Όταν μεγαλώσουμε, μπορεί να γίνουμε χαζοί σαν αυτούς

  [3 Σχόλια]

Θα σας διηγηθώ μια ιστορία, αληθινή ή ψεύτικη δεν έχει σημασία

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η οικογένεια του μικρού, ας τον πούμε Κ, έφτασε σε μια νέα πόλη και μπήκε στο καινούργιο της σπίτι. Σε μια περιοχή μακριά από το κέντρο. Μια όμορφη περιοχή μέσα στην φύση. Ιδανική για να μεγαλώνεις παιδιά. Το μόνο πράγμα που δεν άρεσε στους γονείς ήταν πως το σχολείο βρισκόταν στην πιο κακόφημη γειτονιά. Μια γκρίζα γειτονιά, άσχημη και μουντή, στην οποία ζούσαν αυτοί που, θεωρητικά, ανήκαν στα «χαμηλότερα» κοινωνικά, και οικονομικά, στρώματα. Αυτό το σχολείο είχε τη φήμη του χειρότερου της πόλης. Το οξύμωρο ήταν πως το σχολείο που θεωρούνταν το «καλύτερο» της πόλης απείχε μόλις στα τέσσερα λεπτά, από εκεί, με τα πόδια. Σε αυτό φοιτούσαν παιδιά από πιο δυνατές, οικονομικά, οικογένειες. «Βρε πάρε το παιδί να το γράψεις και εσύ εδώ» έλεγε συνεχώς στον πατέρα του Κ. ένας γείτονας και φίλος. Ανένδοτος αυτός: «Δεν μου αρέσουν αυτά. Γιατί τι θα πάθει; Παιδιά εδώ – παιδιά και εκεί. Θα κάνει και νέους φίλους και θα βλέπει τον γιο σου τα απογεύματα».

Στο σχολείο, χωρίς υπερβολή, υπήρχαν πολλά ατίθασα παιδιά που έμπλεκαν συνεχώς σε φασαρίες. Αν και με τη λέξη «ατίθασα» είμαι πολύ επιεικής. Δεν είναι άλλωστε και το πιο σύνηθες, για ένα παιδί, να πάει στην τουαλέτα, στην Πέμπτη Δημοτικού, και να δει τον συμμαθητή του να καπνίζει. Εκτός και αν μιλάμε για το Χάρλεμ της δεκαετίας του ’70 (Ακούγεται κάρφωμα σε μπασκέτα με σιδερένιο διχτάκι και Φάνκι Ντίσκο μουσική). Σε αυτό το σχολείο ο Κ. δεν έκανε πραγματικούς φίλους, αν και υπήρχαν αρκετά παιδάκια που έβρισκε κοινά μαζί τους. Συνάντησε όμως μερικούς από τους πιο ταλαντούχους μικρούς ποδοσφαιριστές. Και αυτό του άρεσε πολύ ίσως και περισσότερο. Μερικοί ήταν πραγματικοί ζογκλέρ. Έκαναν πράγματα με την μπάλα, φορώντας τζιν, και όχι ποδοσφαιρικά παπούτσια, που δεν τα έβλεπες ούτε στην τηλεόραση. Εννοείται πως όλοι περνούσαν πρώτοι σε όλα τα καθιερωμένα τεστ που γινόντουσαν από προπονητές που έψαχναν για ταλέντα αλλά, εννοείται και πάλι, πως κανένας δεν πήγε ποτέ σε καμία κανονική ομάδα ποδοσφαίρου, ή αν πήγε – έφυγε μετά από 2-3 προπονήσεις,  αφού ήταν ανένταχτοι και στη πορεία τους κέρδιζαν συνεχώς άλλα «σπορ». Ο Κ. έπαιζε και αυτός καλή μπάλα, όχι σαν αυτούς, αλλά καλή, και επειδή ήταν και ο πιο δημοφιλής, και καλύτερος μαθητής, της τάξης, είχε κερδίσει την θέση του στην βασική εντεκάδα της ομάδας του σχολείου, ως επιθετικός, λογικά σε σύστημα 2-3-5 ή 2-8.

Στην πρώτη εκδρομή της χρονιάς, τα δύο σχολεία συνέπεσαν, για κακή τους τύχη, στον ίδιο χώρο. Στο Μαρακανά της πόλης, το Σάλτσινο. Η περιοχή εδώ και πολλά χρόνια φυσικά και έχει δώσει την θέση της σε πολυκατοικίες Το κακόφημο από τη μία και το λαμπερό από την άλλη. Οι εικόνες θα μπορούσαν πολύ εύκολα να φέρουν στο μυαλό ολόκληρες σελίδες από το εξαιρετικό βιβλίο «Ο πόλεμος των κουμπιών» του Λουί Περγκό. Ο Κ. όπως ήταν λογικό είχε πάει να βρει τους πολλούς φίλους που είχε στο απέναντι σχολείο. Αυτό του «εχθρού». Το πιο φυσιολογικό ήταν να λήξει η εκδρομή με ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου ανάμεσα στα δύο σχολεία. Όπως και έγινε. Ένα ματσάκι που οργανώθηκε, και στήθηκε, αμέσως από τους δύο γυμναστές που είχαν και τον ρόλο των διαιτητών – και όχι των προπονητών. Οι εντεκάδες βγήκαν απ’ τα παιδιά και εννοείται δεν θα υπήρχαν αλλαγές. Οι 22 καλύτεροι. Ήταν άλλωστε θέμα τιμής. «Δεν πρόκειται να χάσουμε από τους φλώρους», έλεγαν οι μεν. «Δεν πρόκειται να χάσουμε από τους αλήτες», οι δε. Το παιχνίδι μύριζε μπαρούτι και ήταν σχεδόν βέβαιο πως δεν θα έληγε αναίμακτα αλλά ούτε και σε αθλητικά πλαίσια. Η σέντρα έγινε κάτω από τις επευφημίες των κοριτσιών που έτρωγαν κρουασάν και φώναζαν «βίαια» συνθήματα όπως: «Bρέξει χιονίσει ο K. θα κερδίσει» και άλλα τέτοια αθώα, αφού, συγγνώμη που δεν  το ανέφερα, όλες ήταν ερωτευμένες μαζί του.

Με το σκορ στο 0-0, και το χρονόμετρο να έχει φτάσει στο δέκατο λεπτό, ένας από τους καλύτερους παίκτες των «φλώρων», κολλητός του Κ. και καλός μαθητής, με έμφαση στο γκολ αλλά και στους έρωτες, αφού δεν είχε αφήσει κορίτσι για κορίτσι ήσυχο, θα ανοίξει το σκορ με δυνατό σουτ και θα κάνει το λάθος να πανηγυρίσει έντονα στα μούτρα του στόπερ και μεγαλύτερου καβγατζή που έχει βγάλει ποτέ Δημοτικό σχολείο. Όχι στην περιοχή. Στον κόσμο. Ουδείς έμαθε τι έκανε μετά το Δημοτικό και που μπορεί να βρίσκεται. Αν δεν δουλεύει ως πορτιέρης σε κάποιο μπαρ του Μεξικού, ίσως βασανίζει ανθρώπους σε κάποια εμπόλεμη ζώνη. Η αντίδραση φυσιολογική και άκρως πολιτισμένη αν έχεις μεγαλώσει με Κόναν ο Βάρβαρος και Μπρους Λι. Δεν χρειάζονται κουβέντες και λοιπά φρου-φρου. «Γιού Τζέιν – Άιμ Τάρζαν». Δύο χέρια στο λαιμό του σκόρερ και μια κουτουλιά που τον έριξε φαρδύ πλατύ στο χωματένιο γήπεδο. Το παιχνίδι διεκόπη. Ο νεαρός τραμπούκος πήρε αποβολή για μια βδομάδα, για να συνετιστεί, και στην διάρκειά της την είχε στήσει έξω από το σχολείο, στα κάγκελα, και έβριζε τους δασκάλους καπνίζοντας. Ήταν άλλωστε 11 ετών. Μπορούσε να κάνει τα πάντα.

Η ντροπή ήταν μοιρασμένη. Απ’ τη μία το 1-0, και ας έγινε διακοπή. Η ήττα είναι ήττα. Απ’ την άλλη, η μη αντίδραση του σκόρερ στο ξύλο που έφαγε μπροστά σε δασκάλους, συμπαίκτες και κορίτσια, τα οποία για μια βδομάδα τον είχαν γραμμένο. Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, τάμπλετ και VAR, κανονίστηκε ρεβάνς. Στα κρυφά. Μόνο οι 22 και χωρίς δασκάλους, και οπαδούς. Έδρα το οικόπεδο που θεωρούνταν τότε ως η Μέκκα των χωμάτινων της περιοχής. Στου Γιάννη του Κοκκάλα. Μέχρι ξύλινα τέρματα υπήρχαν. Μέρα και ώρα διεξαγωγής: Πρωινό Σαββάτου, αμέσως μετά το τέλος των GI Joe, ώστε να έχει τελειώσει, όταν θα άρχιζε το Σούπερ Σάββατο. Η αναμέτρηση μύριζε αίμα και, ειλικρινά, τώρα που το σκέφτομαι ξανά δεν μπορώ να βρω το λόγο που κατέβηκαν οι «φλώροι». Ήταν το πρώτο σπουδαίο «αθλητικό» μάθημα για τον K. Αυτό το «χάνετε ή τρώτε ξύλο» μπορούσες να το καταλάβεις με την σέντρα. Ό,τι ζητούσαν οι μεν, δεν το έδιναν οι δε. Αν έφευγαν θα έτρωγαν ξύλο. Αν σκόραραν πάλι θα έτρωγαν ξύλο. Η λύση ήταν μία. Να χάσουν. Δεν ξέρω πόσο έληξε το παιχνίδι και δεν είχε καμία σημασία αφού δεν παίχτηκε επί ίσοις όροις. Η νίκη για τους ηττημένους ήταν να γλιτώσουν το ξύλο, κάτι που στην τρυφερή ηλικία των 11-12 ήταν πολύ σημαντικότερο. Μεγαλώνοντας μαθαίνεις και άλλες έννοιες όπως ο σεβασμός.

Ο Κ. μεγάλωσε. Έπαιξε ποδόσφαιρο, έπαιξε μπάσκετ, και λάτρεψε τον αθλητισμό. Κάτι που συνεχίζει να κάνει ακόμα και σήμερα. Δυστυχώς και ας έχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια συνεχίζει να βλέπει εκείνα τα φοβισμένα πρόσωπα των παιδιών που βρέθηκαν εκείνη τη μέρα αντίπαλοι με την ομάδα του, χωρίς διαιτητές, σε μια νίκη που δεν μπόρεσε να την χαρεί. Ευτυχώς όχι σε πρόσωπα παιδικά αλλά σε διαφόρων παραγόντων, σε αρκετών παικτών και δημοσιογράφων, και φυσικά χιλιάδων οπαδών. Μια δίκαιη νίκη μπορεί να φαίνεται έτσι στο γήπεδο και να έχει κριθεί εκτός αυτού με χίλιους δυο τρόπους. Έχουμε ακούσει και δει τόσα και τόσα. Δυστυχώς όταν μεγαλώνεις και συνειδητοποιείς πως γύρω σου βλέπεις συνεχώς ανθρώπους που κάνουν σημαία τέτοιες νίκες και τέτοιες συμπεριφορές το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να λυπηθείς. Και για την κατάντια σε προσωπικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο αθλητισμού. Πως είναι δυνατόν άνθρωποι που δείχνουν σοβαροί στην κοινωνία, οικογενειάρχες με παιδιά να συμπεριφέρονται πολλές φορές ως οι χειρότεροι κάφροι μπροστά σε μια φανέλα και ένα σήμα και να μην σηκώνουν κουβέντα για τον πρόεδρο, τον ηγέτη. Πόσο μίζερη πρέπει να είναι η καθημερινότητα για να βρίσκει κάποιος χαρά και να νιώθει δυνατός μόνο μέσα από την δύναμη κάποιου άλλου. Αναπάντητα ερωτήματα στην καθημερινότητα του ελληνικού ομαδικού αθλητισμού εδώ και τόσα χρόνια.

Δεν ξέρω γιατί τα γράφω όλα αυτά και γιατί θυμάμαι αυτή την ιστορία μετά από τόσα πολλά χρόνια. Ίσως επειδή ζω σε μια χώρα όπου η κλεψιά έχει φτάσει να  θεωρείται μαγκιά και ο φόβος του αντιπάλου θεωρείται πλέον ως επίδειξη δύναμης -και όλο αυτό μόνο αηδία μπορεί να προκαλέσει σε ανθρώπους που αγαπούν τον αθλητισμό ως αυτό που πραγματικά είναι. Μια χώρα που ο εκάστοτε «πρόεδρας» θεωρείται μάγκας επειδή πετσόκοψε τον αντίπαλο λες και είναι ο Στράτος ο Καραμάνης στο «Μικρό ψάρι» του Οικονομίδη. Εκεί που δεν υπάρχει αντίδραση στην κάθε κακή δράση – από αυτούς που πρέπει. Εκεί που χαίρεσαι επειδή ο τραμπούκος που ηγείται, και εκπροσωπεί, πολλές φορές, φορώντας πλέον πουκάμισο και σακάκι, και όχι την φανέλα της ομάδας, της «θρησκείας», ξαφνικά δεν είναι τραμπούκος αλλά «κύριος» στα δικά σου μάτια, επειδή πολύ απλά η ομάδα κέρδισε, και ας ξέρεις, πως αυτή η νίκη δεν ήρθε με την αξία της. Δίκαια. Δεν σε νοιάζει και πολύ, έτσι δεν είναι. Όπως έγραψε άλλωστε, διηγούμενος μια ιστορία μέσα από τα μάτια των παιδιών, και ο Περγκό: «Όταν μεγαλώσουμε μπορεί να γίνουμε χαζοί σαν αυτούς».

Ο μιγάς με τα πράσινα μάτια

  [2 Σχόλια]

Το 1919 η Βραζιλία κέρδισε την Ουρουγουάη με 1-0 και αναδείχτηκε πρωταθλήτρια Νότιας Αμερικής στα γήπεδα του Ρίο ντε Τζανέιρο. Αυτός ήταν και ο πρώτος της τίτλος και αποκτούσε ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν συνυπολογίσουμε πως το ποδόσφαιρο της χώρας ήταν σε εμβρυακό στάδιο και σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Επίσης κουβαλούσε μαζί του και ένα σωρό ταξικά προβλήματα που έκαναν ακόμα δυσκολότερη την όλη κατάσταση. Αυτό φυσικά και δεν επηρέασε τον κόσμο που ξεχύθηκε στους δρόμους για να πανηγυρίσει το σπουδαίο γεγονός. Μπροστά μπροστά δεν δέσποζε καμία σημαία, και κανένα λάβαρο, αλλά αυτό το ρόλο τον είχε αναλάβει ένα λασπωμένο παπούτσι. Ένα λασπωμένο παπούτσι με μια δεμένη μικρή ταμπελίτσα πάνω του που έγραφε: ο glorioso pe de Friendenreich. Το δοξασμένο παπούτσι του Φρίντενραϊχ. Ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ ήταν ο μοναδικός σκόρερ της αναμέτρησης κάτι που τον είχε αναγάγει, όπως και ήταν λογικό, σε λαϊκό ήρωα για το Βραζιλιάνικο έθνος. Το εν λόγω παπούτσι μάλιστα έγινε τόσο διάσημο που μπήκε ως έκθεμα στη βιτρίνα του πιο ξακουστού, και ακριβού, κοσμηματοπωλείου στο κέντρο της πόλης. Εκεί μπορούσε να το θαυμάσει ο καθένας, χωρίς φυσικά να έχει το δικαίωμα να το αγγίξει, όπως δεν μπορούσε να «αγγίξει» και τα κοσμήματα, ως ένα από τα πιο σημαντικά κειμήλια της εποχής. Ίσως και το πιο σημαντικό.

Ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ γεννήθηκε το 1892 στο Σάο Πάολο, στη γωνία που σχημάτιζαν οι περιοχές Βιτόρια, που σημαίνει νίκη και η Τριούμφο που σημαίνει θρίαμβος. Γιος ενός Γερμανού επιχειρηματία, που είχε μεταναστεύσει εκεί χρόνια πριν, και μιας φτωχής μαύρης υπηρέτριας, και ήταν ο πρώτος μιγάς ποδοσφαιριστής της Βραζιλίας. Εκείνα τα χρόνια, με το ποδόσφαιρο να είναι ερασιτεχνικό, όπως έγραψα και νωρίτερα, δικαίωμα να παίξουν σε αυτό είχαν μόνο οι προνομιούχοι λευκοί της χώρας. Ο Φρίντενραϊχ δεν είχε γεννηθεί λευκός, ούτε και μαύρος. Ήταν μιγάς. Η καταγωγή και η θέση του πατέρα του στην κοινωνία του έδινε όμως το «ύψιστο δικαίωμα» ώστε να κλωτσά μια μπάλα και να παίζει μαζί της. Η εξαιρετική του τεχνική και η αλεγρία που ήταν εμφανέστατη στο παίξιμό του, σε συνδυασμό με την φοβερή του κορμοστασιά, δεν άργησαν να του δώσουν τα προσωνύμια Τίγρης και Μαύρο Διαμάντι. Αν και αυτό που ήταν ακόμα πιο εύηχο, και ρεαλιστικό, ήταν αυτό που έβλεπαν τα κορίτσια κυρίως της εποχής και δεν ήταν άλλο από το «Ο μιγάς με τα πράσινα μάτια».

Ένας ιδιαίτερος δηλαδή συνδυασμός. Κάποιος γεννημένος από δύο διαφορετικούς στο χρώμα ανθρώπους που, εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν και το πιο συνηθισμένο φαινόμενο. Κάθε άλλο. Για την ιστορία ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ θεωρείται και είναι, ακόμα και στις μέρες μας, ο σπουδαιότερος σκόρερ στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ακόμα και από τον σπουδαίο Πελέ. Έχει σκοράρει 1329 γκολ σε 1229 παιχνίδια την ίδια ώρα που ο Πελέ μετράει 1279 και είναι επίσης κάποιος που άλλαξε κατά πολύ τον τρόπο που έβλεπαν οι Βραζιλιάνοι και κατ’ επέκταση και ο υπόλοιπος πλανήτης το άθλημα. Ο Πελέ πάντως συνηθίζει αστειευόμενος, ακόμα και σήμερα, να δηλώνει πως τα γκολ του Φρίντενραϊχ είναι 1229 σε 1329 παιχνίδια. Την αλήθεια, επισήμως, δεν πρόκειται να την μάθουμε ποτέ μιας και τα αρχεία χάθηκαν, μυστηριωδώς, την δεκαετία του ’60 όταν και πέθανε ο κολλητός του, και συμπαίκτης του σε πολλές ομάδες, Μάριο ντε Αντράντε. Ο μοναδικός άνθρωπος δηλαδή που είχε καταγεγραμμένα όλα τα παιχνίδια και όλα τα γκολ αναλυτικά σε πλήρη συνεργασία με τον πατέρα του διάσημου ποδοσφαιριστή.

Η ποδοσφαιρική του καριέρα ξεκίνησε το 1909 στην ομάδα «Γερμανία», μια ομάδα που είχαν δημιουργήσει Γερμανοί μετανάστες και που έπαιζε φιλικά παιχνίδια με άλλες ομάδες λευκών, κυρίως, τα πρωινά της Κυριακής. Το σπάνιο ταλέντο του φυσικά και δεν μπορούσε να τον εγκλωβίσει σε μια τόσο μικρή ομάδα και κάπως έτσι δεν άργησαν οι κρούσεις για μεταγραφές από μεγαλύτερες και πιο οργανωμένες ομάδες. Μέχρι το 1929, όταν και πήγε να αγωνιστεί στην σπουδαία Σάο Πάολο, είχε προλάβει να αναδειχθεί πρώτος σκόρερ με πέντε (5) διαφορετικές ομάδες στο πρωτάθλημα της περιοχής, κάτι που φυσικά και αποτελεί αξεπέραστο ρεκόρ μέχρι και στις μέρες μας. Αλλά δεν ήταν μόνο η σπάνια αίσθηση, και το ταλέντο του, στο να τελειώνει τις φάσεις σκοράροντας με το τσουβάλι τα γκολ αλλά και η μοναδική του ικανότητα στο να ντριμπλάρει τους αντιπάλους αμυντικούς με τέτοια μάλιστα μαεστρία που θεωρείται από μεγάλη μερίδα βραζιλιάνων καλύτερος ακόμα και από τον θρυλικό Γκαρίντσα. Ο πρώτος παίκτης που καθιέρωσε τον κλασικό βραζιλιάνικο τρόπο παιχνιδιού που στις μέρες μας είναι γνωστός ως Joga Bonito, «το όμορφο παιχνίδι», ήταν αυτός. Το παιδάκι που ήθελε μισή ώρα πριν από κάθε παιχνίδι ώστε να ισιώσει το άφρο μαλλί του για να μην χλευαστεί από το κοινό, εκείνος ο μιγάς που τους χάρισε το πρώτο τους μετάλλιο.

Ήταν ο πρώτος που περιφρόνησε ηθελημένα τις συντηρητικές τακτικές των Άγγλων και το κορυφαίο σύστημα της εποχής, το πασίγνωστο 2-3-5, που είχε φτάσει και στη Βραζιλία και το χρησιμοποιούσαν και οι εκεί ομάδες. Ένα σύστημα που ήθελε στην επίθεση πέντε (5) παίκτες να κυνηγούν κυρίως βαθιές μπαλιές. Αυτός έβαλε τον εαυτό του στην επίθεση, έχοντας όμως τέσσερις παίκτες πίσω του, στην ευθεία, ή έχοντας ως στήριγμα κάποιον με παρόμοια χαρακτηριστικά, σε δυάδα, σε ένα πρώιμο 2-4-2-2. Και αυτό πολύ απλά επειδή ήθελε να βρίσκει περισσότερους χώρους για να ντριμπλάρει στο «ένας με ένας». Μάλιστα αυτό ήρθε σε πλήρη εφαρμογή, για πρώτη φορά, απέναντι σε Άγγλους, στο ντεμπούτο του με τα χρώματα της χώρας, όταν και η εθνική Βραζιλίας έδωσε το πρώτο της διεθνές παιχνίδι απέναντι στην Έξετερ, το 1914, επικρατώντας μάλιστα με 2-0. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που ο κόσμος κατάλαβε πως εκτός από ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής ήταν και ένας σπουδαίος μαχητής, μένοντας στην αναμέτρηση ακόμα και μετά από μια βίαιη κλωτσιά που είχε δεχθεί στο πρόσωπο, χάνοντας τα δυο του μπροστινά δόντια και αγωνιζόμενος με αφόρητους πόνους μέχρι και το τελικό σφύριγμα.

Ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ ήταν ο πρώτος σπουδαίος σταρ του ποδοσφαίρου μιας χώρας που έχει γεννήσει αμέτρητους από δαύτους. Ο ποδοσφαιριστής που όπου έπαιζε γίνονταν κυριολεκτικά πανζουρλισμός. Αυτός που όταν μάγευε, στα τέλη του 1920, στην Παουλιστάνο, ουσιαστικά ώθησε το ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό κοινό να  απαιτήσει μια περιοδεία της ομάδας για να μπορέσει να τον δει από κοντά να κάνει τα ζογκλερικά του με την μπάλα στα πόδια. Ο διάσημος αθλητής του ποδοσφαίρου που όταν κυκλοφορούσε, φορώντας τα πανάκριβα κοστούμια του στα καλύτερα νυκτερινά κλαμπ για να πιει τα ακριβά ποτά του και να φλερτάρει δίχως κανένα όριο με κάθε θηλυκό, υπήρχαν γύρω του ακόμα και σωματοφύλακες ώστε να εμποδίζουν τα πλήθη που ήθελαν απλά να τον ακουμπήσουν, ικετεύοντας για ένα αυτόγραφο. Ο μιγάς πρωταθλητής έπεσε όμως θύμα του προέδρου της χώρας, Επιτάσιο Πεσσόα, όταν ο δεύτερος αποφάσισε το 1920 και το 1921 να μην επιτραπεί στους μαύρους Βραζιλιάνους παίκτες να πάρουν μέρος στην εθνική. Ο λόγος; «Να μη χαλάσει η εικόνα της χώρας στο εξωτερικό και να δείξει η Βραζιλία το καλό της πρόσωπο». Τελικά πείστηκε να δώσει «χάρη» στον Φρίντενραϊχ το 1922 κι η Βραζιλία κατέκτησε τον τίτλο.

Το σπουδαιότερο όμως από όλα στην τεράστια καριέρα του «μιγά με τα πράσινα μάτια» ήταν ότι έφερε στο μεγαλοπρεπές στάδιο των λευκών, που ήταν γεμάτο από κανόνες και σκουριασμένες τακτικές, την ασέβεια και τον τρόπο παιχνιδιού των παιδιών σκούρου χρώματος που έμαθαν να διασκεδάζουν κλωτσώντας, σαν να χορεύουν πολλές φορές, μια κουρελιασμένη μπάλα στα προάστια. Εκεί δηλαδή που γεννήθηκε ένα στυλ γεμάτο φαντασία. Ένα στυλ που προτιμά την ευχαρίστηση από το αποτέλεσμα. Ένα στυλ άναρχο που πάντα θα προσφέρει καλύτερο θέαμα ακόμα και από την πιο οργανωμένη επίθεση. Ένα στυλ ποδοσφαίρου που πηγάζει από ένα πλούσιο σε συναισθήματα λαό που όταν τα εξωτερικεύει αυτά μετατρέπονται σε ποίηση. Ποδοσφαιρική ποίηση. Αυτή η πλαστικότητα και η ποικιλομορφία που χαρακτηρίζει τους Βραζιλιάνους και που είναι δυσνόητη πολλές φορές για τους Ευρωπαίους. Τότε που, ευτυχώς για το άθλημα, «καταργήθηκαν όλες οι ποδοσφαιρικές γωνίες» όπως έγραψε και ο Γκαλεάνο, δίνοντας τη θέση τους στην ελευθερία. Σε μια πιο αφηρημένη Τέχνη ενός νέου ποδοσφαιρικού καμβά μακριά από κάθε συμβατική έννοια. Μια ελευθερία που έγινε όμορφη στο μάτι και έρωτας στην καρδιά και στο μυαλό για τον απλό φίλο του αθλήματος και που -ευτυχώς- συνεχίζει να συγκινεί ακόμα και στις μέρες μας.

Η δουλειά του Φιρμίνο, τα μαγικά του Ντε Μπρούιν και η μάχη που θα ζήσουμε και φέτος

  [1 Σχόλιο]

Στις 4 Αυγούστου Μάντσεστερ Σίτι και Λίβερπουλ μονομάχησαν για τον πρώτο τίτλο της σεζόν. Μια σεζόν που έχει αρχίσει, εντυπωσιακά, είναι η αλήθεια. Το Community Shield κατέληξε στους «πολίτες» αφού ήταν πιο εύστοχοι στη διαδικασία των πέναλτι, επικρατώντας, με 5-4 των «κόκκινων». Αυτό που είχε όμως μεγαλύτερη σημασία, δεν ήταν ο τίτλος, αλλά ο τρομακτικός ρυθμός που είχαν οι δύο ομάδες, σε εκείνο το χρονικό σημείο. «Αν παίζουν με αυτή την ένταση, τέτοια εποχή, και με τόση ζέστη, ανέτοιμες ουσιαστικά, τι έχουμε να ζήσουμε, και από τις δύο, και φέτος». Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν την ώρα του παιχνιδιού, πρώτα ως λάτρης του όμορφου παιχνιδιού, και μετά ως φίλος της Λίβερπουλ. Με τρεις αγωνιστικές να αποτελούν ήδη παρελθόν, στην Πρέμιερ Λιγκ, είναι ολοφάνερο, και φέτος, πως αυτές οι δύο ομάδες θα παλέψουν για τον τίτλο και για ό,τι άλλο τους αναλογεί, βάσει της σπάνιας ποιότητάς τους αλλά και του όμορφου τρόπου παιχνιδιού τους. «Μα είναι νωρίς» θα πουν αρκετοί. Κι όμως δεν είναι καθόλου νωρίς θα συμπληρώσω, μιας και μιλάμε για δύο ομάδες, χωρίς σημαντικές αλλαγές, που συνεχίζουν ακριβώς από εκεί που σταμάτησαν στα τέλη Μαΐου, ως δύο, δηλαδή, από τις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Ίσως και οι δύο καλύτερες.

Η Σίτι κατέκτησε πρόπερσι το πρωτάθλημα με 100 βαθμούς, και εγώ έγραφα πως ο Κέβιν Ντε Μπρούιν είναι ο καλύτερος μέσος στον κόσμο. Η Σίτι πέρσι κατέκτησε το πρωτάθλημα με 98 βαθμούς, μαζί με Λιγκ Καπ και Κύπελλο, ως η πρώτη ομάδα που το καταφέρνει, αφήνοντας τη Λίβερπουλ δεύτερη με 97 βαθμούς (και το Τσάμπιονς Λιγκ), χωρίς, ουσιαστικά, τον καλύτερο μέσο του κόσμου, μιας και ο Βέλγος μαέστρος ταλαιπωρήθηκε από δύο αρκετά σοβαρούς τραυματισμούς και, σε όσα παιχνίδια αγωνίστηκε, δεν μπόρεσε να φτάσει καθόλου τα δικά του υψηλά στάνταρ απόδοσης. Φέτος είναι υγιής, μας το δείχνει, και έχει ξεκινήσει το πρωτάθλημα δυναμικά, μετρώντας ήδη, σε τρία παιχνίδια, τέσσερις (4) ασίστ. Η μία καλύτερη από την άλλη. Η τελευταία μάλιστα, απέναντι στην Μπόρνμουθ, στη νίκη με 1-3, ήταν για τον ίδιο η 50η, στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ, σε μόλις 123 εμφανίσεις, διαλύοντας το προηγούμενο ρεκόρ που κατείχε ο ξεχασμένος Μεσούτ Οζίλ της Άρσεναλ. Πραγματικά μιλάμε για απίστευτα πράγματα.

«Είναι ο παίκτης που μου θυμίζει πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλο τον Ζιντάν» δηλώνει αρκετός κόσμος για την αφεντιά του και εγώ δεν μπορώ να μη συμφωνήσω, όσο και αν αυτή η δήλωση, περικλείει μια δόση υπερβολής για όλους εμάς που μεγαλώσαμε με τα μαγικά του Ζιζού. Ίσως όμως και όχι. Αν ρωτήσουμε διάφορους φίλους του ποδοσφαίρου, που δεν είναι και οι πιο «ψαγμένοι» για το ποια είναι ακριβώς η θέση του Βέλγου, αλλά και ποια ήταν αυτή του Γάλλου μάγου, λογικά θα εισπράξουμε την γρήγορη απάντηση πως ήταν «δεκάρια». Έτσι κοφτά. «Είναι δεκάρια, τέλος, πάμε παρακάτω». Πως όμως έπαιζε το δεκάρι, στα χρόνια του Ζιντάν και πως παίζει αυτό το πιο μοντέρνο «δεκάρι» στο σημερινό ποδόσφαιρο και στο σύστημα ενός πραγματικού καλλιτέχνη όπως είναι ο Γκουαρδιόλα;

Ας χωρίσουμε λοιπόν την ομάδα (αυτού του συστήματος) σε πέντε (5) γραμμές. Χωρίς τον τερματοφύλακα που λέω να τον αφήσουμε στη μοναξιά του ως φόρο τιμής στον Βιμ Βέντερς. Στην πρώτη γραμμή υπάρχουν οι αμυντικοί. Δύο στόπερ και δύο πλάγιοι μπακ. Στην δεύτερη γραμμή υπάρχει ο αμυντικός μέσος ή οι δύο αμυντικοί μέσοι στην ευθεία. Στην τρίτη γραμμή οι κεντρικοί, εσωτερικοί μέσοι, όπως παίζει η Σίτι και η Λίβερπουλ δηλαδή. Στην τέταρτη γραμμή οι ακραίοι μέσοι (ή  εξτρέμ) και ίσως και το δεκάρι, που θα το βάλουμε να κινείται όμως στη ίδια ευθεία με τους πλάγιους. Στην πέμπτη, και τελευταία γραμμή, υπάρχει φυσικά ο επιθετικός. Ο Ντε Μπρούιν, πριν την έλευση του Πεπ Γκουαρδιόλα, έπαιζε στην τέταρτη γραμμή, είτε στα άκρα, και κυρίως στα δεξιά, είτε ως δεκάρι, πίσω από τον μοναδικό προωθημένο. Με τον Μουρίνιο στον πάγκο της Τσέλσι (όταν είχαν συνυπάρξει για λίγο) είχε αγωνιστεί ακόμα και στην πέμπτη γραμμή. Στο λατρεμένο 4-2-3-1, του Ζοσέ, ως ο μοναδικός επιθετικός. Σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Γιουνάιτεντ, αν θυμάμαι καλά, το καλοκαίρι του ’13, και  λίγο πριν αποφασίσει ο Ζοσέ πως δεν μπορεί να σταθεί στο επίπεδο της Πρέμιερ Λιγκ στέλνοντάς τον στη Γερμανία. Ας δούμε όμως τις δύο μαγικές ασίστ του Βέλγου απέναντι στην Τότεναμ για πάρουμε μια ιδέα ως προς τον τρόπο παιχνιδιού του στο αυτοματοποιημένο ποδόσφαιρο του Γκουαρδιόλα. Εννοείται πως δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο που έπαιζε το παλιό, κλασικό, δεκάρι.

Ο Γκουαρδιόλα, τους παίκτες με τα χαρακτηριστικά του Βέλγου τους βάζει στην τρίτη ζώνη, ως εσωτερικούς μέσους, κάτι που το είδαμε να κάνει και στην Μπάρσα στις αρχές της σεζόν 2008/2009. Όταν και ανέλαβε την ομάδα ως πρώτος προπονητής. Δεν είναι τυχαίο πως και ο Νταβίντ Σίλβα, που συνήθως είναι ο παρτενέρ του Ντε Μπρούιν, όταν είναι καλά μιας και τα χρόνια περνούν δυστυχώς για όλους, στο 4-1-2-3 και στο 4-2-3-1, πριν τον Καταλανό, τόσο στους «πολίτες» όσο και στην εθνική Ισπανίας, έπαιζε είτε ως αριστερός μέσος, είτε ως δεκάρι, στην τέταρτη όμως ζώνη, όπως δηλαδή και ο Ζιντάν. Αυτό το στυλ ποδοσφαίρου, με παίκτες αυτών των χαρακτηριστικών, με συνεχή κίνηση και δημιουργία, με πίεση στον αντίπαλο, με άψογη τεχνική, όπως έχουμε δει και σε άλλες ομάδες, με παρόμοιο στυλ, είναι σχεδόν ανίκητο. Όταν παιχτεί σωστά. Το είδαμε μοναδικά και στον περσινό Άγιαξ.

Η Σίτι, με τον Βέλγο ως κινητήριο μοχλό στον άξονά της, ήταν καλύτερη και στα τρία παιχνίδια που έχει δώσει ως τώρα για το πρωτάθλημα, αν και δεν κατάφερε να τα κερδίσει και τα τρία, μένοντας στο 2-2 με την Τότεναμ, σε ένα παιχνίδι που, βάσει αριθμών, θα έπρεπε να το έχει κερδίσει και αυτό. Οι αριθμοί της είναι τρομακτικοί αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν καθρεφτίζουν πάντα την αλήθεια και στον πίνακα της βαθμολογίας. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά σε μερικούς σημαντικούς αριθμούς. Επιθετικά ανά αγώνα η Σίτι έχει: 3.3 γκολ, 21 σουτ για γκολ, 8 στην αντίπαλη εστία, 60% κατοχή μπάλας, 88.7% επιτυχία στις πάσες, έχοντας, σχεδόν 10 επιτυχημένες ντρίμπλες. Στην άμυνα,  και με τον Οταμέντι βασικό στα δύο από τα τρία παιχνίδια, ένα παίκτη δηλαδή που πέρσι δεν ήταν βασικός και που έχει μεγάλο πρόβλημα στο χτίσιμο της επίθεσης από την άμυνα (κάτι που αρέσκεται να βλέπει ο Γκουαρδιόλα από τους κεντρικούς του αμυντικούς) έχει: 16 τάκλιν, 10 κλεψίματα και δέχεται 6 σουτ ανά παιχνίδι. ‘Εχει δεχθεί τρία (3) τέρματα και θα έπρεπε να έχει δεχθεί σύμφωνα με τα xStats 3.09. Ας δούμε και μερικούς «ειδικούς» αριθμούς από το παιχνίδι κόντρα στην Τότεναμ για να καταλάβουμε καλύτερα αυτό που έγινε (που δεν έχει καμία όμως λογική).

Φαντάζομαι πως δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε κάτι περισσότερο πάνω σε αυτούς τους αριθμούς είναι άλλωστε από τις ελάχιστες φορές που ένα τελικό σκορ μπορεί να χαρακτηριστεί πραγματικά ως «μαγική εικόνα». Ελπίζω να συμφωνούμε.

Για να δούμε όμως και την Λίβερπουλ. Μια Λίβερπουλ που ήταν πολύ καλύτερη μόνο στο τελευταίο παιχνίδι απέναντι στην Άρσεναλ, αλλά που μετρά μόνο νίκες, ως η μοναδική ομάδα που έχει το απόλυτο, με τρία στα τρία, και εννιά (9) βαθμούς. Στο +2 απ’ τους «πολίτες». Η ομάδα του Κλοπ είναι ουσιαστικά η ίδια ομάδα με πέρσι, όπως και η Σίτι, αν και αυτή ενισχύθηκε όμως και με δύο σημαντικούς παίκτες όπως ο Ρόντρι και ο Κανσέλο, και φέτος έχει χωρίσει το φίλαθλο κοινό σε δύο μέτωπα μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Το πρώτο είναι αυτοί που θεωρούν πως θα είναι καλύτερη από πέρσι, μιας και αναμένεται να φτάσει στο πικ που, σχεδόν, έφτασε πέρσι, και το δεύτερο, αυτοί που θεωρούν πως, κάπου στο μέσον της σεζόν, δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει τη μηχανή του Γκουαρδιόλα, και θα κλατάρει, επειδή πέρσι έφτασε στο πικ της. Άβυσσος η ψυχή του ποδοσφαιρόφιλου. Γνωστό αυτό γι’ αυτό ας πάμε παρακάτω ξεκινώντας με το γράφημα των ειδικών στατιστικών του αγώνα με τους «κανονιέρηδες».

Το 4-1-2-3 του Κλοπ μοιάζει, σε πολλούς, με το σύστημα του Γκουαρδιόλα μόνο που, για να το πω πολύ απλά, είναι εντελώς διαφορετικό. Ο παίκτης που αλλάζει τις ισορροπίες για τον Κλοπ, εκτός του Φαν Ντάικ που ελέγχει τα πάντα από την αμυντική γραμμή, ξεκινά από την πέμπτη ζώνη και ουσιαστικά έρχεται στην τρίτη ζώνη (τέταρτη δεν υπάρχει και ουσιαστικά την δημιουργεί ο ίδιος και αυτή) με τρομακτική όμως άνεση. Ο παίκτης αυτός φυσικά και είναι ο Ρομπέρτο Φιρμίνο. Ο Βραζιλιάνος στην επιθετική τριάδα της Λίβερπουλ είναι ο κεντρικός επιθετικός, έχοντας τους Μανέ και Σαλάχ στα άκρα, και πίσω από αυτούς, μια ακόμα τριάδα μανιασμένων μέσων να κάνει όλη την βρώμικη δουλειά με τα χιλιόμετρα που καταπίνουν και την ένταση που το κάνουν. Πολύ σημαντικός αυτός ο συνδυασμός. Λείπει όμως ο παίκτης που θα δημιουργήσει για τους συμπαίκτες του, δε νομίζετε; Εδώ λοιπόν έρχεται και μπαίνει στην εξίσωση ο Φιρμίνο.

Ο Βραζιλιάνος κινείται με μοναδική ευκολία τόσο στην αντίπαλη περιοχή όσο και χαμηλά, στον άξονα, μπροστά από τους δύο κεντρικούς μέσους, και λειτουργεί, πολύ εύκολα, ως δεκάρι (ή ψευτοεννιάρι αν θέλετε) δίνοντας στους δύο πλάγιους επιθετικούς τη δυνατότητα να κινηθούν ως κεντρικοί επιθετικοί με διαγώνιες κινήσεις και να πατούν συνεχώς περιοχή, σκοράροντας. Με τα εξαιρετικά ανεβάσματα των πλάγιων αμυντικών και τη δυνατότητα που έχει ο Φιρμίνο στο να βλέπει γήπεδο, και να πασάρει καλά, οι «κόκκινοι» επιτίθενται ουσιαστικά με πέντε παίκτες, με την μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση, και το ανάποδο, να είναι για σεμινάριο. Φυσικά και ο ρόλος του Φιρμίνο μπορεί να χαρακτηριστεί ως άκρως ιδιαίτερος και απαιτητικός. Αυτά που δίνει στη Λίβερπουλ δεν είναι εύκολα να βρεθούν ακόμα και από επιθετικούς που είναι μεγαλύτερη κλάση από τον ίδιο. Όπως έχω γράψει άλλωστε πολλές φορές, παραφράζοντας λίγο και τα λόγια του Κρόιφ, οι καταλληλότεροι παίκτες για κάθε προπονητή δεν είναι οι καλύτεροι στη θέση τους, αλλά αυτοί που πάνω τους θα μπορέσει να αποδώσει καλύτερα το σύστημα (και το πλάνο) που έχει στο μυαλό του.

Δεν είναι τυχαίο πως ο Οριτζί, γι’ αυτούς τους λόγους, έχει μεταφερθεί ουσιαστικά στα πλάγια ή όταν παίζει, παίζει στην κορυφή, ή ακόμα και ως περιφερειακός, αλλά μόνο σε ειδικές, συνθήκες. Επειδή δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως ο Φιρμίνο. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που ο Στάριτζ δεν έμεινε στην ομάδα, ως κάποιος που έχει μάθει να κινείται ουσιαστικά εντός και ελάχιστα εκτός της αντίπαλης περιοχής, όπως ο Φιρμίνο. Κανένας δεν μπορεί να παίξει αυτό τον ρόλο όπως ο Βραζιλιάνος. Ο Κλοπ, αν πάρει παίκτη για εκεί, αυτός θα είναι κάποιος που θα μπορεί να κάνει ακριβώς τα ίδια με τον διεθνή Βραζιλιάνο. Αλλιώς θα προτιμήσει να περιμένει τον κατάλληλο. Όπως έκανε δηλαδή και με τον σπουδαίο Φαν Ντάικ. Τον περίμενε. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φιρμίνο ήταν πέρσι στους τρεις πρώτους επιθετικούς της Πρέμιερ Λιγκ σε επιτυχημένα τάκλιν και σε κλεψίματα.

Αυτό δηλαδή που θέλει να βλέπει ο Κλοπ στο αγαπημένο του πρέσινγκ. Όπως έχει πει άλλωστε και ο Γκουαρδιόλα, και ο Κλοπ φυσικά και συμφωνεί: «Μερικές φορές προτιμώ να χάσουμε την μπάλα στην επίθεση γιατί ξέρω πως θα την κλέψουμε πολύ γρήγορα και αυτό, πολλές φορές, μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε καλύτερες πιθανότητες να σκοράρουμε από όταν κάνουμε επίθεση σε μια πολυπρόσωπη και οργανωμένη άμυνα». Όσοι είχαν την τύχη να δουν το 3-1 με την Άρσεναλ, με την Λίβερπουλ να πιέζει τους Λονδρέζους, σαν μποξέρ που χτυπά τον αντίπαλο περιμένοντας να δει την λευκή πετσέτα στο πάτωμα για να σταματήσει, έχουν πάρει ήδη μια πρώτη γεύση για το πόσο καλά μπορεί να το κάνει αυτό -και φέτος- η ομάδα του Γερμανού. Ο Φιρμίνο είχε επίσης έξι (6) σουτ, για γκολ, με τον Σαλάχ να έχει πέντε (5) και τον Μανέ τρία (3) αλλά η δουλειά του, όταν δεν είχε την μπάλα στα πόδια για να απειλήσει, ήταν εξίσου σημαντική με τα γκολ και τις ασίστ του. Ίσως και πιο σημαντική.

Ας δούμε όμως και κάποιους σημαντικούς αριθμούς της Λίβερπουλ στις τρεις πρώτες αγωνιστικές. Επιθετικά ανά αγώνα έχει: 3 γκολ, 18.3 σουτ, 6 σουτ στην εστία, 54.6% κατοχή μπάλας και 81.7 ποσοστό επιτυχίας στις πάσες. Αμυντικά ανά αγώνα έχει: 11.7 σουτ προς την εστία της, 17.7 τάκλιν και 11 κλεψίματα. Έχει δεχθεί τρία (3) γκολ και σύμφωνα με τα xStats θα έπρεπε να έχει δεχθεί 3.98. Όπως μπορούμε να δούμε οι αριθμοί της Λίβερπουλ είναι ελαφρώς χειρότεροι από αυτούς της Σίτι αν και οι «κόκκινοι» μετρούν δύο βαθμούς περισσότερους. Οι Φιρμίνο και Ντε Μπρούιν αναμένεται να συνεχίσουν να είναι οι παίκτες-κλειδιά για τις δύο ομάδες, από το κέντρο και μπροστά, και αυτοί που κάνουν πολλή απ’ τη δουλειά για να σκοράρουν παίκτες όπως ο Αγουέρο, ο Στέρλινγκ και ο Ζεσούς, για την Σίτι, και ο Σαλάχ με τον Μανέ για τη Λίβερπουλ. Στην πορεία να είστε βέβαιοι πως πολλά θα αλλάξουν. Παίκτες θα μπουν στην εξίσωση που τώρα δείχνουν εκτός φόρμας, άλλοι θα χάσουν τη φόρμα τους, από το πουθενά, βαθμοί θα χαθούν από κακή απόδοση και ατυχία. Το μόνο σίγουρο, και φέτος, όμως είναι πως αυτές οι δύο εκπληκτικές ομάδες έχουν να μας χαρίσουν πολλές και μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις πάντα μέσα από τα «μπλοκάκια» των δύο εξαιρετικών τους προπονητών και των μοναδικών παικτών που φορούν τη φανέλα τους.

*Σημειώσεις

Οι δύο πίνακες των στατιστικών είναι από το understat.com

DEEP: Passes completed within an estimated 20 yards of goal  – crosses excluded

PPDA: Passes allowed per defensive action in the opposition half

Ο κοντός που γεννήθηκε «φονιάς»

  [Καθόλου σχόλια]

Ένα από τα πράγματα που λατρεύω είναι το να διαβάζω βιβλία. Αυτό όμως που λατρεύω ακόμα περισσότερο, όταν διαβάζω βιβλία, είναι να βρίσκω, σε αυτά, μικρές ιστορίες, και αναφορές, στο ποδόσφαιρο. Εξηγούμαι πως μιλάω για βιβλία άσχετα με κάθε είδους άθλημα. Σε ένα από τα τελευταία βιβλία που διάβασα, και το προτείνω σε όλους όσους αγαπούν το διάβασμα, ανακάλυψα μια τέτοια, αρκετά όμως μικρή, ιστορία. Το βιβλίο είναι του Λάσλο Κρασναχορκάι και έχει τον μυστηριώδη τίτλο «Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω». Αποτελείται από 17 ιστορίες, άσχετες μεταξύ τους, και σε μία εξ αυτών, με τον τίτλο «Γεννιέται φονιάς», που αρχίζει στην σελίδα 185 της ελληνικής έκδοσης, βρίσκεται η μικρή αναφορά που, εδώ και μερικές γραμμές, σας ζαλίζω με δαύτη. Καλύτερα όμως να την μοιραστώ μαζί σας μιας και θεωρώ πως αξίζει τον κόπο. Μια ανάγνωση άλλωστε, σε κάτι πραγματικά ωραίο δεν νομίζω να είναι ποτέ κόπος.

Να πω πώς η ιστορία έχει ως κεντρικό ήρωα κάποιον που, αηδιασμένος από τον τρόπο που ζει, ουσιαστικά χωρίς φίλους, χωρίς ενδιαφέροντα, και κάνοντας μια δουλειά που (λογικά) μισεί θανάσιμα, αποφασίζει να τα παρατήσει όλα, σε μια μέρα, και να φύγει με το αεροπλάνο, για μια τυχαία πόλη, έτσι ώστε να αρχίσει μια νέα ζωή, με μοναδικά εφόδια τις λίγες οικονομίες που έχει μαζέψει τα χρόνια της βαρετής εργασίας του. Η πόλη αυτή είναι η Βαρκελώνη. Η όμορφη Βαρκελώνη όπως, και αυτός, την έχει στο μυαλό του. Μόνο που, στα δικά του μάτια, αυτή η όμορφη Βαρκελώνη, μεταμορφώνεται σε εκείνη την άσχημη πόλη, όπως την είχε παρουσιάσει ο σπουδαίος Ιναρίτου στην ταινία του Biutiful. Όσοι την έχετε δει θα με καταλάβετε καλύτερα. Όσοι δεν την έχετε δει, κάντε ένα καλό στον εαυτό της και αφιερώστε λίγο χρόνο για να την δείτε. Η Βαρκελώνη και με τα σκοτεινά και βρώμικα σοκάκια. Και με τις φτωχογειτονιές. Με τους κάθε λογής απατεώνες και με μπόλικες δόσεις μιζέριας κρυμμένης όμως καλά πίσω από χαμηλά φώτα. Σε μια άκρως αγχωτική στιγμή, λες και έχει πηδήσει μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου «Ο Ξένος» του Καμύ, και έχοντας ουσιαστικά χαθεί τόσο απ’ τον προορισμό του όσο κι απ’ τον ίδιο του τον εαυτό, αυτό που ουσιαστικά καταφέρνει να ηρεμήσει και να επαναφέρει τον ήρωα, και πάλι, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο απ’ το ποδόσφαιρο. Ας διαβάσουμε όμως καλύτερα τα λόγια του συγγραφέα.

«…έριξε μια ματιά γύρω στην πλατεία, ή μάλλον δεν ήταν ακριβώς πλατεία, παρά ένα μόνο άνοιγμα του δρόμου, διότι είχαν κατεδαφίσει ένα παλιόσπιτο ανάμεσα στα άλλα παλιόσπιτα, τόσο μόνο μεγάλωσε ο χώρος εκεί που καθόταν εκείνος, και όπου ένα τσούρμο παιδιά κλοτσούσαν μια μπάλα, τώρα μόνο τα παρατήρησε καλά, ο ένας κινούνταν αρκετά επιδέξια, έκανε σωστά ντριμπλαρίσματα, φαινόταν με την πρώτη ότι, μολονότι ήταν από τους κοντότερους, ήταν και ο περισσότερο ευφυής, διότι τα ντριμπλαρίσματά του δεν γινόταν έτσι απλά, δεξιοτεχνικά, αλλά έδειχνε να ξέρει τι κάνει, και ενώ οι άλλοι έτρεχαν πέρα δώθε και φώναζαν, προφανώς εδώ, εδώ, εδώ είμαι και τα τοιαύτα, αυτός, ο κοντός, δεν φώναζε, έδειχνε να τα παίρνει όλα στα σοβαρά, μάλιστα τώρα, που τον κοίταξε καλύτερα, το πρόσωπό του παρέμεινε εκπληκτικά, ή ακόμα περισσότερο, καταπληκτικά σοβαρό μέχρι το τέλος, λες και τα πάντα εξαρτώνταν από το αν εκείνος μπορούσε ή όχι να κατεβάσει με το στήθος του την μπάλα που ερχόταν διαγράφοντας ένα μεγάλο τόξο καταπάνω του ή το αν έδινε τη σωστή πάσα σε εκείνον που είχε τρέξει μπροστά, είναι σοβαρός διαπίστωσε, παραείναι σοβαρός, παρατηρούσε το μικρό χαμίνι με το βρώμικο πρόσωπο, μάλιστα, είναι πάντα, ακατάπαυστα, ακλόνητα σοβαρός, δηλαδή δεν παίρνει μέρος ούτε για μια στιγμή στη γενικευμένη χαρά των άλλων, που μπορεί να κλοτσάει την μπάλα, ίσως επειδή σε εκείνον δεν προκαλούσε χαρά, αλλά κάτι άλλο…»

Το βιβλίο είναι γραμμένο περίπου στα μισά της πρώτης δεκαετίας του 2000, σε μια περίοδο που ο ίδιος ο Κρασναχορκάι πέρασε αρκετές φορές και από την Βαρκελώνη, ως ταξιδιώτης. Διαβάζοντας αυτές τις λίγες γραμμές, για τον κοντό που μάγευε στους δρόμους της πόλης δεν μπορείς να μην σκεφτείς έναν άλλο κοντό που άρχισε να μαγεύει εκείνη, πάνω-κάτω, την περίοδο, στην ίδια πόλη, και που, ευτυχώς, συνεχίζει να μαγεύει ακόμα και σήμερα. Νομίζω πως η σχέση που έχει ο Κρασναχορκάι με το ποδόσφαιρο, και γενικά με τα σπορ, δεν είναι καν επιφανειακή και απέχει κατά πολύ από τη σχέση που είχαν με το ποδόσφαιρο άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς όπως ο Αλμπέρ Καμύ και ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, για παράδειγμα, αλλά ο τρόπος που αναφέρεται σε αυτό, και ο τρόπος που όλο αυτό το μεταφέρει, τόσο μοναδικά, δεν μπορεί να σε αφήσει ασυγκίνητο. Ιδίως αν λατρεύεις το άθλημα όπως εγώ. Το ποδόσφαιρο και η μαγεία που αυτό περικλείει άλλωστε ξεκίνησε σε μια αλάνα, και όσο και αν έχει αλλάξει στις μέρες μας, η λογική της αλάνας θα παραμένει για πάντα η βάση του. Ένας κοντός θα εμφανίζεται πάντα, και χωρίς πολλά πολλά, θα βγαίνει εκτός συστήματος και θα κάνει  του κεφαλιού του. Κάπως έτσι θα μας χαρίζει πάντα μια σπουδαία στιγμή. Αυτή την μαγική στιγμή της αλάνας. Μπροστά όμως σε εκατοντάδες φλας, σύγχρονων γηπέδων και υπό το βλέμμα εκατομμυρίων θεατών.

Ξαναδιαβάζοντας το διήγημα δεν μπορώ να αποφασίσω σε ποιον αναφέρεται ο τίτλος. Αν φυσικά αναφέρεται σε κάποιον και όχι σε κάτι άλλο. Αυτό το «Γεννιέται φονιάς» πολλοί θα σκεφτούν πως θέλει να μας φανερώσει, ίσως να μας φωτογραφίσει, τον ταξιδιώτη ή κάτι άλλο από την χαμένη περιπλάνησή του στην πρωτεύουσα της Καταλωνίας. Ίσως όμως, αυτός ο φονιάς να ήταν ο πιτσιρίκος που, σοβαρός στα όρια του επαγγελματία, ζάλιζε τους φίλους του με τις ντρίμπλες του, έχοντας αυτό το παγωμένο βλέμμα, και βλέποντας στην μπάλα όλα τα όνειρα, και τις φιλοδοξίες, που μπορεί να έχει ένα παιδί μπας και καταφέρει να ξεφύγει από τον δρόμο και τις φτωχογειτονιές της πόλης του για κάπου πιο όμορφα. Για κάπου πιο λαμπερά. Εκεί που ίσως καταφέρει να βρει την γαλήνη και την ηρεμία που ψάχνει και ο ήρωας του σπουδαίου Ούγγρου συγγραφέα. Τώρα που το σκέφτομαι ξανά, για μένα, αυτή είναι και η καλύτερη εκδοχή και αυτή σκέφτομαι τελικά και να κρατήσω.

Γι’ αυτούς τους σούπερ ήρωες να ψάχνεις

  [5 Σχόλια]

Και τι κάνουν οι σούπερ ήρωες όταν γεράσουν, με ρώτησε ο μικρός, με ένα βλέμμα γεμάτο απορία, όταν του έδειξα μερικά παλιά κόμικ, της Marvel, από την συλλογή μου. Ξέρω και εγώ, του απάντησα. Λογικά ζουν και αυτοί μια φυσιολογική ζωή όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Βγάζουν τη στολή του σούπερ ήρωα, την χώνουν σε κάποια σκονισμένη αποθήκη, και μπορούν, επιτέλους, να ξεκουραστούν. Ο μικρός συνέχισε να με κοιτά με απορία. Αλήθεια τώρα, βγάζουν τη στολή του σούπερ ήρωα – για πάντα; Και ζουν μια απλή και βαρετή ζωή; Κι όμως, αυτό κάνουν, του είπα. Πριν την φορέσουν, για πρώτη φορά, και αυτοί ήταν άνθρωποι απλοί και καθημερινοί και αρκετοί δεν είχαν ζήσει μια εύκολη και καλή ζωή. Όπως πολλοί από εμάς. Έτσι, φορώντας τη στολή τους, μπορούσαν να κρύψουν τα όποια προβλήματα είχαν και να λειτουργήσουν ως «κάποιος άλλος». Ως κάποιος δυνατός και, πολλές φορές, ανίκητος. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ποδοσφαιριστές, συνέχισα. Ο μικρός πάγωσε. Πως είναι ένας ποδοσφαιριστής όταν δεν φοράει την στολή του, με ρώτησε. Όπως όλοι μας. Με πάθη και λάθη. Απλά αυτή η στολή, όταν τη φοράει, τον μεταμορφώνει σε σούπερ ήρωα μόνο εντός των τεσσάρων γραμμών. Έχεις ακούσει το όνομα του Βραζιλιάνου Πελέ;

Άρχισα να του λέω για πολλούς, «αρχαίους», παίκτες από την Βραζιλία. Παίκτες «μαέστρους» που έφτιαξαν, εν πλήρη αγνοία τους, τη θέση του οργανωτή, τη θέση για το ντελικάτο νούμερο 10. Μια θέση που, δυστυχώς, ολοένα και την βλέπουμε λιγότερο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Πως δηλαδή ο Ζαίρ Ντα Ρόζα Πίντο, γνωστός στον κόσμο ως Ζαζά, πρωτοφόρεσε τη στολή του σούπερ ήρωα της Σελεσάο, και πως με το 10 στην πλάτη, μεταμορφώθηκε από ένας, σχεδόν, καχεκτικός άνθρωπος, στον απόλυτο οργανωτή του Μουντιάλ του ’50. Ο Οσβάλντο, ή Μπαλτάζαρ, λόγω των μαγικών που έκανε με τη μπάλα την ίδια πάνω κάτω περίοδο, ο άνθρωπος που ήταν ο δημιουργός του 90% των γκολ της Βραζιλίας στους αγώνες κατάταξης του Μουντιάλ του ’50. Ο Ρομπέρτο «ο Δυναμίτης» στα 70s. Ο αρτίστας Ζαϊρζίνιο και ο σπουδαίος Κανοτίνια στα 60s: o «εγκέφαλος» όπως τον αποκαλούσε ο διεθνής Τύπος. Ο σπουδαίος Ζίκο και, πολύ αργότερα, οι δικοί μας Ριβάλντο και Ροναλντίνιο που μας απογοήτευσαν, στην πορεία, στηρίζοντας τον ακροδεξιό Μπολσονάρο. Οι μάγοι μιας σύγχρονης για εμάς εποχής αλλά αρχαίας για τα παιδιά που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Πλέον δεν βγάζει σούπερ ήρωες το ποδόσφαιρο ή καλύτερα: δεν βγάζει όσους έβγαζε παλιότερα.  Τα τελευταία χρόνια η στολή του σούπερ ήρωα της Σελεσάο έχει βρεθεί στο συρτάρι του Νεϊμάρ. Ευτυχώς,  για την ομάδα – δυστυχώς για τον ίδιο, δεν χρειάστηκε να τη φορέσει στο τελευταίο Κόπα Αμέρικα και η Βραζιλία έφτασε, εύκολα, στην κατάκτηση του τροπαίου, μετά από ένα σωρό μεγάλες αποτυχίες.

Μα γιατί μου τα λες όλα αυτά, συνέχισε ο μικρός. Για τον απλό λόγο πως πολλές φορές οι, κοινωνικά και οικονομικά, δυνατοί όταν φορούν αυτή τη στολή, του σούπερ ήρωα δηλαδή, το σώμα τους δεν μπορεί να την αφομοιώσει και, συνήθως, το όλο εγχείρημα καταλήγει σε αποτυχία. Δες τον Μέσσι. Πως αντιδρά το σώμα του όταν φοράει τη στολή του Ντιέγκο; Τις περισσότερες φορές χάλια. Σωστά. Το ίδιο συμβαίνει με τον Νεϊμάρ. «Ο ενθουσιασμός στο ποδόσφαιρο είναι το παν», έλεγε ο Πελέ, «Πρέπει να είναι τεταμένος και να πάλλεται όπως η χορδή μιας κιθάρας. Μόνο έτσι θα βγει μια άρτια μελωδία». Αυτός ο ενθουσιασμός δεν μπορεί να δημιουργηθεί, ή να βγει στην επιφάνεια με πίεση αλλά μόνο φυσικά. Πρέπει να είναι αυθόρμητος. Μόνο τότε μπορεί να λειτουργήσει θετικά, φέρνοντας επιτυχίες.

Ο Πελέ είχε δεχθεί σωματική βία όταν ήταν μικρός από συγγενικό του πρόσωπο, κάτι που το κουβαλούσε πάντα μέσα του, και που λογικά το κουβαλά ακόμα. Είχε βιώσει τον σκληρό φυλετικό ρατσισμό, όταν στα 15 του είδε τον πατέρα της λευκής, πρώτης κοπέλας του, να τον βρίζει δημοσίως, λέγοντάς τον αράπη, μπροστά της, με αποτέλεσμα η σχέση να τελειώσει με πολύ σκληρό τρόπο για ένα μικρό παιδί. Είδε τον εαυτό του να παίζει με σκισμένα παπούτσια ή ακόμα και ξυπόλητος στα πρώτα τουρνουά που ο κόσμος ήρθε σε επαφή με το σπάνιο ταλέντο του και είδε αρκετά πλούσια παιδιά να τον χλευάζουν γι’ αυτό. Είδε τον εαυτό του να χάνει το κρίσιμο πέναλτι, ως πρωτοετής στις ακαδημίες της Σάντος, με την ομάδα του να χάνει και το τουρνουά. Αν δεν υπήρχε μάλιστα ο φροντιστής της ομάδας, κάποιος Σαμπουζίνιο, να του πει πως απαγορεύεται να βγει κάποιος ανήλικος από τα κτίρια της ομάδας, δίχως γραπτή δήλωση από κηδεμόνα, ο νεαρός Πελέ θα είχε πηδήσει τη μάντρα και θα είχε γυρίσει στο ταπεινό του σπίτι. Ίσως να είχε σταματήσει και το ποδόσφαιρο.

Δέχθηκε αμέτρητο, βρώμικο και αντιαθλητικό ξύλο τόσο στο Μουντιάλ του ’62, όσο και σε αυτό του ’66, και κατάφερε να επιστρέψει πιο δυνατός και να φτάσει και πάλι στην κορυφή. Έμαθε να παίζει τόσο με τραυματισμένα πόδια όσο και με πληγωμένη ψυχή, όπως τόσοι και τόσοι ποδοσφαιριστές εκείνων των ετών, και να νικάει. Ο λόγος απλός. Η μετάλλαξη από απλό άνθρωπο σε σούπερ ήρωα όταν φορούσε τη φανέλα της εθνικής. Την ιδρωμένη, ματωμένη και γεμάτη από προβλήματα φανέλα μιας χώρας που είχε επιβιώσει από μεγάλες τραγωδίες. Όπως φυσικά και ο ίδιος. Όπως κάθε απλός και ταπεινός άνθρωπος από αυτούς που συναντάμε κάθε μέρα δίπλα μας και που πολλές φορές προσπαθούμε να καταλάβουμε τι σκέφτονται ή τι είναι αυτό που τους βασανίζει, όταν δείχνουν χαμένοι σε σκέψεις και προβλήματα.

Στις μέρες μας ακούμε ολοένα και συχνότερα την φράση «Παλιά οι παίκτες έπαιζαν για τη φανέλα». Προσωπικά ενστερνίζομαι απόλυτα αυτή τη φράση για ένα απλό λόγο. Εκείνη η φανέλα, η στολή, σου έδινε όντως πράγματα που δεν υπάρχουν στις μέρες μας και ακόμα και αν ήταν λιτή και απέριττη, μακριά από το βάρος αθλητικών εταιριών και χορηγών αξίας δισεκατομμυρίων, λερωμένη και μπαλωμένη, ζύγιζε πολλά κιλά παραπάνω γιατί μπορούσε να δώσει στον παίκτη ένα όραμα και να τον μετατρέψει σε κάτι άλλο. Σε κάτι δυνατό, εξωπραγματικό, πάνω από τις ανθρώπινες δυνάμεις. Ο Μέσσι, πλησιάζει τα 32, είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του πλανήτη όταν φοράει τη φανέλα της Μπάρσα, και ήδη απ’ τα 27 του είχε δηλώσει πως αποσύρεται από την εθνική μη μπορώντας να διαχειριστεί το βάρος μιας (και παραπάνω) αποτυχίας.

Το 1971 ο Πελέ έβγαλε για τελευταία φορά την φανέλα της Σελεσάο, ή αν προτιμάτε τη στολή του σούπερ ήρωα με το νούμερο 10 στην πλάτη. Λίγα χρόνια αργότερα, έβγαλε και τη φανέλα της θρυλικής Σάντος και την έκανε για τη Νέα Υόρκη, σε μια περίοδο που οι Αμερικάνοι είχαν κάνει ένα νέο, και μεγάλο άνοιγμα, στο Soccer. O Πελέ έχει κατηγορηθεί ως φιλοχρήματος, ως άνθρωπος του συστήματος, ως κάποιος που ξέχασε από που ξεκίνησε και είδε την δόξα και το χρήμα να αλλοιώνουν κατά πολύ τον χαρακτήρα του λες και ήταν πολιτικός με αριστερές καταβολές που μπήκε στο ΠΑΣΟΚ στα 80s στη χώρα μας. Πολλά ισχύουν, αυτή είναι δυστυχώς η αλήθεια, για κάποιον που απέχει υπερβολικά από το προφίλ του «επαναστάτη» Ντιέγκο. Του ανθρώπου δηλαδή που θα βλέπει πάντα απέναντί του στην αιώνια κόντρα για τον «καλύτερο του κόσμου». Το σκάνδαλο που βγήκε στην επιφάνεια όταν ήταν Υπουργός Αθλητισμού της χώρας και ο ιστορικός συμβιβασμός του με τον Πρόεδρο της ΠΟΒ Ρικάρντο Τεϊσέιρα, υπό το βλέμμα του Ζοάο Χαβελάνζε, θα τον ακολουθεί για πάντα. και θα ρίχνει πολλές σκιές στην γεμάτη από φως ποδοσφαιρική του καριέρα. Σκιές καλές και κακές, σκιές ανθρώπινες, όπως οι παρακάτω.

Το μεγαλείο της ανωτερότητας. Πόσο δύσκολο είναι να βλέπεις τους συνεχιστές σου να εκφράζονται με τα καλύτερά τους λόγια για τον άσπονδο εχθρό σου; Σίγουρα πολύ δύσκολο. Κι όμως ο Πελέ δεν κράτησε καμία κακία σε παίκτες όπως ο Ροναλντίνιο και ο Ριβάλντο όταν αυτοί τάχθηκαν υπέρ του Ντιέγκο Μαραντόνα στην κόντρα -και στο αιώνιο ερώτημα- για το ποιος είναι ο καλύτερος εκ των δύο. Ο Πελέ δεν είχε κρύψει, εννοείται, την λύπη του όταν στην ψηφοφορία, στις αρχές του 2000, ο Αργεντινός είχε πάρει 4.000 ψήφους περισσότερες από τον ίδιο, με πολλές εξ αυτών να είναι από συμπατριώτες του.

Η ειρωνεία της τύχης. Ο Πελέ δεν σταμάτησε να κάνει ποτέ δριμεία κριτική στον Μαραντόνα για την εξωγηπεδική του ζωή και τη σχέση που είχε (και έχει) με διάφορες ουσίες και κυρίως με την κοκαΐνη. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο δύσκολο ήταν να διαχειριστεί ο ίδιος μια τέτοια κατάσταση με άμεσα εμπλεκόμενο τον γιο του, το 2005. Ο πρώην τερματοφύλακας, Εντίνιο Ντονασιμέντο, εγκατέλειψε την ενεργό δράση το ’99 και λίγα χρόνια αργότερα, το 2005, βρέθηκε μπλεγμένος, μαζί με ακόμα 50 άτομα, σε σπείρα διακίνησης ναρκωτικών, έχοντας σχέσεις με το οργανωμένο έγκλημα του Σάο Πάολο και του Ρίο Ντε Τζανέιρο. «Νιώθω αποτυχημένος» είχε δηλώσει εμφανώς απογοητευμένος ο Πελέ, μιας και γνώριζε πως αυτό που τόσα χρόνια ο ίδιος πολεμούσε τώρα του χτυπούσε βιαίως την πόρτα. Ο Εντίνιο ήταν παράλληλα και χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Το 2013 οδηγήθηκε στη φυλακή, έχοντας απαλλαγεί από τις κατηγορίες για εμπορία ναρκωτικών χωρίς όμως να γλιτώσει αυτές για ξέπλυμα χρήματος.

Η κόρη εκτός γάμου. Το 1978 εν μέσω του Μουντιάλ της Αργεντινής η γυναίκα του Βασιλιά, η Ροσέ, έφερνε στον κόσμο το τρίτο τους παιδί, το όνομά του, Τζένιφερ. Λίγες μέρες αργότερα, και ενώ ο Πελέ δεν βρίσκεται στην Βραζιλία αλλά στην Αργεντινή ως σχολιαστής, ανακοινώθηκε το διαζύγιο. Αυτό όμως που εξόργισε περισσότερο τον ίδιο, δεν ήταν το διαζύγιο μιας σχέσης που είχε βαλτώσει αλλά το γεγονός πως λίγα χρόνια αργότερα η Ροσέ κυκλοφόρησε ένα βιβλίο για τα χρόνια της δίπλα στον Πελέ, μνημονεύοντας το κρυφό του πάθος για την υπηρέτρια Ανίσια Μασάδο, τον καιρό που έβγαινε ήδη με την ίδια, καρπός μάλιστα του παράνομου αυτού δεσμού ήταν ένα κοριτσάκι. Η Σάντρα. Ο Πελέ δεν αναγνώρισε το παιδί και ουσιαστικά το έκανε μετά την ετυμηγορία σε βάρος του όταν η Ανίσια Μασάδο τον οδήγησε στα δικαστήρια. Ο Πελέ δεν συγχώρησε ποτέ την πρώην γυναίκα του γι’ αυτή την κακοήθεια, μιας και δεν ήθελε να γίνει γνωστή αυτή η ιστορία, στο ευρύ κοινό, λερώνοντας την, λαμπερή, εξωτερική του εικόνα.

Ο μικρός έδειξε να καταλαβαίνει. Τελικά υπάρχουν σούπερ ήρωες, με ρώτησε, ναι ή όχι; Εντός του γηπέδου μπορείς να βρεις πολλούς. Μοναδικούς, δυνατούς, μάγους, ζογκλέρ. Ανθρώπους που ξεφεύγουν απ΄το γήινο και μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο. Σε κάτι Θεϊκό. Θα κερδίσουν την καρδιά σου και θα γίνεις θαυμαστής τους. Θα ξυπνάς και θα κοιμάσαι με τη σκέψη τους. Πολλούς θα τους αγαπήσεις και θα αγοράσεις την ακριβή φανέλα τους. Τη στολή τους. Θα την φοράς γεμάτος περηφάνια. Θα ταξιδέψεις σε διάφορα γήπεδα και θα σπαταλήσεις χρήματα, που πολλές φορές ίσως να μη σου περισσεύουν, για να τους δεις από κοντά και θα εύχεσαι να μη σε απογοητεύσουν. Θα φωνάζεις στην κερκίδα γι’ αυτούς. Εντός του γηπέδου βέβαια, όσο καλοί και να είναι, δεν πρόκειται να κερδίζουν συνέχεια και σίγουρα η χαρά θα εναλλάσσεται με τη λύπη όταν θα τους παρακολουθείς. Εκτός του γηπέδου όμως δεν θα φορούν τη στολή τους και θα στέκονται δίπλα σου ως ίσοι. Εκεί θα φανεί καλύτερα και ποιος απ’ όλους αυτούς σημαίνει πραγματικά κάτι για σένα. Γι’ αυτούς τους σούπερ ήρωες να ψάχνεις.

Πόσο σεξισμό αντέχεις (και) στο ποδόσφαιρο;

  [38 Σχόλια]

Σάββατο 1η Ιουνίου. Ο τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ, ανάμεσα σε Λίβερπουλ και Τότεναμ, βρίσκεται στο 17ο λεπτό και μεγάλη μερίδα του κόσμου έχει αρχίσει να βαριέται με το -μέτριο είναι η αλήθεια- θέαμα που παρουσιάζουν οι δύο αγγλικές ομάδες. Φαντάζομαι πολλοί από αυτούς έχουν πιάσει ήδη τα κινητά τους τηλέφωνα και χαζεύουν διάφορα θέματα, εκτός ποδοσφαίρου, στο διαδίκτυο, ή συνομιλούν στο messenger γι’ αυτόν που πρόκειται να ψηφίσουν στις εκλογές. Είναι η στιγμή που η Κίνσι Βολάνσκι, φορώντας τα απολύτως απαραίτητα, εισβάλλει στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου διαλύοντας τη νύστα. Είναι η στιγμή που ο διαιτητής διακόπτει, ορθώς, το παιχνίδι. Είναι η στιγμή που εκατοντάδες χιλιάδες «φίλοι του ποδοσφαίρου» βρίσκουν μια αφορμή για να ασχοληθούν με κάτι, αφού το αγωνιστικό κομμάτι, για πολλούς, έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα. Οι κάμερες φυσικά και δεν δείχνουν την εισβολέα σύμφωνα πάντα με την πολιτική της UEFA.

Στο ημίχρονο, όπως συνηθίζω να κάνω, θα ανοίξω και εγώ το κινητό μου τηλέφωνο και θα κάνω μια σύντομη βόλτα στο Twitter (κυρίως) για να διαβάσω, με τη σειρά μου, τα πρώτα σχόλια και κάποια στατιστικά, για το παιχνίδι. Φυσικά, το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν οι φωτογραφίες, κυρίως από πίσω, της Βολάνσκι που έχουν κατακλύσει το τιέλ. Ήδη υπάρχουν χιλιάδες σχόλια, τα περισσότερα από αυτά, εννοείται, πως ήταν σεξιστικά ή προσπαθούσαν να κάνουν χιούμορ. Ελάχιστα, από όσα πρόλαβα να δω, το είχαν καταφέρει. Αν έπρεπε να βάλω μια λεζάντα στο, λυπηρό για εμένα, γεγονός αυτή θα ήταν λιτά και περιεκτικά: το ποδόσφαιρο του κώλου των ημερών μας. Ευτυχώς δεν ήθελαν κάποιο κείμενο τα παιδιά στο μπλογκ και γλίτωσα το βραδινό γράψιμο για την ανατομία του σώματος της μοντέλας .

Θεωρείτε πως ήταν τυχαία η επιλογή του Τελικού του Τσάμπιονς Λιγκ για την εισβολή της Βολάνσκι; Φυσικά και όχι. Το μοντέλο, και σύζυγος του Μιχάλι Βοροντέφσκι, ιδιοκτήτη κάποιας πορνό ιστοσελίδας, είχε πετύχει την καλύτερη διαφήμιση, χωρίς να σπαταλήσει σχεδόν τίποτα σε ένα, ας μη γελιόμαστε και ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, άκρως σεξιστικό, στην πλειοψηφία του, κοινό που, πολλοί σε αυτό, γουστάρουν περισσότερο κι απ’ τον Τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, λίγη ακόμα, γυμνή, γυναικεία σάρκα. Οι εκατοντάδες χιλιάδες ακόλουθοι της Βολάνσκι στο Ιnstagram, σε λίγες μόνο ώρες μάλιστα, μετά το συμβάν, έφτασαν την ίδια τη σελίδα να σβήσει τον λογαριασμό της, και είμαι σίγουρος, χωρίς να ψάξω το θέμα, πως οι εγγραφές στο σάιτ που διαφήμιζε πάνω στο «καυτό» της ρούχο, πρέπει να γέμισαν με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ τις τσέπες του «έρωτά» της. Του ίδιου έρωτα που το βράδυ, μετά τον αγώνα, όταν και πήγε στο αστυνομικό τμήμα της Μαδρίτης, που την κρατούσαν, για να της συμπαρασταθεί, ανέβαζε στο διαδίκτυο βίντεο, με τον ίδιο να της χαϊδεύει τα οπίσθια, γελώντας, μπροστά σε δεκάδες «αρσενικά παλαιάς κοπής» που είχαν μαζευτεί εκεί και γελούσαν με τη σειρά τους, θυμίζοντας εκείνη τη σκηνή απ’ την Οδύσσεια του Διαστήματος του Κιούμπρικ, όταν οι πίθηκοι ανακαλύπτουν τον αρχαίο και ιερό λίθο.

«Υπάρχει σεξισμός στο ποδόσφαιρο». Τι λέτε να πάμε ένα χρόνο πίσω στο Μουντιάλ της Ρωσίας; Ο πρώην διεθνής Γάλλος, και θύμα ρατσιστικών, λεκτικών, επιθέσεων όταν έπαιζε ποδόσφαιρο, Πατρίς Εβρά, βρίσκεται ως σχολιαστής, μαζί με τον Χένρικ Λάρσον, στο βρετανικό κανάλι ITV. Εκεί η πρώην διεθνής παίκτρια της Τσέλσι, Ένι Αλούκο, κάνει μια ανάλυση για το πρώτο ημίχρονο της Σερβίας στο παιχνίδι με την Κόστα Ρίκα. Η ανάλυσή της είναι απλά απολαυστική. Όταν ολοκληρώσει, ο Εβρά θα δείξει εμφανώς αμήχανος και θα ξεσπάσει σε επευφημίες. Αυτό ήταν μοναδικό, θα της πει, ρωτώντας τον Λάρσον, αν θα ήταν καλύτερα να φύγουν και να κάνει την ανάλυση, μόνη της η Αλούκο, αφού τα ξέρει όλα, και καλύτερα από αυτούς. Ουάου! Μια γυναίκα ξέρει πραγματικά από ποδόσφαιρο. Φοβερό;

Η 102 φορές διεθνής με τα «λιοντάρια» ήταν η μοναδική, βασική, γυναίκα αναλυτής, για το Μουντιάλ, στη Βρετανική τηλεόραση, μαζί με την Άλεξ Σκοτ, της Άρσεναλ, που είχε κάνει όμως λίγες εμφανίσεις, με την αντίδραση του Εβρά να φανερώνει περίτρανα αυτό που πιστεύει, στην πλειοψηφία του, το ανδρικό ποδοσφαιρικό κοινό. «Δεν μπορώ να βλέπω γυναίκες να παίζουν ποδόσφαιρο ή να μιλάνε γι’ αυτό». Αυτή είναι μια φράση που ακούμε πολύ συχνά και στη δική μας χώρα. Φυσικά και τα ίδια άτομα μπορούν να βλέπουν Μπιτς Βόλλευ γυναικών ή αγωνίσματα στίβου. «Αυτά είναι περισσότερο γυναικεία σπορ» θα σου πουν οι ίδιοι με ύφος Κώστα Βουτσά στην ταινία «ο τελευταίος άντρας». Γυμνή σάρκα να βλέπουν τα παιδιά μωρέ, αραχτοί, σε καναπέδες και ξαπλώστρες, και όλα καλά. «Η μπάλα είναι αντρικό σπορ…»

Αυτό που θέλω να δω, όπως έχω σχολιάσει και στο παρελθόν, είναι παγκοσμίου φήμης ποδοσφαιριστές να παίρνουν θέση σε θέματα ρατσισμού, σεξισμού, ομοφοβίας, φτώχειας και οποιουδήποτε άλλου θέματος, που αξίζει να του βάλει κάποιος πλάτη στους περίεργους και σκληρούς καιρούς που ζούμε. Δυστυχώς, κι ας έχουμε φτάσει σχεδόν στο 2020, αυτό συνεχίζουμε να μην το βλέπουμε. Οι κορυφαίοι σούπερ σταρ ποδοσφαιριστές δεν ανήκουν κάπου και συνεχίζουν να περιφέρονται ουσιαστικά ως άβουλα όντα, για πολλούς, μένοντας ουσιαστικά στις παχυλές δωρεές που κάνουν ανά καιρούς, πιεζόμενοι από χορηγούς και αθλητικές εταιρείες. Καλό κι αυτό, και υπερβολικά χρήσιμο, αλλά εγώ περιμένω να μιλήσουν.

«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους». Η φράση που μόλις διαβάσατε δεν είναι δική μου. Την ξεστόμισε ο Αντόνιο Γκράμσι τον Φλεβάρη του 1917, στην Ιταλία, παραμένει όμως επίκαιρη και, δυστυχώς ή ευτυχώς, θα παραμένει για πάντα επίκαιρη. Τουλάχιστον στον κόσμο των σπορ, του ποδοσφαίρου, και στους διάσημους και κορυφαίους αθλητές. Στην περίπτωσή μας, μας ενδιαφέρουν περισσότεροι οι ποδοσφαιριστές μιας και το ποδόσφαιρο είναι ο Βασιλιάς των Σπορ και απευθύνεται σε περισσότερο κόσμο, μιας και είναι ευκολότερα προσβάσιμο από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Δείτε αυτό, για να το καταλάβετε καλύτερα.

Τελικά, εδώ και λίγες μέρες, γι’ αυτά που περιμένουμε πολλοί να μιλήσουν οι σύγχρονοι σούπερ σταρ ποδοσφαιριστές, το κάνει μια γυναίκα. Η Μέγκαν Ραπίνο. Η διεθνής σούπερ σταρ αθλήτρια της ποδοσφαιρικής ομάδας των ΗΠΑ. Μιας ομάδας που θεωρείται, και είναι, φαβορί για να σηκώσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και που, αν το κάνει (το κείμενο γράφτηκε πριν τον ημιτελικό με την Αγγλία), σύμφωνα πάντα με την Ραπίνο, την αρχηγό της: Δεν πρόκειται να πάμε στον γαμημένο Λευκό Οίκο του Ντόναλντ Τραμπ για να δεχθούμε συγχαρητήρια. Ενός πλανητάρχη δηλαδή που έχει υψώσει τείχος για τους μετανάστες στην χώρα του. Που δεν δέχεται τους ομοφυλόφιλους ως ίσους. Που δεν δέχεται τους Αφροαμερικανούς ως ίσους. Που έχει κατηγορηθεί, ακόμα κι  απ’ το περιοδικό New Yorker, για σχέσεις με την ΚΚΚ.

Ενός ανθρώπου που το 1989 είχε χρηματοδοτήσει, χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει λεπτομέρειες, ολόκληρη καμπάνια ώστε να πιέσει την Πολιτεία της Νέας Υόρκης για να τιμωρήσει σε θάνατο πέντε μαύρα ανήλικα παιδιά που είχαν κατηγορηθεί αδίκως για το βιασμό μιας νεαρής λευκής γυναίκας. Χωρίς να υπάρχουν στοιχεία, και πριν το δικαστήριο βγάλει την τελική του απόφαση. Όσοι δεν ξέρετε τίποτα γι’ αυτή την ιστορία και θέλετε να μάθετε υπάρχει η εξαιρετική μίνι-σειρά του Netflix (καλοκαίρι είναι δείτε και τίποτα καλό) με τίτλο «When They See Us». Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, στις μέρες μας, είναι ο νούμερο ένα ηγέτης του πλανήτη που ζούμε. Ο πλανητάρχης μας.

Η Ραπίνο, που μοιάζει υπερβολικά εξωτερικά με την Θεά Τίλντα Σουίντον, μεγάλωσε ως το «αγοροκόριτσο» που έπαιζε πολλά και διάφορα σπορ, μέχρι να καταλήξει στο Soccer, συνήθως παρέα με πολλά αγόρια, στους δρόμους της Βόρειας Καλιφόρνια και αν και ήταν από μια οικογένεια που της παρείχε τα πάντα έμαθε, από μικρή, να συμπάσχει και να σέβεται όλους αυτούς που χαμηλώνουν τη μέση, όχι από επιλογή, αλλά ποτέ το κεφάλι, αυτό το δεύτερο από επιλογή. Τους φτωχούς, τους ταπεινούς, τους «περίεργους», τους διαφορετικούς, τους «άλλους». Πήρε ανοικτά θέση μετά το πασίγνωστο πλέον συμβάν με τον Κάπερνικ (που του στέρησε μια καριέρα στο NFL), και αποφάσισε, και αυτή, να στηρίξει την κίνηση του Quarteback των 49ers, γονατίζοντας κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου της χώρας, δίπλα σε όλους αυτούς, τους αφροαμερικανούς και τις κάθε λογής μειονότητες, που δίνουν καθημερινά μάχη με την αστυνομική βία και το ρατσισμό, σε μια χώρα που ο αστυνομικός έχει το δικαίωμα να πανικοβληθεί και να σε πυροβολήσει, αν σε δει να σκύβεις στο αυτοκίνητο, ενώ εσύ πρέπει να παραμείνεις ψύχραιμος, αν σε σημαδεύουν δύο και τρία όπλα, ενώ επιστρέφεις από φαγητό με φίλους.

Ακτιβίστρια, υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δηλωμένη ομοφυλόφιλη, εδώ και πολλά χρόνια, δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά, δείχνοντας και ζητώντας παράλληλα από τους διάσημους συναθλητές της που, συνήθως, την κοιτάζουν αμέτοχοι και σιωπηλοί, να πάρουν κι αυτοί θέση και να σταθούν δίπλα της. Όπως έγραψε πολύ πρόσφατα και ο Φράνκλιν Φόερ, της Atlantic, σε ένα ένα άρθρο-Ωδή για την αρχηγό των ΗΠΑ: Αν σας ρωτήσουν τι πρεσβεύει η Μέγκαν Ραπίνο, να τους πείτε πως πολύ απλά, είναι ο Μοχάμεντ Άλι της εποχής της. Και αυτό, στα δικά μου μάτια, εκτός του γεγονότος πως η Ραπίνο είναι το πρόσωπο της χρονιάς, είναι και το πιο «παντελονάτο» κοπλιμέντο, και αποκτά μεγαλύτερη αξία αν συνυπολογίσουμε πως έγινε από άνδρα, για γυναίκα, που αγωνίζεται σε ένα ανδροκρατούμενο άθλημα, όπως είναι (και) το ποδόσφαιρο για την μεγαλύτερη μερίδα του φίλαθλου κοινού. H ίδια έχει μπει επίσης στην πρώτη γραμμή ώστε να κερδίσει καλύτερες αμοιβές για τις  γυναίκες, στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο, που είναι αστείες σε σχέση με τα χρήματα που κερδίζουν οι άντρες συνάδελφοί της.

Πριν λίγες μέρες η είδηση πως η 31χρόνη Γερμανίδα καπετάνισσα, Καρόλα Ρακέτε, αψηφώντας τις απειλές της Ιταλικής Αστυνομίας, μετέφερε 42 μετανάστες, σώζοντας ουσιαστικά τις ζωές τους, και βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη ακόμα και με 10 χρόνια ποινή φυλάκισης, έγινε γνωστή σε όλους. Αυτό που πολλοί ίσως δεν γνωρίζουν είναι πως οι μετανάστες βρίσκονταν στο πλοίο της για πάνω από δέκα μέρες, και πως η ίδια έκανε έκκληση, καθημερινά, στις ιταλικές αρχές για να της δώσουν το πράσινο φως ώστε να μπορέσει να τους αφήσει κάπου στη στεριά. Φυσικά και αυτό είναι παράνομο σύμφωνα με τους νόμους (και) του Ιταλικού κράτους, του Σαλβίνι και τόσων ακόμα ακροδεξιών, με την Ρακέτε, ουσιαστικά, να «παρανομεί». Αν τους είχε πετάξει στη θάλασσα, εκεί δηλαδή που τους βρήκε, δεν θα είχε παρανομήσει και τώρα θα ήταν ελεύθερη. Κάπως έτσι είναι ο υπέροχος και πολιτισμένος κόσμος που ζούμε.

Απ’ την άλλη, δυστυχώς, όσο κι αν έψαξα (και μακάρι να κάνω λάθος) δεν είδα κανένα διεθνή και διάσημο Ιταλό ή Γερμανό (ή από άλλη χώρα) ποδοσφαιριστή να παίρνει θέση για το θέμα. Δεν είναι και τόσο σημαντικό, θα μου πείτε, όπως εκείνο το ρατσιστικό συμβάν, με τον Μόιζες Κεν, για να πάρει θέση ο «αρχηγός» Μπονούτσι και ο κάθε Μπονούτσι, κάνοντας μάλιστα τα πράγματα χειρότερα. Τόσοι και τόσοι πνίγονται κάθε μέρα και ελάχιστοι μιλούν.  Αυτό που όμως δεν μπορώ να μην σκεφτώ, και να μην το σχολιάσω, είναι πως αν η Ρακέτε δεν ήταν μια απλή, καθημερινή γυναίκα στην εμφάνιση, και μια πραγματική ηρωίδα στην καρδιά, όπως είναι, και ήταν ένα ημίγυμνο μοντέλο σε κάποιο κότερο, όπως η Βολάνσκι ας πούμε, έχοντας δίπλα της σαμπάνιες, πούρα (και πουρά), και τύχαινε να μαζέψει  και να σώσει κάποιο μετανάστη, τότε ίσως να είχαν ασχοληθεί πολλοί διάσημοι ποδοσφαιριστές μαζί της. Ίσως της έστελναν και μηνύματα. Αυτά τα ωραία και άκρως πνευματώδη «Γεια σου Κόκλα, είσαι για κάνα κοκτέιλ». Όπως αυτά που έστειλαν και στη Βολάνσκι, αρκετοί διάσημοι ποδοσφαιριστές, εισπράττοντας την απόρριψη, αφού πρώτα όμως είχε καταφέρει αυτό που ήθελε με τα γυμνά της οπίσθια, κερδίζοντας τα δικά της 15 λεπτά διασημότητας, μέσω του σεξισμού που υπάρχει στο μυαλό των περισσοτέρων.

Το Τσερνόμπιλ και η χαμένη ευκαιρία της Πρυπιάτ

  [2 Σχόλια]

«Chernobyl», η μίνι σειρά-φαινόμενο, του HBO, που αν ασχολείσαι με τηλεοπτικές σειρές δεν είναι δυνατόν να μη την έχεις δει ή, στην χειρότερη των περιπτώσεων, να μην έχεις ακούσει, διαβάσει και ψάξει γι’ αυτή. Το καλό με αυτές τις, εξαιρετικές είναι η αλήθεια, παραγωγές, όταν μιλάμε για τηλεόραση ή κινηματογράφο, είναι αυτό που ακολουθεί όταν αυτές τελειώσουν. Με το κοινό να τις έχει ολοκληρώσει. Και δεν αναφέρομαι στις συζητήσεις μεταξύ των «φίλων» και των «εχθρών», και τις βαθμολογίες σε σελίδες όπως το Imdb, που μας δίνουν -ευτυχώς- το δικαίωμα της ψήφου αλλά και της κριτικής, αλλά για το γεγονός πως, όλοι μας, με πρώτα και καλύτερα σε όλο αυτό τα διαδικτυακά «μαγκαζίνο», αρχίζουμε να ξεψαχνίζουμε κάθε πιθανή, και απίθανη, ιστορία γύρω από το καθετί. Αυτό συμβαίνει εδώ και πολλές μέρες, εννοείται, και με αυτή τη σειρά, σε όλο το διαδίκτυο. Και τι δεν έχουμε διαβάσει γύρω από το φοβερό ατύχημα του Τσερνόμπιλ. Ιστορίες μοναδικές και ξεχασμένες (ή καλά κρυμμένες) που μικρότεροι, αν και είχαμε ακούσει αμυδρά γι’ αυτές, τις αφήσαμε σε μια γωνιά του μυαλού μας, μέχρι κάτι να τις επαναφέρει και πάλι στο επίκεντρο ώστε, αρκετοί από εμάς, να τις ψάξουμε, επιτέλους, σε βάθος.

Ο Πυρηνικός Σταθμός Παραγωγής Ενέργειας του Τσερνόμπιλ βρίσκεται στην εγκαταλελειμμένη πλέον κωμόπολη Πρυπιάτ, στην Ουκρανία. Η κωμόπολη ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 1970 και είχε ως σκοπό να εξελιχθεί σε μια τεχνολογικά προηγμένη πόλη. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε, και σύμφωνα με τους Σοβιετικούς, η παραγωγή της πυρηνικής ενέργειας ήταν ασφαλέστερη από αυτή του άνθρακα. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία εγκαταστάσεων στην περιοχή του Τσερνόμπιλ και φυσικά στο Πρυπιάτ. Εκεί βρέθηκαν περίπου στους 50.000 νέους κατοίκους, με μέση ηλικία τα 26 έτη, για να ζήσουν και να εργαστούν σε αυτές τις τόσο καινοτόμες, για τον κόσμο, εγκαταστάσεις. Το 1977 το εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ μπήκε σε πλήρη λειτουργία. Το 1986 συνέβη το γνωστό ατύχημα, όταν σε μια καθιερωμένη άσκηση δοκιμών, και μετά από ανθρώπινο λάθος, έγινε η έκρηξη στον αντιδραστήρα 4, έχοντας ως αποτέλεσμα, τις τραγικότερες των συνεπειών για πολλούς ανθρώπους της περιοχής και φυσικά το περιβάλλον, όχι μόνο στην εκεί περιοχή.

«Ναι βρε φίλε αλλά εδώ γράφουμε για ποδόσφαιρο» θα πείτε πολλοί και δίκιο θα έχετε. Ας περάσουμε λοιπόν σε αυτό το κομμάτι. Αν γράψετε την λέξη «Pripyat» στο Google, και αναζητήσετε φωτογραφίες, απ’ τις πρώτες που θα εμφανιστούν είναι του σταδίου Άβανχαρντ, χωρητικότητας 5.000 θέσεων. Για να το θέσω καλύτερα, του ερειπωμένου σταδίου, μιας και στο Πρυπιάτ δεν κατοικεί κανένας, απ’ το δυστύχημα και μετά. Οι μόνοι που συνεχίζουν τις επισκέψεις αναψυχής, στο μέρος, είναι διάφοροι instagram influencers (!) που ταξιδεύουν ως εκεί, για μια selfie (!) στα ερείπια, έχοντας ως απώτερο σκοπό τα likes (!). Εννοείται πως στα 70s, και στα 80s, στην περιοχή ανθούσε ο αθλητισμός, όπως φυσικά και σε ολόκληρη την Σοβιετική Ένωση, και υπήρχαν γήπεδα στίβου, γυμναστήρια, σκοπευτήρια, πισίνες και γήπεδα μπάσκετ, με το ποδόσφαιρο -εννοείται- να κερδίζει τη μερίδα του λέοντος από τους περισσότερους άντρες. Ήταν η περίοδος που κατασκευάστηκαν αρκετά γήπεδα στην περιοχή της Ουκρανίας, όπως και δημιουργήθηκαν πολλές ομάδες, αρκετές απ’ τις οποίες συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι και στις μέρες μας, έστω σε μικρές κατηγορίες της Ουκρανίας. Η ομάδα της περιοχής, η Στρόιτελ Πρυπιάτ, δημιουργήθηκε στα μέσα του 1970 και ξεκίνησε να αγωνίζεται στα μικρότερα γήπεδα της περιοχής μιας και το Άβανχαρντ δεν υπήρχε ακόμα. Το γήπεδο ολοκληρώθηκε λίγο πριν το δυστύχημα και, όπως είναι εύκολο να γίνει κατανοητό, η Στρόιτελ Πρυπιάτ δεν πρόλαβε ποτέ να αγωνιστεί σε αυτό. Όπως φυσικά και καμία άλλη ομάδα.

Ο βασικός υπεύθυνος για την ομάδα της πόλης ήταν ο παρασημοφορημένος με το μετάλλιο Λένιν για τις υπηρεσίες του στο Κομμουνιστικό Κόμμα, Βασίλι Κιζίμα Τροφίμοβιτς. O Τροφίμοβιτς έβλεπε τους εργάτες της περιοχής να δουλεύουν ασταμάτητα και αποφάσισε πως ο καλύτερος τρόπος για να ξεφεύγουν μετά τη δουλειά, και να μη το ρίχνουν στο ποτό, δεν ήταν άλλος απ’ το ποδόσφαιρο. Εκτός όμως των πρωταθλημάτων μεταξύ φίλων, αποφάσισε πως θα έπρεπε να υπάρχει και μια κανονική ομάδα, στην οποία, θα μπορούσαν να αγωνίζονται οι καλύτεροι ποδοσφαιριστές της περιοχής. Κάπως έτσι ξεχύθηκε με τους συνεργάτες του, σε όλες τις γύρω περιοχές, ψάχνοντας για καλούς ποδοσφαιριστές. Κάπως έτσι, η Στρόιτελ Πρυπιάτ έγινε και επίσημα ομάδα, φτάνοντας σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να κατακτήσει και το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα της Ουκρανίας. Ο ντόρος που δημιουργήθηκε γύρω απ’ την ομάδα έκανε ακόμα και τον σπουδαίο, πρώην αστέρα της Τσερνομόρετς, Ανατόλι Σέπελ, να αγωνιστεί για την Πρυπιάτ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, φτάνοντάς την ακόμα και μια ανάσα απ’ τις εθνικές κατηγορίες. Το 1985 και μετά από μια επική νίκη με 13-0 επί της Λοκομοτίβ Ζναμένκα αποφασίστηκε πως έπρεπε να αλλάξουν έδρα. Το Άβανχαρντ θα άνοιγε τις πόρτες του επισήμως την Πρωτομαγιά του ’86, στην γιορτή της μέρας του εργάτη, και όπως ήταν φυσικό, αυτό θα ήταν και το καλύτερο δώρο σε όλους τους εργάτες της περιοχής που λάτρευαν το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό.

Στις 26 Απριλίου του 1986, την ίδια μέρα με το πυρηνικό δυστύχημα, η Στρόιτελ Πρυπιάτ θα έπαιζε στον ημιτελικό του Κυπέλλου ερασιτεχνών. Όπως ήταν λογικό η αναμέτρηση ακυρώθηκε όπως και όλες οι αγωνιστικές δραστηριότητες της περιοχής. Οι παίκτες έμαθαν για την ακύρωση καθώς βρίσκονταν στο γήπεδο, για ζέσταμα, και έφυγαν από αυτό με ελικόπτερο. Το ελικόπτερο μάλιστα είχε προσγειωθεί στο κέντρο του γηπέδου και οι θεατές για μια στιγμή νόμισαν πως αυτό ήταν μέρος ενός πρωτόγνωρου θεάματος, γι’ αυτούς, από αυτά που μάθαιναν, και ίσως έβλεπαν, αν ήταν τυχεροί, «στα κλεφτά», για σπουδαία αθλητικά, και όχι μόνο, γεγονότα του Δυτικού πολιτισμού.

Οι σειρήνες και ο βίαιος τρόπος που οι στρατιώτες τους έριξαν στο ελικόπτερο, φορώντας ακόμα τις ιδρωμένες ποδοσφαιρικές τους στολές, τους έκανε να συνειδητοποιήσουν πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί. Δυστυχώς, είχαν δίκιο. Η περιοχή άδειασε σε μερικές ώρες. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν πρόλαβαν να φύγουν και άφησαν την τελευταία τους πνοή, παλεύοντας για ώρες, και μέρες, αρκετοί από αυτούς, με αφόρητους πόνους. Στους δρόμους τα πρόσωπα των ανθρώπων ήταν στα πρόθυρα του εφιάλτη. Πρόσωπα γεμάτα αμηχανία. Μια αμηχανία που έδωσε πολύ γρήγορα τη θέση της στην θλίψη και την αβεβαιότητα. Πρόσωπα γεμάτα φόβο, πόνο και αυτές τις «φανταστικές μυρωδιές» που περιέγραψε τόσο τέλεια ο Ρεμπώ στο ποίημα των φωνηέντων. To τοπίο έγινε θλιβερό σε διάστημα ολίγων ημερών και οι άνθρωποι της περιοχής έγιναν πολύ γρήγορα μέρος αυτού του άρρωστου τοπίου. Αυτού του νεκρού τοπίου που δεν θα έβρισκε ποτέ ξανά τη χαρά, το φως, τη ζωντάνια, το χαμόγελο, το δικαίωμα στο όνειρο. Την ίδια τη ζωή.

Η Στρόιτελ Πρυπιάτ επέστρεψε και πάλι το 1987, με άλλο όνομα και πολλούς νέους ποδοσφαιριστές, πριν διαλυθεί το 1988 με όλους τους παίκτες να φεύγουν, για άλλες ομάδες, και αρκετούς από αυτούς να αφήνουν τη χώρα, σιγά σιγά, τα επόμενα χρόνια. Μετά την πτώση του Κομμουνισμού, η ομάδα επέστρεψε ως Στρόιτελ Σλάβουτικ, το 1994, και συνεχίζει έτσι μέχρι και τις μέρες μας. Για τους κατοίκους της περιοχής, αλλά και ολόκληρης της Σοβιετικής Ένωσης της εποχής, θα είναι για πάντα εκείνη η εξαιρετική ομάδα που δεν κατάφερε ποτέ να κάνει το βήμα παραπάνω, και να ξεφύγει από τις ερασιτεχνικές κατηγορίες, σε μια περίοδο που έδειχνε ικανή και ώριμη για να το καταφέρει. Η ομάδα που δεν αγωνίστηκε ποτέ στο νέο και σύγχρονο γήπεδό της. Το γήπεδο που θα την ανέβαζε τουλάχιστον ένα επίπεδο από μόνο του και θα της έδινε την απαιτούμενη ώθηση ώστε να αρχίσει να κάνει όνειρα για μεγαλύτερες κατηγορίες, με την ανερχόμενη περιοχή, να βοηθάει υπερβολικά σε αυτό το εγχείρημα. Τα συντρίμμια του Άβανχαρντ, και το Τσερνόμπιλ, απ’ την άλλη, θα μας θυμίζουν για πάντα αυτή την τόσο θλιβερή ιστορία για την χώρα, την Ευρώπη αλλά και ολόκληρο τον κόσμο, σε μια περίοδο που τα πάντα άλλαξαν τόσο απότομα .

Το θέατρο του παραλόγου και η πλήρης απαξίωση

  [17 Σχόλια]

Θα ξεκινήσω γράφοντας μερικά πράγματα για μένα που έχουν όμως σχέση με το θέμα που θα διαβάσετε παρακάτω. Δεν υπήρξα ποτέ φανατικός της εθνικής ποδοσφαίρου, κάτι που, εννοείται, συνεχίζεται και στις μέρες μας. Ήμουν απ’ αυτούς που δεν είχαν βγει στους δρόμους, φορώντας τσαρούχια και φουστανέλα, ακόμα και όταν η ομάδα του Όττο Ρεχάγκελ είχε κατακτήσει, στα γήπεδα της Πορτογαλίας, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, υπογράφοντας παράλληλα ένα απ’ τα μεγαλύτερα «θαύματα» που έχει γνωρίσει ο παγκόσμιος αθλητισμός. Αυτό ήταν όντως θαύμα. Δεν ξέρω ποιος Θεός, και ποια θρησκεία, το προκάλεσε αλλά θα παραδεχθώ πως ήταν τέτοιο. Εννοείται πως είχα χαρεί πολύ για την ομάδα μας και εννοείται πως προσπαθώ να βλέπω τα παιχνίδια της, τα περισσότερα τουλάχιστον, κάτι που έκανα πολλά χρόνια πριν το 2004. Απ’ την άλλη, και μετά το ντέρμπι του Γεώργιος Καραϊσκάκης, το ’11, δεν ξαναείδα ποτέ ελληνικό πρωτάθλημα. Ούτε μισό παιχνίδι. Δεν ασχολήθηκα ποτέ ξανά, κάτι που πλέον μου στερεί το δικαίωμα να έχω άποψη για τους διεθνείς που προέρχονται από το εγχώριο πρωτάθλημα. Ο λόγος δεν ήταν τα αίσχη που είχαν γίνει εντός του αγωνιστικού χώρου, συνηθισμένοι είμαστε σε αυτή τη χώρα από τέτοια εντός και εκτός αθλητισμού, αλλά όλα αυτά που ακολούθησαν μετά το τελικό σφύριγμα. Μετά από αυτά τα ολίγα, όσοι θέλετε, μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση.

Την Τρίτη κάθισα και εγώ, όπως χιλιάδες άνθρωποι, να «απολαύσω» το παιχνίδι της Ελλάδας με την Αρμενία για τα προκριματικά του Γιούρο του ’20. Επειδή ήμουν 50-50 στο να το δω ή να μη το δω, καλοκαίρι μπήκε – ζέστη έχει, μέχρι τις 9 το βράδυ, που τελικά πήρα την απόφαση να το κάνω – έχοντας όμως το κινητό μου τηλέφωνο ανά χείρας. Κάτι που δεν το κάνω ποτέ, ποτέ όμως, όταν βλέπω κάτι που με ενδιαφέρει πραγματικά. Ταινία, αγώνα, netflix ή μια εκπομπή. Πολύ σωστά καταλάβατε. Το παιχνίδι δεν με ενδιέφερε πραγματικά. Σουλατσάροντας στα σόσιαλ μίντια κατά την ώρα που οι παίκτες των δύο ομάδων ταλαιπωρούσαν αυτή τη ριμάδα τη μπάλα (που αν είχε πόδια θα είχε σηκωθεί να φύγει), αυτό που κατάλαβα ήταν πως το παιχνίδι δεν ενδιέφερε κανέναν πραγματικά. Στα σόσιαλ είχε στηθεί πραγματικό πανηγύρι. Από τον πιο γνωστό, αθλητικό δημοσιογράφο, μπλόγκερ και χομπίστα, μέχρι τον πιο «ασήμαντο» φίλο του αθλήματος που δεν τη «μυρίζει» και ιδιαίτερα. Τρολάρισμα να φάνε και οι κότες, που έλεγε και η γιαγιά μου στο χωριό.

Άλλος ανέβαζε φωτογραφία του τραγουδιστή Γιάννη Κότσιρα επειδή το δεξί μπακ της ομάδας μας είχε το ίδιο όνομα με τον έντεχνο τροβαδούρο της καρδιάς μας. Άλλος ανέβαζε φωτογραφίες με τους System of a Down, λόγω της καταγωγής τους, γράφοντας πως μόνο αυτοί δεν μας έχουν βάλει γκολ ακόμα. Η φίλη μου η Βάσω έγραψε το πιο αστείο tweet που διάβασα για τον αγώνα, και την ευχαριστώ γι’ αυτό. Βάσω ήταν όντως καλό. Σε γενικές γραμμές, οι περισσότεροι, κάναμε, ή προσπαθούσαμε να κάνουμε μιας και δεν είναι εύκολο όλο αυτό, χιούμορ, μπας και ξεχαστούμε απ’ το «υπερθέαμα» που τόσο απλόχερα μας χάριζε η εθνική και που με τόσο βίτσιο παρακολουθούσαμε. Όλοι μπορούσαμε να κλείσουμε την τηλεόραση ή να αλλάξουμε κανάλι. Δεν το κάναμε. Εγώ βέβαια το πήγα ένα βήμα παραπέρα μιας και είδα και το post game show, μετά το τελευταίο σφύριγμα, ένα σφύριγμα, που έδωσε στους Αρμένιους τη νίκη, δικαίως, με 2-3.

Αυτό που ακολούθησε μπροστά στις κάμερες (προσωπικά έβλεπα τον αγώνα και το ρεπορτάζ στην Cosmote και γι’ αυτή θα μιλήσω) ήταν ισάξιο με το πιο trash reality των αρχών του 2000. Αν σκέφτεσαι τον Τσάκα είσαι σε καλό δρόμο. Ο αρχηγός της ομάδας, Σωκράτης Παπασταθόπουλος, ανέλαβε την ευθύνη. «Αν κάποιοι θεωρούν πως ο Σωκράτης, και ο κάθε Σωκράτης, είναι το πρόβλημα να μου το πουν και εγώ θα αναλάβω τις ευθύνες μου. Αυτή η κατάσταση δεν γίνεται να συνεχιστεί». Η βελόνα είχε κολλήσει και η λούπα ήταν ένοχα απολαυστική λες και ακούγαμε τον πρώτο δίσκο του Ice Cube. «Ναι καταλάβαμε» έλεγαν οι δημοσιογράφοι «ποτέ δεν κρύφτηκες πίσω από το δάχτυλο σου» ενώ ο παίκτης ουσιαστικά κρυβόταν πίσω από το δάχτυλό του. Κανένας δεν ξεστόμιζε αυτό που εννοούσε ο Σωκράτης και όλοι, μπροστά στις οθόνες μας, το είχαμε καταλάβει χωρίς να έχουμε την εξυπνάδα πυρηνικού φυσικού. Το νόημα ήταν τόσο απλό: «Ο Άγγελος Αναστασιάδης πρέπει να φύγει. Ή θα φύγει αυτός ή θα φύγω εγώ και μερικοί άλλοι παίκτες».

Μετά από λίγο ο εκλέκτορας της εθνικής, και αφού έχει ενημερωθεί για τις δηλώσεις του αρχηγού της ομάδας, βγαίνει σε παράθυρο να δώσει απαντήσεις. Ζωντανά στον αέρα, στη μία το βράδυ. «Η ομάδα δεν έχει πρόβλημα, πιστεύω πως μπορούμε να προκριθούμε ακόμα. Ο κύριος Παπασταθόπουλος, και όποιος άλλος νιώθει ηττημένος, μπορεί να μας το πει και να μείνει σπίτι του». Άλλωστε για το μαύρο χάλι της ομάδας, σύμφωνα με τον Αναστασιάδη, δεν ευθύνεται κανένας παίκτης, κανένας προπονητής και κανένας παράγοντας, αλλά «Εκείνος» που τον κόσμο τόσο τέλεια έπλασε και άλλη δουλειά δεν έχει απ’ το να παρακολουθεί τα Σαββατοκύριακα Σούπερ Λίγκα και όλα τα παιχνίδια της Εθνικής. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκα πως όλο αυτό θα μπορούσε να ολοκληρωθεί και να δέσει τέλεια μόνο αν σε ένα άλλο παράθυρο εμφανιζόταν ο Γεωργίου μαζί με τον Χατζηστεφάνου. Με τον δεύτερο φυσικά να ωρύεται για λευτεριά στην Τσετσενία, αναλύοντας τα συστήματα του Μάκη του Κατσαβάκη. Ευτυχώς το «Θέατρο του Παραλόγου» ολοκληρώθηκε μόνο με τον Άγγελο Μπασινά, να τα βλέπει όλα υπέροχα, και τον Σωτήρη Κωσταβάρα, προς τιμήν του, να λέει, επιτέλους, πως ο Σωκράτης, ουσιαστικά, μίλησε για απομάκρυνση του Αναστασιάδη από τον πάγκο (και απ’ το ποδόσφαιρο θα συμπληρώσω εγώ). 40 ολόκληρα λεπτά, και αυτό δεν το είχε ξεστομίσει κανένας άλλος. Κάπου εκεί έκλεισα την τηλεόραση και έπεσα για ύπνο. Βαθύ ύπνο. Όπως αυτός που βρίσκεται εδώ και χρόνια το ελληνικό ποδόσφαιρο και ο ελληνικός αθλητισμός σε όλα του, δυστυχώς, τα επίπεδα.

Αυτά που έγραψα πιο πάνω είναι γνωστά στους περισσότερους και το βαθύτερο και ουσιαστικό νόημα δεν είναι πως ο Αναστασιάδης είναι ένας μέτριος προπονητής, ξεπερασμένος ακόμα κι απ’ το άθλημα των 80s, ούτε πως η εθνική δεν έχει το ταλέντο περασμένων δεκαετιών και τις προσωπικότητες για να ηγηθούν βοηθώντας και τους νέους που έρχονται. Κατά την, ταπεινή μου, γνώμη τέτοια προσωπικότητα δεν είναι ούτε ο Σωκράτης, ούτε ο Μανωλάς, ούτε ο Φορτούνης. Όσο και αν είναι εξαιρετικοί ποδοσφαιριστές. Που είναι. Η ουσία είναι πως έχουμε περάσει, χωρίς να το έχουμε καταλάβει μάλιστα, σε μια εποχή πλήρης απαξίωσης. Όπως εκείνη λίγο πριν αναλάβει την ομάδα ο Ρεχάγκελ. Τότε που οι αγώνες της εθνικής δεν αποτελούσαν κάτι τόσο σημαντικό, αφού: «Έλα μωρέ θα χάσουμε, δεν έχουμε καλή ομάδα». Τότε που δεν πηγαίναμε ποτέ σε μεγάλα τουρνουά. Τότε που όλοι είχαν άποψη αλλά κανένας πραγματική και ουσιαστική γνώση. Τότε που για μια δήλωση ή μια ηλίθια συμπεριφορά μπορούσες να μην κληθείς ξανά ακόμα και αν διέθετες σπουδαίο ταλέντο. Τότε που κανένας δεν πήγαινε στο γήπεδο. Τότε που κανένας δεν «έσκαγε» όταν χάναμε, και οι μισοί δεν μάθαιναν ούτε ποιοι είχαν σκοράρει όταν κερδίζαμε. Τότε που «Άντε να μαζευτούμε να παίξουμε, να χάσουμε, να γυρίσουμε στις ομάδες μας γιατί έχουμε και Τσάμπιονς Λιγκ την Τετάρτη». Ναι, τότε είχαμε κι απ’ αυτό. Τότε που όπως λέγαμε οι περισσότεροι «Δεν έχουμε ποδόσφαιρο». Δυστυχώς εδώ και πολλά χρόνια αυτό συμβαίνει και πάλι. Δεν έχουμε ποδόσφαιρο. Το χειρότερο βέβαια είναι πως δεν βλέπω πουθενά κάποιο φως ώστε να βγούμε από αυτό το σκοτάδι και να χαρούμε και πάλι, έστω και λίγο, με το δικό μας ποδόσφαιρο και την δικιά μας εθνική.

Τι συνέβη με τον Εμιλιάνο Γκουρουσέτα;

  [2 Σχόλια]

O Γκουρουσέτα σε παιχνίδι της Βαλένθια με τη Μπέτις

Η πανάκριβη BMW έχασε τον έλεγχο, έχοντας στις ρόδες της υπερβολική ταχύτητα, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ την Παμπλόνα. Μερικά λεπτά πριν φτάσει στον τελικό της προορισμό. Ο δρόμος ήταν εξωπραγματικά γλιστερός και η καταρρακτώδης βροχή που έπεφτε απ’ το προηγούμενο βράδυ έκανε την οδήγηση υπερβολικά δύσκολη ακόμα και για τον πιο έμπειρο οδηγό αγώνων. Πόσο μάλλον για κάποιον που ούτε επαγγελματίας οδηγός ήταν και -όπως παραδέχτηκαν φίλοι και συγγενείς- ήταν και ένας μέτριος, στα όρια του κακού πολλές φορές, οδηγός. Ασχέτως αν η αγάπη του για τις πανάκριβες BMW, και την υπερβολική ταχύτητα, ήταν αντιστρόφως ανάλογη με τις ικανότητές του πίσω απ’ το τιμόνι. Το όνομά του ήταν Εμιλιάνο Γκουρουσέτα. Το βασικό του επάγγελμα, διαιτητής αγώνων ποδοσφαίρου στις μεγάλες κατηγορίες της Ισπανίας. Άλλωστε στην Παμπλόνα ο Γκουρουσέτα πήγαινε για να διευθύνει ακόμα μία ποδοσφαιρική αναμέτρηση για το πρωτάθλημα του 1987. Στους τραπεζικούς του λογαριασμούς βρέθηκαν μεγάλα ποσά που δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν απ’ τον μισθό του διαιτητή, σε μια εποχή που αυτοί δεν κέρδιζαν υπερβολικά χρήματα, αλλά ούτε και απ’ την μικρή επιχείρηση πώλησης αθλητικών ειδών που είχε στο όνομά του στη νότια Ισπανία. Ο Βάσκος διαιτητής δεν είχε καθόλου καλό όνομα σε μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού της Λα Λίγκα και οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ της εποχής είχαν μόλις ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου μην αφήνοντας τίποτα στην αφάνεια, τόσο για τον ίδιο, όσο και για κάθε εμπλεκόμενο.

Αυτό που αναδύθηκε αμέσως στην επιφάνεια των κακόβουλων φυλλάδων, αυτών που κυκλοφορούν έχοντας ως κύριο μέλημα τον κιτρινισμό, λες και διαβάζεις οπαδικό ελληνικό σάιτ της δικής μας χώρας, ήταν μια μακρινή ιστορία απ’ το κύπελλο Ισπανίας του 1970, με τα ονόματα της Ρεάλ Μαδρίτης και της Μπαρσελόνα να δεσπόζουν με μεγάλα γράμματα στη λεζάντα. Όχι απαραιτήτως και οι δύο για κακό λόγο. Ήταν άλλωστε ακόμα η εποχή του «Μαδρίτη κακή – Βαρκελώνη καλή» όπως έγραψε μοναδικά στο βιβλίο του «Φόβος και Παράνοια στη Λα Λίγκα» o Σιντ Λόου. Στον προημιτελικό του κυπέλλου εκείνης της σεζόν οι δύο σπουδαίες ομάδες, χωρίς να βρίσκονται σε καλή αγωνιστική κατάσταση, κάτι που φανερώνει φυσικά και το γεγονός πως ήταν η πρώτη φορά μετά το 1951 που καμία εκ των δύο δεν είχε τερματίσει στην πρώτη τριάδα του βαθμολογικού πίνακα, βρέθηκαν στον προημιτελικό, εκεί που θα έλυναν τις μεγάλες -και άλυτες εδώ και δεκάδες χρόνια- διαφορές τους, σε διπλούς αγώνες. Η Ρεάλ είχε επικρατήσει της Μπαρσελόνα με 2-0 στο Μπερναμπέου, και ήταν πολλοί αυτοί που θεωρούσαν πως η ρεβάνς του Καμπ Νου θα ήταν απλά μια τυπική διαδικασία για την πρόκριση. Αυτό που δεν λογάριαζε κανείς ήταν το όνομα του Γκουρουσέτα ως ο «Άρχων της αναμέτρησης» στην πρώτη του -ουσιαστικά- μεγάλη παράσταση ως διαιτητής.

Η Μπαρσελόνα ήταν απολαυστική στο πρώτο ημίχρονο και βρέθηκε να προηγείται με 1-0 χάρις στο τέρμα του Κάρλος Ρέσακ. Οι παίκτες της Ρεάλ ήταν ασύνδετοι, και κουρασμένοι, και το δεύτερο γκολ των Καταλανών έδειχνε να είναι θέμα χρόνου. Όσοι παρακολουθούσαν την αναμέτρηση, απλά περίμεναν να δουν την μπάλα να καταλήγει για δεύτερη φορά στα δίχτυα της Ρεάλ και μετά να ακολουθεί η κατάρρευσή της. Όλοι φυσικά υπολόγιζαν δίχως τον νεαρό διαιτητή της αναμέτρησης. Ο παίκτης της Ρεάλ, Μανουέλ Βελάσκες, θα κάνει μια όμορφη ντρίμπλα, εκτός της περιοχής της Μπάρσα, και εκεί που θα αρχίσει να χάνει την μπάλα, θα κάνει μια Ολυμπιακών προδιαγραφών βουτιά που θα έκανε ακόμα και τον σπουδαίο Γιώργο Σκαλέρη να νιώσει λίγος και ταπεινός. Ο Γκουρουσέτα δεν θα το σκεφτεί καθόλου και θα δείξει πέναλτι σε μια φάση που δεν υπήρξε καν ανατροπή, και αυτή η ανατροπή, αν έγινε, που δεν έγινε, ήταν εκτός της περιοχής. Το 1-1 έδωσε ουσιαστικά την πρόκριση στους Μαδριλένους και ώθησε τους Καταλανούς, με μπροστάρη τον Ρέσακ, να αποχωρήσουν απ’ το γήπεδο αηδιασμένοι, με τους οπαδούς να προσπαθούν να εισβάλουν στον αγωνιστικό χώρο για να λιντσάρουν τον διαιτητή. Μερικοί μάλιστα το κατάφεραν και κυνήγησαν για αρκετά μέτρα τον Γκουρουσέτα αλλά και τους βοηθούς του. Η ψύχραιμη αντίδραση του Άγγλου προπονητή της Μπάρσα, Βικ Μπάκινγχαμ, έστειλε τους παίκτες και πάλι στο γήπεδο, τους οπαδούς και πάλι στην κερκίδα, και ουσιαστικά βοήθησε ώστε να τελειώσει ομαλά η αναμέτρηση. Η Μπάρσα ήταν γι’ ακόμα μια φορά αδικημένη.

Η Ισπανική ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τιμώρησε με 6 αγωνιστικές τον Γκουρουσέτα, όχι όμως για την κακή του απόδοση στην αναμέτρηση αλλά επειδή «έχασε» τον έλεγχο του αγώνα και είδε τους παίκτες της Μπάρσα να αποχωρούν απ’ το γήπεδο, υποβαθμίζοντας το ίδιο το άθλημα. Λίγες μέρες μετά την αναμέτρηση, ο Γκουρουσέτα οδηγούσε καμαρωτός μια καινούργια, και πανάκριβη, BMW στους δρόμους του Μπιλμπάο. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκε από χείλη ποδοσφαιρόφιλων της χώρας πως ο νεαρός διαιτητής είχε πάρει χρήματα από τη διοίκηση της Ρεάλ, ώστε να «στήσει» την αναμέτρηση του Καμπ Νου. Το εν λόγω γεγονός δεν έφτασε ποτέ σε κάποια δικαστική αίθουσα, αλλά η πορεία του Βάσκου διαιτητή, μέχρι και το τέλος του, στους δρόμους της Παμπλόνα, δικαίωνε πολλούς σε συζητήσεις ωστόσο «καφενειακού» επιπέδου. Ο Γκουρουσέτα βέβαια συνέχισε να αλλάζει τις BMW σαν τα πουκάμισα, κυκλοφορώντας πάντα ντυμένος στην πένα. Απ’ την άλλη, οι εχθροί του πολλαπλασιάζονταν κάθε αγωνιστική που τον έβλεπαν να σφυρίζει σε κάποιο γήπεδο. Ο Βάσκος ήταν πλέον το κόκκινο πανί για μεγάλη μερίδα των φιλάθλων της χώρας.

Οι επικριτές ένιωσαν δικαιωμένοι (όσοι τουλάχιστον δεν τον είχαν ξεχάσει) στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και λίγο πριν σκάσει σαν βόμβα η «Υπόθεση Μπόσμαν». Ένας Βέλγος μάνατζερ, μιλώντας στην τηλεόραση σε μια εκπομπή με θέμα την διαφθορά στο ποδόσφαιρο, παραδέχτηκε πως το 1984 ο πρόεδρος της Άντερλεχτ, Κόνσταντ Βαν ντεν Στοκ, είχε δωροδοκήσει τον Γκουρουσέτα (που ήταν πλέον διεθνής διαιτητής), για τον δεύτερο αγώνα της ομάδας του κόντρα στην Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλαφ, για τον ημιτελικό του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Η σφαγιαστική διαιτησία του Γκουρουσέτα, βοήθησε τους Βέλγους να κερδίσουν με 3-0, ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου αγώνα. Το ποσό που είχε πάρει ο Βάσκος διαιτητής κάτω απ’ το τραπέζι, σύμφωνα με τον Βέλγο μάνατζερ, είχε αγγίξει, σε σημερινά χρήματα, τις 25.000 ευρώ. Το χειρότερο βέβαια ήταν πως τον είχε οδηγήσει ακόμα και σε απειλές για τη ζωή του, από τους διαμεσολαβητές που είχαν βοηθήσει ώστε να στηθεί το όλο εγχείρημα. Αν φυσικά δεν κρατούσε κλειστό το στόμα του. Η ΟΥΕΦΑ τελικά τιμώρησε την Άντερλεχτ με διετή αποκλεισμό από τις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Ο Γκουρουσέτα είχε αρχίσει να χάνει το χαμόγελό του και να νιώθει για πρώτη φορά πραγματικό φόβο.

Στο βιβλίο του Άγγλου συγγραφέα, Φιλ Μπολ «Morbο: Η ιστορία του Ισπανικού Ποδοσφαίρου» που κυκλοφόρησε το 2003, υπάρχει μια ιστορία για το θέμα, που, ίσως, ξεδιαλύνει αρκετά ένα μέρος αυτού του σίριαλ. Ίσως και όχι. Ο Μπολ περιγράφει εκείνη τη φορά που βρισκόμενος σε κάποιο σαλόνι ξενοδοχείου, και ενώ παρακολουθούσε ποδόσφαιρο, είδε κοντά του τον ένα εκ των βοηθών του Γκουρουσέτα, από το παιχνίδι του 1970. Ας δούμε τι γράφει ο ίδιος: «Τον ρώτησα για το παιχνίδι και μου απάντησε πως απλά κράτησε την σημαία του κάτω. Ήταν φανερά μεθυσμένος και ίσως ταλαιπωρημένος. Του ζήτησα ευγενικά να τον κεράσω ένα ποτό και να μιλήσουμε για τον Γκουρουσέτα και για εκείνο το περίεργο παιχνίδι. Δεν δέχθηκε αμέσως και -σχεδόν- με έβρισε. Μου έχουν προσφέρει ένα σωρό χρήματα για να μιλήσω και θες να το κάνω εδώ σε εσένα; Σχεδόν γέλασε ειρωνικά. Ο Εμίλιο ήταν φίλος μου. Δεν είναι σωστό να μιλάμε για κανένα νεκρό. Δεν ήξερα για καμία BMW, ούτε γι’ ακριβά ρούχα και χρήματα».

Προσπάθησε να φύγει και πάλι. Ο Μπολ σχεδόν τον ικέτευσε να μείνει. Για λίγο ακόμα. Ο βοηθός του Γκουρουσέτα συνέχισε: «Βγάλε τα δικά σου συμπεράσματα. Εγώ δεν αγόρασα ποτέ ακριβό αυτοκίνητο και για να ξέρεις… τον έπιασαν. Τον έπιασαν. Τι εννοούσε δεν το κατάλαβα ποτέ. Ούτε με άφησε ποτέ να του ξαναμιλήσω. Ποιοι τον έπιασαν; Μήπως κάποιοι τον έβγαλαν κιόλας απ’ τη μέση; Έλεγξε κάποιος τα φρένα της BMW εκείνο το βράδυ; Κανένας δεν το είχε κάνει. Κανένας δεν νοιάστηκε ποτέ ξανά. Η υπόθεση παραμένει ακόμα ανοιχτή αλλά ουσιαστικά έχει κλείσει. Όπως και το πρόβλημα με τις κακές διαιτησίες για τις μικρές ομάδες. Με τα χρόνια και η Μπαρσελόνα πέρασε στην απέναντι όχθη και εντάχτηκε και αυτή με τους δυνατούς. Με το Σύστημα. Τι συνέβη ακριβώς με τον Γκουρουσέτα δεν θα το μάθουμε ποτέ».

Η επιστροφή του Άγιαξ και του Total Football

  [1 Σχόλιο]

«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με θυμάμαι να παίζω ποδόσφαιρο. Παντού, και κυρίως στον δρόμο. Εκεί, στον δρόμο, έμαθα κάτι πολύ σημαντικό. Πως να μετατρέπω ένα μειονέκτημα σε πλεονέκτημα. Εκεί κατάλαβα ότι το πεζούλι που έβλεπα μπροστά μου, δεν ήταν πια ένα εμπόδιο για μένα, αλλά πως μπορούσα να το μετατρέψω σε έναν φανταστικό συμπαίκτη και να παίξω μαζί του το ένα-δύο. Κάπως έτσι, και με συμπαίκτη τα κάθε λογής πεζοδρόμια, κατάφερα να εξασκήσω και να βελτιώσω, σε τρομακτικό βαθμό, την τεχνική μου. Όταν η μπάλα αναπηδά σε τόσο διαφορετικές, και άγριες, επιφάνειες, χτυπώντας συγχρόνως σε περίεργες γωνίες, πρέπει να μάθεις να προσαρμόζεσαι πολύ γρήγορα για να την κάνεις δική σου. Στα χρόνια που έπαιξα ποδόσφαιρο όλοι μιλούσαν για την απαράμιλλη τεχνική μου. Οι ρίζες της όμως βρίσκονταν εκεί που μεγάλωσα. Στο δρόμο. Όταν παίζεις στο δρόμο, το πρώτο που δεν θες να συμβεί, είναι να πέσεις κάτω. Αν πέσεις θα πονέσεις. Εγώ δεν πόνεσα ποτέ».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Γιόχαν Κρόιφ και σε αυτά μπορούμε να διακρίνουμε, εκτός της ατομικής τεχνικής, το σημαντικότερο συστατικό της επιτυχίας του Ολλανδικού μοντέλου, από τα 70s, μέχρι και τις μέρες μας. Αυτό φυσικά και δεν είναι άλλο απ’ την ομαδικότητα. Ο Κρόιφ, φαινομενικά, μιλάει για την ατομική τεχνική δεν ξεχνά να αναφερθεί όμως και στον συμπαίκτη. Αλλιώς θα μας έλεγε, μόνο, για τον τρόπο που έπαιρνε την μπάλα πάνω στον σκληρό δρόμο, το πως περνούσε όποιον αντίπαλο έβρισκε μπροστά του με μαγικές ντρίμπλες, και για το πως σκόραρε, αφού πρώτα είχε αδειάσει και τον τερματοφύλακα. Ακούγεται εύκολο αλλά -πιστέψτε με- δεν είναι. Κι όμως μιλάει, και στέκεται υπερβολικά σε αυτό, για το πεζούλι. Για τον φανταστικό συμπαίκτη του. Εκείνον που του έδινε την μπάλα με -κάθε τρόπο και- κάθε πιθανό φάλτσο. Στο μυαλό του, εφόσον είχε καταφέρει να παίζει αυτό το ένα-δύο με το «άτεχνο» πεζούλι, θα μπορούσε να κάνει εξωπραγματικά πράγματα, παίζοντας με κανονικούς συμπαίκτες, τα επόμενα χρόνια. Πόσο μάλλον όταν και αυτοί οι συμπαίκτες θα είχαν σπουδαία τεχνικά χαρίσματα. Η ιστορία που ακολούθησε είναι γνωστή. Σε όλους. Ο Άγιαξ, και η εθνική Ολλανδίας, των 70s, που με ηγέτη τον Κρόιφ, τρομοκράτησε ολόκληρη την Ευρώπη για 4-5 χρόνια, και μετά ήρθε η διάλυση. Όλα τα «αστέρια» μπορεί να έφυγαν γι’ άλλες πολιτείες, κάτι που συνεχίστηκε και φυσικά συνεχίζεται αλλά ο Άγιαξ έμεινε πιστός στο πλάνο του και το δικό του μοντέλο. Να δημιουργεί ομάδες, απ’ τα δικά του σπλάχνα, μετά να τρομοκρατεί την Ευρώπη και στο τέλος να τους πουλάει, για πολλά εκατομμύρια, στους πλούσιους αυτού εδώ του κόσμου.

«Η τελευταία φουρνιά της ομάδας είναι η καλύτερη των τελευταίων 20 ετών. Κάντε λίγο υπομονή και θα τους μάθετε για τα καλά». Τάδε έφη ο ίδιος ο Κρόιφ, λίγους μήνες πριν αφήσει αυτόν εδώ τον κόσμο. Φυσικά και αναφέρονταν στην τελευταία «τάξη» της φημισμένης Ακαδημίας των Ολλανδών. Της κορυφαίας ποδοσφαιρικής σχολής του πλανήτη από τις αρχές των 70s -όταν και ο Ρίνους Μίχελς παρουσίασε το μοντέλο του- μέχρι και τις μέρες μας, με την ομάδα του Έρικ Τενκ Χαγκ που χαιρόμαστε να βλέπουμε. Φυσικά και ο Κρόιφ είχε αναφερθεί στους παίκτες που, από το περσινό καλοκαίρι, ολόκληρη η Ευρώπη έχει την τύχη να τους βλέπει να μαγεύουν στα γήπεδα, παίζοντας αυτό το ποδόσφαιρο που χαρακτηρίζει τους Ολλανδούς και που μάθαμε να το αποκαλούμε όλοι εμείς, ακόμα και όταν ήμασταν μικρά παιδάκια, και δεν μπορούσαμε να το κατανοήσουμε με τίποτα, «Total Football».

Όσοι είχαν την τύχη να δουν τις νοκ-άουτ αναμετρήσεις του Άγιαξ με την Ρεάλ Μαδρίτης και την Γιουβέντους παρακολούθησαν αυτό το στυλ ποδοσφαίρου. Στα καλύτερά του. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο της υπερβολικής, πολλές φορές, αμυντικής προσήλωσης (και τακτικής), στα όρια του βαρετού για το μάτι, η Ολλανδική ομάδα κατάφερε να αγγίξει (σχεδόν) το τέλειο, παρουσιάζοντας όλα τα χαρακτηριστικά αυτού του ελκυστικού μοντέλου πάνω στο χορτάρι. Τέλειες αποστάσεις, σε όλες τις γραμμές, με μια, σχεδόν, μαθηματική προσέγγιση. Απίστευτο πρέσινγκ, σε όλους τους χώρους, κάτι που όπως είναι λογικό μειώνει τις αποστάσεις του γηπέδου, όταν φυσικά αμύνεσαι, (με αυτό άλλωστε είχε μανία ο Μίχελς, το συνέχισε ο Κρόιφ και -ευτυχώς- το βλέπουμε και στις μέρες μας από προπονητές, και εκτός Ολλανδίας, όπως ο Κλοπ και ο Γκουαρδιόλα), και τελευταίο, η άψογη τεχνική σε συνδυασμό όμως με την ταχύτητα. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν γίνεται τίποτα αν δεν υπάρχει ταχύτητα. Όλα τα παραπάνω, όταν μπαίνουν μαζί στο «μίξερ της ολλανδικής τακτικής» είναι ικανά να τρομάξουν ακόμα και τον πιο δυνατό και έμπειρο αντίπαλο. Το βλέπουμε να συμβαίνει. Εγώ γράφω απλά αυτά που βλέπω.

Η παράσταση του Άγιαξ στη Μαδρίτη με έκανε να ερωτευθώ και πάλι το ποδόσφαιρο. Το δηλώνω και δεν ντρέπομαι. Αν ο Άγιαξ ήταν γυναίκα θα ήθελα να την παντρευτώ και να αράξουμε παρέα για ένα ολόκληρο καλοκαίρι σε κάποιο όμορφο νησί. Είναι το ποδόσφαιρο όπως θέλω εγώ να το βλέπω. Το όμορφο, επιθετικό, «σωστό» ποδόσφαιρο. Για την παράσταση στο Τορίνο δεν μπορώ να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψω τα συναισθήματα που ένιωσα. Κάτι που μεγαλώνει ακόμα περισσότερο την σημασία αυτής της «παράστασης» επίσης είναι το γεγονός πως έγινε από «ηθοποιούς» που δεν τους έχουμε μάθει ακόμα για τα καλά. Δεν παίζω και μάνατζερ εδώ και χρόνια. Ειλικρινά δεν νομίζω να υπάρχει αυτή τη στιγμή αγνός και ρομαντικός φίλος του ποδοσφαίρου που να μην θέλει να δει τα «μωρά» του Άγιαξ να σηκώνουν το τρόπαιο στη Μαδρίτη. Και αυτή είναι ακόμα μία σπουδαία νίκη για το ποδόσφαιρο των ημερών μας.

Ο Τάντιτς είναι αυτή τη στιγμή ότι ήταν ο Βάσοβιτς για την ομάδα του ’71, κι ας αγωνίζεται σε άλλη θέση. Ο ξεχασμένος παικταράς δηλαδή που ήρθε από μια μέτρια ομάδα και έγινε ηγετικός. Ο Μπλιντ είναι η ήρεμη δύναμη και η εμπειρία στην άμυνα. Ο Νέρες και ο Ζίγιες είναι δύο παίκτες που παίζουν ποδόσφαιρο αλάνας, στα μάτια πολλών, στηριζόμενοι στα άρτια τεχνικά τους χαρακτηριστικά, και παράλληλα είναι άψογοι τακτικά. Φυσικά υπάρχει και το τέλειο δίδυμο, των Ντε Λιχτ και Ντε Γιονγκ, ως οι απόλυτοι ισορροπιστές όλης της ομαλής λειτουργίας τόσο σε άμυνα όσο και επίθεση. Δύο άψογοι τεχνικά παίκτες. Δύο προπονητές εντός του γηπέδου. Ο πρώτος είναι η επιτομή του σύγχρονου αμυντικού και ο δεύτερος η επιτομή του κεντρικού μέσου. Και οι δύο, για ομάδες που αρέσκονται σε αυτό το στυλ παιχνιδιού. Προσωπικά, και επειδή μου αρέσει να κάνω αυτού τους είδους τις παρομοιώσεις, μου θυμίζουν το δίδυμο των πρωταγωνιστών της ταινίας «Funny Games» του Χάνεκε. Τόσο φλώροι στην όψη, σαν φοιτητές του Yale, αλλά τόσο επικίνδυνοι, σαν σαδιστές, τρόφιμοι φυλακών. Πως το αντιμετωπίζεις όλο αυτό; Άραξε και απόλαυσέ το καλύτερα.

Το 1972, και μετά την συντριβή της Ίντερ απ’ τον Άγιαξ στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, η Gazzetta dello Sport είχε γράψει, χωρίς να κάνει κάποιο λάθος, τον παρακάτω τίτλο: «Η Ίντερ είναι η άξια πρωταθλήτρια Ευρώπης. Αυτός ο Άγιαξ είναι ο πρωταθλητής κόσμου και του Γαλαξία μαζί». Με αυτό τον τίτλο παραδέχονταν την ανωτερότητα των Ολλανδών. Μιας ομάδας που είχε τον Κρόιφ, τον Νέσκενς, τον Χάαν και τους λοιπούς «εξωγήινους». Ο τωρινός Άγιαξ έχει φτάσει ήδη στα ημιτελικά, και αν ολοκληρώσει το θαύμα, τα πάντα θα παιχτούν σε 90 λεπτά στη Μαδρίτη. «Εξωγήινα» ονόματα δεν έχει ακόμα μιας και οι περισσότεροι παίκτες είναι ακόμα νεαροί και τώρα τους μαθαίνει ο περισσότερος κόσμος όπως έγραψα και πιο πάνω, αλλά κάτι το «εξωγήινο», και το μαγικό, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πως δεν το έχει αυτή η ομάδα. Άλλωστε όλοι δουλεύουν για το σύνολο, πάνω σε ένα μοντέλο, και ένα σύστημα, που αν παιχτεί όπως πρέπει, όπως έχει αποδειχθεί εδώ και 50 χρόνια, είναι -σχεδόν- ανίκητο. Έγραψα «σχεδόν» γιατί ποτέ, καμία ομάδα, δεν παίζει μόνη της και γιατί πάντα, σε μια βραδιά, παίζει ρόλο και η τύχη. Αν κέρδιζε πάντα ο καλύτερος, αυτός ο Άγιαξ (και συγγνώμη αν ακουστώ υπερβολικός σε πολλούς), θα κέρδιζε το φετινό Τσάμπιονς Λιγκ. Ίσως και το πρωτάθλημα του Γαλαξία.

Μια μπαλάντα για τον Φλορεντίνο Πέρεθ

  [11 Σχόλια]

Ήταν Μάιος του 2004 όταν ο Κάρλος Κεϊρόζ απολύονταν απ’ την ηλεκτρική καρέκλα του προπονητή της Ρεάλ Μαδρίτης. «Ήταν ένα απ’ τα μεγαλύτερα λάθη που έχω κάνει» δήλωσε ο πρόεδρος της ομάδας, Φλορεντίνο Πέρεθ. «Νομίζαμε πως η ομάδα δεν είχε ανάγκη από κάποιον που πρέπει να χτυπά το χέρι στο τραπέζι. Μεγάλο λάθος». Κάπως έτσι, ο Χοσέ Αντόνιο Καμάτσο, έφτασε στη Μαδρίτη για να αντικαταστήσει τον Κεϊρόζ. Με λίγα λόγια, για να γίνει ο άνθρωπος που θα τραβούσε το «χαλινάρι» των «Γκαλάκτικος» τη χρονιά που θα ακολουθούσε. Όχι όμως κάποιων απλών και ταπεινών παικτών, αλλά αυτών που είχαν μάθει να λειτουργούν και να συμπεριφέρονται ακριβώς όπως τα πιο κακομαθημένα παιδιά ενός, ανήμπορου να τα συνετίσει, πάμπλουτου πατέρα. Φυσικά και δεν ήταν ακόμα μία δύσκολη αποστολή. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Μια αποστολή αυτοκτονίας, με ποσοστό να βγει εις πέρας πιο χαμηλό κι απ’ του φετινού ΠΑΟ, πίσω από τα 6.75, στο μπάσκετ.

Τον Σεπτέμβριο του 2004, και πριν τον αγώνα με την  Εσπανιόλ, ο Καμάτσο αποφασίζει να μην χρησιμοποιήσει τον Ντέιβιντ Μπέκαμ και τον αρχηγό της ομάδας, Ραούλ. Λογικά επειδή δεν είχε καταλάβει ακόμα πως λειτουργεί ένας προπονητής της Ρεάλ Μαδρίτης. Η Ρεάλ θα ηττηθεί με 1-0 αλλά δεν ήταν αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα. Εκπρόσωποι της adidas θα διαμαρτυρηθούν, επισήμως μάλιστα, στον Πέρεθ για την μη συμμετοχή του Άγγλου σούπερ σταρ (που είχε τεράστιο συμβόλαιο με την εταιρεία τους), παρουσιάζοντας αναλυτικά πόσα χρήματα είχαν χάσει. Φυσικά και το μεγάλο αφεντικό ανέλαβε αμέσως δράση. Χωρίς πολλές σκέψεις και χρονοτριβές. Ο Καμάτσο κατάλαβε. «Επόμενος προπονητής είναι ένας άνθρωπος που εκτιμώ βαθύτατα. Ο Μαριάνο Γκαρσία Ρεμόν. Του ευχόμαστε καλή τύχη. Στη Ρεάλ έχουμε μάθει να κάνουμε υπομονή. Ο Μαριάνο έχει όσο χρόνο θέλει για να φτάσουμε και πάλι σε μεγάλους θριάμβους». Με αυτή τη λιτή δήλωση, ο ισχυρός άνδρας της ομάδας, καλωσόριζε τον νέο προπονητή αλλά ουσιαστικά αναποδογύριζε την κλεψύδρα του χρόνου του. Οι δημοσιογράφοι είχαν ήδη αρχίσει, γελώντας, να βάζουν στοιχήματα πόσο θα άντεχε ο νέος προπονητής. Ένα μήνα; Δύο μήνες; 20 μέρες; Μία βδομάδα; Όλα ήταν πιθανά.

Η ιστορία θα συνεχιστεί με μπόλικες δόσεις παρασκηνίου σαν μυθιστόρημα γραμμένο απ’ τον Φρανσουα Φορεστιέ, όχι για κάποια σπουδαία ομάδα ποδοσφαίρου όπως είναι η Ρεάλ Μαδρίτης αλλά για την πολιτική κατάσταση των ΗΠΑ την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Ήταν η εποχή που o Ρονάλντο (ο Βραζιλιάνος) είχε πάρει αρκετά κιλά και -όπως ήταν λογικό- είχε αρχίσει να χάνει την φόρμα του. Τα άρθρα των εφημερίδων, κυρίως αυτών που βρίσκονται απέναντι, μιλούσαν όλο και περισσότερο για τα νυχτοπερπατήματα του Βραζιλιάνου παρά για τα τέρματα και τα τσαλιμάκια του. Δίπλα σε όλα αυτά, τα γόνατά του πονούσαν, και πάλι, υπερβολικά. Ο Ρεμόν θα επιλέξει να τον αφήσει στον πάγκο για το ματς με την Σεβίλλη. Ο Ρονάλντο άλλωστε δεν μπορούσε να αγωνιστεί, εκείνη την εποχή, για πάνω από 20-30 λεπτά και η Ρεάλ θα γνωρίσει ακόμα μία ήττα. Ο Φλορεντίνο Πέρεθ,  θα τηλεφωνήσει αμέσως στον προπονητή Ρεμόν. Βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση και ακολουθεί ο παρακάτω σύντομος διάλογος που φανερώνει πολλά για το πως διαχειρίζεται αυτές τις καταστάσεις ο πανίσχυρος άνδρας των Μαδριλένων.

(Ντριν. Ντριν. Ντριν)

«Παρακαλώ»

«Ποιος νομίζεις πως είσαι και αφήνεις τον Ρονάλντο στον πάγκο.»

«Είμαι ο προπονητής».

«Ξέρεις τι συμβόλαια υπάρχουν»

«Σας είπα. Είμαι ο προπονητής. Το θέμα είναι καθαρά αγωνιστικό»

(Τουτ. Τουτ. Τουτ)

Την επόμενη μέρα θα βρεθεί και αυτός χωρίς δουλειά. Επόμενος άτυχος ο Βαντερλέι Λουξεμπούργκο, μπας και σώσει ακόμα μία χρονιά που έδειχνε να οδηγείται και αυτή προς την καταστροφή. Το πρόβλημα φυσικά και δεν ήταν οι προπονητές, άλλωστε και ο Λουξεμπούργο έφυγε τρεις μήνες αργότερα, ως αποτυχημένος. Όπως όλοι εκείνο το διάστημα. Η Ρεάλ Μαδρίτης μπορεί να διέθετε ένα σωρό πρωτοκλασάτους ποδοσφαιριστές αλλά κανένας προπονητής δεν μπορούσε να δουλέψει με την ησυχία του, προσπαθώντας να τους κάνει ομάδα. Πραγματική ομάδα. Ήταν αδύνατο. Πολλές φορές, για να χωρέσουν όλοι οι σούπερ σταρ στην βασική 11αδα, η ομάδα κατέβαινε στο γήπεδο με μόλις ένα κόφτη, στον άξονα, και πέντε επιθετικούς μπροστά του. Λες και έφτιαχνε το σύστημα νεαρός φοιτητής σε παιχνίδι στο FIFA. Στο amateur. Στο κανονικό ποδόσφαιρο αυτά δεν μπορούν να γίνουν. Ούτε γίνεται να βγάζει την βασική 11αδα ο πρόεδρος και οι χορηγοί. Ή μάλλον γίνεται αν λειτουργείς όπως η Ρεάλ Μαδρίτης εκείνης της περιόδου. Ο Πέρεθ, απ’ την άλλη, όσο έβλεπε τα έσοδα να μεγαλώνουν δεν μπορούσε να μην νιώθει ικανοποιημένος. Γνώριζε άλλωστε καλύτερα απ’ τον καθένα πως όταν δεν μπορείς να κερδίσεις τίτλους είναι καλό να κερδίζεις χρήματα. Η Ρεάλ Μαδρίτης μπορεί να μην κέρδιζε τίτλους αλλά είχε καταφέρει να ακούγεται παντού το όνομά της επειδή, πολύ απλά, είχε παίκτες όπως ο Ζιντάν, ο Φίγκο, ο Ραούλ, ο Μπέκαμ, ο Ρονάλντο και ο Μάικλ Όουεν. Ομάδα-όνειρο; Εμπορικά ναι.

«Είμαι ο πρόεδρος της Ρεάλ Μαδρίτης. Δεν θέλω όμως να με βλέπετε έτσι. Θέλω να είμαι για όλους εσάς ένας απλός επιστάτης. Ο άνθρωπός σας. Ο συνεχιστής μιας  κληρονομιάς που ανήκει σε όλους τους Μαδριλένους». Αυτή είναι η δήλωση του Πέρεθ μετά τη νίκη του στις εκλογές για την προεδρία της ομάδας το 2000. Μια δήλωση στα όρια του φθηνού λαϊκισμού. Τότε είχε υποσχεθεί να εξαλείψει το τεράστιο χρέος που είχε η ομάδα και να φέρει στην ομάδα τον ηγέτη της αιώνιας αντιπάλου, Μπαρτσελόνα, τον Λουίς Φίγκο. Αν φυσικά κέρδιζε. Ουσιαστικά δεν ρίσκαρε αλλά τζόγαρε. Τζόγαρε το οικονομικό του μέλλον. Και κέρδισε μιας και αυτά που είχε υποσχεθεί δεν μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορους τους φίλους της ομάδας. Ο Φλορεντίνο Πέρεθ είναι ο άνθρωπος που μεγάλη μερίδα, και της δικής μας χώρας, θα μπορούσε άνετα να ταυτιστεί μαζί του. Ο πρόεδρος που δεν τον νοιάζει αν θα τον σέβεσαι – αρκεί να τον φοβάσαι. Ο άνθρωπος που θα πάρει πάντα αυτό που θέλει. Με κάθε τρόπο. Ηθικό και ανήθικο. Όπως προστάζει δηλαδή ο σύγχρονος πρωταθλητισμός. Κάπως έτσι έφτασε να επανεκλεγεί το 2004 με το συντριπτικό 95%, ρυθμίζοντας το χρέος, με τις πλάτες της Μαδρίτης και του κράτους, και αγοράζοντας κάθε καλοκαίρι από ένα σούπερ σταρ. Ο κόσμος άλλωστε πάντα θα θαμπώνεται απ’ τα λαμπερά φώτα, ασχέτως αν πίσω τους κρύβουν το πιο πηχτό σκοτάδι. Αυτό δεν νοιάζεται άλλωστε να το δει.

Ας δούμε μια όχι και τόσο γνωστή παλιά ιστορία. Ο διευθυντής της εφορίας της Ισπανίας, από το 1998 μέχρι το 2001, Ρουίθ Θαραμπό, αφηγείται μια ιστορία, όταν διεξαγόταν έρευνα απ’ τη Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος για ένα σωρό οικονομικά σκάνδαλα που δίπλα τους υπήρχε το όνομα της Ρεάλ Μαδρίτης. «Ο Πέρεθ είχε μπει στα γραφεία του Υπουργείου Οικονομικών και ζήτησε να δει τον Γ.Γ Ενρίκε Χιμένεθ-Ρέινα. Ο δεύτερος τον δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Ο Πέρεθ εισέβαλε στο γραφείο και άρχισε να βρίζει θεούς και δαίμονες. Μιλούσε μάλιστα με τόσο υποτιμητικό τρόπο στον Ρέινα λες και δεν είχε μπροστά του κάποιο σημαντικό πρόσωπο αλλά τον τελευταίο υπάλληλο της εταιρείας του. Κάτι που και πάλι θα ήταν λάθος. Τον θυμάμαι, φεύγοντας, να απειλεί πως αν δεν σταματήσει αμέσως η έρευνα, θα πάρει την ομάδα και θα αποχωρήσει από το πρωτάθλημα». Απ’ ότι βλέπετε αυτά τα τραγελαφικά δεν συμβαίνουν μόνο στη δική μας χώρα. Και δε το αναφέρω για ελαφρυντικό. Τα σκάνδαλα και οι υποθέσεις διαφθοράς φυσικά και δεν σταμάτησαν ποτέ να απασχολούν τον Πέρεθ και τη Ρεάλ Μαδρίτης μέχρι και τις μέρες και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, αλλά πάντα, ο ισχυρός άνδρας καταφέρνει να βγαίνει αλώβητος. Αυτή είναι άλλωστε η μοίρα όλων των ισχυρών.

Το πιο ανήθικο απ’ όλα όμως δεν είναι ούτε ο πλήρης έλεγχος του ισπανικού Τύπου και η προπαγάνδα υπέρ του ίδιου, ούτε οι διάφοροι μαφιόζοι που κατά καιρούς μπορεί να διακρίνει κανείς δίπλα του, στις θέσεις «επισήμων» του Σαντιάγκο Μπερναμπέου αλλά το γεγονός πως ουσιαστικά έχει καταφέρει, με την πολιτική του, να εξελιχθεί σε ισόβιο πρόεδρο της ομάδας. Οι παράλογες απαιτήσεις που πλέον υπάρχουν για να μπορέσει κάποιος να θέσει υποψηφιότητα απέναντί του, τού δίνουν ουσιαστικά, την δυνατότητα να μην μπορεί να απειληθεί από κανένα. Πρώτον: οι οικονομικές απαιτήσεις-εγγυήσεις, που ζητά και ρυθμίζει ο ίδιος ο Πέρεθ, και που δεν μπορούν να υλοποιηθούν από κανένα, και δεύτερον: To γεγονός πως κάποιος που θα έχει την απαιτούμενη οικονομική επιφάνεια (λέμε τώρα) θα πρέπει παράλληλα να έχει συμπληρώσει και -τουλάχιστον- 20 χρόνια ως επίσημο μέλος της ομάδας. Κάπως έτσι έχει αποκτήσει την δύναμη να λειτουργεί ως ο απόλυτος «άρχοντας» της ομάδας, να αλλάζει τους προπονητές σαν τα πουκάμισα, και να αγοράζει ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί (όχι πάντα σε καθαρά αγωνιστική αξία). Η πρώτη έλευση πάντως του Ζιντάν έδειξε πως είχε διορθώσει αρκετά απ’ τα λάθη, αφήνοντάς τον να δουλέψει για τρία σερί χρόνια και κατακτώντας τρία σερί Κύπελλα Πρωταθλητριών πριν επιστρέψει και πάλι στις επιλογές των αναλώσιμων (και αποτυχημένων) Λοπετέγκι και Σολάρι.

Η φετινή σεζόν ξεκίνησε με πολλά λάθη και εξελίχθηκε σε ναυάγιο. Ο Ζιντάν επέστρεψε ως Μεσσίας και ο Φλορεντίνο Πέρεθ είναι πανέτοιμος να του δώσει να διαχειριστεί ένα ποσό που θα αγγίζει τα 500.000.000 ευρώ ώστε να φέρει στην ομάδα το καλοκαίρι, όχι αυτούς που θέλει ο ίδιος ο Ζιζού, αλλά αυτούς που γουστάρει ο ίδιος ο Πέρεθ. Τον Εμπαπέ, τον Αζάρ, τον Πογκμπά, τον Θάνος απ’ το Infinity War των Anengers. Απ’ την άλλη εγώ, ακόμα και τον Ζιντάν, δεν μπορώ να τον βλέπω να στέκεται πλέον δίπλα στον Πέρεθ. Τον αγαπημένο μου Ζιζού. Το τονίζω. Τον σπουδαιότερο μαέστρο. Τον τεράστιο αυτό αρτίστα που χόρευε (και) στο Μπερναμπέου, με το νούμερο-5 στην πλάτη, κάνοντας ακόμα και εκείνη την ιδιαίτερη φαλάκρα, να μοιάζει με άγιο -ποδοσφαιρικό- φωτοστέφανο. Προσωπικά πρόεδροι όπως ο Φλορεντίνο Πέρεθ μου προκαλούν αποστροφή μιας και πρεσβεύουν όλα αυτά που βρίσκονται ακριβώς απέναντι από αυτά που θέλω εγώ να βλέπω στο ποδόσφαιρο, στον αθλητισμό και κατ’ επέκταση στην κοινωνία. Αυτοί που εκμεταλλεύονται τις ομάδες χωρίς να τις πονούν. Αυτοί που χαίρονται για τους τίτλους τους ξέροντας πως για να αποκτηθούν έχουν διαλυθεί ιδανικά. Ο πρόεδρος που φέρνει όποιον θέλει, διώχνει όποιον θέλει, σε απολύει αν δεν πας με τα νερά του, σε απειλεί αν σε δει απέναντι. Τα χειρότερα είδωλα ενός κατεστραμμένου αθλητισμού σε ένα σπασμένο καθρέφτη.

Τορκί: Μια μικρή ωδή στην επιτυχία της αποτυχίας

  [3 Σχόλια]

Από πολύ μικρή ηλικία με γοήτευαν οι ιστορίες των αδύναμων. Των «φτωχών» και των αουτσάιντερ. Ίσως και γι’ αυτό να ήμουν πάντα με τους Ινδιάνους, και όχι με τους καουμπόηδες, σε εκείνη την «κόντρα» που βλέπαμε, στα Γουέστερν με τον Τζον Γουέιν, όταν ήμασταν μικροί. Μεγαλώνοντας συνέχισα να είμαι με τον αδύναμο. Ιδίως όταν βλέπω κάποιο αγώνα ομάδων (ή αθλητών) που όμως δεν υποστηρίζω. Η μοναδική εξαίρεση σε αυτό τον δικό μου κανόνα είναι η τεράστια Λίβερπουλ. Αν και όταν άρχισα εγώ να υποστηρίζω τους «κόκκινους» δεν κέρδιζαν κανένα τίτλο. Αυτό -δυστυχώς- ισχύει ακόμα. Αφορμή γι’ αυτό εδώ το κείμενο στάθηκε το μήνυμα ενός φίλου, για να μου υποδείξει, να δω στο Netflix την μίνι σειρά ντοκιμαντέρ «Losers» και συγκεκριμένα το πρώτο επεισόδιο αυτής με τίτλο «Mistcast Champion». Μια ιστορία για τον επαγγελματία πυγμάχο Μάικλ Μπεντ. Εδώ και αρκετά χρόνια λατρεύω την πυγμαχία. Να βλέπω -εξηγούμαι- όχι να παίζω. Θεωρώ πως είναι ένα εξαιρετικό σπορ τακτικής, στρατηγικής και δύναμης, σωματικής αλλά και ψυχικής. Οι πυγμάχοι, στα δικά μου μάτια, είναι σαν μια τέλεια «κουρδισμένη» τζαζ ορχήστρα. Αν η πυγμαχία ήταν μουσική θα ήταν μια σαγηνευτική τζαζ μελωδία, ενός άρτια καταρτισμένου Τρίο, σε κάποιο σκοτεινό κλαμπ της Νέας Υόρκης.

Αφού πραγματικά απόλαυσα το επεισόδιο, η πλατφόρμα που δεν σταματά ποτέ και αν δεν πατήσεις stop μπορεί να πιάσεις τον εαυτό σου να βλέπει τηλεόραση για μήνες, με οδήγησε ύπουλα στο δεύτερο επεισόδιο της σειράς, με τίτλο «The Jaws of Victory». Ακούω για Αγγλία και ποδόσφαιρο, βλέπω 80s ατμόσφαιρα στην οθόνη και σκέφτομαι πως έχω δύο επιλογές. Η πρώτη: να συνεχίσω την ανάγνωση του βιβλίου «ΔΥΟ», της Μαρούτσου, που το έχω αφήσει περίπου στη μέση, και η δεύτερη: να δω και αυτό το επεισόδιο. Τι ψυχή έχουν άλλωστε 24 λεπτά. Ούτε διάρκεια σε ντέρμπι, για το κύπελλο μπάσκετ, της χώρας μας να ήταν. Επιλέγω το δεύτερο. Η ιστορία είναι για την Τορκί Γιουνάιτεντ της σεζόν 1986-1987 και θα μπορούσε πολύ άνετα να χαρακτηριστεί ως ακόμα μια μικρή Ωδή στην αποτυχία. Πόσο τις αγαπώ αυτές τις ιστορίες. Όπως αναφέρει κάπου στο μικρό ντοκιμαντέρ ο Τζον Λόβις, φανατικός εδώ και δεκαετίες με την ομάδα: «Όποιος πηγαίνει σε παιχνίδι της Τορκί και περιμένει να πανηγυρίσει τη νίκη είναι απλά ηλίθιος». Σκληρό, σκέφτομαι, αλλά κάτι παραπάνω θα ξέρει από μένα. Στις μέρες μας η Τορκί αγωνίζεται στην National League South, στην 6η κατηγορία δηλαδή του Αγγλικού ποδοσφαίρου. Εκείνη όμως τη σεζόν -κρατηθείτε- αγωνίζονταν, με μεγάλη εννοείται αποτυχία, στην 4η επαγγελματική κατηγορία. Για την ιστορία, ήταν η πρώτη σεζόν που είχε αλλάξει ο κανονισμός για τον υποβιβασμό. Εκείνη τη σεζόν, την κατηγορία θα την άφηνε, απευθείας, μόνο η τελευταία ομάδα του βαθμολογικού πίνακα. Η Τορκί δηλαδή ή κάποια άλλη.

Το Τορκί βρίσκεται στην νοτιοδυτική Αγγλία, 320 χιλιόμετρα απ’ το Λονδίνο, και θεωρείται ως «η Αγγλική Ριβιέρα» μιας και κατά την Βικτωριανή εποχή ήταν ένα απ’ τα πιο φημισμένα καλοκαιρινά θέρετρα. Η ομάδα, αν και βολοδέρνει στις μικρές κατηγορίες, έχει διανύσει μεγάλη διαδρομή μιας και ιδρύθηκε το 1899. Ο μύθος μάλιστα αναφέρει πως η ομάδα ιδρύθηκε στην πιο φημισμένη παμπ της εποχής με ότι κι αν σημαίνει όλο αυτό. Το 1910 μετακόμισε στο μικρό Πλέινμουρ. Το γήπεδο που αγωνίζεται ακόμα και στις μέρες μας. Μιλάμε δηλαδή, για μια μικρή ομάδα, μιας αρκετά μικρής, αλλά όμορφης, πόλης. Μια ομάδα που υπάρχει για να δίνει περισσότερες λύπες απ’ ότι χαρές στους οπαδούς της. Αυτό, όπως είναι λογικό, δίνει στις χαρές ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Για πολλούς κατοίκους άλλωστε, στο Τορκί, η ομάδα ήταν εκείνο το διάστημα ο μοναδικός καλός λόγος για να βγουν απ’ το σπίτι το μεσημέρι του Σαββάτου. Με την ομάδα να έχει σωθεί τις δύο προηγούμενες σεζόν, η φετινή τελευταία θέση, τρόμαζε στην ιδέα τους φιλάθλους και την διοίκηση, καθώς ήξεραν πως θα αποχαιρετούσαν την τελευταία επαγγελματική κατηγορία. Η έλευση του Στούαρτ Μόργκαν, πρώην βοηθού προπονητή στην Μπόρνμουθ, για να αναλάβει ως πρώτος προπονητής, ήταν ένα πρώτο καλό σημάδι για τη μάχη που θα έδινε η ομάδα για την παραμονή της. Ή μήπως όχι;

Οι πρώτες εικόνες που αντίκρισε ο Μόργκαν ήταν εικόνες που θα καταλάβουν μόνο όσοι είχαν την ατυχία τύχη να «αγωνιστούν» σε τοπικά πρωταθλήματα. Σε χωριά. Σε βουνά. Σε ρέματα. Σε λάσπες και χαλίκια, και γενικά όπου μπορεί να κυλήσει μια μπάλα. Αποδυτήρια δεν υπήρχαν. Ποτιστικά για το χόρτο του γηπέδου δεν υπήρχαν. Η κεντρική εξέδρα ήταν διαλυμένη, και καμμένη από πρόσφατη πυρκαγιά και γενικά τίποτα δεν θύμιζε σύγχρονο, ποδοσφαιρικό, γήπεδο. Όταν μάλιστα ο Μόργκαν είδε, για τον πρώτο εκτός έδρας αγώνα, ένα ασθενοφόρο έξω απ’ το γήπεδο, και ρώτησε: «Αν συνέβη κάποιο ατύχημα» έμαθε την σκληρή αλήθεια. Aυτό θα ήταν το μεταφορικό μέσο της ομάδας για εκείνη τη σεζόν. Οι παίκτες στοιβάζονταν σαν σαρδέλες μέσα σε αυτό και ταξίδευαν σε ολόκληρη την Αγγλία, προκαλώντας τη χλεύη από τους αντιπάλους οπαδούς σε κάθε παιχνίδι. Υπήρξαν φορές που η ομάδα έφτασε ακριβώς με τη σέντρα του αγώνα και μέσα σε όλα αυτά τα τραγελαφικά η λέξη ήττα είχε γίνει η συνήθεια που έγινε λατρεία για την ομάδα. Κάπως έτσι έφτασε η τελευταία αγωνιστική. Η Τορκί υποδέχονταν την Κρου, στην 23η θέση (σε 24 ομάδες) με 47 βαθμούς. Η Μπέρνλι ήταν στην τελευταία θέση, με 46, και η Λίνκολν στην 22η με 48 βαθμούς.  Όπως μπορείτε να καταλάβετε, τα πάντα βρίσκονταν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Μόνο που η λατρεμένη μας Τορκί θα έκανε -και αυτή την ανάβαση- Free solo.

Μπροστά σε ένα μανιασμένο κοινό η Τορκί θα πραγματοποιήσει ένα απ’ τα χειρότερα ημίχρονα της σεζόν και θα βρεθεί να χάνει με 0-2, μόλις στο 20λέπτο. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ξηλώνει τις κερκίδες. Να βρίζει παίκτες, διοίκηση (;) και προπονητή και όλα έδειχναν πως η σεζόν θα τελείωνε με μια ακόμα αποτυχία, που ίσως οδηγούσε αυτή τη φορά, ακόμα και στην οριστική διάλυση. Ο αρχηγός της ομάδας, Τζιμ Μακ Νιλ θα δώσει κάποιες ελπίδες καθώς θα μειώσει, με εκτέλεση φάουλ,  σε 1-2, στο β’ ημίχρονο. Την ίδια ώρα οι παίκτες της Τορκί, και οι οπαδοί στις κερκίδες, μαθαίνουν πως η Λίνκολν χάνει με 3-1 απ’ την Σουόνσι. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να σκοράρουν ακόμα ένα γκολ, και να μη δεχτούν άλλο, μιας και σε πιθανή ισοβαθμία η Τορκί είχε καλύτερη διαφορά τερμάτων με δύο γκολ διαφορά. Το ποδόσφαιρο που παρακολούθησαν οι οπαδοί των γηπεδούχων, από εκείνο το σημείο κι έπειτα, το θεωρούν, ακόμα και σήμερα, ως το χειρότερο που έχουν δει στη ζωή τους. Λάθος πάσες. Σέντρες από την άμυνα στην επίθεση. Σουτ, όχι εκτός εστίας αλλά, εκτός γηπέδου και γενικά πολλά νεύρα. Όπως ήταν φυσικό, την ίδια ώρα, η κερκίδα έβραζε κυριολεκτικά. Οι αστυνομικοί που επιτηρούσαν τους οπαδούς, είχαν επιστρατεύσει ακόμα και εκπαιδευμένα σκυλιά για να τιθασεύσουν τον κόσμο, με ένα απ’ αυτά, να εξελίσσεται εν τέλει, και σε «ήρωα» της αναμέτρησης.

Γύρω στο 80′, και με το σκορ στο 1-2, ο Μακ Νιλ θα πάει να πάρει την μπάλα, που βρίσκεται στα πόδια του αστυφύλακα Τζον Χάρις, που προσπαθεί να κρατήσει ήρεμο τον σκύλο του, εκτός τερέν. Την ώρα που ο παίκτης θα πλησιάσει, ο σκύλος θα γυρίσει το κεφάλι του αστραπιαία και θα τον δαγκώσει στο μηρό. Για μια στιγμή όλοι θα παγώσουν, βλέποντας τον αρχηγό τους, να βρίσκεται σωριασμένος, και αιμόφυρτος, στο χόρτο σφαδάζοντας από τους πόνους. Η Τορκί είχε κάνει την μοναδική αλλαγή που δικαιούταν (εκείνα τα χρόνια οι ομάδες είχαν το δικαίωμα μόνο μίας αλλαγής) και ο κόουτς Μόργκαν κάθεται κυριολεκτικά σε αναμμένα κάρβουνα μιας και δεν ήθελε να χάσει και τον ηγέτη του. Ο αγώνας θα διακοπεί για 5 λεπτά, για να δοθούν οι πρώτες βοήθειες, με τον παίκτη να δίνει τελικά το σύνθημα της μεγάλης αντεπίθεσης, ως άλλος Ελ Σιντ, παίζοντας στα τελευταία λεπτά με δεμένο το πόδι, και σχεδόν αιμορραγώντας. Ήταν η στιγμή που συνωμότησε το σύμπαν για να γίνει η ανατροπή και να ολοκληρώσει η Τορκί το θαύμα. Μισό λεπτό πριν τη λήξη στις καθυστερήσεις της αναμέτρησης και μετά από ένα τραγικό λάθος στην άμυνα της Κρου, η μπάλα θα φτάσει στον επιθετικό Πολ Ντόμπσον, που με δυνατό σουτ θα γράψει το 2-2, σώζοντας μια ολόκληρη κατηγορία για την ομάδα του. Ήταν η στιγμή των πανηγυρισμών. Της έντασης. Της χαράς που νιώθεις όταν έχεις σώσει μια ολόκληρη κατηγορία στο 90′. Μια χαρά που για ομάδες όπως η Τορκί ίσως είναι μεγαλύτερη κι απ’ την χαρά που δίνει η κατάκτηση ενός τίτλου. Όπως είχε δηλώσει άλλωστε ο γνωστός δημοσιογράφος της ομάδας, Ντέιβ Τόμας: «Εμείς, στο Τορκί, δεν ξέρουμε τι χαρά δίνει σε κάποιον ένας τίτλος. Δεν νομίζω όμως να είναι μεγαλύτερη από αυτή που πήραμε εκείνη τη μέρα».

Το γλέντι που ακολούθησε κράτησε για αρκετές μέρες σε παμπ, κλαμπ και καζίνο της περιοχής με τον Πολ Ντόμπσον να κάνει μια εκ των πιο επικών δηλώσεων στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. «Μετά το παιχνίδι έπινα για πολλές μέρες σερί και έχασα όλα μου τα χρήματα στο καζίνο. Σκεφτείτε πως όταν γύρισα στο σπίτι το πρώτο πράγμα που μου είπε η γυναίκα μου ήταν, σε χωρίζω, και όντως το έκανε». Δεν ξέρω αν υπάρχει ανάλογη ιστορία με αυτή της Τορκί στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Αυτό που ξέρω σίγουρα όμως, είναι πως αυτός ο ρομαντισμός, αυτή η τρέλα και αυτή η αγνή αγάπη που μπορείς να συναντήσεις στις μικρές κατηγορίες, ολόκληρου του πλανήτη, δεν μπορούν να συγκριθούν με τίποτα. Πόσο μάλλον όταν η ομάδα που υποστηρίζεις δεν κερδίζει, σχεδόν, ποτέ και όταν αποφασίζει να το κάνει, το κάνει με τόσο ιδιαίτερο τρόπο που σε γεμίζει συναισθήματα που ξέρεις πως θα κάνεις πολύ καιρό να τα συναντήσεις. Ίσως και ποτέ ξανά.

To ρεκόρ του Κρις Νίκολ και η λογική του δρομέα

  [1 Σχόλιο]

Το ημερολόγιο έδειχνε 20 Μαρτίου του 1976 όταν η Λέστερ Σίτι του Φρανκ Γουόρθινγκτον, του Κιθ Γουέλερ και του Σκοτσέζου Μπράιαν Άλντερσον, υποδέχτηκε την Άστον Βίλα, στο ιστορικό Φίλμπερτ Στριτ, μπροστά σε 25.000 ποδοσφαιρόφιλους. Η Βίλα είχε επιστρέψει στη μεγάλη κατηγορία την προηγούμενη σεζόν, ως 2η πίσω από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, και -όπως ήταν λογικό- δεν είχε βλέψεις για κάτι πολύ μεγάλο, μιας και ο πρωταρχικός της στόχος ήταν -τι άλλο- η παραμονή. Κάτι που είχε επιτευχθεί σχετικά εύκολα, καθώς είχε τερματίσει, με 39 βαθμούς, στην 16η θέση (σε 22 ομάδες). Τέσσερις ολόκληρες νίκες, και μια ισοπαλία, μακριά από την ζώνη του υποβιβασμού. Αν εκείνη την περίοδο, έλεγε κάποιος, πως η Άστον Βίλα έξι χρόνια αργότερα θα κατακτούσε το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης, απέναντι στη σπουδαία Μπάγερν Μονάχου, θα τον περνούσαν σίγουρα για τρελό, ή για ηλίθιο. Ας αφήσουμε όμως τα ευρωπαϊκά «σαλόνια», μιας και δεν είναι αυτός ο λόγος που γράφω αυτό το κείμενο, κι ας επιστρέψουμε στο λασπωμένο τερέν ενός ακόμα μικρομεσαίου, Αγγλικού, παιχνιδιού της εποχής.

Ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της Άστον Βίλα, και δίπλα στον ακούραστο Τζον Ρόμπσον, ήταν ο διεθνής Βορειοϊρλανδός Κρις Νίκολ. Ένας παίκτης που φημίζονταν για τα αμυντικά του προσόντα με κύριο χαρακτηριστικό την δύναμή του στον αέρα. Οι συμπαίκτες του μιλούσαν πάντα για τις άψογες τοποθετήσεις του και φυσικά για όλα τ’ άλλα που χρειάζεται να έχει κάποιος για να μπορεί να εμπνέει και να δίνει σιγουριά. Το πάθος δηλαδή και τα ηγετικά χαρίσματα. Ο ίδιος λάτρευε πάντα να αφήνει την άμυνα και να προωθείται, όπως και να δοκιμάζει το δυνατό του πόδι, και μάλιστα, από κάθε απόσταση και δύσκολη γωνία. Κάπως έτσι είχε σκοράρει ένα πανέμορφο γκολ στον τελικό του Λιγκ Καπ της επόμενης σεζόν, απέναντι στην Έβερτον, και συγκεκριμένα στο δεύτερο παιχνίδι, μιας και εκείνα τα χρόνια το Λιγκ Καπ κρινόταν σε διπλό τελικό. Ένας τίτλος που είχε καταλήξει για τρίτη φορά στην ομάδα της γενέτειρας των Black Sabbath και των Judas Priest, αν και από τότε ακολούθησαν ακόμα δύο κατακτήσεις, με τελευταία αυτή του ’96, με 3-0, απέναντι στη Λιντς. Αξίζει, πιστεύω, να το απολαύσετε, πριν συνεχίσετε την ανάγνωση.

Στην αναμέτρηση με την Λέστερ, που είχε βρει τις δύο ομάδες ισόπαλες με 2-2, ο Νίκολ ήταν με διαφορά ο καλύτερος παίκτης του αγώνα. Έτρεξε πάρα πολύ. Φώναξε ακόμα περισσότερο. Έκοψε αρκετές μπαλιές, κυρίως στον αέρα, και έκανε το πλέον απίστευτο, αφού σκόραρε και τα τέσσερα τέρματα του αγώνα. Μάλιστα, πολύ καλά διαβάσατε. Δύο εξαιρετικά γκολ, για την ομάδα του, με σουτ εντός της περιοχής, και ακόμα δύο για την Λέστερ, το ένα μάλιστα με μια «έξυπνη» κεφαλιά που θα ζήλευε και ο πιο εύστροφος επιθετικός, σε μια εποχή που το Νησί είχε πληθώρα από δαύτους, με την παράδοση να συνεχίζεται βεβαίως-βεβαίως, ακόμα και στις μέρες μας και κυρίως στις μικρότερες κατηγορίες. Εκεί δηλαδή που σε πιάνει αυχενικό με την μπάλα να βρίσκεται συνεχώς στα σύννεφα και να πέφτει, για το κεφάλι των επιθετικών, σαν πουλί μετά από βολή Βρετανού ευγενή του 18ου αιώνα που χαίρεται τον ελεύθερό του χρόνο στον κήπο του. Ας προσπεράσουμε όμως αυτό το βάρβαρο «σπορ» και ας περάσουμε στο ευγενές σπορ του «τάκλιν εις την καρωτίδα», του βρετανικού φουτμπόλ των 70s.

To σκορ άνοιξε νωρίς, στο 15ο λεπτό, όταν ο Νίκολ έστειλε την μπάλα στα δίχτυα του Τζον Μπάριτζ, σε προσπάθεια να διώξει μετά από σέντρα του Άλντερσοτ. Η ισοφάριση ήρθε λίγο πριν τη λήξη του 1ου ημιχρόνου, με σουτ εντός της περιοχής. Το 1-1 ήταν και το σκορ στο ημίχρονο. Στο 53′ ο Νίκολ, σε μια φάση που θύμιζε περισσότερο ελληνορωμαϊκή καθώς πάλευε με τον Μπόμπι Λι, βρήκε την μπάλα με το κεφάλι (ως άλλος Κώστας Βουτσάς) και την έστειλε για δεύτερη φορά στα δίχτυα της ομάδας του. Οι φωνές του προπονητή του ώστε να προσέχει τα δικά του ανεβάσματα δεν τον πτόησαν, μιας και το μόνο που ήθελε ήταν να σκοράρει για την ισοφάριση, να γλιτώσει την ομάδα του από την ήττα, και να βουλώσει τα στόματα των γηπεδούχων φιλάθλων που τον είχαν κάνει ήδη σύνθημα, για τους λάθος όμως λόγους. Και τα κατάφερε στο 87′. Μετά από κόρνερ του Τσικ Χάμιλτον, τσίμπησε την μπάλα και με δυνατό σουτ έγραψε το τελικό 2-2, κάνοντας δικό του αυτό το μοναδικό «ρεκόρ». Για κακή του τύχη αυτό ήταν το τελευταίο παιχνίδι για τον διαιτητή της αναμέτρησης κάτι που του στέρησε τη δυνατότητα να κάνει δική του την μπάλα μιας και ο «ρεφ» την ήθελε για την προσωπική του συλλογή. Όσο και αν ψάξει κάποιος, δεν νομίζω να υπάρχει ανάλογο περιστατικό σε επίσημο παιχνίδι. Αυτό που κάνει περισσότερο αστεία την ιστορία είναι το γεγονός πως ο Κρις Νίκολ είχε πετύχει αυτογκόλ και την προηγούμενη αγωνιστική, στο 1-1, απέναντι στην Τότεναμ.

Ήταν η μέρα που ο Κρις Νίκολ άγγιξε, έστω και για λίγο, την ψυχοσύνθεση του καταρρακωμένου δρομέα. Η μέρα δηλαδή που η μάχη που έδωσε ήταν περισσότερο προσωπική (με την δική του ατυχία) καταφέρνοντας να κερδίσει τον εαυτό του, όπως δηλαδή έχουν ως πρωταρχικό στόχο οι περισσότεροι δρομείς και όχι οι ποδοσφαιριστές. Όπως γράφει και ο σπουδαίος Χαρούκι Μουρακάμι στο βιβλίο του «Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο» (τίτλος δανεισμένος από μια συλλογή διηγημάτων του Ρέιμοντ Κάρβερ): «Το πρόβλημα με το ταλέντο είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ο άνθρωπος που το διαθέτει δεν μπορεί να το διαχειριστεί ποσοτικά ή ποιοτικά. Το ταλέντο αποφασίζει από μόνο του πότε θ’ αναβλύσει, κι όταν στερέψει, απλά τελειώνει». Εκείνη τη μέρα το όποιο επιθετικό ταλέντο του Νίκολ αποφάσισε να εμφανιστεί και να πολεμήσει τον ίδιο, τον κακό, εαυτό του. Έστω για 90 λεπτά. Σαν δρομέας που νιώθει προδομένος απ΄ τα γόνατα και τους ταλαιπωρημένους αστραγάλους αλλά εκεί, στα τελευταία δύσκολα πάντα χιλιόμετρα, εκεί που πολλές φορές σκέφτεται «για ποιο λόγο το κάνω όλο αυτό στον εαυτό μου», νιώθει την καρδιά του να φωνάζει και να τον τραβά προς τον τερματισμό. Άλλωστε ένας αγώνας αξίζει πάντα περισσότερο όταν ξέρεις πως, πρώτα απ’ όλα, κέρδισες τον εαυτό σου. Ο Κρις Νίκολ μπορεί να υπερηφανεύεται πως εκείνη τη μέρα το κατάφερε και αυτό. Κι ας έφερε ισοπαλία η ομάδα του.

Τα τρία χρόνια νύχτας του Νίκου Γόδα

  [5 Σχόλια]

Η ιστορία που θα διαβάσετε με βασανίζει καιρό. Πάνε μήνες που σκέφτομαι να γράψω γι’ αυτή αλλά πάντα την άφηνα στην άκρη. Δεν είναι άλλωστε μια απλή και εύκολη ιστορία, και δεν έχει αποκλειστικά και μόνο σχέση με το ποδόσφαιρο, απ’ την σκοπιά του αθλήματος. Αφορμή για να την γράψω στάθηκε μια ταινία που είδα πρόσφατα. Συγκεκριμένα, η σκηνή μιας ταινίας που είδα πρόσφατα, και που δεν έχει όμως καμία σχέση με το «κανονικό» ποδόσφαιρο αλλά με αυτό που είναι το ποδόσφαιρο, για αρκετό κόσμο, και με αυτή την αίσθηση ελευθερίας που δίνει σε όλους όσους έχουν κλωτσήσει μια μπάλα. Από ένα φημισμένο γήπεδο, έχοντας ένα σπουδαίο τρόπαιο να περιμένει, μέχρι την αυλή ενός σχολείου ή κάποιο δρόμο, ένα χωράφι, ακόμα και κάποια φυλακή. Το ποδόσφαιρο άλλωστε είναι ίδιο παντού.

Η ταινία έχει τον τίτλο «A 12 Year Night», στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, και προς το τέλος αυτής υπάρχει μια σκηνή που με έκανε -όχι μόνο να ανατριχιάσω- αλλά να συγκινηθώ και να δακρύσω. Τρεις κρατούμενοι βγαίνουν για πρώτη φορά στο προαύλιο μιας φυλακής μετά από ακριβώς 3.898 μέρες στην απομόνωση. Στην μακρόστενη αυλή, και στο βάθος αυτής, πάνω σε ένα τοίχο, υπάρχει ένα ζωγραφισμένο τέρμα. Λογικά με κιμωλία. Ο ένας απ’ αυτούς, αυτός με το προσωνύμιο Νιάτο, στέκεται ακριβώς στο κέντρο, κοιτάζοντας τον λαμπερό ήλιο, ενώ δεξιά και αριστερά διάφοροι κρατούμενοι τον έχουν αναγνωρίσει και, αφού ξέρουν την ιστορία του, αρχίζουν να τον χειροκροτούν. Αυτός, αφού θα χαμογελάσει, θα αρχίσει να κάνει ποδαράκια και ντρίμπλες, χωρίς όμως να έχει μπάλα, κάτω από τις επευφημίες όλων των κρατουμένων, τρέχοντας το γήπεδο. Αφού πλησιάσει κοντά στο τέρμα, με ένα άψογο βολέ, θα σκοράρει και θα ξεσπάσει σε πανηγύρια. Το ίδιο ακριβώς θα συμβεί και πίσω από τα βρώμικα κάγκελα της φυλακής που έχουν βρεθεί οι υπόλοιποι συγκρατούμενοι. Η σκηνή γίνεται ακόμα πιο συγκινητική αν συνυπολογίσουμε πως το μουσικό «lead in» γι’ αυτή, είναι το τραγούδι «Sound Of Silence», σε μια υπέροχη εκτέλεση, απ’ την Σίλβια Πέρεζ Κρουζ.

Η ταινία αν και έχει αισιόδοξο φινάλε, και σας ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό το σπόιλερ από όσους δε την έχουν δει, μου έφερε στο μυαλό την ιστορία του παλιού ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Νίκου Γόδα. Του κομμουνιστή, λοχαγού της Αντίστασης, που εκτελέστηκε μια βροχερή μέρα στο νησάκι Λαζαρέτο της Κέρκυρας, από Έλληνες. Και δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από αδέρφια που πολεμούν αδέρφια. Όσο κι αν ο πόλεμος είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια κοινωνία, σε μια χώρα, σε ένα πολιτισμό. Ο Νίκος Γόδας γεννήθηκε το 1921 στο Αϊβαλί και έφτασε στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αφού η οικογένειά του πέρασε πρώτα από την Κρήτη και τη Μυτιλήνη, εγκαταστάθηκε τελικά στον Πειραιά και συγκεκριμένα στην Κοκκινιά. Εκεί η οικογένειά του άνοιξε την πασίγνωστη ταβέρνα «Τα Αραπάκια» που ήταν ένα απ’ τα καλύτερα στέκια της εποχής για να ακούσει κάποιος αυθεντικό Ρεμπέτικο και το μέρος που ο Τσιτσάνης ανακάλυψε τον Χιώτη. Ο Γόδας, όταν δεν βοηθούσε στο σερβίρισμα, έβγαινε στις αλάνες και έπαιζε ποδόσφαιρο μέχρι να ματώσει και η τελευταία σπιθαμή των γονάτων του.

Ήταν η περίοδος του Μεσοπολέμου, τότε που το εργατικό κίνημα του Πειραιά οργανώθηκε αφού είχε δεχτεί την καταλυτική επίδραση από τους πρόσφυγες. Συγκεκριμένα, εκείνη την περίοδο βρέθηκαν στις γειτονιές του Πειραιά περίπου στους 100.000 πρόσφυγες. Το εργατικό κίνημα, που είχε αρχίσει να ζητάει και να διεκδικεί πράγματα πρωτοστάτησε, αναλαμβάνοντας δράση, την περίοδο της Κατοχής. Την περίοδο που ο Πειραιάς δέχεται τον πρώτο μεγάλο Γερμανικό βομβαρδισμό, στις 6 Απριλίου του ’41, ο Νίκος Γόδας έχει εξελιχθεί στο νέο μεγάλο αστέρι του Ολυμπιακού. Έχει πάρει μεταγραφή απ’ τον Κεραμεικό Καμινίων και εννοείται, την ίδια εποχή, ως μέλος του ΚΚΕ, αρχίζει να παίρνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Από τις 6 Απριλίου μέχρι και τις 27 του ίδιου μήνα ο Πειραιάς θα δεχτεί συνολικά 55 αεροπορικές επιθέσεις. Οι καταστροφές φυσικά και ήταν ανυπολόγιστης αξίας.

Με την είσοδο των ναζιστικών δυνάμεων, στις 27 Απριλίου, οι δήμαρχοι του Πειραιά και της Αθήνας θα συναντηθούν με τον Γερμανό διοικητή και θα παραδώσουν, επισήμως, τις πόλεις. Ο Μιχάλης Μανούσκος, ιδρυτικό στέλεχος του Ολυμπιακού και δήμαρχος Πειραιά, με ανάθεση από τον ίδιο τον Ιωάννη Μεταξά, προς τιμήν του, θα απομακρυνθεί από τη θέση του μετά από άρνηση να παραδώσει λίστα με ονόματα πλουσίων Πειραιωτών της εποχής που θα λειτουργούσαν ως υποψήφιοι όμηροι σε περίπτωση αντιστασιακών πράξεων. Ο Μανούσκος μάλιστα είχε γράψει στη λίστα μόνο το δικό του όνομα σε μια σπουδαία ένδειξη θάρρους. Απ’ την άλλη, ο Λάζαρος Παπαδόπουλος, δήμαρχος Κερατσινιού, και ο Στέφανος Πάνου, δήμαρχος Κοκκινιάς, κράτησαν τις θέσεις τους αφού δεν είχαν κανένα πρόβλημα να συνεργαστούν πρόθυμα με τους Γερμανούς. Όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες. Ο Γόδας αφού μαγεύει με τη φανέλα του Ολυμπιακού (για την ιστορία μια απ’ τις καλύτερες παραστάσεις του ήταν αυτή κόντρα στον ΠΑΟ σε κάποιο Χριστουγεννιάτικο τουρνουά στη νίκη με 5-2) θα συμμετάσχει στην σύσκεψη που έκαναν μέλη του ΕΑΜ, το 1942, σε κάποιο προσφυγικό σπίτι, στο Κερατσίνι. Δίπλα στο νεκροταφείο της Ανάστασης. Εκεί που, σύμφωνα με τους ιστορικούς, μπήκαν οι πρώτες γερές βάσεις της Αντίστασης κατά των Γερμανών.

O Νίκος Γόδας πολέμησε κατά των Γερμανών, και των Ελλήνων συμμάχων τους, ως μπροστάρης για την ελευθερία. Ήταν επικεφαλής στις 7 Μαρτίου του ’44 στη μάχη της Κοκκινιάς. Πήρε μέρος σε ένα σωρό άλλες μεγάλες μάχες και υπάρχει φήμη πως είχε καταρρίψει ακόμα και Γερμανικό αεροσκάφος στο Αιγάλεω. Ένα παλικάρι, πάντα, στην πρώτη γραμμή. Τόσο στις μάχες στα γήπεδα του ποδοσφαίρου όσο και στους δρόμους με κίνδυνο, όχι να χαθεί ένα τέρμα και μια νίκη αλλά, η ίδια του η ζωή. Οι φίλοι του έλεγαν για το σπάνιο ποδοσφαιρικό του ταλέντο, την αγάπη του για το ρεμπέτικο, την δύναμη που έπαιρνε από ιδέες όπως η ελευθερία και η ισότητα και φυσικά για το λαϊκό του χιούμορ. Σε κάποια μάχη, σώμα με σώμα, με τους Άγγλους, στο νεκροταφείο της Ανάστασης, κατά τα γεγονότα των Δεκεμβριανών, ο ανθυπολοχαγός του ΕΑΜ, Σταμάτης Σκούρτης, είχε ακούσει τον Γόδα να γελάει καθώς έλεγε σε κάποιο συναγωνιστή του πως θα είχε πλάκα να σκοτωθούν εκεί καθώς δεν θα χρειαστούν και τάφο. Κάποιοι άλλοι, φανατικοί φίλοι του ποδοσφαίρου, έλεγαν πως ο Γόδας απέφευγε τις σφαίρες όπως απέφευγε τα τάκλιν, και τα βίαια μαρκαρίσματα, όταν έπαιζε ποδόσφαιρο στα χωμάτινα γήπεδα του Πειραιά.

Στις 12 Φεβρουαρίου του ’45 θα υπογραφεί η Συνθήκη της Βάρκιζας και μετά τις 28 του μήνα, θα ολοκληρωθεί ο αφοπλισμός του ΕΑΜ, με αρκετούς από τους ηγέτες του να μη δέχονται τη συμφωνία και να φεύγουν στα βουνά ως αντάρτες. Ο Γόδας θα φτάσει στον Πειραιά και λίγες μέρες αργότερα θα συλληφθεί, θα δικαστεί, και θα καταδικαστεί μετά τη δίκη-παρωδία που έμεινε γνωστή ως «Η Δίκη του Ασύλου της Κοκκινιάς». Η συμφωνία της Βάρκιζας ενώ έδινε αμνηστία τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, δεν έκανε το ίδιο για τα αδικήματα που είχαν γίνει κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών. Κάπως έτσι ξέσπασε η περίοδος της Λευκής Τρομοκρατίας ως κύμα αντεκδικήσεων, κυρίως κατά των Κομμουνιστών. Το καλοκαίρι του ’46 μάλιστα ξεκίνησε επισήμως το κυνήγι από το επίσημο κράτος κατά όλων των αριστερών με στρατοδικεία και εκτελέσεις. Κύρια δύναμη της Λευκής Τρομοκρατίας ήταν δεξιοί και ακροδεξιοί, παρακρατικοί, ένοπλοι σχηματισμοί που αποτελούνταν κυρίως από πρώην μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Συχνά αυτοί οι σχηματισμοί είχαν ως κύριο καθοδηγητή κρατικές αρχές αλλά και στελέχη των τότε κυβερνήσεων. Εκείνη την περίοδο έχουν καταγραφεί περίπου 35.000 συλλήψεις, 32.000 βασανισμοί, 13.000 φόνοι και 165 βιασμοί γυναικών.

Ο Γόδας οδηγήθηκε αρχικά στις φυλακές της Αίγινας, όπου συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο με την ομάδα των κρατουμένων, πριν τον στείλουν στις φυλακές Αβέρωφ και από εκεί στις φυλακές θανατοποινιτών της Κέρκυρας. Ο Νίκος Γόδας έμεινε εκεί για περίπου 3 χρόνια. Βασανίστηκε αλλά δεν υπέγραψε ποτέ συνθήκη μεταμέλειας και τελικά εκτελέστηκε στις 19 Νοεμβρίου του ’48 έχοντας ως τελευταία επιθυμία να πεθάνει φορώντας τη στολή της ομάδας που λάτρεψε. Του Ολυμπιακού. Ήταν μόλις 27 ετών. Μελανό σημείο της υπόθεσης το γεγονός πως τα 3 χρόνια που έμεινε φυλακισμένος, η διοίκηση της ομάδας, αν και είχε δεχτεί μεγάλες πιέσεις απ΄τον κόσμο, δεν έκανε καμία ενέργεια προκειμένου να τον γλιτώσει. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του τότε προέδρου του Ολυμπιακού, Μιχάλη Μανούσκου «Όπως έστρωσε ας κοιμηθεί». Ενός προέδρου που είχε γίνει ήρωας κατά τα χρόνια της Κατοχής.

Ο Νίκος Γόδας αφού έκανε το τελευταίο του τσιγάρο, σιγοτραγούδησε μερικούς στίχους του λατρεμένου του Τσιτσάνη και χαιρέτησε τους συγκρατούμενούς του. Έριξε στους ώμους το σακάκι του και ακολούθησε τους φρουρούς. Η ώρα είχε φτάσει. «Θα τα ξαναπούμε σύντροφοι» τους φώναξε «Ζήτω ο Ολυμπιακός και ο Σοσιαλισμός. Ήταν τιμή μου που μοιράστηκα αυτό το κελί μαζί σας». Δευτερόλεπτα πριν οι σφαίρες τρυπήσουν το κορμί του είχε ζητήσει να μη του δέσουν τα μάτια. «H τσιριμονιά τελειώνει βιαστικά και δεν έχεις την άνεση να δεις τους μακελάρηδες κατάματα. Σαν βρέχει δεν μπορείς να ανοίξεις τα μάτια, είναι και το νερό που τρέχει και δεν βλέπεις όπως πρέπει, είναι σα να σου κλείνουν τα μάτια με το έτσι θέλω. Εγώ θέλω να είναι καλοκαιρία, να τον κοιτάω κατάματα για να δω πόσο σίγουρος νιώθει αυτός που με σκοτώνει». Ο Σταμάτης Σκούρτης και ο Σπύρος Ανδρεάδης, οι δυο μελλοθάνατοι που ήταν μαζί με τον Γόδα, σώθηκαν ύστερα από παρέμβαση του ΟΗΕ το 1949.

Αυτό που είναι πραγματικά λυπηρό και άκρως σοκαριστικό είναι το γεγονός πως σε πολλές περιοχές του Πειραιά, εκεί δηλαδή που χύθηκε τόσο αίμα αγωνιστών Ελλήνων κατά των Ναζί την περίοδο της Κατοχής, έχουν ανέβει κατακόρυφα τα ποσοστά της ναζιστικής οργάνωσης της δικής μας χώρας. Θα κλείσω αυτό εδώ το κείμενο, μιας και δεν έχω κανένα σκοπό να ανοίξω πολιτική κουβέντα μέσω αυτού απλά να καταγράψω κάποια γεγονότα και να αναφέρω το μεγαλείο του Νίκου Γόδα όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο, με μερικούς στίχους του Αλέκου Χρυσοστομίδη απ’ την Ποιητική του Συλλογή, «Λεύτερος Στίχος», του 1944. Στίχοι της εποχής που ταιριάζουν γάντι για περιπτώσεις ανθρώπων. όπως ο Νίκος Γοδας και παραμένουν ακόμα στην επικαιρότητα:

«Ο ασύρματος διαλάλησε παντού το θρίαμβο της – Στη σκέψη να περιφρονεί περήφανα το Θάνατο -Εμέθυσε από το κρασί της Δόξας το Αθάνατο- Οι ξένοι χειροκρότησαν το θάρρος το λαμπρό της – Και κείνος όπου θέλησε σκλάβα να τη θεωρήση – Επήρε την απάντηση πως η Ελλάς θα ζήση».

Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο

  [2 Σχόλια]

«Τι είναι το αγόρι τώρα που έχασε την μπάλα του. Τι πρέπει να κάνει; Την είδα να κυλά, γκελάροντας χαρωπά, κάτω στο δρόμο, κι έπειτα, χαρωπά ν’ αναπηδά. Να’ τη, μες στο νερό τώρα. Μάταιο να πεις υπάρχουν κι άλλες μπάλες. Μια θλίψη απόλυτη, φοβούμενη, ακινητοποιεί το αγόρι. Έτσι όπως στέκεται άκαμπτο, τρεμάμενο, κοιτώντας κάτω. Όλα τα χρόνια της νεότητάς του μες το λιμάνι, όπου έπεσε η μπάλα του. Μια δεκάρα, μι’ άλλη μπάλα, δεν έχουν σημασία τώρα. Αισθάνεται πρώτη φορά ευθύνη. Μέσα σε ένα κόσμο ιδιοκτησιών, άνθρωποι θα παίρνουν μπάλες. Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο»

Τα λόγια που μόλις διαβάσατε ανήκουν στον Αμερικάνο ποιητή Τζον Μπέρρυμαν και είναι λόγια απ’ το ποίημα του «Το ποίημα της μπάλας». Γραμμένο τη δεκαετία του ’50, μιλά -για τι άλλο- για την απώλεια μιας μπάλας από κάποιον πιτσιρίκο. Δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να έχει παίξει ποδόσφαιρο σε κάποιο δρόμο και να μην έχει χάσει έστω μια μπάλα. Εγώ, απ’ όσο θυμάμαι, είχα χάσει πολλές. Βέβαια δεν είμαι εγώ το κυρίως θέμα, σε αυτό εδώ το κείμενο, αλλά μια χαμένη μπάλα. Όχι δική μου. Ίσως η πιο διάσημη, χαμένη, μπάλα που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Πιο διάσημη -για να αστειευτώ κιόλας- ακόμα κι από ‘κείνη που είχε στείλει ο Σέρχιο Ράμος, λογικά, στη στρατόσφαιρα, μετά το χαμένο του πέναλτι, απέναντι στη Μπάγερν Μονάχου, το 2012. H ιστορία που θα διαβάσετε αφορά την μπάλα του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Ενός τελικού που είχε βρει την Αγγλία Πρωταθλήτρια κόσμου, τον πιτσιρίκο Τζεφ Χερστ, ήρωα εκείνης της αναμέτρησης και τον Γερμανό Χέλμουτ Χάλερ, βασικό υπαίτιο για την ιστορία που διαβάζετε. Ας τα πάρουμε όμως απ’ την αρχή.

Το τελευταίο σφύριγμα του Ελβετού διαιτητή, Γκότφριντ Ντινστ, είχε βρει νικητές τους Άγγλους, με 4-2, απέναντι στους Γερμανούς, μετά από μια μυθική παράταση που είχε κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το πιο αμφιλεγόμενο γκολ που έχει μπει ποτέ σε τελικό. Ο Χερστ είχε σκοράρει χατ-τρικ και, σύμφωνα με την αγγλική παράδοση, έπρεπε να κάνει δική του και την μπάλα της αναμέτρησης. Οι Γερμανοί, σε μια πρωτόγνωρη κίνηση μακριά από κάθε σεβασμό προς τον αντίπαλο και το άθλημα, αποφάσισαν να αρπάξουν την μπάλα και να επιστρέψουν μαζί της στη δική τους χώρα. Ο τυχερός που έκλεψε την μπάλα ήταν ο μεσοεπιθετικός της Μπολόνια, Χέλμουτ Χάλερ, σκόρερ μάλιστα τoυ πρώτου γκολ της αναμέτρησης.

Όπως ο ίδιος έχει παραδεχτεί, η μπάλα του τελικού έφτασε στη Γερμανία το 1973, και όχι το 1966, μιας και τότε αποφάσισε να αφήσει την Ιταλία, για να αγωνιστεί στη χώρα του, μετά το πέρασμά του από Μπολόνια και Γιουβέντους, και η μπάλα δεν τον ενδιέφερε σχεδόν καθόλου ως «σημαντικό τρόπαιο» για να την έχει αφήσει νωρίτερα σε κάποιο ποδοσφαιρικό μουσείο της χώρας του. Ήταν μάλιστα τέτοια η δική του απάθεια για την ιστορική μπάλα, που την είχε χαρίσει στον γιο του. Ο μικρός, με τη σειρά του, έπαιζε ποδόσφαιρο με την μπάλα του τελικού, με τους φίλους του, στον κήπο του σπιτιού του. Όταν τη βαρέθηκε, την πέταξε, ευτυχώς για όλους, σε μια παλιά αποθήκη, δίπλα στο σπίτι τους, στο Άουσμπουργκ. Η Αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία δεν είχε ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα μέχρι και το 1996. Και δεν θα το έκανε ούτε τότε αν το Ευρωπαϊκό Κύπελλο εθνικών ομάδων δεν διεξαγόταν στην Αγγλία. Τότε ήταν που ξεκίνησε και η μεγάλη μάχη γραφικότητας για να βρεθεί η μπάλα του τελικού και να επιστρέψει στο σπίτι της.

Τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια και οι πιο γνωστές εφημερίδες της χώρας άρχισαν πόλεμο στον Χάλερ μιας και υπήρχαν φωτογραφίες μετά τη λήξη του Τελικού που τον έδειχναν να κρατά την μπάλα. «Είσαι ένας ανέντιμος κλέφτης, φέρε πίσω την μπάλα μας» άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί για να σταματήσει αυτή η αδικία 30 ολόκληρων ετών, με τον ίδιο απλά να δηλώνει πως πήρε την μπάλα επειδή δεν το έκανε κάποιος άλλος και πως αν την ήθελαν, θα την έδινε, αν φυσικά έπαιρνε χρήματα γι’ αυτό, μιας και η μπάλα ήταν πλέον δική του και όχι δική τους. Οι Άγγλοι σε μια πρωτόγνωρη κίνηση, ακόμα και γι’ αυτούς, θα στείλουν στη Γερμανία ομάδα ερευνητών για να ψάξουν, και να σιγουρέψουν, πως η μπάλα του Χάλερ ήταν όντως η αυθεντική. Όταν αυτό θα αποδειχτεί, ο πρόεδρος της Virgin, Ρίτσαρντ Μπράνσον, θα δώσει 70.000 λίρες στον Χάλερ και σε συνεργασία με την Mirror η μπάλα θα προγραμματιστεί να επιστρέψει, μετά Βαΐων και Κλάδων, στην Αγγλία, στις 26 Απριλίου για να εκτεθεί στο Λονδίνο καθ’ όλη τη διάρκεια του Γιούρο.

Η Mirror κυκλοφόρησε την επόμενη μέρα, έχοντας στο εξώφυλλό της, τους Χάλερ, Χερστ και Μπράνσον με την ιστορική μπάλα και με τον πικάντικο τίτλο «They think it’s all over, it is now». Μια φράση που θεωρείται θρυλική -και είναι- για τους Άγγλους, μιας και την είχε ξεστομίσει ο εκφωνητής του τελικού του 1966 Κένεθ Γουλστενχόλμ. Η Sun μάλιστα, στο εξώφυλλό της, είχε χλευάσει τους Γερμανούς, και φυσικά τον Χάλερ, για τις 70.000 λίρες και ζητούσε να δοθούν τα χρήματα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ο Χάλερ, την ώρα που επικρατούσε ο κακός χαμός με την επιστροφή της μπάλας, είχε βρεθεί να παραπατάει μεθυσμένος σε γνωστό Λονδρέζικο κλαμπ και κάπως έτσι η ιστορία έλαβε τέλος. Το 2012 άφησε την τελευταία του πνοή στο Άουσμπουργκ. Οι Γερμανοί τελικά πήραν την εκδίκησή τους στον ημιτελικό της διοργάνωσης, αποκλείοντας τους Άγγλους και κατακτώντας το τρόπαιο απέναντι στους Τσέχους, μέσα στο Γουέμπλεϊ. Η μπάλα του ’66, με το τέλος της διοργάνωσης, μπήκε σε περίοπτη θέση στο Μουσείο Ποδοσφαίρου στο Πρέστον με τη μπάλα του τελικού του ’96 να ταξιδεύει, νόμιμα αυτή τη φορά, για τη Γερμανία. Ελπίζω τουλάχιστον να μη βρίσκεται σε καμιά αποθήκη στο Βούπερταλ. Οι μπάλες -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- θα χάνονται πάντοτε (για τους Άγγλους) πιτσιρίκο.