφτεί στα χρώματα της Βρετανίας.

O Γκάζα ήταν η ατραξιόν εκείνης της Αγγλίας και ένας από τους ήρωες ολόκληρου του Μουντιάλ. Ο μέσος από το εργατικό Ντάνστον ήταν ο παίκτης που ανέβαζε επίπεδο τα «λιοντάρια» με τις περίτεχνές του ενέργειες και φυσικά με τα ηγετικά του χαρίσματα και έστρεφε -όπως ήταν λογικό- πάνω του όλα τα βλέμματα. Όταν μάλιστα οι Άγγλοι έχασαν με τραυματισμό στην φάση των ομίλων τον αρχηγό τους, Μπράιαν Ρόμπσον, ο Γκασκόιν ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα πως έπρεπε να ανεβάσει ακόμα περισσότερο την απόδοσή του. Ακόμα πιο πολύ το πάθος του. Όσο περισσότερο μπορούσε να βρει κι άλλες δυνάμεις. Ψυχικές αλλά και σωματικές. Και τα κατάφερε. Όταν ήθελε άλλωστε ο Γκάζα ήταν ένας ανάμεσα στους κορυφαίους -όχι της Αγγλίας αλλά ολόκληρου του πλανήτη. Μετά το 1-0 με το Βέλγιο στην παράταση και το 3-2 με το μαχητικό Καμερούν και πάλι στην παράταση, οι Άγγλοι θα αντιμετώπιζαν τους Γερμανούς στα ημιτελικά με φόντο τον τελικό της Ρώμης.

Τα πάντσερ είχαν στις τάξεις τους σπουδαίους ποδοσφαιριστές όπως ο Αντρέας Μπρέμε, o Γιούργκεν Κλίνσμαν, o Ρούντι Φέλερ και φυσικά ο Λόταρ Ματέους (όλοι τους αγωνίζονταν μάλιστα στο Καμπιονάτο), με προπονητή έναν εκ των μεγαλύτερων εγκεφάλων που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Τον σπουδαίο Φρανζ Μπεκεμπάουερ. Οι Γερμανοί απείλησαν πρώτοι με τον Όλαφ Θον και είχαν τον έλεγχο του αγώνα στα πρώτα λεπτά αλλά οι Άγγλοι βρήκαν τον τρόπο να φέρουν το παιχνίδι στα δικά τους μέτρα δείχνοντας μάλιστα ικανοί για το καλύτερο. Αυτό δεν συνέβη -πως θα μπορούσαν να κάνουν οι Άγγλοι το «καλύτερο»άλλωστε;- και οι Γερμανοί άνοιξαν το σκορ στο 60′ με τον Μπρέμε. O παίκτης της Ίντερ εκτέλεσε φάουλ. Η μπάλα άλλαξε πορεία, αφού βρήκε σε σώμα παίκτη των Άγγλων, και κρέμασε τον Σίλτον σε μια χαρακτηριστική στιγμή αγγλικής γκαντεμιάς από αυτές που βλέπουμε για 28 σερί χρόνια. Οι Άγγλοι πάντως δεν λύγισαν και βρήκαν τα ψυχικά αποθέματα για να αντιδράσουν.

Άντεξαν στην πίεση των Γερμανών για δεύτερο γκολ και χτύπησαν με τον παραδοσιακό βρετανικό τρόπο στο 80. Αφού κυκλοφόρησαν τη μπάλα και πάγωσαν τον ρυθμό, ο Πολ Πάρκερ σέντραρε για τον Λίνεκερ που είχε χωθεί ανάμεσα στους στόπερ των Γερμανών ψάχνοντας εκείνη την μισή ευκαιρία για να σκοράρει. Και την βρήκε. Αυτοί δεν έδιωξαν σωστά και ο Λίνεκερ με διαγώνιο αριστερό σουτ έγραψε το 1-1. Πανζουρλισμός. Χαμός. Το πήραμε. Κανείς δεν λογάριαζε πως απλά ήταν ο ημιτελικός και το σκορ ήταν απλά στην ισοπαλία. Στην παράταση δεν άλλαξε κάτι, με μοναδικό σημαντικό γεγονός την κίτρινη κάρτα που δέχθηκε ο Γκασκόιν στο 98′ για ένα χαζό φάουλ. Με αυτή την κάρτα μάλιστα ο ηγέτης των Άγγλων δεν θα είχε δικαίωμα στον τελικό, αν φυσικά η ομάδα του περνούσε. Αυτό δυστυχώς δεν συνέβη μιας και στη διαδικασία των πέναλτι οι Άγγλοι ηττήθηκαν με 4-3. Ο Πιρς και ο Γουόντλ αστόχησαν στα δύο τελευταία πέναλτι και στέρησαν απ’ την ομάδα τους την παρουσία στο μεγάλο τελικό κόντρα στην Αργεντινή του Μαραντόνα. Ο Γκάζα, που έκλαιγε εδώ και αρκετά λεπτά, δεν άντεξε και λύγισε χαρίζοντάς μας μια μοναδικά ανθρώπινη στιγμή από αυτές που σε παρασέρνουν να βουρκώσεις μαζί τους.

Τα δάκρυα του Γκάζα αλλά και ο τρόπος που έδειξε τη φανέλα στο κοινό των Άγγλων, φιλώντας το εθνόσημο, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες εκείνης της διοργάνωσης. Ο κόσμος ίσως να θυμάται εκείνες τις στιγμές περισσότερο κι από τις ντρίμπλες και τα μαγικά του σπουδαίου ποδοσφαιριστή ή τον τελικό ανάμεσα στην Αργεντινή και την Γερμανία. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε και η κατάρα των Άγγλων στη διαδικασία των πέναλτι όπως και ο έρωτας του κοινού της Ιταλίας και φυσικά της Ρώμης με τον σπουδαίο Άγγλο μέσο. Το 1992 η Λάτσιο θα κάνει δικό της τον παίκτη για 5μίση εκατομμύρια λίρες αλλά ο Πολ Γκασκόιν δεν θα κάνει σπουδαίες εμφανίσεις στo, κορυφαίο εκείνα τα χρόνια, ιταλικό πρωτάθλημα.

Έξι χρόνια αργότερα (και αφού είχε βρει και πάλι τη φόρμα του στους Ρέιντζερς της Γλασκόβης), είχε τη χαρά να εκπροσωπήσει τη χώρα του -μπροστά στο κοινό της- για το Γιούρο. Και τότε μας μάγεψε. Και τότε μας χάρισε μοναδικές ποδοσφαιρικές στιγμές και συγκινήσεις. Και τότε αποκλείστηκε από τους Γερμανούς και πάλι στα ημιτελικά. Και πάλι στα πέναλτι. Η ίδια δακρύβρεχτη ιστορία γραφόταν και πάλι με τα ίδια «θύματα». Οι ίδιες γκαντέμικες στιγμές περνούσαν μπροστά μας και πάλι σαν κακόγουστο φιλμ σε κάποιο θερινό σινεμά. Ένα πάντρεμα νέων και παλαιότερων τραγικών ηρώων με το ίδιο ακριβώς τέλος και τον Γκάρι Λίνεκερ να μονολογεί απογοητευμένος το κορυφαίο απόφθεγμα της ζωής του και της καριέρας του.

Όταν οι φανέλες απέκτησαν αριθμούς

  [1 Σχόλιο]

«Τα νούμερα στις φανέλες των παικτών είναι κάτι αστείο και αχρείαστο. Στα μάτια μου κάνουν τους παίκτες να μοιάζουν σαν αναβάτες αλόγων κούρσας. Ειλικρινά όλο αυτό είναι κάτι εντελώς εκτός ποδοσφαίρου». Αυτή η φράση δεν ανήκει σε κάποιον που δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με το ποδόσφαιρο και το ζούσε ως ένας απλός παρατηρητής, αλλά στον Σίντνεϊ Κινγκ. Τον σπουδαίο προπονητή της Γουέστ Χαμ στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και έναν άνθρωπο που θεωρείται -και φυσικά ανήκει- στις μεγάλες μορφές του αγγλικού ποδοσφαίρου εκείνης της πρώιμης περιόδου. Απ’ την άλλη βέβαια, κανένας δεν μπορεί να του ρίξει άδικο γι’ αυτή του την δήλωση σε εκείνο το χρονικό σημείο, όσο κι αν ακούγεται αστεία και αφελής στα δικά μας σημερινά αυτιά, μιας και κάθετί καινοτόμο -σε μια εμβρυακή εποχή για το άθλημα- δεν θα μπορούσε να μην αντιμετωπιστεί με καχυποψία, ακόμα και χλευασμό.

Τα ίδια πάνω-κάτω πίστευαν και αρκετοί από αυτούς που ασχολούνταν επαγγελματικά με ποδοσφαιρικές ομάδες ως προπονητές ή ήταν διοικητικά μέλη της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αγγλίας. Ενός οργανισμού δηλαδή που μπορεί να μετρούσε πολλά χρόνια ζωής και να θεωρούνταν αρκετά μπροστά από την εποχή του -σε σχέση με το ποδόσφαιρο άλλων χωρών- αλλά αποδεδειγμένα, είχε πάρα πολλά να μάθει ακόμα για να φτάσει να θεωρείται ως ένας άρτιος αθλητικός οργανισμός που προσφέρει στον θεατή το καλύτερο δυνατό προϊόν. Φυσικά και τα νούμερα στις φανέλες -σε μια εποχή που δεν ήταν καθόλου εύκολος ο τρόπος να διακρίνεις και να γνωρίζεις ανά πάσα στιγμή ποιος είναι ποιος- θα μπορούσαν να βελτιώσουν άμεσα το παιχνίδι έτσι ώστε ο θεατής, αλλά ακόμα και οι προπονητές, και φυσικά οι ποδοσφαιριστές να γνωρίζουν καλύτερα τις θέσεις των συμπαικτών τους, και να κατανοούν καλύτερα την κάθε κίνηση και φυσικά το κάθε σύστημα. Άλλωστε δεν υπήρχαν και πολλά συστήματα εκείνη την περίοδο.

Ένας από τους πρωτοπόρους σε όλο αυτό το εγχείρημα και υποστηρικτής της αρίθμησης στις φανέλες δεν ήταν άλλος από το θρυλικό Άγγλο προπονητή Χέρμπερτ Τσάπμαν. «Δεν μπορώ να βρω κάτι που να χαρακτηρίζει αυτή την ιδέα ως κάτι διαφορετικό από χρήσιμη και όσο κι αν η μετάβαση θα είναι δύσκολη, προσωπικά την βρίσκω απαραίτητη». Με αυτή του την φράση ο σπουδαίος πρώην προπονητής της Χάντερσφιλτ (και αναμορφωτής της Άρσεναλ εκείνα τα χρόνια) έβαζε το πρώτο λιθαράκι για να αλλάξει όλο αυτό προς το καλύτερο και συνάμα άνοιγε μια μεγάλη κόντρα με πολέμιους αυτής της νέας ιδέας όπως ο Σίντνεϊ Κινγκ αλλά ο προπονητής της Τότεναμ εκείνα τα χρόνια Μπίλι Μάιντερ. Φυσικά το μεγαλύτερο «κακό» το έκαναν αρκετοί κουστουμάτοι που δούλευαν για την FA χωρίς φυσικά να έχουν καμία σχέση με το άθλημα. Άνθρωποι που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να συζητήσουν για το θέμα. Αυτοί, όπως πάντα, είναι οι χειρότεροι απ’ όλους και τους συναντάς δυστυχώς παντού.

Προσπάθειες για να επισημοποιηθούν τα νούμερα στις φανέλες των ομάδων είχαν αρχίσει να γίνονται δειλά-δειλά, αλλά στο τέλος -και χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος- πάντα έμπαινε φρένο στη νέα αυτή ιδέα. Η Άρσεναλ αλλά και η Τσελσι είχαν κάνει την αρχή και είχαν αγωνιστεί με νούμερα στις φανέλες τους σε μερικά παιχνίδια πρωταθλήματος, με την FA όμως να τις απειλεί με τιμωρία αν συνέχιζαν να αγωνίζονται έχοντας αριθμημένες φανέλες. Οι «μπλε» μάλιστα ήταν η πρώτη ομάδα που είχε φορέσει φανέλες με αριθμούς σε μια περιοδεία φιλικών αγώνων που είχε πραγματοποιήσει το 1929 στην Βραζιλία, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές από τον Τύπο της χώρας του καφέ (και για τις φανέλες αλλά και για την απόδοσή της) αλλά και από διορατικούς αθλητικούς ρεπόρτερ της Βρετανίας, όπως ο σπουδαίος Τζέιμς Κάτον, που είχε αποθεώσει αυτή την κίνηση -αλλά και το ποδόσφαιρο που παρουσίαζε η ομάδα- στην εβδομαδιαία αθλητική εφημερίδα του Μάντσεστερ, Athletic News. Το σπουδαίο άρθρο που είχε υπογράψει ο Κάτον είχε θεωρηθεί κομβικής σημασίας, μιας και ο ίδιος ζούσε το ποδόσφαιρο στην Αγγλία από τη γέννησή του, και η άποψή του όπως ήταν λογικό είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Για την ιστορία, ο Κάτον ήταν αυτός που είχε δώσει στην Πρέστον το προσωνύμιο Invicibles για το αήττητο νταμπλ του 1889, με τις ιδέες και τις απόψεις του να θεωρούνται, δικαίως, πολλά έτη μπροστά από την εποχή τους.

Το παιχνίδι που άλλαξε τη στάση της FA πάνω στο συγκεκριμένο θέμα δεν ήταν άλλο από τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας, τον Απρίλιο του 1933, ανάμεσα στην Έβερτον και την Μάντσεστερ Σίτι στο Γουέμπλεϊ. Στην ίδια διοργάνωση είχε επιτραπεί λίγο καιρό νωρίτερα και στην Τότεναμ να φορέσει αριθμημένες φανέλες, σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Γουότφορντ. Σε εκείνον τον τελικό οι παίκτες της Έβερτον είχαν φορέσει νούμερα από το 1 ως το 11 και οι παίκτες της Σίτι από το 12 ως το 22, με τον τερματοφύλακα της Σίτι, Λεν Λάνγκφορντ, όμως να μην φοράει το 12, όπως απαιτούσε ο κανονισμός, αλλά το 22. Φυσικά και η FA δεν είχε δει με καθόλου καλό μάτι αυτή την «μικρή επανάσταση» του Άγγλου κήπερ, μιας και μετέφρασε αυτή την κίνηση, και ενδεχομένως ανάλογες περιπτώσεις «ανυπακοής», ως κάτι εντελώς εκτός της αγγλικής πραγματικότητας και της συντηρητικής κοινωνίας της εποχής. Κοινώς, «δεν μπορούσε να κάνει ο καθένας του κεφαλιού του». Στο καθαρά αγωνιστικό κομμάτι η Έβερτον, έχοντας ως παίκτη-προπονητή τον θρυλικό Ντίξι Ντιν, είχε επικρατήσει της Μάντσεστερ Σίτι με 3-0 και είχε κατακτήσει το δεύτερο κύπελλο της ιστορίας της μπροστά σε 90.000 κόσμο, με τις αριθμημένες φανέλες όμως να κλέβουν την παράσταση εκείνης της αναμέτρησης.

Το νερό μπορεί να είχε μπει στο αυλάκι αλλά για τα επόμενα 4 χρόνια τα νούμερα στις φανέλες δεν είχαν επισημοποιηθεί ακόμα από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αγγλίας, αν και πλέον ήταν φανερό πως η κατάσταση είχε αρχίζει να αλλάζει. Αυτό έγινε τελικά το 1939, στην έναρξη μιας σεζόν που διεκόπη λόγω του Παγκοσμίου Πολέμου, και ενώ η εθνική ομάδα είχε βάλει νούμερα στις φανέλες δύο χρόνια νωρίτερα σε αρκετές φιλικές αναμετρήσεις. Δυστυχώς τόσο ο Χέρμπερτ Τσάπμαν όσο και ο Τζέιμς Κάτον, δύο από τους μπροστάρηδες σε όλο αυτό το εγχείρημα, δεν πρόλαβαν να δουν την επισημοποίηση των αριθμών στις φανέλες μιας και είχαν αφήσει αυτόν εδώ τον κόσμο λίγα χρόνια νωρίτερα, στα μέσα των 30s.

Στην πορεία -και αφού ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει- η ΦΙΦΑ ενδίδει και αυτή, και δίνει στις ομάδες του Μουντιάλ του ’50 τη δυνατότητα να έχουν νούμερα στις φανέλες τους για πρώτη φορά. Πλέον ήταν γεγονός. Το ποδόσφαιρο είχε αλλάξει και είχε εκμοντερνοποιηθεί τόσο πολύ που πλέον δεν ήταν τίποτα περίεργο για κανένα. Όταν μάλιστα ο πλανήτης είδε την Αγγλία να κερδίζει την Ελβετία στο Μουντιάλ του ’54 με 2-0, έχοντας σκόρερ όχι κάποιους που φορούσαν το 9, το 10 ή το 11, αλλά παίκτες που φορούσαν το 17 και το 15, όλοι κατάλαβαν πως απλά μιλάμε για αριθμούς και τίποτα περισσότερο. Για την ιστορία. Οι δύο πρωτοπόροι παίκτες ήταν ο Τζίμι Μιούλεν και ο Ντένις Γουίλσοου. Συμπαίκτες στην σπουδαία Γουλβς εκείνων των ετών. Την ομάδα δηλαδή που είχε αρχηγό και ηγέτη τον σπουδαίο Μπίλι Ράιτ. Τον άνθρωπο δηλαδή που έφτασε πρώτος τις 100 συμμετοχές για τα ‘Τρία Λιοντάρια και τον παίκτη που καθιέρωσε το νούμερο 4 ως αριθμό του αμυντικού μέσου στο αγγλικό ποδόσφαιρο.

Σομπρεροανάλυση: Οι προημιτελικοί του Τσάμπιονς Λιγκ

  [5 Σχόλια]

To Τσάμπιονς Λιγκ είναι η μοναδική ποδοσφαιρική διασυλλογική διοργάνωση που όλοι λατρεύουν και ασχολούνται μαζί της. Αυτό είναι γνωστό και δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Αν δεν το ξέρεις αυτό τότε μάλλον βρίσκεσαι από λάθος σε αυτή εδώ την σελίδα. Στις 3 και 4 Απριλίου, διεξάγεται η πρώτη φάση των προημιτελικών, με την κληρωτίδα (όπως πάντα σε αυτή τη φάση) να έχει τρελά κέφια. Η Ρεάλ Μαδρίτης θα βρει απέναντί της την Γιουβέντους. Η Μάντσεστερ Σίτι θα κοντραριστεί με την Λίβερπουλ, στον μοναδικό εμφύλιο αυτής της φάσης. Η Μπάγερν Μονάχου θα αποκλείσει -εύκολα ή δύσκολα- την Σεβίλλη. Και τέλος η Μπαρτσελόνα θα μονομαχήσει -και θα αποκλείσει- την Ρόμα του Κώστα του Μανωλά. Κάπως έτσι αποφάσισα να γράψω μερικά πραγματάκια γι’ αυτά τα τέσσερα ποδοσφαιρικά ζευγάρια. Ζευγάρια που αναμένεται να μας χαρίσουν μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις.

Λίβερπουλ – Μάντσεστερ Σίτι

Ως λάτρης της Πρέμιερ Λιγκ που σέβεται τον εαυτό του δεν θα μπορούσα να μην αρχίσω από αυτό το ζευγάρι. Ως φίλος της Λίβερπουλ απ’ την άλλη, δεν ήθελα τους «πολίτες» απέναντι στην ομάδα που λατρεύω. Το δηλώνω και δεν ντρέπομαι καθόλου γι’ αυτό. Για την ομάδα του Γκουαρδιόλα τα έχουμε γράψει αρκετές φορές και πλέον δε νομίζω να υπάρχει κάτι νέο να περιμένουμε από δαύτη (ή μήπως υπάρχει;). Είναι με διαφορά η καλύτερη ομάδα στην Ευρώπη, παρουσιάζοντας εξαιρετικό ποδόσφαιρο και θεωρείται από μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού ως το φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου. Αν υπάρχει κάτι που ίσως μπορεί να εξελιχθεί σε τροχοπέδη σε όλα αυτά για την πρόκριση, αυτό δεν είναι άλλο από την απειρία των περισσότερων παικτών της (σε αυτό το επίπεδο) και φυσικά το ανεμικό βάρος που ζυγίζει η φανέλα της. Αυτό το «περί ανεμικού βάρους φανέλας» το είδαμε πρόσφατα και στην ρεβάνς του Γουέμπλεϊ. Εκεί δηλαδή που τα «παιδάκια» της Τότεναμ δεν άντεξαν και λύγισαν απέναντι στους «άντρες» που φορούσαν την βαριά φανέλα της Γιούβε. Κι ας ήταν καλύτεροι. Μόνο που πλέον και στη Λίβερπουλ δεν υπάρχουν οι παίκτες με αυτή την εμπειρία από μεγάλα παιχνίδια.

Όσοι θεωρούν πως η τεράστια φανέλα της Λίβερπουλ μπορεί να κερδίσει από μόνη της τον «Γαλαξία Αστέρων» της Σίτι ειλικρινά κάνουν μεγάλο λάθος. Ο Κλοπ έχει νοικοκυρέψει σίγουρα την ομάδα (σε όλες τις γραμμές), παρουσιάζει ελκυστικό -και σύγχρονο- ποδόσφαιρο και διαθέτει τον εκτροχιασμένο Μο Σαλάχ, αλλά αυτά δεν αρκούν από μόνα τους για να αποκλείσει την Σίτι σε διπλά παιχνίδια. Οι «κόκκινοι» έχουν σίγουρα το παράσημο πως είναι η πρώτη ομάδα που κέρδισε φέτος την αρμάδα του Πεπ, και πως αυτό το έκανε δημιουργώντας ποδόσφαιρο και όχι καταστρέφοντας, αλλά επιμένω πως αυτό δεν αρκεί μιας και θα πρέπει να «καταστρέψει» κιόλας έναν αντίπαλο που διαθέτει μεγαλύτερη κλάση και ποιότητα για να προκριθεί. Αν ο Κλοπ βρει τον τρόπο να το κάνει αυτό τότε -και μόνο τότε- η Λίβερπουλ θα έχει σοβαρές πιθανότητες για να φτάσει στα ημιτελικά. Το καλό είναι πως οι «σκοτεινές» εποχές της Λίβερπουλ δείχνουν να αποτελούν παρελθόν αλλά δεν θεωρώ πως έχει φτάσει ακόμα ο καιρός της απόλυτης εξύψωσης απ’ το έρεβος της χρόνιας πτώσης.

Μπαρτσελόνα – Ρόμα

Όσο κι αν το ποδόσφαιρο είναι απρόβλεπτο και σε νοκ-άουτ φάσεις όλοι έχουν δικαίωμα στην ελπίδα και στο όνειρο σε αυτό το ζευγάρι δεν μπορώ να βρω κανένα παραμύθι. Όσο κι αν θα ήθελα να βρω κάτι τέτοιο. Οι Καταλανοί μπορεί να μην βρίσκονται στα καλύτερά τους -κάτι που το είδαμε και κόντρα στην Τσέλσι- αλλά αυτό δεν παίζει σημαντικό ρόλο για την υπόθεση της πρόκρισης απέναντι στους Ιταλούς. Απ’ την άλλη, με τον Βαλβέρδε στον πάγκο η Μπάρτσα είναι πλέον μια εντελώς διαφορετική ομάδα και αυτό είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ακόμα και από κάποιον που δεν βλέπει όλα της τα παιχνίδια. Με άλλο στυλ -και αλλαγμένο σύστημα- αλλά με την ποιότητα, που σε συνδυασμό με την εμπειρία των παικτών της, την οδηγούν σε ένα νέο μονοπάτι κυνικού ποδοσφαίρου, με ηγέτη και μπροστάρη σε όλο αυτό -ποιον άλλο;- τον Μέσι, ίσως στην πιο «επαγγελματική» σεζόν της καριέρας του. Μέχρι την επόμενη φυσικά, μιας και με το χρόνο δεν μπορεί να τα βάλει κανείς.

Απ’ την άλλη, θέλω πολύ να δω τον Μανωλά στην πιο επικίνδυνη αποστολή της έως τώρα καριέρας του, ως «Ράσελ Κρόου – Μονομάχος» απέναντι στην πιο επικίνδυνη συμμορία δολοφονικών κοντών του πλανήτη και κάτι μου λέει πως αυτή η αποστολή θα κρύβει πολλές παγίδες. Ευελπιστώ να κάνω λάθος μιας και τον Κωστάκη τον συμπαθώ και μου αρέσει που ηγείται στην άμυνα μιας τόσο καλής ομάδας. O κήπερ της Ρόμα Άλισον, μετά τα όργια που έκανε απέναντι στην Σαχτάρ περνάει πλέον στην επόμενη «πίστα», με τα κέρματα όμως που υπάρχουν διαθέσιμα να είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού (χωρίς φυσικά να υπάρχει το περιθώριο του λάθους) και με τους Μέσι και Ινιέστα να είναι πανέτοιμοι για μεγάλες ποδοσφαιρικές ζημιές. Κάτι σαν την Μακ Ντόρμαν και τον Ρόκγουελ όταν μπαίνουν στο αμάξι στην τελευταία σκηνή της φετινής ταινιάρας «Τρεις πινακίδες έξω απ’ το Έμπιντ του Μιζούρι». Αν ο Άλισον τα καταφέρει και δεν μαζέψει πολλά, ίσως τον δούμε και με το νούμερο 1 στην πλάτη στο Μουντιάλ της Ρωσίας. Αν όχι, ρίξτε ένα βλέφαρο προς Έτιχαντ μεριά για βρείτε τον βασικό κήπερ της Βραζιλίας.

Μπάγερν – Σεβίλλη

Υπάρχει σημείο μηδέν και νέα αφετηρία για την φετινή Μπάγερν; Εννοείται πως ναι και αυτό δεν είναι άλλο απ’ τη μέρα που ο Χάινκες ξανακάθισε στον πάγκο της ομάδας, φέρνοντας μαζί του τις παλιομοδίτικές του γαμάτες ιδέες. Οι Βαυαροί όσο περνάει ο καιρός θυμίζουν ολοένα και περισσότερο την ομάδα που θαυμάσαμε το 2013 (τηρουμένων των αναλογιών) και πλέον δεν μπορεί κανένας να μη την υπολογίζει ως άξιο συνδιεκδικητή του τίτλου. Κάτι που  -όπως όλοι γνωρίζουμε- πριν την έλευση του σπουδαίου τεχνικού φάνταζε μόνο ως ένα ακόμα κακόγουστο ποδοσφαιρικό αστείο, όπως εκείνο που κυκλοφορούσε στο Νησί και έλεγε πως η Γιουνάιτεντ θα κατακτούσε το πρωτάθλημα. Η γερμανική μηχανή έχει πάρει μπροστά για τα καλά και αναμένεται να βρεθεί εύκολα στην τετράδα. Και εκεί μάλιστα δεν νομίζω πως θα την θέλει κανένας για αντίπαλο. Αρκεί να είναι υγιής και πλήρης μιας και αρκετοί απ’ τους σούπερ σταρ της ομάδας βρίσκονται σε προχωρημένη ποδοσφαιρική ηλικία και έχουν επίσης ταλαιπωρηθεί από τραυματισμούς.

Η Σεβίλλη έκανε το μικρό της θαύμα, αποκλείοντας ένα σπουδαίο -στα χαρτιά- αντίπαλο και μάλιστα με νίκη στην έδρα του, και θα μείνει στις μνήμες μας τόσο γι’ αυτό όσο και για το γεγονός πως προσπαθεί να παίξει όμορφο ποδόσφαιρο και γι’ αυτό αξίζουν πολλά συγχαρητήρια όλοι στην ομάδα και πρώτος απ’ όλους ο στυλάτος προπονητής της Βιτσένζο Μοντέλα. Δεν θεωρώ πάντως πως στη Βαυαρία έχουν τρομάξει απ’ το γεγονός πως η Σεβίλλη απέκλεισε την ομάδα του Μουρίνιο, μιας και οι περισσότεροι το περιμέναμε αυτό, κρίνοντας ξεκάθαρα απ’ τον τρόπο που έχει επιλέξει να παίζει ο προπονητής της ομάδας του Μάντσεστερ. Τι εννοώ; Οι εποχές που μια ομάδα έπαιρνε προκρίσεις παίζοντας μόνο για να μη δεχθεί γκολ έχουν περάσει ανεπιστρεπτί και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος γι’ αυτό. Ξέρετε μια φράση που λέει «Πολλά με λίγα»;  Aν ναι,  αυτό ακριβώς να περιμένετε κι από αυτό το ζευγάρι. Εννοείται  υπέρ των Γερμανών.

Ρεάλ Μαδρίτης – Γιουβέντους

Η Γιούβε θέλει να πάρει σίγουρα την εκδίκησή της για τον περσινό χαμένο τελικό αλλά το ερώτημα είναι αν φυσικά μπορεί να το κάνει αυτό κόντρα σε μια ομάδα που ζει και αναπνέει για να κερδίζει το Τσάμπιονς Λιγκ. Θεωρώ πως πολύ δύσκολα η φετινή Γιουβέντους θα μπορέσει να αποκλείσει την Ρεάλ -σε διπλά παιχνίδια- και το υπογράφω αυτό και με τα δύο χέρια. Η Ρεάλ είναι καλύτερη ποιοτικά, πιο έμπειρη και φυσικά πιο ξεκούραστη, μιας και κυνηγάει μόνο αυτό τον τίτλο. Η ψυχή των Ιταλών απ’ την άλλη ζυγίζει τόνους, και το πάθος που αναμένεται να βγάλουν οι παίκτες του Αλέγκρι στο χόρτο δεν γίνεται να μετρηθεί, αλλά αυτό δεν αρκεί από μόνο του. Περιμένω να δω δύο σπουδαίες παραστάσεις απ’ τον Ντιμπάλα, μιας και το χρωστάει πρώτα απ’ όλα στον εαυτό του για την περσινή του κάκιστη απόδοση στον τελικό, αλλά και πάλι δεν ξέρω αν φτάνουν για να χαρίσουν το εισιτήριο της πρόκρισης στην ομάδα του.

Η Ρεάλ τα τελευταία χρόνια έχει βρει ξανά τον τρόπο να κερδίζει προκρίσεις και Ευρωπαϊκά τρόπαια. Διαθέτει ένα σπάνιο κορμό κορυφαίων παικτών όπως ο Μαρσέλο, ο Κρος, ο Μόντριτς, ο Ράμος και φυσικά ο Ρονάλντο, παίκτες δηλαδή που συνδυάζουν τα πάντα και έχουν κατακτήσει και τα πάντα, κι από πολλές φορές μάλιστα, και δεν βρίσκω το λόγο γιατί να μην το ξανακάνουν και φέτος. Για να πάρει η φετινή Γιουβέντους την πρόκριση από αυτή τη Ρεάλ Μαδρίτης θα πρέπει να συμβεί το εξής. Να πάνε όλα κατ’ ευχήν στην Γιουβέντους και να έχει την τύχη με το μέρος της στις περισσότερες λεπτομέρειες των δύο αναμετρήσεων και να στραβώσουν τα περισσότερα για τη Ρεάλ με την ατυχία να αγγίζει υψηλά επίπεδα. Αν μιλούσαμε για σενάριο ταινίας τότε ίσως μπορούσε να συμβεί ευκολότερα. Ο σπουδαίος τερματοφύλακας που δεν είχε κερδίσει το Τσάμπιονς Λιγκ και το καταφέρνει σε μεγάλη ηλικία, ως το απόλυτο αουτσάιντερ, στο τελευταίο παιχνίδι, της τεράστιας καριέρας του, πιάνοντας μάλιστα πέναλτι στο 90′ του καλύτερου παίκτη του αντιπάλου (σόρι Κριστιάνο δεν το εννοώ). Δυστυχώς όμως μιλάμε για την Γιουβέντους και όχι για τον ιταλικό νεορεαλισμό του Βισκόντι.

Όταν ο Ντίλαν έπαιξε ποδόσφαιρο στους δρόμους του Λίβερπουλ

  [6 Σχόλια]

Απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου δεν είχα ήρωες από το χώρο του αθλητισμού. Μπορεί να λάτρεψα τον Κριστόφ Βαζέχα και τον Νίκο το Λυμπερόπουλο, όταν αμφότεροι έπαιζαν ποδόσφαιρο με τη φανέλα του Παναθηναϊκού (τον δεύτερο μάλιστα τον χειροκροτούσα πάντα και όταν τον έβλεπα με τη φανέλα της ΑΕΚ). Τον «Θεό» Ρόμπι Φάουλερ και τον Στίβεν Τζέραρντ με τη φανέλα της Λίβερπουλ, και φυσικά τον αγαπημένο μου μπασκετμπολίστα τον Ρέτζι Μίλλερ της Ιντιάνα, αλλά κανέναν εξ αυτών δεν θα τον χαρακτήριζα ήρωα για εμένα. Όταν μιλάμε για ομάδες τίποτα δεν μπορεί να γίνει αν δεν υπάρχει συνολική προσπάθεια. Ο αρτίστας άλλωστε δεν μπορεί να φανεί αν δεν υπάρχει πίσω του ο εργάτης. Κάπως έτσι ήταν πολύ δύσκολο να ηρωοποιήσω κάποιον επειδή μου χάριζε μοναδικές – είναι η αλήθεια- αθλητικές στιγμές. Αν υπάρχει κάποιος που θα μπορούσα εύκολα να του δώσω τον χαρακτηρισμό του ήρωα -για τα δικά μου γούστα και τα δικά μου πιστεύω- αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον σπουδαιότερο -κατ’ εμέ πάντα- τραγουδοποιό που γνώρισε η ανθρωπότητα. Αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον Μπόμπ Ντίλαν.

Για να φτάσει κάποιος να θεωρεί ως δικό του ήρωα κάποιο μουσικό εννοείται πως δεν αρκούν μόνο τα τραγούδια του. Αν και ο Ντίλαν δεν έγραφε τραγούδια αλλά εξαιρετικής ποιότητας ποιήματα για σοβαρά κοινωνικά θέματα όπως ο ρατσισμός, τα ναρκωτικά, ο πόλεμος, η ισότητα κι άλλα πολλά. Φυσικά έγραφε και φανταστικά ερωτικά τραγούδια κι ας ήταν κάποιος που είχε μάθει να αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα ως τυπικός ροκ σταρ. Αρκετά περίεργο όλο αυτό, θα σκεφτείτε αρκετοί, μιας και ίσως δείχνει κάποιον που δεν μπορεί να αγαπήσει πραγματικά και δεν μπορεί να νιώσει τι σημαίνει αληθινός έρωτας αφού δεν μένει καιρό σταθερά με κάποιον. Για μένα -απ’ την άλλη- η αγάπη και ο έρωτας δεν μετριούνται απ’ τον χρόνο που πέρασες με κάποιον. Τα σπαρακτικά Just Like A Woman για την μούσα του Άντι Γουόρχολ, Έντι Σέντζγουϊκ και Sara για την πρώην γυναίκα του στα 70s, δείχνουν άλλωστε κάτι εντελώς διαφορετικό από ένα ψυχρό άνθρωπο που απλά έψαχνε στην γυναικεία συντροφιά μόνο τις σαρκικές απολαύσεις και φυσικά την καλλιτεχνική έμπνευση.

Τον Μάη του 1966 ο Ντίλαν αφού έχει προλάβει να προδώσει το folk κίνημα μπροστά στην δική του Μέκκα -το φεστιβάλ του Νιούπορτ το ’65- θα ξεκινήσει μια τεράστια -ηλεκτρική πλέον- παγκόσμια περιοδεία που θα τον φέρει και στο Λίβερπουλ. Σκιά του Ντίλαν σε όλη εκείνη την περιοδεία ήταν ο διάσημος φωτογράφος Μπάρι Φάινσταϊν που απαθανάτισε μερικές απ’ τις σπουδαιότερες στιγμές στην ιστορία της Ροκ μουσικής πριν μας αφήσει το 2011 στο Γούντστοκ. Στις 14 Μαΐου και ενώ το BBC κινηματογραφεί την καθημερινότητα του σπουδαίου Ροκ σταρ, ο Φάινσταϊν έχει τη φαεινή ιδέα να βγει με τον Ντίλαν στους δρόμους του Λίβερπουλ για να πάρουν μια ιδέα της πόλης, να βγάλουν φωτογραφίες και φυσικά να ξεφύγουν -έστω και για λίγο- απ’ τις βαρετές ερωτήσεις των Βρετανών δημοσιογράφων. Γι’ αυτό που κανείς τους δεν είχε ιδέα, ήταν πως την ίδια μέρα διεξάγονταν ο τελικός κυπέλλου Αγγλίας στο Γουέμπλεϊ και επίσης πως η μία εκ των δύο φιναλίστ ήταν η Έβερτον. Ομάδα που φυσικά εδρεύει στο Λίβερπουλ. Η σχέση του Ντίλαν με το ποδόσφαιρο και γενικά με τον αθλητισμό εννοείται πως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως παθιασμένη. Για την ακρίβεια, μάλλον το εντελώς αντίθετο.

Έχοντας ακούσει σχεδόν όλα τα τραγούδια του Ντίλαν και έχοντας διαβάσει την βιογραφία του μπορώ να πω με μεγάλη σιγουριά πως δεν αναφέρει πουθενά κάποιον αθλητή ή ένα σπουδαίο αθλητικό γεγονός που να του έκανε μεγάλη εντύπωση. Θα διαβάσεις για ποιητές. Για συγγραφείς. Για ερωμένες. Για μουσική. Aλλά όχι για σπορ. Σε επίσημή του ηχογράφηση -και παίρνω το ρίσκο γι’ αυτό- δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάτι τέτοιο. Το μόνο τραγούδι που ο Ντίλαν έγραψε για κάποιον αθλητή είναι το Catfish, το 1976. Για τον θρυλικό pitcher Κάτφις Χάντερ, της ομάδας Baseball των ΝΥ Yankees. Tραγούδι που τελικά δεν συμπεριλήφθηκε στην δισκάρα Desire, της ίδιας χρονιάς, και υπάρχει ηχογραφημένο μόνο σε μια bootleg συλλογή που είχε κυκλοφορήσει το 1991 και είναι αρκετά δύσκολο να βρεθεί, σε λογική τιμή, στις μέρες μας. Το εξαιρετικό αυτό κομμάτι υπάρχει ευτυχώς στο διαδίκτυο.

Ο Ντίλαν με τον Φάινσταϊν έφτασαν με τη λιμουζίνα του πρώτου στην Dublin Street, πολύ κοντά στην Dock Road, και σταμάτησαν στη μέση του δρόμου αφού το θέαμα που είχαν μόλις αντικρίσει, μόνο απαρατήρητο δεν θα μπορούσε να περάσει. Εκεί, στον τεράστιο άδειο δρόμο μια παρέα παιδιών από αγόρια και κορίτσια έπαιζαν ποδόσφαιρο. Αυτοσχέδια τέρματα από ρούχα και πέτρες, παιδικά γέλια και φωνές, τσακωμοί και αγκαλιές. Ένα υπέροχο οπτικοακουστικό τοπίο που δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο τον φωτογράφο αλλά ούτε και τον Ντίλαν. Ο διάσημος μουσικός περπάτησε στη μέση του δρόμου και αφού μίλησε με αρκετά παιδιά, προσπάθησε να παίξει για λίγο μαζί τους -με τεράστια αποτυχία- ποδόσφαιρο. Στον Φάινσταϊν έκανε μεγάλη εντύπωση πως σε καμία μεριά του δρόμου, κυριολεκτικά πουθενά, δεν υπήρχε κάποιος ενήλικος και αμέσως ρώτησε να μάθει γι’ αυτό. Η απάντηση που πήρε ήταν πως την ίδια μέρα, και εκείνη την ώρα, η μία εκ των δύο ομάδων της πόλης, η Έβερτον έπαιζε στον τελικό κυπέλλου κόντρα στην Σέφιλντ Γουένσντεϊ και πως όλοι οι μεγάλοι βρίσκονταν μπροστά από μια τηλεόραση για τον αγώνα. Εκτός φυσικά από μερικές δεκάδες χιλιάδες που είχαν ταξιδέψει μέχρι το Γουέμπλεϊ. «Τόσο σημαντικό είναι το ποδόσφαιρο για όλους εσάς» ρώτησε ο Ντίλαν, με το συγκαταβατικό χαμόγελο μερικών απ’ τους μικρούς να του δίνουν την καλύτερη απάντηση.

Την ώρα που ο Ντίλαν προσπαθούσε να κοντρολάρει τη μπάλα ανεπιτυχώς, η Έβερτον έφτανε στην επικότερη ανατροπή που έχει γίνει ποτέ σε τελικό κυπέλλου Αγγλίας, επικρατώντας της Σέφιλντ Γουένσντεϊ με 3-2, κι ενώ ήταν πίσω στο σκορ με 2-0 μέχρι το 59ο λεπτό της αναμέτρησης. Την επόμενη μέρα ο Μπομπ Ντίλαν συναντήθηκε με τα μέλη των θρυλικών Beatles και -όπως αναφέρει ο μύθος- είπε στον Τζον Λένον για την χθεσινή ιστορία και τον ρώτησε για το μεγάλο παιχνίδι. «Ήταν εξαιρετικό παιχνίδι Μπόμπ» του είπε ο Λένον, με τον Ντίλαν να του απαντά πως λογικά αυτός πέρασε καλύτερα παίζοντας, έστω και για λίγο, ποδόσφαιρο με μερικά πιτσιρίκια στους άδειους δρόμους της πόλης, πειράζοντας τον. «Ζήσαμε την κορυφαία στιγμή του θεσμού και ήμασταν στο γήπεδο, δεν συγκρίνεται με τίποτα αυτό» του απάντησε ο Λένον, με τον Ντίλαν να του ρίχνει ένα αφ’ υψηλού βλέμμα λέγοντάς του -και βάζοντας τέλος στην ποδοσφαιρική συζήτηση- πως «Τα πιτσιρίκια έζησαν ακόμα μεγαλύτερη στιγμή. Εμένα να τους πασάρω τη μπάλα στους άδειους δρόμους του Λίβερπουλ».

Μπίλι Γουάιτχερστ: O κακός των κακών

  [2 Σχόλια]

Όπως όλα τα πράγματα σε αυτή την -ρημάδα- τη ζωή, που λέει και το γνωστό λαϊκό άσμα, έχουν δύο όψεις που αλληλοσυμπληρώνονται ανάμεσα στο καλό με το κακό και το όμορφο με το άσχημο, έτσι και το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτή την πραγματικότητα. Γιατί για κάθε φορά που μάτωνε τα δίχτυα ο Γκάρι Λίνεκερ, υπήρχε και ένα ταπεινωτικό καψώνι απ’ τον Μικ Χάρφορντ σε κάθε νέο παίκτη που έμπαινε στα αποδυτήρια της ομάδας του. Για κάθε φαντεζί ενέργεια που έκανε ο Ματ Λε Τισιέ, υπήρχε ένας καυγάς και ένα hangover για τον Ρόμπιν Φράιντεϊ, και φυσικά για κάθε νίκη που έκαναν ο Κένι Νταλγκλίς και ο Ίαν Ρας στα γήπεδα της Αγγλίας και της Ευρώπης, υπήρχε και μια ύπουλη αγκωνιά από τον -μετρ του είδους- Μπίλι Γουάιτχερστ.

Το παράδοξο είναι πως και οι τρεις βίαιοι χαρακτήρες που προανέφερα δεν αγωνίζονταν στην άμυνα ή στον χώρο της μεσαίας γραμμής, αλλά στην κορυφή της επίθεσης. Επίσης δεν υπήρξαν διόλου τυχαίοι παίκτες. Ο Χάρφορντ είχε βρεθεί, για παράδειγμα,  απ’ τη Λούτον μια ανάσα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 1992. Σε μια περίοδο που το διαλυμένο χορτάρι του Όλντ Τράφορντ δεν επέτρεπε να παιχτεί η μπάλα κάτω και ο Φέργκιουσον ήθελε να δοκιμάσει τις «καμινάδες» μπας και πάρει το πρωτάθλημα από τη Λιντς. Ο Φράιντεϊ -σύμφωνα με τους αναλυτές της εποχής- αν δεν είχε μπλέξει με τα ναρκωτικά, θα είχε φτάσει ακόμα και στην Εθνική Αγγλίας, γράφοντας ιστορία. Ο Γουάιτχερστ, απ’ την άλλη, είχε την τύχη να βρεθεί στη Νιουκάστλ σε μια περίοδο που υπήρχαν εκεί ο Πολ Γκασκόιν και φυσικά ο Πίτερ Μπίρντσλεϊ. Το κείμενο που θα διαβάσετε είναι φυσικά γι’ αυτόν. Τον παίκτη που έχει χαρακτηριστεί ως ο κακός των κακών αλλά και για όλους αυτούς που γουστάρουν τους κάθε λογής κακούς. Ανθρώπους δηλαδή που, στο τελευταίο Star Wars, λάτρεψαν τον Κάιλο Ρεν και όχι την Ρέι. Ποδοσφαιρόφιλους που στο εφηβικό «έπος» Karate Kid, δεν υποστήριζαν τον Ντάνιελ «Σον» Λαρούσο, αλλά εκείνο το κωλοπαίδι απ’ τους Cobra Kai, τον Τζόνι Λόρενς. Είμαι σίγουρος πως υπάρχουν πολλοί τέτοιοι.

Ο Γουάιτχερστ γεννήθηκε το καλοκαίρι του ’59, στο δυτικό Γιόρκσαϊρ, και λάτρεψε το ποδόσφαιρο και τους τραμπουκισμούς από αρκετά μικρή ηλικία. Αγωνίστηκε μάλιστα σε αρκετές ερασιτεχνικές ομάδες πριν τον κάνει επαγγελματία η Χαλ, την σεζόν 1979-1980, για περίπου 2.000 λίρες, σκορπώντας απλόχερα τον τρόμο σε ολόκληρη την Αγγλία. Απ’ την άλλη, αν ο Άγγλος επιθετικός κέρδιζε μία λίρα για κάθε αντιαθλητικό μαρκάρισμα που έκανε όλα τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο, λογικά σήμερα, θα είχε περισσότερα χρήματα ακόμα κι απ’ τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Οι αγκώνες του Γουάιτχερστ ήταν ο φόβος και ο τρόμος κάθε αντίπαλου αμυντικού για πάρα πολλά χρόνια, σε μια περίοδο μάλιστα που οι βρετανοί αμυντικοί δεν θύμιζαν ποδοσφαιριστές, αλλά μέλη κακόφημων συμμοριών ταινίας του Σκορσέζε. Εννοείται επίσης πως τα αντιαθλητικά του τάκλιν μνημονεύονται και θα μνημονεύονται, για όσο υπάρχει ποδόσφαιρο, από συμπαίκτες, αντιπάλους, δημοσιογράφους και απλούς φιλάθλους στις εξέδρες. Για πολλούς, όταν έπαιζε ο Μπίλι Γουάιτχερστ, ήταν ένα κράμα Τζο Πέσι (στο Goodfellas), Βίνι Τζόουνς, Ρόι Μακ Ντόναχ και Γκάρι Όλντμαν (στο Λεόν).

«Ήμουν τυχερός που η καριέρα μου δεν τελείωσε πριν καν αρχίσει».

Η παραπάνω ατάκα ανήκει στον παλιό διεθνή κεντρικό αμυντικό Μάρτιν Κίουν, και θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ειπωθεί από όλους όσους βρήκαν στο ντεμπούτο τους τον Γουάιτχερστ. Ως αντίπαλο φυσικά. Ο Κίουν έπαιζε τότε στην Άστον Βίλα και προσπαθούσε να φτιάξει το όνομά του στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε ήταν ένας εκ των πολλά υποσχόμενων κεντρικών αμυντικών. Για κακή του τύχη βρέθηκε αντίπαλος με τον Γουάιτχερστ και την Χαλ σε ένα παιχνίδι κυπέλλου. «Ήταν η πρώτη και μοναδική -ευτυχώς- φορά που τον βρήκα αντίπαλο και ειλικρινά δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήμουν πολύ νέος και ο Μπίλι βρήκε τότε ακόμα μια ευκαιρία για να τραμπουκίσει ένα νέο παιδί. Στο πρόσωπό μου έβλεπε ένα εύκολο θύμα. Θυμάμαι τον συμπαίκτη μου Άλαν Έβανς να με προειδοποιεί για τον αντίπαλο και να μου λέει να προσέχω στο πως θα μπαίνω στις φάσεις. Παίζει αρκετά βρώμικα και σκληρά, μου έλεγε, μην μπεις με τάκλιν στις διεκδικούμενες μπαλιές. Για το δικό σου καλό. Εγώ φυσικά και δεν τον άκουσα. Ήμουν νέος και ένιωθα πιο δυνατός απ’ τον καθένα. Ο Γουάιτχερστ ψιθύριζε στο αυτί μου διάφορες βρισιές και μετά από μερικά λεπτά μου έριξε την πρώτη του δυνατή αγκωνιά σε κάποιο κόρνερ. Φώναξα στον διαιτητή αλλά μου είπε απλά να συνεχίσω. Είχε βρει ήδη το πρώτο του πάτημα. Θυμάμαι ακόμα να μου κλείνει το μάτι με εκείνο το ύπουλο χαμόγελο σαν να με προετοιμάζει γι’ αυτό που θα ακολουθούσε.»

«Μερικά λεπτά αργότερα έγινε μια βαθιά μπαλιά προς την περιοχή μας. Ο Γουάιτχερστ κυνήγησε την μπάλα και έκανε ένα κάκιστο -ακόμα και γι’ αυτόν- κοντρόλ, με τη μπάλα να φεύγει γύρω στο ενάμιση μέτρο απ’ το πεδίο δράσης του. Η μπάλα ήταν ακριβώς μπροστά μου αν και ο αντίπαλος είχε σημαντικό πλεονέκτημα στο να την προλάβει. Αν ήθελε φυσικά. Όπως απεδείχθη, δεν το ήθελε. Με άφησε επίτηδες να κάνω πρώτος επαφή μαζί της και έκανε αυτό που είχε στο μυαλό του απ’ την έναρξη του αγώνα. Να με τελειώσει. Και το έκανε. To τάκλιν του ήταν τόσο βίαιο που η μία επικαλαμίδα μου έσπασε και η άλλη βρέθηκε πολλά μέτρα μακριά. Ο πόνος ήταν αφόρητος. Το σκίσιμο στο πόδι ήταν τόσο βαθύ που εννοείται δεν συνέχισα στον αγώνα και ήμουν μάλιστα πολύ τυχερός που δεν είχε σπάσει κάποιο οστό και δεν έπαθα κάποια πολύ σοβαρή ζημιά. Εκείνη τη μέρα κατάλαβα σχεδόν τα πάντα για το άθλημα και πως, όλα σου τα όνειρα μπορούν να γκρεμιστούν μέσα σε μια στιγμή. Ευτυχώς δεν έπαιξα ποτέ ξανά αντίπαλός του.»

Παρόμοια περιστατικά υπήρχαν στους περισσότερους  αγώνες που πήρε μέρος ο Μπίλι Γουάιτχερστ. Τόσο με τα χρώματα της Χαλ Σίτι όσο και με αυτά της Νιουκάστλ αλλά και άλλων ομάδων, όπως η Όξφορντ, η Σάντερλαντ, η Στόουκ και η Ρέντινγκ. Ο παλιός αστέρας της Λίβερπουλ Άλαν Χάνσεν, στην αυτοβιογραφία του έχει χαρακτηρίσει τον Μπίλι Γουάιτχερστ ως τον σκληρότερο ποδοσφαιριστή που αντιμετώπισε ποτέ και ως τον μοναδικό άνθρωπο που του προκαλούσε τρόμο όλα τα χρόνια που έπαιξε επαγγελματικά, στο κορυφαίο μάλιστα επίπεδο. Κάπου αναφέρει. «Όταν τον είχες αντίπαλο δεν σε ενδιέφερε το αποτέλεσμα της αναμέτρησης αλλά μόνο η σωματική σου ακεραιότητα. Ακόμα και σήμερα είναι μέρες που όταν βλέπω μια σκληρή εικόνα στην τηλεόραση, ασυναίσθητα μου έρχεται στο μυαλό ο πόνος απ’ τους αγκώνες του. Ειλικρινά αυτό είναι κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.»

Ο Μπίλι Γουάιτχερστ -δυστυχώς- αντιδρούσε έτσι, και χειρότερα, και εκτός αγωνιστικών χώρων. Στην καθημερινότητά του δηλαδή. Μια καθημερινότητα γεμάτη αλκοόλ, ξενύχτια και κάθε είδους καυγάδες εντός των μπαρ που σύχναζε, και εκτός αυτών, σε σκοτεινά σοκάκια γεμάτα από λάσπες και βρετανική υγρασία. Κάποτε σε ένα τέτοιο στενό τον συνέλαβε και η αστυνομία. Ήταν η περίοδος που έπαιρνε μέρος σε παράνομους αγώνες πυγμαχίας -με γυμνά χέρια- με τσιγγάνους της περιοχής. Αγώνες που γέμιζαν την τσέπη του με χρήματα στοιχημάτων. Ήταν τότε που -όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος- πήρε μέρος στον μεγαλύτερο καυγά της ζωής του. Την περίοδο που έπαιζε στην Όξφορντ. Λίγες μέρες μάλιστα πριν από ένα σπουδαίο ματς με την Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλάφ.

Τρεις απέναντι σε έναν δεν το λες και το πιο έξυπνο πράγμα, μιλάμε όμως για τον Γουάιτχερστ και εκεί απουσιάζει η λογική. Τελικά την είχε γλιτώσει με μια σπασμένη μύτη και 30 ράμματα στο πρόσωπο. Επίσης είχε μια μεγάλη τρύπα στο μάγουλο που έφτανε μέχρι το στόμα από χτύπημα με λοστό. Η λέξη πόνος εννοείται πως δεν υπήρχε. Δεν τον ένοιαζε και ζήτησε μάλιστα να αγωνιστεί κανονικά στην επερχόμενη αναμέτρηση, με το αίτημα να γίνεται δεκτό απ’ τον προπονητή του. Ήταν μάλιστα τέτοια η ένταση και το πάθος του σε εκείνο το ματς, που δεν ζήτησε αλλαγή ακόμα και όταν δέχθηκε γροθιά στην σπασμένη του μύτη -κατά λάθος (;)- απ’ τον αντίπαλο τερματοφύλακα, μετά από κόρνερ και ενώ είχε σηκωθεί για κεφαλιά, με το αίμα να τρέχει ποτάμι απ’ την μύτη σε όλη την διάρκεια της αναμέτρησης.

Ο ίδιος πάντως ακόμα και σήμερα θεωρεί ως υπερβολικό όλο αυτό τον μύθο βίας γύρω απ’ το όνομά του, λέγοντας πως υπήρξε ένας μεγάλος -και αδικημένος- γκολτζής που ίσως είχε και μερικές εκρήξεις βίας. Λίγο πάνω απ’ το κανονικό. Θυμίζοντας σε όλους την ατάκα του Σερ Μπόμπι Τσάρλτον για τον ίδιο μετά από ένα παιχνίδι Νιουκάστλ-Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ της περιόδου 1985-1986. Μια ατάκα που σύμφωνα με τον ίδιο περικλείει όλο το ποδοσφαιρικό του μεγαλείο και την θεωρεί ως το μεγαλύτερο του παράσημο. «Ήρθα στο γήπεδο για να δω τον Γκασκόιν και όταν έφυγα απ’ αυτό σκεφτόμουν για ώρες το τέλειο παιχνίδι που έκανε ο Γουάιτχερστ. Ηταν απίστευτος». Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσο -και αν- αδίκησε ο Μπίλι Γουάιτχερστ το ταλέντο του με την βίαιη συμπεριφορά του. Κανένας δεν θα το μάθει αυτό, όπως δεν το μάθαμε και γι’ άλλες τόσες περιπτώσεις παικτών. Όταν όμως έχεις μείνει στην ιστορία -ακόμα και για τόσο λάθος λόγους- σίγουρα κάτι θα έκανες σωστά. Άλλωστε δίχως τους «κακούς» δεν θα μπορούσαμε να δούμε τόσο καθαρά και το μεγαλείο των «καλών».