Ο Ροναλντίνιο στο Παρίσι: η γέννηση του μύθου

  [Καθόλου σχόλια]

Παρίσι, αρχές της δεκαετίας του 2000. 5 η ώρα τα ξημερώματα. Στο πεζοδρόμιο μπροστά από το μεγάλο κλαμπ Barrio Latino της Βαστίλης, ένας από τους θαμώνες, διπλωμένος στα δυο και εμφανώς πολύ πιωμένος, κάνει εμετό. Κάποιοι περαστικοί τον κοιτούν με οίκτο, σε κάποιους κάτι θυμίζει, είναι κι η φάτσα τόσο χαρακτηριστική… Κι όμως, ο Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα, λίγες ώρες πριν, είχε καληνυχτίσει τους συμπαίκτες του κι είχε ανέβει στο δωμάτιό του να κοιμηθεί νωρίς, όπως πρέπει να κάνει ένας επαγγελματίας ποδοσφαιριστής την προηγούμενη ενός αγώνα, ειδικά αν ξέρει πως θα παίξει βασικός –όπως τελικά έπαιξε, κι ο θρύλος λέει πως έπαιξε και καλά. Αλλά τα ξενοδοχεία έχουν και πίσω πόρτες και καμιά κλειδαριά δεν μπορεί να κρατήσει τον νεαρό Ροναλντίνιο μακριά από τη ζωή της νύχτας. Σε οποιαδήποτε μορφή. Ένα άλλο βράδυ, γύρω στις 11, κι ενώ την άλλη μέρα έπαιζαν με τη Λιόν –μια ομάδα που μόλις είχε ξεκινήσει το φοβερό σερί των επτά τίτλων– πάει πάλι νωρίς για ύπνο αλλά καταλήγει στο δωμάτιο του Τυνήσιου Σελίμ Μπενασούρ και του Μαροκινού Ταλάλ Ελ Καρκουρί, ο οποίος μόλις έχει γυρίσει από έναν δανεισμό στον Άρη. «Δεν παίζουμε λίγο playstation;». Παίζουν. Μόνο χτυπήματα φάουλ. Ο Ροναλντίνιο παίρνει, φυσικά, τον εαυτό του και κερδίζει κατά κράτος. Στις 3 το πρωί, ο Μπενασούρ λέει στον Βραζιλιάνο ότι ίσως είναι η ώρα να πάει στο δωμάτιό του. «Ας παίξουμε λίγο ακόμη. Μόνο που πείνασα, δεν παραγγέλνουμε κανένα κλαμπ σάντουιτς;». Κοιμούνται στις 6. Η Παρί Σεν Ζερμέν κερδίζει 2-0. Δυο φάουλ του Ροναλντίνιο, δυο έτοιμα γκολ. Το δεύτερο θα το βάλει ο Ελ Καρκουρί. Θα είναι και το μόνο του εκείνη τη σεζόν. Η σκληρή προπόνηση αποδίδει.

Όταν ο νεαρός Ροναλντίνιο φτάνει στο Παρίσι, το καλοκαίρι του 2001, δεν είναι ακόμη ο Ροναλντίνιο. Έχει κοντά μαλλιά, παιδικό πρόσωπο, ντροπαλό βλέμμα, ένα ήδη μυώδες και δυνατό σώμα που πρόκειται να τον κρατήσει μακριά από τραυματισμούς παρόλο τον άσωτο τρόπο ζωής που ετοιμάζεται να υιοθετήσει κι ένα μικροσκανδαλάκι πίσω του –είχε υπογράψει συμβόλαιο με την Παρί πριν λήξει το προηγούμενο με την Γκρέμιο. Έχει ήδη προλάβει να εντυπωσιάσει τη Βραζιλία από τα 19 του, με το πρώτο του γκολ με την Εθνική, στο Κόπα Αμέρικα, ένα γκολ που προοιωνιζόταν ένα λαμπρό μέλλον και φανέρωνε καλό γούστο –προηγήθηκε σομπρέρο.

Από την εδώ μεριά του Ατλαντικού είναι σχετικά άγνωστος στο πλατύ κοινό. Βέβαια, πολλοί μεγάλοι ευρωπαϊκοί σύλλογοι τον ορέγονται. Η Παρί, που έχει δημιουργήσει παράδοση στους Βραζιλιάνους –Λεονάρντο, Βάλντο, Σέζαρ, ο λατρεμένος αρχηγός Ράι κ.α.– καταφέρνει να τον φέρει με πενταετές συμβόλαιο. Ο Ρόνι θα βρεθεί σε μια θεωρητικά φιλόδοξη ομάδα, με παίκτες όπως ο Γκάμπριελ Χάιντζε, ο Μαουρίτσιο Ποκετίνο, ο Νικολά Ανελκά κι ο επίσης σπουδαίος καλλιτέχνης Τζέι Τζέι Οκότσα –οι συμπαίκτες τους κι ο προπονητής Λουίς Φερναντέζ σταματούσαν την προπόνηση για να τους βλέπουν να κάνουν ό,τι θέλουν με την μπάλα. «Ακόμη δεν έχω καταλάβει πώς δεν τερματίσαμε πρώτοι με δέκα βαθμούς διαφορά πάνω από τους άλλους εκείνη τη χρονιά» απορεί ακόμη ο τερματοφύλακας Ζερόμ Αλονζό. Διότι στο γήπεδο η ιστορία είναι λιγότερο ευτυχής. Μετά από μήνες αναγκαστικής απραξίας λόγω της τιμωρίας που του επέβαλε η Γκρέμιο, ο Ρόνι κάνει δειλά και κάπως αδέξια την πρώτη του εμφάνιση, αρχές Αυγούστου, αλλαγή στο Αμπέ Ντεσάν κόντρα στην Οσέρ. Έτσι δειλή θα είναι κι η συνέχεια. Θα χρειαστεί τρεις εβδομάδες να δώσει την πρώτη του ασίστ, στον Οκότσα, ένα πέναλτι για να βάλει το πρώτο του γκολ, και έξι μήνες για να πάρει οριστικά μπρος και να κερδίσει για πάντα την καρδιά των Παριζιάνων φιλάθλων. Η νέα χρονιά μπαίνει με ένα πανέμορφο φάουλ κόντρα στη Ρεν  και συνεχίζεται με ενέργειες αντάξιες του μετέπειτα θρύλου.

Όσο περνούν οι μήνες, το γήπεδο γεμίζει ώρες πριν αρχίσει το ματς. Το κοινό πληρώνει εισιτήριο για να δει τον Ροναλντίνιο όχι μόνο να παίζει αλλά και να κάνει ζέσταμα. Η σεζόν όμως θα έχει πικρό τέλος. Η ΠΣΖ χάνει το Τσάμπιονς Λιγκ για έναν βαθμό. Αλλά τα καλύτερα έρχονται ή, τέλος πάντων, έτσι φαίνεται.

Ο Ρόνι στέφεται παγκόσμιος πρωταθλητής, αποθεώνεται από το εκστασιασμένο κοινό όταν επιστρέφει –αργοπορημένος– στο Παρίσι και στις προπονήσεις, οι οποίες ούτως ή άλλως δεν είναι η αγαπημένη του δραστηριότητα –για τις αγαπημένες του δραστηριότητες μιλήσαμε στην αρχή. Αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες πως, πλέον, για να αποφύγει τα κουτσομπολιά, φέρνει κοπέλες στο ξενοδοχείο όπου αποσύρεται η ομάδα. Με αμείωτο κέφι, λοιπόν, αλλά εκτός φόρμας, ζεσταίνει τον πάγκο, όταν μπαίνει συχνά δεν εντυπωσιάζει, χάνει κρίσιμα πέναλτι, η ομάδα πάει μάλλον χάλια και κάπου εδώ αρχίζουν τα προβλήματα με τον Φερναντέζ, ο οποίος, εκτός των άλλων, θέλει να του αλλάξει θέση.

«Αν μείνει μετά τα Χριστούγεννα, εγώ φεύγω». Ο Φερναντέζ μένει κι ο Ρόνι αργεί μια εβδομάδα να γυρίσει από τις χειμερινές του διακοπές στη Βραζιλία. Έχει βέβαια μια πολύ καλή δικαιολογία: «Είχα ραντεβού με τον οδοντίατρό μου».

Εμφανώς δυσαρεστημένος, εμφανίζεται στις προπονήσεις με γυαλιά ηλίου και συχνά πηγαίνει κατευθείαν στο τραπέζι του μασάζ για να πάρει έναν υπνάκο – κάτι μας θυμίζουν αυτά. Όταν αποφασίζει να παίξει μπάλα μαγεύει, μιλάμε για τον Ροναλντίνιο. Αλλά δεν το αποφασίζει συχνά. Από τις αξέχαστες στιγμές του, ένα απίστευτο ματς και ενάμισι γκολ απέναντι στο αγαπημένο του θύμα, τη Μαρσέιγ σε μια ιστορική τριάρα (και πρώτη νίκη στο Βελοντρόμ μετά από 15 χρόνια) και ένα πανέμορφο γκολ απέναντι στη Γκενγκάν.

Ένα γκολ που συμβολίζει από μόνο του την πορεία της ομάδας τη σεζόν 2002-2003: οι Παριζιάνοι προηγούνται με 0-2 αλλά χάνουν τελικά 3-2. Θα τερματίσουν εντέκατοι στη βαθμολογία και θα χάσουν και το κύπελλο από τα πιτσιρίκια της Οσέρ. Αλλά ο Ροναλντίνιο ετοιμάζει ήδη βαλίτσες για τη Βαρκελώνη, όπου θα γίνει οριστικά ο Ροναλντίνιο.

Τον ξαναείδαμε πρόσφατα στο Παρκ ντε Πρενς, θεατή στο ματς με τη Μονακό. Το γήπεδο τον αποθέωσε ακόμη μια φορά. Λίγες ώρες πριν είχε περάσει από το προπονητικό κέντρο. Ο Αντριάν Ραμπιό, ο ταλαντούχος μέσος της ΠΣΖ που προέρχεται από τις ακαδημίες κι είναι γέννημα θρέμμα Παριζιάνος, δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή του. Ο Ροναλντίνιο, που, αν και πρόσφερε σπάνιες  στιγμές χαράς, πέρασε δυο χρόνια στο Παρίσι χωρίς να χαρίσει ούτε έναν τίτλο στην ομάδα, και αυτό οπωσδήποτε κι από δικό του λάθος, αγαπήθηκε με πάθος από ένα κοινό που γνωρίζει ότι, όπως έχει γράψει ο Γουίλιαμ Φόκνερ, «δεν αγαπάμε επειδή αλλά παρότι. Όχι για τις αρετές αλλά παρ΄όλα τα ελαττώματα». Παρ΄όλα τα ξενύχτια, τα μεθύσια, παρ΄όλες τις αποτυχίες και τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.

Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας

  [3 Σχόλια]

Οι δυο αρχηγοί: Μπομπ Μάρλεϊ-Ανρί Μισέλ

Ιούλιος 1980: ας θυμηθούμε έναν κόσμο μακρινό και εξωτικό. Η Δυτική Γερμανία υπάρχει ακόμη κι έχει μόλις αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης κερδίζοντας ένα μινιμαλιστικό, με τα σημερινά μέτρα, τουρνουά οχτώ ομάδων, ανάμεσα στις οποίες είναι η Εθνική Ελλάδας. Ο πλανήτης περιμένει με ανυπομονησία τους Ολυμπιακούς της Μόσχας –ή, τέλος πάντων, το μποϊκοτάζ τους. Η Ναντ, που το προηγούμενο καλοκαίρι απέρριψε τον ελεύθερο και στα ντουζένια του Μισέλ Πλατινί, κέρδισε άνετα το πρωτάθλημα Γαλλίας ενώ η Μαρσέιγ υποβιβάστηκε. Βγαίνουν ακόμη άλμπουμ όπως το θρυλικό «Uprising» του Μπομπ Μάρλεϊ και των Γουέιλερς, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι θα είναι το τελευταίο που θα ηχογραφήσουν.

Κάποιο μεσημέρι αυτού του μακρινού Ιουλίου, ένα πούλμαν φτάνει στο προπονητικό κέντρο Ζονελιέρ στη Νάντη. Απ΄αυτό κατεβαίνουν μερικοί ασυνήθιστοι αθλητές: παράταιρες φόρμες, ντρέντλοκς, πολύχρωμοι σκούφοι και, όπως θα παρατηρήσει ένας παίκτης της Ναντ, κοκκινισμένα μάτια. «Τους είδαμε να έρχονται και αναρωτιόμαστε: Τι΄ναι τούτοι; Πού πάνε;». Όπως θα αποδειχθεί αργότερα, οι πολύ χαλαροί αυτοί τύποι ξέρουν μπάλα.

Είναι η ανεπίσημη ομάδα επιλέκτων των Γουέιλερς, η οποία, μετά από ενέργειες του πιο μικροκαμωμένου και του πιο παθιασμένου ανάμεσά τους, του Μπομπ Μάρλεϊ, θα παίξει ένα φιλικό 5Χ5 με την πρωταθλήτρια Γαλλίας, λίγες ώρες πριν τη συναυλία στο Μποζουάρ. Ανάμεσά τους ο μάγειρας που συνοδεύει το γκρουπ –οι ρασταφάρι ακολουθούν αυστηρές διατροφικές αρχές– και τα αδέρφια Κάρλτον (ντράμερ) και Άστον Μπάρετ (μπασίστας), το αμυντικό δίδυμο της ομάδας. Στην επίθεση εικάζουμε ότι παίζει ο Άλαν «Σκιλ» Κόουλ, ο καλύτερος ίσως παίκτης που έβγαλε η Τζαμάικα, το νησί της Καραϊβικής που λάτρεψε την μπάλα και τη μουσική ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Κόουλ είναι ο καλύτερος φίλος του Μάρλεϊ και μάνατζερ στις περισσότερες περιοδείες που θα κάνουν οι Γουέιλερς από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Οργάνωσε, μάλιστα, την περίφημη συναυλία για την ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε τον Απρίλιο του 1980. Πριν από αυτό, όμως, υπήρξε λαμπρός επιθετικός μέσος, έπαιξε στην Εθνική σε ηλικία μόλις 15 ετών, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο στη βραζιλιάνικη Νάουτικο, με την οποία αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων, τον Πελέ, έζησε από κοντά τον εμφύλιο στην Αιθιοπία και υπέγραψε ως συνδημιουργός μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Μάρλεϊ, το «War» –οι κακές γλώσσες λένε ότι αυτό πιθανότατα έγινε λόγω μιας διαμάχης του τραγουδιστή με τη δισκογραφική του.

«Ο Άλαν αγαπούσε τη μουσική κι εγώ την μπάλα. Ήταν θέλημα Θεού να συναντηθούμε», διηγόταν ο Μάρλεϊ, που δεν άφησε, βέβαια, ανεκμετάλλευτα τα ταλέντα του φίλου του. Ανάμεσα στα καθήκοντά του Κόουλ ήταν να προπονεί τα μέλη της μπάντας. Διότι τα φιλικά ματς αποτελούσαν μέρος της ρουτίνας της περιοδείας. «Αν θέλεις να γνωρίσεις ποιος πραγματικά είμαι, πρέπει να παίξεις μπάλα με μένα και τους Γουέιλερς», κι αυτό ακριβώς γινόταν.

Ο κιθαρίστας Τζούνιορ Μάρβιν, ο Τζέικομπ Μίλερ των Ίνερ Σερκλ, ο Πάουλο Σέζαρ με μπικίνι κι ο Μπομπ που αποφεύγει να τον κοιτάξει

Αντί να δίνει συνεντεύξεις και συχνά παραμελώντας τα τεστ ήχου ο Μάρλεϊ οργάνωνε διπλά με κάθε διαθέσιμη ομάδα. Κόντρα σε δημοσιογράφους στο Μπάτερσι Παρκ στο Λονδίνο το 1975, εναντίον μιας μεικτής καλλιτεχνών και δημοσιογράφων δίπλα στον Πύργο του Άιφελ, το 1977 –οι Γάλλοι, ανάμεσά τους, θρυλείται αλλά δεν βάζουμε και το χέρι μας στη φωτιά, κι ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, τους υποτίμησαν και διαλύθηκαν–, στις εγκαταστάσεις της Φούλαμ, στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον Μάρτιο του 1980, παρέα με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο μουσικό και συγγραφέα Τσίκο Μπουάρκε και τον Πάουλο Σέζαρ, τον παγκόσμιο πρωταθλητή του 1970 –ο οποίος βρήκε τον Μάρλεϊ πολύ μέτριο (κρίνετε μόνοι σας), αλλά ξέρετε πώς είναι οι Βραζιλιάνοι. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι οι Τζαμαϊκάνοι δεν οργάνωσαν ένα ματσάκι και στο Σαν Σίρο, στα τέλη Ιουνίου του 1980, λίγο πριν παίξουν μπροστά σε 120.000 θεατές. Ο θρύλος λέει ότι ο καρκίνος ο οποίος διαγνώσθηκε στον Μάρλεϊ το φθινόπωρο του 1980 οφειλόταν σε κάποιο από αυτά τα φιλικά ματς: ένα μοιραίο, σκληρό μαρκάρισμα, ένα παραμελημένο τραύμα που κακοφόρμισε. Στην πραγματικότητα, είχε στ΄αλήθεια τραυματιστεί άσχημα παίζοντας μπάλα στο Παρίσι το 1977 και ο γιατρός που τον φρόντισε του σύστησε να κάνει εξετάσεις για ένα νύχι του ποδιού του που φαινόταν κάπως ύποπτο, αλλά ο Μάρλεϊ προτίμησε να ακολουθήσει κάποιες εναλλακτικές θεραπείες, σύμφωνες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Διπλό δίπλα στον Σηκουάνα, 9 Μαΐου 1977

«Αγαπώ πρώτα τη μουσική και μετά το ποδόσφαιρο. Αν ερχόταν πρώτο το ποδόσφαιρο θα ήταν κάπως επικίνδυνο γιατί είναι βίαιο άθλημα. Όταν κάποιος σου κάνει ένα γερό τάκλιν, σου ξυπνάει άγρια ένστικτα».

Ο Μπομπ Μάρλεϊ αγαπούσε, λοιπόν, πραγματικά το ποδόσφαιρο, έστω και μετά τη μουσική. Κι είχε και γούστο. Το καλοκαίρι του 1978, είχε φροντίσει το πρόγραμμά του να περιλαμβάνει συναυλίες στη Αργεντινή, όπου διεξαγόταν το Μουντιάλ –ένας από τους αγαπημένους του παίκτες ήταν ο Αρντίλες, τον οποίο πήγαινε κι έβλεπε με την Τότεναμ όταν ζούσε στο Λονδίνο. Άλλες αδυναμίες του, ο Πελέ, με τον οποίον υποτίθεται πως έμοιαζε κάπως στο στιλ, και ο νεαρός Μαραντόνα –είπαμε, έβλεπε μπάλα. Έπαιζε όμως καλά;

Γυρνάμε στη Ζονελιέρ, στις 2 Ιουλίου του 1980. Η Ναντ εκείνη την εποχή είχε σπουδαία ομάδα, ήταν αήττητη από το 1976 στο γήπεδό της (!), είχε φτάσει στους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων και διακρινόταν  για το επιθετικό της παιχνίδι. Οι Τζαμαϊκάνοι έχουν απέναντί τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όλους διεθνείς. Ανάμεσά τους ο Ανρί Μισέλ, ο αρχηγός που έχει ήδη κερδίσει τρία πρωταθλήματα με τη Ναντ και αργότερα θα γίνει προπονητής της Εθνικής Γαλλίας –για ένα φεγγάρι και του Άρη Θεσσαλονίκης– και ο Ζιλ Ραμπιγιόν, ο οποίος λίγα χρόνια μετά, ως τεχνικός διευθυντής των Καννών, θα ανακαλύψει έναν ταλαντούχο πιτσιρικά ονόματι Ζινεντίν Ζιντάν. Και οι δυο θυμούνται ότι η αρχική χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το ματς έδωσε γρήγορα τη θέση της στην εγρήγορση, καθώς δυο φορές προηγήθηκαν και δυο φορές ισοφαρίστηκαν από αυτούς τους φαινομενικά ανέμελους τύπους –οι επαγγελματίες θα κερδίσουν τελικά 4-3. Ο Μάρλεϊ θα βάλει δυο γκολ. Θα εντυπωσιάσει με την τεχνική του κατάρτιση αλλά κυρίως με τη σκυλίσια του επιμονή να κυνηγάει κάθε χαμένη μπαλιά. «Ήταν χαρούμενοι που έπαιζαν, τους άρεσε πραγματικά η μπάλα αλλά αντιμετώπιζαν το παιχνίδι πολύ σοβαρά. Μετά το ματς, μας κάλεσαν στο πούλμαν τους. Πολλή κάπνα, και δεν κάπνιζαν Γκολουάζ. Μας αφιέρωσαν έναν δίσκο, μας προσκάλεσαν στη συναυλία».

Το φιλικό αυτό ματς υπήρξε, παρεμπιπτόντως, πηγή αισθητικής απόλαυσης για κάθε εραστή της ωραίας ποδοσφαιρικής φανέλας και του μακρινού κόσμου του Ιουλίου του 1980. Στις φωτογραφίες, ο Μάρλεϊ φορά την ιστορική κίτρινη και πράσινη φανέλα της Ναντ , ο Ανρί Μισέλ την υπέροχη φανέλα του Περού κι ο Ζιλ Ραμπιγιόν της Ντούκλα Πράγας. Όλοι χαμογελαστοί.

Λίγους μήνες μετά, ο Μάρλεϊ θα καταρρεύσει στο Σέντραλ Παρκ όπου είχε πάει για να τρέξει. Θα πεθάνει στις 11 Μαΐου 1981, 36 χρονών, στην ηλικία όπου πολλοί ποδοσφαιριστές κρεμούν τα παπούτσια τους.

Το πέναλτι που άργησε είκοσι τέσσερις μέρες

  [Καθόλου σχόλια]

«Αυτό το χτύπημα πέναλτι διήρκεσε μια εβδομάδα, και, εκτός κι αν κάποιος έχει αντίθετη γνώμη, ήταν το μακρύτερο πέναλτι στην ιστορία». Ο άνθρωπος που μας προκαλεί να τον διαψεύσουμε, είναι ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο και γνωρίζει πολύ καλά ότι λέει ανακρίβειες.

Ο Σοριάνο έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Παταγονία και έπαιξε πολλή μπάλα πριν γίνει δημοσιογράφος και συγγραφέας, ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος  και εξαιρετικά αγαπητός στην πατρίδα του αλλά και έξω από αυτήν: μετά τον θάνατό του, το 1997, στην Ιταλία ιδρύθηκε ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομά του. Είναι η μεικτή συγγραφέων, στην οποία παίζει, για παράδειγμα, ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Το απραγματοποίητο όνειρο του Σοριάνο ήταν να παίξει σέντερ φορ στην ομάδα που υποστήριζε φανατικά, τη Σαν Λορένσο. Όταν μετά τη δικτατορία κατέφυγε στην Ευρώπη,  δεν παρέλειπε να τηλεφωνεί κάθε εβδομάδα στους παιδικούς του φίλους  στην Αργεντινή για να μαθαίνει τι είχαν κάνει τα Κοράκια.

Γκραφίτι με τον Οσβάλντο Σοριάνο στο Μποέδο, στη γειτονιά της Σαν Λορένσο

Τον Οκτώβριο του 2003, το Υπουργείο Παιδείας και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής είχαν μια καταπληκτική ιδέα. Να καταπολεμήσουν τη βία στα γήπεδα μοιράζοντας βιβλία λογοτεχνίας στους θεατές. Το σύνθημα της εκστρατείας ήταν «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα» και η κεντρική ιδέα ότι, σε περίπτωση που η διαιτησία ή το θέαμα δεν ήταν ικανοποιητικά, οι θεατές θα ξεχνιούνταν με το διάβασμα αντί να παίζουν ξύλο –είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά ότι η εκστρατεία δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Στην πορεία ανέκυψαν κάποια μεθοδολογικά προβλήματα. Για παράδειγμα, τα βιβλία έπρεπε να είναι ολιγοσέλιδα ώστε να μην έχει νόημα να χρησιμοποιηθούν ως όπλα εναντίον των διαιτητών ή των αντιπάλων σε περίπτωση που το μέτρο δεν ήταν αποτελεσματικό. Εκδόθηκαν λοιπόν βιβλιαράκια με διηγήματα, μεταξύ άλλων του μεγάλου Χόρχε Λουίς Μπόρχες –ο ίδιος απεχθανόταν το ποδόσφαιρο– και πολλών εκλεκτών συναδέλφων του, κάπως πιο φιλάθλων, όπως ο αγαπημένος Εδουάρδο Γκαλεάνο. Θέμα, συνήθως, η μπάλα, για προφανείς λόγους.

Η αρχή έγινε σε ένα ματς της Σαν Λορένσο και, βέβαια, δεν μπορούσε παρά να επιλεγεί ο Σοριάνο και το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου», για πολλούς το καλύτερο διήγημα που έχει γραφτεί ποτέ για το ποδόσφαιρο.

Σύντομη περίληψη του: είμαστε στα 1958. Ο Πολικός Αστέρας είναι η ποδοσφαιρική ομάδα ενός παρηκμασμένου μπιλιαρδάδικου, κάπου στην άκρη του κόσμου, στην Παταγονία. Τίποτε αξιοσημείωτο, ούτε καν οι συνεχείς της αποτυχίες –δεν τερμάτισε ποτέ πάνω από τη μέση της βαθμολογίας. Αλλά τι μπορεί κανείς να περιμένει από μια ομάδα με παίκτες «αργούς σαν γαϊδούρια και βαριούς σαν ντουλάπες»; Μέχρι που μια σεζόν, ως άλλη Λέστερ, ο Αστέρας αρχίζει να κάνει τη μια νίκη μετά την άλλη. Οι περισσότερες 1-0, αλλά τι σημασία έχει; Όσο περνάει ο καιρός, όλοι, ακόμη κι οι λιγοστοί της φίλοι, έρχονται στο γήπεδο με την ελπίδα να είναι μπροστά όταν συμβεί το αναπόφευκτο, δηλαδή όχι απλώς η ήττα αλλά η κατάρρευση. Οι ήττες έρχονται αλλά το ηθικό είναι ακμαίο, οι παίκτες μάχονται σαν σκυλιά κι η ομάδα αντέχει.

Μέχρι που την τελευταία αγωνιστική οι ήρωες του Πολικού Αστέρα παίζουν για τον τίτλο, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Θέλουν νίκη εκτός έδρας απέναντι στη μόνιμη πρωταθλήτρια, την Ντεπορτίβο Μπελγκράνο, η οποία, παρεμπιπτόντως, τους είχε διαλύσει στον πρώτο γύρο 0-7. Σα να μην έφτανε αυτό, ο όχι ιδιαίτερα αδέκαστος διαιτητής έχει λόγους να θέλει να μη χάσει η Μπελγκράνο. Σχεδόν στη λήξη, κι ενώ ο Αστέρας, προς γενική έκπληξη, προηγείται 2-1 κι αγγίζει τον τίτλο, ο διαιτητής σφυρίζει πέτσινο πέναλτι. Ακολουθούν τρομακτικά επεισόδια –οι φίλαθλοι του Αστέρα εισβάλλουν στο γήπεδο, πέφτουν πυροβολισμοί– και διακοπή. Τα είκοσι δευτερόλεπτα που απομένουν, ουσιαστικά το χτύπημα του κερδισμένου πέναλτι της Ντεπορτίβο, θα παιχτούν κεκλεισμένων των θυρών μια εβδομάδα μετά, γεγονός που αφήνει στον τερματοφύλακα του Αστέρα, τον Ινδιάνο «Γάτο» Ντιάζ, εφτά ολόκληρα εικοσιτετράωρα αμφιβολιών, σκληρής προπόνησης κι εξαιρετικής μεταχείρισης από μέρους των φιλάθλων –αντρών και γυναικών– της ομάδας. Τι θα γίνει;

Ας αφήσουμε όμως τη λογοτεχνία κι ας μιλήσουμε για την άγρια πραγματικότητα των αργεντίνικων γηπέδων. Ξαναγυρνάμε στο 2003, τον Απρίλιο. Λίγους μήνες πριν την έναρξη της αξιέπαινης πρωτοβουλίας «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα», κάπου στο Μπουένος Άιρες, οι Ντεφενσόρες ντε Καμπασέρες και η Ατλέτικο Ατλάντα παίζουν για την Πριμέρα Β Μετροπολιτάνα. Η Ατλέτικο μάχεται για την σωτηρία της, θέλει νίκη οπωσδήποτε. Απομένουν πέντε λεπτά για το τέλος, το σκορ είναι 0-0, ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι εις βάρος των Ντεφενσόρες, τη συνέχεια τη φανταζόμαστε: οι οπαδοί μπαίνουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο, ξύλο, χαμός, διακοπή.

Ο Λούκας Φερέιρο κουράστηκε να περιμένει

Το ματς θα συνεχιστεί κεκλεισμένων των θυρών από κει που διακόπηκε, όχι μια εβδομάδα αλλά είκοσι τέσσερις μέρες μετά. Το ρεκόρ του Σοριάνο καταρρίπτεται –αλλά θα επανέλθουμε.

Άραγε, ο τερματοφύλακας των Ντεφενσόρες, ο Σέζαρ Γκονζάλες, είχε στο μυαλό του τον ήρωα του Σοριάνο, τον «Γάτο», τον θλιβερό τερματοφύλακα του Πολικού Αστέρα που ήθελε οπωσδήποτε να αποκρούσει το πέναλτι ώστε η όμορφη ξανθιά του χωριού να δεχτεί να τον φιλήσει; Έθεσε κι αυτός ερωτήματα, που στις μέρες μας τα εξετάζει η θεωρία των παιγνίων, αλλά είχαν απασχολήσει και παλιότερα τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο; «Τα χτυπάει  πάντα δεξιά. Αλλά ξέρει ότι το ξέρω. Όμως κι εγώ ξέρω ότι το ξέρει ότι το ξέρω». Άραγε, ο πρόεδρος της ομάδας τον συμβούλεψε «Ε, πέσε αριστερά να τελειώνουμε»; Ο διαιτητής του αγώνα, ο Αλεχάντρο Τόια, φοβήθηκε, άραγε, μην πάθει κι αυτός, όπως στο διήγημα του Σοριάνο, επιληπτική κρίση και δε διαπιστώσει αν τελικά το πέναλτι ήταν εύστοχο; Ο Λούκας Φερέιρο της Ατλέτικο προπονήθηκε τόσο επίπονα στην διάρκεια αυτών των εικοσιτεσσάρων ημερών ώστε να μπορεί να χτυπάει πέναλτι ακόμη και κοιμισμένος; Όπως και να΄χει, τα κατάφερε. Ο Γκονσάλες έπεσε σωστά αλλά δεν ήταν αρκετό. Η Ατλέτικο Ατλάντα κέρδισε και έκανε ένα σπουδαίο βήμα για την παραμονή της –τον Ιούνιο την οριστικοποίησε. Κι η όλη ιστορία επανέφερε στο προσκήνιο το εξαιρετικό διήγημα του Σοριάνο.

Ένας συγγραφέας που έφηβος έπαιξε σέντερ φορ στα τοπικά του Ρίο Νέγρο γνωρίζει τόσο καλά το ποδόσφαιρο ώστε να μπορεί να περιγράψει τα πάντα πριν ακόμη συμβούν; Στην πραγματικότητα, ο Σοριάνο, ως συγγραφέας, είχε ένα άλλο προνόμιο, να δείχνει την πραγματικότητα έτσι όπως θα έπρεπε να είναι.

Το 1953, στο Τσιπολέτι της Παταγονίας, ο δεκάχρονος Οσβάλντο Σοριάνο γνωρίζει μια από τις πρώτες απογοητεύσεις της ζωής του. Η άσημη τοπική ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά στην ιστορία της έναν τίτλο απέναντι στην ισχυρή Ουνιόν Άλλεν Προγκρεσίστα της γειτονικής πόλης. 0-0 λίγα λεπτά πριν τη λήξη, πέναλτι εις βάρος της Άλλεν, εισβολή, διακοπή, το πέναλτι που χτυπιέται δυο εβδομάδες αργότερα. Στην πραγματική ιστορία, η ισχυρή ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα. Και στη λογοτεχνία; Για όσους θέλουν να μάθουν το τέλος, το  διήγημα είναι εδώ, στα αγγλικά. Ο «Γάτος» Ντιάζ, πάντως, παντρεύτηκε τελικά την αδερφή του σκληροτράχηλου δεξιού μπακ του Πολικού Αστέρα.

* Το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου» έχει εμπνεύσει μια μετριότατη κινηματογραφική ταινία. Συστήνουμε καλύτερα μια άλλη, στην οποία βρίσκουμε πολλούς ήρωες του Σοριάνο,«Το ξεχασμένο Μουντιάλ».

Ο τερματοφύλακας που δεν ήθελε να κάτσει τέρμα

  [1 Σχόλιο]

Όταν ο Μανουέλ Νόιερ πήγαινε, ο Πασκάλ Ολμετά ερχόταν. Δυστυχώς γι΄αυτόν και τις ομάδες όπου έπαιξε, καμιά φορά δεν προλάβαινε να γυρίσει στο τέρμα του. Αποτέλεσμα, να τρώει μερικά –όχι πολλά, είναι η αλήθεια– θεαματικά γκολ, όπως αυτό που βλέπουμε εδώ: ένα πλασεδάκι εξήντα μέτρων, σε ένα ματς από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, όταν έπαιζε στη Τουλόν, τότε που οι σχολιαστές έκαναν ακόμη τον κόπο να αναρωτηθούν «μα τι στο καλό σκέφτηκε;» όταν τον έβλεπαν να φτάνει, ντριμπλάροντας τους αντίπαλους επιθετικούς, μέχρι τη σέντρα κι ακόμη παραπέρα.

Ο Ολμετά ήταν ένας πολύ καλός τερματοφύλακας που προτιμούσε όμως να παίζει μακριά, πολύ μακριά από τη εστία του. Οπωσδήποτε υπήρξε ο πιο περιζήτητος και δημοφιλής γκολκίπερ στη Γαλλία μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90. Όμως, οι παράτολμες έξοδοί του, η εντυπωσιακή επιδεξιότητά του με την μπάλα στα πόδια, τα καμώματά του όταν βαριόταν στο γήπεδο και η εκκεντρικότητά του έξω από αυτό, τον έκαναν γνωστό και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Η συμμετοχή του στο φιλικό ματς που οργανώθηκε στο Ολντ Τράφορντ το 1998 για τα πενήντα χρόνια από την αεροπορική τραγωδία του Μονάχου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Εκείνο το βράδυ τα έκανε σχεδόν όλα: έφτασε κυριολεκτικά μέχρι την άλλη άκρη του γηπέδου κυνηγώντας την μπάλα πριν βγει κι ο ίδιος άουτ, έφαγε πολλά γκολ μεταξύ των οποίων ένα όρθιος  από τον Καντονά, χτύπησε ένα ωραιότατο φάουλ που έξυσε το οριζόντιο δοκάρι, διασκέδασε μέχρι δακρύων τον Φέργκιουσον και τους τηλεοπτικούς σχολιαστές, έκανε την εξέδρα να ζητά ρυθμικά τη μεταγραφή του στη Γιουνάιτεντ («Fergie, Fergie, sign him up») και, επειδή προφανώς θεώρησε ότι όλα αυτά δεν αρκούσαν, έκανε τον καραγκιόζη στα διαλείμματα της δράσης.

Ο Ολμετά γεννήθηκε στην Κορσική, διακρίθηκε από νωρίς ως ιδιαίτερα ταλαντούχος και ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά στην Μπαστιά πριν διασχίσει τα λίγα ναυτικά μίλια που χωρίζουν το νησί από την απέναντι ακτή και βρεθεί στην ομάδα της Τουλόν. Στα 25 του, ανέβηκε στην πρωτεύουσα, στην πολύ φιλόδοξη Ρασίγκ (Ματρά τότε, λόγω της εξαγοράς της απο τον ομώνυμο βιομηχανικό κολοσσό) όπου έπαιξε συμπαίκτης με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Πιέτρ Λιτμπάρσκι, τον Νταβίντ Ζινολά και τον μεγάλο Έντσο Φραντσέσκολι.

Όταν το εγχείρημα της Ματρά ναυάγησε κι η ομάδα χρεοκόπησε, βρέθηκε, και μάλιστα με θέση βασικού εξασφαλισμένη από το συμβόλαιό του θέση, στην μεγάλη Μαρσέιγ, ήδη δυο χρόνια στη σειρά πρωταθλήτρια –θα συνέχιζε το σερί μέχρι τα τέσσερα. Ο τότε ιδιοκτήτης της, Μπερνάρ Ταπί είχε μεγάλα σχέδια, που δεν περιορίζονταν, όπως θα το μάθαιναν αργότερα και οι οπαδοί της ΑΕΚ, στην αγορά παικτών αλλά επεκτάθηκαν και στη εξαγορά αγώνων και διαιτητών. Όπως και να΄χει, ο Πασκάλ βρέθηκε να έχει προπονητή τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ –ο Κάιζερ άντεξε μόνο λίγους μήνες– και συμπαίκτες τον Ερίκ Καντονά, τον Ντράγκαν Στόικοβιτς, τον Ζαν-Πιέρ Παπέν, τον Κρις Γουάντλ κ.α., σε μια ομάδα που τα επόμενα τρία χρόνια θα έπαιζε σε δυο τελικούς Πρωταθλητριών Ευρώπης –και θα κέρδιζε τον έναν, απέναντι στη Μίλαν, παρακαλώ. Στον πρώτο, τον χαμένο, ο Πασκάλ ήταν βασικός, στον δεύτερο ήταν στον πάγκο, αντικαταστάτης πια ενός άλλου γνωστού μας, του νεαρού Φαμπιάν Μπαρτέζ. Αυτή θα ήταν και η τελευταία χρονιά του Ολμετά στη Μαρσέιγ.

Ενδιάμεσα γνώρισε τη φρίκη του αιματοβαμμένου ημιτελικού του Κυπέλλου Γαλλίας ανάμεσα στη Μαρσέιγ και την ομάδα από την οποία ξεκίνησε, την Μπαστιά. Η διοίκηση των Κορσικανών σκέφτηκε ότι το ματς  με την υπερομάδα των μισητών γειτόνων ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γεμίσουν τα ταμεία. Καθώς το στάδιο Φουριανί (που έχει απαθανατιστεί σε μια από τις πιο αξιοσημείωτες ταινίες με θέμα το ποδόσφαιρο –σκηνοθέτης ο Ζακ Τατί) δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, έστησαν βιαστικά μια προσωρινή κερκίδα 10.000 θέσεων. Στις 5 Μαΐου 1992, η κερκίδα θα καταρρεύσει σε απευθείας μετάδοση λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς. 18 νεκροί και 2.300 τραυματίες.  Η μικρή κόρη κι η γυναίκα του Ολμετά είναι στο γήπεδο αλλά θα γλιτώσουν.

Μετά τη Μαρσέιγ, ο Πασκάλ θα πάει στο αντίπαλο δέος της Λυόν, κι εκεί θα αποθεωθεί. Γίνεται το αντικείμενο λατρείας της εξέδρας  και αρχηγός της ομάδας, πανηγυρίζει, εξαργυρώνει τη δόξα του βγάζοντας ένα φριχτό σιντί στο οποίο τον ακούμε να ραπάρει (;) τη μεγάλη του αποτυχία «Κλώτσα το τόπι» (με μήνυμα εναντίον των ναρκωτικών), κάνει πολλά θεαματικά ματς, βάζει αυτογκόλ με τον αγκώνα, δίνει τη τελική πάσα για ένα κερδισμένο πέναλτι στο τελευταίο δευτερόλεπτο, πανηγυρίζει, τσατίζεται, κυνηγάει τους αντίπαλους φιλάθλους για να παίξει ξύλο –όλα αυτά στο βίντεο που ακολουθεί, απολαύστε υπεύθυνα.

Δυστυχώς η καριέρα του στη Λυόν θα τελειώσει όπως ακριβώς του ταίριαζε: κωμικοτραγικά. 20 Δεκεμβρίου 1996.  Η Λυόν έχει φάει μια εφτάρα από την Οσέρ, γνωρίζει δύσκολες στιγμές, θέλει οπωσδήποτε νίκη στον αγώνα εντός έδρας με τη Ναντ για να κάνουν καλές γιορτές οι φίλαθλοι κι οι παίκτες –δεν θα κάνουν. Μετά την ήττα, που βυθίζει την ομάδα στα τάρταρα της βαθμολογίας, ο Πασκάλ Ολμετά ψάχνει στα αποδυτήρια τον συμπαίκτη του Ζαν-Λυκ Σασύς. Τον βρίσκει. Απολογισμός: σπασμένη μύτη και διάσειση για τον εύθραυστο Σασύς που είχε, ο δόλιος,  βγει τραυματίας στο ματς που προηγήθηκε. Μα τι είχε συμβεί; Οι δυο άντρες, φίλοι κατά τα άλλα, είχαν μια μικρή διαφωνία, εξωγηπεδικής φύσεως. Το θύμα είχε βάλει λόγια στην κοπέλα του θύτη. Συγκεκριμένα, απάντησε σε σχετική της ερώτηση («Αχ, μου αρέσει ο Πασκάλ. Τι τύπος είναι;») ότι ο Κορσικανός είναι μεν πολύ καλό παιδί αλλά καμιά φορά μπορεί να έχει κάποιες, χμ, βίαιες εξάρσεις. Η κοπέλα δεν τρομάζει ιδιαίτερα, τα φτιάχνει με τον τερματοφύλακα, του μεταφέρει τον διάλογο, ο Ολμετά διαφωνεί  με τις χαρακτηρολογικές εκτιμήσεις του Σασύς και γίνεται ένας από τους λίγους, ελπίζουμε,  ανθρώπους που χρησιμοποίησαν τις γροθιές τους για να αποδείξουν ότι δεν είναι βίαιοι.

Η διοίκηση της Λυόν, που, παρεμπιπτόντως, έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί έτσι κι αλλιώς τον Ολμετά –είχε ήδη βρεθεί ο αντικαταστάτης, ο μετέπειτα διεθνής Γκρεγκορί Κουπέ– τον απολύει. Πάει στην Εσπανιόλ, όπου μένει μόλις δυο μήνες –μεσολάβησε πάλι μια διαφωνία, σχετικά με τον χρόνο συμμετοχής του. Γυρίζει στην Κορσική και τελειώνει την καριέρα του σε χαμηλές κατηγορίες. Αλλά δεν τον νοιάζει και πολύ.

Το άλλο μεγάλο πάθος στη ζωή του Ολμετά, εκτός από την μπάλα και τη διασημότητα –πριν μερικά χρόνια κέρδισε πανεύκολα ένα ριάλιτι σόου όπου επώνυμοι έκαναν τους αγρότες– ήταν και είναι το αγριογούρουνο. Αρκεί να πούμε ότι η φιλανθρωπική οργάνωση που ίδρυσε, με σκοπό την προστασία των άρρωστων παιδιών, έχει ως έμβλημα το τρυφερό θηλαστικό. Η Κορσική είναι σημαντικός βιότοπος για τα αγριογούρουνα και κυρίως ένα μέρος όπου το κυνήγι τους επιτρέπεται όλον τον χρόνο.

Κι ο Πασκάλ κυνηγάει από την ηλικία των πέντε ετών. Όχι μόνο το αγριογούρουνο. Συμπαίκτες του στη Μαρσέιγ τον θυμούνται να γδέρνει λαγούς που μόλις είχε σκοτώσει στα ντους των αποδυτηρίων. Το αγριογούρουνο απλώς είναι η αδυναμία του, και μια από τις μεγάλες του στιγμές ήταν όταν έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Πάθος για αγριογούρουνο» – ναι, υπάρχει. Πρόσφατα, όμως, γνώρισε την κατακραυγή όταν εμφανίστηκαν φωτογραφίες του δίπλα σ’ έναν σκοτωμένο ελέφαντα. Ο ίδιος θα υποστηρίξει ότι σκότωσε το παχύδερμο από αγάπη για τη φύση –οι ελέφαντες στη Ζιμπάμπουε, υποστηρίζει ο Πασκάλ, είναι υπερβολικά πολλοί κι η κυβέρνηση ενθαρρύνει το κυνήγι. Ακολουθώντας, στην επιχειρηματολογία του, την ίδια, κάπως διεστραμμένη λογική, που τον βοήθησε στην ποδοσφαιρική του καριέρα, μια καριέρα τερματοφύλακα-κυνηγού.

Βουλγαρία ’93-’94: Ωδή στην πιο καλτ ομάδα όλων των εποχών

  [8 Σχόλια]

Trifon IVANOV et Hristo STIOCKHOV 2

Ο Χρίστο Στόιτσκοφ, γνωστός θεολόγος-ποδοσφαιριστής στον οποίο χρωστάμε το δόγμα «Υπάρχουν δυο Χριστοί, ο ένας στον ουρανό, εγώ παίζω στην Μπαρτσελόνα», θα επαναλάβει πολλές φορές την άποψή του για την εθνικότητα του Μεγαλοδύναμου στη διάρκεια των εννιά μηνών που σημάδεψαν την ιστορία της Εθνικής Βουλγαρίας: «Ο Θεός είναι Βούλγαρος». Ένα βράδυ του Ιουλίου του 1994 θα προσθέσει, πικραμένος: «Ο διαιτητής, όμως, ήταν Γάλλος». Έκτοτε, ο εν λόγω διαιτητής και διάφοροι συμπατριώτες του (Πλατινί, Ντεσαγί, Ριμπερί…) θα ακούνε σε κάθε ευκαιρία τα σχετικά γαλλικά από τον Χρίστο, που αντίθετα με τον Θεό, δεν συγχωρεί. Μα τι ακριβώς είχε συμβεί;

Οκτώβριος του 1993. Προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου των Η.Π.Α. Η Γαλλία προκρίνεται σχεδόν σίγουρα αν στα δυο τελευταία ματς, με Ισραήλ και Βουλγαρία στην έδρα της, κάνει μια ισοπαλία. Μια Εθνική Γαλλίας θεωρητικά πανίσχυρη, με το δίδυμο Ζαν-Πιέρ Παπέν (Χρυσή Μπάλα το 1991) και Ερίκ Καντονά, μερικούς μελλοντικούς παγκόσμιους πρωταθλητές και τον «Ελ Μανίφικο» Νταβίντ Ζινολά. Καταφέρνουν να χάσουν από το Ισραήλ, που πετυχαίνει την πρώτη εκτός έδρα νίκη του στην Ευρώπη. Απομένει το ματς με τη Βουλγαρία. Τη συνέχεια τη φαντάζονται όσοι γνωρίζουν τι γίνεται συνήθως όταν πάει κανείς για τα περίφημα «δύο αποτελέσματα».

Αν οι Γάλλοι είχαν μεγάλους παίκτες, οι Βούλγαροι είχαν ημίθεους. Και δεν αναφερόμαστε στο ότι πολλοί από αυτούς έπαιξαν ωραία μπάλα σε δυτικοευρωπαϊκές ομάδες. Αναρωτιέται κανείς πότε στη ιστορία του ποδοσφαίρου εμφανίστηκε ξανά ομάδα με τόσο μυθικές χαίτες –όχι όλες φυσικές–, τέτοιες ξενυχτισμένες φάτσες, τέτοιους ανεπανάληπτους παλιοχαρακτήρες. Ο Στόιτσκοφ στα 19 του τιμωρήθηκε με ισόβιο αποκλεισμό από το ποδόσφαιρο επειδή έπαιξε ξύλο σε έναν τελικό κυπέλλου –η ποινή μειώθηκε κι έτσι μπόρεσε να τιμωρηθεί και στην Ισπανία, όπου πάτησε έναν διαιτητή. Ο άσπονδός του φίλος, Εμίλ Κοσταντίνοφ, πανηγύριζε συχνά τα γκολ του δείχνοντας στους θεατές το μεσαίο του δάχτυλο. Ο αξέχαστος Τρίφον Ιβάνοφ αγόρασε κάποτε ένα άρμα μάχης για να κόβει βόλτες στους αγρούς του Βέλικο Τάρνοβο και τσατιζόταν όταν του το ανέφεραν σαν κάτι περίεργο: «Πώς κάνετε έτσι; Λίγους μήνες μόνο το κράτησα, ήθελα να δω πώς είναι να οδηγείς τανκς». Ο Γιόρνταν Λέτσκοφ, ο άνθρωπος που υποψιαζόμαστε ότι ενέπνευσε το κούρεμα του «Φαινόμενου» Ρονάλντο το 2002, υποστήριζε πως απέκτησε τη μυθική τούφα στο μπροστινό μέρος του γυμνού του κρανίου εξαιτίας του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνομπίλ. Δυστυχώς η βουλγάρικη δικαιοσύνη δεν έδειξε την απαραίτητη ευαισθησία στο δράμα του και το 2013 καταδικάστηκε σε δυο χρόνια φυλάκιση για μια υπόθεση διαφθοράς, στην οποία μπλέχτηκε όντας δήμαρχος. Ο τερματοφύλακας Μπόμπι Μιχαΐλοφ, άλλο θύμα του Τσερνομπίλ, έπαιζε για χρόνια με περουκίνι. Τώρα είναι ο μισητός πρόεδρος της βουτηγμένης στα σκάνδαλα Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

 bulgaria

Νοέμβριος του 1993. Η εντατική προετοιμασία για τη μητέρα των μαχών κόντρα στη Γαλλία διακόπτεται κακήν κακώς και η Εθνική Βουλγαρίας εγκαταλείπει εσπευσμένα τη χώρα. Ο προπονητής Ντιμίταρ Πένεφ, θείος του Λιούμπο, υποψιάζεται ότι οι παίκτες του είχαν μια κάποια τάση στο ξενύχτι. Βάζει λοιπόν, άδεια πακέτα τσιγάρων μπροστά από τις ρόδες των αυτοκινήτων τους και διαπιστώνει ότι τη νύχτα οι περισσότεροι το έσκαγαν από το ξενοδοχείο και απολάμβαναν ανενόχλητοι τις χαρές της μετακομμουνιστικής νυχτερινής Σόφιας. Για να διασταυρώσει τις πληροφορίες του, δεν διστάζει να καταφύγει και σε άλλα σατανικά τεχνάσματα. Το πρωί έλεγε στον Στόιτσκοφ: «Χρίστο, ο Λιούμπο είπε ότι βγήκες χτες, ισχύει;». Μετά πήγαινε στον ανιψιό του:«Λιούμπο, τι έμαθα από τον Χρίστο, ξενύχτησες;». Επόμενος προορισμός της ομάδας ο Μέλας Δρυμός, όπου οι πειρασμοί ήταν, λογικά, μικρότεροι, κι όπου οι Γερμανοί παραχώρησαν τις προπονητικές τους εγκαταστάσεις ώστε να μαντρωθούν για μια εβδομάδα οι Βαλκάνιοι γλεντζέδες.

Νέο πρόβλημα: ο (θείος) Πένεφ ανακαλύπτει τρεις μέρες πριν το ματς ότι ο (ανιψιός) Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ δεν μπορούν να πάνε στη Γαλλία καθώς δεν έχουν βίζα. Η ομάδα κάνει επίδειξη πνεύματος συνεργασίας: ο αμυντικός Ζλάτκο Γιάνκοφ τούς προτείνει να περάσουν παράνομα τα σύνορα με το αυτοκίνητό του, ο  Μιχαΐλοφ, παίκτης τότε της Μιλούζ, υποδεικνύει ένα αφύλακτο πέρασμα στο τριεθνές Γαλλία-Γερμανία-Ελβετία, ο Γκεόργκι Γκεοργκίεφ, συμπαίκτης του Μιχαΐλοφ, αναλαμβάνει να οδηγήσει τους δυο παράτυπους μετανάστες στην ανατολική Γαλλία. Κοιμούνται σπίτι του και ξεκινούν για το Παρίσι. Αλλά, επειδή, όπως είπαμε, έχουμε να κάνουμε με μυθικές φυσιογνωμίες, βαριούνται να κάνουν οδικώς 500 χλμ.  και προτιμούν την άνεση του αεροπλάνου. Μόνο που υπάρχει κι εδώ έλεγχος διαβατηρίων. Στο αεροδρόμιο, οι μεγαλόθυμοι Γάλλοι αστυνομικοί, που τους αναγνωρίζουν, τους αφήνουν να ταξιδέψουν χωρίς χαρτιά.

17 Νοεμβρίου 1993. Οι Γάλλοι είναι κάπως μαγκωμένοι μετά τη νίλα με το Ισραήλ, πάντως υπάρχει αισιοδοξία. Το ματς ξεκινάει σχεδόν κανονικά, αν εξαιρέσουμε έναν νεαρό κόκορα που κόβει βόλτες στο γήπεδο, ξεφεύγοντας από το μαρκάρισμα παικτών και των δυο ομάδων. Ο Καντονά ανοίγει το σκορ, ο Κοσταντίνοφ ισοφαρίζει εφτά λεπτά αργότερα. Μερικά δευτερόλεπτα πριν τη λήξη, η Γαλλία κερδίζει φάουλ. Ο Ζινολά, αντί να ψάξει να κερδίσει χρόνο, κάνει μια ακατανόητη σέντρα –μετά το ματς ο προπονητής του, Ζεράρ Ουγιέ, θα τον αποκαλέσει «εγκληματία» και είκοσι χρόνια μετά, πιο αποστασιοποιημένος, «κάθαρμα». Κερδίζουν οι Βούλγαροι, ασίστ του Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ βυθίζει τη Γαλλία στο πένθος.

«Στη Βουλγαρία παράγουμε μόνο γιαούρτι αλλά σήμερα οι φτωχοί νίκησαν τους πλούσιους», δηλώνει ο Στόιτσκοφ. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» ουρλιάζει ο σχολιαστής της βουλγαρικής τηλεόρασης. Οι 67 (!) δημοσιογράφοι της αποστολής και οι λιγοστοί Βούλγαροι φίλαθλοι τρελαίνονται. Οι θριαμβευτές, μαζί με τον Ρομάριο που βρίσκεται στο Παρίσι για ιατρικούς λόγους αλλά αναρρώνει σαν από θαύμα για να γιορτάσει με τον φίλο του τον Χρίστο, στήνουν γλέντι στο γνωστότερο παρισινό κλαμπ, το Bains Douches. Ο θρύλος λέει ότι στην παρέα τους βρέθηκε κι ο Λένι Κράβιτζ.

Ο δρόμος μέχρι την άλλη μεριά του Ατλαντικού θα είναι μακρύς. Οι παίκτες μαλώνουν για τα πριμ και απειλούν ακόμη και με απεργία, ο Λιούμπο Πένεφ μπαίνει στο νοσοκομείο (διαγνώστηκε με καρκίνο στους όρχεις), ο Στόιτσκοφ τσακώνεται με τον σπόνσορα, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας παραιτείται.

ÓÔÏÉÔÓÊÏÖ / ÅËËÁÄÁ - ÂÏÕËÃÁÑÉÁ (ÐÁÃÊÏÓÌÉÏ 94)

Το 3-0 από τη Νιγηρία έρχεται σαν φυσιολογική τιμωρία μιας ομάδας που μοιάζει αδιάφορη και απειθάρχητη. Ευτυχώς υπάρχει η Ελλάδα του Παναγούλια και η Βουλγαρία καταφέρνει να πετύχει την πρώτη της νίκη μετά από έξι συμμετοχές σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Πριν τον κρίσιμο αγώνα με την Αργεντινή, ο Μαραντόνα βρίσκεται θετικός στην εφεδρίνη. 2-0 και η Βουλγαρία περνάει στην επόμενη φάση. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος», δηλώνει ο Στόιτσκοφ.

Το ματς με το Μεξικό πάει στα πέναλτι, ο Μιχαΐλοφ πιάνει δύο και γίνεται ο ήρωας της ημέρας, γεγονός που δημιουργεί τις πρώτες εντάσεις με τις υπόλοιπες πριμαντόνες της ομάδας. Ευτυχώς, η καλή προπόνηση λύνει όλα τα προβλήματα. «Μετά το ματς με την Αργεντινή, δεν μας ένοιαζε τίποτε. Βγαίναμε μέχρι τα ξημερώματα, τη μέρα καθόμασταν στην πισίνα, παίζαμε χαρτιά, πίναμε μπύρες και τρώγαμε πατάτες», θα αποκαλύψει τα μυστικά της επιτυχίας τους ο ομιλητικός Στόιτσκοφ. Κι ο προπονητής; «Δεν πιστεύω στην αυστηρή πειθαρχία. Προτιμώ οι παίκτες μου να καπνίζουν μπροστά μου. Ο Κρόιφ, που κάπνιζε τρία πακέτα τη μέρα, ήταν κακός παίκτης;».

bulgaria2

Στα προημιτελικά αντιμετωπίζουν μια ομάδα με κάπως διαφορετική φιλοσοφία, την παγκόσμια πρωταθλήτρια Γερμανία. Οι Γερμανοί προηγούνται, όμως ένα μαγικό φάουλ του Στόιτσκοφ και μια υπέροχη κεφαλιά του Λέτσκοφ επιβεβαιώνουν αυτό που γνωρίζουμε. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» επαναλαμβάνει ο Στόιτσκοφ, «αλλά το ματς ήταν εύκολο».

Στον ημιτελικό υπάρχει μια διαφωνία ανάμεσα στον Ιβάνοφ και τον Γιάνκοφ σχετικά με το ποιος έπρεπε να φυλάει τον Μπάτζιο, και, μέχρι να λυθεί, ο Ρομπέρτο βάζει δυο γκολ. Μειώνει ο Στόιτσκοφ αλλά η εποποιία τελειώνει κάπου εδώ. Οι Βούλγαροι θα διαμαρτυρηθούν για ένα ως τρία πέναλτι που δεν τους δόθηκαν. Ο Στόιτσκοφ διατυπώνει τη θεωρία ότι ο Χαβελάνζε κι η ΦΙΦΑ έκαναν τα πάντα για να εμποδίσουν έναν αντιεμπορικό τελικό Βραζιλία-Βουλγαρία. Όργανό τους ο Ζοέλ Κινιού, ο αθεόφοβος Γάλλος διαιτητής, τον οποίο ο Χρίστο έφτυσε μετά το ματς, όπως περήφανα του αρέσει να διηγείται. Ο ίδιος θα βγει πρώτος σκόρερ του τουρνουά, μαζί με τον Ρώσο Όλεγκ Σαλένκο. Στον μικρό τελικό θα διαλυθούν 4-0 από τη Σουηδία, εν μέσω καυγάδων και επεισοδίων μέσα κι έξω από το γήπεδο. Τίποτε δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν.

Ο θρύλος της Εθνικής Βουλγαρίας θα σβήσει τέσσερα χρόνια αργότερα εκεί που άρχισε, στη Γαλλία. Το τέλος θα είναι άδοξο, ένα 6-1 από την Ισπανία στη Λανς, κάτω από τα ασταμάτητα γιουχαΐσματα των Γάλλων θεατών. Θα είναι το τελευταίο, μέχρι σήμερα, παιχνίδι τους σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ο Ιρλανδός που έσωσε την Μπαρτσελόνα

  [5 Σχόλια]

1458224832_118107_1458229442_album_grande

Μπλέχτηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σκάνδαλα, έσωσε την Μπαρτσελόνα από τον αφανισμό, οδήγησε την Μπέτις στην κατάκτηση του μοναδικού της πρωταθλήματος, χάρισε στην πατρίδα του τον πρώτο της τίτλο.

Τον έλεγαν και Πάτρικ και Ο΄Κόνελ, πατρίδα του δεν μπορεί παρά να ήταν η Ιρλανδία. Μια Ιρλανδία πάμφτωχη, καθολική, με άσβεστο μίσος για τον Άγγλο δυνάστη. Έτσι, όταν το 1909, ο 22χρονος «Πάντι» άφησε τη Σέλτικ Μπέλφαστ για τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ και τις πέντε λίρες μηνιάτικο που του έταξαν, έγραψε στους γονείς του για να τους ζητήσει συγγνώμη: «Δεν είμαι προδότης. Αγόρασαν τον ποδοσφαιριστή, όχι τις πεποιθήσεις μου. Τους μισώ αλλά λατρεύω τα λεφτά τους».

Το 1914, κι ενώ κορυφώνονται οι αψιμαχίες γύρω από τη νομοθετική πράξη για τη μερική αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας, η ποδοσφαιρική της ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά τον τίτλο στο British Home Championship, το πρωτάθλημα των εθνοτήτων που συγκροτούσαν το Ηνωμένο Βασίλειο. Με σημερινούς όρους, κάτι σαν παγκόσμιο πρωτάθλημα, δηλαδή. Οι Ιρλανδοί παίζουν το τελευταίο τους ματς με τη Σκοτία στο Μπέλφαστ και δεν πρέπει να χάσουν. Παίζουν χωρίς τον καλύτερό τους παίκτη, ο τερματοφύλακάς τους σπάει την κλείδα του και μένουν με δέκα –μην πούμε με εννιά και κάτι, καθώς κι ο αρχηγός Ο΄Κόνελ σπάει το χέρι του αλλά αρνείται να βγει. Στο 70΄ η Σκοτία ανοίγει το σκορ, η υπόθεση μοιάζει χαμένη μέχρι που ο πονεμένος κι ηρωικός Πάντι δίνει την ασίστ και ο συμπαίκτης του Σαμ Γιανγκ ισοφαρίζει. Οι Ιρλανδοί στέφονται πρωταθλητές αφήνοντας πίσω τους Άγγλους, τους οποίους είχαν ήδη διαλύσει 3-0 στο Μίντλεσμπρο.

Το ίδιο καλοκαίρι, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα δώσει χίλιες λίρες για να τον αποκτήσει. Γρήγορα θα γίνει ο πρώτος Ιρλανδός αρχηγός της ομάδας, η οποία, βέβαια, δεν έχει ακόμη την αίγλη που γνωρίζουμε –για την ακρίβεια, τίποτε δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε. Τόσο, που όταν το 1915 η Γιουνάιτεντ κινδυνεύει με υποβιβασμό και παίζει με τη Λίβερπουλ, παίκτες των δυο ομάδων, μαζί με έναν ξέμπαρκο της Σίτι, στήνουν το αγώνα σε μια παμπ. Το 2-0 δίνει 7 προς 1 στους μπουκμέικερς: να μια ευκαιρία να βγει χαρτζιλίκι σε εποχές πολύ δύσκολες. Έχει αρχίσει ο πόλεμος, το πρωτάθλημα θα διακοπεί, οι περισσότεροι παίκτες θα φύγουν στο μέτωπο, μερικοί ίσως δεν ξαναπαίξουν ποτέ ούτε ποδόσφαιρο, ούτε στοίχημα.

PatrickOConnellManUtd1914

Η Λίβερπουλ τρώει ωραιότατα τα δυο γκολ αλλά το στήσιμο είναι τόσο φανερό που οι φίλαθλοι γιουχάρουν και οι παίκτες που δεν είναι στο κόλπο πλακώνονται με αυτούς που είναι. Σε κάποια φάση η Γιουνάιτεντ κερδίζει πέναλτι, και παραδόξως, καθώς δεν το συνηθίζει, αναλαμβάνει να το χτυπήσει ο Πάντι: στέλνει την μπάλα επιδεικτικά κόρνερ. Μετά το ματς θα αποκαλύψει το στήσιμο και θα κατονομάσει οχτώ ενόχους. Ένας από αυτούς θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δυο φορές, δεν θα πάψει να λέει ότι είναι αθώος κι ότι υπήρξε θύμα της εκδίκησης του Ιρλανδού, ένας άλλος θα σκοτωθεί στον πόλεμο, όλοι θα τιμωρηθούν με ισόβιο αποκλεισμό.

Μετά τον πόλεμο, ο Ο΄Κόνελ κι η βαριά φήμη που πια τον συνοδεύει περιπλανιούνται σε διάφορες ερασιτεχνικές ομάδες. Το 1922, κι ενώ στην Ιρλανδία ξεσπάει εμφύλιος, ο Πάντι εξαφανίζεται, αφήνοντας τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους. Σε λίγους μήνες, η ανήσυχη οικογένεια αρχίζει να παίρνει με το ταχυδρομείο μυστηριώδεις φακέλους με ισπανικές πεσέτες. Ο γιος του, Ντάνιελ, θα ξαναβρεί τα ίχνη του το 1955, ρωτώντας παίκτες της Εθνικής Ισπανίας που είχαν έρθει στο Δουβλίνο για φιλικό αν έχουν ακουστά έναν Ο΄Κόνελ –είχαν.

02941ea2-2f86-4c55-88c5-ca23d5f94781-bestSizeAvailable

Η δεύτερη ζωή του Πάντι αρχίζει, λοιπόν, στην Ισπανία, στη Ρασίγκ Σανταντέρ και κατόπιν στην Οβιέδο. Γίνεται προπονητής και μάλιστα πολύ καλός. Οι μέθοδοί του θεωρούνται επαναστατικές –δίδαξε, λέγεται, στους Ισπανούς το τεχνητό οφσάιντ σύμφωνα με τους τότε νέους κανονισμούς. Το 1931 κατεβαίνει στην Ανδαλουσία κι αναλαμβάνει την Μπέτις, την δεύτερη και περιφρονημένη ομάδα της Σεβίλλης. Ο Πάντι, που έχει γίνει πια «Δον Πατρίθιο», συναντά ξανά και τον έρωτα, στο πρόσωπο μιας Ιρλανδής, την οποία και παντρεύεται –το ότι ήταν ήδη παντρεμένος είναι λεπτομέρεια– αγαπιέται με πάθος από τους οπαδούς και τους παίκτες της Μπέτις κι αλλάζει την ιστορία της. Την επόμενη χρονιά την ανεβάζει στην πρώτη κατηγορία και το 1935, πράγμα ανήκουστο, την οδηγεί στο πρώτο και μοναδικό της πρωτάθλημα μπροστά από τη Ρεάλ Μαδρίτης –που τότε λέγεται απλώς Μαδρίτη, καθώς από το 1931 η χώρα είναι αβασίλευτη δημοκρατία. Όπλα της Μπέτις του Ο΄Κόνελ η σφιχτή άμυνα κι η ομαδικότητα. Στο τελευταίο ματς θέλει νίκη. Αντίπαλος η παλιά αγαπημένη Ρασίγκ Σανταντέρ. Ο θρύλος λέει ότι ο Δον Πατρίθιο συνάντησε τους παλιούς του παίκτες και τους είπε, εν ολίγοις, ότι δεν υπάρχει λόγος να παίξουν με πολύ πάθος. Οι της Ρασίγκ απάντησαν πως, ίσα ίσα, ο πρόεδρός τους τούς είχε τάξει πριμ νίκης χίλιες πεσέτες στον καθένα, καθώς ήταν οπαδός της Μαδρίτης. Όπως και να έχει, οι Σεβιλλιάνοι κερδίζουν 5-0.

Κάπου εδώ αρχίζει η επόμενη ζωή του Ιρλανδού. Αναλαμβάνει την Μπαρτσελόνα, την οποία οδηγεί το 1936 στον τελικό του Κυπέλλου. O περιπλανώμενος Ιρλανδός συναντά έναν ακόμη πόλεμο. Το καλοκαίρι του 1936 ξεσπάει ο Ισπανικός Εμφύλιος. Ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα και βουλευτής Τζουζέπ Σουνιόλ δολοφονείται από τους ανθρώπους του Φράνκο. Ο Δον Πατρίθιο βρίσκεται στην Ιρλανδία, αλλά δεν διστάζει να γυρίσει πίσω στην ταραγμένη Βαρκελώνη. Την επόμενη σεζόν η Μπαρτσελόνα κερδίζει τη Μεσογειακή Λίγκα, το πρωτάθλημα που οργάνωσαν οι ομάδες της ελεύθερης ζώνης –οι Καταλανοί ζητούν ακόμη την αναγνώριση του τίτλου από την ισπανική ομοσπονδία. Αντιμετωπίζει όμως ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα. Τον Απρίλιο του 1937, καταφτάνει μια πρόταση από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Ένας παλιός μπασκετμπολίστας της ομάδας, επιχειρηματίας πλέον στο Μεξικό, καλεί την Μπαρτσελόνα για μια σειρά φιλικών αγώνων. Ο Ο΄Κόνελ δέχεται αμέσως. Σε αυτό το ταξίδι βλέπει, όπως κι οι περισσότεροι παίκτες, μια λύση για τη σωτηρία της ομάδας αλλά και για τη δική τους επιβίωση. Αυτός είχε την ιδέα τα λεφτά της αμοιβής (15.000 δολλάρια) να κατατεθούν σε γαλλική τράπεζα ώστε να μην πέσουν ποτέ στα χέρια των ισπανικών αρχών. Κατάφερε να βγάλει από την κόλαση του εμφυλίου ακόμη και τον κηπουρό του γηπέδου, ο οποίος συνόδεψε την ομάδα ως μασέρ –«δεν είναι τίποτα δύσκολο, θα σου δείξω εγώ τι θα κάνεις».

Η τουρνέ στο Μεξικό λίγη σημασία έχει. Μια τοπική εφημερίδα έγραψε: «Ίσως η Μπαρτσελόνα να μην είναι η καλύτερη ισπανική ομάδα, από όσες όμως ομάδες ήρθαν στο Μεξικό είναι εκείνη που κέρδισε τους περισσότερους φίλους. Δεν παίζει μόνο ωραίο ποδόσφαιρο, αλλά έχει και παίκτες που συμπεριφέρονται σαν σωστοί τζέντλεμεν». Μετά το Μεξικό οι Καταλανοί τζέντλεμεν πηγαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο τέλος της τουρνέ, η οποία διήρκεσε όχι τρεις εβδομάδες όπως ήταν προγραμματισμένο αλλά τρεις μήνες, ελάχιστοι θα γυρίσουν πίσω. Οι περισσότεροι θα μείνουν στο Μεξικό, άλλοι θα πάνε στη Γαλλία. Η Μπαρτσελόνα όμως είχε σωθεί και ο προπονητής της θα μείνει στη μνήμη των φίλων της ως ο άνθρωπος που την έσωσε.

Ο Ο΄Κόνελ θα γυρίσει στην πατρίδα του. Μεταπολεμικά θα ξαναδουλέψει προπονητής στην Ισπανία χωρίς ποτέ να γνωρίσει τις επιτυχίες του παρελθόντος. Θα πεθάνει το 1959 στο Λονδίνο και θα θαφτεί ανώνυμος στο καθολικό κοιμητήριο του Κένσαλ Γκριν. Το 2015 η οικογένειά του οργάνωσε μια εκστρατεία ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την κατασκευή τάφου με το όνομά του. Ανάμεσα σε αυτούς που βοήθησαν βρίσκουμε τον Γιόχαν Κρόιφ, τον Μπόμπι Τσάρλτον, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, τον Πάολο Μαλντίνι, τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ, τον Κένι Νταλγκλίς, τον Λούις Φίγκο. Πορτρέτο του βρίσκεται στο Μουσείο της Μπαρτσελόνα και ένα μεγάλο γκράφιτι προς τιμήν του στο Μπέλφαστ. Όπως γράφει πλέον στον τάφο του: «Τον θυμούνται πολλοί στην Ιρλανδία, την Αγγλία, την Ισπανία». Και αλλού.

Patrick-OConnell-Mural-1_-Lewis

Ο Ντάνιελ Ο΄Κόνελ κατάφερε τελικά να συναντήσει τον εξαφανισμένο πατέρα του. Λέγεται η μόνη ερώτηση που του έκανε εκείνος ήταν: «Ντάνιελ, πες μου κάτι. Η Μάντσεστερ τι έκανε;». Ποιος ξέρει, ίσως να το είχε παίξει στο στοίχημα.

Ιμάμης Μπεκενμπάουερ: Όταν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έπαιζε άμυνα

  [Καθόλου σχόλια]

Erdogan

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βλέπει πολλή μπάλα.

Θυμόμαστε: τον περασμένο Οκτώβρη, επενέβη προσωπικά και διέταξε την απελευθέρωση του διαιτητή της συνάντησης Τράμπζονσπορ- Γκαζιάντεπσπορ –ο άρχοντας του αγώνα δεν είχε σφυρίξει κάτι πέναλτι και ο πρόεδρος των γηπεδούχων τον κλείδωσε στο καμαράκι, είναι λόγος τώρα αυτός να ασχοληθεί ολόκληρος αρχηγός κράτους; Τον Απρίλιο, ο Ερντογάν εγκαινίασε το ανακαινισμένο, υπερσύγχρονο γήπεδο της Μπεσίκτας κεκλεισμένων των θυρών (!) ώστε να αποφύγει τη συνάντηση με τους οργανωμένους οπαδούς οι οποίοι θεωρούνται εχθροί του καθεστώτος μετά τα γεγονότα της πλατείας Ταξίμ το 2013 –35 από αυτούς είχαν τότε παραπεμφθεί σε δίκη, με την κατηγορία ότι ετοίμαζαν πραξικόπημα. Ανάμεσα στα ατράνταχτα αποδεικτικά στοιχεία, ένα μαχαίρι για κοπή ντονέρ κεμπάπ που βρέθηκε στο σπίτι ενός. Στις αρχές Αυγούστου, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία έκανε, με εντολή του Ερντογάν, μαζική εκκαθάριση διαιτητών, παραγόντων και υπαλλήλων που θεωρήθηκαν ύποπτοι για σχέσεις με την Αδελφότητα του ιεροκήρυκα Φατουλάχ Γκιουλέν. Λίγες μέρες μετά είχαμε ένα ένταλμα σύλληψης εις βάρος ενός πραγματικού θρύλου του τουρκικού ποδοσφαίρου, του Ταύρου του Βοσπόρου Χακάν Σουκούρ: κατηγορείται, μαζί με άλλους τρεις παλιούς συμπαίκτες του στη Γαλατασεράι για συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση. Οι δικαστικές του περιπέτειες άρχισαν μάλιστα τον Ιούνιο, όταν η εισαγγελία τον κατηγόρησε πως έβρισε, λέει, τον Πρόεδρο στο τουίτερ. Υπενθυμίζουμε πως ο Ταύρος υπήρξε πριν λίγα χρόνια βουλευτής του ΑΚΠ, του κόμματος του Ερντογάν, τότε που ο τελευταίος έκανε ακόμη παρέα με τον Γκιουλέν. Από τότε, έχει κυλήσει, βέβαια, πολύ νερό κάτω από τις γέφυρες του Βοσπόρου κι ο Σουκούρ έχει, ευτυχώς γι΄αυτόν, εγκατασταθεί στην Καλιφόρνια.

Μα τι συμβαίνει; Πίσω από όλα αυτά κρύβεται σαφώς μια κάποια διαπλοκή των ποδοσφαιρικών αρχών με το ΑΚΠ –ο πρόεδρος της Λίγκας είναι παντρεμένος με την ανιψιά της κυρίας Ερντογάν, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας είναι γιος του εκδότη της φιλοκυβερνητικής εφημερίδας Μιλιέτ κλπ.–, μια ορισμένη τάση του Τούρκου προέδρου προς τον αυταρχισμό, αλλά και μια πιο άγνωστη και παθιασμένη σχέση του με το ποδόσφαιρο. Πριν ο Ερντογάν γίνει Ερντογάν ήταν γνωστός ως Ιμάμης Μπεκενμπάουερ.

1976. Η Μπάγερν Μονάχου κερδίζει το τρίτο στη σειρά Κύπελλο Πρωταθλητριών, η Εθνική Γερμανίας είναι Πρωταθλήτρια Κόσμου κι ο Φραντς Μπεκενμπάουερ ετοιμάζεται να κερδίσει τη δεύτερή του Χρυσή Μπάλα. Στην Κωσταντινούπολη, η Φενερμπαχτσέ, που αντιμετωπίζει κάποια οικονομικά προβλήματα, στέλνει τα λαγωνικά της να ανακαλύψουν άγνωστα –και φτηνά– ταλέντα ανάμεσα στους νεαρούς παίκτες των τοπικών πρωταθλημάτων. Ένας από αυτούς, υπάλληλος της Εταιρείας Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων και μεγάλος θαυμαστής του Κάιζερ της Μπάγερν, διακρίνεται για το παιχνίδι του με την μπάλα, το εντυπωσιακό αθλητικό του παράστημα αλλά και για τις ηγετικές του ικανότητες.

erdogan2

Ξεκίνησε παίζοντας στην επίθεση, στους δρόμους του Κασίμπασα, της φτωχογειτονιάς στην ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης, όπου κατέληγαν πολλοί εσωτερικοί μετανάστες τη δεκαετία του ΄60. Σιγά σιγά, ακριβώς όπως και το είδωλό του, οπισθοχώρησε στο κέντρο της άμυνας και σε αυτήν τη θέση διακρίνεται στα μέσα της δεκαετίας του ΄70 με την ημιεπαγγελματική ομάδα επιλέκτων των Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων. Τότε αποκτά το τόσο εύγλωττο παρατσούκλι του. Ιμάμης –καθώς έχει σπουδάσει σε θρησκευτικό λύκειο– Μπεκενμπάουερ. Τεχνικός, γρήγορος, έξυπνος και πολύ μαχητικός, δεν διστάζει να ανεβαίνει για να κυνηγήσει το γκολ. Οι εφημερίδες τον βάζουν συχνά στην καλύτερη ενδεκάδα της τελικής φάσης του τοπικού πρωταθλήματος της Κωνσταντινούπολης. Κάπως έτσι τραβάει και την προσοχή της ομάδας που υποστήριζε φανατικά, της Φενέρ, και του προπονητή της Τόμισλαβ Καλοπέροβιτς (πέρασε ένα φεγγάρι από τον Απόλλωνα Αθηνών).

9-numara-tayyip-erdogan,EmZTuxA49kSYw8UNKeDXlQ
Ο μελλοντικός Πρόεδρος συλλαμβάνει έναν φίλαθλο

Μια μέρα, λίγο πριν το ματς, ένας δημοσιογράφος μεταφέρει στον ταλαντούχο λίμπερο την πρόταση της ομάδας για συμβόλαιο. Ο 22χρονος Ιμάμης Μπεκενμπάουερ ευχαριστεί για την τιμή και αρνείται: «Δεν υπάρχει περίπτωση να με αφήσει ο πατέρας μου». Ο πολύ αυστηρός και πολύ παραδοσιακός Αχμέτ Ερντογάν, που έφτασε στο Κασίμπασα από το Ριζέ, την ποντιακή Ριζούντα, στα νοτιανατολικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας, δεν είναι φίλαθλος. Το όνειρό του είναι τα παιδιά του να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Αν πιστέψουμε όσα του αρέσει να διηγείται για να τονίζει τη λαϊκή του καταγωγή, ο σημερινός πανίσχυρος ηγέτης της Τουρκίας δούλευε κουλουρτζής ως παιδάκι –ακόμη καλύτερα, αυτοδημιούργητος κουλουρτζής: μάζευε τα απούλητα σουσαμοκούλουρα της χτεσινής μέρας, τα ζέσταινε και τα πουλούσε στον δρόμο. Αργότερα, επιμελής μαθητής και καταπιεσμένος μπαλαδόρος, αναγκαζόταν να κρύβει τις τάπες των ποδοσφαιρικών του παπουτσιών σε ένα σακί με κάρβουνο μην τύχει και τον πάρει είδηση ο τρομερός Αχμέτ. Αλλά, εκείνο το απόγευμα του 1976 αρνήθηκε την πρόταση της αγαπημένης του ομάδας. Είχε ήδη κάτι άλλο στο μυαλό του. Πριν μερικούς μήνες, σε ένα ματς του τοπικού, το οποίο κατέληξε σε άγριο ξύλο, όπως πολλά τέτοια ματς, ξέσπασε μέσα στη φωτιά της μάχης: «Μια μέρα θα γίνω πρωθυπουργός, θα γίνω πρόεδρος! Και τότε θα δείτε!». Είδαμε και φοβόμαστε λίγο τι μας μένει ακόμη να δούμε.

Πάντως, ο πολιτικός Ερντογάν, δήμαρχος Κωνσταντινούπολης στα 40, πρωθυπουργός στα 49, πρόεδρος στα 60, ήδη σουλτάνος για ορισμένους, έμαθε πολλά από την καριέρα του στα γήπεδα: για παράδειγμα, να διαβάζει το παιχνίδι του αντιπάλου και να προσαρμόζει το δικό του. Έτσι, αν και το 1998 καταδικάστηκε σε φυλακή για την απαγγελία ενός ποιήματος που μιλούσε για «μιναρέδες που θα γίνουν οι ξιφολόγχες μας, τα τζαμιά τα στρατόπεδά μας και οι πιστοί οι στρατιώτες μας», στη συνέχεια αναπροσάρμοσε τη ρητορική του και σταδιοδρόμησε με την ετικέτα του «συντηρητικού μουσουλμάνου δημοκράτη».

Παίζει ακόμη καμιά φορά μπάλα και δεν έπαψε ποτέ να υποστηρίζει τη Φενερμπαχτσέ, την ομάδα της Ριζέ και την Κασίμπασα Σπορ –που παίζει πλέον στο στάδιο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν– και να παρακολουθεί με πάθος την εθνική ομάδα. Λέγεται ότι όταν δεν συμφωνεί με τον τρόπο του παιχνιδιού, πράγμα που συμβαίνει συχνά, φροντίζει να γνωστοποιούνται οι λεπτομερείς τεχνικές του παρατηρήσεις στους προπονητές. Κυκλοφορεί η ιστορία ότι κάποτε έδωσε χαρτάκι με σύνθεση στον  Φατίχ Τερίμ αλλά δεν βάζουμε το χέρι μας στη φωτιά.

erdogan

Πρόσφατα, τη νύχτα της 15ης Ιουλίου, όταν εν μέσω πανικού απηύθυνε μήνυμα στον τουρκικό λαό μέσα από εφαρμογή κινητού τηλεφώνου, αξιοποίησε και πάλι τις γνώσεις που απέκτησε στον χώρο του ποδοσφαίρου: παρόμοιο τρόπο επικοινωνίας είχε χρησιμοποιήσει παλιότερα, όταν ανέλαβε να εμψυχώσει προσωπικά αλλά από απόσταση τους Τούρκους διεθνείς πριν από έναν αγώνα.

Σύμφωνα με τους κοντινούς του ανθρώπους, ο Ερντογάν ακόμη και χαμένος, βρίσκει πάντα τον τρόπο να βγαίνει τελικά νικητής. Αυτό, βέβαια,  δεν μαθαίνεται, τουλάχιστον θεωρητικά, στα γήπεδα.

Πώς η φιλοσοφία μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου: Η περίπτωση Χατέμ Μπεν Αρφά

  [4 Σχόλια]

d-220605-capture-d-ecran-2016-04-14-a-172121

Ο Ρομπέρ Βαλέτ, ο προπονητής που τον γνώρισε 15χρονο στη Λυών, λέει γι΄αυτόν ότι διάβαζε πάντα πολύ –τότε, πόσο ταιριαστό, διάβαζε τον Μικρό Πρίγκιπα. Είκοσι χρονών, λίγο πριν βραβευτεί ως πιο ελπιδοφόρος παίκτης του γαλλικού πρωταθλήματος, αποκάλυψε ότι του άρεσε ο Νίτσε. Το 2012, όταν μάγευε με τη Νιουκάστλ, διάβαζε Σπινόζα και Καντ –κι όταν δυσκολευόταν, και δυσκολευόταν δικαίως, έψαχνε στο ίντερνετ για να καταλάβει καλύτερα. Πρόσφατα, σε μια συνέντευξή του στη Gazzetta Dello Sport, επανήλθε: «Οι συγγραφείς που ανοίγουν το μυαλό, σου προσφέρουν νέες προοπτικές. Ξέρω πως μπορεί να φαίνεται αστείος ένας ποδοσφαιριστής που διαβάζει ποίηση ή φιλοσοφία, αλλά, πριν ένα χρόνο, όταν είχα πιάσει πάτο, βρήκα τη δύναμη να συνέλθω χάρη στον Νίτσε ή τον Σωκράτη».

Δεν ξέρω αν η αγάπη του Χατέμ Μπεν Αρφά για τη φιλοσοφία ή η πληροφορία ότι πλουτίζει τη βιβλιοθήκη του με βιβλία που βρίσκει ξεχασμένα σε μπαρ και εστιατόρια (!), προκαλούν το γέλιο, εγώ θέλω να τον πιστέψω. Πρώτα απ΄όλα επειδή τον συμπαθώ. Μετά, επειδή η ενασχόληση με τη φιλοσοφία μοιάζει, επιτέλους, να δουλεύει: όχι μόνο επειδή έφυγε από την προηγούμενη ομάδα του, τη Νις, σαν φίλος –πράγμα που δεν του έχει ξανασυμβεί–, όχι μόνο επειδή πήρε μεταγραφή σε μια από τις πιο φιλόδοξες και πλούσιες ομάδες της Ευρώπης, την Παρί Σεν Ζερμέν, αλλά κι επειδή εμφανίζεται παντού με ένα πλατύ χαμόγελο που δίνει την εντύπωση ότι έχει περισσότερα δόντια από το κανονικό.

Ο Χατέμ υπήρξε πρόωρη μεγαλοφυΐα και αυτό ήταν το δράμα του. Γιος παλιού Τυνήσιου διεθνή, γεννήθηκε μέσα στο ποδόσφαιρο. Έπαιζε στους δρόμους του μεσοαστικού παριζιάνικου προαστίου όπου μεγάλωσε, αλλά και με τα αδέρφια του στο σαλόνι του σπιτιού τους –η μαμά τερματοφύλακας. Εφτά χρονών βγάζει το πρώτο του δελτίο. Είναι γρήγορος, τεχνικός, παίζει με το κεφάλι ψηλά, ντριπλάρει προκλητικά. Κι είναι, μοιραία, ατομιστής. Στα 12 –μοναδική περίπτωση, η κατώτερη ηλικία είναι τα 13– γίνεται δεκτός στο Εθνικό Ινστιτούτο Ποδοσφαίρου, την ακαδημία όπου προετοιμάζεται η ελίτ του γαλλικού ποδοσφαίρου. Τον συνοδεύει η βαριά ευθύνη του ταλέντου του, είναι ήδη ο «Νέος Ζιντάν». Ατζέντηδες γαλλικών, αγγλικών, ιταλικών ομάδων του κάνουν ήδη τα γλυκά μάτια κάθε σαββατοκύριακο που γυρνάει σπίτι του: «Με ενοχλούν, προτιμώ όταν πηγαίνουν να δουν κατευθείαν τους γονείς μου».

Για τρία χρόνια ζει εσωτερικός στο Ινστιτούτο. Ήταν ο πιο μικρός κι ο πιο κοντός, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να ξεχωρίζει, με κάθε τρόπο. Σε ένα μυθικό βίντεο, τον βλέπουμε να προκαλεί έναν εξίσου ταλαντούχο συμμαθητή του, τον Αμπού Ντιαμπί. Δεν πτοείται που ο Ντιαμπί τον περνάει δυο κεφάλια και χρειάζεται η επέμβαση πέντε-έξι άλλων (διακρίνουμε τον Ρικαρντό Φατί, που πέρασε από τον Άρη), ώστε να κλειστεί στο μπαλκόνι και να αποφευχθεί το ξύλο: «Είμαι λίγο νευρικός. Είναι η φύση μου. Από μικρός τσατίζομαι εύκολα, έτσι είμαι φτιαγμένος».

Ήταν μόλις 15 χρονών και διηγήθηκε, χωρίς να το ξέρει, τα επόμενα δεκατρία χρόνια της ζωής του. Το καλοκαίρι του 2002, κι ενώ τον θέλουν πολλές ομάδες, θα διαλέξει την ακαδημία της σπουδαίας, τότε, Λυών. Παίζει στην πρώτη ομάδα μόλις 17 ετών, δίπλα σε αστέρια όπως ο Ζουνίνιο Περναμπουκάνο, σκοράρει, δίνει ασίστ, συχνά εντυπωσιάζει, κερδίζει τέσσερα σερί πρωταθλήματα αλλά δεν παίζει όσο συχνά θα ήθελε. Ψυχραίνεται με τον Μπενζεμά, παίζει ξύλο με τον Σεμπαστιάν Σκιλατσί, μουτρώνει στους προπονητές του. Τον Ιούνιο του 2008, έρχεται στα μαχαίρια με τον πρόεδρο της Λυών που «τον έχει σαν παιδί του», προκειμένου να πάει στη Μαρσέιγ. Όλοι, φίλοι κι εχθροί, θα συμφωνήσουν μετά ότι βιάστηκε. «Ο Χατέμ ήταν ο Μέσι, τον έχω δει να κάνει απίστευτα πράγματα στο γήπεδο, αλλά δεν έκανε σωστές επιλογές. Δεν έπρεπε να φύγει τόσο νωρίς από τη Λυών»: μιλάει ο Μπενζεμά. Την ίδια εποχή, οι μεταφυσικές του ανησυχίες τον οδηγούν να ψαχτεί σε ένα μυστικιστικό, ειρηνικό παρακλάδι του Ισλάμ, ο ίδιος θα μιλήσει μετά για σέχτα. Αυτό πιθανότατα αποθάρρυνε τον Αρσέν Βενγκέρ από το να τον πάρει στην Άρσεναλ.

Ben-Arfa

Στη Μαρσέιγ, μετά από δυο μήνες σχετικής ηρεμίας –πρόλαβε να τσακωθεί, ίσως και να πλακωθεί, με τον Σισέ και τον Μ΄Μπαμί–, νέος κύκλος αίματος. Ο Γκερέτς τον αφήνει στον πάγκο στο ντέρμπι με την Παρί Σεν Ζερμέν. Στο δεύτερο ημίχρονο, σκορ 2-2, του ζητάει να ζεσταθεί για να μπει, αυτός αρνείται: «Πρώτη φορά μου συμβαίνει αυτό στην προπονητική μου καριέρα». Η Μαρσέιγ χάνει 2-4. Η συνέχεια είναι δύσκολη, με κάποια πολύ φωτεινά διαλείμματα. Την επόμενη χρονιά αντιδρά εξίσου πρωτότυπα σε κάποιες παρατηρήσεις του νέου του προπονητή, Ντιντιέ Ντεσάν: «Μου σπας τ΄αρχίδια». Κερδίζει το πέμπτο του πρωτάθλημα αλλά η Μασσαλία δεν τον σηκώνει, πλέον. Όνειρό του η Αγγλία.

Η διοίκηση κι ο Ντεσάν συμφωνούν αρχικά να τον δώσουν δανεικό στη Νιουκάστλ, μετά αλλάζουν γνώμη, αλλά λίγη σημασία έχει. Ο Μπεν Αρφά απέχει από τις προπονήσεις, γυρνάει στο Παρίσι και γυμνάζεται μόνος του περιμένοντας να γίνει το δικό του. Οι κατάρες των μαρσεγιέζων τον συνοδεύουν στην Αγγλία: προλαβαίνει να παίξει τέσσερα ματς πριν συναντήσει στον δρόμο του τον σεσημασμένο Νάιτζελ ντε Γιονγκ. Ουσιαστικά, θα κάνει έναν χρόνο να ξαναπαίξει αλλά, όταν γυρίζει, αποδεικνύει ότι η μπάλα δεν ξεχνιέται. Μερικά μαγικά γκολ μοιάζουν να δικαιώνουν τη Νιουκάστλ που τον αγόρασε όσο ανάρρωνε από το διπλό κάταγμα. Ο προπονητής του, Άλαν Πάρντιου, τον λατρεύει, όπως όλοι μας.

Μέχρι που δεν τον λατρεύει πια. Τσατίλας και ξεροκέφαλος κι ο ίδιος, ανέχεται όλο και λιγότερο τα καπρίτσια του Μπεν Αρφά, τους συνεχείς τραυματισμούς του, το θράσος του. Μετά από ένα 4-0 με τη Μάντσεστρ Γιουνάιτεντ, ο παίκτης υποδεικνύει στον προπονητή να αλλάξει σύστημα παιχνιδιού –φτάνουν πια οι βαθιές σέντρες, κόουτς. Πέφτει σε δυσμένεια, τον στέλνουν πίσω στο Παρίσι και ψάχνουν να τον ξεφορτωθούν. Πάει δανεικός στη Χαλ Σίτι, όπου, φρίξον ήλιε, τον βρίσκουν αργό και ανάξιο για το επίπεδο της ομάδας. Αυτός είναι ο πάτος για τον οποίον μίλησε ο Χατέμ; Όχι ακόμη.

Τέλος του 2014, κι ενώ έχει τσακωθεί και με την οικογένειά του, μένει χωρίς ομάδα. Συμφωνεί με τη Νις. Πρόβλημα: έχει παίξει ένα ξεχασμένο φιλικό με τη φανέλα της Νιουκάστλ πριν πάει στη Χαλ κι απαγορεύεται να παίξει για τρίτη ομάδα σε μια σεζόν. Τα λόγια του προέδρου της επιτροπής που κρίνει την υπόθεση ακούγονται σαδιστικά: «Λέτε πως δικαιολογείται επειδή είναι νέος; 27 ετών; Στην εποχή μου, στον Πόλεμο της Αλγερίας έστελναν στο μέτωπο παλικάρια 17-18 χρονών».

Ο Χατέμ Μπεν Αρφά δεν είναι πια νέος και σκέφτεται ήδη να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο. Ευτυχώς, υπάρχει ο Νίτσε. Κι ο Κλοντ Πυέλ, ο παιδαγωγός προπονητής της Νις, που τον περίμενε έξι μήνες και που τον βοήθησε να γίνει αυτός που είδαμε την προηγούμενη σεζόν, την καλύτερή του μέχρι τώρα: 17 γκολ, 5 ασίστ και αναρίθμητα θύματα.

Ο Μπεν Αρφά είναι από τους πολύ λίγους ποδοσφαιριστές που είναι ειλικρινής στις συνεντεύξεις –πήραμε ήδη δείγμα. Παραδέχεται το προφανές, ότι είναι πολύ εύθραυστος, διαβεβαιώνει ότι είναι πια δυνατός, και κυρίως επαναλαμβάνει, όπως έκανε μικρός, ότι αυτό που ψάχνει στο γήπεδο είναι να δώσει χαρά στην κερκίδα. Όπως ακριβώς και τα είδωλά του –γιατί έχει εκλεκτό γούστο: Κρόιφ, Μαραντόνα, Ρονάλντο, Ροναλντίνιο και, δείγμα της βαθιάς του κουλτούρας, Ομάρ Σίβορι, η Χρυσή Μπάλα του 1961, ο «Μαραντόνα πριν τον Μαραντόνα», ένας βραχύσωμος διάβολος που ντρίπλαρε αλύπητα και με φανερή απόλαυση τους αντιπάλους. Κάθε ομοιότητα τυχαία.

Όπως έχει γράψει ο Νίτσε, «τιμωρούμαστε κυρίως για τις αρετές μας». Ελπίζουμε ότι ο Χατέμ Μπεν Αρφά τιμωρήθηκε ήδη αρκετά.

Μάλκολμ Άλισον: ο πλεϊμπόι που άλλαξε τη μοίρα της Μάντσεστερ Σίτι

  [2 Σχόλια]

PKT1481- 57066 MALCOLM ALLISON 1975 AUTHOR ALLISON AT THE LITERARY EVENT OF THE YEAR: Mr Malcolm Allison arrived looking like death and announced he'd been up most of the night with Dorothy Squires, a statement which demands precise syntax at the best of times but even more so when you are crippled by hangover. About œ300-worth of champagne later mr Allison felt strong enough to answer probing questions about his auto-biograpgy, at this literary event of the year.

Ο Ζοσέ Μουρίνιο λέει ότι ήταν ένας από τους προπονητές που τον επηρέασαν περισσότερο. Όμως, όσο κι αν προσπαθεί ο Πορτογάλος –και προσπαθεί πολύ– δεν θα γίνει ποτέ τόσο σταρ.

Ο Μάλκολμ Άλισον έγινε ο Μάλκολμ Άλισον όταν κατάλαβε πως η ζωή είναι πολύ μικρή. Πριν από αυτό, πριν δηλαδή αρρωστήσει στα 30 από φυματίωση κι αναγκαστεί να εγκαταλείψει την μπάλα, έπαιζε στη Γουέστ Χαμ, παθιαζόταν με τη μελέτη του έργου του Ουίνστον Τσόρτσιλ, δεν κάπνιζε, δεν έπινε και ζούσε μια ήσυχη οικογενειακή ζωή. Μετά; Μετά άφησε στο πόδι του τον 17χρονο αναπληρωματικό του, τον Μπόμπι Μουρ, κι άρχισε να ζει κάθε του μέρα σαν να ήταν η τελευταία.

Γίνεται επαγγελματίας τζογαδόρος, ενδεχομένως και ζιγκολό, ανοίγει ένα δημοφιλές νάιτ κλαμπ στο κέντρο του Λονδίνου, δηλαδή στο κέντρο του κόσμου. Αποκτά ακριβά γούστα: πούρα, σαμπάνιες και διάσημες γυναίκες. Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισε –με απόλυτη επιτυχία; Να τα φτιάξει με την Κριστίν Κίλερ, την πρωταγωνίστρια ενός συγκλονιστικού ερωτικού και γεωπολιτικού σκανδάλου –τα είχε ταυτόχρονα με τον Σοβιετικό Στρατιωτικό Ακόλουθο και με τον Βρετανό Υπουργό Άμυνας, Τζον Προφιούμο. Το ότι ο Άλισον στη συνέχεια τα έφτιαξε διαδοχικά και με τη γυναίκα και με την γκόμενα ενός κινηματογραφικού κατασκόπου, του Ρότζερ Μουρ, είναι  λιγότερο εντυπωσιακό.

Αλλά το ποδόσφαιρο αποδεικνύεται εθιστικότερο. Ο Άλισον ήταν από τους ποδοσφαιριστές που σκέφτονταν πάντα σαν προπονητές. Στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στη Βιέννη, είδε την Εθνική Αυστρίας να παίζει και, κυρίως, να προπονείται: «Υπήρχε ξεχωριστός προπονητής για τους αμυντικούς, για τους επιθετικούς, για τους τερματοφύλακες. Και οι προπονήσεις γίνονταν με μπάλα! Όταν γύρισα στην Αγγλία, στην Τσάρλτον, δεν ξαναείδα μπάλα στην προπόνηση, μόνο τρέχαμε». Μια ακόμη εμπειρία θα τον πείσει ότι κάτι δεν κάνουν σωστά οι Άγγλοι: το 1953, θα είναι στο Γουέμπλεϊ, θεατής στο περίφημο φιλικό όπου η μαγική Ουγγαρία, ταπείνωσε την μέχρι τότε ανίκητη Εθνικής Αγγλίας 3-6.

Καθόλου ικανοποιημένος με τη δουλειά του προπονητή του στη Γουέστ Χαμ, παίρνει την κατάσταση στα χέρια του: οργανώνει πρόγραμμα προπονήσεων –με μπάλα, βέβαια– και μυικής ενδυνάμωσης για όλη την ομάδα, και βραδινές συναντήσεις σε παρακείμενο ιταλικό εστιατόριο με συζητήσεις για την τακτική –τον φανταζόμαστε να παρατάσσει κεφτεδάκια και αλατιέρες σε 4-2-4 ώστε να ξεστραβώσει τους συμπαίκτες του. Η ομάδα ανεβαίνει κατηγορία λίγους μήνες πριν ο αρχηγός κι αναμορφωτής της αναγκαστεί να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο.

Το 1963 ξαναγυρίζει, λοιπόν, ως προπονητής. Ξεκινάει από ερασιτεχνικές ομάδες, με επιτυχία αλλά πάντα σοκάροντας με τον τρόπο ζωής του –χωρίζει τη γυναίκα του για χάρη μιας 16χρονης στριπτιζέζ.

Ο θρύλος του γεννιέται το 1965, στο μελαγχολικό Μάντσεστερ, δίπλα στον Τζο Μέρσερ. Ο προπονητής της ακόμη πιο μελαγχολικής Σίτι, που τότε πάλευε να ανέβει στην πρώτη κατηγορία, είχε πάθει ένα ελαφρύ εγκεφαλικό και έψαχνε κάποιον με χαρισματική προσωπικότητα, κάποιον που να κάνει περισσότερα από όσα ένας συνηθισμένος βοηθός προπονητή. Ο Άλισον ήταν ο άνθρωπός του και ερχόταν αποφασισμένος: «Βαρέθηκα να βλέπω όλα τα σχολιαρόπαιδα στην πόλη να φορούν την καταραμένη κόκκινη φανέλα. Αυτό πρέπει να αλλάξει!».

Απομένει να πείσει τους παίκτες, πράγμα όχι εύκολο, ειδικά όταν φτάνει στην πρώτη προπόνηση με ένα εντυπωσιακό καπέλο –«μου το έκανε δώρο μια φίλη μου». Λίγοι μήνες αρκούν. Ο Μάικ Σάμερμπι παραδέχτηκε αργότερα πως ίσως να τον αγαπούσε περισσότερο από ό,τι τη γυναίκα του: «Πώς να μην τον αγαπήσουμε; Φτάναμε στo τέρμα με τρεις πάσες, παίζαμε απλά και γρήγορα, ήμασταν σε συνεχή κίνηση. Ήμασταν ομάδα». Το 1966 ανεβαίνουν, το 1968 κερδίζουν την τελευταία αγωνιστική το πρωτάθλημα, αφήνοντας δεύτερη τη Γιουνάιτεντ, το 1969 το Κύπελλο, το 1970 το Λιγκ Καπ και το Κύπελλο Κυπελλούχων. Ο τελικός έγινε στη Βιέννη, εκεί που άρχισαν όλα. Ο τίτλος, ο μοναδικός ευρωπαϊκός της Σίτι μέχρι σήμερα, θα γιορταστεί με ποταμούς σαμπάνιας.

Μα γιατί αυτή η μεταμόρφωση της Σίτι, η περηφάνεια, οι τίτλοι, πιστώνονται στον Άλισον; Δεν ήταν παρά ο βοηθός. Μήπως επειδή τραβούσε τα φώτα της δημοσιότητας; Καθόλου. Ήταν ένας καινοτόμος προπονητής, από τους πρώτους που χρησιμοποίησε τη διαιτολογία και τις εργομετρικές μετρήσεις για τη βελτίωση των παικτών. Απαγόρεψε τη μπύρα –αλλά επέτρεψε, έκπληξη, τη σαμπάνια–, ετοίμαζε ο ίδιος το μενού τους, συνεργαζόταν με πανεπιστημιακές κλινικές ώστε να ελέγχει επιστημονικά τη φυσική τους κατάσταση, έψαχνε συνεχώς για νέες τεχνικές προπόνησης, ολοένα και πιο σκληρές: οι παίκτες έκαναν εμετό από την εξάντληση αλλά συνέχιζαν να τον λατρεύουν.

Κι οι φίλαθλοι ακόμη περισσότερο. Αν δεν έγινε ήδη φανερό, αντιπαθούσε κάπως την άλλη ομάδα της πόλης: «Σιχαίνομαι το υφάκι των παικτών και τους περισσότερους φιλάθλους της». Τη χρονιά του τίτλου, πλήρωσε έναν μικροπωλητή να σκαρφαλώσει και να κατεβάσει μεσίστια, σε ένδειξη πένθους, τη σημαία στο Ολντ Τράφορντ και σε μια δεξίωση απάντησε στα κολακευτικά λόγια του προπονητή της Γιουνάιτεντ Ματ Μπάσμπι αποκαλώντας τον «Ματ Μπέιμπι».

Το 1969, αρνείται πρόταση της Γιουβέντους γιατί ήθελε να αποφύγει μια Ουγγαρέζα στριπτιζέζ που είχε γνωρίσει στο Τορίνο. Στο Μάντσεστερ, συναντιέται κρυφά στα αποδυτήρια με μια υποψήφια Μις Βρετανία που του ζήτησε να τη βοηθήσει να χάσει βάρος. Στο Μουντιάλ του 1970, εμφανίζεται καθημερινά ως σχολιαστής στην τηλεόραση. Άνετος, γοητευτικός, παθιασμένος, δεν διστάζει να τσακώνεται, να σαρκάζει, να βρίσκει τον Πελέ και τον Μπεκενμπάουερ κάπως αργούς, να γίνεται κάθε μέρα και πιο γνωστός.

**GETTY EASY ACCESS** Malcolm Allison...English football manager Malcolm Allison wearing an intricate medallion, circa 1973. (Photo by Terry O'Neill/Hulton Archive/Getty Images)

Ο Άλισον, «Big Mal» για τους φίλους, «Έρολ Φλιν του ποδοσφαίρου» για τον Μπράιαν Κλαφ, έγινε αστέρι, όπως κανείς προπονητής πριν από αυτόν. Ακολουθεί η πτώση. Ένας παίκτης του θυμάται: «Διάβαζε τόσα βιβλία για τον Τσόρτσιλ και τον Στάλιν που δεν του αρκούσε πλέον να είναι προπονητής, δεν τον ενδιέφερε». Πολύ λιγότερο βοηθός προπονητή. Το 1972 περιθωριοποιεί τον Μέρσερ και αναλαμβάνει την ομάδα μόνος. Ακολουθούν πανάκριβες και άτυχες μεταγραφές, υπερφίαλες δηλώσεις με ένα ποτήρι σαμπάνια στο χέρι, και αποτυχία. Το 1973, ο Big Mal απολύεται, μετά από εννιά χρόνια στη Σίτι. Γυρίζει στο Λονδίνο στην ταπεινή Κρίσταλ Πάλας. Αξιοσημείωτα γεγονότα: μια πρόκριση στα ημιτελικά του Κυπέλλου, με νίκη επί της μισητής Λιντς, και η καθιέρωση του καπέλου. Μια εντυπωσιακή φεντόρα, ώστε να φαίνεται από τις κερκίδες όταν θα δείχνει στους αντίπαλους το σκορ, εδώ 3-2 επί της Τσέλσι.

Τσελσι

Θα φύγει κακήν-κακώς κι από την Πάλας. Μια πορνοστάρ θα κάνει αποθεραπεία στην πισίνα γυμνή, μαζί με όλη την ομάδα. Την απαθανατίζουν οι δημοσιογράφοι που ο ίδιος κάλεσε: «Μόλις γδύθηκε, παρατήρησα πως το στήθος της δεν ήταν φυσικό. Κρίμα κι άδικο να απολυθώ για ένα κομμάτι πλαστικό».

Τα επόμενα είκοσι χρόνια θα γυρνά από πόλη σε πόλη: θα ξαναγυρίσει ως αναμενόμενος Μεσσίας και θα ξαναφύγει άδοξα από τη Σίτι, θα ξαναπάει στην Κρίσταλ Πάλας, στη Γαλατασαράι, θα κερδίσει πρωτάθλημα και κύπελλο με τη Σπόρτινγκ Λισσαβόνας το 1982, και θα τον διώξουν μετά από ένα ακόμη άγριο πάρτι στη διάρκεια της προετοιμασίας, θα φτάσει μέχρι το Κουβέιτ τη στιγμή που ξεσπούσε ο πόλεμος, θα ξαναγυρίσει στην Πορτογαλία όπου, προπονητής της Βικτόρια Σετούμπαλ, θα γνωρίσει έναν φιλόδοξο νεαρό, τον Ζοσέ Μουρίνιο, και θα καταλήξει στο Μίντλεσμπρο, όπου θα προτείνει την τοποθέτηση πορτοκαλί συνθετικού τάπητα στο γήπεδο.

Θα πεθάνει το 2010, κατεστραμμένος οικονομικά, καταθλιπτικός, με κρίσεις άνοιας κι αυτοκτονικές τάσεις. Μέχρι το τέλος, όταν δυσκολευόταν να θυμηθεί ακόμη και το όνομά του, έλεγε σε όποιον τον χαιρετούσε: «Είμαι καλύτερος από σένα».

Όταν ο Μισέλ Πλατινί ξάπλωνε στο χορτάρι

  [2 Σχόλια]

16

Είναι ο μεγάλος απών αυτού του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος αλλά η σκιά του βαραίνει, κατά κάποιον τρόπο, ακόμη περισσότερο, κι όχι μόνο εξαιτίας της φαραωνικής του έμπνευσης για ευρωπαϊκό πρωτάθλημα των 24 ομάδων.

Ο Μισέλ Πλατινί, με τα παραπάνω κιλά που του φόρτωσαν τόσα χρόνια καλοπέρασης και το υπνωτιστικό και άδειο χαμόγελο του επαγγελματία παράγοντα που αποφάσισε να γίνει, μοιάζει εδώ και καιρό με εισοδηματία φούρναρη, με έναν από αυτούς τους δευτερεύοντες χαρακτήρες των γαλλικών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα, εκεί όπου παραπέμπει, βέβαια, κι η μυθιστορηματική πτώση του.

Κάποτε, όμως, ήταν ένας λαμπρός ποδοσφαιριστής: αέρινος, ακούρευτος, με τη φανέλα έξω από το σορτσάκι και με ένα χαρακτηριστικό σουλούπι που τον έκανε να μοιάζει σα να παίζει πάντα με κατεβασμένες κάλτσες. Χρυσή Μπάλα και πρώτος σκόρερ της Serie A τρία συνεχόμενα χρόνια (1983, 1984, 1985) κι ένας από τους ελάχιστους που κατάφερε να ανεβάσει, από την ανυποληψία –τον αποκλεισμό από τα τελικά των Μουντιάλ του 70 και του 74 και από τα Ευρωπαϊκά του 68, του 72, του 76– στην κορυφή, το ποδόσφαιρο μιας ολόκληρης χώρας. Για να καταφέρεις κάτι τέτοιο, όπως γνωρίζουμε, δεν αρκεί να είσαι ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς, πρέπει να είσαι ο Γιόχαν Κρόιφ ή ο Πλατινί. Κι όλα αυτά χωρίς να τραγουδήσει ποτέ πριν τη σέντρα τη Μασσαλιώτιδα, «αυτόν τον πολεμικό ύμνο. Αν ήταν ύμνος στη αγάπη θα τον τραγουδούσα»: αχ, αυτοί οι Γάλλοι.

Εκείνος ο Μισέλ Πλατινί, λοιπόν, λείπει πολύ σε όσους αγαπούν το ποδόσφαιρο.

Τον θυμηθήκαμε στις 21 Ιουνίου, επειδή έκλεινε τα 61 του χρόνια, κάπου μακριά από τους προβολείς των γηπέδων, και επειδή έκλειναν τριάντα χρόνια από την πρόκριση της Γαλλίας επί της Βραζιλίας, στα προημιτελικά του Μουντιάλ του Μεξικού. Εκεί, στην Γκουανταλαχάρα, με τη θερμοκρασία στους 45 βαθμούς, άκεφος, με ένα τραυματισμό στην κνήμη να τον βασανίζει, ισοφαρίζει με το λιγότερο καλό του πόδι, το αριστερό: θα είναι το τελευταίο από τα 41 γκολ που θα βάλει με τη Γαλλία. Μετά, στα πέναλτι, θα αστοχήσει φριχτά αλλά λίγη σημασία είχε, αυτός, σε αντίθεση με άλλους μεγάλους παίκτες που είδαμε πρόσφατα,  ήταν τυχερός, η ομάδα του επιβλήθηκε.

Θα τον θυμηθούμε οπωσδήποτε στις 8 Ιουλίου, επέτειο του αξέχαστου ημιτελικού του Μουντιάλ στη Σεβίλη το 1982, κόντρα στη Γερμανία. Η ωραία μπαλιά του στον Πατρίκ Μπατιστόν, η δολοφονική έξοδος του χασάπη Χάραλντ Σουμάχερ, ο Μισέλ να σκύβει και να παίρνει στα χέρια του τον αναίσθητο και λευκό σαν πανί συμπαίκτη και φίλο του: μια μεταμοντέρνα Αποκαθήλωση που έληξε με Ανάσταση του θύματος –με τρία δόντια λιγότερα, μετατοπισμένο σπόνδυλο και αμνησία– μερικές ώρες μετά. Ο αγώνας έληξε στα πέναλτι και κέρδισε, φυσικά, η Γερμανία: το ποδόσφαιρο είναι μια σπουδή στην αδικία, και δεν θα διαφωνήσει, μάλλον, ούτε ο Χάραλντ Σουμάχερ ούτε ο Ολλανδός διαιτητής που δεν του έδωσε κάρτα, απλώς χαριεντιζόταν μαζί του ενόσω ο Μπατιστόν έβγαινε πάνω στο φορείο.

battiston

Θυμόμαστε, και ποιος ξέρει για πόσα χρόνια ακόμη, το ψαρωτικό ρεκόρ του Πλατινί: εννιά γκολ σε ένα μόνο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα –χρειάστηκαν σχεδόν τέσσερα (19 αγώνες) στον Κριστιάνο Ρονάλντο για να πετύχει οχτώ. Θυμόμαστε και τον τίτλο που χάρισε με αυτά τα γκολ στη Γαλλία το 1984 και την κατεστραμμένη καριέρα του δόλιου Αρκονάδα μετά από τη φοβερή του γκάφα στον τελικό: ένα μέτριο χτύπημα φάουλ από τον Πλατινί, μια μπάλα που γλιστράει μέσα από τα χέρια, ένας τίτλος.

Για μια γενιά Γάλλων –και Ιταλών, αλλά θα επανέλθουμε– φιλάθλων, η παρουσία του Πλατινί στο χόρτο ισοδυναμούσε με τη σιγουριά ότι θα σκοράρει. Συχνά σε κρίσιμους αγώνες, συχνά με φάουλ, αν και όταν έκανε το περίφημο ρεκόρ του πέτυχε σε δυο ματς τη λεγόμενη «σπεσιαλιτέ Πλατινί», το πραγματικό χατ τρικ: γκολ με το δεξί, γκολ με το αριστερό, γκολ με κεφαλιά. Αυτή τη σιγουριά την ένιωθε χωρίς αμφιβολία κι αυτός. Πρώτη εμφάνιση με την Εθνική Ανδρών, σε ένα φιλικό με την Τσεχοσλοβακία, πριν 40 χρόνια. Η Γαλλία είναι πίσω στο σκορ, κερδίζει έμμεσο. Ο πιτσιρικάς Μισέλ λέει στον έμπειρο Ανρί Μισέλ: «Δώσε μου πάσα. Θα το βάλω».

Ο Μισέλ Πλατινί, εγγονός Πιεμοντέζου μετανάστη στη Λοραίνη, θα ξαναγυρίσει στη γη των προγόνων του, την Ιταλία, και θα λατρευτεί κι εκεί. Και από όλα του τα γκολ με τη Γιουβέντους, θυμόμαστε αυτό το κάπως άγνωστο αριστούργημά του. Γιατί, με τον ίδιο τρόπο που το ωραιότερο γκολ ενός μεγάλου συμπατριώτη του ήταν μια πάσα, το ωραιότερο γκολ του Πλατινί  ήταν οφσάιντ.

8 Δεκεμβρίου 1985. Διηπειρωτικό Κύπελλο στο Εθνικό Στάδιο του Τόκυο. Η κάτοχος του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης Γιουβέντους αντιμετωπίζει τους νικητές του Κόπα Λιμπερταδόρες Αρχεντίνος Ζούνιορς του Κλαούντιο Μπόργκι. Η Γιουβέντους κυνηγάει τον πρώτο της τίτλο στη διοργάνωση και θεωρητικά είναι το φαβορί. Προηγούνται οι Αργεντίνοι στο 55΄, ισοφαρίζει με πέναλτι ο Πλατινί. Και στο 69΄, το θαύμα: στοπάρισμα με το στήθος, εναέριο κοντρόλ με το δεξί, άπιαστο βολέ με το αριστερό, γκολ. Πανηγυρισμοί, σερπαντίνες και κόρνες από τις κερκίδες, οι Γιουβεντίνοι ένα κουβάρι γύρω από το αστέρι τους, το ταμπλό δείχνει 2-1.

Και ξαφνικά, η απότομη προσγείωση: αυτό το ποίημα σφυρίζεται οφσάιντ. Ο Πλατινί, δεν μπορεί να το πιστέψει, τραβάει τα μαλλιά του και μοιάζει να καταρρέει στο χορτάρι. Μοιάζει: στην πραγματικότητα ξαπλώνει κάπως ράθυμα, ακουμπάει το κεφάλι του στο χέρι του και, σαν δεκάχρονο παιδάκι, κάνει μούτρα στον διαιτητή, στη μοίρα, στον κόσμο όλον. Μετά ανακάθεται, χειροκροτεί ειρωνικά, παίρνει μερικές ανάσες. Οι Αρχεντίνος θα ξαναπεράσουν μπροστά αλλά, λίγα λεπτά μετά, το μουτρωμένο δεκάρι θα βρει το κουράγιο και τη διαύγεια που χρειάζεται για να κάνει το μακρινό ένα-δυο με τον Μίκαελ Λάουντρουπ που θα ισοφαρίσει. Η Γιουβέντους θα κερδίσει στα πέναλτι –ένα από αυτά θα το χτυπήσει με επιτυχία ο Πλατινί.

Όπως θα έλεγε ένας άλλος ήρωας με ασπρόμαυρη φανέλα, το μυστικό είναι ότι επιτρέπεται να ξαπλώσεις στο χορτάρι  αλλά επιβάλλεται να σηκωθείς -και, ει δυνατόν, να σκοράρεις.

Ο Τσε και το ποδόσφαιρο (πέρα από τα τατουάζ)

  [2 Σχόλια]

che-futbolista

Γιατί η Κούβα, μια χώρα τόσο δυνατή στα σπορ –ο Φιντέλ είχε δηλώσει πως ο αθλητισμός είναι μια από τις δραστηριότητες που εκφράζουν καλύτερα την επανάσταση– έχει τόσο χάλια ποδόσφαιρο; Το 1938, υπήρξε η πρώτη χώρα της Κεντρικής Αμερικής που έπαιξε σε τελικά Παγκόσμιου Πρωταθλήματος (αποχώρησαν όλες οι άλλες από τα προκριματικά) και μάλιστα πέρασε και στον δεύτερο γύρο αποκλείοντας τη Ρουμανία. Και μετά σιωπή. Οι Κουβανοί δεν δήλωσαν καν συμμετοχή το 1954, το 1958, το 1962, το 1970, το 1974, κι όταν δήλωναν δεν το παίρναμε είδηση. Έχουν, βέβαια, μεσολαβήσει καμιά εικοσαριά περιστατικά ποδοσφαιριστών που έβρισκαν ευκαιρία να αυτομολήσουν όταν βρίσκονταν σε διεθνή τουρνουά, ειδικά από τη δεκαετία του 1990, αλλά οι λόγοι είναι βαθύτεροι.

Η Κούβα δεν αγαπάει το ποδόσφαιρο: «Βαριέμαι φριχτά. Κανένας εδώ δεν παίζει ράγκμπι ή ποδόσφαιρο και σιχαίνομαι το μπέιζμπολ», έγραφε στη μητέρα του ένας βαριεστημένος νεαρός υπουργός Βιομηχανίας στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ο Τσε βρισκόταν στην Αβάνα αλλά παρέμενε Αργεντίνος: είχε επιφορτίσει έναν από τους συνεργάτες του να τον ενημερώνει για τα αθλητικά νέα της χώρας του.

Ο Ερνεστίνο Γκεβάρα Λιντς ντε λα Σέρνα οργανώνει με τα παιδιά της γειτονιάς ένα ματς Άθεοι-Χριστιανοί –παίζει με τους Άθεους κι είναι μόλις 10 χρονών. Στα 11 απαγγέλει με περηφάνια τις συνθέσεις των μεγάλων ομάδων της Αργεντινής σε έναν φίλο του πατέρα του που τους προκάλεσε, αυτόν και τον μικρό του αδερφό: «Στοίχημα ότι δεν ξέρετε ούτε έναν παίκτη της Μπόκα». Όταν όλοι οι φίλοι του, στην επαρχία της Κόρδοβα, υποστήριζαν τις μεγάλες ομάδες της πρωτεύουσας, ο νεαρός χίπστερ Ερνέστο αποφασίζει ότι αυτός θα διαφέρει, θα υποστηρίζει μια ομάδα της πόλης όπου γεννήθηκε –«Είμαι από το Ροσάριο, είμαι Ροσάριο Σεντράλ». Φανταζόμαστε ότι κανείς δεν τον αντιρωτούσε «Κι από μεγάλες ομάδες, τι είσαι;», γιατί ο Ερνέστο, παρατσούκλι «fuser (=μαινόμενος Σέρνα)», ήταν και τσατίλας. Ακόμη κι όταν ένας παίκτης που λάτρευε, ο Ενρίκε «Τσουέκο» Γκαρσία, ο «Αριστεροπόδαρος Ποιητής», πήγε στη Ρασίγκ, δεν κλονίστηκε: «Θα είμαι Σεντράλ μέχρι να πεθάνω». Άλλο μεγάλο του είδωλο: ο θρυλικός επιθετικός «Τορίτο» Αγκίρε. Ο Τορίτο, το 1949, στο κλάσικο του Ροσάριο, ντρίπλαρε τη μισή ομάδα, σκόραρε και πήγε και κατέβασε το σορτσάκι του μπροστά στους οπαδούς των Ολντ Μπόιζ –λέγεται, μάλιστα, πως το έκανε μπροστά σε συγκεκριμένο σημείο της κερκίδας όπου βρίσκονταν μόνο γυναίκες.

Αθλητικός αν και ασθματικός, ο Γκεβάρα ήταν πολύ καλός στο ράγκμπι –αναμφισβήτητα το αγαπημένο του σπορ– έπαιζε και τένις, γκολφ, σκάκι ως παιδί καλής οικογένειας, και ποδόσφαιρο ως μελλοντικός επαναστάτης –η νταντά του τον θυμάται να παίρνει από την ντουλάπα του σπιτιού ένα από τα παντελόνια του: «Ενός φίλου μου του τρύπησε, δεν έχει να πάρει καινούριο και δεν μπορεί να παίξουμε μπάλα. Και τι λογική είναι αυτή, εγώ να έχω δέκα παντελόνια κι αυτός ένα;».

Έπαιζε τερματοφύλακας, ίσως γιατί η πάθησή του τού το επέβαλλε, ίσως γιατί από κει μπορούσε να παρατηρεί με την άνεσή του την ανάπτυξη της ομάδας και να βάζει τις φωνές στους συμπαίκτες του. Είχε πάντα κοντά του την ειδική συσκευή εισπνοών, την οποία καμιά φορά χρησιμοποιούσε όπως ορισμένοι το τσιγάρο: «Έπαιρνα εισπνοές για να μη βρίσω τους αμυντικούς μου που με κρέμασαν». Ήταν καλύτερος στο παιχνίδι με τα χέρια –είπαμε, έπαιζε ράγκμπι–, δυνατός, πάντα παθιασμένος για τη νίκη.

Οι ποδοσφαιρικές του περιπέτειες στη διάρκεια του περίφημου ταξιδιού με τη μοτοσικλέτα (και με πολλά άλλα μεταφορικά μέσα) στη Νότια Αμερική, παρέα με τον Αλμπέρτο Γρανάδο, είναι πιο γνωστές. Στα ερείπια ενός ναού των Ίνκας, στις όχθες του Αμαζονίου ή σε ένα λεπροκομείο στο Σαν Πάμπλο –ματς Υγιείς-Άρρωστοι, ο Ερνέστο με τους άρρωστους, περιστατικό που θυμόμαστε κι από την ταινία «Ημερολόγια Μοτοσικλέτας»–, παίζουν μπάλα με τους ντόπιους, διηγούνται τα (κυριολεκτικά) φανταστικά τους κατορθώματα, για παράδειγμα ότι έπαιζαν μπάλα σε επαγγελματικές ομάδες στην Αργεντινή, και συχνά εντυπωσιάζουν τόσο με τις πραγματικές τους ποδοσφαιρικές ικανότητες που τους ζητούν να κάτσουν μέχρι τον αγώνα της Κυριακής, με αντάλλαγμα τροφή, στέγη και μεταφορά.

Ο 30χρονος Γρανάδο, παρατσούκλι Πεδερνερίτα, λόγω κάποιας ομοιότητας με τον σταρ της Ρίβερ Αδόλφο Πεδερνέρο, παίζει μέσος, ο 23χρονος Γκεβάρα τερματοφύλακας. Στην πόλη Λετίσια, στην Κολομβιανή Αμαζονία, όπου φτάνουν με την περίφημη σχεδία «Μάμπο-Τάνγκο», αναλαμβάνουν ρόλο προπονητή-παίκτη μια ομάδας ονόματι Ιντεπεντιέντε (οι κανονικοί παίκτες ήταν ακόμη χειρότεροι) περιμένοντας το επόμενο αεροπλάνο για την Μπογκοτά. Στο τοπικό ντέρμπι ο Ερνέστο αποκρούει ένα πέναλτι «που έμεινε στα χρονικά της ομάδας», όπως τουλάχιστον έγραψε ο ίδιος. Στο τέλος του αγώνα, κι ενώ παιανίζει ο εθνικός ύμνος της Κολομβίας, σκύβει να καθαρίσει το ματωμένο γόνατό του, προσβολή που προκάλεσε τη βίαιη αντίδραση ενός παρευρισκόμενου συνταγματάρχη. Αλλά δεν ήταν ώρα για τσαμπουκάδες, προείχε η μετάβαση στην Μπογκοτά.

«Αύριο θα δούμε Μιγιονάριος-Ρεάλ Μαδρίτης, από τις πιο φτηνές θέσεις, οι ποδοσφαιριστές συμπατριώτες μας είναι πιο δύσκολοι κι από υπουργό όταν τους κάνεις τράκα»: ακόμη ένα γράμμα στη Σέλια Γκεβάρα, αρχές Ιουλίου του 1952. Οι δυο φίλοι περνούν τα πρωινά τους στην Μπογκοτά προσπαθώντας να βγάλουν βίζα για τη Βενεζουέλα αλλά δεν παραλείπουν να παίζουν ή να βλέπουν ποδόσφαιρο. Η Ρεάλ Μαδρίτης βρίσκεται στην πόλη για φιλικά και παράλληλα ρίχνει ματιές στους πολλούς Αργεντίνους ποδοσφαιριστές που παίζουν στην Κολομβία, ειδικά στη φοβερή ομάδα των Μιγιονάριος. Ποιος είναι άραγε ο σφιχτοχέρης συμπατριώτης τους; Ο Ντι Στέφανο ή ο μελλοντικός του συμπαίκτης στη Ρεάλ Έκτορ Ριάλ; Ο Ντι Στέφανο θυμάται ότι ο Ριάλ τον ξύπνησε αξημέρωτα για να του γνωρίσει έναν Ερνέστο Γκεβάρα, με τον οποίον είχαν κάνει μαζί φαντάροι. Τα επόμενα χρόνια, οι δυο σπουδαίοι συμπατριώτες θα καταπλήξουν τον κόσμο. Ο Ντι Στέφανο (νόμιζε πως) θυμόταν ότι ξανασυναντήθηκαν τυχαία στον δρόμο, στη Νέα Υόρκη, όπου ο ίδιος βρισκόταν για ένα φιλικό με τη Ρεάλ, κι ότι συζήτησαν τότε για για μπάλα και για πολιτική. Ο Τσε, βέβαια, βρέθηκε στη Νέα Υόρκη τον Δεκέμβρη του 1964, όταν έδωσε μια ιστορική ομιλία στον Ο.Η.Ε. Ο Ντι Στέφανο είχε ήδη φύγει κακήν-κακώς από τη Ρεάλ, αλλά η μνήμη παίζει παιχνίδια στις γηραιούς θρύλους του ποδοσφαίρου. Ο Γρανάδο σημειώνει στο ημερολόγιό του ότι συναντήθηκαν με τον Ντι Στέφανο στις 8 Ιουλίου 1952, ήπιαν ματέ, συζήτησαν «για μπάλα, ιατρική και τα βουνά της Κόρδοβα» και κονόμησαν εισιτήρια για ακόμη ένα ματς. Σχολιάζει επίσης τους αγώνες: «Πολύ καλό ματς, σίγουρα στη λίστα των αγαπημένων μου. Η ομορφιά του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου αντιμετώπιζε τη δύναμη και τη τεχνική του ευρωπαϊκού, που δεν εντυπωσιάζει με την ομορφιά του αλλά με την αποτελεσματικότητά του. Ο Ντι Στέφανο, ασύγκριτος».

Οι δρόμοι του Γρανάδο και του Γκεβάρα θα χωρίσουν λίγο μετά. Στο μέλλον, όταν ο Γκεβάρα θα έχει γίνει Τσε, θα ξαναπαίζουν όποτε μπορούν ένα πικάδο, ένα από τα αυτοσχέδια ματς που συνηθίζουν οι Αργεντίνοι. Το 1963, στο Σαντιάγο της Κούβας, στη διάρκεια ενός τέτοιου πικάδο με τον Γρανάδο, ο Τσε, πανίσχυρος και λαοφιλής υπουργός βιομηχανίας, θα πέσει με εντυπωσιακή αυτοθυσία στα πόδια του Ισπανού Αρίας, του ισχυρότερου ποδοσφαιριστή που βρισκόταν στο νησί, και θα σώσει την ομάδα του ακόμη μια φορά. Από αυτήν τη συνάντηση μας έρχεται και μια από τις δυο ποδοσφαιρικές φωτογραφίες του Τσε, παρέα με τον χαμογελαστό Γρανάδο. Η άλλη τραβήχτηκε την ίδια χρονιά, στην υποδοχή μιας βραζιλιάνικης άσημης ομάδας, της Μαντουρέιρα, που περιόδευε στον κόσμο στις αρχές της δεκαετίας του 1960 –βρέθηκε ακόμη και στην κομμουνιστική Κίνα, δεκατέσσερα χρόνια πριν τη Γουέστ Μπρομ. Οι Βραζιλιάνοι έδωσαν πέντε φιλικά ματς (πέντε νίκες) στην Κούβα. Ο Τσε παρακολούθησε ένα από αυτά, και, με τη γνωστή χακί στολή και το χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, χαιρέτησε έναν προς έναν τους Βραζιλιάνους παίκτες.

trip-189-madureira-che

Μερικοί ποδοσφαιριστές, όχι οι χειρότεροι ούτε οι πιο σεμνοί, αγαπούν τον Τσε Γκεβάρα –ή τέλος πάντως τον βρίσκουν διακοσμητικό ως τατουάζ –, όπως τον αγαπούν κι οι φίλαθλοι, στο Λιβόρνο, τη Μασσαλία και σε πολλά άλλα γήπεδα του κόσμου, αλλά κι ο Τσε, χωρίς αμφιβολία, αγαπούσε το ποδόσφαιρο.

Γράμμα από το Παρίσι

  [5 Σχόλια]

  euro

Πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις πριν λίγους μήνες, απειλές για νέες στη διάρκεια των αγώνων, πλημμύρες, φουσκωμένα ποτάμια, μεγάλο ποτάμι φoυσκωμένο και η οργή του λαού, απεργίες και διαδηλώσεις με κύριο στόχο το (αντ)εργατικό νομοσχέδιο, παρουσίαση των τρομακτικών κέρινων ομοιωμάτων του Μέσι και του Κριστιάνο Ρονάλντο στο Μουσείο Γκρεβέν. Σίγουρα δεν είναι οι ιδανικές συνθήκες για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου, εκτός κι αν είσαι ο Τζόρτζιο Κιελίνι –ίσως ούτε ο γίγαντας Τζόρτζιο δεν θα αντέξει το τελικό χτύπημα, ότι το τραγούδι-ύμνο της Εθνικής Γαλλίας το έχει γράψει ο Νταβίντ Γκετά.

Μια μέρα πριν αρχίσουν οι αγώνες με το Γαλλία-Ρουμανία στο Σταντ ντε Φρανς, η στάθμη των ποταμιών κατεβαίνει, ο ήλιος λάμπει, πίνουμε μπύρες και τρώμε παγωτά χαζεύοντας τους φίλαθλους με τις φανέλες της Ρόμα ή της Μπεσίκτας ή της Εθνικής Κροατίας που περνούν από μπροστά μας και που πριν λίγο μας έσπρωχναν για να χωρέσουν στο βαγόνι του μετρό: ήρθε, έστω για λίγο, το καλοκαίρι. Κακός οιωνός; Αξέχαστο θα μείνει ένα άλλο Γαλλία-Ρουμανία, στη Ζυρίχη, για το Ευρωπαϊκό του 2008. Οι θεατές αποκοιμήθηκαν από τη βαρεμάρα, η Ρουμανία πήρε εύκολα το 0-0 αν και η Γαλλία είχε ομαδάρα στα χαρτιά (στη συνέχεια αποκλείστηκε κάνοντας δυο ήττες) και ο Γουίλι Σανιόλ δικαιολογήθηκε με το ιστορικό: «Έκανε πολλή ζέστη».

Αλλά ποιος νοιάζεται γι΄αυτές τις δεισιδαιμονίες στη χώρα του Διαφωτισμού; Εξάλλου, κι ο ίδιος ο Βολτέρος θα υπογράμμιζε πως οι δυο θρίαμβοι του γαλλικού ποδοσφαίρου, το 1984, στο Ευρωπαϊκό, και το 1998, στο Παγκόσμιο Κύπελλο, έγιναν όταν ο Πλατινί κι ο Ζιντάν έπαιζαν στην έδρα τους.

Κι οι απεργίες; Οι περισσότεροι εδώ θυμούνται τις μεγάλες απεργίες του 1995, όταν οι άνθρωποι πήγαιναν στη δουλειά τους με τα πόδια, με πατίνια ή οτοστόπ –δεν υπήρχε ούτε μετρό ούτε λεωφορεία. Οι τωρινές κινητοποιήσεις είναι, συγκριτικά, μάλλον χλιαρές, αλλά έχουν μεγαλύτερη διεθνή απήχηση, ακριβώς λόγω της μπάλας. Συνεχίζεται για δέκατη μέρα η απεργία των σιδηροδρομικών, και το κύριο πρόβλημα αναμένεται να προκύψει για όσους σχεδίαζαν να πάρουν τον προαστιακό για το Σταντ ντε Φρανς –οι δυο γραμμές που φτάνουν εκεί παρουσιάζουν ήδη τα μεγαλύτερα προβλήματα, το μετρό στο Παρίσι λειτουργεί κανονικά. Απειλούν να απεργήσουν κι οι πιλότοι της Ερ Φρανς, ακριβώς όπως το 1998. Τότε η απειλή υπήρξε αρκετή, τα αιτήματά τους ικανοποιήθηκαν, και ακολούθησε η νίκη της Γαλλίας –ποιος μίλησε για γούρια; Τέλος, άρχισε αυτές τις μέρες η απεργία των υπαλλήλων καθαριότητας και των κέντρων συγκέντρωσης απορριμάτων. Σε απλά ελληνικά, στη Μασσαλία, στη Σεντ Ετιέν και στο Παρίσι, στις μεγάλες ποδοσφαιρουπόλεις, τα σκουπίδια άρχισαν να συσσωρεύονται, κατά προτίμηση στα πιο τουριστικά σημεία, και μην περιμένετε από μένα να κατηγορήσω απεργούς που χτυπούν εκεί όπου πραγματικά πονάει –και μυρίζει άσχημα. Πάντως, η κυβέρνηση μοιάζει αισιόδοξη, τσιτάρει τον ιστορικό κομμουνιστή ηγέτη Μορίς Τορέζ («Πρέπει να ξέρουμε πότε θα σταματήσουμε μια απεργία») κι ελπίζει σε νίκη της Γαλλίας, με την όχι και τόσο κρυφή ελπίδα να ανέβει η δημοτικότητα του Φρανσουά Ολάντ, που, όσο κι αν δεν του φαίνεται, είναι πραγματικό αρρωστάκι με το ποδόσφαιρο και παίζει κιόλας, όχι πολύ άσχημα, δεδομένων των συνθηκών. «Σε μια άλλη ζωή, θα ήθελα να ήμουν σεντερφόρ στους Κόκκινους Διάβολους της Ρουέν».

euro2

Οι νυχτερινές συγκεντρώσεις του κινήματος «Όρθιοι τη Νύχτα» συνεχίζονται, κυρίως στην Πλατεία Δημοκρατίας (=République), σε μια ατμόσφαιρα μάλλον χαλαρή. Τι θα γίνει τώρα; Το σχέδιο ήταν να χρησιμοποιηθεί η τεράστια πλατεία, όπως και οι, βυθισμένοι αυτή τη στιγμή, περίπατοι στις όχθες του Σηκουάνα, για παράλληλες εκδηλώσεις, τουρνουά 7Χ7, ποδοτένις, φριστάιλ κλπ, αλλά χτες που πέρασα, κατάλαβα πως δεν περισσεύει χώρος ούτε για μονάκι μπάσκετ. Και κάτι μου λέει ότι η αστυνομία θα έχει άλλες προτεραιότητες από το να ξεστήνει σκηνές και καντίνες.

Θυμάστε τις εποχές που το κύριο πρόβλημα σε τέτοιου είδους αθλητικά γεγονότα ήταν οι χούλιγκαν; Προς το παρόν, αυτό δεν μοιάζει να απασχολεί σχεδόν κανέναν κι αυτό σε μια χώρα που, στη διάρκεια της σεζόν που πέρασε, απαγορεύτηκαν για λόγους ασφαλείας οι μετακινήσεις οπαδών για ματς μεταξύ μικρομεσαίων ομάδων, σε στιλ Καν-Ρεν, μην τύχει και πέσει κανένα καπνογόνο. Τώρα ο κίνδυνος έρχεται από… από πού αλήθεια; Κανείς δεν ξέρει ή δεν θέλει να φανταστεί. Από τον Νοέμβρη μάθαμε πως η έννοια της ασφάλειας έγινε, έτσι κι αλλιώς πολύ σχετική.

euro4

Πάντως, η αστυνομία αγρυπνά, ίσως περισσότερο από όσο μπορεί να αντέξει. Έτσι, ο αστυνομικός διοικητής του Παρισιού πρότεινε, τις μέρες που θα έχει ματς στην πρωτεύουσα, να παραμένει κλειστή η φαν ζόουν κάτω από το Πύργο του Άιφελ. Λόγος: η φυσική εξάντληση των αστυνομικών, που εδώ και μήνες χτυπούν διπλοβάρδιες. Η ιδέα απορρίφθηκε. Πώς να κλείσει αυτό το πανηγύρι του ποδοσφαίρου στην εποχή του καπιταλισμού –20.000 τετραγωνικά μέτρα για 92.000 ανθρώπους, γιγαντοοθόνη 420 τετραγωνικών μέτρων, χίλια τετρακόσια άτομα να φροντίζουν για την ασφάλεια, συναυλίες (ναι, ο Νταβίντ Γκετά).

Όσο για την ασφάλεια; Συνολικά προβλέπονται 90.000 άτομα, εκ των οποίων οι 77.000 επαγγελματίες αστυνομικοί. Λίγες εβδομάδες πριν, οργανώθηκαν ταχύρρυθμα σεμινάρια για την εκπαίδευση βοηθητικού προσωπικού για την τήρηση της ασφάλειας. Αίτηση μπορούσε να κάνει ο καθένας. Η ιδέα πέρασε από το μυαλό μου, παντού χρειάζεται ένας Γιούργκεν για να επιβάλλει την τάξη και είμαι στην ανεργία. Προχτές, η κρατική τηλεόραση έδειξε ένα ρεπορτάζ, όπου ένας ρεπόρτερ έγινε δεκτός στα σεμινάρια με ψεύτικη ταυτότητα. Είπαμε: η ασφάλεια είναι έννοια σχετική. Η πρόβα τζενεράλε, στον τελικό Κυπέλλου Γαλλίας, δεν πήγε λαμπρά: άνοιξαν μόνο τέσσερις από τις είκοσι τέσσερις πύλες εισόδου για 80.000 θεατές, ακολούθησε απίστευτος χαμός, ο αυστηρός σωματικός έλεγχος αποδείχτηκε φάρσα, παιδάκια έκλαιγαν, μεγάλοι μανούριασαν, αστυνομικοί τα πήραν.

euro3

Οι μόνοι που δεν έχουν καμία ανησυχία αυτήν τη στιγμή είναι οι αξιωματούχοι της ΟΥΕΦΑ, όσοι τέλος πάντων δεν φοβούνται μην σκάσει καμιά υπόθεση διαφθοράς στην οποία να είναι βουτηγμένοι μέχρι τον γιακά. Όπως και στο Παγκόσμιο Κύπελλο, η διοργανώτρια χώρα πληρώνει τους αστυνομικούς, την κατασκευή ή την ανακαίνιση των γηπέδων, γενικά πληρώνει, αλλά τα κέρδη, 700 με 900 εκ. ευρώ σύμφωνα με τις προβλέψεις, πάνε σε άλλες τσέπες. Αυτό είναι κάτι καινούριο για τη Γαλλία. Από τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς της Αλμπερβίλ και μετά, όλες οι μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις ήταν υπόθεση ή κάποιου κρατικού οργανισμού ή κάποιας μη κερδοσκοπικής εταιρείας. Τώρα, η Γαλλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία μετέχει με 5% και η ΟΥΕΦΑ με 95% –το 2004, στην Πορτογαλία, το ποσοστό ήταν 46% με 54%.

Αυτά για να ξέρουμε τι ακριβώς βλέπουμε όταν βλέπουμε μπάλα. Αλλά όχι ότι δεν θα δούμε, ε; Χτες, στην ανοιχτή συζήτηση στην Πλατεία Δημοκρατίας, ακούστηκε, σε πηγαδάκι Γαλλοπορτογάλων (στη Γαλλία, και ειδικά στα παρισινά προάστια, υπάρχει μια πολύ σημαντική πορτογαλική κοινότητα), όχι ανοιχτά, ομολογώ, η ιδέα να έρθει κάποια τηλεόραση στην καντίνα, ώστε να οργανωθεί μια εναλλακτική φαν ζόουν, χωρίς Νταβίντ Γκετά, «έστω για τα ματς της Πορτογαλίας, ρε παιδιά».

Eντουάρντ Στρελτσόφ : ο ποδοσφαιριστής που κατάφερε να γυρίσει από το κρύο

  [10 Σχόλια]

Ìîñêâà. 1954ã. Ôóòáîë Íà ôîòî Ýäóàðä Ñòðåëüöîâ Ôîòî Àíàòîëèÿ Áî÷èíèíà

Υπήρξε ο Τζορτζ Μπεστ της Σοβιετικής Ένωσης μόνο που είχε τραγικότερη μοίρα. Όπως ο Μπεστ, δεν έπαιξε ποτέ σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου αν και υπήρξε μια πρόωρη ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα σαν τον Πελέ –ένα παρατσούκλι του ήταν ο Ρώσος Πελέ. Αλλά, για να είμαστε ακριβείς, ο Εντουάρντ Στρελτσόφ ήταν Σοβιετικός. Γεννήθηκε το 1937, μεσουράνησε την ταραγμένη δεκαετία του ΄50 και πέθανε λίγο πριν πάψει να υπάρχει η Ε.Σ.ΣΔ.

1950: η Γερμανία χωρίζεται σε δυο κράτη, η Σοβιετική Ένωση αποκτά τα πρώτα της ατομικά όπλα κι επουλώνει τις πληγές της υπό την πολύ πατρική προστασία του Στάλιν. Το ποδόσφαιρο συνεχίζεται κανονικά: δυο ομάδες της Μόσχας μονοπωλούν τους τίτλους, η Ντιναμό, η ομάδα της αστυνομίας, και η ΤσεΝτεΚα, μετέπειτα ΤΣΣΚΑ, η ομάδα του Κόκκινου Στρατού. Ο 13χρονος γιος μιας μεταλλεργάτριας εντυπωσιάζει τον προπονητή της Τορπέντο Μόσχας, της ομάδας της αυτοκινητοβιομηχανίας ΖΙΣ (αρχικά που σημαίνουν: Εργοστάσιο Στάλιν).

Σε δυο χρόνια, ο Εντουάρντ, το παιδί-θαύμα, θα παίζει στην πρώτη ομάδα της Τορπέντο, σε τρία και πριν κλείσει τα 17, θα γίνει ο νεαρότερος σκόρερ του σοβιετικού πρωταθλήματος, σε τέσσερα θα κληθεί στην Εθνική, η οποία, μετά την οδυνηρή ήττα από τη Γιουγκοσλαβία στους Ολυμπιακούς του Ελσίνκι το 1952 («Τίτο-Στάλιν 3-1» έγραψαν οι εφημερίδες), βρισκόταν σε πλήρη αναδιοργάνωση –όπως βρισκόταν και η χώρα μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953.

Ο Στρελτσόφ είχε τα χαρακτηριστικά του μοντέρνου σεντερφόρ: ψηλός, δυνατός, τεχνικός, έξυπνος, καλός και με τα δυο πόδια, με αδυναμία στα τακουνάκια –κίνηση που στα ρώσικα τώρα λέγεται  «στρελτσόφ»–, δεινός σκόρερ αλλά και με πολύ καλά στατιστικά στις ασίστ. Λίγο πριν τα 18 του θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα και θα παίξει το πρώτο του ματς με τη Εθνική: τρία γκολ, τρεις ασίστ: Σουηδία-Στρελτσόφ 0-6. Ο Σουηδός προπονητής θα πει: «Εμείς θα περιμένουμε πεντακόσια χρόνια για να δούμε τέτοιον παίκτη» –θα περιμένουν είκοσι έξι.

1956: Ο Νικίτα Χρουστσόφ επικρατεί στον αγώνα διαδοχής του Στάλιν και καταγγέλει την πολιτική του προκατόχου του στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Αρχίζει η αποσταλινοποίηση: η αυτοκινητοβιομχανία ΖΙΣ μετονομάζεται σε ΖΙΛ. Η Ε.Σ.Σ.Δ., με αστέρια τον Λεβ Γιασίν και το επιθετικό δίδυμο της Τορπέντο, Στρελτσόφ και Βαλεντίν Ιβανόφ, είναι από τα αουτσάιντερ για το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης.

Eduard Streltsov bold

Στα ημιτελικά αντιμετωπίζουν τη Βουλγαρία. Φτάνουν στην παράταση με εννιά παίκτες, καθώς δεν επιτρέπονται οι αλλαγές και έχουν τραυματιστεί ο Ιβανόφ και ο Βαντίμ Τισένκο. Ο Ιβάν Κόλεφ θα κάνει το 1-0 για τη Βουλγαρία στο 95΄. Η κατάσταση μοιάζει απελπιστική για όλους εκτός από τον Στρελτσόφ που ισοφαρίζει στο 112΄ και δίνει ασίστ στον Μπόρις Τατούσιν στο 116΄: θρίαμβος! Κι όμως, ο ήρωας του ημιτελικού θα παρακολουθήσει τον τελικό και τη νίκη της Ε.Σ.Σ.Δ. από τον πάγκο (ο προπονητής Γκαμπριίλ Κατσάλιν θα προτιμήσει το επιθετικό δίδυμο της Σπαρτάκ) και θα χειροκροτήσει, σαν απλός θεατής, τους συμπαίκτες του με το χρυσό μετάλλιο στο στήθος –τότε οι αναπληρωματικοί δεν δικαιούνταν μετάλλιο. Ο αντικαταστάτης του, ο Νικίτα Σιμόνιαν, θα θελήσει να του προσφέρει το δικό του. Ο 19χρονος Στρελτσόφ θα απαντήσει κάτι που έμοιαζε απόλυτα λογικό: «Δεν πειράζει, θα κερδίσω πολλά χρυσά μετάλλια στο μέλλον».

Το 1957, ο Στρελτσόφ είναι 20 μόλις χρονών και έχει τον κόσμο στα πόδια του: σκοράρει ασταμάτητα (31 γκολ σε 22 ματς από τις 21 Ιουλίου ως τις 26 Οκτωβρίου), αναδεικνύεται καλύτερος παίκτης του πρωταθλήματος, έβδομος στην ψηφοφορία για την ευρωπαϊκή Χρυσή Μπάλα, βάζει ένα γκολ και κάνει την ασίστ για το 2-0 στο μπαράζ με την Πολωνία που δίνει τη πρόκριση στα τελικά του Μουντιάλ. Αρνείται επανειλημμένα να μεταγραφεί στις κατεξοχήν καθεστωτικές ομάδες, την ΤΣΣΚΑ και την Ντιναμό, γλεντάει τη ζωή του όσο μπορεί πιο πολύ, πίνει, καπνίζει, είναι ομορφόπαιδο κι έχει φοβερή επιτυχία στις γυναίκες.

Η Εκατερίνα Φούρτσεβα ήταν η ισχυρότερη γυναίκα της Ε.Σ.Σ.Δ. Πρώην ερωμένη του Χρουστσόφ, πρώτη γυναίκα μέλος του Πολιτμπιρό μετά το 1919, αφεντικό του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Μόσχα. Την εποχή που μεσουρανεί ο Στρελτσόφ, έχει σημαντική επιρροή στην ΚαΓκεΜπε –λέγεται ότι με δική της πρωτοβουλία έγιναν οι προσπάθειες να στρατολογηθεί από τις  μυστικές υπηρεσίες ο Λι Χάρβει Όσβαλντ, βασικός ύποπτος για τη δολοφονία του Κένεντι. Η μονάκριβη, 16χρονη κόρη της, Σβετλάνα, είναι μια από τις κατακτήσεις του σταρ της Τορπέντο. Όταν η Εκατερίνα τον ενημερώνει για τα σχέδιά της να τους παντρέψει, εκείνος αρνείται, λέει ότι είναι αρραβωνιασμένος και εκμυστηρεύεται σε φίλους του ότι προτιμάει να κρεμαστεί παρά να παντρευτεί «αυτό το μπάζο». Λίγες εβδομάδες μετά παντρεύεται κρυφά –θα του καταλογιστεί αργότερα ότι το έκανε «πριν από ένα κρίσιμο φιλικό με τη Ρουμανία, γεγονός που δείχνει πόσο ατελής είναι η διαδικασία διαφώτισης στην Τορπέντο». Τα αρχεία του ΚΚΣΕ αποκαλύπτουν ότι το καθεστώς φοβόταν ότι ο παίκτης θα αυτομολούσε στη Δύση με την πρώτη ευκαιρία: «Ακούστηκε να λέει πως πάντα στενοχωριέται όταν γυρίζει μετά από περιοδείες στο εξωτερικό».

Η πτώση του ειδώλου έχει δρομολογηθεί. Η Komsomolskaya Pravda, το επίσημο όργανο της Κομμουνιστικής Νεολαίας, δημοσιεύει ένα άρθρο: «Η πλάνη των ειδώλων». Στόχος ο Στρελτσόφ: απαριθμούνται όλες οι κραιπάλες, οι δημόσιοι τσακωμοί κλπ. Συνοδεύεται από γράμματα μελών του προλεταριάτου που τον παρουσιάζουν ως ενσάρκωση όλων των δεινών της δυτικής διαφθοράς. Τον Ιανουάριο του ΄58 φυλακίζεται για τρεις μέρες μετά από έναν τσαμπουκά εναντίον αστυνομικών. Του επιτρέπουν να επιστρέψει στην Εθνική μόνο αφού κάνει τη δημόσια αυτοκριτική του.

Eduard Streltsov coupe

Αυτά όμως δεν είναι τίποτε μπροστά σε όσα ακολουθούν. Δυο μέρες πριν την ανάχωρησή του για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας, συλλαμβάνεται στο προπονητικό κέντρο. Κατηγορία: την προηγούμενη νύχτα, σε ένα πάρτι, βίασε τη Μαρίνα Λεμπέντεβα, κόρη ενός συνταγματάρχη του Κόκκινου Στρατού. 100.000 εργάτες της ΖΙΛ κατεβαίνουν στον δρόμο για να υπερασπιστούν την αθωότητά του κι ο ομοσπονδιακός προπονητής Κατσάλιν προσπαθεί να κινητοποιήσει τις υψηλές του γνωριμίες στο Κόμμα, ώστε να μην στερηθεί τον καλύτερό του παίκτη. Ματαιοπονεί: τον αφήνουν να καταλάβει πως οι διαταγές έρχονται από πολύ ψηλά, από τον ίδιο τον Χρουστσόφ. Ζητούν από τον Στρελτσόφ να αναγνωρίσει το έγκλημά του, με την υπόσχεση ότι θα τον αφήσουν να παίξει στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Υπογράφει την ομολογία, η οποία θα αποτελέσει τη βάση του κατηγορητηρίου –παραδόξως, κανείς από τους παρόντες δεν θυμόταν τι έγινε εκείνο το βράδυ, όπως και κανείς δεν ξέρει με σιγουριά ακόμη και σήμερα: κάποιοι λένε ότι ο δράστης του βιασμού ήταν άλλος, κάποιοι ότι δεν υπήρξε βιασμός, κι οι θεωρίες συνωμοσίας δεν λείπουν.

Την ημέρα των 21ων του γενεθλίων καταδικάζεται σε 12 χρόνια εκτοπισμό σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Η γυναίκα του ζητά διαζύγιο, το όνομά του σβήνεται από τα αθλητικά αρχεία, του αφαιρούνται όλες οι διακρίσεις, ακόμη και πολλά γκολ του αποδίδονται σε άλλους. Ποτέ δεν θα μάθουμε τι θα γινόταν αν έπαιζε στο Παγκόσμιο Κύπελλο Η Ε.Σ.Σ.Δ, πάντως, χάνει στα προημιτελικά 2-0 από η Σουηδία. Ενώ περίμενε φυλακισμένος τη δίκη του, ένα νέο άστρο φωτίζει το παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα: ο 17χρονος Πελέ σηκώνει το πρώτο του παγκόσμιο τρόπαιο.

Στο γκούλαγκ θα καταλάβει πως η καταδίκη του δεν πρόκειται να ανακληθεί. Θα αντιμετωπίσει την οργανωμένη εχθρότητα άλλων κρατουμένων –πολύ γρήγορα θα μπλεχτεί σε καυγά και θα μείνει στο νοσοκομείο για πολλές εβδομάδες. Θα μεταφερθεί σε άλλο στρατόπεδο, θα προσαρμοστεί, θα επιδείξει καλή διαγωγή. Θα ελευθερωθεί μετά από πέντε χρόνια, το 1963. Θα είναι πιο βαρύς, με λιγότερα μαλλιά, θα μοιάζει μεγαλύτερος από τα 26 του χρόνια.

streltsov chauve

Εδώ θα αρχίσει, ίσως, η πραγματική εποποιία του. Καθώς είναι ακόμη ισόβια τιμωρημένος, δεν μπορεί να παίξει μπάλα σε ομάδα υψηλής κατηγορίας. Παίζει στο πρωτάθλημα εργοστασίων με την ομάδα της ΖΙΛ, όπου δουλεύει εργάτης. Οι θαυμαστές του δεν τον έχουν ξεχάσει και συρρέουν στα περιφερειακά γήπεδα να τον δουν. Μερικές φορές, η πίεση της εξέδρας είναι τέτοια, που τον βάζουν και παίζει παράνομα με τη δεύτερη ομάδα της Τορπέντο. Ένα ψήφισμα εκατό εργατών φτάνει στα γραφεία του Γραμματέα του ΚΚΣΕ, Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Ζητούν να αρθεί η τιμωρία του. Ο Μπρέζνιεφ εισηγείται θετικά, ο Χρουστσόφ αρνείται.

1964: Ο Χρουστσόφ ανατρέπεται. Την επόμενη χρονιά, ο διάδοχός του, Μπρέζνιεφ επιτρέπει επιτέλους στον Στρελτσόφ να ξαναγυρίσει στην Τορπέντο. Λάμπει ξανά, σαν να μην έλειψε ποτέ, σαν να μην έχει πίσω του πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα και οχτώ χρόνια αποχή από το ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου. Βάζει 12 γκολ, η Τορπέντο κάνει μόνο δυο ήττες και βγαίνει πρωταθλήτρια. Τον ξανακαλούν στην Εθνική λίγο πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο του ΄66. Η βίζα για να ταξιδέψει στο εξωτερικό θα του δοθεί τρεις μήνες μετά το τέλος των αγώνων –η Ε.Σ.Σ.Δ. θα τερματίσει τέταρτη. To 1967 κερδίζει, όπως πριν από δέκα χρόνια, τον τίτλο του καλύτερου Σοβιετικού ποδοσφαιριστή. Τον ξανακερδίζει και την επόμενη χρονιά, όταν η Τορπέντο στέφεται Κυπελλούχος. Το 1970, κι ενώ οι θαυμαστές του κρατούν μια κρυφή ελπίδα μήπως και καταφέρει αυτή τη φορά να παίξει στο Παγκόσμιο Κύπελλο, παθαίνει ρήξη αχίλλειου τένοντα και τερματίζει την καριέρα του, μόλις στα 33.

eduard-streltsov-heros-brise-L-5

Θα πεθάνει το 1990 από καρκίνο στον οισοφάγο. Η αρρώστια του ίσως να συνδέεται με ένα φιλικό ματς που έδωσε στο Τσερνομπίλ υπέρ των θυμάτων, λίγους μήνες μετά το πυρηνικό ατύχημα. Το όνομά του δόθηκε στο στάδιο της Τορπέντο το 1996. Ένα άγαλμα του, με τη φανέλα με το Τ στο στήθος, τοποθετήθηκε έξω από το Ολυμπιακό Στάδιο Λουζνίκι της Μόσχας. Το 2006, η Ρωσική Ολυμπιακή Επιτροπή έδωσε στην οικογένειά του το χρυσό μετάλλιο που του χρωστούσε η ιστορία, πενήντα χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης.

Η Θυμωμένη Ζωή του Πασκάλ Ντυπρά: από τον ΟΗΕ στη σωτηρία της Τουλούζ

  [2 Σχόλια]

871087-toulouse-fc-v-olympique-lyonnais-ligue-1

Το Σάββατο 14 Μαΐου, ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς αποχαιρετούσε το γαλλικό πρωτάθλημα, με δυο γκολ και με τα παιδιά του να μπαίνουν στο γήπεδο πριν τελειώσει το ματς. Όλα αυτά μέσα σε γενική αδιαφορία, καθώς το γαλλικό κοινό είχε τα μάτια καρφωμένα στο γήπεδο της Ανζέ, όπου ο άγνωστος νεαρός Γιαν Μποντιζέρ της Τουλούζ έκλαιγε με λυγμούς μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες –και δεν ήταν δάκρυα λύπης! Ο Γιαν, δέκα λεπτά πριν το τέλος του τελευταίου ματς της σεζόν, έβαλε το πρώτο του γκολ στη Λιγκ 1, έκανε το 2-3 και έσωσε την ομάδα του από τον υποβιβασμό. Είχε μπει αλλαγή στο 65΄, όταν το σκορ ήταν 2-1 για την Ανζέ, μετά από μια τρομερή έμπνευση του προπονητή του: «Δεν ξέρω γιατί, αλλά σκέφτομαι τον Γιαν και το αριστερό του πόδι, μου έχει κολλήσει αυτή η ιδέα».

Ο Μποντιζέρ θα μπει, λοιπόν, και θα σκοράρει με το αριστερό. Περισσότερο όμως από αυτόν, είναι ο προπονητής, ο Πασκάλ Ντυπρά που θα γίνει ο ήρωας του τέλους της σεζόν. Κι αυτή η ομιλία του στους παίκτες, πριν το ματς, δεν είναι ο μοναδικός λόγος.

Εν ολίγοις τους θυμίζει, και με ποιον τρόπο, με τι ένταση, ότι εκείνος, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την Τουλούζ, δέκα αγωνιστικές πριν το τέλος, πρακτικά καταδικασμένη, δέκα βαθμούς πίσω από την πρώτη ομάδα που σωζόταν, δεν έπαψε να λέει ότι θα σωθούν, κι αυτό σε μια πόλη όπου οι φίλαθλοι περιφρονούν το ποδόσφαιρο γιατί αγαπούν το ράγκμπι: «Δεν είναι αύριο, δεν ήταν χτες, τώρα είναι η στιγμή«.  Στο τέλος, τους δείχνει βίντεο, όπου οι γονείς, τα αδέρφια, τα παιδιά τους, τους λένε πως πιστεύουν σε αυτούς και τους ζητούν να κερδίσουν.

Δακρύζουν κι οι πέτρες. Τυχαίο; Όχι. Ο Πασκάλ δεν είναι καμιά πρωτάρα. Μερικά χρόνια πριν, πριόνισε κρυφά τα πόδια μιας καρέκλας πριν από μια παρόμοια ομιλία στους παίκτες του. Την κρίσιμη στιγμή την χτύπησε στο τραπέζι, εκείνη έσπασε, οι παίκτες εντυπωσιάστηκαν με την πώρωση του κόουτς και μάσησαν κι αυτοί σίδερα. Φέτος, έδειχνε στους παίκτες της Τουλούζ κάθε φορά τη σκυταλοδρομία γυναικών 4Χ400 στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2014, με την τελευταία Γαλλίδα να ξεκινάει τέταρτη, καμιά τριανταριά μέτρα πίσω από την τρίτη, και τελικά να κερδίζει: πραγματικά, το πίστευε από την αρχή ότι θα σωθούν.

Ο Πασκάλ Ντυπρά χρειάστηκε, λοιπόν, μόλις δυόμισι μήνες (και μια λιποθυμική κρίση που τον έστειλε στο νοσοκομείο την πρώτη εβδομάδα που ανέλαβε) για να σώσει την Τουλούζ και να αγαπηθεί από τους Γάλλους φιλάθλους, για τους οποίους, μέχρι αυτήν την άνοιξη, υπήρξε ένας από τους πιο αντιπαθητικούς ποδοσφαιρικούς παράγοντες. Οι λόγοι, οι ίδιοι που τον έκαναν τώρα είδωλο: οι ατάκες του. Περιφέρεται εδώ και πολλά χρόνια με αυτό το αγέλαστο πρόσωπο, το σκοτεινό μάτι, μονίμως τσατισμένος και ιδιαίτερα παραγωγικός στις συνεντεύξεις τύπου:

  • «Tους είπα να κουνήσουν τον κώλο τους. Μια φράση που μπορούν να την καταλάβουν όλοι, αγγλόφωνοι ή νοτιοαμερικάνοι. Φρόντισα βέβαια να μεταφραστεί».
  • «Είμαι χαρούμενος γιατί οι άπιστοι το βούλωσαν. Κι ελπίζω να το βουλώσουν πολλές φορές ακόμη. Και να συνεχίσουν να το βουλώνουν μέχρι το τέλος της σεζόν. Και μετά, να το βουλώσουν μέχρι το τέλος της επόμενης σεζόν».
  • «Απόψε νιώθω σα να έφαγα ένα γερό χέρι ξύλο (μετά από ένα 6-2 απο τη Ρεν). Εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει ιδιαίτερα. Υπάρχουν άνθρωποι που γουστάρουν να τρώνε ξύλο, και ξέρω και κλαμπ ειδικά για τέτοια γούστα, δεν συχνάζω όμως σ΄αυτά».
  • «Όλοι λένε ότι το επίπεδο της Λιγκ 1 είναι χάλια: εγώ όμως είδα γεμάτο γήπεδο, πέντε γκολ, αγωνία. Στην Αγγλία, έχω δει πολύ βαρετούς αγώνες όπου έπαιζαν γαλαξίες αστεριών. Οπότε, ή θα βλέπουμε την Πρέμιερ Λιγκ με κολλημένα βλέφαρα, και, σε αυτήν την περίπτωση, καλό είναι να αγοράσουμε όλοι έναν σκύλο-οδηγό για τυφλούς, ή θα πούμε και έναν καλό λόγο για το γαλλικό πρωτάθλημα».
  • «Παίξαμε μόνο τριάντα λεπτά, είναι βαρύ επαγγελματικό λάθος. Θα πω στον αρχηγό και στους παίκτες να δώσουμε πίσω τα λεφτά των δυο τρίτων του εισιτηρίου στους 10.521 θεατές».

Οι ατάκες του είναι τόσο διάσημες που το επίσημο σάιτ της Τουλούζ δημιούργησε μια εφαρμογή που προτείνει στους φίλους του Πασκάλ να χρησιμοποιήσουν ως ήχο κλήσης στο κινητό τους μερικές από αυτές. Για παράδειγμα, μια που λέει «Ο φίλαθλος της Τουλούζ μπορεί να κάτσει δει το Κλάσικο αν θέλει, το μόνο που του εύχομαι είναι να του κοπεί το ρεύμα» ή «Η ομάδα έτρωγε γκολ με το φτυάρι, σε σημείο που τα σορτσάκια μας είχαν τρυπήσει».

pascal

Πρόπερσι, μετά από ένα ματς με τη Ρανς, την ομάδα που φέτος έπεσε ακριβώς τη στιγμή που ο Μποντιζέρ έκανε το 2-3, τον ρώτησαν για τα όσα, ελαφρώς πατερναλιστικά, είχε πει ο αντίπαλος προπονητής. «Κοιτάξτε, αν έρθει ο Μουρίνιο να μου δώσει συμβουλές, ειλικρινά θα τις ακούσω. Τώρα, να ακούω τον καθένα που έχει την άνεση να κριτικάρει τις άλλες ομάδες, δυσκολεύομαι λίγο». Η μυθική συνέχεια είναι ότι ο Μουρίνιο του έδωσε τις συμβουλές που ζήτησε, λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2013: «Αυτό που έχει σημασία είναι να κρατήσει τον χαρακτήρα του και να συνεχίσει να πιστεύει στον εαυτό του. Να ακούς τις κριτικές αλλά να μην επηρεάζεσαι απο αυτές. Αν πιστεύεις ότι κάνεις το σωστό, μπορείς να ακούς και τους άλλους, μερικές φορές έχουν δίκιο. Αν καταντήσει κουραστικό, αν ξεπεράσουν τα όρια, κάνε αυτό που έκανα στη Μαδρίτη: έξω οι δημοσιογράφοι, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, για τρία χρόνια. Και μετά, ζήσε τη ζωή σου όπως νομίζεις».

Ο Πασκάλ Ντιπρά, προφανώς, την έζησε. Πριν γίνει επαγγελματίας προπονητής, υπήρξε για είκοσι χρόνια υπάλληλος στον ΟΗΕ, στην Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες. Εντυπωσιακό, κι ίσως εντυπωσιακότερο το πώς βρέθηκε εκεί. Γεννήθηκε δίπλα στα γαλλοελβετικά σύνορα, στη γαλλική πόλη Ανμάς, λίγα χιλιόμετρα από τη Γενεύη. Όταν κρέμασε τα παπούτσια του, μετά από μια τίμια καριέρα επιθετικού σε μικρομεσαίες ομάδες, η ερασιτεχνική τότε ομάδα του Γκαγιάρ, ενός προαστίου της Ανμάς, του ζήτησε να έρθει να την ενισχύσει. Αντάλλαγμα: ο διορισμός του στον ΟΗΕ (!) –την ίδια δουλειά έκαναν οι περισσότεροι συμπαίκτες του. Ο Πασκάλ ζήτησε να διοριστεί κι η τότε σύζυγός του –κι όποιος ξαναπεί για τα ελληνικά ρουσφέτια, να σκεφτεί ότι, κάπου, είμαστε λίγο η Ελβετία του Νότου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες συνέχισε και ως προπονητής. Κατάφερε να την ανεβάσει μέχρι την Λιγκ 1. Πριν απ΄αυτό, πρωτοστάτησε στην ανάπτυξή της, τη συγχώνευσή της με γειτονικά σωματεία –σήμερα ονομάζεται Εβιάν Τονόν Γκαγιάρ–, την προσέλκυση επενδυτών. Το 2007, όταν ο σπουδαιότερος απ΄αυτούς, η γαλακτοβιομηχανία Danone, απαίτησε την εξυγίανση των οικονομικών για να προχωρήσει στην εξαγορά, ο ίδιος του ο πατέρας, ο Τζο Ντυπρά, έβαλε από την τσέπη του 300.00 ευρώ. Αυτά τα λεφτά δεν τα πήρε πίσω ποτέ η οικογένεια Ντυπρά. Αντίθετα, από πρόπερσι, ο Πασκάλ βρέθηκε πολλές φορές σε σύγκρουση με τη διοίκηση, μέχρι που πέρσι, μετά τον υποβιβασμό της Εβιάν, απολύθηκε. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στα δικαστήρια με την κατηγορία της πλαστογραφίας –οι διοικούντες προσπαθούν έτσι να αποφύγουν την αποζημίωση που του χρωστούν. Όπως είπε ο ίδιος: «Στο ποδόσφαιρο καίμε εύκολα ό,τι αγαπήσαμε. Και πιο εύκολα από όλα,  τους προπονητές«.

pascal2

Με την Εβιάν Τονόν Γκαγιάρ, την ομάδα της καρδιάς του, ο Πασκάλ Ντυπρά είχε γνωρίσει στιγμές δόξας: απέκλεισε την Παρί Σε Ζερμέν του Κάρλο Αντσελότι στο Κύπελλο –στη συνέχεια θα φτάσει στον τελικό– και, την επόμενη χρονιά, θα νικήσει την ίδια ομάδα στο πρωτάθλημα 2-0. «Ναι, φοβήθηκα πολύ την Παρί. Γι΄αυτό εξάλλου και φοράω καφέ εσώρουχο». Κυρίως όμως, θα καταφέρει να σωθεί το 2014, και πάλι την τελευταία αγωνιστική, νικώντας εκτός έδρας την άμεση αντίπαλο Σοσό, την οποία προπονούσε ο αγαπημένος των δημοσιογράφων, κοντοχωριανός και άσπονδός του φίλος, ο φωτογενής Ερβέ Ρενάρ, ή «Ηθοποιός», για τον Πασκάλ. Ο Ρενάρ είναι πιο συγκαταβατικός με τον συνάδελφό του: «Έχει στην τσέπη του ένα περίστροφο, και με το παραμικρό πυροβολεί. Δεν τον παρεξηγώ».

Έκτοτε, οι σχέσεις των δυο προπονητών έχουν σαφώς καλυτερέψει. Εμείς εδώ στο Σομπρέρο, όμως, ένα πράγμα δεν μπορούμε να συγχωρέσουμε στον Πασκάλ Ντυπρά. Πέρσι, όταν η Μαρσέιγ έχασε από τη Λοριάν, δυσκολεύοντας τη σωτηρία της Εβιάν Τονόν Γκαγιάρ, τα έβαλε με αυτόν που δεν έπρεπε: «Αλλιώς τα είχαμε υπολογίσει, αλλά ο κύριος Μπιέλσα αποφάσισε να το ρίξει στην τρελή και να εφαρμόσει ένα εξωγήινο σύστημα». Ο προπονητής της Μαρσέιγ, πιστός στον εαυτό του όσο κι ο Ντυπρά στον δικό του, τού απάντησε πολύ σοβαρά, με ένα κανονικό, εμπεριστατωμένο και λεπτομερές μάθημα τακτικής. Ο Πασκάλ Ντυπρά μπορεί έτσι να περηφανεύεται ότι δυο από τους μεγαλύτερους προπονητές του κόσμου τού έδωσαν τις σχεδόν πατρικές συμβουλές τους, βοηθώντας τον, ενδεχομένως, να γίνει αυτό που είναι σήμερα, ο πιο ευτυχισμένος Γάλλος προπονητής.

3Χ3=9: η Ρωμαϊκή Άνοιξη του Ντιέγκο Σιμεόνε

  [5 Σχόλια]

d922123ab12294de29c36ffb9d8e7d3e

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016, απογευματάκι: μπροστά στην τηλεόραση ή τον υπολογιστή, οι οπαδοί της Γιουβέντους έμαθαν πως η αγαπημένη τους ομάδα αναδείχθηκε πρωταθλήτρια, τρεις αγωνιστικές πριν το τέλος. Η Νάπολι έχασε από τη Ρόμα, και μαθηματικά ήταν πια αδύνατον να προλάβει τους Τορινέζους. Κάπως ξενέρωτος τρόπος να πανηγυρίζεις έναν τίτλο, αλλά οι Γιουβεντίνοι γνωρίζουν καλύτερα από όλους πόση αλήθεια κρύβει το περίφημο «κάλλιο πέντε και στο χέρι», διότι τα μαθηματικά είναι σκληρή επιστήμη που λέει πως το +9 δεν είναι παρά τρεις φορές το τρία: τρεις ήττες μόνο.

1999-2000: το Καμπιονάτο ζει ακόμη τις ώρες της μεγάλης του δόξας. Η σεζόν αρχίζει με τη νίκη της Κυπελλούχου Ευρώπης Λάτσιο στο ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ κόντρα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.  Θα τελειώσει με αξέχαστο τρόπο, « Ιστορικό », όπως θα γράψει στην πρώτη της σελίδα η Corriere dello Sport.

19 Μαρτίου 2000. Η Λάτσιο χάνει στη Βερόνα από την Ελλάς, η πρωτοπόρος Γιουβέντους κερδίζει την Τορίνο. Βαθμολογία: Γιουβέντους 59, Λάτσιο 50. Ακόμη οχτώ αγωνιστικές. Μετά την ήττα, ο Σβεν Γκόραν Έρικσον, προπονητής των Ρωμαίων, λέει τα λόγια που κάθε προπονητής στην θέση του είναι υποχρεωμένος να πει: « Ποιος σταμάτησε να πιστεύει; Ποιος σταμάτησε να ονειρεύεται; Εγώ πάντως όχι. Κι ούτε πρόκειται ». Μα ποιος τον πιστεύει; Τουλάχιστον ένας, ο άνθρωπος που είναι φτιαγμένος για τα δύσκολα, ο Ντιέγκο Πάμπλο Σιμεόνε: « Δεν είμαι έτοιμος να εγκαταλείψω. Πρέπει όλοι να το πιστέψουμε. Όποιος δεν μπορεί, ας σηκώσει το χέρι κι ας κάνει πέρα. Η συζήτηση για το πρωτάθλημα δεν έχει κλείσει ».

Ο Σιμεόνε έφυγε από την Ίντερ το καλοκαίρι. Εχει ήδη σημαδέψει την ιστορία των Μιλανέζων με ένα αποφασιστικό γκολ στον κρίσιμο προημιτελικό του ΟΥΕΦΑ απέναντι στο Στρασβούργο –είχαν χάσει 2-0 στη Γαλλία, ο Σιμεόνε πετυχαίνει το 3-0 στη ρεβάνς– που συνεισφέρει σημαντικά στη κατάκτηση του τροπαίου. Θα προλάβει ενδιάμεσα να τσακωθεί χοντρά με τον πραγματικό Ρονάλντο και, έτσι, στο τέλος της σεζόν 1998-99, φαίνεται απόλυτα λογικό να δοθεί ως μέρος των ανταλλαγμάτων για τη μεταγραφή του Κριστιάν Βιέρι στην Ίντερ.  Έρχεται λοιπόν στη Λάτσιο, η οποία, παρεμπιπτόντως, ήταν η χαμένη σε εκείνον τον τελικό του ΟΥΕΦΑ –είπαμε, οι ιταλικές ομάδες ζουν περίοδο δόξας. Στη Ρώμη, ο Σιμεόνε βρίσκει μια μεγαλούτσικη αργεντίνικη παρέα (τον Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, τον Νέστορ Σενσίνι, τον Ματίας Αλμέιδα) για να μη  νιώθει μόνος και επιβεβαιώνει τον κάπως δύσκολο χαρακτήρα του: στην προπόνηση, πριν από ένα ματς με την Κάλιαρι, θα έρθει στα χέρια με τον Φερνάντο Κόουτο και θα τιμωρηθεί, λογικά, από τον Έρικσον. Σπόιλερ αλέρτ: θα γυρίσει στα γήπεδα εγκαίρως για να σημειώσει το πρώτο του γκολ με τη φανέλα της Λάτσιο, στο Κύπελλο Ιταλίας, εις βάρος, χμ, της Γιουβέντους.

Και θα είναι πάλι εκεί, στους τελικούς με την Ίντερ. Θα σημειώσει το γκολ της νίκης και θα σκύψει, πρώτος αυτός, πάνω από τον τραυματισμένο και παλιό εχθρό Ρονάλντο, που μόλις είχε γυρίσει στα γήπεδα  μετά από πολύμηνη απουσία. Αλλά προτρέχουμε.

Στο πρωτάθλημα,  στην 27η αγωνιστική, η Γιούβε χάνει από τη Μίλαν κι η Λάτσιο κερδίζει τη Ρόμα. Η διαφορά πέφτει στους 6. Ακολουθεί το ντέρμπι κορυφής στο Τορίνο.

Στη Ρώμη γνωρίζουν καλά τι αντιμετωπίζει η Γιουβέντους, κάπως έτσι είχαν χάσει το πρωτάθλημα του 1999. Ο Σιμεόνε γνωρίζει την κατάσταση ακόμη καλύτερα. Δυο χρόνια πριν, με τη Ίντερ, προσπάθησε χωρίς αποτέλεσμα να προλάβει τη Γιουβέντους. Στο ματς μεταξύ των πρωτοπόρων η Γιούβε κέρδισε 1-0 –θυμόμαστε ένα πέναλτι στον Ρονάλντο που δεν σφυρίχτηκε– και το πρωτάθλημα χάθηκε. Αλλά, διηγείται ο Τσόλο : « Εκείνη τη μέρα έμαθα κάτι: σε έναν τέτοιον αγώνα θα έχεις μια τουλάχιστον ευκαιρία. Αλλά αυτήν την ευκαιρία, πρέπει να την αρπάξεις ».

1η Απριλίου 2000. Το κατάμεστο Ντέλε Άλπι ακούει τις συνθέσεις των ομάδων, με ονόματα που φέρνουν δάκρυα νοσταλγίας στα μάτια των φίλων του ιταλικού ποδοσφαίρου –είπαμε, το Καμπιονάτο, ημέρες δόξας κλπ. Φαν ντερ Σαρ, Φεράρα, Κόντε, Ντάβιντς, Ζιντάν, Ντελ Πιέρο η Γιουβέντους, Μιχαΐλοβιτς, Βερόν, Σιμεόνε, Νέτβεντ, Κονσεϊσάο η Λάτσιο, κι από ένας αδερφός Ινζάγκι για τη κάθε ομάδα. Αυτός της Λάτσιο, ο Σιμόνε, είναι σαφής : « Έχουμε έρθει στο Τορίνο για να κερδίσουμε. Είναι η μόνη μας ελπίδα ». Στο 65΄ είμαστε ακόμη στο 0-0, παρά τις πολλές εκατέρωθεν ευκαιρίες. Ο Τσίρο Φεράρα αποβάλλεται με δεύτερη κίτρινη, και, ενώ ο Αντσελότι προσπαθεί να αναδιοργανώσει τη χαροκαμένη του άμυνα, ο Βερόν σεντράρει μαγικά, κι ο Σιμεόνε, που ξέρει να αρπάζει μια ευκαιρία όταν περνά από μπροστά του, παίρνει τη κεφαλιά: 0-1. Θα είναι και το τελικό σκορ, παρά τη φοβερή πίεση των Γιουβεντίνων.

Έκρηξη χαράς των Ρωμαίων, και το πλάνο που τα συνοψίζει όλα : ο Σιμεόνε, πολύ γερός στα μαθηματικά, λοιπόν, πηγαίνει κάτω από την κερκίδα των φίλων της Λάτσιο και υψώνει τρία δάχτυλα, όσοι κι οι βαθμοί που τους χωρίζουν από τον τίτλο.

File: [2apr00b.jpg] | Wed, 27 Apr 2016 12:40:26 GMT LazioWiki: progetto enciclopedico sulla S.S. Lazio www.laziowiki.org

Μετά το ματς, ο αλήστου μνήμης Λουτσάνο Μότζι, προσπαθεί να πείσει τους φίλους της Γιουβέντους ότι αυτό που όλοι πλέον φοβούνται δεν θα συμβεί : « Είδα τους παίκτες της Λάτσιο να πανηγυρίζουν σαν τρελοί και φοβήθηκα ότι μας πέρασαν. Αλλά, ξανακοίταξα τη βαθμολογία κι είδα ότι είμαστε τρεις βαθμούς μπροστά ». Μέχρι πότε; Μέχρι τις 14 Μαΐου.

Όλα θα τελειώσουν για τη Γιουβέντους ένα πολύ βροχερό μαγιάτικο απόγευμα, στην Περούτζια. Ο Πιερλουίτζι Κολίνα βγαίνει με την ομπρέλα, κρίνει τον αγωνιστικό χώρο ικανοποιητικό, ο αμυντικός Αλεσάντρο Καλόρι επιχειρεί σουτ μετά το λάθος του Αντόνιο Κόντε: 1-0. Η Περούτζια περνάει στην ιστορία του Καμπιονάτο, για ακόμη έναν λόγο. Θυμίζουμε πως η ομάδα που στέρησε τον τίτλο από τη Γιουβέντους είναι γνωστή στους ρέκτες των ψυχαγωγικών ποδοσφαιρικών ανεκδότων από  την εκδικητική απόλυση του Κορεάτη Αν Χανκ Χοάν, του παίκτη που απέκλεισε την Ιταλία από το Μουντιάλ του 2002, και από το ότι φόρεσε τη φανέλα της ο υιός Καντάφι.

Κι η Λάτσιο; Η Λάτσιο δεν έχει ανάγκη, έχει τον Ντιέγκο Πάμπλο Σιμεόνε. Ο Αργεντίνος πετυχαίνει τέσσερα γκολ στις τέσσερις τελευταίες αγωνιστικές, χαρίζοντας τέσσερις νίκες στην ομάδα του. Και, βέβαια, το πρωτάθλημα, που οι Λατσιάλι περίμεναν είκοσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Και, επί τη ευκαιρία, το πρώτο της, και μοναδικό ως τώρα, νταμπλ. Ως γνωστόν, αυτήν την τέχνη, να μετράει τα χρόνια που χωρίζουν έναν λαό από τον τελευταίο του τίτλο και να μηδενίζει τον μετρητή, την κατέχει πολύ καλά ο  Ντιέγκο Σιμεόνε.