Τορκί: Μια μικρή ωδή στην επιτυχία της αποτυχίας

  [3 Σχόλια]

Από πολύ μικρή ηλικία με γοήτευαν οι ιστορίες των αδύναμων. Των «φτωχών» και των αουτσάιντερ. Ίσως και γι’ αυτό να ήμουν πάντα με τους Ινδιάνους, και όχι με τους καουμπόηδες, σε εκείνη την «κόντρα» που βλέπαμε, στα Γουέστερν με τον Τζον Γουέιν, όταν ήμασταν μικροί. Μεγαλώνοντας συνέχισα να είμαι με τον αδύναμο. Ιδίως όταν βλέπω κάποιο αγώνα ομάδων (ή αθλητών) που όμως δεν υποστηρίζω. Η μοναδική εξαίρεση σε αυτό τον δικό μου κανόνα είναι η τεράστια Λίβερπουλ. Αν και όταν άρχισα εγώ να υποστηρίζω τους «κόκκινους» δεν κέρδιζαν κανένα τίτλο. Αυτό -δυστυχώς- ισχύει ακόμα. Αφορμή γι’ αυτό εδώ το κείμενο στάθηκε το μήνυμα ενός φίλου, για να μου υποδείξει, να δω στο Netflix την μίνι σειρά ντοκιμαντέρ «Losers» και συγκεκριμένα το πρώτο επεισόδιο αυτής με τίτλο «Mistcast Champion». Μια ιστορία για τον επαγγελματία πυγμάχο Μάικλ Μπεντ. Εδώ και αρκετά χρόνια λατρεύω την πυγμαχία. Να βλέπω -εξηγούμαι- όχι να παίζω. Θεωρώ πως είναι ένα εξαιρετικό σπορ τακτικής, στρατηγικής και δύναμης, σωματικής αλλά και ψυχικής. Οι πυγμάχοι, στα δικά μου μάτια, είναι σαν μια τέλεια «κουρδισμένη» τζαζ ορχήστρα. Αν η πυγμαχία ήταν μουσική θα ήταν μια σαγηνευτική τζαζ μελωδία, ενός άρτια καταρτισμένου Τρίο, σε κάποιο σκοτεινό κλαμπ της Νέας Υόρκης.

Αφού πραγματικά απόλαυσα το επεισόδιο, η πλατφόρμα που δεν σταματά ποτέ και αν δεν πατήσεις stop μπορεί να πιάσεις τον εαυτό σου να βλέπει τηλεόραση για μήνες, με οδήγησε ύπουλα στο δεύτερο επεισόδιο της σειράς, με τίτλο «The Jaws of Victory». Ακούω για Αγγλία και ποδόσφαιρο, βλέπω 80s ατμόσφαιρα στην οθόνη και σκέφτομαι πως έχω δύο επιλογές. Η πρώτη: να συνεχίσω την ανάγνωση του βιβλίου «ΔΥΟ», της Μαρούτσου, που το έχω αφήσει περίπου στη μέση, και η δεύτερη: να δω και αυτό το επεισόδιο. Τι ψυχή έχουν άλλωστε 24 λεπτά. Ούτε διάρκεια σε ντέρμπι, για το κύπελλο μπάσκετ, της χώρας μας να ήταν. Επιλέγω το δεύτερο. Η ιστορία είναι για την Τορκί Γιουνάιτεντ της σεζόν 1986-1987 και θα μπορούσε πολύ άνετα να χαρακτηριστεί ως ακόμα μια μικρή Ωδή στην αποτυχία. Πόσο τις αγαπώ αυτές τις ιστορίες. Όπως αναφέρει κάπου στο μικρό ντοκιμαντέρ ο Τζον Λόβις, φανατικός εδώ και δεκαετίες με την ομάδα: «Όποιος πηγαίνει σε παιχνίδι της Τορκί και περιμένει να πανηγυρίσει τη νίκη είναι απλά ηλίθιος». Σκληρό, σκέφτομαι, αλλά κάτι παραπάνω θα ξέρει από μένα. Στις μέρες μας η Τορκί αγωνίζεται στην National League South, στην 6η κατηγορία δηλαδή του Αγγλικού ποδοσφαίρου. Εκείνη όμως τη σεζόν -κρατηθείτε- αγωνίζονταν, με μεγάλη εννοείται αποτυχία, στην 4η επαγγελματική κατηγορία. Για την ιστορία, ήταν η πρώτη σεζόν που είχε αλλάξει ο κανονισμός για τον υποβιβασμό. Εκείνη τη σεζόν, την κατηγορία θα την άφηνε, απευθείας, μόνο η τελευταία ομάδα του βαθμολογικού πίνακα. Η Τορκί δηλαδή ή κάποια άλλη.

Το Τορκί βρίσκεται στην νοτιοδυτική Αγγλία, 320 χιλιόμετρα απ’ το Λονδίνο, και θεωρείται ως «η Αγγλική Ριβιέρα» μιας και κατά την Βικτωριανή εποχή ήταν ένα απ’ τα πιο φημισμένα καλοκαιρινά θέρετρα. Η ομάδα, αν και βολοδέρνει στις μικρές κατηγορίες, έχει διανύσει μεγάλη διαδρομή μιας και ιδρύθηκε το 1899. Ο μύθος μάλιστα αναφέρει πως η ομάδα ιδρύθηκε στην πιο φημισμένη παμπ της εποχής με ότι κι αν σημαίνει όλο αυτό. Το 1910 μετακόμισε στο μικρό Πλέινμουρ. Το γήπεδο που αγωνίζεται ακόμα και στις μέρες μας. Μιλάμε δηλαδή, για μια μικρή ομάδα, μιας αρκετά μικρής, αλλά όμορφης, πόλης. Μια ομάδα που υπάρχει για να δίνει περισσότερες λύπες απ’ ότι χαρές στους οπαδούς της. Αυτό, όπως είναι λογικό, δίνει στις χαρές ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Για πολλούς κατοίκους άλλωστε, στο Τορκί, η ομάδα ήταν εκείνο το διάστημα ο μοναδικός καλός λόγος για να βγουν απ’ το σπίτι το μεσημέρι του Σαββάτου. Με την ομάδα να έχει σωθεί τις δύο προηγούμενες σεζόν, η φετινή τελευταία θέση, τρόμαζε στην ιδέα τους φιλάθλους και την διοίκηση, καθώς ήξεραν πως θα αποχαιρετούσαν την τελευταία επαγγελματική κατηγορία. Η έλευση του Στούαρτ Μόργκαν, πρώην βοηθού προπονητή στην Μπόρνμουθ, για να αναλάβει ως πρώτος προπονητής, ήταν ένα πρώτο καλό σημάδι για τη μάχη που θα έδινε η ομάδα για την παραμονή της. Ή μήπως όχι;

Οι πρώτες εικόνες που αντίκρισε ο Μόργκαν ήταν εικόνες που θα καταλάβουν μόνο όσοι είχαν την ατυχία τύχη να «αγωνιστούν» σε τοπικά πρωταθλήματα. Σε χωριά. Σε βουνά. Σε ρέματα. Σε λάσπες και χαλίκια, και γενικά όπου μπορεί να κυλήσει μια μπάλα. Αποδυτήρια δεν υπήρχαν. Ποτιστικά για το χόρτο του γηπέδου δεν υπήρχαν. Η κεντρική εξέδρα ήταν διαλυμένη, και καμμένη από πρόσφατη πυρκαγιά και γενικά τίποτα δεν θύμιζε σύγχρονο, ποδοσφαιρικό, γήπεδο. Όταν μάλιστα ο Μόργκαν είδε, για τον πρώτο εκτός έδρας αγώνα, ένα ασθενοφόρο έξω απ’ το γήπεδο, και ρώτησε: «Αν συνέβη κάποιο ατύχημα» έμαθε την σκληρή αλήθεια. Aυτό θα ήταν το μεταφορικό μέσο της ομάδας για εκείνη τη σεζόν. Οι παίκτες στοιβάζονταν σαν σαρδέλες μέσα σε αυτό και ταξίδευαν σε ολόκληρη την Αγγλία, προκαλώντας τη χλεύη από τους αντιπάλους οπαδούς σε κάθε παιχνίδι. Υπήρξαν φορές που η ομάδα έφτασε ακριβώς με τη σέντρα του αγώνα και μέσα σε όλα αυτά τα τραγελαφικά η λέξη ήττα είχε γίνει η συνήθεια που έγινε λατρεία για την ομάδα. Κάπως έτσι έφτασε η τελευταία αγωνιστική. Η Τορκί υποδέχονταν την Κρου, στην 23η θέση (σε 24 ομάδες) με 47 βαθμούς. Η Μπέρνλι ήταν στην τελευταία θέση, με 46, και η Λίνκολν στην 22η με 48 βαθμούς.  Όπως μπορείτε να καταλάβετε, τα πάντα βρίσκονταν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Μόνο που η λατρεμένη μας Τορκί θα έκανε -και αυτή την ανάβαση- Free solo.

Μπροστά σε ένα μανιασμένο κοινό η Τορκί θα πραγματοποιήσει ένα απ’ τα χειρότερα ημίχρονα της σεζόν και θα βρεθεί να χάνει με 0-2, μόλις στο 20λέπτο. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ξηλώνει τις κερκίδες. Να βρίζει παίκτες, διοίκηση (;) και προπονητή και όλα έδειχναν πως η σεζόν θα τελείωνε με μια ακόμα αποτυχία, που ίσως οδηγούσε αυτή τη φορά, ακόμα και στην οριστική διάλυση. Ο αρχηγός της ομάδας, Τζιμ Μακ Νιλ θα δώσει κάποιες ελπίδες καθώς θα μειώσει, με εκτέλεση φάουλ,  σε 1-2, στο β’ ημίχρονο. Την ίδια ώρα οι παίκτες της Τορκί, και οι οπαδοί στις κερκίδες, μαθαίνουν πως η Λίνκολν χάνει με 3-1 απ’ την Σουόνσι. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να σκοράρουν ακόμα ένα γκολ, και να μη δεχτούν άλλο, μιας και σε πιθανή ισοβαθμία η Τορκί είχε καλύτερη διαφορά τερμάτων με δύο γκολ διαφορά. Το ποδόσφαιρο που παρακολούθησαν οι οπαδοί των γηπεδούχων, από εκείνο το σημείο κι έπειτα, το θεωρούν, ακόμα και σήμερα, ως το χειρότερο που έχουν δει στη ζωή τους. Λάθος πάσες. Σέντρες από την άμυνα στην επίθεση. Σουτ, όχι εκτός εστίας αλλά, εκτός γηπέδου και γενικά πολλά νεύρα. Όπως ήταν φυσικό, την ίδια ώρα, η κερκίδα έβραζε κυριολεκτικά. Οι αστυνομικοί που επιτηρούσαν τους οπαδούς, είχαν επιστρατεύσει ακόμα και εκπαιδευμένα σκυλιά για να τιθασεύσουν τον κόσμο, με ένα απ’ αυτά, να εξελίσσεται εν τέλει, και σε «ήρωα» της αναμέτρησης.

Γύρω στο 80′, και με το σκορ στο 1-2, ο Μακ Νιλ θα πάει να πάρει την μπάλα, που βρίσκεται στα πόδια του αστυφύλακα Τζον Χάρις, που προσπαθεί να κρατήσει ήρεμο τον σκύλο του, εκτός τερέν. Την ώρα που ο παίκτης θα πλησιάσει, ο σκύλος θα γυρίσει το κεφάλι του αστραπιαία και θα τον δαγκώσει στο μηρό. Για μια στιγμή όλοι θα παγώσουν, βλέποντας τον αρχηγό τους, να βρίσκεται σωριασμένος, και αιμόφυρτος, στο χόρτο σφαδάζοντας από τους πόνους. Η Τορκί είχε κάνει την μοναδική αλλαγή που δικαιούταν (εκείνα τα χρόνια οι ομάδες είχαν το δικαίωμα μόνο μίας αλλαγής) και ο κόουτς Μόργκαν κάθεται κυριολεκτικά σε αναμμένα κάρβουνα μιας και δεν ήθελε να χάσει και τον ηγέτη του. Ο αγώνας θα διακοπεί για 5 λεπτά, για να δοθούν οι πρώτες βοήθειες, με τον παίκτη να δίνει τελικά το σύνθημα της μεγάλης αντεπίθεσης, ως άλλος Ελ Σιντ, παίζοντας στα τελευταία λεπτά με δεμένο το πόδι, και σχεδόν αιμορραγώντας. Ήταν η στιγμή που συνωμότησε το σύμπαν για να γίνει η ανατροπή και να ολοκληρώσει η Τορκί το θαύμα. Μισό λεπτό πριν τη λήξη στις καθυστερήσεις της αναμέτρησης και μετά από ένα τραγικό λάθος στην άμυνα της Κρου, η μπάλα θα φτάσει στον επιθετικό Πολ Ντόμπσον, που με δυνατό σουτ θα γράψει το 2-2, σώζοντας μια ολόκληρη κατηγορία για την ομάδα του. Ήταν η στιγμή των πανηγυρισμών. Της έντασης. Της χαράς που νιώθεις όταν έχεις σώσει μια ολόκληρη κατηγορία στο 90′. Μια χαρά που για ομάδες όπως η Τορκί ίσως είναι μεγαλύτερη κι απ’ την χαρά που δίνει η κατάκτηση ενός τίτλου. Όπως είχε δηλώσει άλλωστε ο γνωστός δημοσιογράφος της ομάδας, Ντέιβ Τόμας: «Εμείς, στο Τορκί, δεν ξέρουμε τι χαρά δίνει σε κάποιον ένας τίτλος. Δεν νομίζω όμως να είναι μεγαλύτερη από αυτή που πήραμε εκείνη τη μέρα».

Το γλέντι που ακολούθησε κράτησε για αρκετές μέρες σε παμπ, κλαμπ και καζίνο της περιοχής με τον Πολ Ντόμπσον να κάνει μια εκ των πιο επικών δηλώσεων στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. «Μετά το παιχνίδι έπινα για πολλές μέρες σερί και έχασα όλα μου τα χρήματα στο καζίνο. Σκεφτείτε πως όταν γύρισα στο σπίτι το πρώτο πράγμα που μου είπε η γυναίκα μου ήταν, σε χωρίζω, και όντως το έκανε». Δεν ξέρω αν υπάρχει ανάλογη ιστορία με αυτή της Τορκί στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Αυτό που ξέρω σίγουρα όμως, είναι πως αυτός ο ρομαντισμός, αυτή η τρέλα και αυτή η αγνή αγάπη που μπορείς να συναντήσεις στις μικρές κατηγορίες, ολόκληρου του πλανήτη, δεν μπορούν να συγκριθούν με τίποτα. Πόσο μάλλον όταν η ομάδα που υποστηρίζεις δεν κερδίζει, σχεδόν, ποτέ και όταν αποφασίζει να το κάνει, το κάνει με τόσο ιδιαίτερο τρόπο που σε γεμίζει συναισθήματα που ξέρεις πως θα κάνεις πολύ καιρό να τα συναντήσεις. Ίσως και ποτέ ξανά.

To ρεκόρ του Κρις Νίκολ και η λογική του δρομέα

  [1 Σχόλιο]

Το ημερολόγιο έδειχνε 20 Μαρτίου του 1976 όταν η Λέστερ Σίτι του Φρανκ Γουόρθινγκτον, του Κιθ Γουέλερ και του Σκοτσέζου Μπράιαν Άλντερσον, υποδέχτηκε την Άστον Βίλα, στο ιστορικό Φίλμπερτ Στριτ, μπροστά σε 25.000 ποδοσφαιρόφιλους. Η Βίλα είχε επιστρέψει στη μεγάλη κατηγορία την προηγούμενη σεζόν, ως 2η πίσω από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, και -όπως ήταν λογικό- δεν είχε βλέψεις για κάτι πολύ μεγάλο, μιας και ο πρωταρχικός της στόχος ήταν -τι άλλο- η παραμονή. Κάτι που είχε επιτευχθεί σχετικά εύκολα, καθώς είχε τερματίσει, με 39 βαθμούς, στην 16η θέση (σε 22 ομάδες). Τέσσερις ολόκληρες νίκες, και μια ισοπαλία, μακριά από την ζώνη του υποβιβασμού. Αν εκείνη την περίοδο, έλεγε κάποιος, πως η Άστον Βίλα έξι χρόνια αργότερα θα κατακτούσε το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης, απέναντι στη σπουδαία Μπάγερν Μονάχου, θα τον περνούσαν σίγουρα για τρελό, ή για ηλίθιο. Ας αφήσουμε όμως τα ευρωπαϊκά «σαλόνια», μιας και δεν είναι αυτός ο λόγος που γράφω αυτό το κείμενο, κι ας επιστρέψουμε στο λασπωμένο τερέν ενός ακόμα μικρομεσαίου, Αγγλικού, παιχνιδιού της εποχής.

Ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της Άστον Βίλα, και δίπλα στον ακούραστο Τζον Ρόμπσον, ήταν ο διεθνής Βορειοϊρλανδός Κρις Νίκολ. Ένας παίκτης που φημίζονταν για τα αμυντικά του προσόντα με κύριο χαρακτηριστικό την δύναμή του στον αέρα. Οι συμπαίκτες του μιλούσαν πάντα για τις άψογες τοποθετήσεις του και φυσικά για όλα τ’ άλλα που χρειάζεται να έχει κάποιος για να μπορεί να εμπνέει και να δίνει σιγουριά. Το πάθος δηλαδή και τα ηγετικά χαρίσματα. Ο ίδιος λάτρευε πάντα να αφήνει την άμυνα και να προωθείται, όπως και να δοκιμάζει το δυνατό του πόδι, και μάλιστα, από κάθε απόσταση και δύσκολη γωνία. Κάπως έτσι είχε σκοράρει ένα πανέμορφο γκολ στον τελικό του Λιγκ Καπ της επόμενης σεζόν, απέναντι στην Έβερτον, και συγκεκριμένα στο δεύτερο παιχνίδι, μιας και εκείνα τα χρόνια το Λιγκ Καπ κρινόταν σε διπλό τελικό. Ένας τίτλος που είχε καταλήξει για τρίτη φορά στην ομάδα της γενέτειρας των Black Sabbath και των Judas Priest, αν και από τότε ακολούθησαν ακόμα δύο κατακτήσεις, με τελευταία αυτή του ’96, με 3-0, απέναντι στη Λιντς. Αξίζει, πιστεύω, να το απολαύσετε, πριν συνεχίσετε την ανάγνωση.

Στην αναμέτρηση με την Λέστερ, που είχε βρει τις δύο ομάδες ισόπαλες με 2-2, ο Νίκολ ήταν με διαφορά ο καλύτερος παίκτης του αγώνα. Έτρεξε πάρα πολύ. Φώναξε ακόμα περισσότερο. Έκοψε αρκετές μπαλιές, κυρίως στον αέρα, και έκανε το πλέον απίστευτο, αφού σκόραρε και τα τέσσερα τέρματα του αγώνα. Μάλιστα, πολύ καλά διαβάσατε. Δύο εξαιρετικά γκολ, για την ομάδα του, με σουτ εντός της περιοχής, και ακόμα δύο για την Λέστερ, το ένα μάλιστα με μια «έξυπνη» κεφαλιά που θα ζήλευε και ο πιο εύστροφος επιθετικός, σε μια εποχή που το Νησί είχε πληθώρα από δαύτους, με την παράδοση να συνεχίζεται βεβαίως-βεβαίως, ακόμα και στις μέρες μας και κυρίως στις μικρότερες κατηγορίες. Εκεί δηλαδή που σε πιάνει αυχενικό με την μπάλα να βρίσκεται συνεχώς στα σύννεφα και να πέφτει, για το κεφάλι των επιθετικών, σαν πουλί μετά από βολή Βρετανού ευγενή του 18ου αιώνα που χαίρεται τον ελεύθερό του χρόνο στον κήπο του. Ας προσπεράσουμε όμως αυτό το βάρβαρο «σπορ» και ας περάσουμε στο ευγενές σπορ του «τάκλιν εις την καρωτίδα», του βρετανικού φουτμπόλ των 70s.

To σκορ άνοιξε νωρίς, στο 15ο λεπτό, όταν ο Νίκολ έστειλε την μπάλα στα δίχτυα του Τζον Μπάριτζ, σε προσπάθεια να διώξει μετά από σέντρα του Άλντερσοτ. Η ισοφάριση ήρθε λίγο πριν τη λήξη του 1ου ημιχρόνου, με σουτ εντός της περιοχής. Το 1-1 ήταν και το σκορ στο ημίχρονο. Στο 53′ ο Νίκολ, σε μια φάση που θύμιζε περισσότερο ελληνορωμαϊκή καθώς πάλευε με τον Μπόμπι Λι, βρήκε την μπάλα με το κεφάλι (ως άλλος Κώστας Βουτσάς) και την έστειλε για δεύτερη φορά στα δίχτυα της ομάδας του. Οι φωνές του προπονητή του ώστε να προσέχει τα δικά του ανεβάσματα δεν τον πτόησαν, μιας και το μόνο που ήθελε ήταν να σκοράρει για την ισοφάριση, να γλιτώσει την ομάδα του από την ήττα, και να βουλώσει τα στόματα των γηπεδούχων φιλάθλων που τον είχαν κάνει ήδη σύνθημα, για τους λάθος όμως λόγους. Και τα κατάφερε στο 87′. Μετά από κόρνερ του Τσικ Χάμιλτον, τσίμπησε την μπάλα και με δυνατό σουτ έγραψε το τελικό 2-2, κάνοντας δικό του αυτό το μοναδικό «ρεκόρ». Για κακή του τύχη αυτό ήταν το τελευταίο παιχνίδι για τον διαιτητή της αναμέτρησης κάτι που του στέρησε τη δυνατότητα να κάνει δική του την μπάλα μιας και ο «ρεφ» την ήθελε για την προσωπική του συλλογή. Όσο και αν ψάξει κάποιος, δεν νομίζω να υπάρχει ανάλογο περιστατικό σε επίσημο παιχνίδι. Αυτό που κάνει περισσότερο αστεία την ιστορία είναι το γεγονός πως ο Κρις Νίκολ είχε πετύχει αυτογκόλ και την προηγούμενη αγωνιστική, στο 1-1, απέναντι στην Τότεναμ.

Ήταν η μέρα που ο Κρις Νίκολ άγγιξε, έστω και για λίγο, την ψυχοσύνθεση του καταρρακωμένου δρομέα. Η μέρα δηλαδή που η μάχη που έδωσε ήταν περισσότερο προσωπική (με την δική του ατυχία) καταφέρνοντας να κερδίσει τον εαυτό του, όπως δηλαδή έχουν ως πρωταρχικό στόχο οι περισσότεροι δρομείς και όχι οι ποδοσφαιριστές. Όπως γράφει και ο σπουδαίος Χαρούκι Μουρακάμι στο βιβλίο του «Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο» (τίτλος δανεισμένος από μια συλλογή διηγημάτων του Ρέιμοντ Κάρβερ): «Το πρόβλημα με το ταλέντο είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ο άνθρωπος που το διαθέτει δεν μπορεί να το διαχειριστεί ποσοτικά ή ποιοτικά. Το ταλέντο αποφασίζει από μόνο του πότε θ’ αναβλύσει, κι όταν στερέψει, απλά τελειώνει». Εκείνη τη μέρα το όποιο επιθετικό ταλέντο του Νίκολ αποφάσισε να εμφανιστεί και να πολεμήσει τον ίδιο, τον κακό, εαυτό του. Έστω για 90 λεπτά. Σαν δρομέας που νιώθει προδομένος απ΄ τα γόνατα και τους ταλαιπωρημένους αστραγάλους αλλά εκεί, στα τελευταία δύσκολα πάντα χιλιόμετρα, εκεί που πολλές φορές σκέφτεται «για ποιο λόγο το κάνω όλο αυτό στον εαυτό μου», νιώθει την καρδιά του να φωνάζει και να τον τραβά προς τον τερματισμό. Άλλωστε ένας αγώνας αξίζει πάντα περισσότερο όταν ξέρεις πως, πρώτα απ’ όλα, κέρδισες τον εαυτό σου. Ο Κρις Νίκολ μπορεί να υπερηφανεύεται πως εκείνη τη μέρα το κατάφερε και αυτό. Κι ας έφερε ισοπαλία η ομάδα του.

Τα τρία χρόνια νύχτας του Νίκου Γόδα

  [5 Σχόλια]

Η ιστορία που θα διαβάσετε με βασανίζει καιρό. Πάνε μήνες που σκέφτομαι να γράψω γι’ αυτή αλλά πάντα την άφηνα στην άκρη. Δεν είναι άλλωστε μια απλή και εύκολη ιστορία, και δεν έχει αποκλειστικά και μόνο σχέση με το ποδόσφαιρο, απ’ την σκοπιά του αθλήματος. Αφορμή για να την γράψω στάθηκε μια ταινία που είδα πρόσφατα. Συγκεκριμένα, η σκηνή μιας ταινίας που είδα πρόσφατα, και που δεν έχει όμως καμία σχέση με το «κανονικό» ποδόσφαιρο αλλά με αυτό που είναι το ποδόσφαιρο, για αρκετό κόσμο, και με αυτή την αίσθηση ελευθερίας που δίνει σε όλους όσους έχουν κλωτσήσει μια μπάλα. Από ένα φημισμένο γήπεδο, έχοντας ένα σπουδαίο τρόπαιο να περιμένει, μέχρι την αυλή ενός σχολείου ή κάποιο δρόμο, ένα χωράφι, ακόμα και κάποια φυλακή. Το ποδόσφαιρο άλλωστε είναι ίδιο παντού.

Η ταινία έχει τον τίτλο «A 12 Year Night», στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, και προς το τέλος αυτής υπάρχει μια σκηνή που με έκανε -όχι μόνο να ανατριχιάσω- αλλά να συγκινηθώ και να δακρύσω. Τρεις κρατούμενοι βγαίνουν για πρώτη φορά στο προαύλιο μιας φυλακής μετά από ακριβώς 3.898 μέρες στην απομόνωση. Στην μακρόστενη αυλή, και στο βάθος αυτής, πάνω σε ένα τοίχο, υπάρχει ένα ζωγραφισμένο τέρμα. Λογικά με κιμωλία. Ο ένας απ’ αυτούς, αυτός με το προσωνύμιο Νιάτο, στέκεται ακριβώς στο κέντρο, κοιτάζοντας τον λαμπερό ήλιο, ενώ δεξιά και αριστερά διάφοροι κρατούμενοι τον έχουν αναγνωρίσει και, αφού ξέρουν την ιστορία του, αρχίζουν να τον χειροκροτούν. Αυτός, αφού θα χαμογελάσει, θα αρχίσει να κάνει ποδαράκια και ντρίμπλες, χωρίς όμως να έχει μπάλα, κάτω από τις επευφημίες όλων των κρατουμένων, τρέχοντας το γήπεδο. Αφού πλησιάσει κοντά στο τέρμα, με ένα άψογο βολέ, θα σκοράρει και θα ξεσπάσει σε πανηγύρια. Το ίδιο ακριβώς θα συμβεί και πίσω από τα βρώμικα κάγκελα της φυλακής που έχουν βρεθεί οι υπόλοιποι συγκρατούμενοι. Η σκηνή γίνεται ακόμα πιο συγκινητική αν συνυπολογίσουμε πως το μουσικό «lead in» γι’ αυτή, είναι το τραγούδι «Sound Of Silence», σε μια υπέροχη εκτέλεση, απ’ την Σίλβια Πέρεζ Κρουζ.

Η ταινία αν και έχει αισιόδοξο φινάλε, και σας ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό το σπόιλερ από όσους δε την έχουν δει, μου έφερε στο μυαλό την ιστορία του παλιού ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Νίκου Γόδα. Του κομμουνιστή, λοχαγού της Αντίστασης, που εκτελέστηκε μια βροχερή μέρα στο νησάκι Λαζαρέτο της Κέρκυρας, από Έλληνες. Και δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από αδέρφια που πολεμούν αδέρφια. Όσο κι αν ο πόλεμος είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια κοινωνία, σε μια χώρα, σε ένα πολιτισμό. Ο Νίκος Γόδας γεννήθηκε το 1921 στο Αϊβαλί και έφτασε στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αφού η οικογένειά του πέρασε πρώτα από την Κρήτη και τη Μυτιλήνη, εγκαταστάθηκε τελικά στον Πειραιά και συγκεκριμένα στην Κοκκινιά. Εκεί η οικογένειά του άνοιξε την πασίγνωστη ταβέρνα «Τα Αραπάκια» που ήταν ένα απ’ τα καλύτερα στέκια της εποχής για να ακούσει κάποιος αυθεντικό Ρεμπέτικο και το μέρος που ο Τσιτσάνης ανακάλυψε τον Χιώτη. Ο Γόδας, όταν δεν βοηθούσε στο σερβίρισμα, έβγαινε στις αλάνες και έπαιζε ποδόσφαιρο μέχρι να ματώσει και η τελευταία σπιθαμή των γονάτων του.

Ήταν η περίοδος του Μεσοπολέμου, τότε που το εργατικό κίνημα του Πειραιά οργανώθηκε αφού είχε δεχτεί την καταλυτική επίδραση από τους πρόσφυγες. Συγκεκριμένα, εκείνη την περίοδο βρέθηκαν στις γειτονιές του Πειραιά περίπου στους 100.000 πρόσφυγες. Το εργατικό κίνημα, που είχε αρχίσει να ζητάει και να διεκδικεί πράγματα πρωτοστάτησε, αναλαμβάνοντας δράση, την περίοδο της Κατοχής. Την περίοδο που ο Πειραιάς δέχεται τον πρώτο μεγάλο Γερμανικό βομβαρδισμό, στις 6 Απριλίου του ’41, ο Νίκος Γόδας έχει εξελιχθεί στο νέο μεγάλο αστέρι του Ολυμπιακού. Έχει πάρει μεταγραφή απ’ τον Κεραμεικό Καμινίων και εννοείται, την ίδια εποχή, ως μέλος του ΚΚΕ, αρχίζει να παίρνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Από τις 6 Απριλίου μέχρι και τις 27 του ίδιου μήνα ο Πειραιάς θα δεχτεί συνολικά 55 αεροπορικές επιθέσεις. Οι καταστροφές φυσικά και ήταν ανυπολόγιστης αξίας.

Με την είσοδο των ναζιστικών δυνάμεων, στις 27 Απριλίου, οι δήμαρχοι του Πειραιά και της Αθήνας θα συναντηθούν με τον Γερμανό διοικητή και θα παραδώσουν, επισήμως, τις πόλεις. Ο Μιχάλης Μανούσκος, ιδρυτικό στέλεχος του Ολυμπιακού και δήμαρχος Πειραιά, με ανάθεση από τον ίδιο τον Ιωάννη Μεταξά, προς τιμήν του, θα απομακρυνθεί από τη θέση του μετά από άρνηση να παραδώσει λίστα με ονόματα πλουσίων Πειραιωτών της εποχής που θα λειτουργούσαν ως υποψήφιοι όμηροι σε περίπτωση αντιστασιακών πράξεων. Ο Μανούσκος μάλιστα είχε γράψει στη λίστα μόνο το δικό του όνομα σε μια σπουδαία ένδειξη θάρρους. Απ’ την άλλη, ο Λάζαρος Παπαδόπουλος, δήμαρχος Κερατσινιού, και ο Στέφανος Πάνου, δήμαρχος Κοκκινιάς, κράτησαν τις θέσεις τους αφού δεν είχαν κανένα πρόβλημα να συνεργαστούν πρόθυμα με τους Γερμανούς. Όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες. Ο Γόδας αφού μαγεύει με τη φανέλα του Ολυμπιακού (για την ιστορία μια απ’ τις καλύτερες παραστάσεις του ήταν αυτή κόντρα στον ΠΑΟ σε κάποιο Χριστουγεννιάτικο τουρνουά στη νίκη με 5-2) θα συμμετάσχει στην σύσκεψη που έκαναν μέλη του ΕΑΜ, το 1942, σε κάποιο προσφυγικό σπίτι, στο Κερατσίνι. Δίπλα στο νεκροταφείο της Ανάστασης. Εκεί που, σύμφωνα με τους ιστορικούς, μπήκαν οι πρώτες γερές βάσεις της Αντίστασης κατά των Γερμανών.

O Νίκος Γόδας πολέμησε κατά των Γερμανών, και των Ελλήνων συμμάχων τους, ως μπροστάρης για την ελευθερία. Ήταν επικεφαλής στις 7 Μαρτίου του ’44 στη μάχη της Κοκκινιάς. Πήρε μέρος σε ένα σωρό άλλες μεγάλες μάχες και υπάρχει φήμη πως είχε καταρρίψει ακόμα και Γερμανικό αεροσκάφος στο Αιγάλεω. Ένα παλικάρι, πάντα, στην πρώτη γραμμή. Τόσο στις μάχες στα γήπεδα του ποδοσφαίρου όσο και στους δρόμους με κίνδυνο, όχι να χαθεί ένα τέρμα και μια νίκη αλλά, η ίδια του η ζωή. Οι φίλοι του έλεγαν για το σπάνιο ποδοσφαιρικό του ταλέντο, την αγάπη του για το ρεμπέτικο, την δύναμη που έπαιρνε από ιδέες όπως η ελευθερία και η ισότητα και φυσικά για το λαϊκό του χιούμορ. Σε κάποια μάχη, σώμα με σώμα, με τους Άγγλους, στο νεκροταφείο της Ανάστασης, κατά τα γεγονότα των Δεκεμβριανών, ο ανθυπολοχαγός του ΕΑΜ, Σταμάτης Σκούρτης, είχε ακούσει τον Γόδα να γελάει καθώς έλεγε σε κάποιο συναγωνιστή του πως θα είχε πλάκα να σκοτωθούν εκεί καθώς δεν θα χρειαστούν και τάφο. Κάποιοι άλλοι, φανατικοί φίλοι του ποδοσφαίρου, έλεγαν πως ο Γόδας απέφευγε τις σφαίρες όπως απέφευγε τα τάκλιν, και τα βίαια μαρκαρίσματα, όταν έπαιζε ποδόσφαιρο στα χωμάτινα γήπεδα του Πειραιά.

Στις 12 Φεβρουαρίου του ’45 θα υπογραφεί η Συνθήκη της Βάρκιζας και μετά τις 28 του μήνα, θα ολοκληρωθεί ο αφοπλισμός του ΕΑΜ, με αρκετούς από τους ηγέτες του να μη δέχονται τη συμφωνία και να φεύγουν στα βουνά ως αντάρτες. Ο Γόδας θα φτάσει στον Πειραιά και λίγες μέρες αργότερα θα συλληφθεί, θα δικαστεί, και θα καταδικαστεί μετά τη δίκη-παρωδία που έμεινε γνωστή ως «Η Δίκη του Ασύλου της Κοκκινιάς». Η συμφωνία της Βάρκιζας ενώ έδινε αμνηστία τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, δεν έκανε το ίδιο για τα αδικήματα που είχαν γίνει κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών. Κάπως έτσι ξέσπασε η περίοδος της Λευκής Τρομοκρατίας ως κύμα αντεκδικήσεων, κυρίως κατά των Κομμουνιστών. Το καλοκαίρι του ’46 μάλιστα ξεκίνησε επισήμως το κυνήγι από το επίσημο κράτος κατά όλων των αριστερών με στρατοδικεία και εκτελέσεις. Κύρια δύναμη της Λευκής Τρομοκρατίας ήταν δεξιοί και ακροδεξιοί, παρακρατικοί, ένοπλοι σχηματισμοί που αποτελούνταν κυρίως από πρώην μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Συχνά αυτοί οι σχηματισμοί είχαν ως κύριο καθοδηγητή κρατικές αρχές αλλά και στελέχη των τότε κυβερνήσεων. Εκείνη την περίοδο έχουν καταγραφεί περίπου 35.000 συλλήψεις, 32.000 βασανισμοί, 13.000 φόνοι και 165 βιασμοί γυναικών.

Ο Γόδας οδηγήθηκε αρχικά στις φυλακές της Αίγινας, όπου συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο με την ομάδα των κρατουμένων, πριν τον στείλουν στις φυλακές Αβέρωφ και από εκεί στις φυλακές θανατοποινιτών της Κέρκυρας. Ο Νίκος Γόδας έμεινε εκεί για περίπου 3 χρόνια. Βασανίστηκε αλλά δεν υπέγραψε ποτέ συνθήκη μεταμέλειας και τελικά εκτελέστηκε στις 19 Νοεμβρίου του ’48 έχοντας ως τελευταία επιθυμία να πεθάνει φορώντας τη στολή της ομάδας που λάτρεψε. Του Ολυμπιακού. Ήταν μόλις 27 ετών. Μελανό σημείο της υπόθεσης το γεγονός πως τα 3 χρόνια που έμεινε φυλακισμένος, η διοίκηση της ομάδας, αν και είχε δεχτεί μεγάλες πιέσεις απ΄τον κόσμο, δεν έκανε καμία ενέργεια προκειμένου να τον γλιτώσει. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του τότε προέδρου του Ολυμπιακού, Μιχάλη Μανούσκου «Όπως έστρωσε ας κοιμηθεί». Ενός προέδρου που είχε γίνει ήρωας κατά τα χρόνια της Κατοχής.

Ο Νίκος Γόδας αφού έκανε το τελευταίο του τσιγάρο, σιγοτραγούδησε μερικούς στίχους του λατρεμένου του Τσιτσάνη και χαιρέτησε τους συγκρατούμενούς του. Έριξε στους ώμους το σακάκι του και ακολούθησε τους φρουρούς. Η ώρα είχε φτάσει. «Θα τα ξαναπούμε σύντροφοι» τους φώναξε «Ζήτω ο Ολυμπιακός και ο Σοσιαλισμός. Ήταν τιμή μου που μοιράστηκα αυτό το κελί μαζί σας». Δευτερόλεπτα πριν οι σφαίρες τρυπήσουν το κορμί του είχε ζητήσει να μη του δέσουν τα μάτια. «H τσιριμονιά τελειώνει βιαστικά και δεν έχεις την άνεση να δεις τους μακελάρηδες κατάματα. Σαν βρέχει δεν μπορείς να ανοίξεις τα μάτια, είναι και το νερό που τρέχει και δεν βλέπεις όπως πρέπει, είναι σα να σου κλείνουν τα μάτια με το έτσι θέλω. Εγώ θέλω να είναι καλοκαιρία, να τον κοιτάω κατάματα για να δω πόσο σίγουρος νιώθει αυτός που με σκοτώνει». Ο Σταμάτης Σκούρτης και ο Σπύρος Ανδρεάδης, οι δυο μελλοθάνατοι που ήταν μαζί με τον Γόδα, σώθηκαν ύστερα από παρέμβαση του ΟΗΕ το 1949.

Αυτό που είναι πραγματικά λυπηρό και άκρως σοκαριστικό είναι το γεγονός πως σε πολλές περιοχές του Πειραιά, εκεί δηλαδή που χύθηκε τόσο αίμα αγωνιστών Ελλήνων κατά των Ναζί την περίοδο της Κατοχής, έχουν ανέβει κατακόρυφα τα ποσοστά της ναζιστικής οργάνωσης της δικής μας χώρας. Θα κλείσω αυτό εδώ το κείμενο, μιας και δεν έχω κανένα σκοπό να ανοίξω πολιτική κουβέντα μέσω αυτού απλά να καταγράψω κάποια γεγονότα και να αναφέρω το μεγαλείο του Νίκου Γόδα όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο, με μερικούς στίχους του Αλέκου Χρυσοστομίδη απ’ την Ποιητική του Συλλογή, «Λεύτερος Στίχος», του 1944. Στίχοι της εποχής που ταιριάζουν γάντι για περιπτώσεις ανθρώπων. όπως ο Νίκος Γοδας και παραμένουν ακόμα στην επικαιρότητα:

«Ο ασύρματος διαλάλησε παντού το θρίαμβο της – Στη σκέψη να περιφρονεί περήφανα το Θάνατο -Εμέθυσε από το κρασί της Δόξας το Αθάνατο- Οι ξένοι χειροκρότησαν το θάρρος το λαμπρό της – Και κείνος όπου θέλησε σκλάβα να τη θεωρήση – Επήρε την απάντηση πως η Ελλάς θα ζήση».

Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο

  [2 Σχόλια]

«Τι είναι το αγόρι τώρα που έχασε την μπάλα του. Τι πρέπει να κάνει; Την είδα να κυλά, γκελάροντας χαρωπά, κάτω στο δρόμο, κι έπειτα, χαρωπά ν’ αναπηδά. Να’ τη, μες στο νερό τώρα. Μάταιο να πεις υπάρχουν κι άλλες μπάλες. Μια θλίψη απόλυτη, φοβούμενη, ακινητοποιεί το αγόρι. Έτσι όπως στέκεται άκαμπτο, τρεμάμενο, κοιτώντας κάτω. Όλα τα χρόνια της νεότητάς του μες το λιμάνι, όπου έπεσε η μπάλα του. Μια δεκάρα, μι’ άλλη μπάλα, δεν έχουν σημασία τώρα. Αισθάνεται πρώτη φορά ευθύνη. Μέσα σε ένα κόσμο ιδιοκτησιών, άνθρωποι θα παίρνουν μπάλες. Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο»

Τα λόγια που μόλις διαβάσατε ανήκουν στον Αμερικάνο ποιητή Τζον Μπέρρυμαν και είναι λόγια απ’ το ποίημα του «Το ποίημα της μπάλας». Γραμμένο τη δεκαετία του ’50, μιλά -για τι άλλο- για την απώλεια μιας μπάλας από κάποιον πιτσιρίκο. Δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να έχει παίξει ποδόσφαιρο σε κάποιο δρόμο και να μην έχει χάσει έστω μια μπάλα. Εγώ, απ’ όσο θυμάμαι, είχα χάσει πολλές. Βέβαια δεν είμαι εγώ το κυρίως θέμα, σε αυτό εδώ το κείμενο, αλλά μια χαμένη μπάλα. Όχι δική μου. Ίσως η πιο διάσημη, χαμένη, μπάλα που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Πιο διάσημη -για να αστειευτώ κιόλας- ακόμα κι από ‘κείνη που είχε στείλει ο Σέρχιο Ράμος, λογικά, στη στρατόσφαιρα, μετά το χαμένο του πέναλτι, απέναντι στη Μπάγερν Μονάχου, το 2012. H ιστορία που θα διαβάσετε αφορά την μπάλα του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Ενός τελικού που είχε βρει την Αγγλία Πρωταθλήτρια κόσμου, τον πιτσιρίκο Τζεφ Χερστ, ήρωα εκείνης της αναμέτρησης και τον Γερμανό Χέλμουτ Χάλερ, βασικό υπαίτιο για την ιστορία που διαβάζετε. Ας τα πάρουμε όμως απ’ την αρχή.

Το τελευταίο σφύριγμα του Ελβετού διαιτητή, Γκότφριντ Ντινστ, είχε βρει νικητές τους Άγγλους, με 4-2, απέναντι στους Γερμανούς, μετά από μια μυθική παράταση που είχε κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το πιο αμφιλεγόμενο γκολ που έχει μπει ποτέ σε τελικό. Ο Χερστ είχε σκοράρει χατ-τρικ και, σύμφωνα με την αγγλική παράδοση, έπρεπε να κάνει δική του και την μπάλα της αναμέτρησης. Οι Γερμανοί, σε μια πρωτόγνωρη κίνηση μακριά από κάθε σεβασμό προς τον αντίπαλο και το άθλημα, αποφάσισαν να αρπάξουν την μπάλα και να επιστρέψουν μαζί της στη δική τους χώρα. Ο τυχερός που έκλεψε την μπάλα ήταν ο μεσοεπιθετικός της Μπολόνια, Χέλμουτ Χάλερ, σκόρερ μάλιστα τoυ πρώτου γκολ της αναμέτρησης.

Όπως ο ίδιος έχει παραδεχτεί, η μπάλα του τελικού έφτασε στη Γερμανία το 1973, και όχι το 1966, μιας και τότε αποφάσισε να αφήσει την Ιταλία, για να αγωνιστεί στη χώρα του, μετά το πέρασμά του από Μπολόνια και Γιουβέντους, και η μπάλα δεν τον ενδιέφερε σχεδόν καθόλου ως «σημαντικό τρόπαιο» για να την έχει αφήσει νωρίτερα σε κάποιο ποδοσφαιρικό μουσείο της χώρας του. Ήταν μάλιστα τέτοια η δική του απάθεια για την ιστορική μπάλα, που την είχε χαρίσει στον γιο του. Ο μικρός, με τη σειρά του, έπαιζε ποδόσφαιρο με την μπάλα του τελικού, με τους φίλους του, στον κήπο του σπιτιού του. Όταν τη βαρέθηκε, την πέταξε, ευτυχώς για όλους, σε μια παλιά αποθήκη, δίπλα στο σπίτι τους, στο Άουσμπουργκ. Η Αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία δεν είχε ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα μέχρι και το 1996. Και δεν θα το έκανε ούτε τότε αν το Ευρωπαϊκό Κύπελλο εθνικών ομάδων δεν διεξαγόταν στην Αγγλία. Τότε ήταν που ξεκίνησε και η μεγάλη μάχη γραφικότητας για να βρεθεί η μπάλα του τελικού και να επιστρέψει στο σπίτι της.

Τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια και οι πιο γνωστές εφημερίδες της χώρας άρχισαν πόλεμο στον Χάλερ μιας και υπήρχαν φωτογραφίες μετά τη λήξη του Τελικού που τον έδειχναν να κρατά την μπάλα. «Είσαι ένας ανέντιμος κλέφτης, φέρε πίσω την μπάλα μας» άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί για να σταματήσει αυτή η αδικία 30 ολόκληρων ετών, με τον ίδιο απλά να δηλώνει πως πήρε την μπάλα επειδή δεν το έκανε κάποιος άλλος και πως αν την ήθελαν, θα την έδινε, αν φυσικά έπαιρνε χρήματα γι’ αυτό, μιας και η μπάλα ήταν πλέον δική του και όχι δική τους. Οι Άγγλοι σε μια πρωτόγνωρη κίνηση, ακόμα και γι’ αυτούς, θα στείλουν στη Γερμανία ομάδα ερευνητών για να ψάξουν, και να σιγουρέψουν, πως η μπάλα του Χάλερ ήταν όντως η αυθεντική. Όταν αυτό θα αποδειχτεί, ο πρόεδρος της Virgin, Ρίτσαρντ Μπράνσον, θα δώσει 70.000 λίρες στον Χάλερ και σε συνεργασία με την Mirror η μπάλα θα προγραμματιστεί να επιστρέψει, μετά Βαΐων και Κλάδων, στην Αγγλία, στις 26 Απριλίου για να εκτεθεί στο Λονδίνο καθ’ όλη τη διάρκεια του Γιούρο.

Η Mirror κυκλοφόρησε την επόμενη μέρα, έχοντας στο εξώφυλλό της, τους Χάλερ, Χερστ και Μπράνσον με την ιστορική μπάλα και με τον πικάντικο τίτλο «They think it’s all over, it is now». Μια φράση που θεωρείται θρυλική -και είναι- για τους Άγγλους, μιας και την είχε ξεστομίσει ο εκφωνητής του τελικού του 1966 Κένεθ Γουλστενχόλμ. Η Sun μάλιστα, στο εξώφυλλό της, είχε χλευάσει τους Γερμανούς, και φυσικά τον Χάλερ, για τις 70.000 λίρες και ζητούσε να δοθούν τα χρήματα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ο Χάλερ, την ώρα που επικρατούσε ο κακός χαμός με την επιστροφή της μπάλας, είχε βρεθεί να παραπατάει μεθυσμένος σε γνωστό Λονδρέζικο κλαμπ και κάπως έτσι η ιστορία έλαβε τέλος. Το 2012 άφησε την τελευταία του πνοή στο Άουσμπουργκ. Οι Γερμανοί τελικά πήραν την εκδίκησή τους στον ημιτελικό της διοργάνωσης, αποκλείοντας τους Άγγλους και κατακτώντας το τρόπαιο απέναντι στους Τσέχους, μέσα στο Γουέμπλεϊ. Η μπάλα του ’66, με το τέλος της διοργάνωσης, μπήκε σε περίοπτη θέση στο Μουσείο Ποδοσφαίρου στο Πρέστον με τη μπάλα του τελικού του ’96 να ταξιδεύει, νόμιμα αυτή τη φορά, για τη Γερμανία. Ελπίζω τουλάχιστον να μη βρίσκεται σε καμιά αποθήκη στο Βούπερταλ. Οι μπάλες -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- θα χάνονται πάντοτε (για τους Άγγλους) πιτσιρίκο.

Ραφαέλ Μορένο Αρανθάρντι: Η «μικρή πάπια» του Μπιλμπάο

  [4 Σχόλια]

Το Μπιλμπάο είναι μια πόλη που ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο. Εκτός της τεράστιας ιστορίας της Αθλέτικ και αυτών που πρεσβεύει για τη Χώρα των Βάσκων, όντας η τελευταία σύγχρονη -και επαγγελματική- ομάδα που στέκεται πιστή στις αξίες της -και αντιστέκεται- γεμίζοντας περηφάνια τους οπαδούς της, ο κόσμος της περιοχής λατρεύει το άθλημα ως αυτό που είναι πραγματικά. Ένα υπέροχο και πανέμορφο σπορ που βγάζει στον καθένα που το ζει, είτε ως παίκτης και προπονητής είτε ως φίλαθλος και ορκισμένος οπαδός, πολλά συναισθήματα. Ευχάριστα και δυσάρεστα. Το ποδόσφαιρο άλλωστε είναι μια μικρογραφία της ζωής, και ως τέτοιο, περικλείει τα πάντα. Όλα αυτά τα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει κάποιος μέσα σε ένα 24ώρο, μπορεί να τα βιώσει σε μόλις 90 λεπτά ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Ελπίζω να συμφωνούμε.

H αγάπη των Βάσκων για το ποδόσφαιρο, σύμφωνα πάντα με Ισπανούς δημοσιογράφους της εποχής, ξεκίνησε γύρω στο 1890, όταν Βρετανοί εργάτες στα διαλείμματα της εργασίας τους, έβγαζαν τις μπλούζες τους, χωρίζονταν σε ομάδες και έστηναν τα πρώτα «ντέρμπι» σε Βασκικό έδαφος. Φυσικά και οι ντόπιοι άρχισαν δειλά-δειλά να γίνονται θεατές αυτού του πρωτόγνωρου θεάματος, με αρκετούς, πιο τολμηρούς, να προσπαθούν -ανεπιτυχώς είναι η αλήθεια- να πάρουν μέρος στο παιχνίδι. Η πρώτη μάλιστα καταγεγραμμένη ποδοσφαιρική αναμέτρηση, σε εφημερίδα της εποχής, είναι αυτή ανάμεσα σε μια ομάδα πλούσιων Βάσκων φοιτητών, που είχαν επιστρέψει απ’ το Κέιμπριζ, και σε μια ομάδα Βρετανών εργατών. Το παιχνίδι έλαβε χώρα στην περιοχή Λαμιάκο, του Μπιλμπάο, και οι «ξένοι» εργάτες επικράτησαν των φοιτητών με διαφορά 5 τερμάτων. Το ακριβές σκορ δεν το μάθαμε ποτέ, μιας και οι τοπικές φυλλάδες είχαν σταθεί «στην διαφορά των 5 γκολ» με αρκετούς ντόπιους, που είχαν την τύχη να ζήσουν αυτή την αναμέτρηση, να δηλώνουν πως αυτό έγινε επειδή οι ντόπιοι φοιτητές δεν είχαν σκοράρει κανένα τέρμα και οι εφημερίδες δεν ήθελαν να γράψουν αυτό το «ντροπιαστικό 5-0». Φυσικά και την αλήθεια δεν την μάθαμε ποτέ. Και ούτε πρόκειται.

Ήταν Μάιος του 1894 άλλωστε, και ουδείς περίμενε πως το ποδόσφαιρο θα εξελιχθεί σε αυτό που είναι στις μέρες μας, με την πλειοψηφία να μην το παίρνει και τόσο σοβαρά, πιστεύοντας μάλιστα πως θα καταλαγιάσει αυτή η εφήμερη «τρέλα». Εις μάτην, μιας και τέσσερα χρόνια αργότερα, μερικοί φοιτητές από αυτούς που είχαν πάρει μέρος σε εκείνη την αναμέτρηση, θα ιδρύσουν την Αθλέτικ Μπιλμπάο και θα χαρίσουν -άθελά τους- ένα νέο πάθος σε χιλιάδες Βάσκους της περιοχής. 16 χρόνια αργότερα, ένας κοντοπίθαρος, και αδύνατος νεαρός, θα φορέσει για πρώτη φορά την φανέλα της Αθλέτικ. Το όνομά του, Ραφαέλ Μορένο Αρανθάρντι.

Ο Αρανθάρντι γεννήθηκε το 1892 στο Μπιλμπάο και είχε το προνόμιο να είναι ο γιος του δημάρχου της πόλης και ανεψιός του σπουδαίου Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, σπουδαίου ποιητή, συγγραφέα και φιλόσοφου της εποχής. Ο Αρανθάρντι βέβαια, από πολύ μικρός, δεν έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για το διάβασμα και προτιμούσε να περνά τον ελεύθερο χρόνο του στα μέρη που σύχναζαν και έπαιζαν ποδόσφαιρο οι Βρετανοί εργάτες της περιοχής. Πολύ γρήγορα μάλιστα, ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο μαζί τους, προσπαθώντας να ξεπατικώσει τις περίτεχνες ενέργειές τους. Τότε ήταν που του κόλλησαν και το παρατσούκλι που τον ακολούθησε όλα τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο. Το ύψος του (που μετά βίας έφτανε το 1.50), σε συνδυασμό με το πολύ αδύνατο σώμα του, και την εξαιρετική του τεχνική, ήταν αυτά που έκαναν τους συμπαίκτες του να τον ονομάσουν «Πιτσίτσι» που σημαίνει «μικρή πάπια». Φέρτε στο μυαλό σας τον Ραχίμ Στέρλινγκ να τρέχει με τη φανέλα της Σίτι και ίσως είναι ακόμα πιο εύκολο να καταλάβετε το ποδοσφαιρικό στυλ του. Eγώ, κάπως έτσι τον φαντάζομαι να τρέχει, ζαλίζοντας τους αντιπάλους του.

Ο Πιτσίτσι, για την ιστορία, ήταν ο πρώτος σπουδαίος σούπερ σταρ, ολόκληρου του Ισπανικού ποδοσφαίρου, με εκατοντάδες ανθρώπους να τον ακολουθούν όπου κι αν έπαιζε ποδόσφαιρο. Με τον καιρό έγινε ακόμα πιο γνωστός, και αγαπητός, λόγω και της λευκής μπαντάνας που φορούσε στο κεφάλι, όταν έπαιζε ποδόσφαιρο. Σύμφωνα με φίλους και συμπαίκτες, αυτή η κίνηση, ήταν ένα δείγμα σεβασμού ως προς αυτούς που του δίδαξαν το άθλημα που αγάπησε. Το ποδόσφαιρο. Πολλοί εργάτες της εποχής, άλλωστε, δούλευαν φορώντας μπαντάνες, στο κεφάλι, για να προστατεύουν -τι άλλο;- τα μαλλιά τους. Υπάρχει βέβαια ακόμα μία εκδοχή που λέει πως ο Πιτσίτσι την φορούσε επειδή έκανε πολλές κεφαλιές και έτσι προστάτευε -όσο αυτό ήταν δυνατό- το δικό του κεφάλι, μειώνοντας τον πόνο από τις σκληρές -και βαριές- μπάλες της εποχής. Το παράδοξο είναι πως αν και υπερβολικά κοντός είχε σκοράρει πολλά γκολ με φοβερές κεφαλιές.

Σε μια περίοδο που δεν υπήρχε πρωτάθλημα Ισπανίας (μιλάμε άλλωστε για την δεκαετία 1910-1920) ο Πιτσίτσι κατάφερε να γίνει ο κορυφαίος παίκτης, και σκόρερ της εποχής, μέσα απ’ το Κύπελλο Ισπανίας και τα διάφορα ανεπίσημα τουρνουά -και πρωταθλήματα- που έπαιρνε μέρος η Αθλέτικ Μπιλμπάο, φορτώνοντας τα δίχτυα των αντιπάλων με ένα σωρό τέρματα σπάνιας ομορφιάς και ζαλίζοντας τους αμυντικούς της εποχής με τις απίστευτες ντρίμπλες που έκανε. Την δεκαετία που έπαιξε ποδόσφαιρο κατάφερε να κερδίσει το Κύπελλο Ισπανίας 4 φορές (σε 6 συμμετοχές σε Τελικό). Ήταν μάλιστα ο πρώτος παίκτης που σκόραρε χατ-τρικ σε Τελικό Κόπα Ντελ Ρέι (το 1915) με μόλις 5 παίκτες να έχουν καταφέρει κάτι παρόμοιο από τότε. Σκόραρε -σχεδόν- τόσα γκολ όσες και οι συμμετοχές του, κατακτώντας μάλιστα και το ασημένιο μετάλλιο με την Ισπανία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920, σε μια διεθνή καριέρα που είχε κρατήσει δύο εβδομάδες, έχοντας 1 γκολ σε 5 συμμετοχές. Δύο χρόνια αργότερα, και ενώ έχει αποφασίσει στα 29 του να ακολουθήσει καριέρα διαιτητή, η ζωή του θα κοπεί απότομα όταν θα προσβληθεί από τύφο βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρη την Ισπανία που είχε χάσει τον πρώτο της μεγάλο σούπερ σταρ από τον χώρο του ομαδικού αθλητισμού.

Στο Μπιλμπάο εννοείται πως υπάρχει δρόμος με το όνομά του και άγαλμα στο Σαν Μαμές, που λειτουργεί και ως τόπος «προσκυνήματος» για όλους τους «πιστούς ποδοσφαιρόφιλους» που επισκέπτονται το ιστορικό γήπεδο για να δουν ένα παιχνίδι της Αθλέτικ. Το 1953 η Ισπανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία θα δώσει το όνομά του -ως δείγμα υψίστης τιμής- στο βραβείο του πρώτου σκόρερ των δύο μεγάλων κατηγοριών αν και όλες οι παραπάνω τιμές δεν φτάνουν, με τίποτα, την επόμενη που θα διαβάσετε παρακάτω και που φυσικά δείχνει, με τον καλύτερο τρόπο, την επιρροή που είχε ο σπουδαίος παίκτης στις Τέχνες και τον Πολιτισμό μιας χώρας με σπουδαία κουλτούρα, αλλά και πόσο σημαντικός ήταν ο Πιτσίτσι για την εξέλιξη του ποδοσφαίρου της Ισπανίας. Ας δούμε όμως τι έγραψε ο  Φιλ Μπολ στο βιβλίο του «Morbo» για την φωτογραφία που υπάρχει στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου. Του έργου Τέχνης δηλαδή που απεικονίζει τον Πιτσίτσι και τον έρωτά του με φόντο πάντα το ποδόσφαιρο.

«Ο Πιτσίτσι είναι μια σπουδαία μορφή τόσο διάσημη, όσο ένας κορυφαίος ταυρομάχος. Ο θρήνος του ποιητή Φεντερικο Γκαρθία Λόρκα για τον Ιγνάθιο Σάντσεζ Μεχίας, που σκοτώθηκε τη δεκαετία του ’20 «Las Cinco de la tarde» (Στις 5 το απόγευμα), έκανε τεράστια αίσθηση και θεωρείται δικαίως ένα απ’ τα σπουδαιότερα ποιήματα της Ισπανίας. Ό,τι είναι δηλαδή για τη συνεισφορά των σπορ στην Τέχνη ο πίνακας του Βάσκου καλλιτέχνη Αουρέλιο Αρτέτα με τίτλο «Πιτσίτσι», για τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή. Σε αυτό τον πίνακα ο Μορένο τεμπελιάζει, κάπως προκλητικά, και λίγο ανήσυχα, πάνω στον άσπρο φράχτη του παλιού εδάφους Γιολασέτα, με τον λαιμό του να γέρνει προς το (φωτεινό) αντικείμενο του πόθου του, τη μέλλουσα γυναίκα του. Η μακριά και λεπτή πλάτη της είναι απαλή και κυρτή με ιδιαίτερα αισθησιακό τρόπο και τα μάτια της αποκλίνουν διακριτικά απ’ τον καλλιτέχνη, σαν οι προθέσεις του διάσημου ποδοσφαιριστή να μη συμβαδίζουν με τους κανόνες συμπεριφοράς εκείνης της μακρινής εποχής, με το ραντεβού να μην έπρεπε να γίνει στο ημίχρονο. Πριν το Μουντιάλ του ΄98 ο Βάσκος μέσος της Αθλέτικ, Τζουλέν Γκερέρο (και αντικείμενο του πόθου για μεγάλη μερίδα του γυναικείου πληθυσμού της χώρας) φωτογραφήθηκε σε παρόμοια στάση με την κοπέλα του, με φόντο το μουσείο Γκουγκενχάιμ στη Νέα Υόρκη. Η αδεξιότητα του Γκερέρο έδωσε ακόμα μεγαλύτερη αξία στο αυθεντικό».

Κάτι σαν του όνομα του βραβείου για τον πρώτο σκόρερ. Όσα σπουδαία ονόματα κι αν το κατέκτησαν, δεν γίνεται να φτάσουν τον Πιτσίτσι -όχι για καθαρά ποδοσφαιρικούς λόγους- αλλά επειδή ο Πιτσίτσι ήταν ο πρώτος σούπερ σταρ ποδοσφαιριστής σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο ήταν όντως κάτι μοναδικό, αληθινό, και αμόλυντο σαν την νοοτροπία που -ευτυχώς- κουβαλά ακόμα μαζί της η Αθλέτικ Μπιλμπάο και παίκτες όπως ο Πιτσίτσι -και η ιστορία τους- θα μας τη θυμίζουν. Τον περασμένο Σεπτέμβρη μάλιστα ανέβηκε σε κεντρικό Θέατρο στο Μπιλμπάο μιούζικαλ με τη ζωή του σπουδαίου ποδοσφαιριστή, φέρνοντας τις νέες γενιές (ποδοσφαιρόφιλων και θεατρόφιλων) σε πρώτη επαφή με τη ζωή του. Έγραψα άλλωστε και πιο πάνω για την κληρονομιά που άφησε στον πολιτισμό της χώρας.

To κείμενο γράφτηκε (για ακόμη μία φορά) υπό τους ήχους του Gustavo Santaolalla.

Το πρωτάθλημα των τριών μαέστρων και η χαρά του επιθετικού παιχνιδιού

  [2 Σχόλια]

Έφτασε, και πάλι, η εποχή που από τα χείλη πολλών φίλων (;) του ποδοσφαίρου ακούγεται η φράση που είναι χειρότερη κι από ταινία δράσης με τον Βιν Ντίζελ. Αυτό το εκνευριστικά ρηχό: «Έλα μωρέ τώρα, ποιος Γκουαρδιόλα», από ανθρώπους που βλέπουν το ποδόσφαιρο ως μια μπάλα που πηγαινοέρχεται πάνω κάτω, ανάμεσα σε τέσσερις γραμμές, προσπαθώντας να σφηνωθεί, με κάθε τρόπο, στα δίχτυα. Για τους υπόλοιπους, μόλις τελείωσε ο φανταστικός πρώτος γύρος της Πρέμιερ Λιγκ. Η Λίβερπουλ είναι στην κορυφή, με +7 από την Σίτι, και η Τότεναμ, του Ποτσετίνο, συνεχίζει να μας εκπλήσσει ευχάριστα (και εμένα προσωπικά να με εκθέτει μιας και δεν περίμενα την εξαιρετική της πορεία). Ας μη γελιόμαστε. Η Τότεναμ κάνει -και αυτή- πορεία πρωταθλητισμού, βρίσκεται εντός και των τεσσάρων στόχων της (όπως και η Σίτι), παρουσιάζει όμορφο ποδόσφαιρο, δίχως να έχει ενισχυθεί καθόλου το καλοκαίρι και δίχως να αγωνίζεται στο γήπεδό της. Ακούγεται υπέροχο και είναι υπέροχο.

Η Σίτι μέχρι και τη νίκη της Λίβερπουλ επί της Έβερτον, με το γκολ του Οριτζί στις καθυστερήσεις, με την μπάλα να ζωντανεύει και να παίζει βόλεϊ στο δοκάρι, άγγιζε τους «μαγικούς» περσινούς της αριθμούς, δίχως τον εγκέφαλό της και κορυφαίο της παίκτη, τον Κέβιν Ντε Μπρούινε. Από τότε, αν και συνεχίζει να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, οι αριθμοί της έχουν πέσει αισθητά, κάτι που μεταφράζει και την πεσμένη της αποτελεσματικότητα, σε άμυνα και επίθεση, χάνοντας βαθμούς. Η κατοχή βρίσκεται στο 63.9% από το 65.3%. Τα ποσοστά επιτυχίας στις πάσες είναι στο 89.1%, από το 90.1%. Η ομάδα έχει τρεις λιγότερες τελικές, σε κάθε αναμέτρηση, και δέχεται μια παραπάνω καθαρή ευκαιρία για τέρμα. Όλα αυτά δείχνουν την πτώση της και τις τρεις ήττες που έκανε, τον τελευταίο καιρό, έτσι ώστε να δει το +2, από την Λίβερπουλ, να μετατρέπεται σε -7. Βέβαια σε όλα αυτά θα πρέπει να μπει στην εξίσωση ο απίστευτος πρώτος γύρος της ομάδας του Κλοπ, που συνεχίζει αήττητη, όπως και ο παράγων – τύχη. Αυτό το τελευταίο θα παίζει άλλωστε πάντα σημαντικό ρόλο στον ομαδικό αθλητισμό.

Για παράδειγμα: Στο Στάμφορντ Μπριτζ, η Σίτι, στο ‘α ημίχρονο ήταν καταπληκτική, και με βάση τους αριθμούς της θα έπρεπε να βρίσκεται στο 45’ μπροστά στο σκορ ακόμα και με 3-1. Το τελικό αποτέλεσμα όμως βρήκε νικητές τους «μπλε», με 2-0, σε ένα αποτέλεσμα που δεν μπορούσε να εξηγηθεί εύκολα με την «ποδοσφαιρική λογική». Στις δύο κολλητές ήττες, από Κρίσταλ Πάλας και Λέστερ, είχαμε την τύχη (ο Πεπ την ατυχία) να δούμε δύο γκολ σπάνιας ομορφιάς να μπαίνουν στα δίχτυα του Έντερσον. Το τέρμα του Τάουνσεντ, και το τέρμα του Ρικάρντο Περέιρα, λογικά, θα βρίσκονται στα κορυφαία της σεζόν, μιας και είναι γκολ που -ακόμα και στην Πρέμιερ Λιγκ- δεν τα βλέπουμε πλέον πολύ συχνά, και φυσικά δεν ήρθαν από καμία οργανωμένη επίθεση. Βέβαια αυτό το απρόβλεπτο είναι και ένα μέρος της μαγείας του ποδοσφαίρου, αλλιώς θα μιλούσαμε -και θα γράφαμε- για σκάκι.

Αυτό που θέλω να πω, και για να μην μπερδευόμαστε, είναι πως η Σίτι συνεχίζει -και φέτος- να κάνει πορεία πρωταθλητισμού και να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, άσχετα με την βαθμολογική της θέση, στην παρούσα φάση. Με μια μεγάλη όμως διαφορά, σε σχέση με την περσινή της, εξωπραγματική, σεζόν. Στην δύσκολη περίοδο των φετινών γιορτών κάνει την «κοιλιά» που δεν έκανε σε κανένα σημείο της περσινής σεζόν, με τον Γκουαρδιόλα να έχει να διαχειριστεί πολλούς τραυματισμούς και το φυσιολογικό (;) ντεφορμάρισμα αρκετών βασικών παικτών. Απ’ την άλλη, η μοναδική «μεγάλη γκέλα» της ομάδας -για μένα- είναι η ήττα απ’ την Πάλας, στο Έτιχαντ. Αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Μια ήττα στο Λέστερ και μια ήττα στο Στάμφορντ Μπριτζ δεν νομίζω να θεωρούνται γκέλες στο επίπεδο της Πρέμιερ Λιγκ. Δεν έχει υπογράψει κανένας, όσο σπουδαίος και να είναι, συμβόλαιο με τη νίκη και ούτε μια ήττα μειώνει την αξία του και την δουλειά του. Ας μην ψάχνουμε την εξαίρεση για να βγάλουμε άκυρο τον κανόνα. Το ματς-κλειδί για τους «πολίτες» θα είναι αυτό με την Λίβερπουλ στο Έτιχαντ. Αν εκεί η διαφορά δεν μειωθεί ή -ακόμα χειρότερα- μεγαλώσει, τότε θα έχουν αρχίσει τα πραγματικά δύσκολα για τον Καταλανό και την ομάδα του. Χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να μειώνει την άρτια δουλειά του.

Η Σίτι με τον Ντε Μπρουίνε να μπαίνει σιγά- σιγά στην ομάδα, φτάνοντας στο 100%, μετά τον τραυματισμό του, και φυσικά με τις επιστροφές των Μεντί και Φερναντίνιο θα αρχίσει να βρίσκει και πάλι τον πραγματικό της εαυτό. Βέβαια θα πρέπει να έχει μαζί της και το συστατικό που χρειάζονται όλες οι ομάδες για να πετύχουν τους στόχους τους. Αυτό που φέτος -ως ώρας τουλάχιστον- δείχνει να έχει αφήσει την γαλάζια πλευρά του Μάντσεστερ. Όπως άλλωστε έχει γράψει και ο Γάλλος συγγραφέας Σταντάλ «Η τύχη σ’ αρπάζει απ’ τα μαλλιά, αλλά η ίδια είναι φαλακρή».  Ίσως έτσι εξηγείται και η φετινή γκαντεμιά του Πεπ Γκουαρδιόλα. Ν’ αφήσει πάντως μαλλιά ο Γκουαρδιόλα, δεν γίνεται. Να αρχίσει και πάλι ένα μεγάλο νικηφόρο σερί η Σίτι, γίνεται.

Η Τότεναμ είναι η μεγάλη αποκάλυψη της φετινής σεζόν. Συνεχίζει μάλιστα να κάνει πορεία πρωταθλητισμού έχοντας ρίξει, λίγο είναι η αλήθεια, τους αριθμούς της. Η κατοχή μπάλας, στη μέση του πρώτου γύρου, ήταν στο 57.4%. Πλέον βρίσκεται στο 55%. Έχει το ίδιο ποσοστό επιτυχίας στις πάσες (στο 82%). Δημιουργεί δύο λιγότερες τελικές ευκαιρίες και δέχεται τον ίδιο αριθμό σουτ προς την εστία της (12), σκοράροντας όμως 2.2 γκολ ανά παιχνίδι. Καθόλου άσχημα για μια ομάδα που είναι ακριβώς ίδια με πέρσι, με τον προπονητή της να έχει να διαχειριστεί την κούραση -και την φόρμα- πολλών βασικών παικτών που πρωταγωνίστησαν και στο Μουντιάλ, έχοντας μεγάλους αντιπάλους δύο ομάδες που θεωρούνται -και είναι- ανάμεσα στις κορυφαίες του πλανήτη φέτος. Την Σίτι και τη Λίβερπουλ.

Αν υπάρχει ένας σημαντικός παράγοντας -εκτός φυσικά του σπουδαίου Ποτσετίνο που κάνει «παπάδες»- αυτός δεν είναι άλλος από τον Νοτιοκορεάτη μεσοεπιθετικό Σον Χιούνγκ-Μιν. Ένας παίκτη που στην αρχή της σεζόν άφησε το Λονδίνο για να αγωνιστεί με την εθνική της χώρας του, γνωρίζοντας πως αν δεν κέρδιζε το χρυσό μετάλλιο, θα έπρεπε να αφήσει το ποδόσφαιρο για να παρουσιαστεί για δύο χρόνια στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας, βάζοντας ουσιαστικά τέλος στην επαγγελματική του καριέρα. Ευτυχώς για όλους μας, τα κατάφερε, και συνεχίζει να παίζει ποδόσφαιρο στο κορυφαίο επίπεδο.

Ο Σον μετράει στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ 9 εμφανίσεις, έχοντας σκοράρει 7 τέρματα σε 832 λεπτά, φτάνοντας το δικό του ranking στο φοβερό 7.30, για το αγγλικό πρωτάθλημα. Για την ιστορία, στο τελευταίο παιχνίδι κόντρα στην Μπόρνμουθ, στη νίκη των Σπερς με 5-0, ο Σον είδε το προσωπικό του ranking να αγγίζει -σχεδόν- το τέλειο, με 9.90 μονάδες. Ο Σον είναι για τη φετινή Τότεναμ, ο άνθρωπος που κάνει τη διαφορά (απ΄τον Κέιν βλέπουμε αυτά που περιμέναμε) στο επιθετικό της κομμάτι και την ανεβάζει ακόμα ένα επίπεδο, με την ενέργεια και την ποιότητά του. Ο γλυκός σοφιστικέ «δολοφόνος» που σε ξεγελάει με το όμορφο παρουσιαστικό του και στην φέρνει εκεί που δεν το περιμένεις. Αν είχατε την τύχη να απολαύσετε το αριστούργημα του Λι Τσάνγκ-Ντονγκ «Burning» (προσοχή ακολουθούν spoilers), και είστε φίλοι της Τότεναμ, (ή έστω της Πρέμιερ Λιγκ) δεν γίνεται να μην είδατε στο πρόσωπο του Μπεν (τον υποδύεται εξαιρετικά ο Στίβεν Γέουν του The Walking Dead), τα «δολοφονικά» ένστικτα που βλέπει κάθε ποδοσφαιρόφιλος στο χαμογελαστό και γεμάτο  ποδοσφαιρική «υγεία» πρόσωπο του Σον, κάθε αγωνιστική, στα γήπεδα της Αγγλίας.

Αν μπορεί να καταφέρει η Τότεναμ την υπέρβαση; Όπου υπέρβαση βάλτε δίπλα το πρωτάθλημα, θεωρώ πως όχι. Όσο και αν διαθέτει ένα φανταστικό προπονητή και ένα ρόστερ γεμάτο νιάτα, ταλέντο, φρεσκάδα και δίψα για τίτλους που δείχνει να ρολάρει επικίνδυνα. Απ’ την άλλη, τρομάζω στην ιδέα, να δούμε του χρόνου τον Ποτσετίνο να περνά το κατώφλι του Όλντ Τράφορντ, φέρνοντας μαζί του και 2-3 παίκτες απ’ τους Σπερς. Όχι γιατί δεν θέλω να δω την Γιουνάιτεντ να πρωταγωνιστεί ξανά, τουναντίον, αλλά επειδή ίσως δούμε το καλύτερο πρωτάθλημα όλων των εποχών, με τρεις ομάδες που θα παίζουν όμορφο ποδόσφαιρο, να μονομαχούν μέχρι τέλους για τον τίτλο. Υπάρχει κάποιος αληθινός φίλος του ποδοσφαίρου που δεν θα το ήθελε αυτό; Δεν το νομίζω.

Για το τέλος άφησα την Λίβερπουλ. Την πρώτη Λίβερπουλ. Μια Λίβερπουλ που πλέον είναι στο 100% ομάδα του Κλοπ, με ένα ξεκάθαρο δικό του πλάνο, με παίκτες καθαρά δικές του επιλογές και με μια φιλοσοφία που με βρίσκει απολύτως σύμφωνο και την λατρεύω. Στη μέση του ‘α γύρου έγραφα πως η Λίβερπουλ θα πρέπει να βελτιωθεί, να ανοίξει το rotation απ’ τον Κλοπ, να μπει στην εξίσωση ο Σακίρι (και οι υπόλοιποι νέοι παίκτες), να βρει ξανά τον καλό του εαυτό ο Σαλάχ και φυσικά να συνεχίσει να έχει μαζί της την «Θεά Τύχη». Μια τύχη που της έχει γυρίσει την πλάτη τόσες και τόσες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, για να κάνει την υπέρβαση. Όπου υπέρβαση, βάλτε τη λέξη «πρωτάθλημα». 11 αγωνιστικές μετά από εκείνο το κείμενο, όλα τα παραπάνω, τα βλέπουμε πλέον ξεκάθαρα. H Λίβερπουλ έχει ανεβάσει την κατοχή της στο 57.5% απ’ το 54.2%. Έχει δύο τελικές παραπάνω και σκοράρει 2.2 τέρματα ανά αγώνα, έχοντας την ίδια επιτυχία στις πάσες (στο 85%). Από τα 15 γκολ της 8ης αγωνιστικής έχει φτάσει στα 43 στην 19η, έχοντας δεχθεί μόνο 7 τέρματα, την ίδια ώρα που η Σίτι έχει δεχθεί 15 και η Τότεναμ 18. Επίσης συνεχίζει την σταθερή της παρουσία στο αμυντικό της κομμάτι, δεχόμενη 8.1 σουτ ανά αγώνα και έχοντας δύο λιγότερα τάκλιν και τρία λιγότερα κλεψίματα από τους πρώτους 8 αγώνες της σεζόν, έχοντας καλύτερη αμυντική λειτουργία.

Η Λίβερπουλ μετρά 15 περισσότερους βαθμούς, σε αυτό το χρονικό σημείο, σε σχέση με πέρσι, κάτι που φαντάζει αρκετά λογικό -αν και υπερβολικό- μιας και πέρσι, τέτοια εποχή, δεν είχε ούτε Φαν Ντάικ, ούτε Φαμπίνιο, ούτε Κεϊτά, ούτε τον (φετινό) Ρόμπερτσον, ούτε φυσικά το «πολυεργαλείο» που ακούει στο όνομα Σακίρι και που μπορεί να συμπληρώνει και να καλύπτει όλα τα κενά, όλων των παικτών, σε όλες τις θέσεις της επίθεσης. Δεξιά, αριστερά, στην κορυφή, στον άξονα. Κι αυτή είναι ακόμα μια μεγάλη τακτική νίκη του Κλοπ. Ο Γερμανός ήξερε πως με την τριάδα των βασικών (Σαλάχ, Μανέ, Φιρμίνο) ο παίκτης που θα έρχονταν από τον πάγκο θα έπρεπε να διαθέτει την απαιτούμενη ποιότητα για να καλύπτει και τους τρεις, χωρίς φυσικά να γκρινιάζει. Καλύτεροι παίκτες απ’ τον Ελβετό υπάρχουν πολλοί, καλύτεροι παίκτες στον ρόλο του μπαλαντέρ, που έχει ο Σακίρι στη Λίβερπουλ, όμως κανένας. Ο Κλοπ έχει καταφέρει κάτι το μοναδικό. Έχει καταφέρει να αμβλύνει τις όποιες «αντιθέσεις» ενός ρόστερ που δεν έχει τους τεράστιους αστέρες, ψάχνοντας -και βρίσκοντας- την απόλυτη ισορροπία ανάμεσά τους, σε όλες τις γραμμές.

Υπάρχει και κάτι που έθιξα στην αρχή, και φυσικά χρειάζεται πάντα, για να φτάσει κάποιος στην κορυφή – όσο καλός και να είναι. Την τύχη. Μια τύχη που η Λίβερπουλ την προκαλεί και φυσικά την έχει. Μια τύχη που δεν είχε στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις που άξιζε (και μπορούσε) να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Το 2009 και το 2014. Φυσικά και η τύχη του ενός έρχεται πάντα σε συνάρτηση με την ατυχία του άλλου. Όταν για παράδειγμα η Γιουνάιτεντ κέρδιζε 6 βαθμούς, απ’ το πουθενά, στις καθυστερήσεις, με τον Μακέντα (του ΠΑΟ) τη σεζόν 2008-2009, η Λίβερπουλ έμενε στο 0-0 εντός, με Στόουκ και Φούλαμ, δημιουργώντας ένα σωρό ευκαιρίες. Σε μια σεζόν που η Λίβερπουλ είχε κερδίσει την Γιουνάιτεντ και την Τσέλσι, εντός και εκτός, και είχε χάσει το πρωτάθλημα έχοντας μόνο δύο ήττες σε ολόκληρη τη σεζόν, όντας η μοναδική ομάδα που έχει καταφέρει κάτι τέτοιο. Φέτος και η τύχη δείχνει να αλλάζει. Η Λίβερπουλ θα μπορούσε πολύ εύκολα να έχει -8 βαθμούς απ’ τα παιχνίδια με Έβερτον, Σίτι και Τσέλσι, που δεν ήταν καλύτερη, με τους δύο απ΄αυτούς να έχουν πάει στη Σίτι. Έχουν υπάρξει άλλωστε πολλές «τυχερές» και «άτυχες» στιγμές σε αρκετές απ’ τις μεγάλες σεζόν της Πρέμιερ Λιγκ. Στο τρεμπλ της Γιουνάιτεντ το ’99, στο αήττητο της Άρσεναλ το 2004, στο πρωτάθλημα της Γιουνάιτεντ το ’09, στο πρωτάθλημα της Σίτι το ’12 και το ’14. Και πιστέψτε με, έχουμε να δούμε πολλά ακόμα στον β’ γύρο της φετινής Πρέμιερ Λιγκ, μιας και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Γι’ αυτό ας χαρούμε τη μάχη τριών κορυφαίων ομάδων και τριών κορυφαίων προπονητών. Είμαστε πολύ τυχεροί που τους ζούμε μαζί, στο ίδιο πρωτάθλημα, να παλεύουν για τον τίτλο.

Ινδικό ποδόσφαιρο: ψάχνοντας το ταλέντο, την ισότητα και την ελευθερία

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν μέρες του 2013 όταν έσκασε η είδηση μιας νέας ποδοσφαιρικής λίγκας. Όχι στην Βραζιλία, την Αργεντινή, τις ΗΠΑ ή σε κάποια Ευρωπαϊκή χώρα, αλλά στην Ινδία. Η IMG-Reliance Industries και η Star India, σε συνεργασία με την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας, βγήκαν μπροστά και χρηματοδότησαν τη νέα αυτή κλειστή λίγκα που αποτελούνταν από 8 ομάδες (πλέον είναι 10), με μοναδικό σκοπό -όπως είπαν- να διαδώσουν το άθλημα του ποδοσφαίρου σε μια χώρα που -στην πλειοψηφία της- το αγνοεί παντελώς. Σύμφωνα με έρευνα εκείνης της περιόδου, στην Ινδία υπήρχαν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι, όλων των ηλικιών, που δεν ήξεραν (ή δεν είχαν ακούσει ποτέ) ονόματα παικτών όπως του Μέσι και του Ρονάλντο. Φυσικά και ο ισχυρός άνδρας της ΦΙΦΑ, Σεπ Μπλάτερ, είχε βοηθήσει στο όλο εγχείρημα, όχι επειδή είχε ενδιαφερθεί στο να μάθουν οι Ινδοί το ποδόσφαιρο, αλλά επειδή έβλεπε πολλά δισεκατομμύρια να εισρέουν, στις τσέπες του, από μια τεράστια «παρθένα» αγορά, που είχε, έχει, και φυσικά θα έχει πάντα, το άθλημα του κρίκετ ως «θρησκεία». Το Eurosport ανέλαβε τα τηλεοπτικά δικαιώματα και άρχισε να βάζει αυτό το νέο προϊόν στα σπίτια των Ευρωπαίων κάθε Σαββατοκύριακο. Στην αρχή με επιτυχία.

Είναι αλήθεια ότι το ποδόσφαιρο στην Ινδία δεν είναι καθόλου διαδεδομένο. Δεν είναι επίσης τυχαίο πως σπανίως βλέπουμε ποδοσφαιριστές με καταγωγή απ’ την Ινδία να βρίσκονται σε ομάδες μεγάλων πρωταθλημάτων, κάτι που γίνεται ακόμα πιο περίεργο αν αναλογιστούμε πως μιλάμε για μια χώρα που βρέθηκε υποταγμένη σε μια χώρα που λατρεύει το ποδόσφαιρο, την Βρετανία, για πολλά χρόνια. Τα πρώτα χρόνια μάλιστα που το ποδόσφαιρο ξεκίνησε να υπάρχει ως άθλημα. Ακόμα πιο περίεργο είναι πως στην Ινδία υπάρχουν ομάδες πιο παλιές ακόμα κι από ιστορικά κλαμπ της Ευρώπης όπως είναι η Λίβερπουλ, η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ Μαδρίτης. Το 1947 η Βρετανική Ινδία έφτανε μέχρι το Πακιστάν, με την Βεγγάλη να έχει χωριστεί στα δύο. Μετά την ανεξαρτησία, ένας τεράστιος όγκος προσφύγων άφησε το ανατολικό Πακιστάν (μετέπειτα Μπαγκλαντές) και βρέθηκε στην Νότια Βεγγάλη. Ήταν τόσοι πολλοί που η τοπική οικονομία δεν μπόρεσε με τίποτα να τους απορροφήσει και να τους βοηθήσει.

Όπως ήταν φυσικό, η οικονομία της περιοχής κατέρρευσε και χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να σταθούν στα πόδια τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Ο μεγαλύτερος όγκος Ινδουιστών είχε μείνει στο ανατολικό Πακιστάν. Στην Βεγγάλη δημιουργήθηκε, μετά από όλες αυτές τις κοινωνικές ανακατατάξεις, και η μεγαλύτερη κόντρα του Ινδικού ποδοσφαίρου, ανάμεσα στην Ανατολική Βεγγάλη και την Μοχούν Μπαγκάν, που ιδρύθηκε από αριστοκρατικές οικογένειες Βεγγαλών της Βόρειας Καλκούτας το 1889. Δύο ομάδες που υπάρχουν για πάνω από 120 χρόνια, έχουν κερδίσει πάνω από 170 τρόπαια (με όλες τις άλλες ομάδες να μετρούν περίπου 40) και θεωρούνται οι δύο πιο επιτυχημένες ομάδες στην Ινδία με την κόντρα τους να αγγίζει επίπεδα μίσους. Οι δύο αυτές ομάδες δεν αγωνίζονται στην Ινδική Σούπερ Λίγκα.

«Η κόντρα ανάμεσα στις δύο ομάδες ξεκίνησε μετά την ανεξαρτησία» σύμφωνα με τον Σιρανζίτ Οτζίχα, έναν εκ των σπουδαιότερων αθλητικογράφων της χώρας, σε μια περίοδο που η χώρα κέρδισε την «ελευθερία» της στηριζόμενη στις διδαχές του Γκάντι περί επανάστασης άνευ βίας. Η δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν μια πολύ καλή περίοδος για το ποδόσφαιρο της χώρας. Η Ανατολική Βεγγάλη γιγαντώθηκε ποδοσφαιρικά και έφτασε να πάρει μέρος ακόμα και σε διεθνή τουρνουά με ομάδες της Σοβιετικής Ένωσης. Η επιτυχία μάλιστα ήταν τόσο μεγάλη που η εθνική της χώρας κέρδισε ομάδες όπως η Βόρεια Κορέα, η Ταϊλάνδη και το Ιράν. Η Ινδία μάλιστα είχε προσκληθεί να πάρει μέρος στο Μουντιάλ του 1950 αλλά δεν είχε δεχθεί μιας και η πλειοψηφία των παικτών δεν ήθελε να αγωνιστεί φορώντας παπούτσια. Μετά από συζητήσεις -και όπως ήταν λογικό- η ΦΙΦΑ δεν δέχθηκε το αίτημα και ακύρωσε την συμμετοχή. Μια συμμετοχή που ίσως να είχε καταφέρει να αλλάξει το ποδόσφαιρο της χώρας -εννοείται- προς το καλύτερο. Για την ιστορία, η Ανατολική Βεγγάλη είναι η πρώτη -και μοναδική- ομάδα της χώρας που έχει κερδίσει το διεθνές τουρνουά Asian Club Championship, το 2003. Για να καταλάβουμε καλύτερα την κόντρα ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες αξίζει να αναφέρω τα γεγονότα του IFA Shield το μακρινό 1975.

Η Ανατολική Βεγγάλη ήταν ανίκητη σε ντέρμπι για 6 σερί χρόνια και έφτασε να διεκδικεί το τρόπαιο στον τελικό με την Μοχούν Μπαγκάν. Η Ανατολική Βεγγάλη θα παρουσιάσει εξαιρετικό ποδόσφαιρο, και στον τελικό θα διασύρει την μεγάλη της αντίπαλο με 5-0. Ένας απ’ τους φανατικότερους οπαδούς των ηττημένων, ο Ουμακάντο Παλοντχί, μη μπορώντας να αντέξει και να διαχειριστεί αυτή την ήττα, θα δώσει τέλος στη ζωή του, αφήνοντας ένα ανατριχιαστικό σημείωμα, δείχνοντας με τον χειρότερο τρόπο τον φανατισμό που μπορεί να προκαλέσει ένα τόσο όμορφο σπορ (ένα παιχνίδι) όπως είναι το ποδόσφαιρο. «Δεν μπορώ να αντέξω αυτή την ήττα και αυτή την ντροπή. Ελπίζω στην επόμενή μου ζωή να επιστρέψω ως παίκτης της ομάδας, που αποτελεί το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου, και να μπορέσω να πάρω εκδίκηση γι’ αυτή την ντροπιαστική μας ήττα. Μια ήττα από αυτούς που μισώ». Η κόντρα και το μίσος ανάμεσα στις δύο ομάδες παραμένει ακόμα και στις μέρες μας και μάλιστα σε ντέρμπι το 2012, οι οπαδοί της Μοχούν Μπαγκάν είχαν δημιουργήσει σοβαρά επεισόδια πετώντας τούβλα προς τους αντίπαλους οπαδούς και παίκτες. Μάλιστα ένα από αυτά είχε τραυματίσει σοβαρά τον δικό τους παίκτη, Σιντ Ραχίμ Ναμπί, που είχε προσπαθήσει να τους ηρεμήσει.

Το μοντέρνο ποδόσφαιρο της Ινδίας δεν γίνεται να υπάρξει δίχως αυτή την κόντρα και δίχως αυτό το ντέρμπι μίσους. Μια κόντρα που είναι πολύ δύσκολο να συγκριθεί με οποιαδήποτε άλλη μιας και οι ρίζες της βρίσκονται στην πτώση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, την διαίρεση μιας αρχαίας φυλής, την κόντρα για την θρησκεία και όλα αυτά ξέροντας πως ό,τι και να συμβεί, αυτές οι δύο ομάδες, θα βρίσκονται στην σκιά του πιο δημοφιλούς σπορ της χώρας. Του κρίκετ. Αξίζει να σημειώσω πως η Δυτική Βεγγάλη κυβερνήθηκε για 34 χρόνια (1977-2011) απ’ την Καλκούτα και το Αριστερό Μέτωπο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ινδίας δηλαδή. Αυτή ήταν η μακροβιότερη δημοκρατικά εκλεγμένη κομμουνιστική κυβέρνηση στον κόσμο. Το 2011 το Αριστερό Μέτωπο έχασε τις εκλογές απ’ το συνέδριο Τριναμούλ. Παράλληλα ξεκίνησαν οι διώξεις πολλών Ινδών Κομμουνιστών, με αρκετούς από αυτούς να δέχονται ακόμα και δολοφονικές επιθέσεις. Φαινόμενα και γεγονότα που δεν διαβάζουμε γι’ αυτά στον Δυτικό (και «πολιτισμένο») κόσμο που ζούμε.

Αν υπάρχει κάποιος που κατάφερε να ενώσει -έστω και λίγο- όλους τους ανθρώπους που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο της Ινδίας αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον παλαίμαχο διεθνή ποδοσφαιριστή, Μπάτσουνγκ Μπουτία. Ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής τόσο για γι’ αυτά που έκανε εντός των αγωνιστικών χώρων αλλά και εκτός αυτών, δίνοντας σπουδαία μαθήματα ζωής. Ο Μπουτία είχε την τύχη να αγωνιστεί και στις δύο ομάδες που προανέφερα, ενώνοντας το φανατικό τους κοινό, όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Το σημαντικότερο όλων βέβαια είναι το γεγονός πως αγωνίστηκε στην Αγγλία με τα χρώματα της Μπέρι, δίνοντας όραμα και ελπίδα σε όλα τα νέα παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο στην Ινδία για να ακολουθήσουν τα όνειρά τους.

Ο σπουδαίος Ινδός αθλητικογράφος, Μπαρμπάγκ Σαρμάχ έγραψε πρόσφατα για τον Μπουτία: «Ακόμα και μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, συνέχισε να αποτελεί μια κυριαρχική φιγούρα για το ποδόσφαιρο της Ινδίας. Πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε λατρεύοντας τον. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα παιδιά ξεκίνησαν να κλωτσάνε μια μπάλα, βλέποντας τις επιτυχίες του. Το σημαντικότερο πράγμα που έκανε ήταν να εμπνεύσει ένα έθνος να ασχοληθεί πραγματικά με το ποδόσφαιρο. Το άλλο -και ακόμα πιο σημαντικό- ήταν να σπάσει τα δεσμά για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές και να ακολουθήσει μια ξεκάθαρα δική του διαδρομή, ανοίγοντας το δρόμο για ακόμα πιο σημαντικά πράγματα, δείχνοντας σε ολόκληρο τον πλανήτη πως υπάρχει ποδόσφαιρο και στην δική του χώρα».

Τον Μπουτία τον έφερε στη Μπέρι, στην Φούτμπολ Λιγκ, το ’99 ο Νιλ Γουόρνοκ, κάνοντας τον τον πρώτο Ινδό ποδοσφαιριστή που αγωνίστηκε στην Ευρώπη (και την Αγγλία) μετά τον σπουδαίο Μοχάμεντ Σαλίμ, πίσω στο μακρινό 1936. Γνωστός και ως «ο ξυπόλητος ποδοσφαιριστής». Ο Μπουτία ήταν για πολλά χρόνια το κεντρικό πρόσωπο της Nike και της Adidas, στην Ινδία, κερδίζοντας πολλά εκατομμύρια. Βέβαια η δόξα και τα χρήματα δεν μπόρεσαν ποτέ να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του, τις αξίες του και τα ιδανικά του, πιστεύοντας πάντα σε ένα καλύτερο κόσμο. Όπως είχε μάθει δηλαδή από τα παιδικά του χρόνια, ζώντας φτωχικά και κλωτσώντας φθαρμένες μπάλες στο χωριό του, στο Σικκίμ στα ανατολικά Ιμαλάια. Μια απ’ τις πιο σημαντικές στιγμές του θα είναι πάντα η άρνηση του να τρέξει με την Ολυμπιακή Φλόγα στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου το 2008, διαμαρτυρόμενος, και βάζοντας ασπίδα υπεράσπισης για την Ελευθερία του Θιβέτ. Βέβαια ο κόσμος του ποδοσφαίρου θα τον θυμάται πάντα ως τον άνθρωπο που άνοιξε τον δρόμο, και έσπασε τα στερεότυπα, για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές στο να κάνουν μια καριέρα στην Ευρώπη, παίρνοντας -επιτέλους- ίσες ευκαιρίες με όλους τους άλλους και αποβάλλοντας από πάνω τους αυτό τον «ποδοσφαιρικό ρατσισμό».

Θυμάμαι τον προπονητή της Λιντς, Τζορτζ Γκρέιαμ, να δηλώνει, εκείνη την περίοδο: «Η Λίβερπουλ μπορεί να έχει τον Μάικλ Όουεν αλλά και εμείς έχουμε τον Χάρπαλ Σινγκ» για τον 20χρόνο ταλαντούχο επιθετικό του, που τελικά δεν μπόρεσε να καθιερωθεί. Ήταν η εποχή που οι Ινδοί δεν έφταναν στην Αγγλία για να παίξουν κρίκετ, αλλά και ποδόσφαιρο. Tελικά ο Σινγκ δεν μπόρεσε να καθιερωθεί στα «παγώνια» και λίγο καιρό αργότερα, έγινε και αυτός παίκτης της Μπέρι, δίπλα στον μέντορά του. Ήταν μια εξαιρετική περίοδος για αρκετούς Ινδούς ποδοσφαιριστές, μιας και το αγγλικό ποδόσφαιρο έδωσε το πράσινο φως σε πολλούς να δοκιμαστούν, μπας και μπορέσουν να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. Ο Αιβάρ Ουντίν βρέθηκε στην Γουέστ Χαμ, ο Μάικλ Τσόπρα στην Νιούκαστλ, ο Αμρίτ Σίντμπου στην Ντέρμπι, ο Ναβίν Σαρόγια στην Μπρέντφορντ και ο Ραβίντρα Μαθάρου επίσης στη Λιντς. Όλα αυτά δεν λένε -σχεδόν- τίποτα στην μεγαλύτερη μερίδα των ποδοσφαιρόφιλων, και το ταλέντο όλων των παραπάνω  -για να είμαι ειλικρινής- δεν ήταν τόσο μεγάλο για να σταθούν στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ και της Τσάμπιονσιπ, αλλά στα μάτια εκατομμυρίων Ινδών ήταν μια μεγάλη νίκη. Μια νίκη ισότητας. Επιτέλους μπορούσαν και αυτοί να δοκιμαστούν σε ένα επαγγελματικό χώρο με πολλά φώτα. Ο τοίχος είχε πλέον γκρεμιστεί και η λέξη ευκαιρία υπήρχε πλέον στα στόματα όλων των παιδιών που κλωτσούσαν μια μπάλα κάπου στην Ινδία. Όπως δηλαδή συνέβαινε με τα περισσότερα μέρη αυτού εδώ του κόσμου. Επιτέλους το όραμα που είχε ο Μαχάτμα Γκάντι για την ισότητα και την ελευθερία, και μέσα απ’ το ποδόσφαιρο- αποκτούσε σάρκα και οστά, έστω και μετά από πολλά χρόνια.

Ο Γκάντι είχε βρεθεί ως ασκούμενος δικηγόρος στην Νότια Αφρική το 1893 σε μια περίοδο που το ποδόσφαιρο είχε αρχίσει να γίνεται ευρέως γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκεί ανακάλυψε την δύναμη αυτού του νέου σπορ και το πώς (και πόσο) μπορούσε να επιδράσει θετικά στις μάζες. Μέσω αυτού του υπέροχου σπορ, ο σπουδαίος Ινδός ακτιβιστής, επαναστάτης και πολιτικός κατάφερε να φέρει πολύ κοντά μια διχασμένη από τον ρατσισμό μερίδα του κόσμου. Λευκούς και μαύρους. Για την ιστορία ο Γκάντι είχε δημιουργήσει την πρώτη ερασιτεχνική ομάδα ποδοσφαίρου από μη-λευκούς. Μια νίκη κατά του ρατσισμού, πολύ πριν απογειωθεί η μάχη κατά του Απαρτχάιντ από τον Νέλσον Μαντέλα. Αν και όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, ήταν ένας κάκιστος παίκτης, όσες φορές τουλάχιστον είχε προσπαθήσει να παίξει, έβλεπε στο ποδόσφαιρο αυτό που οι περισσότεροι θεωρητικοί της εποχής αδυνατούσαν να δουν. Την δύναμη που αυτό είχε. Την επίδρασή του στην κοινωνία, φέρνοντας τους ανθρώπους κοντά, ασχέτως χρώματος, θρησκείας και κοινωνικού-οικονομικού επιπέδου του καθενός. Βοήθησε μάλιστα να στηθούν τρεις ομάδες, στο Ντούρμπαν, στην Πρετόρια και φυσικά στο Γιοχανεσμπουργκ διαδίδοντας ένα άθλημα που μπορεί να μην γνώριζε καλά, αλλά έβλεπε σε αυτό, όλα τα καλά που μπορούσε να προσφέρει στην κοινωνία.

Το ποδόσφαιρο μπορεί να προσφέρει ένα μέσο για κοινωνικό διάλογο, όταν κάποιος νιώθει να απειλείται κάθε μορφή -και έννοια- δημοκρατίας και ισότητας. Ο Γκάντι -μέσω και του ποδοσφαίρου- ήταν ο πρώτος άνθρωπος της πολιτικής που μπόρεσε να αναγνωρίσει τον σημαντικό ρόλο που μπορούσε να διαδραματίσει το ποδόσφαιρο. Ένα σημαντικό ρόλο στην δημιουργία της ηθικής των μαζών, προωθώντας πάνω απ’ όλα την ισότητα και την ομαδικότητα του πνεύματος των παικτών και κατ’ επέκταση των θεατών. Ο Γκάντι έβλεπε το ποδόσφαιρο ως ένα σπουδαίο λαϊκό φαινόμενο (όπως και είναι) με τεράστιες δυνατότητες στο να κάνει τον κόσμο καλύτερο, προσφέροντας σε όλους όσους ασχολούνται με αυτό, την πνευματική διαύγεια για να κατανοήσουν καλύτερα το γενικό ομαδικό πνεύμα της κοινωνίας, την αγάπη προς τον πλησίον και φυσικά την αίσθηση της αλληλεγγύης, πράγματα δηλαδή που χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι για να γίνονται ολοένα και καλύτεροι. Πράγματα που ευτυχώς για όλο τον κόσμο κατάφερε να μεταλαμπαδεύσει στην ανθρωπότητα και να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Πράγματα που δυστυχώς στις εποχές που ζούμε, αυτοί που ηγούνται του ποδοσφαίρου αλλά πάνω απ’ όλα αυτοί που ηγούνται των εθνών δεν μπορούν -ή δεν θέλουν- να κατανοήσουν, κάνοντας τον κόσμο καλύτερο.

Η νέα Αγγλία δεν θυμίζει Αγγλία

  [5 Σχόλια]

3 Ιουλίου 2018. Μόσχα. Ο Έρικ Ντάιερ θα σκοράρει στο 5ο (και τελευταίο) πέναλτι απέναντι στην Κολομβία. Θα γράψει το 3-4 και θα χαρίσει στην Αγγλία την πρόκριση για την τελική 8αδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αυτή ήταν η πρώτη νίκη για τα «λιοντάρια» σε νοκ-άουτ αναμέτρηση απ’ το 2006 και η πρώτη στην διαδικασία των πέναλτι, μετά από εκείνο το 4-2 επί των Ισπανών, στο Γιούρο της Αγγλίας, πριν 22 χρόνια. Πολλοί δεν είχαν ακούσει ξανά γι’ αυτή τη νίκη. Περισσότεροι ίσως θεωρούσαν πως δεν έγινε και ποτέ και πως ήταν απλά ένας «μύθος» των Άγγλων, βγαλμένος από σελίδες βιβλίου του Ρέι Μπράντμπερι, του Τζόρτζ Όργουελ ή του Άλντους Χάξλεϋ. Πως είναι δυνατόν να κέρδισε η Αγγλία σε διαδικασία πέναλτι; Οι Άγγλοι θα φτάσουν ως τον ημιτελικό γεμίζοντάς μας χαρά εμάς τους φίλους τους. Θα προηγηθούν με την γκολάρα του Τρίπιερ και θα αγγίξουν την παρουσία στον Τελικό, αλλά η Κροατία -και το γκολ του Μάντζουκιτς- στην παράταση, θα τους στερήσει την ολοκλήρωση (;) του «θαύματος». Ακόμα μία πίκρα. Γλυκιά πίκρα όμως αυτή τη φορά, αν καταλαβαίνεις κάποια σημαντικά πραγματάκια για το ποδόσφαιρο.

Η Αγγλία του Σάουθγκεϊτ δεν ήταν μια ομάδα που παρουσίασε εξαιρετικό ποδόσφαιρο στο τελευταίο Μουντιάλ. Όλοι το είδαμε αυτό. Σε πολλά σημεία των παιχνιδιών της μάλιστα, ίσως ήταν παραπάνω βαρετή από τα όρια της βαρεμάρας που επιτρέπουν σε κάποιον -που δεν είναι και φίλος της- να μην κλείσει την τηλεόραση, για να ξεχυθεί σε κάποια παραλία. Η Αγγλία ήταν όμως ώριμη. Ήταν επιτέλους σοβαρή. Με παίκτες, και προπονητικό τιμ, γεμάτο από ρεαλιστές. Άνθρωποι που γνώριζαν -και γνωρίζουν- τις δυνάμεις τους. Η Αγγλία διαθέτει -επιτέλους- και παίκτες με σπάνιο ταλέντο, σε όλες τις θέσεις, και είναι ολοφάνερο πως γίνεται εξαιρετική δουλειά, σε όλα τα επίπεδα. Δεν ήταν όμως έτοιμη για να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και ίσως είχε ξεπεράσει και το ταβάνι της φτάνοντας ως τον ημιτελικό. Αν έπρεπε να βάλω σε όλα αυτά μια επικεφαλίδα αυτή θα ήταν: «Η Αγγλία δεν θυμίζει Αγγλία».

18 Νοεμβρίου 2018. Λονδίνο. Η Αγγλία υποδέχεται την φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου Κροατία, στο Γουέμπλεϊ, και θέλει μόνο νίκη για να βρεθεί στα τελικά του Nations League, στα γήπεδα της Πορτογαλίας, τον ερχόμενο Ιούνιο. Έχει προηγηθεί το σπουδαίο διπλό επί των Ισπανών με 2-3. Ένα διπλό μετά από 21 ολόκληρα χρόνια από εκείνο το 2-4, στο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, με τα «όργια» και τα 4 γκολ του σπουδαίου Γκάρι Λίνεκερ. Στα σημαντικά της πρόσφατης αναμέτρησης είναι ότι η Αγγλία, αν και ήταν πολύ καλύτερη των Κροατών και δέχτηκε πρώτη γκολ (στο 57′) κόντρα στην ροή του αγώνα (υπέροχο ποδοσφαιρικό κλισέ αυτό), δεν «πελάγωσε», όπως δηλαδή μας είχε συνηθίσει τόσα χρόνια, και με προσήλωση στο πλάνο της, χειρουργική ηρεμία και σωστές επιλογές, κατάφερε πρώτα να ισοφαρίσει με τον Λίνγκαρντ (στο 78′) και τελικά να πάρει το «χρυσό τρίποντο» με τον σεσημασμένο Χάρι Κέιν λίγο πριν συμπληρωθεί το 90λέπτο. Πριν την περίοδο Σάουθγκεϊτ, ας μην γελιόμαστε, ένα τέτοιο παιχνίδι θα είχε λήξει με ένα ωραιότατο 0-2 υπέρ των Κροατών και τώρα οι Άγγλοι θα έψαχναν -για ακόμη μία φορά- τι έφταιξε για αυτό το νέο «ναυάγιο». Αυτή φυσικά είναι η μεγαλύτερη «νίκη» της νέας Αγγλίας. Στα δικά μου τουλάχιστον μάτια.

Όσοι παρακολουθούν φανατικά αγγλικό ποδόσφαιρο και τα παιχνίδια της εθνικής ομάδας, δεν είναι δυνατόν να μην έχουν πάρει χαμπάρι την σπουδαία δουλειά που γίνεται στους κορυφαίους συλλόγους και φυσικά το ταλέντο που υπάρχει σε τεράστιο βαθμό στο Νησί τα δύο τελευταία χρόνια. Δεν είναι τυχαίο πως το 2017 η Αγγλία κατέκτησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-20, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-17 και φυσικά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα U-19. Δεν είναι επίσης διόλου τυχαίο ότι παίκτες όπως ο Φιλ Φόντεν (της Σίτι) και ο Τζέιντον Σάντσο (της Ντόρτμουντ), μέλη εκείνης της U-17, έχουν σημαντικό ρόλο στις σπουδαίες ομάδες που αγωνίζονται. Ο δεύτερος μάλιστα λογίζεται ως κανονικό μέλος πλέον και της εθνικής Ανδρών, μόλις στα 18 του χρόνια, με όλο το μέλλον να του ανήκει. Όλο το μέλλον ανήκει φυσικά και στον Φόντεν. Το λέει άλλωστε και ο Γκουαρδιόλα και μπροστά στο Πεπ εγώ προτιμώ να μείνω σιωπηλός. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον μέσο της Μπόρνμουθ, Λίουις Κουκ, μέλος της Αγγλίας U-20, που έχει ήδη κάνει το ντεμπούτο του με τους ανδρες και έχει παίξει πολλά παιχνίδια για τα «κεράσια» τα δύο τελευταία χρόνια.

Οι σπουδαίοι προπονητές που βρίσκονται στις κορυφαίες ομάδες της Πρέμιερ Λιγκ έχουν αλλάξει τον Άγγλο ποδοσφαιριστή προς το καλύτερο, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος τόσο στην τεχνική όσο και στην τακτική, αλλάζοντας ουσιαστικά την έννοια που είχε ο περισσότερος κόσμος για τον «Άγγλο παίκτη» μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία.  Φυσικά και ο Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ, ως έξυπνος άνθρωπος που είναι, συνεχίζει από αυτό το σημείο κάνοντας, με σταθερά βήματα, και την Αγγλία μια πραγματικά δυνατή και μοντέρνα ομάδα. Εννοείται πως οι Άγγλοι θα πρέπει να ευχαριστούν γι’ αυτό το γεγονός προπονητές όπως ο Γκουαρδιόλα, ο Κλοπ και φυσικά ο Ποτσετίνο, που έχουν αλλάξει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το dna του  Άγγλου ποδοσφαιριστή και όλοι εμείς οι φίλοι της Αγγλίας μπορούμε να κυκλοφορούμε με το κεφάλι ψηλά γεμάτοι περηφάνια.

Τον περασμένο Γενάρη έγραφα πως η Αγγλία θα πρέπει να πατήσει (όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο) πάνω στο στυλ της Σίτι του Γκουαρδιόλα, και στο παιχνίδι με τους Κροάτες -τηρουμένων πάντα των αναλογιών- είδα να συμβαίνει αυτό για πρώτη φορά τόσο καλά. Ο Σάουθγκεϊτ, αφήνοντας την τριάδα στην άμυνα, παρέταξε την Αγγλία με 4-1-2-3 έχοντας τον Μπάρκλεϊ ως εσωτερικό μέσο με τον Ντελφ δίπλα του. Με τετράδα στην άμυνα, και τους Ράσφορντ και Στέρλινγκ στα «φτερά» της επίθεσης έχοντας τον Κέιν στην κορυφή αυτής. Η Αγγλία είχε την κατοχή μπάλας με 62%. Εξαιρετικό ποσοστό επιτυχίας στις πάσες με 86%. 16 επιτυχημένες ντρίμπλες (με μόλις 5 των Κροατών), 17 σουτ με τα 8 εντός της εστίας (με τους Κροάτες να έχουν μόλις 3) και φυσικά 10 φάσεις για γκολ από στημένες φάσεις. Κάτι που είχαμε γράψει εν μέσω Μουντιάλ για την δουλειά των Άγγλων σε αυτό τον τομέα. 

Το σημαντικότερο όλων φυσικά δεν είναι άλλο από τις λίγες επιτυχημένες πάσες των Κροατών στο αμυντικό κομμάτι των Άγγλων και φυσικά το γεγονός πως οι φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν απείλησαν σχεδόν καθόλου από στημένες φάσεις τα «λιοντάρια». Όλα τα παραπάνω φυσικά και δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο πως η Αγγλία είναι εμφανώς βελτιωμένη από το καλοκαίρι και αυτό το κάνει παίρνοντας πλέον και σπουδαία αποτελέσματα απέναντι σε κορυφαίες ομάδες όπως είναι η Ισπανία και η Κροατία. Η ουσία άλλωστε είναι οι νίκες. Όταν βέβαια συνδυάζονται και με καλό ποδόσφαιρο τότε αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Εκτός κι αν είσαι ο Ζοσέ ο Μουρίνιο.

Θυμάμαι τον σπουδαίο Αρίγκο Σάκι να λέει για τον Στίβεν Τζέραρντ: «Είναι ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, κάνει πολλές δουλειές στο γήπεδο, έχει ταλέντο και ηγετικά χαρίσματα αλλά δεν ξέρει να παίξει ποδόσφαιρο». Αυτή ήταν σίγουρα μια άκρως καυστική ατάκα για τον λατρεμένο πρώην αρχηγό των «κόκκινων» που έδειχνε όμως, με τον καλύτερο τρόπο, αυτό που δεν είχαν οι κορυφαίοι Άγγλοι παίκτες σε τόσο μεγάλο βαθμό που να τους επιτρέπει την υπέρβαση σε επίπεδο εθνικής. Την ηρεμία στο παιχνίδι τους. Την καθαρή σκέψη. Την πραγματική γνώση της τακτικής. Αυτό που έβλεπες δηλαδή σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σε παίκτες από την Ιταλία, την Ισπανία και φυσικά την Γερμανία. Σε παίκτες που μπορεί να μην είχαν μεγαλύτερο ταλέντο και περισσότερες δυνάμεις από τους Άγγλους αλλά κατάφερναν πάντα να δείχνουν καλύτεροί τους. Και συνήθως να τους κερδίζουν. Έστω και στα πέναλτι.

Αυτό δείχνει να αλλάζει τα τελευταία χρόνια ακόμα και σε παίκτες λάτρεις της ντρίμπλας και του απρόβλεπτου, όπως είναι ο Ράσφορντ, ο Στέρλινγκ, ο Ντέλε Άλι και φυσικά σε ποιοτικούς αμυντικούς (που θα το κάνουν και το τσαλιμάκι) όπως ο Τζον Στόουνς, ο Τζο Γκόμεζ και φυσικά ο Κάιλ Γουόκερ και ο Μπεν Τσίλγουελ. Σε αυτό φυσικά και έχουν τεράστιο μερίδιο ευθύνης οι κορυφαίοι (και σύγχρονοι) ξένοι προπονητές που έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια τα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ. «Ξαναμαθαίνω ποδόσφαιρο δίπλα στον Πεπ» δήλωσε πολύ πρόσφατα ο Στέρλινγκ και αυτό είναι κάτι που είναι ολοφάνερο στο γήπεδο αν βλέπεις τακτικά τα παιχνίδια της Σίτι. Ο Σάουθγκεϊτ εννοείται πως δεν ανήκει σε αυτό το κορυφαίο επίπεδο, στην ελίτ δηλαδή που ανήκει ο Πεπ και ο Κλοπ, αλλά είναι ένας σύγχρονος προπονητής, με γνώση, που δείχνει να ακολουθεί αυτό το μονοπάτι, όσο μπορεί, φτιάχνοντας σιγά-σιγά μια νέα, ελκυστική εθνική Αγγλίας, με πολύ μέλλον και ταβάνι -μακάρι- την κορυφή.

O Στράμερ, η Τσέλσι και η γέννηση του London Calling

  [5 Σχόλια]

«Τα πραγματικά μ’ αηδιάζουν, και τα ιδανικά δεν τα βρίσκω». Αυτή είναι μια φράση από το αριστουργηματικό βιβλίο του Ανρί-Φρεντερίκ Αμιέλ, Journal Intime, που αν και είναι γραμμένο το 1896, αυτή του η φράση θα μπορούσε κάλλιστα να περιγράψει την κατάσταση που βίωνε η μικρομεσαία τάξη της Βρετανίας στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Τα μόνα πράγματα που έδειχναν να βρίσκονται σε ακμή, εκείνη την περίοδο, ήταν το ποδόσφαιρο (με τα σερί Κύπελλα Πρωταθλητριών από αγγλικούς συλλόγους) και φυσικά η μουσική. Απ’ την άλλη, η πλειοψηφία των ανθρώπων ζούσε κυριολεκτικά -και μεταφορικά- με τρύπιες τσέπες, ψάχνοντας χαμένα ιδανικά και μια αχτίδα φωτός για το μέλλον.

Οι Εργατικοί πάλευαν με όσες δυνάμεις τους είχαν απομείνει μπας και μπορέσουν να διατηρήσουν την πλειοψηφία του Τζέιμς Κάλαχαν στη Βουλή των κοινοτήτων, οι φυλετικές ταραχές είχαν αρχίσει να γίνονται ολοένα και πιο σκληρές, οι εκρήξεις της βίας των χούλιγκαν είχαν αρχίσει να γίνονται καθημερινό φαινόμενο, εντός και εκτός γηπέδων, και μέσα σε όλα αυτά – είχε ξεκινήσει να ακούγεται το πανκ (και το ροκ εν ρολ) τόσο σαν μουσικό είδος, αλλά ακόμα περισσότερο ως ένα κοινωνικό φαινόμενο που έβγαζε την γλώσσα προς κάθε μορφή απαρχαιωμένης συμπεριφοράς, κλείνοντας το μάτι πονηρά σε ολόκληρο το συντηρητικό Ηνωμένο Βασίλειο. Ακόμα και ο πιο αδαής μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί πως ήταν θέμα χρόνου να ανέβει στην εξουσία η Σιδερόφραχτη Ταξιαρχία των Συντηρητικών με την φιλόδοξη -και σκληρή- Μάργκαρετ Θάτσερ στο τιμόνι. Όπως και έγινε δηλαδή, πολύ σύντομα, στις 4 Μαΐου του 1979.

Την ίδια περίοδο μπάντες -και μουσικοί- όπως οι Dr Feelgood, o Έλβις Κοστέλο και φυσικά οι Sex Pistols και οι The Clash είχαν αρχίσει να ταρακουνούν για τα καλά τα μουσικά ύδατα τόσο της Βρετανίας όσο και των ΗΠΑ. Μάλιστα στην Αμερική είχαν γνωρίσει πολύ μεγαλύτερη επιτυχία μακριά απ’ τον συντηρητισμό των Βρετανών. Στο κείμενο που ήδη διαβάζετε θα ασχοληθώ με τους τελευταίους. Την μπάντα του σπουδαίου Τζο Στράμερ. Τους Clash, που βρίσκονταν ήδη στην Αμερική για περιοδεία, έχοντας κυκλοφορήσει τα δύο πρώτα τους άλμπουμ και έχοντας αναγκάσει τον Γκρέιλ Μάρκους, του περιοδικού Rolling Stone, να γράψει το κορυφαίο του κοπλιμέντο για αγγλική μπάντα μετά τους Stones και τους Beatles. «Το Give ‘Em Enough Rope είναι η απάντηση στο Let It Bleed» είχε γράψει ο Mάρκους, συγκρίνοντάς το δηλαδή με το αριστούργημα των Stones και βάζοντάς το στην ίδια πρόταση με τον δίσκο του Μικ του Κιθ και των λοιπών παλικαριών, που ήταν η απάντησή τους στο Let It Be των Beatles.

Tην ίδια πάνω-κάτω περίοδο που ο Κοστέλο έβαζε φωτιά στις μουσικές σκηνές του Τορόντο και οι Pistols ξεσήκωναν την ΝΥ και το Λας Βέγκας με την συμπεριφορά, τους πάνω αλλά και κάτω της σκηνής, το μουσικό όχημα των The Clash πραγματοποιούσε την δική του περιοδεία στις ΗΠΑ με τον «αιρετικό» τίτλο «Pearl Harbour Tour». Τελικά ο Στράμερ και η παρέα του δεν κέρδισαν όσο θα ήθελαν το Αμερικάνικο κοινό -όπως είχαν κάνει την ίδια περίοδο δηλαδή Βρετανοί ποδοσφαιριστές όπως ο Τζορτζ Μπεστ και ο Μπόμπι Μουρ- και θα επιστρέψουν στο Νησί τραγουδώντας, εν χορώ, το «I’ m So Bored with the USA», όχι που θα κάθονταν να σκάσουν. Θα νοικιάσουν ένα μικρό, διαλυμένο, στούντιο με το όνομα Βανίλα, πίσω από ένα συνεργείο αυτοκινήτων, στο Πίμλικο, στο κέντρο του Λονδίνου, και την περίοδο που η Νότιγχαμ Φόρεστ του Κλαφ κέρδιζε το πρώτο της Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα αυτοί θα γράψουν τα τραγούδια για το αριστούργημά τους «London Calling». Στα διαλείμματα από τις πρόβες και τις μεθυσμένες κουβέντες που έκαναν για ώρες, όλα τα μέλη της μπάντας, έβγαιναν στην μικρή αλάνα που υπήρχε πίσω από το στούντιο και έπαιζαν ποδόσφαιρο. Συνήθως με παιδιά αλλά και μεγαλύτερους που άραζαν εκεί. Όπως είχε παραδεχτεί ο ίδιος ο Mικ Τζόουνς (κιθαρίστας της μπάντας), πολλές φορές που δεν μαζεύονταν αρκετοί για να συμπληρώσουν ομάδες, ο ίδιος και ο Στράμερ πήγαιναν στα απέναντι σπίτια, χτυπούσαν τα κουδούνια, και ικέτευαν τους γονείς να αφήσουν τα παιδιά τους να κατέβουν και να παίξουν μαζί τους ένα ματσάκι.

Αυτό που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί είναι πως ο Στράμερ λάτρευε το ποδόσφαιρο, όπως κάθε σωστός Βρετανός που σέβεται τον εαυτό του, και ήταν μάλιστα φανατικός με την Τσέλσι. Επίσης, κάτι που δεν γνωρίζουν αρκετοί, είναι πως πήγαινε τακτικά στο Στάμφορντ Μπριτζ για να δει αγώνες των «μπλε» σε μια περίοδο που η Τσέλσι δεν ήταν το μεγαθήριο που είναι στις μέρες μας και έπαιζε μάλιστα για αρκετές σεζόν στην Β’ Κατηγορία. Ο Μικ Τζόουνς είχε παραδεχτεί σε συνέντευξή του στην Βρετανική τηλεόραση πριν πολλά πολλά, όταν είχε ερωτηθεί για την σχέση της μπάντας με το ποδόσφαιρο, πως ο Στράμερ είχε βάλει μια μικρή τηλεόραση στο «προβάδικο» και πολλές φορές μάλιστα έβλεπε ποδόσφαιρο ακόμα και όταν έπαιζαν ή έγραφαν μουσική. Μάλιστα μια φορά, σε κατάσταση μέθης, και αφού δεν μπορούσε να διαχειριστεί μια νίκη της μισητής για τον ίδιο Άρσεναλ, την είχε σπάσει χτυπώντας τη πολλές φορές με την κιθάρα του. Εντάξει όμως, αυτές είναι απλές καθημερινές στιγμές για αυθεντικούς Ροκ Σταρ.

Ο Στράμερ, o Τζόουνς και οι λοιποί The Clash,, όπως έγραψα και πιο πάνω, πήγαιναν συχνά στο γήπεδο της Τσέλσι. Μάλιστα τις περισσότερες φορές το «μπλε» παρεάκι το συμπλήρωνε και ο Πολ Κουκ, ντράμερ των Sex Pistols και τρελός και παλαβός με την Τσέλσι. «Μικρός μάζευα αυτόγραφα από τους σούπερ σταρ της εποχής. Για μένα δεν έχει μεγάλη διαφορά ο σταρ ποδοσφαιριστής από τον σταρ μουσικό. Άλλωστε όλοι οι νέοι πηγαίνουν σε Ροκ συναυλίες και στο γήπεδο κυρίως για να ξεφύγουν από την βαρετή καθημερινότητα και να εκφράσουν τον όποιο θυμό έχουν -αν έχουν- για τα διάφορα κοινωνικά θέματα που μαστίζουν την κάθε κοινωνία. Άσε που και στα δύο περνάς καλά» θα δηλώσει ο Στράμερ σε συνέντευξη εκείνης την εποχής, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο τι σήμαιναν γι’ αυτόν το ποδόσφαιρο και φυσικά η Ροκ/Πανκ (ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε τη) μουσική που έπαιζε η δική του μπάντα. Αν υπήρχε κάτι που τον χαλούσε στις κερκίδες του Στάμφορντ Μπριτζ της εποχής, αυτό δεν ήταν άλλο από τους ανεγκέφαλους χούλιγκαν και τα συχνά φαινόμενα ρατσιστικών επιθέσεων, κυρίως σε μαύρους παίκτες, και οπαδούς, αντιπάλων. Σκεφτείτε πως ο πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την φανέλα της Τσέλσι ήταν ο Πολ Κάνοβιλ το 1981 για να το καταλάβετε καλύτερα. Όπως έχουμε γράψει σε παλιότερα άρθρα, εκείνα τα χρόνια υπήρχε μεγάλος ρατσισμός στην κοινωνία -και κατ’ επέκταση- στα γήπεδα της Αγγλίας.

Αυτή ήταν μια κατάσταση που τελικά τον είχε ωθήσει για αρκετό καιρό να απουσιάζει από τις εξέδρες του Στάμφορντ Μπριτζ ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Για να φτάσουμε βέβαια εκεί, είχε προηγηθεί το πέσιμο από μια μερίδα οπαδών της Γουέστ Χαμ στον Στράμερ και την παρέα του, σε αυτή υπήρχαν και 2-3 μαύροι φίλοι του τραγουδιστή των The Clash, μετά από ντέρμπι ανάμεσα στις δύο ομάδες. «Θυμάμαι να τσακώνομαι στο Στάμφορντ Μπριτζ με διάφορους ρατσιστές οπαδούς για την ηλίθια συμπεριφορά τους απέναντι σε μαύρους παίκτες των αντιπάλων μας αλλά εκείνη η επίθεση από τους χούλιγκαν της Γουέστ Χαμ με μαχαίρια και σιδερογροθιές είχε ξεπεράσει κάθε όριο τυφλής οπαδικής βίας και ηλιθιότητας». Ήταν η ίδια περίοδος που η μπάντα υπέγραψε στην CBS, Ο Βίσιους πέθαινε από υπερβολική δόση ναρκωτικών και οι σκληροπυρηνικοί πάνκηδες θεωρούσαν πως «Το Πανκ Πέθανε». Οι The Clash θα μεταφερθούν στην περιοχή του Χάιμπουρι, στα υπερσύγχρονα στούντιο Wessex, και εκεί μεταξύ του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου του ’79 θα ηχογραφήσουν τον κορυφαίο τους δίσκο, και έναν εκ των σημαντικότερων, στην ιστορία της Ροκ μουσικής. Ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 14 Δεκεμβρίου, όχι με τον τίτλο που ήταν προορισμένος να κυκλοφορήσει (The New Testament δηλαδή) αλλά με τον τίτλο «London Calling», και αν και ήταν διπλός, μετά από απαίτηση της ίδιας της μπάντας, πουλιόταν στην τιμή των 5 λιρών.

Ο δίσκος είναι ένα κράμα των επιρροών όλων των μελών της μπάντας και σε αυτόν μπορείς να ακούσεις από κλασικά πανκ τραγούδια όπως τα Four Horsemen και Koka Kola, ρέγγε (γνωστή άλλωστε η αγάπη που έτρεφαν οι The Clash στην τζαμαϊκανή μουσική), όπως είναι το Guns Of Brixton, ska και rock n’ roll, όπως το Death or Glory μέχρι Jazz ρυθμούς (όχι λόγω του τίτλου) όπως είναι το δικό μου αγαπημένο Jimmy Jazz. Φυσικά πάνω απ’ όλα τα κομμάτια θα βρίσκεται για όσο θα υπάρχει ήχος το ομότιτλο τραγούδι, London Calling. «Το ροκ του μέλλοντος» όπως το είχαν χαρακτηρίσει οι κριτικοί της εποχής. Θρυλικό φυσικά -όσο ο ήχος του βινυλίου- και το εξώφυλλο του άλμπουμ, με τον μπασίστα Πολ Σίμονον να έχει απαθανατιστεί από την θρυλική φωτογράφο Πένι Σμιθ δευτερόλεπτα πριν διαλύσει το μπάσο του στο Παλάντιουμ της Νέας Υόρκης διαμαρτυρόμενος για την γενική ατμόσφαιρα εκείνης της συναυλίας. Για να κλείσω κάπου και το κείμενο και για να δείξω πόσο αυθεντική ήταν η μπάντα απλά να πω πώς ο ίδιος ο Στράμερ όταν είχε δει τον δίσκο να πωλείται σε γνωστό Λονδρέζικο δισκάδικο της εποχής στις 8 λίρες (και όχι στις 5 που είχε αποφασίσει η ίδια η μπάντα) είχε τσακωθεί ο ίδιος με τον ιδιοκτήτη, αναγκάζοντάς τον να αλλάξει την τιμή.

O Στράμερ άφησε αυτόν εδώ τον κόσμο, το 2002. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να δει την αγαπημένη του Τσέλσι να μεγαλώνει, στα χρόνια του Ρόμαν Αμπράμοβιτς, και να κατακτά όλους τους τίτλους που μπορούσε να κατακτήσει αλλά ευτυχώς για όλους εμάς η δική του «φλόγα» και η «φωτιά» που έκαιγε στα τραγούδια του θα μας ακολουθεί για πάντα. Αυθεντικός, αγωνιστής, αντεπαναστάτης με αιτία, ένας πραγματικός καλλιτέχνης και ένας απ΄τους πιο αυθεντικούς ροκάδες που έβγαλε ποτέ το Νησί. Ρομαντικός κι αληθινός όσο εκείνη η ερμηνεία του στο «Ι Hired a Contract Killer» του μετρ της αισιοδοξίας και λατρεμένου για μένα, Άκι Κουαρισμάκι. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε προλάβει να αρπάξει και ένα μικρό ρόλο στο Mystery Train του Τζιμ Τζάρμους. Σε εκείνο το φιλμ δηλαδή που συναντήσαμε και ένα απ’ τα πιο ωραία ζευγάρια που έχουμε δει ποτέ στον κινηματογράφο, τον Τζουν και την Μιτσούκο, που είχαν ταξιδέψει από την Ιαπωνία ως το Μέμφις επειδή πολύ απλά ο Τζουν ήταν τεράστιος λάτρης του ροκ ν’ ρολ και ήθελε να μοιάσει στον Καρλ Πέρκινς. Φυσικά και ο ρόλος του Στράμερ δεν ήταν καθόλου τυχαίος στη φοβερή ταινία του Τζάρμους, στην Μέκκα του Ροκ ν’ Ρολ.

Στο Λιβόρνο υπάρχει μόνο ένας Κριστιάνο και τον λένε Λουκαρέλι

  [1 Σχόλιο]

Ο Αύγουστος γλιστρούσε στον Σεπτέμβριο όταν το τρένο άφηνε το Λιβόρνο για την μικρή επαρχία Σάντα Κρόσε της Τοσκάνης εκείνο το ζεστό πρωινό. Εκεί όπου ο 16χρόνος Κριστιάνο Λουκαρέλι θα ξεκινούσε τα πρώτα του επαγγελματικά, ποδοσφαιρικά, βήματα με την φανέλα της άσημης Κουϊοπέλι. Μακριά απ’ το σπίτι του, μακριά απ’ τους φίλους του αλλά και μακριά απ’ την σιγουριά που δίνει -τις περισσότερες φορές- σε κάθε παιδί η γενέτειρά του. Οι περισσότεροι νεαροί που θα είχαν μόλις υπογράψει κάποιο συμβόλαιο, θα ήταν χαρούμενοι και χαλαροί μπαίνοντας στο τρένο για τον προορισμό τους – όχι όμως και ο Λουκαρέλι, που είχε βυθιστεί στο κάθισμά του, ξεσπώντας σε κλάματα και δίνοντας στον εαυτό του την υπόσχεση πως κάποτε θα επέστρεφε για να αγωνιστεί για την ομάδα της πόλης και της καρδιάς του. Για την ομάδα που γι’ αυτόν -αλλά και για όλους τους κατοίκους του Λιβόρνο- είναι κάτι παραπάνω από μια ομάδα. Σε μια φράση που -όσο κι αν ακούγεται τετριμμένη- στο Λιβόρνο είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Για τους κατοίκους της πόλης -και φυσικά για τον σκληρό πυρήνα των Ultras- η Λιβόρνο δεν είναι μόνο η ποδοσφαιρική τους ομάδα, αλλά και ο «χώρος» που θα βρίσκουν πάντα, στην δική της κερκίδα, για να εκφραστούν. Για να «μιλήσουν». Για να διαμαρτυρηθούν, και φυσικά για να βρεθούν απέναντι από κάθε τι που αυτοί θεωρούν ως «κακό», ως «λάθος», ως «κάτι που αξίζει να το πολεμήσουν». Άλλωστε, πάντα έτσι ήταν στο Λιβόρνο και πάντα έτσι θα είναι. Κάτι που και ο Λουκαρέλι έμαθε από πολύ μικρός και φυσικά το έβαλε στο κεφάλι του ως ένα απ’ τα σπουδαιότερα ιδανικά της ζωής του. Ένα μάθημα ζωής για να πορευτεί μαζί του και να μάθει να μην κατεβάζει το κεφάλι μπροστά σε καμία κακουχία. Σε τίποτα.

Ο Κριστιάνο Λουκαρέλι γεννήθηκε στην περιοχή Σανγκάι, το 1975 στο Λιβόρνο. Εκεί μεγάλωσε, εκεί έμαθε να παίζει ποδόσφαιρο, στους δρόμους, εκεί έμαθε να επιβιώνει, και φυσικά εκεί γαλουχήθηκε με τα ιδανικά που πρεσβεύει το Εργατικό Κίνημα. Η γειτονιά του άλλωστε χτίστηκε κατά την περίοδο της Δικτατορίας του Μουσολίνι και αποτελούσε, από εκείνα τα χρόνια, το κεντρικό σημείο συνάντησης των Αριστερών της εποχής. Το προπύργιο της Επανάστασης. Μιλάμε για ένα «τρελό», εργατικό προάστιο -που λάτρευε και λατρεύει το ποδόσφαιρο- και έχει μέσα του βαθιά ριζωμένο τον Σοσιαλισμό. Τον Σοσιαλισμό όμως στις πράξεις – και όχι στα λόγια. Ένα Σοσιαλισμό που είναι και το κεντρικό στοιχείο της ταυτότητας της πόλης εδώ και πάρα πολλά χρόνια -ίσως κι από πάντα.

Δεν είναι τυχαίο πως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας ιδρύθηκε στο Λιβόρνο, στις 21 Ιανουαρίου του 1921, και δεν είναι επίσης τυχαίο πως ο ίδιος ο Μπενίτο Μουσολίνι για να τιμωρήσει τους κατοίκους του Λιβόρνο, που ήταν αντίθετοι με το Φασιστικό του Καθεστώς, έδωσε στο νεόκτιστο τότε γήπεδο της πόλης (το 1935) το όνομα της κόρης του, Έντα Τσιάνο. Με την πτώση του Μουσολίνι, και του Φασισμού, το γήπεδο κατάφερε να αλλάξει όνομα, φτάνοντας στις μέρες μας να είναι γνωστό ως «Στάδιο Αρμάντο Πίτσι» προς τιμήν του σπουδαίου Ιταλού λίμπερο, πρώην της Λιβόρνο και μέλους της σπουδαίας Ίντερ των 60s. H αντιφασιστική -και η αντικαπιταλιστική- δράση, εννοείται, πως κυριαρχεί ακόμα και στις μέρες μας στις εξέδρες του γηπέδου και φυσικά σε όλους τους δρόμους του Λιβόρνο. Οι φανατικοί άλλωστε της ομάδας όταν δεν φωνάζουν στο γήπεδο, φωνάζουν για κοινωνικά και πολιτικά θέματα σε πορείες.

Έχοντας διαγράψει μια αξιοπρόσεκτη καριέρα σε ομάδες όπως η Περούτζια, η Πάντοβα, η Αταλάντα και η Βαλένθια, ο Λουκαρέλι βρέθηκε στην Τορίνο, στην μεγάλη κατηγορία της χώρας, στις αρχές της νέας χιλιετίας, έχοντας φτιάξει ένα αρκετά καλό όνομα ως ο παλαιάς κοπής Ιταλός επιθετικός με τα βρετανικά όμως χαρακτηριστικά. Ψηλός, δυνατός και με φαρμακερό σουτ από κάθε απόσταση δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος και δεν μπορούσε να μην προκαλεί τον τρόμο σε κάθε αντίπαλη άμυνα. Την τελευταία αγωνιστική της σεζόν 2002/2003 η Λιβόρνο, που έπαιζε τότε στην Β κατηγορία, θα σφράγιζε το εισιτήριο της ανόδου. Την ίδια ώρα η Τορίνο του Λουκαρέλι είχε αγώνα για την μεγάλη κατηγορία. Εννοείται πως δεν υπήρχε κανένα δίλημμα για το γήπεδο στο οποίο θα βρίσκονταν εκείνη τη μέρα ο Ιταλός επιθετικός.

Ο δηλωμένος οπαδός της Λιβόρνο ήξερε πως δεν γινόταν να χάσει αυτό το παιχνίδι, ήταν άλλωστε το γεγονός της χρονιάς τόσο για τον ίδιο, όσο και την ομάδα του, και κατ’ επέκταση για ολόκληρη την πόλη. Ήταν τότε που θα έβαζε για πρώτη φορά το πάθος του πάνω από την επαγγελματική του ιδιότητα. Λίγους μήνες αργότερα θα το έκανε και πάλι, για δεύτερη φορά, ταρακουνώντας ολόκληρο το «σύστημα» στο ήδη αποστειρωμένο και γεμάτο από «μπίζνες» ποδόσφαιρο (και) της Ιταλίας. Ο Λουκαρέλι θα δηλώσει τραυματίας. Θα μείνει εκτός αποστολής, και φυσικά θα ταξιδέψει για το Λιβόρνο, για το παιχνίδι απέναντι στην Τρεβίζο, όχι όμως ως κάποιος γνωστός ποδοσφαιριστής αλλά ως ένας απλός και «άρρωστος» οπαδός της ομάδας. Το τελικό σφύριγμα θα τον βρει εντός του αγωνιστικού χώρου να πανηγυρίζει με τα υπόλοιπα «αδέρφια» του την σπουδαία άνοδο, σοκάροντας τους ανθρώπους της Τορίνο αλλά όχι και αυτούς που γνώριζαν τον άνθρωπο και όχι τον ποδοσφαιριστή Λουκαρέλι. Το παιδί που έπαιζε όλη μέρα ποδόσφαιρο με σκισμένα ρούχα και τρύπια παπούτσια, στους δρόμους, στις φτωχογειτονιές του Λιβόρνο, ανάμεσα σε βρώμικα σοκάκια, έβλεπε την ομάδα του να κερδίζει την τεράστια άνοδο. Αυτό που αυτομάτως ήρθε στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή ήταν -τι άλλο;- η δική του εικόνα, να την οδηγεί στα σαλόνια της Serie A.

Για να το καταφέρει έκανε κάτι που ελάχιστοι θα έκαναν στο σύγχρονο αθλητισμό που τα χρήματα αποτελούν το σημαντικότερο «αγαθό» για τους περισσότερους, θυσιάζοντας 500.000 ευρώ για να υπογράψει στην Λιβόρνο που -εννοείται- δεν μπορούσε να του προσφέρει το παχυλό συμβόλαιο που είχε στην Τορίνο. «Πολλοί άνθρωποι αγοράζουν μια Φεράρι ή ένα σκάφος με αυτά τα χρήματα. Εγώ προτίμησα να αγοράσω την φανέλα της Λιβόρνο για μένα» θα δηλώσει ο ίδιος σε μια φράση που θα κάνει το κοινό της Λιβόρνο να τον λατρέψει. Θα διαλέξει -όχι το νούμερο 9 αλλά- το 99 για να τιμήσει με αυτό τον τρόπο τον σύνδεσμο οπαδών «Αυτόνομη Ταξιαρχία του Λιβόρνο» που ιδρύθηκε το ’99 και θα λανσάρει τον πανηγυρισμό με την υψωμένη γροθιά ως πανηγυρισμό που όπως είναι γνωστό, είναι το σήμα-κατατεθέν του Κομμουνιστικού Κόμματος και της εργατικής Τάξης.

Το σπουδαιότερο όλων φυσικά ήταν το γεγονός πως τα παλικάρια που ξελαρυγγιάζονταν στις εξέδρες του Αρμάντο Πίτσι έβλεπαν στο πρόσωπό του το δικό τους πρόσωπο. Στα γκολ που σκόραρε, τα γκολ που αυτοί έβαζαν στα γήπεδα 5χ5 που πήγαιναν να παίξουν για ξεμούδιασμα. Στην υψωμένη του γροθιά, τους δικούς τους κόπους και τους δικούς τους αγώνες. Όλες εκείνες τις μάχες που έδιναν καθημερινά για μια καλύτερη καθημερινότητα και μια αξιοπρεπή ζωή, μέσα σε ξεχασμένες αξίες και άρρωστα ιδανικά μιας νέας εποχής. Με το ίδιο το «Σύστημα» άλλωστε είχε ανοίξει κόντρα και ο ίδιος από πολύ μικρός, όταν είχε πανηγυρίσει ένα γκολ του με την εθνική Ελπίδων, το 1997, δείχνοντας το μπλουζάκι με τον Τσε Γκεβάρα  που φορούσε κάτω απ’ τη φανέλα και που γι’ αυτή του την κίνηση είχε μπει στον «γύψο», για τα εθνικά χρώματα, μέχρι και το 2005, στην εποχή Μπερλουσκόνι δηλαδή. Ενός Μπερλουσκόνι που ήταν κόκκινο πανί για όλους τους Ultras της Λιβόρνο και φυσικά για τον ίδιο τον Λουκαρέλι. «Στο Λιβόρνο δεν κερδίζουμε πέναλτι επειδή είμαστε Κομμουνιστές» θα δηλώσει την ίδια περίοδο, ρίχνοντας κι άλλο λάδι στην φωτιά στην κόντρα που υπήρχε με ένα ολόκληρο κράτος. Ένα κράτος που έβλεπε τους οπαδούς της Λιβόρνο ως παρείσακτους και ανένταχτους σε αυτό.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ο Κριστιάνο Λουκαρέλι κατάφερε να ζήσει μοναδικές στιγμές με την Λιβόρνο. Καλές και κακές. Πρώτος σκόρερ στην Μεγάλη Κατηγορία με 24 τέρματα το 2005 κατάφερε να την οδηγήσει στους ομίλους του ΟΥΕΦΑ (μετά και το σκάνδαλο Calciopolis που στέρησε βαθμούς για πολλούς μεγάλους και μια ολόκληρη κατηγορία για την Γιουβέντους). Εκεί ζήσαμε και ένα ιστορικό παιχνίδι για την Λιβόρνο, κόντρα στην Μακάμπι Χάιφα, με τους οπαδούς των Ιταλών να γεμίζουν το πέταλο με σημαίες της Παλαιστίνης για να διαμαρτυρηθούν για την κατάσταση που επικρατούσε (και επικρατεί) εκεί και αυτή την «αιώνια διαμάχη» με θύματα τόσες αθώες ψυχές. Έζησε την δύσκολη περίοδο όταν είδε τους οργανωμένους να τον κατηγορούν, μετά τον υποβιβασμό (το 2007), που τον οδήγησε εν τέλει στην Ουκρανία με ένα τεράστιο συμβόλαιο αξίας 2.8 εκατομμυρίων ευρώ, ως κομμάτι πλέον και ο ίδιος του μοντέρνου ποδοσφαίρου. Με τους οπαδούς να τον βρίζουν, μη μπορώντας να καταπιούν πως το δικό τους λαϊκό παιδί είχε υπογράψει για μια ομάδα που είχε ως ιδιοκτήτη κάποιον ανήθικο καπιταλιστή, και φυσικά πρόλαβε να απογειώσει την έννοια της κόντρας ανάμεσα σε δύο κόσμους τόσο διαφορετικούς.

Η μάχη της Λιβόρνο με την Λάτσιο, στα χρόνια του Λουκαρέλι ήταν όντως κάτι παραπάνω από ένα απλό παιχνίδι. Από την μία η Αριστερή Λιβόρνο με μπροστάρη τον Λουκαρέλι και απ’ την άλλη η Λάτσιο με το ακροδεξιό προφίλ και ηγέτη τον δηλωμένο φασίστα Πάολο Ντι Κάνιο. Η Ρώμη είναι ένα υπέροχο μέρος. Η αιώνια πόλη. Μπορείς να θαυμάσεις εκείνες τις όμορφες και ερημικές βίλες με τα πανύψηλα κυπαρίσσια, τα γοητευτικά λιβάδια του Αβεντίνο και του Τσέλιο, εκείνη την επισημότητα που έχουν τα ερείπια στους παλιούς δρόμους της Άππια και φυσικά το υπέροχο πράσινο του Τίβερη, έχει όμως και την Λάτσιο να της χαλάει την ομορφιά. Το «σβέρκωμα» άλλωστε του Λουκαρέλι στον Ντι Κάνιο το 2005, όπως και το γκολ του στην κλειστή γωνία του Ματέο Σερένι, που είχε γράψει και το τελικό 2-1,  θα βρίσκονται πάντα σε περίοπτη θέση στις καρδιές των αληθινών -και φανατικών- οπαδών της Λιβόρνο.

Η επιστροφή του στο Λιβόρνο, το 2010, στα 35 του, συνδυάστηκε με μια μεγάλη αποτυχία και ένα ακόμα υποβιβασμό που ο ίδιος δυσκολεύτηκε να ξεπεράσει, βάζοντας οριστικά τέλος στην καριέρα του δύο χρόνια αργότερα στη Νάπολι, όχι ως βασικός αλλά ως ένας παγκίτης πολυτελείας που θα έδινε μερικές ποιοτικές ανάσες στον Καβάνι και στον «εχθρό» του απ’ τα ντέρμπι με την Λάτσιο, Γκόραν Πάντεφ. Το περασμένο καλοκαίρι και μετά από το «αγροτικό» σε πάγκους μικρών ομάδων της χώρας όπως η Βιαρέτζιο και η Τουτοκοΐο, αθόρυβα, υπέγραψε ως ο νέος προπονητής της Λιβόρνο, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ιστορίας της, στην Β’ Κατηγορία Ιταλίας. Μάλιστα τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές η Λιβόρνο βρίσκεται στον πάτο του βαθμολογικού πίνακα, με 5 ήττες σε 8 παιχνίδια, και δείχνει πως πολύ δύσκολα θα αποφύγει τον υποβιβασμό. Η αγάπη πάντως που τρέφει το κοινό της ομάδας προς τον Λουκαρέλι δεν έχει χαθεί κάτι που το έδειξε περίτρανα και το χιουμοριστικό tweet στον επίσημο λογαριασμό της ομάδας, όταν η Γιουβέντους είχε ανακοινώσει τον Ρονάλντο, λέγοντας πως «Στην Ιταλία υπάρχει μόνο ένας Κριστιάνο και τον έχουμε εμείς».

Δεν ξέρω αν θα πέσει ή αν θα σωθεί η Λιβόρνο. Δεν έχω ιδέα αν ο Κριστιάνο Λουκαρέλι θα συνεχίσει να είναι ο προπονητής της ή αν θα απολυθεί αν συνεχιστούν τα κάκιστα αποτελέσματα. Αυτό που ξέρω σίγουρα, ως κάποιος που θυμάται αρκετά καλά τον παίκτη με τη φανέλα της Λιβόρνο, και ως κάποιος που ξέρει πολύ καλά αυτή την σχέση αγάπης που έχει ο ίδιος για τον τόπο του, και κατ’ επέκταση οι οπαδοί της Λιβόρνο γι’ αυτόν, είναι πως ο Κριστιάνο Λουκαρέλι δεν θα πάψει ποτέ να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ήρωες που γνώρισε αυτή η ομάδα.

Το γνήσιο λαϊκό παιδί με τις αριστερές καταβολές. Ο αγωνιστής για την ισότητα και την ελευθερία. Ο ήρωας της εργατικής Τάξης, σαν αυτόν που τραγούδησε τόσο μοναδικά ο Τζον Λένον πριν 50 χρόνια. Ο κύριος εκφραστής των πολιτικών τους πεποιθήσεων και αυτός που κράτησε ψηλότερα από όλους τους ποδοσφαιριστές την Bandiera Rossa, υψώνοντας την γροθιά του και κατεβάζοντας αυτή με μανία, πολλές φορές, προς κάθε μορφή σύγχρονου Φασισμού σε αυτή την «πουτάνα τη ζωή» που έγραψε ο Ρικάρντο Ταλεσνίκ στην τελευταία φράση του έργου του εξαιρετικού «Βαριέμαι». Καυτηριάζοντας με μοναδικό τρόπο την αγορά εργασίας, τον καπιταλισμό και όλα όσα θυσιάζει, για να επιβιώσει, ο απλός καθημερινός άνθρωπος. Ο Κριστιάνο Λουκαρέλι απ’ την άλλη, δεν βαρέθηκε ποτέ. Δεν θυσίασε τα «πιστεύω» και τα ιδανικά του και αν και υπέπεσε και αυτός σε λάθη κατάφερε να βρει την δική του «Ιθάκη» στον τόπο που λάτρεψε, λατρεύτηκε, και θα λατρεύεται για πάντα, ως ένας απ’ τους τελευταίους ρομαντικούς ποδοσφαιριστές.

Ένα πρώτο σκανάρισμα του top-6 της Πρέμιερ Λιγκ

  [5 Σχόλια]

Έχουμε διανύσει σχεδόν το 1/4 στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ και ήδη έχουμε το πρώτο δείγμα των ομάδων για τη φετινή σεζόν. Ένα αρκετά καλό πρώτο δείγμα. Με την δεύτερη διακοπή, λόγω των εθνικών ομάδων, βρήκα την κατάλληλη ευκαιρία για να «ζυγίσω» το φετινό top-6 στην μεγάλη κατηγορία της Αγγλίας και να δούμε μαζί «τι έχει καταφέρει» και φυσικά «τι μπορεί να καταφέρει» στην συνέχεια η καθεμιά. Ας τα δούμε λοιπόν μέσα από κάποιους αριθμούς που λένε σίγουρα αρκετά πραγματάκια για τις ομάδες και ίσως δείχνουν ακόμα περισσότερα για τη συνέχεια.

Μάντσεστερ Σίτι: Η ομάδα του Πεπ Γκουαρδιόλα είναι και φέτος το πρώτο φαβορί για τον τίτλο. Διαθέτει τον κορυφαίο προπονητή στην Ευρώπη. Διαθέτει ένα ρόστερ γεμάτο από κορυφαίους παίκτες. Είναι η περσινή πρωταθλήτρια, σπάζοντας ένα σωρό ρεκόρ, και φυσικά βρίσκεται πρώτη (έστω με ισοβαθμία), χωρίς να έχει πιάσει τα περσινά της στάνταρ, χωρίς τον κορυφαίο της παίκτη. Τον Κέβιν Ντε Μπρούιν. Η Σίτι έχει σκοράρει ήδη 21 γκολ σε 8 αγώνες. Έχοντας 21.8 σουτ ανά αγώνα με μόλις 7.6 από αυτά εκτός περιοχής. Ποσοστό που αναμένεται να ανέβει όταν επιστρέψει ο Βέλγος μέσος. Φυσικά και είναι πρώτη σε ποσοστά κατοχής μπάλας με 65.3%, έχοντας το εκπληκτικό 89.8% επιτυχίας στις πάσες. Από αυτά τα 21 τέρματα, η Σίτι έχει σκοράρει τα 16 σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης, με πιο φορτωμένη πλευρά, στο επιθετικό κομμάτι, την αριστερή. Δεν είναι καθόλου τυχαίο επίσης το γεγονός πως ο αριστερός μπακ της ομάδας, Μπέντζαμιν Μεντί, έχει ήδη 4 ασίστ. Η Σίτι έχει κάνει 5.639 πάσες, έχοντας πρώτο σε αυτό τον τομέα τον αμυντικό Εμερίκ Λαπόρτ, με 742, κάτι που δείχνει και το στυλ παιχνιδιού του Πεπ που θέλει όλοι οι παίκτες του να ξέρουν ποδόσφαιρο και να συμμετέχουν στη δημιουργία. Για τους κεντρικούς αμυντικούς άλλωστε είχαμε μιλήσει και πολύ πρόσφατα.

Στην άμυνα ο Γκουαρδιόλα γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα πως όταν έχεις την μπάλα δεν μπορείς να απειληθείς. Τα 6.3 σουτ που δέχεται η Σίτι ανά αγώνα μεταφράζει τέλεια αυτή την λογική, όπως και τα 11 τάκλιν ανά αγώνα (τα λιγότερα από το top-6). Αν βάλουμε στη σούμα και τα 9.8 κλεψίματα σε κάθε παιχνίδι καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί η Σίτι έχει δεχθεί μόλις 3 τέρματα, σε 8 παιχνίδια, και ξεκάθαρα λόγω ατυχίας δεν έχει φτάσει στο 8/8. Ας μη γελιόμαστε. Αυτό που επίσης τρομάζει είναι, τι πρόκειται να δούμε όταν θα επιστρέψει ο Ντε Μπρούιν και φυσικά το γεγονός πως η Σίτι σε 2μίση μήνες από τώρα θα αγοράσει σίγουρα και κάποιον σπουδαίο αμυντικό χαφ για να μπει σιγά-σιγά στα παπούτσια του Φερναντίνιο που πλησιάζει τα 35. Οι «πολίτες» είναι το μεγάλο φαβορί για το πρωτάθλημα και πρέπει να γίνουν απίστευτα πράγματα για να το χάσουν.

Τσέλσι: Για τους «μπλε» τα είχαμε γράψει και τον Αύγουστο. Ήμουν σίγουρος πως ο Σάρι θα μας παρουσιάσει ελκυστικότατο ποδόσφαιρο άμεσα, αλλά δεν περίμενα με τίποτα αυτή την εξαιρετική εικόνα με τις 6 νίκες και τις 2 ισοπαλίες. Η Τσέλσι έχοντας τον Ζορζίνιο σε εξαιρετική φόρμα αγγίζει αριθμούς Σίτι. Τι εννοώ: Ο Ζορζίνιο, μέχρι αυτή τη στιγμή, είναι ο απόλυτος μέσος στη Λίγκα, έχοντας 106.6 πάσες ανά αγώνα, 853 συνολικά, με ποσοστό επιτυχίας 91%. Την ίδια ώρα η ομάδα του βρίσκεται πρώτη σε αυτό τον τομέα με 5728 πάσες στο σύνολο. Η Τσέλσι έχει σκοράρει 18 τέρματα, με τα 13 από αυτά να έχουν έρθει σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης, με πιο φορτωμένη πλευρά και εδώ την αριστερή και χωρίς να έχει γίνει γκολ καμία αντεπίθεση. Η ομάδα του Σάρι έχει 62.7% κατοχή, 88.2% επιτυχία στις πάσες και 17.8 σουτ ανά αγώνα με μόλις 6 εκτός περιοχής.

Στην άμυνα δέχεται 9.4 σουτ το παιχνίδι. Έχει 12.4 τάκλιν και 7.1 κλεψίματα έχοντας δεχτεί μόλις 5 τέρματα. Η ομάδα δείχνει να βελτιώνεται συνεχώς με τον καιρό. Ο Μπάρκλεϊ έχει αρχίσει να βγάζει τον πραγματικό του εαυτό. Στο 0-3 με την Σαουθάμπτον σκόραρε και έδωσε και ασίστ, κάτι που είχε να κάνει Άγγλος για την Τσέλσι από τον Λάμπαρντ. Ο Αζάρ βρίσκεται σε μεγάλη φόρμα και όλα δείχνουν πως έχουμε να δούμε πολλές περισσότερες ομορφιές απ’ την ομάδα. Αν το Γενάρη έρθει και κάποιος σπουδαίος αμυντικός για να δώσει μεγαλύτερη ηρεμία και σιγουριά, τότε ίσως μιλάμε ακόμα και για μια άξια διεκδικήτρια του τίτλου. Προσωπικά τους πιστεύω πολύ και το δηλώνω.

Λίβερπουλ: H ομάδα του Κλοπ βρίσκεται στην πρώτη θέση και αυτή, με 6 νίκες και 2 ισοπαλίες, αλλά θα πρέπει να ευχαριστεί και την τύχη της γι’ αυτό, και όχι μόνο την καλή της εικόνα. Κάποιος που δεν βλέπει τα παιχνίδια των «κόκκινων» ίσως νομίζει πως η Λίβερπουλ παρουσιάζει ονειρεμένο ποδόσφαιρο, αλλά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Η Λίβερπουλ έχει σκοράρει 15 τέρματα, έχοντας 14.4 σουτ ανά παιχνίδι, με μόλις 4.4 σουτ εκτός περιοχής. Το ποσοστό της κατοχής της είναι το χαμηλότερο από το top-6 κάτι που μεταφράζεται σε 54.2% με το ποσοστό επιτυχίας στις πάσες να φτάνει το 85.2%. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο μοναδικός μέσος της που βρίσκεται στην πρώτη 20αδα των κορυφαίων πασέρ είναι ο Τζέιμς Μίλνερ με 494, στην 16η θέση.  Έχει μόλις 7 γκολ σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης με δυνατότερη και πιο φορτωμένη πλευρά και εδώ την αριστερή. Μα γιατί είναι πρώτη;

Εκτός των δύο ισοπαλιών (με Τσέλσι και Σίτι) που ήταν και αποτέλεσμα τύχης, μιας και η ομάδα δεν ήταν καλύτερη, χρωστάει πολλά στα τρεξίματα των παικτών της και στην εξαιρετική της άμυνα. Η Λίβερπουλ έχει δεχτεί μόλις 3 τέρματα και αυτό είναι κάτι που δεν περίμενα να γράψω ποτέ. Δέχεται 8.1 σουτ ανά παιχνίδι. Έχει 18.1 τάκλιν και 9 κλεψίματα σε κάθε παιχνίδι. Να σημειώσουμε πως η καλύτερη εμφάνιση της ομάδας φέτος ήταν κόντρα στην Σαουθάμπτον, με τον Κλοπ να παίζει με διαφορετική διάταξη, έχοντας δύο κεντρικούς μέσους, στην ευθεία, και τον Σακίρι μπροστά τους. Η ομάδα χρειάζεται να γίνει πιο δημιουργική στον άξονα. Δεν αρκεί μόνο το τρελό και ασφυκτικό πρέσινγκ. Να ανοίξει το «ροτέισον» από τον Κλοπ, και φυσικά να αρχίσει να βρίσκει ρυθμό ο Σαλάχ. Αν αυτά δεν γίνουν αμέσως μετά την επιστροφή, τότε -ειλικρινά- δεν μπορώ να βρω τρόπους για το πως η Λίβερπουλ θα συνεχίσει να βρίσκεται στην κορυφή.

Άρσεναλ: H ομάδα του Έμερι έχει ανέβει αθόρυβα στην 4η θέση, στο -2 από τους τρεις πρωτοπόρους, και για μένα αυτό δεν είναι περίεργο μιας και διαθέτει ένα άκρως ποιοτικό ρόστερ. Με 19 τέρματα υπέρ, έχοντας 12.1 σουτ ανά παιχνίδι με 4.8 σουτ εκτός περιοχής, δεν πρέπει κανένας να μην είναι ευχαριστημένος στο Εμιρέιτς. Τα ποσοστά κατοχής αγγίζουν το 55% με το ποσοστό επιτυχίας στις πάσες να είναι στο 82.6%. Καθόλου άσχημα για μια ομάδα που δεν φημίζεται για την αμυντική της γραμμή. Οι «κανονιέρηδες» έχουν σκοράρει 15 τέρματα σε οργανωμένη επίθεση, έχοντας φορτωμένη και αυτοί περισσότερο την αριστερή τους πλευρά. Στην καλή ισορροπία του άξονά της μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει ο Τσάκα που έχει πασάρει 626 φορές από τις συνολικά 4.207 και βρίσκεται 4ος σε αυτό τον τομέα. Εξαιρετικά, στον άξονα, τα έχει πάει και ο νεαρός Ματέο Γκεντουζί όπως και ο Λούκας Τορέιρα.

Η αμυντική της γραμμή είναι γνωστό πως θα είναι το μεγάλο της πρόβλημα και φέτος. Η Άρσεναλ δέχεται 14.6 σουτ ανά αγώνα, έχοντας 15.9 τάκλιν και 9.8 κλεψίματα σε κάθε παιχνίδι. Έχοντας δεχτεί ήδη 10 τέρματα. Ο Τσεχ έχει τον μεγαλύτερο αριθμό σε πουλήματα μπάλας σε ολόκληρη την Ευρώπη από πέρσι και κανένας στόπερ δεν μπορεί να προσφέρει την απαιτούμενη σιγουριά, τουλάχιστον, προς το παρόν, στο ομαλό δηλαδή χτίσιμο της επίθεσης, από πίσω. Μου αρέσει να την βλέπω και πάλι, και θεωρώ πως φέτος θα είναι σίγουρα στην πρώτη τετράδα, επιστρέφοντας, δηλαδή, εκεί που ανήκει. Στο Τσάμπιονς Λιγκ.

Τότεναμ: Στο -2 από την κορυφή και η Τότεναμ, κάτι που εμένα προσωπικά με εκπλήσσει. Η ομάδα δεν ενισχύθηκε καθόλου το καλοκαίρι. Ο Ποκετίνο παίζει από τον Αύγουστο με βασικούς παίκτες, παίρνοντας μεγάλα ρίσκα μετά από Μουντιάλ, και δεν βλέπουμε την περσινή εικόνα ούτε κατά διάνοια. Λογικό θα σκεφτούν οι περισσότεροι και δίκιο θα έχουν. Η ομάδα έχει σκοράρει όσο και η Λίβερπουλ. 15 τέρματα δηλαδή, με μόλις 5 όμως σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης. Έχει 57.4% κατοχή με ποσοστό επιτυχίας στις πάσες το 81.9% και σουτάρει 14.4 φορές ανά αγώνα με 4 σουτ να γίνονται εκτός περιοχής. Κορυφαίος πασέρ της ομάδας είναι ο Αντερβάιλερ με 501 (15ος στον πίνακα) με την ομάδα να έχει κάνει συνολικά 4.398 πάσες. Μέτρια πράγματα.

Στην άμυνα υπάρχουν αρκετά προβλήματα. Η Τότεναμ έχει μαζέψει την μπάλα απ’ τα δίχτυα της συνολικά 7 φορές. Δέχεται 12.1 σουτ ανά αγώνα και έχει 18.4 τάκλιν και 11 κλεψίματα το παιχνίδι. Δεν μπορεί να κρατήσει ανέπαφη την εστία της (συνήθως) και αυτό είναι κάτι που ο προπονητής της πρέπει να λύσει και πολύ γρήγορα μάλιστα. Σίγουρη θα πρέπει να θεωρείται και η ενίσχυση τον Γενάρη, ειδάλλως δεν πρόκειται να βγει με ηρεμία και επιτυχίες η σεζόν. Πολλοί φίλοι της θεωρούν πως «Όσο σκοράρει ο Κέιν είμαστε καλά» αλλά πιστέψτε με, φέτος αυτό δεν φτάνει ούτε για Ευρωπαϊκό εισιτήριο.

Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ: H ομάδα του Μουρίνιο βρίσκεται στην 8η θέση, στο -3 από την Γουλβς, και στο -2 από την Μπόρνμουθ, αλλά βάσει των αριθμών της θα έπρεπε -και θα μπορούσε- να βρίσκεται λιγάκι παραπάνω. Όπως και θα βρεθεί μέχρι το τέλος του πρωταθλήματος. Με τον Πορτογάλο ή χωρίς. Γιατί συμβαίνει αυτό; Ο βασικός λόγος είναι πως ο Πορτογάλος απαξιώνει συνεχώς το ρόστερ του και φυσικά δεν προσπαθεί να το κάνει πιο μοντέρνο. Ευτυχώς, αυτό το είδαμε να συμβαίνει στο β’ ημίχρονο απέναντι στη Νιούκαστλ και κάπως έτσι ήρθε και μια τεράστια ανατροπή. Η Γιουνάιτεντ έχει σκοράρει 13 τέρματα και σουτάρει 14 φορές ανά αγώνα προς την αντίπαλη εστία, με 5.8 από αυτά τα σουτ να είναι εκτός περιοχής. Η κατοχή της είναι πάνω από της Λίβερπουλ, στο 56.3%, αλλά το ποσοστό της σε επιτυχημένες πάσες είναι στο 83.2%. Το ποσοστό χαλάει επειδή δεν βοηθούν σε αυτό το κομμάτι οι στόπερ και επειδή η ομάδα του Ζοσέ σηκώνει αρκετά τη μπάλα. Δεν είναι τυχαίο πως έχει 19.1 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, στο επιθετικό κομμάτι της (πρώτη από τις 5 παραπάνω ομάδες) με τον Φελαϊνί να μετρά ήδη 33 και να είναι 13ος στο σύνολο σε αυτό τον τομέα. Μάλιστα είναι ο μοναδικός παίκτης των ομάδων του top-6 στην πρώτη 20αδα. Η Γιουνάιτεντ μετρά επίσης 7 τέρματα σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης και καμία αντεπίθεση δεν την έκανε γκολ (κάτι που είχαν όλες οι προηγούμενες ομάδες του Ζοσέ). Επίσης μεταφέρει, και αυτή, περισσότερο το βάρος της επίθεσης στην αριστερή της πλευρά. Ο ηγέτης της ομάδας, Πολ Πογκμπά, έχει πασάρει 554 φορές από τις 4.329 πάσες που έχει κάνει η ομάδα και βρίσκεται 10ος στη σχετική λίστα.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι η άμυνα. Η Γιουνάιτεντ μετρά ήδη 3 ήττες και 2 ισοπαλίες, έχοντας ήδη δεχτεί 14 τέρματα. Είναι η μοναδική στην πρώτη 8αδα με αρνητικό συντελεστή (-1) Δέχεται 10.4 σουτ ανά παιχνίδι, έχει 12.8 τάκλιν και 8.3 κλεψίματα, και μπόλικη γκρίνια επίσης, ανά παιχνίδι. Μπορεί όλο αυτό να αλλάξει; Θεωρώ πως μπορεί. Αν ο Πογκμπά έρθει μπροστά απ’ τους στόπερ. Αν ο Μάτα παίξει εσωτερικός μέσος. Αν ο Αλέξις μπει -επιτέλους- στην εξίσωση και ο Μουρίνιο σταματήσει να ρεζιλεύει τους κεντρικούς του αμυντικούς, όλα γίνονται. Η κατάκτηση του πρωταθλήματος είναι κάτι εντελώς ουτοπικό αλλά η ομάδα μπορεί σίγουρα να βρει ρυθμό. Να γίνει πιο ελκυστική στο μάτι, και να ανέβει βαθμολογικά. Οι αριθμοί της μπορούν να βελτιωθούν αν φυσικά παίζουν οι καλύτεροι στις σωστές θέσεις και ο Μουρίνιο πνίξει τον εγωισμό του.

Η επιστροφή της Πρέμιερ Λιγκ, στις 20/10, ανοίγει με σούπερ παιχνίδι στο Στάμφορντ Μπριτζ, με την Τσέλσι να υποδέχεται την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και εκεί θα δούμε πολλά τόσο για τους «μπλε» όσο και για τους «κόκκινους διαβόλους».

Η ωραία αλητεία του Ντάνι Οσβάλντο

  [3 Σχόλια]

«Να δίνεις στον κόσμο ό,τι θέλει, ακόμα κι αν αυτό σε σκοτώνει. Ακόμα και αν αυτό σε ξεζουμίζει. Ό,τι κι αν συμβεί, όσο κι αν πονάς, δεν σταματάς να χορεύεις και να χαμογελάς και -εννοείται- τους δίνεις ό,τι θέλουν». Η φράση που μόλις διαβάσατε δεν ανήκει σε κάποιο σπουδαίο, υπαρκτό, πρόσωπο αλλά στον πρωταγωνιστή της animation σειράς του Netflix, ΒοJack Horseman και είναι κάτι παραπάνω από μια σκληρή κι αληθινή συμβουλή, προς κάποιον που βρίσκεται μπροστά από λαμπερά φώτα, και εκατομμύρια ανθρώπους, που απλά θέλουν να τον βλέπουν να τους χαρίζει αυτό που αυτοί επιθυμούν. Χωρίς φυσικά να νοιάζονται καθόλου για τα δικά του «θέλω» και «μπορώ». Στο άκουσμα άλλωστε των υπέρογκων ποσών που αμείβονται όλοι οι σταρ των ημερών μας, ασυναίσθητα, ζητάμε από αυτούς τα πάντα, ξεχνώντας τις περισσότερες φορές αυτό που έχει πάντα και την μεγαλύτερη σημασία.  Την δική τους ανθρώπινη φύση και υπόσταση.

Εδώ και λίγες μέρες μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ανακύκλωση μιας φράσης του Ντάνι Οσβάλντο για το πως ακριβώς έβλεπε, και βλέπει, ο ίδιος το σύγχρονο ποδόσφαιρο. Ο παλαίμαχος -πλέον- επιθετικός έχει σταματήσει το άθλημα από το 2016 (μόλις στα 30 του χρόνια), επειδή πολύ απλά αυτό δεν τον γέμιζε και επειδή, ακόμα πιο απλά, ήθελε να ζήσει ανέμελα την ζωή του, μακριά από την πίεση του επαγγελματία αθλητή που δυστυχώς στερεί πολλές -ή και τις περισσότερες- από τις καθημερινές απολαύσεις ενός ανθρώπου. Ο Οσβάλντο μίλησε για τα «χρυσά κελιά» που ζουν οι κορυφαίοι παίκτες. Για την προσοχή που πρέπει να έχουν για το σώμα τους σε κάθε λεπτό της μέρας και για τα πράγματα που δεν μπορούν να απολαύσουν, ασχέτως αν βγάζουν χρήματα που όλοι εμείς δεν μπορούμε ούτε καν να σκεφτούμε. «Ο Ρονάλντο γυρίζει στο σπίτι και κάνει γυμναστική. Εγώ γυρίζω στο σπίτι και θέλω να κάνω μπάρμπεκιου με φίλους». Αυτή ήταν μια φράση που δείχνει όλη την κοσμοθεωρία του Οσβάλντο γύρω από τη ζωή και το ποδόσφαιρο. Λάθος ή σωστή, αυτό είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό. Με αυτή την λογική όμως, στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, δεν γίνεται να προχωρήσεις, όσα κιλά μπάλα και να γνωρίζεις. Και ο Οσβάλντο έχει πάνω του πολλά από αυτά τα κιλά.

Τον θυμάμαι στην Σαουθάμπτον του Ποτσετίνο την σεζόν 2013/2014. Σε μια ομάδα γεμάτη ταλαντούχους παίκτες που όλοι έκαναν, και συνεχίζουν να κάνουν, σημαντική καριέρα. Ο Οσβάλντο ήταν ο μοναδικός -από τα ονόματα- που έμπαινε, συνήθως, αλλαγή. Τις περισσότερες φορές βαριόταν, και όταν δεν βαριόταν μας χάριζε μερικές στιγμές σπάνιας ποδοσφαιρικής ομορφιάς. Έπαιξε στην Ίντερ χωρίς να μας κάνει να τον θαυμάσουμε. Αγωνίστηκε στην Ρόμα, ίσως στα καλύτερά του, και κατάφερε όμως να φτάσει τον σπουδαίο Φραντσέσκο Τότι στα όριά του. Πήγε στην Γιουβέντους και φίλος μου που παρακολουθεί την ομάδα τακτικά εδώ και πολλά χρόνια μου έλεγε πως «’Οταν τον βλέπω να μπαίνει στο γήπεδο θέλω να κλείσω την τηλεόραση». Αγωνίστηκε στην Πόρτο με πλήρη αποτυχία επίσης, αν και εκείνα τα χρόνια -και επειδή το ταλέντο του είναι αδιαμφισβήτητο- έφτασε ακόμα και στην εθνική Ιταλίας. Αν και Αργεντινός. Αν το ποδόσφαιρο ήταν ένα λαμπερό πάρτι. Γεμάτο από ανθρώπους με σμόκιν και γυναίκες με λαμπερές τουαλέτες, ο Ντάνι Οσβάλντο θα ήταν εκείνος ο σούπερ-κουλ τύπος που σε κάποια φάση, και ενώ εσύ έχεις πάει να φέρεις ποτά, έχει πιάσει κουβεντούλα με την κοπέλα σου, και αυτή δείχνει να περνάει μαζί του τόσο υπέροχα. Σαν εκείνη την πρώτη φορά που είχατε βγει μαζί, σε εκείνο το ωραίο μπαράκι και αυτή δεν σταματούσε να χαμογελάει. Κάπως έτσι. Θα ζηλέψεις λίγο την «γαματοσύνη» του αλλά όταν φτάσεις εκεί, θα σε χαιρετίσει, θα χαμογελάσει και απλά θα φύγει, γνωρίζοντας πως δεν υπάρχει κανένας λόγος για κάτι περισσότερο. Έκλεψε για λίγο τις εντυπώσεις και μπορεί πλέον να επιστρέψει στην δική του παρέα.

Τον Δεκέμβρη του ’16, και ενώ βρίσκεται στην Μπόκα, θα του τηλεφωνήσει ο Χόρχε Σαμπαόλι, τότε προπονητής της Σεβίλης, και θα τον παρακαλέσει να έρθει στην Ισπανία μιας και η ομάδα έχει πολύ δύσκολο πρόγραμμα τους δύο προσεχείς μήνες και η επιθετική της γραμμή δεν είναι και στα καλύτερά της. «Μεσιέ σε αγαπώ και σε εκτιμώ αλλά αρχές Φεβρουαρίου έχω να πάω στο Cosquin Rock Festival στην Ουρουγουάη. Όπως καταλαβαίνεις δεν γίνεται να χάσω με τίποτα αυτό το γεγονός». Ο ροκάς Σαμπαόλι δεν θα μιλήσει για μερικές στιγμές και θα του απαντήσει αυτό που κάθε άνθρωπος που σέβεται, πάνω από όλα την ζωή, και φυσικά κουβαλά και αυτός πολλά κιλά τρέλας, θα απαντούσε «Το είχα ξεχάσει αγόρι μου αυτό. Εννοείται να πας. Καλό σου απόγευμα». Λίγο καιρό αργότερα ο προπονητής της Μπόκα, Γκιγιέρμο Μπάρος Σελότο, θα έρθει σε πλήρη ρήξη μαζί του μετά από ένα παιχνίδι με την Νασιονάλ για το Κόπα Λιμπερταδόρες και κάπως έτσι ο Ντάνι Οσβάλντο θα σταματήσει το ποδόσφαιρο και θα αφιερωθεί σε αυτό που πραγματικά αγαπά. Την ροκ μουσική, τα ταξίδια, τις μπύρες και τα μπάρμπεκιου. Μάλιστα ο ίδιος ο Σελότο είχε δηλώσει πως όταν είχε κάνει έφοδο ένα βράδυ στο δωμάτιο του Οσβάλντο, πριν από κάποιο σπουδαίο παιχνίδι, Τον είχε πιάσει να καπνίζει και να πίνει μπύρες. «Όχι μόνο δεν έσβησε το τσιγάρο όταν με είδε, αλλά όταν άρχισα να του φωνάζω, και ενώ το είχε καπνίσει, άναψε ακόμα ένα και με κοιτούσε γεμάτος απορία».

Γίνεται κάποιος που θέλει να ζει τόσο ανέμελα να αγωνιστεί με επιτυχία στο κορυφαίο επίπεδο; Αν μιλούσαμε για το ποδόσφαιρο μέχρι και την δεκαετία του ’90, τότε η απάντηση θα ήταν ναι. Πολλοί κορυφαίοι άλλωστε, μέχρι εκείνα τα χρόνια, έπιναν, κάπνιζαν και δεν ήταν όπως οι αθλητικές μηχανές στον σημερινό κόσμο των σπορ, στο κορυφαίο επίπεδο. Ο Οσβάλντο δεν έχει το ταλέντο του Μέσι, του Ρονάλντο, του Σαλάχ και του Αγουέρο αλλά θα μπορούσε σίγουρα να έχει κάνει μια σπουδαία καριέρα αν έβαζε νερό στο κρασί του και αποφάσιζε να μειώσει την «Ντόλτσε Βίτα». Δεν ήθελε και προσωπικά δεν τον αδικώ. Έτσι ήθελε – Έτσι έκανε. Η ουσία άλλωστε είναι ο κάθε άνθρωπος να ζει την ζωή του όπως αυτός επιθυμεί. Με τα καλά και τα άσχημα, που αυτή έχει.

Στο βιβλίο «Ζάχαρη στην άκρη» της Ευγενίας Φακίνου, ένας εκ των βασικών ηρώων και αγαπημένος μου από αυτό το διήγημα, ο Αργύρης, λέει στον ‘φίλο’ του, τον Ιάσωνα: «Όταν κάνουμε όνειρα, δεν επιτρέπεται ύστερα να τα συρρικνώνουμε. Να τ’ αφυδατώνουμε. Ν’ αρχίζουμε τις εκπτώσεις και τους συμβιβασμούς. Να φοβόμαστε τι θα πει ο ένας κι ο άλλος και να τα μικραίνουμε, να τα μικραίνουμε, μέχρι που να γίνονται ένα γιουβέτσι και ένα κομμάτι μπακλαβάς». Ο Οσβάλντο δεν έβαλε φρένο τελικά σε κανένα όνειρό του και διάλεξε αυτό που πραγματικά επιθυμούσε. Γι’ αυτό προσωπικά θα τον σέβομαι για πάντα. Για την ωραία του αλητεία. Την γαματοσύνη του και φυσικά το γεγονός πως έκανε αυτό που γούσταρε χωρίς να νοιαστεί για τις συνέπειες. Μόνο που στην δική του περίπτωση δεν υπάρχει «ζάχαρη στην άκρη», μπακλαβάδες και γιουβέτσι, αλλά μπάρμπερκιου με μπριζόλες, μπύρες και πολλή ροκ μουσική.

Ματ Γιάνσεν: O ποδοσφαιριστής που έχασε μια καριέρα και κέρδισε μια ήρεμη ζωή

  [1 Σχόλιο]

Στις 2 Μαΐου του 2001 στο Ήγουντ Παρκ η γηπεδούχος Μπλάκμπερν υποδέχτηκε την Πρέστον σε ένα ιστορικό -για την ίδια- παιχνίδι. Οι γηπεδούχοι, αν έπαιρναν το τρίποντο, θα σφράγιζαν και μαθηματικά την άνοδο στην Πρέμιερ Λιγκ, αποφεύγοντας  έτσι την, πάντα δύσκολη, διαδικασία των πλέι-οφ. Το γεγονός μάλιστα πως πριν λίγους μήνες ο λατρεμένος πρόεδρος της ομάδας, Τζακ Γουόκερ, είχε αφήσει την τελευταία του πνοή, μετά από σκληρή μάχη με τον καρκίνο, είχε δώσει στην αναμέτρηση ένα πανηγυρικό χαρακτήρα, μιας και όλοι ήθελαν να αφιερώσουν στον εκλιπόντα την νίκη και φυσικά την άνοδο. Άλλωστε μία απ’ τις αγαπημένες φράσεις που χρησιμοποιούσε αρκετά συχνά ο Γουόκερ ήταν το ‘Think Big‘ και όλοι στο Μπλάκμπερν, εκείνη τη μέρα, έκαναν μεγάλα όνειρα για την πορεία της ομάδας. Δεν μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά άλλωστε, μιας και η ομάδα του Γκρέαμ Σούνες, ήταν μια ανάσα από μια -πανάξια- άνοδο, στο κορυφαίο πρωτάθλημα της Ευρώπης.

Mε το σκορ στο 0-0, και την αναμέτρηση να μπαίνει σιγά-σιγά στο κρίσιμο τελευταίο τέταρτο, όλα έδειχναν πως το τρίποντο δεν ήταν εφικτό εκείνη την μέρα, γεμίζοντας με περίσσιο άγχος οπαδούς, προπονητικό τιμ, και φυσικά τους ποδοσφαιριστές, για την συνέχεια και την σκληρή μάχη της ανόδου. Όλα αυτά μέχρι το 73′. Μετά από κόρνερ, η μπάλα δεν θα φύγει ποτέ απ’ την περιοχή της Πρέστον, με το αγγλικό λαγωνικό, που ακούει στο όνομα Ματ Γιάνσεν να σκοράρει με υπέροχη κεφαλιά και να γράφει το 1-0, προκαλώντας πανζουρλισμό στις εξέδρες. Αυτό ήταν και το αποτέλεσμα, με τους παίκτες και τους φιλάθλους να γίνονται ένα κουβάρι με το τελικό σφύριγμα. Ο στόχος είχε πλέον επιτευχθεί. Ο Τζακ Γουόκερ μπορούσε να χαμογελάσει από ψηλά και η Πρέμιερ Λιγκ ήταν πανέτοιμη να υποδεχτεί -και πάλι- τους πρωταθλητές του 1995. Το γκολ του Άγγλου επιθετικού ήταν ένα απ’ τα συνολικά 24 εκείνης της σεζόν. Μια σεζόν που τον είχε βρει πρώτο σκορ στην Τσάμπιονσιπ, μαζί με τον Λουίς Σαχά της πρωταθλήτριας Φούλαμ, και έβαζε το όνομά του ολοένα και περισσότερο στα χείλη των φιλάθλων ολόκληρης της χώρας αλλά και στο μυαλό του Σβεν Γκόραν Έρικσον, για τις επιλογές του στην εθνική ομάδα. Ο Ματ Γιάνσεν άλλωστε, στα 24 του χρόνια, έδειχνε να είναι πανέτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ, κάτι που -αν ρωτάτε εμένα- βάσει ταλέντου, εννοείται πως το άξιζε.

‘Όταν οι άνθρωποι κάνουν όνειρα, ο Θεός τα βλέπει και γελά’. Αυτή είναι μια φράση που έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να μιλήσουμε για μια κακοτυχία. Για μια αποτυχία. Για μια ανώτερη δύναμη που στάθηκε τροχοπέδη σε κάτι καλό. Είναι στην ανθρώπινη φύση άλλωστε να ψάχνει δικαιολογίες για καθετί καλό ή κακό και είναι επίσης στην ανθρώπινη φύση να μάθει να ζει με αυτές. ‘Είναι η ζωή που μας στήνει παγίδες’ όπως θα γνωρίζετε άλλωστε όλοι όσοι έχετε δει το καλτ αριστούργημα του Σταύρου Τσιώλη ‘Ας περιμένουν οι γυναίκες’. Αν και για τον Γιάνσεν, δεν έφταιξε καμία γυναίκα για να ακριβολογούμε, αλλά η κακή του τύχη και μια όχι δική του επιλογή που του άλλαξε όμως ολόκληρη την ζωή και την κοσμοθεωρία.

Ο Ματ Γιάνσεν γεννήθηκε στην περιοχή Καρλάιλ, στην Κάμπρια, κι από μικρός ήταν φανατικός με την Νιουκάστλ και το ποδόσφαιρο. Ασχέτως αν υπήρξε και πολύ καλός παίκτης του ράγκμπι στα σχολικά του χρόνια. Όπως έχει δηλώσει σε παλιότερη συνέντευξή του, αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής μετά από εκείνο το 5-0 της Νιουκάστλ, επί της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, το 1995. ‘Είχα βρεθεί στο γήπεδο εκείνη τη μέρα με τα φιλαράκια μου φορώντας την φανέλα της αγαπημένης μου ομάδας και είδα να διαλύουμε την ομάδα του Σερ Άλεξ. Ήμουν μόλις 17 ετών και είχα ξεκινήσει να παίζω για την Καρλάιλ και τα πήγαινα πολύ καλά. Είχα μόλις βρει τι θα έκανα για την υπόλοιπη ζωή μου. Θα παίζω ποδόσφαιρο’. Το ’98 κι αφού έχει φτιάξει ήδη το όνομά του με την ομάδα της γενέτειράς του θα ενδιαφερθούν γι’ αυτόν δύο ομάδες. Απ’ τη μία η Κρίσταλ Πάλας – και απ’ την άλλη η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Φέργκιουσον ήθελε σαν τρελός τον νεαρό Άγγλο, σε μια περίοδο που είχε στην ομάδα του την καλύτερη φουρνιά βρετανών παικτών της τελευταίας 15ετίας, βλέποντας στο πρόσωπό του τον παίκτη που θα αντικαθιστούσε σιγά-σιγά τους Τέντι Σέριγχαμ, Ντουάιτ Γιορκ και Άντι Κόουλ. Ο Γιάνσεν όμως ήθελε να παίζει. Δεν ήθελε να είναι κάποιος που θα ζέσταινε τον πάγκο και στο Ολντ Τράφορντ εκείνη την περίοδο κανένας δεν μπορούσε να του υποσχεθεί κάτι τέτοιο. Κάπως έτσι έγινε παίκτης της Πάλας, με το ποσό να αγγίζει το 1 εκατομμύριο λίρες. Η σύντομη -αλλά εξαιρετική- παρουσία που στο Σέλχαρτ Παρκ θα ωθήσει την Μπλάκμπερν να βγάλει απ’ τα ταμεία της σχεδόν 5 εκατομμύρια λίρες, τον Γενάρη του ’99, πιστεύοντας στο ταλέντο του ανερχομένου επιθετικού.

Την σεζόν 2001-2002, ο Γιάνσεν ήταν ένας από αυτούς τους παίκτες που, αν έβλεπες φανατικά Πρέμιερ Λιγκ, δεν μπορούσες να μην ασχοληθείς μαζί τους. Το ωραίο του παρουσιαστικό. Η εξαιρετική του τεχνική. Τα όμορφα τέρματα που φόρτωνε τις αντίπαλες εστίες, αλλά και η εξαιρετική του ηλικία, έδειχναν πως θα μας απασχολούσε για πάρα πολύ καιρό. Όταν κέρδισε και τον πρώτο του σημαντικό τίτλο, το Λιγκ Καπ του 2002 απέναντι στην ομάδα που όλοι θέλουν για αντίπαλο σε τελικούς (την Τότεναμ δηλαδή) σκοράροντας και στον τελικό, άρχισε να χτυπά δυνατά, ακόμα και την πόρτα της εθνικής. Μιας εθνικής που σε λίγους μήνες θα ταξίδευε στο Μουντιάλ της Ιαπωνίας και της N. Κορέας με ένα ρόστερ γεμάτο από αστέρες και στόχο -τι άλλο;- ακόμα μια πρωτιά. Στις 17 Απριλίου ο Έρικσον θα πάρει μαζί του τον Γιάνσεν στο Άνφιλντ, για το φιλικό κόντρα στην Παραγουάη, αλλά λίγη ώρα πριν το παιχνίδι ο νεαρός θα μείνει εκτός αποστολής επειδή είχε προσβληθεί από γαστρεντερίτιδα και, όπως ήταν φυσικό, δεν θα μπορέσει να αγωνιστεί και να κάνει το ντεμπούτο, αντ’ αυτού θα δει τον Ντάριους Βασέλ να περνάει ως αλλαγή (τι έχουμε ζήσει κι εμείς) και να κερδίζει και μια θέση για το Μουντιάλ. Λίγο καιρό αργότερα, μετά το παιχνίδι του Άνφιλντ, ανάμεσα στην Λίβερπουλ και την Μπλάκμπερν για το πρωτάθλημα, ο εκλέκτορας της Αγγλίας θα οριστικοποιήσει πως δεν θα πάρει μαζί του στο Μουντιάλ τον Γιάνσεν (ή κάποιον άλλο επιθετικό), αλλά ακόμα έναν στόπερ, προκαλώντας σύγχυση στα βρετανικά ταμπλόιντς. Κάπως έτσι, ο Μάρτιν Κίον, της Άρσεναλ, θα πάρει την -σχεδόν- σίγουρη (για πολλούς) θέση του Γιάνσεν, με το νεαρό να ταξιδεύει απογοητευμένος, με την κοπέλα του, όχι  στα γήπεδα του Μουντιάλ, αλλά στα αξιοθέατα της Ρώμης. Για να ηρεμήσει και να ξεπεράσει αυτή την -ποδοσφαιρική- απόρριψη, στο ταξίδι, αναψυχής, που -δυστυχώς- έμελλε να του αλλάξει ολόκληρη την ζωή.

Ο Γιάνσεν και η Λούσι (η κοπέλα του εκείνο τον καιρό – που στις μέρες μας είναι γυναίκα του) θα νοικιάσουν ένα μοτοποδήλατο και με αυτό θα αρχίσουν να τριγυρνούν σε ολόκληρη την Ρώμη. Είναι χαμογελαστοί, νέοι, πλούσιοι και ερωτευμένοι άλλωστε. Όλα αυτά μέχρι εκείνο το καταραμένο σταυροδρόμι. Εκεί που σταμάτησαν για μερικές στιγμές και είδαν ένα ταξί να πέφτει πάνω τους ενώ βρίσκονταν και οι δυο πάνω στο δίκυκλο. Η Λούσι θα τραυματιστεί ευτυχώς ελαφρά, με τον Γιάνσεν όμως να μένει 6 μέρες σε κώμα μετά την σφοδρή σύγκρουση. Η αποκατάσταση του παίκτη ήρθε αργά αλλά σταθερά και η επιστροφή του έγινε στα μέσα της επόμενης σεζόν (μετά από 6 μήνες) χωρίς καθόλου κινητικά προβλήματα. Ο παίκτης όμως δεν μπορούσε να αγωνιστεί αν και οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν κανένα πρόβλημα. Αιτία ήταν τα ψυχολογικά θέματα που του είχε αφήσει το ατύχημα. Για την ακρίβεια, δεν μπορούσε με τίποτα να βρει ξανά τον κανονικό του -ποδοσφαιρικό- εαυτό. Η δύσκολη καθημερινότητα με ψυχολόγους δεν μπορούσε να  τον βοηθήσει στο να ξαναβρεί την φόρμα του και την δύναμη που χρειάζεται για να σταθεί κάποιος, ως παίκτης, στο κορυφαίο επίπεδο. Οι συμμετοχές άρχισαν μοιραία να μειώνονται και μια πορεία σε ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών (κυρίως ως δανεικός) ήταν ο μοναδικός τρόπος για να συνεχίσει ο Γιάνσεν να κάνει αυτό που αγαπούσε. Για να προσπαθήσει να το κάνει. Ουσιαστικά η καριέρα του παίκτη τελείωσε σε εκείνο το ατύχημα στην Ρώμη. Στην ίδια πόλη που ουσιαστικά τελείωσε και η καριέρα του μεγαλύτερου Άγγλου ποδοσφαιριστή των τελευταίων 30 ετών. Μόλις στα 24 του χρόνια. Από εκείνο το σημείο και έπειτα το μόνο που βλέπαμε απ’ τον ίδιο ήταν μερικές καλές παρενθέσεις σε ένα μέτριο και κακογραμμένο ‘ποδοσφαιρικό κείμενο’ λιγοστών συμμετοχών.

Τι θα είχε γίνει αν ο Σβεν Γκόραν Έρικσον είχε επιλέξει τον Γιάνσεν για την τελική 23αδα του Μουντιάλ του 2002 κανένας δεν το γνωρίζει και κανένας δεν θα το μάθει. Είναι από αυτές τις στιγμές που η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια σε βάρος των ανθρώπων και μέσα από αυτά μετρά τις πραγματικές τους δυνάμεις. Ο Γιάνσεν με τον καιρό ξεπέρασε τελικά τα προβλήματά του. Παντρεύτηκε την γυναίκα της ζωής του (που του στάθηκε στην δυσκολότερη περίοδο για τον ίδιο) και ζει μια ήρεμη ζωή στo Λανκασάιρ και το Σόρλεϊ, από το μετερίζι πλέον του προπονητή ακαδημιών και της ομάδας της πόλης στην 6η κατηγορία της Αγγλίας. Μακριά από το άγχος και τα προβλήματα που βρίσκεις στο κορυφαίο επίπεδο. Ως ένα απλό παιδί, απ’ τα αγαπημένα, για τους περισσότερους, της πόλης του. Εκεί θα τον βρεις στην αγαπημένη του παμπ να βλέπει τη Νιουκάστλ και να παίζει μπιλιάρδο, με φίλους και οπαδούς διαφόρων ομάδων, κάνοντας χαβαλέ. Θα σου μιλήσει για το κολασμένο κοντρόλ του Μαρκ Χιούζ όταν υπήρξαν συμπαίκτες στα ‘ρόδα’. Για τις γκολάρες που πέτυχε με τα χρώματα της Κρίσταλ Πάλας και της Μπλάκμπερν. Για το Λιγκ Καπ του 2002 στο Κάρντιφ και πως είναι να παίζεις σε ένα τελικό. Και φυσικά για το πως είναι να απορρίπτει κάποιος άσημος νεαρός τον κορυφαίο προπονητή στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ για να παίξει στο Σέλχαρστ Παρκ με την φανέλα της Πάλας. Ίσως σου πει επίσης, πως είναι να κερδίζεις και το μεγαλύτερο στοίχημα που μπορεί να βάλει κάποιος. Αυτό της ίδιας του της ζωής, απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, για να καταλήξει να είναι πραγματικά ευτυχισμένος μετά από ένα σωρό προβλήματα.

Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του Deuce του Ιρλανδού Θεού, Rory Gallagher

Η αγαπημένη μας Σούπερ Λίγκα ή αλλιώς: Τι είναι η Σούπερ Λίγκα

  [8 Σχόλια]

Κατ’ αρχάς να σας πω πώς, απεχθάνομαι αυτή τη νέα διοργάνωση, την UEFA Nations League. Μου μοιάζει εκνευριστική και αρκετά μπερδεμένη. Κάτι σαν εκείνη την κοπέλα που είχες στα 15. Εκείνη που ήθελε να σε χωρίσει επειδή είχε ερωτευθεί τον Μάκη με το GLX αλλά τελικά τα έφτιαξε με τον Χρήστο που είχε Vespa. Χωρίς φυσικά να σε χωρίσει. Είχες και εσύ μηχανάκι άλλωστε. Βέβαια υπάρχει κι άλλος λόγος γι’ αυτή την απέχθεια. Το διάλειμμα από τα εγχώρια πρωταθλήματα, πάνω που οι περισσότερες ομάδες είχαν αρχίσει να βρίσκουν πατήματα και ρυθμό. Αυτό συνέβη, εννοείται, και με την σπουδαιότερη λίγκα του πλανήτη. Την δική μας Σούπερ Λίγκα. Μετά από δύο μαγικές -και άκρως απολαυστικές- αγωνιστικές.

Την προηγούμενη Κυριακή, που λέτε, έχω επιστρέψει σπίτι μετά από ένα καφέ (που τον ακολούθησαν μπύρες) και έχω ξαπλώσει στο κρεβάτι μου. Βαριέμαι οικτρά και κάνω ζάπινγκ. Πέφτω πάνω σε μια εκπομπή της ΕΡΤ με τίτλο Αθλητική Κυριακή και για μια στιγμή παγώνω. ‘Δεν είναι δυνατόν’ σκέφτηκα. Η εκπομπή υπάρχει ακόμα, χωρίς τον ‘Πουρούπουπού’ και το νυσταγμένο βλέμμα της Άννας Καραμανλή, αλλά υπάρχει. Σε ένα μεγάλο τραπέζι κάθονται οι δύο ίδιοι τύποι που κάθονταν -στο ίδιο ακριβώς τραπέζι- και στην εκπομπή για το Μουντιάλ, και τα λένε μια χαρά, είναι η αλήθεια. Ο πρώτος, σοβαρός και μυστηριώδης, ίδιος ο Ίαν Μακ Σέιν στην αριστουργηματική σειρά American Gods, και ο δεύτερος πιο Ποπ και χαλαρός, λες και βγήκε από το κορυφαίο Μπάρι Λίντον του Κιούμπρικ. Σωστός Δανδής. Καλεσμένος τους σε εκείνη την εκπομπή ήταν ο Άγγελος ο Αναστασιάδης. Πιο ακούρευτος από ποτέ, να εξηγεί -με το πάντα γλαφυρό του ύφος- το σύστημα του Άρη, στην μεγάλη νίκη επί της Λαμίας του Μπάμπη του Τεννέ. Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό δεν μπορούσα με τίποτα να αλλάξω κανάλι.

Για μια στιγμή μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες του Γιόχαν Κρόιφ να εξηγεί σε κάτι Ολλανδούς πανελίστες το σύστημα-διαμάντι που έπαιζε η Ολλανδία του Ρίνους Μίχελς στα 70s. ‘Θα φταίνε οι μπύρες’ σκέφτομαι και συνεχίζω να παρακολουθώ μαγεμένος την θαμπή εικόνα της ΕΡΤ. Την παράσταση -τουλάχιστον στα δικά μου μάτια- θα κλέψει το ξεθωριασμένο και ασιδέρωτο, polo, μπλουζάκι του Αναστασιάδη. Αυτό ήταν πάνω από όλες τις αναλύσεις και το μαγευτικό θέαμα του 32λέπτου ρεπορτάζ για τη νίκη του Άρη. ‘Αυτή είναι η Σούπερ Λίγκα μας’ θα σκεφτώ χαμογελώντας και θα περιμένω, αν και με τσακίζει η αϋπνία, να δω και το ρεπορτάζ του ΟΣΦΠ, για να κοιμηθώ. Μου έχει λείψει άλλωστε αρκετά και ο κυρ-Σάββας. Έχω να τον απολαύσω από πέρσι και με αυτά τα πράγματα δεν παίζεις.

Aν βρισκόμουν ποτέ μπροστά σε κοινό, πίσω από κάποιο μικρόφωνο, και με απειλούσαν να εξηγήσω, με δικά μου λόγια, τι είναι η Σούπερ Λίγκα, λογικά, θα έβγαζα ένα λόγο γεμάτο αλληγορίες και παραδείγματα, σαν αυτόν που θα διαβάσετε παρακάτω. Δεν θα μιλούσα ποδοσφαιρικά. Δεν θα  τολμούσα να μιλήσω για ποδόσφαιρο. Άλλωστε δεν πρέπει να μιλάς και πολύ για κανονικό ποδόσφαιρο, για να γίνεις κατανοητός, στην Ελλάδα. Θα έπαιρνα μια βαθιά ανάσα, ως άλλος Τζόρτζ Κάμπελ Σκοτ στο Patton, και θα τους έλεγα ‘Η Σούπερ Λίγκα είναι…»:

  • Εκείνη η γκόμενα που πήγες μαζί της στην Ικαρία και μείνατε στην ίδια σκηνή. Η ίδια, που μετά το δεύτερο βράδυ, σου είπε να φύγεις επειδή ‘Tης χαλάς το Τσάκρα’ χωρίς να νοιαστεί που εσύ δεν είχες δική σου σκηνή και δεν σου περίσσευαν χρήματα για να νοικιάσεις δωμάτιο.

  • Η ματσάρα Λίβερπουλ – Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που έβλεπες στο σπίτι με δύο κολλητούς, και στο 36ο λεπτό κόπηκε το ρεύμα και ήταν εποχές που δεν υπήρχαν smartphones.
  • Ο Ευτύχης Μπλέτσας να τραγουδά και να παίζει κιθάρα, σε παραλία της Σάμου, δίπλα από ένα γκουρμέ πιάτο με ρεβίθια.
  • O κλαρινογαμπρός που φοράει μπλούζα Τhe Rolling Stones στα μπουζούκια, και θα σου πει στα ξαφνικά την ατάκα που σιχαίνεσαι περισσότερο κι απ’ τα Ηπειρώτικα. Εκείνο το ‘έλα μωρέ όλοι ακούγαμε ροκ και μέταλ στο σχολείο. Μεγάλωσα τώρα, ακούω μπουζουκάκι’.
  • Είναι το δεξί πόδι του Βασίλη Τσιάρτα και ο Γιώργος Ανατολάκης να προσπαθεί να συνδυάσει 2-3 λέξεις, σε μια πρόταση, μπας και γίνει κατανοητός στα έδρανα της Βουλής.
  • Είναι σαν να βλέπεις Monty Python ή Γούντι Άλεν, στον ANT1, και στο πρώτο διάλειμμα να βάζουν διαφήμιση της τελευταίας επιθεώρησης του Μάρκου Σεφερλή.

  • Είναι το σκασμένο λάστιχο που βρήκες στο ποδήλατό σου ενώ ετοιμαζόσουν να πας να πάρεις το κορίτσι σου για μια ρομαντική βόλτα με θέα το ηλιοβασίλεμα. Κάπως έτσι το instagram έχασε μια καλλιτεχνική φωτογραφία και εσύ καμιά εκατοστή likes.
  • Είναι εκείνος ο σπαστικός, nerd συμμαθητής που σε κάρφωσε κάποτε στην γεροντοκόρη δασκάλα στο Δημοτικό και μετά αυτή έβγαλε τα απωθημένα της πάνω σου: ‘Ο Γαργαντούας το έκανε με τον Ραμόν. Τους βοήθησε και ο Ιλαίθ. Ο Ντουένδες έκανε κοπάνα Κυρία και ο Κον_Aν τραμπούκιζε κάτι Παναθηναϊκούς στις τουαλέτες μετά το 73-38’.
  • Είναι το St. Anger στην συνολική δισκογραφία των Metallica ή, ακόμα χειρότερα, μια συναυλία του Πάνου Μουζουράκη που σε πήγαν με το ζόρι.
  • Είναι ο τύπος που βάζει να δει ταινία του Σμαραγδή, αφού έχει δει νωρίτερα το Nostalghia του Ταρκόφσκι. Να σημειώσω, πόσο πολύ αγαπώ το παρακάτω βίντεο:

  • Είναι εκείνο το 50εύρω που έχασες, στο τέλος του μήνα, μπροστά στο περίπτερο, ενώ έψαχνες στην τσέπη σου για ψιλά για να πληρώσεις μια τσίχλα.
  • Είναι ο Γιώργος Γεωργίου, με σμόκιν, στο ίδιο πάνελ Κριτικής Επιτροπής, με τον Άγγελο Πυριόχο, τον Τρύφωνα Σαμαρά και τον Φωκά Ευαγγελινό. Να βαθμολογεί καπνίζοντας, έργα του Γιούρι Γκριγκαρόβιτς εκτελεσμένα (στα δύο μέτρα) από ερασιτέχνες χορευτές.
  • Έχεις δει εκείνο τον απερίγραπτο τύπο που πετάει τον καφέ του απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου; Ο ίδιος που θα σου κλέψει ύπουλα την σειρά στην Τράπεζα; Ο ίδιος που με διάφορες απατεωνιές βρίσκει συνεχώς λεφτά από διάφορα προγράμματα και τα τρώει στα καφενεία; Αυτός είναι η Σούπερ Λίγκα.
  • Είναι αυτός ο τύπος ανθρώπου που συστήνεται ως Άκης, και είναι τόσο αδιάφορος όσο τ’ όνομά του. Κανένας δεν ξέρει πως τον λένε πραγματικά και κανένας δεν ρώτησε να το μάθει και ποτέ.
  • Είναι ο Κούλης με τη φανέλα της Τότεναμ. Ο βασικός λόγος επίσης που η ομάδα του Ποκετίνο δεν πρόκειται ποτέ να πάρει καμία κούπα.

  • Είναι ένα αστείο του Σίλα, μια παγωμένη Δευτέρα, χωρίς καλοριφέρ, ενώ βλέπεις ΣΚΑΙ, κουκουλωμένος με συνάχι και πυρετό.
  • Είναι η τάπα του Βράνκοβιτς στον Μοντέρο στο Παρίσι ενώ εσύ υποστήριζες Ολυμπιακό και το πεταχτάρι του Πρίντεζη στην Πόλη ενώ υποστήριζες Παναθηναϊκό.
  • Είναι τότε που πήγες να δεις τους White Stripes, γεμάτος ενθουσιασμό, όταν είχαν βγάλει το Elephant, και όχι μόνο συναυλία δεν έγινε, αλλά παραλίγο να γκρεμιστεί το σύμπαν.
  • Είναι εκείνο το κάκιστο βιβλίο που δεν τελείωσες ποτέ, και αυτός/ή που σου το χάρισε σε ρώτησε πως σου φάνηκε το τέλος του, μια μέρα που βρεθήκατε μόνοι σας για καφέ.
  • Είναι η μοναδική σωστή κάθετη μπαλιά του Σάκη του Πρίττα στο Χαριλάου. Η μοναδική σωστή σέντρα του Βύντρα στη Λεωφόρο και η μοναδική κόκκινη κάρτα που πήρε παίκτης του ΟΣΦΠ στο Γεώργιος Καραϊσκάκης.
  • Είναι το ‘τελειωμένο’ γήπεδο της ΑΕΚ και οι ‘πανάκριβες’ μεταγραφές του ‘Τίγρη’.
  • Είναι αυτό το λυπηρό tweet.
  • Το 3 on 3 που έχασες, ενώ κέρδιζες 20-0, ένα απόγευμα Δευτέρας με καύσωνα, με τρίποντο από τα 10 μέτρα, και ενώ περίμενε άλλη τριάδα για να παίξει με τους νικητές.
  • Η Σούπερ Λίγκα είναι το ρεφρέν αυτού του τραγουδιού:

Η Σούπερ Λίγκα είναι η πιο ένοχη απόλαυση. Σαν εκείνη την βάφλα που έφαγες ενώ βρισκόσουν σε αυστηρή δίαιτα. Η απόλυτη ποδοσφαιρική μιζέρια. Εκείνη η βλακεία που κάνεις ξανά, και ξανά, και ξανά και πάντα βρίζεις τον εαυτό σου γι’ αυτό. H 15η σεζόν του Keeping Up with the Kardashians που χαζεύεις καμιά φορά και, μεταξύ μας, ντρέπεσαι γι’ αυτό. Τα αίσχη της Ριζούπολης. Οι αναλύσεις του Αλέφαντου για τον Χάπελ. Το καφριλίκι σε όλα τα επίπεδα. Όλες εκείνες οι βουτιές που έγιναν πέναλτι επειδή έτσι έπρεπε. Το σπασμένο λεωφορείο στην δεύτερη εκδρομή που πήγες κάποτε, με οργανωμένους, και ήσουν ανήλικος. Το καφέ δερμάτινο τζάκετ του Σάντος και τα -δίκαια- καντήλια του Μαλεζάνι σε εκείνη την επική συνέντευξη Τύπου. Τα νεύρα με τον εαυτό σου, όταν βλέπεις ποδοσφαιριστές να μην γνωρίζουν ούτε τα βασικά, και όμως να έχουν συμβόλαια. Η Σούπερ Λίγκα είναι το πρωτάθλημα που μας αξίζει, και όσο κι αν ξέρουμε πως ουσιαστικά δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει, δεν μπορούμε να γλιτώσουμε από δαύτη και πάντα θα της ρίχνουμε τις ματιές μας, είτε γελώντας είτε βρίζοντας, μιας και κατά βάθος γνωρίζουμε πως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτή.

To παλάτι των ονείρων του Σοκόλ Κούστα

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν 11 Δεκεμβρίου του 1990 όταν τέσσερις νεαροί απ’ το χωριό Αλίκο των Αγίων Σαράντα δέχονταν τα πυρά Αλβανών στρατιωτών στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα. Για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό που ήθελαν ήταν απλά να ζήσουν ελεύθεροι, μακριά από την τυραννία της δικής τους χώρας. Το τίμημα που πλήρωσαν ήταν η ίδια τους η ζωή. Την επόμενη μέρα θα ξεσπάσει μια τεράστια πορεία απ’ το Αλίκο μέχρι τους Αγίους Σαράντα, μια διαμαρτυρία απλών ανθρώπων κατά του καθεστώτος της Κομμουνιστικής Δικτατορίας του Αλία. Μιας δικτατορίας που -πλέον- είχε γίνει ασφυκτική, ασχέτως αν έδειχνε πως νοσεί, και πως φτάνει στο τέλος της σιγά-σιγά. Tην ίδια περίοδο άλλωστε τα ‘τείχη’ του Κομμουνισμού κατέρρεαν. Ένα απ’ τα τελευταία προπύργια αντίστασης ήταν η Αλβανία. Μια Αλβανία που λίγες μέρες αργότερα είδε πολλούς αντιφρονούντες να γκρεμίζουν το άγαλμα του Χότζα στα Τίρανα. Το τέλος ήταν πολύ κοντά για την Κομμουνιστική Αλβανία, σε μια περίοδο που ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης άλλαζε με γοργούς και βίαιους ρυθμούς, με τα Βαλκάνια κυριολεκτικά να βράζουν απ’ άκρη σ’ άκρη. Η 12η Δεκεμβρίου γιορτάζεται στην γειτονική χώρα ως ‘Η μέρα της Δημοκρατίας’ από τότε, μιας Δημοκρατίας όμως που έστειλε χιλιάδες ανθρώπους -ως μετανάστες- σε ένα σωρό άλλες χώρες. Άνθρωποι που άφησαν πίσω την οικογένειά τους, με μοναδική αποσκευή ένα σακίδιο γεμάτο από όνειρα.  Η πλούσια Ελλάδα της εποχής, ήταν φυσικά μία από αυτές τις χώρες που δεν απέκρουσε τους ‘εισβολείς’ όπως έκαναν άλλες χώρες, ασχέτως, αν άργησε πολλά χρόνια να δεχθεί ως ίσο τον φτωχό -εκείνα τα χρόνια- Αλβανό μετανάστη.

Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1991, ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης θα βγάλει απ’ τα ταμεία του, περίπου, 681 εκατομμύρια δραχμές (2 εκατομμύρια ευρώ σε σημερινά χρήματα) για να κάνει δικό του τον διεθνή Αλβανό επιθετικό, Σοκόλ Κούστα. Γνωστότερος στους ποδοσφαιρικούς κύκλους της εποχής ως ‘το κανόνι του Βλόρε’ και ένας παίκτης-θύμα, απ’ τα εκατοντάδες που, λόγω του Κομμουνισμού, δεν άφησαν την χώρα τους για μεγάλα κλαμπ του εξωτερικού, όντας στο απόγειο τις καριέρας τους. Για να καταλάβει κάποιος καλύτερα την ποδοσφαιρική αξία του Κούστα, αρκεί να μάθει πως ο παίκτης είχε ψηφιστεί 30ος καλύτερος ποδοσφαιριστής στην Ευρώπη την σεζόν 1986-1987, όταν με τη φανέλα της Παρτιζάνι Τιράνων είχε ισοβαθμήσει με τον Ρούντι Φέλερ, τον Κρις Γουόντλ και τον δικό μας Δημήτρη Σαραβάκο στην ψηφοφορία. Επίσης είχε κατακτήσει δύο πρωταθλήματα Αλβανίας (με δύο διαφορετικές ομάδες) και είχε σκοράρει 10 τέρματα σε 31 αναμετρήσεις με την εθνική της χώρας του. Μια εθνική, που στα 60s, στα 70s και στα 80s αποτελούνταν από παίκτες με σπάνια χαρίσματα που, δυστυχώς όμως, ο Δυτικός κόσμος δεν μπορούσε να απολαύσει, σχεδόν καθόλου, μιας και -όπως και οι σύλλογοι της χώρας- σπανίως έπαιρνε μέρος σε διεθνείς διοργανώσεις ή όταν το έκανε, αυτό γινόταν σε τουρνουά με ομάδες από άλλες Κομμουνιστικές χώρες, με το όνομα ‘Σπαρτιακάδες του Στρατού’.

Τρία χρόνια νωρίτερα, την σεζόν 1987-1988, η φοβερή και τρομερή Φλαμουρτάρι, με τον Κούστα στην επίθεση, θα φτάσει στo μεγαλύτερo αποτέλεσμα που έχει να επιδείξει αλβανικός σύλλογος στα κύπελλα Ευρώπης, όταν θα φέρει ισοπαλία 1-1 με την Μπαρτσελόνα του Λίνεκερ και του Σούστερ στην κολασμένη της έδρα. Το τέρμα που είχε ανοίξει το σκορ στην αναμέτρηση το είχε σκοράρει ο σπουδαίος Σοκόλ Κούστα με ένα φοβερό αριστερό κεραυνό απ’ το ύψος της μεγάλης περιοχής. Το 4-1 της πρώτης αναμέτρησης φυσικά και έδωσε -σχετικά εύκολα-την πρόκριση στους Καταλανούς, για τον 4ο γύρο του Κυπέλλου Κυπελλούχων, αλλά έδειξε -με τον καλύτερο τρόπο μάλιστα- το σπουδαίο ταλέντο που υπήρχε στο αλβανικό ποδόσφαιρο εκείνα τα χρόνια και που δεν ήταν ευρέως γνωστό. Για την ιστορία, την ίδια σεζόν η Φλαμουρτάρι είχε αποκλείσει και την σπουδαία Παρτιζάν Βελιγραδίου, πριν βρει απέναντί της το καμάρι της Καταλωνίας και αποχαιρετίσει την διοργάνωση.

Για να βρει κάποιος το προηγούμενο μεγάλο αποτέλεσμα του αλβανικού ποδοσφαίρου, πρέπει να πάει ακριβώς 20 χρόνια πίσω, όταν η εθνική της χώρας είχε πάρει ένα τεράστιο 0-0 επί της Δυτικής Γερμανίας και την είχε αποκλείσει από την τελική φάση του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου εθνικών ομάδων του ’68, δίνοντας παράλληλα το εισιτήριο στην Γιουγκοσλαβία του -μεγάλου εχθρού του Χότζα- Γιόσιπ Τίτο. Ο διεθνής παίκτης της Παρτιζάνι, Παναγιότ Πάνο είχε δηλώσει  για εκείνη την αναμέτρηση: «Πανηγυρίζαμε ένα μήνα λες και είχαμε κατακτήσει το Μουντιάλ. Άσε που έπρεπε να τους έχουμε κερδίσει, μιας και ο ρέφερι είχε ακυρώσει ένα κανονικό μας γκολ στις καθυστερήσεις. Δεν πειράζει. Κατά βάθος, κι αυτοί γνωρίζουν πως εκείνη τη μέρα έχασαν από μια μικρότερη χώρα».

Το τρίτο μεγαλύτερο αποτέλεσμα φυσικά και δεν είναι άλλο από τη νίκη του 2004 επί της δικής μας εθνικής. Όταν η Ελλάδα, ως πρωταθλήτρια Ευρώπης, ταξίδεψε με μπλαζέ ύφος στο κολαστήριο του Κεμάλ Σταφά για τα προκριματικά του Μουντιάλ και γνώρισε την ήττα με 2-1 μπροστά σε 18.000 ‘εχθρούς’, όπως ήθελαν να τους παρουσιάσουν πολλά απ’ τα μίντια της εποχής, με τις ακροδεξιές οργανώσεις της χώρας να βρίσκουν το πρώτο τους μεγάλο πάτημα για να βγουν στην επιφάνεια (του βόθρου τους) και να δηλώσουν παρόν απέναντι στον ‘κακό ξένο’ που έρχεται και ‘μας παίρνει τις δουλειές’. Το δεύτερο εθνικό πανηγύρι (με αφορμή το ποδόσφαιρο) έγινε δύο χρόνια αργότερα, στο 1-4 από τους Τούρκους στο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Όταν τα αδέκαστα μίντια της χώρας μιλούσαν για εθνική ντροπή. Σε εκείνο το 2-1 πάντως και οι δύο πλευρές φανατικών (που δυστυχώς υπάρχουν) είχαν βρει την τέλεια αφορμή για να βγάλουν τα απωθημένα τους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα πως λειτουργεί ένα μέρος των πολιτικών άκρων σε τέτοιες καταστάσεις, θα αναφέρω μια παλιά ιστορία -όχι και τόσο γνωστή- γραμμένη από κάποιον που δεν παρακολουθούσε το ποδόσφαιρο ως φίλος του, αλλά ως κάποιος που προσπαθούσε να καταλάβει, και να εξηγήσει την κουλτούρα του -και την επιρροή του- σε άλλους, πιο σημαντικούς, τομείς.

Ο σπουδαίος Τζορτζ Όργουελ είχε γράψει το 1945 ένα δοκίμιο στην λονδρέζικη Tribune με τίτλο ‘The Sporting Spirit’ με αφορμή μια περιοδεία που είχε κάνει η ομάδα-τρόμος της εποχής, η Σοβιετική Διναμό, στα γήπεδα της Αγγλίας και της Σκωτίας. Η φράση που έχει μείνει χαραγμένη από εκείνο το φύλλο ως ένα απ’ τα σπουδαιότερα αποφθέγματα που έχουν να κάνουν με τη σχέση ποδοσφαίρου-πολιτικής δεν είναι άλλη από το άκρως ρεαλιστικό ‘Το ποδόσφαιρο είναι ένας πόλεμος δίχως τους πυροβολισμούς’ και 59 χρόνια αργότερα έβρισκε τον καθρέφτη του σε εκείνο το παιχνίδι ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία, σε μια περίοδο που στην δική μας χώρα οι Αλβανοί δεν ήταν πλέον οι φτωχοί μετανάστες, αλλά άνθρωποι που απαιτούσαν -και άξιζαν στην πλειοψηφία τους- ίση μεταχείριση από όλους. Κακοί λαοί άλλωστε δεν υπάρχουν. Κακοί άνθρωποι υπάρχουν. ‘Οπως υπάρχουν και καλοί και κακοί ποδοσφαιριστές. ‘Πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει το παιχνίδι όταν χρησιμοποιηθεί απ’ τους πολιτικούς για την τόνωση της εθνικής ταυτότητας και την (υπό)στήριξη της κυρίαρχης ιδεολογίας’. Λόγια του Όργουελ απ’ το ίδιο δοκίμιο, λόγια τόσο προφητικά όσο εκείνα που έγραψε λίγο αργότερα στο κολοσσιαίο του δημιούργημα ‘1984’. Το χάος που προηγήθηκε και ακολούθησε εκείνης της αναμέτρησης μέτρησε ακόμα και μια χαμένη ζωή, σε συμπλοκές φανατικών οπαδών, και φυσικά πληγές, που έκαναν αρκετά χρόνια να σβήσουν, και ίσως να μην σβήσουν και ποτέ.

Επανέρχομαι στον Ηρακλή του ’91-’92, προσπαθώντας να τιθασεύσω την φλυαρία μου, και να κλείσω το κείμενο. Η ομάδα του Σοκόλ Κούστα, του Χρήστου Κωστή και του Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Μια ομάδα που είδε τον Κούστα να μην μπορεί να διαχειριστεί την μετάβαση απ’ το κλειστοφοβικό κλίμα της Κομμουνιστικής Αλβανίας στην ελευθερία και την άνεση της Θεσσαλονίκης, ούτε φυσικά και τις λοξές, ρατσιστικές, ματιές προς το πρόσωπό του από μια μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού αρκετών ομάδων, πραγματοποιώντας μέτριες εμφανίσεις. Τα δύο γκολ σε 27 εμφανίσεις την πρώτη του σεζόν και τα μηδέν (0) γκολ την δεύτερη, σε 9 παιχνίδια, τον έστειλαν στην Καλαμαριά και τον Απόλλωνα, όπου και εκεί όμως, σε μια μικρότερη δηλαδή ομάδα, δεν μπόρεσε να βρει τον καλό του, ποδοσφαιρικό, εαυτό. Η μεταγραφή στην Κύπρο, για τα χρώματα του Ολυμπιακού Λευκωσίας, έβγαλε στην επιφάνεια μερικά ψήγματα του ταλέντου του αλλά πλέον ήταν ολοφάνερο πως ο σπουδαίος Αλβανός επιθετικός δεν μπορούσε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Ή δεν ήθελε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Μόλις στα 30 του χρόνια. Ακόμα ένας παίκτης που δεν μπόρεσε ποτέ να εναρμονιστεί με τη Νέα Τάξη Πραγμάτων και να ξεφύγει από τα σκοτεινά βιώματα και τον σκληρό τρόπο ζωής που είχε μάθει να λειτουργεί μέσα από ένα σωρό ηθικά δεσμά.

Στις μέρες μας αρκετοί ποδοσφαιριστές με καταγωγή από την Αλβανία, βρίσκονται σε πολλές κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης και αγωνίζονται σε κορυφαίες εθνικές ομάδες (όπως η Ελβετία και το Βέλγιο), δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο το ταλέντο που έχουν πάνω στο ποδόσφαιρο, φτάνοντας μάλιστα και την δική τους εθνική στα τελικά μιας μεγάλης διοργάνωσης, όπως το Γιούρο του 2016. Μεμονωμένα, εθνικιστικά, περιστατικά υπάρχουν και σε αρκετούς από αυτούς (ιδίως παικτών που έζησαν την φρίκη του Κοσόβου) και είναι κατακριτέα, αλλά καλό θα είναι να μην αμαυρώνουν λαούς, ανθρώπους και συνειδήσεις, στο σύνολό τους. Κανένας μετανάστης δεν είναι κακός και κανένας δεν αφήνει την χώρα του αν περνάει καλά εκεί. Σε αυτό εδώ τον κόσμο άλλωστε πάντα έτσι ήταν και πάντα έτσι θα ‘ναι. Πλέον είμαστε και εμείς μια χώρα που μετρά τα τελευταία 10 χρόνια πάνω από μισό εκατομμύριο μετανάστες (και θα μετρήσει κι άλλους) που δεν αφήνουν την χώρα επειδή πεινάνε, αλλά επειδή κάπου αλλού, γι’ αυτούς, ίσως είναι καλύτερα, πιο ανθρώπινα, πιο ελεύθερα, πιο ζεστά, πιο χαρούμενα.

Το μίσος άλλωστε είναι πολύ εύκολο να καλλιεργηθεί σε ανθρώπους χαμηλής μόρφωσης αν αυτοί δεν έχουν τους κατάλληλους ανθρώπους γύρω τους για να τους εξηγήσουν πολύ απλά το ‘σωστό’ και το ‘λάθος’. Στο εξαιρετικό βιβλίο του Αλβανού λογοτέχνη Ισμαήλ Κανταρέ ‘Το παλάτι των ονείρων’ ο ήρωας είναι κάποιος που ξαφνικά βρίσκεται παγιδευμένος και βιώνει κάτι μοναδικά τρομακτικό όταν νιώθει πως δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί ελεύθερα. Και όντως υπήρχαν τέτοιες εποχές, και δυστυχώς, ακόμα υπάρχουν σε πολλά μέρη αυτού εδώ του σύγχρονου και ‘πολιτισμένου’ κόσμου, και όσο είναι δύσκολο για πολλούς από εμάς να τις κατανοήσουμε, καλό θα είναι να προσπαθήσουμε να το κάνουμε. Να προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση αυτών των ανθρώπων. Έστω και για λίγο. Με μια μικρής διάρκειας σκέψη. Κάπως έτσι, ίσως γίνει λιγάκι καλύτερος και ο κόσμος μας. Έστω στα μάτια κάποιου άλλου.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των μελωδιών του Gustavo Santaolalla.