Ο τελικός που κλόνισε μια δικτατορία

  [4 Σχόλια]

«Τι πρωτάθλημα μου λέτε; Αύριο γράφω γερμανικά!»: είμαστε στα 1967. Ο στρεσαρισμένος φοιτητής-ποδοσφαιριστής που αποπαίρνει τον δημοσιογράφο είναι ο Άρτουρ Ζόρζε, παίκτης τότε της Ακαντέμικα Κόιμπρα –αργότερα θα κάνει καριέρα στην Μπενφίκα, θα αφήσει ένα μουστάκι-φόρο τιμής στον Φρίντριχ Νίτσε, θα κερδίσει ευρωπαϊκό τίτλο ως προπονητής και, κυρίως, θα πραγματοποιήσει το όνειρό του, θα πάρει το πτυχίο της Γερμανικής Φιλολογίας.

Οι Πορτογάλοι προπονητές, σα να μην τους φτάνουν οι τίτλοι που κερδίζουν με χαρακτηριστική ευκολία, είναι και κουλτουριάρηδες. Έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση, είναι γλωσσομαθείς, διαβάζουν φιλοσοφία, φιλοσοφούν οι ίδιοι ή, τέλος πάντων, αφήνουν φιλοσοφικά μουστάκια. Από πού έρχεται αυτή η παράδοση «πρώτοι στα μαθήματα-πρώτοι στον αγώνα» –ή «στους αγώνες», όπως θα δούμε στη συνέχεια;

22 Ιουνίου 1969. 70.000 θεατές στριμώχνονται στο Εστάδιο Νασιονάλ Ζαμόρ της Λισαβόνας για να παρακολουθήσουν τον τελικό του Κυπέλλου Πορτογαλίας. Οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν πως συμμετέχουν στη μεγαλύτερη πολιτική συγκέντρωση που έγινε στη ποτέ στη χώρα, μια διαδήλωση εναντίον του Εστάδο Νόβο, του δικτατορικού καθεστώτος που εγκαθίδρυσε ο Αντόνιο Σαλαζάρ το 1933.

Οι ομάδες που διεκδικούν το Κύπελλο; Από τη μια, το μεγάλο φαβορί, η δυο φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης Μπενφίκα, η ομάδα που και την προηγούμενη χρονιά είχε φτάσει στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών –έχασε από τη Μάντσεστερ– με παίκτες σαν τον Αντόνιο Σιμόες, τον Μάριο Κολούνα και κυρίως τον μεγάλο Εουσέμπιο. Από την άλλη, η Ασοσιασάο Ακαντέμικα ντε Κόιμπρα, ή σκέτο Ακαντέμικα, η  ομάδα του συλλόγου φοιτητών του Πανεπιστημίου της Κόιμπρα. Ομάδα κυριολεκτικά φοιτητική: μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, οι παίκτες της, φοιτητές ή μαθητές σχεδόν όλοι, εκμεταλλεύονται το ταλέντο τους στην μπάλα ώστε να έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους, οι οποίες συχνά τους ενδιαφέρουν περισσότερο. Είναι ερασιτέχνες, η αθλητική προετοιμασία τους δεν είναι συχνά η ιδανική αλλά το παιχνίδι τους, φανταζόμαστε, είναι πιο εγκεφαλικό. Το παρατσούκλι της ομάδας είναι Εστουντάντες (Φοιτητές), ενώ οι οπαδοί της είναι συνήθως συμφοιτητές των ποδοσφαιριστών.

Οι περισσότεροι παίκτες της ομάδας του τελικού του 1969 θα κάνουν καριέρα ως γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί. Αυτό δεν τους εμπόδισε να βγουν δεύτεροι στο πρωτάθλημα το 1967 –τη χρονιά που ο Άρτουρ Ζόρζε ανησυχούσε για τα γερμανικά– πίσω από την Μπενφίκα και μπροστά από την Πόρτο, ή να φτάσουν στα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1970. Ή, να φτάσουν, λοιπόν, στον τελικό Κυπέλλου του 1969 με πειστικές νίκες που συνοδεύτηκαν από πρωτοφανείς εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Είπαμε: πρώτοι στα μαθήματα κλπ.

Το Πανεπιστήμιο της Κόιμπρα είναι ένα από τα παλαιότερα στον κόσμο –ιδρύθηκε το 1290– κι εκεί ξεκίνησε την πολιτική και την ακαδημαϊκή του καριέρα ο δικτάτορας Σαλαζάρ. Το 1969, ο Σαλαζάρ έχει ήδη αποσυρθεί, μετά από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά η πολιτική του συνεχίζεται, μέσα κι έξω από τη χώρα. Πάνω από ένα εκατομμύριο Πορτογάλοι έχουν οδηγηθεί στη μετανάστευση από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όχι μόνο για να αναζητήσουν δουλειά αλλά και για να αποφύγουν τη στράτευση: απαιτούνται όλο και περισσότερα χρήματα, όλο και περισσότερος στρατός για να κατασταλεί ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας στις αποικίες, την Ανγκόλα, τη Μοζαμβίκη, τη Γουινέα-Μπισάου.

Τον Απρίλιο του 1969, κι ενώ πληθαίνουν κάποιες διστακτικές αντιδράσεις ενάντια στον πόλεμο, ο πρόεδρος της χώρας, Αμέρικο Τομάς, πηγαίνει στην Κόιμπρα για να εγκαινιάσει μια καινούρια πτέρυγα του πανεπιστημίου. Ο Αλμπέρτο Μαρτίνς, πρόεδρος του συλλόγου των φοιτητών, ζητάει το λόγο μέσα στην κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων. Δεν θα τον πάρει. Οι αντιδράσεις του κοινού είναι τέτοιες που η εκδήλωση διακόπτεται κι ο δικτάτορας φεύγει. Την ίδια νύχτα η αστυνομία συλλαμβάνει τον Μαρτίνς. Τις επόμενες μέρες, πάνω από διακόσιοι συμφοιτητές του έχουν την ίδια τύχη και πολλοί οδηγούνται κατευθείαν στα στρατόπεδα κι από κεί στις αποικίες για να πολεμήσουν. Οι φοιτητικές διαδηλώσεις καταστέλλονται με απίστευτη βία, οι τραυματίες είναι δεκάδες. «Η ατμόσφαιρα στην Κόιμπρα θύμιζε Σαϊγκόν». Ο σύλλογος των φοιτητών αποφασίζει στην γενική του συνέλευση αποχή από τις εξετάσεις. Η κυβέρνηση διατάζει τη διάλυση του συλλόγου. Και η μπάλα; Η μπάλα είναι ευκαιρία για να γίνει γνωστό σε όλη την Πορτογαλία αυτό που συμβαίνει στην Κόιμπρα.

Οι παίκτες της Ακαντέμικα εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους προς τους φυλακισμένους ή απεργούς συμφοιτητές τους. Στα προημιτελικά του Κυπέλλου με τη Βιτόρια Γκιμαράες κρατούν ένα λεπτό σιγής πριν αρχίσει ο αγώνας –και πριν βάλουν πέντε γκολ. Στα ημιτελικά, απέναντι στη Σπόρτινγκ, δεν φορούν τις κανονικές, μαύρες εμφανίσεις τους, αλλά ολόλευκες και μαύρα περιβραχιόνια. «Το κάναμε για τη ζέστη, κανείς δεν φοράει μαύρα στην παραλία».

Κερδίζουν 2-1 αλλά οι εξηγήσεις τους δεν ικανοποιούν την Ομοσπονδία, η οποία βγάζει φιρμάνι ότι απαγορεύονται οι αυτοσχεδιασμοί στα χρώματα. Στη ρεβάνς, η Ακαντέμικα θα κερδίσει 1-0, χάρη στον πρώτο σκόρερ του πρωταθλήματος, Μανουέλ Αντόνιο, και θα προκριθεί. Στις μαύρες φανέλες των παικτών ένα αυτοκόλλητο σκεπάζει το έμβλημα της ομάδας.

Και έτσι φτάσαμε στο Ζαμόρ της Λισαβόνας, μπροστά στους 70.000 θεατές. Ανάμεσά τους δεν βρίσκεται ο πρώτος πολίτης της χώρας –αποφάσισε τελευταία στιγμή ότι θα ήταν πιο συνετό να μην απονείμει το έπαθλο με πιθανή υπόκρουση αποδοκιμαστικά σφυρίγματα. Για παρόμοιους λόγους δεν θα υπάρχει τηλεοπτική κάλυψη. Αντίθετα, εκατοντάδες αστυνομικοί βρίσκονται παντού. Γίνονται συλλήψεις ακόμη και λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ποδοσφαιριστών. Η ώρα πλησιάζει. Οι οπαδοί της Ακαντέμικα ξεδιπλώνουν πανό: «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο», «Περισσότερα σχολεία-Λιγότερη αστυνομία», «Παιδεία για τον λαό». Περνούν από χέρι σε χέρι, από θύρα σε θύρα με μεγάλη ταχύτητα, η αστυνομία τα κυνηγάει πάνω κάτω στις κερκίδες.

Οι ομάδες εμφανίζονται στον αγωνιστικό χώρο. Σιωπή, ανατριχίλα. Οι παίκτες της Ακαντέμικα μπαίνουν βαδίζοντας αργά, φορώντας ριχτή στους ώμους κι ανοιχτή μπροστά την παραδοσιακή μαύρη φοιτητική τήβεννο. «Μα γιατί πενθείτε;» ρωτάει ο ακραίος επιθετικός της Μπενφίκα, Αντόνιο Σιμόες, τον Μάριο Κάμπος. Η λογοκρισία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι τόσο αποτελεσματική που τα νέα της Κόιμπρα δεν έχουν φτάσει στην πρωτεύουσα.

Λίγο πριν, στα αποδυτήρια, ο προπονητής Φρανσίσκο Αντράντε είχε βρει τα λόγια που απαιτούσε η περίσταση: «Μπορούμε να γίνουμε αυτοί που άνοιξαν ένα παράθυρο όταν τα πάντα ήταν κλειστά». Μπόρεσαν;

Η ευθύνη είναι βαριά αλλά αντέχουν. Στο 81′ ο Μανουέλ Αντόνιο σκοράρει και φέρνει την Ακαντέμικα μια ανάσα από τον τίτλο –«Είχαμε σκεφτεί ότι αν κερδίζαμε θα καλούσαμε τον Αλμπέρτο Μαρτίνς να σηκώσει το κύπελλο μαζί μας», θα πει ο σκόρερ. Ο Σιμόες ισοφαρίζει στο 85′ και απομακρύνει αυτή την προοπτική. Στην παράταση ο Εουσέμπιο θα κάνει το 2-1 με κεφαλιά. Στο τέλος του αγώνα, οι παίκτες των δυο ομάδων κάνουν τον γύρο του θριάμβου μαζί.

Η Ακαντέμικα θα κερδίσει το Κύπελλο Πορτογαλίας το 2012 αλλά ο χαμένος τελικός του 1969 παραμένει το μεγαλύτερο τρόπαιο που κέρδισε ποτέ. Το παράθυρο που μισάνοιξαν οι φοιτητές και οι ποδοσφαιριστές της Κόιμπρα την άνοιξη του 1969, θα ανοίξει οριστικά πέντε χρόνια αργότερα, στις 25 Απριλίου 1974, όταν θα πέσει η δικτατορία.

* Το 2009, ο Ρικάρντο Αντούνες Μαρτίνς θα γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για την εποποιία του 1969. Τίτλος του: Futebol de Causas.

Το Χρυσό Μυστρί του Λεονάρντο Ζαρντίμ

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Λεονάρντο Ζαρντίμ είναι Πορτογάλος και γεννήθηκε στη Βαρκελώνη. Τη Βαρκελώνη της Βενεζουέλας. Για αρκετά χρόνια, πιστεύαμε πως αυτή η πληροφορία ήταν το μόνο αξιοσημείωτο γεγονός στην καριέρα και τη ζωή του. Εντάξει, πέρασε κι από τον Ολυμπιακό, απ΄όπου έφυγε στα μισά της σεζόν, με την ομάδα αήττητη στο πρωτάθλημα και καμιά δεκαριά βαθμούς μπροστά από τη δεύτερη, επειδή δεν προσέφερε αρκετά θεαματικό ποδόσφαιρο. Αλλά αυτό ακόμη κι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι φίλοι κι ο πρόεδρος του Ολυμπιακού, προτιμούν να το ξεχάσουν, ειδικά τώρα. Για να είμαστε δίκαιοι, πάντως, είχαν θυμηθεί να του στείλουν το μετάλλιο του πρωταθλητή ώστε να πλουτίσει τη φτωχή συλλογή του.

Αδιάφορο παρουσιαστικό, χλιαρή συμπεριφορά, ποδοσφαιρική καριέρα ανύπαρκτη –έπαιξε κυρίως χάντμπολ–, πέρασμα από τον πάγκο διάφορων πορτογαλικών, όχι ιδιαίτερα φωτογενών, ομάδων όπου είχε επιτυχίες χωρίς ποτέ να κατακτήσει τίτλο στην υψηλή κατηγορία. Όταν, προς γενική έκπληξη, ήρθε στη δευτεραθλήτρια Μονακό του Ρώσου μεγιστάνα Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ το καλοκαίρι του 2014 για να αντικαταστήσει τον χαρισματικό κι αγαπησιάρη Κλάουντιο Ρανιέρι, πολλοί σκέφτηκαν ότι οι φιλοδοξίες –δηλαδή το μπάτζετ– της ομάδας, περιορίστηκαν δραματικά. Δεν έκαναν λάθος.

Η αρχή ήταν δύσκολη. Ο Χάμες Ροντρίγκεζ μοσχοπουλιέται, ο Ραδαμέλ Φαλκάο φεύγει δανεικός αφού έχει αρχίσει το πρωτάθλημα, ο διαβόητος Πορτογάλος ατζέντης Ζόρζε Μέντεζ τρίβει τα χέρια του. Μετά τις δυο ήττες στις δυο πρώτες αγωνιστικές οι οπαδοί διαμαρτύρονται βίαια –για οπαδοί της Μονακό. (Υπενθυμίζουμε ότι οι λιγοστοί Μονεγάσκοι, οι οποίοι σπάνια γεμίζουν τα 18.523 κίτρινα καρεκλάκια του σταδίου Λουί ΙΙ, υποχρεώνονται να περάσουν τα σύνορα για να πιουν μια μπύρα πριν το γήπεδο διότι η κατανάλωση αλκοόλ απαγορεύεται τις ημέρες του ματς).

«Αν ποτέ δεν σε ζαλίζει του θριάμβου το κρασί»:  Ράντγιαρντ Κίπλινγκ,  «Αν»

Κι ο Ζαρντίμ; «Πολύ καλός ο Φαλκάο αλλά έφυγε. Συνεχίζουμε να δουλεύουμε». Τα ίδια πάνω κάτω είπε όταν την επόμενη σεζόν πουλήθηκαν και οι αντικατάστάτες του Φαλκάο και του Ροντρίγκεζ. Το συμπέρασμα βγήκε εύκολα: τα κύρια προτερήματα του νέου προπονητή ήταν η ικανότητά του να κάνει ό,τι του λένε και το ότι μιλούσε πορτογαλικά. Λίγοι πρόσεξαν ότι ο ίδιος δεν είχε μάνατζερ τον Μέντεζ και ότι οι προπονητές είναι βασικό εξαγώγιμο προϊόν της πορτογαλικής οικονομίας.

Η Μονακό συνέχισε να δουλεύει πολύ, σύμφωνα με τις επιθυμίες του Ζαρντίμ, ο οποίος παρατήρησε γρήγορα την τάση των νεαρών Γάλλων παικτών να τεμπελιάζουν. Άρχισε να φέρνει αποτελέσματα χωρίς να βγάζει μάτια με την απόδοσή της. Οι σκέψεις που αρχίζουν με το περίφημο «μόνο στην Ελλάδα…» είναι πάντα λανθασμένες: ο Πορτογάλος δεν γλίτωσε την άγρια κριτική ούτε στο Πριγκιπάτο. Εικάζουμε πως αν δεν απολύθηκε μετά την περσινή τελευταία αγωνιστική, την ταπεινωτική εξάρα από τη Λυόν και την απώλεια της δεύτερης θέσης, είναι επειδή ακριβώς ο ιδιοκτήτης της Μονακό δεν ήταν φίλαθλός της από παιδί –και ούτε συνηθίζει να κατεβαίνει στον αγωνιστικό χώρο με το πουκάμισο έξω από το παντελόνι του κι ένα κουμπί να λείπει.

Τα προηγούμενα χρόνια, γράφτηκαν πολλά: «ο Ζαρντίμ καταστρέφει το ποδόσφαιρο», «αν έπαιζε τέτοια μπάλα Γάλλος προπονητής θα τον είχαν πάρει με τις πέτρες», «είναι βασανιστήριο να τους βλέπεις να παίζουν». Ορισμένοι καλοπροαίρετοι μετρούσαν πόσες φορές η Μονακό, με κύριο προσόν τη σφιχτή άμυνα, κέρδιζε με ένα γκολ διαφορά, γκολ που έμπαινε συνήθως στο β΄ ημίχρονο. Το 2014-15 κατάφερε να τερματίσει πρώτη στον όμιλό της στο Τσάμπιονς Λιγκ έχοντας βάλει όλα κι όλα τέσσερα γκολ σε έξι αγώνες –το ότι τα έβαλε μαζεμένα μετά στην Άρσεναλ θεωρήθηκε τυχαίο. Ο Ζαρντίμ δεν μασάει, είναι Πορτογάλος και ξέρει από νίκες με μισό-μηδέν: «Και νίκες και ωραία μπάλα; Αυτά είναι για την Μπαρτσελόνα».

Εν ολίγοις, η ομάδα ήταν μέσα στους στόχους της αλλά δεν ήταν σέξι. Κάτι σαν τον προπονητή της.

Ένα εκπαιδευμένο μάτι θα μπορούσε ίσως να υποψιαστεί, αν όχι τι μας περίμενε φέτος, τουλάχιστον ότι πίσω από το αφελές, ελαφρά προγναθικό χαμόγελο του Ζαρντίμ κρυβόταν κάποιος που πιθανότατα μας κορόιδευε μέσα στα μούτρα μας. Κατ΄αρχάς, κανείς δεν πιστεύει πλέον ότι μιλάει ακόμη τόσο χάλια γαλλικά και κυρίως ότι επιμένει να τα μιλάει δημόσια. Κυκλοφορούν διάφορα βίντεο όπου τον ακούμε να δίνει συνεντεύξεις τύπου, με ταυτόχρονο υποτιτλισμό στα κανονικά γαλλικά των όσων μοιάζει να λέει: δεν βγαίνει νόημα αλλά ο ίδιος είναι σοβαρότατος και, κυρίως, λαλίστατος, είτε όταν αποκαλύπτει ότι αφήνει μούσι γιατί παρατήρησε πως είναι στη μόδα είτε όταν ανακαλεί τη σκέψη μεγάλων προπονητών: «Το 1910, ο ποιητής Ράντγιαρντ Κίπλινγκ έγραψε ότι η νίκη και η ήττα είναι δυο απατεώνες που μας κάνουν να αλλάζουμε συμπεριφορά. Εμείς διατηρούμε την ίδια ηρεμία στις ήττες και τις νίκες»». Ο συμπατριώτης του, Σέρζιο Κονσεϊσάο, προπονητής της Ναντ, αποκάλυψε πρόσφατα ότι δυσκολεύεται να τον καταλάβει ακόμη κι όταν μιλάει πορτογαλικά.

Αντίθετα, ο Λεονάρντο Ζαρντίμ χειρίζεται ωραιότατα την ειρωνεία. Το 2016 και παρά τις επιτυχίες της Μονακό, δεν ήταν ανάμεσα στους τέσσερις υποψήφιους για τον τίτλο του καλύτερου προπονητή της Λιγκ 1: «Οι τέσσερις υποψήφιοι είναι οι τέσσερις καλύτεροι Γάλλοι προπονητές. Εγώ διαγωνίζομαι για καλύτερος Πορτογάλος οικοδόμος. Με την ευκαιρία, στέλνω τους χαιρετισμούς μου σε όλους τους Πορτογάλους οικοδόμους που με ακούν». Στη διάρκεια της πολύχρονης δικτατορίας του Σαλαζάρ, πολλοί συμπατριώτες του είχαν πάρει τον δρόμο της ξενιτιάς για τη Γαλλία, όπου και διέπρεψαν σε βοηθητικές και κακοπληρωμένες δουλειές, πολύ συχνά ως θυρωροί και οικοδόμοι. Το «Πορτογάλος οικοδόμος» υπήρξε, λοιπόν, ιστορικά ο πρόγονος του «Πολωνού υδραυλικού». Φέτος, όταν επιτέλους αναγνωρίστηκε κάπως το έργο του–και χρειάστηκε ένα πρωτάθλημα κι ο ημιτελικός του Τσάμπιονς Λιγκ γι΄αυτό– σχολίασε: «Τα προηγούμενα χρόνια είχα κερδίσει το Χρυσό Μυστρί. Αν φέτος τα πάω καλύτερα, θα έχω σημειώσει κάποια πρόοδο». Ο Λεονάρντο δεν ξεχνά.

Ούτε την υπόσχεση που είχε δώσει έφηβος στον πατέρα του, μια μέρα που παρακολουθούσαν μαζί την ομάδα τους, τη Σπόρτινγκ Λισαβόνας: «Μια μέρα θα γίνω προπονητής της Σπόρτινγκ!». Το περίεργο δεν είναι που τελικά τα κατάφερε, ούτε το ότι την παρέλαβε ένα μάτσο χάλια και κατάφερε να τη βγάλει στο Τσάμπιονς Λιγκ το 2014, ούτε καν ότι η Μονακό πλήρωσε 3 εκατομμύρια για να σπάσει το συμβόλαιό του. Αυτό που μας εντυπωσιάζει είναι ότι ο μικρός Λεονάρντο ήθελε πάντα να γίνει προπονητής κι όχι ποδοσφαιριστής. Στα 16 προπονεί μια ομάδα χάντμπολ, στα 20, φοιτητής φυσικής αγωγής, μια ομάδα δεκάχρονων στη Μαδέρα. Αποκτά νεότατος το ανώτατο δίπλωμα προπονητή της ΟΥΕΦΑ. Στη διπλωματική του πήρε άριστα. Θέμα: «Η χρήση του κόρνερ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996» -προσωπικά θυμόμαστε αυτό το πορτογαλικό κόρνερ.

Φέτος ο γεννημένος προπονητής Ζαρντίμ κέρδισε επιτέλους αυτό που αξίζει, έναν τίτλο, σε ένα από τα καλύτερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, με μια ομάδα η οποία δεν διέθετε μεγάλα ονόματα όπως η Παρί Σεν Ζερμέν ή η Μάντσεστερ Σίτι, δυο από τα θύματά του. Τι είχε στα χέρια του στην αρχή της σεζόν; Τον Φαμπίνιο, τον Μουτίνιο, μία από τις περσινές κατσίκες της Μαρσέιγ, συγκεκριμένα τον Μπενζαμέν Μεντί (αυτή που κάπνιζε ναργιλέ), τον τελειωμένο Φαλκάο, τον Βαλέρ Ζερμέν, τον Αντρέα Ράγκι, τον Ναμπίλ Ντιράρ και τον Ντάνιελ Σούμπασιτς που πέντε χρόνια πριν πάλευαν για να μην πέσει η Μονακό στην τρίτη κατηγορία, τον αιμοσταγή Καμίλ Γκλικ, διάφορα ταλεντάκια από μικρομεσαίες γαλλικές ομάδες (Σιντιμπέ, Μπακαγιοκό, Λεμάρ) και τον Μπερνάντο Σίλβα, έναν χλωμό, ντελικάτο παίκτη με μαύρους κύκλους, που δεν θα τον έλεγε κανείς και μπαλαδόφατσα. Πόσους απ΄αυτούς γωρίζαμε ή υπολογίζαμε τον Αύγουστο;

Το τι ακολούθησε, το γνωρίζουμε. Ασταμάτητο σκοράρισμα –107 γκολ στο πρωτάθλημα!–, ωραία μπάλα, ομαδικότητα, λαμπρά αποτελέσματα. Η Μονακό ήταν απόλαυση. Κι όλα αυτά πριν ο Ζαρντίμ εξαπολύσει το πυρηνικό του όπλο στο δεύτερο μισό της σεζόν. Ένα όπλο 18 ετών, ονόματι Κιλιάν Μμπαπέ στον οποίο είχε υποσχεθεί, δυο χρόνια πριν: «Θα σε κάνω μεγάλο ποδοσφαιριστή».

Μα ποιο είναι το μυστικό του; Τι ποδόσφαιρο παίζουν τελικά οι ομάδες του; Αμυντικό ή επιθετικό; Θεαματικό ή βαρετό; Κι αν η λύση δεν βρισκόταν στο 4-4-2 αλλά στη φιλοσοφία;

«Να πράττεις έτσι ώστε να προσφέρεις στον άλλον όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές»: μιλάει το είδωλο του Ζαρντίμ. Κάποιος προπονητής, εραστής της πάσας ακριβείας; Όχι. Ο 96χρονος φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν, ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή Γάλλους διανοητές, πατέρας της έννοιας της «σύνθετης σκέψης», της παραδοχής ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει δεν είναι ποτέ μονοσήμαντος.

«Ο Μορέν έχει μια σφαιρική θεώρηση του κόσμου, της πολυπλοκότητας των παραγόντων που βρίσκονται διαρκώς σε αλληλεπίδραση. Όταν ήμουν φοιτητής, ένα καθηγητής μού πρότεινε να διαβάσω το «Science avec Conscience (=Επιστήμη με συνείδηση)«. Εφάρμοσα το μοντέλο στο ποδόσφαιρο. Έχουμε την τάση να απλοποιούμε. Αν μια ομάδα χάσει, είναι εύκολο να πει κανείς «Δεν είχαν καλή φυσική κατάσταση!», «Ο τάδε παίκτης έπαιξε χάλια!», «Φταίει ο προπονητής!». Όταν μια ομάδα παίζει ωραία, είναι σαν μια ορχήστρα όπου όλα τα όργανα παίζουν αρμονικά. Η αποτυχία είναι εξίσου πολυπαραγοντική: υπάρχουν οι μουσικοί, η ποιότητα των οργάνων, ο μαέστρος κι άλλα πολλά που δεν βλέπει ο εξωτερικός παρατηρητής. Το ποδόσφαιρο είναι σύνθετο φαινόμενο. Μόνο ως τέτοιο μπορούμε να το κατανοήσουμε».

Τον Μάρτιο, ο τρακαρισμένος προπονητής συνάντησε το είδωλό του. «Ήταν μεγάλη τιμή. Η προσέγγισή του σχετικά με την πολυπλοκότητα του κόσμου με έχει σημαδέψει και με έχει βοηθήσει να προσαρμόζομαι σε όλες τις καταστάσεις».

Ο γηραιός φιλόσοφος, ο άνθρωπος που έχει γράψει ότι «η ιδιοφυΐα εμφανίζεται στην ρωγμή του ανεξέλεγκτου», είχε κάτι να ρωτήσει τον Ζαρντίμ; Είχε: «Λεονάρντο, μιλήστε μου γι΄αυτόν τον καταπληκτικό Μμπαπέ!».

Κιλιάν Μμπαπέ ή πώς να είσαι σοβαρός στα 17 σου χρόνια

  [1 Σχόλιο]

«Τι λες, Τιερί; Ο Κιλιάν Μμπαπέ σου θυμίζει τον εαυτό σου; Είναι ο νέος Ανρί;» Η ερώτηση μοιάζει λογική για όσους θυμούνται τον επιθετικό της Άρσεναλ στην ίδια ηλικία: ίδια ομάδα, ίδια θέση, ίδιες δηλητηριώδεις προελάσεις, ίδια ευστοχία, ίδιο πονηρό βλέμμα. «Δεν μου αρέσουν οι συγκρίσεις. Πρέπει να γίνει ο Μμπαπέ». Η αρχή της απάντησης μοιάζει ξύλινη όμως ούτε ο ίδιος ο Ανρί δεν μπορεί να συγκρατηθεί: «Αλλά τι παικταράς!».

Αυτό ακριβώς. Μια λέξη αρκεί, οι αναλύσεις περιττεύουν. Κι ένας άσχετος με το ποδόσφαιρο μπορεί να δει ότι ο Μμπαπέ λάμπει μέσα στο γήπεδο και να ακούσει το βουητό που ανεβαίνει από τις κερκίδες όταν κατεβάζει με δαιμονιώδη ταχύτητα τη μπάλα, περνώντας σαν σταματημένους όσους προσπαθούν να τον ανακόψουν. Τα στατιστικά του προσφέρουν αποδείξεις και σε όσους δεν τον έχουν δει καν να παίζει –και δεν ξέρουν τι χάνουν. Ο Τιερί Ανρί γνωρίζει περισσότερα: «Μου αρέσει πολύ, μ΄αρέσει να τον βλέπω να παίζει. Σκέφτεται. Εκνευρίζομαι όταν λένε για έναν παίκτη: είναι γρήγορος, δυνατός, αλτικός. Δεν μιλάνε ποτέ για το μυαλό. Τον παρατηρώ, όταν ντριπλάρει το μυαλό του δουλεύει. Αυτό είναι το πιο βασικό σε έναν ποδοσφαιριστή: το μυαλό. Ο πιτσιρικάς είναι έξυπνος».

 Κι όχι μόνο μέσα στο γήπεδο. Μετά τις πρώτες εμφανίσεις με τη Μονακό, ειδικά τα δυο σπουδαία του ματς απέναντι στη Μάντσεστερ Σίτι που τον έκαναν γνωστό και σε όσους δεν παρακολουθούν ιδιαίτερα το γαλλικό πρωτάθλημα, οι υπεύθυνοι της ομάδας σκέφτηκαν να τον προστατέψουν από την υπερέκθεση στον Τύπο –όλοι ζητούσαν δηλώσεις και συνεντεύξεις, κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να πει οποιοσδήποτε μέσα στο μεθύσι της νίκης, σε οποιαδήποτε ηλικία. Άχρηστη προφύλαξη. Δημοσιογράφοι και τηλεσχολιαστές, όπως ο παλιός αμυντικός της Μαρσέιγ και της Μονακό, Ερίκ ντι Μεκό, λένε περίπου τα ίδια. «Όταν τον άκουσα να μιλάει, έπαθα την πλάκα μου. Πέρα από τις ποδοσφαιρικές του αρετές, δίνει την εντύπωση ότι έχει σωστούς ανθρώπους γύρω του, ότι το μυαλό του δουλεύει και ότι είναι εντελώς προσγειωμένος». Ήρεμος, με χιούμορ, εκφράζεται σωστά, δίνει πάντα τα εύσημα στους συμπαίκτες του, κάνει εύστοχες αναλύσεις. Και δεν παραλείπει να μιλήσει για τη χαρά του που του συμβαίνουν όλα αυτά: «Με βλέπετε; Τα μάτια μου λάμπουν! Ελπίζω να είναι μόνο η αρχή». Kαι όλα αυτά σε ηλικία 18 ετών και σχεδόν τεσσάρων μηνών.

Αφού πρώτα έσπασε ό,τι ρεκόρ άφησε πίσω του ο Τιερί Ανρί στη Μονακό κι έγινε, πριν κλείσει τα 16, ο νεότερος παίκτης της και, πριν κλείσει τα 17, ο νεότερος σκόρερ, τώρα συνεχίζει στη Εθνική. Το πρώτο ρεκόρ είναι συμβολικό: όταν κλήθηκε και έπαιξε στο ματς με το Λουξεμβούργο στις 25 Μαρτίου, έγινε ο πρώτος διεθνής Γάλλος ποδοσφαιριστής που δεν είχε γεννηθεί όταν ο Ζιντάν κι η παρέα του σήκωναν το Παγκόσμιο Κύπελλο. Ταυτόχρονα, ο πιο νέος στην Εθνική μετά τον Μαριάν Βιζνιεφσκί (που έπαιξε στο Μουντιάλ του 1955 λίγες μέρες πιο μικρός). Ο Βιζνιεφσκί, θαλερός ενενηντάχρονος πλέον, που παρακολουθεί ανελλιπώς τη Μονακό στην τηλεόραση, έχει μια συμβουλή για τον άνθρωπο που απείλησε το ρεκόρ του: «Ας μη βελτιωθεί άλλο, κινδυνεύει να χάσει αυτό που κάνει τη μοναδικότητά του. Για παράδειγμα, μην μπει στον πειρασμό να δίνει περισσότερες πάσες, να σκοράρει ο ίδιος».

Ο Κιλιάν προς το παρόν κάνει και τα δυο, και με τα δυο πόδια. 12 γκολ στο πρωτάθλημα, 19 συνολικά φέτος, 5 ασίστ, κι όλα αυτά μπαίνοντας στα μισά ματς αλλαγή, καθώς ο Φαλκάο, ο Βαλέρ Ζερμέν κι οι άλλοι πρεσβύτεροι συμπαίκτες του σκόραραν ακατάπαυστα, όπως έχουμε ήδη δει. Οι εραστές των στατιστικών στοιχείων κάθε είδους ανακάλυψαν πως, εκτός από τα διάφορα ρεκόρ που έχουν να κάνουν με την ηλικία του, ο Μμπαπέ τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο ήταν ο πιο παραγωγικός παίκτης των πέντε μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων –μπροστά από τον Μέσι και τον Λεβαντόφσκι– ενώ, λίγες μέρες πριν τον ξεπεράσει ο Καβάνι, ήταν πρώτος και σε συχνότητα σκοραρίσματος –ένα γκολ κάθε 82′ συμμετοχής.

Στο τελευταίο ματς των Μονεγάσκων, ο Ζαρντίμ προτίμησε να τον προφυλάξει –τον 18χρονο! – εν όψει του αγώνα που οι εραστές του ποδοσφαίρου σημείωσαν στην ατζέντα τους από τη στιγμή που βγήκε η κλήρωση: Ντόρτμουντ -Μονακό για τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Δυο αουτσάιντερ, δυο νεανικές ομάδες, που έχουν παίξει μέχρι τώρα ωραία και θεαματική μπάλα. Και μια τέλεια βιτρίνα για τα ταλέντα της Μονακό, με πρώτον απ΄όλους τον Μμπαπέ. Το ερώτημα είναι; Πόσα λεφτά πουλιέται το παιδάκι αυτό και ποια ομάδα μπορεί να τα δώσει;

Πέρσι οι Μονεγάσκοι κι ο ίδιος ο Μμπαπέ είχαν, λέγεται, απορρίψει προτάσεις ύψους 40 εκ., φέτος γράφηκε πως η Ρεάλ ζήτησε να τον κλείσει για το καλοκαίρι με 110. Ο άμεσα ενδιαφερόμενος λέει πως ξέρει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα στην καριέρα του αλλά ότι πρώτα θέλει να αφήσει κάτι πίσω του στη Μονακό: «Τους μεγάλους παίκτες τους θυμούνται για τους τίτλους». Υπενθυμίζουμε πως η Μονακό είναι πρώτη στο πρωτάθλημα. Ο φιλότιμος Σέρχιο Ράμος προσπαθεί να ρίξει την τιμή: «Καλός παίκτης, πολύ γρήγορος κι επικίνδυνος στην αντεπίθεση. Αν είναι καλός για την Ρεάλ; Έχουμε ήδη πολύ καλούς παίκτες. Αν έρθει θα τον υποδεχτούμε με συμπάθεια». Οι φήμες, στον ισπανικό τύπο, ό,τι κι αν αξίζουν, λένε ότι ο ίδιος ο Ράμος ζήτησε να παίξει στο φιλικό με τη Γαλλία για να τον μελετήσει από κοντά.

Στην πραγματικότητα η Ρεάλ τον θέλει εδώ και χρόνια. Ακολουθεί μια κάπως λυπητερή ιστορία όπου, ως συνήθως, οι φτωχοί χάνουν κι οι πλούσιοι κερδίζουν.

Είμαστε γύρω στο 2010. Ο  μικρός Κιλιάν Μμπαπέ παίζει με την ομάδα κάτω των 12 του Μποντί, του παριζιάνικου προαστίου όπου γεννήθηκε. Ήδη η ζωή του είναι γεμάτη, όπως θα πει αργότερα ο ίδιος, ποδόσφαιρο: «Ζω, τρώω και κοιμάμαι με την μπάλα». Ένας απεσταλμένος της ομάδας της Καν (Caen, στη Νορμανδία, καμία σχέση με την Καν στις Κάννες) που βρίσκεται στο γήπεδο παίρνει τηλέφωνο τον υπεύθυνο για τα τμήματα νέων: «Έχω μπροστά μου μια μελλοντική Χρυσή Μπάλα». Ντρίπλες, ταχύτητα, ωριμότητα απίστευτη για την ηλικία του. «Ελάτε γρήγορα να πιάσουμε τους γονείς!». Ο γονείς: ο πατέρας παλιός παίκτης, προπονητής στην ομάδα νέων του Μποντί, γνωστός για τις παιδαγωγικές του ικανότητες. Η μητέρα: παλιά αθλήτρια χάντμπολ, αγαπητή στο Μποντί για την κοινωνική της δράση. Δεν εντυπωσιάζονται καθόλου από την πρόταση της Καν: «Τον θέλουν η Ρεάλ Μαδρίτης κι η Τσέλσι. Δεν βιαζόμαστε». Οι Νορμανδοί τα δίνουν όλα, τον παρακολουθούν στενά για μήνες, συνδέονται με τους γονείς, στέλνουν τον μικρό σε τουρνουά στο εξωτερικό, τον συμβουλεύουν, ο προπονητής Φρανκ Ντιμά υπόσχεται ότι θα τον βάζει βασικό από τα 16. Η Ρεάλ τού στέλνει εισιτήρια να δει το Μπερναμπέου και μήνυμα ότι ο Ζιντάν θέλει να τον γνωρίσει. Πηγαίνει στη Μαδρίτη, φωτογραφίζεται με το είδωλό του, τον Κριστιάνο Ρονάλντο –το παιδικό δωμάτιο του Κιλιάν είναι ταπετσαρισμένο με αφίσες του.

Οι γονείς όμως διστάζουν να τον στείλουν τόσο μικρό στο εξωτερικό και θέλουν οπωσδήποτε να τελειώσει το σχολείο. Αποφασίζουν να δεχτούν την πρόταση της Καν. Πρόβλημα: ο μικρός είναι 13 ετών και σε αυτήν την ηλικία η Ομοσπονδία απαγορεύει την υπογραφή συμβολαίων αν ο τόπος κατοικίας είναι μακριά από την έδρα της ομάδας. Οι λίγοι μήνες που ακολουθούν είναι αποφασιστικοί. Η Καν πέφτει κατηγορία κι εμφανίζεται η Μονακό, τα λεφτά της και τα γαλλόφωνα σχολεία της. Ο Μμπαπέ μετακομίζει με τη μαμά του στην Κυανή Ακτή στα 14. Εκεί θα είναι τυχερός και θα συναντήσει τον Ζαρντίμ.

Η συνέχεια γνωστή. Στις 19 Μαρτίου, με το απολυτήριο Λυκείου πλέον στην τσέπη –στις εξετάσεις φιλοσοφίας διάλεξε να αναπτύξει το θέμα: «Είμαστε πάντοτε σε θέση να δικαιολογήσουμε τις πεποιθήσεις μας;»– διέλυσε από μόνος του την Καν και δεν μιλάμε μόνο για τα δυο γκολ που έβαλε. Τελικό σκορ 0-3. Βγήκε αλλαγή στο 88′. Ολόκληρο το γήπεδο Μαλέρμπ τον αποθέωσε. Ο Κιλιάν στράφηκε στις κερκίδες και χειροκρότησε με τη σειρά του τους οπαδούς.

«Κανείς δεν είναι σοβαρός στα δεκαεπτά του χρόνια»: ο Γάλλος ποιητής Αρθούρος Ρεμπό, γνωστό παιδί-θαύμα κι ο ίδιος, πρόλαβε να πεθάνει στα 37, να γράψει το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου μέχρι τα 19  και τον παραπάνω στίχο στα 16 του, 108 χρόνια πριν γεννηθεί ο Κιλιάν Μμπαπέ.

Ο Ροναλντίνιο στο Παρίσι: η γέννηση του μύθου

  [Καθόλου σχόλια]

Παρίσι, αρχές της δεκαετίας του 2000. 5 η ώρα τα ξημερώματα. Στο πεζοδρόμιο μπροστά από το μεγάλο κλαμπ Barrio Latino της Βαστίλης, ένας από τους θαμώνες, διπλωμένος στα δυο και εμφανώς πολύ πιωμένος, κάνει εμετό. Κάποιοι περαστικοί τον κοιτούν με οίκτο, σε κάποιους κάτι θυμίζει, είναι κι η φάτσα τόσο χαρακτηριστική… Κι όμως, ο Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα, λίγες ώρες πριν, είχε καληνυχτίσει τους συμπαίκτες του κι είχε ανέβει στο δωμάτιό του να κοιμηθεί νωρίς, όπως πρέπει να κάνει ένας επαγγελματίας ποδοσφαιριστής την προηγούμενη ενός αγώνα, ειδικά αν ξέρει πως θα παίξει βασικός –όπως τελικά έπαιξε, κι ο θρύλος λέει πως έπαιξε και καλά. Αλλά τα ξενοδοχεία έχουν και πίσω πόρτες και καμιά κλειδαριά δεν μπορεί να κρατήσει τον νεαρό Ροναλντίνιο μακριά από τη ζωή της νύχτας. Σε οποιαδήποτε μορφή. Ένα άλλο βράδυ, γύρω στις 11, κι ενώ την άλλη μέρα έπαιζαν με τη Λιόν –μια ομάδα που μόλις είχε ξεκινήσει το φοβερό σερί των επτά τίτλων– πάει πάλι νωρίς για ύπνο αλλά καταλήγει στο δωμάτιο του Τυνήσιου Σελίμ Μπενασούρ και του Μαροκινού Ταλάλ Ελ Καρκουρί, ο οποίος μόλις έχει γυρίσει από έναν δανεισμό στον Άρη. «Δεν παίζουμε λίγο playstation;». Παίζουν. Μόνο χτυπήματα φάουλ. Ο Ροναλντίνιο παίρνει, φυσικά, τον εαυτό του και κερδίζει κατά κράτος. Στις 3 το πρωί, ο Μπενασούρ λέει στον Βραζιλιάνο ότι ίσως είναι η ώρα να πάει στο δωμάτιό του. «Ας παίξουμε λίγο ακόμη. Μόνο που πείνασα, δεν παραγγέλνουμε κανένα κλαμπ σάντουιτς;». Κοιμούνται στις 6. Η Παρί Σεν Ζερμέν κερδίζει 2-0. Δυο φάουλ του Ροναλντίνιο, δυο έτοιμα γκολ. Το δεύτερο θα το βάλει ο Ελ Καρκουρί. Θα είναι και το μόνο του εκείνη τη σεζόν. Η σκληρή προπόνηση αποδίδει.

Όταν ο νεαρός Ροναλντίνιο φτάνει στο Παρίσι, το καλοκαίρι του 2001, δεν είναι ακόμη ο Ροναλντίνιο. Έχει κοντά μαλλιά, παιδικό πρόσωπο, ντροπαλό βλέμμα, ένα ήδη μυώδες και δυνατό σώμα που πρόκειται να τον κρατήσει μακριά από τραυματισμούς παρόλο τον άσωτο τρόπο ζωής που ετοιμάζεται να υιοθετήσει κι ένα μικροσκανδαλάκι πίσω του –είχε υπογράψει συμβόλαιο με την Παρί πριν λήξει το προηγούμενο με την Γκρέμιο. Έχει ήδη προλάβει να εντυπωσιάσει τη Βραζιλία από τα 19 του, με το πρώτο του γκολ με την Εθνική, στο Κόπα Αμέρικα, ένα γκολ που προοιωνιζόταν ένα λαμπρό μέλλον και φανέρωνε καλό γούστο –προηγήθηκε σομπρέρο.

Από την εδώ μεριά του Ατλαντικού είναι σχετικά άγνωστος στο πλατύ κοινό. Βέβαια, πολλοί μεγάλοι ευρωπαϊκοί σύλλογοι τον ορέγονται. Η Παρί, που έχει δημιουργήσει παράδοση στους Βραζιλιάνους –Λεονάρντο, Βάλντο, Σέζαρ, ο λατρεμένος αρχηγός Ράι κ.α.– καταφέρνει να τον φέρει με πενταετές συμβόλαιο. Ο Ρόνι θα βρεθεί σε μια θεωρητικά φιλόδοξη ομάδα, με παίκτες όπως ο Γκάμπριελ Χάιντζε, ο Μαουρίτσιο Ποκετίνο, ο Νικολά Ανελκά κι ο επίσης σπουδαίος καλλιτέχνης Τζέι Τζέι Οκότσα –οι συμπαίκτες τους κι ο προπονητής Λουίς Φερναντέζ σταματούσαν την προπόνηση για να τους βλέπουν να κάνουν ό,τι θέλουν με την μπάλα. «Ακόμη δεν έχω καταλάβει πώς δεν τερματίσαμε πρώτοι με δέκα βαθμούς διαφορά πάνω από τους άλλους εκείνη τη χρονιά» απορεί ακόμη ο τερματοφύλακας Ζερόμ Αλονζό. Διότι στο γήπεδο η ιστορία είναι λιγότερο ευτυχής. Μετά από μήνες αναγκαστικής απραξίας λόγω της τιμωρίας που του επέβαλε η Γκρέμιο, ο Ρόνι κάνει δειλά και κάπως αδέξια την πρώτη του εμφάνιση, αρχές Αυγούστου, αλλαγή στο Αμπέ Ντεσάν κόντρα στην Οσέρ. Έτσι δειλή θα είναι κι η συνέχεια. Θα χρειαστεί τρεις εβδομάδες να δώσει την πρώτη του ασίστ, στον Οκότσα, ένα πέναλτι για να βάλει το πρώτο του γκολ, και έξι μήνες για να πάρει οριστικά μπρος και να κερδίσει για πάντα την καρδιά των Παριζιάνων φιλάθλων. Η νέα χρονιά μπαίνει με ένα πανέμορφο φάουλ κόντρα στη Ρεν  και συνεχίζεται με ενέργειες αντάξιες του μετέπειτα θρύλου.

Όσο περνούν οι μήνες, το γήπεδο γεμίζει ώρες πριν αρχίσει το ματς. Το κοινό πληρώνει εισιτήριο για να δει τον Ροναλντίνιο όχι μόνο να παίζει αλλά και να κάνει ζέσταμα. Η σεζόν όμως θα έχει πικρό τέλος. Η ΠΣΖ χάνει το Τσάμπιονς Λιγκ για έναν βαθμό. Αλλά τα καλύτερα έρχονται ή, τέλος πάντων, έτσι φαίνεται.

Ο Ρόνι στέφεται παγκόσμιος πρωταθλητής, αποθεώνεται από το εκστασιασμένο κοινό όταν επιστρέφει –αργοπορημένος– στο Παρίσι και στις προπονήσεις, οι οποίες ούτως ή άλλως δεν είναι η αγαπημένη του δραστηριότητα –για τις αγαπημένες του δραστηριότητες μιλήσαμε στην αρχή. Αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες πως, πλέον, για να αποφύγει τα κουτσομπολιά, φέρνει κοπέλες στο ξενοδοχείο όπου αποσύρεται η ομάδα. Με αμείωτο κέφι, λοιπόν, αλλά εκτός φόρμας, ζεσταίνει τον πάγκο, όταν μπαίνει συχνά δεν εντυπωσιάζει, χάνει κρίσιμα πέναλτι, η ομάδα πάει μάλλον χάλια και κάπου εδώ αρχίζουν τα προβλήματα με τον Φερναντέζ, ο οποίος, εκτός των άλλων, θέλει να του αλλάξει θέση.

«Αν μείνει μετά τα Χριστούγεννα, εγώ φεύγω». Ο Φερναντέζ μένει κι ο Ρόνι αργεί μια εβδομάδα να γυρίσει από τις χειμερινές του διακοπές στη Βραζιλία. Έχει βέβαια μια πολύ καλή δικαιολογία: «Είχα ραντεβού με τον οδοντίατρό μου».

Εμφανώς δυσαρεστημένος, εμφανίζεται στις προπονήσεις με γυαλιά ηλίου και συχνά πηγαίνει κατευθείαν στο τραπέζι του μασάζ για να πάρει έναν υπνάκο – κάτι μας θυμίζουν αυτά. Όταν αποφασίζει να παίξει μπάλα μαγεύει, μιλάμε για τον Ροναλντίνιο. Αλλά δεν το αποφασίζει συχνά. Από τις αξέχαστες στιγμές του, ένα απίστευτο ματς και ενάμισι γκολ απέναντι στο αγαπημένο του θύμα, τη Μαρσέιγ σε μια ιστορική τριάρα (και πρώτη νίκη στο Βελοντρόμ μετά από 15 χρόνια) και ένα πανέμορφο γκολ απέναντι στη Γκενγκάν.

Ένα γκολ που συμβολίζει από μόνο του την πορεία της ομάδας τη σεζόν 2002-2003: οι Παριζιάνοι προηγούνται με 0-2 αλλά χάνουν τελικά 3-2. Θα τερματίσουν εντέκατοι στη βαθμολογία και θα χάσουν και το κύπελλο από τα πιτσιρίκια της Οσέρ. Αλλά ο Ροναλντίνιο ετοιμάζει ήδη βαλίτσες για τη Βαρκελώνη, όπου θα γίνει οριστικά ο Ροναλντίνιο.

Τον ξαναείδαμε πρόσφατα στο Παρκ ντε Πρενς, θεατή στο ματς με τη Μονακό. Το γήπεδο τον αποθέωσε ακόμη μια φορά. Λίγες ώρες πριν είχε περάσει από το προπονητικό κέντρο. Ο Αντριάν Ραμπιό, ο ταλαντούχος μέσος της ΠΣΖ που προέρχεται από τις ακαδημίες κι είναι γέννημα θρέμμα Παριζιάνος, δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή του. Ο Ροναλντίνιο, που, αν και πρόσφερε σπάνιες  στιγμές χαράς, πέρασε δυο χρόνια στο Παρίσι χωρίς να χαρίσει ούτε έναν τίτλο στην ομάδα, και αυτό οπωσδήποτε κι από δικό του λάθος, αγαπήθηκε με πάθος από ένα κοινό που γνωρίζει ότι, όπως έχει γράψει ο Γουίλιαμ Φόκνερ, «δεν αγαπάμε επειδή αλλά παρότι. Όχι για τις αρετές αλλά παρ΄όλα τα ελαττώματα». Παρ΄όλα τα ξενύχτια, τα μεθύσια, παρ΄όλες τις αποτυχίες και τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.

Ο Μεγαλέξαντρος και το καταραμένο μομέντουμ

  [Καθόλου σχόλια]

Η ομάδα σου, η ομάδα της πόλης σου, της καρδιάς σου, η μόνη ομάδα στην οποία έχεις παίξει μπάλα, κερδίζει 4-0, εσύ βάζεις ένα γκολ, δίνεις μια ασίστ και βγαίνεις αλλαγή. Το πανέμορφο, ολοκαινούργιο γήπεδό σας, το οποίο κατά κάποιον τρόπο εγκαινίασες, σκοράροντας το ιστορικό πρώτο γκολ ένα χρόνο πριν, αντηχεί από αποδοκιμαστικά σφυρίγματα. Μα τι συμβαίνει; Η απάντηση είναι πως είσαι θύμα της εποχής στην οποία ζεις.

Μια εποχή κατά την οποία οι οπαδοί ξεχνούν πως δεν φταίει ο ποδοσφαιριστής που πλέον προσφέρει περισσότερα ως εμπόρευμα παρά ως παίκτης. Ο πρόεδρος της ομάδας του εν λόγω παίκτη είχε, για παράδειγμα, την άνεση να δηλώσει, χωρίς κανείς να σκεφτεί να τον σφυρίξει: «Δεν έχουμε ανάγκη να πουλήσουμε, έχουμε κέρδη ούτως ή άλλως, όμως διαθέτουμε περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να μας αποφέρουν υπεραξία 170 εκατομμυρίων. Αργά ή γρήγορα τα στοκ πρέπει να διακινηθούν». Το έγκλημα του ποδοσφαιριστή της ιστορίας μας, του Αλεξάντρ Λακαζέτ, που στις 8 Φεβρουαρίου άκουσε μισό γήπεδο να τον αποδοκιμάζει και είδε πανό να του ζητούν τα ρέστα («Πριν ονειρευτείς άλλες ομάδες, κοίτα να προσφέρεις κάτι στην ομάδα που σε έφτιαξε»); Είναι ένα περιουσιακό στοιχείο με δυνητική υπεραξία 50 εκατομμυρίων –τόση είναι η ρήτρα του–, τον ενημέρωσαν πως η ομάδα του ψάχνει να τον «διακινήσει» το καλοκαίρι και δήλωσε ότι του αρέσει η ιδέα να αλλάξει αέρα. Οι ομάδες που ενδιαφέρονται να τον υποδεχτούν, πολλές: η Λίβερπουλ, η Άρσεναλ, η Ντόρτμουντ…

Το βαφτιστικό «Αλέξανδρος» δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο στη Γαλλία –όπως δεν είναι ούτε το «Ναπολέων» ή το «Καρλομάγνος», εξίσου αυτοκρατορικά–, οπότε, όταν ένας νεαρός με αυτό το εξωτικό όνομα άρχισε να κάνει σπουδαία πράγματα –πρωταθλητής Ευρώπης κάτω των 19 το 2010, πρώτος σκόρερ στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα κάτω των 20 με την Εθνική το 2011–, οι οπαδοί της Λυόν κι οι δημοσιογράφοι θεώρησαν χαριτωμένο να του κολλήσουν το παρατσούκλι «Μέγας Αλέξανδρος» .

Στην Ελλάδα το συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό παρατσούκλι παραπέμπει στον Γιώργο Κούδα, με τον οποίον ο Λακαζέτ έχει δυο κοινά: την κατακραυγή που προκάλεσε όταν δεν απέκλεισε την ιδέα να φύγει από την ομάδα όπου αγαπήθηκε και το βάρος της ευθύνης να είναι ο στυλοβάτης αυτής της ομάδας.

Πέρσι, όταν ο «Μεγαλέξαντρος» πέρασε τη μισή σεζόν ντεφορμέ ή τραυματίας, η Λυόν δυσκολευόταν να παρακολουθήσει την κούρσα για έξοδο στο Τσάμπιον Λιγκ ή και την Ευρώπη γενικότερα, αφού σε κάποια φάση βρέθηκε στην 13η θέση. Μετά, το νούμερο 10 ξαναβρήκε μια δαιμονιώδη φόρμα και τον δρόμο προς τα δίχτυα, ο φίλος του ο Ναμπίλ Φεκίρ –άλλο περιουσιακό στοιχείο– επανήλθε από τραυματισμό, κι η ομάδα ξεκίνησε μια ξέφρενη πορεία που την οδήγησε στην δεύτερη θέση, με κερασάκι στην τούρτα ένα χορταστικό 6-1 επί του μεγάλου αντίπαλου, της Μονακό την προτελευταία αγωνιστική, με χατ τρικ του Λακαζέτ, που βγήκε δεύτερος μετά τον υπερηχητικό περσινό Ιμπραΐμοβιτς στην κατάταξη των σκόρερ.

Φέτος ξεκίνησε τη σεζόν πάλι με χατ τρικ κι οι δημοσιογράφοι τον ρώτησαν «Είναι η χρονιά σου, Άλεξ;». Εκείνος, τόσο χαμηλών τόνων συνήθως, τόσο καλό παιδί απέναντι σε φίλους κι αντιπάλους, δεν άντεξε: «Γιατί; Οι άλλες ήταν άσχημες;»

Και πώς να αντέξει δηλαδή. Για πέρσι τα είπαμε, πρόπερσι σκόραρε κατά βούληση και βγήκε πρώτος σκόρερ μπροστά από τους γνωστούς σταρ της Παρί Σεν Ζερμέν. Γενικά εδώ και δυο χρόνια σπάει διάφορα ρεκόρ: την ημερολογιακή χρονιά 2016 πέτυχε 28 γκολ στο πρωτάθλημα, ένα περισσότερο από τον Καβάνι και περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο παίκτη στο γαλλικό πρωτάθλημα, από το 1991 και τον Ζαν-Πιερ Παπέν, που τότε είχε κερδίσει τη Χρυσή Μπάλα. Φέτος ξεπέρασε ήδη το ταβάνι των 20 γκολ, κι αυτό το πετυχαίνει για τρίτη χρονιά στη σειρά: το είχε κάνει κι ο Παουλέτα το 2003, και ναι, ο μεγάλος Ζλάταν δεν τα είχε καταφέρει. Απόψε, στο μεγάλο εκτός έδρας ματς με την Παρί Σεν Ζερμέν, θα προσπαθήσει να πλησιάσει ακόμη περισσότερο τον επόμενο στόχο του, να σπάσει το δικό του ρεκόρ των 27 γκολ στο πρωτάθλημα. Και ίσως, πράγμα πιο δύσκολο, να οδηγήσει ακόμη μια φορά τη Λυόν στους προκριματικούς του Τσάμπιονς Λιγκ.

Το καλοκαίρι του 2016, παρά την εντυπωσιακή του φόρμα, δεν κλήθηκε από τον Ντεσάν στην τελική λίστα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, όπως δεν κλήθηκε ούτε προχτές για τα δυο ματς με Λουξεμβούργο και Ισπανία. Ο Λακαζέτ ακόμη μια φορά πληρώνει τον λάθος χρόνο. Είναι καλός επιθετικός, με πολύ καλά στατιστικά αλλά και πολλή, λιγότερο φανερή, δουλειά μέσα στο γήπεδο, κάπως στο στιλ του Μπενζεμά. Προσπαθεί όμως ματαίως να λάμψει όσο του αξίζει σε μια εποχή που σκάνε στον ουρανό του γαλλικού ποδοσφαίρου εκθαμβωτικότερα αστέρια, όπως ο Γκριεζμάν, ο Ντεμπελέ κι ο Κιλιάν Μμπαπέ. Δεν είναι 18 χρονών, δεν παίζει στην Ατλέτικο, δεν βγάζει μάτια στην Ντόρτμουντ στα 19 του, δεν είναι ιστορικό στέλεχος της Εθνικής όπως ο Ζιρού, δεν έχει το σκανδαλώδες παρελθόν του Τοβέν. Απλώς παίζει καλά, βάζει γκολ  και σπάει ρεκόρ. Ο ίδιος λέει πως χρωστάει πολλά σε έναν άλλο μεγάλο επιθετικό.

Νέα Υόρκη, Ιούλιος 2013. Ο 22χρονος Λακαζέτ μένει ελαφρά στάσιμος εδώ και δυο-τρία χρόνια. Παίζει στο δεξί μέρος της επίθεσης, η κορυφή στη Λυόν είναι καπαρωμένη από τον Μπαφετιμπί Γκομίς και τον Λίσαντρο Λόπεζ. Βρίσκεται στις Η.Π.Α για ματς προετοιμασίας με τους Νιου Γιορκ Ρέντ Μπούλς. Εκεί θα συναντήσει τον Τιερί Ανρί, με τον οποίον μοιράζονται την κοινή καταγωγή από τη Γουαδελούπη και μια αόριστη φυσιογνωμική ομοιότητα. Ο Ανρί θα πάρει παράμερα τον νεαρό συνάδελφό του: «Σε παρακολουθώ καιρό. Δεν παίζεις άσχημα αλλά μπορείς να παίξεις πολύ καλύτερα». Ο Αλεξάντρ δεν προλαβαίνει να ψελλίσει: «Α, δεν φταίω εγώ, παίζω λίγο, δεν παίρνω πολύ την μπάλα», κι ο άλλος τον παίρνει από τα μούτρα: «Δεν θα το χρησιμοποιείς ως δικαιολογία όλη σου τη ζωή αυτό, ε ; Κοίτα να δουλέψεις, να δουλέψεις σκληρά. Κάνε τις αδυναμίες σου δύναμη». Τη σεζόν που θα ακολουθήσει αυτήν τη συνάντηση, ο Λακαζέτ θα βγει πρώτος σκόρερ της Λυόν και από τότε, όπως είδαμε, δεν θα σταματήσει.

Στις 9 Μαρτίου, ένα μήνα μετά μετά τις αποδοκιμασίες που άκουσε βγαίνοντας αλλαγή στο ματς με τη Νανσί, ο Λακαζέτ θα βάλει ένα υπέροχο γκολ στις καθυστερήσεις  με τη Ρόμα, το 28ο φετινό του σε 34 αγώνες. Ένα γκολ πανέμορφο αλλά κι αποφασιστικό, όπως αποδείχτηκε. Το κατάλληλο γκολ, την κατάλληλη, επιτέλους στιγμή. Ενώ οι συμπαίκτες του τρελαίνονται, εκείνος θα σταθεί ακίνητος μπροστά στην κερκίδα, με ψηλά το κεφάλι, σφιγμένα χαρακτηριστικά και τείνοντας περήφανα το στήθος. Ένας μινιμαλιστικός πανηγυρισμός, που παραπέμπει, όπως και το ύφος, στον σημαδιακό Τιερί Ανρί αλλά και στον Ερίκ Καντονά και στην πασίγνωστη πόζα που πήρε τον Δεκέμβρη του 1996, μετά από ένα γκολ απέναντι στη Σάντερλαντ. Μια πόζα αυτοκρατορική.

Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας

  [3 Σχόλια]

Οι δυο αρχηγοί: Μπομπ Μάρλεϊ-Ανρί Μισέλ

Ιούλιος 1980: ας θυμηθούμε έναν κόσμο μακρινό και εξωτικό. Η Δυτική Γερμανία υπάρχει ακόμη κι έχει μόλις αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης κερδίζοντας ένα μινιμαλιστικό, με τα σημερινά μέτρα, τουρνουά οχτώ ομάδων, ανάμεσα στις οποίες είναι η Εθνική Ελλάδας. Ο πλανήτης περιμένει με ανυπομονησία τους Ολυμπιακούς της Μόσχας –ή, τέλος πάντων, το μποϊκοτάζ τους. Η Ναντ, που το προηγούμενο καλοκαίρι απέρριψε τον ελεύθερο και στα ντουζένια του Μισέλ Πλατινί, κέρδισε άνετα το πρωτάθλημα Γαλλίας ενώ η Μαρσέιγ υποβιβάστηκε. Βγαίνουν ακόμη άλμπουμ όπως το θρυλικό «Uprising» του Μπομπ Μάρλεϊ και των Γουέιλερς, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι θα είναι το τελευταίο που θα ηχογραφήσουν.

Κάποιο μεσημέρι αυτού του μακρινού Ιουλίου, ένα πούλμαν φτάνει στο προπονητικό κέντρο Ζονελιέρ στη Νάντη. Απ΄αυτό κατεβαίνουν μερικοί ασυνήθιστοι αθλητές: παράταιρες φόρμες, ντρέντλοκς, πολύχρωμοι σκούφοι και, όπως θα παρατηρήσει ένας παίκτης της Ναντ, κοκκινισμένα μάτια. «Τους είδαμε να έρχονται και αναρωτιόμαστε: Τι΄ναι τούτοι; Πού πάνε;». Όπως θα αποδειχθεί αργότερα, οι πολύ χαλαροί αυτοί τύποι ξέρουν μπάλα.

Είναι η ανεπίσημη ομάδα επιλέκτων των Γουέιλερς, η οποία, μετά από ενέργειες του πιο μικροκαμωμένου και του πιο παθιασμένου ανάμεσά τους, του Μπομπ Μάρλεϊ, θα παίξει ένα φιλικό 5Χ5 με την πρωταθλήτρια Γαλλίας, λίγες ώρες πριν τη συναυλία στο Μποζουάρ. Ανάμεσά τους ο μάγειρας που συνοδεύει το γκρουπ –οι ρασταφάρι ακολουθούν αυστηρές διατροφικές αρχές– και τα αδέρφια Κάρλτον (ντράμερ) και Άστον Μπάρετ (μπασίστας), το αμυντικό δίδυμο της ομάδας. Στην επίθεση εικάζουμε ότι παίζει ο Άλαν «Σκιλ» Κόουλ, ο καλύτερος ίσως παίκτης που έβγαλε η Τζαμάικα, το νησί της Καραϊβικής που λάτρεψε την μπάλα και τη μουσική ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Κόουλ είναι ο καλύτερος φίλος του Μάρλεϊ και μάνατζερ στις περισσότερες περιοδείες που θα κάνουν οι Γουέιλερς από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Οργάνωσε, μάλιστα, την περίφημη συναυλία για την ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε τον Απρίλιο του 1980. Πριν από αυτό, όμως, υπήρξε λαμπρός επιθετικός μέσος, έπαιξε στην Εθνική σε ηλικία μόλις 15 ετών, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο στη βραζιλιάνικη Νάουτικο, με την οποία αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων, τον Πελέ, έζησε από κοντά τον εμφύλιο στην Αιθιοπία και υπέγραψε ως συνδημιουργός μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Μάρλεϊ, το «War» –οι κακές γλώσσες λένε ότι αυτό πιθανότατα έγινε λόγω μιας διαμάχης του τραγουδιστή με τη δισκογραφική του.

«Ο Άλαν αγαπούσε τη μουσική κι εγώ την μπάλα. Ήταν θέλημα Θεού να συναντηθούμε», διηγόταν ο Μάρλεϊ, που δεν άφησε, βέβαια, ανεκμετάλλευτα τα ταλέντα του φίλου του. Ανάμεσα στα καθήκοντά του Κόουλ ήταν να προπονεί τα μέλη της μπάντας. Διότι τα φιλικά ματς αποτελούσαν μέρος της ρουτίνας της περιοδείας. «Αν θέλεις να γνωρίσεις ποιος πραγματικά είμαι, πρέπει να παίξεις μπάλα με μένα και τους Γουέιλερς», κι αυτό ακριβώς γινόταν.

Ο κιθαρίστας Τζούνιορ Μάρβιν, ο Τζέικομπ Μίλερ των Ίνερ Σερκλ, ο Πάουλο Σέζαρ με μπικίνι κι ο Μπομπ που αποφεύγει να τον κοιτάξει

Αντί να δίνει συνεντεύξεις και συχνά παραμελώντας τα τεστ ήχου ο Μάρλεϊ οργάνωνε διπλά με κάθε διαθέσιμη ομάδα. Κόντρα σε δημοσιογράφους στο Μπάτερσι Παρκ στο Λονδίνο το 1975, εναντίον μιας μεικτής καλλιτεχνών και δημοσιογράφων δίπλα στον Πύργο του Άιφελ, το 1977 –οι Γάλλοι, ανάμεσά τους, θρυλείται αλλά δεν βάζουμε και το χέρι μας στη φωτιά, κι ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, τους υποτίμησαν και διαλύθηκαν–, στις εγκαταστάσεις της Φούλαμ, στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον Μάρτιο του 1980, παρέα με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο μουσικό και συγγραφέα Τσίκο Μπουάρκε και τον Πάουλο Σέζαρ, τον παγκόσμιο πρωταθλητή του 1970 –ο οποίος βρήκε τον Μάρλεϊ πολύ μέτριο (κρίνετε μόνοι σας), αλλά ξέρετε πώς είναι οι Βραζιλιάνοι. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι οι Τζαμαϊκάνοι δεν οργάνωσαν ένα ματσάκι και στο Σαν Σίρο, στα τέλη Ιουνίου του 1980, λίγο πριν παίξουν μπροστά σε 120.000 θεατές. Ο θρύλος λέει ότι ο καρκίνος ο οποίος διαγνώσθηκε στον Μάρλεϊ το φθινόπωρο του 1980 οφειλόταν σε κάποιο από αυτά τα φιλικά ματς: ένα μοιραίο, σκληρό μαρκάρισμα, ένα παραμελημένο τραύμα που κακοφόρμισε. Στην πραγματικότητα, είχε στ΄αλήθεια τραυματιστεί άσχημα παίζοντας μπάλα στο Παρίσι το 1977 και ο γιατρός που τον φρόντισε του σύστησε να κάνει εξετάσεις για ένα νύχι του ποδιού του που φαινόταν κάπως ύποπτο, αλλά ο Μάρλεϊ προτίμησε να ακολουθήσει κάποιες εναλλακτικές θεραπείες, σύμφωνες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Διπλό δίπλα στον Σηκουάνα, 9 Μαΐου 1977

«Αγαπώ πρώτα τη μουσική και μετά το ποδόσφαιρο. Αν ερχόταν πρώτο το ποδόσφαιρο θα ήταν κάπως επικίνδυνο γιατί είναι βίαιο άθλημα. Όταν κάποιος σου κάνει ένα γερό τάκλιν, σου ξυπνάει άγρια ένστικτα».

Ο Μπομπ Μάρλεϊ αγαπούσε, λοιπόν, πραγματικά το ποδόσφαιρο, έστω και μετά τη μουσική. Κι είχε και γούστο. Το καλοκαίρι του 1978, είχε φροντίσει το πρόγραμμά του να περιλαμβάνει συναυλίες στη Αργεντινή, όπου διεξαγόταν το Μουντιάλ –ένας από τους αγαπημένους του παίκτες ήταν ο Αρντίλες, τον οποίο πήγαινε κι έβλεπε με την Τότεναμ όταν ζούσε στο Λονδίνο. Άλλες αδυναμίες του, ο Πελέ, με τον οποίον υποτίθεται πως έμοιαζε κάπως στο στιλ, και ο νεαρός Μαραντόνα –είπαμε, έβλεπε μπάλα. Έπαιζε όμως καλά;

Γυρνάμε στη Ζονελιέρ, στις 2 Ιουλίου του 1980. Η Ναντ εκείνη την εποχή είχε σπουδαία ομάδα, ήταν αήττητη από το 1976 στο γήπεδό της (!), είχε φτάσει στους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων και διακρινόταν  για το επιθετικό της παιχνίδι. Οι Τζαμαϊκάνοι έχουν απέναντί τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όλους διεθνείς. Ανάμεσά τους ο Ανρί Μισέλ, ο αρχηγός που έχει ήδη κερδίσει τρία πρωταθλήματα με τη Ναντ και αργότερα θα γίνει προπονητής της Εθνικής Γαλλίας –για ένα φεγγάρι και του Άρη Θεσσαλονίκης– και ο Ζιλ Ραμπιγιόν, ο οποίος λίγα χρόνια μετά, ως τεχνικός διευθυντής των Καννών, θα ανακαλύψει έναν ταλαντούχο πιτσιρικά ονόματι Ζινεντίν Ζιντάν. Και οι δυο θυμούνται ότι η αρχική χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το ματς έδωσε γρήγορα τη θέση της στην εγρήγορση, καθώς δυο φορές προηγήθηκαν και δυο φορές ισοφαρίστηκαν από αυτούς τους φαινομενικά ανέμελους τύπους –οι επαγγελματίες θα κερδίσουν τελικά 4-3. Ο Μάρλεϊ θα βάλει δυο γκολ. Θα εντυπωσιάσει με την τεχνική του κατάρτιση αλλά κυρίως με τη σκυλίσια του επιμονή να κυνηγάει κάθε χαμένη μπαλιά. «Ήταν χαρούμενοι που έπαιζαν, τους άρεσε πραγματικά η μπάλα αλλά αντιμετώπιζαν το παιχνίδι πολύ σοβαρά. Μετά το ματς, μας κάλεσαν στο πούλμαν τους. Πολλή κάπνα, και δεν κάπνιζαν Γκολουάζ. Μας αφιέρωσαν έναν δίσκο, μας προσκάλεσαν στη συναυλία».

Το φιλικό αυτό ματς υπήρξε, παρεμπιπτόντως, πηγή αισθητικής απόλαυσης για κάθε εραστή της ωραίας ποδοσφαιρικής φανέλας και του μακρινού κόσμου του Ιουλίου του 1980. Στις φωτογραφίες, ο Μάρλεϊ φορά την ιστορική κίτρινη και πράσινη φανέλα της Ναντ , ο Ανρί Μισέλ την υπέροχη φανέλα του Περού κι ο Ζιλ Ραμπιγιόν της Ντούκλα Πράγας. Όλοι χαμογελαστοί.

Λίγους μήνες μετά, ο Μάρλεϊ θα καταρρεύσει στο Σέντραλ Παρκ όπου είχε πάει για να τρέξει. Θα πεθάνει στις 11 Μαΐου 1981, 36 χρονών, στην ηλικία όπου πολλοί ποδοσφαιριστές κρεμούν τα παπούτσια τους.

Το πέναλτι που άργησε είκοσι τέσσερις μέρες

  [Καθόλου σχόλια]

«Αυτό το χτύπημα πέναλτι διήρκεσε μια εβδομάδα, και, εκτός κι αν κάποιος έχει αντίθετη γνώμη, ήταν το μακρύτερο πέναλτι στην ιστορία». Ο άνθρωπος που μας προκαλεί να τον διαψεύσουμε, είναι ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο και γνωρίζει πολύ καλά ότι λέει ανακρίβειες.

Ο Σοριάνο έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Παταγονία και έπαιξε πολλή μπάλα πριν γίνει δημοσιογράφος και συγγραφέας, ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος  και εξαιρετικά αγαπητός στην πατρίδα του αλλά και έξω από αυτήν: μετά τον θάνατό του, το 1997, στην Ιταλία ιδρύθηκε ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομά του. Είναι η μεικτή συγγραφέων, στην οποία παίζει, για παράδειγμα, ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Το απραγματοποίητο όνειρο του Σοριάνο ήταν να παίξει σέντερ φορ στην ομάδα που υποστήριζε φανατικά, τη Σαν Λορένσο. Όταν μετά τη δικτατορία κατέφυγε στην Ευρώπη,  δεν παρέλειπε να τηλεφωνεί κάθε εβδομάδα στους παιδικούς του φίλους  στην Αργεντινή για να μαθαίνει τι είχαν κάνει τα Κοράκια.

Γκραφίτι με τον Οσβάλντο Σοριάνο στο Μποέδο, στη γειτονιά της Σαν Λορένσο

Τον Οκτώβριο του 2003, το Υπουργείο Παιδείας και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής είχαν μια καταπληκτική ιδέα. Να καταπολεμήσουν τη βία στα γήπεδα μοιράζοντας βιβλία λογοτεχνίας στους θεατές. Το σύνθημα της εκστρατείας ήταν «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα» και η κεντρική ιδέα ότι, σε περίπτωση που η διαιτησία ή το θέαμα δεν ήταν ικανοποιητικά, οι θεατές θα ξεχνιούνταν με το διάβασμα αντί να παίζουν ξύλο –είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά ότι η εκστρατεία δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Στην πορεία ανέκυψαν κάποια μεθοδολογικά προβλήματα. Για παράδειγμα, τα βιβλία έπρεπε να είναι ολιγοσέλιδα ώστε να μην έχει νόημα να χρησιμοποιηθούν ως όπλα εναντίον των διαιτητών ή των αντιπάλων σε περίπτωση που το μέτρο δεν ήταν αποτελεσματικό. Εκδόθηκαν λοιπόν βιβλιαράκια με διηγήματα, μεταξύ άλλων του μεγάλου Χόρχε Λουίς Μπόρχες –ο ίδιος απεχθανόταν το ποδόσφαιρο– και πολλών εκλεκτών συναδέλφων του, κάπως πιο φιλάθλων, όπως ο αγαπημένος Εδουάρδο Γκαλεάνο. Θέμα, συνήθως, η μπάλα, για προφανείς λόγους.

Η αρχή έγινε σε ένα ματς της Σαν Λορένσο και, βέβαια, δεν μπορούσε παρά να επιλεγεί ο Σοριάνο και το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου», για πολλούς το καλύτερο διήγημα που έχει γραφτεί ποτέ για το ποδόσφαιρο.

Σύντομη περίληψη του: είμαστε στα 1958. Ο Πολικός Αστέρας είναι η ποδοσφαιρική ομάδα ενός παρηκμασμένου μπιλιαρδάδικου, κάπου στην άκρη του κόσμου, στην Παταγονία. Τίποτε αξιοσημείωτο, ούτε καν οι συνεχείς της αποτυχίες –δεν τερμάτισε ποτέ πάνω από τη μέση της βαθμολογίας. Αλλά τι μπορεί κανείς να περιμένει από μια ομάδα με παίκτες «αργούς σαν γαϊδούρια και βαριούς σαν ντουλάπες»; Μέχρι που μια σεζόν, ως άλλη Λέστερ, ο Αστέρας αρχίζει να κάνει τη μια νίκη μετά την άλλη. Οι περισσότερες 1-0, αλλά τι σημασία έχει; Όσο περνάει ο καιρός, όλοι, ακόμη κι οι λιγοστοί της φίλοι, έρχονται στο γήπεδο με την ελπίδα να είναι μπροστά όταν συμβεί το αναπόφευκτο, δηλαδή όχι απλώς η ήττα αλλά η κατάρρευση. Οι ήττες έρχονται αλλά το ηθικό είναι ακμαίο, οι παίκτες μάχονται σαν σκυλιά κι η ομάδα αντέχει.

Μέχρι που την τελευταία αγωνιστική οι ήρωες του Πολικού Αστέρα παίζουν για τον τίτλο, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Θέλουν νίκη εκτός έδρας απέναντι στη μόνιμη πρωταθλήτρια, την Ντεπορτίβο Μπελγκράνο, η οποία, παρεμπιπτόντως, τους είχε διαλύσει στον πρώτο γύρο 0-7. Σα να μην έφτανε αυτό, ο όχι ιδιαίτερα αδέκαστος διαιτητής έχει λόγους να θέλει να μη χάσει η Μπελγκράνο. Σχεδόν στη λήξη, κι ενώ ο Αστέρας, προς γενική έκπληξη, προηγείται 2-1 κι αγγίζει τον τίτλο, ο διαιτητής σφυρίζει πέτσινο πέναλτι. Ακολουθούν τρομακτικά επεισόδια –οι φίλαθλοι του Αστέρα εισβάλλουν στο γήπεδο, πέφτουν πυροβολισμοί– και διακοπή. Τα είκοσι δευτερόλεπτα που απομένουν, ουσιαστικά το χτύπημα του κερδισμένου πέναλτι της Ντεπορτίβο, θα παιχτούν κεκλεισμένων των θυρών μια εβδομάδα μετά, γεγονός που αφήνει στον τερματοφύλακα του Αστέρα, τον Ινδιάνο «Γάτο» Ντιάζ, εφτά ολόκληρα εικοσιτετράωρα αμφιβολιών, σκληρής προπόνησης κι εξαιρετικής μεταχείρισης από μέρους των φιλάθλων –αντρών και γυναικών– της ομάδας. Τι θα γίνει;

Ας αφήσουμε όμως τη λογοτεχνία κι ας μιλήσουμε για την άγρια πραγματικότητα των αργεντίνικων γηπέδων. Ξαναγυρνάμε στο 2003, τον Απρίλιο. Λίγους μήνες πριν την έναρξη της αξιέπαινης πρωτοβουλίας «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα», κάπου στο Μπουένος Άιρες, οι Ντεφενσόρες ντε Καμπασέρες και η Ατλέτικο Ατλάντα παίζουν για την Πριμέρα Β Μετροπολιτάνα. Η Ατλέτικο μάχεται για την σωτηρία της, θέλει νίκη οπωσδήποτε. Απομένουν πέντε λεπτά για το τέλος, το σκορ είναι 0-0, ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι εις βάρος των Ντεφενσόρες, τη συνέχεια τη φανταζόμαστε: οι οπαδοί μπαίνουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο, ξύλο, χαμός, διακοπή.

Ο Λούκας Φερέιρο κουράστηκε να περιμένει

Το ματς θα συνεχιστεί κεκλεισμένων των θυρών από κει που διακόπηκε, όχι μια εβδομάδα αλλά είκοσι τέσσερις μέρες μετά. Το ρεκόρ του Σοριάνο καταρρίπτεται –αλλά θα επανέλθουμε.

Άραγε, ο τερματοφύλακας των Ντεφενσόρες, ο Σέζαρ Γκονζάλες, είχε στο μυαλό του τον ήρωα του Σοριάνο, τον «Γάτο», τον θλιβερό τερματοφύλακα του Πολικού Αστέρα που ήθελε οπωσδήποτε να αποκρούσει το πέναλτι ώστε η όμορφη ξανθιά του χωριού να δεχτεί να τον φιλήσει; Έθεσε κι αυτός ερωτήματα, που στις μέρες μας τα εξετάζει η θεωρία των παιγνίων, αλλά είχαν απασχολήσει και παλιότερα τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο; «Τα χτυπάει  πάντα δεξιά. Αλλά ξέρει ότι το ξέρω. Όμως κι εγώ ξέρω ότι το ξέρει ότι το ξέρω». Άραγε, ο πρόεδρος της ομάδας τον συμβούλεψε «Ε, πέσε αριστερά να τελειώνουμε»; Ο διαιτητής του αγώνα, ο Αλεχάντρο Τόια, φοβήθηκε, άραγε, μην πάθει κι αυτός, όπως στο διήγημα του Σοριάνο, επιληπτική κρίση και δε διαπιστώσει αν τελικά το πέναλτι ήταν εύστοχο; Ο Λούκας Φερέιρο της Ατλέτικο προπονήθηκε τόσο επίπονα στην διάρκεια αυτών των εικοσιτεσσάρων ημερών ώστε να μπορεί να χτυπάει πέναλτι ακόμη και κοιμισμένος; Όπως και να΄χει, τα κατάφερε. Ο Γκονσάλες έπεσε σωστά αλλά δεν ήταν αρκετό. Η Ατλέτικο Ατλάντα κέρδισε και έκανε ένα σπουδαίο βήμα για την παραμονή της –τον Ιούνιο την οριστικοποίησε. Κι η όλη ιστορία επανέφερε στο προσκήνιο το εξαιρετικό διήγημα του Σοριάνο.

Ένας συγγραφέας που έφηβος έπαιξε σέντερ φορ στα τοπικά του Ρίο Νέγρο γνωρίζει τόσο καλά το ποδόσφαιρο ώστε να μπορεί να περιγράψει τα πάντα πριν ακόμη συμβούν; Στην πραγματικότητα, ο Σοριάνο, ως συγγραφέας, είχε ένα άλλο προνόμιο, να δείχνει την πραγματικότητα έτσι όπως θα έπρεπε να είναι.

Το 1953, στο Τσιπολέτι της Παταγονίας, ο δεκάχρονος Οσβάλντο Σοριάνο γνωρίζει μια από τις πρώτες απογοητεύσεις της ζωής του. Η άσημη τοπική ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά στην ιστορία της έναν τίτλο απέναντι στην ισχυρή Ουνιόν Άλλεν Προγκρεσίστα της γειτονικής πόλης. 0-0 λίγα λεπτά πριν τη λήξη, πέναλτι εις βάρος της Άλλεν, εισβολή, διακοπή, το πέναλτι που χτυπιέται δυο εβδομάδες αργότερα. Στην πραγματική ιστορία, η ισχυρή ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα. Και στη λογοτεχνία; Για όσους θέλουν να μάθουν το τέλος, το  διήγημα είναι εδώ, στα αγγλικά. Ο «Γάτος» Ντιάζ, πάντως, παντρεύτηκε τελικά την αδερφή του σκληροτράχηλου δεξιού μπακ του Πολικού Αστέρα.

* Το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου» έχει εμπνεύσει μια μετριότατη κινηματογραφική ταινία. Συστήνουμε καλύτερα μια άλλη, στην οποία βρίσκουμε πολλούς ήρωες του Σοριάνο,«Το ξεχασμένο Μουντιάλ».

Ο τερματοφύλακας που δεν ήθελε να κάτσει τέρμα

  [1 Σχόλιο]

Όταν ο Μανουέλ Νόιερ πήγαινε, ο Πασκάλ Ολμετά ερχόταν. Δυστυχώς γι΄αυτόν και τις ομάδες όπου έπαιξε, καμιά φορά δεν προλάβαινε να γυρίσει στο τέρμα του. Αποτέλεσμα, να τρώει μερικά –όχι πολλά, είναι η αλήθεια– θεαματικά γκολ, όπως αυτό που βλέπουμε εδώ: ένα πλασεδάκι εξήντα μέτρων, σε ένα ματς από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, όταν έπαιζε στη Τουλόν, τότε που οι σχολιαστές έκαναν ακόμη τον κόπο να αναρωτηθούν «μα τι στο καλό σκέφτηκε;» όταν τον έβλεπαν να φτάνει, ντριμπλάροντας τους αντίπαλους επιθετικούς, μέχρι τη σέντρα κι ακόμη παραπέρα.

Ο Ολμετά ήταν ένας πολύ καλός τερματοφύλακας που προτιμούσε όμως να παίζει μακριά, πολύ μακριά από τη εστία του. Οπωσδήποτε υπήρξε ο πιο περιζήτητος και δημοφιλής γκολκίπερ στη Γαλλία μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90. Όμως, οι παράτολμες έξοδοί του, η εντυπωσιακή επιδεξιότητά του με την μπάλα στα πόδια, τα καμώματά του όταν βαριόταν στο γήπεδο και η εκκεντρικότητά του έξω από αυτό, τον έκαναν γνωστό και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Η συμμετοχή του στο φιλικό ματς που οργανώθηκε στο Ολντ Τράφορντ το 1998 για τα πενήντα χρόνια από την αεροπορική τραγωδία του Μονάχου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Εκείνο το βράδυ τα έκανε σχεδόν όλα: έφτασε κυριολεκτικά μέχρι την άλλη άκρη του γηπέδου κυνηγώντας την μπάλα πριν βγει κι ο ίδιος άουτ, έφαγε πολλά γκολ μεταξύ των οποίων ένα όρθιος  από τον Καντονά, χτύπησε ένα ωραιότατο φάουλ που έξυσε το οριζόντιο δοκάρι, διασκέδασε μέχρι δακρύων τον Φέργκιουσον και τους τηλεοπτικούς σχολιαστές, έκανε την εξέδρα να ζητά ρυθμικά τη μεταγραφή του στη Γιουνάιτεντ («Fergie, Fergie, sign him up») και, επειδή προφανώς θεώρησε ότι όλα αυτά δεν αρκούσαν, έκανε τον καραγκιόζη στα διαλείμματα της δράσης.

Ο Ολμετά γεννήθηκε στην Κορσική, διακρίθηκε από νωρίς ως ιδιαίτερα ταλαντούχος και ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά στην Μπαστιά πριν διασχίσει τα λίγα ναυτικά μίλια που χωρίζουν το νησί από την απέναντι ακτή και βρεθεί στην ομάδα της Τουλόν. Στα 25 του, ανέβηκε στην πρωτεύουσα, στην πολύ φιλόδοξη Ρασίγκ (Ματρά τότε, λόγω της εξαγοράς της απο τον ομώνυμο βιομηχανικό κολοσσό) όπου έπαιξε συμπαίκτης με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Πιέτρ Λιτμπάρσκι, τον Νταβίντ Ζινολά και τον μεγάλο Έντσο Φραντσέσκολι.

Όταν το εγχείρημα της Ματρά ναυάγησε κι η ομάδα χρεοκόπησε, βρέθηκε, και μάλιστα με θέση βασικού εξασφαλισμένη από το συμβόλαιό του θέση, στην μεγάλη Μαρσέιγ, ήδη δυο χρόνια στη σειρά πρωταθλήτρια –θα συνέχιζε το σερί μέχρι τα τέσσερα. Ο τότε ιδιοκτήτης της, Μπερνάρ Ταπί είχε μεγάλα σχέδια, που δεν περιορίζονταν, όπως θα το μάθαιναν αργότερα και οι οπαδοί της ΑΕΚ, στην αγορά παικτών αλλά επεκτάθηκαν και στη εξαγορά αγώνων και διαιτητών. Όπως και να΄χει, ο Πασκάλ βρέθηκε να έχει προπονητή τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ –ο Κάιζερ άντεξε μόνο λίγους μήνες– και συμπαίκτες τον Ερίκ Καντονά, τον Ντράγκαν Στόικοβιτς, τον Ζαν-Πιέρ Παπέν, τον Κρις Γουάντλ κ.α., σε μια ομάδα που τα επόμενα τρία χρόνια θα έπαιζε σε δυο τελικούς Πρωταθλητριών Ευρώπης –και θα κέρδιζε τον έναν, απέναντι στη Μίλαν, παρακαλώ. Στον πρώτο, τον χαμένο, ο Πασκάλ ήταν βασικός, στον δεύτερο ήταν στον πάγκο, αντικαταστάτης πια ενός άλλου γνωστού μας, του νεαρού Φαμπιάν Μπαρτέζ. Αυτή θα ήταν και η τελευταία χρονιά του Ολμετά στη Μαρσέιγ.

Ενδιάμεσα γνώρισε τη φρίκη του αιματοβαμμένου ημιτελικού του Κυπέλλου Γαλλίας ανάμεσα στη Μαρσέιγ και την ομάδα από την οποία ξεκίνησε, την Μπαστιά. Η διοίκηση των Κορσικανών σκέφτηκε ότι το ματς  με την υπερομάδα των μισητών γειτόνων ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γεμίσουν τα ταμεία. Καθώς το στάδιο Φουριανί (που έχει απαθανατιστεί σε μια από τις πιο αξιοσημείωτες ταινίες με θέμα το ποδόσφαιρο –σκηνοθέτης ο Ζακ Τατί) δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, έστησαν βιαστικά μια προσωρινή κερκίδα 10.000 θέσεων. Στις 5 Μαΐου 1992, η κερκίδα θα καταρρεύσει σε απευθείας μετάδοση λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς. 18 νεκροί και 2.300 τραυματίες.  Η μικρή κόρη κι η γυναίκα του Ολμετά είναι στο γήπεδο αλλά θα γλιτώσουν.

Μετά τη Μαρσέιγ, ο Πασκάλ θα πάει στο αντίπαλο δέος της Λυόν, κι εκεί θα αποθεωθεί. Γίνεται το αντικείμενο λατρείας της εξέδρας  και αρχηγός της ομάδας, πανηγυρίζει, εξαργυρώνει τη δόξα του βγάζοντας ένα φριχτό σιντί στο οποίο τον ακούμε να ραπάρει (;) τη μεγάλη του αποτυχία «Κλώτσα το τόπι» (με μήνυμα εναντίον των ναρκωτικών), κάνει πολλά θεαματικά ματς, βάζει αυτογκόλ με τον αγκώνα, δίνει τη τελική πάσα για ένα κερδισμένο πέναλτι στο τελευταίο δευτερόλεπτο, πανηγυρίζει, τσατίζεται, κυνηγάει τους αντίπαλους φιλάθλους για να παίξει ξύλο –όλα αυτά στο βίντεο που ακολουθεί, απολαύστε υπεύθυνα.

Δυστυχώς η καριέρα του στη Λυόν θα τελειώσει όπως ακριβώς του ταίριαζε: κωμικοτραγικά. 20 Δεκεμβρίου 1996.  Η Λυόν έχει φάει μια εφτάρα από την Οσέρ, γνωρίζει δύσκολες στιγμές, θέλει οπωσδήποτε νίκη στον αγώνα εντός έδρας με τη Ναντ για να κάνουν καλές γιορτές οι φίλαθλοι κι οι παίκτες –δεν θα κάνουν. Μετά την ήττα, που βυθίζει την ομάδα στα τάρταρα της βαθμολογίας, ο Πασκάλ Ολμετά ψάχνει στα αποδυτήρια τον συμπαίκτη του Ζαν-Λυκ Σασύς. Τον βρίσκει. Απολογισμός: σπασμένη μύτη και διάσειση για τον εύθραυστο Σασύς που είχε, ο δόλιος,  βγει τραυματίας στο ματς που προηγήθηκε. Μα τι είχε συμβεί; Οι δυο άντρες, φίλοι κατά τα άλλα, είχαν μια μικρή διαφωνία, εξωγηπεδικής φύσεως. Το θύμα είχε βάλει λόγια στην κοπέλα του θύτη. Συγκεκριμένα, απάντησε σε σχετική της ερώτηση («Αχ, μου αρέσει ο Πασκάλ. Τι τύπος είναι;») ότι ο Κορσικανός είναι μεν πολύ καλό παιδί αλλά καμιά φορά μπορεί να έχει κάποιες, χμ, βίαιες εξάρσεις. Η κοπέλα δεν τρομάζει ιδιαίτερα, τα φτιάχνει με τον τερματοφύλακα, του μεταφέρει τον διάλογο, ο Ολμετά διαφωνεί  με τις χαρακτηρολογικές εκτιμήσεις του Σασύς και γίνεται ένας από τους λίγους, ελπίζουμε,  ανθρώπους που χρησιμοποίησαν τις γροθιές τους για να αποδείξουν ότι δεν είναι βίαιοι.

Η διοίκηση της Λυόν, που, παρεμπιπτόντως, έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί έτσι κι αλλιώς τον Ολμετά –είχε ήδη βρεθεί ο αντικαταστάτης, ο μετέπειτα διεθνής Γκρεγκορί Κουπέ– τον απολύει. Πάει στην Εσπανιόλ, όπου μένει μόλις δυο μήνες –μεσολάβησε πάλι μια διαφωνία, σχετικά με τον χρόνο συμμετοχής του. Γυρίζει στην Κορσική και τελειώνει την καριέρα του σε χαμηλές κατηγορίες. Αλλά δεν τον νοιάζει και πολύ.

Το άλλο μεγάλο πάθος στη ζωή του Ολμετά, εκτός από την μπάλα και τη διασημότητα –πριν μερικά χρόνια κέρδισε πανεύκολα ένα ριάλιτι σόου όπου επώνυμοι έκαναν τους αγρότες– ήταν και είναι το αγριογούρουνο. Αρκεί να πούμε ότι η φιλανθρωπική οργάνωση που ίδρυσε, με σκοπό την προστασία των άρρωστων παιδιών, έχει ως έμβλημα το τρυφερό θηλαστικό. Η Κορσική είναι σημαντικός βιότοπος για τα αγριογούρουνα και κυρίως ένα μέρος όπου το κυνήγι τους επιτρέπεται όλον τον χρόνο.

Κι ο Πασκάλ κυνηγάει από την ηλικία των πέντε ετών. Όχι μόνο το αγριογούρουνο. Συμπαίκτες του στη Μαρσέιγ τον θυμούνται να γδέρνει λαγούς που μόλις είχε σκοτώσει στα ντους των αποδυτηρίων. Το αγριογούρουνο απλώς είναι η αδυναμία του, και μια από τις μεγάλες του στιγμές ήταν όταν έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Πάθος για αγριογούρουνο» – ναι, υπάρχει. Πρόσφατα, όμως, γνώρισε την κατακραυγή όταν εμφανίστηκαν φωτογραφίες του δίπλα σ’ έναν σκοτωμένο ελέφαντα. Ο ίδιος θα υποστηρίξει ότι σκότωσε το παχύδερμο από αγάπη για τη φύση –οι ελέφαντες στη Ζιμπάμπουε, υποστηρίζει ο Πασκάλ, είναι υπερβολικά πολλοί κι η κυβέρνηση ενθαρρύνει το κυνήγι. Ακολουθώντας, στην επιχειρηματολογία του, την ίδια, κάπως διεστραμμένη λογική, που τον βοήθησε στην ποδοσφαιρική του καριέρα, μια καριέρα τερματοφύλακα-κυνηγού.

Βουλγαρία ’93-’94: Ωδή στην πιο καλτ ομάδα όλων των εποχών

  [8 Σχόλια]

Trifon IVANOV et Hristo STIOCKHOV 2

Ο Χρίστο Στόιτσκοφ, γνωστός θεολόγος-ποδοσφαιριστής στον οποίο χρωστάμε το δόγμα «Υπάρχουν δυο Χριστοί, ο ένας στον ουρανό, εγώ παίζω στην Μπαρτσελόνα», θα επαναλάβει πολλές φορές την άποψή του για την εθνικότητα του Μεγαλοδύναμου στη διάρκεια των εννιά μηνών που σημάδεψαν την ιστορία της Εθνικής Βουλγαρίας: «Ο Θεός είναι Βούλγαρος». Ένα βράδυ του Ιουλίου του 1994 θα προσθέσει, πικραμένος: «Ο διαιτητής, όμως, ήταν Γάλλος». Έκτοτε, ο εν λόγω διαιτητής και διάφοροι συμπατριώτες του (Πλατινί, Ντεσαγί, Ριμπερί…) θα ακούνε σε κάθε ευκαιρία τα σχετικά γαλλικά από τον Χρίστο, που αντίθετα με τον Θεό, δεν συγχωρεί. Μα τι ακριβώς είχε συμβεί;

Οκτώβριος του 1993. Προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου των Η.Π.Α. Η Γαλλία προκρίνεται σχεδόν σίγουρα αν στα δυο τελευταία ματς, με Ισραήλ και Βουλγαρία στην έδρα της, κάνει μια ισοπαλία. Μια Εθνική Γαλλίας θεωρητικά πανίσχυρη, με το δίδυμο Ζαν-Πιέρ Παπέν (Χρυσή Μπάλα το 1991) και Ερίκ Καντονά, μερικούς μελλοντικούς παγκόσμιους πρωταθλητές και τον «Ελ Μανίφικο» Νταβίντ Ζινολά. Καταφέρνουν να χάσουν από το Ισραήλ, που πετυχαίνει την πρώτη εκτός έδρα νίκη του στην Ευρώπη. Απομένει το ματς με τη Βουλγαρία. Τη συνέχεια τη φαντάζονται όσοι γνωρίζουν τι γίνεται συνήθως όταν πάει κανείς για τα περίφημα «δύο αποτελέσματα».

Αν οι Γάλλοι είχαν μεγάλους παίκτες, οι Βούλγαροι είχαν ημίθεους. Και δεν αναφερόμαστε στο ότι πολλοί από αυτούς έπαιξαν ωραία μπάλα σε δυτικοευρωπαϊκές ομάδες. Αναρωτιέται κανείς πότε στη ιστορία του ποδοσφαίρου εμφανίστηκε ξανά ομάδα με τόσο μυθικές χαίτες –όχι όλες φυσικές–, τέτοιες ξενυχτισμένες φάτσες, τέτοιους ανεπανάληπτους παλιοχαρακτήρες. Ο Στόιτσκοφ στα 19 του τιμωρήθηκε με ισόβιο αποκλεισμό από το ποδόσφαιρο επειδή έπαιξε ξύλο σε έναν τελικό κυπέλλου –η ποινή μειώθηκε κι έτσι μπόρεσε να τιμωρηθεί και στην Ισπανία, όπου πάτησε έναν διαιτητή. Ο άσπονδός του φίλος, Εμίλ Κοσταντίνοφ, πανηγύριζε συχνά τα γκολ του δείχνοντας στους θεατές το μεσαίο του δάχτυλο. Ο αξέχαστος Τρίφον Ιβάνοφ αγόρασε κάποτε ένα άρμα μάχης για να κόβει βόλτες στους αγρούς του Βέλικο Τάρνοβο και τσατιζόταν όταν του το ανέφεραν σαν κάτι περίεργο: «Πώς κάνετε έτσι; Λίγους μήνες μόνο το κράτησα, ήθελα να δω πώς είναι να οδηγείς τανκς». Ο Γιόρνταν Λέτσκοφ, ο άνθρωπος που υποψιαζόμαστε ότι ενέπνευσε το κούρεμα του «Φαινόμενου» Ρονάλντο το 2002, υποστήριζε πως απέκτησε τη μυθική τούφα στο μπροστινό μέρος του γυμνού του κρανίου εξαιτίας του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνομπίλ. Δυστυχώς η βουλγάρικη δικαιοσύνη δεν έδειξε την απαραίτητη ευαισθησία στο δράμα του και το 2013 καταδικάστηκε σε δυο χρόνια φυλάκιση για μια υπόθεση διαφθοράς, στην οποία μπλέχτηκε όντας δήμαρχος. Ο τερματοφύλακας Μπόμπι Μιχαΐλοφ, άλλο θύμα του Τσερνομπίλ, έπαιζε για χρόνια με περουκίνι. Τώρα είναι ο μισητός πρόεδρος της βουτηγμένης στα σκάνδαλα Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

 bulgaria

Νοέμβριος του 1993. Η εντατική προετοιμασία για τη μητέρα των μαχών κόντρα στη Γαλλία διακόπτεται κακήν κακώς και η Εθνική Βουλγαρίας εγκαταλείπει εσπευσμένα τη χώρα. Ο προπονητής Ντιμίταρ Πένεφ, θείος του Λιούμπο, υποψιάζεται ότι οι παίκτες του είχαν μια κάποια τάση στο ξενύχτι. Βάζει λοιπόν, άδεια πακέτα τσιγάρων μπροστά από τις ρόδες των αυτοκινήτων τους και διαπιστώνει ότι τη νύχτα οι περισσότεροι το έσκαγαν από το ξενοδοχείο και απολάμβαναν ανενόχλητοι τις χαρές της μετακομμουνιστικής νυχτερινής Σόφιας. Για να διασταυρώσει τις πληροφορίες του, δεν διστάζει να καταφύγει και σε άλλα σατανικά τεχνάσματα. Το πρωί έλεγε στον Στόιτσκοφ: «Χρίστο, ο Λιούμπο είπε ότι βγήκες χτες, ισχύει;». Μετά πήγαινε στον ανιψιό του:«Λιούμπο, τι έμαθα από τον Χρίστο, ξενύχτησες;». Επόμενος προορισμός της ομάδας ο Μέλας Δρυμός, όπου οι πειρασμοί ήταν, λογικά, μικρότεροι, κι όπου οι Γερμανοί παραχώρησαν τις προπονητικές τους εγκαταστάσεις ώστε να μαντρωθούν για μια εβδομάδα οι Βαλκάνιοι γλεντζέδες.

Νέο πρόβλημα: ο (θείος) Πένεφ ανακαλύπτει τρεις μέρες πριν το ματς ότι ο (ανιψιός) Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ δεν μπορούν να πάνε στη Γαλλία καθώς δεν έχουν βίζα. Η ομάδα κάνει επίδειξη πνεύματος συνεργασίας: ο αμυντικός Ζλάτκο Γιάνκοφ τούς προτείνει να περάσουν παράνομα τα σύνορα με το αυτοκίνητό του, ο  Μιχαΐλοφ, παίκτης τότε της Μιλούζ, υποδεικνύει ένα αφύλακτο πέρασμα στο τριεθνές Γαλλία-Γερμανία-Ελβετία, ο Γκεόργκι Γκεοργκίεφ, συμπαίκτης του Μιχαΐλοφ, αναλαμβάνει να οδηγήσει τους δυο παράτυπους μετανάστες στην ανατολική Γαλλία. Κοιμούνται σπίτι του και ξεκινούν για το Παρίσι. Αλλά, επειδή, όπως είπαμε, έχουμε να κάνουμε με μυθικές φυσιογνωμίες, βαριούνται να κάνουν οδικώς 500 χλμ.  και προτιμούν την άνεση του αεροπλάνου. Μόνο που υπάρχει κι εδώ έλεγχος διαβατηρίων. Στο αεροδρόμιο, οι μεγαλόθυμοι Γάλλοι αστυνομικοί, που τους αναγνωρίζουν, τους αφήνουν να ταξιδέψουν χωρίς χαρτιά.

17 Νοεμβρίου 1993. Οι Γάλλοι είναι κάπως μαγκωμένοι μετά τη νίλα με το Ισραήλ, πάντως υπάρχει αισιοδοξία. Το ματς ξεκινάει σχεδόν κανονικά, αν εξαιρέσουμε έναν νεαρό κόκορα που κόβει βόλτες στο γήπεδο, ξεφεύγοντας από το μαρκάρισμα παικτών και των δυο ομάδων. Ο Καντονά ανοίγει το σκορ, ο Κοσταντίνοφ ισοφαρίζει εφτά λεπτά αργότερα. Μερικά δευτερόλεπτα πριν τη λήξη, η Γαλλία κερδίζει φάουλ. Ο Ζινολά, αντί να ψάξει να κερδίσει χρόνο, κάνει μια ακατανόητη σέντρα –μετά το ματς ο προπονητής του, Ζεράρ Ουγιέ, θα τον αποκαλέσει «εγκληματία» και είκοσι χρόνια μετά, πιο αποστασιοποιημένος, «κάθαρμα». Κερδίζουν οι Βούλγαροι, ασίστ του Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ βυθίζει τη Γαλλία στο πένθος.

«Στη Βουλγαρία παράγουμε μόνο γιαούρτι αλλά σήμερα οι φτωχοί νίκησαν τους πλούσιους», δηλώνει ο Στόιτσκοφ. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» ουρλιάζει ο σχολιαστής της βουλγαρικής τηλεόρασης. Οι 67 (!) δημοσιογράφοι της αποστολής και οι λιγοστοί Βούλγαροι φίλαθλοι τρελαίνονται. Οι θριαμβευτές, μαζί με τον Ρομάριο που βρίσκεται στο Παρίσι για ιατρικούς λόγους αλλά αναρρώνει σαν από θαύμα για να γιορτάσει με τον φίλο του τον Χρίστο, στήνουν γλέντι στο γνωστότερο παρισινό κλαμπ, το Bains Douches. Ο θρύλος λέει ότι στην παρέα τους βρέθηκε κι ο Λένι Κράβιτζ.

Ο δρόμος μέχρι την άλλη μεριά του Ατλαντικού θα είναι μακρύς. Οι παίκτες μαλώνουν για τα πριμ και απειλούν ακόμη και με απεργία, ο Λιούμπο Πένεφ μπαίνει στο νοσοκομείο (διαγνώστηκε με καρκίνο στους όρχεις), ο Στόιτσκοφ τσακώνεται με τον σπόνσορα, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας παραιτείται.

ÓÔÏÉÔÓÊÏÖ / ÅËËÁÄÁ - ÂÏÕËÃÁÑÉÁ (ÐÁÃÊÏÓÌÉÏ 94)

Το 3-0 από τη Νιγηρία έρχεται σαν φυσιολογική τιμωρία μιας ομάδας που μοιάζει αδιάφορη και απειθάρχητη. Ευτυχώς υπάρχει η Ελλάδα του Παναγούλια και η Βουλγαρία καταφέρνει να πετύχει την πρώτη της νίκη μετά από έξι συμμετοχές σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Πριν τον κρίσιμο αγώνα με την Αργεντινή, ο Μαραντόνα βρίσκεται θετικός στην εφεδρίνη. 2-0 και η Βουλγαρία περνάει στην επόμενη φάση. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος», δηλώνει ο Στόιτσκοφ.

Το ματς με το Μεξικό πάει στα πέναλτι, ο Μιχαΐλοφ πιάνει δύο και γίνεται ο ήρωας της ημέρας, γεγονός που δημιουργεί τις πρώτες εντάσεις με τις υπόλοιπες πριμαντόνες της ομάδας. Ευτυχώς, η καλή προπόνηση λύνει όλα τα προβλήματα. «Μετά το ματς με την Αργεντινή, δεν μας ένοιαζε τίποτε. Βγαίναμε μέχρι τα ξημερώματα, τη μέρα καθόμασταν στην πισίνα, παίζαμε χαρτιά, πίναμε μπύρες και τρώγαμε πατάτες», θα αποκαλύψει τα μυστικά της επιτυχίας τους ο ομιλητικός Στόιτσκοφ. Κι ο προπονητής; «Δεν πιστεύω στην αυστηρή πειθαρχία. Προτιμώ οι παίκτες μου να καπνίζουν μπροστά μου. Ο Κρόιφ, που κάπνιζε τρία πακέτα τη μέρα, ήταν κακός παίκτης;».

bulgaria2

Στα προημιτελικά αντιμετωπίζουν μια ομάδα με κάπως διαφορετική φιλοσοφία, την παγκόσμια πρωταθλήτρια Γερμανία. Οι Γερμανοί προηγούνται, όμως ένα μαγικό φάουλ του Στόιτσκοφ και μια υπέροχη κεφαλιά του Λέτσκοφ επιβεβαιώνουν αυτό που γνωρίζουμε. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» επαναλαμβάνει ο Στόιτσκοφ, «αλλά το ματς ήταν εύκολο».

Στον ημιτελικό υπάρχει μια διαφωνία ανάμεσα στον Ιβάνοφ και τον Γιάνκοφ σχετικά με το ποιος έπρεπε να φυλάει τον Μπάτζιο, και, μέχρι να λυθεί, ο Ρομπέρτο βάζει δυο γκολ. Μειώνει ο Στόιτσκοφ αλλά η εποποιία τελειώνει κάπου εδώ. Οι Βούλγαροι θα διαμαρτυρηθούν για ένα ως τρία πέναλτι που δεν τους δόθηκαν. Ο Στόιτσκοφ διατυπώνει τη θεωρία ότι ο Χαβελάνζε κι η ΦΙΦΑ έκαναν τα πάντα για να εμποδίσουν έναν αντιεμπορικό τελικό Βραζιλία-Βουλγαρία. Όργανό τους ο Ζοέλ Κινιού, ο αθεόφοβος Γάλλος διαιτητής, τον οποίο ο Χρίστο έφτυσε μετά το ματς, όπως περήφανα του αρέσει να διηγείται. Ο ίδιος θα βγει πρώτος σκόρερ του τουρνουά, μαζί με τον Ρώσο Όλεγκ Σαλένκο. Στον μικρό τελικό θα διαλυθούν 4-0 από τη Σουηδία, εν μέσω καυγάδων και επεισοδίων μέσα κι έξω από το γήπεδο. Τίποτε δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν.

Ο θρύλος της Εθνικής Βουλγαρίας θα σβήσει τέσσερα χρόνια αργότερα εκεί που άρχισε, στη Γαλλία. Το τέλος θα είναι άδοξο, ένα 6-1 από την Ισπανία στη Λανς, κάτω από τα ασταμάτητα γιουχαΐσματα των Γάλλων θεατών. Θα είναι το τελευταίο, μέχρι σήμερα, παιχνίδι τους σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ο Ιρλανδός που έσωσε την Μπαρτσελόνα

  [5 Σχόλια]

1458224832_118107_1458229442_album_grande

Μπλέχτηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σκάνδαλα, έσωσε την Μπαρτσελόνα από τον αφανισμό, οδήγησε την Μπέτις στην κατάκτηση του μοναδικού της πρωταθλήματος, χάρισε στην πατρίδα του τον πρώτο της τίτλο.

Τον έλεγαν και Πάτρικ και Ο΄Κόνελ, πατρίδα του δεν μπορεί παρά να ήταν η Ιρλανδία. Μια Ιρλανδία πάμφτωχη, καθολική, με άσβεστο μίσος για τον Άγγλο δυνάστη. Έτσι, όταν το 1909, ο 22χρονος «Πάντι» άφησε τη Σέλτικ Μπέλφαστ για τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ και τις πέντε λίρες μηνιάτικο που του έταξαν, έγραψε στους γονείς του για να τους ζητήσει συγγνώμη: «Δεν είμαι προδότης. Αγόρασαν τον ποδοσφαιριστή, όχι τις πεποιθήσεις μου. Τους μισώ αλλά λατρεύω τα λεφτά τους».

Το 1914, κι ενώ κορυφώνονται οι αψιμαχίες γύρω από τη νομοθετική πράξη για τη μερική αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας, η ποδοσφαιρική της ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά τον τίτλο στο British Home Championship, το πρωτάθλημα των εθνοτήτων που συγκροτούσαν το Ηνωμένο Βασίλειο. Με σημερινούς όρους, κάτι σαν παγκόσμιο πρωτάθλημα, δηλαδή. Οι Ιρλανδοί παίζουν το τελευταίο τους ματς με τη Σκοτία στο Μπέλφαστ και δεν πρέπει να χάσουν. Παίζουν χωρίς τον καλύτερό τους παίκτη, ο τερματοφύλακάς τους σπάει την κλείδα του και μένουν με δέκα –μην πούμε με εννιά και κάτι, καθώς κι ο αρχηγός Ο΄Κόνελ σπάει το χέρι του αλλά αρνείται να βγει. Στο 70΄ η Σκοτία ανοίγει το σκορ, η υπόθεση μοιάζει χαμένη μέχρι που ο πονεμένος κι ηρωικός Πάντι δίνει την ασίστ και ο συμπαίκτης του Σαμ Γιανγκ ισοφαρίζει. Οι Ιρλανδοί στέφονται πρωταθλητές αφήνοντας πίσω τους Άγγλους, τους οποίους είχαν ήδη διαλύσει 3-0 στο Μίντλεσμπρο.

Το ίδιο καλοκαίρι, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα δώσει χίλιες λίρες για να τον αποκτήσει. Γρήγορα θα γίνει ο πρώτος Ιρλανδός αρχηγός της ομάδας, η οποία, βέβαια, δεν έχει ακόμη την αίγλη που γνωρίζουμε –για την ακρίβεια, τίποτε δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε. Τόσο, που όταν το 1915 η Γιουνάιτεντ κινδυνεύει με υποβιβασμό και παίζει με τη Λίβερπουλ, παίκτες των δυο ομάδων, μαζί με έναν ξέμπαρκο της Σίτι, στήνουν το αγώνα σε μια παμπ. Το 2-0 δίνει 7 προς 1 στους μπουκμέικερς: να μια ευκαιρία να βγει χαρτζιλίκι σε εποχές πολύ δύσκολες. Έχει αρχίσει ο πόλεμος, το πρωτάθλημα θα διακοπεί, οι περισσότεροι παίκτες θα φύγουν στο μέτωπο, μερικοί ίσως δεν ξαναπαίξουν ποτέ ούτε ποδόσφαιρο, ούτε στοίχημα.

PatrickOConnellManUtd1914

Η Λίβερπουλ τρώει ωραιότατα τα δυο γκολ αλλά το στήσιμο είναι τόσο φανερό που οι φίλαθλοι γιουχάρουν και οι παίκτες που δεν είναι στο κόλπο πλακώνονται με αυτούς που είναι. Σε κάποια φάση η Γιουνάιτεντ κερδίζει πέναλτι, και παραδόξως, καθώς δεν το συνηθίζει, αναλαμβάνει να το χτυπήσει ο Πάντι: στέλνει την μπάλα επιδεικτικά κόρνερ. Μετά το ματς θα αποκαλύψει το στήσιμο και θα κατονομάσει οχτώ ενόχους. Ένας από αυτούς θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δυο φορές, δεν θα πάψει να λέει ότι είναι αθώος κι ότι υπήρξε θύμα της εκδίκησης του Ιρλανδού, ένας άλλος θα σκοτωθεί στον πόλεμο, όλοι θα τιμωρηθούν με ισόβιο αποκλεισμό.

Μετά τον πόλεμο, ο Ο΄Κόνελ κι η βαριά φήμη που πια τον συνοδεύει περιπλανιούνται σε διάφορες ερασιτεχνικές ομάδες. Το 1922, κι ενώ στην Ιρλανδία ξεσπάει εμφύλιος, ο Πάντι εξαφανίζεται, αφήνοντας τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους. Σε λίγους μήνες, η ανήσυχη οικογένεια αρχίζει να παίρνει με το ταχυδρομείο μυστηριώδεις φακέλους με ισπανικές πεσέτες. Ο γιος του, Ντάνιελ, θα ξαναβρεί τα ίχνη του το 1955, ρωτώντας παίκτες της Εθνικής Ισπανίας που είχαν έρθει στο Δουβλίνο για φιλικό αν έχουν ακουστά έναν Ο΄Κόνελ –είχαν.

02941ea2-2f86-4c55-88c5-ca23d5f94781-bestSizeAvailable

Η δεύτερη ζωή του Πάντι αρχίζει, λοιπόν, στην Ισπανία, στη Ρασίγκ Σανταντέρ και κατόπιν στην Οβιέδο. Γίνεται προπονητής και μάλιστα πολύ καλός. Οι μέθοδοί του θεωρούνται επαναστατικές –δίδαξε, λέγεται, στους Ισπανούς το τεχνητό οφσάιντ σύμφωνα με τους τότε νέους κανονισμούς. Το 1931 κατεβαίνει στην Ανδαλουσία κι αναλαμβάνει την Μπέτις, την δεύτερη και περιφρονημένη ομάδα της Σεβίλλης. Ο Πάντι, που έχει γίνει πια «Δον Πατρίθιο», συναντά ξανά και τον έρωτα, στο πρόσωπο μιας Ιρλανδής, την οποία και παντρεύεται –το ότι ήταν ήδη παντρεμένος είναι λεπτομέρεια– αγαπιέται με πάθος από τους οπαδούς και τους παίκτες της Μπέτις κι αλλάζει την ιστορία της. Την επόμενη χρονιά την ανεβάζει στην πρώτη κατηγορία και το 1935, πράγμα ανήκουστο, την οδηγεί στο πρώτο και μοναδικό της πρωτάθλημα μπροστά από τη Ρεάλ Μαδρίτης –που τότε λέγεται απλώς Μαδρίτη, καθώς από το 1931 η χώρα είναι αβασίλευτη δημοκρατία. Όπλα της Μπέτις του Ο΄Κόνελ η σφιχτή άμυνα κι η ομαδικότητα. Στο τελευταίο ματς θέλει νίκη. Αντίπαλος η παλιά αγαπημένη Ρασίγκ Σανταντέρ. Ο θρύλος λέει ότι ο Δον Πατρίθιο συνάντησε τους παλιούς του παίκτες και τους είπε, εν ολίγοις, ότι δεν υπάρχει λόγος να παίξουν με πολύ πάθος. Οι της Ρασίγκ απάντησαν πως, ίσα ίσα, ο πρόεδρός τους τούς είχε τάξει πριμ νίκης χίλιες πεσέτες στον καθένα, καθώς ήταν οπαδός της Μαδρίτης. Όπως και να έχει, οι Σεβιλλιάνοι κερδίζουν 5-0.

Κάπου εδώ αρχίζει η επόμενη ζωή του Ιρλανδού. Αναλαμβάνει την Μπαρτσελόνα, την οποία οδηγεί το 1936 στον τελικό του Κυπέλλου. O περιπλανώμενος Ιρλανδός συναντά έναν ακόμη πόλεμο. Το καλοκαίρι του 1936 ξεσπάει ο Ισπανικός Εμφύλιος. Ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα και βουλευτής Τζουζέπ Σουνιόλ δολοφονείται από τους ανθρώπους του Φράνκο. Ο Δον Πατρίθιο βρίσκεται στην Ιρλανδία, αλλά δεν διστάζει να γυρίσει πίσω στην ταραγμένη Βαρκελώνη. Την επόμενη σεζόν η Μπαρτσελόνα κερδίζει τη Μεσογειακή Λίγκα, το πρωτάθλημα που οργάνωσαν οι ομάδες της ελεύθερης ζώνης –οι Καταλανοί ζητούν ακόμη την αναγνώριση του τίτλου από την ισπανική ομοσπονδία. Αντιμετωπίζει όμως ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα. Τον Απρίλιο του 1937, καταφτάνει μια πρόταση από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Ένας παλιός μπασκετμπολίστας της ομάδας, επιχειρηματίας πλέον στο Μεξικό, καλεί την Μπαρτσελόνα για μια σειρά φιλικών αγώνων. Ο Ο΄Κόνελ δέχεται αμέσως. Σε αυτό το ταξίδι βλέπει, όπως κι οι περισσότεροι παίκτες, μια λύση για τη σωτηρία της ομάδας αλλά και για τη δική τους επιβίωση. Αυτός είχε την ιδέα τα λεφτά της αμοιβής (15.000 δολλάρια) να κατατεθούν σε γαλλική τράπεζα ώστε να μην πέσουν ποτέ στα χέρια των ισπανικών αρχών. Κατάφερε να βγάλει από την κόλαση του εμφυλίου ακόμη και τον κηπουρό του γηπέδου, ο οποίος συνόδεψε την ομάδα ως μασέρ –«δεν είναι τίποτα δύσκολο, θα σου δείξω εγώ τι θα κάνεις».

Η τουρνέ στο Μεξικό λίγη σημασία έχει. Μια τοπική εφημερίδα έγραψε: «Ίσως η Μπαρτσελόνα να μην είναι η καλύτερη ισπανική ομάδα, από όσες όμως ομάδες ήρθαν στο Μεξικό είναι εκείνη που κέρδισε τους περισσότερους φίλους. Δεν παίζει μόνο ωραίο ποδόσφαιρο, αλλά έχει και παίκτες που συμπεριφέρονται σαν σωστοί τζέντλεμεν». Μετά το Μεξικό οι Καταλανοί τζέντλεμεν πηγαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο τέλος της τουρνέ, η οποία διήρκεσε όχι τρεις εβδομάδες όπως ήταν προγραμματισμένο αλλά τρεις μήνες, ελάχιστοι θα γυρίσουν πίσω. Οι περισσότεροι θα μείνουν στο Μεξικό, άλλοι θα πάνε στη Γαλλία. Η Μπαρτσελόνα όμως είχε σωθεί και ο προπονητής της θα μείνει στη μνήμη των φίλων της ως ο άνθρωπος που την έσωσε.

Ο Ο΄Κόνελ θα γυρίσει στην πατρίδα του. Μεταπολεμικά θα ξαναδουλέψει προπονητής στην Ισπανία χωρίς ποτέ να γνωρίσει τις επιτυχίες του παρελθόντος. Θα πεθάνει το 1959 στο Λονδίνο και θα θαφτεί ανώνυμος στο καθολικό κοιμητήριο του Κένσαλ Γκριν. Το 2015 η οικογένειά του οργάνωσε μια εκστρατεία ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την κατασκευή τάφου με το όνομά του. Ανάμεσα σε αυτούς που βοήθησαν βρίσκουμε τον Γιόχαν Κρόιφ, τον Μπόμπι Τσάρλτον, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, τον Πάολο Μαλντίνι, τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ, τον Κένι Νταλγκλίς, τον Λούις Φίγκο. Πορτρέτο του βρίσκεται στο Μουσείο της Μπαρτσελόνα και ένα μεγάλο γκράφιτι προς τιμήν του στο Μπέλφαστ. Όπως γράφει πλέον στον τάφο του: «Τον θυμούνται πολλοί στην Ιρλανδία, την Αγγλία, την Ισπανία». Και αλλού.

Patrick-OConnell-Mural-1_-Lewis

Ο Ντάνιελ Ο΄Κόνελ κατάφερε τελικά να συναντήσει τον εξαφανισμένο πατέρα του. Λέγεται η μόνη ερώτηση που του έκανε εκείνος ήταν: «Ντάνιελ, πες μου κάτι. Η Μάντσεστερ τι έκανε;». Ποιος ξέρει, ίσως να το είχε παίξει στο στοίχημα.

Η Σάλμα Χάγεκ, μια καταραμένη ομάδα κι ένας εύθραυστος καλλιτέχνης της μπάλας

  [Καθόλου σχόλια]

Αν Γαλλία είναι ένα εξάγωνο, η Βρετάνη είναι η η πάνω αριστερή γωνία της. Γνωστή στους αναγνώστες του Αστερίξ ως Αρμορική –εκεί βρίσκεται το χωριό των ανυπόταχτων Γαλατών που απέμειναν να αντιστέκονται στους Ρωμαίους– είναι μια περιοχή που αγαπάει τη μουσική, το αλκοόλ και την μπάλα. Αν η πιο σπουδαία ομάδα της, η μεγάλη Ναντ (τρίτη σε τίτλους στη Γαλλία), βρίσκεται αυτήν τη στιγμή στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας παρέα με την συμπατριώτσσά της Λοριάν, οι άλλες δυο ομάδες της Βρετάνης συγκρούονται σήμερα σε ένα από τα πιο φανατισμένα και με πλούσιο παρελθόν τοπικά ντέρμπι. Η «Εμπρός Γκενγκάν» κόντρα στη Ρεν. Το χωριό του Αστερίξ (το Γκενγκάν έχει 7.000 κατοίκους, λιγότερους από τα διαρκείας που πουλάει συνήθως η ομάδα) κόντρα στη μεγαλούπολη, ο φτωχοί κόντρα στους πλούσιους, οι τυχεροί κόντρα στους γκαντέμηδες.

Χρειάζεται μεγάλο ψυχικό σθένος για να είσαι οπαδός της Ρεν. Η πρόσφατη ιστορία της ομάδας είναι μια ατέλειωτη σειρά αποτυχιών ή, για την ακρίβεια, παρ΄ολίγον επιτυχιών.

2006: η Ρεν θέλει νίκη την τελευταία αγωνιστική με τη Λιλ ώστε να κερδίσει μια θέση στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Στο 78΄προηγείται με 2-0. Σε επτά λεπτά τρώει δυο γκολ, αντίο ζωή, αυλαία.

2007: η Ρεν κυνηγάει πάλι την τρίτη θέση. Όλα παίζονται πάλι την τελευταία αγωνιστική, πάλι κόντρα στη Λιλ. Αυτή τη φορά θα ισοφαριστεί στο τελευταίο δευτερόλεπτο και από τρίτη θα τερματίσει έβδομη. Συγκλονιστική λεπτομέρεια: η Τουλούζ, που θα κουνήσει τελικά σεντόνι, είχε κερδίσει το προηγούμενο ματς στα χαρτιά επειδή οι οπαδοί της Ναντ εισέβαλαν στο γήπεδο ουσιαστικά χωρίς λόγο κι ενώ ο αγώνας ήταν 0-0. Υπενθυμίζουμε απλώς ότι ανάμεσα στη Ναντ και τη Ρεν υπάρχει μια μακριά ιστορία αντιπαλότητας, μέσα κι έξω από το γήπεδο…

2009: η Ρεν βρίσκεται κοντά στον πρώτο της τίτλο μετά από 38 ολόκληρα χρόνια. Τελικός Κυπέλλου Γαλλίας, στο κατάμεστο από αφιονισμένους Βρετόνους Σταντ ντε Φρανς, αντίπαλος μια ομάδα που παλεύει κάπου στη μέση της δεύτερης κατηγορίας, η γειτόνισσα Γκενγκάν. Πώς να χάσεις; Χάνει ενώ προηγείται μέχρι το 70΄.

2014: η ώρα της εκδίκησης. Η Ρεν αντιμετωπίζει πάλι, και πάλι ως φαβορί, την Γκενγκάν στον τελικό του Κυπέλλου. Να πούμε τι έγινε ή το φαντάζεστε; (ναι, έχασε)

Και υπάρχουν κι άλλα: κι άλλοι χαμένοι τελικοί, αποκλεισμοί από ερασιτεχνικές ομάδες, μια πεντάρα από τον ΠΑΟΚ στους ομίλους του Γιουρόπα Λιγκ με δυο γκολ του Γιασεμή Γιασεμάκη, το δεύτερο με ανάποδο ψαλίδι. Eίπαμε, θέλει μεγάλο ψυχικό σθένος για να είσαι Ρεν. Ευτυχώς υπάρχει η Σάλμα κι ο Γιοάν.


Τι σφυράει, ρε, το άτομο;

Η Σάλμα Χάγεκ είναι ο πιο γνωστός οπαδός της Ρεν. Από το Μεξικό μέχρι το γήπεδο της Ρεν στη Βρετάνη ο δρόμος είναι σύντομος, αρκεί να παντρευτείς έναν δισεκατομμυριούχο, κι ας μην είναι πολύ οφθαλμοφανώς παθιασμένος με την μπάλα αυτός ο δισεκατομμυριούχος –τα λέει καλύτερα η ίδια η Σάλμα.

Ο Φρανσουά Πινό, ο πεθερός της, είναι ο δεύτερος στη λίστα των πιο πλούσιων ιδιοκτητών ποδοσφαιρικών ομάδων –μόνο ο σεΐχης Μανσούρ της Σίτι τον περνάει κάτι δισεκατομμύρια. Ο Πινό αγοράζει, λοιπόν, τη Ρεν, την ομάδα της γενέτειράς του, το 1998. Ορεξάτος αποφασίζει να κάνει μεγάλες μεταγραφές. Δίνει, σε σημερινά λεφτά, πάνω από 20 εκατομμύρια ευρώ για να αγοράσει έναν Βραζιλιάνο ονόματι Σεβερίνο Λούκας –για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, ο εξίσου Βραζιλιάνος Ρονάλντο είχε κοστίσει στην Ίντερ ένα-δυο εκατομμύρια παραπάνω το 1997. Ο Σεβερίνο δεν ήταν φαινόμενο αλλά παλτό, ο Πινό απογοητεύεται και σταματάει τα έξοδα –είπαμε, οι οπαδοί της Ρεν είναι εξοικειωμένοι με την κακοτυχία. Έκτοτε η ομάδα στηρίζεται στην πολύ καλή ακαδημία της, η οποία βγάζει ασταμάτητα διαμαντάκια –πιο πρόσφατο, ο δεκαεννιάχρονος Ουσμάν Ντεμπελέ, που μετά από έναν χρόνο στην πρώτη ομάδα βρέθηκε στην Μπορούσια Ντόρτμουντ.

Αλλά το μεγαλύτερο διαμάντι της Ρεν είναι ή υπήρξε άλλος. Ο τριαντάχρονος Γιοάν Γκουρκύφ, γέννημα-θρέμμα της Βρετάνης, υπήρξε ο πιο πειστικός από τους πολλούς «νέους Ζιντάν» που εμφανίστηκαν στη Γαλλία μετά το Παγκόσμιο του ΄98, και πάντως εκείνος που κι ο ίδιος ο Ζιντάν αναγνώρισε ως πιθανό του διάδοχο. Ίδιος κλειστός χαρακτήρας, ίδια θέση, ίδια απόλαυση να τους βλέπεις. Δεκάρι με προφανή ποδοσφαιρική ευφυΐα και αγάπη για το ποδόσφαιρο, επιτελικές ικανότητες, μπάλα κολλημένη στο πόδι, κεραυνοβόλες εμπνεύσεις.

Γιος του παλιού ποδοσφαιριστή, πρώην καθηγητή μαθηματικών και τωρινού προπονητή του, Κριστιάν, ξεχώρισε ως εξαιρετικό ταλέντο από πολύ μικρός. Παίζει στις μικρές ομάδες της Ρεν από τα 15. Το 2006, όταν το όνειρο για έξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ χάνεται στο παρά πέντε, παίρνει μεταγραφή στη μεγάλη Μίλαν, ενώ τον θέλουν ο Άγιαξ κι η Άρσεναλ. Δεν θα μπορέσει να βρει την ευτυχία στη Μίλαν, όπου παίζει λίγο –αλλά καλά–, δεν τρέχει όμως τίποτε.

Επιστρέφει στη Γαλλία, κάνει μια εκθαμβωτική χρονιά και κερδίζει νταμπλ με την Μπορντό –την ομάδα στην οποία άρχισε να μαγεύει τα πλήθη κι ο κανονικός Ζιντάν.

Ακολουθούν βραβεία, διαφημιστικά συμβόλαια, εξαιρετικές εμφανίσεις με την Εθνική –μια ασίστ και ένα εκπληκτικό γκολ μόλις στο δεύτερό του ματς.

Και ήδη ενδείξεις για μια εύθραυστη ιδιοσυγκρασία –συναγωνίζεται τον Αμπού Ντιαμπί σε αριθμό τραυματισμών, μεταξύ των οποίων μερικοί αξιοσημείωτοι, όπως ένα διάστρεμμα ενώ έβγαζε βόλτα τον σκύλο του και ένας μικροτραυματισμός σε φάση πανηγυρισμού με συμπαίκτες του.

Για πολλούς, το μεγαλύτερο του πρόβλημα βρίσκεται στο κεφάλι. Σε αντίθεση με άλλους «νέους Ζιντάν», το πρόβλημά του δεν ήταν η έλλειψη σοβαρότητας ή η τεμπελιά αλλά η υπερβολική ευαισθησία και η τελειομανία. Ήδη από την εποχή της Μίλαν, κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες, ίσως άδικες –ο Πάολο Μαλντίνι τον είχε κατηγορήσει ότι δεν έμαθε γρήγορα ιταλικά. Η μεγάλη καμπή, το σημείο από όπου άρχισε η πτώση, ήταν το Μουντιάλ του 2010. Η καταστροφική εμφάνιση και η εξευτελιστική απεργία των Γάλλων διεθνών ήταν η κορυφή του παγόβουνου. Τα συναρπαστικά κουτσομπολιά που έφταναν στις εφημερίδες ήταν ότι ο Φρανκ Ριμπερί είχε αποφασίσει να τελειώσει τον Γκουρκύφ από την Εθνική επειδή η γυναίκα του είχε εκφράσει τον θαυμασμό της για την ομορφιά του νεαρού παίκτη της Μπορντό. Περιθωριοποιείται, καταρρέει ψυχολογικά, κλείνεται ακόμη περισσότερο στον εαυτό του, ψάχνει ακόμη πιο εμμονικά την τελειότητα. Το 2010 βρίσκεται στη Λυόν, η οποία τα δίνει όλα για να τον αποκτήσει – συνολικά 50 εκατομμύρια για τέσσερα χρόνια. Θα τραυματιστεί είκοσι φορές, θα ξεκινήσει βασικός σε μόλις είκοσι ματς και θα μείνει στο κρεβάτι του πόνου πάνω από εξακόσιες μέρες. Στα ενδιάμεσα υπενθυμίζει ποιος είναι ή ποιος φαινόταν ότι θα γίνει.

Σε ένα από τα τελευταία του ματς στη Λυόν, τραυματίζεται πάνω σε σουτ και βγαίνει αλλαγή μόνος του (!).

Από πέρσι που γύρισε στην πατρίδα του, και πολύ περισσότερο φέτος που έχει πάλι προπονητή τον πατέρα του, όλοι εμείς που αγαπάμε το ποδόσφαιρο, ανάμεσα μας, βέβαια, και η Σάλμα Χάγεκ, περιμένουμε με ανυπομονησία πότε ο πρώην «νέος Ζιντάν» θα γίνει αυτός που ήταν, ο μοναδικός Γιοάν Γκουρκύφ. Σύμφωνα, πάντως, με τα τελευταία νέα, τραυματίστηκε στην προπόνηση…

Ιμάμης Μπεκενμπάουερ: Όταν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έπαιζε άμυνα

  [Καθόλου σχόλια]

Erdogan

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βλέπει πολλή μπάλα.

Θυμόμαστε: τον περασμένο Οκτώβρη, επενέβη προσωπικά και διέταξε την απελευθέρωση του διαιτητή της συνάντησης Τράμπζονσπορ- Γκαζιάντεπσπορ –ο άρχοντας του αγώνα δεν είχε σφυρίξει κάτι πέναλτι και ο πρόεδρος των γηπεδούχων τον κλείδωσε στο καμαράκι, είναι λόγος τώρα αυτός να ασχοληθεί ολόκληρος αρχηγός κράτους; Τον Απρίλιο, ο Ερντογάν εγκαινίασε το ανακαινισμένο, υπερσύγχρονο γήπεδο της Μπεσίκτας κεκλεισμένων των θυρών (!) ώστε να αποφύγει τη συνάντηση με τους οργανωμένους οπαδούς οι οποίοι θεωρούνται εχθροί του καθεστώτος μετά τα γεγονότα της πλατείας Ταξίμ το 2013 –35 από αυτούς είχαν τότε παραπεμφθεί σε δίκη, με την κατηγορία ότι ετοίμαζαν πραξικόπημα. Ανάμεσα στα ατράνταχτα αποδεικτικά στοιχεία, ένα μαχαίρι για κοπή ντονέρ κεμπάπ που βρέθηκε στο σπίτι ενός. Στις αρχές Αυγούστου, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία έκανε, με εντολή του Ερντογάν, μαζική εκκαθάριση διαιτητών, παραγόντων και υπαλλήλων που θεωρήθηκαν ύποπτοι για σχέσεις με την Αδελφότητα του ιεροκήρυκα Φατουλάχ Γκιουλέν. Λίγες μέρες μετά είχαμε ένα ένταλμα σύλληψης εις βάρος ενός πραγματικού θρύλου του τουρκικού ποδοσφαίρου, του Ταύρου του Βοσπόρου Χακάν Σουκούρ: κατηγορείται, μαζί με άλλους τρεις παλιούς συμπαίκτες του στη Γαλατασεράι για συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση. Οι δικαστικές του περιπέτειες άρχισαν μάλιστα τον Ιούνιο, όταν η εισαγγελία τον κατηγόρησε πως έβρισε, λέει, τον Πρόεδρο στο τουίτερ. Υπενθυμίζουμε πως ο Ταύρος υπήρξε πριν λίγα χρόνια βουλευτής του ΑΚΠ, του κόμματος του Ερντογάν, τότε που ο τελευταίος έκανε ακόμη παρέα με τον Γκιουλέν. Από τότε, έχει κυλήσει, βέβαια, πολύ νερό κάτω από τις γέφυρες του Βοσπόρου κι ο Σουκούρ έχει, ευτυχώς γι΄αυτόν, εγκατασταθεί στην Καλιφόρνια.

Μα τι συμβαίνει; Πίσω από όλα αυτά κρύβεται σαφώς μια κάποια διαπλοκή των ποδοσφαιρικών αρχών με το ΑΚΠ –ο πρόεδρος της Λίγκας είναι παντρεμένος με την ανιψιά της κυρίας Ερντογάν, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας είναι γιος του εκδότη της φιλοκυβερνητικής εφημερίδας Μιλιέτ κλπ.–, μια ορισμένη τάση του Τούρκου προέδρου προς τον αυταρχισμό, αλλά και μια πιο άγνωστη και παθιασμένη σχέση του με το ποδόσφαιρο. Πριν ο Ερντογάν γίνει Ερντογάν ήταν γνωστός ως Ιμάμης Μπεκενμπάουερ.

1976. Η Μπάγερν Μονάχου κερδίζει το τρίτο στη σειρά Κύπελλο Πρωταθλητριών, η Εθνική Γερμανίας είναι Πρωταθλήτρια Κόσμου κι ο Φραντς Μπεκενμπάουερ ετοιμάζεται να κερδίσει τη δεύτερή του Χρυσή Μπάλα. Στην Κωσταντινούπολη, η Φενερμπαχτσέ, που αντιμετωπίζει κάποια οικονομικά προβλήματα, στέλνει τα λαγωνικά της να ανακαλύψουν άγνωστα –και φτηνά– ταλέντα ανάμεσα στους νεαρούς παίκτες των τοπικών πρωταθλημάτων. Ένας από αυτούς, υπάλληλος της Εταιρείας Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων και μεγάλος θαυμαστής του Κάιζερ της Μπάγερν, διακρίνεται για το παιχνίδι του με την μπάλα, το εντυπωσιακό αθλητικό του παράστημα αλλά και για τις ηγετικές του ικανότητες.

erdogan2

Ξεκίνησε παίζοντας στην επίθεση, στους δρόμους του Κασίμπασα, της φτωχογειτονιάς στην ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης, όπου κατέληγαν πολλοί εσωτερικοί μετανάστες τη δεκαετία του ΄60. Σιγά σιγά, ακριβώς όπως και το είδωλό του, οπισθοχώρησε στο κέντρο της άμυνας και σε αυτήν τη θέση διακρίνεται στα μέσα της δεκαετίας του ΄70 με την ημιεπαγγελματική ομάδα επιλέκτων των Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων. Τότε αποκτά το τόσο εύγλωττο παρατσούκλι του. Ιμάμης –καθώς έχει σπουδάσει σε θρησκευτικό λύκειο– Μπεκενμπάουερ. Τεχνικός, γρήγορος, έξυπνος και πολύ μαχητικός, δεν διστάζει να ανεβαίνει για να κυνηγήσει το γκολ. Οι εφημερίδες τον βάζουν συχνά στην καλύτερη ενδεκάδα της τελικής φάσης του τοπικού πρωταθλήματος της Κωνσταντινούπολης. Κάπως έτσι τραβάει και την προσοχή της ομάδας που υποστήριζε φανατικά, της Φενέρ, και του προπονητή της Τόμισλαβ Καλοπέροβιτς (πέρασε ένα φεγγάρι από τον Απόλλωνα Αθηνών).

9-numara-tayyip-erdogan,EmZTuxA49kSYw8UNKeDXlQ
Ο μελλοντικός Πρόεδρος συλλαμβάνει έναν φίλαθλο

Μια μέρα, λίγο πριν το ματς, ένας δημοσιογράφος μεταφέρει στον ταλαντούχο λίμπερο την πρόταση της ομάδας για συμβόλαιο. Ο 22χρονος Ιμάμης Μπεκενμπάουερ ευχαριστεί για την τιμή και αρνείται: «Δεν υπάρχει περίπτωση να με αφήσει ο πατέρας μου». Ο πολύ αυστηρός και πολύ παραδοσιακός Αχμέτ Ερντογάν, που έφτασε στο Κασίμπασα από το Ριζέ, την ποντιακή Ριζούντα, στα νοτιανατολικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας, δεν είναι φίλαθλος. Το όνειρό του είναι τα παιδιά του να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Αν πιστέψουμε όσα του αρέσει να διηγείται για να τονίζει τη λαϊκή του καταγωγή, ο σημερινός πανίσχυρος ηγέτης της Τουρκίας δούλευε κουλουρτζής ως παιδάκι –ακόμη καλύτερα, αυτοδημιούργητος κουλουρτζής: μάζευε τα απούλητα σουσαμοκούλουρα της χτεσινής μέρας, τα ζέσταινε και τα πουλούσε στον δρόμο. Αργότερα, επιμελής μαθητής και καταπιεσμένος μπαλαδόρος, αναγκαζόταν να κρύβει τις τάπες των ποδοσφαιρικών του παπουτσιών σε ένα σακί με κάρβουνο μην τύχει και τον πάρει είδηση ο τρομερός Αχμέτ. Αλλά, εκείνο το απόγευμα του 1976 αρνήθηκε την πρόταση της αγαπημένης του ομάδας. Είχε ήδη κάτι άλλο στο μυαλό του. Πριν μερικούς μήνες, σε ένα ματς του τοπικού, το οποίο κατέληξε σε άγριο ξύλο, όπως πολλά τέτοια ματς, ξέσπασε μέσα στη φωτιά της μάχης: «Μια μέρα θα γίνω πρωθυπουργός, θα γίνω πρόεδρος! Και τότε θα δείτε!». Είδαμε και φοβόμαστε λίγο τι μας μένει ακόμη να δούμε.

Πάντως, ο πολιτικός Ερντογάν, δήμαρχος Κωνσταντινούπολης στα 40, πρωθυπουργός στα 49, πρόεδρος στα 60, ήδη σουλτάνος για ορισμένους, έμαθε πολλά από την καριέρα του στα γήπεδα: για παράδειγμα, να διαβάζει το παιχνίδι του αντιπάλου και να προσαρμόζει το δικό του. Έτσι, αν και το 1998 καταδικάστηκε σε φυλακή για την απαγγελία ενός ποιήματος που μιλούσε για «μιναρέδες που θα γίνουν οι ξιφολόγχες μας, τα τζαμιά τα στρατόπεδά μας και οι πιστοί οι στρατιώτες μας», στη συνέχεια αναπροσάρμοσε τη ρητορική του και σταδιοδρόμησε με την ετικέτα του «συντηρητικού μουσουλμάνου δημοκράτη».

Παίζει ακόμη καμιά φορά μπάλα και δεν έπαψε ποτέ να υποστηρίζει τη Φενερμπαχτσέ, την ομάδα της Ριζέ και την Κασίμπασα Σπορ –που παίζει πλέον στο στάδιο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν– και να παρακολουθεί με πάθος την εθνική ομάδα. Λέγεται ότι όταν δεν συμφωνεί με τον τρόπο του παιχνιδιού, πράγμα που συμβαίνει συχνά, φροντίζει να γνωστοποιούνται οι λεπτομερείς τεχνικές του παρατηρήσεις στους προπονητές. Κυκλοφορεί η ιστορία ότι κάποτε έδωσε χαρτάκι με σύνθεση στον  Φατίχ Τερίμ αλλά δεν βάζουμε το χέρι μας στη φωτιά.

erdogan

Πρόσφατα, τη νύχτα της 15ης Ιουλίου, όταν εν μέσω πανικού απηύθυνε μήνυμα στον τουρκικό λαό μέσα από εφαρμογή κινητού τηλεφώνου, αξιοποίησε και πάλι τις γνώσεις που απέκτησε στον χώρο του ποδοσφαίρου: παρόμοιο τρόπο επικοινωνίας είχε χρησιμοποιήσει παλιότερα, όταν ανέλαβε να εμψυχώσει προσωπικά αλλά από απόσταση τους Τούρκους διεθνείς πριν από έναν αγώνα.

Σύμφωνα με τους κοντινούς του ανθρώπους, ο Ερντογάν ακόμη και χαμένος, βρίσκει πάντα τον τρόπο να βγαίνει τελικά νικητής. Αυτό, βέβαια,  δεν μαθαίνεται, τουλάχιστον θεωρητικά, στα γήπεδα.

Πώς η φιλοσοφία μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου: Η περίπτωση Χατέμ Μπεν Αρφά

  [4 Σχόλια]

d-220605-capture-d-ecran-2016-04-14-a-172121

Ο Ρομπέρ Βαλέτ, ο προπονητής που τον γνώρισε 15χρονο στη Λυών, λέει γι΄αυτόν ότι διάβαζε πάντα πολύ –τότε, πόσο ταιριαστό, διάβαζε τον Μικρό Πρίγκιπα. Είκοσι χρονών, λίγο πριν βραβευτεί ως πιο ελπιδοφόρος παίκτης του γαλλικού πρωταθλήματος, αποκάλυψε ότι του άρεσε ο Νίτσε. Το 2012, όταν μάγευε με τη Νιουκάστλ, διάβαζε Σπινόζα και Καντ –κι όταν δυσκολευόταν, και δυσκολευόταν δικαίως, έψαχνε στο ίντερνετ για να καταλάβει καλύτερα. Πρόσφατα, σε μια συνέντευξή του στη Gazzetta Dello Sport, επανήλθε: «Οι συγγραφείς που ανοίγουν το μυαλό, σου προσφέρουν νέες προοπτικές. Ξέρω πως μπορεί να φαίνεται αστείος ένας ποδοσφαιριστής που διαβάζει ποίηση ή φιλοσοφία, αλλά, πριν ένα χρόνο, όταν είχα πιάσει πάτο, βρήκα τη δύναμη να συνέλθω χάρη στον Νίτσε ή τον Σωκράτη».

Δεν ξέρω αν η αγάπη του Χατέμ Μπεν Αρφά για τη φιλοσοφία ή η πληροφορία ότι πλουτίζει τη βιβλιοθήκη του με βιβλία που βρίσκει ξεχασμένα σε μπαρ και εστιατόρια (!), προκαλούν το γέλιο, εγώ θέλω να τον πιστέψω. Πρώτα απ΄όλα επειδή τον συμπαθώ. Μετά, επειδή η ενασχόληση με τη φιλοσοφία μοιάζει, επιτέλους, να δουλεύει: όχι μόνο επειδή έφυγε από την προηγούμενη ομάδα του, τη Νις, σαν φίλος –πράγμα που δεν του έχει ξανασυμβεί–, όχι μόνο επειδή πήρε μεταγραφή σε μια από τις πιο φιλόδοξες και πλούσιες ομάδες της Ευρώπης, την Παρί Σεν Ζερμέν, αλλά κι επειδή εμφανίζεται παντού με ένα πλατύ χαμόγελο που δίνει την εντύπωση ότι έχει περισσότερα δόντια από το κανονικό.

Ο Χατέμ υπήρξε πρόωρη μεγαλοφυΐα και αυτό ήταν το δράμα του. Γιος παλιού Τυνήσιου διεθνή, γεννήθηκε μέσα στο ποδόσφαιρο. Έπαιζε στους δρόμους του μεσοαστικού παριζιάνικου προαστίου όπου μεγάλωσε, αλλά και με τα αδέρφια του στο σαλόνι του σπιτιού τους –η μαμά τερματοφύλακας. Εφτά χρονών βγάζει το πρώτο του δελτίο. Είναι γρήγορος, τεχνικός, παίζει με το κεφάλι ψηλά, ντριπλάρει προκλητικά. Κι είναι, μοιραία, ατομιστής. Στα 12 –μοναδική περίπτωση, η κατώτερη ηλικία είναι τα 13– γίνεται δεκτός στο Εθνικό Ινστιτούτο Ποδοσφαίρου, την ακαδημία όπου προετοιμάζεται η ελίτ του γαλλικού ποδοσφαίρου. Τον συνοδεύει η βαριά ευθύνη του ταλέντου του, είναι ήδη ο «Νέος Ζιντάν». Ατζέντηδες γαλλικών, αγγλικών, ιταλικών ομάδων του κάνουν ήδη τα γλυκά μάτια κάθε σαββατοκύριακο που γυρνάει σπίτι του: «Με ενοχλούν, προτιμώ όταν πηγαίνουν να δουν κατευθείαν τους γονείς μου».

Για τρία χρόνια ζει εσωτερικός στο Ινστιτούτο. Ήταν ο πιο μικρός κι ο πιο κοντός, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να ξεχωρίζει, με κάθε τρόπο. Σε ένα μυθικό βίντεο, τον βλέπουμε να προκαλεί έναν εξίσου ταλαντούχο συμμαθητή του, τον Αμπού Ντιαμπί. Δεν πτοείται που ο Ντιαμπί τον περνάει δυο κεφάλια και χρειάζεται η επέμβαση πέντε-έξι άλλων (διακρίνουμε τον Ρικαρντό Φατί, που πέρασε από τον Άρη), ώστε να κλειστεί στο μπαλκόνι και να αποφευχθεί το ξύλο: «Είμαι λίγο νευρικός. Είναι η φύση μου. Από μικρός τσατίζομαι εύκολα, έτσι είμαι φτιαγμένος».

Ήταν μόλις 15 χρονών και διηγήθηκε, χωρίς να το ξέρει, τα επόμενα δεκατρία χρόνια της ζωής του. Το καλοκαίρι του 2002, κι ενώ τον θέλουν πολλές ομάδες, θα διαλέξει την ακαδημία της σπουδαίας, τότε, Λυών. Παίζει στην πρώτη ομάδα μόλις 17 ετών, δίπλα σε αστέρια όπως ο Ζουνίνιο Περναμπουκάνο, σκοράρει, δίνει ασίστ, συχνά εντυπωσιάζει, κερδίζει τέσσερα σερί πρωταθλήματα αλλά δεν παίζει όσο συχνά θα ήθελε. Ψυχραίνεται με τον Μπενζεμά, παίζει ξύλο με τον Σεμπαστιάν Σκιλατσί, μουτρώνει στους προπονητές του. Τον Ιούνιο του 2008, έρχεται στα μαχαίρια με τον πρόεδρο της Λυών που «τον έχει σαν παιδί του», προκειμένου να πάει στη Μαρσέιγ. Όλοι, φίλοι κι εχθροί, θα συμφωνήσουν μετά ότι βιάστηκε. «Ο Χατέμ ήταν ο Μέσι, τον έχω δει να κάνει απίστευτα πράγματα στο γήπεδο, αλλά δεν έκανε σωστές επιλογές. Δεν έπρεπε να φύγει τόσο νωρίς από τη Λυών»: μιλάει ο Μπενζεμά. Την ίδια εποχή, οι μεταφυσικές του ανησυχίες τον οδηγούν να ψαχτεί σε ένα μυστικιστικό, ειρηνικό παρακλάδι του Ισλάμ, ο ίδιος θα μιλήσει μετά για σέχτα. Αυτό πιθανότατα αποθάρρυνε τον Αρσέν Βενγκέρ από το να τον πάρει στην Άρσεναλ.

Ben-Arfa

Στη Μαρσέιγ, μετά από δυο μήνες σχετικής ηρεμίας –πρόλαβε να τσακωθεί, ίσως και να πλακωθεί, με τον Σισέ και τον Μ΄Μπαμί–, νέος κύκλος αίματος. Ο Γκερέτς τον αφήνει στον πάγκο στο ντέρμπι με την Παρί Σεν Ζερμέν. Στο δεύτερο ημίχρονο, σκορ 2-2, του ζητάει να ζεσταθεί για να μπει, αυτός αρνείται: «Πρώτη φορά μου συμβαίνει αυτό στην προπονητική μου καριέρα». Η Μαρσέιγ χάνει 2-4. Η συνέχεια είναι δύσκολη, με κάποια πολύ φωτεινά διαλείμματα. Την επόμενη χρονιά αντιδρά εξίσου πρωτότυπα σε κάποιες παρατηρήσεις του νέου του προπονητή, Ντιντιέ Ντεσάν: «Μου σπας τ΄αρχίδια». Κερδίζει το πέμπτο του πρωτάθλημα αλλά η Μασσαλία δεν τον σηκώνει, πλέον. Όνειρό του η Αγγλία.

Η διοίκηση κι ο Ντεσάν συμφωνούν αρχικά να τον δώσουν δανεικό στη Νιουκάστλ, μετά αλλάζουν γνώμη, αλλά λίγη σημασία έχει. Ο Μπεν Αρφά απέχει από τις προπονήσεις, γυρνάει στο Παρίσι και γυμνάζεται μόνος του περιμένοντας να γίνει το δικό του. Οι κατάρες των μαρσεγιέζων τον συνοδεύουν στην Αγγλία: προλαβαίνει να παίξει τέσσερα ματς πριν συναντήσει στον δρόμο του τον σεσημασμένο Νάιτζελ ντε Γιονγκ. Ουσιαστικά, θα κάνει έναν χρόνο να ξαναπαίξει αλλά, όταν γυρίζει, αποδεικνύει ότι η μπάλα δεν ξεχνιέται. Μερικά μαγικά γκολ μοιάζουν να δικαιώνουν τη Νιουκάστλ που τον αγόρασε όσο ανάρρωνε από το διπλό κάταγμα. Ο προπονητής του, Άλαν Πάρντιου, τον λατρεύει, όπως όλοι μας.

Μέχρι που δεν τον λατρεύει πια. Τσατίλας και ξεροκέφαλος κι ο ίδιος, ανέχεται όλο και λιγότερο τα καπρίτσια του Μπεν Αρφά, τους συνεχείς τραυματισμούς του, το θράσος του. Μετά από ένα 4-0 με τη Μάντσεστρ Γιουνάιτεντ, ο παίκτης υποδεικνύει στον προπονητή να αλλάξει σύστημα παιχνιδιού –φτάνουν πια οι βαθιές σέντρες, κόουτς. Πέφτει σε δυσμένεια, τον στέλνουν πίσω στο Παρίσι και ψάχνουν να τον ξεφορτωθούν. Πάει δανεικός στη Χαλ Σίτι, όπου, φρίξον ήλιε, τον βρίσκουν αργό και ανάξιο για το επίπεδο της ομάδας. Αυτός είναι ο πάτος για τον οποίον μίλησε ο Χατέμ; Όχι ακόμη.

Τέλος του 2014, κι ενώ έχει τσακωθεί και με την οικογένειά του, μένει χωρίς ομάδα. Συμφωνεί με τη Νις. Πρόβλημα: έχει παίξει ένα ξεχασμένο φιλικό με τη φανέλα της Νιουκάστλ πριν πάει στη Χαλ κι απαγορεύεται να παίξει για τρίτη ομάδα σε μια σεζόν. Τα λόγια του προέδρου της επιτροπής που κρίνει την υπόθεση ακούγονται σαδιστικά: «Λέτε πως δικαιολογείται επειδή είναι νέος; 27 ετών; Στην εποχή μου, στον Πόλεμο της Αλγερίας έστελναν στο μέτωπο παλικάρια 17-18 χρονών».

Ο Χατέμ Μπεν Αρφά δεν είναι πια νέος και σκέφτεται ήδη να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο. Ευτυχώς, υπάρχει ο Νίτσε. Κι ο Κλοντ Πυέλ, ο παιδαγωγός προπονητής της Νις, που τον περίμενε έξι μήνες και που τον βοήθησε να γίνει αυτός που είδαμε την προηγούμενη σεζόν, την καλύτερή του μέχρι τώρα: 17 γκολ, 5 ασίστ και αναρίθμητα θύματα.

Ο Μπεν Αρφά είναι από τους πολύ λίγους ποδοσφαιριστές που είναι ειλικρινής στις συνεντεύξεις –πήραμε ήδη δείγμα. Παραδέχεται το προφανές, ότι είναι πολύ εύθραυστος, διαβεβαιώνει ότι είναι πια δυνατός, και κυρίως επαναλαμβάνει, όπως έκανε μικρός, ότι αυτό που ψάχνει στο γήπεδο είναι να δώσει χαρά στην κερκίδα. Όπως ακριβώς και τα είδωλά του –γιατί έχει εκλεκτό γούστο: Κρόιφ, Μαραντόνα, Ρονάλντο, Ροναλντίνιο και, δείγμα της βαθιάς του κουλτούρας, Ομάρ Σίβορι, η Χρυσή Μπάλα του 1961, ο «Μαραντόνα πριν τον Μαραντόνα», ένας βραχύσωμος διάβολος που ντρίπλαρε αλύπητα και με φανερή απόλαυση τους αντιπάλους. Κάθε ομοιότητα τυχαία.

Όπως έχει γράψει ο Νίτσε, «τιμωρούμαστε κυρίως για τις αρετές μας». Ελπίζουμε ότι ο Χατέμ Μπεν Αρφά τιμωρήθηκε ήδη αρκετά.

Μάλκολμ Άλισον: ο πλεϊμπόι που άλλαξε τη μοίρα της Μάντσεστερ Σίτι

  [2 Σχόλια]

PKT1481- 57066 MALCOLM ALLISON 1975 AUTHOR ALLISON AT THE LITERARY EVENT OF THE YEAR: Mr Malcolm Allison arrived looking like death and announced he'd been up most of the night with Dorothy Squires, a statement which demands precise syntax at the best of times but even more so when you are crippled by hangover. About œ300-worth of champagne later mr Allison felt strong enough to answer probing questions about his auto-biograpgy, at this literary event of the year.

Ο Ζοσέ Μουρίνιο λέει ότι ήταν ένας από τους προπονητές που τον επηρέασαν περισσότερο. Όμως, όσο κι αν προσπαθεί ο Πορτογάλος –και προσπαθεί πολύ– δεν θα γίνει ποτέ τόσο σταρ.

Ο Μάλκολμ Άλισον έγινε ο Μάλκολμ Άλισον όταν κατάλαβε πως η ζωή είναι πολύ μικρή. Πριν από αυτό, πριν δηλαδή αρρωστήσει στα 30 από φυματίωση κι αναγκαστεί να εγκαταλείψει την μπάλα, έπαιζε στη Γουέστ Χαμ, παθιαζόταν με τη μελέτη του έργου του Ουίνστον Τσόρτσιλ, δεν κάπνιζε, δεν έπινε και ζούσε μια ήσυχη οικογενειακή ζωή. Μετά; Μετά άφησε στο πόδι του τον 17χρονο αναπληρωματικό του, τον Μπόμπι Μουρ, κι άρχισε να ζει κάθε του μέρα σαν να ήταν η τελευταία.

Γίνεται επαγγελματίας τζογαδόρος, ενδεχομένως και ζιγκολό, ανοίγει ένα δημοφιλές νάιτ κλαμπ στο κέντρο του Λονδίνου, δηλαδή στο κέντρο του κόσμου. Αποκτά ακριβά γούστα: πούρα, σαμπάνιες και διάσημες γυναίκες. Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισε –με απόλυτη επιτυχία; Να τα φτιάξει με την Κριστίν Κίλερ, την πρωταγωνίστρια ενός συγκλονιστικού ερωτικού και γεωπολιτικού σκανδάλου –τα είχε ταυτόχρονα με τον Σοβιετικό Στρατιωτικό Ακόλουθο και με τον Βρετανό Υπουργό Άμυνας, Τζον Προφιούμο. Το ότι ο Άλισον στη συνέχεια τα έφτιαξε διαδοχικά και με τη γυναίκα και με την γκόμενα ενός κινηματογραφικού κατασκόπου, του Ρότζερ Μουρ, είναι  λιγότερο εντυπωσιακό.

Αλλά το ποδόσφαιρο αποδεικνύεται εθιστικότερο. Ο Άλισον ήταν από τους ποδοσφαιριστές που σκέφτονταν πάντα σαν προπονητές. Στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στη Βιέννη, είδε την Εθνική Αυστρίας να παίζει και, κυρίως, να προπονείται: «Υπήρχε ξεχωριστός προπονητής για τους αμυντικούς, για τους επιθετικούς, για τους τερματοφύλακες. Και οι προπονήσεις γίνονταν με μπάλα! Όταν γύρισα στην Αγγλία, στην Τσάρλτον, δεν ξαναείδα μπάλα στην προπόνηση, μόνο τρέχαμε». Μια ακόμη εμπειρία θα τον πείσει ότι κάτι δεν κάνουν σωστά οι Άγγλοι: το 1953, θα είναι στο Γουέμπλεϊ, θεατής στο περίφημο φιλικό όπου η μαγική Ουγγαρία, ταπείνωσε την μέχρι τότε ανίκητη Εθνικής Αγγλίας 3-6.

Καθόλου ικανοποιημένος με τη δουλειά του προπονητή του στη Γουέστ Χαμ, παίρνει την κατάσταση στα χέρια του: οργανώνει πρόγραμμα προπονήσεων –με μπάλα, βέβαια– και μυικής ενδυνάμωσης για όλη την ομάδα, και βραδινές συναντήσεις σε παρακείμενο ιταλικό εστιατόριο με συζητήσεις για την τακτική –τον φανταζόμαστε να παρατάσσει κεφτεδάκια και αλατιέρες σε 4-2-4 ώστε να ξεστραβώσει τους συμπαίκτες του. Η ομάδα ανεβαίνει κατηγορία λίγους μήνες πριν ο αρχηγός κι αναμορφωτής της αναγκαστεί να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο.

Το 1963 ξαναγυρίζει, λοιπόν, ως προπονητής. Ξεκινάει από ερασιτεχνικές ομάδες, με επιτυχία αλλά πάντα σοκάροντας με τον τρόπο ζωής του –χωρίζει τη γυναίκα του για χάρη μιας 16χρονης στριπτιζέζ.

Ο θρύλος του γεννιέται το 1965, στο μελαγχολικό Μάντσεστερ, δίπλα στον Τζο Μέρσερ. Ο προπονητής της ακόμη πιο μελαγχολικής Σίτι, που τότε πάλευε να ανέβει στην πρώτη κατηγορία, είχε πάθει ένα ελαφρύ εγκεφαλικό και έψαχνε κάποιον με χαρισματική προσωπικότητα, κάποιον που να κάνει περισσότερα από όσα ένας συνηθισμένος βοηθός προπονητή. Ο Άλισον ήταν ο άνθρωπός του και ερχόταν αποφασισμένος: «Βαρέθηκα να βλέπω όλα τα σχολιαρόπαιδα στην πόλη να φορούν την καταραμένη κόκκινη φανέλα. Αυτό πρέπει να αλλάξει!».

Απομένει να πείσει τους παίκτες, πράγμα όχι εύκολο, ειδικά όταν φτάνει στην πρώτη προπόνηση με ένα εντυπωσιακό καπέλο –«μου το έκανε δώρο μια φίλη μου». Λίγοι μήνες αρκούν. Ο Μάικ Σάμερμπι παραδέχτηκε αργότερα πως ίσως να τον αγαπούσε περισσότερο από ό,τι τη γυναίκα του: «Πώς να μην τον αγαπήσουμε; Φτάναμε στo τέρμα με τρεις πάσες, παίζαμε απλά και γρήγορα, ήμασταν σε συνεχή κίνηση. Ήμασταν ομάδα». Το 1966 ανεβαίνουν, το 1968 κερδίζουν την τελευταία αγωνιστική το πρωτάθλημα, αφήνοντας δεύτερη τη Γιουνάιτεντ, το 1969 το Κύπελλο, το 1970 το Λιγκ Καπ και το Κύπελλο Κυπελλούχων. Ο τελικός έγινε στη Βιέννη, εκεί που άρχισαν όλα. Ο τίτλος, ο μοναδικός ευρωπαϊκός της Σίτι μέχρι σήμερα, θα γιορταστεί με ποταμούς σαμπάνιας.

Μα γιατί αυτή η μεταμόρφωση της Σίτι, η περηφάνεια, οι τίτλοι, πιστώνονται στον Άλισον; Δεν ήταν παρά ο βοηθός. Μήπως επειδή τραβούσε τα φώτα της δημοσιότητας; Καθόλου. Ήταν ένας καινοτόμος προπονητής, από τους πρώτους που χρησιμοποίησε τη διαιτολογία και τις εργομετρικές μετρήσεις για τη βελτίωση των παικτών. Απαγόρεψε τη μπύρα –αλλά επέτρεψε, έκπληξη, τη σαμπάνια–, ετοίμαζε ο ίδιος το μενού τους, συνεργαζόταν με πανεπιστημιακές κλινικές ώστε να ελέγχει επιστημονικά τη φυσική τους κατάσταση, έψαχνε συνεχώς για νέες τεχνικές προπόνησης, ολοένα και πιο σκληρές: οι παίκτες έκαναν εμετό από την εξάντληση αλλά συνέχιζαν να τον λατρεύουν.

Κι οι φίλαθλοι ακόμη περισσότερο. Αν δεν έγινε ήδη φανερό, αντιπαθούσε κάπως την άλλη ομάδα της πόλης: «Σιχαίνομαι το υφάκι των παικτών και τους περισσότερους φιλάθλους της». Τη χρονιά του τίτλου, πλήρωσε έναν μικροπωλητή να σκαρφαλώσει και να κατεβάσει μεσίστια, σε ένδειξη πένθους, τη σημαία στο Ολντ Τράφορντ και σε μια δεξίωση απάντησε στα κολακευτικά λόγια του προπονητή της Γιουνάιτεντ Ματ Μπάσμπι αποκαλώντας τον «Ματ Μπέιμπι».

Το 1969, αρνείται πρόταση της Γιουβέντους γιατί ήθελε να αποφύγει μια Ουγγαρέζα στριπτιζέζ που είχε γνωρίσει στο Τορίνο. Στο Μάντσεστερ, συναντιέται κρυφά στα αποδυτήρια με μια υποψήφια Μις Βρετανία που του ζήτησε να τη βοηθήσει να χάσει βάρος. Στο Μουντιάλ του 1970, εμφανίζεται καθημερινά ως σχολιαστής στην τηλεόραση. Άνετος, γοητευτικός, παθιασμένος, δεν διστάζει να τσακώνεται, να σαρκάζει, να βρίσκει τον Πελέ και τον Μπεκενμπάουερ κάπως αργούς, να γίνεται κάθε μέρα και πιο γνωστός.

**GETTY EASY ACCESS** Malcolm Allison...English football manager Malcolm Allison wearing an intricate medallion, circa 1973. (Photo by Terry O'Neill/Hulton Archive/Getty Images)

Ο Άλισον, «Big Mal» για τους φίλους, «Έρολ Φλιν του ποδοσφαίρου» για τον Μπράιαν Κλαφ, έγινε αστέρι, όπως κανείς προπονητής πριν από αυτόν. Ακολουθεί η πτώση. Ένας παίκτης του θυμάται: «Διάβαζε τόσα βιβλία για τον Τσόρτσιλ και τον Στάλιν που δεν του αρκούσε πλέον να είναι προπονητής, δεν τον ενδιέφερε». Πολύ λιγότερο βοηθός προπονητή. Το 1972 περιθωριοποιεί τον Μέρσερ και αναλαμβάνει την ομάδα μόνος. Ακολουθούν πανάκριβες και άτυχες μεταγραφές, υπερφίαλες δηλώσεις με ένα ποτήρι σαμπάνια στο χέρι, και αποτυχία. Το 1973, ο Big Mal απολύεται, μετά από εννιά χρόνια στη Σίτι. Γυρίζει στο Λονδίνο στην ταπεινή Κρίσταλ Πάλας. Αξιοσημείωτα γεγονότα: μια πρόκριση στα ημιτελικά του Κυπέλλου, με νίκη επί της μισητής Λιντς, και η καθιέρωση του καπέλου. Μια εντυπωσιακή φεντόρα, ώστε να φαίνεται από τις κερκίδες όταν θα δείχνει στους αντίπαλους το σκορ, εδώ 3-2 επί της Τσέλσι.

Τσελσι

Θα φύγει κακήν-κακώς κι από την Πάλας. Μια πορνοστάρ θα κάνει αποθεραπεία στην πισίνα γυμνή, μαζί με όλη την ομάδα. Την απαθανατίζουν οι δημοσιογράφοι που ο ίδιος κάλεσε: «Μόλις γδύθηκε, παρατήρησα πως το στήθος της δεν ήταν φυσικό. Κρίμα κι άδικο να απολυθώ για ένα κομμάτι πλαστικό».

Τα επόμενα είκοσι χρόνια θα γυρνά από πόλη σε πόλη: θα ξαναγυρίσει ως αναμενόμενος Μεσσίας και θα ξαναφύγει άδοξα από τη Σίτι, θα ξαναπάει στην Κρίσταλ Πάλας, στη Γαλατασαράι, θα κερδίσει πρωτάθλημα και κύπελλο με τη Σπόρτινγκ Λισσαβόνας το 1982, και θα τον διώξουν μετά από ένα ακόμη άγριο πάρτι στη διάρκεια της προετοιμασίας, θα φτάσει μέχρι το Κουβέιτ τη στιγμή που ξεσπούσε ο πόλεμος, θα ξαναγυρίσει στην Πορτογαλία όπου, προπονητής της Βικτόρια Σετούμπαλ, θα γνωρίσει έναν φιλόδοξο νεαρό, τον Ζοσέ Μουρίνιο, και θα καταλήξει στο Μίντλεσμπρο, όπου θα προτείνει την τοποθέτηση πορτοκαλί συνθετικού τάπητα στο γήπεδο.

Θα πεθάνει το 2010, κατεστραμμένος οικονομικά, καταθλιπτικός, με κρίσεις άνοιας κι αυτοκτονικές τάσεις. Μέχρι το τέλος, όταν δυσκολευόταν να θυμηθεί ακόμη και το όνομά του, έλεγε σε όποιον τον χαιρετούσε: «Είμαι καλύτερος από σένα».

Όταν ο Μισέλ Πλατινί ξάπλωνε στο χορτάρι

  [2 Σχόλια]

16

Είναι ο μεγάλος απών αυτού του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος αλλά η σκιά του βαραίνει, κατά κάποιον τρόπο, ακόμη περισσότερο, κι όχι μόνο εξαιτίας της φαραωνικής του έμπνευσης για ευρωπαϊκό πρωτάθλημα των 24 ομάδων.

Ο Μισέλ Πλατινί, με τα παραπάνω κιλά που του φόρτωσαν τόσα χρόνια καλοπέρασης και το υπνωτιστικό και άδειο χαμόγελο του επαγγελματία παράγοντα που αποφάσισε να γίνει, μοιάζει εδώ και καιρό με εισοδηματία φούρναρη, με έναν από αυτούς τους δευτερεύοντες χαρακτήρες των γαλλικών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα, εκεί όπου παραπέμπει, βέβαια, κι η μυθιστορηματική πτώση του.

Κάποτε, όμως, ήταν ένας λαμπρός ποδοσφαιριστής: αέρινος, ακούρευτος, με τη φανέλα έξω από το σορτσάκι και με ένα χαρακτηριστικό σουλούπι που τον έκανε να μοιάζει σα να παίζει πάντα με κατεβασμένες κάλτσες. Χρυσή Μπάλα και πρώτος σκόρερ της Serie A τρία συνεχόμενα χρόνια (1983, 1984, 1985) κι ένας από τους ελάχιστους που κατάφερε να ανεβάσει, από την ανυποληψία –τον αποκλεισμό από τα τελικά των Μουντιάλ του 70 και του 74 και από τα Ευρωπαϊκά του 68, του 72, του 76– στην κορυφή, το ποδόσφαιρο μιας ολόκληρης χώρας. Για να καταφέρεις κάτι τέτοιο, όπως γνωρίζουμε, δεν αρκεί να είσαι ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς, πρέπει να είσαι ο Γιόχαν Κρόιφ ή ο Πλατινί. Κι όλα αυτά χωρίς να τραγουδήσει ποτέ πριν τη σέντρα τη Μασσαλιώτιδα, «αυτόν τον πολεμικό ύμνο. Αν ήταν ύμνος στη αγάπη θα τον τραγουδούσα»: αχ, αυτοί οι Γάλλοι.

Εκείνος ο Μισέλ Πλατινί, λοιπόν, λείπει πολύ σε όσους αγαπούν το ποδόσφαιρο.

Τον θυμηθήκαμε στις 21 Ιουνίου, επειδή έκλεινε τα 61 του χρόνια, κάπου μακριά από τους προβολείς των γηπέδων, και επειδή έκλειναν τριάντα χρόνια από την πρόκριση της Γαλλίας επί της Βραζιλίας, στα προημιτελικά του Μουντιάλ του Μεξικού. Εκεί, στην Γκουανταλαχάρα, με τη θερμοκρασία στους 45 βαθμούς, άκεφος, με ένα τραυματισμό στην κνήμη να τον βασανίζει, ισοφαρίζει με το λιγότερο καλό του πόδι, το αριστερό: θα είναι το τελευταίο από τα 41 γκολ που θα βάλει με τη Γαλλία. Μετά, στα πέναλτι, θα αστοχήσει φριχτά αλλά λίγη σημασία είχε, αυτός, σε αντίθεση με άλλους μεγάλους παίκτες που είδαμε πρόσφατα,  ήταν τυχερός, η ομάδα του επιβλήθηκε.

Θα τον θυμηθούμε οπωσδήποτε στις 8 Ιουλίου, επέτειο του αξέχαστου ημιτελικού του Μουντιάλ στη Σεβίλη το 1982, κόντρα στη Γερμανία. Η ωραία μπαλιά του στον Πατρίκ Μπατιστόν, η δολοφονική έξοδος του χασάπη Χάραλντ Σουμάχερ, ο Μισέλ να σκύβει και να παίρνει στα χέρια του τον αναίσθητο και λευκό σαν πανί συμπαίκτη και φίλο του: μια μεταμοντέρνα Αποκαθήλωση που έληξε με Ανάσταση του θύματος –με τρία δόντια λιγότερα, μετατοπισμένο σπόνδυλο και αμνησία– μερικές ώρες μετά. Ο αγώνας έληξε στα πέναλτι και κέρδισε, φυσικά, η Γερμανία: το ποδόσφαιρο είναι μια σπουδή στην αδικία, και δεν θα διαφωνήσει, μάλλον, ούτε ο Χάραλντ Σουμάχερ ούτε ο Ολλανδός διαιτητής που δεν του έδωσε κάρτα, απλώς χαριεντιζόταν μαζί του ενόσω ο Μπατιστόν έβγαινε πάνω στο φορείο.

battiston

Θυμόμαστε, και ποιος ξέρει για πόσα χρόνια ακόμη, το ψαρωτικό ρεκόρ του Πλατινί: εννιά γκολ σε ένα μόνο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα –χρειάστηκαν σχεδόν τέσσερα (19 αγώνες) στον Κριστιάνο Ρονάλντο για να πετύχει οχτώ. Θυμόμαστε και τον τίτλο που χάρισε με αυτά τα γκολ στη Γαλλία το 1984 και την κατεστραμμένη καριέρα του δόλιου Αρκονάδα μετά από τη φοβερή του γκάφα στον τελικό: ένα μέτριο χτύπημα φάουλ από τον Πλατινί, μια μπάλα που γλιστράει μέσα από τα χέρια, ένας τίτλος.

Για μια γενιά Γάλλων –και Ιταλών, αλλά θα επανέλθουμε– φιλάθλων, η παρουσία του Πλατινί στο χόρτο ισοδυναμούσε με τη σιγουριά ότι θα σκοράρει. Συχνά σε κρίσιμους αγώνες, συχνά με φάουλ, αν και όταν έκανε το περίφημο ρεκόρ του πέτυχε σε δυο ματς τη λεγόμενη «σπεσιαλιτέ Πλατινί», το πραγματικό χατ τρικ: γκολ με το δεξί, γκολ με το αριστερό, γκολ με κεφαλιά. Αυτή τη σιγουριά την ένιωθε χωρίς αμφιβολία κι αυτός. Πρώτη εμφάνιση με την Εθνική Ανδρών, σε ένα φιλικό με την Τσεχοσλοβακία, πριν 40 χρόνια. Η Γαλλία είναι πίσω στο σκορ, κερδίζει έμμεσο. Ο πιτσιρικάς Μισέλ λέει στον έμπειρο Ανρί Μισέλ: «Δώσε μου πάσα. Θα το βάλω».

Ο Μισέλ Πλατινί, εγγονός Πιεμοντέζου μετανάστη στη Λοραίνη, θα ξαναγυρίσει στη γη των προγόνων του, την Ιταλία, και θα λατρευτεί κι εκεί. Και από όλα του τα γκολ με τη Γιουβέντους, θυμόμαστε αυτό το κάπως άγνωστο αριστούργημά του. Γιατί, με τον ίδιο τρόπο που το ωραιότερο γκολ ενός μεγάλου συμπατριώτη του ήταν μια πάσα, το ωραιότερο γκολ του Πλατινί  ήταν οφσάιντ.

8 Δεκεμβρίου 1985. Διηπειρωτικό Κύπελλο στο Εθνικό Στάδιο του Τόκυο. Η κάτοχος του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης Γιουβέντους αντιμετωπίζει τους νικητές του Κόπα Λιμπερταδόρες Αρχεντίνος Ζούνιορς του Κλαούντιο Μπόργκι. Η Γιουβέντους κυνηγάει τον πρώτο της τίτλο στη διοργάνωση και θεωρητικά είναι το φαβορί. Προηγούνται οι Αργεντίνοι στο 55΄, ισοφαρίζει με πέναλτι ο Πλατινί. Και στο 69΄, το θαύμα: στοπάρισμα με το στήθος, εναέριο κοντρόλ με το δεξί, άπιαστο βολέ με το αριστερό, γκολ. Πανηγυρισμοί, σερπαντίνες και κόρνες από τις κερκίδες, οι Γιουβεντίνοι ένα κουβάρι γύρω από το αστέρι τους, το ταμπλό δείχνει 2-1.

Και ξαφνικά, η απότομη προσγείωση: αυτό το ποίημα σφυρίζεται οφσάιντ. Ο Πλατινί, δεν μπορεί να το πιστέψει, τραβάει τα μαλλιά του και μοιάζει να καταρρέει στο χορτάρι. Μοιάζει: στην πραγματικότητα ξαπλώνει κάπως ράθυμα, ακουμπάει το κεφάλι του στο χέρι του και, σαν δεκάχρονο παιδάκι, κάνει μούτρα στον διαιτητή, στη μοίρα, στον κόσμο όλον. Μετά ανακάθεται, χειροκροτεί ειρωνικά, παίρνει μερικές ανάσες. Οι Αρχεντίνος θα ξαναπεράσουν μπροστά αλλά, λίγα λεπτά μετά, το μουτρωμένο δεκάρι θα βρει το κουράγιο και τη διαύγεια που χρειάζεται για να κάνει το μακρινό ένα-δυο με τον Μίκαελ Λάουντρουπ που θα ισοφαρίσει. Η Γιουβέντους θα κερδίσει στα πέναλτι –ένα από αυτά θα το χτυπήσει με επιτυχία ο Πλατινί.

Όπως θα έλεγε ένας άλλος ήρωας με ασπρόμαυρη φανέλα, το μυστικό είναι ότι επιτρέπεται να ξαπλώσεις στο χορτάρι  αλλά επιβάλλεται να σηκωθείς -και, ει δυνατόν, να σκοράρεις.